1914.05.07
2.248 στίχοι · 17.166 λέξεις · 170 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
τῆς 7ης Μαΐου 1914.
(Τετάρτη, ὥρα 5′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴ τὰ ἑξῆς: Οἱ κάτοικοι Μαργαριτίου παρακαλοῦσιν, ὅπως προστατευθῶσι τὰ δίκαιά των· Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας των· Οἱ κάτοικοι Θριασίου καὶ Χασιᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως προικοδοτηθῇ ἡ κοινότης των διὰ τοῦ δάσους Κοροπρέμι. Ὁ Γ. Οἰκονομόπουλος παραπονεῖται κατὰ τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας ὡς μὴ ἀκυρώσαντος τὴν παρανόμως ἐνεργηθεῖσαν ἐκλογὴν τοῦ Κοινοτικοῦ Προέδρου Μεθώνης· Οἱ βυρσοδέψαι Χίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐξωτερικὴ δασμολογία τῶν δερμάτων καὶ ὅπως γίνῃ τελωνειακὴ ἀφομοίωσις τῶν νέων χωρῶν· Ἡ κοινότης Ἀλιστράτης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου καπνοῦ· Ἡ πόλις Ἰωαννίνων παρακαλεῖ, ὅπως προσληφθῶσιν ὑπότροφοι τοῦ Δομπολείου κληροδοτήματος ἐξ ἁπάσης τῆς Ἠπείρου· Ὁ Η. Μαούνης κατάδικος τῶν φυλακῶν Αἰγίνης παρακαλεῖ, ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις του· Οἱ κάτοικοι Ἀλευράδος τοῦ δήμου Ἰδομένους Βάλτου παρακαλοῦσιν, ὅπως συσταθῇ ἐκεῖ γραμματεῖον· Ὁ Ἰ. Μπινιάρης κατάδικος Παλαμηδίου παρακαλεῖ, ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις του· Ὁ Κ. Κουτσανίκας ἐξ Ἀγρινίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα ὅπερ ἐγένετο εἰς τὸν υἱόν του Γεώργιον, ἀνθυπασπιστὴν τοῦ 6ου Πεζ. Συντάγματος· Ὁ Κ. Παπαχαραλάμπους ἐφημέριος Γιαννιτσοῦς, τῆς Φθιώτιδος, παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός του Γεώργιος ἐπιλοχίας τοῦ 5ου Εὐζωνικοῦ Συντάγματος, προβιβασθῇ εἰς ἀνθυπασπιστήν· Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Μεσολογγίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐγκριθῇ συνδρομὴ 60.000 δραχ. πρὸς ἐξωραϊσμὸν τοῦ Ἡρώου καὶ 5.000 δραχ. ἐτησίως πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ· Οἱ Θ. καὶ Γ. Λιδάνης, ἐκ Βασιλοπούλου, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν ἐκ τοῦ φυγοδίκου Νικ. Καραμερῆ· Ἡ Βασιλικὴ Πέτρου Κατσούλη παρακαλεῖ, ὅπως ὁ σύζυγός της ἀνθυπασπιστὴς τοῦ 8ου Πεζ. Συντάγματος προβιβασθῇ· Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἀδελφότητος τοῦ Ἑλλην. Βρεφοκομείου «Ἅγιος Γεώργιος» παρακαλεῖ, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὸ ἐτήσιον ἐπίδομα· Οἱ κάτοικοι Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως συστηθῇ ἐκεῖ Ἐφετεῖον καὶ ὅπως εὐρυνθῇ ἡ περιφέρεια τοῦ Πρωτοδικείου· Οἱ κάτοικοι τῆς νήσου Ἀμοργοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ματαιωθῇ ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΓΥΝʹ, τοῦ 1909, περὶ ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀγροτικῶν διανομέων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἐπίσης αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 1) «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας; 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ͵ΔΝΖʹ καὶ ͵ΔΡΙΖʹ περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ 3) «Περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ» (Παρὰ τ. Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κοζάνης.
§2Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δευτέρα φορὰ, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Οἱ κάτοικοι Κοζάνης συνέστησαν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν προκρίτων τῆς πόλεως, εἰς ἣν ἀνετέθη τὸ ἔργον νὰ ἀναλάβῃ τὴν τροφοδοσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πόλεως. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην οἱ ἀναφερόμενοι ἔμποροι Κοζάνης ἐπρομήθευσαν τρόφιμα ἀξίας 16.000 δραχμῶν. Ἔκτοτε, καίτοι ἀνηνέχθησαν ἐπανειλημμένως πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σώσωσιν αὐτοὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, εὐχαρίστως θὰ ἐχάριζον τὰς ἀξιώσεις των ταύτας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσεν ὅτι ἔδωκεν αὐστηρὰς διαταγὰς εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς νὰ πληρώσωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὄχι νὰ διατάξῃ, ἀλλὰ νὰ ἐρωτήσῃ διατί ἐπὶ δύο ἔτη καθυστεροῦσι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐμπορευμάτων τῶν πτωχῶν ἐκείνων οἰκογενειαρχῶν.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδόθη διαταγὴ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὅπως καταθέσω ἀναφορὰν τῶν οἰνοπωλῶν καὶ ὀπωροπωλῶν τῆς πόλεως Πατρῶν, καὶ παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Ἀγράφων.
§7Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φίλιππας ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Λευκάδος Μηνᾶ Γλένη.
§9Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα ὑποστηρίξω τὰ αἰτήματα τοῦ ἄνω ἀναφερομένου, καὶ τοῦτο διότι γνωρίζω τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὁ ἀναφερόμενος Μηνᾶς Γλένης διετέλεσε φύλαξ, ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον, τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δ’ αὐτοῦ πάντες οἱ ἐπιθεωρηταὶ τὸν ἀπεκάλουν Κέρβερον τοῦ Δημοσίου. Πρὸ διετίας ὅμως ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἁλυκῶν Τζανετάκης, ὁ ὁποῖος ἐγήρασεν ὡς γνωστόν, καὶ τὸ γῆρας δὲν ἔρχεται μόνον, δὲν ἔμενεν εὐχαριστημένος ἐξ αὐτοῦ, διότι δὲν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς ἰδιοτροπίας του, καὶ ἐκίνει πάντα λίθον ὅπως ὁ εἰρημένος φύλαξ ἀπολυθῇ καὶ ἀπελύθη, στερηθεὶς οὕτω καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου του. Κατέφυγε δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔκαμε μήνυσιν διά τινας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ παρεκτροπὰς ἐπιζημίους πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς συνήθως, ἡ δικαιοσύνη, ἡ νεωτέρα αὕτη βιομηχανία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην μετ’ ὀλίγον νὰ παραχωρήσωμεν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν κύριον Δημητρακόπουλον, τὸν ἀπήλλαξε μετὰ πολλῶν ἐπαίνων! Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στερεῖται τῶν πάντων. Καταφεύγει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας προνοήσωσι νὰ τοῦ δοθῇ ἕνα κομμάτι ψωμί. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν μὲν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 595 ἀπὸ 4ης Αὐγούστου 1911 βούλευμα τῶν ἐν Λευκάδι πλημμελειοδικῶν, κατὰ Τζανετάκη, δι’ οὗ ἠθωώθη ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος ἐπιβραβευθεὶς διὰ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας του, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς ὃν ἡ Βουλὴ θὰ παραπέμψῃ τὴν αἴτησιν τοῦ παραπονουμένου, νὰ προνοήσῃ νὰ δώσῃ ὀλίγον ψωμὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, καὶ διοικητικῶς ἐξετάσῃ ἂν ἡ ἐπιθεωρητὴς ἐκεῖνος ἕνεκα τοῦ γήρατός του ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ καθήκοντα τοιαύτης ἐμπιστευτικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔχει ἀνάγκην ἐμπείρου, ἱκανοῦ καὶ νέου ἀνδρός, σωματικῶς καὶ πνευματικῶς ἀρτίου. Εἶπα καὶ ἐλάλησα· ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ἐπὶ τηλεγραφήματος τοῦ συλλόγου Μαζείκων, διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων.
§11Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀνιαρὸν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀκούῃ καθημερινὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῶν μέσων συγκοινωνίας. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κατοίκων αὐτῶν δὲν ἀπέμεινεν εἰμὴ τὸ καθῆκον νὰ γινώμεθα ἠχὼ τῶν διαμαρτυριῶν των, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ θετικωτέραν τινὰ ἱκανοποίησιν. Ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων εὑρίσκεται ὄντως, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, εἰς τὴν πρωτόγονον ἐποχήν. Γνωρίζω βεβαίως τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ ἀφήνωμεν νὰ παρέρχωνται ἀπαρατήρητοι αἱ διαμαρτυρίαι καὶ αἱ ἐπικλήσεις τῶν συμπολιτῶν μας, δι’ ὧν δυνατὸν καὶ νὰ τονώσωμεν τὴν Κυβερνητικὴν μέριμναν καὶ ἐπιθυμίαν. Ἐφ’ ὅσον ψηφίζομεν καθημερινῶς δαπάνας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, νομίζω ὅτι παραλλήλως πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, διότι παραγωγὴ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς κυκλοφορίας, εἶναι παραγωγὴ ἄκαρπος καὶ καταδεδικασμένη. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐπανειλημμένως ἠκούσατε τὰ αὐτὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ.
§13Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν κατοίκων καὶ φροντίσῃ ἂν ὄχι σιδηροδρομικῶς, τοὐλάχιστον δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς κατοίκους αὐτούς, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν καὶ αὐτοκίνητα καὶ οὕτω δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ πρῶται ἀνάγκαι τῶν κατοίκων τούτων.
§14Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τούτου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ σύλλογος τῶν τεχνοεργατῶν Λαμίας, περιλαμβάνων ὅλα τὰ ἐργατικὰ καὶ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα τῆς πόλεως ταύτης, διὰ ψηφίσματός του, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸς ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Λαμίας, Στυλίδος καὶ Ἁγ. Μαρίνας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἤρξατο ἡ λειτουργία τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, εἶχε καθορισθῆ ὅπως κυκλοφορῇ ἓν τραῖνον πρωϊνὸν μεταξὺ Λαμίας, Στυλίδος καὶ Ἁγ. Μαρίνας, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων, ἀπὸ διετίας, κατήργησε τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ἐγένοντο πλεῖσται διαμαρτυρίαι τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κατοίκων, διότι ὡς διενεργεῖται σήμερον ἡ συγκοινωνία, ἀναχωροῦντος ἐκ Λαμίας τοῦ τραίνου τὴν 12½ μεσημβρινὴν καὶ ἐπιστρέφοντος τὴν 1½ μ.μ., δὲν εἰμποροῦν πρῶτον οἱ κάτοικοι Λαμίας νὰ κάμωσιν χρῆσιν θαλασσίων λουτρῶν, δεύτερον δὲ οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται εἰς τὴν Στυλίδα πρὸς ἐκτελωνισμὸν τῶν ἐμπορευμάτων των, κατέρχονται εἰς ὥραν τοιαύτην ὅπου φυσικῶς καὶ λογικῶς τὰ γραφεῖα τὰ δημόσια εἶναι κεκλεισμένα καὶ οὕτω ἀναγκάζονται νὰ διανυκτερεύωσιν εἰς Στυλίδα καὶ τὴν ἑπομένην νὰ ἔρχωνται εἰς Λαμίαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν πρωϊνὴν κυκλοφορίαν τῆς ἁμαξοστοιχίας μεταξὺ Λαμίας– Ἁγ. Μαρίνας–Στυλίδος.
§17ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔλαβον χθὲς καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ τὴν ἔδωκα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν διὰ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τώρα τὰ πράγματα εὐκολύνονται.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μερλόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου τῆς κοινότητος Λαδᾶ.
§20Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤδη δὲ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐξ ἐγγράφου ἐπισημοτέρου νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξ ἀναφορᾶς τοῦ Κοινοτικοῦ συμβουλίου Λαδᾶ. Ὅτε ὡμίλησα τότε, ἐζήτησα ἵνα σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἤθελεν εἶσθαι σκόπιμον νὰ καταργηθῇ ἡ εἰδικὴ φορολογία, ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς τὸν δῆμον Ἀλαγονίας καὶ δὴ ἐπὶ τῶν προϊόντων αὐτῆς, φορολογία πρόσθετος, βαρυτάτη, ἀνερχομένη εἰς 5% ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς ἁμαξιτή. Τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, εἰσηγηθεὶς οὐχὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ βουλευτικῆς πρωτοβουλίας, καὶ παρουσιάζει τοῦτο τὸ ἄδικον, ὅτι χωρὶς νὰ προσδιορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων πόση θὰ εἶναι ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου, ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ψήφισιν αὐτοῦ καίτοι ἐπεβάλλετο φόρος βαρύτατος. Ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἡ φορολογία αὕτη, ὁσονδήποτε βαρεῖα καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἔχει τοιαύτην ἀπόδοσιν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν δάνειον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, διότι τὸ ἔργον κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς θέλει στοιχίσει 600,000 δραχ. τοὐλάχιστον, ἡ δὲ ἐτησία ἀπόδοσις τῆς εἰδικῆς φορολογίας ἀνέρχεται μόλις εἰς 5000 δρ. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν τῶν μερῶν τούτων ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἤδη δὲ ὑπὸ ἐπισημοτέραν μορφὴν εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διαμαρτυρία αὕτη. Ἤθελον κατ’ ἀκολουθίαν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα προσεκτικώτερον μελετήσῃ τὰ τοῦ θέματος τούτου καὶ σκεφθῇ ἂν δὲν εἶναι συμφέρον νὰ καταργηθῇ ἡ τοιαύτη φορολογία ἢ τουλάχιστον νὰ μειωθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς μέχρι σήμερον ὑπαρχούσης ὁδοῦ, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε σκεφθῇ ὅτι εἶναι συμφέρον ἵνα οἱ τοσοῦτον ἄποροι δῆμοι θυσιάζωσι ἓν μέρος ἀνάλογον ἐκ τῶν ἐτησίων προσόδων των συντρέχοντος εἰς τὸ ἔργον καὶ τοῦ Δημοσίου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς σηροτροφικῆς Ἑταιρείας.
§22Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ τῆς σηροτροφικῆς Ἑταιρείας ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἵνα λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, εἴτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1914, ἵνα σκεφθῇ αὕτη κατὰ πόσον εἶναι συμφέρουσα ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεώς τινος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τῶν τεχνοεργατῶν Λαμίας, ἥτις παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§24ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ ἔλαβον παρομοίαν ἀναφορὰν θέλω δὲ μεριμνήσει παρὰ τῇ ἁρμοδίᾳ ὑπηρεσίᾳ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ χωρίου Νεοχωρίου τοῦ δήμου Φαρκαδόνος ἢ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἐγγύησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συνῳδὰ τῷ νόμῳ τοῦ 1890 ἵνα χορηγήσῃ αὕτη τὸ δάνειον καθ’ ὅσον τὸ προσύμφωνον τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἄνω χωρίου μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου Λεωνίδα Δεληγεώργη καὶ τῶν χωρικῶν ἔληξε τὴν 23 Ἀπριλίου ἐ. ἔ.». Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνες σκέψεις κρατοῦσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως Β. Δ. ἀφορῶντος τὴν ἐγκατάστασιν τηλεφώνου εἰς τὰς κοινότητας Πλατάνου, Λυκούριας, Φίλια, Μάνεσι, καὶ Βλασιᾶς τῶν Καλαβρύτων». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γ. Βλάχος, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Λαρίσης καὶ μεταβῇ εἰς χωρίον Ἀμαρλὰρ καὶ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν ἐπισκευῆς ὑδραγωγείου, διότι ἐλλείψει ὕδατος ἀδυνατοῦσι νὰ μείνωσιν οἱ κληροῦχοι γεωργοί». Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τίνα πρόνοιαν σκοπεῖ νὰ λάβῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων μισθῶν τῶν δημάρχων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων τῶν τέως δήμων, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1911, ὅτε κατηργήθησαν οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1914, ὅτε ἤρξαντο λειτουργοῦσαι αἱ Κοινότητες». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἀπεφάσισε διὰ τοὺς ἐν πολέμῳ τραυματίας τοὺς ὁποίους ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ ἐπιτροπὴ δὲν κρίνει μὲν ἀνικάνους καὶ δικαιουμένους συντάξεως, ἀλλ’ ἐν τούτοις πολλοὶ τούτων καίτοι μὴ ὄντες τελείως ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν ἔπαθον οὐσιώδη μείωσιν τῆς προτέρας σωματικῆς των δυνάμεως, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐγένοντο ἀνακρίσεις διὰ τὸν ἐν τῷ ἐν Πύργῳ ἐργοστασίῳ Παγοποιΐας καὶ Ἀλευροποιΐας Νταϊροπούλου κλπ. διαμελισμόν, κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα Ἀπρίλιον, τοῦ ἐκ Δωρίδος ἐργάτου Γ. Σκούρα καὶ ὁποῖον τὸ πόρισμα αὐτῶν. Ἐπίσης δὲ ἂν τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο εἰργάζετο κατόπιν ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς καὶ ἐτηροῦντο τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατεταγμένα πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἐν αὐτῷ ἐργαζομένων».
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πόρισμα τῶν γενομένων ἀνακρίσεων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς, Ν. Γαρδικιώτης, Ἀλ. Θανόπουλος, Δ. Χατζηγιάννης κ.λ.π., ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Ἀγράφων διὰ τὴν λύσιν τοῦ δασικοῦ ζητήματός των. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§28ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κ. Πρόεδρε, εἶναι κοινὴ διαμαρτυρία τῶν κοινοτήτων τῶν Ἀγράφων κατὰ τῆς δημεύσεως — εἶναι δυστυχῶς ἡ κυριολεξία — τῶν δασῶν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Τὰ δάση αὐτὰ εἶναι ἡ πλουσιωτέρα των περιουσία, αἱ δὲ κοινότητες ἐπὶ μίαν τεσσαρακονταετίαν καὶ πλέον ἐνεμήθησαν αὐτὰ ἡσύχως καὶ ἀδιαταράκτως ὑπὸ δύο διοικήσεις, τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν Τουρκικήν, ὅτε τῷ 1903 ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ τὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐρωτᾶται διατί αἱ δύο Κυβερνήσεις ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ἀπεδέχθησαν ὅτι τὰ δάση ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας Ἀγράφων; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι κατὰ τὸν Τουρκικὸν νόμον περὶ δασῶν ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι πᾶν δάσος τὸ ὁποῖον δὲν καθωρίσθη ἐπισήμως ὡς δημόσιον, δὲν εἶναι δημόσιον. Διὰ νὰ εἶναι δημόσιον δάσος ὀφείλει νὰ καθορισθῇ καὶ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἐπιτήρησιν. Τὰ δὲ δάση τῶν Ἀγράφων ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ 1860, οὐδέποτε καθωρίσθησαν ὡς δημόσια οὔτε ἐπετηρήθησαν. Ὅτε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἄρθρου 10ου τῆς συνθήκης ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ εἰς τὰς προσαρτηθείσας χώρας τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία ἀνῆκεν, εἴτε εἰς ἰδιώτας εἴτε εἰς κοινότητας, δυνάμει ταπίων ἢ τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον περὶ δασῶν τοῦ 1860, τὰ νεμόμενα παρὰ τῶν χωρίων δάση, ἐφ’ ὅσον δὲν καθωρίσθησαν ὡς δημόσια, ἔμειναν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κατοχὴν τῶν κοινοτήτων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ἰδίαν δασικὴν νομοθεσίαν ξυλεύσεως κοινοτικῶν δασῶν (μισυλταλίκ), ἐκδοθέντος σχετικοῦ νόμου τῷ 1889. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος σπουδαῖος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην. Ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης τοῦ 1881, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται ὅπως ἀγοράσῃ τὰ κτήματα τὰ ἀνήκοντα τῷ Ὀθωμανικῷ δημοσίῳ ἐπὶ ἀποζημιώσει, πρὸς τοῦτο δὲ θὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ Ἑλληνοτουρκική, ὅπως ὁρίσῃ διὰ πρωτοκόλλου ποῖα κτήματα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν δημόσιον διὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη, τὸ πρωτόκολλον ἐγένετο καὶ ὡρίσθησαν ὅτι τὰ τάδε καὶ τάδε κτήματα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Τουρκικὸν δημόσιον, ἐδημοσιεύθη δὲ τὸ πρωτόκολλον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν Ἑλληνικὴν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1883. Ἐντὸς δ’ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου οὐδόλως ἀναφέρονται τὰ κοινοτικὰ δάση τῶν Ἀγράφων, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ἄλλα δάση ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρισκόμενα, ἀναφέρονται ῥητῶς ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Καὶ ἐρωτῶ: ὑπάρχει τις μετὰ ταῦτα ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι τὰ δάση αὐτὰ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Τουρκικὸν δημόσιον, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζηται τὸ ἐναντίον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ περιουσία αὕτη ὑπῆρξέ ποτε περιουσία τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις ἐπὶ 23 ἔτη ἀνεγνώρισε τὰ δάση τῶν Ἀγράφων ὡς κοινοτικά; Ἀλλὰ θὰ εἴπητε πῶς ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος μετὰ 23 ἔτη, τῷ 1903, ἐνεφανίσθη μίαν πρωΐαν καὶ εἶπεν ὅτι τὰ δάση αὐτὰ εἶναι δημόσια; Ὁ ὑπάλληλος ἀνέστρεψε τὸ πρᾶγμα καὶ εἶπεν ὅτι «πᾶσα ἀκίνητος κτῆσις ἐν Τουρκίᾳ ἀνήκει εἰς τὸν Ὀθωμανὸν κυρίαρχον, ἐφ’ ὅσον δυνάμει τίτλων δὲν παρεχωρήθη παρ’ αὐτοῦ εἰς ἄλλους. Ἀφοῦ δὲ αἱ κοινότητες δὲν ἔχουσι τίτλους, ταπία, ἄρα δὲν ἔχουσι κατοχήν, δὲν ἔχουσι κυριότητα καὶ δὲν ἔχουσι τὰ δάση αὐτὰ ὡς ἰδίαν περιουσίαν». Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν ἐσκέφθη νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς του τὸν τουρκικὸν νόμον περὶ δασῶν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τὰ δάση ἐν Τουρκίᾳ εἶναι τεσσάρων εἰδῶν· αʹ) εἶναι δημόσια, βʹ) ἀνήκουσιν εἰς βακούφια, γʹ) ἀνήκουσιν εἰς ἰδιώτας δυνάμει τίτλων, καὶ δʹ) ἀνήκουσιν εἰς τὰ χωρία». Καὶ ὅταν λέγῃ ἀνήκουσιν καὶ εἰς τὰ χωρία, ἀναγνωρίζει ἰδιοκτησίαν καὶ εἰς αὐτά, καὶ τὴν ἀναγνωρίζει ὄχι δυνάμει τίτλων, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ ἀρχαίου, ἤτοι τῆς κατοχῆς. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου διαμφισβήτησιν τῶν δασῶν, ἠγέρθησαν ἐνταῦθα ἐπανειλημμένως σφοδρόταται συζητήσεις, καθ’ ἃς οἱ ἑκάστοτε ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἕτερον ἠδυνήθησαν νὰ ἀντιτάξωσιν ἐπιχείρημα, εἰμὴ ὅτι «ὡς παρουσιάζεται τὸ δασικὸν ζήτημα ἔχει εὐλογοφανῆ βάσιν καὶ θὰ τὸ ἐξετάσωσι μετ’ ἐπιστασίας καὶ ἐνδιαφέροντος». Ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐξήτασεν αὐτὸ ἐπισταμένως. Μόνον ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος ἐφάνη πως γενναιότερος. Οὗτος ἡττηθεὶς κατὰ κράτος ἀληθῶς εἰς συζήτησίν τινα ἐνταῦθα τῷ 1907, ἐδήλωσε στραφεὶς πρὸς ἐμέ: «Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον τῶν δασικῶν κοινοτήτων τῶν Ἀγράφων. Θὰ διατάξω ὅπως ἡ ξύλευσις ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν γίνεται ὡς ἀπὸ κοινοτικῶν». Ἀλλ’ ὅτε διετύπωσε πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους ἐγγράφως τὴν σκέψιν του αὐτήν, καθώρισεν ταύτην ὡς ἑξῆς: «ἐφ’ ὅσον τὰ δάση τῶν Ἀγράφων εἶναι κοινοτικὰ δέον κ.τ.λ. κ.τ.λ.» (Γέλωτες). Τὸ ζήτημα δὲν ἐκαλλιτέρευσεν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν μάλιστα τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ὑπῆρξεν ὕφεσίς τις εἰς τοὺς παραλογισμοὺς τοῦ δημοσίου σχετικὴ μὲ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δασῶν τῶν Ἀγράφων, ὅτε αἴφνης κατὰ τὸ 1911, ἄλλος σοφὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τώρα, ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὰς διεκδικητικὰς ἐναντίον τῶν κοινοτήτων τῶν Ἀγράφων διὰ νὰ μὴ χαθῇ τὸ φαντασιῶδες δικαίωμα τοῦ δημοσίου διὰ τὰ δάση ταῦτα. Ἔσπευσεν οὗτος νὰ κοινοποιήσῃ χιλίας, δύο χιλιάδας, τρεῖς χιλιάδας, δὲν γνωρίζω πόσας ἀκριβῶς, ἀγωγάς, ἐναντίον ὅλων τῶν κατοίκων. Τοῦτο συνέβη νὰ γίνῃ, κατὰ σατανικὴν σύμπτωσιν, τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν τῶν βουλευτικῶν τοῦ 1911. Ἐννοεῖται, κ. Πρόεδρε, ὅτι κατεξανέστη φυσικὰ ἐκ τούτου ἡ συνείδησις τῶν χωρικῶν, ἀλλ’ ἡ δυσφορία των περιωρίσθη νὰ καταψηφίσωσι, πρώτην φοράν, ἐμέ, τὸν Θεσσαλὸν Ὑπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πεισθῶσιν ὅτι τοῦτο συνέβη ἐν ἀγνοίᾳ μου. Βεβαίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἔκρινα ἄξιον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν κατ’ ἐμοῦ ἀδικίαν, πολὺ δὲ μᾶλλον νὰ ὑποσχεθῶ τι. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ κανονικῶς καὶ οἱ ἐκλογικοὶ σκοποὶ εἶναι μακράν, τὴν στιγμὴν ταύτην αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀνδρικῶς τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἴπῃ καθαρῶς ἂν ἔχωσι δίκαιον αἱ κοινότητες τῶν Ἀγράφων ἢ οὔ. Ἐπιβάλλεται λέγω τοῦτο, διότι ἄλλως πρόκειται νὰ συντελεσθῇ κατ’ αὐτῶν ἔγκλημα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ δάση ταῦτα. Ὡς εἶπον ἤδη, ὑπάρχουσι πλεῖστοι δικαστικοὶ ἀγῶνες ἐκκρεμεῖς, δὲν ἔχουσι δὲ αἱ κοινότητες, οὔτε τὴν εὐκολίαν νὰ νομιμοποιηθῶσιν, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ μέσα διὰ νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τοῦ δημοσίου εἰς μακρὰς δίκας. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι ἀνδρικὸν διὰ τὸ Κράτος νὰ ὑποκλέψῃ τὴν δικαστικὴν κρίσιν; Εἶναι συμφέρον διὰ τὸν τόπον νὰ σχηματισθῇ πεποίθησις ὅτι διηρπάγη περιουσία πολιτῶν παρ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας διὰ στρεψοδικιῶν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ τοῦτο. Γνωρίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὡς κράτιστον νομικόν, γνωρίζω ὅτι ἔχει κάμει ἰδίαν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ πείθομαι ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐξακολουθήσῃ στρεψοδικῶν, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κλάδου, ἀλλὰ θὰ δώσῃ δικαίαν λύσιν νομοθετικῶς. Ἡ δικαιοτέρα δὲ τῶν λύσεων θὰ ἦτο νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν κυριότητα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, ἐφ’ ἃ ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ κοινότητες ἔχουσι 30ετῆ κατοχὴν ἀπὸ τοῦ 1860, ὅτε ἐξεδόθη ὁ Τουρκικὸς δασικὸς νόμος, μέχρι σήμερον. Μόνον οὕτω θὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν πληγὴν αὐτήν, ἥτις ἐξήντλησεν αὐτὸν οἰκονομικῶς. Ἡ Θεσσαλία ἐπὶ μίαν 30ετίαν ἐδεινοπάθησε καὶ ὑπέφερεν ἀπὸ δύο ζητήματα, τὸ ἀγροτικὸν καὶ τὸ δασικόν. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη διὰ τὸ ἀγροτικὸν ἔδωκε κατὰ τὴν γνώμην μου δικαίαν λύσιν, πρέπει ἤδη νὰ δώσῃ τοιαύτην καὶ διὰ τὸ δασικόν. Οὕτω μόνον Κάμπος καὶ Ἄγραφα θέλουσιν ἐπανεύρῃ τὴν ψυχικὴν γαλήνην, θέλουσιν ἐπιδοθῆ μετὰ ζήλου εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ κολοσσιαίου Θεσσαλικοῦ πλούτου καὶ θέλομεν καταστῆ ἀληθῶς ἡ ἀξιωτέρα οἰκονομικὴ πηγὴ τοῦ Κράτους. Ἡ ἄποψις δ’ αὕτη, φρονῶ ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐγείρῃ ἄμεσον καὶ ἐπίμονον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ σημερινὴ κακοδαιμονία ὁλοκλήρου γεωργικοῦ διαμερίσματος.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσούτου ἐνδιαφέροντος ὡμίλησε περὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχουν αἱ κοινότητες, παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον συνταχθὲν κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης τοῦ θέματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύονται τοπικαὶ ἐπιτροπαί, ὅπως ἐξετασθῶσι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν, εἴτε ἐκ μέρους ἰδιωτῶν εἴτε ἐκ μέρους κοινοτήτων, καὶ καθορισθῶσι διοικητικῶς ποῖα δάση εἶναι δημόσια καὶ ποῖα δάση εἶναι κοινοτικά. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ ἄνευ ἐξετάσεως ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι ὄχι μόνον οἱ στασιασμοὶ αὐτοὶ περὶ τὰ δικαιώματα δὲν ἐπιτρέπουσιν ἑκάστοτε νὰ εἶναι ἥσυχος καὶ σταθερὰ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία περὶ τὸ πῶς θὰ διαχειρισθῇ τὰ δάση ταῦτα, ὄχι μόνον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προβαίνωμεν ἑκάστοτε εἰς διοικητικὰς ἀνακρίσεις, τῶν ὁποίων τὸ ἐξαγόμενον τῆς μιᾶς εἶναι ἀτελέστερον τοῦ τῆς ἄλλης, διότι ἡ νομικὴ μόρφωσις τῶν ἐνεργούντων ταύτας δὲν εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ διακρίνωσιν οὗτοι τὰ δικαιώματα, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πραγματοποίησις ὡρισμένης πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ τηρῇ ἀπέναντι τῶν δασῶν, ἄλλης ἀπέναντι τῶν δημοσίων δασῶν, καὶ ἄλλης ἀπέναντι τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν. Διὰ τούτους ὅλους τοὺς λόγους ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ αὖθις ὅτι ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ προσεπάθησα ὅση μοι δύναμις, νὰ δώσω πλήρη ἐλευθερίαν περὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τῶν κοινοτήτων.
§30Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου, καίτοι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἱκανοποιοῦσι τὰ δίκαια τῶν κοινοτήτων. Περιμένω δὲ νὰ ἴδω τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ὅτε θέλω ὁμιλήσῃ καὶ καταδείξῃ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν αἱ ἀναφερόμεναι κοινότητες ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ Ὀθωμανικὸν νόμον καὶ νὰ εἴπῃ, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον κατηγορία δασῶν «μισαλταλὶκ» ὑπήγετο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν. Αὐτὸ εἶναι καθαρῶς νομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἀποφεύγω σήμερον, ὡς προεῖπον, νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιφυλασσόμενος νὰ συζητήσω ἐν καιρῷ.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναμένῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ὑπάρχοντα τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, θὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπογοητεύσει, διότι τοῦτο θὰ γίνῃ κατόπιν ἐξετάσεως.
§32Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ σύστασις τοῦ δικαστηρίου, περὶ οὗ μεριμνᾷ τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως τοῦτο θὰ διακρίνῃ τὰ δάση τὰ ἰδιωτικὰ ἀπὸ τὰ δάση τὰ δημόσια, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο νὰ κρίνῃ καὶ τὰ νομικὰ ζητήματα. Ἐν προκειμένῳ ἐγείρεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ, αὐτὴ ἡ Βουλή, τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας δασῶν τινων, τὰ ὁποῖα καίτοι ἡ Τουρκία ἐθεώρει ὡς ἰδιόκτητα, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία σήμερον δὲν ἀναγνωρίζει ταῦτα ὡς τοιαῦτα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ἐὰν ἡ κατηγορία τῶν δασῶν περιλαμβάνει ἰδιόκτητα ἢ δημόσια.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Μετσόβου.
§34Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι Μετσόβου παραπονοῦνται κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιτρόπου Ἰωαννίνων, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ὑλοτομῶσιν ἀτελῶς διὰ τὰς ἰδίας τῶν ἀνάγκας ἐπὶ τῶν δασῶν τῶν χωρίων τῶν, καίτοι τὰ δάση τῶν εἶναι ἰδιόκτητα καὶ οὐδέποτε τὰ ἠμφεσβήτησε καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ διοίκησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ δάση εἶναι δημόσια, ὁ Ὀθωμανικὸς νόμος ἐπιτρέπει νὰ ξυλεύωνται διὰ τὰς ἰδίας τῶν ἀνάγκας καὶ παρὰ τῶν δημοσίων δασῶν ἀτελῶς οἱ κάτοικοι. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ συστήσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἐπίτροπον Ἰωαννίνων νὰ δεικνύῃ ὀλιγώτερον ζῆλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ἀφήνῃ τοὺς κατοίκους Μετσόβου νὰ ξυλεύωνται, ἀναγνωρίζων τὰ δίκαια τὰ ὁποῖα εἶχον δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Ν. Πετσάλης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ.
§36Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, μεταξὺ τοῦ σταθμοῦ Θησείου καὶ τοῦ σταθμοῦ Μοναστηρακίου, παραπονοῦνται ὅτι τὸ τμῆμα τοῦτο ἔχει παραμεληθῆ καὶ ἐπικαλοῦνται, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ μίαν πρόνοιαν ἰδίᾳ δὲ νὰ συστήσῃ ὅπως ἡ Ἀστυνομία λάβῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὁρίζει ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἐφαρμόζεται, διότι τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ὁδοῦ εἶναι πλῆρες πρατηρίων ἵππων. Ὡς δὲ εἶναι γνωστόν, πρατήρια ἵππων ἐντὸς τῆς πόλεως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχωσι, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀσχημίαν καὶ κίνδυνον τῆς ὑγείας τῶν περιοίκων.
§37Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, διότι τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ ἐγκατελείφθη καὶ δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι εἶναι συνέχεια τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ ἡ ὁποία παρουσιάζει τοιαύτην εὐπρέπειαν.
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω περὶ αὐτοῦ· θέλω ἐξετάσει τὸ πρᾶγμα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰς τοὺς παθόντας κατὰ τὸν πόλεμον δημοσίους ὑπαλλήλους ἐπιστράτους καὶ εὑρισκομένους ὑπὸ θεραπείαν χορηγῆται ἀναρρωτικὴ ἄδεια μετὰ πλήρων ἀποδοχῶν μέχρις ἐντελοῦς ἀναρρώσεως, καθόσον εἶναι ἄδικον οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἐλάσσονι μοίρᾳ τῶν λοιπῶν, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων».
§40ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε· παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ μᾶλλον τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἐπιστράτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον κατὰ τὸν πόλεμον. Οὗτοι, ἂν καὶ ἔπαθον κατὰ τὸν πόλεμον, εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἀλλὰ δέονται θεραπείας καὶ ἔχουσι πρὸς τοῦτο ἀνάγκην ἀναρρωτικῆς ἀδείας. Κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν λάβωσι τοιαύτην, δὲν θὰ λάβωσι τὰς ἀποδοχάς των εἰμὴ δι’ ἐλάχιστον διάστημα χρόνου. Ἐὰν οὗτοι ἦσαν ἐπίστρατοι ἁπλοῖ οὐχὶ δὲ δημόσιοι ὑπάλληλοι, θὰ ἐλάμβανον τοὐλάχιστον βοήθημα ἐκ τῆς περιθάλψεως, ἐνῷ στεροῦνται τοιούτου ὡς ὑπάλληλοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον ν’ ἀδικῶνται ἕνεκα τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ταύτης. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσαγάγῃ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας εἰς αὐτοὺς ἀναρρωτικῆς ἀδείας μετὰ πλήρων ἀποδοχῶν.
§41Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχομεν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι δύνανται νὰ δοθῶσιν ἄδειαι ἀναρρωτικαὶ μέχρις ἕξ μηνῶν μετὰ πλήρων ἀποδοχῶν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε θ’ ἀπολυθῶσιν οἱ ἀπαλλαγέντες τοῦ 1902, οἵτινες ὑπηρετοῦσι παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ οἱ ἐκεῖ χωροφύλακες ὑπεραρκοῦσιν».
§43ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἐρώτησις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ταύτην.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁποία ἀμοιβὴ ὑλικὴ ἢ ἠθικὴ τοὐλάχιστον ἐδόθη ἢ θὰ δοθῇ εἰς τοὺς μετασχόντας τῆς ἐκστρατείας ἱεροκήρυκας, ὡς ἱερεῖς συνταγμάτων καὶ μεραρχιῶν, ἰδίᾳ δὲ προκειμένου περὶ τοῦ ἱεροκήρυκος Χαλκίδος, Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη, ὅστις ἐπεδείξατο αὐταπάρνησιν μεγίστην καὶ ἔπαθε κατὰ τὴν μάχην τοῦ Παγγαίου, ἐπανῆλθε δ’ ἀμέσως ἅμα θεραπευθεὶς εἰς τὴν θέσιν του παρακολουθήσας τὸ σῶμα αὐτοῦ μέχρι λήξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, παρ’ ὅλην τὴν ἀσθένειάν του».
§45ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως καὶ ἡ ἐρώτησις αὕτη σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ συστάσεως ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ αὐτὸς κ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς πεντηκοστῆς ἀμφιετηρίδος τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων εἴτε ὁλοκλήρου σειρᾶς εἴτε τριῶν ἀξιῶν 5, 10 καὶ 25 λεπτῶν, ὡς γίνεται ἁπανταχοῦ εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ ὡς ἐγένετο καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ἐσχάτως δὲ καὶ ἐν Κρήτῃ, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑνώσεως. Τὸ τοιοῦτο θ’ ἀποφέρῃ ἔσοδον ἱκανὸν τῷ Δημοσίῳ καὶ θὰ ὑπερκαλύψῃ τὴν χορηγηθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ συνδρομὴν διὰ τὸν ἑορτασμόν».
§47ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρὸ πολλοῦ ἐστάλη εὐχὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ πανηγυρισμοῦ τῆς πεντηκονταετηρίδος ἀπὸ τῆς ἑνώσεως, γίνῃ, ὅ,τι ἐγένετο ἐσχάτως μὲ τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης καὶ τυπωθῇ εἰδικὸν γραμματόσημον. Ἐκ τούτου δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ παρὰ τὸ δημόσιον καὶ μόνον καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ παρίδωσι τὸ γεγονὸς τοῦτο πανηγυρισθῇ δὲ αὐτὸ ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ.
§48ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη ἐγένετο χρῆσις ὀλίγον ὑπερβολικὴ διαφόρων ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο λίαν πρόσφορον ἂν καθιερώνωμεν καὶ πάλιν σήμερον ἕν νέον ἀναμνηστικὸν γραμματόσημον. Καὶ αἱ διάφοροι νέαι ἡμῶν ἐπαρχίαι, πρὶν ἢ φθάσωσιν εἰς τὴν πλήρη μετὰ τῆς μητρὸς ἀφομοίωσιν, ἐξέδωκαν καὶ αὐταὶ διάφορα ἀναμνηστικὰ γραμματόσημα. Θὰ ἀρχίσῃ δὲ φοβοῦμαι νὰ λαμβάνῃ αὐτὴ ἡ τάσις χαρακτῆρα ὄχι πολὺ σοβαρὸν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποστῶμεν τῆς ἐκδόσεως νέων ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων.
§49ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὀρθοτάτη, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο εἰς τὰς νέας χώρας περὶ ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ γραμματοσήμου κοινοῦ φέροντος διαφόρους ἐπισφραγίσεις, τῶν ὁποίων διάφοροι ἐπιχειρηματίαι ἐπωφελήθησαν. Ἀναμνηστικὸν εἶναι μόνον τὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπὸ ὅλα τὰ ἑλληνικά. Τοιοῦτον παρακαλοῦμεν νὰ γίνῃ καὶ νῦν, διότι τὰ ἄλλα, ὅσα ἐξεδόθησαν κατὰ τὴν κατοχὴν τῶν νέων χωρῶν, ἦσαν συνήθη γραμματόσημα, φέροντα διαφόρους ἐπισφραγίσεις καὶ δὲν ἐνδιέφερον εἰμὴ μόνον τοὺς συλλέκτας καὶ τοὺς ἐπιχειρηματίας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων τῶν μὴ λαβόντων ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν συμβούλων, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε σχετικῶς τὸ Ὑπουργεῖον.
§51ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑπεβλήθη παρόμοιον ἐρώτημα καὶ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἐδόθη δ’ αὐτῷ ἡ ἀπάντησις ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόλυτος πλειονοψηφία καὶ ἡρμηνεύθη ὅτι ἐπὶ πενταμελῶν συμβουλίων ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ψῆφοι 3, ἐπὶ ἐννεαμελῶν 5, καὶ ἐπὶ δεκαπενταμελῶν 8. Ἡ ἀπάντησις αὕτη διεβιβάσθη εἰς ὅλους τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους, ὅπως ἔχωσιν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§52Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ἐννεαμελῶν συμβουλίων νὰ εἶναι τὸ 5, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἔχομεν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.
§53ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἄλλο ἀπαρτία καὶ ἄλλο πλειονοψηφία ἀπόλυτος.
§54Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόλυτος πλειονοψηφία.
§55ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὕτως ἑρμηνεύεται ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Τρεῖς ἐπὶ δύο, πλειονοψηφία ἀπόλυτος.
§56Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τρεῖς ἐπὶ δύο μάλιστα.
§57ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πέντε ἐπὶ τεσσάρων εἶναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Σεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸν κανόνα περὶ ἀπαρτίας, ὁ ὁποῖος εἰδικῶς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, διότι τὸ ἥμισυ τοῦ 5 εἶναι 2½, καὶ ἀπαρτία δὲν εἶναι 3½ ἀλλὰ 4. Ἄλλο ἡ ἀπαρτία καὶ ἄλλο ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Οὕτως ἑρμηνεύεται ὁ κανὼν αὐτὸς πάντοτε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, περὶ τοῦ ποῖος καὶ πόσος ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀπαλλαγέντων τῶν ἐτῶν 1903–1909, τῶν ἐξ Ἀμερικῆς ἐμπροθέσμως ἐπανελθόντων, καὶ ἂν ἡ τετράμηνος νόμιμος προθεσμία τῆς προσελεύσεώς των θὰ θεωρηθῇ ὡς χρόνος ὑπηρεσίας. Ἐὰν ναί, δίκαιον νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι μείζονα τῶν 9 μηνῶν καὶ 18 ἡμερῶν».
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, ἐδόθησαν δὲ διαταγαὶ σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην αὐτήν.
§60Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἐκδοθῇ καὶ ἐγκύκλιος, ἀλλὰ τὴν ἐγκύκλιον δὲν ἐφαρμόζουν τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ καταγγείλητε ὡρισμένως τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα.
§62Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Δʹ στρατολογικὸν γραφεῖον.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τίνα; Ὑποβάλλετε ὡρισμένα παράπονα. Ὑπάρχει ἐγκύκλιος τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1913...
§64Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὴν ἐφαρμόζει.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δώσατέ μου τὰ περιστατικὰ διὰ νὰ παρεμβῶ καὶ νὰ τιμωρήσω τοὺς πταίσαντας.
§66Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπέβαλον ἐνυπόγραφον ἀναφοράν, ὅτι τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον Χαλκίδος δὲν ἀπολύει στρατιώτας ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 9 μῆνας καὶ 17 ἡμέρας.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 16 ἐρώτησις, ἡ παραλειφθεῖσα. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἀπεφάσισε διὰ τοὺς ἐν πολέμῳ τραυματίας, τοὺς ὁποίους ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν κρίνει μὲν ἀνικάνους καὶ δικαιουμένους συντάξεως, ἀλλ’ ἐν τούτοις πολλοὶ τούτων καίτοι μὴ ὄντες τελείως ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν, ἔπαθον οὐσιώδη μείωσιν τῆς προτέρας σωματικῆς των δυνάμεως, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν».
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μελετᾶται ἡ σύνταξις νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως κατὰ τοῦτο τοῦ νόμου περὶ συντάξεως, ὥστε νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς δικαίωμα συντάξεως.
§70Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Ὡς γνωρίζετε, καλοῦνται ὅλοι οἱ τραυματίαι, οἱ κριθέντες ἀνίκανοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ προσέρχονται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ὅσοι μὲν εἶναι ἀνίκανοι διὰ πᾶσαν ἐργασίαν, αὐτοὶ κρίνονται ἀνίκανοι, ἀλλ’ ὅσοι δὲν εἶναι τελείως ἀνίκανοι, ἀλλ’ ἔχουσι πάθει μείωσιν οὐσιώδη τῆς σωματικῆς των δυνάμεως ὡς ἐκ τοῦ τραύματος, αὐτοὶ κρίνονται ἱκανοί, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον. Καὶ ἄλλοτε ἐθίγη τὸ ζήτημα καὶ μοὶ ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον, ἀλλὰ παρῆλθον δύο μῆνες καὶ ἕως ὅτου νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον θὰ κριθῶσι πάντες ἱκανοὶ καὶ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς καλέσητε ἐκ δευτέρου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τοὺς ἀνθρώπους, διότι ὑφίστανται δαπάνας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ταχέως τὸ νομοσχέδιον ἢ ἄλλως νὰ διατάξῃ, εἰ δυνατόν, τὴν Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπερ καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω, νὰ ὑποβάλλῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς μειώσεως τῆς σωματικῆς δυνάμεως ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἤδη θεωρεῖ ἱκανούς, ἢ δὲν εὑρίσκει αὐτοὺς ἀνικάνους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη αὔριον, ψηφιζομένου τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ τοὺς καλῇ ἐκ νέου διὰ νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον εἰς αὐτούς.
§71Λ. ΝΑΚΟΣ. Κρίνει πολὺ αὐστηρὰ καὶ ἐπιπολαίως ἡ ἐπιτροπή. Δὲν ἐξετάζουσι καλῶς τοὺς ἀνθρώπους.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου, «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ δραχ. 5,000.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει δήλωσιν «περὶ αὐξήσεως κατὰ 10.000 δρ. τῆς ὑπὸ Κεφ. Β ἄρθρον 3, πιστώσεως διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ 1913 καταβλητέας δόσεις τῆς ἀξίας τῶν πυρομαχικῶν τοῦ ἐν Γερμανίᾳ ναυπηγουμένου νέου θωρηκτοῦ πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,200,000. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν.
§75Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν τελευταίων διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐξελέγησαν δύο ἐπιτροπαί, ἡ μία ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῆς Προνομιούχου καὶ ἡ ἄλλη ὅπως ἐπεξεργασθῇ νομοσχέδιον βελτιοῦν τὴν τύχην τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Δυστυχῶς αἱ εἰρημέναι ἐπιτροπαί, ἂν καὶ ἔχῃ παρέλθῃ τόσος καιρός, δὲν ὑπέβαλον τὸ πόρισμά των καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ συστήσῃ εἰς αὐτάς, ἵνα τὸ ταχύτερον ὑποβάλωσιν αὐτό.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωσίας ἐν Ἀθήναις τὴν 17)30 Αὐγούστου 1913 ὑπογραφείσης συμβάσεως πρὸς διακανονισμὸν τῶν κληρονομιῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥουμουνίας ἐν Βουκουρεστίῳ τὴν 4 Μαρτίου 1914 (ἔ. ἔ.) ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἐμπορίου».
§77Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης παραχωρεῖται εἰς τὸ φίλον Κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐμπόριον, τὴν ναυτιλίαν κλπ. Βεβαίως ὅλαι αἱ συνθῆκαι τὰς ὁποίας ἔχομεν συνάψει μὲ τὰ διάφορα Κράτη εἰς τὸ 1ον ἄρθρον ἀναφέρουσι τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ προκειμένη σύμβασις, ἀλλὰ εἰς ἄρθρα μεθεπόμενα ἀναφέρονται περιορισμοὶ καὶ ἐπεξηγήσεις τῶν διατάξεων, διότι πρόκειται κυρίως περὶ προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγίστην σημασίαν, καὶ περὶ προνομίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἢ ἀκόμη χειρότερον νὰ προεξοφλήσῃ. Εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει συνάψει ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀναφέρονται πάντα ἐπεξηγηματικῶς ὅτι εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν Κρατῶν αὐτῶν ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας ἐξαιρέσει τῆς Ἰταλίας, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 12, ἐδάφ. 4 τῆς 20ῆς Μαρτίου τοῦ 1889 συνθήκης. Ἀλλὰ διὰ τὰ ἄλλα Κράτη ἀναφέρεται εἰς χωριστὰ ἄρθρα ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας ἐξαιρεῖται, ὅταν δὲ ἐν τῇ προκειμένῃ συμβάσει δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἐξαιρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, ἕπεται ὅτι ἔχομεν δώσει τοῦτο εἰς ἕτερον Κράτος, τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἑπομένως αὐτὸς ὁ ὅρος τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους θὰ εἶναι νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Εἶναι δικαίωμα τοῦ ὁποίου μέχρι σήμερον ἐποιησάμεθα λίαν φειδωλὴν τὴν χρῆσιν, ἐὰν δὲ ἐδόθη εἰς ἓν Κράτος τοῦτο, κυρίως εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθη, ὀφείλεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἰδίως μετὰ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ἀκόμη ἡ πρόληψις ὅτι ἡ ἔνδοξος αὐτὴ μεγάλη Δύναμις ἐτύγχανε καὶ φίλη ἡμῶν. Ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχει περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει μέγιστα ἐμπορικὰ συμφέροντα ἐν Ἑλλάδι, Κράτος ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν μέγαν ἀριθμὸν δημητριακῶν καρπῶν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀντιθέτως, ἡ ἡμετέρα ἐξαγωγὴ δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, βλέπομεν ὅτι ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς ἓν δικαίωμα τόσον πολὺ μέγα, ὅπως εἶναι ἡ ἀκτοπλοΐα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ἀκριβῶς ἀντάλλαγμα θέλομεν λάβει ἢ τίνας περιορισμοὺς θέλομεν θέσει, διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ προεξοφλήσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ τὸ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, τῆς ὁποίας τὴν φιλίαν πάντες ζητοῦμεν, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὸ δύσκολον τῆς θέσεως, ὅτι ἀρχίζομεν παραχωροῦντες καὶ εἰς ἄλλα κράτη δικαιώματα ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἀφειδέστατα ἔχομεν παραχωρήση. Καὶ ἐρωτᾶται· τὸ τοιοῦτον εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, καὶ ἐπιτρέπεται ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ ψηφίσῃ σύμβασιν, ὡς ὑποβάλλεται, χωρὶς νὰ θέσῃ τὸν περιορισμὸν ὅτι περὶ τῆς ἀκτοπλοΐας θέλουσι ληφθῆ ἰδιαίτερα μέτρα; Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἀκτοπλοΐα ἐν Ἑλλάδι συντελεῖται ὑπὸ ὅρους ἀγρίου συναγωνισμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἀκριβῶς διότι ὁ συναγωνισμὸς εἶναι ἄγριος, νὰ ἐπιδείξῃ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μία ξένη Δύναμις τῆς ὁποίας ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ἢ ταχυδρομικὴ ἀποτελεῖ ἀντικείμενον μονοπωλίου σχεδὸν τοῦ Κράτους, μονοπωλίου τὸ ὁποῖον ἀφειδέστατα προικοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον χάριν τῆς ἐπιδείξεως τῆς σημαίας του ἐξοδεύει πλεῖστα ὅσα χρήματα. Δι’ αὐτὸ ἐρωτᾶται, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συναγωνισμὸς μεταξὺ αὐτῶν τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι προικοδοτοῦνται ὑπὸ τῶν ἰδίων Κρατῶν, καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ταχυδρομικῆς ναυτιλίας, ἡ ὁποία προικοδοτεῖται ἀπὸ τὰ πτωχὰ βαλάντια ἡμῶν τῶν ἰδίων. Οἱ ὅροι εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογοι· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ κτυπήσωμεν κατακέφαλα τὴν ἡμετέραν ταχυδρομικὴν ναυτιλίαν, ἵνα δώσωμεν προνόμια εἰς ξένα Κράτη, προνόμια τὰ ὁποῖα δι’ αὐτὰ οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσιν πρακτικὴν σημασίαν καὶ ὄφελος εἰμὴ μόνον ἠθικὴν τὴν τῆς ἐπιδείξεως τῆς σημαίας των, ἐπιδείξεως ὅμως ἡ ὁποία πρόκειται νὰ φέρῃ εἰς καταστροφὴν τὴν ἡμετέραν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, τῆς ὁποίας τὴν σημασίαν ὄχι μόνον γνωρίζομεν, ἀλλ’ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν ὡς ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσέφερε κατὰ τοὺς δύο τελευταίους πολέμους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἐδείχθη φειδωλόν, προκειμένου περὶ τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὰ ξένα πλοῖα, διότι τίθησιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ἢ μάλιστα ἐν μέρει καὶ κατωτέρᾳ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀπὸ τὸ Κράτος ἐπιχορήγησιν, καὶ φέρει αὐτὴν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι προικοδοτοῦνται πλουσιώτατα, πλουσιοπαροχώτατα παρὰ τῶν οἰκείων Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουσιν ἄλλα ὀφέλη καὶ ὄχι τὰ ἐκ τῆς ναυτιλίας προερχόμενα. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἀπειλεῖται κίνδυνος τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, κίνδυνος οὐχὶ μόνον λόγῳ τῆς ψηφίσεως τῆς παρούσης συμβάσεως ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων οἵτινες δύνανται κατόπιν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν συνεπείᾳ μιᾶς παραχωρήσεως ἑνὸς τοιούτου δικαιώματος, ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι ἑτέρα Δύναμις θέτει ὡς ὅρον τῆς συνάψεως συμβάσεως μεθ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας, πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ καὶ πολὺ νὰ σκεφθῶμεν πρὸ τοῦ δώσωμεν τοιοῦτο δικαίωμα. Δυστυχῶς ἐκ τῆς προκειμένης συμβάσεως, ὡς ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ λέγηται ῥητῶς, ἀναγκαστικῶς ὅμως συνάγεται ὅτι τὰ προνόμια θέλουσι δοθῆ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Ἐὰν προσέξωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, βλέπομεν ὅτι ἀπολύτως ἀπαγορεύεται ἡ ἀκτοπλοΐα ἐν τῇ μετὰ τῆς Αὐστρουγγαρίας συμβάσεως, ἀπολύτως ἀπαγορεύεται ἐν τῇ μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἀπολύτως ἀπαγορεύεται ἐν τῇ μετὰ τῆς Γαλλίας. Εἰς τὴν μετὰ Γερμανίας ὑπάρχει μία διατύπωσις, ἡ ὁποία λέγει δύναται νὰ δοθῇ, ἀλλὰ δύναται, δηλαδὴ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§78Γ. ΣΤΡΕΪΤ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν σύμβασιν ἀπαγορεύεται.
§79Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 7ον τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας τῆς 10ης Νοεμβρίου 1906. Ἐκεῖ ὅπου δύναται νὰ συνομολογηθῇ καὶ ἐπιτρέπεται εἶναι ἡ σύμβασις ἡ Βελγική. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐφάνη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχωρητική, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀκτοπλοΐα Βελγικὴ ἐν Ἑλλάδι. Ἐπίσης ὑπάρχει εὐμενὴς διατύπωσις εἰς τὸ ἄρθρον 6ον τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Δανίας. Ἀλλ’ αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1843 ὅτε ἡ ἐμφάνισις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκτοπλοΐας οὔτε κἂν ὑπῆρχεν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀλλὰ παντοῦ ὅπου ἔχομεν συμβάσεις μετ’ ἄλλων Κρατῶν βλέπομεν ὅτι ἡ ἀκτοπλοΐα ἀπαγορεύεται ἐκεῖ ἀκριβῶς, διότι τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅλων τῶν συμβάσεων εἶναι διατετυπωμένον ὅπως καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ τὰ προσόντα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους ὅσον ἀφορᾷ τὰ διάφορα Κράτη, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔκαμαν τὴν τιμὴν νὰ ἔλθωσιν εἰς σύναψιν συμβάσεως μεθ’ ἡμῶν. Φρονῶ ὅτι, ὄχι χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ναυτιλίας, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑποστάσεως τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραχωρῇ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε πολύτιμα δικαιώματα μονοπωλιακά, δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι ταῦτα, διότι ἐπειδὴ εἴμεθα φίλοι δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ βάλῃ ὁ εἷς τὸ χέρι εἰς τὴν τσέπη τοῦ ἄλλου. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεξηγηθῶσι τὰ ἐν τῇ συνθήκῃ αὐτῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰδικὸν ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας νὰ κανονισθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ βλάψῃ καὶ τὰ ἡμέτερα ἐθνικὰ συμφέροντα, πολὺ δὲ περισσότερον τὰ συμφέροντα τῆς δυστυχισμένης ναυτιλίας, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν τί ὑποφέρει καὶ τίνα ἄγριον συναγωνισμὸν ὑφίσταται.
§80Α. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Τί ὑποφέρομεν ἡμεῖς, κύριε Βουλευτά.
§81Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἂν θέλητε νὰ μὴ ὑποφέρητε, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου, ἵνα δοθῶσιν ἐπιχορηγήσεις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια, ὅπως δίδει ἡ Ῥωμουνία καὶ ἡ Αὐστρία, καὶ τότε θὰ ἔχητε παλάτια νὰ πηγαίνητε εἰς τὴν Σαντορίνην. Ἐν ὅσῳ ὅμως θέλετε μὲ δέκα δραχμὰς νὰ κάμητε ταξείδιον δέκα καὶ πέντε ὡρῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πηγαίνητε μὲ παλάτια· θὰ πηγαίνητε μὲ τὰ βαπόρια ποῦ πηγαίνετε. Εἴκοσιν ἑκατομμύρια πληρώνει ἡ Ῥωμουνία εἰς τὰ πέντε ἀτμόπλοια τὰ ὁποῖα ἔχει· εἴκοσιν ἑκατομμύρια κορώνας πληρώνει ἡ Αὐστρία καὶ ἐπιπλέον ἓν εἰκοσάφραγκον διὰ κάθε μίλλιον. Εἶναι λοιπὸν πολὺ φυσικὸν νὰ ἔχωσιν ἀτμόπλοια μεγάλα, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ὁ συναγωνισμός, διότι ἐπ’ αὐτοῦ κυρίως στηριζόμεθα. Φρονῶ ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ προστατεύσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην· μᾶς χρειάζεται καὶ ἐμπορικῶς καὶ ἐθνικῶς.
§82Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἔψεξε τὴν ὑπὸ κρίσιν σύμβασιν λόγῳ τῶν προνομίων, ἅτινα διὰ τῆς ῥήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους παρέχονται γενικῶς εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, καὶ εἰδικώτερον ὡμίλησε περὶ τοῦ προνομίου τῆς ἀκτοπλοΐας, ὅπερ παρέχεται εἰς τὸ ὄντως φίλον Κράτος, μεθ’ οὗ συνάπτεται ἡ σύμβασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ προνόμια, ἐφ’ ὧν δὲν εἰδίκευσε τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὑποθέτω ὅτι δὲν φρονεῖ ὅτι ἐδόθη τι κακῶς διὰ τῆς ῥήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, οὐδὲ δύναμαι νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν ἐν τῇ συζητήσει. Ἡ σύμβασις εἶναι προσωρινή· ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος, μεθὸ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἐπέλθῃ καταγγελία αὐτῆς καὶ ἑπομένως ἔχομεν καὶ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ῥήτρας τοῦ ἄρθρου 3 τὸν τύπον μιᾶς προσωρινῆς καταστάσεως μέχρις ὅτου, ὡς ἐλπίζω, διὰ συμφωνίας εἰδικωτέρας καὶ λεπτομερεστέρας ῥυθμισθῶσι τὰ τῶν ἐμπορικῶν καὶ ναυτιλιακῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν. Ὄντως, διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης παρέχεται εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ἐπ’ ἀμοιβαιότητι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, ὅπως παρείχετο τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ διὰ προγενεστέρας συμβάσεως, ἥτις ἴσχυσεν ἐπί τινα χρόνον καὶ ἥτις πρό τινων ἐτῶν κατηγγέλθη. Σᾶς ὁμολογῶ ὅμως ὅτι, ἂν τὸ φίλον Κράτος ἤρχετο καὶ μοῦ ἐζήτει ὅπως θέσω ἐπιφύλαξιν, ὡς πρὸς τὴν ἀκτοπλοΐαν, καὶ ἀπαγορεύσω αὐτήν, καθὰ ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, διὰ ῥητῆς ἐπιφυλάξεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν πολὺ δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀπαντήσω ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναμαι νὰ συνάψω σύμβασιν παρὰ τὰ καθήκοντα τῆς φιλικῆς ἐπικοινωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἐνδιαφερόμεθα ἀπέναντι τῆς Ῥωμουνίας. Τοῦτο δὲ διότι ἡ ἐπιφύλαξις τῆς ἀκτοπλοΐας θὰ ἔπληττε καιριώτατα τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία αὐτὴ ἐπωφελεῖται τῆς ἀκτοπλοΐας, ἥτις τῇ παρέχεται ἐν Ῥωμουνίᾳ πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον ἐπωφελεῖται ἢ ἐπωφελήθη ἡ Ῥωμουνία τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀκτοπλοΐας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, ὥστε νὰ ἀρνηθῶ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως, ἂν τοιοῦτος ὅρος προεβάλλετο ὑπὸ τῆς Ρωμουνίας. Νομίζω ὅτι διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος τὸ συμφέρον τοῦτο, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἀγόμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀκτοπλοΐαν περισσότερον ἢ ὅσον ἄγεται ἡ Ρωμουνία νὰ ζητήσῃ ταύτην παρ’ ἡμῶν.
§83Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ;
§84Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Παρακαλῶ.
§85Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ Δούναβις εἶναι ἐλεύθερος ποταμός· εἶναι διεθνής.
§86Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Δουνάβεως· πρόκειται περὶ ὅλης τῆς ἀκτῆς.
§87Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Περὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ στομίου τοῦ Δουνάβεως, μοναδικοῦ Ρωμουνικοῦ λιμένος τῆς Κωνστάντσης. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀναφέρητε τὰς πόλεις, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρὰ μόνον τὴν Κωνστάντσαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν πλήρει γνώσει ὅτι οὐδὲν μᾶς παρέχεται πράγματι δικαίωμα ἀκτοπλοΐας ἐν Ρωμουνίᾳ, ὡμίλησα. Ὁ Δούναβις εἶναι διεθνὴς καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ πλοῖα προσπλέουν ἐκεῖ ἐλευθέρως. Μόνον μία παραλιακὴ πόλις ὑπάρχει ἐν Ρωμουνίᾳ, ἡ Κωνστάντσα· ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀκτοπλοΐα δι’ ἡμᾶς, καὶ τὸ ἀντάλλαγμα, ὅπερ μᾶς δίδεται δῆθεν, εἶναι δῶρον ἄδωρον, ἐνῷ ἐκχωροῦμεν πολυτιμότατα δικαιώματα.
§88Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ ἵνα λύσῃ τὴν ἀμφισβήτησιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ ἡμῶν τῶν δύο, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν εἰς ἄλλας Πολιτείας διὰ τῶν συμβάσεων ἡμῶν, νὰ ἀρνηθῶμεν ταῦτα εἰς τὴν Ρωμουνίαν, μετὰ τῆς ὁποίας, ὅπως καὶ εἰσηγούμενος τὴν σύμβασιν ταύτην εἶπον, συνδέουσιν ἡμᾶς τύχῃ ἀγαθῇ δεσμοί, οἵτινες ἄγουσι τὰ δύο Κράτη ὅπως ἐπιρρώσωσι κατὰ πάντα τρόπον καὶ τὰς ἐμπορικὰς αὑτῶν σχέσεις. (Ἐπιδοκιμασίαι)
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§90Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα ἕνεκα τοῦ ὁποίου πολλαὶ ἐγένοντο ἀμφισβητήσεις καὶ διενέξεις εἰς ἁπάσας τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας, ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ὁ διακανονισμὸς τῶν μέτρων καὶ γεωργικῶν σταθμῶν. Ὡς μετρικὴ μονὰς εἶναι τὸ κοιλόν, ἡ χωρητικότης τοῦ ὁποίου ἐκανονίζετο ἀπὸ τὴν δημαρχίαν, ἡ ὁποία παρεχώρησε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἡ δὲ ἀστυνομία εἰς τοὺς φανοποιούς, καὶ οὕτως οἱ φανοποιοὶ κανονίζουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμά. Ἕνεκα τούτου ἐγείρονται ἀμφισβητήσεις πολλάκις, καὶ ἐνῷ εἰς ὅλον τὸ Κράτος ὑπάρχει ἓν εἶδος μέτρων καὶ σταθμῶν, εἰς τὴν Λάρισαν ὑπάρχει ἄλλο, εἰς τὸν Βόλον δὲ ἄλλο, ἐντελῶς διάφορον τοῦ Πειραιῶς. Θὰ ἦτο σκόπιμον ἄν ἀνετίθετο εἰς τὰ ἐπιμελητήρια νὰ κανονίζωσι τὰ μέτρα καὶ σταθμά, τὰ ἐν χρήσει εἰς τὴν γεωργίαν, τὰ ὁποῖα σήμερον κανονίζουσιν, ὡς εἶπον, οἱ φανοποιοί.
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε διατυπώσει τροπολογίαν;
§92Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἰδού· (Ἐγχειρίζει χειρόγραφον τῷ κ. Ὑπουργῷ).
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Γίνεται δεκτή ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπίσης ἡ λέξις «τριετία» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «πενταετία», καὶ μετὰ τὰς ἐκθέσεις, νὰ προστεθῇ· «γεωργικὰς ἢ κτηνοτροφικάς». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§94Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁρίζεται ἀτέλεια ταχυδρομικὴ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ Γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ τοιαύτη καὶ μεταξὺ τῶν ἀντεπιστελλόντων μελῶν καὶ τοῦ Γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου;
§95Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι μὴ γίνῃ κατάχρησις. Ὅστις θέλει νὰ γράψῃ ἀπὸ τοῦ χωρίου του θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ ἀντεπιστέλλον μέλος νὰ στείλῃ τὸ γράμμα του. Τὰ εἰξεύρομεν αὐτά. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται).
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν τυπογραφικὰ λάθη. «Κοινότης» καὶ «8 τάξεις». (Ψηφίζεται τὸ 6ον ἄρθρον ὡς διωρθώθη). Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ κατατεθεῖσα τροποποίησις τοῦ κ. Δ. Χατζηγιάννη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον συμφώνως πρὸς τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Χατζηγιάννη). Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον 10ον, τὸ 11, 12, καὶ 13 ὡς ἐτροποποιήθησαν, εἶτα τὰ ἄρθρα 14–41 ὡς ἐτροποποιήθησαν. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ πρατήρια». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§99Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ Μαρτίου ὁ Σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν ὑπέβαλεν ὑπόμνημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Παρακαλῶ, ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματά των ταῦτα,
§100ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεκάωρον, καθορίζεται ἤδη διὰ τοῦ ἄρθρου 1. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθωμεν ἕως ἐκεῖ. Σήμερον ἀληθῶς ἡ ἐργασία εἶναι ἐξαντλητική, διότι πολλάκις φθάνει εἰς τὸ δεκκεξάωρον, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἐπεμβῇ τόσον πολύ· ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἐργάζωνται 12 ὥρας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸ δεκάωρον, διότι ὑπάρχουσι μικρὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντίσχωσι μὲ δέκα ὡρῶν ἐργασίαν. Ἄς ἀρκεσθῶμεν προσωρινῶς εἰς τὸ μέτρον αὐτό, καὶ ἡ Πολιτεία δὲν θὰ παύσῃ μεριμνῶσα εἰς τὸ μέλλον περὶ τῶν ἐργατῶν.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ τῆς 10 ἑσπερινῆς νὰ γίνῃ 9½,
§102Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὰς 6 τὸ πρωὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τὰς μεμακρυσμένας συνοικίας οἱ ὑπάλληλοι.
§103Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων δὲν ἔρχονται πρότερον τῶν 8 τῆς πρωΐας. Τί συζητεῖτε περὶ τῆς 6 ἢ 7 ἢ 7 καὶ ½; Εἰς τὰς 8 π. μ. ἔρχονται πάντοτε οἱ ὑπάλληλοι. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐργάται.
§104Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω καθῆκον ἐδῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ νὰ μεριμνήσω ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§105Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως δεχθῇ ἵνα τὸ ἑσπέρας τὰ καταστήματα κλείωσιν εἰς τὰς 7½.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δεκτόν, καὶ εἰς τὰς 8 διὰ τὸ θέρος.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στρατούλης ἔχει τὸν λόγον.
§108Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἐργασίμων ὡρῶν τῶν ἐμποροϋπαλλήλων ἔχει τελείως παρεξηγηθῆ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν σφαλερὰν βάσιν ὅτι ὁ ἐμποροϋπάλληλος εἶναι ἐργάτης. Ὁ ἐργάτης ἔχει μίαν ἐργασίαν μονότονον, ἀηδῆ, ἐξαντλητικήν, ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας. Ὅταν παραδείγματος χάριν ὁρίζωμεν ἐργασίμους ὥρας διὰ τὸν ἐργάτην τὴν 6 πρωϊνὴν, ἡ ἐργασία ἄρχεται ἀμέσως· καὶ ὁ ἀνθρακεὺς π.χ. θὰ λάβῃ τὸ ζεμπίλι ὁ σκαφτιᾶς τὴν τσάπαν του, ὁ σιδηρουργὸς τὴν λίμαν του καὶ ἡ ἐργασία ἐξακολουθεῖ ἄνευ διακοπῆς καὶ αἱ 10 ὧραι εἶναι πραγματικαί. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐργάτην νὰ καπνίσῃ. Καὶ διὰ τὰς φυσικάς του ἀκόμη ἀνάγκας ἐπιβλέπεται νὰ μὴν ἀργήσῃ. Ὁ ἐμποροϋπάλληλος ὅμως ἔρχεται τὸν μὲν χειμῶνα εἰς τὰς 8 τὸ πρωΐ, τὸ δὲ θέρος εἰς τὰς 7. Δὲν ὑπάρχει δὲ τόσον ἀκριβῶς ὡρισμένη ἡ ὥρα ὥστε πολλάκις εὑρίσκεται ἔξωθεν τοῦ καταστήματος καὶ περιμένει νὰ ἀνοίξῃ. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ δὲν γίνεται παρατήρησις εἰς τὸν ἐμποροϋπάλληλον ἐὰν ἔλθῃ ὀλίγον ἀργότερα. Καὶ ὅταν ἔλθῃ πάλιν, θὰ ἀφήσῃ τὸ σακκάκι του, θὰ πάρῃ τὸν καφέ του, διαβάζει ἐφιμερίδα, δέχεται τοὺς φίλους του καὶ φίλας του, δίδει κάθισμα καὶ συνομιλεῖ μαζύ των. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐργασία ἐργάτου καταπιεστικὴ τόσον ὥστε νὰ φωνάζωμεν περὶ βιοπάλης. Ἀλλ’ ἀκόμη ἡ σχέσις τοῦ ἐμποροϋπαλλήλου πρὸς τὸν προϊστάμενον, δὲν εἶναι σχέσις ἐργοδότου πρὸς ἐργάτην. Ὁ ὑπάλληλος μὲ τὸν προϊστάμενον του εἶναι φίλοι· πηγαίνουν μαζὺ περίπατον, προσκαλοῦνται εἰς τὰς συναναστροφὰς τῶν προϊσταμένων των, εὑρίσκονται δηλαδὴ εἰς σχέσεις πολὺ ἀνωτέρας ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ τοὺς καταβιβάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶναι ὕβρις πρὸς τὸν ἐμποροϋπάλληλον νὰ θέλωμεν νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ θέσις του πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἐργάτου. Ἄλλη βάσις σφαλερὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι θεωρεῖ τὸν ἐμποροϋπάλληλον ὡς μόνιμον ὑπάλληλον, ὅτι ἔχει τοῦτο ὡς μόνιμον ἐπάγγελμα, βιοποριστικόν. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν μόνιμος ὁ ἐμποροϋπάλληλος. Ἐγὼ ἔχω τριάκοντα πέντε χρόνια εἰς τὸ ἐμπόριον ἐν Ἀθήναις, καὶ δὲν ἐγνώρισα παρὰ ἕνα μόνιμον καὶ ἕνα ἄλλον δεύτερον, τὸν ὁποῖον μοὶ ὑπέδειξαν οἱ ἴδιοι ἐμποροϋπάλληλοι, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν συνεζήτουν ἐν πατρικῷ πνεύματι μετ’ αὐτῶν τὸ ζήτημα τοῦτο. Οἱ ἄλλοι τί ἐγένοντο; Ἢ ἐγένοντο ἔμποροι ἢ ἐτράπησαν εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, διότι τὸ ἔργον τῶν ἐμποροϋπαλλήλων εἶναι ἔργον μαθητοῦ καὶ ἡ ἐργασία του ἐργασία σχολείου. Πόσους νέους πολὺ καλῶν οἰκογενειῶν δὲν μᾶς συνιστῶσι νὰ προσλάβωμεν ἀμισθεὶ διὰ ν’ ἀναπτύξωσι τὰς γνώσεις των, διὰ νὰ ἀνοίξωσιν, ὡς λέγουν, τὰ μάτια των.
§109Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ναί, ἀλλὰ πεινῶσιν οὗτοι.
§110Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Σήμερον συζητοῦμεν τὸ ζήτημα τῶν ἐργασίμων ὡρῶν καὶ ἂν θέλητε συζητοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀμοιβῶν αὐτῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι διαβατική, τὸ δὲ ἐμπορικὸν κατάστημα δι’ αὐτὸν εἶναι σχολεῖον, δὲν εἶναι σταθμός. Μαζὺ λοιπὸν μὲ τὰς ἄλλας ἀρετάς, τὰς ὁποίας ὀφείλει ν’ ἀποκομίσῃ, εἶναι καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἐργατικότητος. Πρέπει νὰ μάθουν νὰ ἐργάζωνται καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὸ μεγαλείτερον κεφάλαιον ὅπερ εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ εἷς νέος, εἶναι νὰ μάθῃ νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ μὴ δειλιᾷ πρὸ τῆς ἐργασίας. Ἐγὼ εὐγνωμονῶ πρὸς τοῖς ἄλλοις τοὺς γονεῖς μου, διότι μὲ ἔμαθον νὰ ἐργάζωμαι, καὶ εἰργαζόμην δέκα ἕξ καὶ δέκα ὀκτὼ ὥρας πολλάκις, χωρὶς νὰ μοὶ ἐπιβάλλῃ τοῦτο ὁ προϊστάμενος, δὲν ἔπαθον δὲ τίποτε. Οὐδεὶς ἀποθνήσκει ἐκ τῆς ἐργασίας ὅταν μάλιστα δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ὡς ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ εἶχον ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑποχρέωσιν νὰ δημοκοπήσω πρὸς τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους, διότι μὲ συνέδραμον εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910 ἀντεπροσώπευσαν ὁλόκληρον τὸν συνδυασμὸν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, σχεδὸν μόνοι των ἐν Ἀθήναις. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει μόνον νὰ λέγωνται τὰ ἀρεστὰ ἀλλὰ καὶ αἱ ἀλήθειαι, αἵτινες κατ’ ἀρχὰς δυσαρεστοῦσιν, ἀλλὰ κατόπιν ἀποδεικνύεται ἡ ὀρθότης των. Ἐγὼ ἔκλεισα τὸ στάδιόν μου ψηλὰ χαμηλὰ ὡς ἔμπορος, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι λέγω, λέγω τοῦτο ἐκ πατρικοῦ πνεύματος, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐργασίας θὰ προοδεύσωσιν οἱ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ ἄλλο τι, τὸ χονδρικὸν ἐμπόριον. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ λιανικὸν ἐμπόριον, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ τὴν μόδαν. Ἀγοράζει κατὰ τὰς τέσσαρας ἐποχὰς τοῦ ἔτους ἐκτελωνίζει ὁμοίως καὶ κατόπιν ἀσχολεῖται κυρίως εἰς τὴν πώλησίν του, ἐλάχιστα τροφοδοτοῦν τὰ καταστήματα. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ χονδρικὸν ἐμπόριον, τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον, τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, ἐκεῖνο κυρίως τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει μίαν πόλιν ἐμπορικήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει καθημέραν ἐκτελωνισμούς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸ πολλοῦ ἑνώσει τὴν νέαν Ἑλλάδα πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἡμεῖς π.χ. δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συνάψωμεν σήμερον νέας σχέσεις πρὸς τὴν Νέαν Ἑλλάδα· εἴχομεν τοιαύτας πρὸ δεκαπενταετίας καὶ μὲ τὴν Χῖον καὶ μὲ τὴν Κρήτην, Μιτυλήνην, Σάμον, Κάλυμνον κλπ. καὶ ἂν εἴχομεν περισσοτέρας εὐκολίας εἰς τὴν διαμετακόμισιν Πειραιῶς, θὰ εἴχομεν κατακτήσεις καὶ εἰς τὴν Σμύρνην. Δι’ αὐτὸ τὸ ἐμπόριον δὲν προενόησε καθόλου τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅταν ἔρχωνται ἁθρόοι οἱ ἀγορασταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τὰς προμηθείας των, πῶς θὰ ἐπαρκέσωσιν τόσον ὀλίγαι ἐργάσιμοι ὧραι διὰ ν’ ἀποπερατώσωσι οὗτοι συντόμως, τὰς προμηθείας των καὶ νὰ φύγωσιν; Πόσοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἰργάσθητε καὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ τὸ ἑσπέρας, ἀμέσως μετὰ τὸ φαγητόν, ὅταν ὑπῆρξε ἀνάγκη διὰ ν’ ἀποπερατώσητε μίαν ἐργασίαν; Ἀλλὰ τοιαῦται ἀνάγκαι παρουσιάζονται εἰς ὡρισμένας ἐποχὰς εἰς τὸ χονδρικὸν ἐμπόριον, καὶ πρέπει ὁ ἔμπορος νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ δύναται νὰ τὰς ἀποπερατώσῃ, ὅπως ἔρχονται ἄλλαι ἐποχαὶ νάρκης ἐργασιῶν (saisons mortes), καθ’ ἃς καὶ οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἐμποροϋπάλληλοι κάθηνται. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἐργασία πάντοτε ἡ αὐτὴ εἰς τὸ ἐμπόριον, μὲ τὴν αὐτὴν ἔντασιν, μὲ τὴν αὐτὴν ποσότητα ὡς τοῦ ἐργάτου, διότι τὸ ἐμπόριον δὲν εἶναι ἀτμοβιομηχανικὴ ἐπιχείρησις. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ μόνον μὲ τρεῖς λέξεις, ὁρίζον τὸ κλείσιμον τὸν μὲν χειμῶνα εἰς τὰς 8 τὸ ἑσπέρας τὸ θέρος εἰς τὰς 8½, προσδιορίζον μεσημβρινὴν διακοπὴν 2½ ὡρῶν τὸ θέρος καὶ μιᾶς ὥρας τὸν χειμῶνα. Σεῖς λέγετε δύο ὥρας, ἐγὼ δίδω 2½ ὥρας τὸ θέρος, διότι πράγματι ἡ θερμότης εἶναι ἐξαντλητική. Ἀλλὰ τὸν χειμῶνα τί θέλει τὰς δύο ὥρας ἀναπαύσεως ὁ ὑπάλληλος ὁπόταν ἔρχεται εἰς τὰς 8 ἢ 8½ καὶ φεύγῃ εἰς τὰς 12;
§111Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μίαν.
§112Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δύο ἔχει ἐδῶ.
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐγένετο μία καὶ ἡμίσεια.
§114Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι μία ὥρα εἶναι ὑπεραρκετὴ τὸν χειμῶνα. Διὰ τὸν χειμῶνα λέγω.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν χειμῶνα ἔχομεν 1½ ὥραν. Δὲν θέλει χρόνον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ σπῆτί του, δὲν θέλει νὰ φάγῃ, δὲν θέλει νὰ γυρίσῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
§116Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Πόσον θέλετε νὰ κάμῃ; Αἱ μεγαλείτεραι ἀποστάσεις εἶναι ἓν τέταρτον· ἓν τέταρτον νὰ ὑπάγῃ, ἡμίσειαν ὥραν νὰ φάγῃ καὶ ἓν τέταρτον νὰ ἐπιστρέψῃ. Πρῶτον ὅτι δὲν πηγαίνουν ὅλοι εἰς τὰς κατοικίας των, οὔτε ὅλοι ἔχουν ἐδῶ τὰ σπήτια των, οὔτε ὅλοι κάθηνται εἰς τὰ Πατήσια, ἀλλὰ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐπαρκεῖ μία ὥρα. Ἐκτὸς τούτου δὲν πρέπει νὰ ἔρχηται ὁ ἔμπορος μὲ τὸν ὑπάλληλον εἰς προστριβὰς καὶ παρατηρήσεις καθημερινῶς, διότι ἐνῶ ὁ ἐργάτης ἔχει ἔλεγχον τῆς ἐργασίας του, ὁ ἐμποροϋπάλληλος δὲν ἔχει κανένα πραγματικὸν ἔλεγχον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς δυσαρεσκείας. Ὅταν θέλητε τὸν ἐργάτην νὰ τὸν ἀντικαταστήσητε, τοῦ λέγετε δὲν μοῦ κάμνεις· ἀλλὰ τὸν ἐμποροϋπάλληλον δὲν δύνασθε νὰ τὸν ἀντικαταστήσητε κάθε ὥραν, διότι δὲν εἶναι ἐργάτης ὥστε νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν ἀγορὰν νὰ εὕρητε ἕνα ἄλλον. Διὰ τὸν ἐμποροϋπάλληλον ἀπαιτεῖται μακρὸς χρόνος νὰ μάθῃ νὰ συνειθίσῃ τὸ εἶδος καὶ τὰ συστήματα ἑνὸς ἐμπορικοῦ καταστήματος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ περιορισθῶσι τόσον πολὺ αἱ ὧραι, διότι θὰ ἀναγκάζηταί τις νὰ κάμῃ παρατηρήσεις καὶ νὰ προέρχωνται δυσαρέσκειαι. Καὶ ὅταν ὁ ὑπάλληλος εἶναι δυσηρεστημένος, δύναται ἀδήλως νὰ ζημιώσῃ τὸν προϊστάμενόν του, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἀντικαθίσταται οὗτος εὐκόλως. Ἡμεῖς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου προσελάβομεν πολλοὺς εἰς ἀντικατάστασιν τῶν στρατευσίμων, καὶ ὅμως ἐπὶ ἓν ἔτος δὲν ἠδυνήθημεν οὔτε ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ τοὺς συνηθίσωμεν νὰ γνωρίσωσι τὸ εἶδος. Διερχόμενος ἐκ Ρώμης συνηντήθην κατὰ σύμπτωσιν μὲ τὸν τμηματάρχην κ. Ἀναστασιάδην. Τοῦ λέγω· ἰδοὺ ἑσπέρας 8 καὶ ½ ἡ ὥρα καὶ ὅλα τὰ καταστήματα ἀνοικτὰ ὡς ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅταν κλεισθῶσιν ἐνωρὶς τὰ καταστήματα γίνεται ἡ πόλις σκοτεινὴ ὡς νεκροταφεῖον.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βράδυ;
§118Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Μάλιστα τὸ βράδυ. Κατόπιν εἰς τὴν Γένοβαν, καίτοι ἦτο δεκάτη ὥρα, ὅλα τὰ καταστήματα ἦσαν ἀνοικτά. Εἶναι συνήθεια μοὶ εἶπον, διότι περιμένουν τὸν ἐργατικὸν κόσμον νὰ σχολάσῃ. Ἡ Γένοβα εἶναι μεγάλη πόλις. Κινδυνεύομεν, Κύριοι, μὲ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐγὼ θέλω νὰ προστατευθῇ ὁ ἐμποροϋπάλληλος, ἀλλ’ ἔν τινι μέτρῳ. Ἐπίσης εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου, ἀλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐξομοιώσωμεν τὸν ἐργάτην μὲ τὸν ἐμποροϋπάλληλον.
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν συνετάχθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε ἐγένετο κατὰ μετάφρασιν. Ἡ γενομένη ἐργασία δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων. Προηγήθη μακρὰ ἔρευνα καὶ ἐνόμισα ἐπιβεβλημένον νὰ τυπώσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐρεύνης αὐτῆς καὶ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖ ἀναφέρονται ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς ἐρεύνης ἐκείνης, ὑπέστη δὲ τὸ νομοσχέδιον τὴν βάσανον τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν. Ἐγὼ αὐτὸς δεκάκις τοὐλάχιστον ἐμελέτησα καὶ ἀνεθεώρησα τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής ὑπέλαβεν ὅτι πάντες οἱ διευθυνταὶ ἐμπορικῶν καταστημάτων δεικνύουσι πρὸς τοὺς ὑφισταμένους αὑτῶν τὰ αἰσθήματα στοργῆς τὰ ὁποῖα δεικνύει ὁ ἴδιος. Δυστυχῶς δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ εἰς ὅλους τοὺς διευθυντὰς καταστημάτων, διότι ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν γνωρίζοντες τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὸν προορισμόν των, φέρονται πατρικῶς πρὸς τοὺς ὑφισταμένους αὑτῶν. Οἱ πλεῖστοι ὅμως οὐχί, καὶ ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον γίνεται δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καταλαμβανόμενοι ἀπὸ τὴν δίψαν τοῦ κέρδους παρορῶσι τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συντελοῦσι πολὺ εἰς τὴν πρόοδον καὶ προαγωγὴν αὐτῶν τῶν ἰδίων. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὰς πόλεις περὶ τῶν ὁποίων μνημονεύει τὸ ἄρθρον 3, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τίποτε τὸ ἐξαιρετικόν, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ στενοχωρήσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν γνωρίζει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὸ νομοσχέδιον, ἐφαρμόζουσιν αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δείξωσιν ὅλην αὑτῶν τὴν στοργὴν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους των. Διέλθετε, Κύριοι, κατὰ τὸ θέρος τὴν ὁδὸν Σταδίου· διέλθετε τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ καὶ εἰπέτε μοι ἂν θὰ εὕρητε καταστήματα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀνοικτὰ πρὸ τῆς 7ης πρωϊνῆς ὥρας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶδον. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνοίγωσι πρὸ τῆς ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ ὑπάρχει καὶ σήμερον. Τώρα θὰ εἴπητε· διατί τότε ὑποβάλλετε τὸ νομοσχέδιον; Πρῶτον διότι ὁ νόμος δὲν ἀφορᾷ ὅλας τὰς πόλεις, δεύτερον δὲ διότι εἰς συνοικίας ὀλίγον ἀπομεμακρυσμένας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ εὔλογος λόγος, βλέπομεν πολλὰ καταστήματα νὰ ἀνοίγωσιν ἀπὸ τῆς 5ης πρωϊνῆς καὶ νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐργαζόμενα μέχρι βαθείας νυκτός. Ταῦτα δὲν εἶναι πράγματα τῆς φαντασίας μου, ἀλλὰ ἀλήθεια πραγματική. Ἂν πρόκειται λοιπὸν νὰ καταστήσωμεν ὁριστικὸν τὸ καθεστὼς αὐτό, τότε ἂς ἀφήσωμεν τὸν νόμον· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ὑποβαλλομένας τροποποιήσεις, τότε πρέπει αὐτὰς νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιοῦτος νόμος εἰς ἄλλα μέρη. Ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ἐὰν δὲ δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς ἄλλα τινὰ Κράτη, οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ ὑπερμέτρῳ ζήλῳ. Βεβαίως ὁ ἐμποροϋπάλληλος δὲν δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸν ἐργάτην, ἀλλ’ ὅταν ὁ ἐργάτης ἔχῃ τὸ ὀκτάωρον, ὀρθῶς βεβαίως τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει δώδεκα ὥρας διὰ τὸν ἐμποροϋπάλληλον. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὅλην τὴν ἡμέραν ὄρθιοι ἐκεῖ ἵνα προσπορίσωσιν εἰς τοὺς διευθυντὰς τὸ κέρδος, ἀλλ’ ἡ ὀρθοστασία αὐτὴ δὲν εἶναι παρὰ πολὺ ἐποικοδομητικὴ διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ ὑπαλλήλου· δὲν δυνάμεθα δὲ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λάβωμεν ὡς παράδειγμα μίαν ἐξαίρεσιν, ἕνα ἐξαιρετικὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐργάζηται 18 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργάζονται σήμερον, δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν διευθυντῶν τῶν καταστημάτων. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐξανίσταται· τὸ δωδεκάωρον τῆς ἐργασίας εἶναι κάτι τι ὀλίγον;
§120Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει δωδεκάωρον.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτρέπει νὰ ἐργασθῆτε ἀπὸ τῆς 7ης μέχρι 12ης μεσημβρίας, καὶ κατόπιν μετὰ μεσημβρίαν.
§122Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τὰς Πάτρας. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς 7ης ἕως τὰς 12, ἔχομεν πέντε ὥρας καὶ μετὰ μεσημβρίαν ἄλλας 8½, τὸ ὅλον 13½, ἀφαιρουμένης 1½ διὰ τὸ φαγητόν, ἀπομένουσι 12 ὧραι.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 1½ ὥραν θέλει διὰ νὰ φάγῃ;
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, κ. Βουλευτά, 1 καὶ ½ ὥραν, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ ὁ ἐμποροϋπάλληλος δωμάτιον εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, ἀλλὰ θὰ μεταβῇ εἰς καμμίαν ἀπόκεντρον συνοικίαν, ἢ εἰς τὰ Πατήσια νὰ γευματίσῃ καὶ ὅπως δήποτε νὰ ἀναπαυθῇ. Ἀπομένει λοιπὸν ποσὸν 12 ὡρῶν διὰ νὰ ἐργασθῇ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος. Οὐδεμίαν δὲ ἔχω πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἡ 1 καὶ ½ ὥρα θὰ εἶναι πραγματική, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἐπόπτης τῆς ἐργασίας εἰς πᾶν κατάστημα, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αὐτὴ ἡ μία καὶ ἡμίσεια ὥρα θὰ περιορισθῇ εἰς ½ ὥραν. Καὶ ὅταν ἴδῃ ὁ ὑπάλληλος ὅτι ὑπάρχει ἐργασία καὶ ὁ προϊστάμενος ζητήσῃ νὰ παραμείνῃ, ὁ σεβασμὸς τὸν ὁποῖον ἔχει πρὸς τὸν προϊστάμενον θὰ τὸν κάμῃ νὰ περιορίσῃ τὴν 1 καὶ ½ ὥραν εἰς ½. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ὁρίζει νὰ κλείωσι τὰ καταστήματα κατὰ τὴν 8ην ἑσπερινὴν ὥραν τὸν χειμῶνα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Μπρισιμιτζάκης ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ κλείωσιν εἰς τὰς 7½, ἐνῷ ὁ κ. Στρατούλης νομίζει, ὅτι πρόωρον εἶναι τὸ 7½. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐνόμισα ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἔπρεπε τμηματικῶς νὰ προβῶμεν εἰς τὰς παροχὰς αὐτάς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν 8ην ὥραν.
§126Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐργασία εἶναι περισσότερον εὐχάριστος τὸν χειμῶνα παρὰ τὸ θέρος. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου εἶναι, ἀφοῦ δεχθῶμεν 1 καὶ ½ ὥραν διακοπὴν τὴν μεσημβρίαν, νὰ προσθέσωμεν αὐτὴν τὸ βράδυ.
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ θέρος κλείουσι τὰ καταστήματα καὶ ἄνευ νόμου· ὁ νόμος ἑπομένως γίνεται διὰ τοὺς δυστροποῦντας. Τὸ θέρος ἔχομεν ἐξησφαλισμένην τὴν δίωρον ἀνάπαυσιν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς, ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ ἀναπαυθῇ ὁ ὑπάλληλος τὴν μεσημβρίαν, θὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ τὸ ἀπόγευμα μὲ περισσοτέραν ὄρεξιν. Καὶ ἕτερον πρᾶγμα· γνωρίζομεν ὅτι τὸ θέρος δύναται ὁ κόσμος νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰς 7½, εἰς τὰς 8 παρὰ τέταρτον, εἰς τὰς 8 ἀκόμη, ἐνῷ τὸν χειμῶνα δὲν ἐξέρχεται αὐτὴν τὴν ὥραν.
§128Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι ἀνεξαρτήτως τῆς πωλήσεως, ὅπως αἱ λογιστικαὶ ἐργασίαι, ἡ ἐξέλεγξις τῶν πωλήσεων, κ.λ.π., αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται μετὰ τὸ κλείσιμον τοῦ καταστήματος.
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλοὶ τῶν προϊσταμένων οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι ὅπως ὁ ὑπάλληλος, ἀφοῦ διατελεῖ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν ἐργαζόμενος, νὰ μένῃ αὐτὸς καὶ τὴν νύκτα ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν λογιστικὴν ἐργασίαν, μένει δ’ αὐτὸς μέχρι τῆς 11ης, δι’ αὐτοὺς τοὺς προϊσταμένους πρέπει ὁ νόμος νὰ ἰσχύσῃ καὶ βλέπετε τί λέγει ἡ διάταξις αὕτη κατωτέρω.
§130Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνωτέρα βία.
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξήτασα αὐτό. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἔλαβον ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα ἦσαν δυνατά, διὰ νὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁποῖαι ὑποχωρήσεις ἐγένοντο, λόγῳ φιλανθρωπίας. Οὐχ ἧττον τὰ θέματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἁπλῶν θεμάτων καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἄλλη ὑποχώρησις ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου.
§132Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε δὲν ὑπέδειξα πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς 8 ἑσπερινῆς ὥρας εἰς 7½. Εἶπον τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἐμποροϋπάλληλοι λίαν δεδικαιολογημένως, ζητοῦντες τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς 8ης μετὰ μεσημβρίαν εἰς 7½ μ. μ., διότι ἐν τῇ μερίμνῃ των οἱ ἐμποροϋπάλληλοι, ὅπως ἐντελέστερον μορφῶνται, ἵδρυσαν ὑπὲρ ἑαυτῶν σχολὰς νυκτερινὰς καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦσιν, ὅπως ὑποβιβασθῇ τὸ ὅριον τῶν 8 μ. μ. εἰς 7½ μ. μ., ἵνα ἔχωσι τὸν χρόνον νὰ μεταβαίνωσιν ἐγκαίρως εἰς τὰς σχολὰς ἐκείνας νὰ σπουδάζωσιν. Ἐν τῇ πατρικῇ του δέ, ὡς εἶπεν, ὁμιλίᾳ, ἣν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ὁ κ. Συνάδελφος ὑπὲρ τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἀνεμιμνήσκετο ὅτι ὑπάρχουσι σχολαὶ καὶ ὅτι ἤθελεν ἀγορεύσει ὑπὲρ τούτων, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ αὐτοῦ εἶπεν. Αἱ σχολαὶ αὗται μορφοῦσι τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους καὶ καθιστῶσι τούτους μετέπειτα χρησιμωτάτους παράγοντας εἰς τὴν ἐμπορείαν.
§133Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἕως τὰς 9 ἔχουσι καιρόν.
§134Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζωνται μέχρι τῆς 9ης καὶ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς σχολάς; Πότε καὶ ὑπὸ τίνας συνθήκας θὰ διδαχθῶσιν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ; Πότε θὰ κατακλιθῶσι καὶ πότε θὰ ἐγερθῶσι ἵνα μεταβῶσι τὴν πρωΐαν εἰς τὰ καταστήματά των; Νομίζω, ὅτι πατρικὴ μέριμνα ἐπιβάλλει ὅπως θεσπισθῶσι νὰ κλείωσι τὰ καταστήματα τὴν 7½ μ. μ. διὰ νὰ δύνωνται, ὡς εἶπον, οἱ ἐμποροϋπάλληλοι ἐγκαίρως νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς σχολάς των, ἀφοῦ ἄλλως τοῦτο μόνον κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος θὰ γίνηται καὶ δὴ κατὰ τὸν χειμῶνα.
§135Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἀπῃτεῖτο νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐργατικοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐδυσκολευόμην νὰ ἔχω ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἐδίσταζον εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διατυποῦται. Ἀλλ’ ἔχω γνώμην ὅτι πάντες οἱ νόμοι, ἰδιαίτατα οἱ ἐργατικοί, πρέπει νὰ γίνωνται καὶ νὰ συντάσσωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατουσῶν συνθηκῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ ἐργάτου...
§136ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς συνθήκας πρέπει νὰ βελτιώσωμεν.
§137Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. .. τὸ ὁποῖον ἀσφαλέστερον ὑπόσχεται τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ἴσως εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ τὸν κολακεύῃ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, τὰς συνθήκας κατὰ τὰς ὁποίας διεξάγεται τὸ ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν. Εἶναι γνωστότατον ὅτι κεφάλαια δὲν ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῷ συνεταιρικῷ πνεύματι· ὅτι πάντες οἱ σήμερον ἐργοστασιάρχαι καὶ ἐργοδόται, ἔχοντες ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, εἶναι οἱ μικροϋπάλληλοι τῆς χθές· ὅτι ἐργαζόμενοι ὡς εἰργάζοντο πρὸ τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων καὶ ἀποκτῶντες ἐντεῦθεν ἐργατικότητα σὺν αὐτῇ δὲ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἀγάπην τῶν προϊσταμένων των, ἵδρυσαν ἰδίας ἐργασίας μὲ ἐλάχιστα κεφάλαια, ἔχοντες ὡς κεφάλαια τὴν ἐργατικότητά των καὶ τὴν ὑποστήριξιν τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανον ἀπὸ παντὸς προϊσταμένου. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἀρχόμενοι καὶ ἀντλοῦντες τὰ κεφάλαια ἐκ τῆς ἰδίας ἐργατικότητός των, ἐργαζόμενοι καὶ δέκα ἓξ ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον, κατέληξαν νὰ γίνωσιν ἑκατομμυριοῦχοι σήμερον. Θὰ εἶμαι πρόθυμος, προκαλούμενος, νὰ ἀναφέρω τριάκοντα ἐκ τῶν πρώτων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν τὰς ἐργασίας των μὲ 300 δραχμάς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐπὶ δεκαεξάωρον. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀναχωρήσει ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναμφισβήτητοι καὶ δὲν δύναταί τις νὰ πολεμήσῃ αὐτάς, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ὡρισμένον χρόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους διὰ νὰ γευματίσωσι καὶ νὰ ἀναπαυθῶσι, διότι ἀναμφισβητήτως κατὰ τὰς συνθήκας τῆς ὑγιεινῆς, πρέπει μετὰ τὸ φαγητὸν νὰ γίνεται ἀνάπαυσίς τις, θὰ ἀπομάθωμεν ὅμως τὸν ἐργάτην νὰ εἶναι ἐργάτης, νὰ εἶναι προσηλωμένος ὁλόκληρος εἰς τὴν ἐργασίαν του, ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ μεσημβρινὸν κλῖμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον βιοῦμεν ἀπεργάζεται ποιάν τινα ἀποφυγὴν πρὸς ἐργασίαν. Ἐγὼ ὑπερηφάνως πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι κατατάσσομαι εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐργατῶν. Νομίζω ὅτι, καὶ λόγῳ τῆς ἐργασίας καὶ λόγῳ ἡλικίας καὶ ἰδιοσυγκρασίας ἴσως, θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἠδυνάμην νὰ πληρώσω ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κατορθώσω. Ἐργάζομαι περισσότερον παρ’ ὅσον ἡ ὑγεία μοὶ ἐπιτρέπει. Δὲν εἶμαι ἐν τούτοις δυσηρεστημένος διὰ τοῦτο, καὶ ἐργάζομαι ἐργασίαν ἡ ὁποία καταπονεῖ καὶ ἡ ὁποία εἶναι πολὺ κακεντρεχής, ἐνῷ οἱ ἐργάται τοὺς ὁποίους προστατεύομεν κατὰ τὸ φαινόμενον δὲν κοπιάζουσι, διότι ἀρκεῖ αὐτοῖς εἷς ὕπνος διὰ νὰ ἀνακτήσωσιν ὅ,τι ἀπώλεσαν. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ τοῦ ἐμπορίου νὰ ἐξελίσσωνται καθ’ ὃν τρόπον ἐξελίσσονται, θὰ ὑπηρετήσωμεν περισσότερον ἀποτελεσματικῶς τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ ἔμποροι τῆς αὔριον. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὅλα τὰ καταστήματα κλείουσιν εἰς τὰς 8 καὶ ½, ἐρωτῶ· τίνα σκοπιμότητα ἔχει τότε ἡ διάταξις αὐτή; Ἀφορᾷ μόνον πέντε ἢ δέκα, οἱ ὁποῖοι κλείουσι τὰ καταστήματά των τὴν 9ην ὥραν; Ἀλλ’ ἂν πράττωσιν αὐτοὶ τοῦτο, αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐργασία των ἀπαιτεῖ νὰ ἔχωσιν ἀνοικτὰ πέρα τῆς 9ης μ. μ., διότι αὐτοὶ θὰ εἶναι μικρέμποροι, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντες περιθώριον κεφαλαίων νὰ ἀντικρύσωσι ζημίας, λόγῳ ἀντιξόων περιστάσεων, ὑπολογίζουσι τὴν ἰδιαιτέραν ἐργατικότητά των, καὶ κατ’ ἀνάγκην τῶν ὑπαλλήλων των. Ὅλα αὐτὰ θὰ θεραπευθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν, διὰ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ὑπάρχῃ κεφάλαιον, καὶ συνεπῶς περιθώριον πρὸς ἀντίκρυσμα τῶν ζημιῶν, κατ’ ἀνάγκην θὰ κλείσωσιν αὐτοὶ ἐνωρίτερον· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ὑπάρχουσι τὰ κεφάλαια, καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἔχουσι τὴν ἰδίαν ἐργατικότητα οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότερον ἐργατικοὶ παρὰ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἀναγνωρίζητε αὐτοῖς τὸ δικαίωμα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις νὰ ἐργάζωνται περισσότερον παρ’ ὅσον αἱ συνθῆκαι τῆς ὑγιεινῆς ἐπιτρέπουσιν. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω περὶ τῶν ἐργατικῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ γνωρίζω ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ληφθεῖσα νομοθετικὴ πρόνοια εἶναι ἀντίθετος πρὸς ὅσα λέγω. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπὶ μᾶλλον θέλομεν ἐνθαρρύνει τοὺς ἐργάτας, ἀναγνωρίζοντες εἰς αὐτοὺς δικαιώματα διὰ τοῦ νόμου ἢ διὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀπεργαζόμεθα καὶ ἄλλο κακὸν δι’ αὐτούς. Στεροῦμεν αὐτοὺς τῆς στοργῆς καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν προϊσταμένων των. Ὅταν ἀντικρύσωσιν αὐτοὺς καὶ διεκδικήσωσιν ἄνεσιν, ἢ καταγγείλωσιν οὗτοι τὸν προϊστάμενόν των, ὁ προϊστάμενος αὐτὸς ἀσφαλῶς δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συντρέξῃ τὸν ὑπάλληλον, διότι ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἕνα ἐχθρόν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, λυπούμενος διότι προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου θέματος, ἔπρεπε περισσότερον νὰ εἶμαι παρεσκευασμένος διὰ νὰ προσέλθω ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπέβαλε τοῦτο ἡ καλωσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι πᾶς Βουλευτής, ὅστις θὰ εἶχε γνώμην τινὰ θὰ συνέτρεχε τὸ ἔργον του ἐὰν τὴν ἐξέθετε, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι καὶ προχείρως θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς σκέψεις μου ταύτας.
§138Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τοιαύτης ἐργασίας, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐδόθη πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα μία κατεύθυνσις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀνακουφισθῶσιν αἱ τάξεις αὗται αἱ ὁποῖαι, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τίνας ὥρας εἰργάζοντο καὶ τίνας ὄχι, καὶ εὑρίσκοντο εἰς μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι δοῦλοι καὶ μάλιστα λευκοί. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ μεγαλείτερος πλουτοπαραγωγικὸς παράγων τοῦ τόπου εἶναι τὸ ἐμπόριον, καὶ οὐδεὶς θέλει νὰ θίξῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν ὅλοι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωμεν τὴν τάξιν τῶν ἐμποροϋπαλλήλων κατὰ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, εἴτε διότι δὲν αἰσθάνονται τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν εἴτε διότι δὲν ἔχουν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων των εἴτε διότι δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν, φέρονται οὐχὶ πρεπόντως ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοῖς παρέχουσιν ὅλην αὐτῶν τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν. Τούτου ἕνεκα λοιπὸν ἡ νομοθετικὴ πρόνοια εἶναι ἐπιβεβλημένη ὥστε νὰ προφυλάξωμεν τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἡ βάσις καὶ τὸ ἔρεισμα τῆς πλουτοπαραγωγικῆς δυνάμεως τῶν κυρίων αὐτῶν. Ἐὰν πρόκειται ὅλοι οἱ ἔμποροι, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, νὰ εἶναι τῆς ὑποστάσεως ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, τοιοῦτοι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, βεβαίως ἡ νομοθετικὴ πρόνοια ἦτο περιττή. Ἀλλ’ ἡμεῖς, τὸ νομοθετικὸν σῶμα, λαμβάνομεν μέτρα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἡ δύναμίς των. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημά του καὶ εἰς ἄλλας τάξεις, τάξεις ὁμοίως καταδυναστευομένας, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων των καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἰδίᾳ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναπαύσεως, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ τάξεις τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ καφενεῖα, ἡ τάξις τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ ζαχαροπλαστεῖα, τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ κουρεῖα. Καὶ αἱ τάξεις αὗται εἶναι ἀληθές, ὅτι καταδυναστεύονται ἀπὸ τοὺς ἀπλήστους καταστηματάρχας, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον καὶ νὰ προχωρήσῃ περισσότερον χωρὶς νὰ διστάσῃ νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν δρόμον τῆς προόδου, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀπελευθερώσῃ τὰς ἀτυχεῖς ὑπάρξεις, τὰς ὁποίας ἡ βιοπάλη ἔρριψεν εἰς τὰ καταστήματα εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἐμπόριον, τὸ σκληρὸν ἐμπόριον, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τιμίου ἐμπορίου, δὲν φέρεται ἀνθρωπίνως.
§139Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς πλειοτέρας ἠθικῆς χειραφετήσεως τῶν ἐμποροϋπαλλήλων. Δὲν θὰ ἐλάμβανον ποσῶς τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξεδηλώθη ἡ ἐπίμονος γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα βαθυτάτης ἐρεύνης τῶν ἐν γένει συνθηκῶν καὶ ἑπομένως τῶν ληπτέων μέτρων, ἀπεφάσισα νὰ πράξω τοῦτο. Μὲ ἔφερεν ἄλλως εἰς τὸ βῆμα θεωρία τις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτοῦ κ. Λαγοπάτη, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐκδηλώσῃ κίνδυνον διὰ τὸν πλουτισμὸν τῆς κοινωνίας, καὶ ἰδιαίτατα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, διότι θὰ παύσῃ ὅλη ἡ φιλοδοξία τῶν ἐμποροϋπαλλήλων διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας κατὰ ὥρας τινάς, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν νέους ἑκατομμυριούχους εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς ἀνέφερεν, οἱ ὁποῖοι ἐδημιουργήθησαν ἀρχίσαντες τὰς ἐργασίας των δι’ ἐλαχίστων κεφαλαίων, καὶ δημιουργοῦντες ὅλον αὐτῶν τὸν πλουτισμὸν διὰ τῆς ἐπιμόνου ἐργασίας. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ Πολιτεία εἰς τὰς κεντρικὰς αὐτῆς σκέψεις, δὲν διακρίνει μόνον τὸ καθῆκον πῶς νὰ πλουτίζῃ μόνον τὰ μέλη τῆς κοινωνίας. Ἔχει συγχρόνως τὸ καθῆκον πῶς νὰ δημιουργῇ ὄχι μόνον πλουσίους, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς καὶ ἀπὸ ὑγιεινῆς ἀπόψεως χρησίμους εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν πολίτας.
§140Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα εἶναι ἄξιον πολλῆς μελέτης, ἐπωφελοῦμαι δὲ τῆς προκλήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Συμβαίνει, Κύριοι, μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ ἑξῆς· Διευθύνεται ἀπὸ δραστήριον Ὑπουργόν, ἀποτελεῖται δὲ καὶ ἐξ ὑπαλλήλων νεωτεριστῶν, οἱ ὁποῖοι πολλὰ θέλουσι τὰ κακῶς κείμενα κατ’ αὐτοὺς νὰ διορθώσωσι τὸ ταχύτερον. Φοβοῦμαι ὅμως μὴ ἐκ τοῦ ὑπερβάλλοντος ζήλου αὐτῶν ἐπέλθῃ ζημία, διότι νομίζω ὅτι παραβλέπουσι μέγιστον κανόνα, τὸν κανόνα καθ’ ὃν ἡ Πολιτεία πρέπει πάντοτε μετὰ μεγίστης προσοχῆς, μετὰ μεγίστης καὶ ἐντεταμένης προσοχῆς, νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν συνθηκῶν τῆς ἐργασίας, διότι ἀσφαλῶς ὅταν μάλιστα δὲν ἔχωμεν ὀργανισμοὺς διοικητικοὺς τελείους οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς τοιούτους διακανονισμούς, ἀσφαλῶς κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη. Φοβοῦμαι δὲ μήπως διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου, — ἐπέλθῃ ἀληθῶς τοιαύτη βλάβη, διότι σκέπτομαι, κ. Βουλευταί, ἆρά γε οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰς πόλεις τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ὅστις σημειοῦται εἰς τὸ νομοσχέδιον, διατελοῦσι ὑπὸ τόσον δυσμενεῖς συνθήκας ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας πρὸς προστασίαν αὐτῶν; Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅστις ἐντὸς αὐτῆς τῆς κοινωνίας ζῶν περιέρχομαι τὰς πόλεις, ἔχω τὰς γνωριμίας μου, δὲν μοὶ διετυπώθη ποτὲ παράπονον ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δυσμενεῖς ἐργάζονται, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ πρὸς προσδιορισμὸν τῶν ὡρῶν ἐργασίας. Ὅταν δὲ τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει, δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα μήπως ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἀντὶ καλοῦ ἐπιφέρῃ κακόν;
§141ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ὑπομνήματα διαφόρων συλλόγων.
§142Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μὴ κρίνετε ἀπὸ τὰ ὑπομνήματα. Ὡς ταῦτα ὑποβάλλονται, ὑποβάλλονται πολλάκις κατ’ εἰσήγησιν πολλῶν οἱ ὁποῖοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, θέλουσι νὰ δημοκοπῶσι μὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἡ δὲ Κυβέρνησις πιστεύω ὅτι ἀτενίζει εἰς τὸ βάθος τῶν ζητημάτων, ὥστε νὰ μὴ δίδηται προσοχὴ εἰς τὰ ὑπομνήματα καὶ τὰς φωνὰς πολλῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονται κἂν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιδιώκηται ἐκ μέρους τρίτων. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, κ. Βουλευταί, ὅτι κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἴσως πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, περιττεύει διότι εἶναι τόσαι αἱ περιπτώσεις, ποικίλαι καὶ ἀπέραντοι δύναμαι νὰ εἴπω, ὥστε εἶναι δυσκολώτατον καὶ εἰς τὰς Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὠργανωμένα συστήματα ὑπηρεσιῶν σχετικῶν νὰ παρακολουθῶσι τὴν ἐν γένει ἐξέλιξιν τῶν ἐπαγγελματικῶν ἐργασιῶν, ὥστε νὰ κρίνωσιν ἀσφαλῶς ἐὰν γίνηται καὶ καταπίεσίς τις ἐκ μέρους προϊσταμένων τῶν ὑπαλλήλων των. Ὅταν δὲ τοιοῦτόν τι δὲν ἔχωμεν ἐξησφαλισμένον, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπεμβῶμεν καὶ νὰ ψυχράνωμεν τὰς σχέσεις προϊσταμένων καὶ ὑφισταμένων, ἐκ τῶν ὁποίων σχέσεων τόσα προσδοκῶσιν οἱ ὑφιστάμενοι, καὶ τόσας ὠφελείας ἀντλοῦσιν; Ὅταν δ’ ἐξ ἄλλου εἶναι ἠναγκασμένος ὁ κ. Ὑπουργός, ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ καθιερώσῃ τόσας περιπτώσεις ἐξαιρέσεων, σειρὰν ἐξαιρέσεων, κύκλον ἐξαιρέσεων, αἵτινες δύνανται νὰ καταντήσωσι τόσον πολλαὶ μάλιστα, ὥστε σχεδὸν νὰ ἀνατρέψωσιν αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τότε τίς ἡ ἀνάγκη ἐπεμβάσεως πρὸς κανονισμὸν τοιούτων σχέσεων, πρὸς κανονισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ὁ νομοθέτης εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νὰ προνοήσῃ περὶ ὅλων ἐκείνων τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ὑπάλληλος νὰ ἐργασθῇ πλέον τῶν κεκανονισμένων ὡρῶν ἕνεκα ἀπαραιτήτων συνθηκῶν τῆς ἐργασίας; Καὶ ὅταν εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, καὶ μήπως κατ’ ἀντανάκλασιν ἡ ζημία δὲν θὰ εἶναι κοινωνική, δὲν θὰ εἶναι αὐτοῦ τοῦ ἐμποροϋπαλλήλου ἀκόμη; Ἀλλ’ ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι νομοθετοῦμεν καὶ διὰ τὰς νέας χώρας, καὶ δὲν γνωρίζομεν τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰς νέας χώρας, εἶναι δ’ ἐπικίνδυνον νὰ θελήσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ καθορίσωμεν διατάξεις νομοθετικάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ νὰ καταστῶσιν ἐπιβλαβεῖς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε πρόνοιαν ὅπως διὰ Β. Διατάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαί, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πόλεις τῶν νέων χωρῶν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν τούτῳ νὰ μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Θέλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τρέφω πλήρη ἐκτίμησιν εἰς τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὁμιλῶ δὲ βεβαίως οὐδ’ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ συντρέξω τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν καὶ κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ τοῦ Β. Διατάγματος, ὅταν μάλιστα δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις, νὰ συμβῶσιν ὑπερβασίαι ἢ νὰ ἐπέλθῃ ὑπερβολικὸς ζῆλος μονομερὴς κατὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας εἰς τὰς νέας χώρας; Ἰδοὺ κατ’ ἐμὴν κρίσιν περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τοιαύτας διατάξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν ἄλλων Συναδέλφων ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης.
§143Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, δέον νὰ ἐξετασθῇ κυρίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀπὸ τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐμφανίζει. Θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπὸ φιλοσοφικῆς ἀπόψεως ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον αὐτὰ τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα γενικεύονται ἀπό τινος χρόνου εἰς τὴν Ἑλλάδα, συμφωνοῦσι πρὸς τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι τὰ συστήματα αὐτά, προελθόντα ἐκ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Δύσεως, στηρίζονται κυρίως ἐπὶ τοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν οἱ κατοικοῦντες τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὁ ὁποῖος τρόπος εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος μὲ τὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν θέλω νὰ εἴπω τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει, ἀλλ’ εἰδικῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ πολιτισμὸς τῆς Δύσεως στηρίζεται κυρίως ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ ἀτομικοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στηρίζεται κυρίως ἐπὶ τοῦ ἀλτρουισμοῦ. Εἶναι λαὸς ὁ ὁποῖος αὐτοθυσιάζεται ὄχι μόνον χάριν τῆς Πατρίδος, ὅπως πρὸ ὀλίγου τὸ ἀπέδειξεν, ἀλλὰ χάριν τῆς οἰκογενείας του, χάριν γενικωτέρων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφορῶσι μόνον τὸ ἄτομόν του. Ἑπομένως, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ἕνα τοιοῦτον λαόν, εἶναι ζήτημα ἂν ἐπιτρέπηται νὰ θίξωμεν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν του, διότι περὶ τῆς ὑποστάσεώς του πρόκειται, ὅταν ἀρχίζωμεν νὰ κλονίζωμεν τὰ ἔθιμα δι’ ὧν ἐπὶ τόσους αἰῶνας ἔζησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς λαὸς ἀλτρουϊστής, εἷς λαὸς αὐτοθυσιαζόμενος, νὰ μὴ ὑφίσταται θυσίας· ἀκριβῶς ὅμως διότι ὑφίσταται θυσίας δι’ αὐτὸ προοδεύει καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρεῖαι, αἱ συγκεντρώσεις τῶν μεγάλων κεφαλαίων δὲν κατώρθωσαν οὔτε θὰ κατορθώσωσί ποτε, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ὁ λαὸς νὰ ἐργάζηται ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐργάζεται, νὰ συγκεντρώσωσι πᾶσαν τὴν ἐργασίαν, κατατροπώνουσαι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ μικρὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ὅπως καὶ δὲν ἀντέχει πράγματι ἐν τῇ Δύσει. Διὸ καὶ ὁ μὴ κεφαλαιοῦχος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ὅσον δήποτε μικρός, θὰ εἶναι πάντοτε δοῦλος τοῦ κεφαλαίου, θὰ εἶναι πάντοτε προλετάριος. Ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνει τὸ φαινόμενον τὸ πρωτοφανές, τὸ ὁποῖον μόνον ἡ ἑβραϊκὴ φυλὴ ἔχει κατόπιν ἀπὸ ἡμᾶς, τὸ ὅτι καὶ ὁ μικρότερος ἀκόμη ἐμποροϋπάλληλος δὲν ἔχει ὡς ἰδανικὸν τῆς ζωῆς του τὸ πῶς θὰ ζήσῃ καὶ τὸ πῶς θὰ ζήσῃ καλά, ἀλλὰ πῶς θὰ προοδεύσῃ καὶ θὰ γίνῃ ἐντελῶς διάφορος ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι τὸν ἔφερον εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς βλέπετε αὐτὸν νὰ ἔχῃ ἓν ἰδανικὸν καὶ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ἐργάζηται. Ὁ μὴ ἔχων ἰδανικὰ καὶ φροντίζων μόνον νὰ ζήσῃ καὶ μάλιστα νὰ καλοζήσῃ, ἐκεῖνος ἐλάχιστα φροντίζει καὶ νὰ προοδεύσῃ, ὅταν δὲ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν βλέπωμεν πόσον τοῦτο ἐπιτείνεται, ὅταν παρατηρῶμεν τὰς περιουσίας, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσε μὲ ἐλάχιστα κεφάλαια, καὶ αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συνεχῆ καὶ μεγάλην ἐργασίαν τὴν ὁποίαν καταβάλλει, ὅταν βλέπωμεν αὐτά, πῶς ἐρχόμεθα σήμερον νὰ τὸν περιορίσωμεν, νὰ τὸν καταδικάσωμεν νὰ εἶναι ὑπάλληλος καὶ μόνον ὑπάλληλος, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸ ἰδανικόν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν μίαν ἡμέραν νὰ προοδεύσῃ καὶ θὰ προοδεύσῃ, διότι συνειθίζει ὑπὸ τοὺς προϊσταμένους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας καὶ τοὺς ἰδίους ὅρους προώδευσαν; Αὐτὸ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν ζητήματα τοιαῦτα. Βεβαίως ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ πρὸ παντὸς δὲν πρέπει νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἰδανικά του, διότι τότε δὲν κλονίζομεν μόνον τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου· κλονίζομεν αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπ’ αὐτὸ τὸ καθεστὼς προώδευσε, ἀνεδείχθη, ἔκαμεν ὅλας ἐκείνας τὰς περιουσίας, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν καλύτερον ὅλοι οἱ σοσιαλισταὶ πῶς τὰς ἐχρησιμοποίησαν. Ἓν βλέμμα ἂν ρίψητε εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐργάζεται χάριν τῆς ἰδέας τῆς προόδου, ἀποκτᾷ περιουσίαν, καὶ τὴν περιουσίαν τὴν δίδει εἰς τὸ Ἔθνος. Αὐτὸς εἶναι ὁ σοσιαλιστής, αὐτὸς εἶναι ὁ κυρίως ἀλτρουϊστής, ὅπως εἴμεθα ὅλοι, ὁ ὁποῖος δὲν ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα διὰ νὰ διαγάγῃ βίον πολυτελῆ, ὅπως ὅλοι ὅσοι ἔχουν κεφάλαια, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ τὸν τρόπον τοῦ ζῆν τὸν ἴδιον, ὅπως ὅτε ἦτο πένης, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ἐλαττώσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἀφήσῃ ὅπου τὸ εἶχε προορίσει ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνελάμβανε τὸν βιωτικὸν ἀγῶνα. Βλέπομεν τοὺς Κεφαλλῆνας, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι περιουσίας καὶ ζῶντες μοιράζουσιν αὐτὰς εἰς τοὺς ἰδικούς των, καὶ ζῶσι μὲ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ τυρὶ μὲ τὸ ὁποῖον ἔζησαν ὅταν ἦσαν μικροί. Καὶ διατί συμβαίνει αὐτό; Διότι ἔχουν ἰδανικά. Ὅταν θέλητε νὰ πλήξητε τὰ ἰδανικὰ καὶ νὰ ἐμβάλητε εἰς τὸν ὑπάλληλον τὴν ἰδέαν ὅτι οὐδὲν ἔχει εἰς τὸν κόσμον ἰδανικὸν εἰμὴ μόνον τὸ νὰ ζῇ καλά, αὐτὸ καὶ μόνον φθάνει διὰ νὰ συγκλονίσῃ ἓν ὁλόκληρον καθεστώς, καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὸ μέλλον τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ πατρίς μας νὰ ἐπιδιώξῃ. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅπως ἐλέχθη ὑπό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ διὰ τὴν ὑγείαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὐτό, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ· οἱ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι ἀνέβησαν τὰ ἀπόκρημνα ὄρη ἢ ἔφθασαν μέχρι τῶν πυλῶν τῆς Σόφιας, ὑπὸ τίνας ὅρους ἔζησαν; Ἔζησαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ καθεστῶτος, ἐὰν δὲ δὲν ἐπῆγαν οἱ ἔμποροί σας εἰς τὸν πόλεμον, ὅπερ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὅλοι ἐπῆγαν, σεῖς δὲν τοὺς ἀφήσατε νὰ ὑπάγουν· σεῖς τοὺς ἐκάματε κουραμπιέδες Ὅσοι ἐπῆγαν ἐξ αὐτῶν ὑφίσταντο ἀγογγύστως τὰς αὐτὰς περιπετείας καὶ αὐτοὶ ἐπολεμοῦσαν. Οἱ ἀξιωματικοί, ἔφεδροί τε καὶ μόνιμοι, ἀνήκουσιν εἰς τὴν μεσαίαν τάξιν, καὶ εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν ἀνήκουσι καὶ οἱ ἐμποροϋπάλληλοι περὶ ὧν πρόκειται. Τί εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκαμε νὰ θέλωμεν νὰ συγκλονίσωμεν ἓν ὁλόκληρον καθεστώς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε τόσον ἀρτίους καρπούς; Μόνον καὶ μόνον ἵνα ὑπάρχῃ ἀνάπαυσις ἡμισείας ὥρας ἢ καὶ μιᾶς ὥρας; Διότι βλέπω ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἂν ἀναπαύωνται οἱ ἄνθρωποι ἡμίσειαν ὥραν παρὰ πάνω ἢ παρὰ κάτω, ὡσὰν νὰ ἦτο δυνατὸν εἰς ἕνα ἄνθρωπον, νέον ἢ γέροντα, νὰ εἶχεν σπουδαίαν ἐπιρροὴν εἰς τὸν βίον του ἡ ἐργασία ἡμισείας ὥρας παρὰ πάνω. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν περιουσίας, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἀκριβῶς ὅπως ἐργάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀκριβῶς οὕτως ἐργάζεται διότι οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν περιουσίαι καὶ νὰ ἐπέλθῃ πρόοδος. Πρόοδος ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται ὁ λαός, μὲ κανονισμὸν ὡρῶν ἐργασίας, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Μὲ κανονισμὸν ὡρῶν ἐργασίας γίνεται ἡ συντήρησις. Ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν ὁ ἄνθρωπος μόνον νὰ συντηρῆται, ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ πολίτης αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν τὸν ἔχει, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸν δίδει ἡ Πολιτεία κλονίζουσα αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τόσον ἰδανικοῦ, μιᾶς τόσης κολοσσιαίας προόδου τὴν ὁποίαν ἔμφυτον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἔχει ὁ θαυμάσιος αὐτὸς Ἑλληνικὸς λαός. Ἑπομένως δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν ἐργαζομένων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φροντίσωμεν κἄν περὶ τῶν ὑπαλλήλων· ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ ἀφήσητε νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ ἐξελίξει καὶ νὰ ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον καὶ ἐπὶ πόσον τῆς Πολιτείας ἡ παρέμβασις θὰ εἶναι δυνατὴ νὰ μὴ συγκλονίσῃ πρὸ παντὸς τὰ ἰδανικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμφορεῖται, ἰδιαίτατα δὲ τῶν ἐμποροϋπαλλήλων ἡ τάξις, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ ἐμπορίου. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον στοιχεῖον. Αὐτὸ δὲ τὸ στοιχεῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν μὲ ὡρισμένας ὥρας ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένας διὰ νόμου καὶ ἐφαρμοζομένας καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, νὰ τὸ ἴδωμεν ἐν τῇ πράξει ἐπιτυγχάνον. Θὰ ἐπρότεινον κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως τὸ ζήτημα αὐτὸ μελετήσῃ ἀκόμη καλλίτερον ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων. Ἐκεῖνο τὸ κατάστημα π.χ. τὸ ὁποῖον πωλεῖ εἴδη διὰ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ ἢ τοῦ δήμου εἰς τὰς 5 τὸ πρωί, διατί νὰ μὴ ἀνοίξῃ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀνοίξῃ εἰς τὰς 7, ὁπότε ὁ χωρικὸς θὰ ἔχῃ πωλήσῃ τὰ προϊόντα του καὶ θὰ χάνῃ τὸν καιρόν του; Ἀνέφερα ἓν γεγονός, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἄλλα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσητε, ἂν ἔλθωμεν εἰς ἄλλην τάξιν, τὴν τῶν ἐργατῶν, τὴν ἐργασίαν τῶν ποιμένων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ φυλάξωσι διαρκῶς τὸ ποίμνιόν των, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ 20 ὥρας; Ἐν τούτοις τὸ ποίμνιον πρέπει νὰ φυλαχθῇ καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τόσας ὥρας. Καὶ ἐρωτᾶται· προνοεῖτε περὶ αὐτῶν; Ὄχι, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ προνοήσητε. Τοὺς ἐδώκατε τοὐλάχιστον δημοσίαν ἀσφάλειαν ὥστε νὰ δύνανται νὰ κοιμῶνται ἥσυχοι; Ὄχι. Μή τε αὐτό. Λοιπὸν προνοοῦμεν ὑπὲρ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰ βλέμματα ἡμῶν, ἀφήνομεν δὲ ὁλοκλήρους κατηγορίας ἀνθρώπων, τὰς ὁποίας δὲν βλέπομεν ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ βλέπωμεν, ἀπροστατεύτους. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ λεπτολογήσω εἰς λεπτομερείας τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέπτυξεν ἕτερος ἀξιότιμος Συνάδελφος. Σᾶς εἶπον ὅτι τὰ μικρὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ἔφυγαν μοῦτσοι ἀπὸ τὴν πατρίδα των, ἐπέστρεψαν μεγάλοι ἄνθρωποι. Πῶς; Πάντοτε διὰ τῆς μεγάλης ἐργασίας. Καὶ τῆς μεγάλης ἐργασίας τὸ παράδειγμα δὲν τὸ δίδουσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι φέρονται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· δίδουσιν αὐτὸ ἐκεῖνοι, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ὁποίων ἐργάζονται καὶ εἰργάσθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἰδίας μεθόδου καὶ τῆς αὐτῆς καταπληκτικῆς ἐργασίας, ἀνεδείχθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον ἀπὸ τὸ κοινὸν ἐπίπεδον τῶν προλεταρίων εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ζήσωσιν, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφαιρέσει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ στοιχεῖον τῆς προόδου, τοῦ ἰδανικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει μέσα ἔμφυτον ἐν τῇ καρδίᾳ του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Χρειάζεται πολὺ μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων αὐτῶν, πάντοτε ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὡς εἶπον προηγουμένως, τὸν λαόν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ προσέξωμεν περισσότερον εἰς τὴν ὑλικὴν προστασίαν, διότι περὶ ὕλης πρόκειται, περὶ ἀναπαύσεως, περὶ ἐλαττώσεως ἐργασίας, δηλαδὴ περὶ τῆς ὕλης. Ἂς προσέξωμεν περισσότερον τὸ πνεῦμα, περισσότερον τὸ ἰδανικόν, διότι αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως θὰ ἦτο εὐτυχὴς οἱοσδήποτε ἄλλος λαὸς ἐὰν εἶχεν αὐτὸ τὸ ἰδανικόν, ἐὰν εἶχεν αὐτὸ τὸ φιλοπρόοδον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία διὰ νόμων, τοὺς ὁποίους φέρει, προσπαθεῖ νὰ συγκλονίσῃ, νομίζουσα ὅτι εὐεργετεῖ. Εὐεργετεῖ, ἀλλ’ εὐεργετεῖ τὸ ὑλικὸν μέρος· τὸ ἠθικὸν δὲν τὸ εὐεργετεῖ. Δὲν θὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ μεγαλυνθῶσι καὶ νὰ γίνωσιν ἄνθρωποι χρήσιμοι τῇ πατρίδι μὲ μόνον τὸ ὑλικὸν μέρος μὲ μόνην τὴν μέριμναν τῆς ὑλικῆς ἀνάγκης. Ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ ἠθικοῦ, διότι αὐτὸ ἔκαμε τοὺς προϊσταμένους των μεγάλους, αὐτὸ δὲ θὰ κάμῃ μεγάλους καὶ αὐτοὺς τοὺς προοριζομένους διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ κερδῴου Ἑρμοῦ, καὶ δι’ αὐτῶν θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ μεγαλεῖον καὶ ἡ δύναμις, ὅπερ ὅλοι ποθοῦμεν διὰ τὴν Πατρίδα μας.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, τὴν συνδρομὴν ἁπάντων ὑμῶν, ὅπως ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸ νομοσχέδιον καταρτισθῇ, κατὰ τὸν τρόπον ὅστις ἤθελε κριθῆ καταλληλότερον ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν ἐργοδοτῶν τῆς κατηγορίας ταύτης καὶ τῶν ἐργαζομένων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ βοηθηθῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν λεπτομερειῶν, ὑποδεικνυομένων ὡρισμένων τροποποιήσεων, ὥστε νὰ δύναται ἐπὶ τῆς νέας ταύτης διατυπώσεως νὰ ὑπάρξῃ μία συζήτησις καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ προκύψῃ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὡς τὸ σκοπιμώτερον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν πραγμάτων, εὑρέθην πρὸ μιᾶς γενικῆς συζητήσεως, συζητήσεως ἥτις θίγει αὐτόχρημα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ῥυθμίσει τῶν ζητημάτων τούτων, ἰδιαίτατα δὲ τὴν πορείαν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου ἐξηγγελμένη, δύναται δὲ νὰ καυχᾶται ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἀπέστη ταύτης οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμήν· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀπέστη οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν διὰ τοῦτο ἀκούονται συνεχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φωναὶ διαμαρτυριῶν καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἡ ἀχάριστος ἀνταπόδοσις τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἔχει νὰ ὑποστῇ τις, ὅταν μὴ θέλων, ὡς ἄλλως προσήκει, νὰ ταχθῇ εἴτε εἰς τὸ ἓν μέρος, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἄλλου, εἴτε εἰς τὸ ἕτερον, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ πρώτου, προσπαθεῖ νὰ τάμῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἐξ ἀρχῆς, τὴν ὁδὸν τῆς ῥυθμίσεως καὶ συναρμολογήσεως τῶν συγκρουομένων συμφερόντων κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδείκνυεν ἡ παίδευσις, ὁ πολιτισμὸς τῶν ξένων Κρατῶν, θὰ ὑπεδείκνυον ὄχι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς τὰ πεπολιτισμένα μέρη, ἀλλὰ στοιχειώδης ἁπλῶς ἀνθρωπισμός. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχωμεν τελείως τῆς ῥυθμίσεως τῶν συγκρούσεων τούτων, ὅταν ἐρρυθμίσθησαν ἤδη καὶ εἰς γείτονα ἔτι Κράτη, ὅταν ἐρρυθμίσθησαν ἤδη κατὰ πολὺ μέρος ἐν αὐτῇ τῇ Αἰγύπτῳ, ἵνα ἀποσοβηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν φελλάχων. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὑμῶν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσα μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτησα καὶ ἐπιζητῶ, παρεκάλεσα δὲ πάντας ὅπως, μολονότι τὸ νομοσχέδιον ὑπέστη προκαταρκτικὴν ἔρευναν μεγάλην, διὰ τῆς συνδρομῆς ὅλων ὑμῶν αἱ καθ’ ἕκαστον διατάξεις διατυπωθῶσι κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ μομφὴ ὅτι ἀπροσέκτως ἐψηφίσθησαν, ὅτι ἀπροσέκτως ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ ἑπτὰ ἤδη περίπου μῆνας. Ἀκριβῶς ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀφῆκα τελευταῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ὅτι πρέπει νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως καὶ ἰδιαιτέρας ἐξετάσεως παρ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο δὲν εἶδον τροπολογίας ὑποβεβλημένας ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σήμερον παρίστανται κακίζοντες οἱονεὶ ἡμᾶς, ὅτι λαμβάνομεν προνοίας τινάς, αἵτινες ὡς ἐλέχθη κατὰ παράδοξον ἀληθῶς ἀντίληψιν καταστρέφουσι τὰ ἰδανικὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἐφέρετο μέχρι τοῦδε ὁ ἐργατικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος. Καταστρέφονται ἆρά γε τὰ ἰδανικά; Προέκυψεν ἐξ ἀνακρίσεως καὶ ἐξ ἐρεύνης, ἡ ὁποία ἐγένετο τῇ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου ἵνα βεβαιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῇ σήμερον ὁ ἐργαζόμενος κόσμος, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι τοῦ ὑπαλληλικοῦ καὶ ὑπηρετικοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἴσως μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων παρουσιάζονται ὑπὸ ὄγκον πλούτου ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὄγκος οὗτος τοῦ πλούτου ὀφείλεται εἰς ἐκμετάλλευσιν δι’ ἐργασίας ἀπαύστου 18 καὶ 20 ὡρῶν, πτωχῶν πλασμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακύψωσιν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν πίεσιν τῶν ἐργοδοτῶν. Καὶ ἂν θέλητε νὰ ἔχωσι τὰ πρόσωπα ταῦτα τὰ ἰδανικά, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, πρέπει νὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ὀφείλετε νὰ τονώσητε καὶ νὰ ἐξυψώσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξητε καὶ ἀδιαφοροῦντες κρατεῖτε αὐτοὺς ὑπὸ ἐκμετάλλευσιν πιεστικήν, ἐκμετάλλευσιν ἡ ὁποία ἐξουθενεῖ ὄχι μόνον τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν κατ’ ἄνθρωπον ὕπαρξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσητε παρ’ αὐτῶν οὔτε ἐθνικὰ ἰδανικὰ οὔτε ἀνθρώπινα οὔτε ἐπαγγελματικὰ ἰδανικὰ. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§145Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν.
§146ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ἐπολέμησαν καὶ αὐτοὶ θὰ πολεμήσωσι καὶ πάλιν, ἀλλ’ ἔχουσιν ἤδη ἀπό τινων ἐτῶν ἀφυπνισθῆ καὶ ἔχουσιν ἐννοήσει τὰ δικαιώματά των, καὶ ὅταν διὰ τῆς διαρρυθμίσεως ἐκκρεμῶν τινων ζητημάτων, ἣν ἤδη ἐπιζητοῦμεν, διὰ τῆς διαρρυθμίσεως ἡ ὁποία οὔτε αὐτοὺς βεβαίως εὐχαριστεῖ, διότι δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ταχθῇ οὔτε πρὸς τὸ ἓν μέρος οὔτε πρὸς τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ τάμῃ τὴν ὁδὸν τῆς προσηκούσης ρυθμίσεως, ὅταν, λέγω, οὕτω κατορθώσητε, νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κύπτωσιν ὑπὸ τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς 12ης τοῦ μεσονυκτίου καὶ πλέον, βεβαίως θὰ δώσητε δύναμιν ψυχικὴν μεγάλην εἰς αὐτούς. Δύνασθε, Κύριοι, νὰ διέλθητε τὰς συνοικίας καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ λύχνος, ὁ ὁποῖος φωτίζει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συγκομίζουσι καὶ πλουτοῦσι, φωτίζει σύναμα καὶ ἐκείνους τοὺς δυστυχεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν οὔτε κατὰ τὴν νύκτα, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φοιτήσωσιν εἰς ἓν νυκτερινὸν σχολεῖον διὰ νὰ ἀνοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς των. Ὅταν ἡ τάξις αὕτη κατορθωθῇ νὰ μορφωθῇ, νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συναίσθησιν τοῦ ἐγώ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι, καλούμενοι πάλιν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, θὰ εἶναι περισσότερον εὐχαριστημένοι καὶ περισσότερον ἐμπνευσμένοι καὶ θὰ μεγαλουργήσωσιν, ὡς ἐμεγαλούργησαν, καὶ περισσότερον ἀκόμη. (Χειροκροτήματα). Μὴ ταράσσετε, λέγουσί τινες, τὸ καθεστώς· δὲν ὑπάρχουσι παράπονα. Ἀλλὰ μὴ παραπονεῖται τὸ λιμνάζον ὕδωρ; Σήπεται ἁπλῶς. Φοβεῖσθε νὰ τὸ διαταράξητε. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ρήξῃ φωνὴν διαμαρτυρίας ὁ ὑπηρέτης, ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἄνθρωπος ὁ πανταχόθεν περισφιγγόμενος; Δὲν τολμῶσι νὰ παρουσιασθῶσι, διότι ἡ οἰκονομικὴ ὑποδούλωσις, μὴ νομίζητε ὅτι εἶναι μικροτέρα τῆς ὑποδουλώσεως τῆς σωματικῆς. Παραπονοῦνται, Κύριοι, καθ’ ἡμῶν, οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίκης, ὅτι προστατεύομεν τοὺς ἀγρότας καὶ παραπονοῦνται οἱ ἀγρόται ὅτι δὲν θέλομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημά των κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ νομίζουσιν ὡς τὸν πρέποντα. Εἶναι φυσικὰ τὰ παράπονα, διότι ὁ εὑρισκόμενος ἐν τῇ μέσῃ ὁδῷ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσῃ οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον, ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐτήρησε πάντοτε τὴν ὁδὸν ταύτην. Δὲν ἠθέλησε νὰ φανῇ εὐάρεστος μονομερῶς, ἀλλὰ δὲν ἀπεφύγομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἐπέβαλεν ἁπλῶς ὁ λόγος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν τάξιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰ στοιχειώδη κελεύσματα τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ μομφαὶ αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ὅλης ἐπεμβατικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ποσῶς μομφαὶ δεδικαιολογημέναι· δὲν εἶναι ἡ ψυχολογία τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ψυχολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοιαύτη, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα ἀπὸ τὸν εὐμαθέστατον κύριον βουλευτὴν Κερκύρας τὸν διαγαγόντα τὸν βίον αὐτοῦ εἰς ὁρίζοντας, οἱ ὁποῖοι διανοίγουσι τοὺς ὁρίζοντας τῆς καρδίας καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ, εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς προνοίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐργαζόμενοι. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δέχομαι προθύμως πᾶσαν συζήτησιν καὶ πᾶσαν τροπολογίαν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ δεχθῶ ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς πολιτείας τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, θέλομεν τάχα νὰ κλονίσωμεν τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμούς τινων λειτουργεῖ ἄριστα. Ἁπλούστατα, νομίζομεν τοιαῦτα μέτρα εἰσηγούμενοι, ὅτι δεικνύομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς καθυστερήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα πρίν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς στασιμότητος, τῆς ἐλλείψεως προόδου, τῆς ἐλλείψεως αὐτόχρημα ἀνθρωπισμοῦ. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§147ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν γλαφυρὰν καὶ πειστικωτάτην εἰς ἐπιχειρήματα ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ἔχω ἢ ὀλίγα τινὰ νὰ προσθέσω. Μοὶ φαίνεται παράδοξον νὰ γίνεται τόση συζήσις, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέστη προεργασίαν καὶ βάσανον, καὶ στηρίζεται ἐπὶ ἐρεύνης λεπτομεροῦς εἰς ἣν ἐκλήθησαν καὶ ἐγνωμάτευσαν ἀμφότεραι αἱ ἐνδιαφερόμεναι τάξεις καὶ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἐμποροϋπαλλήλων. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον μεμελετημένων, ὀφείλεται δὲ ἰδιαίτερος ἔπαινος εἰς τὸν τμηματάρχην τῆς ἐργασίας κ. Κορώνην, διὰ τὴν ἀρτίαν τωόντι, ἐργασίαν του. Τὸ προσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη καὶ συνεζητήθη διὰ μακρῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐργασίας, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρεύουσιν ἀντιπρόσωποι ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν καὶ ἐπιστήμονες. Αἱ βάσεις καὶ αἱ λεπτομέρειαι αὐτοῦ εἶναι δικαιόταται καὶ κοινωνικώταται. Καὶ ἀπορῶ διατί ἠγέρθη τόσος θόρυβος ἐκ μέρους τινῶν τῶν προλαλησάντων κυρίων Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ ἰδανικὰ ἐπεστράτευσαν, ἀλλὰ καὶ ἀδίκους μομφὰς ἐπέρριψαν κατὰ τῶν ἀτυχῶν ὑπαλλήλων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Νομίζω ἀκόμη, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἄκαιρος καὶ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἡ συζήτησις, ἐκτραπεῖσα ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ συζητουμένου ἄρθρου καὶ στραφεῖσα εἰς ἐπίκρισιν τῆς κοινωνιῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι στοιχειώδους προνοίας καὶ στοιχειώδους δικαιοσύνης διὰ τάξεις μεγάλας πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ τιμίου ἱδρῶτος των πλουτίζουσι τοὺς προϊσταμένους των, ἀλλὰ καὶ συνεισφέρουσιν ἀκμαίας δυνάμεις ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου. Περαίνων δηλῶ ὅτι υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τοῦ Συναδέλφου κ. Μπρισιμιτζάκη, ἣν οὗτος ἀπέσυρε, νὰ κλείωσι τουτέστι τὰ καταστήματα τὸν χειμῶνα εἰς τὰς 7½ μ. μ. διὰ νὰ δύνανται οἱ μὲν ἄγαμοι ὑπάλληλοι νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰς νυκτερινὰς σχολὰς, οἱ δὲ ἔγγαμοι νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν των. Εἶναι ἐλαχίστη πρόνοια χάριν τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως καὶ τῆς ὑγιεινῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐργατῶν τοῦ ἐμπορίου.
§148Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Φρονῶ ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον συνεζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις, διότι εἰς παρατηρήσεις ἡμῶν περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ τοῦ ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, ἀπήντησε διὰ κοινῶν παρατηρήσεων καὶ διὰ τῆς μομφῆς ὅτι διὰ τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν ἠθελήσαμεν νὰ μεμφθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄν οὕτω τίθενται τὰ ζητήματα ἑκάστοτε ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἑκάστου νομοσχεδίου, πῶς δύναται νὰ χωρήσῃ συζήτησις; Ἡμεῖς μελετήσαντες τὸ νομοσχέδιον ἐσχηματίσαμεν τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐργασίας τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, ἐφέραμεν δὲ καὶ τοὺς λόγους ὧν ἕνεκα ἐνομίσαμεν ὅτι ὁ διακανονισμὸς οὗτος περιττεύει πρὸς τὸ παρόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ οὐδεμιᾶς τῶν αἰτιάσεων τούτων ἀπήντησεν. Εἶπεν μόνον ὅτι ἂν δὲν σημειοῦται διαμαρτυρία τις τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, τοῦτο συμβαίνει διότι καὶ τῆς λίμνης τὰ νερὰ δὲν κινοῦνται, ἀλλὰ σήπονται! Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὰ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Ρητῶς ἡμεῖς εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, πρῶτον τόσαι μεγάλαι ἐξαιρέσεις διατυποῦνται καὶ δὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε εἶναι ἀδύνατος, ἕνεκα ἐλλείψεως ὀργανώσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ τύχῃ οἱασδήποτε ἐφαρμογῆς. Ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἀπήντησεν.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 5ου ἄρθρου. Ἤδη συζητεῖται τὸ 3ον.
§150Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Γενικὴ συζήτησις εἶναι, ὡς γενικῶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπήντησεν εἰς γενικὰς παρατηρήσεις.
§152Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἴπομεν ἐξ ἄλλου ὅτι ἐκ πείρας ἡμῶν καὶ παρατηρήσεων γνωρίζομεν ὅτι αἱ σχέσεις τῶν καταστηματαρχῶν πρὸς τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ὁμαλαί, ὥστε εἶναι περιττὸν καὶ ἐπιβλαβὲς νὰ ἐκτραχυνθῶσι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Οὐδὲν ἐπὶ τούτου ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἴπομεν ὅτι νομοθετοῦμεν ἐπὶ ἐδάφους ἐντελῶς ἀγνώστου, τοῦ ἐδάφους τῶν νέων χωρῶν, καὶ ἐπὶ τούτου οὐδὲν ἀπήντησεν ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν διάταξιν ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῶσιν εἰς τὰς νέας χώρας τὰ κατὰ τὸ θέμα. Ὅταν λοιπὸν οὕτω διεξάγεται ἡ συζήτησις, Κύριε Πρόεδρε, καὶ ὅταν ἑκάστοτε εἰς ἑκάστην παρατήρησιν ἀντιτάσσεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι διὰ τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν, ἐπάγεται μομφὴ κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἑκάστοτε συζήτησις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκη, τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§154ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δίωρος διακοπὴ γίνεται 1 καὶ ½ διὰ τὸν χειμῶνα, συμφώνως ἄλλως τε πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στρατούλη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§155ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθεώρησα καλλίτερον ἐγώ, ὑποθέτω δ’ ὅτι συμφωνεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὁ δυνάμενος νὰ ἐκφέρῃ ἔγκυρον γνώμην, ἀντὶ τῆς 20 Δεκεμβρίου νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὰς 15, διότι ἡ κίνησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ νέου ἔτους, ἀρχίζει μᾶλλον ἀπὸ τότε, καὶ ἀντὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, νὰ θέσωμεν δύο ἑβδομάδας πρὸ τοῦ Πάσχα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§156ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ οὕτω· «ὡς ἐπίσης ἡ ἐνέργεια φορτωτικῶν ἐργασιῶν καὶ ἐργασιῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν φόρτωσιν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 7ον). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§157ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ πώλησις εἰς καταστήματα μένοντα ὁπωσδήποτε ἀνοικτά, εἰδῶν πωλουμένων εἰς καταστήματα μένοντα κλειστά. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§158Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν νὰ μένωσιν ἐντελῶς κλειστά. Εἶναι τόσον ἱερὰ ἡ ἡμέρα, ὥστε καλλίτερον εἶναι νὰ μένωσι κλειστά.
§159ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9ον μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὡς καὶ τὸ 10ον). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§160ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι 30 Μαΐου ἀντὶ 15. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§161ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «ὀπωροπωλεῖα καὶ λαχανοπωλεῖα». (Ψηφίζεται οὕτω τροποποιούμενον ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 13). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§162ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ἔνθα λέγει «κλείει» νὰ τεθῇ «δικαιοῦται νὰ κλείῃ». (Ψηφίζεται οὕτω τροποποιούμενον τὸ ἄρθρον).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν γενομένων δεκτῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γεωπονικῶν χημείων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§164ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελείφθη τὸ «ὡς λειτουργεῖ ἑκάστοτε».
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κ. Ἀθ. Χρηστοπούλου καὶ Ν. Χαριτάτου.
§166Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ προσόντων.
§168Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Παραπέμπει εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁ νόμος, εἰς ὃν παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, ὁρίζει προσόντα, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ μεταβληθῶσι ταῦτα καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι δύναται νὰ διορίζηται διευθυντὴς τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου ὁ φυσικομαθηματικός, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσεν ἔργα γεωπονικὰ εἰς γεωπονικὸν χημεῖον πλέον τῆς πενταετίας. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ 6 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Τὸ ἐν Ἀθήναις Γεωπονικὸν Χημεῖον ὀνομάζεται Κεντρικὸν Γεωπονικὸν Χημεῖον. Ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ ἐκτελεῖ, ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιθεωρήσεις τῶν Γεωπονικῶν Χημείων, ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἔτους, διὰ τὰ τεχνικὰ αὐτῶν ἔργα, ὑποβάλλων ἔκθεσιν περί τε τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ, περὶ διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν κατὰ ἑνιαῖον σύστημα. Διευθυντὴς τοῦ Κεντρικοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου διορίζεται ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρχαιότερος τῶν Διευθυντῶν Χημείων». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 6ον). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροπολογιῶν. (Γίνεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Σωματείων»). (Γίνεται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων περὶ τῆς κατατάξεως ὡς ἀνθυπιάτρων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ πολιτικῶν ἰατρῶν καὶ περὶ διδασκαλίας καὶ ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν τῆς τρίτης τάξεως τῆς Σχολῆς τῶν Ν. Δοκίμων κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1912–1913»).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῷ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Σπυρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 147 τοῦ 1914». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἀθ. Χριστόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Ὁ Βουλευτὴς κ. Θ. Παπαϊωάννου, ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Θέλουσιν ἅπαντα ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 8 καὶ 15′ μ. μ.).