1914.03.10
5.755 στίχοι · 44.639 λέξεις · 400 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 10ης Μαρτίου 1914.
(Δευτέρα, ὥρα 4,40′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Οἱ ἐκ Κερκύρας ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως καὶ ἀπολυθέντες τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ὑπολοίπου τῆς θητείας των κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀναβολῆς· Οἱ ἐργοστασιάρχαι μακαρονοποιΐας Κουτσούρας καὶ Χατζηγιάννης προμηθευταὶ τοῦ στρατοῦ παραπονοῦνται ὅτι ἐδόθη ἡ προμήθεια εἰς τὴν ἑταιρείαν Φιορέντη μὲ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ κεκανονισμένου. Ἡ κοινότης Αἰκατερίνης παρακαλεῖ, ὅπως διέλθῃ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ πλησιέστερον πρὸς τὸ χωρίον. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας κρατούμενοι 43 κατάδικοι Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναθεωρηθῇ ἡ δίκη των. Οἱ κάτοικοι Βονώρτης τοῦ δήμου Προσχίου τῆς Ναυπακτίας παρακαλοῦσιν, ὅπως συστηθῇ ἐκεῖ σχολεῖον καὶ ἀναγνωρισθῇ τὸ χωρίον των ὡς ἰδία κοινότης. Ἡ Ἀναστασία χήρα Ἀλ. Βουτυρᾶ, λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἀποθανόντος ἐκ συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις χήρας ταγματάρχου. Οἱ κάτοικοι Δραχμανίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποσταλῇ ἱερεὺς εἰς τὸ χωρίον των, διότι στεροῦνται παντελῶς τοιούτου. Ὁ παρὰ τῷ Εἰρηνοδικείῳ Δομοκοῦ ὑπογραμματεὺς Π. Δασκαλόπουλος ἀναλαβὼν καθήκοντα γραμματέως παρακαλεῖ, ὅπως ἀποζημιωθῇ. Ἅπαντα τὰ δημοδιδασκαλικὰ σωματεῖα ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀλαγονίας τῆς Μεσσηνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ νόμος ΓΩΛΒʹ περὶ προσθέτου φορολογίας. Ἡ Ἀναστασία, χήρα Λ. Χρυσάφη ἰατροῦ κατακρεουργηθέντος ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτὴν καὶ τὰ ἓξ ἀνήλικα τέκνα της.
§2Λ. ΝΑΚΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν καὶ νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ προκληθῇ εἰδικὸς νόμος, ἵνα ἀπονεμηθῇ σύνταξις ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς περιθάλψεως, ἡ ὁποία ἔχει ἀρκετὸν ποσόν, ἵνα ἐκεῖθεν χορηγῆται ἐπίδομα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν ἐμπόρων καὶ φαρμακοποιῶν Καλαμῶν ὁ κ. Κ. Γόντικας.
§6Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἀπών. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης.
§8Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ φορολογία πρὸς 1.45 δὲν εἶναι δικαία.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγ. Κοκκέβης.
§10Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ ἀναφερόμενος, κύριε Πρόεδρε, Δ. Παλιώτης ὑποβάλλει μελέτην διὰ τῆς ὁποίας φρονεῖ ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου ὑπ’ αὐτοῦ συστήματος λύεται τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, δηλαδὴ ὅπως τὰ ἡμίση τῶν κλημάτων τῆς σταφίδος μένωσι ἀχαράκωτα. Ἐν συνδυασμῷ δὲ πρὸς ἄλλα ἐν τῇ μελέτῃ του προτεινόμενα μέτρα καὶ ἄνευ τοῦ παρακρατήματος, καὶ ἄνευ τῆς ἐκριζώσεως δύναται νὰ λυθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ, ὅπως σταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἵνα τὴν ἀποστείλῃ εἰς ἐπιτροπὴν νὰ τὴν ἐξετάσῃ, καὶ ἂν τὴν εὕρῃ βάσιμον νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον ἐν καιρῷ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ κ. Γ. Βλάχος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων Λαρίσης.
§12Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§13Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ ἴδιον συνιστῶ καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε.
§14Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης καὶ ἐγώ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀνικάνων τραυματιῶν τοῦ πολέμου.
§16Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν τραυμάτων κατέστησαν ἀνίκανοι παραπονοῦνται διὰ τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς περιθάλψεως δὲν στέλλει τακτικῶς εἰς τὰς ἐπαρχίας των τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὁρισθῇ δι’ αὐτούς. Ἕνεκα τούτου ἀναγκάζονται νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἐνταῦθα, διὰ νὰ λαμβάνωσι ταῦτα καὶ οὕτως ὅ,τι πρόκειται νὰ λάβωσι τὸ δαπανῶσιν εἰς ναῦλα. Δεύτερον παραπονοῦνται ὅτι παρὰ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλαν αἱ διάφοροι κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι ἐντεῦθεν εἰς τὰς κατὰ τόπους ἀρχὰς νὰ προτείνωσι κατὰ προτίμησιν διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τραυματίας, δὲν προτείνονται οὗτοι. Πολλοὶ δὲ σχολάρχαι καὶ γυμνασιάρχαι δὲν ἠθέλησαν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ προσλάβωσι τραυματίας διὰ τὰς θέσεις τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν τῶν σχολείων. Τὰ παράπονα ταῦτα ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω πολὺ δίκαια καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ διατάξῃ ὅ,τι δύναται πρὸς θεραπείαν αὐτῶν. Ἐπιπροσθέτως δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀπαλλαγῶν ν’ ἀνακοινοῖ ἀμέσως τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐξεταζομένους τραυματίας, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα μένουσιν ἐν Ἀθήναις διὰ νὰ μάθωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως περιπλανώμενοι ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον καὶ ἐν τέλει δαπανῶντες καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν των δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ὅσα παράπονα ἀφορῶσι τὴν ἐπιτροπὴν περιθάλψεως νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς αὐτήν. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ κάμω τὰς ἀναγκαίας συστάσεις· ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράβλεψιν τῆς συστάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προτιμῶνται εἰς τὰς θέσεις οἱ τραυματίαι πολέμου, παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτάς, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουσιν ὡρισμένα γεγονότα, νὰ τὰ καταγγέλλωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος οὕτως ὥστε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λαμβάνων ἐπισήμως γνῶσιν νὰ ἔρχηται ἀρωγός.
§18Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἐγὼ ἔχω ἕνα καὶ ἐπαρουσίασα αὐτὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν διορίσῃ εἰς θέσιν κλητῆρος. Τὸν εἶδεν ὁ κ. Ὑπουργός. Παρακαλῶ νὰ διορισθῇ.
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γεννᾶται ἓν ἄλλο ζήτημα. Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις, δὲν ἔχομεν λόγον τινὰ νὰ τοὺς παύσωμεν πρέπει νὰ τοὺς παύσωμεν διὰ νὰ διορίσωμεν τοὺς ἄλλους; Ὄχι, βεβαίως. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, δὲν πρέπει νὰ διορίζηται ἄλλος τις ἐκτὸς τῶν τραυματιῶν.
§20Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι εἰς πολλὰ μέρη διωρισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρήματα καὶ δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὴν οἰκογένειάν των, ἀλλ’ εἶναι καὶ τραυματίαι οἱ ὁποῖοι εἶναι πένητες καὶ περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς θὰ κρίνωμεν τοὺς ἔχοντας καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας; Θὰ περιπέσωμεν εἰς χειρότερον κακόν.
§22Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἂς συστηθῇ τουλάχιστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπου βλέπουσι τοιαύτας περιπτώσεις νὰ τὰς προλαμβάνωσιν.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαρίστως καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κάμω.
§24Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δι’ ἐγκυκλίου μου παρήγγειλα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις ἢ ἐφ’ ὅσον οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ἐπιστάται καὶ ὑπηρέται κρίνονται ἀκατάλληλοι, νὰ προτείνηται πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἡ ἀντικατάστασις τῶν κρινομένων ἀκαταλλήλων κατὰ προτίμησιν διὰ τραυματιῶν ἢ ἀπόρων χηρῶν τῶν πεσόντων ὁπλιτῶν εἰς τὰς μάχας, ἀφ’ ὅτου δὲ ἀπηύθυνα τὴν ἐγκύκλιον μέχρι τοῦδε διωρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς 117 τραυματίαι ἢ παθόντες ἐκ τῶν πολέμων καὶ τοῦτο μέχρι πρὸ δέκα ἡμερῶν· ἔκτοτε διωρίσθησαν καὶ ἄλλοι. Οὐδεὶς ἔκτοτε διωρίσθη μὴ τραυματίας ἢ μὴ παθὼν ἐκ τῶν πολέμων εἰς τὰ σχολεῖα ἐπιστάτης, ὑπηρέτης ἢ ὑπηρέτρια, ἐκτὸς ἂν δὲν ὑπῆρχον τοιοῦτοι. Ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ἀξιώσεις, ὅπως ὄχι μόνον διορίζωνται εἰς τὰς κενὰς θέσεις εἰς ἀντικατάστασιν τῶν κρινομένων ἀκαταλλήλων ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κρινομένων καταλλήλων ὑπὸ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν νὰ ἐπιδιώκηται ἡ ἀπόλυσις. Ἐγὼ διεβίβασα ὅλας τὰς αἰτήσεις εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν διαφόρων σχολείων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ παραγγείλω εἰς αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς προτάσεις, διότι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχω ἐκ τοῦ νόμου. Ὡδήγησα αὐτοὺς ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπάρχοντες κρίνονται ἀκατάλληλοι νὰ προβαίνωσιν εἰς προτάσεις περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων διὰ τραυματιῶν ἢ ὁπωσδήποτε παθόντων ἐκ τῶν πολέμων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀνικάνων τραυματιῶν τοῦ πολέμου.
§26Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφέβαλλον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ συνίστα καὶ θὰ ἐπέμενεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρόκειται περὶ ὅλων τῶν Ὑπουργείων, καὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς συστάσεις μόνον, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἀφοῦ ἕνα, τοῦ ὁποίου ὑπέβαλον ἐγὼ τὴν αἴτησιν, ὁ Σχολάρχης δὲν τὸν προτείνει, διότι προέτεινεν ἕτερον, φίλον του; Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς βοηθοῦ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐνῷ παρουσιάσθη τραυματίας τοῦ ὁποίου χαίνει τὸ τραῦμα ἀκόμη, ἐπειδὴ ἐνδιεφέρετο ὁ ἐπιστάτης διὰ τὸν βοηθὸν ἐκεῖνον, δὲν τὸν προτείνει. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον καὶ νὰ καταστήσῃ ἐπιτακτικὸν τοῦτο εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς νὰ προτείνωσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προφανῶς εἶναι ἀνίκανοι μὲν νὰ ὑπηρετήσωσι πλέον τὴν πατρίδα, διότι ἐτραυματίσθησαν, ἀλλ’ ἱκανοὶ νὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν ἄλλην. Καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ἐξοικονομοῦμεν προσωπικὰ συμφέροντα!
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν περιῆλθον εἰς γνῶσίν του αἱ ἀθρόαι ἀπορρίψεις αἰτήσεων ἀναπήρων τοῦ πολέμου παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀπαλλαγῶν, κρινάσης κατ’ αὐστηρότατον μέτρον τὴν ἱκανότητά των καὶ ἥκιστα σύμφωνον πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ συντάξεως καὶ ποῖα μέτρα ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῶσι διὰ τοὺς τοιούτους ἀνικάνους πλέον νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῇν ὡς πρότερον».
§28Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μάθω ὑπὸ διαφόρων ἀναπήρων, ὅτι, ἀφοῦ εἰδοποιήθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ περιεπλανήθησαν ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον καὶ κατέληξαν τέλος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀπαλλαγῶν, ἥτις ἐν αὐστηροτάτῳ μέτρῳ παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ παρὰ τὸ δίκαιον ἔκρινεν αὐτούς, καίτοι ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των καὶ τὴν ὕπαρξίν των, ἔκρινεν αὐτοὺς ὡς ἀναξίους νὰ λάβωσι σύνταξιν, ἐνῷ ἐπανειλημμένως ἄλλαι ἐπιτροπαὶ τοὺς εὗρον ἀνικάνους διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἀνίκανοι πλέον νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα ὡς στρατιῶται, πῶς εἶναι ἱκανοὶ νὰ διατηρήσωσιν ἑαυτούς; Συνέπεσε νὰ ἴδω προχθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον στρατιώτην μὲ τεθραυσμένους τοὺς πόδας, ἕτερον δὲ μὲ τεθραυσμένην χεῖρα, περὶ ὧν ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ζήσωσιν. Εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος λογικῶς σκεπτόμενος νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν, ἐνῷ εἶναι σωματικῶς ἐλαττωματικοὶ καὶ συνεπῶς ἀνίκανοι; Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀπαλλαγῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτοι καὶ νὰ ῥίπτωνται εἰς τὰς ὁδοὺς οἱ ἀνάπηροι χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἐπικουρίαν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου!
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πραγματικῶς ὁ νόμος, ὅστις προνοεῖ περὶ τῶν ὅλως διόλου ἀνικάνων, ἔχει ἀτελείας. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν, καίτοι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ καθήκοντος. Διὰ νομοσχεδίου ὑποβληθησομένου προσεχῶς καὶ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ ἀρχιάτρου κ. Ἀρνὼ ῥυθμίζονται τὰ τῶν συντάξεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀνικανότητος τῶν τραυματιῶν.
§30Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τώρα δὲν δύναται νὰ ληφθῇ μέριμνα ὥστε νὰ μὴ ἐπανέρχωνται;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Γόντικας Ν. Συριόπουλος καὶ Δ. Γκλαβᾶς ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φαρμακοποιῶν Πατρῶν. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Κ. Γόντικας καὶ Ν. Συριόπουλος ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἑλένης Ντάσκα.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δ. Βρατσάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς σχολῆς.
§33Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Οἱ φοιτηταὶ τῆς Φαρμακευτικῆς σχολῆς δι’ εὐλαβοῦς ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ἵνα καὶ ἐξ αὐτῶν διορίζωνται ἐν τοῖς χημείοις τῶν νομῶν. Ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν τὸ ἔμβλημα τοῦ σπεισέρη ἦτο ἡ βδέλλα, παρῆλθε. Σήμερον οἱ φοιτηταὶ τῆς φαρμακευτικῆς σχολῆς καταρτίζονται εἰς τὴν πρακτικὴν ἄσκησιν ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς φοιτητὰς τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν. Φρονῶν ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην μεγάλης μερίδος τῶν Συναδέλφων μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν, καθόσον οἱ φοιτηταὶ τῆς Φαρμακευτικῆς Σχολῆς διδάσκονται τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπιβληθῆ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Λουκαδάκου. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἐλευθερίας συζύγου Δ. Βελόνη.
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτή, κ. Πρόεδρε, ἀνεκοινώθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου πρὸ τριῶν ἡμερῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Οὐχ ἧττον θεωρῶ καθῆκον νὰ γνωρίσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἡ ἀναφερομένη, ἡ ὁποία ἔχει ἡλικίαν ὑπὲρ τὰ 60 ἔτη καὶ σύζυγον γέροντα ἑβδομηκοντούτη, ἀνίκανον καὶ ἀσθενῆ, εἶχεν ἕνα καὶ μόνον υἱόν, χάριν τοῦ ὁποίου εἶχε διαθέσει ὅλην τὴν περιουσίαν της, κατωρθώθη δὲ νὰ γίνῃ οὗτος διδάκτωρ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς τρεῖς μῆνας μετὰ τὸν διορισμόν του ἔπεσεν εἰς τὴν μάχην τῶν Γεννιτσῶν ἐκπληρώσας εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Οἱ γέροντες αὐτοὶ ἔχουσι μίαν καὶ μόνον κόρην, εἶναι δὲ ἔρημοι πάσης περιουσίας. Συνιστῶ θερμότατα τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ ἰδίᾳ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ λάβῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην νὰ κρίνῃ μόνος του τί πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θνήσκουσιν ἐκ τῆς πείνης.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς περιθάλψεως. Δὲν θὰ ἦτο δὲ προσῆκον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναμιγνύηται προσωπικῶς εἰς τὰς ἀναφορὰς αὐτάς, οὔτε νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ συστήσω τὴν ταχεῖαν ἀπόφασιν.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ζητῶ τι ἄλλο, οὔτε εἰμὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἀποφάσει τῆς Βουλῆς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν περιθάλψεων. Νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σκεφθῶ νὰ κάμω εἰδικὸν νόμον συντάξεων. Θὰ δοθῇ ἡ σύνταξις διὰ νόμου εἰς τὰς χήρας, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τῶν περιθάλψεων δύναται νὰ δώσῃ περίθαλψιν. Ἑπομένως νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν περιθάλψεων καὶ ὄχι τῶν ἀναφορῶν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς περιθάλψεως ἐπιτροπὴν συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸν μεταναστευτικὸν σταθμὸν Νέας Ὑόρκης κρατοῦνται περὶ τὰς 3000 Ἕλληνες μετανάσται μὴ γενόμενοι δεκτοὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν μεταναστεύσεων λόγῳ τῆς κρατούσης ἐν Ἀμερικῇ χρηματιστικῆς κρίσεως καὶ συνεπῶς ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργασίας καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐρωτᾷ τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς τύχης τῶν ἀνθρώπων τούτων».
§42Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Οὐδεμία εἴδησις περὶ τοιούτου τινὸς περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί ἡ ἐνταῦθα στρατιωτικὴ ἀνακριτικὴ ὑπηρεσία δὲν ἐνεργεῖ μετ’ ἐπιμελείας καὶ δραστηριότητος περὶ τῆς ταχυτέρας περατώσεως τῶν εἰς χεῖρας αὐτῆς δικαστικῶν δικογραφιῶν, ἀφορωσῶν ὑποθέσεις κατὰ ὁπλιτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον διατελοῦσιν ὑπόδικοι, καὶ ὡρισμένως διατί ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν περατώνει τὴν ὑπόθεσιν τῶν καταχρήσεων διὰ ποσὰ μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς 50 δραχμάς, δι’ ἃ κατηγοροῦνται οἱ ὁπλῖται Βανδῶρος, Σοφιανόπουλος κλ. μεθ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ. Οἱ ὁπλῖται οὗτοι εἶναι προφυλακισμένοι πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους, ἡ δὲ ὑπόθεσίς των διατελεῖ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως καί, ὡς ἐνεργεῖται, δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ χρόνον ἀπροσδιόριστον. Ἐκ τούτων λαμβάνων ἀφορμὴν συνιστᾷ καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια ῥιζικὴ περὶ διαρρυθμίσεως τῆς ἐν γένει στρατιωτικῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως πρὸς ταχυτέραν τοῦ δικαίου ἀπονομήν». Εἶναι ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν οἱ ἀνθυπασπισταί, οἱ ἐπιτυχόντες εἰς τὰς Μεραρχιακὰς ἐξετάσεις διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, προβιβασθῶσι κατὰ τὴν 25ην Μαρτίου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ εἰσαχθῶσιν εἶτα εἰς τὴν Σχολήν, θὰ διατηρήσωσι τὴν ἀρχαιότητά των ἐξερχόμενοι ταύτης, ἢ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ ἀριστερόν».
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι συνεπείᾳ συστάσεως πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ὅπως οἱ ἐπιτυχόντες εἰς τὰς μεραρχιακὰς ἐξετάσεις ὑπαξιωματικοὶ εἰσαχθῶσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Σχολὴν ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεων, εὗρον ὅτι ἡ σύστασίς των ἦτο δικαία καὶ ἔδωκα τὰς δεούσας διαταγάς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν προήχθη ὁ ἀνθυπασπιστὴς τῆς Χωροφυλακῆς Βασίλειος Κομνηνὸς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, καίτοι ὑπάρχουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ σχετικαὶ ἐκθέσεις».
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἁπλούστατα· διότι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων δὲν ὑπέβαλε τοιαύτας ἐκθέσεις, δηλ. περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν.
§47Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις ὑπὲρ αὐτοῦ.
§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο, ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις δὲν δίδουσι δικαίωμα προβιβασμοῦ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ πρότασις ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων.
§49Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μᾶς πληροφορήσητε, ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ ἐκθέσεις αὐταὶ καὶ ἂν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως αἱ ὑπάρχουσαι ἐκθέσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον. Βεβαιῶ δ’ ὑμᾶς ὅτι, ἐὰν ἀποφαίνηται περὶ ὅλων, θὰ ἦτο ἀτελείωτος ὁ ἀριθμός. Δὲν ἕπεται ὅτι ὅλοι ὅσοι ἐγένοντο εἶχον ἐκθέσεις καὶ ὅσοι δὲν προετάθησαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἠδικήθησαν.
§51Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ μάθω· μήπως δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις καὶ ἠδικήθησαν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βακράτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος περὶ χορηγήσεως ἐκπαιδευτικῆς ἀδείας εἰς τοὺς μαχίμους μόνον ἀξιωματικούς, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς ὑγειονομικούς, ἀφορᾷ καὶ τοὺς ἤδη τυχόντας ἐκπαιδευτικῆς ἀδείας ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς, ἀνακληθέντας δὲ καὶ διακόψαντας τὰς σπουδάς των ἕνεκα τοῦ πολέμου χωρὶς νὰ συμπληρώσωσι τὴν ἄδειάν των.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ τυχόντες νομίμου καὶ κανονικῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀδείας δὲν στεροῦνται τοῦ δικαιώματος νὰ συνεχίσωσιν αὐτήν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουζάκης ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σουλάρι τῆς Φαλαισίας περὶ ἱδρύσεως ἐν τῷ χωρίῳ των σχολείου, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρρένων καὶ θηλέων μαθητῶν θέλει εἶναι ἀνώτερος τῶν 60, τὰ δὲ γειτονικὰ χωρία εὑρίσκονται πολὺ μακράν».
§55Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοιαύτη αἴτησις δὲν ἀνευρέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§56Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ τούτου, διότι εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου Σουλάρι φοιτῶσι περὶ τοὺς 60 μαθηταί, ἀπέχει δὲ τὸ χωρίον τοῦτο τοῦ Λεονταρίου πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας, ὥστε ἐν καιρῷ χειμῶνος νὰ μὴ δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν οἱ μικροὶ μαθηταί. Θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμότατα χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ἐκεῖ κοινωνίας νὰ φροντίσητε περὶ τούτου.
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν φθάσῃ ἡ αἴτησις καὶ ἴδω συντρέχωσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐνεργηθῇ πᾶν νόμιμον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Λ. Νάκος καὶ Λ. Κουτσοπέταλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἐπικειμένης παραλαβῆς τῶν ἔργων πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ κτήματος Τσαμαλίου τῆς Μονῆς Δομβοῦς παρὰ τὴν Κωπαΐδα καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς».
§59Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκ πληροφοριῶν, ἃς εἴχομεν, ἐμάθομεν ὅτι ἡ παραλαβὴ τοῦ ἔργου τῆς ὑπὸ τῶν Κορόζου καὶ Βαρδαβούλια ἀποξηράνσεως γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν Μονὴν Δομβοῦς, ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον. Ἀπηυθύναμεν τῇ 10 Ὀκτωβρίου 1913 τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22.070 ἔγγραφον πρὸς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, δι’ οὗ ἐπεστήσαμεν αὐτῷ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὴν παραλαβήν, καθ’ ὅσον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κριθῇ, ἐὰν καλῶς ἐξετελέσθη τὸ ἔργον, ἀφοῦ κίνδυνος πλημμύρας ἐπίκειται κυρίως κατὰ τὴν ἄνοιξιν καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ παραλαβή. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον διέταξε τηλεγραφικῶς τὴν Μονὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν παραλαβὴν ἄνευ ἀδείας αὐτοῦ καὶ οὕτω μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο αὕτη. Θὰ ὑποδείξωμεν ἤδη εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ὅτι πρέπει διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ἔργου νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ Β. Δ. τῆς 20 Μαρτίου 1884, «περὶ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων συμβάσεων» ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἑτέρου Β. Δ. ἀπὸ 27 Αὐγούστου 1910, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ παραλαβὴ ἔργων ἀξίας κατωτέρας τῶν 30.000 δραχ. ὡς τὸ προκείμενον, γίνεται προσωρινὴ καὶ ὑπὸ ἐπιτροπῆς διοριζομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τῶν ἀνωτέρω δὲ ἐλπίζομεν ὅτι ἀρκούντως θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Μονή.
§60Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐπίκειται ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ ἐνέργεια πρέπει νὰ γίνῃ συντόμως.
§61Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔλαβον πρόνοιαν.
§62Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὑπάρχει πάλιν κίνδυνος νὰ σταλῇ δικηγόρος νὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον, ὡς τοῦτο συνέβη εἰς τὴν προηγουμένην δεκαετίαν, διότι προχθὲς ἦλθον ἐνταῦθα καὶ συνεφώνουν πρὸς διάφορα πρόσωπα.
§63Λ. ΝΑΚΟΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ μιᾶς ὑποθέσεως τῆς ὁποίας ὁ μᾶλλον ἐπιεικὴς χαρακτηρισμὸς εἶναι ὅτι εἶναι σκανδαλωδεστάτη. Διεξήχθη ἄλλοτε θυελλώδης συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἦτο ἡ ἀποστολὴ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη καὶ ὑπέβαλε τὸ πόρισμά της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔκτοτε ἡ ὑπόθεσις μένει ἐκκρεμής. Πρόκειται περὶ συμβάσεως μεταξὺ ὡρισμένων προσώπων ἐν Λεβαδείᾳ τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον ἐργολαβικῶς νὰ ἀποξηράνωσι γαίας καλλιεργησίμους, ἀνηκούσας εἰς τὴν μονὴν Δομβοῦς, ἐνῷ ὑπῆρχε προσφορὰ ἐκ μέρους ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἔδιδε 10 χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς γαίας πρὸς καλλιέργειαν. Ἡ τότε ἐν τούτοις διοίκησις ἔκρινε καλὸν νὰ τὰς παραχωρήσῃ διὰ τῆς μεθόδου τῆς συμβάσεως τῆς ἀποξηράνσεως, ἵνα τὰς νέμωνται ἐπὶ ἔτη δωρεὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὴν ἀποξήρανσίν των. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶπον, ἔκαμε τότε βιαίας πλὴν δικαίας ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατωρθώθη νὰ ἀποσταλῇ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή. Μετὰ τὴν πρώτην σύμβασιν τῆς παραχωρήσεως καὶ ἀφοῦ παρέλαβε τὸ δῆθεν ἔργον ὁ τότε Νομάρχης, μετὰ γνωμοδότησιν ἑνὸς δικηγόρου, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω πῶς μετεποιήθη εἰς εἰδικὸν ὑδραυλικὸν καὶ ἀπεφάνθη ὅτι αἱ γαῖαι εἶχον ἀποξηρανθῆ, καὶ βεβαίως ἦσαν ἀπεξηραμμέναι, διότι οὐδέποτε ἦσαν λίμνη, μετὰ τὴν πρώτην λέγω, παραχώρησιν καὶ παραλαβὴν ὁ ἀδελφὸς τοῦ πρώτου ἀναδόχου ὑπέβαλε νέαν αἴτησιν ζητῶν νὰ τῷ παραχωρηθῶσιν ἐκ νέου αἱ γαῖαι, ἵνα τὰς ἀποξηράνῃ. Καὶ ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος εἶχε παραλάβει ὡς ἀπεξηραμμένας τὰς γαίας, ἐγνωμοδότησεν ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ τὰς ἀποξηράνῃ ἐκ νέου καὶ αὐτός. (Γέλωτες).
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο Νομάρχης;
§65Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὁ κ. Σέκκερης. Παρεδόθη λοιπὸν εἰς τὸν ἀδελφὸν τοῦ πρώτου ἀναδόχου διὰ νὰ τὰς ἀποξηράνῃ καὶ αὐτός. Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον αὐτό· παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν συμβαίνει καί τι ἀκόμη χεῖρον. Ὑπεξηρέθη, ἐπαναλαμβάνω τὴν λέξιν, ὑπεξηρέθη τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔδωκε προσφορὰν 10 χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ καὶ καλλιεργήσῃ τὰς γαίας αὐτάς. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ μὴ φαίνηται ἡ προσφορά. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔλαβε χώραν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅστις ἐδήλωσε τότε ὅτι ἔδωκε διαταγάς, ὅπως ἡ ἀνάκρισις τελειώσῃ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 6 ἔτος καὶ ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐτελείωσεν εἰσέτι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσι πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κάμνω δὲ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἠγέρθη ἀγωγὴ συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μομφερράτου πρὸς διάλυσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ ἡ ἀγωγὴ αὐτὴ ἐδόθη εἰς ἕνα δικηγόρον· ὁ δικηγόρος αὐτὸς ἐγένετο σύντροφος τῶν ἀναδόχων καὶ ἡ ἀγωγὴ δὲν ἐξεδικάσθη. Βλέπετε πόσα ὑποκρύπτονται σκάνδαλα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα. Θὰ τὸν παρακαλέσω ἐπίσης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν, διότι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή.
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει δικογραφία;
§67Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι ὑπάρχει φάκελος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰς τὸ τμῆμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν.
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παλαιός;
§69Λ. ΝΑΚΟΣ. Μάλιστα· παλαιὸς καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸν καταθέσητε.
§70Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πολὺ καλά.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης.
§72Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός καὶ ν’ ἀναβληθῇ παρακαλῶ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ραφτόπουλος ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις ὑπὲρ τοῦ ἐκκρεμοῦς καὶ τὰ μάλιστα ἐνδιαφέροντος ζητήματος τοῦ παρὰ τὴν δυτικὴν ἀκτὴν τῆς Λακωνίας παραγομένου εἰς μικρὰν ποσότητα ἅλατος.
§74ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Κ. Σταμούλης, Ν. Γαρδικιώτης, Χ. Καρᾶς «ἐρωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἂν σκέπτηται καὶ πότε, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν γεωμετρῶν, καθ’ ὅσον ἐπείγουσα καὶ ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη συμπληρώσεως τῶν συνεργείων καταμετρήσεως καὶ διανομῆς κτημάτων ὑπάρχει».
§76ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγεννήθησαν πολλὰ κενὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γεωμετρῶν, θέλω δὲ ὡς ἐκ τούτου ὑποβάλει προσεχῶς νομοσχέδιον πρὸς συμπλήρωσιν. Ἀναβάλλεται εἶτα ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Π. Πετροπουλάκη, ὅστις ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν σκοπῇ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἁλιείαν δι’ ἁλιευτικῶν πλοίων Ἰταλικῶν (ἀνεμοτρατῶν) ἐντὸς τοῦ Λακωνικοῦ κόλπου, τηρουμένων τῶν σχετικῶν διατάξεων.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Ξηρός, Ι. Δελμοῦζος, Θ. Παπαϊωάννου, Κ. Λιδωρίκης «πληροφορούμενοι ὅτι ἐκ τῶν πρώτων θεμάτων τῶν πρὸς συζήτησιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τῆς Αὐστριακῆς ἀποστολῆς εἶναι ἡ ἐκ μέρους τῆς Αὐστριακῆς ἀποστολῆς πρότασις πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῶν κατειργασμένων δερμάτων βοῶν, χρησιμευόντων ὡς πέλματα ἀρβυλῶν καὶ λοιπῶν ὑποδημάτων, καὶ ἄλλης ἐπίσης κλάσεως δερμάτων «βακέτων», πρότασις αὐτόχρημα καταστρεπτικὴ διὰ τὴν βυρσοδεψίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἧς χιλιάδες ἀποζῶσιν οἰκογένειαι, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς προεδρεύοντα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς ὅτι ἀποδοχὴ εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει προτάσεως περὶ ἐλαττώσεως δασμοῦ τῶν εἰσαγομένων κατειργασμένων δερμάτων βοῶν ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν στέρησιν ἄρτου εἰς χιλιάδας οἰκογενειῶν πτωχῶν καὶ τὸ κλείσιμον ἁπάντων τῶν βυρσοδεψικῶν ἐργαστηρίων τῆς Ἑλλάδος, τοσούτῳ συντρεχόντων εἰς τὴν πρόοδον τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας, καὶ συνιστῶσι θερμῶς, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν μελῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα».
§78Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Οἱ κ. κ. Κ. Λομβάρδος, Ν. Μουζάκης, «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἐπληρώθησαν ὁ μισθὸς καὶ αἱ λοιπαὶ ἀποδοχαὶ εἰς διαφόρους ἐφέδρους ἀνθυπιάτρους, εἴκοσι τὸν ἀριθμόν, οἵτινες ὀνομασθέντες διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῆς 9 Ὀκτωβρίου καὶ ἀναλαβόντες ὑπηρεσίαν τὴν 21 Ὀκτωβρίου 1913 ἀπελύθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας των, ἐνῷ ἕτεροι ἀνθυπίατροι ἀργότερον ὀνομασθέντες ἐπληρώθησαν».
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θ’ ἀπαντήσω προσεχῶς. Ἀναβάλλεται εἶτα ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Εὐθ. Βελλιανίτου παρακαλοῦντος τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ νομοσχέδια τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας θὰ συζητηθῶσι καὶ πότε, ἀφοῦ πρὸ καιροῦ ἡ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐπείγουσαι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐθ. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ προαγάγῃ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἀνθυπασπιστῶν τῆς χωροφυλακῆς 52 τοιούτους εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ ἡ προαγωγὴ αὕτη.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ προαγωγὴ θὰ γίνῃ κατόπιν ἐξετάσεων.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Κανναβὸς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης ἀπὸ ἕξ μηνῶν καὶ πλέον ὁ στρατιώτης τοῦ 6ου πεζικοῦ συντάγματος Μπισμπίκης Παναγιώτης καὶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ κατ’ αὐτοῦ δικογραφία, καθόσον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδαμῶς κατωρθώθη ἡ ἀνακάλυψις αὐτῆς.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τούτου. Εἰσέρχεται εἶτα ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κοπανίτσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ περὶ ταχείας συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου Βαμβακοῦς τοῦ δήμου Οἰνοῦντος ἢ τοὐλάχιστον περὶ τοποθετήσεως ἑνὸς ἔτι διδασκάλου, τοῦ μόνου διδάσκοντος πάντα τὰ μαθήματα εἰς ὅλας τὰς τάξεις τοῦ σχολείου τούτου μὴ δυναμένου νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διδασκαλίας». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Βρατσάνος ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν· 1) Διατί δὲν διετάχθη ἀνάκρισις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρατηρηθείσης παύσεως τοῦ πυρὸς τοῦ Θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» κατὰ τὴν κρισιμωτάτην στιγμὴν τῆς ναυμαχίας τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1912. 2) Διατί δὲν διετάχθη ἀνάκρισις πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ὑπευθύνου διὰ τὴν ἐκ τοῦ θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» διεκφυγοῦσαν τορπίλλην, ἥτις μὴ ἀφαιρεθεῖσα μετὰ τὴν πρώτην ναυμαχίαν ἐκ τοῦ πρυμναίου ὑποβρυχίου τορπιλλοβλητικοῦ αὐλοῦ της διεξέφυγε καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ προσκρούσῃ ἐπὶ τοῦ ὄπισθεν καὶ εἰς γραμμὴν παραγωγῆς ἀκολουθοῦντος θωρηκτοῦ «Σπέτσαι», πλανηθεῖσα δὲ προσέκρουσεν ἐπί τινος σημείου τῆς ἀκτῆς τῆς νήσου Ἴμβρου καὶ ἐξερράγη, κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν ἔκθεσιν τοῦ διοικητοῦ τῆς νήσου ταύτης. 3) Διατί δὲν διετάχθη ἀνάκρισις διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν αἰτίων τῆς ἀστοχίας τοῦ πυρὸς τοῦ θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» καὶ τῶν μηδαμινῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ κατὰ τὴν δευτέραν ναυμαχίαν τῆς 5 Ἰανουαρίου 1913, ὅστις βαλὼν 785 βολὰς ἐκ μεγίστων ἀποστάσεων καὶ ἀμεθόδως ἐντὸς τριάκοντα καὶ πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας, παρέμεινεν εἶτα ἐπὶ μῆνα καὶ πλέον ἐλλείψει πυρομαχικῶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἡμερολογίων τοῦ πυροβολικοῦ, ἄοπλος. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἕνεκεν τίνος λόγου δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι τὸ βούλευμα ἐπὶ τῆς ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ὑφισταμένης ἐκκρεμοῦς κατηγορίας ἐπὶ ἀπάτῃ εἰς βαθμὸν κακουργήματος κατὰ τῶν πρώην νομάρχου Βοιωτίας Χ. Σέκκερη, Ε. Κορίζου, Ι. Βαρδαβούλια, τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς μονῆς Δομβοῦς, πράξει πραχθείσῃ κατὰ τὸ ἔτος 1908 καὶ μηνυθείσῃ ἀμέσως καὶ ἕνεκεν τίνος λόγου ἀνεβλήθη καὶ ἀναβάλλεται ἐπὶ ἑξαετίαν ὁλόκληρον ἡ ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ βουλεύματος.
§85Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κωμῳδία αὐτή, ἡ ὁποία παίζεται ἐπὶ τόσον χρόνον ἤδη, διότι θὰ ἦτο ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα.
§86Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα.
§87Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τίνα μέτρα; Ὁ κ. Βαρδαβαλιας εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐργολάβων καὶ εἶναι σήμερον Δικηγόρος τῆς Μονῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετροπουλάκης.
§89Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ διαγραφῇ παρακαλῶ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας διατάξεως.
§90Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἀνεβλήθη ἡ ἐπερώτησις νομίζω.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Τσακανίκας καὶ Ι. Χριστοδουλιᾶς παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων μισθωμάτων εἰς διαφόρους ἰδιοκτήτας οἰκημάτων ἐν Ἀμφιλοχίᾳ ἐπιταχθέντων καὶ καταληφθέντων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἐμπόλεμον τοῦ Κράτους περίοδον».
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ λάβω μέτρα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ταχείας κατασκευῆς τῆς γεφύρας Μουργγάνι τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν μόνον σύνδεσμον τῆς ὅλης συγκοινωνίας μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου.
§95Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ παρακαλῶ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῶν προϊόντων τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καὶ ἰδίᾳ τῶν καπνῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις».
§97Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν καπνῶν. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν γίνεται εἰσαγωγὴ καπνῶν, διότι ἐξακολουθεῖ τὸ ὑπάρχον μονοπώλιον.
§98Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐὰν ἤκουσα καλῶς, πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον.
§99Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περὶ συστάσεως ἑταιρείας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὑπόμνημα τῶν παντοπωλῶν Πατρῶν ὑποβληθὲν πρό τινος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀποβλέπον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ εἰδῶν τινων τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐξ οὗ θὰ ἀνεκουφίζοντο αἱ λαϊκαὶ τάξεις.»
§101Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θέλει ἔλθει μετ’ ὀλίγον πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑποβληθὲν δασμολογικὸν νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλουσι συζητηθῆ αἱ σχετικαὶ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Καλαντζόπουλος, Β. Πουλιάσης, Π. Φίλιππας κλπ. «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπανορθώσῃ εὐαρεστούμενος τοὺς ἀδικηθέντας προφανῶς ἀνθυπασπιστὰς τῆς χωροφυλακῆς Βοβολίνην Στέφανον, ὅστις ἔχων εἰδικὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἰταλικῆς ἀποστολῆς πρότασιν διὰ παρασχεθείσας ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας δὲν προήχθη, ὡς ἅπαντες οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδίᾳ προτάσει ἀναγεγραμμένοι, καὶ Πέπαν Δημήτριον, ὁ ὁποῖος ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κεκυρωμένον πίνακα τῶν ἐνωμοταρχῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου δὲν προήχθη, καίτοι ἐχήρευε θέσις ἐν τῷ σώματι πολὺ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ἐν τῷ Σώματι πλεῖσται ἤδη κεναὶ θέσεις ὑπάρχουσι καὶ ἰδίᾳ διότι ἀμφότεροι τυγχάνουσιν ἐπίλεκτα τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σώματος μέλη, ἀρτίας μορφώσεως, πλέον ἢ ἱκανοὶ διὰ νὰ καθέξωσι τὴν βαθμίδα τοῦ ἀξιωματικοῦ».
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἀπαντήσω. Θὰ ἐξετάσω πρότερον τὸ ζήτημα καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§104Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ κάμω τὴν πρότασιν ταύτην ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τοῦ ἀνωτέρου ὑπαξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς Στεφάνου Βοβολίνη. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀνθυπασπιστὴς τῆς χωροφυλακῆς δύναμαι νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων καὶ ἱκανωτέρων ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καθόσον καὶ ἀστυνομικὴν ἰδιοφυΐαν καὶ μόρφωσιν τελείαν κέκτηται, διότι ἐκτὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης γνωρίζει καὶ ὁμιλεῖ ἀπταίστως τρεῖς ξένας γλώσσας, Ἰταλικὴν, Γαλλικὴν καὶ Γερμανικήν. Πρὸς ὑποστήριξιν τούτου ἐπικαλοῦμαι τὰς ὑποβληθείσας ἐκθέσεις τῶν προϊσταμένων αὐτοῦ, ἐπικαλοῦμαι ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν τῆς κατασυντρίψεως τῆς ληστοσυμμορίας Φλώρου. Αὐτὸς κατασυνέτριψε τὴν ληστοσυμμορίαν ἐκείνην, ἥτις ἐλυμαίνετο τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Αὐτὸς ἀνεκάλυψε καὶ συνέλαβε τὸν διάσημον Γάλλον ἀπατεῶνα Μπόλ, ἐνῷ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ προϊστάμενος αὐτοῦ κατεδικάσθη εἰς ὀκτάμηνον φυλάκισιν ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Αὐτὸς κατέσχε μέγα ποσὸν λαθρεμπορίου καὶ ὠφέλησε τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 600 χιλ. δραχμῶν. Αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας προσέφερεν ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπαξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὅμως παρηγκωνίσθη καὶ ὅμως δὲν προήχθη. Φρονῶ λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπον καὶ δίκαιον εἶναι, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς Πολιτείας, νὰ μὴ μένῃ παρηγκωνισμένος. Ἐφιστῶ ὅθεν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρακαλῶ, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα διὰ τὴν ἀπολύτως δικαίαν προαγωγὴν αὐτοῦ.
§105Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν ἰδιαιτέραν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν στηριζομένου εἰς πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία εἶναι θερμοτάτη ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ἐκτελεῖ ἄριστα τὸ καθῆκόν του. Τὴν μόρφωσιν καὶ ἱκανότητα ἄλλως τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἀντελήφθη καὶ ὁ ἴδιος κ. Πρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ θέρος.
§106Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί· τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκπληρῶ ἔργον συνειδήσεως, καθ’ ὅσον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἔχω γνώμην διὰ τὸν ἀνθυπασπιστὴν Στέφανον Βοβολίνην ὑπηρετήσαντα ὡς ἐνωμοτάρχην εἰς τὴν πατρίδα μου, ἡ ὁποία ὀφείλει αὐτῷ εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν δημοσίαν αὐτῆς ἀσφάλειαν. Εἶναι ἰδιοφυΐα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀστυνομικὴ ἀστυνομικὸν ὄργανον Εὐρωπαϊκοῦ Κράτους, δραστήριος, γλωσσομαθής, εὐγενής, ἤπιος, τιμᾷ τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ πρέπει νὰ προαχθῇ. Δὲν γνωρίζω τίνες ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, ὥστε τοιοῦτος ὑπαξιωματικὸς διακεκριμένος νὰ παραγκωνισθῇ, καίτοι εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐθνικῆς παραστάσεως ἐχρησίμευσεν π. χ. Ὅτε ἦλθε ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας εἰς Κέρκυραν καὶ πολλοὶ ἐπίσημοι ξένοι διετέθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των· μεθ’ ὅλα ταῦτα ὅμως κατήντησε νὰ εἶναι μόνον ἀνθυπασπιστής, ἐνῷ ἄλλοι, ὡς ὁ κ. Κηρῦκος, ταγματάρχαι!!
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης, Ν. Ῥαυτόπουλος, Θ. Πετμεζᾶς, Ν. Συριόπουλος, Ἰ. Βέρροιος, Γ. Τσακανίκας, Ἰ. Κανναβός, Ν. Ξηρός, Μ. Φωτιάδης, Π. Φλέσσας, Δ. Κανελλόπουλος καὶ Σ. Ἀναστασιάδης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπανορθώσῃ εὐαρεστούμενος εἰς τοὺς οἱονεὶ ἀδικηθέντας προφανῶς ἀνθυπασπιστὰς τῆς χωροφυλακῆς Βοβολίνην Στέφανον, ὅστις ἔχων εἰδικὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἰταλικῆς ἀποστολῆς πρότασιν διὰ παρασχεθείσας ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας, δὲν προήχθη ὡς ἅπαντες οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδίᾳ προτάσει ἀναγεγραμμένοι, καὶ Πέπαν Δημήτριον, ὁ ὁποῖος ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κεκυρωμένον πίνακα τῶν ἐνωμοταρχῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, δὲν προήχθη, καίτοι ἐχήρευε θέσις ἐν τῷ σώματι πολὺ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ἐν τῷ Σώματι πλεῖσται ἤδη κεναὶ θέσεις ὑπάρχουσι, καὶ ἰδίᾳ διότι ἀμφότεροι τυγχάνουσιν ἐπίλεκτα τοῦ ἀστυνομικοῦ Σώματος μέλη, ἀρτίας μορφώσεως, πλέον ἢ ἱκανοὶ διὰ νὰ καθέξωσι τὴν βαθμίδα τοῦ ἀξιωματικοῦ».
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς τῶν Μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου περὶ ἀμφοτέρων τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων ὁμοῦ, ἤτοι νὰ ὁμιλήσω τόσον περὶ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἠγοράσθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αἱ μετοχαὶ τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, ὅσον καὶ περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ἐγένετο καὶ τώρα ἡ συζήτησις.
§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα. Θὰ ἀρχίσω ὑποβάλλων παρατηρήσεις μου ἀπὸ τῆς δευτέρας ἐκ τῶν συμβάσεων τούτων, ἤτοι ἀπὸ τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ Δημόσιον παρεχώρησεν εἰς τὴν μετ’ αὐτοῦ συμβληθεῖσαν ἑταιρείαν τὴν κατασκευὴν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος γραμμῆς ἀντὶ τιμήματος τοῦ ὁποίου ὡρίσθη τὸ ἀνώτατον ὅριον εἰς 12.000.000. Συνεφωνήθη ὅμως ὅτι τὸ τίμημα δὲν θὰ καταβληθῇ οἷον ὡρίζετο κατὰ τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ὅριον, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ συμφώνως πρὸς τὰς γενησομένας δαπάνας, προστιθεμένου κέρδους ἴσου πρὸς 15% ἐπὶ τῶν δαπανῶν. Ὡρίσθη δὲ περιπλέον ὅτι πᾶσα διαφορά, ἡ ὁποία ἤθελε προκύψει μεταξὺ τοῦ τεθέντος ἀνωτάτου ὁρίου τῶν 12.000.000 δραχ. καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε δαπανηθῇ πράγματι, θέλει διανέμεσθαι μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν. Ἐὰν ἡ διαφορὰ ἀνέλθῃ εἰς 1.000.000, θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ἥμισυ ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία. Ἐὰν ἡ διαφορὰ ἀνέλθῃ εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ 1.000.000, θέλει λάβει ἐπὶ μὲν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τὸ ἥμισυ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ἥμισυ ἡ ἑταιρεία, ἐπὶ δὲ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπερβαίνοντος τὸ 1.000.000 θέλει λάβει τὸ Δημόσιον 60% καὶ 40% ἡ ἑταιρεία. Ἐὰν ἡ διαφορὰ ἤθελεν ὑπερβῇ καὶ τὰ 2.000.000, τότε τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἑκατομμυρίου θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ, ἐπὶ τοῦ δευτέρου 40%, ἐπὶ τῶν ἐπὶ πλέον 30%. Ἐὰν δὲ ἡ διαφορὰ ὑπερβῇ καὶ τὰ 3.000.000, τότε τὸ Δημόσιον θέλει λάβει ἐπὶ τοῦ πρώτου, δευτέρου καὶ τρίτου ἑκατομμυρίου ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐπὶ τοῦ ἐπὶ πλέον δὲ τῶν 3.000.000 ποσοῦ θέλει λάβει 80% καὶ 20% ἡ ἑταιρεία. Τοιαύτης οὔσης τῆς συμφωνίας ἔχει βεβαίως σπουδαιότητα ἡ τάξις τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου, διότι πᾶν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπὶ ἔλαττον δαπανηθῆ, θέλει μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου πληρωθῆ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐν τῷ ποσοστῷ, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα. Καὶ ἀμέσως προβάλλει τὸ ἐρώτημα ἔχοντος πρακτικὴν ἀξίαν οὐσιώδη διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῶν 12 ἑκατομμυρίων, ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ὅριον τοῦτο τῶν 12 ἑκατομμυρίων ἢ ἔπρεπε νὰ ταχθῇ ὅριον κατώτερον; Καὶ τοῦ ἐρωτήματος οὕτω τιθεμένου, ἐπιβάλλεται ἀμέσως ἡ ἔρευνα· πῶς, ἐπὶ τίνι βάσει, ἐπὶ τίνι ὑπολογισμῷ ἐτάχθη τὸ ὅριον τοῦτο; Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀγορεύσας κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναπτύξας τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἐξέθηκαν τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθέντες ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῶσιν ὡς ἀνώτατον ὅριον τὰ 12 ἑκατομμύρια. Ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα ταῦτα; Μελέται ἐγένοντο τέσσαρες· μία ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων, τρεῖς ὑπὸ τριῶν διαφόρων ἐργολάβων, δηλαδὴ ὑπὸ τριῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν διατεθειμέναι νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον ἐργολαβικῶς. Ἡ πρώτη γενομένη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων ὑπελόγισε τὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου εἰς 6.900.000 δραχ. Αὐτὸς ἦτο ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπίσημος ὑπηρεσία τοῦ Κράτους κατήρτισε περὶ τῆς ἀπαιτηθησομένης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου δαπάνης. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ὑπολογισμοῦ εἶναι αἱ τρεῖς μελέται καὶ οἱ τρεῖς προϋπολογισμοὶ τῶν τριῶν ἐργολαβικῶν ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσι μεγάλως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ γενομένου ὑπὸ τῆς Δημοσίας Ὑπηρεσίας. Διότι ὁ μὲν εἷς, ὁ τῆς ἑταιρείας, μεθ’ ἧς κατηρτίσθη ἡ σύμβασις, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 12.920.000, ὁ τῶν ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων εἰς 11.660.000 καὶ ὁ τρίτος, ὁ τῆς ἐν Βερολίνῳ ἐργολαβικῆς ἑταιρείας Leng καὶ Σα, εἰς 12.175.000. Ἡ διαφορὰ, ὡς εἶπον, μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπίσημος δημοσία ὑπηρεσία ἐπεχείρισε καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους κατήρτισαν αἱ ἐργολαβικαὶ ἑταιρεῖαι, εἶναι ὀγκωδεστάτη. Ἰδίως δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἑταιρείας, μεθ’ ἧς τὸ Κράτος συνεβλήθη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πλησιάζει εἰς τὸ διπλάσιον, διότι ἐνῷ ἔχομεν 6.900.000 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἔχομεν 12, 900, 000 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἑταιρείας. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη, Κύριοι, τοιούτων ὄντων τῶν ἀριθμῶν, νὰ παρασχεθῇ ἡ δικαιολόγησις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐδέχθημεν ἔχοντες ὑπολογισμὸν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας 6.900.000 δρ., νὰ τεθῇ ὡς ἀνώτατον ὅριον τὸ ποσὸν τῶν 12.000 000 δραχμῶν; Καὶ ἡ δικαιολόγησις αὕτη ἐγένετο διττῶς. Ἐγένετο πρῶτον διὰ μιᾶς γενικῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἀγορεύων. Διὰ τῆς παρατηρήσεως ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι οἱ μηχανικοὶ οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Δημοσίου ἐξεπροσώπουν τὸ δημόσιον, ἐξεπροσώπουν τὸν ἐργοδότην, ἐξεπροσώπουν τὸ ἡμέτερον συμφέρον, ἵνα τὸ ἔργον δοθῇ εἰς ὅσον ἔνεστι ἥττονα τιμήν, καὶ ἑπομένως οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτῶν φυσικὸν ἦτο νὰ γίνωσι ὑπεράγαν φειδωλοὶ καὶ συνεπῶς νὰ κριθῶσιν ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰ πράγματα. Κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχω νὰ ἀντιτάξω πρῶτον ὅτι, ὅταν ὁ ἐργοδότης ἐπιχειρῇ τὴν μελέτην ἔργου τινὸς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ ἀποβλέπει εἰς δύο τινά. Τὴν μελέτην ταύτην τὴν θέλει πρὸ παντὸς καὶ κατὰ κύριον λόγον διὰ νὰ φωτίσῃ ἑαυτὸν περὶ τοῦ ἔργου, ἵνα παράσχῃ εἰς ἑαυτὸν τὴν γνῶσιν περὶ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸ ἔργον δαπάνης. Βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν μελέτην ταύτην, ἵνα ἐπ’ αὐτῆς στηρίξῃ ἐπιχειρήματα κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν μετ’ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον. Ἀλλ’ ὁ προέχων λόγος τῆς συντάξεως μελέτης παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃ ἔργον, εἶναι φωτισμὸς ἑαυτοῦ περὶ τοῦ ἔργου, ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν ἐν λόγῳ προϋπολογισμόν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, καὶ βεβαίως εἶχε τὴν ἐπίγνωσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὸν φωτισμὸν τοῦ Κράτους, δὲν συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τῆς προσηκούσης ἀκριβείας. Ἐκτὸς τοῦ προορισμοῦ του τούτου ὁ προϋπολογισμὸς ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἔδαφος, ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῶσιν οἱ κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν ἰσχυρισμοὶ τοῦ Κράτους ἐπιδιώκοντος ὅσον ἔνεστι μείζονα μείωσιν τοῦ τιμήματος. Καὶ ἐκ τούτων ἠδύναντο οἱ συντάξαντες αὐτὸν ν’ ἀχθῶσιν εἴς τινα φειδωλίαν περὶ τὰς τιμάς. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ μέχρι τοῦ ἡμίσεος καὶ ὄχι περὶ ἁπλῆς φειδωλίας περὶ τὴν ἐκτίμησιν. Καὶ οὕτως ἡ γενικὴ αὕτη παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ μόνης ταύτης τῆς ἀπόψεως ἐξεταζομένη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πειστική. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελεν ἔχει ἀξίαν, δὲν νομίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ μάλιστα ὄχι μὲ τὸ ἴδιον μέτρον, ἀλλὰ μὲ μεγαλύτερον εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους κατήρτισαν οἱ μέλλοντες νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον; Ἐὰν φαντάζηται ὅτι οἱ μηχανικοὶ τοῦ Δημοσίου κατήρτισαν προϋπολογισμοὺς ὄχι ἀκριβεῖς, διότι ἔμελλον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις διαπραγματεύσεως, δὲν φαντάζεται ἐπίσης ὅτι καὶ οἱ ἐργολάβοι, οἱ μέλλοντες νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον καὶ ἐπὶ σκοπῷ τῆς τοιαύτης διαπραγματεύσεως συντάξαντες προϋπολογισμούς, ἐξώγκωσαν αὐτοὺς ὑπὲρ τὸ μέτρον; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἤθελε δεχθῇ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν μηχανικῶν τοῦ Κράτους τοιαύτην σκέψιν, δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἑταιρειῶν; Ἀλλὰ παρὰ τὴν σκέψιν ταύτην ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐπαναληφθεῖσαι καὶ διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντων εἰδικαὶ αἰτιολογίαι τῆς διαφορᾶς τῶν δύο τούτων προϋπολογισμῶν. Διὰ τῶν εἰδικῶν αὐτῶν αἰτιολογιῶν ἐπεζητήθη ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἕνεκα τεχνικῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς κατὰ τὴν ἑλληνικὴν μελέτην καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς κατὰ τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις τοῦ ἀντιτίμου. Αἱ ἐν λόγῳ τεχνικαὶ διαφοραὶ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς χιλιομετρικῆς ἐκτάσεως τῆς γραμμῆς ἐν τῇ μελέτῃ τῆς ἑταιρείας, ἡ κατ’ αὐτὴν χρησιμοποίησις στρωτήρων σιδηρῶν ἀντὶ τῶν ξυλίνων, οὓς ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου, μετὰ πυκνώσεως αὐτῶν καὶ διάφορα ἔργα τεχνικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπὶ πλέον ἐν τῇ μελέτῃ τῆς ἑταιρείας. Πρὸ τούτου ὅμως εἰς τὴν αἰτιολογίαν τῆς ὑψώσεως τοῦ ἀντιτίμου κατὰ 6.000.000 δραχμῶν ὑπάρχει μία παρατήρησις, ἡ ὁποία χρήζει ἐκτιμήσεως. Λέγει ἡ ἔκθεσις καὶ ἐπανέλαβον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί, οἱ ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἀγορεύσαντες, ὅτι, ἐὰν εἰς τὰ τιμὰς αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ἐν τῇ μελέτῃ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου ἀντικαταστήσωμεν τὰς τεθείσας τιμὰς διὰ τῶν τιμῶν αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου ἀντὶ 6,900,000, θὰ ἔχωμεν ἀμέσως 8,111,000, ἤτοι 1,211,000 ἐπὶ πλέον. Καὶ ἐν μὲν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει οὐδεὶς λόγος προτείνεται διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ ἅλμα αὐτὸ τοῦ 1.211.000, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἀγορεύων εἶπεν ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι φυσικόν, διότι αἱ μὲν τιμαὶ τὰς ὁποίας ἔθεσαν οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῶν εἶναι τιμαὶ ὑποθετικαί, αἱ δὲ τιμαὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου εἶναι τιμαὶ πραγματικαί. Καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀκριβές, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ τὸ ἐρώτημα· ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθε τόσος χρόνος καὶ οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὴν μελέτην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 6.900.000, βεβαίως θὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὰς τιμὰς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου τὰς πραγματικάς, ὡς σεῖς λέγετε, καὶ βεβαίως θὰ ἔλαβον ταύτας ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δὲ ταύτας ἠλαττωμένας ἐδέχθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῶν, βεβαίως τοῦτο συνέβη, διότι ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων αἱ τιμαὶ εἶναι μικρότεραι. Ἐὰν ἦτο τοῦτο ἀκριβές, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ ἦσαν πραγματικαί, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἡ ἀνωτέρω παρατήρησις ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἔξω τῆς συζητήσεως καὶ πρὸς τοῦτο ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῇ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ καίτοι γνωρίζοντες τὰς τιμὰς τοῦ Λαρισαϊκοῦ ἔθεσαν τιμὰς μικροτέρας, καὶ νὰ προσαχθῇ ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἡ σκέψις ἐφ’ ἧς στηριχθέντες ἔθεσαν αὐτὰς κατωτέρας δὲν ἦτο ἀκριβής. Ἀλλ’ ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα; Ὄχι. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ εἶναι τιμαὶ πραγματικαὶ καὶ αἱ τιμαὶ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν εἶναι τιμαὶ ὑποθετικαί· τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι αἱ τιμαὶ ἐπὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ εἶναι τιμαὶ ἐπίσης ὑποθετικαί. Ὁ Λαρισαϊκὸς ἐξετελέσθη δι’ ἐργολαβίας ἑνιαίου τιμήματος, ἐχρειάζετο ὅμως διὰ νὰ κανονίζηται τὸ ποσὸν τῶν ἑκάστοτε γινομένων καταβολῶν ἐκ τοῦ ἑνιαίου ἀντιτίμου εἰς τὴν ἐκτελοῦσαν τὸ ἔργον ἑταιρείαν, ἐχρειάζετο μία τις ἐκτίμησις τῶν ἔργων κατὰ συνθήκην, περὶ τῆς τοιαύτης δὲ ἐκτιμήσεως κατὰ συνθήκην προεῖδεν ἡ σύμβασις καὶ ἐκανόνισεν ὅτι θὰ κανονισθῇ τιμολόγιον κατὰ συνθήκην ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ γίνωνται αἱ πληρωμαί. Εἶναι δὲ λίαν ἐνδιαφέρον νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ τιμολόγιον αὐτὸ δὲν ἐχρησίμευσε κἄν διὰ νὰ γίνηται ἡ ἐκτίμησις τῶν τετελεσμένων ἔργων καὶ κανονίζωνται αἱ πληρωμαί, ἀλλ’ ὅτι τὸ τιμολόγιον αὐτὸ ἐλάχιστον χρόνον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων ἐχρησίμευσε διὰ νὰ κανονίζηται ἡ ἀξία οὐχὶ τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων καὶ πληρώνωνται ταῦτα, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίζηται ἡ ἀξία τῶν μὴ ἐκτελεσθέντων, ἥτις νὰ κρατῆται, ὥστε τὸ ἀντίτιμον τούτων τῶν μὴ ἐκτελεσθέντων νὰ ἐκτιμᾶται καὶ δίδηται εἰς τὴν ἑταιρείαν τῆς κατασκευῆς τὸ ὑπόλοιπον. Εἶναι ἀναπόφευκτον τὸ ἐντεῦθεν συμπέρασμα, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκανονίσθη τὸ τιμολόγιον, περὶ οὗ πρόκειται, συμφέρον εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηρεσία ἵνα τὸ τιμολόγιον ἐξογκωθῇ ὅσον ἦτο δυνατόν, διότι διὰ τοῦ ὑπερόγκου τιμολογίου ἐπρόκειτο νὰ καταβάλληται ὀλιγώτερον εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐφηρμόσθη ἐλάχιστον χρόνον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου καὶ διὰ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ τιμολόγιον αὐτὸ οὐ μόνον κατὰ συνθήκην εἶναι καὶ δὲν ἐκπροσωπεῖ πραγματικὴν δαπάνην, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατηρτίσθη κατὰ συνθήκην, κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου πᾶν συμφέρον εἶχεν ἵνα τὸ τιμολόγιον ἐξογκωθῇ. Ὅταν λοιπὸν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι ἑνὸς τιμολογίου κατὰ συνθήκην ἀφ’ ἑνὸς ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ καὶ ἐπὶ τοιούτῳ συμφέροντι καταρτισθέντος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπέναντι τιμολογίου γενομένου ὑπὸ τῶν μηχανικῶν — βλέπομεν δὲ ὅτι τὸ πρῶτον τιμολόγιον ἀπέχει κατὰ 14 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς σήμερον, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὑπάρχῃ δικαιολογία τις, ἂν ἐδόθη ἐξήγησίς τις, διατί ἐγένετο αὐτὸ τὸ ἅλμα τοῦ 1.211.000 διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ μελέτῃ αὑτῶν εἶχον οἱ Ἕλληνες μηχανικοί, καὶ τῶν τιμῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατὰ συνθήκην καὶ οὐχὶ πραγματικῶς ἐδέχθησαν κατὰ τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου. Βεβαίως ἐξήγησις δὲν ἐδόθη, διότι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταπίπτει, ἀφοῦ δὲν στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῆς βάσεως, διότι ἡ πραγματική της βάσις εἶναι ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ ἐν τῷ τιμολογίῳ ἐκείνῳ ἀναγεγραμμέναι ἐκπροσωποῦσι πραγματικὴν δαπάνην, πραγματικὴν ἀξίαν τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ ὑποθετικήν, τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀκριβές. Μένει λοιπὸν ἀδικαιολόγητον τὸ ἅλμα τῶν δρχ. 1.211.000. Μετ’ αὐτὸ ἔρχονται τὰ τρία κονδύλια, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς τεχνικὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, τὴν διαφορὰν τῶν χιλιομέτρων, τὴν διαφορὰν τῶν στρωτήρων καὶ τὴν διαφορὰν τῶν τεχνικῶν ἔργων. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω· ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, καὶ διὰ τὴν διαφώτισιν τῶν ὁποίων ἀνακοινοῦνται διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως οἱ ἀντιστοιχοῦντες εἰς τὰ κονδύλια ταῦτα ἀριθμοί, ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, οἵτινες δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἐλλείψει μηχανικῶν γνώσεων νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν ἀριθμῶν τούτων εἰς τίνα πρέπει νὰ στηριχθῶμεν, ἵνα δεχθῶμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν τούτων; Τοὺς ἀριθμοὺς διαβεβαιοῦσιν οἱ κ. Ὑπουργοί, οἱ ὑπογράψαντες τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διαβεβαιοῖ, ἐπαναλαμβάνω, αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ οὔτε οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἔκθεσιν, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁρμόδιοι, ἵνα παράσχωσι κῦρος εἰς τὴν τοιαύτην διαβεβαίωσιν. Διότι πρόκειται περὶ διαβεβαιώσεως ἀφορώσης τεχνικὰ ζητήματα, προκειμένου δὲ περὶ τοιαύτης διαβεβαιώσεως, ἂν πρόκειται ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν γνώμην περὶ αὐτῆς, ὄχι ἂν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν, ὅ,τι μᾶς λέγετε, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ἡμεῖς, μὴ δυνάμενοι δὲ διὰ τῶν ἰδίων φώτων νὰ ἐνεργήσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν δοθέντων εἰς ἡμᾶς ἀριθμῶν, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ φῶτα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι ἐπὶ τούτῳ. Καὶ ἔχει τοιαῦτα ὄργανα ἡ Πολιτεία. Καὶ βεβαίως ἀπὸ τοιούτων ὀργάνων ἐπληροφορήθησαν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, οἱ ταῦτα ἐν τῇ ἐκθέσει των γράψαντες. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων, τῶν μετὰ κύρους τεχνικοῦ δυναμένων νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τούτων, δηλαδὴ τῶν ὀργάνων ἐκείνων τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν προσήκοντα καὶ ἐν τῷ νόμῳ διατεταγμένον τρόπον ἐκλεγέντα καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ὡς καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἀναλαβόντα, τὴν εἰδικότητα δὲ κεκτημένα ἐξέφρασαν περὶ τούτων τὴν γνώμην των. Μόνον οὕτω θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι ταῦτα μετὰ κύρους βεβαιοῦνται. Δυστυχῶς τοιοῦτόν τι δὲν προσήχθη οὐδὲ μνημονεύεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει πῶς ἐγένοντο οἱ ἐν λόγῳ ὑπολογισμοί.
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν σας τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους. Δυστυχῶς θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι ἀργά, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ σᾶς ἐχρειάζοντο. Τοὺς θέλετε;
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω. Καὶ ἤδη θὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσέλθω κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς ἐμέ, τὸν μηδεμίαν ἔχοντα περὶ τῶν πραγμάτων τούτων εἰδικότητα, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τεσσάρων αὐτῶν κονδυλίων ὁπωσοῦν λεπτομερέστερον. Καὶ εὑρίσκω πρῶτον κονδύλιον τὸ ἐκ μακροτέρου μήκους τῆς γραμμῆς κατὰ 10 χιλιόμετρα. Δηλαδὴ οἱ μὲν Ἕλληνες μηχανικοὶ εἶχον ὑπολογίσει τὸ ἔργον εἰς 90 χιλιόμετρα, ἡ δὲ μελέτη τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας ὑπολογίζει αὐτὸ εἰς 99½ χιλιόμετρα. Λέγει λοιπὸν ἡ ἔκθεσις, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἔργον κατὰ τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας θὰ εἶναι 10 χιλιόμετρα περισσότερον, πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν ἀναλογοῦσαν ποσότητα. Θὰ παρετήρουν ὅτι ἡ ἀναλογοῦσα ποσότης δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ δίδετε εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ ὑπελόγισαν ὅτι θὰ κατεσκευάζετο, διότι ἐὰν ἐλέγετε εἰς τοὺς Ἕλληνας μηχανικοὺς ὅτι ὑπελογίσατε τὴν κατασκευὴν τῶν 90 χιλιομέτρων ἀντὶ τιμήματος 6.900.000 δραχμῶν προσθέσατε τὴν ἀναλογοῦσαν ποσότητα διὰ τὴν ἐπὶ πλέον κατασκευὴν 10 εἰσέτι χιλιομέτρων, αὐτοὶ θὰ προσέθετον τὸ ⅒ τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὑπολογισθείσης δαπάνης, ἤτοι τὸ ⅒ τῶν 6.900.000, ἤτοι 690.000 δραχμάς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῆ ὑπολογιστικὴ παραδρομὴ καὶ τὴν παραδέχομαι ὡς τοιαύτην. Ἐρωτῶ ὅμως, ἀπεφασίσατε νὰ κατασκευάσητε τὴν γραμμὴν μὲ τὴν ἔκτασιν τῶν 99½ χιλιομέτρων; Ναὶ ἢ οὔ; ἡ αἰτιολογική σας ἔκθεσις λέγει ὄχι. Ἔχει οὕτω, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§114Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ τότε σᾶς ἐρωτῶ· ἔπρεπε νὰ θέσητε ἀνώτατον ὅριον, οἷον ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως 99½ χιλιομέτρων, ἢ νὰ θέσητε ἀνώτατον ὅριον, οἷον ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως 90 μόνον χιλιομέτρων, τὴν ὁποίαν ὁριστικῶς ἔχετε ἀποφασίσει, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελετε ἀποφασίσει νὰ ἐπεκτείνητε τὴν γραμμήν, τότε διὰ τὸ ἐπιπλέον θὰ δοθῇ ἡ ἀναλογοῦσα ποσότης;
§116Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν γραμμὴν τῶν 99½ χιλιομέτρων· εἴμεθα ἐλεύθεροι.
§117Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ γραμμή, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἀκολουθήσωσι χάραξιν, εἴτε τὴν πρώτην εἴτε τὴν δευτέραν, πάντως θὰ ἔχῃ ἔκτασιν 90 χιλιομέτρων. Τοῦτο ἐνόουν λέγων ὅτι ὁριστικῶς ἔχετε ἀποφασίσει τὴν πραγματοποίησιν τῶν 90 χιλιομέτρων.
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί ὄχι τῶν 99;
§119Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐνοήθην ἴσως. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσητε καὶ τὰ 99 χιλιόμετρα. Ἐγὼ λέγω τοῦτο· ἡ κατασκευὴ γραμμῆς ἐχούσης ἔκτασιν 90 χιλιομέτρων εἶναι ἀπὸ τοῦδε ὁριστική, δηλαδὴ τὰ μὲν 90 χιλιόμετρα θὰ κατασκευασθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως ὁθενδήποτε καὶ ἂν διέλθῃ ἡ γραμμή, τὰ δὲ ἄλλα 9½ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ κατασκευασθῶσιν, ἐνδεχόμενον ὅμως εἶναι καὶ νὰ μὴ κατασκευασθῶσι. Τοῦτο τὸ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· τοῦτο τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἶναι βέβαιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί δὲν ἐλέγετε εἰς τὴν ἑταιρείαν· Κύριοι· ἐλᾶτε νὰ συμφωνήσωμεν διὰ τὰ 90 χιλιόμετρα, διὰ τὰ ἄλλα δὲ 9 χιλιόμετρα, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ τὰ ἐκτελέσωμεν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ μὴ τὰ ἐκτελέσωμεν, τότε θὰ σᾶς πληρώσωμεν.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τιμὴ δὲν κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάσεως τῶν 90 χιλιομέτρων.
§121Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν μὲ διεκόπτετε, ἀκριβῶς θὰ σᾶς ἀπήντων εἰς αὐτό. Βεβαίως δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἡ γραμμὴ δὲν θὰ πληρωθῇ μὲ τὰ 12 ἑκατομμ. ἀλλὰ μὲ τὸ ὀλιγώτερον.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἔλεγον αὐτό. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§123Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ.
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν 90 χιλιόμετρα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς συμφωνίας νὰ πληρώσωμεν ἀναλόγως καὶ διὰ τὰ 99½, διότι, ὡς καὶ προχθὲς εἴπομεν μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν, ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ὡς πρὸς τὸ τίμημα δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον, ἀλλὰ ποικίλλει ἀναλόγως τοῦ ἐδάφους, ἐξ οὗ θὰ διέλθῃ αὕτη, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναλόγως τῶν τεχνικῶν ἔργων. Λοιπὸν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιούτου εἴδους συμφωνίαν.
§125Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιούτου εἴδους συμφωνίαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἡ μὲν γραμμή, ὡς γνωρίζετε ἐκ τοῦ χάρτου, εἰς τὰ πλεῖστα τῶν σημείων συμπίπτει μὲ τὴν γραμμὴν τῆς μελέτης τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς δὲν ἀφορᾷ τὴν προσθήκην μόνον τῶν 10 χιλιομέτρων, διότι καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀπόστασις εἶναι μικρὰ ὑπάρχει διάφορος μελέτη τῆς ἑταιρείας ζητούσης τὴν ἀνύψωσιν τῆς γραμμῆς.
§127Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἀκόμη περὶ αὐτοῦ.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἶναι νὰ μὴ κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ὁριστικῶς νὰ κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν. Θὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Ἑλλάδα· θὰ μεταβοῦν καὶ οἱ μηχανικοί μας καὶ θὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ χάραξις καὶ τότε θὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ συμφωνία. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐπικρίνητε καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅταν λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσω.
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγετε ὑμεῖς, ὅτι ἠδύνασθε νὰ κάμητε καὶ ἂν πρόκειται περὶ αὐτοῦ ὡς μόνου δυνατοῦ γενέσθαι, δὲν ἤθελον σᾶς ζητεῖ εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι ἠδύνασθε νὰ κάμητε καὶ ἕτερόν τι. Ἐν τῇ διατυπώσει τῆς συμφωνίας μετὰ τῆς ἑταιρείας ἠδύνασθε νὰ εἴπητε πρὸς αὐτήν· «ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον παραλειφθῆ ἐκεῖνα καὶ ἐκεῖνα τὰ χιλιόμετρα, θὰ ἐκπεσθῇ τὸ εἰς αὐτὰ ἀντιστοιχοῦν ποσὸν — διὰ νὰ σᾶς τὸ διατυπώσω ἐπὶ τῇ βάσει, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐθέσατε — θὰ ἐκπεσθῇ ἡ ἀξία, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ὑμετέρᾳ μελέτῃ ἔχετε τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤθελον περιλαμβάνεσθαι εἰς ἐκεῖνα τὰ χιλιόμετρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐκτελέσητε. Ἦτο ἢ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο; Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μελέτη εἶναι λεπτομερὴς δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον. Ἠδύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε εἰς τὴν ἑταιρείαν, ὅτι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἐκτελέσω γραμμήν, δι’ ἣν δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν ὅλα τὰ ὑφ’ ὑμῶν χαραγμένα χιλιόμετρα τὰ 99, ἀλλά τινα τῶν χιλιομέτρων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰδικῶς ὡρισμένα, ὅπως ὅλα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ μελέτῃ, διότι ἡ μελέτη περιλαμβάνει δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ποῖα καὶ πόσα ἔργα ἀπαιτοῦνται — ἠδύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τὴν ἑταιρείαν· ὅσα χιλιόμετρα, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐν τῇ μελέτῃ ὑμῶν ἔχετε δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι, δὲν θὰ τὰ πληρώσωμεν ποσῶς. Ταύτην δὲ τὴν παρατήρησιν δὲν τὴν ἀποκρούει ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ προβάλητε ἀναμιμνησκόμενοι ὅσα σᾶς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς περὶ μὴ ἰσότητος ἀξίας τῶν διαφόρων χιλιομέτρων. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἰσότης ἀξίας· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο ποσοτικῶς νὰ εἴπητε ὅτι θὰ γίνωσιν ὀλιγώτερα χιλιόμετρα καὶ θὰ ἀφαιρέσωμεν τόσα, ὅσα ἀναλογοῦσιν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ εἴπητε μὲ ταυτότητα χιλιομέτρων, ἂν καὶ ἐκεῖνα τὰ χιλιόμετρα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ μελέτῃ καὶ ἐν τῷ σχεδιογραφήματι εἶναι ὡρισμένα, δὲν ἐκτελεσθῶσι, δὲν θὰ σᾶς τὰ πληρώσωμεν ὅσον ἔχουσιν ὑπολογισθῆ ὡς ἀξία αὐτῶν τῶν χιλιομέτρων. Διατί δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνηθῇ τοῦτο; Καὶ ἂν συνεφωνεῖτο τοῦτο, θὰ εἴχετε ἀποτέλεσμα ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ μὴ δώσητε τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἀντίκειται δὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεφωνήσατε καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς οἰκονομίας καὶ εἶναι ἡ βάσις τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνήψατε; Δώδεκα ἑκατομμύρια εἶναι ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη· ἂν ἐπὶ τῶν 12.000.000 αὐτῶν ἤθελε γίνει οἰκονομία δαπάνης, τὴν οἰκονομίαν ταύτην θὰ τὴν μοιρασθῶμεν κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ἐν τῇ συμβάσει ἀναλογίαν. Διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἠκολουθήσατε, ὑπήχθη εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὁλοκλήρου τμήματος ἔργου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ τοῦτο οἰκονομία; Τί εἶναι οἰκονομία; Ἡ ἔλαττον δαπάνη ἐν τῇ ἐκτελέσει ἑνὸς ἔργου, ἡ παράλειψις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου δὲν εἶναι ποσῶς οἰκονομία. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἔγινεν οἰκονομία, ἐννοοῦμεν ὅτι ἐξετελέσθη μὲν τὸ ἔργον, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, εἰς τὴν δεξιότητα, εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ ἐκτελέσαντος καὶ εἰς τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔλαβεν, ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα παρ’ ὅσα θὰ ἐδαπανῶντο, ἂν ταῦτα ἔλειπον. Καὶ διὰ τοῦτο λέγομεν· ἐπῆλθεν οἰκονομία χάρις εἰς σέ· λάβε καὶ σὺ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ᾠκονομήθησαν νὰ λάβω καὶ ἐγώ. Διὰ νὰ κεντρίσωμεν τὸ πνεῦμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας παρὰ τῷ ἐργολάβῳ τῷ δίδωμεν μέρος τῆς ἐπελθούσης οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ μὴ ἐκτέλεσις ἔργων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ χάρις εἰς τὸν ἐργολάβον ἀλλὰ τὰ ὁποῖα τῇ βουλήσει ὑμῶν, τῇ ἀποφάσει ὑμῶν, τῇ ἐντολῇ ὑμῶν δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀποτελοῦσιν οἰκονομίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργολάβος πρέπει νὰ λάβῃ τὰ ἡμίση; Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι τὸ σύστημα τῆς ῥυθμίσεως τῶν ἐπὶ πλέον 9½ χιλιομέτρων ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως, διότι χαρακτηρίζει ὡς οἰκονομίαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οἰκονομία. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι κατ’ ἀντίστροφον λόγον ἡ ἑταιρεία πολὺ φυσικῶς, προκειμένου περὶ ὡρισμένης προσθήκης, σᾶς εἶπεν· ἂν τὸν κάμητε — διότι καὶ ἐκεῖ δὲν ἦσθε εἰς θέσιν νὰ ἀποφασίσητε ἀμέσως καὶ ἐπεφυλάχθητε· πρόκειται περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ βάρους τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων — σᾶς εἶπεν ἡ ἑταιρεία ὅτι προκειμένου νὰ αὐξήσητε τὸ βάρος τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων, θὰ πληρώσητε περισσότερα. Καὶ τοῦτο ὡρίσθη ἐν τῇ συμβάσει. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῆς αὐξήσεως τοῦ βάρους τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὡρισμένων ἐπὶ πλέον χιλιομέτρων τοῦ ἔργου καὶ ἄλλα τινά, περὶ ὧν θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον. Τὸ ἑπόμενον κονδύλιον εἶναι 1.000.000 ἀκόμη ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς δαπάνης τῶν στρωτήρων, οἵτινες κατὰ τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας προβλέπονται σιδηροῖ, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δημοσίου εἶναι ξύλινοι, ὡς καὶ ἐκ τοῦ μείζονος ἀριθμοῦ αὐτῶν. Κύριοι· ὅτε ἀνέγνωσα τὸ κονδύλιον αὐτό, μοί ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἀκριβής, καὶ τοῦτο ἔκ τινος ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐν αὐτῷ τῷ φακέλῳ τῷ κατατεθέντι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι μία ἐπιστολὴ τῆς ἐργολαβικῆς ἑταιρείας Λέντς καὶ Σια ἐν Βερολίνῳ, ἡ ὁποία ὑπέβαλε καὶ αὐτὴ περὶ τοῦ ἔργου. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἑταιρείας κ. Τσαλίκην εἰς Παρισίους, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς περίοδος· «ὡς στρωτῆρες προβλέπονται σιδηροῖ ἐν τῇ μελέτῃ τῆς ἑταιρείας βάρους 51,3 χιλιογράμμων ἀνὰ τεμάχιον. Ἐπὶ τῶν ξυλίνων στρωτήρων ὑπάρχει μέγας εἰσαγωγικὸς δασμός, ὅστις καθιστᾷ λίαν δαπανηρὰν τὴν ἀνωδομὴν διὰ στρωτήρων ξυλίνων». Λέγει λοιπὸν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ θέσῃ ξυλίνους στρωτῆρας μὲ τὸν ὑπάρχοντα δασμόν, θὰ ἐστοίχιζον περισσότερον παρ’ ὅτι οἱ σιδηροῖ, ἀλλὰ σιδηροῖ βάρους 51,3 χιλιογράμμων, καὶ ἐξακολουθεῖ· «ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιτρέψῃ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν ξυλίνων στρωτήρων, τότε δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν ξυλίνους στρωτῆρας, ὑποτιθεμένου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ τὴν χρησιμοποίησιν τούτων». Μοὶ ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴ ἡ ἐπιστολή, διότι λέγει ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρεία τὸν δασμὸν διὰ τοὺς ξυλίνους στρωτῆρας, δὲν δέχεται νὰ μεταχειρισθῇ τοιούτους, ἂν ὅμως πρόκειται νὰ πληρώσῃ δασμόν, δέχεται νὰ μεταχειρισθῇ ἀδιακρίτως τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ χωρὶς νὰ προβάλῃ διαφορὰν τιμήματος, ὅταν δὲ θὰ ἔθετε ξυλίνους νὰ προτείνῃ καί τινα μείωσιν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου ἠθέλησα νὰ ἐξακριβώσω ποία εἶναι, πιθανὸν νὰ εἶναι αὕτη ἡ διαφορά. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν δύο παράγοντας τῆς διαφορᾶς. Ὁ εἷς εἶναι ἡ πυκνότης τῶν στρωτήρων, τοὺς ὁποίους θὰ μεταχειρισθῶμεν ἐν τῇ ἑνωτικῇ γραμμῇ, ἥτις εἶναι μείζων ἀπὸ τὴν πυκνότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ στρωτῆρες τοῦ Λαρισαϊκοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἔγινεν ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου. Ὑποθέτω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖτε.
§130ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Ὁ δεύτερος παράγων εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς μεταξὺ ξυλίνων καὶ σιδηρῶν στρωτήρων, εὗρον δὲ ὅτι οἱ ξύλινοι στρωτῆρες μὲ τὰς τεταγμένας ἐν τῷ Λαρισαϊκῷ ἀποστάσεις ἀπ’ ἀλλήλων, αἱ ὁποῖαι εἶναι 95, 90, 60, χρειάζεται δι’ ἓν χιλιόμετρον 1125.
§131ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. 1135.
§132Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διαφορὰ δέκα· πολὺ καλά· σημειῶ 1,135. Ἡ τιμὴ αὐτῶν εἶναι δραχ. 5 καὶ 50· οὕτως ἔχει ὑπολογισθῆ ἡ τιμὴ κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Λαρισαϊκοῦ (ἀναγινώσκει)· ὑλικὰ καὶ προμήθειαι παραδιδόμεναι ἐπὶ τοῦ τόπου τῶν ἐργασιῶν...στρωτῆρες 5 καὶ 50· εἴμεθα σύμφωνοι, κ. Πρωθυπουργέ;
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· προχωρήσατε.
§134Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὕτως ἔχομεν ἐπὶ ἑκάστου χιλιομέτρου διὰ 1135 στρωτῆρας 6242 καὶ 50, δαπάνην τῶν ξυλίνων στρωτήρων συμφώνως μὲ τὴν μελέτην τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Λαρισαϊκοῦ. Πόσοι στρωτῆρες ἀπαιτοῦνται σιδηροῖ κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν; Ἡ νέα σύμβασις ὁρίζει ἀποστάσεις 75 ἑκατοστῶν ἀπὸ ἄξονος εἰς ἄξονα στρωτῆρος καὶ 0, 53 εἰς τὰ ἄκρα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι αἱ συνδέσεις, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει δι’ ἑκάστην ῥάβδον 12 μέτρων στρωτῆρας 16, ἤτοι κατὰ χιλιόμετρον 1.332,80.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω 1417.
§136Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πειράζει 1417, δηλ. 85 περισσότερον.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ εἶναι τῆς ἐπισήμου ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους;
§139ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§140Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τί στοιχίζουσιν οἱ σιδηροῖ αὐτοὶ στρωτῆρες; Ποῖον εἶναι τὸ βάρος αὐτῶν; Ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν στρωτήρων τούτων εἰς τόννους; Προσέφυγον εἰς εἰδικὴν μελέτην πολλῆς προσοχῆς ἀξίαν. Πρόκειται περὶ τοῦ γνωστοῦ βεβαίως εἰς τὰς ἁρμοδίας δημοσίας ὑπηρεσίας δημοσιεύματος τοῦ γενομένου ἐν Γερμανίᾳ ἐν ἔτει 1912 καὶ ἐπιγραφομένου «οἱ σιδηρόδρομοι τῆς σήμερον». Ἔχει δημοσιευθῆ Γαλλιστὶ καὶ Γερμανιστί. Ἐν αὐτῷ ὑπὸ τὴν γενικὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν δημοσίων ἔργων τῆς Πρωσσίας, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν δημοσίων ἔργων τῆς Βαυαρίας καὶ τῶν ἄλλων Γερμανικῶν Κρατῶν, ὑπὸ τῶν ἀνωτάτων σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, τῶν καθηγητῶν τῶν Πολυτεχνείων, ἔχει συλλεγῆ πᾶσα σχετικὴ πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ὕλη. Ἐν αὐτῷ εὑρίσκω τιμὰς τῶν σιδηρῶν στρωτήρων κατὰ τὰ ἔτη τὰ μέχρι τοῦ 1908. Κατὰ τὸ 1908 σημειοῦνται 111 μάρκα κατὰ τόννον, ἤτοι κατά τι ὀλιγώτερον ἀπὸ 140 δραχμὰς κατὰ τόννον. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν 140 δρ. τοὺς 78, 635 τόννους ὅσοι εἶναι οἱ 1, 332 στρωτῆρες πρὸς 59 χιλιόγραμμα, ἔχομεν δαπάνην κατὰ χιλιόμετρον δραχ. 11.009. Πρέπει νὰ προστεθῇ κάτι τι περισσότερον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν προχείρως νὰ γίνῃ ὁ λογαριασμός, διὰ 85 στρωτῆρας τοὺς ὁποίους ὑμεῖς προσθέτετε κατὰ χιλιόμετρον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελῶσι περὶ τοὺς πέντε τόννους, πρέπει νὰ προστεθῇ περὶ τὰς 700 δραχ. ὥστε φθάνομεν εἰς δραχ. 11,700. Ἀφαιρουμένων τῶν δραχ. 6. 242,50 ὅσον εἶναι ἡ ἀξία τῶν ξυλίνων στρωτήρων ἐν τῇ μικροτέρᾳ ποσότητι, ἔχομεν ὑπόλοιπον 5457 καὶ 50 κατὰ χιλιόμετρον. Αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας ἀναφέρω εἶναι τιμαὶ ἐν Γερμανίᾳ· ἂν ἤδη εἰς αὐτὰς προστεθῇ καὶ ὁ ναῦλος, θὰ ἔχωμεν περὶ τὰς 6.500 δραχμάς, ἃς δεχθῶμεν καὶ 7.000, διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ χιλιόμετρον. Ἐπὶ τῶν 7.000 ἂν ὑπολογίσητε τὰ 90 χιλιόμετρα, εἶναι 630.000 δραχμαί· δὲν εἶναι 1.000.000, ὡς ὑπολογίζετε ἐν τῇ ἐκθέσει. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ βάρους τῶν στρωτήρων, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ βάρος τῶν στρωτήρων καὶ τῶν σιδηροτροχιῶν, πληρώνοντος τοῦ Δημοσίου τὸ ἐπιπλέον, ὀφείλω, λέγω, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ βάρος τῶν στρωτήρων καὶ τὸ βάρος τῆς τροχιᾶς, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἐν τῇ συμβάσει, εὕρηται εἰς ποίαν τινα ἀντίφασιν μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐκτίθησιν ἐν σχέσει μὲ τὰ μέλλοντα ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσι συμπληρωματικῶς εἰς τὸν σιδηρόδρομον τῆς Λαρίσης. Διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει λέγει ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἐν τῇ παλαιᾷ γραμμῇ, ἵνα καταστῇ αὕτη ἱκανὴ νὰ φέρῃ βάρος 16 τόννων κατὰ ἄξονα, διότι τοιαύτη πρέπει νὰ εἶναι γραμμὴ διεθνὴς κλπ. Οὕτως ἔχει ἡ ἔκθεσις ὑμῶν· τοῦτο ὑποθέτει ὅτι καὶ ἡ νέα γραμμὴ κατασκευάζεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀσφαλῶς τοιαύτη, οἷα ἀπαιτεῖται διὰ νὰ φέρῃ βάρος 16 τόννων κατὰ ἄξονα. Μοὶ ἔκαμε δὲ ἐντύπωσιν ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν τούτου γίνεται καὶ ἐπίκλησις τῶν κανονισμῶν τῆς 1 Ἰανουαρίου 1909 τῆς ἑνώσεως τῶν Γερμανικῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ βάρους τῶν ῥάβδων καὶ τῶν στρωτήρων. Παρατηρῶ ὅμως, κ. Ὑπουργέ, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ κανονισμοὶ δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς ὑπολογισμούς σας. Διότι ἐκ τοῦ ἰδίου συγγράμματος, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, — τὸ δὲ σύγγραμμα εἶναι τοῦ 1912 καὶ ἴσως οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔχετε σεῖς ὑπ’ ὄψει, νὰ εἶναι παλαιότεροι, ἴσως νὰ εἶναι καὶ πλημμελεῖς, — λαμβάνων τὰς πληροφορίας μου εὑρίσκω τὸν ἑξῆς πίνακα· ὅταν πρόκειται περὶ βάρους 16 τόννων κατὰ ἄξονα καὶ μὲ συρμοὺς ὄχι ὑπερφορτωμένους, — ἐννοεῖται ὅτι οἱ 16 τόννοι κατ’ ἄξονα ἀφορῶσι κυρίως τὴν μηχανὴν — ὅταν πρόκειται περὶ 16 τόννων κατ’ ἄξονα, πρέπει νὰ ἔχητε τροχιὰν βάρους 41 χιλιογράμμων κατὰ μέτρον, καὶ ὑμεῖς ἔχετε ἐν τῇ συμβάσει τροχιὰν μὲ 34 χιλιόγραμμα κατὰ μέτρον βάρος. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἀπόστασιν τῶν στρωτήρων κατὰ τοὺς πίνακας αὐτοὺς πρέπει νὰ εἶναι 0,60 διὰ βάρος 16 τόννων κατ’ ἄξονα, ὑμεῖς δὲ ἔχετε 0,75. Τοῦτο τὸ παρατηρῶ ἐν παρόδῳ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, συμφώνως μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐν τῇ συμβάσει ἵνα αὐξήσητε τὸ βάρος τῶν τροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων.
§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀλλαχοῦ γενομένων ἐγένετο καὶ ἡ ἰδική μας μελέτη διὰ τὴν νέαν γραμμήν. Ἡ αὐτὴ μελέτη, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παλαιᾶς γραμμῆς, ἡ αὐτὴ ἐλήφθη καὶ διὰ τὴν νέαν. Ἡ αὐτὴ βάσις ὁρίζεται καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς καὶ αὐτὸ λέγει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία.
§142Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ποῦ εὗρον ὅσα σᾶς ἀνεκοίνωσα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μηχανικός. Λέγω ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκθέσει σας γίνεται μνεία τοῦ Γερμανικοῦ κανονισμοῦ τούτου, ἠναγκάσθην νὰ προσφύγω ἐκεῖ. Εὗρον πίνακα, τοῦ ὁποίου σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς ἀριθμούς, εἶναι δὲ ἀριθμοὶ αὐτοὶ θετικώτατοι. Δύνασθε νὰ τοὺς εὕρητε καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ σελίδι 65 τοῦ ἐν λόγῳ συγγράμματος, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διαφορὰν τῶν στρωτήρων τῶν ξυλίνων ἀπὸ τοὺς σιδηροῦς. Ἡ διαφορὰ αὕτη, ὡς ἐξέθηκα, μειοῦται οὐσιωδῶς, ὡς ἀνέπτυξα.
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πόσον λογαριάζετε ὅτι στοιχίζουσι κατὰ χιλιόμετρον οἱ στρωτῆρες οἱ ξύλινοι;
§144Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. 6.442.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τί ὑπελογίσατε διὰ τοὺς ἀμφιδέτας;
§146Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοὺς σιδηροῦς 11.009. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς αὐτὰ οἱ 85 στρωτῆρες κατὰ χιλιόμετρον κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἰδικούς σας, διότι ἔχω κάμει τὸν ὑπολογισμόν μου μὲ 1332 κατὰ χιλιόμετρον.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχομεν μεγάλην διαφορὰν καὶ τῆς τιμῆς.
§148Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν διὰ τὴν τιμήν. Προσθέτω εἰς τὰ ἀνωτέρω καὶ τὸν ναῦλον διὰ τοὺς σιδηροῦς.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλως τε διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαφορᾶς δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀμφιδέτας.
§150Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ ὅλον.
§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν.
§152Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς κατὰ τὰς δοθείσας εἰς ἐμὲ πληροφορίας εἶναι ὅσον τὸ ὑπελόγισα.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ὡμιλήσατε πάντοτε περὶ τῶν στρωτήρων, τί στοιχίζουσιν οἱ ξύλινοι καὶ τί οἱ χαλύβδινοι. Μένει ἓν στοιχεῖον οὐσιῶδες, τῶν ἀμφιδετῶν.
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποίαν διαφορὰν ἔχετε δι’ αὐτούς;
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἰδού, ὅτι 4.28 φράγκα εἶναι κατὰ σιδηροτροχιὰν οἱ ἀμφιδέται, οἱ προβλεπόμενοι ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ Λαρισαϊκοῦ, 7.04 εἶναι οἱ ἀμφιδέται, οἱ προβλεπόμενοι ἀπὸ τὴν σημερινὴν σύμβασιν.
§156Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τοῦτο δὲ μᾶς δίδει 83 δραχμάς.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· χιλιόμετρον εἶναι 875½ φρ. μὲ τοὺς ἀμφιδέτας τοῦ Λαρισαϊκοῦ, 1100 φρ. εἶναι μὲ τοὺς ἀμφιδέτας τῆς σημερινῆς συμβάσεως.
§158Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔστω. Δὲν σᾶς εἶπον ἐγὼ διαφορὰν ὁλικὴν 7.000 δραχμάς;
§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ χιλιόμετρον;
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω 11.931 κατὰ χιλιόμετρον.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τότε σεῖς τὸ ἔχετε περισσότερον ἀπὸ ἓν ἑκατομμύριον!
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ σημείωσις θὰ εἶναι 1.250.000.
§164Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον μηχανικόν. Οἱ ὑπολογισμοί μου, τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέγνωσα πλήρη τὰ στοιχεῖα, δίδουσι δραχ. 630.000 περίπου.
§165ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ οἱ ὁποῖοι ἐρείδονται εἰς αὐτὸ τὸ σύγγραμμα τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὅτι εἶναι σπουδαῖον.
§166Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δι’ ὅσα στοιχεῖα ἀνεκοίνωσα, ἐρείδομαι εἰς αὐτό. Τὸ τρίτον κονδύλιον εἶναι τὰ τεχνικὰ ἔργα. Κύριοι, τὰ τεχνικὰ ἔργα μνημονεύονται λεπτομερῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ ὑπόλοιπον τῆς διαφορᾶς πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς αὐτά, θέλει ἀνέλθει εἰς δύο ἑκατομμ. δραχ., διότι γίνονται 8.111 μὲ τὰς τιμὰς τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ ἓν μὲ τὸ μικρότερον τῆς γραμμῆς 9.111, καὶ ἓν μὲ τὰς αὐτὰς δέκα, εἶναι δύο ἑκατομμύρια περίπου δραχμαὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐγὼ γνώμην περὶ τοῦ ὁποῖά τινα εἶναι αὐτὰ τὰ τεχνικὰ ἔργα καὶ ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι χρήσιμα. Ἀλλ’ ἔχει γνώμην περὶ τούτου ὁ Ὑπουργός, ὁ ὑπογράψας τὴν σύμβασιν; Ὂχι. Διότι λέγει ὅτι· «τὸ ζήτημα ποῖα ἐκ τῶν προτεινομένων ἐπὶ πλέον ἔργων εἰσὶν ὄντως χρήσιμα εἶναι ζήτημα πραγματικόν, ὅπερ κατὰ τὴν ὁριστικὴν καὶ λεπτομερῆ τῶν μελετῶν σύνταξιν δύναται νὰ λυθῇ». Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι σήμερον δὲν ἔχουσιν ἀποφασισθῆ νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ ἐπὶ πλέον. Τονίζω δὲ πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως· ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι ὡρισμένα ἓν πρὸς ἓν ἐν τῇ μελέτῃ καὶ δι’ αὐτὰ γίνεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει μνεία καὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν κατὰ ἀνοίγματα κλπ. καὶ λέγω, ἀφοῦ τοῦτο τονίσω: δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένον ἡ ἀξία αὐτῶν τῶν ἔργων, ἡ ὁποία εἶναι περὶ τὰ 2.000.000, ἀντὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου νὰ μείνῃ ἔξω αὐτοῦ καὶ νὰ γίνῃ συμφωνία, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ὑπηρεσία ἤθελεν ἀποφασίσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ ὁλόκληρον; Ἄλλως, ἂν ἀποφασίσῃ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν, νὰ μὴ πληρώσῃ τίποτε; Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον περὶ τῶν ἐπιπροσθέτων χιλιομέτρων τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ περὶ τῶν προσθέτων ἔργων. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως. Διότι ἐὰν ἐδίδετο ἡ δέουσα προσοχή, ἐὰν κατενοεῖτο ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει στηριχθῆ ἡ σύμβασις, θὰ κατενοεῖτο ἀμέσως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς οἰκονομία ἡ μὴ ἐκτέλεσις προσθέτων ἔργων, διότι τὸ Δημόσιον θέλει τὴν μὴ ἐκτέλεσιν. Ἡ μὴ ἐκτέλεσις ἔργου μίαν δύναται νὰ συνεπαγάγῃ συνέπειαν, νὰ μὴ πληρωθῇ αὐτὸ τὸ ἔργον. Νὰ δοθῇ ἐπὶ τοῦ τιμήματος τοῦ ἔργου αὐτοῦ ποσοστὸν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν θὰ τὸ ἐκτελέσῃ, εἶναι αὐτόχρημα δωρεὰ δημοσίου χρήματος. Καὶ τοιαύτην ἔστερξεν ἡ Κυβέρνησις προδήλως διὰ τῆς συμβάσεως. Ἰδού, Κύριοι, διατί εἶπον ἀρχόμενος ὅτι οὔτε ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως οὔτε ἐκ τῶν ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν λεχθέντων παρέχεται δικαιολογία τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας, ἥτις ἐτέθη ὡς μέγιστον ὅριον, πρὸς τὴν ἀξίαν ἥτις εἶχεν ὑπολογισθῆ ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου. Ὅ,τι ἐλέχθη πρὸς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης διαφορᾶς, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσιμον παρὰ κατ’ ἐλάχιστον. Διότι οὔτε ἡ ἀνύψωσις τῶν τιμῶν μέχρι τῶν τιμολογίων τοῦ Λαρισαϊκοῦ εἶναι δεδικαιολογημένη, οὔτε ἡ ἐκ τῶν στρωτήρων διαφορὰ εἶναι ὅση ὑπολογίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει, πάντως δὲ ὑπῆρξε πλημμελὴς ἡ συμφωνία, ὅταν περιέλαβεν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ τιμήματι τὴν ἀξίαν χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι, καὶ τεχνικῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται ν’ ἀποφασίσῃ, ὡς ἡ ἰδία δηλοῖ, νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι καὶ ἐδημιούργησεν οὕτω τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ ποσοστὸν καὶ σπουδαιότατον ποσοστὸν τοῦ ἀντιτίμου τῶν χιλιομέτρων καὶ τῶν ἔργων τούτων εἰς τὴν ἑταιρείαν χωρὶς νὰ ἐκτελέσῃ αὐτά. Ἐνῷ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ βάρους τῶν τροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων, νὰ συμφωνήσῃ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῶσι, δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε. Καὶ οὕτω μένει, Κύριοι, ἄνευ δικαιολογίας ὁ τοιοῦτος προσδιορισμὸς τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸν τύπον τῆς συμβάσεως τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἵνα ἡ ἐφαρμογὴ γίνῃ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι νὰ ὑπάρξωσιν ἵνα μὴ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ζημιωθῶσιν. Οὐσιώδης βάσις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐν τῇ συμβάσει θέσις ὅρου ἀπαγορεύοντος τὴν ἐν ἑνὶ τμήματι ἐκχώρησιν τοῦ ἔργου ὑπὸ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας εἰς τρίτον, διότι, ἂν λείψῃ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἡ ἑταιρεία ἄλλο τι παρὰ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τινα τρίτον τὴν ἐργολαβίαν ἐπὶ ἀντιτίμῳ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ ἀποτελοῦντος τὸ ἀνώτατον ὅριον καὶ δικαιολογοῦσα οὕτως ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν δαπάνην νὰ λάβῃ αὐτό. Καὶ δι’ αὐτὸ ὀρθῶς ἐν τῇ συμβάσει λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 περὶ ἀπαγορεύσεως τούτου. Τὸ ἄρθρον 22 ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει)· «ῥητῶς ἀπαγορεύεται ἡ σύναψις πάσης συμφωνίας μετ’ ἐργολάβου διὰ τὴν κατ’ ἀποκοπὴν κατασκευὴν ἑνὸς ἢ πλειόνων τμημάτων ἢ τοῦ συνόλου τοῦ σιδηροδρόμου». Ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ ὅρου τοῦ ὀρθῶς τεθέντος, ἐλήφθη πρόνοια ἵνα ὑπάρξῃ ἐξασφάλισις ὅτι δὲν θὰ παραβιασθῇ; Ὄχι. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια, ἀλλ’ ἠνοίχθη καὶ ἡ πρὸς τοῦτο πύλη, διότι τί λέγει τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον; (ἀναγινώσκει) «ἡ γενικὴ ἐργολαβία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς σύναψιν οἱασδήποτε συμφωνίας διὰ τὸ σύνολον τοῦ σιδηροδρόμου». Εἶναι τοῦτο συμπλήρωσις τῆς προηγουμένης παραγράφου ὀρθοτάτη. Ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ παραχωρήσῃ ἓν ἢ πλείονα τμήματα εἰς ὑπεργολάβους ἐπὶ τῇ βάσει τιμολογίου, ἡ ἀξία ὅμως ἑκάστου τῶν τμημάτων τούτων δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 2.000.000 φράγκων...». Δὲν δύναται ἡ ἑταιρεία νὰ ἐκχωρήσῃ ὁλόκληρον τὸ ἔργον οὐδὲ ἓν ἢ πλείονα τμήματα ἐπὶ ἑνὶ τιμήματι, δὲν δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὸ ὅλον οὐδ’ ἐπὶ τιμολογίῳ, δύναται ὅμως —ῥητῶς συνωμολογήθη αὐτὸ τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν συνωμολογεῖτο ῥητῶς, θὰ ἀπεκλείετο ἐκ τῶν προηγουμένων ὅρων καὶ τὸ ὁποῖον συνομολογηθὲν διασπᾷ αὐτούς—, τί; Νὰ παραχωρήσῃ ἐπὶ τιμολογίῳ τμήματα τοῦ ἔργου.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί;
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ λέγει αὐτό.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί φρονεῖτε ὅτι οὕτω περιγράφεται τὸ Δημόσιον;
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ τὸ ἐκθέσω. Τοῦτο οὕτω γενικῶς τιθέμενον καταλήγει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τὸ διὰ τῶν προηγουμένων ἀπαγορευόμενον, διότι θὰ εἶναι τὸ ἴδιον νὰ εἴπω ὅτι δίδω τὸ ἔργον ἀντὶ δώδεκα ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Α ἢ νὰ εἴπω δίδω τὸ ἔργον οὐχὶ ὁλόκληρον ἀντὶ 12.000.000, ἀλλὰ δίδω τὸ ἔργον, τόσον τὴν ἐκχωμάτωσιν, ἥτις θὰ εἶναι τόσα κυβικὰ μέτρα, τόσον τὰ τεχνικὰ ἔργα, τόσον τοὺς στρωτῆρας, τόσον τὰς ῥάβδους κλ. ἐπὶ τῇ βάσει τιμολογίου, τὸ ὁποῖον τιμολόγιον δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπετε καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύετε εἶναι τὸ ἴδιον καὶ μόνον ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς συμφωνίας θὰ ὑπάρχῃ διαφορά; Αὐτὸ τὸ δέχεσθε καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅτι, ἐὰν δώσητε μὲ τίμημα κατ’ ἀποκοπὴν ἢ ἐπ’ ἐργολαβίᾳ, ὁ ἔλεγχος εἶναι δύσκολος. Ἡ ἀλήθεια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ τῆς ἑταιρείας λεγούσης ὅτι καλὰ ἔδωκα ἐγώ, καὶ τῆς Κυβερνήσεως λεγούσης ὅτι ἔδωκε πολλά. Δι’ αὐτὸ προβλέπει ἡ σύμβασις καὶ λέγει· δὲν σοῦ ἐπιτρέπω κατ’ ἀποκοπὴν νὰ κάμῃς ὑπεργολαβίαν· δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ δώσῃς τὴν ὑπεργολαβίαν εἰς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον· σοῦ ἐπιτρέπω νὰ δίδῃς τμῆμα ἐπὶ τιμολογίῳ.
§172Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπω.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐχί· ἐπιβάλλω ἐπὶ τιμολογίῳ παραχώρησιν τῆς γραμμῆς.
§174Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Σοῦ ἐπιτρέπω δηλαδή, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τιμολογίῳ.
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Καὶ τοῦτο, διότι ὅταν ἐπὶ τιμολογίῳ γίνεται ἡ παραχώρησις, ὁ ἔλεγχος εἶναι δυνατός, διότι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις πῶς ἐχρησιμοποιήθησαν αἱ τιμαί, κατ’ ἀποκοπὴν ὅμως δὲν εἶναι εὔκολος.
§176Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀρθότατον εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν λέγει ὅμως αὐτὸ ἡ σύμβασις, διότι αὕτη ἀποκλείει τὸν ἔλεγχον. Ἡ σύμβασις λέγει ὅτι δύναται ἡ ἑταιρεία νὰ δώσῃ εἰς ἐργολαβίαν ἐπὶ τιμολογίῳ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως τὸ ἄλλο τμῆμα, ἓν ἢ πλείονα, καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸ ὅλον ἔργον οὐδ’ ἐπὶ ἑνὶ τμήματι, ὥστε ἂν συμφωνήσῃ, ὅτι θὰ πληρώσῃ τόσον διὰ τὸ ἔργον ἄλφα, τόσον διὰ τὸ βῆτα, τόσον διὰ τὸ γάμμα, ὁ ποσὸν ἀθροιζόμενον ἀνέρχεται εἰς 12,000,000, ἡ συμφωνία αὕτη ἐπιτρέπεται, ὅταν σεῖς ἐν τῇ συμβάσει ἀπαγορεύητε τὴν ἐπὶ τιμολογίῳ παραχώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ τότε ἐρωτᾶται· διατί ἐπιτρέπετε τὴν κατὰ τμήματα ἀξίαν, οὐχὶ μείζονα τῶν 2.000.000 δραχμῶν; Δὲν ἐννοῶ, διατί ἐτέθη ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐπὶ τιμολογίῳ παραχωρήσεως τοῦ ὅλου, ὅταν δέχησθε τὴν κατὰ τμήματα καὶ δὴ ἄνευ ἐλέγχου τῶν τιμολογίων. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῷ λόγῳ διὰ τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύθη ἡ ἐκχώρησις τοῦ ὅλου ἔργου ἐπὶ τιμολογίῳ καὶ ἐρωτῶ· ἀφοῦ ὡς λέγετε, ἡ ἐπὶ τιμολογίῳ ἐκχώρησις τμήματος ἢ τμημάτων τοῦ ἔργου οὐδένα ἐνέχει κίνδυνον, διατί ἐτέθη ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ ὅλου;
§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι πλείονες ἐργολάβοι εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶσιν, ἐνῷ ὀλίγοι θὰ ἦτο εὔκολον.
§178Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τί θὰ ἐγίνετο, περὶ τοῦ τί τὰ πράγματα θὰ διηκόλυνον τὴν ἑταιρείαν νὰ πράξῃ· πρόκειται περὶ τοῦ διατί ἀπηγορεύσατε εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ἐκχώρησιν ἐπὶ τιμολογίῳ τοῦ ὅλου ἔργου ἢ τμήματος ἀξίας μείζονος τῶν 2.000.000.
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπικρίνετε τὴν ἀπαγόρευσιν;
§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον δὲ τὴν ἐπικρίνω, ἀλλὰ θέτω αὐτὴν εἰς τὴν προσοχήν σας καὶ σᾶς ζητῶ τὸν λόγον αὐτῆς διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ ἴδιος λόγος ἰσχύει καὶ διὰ τὴν κατὰ τμήματα παραχώρησιν καὶ νὰ ἐπικρίνω τὸν ὅρον τῆς συμβάσεως, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέψατε αὐτόν. Λέγω δὲ ὅτι μὲ τὸν ὅρον τοῦτον, ὃν ἐδέχθητε προφανῶς, παρεχωρήσατε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διὰ τῶν προηγουμένων ὅρων τῇ ἀπηγορεύσατε, ἀρκεῖ νὰ τὸ κάμῃ δι’ ἄλλης διατυπώσεως τῆς συμφωνίας καὶ τοῦ τιμήματος. Ἀντὶ νὰ εἴπῃ τίμημα 12.000.000, νὰ εἴπῃ τόσα διὰ τὸ Α ἔργον, τόσα διὰ τὸ Β, τόσα διὰ τὸ Γ, τὰ ὁποῖα ἀθροιζόμενα δίδουσι ποσὸν 12.000.000. Ὅτι τὰ δύο ταῦτα ἐθεωρήθησαν ἰσοδύναμα καὶ παρὰ τῇ ἀντιλήψει τῶν συναψάντων τὴν σύμβασιν μαρτυρεῖ ὁ ὅρος, καθ’ ὃν ἡ ἐπὶ τιμολογίῳ παραχώρησις δὲν ἀφίνεται ἐλευθέρα, ἀλλὰ περιορίζεται μέχρι 2.000.000. Καὶ λέγω, αὐτὴ ἡ συμφωνία, ἡ περιωρισμένως ἐπιτρέψασα τὴν τμηματικὴν παραχώρησιν, μόνον μέχρι 2.000.000 δραχ., ματαιοῖ ἢ δὲν ματαιοῖ τὴν ἄλλην, τὴν ἀπαγορεύουσαν; Καὶ μοὶ ἀπηντήσατε — καὶ ἡ ἀπάντησίς σας θὰ ἦτο ὀρθή, ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε — ὅτι διὰ τῆς ἐπὶ τιμολογίῳ συμφωνίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελέγξωμεν, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπὶ ἑνιαίῳ τμήματι δὲν εἶναι δυνατόν. Καὶ σᾶς λέγω, δικαιοῦσθε νὰ ἐξελέγξητε;
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως.
§182Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῦ εὑρίσκετε αὐτό;
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῦ δὲν τὸ εὑρίσκετε; Ὄταν ἐπιφυλάττηται ὑπὲρ ἡμῶν ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκήσωμεν διὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, φαντάζεσθε ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν παρέχει εὐκολίαν; Ἐὰν θὰ παρουσιασθῇ τιμολόγιον λέγον ὅτι θὰ πληρώσωμεν 5 ἀντὶ 2, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν ὅτι τὸ τίμημα εἶναι ὑπερβολικόν;
§184Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὑπεργολαβίας τὴν ὁποίαν ἐπετρέψατε.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι, ἐὰν τὸ τιμολόγιον περιέχῃ τιμὰς ψευδεῖς, καὶ ψευδεῖς θὰ εἶναι, ἐὰν κατὰ συνεννόησιν μεταξὺ τῆς ἐργολάβου ἑταιρείας καὶ τῶν ὑπεργολάβων τίθενται ψευδεῖς τιμαὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ἡ ἑταιρεία, ὁ ἔλεγχος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ ταύτας καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ὡς ἀπατεῶνας; Ὑπάρχουσιν ἢ οὐ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπάτης τὰ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, ἐὰν ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν ὑπεργολάβων συμφωνία ἵνα ἐγγράψωσιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὴν σύμβασιν τὴν ὑπεργολαβικὴν τιμὰς ψευδεῖς καὶ ἀνωτέρας τῶν πραγμάτων;
§186Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὕρῃ καταφύγιον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου κατὰ τῆς ἑταιρείας, διότι γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ ποτέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀπάτης διατάξεων.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἀπάτης;
§188Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἀπάτης, διότι μὴ λησμονεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ποινικὸς νόμος πρέπει ὅ,τι γίνεται καὶ νὰ ἀποδεικνύηται.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀποδεικνύεται τὸ πρᾶγμα, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ κῦρος πολιτικόν; Θεωρεῖτε ὅτι τοιουτοτρόπως εἶναι ὀλιγώτερον ἰσχυρὰ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ὑπάρξωσιν ἀμφισβητήσεις τοιαῦται τῆς τιμῆς, διότι δὲν θὰ ἔχῃ τὸν τρόπον ἀποδείξεως; Ἐὰν ἡμεῖς ὡς Δημόσιον ἔχομεν καὶ κυριαρχικὴν ἐξουσίαν πρὸς τῇ ποινικῇ, εἴμεθα ἐν ἥσσονι θέσει; Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι συνήθως συμβαλλόμενος. Ἐκτὸς τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας ἔχει εἰς χεῖράς του καὶ τὴν ποινικήν. Ἐὰν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀπάτης, θὰ τὴν σεβασθῶμεν καὶ θὰ ἀφήσωμεν ἀτιμωρήτους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνέχονται;
§190Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἀσφάλεια ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Εἰς τὸ νὰ εἴπω δὲ τοῦτο ἐνισχύομαι, διότι βλέπω ὅτι ἀτυχῶς ἐν τῇ συμβάσει δὲν ἐσταματήσατε οὐδ’ ἐκεῖ, ὅπου πρὸ ὀλίγου εἶπον, διότι ἔχετε καὶ ἄλλην συμφωνίαν. Μοὶ εἴπετε καὶ ἐπανελάβετε ὅτι, ἐὰν τὸ Α εἶναι ψευδές, θὰ τὸ ἀνακαλύψητε.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἀνακαλύψω, τί θέλετε νὰ κάμω;
§192Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν τὸ Α εἶναι ψευδὲς καὶ τὸ ἀνακαλύψητε, μὲ ἐρωτᾶτε τί θέλω νὰ κάμετε; Καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀνακαλύψητε καὶ δὲν θὰ κάμητε τίποτε, ἀλλὰ σᾶς προσθέτω ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέψητε νὰ γίνῃ χρῆσις συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ μὴ σᾶς εἶναι εὔκολον νὰ ἀνακαλύψητε τίποτε.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τὸ σύστημα τῆς παραχωρήσεως τῆς ὑπεργολαβίας ἐπὶ τιμολογίῳ δὲν παρέχει τὰς αὐτὰς δυσχερείας πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀπάτης;
§194Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι· διότι τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ καταδείξῃ τὴν ἀπάτην, θὰ εἶναι ἡ λαβοῦσα χώραν συμφωνία μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ ὑπεργολάβου. Ἵνα ὑποπτευθῆτε μάλιστα τὴν ἀπάτην ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ἡ ἑταιρεία, πρὸς τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοί σας θὰ ὑπολογίσωσι, θὰ χρειασθῇ νὰ πιστεύσητε τοὺς ὑπαλλήλους σας περισσότερον ἢ ὅσον ἐπιστεύσατε αὐτούς, ὅταν κατηρτίζετε τὴν σύμβασιν, δι’ ἣν ἐνῷ αὐτοὶ ὑπελόγιζον 6.900.000 πῶς ἐδώκατε 12.000. 000; Ἐὰν τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς λάβητε ὑπ’ ὄψιν, θὰ ὑποπτευθῆτε ἀπάτην, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν ἀποδείξητε θὰ χρειασθῇ νὰ ἀποδείξητε ὅτι τὰ μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν ὑπεργολάβων συμφωνηθέντα εἶναι διάφορα ἀπὸ ὅτι παρουσιάζονται ἐν ταῖς δηλουμέναις συμφωνίαις.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐλάμβανε χώραν ὑπεργολαβία καὶ προσήγετο τιμολόγιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἡ ἑταιρεία ἀξιοῖ ὅτι ἐξετέλεσεν ἔργα ἢ προμηθείας, κατὰ τί θὰ εἶχον περισσότερα μέσα νὰ ἀποδείξω ἐνδεχομένην ἀπάτην;
§196Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ὅταν ἡ ἑταιρεία ἔδιδεν ἐργολαβικῶς ἐπὶ τιμολογίῳ, δὲν ἔχετε νὰ ἐξελέγξητε τὰ ἔργα πόσον ἐστοίχισαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὰ ἀνέλαβεν, οὔτε πόση ἐργασία κατεβλήθη οὔτε πόσα ἡμερομίσθια, οὔτε πόσον ὑλικόν. Τίποτε περὶ αὐτῶν.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν τιμῶν, ἐὰν αὗται εἶναι ψευδεῖς. Ἐὰν ἀναφέρητε ὅτι διὰ τὴν τοιχοποιίαν ὑπάρχει συμφωνία μὲ τὸν ὑπεργολάβον πρὸς 5 δραχμὰς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι συμφωνία πρὸς ὀλιγωτέρας δραχμὰς, ἐὰν τοῦτο τὸ ἐκάμνετε ἀπ’ εὐθείας, καὶ εἰς τοὺς λογαριασμούς της ἡ ἑταιρεία ἀναγράφει ὅτι ἐξώδευσε 10 ἢ 15 δραχμὰς διὰ τὴν τοιχοποιίαν, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐξώδευσεν ὀλιγώτερα, κατὰ τί θὰ εἶχε περισσότερα μέσα ν’ ἀποδείξῃ τὸ Κράτος τὸ ψεῦδος τοῦτο κατὰ τῆς ἑταιρείας ἢ κατὰ τοῦ ὑπεργολάβου;
§198Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἐκτελοῦσα τὰ ἔργα τῆς ἐκχωματώσεως εἶχε μεταχειρισθῆ νέους ἐργάτας ἐπὶ ἡμέρας, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἐλέγχου θὰ ἔχωσι παρακολουθήσει τὴν ἐργασίαν καὶ θὰ ἠξεύρωσιν ἀσφαλῶς τί ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία.
§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τώρα δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν τὰς ἐργασίας τοῦ ὑπεργολάβου;
§200Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως ὄχι. Διότι σεῖς βεβαίως δὲν θὰ πληρώσητε εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅσα ὁ ὑπεργολάβος ἐδαπάνησεν, ἀλλὰ θὰ πληρώσητε εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅσα ὁ ὑπεργολάβος θὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἄλλης ἐξελέγξεως, εἰ μὴ, ἐὰν εἰσδύσητε εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἑταιρείας τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν καταρτίζεται ἡ συμφωνία μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν ὑπεργολάβων. Διὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐργασίας δὲν δύνασθε νὰ ἐξακριβώσητε τί ἐξοδεύει ἡ ἑταιρεία, καὶ θὰ ἠδύνασθε, ἡ ἑταιρεία κατεσκεύαζεν ἡ ἰδία τὸ ἔργον;
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν θεωρίαν σας λοιπὸν θὰ δώσωμεν εἰς ὑπεργολάβους τὰς προμηθείας τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ στρωτήρων οἱ ὁποῖοι κοστίζουν 140 δραχμὰς κατὰ τόννον....
§202Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ κατασκευῆς καὶ ὄχι περὶ προμηθείας.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν δώσωμεν τὴν προμήθειαν ἀντὶ 50 δραχμῶν κατὰ τόννον, ἐνῷ ἡ πραγματική των τιμὴ εἶναι 140 δραχμῶν, νομίζετε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἀσκοῦν τὸν ἔλεγχον νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ψευδὴς ὁ λογαριασμὸς καὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια τὴν ὑπόθεσιν; Καὶ ἂν ἀντὶ προμηθείας ἔχομεν κατασκευήν, καίτοι δὲν εἶμαι πολὺ εἰδικὸς εἰς τὴν κατασκευήν, ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ κυβικὸν μέτρον τῆς τοιχοποιΐας κοστίζει 15 δραχμάς, ἐὰν ἡ ἑταιρεία καταχρωμένη τῆς ἐμπιστοσύνης συμφωνήσῃ πρὸς 50 δραχμάς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ καταγγείλῃ τὴν συμπαιγνίαν καὶ τὴν καθαρὰν ἀπάτην κατ’ αὐτοῦ;
§204Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ εὑρίσκω διαφωνῶν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς γενομένης δαπάνης ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς ἑταιρείας εἶναι εὐχερέστερος παρὰ ὁ ἔλεγχος τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν μεταξὺ τῶν ὑπεργολάβων καὶ τῆς ἑταιρείας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀποκρούσῃ τοῦτο, ὄχι διὰ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ συμβῇ. Μοὶ λέγει· καὶ ὅταν ἡ ἑταιρεία μοὶ προσαγάγῃ τιμολόγιον, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ τροχιαί, αἱ τιμώμεναι 40 δραχ. κατὰ τόννον, σημειοῦνται 500 δραχ., δὲν θὰ τὴν καταγγείλω; Βεβαίως θὰ τὴν καταγγείλητε καὶ θὰ τιμωρηθῇ, ἐὰν τοιαύτην παραφροσύνην διαπράξῃ, ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν θὰ σᾶς φέρῃ τιμολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ σημειώσῃ πράγματα πασιδήλου ἀξίας 40 δραχμῶν ἀντὶ 500. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων διαφορῶν. Πρόκειται περὶ διαφορῶν μικροτέρων, τὰς ὁποίας εἶναι δυσχερέστατον, εἶναι ἀδύνατον, νὰ τὰς διαγνώσητε, καὶ παράδειγμα ἡ μελέτη σας αὐτὴ ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἔχει διαφορὰν μέχρι τοῦ ἡμίσεος σχεδὸν ἀπὸ τὴν τῆς ἑταιρείας καὶ ὅμως ἐδέχθητε τὴν τῆς ἑταιρείας. Εἶναι εὐχερέστερον νὰ συμβῇ τοιαύτη καταδολίευσις ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς συνομολογήσεως ὑπεργολαβικῶν παραχωρήσεων τμημάτων τοῦ ἔργου. Καὶ ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει καὶ ἡμεῖς τὸ συνομολογεῖτε, διότι ἄλλως διατί δὲν ἐπιτρέπετε νὰ δοθῇ ἡ ὅλη κατασκευὴ τοῦ ἔργου εἰς ὑπεργολάβους ἐπὶ τιμολογίῳ; Μοὶ εἴπετε ὅτι θὰ ἐξελέγξητε καὶ ἐμνημονεύσατε τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην ὡς ἱκανὴν νὰ σᾶς ὑποβοηθήσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον, διότι διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἔχετε δικαίωμα ἁπλῆς ἀμφισβητήσεως, διότι ἔχετε διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν ἢ τὸ ἐπωφελὲς τῶν γενομένων δαπανῶν». Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρεία καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι «εἰς τὸν ὑπεργολάβον κατέβαλον αὐτὸ τὸ τίμημα», δὲν δύνασθε νὰ τῇ ἀμφισβητήσητε τὸ ποσὸν αὐτό, ἐὰν εἶναι σωστὸν ἢ μὴ σωστόν, ἂν εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀκριβὲς ἢ ὄχι.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλο τὸ τιμολόγιον καὶ ἄλλο τὸ ποσὸν τῶν ἔργων.
§206Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ συμφωνία σας λέγει «τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, ὄχι τὸ ποσὸν τῶν ἔργων». Δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε τὸ ποσὸν τῶν γενομένων δαπανῶν. Δαπάναι εἶναι καὶ τὰ καταβαλλόμενα εἰς τὸν ὑπεργολάβον κατὰ τὸ τιμολόγιον. Τὸ τιμολόγιον εἶναι μέρος τῆς συμφωνίας. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ τιμολογίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ ὁ ἐργολάβος μὲ τὸν ὑπεργολάβον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τιμολόγιον, καθ’ ὃ θὰ πληρωθῇ ἡ παρασκευασθησομένη ἐργασία. Ὅσα ἡ ἑταιρεία θὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν ὑπεργολάβον, εἶναι δαπάναι καὶ ὡς δαπάνας δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀμφισβητήσητε εἰμὴ διὰ τῆς ποινικῆς ὁδοῦ ἰσχυριζόμενοι ὅτι σᾶς ἀπατῶσι, διότι, ἂν δὲν ἰσχυρισθῆτε ὅτι σᾶς ἀπατῶσι, δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀμφισβητήσητε. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνομεν ἐγγυήσεις ὅτι δὲν θὰ παραβιασθῇ βάσις τῆς συμφωνίας καθ’ ἣν τὸ ἀντίτιμον ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς δαπάνης, δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δι’ αὐτῶν ὅλων, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν ἐπιχειρῶ ἐκτίμησιν, ἢ πρόβλεψιν οὐδ’ ἐκφράζω ὑποψίαν περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἑταιρεία. Παραδέχομαι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ ἐνεργήσῃ μετὰ πάσης καλῆς πίστεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀρκετὴ δικαιολογία ἡ πεποίθησις αὐτή, ἵνα μὴ ἐπιβληθῶσι διὰ τῆς συμβάσεως εἰς αὐτὴν οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ καθίστων καὶ τὴν ἐναντίαν περίπτωσιν ἀδύνατον. Ὅπως δὲ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα, σκεπτόμενοι ἐθέσατε τὸν ὅρον, ὅτι ἀπαγορεύετε τὴν ὑπεργολαβίαν ἐν τμήματι, ὅπως ἐθέσατε τὸν ὅρον ὅτι ἀπαγορεύετε τὴν ὑπεργολαβίαν καὶ ἐπὶ τιμολογίῳ, ὅταν τὸ παραχωρούμενον τίμημα ὑπερβαίνῃ τὰ 2.000.000, τοιουτοτρόπως ἠδύνασθε νὰ λάβητε καὶ τὰς συμπληρωματικὰς ἐγγυήσεις. Διότι, ἐὰν ἤθελε συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑποπτεύωμαι, σεῖς δὲ δὲν θεωρεῖτε δυνατόν, τότε θὰ ἠπατώμεθα καὶ οἱ δύο, ἐγὼ μὲν ἐν τῇ μὴ ὑποψίᾳ μου, σεῖς δὲ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς θὰ εἶναι τετελεσμένον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὸ λάθος μας. Διότι, ἐὰν κατὰ παρόμοιον τρόπον δὲν εἶχον ληφθῆ κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως τοῦ Λαρισαϊκοῦ αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν τότε, θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ ἀξίωσις τῆς ἑταιρείας, ἡ ἀνερχομένη εἰς 5 ἢ 6.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἡ διαιτησία κατεβίβασεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 600.000 δρ. Ἐὰν δὲν εἶχον ληφθῆ αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἡ διαιτησία ἀπεφήνατο, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεφήνατο ἡ ἑταιρεία, θὰ εἶχε λάβει σήμερον τὰ 5–6 ἑκατομμύρια. Ὥστε βλέπετε ὅτι μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς καλῆς πίστεως τῆς ἑταιρείας καλὸν ἦτο νὰ λαμβάνηται καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια, καθοριζομένων τῶν ὅρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἀδύνατον καὶ τὴν τυχὸν κακὴν πίστιν τῆς ἑταιρείας. Καὶ ἤδη ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἡμετέραν προσοχὴν καὶ ἐπί τινων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει μὲ τὴν δευτέραν σύμβασιν, τὴν σύμβασιν τῆς ἐξαγορᾶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ προχθὲς ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν, καὶ ἂν ἤθελεν ἀπολύτως οἰκονομολογικῶς ἐξετασθῇ, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπλήρωσε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε καὶ πρὸς τοῦτο προέβη εἰς δύο ὑπολογισμούς. Ὑπελόγισε τί θὰ ἐπλήρωνε σήμερον τὸ δημόσιον, ἐὰν ἡ ἑταιρεία παρῃτεῖτο τῆς προθεσμίας τῶν ὑπολοίπων ἐτῶν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς καὶ ἐδέχετο νὰ γίνῃ σήμερον ἡ ἐξαγορά, καὶ ἔπειτα ὑπελόγισε τί ἡ ἑταιρεία θὰ ἐλάμβανεν, ἐὰν ἡ ἐξαγορὰ ἐγίνετο κατὰ τὸν χρόνον τὸν ἐν τῇ συμβάσει τεταγμένον, ἤτοι κατὰ τὸ 1927. Καὶ τὸν πρῶτον ὑπολογισμὸν ἐπεχείρησεν ὡς ἑξῆς. Εἶπεν ὅτι ἡ ἑταιρεία ὡς ἀντίτιμον ἐξαγορᾶς συμφώνως με τὸ ἄρθρον 32 τῆς συμβάσεως τοῦ Λαρισαϊκοῦ δικαιοῦται νὰ λάβῃ 600.000 δρ. καθ’ ἕκαστον τῶν ὑπολειπομένων ἐτῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δηλαδὴ δι’ 74 ἔτη, καὶ τὰς 600.000 δραχ. τὰς ἐκεφαλαιοποίησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ 5% καὶ εἶπεν ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ κεφάλαιον 12 ἑκατομμυρίων. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον κονδύλιον. Τὸ δεύτερον κονδύλιον τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία, ἐὰν σήμερον ἐγίνετο ἡ ἐξαγορὰ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, θὰ ἦτο κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν 1688.82 δραχμῶν, τὰς ὁποῖα ἔχει νὰ λάβῃ ἐκ καθυστερήματος τῶν 600.000 δραχ. τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐκθέσω τὰς λεπτομερείας, ὅταν θὰ ἐξετάσω εἰδικῶς τὸ κονδύλιον τοῦτο. Πρῶτον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ, εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀποθεματικοῦ. Καὶ εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀθροίζων τὰ 12 ἑκατομμύρια. «Τὸ 1.678.000 καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀποθεματικοῦ...» Ἔχετε καὶ ἄλλο τίποτε;
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἰς νέον λογαριασμόν.
§208Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποσὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πληρώνομεν σήμερον, τὸ ὁποῖον εἶναι 13 ἑκατομ. μετὰ 600.000 δραχ. διὰ τὸ μέρισμα τοῦ 1913, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, διότι ἐξαγοράζομεν μὲ τὰς μερισματαποδείξεις τοῦ 1914. Πληρώνει 12.400.000 καὶ θὰ ἐπλήρωνεν, ἐὰν ἐγίνετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τύπου τοῦ ἄρθρου 32 ἡ ἐξαγορὰ 14.500.000. Καὶ ἤδη ἐξεταστέον. Εἶναι ἀκριβεῖς αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοί; Λέγω ὄχι. Καὶ δὴ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρῶτον κονδύλιον. Τὸ ἄρθρον 32 τῆς συμβάσεως λέγει μὲν ὅτι διὰ νὰ ἐξαγοράσητε θὰ δώσητε 600.000 δραχ. κατ’ ἔτος δι’ ὅλα τὰ ὑπολειπόμενα ἔτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ μόνον ἐὰν σεῖς προτιμᾶτε θὰ κεφαλαιοποιήσητε τὴν ἐτησίαν ταύτην δόσιν πρὸς 5%; «ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται, νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ὡς εἴρηται πληρωτέαν ἐτησίαν δόσιν καταβάλλουσα ἐφ’ ἅπαξ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν κεφαλαιοποίησιν αὐτῆς ἐπὶ τόκῳ 5% ἐτησίως». Τοῦτο δικαιοῦσθε νὰ κάμητε. Αὐτὸ λέγει ἡ σύμβασις. Πότε θὰ τὸ κάμητε; Εἶναι πρόδηλον ὅτι τότε μόνον θὰ τὸ κάμητε, ἐὰν εὑρίσκητε χρήματα μὲ τόκον μικρότερον τῶν 5%. Τότε θὰ τὸ κεφαλοποιήσητε καὶ θὰ καταβάλητε τὸ κεφάλαιον. Ἐὰν εὕρητε λ. χ. νὰ δανεισθῆτε 12 ἑκατομ. μὲ 4% θὰ καταβάλητε τὰ 12 ἑκατομ. καὶ θὰ πληρώνητε τόκον ὀλιγώτερον τῶν 600 χιλ. δραχ. Ἐὰν εὕρητε μὲ 4½%, θὰ κάμητε τὸ ἴδιον καὶ θὰ ὠφελῆσθε τὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εὑρίσκητε χρήματα μὲ ὀλιγώτερον τόκον τῶν 6%, εἶναι δυνατὸν νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν κεφαλαιοποίησιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κάμητε, ὅταν πρόκειται νὰ δανεισθῆτε, ὅπως δανείζησθε σήμερον μὲ 6.07 μαζὶ μὲ τὸ χρεωλύσιον; Ναί μαζὶ μὲ τὸ χρεωλύσιον, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι διορθοῦντες τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἴπετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ χρεωλύσιον. Διατί; Ἐὰν πληρώνητε τὰς ἐτησίας δόσεις, θὰ πληρώσητε μόνον αὐτάς. Ἂν πληρώσητε τὸ κεφάλαιον, δέον νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὸ χρεωλύσιον πρὸς ἐξόφλησιν αὐτοῦ, ὅτε θὰ ἔπαυον αἱ δόσεις. Ὥστε δὲν εἴχετε δίκαιον νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε μόνον 5.87%.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διώρθωσα τὸν κ. Βουλευτήν, διότι εἶπεν 6½%.
§210Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ χρεωλύσιον ἔπρεπε νὰ τὸ περιλάβῃ καὶ οὐχὶ ὀρθῶς ἠμφισβητήσατε τοῦτο. Ἄλλο ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔκαμε λάθος εἰς τὸν ὑπολογισμόν. Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δανεισθῆτε μὲ 6.07, διὰ νὰ κεφαλαιοποιήσητε δόσεις πρὸς 5%; Ἐὰν κάμητε τοιοῦτον λάθος, δὲν εἶναι προϊὸν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ λάθος ἰδικόν σας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ δανεισθῆτε χρῆμα διὰ τὸ ὁποῖον θὰ δίδηται 6.07%, θὰ δίδητε ἑξακοσίας χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος. Οὐδεμίαν δὲ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ κεφαλαιοποιήσητε· ἑπομένως θὰ πληρώνητε ἑξακοσίας χιλιάδες δραχμὰς κατ’ ἔτος, ποσὸν τὸ ὁποῖον, μὲ τὸν τόκον τὸν ὁποῖον σήμερον πληρώνει τὸ Κράτος, ἀντιστοιχεῖ εἰς κεφάλαιον δέκα ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχητε δὲ τὴν εὐκολίαν ἐν ᾗ στιγμῇ τὸ Κράτος εὐτυχήσῃ νὰ δανεισθῇ μὲ τόκον μικρότερον τῶν 5%, νὰ κεφαλαιοποιήσητε καὶ νὰ ὠφεληθῆτε καὶ τὴν διαφορὰν. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τοῦ δευτέρου κονδυλίου τῶν δραχμῶν 1.688.820. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω κατὰ ποίαν διάταξιν τῆς συμβάσεως ἐδέχθητε ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ ἑταιρεία νὰ σᾶς ζητήσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως κατόπιν.
§212Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν τώρα νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἀπάντησιν.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι, ἐὰν ἡ ἑταιρεία εἰς ἓν ὡρισμένον ἔτος δὲν κατορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ὑπολογισθὲν ποσόν, διὰ τὸ ἐλλεῖπον χρεώνει τὸ Δημόσιον προσωρινῶς καὶ δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τοῦ πρώτου πλεονάσματος τῶν προσεχῶν ἐτῶν. Θὰ ἦτο δὲ τερατῶδες νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει τοῦ νὰ κρατήσῃ ἀκόμη τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ 13 ἔτη, ἐντὸς τῶν ὁποίων φυσικὸν εἶναι ἕνεκα τῆς φυσικῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων νὰ δυνηθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ ἀναλάβῃ τὸ καθυστερούμενον ἐξ ἐλλείματος προηγουμένων ἐτῶν, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῆς νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείματος τούτου.
§214Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐξαίρετα ἀλλὰ δὲν σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁμιλῶ σήμερον καὶ μὲ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλει προχθές. Προχθὲς ὁμιλῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν· «ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἐδέχετο νὰ παραιτηθῇ τῶν ἐτῶν τῶν ὑπολειπομένων πρὸς ἔναρξιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς καὶ ἐφηρμόζομεν σήμερον ἐν τῇ ἐνεστώσῃ τῶν πραγμάτων καταστάσει τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ποῖα θὰ προήρχοντο ἀποτελέσματα;» Αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἔθετο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σεῖς ἐν τῇ διακοπῇ μοὶ εἴπετε εἶναι ἐντελῶς ἄλλο. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε σήμερον εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωμεν παραχωρήσεις πρὸς τὴν ἑταιρείαν μὴ περιλαμβανομένας ἐν τῇ συμβάσει διὰ νὰ στέρξῃ ἡ ἑταιρεία νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε. Ἐγὼ ἐξετάζω σήμερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε χθές, ἤτοι τὴν ὑπόθεσιν ὅτι θὰ ἐδέχετο ἡ ἑταιρεία νὰ παραιτηθῇ τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου καὶ ἐρευνῶ, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τὰ ὁποῖα ὑπελογίσατε διὰ τὴν ὑποθετικὴν ταύτην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐθέσατε, εἶναι ἀκριβῆ. Καὶ σᾶς λέγω· τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικά, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ὑπόθεσις, ἣν σεῖς θέτετε, δὲν θὰ ἦσαν οἷα τὰ ὑπελογίσατε. Σᾶς ἀπέδειξα τοῦτο διὰ τὸ πρῶτον κονδύλιον τῶν 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσητε 10 ἑκατομμύρια. Λέγω ἐπίσης ὅτι κακῶς ὑπελογίσατε ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσητε τὸ 1.680.000 δραχμάς, διότι οὐδεμίαν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσιν ἔχετε νὰ πληρώσητε ταῦτα. Οὔτε δι’ ὅσων εἴπετε ἀπεδείξατε τὸ ἐναντίον. Καὶ μένουσι μόνον τὰ 10 ἑκατομμύρια. Καὶ τὸ ἥμισυ ἀποθεματικὸν θὰ τὸ ἐπληρώνετε, ὄχι ὅμως καὶ τὰς 218,215 ἤτοι τὸ ὑπόλοιπον ἐκ νέου τοῦ περυσινοῦ ἰσολογισμοῦ. Διότι αὐτὸ δὲν εἴχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πληρώσητε. Θὰ ἐπληρώνετε λοιπόν, ἐὰν σήμερον ἐδέχετο ἡ ἑταιρεία νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐξαγορὰ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, 10.000.460, καὶ τὸ ἥμισυ ἀποθεματικὸν καὶ ὄχι ὅσα ὑπελογίσατο χθὲς ὁ κ. ἐκ Λαρίσης Συνάδελφος.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀρθῶς λέγετε, ἐὰν ἐδέχετο ἡ ἑταιρεία. Ἐὰν ἐδέχετο ἡ ἑταιρεία καὶ 5 ἑκατομμύρια νὰ δώσωμεν μόνον, βεβαίως τόσα θὰ ἐδίδομεν.
§216Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἰδική σας καὶ ταύτην συζητῶ. Εἴπετε διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ὀλίγα πληρώνομεν διὰ τῆς συζητουμένης συμβάσεως καὶ τὸν ἤκουσε μετ’ ἐκπλήξεως ἡ Βουλὴ ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡ ἑταιρεία μᾶς ἔκαμε τὴν χάριν νὰ δεχθῇ νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὴν γραμμὴν κατὰ τοὺς ἐν τῇ παλαιᾷ συμβάσει ὅρους τῆς ἐξαγορᾶς θὰ τῇ ἐδίδομεν σχεδὸν 15 ἑκατομμύρια.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ χάρις εἶναι ὅτι παραιτεῖται 13 ὅλων ἐτῶν.
§218Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ὅτι ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ τὴν χάριν. Σᾶς λέγω ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οὓς μᾶς ἐκάμετε περὶ τοῦ τί θὰ ἐπληρώνομεν, ἂν εὐηρεστεῖτο νὰ μᾶς κάμῃ τὴν χάριν αὐτήν, — εἶναι δὲ τοῦτο ὑποθετικὴ περίπτωσις, ἣν σεῖς ἐθέσατε διὰ νὰ εὕρητε ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς συζητουμένης συμβάσεως — οἱ ὑπολογισμοί σας αὐτοὶ ἦσαν ἀνακριβεῖς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ἣν ἐξήτασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τί θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία, ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἐξαγορά, ὅταν ἤθελεν ἔλθῃ ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς, ἤτοι τῷ 1927; Περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπολογισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἑταιρεία θὰ ἐλάμβανε τὰ ἑξῆς κονδύλια. Πρῶτον τὰς δραχμὰς 600 χιλιάδας ἐτησίως. Καὶ ἐδῶ διεπράξατε τὸ πρὸ ὀλίγου καταδειχθὲν σφάλμα νὰ τὸ κεφαλαιοποιήσητε εἰς 12 ἑκατομμύρια. Ἔπειτα ὑπολογίζετε ὅτι θὰ ἐλάμβανεν ἐπὶ χιλιομετρικῆς εἰσπράξεως δέκα χιλιάδων δραχμῶν δραχ. 80 χιλιάδας ποσὸν κεφαλαιοποιούμενον ὑφ’ ὑμῶν εἰς δραχμὰς 1.611.902. Καὶ ἐδῶ θὰ σᾶς ἠρώτων, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν οὔσης ὑποχρέου τῆς Ἑταιρείας νὰ πωλήσῃ τὴν παραχώρησιν, θὰ ἐκεφαλαιοποιεῖτε μὲ 5% δανειζόμενος μὲ 6%;
§219Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
§220Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διατί λοιπὸν κεφαλαιοποιεῖτε καὶ δὲν ἀφήνετε τὰς 80 χιλιάδας, ἀφοῦ, ἂν τὰς κεφαλαιοποιήσητε, θὰ πληρώσητε μεγαλείτερον τόκον; Ἔπειτα εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀποθεματικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ τότε, καὶ τὸ ἥμισυ τῆς πραγματοποιηθησομένης οἰκονομίας ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κρατήσεως πρὸς σχηματισμὸν ἀποθεματικοῦ ἐν κεφαλαιοποιήσει πρὸς 5%. Ἕκαστον ἐκ τῶν κονδυλίων αὐτῶν τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δέον νὰ ἐξετασθῇ. Τὸ περὶ κεφαλαιοποιήσεως τῶν ἑξακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ἐξηντλήθη. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Ὑποθέτετε χιλιομετρικὴν εἴσπραξιν δέκα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ συμφώνως μὲ τὸν τύπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία ἐπὶ πλέον δραχ. 80.595 καὶ 13 λ., ἤτοι ἐπὶ εἰσπράξεως ὁλικῆς δραχ. 4.406.846 καὶ 76 λ. μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς κατ’ ἀποκοπὴν δαπάνης ἐκμεταλλεύσεως δραχ. 2.732.244,95: μένει ὑπόλοιπον δραχ. 1.674.601,75 μεῖον τόκος μετοχικοῦ κεφαλαίου ἑταιρείας δραχμαὶ ἑξακόσιαι χιλιάδες, δίδει ὑπόλοιπον καθαρᾶς εἰσπράξεως δραχ. 1.074.601,75! Ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρία 7½% ἤτοι δραχμὰς ἐν ὅλῳ 80.595,13. Ἐπιχειροῦντες αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν παρελείψατε νὰ ἀναφέρητε ἐν τῇ ἐκθέσει σας καὶ ποῖαι θὰ συνεπήρχοντο διὰ τὴν ἑταιρείαν ὑποχρεώσεις, ὅταν ἡ χιλιομετρικὴ εἴσπραξις θὰ ὑψοῦτο εἰς τὰς 10 χιλ. δραχμῶν. Τοῦτο τὸ παρίδετε ἐντελῶς, καὶ ὑπεθέσατε ὅτι ἡ ἑταιρεία ἅμα ἔφθανεν εἰς 10 χιλιάδας δραχμῶν θὰ ἐνήργει τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὡς καὶ σήμερον, καὶ θὰ εἶχε δαπάνας ὅσας ἔχει καὶ σήμερον, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν ἅμα ἡ γραμμὴ γίνῃ διεθνής, δηλαδὴ γίνῃ ἡ ἕνωσις, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία νὰ προσθέσῃ δύο κατ’ ἀντίθετον διεύθυνσιν συρμοὺς δὶς τῆς ἑβδομάδος, καὶ ἅμα ἡ χιλιομετρικὴ εἴσπραξις φθάσῃ εἰς τὰς 8,000 καὶ ὄχι εἰς τὰς 10,000 εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προσθέσῃ δύο συρμοὺς ἀντιθέτους καθ’ ἑκάστην. Ὁ παράγων αὐτὸς δὲν ἐνομίσατε ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ ὑπολογισμῷ σας; Νομίζετε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μειώσητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρεία, ἀφοῦ θὰ ὑποστῇ τὸν διπλασιασμὸν τῶν συρμῶν τοὺς ὁποίους σήμερον ἔχει; Διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, σήμερον ἔχει ἕνα ἐκεῖθεν καὶ ἕνα ἐντεῦθεν, ἐνῷ τότε θὰ εἶχε δύο. Νομίζετε ὅτι μὲ τὸ ἐπὶ πλέον θὰ ἐκάλυπτε τὰς δαπάνας αὐτῆς, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι μὲ τὸ ἓν τραῖνον, τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον λαμβάνουσα 1,700 δραχμὰς —κατὰ τὸν πίνακα ὃν ἔχετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας— ὑπάρχουσιν ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν καλύπτει τὰς δαπάνας μὲ ἓν καὶ μόνον τραῖνον;
§221Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν εἶναι ἓν καὶ μόνον τραῖνον. Λειτουργοῦσιν ἐξ Ἀθηνῶν μέχρι Λεβαδείας δύο τραῖνα, ὡς ἐπίσης καὶ ἀπὸ Λαμίας εἰς Λάρισαν.
§222Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν μοὶ δίδετε πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ, κ. Συνάδελφε. Ἡ σύμβασις λέγει ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἓν τραῖνον εἰς τὴν κυρίαν γραμμήν, καὶ περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ. Λέγει ἐπίσης ὅτι ὑπάρχουσι δύο τραῖνα εἰς τὰς παρεπομένας γραμμάς, καὶ ὑπάρχουσι δύο σήμερον, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων δὲν ὁμιλῶ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι μὲ διεκόψατε, διὰ νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίαν ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀναγκαία. Διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγω δὲ ἐκ τῆς ἀπορίας σας θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει ἡ σύμβασις. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν δι’ ἐπιβάτας τῶν καθ’ ἡμέραν ἁμαξῶν ἔσται μία μὲν καθ’ ἑκάστην διεύθυνσιν ἐπὶ τῆς κυρίας γραμμῆς» καὶ περὶ αὐτῆς ὡμίλησα, «δύο δὲ ἀντιστοίχως ἁμαξοστοιχίαι ἐπὶ τῶν διακλαδώσεων». Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ὡμίλησα, διότι αὐταὶ δὲν θὰ αὐξήσωσιν. Ἀλλά, κ. Συνάδελφε, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπήν σας, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχωσι δύο τραῖνα εἰς τμήματά τινα τῆς γραμμῆς σήμερον, λ. χ. ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Ἀθήνας, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι αὐτὸ γίνεται ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, διότι αἱ ἀποδόσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ συμφέρῃ εἰς αὐτὴν νὰ ἔχῃ δύο τραῖνα.
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν πιστεύω νὰ παύσῃ νὰ τὴν συμφέρῃ.
§224Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδὲν συμφέρον. Ἅμα προσθέσῃ τὸ περαιτέρω τραῖνον εἰς τὴν γραμμήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν τὴν συμφέρει, θὰ ὑποστῇ ἐπαύξησιν τῆς δαπάνης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἡ αὔξησις αὕτη, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ἀποτελέσματα ἠθέλετε καταλήξει, ἂν τὸ ὑπελογίζετε. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὸ ἔχετε τὸ ἀποθεματικόν. Ἐπὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ διεξήχθη συζήτησις λεπτομερὴς μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ἀποτελοῦσα τμῆμα τῆς εὐρυτέρας περὶ δαπανῶν συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει λέγετε ὅτι μετὰ ἐννέα ἔτη θὰ ἔχῃ συμπληρωθῆ τὸ ἀποθεματικὸν καὶ θὰ παύσωσι νὰ γίνωνται πλέον κρατήσεις. Θὰ ἐπέλθωσι λοιπὸν δύο τινά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἀποθεματικοῦ, τὸ προβλεπόμενον ἐν τῇ συμβάσει, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἔχωμεν ἐτησίαν οἰκονομίαν τοῦ ποσοῦ τῆς δι’ ἀποθεματικοῦ κρατήσεως, ἡ ὁποία ὡς οἰκονομία θὰ διανέμηται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρείας. Τὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ ἐν τῇ συμβάσει ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· Ὁρίζεται ὅτι κρατεῖται κατ’ ἔτος ὡρισμένον ποσὸν κατὰ χιλιόμετρον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς ἵδρυσιν ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, ὅπερ εἶναι προωρισμένον διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, παύει δὲ ἡ τοιαύτη κράτησις δι’ ἀποθεματικοῦ ἅμα τὸ κρατηθὲν ποσὸν φθάσῃ εἰς 5,000 κατὰ χιλιόμετρον. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ κρατῆται καὶ δὲν διατίθεται μετὰ 16 ἔτη καί τινας μῆνας, θὰ συμπληρωθῇ καὶ θὰ παύσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου λέγει ὅτι ἔχουσιν ἤδη κρατηθῆ ποσά, τὰ ὁποῖα μετὰ ἐννέα ἔτη συμπληρούμενα διὰ τῶν ἐτησίων κρατήσεων θέλουσι φθάσει εἰς τὰς 5,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον δηλαδὴ εἰς 2.400.000 διὰ τὰ 440 χιλιόμετρα τῆς γραμμῆς καὶ θὰ παύσῃ πᾶσα κράτησις πλέον δι’ ἀποθεματικόν. Ἵνα τοῦτο συμβῇ ἀπαιτεῖται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μὴ γίνῃ καμμία κατανάλωσις τοῦ τοιούτου ἀποθεματικοῦ. Δὲν θὰ γίνῃ τοιαύτη κατανάλωσις μέχρι συμπληρώσεως τῆς εἰκοσιπενταετίας; Τοῦτο εἶναι τὸ ἐρώτημα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς εἶπε· «βεβαίως δὲν θὰ γίνῃ καμμία κατανάλωσις, διότι τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ προορίζεται διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ. Ἡ γραμμὴ εἶναι αἱ τροχιαὶ μόνον, αἱ τροχιαὶ ζῶσι περισσότερον ἀπὸ 25 ἔτη· ἄρα δὲν θὰ ἀνανεωθῶσιν ἐντὸς τῆς εἰκοσιπενταετίας. Τὸ τροχαῖον ὑλικὸν δὲν θὰ ἀνανεωθῇ ἐντὸς τῆς εἰκοσιπενταετίας, συνεπῶς δὲν θὰ διατεθῇ τὸ ἀποθεματικὸν μέχρι τῆς λήξεως τῆς εἰκοσιπενταετίας». Αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ πρᾶγμα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀντελήφθην ὀρθῶς.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐσιώδεις δαπάναι δὲν θὰ γίνωσι.
§226Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως οὐσιώδεις. Δὲν ἔχει σημασίαν ἂν δέχησθε ὅτι θὰ δαπανηθῶσιν ἐλάχιστα πράγματα, διότι παρέλιπον ὅτι εἰς τὸ ἀποθεματικὸν περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀπρόβλεπτοι δαπάναι, διὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ κάτι τι. Ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα; Τὸ ἀποθεματικὸν εἶναι προωρισμένον μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ ἢ εἶναι προωρισμένον καὶ δι’ ἕτερόν τι; Καὶ προβάλλει τὸ ἐρώτημα· ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς γραμμῆς δι’ ἧς τὴν ἀνανέωσιν προορίζεται τὸ ἀποθεματικόν; Εἶναι μόνον αἱ τροχιαί, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Καὶ τὸ ἐρώτημα τοῦτο προβάλλεται τόσον ἐπιτακτικώτερον, διότι ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, γεννᾶται ἡ ἀπορία, πρὸς τί θὰ ὡρίζετο κράτησις 300 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον ἐτησίως, ἥτις θὰ συνεπλήρου τὸ ποσὸν εἰς 16 ἔτη, ἐνῶ ἡ ἀλλαγὴ τῶν τροχιῶν ἠξεύρετε μετὰ πόσον χρόνον θὰ γίνῃ; Μετὰ 25 ἔτη, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ τὸν πληροφορῶ ὅτι ἡ πληροφορία του δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἀλλαγῆς δύναται νὰ εἶναι διπλάσιος, τριπλάσιος καὶ τετραπλάσιος τῆς εἰκοσιπενταετίας.
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ αὐτό.
§228Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχει σημασίαν καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Διότι δέον νὰ τεθῇ ὡς βάσις ὅτι αἱ χαλύβδινοι τροχιαὶ θὰ διατηρηθῶσι πολὺ περισσότερον τῶν 30 καὶ 50 ἐτῶν.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ βαγόνια πόσον θὰ διατηρηθοῦν;
§230Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀλιγώτερον χρόνον. Ἀλλὰ πάντοτε πλέον τῶν 25 ἐτῶν.
§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ χρειασθῇ λοιπὸν δαπάνη δι’ αὐτά, ὥστε τὸ ἐπιχείρημά σας δὲν ἔχει πολλὴν ἀξίαν.
§232Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αἱ χαλύβδινοι τροχιαὶ δύνανται κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους κάμνουσι νὰ διατηρηθῶσι πλέον τῶν 50 καὶ 60 ἐτῶν καὶ κατά τινας καὶ 100 ἔτη, ὥστε ἂν προωρίζετο δι’ ἀντικατάστασιν τῶν χαλυβδίνων τροχιῶν τὸ κεφάλαιον αὐτό, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ τοιοῦτον. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ὅτι θὰ ἐκρατεῖτο καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ θὰ καθωρίζετο μικρότερον διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ μετὰ 16 ἔτη ἡ κράτησις.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἅμα ἀνέλθῃ εἰς 5.000 κατὰ χιλιόμετρον θὰ σταματᾷ.
§234Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διότι 5.000 δρ. φθάνουσι διὰ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ μὲ τὸ ἀποθεματικόν. Καὶ τούτου τεθέντος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατῶνται 300 δρ. κατ’ ἔτος παρὰ δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνὰ 16 ἔτη θὰ ἐπανελαμβάνοντο, διότι περίπου κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν θὰ συνεπληροῦτο τὸ ποσὸν θὰ ἔπρεπε καὶ νὰ δαπανᾶται. Καὶ οὕτως ἐκ τῆς ἀπορίας ταύτης ἤχθην εἰς τὸ ἐρώτημα· διατί ἐτέθη τόσον μέγα ἀποθεματικὸν καὶ ἐζήτησα τί ἐννοεῖ ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς. Ἐννοεῖ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας του, τὴν ἀντικατάστασιν τῶν τροχιῶν, ἢ ἐννοεῖ κάτι τι πλέον; Καὶ ἐννοεῖ κάτι τι πλέον. Ἐν πρώτοις ἡ λέξις κακῶς ἔχει τεθῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον τῆς συμβάσεως. Τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον ὁμιλεῖ περὶ ἀνανεώσεως τῆς γραμμῆς καὶ λέγει· ἡ κράτησις γίνεται διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς γραμμῆς. Ἡ μετάφρασις εἶναι κακή· τὸ κείμενον τὸ ἐπίσημον, δηλονότι τὸ Γαλλικόν, ὁμιλεῖ περὶ ἀνανεώσεως τῆς ὁδοῦ, renouvellement de voie, αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ ὁ τεχνικὸς ὅρος ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τῇ σιδηροδρομικῇ renouvellement de voie, ἀνανέωσις τῆς ὁδοῦ, αὐτὸν δὲ τὸν ὅρον μεταχειρίζεται τὸ Γαλλικὸν κείμενον, παντοῦ ὅπου γίνεται λόγος περὶ ἀνανεώσεως τῆς γραμμῆς. Καὶ ἀφοῦ τεθῇ τοῦτο, ἐξεταστέον τί χαρακτηρίζουσιν οἱ ἁρμόδιοι ὡς ἀνανέωσιν τῆς ὁδοῦ renouvellement de voie; Καὶ οἱ ἁρμόδιοι χαρακτηρίζουσιν οὕτως ὄχι τὴν ἀντικατάστασιν μόνον τῶν τροχιῶν, ἀλλὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν τροχιῶν τῶν στρωτήρων καὶ τοῦ ἕρματος μετὰ τῶν μικρῶν σιδήρων τῶν συνδεόντων τὸν στρωτῆρα πρὸς τὸ ἕρμα. Καὶ τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι βεβαιωμένον ἀπὸ αὐθεντίας, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι τὸ ἔλαβον ῥητῶς λεγόμενον ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ Alphred Picard, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ μηχανικοὶ ἔχουσιν ὡς βάσιν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται ῥητῶς ὅτι ἡ ἀνανέωσις ἀφορᾷ τὰς τραβέρσας καὶ τὰς τροχιάς· τὸ ἴδιον εὗρον εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ Brika ὁ ὁποῖος ἐξετάζων τί ἐννοεῖ ἀνανέωσις ὁδοῦ renouvellement de voie ὁρίζει ὅτι περιλαμβάνει τὸ ἕρμα καὶ τοὺς στρωτῆρας.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ ἓν ἄλλο σύγγραμμα ὀλιγώτερον γνωστὸν εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν μηχανικὸν κόσμον, ἀλλὰ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν; Εἶναι ὁ τμηματάρχης τῶν σιδηροδρόμων καὶ τοῦ ἐλέγχου, ὁ κ. Καντᾶς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι ἅπασα ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη δαπάνη διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν στρωτήρων τοῦ Λαρισαϊκοῦ ἐπεβάρυνεν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑταιρείαν. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω καὶ σημείωσιν τί δαπάνη ἐγένετο διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν στρωτήρων τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ ἡ ἑταιρεία δὲν ἐσκέφθη νὰ τὰς ῥίψῃ εἰς ἄλλο κονδύλιον.
§236Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ ἴδιον θὰ ἦτο.
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς θὰ ἦτο τὸ ἴδιον;
§238Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αἱ 300 δραχμαί, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν ἐντὸς τῶν 25 ἐτῶν, ἀποτελοῦσιν οἰκονομίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ ἑταιρεία λαμβάνει τὸ ἥμισυ καὶ τὸ ἥμισυ τὸ Κράτος, ὅπως καὶ ἐν τῷ ἀποθεματικῷ. Ἂν ἐδαπάνησεν ἡ ἑταιρεία διὰ τραβέρσας λ. χ. 4.500 δραχ. καὶ αὗται δὲν ἐλήφθησαν ἐν τῷ ἀποθεματικῷ, οὗ συμμετέχει τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐγένετο δὲ ἡ δαπάνη ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ δαπάνη, θὰ ἐπήρχετο οἰκονομία, ἧς συμμετέχει ἐπίσης τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ, ὅταν δὲν ὑπερβαίνῃ ἡ ὅλη δαπάνη τὰς δραχμὰς 4.800 (Διάλογοι). Μὲ τὴν διακοπὴν ἠθελήσατε νὰ εἴπητε ἐγὼ ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐπιρρίψω εἰς τὸ Δημόσιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν ἑταιρείαν· τοῦτο δὲν συμβαίνει.
§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης ἡ ὁποία ἔγινε πέρυσι· αὐτὴν τὴν ὑπέστη ἡ ἑταιρεία. Ἀντηλλάγησαν 50.000 ὁδοστρωτῆρες.
§240Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι τὸ μόνον ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε περισσότερα. Κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη ἦσαν ὀλιγώτερα καὶ θὰ ἐπήρχετο οἰκονομία· ἐν τούτοις δὲν συζητῶ ἐπὶ τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο, λέγω μόνον ὅτι τότε ἔχει σπουδαιότητα, καὶ τὸ καθορίζω πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, τότε μόνον ἔχει σπουδαιότητα τὸ νὰ δαπανηθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν λαμβάνει ἡ ἑταιρεία, ὅταν ἡ ὁλικὴ δαπάνη ἤθελεν ὑπερβῆ τὰς 4.800 δραχμάς, ἄλλως τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι θὰ γίνῃ οἰκονομία τῆς ὁποίας μετέχει κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ Δημόσιον. Τὸ 1912 κατὰ τὸν τύπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι 2.824 καὶ ἐδαπανήθησαν 2.480. Ἂν δὲν ἐδαπανῶντο ὅσα ἐδαπανήθησαν διὰ τοὺς στρωτῆρας, ἤθελεν ὑπάρξει μείζων οἰκονομία· τὸ ἥμισυ θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία καὶ τὸ ἥμισυ τὸ Δημόσιον. Τοῦτο θὰ συνέβαινεν, ἂν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ ἐγίνετο ἡ δαπάνη.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λοιπὸν ἂν εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν αὐξήσῃ ἡ δαπάνη τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν στρωτήρων, νομίζετε ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι, εἰξεύρετε ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ἀποθεματικόν;
§242Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἂν ἡ ἑταιρεία ζητήσῃ νὰ πληρώσῃ αὐτὰ ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ, μὴ νομίζετε ὅτι θὰ πληρώσητε τίποτε περισσότερον, διότι κατόπιν θὰ παύσῃ ἡ διὰ τὸ ἀποθεματικόν, ἂν δὲν τὰ πληρώσῃ τὸ ἀποθεματικὸν καὶ φθάσῃ τὸ ὅριον.
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἑταιρεία ἐδέχθη ἐπὶ 14 ἔτη ὅπως τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν στρωτήρων μένῃ εἰς βάρος οὐχὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ, ἀλλὰ τῶν πρώτων ἐξόδων καὶ εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζητε δαπάνην εἰς βάρος τοῦ ἀποθεματικοῦ καὶ ἑπομένως ἐνδεχομένην ἐξάντλησίν του. Ναὶ ἢ ὄχι; Ἑπομένως διὰ νὰ θέλητε νὰ μοὶ ἀποδείξητε ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν θὰ ἐξαντληθῇ περὶ τὸ τέλος τῆς δεκατριετίας, πρέπει νὰ μοὶ ἀποδείξητε ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ τοῦ ἕρματος θὰ καλύψῃ αὐτὴν τὴν δαπάνην.
§244Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τῶν σιδηροτροχιῶν δὲν θὰ γίνῃ.
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ ἕρματος.
§246Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν σᾶς προτείνωσιν ὅπως ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἕρματος καὶ τῶν στρωτήρων γίνῃ διὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ, πρέπει νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι ἄλλως θὰ διατρέξητε τὸν κίνδυνον, ἡ ἑταιρεία νὰ μὴ ἀντικαθιστᾷ στρωτῆρας καὶ ἕρμα, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἄνευ ὑπερβάσεως τῶν δραχμῶν 4.800. Ἐὰν δὲ τὸ 1913 ἐδαπάνησέ τι περισσότερον, μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ 1912 ἦτο πλούσιον διὰ τὴν ἑταιρείαν.
§247ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐξάνει ἡ διαφορὰ αὕτη κατ’ ἔτος.
§248Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ναί· ἀλλ’ εἶναι φόβος ἡ ἑταιρεία μήπως ἐφ’ ὅσον ἐξαναγκάζεται νὰ τὰ πληρώνῃ ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἐκμεταλλεύσεως....
§249ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ὅτι οὐδέποτε εἰς βάρος τοῦ ἀποθεματικοῦ θὰ πληρώσῃ.
§250Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου δύνανται νὰ διατρέξωσι κίνδυνον ἐξ ὅσων ἐγὼ ἐκτίθημι, διότι ὅ,τι ἐκτίθημι ἐκτίθημι αὐτὸ χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν φοβοῦμαι ποτὲ ὅτι δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα καὶ νὰ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῶν ἡ ἑταιρεία βάσιν ἀξιώσεων. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἀποθεματικοῦ θέλει ἐπέλθει ἐντὸς τῆς εἰκοσιπενταετίας· ἐπερχομένης δὲ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ἀποθεματικοῦ, θὰ λείψωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγορᾶς καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζετε, καὶ συνεπῶς καὶ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν περίπτωσιν τῶν ὑπολογισμῶν τοὺς ὁποίους κάμνετε—τὴν περίπτωσιν τῆς ἐξαγορᾶς, ὅταν τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ σύμβασις — δὲν θέλετε δώσει πλέον τῶν ὅσων δίδετε σήμερον. Ἐάν τις, Κύριοι, προχθὲς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν, ἀμέσως θὰ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῶν προκύπτει ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐχάρισεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀφοῦ, εἴτε ἐτήρει τὴν εἰκοσιπενταετῆ προθεσμίαν τῆς ἐξαγορᾶς εἴτε παρῃτεῖτο τῆς προθεσμίας ταύτης καὶ ἐδέχετο ἵνα τὸ Δημόσιον τὴν ἐξαγοράσῃ σήμερον, θὰ ἐλάμβανε ποσὸν πολὺ πλειότερον. Τοῦτο προσεπάθει νὰ ἀποδείξῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, θὰ προέβαλον ἀμέσως τὸ ἐρώτημα· διατί ἡ ἑταιρεία ἔσχεν αὐτὴν τὴν γενναιότητα πρὸς τὸ Κράτος νὰ χαρίσῃ πρὸς αὐτὸ ἐνεστώτως μὲν ὡρισμένον ποσόν, νὰ τῷ ἐκχωρήσῃ δὲ καὶ τὰς ἀπείρους ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀπεκδέχηται εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τῆς βεβαίως ἐξησφαλισμένης, τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ λάβω ἀπάντησιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§251ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὴν δώσω τώρα; Μόνος σας εἴπετε τὴν ἀπάντησιν, ὅτε εἴπετε ὅτι σήμερον εἶναι ἀκριβότερα τὰ χρήματα καὶ ἡ ἑταιρεία εἰσπράττουσα σήμερον τὸ κεφάλαιόν της, γενομένης τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς 5%, κερδίζει ἓν ποσόν.
§252Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰσπράττει 6% ὄχι 5%. 6% εἶναι ἡ σύμβασις.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρὸς 5% ἦτο ἡ σύμβασις ὅτι θὰ γίνῃ διὰ τὴν κεφαλαιοποίησιν τῆς προσόδου τῆς ἑταιρείας κατὰ τὴν ἐξαγοράν. Λοιπὸν εἰσπράττουσα αὐτὸ σήμερον ἡ ἑταιρεία, γενομένης τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς 5%, κερδίζει ἓν ποσὸν σήμερον.
§254Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μόνον δι’ αὐτό;
§255ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε μόνος σας αὐτό. Μὲ ἐρωτᾶτε διατί τὸ κάμνει αὐτὸ ἡ ἑταιρεία; Τὸ κάμνει, διότι ἔχει ἀνταλλάγματά τινα, ἔχει δ’ ἐπὶ πλέον καὶ τὰ ἐξ ἐνδεχομένων οἰκονομιῶν μέλλοντα νὰ περιέλθωσιν εἰς αὐτὴν ποσά. Ἔχει λοιπὸν καὶ ἡ ἑταιρεία νὰ ὠφεληθῇ καὶ σᾶς ἐξηγῶ αὐτό, διότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν σημερινῶν καὶ τῶν μετὰ 13 ἔτη.
§256Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μοὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι ἐδέχθη τὸ σύστημα τῆς κεφαλαιοποιήσεως τὸ πλημμελές, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, ἐπείσθη ἡ ἑταιρεία νὰ θυσιάσῃ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα. Ποῖα δέ; Ὄχι μόνον τὰ τοῦ ἐνεστῶτος, τὰ ὁποῖα μᾶς περιέγραψε προχθές, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ μέλλοντος τὰ μέγιστα, διότι ἡ γραμμή, ὡς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἐκτιμᾶται, πρόκειται νὰ φθάσῃ οὐχὶ εἰς 10 καὶ 15 χιλ. δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς πολὺ περισσοτέρας.
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως.
§258Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲ φθάσῃ εἰς τοιαύτας εἰσπράξεις καὶ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἡ ἑταιρεία θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα ὠφελήματα, ἀποτελοῦντα ποσὸν οὐσιωδῶς ἀνώτερον τοῦ 6%, τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, καὶ δι’ αὐτὸ μένει εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία· διατί ἡ ἑταιρεία ἐδέχθη νὰ ποιήσηται αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν; Ἡ ἑταιρεία, Κύριοι, οὐδεμίαν ἔκαμε παραχώρησιν· ἡ ἑταιρεία ἔλαβεν ἀντίτιμον δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπώλησεν ἀρκετὰ γενναῖον, ἔλαβεν ἀντίτιμον τὸ ὁποῖον οὔτε σήμερον θὰ ἐλάμβανεν, ἐὰν ἐξετιμᾶτο ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν αὕτη μετεβίβασε κατὰ τὴν σημερινὴν ἀξίαν, οὔτε κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξαγορᾶς συμφώνως τελουμένη θὰ ἐλάμβανεν, ἐὰν ὑπελογίζετο ἡ πιθανὴ ἀξία τῆς ἐπιχειρήσεως τότε. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐκτὸς τοῦ λόγου τοῦ οἰκονομικοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συνῆψε τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐπεκαλέσθη καὶ λόγους γενικωτέρας πολιτικῆς. Εἶπε — καὶ εἶπεν ὀρθῶς — ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν σιδηροδρόμων, καὶ γενικώτερον τῆς συγκοινωνίας, εἶναι ζήτημα σοβαρότητος ὑψίστης, τοῦ ὁποίου ἡ ῥύθμισις καὶ ὁ διακανονισμὸς δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τῆς ἀμέσου ἐξαρτήσεως ἀπὸ τοῦ Κράτους. Εἶπεν ὅτι καὶ διὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία διεῖπε τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ Λαρισαϊκοῦ, καὶ διὰ τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τοὺς ἄλλους σιδηροδρόμους τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, εὑρισκόμενος πρὸ ἐμποδίων ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει συντελεστικὰ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν πλουτολογικῶν τῆς χώρας ἀναγκῶν, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ προβῇ ἀμέσως μὲν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, βραδύτερον δὲ ἴσως καὶ τῶν ἄλλων, πάντως δὲ ὡς ἐξαγορὰν τῶν ἐν ταῖς ἄρτι προσαρτηθείσαις χώραις σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ῥίπτεται τὸ μέγα πρόβλημα, ἂν τοὺς σιδηροδρόμους παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ διευθύνῃ ἀπ’ εὐθείας τὸ Κράτος ἢ νὰ ἐνεργῆται ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν δι’ ἑταιρειῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ τῇ ἐκθέσει του, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀμφότεροι ἐκηρύχθησαν κατὰ θεωρίαν ὑπὲρ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ ὁποῖος κατὰ θεωρίαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην· οὔτε αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσαύτης ζωηρότητος ὡμίλησε κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, ὑποθέτω ὅτι κατὰ θεωρίαν θὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην. Εἶναι τοσοῦτον φανερὸν ὅτι ἔργα τοσαύτης σπουδαιότητος, οἷα εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι, ἔργα ἱκανοποιοῦντα ὁμαδικὰ συμφέροντα τοσαύτης ἐκτάσεως καὶ τοσαύτης κοινωνικῆς χρησιμότητος, ἔργα προωρισμένα καὶ δυνάμενα νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ παντὸς κλάδου τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἐπὶ πάσης τῆς ἐν τῇ χώρᾳ πλουτοπαραγωγικῆς κινήσεως εἶναι φανερόν, λέγω, ὅτι ἔργα τοιαῦτα εἶναι εὔλογον νὰ εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος εἶναι φυσικῶς ὁ ἀπὸ περιωπῆς ῥυθμιστὴς κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον πάντων τῶν συμφερόντων ἐν τοῖς ὁποίοις ἡ σιδηροδρομικὴ κίνησις ἐπεμβαίνει. Τὸ Κράτος ἐν τῇ συνειδήσει τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἵνα διὰ κακῆς χρήσεως αὐτῶν ἐπέλθωσι ζημίαι, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ καταλλήλου χειρισμοῦ θὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτοὺς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς χώρας ἐν εὐεργετικῇ ἐπιδράσει ἐπὶ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐν τῇ χώρᾳ παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσι καὶ ἐὰν εἰς ταῦτα ἀκόμη δύνανται νὰ προστεθῶσι καὶ πολλὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάπτυξις δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἓν προκύπτει ἀναντίρητον συμπέρασμα ὅτι ἡ γνώμη τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων εἶναι θεωρητικῶς ἡ ὀρθοτέρα. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν ὅτι γνώμη τις εἶναι κατὰ θεωρίαν ὀρθή, ἐννοοῦμεν δυστυχῶς ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἵνα πραγματοποιηθῇ, ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξιν ὡρισμένων προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν δεδομένην στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον αὕτη ἀφορᾷ, δὲν ὑφίστανται. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ὁ φαινόμενος ὡς ἀντιφρονῶν ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου ἀνεγνώρισαν ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑφίστανται τό γε νῦν ἔχον αἱ προϋποθέσεις αἱ ἀπαιτούμεναι ἵνα τὸ Κράτος τὸ ἡμέτερον ἐπιληφθῇ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ δι’ αὐτὸ πάντες συνεφώνησαν, ὅτι καίτοι γίνεται ἡ ἐξαγορὰ τῆς γραμμῆς, περὶ ἧς ἤδη πρόκειται, καίτοι μέλλουσιν ἴσως νὰ γίνωσι καὶ ἄλλαι, ἐπιβεβλημένον δὲ πάντως εἶναι νὰ γίνωσιν αἱ ἐξαγοραὶ τῶν γραμμῶν τῶν νέων χωρῶν, ὡς ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις ὅσον οὔπω νὰ ἐπιτύχῃ, πάντως, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους διαχείρισιν, τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀνακύπτει σοβαρώτατον ζήτημα, τίνα θὰ ἔχωμεν τρόπον ἐκμεταλλεύσεως; Δὲν δυνάμεθα ἐλλείψει προσωπικοῦ, δὲν δυνάμεθα ἐλλείψει καθ’ ὅλου ὑπηρεσιακῆς ὀργανώσεως, ἀσχέτως πρὸς τὸ εἰδικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ, δὲν δυνάμεθα καὶ δι’ ἄλλους ἴσως λόγους κειμένους ἔξω τῆς ὀργανώσεως τῶν παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσιῶν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν δι’ ὀργάνων τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν τὰς ὁποίας ἠγοράσαμεν ἢ θὰ ἀγοράσωμεν. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ τελεσθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν; Νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἑταιρείας ἢ εἰς ἑνιαίαν ἑταιρείαν μὲ καλλιτέρους τύπους συμφωνιῶν ἐκμεταλλεύσεως δὲν νομίζω κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι τὸ ἐνδεδειγμένον, διότι πᾶς τύπος ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἂν διὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνεφωνήθη ἔχῃ καλῶς, ὑπόκειται εἰς τὸν κίνδυνον μετὰ τινὰ καιρὸν αἱ περιστάσεις καταδείξωσιν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν πραγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρριψε μὲν τὸ ζήτημα, δὲν ἔδωκεν ὅμως τὴν λύσιν καὶ εἶπεν ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι δυσχερέστατον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπεδείξατε, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀρκεσθῆτε.
§260Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα· δυσχερές. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω, ἔλεγεν, εἶναι, ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν πῶς νὰ ἐπιτύχωμεν τρόπον ἐκμεταλλεύσεως τοιοῦτον ὥστε δόντες εἰς ἑταιρείαν τὴν ἐργολαβικὴν ἐπιχείρησιν τῆς κινήσεως νὰ καταστήσωμεν τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἑταιρείας συνάρτησιν τῆς κινήσεως καὶ οὐχὶ τῶν δαπανῶν καὶ τῆς εἰσπράξεως.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐχὶ τῆς εἰσπράξεως ἀλλὰ μᾶλλον τῆς κινήσεως ἰδίως· οὐσιωδέστερος παράγων θὰ εἶναι αὐτός.
§262Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια;
§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§264Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν ὥστε ἔχοντες ἑνιαίαν τῶν σιδηροδρόμων διεύθυνσιν ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὰς δαπάνας τῆς πολλαπλῆς διευθύνσεως τὰς συνιστωμένας εἰς πολλαπλᾶ γενικὰ ἔξοδα καὶ τὰς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐκμεταλλεύσεων, θὰ ἐπιτύχωμεν δὲ ἐπὶ πλέον διὰ τῆς ἐπιδράσεως, ἣν θ’ ἀσκῇ τὸ Κράτος, ἵνα διαρρυθμίσωμεν καὶ τὰ σιδηροδρομικὰ πράγματα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξαπλωθῇ ἡ εὐεργετικὴ αὐτῶν ἐπίδρασις ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῆς παραγωγῆς. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω σοβαρῶς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν, Κύριοι, ἀναγνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Κράτος τῆς τῶν σιδηροδρόμων διοικήσεως εἶναι δυσχερές, δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔγκειται εἰς τὸ τεχνικόν, τὸ μηχανικὸν μέρος.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ προσωπικόν.
§266Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον τὸ προσωπικὸν τὸ τεχνικόν, τὸ μηχανικόν, διότι τὸ σιδηροδρομικὸν ζήτημα ἔχει βεβαίως ἓν οὐσιῶδες στοιχεῖον, τὸ τεχνικόν, τὸ μηχανικόν. Ἀπαιτεῖται καταλλήλως προπαρεσκευασμένον ὑπὸ τεχνικὴν μηχανικὴν ἔννοιαν προσωπικόν. Ἀλλὰ τὸ σιδηροδρομικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔχει ν’ ἀτενίσῃ πρὸς αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας, ὡς μᾶς διαβεβαιοῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀτενίζει καὶ αὐτὴ πρὸς αὐτό, ἔχει σπουδαιότητα πολὺ μεγαλειτέραν, ἀλλὰ καὶ πολὺ μεγαλειτέραν δυσχέρειαν. Ἐννοῶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν θ’ ἀσκήσῃ ἡ τῶν σιδηροδρόμων διαρρύθμισις ἐπὶ τῆς καθόλου κινήσεως τῆς πλουτολογικῆς ἐν τῇ χώρᾳ, διότι ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς παραγωγῆς, ἣν δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς καταλλήλου διαρρυθμίσεως τῶν σιδηροδρομικῶν πραγμάτων, εἶναι ἐπίδρασις ἀνάλογος μὲ ἐκείνην ἡ ὁποία ἀσκεῖται διὰ τοῦ χειρισμοῦ π. χ. τοῦ δασμολογίου. Ἡ διὰ τῶν σιδηροδρόμων δ’ ἐπέμβασις εἶναί τι πολὺ λεπτότερον, διότι αὐτὸ ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων καὶ ἐν αὐτῇ κυκλοφορούντων προϊόντων. Θὰ ἐζήτουν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι δύναται οὐδὲ τοῦτο τὸ μέρος τοῦ σιδηροδρομικοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ οὐσιωδέστερον, παρὰ τὸ ἄλλο, τὸ τῆς μηχανικῆς ἐκμεταλλεύσεως, οὐδὲ τοῦτο τὸ μέρος τοῦ προβλήματος νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι δύναται νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἀπὸ τοῦδε, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀπαραιτήτου καὶ διὰ τὸ οὐσιωδέστατον τοῦτο μέρος τοῦ σιδηροδρομικοῦ προβλήματος, ἵνα ὑπάρξωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς θὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ. Οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι κυρίως δύο· ἡ ὀργάνωσις κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον τῆς καλουμένης νὰ τελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο ὑπηρεσίας καὶ ἡ συστηματικὴ συναρμογὴ αὐτῆς πρὸς πάσας τὰς ἄλλας ἐκείνας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καταλλήλως μεταρρυθμιζομένας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας ἵνα καθοδηγῶσιν αὐτὴν πρὸς τὴν φορὰν τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι θὰ εὑρεθῇ πρὸ δυσχερειῶν ἐν τῇ ῥυθμίσει τοῦ συστήματος τούτου. Θὰ εἶναι πάρα πολὺ δύσκολον εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ μέσου τὴν ἑταιρείαν, τὴν ἐπὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων στηριχθεῖσαν, καὶ θὰ θέσητε ἀντ’ αὐτῆς ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας θὰ ἐλαττώσητε εἰς τὸ ἐλάχιστον τὸ συμφέρον, θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ μὴ ἔχητε τὴν τοῦ Κράτους σύμβασιν οὐχὶ πάντοτε εὔψυχον ἕνεκα τοῦ ἀπαρασκεύου αὐτοῦ. Τούτου ἕνεκα τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνον. Συνιστῶ λοιπὸν διὰ τὸ πρόβλημα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν μελέτην καὶ προσοχὴν καὶ ἐπίκλησιν πρὸς τὰ φῶτα ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν προσήκουσαν λύσιν, διότι πρόκειται περὶ ὀργανώσεως ἑνὸς ὁλοκλήρου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπεκτεινόμενον ἐπὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου θὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην σωρείαν καὶ ποικιλίαν συμφερόντων, ὥστε δὲν θὰ εἶναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐλευθέρα νὰ τὸ μεταρρυθμίσῃ, ἂν τυχὸν ἡ πεῖρα ἤθελεν ἀποδείξει ἀστοχίαν ἐν τῇ διαρρυθμίσει αὐτοῦ. Καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῶν τιμολογίων, βλέπω καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ ἤκουσα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λεχθέντας σχετικοὺς τινὰς ὑπαινιγμούς, ὑποδηλοῦντας ὅτι τὰ τιμολόγια εἶναί τι τὸ ὁποῖον δύναται εὐχερῶς νὰ χειρισθῇ ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο εἶναι πλάνη. Τὰ τιμολόγια εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκηθῶσιν ὅλαι αἱ ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς παραγωγῆς καὶ κινήσεως ἐπιδράσεις περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα. Τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς τῶν τιμολογίων, τὸ ζήτημα τοῦ προσήκοντος κανονισμοῦ αὐτῶν, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀσκηθῇ ἡ προσήκουσα ἐπιρροὴ ἐπὶ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, εἶναι τὸ δυσχερέστατον ζήτημα ὁλοκλήρου τοῦ σιδηροδρομικοῦ προβλήματος. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν προσοχήν, εὔχομαι δέ, ἵνα ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης καθιέρωσε, καίτοι ἡ σύμβασις ἐγένετο ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους δὲν εὑρίσκω οὔτε δικαίους οὔτε συμφέροντας, εὔχομαι, λέγω, ἵνα ἡ πολιτικὴ ἡ σιδηροδρομική, τῆς ὁποίας γίνεται ἀρχὴ διὰ τῆς ὑπὸ ψήφισιν συμβάσεως, εὕρῃ τὴν προσήκουσαν μορφὴν τῆς ἐκτελέσεώς της, ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δεόντως νὰ προαγάγῃ. (Χειροκροτήματα).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10 μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8. 25′ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 20′ μ. μ.).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἰατρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΡΙΖʹ τοῦ 1849, ΒΦϞΗʹ τοῦ 1899 καὶ ΓϠΛϚʹ τοῦ 1911». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτ. δικονομίας»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ζαβιτσιᾶνος, Π. Φίλιππας, Λ. Κογεβίνας, καὶ Β. Πουλιάσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΗʹ νόμου τοῦ 1894 περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ, ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ͵ΓΣΗʹ νόμου τοῦ 1908». Ὑποβάλλονται ἐπίσης καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πιστώσεως μέχρι δραχ. 5,000 διὰ συνδρομὴν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς Σεβαστοπουλείου Ἐργατικῆς Σχολῆς»· 2) «Περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν ἐνταῦθα Μουσικὸν καὶ Δραματικὸν Σύλλογον»· 3) «Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας»· 4) «Περὶ ὁπλοφορίας». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§270Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, κύριοι Βουλευταί, ὡς ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὡς ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι περισσοτέραν σημασίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σιδηροδρομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν σκέπτεται νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ τὴν οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν τὴν ὁποίαν σκέπτεται νὰ ἀναλάβῃ διὰ τῆς ἀγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Δεμερλῆ–Παπαπουλίου–Τοψίν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐτόνισεν ὅτι ἡ ἐξαγορὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὑπῆρξε πρᾶξις ἐπιτυχὴς καὶ ἐστήριξε τὰ ἐπιχειρήματά του εἰς τὸ ὅτι, ἂν ἡ ἐξαγορὰ ἐγίνετο βραδύτερον, ἐὰν ἐγίνετο εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ἡ σύμβασις, τὸ Δημόσιον θὰ ὑφίστατο μεγαλειτέραν ζημίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπέστη φαινομενικῶς διὰ τῆς ἐξαγορᾶς, ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία μετασχοῦσα εἰς τὴν δαπάνην διὰ 18.000.000 ἐπώλησε τὸ δικαίωμά της ἀντὶ 12.000.000. Ἀναμφιβόλως ἡ ἑταιρεία ἐκέρδησε σημαντικῶς, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν ἐκέρδησεν ἢ δὲν ἐκέρδησεν, ἀλλὰ κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀπεφάσιζε νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην, νὰ τὴν ἐξαγοράσῃ εἰς καλλιτέραν τιμήν. Ἡ ἐξαγορὰ γίνεται εἴτε διὰ συμβάσεως ἰδιαιτέρας εἴτε διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν μετοχῶν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ εὐκαιρία αὕτη ἐλλείπει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἑταιρεία συνάψασα, ὡς συνῆψε, τὴν σύμβασιν δὲν ἔδωκε τὰς μετοχὰς εἰς τὸ χρηματιστήριον, ἀλλ’ ἔκρυψε ταύτας εἰς τὸ χρηματοφυλάκιόν της καὶ περιέμενε φυσικῶς εὔθετον περίστασιν ὅπως κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τῶν μετοχῶν τούτων, ὅταν λαμβάνουσα τὸ προνόμιον τῆς ἑνώσεως τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων μετὰ τῶν Τουρκικῶν, οἱ ὁποῖοι εὐτυχῶς σήμερον εἶναι Ἑλληνικοί, θὰ ἐπωφελεῖτο τῆς τοιαύτης εὐκαιρίας. Ἀναμφιβόλως ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὀρθῶς προβᾶσα εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἀλλ’ αἱ κατόπιν δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γεννῶσι τὴν ἀπορίαν, μὴ ἡ κατάστασις ἡ ὁποία θὰ ἀκολουθήσῃ δείξῃ ὅτι ἡ θυσία εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος δὲν ἀποβῇ δεδικαιολογημένη. Ὑπεβλήθη τὸ Κράτος εἰς θυσίαν πραγματικήν, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως καὶ τῶν δηλώσεων εἰς ἃς προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν λέγω ἡ κατάστασις ἡ ὁποία θὰ διαδεχθῇ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ, ἂν ὄχι τόσα δυσάρεστα ὡς ἡ σύμβασις τῆς ἐκμεταλλεύσεως Πειραιῶς Λαρίσης, νὰ ἔχῃ δυσάρεστα τοιαῦτα, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν κατὰ πόσον τὸ ἐκ τῆς ἀγορᾶς κέρδος εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβαλλόμεθα. Ἐὰν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀφοῦ, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἑταιρείαν θὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν κατὰ πόσον αἱ θυσίαι εἰς ἃς προέβη ἡ Κυβέρνησις εἶναι πράγματι δεδικαιολογημέναι. Γενομένης ὅμως συζητήσεως ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἐξαγορᾶς τῆς κατασκευῆς τοῦ ἄλλου σιδηροδρόμου καὶ τῆς ὑπὸ τρίτων ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκμεταλλεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω, ἐπεθύμουν νὰ παρατηρήσω τὰ ἑπόμενα. Ἀρχὴν ἔδωκεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος πολιτευτής, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἔσπευσε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Λευκάδος Βουλευτὴν τὴν ἀφορμήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον τὸ Κράτος εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν γραμμῶν τινων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου οἱ λαβόντες τὸν λόγον ὡμίλησαν μόνον θεωρητικῶς καὶ ἡ θεωρία ἔχει ἄπειρα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ ἑταιρείας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξήτασε τὴν κατάστασιν, ὡς παρουσιάζεται αὕτη ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐὰν πρόκειται Κράτος τι νὰ σκεφθῇ τί νὰ προτιμήσῃ, τὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ ὀργάνων τοῦ ἢ διὰ τινὸς ἑταιρείας, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ βεβαίως ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι πλεῖστοι καὶ σοβαροί, ὅπως προτιμήσῃ τὴν ὑπὸ ἑταιρείας ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται οὕτω· δὲν πρόκειται ἡ ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ σκεφθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ κατασκευάσῃ ταύτην τὸ Κράτος ἢ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν εἰς ἑταιρείαν. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ Κράτος, διότι αὐτὸ ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρησιν, ὥστε νὰ σκεφθῇ ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς εἶναι μᾶλλον ἐπικερδὴς γινομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Μᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ τοιαύτη σύγκρισις δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἡ Γαλλία ἐξαγοράσασα τοὺς σιδηροδρόμους δὲν εἶχε μόνον ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλ’ ἐχρειάζετο καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ διὰ τοῦτο ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη δὲν ὑπῆρξεν ἐπικερδὴς εἰς τὸ Γαλλικὸν Κράτος. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν τοιαύτη σύγκρισις, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται παραδείγματα κυρίων γραμμῶν, αἵτινες κατεσκευάσθησαν δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν πρὸς ἐκμετάλλευσιν εἰς ἑταιρείαν. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι αἱ κυριώτεραι γραμμαὶ τῆς Εὐρώπης κατεσκευάσθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρὸ πάντων μέχρι 5 ἐτῶν ὑπὸ ἑταιρειῶν καὶ ἐκμεταλλεύονται ὑπὸ ἑταιρειῶν. Καὶ ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοιαύτης καταστάσεως σιδηροδρομικῆς ἐκμεταλλεύσεως, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ, ὁ ὁποῖος κατεσκευάσθη δαπάναις τῆς Πολιτείας κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα, κατὰ πόσον ἡ ἐκμετάλλευσις θὰ εἶναι ἐπικερδὴς γινομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἢ ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ εἰς ἑταιρείαν. Βεβαίως καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι σιδηροδρομικαὶ γραμμαί, ὡς ἡ τοῦ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, τὰς ὁποίας οὐδεμία ἑταιρεία θ’ ἀνελάμβανε νὰ κατασκευάσῃ δι’ ἰδίων δαπανῶν ὑπὸ ὅρον ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ χρονικὸν διάστημα· ἀλλ’ αἱ κύριαι γραμμαὶ κατεσκευάσθησαν ὑπὸ Ἑταιρειῶν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ χρονικὸν διάστημα καὶ ὑπελογίσθη ὄχι μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς κατασκευῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Νὰ ἀποφαίνηταί τις ἀπολύτως ὅτι ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις ἡ ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τοῦ Κράτους εἶναι ἐλαττωματικὴ καὶ συμφέρει πάντοτε, ὅπως ἐμπιστεύηται αὐτὴν εἰς ἑταιρείας, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι λέγει τι παράλογον. Τὰ Κράτη ὅλα δὲν ἔχουσι τὰ μέσα, ὅπως προβαίνωσιν εἰς κατασκευὴν ἔργων ἀπαιτούντων μεγάλας δαπάνας, ὅπως εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι, ἐπειδὴ δὲ στεροῦνται ἴσως καὶ τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ καὶ ἀκολουθοῦσι καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἴσχυσε μέχρι πρὸ πεντηκονταετίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπιστεύετο ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἀπέχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπὸ πάσης ἐπιχειρήσεως, συμφώνως πρὸς ἀρχαῖον δόγμα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ «Les affaires ne sont pas pour l’ Etat», ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτην πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαί ποτε νὰ παραδεχθῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαιτεῖται κεφάλαιον ἢ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἐξῳκονόμησε τὸ κεφάλαιον, νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, ἅμα ἔχῃ τοῦτο εἰς τὴν διάθεσίν του, ὅτι δὲν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ καθ’ ὅλου, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς μίαν ἑταιρείαν. Ἡ ὁμολογία τοῦ Κράτους ὅτι στερεῖται ὀργάνων διαψεύδεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν γεγονότων, διότι διὰ τὴν διεύθυνσιν σιδηροδρομικῆς τινος γραμμῆς ἐν χρήσει, τοῦ Θεσσαλικοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ἑταιρεία εἰς τὸ Κράτος κατέφυγε καὶ μεταξὺ τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους εὗρε τὸν ἱκανώτερον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ. Διατί ἆρα γε δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ ἴδιον Κράτος νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διεύθυνσιν εἰς τὸ ἴδιον πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παράσχῃ τόσα μέσα, ὅσα παρέχει ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν διοίκησιν καὶ διεύθυνσιν ἐν γένει τῶν σιδηροδρόμων, ἔχομεν δὲ παραδείγματα ὅτι ἐν Ἑλλάδι αἱ ἑταιρεῖαι ὑπέπεσαν ὄχι εἰς λάθη, ἀλλ’ εἰς ἐγκλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδένα λόγον ἦτο δυνατὸν ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ ὑποπέσωσιν. Πολλάκις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης δυσμενῶς ὡμίλησα περὶ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁσηδήποτε στενότης ἀντιλήψεως καὶ ἂν χαρακτηρίζῃ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, δύνανται ταῦτα νὰ προξενήσωσι τοσαύτας ζημίας εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, ὅσας ἰδιωτικαὶ ἑταιρεῖαι, καὶ πρὸ πάντων αἱ ἰδιωτικαὶ ἑταιρεῖαι ἐν Ἑλλάδι. Θὰ εἶναι περιττὸν νὰ ἐμνημόνευέ τις ἑταιρειῶν, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ αὐτὰς τόσος γίνεται λόγος. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ ἀναλαμβάνουσαι ἐπιχειρήσεις, ἔχουσι καὶ ἓν μέγα καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν καταφεύγει ποτὲ τὸ Κράτος· ἔχουσι τὴν πτώχευσιν, καὶ ὅταν παρουσιάζηται τότε ἡ ζημία τῶν ἐπιχειρήσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους, δὲν προστίθεται εἰς τὸ στοιχεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς βάρος τῆς ἰδιωτικῆς διαχειρίσεως, τὸ τῆς πτωχεύσεως, δι’ ἧς πτωχεύσεως καταστρέφονται κολοσσιαῖα κεφάλαια. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι ὁ καλλίτερος ἐν Ἑλλάδι σιδηρόδρομος, ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ εὑρίσκηται πλέον ἐν ζωῇ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ δυνάμεων, ἐὰν εἰς κρίσιμόν τινα περίστασιν δὲν προσήρχετο ἐπίκουρον τὸ Κράτος πρὸς αὐτὸν διὰ δανείου 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Προσεκομίσθη πρὸ ἡμῶν ὡς παράδειγμα ἡ Γαλλία, ἀλλὰ δὲν ἐξητάσθη κατὰ πόσον ἐγένετο ἐξαγορὰ πράγματι σιδηροδρόμων ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ ἑταιρεία εἰς δύσκολον εὑρισκομένη θέσιν εὗρε τὴν κατάλληλον περίστασιν νὰ φορτώσῃ εἰς τὸ Κράτος ἐπιχείρησιν, ἥτις ἦτο δυσάρεστος δι’ αὐτήν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐγένετο ἡ ἐξαγορὰ τῶν δυτικῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ περὶ τούτου ἔχω τὴν γνώμην διακεκριμένου πολιτειολόγου τοῦ Bardelier λέγοντος ὅτι (ἀναγινώσκει)· «τὸ Κράτος ἀναλαβὸν τὴν φροντίδα ἐξαγορᾶς κλπ.» Αἱ ἄλλαι ἑταιρεῖαι τῆς Γαλλίας δὲν ἦσαν διατεθειμέναι νὰ παραδεχθῶσιν ἐξαγορὰν ἐκ μέρους τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους, μεταξὺ δὲ τούτων ἡ γραμμὴ τοῦ Βορρᾶ κατ’ οὐδένα λόγον θὰ ἐδέχετο νὰ ἐξαγορασθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους, διότι αὐτὴ εἶνε παραγωγική, διότι ἡ γραμμὴ αὐτὴ φέρει 27 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπετρέπετο σύγκρισις τῆς ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμων ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἢ ὑφ’ ἑταιρειῶν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἤθελε προβῆ εἰς ἐξαγορὰν ὅλων τῶν σιδηροδρόμων καὶ οὐχὶ τῆς χειροτέρας, τῆς μᾶλλον ἀγόνου γραμμῆς. Τῷ 1940, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, λήγει τὸ προνόμιον τῶν περισσοτέρων γραμμῶν, καὶ τὸ Γαλλικὸν Κράτος θὰ γίνῃ κύριον τῶν γραμμῶν τούτων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τότε δὲν θὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς ἑταιρείας, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν Κράτος προβαῖνον ἤδη εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ Λαρισαικοῦ σιδηροδρόμου εὑρίσκεται εἰς ἣν κατάστασιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Γαλλικὸν Κράτος τῷ 1940, δηλαδὴ κάτοχον καὶ κύριον τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ὅτε θὰ ἀποβλέψῃ πλέον οὐχὶ εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε πρὸς ἐξαγοράν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἀπέδωκε καὶ εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, δηλαδὴ εἰς τὸ πολίτευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ δύναμις εὑρίσκεται εἰς τὸν λαόν, τὸ κακὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ οἱασδήποτε ἐπιχειρήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, συνέκρουσε δὲ τὴν Γαλλίαν μὲ τὴν Πρωσσίαν, ὅπου, διότι δὲν ἰσχύει δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἡ ἐπιχείρησις τῶν σιδηροδρόμων εἶναι ἐπικερδής. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ Πρωσσία ἐξηγόρασεν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τοὺς σιδηροδρόμους. Κατ’ ἀρχὰς καὶ αὐτὴ εἶχε ζημίας, σὺν τῷ χρόνῳ ὅμως βελτιώσασα τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἐδημιούργησε νέαν κατάστασιν, ἄλλας συνθήκας, καὶ κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν ἐπικερδῆ, ἐνῷ σήμερον ἡ Γαλλία, ἐὰν παρουσιάζῃ τὴν εἰκόνα Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται οὐχὶ ἐπικερδῶς καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ἡ Πρωσσία, ἀναμφιβόλως σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἡ Γαλλία θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Πρωσσία. Ἀλλὰ μήπως τάχα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἓν Κράτος ἐλάττωμά τι ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἄλλο, μολονότι ὑπάρχει τὸ αὐτὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος; Καὶ ἡ Ἀγγλία ἔχει δημοκρατικὸν πολίτευμα· ἴσως μάλιστα δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ δῆμος ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει πολὺ περισσότερα δικαιώματα παρ’ ὅ,τι ἐν Γαλλίᾳ ἔχει ὁ δῆμος. Ἀλλ’ οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἐξαγορὰ ἡ ὁποία μελετᾶται ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας δὲν θὰ εἶναι ἐπικερδής, διότι ἡ Πολιτεία δὲν θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον παρουσιάζουσιν ὅλοι οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν καὶ τὴν ἐθνικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων, εἶναι ὅτι ὁ λαὸς θὰ ζητήσῃ δωρεὰν τὴν χρῆσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι; Ἀκόμη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν διεμαρτυρήθη ἐντελῶς καὶ δὲν ὑπεστήριξε τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τοῦ βαρυτάτου φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, καὶ ὑπάρχει φόβος μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀξίωσιν νὰ ταξειδεύῃ δωρεὰν καὶ νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐμπορεύματά του δωρεάν, ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐζήτησαν ἀκόμη τὸ δικαίωμα τὸ νὰ τρώγῃ τὸν ἄρτον του ἀφορολογήτως; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐδειλίασεν ἀκόμη καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐπὶ Γλάδστωνος συνεζήτησε τὸ τοιοῦτον θέμα καὶ ἡ Ἀγγλία θὰ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ δαπάνην ἑνὸς δισεκατομμυρίου λιρῶν, ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχεται ἡ ἀξία τῶν σιδηροδρόμων καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαθέσῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπαραιτήτως, ὅπως γίνῃ κάτοχος τῶν σιδηροδρόμων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάζηται ἡ ἐκμετάλλευσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους κατὰ πόσον εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπικερδής, κατὰ πόσον δηλαδὴ τὰ καθαρὰ κέρδη ἐκ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐκμεταλλεύσεως εἶναι μεγαλείτερα. Οἱ σιδηρόδρομοι δὲν εἶναι κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις καὶ μόνον, καὶ τὸ τοιοῦτον παραδέχονται πάντες· ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσῃ κανεὶς ἐπὶ τούτου. Τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν σιδηροδρόμων εἰς τὴν κοινωνίαν εἶναι ἀνυπολόγιστα. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν διὰ καταλλήλου σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς, δὲν θὰ ἐζημιοῦτο ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐζημιοῦτο ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ναύλων, ἀλλὰ θὰ εἶχεν ἄλλοθεν κέρδος, διότι ἡ κοινωνία θὰ καθίστατο πλουσιωτέρα καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ φορολογηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὥστε ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ναύλων θὰ ἠλαττοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν εἶναι μία τοιαύτη στενότης ἀντιλήψεως, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ τοιαύτη ἀντίληψις, φοβοῦμαι μὴ ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς σκέψεις περὶ παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι ὑπελόγισεν ἴσως ὅτι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττῃ τὸ Κράτος διὰ τοῦ μονοπωλίου, δύναται νὰ εἶναι ἀνώτερον παρὰ δι’ ἄλλου τινὸς μέσου. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ἀγαθὸν τοῦτο, εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκμετάλλευσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἐπιβάλλεται, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ ἔλαττον π. χ. εἴσπραξις ἐκ μέρους αὐτοῦ παρ’ ὅτι θὰ εἰσεπράττετο ἐκ μέρους μιᾶς ἑταιρείας. Ἡ ἀμοιβὴ τοῦ προσωπικοῦ καὶ αἱ συνθῆκαι τῶν ταξειδίων καὶ αἱ εὐκολίαι, αἱ παρεχόμεναι εἰς τὸ ἐμπόριον, εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι. Ὅταν ἡ ἐκμετάλλευσις γίνεται ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας, ἥτις, γνωρίζομεν ὅτι πρὸ πάντων ἐν Ἑλλάδι ἀντιτάσσει μίαν τοιαύτην στενότητα ἀντιλήψεως ἀπέναντι τοῦ ἐμπορίου, ὥστε ἐμπορεύματά τινα μεταφερόμενα διὰ σιδηροδρόμου νὰ στοιχίζωσι πολὺ περισσότερον διὰ ναῦλον παρ’ ὅσον ἡ ἀρχικὴ αὐτῶν ἀξία οὐδὲν τούτων θὰ ὑπάρξῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἓν τῶν κυριωτέρων προσόντων τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἔφερε τὸ ὅτι τὸ Κράτος, κύριον γενόμενον σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, εἶναι ἀνεξάρτητον πάσης ξένης ἐπιρροῆς καὶ μᾶς ἀνέπτυξεν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο πρόθυμος νὰ προβῇ εἰς ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, ὄχι διότι ἡ ἐξαγορὰ δὲν θὰ ἐγίνετο ὑπὸ ἐπωφελεῖς ὅρους, ἀλλὰ διότι δὲν ἤθελε νὰ χάσῃ καὶ τὸ ἀόρατον ἐκεῖνο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σοβαρώτερον ἴσως τοῦ κέρδους, τῆς ἐπιρροῆς μιᾶς χώρας, ἡ πάλη δὲ τῶν διαφόρων Κρατῶν πρὸς ἐπιτυχίαν σιδηροδρομικῶν παραχωρήσεων δὲν εἶναι κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις, ἀλλ’ εἶναι πολιτική. Καὶ εἰς τοῦτο τὰ Κράτη δίδουσι πολὺ μεγαλειτέραν σημασίαν παρὰ εἰς τὸ κέρδος. Διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνότης τῆς ἐνεργείας, καὶ ταύτην ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν εὐχάριστον δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἐξαγοράσῃ ὅλους τοὺς σιδηροδρόμους, ἵνα ἔχῃ ἑνιαίαν διοίκησιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἑνιαία αὕτη διοίκησις φέρει τὰ ἀγαθά, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκμετάλλευσις γίνεται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἑταιρείας. Διότι ἴσως τότε τὰ δυσάρεστα εἶναι πολὺ μεγαλείτερα. Ἐπιτυγχάνει τὴν ἑνότητα τῆς ἐνεργείας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δρομολόγια καὶ τὰ ἄλλα, ἀλλ’ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὸ Κράτος ἕνα τύραννον, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποτε ὅτι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελε γίνει ἡ παραχώρησις εἰς ἑταιρείαν τοῦ ἑλληνικοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου μετὰ τὴν ἐξαγορὰν αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν θὰ ἐφρουρεῖτο ὑπὸ δικαιωμάτων καὶ δὲν θὰ προσεπάθει νὰ νέμηται τὸ προνόμιον ἐπὶ τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἑταιρείας ἄνευ θυσιῶν ὁμοίων πρὸς ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος προέβη διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου δῶσαν ὄχι μόνον 4 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον ἀφ’ ὅτι ἐστοίχισεν εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἀλλ’ ὑποχρεωθὲν καὶ πολὺ ὀρθῶς νὰ παραχωρήσῃ προνομιακῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἄλλης γραμμῆς, ἥτις ἐξησφάλισε βεβαίως πρόσθετα κέρδη εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπέτυχε διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ προνομίου της. Διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς μίαν ἑταιρείαν τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ οὐχὶ μόνον τὴν σιδηροδρομικήν του πολιτικήν, ἀλλ’ οὔτε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Τὸ Κράτος ἐν παραδείγματι ἔχον συμφέρον νὰ μὴ ἀφήνῃ ν’ ἀναπτύσσωνται ὁσοιδήποτε λιμένες, ἀλλὰ κανονίζον τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον καθ’ ὡρισμένον τρόπον, ὥστε νὰ δίδῃ εἰς ὡρισμένους λιμένας μεγάλην ζωὴν εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται καὶ εἰς τοὺς λιμένας αὐτοὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, διότι μεγάλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον γίνει θὰ ἐκαλύπτοντο ὑπὲρ τῶν προσόδων τοῦ λιμένος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιτυγχάνετο εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς τῶν διαφόρων λιμένων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δίδηται εἰς περισσοτέρους ἐκ τούτων ζωὴ ἐκ τῆς κινήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρισε πάντα τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς ἓν Κράτος ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων ὑπ’ αὐτοῦ τούτου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ μᾶς εἶπεν, ὅπως λέγει καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῆς ἑταιρείας θὰ εἶναι ἡ ἀφετηρία διὰ νὰ εἶναι τὸ τέρμα ἡ ἐκμετάλλευσις διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας. Ἂν ὅλοι οἱ λόγοι, ὅσοι ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν καὶ τοὺς ὁποίους φαίνεται παραδεχόμενος καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀληθεῖς, βεβαίως πάντοτε τὸ Κράτος θὰ εἶναι ἀκατάλληλον πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἡ σημερινὴ ἀφετηρία θὰ εἶναι παντοτινή. Τὸ τέρμα δὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέραν τινὰ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπέλθῃ, διότι δὲν προβλέπεται ὅτι εἰς τὸ μέλλον τὰ ἐλαττώματα τὰ παρουσιαζόμενα διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ Κράτους θὰ ἐλαττωθῶσιν, ἀφοῦ ἡ δύναμις τοῦ δήμου διὰ τοῦ χρόνου δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλὰ πάντοτε αὐξάνει. Ἑπομένως θὰ καθίσταται ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους δυσχερεστέρα καὶ ὀλιγώτερον ἐπικερδὴς εἰς τὸ μέλλον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς καταπτώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς νέας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λαρίσης–Τόπσιν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ πρὸ πάντων τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ ἂν πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου ἐδόθησαν 2.000.000 ἐπὶ πλέον καὶ ἂν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς ἐδόθη περισσότερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη. Ἐὰν μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης δὲν προσεπάθει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς ἀπὸ τοῦ ὑπολογισθέντος ποσοῦ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας μέχρι τοῦ ποσοῦ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν ἔργων, ἀλλ’ ἔλεγεν ὅτι, ἂν ὑπάρξῃ θυσία, ἡ θυσία αὕτη δικαιολογεῖ τὸ μέγα ἀπόκτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ὅπως τὸ Κράτος ἀπαλλαγῇ τῆς ἐπιρροῆς τῆς ξένης ἑταιρείας, ἡ ὁποία ὅταν ἐκλήθη ἀντὶ τοιαύτης ὠφελείας ἐκλήθη νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμά της, ἔκρινε καλὸν ὄχι μόνον νὰ παραδώσῃ τὰς οἰκονομικάς της ζημίας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὴν ἀόρατον δύναμιν τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν θὰ ἐδεχόμεθα ὡς ὀρθὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων καὶ συγκρίνωμεν τὰς δύο μελέτας, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν διατί ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη ἀπαραιτήτως, ὅτι ἡ μελέτη ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦνται 4 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι ἡ μελέτη ἡ γενομένη διὰ μηχανικῶν τοῦ δημοσίου, πῶς ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐπὶ πλέον τούτων ἔργων δικαιολογεῖ τὴν τοιαύτην δαπάνην; Τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, ἐνδιαφερόμενα ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμαν ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ ἐλαττώσωσι ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς δαπάνας καὶ οἱ ὑπολογισμοί του αὐτοὶ νὰ γίνουν τόσον μέτριοι, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὠφέλη ὑπὲρ τοῦ Κράτους, δὲν ἀποδεικνύεται ἀληθῶς ὑπὸ τῶν πραγμάτων, διότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι καὶ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν ὑπῆρξαν τόσον δαψιλεῖς, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι εἰς μειοδοτικὰς δημοπρασίας ἡ τιμὴ τῶν 20, 30 καὶ 35% εἶναι πλέον συνήθης· οὔτε δὲ ὑποθέτω ὅτι τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τῆς Πολιτείας θὰ ἐνόμιζον τόσον ἁπλοῦς τοὺς ξένους, ὥστε νὰ ἔπιπτον εἰς τὴν παγίδα, διότι θὰ ὑπολόγιζον τὸ ποσὸν τῆς γραμμῆς εἰς τόσον ἠλαττωμένον ποσόν. Λείπει ἑπομένως ἀπὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμαν τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ ἑταιρεία, ὁ διαιτητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ κατὰ πόσον τὰ πρόσθετα ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσῃ ἡ ἑταιρεία, δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην δαπάνην. Διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόσθετον δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἐπαρκῶς ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἕνεκα τῶν ὑποστηριγμάτων τῆς γραμμῆς καὶ τῆς πυκνότητος αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία τις ὅτι διὰ τὸ μεγαλύτερον ποσὸν εἶναι δεδικαιολογημένη. Σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἐγὼ δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν τεχνικῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι νομίζω καλλίτερον εἶναι νὰ ἐξετάζωνται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἶτα νὰ στέλλωνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, κατὰ πόσον οἱ ὅροι ἐξασφαλίζουσι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ δικαιολογοῦσιν ἢ μὴ τὴν τιμήν· ἐν τούτοις νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλίπω νὰ παρατηρήσω μερικὰ πράγματα σχετικῶς πρὸς τὴν τεχνικὴν ἐφαρμογήν. Τὸ μῆκος τῆς διασταυρώσεως τῆς νέας γραμμῆς εἶναι 240 μέτρα, καί, καθὼς εἶναι παραδεδεγμένον ἐν Γερμανίᾳ, τοὐλάχιστον ἡ διασταύρωσις ἀπαιτεῖ μῆκος 590 μέτρων ἡ δὲ ἡμίσεια 290. Δὲν ἠξεύρω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ τεχνικὴ ὑπηρεσία ἐδέχθη ὅτι διασταύρωσις 240 μέτρων εἶναι ἀρκετή, νομίζω ὅμως ὅτι αἱ συνθῆκαι τῆς μεταφορᾶς στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διάφοροι ἐν Γερμανίᾳ ἀπ’ ὅτι εἶναι ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐφόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἔπρεπε τοῦτο νὰ ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ παρουσιάσῃ ἐλάττωμα ὁ σιδηρόδρομος καὶ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας εἰς κρισίμους περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτερον, καὶ λαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς ἀπὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ὁδηγὸς εἰς τοιαύτας διαφορὰς, τὸ Γερμανικὸν oberhanbuch τῆς Πρωσσίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἐκτελεσθῇ ὅ,τι διαλαμβάνει ἡ σύμβασις, τὸ τραῖνον τὸ διεθνές, τὸ τρέχον ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, δὲν θὰ δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ταχύτητα πέραν τῶν 50 χιλιομ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ταχύτης αὕτη εἶναι τόσον μικρά, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἱκανοποιητικὴ καὶ δι’ ἄλλας γραμμάς, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ διεθνῆ γραμμήν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τῆς συμβάσεως ἡ ῥάβδος πρέπει νὰ εἶναι βάρους 34 χιλιογρ. ἀνὰ τρέχον μέτρον καὶ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν στρωτήρων εἶναι 0.72. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἡ ταχύτης τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀναδείξῃ, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 50 χιλιομ. Ὑπάρχουν τοιοῦτοι σιδηρόδρομοι, ἀλλ’ εἶναι μικροτέρας σπουδαιότητος· δὲν εἶναι αἱ κύριαι γραμμαί, εἶναι αἱ παρακείμεναι, διὰ τὰς ὁποίας ἡ μέριμνα περὶ μεγαλειτέρας ταχύτητος εἶναι περιττή, καθόσον δὲν παρίσταται ἀνάγκη. Ἵνα ἐπιτευχθῇ μεγαλειτέρα ταχύτης, θὰ εἶναι ἀνάγκη ἀντὶ τῶν 34 χιλιογρ. κατὰ τροχαῖον μέτρον, τὸ βάρος τῆς ῥάβδου νὰ εἶναι 41 χιλιογρ. καὶ ἡ ἀπόστασις νὰ εἶναι 0.60 καὶ ὄχι 0.72, ὅπως διαλαμβάνεται ἐν τῇ συμβάσει. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλος τεχνικὸς ὅρος, ὅτι αἱ γραμμαὶ αἱ εὑρισκόμεναι πλησίον τῆς θαλάσσης, ὑφίστανται ὀξείδωσιν ταχυτέραν καὶ ἡ φθορὰ τῶν γραμμῶν εἶναι μεγαλειτέρα, ὥστε ἡ ἀντοχὴ τῆς ῥάβδου νὰ ἐλαττοῦται διὰ τοῦ χρόνου. Ἐκάμαμεν μίαν διεθνῆ γραμμὴν καὶ ἐπιστεύσαμεν ὅτι, ὅταν θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ ἕνωσις τῶν σιδηροδρόμων, θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ Ἀθῆναι νὰ συγκοινωνήσωσι μετὰ τῆς Βιέννης καὶ Παρισίων εἰς μικρὸν χρονικὸν διάστημα, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαρίσης, ἐλαφροτάτη οὖσα χρειάζεται 14 ὥρας καὶ ὅτι δὲν δύναται καθ’ ὃν χρόνον κατεσκευάσθη, νὰ μεταφέρῃ ἕκαστον τραῖνον περισσότερον ἑνὸς καὶ μόνου λόχου. Θὰ εἶναι ἀνάγκη ἤδη, ὅτε ἡ Πολιτεία ἐπανορθοῦσα τὸ λάθος καὶ διὰ δαπάνης 4–5.000.000 πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν παλαιὰν γραμμήν, νὰ προβῇ εἰς τοῦτο.
§271ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πλέον τῶν 10.000.000.
§272Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν θὰ προβῇ εἰς τοιαύτην δαπάνην, θὰ εἶναι νομίζω ὀρθόν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ὀρθοί, ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἀρκεσθῇ βεβαίως εἰς ταχύτητα 50 χιλιομ, διότι ταχέως θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς δαπάνην ἄλλων ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ταχύτητα ὄχι πλέον 50 χιλιομ. ἀλλὰ 70 καὶ περισσότερον, ὡς τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς διεθνεῖς γραμμὰς μεγάλης σπουδαιότητος. Διὰ νὰ τελειώσω, δὲν παραλείπω νὰ προσθέσω τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις μὴ φροντίσασα νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν τὴν ἐργασίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ νέου σιδηροδρόμου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ προτιμήσῃ Ἕλληνας ἐργάτας, διότι θὰ εὕρῃ εἰς τούτους τὸ συμφέρον της, τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν μὴ ὄντων χειροτέρων ἄλλων μερῶν. Ἄλλως τε ἡ μετάθεσις θὰ ἀπῄτει δαπάνας. Ὡς ἀρχὴ ὅμως τοῦτο ἀναγράφεται εἰς πᾶσαν σύμβασιν πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Δὲν ἐξαρτᾷ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τῆς πωλήσεως τῆς ἑταιρείας τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ φροντίζει νὰ κρατῇ δι’ ἑαυτὴν καὶ εἰς ἐκείνην νὰ ἐπιφυλάσσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ὑπάρξωσιν ἱκανοὶ καὶ ἀρκετοὶ ἐργάται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅπως λάβῃ ξένους τοιούτους. Εἰς τὴν προκειμένην μάλιστα περίπτωσιν δὲν ὑπῆρχε φόβος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὴ καταστρατηγήσῃ μίαν τοιαύτην διάταξιν καὶ ἐπιφέρῃ ἀναβολὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διότι ἐξαιρετικῶς ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται ὅπως τὸ ἔργον περατωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον προσέφερε καὶ ἀμοιβὴν εἰς περίστασιν καθ’ ἣν θὰ ἐξετελεῖτο τὸ ἔργον αὐτὸ ἐντὸς 18 μηνῶν ἀντὶ 12.
§273Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῦ θὰ τοὺς εὕρῃ τοὺς Ἕλληνας ἐργάτας; Μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐκεῖ ἐργάζονται.
§274Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ Ἕλληνες ἐργάται, κύριοι Συνάδελφοι, δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ νὰ ἐργασθῶσιν εἰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς, ἀλλ’ ὡς ἀποκλειόμενοι ἐλλείψει ἐργασίας ἀπέρχονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζητοῦντες τύχην καὶ μὴ γνωρίζοντες ποίαν ἐργασίαν θὰ ἀναλάβωσιν. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ ἐκτελῶνται καὶ ἐν Ἑλλάδι ἔργα, ὁ ἀριθμὸς τῆς μεταναστεύσεως θὰ ἠλαττοῦτο καὶ γνωρίζω τοῦτο, διότι κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ἔστειλε τοὺς πρώτους καὶ περισσοτέρους μετανάστας, καὶ ἡ μετανάστευσις εἶχε σταματήσῃ, ὁσάκις ἐξετελοῦνται ἔργα τινά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔργα δημόσια εἰς τὸν νομόν Λακωνίας σπανιώτατα ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα ἐξετελέσθη μία καὶ μόνη ὁδὸς καὶ ἀνεστάλη ἡ μετανάστευσις εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Περιωρίσθην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐγκαινιάζει ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι γεγονὸς μεγίστης σημασίας, διότι ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν θεωρεῖ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ἱκανὴν πρὸς ἐκτέλεσιν, ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη δὲν δεσμεύει καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδίαν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ὅταν φθάσῃ ἡ κατάλληλος ἐκείνη στιγμὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, διὰ τὴν ὁποίαν μία ξένη ἑταιρεία συμμετασχοῦσα διὰ δαπάνης 8.000.000 συνεκέντρωσεν εἰς χεῖράς της ὁλόκληρον τὴν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος ὑπερδεκάπλασια, εἶναι ἐπιτυχία πρώτης τάξεως καί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἐξαγορᾶς, ὁσονδήποτε σοβαρὸν καὶ ἂν εἶναι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως, δὲν ἔχει σημασίαν. Ἰδιαιτέρα τις δήλωσις, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἐξαγοράσῃ ὅλους τοὺς σιδηροδρόμους, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀπηλευθερώθησαν, ἔχει τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι ἥσυχος ὅτι θὰ εἶναι κυρία τῶν σιδηροδρόμων καὶ οἱ λαοὶ οἱ ἐλευθερωθέντες βλέποντες τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις, εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας καὶ ὄχι τοὺς ξένους, θὰ πεισθῶσιν πράγματι ὅτι ἠλευθερώθησαν, διότι, ἂν πρόκειται διὰ τῆς ἐλευθερώσεως των αἱ διάφοροι ἑταιρεῖαι, ὅπως ἐπὶ Τουρκοκρατίας, νὰ ἔχωσι τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα εἶχον, δὲν θὰ αἰσθανθῶσι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας, διότι εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας βλέπουσι νὰ χρησιμοποιῶνται οἱ Ἕλληνες ἐργάται καὶ ὑπάλληλοι ὡς ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας, νὰ καταβάλληται δὲ ἐξαιρετικὴ προσπάθεια ἐκ μέρους τῶν ξένων αὐτῶν ἑταιρειῶν, τῶν ἐχθρικώτατα πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακειμένων, ὅπως ἔχωσι προνομιακὴν θέσιν οἱ μὴ Ἕλληνες.
§275Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ἐπὶ τῶν συμβάσεων διετύπωσα ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων τῶν κυρούντων τὰς συμβάσεις. Ἡ Κυβέρνησις παρουσίασε ταύτας ὡς ἐπιτυχίαν οἰκονομικήν. Διετύπωσα τὴν γνώμην ὅτι ἑκατέρα τῶν συμβάσεων καὶ ἀμφότεραι μακρὰν τοῦ νὰ ἀποτελῶσιν οἰκονομικὴν ἐπιτυχίαν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὑπῆρξαν τοὐναντίον μία ἐξαιρετικῶς ἐπιτυχὴς οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις διὰ τὴν ἑταιρείαν ἐπὶ οὐσιωδεστάτῃ καὶ ἀδικαιολογήτῳ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη διὰ μακρῶν νὰ ἀνασκευάσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ἐκείνας ἀγωνιζόμενος νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὄντως ἡ ἀγορὰ τῶν μετοχῶν, ἡ ἐξαγορὰ τουτέστι τῆς παλαιᾶς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης, ὑπῆρξε καὶ ὡς οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις ἐπιτυχὴς καὶ ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς παραχωρήσεως τῆς νέας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐγένετο ὑπὸ πᾶσαν τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν τῆς παραφυλάξεως τῶν Δημοσίων συμφερόντων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ βραχέων νὰ θίξω ὡρισμένα σημεῖα τῆς ἀνασκευῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σημεῖα καίρια, ὄχι διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἐκλόνισε τὸ παράπαν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστήριξα ταύτην, ἀλλὰ διότι ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαφωτίζουσι πλειότερον ἔτι τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν λαβόντα χώραν κυβερνητικὰ σφάλματα. Διότι ἂν προχθὲς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀναπτύξας τὰς γνώμας μου ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέπραξε σφάλματα καὶ ὅτι συνέπεια τῶν σφαλμάτων τούτων ὑπῆρξεν ἡ βλάβη τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἡ τότε διατυπωθεῖσα γνώμη μου δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι κατέστη ἤδη ἔτι μᾶλλον ἀκλόνητος πεποίθησις δι’ ἐκείνων ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῆς ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν τῆς ἐξαγορᾶς, ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεμελίωσε τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὰς σκέψεις ταύτας· ἀνεξαρτήτως εἶπε τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρεία νὰ ἀξιώσῃ ἀμοιβήν, διότι συγκατετίθετο ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη ἡ σύμβασις εἶναι ἐπωφελὴς διὰ τὸ Κράτος, διότι ἡ ἐξαγορὰ ἐγένετο ὑπὸ ὅρους πολὺ συμφερωτέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ὅρων τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ἐνδεικνύονται. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβές; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν ὑπολογισμόν τινα τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία, ἂν ἐνεστώτως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐγένετο ἡ ἐξαγορά. Καὶ ὑπελόγισεν ἐν πρώτοις τὸ ποσὸν τῶν 12.000.000 ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο ἡ ἐπὶ 5% κεφαλαιοποίησις τῶν 600.000, τῆς συμπεφωνημένης τουτέστιν ἀμοιβῆς τοῦ συμπεφωνημένου κέρδους ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου ἐκ 10.000.000 τῆς ἑταιρείας. Ὑπελόγισεν ἐκτὸς τούτου τὸ ποσὸν δρ. 600.000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται τὸ τοκομερίδιον τὸ κέρδος τοῦ ἔτους 1913, τὸ ὁποῖον περιέρχεται δυνάμει τῆς συμβάσεως εἰς τὸ Κράτος. Ὑπελόγισε τρίτον κεφάλαιον 1.688.000, τὸ ὁποῖον, λέγει, ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἑταιρείαν, διότι ὀφείλεται εἰς αὐτὴν ἐξ ὑπολοίπου ἀνεπαρκῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος· ὑπελόγισε τρίτον τὸ ἥμισυ τοῦ ἀποθεματικοῦ ἐκ 490.114· ὑπελόγισε τέταρτον τὸ ὑπόλοιπον εἰς νέον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912 ἐκ 218.285. Διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ποσῶν τούτων ἀνεβιβάσθησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία, ἂν ἐνεστώτως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐγίνετο ἡ ἐξαγορά, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 14.997.000. Καὶ συλλογίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δρχ. 14.997.000, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεούμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐξαγοράζοντες ἐνεστώτως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τὴν γραμμήν, καταβάλλομεν μόνον 13.000.000· ἄρα σχεδὸν τὸ ποσὸν τῶν 2.000.000 περιῆλθεν εἰς κέρδος ἡμῶν καὶ ἀπέβη εἰς ζημίαν τῆς ἑταιρείας. Ἡ παρατήρησις αὕτη καὶ ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῷ ὄντι εὐλόγως ἐγέννησε τὴν ἔκπληξιν εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς Βουλευτοῦ, τὴν ἔκπληξιν, πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ ἑταιρεία νὰ ὑστερήσῃ ἐν τῇ ἀντιλήψει τῶν ἰδίων αὑτῆς συμφερόντων ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἀπολέσῃ δικαίωμα στέργουσα ἐνεστώτως εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἀλλὰ καὶ νὰ ζημιωθῇ καὶ 2.000.000 περίπου ἐξ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεστώτως θὰ ἐλάμβανε, γινομένης τῆς ἐξαγορᾶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἀλλά, ὡς παρετηρήθη σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτοῦ, τὸ ποσὸν τῶν 1.688.000 δὲν ἠδύνατο τὸ παράπαν νὰ ὑπολογισθῇ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, διότι δὲν ἦτο ποσὸν ὀφειλόμενον παρ’ αὐτοῦ πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς, ἀλλ’ ἦτο ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία ὡς καθυστέρημα τῶν παρελθουσῶν εἰσπράξεων, καὶ καθ’ ὅσον ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδώσει κέρδος ἡ ἐκμετάλλευσις. Τὸ πρᾶγμα καταπλήττει, διότι ὡμολόγησε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἤρθη ἑπομένως ἐκ τοῦ μέσου ἡ βάσις ὅτι ἡ ἐξαγορὰ καθ’ ἑαυτήν, ὡς ἐγένετο, ὑπῆρξεν ἐπὶ ζημίᾳ εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ ἐπωφελῶς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον, καὶ ἀνεζητήθη σταθμὸς τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτυχίας τῆς Κυβερνήσεως ἀλλαχοῦ. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν ὅτι ναί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ 1,688 χιλ. δὲν ὤφειλεν ἐνεστώτως τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ, γενομένης τῆς ἐξαγορᾶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντιπροσωπεύει μᾶλλον κέρδος, τοῦ ὁποίου παραιτεῖται ἡ ἑταιρεία ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ἔχομεν δεδομένον καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δρχ. 13 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον, ἰσοῦται περίπου πρὸς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ κατ’ ὄνομα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως θὰ ἐδικαιοῦτο ἤδη, ἐνεστώτως γενομένης τῆς ἐξαγορᾶς, νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία, ἀπομένει νὰ ἐξετάσωμεν τίνες ἄλλοι ὅροι συνέτρεχον πέρα τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἐπωφελῆ οἰκονομικῶς τὴν ἐπιχείρησιν ἢ τουλάχιστον οὐχὶ ἐπιζημίαν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τί ἐδώκαμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ τί ἐλάβομεν παρ’ αὐτῆς, ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν, καὶ ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τῆς ἀντιπαροχῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν. Ἐδώκαμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ ποσὸν τῶν 13.000.000 πρὸς ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν. Ποία ὅμως εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τούτων ἤδη; Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τῆς συμμετοχῆς τῆς ἑταιρείας ἐν τῇ ἐπιχειρήσει τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου, συμμετοχὴ ἡ ὁποία ἀντὶ τῶν 13.000.000 μετεβιβάσθη εἰς ἡμᾶς; Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν καὶ εἶναι τὸ πρᾶγμα φανερόν, ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ ἑταιρεία, ὡς δηλοῦται αὕτη εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τοὺς ὑποβαλλομένους ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τῶν 13.000.000, τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἀληθοῦς, τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς ἀξίας, ἣν ἔχει ἐνεστώτως ἡ συμμετοχὴ τῆς ἑταιρείας ἐν τῇ ἐπιχειρήσει τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Κατὰ τυπικοὺς ὑπολογισμοὺς βεβαίως ἰσοῦνται περίπου τὰ ποσά, διότι πράγματι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως δικαιοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ λαμβάνῃ ὡς κέρδος πρὸς 6% τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου τῶν 10 ἑκατομ. τὰς 600 χιλιάδας, αἱ ὁποῖαι κεφαλαιοποιούμεναι κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς 5% παρέχουσι τὸ ποσὸν τῶν 12 ἑκατομ. Τοῦτο κατὰ τὴν σύμβασιν βεβαίως ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ λάβῃ· ἀλλ’ ὅμως ὅ,τι συνωμολογεῖτο τότε, ὅ,τι ἀνεγνωρίσθη αὐτῇ διὰ τῆς συμβάσεως, ὑφίσταται ἤδη ἐν πράγματι; Ἐλάμβανεν αὕτη ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως πράγματι τὸ ποσὸν αὐτό, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐνεστῶσα οἰκονομικὴ ἀξία, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἑταιρεία πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν 13 ἑκατομ., ἰσοῦται πρὸς αὐτά; Βεβαίως οὐχί. Ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 600.000, τὸ ὁποῖον ὡς κέρδος τῆς ἑταιρείας συμφωνεῖται, ὑπολογιζόμενον πρὸς 6% ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, αὐτὸ τὸ κέρδος καθ’ ὅλην τὴν μέχρι τοῦδε διαδρομὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ μέρους τῆς ἑταιρείας ἅπαξ μόνον, μόνον κατὰ τὸ 1912, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν εἰσπράξεων ἐξησφαλίσθη ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἑταιρείας· καθ’ ὅλα τὰ ἔτη εἶχεν ἔλλειμμα τοῦ ποσοῦ τούτου, εἶχε τουτέστι καθυστερήσεις τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέτρεπον τὴν κάλυψιν τοῦ κέρδους τῶν 600.000 ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας. Κατὰ τὸ ἔτος μάλιστα 1911 τὸ καθυστέρημα ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν εἰσπράξεων, τὸ ἔλλειμμα τουτέστι τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς ἑταιρείας, ἀνήρχετο εἰς 2.316.000 δραχμῶν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ 1912, ὅτε ὑπῆρξαν ἐξαιρετικῶς πλούσιαι αἱ εἰσπράξεις ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν γεγονότων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐνεργειῶν, διὰ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποσβέσῃ ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἓν ποσὸν 627.000, ὥστε νὰ ἀπομείνῃ καθυστέρημα 1.688.000. Εἶναι ἄρα βέβαιον, ἐκτιμωμένων ἐνεστώτως τῶν πραγμάτων οὐχὶ κατὰ τὴν ἐκ τῶν ἐγγράφων λογιστικῶς προκύπτουσαν ἀξίαν αὐτῶν, οὐχὶ κατὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον συμφωνηθῆ ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ κατὰ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν κατάστασιν καὶ ἀξίαν, ἤδη, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐξαγορά, εἶναι, βέβαιον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τῶν 13 ἑκατομ., τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔδωκεν εἰς τὴν ἑταιρείαν, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς οἰκονομικῆς ἀξίας τῆς ἑταιρικῆς ἐπιχειρήσεως τῆς ἀνηκούσης εἰς τὴν ἑταιρείαν, τὴν ὁποίαν αὕτη παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ μήπως ἆρά γε, ἐνῷ οὕτως ἔχουσιν ἐνεστώτως τὰ πράγματα, μήπως ὑπάρχουσι δεδομένα, μήπως ὑπάρχουσι πιθανότητες ὅτι θὰ ἦσαν διάφορα καὶ ὅτι τὴν μέλλουσαν ταύτην κατάστασιν προεξώφλησεν εἰς τὸ μέλλον, ἡ ἑταιρεία; Μήπως συντρέχουσιν ἆρά γε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο εὐλόγως ἡ ἑταιρεία νὰ ἐλπίσῃ αὔξησιν τῶν κερδῶν εἰς τὸ μέλλον; Καὶ μήπως τὰ ἐλπιζόμενα κέρδη τὰ μέλλοντα, θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἐνεστῶτος, νὰ ἀποδώσωσι δὲ κέρδη μείζονα εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταταστήσωσιν ἀζήμιον, ἂν μὴ ἐπωφελῆ, τὴν ἐξαγορὰν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἀπαντᾷ καταφατικῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐδῶ ἀγωνίζεται νὰ στηρίξῃ τὰ ἐπιχειρήματα αὑτῆς. Διατείνεται τουτέστιν ὅτι καὶ ἂν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἶναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τὸ συμπεφωνημένον πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἐὰν ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἐξαγορὰ αὕτη, ἕνεκα τῶν ζημιῶν εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ ἑταιρεία ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν εἰσπράξεων αὐτῆς ἵνα καλύψῃ τὸ συμπεφωνημένον ποσόν, διατείνεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ὑπάρχωσι κέρδη ἀσφαλῆ εἰς τὸ μέλλον διὰ νὰ καταστήσῃ ἀναμφισβήτητον τὴν ἐκδοχὴν αὐτῆς, διατείνεται τοῦτο τὸ κύριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· διότι τοῦτο εἶναι τὸ κεντρικὸν σημεῖον μετὰ τὴν ἀποσάφησιν τῶν λοιπῶν, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐπιμείνω. Ἡ Κυβέρνησις, λέγει, εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην εἰς τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ 13.000.000 πρὸς βελτίωσιν τῆς γραμμῆς, θὰ γίνῃ αἰτία ὥστε νὰ αὐξηθῶσι σημαντικῶς τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας, οὕτως ὥστε μετὰ 13 ἔτη, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀσκήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, θὰ εἶναι τοῦτο πρὸς ἡμᾶς εἰς ἄκρον ἐπιζήμιον. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ ἡ ἑταιρεία νὰ καταβάλῃ ἤδη τοιοῦτον ποσὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἔχωμεν ταῦτα τὰ ἄφευκτα ἀποτελέσματα· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν 13 ἐτῶν, ὅσα ὑπολείπονται ὅπως γεννηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους πρὸς ἐξαγοράν, αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας, θὰ ὀλιγοστεύσωσι σχεδὸν μέχρι τοῦ μηδενός, ἄρα θὰ αὐξήσωσι τὰ κέρδη καὶ μετ’ αὐτῶν θὰ αὐξήσῃ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐξαγορᾶς. Εἶναι βέβαιον ἑπομένως, ἐὰν ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἀληθής, ὅτι ἡ νῦν ἐξαγορὰ ὡς οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις, νὰ ὑπάρχῃ ἐπιζημία διὰ τὸ ἐνεστώς, εἶναι ὅμως ἐπωφελὴς ἐν τῷ συνόλῳ, διότι προλαμβάνει τὰ μέλλοντα κέρδη, προλαμβάνει καὶ προεξοφλεῖ τὴν ζημίαν ἣν θὰ ὑφίστατο εἰς τὸ μέλλον τὸ Κράτος ἐνεργοῦν μετὰ 13 ἔτη τὴν ἐξαγοράν. Ἡ βάσις λοιπὸν τῆς ἐρεύνης ἡμῶν εἶναι νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν τῷ ὄντι βαρύνουσι τὸ Κράτος τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ δαπανητέα πρὸς βελτίωσιν τῆς γραμμῆς ἢ ὄχι. Ἐὰν τὸ πρῶτον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον, διότι ἡ ἐπιχείρησις ὑπῆρξεν ἐπωφελὴς κατὰ τοῦτο, ὅτι προεξοφλεῖ τὸ προβλεπόμενον μέλλον. Ἐὰν τὸ δεύτερον, ἤτοι ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα τὰ δαπανητέα ὑπὲρ τῆς γραμμῆς κατὰ τὸ μεῖζον μέρος βαρύνουσι τὴν ἑταιρείαν, τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει ἐντελῶς ὄψιν. Διότι τότε δὲν ἀποδεικνύεται μόνον ὅτι κατὰ τὸ ἐνεστὼς τὸ Κράτος ἐδαπάνησε 13.000.000 διὰ νὰ λάβῃ οἰκονομικὴν ἀξίαν πολὺ μικροτέραν, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μικροτέρα αὕτη οἰκονομικὴ ἀξία, ἡ ὁποία ἤδη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ ἡ ὁποία ἀντηλλάγη διὰ 13.000.000, θὰ ἀποβῇ ἐν τῷ ἐφεξῆς ἔτι μικροτέρα, ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἐκτελοῦσα τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καταβάλλῃ αὐτὴ πλέον τὰς δαπάνας τῆς βελτιώσεως. Διότι πρέπει νὰ ὑπομνήσω καὶ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας τὰς ἀνειλημμένας ἐκ τῆς συμβάσεως· ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔχει ἀναλάβει τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν δαπανῶν μὲ ὅριον μέγιστον, τὰς δαπάνας δὲ ταύτας ἀφαιρεῖ πρὸ τῶν κερδῶν ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων. Ἐὰν ὅμως αἱ δαπάναι θὰ ὑπερβῶσι τὸ μέγιστον ἐκεῖνο συμπεφωνημένον ὅριον, ἡ ὑπέρβασις ἐκείνης βαρύνει αὐτὴν προσωπικῶς, μὴ δικαιουμένην ν’ ἀφαιρέσῃ ταύτην ἐκ τῶν ἀνεκκαθαρίστων εἰσπράξεων τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐὰν συνεπῶς ὑποτεθῇ ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἦτο ἀναγκαία καὶ ἐπιβεβλημμένη δαπάνη ἀνωτέρα τοῦ μεγίστου ὁρίου, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρία (νὰ) καταβάλλῃ τὰς δαπάνας αὐτὰς καὶ νὰ μὴ ἐκπέσῃ ταύτας ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν ἄποψιν ταύτην, τὸ τίνα βαρύνουσιν αἱ δαπάναι, τὴν τόσῳ κεντρικὴν καὶ θεμελιώδη, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τί δίδομεν εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ τί λαμβάνομεν ἀπέναντι ἐκείνου τὸ ὁποῖον δίδομεν. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας θέλει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰς ὁποίας νομίζει ἀναγκαίας διὰ τὴν γραμμήν, βαρύνωσι τὸ Κράτος ἢ ἀντιθέτως βαρύνωσι τὴν ἑταιρείαν καὶ κατὰ πόσον βαρύνουσι ταύτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγωνίσθη διὰ μακρῶν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ δαπάναι βαρύνουσι τὸ Κράτος· ὡμίλησε περὶ παρακαμπυλίων γραμμῶν, περὶ σιδηρῶν στρωτήρων, περὶ κοχλιοφόρων ἥλων καὶ περὶ ἀμφιδετῶν, καὶ ὑπῆρξε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο πλέον πολιτικὸν σῶμα ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἦτο μηχανουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον, ἵνα παρακολουθήσῃ τις τὴν συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον τεχνικὰς γνώσεις, ὅσας ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῶν τοιούτων ἰδεῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ πλείονας ἔτι διὰ νὰ δυνηθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεπτύσσοντο ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ αὐτῶν. Ἐὰν προῆλθεν εἰς τοιαύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐρεύνας, ἐὰν ἐξετίμησε τὴν ἀξίαν τῶν στρωτήρων καὶ τῶν κοχλιοφόρων ἥλων, ἐὰν κατεμέτρησε τὰς ἀποστάσεις τούτων, ἐὰν ὡμίλησε περὶ ἀμφιδετῶν καὶ περὶ παρακαμπυλίων γραμμῶν, βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπλανήθη περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἀκολουθήσας αὐτὸν τὸν τρόπον συζητήσεως. Προετίμησεν ἐν τῇ συζητήσει τρόπον τινὰ παρακαμπύλιον γραμμήν, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἐβοηθεῖτο ἐκ τῶν πραγμάτων ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν εὐθεῖαν. Ἂς ἴδωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν βεβαιώσεων τῶν πραγματικῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τίνες εἶναι αἱ δαπάναι πρωτίστως ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἰς βάρος ἑαυτῆς καὶ εἰς βάρος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία, καὶ ἂς ἴδωμεν ἐν ἀντιβολῇ, ἄνευ πλέον τεχνικῶν διαδρομῶν καὶ τεχνικῶν παρελκύσεων, τίνες εἶναι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ καταβάλῃ. Ἡ ἁπλῆ ἀντιβολὴ θὰ διαφωτίσῃ ἡμᾶς πλήρως κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐπὶ τῶν σημείων τούτων. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ληφθῇ ὡς δεδομένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔχει ἀναλάβει πρωτίστως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως τῆς γραμμῆς εἰς ἐξαίρετον κατάστασιν καὶ κατὰ τὴν ἀποσάφησιν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων, νὰ συντηρῇ τὴν γραμμὴν εἰς ἐξαίρετον κατάστασιν ἐκτελοῦσα οὐ μόνον τὰς συνθήκας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκτάκτους ἐπισκευάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς συντηρήσεως αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας. Ἡ σύμβασις προχωρεῖ περαιτέρω· προβλέπει τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἀνάγκη δαπάνης διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, προβλέπει ἀκόμη τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν παρίσταται ἀνάγκη διὰ τὴν ἀνανέωσιν αὐτῆς τῆς γραμμῆς. Καὶ τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ ἀπαιτοῦνται, καὶ τὰς δαπάνας ἀκόμη ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς ἀπαιτοῦνται, καὶ ἐκείνας ἀκόμη, ἐπιβάλλει ἡ σύμβασις εἰς βάρος τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἀφαιροῦνται καὶ αὗται, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι περὶ τῶν ὁποίων προηγουμένως ὡμίλησα, ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως πρὸ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν 600,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, τοῦ κέρδους δηλονότι τῆς ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις προβλέπει καὶ τρίτον κεφάλαιον δαπανῶν· τῶν δαπανῶν τῶν ἀπαιτουμένων ὄχι πλέον διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπιδιόρθωσιν ὄχι πλέον διὰ τὰς ἐκτάκτους ἐπισκευὰς ἢ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ ἢ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ κάτι τι πέραν ὅλων τούτων κειμένων· διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν σταθμῶν καὶ ἀκόμη διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ. Καὶ αἱ δαπάναι αὗται ἐπιβάλλονται εἰς βάρος τῆς ἐκμεταλλεύσεως μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν προηγοῦνται τῶν 600,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἕπονται. Ἑπομένως βαρύνουσι τὴν ἑταιρείαν κατὰ τὰ κέρδη της τῶν 7½%.
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄρα τὸ δημόσιον κατὰ 92½%;
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἐὰν ὑπάρχωσι κέρδη.
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχουν, εἴδετε τί ὁρίζει ἡ σύμβασις.
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ν’ ἀποδείξω δι’ ὅσων λέγω τοῦτο· ἐάν, ἐκπληρουμένης τῆς συμβάσεως καὶ ἐπιβαλλομένης εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ὑπὲρ αὑτῆς ὑπολογίζετε ὡς ἐλπιζόμενα· ἵνα θέσω ἐκποδὼν τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρείας ἀντὶ 13.000.000 δραχμῶν ἀποτελεῖ ἐπωφελῆ οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν δι’ ἡμᾶς. Διότι ἡ ἑταιρεία εἶχε τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι θὰ ηὔξανεν αὕτη τὰ κέρδη της καὶ θὰ ἐκάλυπτε τὰς ζημίας καὶ θὰ καθίστα διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ μέλλον ἥκιστα ἐπωφελῆ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ἐξαγορᾶς. Αὐταὶ λοιπὸν εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ βαρύνουσαι τὴν ἑταιρείαν. Ἂς ἴδωμεν τώρα τί ζητεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τί ζητεῖ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς γραμμάς, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὰς πιστώσεις τῶν 16.000.000 πίπτῃ κατὰ τὸ ὅλον ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον ἢ κατά τι μέρος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας. Καὶ ἐν πρώτοις, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ζητεῖται πίστωσις 6.000.000, ἥτις πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν ὄχι τῆς νέας γραμμῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς γραμμὰς τῆς ἑταιρείας τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων. Μήπως ἐννοεῖτε ἄλλο τι;
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος.
§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄρα βέβαιον ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τῶν 6.000.000 ὑπάρχον καί τι τίμημα, ἄγνωστον πόσον, διὰ τὴν ἀνανέωσιν ἢ αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ τῆς παλαιᾶς γραμμῆς. Ὥστε δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ὡς λέγετε, ὅτι τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ὅλης πιστώσεως, ἤτοι περὶ τὰ 3.000.000, εἶναι προωρισμένον διὰ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν τῆς παλαιᾶς γραμμῆς. Ἀλλ’ εἴδομεν ἤδη ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τῆς συμβάσεως, ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις καὶ ἀναλογίας, τὰς ὁποίας ἐσημείωσα, ἡ αὔξησις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ πίπτει εἰς ὑποχρέωσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Προχωρῶ εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις 10.000.000, ἵνα χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰ ἀκόλουθα· «διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀπαιτουμένων ἔργων διά τε τὴν στερέωσιν τῆς ὑποδομῆς καὶ ἀνωδομῆς τῶν γραμμῶν τῆς ἑταιρείας τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων καὶ ἐκτέλεσιν ἐν ταῖς αὐταῖς γραμμαῖς ἀναγκαίων προσθέτων μονίμων ἔργων, οἷον μηχανοστασίων, ἐργοστασίων, περιστροφικῶν γεφυρῶν, ὑδρεύσεων, συμπληρώσεων σταθμῶν κλπ». Εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῶν σταθμῶν, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ἡ σύμβασις.
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προδήλως.
§283Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προδήλως. «Καὶ τὴν τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ ὑπάρχοντος τροχαίου ὑλικοῦ». Ἐρωτῶ ἤδη ἐξ ἀντιβολῆς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τῶν κανονιζόντων τὰς εἰς βάρος τῆς ἐκμεταλλεύσεως δαπάνας, πρὸς τοὺς προορισμοὺς τούτους, πρὸς τοὺς ὁποίους κατευθύνονται αἱ πιστώσεις, αἱ ζητούμεναι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν παλαιὰν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, δὲν προκύπτει ἀσφαλῶς ὅτι πίπτουσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναί τι φιλονικούμενον καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφιλονικήθη εἶναι ἀληθὲς κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν, ἴσως δὲ φιλονικηθῇ καὶ σήμερον. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει ὅτι ἡ φιλονικία αὕτη εἶναι ὀψιγενὲς ἐφεύρημα, ὅπως χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν προφορικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀπέδειξε τὰ σφάλματα τὰ Κυβερνητικά. Εἶναι δὲ περίεργοι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο αἱ ἀντιλήψεις, ἀφ’ ὧν ὡρμήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ περιεργότατα τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ κατέληξε. Τί θὰ ἦτο φυσικόν, ὅταν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι συμβάσεως τοιαύτης καὶ ἀπέναντι ἀνάγκης ὄχι πλέον περιοριζομένης ἐντὸς τοῦ κύκλου τὸν ὁποῖον ὁρίζει ἡ σύμβασις, ἀλλὰ καὶ ἐξερχομένης αὐτοῦ· ὅταν εὑρισκώμεθα ἐνώπιον ἀνάγκης οὐχὶ πρὸς ἐπιδιόρθωσιν καὶ ἐπισκευὴν τῆς γραμμῆς, οὐχὶ πλέον πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ ὑπάρχοντος ὑλικοῦ καὶ ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς, οὐχὶ πρὸς ἐπέκτασιν τῶν σταθμῶν καὶ αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς γραμμῆς καὶ πρὸς ἵδρυσιν παρακαμπτηρίων γραμμῶν, πρὸς ἵδρυσιν νέων μηχανοστασίων καὶ ἐργοστασίων καὶ περιστροφικῶν γεφυρῶν κ.λ.π., τί θὰ ἦτο, λέγω, φυσικὸν καὶ τί θὰ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαραιτήτως ὑπεχρεοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἡ διαστολὴ μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῶν πιπτουσῶν ἐντὸς συμβάσεως καὶ τῶν κειμένων ἐκτὸς τῶν ὅρων αὐτῆς, δὲν ἦτο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμελήθη νὰ διαφωτίσῃ κατὰ τοῦτο τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι πράγματι εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δηλαδὴ ὅλαι αἱ δαπάναι βαρύνουσι τὸ Κράτος, οὐχὶ διότι ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχε τοιαύτην γνώμην περὶ τούτου. Εἶχε τοὐναντίον τὴν ὀρθὴν γνώμην ὅτι μέρος τούτων βαρύνει τὴν ἑταιρείαν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. «Καθ’ ὅτι ἀφορᾶ τὴν γραμμὴν παρατηροῦμεν ὅτι τινὰ μὲν τῶν ἔργων ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἕτερα δὲ καὶ δὴ τὰ πλεῖστα τῶν νέων ἔργων, ἀφορῶσι νέας δαπάνας βελτιώσεως τῆς γραμμῆς. Ὅπως πότ’ ἂν ᾖ, ἔν τισι τὰ ὅρια εἰσὶ δυσδιάκριτα, ἀμφισβητήσεις δὲ ἤθελον προκύψει κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων». Ἀναγνωρίζει λοιπὸν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τινὰ ἐξ ἐκείνων, δι’ ἃ ζητεῖ τὴν δαπάνην τῶν 16.000.000 βαρύνουσι τὴν ἑταιρείαν· ἀλλ’ ἀναγνωρίζει συγχρόνως ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δυσδιάκριτα τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἐκ τούτου θὰ δύνανται νὰ προκύψωσιν ἀμφισβητήσεις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρείας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ταῦτα ἀναγνωρίζουσα, ἔλυσε τὰς ἀμφισβητήσεις αὐτὰς ἐπιβαλοῦσα ὅλας τὰς δαπάνας εἰς τὸ Κράτος. Ἔλυσεν ἡ Κυβέρνησις τὰς ἀμφισβητήσεις ἀναλαβοῦσα εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὰ πάντα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔρχεται καὶ εἰς ἄλλον συλλογισμὸν ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδή, λέγει, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένη νὰ κάμω δαπάνας τόσων ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἀπαλλάσσω τὴν ἑταιρείαν τῶν δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ κατ’ ἀνάγκην αὐξάνω τὰ κέρδη της. Ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀπαλλάσσει τὴν ἑταιρείαν τῶν ἰδίων αὐτῆς ὑποχρεώσεων, ἀναγνωρίζει ὅτι ἀναδέχεται βάρη τῆς ἑταιρείας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναδεχομένων βαρῶν τῆς ἑταιρείας σκέπτεται ὅτι, ἀναλαμβάνουσα τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας, πληρώνουσα χρέη τῆς ἑταιρείας, ἵνα εἰδωλοποιήσω οὕτω τὴν ἔκφρασιν μου, βελτιοῖ τὰ οἰκονομικά της, βελτιοῦσα δὲ τὰ οἰκονομικά της βελτιοῖ τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ αὕτη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξαγορᾶς, ἤτοι μετὰ 13 ἔτη, παρὰ τοῦ Δημοσίου.
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν νομίζετε σκοπιμώτερον νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖαι ἄλλαι δαπάναι βαρύνουσι τὴν ἑταιρείαν ἀπ’ εὐθείας;
§285Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως δι’ ἑνὸς ἐρωτήματος. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι σεῖς εἴχετε, νομίζω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρητε ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅταν ἔχωμεν δεδομένον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλως τε καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀντίληψιν προσπίπτει, ὅτι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα προηγουμένως, αἱ ὁποῖαι ἔν τινι μέτρῳ πίπτουσιν εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς τὸ ἀναγνωρίζετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ σας ἐκθέσει. Σεῖς εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διακρίνητε τὰς δαπάνας αὐτάς, ἀπὸ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὸ Κράτος. Σεῖς ὅμως ἐνῷ ἀναγνωρίζητε ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι βαρύνουσαι τὴν ἑταιρείαν, δὲν ἐφροντίσατε διὰ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν νὰ διαγνώσητε ταύτας καὶ νὰ διαφωτίσητε καὶ ἡμᾶς περὶ τούτου. Νὰ μᾶς φέρητε λεπτομερῆ κατάλογον καὶ μελέτην τεχνικὴν τοῦ ὅλου τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ δαπανήσητε τὰ 16.000.000, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς, ἔστω καὶ διὰ γυμνοῦ καὶ ἀτέχνου ὀφθαλμοῦ, νὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος σημείου ἐκτείνονται τὰ ὅρια τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἑταιρείας, ποῦ λήγουσιν αἱ ὑποχρεώσεις αὐτῆς διὰ νὰ ἀρχίσωσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Ἐνῷ ὅμως, δὲν ἐφέρετε τοιαῦτα στοιχεῖα διὰ νὰ διαφωτίσητε τὴν Βουλήν, ἤλθετε ἐξαίφνης τὴν τελευταίαν στιγμὴν μὲ τὰς παρακαμπυλίους γραμμὰς καὶ μὲ τοὺς κοχλιοφόρους ἥλους καὶ μὲ τοὺς ἀμφιδέτας διὰ νὰ σκοτίσητε τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἰσχυρισθῆτε τὸ πρῶτον ἤδη ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι βαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὸ Κράτος. Ἀντὶ νὰ ὁμιλῆτε περὶ κοχλιοφόρων ἥλων καὶ παρακαμπυλίων γραμμῶν, θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, διὰ νὰ διαφωτίσητε τὴν Βουλήν, νὰ φέρητε μίαν τεχνικὴν μελέτην μὲ λεπτομερῆ ἔρευναν, ἡ ὁποία νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ἡμᾶς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν. Λοιπὸν ἐγὼ συζητῶν ἄνευ τοιούτων ἐφοδίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω, νὰ χάσω τὸ ἔδαφος τὸ στερεόν, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸ ἀσταθὲς ἔδαφος τῶν κοχλιοφόρων ἥλων καὶ τῶν μηχανικῶν δικτυπώσεων. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάλιν ἀναγνωρίζετε εἰς τὴν αἰτιολογικήν σας ἔκθεσιν ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι βαρύνουσαι τὴν ἑταιρείαν; Ἀναγνωρίζετε βεβαίως καὶ λέγετε ὅτι εἶναι δυσδιάκριτα τὰ ὅρια καὶ λέγετε ὅτι ἐπειδὴ πρὸς διάγνωσιν τούτων θὰ προηρχόμεθα εἰς συζητήσεις, τέμνω τὰς συζητήσεις καὶ ἀναλαμβάνω τὰς δαπάνας. Εἶναι αὐτὸς συλλογισμὸς προστατευτικὸς τῶν δημοσίων συμφερόντων; Καὶ μετὰ τοιοῦτον συλλογισμόν, εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ εἴπητε ὑπὲρ τῶν δῆθεν δικαιωμάτων τῆς ἑταιρείας ὅ,τι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς ἐπὶ δικαστηρίου συνήγορος αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο σημεῖον τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ τονίσω, διότι δὲν εἶναι αὐτὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἑταιρεία. Δὲν ἔλαβε μόνον διὰ νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐπιχείρησιν εἰς ἡμᾶς τὰ 13.000.000. Δὲν ἐπωφελήθη ἐντεῦθεν καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀξία τῶν 13.000.000, ὡς ἔχουσιν ἐνεστῶτως τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἑταιρικῆς ἐπιχειρήσεως τὴν ὁποίαν μεταβιβάζει εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἔλαβε ταῦτα μόνον ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο κεφάλαιον μὴ καθωρισμένον εἰς ποσόν, ἀλλὰ βέβαιον, ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεγνωρισμένον. Ἴδετε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Τὸ διακηρύττει αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς λέγει ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο μέρος τοῦ τιμήματος τῆς ἐξαγορᾶς τῶν μετοχῶν, μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ ἀναζητήσητε ἀλλαχοῦ. Ποῦ; Εἰς τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τῆς νέας γραμμῆς. Ἐκείνη ἡ σύμβασις κρύπτει καὶ πρόσθετον μέρος τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν μετοχῶν ἐδώκαμεν. Λέγει ῥητῶς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Ἐξηγεῖ ἡ Κυβέρνησις διατί ἔδωκεν εἰς τὴν ἑταιρείαν Μπατινιὸλ τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς καὶ λέγει: «ἡ κατασκευὴ ἐδόθη ἐν μέρει καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Παπαπουλίου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου...».
§286ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἀντίθετον λέγει ἡ ἔκθεσις ἀπὸ ὅτι ὑπεστηρίξατε ὑμεῖς.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ τὸ ἑρμηνεύητε, ὡς θέλετε. Ἐγὼ ἀναγινώσκω τὸ κείμενον. Οἱ συλλογισμοὶ βαρύνουσιν ἕκαστον. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις. «Ἡ Κυβέρνησις διεξήγαγε διαπραγματεύσεις μόνη μετὰ τῆς ἑταιρείας κατασκευῶν Μπατινιόλ, πρὸς ἣν ἄνευ ζημίας τοῦ Κράτους ἐνόμισεν ὅτι ἔδει νὰ δοθῇ προτίμησίς τις, διότι ἡ κατασκευὴ αὕτη ἐδίδετο ἐν μέρει καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς γραμμῆς». Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι ἐκτὸς τοῦ τιμήματος τῶν 13 ἑκατομ. ἔχομεν καὶ ἄλλο μέρος τιμήματος, καλυπτόμενον εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς. Ὁπωσδήποτε τὸ πρᾶγμα δὲν μεταβάλλεται. Αἱ συμβάσεις ἔρχονται πρὸ τῆς Βουλῆς ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζουσαι.
§288ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλα βάρη εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἐξαγορᾶς;
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμᾶτε ἐκείνην τὴν σύμβασιν; Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν.
§290ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν.
§291Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχει, ἀφοῦ αἱ συμβάσεις εἶναι ἀλληλένδετοι. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἤδη διατελεῖτε ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ βάρους τῆς ἀναλύσεως τῆς μιᾶς συμβάσεως. Ὅταν ἔλθω εἰς τὴν ἄλλην θὰ θελήσητε τὰ βάρη ἐκείνης νὰ ῥίψητε εἰς ταύτην. Ἐγὼ ὅστις ἑρμηνεύω τὸ πρᾶγμα ὅτι ἐδώσατε ὑπὸ ὅρους ἀσκόπους καὶ πρωτοφανῶς ἐπιζημίους διὰ τὸ Δημόσιον ταμεῖον τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς, ὅπως εἰς τοὺς ὅρους τούτους καλύψητε καὶ μέρος τοῦ τιμήματος τῆς ἐξαγορᾶς τῶν μετοχῶν. Καὶ ἔρχομαι ἵνα ἀποδείξω τὰ κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ τιμήματος, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ κατασκευή, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρω παρατηρήσεις τινὰς τὰς ὁποίας ἐποιήσαμην κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦλθεν ἀντιμέτωπος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἐκλέξασα τὸν τύπον τοῦτον τῆς κατασκευῆς, τύπον κατασκευῆς εἰθισμένον ἐν Γαλλίᾳ, δὲν ἐμερίμνησεν ὅμως νὰ λάβῃ τὰς προνοίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι παρεδρεύουσι καὶ συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τοῦτον τὸν τύπον, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Καὶ ἐσημείωσα τότε παραλείψεις οὐσιώδεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἀποβῶσιν ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρέθη ἀπέναντι μιᾶς καταφώρου παραλείψεως· δὲν ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς ἐπιζημίους συνεπείας τῶν παραλείψεων ἐκείνων, καὶ ἐζήτησε σταθμὸν ἀλλαχοῦ, ἄλλην δικαιολογίαν· καὶ ἐνόμισεν ὅτι εὗρε ταύτην εἰς σημεῖόν τι τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ὑπωπτεύθη, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του. Καὶ ἐφάνη νομίζων ὅτι ὄχι μόνον ἀπηλλάγη τῆς εὐθύνης διὰ τὰς παραλείψεις ἐκείνας τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ καὶ θέσιν ἐπιθετικὴν ἐλέγχων τὸν ἐλέγχοντα, πῶς δὲν παρετήρησε τὴν σύμβασιν, πῶς δὲν εἶδε τὸ ἄρθρον 27 τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι ἡ ἑταιρεία ὑπάγεται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, ὄχι μόνον τοὺς σήμερον ἰσχύοντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς μέλλοντας τοιούτους. Καὶ ἠρώτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπέτυχον, νὰ θέσω τουτέστι ῥήτραν, ἵνα ὑποβάλω τὴν ἑταιρείαν εἰς τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς τοὺς σήμερον ἰσχύοντας καὶ τοὺς μέλλοντας, ἐξησφάλισα πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς ζητεῖτε; Σεῖς ζητεῖτε συμβατικὴν ῥήτραν, ἐγὼ ὅμως ἐπέτυχον τὸ μονομερὲς δικαίωμα νὰ κρατήσω τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἔχω μέλλοντας νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ δύναμαι νὰ ἔχω ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πολὺ πλειότερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα μοὶ ζητεῖτε. Εἶναι, νομίζω, πολὺ περίεργος ὁ συλλογισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πολὺ ἀφελής, διότι κατὰ τὸν συλλογισμὸν αὐτόν, ἐὰν ἐλάμβανέ ποτε τὸ κῦρος τῆς ἐφαρμογῆς, ἡ ἑταιρεία θὰ ἦτο ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάθεσίν μας καὶ θὰ ἦτο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν κινδύνῳ νὰ καταστραφῇ. Διότι ὅ,τι δὲν ἐζητήσαμεν διὰ τῆς συμβάσεως θὰ ἠδυνάμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν ἀδαπάνως. Νομοσχέδιον θὰ ἐφέρομεν καὶ θὰ ἐκανονίζομεν ὅλα τὰ ζητήματα ὅπως ἠθέλομεν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεφύλαξε τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Ὁ συλλογισμὸς εἶναι ἁπλοῦς, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα βεβαίως ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς σπουδαιότητος. Ἡ ῥήτρα ἐκείνη εἶναι εἰθισμένη εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς συμβάσεις, ἐξ ὧν καὶ ἀντεγράφη, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ἀνεκαλύφθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι εὗρε σταθμὸν ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς ῥήτρας εἶναι προφανής. Πρόκειται νὰ λυθῇ δι’ αὐτῆς τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ Γαλλικοὶ νόμοι εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάγεται ἡ ἑταιρεία αὕτη, ἢ οἱ Ἑλληνικοί. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων τοῦ Κράτους, παρόντων ἢ μελλόντων ἔστω, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναπληρώσωσι τὰς συμβάσεις. Ἐγὼ αἴφνης παρετήρησα, προκειμένου περὶ τῶν τυχηρῶν, περὶ τῶν κινδύνων, ὅτι ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἰδιόρρυθμος ἐπεκράτησεν ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀρχή, ὅπως συμβατικῶς ἀναλαμβάνῃ τοὺς κινδύνους ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία. Τοιαύτην ὑποχρέωσιν δὲν ἔχει ἐν προκειμένῳ ἀναλάβει ἀπέναντι ἡμῶν ἡ ἑταιρεία. Ἐρωτῶ· κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκρατήσατε, νὰ ἐπιβάλλητε εἰς τὴν ἑταιρείαν τὰς ἐξ ἀνωτέρας βίας ζημίας τῆς γραμμῆς;
§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδέποτε διενοήθην τοιοῦτόν τι. Σᾶς εἶπον καθαρῶς ὅτι τοῦτο βαρύνει τὸ Δημόσιον καὶ ἂν ἐπεφύλαξα τὸ ζήτημα τῶν νόμων καὶ κανονισμῶν τὰ διεφύλαξα διὰ τὰ ζητήματα τὰ ἐργατικά.
§293Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην διακόψας ὑμᾶς, παρετήρησα ὅτι αὐτὴ ἡ συγκατάβασις δὲν εἶναι ἡ συνήθης πορεία, ἡ ὁποία ἐνεδείκνυετο εἰς ὑμᾶς. Εἶναι μία παροχὴ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀσυνήθης. Τὸ σύστημα δὲ αὐτὸ νὰ παραχωρῆτε εἰς τὰς ἑταιρείας ὅ,τι ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις δὲν παραχωρεῖται εἰς ταύτας, τὸ νὰ θέλητε νὰ παραδώσητε εἰς αὐτὰς ὅ,τι οὔτε εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν πατρίδα θὰ εἶχον, τὸ νὰ ἀπαλλάσσητε αὐτὰς ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐκεῖ θὰ εἶχον ἀναλαμβάνουσαι τὴν ἐκτέλεσιν Γαλλικῶν ἔργων, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον ἀναγνωρίσεως οὔτε ἐπιδοκιμασίας. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἕτερον σημεῖον καὶ ἐρωτῶ· μὲ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐκρατήσατε, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ λύσητε τὸ ζήτημα, ὅπως οἱ ἐργάται οἱ προσληφθησόμενοι μὴ εἶναι ἀλλοδαποί; Ἐὰν ἡ μεθοδολογία αὐτὴ τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων διὰ τῆς μελλούσης νομοθεσίας ἦτο δυνατή, δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη συμφωνιῶν. Καὶ ὅμως ἐν Γαλλίᾳ, παρομοίου τύπου ἐπιχειρήσεις κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, οὐχὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ δυνάμει τῶν cahiers des charges ἐπιφυλάττουσιν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζωνται ἐργάται ἀλλοδαποί. Ἂς προσθέσω δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐνταῦθα ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες περὶ προσλήψεως Βουλγάρων ἐργατῶν καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων μετέφερον τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν εἶναι ἀκριβές. Διότι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν δύο τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Λαρίσης ἔφερον τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· καὶ διὰ νὰ παραστήσωσιν οὗτοι, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔλαβεν ἐργάτας ἀλλοδαπούς, δὲν ἔλαβον βεβαίως τὰς πληροφορίας αὐτῶν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἔλαβον ταύτας ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των. Δὲν ἐξετάζω δὲ τί θὰ κάμῃ ἡ ἑταιρεία θέλουσα, ἀλλὰ τίνα πρόνοιαν ἔλαβε τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας. Καὶ ὅταν σᾶς ἐλέγχω διὰ τοῦτο, διὰ ταύτην τὴν παράλειψιν, μοὶ ἀπαντᾶτε· ἐκράτησά τι μεγαλείτερον, ἐκράτησα τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς, ἂν διατυπώσητε νόμον σχετικὸν δύνασθε νὰ εἴπητε, εἶναι σκόπιμον νὰ εἴπητε διὰ τοῦ νέου νόμου, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔργα τὰ δημόσια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσλαμβάνωνται ἐργάται ἀλλοδαποί. Εἶναι ἡ παράλειψίς σας καταφανής. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ τμήματος εἰς τὸ ὁποῖον παρεχωρήσατε τὴν γραμμήν. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν μελέτην τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, ἥτις ὑπολογίζει τὸ τίμημα τῆς κατασκευῆς εἰς 6.900.000· καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον παρεχωρήσατε τὴν κατασκευὴν ἀνερχόμενον εἰς 12.000.000 ἢ μᾶλλον εἰς 13.000.000 λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ἀμοιβῆς διὰ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσητε αὐτὴν τὴν διαφοράν. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω εἰδικωτέραν ἀνάλυσιν. Ἄλλο εἶναι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἰς σημεῖον τὸ ὁποῖον μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης λεπτομερειῶν καὶ τεχνικῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι συσκοτίζουσιν ἴσως τὴν εὐθύνην ὑμῶν. Μακρὰ ἐγένετο συζήτησις ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, παρ’ ὑμῶν μὲν ἵνα ἀποδείξητε ποῦ κεῖται, πῶς ἐξηγεῖται ἡ διαφορὰ αὕτη, εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ μήκους τῆς γραμμῆς εἴπετε, εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν τεχνικῶν ἔργων, ἠγωνίσθητε δὲ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοί, οἱ σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὴν διαφορὰν τοῦ μήκους καὶ πρὸς τὴν διαφορὰν τῶν τεχνικῶν ἔργων, δικαιολογοῦσι τὴν ὅλην ἀπόστασιν τῆς τιμῆς. Ἠγωνίσθη ἐξ ἄλλου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον καὶ προῆλθεν εἰς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει μονάδων, ἐπὶ τῇ βάσει λεπτομερειῶν τῶν τεχνικῶν ἔργων, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἀπόστασις αὕτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπειδὴ ἀλλαχοῦ θὰ στρέψω τὰς σκέψεις μου, δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ ἀπόστασις αὕτη, ὡς ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, εἶναι δεδικαιολογημένη· ὅτι τουτέστι τὸ σύνολον τῆς ἀποστάσεως αὐτῆς τῆς τεραστίας μεταξὺ 6.900.000 καὶ μεταξὺ 13.000.000 καλύπτονται ἐν τῷ συνόλῳ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ τοῦ μήκους τῆς γραμμῆς. Ἔχω ὅμως ἓν δεδομένον· ὅτι ὑπεγράψατε τὴν σύμβασιν καὶ ἐκανονίσατε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐκλέξητε μεταξὺ τοῦ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἄλλου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δεδηλωμένη ἡ γνώμη ὑμῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ μεμορφωμένη παρ’ ὑμῖν ἡ γνώμη, τίνα ὁδὸν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ γραμμή, ποῖα εἶναι ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν ἀναγκαῖα διὰ νὰ συντελεσθῶσι. Καὶ ἐνῷ τοῦτο δὲν ἐγένετο, σεῖς ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα ἐξ ἴσου συμπληρώσητε εἴτε γίνῃ εἴτε δὲν γίνῃ ἡ μακροτέρα γραμμὴ εἴτε γίνωσιν εἴτε μὴ τὰ τεχνικὰ ἔργα. Καὶ ἐπράξατε τοῦτο, προκειμένου περὶ διαφορᾶς περίπου 6.000.000 δραχμῶν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἀντετάξατε. Ἐνοήσατε τὴν δύναμιν τῆς παρατηρήσεώς μου. Ἦτο ἄκαμπτος αὐτὴ καὶ σιδηρᾶ καὶ συνεζητήσατε προσφυγῶν εἰς τι, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσατε ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἐλέγχου ἢ τουλάχιστον ἀνεπίδεκτον ἀμέσου ἐλέγχου ἢ ἐμφανοῦς ἐλέγχου. Εἴπετέ τι, τὸ ὁποῖον ἐστηρίξατε εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν ὡς Κυβερνήτου καὶ τὸ συνεδυάσατε πρὸς ὑπόθεσιν θίγουσαν τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ δυνάμενον νὰ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ ἀπὸ ἔλεγχον. Εἴπετε ὅτι βεβαίως ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν ἐν γνώσει ὅτι ἤθελον ζημιώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν, ὁ λόγος ὅμως διὰ τὸν ὁποῖον τὴν ὑπέγραψα καὶ συνεβλήθην οὕτως ἦτο τοιοῦτος ὥστε θὰ ἠδυνάμην καὶ ἑκατομμύρια ἀκόμη νὰ θυσιάσω χάριν τοῦ λόγου τούτου. Καὶ ποῖος ἦτο ὁ λόγος αὐτός; Εἴπετε ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναβάλω τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως διὰ νὰ κάμω προηγουμένως τὴν ἀπαιτουμένην μελέτην καὶ τὴν ὁριστικὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς, διότι ἔσπευδον καθ’ ὅτι εἶχον ἀνάγκην τὸ ἔαρ νὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ γραμμὴ ἵνα δύναμαι νὰ ἔχω εὐχερῆ τὴν συγκέντρωσιν τῶν στρατευμάτων εἰς τὰς νέας χώρας. Τοῦτο εἴπετε. Ἐὰν ὁ λόγος αὐτὸς ἦτο ἀκριβής, Κύριοι, ἡ Βουλὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐλέχθη, θὰ εἶχε νὰ ἐρευνήσῃ πολλά· θὰ εἶχε νὰ ἐρωτήσῃ ὑμᾶς περὶ πολλῶν· θὰ εἶχε νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ πολλὰς ἀπόψεις εἰς ἔλεγχον τὴν πολιτείαν ὑμῶν. Θὰ εἶχε πρωτίστως νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι βάσιμοι αἱ ἀντιλήψεις ἢ καὶ αἱ σκέψεις ὑμῶν περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, ὡς ἐπειγούσης, καὶ οὕτως ἀκριβῶς ἐν χρόνῳ καθωρισμένῳ· θὰ εἶχε νὰ ἐξετάσῃ ἀκόμη, ἐὰν ἡ ἀνάγκη εἶναι τόσον σπουδαία, ὥστε νὰ παροραθῶσι σημαντικὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Θὰ εἶχεν ἀκόμη νὰ ἐξετάσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν εἶναι ἐν ἀμελείᾳ, ἐὰν δὲν εἶναι ἐν ἐλλείψει προνοίας ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προηγουμένως δὲν ἐφρόντισε καὶ δὲν ἐμερίμνησεν ἐγκαίρως, ὥστε ἡ γραμμὴ ἄνευ τοιούτων θυσιῶν νὰ ἔχῃ παρασκευασθῇ καὶ νὰ εἶναι ἑτοίμη κατὰ τὸ ἔαρ. Καὶ θὰ εἶχεν ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν ταύτην νὰ ἐρωτήσῃ ἀκόμη ὑμᾶς, ἐὰν ἐπὶ τέλους εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψητε τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς ὁριστικῆς χαράξεως· δὲν ἦτο τάχα δυνατὸν, ὅτε συνεβάλλεσθε, νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ διὰ ρήτρας ἰδιαιτέρας νὰ ῥυθμίσητε τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἡ ἑταιρεία κατασκευάσει ὡρισμένα ἔργα; Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ εἶχε νὰ ἐρωτήσῃ ὑμᾶς ἡ Βουλή, καὶ περὶ τούτου ἀκόμη· ἐὰν τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, ἐὰν εἰς τοιαύτην ὑπερτάτην ἀνάγκην εὑρέθητε, ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύψωμεν, χάριν ἀνωτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων, διατί ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ φέροντες τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς κύρωσιν, διατί δὲν κατεστήσατε γνώριμον εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ταύτην εἴτε διὰ τῆς αἰτιολογικῆς σας ἐκθέσεως εἴτε εἰσηγούμενοι τὴν σύμβασιν εἰς ἡμᾶς; Καὶ θὰ ἠρωτῶμεν ὑμᾶς· Δὲν εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς στοιχειώδους εὐλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ Σῶμα τὸ κυρίαρχον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπορρέετε καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον λογοδοτεῖτε, δὲν εἶναι, λέγω, ἆρά γε δικαίωμα τοῦ Σώματος τούτου νὰ γνωρίζῃ τὰς περιστάσεις αὐτὰς τὰς τόσον οὐσιώδεις; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ, διατί αὐτὸ τὸ τοσοῦτον ἔκτροπον τῆς ὑπογραφῆς ἐπιζημίου συμβάσεως ἔλαβε χώραν; Πῶς ἔχοντες ὑπ’ ὄψει σας τοιαύτας οὕτως ἀφισταμένας ἀπ’ ἀλλήλων μελέτας καὶ τοιούτους προϋπολογισμοὺς χωρὶς νὰ προκρίνητε τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἕτερον συμβάλλεσθε ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπέρτερος τοῦ ἄλλου κατὰ 6.000.000 ὁλόκληρα; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν γεγονὸς τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε νὰ καταστήσητε γνωρίμους εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατελήξαμεν εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα; Ὅταν εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας τοιούτους σοβαροὺς λόγους, ὥστε νὰ ἔρχησθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λέγητε ὅτι «ἀδιαφορῶ, ἂν θὰ ζημιώσῃ τὸ Δημόσιον οὐχὶ μόνον ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχω τὸν σκοπόν μου», ὅταν ἔχητε τοιούτους λόγους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων λόγων ἐνεργήσατε κατ’ ἀνάγκην ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πρᾶξιν, δὲν νομίζετε ὅτι εἶσθε ἐλλιπὴς ἀπέναντι τοῦ Σώματος τούτου, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, μὴ καταστήσαντες γνωρίμους εἰς αὐτὴν τοὺς λόγους τούτους, ἀλλ’ ἐμφανίζοντες τὰς συμβάσεις ταύτας ὡς θριάμβους οἰκονομικοὺς καὶ οἰκονομικὰς ἐπιτυχίας, καὶ ὅταν ἠλέγχθητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ ἐμφανίζησθε ἐκ τῶν ὑστέρων μὲ τοιαύτας δικαιολογίας; Τοιαύτας ἐρωτήσεις θὰ ἦτο δυνατόν, Κύριοι, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνῃ τις κυρίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοιούτων ἐρωτήσεων θὰ ἠδύνατο νὰ στρέψῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔρευναν αὐτῆς ἡ Βουλή. Λέγω θὰ ἠδύνατο, διότι ἤδη δὲν παρίσταται ἀνάγκη εἰς τοιούτους συλλογισμοὺς νὰ περιστραφῇ. Θὰ ἔπραττε τοῦτο, ἐὰν ὄντως ὁ λόγος, ὁ φερόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἦτο ἀκριβής. Ἐὰν ἦτο ἀκριβὴς ὁ λόγος οὗτος, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διὰ τοιαύτης σειρᾶς ἰδεῶν, διὰ τοιαύτης συλλογιστικῆς διαδικασίας, ἠθέλομεν ἐπιχειρήσει ἵνα ἀσκήσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἢ μᾶλλον δυστυχῶς διὰ τὴν ὕπαρξιν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν ἤθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυστυχῶς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ πράγματα. Καὶ ἡ ἀπόδειξις ὅτι εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ πράγματα εἶναι ἄμεσος, εἶναι ὀξεῖα, εἶναι ἀδυσώπητος. Εἶναι δὲ ἀδυσώπητος, διότι παρέχεται εἰς ἡμᾶς ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις λέγει· ἔσπευσα νὰ ὑπογράψω, διότι ἂν ἔκαμνον προηγουμένως μελέτην καὶ χάραξιν τῆς γραμμῆς, ἐχρειαζόμην ἓν ἴσως καὶ πλέον ἔτος, καὶ εἶχον ἀνάγκην ὁ σιδηρόδρομος νὰ εἶναι ἕτοιμος τὸ ἔαρ. Καὶ ἐρωτᾷ τις· Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι θὰ ἐχρειάζετο ἓν καὶ πλέον ἴσως ἔτος; Οὐχί. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι θὰ ἐχρειάζεσθε διὰ τὴν μελέτην καὶ τὴν ὁριστικὴν χάραξιν δύο μόνον μῆνας. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι τοῦτο· εἶναι τάχα ἀληθὲς ὅτι τοὺς δύο αὐτοὺς μῆνας τοὺς ἐκερδήσατε σπεύσαντες εἰς ὑπογραφὴν τοιαύτης συμβάσεως; Οὐχί! Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς κερδήσητε. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρχίσῃ ἡ γραμμή, διὰ νὰ περατωθῇ ταχέως, χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνῃ ἡ χάραξις αὐτῆς, ἡ ὁριστική, χωρὶς νὰ γίνῃ ἡ μελέτη ἀπὸ μέρους τῶν μηχανικῶν τῆς ἑταιρείας συμπραττούσης καὶ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας; Τί σημαίνει ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ πάντως ἡ χάραξις τῆς γραμμῆς εἴτε πρὸ τῆς συμβάσεως εἴτε μετὰ τὴν σύμβασιν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον; Καὶ τοῦτο καὶ συνεφωνήθη καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ῥητῶς ἡ ἐγγραφὴ τῶν ὑποχρεώσεων λέγει ὅτι πρὸς χάραξιν τῆς γραμμῆς ὁρίζεται προθεσμία 2½ ἢ 2, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μηνῶν. Τί λοιπὸν ἐκερδήσατε ὑπὸ ἔποψιν χρόνου; Οὐδὲν ἀπολύτως. Μόνον ὑπεγράψατε τὴν σύμβασιν καὶ ἔπειτα ἐκάματε τὴν ὁριστικὴν χάραξιν, ἀντὶ νὰ κάμητε πρῶτον ταύτην καὶ ἔπειτα νὰ ὑπογράψητε τὴν σύμβασιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές, εἶναι τόσον ἐξώφθαλμον, ὥστε πράγματι ἀπορεῖ τις ποῦ ἀνευρέθη τὸ θάρρος, ὥστε τὸ ὀψιγενὲς ἐφεύρημα τοῦτο νὰ προβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔλλειψιν πάσης προνοίας, πάσης ἐπιμελείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως. Ἐνόμισα ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω τὴν σύμβασιν εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον, ὄχι μόνον διὰ τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ὄχι μόνον διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐξ ἐλλείψεως προνοίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπέστη τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἀπαρχὴ ἔργων δημοσίων πολλῶν. Ἀλλοίμονον δὲ ἂν τοιαῦται ἀντιλήψεις ἐπικρατήσωσι καὶ ἐφεξῆς. Ἀλλοίμονον ἂν τοιαύτη ἔλλειψις ἐπιγνώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐπικρατήσῃ καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέπεσεν εἰς σφάλματα κατὰ τὴν σύναψιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ σφάλματα ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἐπιζήμια εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἔσχον δυστυχῶς τὸν ἀντίκτυπον καὶ εἰς σφάλματα ἄλλα πολιτικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ δεινότερα τῶν πρώτων. Διότι σφάλματα κοινοβουλευτικὰ καὶ πολιτικὰ θεωρῶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐνεφανίσθη φορεὺς τῶν συμβάσεων τούτων ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν, τοὺς ὅρους τοῦ χρόνου, τοῦ τρόπου καὶ τῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν. Διότι ὁ χρόνος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ μελετηθῶσι προσηκόντως καὶ ἀνέτως αἱ συμβάσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ὁ τρόπος καὶ αἱ προϋποθέσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο προσηκόντως ν’ ἀσκήσῃ αὕτη τὰ κοινοβουλευτικὰ αὑτῆς καθήκοντα.
§294Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1830, ὅτε ἐφευρέθησαν οἱ σιδηρόδρομοι, μέχρι τοῦδε, ἤτοι εἰς διάστημα μικρότερον τοῦ αἰῶνος, καὶ αἱ πέντε Ἤπειροι τῆς γῆς ἔχουσι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον διασχισθῇ διὰ σιδηρῶν γραμμῶν. Τὸ μῆκος τῶν καθ’ ὅλον τὸν κόσμον σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ὑπερβαίνει σήμερον τὰς 800.000 χιλιομέτρων. Αἱ γενόμεναι πρόοδοι εἶναι ἀληθῶς καταπληκτικαί, ὅταν μάλιστα ἀναλογισθῇ τις ὅτι ζῶσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤκουσαν τὸν Thiers ὁμιλοῦντα ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν θὰ ἠδύνατο ποτὲ νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους πλέον τῶν 6 λευγῶν, ἤτοι τῶν 24 χιλιομέτρων. Πόσα πράγματα ἐφοβοῦντο τότε! Καὶ ἔλεγον τότε, ὅτι ὁ σίδηρος δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκὴς διὰ τὴν κατασκευὴν μεγάλων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὅτι ὁ καπνὸς τῆς ἀτμομηχανῆς θὰ κατέστρεφε τὰς ἐξοχὰς καὶ οἱ σπινθῆρες θὰ προυξένουν πυρκαϊάς. Περίφημος εἶναι καὶ ἡ συμβουλή, ἣν ἔδωκεν εἰς τὸν ἐφευρέτην τῶν σιδηροδρόμων Stephenson ὁ sir Astley Cooper. Τὸν συνεβούλευσε νὰ μὴ προσπαθήσῃ νὰ γενικοποιήσῃ τὴν ἀνακάλυψίν του, διότι θὰ ἐγίνετο αἴτιος ἀνυπολογίστων ζημιῶν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Θὰ ἤρκει, ἔλεγεν ὁ Cooper, μία ἀγελὰς νὰ σταθῇ ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς διὰ νὰ ἐκτροχιασθῇ ἡ ἁμαξοστοιχία. Τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὴν ἀγελάδα, τῷ ἀπήντησεν ὁ Stephenson. Ἡ πρώτη ἀτμομηχανὴ τοῦ Stephenson διήνυε 6½ χιλιόμετρα καθ’ ὥραν. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς αἱ ἁμαξοστοιχίαι, αἵτινες διατρέχουσιν 98 χιλιόμετρα τὴν ὥραν δὲν εἶναι ἤδη σπάνιαι. Τὸ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους περιμάχητον ζήτημα εἶναι ἂν συμφέρῃ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ν’ ἀνήκωσιν οὗτοι εἰς τὸ Κράτος ἢ νὰ παραχωρῶνται εἰς ἑταιρείας. Καὶ ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ὁ μὲν κ. Θεοτόκης, ἐχόμενος στερρῶς τῶν δογμάτων τῆς ὀρθοδόξου σχολῆς, ἥτις εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπε περιοριζόμενον τὸ Κράτος εἰς τὸν ῥόλον τοῦ νυκτοφύλακος κυνός, ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν κατὰ πάσης ἐξαγορᾶς σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Οἱ δὲ κ. κ. Γούναρης καὶ Δημητρακόπουλος, ἐνῷ θεωρητικῶς ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐξαγορᾶς, ἐδίστασαν ὅμως νὰ συστήσωσι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἐθνικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων θεωριῶν. Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς κ. Βενιζέλος, δεικνύων καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ὅτι ὄχι μόνον ἀσπάζεται τὰς περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κράτους νεωτέρας ἀντιλήψεις, ἀλλ’ ὅτι, ὡς δυνατὸς πολιτικὸς ἀνήρ, ἔχει καὶ τὸ σθένος νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτάς, ἐδήλωσεν ὅτι, πλὴν τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ Λαρισαϊκοῦ, θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐθνικοποίησιν καὶ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλονίκης–Ὀκτσιλάρ, Θεσσαλονίκης–Φλωρίνης καὶ Θεσσαλίας. Λόγοι ὑγιεστέρας σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς, λόγοι ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ λόγοι οἰκονομικοὶ συνετέλεσαν, ὥστε τὰ πλεῖστα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, πλὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν σιδηροδρομικῶν των γραμμῶν. Τῷ 1908 ἡ Γερμανία εἶχεν ἐν ἐκμεταλλεύσει 58.040 χιλιόμετρα σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ἐξ ὧν πλέον τῶν 53.000 ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος καὶ μόλις 5.000 χιλιομέτρων ἀνῆκον εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρείας. Τῷ 1909 ἡ Αὐστροουγγαρία εἶχε 42.636 χιλιόμετρα σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὧν σχεδὸν τὸ σύνολον ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος. Ἐν Ἰταλίᾳ τῷ 1908 ἐπὶ σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἐκ 16.596 χιλιομέτρων ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος 12.770 χιλιόμετρα. Ἐν Ῥωσσίᾳ ἐπὶ σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἐξ 65.331 βερστίων (1 βέρστιον = 1.067 μέτρα) ἀνήκουσιν εἰς μὲν τὸ Κράτος 46.219 βέρστια. Ἐν Γαλλίᾳ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος 8.980 χιλιόμετρα σιδηροδρόμων. Δύο κλασσικὰ παραδείγματα ἐπιτυχίας τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων εἶναι ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία. Οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ πολιτικοί, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων, φέρουσιν ὡς παράδειγμα τὴν Γερμανίαν, ἧς ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἑκατομμύρια ἐσόδων ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων. Οἱ ἀντιθέτους ἔχοντες ἰδέας ἐπικαλοῦνται τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ἥτις ἔχει ζημίας ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσει τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους. Δέον ὅμως νὰ παρατηρηθῇ ὅτι ἡ ζημία αὕτη δὲν ὀφείλεται εἰς κακὴν ἐκμετάλλευσιν, ὡς θέλουσί τινες νὰ ἰσχυρισθῶσιν. Ἡ ζημία ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Γαλλίας, ἅτινα ὑπηρετοῦσιν οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ Κράτους, εἶναι, ἂν ὄχι ἄγονα, πάντως ὀλιγώτερον πλούσια τῶν ἄλλων τῆς Γαλλίας μερῶν, ἅτινα ἐκμεταλλεύονται οἱ σιδηρόδρομοι τῶν ἑταιρειῶν. Τοῦτο φαίνεται καὶ ἐκ τῶν χιλιομετρικῶν εἰσπράξεων, διότι, ἐνῷ ἡ χιλιομετρικὴ εἴσπραξις τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους εἶναι 32.000 φρ., ἡ εἴσπραξις τῶν βορείων σιδηροδρόμων (ἑταιρείας) εἶναι 75.000 φράγκων κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω τὰ συμπεράσματα τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν Ῥωσικῶν σιδηροδρόμων. Τῷ 1908 καὶ κατὰ βέρστιον αἱ εἰσπράξεις μὲν ἦσαν 13.162 ῥούβλια, αἱ δὲ δαπάναι ῥούβλια 10.655, τὰ καθαρὰ κέρδη ῥούβλια 2.507 καὶ συντελεστὴς ἐκμεταλλεύσεως, ἤτοι ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις, 80.95%. Τῷ δὲ 1911 καὶ κατὰ βέρστιον αἱ μὲν εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς ῥούβλια 16.613, αἱ δὲ δαπάναι κατῆλθον εἰς 10.095 ῥούβλια, τὰ καθαρὰ κέρδη ἀνῆλθον εἰς 6.518 ῥούβλια καὶ ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις κατέπεσεν εἰς 60.77%. Ἐπίσης τῷ 1908 τὰ ὁλικὰ καθαρὰ κέρδη ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν Ῥωσσίᾳ σιδηροδρόμων ἦσαν 132.026.000 ῥούβλια, οἱ δὲ τόκοι καὶ ἡ χρεωλυτικὴ δόσις τῶν κεφαλαίων, τῶν διατεθέντων διὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους ἦσαν 201.636.000 ῥούβλια, ἤτοι τῷ 1908 ὁ Ῥωσσικὸς προϋπολογισμὸς εἶχεν ἔλλειμμα ἐκ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους 69.610.000 ῥούβλια. Ἀλλὰ τῷ 1911 τὰ μὲν καθαρὰ κέρδη ἀνῆλθον εἰς 302.471.000 ῥούβλια, οἱ δὲ τόκοι καὶ ἡ χρεωλυτικὴ δόσις εἰς 217.211.000 ῥούβλια, ἤτοι τῷ 1911 ἐναπέμεινε περίσσευμα ἐξ 85.260.000 ῥουβλίων. Ἐπέτυχε λοιπὸν ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσις τῶν Ῥωσσικῶν σιδηροδρόμων. Τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα τῶν ἐναντιοφρονούντων εἰς τὴν ἐθνικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων, εἶναι, ὅτι διὰ τὸ Κράτος αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλὰ διὰ τὴν Ῥωσσίαν βλέπομεν, ὅτι ἐντὸς τριετίας ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις κατὰ βέρστιον κατῆλθεν ἀπὸ 80.95% εἰς 60.77%, ἤτοι κατὰ 20.18%. Ἐπίσης εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς τὸ γεγονός, ὅτι, ἐνῷ τῷ 1908 οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ Κράτους εἶχον ἔλλειμμα ἐξ 69.610.000 ῥουβλίων, καὶ τῷ 1909 ἔλλειμμα 23.015.000 ῥουβλίων, ἀφῆκαν περισσεύματα τῷ μὲν 1910 ἐξ 24.154.000 ῥουβλίων, τῷ δὲ 1911 ἐκ ῥουβλίων 85.260.000. Κατὰ ταῦτα καὶ ἡ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πεῖρα ἔρχεται ἐπίκουρος ἵνα διαπιστώσῃ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ ἐθνικοποίησις τῶν σιδηροδρόμων δὲν εἶναι ἐπιζήμιος οὐδ’ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἐπεβάλλετο ἡ ἐξαγορὰ τῶν μετοχῶν τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων (Πειραιῶς–Παλαιῶν συνόρων), δι’ οὓς τὸ μὲν Κράτος εἶχε δαπανήσει περὶ τὰ 92.000.000 δραχμῶν, ἡ δ’ ἑταιρεία 10 ἑκατομμύρια μόνον δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον οἱ ὅροι τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως ὑπῆρξαν ἐπωφελεῖς, διότι, ὡς ἀναλυτικώτερον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ πραγματικαὶ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν ἑταιρείαν συνεποσοῦντο σήμερον εἰς δραχ. 14.997.220.56, ἐνῷ ἡ ἐξαγορὰ ἐπετεύχθη διὰ δραχ. 13 ἑκατομμύρια. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ θετικὸν κέρδος ἐξ 1.997.220.56 δραχμῶν. Θὰ ἦσαν δ’ ἔτι μείζονες αἱ θυσίαι τοῦ Κράτους μετὰ 13 ἔτη, ὁπότε ἐδικαιοῦτο ἐκ τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαγοράσῃ τὰς μετοχὰς τῆς ἑταιρείας, ἐὰν τότε προέβαινεν εἰς τὴν ἐθνικοποίησιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ὁπόσαι θὰ ἦσαν αἱ θυσίαι αὗται ὑπολογίζει ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσις. Καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι εἶναι βασικώτατοι, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην σημαντικὴν τῶν εἰσπράξεων αὔξησιν. Ἀπὸ τοῦ 1909, ὅτε ἐπερατώθη ἡ γραμμή, αἱ εἰσπράξεις ηὐξήθησαν καθ’ ἕκαστον ἔτος. Καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν ἡ στατιστική, ἣν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, δεικνύει αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων, ἐνῷ συγχρόνως ὁ συντελεστὴς τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δηλαδὴ ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις κατὰ χιλιόμετρον δεικνύει ἐλάττωσιν. Τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας τῷ 1889 καὶ κατὰ χιλιόμετρον, αἱ εἰσπράξεις ἦσαν δραχμὰς 4.909.67, ἡ δαπάνη δραχμὰς 3.779.85 καὶ συντελεστὴς ἐκμεταλλεύσεως 77%· τῷ 1905 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς δραχ. 10.582.34 αἱ δαπάναι εἰς 3.995.56 καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀναλογία κατέπεσεν εἰς 37.75%. Εὐνοϊκὰ ὡσαύτως ἀποτελέσματα δεικνύει ἡ συγκριτικὴ μελέτη τῶν ἀριθμῶν καὶ ὅλων ὁμοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐξαγοραζομένους ἤδη σιδηροδρόμους ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος τῆς προσδοκωμένης βεβαίας καὶ σημαντικῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος, ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη θὰ καταστῇ διεθνής. Ὅταν δὲ αἱ χιλιομετρικαὶ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, σιδηροδρόμου πάντως τοπικοῦ, ἀπὸ 7.175 φράγκων τῷ 1898 ἀνῆλθον εἰς φρ. 16.346, καὶ αἱ τῶν ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ φρ. 8.553 εἰς 17.507 κατὰ χιλιόμετρον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς σημαντικῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου. Ὄχι λοιπὸν μόνον ἀπὸ πολιτικῆς ἀνάγκης καὶ πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ ἂν ἐξετασθῇ ἡ συζητουμένη σύμβασις, τὸ συμπέρασμα θὰ εἶναι, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου ὑπῆρξεν ἔργον ἐξόχως τιμῶν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ μάλιστα χρήσιμον καὶ συμφέρον εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὸν λαὸν τὸν ἑλληνικόν, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ οὐχὶ πρὸς κερδοσκοπίαν ἄλλως τε ἐθνικοποιήθη ἡ γραμμή.
§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8.25′ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§298ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰσχυρίσθην προχθές, Κύριοι, ἐξηγῶν τὴν ἀπόστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς, τοῦ γενομένου ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς αὐτῆς γραμμῆς ὑπὸ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας, ἰσχυρίσθην, λέγω, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ μελέτη τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου ὡς ἔχει καὶ δι’ ὅσα ἔργα προβλέπει, ὑπολογιζόμενα πρὸς τὸ τιμολόγιον τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ, δηλ. πρὸς τιμολόγιον πραγματικόν, κατασκευῆς πραγματικῆς καὶ ὄχι ὑπολογισμοῦ, δίδει 8.111.887. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἔλαβεν, ἀγνοῶ πόθεν, τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ τιμολόγιον αὐτό, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς τῆς τιμῆς, δὲν εἶναι τιμολόγιον πραγματικόν, ἀλλὰ τιμολόγιον κατὰ συνθήκην, τὸ ὁποῖον συνετάχθη τότε ὄχι διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ τίμημα τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῶν μηνιαίων πληρωμῶν τῆς κατασκευῆς. Ἡ πληροφορία τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ εἶναι πεπλανημένη. Ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ τιμολόγιον· εἶναι αὐτὸ τὸ πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον προσάγω καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὅτι, αἱ τιμαὶ αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν αὐτῷ, εἶναι αὐταὶ αὗται αἱ τιμαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκανονίσθη ἡ τιμὴ τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ.
§299Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Πρῶτον ὀφείλω νὰ σᾶς καταστήσω γνωστὸν πόθεν ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, διότι ἐδηλώσατε ὅτι δὲν γνωρίζετε πόθεν ἔλαβον αὐτήν. Ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπὸ τὴν πηγὴν ἐκείνην ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς λαμβάνετε πάσας ὑμῶν τὰς πληροφορίας. Συνήντησα τὸν κ. Διαμαντίδην, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου ἐκ τῶν τὰ μάλιστα δρασάντων προσώπων καὶ ἠρώτησα αὐτόν· τὸ τιμολόγιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου, ἐξεπροσώπει ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων λαμβανομένων ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξετελεῖτο, ἢ ἐξεπροσώπει τιμολόγιον ἐκ τῶν προτέρων κατὰ συνθήκην κατηρτισμένον; Καὶ ὁ κ. Διαμαντίδης, ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μοὶ ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω· ὑμεῖς, ἰσχυρίζεσθε ὅτι αἱ τιμαὶ αἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ τιμολογίῳ, εἶναι τιμαὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτελεσθείσης ἐργασίας, ἢ τιμαὶ κατὰ συνθήκην τεθειμέναι, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐκτελέσεως μελλούσης ἐργασίας;
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι αἱ τιμαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκανονίσθη ἡ τιμὴ τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου.
§301Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μελλούσης ἐργασίας κατὰ συνθήκην ἐκανονίσθη ἡ τιμή· δὲν εἶναι τιμαὶ ἐκτελεσθείσης ἐργασίας.
§302ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· τὰ τιμολόγια εἶναι τιμαὶ τῆς μελλούσης νὰ γίνῃ ἐργασίας. Εἰς μίαν ἐπιχείρησιν κατασκευῆς δημοσίων ἔργων τὸ τιμολόγιον καταρτίζεται ἐκ τῶν προτέρων. Τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν θὰ τὸ ἐξηγήσω, μόνον ὅταν πρόκειται περὶ πληρωμῆς, ἣν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ τιμολόγιον.
§303Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Διαμαντίδης δὲν σᾶς ἔδωκε βεβαίως τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ τιμολόγιον ἐχρησίμευσε defacto.
§304ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Defacto· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς, ἀφοῦ σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω καὶ τὴν ὁποίαν δύνασθε καὶ μόνος νὰ διακριβώσητε, ἀφοῦ δέχεσθε ὡς δεδομένον ὅτι ἡ τιμὴ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἑταιρείας ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ τιμολογίου, ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἔρχεσθε νὰ ὀνομάσητε σεῖς τιμολόγιον κατὰ συνθήκην ἓν τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἄλλο πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, παρὰ μόνον διὰ τοὺς ξένους ἐπιχειρηματίας, τί θὰ καταβάλλῃ τουτέστι ἑκάστοτε τὸ Δημόσιον διὰ τὰ συντελούμενα ἔργα εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἕως ὅτου τὸ ὅλον τίμημα τοῦ ἔργου κανονισθῇ κατ’ ἀποκοπήν, αὐτὸ δὲ τὸ κατ’ ἀποκοπὴν ἐξευρέθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν μονάδων.
§305Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδώκατε;
§306ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν φυλάττετε νὰ τὸ μελετήσητε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἂν θέλητε νὰ ἀπαντήσητε;
§307Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διότι λέγει· «ὑπελογίζετο ἡ τιμὴ τῶν ὑπολειπομένων ...»
§308ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω ὄχι μόνον αὐτὸ τὸ τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζετε κατὰ συνθήκην, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης, ἔχετε καθῆκον νὰ μελετήσητε ταῦτα διὰ νὰ μὴ ἐπιμένωμεν ἐδῶ συζητοῦντες καὶ καταπονῶμεν τὴν Βουλὴν εἰς ὥραν μεταμεσονύκτιον.
§309Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω ἀμφιβολίαν.
§310ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μελετήσατέ τα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεμίαν θὰ ἔχητε πλέον ἀμφιβολίαν. Σημειωτέον, Κύριοι, ὅτι ἐὰν διὰ τοῦ τιμολογίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνεφωνήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ὑπελόγιζεν ὅτι θὰ ἐστοίχιζε δραχμὰς 8.111.000, πρέπει νὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνετάχθη τὸ τιμολόγιον μέχρι σήμερον παρῆλθον 12 ὅλα ἔτη. Κατὰ τὰ 12 ταῦτα ἔτη ὄχι μόνον ἡ τιμὴ τοῦ σιδήρου ηὐξήθη οὐσιωδῶς — καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην δύναμαι νὰ τὴν ὑπολογίσω μεταξὺ 15 καὶ 20%, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐργατικὰ ἡμερομίσθια ἀπὸ 12 ἐτῶν ηὐξήθησαν βεβαίως τοὐλάχιστον κατὰ 20% ἕνεκα τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ βίου καὶ ἕνεκα ἀκόμη τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, τοῦ περιορισμοῦ τῶν ὡρῶν τὸν ὁποῖον ἐθεσπίσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ κλπ. Ὅταν ἔχητε ταῦτα ὑπ’ ὄψει, τότε θὰ ἴδητε μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ὑπολογίσητε ὅτι θὰ ἐστοίχιζε πραγματικῶς ἡ κατασκευὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προχθὲς ὅτι, προσθέτως πρὸς τὴν τιμὴν ταύτην, θὰ ὑπολογίσητε τὴν διαφορὰν περὶ τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς παλαιᾶς, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἡ νέα γραμμὴ ἀντὶ ξυλίνων στρωτήρων θὰ ἔχῃ χαλυβδίνους καὶ ἀντὶ ἀποστάσεως 0,95 θὰ ἔχῃ 0,75· σᾶς εἶπον δ’ ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης εἶναι ἓν ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον δραχμῶν. Μεθ’ ὅσα δὲ εἶπεν ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, βλέπω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας καταθέτω καὶ τὰς ὁποίας δίδω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς μὲ τὸ τιμολόγιον τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ ἀνέρχεται εἰς 1.257.000. Δέχομαι ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ἦτο τοσαύτη, καὶ ὁ λόγος εἶναι ὅτι εἰς τὸ τιμολόγιον τοῦ Λαρισαϊκοῦ προεβλέπετο μὲν δαπάνη τῶν σιδήρων, ἀλλὰ δὲν προεβλέποντο καὶ οἱ ἄλλοι λόγοι, δυνάμει τῶν ὁποίων ηὐξήθη ἡ τιμή, διότι στρωτῆρες σιδηροῖ δὲν προεβλέποντο τότε. Λοιπὸν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8.111.000 προσθετέον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ σιδήρου καὶ τῶν ἡμερομισθίων· θὰ προσθέσητε τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης 1.257.000, καὶ ὅταν πάλιν ὑπερβῆτε τὰ δέκα ἑκατομμύρια τότε θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ὑπολειπομένη ἀπόστασις ἐξάγεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ εἴδετε πόσον εἶναι οὐσιῶδες καὶ μᾶλλον ἐκτεταμένον ἐν τῇ μελέτῃ τῆς κατασκευῆς τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ τὸ ἔργον. Ἀλλά, Κύριοι, ἔχω νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐκ τῶν ἐπικρίσεων, ὅσαι ἠκούσθησαν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν σημερινήν, μία εἶναι οὐσιώδης, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω καὶ τὴν ὁποίαν καὶ προχθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἀνεγνώρισα. Εἶπον ἢ μᾶλλον λέγω πρὸς ἐμέ, Κύριοι· δέχομαι ὅτι ἡ μελέτη τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ εἶναι ἀξίας 12.000.000, ἐὰν ὄχι 12.900.000, ὡς ἦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ της, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἦσθε βεβαιωμένοι, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεγράψατε τὴν σύμβασιν, ὅτι πάντα τὰ προβλεπόμενα διὰ τῆς μελέτης ταύτης ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἔμενε δὲ πρὸς ὑμᾶς ἡ ὑπόνοια, ἡ ἐλπίς, ἡ προσδοκία, ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἠδύναντο νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι τινὰ ἐξ αὐτῶν, διατί δὲν ἀναβάλλετε τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἕως ὅτου κανονίσητε τὰ ζητήματα αὐτά, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης πλέον χαράξεως καὶ ὡρισμένου μήκους καὶ ὡρισμένων τεχνικῶν ἔργων κανονίσητε τὸ ζήτημα; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς μάλιστα, διὰ νὰ παρακάμψῃ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἐβιαζόμην καὶ δὲν ἤθελον νὰ χάσω καιρόν, μοῦ εὗρεν ἕνα τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπέφευγον τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου· θὰ συμφωνήσητε, λέγει, ὅτι θὰ ὑπάγητε νὰ χαράξητε τὴν γραμμὴν καὶ τότε νὰ ὁρίσητε τὸ τίμημα προσωρινῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης τῆα ἑταιρείας, κατόπιν δέ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλετε καταλήξει νὰ τὸ ὁρίσητε ὁριστικῶς! Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν ἦτο ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μοὶ χρησιμεύσῃ νὰ τὴν πείσῃ, νὰ δεχθῇ ταῦτα!
§311Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἦτο τόσον λογικὴ ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὴν δεχθῇ.
§312ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά. Ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ ἐζήτει διὰ τῆς μελέτης της νὰ λάβῃ 12.900.000. Σημειώσατε δὲ ὅτι ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ ἐὰν ἐπέμενε νὰ λάβῃ τὰ 12.900.000, θὰ τὰ ἐλάμβανε καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγον διατί θὰ τὰ ἐλάμβανεν. Ἐπιτυγχάνων τὴν ἀποκοπὴν τῶν 900 χιλιάδων εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ ζημίαν τινὰ τὸ Κράτος ἐκ τῆς συμμετοχῆς τῆς ἑταιρείας εἰς τὴν πραγματοποιηθησομένην οἰκονομίαν, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ ζημίαν τινὰ τὴν ὁποίαν προχθὲς καὶ σήμερον ἀναβιβάζω εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων. Καθ’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ τεχνικὰ ἔργα, ἡ μία χάραξις τῆς γραμμῆς οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι πολὺ πληρεστέρα, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ γραμμὴ κατασκευάζεται ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης πληρεστέρας, πολὺ καλυτέρα καὶ πολὺ τελειοτέρας.
§313Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι δύνασθε νὰ μὴ τὸ κάμητε· οἱ ἀριθμοί σας ὅμως...
§314ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶπον καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν. Ὁμολογεῖτε ὅτι θὰ μοῦ πάρητε ὁμολογίαν δικαστικὴν ἀπὸ τὴ ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω γράψει ἐγώ; Δὲν τὴν ἔγραψα ἐγὼ τὴν ἔκθεσιν καὶ οὔτε εἴμεθα ἐν δικαστηρίῳ διὰ νὰ μὴ ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶ· ἐγὼ ἔκαμον τὰς διαπραγματεύσεις, ὄχι βεβαίως ὅλας ἀλλὰ τὰς τελικάς.
§315Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προέτεινα ἐγὼ ἐζητήθη κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας;
§316ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκινδύνευσαν νὰ διακοπῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐνθυμηθῶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἔφθασαν εἰς τὸ νῦν καὶ ἀεί, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν. Λοιπὸν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν ἑταιρεία μοι ἐζήτησε 12.900.000, ἐπιτυγχάνων ὅμως ἐγὼ τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς τιμῆς εἰς τὰ 12.000.000, ἠσφάλιζον ἕν καλὸν ποσὸν διότι ἐσκεπτόμην ἐξ ἄλλου ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καλλιτέρα χάραξις τῆς γραμμῆς. Ἑπομένως καὶ εἰς 10 χιλιόμετρα ἐὰν κατέληγε αὐτὸ θὰ ἔφερε μίαν διαφορὰν 1.000.000, διότι ἡ διαφορὰ τῆς χαράξεως θὰ εἶναι εἰς τὴν πεδιάδα καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἀνώμαλον ἔδαφος. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέλθῃ διαφορὰ θὰ ἐκερδίζοντο 900.000, πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ φροντίσῃ ἵνα ἐκτελεσθῶσι πάντα τὰ τεχνικὰ ἔργα, θὰ καταλήξῃ δὲ πιθανῶς εἰς μίαν οἰκονομίαν 4 χιλιομέτρων, εἰς ἕνα ποσὸν δηλαδὴ οἰκονομίας περίπου 500.000. Τώρα δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε· ἂς μὴ ἐτελείωνες τὴ σύμβασιν ἀφοῦ δὲν ἔφθανες εἰς τὰ ἀποτελέσματα — διότι μοὶ ἐλέχθη καὶ τοῦτο· τὸ εἶπεν ἕτερος οὐχὶ σεῖς καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω — καὶ ἂς παρέπεμπες τοὺς μηχανικοὺς ἐδῶ διὰ νὰ τελειώσουν τὴν μελέτην καὶ τότε ὁριστικῶς νὰ ὑπογράψῃς τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι παρῆλθον ἔκτοτε δύο μῆνες, ἀπὸ τὸν τύπον δὲ τῆς συμβάσεως ἐννοεῖτε τὴν σπουδὴ τῆς ἑταιρείας. Ἐγένετο δὲ ὅλη ἡ σπουδή, ἥτις ἐὰν δὲν ἐγένετο δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ εὑρισκόμεθα, ἀφοῦ οὔτε καὶ σήμερον δὲν ἔχομεν τὴν ὁριστικὴν χάραξιν, θέλομεν δὲ τοὐλάχιστον ἕνα μῆνα νὰ καταναλώσωμεν διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ὁριστικῆς χαράξεως. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις θὰ ἐχρειάζοντο 3½ μῆνες διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς συνεννοήσεις. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἡ σπουδή, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας πτοουμένης μήπως γίνῃ ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων της, σπεύδουσα νὰ λάβῃ τὴν ἀμοιβὴν ἢ πρὸ μηνῶν ἕξ μοὶ παραδώσῃ τὴν γραμμήν, ὅτι αὕτη ἡ σπουδὴ δὲν θὰ ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ἂν δὲν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις; Διατί δὲν ἐφοβεῖσθε μὴ οἱ τρεῖς καὶ ἡμίσεις μῆνες ἤθελον γίνῃ ὡς ἦτο φυσικὸν πέντε, ἕξ, ὀκτὼ καὶ δὲν γνωρίζω πόσοι; Αὐτὸ εἶπον προχθὲς ὅτι θὰ ἐγίνετο τὸ ἔαρ, οὐχὶ πρὸ ἔτους.
§317Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§318ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἔσπευδον ἵνα ἔχω τὸν σιδηρόδρομον κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔαρος τοῦ 1915· δὲν εἶπον ὅτι θὰ τὸν εἶχον τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1916. Ἐὰν τὸν σιδηρόδρομον εἶχον οὐχὶ τὸ ἔαρ τοῦ 1915, ἀλλὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ἡ διαφορὰ εἶναι κολοσσιαία, καὶ ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ μοὶ ζητήσῃ τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἔσπευσα εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἠσφάλιζε τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐξησφάλιζε καὶ τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς τὸ τρέχον ἔτος νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν συγκοινωνιακὴν πολιτικήν της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της τὰς μετοχὰς τοῦ Λαρισαϊκοῦ, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τίνας ἀπαιτήσεις θὰ εἶχεν ἡ ἑταιρεία καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἤρχιζεν ἡ κατασκευὴ τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς. Ἔπειτα δὲ ὅταν δέχηται καὶ ὡς δεδομένον ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληρεστέρας μελέτης, ὅλη ἡ οἰκονομία ἥτις θὰ ἐπέλθῃ θὰ εἶναι 1.000.000, τότε δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε σοβαρῶς, ὅπως τὸ ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅτι ἐγὼ ἐθυσίασα 4.000.000, 6.000.000 μάλιστα δώσας τὸ τίμημα αὐτό, ἀφοῦ δὲν ἔχετε, διὰ νὰ κρίνητε τὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου ἐν τῇ πρακτικῇ αὐτοῦ ἐκτελέσει ὑπὸ ἑταιρείας ἢ ἐργολαβίας, δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ, ἀλλ’ ἔχετε δύο ἄλλας προτάσεις σπουδαιοτάτων δὲ ἑταιρειῶν, τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία οὐχὶ ἁπλῶς πλέον ὡς ἐργολάβος κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἀλλ’ ὡς ἑταιρεία ἐκμεταλλεύσεως δικτύων σιδηροδρομικῶν οὐσιωδεστάτων ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσοννήσῳ θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ οἰκονομικὸν τίμημα κατασκευῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρατήσῃ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν; Ἔχετε λοιπὸν τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων περίπου τοῦ αὐτοῦ τιμήματος 11.600.000 καὶ ἔχετε καὶ τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας Λὲντς ζητούσης 12.200.000, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς. Διὰ νὰ μὴ νομίσητε δὲ ὅτι οἱ ὅροι τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ ἦσαν ἐπαχθεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν τῆς κατασκευῆς, τὴν ὁποίαν ὥριζον εἰς 18 μῆνας, οὗ ἕνεκεν ἐξηναγκάσθην νὰ ὑποσχεθῶ 1 ἑκατομ. δρχ. διὰ νὰ νὰ δυνηθῶ νὰ συντομεύσω τὸν χρόνον τῆς παραδόσεως κατὰ πέντε μῆνας, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας, ἀκριβῶς τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων τοῦ Χάφνερ, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχιμηχανικὸς τῆς ἑταιρείας ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς προτάσεώς του λέγει ῥητῶς ταῦτα (ἀναγινώσκει)· Αὐτὴ λοιπόν, Κύριοι, εἶναι ἡ πρότασις ἄλλης ἑταιρείας μεγάλων κατασκευῶν ἐχούσης οὐσιωδεστάτην ἀφορμὴν νὰ διατηρήσῃ ὅ,τι κέκτηται καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὸ ὅσον δύναται, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο. Καὶ ὅταν εἶχον αὐτήν, Κύριοι, τὴν πρότασιν τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν Λέντς καὶ Σα ζητούντων 12.200.000 ἔπρεπε νὰ διστάσω νὰ δεχθῶ τὸ τίμημα τῶν 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τῆς Μπατινιὸλ διὰ νὰ κατορθώσω ὄχι μόνον νὰ μὴ χάσω στιγμὴν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς τῆς παλαιᾶς, ἡ ὁποία ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ δὲν εἶχε μεταξὺ τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων καὶ τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης; Διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἐξαγορὰ τῆς γραμμῆς τῆς παλαιᾶς εἰς βάρος αὐτῆς ἔχει καὶ τὸ τίμημα τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς. Ὑπέπεσε πάλιν εἰς σύγχυσιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἰς τοῦτο, διότι ἐὰν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς ὄχι μόνον δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν οἰκονομικήν μας πολιτικὴν ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποδείξω εἰς ὁποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἐφερόμεθα. Θεωρῶ ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς. Τὰ περαιτέρω τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν ἔλεγχον καὶ τὰ ἄλλα διηυκρινίσθησαν δι’ ὅσων εἶπον προχθὲς καὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω καὶ σήμερον τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ὥραν διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἀγορᾶς τῆς παλαιᾶς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἀρχίζω λέγων καὶ πάλιν ὅτι ἔσπευδον ἐκ παντὸς τρόπου καθ’ ἥν στιγμὴν ἀπεφασίζετο ἡ ἑνωτικὴ γραμμή, νὰ βάλω εἰς τὸ χέρι τῆς Κυβερνήσεως τὰς μετοχὰς τῆς ἑταιρείας τῆς παλαιᾶς, ὄχι ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἵνα τεθῇ ἡ ἀσφαλὴς ἀφετηρία τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς πολιτικῆς συγκοινωνίας εὐρυτέρων βλέψεων, ἀλλὰ καὶ διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶσα βραδύτης πρὸς ἀγορὰν τῶν μετοχῶν αὐτῶν θὰ κατέληγε πρὸς οἰκονομικὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ ἀγορὰ θὰ ἐγίνετο ὑπὸ ὅρους βαρυτέρους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀναιρεῖ σήμερον ὅσα ἐξέθηκα προχθὲς περὶ τῆς δαπάνης τὴν ὁποίαν θὰ κατεβάλλομεν, ἐπὶ τῇ βάσει πολλῶν ἀκόμη τῆς συμβάσεως ὅρων, διὰ τὴν ἐξαγορὰν δὲ τῆς γραμμῆς εὑρῆκεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ 1.688.820, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία ἐξ ἐλλειμμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τὸν διέκοψα καὶ διὰ τὴν ἀρτιότητα τῆς ἀγορεύσεώς μου θ’ ἀρχίσω ἐξ ἄλλου σημείου ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως τὸ προνοοῦν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου (ἀναγινώσκει). Βλέπετε ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δὲν εἶναι ὁριστικὰ εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας. Ἡ ἑταιρεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου νὰ τῇ πληρώνῃ τὰ ἐλλείμματα τὰ ὁποῖα τῇ παρουσιάζονται καθ’ ἕκαστον ἔτος. Τὰ γράφει εἰς τὰ κατάστιχά της καὶ τὰ λαμβάνει ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ὅτι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι ἐπιτυχὼν παρὰ τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς προθεσμίας τῶν 13 ἀκόμη ἐτῶν κατὰ τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο νὰ κρατήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ἐνεργήσας τὴν ἐξαγορὰν σήμερον, κατώρθωσα τοῦτο διότι ἐδέχθην νὰ πληρώσω 1.600.000.
§319Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· ἀπέκρουσα τὸ ἐπιχείρημα ὑμῶν, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ....
§320ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἐνόησα. Θὰ εἶναι ἀγὼν περὶ λέξεων. Ἰδοὺ τί εἴπετε, καθόσον ἐνθυμοῦμαι· εἴπετε ὅτι, ὑποθέσατε ὅτι ἀψηφοῦμεν τὸν χρονικὸν περιορισμὸν τῆς ἐξαγορᾶς καὶ ὅτι ἐνεργοῦμεν αὐτὴν ἀπὸ σήμερον καὶ ὅτι εἰς τὴν ἑταιρείαν διὰ τὴν παραίτησιν, τὴν ὁποίαν ἐπετυγχάνομεν, τοῦ δικαιώματός της νὰ κρατήσῃ ἐπὶ 13 ἔτη τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν ἐδίδομεν τίποτε. Τί θὰ ἐδίδομεν σήμερον; Λέγω, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τίποτε διότι θὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ θὰ εἶναι λογικὸν νὰ ἀξιώσωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐκείνη παραιτεῖται ὑπὲρ ἡμῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 13 ἔτη, δὲν θὰ πληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ εἰσπράξῃ καὶ ἀσφαλῶς θὰ εἰσπράξῃ, παρακρατοῦσα τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ 13 ἔτη; Λέγω ὅτι τὸ θεωρῶ φυσικόν.
§321Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι ἐκ τῆς συμβάσεως.
§322ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπιεικοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Ἡ ἔννοιά μου εἶναι αὕτη, δὲν θέλω δὲ νὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ νὰ μὴ σᾶς φέρω εἰς δυσκολίαν ἀπαντήσεως. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπετύγχανον ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν νὰ παραιτηθῇ αὕτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 13 ἔτη, θὰ ἐθεωρεῖτο φυσικὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀξίωσίν σας, ὅτι, ἐπειδὴ αὕτη φεύγει ἀπὸ σήμερον, πρέπει νὰ μὴ τῇ δώσωμεν καὶ τὸ 1.600.000, τὸ ὁποῖον πάντως θὰ ἐκέρδιζεν, ἐὰν εἶχε τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ 13 ἔτη;
§323Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω λέγων ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀντετάχθην, ἐὰν ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία νὰ πληρώσῃ ἢ ὄχι, εἶναι αὕτη, εἶναι ζήτημα διαπραγματεύσεων, ἐὰν ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ ἢ ὄχι καὶ ἠδύνασθε κατ’ αὐτῆς νὰ τὸ ἐπιτύχητε ἢ ὄχι;
§324ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ ὅτι θὰ ἠδυνάμην, καὶ ζητῶν, νὰ ἐπιτύχω ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 13 ἔτη, νὰ τῇ εἴπω δὲ προσέτι ὅτι τὸ 1.600.000, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ παραιτουμένη τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 13 ἔτη θὰ τὸ χάσῃ. Ἀλλ’ ὡμιλήσατε καὶ περὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τουλάχιστον περὶ τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος, τὸ ὁποῖον εἶναι 980 χιλιάδες. Εἴπετε δὲ ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀνήκει τὸ ἥμισυ, ἢ μᾶλλον ἀμφισβητεῖτε ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀποθεματικὸν τοῦτο, σὺν τῷ προσθέτῳ ἀποθέματι τῶν ἐννέα ἐτῶν. Καὶ ἀληθῶς ὑπεστήριζον τοῦτο, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐξ ἀντικρύσεως τῶν δύο ὑποθέσεων τῆς ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ καὶ τῆς μετὰ 13 ἔτη. Ὑπεστηρίξατε ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἀποθεματικὸν χρησιμεύει διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν αὔξησιν τῶν σταθμῶν...
§325Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι· τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ.
§326ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔστω. Αἱ αὐξήσεις αὗται ἀνάγονται εἰς ἄλλα κεφάλαια· εἶναι προωρισμέναι νὰ γίνωσιν ἀπὸ τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος 2½%, καὶ 7½% εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ἰσχυρίσθητε ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ τῶν 980.000, τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρωθῇ μετὰ ἐννέα ἔτη, δὲν θὰ ὑπάρχῃ, διότι, ἐπειδὴ βαρύνεται ἡ ἐπιχείρησις μὲ τὰς δαπάνας τῆς ἀνανεώσεως, θὰ ἔχῃ ἐξαντληθῆ, καὶ ἐπειδὴ ἠθέλετε νὰ μᾶς πείσητε περὶ τούτου, εἴπετε ὅτι ἀνανέωσις τῆς γραμμῆς εἶναι· τί; Εἶναι ἀνανέωσις τῶν σιδηροτροχιῶν καὶ τῶν στρωτήρων, ὄχι μόνον τῶν σιδηροτροχιῶν τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα ὁμιλῶν προχθές. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρέλιπον τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἀνανέωσιν. Οἱ στρωτῆρες οὗτοι, τοὺς ὁποίους ἠθελήσατε νὰ περιλάβητε εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς, σᾶς ἀπέδειξα προηγουμένως ὅτι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό· ἀφορῶσιν εἰς συντήρησιν συνήθη τῆς γραμμῆς ἐτησίως γενομένης, ἑπομένως ἡ δαπάνη ἡ οὐσιώδης, ἡ ὁποία γίνεται καθ’ ἕκαστον ἔτος διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν στρωτήρων, δὲν βαρύνει τὸ ἀποθεματικόν, ἀλλὰ βαρύνει τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Καὶ ὅτε, διότι εἶδον ὅτι δὲν θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν γνώμην ταύτην, σᾶς εἶπον ὅτι σᾶς φέρω ὡς κῦρος μὲν συγγραφικὸν τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὡς προηγούμενον δὲ τὰ γενόμενα ἀπὸ 14 ἐτῶν, μοὶ εἴπετε ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα. Τὸ ἀποθεματικὸν ἀνήκει ἐξ ἡμισείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἑταιρείαν, ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτυγχάνονται ἐκ τοῦ ἑνὸς ποσοῦ, ἀνήκουσιν ἐξ ἴσου εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§327Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰς τετρακοσίας χιλ. δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον.
§328ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀποθεματικοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου ποσοῦ. Τὸ μὲν ἀποθεματικὸν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ἑταιρείαν κατὰ τὸ ἥμισυ...
§329Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἕξ χιλ. δραχμῶν εἶναι ἐξ ἡμισείας τὸ δ’ ἐπὶ πλέον ¼ εἶναι διὰ τὸ Δημόσιον. Σχεδὸν διακόσιαι χιλ. δραχμῶν.
§330ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· τὸ ἀποθεματικὸν ἀνήκει ἐξ ἡμισείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἑταιρείαν, αἱ οἰκονομίαι δέ, αἱ πραγματοποιούμεναι ἄνευ τοῦ ποσοῦ τῶν ὀκτακοσίων χιλιάδων μέχρι τετρακοσίων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἀνήκουσιν ἐξ ἡμισείας εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ πλέον δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀνήκουσι κατὰ 70% εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατὰ 30% εἰς τὴν ἑταιρείαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀδιάφορον ἐὰν θὰ ὑπολογίσητε αὐτὴν τὴν δαπάνην τῆς ἀνανεώσεως τῶν στρωτήρων εἰς τὸ ἓν κονδύλιον ἢ τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἄλλο τι. Ἐὰν τὴν ὑπολογίσητε εἰς τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον θὰ ἐξαντλήσητε τὸ ἀποθεματικόν, ἡ δὲ ἑταιρεία θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ τοῦτο ὑπὸ τύπον οἰκονομιῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸν πρόλογον ὁ ὁποῖος δημοσιεύεται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Προσέξατε τί συμβαίνει (ἀναγινώσκει)· «Δαπάναι ὑπὲρ τῶν τύπων κλπ...». Ἀκριβῶς περίπου ἡ ἀξία τῆς ἀλλαγῆς τῶν στρωτήρων κατὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος, εἶναι ἔλλειμμα καὶ δαπάνη ὑπὲρ τοῦ τύπου τῆς ἐκμεταλλεύσεως καταλογισθὲν εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἐὰν δὲ ἐγίνετο ὅ,τι λέγετε σεῖς, μετετίθετο δηλ. εἰς τὸ ἀποθεματικόν, τὸ ἀποθεματικὸν θὰ ἐμειοῦτο κατ’ ἴσον ποσόν, οὗτινος τὸ ½ θὰ ἐβάρυνεν εἰδικῶς τὸ Κράτος. Βλέπετε ὁπόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μιᾶς περιπτώσεως καὶ τῆς ἄλλης. Τώρα, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν τοὺς στρωτῆρας ὡς μὴ ὑπαγομένους εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀποθεματικοῦ, ἀφοῦ δεχθῶμεν, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, βεβαιώσας ὅτι αἱ σιδηροτροχιαὶ οὔτε εἰς 45 ἔτη, οὔτε εἰς 50 ἔτη θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἀνανεώσεως, δὲν μένει εἰς βάρος τοῦ ἀποθεματικοῦ παρὰ μόνον ἡ ἀνανέωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ.
§331Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ αἱ ἀπρόβλεπτοι δαπάναι.
§332ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ δὲ ἀνανέωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, τὸ πολὺ πολύ, ἐν μικροτέρῳ μέτρῳ, δύναται νὰ γίνῃ ἐντὸς εἰκοσιπενταετίας, διότι τὸ κύριον μέρος τῆς δαπάνης ταύτης, τὰ βαγόνια, αἱ ἀτμάμαξαι κλπ. διατηροῦνται μεῖζον τῶν 25 ἐτῶν. Οὕτω ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἐξαγορὰ σήμερον, ἀνήκει κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἤτοι κατὰ 460 χιλιάδας δραχμῶν, ἐὰν δὲ ἡ ἐξαγορὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μετὰ 13 ἔτη θὰ ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν δύο ἑκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλάχιστον ποσόν, ὀλίγων ἑκατοντάδων χιλιάδων, θὰ εἶχεν δαπανηθῆ. Ἀλλ’ ἐπιχείρημα ἄλλο ἠρύετο ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος Βουλευτὴς σπουδαιότατον. Λέγει ὅτι, διατί ἐδώκατε εἰς τὴν ἑταιρείαν τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοὺς ὁποίους ἔχομεν αὐτὴ λαμβάνει τόκον 6% ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ ὅταν πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ τὸ κεφάλαιον λαμβάνει καὶ 5%; Λοιπὸν ἐρωτᾶ· διατί, ἀφοῦ γνωρίζουσιν ὅτι σήμερον ἡ τιμὴ τοῦ τόκου διὰ δανείου τὸ ὁποῖον συνάπτεται τοκοχρεωλυτικῶς ἐπὶ 50 ἔτη εἶναι 6% καὶ 7%, ἐὰν δὲ ἐκτείνωμεν τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν εἰς 75 ἔτη ἀντὶ τῶν 50 ἐτῶν ἡ τιμὴ τοῦ τόκου εἶναι 6%; Λοιπὸν μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, διατί, ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως εἶχον δικαίωμα νὰ δίδω ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν καὶ νὰ μὴ κεφαλαιοποιήσω αὐτάς, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκω εὔθετον τὴν περίστασιν, διατί ἔδωκα τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια; Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν νὰ μᾶς πωλήσῃ τὰς μετοχάς της, ἐκείνη δὲ ἀπεφάσισε νὰ στερηθῇ ὅλων ἐκείνων τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ ὠφεληθῇ, ἐὰν ἦτο κάτοχος ἀκόμη τῶν μετοχῶν ἐπὶ 13 ἔτη, εἶναι φανερόν, λέγω, ὅτι αὐτὴ κάμνει ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς τοὐλάχιστον 1,500.000 ἢ 2.000.000 ἢ καὶ 2.500.000. Εἰς ταῦτα ἀποβλέπει αὐτὴ προβαίνουσα εἰς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν. Ἀλλ’ ἐφαντάσθητε ὅτι εἶναι δυνατόν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν παραιτεῖται τῶν πλεονεκτημάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν, ἐὰν ἔκαμνε τὴν πώλησιν μετὰ 13 ἔτη, νὰ δεχθῇ ὅπως μὴ πάρῃ τὰ 13.000.000; Ἡ ἑταιρεία δὲν εἶναι τραπεζιτικὸς οἶκος, ἀλλ’ ἑταιρεία κατασκευῶν ἔχουσα πολλὰ καὶ μεγάλα ἔργα ἀνειλημμένα, καὶ σιδηροδρόμους καὶ λιμένας καὶ λοιπά, ἐξ οὗ ἐξηγεῖται ὅτι αὕτη ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαγορὰν καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχω ἀνάγκην νὰ μεταβῶ ἀπὸ τὴν Ἀχαΐαν καὶ Ἤλιδα εἰς τὴν Ἀρκαδίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνελθὼν σήμερον τὸ βῆμα διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν περιέπεσεν εἰς τόσην πλάνην, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ συντήρησις τῆς γραμμῆς καὶ ἡ ἀνανέωσις τῆς γραμμῆς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό, αὕτη δὲ βαρύνεται διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ἐπῆλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος λαύρως ἐπιτιθέμενος, καὶ λέγων ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν τῶν 13 ἑκατομμυρίων, εἶναι ἀμφίβολον. Δὲν ὥρισεν, ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς ὁμιλίας του ἦτο ὅτι ἠδύνατο νὰ δοθῶσιν ἓξ ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἐπίλοιπα εἶναι ζημία τοῦ Δημοσίου, διότι ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἀπὸ τὰς δαπάνας τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ κάμῃ τὸ Δημόσιον μέγα μέρος, τὸ μεγαλείτερον, βαρύνει τὴν ἑταιρείαν. Ἐνῷ δὲ ἐμιμήθη τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διότι δὲν προσήγαγε πληροφορίας εἰδικωτέρας, μὴ ζητηθείσας, εἰς τί συνίστανται αὐταὶ αἱ βελτιώσεις τῆς γραμμῆς, ἐπετέθη ἐξ ἴσου ἀγρίως, διότι λησμονήσας ὅτι εὑρισκόμενος εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν βῆμα, μετέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὴν Βουλὴν εἰς ἐπιστημονικὴν Ἀκαδήμειαν συζητῶν περὶ ἀμφιδετῶν, κοχλιοφόρων ἥλων καὶ τῶν τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἐξένισαν πολλοὺς ἐξ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον στοιχειώδη ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκρούσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἰσχυριζομένου ὅτι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἐβάρυνον τὴν ἑταιρείαν, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξηγήσω ὁποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ δαπάναι καὶ νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὴν ἔπεισα, ὅτι αὐταὶ ἦσαν δαπάναι ἔξω τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας, ἔξω τῶν ὑποχρεώσεων διὰ τὰς ὁποίας αὐτὴ εἶναι ὑπεύθυνος ὅπως ἐπαρκῇ διὰ τῶν ἀκαθαρίστων προσόδων τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅπως μὲ καταστήσῃ ἀναπολόγητον ἐν τούτῳ, μετεχειρίσθη μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἦσαν πολιτικά, καὶ τοῦτο, διότι ἐπεκαλέσθη κατ’ ἐπανάληψιν τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν ὁ κ. Βουλευτής. Ἐπεκαλέσθη ἀφ’ ἑνὸς τὰς ὁμολογίας μου, εἰς τοῦτο δὲ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν εἶναι ἀνεύθυνος.
§333Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐπεκαλέσθην ὁμολογίαν· ἐγὼ ἔχων δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως γεγραμμένας καὶ ἐπὶ τούτων συζητῶν, ἐξέφρασα τὰς γνώμας μου. Ὅταν αὗται ἀνεκλήθησαν καὶ ἐξηγήθη ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἦσαν γεγραμμέναι, τότε δὲν ὡμίλησα πλέον περὶ αὐτῶν.
§334ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲ κἂν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀνακληθῶσιν ὑπὸ τοὺς τύπους τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§335Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι ἐγένοντο.
§336ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἀφοῦ ἐπιμένετε μὲ τὰς ὁμολογίας καὶ τὰς ἀνακλήσεις καὶ εὑρίσκετε τέλος πάντων ἐκεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀδιαιρέτου ὁμολογίας, ἣν ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν, ὁ ὁποῖος εἶναι τεχνικὸς ἄνθρωπος δὲν ἀναφέρει, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σταθῆτε ἐκεῖ· ἠδύνασθε νὰ προχωρήσητε κατωτέρω διὰ νὰ ἴδητε τίνα εἶναι τὰ ἔργα. Θὰ ἐβλέπετε ὅτι θέλει νὰ κάμῃ λιθοδομὰς, σήραγγας, ὅτι θέλει νὰ ἀγοράσῃ βαγόνια καὶ λοιπά....
§337Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἔκθεσις συνετάχθη παρὰ τεχνικοῦ ἀνδρός, αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος σας. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ θεωρήσω ἀνακριβὲς αὐτό.
§338ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὑπέβαλε καὶ ἄλλην ἔνστασιν. Ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου. Διατί δὲν εἴπετε αὐτὸ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς;
§339Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τοῦτο ἦτο πολιτικὴ παράλειψις· δὲν ἔφερα ἔνστασιν ἀπαραδέκτου. Ἦτο πολιτικὴ παράλειψις πρὸς τὸ σῶμα.
§340ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ πολὺ–πολύ, ἠδύνατο νὰ μὲ ἐξαναγκάσῃ νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸ Σῶμα, ἀλλ’ ὄχι νὰ στερηθῶ τοῦ δικαιώματος νὰ ὑποβάλω τὸ ἐπιχείρημα.
§341Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι εἴχετε πολιτικὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἀνακοινώσητε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ δὲ νὰ τηρήσητε σιγὴν καὶ μόνον μετὰ τὸν γενόμενον ἔλεγχον νὰ κάμητε τὴν ἀνακοίνωσιν.
§342ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς του μέχρι σήμερον ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ καλύτερον τὴν σύμβασιν, ὅπως καὶ ἐγὼ ἔσχον ἐν τῷ μεταξὺ τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσω καὶ γνωρίσω σήμερον καλύτερον τὰ πράγματα, ἀπὸ ὅσον τὰ ἐγνώριζα κατὰ τὴν πρώτην φορὰν (ἱλαρότης), ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, ὑπέπεσεν εἰς μίαν πλάνην σοβαράν, οὐσιώδη. Ἐστηρίχθητε εἰς τὸ ἄρθρον 30, κ. Βουλευτά, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς προθεσμίας, ἣν θὰ τάξῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἡ γενικὴ ἐργολαβία θὰ ἐκτελῆται δι’ ἐξόδων της καὶ κατ’ ἀντιμωλίαν μεθ’ ἑκάστου παροδίου κλπ.» τὰ ὁποῖα γίνονται εἰς βάρος τῶν πλεονασμάτων κατὰ τὰ 2½ τοῦ Δημοσίου καὶ κατὰ τὰ 7½% τῆς ἑταιρείας. Εἴπετε δὲ ὅτι ἐὰν δι’ αὐτῶν δὲν βαρύνεται ἡ ἑταιρεία ἐξ ὁλοκλήρου, βαρύνεται ὅμως κατὰ τὰ 7½%. Τότε δὲν πρέπει νὰ ἔρχησθε νὰ μᾶς λέγητε νὰ γίνῃ ἡ ἐξαγορὰ μετὰ 13 ἔτη. Ἔπρεπε νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀποζημίωσιν διὰ τὸ ἀνῆκον αὐτῇ. Εἶπον ὅτι εἶναι πλάνη ἀσύγγνωστος τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 33 ἀκούσατε τί ὁρίζει, Κύριοι, ἀκριβῶς διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐξαγορᾶς τῆς παραχωρήσεως (ἀναγινώσκει). «Προσωρινῶς συντρέχει τὸ Δημόσιον καὶ ἡ ἑταιρεία, ἐκεῖνο διὰ τὰ 2½%, αὐτὴ διὰ τὰ 7½% διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῆς γραμμῆς, τροχαίου ὑλικοῦ, βελτιώσεως τῶν γραμμῶν κλ. Ἐν τούτοις πρόκειται περὶ μιᾶς προσωρινῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἑταιρείας πρὸς τὸ Δημόσιον, δηλαδὴ ὅταν τὸ Δημόσιον κάμῃ τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς ἀποδίδει τὸ Δημόσιον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἔχει καταβάλει διὰ τὴν ἀγορὰν ταύτην. Τώρα ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, διότι ἀκριβῶς ἐπεκαλέσθη κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὸν τοῦτο καὶ διότι μὲ ἐπέκρινε, διότι ἔφερον ἐνταῦθα τεχνικὰ ζητήματα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι οὐχὶ πολιτικῶς συζητεῖ περὶ τὸ ἐπιχείρημά μου, διότι, δὲν εἶναι δίκαιον, ὅταν εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας ἰδιαιτέρας, δὲν εἶχε, λέγω, τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, νὰ ἐπικαλεσθῇ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημά μου ἵνα εἴπῃ· καὶ φρονεῖτε ἐπὶ τῇ βάσει τούτου τοῦ ἄρθρου, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ἐκδώσητε ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ῥίψητε εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας τὴν ἐξ ἀνωτέρας βίας ἐπελθοῦσαν τυχὸν ζημίαν εἰς τὴν ἑταιρείαν; Δὲν εἶναι πολιτικὸν αὐτὸ οὕτω ὑποβληθέντος ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος νὰ ἀλλοιώσητε αὐτὸ καὶ νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἐγὼ παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ νόμου θὰ ῥίψω εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας τὰς ἐξ ἀνωτέρας βίας ζημίας τῆς γραμμῆς· ἢ ἀκόμη πλέον τούτου, ὅτι διὰ νέου νόμου θὰ ζητήσω νὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους μετὰ περιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου. Οὔτε εἶπον προχθὲς ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιφυλάξεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ἄρθρον 2 δικαιοῦμαι ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ὁρίσω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀλλοδαποὺς ἐργάτας εἰς τὴν γραμμήν. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Σημειώσατε ὅτι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσον βέβαιον, ὅτι διὰ νόμου δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ Κράτος εἰς τὰ ὑπὸ ἑταιρειῶν ἀναλαμβανόμενα ἔργα πρὸς ἐκτέλεσιν, ὅταν μάλιστα ταῦτα εἶναι δημόσια, τὴν χρησιμοποίησιν ἡμεδαπῶν ἐργατῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο τὸ Κράτος εὐθύ, ἐὰν κάμῃ τοῦτο εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἵνα δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ δὲν εἶπον προχθὲς τοιοῦτον τι ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας, σᾶς εἶπον δὲ τὴν καθησυχαστικὴν πληροφορίαν, ὅτι ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὴν σύμβασιν, ἐν τούτοις ἡ ἑταιρεία ἐδήλωσεν ὅτι θὰ προσλάβῃ Ἕλληνας ἐργάτας, εὐτυχῶς δὲ δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν μέγας ἀριθμὸς ἐργατῶν ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ἀνησυχῇ. Δὲν ἔχετε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνητε τὸ ἐπιχείρημά μου τοῦτο καὶ νὰ μεταχειρίζησθε αὐτὸ κατ’ ἀντίθετον ὄψιν, ἵνα ἀποδώσητε εἰς ἐμὲ ὅτι λέγω ἀνοησίας ἢ κακοπιστίας, ὅπως θὰ ἦτο, ἐὰν ἐκάμνομεν νόμον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κανονίσωμεν τὰ τοιαῦτα πράγματα. Κύριοι· ὑποθέσατε ὅτι δὲν ἐκάμνομεν τὴν ἀγορὰν τῆς γραμμῆς, ὅπως τὴν κάμνομεν διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν· ὑποθέσατε ὅτι ἀνεβάλλομεν τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ παρετείναμεν τὰ πράγματα εἰς τὸν μετὰ 13 ἔτη χρόνον, ὁπότε θὰ ἐγίνετο ἡ ἐξαγορά. Γνωρίζετε ποῖον λίθον ἀναθέματος θὰ ἐδικαιοῦτο τότε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ χώρα, ὅταν θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἐξαγοράν, νὰ ἐπιρρίψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ἡ ὁποία ἐδείχθη τόσον ἄβουλος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιληφθῇ τῆς εὐκαιρίας τῆς κατασκευῆς τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία περιέχει ἓν δικαίωμα 2.000.000 περίπου διὰ τὴν ἀνάδοχον ὅπως ἀποσπάσῃ αὐτὴ σήμερον τὴν γραμμὴν αὐτήν, ἀλλὰ παραπέμψῃ τοὺς διαδόχους εἰς μίαν θέσιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι καθόλου εὐχάριστος δι’ αὐτούς; Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προβλέψεις ἐκ τῶν εἰσπράξεων, ἀναφέρονται ἐκεῖ καὶ 10.000 καὶ 15.000 ἀνὰ χιλιόμετρον καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἰσχυρισθῶ μετὰ σοβαρότητος, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ διαψευσθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς καὶ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῆς παλαιᾶς γραμμῆς, ἡ γραμμὴ αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι κεντρικὴ συγκοινωνιακὴ ἀρτηρία μιᾶς χώρας σήμερον διπλασιασθείσης κατ’ ἔκτασιν καὶ πολλαπλασιασθείσης κατὰ τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καὶ διεθνοῦς γραμμῆς ἐλπιζομένης μεγάλης συγκοινωνίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶμαι ὑπερβολικός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἠλπίζομεν εἰς μεγάλην συγκοινωνίαν, θὰ ἐθεώρουν ἀναμφίβολον, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀποδεχθῆτε ὅτι οὐδεμίαν μεταχειρίζομαι ὑπερβολήν, ἐὰν εἴπω ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ἡ ὁποία καὶ πρὸ τῆς μεγεθύνσεως τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἐπέλθει οὐσιωδῶς, ἀσχέτως ἀκόμη καὶ πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως — διότι, ὡς σᾶς ἐπληροφόρησα ἔχομεν εἰσπράξεις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀνερχομένας περίπου εἰς 10.000 κατὰ χιλιόμετρον — θὰ δεχθῆτε ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη εἰς τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα θὰ φθάσῃ εἰς χιλιομετρικὰς εἰσπράξεις ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ γραμμὴ Μοναστηρίου–Θεσσαλονίκης, γραμμή, ὅπως γνωρίζητε, κακῶς κατεσκευασμένη, γραμμὴ δὲ τοπικῆς συγκοινωνίας, ἥτις βεβαίως μεταφέρει πολλὰ ἐμπορεύματα, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ μεταφέρῃ περισσότερα ἐμπορεύματα ἀπὸ τὴν γραμμὴν ταύτην τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αὕτη θὰ γίνῃ συνέχεια τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ δικτύου. Ὄχι, ὄχι, διότι, ἐὰν ἡ γραμμὴ ἐκείνη φθάνει μέχρι Μοναστηρίου–Σημειώσατε ὅτι θὰ γίνῃ καὶ ἡ γραμμὴ Μοναστηρίου–Σκοπείων — μὴ λησμονῆτε ὅμως ὅτι καὶ ἡ γραμμὴ τοῦ ἰδικοῦ μας σιδηροδρόμου θὰ διέλθῃ διὰ πολλῶν μερῶν πλουσιωτάτων καὶ ἐχόντων μεγάλην ἐμπορικὴν κίνησιν· ἐὰν ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπολογίσητε, Κύριοι, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἔχητε χιλιομετρικὰς εἰσπράξεις ἀνωτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ σιδηρόδρομος Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου. Ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου; Οὗτος ἤρχισε λειτουργῶν ἀπὸ τοῦ 1895, ἀπὸ τότε δὲ μέχρι τοῦ 1912, ἤτοι εἰς διάστημα 18 ἐτῶν, αἱ εἰσπράξεις κατὰ χιλιόμετρον ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἀπέδωκαν 16½ χιλιάδων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὴ ἡ γραμμὴ ἀπέδωκε 16½ χιλιάδας δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, δὲν θὰ δεχθῆτε, Κύριοι, ἐὰν εἴπω ὅτι ἡ ἰδική μας γραμή, δὲν λέγω δὲ ὑπερβολὴν λέγων τοῦτο, ἡ ὁποία εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν, ἐξαιρουμένου τοῦ ἔτους τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔφθασεν εἰς χιλιομετρικὴν εἴσπραξιν 10.000 δραχμῶν ὡς ἐφέτος ἐνδείκνυται ὅτι θὰ ἔχωμεν, ὅτι εἰς διάστημα 22 ἐτῶν θὰ φθάσῃ εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου; Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν — καὶ ἔχω καταρτίσει τοιοῦτον πίνακα, τὸν ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς — ἰσχυρίζομαι, λέγω, μετὰ σοβαρότητος ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ ἰδικοῦ μας τῷ 1927 θὰ φθάσωσιν εἰς 17.000 κατὰ χιλιόμετρον. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ σᾶς εἶπον ὅτι δεικνύει ὅτι αἱ εἰσπράξεις κατ’ αὐτὸ θὰ φθάσωσιν εἰς τὰς 10.000 κατὰ χιλιόμετρον, τὸ ὁποῖον, λέγω, ὑπολογίζω μόνον εἰς 8000 κατὰ χιλιόμετρον (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος). «Εἰς τὰ 1914, ὑπολογίζω 8 χιλ., εἰς τὸ 1915, 8.500, εἰς τὸ 1916, 10.000, εἰς τὸ 1917 10.000 κλπ. καὶ εἰς τὸ 1927 17.000· τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχουσι διαφορὰν 500 δραχμῶν. Ἐὰν ταῦτα, Κύριοι, ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας καὶ θελήσητε νὰ ὑπολογίσητε τί θὰ ἐδίδομεν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς αὐτῆς κατὰ τὸ 1927, δηλαδὴ μετὰ 13 ἔτη, θὰ εὕρητε ὅτι τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδίδετο, θὰ ἦτο 18.348.965 δραχμῶν. Τὸν πίνακα αὐτὸν τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ καταρτισθῇ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβωσιν ὅλοι γνῶσιν. Βεβαίως, δὲν θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν περαιτέρω συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης, θὰ δώσω μόνον τὴν ἑξῆς εὐχάριστον πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ 13 ἔτη θὰ κατωρθώνομεν ὄχι μόνον τὰς 600.000 δρ.—εὐχάριστον διότι δὲν εἶναι πλέον ξένη ἡ γραμμὴ—νὰ εἰσπράττωμεν τὰς ὁποίας εἰσπράττει ἡ ἑταιρεία διὰ τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν νὰ εἰσπράττωμεν, ἀλλὰ θὰ εἰσπράττωμεν καὶ ποσὸν 2.600.625 δρ. διὰ τοῦ ὁποίου καλύπτεται ἐντελῶς τὸ τοκοχρεωλύσιον τοῦ δανείου. Ἐλπίζω ἡ πληροφορία θὰ εἶναι ἰδιαιτέρως εὐχάριστος εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας τοῦ ὁποίου ἔργον εἶναι ὁ σιδηρόδρομος. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς μετὰ 13 ἔτη θὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ τοκοχρεωλυσίου, ἂν μοὶ ἐδόθησαν ἀκριβεῖς πληροφορίαι περὶ τοῦ τοκοχρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον πληρώνομεν διὰ τὸν σιδηρόδρομον, θὰ ἀρχίζωσι δὲ καὶ κέρδη, τὰ τελευταῖα κέρδη ἐκ τῶν ὁποίων ὡς γνωρίζετε, ἡ Ἑταιρεία ἔχει 30% τὸ δὲ Δημόσιον 70%.
§343Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶσιν οἱ ὑπολογισμοὶ ἐπὶ τὸ ὀλιγώτερον, διότι ἔχομεν ἄλλο hinterland; Ἡ γραμμὴ Θεσσαλονίκης ἐξυπηρετεῖ τὸ ἐμπόριον τῆς ἐσωτερικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας, περὶ αὐτῆς δὲ τῆς γραμμῆς ἤκουσα ὅτι ἐλέχθη ἴσως ἐκ λάθους ὅτι θὰ διέλθῃ αὕτη ἐξ Ἐλασσῶνος τῆς Κοζάνης.
§344ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§345Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μήπως ἔχετε πληροφορίας περὶ τῶν προσόδων τῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Σκοπείων;
§346ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τοὺς ἀριθμούς.
§347Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μολονότι δὲν ἔχουσι καὶ πολλὴν σημασίαν.
§348ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1909 εἶναι 15329 κατὰ χιλιόμετρον, κατὰ τὸ 1910 εἶναι 17..., κατὰ τὸ 1911 17819, κατὰ τὸ 1912 20230 —αὐτὸ εἶναι ἔτος ἐπιστρατεύσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν μεταχειρίζομαι ὑπερβολὴν ἂν στηρίξω τοὺς ὑπολογισμοὺς εἰς ταῦτα.
§349Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ jonction.
§350ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ παραβάλλετε τὴν κυρίαν γραμμὴν τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας μὲ γραμμὴν ἐντελῶς τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος δύο πόλεων τῆς Μακεδονίας.
§351Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Αὐτοκρατορίας ἄγει αὕτη.
§352ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις της ἐξεύρετε ὁπόσαι ἦσαν; Ἐννέα χιλιάδες καὶ τώρα εἶναι δύο καὶ ἥμισυ.
§353Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ πρίν.
§354ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ χάλια της εἶναι ἄλλα, ἀλλὰ θέλομεν νὰ περιέλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὰς χεῖράς μας.
§355Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρώτη ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην.
§356ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν ὅλα τὰ ἄλλα καὶ ἂς λάβωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν προκειμένῳ· ὅτι ἡμεῖς σήμερον ἐξαγοράζοντες τὴν γραμμήν, ἠναγκάσθημεν νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν τὴν ἐτησίαν πρόσοδον τῆς ἑταιρείας καὶ νὰ δώσωμεν τὰ 12.000.000 τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ τόκος εἶναι ἀκριβὸς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐδέχθη ἡ Ἑταιρεία νὰ κάμῃ ὅλας τὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὰς συμφωνίας. Τί κοστίζει πρὸς ἡμᾶς ἐφέτος τὸ δάνειον τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην ἢ μᾶλλον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ προσθέσωμεν διὰ τὴν πληρωμὴν ἐξαγορᾶς τῆς γραμμῆς; Εἴπομεν ὅτι διαθέτομεν διὰ τὴν ἐξαγορὰν 12.320.000, ἀφαιρουμένου τοῦ τοκομεριδίου τοῦ παρελθόντος ἔτους διὰ τὸ ὁποῖον, πρὸς 6% τὸ τοκοχρεωλύσιον τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ διὰ τὰ 75 ἔτη θὰ πληρώσωμεν 730.756 δρχ. Ἐβαρύναμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 730.756. Εἰξεύρετε, Κύριοι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου θὰ καλύψωσιν ἐντελῶς αὐτὸ τὸ ποσόν; Ὅταν αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου ἀνέλθωσιν εἰς 13 χιλ. δρχ. κατὰ χιλιόμετρον, τὸ ποσὸν αὐτὸ καλύπτεται, δηλ. κατὰ τὸ 1920 μετὰ ἑξαετίαν περίπου. Ἀλλὰ 13 χιλ. δρχ. εἶναι εἷς ὑπολογισμὸς ἐντελῶς ἀπαισιόδοξος, διότι ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐργασίας τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου μηνὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους φαίνεται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀπέχομεν πολὺ τῶν 10 χιλ. δρχ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§357Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος τύπου ἐκμεταλλεύσεως;
§358ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τῆς συμβάσεως...
§359Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ὑπάρχοντος τύπου ἐκμεταλλεύσεως;
§360ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... ὁ ὁποῖος ἐπαρκεῖ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας. Διότι μέχρι μὲν 6,000 δρχ. εἶναι 4,800 ὁ τύπος ἐκμεταλλεύσεως, πέραν δὲ τῶν 6,000 μέχρι 18,000 εἶναι 2700 κατὰ χιλιόμετρον πλέον τῶν 35% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων, πέρα δὲ τῶν 18,000 δρχ. εἶναι 50%. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἐφάνη ἔχων ἀποστροφήν τινα πρὸς τὰ μηχανικὰ καὶ ἑπομένως δικαιολογεῖται μὴ γνωρίζων ταῦτα, ἔχει τὴν ἑξῆς ἀνησυχίαν. Ἡ ἐπιχείρησις φρονεῖ...
§361Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος τύπου ἐκμεταλλεύσεως ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐφεξῆς, ὅταν ἡ γραμμὴ θὰ εἶναι τοῦ Κράτους, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ αὐτὸς τύπος ἐκμεταλλεύσεως, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἔξοδα;
§362ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, εἶναι τοῦτο· ὅτι ὑπελογίσατε τί θὰ ἐπληρώνετε πρὸς ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς μετὰ 13 ἔτη. Ἐλογαριάσατε κέρδη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων· τῇ ἐδώκατε τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὴν μὲ 7½%, τῇ ἐδώκατε τὸ ἀποθεματικὸν καὶ θὰ πληρώσητε καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, Κύριοι, τί θὰ συμβῇ — τὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος — ὅτι, ἡ ἑταιρεία θὰ θέσῃ διπλοῦν συρμὸν καὶ θὰ εἶναι δύο καθ’ ἑβδομάδα τραῖνα Εὐρωπαϊκοῦ σιδηροδρόμου· θὰ ἔχωμεν τότε κέρδη ἀνάλογα.
§363Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο· ἐγὼ εἶπον ὅτι ἠξίουν ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐν ᾗ γίνεται αὐτὸς ὁ ὑπολογισμός, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ τραῖνα τὰ δύο καθ’ ἑβδομάδα καὶ τὸ ἓν ἢ δύο καθ’ ἡμέραν.
§364ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια....
§365Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἐξήγησις, ἔστω καὶ αὐτὴ τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε τώρα.
§366ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διότι οἱ συντάξαντες τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ γνωρίζοντες πολὺ περισσότερα μηχανικὰ ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἐπέρασα διὰ μηχανικός, ὥστε νὰ προκαλέσω τὴν ἐπίκρισιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι βέβαιον ὅτι αὐτοὶ θέσαντες τοὺς ὅρους διὰ τὸν τύπον ἐκμεταλλεύσεως ἐγνώριζον ὅτι ὅσον αὐξάνουν αἱ εἰσπράξεις τόσον αὐξάνουν καὶ αἱ δαπάναι.
§367Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ δύο τραῖνα καθ’ ἑβδομάδα ὑποχρεοῦται νὰ τὰ παράσχῃ ἀμέσως ὡς γίνῃ ἕνωσις;
§368ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Αὐτοὶ ἐγνώριζον καλά, ὅτε ὑπέγραφον τὴν σύμβασιν, ὅτι δὲν ἠδύναντο ἀκινδύνως νὰ θέσωσι τὸν ὅρον, διότι ἠξεύρουν ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐπαχθῆ τραῖνα, ἀλλὰ θὰ ἔχουν κέρδος· Μὴ ἀνησυχεῖτε ὡς πρὸς αὐτὸ καθόλου· οἱ συντάξαντες ἤξευρον νὰ θέσουν τὸν τύπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἄλλως τε δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὅμοιος σχεδὸν εἶναι ὁ τύπος τῆς ἐκμεταλλεύσεως διὰ τοὺς ἄλλους σιδηροδρόμους. Ἐλπίζω λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἡ Βουλή, ὑποθέτω καὶ οἱ ἀντιλέγοντες, δὲν θὰ ἔχωσι δυσκολίαν νὰ δεχθῶσιν ὅτι ὁ τύπος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπαρκεῖ ἐντελῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μὲ ἠρώτησεν ἂν θὰ ἐγίνετο τοῦ λοιποῦ ἡ ἐκμετάλλευσις μὲ τὸν αὐτὸν τύπον. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὸν τύπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅταν θὰ προσαχθῇ ἡ σχετικὴ σύμβασις, θὰ συζητήσωμεν διὰ τοὺς ὅρους, οὐδεμίαν ὅμως ἔχομεν δυσκολίαν νὰ κρατήσωμεν τὸν ἴδιον τύπον. Ἡ ἑταιρεία δὲν βιάζεται νὰ φύγῃ. Κύριοι· νομίζω ὅτι ἀπησχόλησα ἐπαρκῶς τὴν Βουλήν. Θὰ εἴπω μίαν μόνον λέξιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεώς του· μὰ τέλος πάντων, ἀξιοῦτε ὅτι καλόν τι ἐκάματε εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ μᾶς προσάγετε δύο συμβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ὅτι ὄχι μόνον ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐγελάσατε αὐτοὺς τοὺς κυρίους καὶ ἐπετύχετε τόσον καλοὺς ὅρους; Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὅτι καὶ ἡ ἑταιρεία ἔκαμε καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιχείρησίν της. Ἡ ἑταιρεία ἐγνώριζεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νομικὸν κώλυμα διὰ νὰ δώσωμεν τὴν κατασκευήν, εἴχομεν ὅμως ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν νὰ προτιμήσωμεν αὐτὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις· ἐγνώριζεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν κατασκευὴν καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἔχει τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε εἰς δύο ἑκατομμύρια καὶ ἴσως καὶ περισσότερον κατά τι, καὶ τοῦτο διότι ἐν τῷ ἐνεστῶτι χρόνῳ τὸ χρῆμα εἶναι ἀκριβόν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ὑλικῶν αὐτῶν κερδῶν ἰσχυρίζομαι μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ἡ μὲν κατασκευὴ τῆς νέας γραμμῆς δὲν στοιχίζει εἰς τὸ δημόσιον περισσότερα παρ’ ὅσα θὰ ἐστοίχιζε διδομένη εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἑταιρείαν καὶ ἀσχέτως πρὸς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχετε εἰς ἀντάλλαγμα τὴν ἀγορὰν τῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία καθ’ ἑαυτὴν διὰ τὸ Δημόσιον εἶναι ἐπίσης οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις πρώτης τάξεως χωρὶς νὰ ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὴν ἐγέλασε· ἀρκεῖ ὅτι αὕτη δὲν ἐγελάσθη. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἡ ὁδὸς εἰς τὴν ὁποίαν εἰσερχόμεθα ἔχει ἀνάγκην πολλῆς προσοχῆς, μεγάλης μελέτης καὶ προνοίας πολλῆς. Θὰ ἀναγνωρίσῃ τις ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὀργάνωσιν τὴν προσωρινὴν τῆς διευθύνσεως τῶν Σιδηροδρόμων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιλαμβάνεται ἀρκετὰ τὴν σημασίαν τῆς νέας ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν τέμνει. Ὄχι μόνον τὸ προσωπικὸν τὸ μηχανικὸν βλέπετε ὅτι αὐξάνεται ἐπαρκῶς, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι παρετηρήσατε ὅτι ζητεῖται στρατολογία καὶ προσωπικοῦ δέκα ἀνδρῶν εἰδικῶν, ἐκτὸς τοῦ μηχανικοῦ προσωπικοῦ, οὐ μόνον μηχανικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀνδρῶν εἰδικῶν διὰ τὰ σιδηροδρομικά, περὶ τὰ τῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐμπορικῶν ἀναγκῶν καὶ γνωριζόντων ὅλα ἐκεῖνα ἐν γένει τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς εὐρυτέρας σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς. Οὔτε θὰ ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ εὐρυτέρου ἐλέγχου δημοσίου νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, γνωρίζουσα καλῶς ὅτι τὰ ζητήματα εἶναι ἀκανθωδέστατα, ἀλλ’ εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι διὰ τῆς προνοίας ταύτης τῆς προσωρινῆς, προνοίας λαμβανομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παραπέμπεται εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν καὶ τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ ζητήσῃ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ ἀσχολῆται ἐνδελεχέστερον περὶ τῶν προβλημάτων τούτων. Διὰ τῆς ἐξαγορᾶς ταύτης τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῆς στρατολογίας τοῦ προσωπικοῦ τούτου, θὰ παρατάξωμεν ταχέως, ὅσον ἐνδέχεται, τὸ ἐπιτελεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀπαραίτητον διὰ νὰ ἀποβλέψωμεν, ἂς ἐλπίσωμεν, ἐν χρόνῳ οὐχὶ ἀφεστῶτι, μετὰ τὴν εὐκαιρίαν τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς παρέχουν μελέται καὶ παρατηρήσεις, εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἄμεσον ἀνάληψιν καὶ αὐτῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων.
§369Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, ν’ ἀνταποδώσω ἐν πρώτοις τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ἀρχόμενος τοῦ λόγου μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ δηλώσω ἐκ τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεχείρισεν ὅτι, προκύπτει ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἰσχυρίσθην. Διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἀναφέρεται ὅτι τὸ τιμολόγιον εἶναι κατὰ συνθήκην τιμολόγιον, ὡς τὸ ἀναφέρει καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ σύμβασις τοῦ Λαρισαικοῦ. Ἡ σύμβασις λέγει (ἀναγινώσκῃ): «Καταρτισθήσεται καὶ ὑποβληθήσεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τιμολόγιον κατὰ συνθήκην ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ προσδιορισθῇ συμφώνως πρὸς τὴν κατ’ ἀποκοπὴν συμφωνίαν τῆς γραμμῆς τὸ ποσὸν τῶν προσωρινῶν πιστοποιήσεων. Τὸ τιμολόγιον τοῦτο οὐδέτερον τῶν μερῶν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς βάσιν τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ». Εἶναι λοιπὸν ἀναμφίβολον, ὅτι τὸ τιμολόγιον εἶναι κατὰ συνθήκην. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον ἐχρησιμοποιήθη τὸ τιμολόγιον τοῦτο; Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον ιʹ τοῦ ἐγγράφου ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει ὅτι, αἱ τιμαὶ τοῦ κατὰ συνθήκην συνταχθέντος τιμολογίου ἐχρησίμευον ἵνα κρατῆται ἡ ἀξία τῶν μήπω ἐκτελεσθέντων ἔργων. Εἶναι προφανὲς λοιπόν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ὁρίζεται νὰ γίνεται καὶ ἐγένετο ὡς ἐγὼ ἰσχυρίσθην. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζω τὴν ἀπάντησίν μου, δηλῶν ὅτι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ὅσων ἐγὼ προέτεινα. Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ μεταβάλω γνώμην περὶ οὐδενὸς σημείου ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν πολλοῖς μάλιστα ἡ γνώμη ἐνισχύθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀρθότης αὐτῆς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§370Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι στιγμαὶ πρὸς μακρὰν ἀγόρευσιν. Ἡ ὥρα εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀλίγας μόνον λέξεις ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω εἰς αὐτήν. Ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς μακρᾶς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν συμβάσεων, προέκυψε, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι ὅλα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμβάσεων τούτων, ἀπεδείχθησαν οὐχὶ βάσιμα. Λέγω ὅλα τὰ λεχθέντα, διότι ὑπάρχει οὐδεὶς ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθησαν αἱ συμβάσεις εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέστησε τὰς συμβάσεις ταύτας ὡς ἀποτελούσας θρίαμβον οἰκονομικόν, τὸν ὁποῖον κατήγαγε. Δὲν περιωρίσθη δὲ εἰς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν συμβάσεων ἠθέλησε διὰ συγκρίσεως αὐτῆς πρὸς ἄλλας προγενεστέρας νὰ ἀποδείξῃ ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν σύμβασις ἡ ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐντεῦθεν προεκλήθη ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις καὶ ἠκούσαμεν ἀριθμοὺς πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ ἐγένετο ὑπὸ λαμπροὺς ὅρους. Καὶ ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἡ ἐξαγορά, κρινομένη ἐκ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατο σήμερον νὰ γίνῃ, εἶναι ἐξαγορὰ λίαν συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ Λαρισαϊκοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ γίνῃ ἡ ἐξαγορά, ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ 14–15.000. 000, ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τῆς συμβάσεως προθεσμίαν, τουτέστι κατὰ τὸ 1923, ἡ ἐξαγορὰ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ καταβολῆς 19 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα ὑπεστήριξε καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσισε τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους ἐπολεμήσαμεν πάντες οἱ ἐπὶ τῆς συμβάσεως λαβόντες τὸν λόγον, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς ἐπείσθη ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα εἶναι βάσιμα. Δὲν θέλω τὴν ὥραν ταύτην νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν πάλιν τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσισε τοὺς ἰσχυρισμούς του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ εἰς μίαν καὶ μόνην ἐρώτησιν· ἐὰν δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο αὕτη νὰ ἐφαρμοσθῇ σήμερον, ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν 14 ἑκατομμύρια, ἐὰν δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἐφαρμοζομένης καθ’ ἣν ἐποχὴν προβλέπει ἡ σύμβασις, ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν 19 ἑκατομμύρια, ἐρωτῶ· ποῖον συμφέρον εἶχεν ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ νὰ δεχθῇ σήμερον τὰ 13 ἑκατομμύρια καὶ νὰ μὴ περιμείνῃ ὅπως λάβῃ οὐχὶ τὰ 19 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς αἰσιοδόξους ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Δὲν βλέπω τὸν λόγον. Μᾶς παρέστησεν ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐκ τῆς κατασκευῆς ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιήσῃ κέρδος τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη εἰς 15 ἑκατομμύρια, καὶ πράγματι τὸ 15% ἐπὶ ποσοῦ 13 ἑκατομμυρίων δίδει ὡς ἔγγιστα τὸ ποσὸν τῶν 1.900.000. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τὸ κέρδος τοῦτο τὸ ὑποθετικόν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ ἑταιρεία νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἐδῶ ἐφαρμόζεται τὸ ῥητόν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει πολλὰ νὰ ἀποδείξῃ δὲν ἀποδεικνύει τίποτε; Διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔχουσα σύμβασιν, ἐξασφαλίζουσαν αὐτῇ ὅσα ἑκατομμύρια ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἤθελε συναινέσει νὰ δεχθῇ σήμερον 13 ἑκατομμύρια καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγνώριζεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης μὲ τὸν τῆς Θεσσαλονίκης–Σκοπείων. Ἐγνώριζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις αὕτη, ἐκ τῆς ἑνώσεως δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλπίζει ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι τόσα ὀφέλη, ὥστε γρήγορα θὰ φθάσωμεν ἀπὸ τὰς 6.000 τὰς ὁποίας εἰσπράττομεν κατὰ χιλιόμετρον εἰς τὰς 16–17.200. Καὶ ὅπως ἀποδείξῃ τοῦτο παρέβαλε τὸν σιδηρόδρομον Μοναστηρίου–Σκοπείων –Θεσσαλονίκης, λησμονῶν ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Μοναστηρίου Θεσσαλονίκης ἐξυπηρετεῖ χώρας λίαν παραγωγικάς, ἔχει δὲ ὄχι μόνον μεταφορὰν ἐμπορευμάτων πρὸς ἐξαγωγὴν ἀλλὰ μεταφορὰν ἐμπορευμάτων εἰσαγομένων διὰ Θεσσαλονίκης. Ἐρωτῶ· τοιαῦτα ἐμπορεύματα θὰ ἔχῃ ποτὲ ὁ σιδηρόδρομος ὁ ἰδικός μας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς θὰ βασίσῃ τὰς εἰσπράξεις του ἐπὶ ἐμπορευμάτων ἢ εἶναι μᾶλλον σιδηρόδρομος κυρίως προωρισμένος ὅπως βασίσῃ τὰς εἰσπράξεις του ἐπὶ ἐπιβατῶν; Καὶ θὰ ἦτο χρήσιμον διὰ τὴν συζήτησιν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρουσίαζεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλυτικὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν παρὰ τῶν σιδηροδρόμων εἰσπραχθέντων σήμερον, ἡ ἀναλογία ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, διότι ἡ μελέτη τῆς ἀναλογίας ταύτης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς παράσχῃ πληροφορίας ὅπως κρίνωμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων ἐμπορευμάτων. Ἐγὼ εἶμαι αἰσιόδοξος καὶ βεβαίως φρονῶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ βελτιωθῶσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι θὰ βελτιωθῶσι κατὰ τὸν βαθμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁρισθέντα, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι μὴ πραγματοποιουμένης τῆς βελτιώσεως τῆς μεγάλης, τὴν ὁποίαν προέβλεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ προσφερόμενον σήμερον τίμημα πρὸς ἐξαγορὰν εἶναι τίμημα ὑπερβολικόν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας παραχωρεῖται ἡ κατασκευὴ τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς, καὶ τοῦτο διότι ἀνεπτύχθησαν πολλὰ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Ὀλίγας μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέλω ὑποβάλῃ παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὰς ὑποβληθείσας μελέτας καὶ προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑνὸς ἡ μελέτη τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου προτάσεις, μία τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ, μία τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων καὶ μία τοῦ οἴκου Lenz. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν πρότασιν τῆς Μπατινιὸλ πρὸς τὴν μελέτην τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, γινώσκομεν ὁπόση εἶναι ἡ μεγάλη διαφορά. Ἀλλὰ δὲν συγκρίνω πρὸς ταύτην· συγκρίνω πρὸς τὰς ἑτέρας δύο καὶ λέγω ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων σᾶς ἔκαμε πρότασιν κατωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Μπατινιόλ. Καί, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ διαφορὰ εἶναι ὀλίγων χιλιάδων· 12.000.000 ἐζήτησεν ἡ Μπατινιόλ, 11.600.000 ἐζήτησεν ἡ ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγκρίνων τὴν τιμὴν ὁρισθεῖσαν ἐν συμβάσει μετὰ διαπραγματεύσεις πρὸς προτάσεις — ἀπόδειξις δὲ τῆς διαφορᾶς εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προτάσεων τῆς Μπατινιὸλ καὶ τοῦ τιμήματος τοῦ ὁρισθέντος κατόπιν διαπραγματεύσεων — διατί ὅταν πρόκειται περὶ τῆς Μπατινιὸλ λέγει· ἡ Μπατινιὸλ ἐζήτησε δώδεκα ἑκατομμύρια; Δὲν ἐζήτησε δώδεκα ἑκατομμύρια· ἐζήτησε 12.900.000· ἑπομένως πρέπει νὰ παραβάλητε πρὸς τὰ 12.900.000, τὰ 11.600.000 πρέπει νὰ τὰ παραβάλητε οὐχὶ πρὸς τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια, ὅπως ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν, ἀλλὰ πρὸς τὰ 12.900.000 τῆς προτάσεως Μπατινιόλ, διότι ὅπως κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις κατωρθώσατε νὰ ἐπιτύχητε ὅπως ἡ Μπατινιὸλ περιορίσῃ τὰς ἀξιώσεις της ἀπὸ 12.900.000, εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ἀναμφισβητήτως θέλετε κατορθώσει ὅπως ἡ ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων περιορίσῃ τὰς προτάσεις της κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Τὸ αὐτὸ βεβαίως δύναται νὰ λεχθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις τοῦ οἴκου Lenz. Καὶ τότε ἐρωτῶ· διατί ἡ προτίμησις αὕτη; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ προτίμησις ἡ ὁποία ἐδόθη δικαιολογεῖται ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς ἡ ὁποία ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ τότε ἐρωτῶ καὶ πάλιν· πρὸς τί ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι ἡ τιμὴ τῆς συμβάσεως τῆς κατασκευῆς εἶναι τιμὴ συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐὰν ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ ἔχει συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν κατασκευὴν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατασκευὴν ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαγοράν, εἶναι βέβαιον ὅτι ἐν τῇ κατασκευῇ εὑρίσκεται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὴν σπουδὴν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ἐξαγοράν· δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ διλήμματος τούτου. Καὶ τότε ἐρωτῶ· πρὸς τί ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα; Πρὸς τί ἡ παραβολὴ πρὸς τὰ τιμολόγια τὰ διεθνῆ τοῦ σιδηροδρόμου, σύγκρισις, ἡ ὁποία ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἐσφαλμένη, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ τιμολόγιον τοῦ Λαρισαϊκοῦ, τὸ τιμολόγιον τοῦτο ἐγένετο πρὸς καθορισμὸν τῶν δαπανῶν καὶ πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων πρὸς πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τούτων, σύγκρισις, λέγω, τοιαύτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ; Ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς μίαν παράγραφον τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθέντος· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω δύο γραμμὰς ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα πλέον καὶ μὴ ἐπανέλθωμεν αἰωνίως, λέγοντες ἀνακριβείας (ἀναγινώσκει). «La présente Convention sera soumise par le Gouvernement Hellénique à l'approbation du Parlement au cours de la presente session, et elle n'aura aucun effet sauf, l'aplication du dernier alinea de l'article 8, si elle n'est pas votée dans le delai de deux mois à partir de la signature etc.». Βλέπετε ὅτι ἐδῶ ἔχετε ὁριστικὴν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· τὸ τιμολόγιον ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν μηνιαίων καταστάσεων συμφώνως πρὸς ὅ,τι ὁρίζετε εἰς τὸ ἄρθρον 15 τῆς συμβάσεως. Τί ἄλλο θέλετε; Δὲν ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν ὅτι τὸ τιμολόγιον οὐδὲν ἀποδεικνύει; Εἶναι τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο διότι καθιερώθη ἡ ἀρχὴ τῆς πληρωμῆς τῇ ἀφαιρέσει τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μελλόντων ἔργων. Ἦτο λοιπὸν τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν αὐτὸν τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπόν. Ἐπρόκειτο δὲ ἐκεῖ περὶ ἀναλήψεως ἐκ μέρους τῆς Μπατινιὸλ κατ’ ἀποκοπὴν τῆς ἐργολαβίας πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Λαρισαϊκοῦ. Δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ ῥητῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει· ἐδώκαμεν τὴν κατασκευὴν τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς εἰς τὴν Μπατινιόλ, ὅπως ἀμείψωμεν αὐτὴν διὰ τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ἔκαμε στέργουσα εἰς τὴν ἐξαγοράν. Ἄρα ἐν τῇ συμβάσει τῆς κατασκευῆς ὑπάρχει ἡ ὠφέλεια ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν ἐξαγοράν. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ ὠφέλεια αὕτη εἶναι τὸ 15%, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται ὡς κέρδος νόμιμον τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ τὸ 15% εἶναι κέρδος τὸ ὁποῖον οἱαδήποτε ἑταιρεία ἀναλαμβάνουσα ἐκτέλεσιν ἔργων δικαιοῦται νὰ ἔχῃ. Καὶ τότε ἐρωτῶ· ἐὰν τὸ 15% ἀντιπροσωπεύῃ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον οἱαδήποτε ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ λάβῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἰς τὸ 15% αὐτὸ ὑπάρχει ἡ ἀμοιβὴ διὰ τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν ἐξαγοράν;
§371Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἀκούσω ἀπὸ ὑμᾶς τί ἀπαντᾶτε εἰς τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα· ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἐξ ἑνὸς ἔργου τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει κερδίζει 2.000.000, διὰ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν καλύπτονται θυσίαι ἄλλαι τῆς διαφορᾶς μεταξὺ 12 ἑκατομ. καὶ 18 ἑκατομ., ὡς ὑπελόγιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τί ἀπαντᾶτε, λέγω, εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἑταιρεία λαμβάνουσα χρῆμα 12 ἑκατομ., δύναται νὰ διαθέτῃ αὐτὸ εἰς ἔργα ἐπικερδῶς, ἀφοῦ ἐπὶ ἔργου 12 ἑκατομ. κερδίζει 2 ἑκατομμύρια; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα ἕως τώρα ἄνευ ἀπαντήσεως.
§372Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπαντῶ τοῦτο, ὅτι ἡ πίστις τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ εἶναι παρὰ πάντων ἀνεγνωρισμένη, εἶναι δὲ τοσαύτη, ὥστε εὐκόλως ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ δύναται ἐν Γαλλίᾳ νὰ προμηθευθῇ ὅσα χρήματα θέλει πρὸς τόκον μεταξὺ 3% καὶ 4%· ἑπομένως δὲν βλέπω ποῖον λόγον εἶχεν ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ νὰ θυσιάσῃ κέρδος, τὸ ὁποῖον μετά τινα ἔτη ἤθελε φθάσει εἰς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, διότι ὑπάρχει μεταξὺ δώδεκα καὶ δέκα ἐννέα ἢ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων διαφορὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων. Δὲν βλέπω, λοιπόν, διατὶ ἤθελε θυσιάσει τὸ κέρδος τοῦτο, ὅπως κερδήσῃ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἢ δύο ἑκατομμύρια ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου. Τοῦτο εἶναι δι’ ἐμὲ ἀκατανόητον, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνατε, εὑρίσκω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ μακραὶ συζητήσεις, ὅπως ἀποδείξωμεν ποῖα εἶναι τὰ κέρδη τῆς ἐξαγορᾶς, ποῖα εἶναι τὰ κέρδη ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς, ὅλα αὐτὰ παρέλκον, διότι τὸ ζήτημα τίθεται καθαρώτατον. Ἐὰν πράγματι, ὅσα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἐξαγορᾶς ἀφ’ ἑνός, περὶ τῆς κατασκευῆς ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀκριβῆ, ἐρωτῶ πῶς αὐτὴ ἡ ἑταιρεία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐπὶ τέλους ἀνάγκην ὀλίγων ἑκατομμυρίων διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη, πῶς αὐτὴ θυσιάζει τοσαῦτα κέρδη, ὅπως ἀπολαύσῃ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως ἐργασίας 1.900.000; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, νομίζω, ὅτι ἀπάντησις δὲν εἶναι δυνατή. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει θυσιῶν, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, διότι εἶπε, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀγόρευσιν: ὅλη ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ ὅτι συμφέρον μέγιστον ἐθνικὸν εἶναι, ὅπως ἡ γραμμὴ συντελεσθῇ κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1915, προσέθηκε δὲ ὅτι στρατιωτικοὶ λόγοι σπουδαιότατοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως καὶ μίαν ἀκόμη ἡμέραν μὴ χάσῃ, ἵνα περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ ἦτο διατεθειμένος ὄχι ἑκατοστύας τινὰς χιλ. δραχ. νὰ θυσιάσῃ, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ταχεῖαν τοῦ ἔργου ἐκτέλεσιν. Καὶ ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης τοιαῦτα λέγῃ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέχει πληροφορίας τοιαύτας, γνωρίζει ποία εἶναι ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων, τίνες οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἡ χώρα εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξῃ, καὶ ἑπομένως διαβεβαίωσις τόσον ῥητῶς ἐκδηλωθεῖσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν στρατιωτικοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστῇ τὰς θυσίας ταύτας, διότι κατηντήσαμεν μὲ τὰς πολλὰς συζητήσεις ἐπὶ τούτου, μὲ τὰ πολλὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀναπτυχθέντα καὶ ἀνασκευασθέντα καὶ πάλιν ἀναπτυχθέντα, κατηντήσαμεν εἰς τὴν ὁμολογίαν ὅτι πράγματι γίνεται μεγίστη θυσία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ θυσία αὕτη ἐγένετο ἕνεκα λόγων στρατιωτικῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ λησμονήσῃ τίνες ἦσαν οἱ λόγοι οἵτινες κυρίως ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Τουρκίαν, μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας ἡμῶν, νὰ ἀρνῆται ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη νὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν τῶν σιδηροδρόμων. Γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι κύριον αἴτιον τῆς ἀρνήσεώς της ἦτο ἡ χαραχθησομένη γραμμή. Ἡ Τουρκία ἐνόμιζε καὶ ὑπεστήριζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν χάραξιν γραμμῆς, ἡ ὁποία ἐξέθετε τὴν γραμμὴν ταύτην εἰς προσβολὴν ἀπὸ τῆς θαλάσσης. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ διαπραγμάτευσιν δι’ ἐσωτερικὴν γραμμήν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, πρῶτον διότι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῆς θὰ ἦτο ἀδύνατος σχεδόν, δεύτερον δὲ διότι θὰ ἐπέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον θυσίας τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ. Ἡ ἀντίρρησις βέβαια τῆς τότε ὁμόρου ἐπικρατείας ἐβασίζετο ἀναμφισβητήτως ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ ὁποία εἶχε τὴν κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίαν, διότι ἐὰν εἶχε τοιαύτην, εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν ἤθελεν ἀντιτάξει τὴν ἀπόλυτον ἄρνησιν τὴν ὁποίαν ἀντέταξεν ἐπὶ τόσα ἔτη, μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς καταβληθείσας παρὰ τῶν κατὰ καιροὺς Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ μὲ ὅλας τὰς διαθέσεις τὰς παρ’ ἡμῶν ἐκδηλωθείσας, ὅπως, ἀντὶ τῶν θυσιῶν τῶν ἀναγκαίων πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν ταύτην ἡ Ἑλλάς, καίτοι ἐπρόκειτο ἡ γραμμὴ νὰ γίνῃ ἐπὶ τουρκικοῦ ἐδάφους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπερεβλήθησαν τὰ πράγματα, καὶ ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ χαραχθῇ, εἶναι γραμμὴ ἡ ὁποία εἶναι εἰς πλεῖστα σημεῖα ἐκτεθειμένη εἰς τὴν κατὰ θάλασσαν προσβολὴν καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραγνωρίσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ὁλικῆς προστασίας τῆς γραμμῆς ταύτης. Καὶ ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ἐπαναλαμβανομένη ἡ διαβεβαίωσις ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχεν, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ τὴν ὑπεροπλίαν. Ἀτυχῶς δὲν ἐπετράπη εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζητήσωμεν, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει μόνον κατ’ ἐμὲ ἁρμοδιότητα ἵνα τὰ τῆς συζητήσεως κανονίσῃ, ἐθεώρησεν ὅτι πᾶσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα, ὥστε ἀπηγορεύθη εἰς ἡμᾶς νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐλπίδα τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ βασίσωμεν ἐπὶ γεγονότων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως ἡ ἐπανειλημμένως δοθεῖσα παρ’ αὐτῆς διαβεβαίωσις, δὲν εἶναι διαβεβαίωσις διδομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι διαβεβαίωσις βασιζομένη ἐκ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον.
§373ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω, κύριοι Βουλευταί, μάλιστα μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶπον ἀνακριβείας. Τὸ τιμολόγιον αὐτὸ εἶναι τὸ τιμολόγιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη ἡ τιμὴ τῆς κατασκευῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ, διότι ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι καὶ ὁ Λαρισαϊκὸς κατεσκευάσθη ἐπὶ τιμῇ κατ’ ἀποκοπὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις ἦτο τότε Κυβερνήτης τῆς χώρας, δὲν ἐδέχετο τὸ τίμημα τῆς κατασκευῆς κουτουροῦ — κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἔχει στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσισε τὴν ἀπόφασίν της ὅπως δεχθῇ τὸ τίμημα τοῦτο.
§374Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ δὲν ἐδέχθην τὸ τίμημα κουτουροῦ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ τιμολογίου τοῦ ὑποβληθέντος καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ τιμήματος τῆς κατ’ ἀποκοπὴν κατασκευῆς, περιωρίσαμεν πολλὰς ἀξιώσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ἑταιρεία. Δὲν ἔλαβον τὸ τιμολόγιον ὡς βάσιν, τὸ ἔλαβον ὡς βάσιν μόνον, ὅπως καταλήξω εἰς τὸ τιμολόγιον τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ τιμολόγιον ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ἔχετε κάμει λόγον, εἶναι ἁπλούστατα τιμολόγιον περιστάσεως καὶ συνθηκῶν.
§375ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει μία διαφωνία μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἥτις δικαιολογεῖται ἐκ τῆς διαδρομῆς τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι σήμερον. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις εὑρισκόμενος καὶ ἐγὼ θὰ ἐνεθυμούμην πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὅπλα καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι λυποῦμαι διὰ τοῦτο· εἶμαι ὠχυρωμένος δι’ ἐγγράφων. Ἡ μνήμη δύναται νὰ καταπροδίδῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε ὅμως τὰ ἔγγραφα καὶ δὴ τὰ ἐπίσημα. Ἔχω ἔγγραφα ἀκριβῶς τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀκριβῶς τῆς ὑπουργείας του. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο (δεικνύει ἔγγραφον) ὁμιλεῖ περὶ τῆς δαπάνης τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς τῆς ὑπολογισθείσης ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, φέρει δὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ἀργυροπούλου τμηματάρχου τῶν σιδηροδρόμων. Ἐπίσης δεύτερον ἔγγραφον φέρει τὴν ὑπογραφὴν πάλιν τοῦ κ. Ἀργυροπούλου. Ἀπὸ ταύτης τῆς μελέτης τοῦ Δημοσίου, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ἡ Ἑταιρεία, εἶναι εὔθετον, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, νὰ παρατηρήσῃ τις ὅτι ἡ μελέτη τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου φέρει ὡς ἀναγκαίαν δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς 32.300.000 χαρτίνους δρ. καὶ 11.381.111 φράγκα χρυσᾶ.
§376Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔφερον καὶ ἐγὼ προχθές.
§377ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε ἡ ἑταιρεία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου, ἔφερεν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς μελέτης, διπλᾶς ἀντιρρήσεις διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἔργων τῶν ἀναγκαίων, διότι τὸ τίμημα ἐπρόκειτο νὰ ὁρισθῇ κατ’ ἀποκοπήν, οὐδεμίαν δὲ ἀποζημίωσιν εἶχε δικαίωμα ἡ ἑταιρεία νὰ ζητήσῃ διὰ τὰ ἀπρόοπτα αὐτὰ ἔργα. Παρετήρησα ὅτι ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου ἦτο ἀνεπαρκής. Καὶ αὐτὴ ἡ μελέτη δὲν ὑπελόγιζεν ὡς ἔδει ὅλα· αἱ τιμαὶ ἦσαν μικραὶ καὶ ἐζήτησεν ἡ ἑταιρεία τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν αὐτῶν κατὰ 10% εἰς χρυσόν, τῶν δὲ χαρτίνων κατὰ 1.573% πρὸς 1, ἄλλων 1. 486% πρὸς 1, ἄλλων 1.414% πρὸς 1. Βλέπετε ὁποίας οὐσιώδεις αὐξήσεις ἐζήτησεν ἐπὶ τῶν τιμῶν, περὶ τούτου δὲ γίνεται λόγος ὡς καὶ περὶ τοῦ τιμολογίου τούτου ἐν ταῖς τελευταίαις σελίσιν. Ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν τιμῶν ἐξετιμήθη ἡ μελέτη τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, εὑρέθη ὅτι αἱ μὲν 32.200.000 χάρτινοι δραχμαὶ ἔπρεπε νὰ γίνωσι 34.342.000, αἱ δὲ 11.381.000 φράγκα χρυσᾶ νὰ γίνωσι 11.620.000· δηλαδὴ τὸ τίμημα, ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς ἡ ὁποία ἀρχικῶς ὑπελογίζετο ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου ὡς μέλλουσα νὰ ἀνέλθῃ εἰς 43.500.00 0 περίπου, ἀνεβιβάζετο εἰς 46 ἑκατομ. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία οὔτε ταῦτα ἐδέχθη, θεωροῦσα καὶ ταῦτα ἀνεπαρκῆ ὡς ἔλεγε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ τὰ ἔργα αὐτὰ δὲν ἦταν ἐπαρκῶς μεμελετημένα, ἐζήτησε δὲ νὰ τῇ δοθῶσι καὶ συνεφωνήθη τελικῶς νὰ δοθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, 40.285.000 διὰ τὰ εἰς χαρτονόμισμα πληρωνόμενα καὶ 12.500.000 διὰ τὰ εἰς χρυσόν, τὸ ὅλον 53.485.000. Οὕτως ἡ κατασκευὴ συνεφωνήθη νὰ γίνῃ ἀντὶ τιμήματος 53.485.000, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ μελέτη τῶν Μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου ἦτο 43.500.000. Δηλαδὴ 10 ἑκατομ. δραχ. ἐπὶ πλέον περίπου.
§378Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περιέργως ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν ἀπὸ 56. ἑκατομ. εἰς 66 ἑκατομμύρια.
§379ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ.
§380Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ ποσά, διότι ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ τοῦ τμήματος. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται, εἶναι τὸ 32.985.000 εἰς δραχ. χαρτίνους, 12.500.000 εἰς φράγκα, δηλ. 36.500.000 γραμμὴ Δεμερλῆ, 4.858.000 Λαρίσσης–Συνόρων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι συζήτησις ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν ἐνταῦθα, διότι ἐγὼ ἔχω αὐτὰς τὰς πληροφορίας, σεῖς ἔχετε τὰς ἰδικάς σας. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον λέγω, βασιζόμενος εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον κατεθέσατε εἶναι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὡρισμένου τιμήματος ὅπως κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τῶν ἔργων τῶν ἐκτελεσθέντων.
§381ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προστιθέμην νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ πράξω τοῦτο ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐκ τῶν ὑστέρων πῶς ἔχουσιν, ἵνα ἴδητε ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι περίπου αἱ αὐταί, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι προσετέθη κάτι τι παραπάνω διὰ νὰ γίνῃ ἡ κατασκευή. Ἡ κατασκευὴ ἐγένετο ἀντὶ 10 ἑκατομ. περισσότερον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου.
§382Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 10 ἑκατομμύρια ἐπὶ 44 ἑκατομμυρίων.
§383ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω σύγκρισιν μὲ τὴν ἰδικήν μου σύμβασιν. Ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ κατηγορήσητε ὅτι εἶπον ἀνακριβῶς τὰ πράγματα καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης. Ἐὰν εἶπον ἀνακριβῆ βεβαίως θὰ μοὶ διέφυγον, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶπον ἀνακριβῆ καὶ ἤδη ὅτε μὲ διεκόψατε ἵνα βεβαιώσητε ὅτι ἐγένετο εὐθηνότερον ὁ ἰδικός σας σιδηρόδρομος, ἐπιμένω λέγων ὅτι τὸ τιμολόγιον εἶναι ἐκεῖνο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο αὐτὸς ὁ ὑπολογισμός. Ἀνεγράφησαν αἱ τιμαὶ τῶν μηχανικῶν διὰ τοῦ τιμολογίου ηὐξημέναι κατά τι ποσὸν καὶ ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῆς γραμμῆς, ἐν τῇ συμβάσει δὲ ἀνεφέρθη ῥητῶς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς κατασκευῆς ἔργων. Ἀλλά, διατί, ἀφοῦ οἱ κ. Βουλευταὶ ἐκ Κερκύρας καὶ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδωσι καὶ παραβάλωσι τὰς τιμάς, διατί δὲν ἔβλεπον τὸ ἄρθρον 1 τῶν τιμολογίων τῆς κατασκευῆς τῶν ἑνωτικῶν Σιδηροδρόμων διὰ τὸν λογαριασμὸν τῆς τιμῆς ἐκσκαφῇ γαιῶν 1.30, κατὰ κυβ. μ. εἰς τὸ κατὰ συνθήκην τιμολόγιον ἀναφέρεται ἐπίσης τιμὴ δρχ. 1,30;
§384Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Σοβαρῶς λέγετε ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν δουλειά;
§385ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε, πῶς λέγετε ὅτι δὲν εἶναι αὐτὰ ἀληθῆ;
§386Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ τιμολόγιον τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὀνομάζει αὐτό.
§387ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι ἡ σύμβασις τὸ ὀνομάζει οὕτως. Ἄρθρον 2ον, 2.30 ἐδῶ, 2.30 ἐκεῖ. Ἄρθρον 3ον. 5 δρχ. ἐδῶ, 5 δρ. ἐκεῖ. Προχωρήσατε καὶ θὰ εὕρητε ὅλην τὴν σειρὰν τῶν τιμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ὁ ὑπολογισμός, ἵνα γείνῃ ἡ κατασκευή, ἵνα ἴδητε ὅτι αὐτὸ τὸ τιμολόγιον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς συμφωνίας καὶ ἔπειτα ἐχρησίμευσεν ὡς τιμολόγιον κατὰ συνθήκην.
§388Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μένει νὰ ἀποδειχθῇ δι’ ἑνὸς λογαριασμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμολογίων τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, ἐὰν φθάνωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ κατ’ ἀποκοπήν. Τοῦτο δὲν ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων.
§389ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λάβετε τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἐπιστρέψατέ τα ὅταν θὰ κάμητε χρῆσιν. Θέτω εἰς τὴν διάθεσίν σας καὶ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην κ. Καντᾶν διὰ νὰ σᾶς διαλύσῃ τὰς ἀπορίας καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐὰν σᾶς λέγω ἀνακριβείας. Εἰς τὴν σύμβασιν ἀναφέρονται αὐτὰ τὰ ποσά. Ἔχω νὰ προσθέσω μόνον τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ πορισθῇ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ ἐδέχθη νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἀρχικῶς, ἀπὸ 12 ἑκατομμύρια ἐννεακοσίας χιλιάδας εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἀποδεικνύει ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρεῖαι αἱ ὁποῖαι μᾶς ὑπέβαλον προτάσεις, ἐὰν ἐζητῶμεν παρ’ αὐτῶν ἔκπτωσιν, θὰ τὴν ἔκαμνον.
§390Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ μελετηθῶσι μετ’ ἀκριβείας.
§391ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τοῦτο τὰ δίδω εἰς ὑμᾶς.
§392Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν 32 ἑκατομ. δρχ. Μοὶ εἴπετε ὄχι 32 ἑκατομ. ἀλλὰ 40 ἑκατομύρια. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξετάσητε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «ποσοστὸν τοῦ δημοσίου 12 ἑκατομμύρια κλπ.».
§393ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἄξια ἔργου αὐτά.
§394Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπίσης καὶ ὁ ἄλλος ὁρισμὸς διὰ τὰ 55 ἑκατομμ. εἶναι ἀνακριβὴς ὅπως εἶναι καὶ ὁ τῆς ἐκθέσεως.
§395ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἔδωκα τὰ στοιχεῖα, δυνάμεθα δὲ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἄλλοτε ἵνα διαφωτισθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις ἀπόψε εἰς δευτέραν συζήτησιν. Τοῦτο ἔχω μόνον νὰ προσθέσω· εἴπετε ὅτι, ἀφοῦ ἐπετύχομεν ἔκπτωσιν τιμῆς ἀπὸ τὴν τὸ πρῶτον αἰτηθεῖσαν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν Μπατινιὸλ 900.000 δρ., θὰ ἐπετυγχάνομεν καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἑταιρείας. Σᾶς δίδω τηλεγράφημα, ληφθὲν ἐκ Παρισίων τὴν 14 Ἰανουαρίου 1914, ἀπὸ τὸν κ. Διαμαντίδην, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖ, ὡς γνωρίζετε, ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ συνέδριον ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιτροπῇ, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Hafner ἀρχιμηχανικὸς τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων ἐρωτώμενος ἄλλην μίαν φορὰν ἀπὸ τὸν κ. Διαμαντίδην ποία εἶναι ἡ τιμὴ τῆς κατασκευῆς ἡ ὁριστική, ἀπαντᾷ διὰ τοῦ τηλεγραφήματός του 11 ἡμέρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως καὶ λέγει ὅτι ἡ τιμὴ εἶναι 11.666.000. Ὥστε βλέπετε ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδίδομεν τὰ 12.000.000 εἴχομεν ἀπὸ τὸν μεγαλείτερον ἀνταγωνιστὴν προσφορὰν μόνον κατὰ 340.000 δραχμῶν κατωτέραν.
§396Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη προσφορά;
§397ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τελευταία.
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ τῆς γραμμῆς τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ Θεσσαλονίκης–Σκοπείων καὶ περὶ κατασκευῆς προσθέτων ἔργων ἐν ταῖς γραμμαῖς τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, προμηθείας κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ σιδηροδρομικῶν μελετῶν». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ λοιπὰ ἄρθρα αὐτοῦ καὶ τὸ σύνολον). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέσης τῆς Ἑλλάδος καὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 50 ἑκατ. τῆς 28ης Μαρτίου 1913, ὡς καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 82 τῆς 30 Νοεμβρίου 1913». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ λοιπὰ ἄρθρα αὐτοῦ καὶ τὸ σύνολον). Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν στέργῃ νὰ ἐπικυρωθῶσιν, ὑπὸ ἰδίαν μου εὐθύνην, τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, συνῳδὰ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§399ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ τὴν Τετάρτην ὥραν 4ην μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 10′ πρωϊνῇ).