1914.03.03
3.397 στίχοι · 25.689 λέξεις · 293 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45.
Τῆς 3ης Μαρτίου 1914.
(Σάββατον, ὥρᾳ 4,45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: Ἡ Ἕνωσις τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν παρακαλεῖ, ὅπως τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀνανεώσεως ἐγγραφῶν (1911–1912) ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν φοιτητῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος· Οἱ κάτοικοι Κύμης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος παρατείνων ἐπὶ διετίαν τὴν προθεσμίαν τῆς παραγραφῆς ἀνοικτῶν λ)σμῶν· Ὁ σύνδεσμος βιομηχάνων, τυπολιθογράφων καὶ βιβλιοχαρτεμπόρων παρακαλεῖ, ὅπως προληφθῶσι τὰ ἔκτροπα τῶν ἀπεργῶν καὶ ὅπως προστατευθῇ ἡ ζωή των· Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Λίμνης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μεταλλείων, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· Ὁ Σύνδεσμος ὑπομηχανικῶν Δημοσίων Ἔργων ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΦΜΒʹ «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ Δημοσίων Ἔργων»· Ἡ κοινότης Λίμνης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μεταλλείων, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· Ἡ Μαρία τὸ γένος Σεμερτζάκη χήρα Ἐμμ. Ποθιάκη χωροφύλακος ἀποθανόντος ἐκ πνευμονίας ἐν Ἰωαννίνοις παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις μηνιαία πρὸς διατροφὴν τῶν τέκνων της ἐκ δραχμῶν 50· Οἱ δημογέροντες τῶν δήμων Μεσσαρίας, Πραμερίας καὶ Καραβοστάμου τῆς νήσου Ἰκαρίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγκατασταθῇ εἰς τὸν Εὔδηλον Εἰρηνοδικεῖον καὶ ὅπως ἡ ἕδρα τοῦ Διοικητικοῦ Ἐπιτρόπου μεταφερθῇ ἐκεῖ· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταφερθῶσιν εἰς τὸ Σωφρονιστήριον Κερκύρας ἰδίοις των ἐξόδοις· Ὁ ἐκ Κερκύρας Χριστόφορος Ῥίζος καταστὰς ἀνίκανος ἕνεκα τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου νὰ ἐργασθῇ παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτοῦ μέριμνα· Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Αἰδηψέων παρακαλεῖ, ὅπως συσταθῇ ἐκεῖ ὑποθηκοφυλακεῖον· Οἱ κάτοικοι τινῶν χωρίων τῆς περιφερείας τῶν Σερρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ἐναντίον ὁμάδος καπνοαγοραστῶν οἵτινες προσπαθοῦσι ν’ ἀγοράσωσι τὸν καπνὸν τῶν χωρικῶν εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς· Ὁ λαὸς τῶν Γαργαλιάνων παρακαλεῖ, ὅπως εἰς τὰ νέα σιδηροδρομικὰ δίκτυα συμπεριληφθῇ προέκτασις γραμμῆς Κυπαρισσίας–Πύλου. Οἱ ἐνοικιασταὶ δεκάτης τῆς ἐπαρχίας Αἰκατερίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια βελτιώσεως τῆς θέσεώς των· Ἡ πόλις τοῦ Αἰτωλικοῦ ἐν συλλαλητηρίῳ παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἁλιεία ἐν τῇ λιμνοθαλάσσῃ Μεσολογγίου· Ἡ ἐκ Καρδαμύλης σύζυγος τοῦ τηλεγραφητοῦ Β. Βενιζελέα παρακαλεῖ, ὅπως ἀνακληθῇ ὁ ὑπηρετῶν ἐν Μακεδονίᾳ σύζυγός της ἐξ ἀρχῆς τοῦ πολέμου· Τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσι ψήφισμα καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως γίνωσι δεκτὰ τινὰ τῶν αἰτημάτων των· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γεωπονικῶν Χημείων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της· Ὁ Βουλευτὴς κ. Εὐθ. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Οἰκονομικῶν Ἀρχῶν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις καὶ συγκροτήσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν· Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Φίλιππας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάδων τινῶν καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξελέγξεως τῶν πρὸ τοῦ νόμου ΓΦΚΔʹ περὶ μεταλλείων ὑποβεβλημένων αἰτήσεων παραχωρήσεως μεταλλείων»· (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγοῦνται εἶτα αἱ κάτωθι ἄδειαι Εἰς τὸν βουλευτὴν Γ. Γαϊτάνον 8 ἡμερῶν. Εἰς τὸν βουλευτὴν Ν. Καμπάνην 8 ἡμερῶν. Εἰς τὸν βουλευτὴν Χ. Δικαῖον 15 ἡμερῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Ζαβιτσιᾶνος ἐπειγόμενος δι’ ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Τρίκκαλα ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 3 ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Μ. Νεγροπόντης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κηφισσίας. Εἶναι ἀπὼν καὶ διαγράφεται. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου «Ἑρμοῦ».
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, πρὸ μηνὸς καὶ πλέον τάξις ἐπαγγελματικὴ διατελεῖ ἐν ἀπεργίᾳ, ἡ τάξις τῶν τυπογράφων. Οἱ ἀπεργοὶ διετύπωσαν αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάνησαν ὑπερβολικὰ εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας τοὺς χρησιμοποιλοῦντας τυπογράφους, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία. Οἱ ἐργάται διὰ τοῦ χρόνου ἠλάττωσαν τὰς ἀπαιτήσεις αὑτῶν καὶ ἐπὶ τέλους ἐδέχθησαν νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ αἴτημά των τῆς μειώσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργασία ἔχει ὁρισθῆ εἰς δεκάωρον· καὶ ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἐλάττωσις αὐτή, οἱ ἐργάται θὰ ἦσαν εὐχαριστημένοι καὶ ἡ ἀπεργία θὰ ἔπαυεν, ἡ ἀνησυχία δὲ ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς ὅλας τὰς ἐργατικὰς τάξεις θὰ ἔπαυεν ἐπίσης, ἐὰν ἐδίδετο εἰς τοὺς ἐργάτας τι τὸ ὁποῖον ἔχει ῥυθμίσει καὶ διὰ τὰ ἑαυτῆς ἐργασίας ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ Πολιτεία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἔχει θεωρήσει ἔθιμον καὶ ἔχει παραχωρήσει εἰς τοὺς ἐργάτας τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τοὺς περισσοτέρους ἐργάτας ἀπὸ κάθε ἄλλο ἐν Ἑλλάδι τυπογραφεῖον, τὸ ἐννεάωρον. Χωρὶς δὲ νὰ θέλω νὰ κατηγορήσω ἰδιαιτέρως τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, κἄποια ἐλαστικότης παρατηρεῖται εἰς τὸν ὑπολογισμὸν αὐτῆς τῆς ἐργασίας ὅπως εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὥστε τὸ ἐννεάωρον νὰ ἐλαττῶται εἰς 8½ καὶ εἰς 8 ὥρας, ἐὰν ὄχι ὀλιγωτέρας. Ἐξ ἄλλου οἱ ἀπασχολούμενοι ἐκεῖ ἐργάται δὲν ἐκτελοῦν τόσον αὐστηρῶς τὴν ὑπηρεσίαν των ὅσον οἱ ἰδιῶται ἐργάται. Λοιπὸν περιορίσαντες τὰ αἰτήματά των οὗτοι προσέρχονται σήμερον δι’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τῆς αἰτήσεώς των αἰτοῦντες τὴν ἐργασίαν ἐννεάωρον δὲν ζητοῦσί τι ὑπερβολικὸν ἤ τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐργάζονται οἱ τυπογράφοι, διότι αὐτὴ αὕτη ἡ φύσις τοῦ ἐπαγγέλματός των εἶναι τοιαύτη ὥστε πολλοὶ ἐκ τούτων ὄχι μόνον χάνουσι τὴν ὑγείαν των ἀλλ’ ὑποπίπτουσιν εἰς ἀσθενείας, αἱ ὁποῖαι τοὺς ὁδηγοῦσι ταχέως εἰς τὸν τάφον, ἐκτὸς αὐτοῦ δὲ καὶ τὰ ἐργοστάσια καθ’ ὃν τρόπον ἔχουσι ῥυθμισθῆ καθιστῶσι τὴν ζωήν των ἐπισφαλῆ καὶ τὴν ἐργασίαν των δύσκολον. Ἀναμφιβόλως ἔλαβεν ἡ Πολιτεία μέτρα ἐπιθεωρήσεως, δὲν ἤγαγεν ὅμως αὕτη εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ηὔχετο ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ πᾶς φιλάνθρωπος. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος, ὅπως τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ θεωρεῖται ὀλιγώτερον συμπαθὲς ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλο ἐπάγγελμα, καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔλαβε καὶ μέτρον ὡρισμένης ὑπηρεσίας προκειμένου περὶ ἄλλου ἐπαγγέλματος, προκειμένου περὶ τῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς μεταλλείοις, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ὅτι τὸ 8ωρον θὰ ἦτο ἀρκετόν. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ αἴτησις τῶν ἐργατῶν τυπογράφων καὶ ἡ σύστασις τὴν ὁποίαν κάμνω δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολική, ὥστε ν’ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ δεκάωρον τὸ καθιερωθὲν διὰ τῆς συνηθείας ὁρισθῇ εἰς ἐννεάωρον διὰ νόμου. Πρέπει νὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι τοῦτο εἶναι οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν, διότι πολλοὶ τούτων μὴ σκεπτόμενοι μόνον ἐγωϊστικῶς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωποι, ἰσχυρίζονται ὅτι θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ παράσχωσι τὸ ἐννεάωρον ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐργάται τινές, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι κατάχρησιν ὥστε ἐὰν ἔχωσι 10ωρον, νὰ τὸ ἐλαττῶσιν εἰς ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντιζεν ἀφ’ ἑνὸς ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν νὰ ὁρίσῃ τὰς ἐργασίμους ὥρας εἰς 9, ἀφ’ ἑτέρου ὑπὲρ τῶν ἐργοστασιαρχῶν ὥστε νὰ εἶναι πραγματικὸν τὸ ἐννεάωρον νομίζω ὅτι ἤθελε φέρει μίαν ἐξομάλυνσιν μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε καὶ τὰ δύο μέρη νὰ εἶναι εὐχαριστημένα. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁρίζουσα τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας εἰς 9 ὥρας δὲν θὰ ἔπραττέ τι τὸ μὴ ὠφέλιμον, διότι ὀλίγα ἐπαγγέλματα εἶναι τόσον ἐπικίνδυνα, ὅσον εἶναι τοῦ τυπογράφου. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμνεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ κάμῃ, δηλαδὴ μίαν στατιστικὴν ἀσθενειῶν καὶ θανάτων τῶν τυπογράφων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ τόσον ἀδιάφορος. Ἄς μὴ νομίσωμεν ὅτι εἶναι καὶ ἄνευ σημασίας τινὸς ἡ προσπάθεια τῶν ἐργατῶν ἐν τῇ ὑποστηρίξει τῶν δικαιωμάτων των. Δύναται νὰ ἐκραγῇ γενικὴ ἀπεργία, ἐὰν δὲ ὄχι γενικὴ ἀπεργία τοὐλάχιστον εἰς εὐρυτέραν κλίμακα, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ταραχάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμεναι ὄχι μόνον εἰς τὰς μεσημβρινὰς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου αἱ ἐργατικαὶ τάξεις εἶναι ὠργανωμέναι καὶ αἱ ψυχικαὶ διαθέσεις ὄχι τόσον εὐερέθιστοι. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ αἰτήματός των θὰ ἔφερε ζημίαν τινὰ εἰς τὸ ἐπάγγελμα τῶν ἐργοστασιαρχῶν οὔτε θὰ ἐπήρχετο μείωσις τῆς παραγωγῆς, ὥστε νὰ κατέληγεν εἰς βάρος τῶν συγγραφέων ἢ τῶν διαφόρων ἐκδοτῶν, διότι εἶναι πλέον παραδεδεγμένον ὅτι διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐργασίας δὲν ἐπῆλθε μείωσις τῆς παραγωγῆς. Δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν μαθηματικῶς ὅτι, ἐὰν ἐλαττωθῇ ἡ ἐργασία ἀπὸ ἔποψιν χρόνου κατὰ ⅒ θὰ ἐπέλθῃ καὶ κατὰ ⅒ ἐλάττωσις παραγωγῆς· πολλάκις παρετηρήθη καὶ αὔξησις παραγωγῆς, διότι ὁ ἐργάτης μὴ καταπεπονημένος κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας δύναται νὰ παράγῃ πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἤθελεν ὁ καταπονούμενος παράγει χάνων μάλιστα τὴν ὑγείαν του. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου. Ἐὰν εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἐργάτου παρατηρῆται, θὰ παρατηρηθῇ διὰ τοῦ χρόνου, διότι ὁ ἐργάτης καταπεπονημένος καὶ χάνων τὴν ὑγείαν του πολὺ ταχύτερον θὰ καταστῇ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν. Καταθέτω λοιπὸν αἴτησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νομίζων ὅτι δὲν θὰ λάβῃ τὴν τύχην τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι πολλαὶ ἄλλαι, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θέλει ἐκτιμήσει τὴν αἴτησιν, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ἁπλῶς συνοδευομένη ὑπὸ δύο ὑπομνημάτων, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διατελοῦν ἐν γνώσει τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος θὰ θελήσῃ εὐνοϊκῶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ὥστε καὶ ἡ ἀπεργία νὰ λήξῃ καὶ ὁ φόβος παρατάσεως τοῦ κινήματος νὰ ἐξουδετερωθῇ. Θὰ ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸς τὸ συμφέρον τόσον τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ὅσον καὶ τῶν τυπογράφων, οἱ ὁποῖοι ζημιοῦνται διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἀπεργίας, ἐὰν ἔκρινεν ὀρθόν, θὰ προέβαινεν εἰς δηλώσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τέρμα εἰς τὴν ἀπεργίαν. Ἔκαμον τὴν σύστασιν ταύτην, διότι ἄγομαι ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι διὰ τῆς ῥυθμίσεως τῆς ἐργασίας καὶ οἱ ἐργάται διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἐννεαώρου θὰ μείνωσιν εὐχαριστημένοι καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ δικαιώσωσι τοὺς ἰσχυρισμούς μου, καθ’ οὓς οἱ ἐργάται δὲν θὰ παράγωσιν ὀλιγώτερον καὶ ἑπομένως καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι δὲν θὰ ἴδωσι τὴν ἐργασίαν των μειουμένην.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἴτησις τῶν Τυπογράφων, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὑπεβλήθη καὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιτροπὴ δὲ τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων ἦλθε καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζουσα τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν τυπογράφων. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅ,τι εἶπον πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν τῶν διαφόρων Σωματείων. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν μεταξὺ τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐργοδότου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἓν καθολικὸν κοινωνικὸν φαινόμενον, τὸ καθῆκον καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ οὐδετερότης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλῶνται ἑκάστοτε οἱ ἐργάται τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐξουσίας εἴτε τῆς νομοθετικῆς εἴτε τῆς διοικητικῆς πρὸς λύσιν αὐτῶν τῶν διαφορῶν αἱ ὁποῖαι διεξάγονται μεταξὺ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κεφαλαίου. Τὸ καλλίτερον ὅπλον διὰ τὸν ἐργατικὸν κόσμον διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην του, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐνδιαφέρηται κάθε πεπολιτισμένον Κράτος, εἶναι ἡ ὀργάνωσις αὐτοῦ εἰς Σωματεῖα. Ὅσον ὀργανοῦνται, τόσον δύνανται νὰ προστατεύωνται τὰ συμφέροντά των τελειότερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ῥύθμισιν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, εἶπον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καθορισμός, καθ’ ὅσον καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη δὲν ἔχει γίνει καθορισμὸς τῆς ἀνωτάτης ὥρας τῆς ἐργασίας, πλὴν τῆς ἐργασίας τῆς ἐν ὀρυχείοις καὶ τῶν γυναικῶν καὶ ἀνηλίκων. Ἐὰν καὶ ἀλλοῦ ἐρρυθμίσθη ὁ χρόνος τῆς ἐργασίας τῶν τυπογράφων, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ἴσως δὲ θὰ κατέληγεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ τοιούτου παραδείγματος. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ὡρισμένη ὥρα ἐργασίας τῶν ἐργατῶν πλὴν, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τοὺς ἐργάτας τοὺς ἐργαζομένους εἰς ὀρυχεῖα καὶ διὰ τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς ἀνηλίκους, θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ τόσον πολὺ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἶπον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων ὅτι βεβαίως ἡμεῖς ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσπισιν ἐργατικῆς νομοθεσίας καθυστεροῦμεν πολὺ ἀπὸ τὰ λοιπὰ Κράτη. Ἠρχίσαμεν πολὺ ἀργότερα ἀπὸ ἐκεῖνα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φανταζώμεθα ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ σπεύδωμεν τόσον πολύ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ πέσωμεν καὶ νὰ σπάσωμεν τὰ πόδια μας. Εἶπον καὶ ἄλλο· βεβαίως κινεῖ τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ κάθε ἀνθρώπου ἔχοντος καρδίαν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ τυπογραφία εἶναι ἐργασία ἀνθυγιεινή, ἀλλὰ παρετήρησα τοῦτο, ὅτι ἐργασία ἐννεάωρος εἰς ἕν ἐργοστάσιον τυπογραφίας ὑφ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς εἶναι ὀλιγώτερον...
§6Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐννεάωρος.
§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. φθαρτικὴ τῆς ζωῆς, παρὰ ἐργασία ὀκτάωρος καὶ ἑπτάωρος ἀκόμη, ἂν εἶναι δυνατόν, εἰς ἕν τυπογραφεῖον μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξωμεν, καὶ τοῦτο πράττοντες ῥυθμίζομεν τὰ συμφέροντα τῶν τυπογράφων. Ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, ἐὰν ἀλλαχοῦ ἐπροχώρησαν τόσον πολὺ ὡς πρὸς τὰ τυπογραφεῖα — διότι διὰ τὰς ἄλλας βιομηχανικὰς ἐργασίας μόνον διὰ πράξεως διεθνοῦς ὑποχρεούσης ὅλα τὰ βιομηχανικὰ Κράτη δύναται νὰ γίνῃ κανονισμὸς τῶν ὡρῶν ἐργασίας—ἐάν, λέγω, διὰ τὰ τυπογραφεῖα ἔχωσι προχωρήσει ἀλλαχοῦ πόσον πολύ, θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅμως ὁμιλήσας, πλὴν τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν, ἔφερε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, ἀλλ’ ἱστορικῶς ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀνέφερε καὶ τὸν κίνδυνον γενικῆς ἀπεργίας. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀπειλούμεθα ἀπὸ κανένα κίνδυνον, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ ἐργατικὸς κόσμος ἐν Ἑλλάδι θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι, ἐὰν διατελῇ ὑπὸ ὅρους οὐχὶ καλούς, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Πολιτεία ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως κάμνει ὅ,τι δύναται βραδέως ἐπιληφθεῖσα τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ἐπαρκέσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων εἰς τὴν μᾶλλον ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου· δὲν νομίζω δὲ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν μάλιστα κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἡ χώρα αὐτὴ ἀπὸ δύο πολέμους, θὰ ἔχωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ μίαν γενικὴν ἀπεργίαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ ἐργάται θ’ ἀκούσωσι συμβουλὰς ἀπευθυνομένας πρὸς αὐτοὺς εἰλικρινεστάτας παρ’ ἀνθρώπου τοῦ ὁποίου αἱ συμπάθειαι πρὸς τὸν ἐργατικὸν κόσμον δὲν δύνανται νὰ τεθῶσι, νομίζω, ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ ὅστις ἔχει τὸ θάρρος ἑκάστοτε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἐργατικὸν κόσμον μὲ εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς Κυβερνήτην ἔχοντα συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν του. Αὐτὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας.
§8Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν πολὺ ὀρθαὶ ὡς τείνουσαι νὰ καθησυχάσωσι μίαν ἐξεγερθεῖσαν τάξιν καὶ νὰ προλάβωσι περαιτέρω ἐπέκτασιν τοῦ κινήματος. Τὰς συστάσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμα καὶ ἐγὼ μὲ ὅλην τὴν δύναμίν μου καὶ ὑπέδειξα εἰς αὐτοὺς παρουσιασθέντας ἐπανειλημμένως ἐνώπιόν μου δι’ ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ ἐποχὴ εἶναι τελείως ἀκατάλληλος, ὅπως διεκδικήσωσιν οὐχὶ γενικὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὰ συμφέροντα μιᾶς ὡρισμένης τάξεως, ὅτι τόσον ἡ Βουλή, ὅσον καὶ ἡ κοινωνία, καὶ πολὺ περισσότερον ἡ Κυβέρνησις, ἀπησχολημέναι μὲ ὑποθέσεις μεγαλειτέρου ἐνδιαφέροντος ἀλλαχοῦ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν κατάλληλον στιγμὴν ὅπως ἐξετάσωσι τὰ αἰτήματά των μὲ τὴν μεγαλειτέραν δυνατὴν εὐμένειαν. Συνέστησα νὰ μὴ ἐπεκταθῇ τὸ κίνημα, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ μεταξὺ τυπογράφων καὶ ἐργοστασιαρχῶν τυπογράφων ζήτημα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ εὐμενέστερον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἐπέκτασις τοῦ κινήματος, διότι οἱ ὀλίγιστοι ἐπιμένοντες εὑρίσκονται ὑπὸ τοιαύτας οἰκονομικὰς συνθήκας ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὰ αἰτήματα τῶν ἐργατῶν ἀζημίως ἢ μετὰ ζημίας τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ὑποστῶσι δυνάμενοι νὰ ἀναβάλωσι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐφ’ ὅσον ἴσως οἱ τυπογράφοι ἐργάται δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἀντιστῶσιν οἰκονομικῶς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ ὅ,τι εἶπεν, ὅτι δηλ. τοῦ Κράτους ἡ στάσις ἐκρηγνυομένου ζητήματος μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν εἶναι τῆς ἀποχῆς καὶ τῆς ἀπαθείας. Βεβαίως δὲν γράφεται οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα οὔτε εἰς ὡρισμένον νόμον ὅτι ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνει εἰς τὰς διαφορὰς ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρὰ διὰ τῆς πειθοῦς.
§10Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ φρονῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ αἰσθάνεται αὕτη, διότι τὸ ἐργατικὸν ζήτημα δὲν τὸ ἀντεμετώπισε μεθ’ οἵας περιφρονήσεως ὅλαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις θεωροῦσαι ὅτι τοιαῦτα κινήματα εἶχον στοιχεῖα ἀναρχίας ἢ ἀκαίρου μιμήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετρέποντο εἰς χώραν ὡς τὴν ἰδικήν μας διατελοῦσαν ὑπὸ ἐντελῶς διαφόρους συνθήκας. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀντεμετώπισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὸ ζήτημα, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι τὸ Κράτος δύναται τὴν ἐπέμβασίν του νὰ καταστήσῃ κάπως ἐπιβλητικήν, ὡς ἐπίσης καὶ χαλαρὰν ἀναλόγως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἤθελε νὰ παρεμβῇ ἐφαρμόζον βίαν ἢ στάσιν, ἡ ὁποία πολλάκις διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἐπιβολὴ καὶ ἐπιβολὴ τόσον ἰσχυρὰ ὅσον καὶ ἡ τοῦ νόμου, προσέτι δὲ νὰ ὑπομνήσω τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸ διετίας εἰς γενικὴν ἀπεργίαν ἐκ δεκάδων χιλιάδων ἐργατῶν, ἥτις ἐλύθη ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τὸ ζήτημα ἔφθασε μέχρι τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Αἱ Ἑταιρεῖαι θὰ συνδέωνται περισσότερον ἐκεῖ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ περισσότερον ἐξαρτῶνται ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, αἱ Ἑταιρεῖαι δὲν χαίρουσιν ὀλιγώτερα προνόμια καὶ προστασίαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἠδυνάμην μάλιστα νὰ ὑποστηρίξω ὅτι οὐδαμοῦ αἱ Ἑταιρεῖαι ἢ καὶ τὰ ἄτομα τὰ διαθέτοντα ἐργάτας ἔτυχον μεγαλυτέρας προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἢ ὅσον ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως γινομένη κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του ἢ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνακόψῃ αὐτὸ διὰ τῆς ἠθικῆς ἐκείνης ἐπεμβάσεως, ἡ ὁποία οὐχὶ σπανίως ὄπισθεν αὐτῆς κρύπτεται καὶ ἀπειλεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῶν συνθηκῶν τῶν χαρακτηριζουσῶν ὡρισμένας ἐργασίας καὶ τάξεις ἐργατῶν, δηλαδὴ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ ἀνήλικα ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας. Ὑποθέτω ὅτι καὶ αἱ κατηγορίαι αὗται προηγοῦνται, ἀμέσως τούτων δ’ ἕπεται ἡ κατηγορία τῶν τυπογράφων ἐργατῶν, οἵτινες ἀκριβῶς μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία των ἐπιφέρει τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν ἐργατῶν ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ καὶ δι’ αὐτοὺς κατάλληλα μέτρα. Ἐὰν τώρα δὲν παρατηρῶνται ἀλλαχοῦ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ ληφθῶσι καὶ ἐκεῖ μέτρα, τοῦτο δὲν εἶναι δικαιολογία διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιμένῃ νὰ ληφθῶσιν ἀλλαχοῦ μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἐὰν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐπάγγελμα διενεργεῖται ὑπὸ συνθήκας κακὰς εἴτε κατ’ ἀντίληψιν ἄλλην τῶν ἐργατῶν εἴτε διότι ἡ κατάστασις τῶν καταστημάτων εἶναι ἄλλη, ἐὰν ὅλα ταῦτα ἐπιβάλλωσι τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη πρέπει νὰ ἐπεμβῇ ἀδιαφόρως πρὸς ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλαχοῦ ἐφρόντισαν ὅπως παρέχωνται συντάξεις εἰς τοὺς ἐργάτας. Γίνεται τοῦτο καὶ ἐνταῦθα;
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὅρων τῆς ὑγιεινῆς ἐν τοῖς τυπογραφείοις καὶ τῆς ἐργασίας ἐν γένει, τοῦτο, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἀνετέθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐργασίας. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπεύθυνος προεδρεύων τοῦ Ἀνωτ. Συμβουλίου τῆς Ἐργασίας καὶ παριστάμενος διαρκῶς εἰς τὰς συνεδρίας του ἐνόμισεν ὅτι τὰ πράγματα δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωσι κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐνδεικνύῃ ὄχι μόνον ἔλλειψιν μελέτης τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διεξάγεται ἑκάστη βιομηχανία, ἀλλὰ καὶ σπουδὴν δυναμένην ἐνδεχομένως νὰ βλάψῃ αὐτὰς ταύτας τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Διότι ἐὰν πρὸ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐπιλύσεως οἱουδήποτε ζητήματος δὲν μελετηθῶσιν ἐπιμελῶς οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους βιοῖ ἑκάστη βιομηχανία, ληφθῇ δὲ ἐσπευσμένως ἓν οἱοδήποτε μέτρον, εἶναι ἐνδεχόμενον ὑπὸ τὴν πίεσιν ἑνὸς τοιούτου περιορισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας ἡ βιομηχανία ἐκείνη νὰ καταπνιγῇ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δύναται νὰ εἶναι ἀντίστροφον τοῦ ποθουμένου. Ἐνδέχεται ἀντὶ νὰ παραπονῶνται οἱ ἐργάται δι’ ὑπερβολικὰς ὥρας ἐργασίας νὰ παραπονῶνται, διότι δὲν θὰ ἔχωσι ποσῶς τοιαύτην. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών, ὅστις τηρεῖται ὑπ’ ἐμοῦ διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοιούτων ζητημάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει μελετῶν λεπτομερῶν ἑκάστοτε γινομένων καὶ ἐργασίας ἐπισταμένης ἐρρυθμίσθησαν θέματά τινα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ θέμα τῶν ὅρων τῆς ὑγιεινῆς ἐν τοῖς τυπογραφείοις, περὶ τούτου δέ, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, ὁρίσαν ἤδη τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς τυπογραφείοις, ὥστε ἡ ὑγεία τῶν ἐργατῶν νὰ μὴ βλάπτηται. Τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς τυπογραφείοις εἶναι ἤδη ἐκκρεμὲς ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐργασίας, ὅπως καὶ ἄλλα σπουδαῖα ζητήματα εἶναι ἐκκρεμῆ, καὶ γίνεται ἐπ’ αὐτοῦ μελέτη ὥστε νὰ ἴδωμεν μέχρι ποίου σημείου ἄνευ βλάβης τῆς ἐργασίας καὶ ἄνευ οἰκονομικοῦ συγκλονισμοῦ τῆς βιομηχανίας εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, δὲν ἦτο προσῆκον νὰ γίνῃ ἄλλη ἐπέμβασις εἰμὴ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, τῆς ἠθικῆς ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως, διὰ συστάσεων ζωηρῶν καὶ ἐντόνων. Ταύτας δὲ δὲν παρέλειψα νὰ πράξω. Ἐκάλεσα τοὺς διευθυντὰς τῶν τυπογραφείων καὶ συνέστησα μετὰ πάσης ἐπιμονῆς καὶ πειθοῦς νὰ ἐλαττώσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἀποβλέποντες ἐπὶ τέλους εἰς ὀλιγώτερα ἴσως κέρδη, ἀλλὰ συμβάλλοντες εἰς σχετικὴν ἄνεσιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι εὑρῆκα ἀντίστασιν ἀπροσδόκητον καὶ ἀλύγιστον. Πέρα τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξω τι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως κατωτέρων πρακτικῶν Γεωργικῶν σχολείων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος ὅτι ἡ ἐν Φλωρίνῃ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἀποτελουμένη ὑφ’ ἑνὸς ἀνθυπασπιστοῦ, ἐπικούρου ἰατροῦ, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἀπολύτως εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς, καὶ ἂν διετάχθη ἡ τοποθέτησις ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἰατρῶν».
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παντοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία.
§15Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔχετε τοὺς ἐπιτυχόντας εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ 1910 καὶ καλέσατε αὐτούς.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλῶ καὶ ἄλλους δέκα ἐξ αὐτῶν, δὲν δύναμαι ὅμως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ εἰσαγάγω ἀμέσως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἰατροὺς ὥστε χωρὶς πρότερον νὰ γίνωσι δόκιμοι, διότι αὐτὸ θὰ γεννᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μεγάλην δυσχέρειαν. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐλάβομεν εἴκοσιν ἐξ αὐτῶν, πρέπει νὰ παρέλθωσι τρεῖς μῆνες διὰ νὰ προσλάβωμεν ἄλλους δέκα. Πρέπει νὰ ἐντυπωθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς τάξεως.
§17Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτοὶ ἐπέτυχον εἰς διαγωνισμόν.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προσλάβωμεν ἑτέρους δέκα μετὰ τρεῖς μῆνας.
§19Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐπιτυχόντων ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Φλωρίνης ὅτι ἐκεῖ ἔχει τοποθετηθῆ ἓν σύνταγμα καὶ ἓν τάγμα καὶ ἡ φρουρὰ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἔχουσι μόνον ἕνα ἀνθυπασπιστὴν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν ἔχει δὲν ἐπαρκεῖ. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀποθνήσκουσιν εἷς ἢ δύο ἕνεκα ἐνσκηψάσης ἐπιδημίας, νομίζω δὲ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ διατάξῃ τὴν τοποθέτησιν καὶ ἑτέρου ἰατροῦ. Τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως καὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἰατρῶν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Γεωργιάδης καὶ Σ. Παπαχατζῆς «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν σκέπτηται νὰ προμηθεύηται τροφὴν διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ τοῦ λοιποῦ ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς, δεδομένου ὅτι καὶ ἡ διὰ τοῦ σανοῦ τροφὴ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθευομένου χόρτου, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαφορᾶς τιμήματος, ὡς καὶ ὅτι θὰ γίνῃ μεγίστη ἀνακούφισις εἰς τὴν ὑπερπαραγωγὴν τοῦ σανοῦ πάντοτε, ἰδίως ὅμως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος».
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔδωκα τὴν πληροφορίαν, ὅπως οἱ ἐνδιαφερόμενοι παραγωγεῖς ὑποβάλλωσιν ἀπὸ τοῦδε τὰς τιμάς μὲ τὰς ὁποίας εἶναι διατεθειμένοι νὰ κάμωσι προμηθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς ὑπαξιωματικῶν εἰς ἀνθυπασπιστὰς δὲν προήχθη καὶ ὁ λοχίας Διαμαντόπουλος Γ.»
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ διατί δὲν προυβιβάσθη δὲν θὰ ἦτο ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ ὡρισμένα παράπονα, ἂν ἐπροτάθη ἢ ὄχι.
§24Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐπροτάθη· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μᾶς εἶπεν ὅτε ἀπετάθημεν πρὸς αὐτήν· «ἐγὼ δὲν εἶμαι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν» καὶ διὰ τοῦτο ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἔκαμα ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διέταξα νὰ ἐξετάσῃ τὰς προτάσεις αὐτὰς οὕτως, ὥστε νὰ καταρτισθῇ ὁ πίναξ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τὸν ὁποῖον ἔκαμα κατὰ τοὺς προηγουμένους προβιβασμούς.
§26Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἐπιστήσητε μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Σταμούλης «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἂν θὰ γίνωσι καὶ πότε προαγωγαὶ τῶν παραλειφθέντων ὑπαξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ».
§28Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν.
§29Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν ἤκουσα.
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ γίνονται προτάσεις κατ’ αὐτάς.
§31Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἠδικήθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι ἔπρεπε νὰ προβιβασθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος πίνακος, ἀλλὰ διὰ λόγους εὐνοήτους προήχθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Σοκόλης καὶ Εὐθ. Βελλιανίτης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ προφυλακισμένων ὑποδίκων».
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνεκροτήθησαν τὰ Στρατοδικεῖα ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ συνέστησα τὴν ταχίστην ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀφορωσῶν τοὺς προφυλακισμένους.
§34Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ καιροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου αἱ ὑποθέσεις τῶν κρατουμένων στρατιωτῶν ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ Ἰωαννίνοις ὑποδίκων, τῶν κατηγορουμένων τοὐλάχιστον ἐπὶ λιποταξίᾳ, ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν ἐν Ἀθήναις ὑπὸ δύο ἐκτάκτων στρατοδικείων, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς διὰ τοῦ νόμου συνεστήθησαν. Δυστυχῶς, κύριε Ὑπουργέ, ἐν Θεσσαλονίκῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὐταί, διότι τὰ Στρατοδικεῖα καίτοι συνεστήθησαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν ἐλλείψει τῶν ἀπαιτουμένων ἀξιωματικῶν. Οἱ στρατιῶται διατελοῦσιν ὑπόδικοι πρὸ ἐννέα μηνῶν, οἱ περισσότεροι δὲ ἐξ αὐτῶν κατηγοροῦνται ἐπὶ λιποταξίᾳ μιᾶς ἡμέρας, δύο ἡμερῶν, τριῶν ἡμερῶν. Ἐρωτῶ· ποῖον Στρατοδικεῖον θὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς μὲ φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν ἕξ μηνῶν;
§35Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι πραγματικὴ λιποταξία.
§36Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατηγοροῦνται διὰ λόγους ἐντελῶς τυπικούς, διότι οἱ λιποτακτήσαντες μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου ἀπελύθησαν διὰ διαταγῆς ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρόκειται νὰ δικασθῶσιν, ὅταν ὁ καιρὸς τῷ ἐπιτρέψῃ. Σήμερον αὐτοὶ μὴ λιποτακτήσαντες μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἀλλὰ πρὸ αὐτῆς λείψαντες ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ, διότι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὰς θέσεις των, διότι αὐτὸ εἶναι χωριστὸν ἀδίκημα περὶ τοῦ ὁποίου θὰ προνοήσωσι τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια καὶ δὲν θὰ καταδικασθῶσιν εἰς ποινὴν μικράν, εἶναι ἔργον τῆς στοιχειωδεστέρας δικαιοσύνης νὰ μένωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, κυρίως ἕνεκα παρεξηγήσεων καὶ βραδυπόρησιν λείψαντες ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μένωσιν ἐπὶ ὁλόκληρον ἐννεάμηνον εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ εἶναι ἄγνωστον πότε θὰ δικασθῶσιν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κάλλιον ἐμοῦ καὶ κάλλιον ὅλων ἡμῶν τοὺς λόγους δι’ οὓς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι συντόμως τὰ στρατοδικεῖα ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔλαβον ὅλα τὰ μέτρα καὶ ἀρχίζει ἡ λειτουργία αὐτῶν. Σημειώσατε ὅτι συνεσωρεύθησαν ἐδῶ πάρα πολλαὶ ὑποθέσεις. Φρονῶ ὅτι θὰ δικασθῶσι ταχύτερον ἐκεῖ. Ἐὰν θέλητε νὰ δικασθῶσιν ἐδῶ, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τοὺς μεταφέρω.
§38Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ σᾶς προέτεινον μέτρον ἠπιώτερον καὶ ἀνάλογον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐλάβετε. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται διὰ λιποταξίαν ὀλίγων ἡμερῶν ν’ ἀπολυθῶσιν.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διέταξα τὴν ἀπόλυσιν τῶν κρατουμένων διὰ διοικητικῆς προφυλακίσεως καὶ τῶν κρατουμένων διὰ λιποταξίας μετὰ τὸν πόλεμον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν.
§40Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἔργου δικαιοσύνης. Ἔχουσι προφυλακισθῆ ἐπὶ ἐννέα καὶ πλέον μῆνας. Διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ δικασθῶσι. Δὲν σᾶς παρεκάλεσα ν’ ἀπαλλάξητε τοὺς ἐγκληματίας.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς νὰ τοὺς διακρίνω;
§42Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα αὐτὸ ἀφορῶν τὴν ὑπηρεσίαν.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον γενικόν.
§44Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ν’ ἀπολυθῶσιν οἱ λιποτάκται καὶ νὰ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος των, ὅτε θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δικασθῶσι, διότι μένουσιν ἐπὶ καιρὸν προφυλακισμένοι καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ δικασθῶσι συντόμως.
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνεστήσαμεν τόσα στρατοδικεῖα, ἀκριβῶς ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα ἐκδίκασις ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων τῶν προφυλακισμένων στρατιωτῶν.
§46Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρίδητε ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ δικαστὴς ὁ ὁποῖος νὰ τιμωρήσῃ μὲ φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν ἕνα τοιοῦτον λιποτάκτην δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Περὶ αὐτῶν δὲ ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ ἐννέα μηνῶν εὑρίσκονται προφυλακισμένοι.
§47Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν καιρῷ πολέμου λιποτάκτης τιμωρεῖται μὲ διετῆ φυλάκισιν.
§48Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἄν ἐξετάσητε τὰς ἀποφάσεις τοῦ στρατοδικείου, θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεὶς λιποτάκτης, ὡς ἐκεῖνοι περὶ ὧν πρόκειται, κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν πλέον τῶν ἓξ μηνῶν.
§49Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀποφάσεις καταδικαστικὰς ἐπιβαλλούσας ποινὴν δύο ἐτῶν καὶ τριῶν ἐτῶν φυλακίσεως.
§50Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτοὶ κατεδικάσθησαν ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Εὐθ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§52ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν λιποτάκται ἐκ παρεξηγήσεων, οἱ ὁποῖοι ἀπουσίασαν ἀπὸ τὰς τάξεις των ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Νομίζομεν ὅτι ἡ παρατεινομένη προφυλάκισις αὐτῶν ἐπὶ τόσους μῆνας εἶναι μεγίστη ἀδικία καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπὲρ αὐτῶν ἓν νομοθετικὸν μέτρον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Μερλόπουλος καὶ Γ. Καντιάνης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀντὶ τοῦ ἐκ Καλαμῶν μετατεθέντος εἰς Θεσσαλονίκην μηχανικοῦ κ. Σαδούκα, ἐτοποθέτησεν ἄλλον παρὰ τῷ γραφείῳ τοῦ νομομηχανικοῦ Καλαμῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς μελέτης καὶ τοῦ διαγράμματος τῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Χατζῆ–Πύλου ἢ ἂν προτίθεται νὰ τοποθετήσῃ τοιοῦτον. Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ, ἂν μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ μηχανικοῦ κ. Σαδούκα ἐγκατελείφθη ἡ μελέτη τοῦ ἀνωτέρω ἔργου ἢ διεξάγεται παρ’ ἄλλου μηχανικοῦ».
§54Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πληροφορῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς ὅτι ἀντὶ τοῦ μετατεθέντος εἰς Θεσσαλονίκην μηχανικοῦ κ. Σαδούκα διετάχθη ὁ μηχανικὸς κ. Σούλης νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Σαδούκα καὶ μετέβη ἤδη.
§55Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐχὶ χάριν τοῦ προσώπου περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἔργου. Εἰς τὸν μηχανικὸν κ. Σαδούκαν εἶχεν ἀνατεθῆ πρό τινος εἰδικὴ ἐργασία, τουτέστιν ἡ μελέτη τῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Χατζῆ–Πύλου καὶ ἡ σύνταξις διαγράμματος. Ἡ μελέτη τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἡ ἐγκαταλελειμμένη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, πρέπει τέλος νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας, διότι εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ κατασκευὴ τοιαύτης ὁδοῦ. Ἀνετέθη λοιπὸν εἰς τὸν κ. Σαδούκαν νὰ μελετήσῃ τὸ ἔργον. Αἴφνης ὅμως διὰ λόγους τῆς ὑπηρεσίας βεβαίως ἀνωτέρους μετετέθη ὁ κ. Σαδούκας εἰς Θεσσαλονίκην. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῆς μελέτης καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ αὐτῆς.
§56Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ ἀπήντησα ὅτι ἀπεστάλη ὁ μηχανικὸς Σούλης εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη καὶ τὸ ἔργον αὐτό.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§58Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ πρὸ μηνῶν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πυλίας καὶ ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως συντόνων μέτρων περὶ ταύτης, ἰδίως δὲ καὶ πρὸ πάντων τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Πύλου. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπον τότε καὶ ἄλλων συστάσεων ἐδέησε τέλος πάντων νὰ ἐκδοθῇ διαταγὴ πρὸς τὸν νομομηχανικὸν Μεσσηνίας νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὁδοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης τοιαύτης τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ νομομηχανικὸς ἐπρόκειτο εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς κοινοτικὰς ἐκλογὰς νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην, αἴφνης διατάσσεται τηλεγραφικῶς ὁ παρ’ αὐτῷ μηχανικὸς Σαδούκας ν’ ἀπέλθῃ εἰς Θεσσαλονίκην. Εἶναι δὲ φυσικῶς ἀδύνατον μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν ἣν ἔχει ὁ Νομομηχανικὸς κ. Σούλης καὶ ὅλον τὸν ζῆλον τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύει νὰ ἐπαρκέσῃ μόνος καὶ ἄνευ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἥτις οὕτω κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ καὶ πάλιν διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ κ. Σαδούκα, ὅστις ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Νομομηχανικοῦ θὰ ἠσχολεῖτο εἰς τὴν μελέτην. Διὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μόνον νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Σαδούκα δι’ ἑτέρου μηχανικοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ καταλλήλου τοιούτου πρὸς συντέλεσιν ἔργου τὸ ὁποῖον πρὸ δεκάδων ἐτῶν ἐναγωνίως ἀναμένουσιν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πυλίας ὡς τὸ πολυτιμότερον Κυβερνητικὸν ἀγαθόν.
§59Π. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὅπως εὐαρεστούμενοι πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ἀσθενεῖς ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπιστρατείας ἔφεδροι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντες καὶ προσελθόντες ἐκπροθέσμως μέν, πλὴν μὲ ἅπαντα τὰ περὶ ἀσθενείας των πιστοποιητικά, ἀπολύονται ἅμα τῇ ἀπολύσει τῆς ἡλικίας των»;
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐκ τῶν προσαγομένων ἐγκύρων πιστοποιητικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔφεδροι ἦσαν ἀσθενεῖς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως, ἀπολύονται οὗτοι μετὰ τῆς ἡλικίας των.
§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τοὺς ἄνδρας τῆς ἐφεδρείας ἐργάτας θαλάσσης ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν προσαγομένων πιστοποιητικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι λόγῳ ἀσθενείας ἐβράδυναν νὰ προσέλθωσι.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναί τινὲς οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πιστοποιητικά, καθ’ ἃ λόγῳ ἀσθενείας ἐβράδυναν καὶ προσῆλθον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Αὐτοὶ ἀπολύονται;
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸ ἐξηγοῦμεν εὐρύτατα, ἐξ ἡμέρας, ὀκτὼ ἡμέρας, δέκα ἡμέρας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Ξηρός, Δελμοῦζος, Τσαλδάρης, Ν. Ξηρὸς «παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται ἐπὶ τέλους νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν ἱστορικὸν τοῦ Μεσαιῶνος Κ. Σάθαν, καθόσον ἡ ἐπὶ πλέον ἀναβολὴ ἤθελεν εἶσθαι δῶρον ἄδωρον δι’ αὐτὸν εὑρισκόμενον εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου του».
§66Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν θὰ ὑποβληθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Σοκόλης καὶ Ε. Βελλιανίτης «παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ περὶ ζητημάτων ἐπιτάξεως, ἰδίᾳ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἵπποι καὶ φορτηγὰ ἁμάξια κριθέντα ἀκατάλληλα παρὰ τῆς ἐπὶ τῶν ἐπιτάξεων ἐπιτροπῆς καὶ ἀπορριφθέντα διὰ τὴν χρῆσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας κατόπιν καταγγελίας ἐναντίον τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅτι δὲν τὰ προσήγαγον πρὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγένοντο ἀφορμὴ καταδίκης τῶν ἰδιοκτητῶν των διὰ τῆς ἀνεκκλήτου κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐπιτάξεως ἀποφάσεως».
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προσεχῶς θὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ἐπιτάξεων. Ἐκεῖ θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο οὐ μόνον διὰ τὸ μέλλον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν προστίμου, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιβληθέντα ἐν τῷ παρελθόντι πρόστιμα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν 1) τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἑκατέρωθεν τῆς Γεφύρας Ἔλσιανι, Ἀγραίων, Εὐρυτανίας, ὥστε νὰ καταστῇ διαβατὴ ἡ ἐν λόγῳ γέφυρα, δι’ ἣν τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε 120 χιλιάδας δραχμῶν· 2) τινὰ μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς Καρπενησίου πρὸς τὰς κωμοπόλεις Μεγάλο καὶ Μικρὸ χωριὸ τοῦ δήμου Καρπενησίου, μόλις τῆς μιᾶς ὥρας τῆς πρωτευούσης ἀπεχούσης τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης ἐπιτακτικῆς καὶ ἐπωφελοῦς διὰ τὸν πληθυσμὸν οὔσης.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὁδοῦ μελέτη ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἐγκριθῆ, δὲν ἐξετελέσθη δὲ τότε λόγῳ ἐλλείψεως πιστώσεως. Ἐλπίζω ὅτι προσεχῶς θέλει ἐκτελεσθῇ.
§71Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν ἀπὸ πενταετίας ἤδη περὶ τὰς 120 χιλιάδας δραχμῶν. Ἔκαμον παραστάσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐστάλη ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς καὶ ἔκαμε τὴν σχετικὴν μελέτην. Πρόκειται περὶ ἐλαχίστου ποσοῦ.
§72Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρόκειται περὶ 6.500 δραχμῶν.
§73Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐπίσης θεωρῶ ἐπιτακτικὴν τὴν κατασκευὴν τῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς Καρπενησίου πρὸς τὰς κωμοπόλεις «Μεγάλο» καὶ «Μικρὸ» χωριὸ τοῦ δήμου Καρπενησίου, ἀφοῦ μάλιστα οἱ κάτοικοι προσφέρονται νὰ παραχωρήσωσι δωρεὰν καὶ τὴν ἀπαιτηθησομένην ξυλείαν.
§74Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι τοῦτο ζήτημα πρὸ παντὸς ἐλλείψεως καταλλήλου προσωπικοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καθυστερεῖ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Βελέντζας καὶ Π. Πετροπουλάκης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων καταγγελιῶν κατὰ τοῦ δικαστοῦ Ῥηγοπούλου, ἂν ἐνηργήθη κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις, ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως ταύτης, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν.
§76Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διεξάγεται ἀνάκρισις.
§77Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦτο, διότι ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς μίαν ἐξέγερσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν δικαστὴν τοῦτον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Οἱ κ.κ. Ε. Παπακωνσταντίνου, Π. Ἀραβαντινός, Σωτ. Κροκιδᾶς, Θ. Κουτούπης, Α. Χριστόπουλος, Κ. Καλομενόπουλος, Ἰ. Τερζάκης, Ν. Βελέντζας, Δ. Γκλαβᾶς, Ε. Βελλιανίτης καὶ Π. Τσαλδάρης ζητοῦσιν, ὅπως λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων τῆς ἀποτάξεως τοῦ ὑπενωμοτάρχου Γ. Οἰκονομοπούλου.
§79ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί· ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμένειαν ὑμῶν, προκειμένου ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀδικήματος προσγενομένου εἰς τὸν τέως ὑπενωμοτάρχην Γ. Οἰκονομόπουλον· δὲν εἶναι δὲ ἀνάξιον τὸ θέμα τοῦτο τῆς προσοχῆς σας, καθ’ ὅσον γνωστὸν εἶναι ὅτι, ὅπως ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐπιτυχοῦς δράσεως καὶ πάσης εὐστοχούσης ὑπηρεσίας, οὕτως ἀντιθέτως ἡ ἀδικία εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία πάσης ἀποτυχίας καὶ ἀποσυνθέσεως τῶν λειτουργιῶν ἢ ὑπηρεσιῶν ἐν γένει. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀδικήματος τούτου εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ Γεώργιος Οἰκονομόπουλος, νέος πλήρης ζωῆς καὶ δράσεως, ἐξέλεξεν ὡς στάδιον τοῦ βίου του τὴν Χωροφυλακὴν καὶ προσηλώθη εἰς αὐτὴν μετὰ τοῦ ζήλου καὶ τῆς ἀφοσιώσεως ἐκείνης ἥτις διακρίνει τοὺς φιλοτίμους νέους. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ φιλότιμος νέος ἐπὶ ἔτη λίαν εὐδοκίμως ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα ἐπανειλημμένως ἐκτελέσας ἐπικινδυνωδεστάτας ἐντολὰς καὶ συλλήψεις λῃστῶν κτλ. ἐπισπασάμενος πάντοτε τὰς εὐχαριστίας τῶν προϊσταμένων του καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐνῷ ἐσχάτως ἐν Μακεδονίᾳ ἐξετέλεσεν, ὡς θὰ ἴδωμεν, τὸ καθῆκόν του, ὅπως οἱ φιλότιμοι νεανίαι, ἡ βάσκανος μοῖρα, ἥτις ἐνεδρεύει οὐχὶ σπανίως τὰς εὐγενεῖς ὑπάρξεις, ἐνεδρεύσασα τοῦτον ἐξύφανε κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν ὅτι ἐδωροδοκήθη παρ’ ἰδιώτου μὲ τὸ ὑπέρογκον ποσὸν δραχμῶν 4, ὅπως ἐξαφανίσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ μήνυσιν, ἣν ὅμως δὲν ἐξηφάνισε. Καὶ εὑρέθη εἰσηγητὴς ὁ κ. Λαμπίρης, ὅστις καὶ ἐπίστευσε τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ προέτεινε τὴν ἀπόταξιν αὐτοῦ. Εἶχον ἀκούσει, Κύριοι, ὅτι ἐδωροδοκοῦντο ὑπάλληλοι ἵνα παράσχωσιν εὐκολίας εἰς τοὺς ἰδιώτας πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἀκούσει ὅτι ἐδωροδοκήθησάν ποτὲ χωρὶς καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ἐπιθυμίας τῶν ἰδιωτῶν καὶ παραβλάψωσι τὴν ὑπηρεσίαν· αἱ διανοητικαί μου δυνάμεις ἦσαν ἀνίκανοι νὰ συλλάβωσι καὶ πιστεύσωσι τὸ τοιοῦτον. Καὶ ὅμως καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὑπ’ αὐτῶν τούτων οἵτινες ἔδει νὰ περιφρουρῶσι τοὺς ὑπαλλήλους των. Δὲν κατηγορῶ, Κύριοι, κανένα, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ κ. Μοίραρχος Λαμπίρης εἴτε ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων εἴτε ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν εἴτε ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸν μηνυτὴν ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα καὶ παρὰ τὸ δίκαιον, διότι, καὶ ἀληθὲς ἂν ἦτο τὸ πρᾶγμα, δὲν θὰ ἤρκει μετριωτέρα τις ποινὴ νὰ συνετίσῃ τὸν νέον αὐτόν; Ἂν δὲ τὸ ἔγκλημα ἦτο τόσον μέγα ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν συνείδησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, τότε διατί, παρὰ τὸν νόμον, δὲν παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ ποινικὸν δικαστήριον ἵνα τοῦτο ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἁρμοδίας ποινῆς, πρὸς τῇ ἀποτάξει, ἀλλ’ ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀπόταξιν μόνον; Δὲν ἐφήρμοσε δικαιοσύνην ὁ κ. Μοίραρχος. Εἶναι, Κύριοι, δυσχερὴς ἡ θέσις τοῦ ὑπερασπιστοῦ, ὅταν εὑρίσκηται πρὸ ἀποφάσεων καὶ ἀνακριτικῶν συμβουλίων. Οὐδεὶς θέλει νὰ ἀκούῃ παράπονα, οἱ πάντες πιστεύουσιν ὅτι ὁ παραπονούμενος εἶναι ἔνοχος, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὶς τὸ δίκαιόν του εἰμὴ ὑπὸ δύο ὅρους· ἢ νὰ εἶναι εὐνοούμενος, νὰ ἔχῃ ἰσχυροὺς προστάτας καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐγείρῃ θόρυβον καὶ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ὅπερ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δυστυχῶς δὲν συμβαίνει, ἢ νὰ θέλωσιν οἱ ἐκ καθήκοντος καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένοι νὰ ἀκούσωσι τὰ δίκαια παράπονα, νὰ θυσιάσωσιν ὀλίγας στιγμὰς ἐκ τοῦ πολυτίμου χρόνου των ἵνα ἐξετάσωσι τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἐν πνεύματι δικαιοσύνης. Μὲ τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ θελήσῃ ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ του νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ὅπως ὑψώσω τὴν ἀσθενῆ μου φωνὴν πρῶτον ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος νέου καὶ δεύτερον ὑπὲρ συκοφαντηθείσης οἰκογενείας. Διότι ἡ οἰκογένεια Οἰκονομοπούλου, Κύριοι, εἶναι ἐκ τῶν ἀριστοκρατικῶν ἐκείνων οἰκογενειῶν, αἵτινες πρωταγωνιστήσασαι καὶ ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἀγῶσι πολλὰς παρέσχον ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ πολλὰς θυσίας εἰς τὸν βωμὸν αὐτῆς. Εἶναι ἐκ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἵτινες πρὸ τῆς ψευδομηνύσεως ταύτης ἔδει νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὸν κ. Μοίραρχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἔδει δικαίως καὶ περιεσκεμμένως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ πατραγαθίαι αἵτινες πρέπει νὰ μᾶς κάμωσι νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβοδικαίως τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀτομικὴ αὐτοῦ ἀρετὴ καὶ χρηστοήθεια, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸν οὐχὶ σκαιῶς καὶ ἐκ προκαταλήψεως, ἀλλὰ δικαίως καὶ ἀμερολήπτως. Καὶ ἵνα μὴ ἐξαντληθῶ εἰς προσωπικὰς κρίσεις περὶ αὐτοῦ θὰ ἀφήσω νὰ ὁμιλήσωσι, περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ νέος οὗτος Οἰκονομόπουλος, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην εὐτέλειαν, αὐτὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἐξ ὧν θὰ ἀναγνώσω ὀλίγα. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ταγματάρχου τῆς χωροφυλακῆς κ. Κηρύκου (ἀναγινώσκει). «Ὁ ὑποφαινόμενος ταγματάρχης τῆς Χωροφυλακῆς συνεπεία τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3595 διαταγῆς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς κλπ. πρὸς ἐκτέλεσιν ὁμοίας ὑπ’ ἀριθ. 3639 ἐ. ἔ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μεταβὰς ἐπιτοπίως καὶ ἐνεργήσας ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς δράσεως τοῦ ὑπενωμοτάρχου Γ. Οἰκονομοπούλου συνοψίζω τὸ προκῦψαν πόρισμα. Κατὰ τὴν εἰς Ἐλασσόνα εἰσέλασιν τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ὁ τότε ὑπενωμοτάρχης Οἰκονομόπουλος Γεώργιος ἐτοποθετήθη εἰς τὴν ἐκεῖ ἀστυνομικὴν ὑποδιεύθυνσιν καὶ κατόπιν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Ἐλασσόνος ὅπερ διῴκει ὁ λοχαγὸς τοῦ Πυροβολικοῦ Μελισσηνὸς Γεώργιος. Οὗτος βεβαιοῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικὸς προσήνεγκε κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην ἐποχὴν πολυτιμοτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος, τὸ Στράτευμα, τὴν Ἀστυνομικὴν καὶ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀνακαλύπτων σιταποθήκας πρὸς ἀρτοδοσίαν τοῦ Στρατοῦ, ὅντινα τότε ἔκτακτοι ἀνάγκαι περιβάλλον, καὶ καταρτίζων ἀρτοποιεῖα, περισυλλέγων ζῷα, ἅτινα ἔκλεπτον ἐντόπιοι καὶ ἐπιδρομεῖς, ὡς καὶ ᾠά, ὄρνιθας, γάλα, ἄνθρακας καὶ λοιπὰ εἴδη ἀναγκαῖα διὰ τοὺς τραυματίας, ὡς καὶ εἴδη κλινοστρωμνῆς ἐλλείποντα, ὧν ἄνευ ἡ ὑπηρεσία ἦν ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ, διότι σωρηδὸν μετεκομίζοντο ἐκεῖ οἱ τραυματίαι καὶ ἦτο ὄντως ὁ μόνος ἱκανὸς καὶ δραστήριος ἀποδείξας ἰδιοφυίαν καὶ δραστηριότητα μοναδικήν». Προσεπικυροῖ ταῦτα καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Συνταγματάρχου Χρυσάνθου Σισίνη. Τοὺς αὐτοὺς χαρακτηρισμοὺς καὶ παρατηρήσεις ποιεῖται ὁ ταγματάρχης τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ νῦν Δήμαρχος Πειραιῶς κ. Δημοσθένης Ὁμηρίδης Σκυλίτσης διευθύνων τὸ ἐν Ἐλασσόνι κέντρον ἐφοδιοπομπῶν ὅστις βεβαιοῖ αὐτολεξεὶ ὅτι ἦτο ἡ δεξιὰ χεὶρ τοῦ Φρουραρχείου καθ’ ὃν χρόνον διήρχοντο ἐκεῖθεν τὰ στρατεύματα καὶ πολυπληθεῖς τραυματίαι καὶ αἰχμάλωτοι, ἐγίνοντο δὲ καὶ πολλαὶ λαφυραγωγίαι ἐκ μέρους τῶν ἐντοπίων, διευκολύνων ἀμέσως διὰ τῆς ἑτοιμότητός του πᾶσαν δυσχέρειαν πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Φρουραρχείου ἰδίως, οὗτινος ὁ Φρούραρχος ἀναμολογεῖ ὅτι ἄνευ αὐτοῦ ἡ ὑπηρεσία ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ ὅτι εἰργάζετο νυχθημερὸν ἀνενδότως καὶ ἀκαμάτως ἐξοικονομῶν ἐξ ἀποθηκῶν κεκρυμμένα σιτηρά, ὧν ἀπόλυτον καὶ ἐπείγουσαν ἀνάγκην εἶχεν ὁ στρατός. Ὡσαύτως ὁ ὑπολοχαγὸς Ι. Μακρόπουλος, διευθύνων ἐν τῷ Φρουραρχείῳ ὡς διαχειριστὴς τοῦ ἐνδιαμέσου σταθμοῦ καὶ κέντρου ἐννέα στρατιωτικῶν ἀρτοποιείων, βεβαιοῖ ὅτι ἐγνώρισεν αὐτὸν ὡς ἐνεργητικώτατον καὶ δραστηριώτατον, ὅστις ἐξευρίσκων τὰ κεκρυμμένα ὑπὸ τῶν ἰδιοτελῶν κατοίκων σιτηρὰ ἐν τῇ πόλει καὶ τοῖς χωρίοις ἀνεκάλυπτε ποσότητας καπνοῦ καὶ ἄλλα εἴδη λεηλατηθέντα καὶ ἐν ὑπογείοις κρυπτόμενα ἐξοικονομῶν πρὸς τούτοις ἀμέσως καταλύματα διὰ τοὺς διερχομένους ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας καὶ προστίθησιν ὅτι ἄνευ ὑπερβολῆς ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὸ Φρουραρχεῖον ἕνεκα τῆς ἰδιοφυΐας καὶ δραστηριότητος αὐτοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς ὑποδιευθυντὴς Ξενοφῶν Πραντούνας βεβαιοῖ ὅτι κατὰ τὴν ἀκμὴν τῆς δράσεως τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ἐπεδείξατο ζῆλον εἰς τὸ καθῆκον, ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν πατρίδα ἀναπτύξας δραστηριότητα ἐπαινετήν, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἰδιοφυΐας του καὶ τῶν σχέσεών του κατώρθου νὰ ἀνακαλύπτῃ διαφόρους ἀποθήκας γεννημάτων, νὰ κατάσχῃ διάφορα μικρὰ καὶ μεγάλα ζῷα διαρπαγέντα καὶ νὰ συλλαμβάνῃ διαφόρους διερχομένους καὶ μεταφέροντας πράγματα ἐκ λεηλασίας καὶ νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς πᾶσαν ἀπαίτησιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ, ὅστις ἐκράτησεν ἀκολούθως τοῦτον δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· ἠσχολήθη, προσθέτει, μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου εἰς κατάσβεσιν ἀλλεπαλλήλων πυρκαϊῶν, ἐπεδείξατο δὲ δραστηριότητα εἰς τὴν στέγασιν τῶν τραυματιῶν, εἰς τὴν ἀνακάλυψιν σιτηρῶν καὶ κριθῆς καὶ ἐγκαταλελειμμένων εἰδῶν γυναικείων καὶ μεταξίνων, εἰς τὸν καταρτισμὸν κλιβάνων πρὸς παραγωγὴν 10.000 ἄρτου καθ’ ἡμέραν, ἐξευρίσκων ἄνθρακας, ᾠά, ὄρνιθας, γάλα διὰ τοὺς τραυματίας καὶ ἀσθενεῖς, ὡσαύτως καὶ βόας δι’ ὧν μεταφέροντο πυροβόλα κατά τινας νύκτας. Συνέλαβε τὸν Δημ. Χατζημπῆρον, καθ’ οὗ πλεῖσται ὑπῆρχον κατηγορίαι, ἐν τέλει δὲ ἐπιφέρει ὅτι, ὅτε μετετέθη ἐκεῖθεν, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἐν Μακεδονίᾳ Χωροφυλακῆς δι’ ἧς ᾐτεῖτο νὰ μείνῃ ἐπί τινα χρόνον ἐκεῖ καὶ ἀναφέρει ὅτι μεγάλως ὠφέλησε καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ διὰ τῆς δραστηριότητος ἣν κατὰ τὰς ἀνωμάλους ἐκείνας περιστάσεις καὶ δυσχερεῖς, ἐπεδείξατο. Καὶ ὁ Διευθυντὴς δὲ τοῦ ἐκεῖ Νοσοκομείου στρατιωτικὸς ἰατρὸς Νικολ. Γιαννετάκης, ἤδη διευθύνων τὰ ἐν Πειραιεῖ Νοσοκομεῖα καὶ ὁ ὑπίατρος Κ. Ραζῆς, ὡς καὶ αἱ κυρίαι Ἀλεξάνδρα Μελᾶ καὶ ἡ ἀδελφή αὐτῆς κ. Πασπάτη, ἐξαίρουσι τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ἀπαραιτήτου, ὡς ἐχαρακτηρίζετο, διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅτι καὶ ὅτε ἠσθένησε καὶ ἐνοσηλεύετο, παρεκάλεσε τὸν Φρούραρχον καὶ ἐχορήγησεν αὐτῷ ἄδειαν ἐξόδου διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ὁ δὲ δεύτερος ἰδιαιτέρως κατατίθησιν ὅτι κατὰ τὰς ἀπαισίας νύκτας τῆς 26–29–8)βρίου καθ’ ἃς ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ σύστασις καὶ 2ου τμήματος Νοσοκομείου συνέλεγεν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν στρωμνὰς ἐφαπλώματα κλπ. καὶ προσθέτει ὅτι οὐδέποτε ἠκούσθη κατ’ αὐτοῦ παράπονόν τι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα δι’ ὃ καὶ παρέσχεν αὐτῷ ἐπὶ τούτοις ἔγγραφον διαβεβαίωσιν. Ὁ δὲ τέως ἐν Ἐλασσόνι πρόξενος κ. Λεων. Χρυσανθόπουλος, εἰσέτι ἐπιτετραμμένος ἐκεῖ διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀντελήφθη ἐκ τῆς μετὰ τῶν ἀρχῶν ἐπικοινωνίας αὐτοῦ ὅτι πᾶσαι αἱ δυσχερεῖς ἐργασίαι πρὸς εὕρεσιν τροφίμων, κατάσχεσιν κλοπιμαίων, ἐξεύρεσιν καταλυμάτων εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὑπενωμοτάρχην ἀνετίθεντο κατορθοῦντα νὰ διεξάγῃ αὐτὰς ἐπιτυχῶς καὶ καταβάλλοντα ὑπερανθρώπους ἀγῶνας πρὸς τοποθέτησιν τῶν πολυαρίθμων τραυματιῶν ἐκ τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Κοζάνης· προστίθησι δὲ ὅτι πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Φρουραρχείου ἐξεφράζοντο ἐνθουσιωδῶς ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμιότητα αὐτοῦ, μαρτυρεῖ τὸ ἑξῆς: ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν τελείως ἐξηντλημένος καὶ στερούμενος καὶ αὐτῶν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων παρ’ οὐδενὸς κατεδέχετο νὰ ζητήσῃ ὑλικὴν συνδρομήν. Περὶ τῆς οἰκονομικῆς δ’ αὐτοῦ στενοχωρίας ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ὁ μάρτυς Τούλης Ζήσης, μεγαλοκτηματίας, ὅστις παραμένων ἐν τῷ χωρίῳ Βλαχογιάννη, ὅπως ἐνεργήσῃ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ του ἐγχείρισιν διὰ τοῦ ἐπιάτρου κ. Μέρμηγκα καὶ διαμένων ἐκεῖ καὶ ἀντιληφθεὶς τὰς ὑπερανθρώπους ὑπηρεσίας τοῦ ὑπενωμοτάρχου τούτου εἰς τὸ Φρουραρχεῖον καὶ τὰ Νοσοκομεῖα, ὡς καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, βεβαιῶν ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἰδίων ἐθυσίαζε διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ ὅτι ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν ἕνεκα τῆς ἐντιμότητος αὑτοῦ ἦν τόσον στενοχωρημένος διὰ ὁδοιπορικά του ἔξοδα, ὥστε ἐδάνεισεν αὐτῷ ποσόν τι. Καὶ ὁ σταθμάρχης Δαμασίου βεβαιοῖ ὅτι εἰργάσθη νυχθημερὸν διὰ τὰς ἄνω προμηθείας καὶ τοὺς τραυματίας, οὓς ἐπ’ ὤμων πολλάκις μετέφερε μετὰ τῶν χωροφυλάκων κατ’ ἀνάγκην. Ἐκ τῶν καταθέσεων τούτων καὶ ἄλλων ἐξάγεται ὅτι ὄντως ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπενωμοτάρχης προσήνεγκε κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας, ἐργασθεὶς μετὰ δραστηριότητος καὶ ἰδιοφυΐας, καὶ δύναταί τις ἀδιστάκτως ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας στερεῖ τὸ στράτευμα χρησίμου ὑπαξιωματικοῦ. Τοιαύτη ἡ δρᾶσις τοῦ νέου αὐτοῦ· φείδομαι ταυτοχρόνως τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν, ἄλλως θὰ ἀνεγίνωσκον καὶ περὶ τῆς δράσεως τῶν ἄλλων μαχίμων ἀδελφῶν του, ἵνα καταδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου ὅτι νέοι μὲ φιλοδοξίας καὶ παραδόσεις οὐδέποτε ἀπεδείχθησαν τόσον εὐτελεῖς. Καὶ ὅμως ὁ νέος αὐτός, ὁ οὕτως ἐργασθεὶς κατὰ τὸν πόλεμον, ὁ διαθρέψας τὸν στρατόν, ἡ δεξιὰ χεὶρ τοῦ Φρουραρχείου κτλ. ὁ διαχειρισθεὶς τοσοῦτον πλοῦτον, ὥστε καὶ πολλοστημόριον ἂν κατεγρᾶφετο ἐξ αὐτοῦ θὰ εἶχεν ἀρκετὰ ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητῇ ἀπὸ ἡμᾶς δικαιοσύνην, κατὰ τὸν κ. Μοίραρχον ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα νὰ δωροδοκηθῇ μὲ 4 δραχ. καὶ εἶναι ἄξιος ἀποτάξεως. Ἀφήνων, Κύριοι, νὰ κρίνῃ πᾶς τις κατὰ πόσον ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ἀληθής, προσθέτω ὅτι ὁ κ. Μοίραρχος, εἰσηγητής, τόσον πλημμελῶς ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὥστε καταγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ νέου Οἰκονομοπούλου ὡς ἐνεργήσας κατ’ αὐτοῦ ἐμπαθῶς καὶ παρανόμως καὶ ἐξετασθείσης παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς μηνύσεως ταύτης καὶ ἐξακριβωθείσης, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐτιμώρησε τὸν ἐνεργήσαντα τὰς κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου ἀνακρίσεις κ. Λαμπίρην, ὡς παρανόμως καὶ ἐμπαθῶς ἐνεργήσαντα (ὁ Βουλευτὴς ἀναγινώσκει τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς). Ἐν τέλει, Κύριοι, ὁ κ. Ἀρχηγός, ὅστι μένον εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτὴν κατὰ τοῦ Μοιράρχου καὶ μετὰ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ συνιστᾷ θερμῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικοῦ εἰς τὸ στράτευμα, οὐ μόνον λόγῳ τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ ἀρετῆς του, ἀλλὰ καὶ διότι τὰς ἐξαιρετικὰς ταύτας ὑπηρεσίας ὁ περὶ οὗ ὑπενωμοτάρχης προσήνεγκε καὶ μετὰ τὴν περὶ ἀποτάξεως αὐτοῦ ἀπόφασιν, γνωματεύων ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει ἐναντίᾳ τρίμηνος αὐτοῦ πρόσκαιρος παῦσις εἶναι ὑπεραρκετὴ τιμωρία. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἡ παραμικρά, Κύριοι, ἀμφιβολία περὶ ἐνοχῆς τοῦ ἐν λόγῳ ὑπενωμοτάρχου, αὕτη τελείως διαλύεται μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν καὶ πρότασιν ταύτην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, εἰς οὗ τὰ φῶτα δικαίως ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος τὴν διοργάνωσιν. Διὰ τῶν ἐπισήμων τούτων ἐγγράφων ἀποκατέστη ἡ ἠθικὴ ὑπόστασις τοῦ νέου αὐτοῦ, Κύριοι, ἐναπολείπεται ὅμως εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ καθῆκον τῆς ὑλικῆς διορθώσεως τοῦ ἀδικήματος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ εἰς τὸν μισθόν του μετὰ τῶν συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ του θὰ θυσιάσῃ ὀλίγας στιγμὰς ἐκ τοῦ πολυτίμου χρόνου του, ὅπως ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα τοιοῦτον, οὐ μόνον διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον εἰσέτι λόγον σπουδαιότατον. Διὰ τῶν θυσιῶν τοῦ Ἔθνους τοῦτο ηὐρύνθη, οἱ διάφοροι ὁρίζοντες ἐμεγαλύνθησαν, εἰς τὸ στράτευμα προοιωνίζεται μέλλον εὐρύτατον, οὗτινος μέλλοντος καὶ τῆς εὐτυχοῦς ἐποχῆς θὰ ἐπωφεληθῶσι πολλοὶ ἐκ τῶν νέων· δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ θελήσῃ ὅπως μείνωσιν ἔξω τοῦ νυμφῶνος ἐκεῖνοι οἵτινες διὰ τῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν των συνετέλεσαν εἰς τὴν αὐγὴν τῆς ἐποχῆς ταύτης.
§80Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω μετὰ τὴν μακρὰν ὁμιλίαν τοῦ προαγορεύσαντος. Θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἰδιαιτέραν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ποιούμεθα. Πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἡ σημερινὴ ἐπερώτησις ἦτο ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὅτι δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένος ν’ ἀνορθώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατεινόμεθα ὅτι ἦτο ἀδίκημα προσγενόμενον εἰς τὸν Οἰκονομόπουλον, λόγῳ τῆς φύσεως τῆς πράξεως, ἧς ἕνεκα ἀπετάχθη. Ἔχω τὴν γνώμην τὴν σταθερὰν καὶ ἀσφαλῆ, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς μελέτης τοῦ φακέλου τοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἴς τινα, ἑπομένως οὐδ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρᾶξις δι’ ἣν ἀπετάχθη ὁ Οἰκονομόπουλος εἶναι αὐτὴ ἢ ἐκείνη, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάκρισιν γενομένην τύποις ἐγκύρως οὐδ’ ἀνάκρισιν γενομένην ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσι τὴν κρίσιν ὅτι διεξήχθη ἀμερολήπτως. Ἐκ τοῦ φακέλου παρετήρησα ὅτι εἷς προϊστάμενος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῆς χωροφυλακῆς ἐνήργησεν ἀνάκρισιν ἐντελῶς μεροληπτικὴν κατὰ τύπους ἄκυρον, μὴ μεταχειρισθεὶς γραμματέα ἢ μᾶλλον μεταχειρισθεὶς ἀγράμματόν τινα χωροφύλακα ὡς γραμματέα, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεγράφησαν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀνακρίσεων ὑπὸ ἄλλου χωροφύλακος. Ἀλλὰ ὑπάρχει καίτοι πλέον. Ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ἀπετάχθη ὁ Οἰκονομόπουλος δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ὁποία νὰ ἐπέτρεπε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, διότι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ἀπετάχθη εἶναι πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς ὁρισμοὺς τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἐπιβάλλουσα τὴν διεξαγωγὴν ποινικῆς δίκης καὶ τὴν δημοσίᾳ ἐπ’ ἀκροατηρίου διαδικασίαν, καὶ τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγηται ἀμερολήπτως ἡ βεβαίωσις τῶν ποινικῶν ἀδικημάτων. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐγένετο, παρεβιάσθη ἄρθρον εἰδικὸν τοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Στρατιωτικῶν Σωμάτων, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἡ ἀποδιδομένη εἴς τινα ὁπλίτην ἢ ἀξιωματικὸν ἢ ὑπαξιωματικὸν πρᾶξις φέρῃ χαρακτῆρα ἀξιόποινον, ὅπως ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορήθη ὁ Οἰκονομόπουλος δι’ ὑπεξαίρεσιν τεσσάρων δραχμῶν, σταματᾷ ἡ πειθαρχικὴ δίωξις καὶ παραπέμπεται ὁ κατηγορούμενος ἢ ἐκεῖνος καθ’ οὗ ὑπάρχει ὑπόνοια εἰς τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο ἐν τῷ προκειμένῳ, διότι ἐντελῶς παρανόμως, ἐντελῶς παρατύπως διεξήχθη ἡ διαδικασία, καὶ τὸ σπουδαιότερον ὄχι ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀμεροληψίας. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε ὅταν ἔλαβε γνῶσιν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς κ. Γκαρλιότα, ἐτιμώρησε τὸν διεξαγόντα τὴν ἀνάκρισιν μοίραρχον Λαμπίρην. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νομίζω ὅτι θὰ ἐνεδεικνύετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐν δικαίῳ, πρέπει, νομίζω, νὰ διατάξῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν, τὴν μὴ γενομένην κατὰ τοῦ ἀποταχθέντος Οἰκονομοπούλου, καὶ ἂν μὲν τὰ συμπεράσματα τῶν ποινικῶν ἀρχῶν εἶναι τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου, τότε βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπάνοδον τοῦ Οἰκονομοπούλου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ὅμως, ὅπως ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, τὰ συμπεράσματα δὲν εἶναι τὰ αὐτά, τότε βεβαίως θὰ εἶναι ἄδικον νὰ χάσῃ τὸν βαθμόν του διὰ κατηγορίαν ἡ ὁποία φέρει χαρακτῆρα ἀτιμωτικὸν εἰς ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγή, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας Συνάδελφος, ὑπῆρξεν ἀνεπίμεμπτος κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§82Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν, Κύριοι, νὰ τονίσω καὶ νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 1913 ὁ παραπονούμενος Οἰκονομόπουλος παρέδωκεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν 30 Ὀκτωβρίου, ἤτοι αὐθημερόν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν μετ’ ἐντόνου διαταγῆς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως δώσῃ πληροφορίας· ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς τὴν 31 Ὀκτωβρίου ἀποστέλλει τὰς πληροφορίας διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον εἰμὴ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ παραπονουμένου εἰς τὴν θέσιν του καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—δηλαδὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἐν ᾗ ἔχει ἐγκατασταθῆ ἡ ἀδιαφορία, ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον—ἀφήνει ὥστε ζήτημα τόσον ἁπλοῦν νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀπασχολῇ αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ ζήτημα εἶναι· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καταδίκη, ὅταν αἱ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ καταδίκη αὕτη ἀποδεικνύωνται ἄκυροι ἢ μᾶλλον ἐμπαθεῖς καὶ ὅταν ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις τιμωρῆται ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ; Κατ’ οὐδεμίαν λογικήν. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι αὐτό! Τί δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ὁ Οἰκονομόπουλος; Ὁ Οἰκονομόπουλος ἦτο ὑπενωμοτάρχης τοποθετημένος ἐν Πειραιεῖ. Κάποιος καφεπώλης μηνυθεὶς ἀπὸ τὸν ὑπηρέτην του κατέφυγε πρὸς αὐτὸν καὶ, ὡς ἰσχυρίζεται, ἔδωκεν αὐτῷ δραχμὰς τέσσαρας διὰ νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τὴν μήνυσιν· ὁ Οἰκονομόπουλος ὅμως ἐνήργησε τὴν μήνυσιν· κατεδικάσθη ὁ καφεπώλης καὶ ἐπειδή, ὡς λέγει, τὸν ἐγέλασε, κατέφυγεν εἰς τὴν ἀνωτέραν ἀρχὴν καὶ τὸν κατήγγειλε, διατί νομίζετε; Ἐπὶ ἀπάτῃ! Τώρα ἡ ἀπάτη κατέστη μήτρα ἐπὶ τῆς ὁποίας δύνασθε νὰ χύσητε ὅ,τι θέλετε. Τελευταίως μάλιστα ἡ ἀπάτη παρουσίασεν καὶ κἄποιαν ἰδιότητα πολυτοκίας! Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Κατηγορήθη λοιπὸν ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ διετάχθη ἀνάκρισις.
§83Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ τί ἠπάτησε;
§84Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅτι δηλαδὴ ἐπῆρε τὰς τέσσαρας δραχμὰς διὰ νὰ τοῦ κρύψῃ τὴν μήνυσιν καὶ δὲν τὴν ἔκρυψεν!
§85Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐχαρακτηρίσθη ἀπάτη;
§86Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως! Ἀπάτη! Διεξήχθησαν ἀνακρίσεις παρὰ τοῦ κ. Λαμπίρη, ἐβεβαιώθη τὸ γεγονὸς ὅτι ἔλαβε τὰς δραχμάς, ἐγνωμοδότησεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς περὶ τῆς ἀπολύσεώς του, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἔστειλεν εἰς τὸ Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον ὁμοψήφως εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸς μαθὼν τὰ συμβαίνοντα κατήγγειλε τὸν Μοίραρχον Λαμπίρην, διατάσσεται ἀνάκρισις καὶ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν ἀποδεικνύεται ὅτι οὔτε ἀνάκρισις ἔγινε, καθ’ ἃ ὁρίζει ὁ νόμος, ἀλλ’ ἰδίως δὲν ἔγινεν εἰλικρινῶς, τιμωρεῖται δὲ ὁ Μοίραρχος διὰ τὰς ἀνακρίσεις τὰς γενομένας, καὶ ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶπεν ἀκόμη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀδικεῖται. Σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφός μου τὰ ἔγγραφα· προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅλα αὐτά. Σημειώσατε ὅτι ὁ κ. Λαμπίρης τιμωρηθεὶς κατέφυγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως ἔστειλε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ εἰς τὸ παράπονον τοῦ κ. Λαμπίρη (ἀναγινώσκει). «Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω ὅτι ὁ Γ. Οἰκονομόπουλος, πρώην ὑπενωμοτάρχης, κατήγγειλεν ὅτι ὁ Μοίραρχος Λαμπίρης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Οἰκονομοπούλου ἐνόρκου ἀνακρίσεως ἀνατεθείσης αὐτῷ διέπραξε διαφόρους παραβάσεις καὶ ἀνωμαλίας· ἐκ τῆς ἀνακρίσεως τῆς γενομένης παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Rodda προέκυψε πραγματικῶς ὅτι ὁ Μοίραρχος Λαμπίρης ὑπέπεσεν ἀξιοκατακρίτως εἰς τοιαύτας ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας κατόπιν ἐζήτησε νὰ δικιολογήσῃ ἐν τῷ ἰδιοχείρῳ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντι ὑπομνήματι ἀναφέρων περιστατικὰ ἅτινα διαψευσθέντα ὑπὸ τῶν ἄλλων μαρτύρων πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν οὐχὶ σύμφωνα πρὸς τὴν ἀλήθειαν». Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνακριτής, ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ ὁποίου ὁ Οἰκονομόπουλος εὑρίσκεται ἔξω τῆς θέσεώς του, καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργείου, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλοιωθῇ ἢ μετριασθῇ ἡ ποινὴ τοῦ Λαμπίρη τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἀνάκρισιν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς λέγει· «κατόπιν τῶν ἀνωτέρω τὸ Ἀρχηγεῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τὰ παράπονα τοῦ Λαμπίρη καὶ τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν θεωροῦν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ τροποποίησις τοῦ διαταχθέντος ἀρχικοῦ μέτρου, ἀφοῦ ὑφίστανται αἱ ἀνωτέρω ἀνωμαλίαι αἱ ἐναντίον τοῦ Μοιράρχου καταγγελθεῖσαι». Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι. Τώρα ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ὁ πρῶτος ὁμιλήσας σᾶς ἀνέπτυξε ποίας ὑπηρεσίας παρέσχεν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατὰ τὸν πόλεμον. Ἐὰν ἤθελεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ μελετήσῃ τὴν ἔκθεσιν...
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἠκούσαμεν ἐδῶ.
§88Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πολὺ καλά· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πρὸ πολλοῦ θὰ ὑπηρέτει εἰς τὸν στρατόν.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν προσωπικῶς καὶ εἰς τὸν προσεχῆ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον νὰ ἀπαντήσω. Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραιτοῦνται οἱ λοιποί.
§91Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κ. Κροκιδᾶ, ἐὰν ἐτονίσατε ὅτι ὁ κ. ὀργανωτὴς προκειμένου περὶ ἀλλαγῆς τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβληθείσης εἰς τὸν Λαμπίρην, ἀποφαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ μετατραπῇ ἡ ποινή, προκειμένου δὲ περὶ τῆς ποινῆς τοῦ Οἰκονομοπούλου ῥητῶς ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νὰ μετατραπῇ.
§92Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Κουτούπης, Α. Χριστόπουλος, Κ. Καλομενόπουλος, Ι. Τερζάκης, Ν. Βελέντζας, Λ. Γαλαθᾶς, Ε. Βελλιανίτης καὶ Π. Τσαλδάρης παραιτοῦνται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 ἀναβάλλεται τῇ αἰτήσει τοῦ ἐπερωτῶντος. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 3. Οἱ κ. κ. Γ. Κρεστενίτης, Γ. Λαμπρινόπουλος, Ν. Συριόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· 1) διατί δὲν προέβη εἰς τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν δικαστῶν τοῦ ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικείου, οἵτινες ἀπὸ ἄγνοιαν τοῦ νόμου δὲν ἀνεκήρυξαν ὑποψήφιον Δήμαρχον Λετρίνων τὸν νομίμως προταθέντα κ. Λεωνίδαν Μερκούρην, καὶ 2) διατί μέχρι τοῦδε δὲν ἐζήτησε τὴν καταδίωξιν τῶν δικαστῶν τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικῶν, οἵτινες κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκ προθέσεως παρέβησαν ῥητὸν νόμον καὶ ἐπεκύρωσαν ὡς πρὸς τὸν Δήμαρχον τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λετρίνων».
§94Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἅμα ἔλαβον γνῶσιν τῶν αἰτιάσεων κατὰ τῶν δικαστῶν Πύργου διὰ τὰς ἀποφάσεις, ἐζήτησα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ἀποσταλῶσιν ἀντίγραφα ἀμφοτέρων τῶν ἀποφάσεων. Μέχρι τῆς ὥρας δὲν ἐλήφθησαν. Ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης πεισθῶ ὅτι ἐπιβάλλεται οἱαδήποτε ἐνέργεια δὲν θὰ φεισθῶ οὐδενὸς καὶ θὰ ἀσκήσω πᾶν δικαίωμα παρεχόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου.
§95Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· βεβαίως τὸ ζήτημα εἶναι πάρα πολὺ σοβαρόν· ἴσως εἶναι καὶ πρωτοφανές, διότι πάντως ἡμεῖς πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα τὸ δεδικασμένον. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην λαμβάνει τι χώραν πάρα πολὺ ἄτοπον λόγῳ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Γίνεται δῆλον, ὅτι οἱ κ. κ. δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεκήρυξαν τὸν δέκατον ὑποψήφιον δήμαρχον τοῦ δήμου Λετρίνων κ. Λ. Μερκούρην, ἔρχονται καὶ λέγουσι διὰ τῆς ἀποφάσεώς των ὅτι ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὅτι παρενομήσαμεν, ἀλλ’ ἐξετάσαντες διαφόρους μάρτυρας τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐκάλεσαν, εὑρίσκομεν ὅτι καὶ ἂν ἦτο ὑποψήφιος δὲν ἤθελέ ποτε ἐπηρεάσει κατὰ 99 ψήφους, ὅσους φέρει ἡ διαφορά, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ πρώτου ἐπιτυχόντος δημάρχου καὶ τοῦ δευτέρου.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδημοσιεύθη;
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§98Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μόλις κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ σᾶς δώσω τὰς ἐφημερίδας νὰ τὰς ἀναγνώσητε. Ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μὴ ἀναμιγνύωμαι εἰς πᾶν τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ καταδείξω. Δὲν συμπίπτει νὰ εἶμαι νομικὸς καὶ ἑπομένως θὰ ἐξετάσω τὸ πραγματικὸν μέρος. Τὸ πραγματικὸν λοιπὸν μέρος εἶναι ὅτι οἱ ἴδιοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεκήρυξαν οἱ ἴδιοι κατὰ πλειονοψηφίαν, διότι ὁ κ. Κωστάκης διεφώνησεν, ἔρχονται καὶ ἀκυρώνουν τὴν ἐκλογὴν διὰ πολλοὺς λόγους καὶ ἰδίως μήπως ἡ πόλις τοῦ Πύργου τεθῇ εἰς ἀναστάτωσιν. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πύργου διεξήγαγεν ἐκλογὴν κατὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου, πανηγυρικὴν ἐκλογὴν, διεξήγαγε πανηγυρικωτάτην ἐκλογὴν, δύναμαι δὲ νὰ συγχαρῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸν νόμον αὐτὸν ἐδῶ καὶ ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους, διότι ἐὰν ἔχῃ τινὰς πλημμελείας, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ διορθωθῶσι, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνεργήθη πανηγυρικώτατα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κ. κ. δικασταὶ ὑπεισέρχονται καὶ εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἐκλογέων καὶ λέγουσιν ὅτι ἤθελον δυσαρεστηθῆ οὗτοι, ἐὰν ἠκυροῦτο ἡ ἐκλογή, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν ἔλαβε 512 ψήφους, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἀπέτυχον μὲ 720 ἐπὶ 2200 ψηφοφορησάντων. Ὡς πρὸς τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ νομοθέτης ἐσφάλη καὶ πρέπει εἰς πρώτην περίστασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ νομοθέτημα ὅπως, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁ δήμαρχος πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν ψηφοφορησάντων, νὰ μὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος. Ἦτο δὲ ἄτοπον οἱ δικασταὶ νὰ φοβηθῶσι μήπως δυσηρεστεῖτο ἡ πόλις τοῦ Πύργου ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε ἀποφάσεώς των. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως, ἐὰν εὕρῃ ὅτι παρενόμησαν οἱ δικασταί, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαμπρινόπουλος.
§100Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἔχουσιν ἐγγραφῆ πέντε μόνον. Ἔχει παραλειφθῆ ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης.
§102Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν Πύργου ὑπεβλήθησαν δέκα ἐν ὅλῳ, Κύριοι, αἰτήσεις πρὸς ἀνακήρυξιν. Ἐκ τούτων τὸ δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν ἐδέχθη τὰς ἐννέα καὶ ἀπέρριψε τὴν 10ην αἴτησιν τοῦ ὑποψηφίου κ. Λ. Μερκούρη, ἂν καὶ ἡ αἴτησις αὐτοῦ εἶχεν ὑποβληθῆ νομίμως, διότι ἔφερε τὰς τρεῖς ἀπαιτουμένας ὑπογραφὰς τῶν προτεινόντων ἐκλογέων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου, πρὸς τούτοις δὲ συνωδεύετο καὶ ἀπὸ τὸ γραμμάτιον, τὸ ἀπαιτοῦν τὴν καταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀντισηκώματος. Ἐν τούτοις τὸ δικαστήριον ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν ταύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον ἑνὸς ἐκ τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸν μέχρι τοῦδε δῆμον Λετρίνων. Ἡ τοιαύτη ὅμως ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἐντελῶς παράνομος, διότι ναὶ μὲν ὁ νόμος ΔΝΖʹ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων ἐν ἄρθρῳ 148 ἀναφέρει ὅτι «τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένοι δημόται, οἱ συμπληρώσαντες τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας των», ἀλλὰ μεταγενέστερος νόμος ὁ ΔΡΙΖʹ εἰς τὸ ἄρθρον 7 ἀναφέρει, ὅτι «ἡ πρώτη τελεία περίοδος τοῦ ἄρθρου 148 τοῦ νόμου ΔΝΖʹ τροποποιεῖται οὕτω· Διὰ νὰ ἐκλεγῇ τις δήμαρχος ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην· νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ πρὸς τούτοις τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ παρέδρου καὶ δημοτικοῦ ἢ κοινοτικοῦ συμβούλου ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένοι δημόται οἱ συμπληρώσαντες τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας των»· δηλαδή, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ οἱ πάρεδροι καὶ οἱ δημοτικοὶ ἢ κοινοτικοὶ σύμβουλοι νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον, διὰ τὸν δήμαρχον δὲν ἀπαιτεῖ τὸ τοιοῦτον. Ἀναφέρει, ὡς παρατηρεῖτε, τοῦτο ῥητῶς καὶ τὸ δικαστήριον κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου δὲν ἀνεκήρυξε τὸν ὑποψήφιον. Οὕτω δὲ ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη μεταξὺ τῶν 9, ἀνεδείχθη ὁ κ. Χ. Στεφανόπουλος δήμαρχος λαβὼν μεταξὺ 2200 ψηφοφορησάντων 512 ψήφους, τουτέστι τὸ ⅙ περίπου, ἐνῷ οἱ λοιποὶ 1700 τῷ ἠρνήθησαν ψῆφον καὶ δὲν παρεδέχθησαν ὅτι ἠδύνατο νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσῃ· καὶ διὰ πλειονοψηφίας 99 ψήφων ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα. Κατὰ τοῦ κύρους ὅμως τῆς ἐκλογῆς ὑπεβλήθησαν διάφοροι ἐνστάσεις ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ἐπὶ ψηφοφορίᾳ ἀνυπάρκτων, καθὼς καὶ ἡ σοβαρωτέρα ἔνστασις ἐξ ὅλων, ὅτι, ἐπειδὴ παρὰ τὸν νόμον δὲν ἀνεκηρύχθη ὁ εἷς τῶν ὑποψηφίων ὁ κ. Λεωνίδας Μερκούρης, ἡ ἐκλογὴ τυγχάνει ἄκυρος. Τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικῶν συνῆλθε πρὸ ἡμερῶν διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων καὶ δι’ ἀποφάσεώς του δημοσιευθείσης πρό τινος ἀπεφάνθη κατὰ πλειονοψηφίαν ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος. Καὶ θὰ εὐαρεστηθῇ, ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ μέρος τοῦ σκεπτικοῦ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, διότι τυγχάνει λίαν ἐνδιαφέρουσα, ἐπειδὴ εἰσάγει, ὅπως θὰ ἀκούσητε, νέα δόγματα καὶ ἄλλα θέσφατα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ἴσως ὡς πρότυπα διὰ τὴν νομοθετικήν μας ἐργασίαν!! Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω τὰ κατὰ τὴν ἀπόφασιν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ θὰ κρίνω ταύτην, ὡς προεῖπον, ἀπὸ πραγματικῆς καὶ ἀπὸ λογικῆς ἀκόμη ἀπόψεως, διότι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικὴν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι προσκρούει. Ἡ ἀπόφασις, ἐνῷ παραδέχεται τὸ μὴ νόμιμον τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, ὅτι δηλαδὴ παρανόμως δὲν ἀνεκηρύχθη ὁ ὑποψήφιος, λέγει ὅτι δὲν δύναται τὸ δικαστήριον νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ, διότι καλεῖται μόνον νὰ κρίνῃ διὰ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς διὰ τὰ προσόντα τῶν ἐκλεγέντων καὶ τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς διαλογῆς. Ἐν τούτοις προχωροῦσα ἡ ἀπόφασις εἰς τὸ σκεπτικὸν αὐτῆς ἀναφέρει (ἀναγινώσκει). «Καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀκόμη περιπτώσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν ὁ νόμος τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κύρους τῆς Δημοτικῆς ἐκλογῆς, διότι ἡ ἐκτίμησις αὕτη ἔχει τὸ ὅλως ἐπιτόπιον καὶ πρέπει νὰ προκύπτῃ ἀπὸ ἐπιτοπίους γνώσεις (ὅρα γνωμοδότησιν Εἰσαγγελέως Α. Π. Τζιβανοπούλου ἐν Θέμιδι τόμ. 18 σελ. 335), δὲν εὑρίσκει πανθομολογούμενον οὐδὲ κἂν ἐνδεχόμενον ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἤθελεν εἶναι ἀλλοῖον ἀπὸ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκλογικῆς παραβάσεως, καθ’ ὅσον καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου καὶ κατὰ τὰς ληφθείσας ἀκόμη πληροφορίας κατὰ τὴν ἄρτι διεξαχθεῖσαν δημοτικὴν ἐκλογὴν ἡ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ μὴ ἀνακηρυχθέντος Λ. Μερκούρη καὶ κατὰ τὴν ἀπουσίαν του μάλιστα προταθεῖσα ὑποψηφιότης τούτου ὑπὸ τριῶν φίλων του οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐνεῖχε σοβαρότητα, ἀφοῦ οὔτε ἡ ἀπόρριψις τῆς περὶ ἀνακηρύξεώς του προτάσεως ἐπροξένησεν ἐντύπωσίν τινα, ἀλλ’ ἀπαρατήρητος παρῆλθεν ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀποκλεισθέντα, οὔτε καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπεδόθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πλειονοψηφήσαντος Χρ. Στεφανοπούλου εἰς τὴν μὴ συμμετοχὴν τοῦ μὴ ἀνακηρυχθέντος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ δὲν ἦτο ποσῶς ἐνδεχόμενον ὅτι ἡ ὑποψηφιότης τοῦ μὴ ἀνακηρυχθέντος Λ. Μερκούρη, ἀνακηρυσσομένου, θὰ συνεκέντρου εἰς δημοτικὴν μάλιστα ἐκλογὴν διὰ ψηφοδελτίων ἐνεργηθεῖσαν τοσαύτας ψήφους, ὥστε νὰ ἐπιδράσῃ εἰς ἀλλοίωσιν τοῦ ἀποτελέσματος εἰς βάρος τοῦ ἐπιτυχόντος κατὰ 99 ψήφους πλειοψηφήσαντος, δεδομένου ἀκόμη ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν σοβαρῶς τὴν ὑποψηφιότητά του ὑποστηριξάντων ὑποψήφιον Δήμαρχον Γ. Χρονοπούλου, Α. Παπακυριακοπούλου καὶ Α. Δροσοπούλου δὲν κατώρθωσεν ὁ μεταξὺ αὐτῶν πλειονοψηφήσας Γ. Χρονόπουλος νὰ συγκεντρώσῃ πλείονας τῶν 51 ψήφων. Ἀπορριπτέα ὅθεν τυγχάνει ἡ ὑπὸ κρίσιν ἔνστασις, τὸ μέν, ὡς νόμῳ ἀπαράδεκτος, ἄλλως τε καὶ κατ’ οὐσίαν καθ’ ὅσον ἡ περὶ ἧς ἡ ἔνστασις ἐκλογικὴ παράβασις δὲν ἐπέδρασε ποσῶς εἰς ἀλλοίωσιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς ὡς ἄνω ἐκτίθεται.»
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὸ Συμβούλιον;
§104Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν, ὅπως διαλαμβάνει ἡ ἀπόφασις, εἶναι ὁ κ. Βασιλείου, εἰσηγητής, ὁ κ. Πουρναρᾶς προεδρεύων καὶ ὁ κ. Κωστάκης μειονοψηφῶν.
§105ΣΠ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνι τρόπῳ γνωρίζετε πῶς εἶναι ὁ μειονοψηφῶν;
§106Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδήλωσεν ἐξωδίκως.
§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ ἐδήλωσεν; Ὁ δικαστὴς ἔξω; Παρέβη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ καθῆκόν του.
§108Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι οἱ κ. δικασταὶ ἐξήγησαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπιτοπίους γνώσεις, τὸ ἐξήγησαν, λέγω, ὄχι ὅτι συνίσταται εἰς τὴν εὔκολον παροχὴν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων καὶ διὰ τοῦτο προσδιωρίσθη τὸ Πρωτοδικεῖον ὡς τὸ ἁρμόδιον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς δικαστήριον καὶ ὄχι τὸ Ἐφετεῖον ἢ ὁ Ἄρειος Πάγος, τὰ ὁποῖα δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα πρόχειρα καὶ ἐπιτόπια, ἀλλ’ ἐπίστευσαν οἱ κ. κ. δικασταὶ ὅτι ἡ ἐπιτόπιος ἐξέτασις συνίσταται νὰ περιέρχωνται τὰ καφφενεῖα καὶ νὰ ἐρωτῶσι πόσας ψήφους θὰ ἐλάμβανεν ὁ εἷς καὶ πόσας θὰ ἐλάμβανεν ὁ ἄλλος διὰ νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ ἀποκλεισθεὶς ὑποψήφιος τυγχάνει συγγενὴς τοῦ ἐπιτυχόντος δημάρχου κ. Στεφανοπούλου, ὅτι συνειργάσθη τὴν τελευταίαν τετραετίαν ὡς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ μετ’ αὐτοῦ, ὅτι διεφώνησαν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, καὶ μετεβλήθησαν εἰς ἐχθρούς. Οὕτως ὁ κ. Λεωνίδας Μερκούρης ἐξέθηκε σκοπίμως τὴν ὑποψηφιότητα διὰ νὰ ἀποκλείσῃ, ἂν ἦτο δυνατόν, τὸν κ. Στεφανόπουλον ἀπὸ τῆς ἐπιτυχίας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς ἠδύναντο οἱ κ. δικασταὶ νὰ γνωρίζωσι πόσας ψήφους θὰ ἐλάμβανεν ὁ μὴ ἀνακηρυχθείς, ἀφοῦ οὗτος θὰ ἐφρόντιζε νὰ λάβῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρας, ἀφαιρῶν αὐτὰς ἀπὸ τοῦ συγγενοῦς του κ. Στεφανοπούλου διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτυχίαν του, ἔστω καὶ διὰ πληρωμῆς, ἂν ἦτο δυνατόν, ὅπως ἄλλως τε ἔπραξεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Στεφανόπουλος;
§109Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὸν ἠξεύραμεν δι’ ἑκατομμυριοῦχον τὸν κ. Στεφανόπουλον!
§110Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη κατὰ τὰς ἐκλογάς. Φρονῶ ὅτι οἱ κ. δικασταί, καὶ οὐσιαστικῶς ἂν ἤθελον νὰ κρίνωσι τὰ κατὰ τὴν ἐκλογήν, ἔπρεπε νὰ ἀποφανθῶσι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, διότι, ὅπως ἠκούσατε, ὁ ἐπιτυχὼν δήμαρχος ἔλαβε μόλις τὸ ἕκτον τῶν ψήφων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων ἐξεδηλώθη ἀρνητικῶς, δὲν θὰ προσέκρουον, ἂν ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον, ἐπαναλαμβάνω, συνετέλουν εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς, διὰ νὰ καταδειχθῇ τὸ γνήσιον φρόνημα τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν τὸ νομοθετικὸν σῶμα παρέσχε πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πολλὰ δικαιώματα, καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἀνεπηρέαστον αὐτῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ψήφου μου προθύμως συνετέλεσα εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων αὐτῶν ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις, ἡ σήμερον συζητουμένη νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλει νὰ σκεφθῶ, ἂν πρέπῃ νὰ εἶμαι μεταμελημένος ἢ ὄχι διὰ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔδωκα ὑπὲρ πολλῶν ἐκ τῶν μέτρων τούτων χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀκούσασα τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Λετρίνων, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της σοβαρῶς πρότασιν νόμου τὴν ὁποίαν μετὰ δέκα ἑτέρων κ. Συναδέλφων ὑποβάλλομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὥστε αἱ ἀποφάσεις, καὶ αἱ ἐπικυρωτικαὶ ἀκόμη, νὰ ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν, προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν διεξαχθεισῶν κατὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀποφάσεις ταύτας.
§111Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξέθηκαν οἱ κ.κ. Συνάδελφοι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας περὶ μὴ ἀνακηρύξεως ὡς ὑποψηφίου Δημάρχου τοῦ Λ. Μερκούρη ἀποτελεῖ ἀπειλὴν κατὰ τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Λετρίνων διακηρύσσει τὴν ἀναρχίαν ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Τὴν πρώτην ἀπόφασιν χαρακτηρίζει ἡ ἄγνοια τῶν νόμων, τὴν δευτέραν ἡ αὐθαιρεσία, ἡ δολιότης πρὸς κάλυψιν τῆς ἀγνοίας τῶν νόμων, ἡ ἐπιπολαιότης, ἡ ἀκρισία καὶ τὸ πεῖσμα. Διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεως ἀφήρεσε τὸ δικαστήριον ἐκ τοῦ λαοῦ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων, διὰ δὲ τῆς δευτέρας ὑποκατέστησεν ἑαυτὸ εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Καὶ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις οἱ δικασταὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἐνασκήσῃ κατ’ αὐτῶν τὸν νόμον τὸν ὑφ’ ἡμῶν ψηφισθέντα, τὸν ὑπ’ ἀριθμὸν 104, ἄρθρον 6, κατὰ τὸ ὁποῖον «πλὴν τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 2, 3 καὶ 5 περιπτώσεων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν κατέχῃ ἐκ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἢ ἄλλων πράξεων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐγγράφως βεβαιουμένων, στοιχεῖα μαρτυροῦντα κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ ἀνεπάρκειαν τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου καὶ δυνάμενα νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ ἀποχώρησιν αὐτοῦ ἢ φρονεῖ ὅτι παρέχονται τοιαῦτα στοιχεῖα ἐκ τῶν γενομένων ἐπιθεωρήσεων, διαπέμπει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν εἰσαγγελέα μὲν τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκειμένου περὶ τῶν ἐν ἄρθρῳ 2 ἀναφερομένων ὑπαλλήλων, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα δὲ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου, προκειμένου περὶ τῶν ἐν ἄρθρῳ 3 ὑπαλλήλων, καὶ προκαλεῖ δι’ αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει εἰς ἣν καλεῖται καὶ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος». Δύναται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον ἵνα κρίνῃ, ἐὰν εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ συνεχίσωσι τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ, διότι τὴν αὐτὴν ἀνεπάρκειαν οἱ κ. δικασταὶ δεικνύουσι καὶ εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον. Παριστάμην πρό τινος χρόνου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἠλείας εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήγετο νὰ δικασθῇ ἱερεὺς παραβὰς τὸ καθῆκόν του ὡς νοσφιζόμενος τὸ χαρτόσημον τὸ ὁποῖον μετεχειρίζετο ὡς ἱερατικὸς ἐπίτροπος. Ὁ ὑπερασπιζόμενος αὐτὸν δικηγόρος γνωρίζων μὲ ποίους δικαστὰς ἔχει νὰ κάμῃ προέβαλεν ἔνστασιν ὅτι εἶναι ἀναρμόδιοι νὰ δικάσωσι τὸν ἱερέα καὶ τὸ δικαστήριον ἐδέχθη τὴν ἔνστασιν.
§112Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι ἁρμόδια τὰ Εἰρηνοδικεῖα;
§113Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην φαίνεται εἶχον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Δημοτικοῦ Συμβούλου ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ στρατεύματι ὡς στρατιώτου, οἱ δικασταὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή, διότι δὲν παρῃτήθη ὁ ἔφεδρος. Ἀλλ’ ἀπὸ ποίου ἀξιώματος; Κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος παραιτοῦνται οἱ ἀξιωματικοί. Ἔχει ἀξίωμα ὁ καλούμενος στρατιώτης; Εἶναι ἐπαρκεῖς δικασταὶ αὐτοὶ ἀποφαινόμενοι ἐκλογὴν τοιαύτην ἄκυρον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν παρῃτήθη τοῦ ἀξιώματος τοῦ στρατιώτου;
§114Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν ἐπειδὴ εἶναι στρατιώτης δὲν εἶναι ἐκλόγιμος ἢ μὴ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπήγαγον καὶ τὸν στρατιώτην;
§115Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι ὑποχρέωσις ἡ τοῦ στρατιώτου.
§116Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ δικασταὶ τῆς Ἠλείας, οἱ ὁποῖοι εἰς ἑτέραν ἀπόφασιν ἀρχόμενοι νὰ σκέπτωνται ἔκριναν, ὅτι «ἐπειδή, ὡς ἀνωτέρω ὀρθῶς ἐγένετο δεκτὸν» ἐνῷ οὐδὲν εἶχον δεχθῆ. Κεναὶ κεφαλαί, ἱκαναὶ μόνον διὰ σκάνδαλα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνεπαρκείας, εἶναι καὶ ἀφιλάνθρωποι. Παριστάμην εἰς συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, καθ’ ἣν ἐδικάζετο μετὰ τὸν πρῶτον πόλεμον χήρα φονευθέντος κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον, διότι ἐξύβρισε πρὸ τεσσάρων ἐτῶν μίαν ἄλλην γυναῖκα. Καὶ οἱ δικασταὶ τὴν κατεδίκασαν. Πρό τινων ἡμερῶν κατεδίκασαν τραυματίαν στερηθέντα τῆς χειρός του κατὰ τὸν πόλεμον, διότι εἶχε κόψει κλάδους τινὰς ἀπό τινος δένδρου. Ἐκ τούτου καταφαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ δικαστῶν ἀνεπαρκῶν καὶ πρέπει νὰ ἐξασκήσητε κατ’ αὐτῶν τὰ δέοντα μέτρα.
§117Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δυστυχῶς ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀνέκκλητος.
§118Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν συζήτησιν κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράψω κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπερωτᾶται οὗτος καὶ φέρει τὰ βάρη, διότι δὲν δύναται νὰ τὰ φέρῃ ἄλλος εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν εὐθὺς ἀμέσως, ὡς ἐπληροφορήθη τὸ πρῶτον ὄχι πραξικόπημα, ἀλλὰ πταῖσμα κατ’ ἐμὲ τῶν δικαστῶν, τουτέστι νὰ μὴ ἀνακηρύξωσιν ὑποψήφιον νομίμως προταθέντα, ἐὰν ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ καθ’ ἑαυτόν, ἐὰν κατόπιν, ὅταν ἐπληροφορήθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν ἐπληροφορήθη, ὄχι πλέον τὸ πταῖσμα, ἀλλὰ τὸ πραξικόπημα κατ’ ἐμέ, τὸ γενόμενον ἐκ προθέσεως πλέον καὶ δολίας προαιρέσεως, ἐὰν καὶ μετὰ τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔσπευσεν, ὡς εἶχε καθῆκον, νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν κατὰ τῶν ἐνεργησάντων ταῦτα δικαστῶν. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν ἐνήργησε τὸ καθ’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν δύναμαι νὰ ἐλέγξω τοῦτον, ἀλλ’ ὑμᾶς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ πιστεύσῃ ὅτι, ἂν ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, δὲν τὸ πράττω διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λετρίνων. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει παντάπασιν, ποῖος ἐπέτυχεν. Ὁ ἐπιτυχὼν καλῶς ἐπέτυχε, τὸ γενόμενον ἐγένετο. Ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν καὶ τεκμαίρεται νόμιμος Δήμαρχος τῆς πόλεως λόγῳ τοῦ δεδικασμένου.
§119Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂς ἐψηφίσθη ἀπὸ 500 ἐπὶ 1700;
§120Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου οὔτε θὰ ἀνεμιγνυόμην εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας εἴτε περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Δημάρχου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ πιστεύσητε. Ὁ ἐκλεγεὶς Δήμαρχος τεκμαίρεται ἐκλεγεὶς νομίμως. Ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ πλειονοψηφίαν ἀπόλυτον, ἀλλὰ πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Καλῶς ὅθεν ἐξελέγη, Τώρα ἐὰν ἄλλοι λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δημάρχου αὐτοῦ ἢ ὄχι δὲν ἐξετάζω οὔτε εἶναι θέμα αὐτὸ πρὸς συζήτησιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο. Τὸ ζήτημα ἔρχεται ν’ ἀπασχολήσῃ ἐμὲ ὡς Βουλευτὴν καὶ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους καὶ ἐξετάζω ἐπερωτῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τίνα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν, ὡς ἀπεφάσισαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον, ἵνα ἡ Βουλὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου, ὡς πολιτικὸν σῶμα σκεφθῶμεν ἐὰν ἐπιβάλλωνται μέτρα ἀμύνης γενικὰ διὰ τὸ μέλλον, ὄχι διὰ τὸ παρόν...
§121Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§122Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. .. ὄχι διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λετρίνων, ὄχι διὰ τὰ γενόμενα. Ἐὰν νομίζητε ὅτι εὑρίσκομαι ἐν πλάνῃ καὶ ὅτι τὰ πάντα, ὡς ἐγένοντο, καλῶς ἐγένοντο, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ τὸ εἴπητε, ἐγὼ δὲ θὰ δηλώσω ὅτι πλανῶμαι καὶ ἀδικῶ τοὺς κυρίους αὐτοὺς λέγων ὅσα λέγω. Ἐὰν σκεφθῶμεν ὅτι εὑρέθη δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐκ πλάνης, ἐξ ἀγνοίας νόμου ἔπταισεν, εἶναι πταῖσμα συγκεχωρημένον, διότι ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ πλανᾶται· ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράττῃ πταίσματα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἶχε τὸ θάρρος κατόπιν ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτήν, διότι δὲν ἀνεκηρύχθη παρ’ αὐτοῦ ὁ νομίμως προταθεὶς ὑποψήφιος. Πάντες ἦσαν πεπεισμένοι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐνεργείας ἐκλογῆς ἀκύρου. Οὐδεμία ἀμφιβολία· οὐδεὶς νομικὸς εἶχεν ἐναντίαν γνώμην. Καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐκ Πατρῶν ἔλαβον ἀπάντησιν ἐκ μέρους νομικῶν γνωματευόντων ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, καὶ μὲ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ καταδεδικασμένη ἐκ τῶν προτέρων εἰς ἀκυρότητα. Ἐγένετο δημοσιογραφικὸς ἀγὼν ἐν Πύργῳ, ὑπεδείχθη καὶ κατεδείχθη ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις δὲν πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἀπὸ πταῖσμα, ἀπὸ ἀδιαφορίαν, ἀπὸ ἀμέλειαν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἐκ προθέσεως, τουτέστιν ἡ παράβασις τοῦ νόμου θὰ ἦτο πρόθεσις ἐκ μέρους τῶν κ. κ. δικαστῶν, ὅπως καὶ ἐγένετο. Δολιότης ὑπάρχει, πρόθεσις ὑπάρχει καὶ πρόθεσις καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὸ πταῖσμα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐτιμωροῦντο μὲ πειθαρχικήν τινα ποινὴν ἐλαφράν, ἴσως, ἐλαφροτάτην. Νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλύψωσι τὸ πταῖσμα ἀπεφάσισαν νὰ τὸ συγκαλύψωσι διὰ πράξεως ἐκ προθέσεως, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν οὕτω πως σκεφθῶμεν καὶ ἂν οὕτω πως προχωρήσωμεν, ἐὰν σήμερον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔκαμε τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἀρχόμενος ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς καὶ νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι ἐν δικαίῳ λέγων ὅσα λέγω, ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία σκεφθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ δὲν ἀνακηρύξῃ τοὺς α, β, γ, δ Βουλευτὰς κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, δὲν ἀνακηρύσσει δέκα ὑποψηφίους, ἀλλὰ πέντε, καταλύει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Σώματος τούτου. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει δικαίωμα δοθὲν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ δικάζῃ ἐκλογάς.
§123Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διαμαρτυρομένου ἐμοῦ.
§124Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ πλειονοψηφίας ἐδόθη.
§125Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι πολλοὶ Συνάδελφοι ἔπλεξαν τότε τὸ ἐγκώμιον.
§126Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν οἱ δικασταὶ βαδίσωσι μὲ τὴν αὐτὴν τακτικὴν πρὸς τὸ μέλλον, ἀφοῦ θὰ ἀνακηρύσσωσιν ὅσους θέλουσιν ἐκ τῶν ὑποψηφίων Βουλευτῶν ἢ Δημάρχων, θὰ εἴπωσι κατόπιν ἐπικυροῦντες τὴν ἐκλογὴν ὅτι «ἡμεῖς ἐπεκυρώσαμεν τὴν ἐκλογήν, διότι καὶ ἂν σὲ ἀνεκηρύσσομεν δὲν θὰ ἐπετύγχανες, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ὑπεβάλλεσο εἰς κόπους καὶ ἔξοδα». Αὐτὸ θὰ εἴπωσιν εἰς τὴν ἀπόφασίν των. «Δὲν σὲ ἀνεκήρυξα, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ καὶ δὲν εἶχεν οὐδένα λόγον ἡ ἀνακήρυξίς σου ὡς ὑποψηφίου, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃς 99 ψήφους κλπ.»
§127Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μήπως ἡ ἀπόφασις λέγει ὅτι δὲν ἐπηρεάζει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς;
§128Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἔνστασις εἶναι τυπικὴ καὶ ὄχι οὐσιαστική· ἡ ἔνστασις εἶναι ὅτι δὲν ἀνεκηρύχθη ὁ Α ἢ ὁ Β ὑποψήφιος.
§129Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι τερατῶδες αὐτό!
§130Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἤθελον νὰ μάθω, ἐὰν ἠθέλησαν νὰ ἔχωσι νόμιμον ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ βλέπω ὅτι οὔτε ταύτην ἔχουσι.
§131Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ σκεπτικὸν εἶναι, ὅπως τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Συνάδελφος. «Ἐπειδὴ ναὶ μὲν παρὰ τὸν νόμον δὲν ἀνεκηρύχθη ὁ ὑποψήφιος Α, καὶ τοῦτο τὸ ὁμολογοῦμεν, ἀλλὰ διὰ τὸν α λόγον σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτήν». Λέγει δὲ καὶ προσθέτως· «καὶ ἂν ἀνεκηρύσσετο ὁ Α ὑποψήφιος καθ’ ὃ εἴμεθα εἰς θέσιν ὡς δικασταὶ διαμένοντες ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκλογῆς νὰ γνωρίζωμεν, ἂν θὰ ἐπιτύχῃ αὐτός, οὔτε θὰ ἐλάμβανε τόσας ψήφους, ὥστε νὰ ἀλλοιοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ῥίψωμεν τὴν πόλιν τοῦ Πύργου εἰς νέον ἐκλογικὸν σάλον». Αὐταὶ εἶναι αἱ φράσεις τῆς ἀποφάσεως ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι.
§132Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι πραξικόπημα.
§133Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πύργου. Ἐπικαλοῦμαι μόνον τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς καὶ παντὸς πολιτευομένου ἐπὶ τῆς τυραννίας ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἔλαβον δὲ τὸν λόγον ἵνα καταδείξω ὅτι κινδυνεύει καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα τῆς χώρας, αὐτὴ ἡ σύνθεσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§134Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἀκόμη αὐτοὶ οἱ δικασταί;
§135Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι.
§136Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῖον ἐλέγχετε; Τὸν Ὑπουργόν; Τί πταίει ὁ Ὑπουργός;
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πταίει. Δύναται ὅμως δυνάμει ἄρθρου νέου τινὸς νόμου νὰ ζητήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δικαστῶν εἰς τὸ Συμβούλιον ἐπ’ ἀνεπαρκείᾳ.
§138Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πάλιν οἱ ἴδιοι θὰ δικάσωσι.
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἐλέγχω τὸν Ὑπουργόν, ὑποστηρίζων ὅσα λέγω, δὲν νομίζω ὅτι αἱ τοιαῦται συζητήσεις εἶναι ἄσκοποι γινόμεναι ἐνώπιον πολιτικοῦ Σώματος.
§140Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ σπουδαιοτέρου ἐργάτου τῆς Πολιτείας.
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκ τῆς καταδείξεως αὐτῆς δημιουργεῖται ἡ πεποίθησις εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ ἐπιδιώκεται ἡ διόρθωσις ἑνὸς κακοῦ, ὄχι, λέγω, τοῦ κακοῦ τοῦ ἤδη γενομένου, ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ νόμιμος ὑπόστασις αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος τοῦ νομοθετικοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνω τοὺς δικαστὰς θὰ περιωριζόμην εἰς τὸ νὰ ἐπιζητήσω νὰ ἐλέγξω, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ παραλείψεις, τὰς ὁποίας διέπραξαν, ἀλλ’ ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ καταδείξω τὸν κίνδυνον εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἐκ τῆς δημιουργηθείσης τυραννίας ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Πρόθεσις εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ὑπάρχει· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις, ἀλλ’ ὀλιγωρία καὶ ἀδιαφορία, διατρέχει κίνδυνον αὐτὴ ἡ ὑπόστασις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὸ μόνον παράδειγμα. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχητε καὶ ἄλλα παραδείγματα πρόχειρα περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπων δικαστικῶν οὔτε λέγω κατὰ τοῦ Α ἢ κατὰ τοῦ Β· ὁμιλῶ γενικῶς καὶ περὶ τῆς πλειονότητος αὐτῶν. Διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων κατέστη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μία τυραννία.
§142ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀπόφασιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Συναδέλφου κ. Κανναβοῦ;
§143Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως.
§144Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τί συνέβη τότε.
§145Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τὰ εἴπω ἐγώ. Ἐκ λάθους φαίνεται τότε οἱ δικασταί, διότι ἴσως δὲν ἔκαμον τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων, μοὶ ἀφῄρεσαν 1011 ψήφους.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι καὶ πολλάς.
§147Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ἐγὼ μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, διότι δὲν εἶχον λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ μᾶς κοινοποιήσωσι τὰς ἀποφάσεις πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν ἐνστάσεων, δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀριθμητικοῦ λάθους, ὅπερ μοὶ ἀνήγγειλαν ἐκ Μεσολογγίου ὅτι ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων, ἃς ἔλαβον ἐν συνόλῳ, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἔμεινα κατάπληκτος, διότι, ἐνῷ κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς διαιτητικῆς ἀρχῆς εὑρισκόμην κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας εἰς τὴν πρώτην πεντάδα, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκινδύνευσα νὰ μείνω πρῶτος ἐπιλαχών. Μὴ γνωρίζων ἐν Ναυπάκτῳ τί ἀκριβῶς ἐγένετο ἠναγκάσθην νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ κατορθώσω νὰ ἐξακριβώσω, ἂν εἶμαι τέλος πάντων μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων. Τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἔκαμε μίαν πρόχειρον ἀπαρίθμησιν μοὶ ἀπήντησεν ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὴν πρώτην πεντάδα, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ σφάλματος δὲν εἶναι ἁρμόδιον αὐτό, ἀλλὰ ν’ ἀποταθῶ δι’ αἰτήσεώς μου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ὑποδείξαντα τηλεγραφικῶς τοιαύτην λύσιν. Ἀποτείνομαι συνεπείᾳ τούτου πρὸς τὸ Δικαστήριον δι’ αἰτήσεώς μου ἐξαιτούμενος νὰ διορθωθῇ τὸ σφάλμα τὸ λογιστικόν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκοῦσαν καὶ τὴν περισπούδαστον γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι τώρα δὲν εἶναι καιρὸς προσώπων, ἀλλὰ πραγμάτων καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἀπετύγχανον ἐκ τοῦ λάθους ἐγώ, δὲν θὰ εἶχα καμμίαν ἀξίαν, ἐὰν ὁ μετ’ ἐμὲ ἐρχόμενος ἦτο Βενιζελικός· θὰ ἦσαν ἐν ἄλλοις λόγοις κατὰ τὴν θεωρίαν των τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των (ἱλαρότης).
§148Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Παρέστην μάρτυς κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ἐπὶ τῆς συζητήσεως πρὸς ἀναθεώρησιν λόγῳ λογιστικῶν λαθῶν ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ συναδέλφου κ. Κανναβοῦ. Ὁ εἰσαγγελεὺς λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν — ὡς ἐνθυμοῦμαι — ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς. Ἔκαμε σύγχυσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς σφάλμα ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἔκαμε δὲ τὰς ἑξῆς σκέψεις· «ἐπειδὴ ἡ προκειμένη αἴτησις ἀπορριπτέα τυγχάνει ἐλλείψει ἐννόμου συμφέροντος, ὅτι τοιοῦτον συμφέρον δὲν δεικνύει ὁ αἰτῶν, ἀλλὰ μόνον συμφέρον ἔχει καὶ ἐπιζητεῖ ὁ αἰτῶν ἵνα ἀνακηρυχθῇ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν ἐρχόμενος, ἵνα ἐπιτυγχάνῃ περισσοτέρας παροχὰς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κλπ.» (αἴσθησις).
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι κακόηθες.
§150ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἰσαγγελεύς;
§151Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὁ κ. Γερακάρης, ὁ νῦν ἐν Ἀθήναις.
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅσῳ καὶ ἂν προκαλῶσι, κύριοι Βουλευταί, τὴν θυμηδίαν καὶ τὸν γέλωτα τὰ διάφορα περιστατικὰ τῶν διαφόρων ἀποφάσεων τινῶν τῶν κ. κ. δικαστῶν, εἶναι θλιβερὸν ὅμως ὅταν οἱ κύριοι συντελῶσι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Βλέπομεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτονται περὶ τῶν αἱρετῶν ἀξιωμάτων καὶ καταλήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα δι’ ὅλων τῶν ἀποφάσεών των, ἵνα δημιουργήσωσι πράγματι τὴν τυραννίαν τὴν ὁποίαν κολακεύονται ὅτι ἀσκοῦσι, καὶ βεβαίως εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, κατάργησις τῶν αἱρετῶν ἀξιωμάτων, ὅταν ἀποφάσεις δικαστικαὶ οὕτω κρίνουσαι περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς βλέπουσι τὸ φῶς, ὡς ἡ ἀπόφασις περὶ ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν προηγουμένως νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Διότι, ὅταν οἱ δικασταὶ λέγωσιν εἰς τὸν Α «δὲν σὲ ἀνακηρύσσω ὑποψήφιον» καὶ ὅταν κατόπιν καλοῦνται νὰ κρίνωσι, λέγουσι, «καὶ ἂν κακῶς δὲν σὲ ἀνεκήρυξα, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, διότι δὲν θὰ ἐπετύγχανες», εἶναι βέβαιον ὅτι σφετερίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Ἴσως δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αὐτὰ εἶναι συμπτώματα· αὐτὰ εἶναι ἐλάχιστα καὶ ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ κράτει ἡμῶν βαίνει καλῶς. Θὰ μοὶ ἦτο ἀπείρως εὐχάριστον, ἂν ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τοῦτο. Θὰ μοὶ ἦτο εὐχάριστον, ἂν ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι μόνον σύμπτωσις εἶναι ἡ ἀπόφασις περὶ τοῦ δήμου Λετρίνων ἢ ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Κανναβοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι συμπτώματα· τείνουσι νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν γενικότητα, τείνουσι νὰ γίνωσι πολὺ γενικά, διότι μετὰ μεγάλης ἀδιαφορίας κρίνουσι τινὲς τῶν κ. κ. δικαστῶν. Ἰδίως, προκειμένου περὶ ἐκλογικῶν, δεικνύουσι μεγίστην ἀδιαφορίαν καὶ τάσιν σφετερισμοῦ τῆς ἐξουσίας τοῦ λαοῦ καὶ τάσιν νὰ προσπαθῶσιν αὐτοὶ νὰ διορίζωσι τοὺς μέλλοντας νὰ ἀσκήσωσιν αἱρετὰ ἀξιώματα εἴτε δημάρχους εἴτε Βουλευτάς· ὅταν δὲ ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, εἶναι κίνδυνος τὸν ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην πρέπει νὰ αἰσθανθῇ αὐτὸ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει πράγματι τὸ Κράτος. Ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἀντιπροσωπεύει τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτῶν, διότι κινδυνεύουσι πράγματι αὗται ἐκ τῆς τρίτης ἐξουσίας. Ἀναγνωρίζουσι καὶ αὐτοὶ καὶ λέγουσιν ὅτι ἀποτελοῦσιν ἐξουσίαν καὶ ὄντως ἀποτελοῦσι τὴν τρίτην πραγματικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ διὰ τῶν πράξεών των θέλουσι ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ ἰδική των ἐξουσία εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἄλλης, ἀνωτέρα τῆς νομοθετικῆς, ἀνωτέρα τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἐὰν πείθησθε ὅτι ταῦτα τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι ὁπωσδήποτε πραγματικά, ὀφείλετε νὰ μὴ μὲ ἐλέγχητε διὰ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔδωκα κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ συντελέσητε πάσῃ δυνάμει, ὡς πάντοτε συνετελέσατε, διὰ νὰ εὕρωμεν τρόπον πῶς θ’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν τυραννίαν, ἐὰν πράγματι εἶναι τοιαύτη. Ἐάν, λέγω, ἔχουσιν ὑπόστασίν τινα καὶ εἶναι πραγματικά, ἀσχέτως κόμματος, ἀσχέτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ὡς πολιτικὸν Σῶμα, ὡς Βουλή, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὡρισμένων προσώπων δικαστικῶν· οὐδ’ ὁμιλῶ ἀκόμη καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο οὐδὲ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου· δὲν μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου Λετρίνων, ἀλλὰ θλίβομαι μόνον διὰ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης καὶ αἰσθάνομαι τοὺς κινδύνους καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὁμιλῶ. Καὶ ἐὰν ἦσαν μόνον δύο, τρεῖς, πέντε δικασταὶ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο, ὡς ἐσκέφθησαν οἱ δικασταὶ οὗτοι, θὰ ἦσαν αὐτοὶ καὶ μόνον ἀνάξιοι. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ τὸ ᾐσθάνθησαν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν; Αἰσθάνονται οὗτοι τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, ὅταν εὑρίσκωνται δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουσι καὶ δεικνύουσι τάσιν νὰ καταργήσωσιν αὐτὴν τὴν νόμιμον σύστασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ὅταν δεικνύωσι τάσιν οἱ δικασταὶ οὗτοι νὰ καταργήσωσι τὸ αἱρετὸν δικαίωμα τοῦ λαοῦ, συγκινοῦνται ἆρά γε οἱ ἁρμόδιοι; Ἐὰν συνεκινοῦντο, θὰ ἐδείκνυον εἰς τὸν κόσμον ὅτι αὐτοὶ ἐπελήφθησαν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν καὶ οἱ δικασταί, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ καταργήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὕψιστον τοῦ λαοῦ, ἐτιμωρήθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν πρεπόντως καὶ δικαίως.
§153Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀπεπέμφθησαν ἀπὸ τοῦ Σώματος.
§154Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως· δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ τιμωρία, οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἀποπομπὴ οὐδὲ μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν φύγῃ ὁ Α ἢ ὁ Β δικαστής· ὁμιλῶ ἀπὸ περιωπῆς καὶ γενικῶς, διότι θὰ καταντήσωμεν νὰ τάξωμεν μερικοὶ σκοπὸν τοῦ βίου μας τὴν ἀπολύτρωσιν ἐκ τῆς τυραννίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐδημιουργήσαμεν εἰς βάρος ἡμῶν αὐτῶν, εἰς βάρος τῆς κεφαλῆς μας. Ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ μόνον εἶναι ἀνάξιοι, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν ὅμως δὲν συγκινῶσι τοὺς προϊσταμένους, ἐὰν δὲν συγκινῶσι τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐπίβλεψιν τῆς δικαιοσύνης αἱ τοιαῦται παρανομίαι, ἐὰν δὲν συγκινῶσιν αὐτούς, ὅταν βλέπωσι τάσιν πρὸς κατάργησιν τοῦ πολιτεύματος, τότε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω μεθ’ ὅλην τὴν θλίψιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ εἰς τὴν ἀνωτάτην ἱεραρχίαν, ἐὰν ἐπληροφορήθησαν τὰ πράγματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν, καὶ δὲν ἔλαβον τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβωσι. (Φωναί εὖγε, εὖγε). Καὶ λυποῦμαι, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καίτοι ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὸν ἐγχώριον τύπον καὶ διάφοροι ἔγκριτοι νομικοὶ ἐξέφερον ὁμόθυμον γνώμην διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου— ἂν καὶ δὲν ἀπαιτεῖται ἑρμηνεία νόμου, ἀλλ’ ἁπλῆ ἱκανότης πρὸς ἀνάγνωσιν— καίτοι λέγω ὅλοι ἐξέφερον ὁμόθυμον γνώμην, δὲν ἤκουσα μέχρι σήμερον ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου συνεκινήθη διὰ τὰς οὑτωσὶν ἐκδιδομένας ἀποφάσεις καὶ ἐὰν ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν τῶν ἐκδιδόντων ταύτας· μὲ ἐνδιαφέρει ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν πάντες, τὸν ὁποῖον διατρέχει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα ἐκ τῆς οὑτωσὶν ἀντιλήψεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν.
§155Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Συνέπεια τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, τῆς ἐκδοθείσης ἐν Μεσολογγίῳ, ὑπῆρξεν ἡ προαγωγὴ τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ ἀμέσως.
§156Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδημιουργήθη, Κύριοι, μία τάσις παρὰ τοῖς ἀνθρώποις αὐτοῖς —ὑπάρχουσι καὶ ἔντιμοι ἐξαιρέσεις, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ— ἐδημιουργήθη, λέγω, μία τάσις παρ’ αὐτοῖς ἐγωϊστική, ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνον εἶναι ἡ μόνη ἐξουσία τοῦ τόπου, ἡ μόνη ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ σκέπτηται περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ ἁπλοῦ δικαίου, οὐχὶ ὅπως ἡμεῖς νομοθετοῦμεν ἐδῶ, οὐχὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ὅπως θέλουσι καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνονται αὐτοί.
§157Ν. ΞΗΡΟΣ. Δημιουργοῦσι νόμους!
§158Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως δημιουργοῦσι νόμους, δημιουργοῦσιν ἀκόμη δικαστικὰς ἀντιλήψεις. Δὲν ἀναγνωρίζουσιν οὐδὲ πολιτικὴν Κράτους. Φθάνουσιν Ἕλληνες δικασταὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίζωσιν ἀκόμη οὐδὲ ἐθνικὴν πολιτικὴν οὔτε συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν λέγωσιν ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι πολύ, πολὺ ἀνωτέρα τοῦ ἁπλοῦ Κράτους, ὡς καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡσὰν τοὺς ἐκάλει τὸ Κράτος νὰ δικάσωσι μεταξὺ τῶν ἰδικῶν του συμφερόντων καὶ τῶν ἄλλων. Καὶ τὸ λέγουσιν οἱ Ἕλληνες δικασταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι κεκλημένοι νὰ ἀπονείμωσι τὴν δικαιοσύνην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, λησμονοῦντες ὅτι ἀπονέμουσι τὴν δικαιοσύνην ἐν ὀνόματι ἄλλων, νομίζουσιν ὅτι ἀπονέμουσιν αὐτὴν ἐν ὀνόματι ἑαυτῶν! Νομίζουσιν ὅτι εἶναι κεκλημένοι νὰ ἀπονέμωσι τὸ δίκαιον ἀπὸ κληρονομικοῦ τινος δικαιώματος ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου, ἀπὸ Θεοῦ! Διὰ νὰ ἴδητε δέ, κύριοι Βουλευταί, μετὰ πόσης ἀδιαφορίας σκέπτονται αὐτοὶ οἱ κύριοι καὶ πόσον ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ αἱρετὰ αὐτὰ ἀξιώματα, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἓν ἐλαφρὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγώ, διότι καὶ τοῦτο εἶναι χαρακτηριστικόν. Ὑπηρετεῖ εἰς τὸν στρατὸν δικηγόρος ἐκ Πύργου, ἀπαλλαγεὶς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1902, μακρὰν τοῦ Πύργου εὑρισκόμενος, ὅστις προετάθη ὑπὸ συμπολιτῶν του ὡς ὑποψήφιος δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἐξελέγη μεταξὺ τῶν πρώτων. Οἱ κύριοι δικασταὶ ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον συσκέπτονται καὶ ἀποφασίζουσιν· εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσιν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί, ὁ δὲ νόμος περὶ κοινοτήτων ἐπαναλαμβάνει τὸ αὐτό, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσιν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί!
§159Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Συνέβη καὶ εἰς τὴν Λευκάδα αὐτό.
§160Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσιν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί, πρὶν παραιτηθῶσιν! Ἆρα ὁ στρατιώτης τοῦ 1912, ὁ ἔφεδρος, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ πρὶν τὴν παραίτησίν του!! (Ἰλαρότης). Σᾶς ὑπέβαλε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, παραίτησιν καὶ δὲν τὴν ἐδέχθητε; (Γέλωτες). Καὶ οὕτως ἡ πόλις μου ἔχασεν ἕνα σύμβουλον. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, μὲ πόσην οἱ κύριοι αὐτοὶ εὐαισθησίαν διϋλίζουσι τὸν κώνωπα καὶ κρίνουσι λεπτότατα πράγματα, προκειμένου περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιώτου, διὰ νὰ ἐκλεγῇ οὗτος δημοτικὸς σύμβουλος· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Δημάρχου, οἱ τόσον εὐαίσθητοι γίνονται ἀναίσθητοι. Ἐκεῖ δὲν βλέπουσι τὸν νόμον, τὴν χονδροειδῆ αὐτοῦ παραβίασιν, μόνον τὰ λεπτὰ πράγματα ἐξετάζουσι, καὶ ταῦτα οὐχὶ κατὰ νόμον. Ἐπίσης ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει ἐθεώρησαν ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν δημοτικῶν συμβούλων ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι ἄμισθοι πάρεδροι τοῦ Εἰρηνοδικείου ἢ Πρωτοδικείου. Πολὺ καλά! Δυνατὸν νὰ εἶναι τοῦτο λόγος ἀκυρότητος. Διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως ὅμως ἐπικυρώνουσι τὴν ἐκλογὴν δημοτικοῦ συμβούλου καὶ ἀναγνωρίζουσιν αὐτὸν δημοτικὸν σύμβουλον, ἐνῷ καὶ οὗτος εἶναι ἄμισθος πάρεδρος τοῦ Πρωτοδικείου καὶ συνεργάζεται μετ’ αὐτῶν.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν;
§162Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν!
§163ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε τοὺς δικαστὰς αὐτούς!
§164Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τί νὰ τοὺς κάμω νὰ τοὺς ὀνομάσω; Δὲν θὰ καταστραφῇ, κύριε Συνάδελφε, ἡ πόλις τοῦ Πύργου, ἐὰν ἐκλεγῇ ὁ Α ἢ ὁ Β δημοτικὸς σύμβουλος, ἴσως οὔτε καὶ ὁ Δήμαρχος. Ἀλλ’ ἐὰν λέγω τὰ πράγματα αὐτά, τὰ λέγω διὰ νὰ καταδείξω ποῦ εὑρισκόμεθα σήμερον μὲ τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἂν πρέπῃ νὰ λάβωμεν μέτρα ῥιζικὰ καὶ ἂν πρέπῃ νὰ σκεφθῶμεν κἄπως διαφορετικώτερον. Ἠσφαλίσαμεν τοὺς κυρίους αὐτοὺς ἀπείρως, διὰ συμβόλων πολλῶν, δι’ ἀμεταθέτου, δι’ αὐξήσεως μισθοδοσίας, ἀλλ’ ἀτυχῶς διά τινας ἐξ αὐτῶν ταῦτα πάντα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἀμβλύνωσι τὴν διάνοιαν αὐτῶν. Ἄλλοτε ὑπῆρχον δικασταί, ἐπὶ Ὄθωνος ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε τὴν ἰσοβιότητα ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἦσαν πολὺ καλλίτεροι δικασταί. Κατόπιν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκλογὴ τοῦ ποιοῦ τῶν δικαστῶν καὶ κατελήξαμεν εἰς τὰ ἄτοπα εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν· ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, κατελήξαμεν εἰς πολὺ χειρότερα ἄτοπα. Τελευτῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω καὶ ἐλέγχω ὑμᾶς, ἂν μέχρι σήμερον παρελείψατε νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, διότι δὲν μοὶ μένει ἄλλο τι νὰ πράξω παρὰ νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον διὰ νὰ ἀκουσθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖάν μου λύπην, ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔχει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του, προκειμένου περὶ τοιούτων παρανομιῶν καὶ τοιούτων αὐθαιρέτων πράξεων.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συζήτησις τῇ αἰτήσει δέκα συναδέλφων ἐγενικεύθη. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§166Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα, διότι ἐξηντλήθη ἡ Βουλή. Ἔχομεν καὶ ἄλλα θέματα πρὸς συζήτησιν ἀπόψε.
§167Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ.
§168Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι παρέβησαν τὰ καθήκοντά των οἱ δικασταί; Ναὶ ἢ οὔ;
§169Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). — Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον ὅτι ἐζήτησα τὰς ἀποφάσεις, ἵνα ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας· ἐδήλωσα ἐπίσης ἀπ’ ἀρχῆς ὅτι πᾶσαν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν μοὶ παρέχει ὁ νόμος θὰ ἐξασκήσω, ἀφοῦ δυνηθῶ νὰ συγκεντρώσω ὅλα τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων πρωτίστη βάσις θὰ εἶναι αὐταὶ αὗται αἱ ἀποφάσεις καθὼς καὶ τὰ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων μέλλοντα νὰ προκύψωσι γεγονότα. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν μοὶ μένει ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τῆς ἀποφάσεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν ἔκτασιν, ἣν ἀποδίδει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ τελευταῖος ὁμιλήσας, ὡς πρὸς τὸν κίνδυνον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἴσως θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος ὁ φόβος περὶ τοιούτου κινδύνου, ἂν ἔβλεπεν ὅτι τοιαῦται πράξεις ἔμενον ἀκαταδίωκτοι, ἂν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ ἴσως τὸ κριτήριον τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς, ἴδῃ ὅτι αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ παρέλειψαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου θὰ προκαλέσῃ αὐτοὺς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§170Λ. ΝΑΚΟΣ. Θὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ὥστε ἡσυχάσατε.
§171Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ ἕτερον παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας δὲν βλέπω παντελῶς πρόθεσιν μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν ἐγένετο λογιστικὸν λάθος καὶ ἐμειώθησαν κατὰ χιλίας αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, γενομένης δὲ αἰτήσεως περὶ διορθώσεως εἶπε τὸ δικαστήριον «ὅτι δὲν ἔχω ἔννομον συμφέρον, διότι οὕτως ἢ ἄλλως εἶναι ἐπιτυχών, «εἶναι μία σκέψις, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐσφαλμένη. Ἂν συνωδεύθη διὰ τῶν αἰτιολογιῶν, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ ἕτερος κ. Συνάδελφος, βεβαίως ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ ἐπεμβῶ, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχω γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς αἰτιολογίας αὐτῆς. Ἀντιθέτως δὲ ἔχομεν δεδομένον ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐπανειλημμένως ἀνεκάλεσεν ἀποφάσεις του, δι’ ἐσφαλμένον ὑπολογισμὸν ψήφων, ἀναγομένων εἰς τοὺς ὑποψηφίους κ. κ. Λυγινὸν καὶ Καλλιφρονᾶν. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς κίνδυνόν τινα τῆς νομοθετικῆς ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν διαβλέπω. Χωρὶς ἐπίσης νὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἶναι πάντες εἰς τὴν περιωπὴν αὐτῶν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐξευτελίζηται τὸ σῶμα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ εὐσυνειδήτως ἐνεργοῦντες νὰ παρουσιάζωνται ὡς ἐξαιρέσεις. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ οἱ παρεκτρεπόμενοι· καὶ δι’ αὐτὸ Τὸ ἐζήτησα καὶ ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ δίδοται εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα καταδιώξεως τῶν ἀδικούντων ἐντὸς πάντοτε τῶν συνταγματικῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσαν τὰ πάντα εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ παρ’ αὐτοῖς συγκροτούμενον Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὁπωσδήποτε δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι συμμερίζομαι τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν γεγονότα. Ἐπὶ τῶν γεγονότων, ἐφ’ ὅσον μοὶ ὑποβληθῶσι τοιαῦτα, εὐχαρίστως θέλω συζητήσει. Ἐννοεῖται ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν προκαλέσασαν τὴν συζήτησιν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι θέλω ἐνεργήσει πᾶν ὅ,τι κρίνω ἀναγκαῖον ἐκ τῶν καθηκόντων μου.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης.
§173Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Συνάδελφοι κατήγγειλαν τοὺς δικαστὰς Πύργου, διότι δὲν ἀνεκήρυξαν ὑποψήφιον νομίμως προταθέντα ὑπὸ τῶν ἐκλογέων. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταγγείλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος ἀνεκήρυξεν ὑποψήφιον κοινοτικὸν σύμβουλον μὴ ἔχοντα τὰ νόμιμα προσόντα, καὶ ὅστις οὐ μόνον ἀνεκήρυξε τὸν ὑποψήφιον τοῦτον ἀλλ’ ἐπεκύρωσε καὶ τὴν ἐκλογήν του. Τὰ τῶν κοινοτικῶν ἐκλογῶν, κύριοι Βουλευταί, ῥυθμίζονται ὑπὸ τῶν νόμων ΔΝΖʹ καὶ ΔΡΙΖʹ. Κατὰ τὸν δεύτερον νόμον τροποποιήσαντα τὸ ἄρθρον 148 τοῦ πρώτου, διὰ μὲν τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημάρχου δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἰδιότης τοῦ ἐκλογέως, διὰ τοὺς παρέδρους ὅμως καὶ τοὺς δημοτικοὺς καὶ κοινοτικοὺς συμβούλους ἀπαιτεῖται ἡ ἰδιότης τοῦ ἐκλογέως. Εἰς τὴν κοινότητα Μεγαλουπόλεως, κύριε Ὑπουργέ, προετάθη ὑποψήφιος μὴ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Τὸν ὑποψήφιον τοῦτον ἀνεκήρυξε κακῶς καὶ παρανόμως ὁ Εἰρηνοδίκης Μεγαλουπόλεως καὶ ὅταν ἐζητήθη ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς ἐπεκύρωσε ταύτην. Κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐγένοντο ἐνστάσεις ἐκ μέρους διαφόρων πολιτῶν, ἐνστάσεις διατυπωθεῖσαι εἰς τὰ πρακτικά, ἐνισχυθεῖσαι προφορικῶς καὶ γραπτῶς δι’ ὑπομνήματος. Ὁ κ. Εἰρηνοδίκης, ὅταν παρουσιάσθησαν οἱ ἐνιστάμενοι μὲ τὰ ὑπομνήματα, τοὺς ἀπέπεμψεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ δεχθῇ ὑπομνήματα, ὅταν δὲ διεμαρτυρήθησαν καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ κοινοποιήσωσι τὸ ὑπόμνημα διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὁ Εἰρηνοδίκης τοῖς εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ τὴν ἄγουσαν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, ἐξέδωκε δὲ ἀπόφασιν ἐπικυροῦσαν τὴν ἐκλογὴν στηριχθεὶς εἰς τὸ ἄρθρον 132 τοῦ νόμου, καθ’ ὃ ὁ νυμφευόμενος εἰς ἕνα δῆμον ἢ μίαν κοινότητα ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ δημότου δήμου ἢ κοινότητός τινός. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 132 δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκτήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, ἀλλὰ περὶ τῆς κτήσεως τῆς δημοτικότητος, καθορίζον οὕτω ζήτημα ἐντελῶς διάφορον τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, ὅπερ εἶναι πάντη διάφορον τοῦ τῆς δημοτικότητος, διότι δυνατὸν νὰ εἶναί τις δημότης δήμου τινὸς ἢ κοινότητος, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι καὶ ἐκλογεύς· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἐκλογεὺς ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἐκλογέως, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐκλόγιμος δύναται νὰ εἶναι. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ Εἰρηνοδίκης ἐπεκύρωσε τὴν τοιαύτην ἄκυρον ἐκλογήν. Ἀτυχῶς ἡ ἀπόφασις δὲν ὑπόκειται εἰς ἔνδικον μέσον. Ἕν μόνον μένει εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταβάλητε πᾶσαν ἐνέργειαν, ἵνα ζητηθῇ ἡ ἀναίρεσις ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἥτις ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλο τι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, θὰ ἔχῃ καλὸν διὰ τὸ μέλλον. Συγχρόνως δέον νὰ ζητηθῇ ἡ τιμωρία ἢ καὶ ἡ ἀποπομπὴ τοῦ Εἰρηνοδίκου τοῦ ἐκδώσαντος φετφάδες τοιούτους, οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται εἰς τοὺς νόμους καὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ καταστρέφωσιν αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκείνου περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀπόφασίν του κατὰ τῆς ὁποίας παρεπονέθη ὁ εἷς διάδικος, διότι ἐξέδωκε τοιαύτην ἀπόφασιν, τῷ εἶπε· «τί νὰ σοῦ κάμω; ἂς μὲ ἔπαιρνες σύ». Παρακαλῶ κ. Ὑπουργὲ νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι νομίσητε πρέπον, καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον, ἵνα χάριν τοῦ δικαίου ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀναίρεσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑπὲρ τοῦ νόμου ἢ νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως.
§174Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶμαι ἀντιθέτως σύμφωνος πρὸς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ δὲ ὅτι δὲν εἴμεθα ὥριμοι διὰ τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ὅτι προώρως ἀπεδόθη τοιαύτη ἀνεξαρτησία εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι διὰ τοῦτο. Θὰ εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζομεν ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία ἡμῶν ἔχουσι φθάσει εἰς τὴν περιωπὴν καθ’ ἣν δύνανται τελείως νὰ λειτουργῶσιν ἐν πάσῃ ἀνεξαρτησίᾳ, εἶναι θεωρίαι, θεωρίαι ὅμως αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ καρποφορήσωσιν εἰς κοινωνίας μὴ προηγμένας, καὶ δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εὐσυνειδήτως καὶ ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσι τοιοῦτοι θεσμοί. Ταῦτα περὶ τούτου· θὰ ψηφίσω δὲ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς περιστολὴν τῆς ἀκράτου ἐκείνης ἀνεξαρτησίας ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, διότι ἐδῶ ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἄλλην θέσιν ἔχει εἰμὴ τὴν θέσιν τοῦ διεκπεραιωτοῦ Σώματος ἐντελῶς ἀνευθύνου. Σκοπός μου λαβόντος τὸν λόγον δὲν ἦτο τοῦτο, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν σκέψεις τινὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Πύργου, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἴδω ὅτι, δυστυχῶς διὰ τοὺς ἀποτυχόντας συναδέλφους δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς παρεστάθησαν. Τὸ δικαστήριον δὲν προέβη αὐθαιρέτως εἰς τὴν μὴ ἀνακήρυξιν τῶν ὑποψηφίων. Ὡς γνωρίζετε, τὸ ἄρθρον 148 τοῦ ἀρχικοῦ νόμου ἀνέφερε τὰ ἑξῆς· «τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένοι δημόται οἱ συμπληρώσαντες τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των». Ἐκρίθη ἀναγκαῖον, δηλ. δὲν ἦτο ἀνάγκη, ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ἡ διάταξις αὕτη νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο καὶ ἐτροποποιήθη, ὅτι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις δήμαρχος ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ πρὸς τούτοις τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐνῷ δὲ τοῦτο ἐτροποποιήθη, δὲν ἐτροποποιήθη ἡ κατωτέρω διάταξις, ἐν ᾗ ἀναγράφεται τὸ ἑξῆς· «τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου καὶ τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένοι δημόται, οἱ συμπληρώσαντες τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των». Τί προέκυψε δέ; Ἡ ἑξῆς ἑρμηνεία· ὅτι διὰ νὰ ἐκτεθῇ τις δήμαρχος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι οὔτε δημότης οὔτε ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ ὅμως πάρεδρος ἢ σύμβουλος πρέπει νὰ εἶναι. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Πύργου εἶχε προταθῆ ὁ κ. Μερκούρης. Ἀλλ’ ὁ Μερκούρης δὲν εἶναι δημότης· δὲν ἦτο δὲ καὶ ἐκλογεύς. Ἐπὶ πλέον, ἐκ τῶν τριῶν οἵτινες ἐπρότειναν αὐτὸν ὡς ὑποψήφιον ὁ εἷς δὲν ἦτο ἐκλογεύς.
§175Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ βεβαιοῖ ἡ ἀπόφασις αὐτό;
§176Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ σᾶς δώσω πᾶσαν ἐξήγησιν περιμείνατε. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς περὶ τὰ διοικητικὰ ἀσχολουμένους ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν δύναται τὸ δικαστήριον νὰ ἐξετάσῃ τὰ προσόντα τοῦ ὑποψηφίου, εἶναι παρ’ ἡμῖν φιλονικούμενον. Τὰ μὲν δικαστήρια τῶν Πρωτοδικῶν, ἰδίως δὲ τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, ἀπεφάνθησαν ὅτι δὲν δύναται. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν προταθῇ, πρέπει νὰ ἀνακηρυχθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν ἔχοντος μόνον τελείως τυπικὴν δικαιοδοσίαν. Ἐναντίον τῆς γνώμης ταύτης ἔχει γράψει ἐκτενῶς ὁ καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ κ. Γ. Ἀγγελόπουλος. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι οἱ δικασταὶ Πύργου ἐφρόνουν τὰ τῆς δευτέρας γνώμης, τὰ τῆς γνώμης τοῦ Ἀγγελοπούλου, καὶ ἐνόμισαν ἴσως, παριδόντες τὸν νόμον ὅστις ἐτροποποίησε τὸ σχετικὸν ἄρθρον 148, ἐνόμισαν ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποκλείσωσιν ἐκ τῆς ὑποψηφιότητος τὸν κ. Μερκούρην ὅστις πραγματικῶς οὔτε δημότης εἶναι Λετρίνων, δηλ. Πύργου, οὔτε ἐκλογεύς, καὶ οὕτω πως παρουσιάσθη ἐν πρώτοις καὶ κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς, καὶ ὁ ἄλλος λόγος δηλ., ὅτι δὲν εἶχε προταθῆ ὑπὸ τριῶν ἐκλογέων.
§177Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις αὐτό;
§178Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι δὲν τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις.
§179Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὸ λέγει, ἀλλ’ ὑπῆρχε τὸ ἐλάττωμα, διότι ὁ Θεοχάρης τὸν ὁποῖον γνωρίζετε σεῖς καλλίτερον ἐμοῦ, εἶναι ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς ὁ ὁποῖος εἶναι φανοποιὸς καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κἂν ἐγγραφῆ εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων.
§180Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§181Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ὅμως βεβαιωμένον καὶ πιστοποιημένον. Ἀφήσατε, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ λέγω ἐδῶ εἶναι βεβαιωμένα καὶ πιστοποιημένα. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ἐνοχλῆσθε, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀποφανθῶ οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά.
§182Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐνοχλούμεθα, διότι ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀνέκκλητος· οὐδεμίαν δὲ ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δημάρχου ὁ ὁποῖος ἔλαβε 500 ψήφους ἐπὶ 2000.
§183Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶσθε σύμφωνοι, διότι ἂν εἴχετε εἰς τὰς διαταγάς σας 2000 ψήφων πῶς ἀφήσατε νὰ σᾶς πάρωσι τὴν ἐκλογὴν μὲ 500 ψήφους; Τὸ ζήτημα λοιπόν, ἐὰν ὑπῆρχε νόμιμος πρότασις, δὲν φαίνεται ὅτι ἐξητάσθη ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀνακηρύξεως. Φαίνεται εἰς ἓν ἐκ τῶν σκεπτικῶν ὅτι πᾶσαι αἱ λοιπαὶ αἰτήσεις φέρουσι τὰ προσόντα πλὴν τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν προκύπτει ὅτι εἰδικῶς ἐξητάσθη. Ἦλθε λοιπὸν τὸ ζήτημα μετὰ τὴν ἐκλογὴν ὡς ἑξῆς· εἶναι ἄκυρος ἡ ἀπόφασις τῆς ἀνακηρύξεως καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἐκλογή, διότι καίτοι ὀρθὴ ἐν τῷ διατακτικῷ εἶναι ἐσφαλμένη ἐν τῷ σκεπτικῷ; Καὶ ἀποτελεῖ ἡ ἀνακήρυξις αὐτοτελῆ ἐνέργειαν καὶ αὐτοτελῆ πρᾶξιν ἀπρόσβλητον εἰς τρόπον ὥστε τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ; Νομίζω καὶ σεῖς, ἐὰν εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἴσως εἰς τὸ αὐτὸ θὰ ἐφθάνατε συμπέρασμα. Τώρα εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἀπόφασις νὰ ἔχῃ ἐσφαλμένας σκέψεις, ἀλλ’ ὅτι τὸ διατακτικόν της εἶναι ὀρθόν, δὲν πιστεύω νὰ ἔχωσιν ἀμφιβολίαν οὔτε οἱ κύριοι ἀντιλέγοντες, ἀφοῦ ἡ πρότασις ἦτο προφανῶς ἐλλιπής. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἱστορικονομικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, τὸ τῆς θέσεως τῶν δικαστῶν παρ’ ἡμῖν, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος καὶ θὰ συμπράξω μεθ’ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς πᾶσαν πρότασιν τείνουσαν εἰς περιστολὴν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν χειροτερεύει.
§184Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος πρό τινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ῥέπουλης ὁμιλῶν ἐξήρθη εἰς τὸ ὕψος ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ ἐβροντοφώνησεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι πάντες πρέπει νὰ προσέχωμεν μήπως πέσῃ ἓν θῦμα, ὁ πάντων βασιλεύς, ὁ νόμος. Καὶ θὰ ἠξίουν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πράγματι νομομαθῆ καὶ ἄνδρα χαρακτῆρος, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως, προτοῦ ἡ ὑπόθεσις ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ τί ἔπραξε χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ χάριν τοῦ τρωθέντος νόμου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἐπισήμως τῆς ἀποφάσεως καὶ πάντων τῶν σχετικῶν καὶ συναφῶν μὲ τὴν ἀπόφασιν. Ἔχω, Κύριοι, ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀταξίας ἡ ὁποία ἐπεκράτησε κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τόσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσιαστικῆς, ὅσον καὶ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς, θὰ καταφέρῃ καίριον πλῆγμα κατὰ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἠσέβησαν πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸν νόμον ὅσον καὶ πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν ὄχι μόνον τιμωρῶν αὐτοὺς πειθαρχικῶς, ἀλλὰ καὶ γενόμενος εἰσηγητὴς νομοθετικοῦ μέτρου διὰ τὴν πλαστογραφίαν ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἔλαβεν ὁρμωμένη ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς κοινωνίας μέτρα τινὰ τείνοντα εἰς τὴν περιφρούρησιν τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ἀπὸ τῆς βουλευτοκρατίας, διότι ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς οἱ δικασταὶ ἦσαν ὑπηρέται τῶν ὑπηρετριῶν τῆς ἰσχυούσης μερίδος. Ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δὲν δικαιολογοῦσι ποσῶς τοὺς δικαστὰς νὰ διαπράττωσιν ἀτασθαλίας κατὰ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πρὸ αὐτῶν νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν εὐλαβῶς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ἔλαβον χώραν τοιαῦται ἀτασθαλίαι ἐν τῇ ἐξελέγξει τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὥστε ἐσχημάτισα ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε. Εὔχομαι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὁποίου πράγματι ἡ ἐντιμότης καὶ ἡ ἔφεσις, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης, εἶναι γνωστή, εὔχομαι, λέγω, νὰ ἐπιληφθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ τὴν δικαιοσύνην νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὸν τρωθέντα νόμον νὰ ἐπουλώσῃ.
§185Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας κ. Κροκιδᾶς, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον ἀκριβῶς, ἵνα διορθώσω ἀνακρίβειάν τινα εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ πλάνην περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, διότι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰς ἀποφάσεις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶπον ὅτι, ἐὰν ἀπετάθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐλέγξω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, δὲν ἔπραξα τοῦτο οὔτε τὸ ἐσχέτισα κἄν μὲ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν οὔτε μὲ τὸ ἀποτέλεσμά του. Ἡ πρώτη ἀναφερθεῖσα παρ’ ἐμοῦ ἀπόφασις ἐκδοθεῖσα κατὰ πλάνην ἢ κατ’ ἄγνοιαν τοῦ νόμου οὐδὲν ἄλλο ἀναφέρει εἰμὴ ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀνακηρυχθῇ ὁ Μερκούρης, διότι εἷς ἐκ τῶν προτεινάντων αὐτὸν δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Οὔτε ἄρνησις ἀναφέρεται τῆς ὑπογραφῆς τοῦ προτείναντος οὔτε ἄλλο τι. Καὶ κατὰ τοῦτο ὁ εἰσηγηθεὶς εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον ὅτι ἡ ἀπόφασις περιέχει ἄλλους λόγους δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, καθόσον εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν ἀκυρωτικὴν ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς προεβλήθη ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἐλαττώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ ἀπόφασις ἡ πρώτη, δὲν ἦτο ὁ προτεινόμενος ὑποψήφιος κατὰ νόμον ἐκλογεύς, εἶχε καὶ τὸ ἑξῆς ἐλάττωμα· λέγουσιν ὅτι εἷς ἐκ τῶν ψηφοφόρων δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Τοῦτο ἦτο ψευδές, διότι ὁ εἷς αὐτός, ὁ προτείνας, ὁ ὑπὸ τὸ ὄνομα Θεοχάρης, ἦτο ἐγγεγραμμένος μὲ ὡρισμένον ἀριθμόν, μὲ ἀριθμὸν μητρῴου ἀρρένων, ἐψήφισε δὲ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐκλογήν, καὶ ἐψήφισε μάλιστα καὶ τὸν ἐπιτυχόντα, διότι ἐκεῖνος ὁ ὑποψήφιος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἦτο συγγενής του καὶ δὲν θὰ τὸν ἐψήφιζεν, ἐὰν δὲν ἦτο συγγενής. Καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ λέγει ὅτι ἐψήφισε καὶ κατόπιν ἀνεκάλυψε καὶ λέγει, ὅτι αὐτὴν τὴν ἔνστασιν τὴν ἀπορρίπτει, διότι πράγματι εἶναι ἀναγεγραμμένος ὁ προτείνας εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον καὶ ὀρθῶς καὶ νομίμως ἐπρότεινε τὸν Μερκούρην καὶ κακῶς ἡ ἀπόφασις λέγει ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν τὸν ἀνεκήρυξε, μ’ ὅλα ταῦτα καίτοι δὲν τὸν ἀνεκήρυξε, δὲν θεωρεῖ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον, διότι καὶ ἂν τὸν ἀνεκήρυσσε, δὲν θὰ ἐπετύγχανεν. Αὐτὸ εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἀπόντα πολὺ φίλον μου καὶ σεβαστὸν Συνάδελφον, ὥστε νὰ τὸν πείσω, ὅτι τὸν ἐγέλασαν, διότι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰ ἔγγραφα.
§186Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἔχομεν βέβαια τὴν ἀποστολὴν νὰ κρίνωμεν τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Λετρίνων καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Συνάδελφος εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν. Ἔχομεν ὅμως μίαν ἄλλην ἀποστολήν· νὰ ἴδωμεν ἀληθῶς, ἂν τὸ Πρωτοδικεῖον Πύργου ἐπεχείρησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀσύστολον νὰ καταπατήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀληθῶς ἐπεχείρησε νὰ ὑποκαταστήσῃ ἑαυτὸ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Διότι ἐὰν δὲν ἀνεκήρυξε, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τὸν ὑποψήφιον κ. Μερκούρην, βεβαίως τὸ πρωτοδικεῖον Πύργου ὑποκατέστησεν ἑαυτὸ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς προσαγάγῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τότε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως.
§187Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Βεβαίως.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητοῦντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὁ κ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία λάβῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα ἀντιπλημμυρικὰ μέτρα διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Λεῦκα τῶν Πατρῶν, καθότι ὡς ἐκ τῶν ἐτησίων θεομηνιῶν καταστρέφονται πολλαὶ χιλιάδες σταφιδαμπέλων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχονται ἀνυπολόγιστοι ζημίαι εἰς τὸν κτηματικὸν κόσμον».
§189Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε. (Ἀναβάλλεται συναινέσει τῆς Βουλῆς).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σ. Σακελλαριάδης καὶ Σ. Τσακόπουλος «ἐρωτῶσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διατί δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ αἰτηθέντα τὴν 13 Δεκεμβρίου 1913 ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀρβυλῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν παρὰ τῶν Βουλευτῶν Τουρκοβασίλη, Σακελλαριάδου, Σεραφεὶμ καὶ Τσακοπούλου.»
§191Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναπτύξεως.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τοὺς κ. ἐπερωτῶντας ὅτι ἐλπίζω νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὴν προσεχῆ Τετάρτην· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνῃ συζήτησις τὴν προσεχῆ Πέμπτην. Σήμερον μόλις ἔλαβον γνῶσιν, ὥστε θὰ δυνηθῶμεν τὴν Πέμπτην νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν ὅμως θέλητε, συζητοῦμεν τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Γ. Κατσιμπίρης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἰς ὁδοὺς καὶ τηλεφωνικὰς γραμμὰς ἀπὸ Καλαβρύτων μέχρι Μάνεσι, Πλατάνου, Φίλια, Λυκούρια, Βλασίας, Σοπωτοῦ καὶ Λειβαρτζίου, διότι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἡ ἐπαρχία αὕτη εἶναι μόνη ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἥτις εὑρίσκεται ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐπιστεύετο ὅτι ἔχει ἀποξενωθῆ τῶν συμπαθειῶν τῆς Πολιτείας, ἵνα μή τις εἴπῃ βαρυτέραν φράσιν». Προηγεῖται ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§194Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν πρόκειται περὶ συστάσεως, θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν μου. Ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔδωκα γενικῶς εἰς ὅλους τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅτι ἔχομεν δυσχερείας νὰ ὑπερνικήσωμεν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§196Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναί τι νέον, Κύριοι, ἐὰν εἴπῃ τις ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη κοινωνικὴ μᾶλλον κατεπείγουσα καὶ μᾶλλον συνδεομένη πρὸς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου προαγωγήν, αὕτη δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας. Ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εὑρίσκεται ἐν οἰκτροτάτῃ καταστάσει πρὸ τριάκοντα καὶ πέντε περίπου ἐτῶν. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁ ἀείμνηστος Ἀριστείδης Οἰκονόμου ἔλεγεν ὅτι ἡ συγκοινωνία — ὡμίλει δὲ πάντοτε καὶ εἶχεν ὡς γνώμονα τῶν σκέψεών του τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων — ὁμοιάζει πρὸς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δεικνύουσιν ἀδιαφορίαν. Ταῦτα ἔλεγεν ἡ φωτεινὴ ἐκείνη πολιτικὴ διάνοια καὶ ὑπέροχος πολιτικὴ φυσιογνωμία, ὁ ἀείμνηστος Ἀριστείδης Οἰκονόμου. Ἐὰν κανεὶς διέλθῃ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, θὰ νομίσῃ ὅτι αὕτη δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Κράτους τούτου, διότι ἡ κατάστασις αὐτῆς εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον οἰκτρὸν σημεῖον ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας, ὥστε θὰ ὑποθέσῃ τις ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ἐπαρχία αὐτὴ ἢ ἔχει ἀπομονωθῆ ἐντελῶς τῶν συμπαθειῶν τῆς Πολιτείας ἢ ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς εἶναι ὑποτελὴς εἰς τὸ Κράτος.
§197ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρωτεύει ἡ Εὐρυτανία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§198Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐπαρχίαι εἶχον διαιρεθῆ εἰς εὐνοουμένας καὶ μή, καὶ πολλαὶ τούτων ἀπερρόφων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους δι’ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον βεβαίως κατὰ μερισμὸν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, τὸ δὲ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιῆται οὕτως, ὥστε ἑκάστη ἐπαρχία νὰ χρησιμοποιῇ ἀνάλογον ποσὸν καὶ ἰδίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέβαλλεν ἡ ἐπαρχία, δυστυχῶς δὲν ἐλειτούργει, ὡς ἔδει, διότι εἰσεχώρουν πολιτικοὶ ἐνοχλοῦντες τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις δι’ ἐπερωτήσεων καὶ ἐματαίουν τὸν σκοπόν της καὶ τὴν ἀποστολήν της· διότι δὲν εἶναι κρυπτόν, Κύριοι, νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν, ὅτι ὑπῆρχε μία τάξις Βουλευτῶν ἡ ὁποία ἐτρομοκράτει τὰς Κυβερνήσεις δι’ ἐπερωτήσεων, ἵνα λαμβάνωσι περισσότερα διὰ τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἄλλη τάξις ἡ ὁποία ἐτρομοκράτει τὰς Κυβερνήσεις δι’ ἴδια προσωπικὰ ὀφέλη. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τώρα τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν κατανέμεται ἐξ ἴσου, ὥστε νὰ παρέχωνται οὕτως εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τὰ ἀγαθά του, καὶ δι’ αὐτὸ παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον, καθ’ ὃ ἐπαρχίαι τινὲς νὰ στερῶνται ἐντελῶς συγκοινωνίας, ἄλλαι δὲ νὰ νομίζωσιν ὅτι εὑρίσκονται ἐν τῷ μέσῳ τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας. Εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν πρώτην εὑρίσκεται δυστυχῶς ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων, διότι δὲν ἔχει τίποτε.
§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει τὸν ὀδοντωτὸν σιδηρόδρομον.
§200Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀνέδειξεν ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων πράγματι περιφανῆ τέκνα ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς Ὑπουργοὶ καὶ ὡς Πρωθυπουργοί, ἀλλὰ δυστυχῶς, καὶ θὰ τὸ εἴπω μετὰ πόνου, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων δὲν ἔδωκαν οὔτε τὴν προσοχὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ἐκ στοιχειώδους ἀντιλήψεως καὶ καθήκοντος, δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως τοὺς ἐτίμησε καὶ τοὺς ἀνεβίβασεν εἰς τὰ ἀνώτερα ὑπουργήματα τῆς Πολιτείας. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιλήψεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς προόδου καὶ τῆς στοιχειώδους ἀντιλήψεως νὰ δώσητε τὴν ἀνάλογον προσοχὴν καὶ εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος καλλιτέρας τύχης. Νὰ σκεφθῆτε ὅτι μεταξὺ Καλαβρύτων καὶ Ἁγίας Λαύρας, ἥτις εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς πολυτίμου παρακαταθήκης, δὲν ὑπάρχει οὔτε κἄν βατὸς δρόμος. Τί δὲ νὰ εἴπω δι’ αὐτά; Νὰ οἰκτίρω τοὺς πολιτικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἢ νὰ οἰκτίρω τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὰ τίμια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οἱ πατέρες ἡμῶν ἐκληροδότησαν.
§201Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος περιέγραψεν ἐπαρκῶς τὴν ἀθλιότητα τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἐκ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κατάγωμαι, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν σήμερον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκείνου δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ ὅλον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Συνάδελφος, διότι ἀναγνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ζητοῦμεν μόνον πρὸς τὸ παρὸν τὴν τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσι τηλέφωνα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ κ. Θεοτόκη. Ἐγένετο τηλέφωνον ἐν Λειβαρζίῳ καὶ εἰς ἄλλα τῆς ἐπαρχίας τῶν Καλαβρύτων κέντρα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνιστῶμεν θερμῶς σήμερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἓν καὶ μόνον, διότι φρονῶ ὅτι ὁ κ. Γκλαβᾶς θὰ τὸν ἐπτόησε καὶ θὰ ὑποθέτῃ ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων θὰ ζητήσῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§202Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶσθε μετριώτερος.
§203Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ εἶναι τοῦτο, ὅπως ἑνωθῶσι τηλεφωνικῶς τὸ τηλέφωνον Φίλια– Λυκούργιας, διότι εἶναι καὶ τηλέφωνα καὶ τηλεγραφεῖα εἰς πολλὰ κέντρα τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν. Νὰ ἑνωθῶσι λοιπὸν τὰ τηλέφωνα, διότι ἐν Φιλίοις πρὸ μηνὸς παρεδόθη τὸ τηλέφωνον καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν παρελήφθη τῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ ὑμῶν, διότι τὸ χωρίον Λυκούργια πρέπει νὰ προτιμηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου χωρίου τῆς ἐπαρχίας μου, καθόσον εἶναι τὸ ἀπώτατον χωρίον, τὸ ὁποῖον γειτνιάζει πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἀρκαδίας. Σημειώσατε δὲ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ στεροῦνται τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς πολλαπλᾶς αὐτῶν ἀνάγκας, εἴτε ἐμπορικὰς εἴτε ἰδιωτικάς. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι ἐγὼ ἤμην μετριόφρων καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἤδη, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ ὀλίγα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ζητῶ ἐν τῷ παρόντι βεβαίως, διότι θὰ ἤμην ὑπερβολικός, ἐὰν ὅλα τὰ ἔργα αὐτὰ ἐζήτουν νὰ γίνωσι διὰ μιᾶς· πρέπει ἄλλως νὰ μὴ ἐμπνέωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τὴν ἐλπίδα ὅτι δύνανται διὰ τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ἐπιτύχωσι τι πέρα τοῦ δυνατοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἑνώσῃ προσωρινῶς τὰ Φίλια μὲ τὸ χωρίον Λυκούργια, διότι εἶναι ὁ μεγαλείτερος πληθυσμός, οἱ δὲ ἄλλοι δῆμοι εἶναι πλησιέστερον καὶ δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, αὐτὴ ὅμως εἶναι μία ἀνάγκη λίαν ἐπείγουσα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τουλάχιστον θὰ κάμῃ ἀπαρχὴν καὶ θὰ δείξῃ ὅτι ἡ Πολιτεία μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων.
§204Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῶν ἐπερωτήσεων λαμβάνει τὸν τύπον τῆς συναλλαγῆς.
§205Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου εἶναι σεβαστή, ἀλλ’ ὀφείλει οὗτος νὰ σέβηται τὴν ἀντίληψιν τῶν ἄλλων καὶ δὴ ἐμοῦ....
§206Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ· θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις. Τὴν σέβομαι.
§207Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. .. ὁ ὁποῖος ἀείποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διέγραψα ὡρισμένον κανόνα καὶ τύπον εὐσυνείδητον κατ’ ἐμέ. Πιθανῶς νὰ τὸν θεωρῆτε σεῖς συναλλακτικόν, διότι ἐγὼ ἐσυνήθισα νὰ ζητῶ τὸ δυνατὸν γενέσθαι, ὡς ἀντιπρόσωπος δὲ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἰδικῶς, ἐξ ἧς κατάγομαι, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ σπεύσω νὰ ζητήσω τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην τὴν ἀμέσως δεομένην θεραπείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κ. Συνάδελφε, νὰ μὴ παρεξηγῆτε τοὺς λόγους μου καὶ νὰ μὴ νομίσητε ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων ἐκείνων οἵτινες συναλλάσσονται. Ἐγὼ εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγενόμην Βουλευτὴς κατέφυγον εἰς ἰδιαιτέρας ἀπαιτήσεις καὶ παρακλήσεις. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐνδεικνύῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἡ ὑπηρεσία, ὅπως θεραπεύωνται αἱ ἀμεσώτεραι ἀνάγκαι τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν. Ἐγὼ δὲ ἴσως ὁμιλῶν οὕτως βεβαίως ἐκτίθεμαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀγάπην τῶν συμπολιτῶν μου ὡς μὴ ποιῶν δῆθεν αὐτούς, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάρρος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀρκετὰ εὐφυεῖς οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας μου νὰ ἐννοῶσιν ὅτι, ἐὰν ζητῶ μόνον ταῦτα, μὲ κάμνει ἡ ἀνάγκη.
§208Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος.
§210Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτων οὔτε ἠθέλησα νὰ σᾶς θίξω· εἶπον, μόνον ὅτι ὁ τρόπος τῶν παρακλήσεων δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι πρέπει νὰ ἀφήνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἐπερώτησις ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§212Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω τὴν τιμήν, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ συντάξεως ἱστορικοῦ λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς. Διὰ Βασ. Διατάγματος τοῦ 1900 συνέστη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεμελήθη τῆς συντάξεως τοῦ λεξικοῦ τούτου. Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἃ ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκθέσεων καὶ δημοσιευθεισῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, προχωρεῖ κατὰ τὸ δυνατόν, ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος οἱ χρηματικοὶ πόροι οἱ ὁποῖοι κατεδείχθησαν ἀναγκαῖοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῶσι καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἐπίσης δὲ συντάκται τακτικοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν προθύμως νὰ προσέλθωσι, διότι ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἀβέβαιος, καθ’ ὅσον δὲν χαρακτηρίζονται οὗτοι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μονιμότητα τῶν θέσεων τῶν συντακτῶν καὶ τὸ συντάξιμον αὐτῆς, ὅπως, ἐπιταχυνομένης τῆς ἐργασίας ταύτης τῆς μεγάλης ἀληθῶς, ἐπιστημονικῆς καὶ ἐθνικῆς, κατορθωθῇ ἡ περάτωσις τοῦ ἔργου μέχρι τοῦ 1921, ὅτε ἡ Ἑλλάς, θείᾳ εὐδοκίᾳ, θὰ ἑορτάσῃ τὴν ἑκατοστὴν ἐπέτειον τῆς παλιγγενεσίας αὐτῆς. Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας.» Ἐφείλκυσεν ἰδιαίτατα τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου, ἐβράδυνεν ὅμως ἡ ἐκδήλωσις τῆς μερίμνης ταύτης λόγῳ ἰδίᾳ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις διπλασιασθεῖσα μετὰ τῆς χώρας ἡμῶν ὤφειλε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀναμείνῃ τὸν τερματισμὸν τῆς ἐκκρεμότητος. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀνάγκης τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως καὶ ἡ κειμένη ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία ἐν τῇ μακρᾷ αὐτῆς ἐφαρμογῇ κατέδειξεν ἐλλείψεις. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ὑποβολὴν σχεδίου νόμου ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀσφαλεστέραν ὁδὸν τῆς συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπείας ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἠκολούθησαν, διότι εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Βασιλείου τοιούτου εἴδους ἐπιτροπεία συνέστη ἐκ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Σπυρίδωνος Τρικούπη, γραμματέως τότε ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ κατὰ τὸ 1835 δευτέρα τοιαύτη ἐπιτροπεία συνέστη πρὸς σύνταξιν Ἐκκλ. ποινικῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία ὅμως ἐναυάγησεν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία θὰ συστηθῇ διὰ Βασιλ. Διατάγματος, ἀποτελουμένη ἐκ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, θὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦ περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, τοῦ περὶ ἐνοριῶν, τοῦ περὶ Γεν. Ἐκκλ. ταμείου, τοῦ περὶ κανονισμοῦ τῶν μοναστηρίων, τοῦ περὶ ἱερατικῶν σχολῶν καὶ περὶ ἱεροκηρύκων. Ἐπίσης εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπείαν ἀνατίθεται ἡ σύνταξις Ἐκκλησιαστικῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θέλει ἐκτιμήσει τὰς προσπαθείας ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀνύψωσιν τῆς ἐκκλησίας καὶ θέλει προβῇ εἰς ψήφισιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπείας, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§213Λ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἢ ὑπηρεσιακῶς;
§214Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι μέριμνα τῆς Πολιτείας. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν τῆς ἱεραρχίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ὑπέδειξε τὴν σύστασιν συνόδου τῶν ἱεραρχῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἔχει τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ σύστασις νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπείας πρὸς παρασκευὴν ὡρισμένων σχεδίων νόμων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν αὕτη ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον, θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἱεραρχίαν τοῦ Βασιλείου. Εὐτυχῶς δὲ οἱ ἀπευθύναντες τὴν ἀναφορὰν ἱεράρχαι εὗρον τὴν γνώμην ταύτην ὡς ὀρθοτέραν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἱστορικοῦ λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§216Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν τακτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὸ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας» κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων). 1) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ταξινομήσεως τῶν κτηνῶν, ὀχημάτων, αὐτοκινήτων καὶ αὐτοκινήτων ποδηλάτων διὰ τὸ ἔτος 1914». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΑΥΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας καὶ περὶ ἀντιβασιλείας». 3) «Περὶ κοινοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ἐγγράφων καὶ περὶ καθορισμοῦ ἑνιαίας διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐν γένει δικῶν». 4) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» συναινέσει τῆς Βουλῆς). Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναρτήσεως πλακῶν ἀναμνηστικῶν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§218ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ ὅτι εἰς ἕκαστον Δημοτικὸν Σχολεῖον θὰ ἀναρτηθῇ πλὰξ ἀναγράφουσα τὰ ὀνόματα τῶν πεσόντων κλ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ περὶ κοινοτήτων καὶ δήμων νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσι ποῖα τὰ ὅρια τῶν δήμων.
§219Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῶν ὑφισταμένων ἤδη δήμων.
§220Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Καὶ εἰς τὰς κοινότητας ὑπάρχουσι πολλὰ σχολεῖα.
§221Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἰδοὺ διὰ τίνα λόγον. Πολλαὶ κοινότητες οὐδένα θὰ ἔχωσι πεσόντα, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ δήμου θὰ εἶναι πολλὰ ὀνόματα πεσόντων τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν πλάκα. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ἡ λέξις δήμων.
§222Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι πολλὰ σχολεῖα;
§223Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἀναρτηθῶσιν εἰς ὅλα.
§224Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἡ λέξις πεσόντων πρέπει νὰ διευκρινισθῇ. Ὑπάρχουν φονευθέντες εἰς τὰς μάχας, ἀλλὰ καὶ τραυματισθέντες εἰς αὐτὰς ἀποθανόντες ὅμως ἐξ ἄλλης αἰτίας.
§225Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καλλίτερον νὰ εἶναι γενικὴ ἡ φράσις. Ἄλλως τε τὸ μέτρον θὰ ἐφαρμοσθῇ διοικητικῶς.
§226ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν θέλητε, λάβετε ὑπ’ ὄψει τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΡΙΖʹ τοῦ 1849, ͵ΒΦΠΗʹ τοῦ 1899 καὶ ͵ΓΦΛϚʹ τοῦ 1911». (Ψηφίζεται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3ον).
§228Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀντὶ κανονικοῦ μισθοῦ νὰ τεθῇ νομίμου.
§229Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ λαμβάνεται πρόνοια, καὶ πολὺ εὐλόγως, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως ὑπὸ τύπον ἐπιχορηγήσεων τοῦ μισθοῦ τῶν Πταισματοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν, νὰ ληφθῇ ὁμοία πρόνοια περὶ αὐξήσεως καὶ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ μιᾶς τάξεως ὑπαλλήλων φιλοπονώτατα ἐργαζομένων, ἀνεπαρκέστατα δ’ ἀμειβομένων. Εἶναι οὗτοι οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν Πταισματοδικείων. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων τούτων ἀνέρχεται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς δραχμὰς 105, ἐνῷ τοὐναντίον τῶν ὑπογραμματέων τῶν Πρωτοδικείων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία οὔτε μεγαλειτέρα οὔτε ἐπιπονωτέρα εἶναι, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 135. Δίκαιον ἄρα νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία καὶ τῶν ὑπογραμματέων τῶν Πταισματοδικείων, ἀφοῦ καὶ οὗτοι οὔτε προαγωγὴν ἀναμένουσι καὶ ἐλάχιστοι εἶναι, ἤτοι ν’ αὐξήσῃ κατ’ ἀνώτατον ὅριον καὶ τούτων εἰς δραχμ. 135, ἵνα δύνανται καὶ οἱ πτωχοὶ οὗτοι βιοπαλαισταὶ ν’ ἀνταποκρίνωνται ὅπως δήποτε εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας τοῦ βίου.
§230Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναμαι νὰ πράξω τι. Ἀργότερον ἴσως φέρω γενικώτερον μέτρον.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3ον καὶ 4ον, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΧΚΙʹ τῆς 10 Μαρτίου 1910 περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ Κυριακῆς ἀργίας ͵ΒΩΝΕʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ͵ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται)
§232ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὡς εἰσηγητὴς καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐργασίας. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ἤδη ἀναγεγραμμένην εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 1ου περὶ καταργήσεως διατάξεως ἤδη κειμένης, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζομένης, «περὶ κυριακῆς ἀργίας τυπογράφων καὶ συντακτῶν ἐφημερίδων», ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς παρεδέχθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐργασίας ἀπέρριψε διὰ ψήφων 4 κατὰ μιᾶς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Τὸ δὲ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐν ὁλομελείᾳ ἀπέκρουσε παμψηφεὶ διατυπῶσαν οἱονεὶ διαμαρτυρίαν κατὰ πάσης σκέψεως καταργήσεως αὐτῆς διὰ τῶν ἑξῆς: «ὑπὸ τὴν αὐτονόητον ἔννοιαν, ἣν πᾶς νόμος ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῷ καὶ ὅτι αἱ ἐπιταγαὶ τῶν νόμων ἔχουν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ πάντας καὶ κατὰ πάντων». Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν θεσμὸν τῆς κυριακῆς ἀργίας συμφώνως μὲ τὰς ἀρχάς, τῶν ὁποίων τὴν σημαίαν ὕψωσεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας φέρει πρότασιν περιορισμοῦ τῆς Κυριακῆς Ἀργίας.
§233Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τροποποιοῦντος αὐτήν:
§234Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς 4ης παραγράφου τῆς ἀφορώσης τὴν ἀργίαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἐλέχθη καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐτονίσθη δὲ καὶ παρὰ τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Συναδέλφου σήμερον ὅτι ἡ τάξις τῶν τυπογράφων εἶναι ἡ μᾶλλον ὑποκειμένη εἰς κινδύνους ὑγείας. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἀνεκοίνωσα, δηλαδὴ στατιστικὴν τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ ἐνταῦθα Ἀδελφότης τῶν τυπογράφων. Ἐπὶ 650 τυπογράφων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν Ἀθήναις, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν ἀπέθανον 81. Ἐκ τούτων 75 ἀπέθανον ἐκ φθίσεως τῶν πνευμόνων, 3 ἐξ ἀποπληξίας, 2 ἐξ ἄλλων νόσων καὶ εἷς ἐκ γήρατος. Εἶναι ἡ τρομερωτέρα στατιστική, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ συναντήσῃ κανεὶς εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν ζωήν. Καὶ ἀλλοῦ ἡ αὐτὴ ἀναλογία παρουσιάζεται, καίτοι οἱ κανόνες τῆς ὑγιεινῆς εἰς τὰς βιομηχανικὰς ἐργασίας τηροῦνται αὐστηρότερον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐσχάτως δημοσιευθεῖσαν ἰταλικὴν στατιστικὴν εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιθεώρησιν τῶν Κοινωνικῶν σπουδῶν, τὴν ἐκδιδομένην ἐν Ῥώμῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ ἔτη 1899–1901 ἡ ἐκ φθίσεως θνητότης τῶν τυπογράφων ἐν σχέσει πρὸς τὴν γενικὴν ἐπαγγελματικὴν θνητότητα ἔφθασεν εἰς 90.35 τοῖς 100, ἐνῷ ἡ τῶν ἁμαξηλατῶν π. χ. ἦτο 9.75%, ἡ τῶν δικηγόρων δὲ 4.49%. Οἱ τυπογράφοι, ὡς γνωστόν, ὑπόκεινται εἰς τὴν δηλητηρίασιν ἐκ τῆς εἰσπνοῆς τοῦ ἀντιμονίου, εἰς τὴν μολυβδίασιν καὶ εἰς τὴν πνευμονικὴν φθίσιν. Ταῦτα λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι Βουλευταί, ἐνόμισα ὅτι μᾶλλον θὰ ἐπεβάλλετο ἐπέκτασις τῆς Κυριακῆς ἀργίας διὰ τοὺς τυπογράφους καὶ ὄχι περιορισμός. Ἄλλως τε δὲν ἔχομεν ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν πάντων τῶν ἐργατῶν τυπογράφων τῶν ἐφημερίδων, οἱ ὁποῖοι ὑπογεγραμμένοι ὀνομαστὶ ἁπαξάπαντες ἐζήτησαν τὴν διατήρησιν τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Τὸ αὐτὸ δὲ ζητοῦσι καὶ οἱ συντάκται τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν αἰτημάτων δὲν ἔχομεν εἰμὴ μόνον τὴν ἀντίρρησιν τῶν ἓξ ἰδιοκτητῶν τυπογραφείων ἐφημερίδων. Ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ῥυθμίσωμεν σχέσεις μιᾶς ἐπαγγελματικῆς τάξεως, ὠφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν γνώμην τῶν πλειοτέρων, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται αὐτοὶ κυρίως νὰ ζημιωθῶσιν ἀποδεχόμενοι προθύμως τὴν ζημίαν τῶν 6 δραχ. καθ’ ἑβδομάδα, ἵνα ἔχωσιν ἄνεσιν καὶ νὰ δύνανται ὡς ἄνθρωποι ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ τοῦ οἴκου των καὶ εἰς τὰ τῆς ὑγείας των. Τέσσαρας ἡμέρας μόνον τοῦ ἔτους οἱ ἐργάται τυπογράφοι δύνανται νὰ ἴδωσι τοὺς οἰκείους των, διότι καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας ἡμέρας ἐργάζονται μὲν κατὰ τὴν νύκτα, τὴν δὲ ἡμέραν κοιμῶνται. Ἀργοῦσι μόνον τὸ Πάσχα, τὴν 15ην Αὐγούστου, ἡμέραν πανηγύρεως τοῦ Σωματείου των, τὴν Πρωτοχρονιὰν καὶ τὰ Χριστούγεννα. Μόνον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας δύνανται νὰ ζήσωσιν ὡς ἄνθρωποι ὑπὸ τὸν ἥλιον καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας· τὰς ἄλλας ἡμέρας στεροῦνται ἀπολύτως τοῦ ἡλίου! Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἤθελον νὰ εἴπω διὰ νὰ δικαιολογήσω ὅτι ἐγὼ θὰ εἶμαι ἐναντίον παντὸς περιορισμοῦ τῶν ἤδη τεθεισῶν διατάξεων τῆς Κυριακῆς Ἀργίας, ὑπὲρ δὲ πάσης ἐπεκτάσεως καὶ εἰς ἄλλας ἐπαγγελματικὰς τάξεις τοῦ κοινωνικωτάτου θεσμοῦ.
§235Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὡμίλησε περὶ Κυριακῆς ἀργίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι σήμερον τὰ πρόσωπα, τὰ ἀπασχολούμενα εἰδικώτερον εἰς τὴν παρασκευὴν τῆς ἐφημερίδος καὶ τὴν πώλησιν αὐτῆς καὶ τὴν ὁποίαν πρόκειται τάχα νὰ καταργήσῃ τὸ παρὸν σχέδιον νόμου. Ἐνῷ τὸ ἀκριβὲς εἶναι ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη μὲν ἡ Κυριακὴ ἀργία ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ὡς δεδομένη εἰς αὐτούς, ἀλλὰ δὲν ἀπολαύουσι πράγματι τοιαύτης. Ἐπανειλημμένως ἐγένοντο, Κύριοι, συζητήσεις καὶ ἐν τῇ Διπλῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ ἄλλοτε, καὶ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο παράπονα, διότι δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ νόμος τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, οὐκ οἶδα διὰ τίνα λόγον, ἔμεινεν ὁ νόμος ἀνεφάρμοστος ἐπ’ ἄπειρον. Δὲν πρόκειται περὶ ἀμελείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ περὶ τοιαύτης καταστάσεως, ὥστε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτόν, ἀπεφαίνετο ἑκάστοτε ἀπαλλάττουσα τοὺς κατηγορουμένους, τέλος ἐπείσθην ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἐφαρμοστέος. Εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ἢ ὄχι; ὅτι σήμερον δὲν ἀπολαύουσι πράγματι τῆς Κυριακῆς ἀργίας;
§236Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ.
§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ οὔτε ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς κάμῃ νὰ σκεφθῶμεν, μήπως ἐν τῷ νόμῳ ὑφίστανται ἀκόμη σφάλματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ νόμος εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστος. Δὲν εἶναι εὔκολον οἱονδήποτε νόμον καὶ ἂν θεσπίσωμεν νὰ τὸν ἴδωμεν πραγματοποιούμενον καὶ εὐοδούμενον κατὰ τὰς προθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς, ἐὰν δὲν συμφωνοῦσιν αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι. Ὅτε εἰς τὴν Διπλῆν Βουλὴν ἐγένετο συζήτησις μετ’ ἐπερώτησιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουτούπη, ἐτέθη τὸ πρᾶγμα ὀρθῶς οὕτως· ἢ πρέπει νὰ κατορθώσωμεν ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἐφαρμόζηται ἢ πρέπει τὸν νόμον αὐτὸν νὰ καταργήσωμεν, διότι δὲν ὑπάρχει χειρότερον θέαμα νόμου ὑπάρχοντος καὶ μὴ δυναμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, ἐμελέτησα τὸ πρᾶγμα καὶ ἠκροάσθην ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ εἶδον ὅτι εἶναι πάρα πολὺ δυσχερὴς ἡ ῥύθμισις τοῦ θέματος δι’ ἑνὸς ἑνιαίου κειμένου νόμου. Ἔχω δὲ καὶ παραδείγματα τῆς τοιαύτης ἀκριβείας τῆς γνώμης μου, τὴν ἐξέλιξιν ὅλων τῶν νόμων τῶν προνοούντων περὶ τῆς Κυριακῆς ἀργίας τῶν τοιούτων προσώπων. Ὅταν ἔγινεν ὁ νόμος ὁ πρῶτος ΓΥΝΕʹ, ἐξῃρέθησαν τῆς Κυριακῆς ἀργίας οἱ πωληταὶ τῶν ἐφημερίδων. Μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου κατηργήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅταν εἶδον ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος. Κατόπιν δι’ ἄλλης νομοθετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΓΦΜΔʹ ὡρίσθη ὅτι διὰ τοὺς ἐφημεριδοπώλας ἡ Κυριακὴ ἀργία ἄρχεται ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μ. μ. τῆς Κυριακῆς καὶ τῶν ἄλλων ἑορτασίμων ἡμερῶν καὶ λήγει τὴν 4ην μ. μ. τῆς Δευτέρας. Ἔπειτα διὰ τοῦ νόμου ΓΧΙϚʹ ἄρθρ. 5 ὡρίσθη ὅτι ἡ Κυριακὴ ἀργία διὰ τοὺς ἐφημεριδοπώλας τῶν ἐπαρχιῶν καταργεῖται καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται μὲν καὶ εἰς τοὺς ἐφημεριδοπώλας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἡ πώλησις λαχείων, περιοδικῶν φύλλων, καθαρῶς φιλολογικῶν, καὶ ἐπαρχιακῶν καὶ ξένων ἐφημερίδων ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς Δευτέρας, ἀπαγορεύεται ὅμως ῥητῶς ἡ πώλησις ἡμερησίων Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων ἢ ἐφημερίδων τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, ὡς καὶ παραρτημάτων παντὸς εἴδους τῶν ἐφημερίδων τούτων, ἀπὸ τῆς μεσημβρίας τῆς Κυριακῆς μέχρι τῆς 4ης μ. μ. τῆς Δευτέρας. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀλληλοδιαδόχων αὐτῶν νόμων, τῶν ὁποίων ἡ ἐσπευσμένη ἀλληλοδιάδοχος ψήφισις ἀκριβῶς ἐδείκνυεν ὅτι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰς συνθήκας τῶν πραγμάτων αἱ διατάξεις αὐτῶν, κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε σοβαρῶς. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς νομοθετικῆς κινήσεως ἀπέρρευσεν ἐπὶ τέλους μία διάταξις εὐκόλως καταστρατηγουμένη, διότι αὐτὴ ἐπιτρέψασα τὸ νὰ πωλῶνται φύλλα φιλολογικὰ μόνον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μυρίας καταχρήσεις. Οἱ πλέον εὐθεῖς ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος καὶ ἐξέδιδον φύλλα καθαρῶς φιλολογικά, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ μερικοί, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς φύλλα φιλολογικὰ νὰ περιλαμβάνωσι καὶ εἰδησεολογικὰ τηλεγραφήματα ὑπὸ τύπον φιλολογημάτων. Ἐνόμισα ὅτι, ἀντὶ νὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ ἀκόσμου θεάματος, τοῦ ἥκιστα συντελεστικοῦ εἰς τὸ νὰ ἐνισχύηται παρὰ τῷ λαῷ ἡ πεποίθησις ὅτι πᾶς νόμος γίνεται ἵνα ἐφαρμόζηται, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τὸ ἑξῆς· τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν κατωρθώθη ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ, νὰ καταργήσω, κατὰ τὴν διάταξίν του ἐκείνην, καί, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν προσάρτησιν μάλιστα τῶν νέων χωρῶν, πρέπει νὰ ῥυθμίζηται πάντοτε κατὰ τὰς ἑκασταχοῦ συνθήκας, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τίθενται διὰ Β. Διατάγματος μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐργασίας ἰδιαίτεραι διατάξεις δι’ ἕκαστον τόπον. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι δυνατὸν ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ μία Κυριακὴ ἀργία, ἀναγεγραμμένη ὑπὲρ ἀνθρώπων, πρὸς τοὺς ὁποίους πάντες εἴμεθα εὐμενέστατα διατεθειμένοι, πρὸς τοὺς ἐργάτας τῶν ἐφημερίδων, ἀργία ὑποθετικὴ καὶ ὄχι πραγματική, νὰ ὑπάρχῃ μία ἀργία ἴσως δέκα μόνον ὡρῶν, δεκατεσσάρων ὡρῶν, δεκαὲξ ὡρῶν, ἀλλ’ ἀργία πραγματική, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ πράγματι ἐλευθερίαν καὶ ἀνάπαυσιν εἰς αὐτούς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξε τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸν κατ’ αὐτὸν προτεινόμενον περιορισμὸν τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι, προκειμένου νὰ λαμβάνωνται νομοθετικὰ μέτρα, πρέπει πάντοτε νὰ ζητῶμεν νὰ δώσωμεν ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ποθοῦμεν, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὡς ἰδανικόν, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι ἐφαρμόσιμον. Μὲ ὡδήγησεν ὄχι πνεῦμα περιορισμοῦ, ἀλλὰ πνεῦμα πραγματικῆς ὑπάρξεως καὶ ἐπεκτάσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναπαύσεως, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς συντάκτας καὶ ὑπαλλήλους καὶ πάντας τοὺς ἐργάτας τῶν ἡμερησίων φύλλων. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§238Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διατύπωσις τοῦ βʹ ἐδαφίου νομίζω ὅτι δὲν ἐξασφαλίζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε νὰ θεσπίσητε. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ κατὰ ποίαν ὥραν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀργία κατὰ τὴν Κυριακήν.
§239Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται τὸ Β. Διάταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου Ἐργασίας νὰ ὁρίσῃ τὰ κατ’ αὐτό.
§240Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι θ’ ἀρχίζῃ ἢ τὴν μεσημβρίαν τῆς Κυριακῆς ἢ τὸ βράδυ εἰς τὰς ἓξ καὶ νὰ διαρκῇ μέχρι τῆς ἑβδόμης π. μ. τῆς Δευτέρας.
§241Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον θὰ διέπῃ τὸ Β. Διάταγμα θὰ εἶναι πνεῦμα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέπει ὅλα τὰ νομοθετήματα καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῆτε. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§242Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ ἐδῶ ὑπάρχει μία διάταξις περὶ ζαχαροπλαστείων καὶ γαλακτοπωλείων. Κατ’ αὐτὴν τὰ καταστήματα ταῦτα ἀνοίγουσιν ἀπὸ τῆς 10ης π.μ., ἀπαγορεύεται ὅμως εἰς τὰ ἐργαστήρια, ἐν οἷς παρασκευάζονται ἢ ψήνονται τὰ γλυκίσματα ἢ λοιπὰ εἴδη ἀπασχόλησις τοῦ προσωπικοῦ πέραν τῆς 1ης μ.μ. Ἑπομένως κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἡ ἐργασία εἰς τὰ ὑπόγεια ἐργαστήρια τῶν ζαχαροπλαστείων θὰ ἀρχίζῃ τὴν 10ην π. μ. καὶ θὰ λήγῃ τὴν 1ην μ. μ. Καθὼς γνωρίζομεν ὅλα τὰ ὑπόγεια αὐτὰ δὲν ἔχουσι φωτισμόν, ἡ ἐργασία εἶναι δεκατετράωρος, τὸ ὀλιγώτερον δεκατετράωρος, εἰς ὑπόγεια ὑγρὰ καὶ ἀνήλια. Ἑπομένως...
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὑγιεινῆς τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τὸ σημερινὸν τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ποῖον εἶναι τὸ καθεστὼς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου;
§244Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι σήμερον ἐργάζονται ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ.
§245Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἤδη διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως ἐπέρχεται βελτίωσις τοῦ καθεστῶτος τούτου.
§246Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὸ τρίωρον αὐτὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐργάζωνται οἱ τεχνῖται, νὰ ἀναφθῶσιν οἱ κλίβανοι καὶ γίνῃ ἡ ἐργασία τῆς παρασκευῆς γλυκυσμάτων. Ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ καταστρατήγησις τοῦ νόμου, καθόσον μάλιστα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δὲν ἔχουσιν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου. Εἶναι δὲ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἀνεπαρκῆ διὰ νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ ἐπιδιώκωσι τὴν ἐφαρμογὴν Κοινωνικῆς νομοθεσίας. Τοὺς κάμνει μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν εἷς κόλαφος ἀπὸ τὴν ἀγρίαν ἐκμετάλλευσιν δέκα ἀνθρώπων μέσα εἰς ἄντρα ὑγρά. Λοιπὸν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων Συναδέλφων καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὰ τὰ ἐργαστήρια δέον νὰ εἶναι ἐντελῶς κλειστὰ τὴν Κυριακήν. Μὲ τοῦτο δὲν θὰ δυσκολευθῇ ἡ ἐργασία, οὔτε θὰ ἐμποδισθῇ ἡ πώλησις γλυκυσμάτων κατὰ Κυριακήν, διότι τὰ γλυκύσματα εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάζωνται ἀπὸ τὸ Σάββατον. Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐργασία σήμερον, εἰς οὐδὲν ἀπολύτως ζαχαροπλαστεῖον γίνεται μὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, εἰς οὐδὲν ζαχαροπλαστεῖον ὑπάρχει ἐργαστήριον εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἐργαστήρια εἶναι ὑπόγεια. Ἐὰν ἐπὶ τούτου ἤθελεν ὑπάρξει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ὁρισθῇ δὲ πενταμελὴς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία αὔριον, ἀμέσως, πρὸ μεσημβρίας, νὰ μεταβῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐπιτοπίως αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ θέλει ἴδει εἰς τί εἴδους ὑπόγεια, ὑπὸ ποίας ὑγιεινὰς συνθήκας ἐργάζονται σήμερον ἐν Ἀθήναις 500 καὶ ἄνω ἐργάται καὶ κατόπιν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§247Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Συνάδελφος συγχέει δύο ζητήματα· συγχέει τὸ ζήτημα τῆς ὑγιεινῆς τῶν ἐργατῶν μὲ τὸ ζήτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἐν τῷ ἐνδιαφέροντι δὲ αὑτοῦ ὑπὲρ τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἐλησμόνησε τὴν ὑγιεινὴν ὅλων τῶν κατοίκων, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὅτι τὴν Κυριακήν, ἰδίως δὲ τὸ θέρος ὁπότε ἡ ἡμέρα εἶναι μεγαλειτέρα, μὲ γλυκύσματα παρασκευαζόμενα ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἡμέραν δὲν θὰ γίνῃ οὐδὲν ἄλλο παρὰ νὰ δηλητηριασθῇ ὁλόκληρος ὁ κόσμος!
§248Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτρώγομεν δύο καὶ τριῶν ἡμερῶν γλυκύσματα.
§249Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν ἐτρώγομεν, κύριε Συνάδελφε! Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος ἐλησμόνησεν ὅτι καὶ τὸ εἶδος τῆς ἐμπορίας εἶναι ἐντελῶς διάφορον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπαιτοῦνται ἐντελῶς ἰδιαίτερα μέτρα, προκειμένου περὶ τῆς Κυριακῆς ἀργίας ἐπὶ τῶν τοιούτου εἴδους ἐργασιῶν. Οὔτε τὴν διανομὴν τοῦ γάλακτος δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν οὔτε καὶ τὴν κατασκευὴν γλυκυσμάτων.
§250Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς διανομῆς τοῦ γάλακτος.
§251Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ διανομὴ τοῦ γάλακτος γίνεται καὶ ἐντὸς τοῦ καταστήματος. Ὅταν ἐπιτρέπηται εἰς πάντα ἄνθρωπον νὰ εἰσέρχηται ἐντὸς ἑνὸς ζυθοπωλείου ἢ ἐντὸς ἑνὸς καφενείου διὰ νὰ πίῃ ἕνα καφὲν ἢ μίαν μπύραν ἢ ἓν ποτόν, δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ κλείσητε τὰ γαλακτοπωλεῖα, ὅπου θέλει νὰ καταφύγῃ εἷς ἀσθενὴς διὰ νὰ πίῃ τὸ γάλα του! Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς κατενόησεν ἐντελῶς τὸ πνεῦμα τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ὡς καὶ τῶν καταστηματαρχῶν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κλεισίματος τῶν καταστημάτων τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ τῶν καταστηματαρχῶν.
§252Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου, κ. Βουλευτά;
§253Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψητε ὁλόκληρον τὴν Κυριακὴν νὰ ἐργάζωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ νὰ ὁρίσητε μίαν ἄλλην ἡμέραν εἰς αὐτοὺς δι’ ἀνάπαυσιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἔχετε εἰδικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ὅπως μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐργασίας ἐκδίδηται Β. Διάταγμα λαμβάνον πρόνοιαν περὶ τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν Κυριακὴν ἀργίαν, ὅπως καθιερώσῃ ἄλλην ἡμέραν ἐργάσιμον τῆς ἑβδομάδος ἢ τμῆμα τῆς ἡμέρας, ὡς ἡμέραν ἀναπαύσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτῶν τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψητε εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται τὴν Κυριακήν.
§254Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅταν ἀναπαύωνται μίαν ἡμέραν τὴν ἑπομένην, δὲν θὰ τρώγῃ ὁ κόσμος δύο ἡμερῶν γλυκύσματα;
§255Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Συνάδελφε· τὰς καθημερινὰς δὲν γίνεται ἡ κατανάλωσις, ἡ ὁποία γίνεται τὴν Κυριακήν, ἐξ ἑτέρου δὲ ἡ ἀνάπαυσις δὲν θὰ δοθῇ συλλήβδην εἰς ὅλον τὸ προσωπικὸν τῶν ἐργατῶν. Ἐὰν ἀπασχολῇ αἴφνης ἓν ἐργαστήριον 50 ἐργάτας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπαύωνται οἱ 25 τὴν μίαν ἡμέραν καὶ οἱ 25 τὴν ἑπομένην. Μὴ θέλετε νὰ καταστρέψητε τὰς βιομηχανίας ταύτας λαμβάνοντες μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, διότι κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, καὶ οἱ ἐργάται λαμβάνουσιν ἡμέραν ἀναπαύσεως καὶ τὰ καταστήματα ἐξ ἑτέρου δὲν ὑφίστανται ζημίας, διότι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ἔχουσι κατὰ τὴν Κυριακὴν καὶ τὰς ἑορτάς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠσχολήθη καὶ ἡ Διπλῆ Βουλὴ καὶ ἐψήφισε νόμον κανονίζοντα τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς διετύπωσα αὐτὸ ἤδη εἰς ὑμᾶς. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὸν νόμον, ὡς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν Διπλῆν Βουλήν, ὅστις ὅμως νόμος δὲν ἐδημοσιεύθη καίτοι ἐψηφισμένος, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὁρίζηται μία εἰδικὴ ἡμέρα ἀναπαύσεως, διὰ τοὺς ἐργαζομένους, ἐκ τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν, ἀφήσῃ δὲ νὰ ἐργάζωνται ὅλην τὴν Κυριακὴν οἱ ἐργάται οὗτοι, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὰ ἐργοστάσια δὲν θὰ πάθωσιν ζημίας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς καὶ ἡ ὑγεία τῶν καταναλισκόντων τὰ γλυκύσματα, δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως αὐτῶν, διότι δὲν θὰ εἶναι ἔωλα.
§256Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δίδεται μεγαλειτέρα τῆς ὑπαρχούσης αὐστηρότης εἰς τὴν Κυριακὴν ἀργίαν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ καπνοπωλεῖα. Φρονῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν πρέπει ὡς πρὸς τὰ καπνοπωλεῖα νὰ ὑπάρξῃ τόση μεγάλη αὐστηρότης, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ τοὐλάχιστον διὰ τὰ καπνοπωλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι παραρτήματα καφενείων, ν’ ἀνοίγωσιν ἀπὸ τῆς 6 μ. μ. τῆς Κυριακῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου σπουδαίαν ζημίαν θέλει παράσχῃ εἰς τοὺς καπνιστάς...
§257ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑγιεινὴν ζημίαν, κύριε Βουλευτά!
§258Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον ὠφελεῖ ἢ βλάπτει ὁ καπνός. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, λέγω, δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, διατί νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐργασίαν εἰς τοὺς βιοπαλαιστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιδιώκουσιν εἰ μὴ νὰ κερδίσωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν χρήσιμα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, ἰδίᾳ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Ἐὰν θέλητε νὰ δείξητε αὐστηρότητα ἡ ὁποία νὰ μὴ βλάψῃ, δύνασθε νὰ κλείσητε τὰ μεγάλα καπνοπωλεῖα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι παραρτήματα καφενείων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν περὶ γαλακτοπωλείων καὶ ζαχαροπλαστείων, θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου κ. Θεοδωροπούλου. Θὰ ἤθελον νὰ ἀπαγορευθῇ ἐντελῶς ἡ ἐργασία ἀπὸ τὰ ἐργαστήρια αὐτά, ὄχι διότι δὲν εὑρίσκω τὸν χρόνον ἐπαρκῆ, ἀλλὰ διότι ἀντιλαμβάνομαι τὸ δυσχερὲς τῶν ἐξελέγξεων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοῦ νὰ μὴ παραμένωσιν οἱ ἐργάται πέρα τῆς 1 μ. μ. τὴν Κυριακήν, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἀστυνομία νὰ ἐπεμβῇ, καθισταμένης ἀδυνάτου τῆς ἐξελέγξεως, καθ’ ὅσον ἡ ἐπίδρασις, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται ὑπὸ τῶν καταστηματαρχῶν ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ ὅτι θὰ τοὺς περικοπῇ ὁ μισθὸς ἢ ἐπὶ οἱᾳδήποτε ἄλλῃ αἰτίᾳ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε οἱ ἐργάται οὐδέποτε θὰ καταγγείλωσιν, ἐὰν ἐργασθῶσι περισσότερον. Τοῦτο καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι τ. ἔ. πλεῖστα ὅσα δὲν δύνανται νὰ καταθέσωσιν οἱ ἐργάται, διότι ὑπόκεινται εἰς πολλὰς πιέσεις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὡρισμένων ἀτόμων, ἀλλ’ ἐκ παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ γνωρίζω. Εἶναι ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσι τοσαύτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἐργατῶν, ὥστε νὰ μὴ τολμῶσιν οὗτοι νὰ διαμαρτυρηθῶσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤθελον νὰ ἀπαγορευθῇ ἐντελῶς ἡ ἐργασία καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ὄχι διότι δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς χρόνος πρὸς ἀνάπαυσιν, ἀλλὰ διότι δὲν θὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ ἐξεύρεσις, ἂν καὶ πέρα τῆς 1 μ. μ. παρέμειναν οἱ ἐργάται, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θεωρῶ ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου παρεχομένη ἀνάπαυσις εἶναι δῶρον ἄδωρον. Ἐπομένως ἐλπίζω ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰς παρατηρήσεις αὑτὰς, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ ὥστε τὰ καπνοπωλεῖα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι παράρτημα τῶν καφενείων νὰ παραμένωσι καὶ ἀπὸ τῆς 6ης μ. μ. μέχρι τοῦ μεσονυκτίου ἀνοικτά, τὰ δὲ ἐργαστήρια τῶν ζαχαροπλαστείων καὶ γαλακτοπωλείων νὰ κλείωνται καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, μὴ ἐπιτρεπομένης ἐν αὐτοῖς τῆς ἐργασίας παντελῶς.
§259Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυριακὴ ἀργία παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον δὲν καθιερώθη δι’ ἄλλον τινὰ σκοπὸν παρὰ διὰ τὴν ἀνάπαυσιν τῶν ἐργατῶν, ἐκτὸς ἐὰν θελήσητε νὰ μεταβάλωμεν τὴν Κυριακὴν ἀργίαν εἰς Κυριακήν, ὡς τὴν ἑορταζομένην ἐν Ἀγγλίᾳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι οὗτος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλειστικῶς εἶναι νὰ ἀναπαύωνται οἱ ἐργάται μίαν ἡμέραν καθ’ ἑβδομάδα, ἀλλ’ ὅταν οἱ ἐργοστασιάρχαι, οἱ διευθυνταὶ τῶν διαφόρων ζαχαροπλαστείων καὶ γαλακτοπωλείων σᾶς λέγουσι· «μάλιστα εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐννοοῦμεν νὰ ἀναπαύωνται οἱ ἐργάται μίαν τῶν ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, δι’ ἣν ἱδρύομεν ἰδίως τὰ ἐργαστήρια καὶ τὰ καταστήματα ἡμῶν, ἥτις ἡμέρα μᾶς προσπορίζει τὰ ἔσοδα, δι’ ὧν ἀνταποκρινόμεθα εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, εἰς τὰς πληρωμὰς ἐργατῶν, ἐνοικίων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἐξόδων, νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε τὴν ἡμέραν ταύτην νὰ ἐργάζωνται οἱ ἐργάται καὶ προσφέρομεν μίαν οἱανδήποτε ἄλλην ἡμέραν εἰς τοὺς ἐργάτας, ὅπως ἀναπαύωνται». Εἶναι τοῦτο παράλογον; Δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς λογικῆς οἱ ἐργοστασιάρχαι καὶ οἱ καταστηματάρχαι ταῦτα προτείνοντες, καὶ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν τύραννοι καὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς ἐργασίας ἢ δὲν εἰξεύρω τι ἄλλο παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόσον ἐνθέρμως συνηγοροῦσιν ἐνταῦθα ὑπὲρ τῶν διαφόρων ἐργατῶν; Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησίς των εἶναι πλέον ἢ λογικὴ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ φίλου κ. Παπαϊωάννου καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ μελετήσῃ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα, διότι εὑρίσκω ὅλα τὰ δίκαια ὑπὲρ τῶν ἐργοστασιαρχῶν καὶ δὲν εὑρίσκω λόγον ἀντιτιθέμενον εἰς τὰ αἰτήματα αὐτῶν, διότι εὑρίσκω ὅτι μάλιστα δύνανται νὰ ἐργάζωνται τὴν Κυριακὴν καὶ μίαν ἄλλην ἡμέραν νὰ ἀναπαύωνται οἱ ἐργάται, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ ἐργοστάσια αὐτά, τὰ γαλακτοπωλεῖα καὶ ζαχαροπλαστεῖα συντηροῦνται ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς Κυριακῆς, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ κλείσωμεν ὅλα τὰ καταστήματα κατὰ τὴν Κυριακήν. Ἀλλὰ τότε θὰ μεταβληθῶμεν εἰς Κουακέρους. Ἐλπίζω ὅτι τοιοῦτόν τι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει.
§260Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἠρώτησε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ποῖον εἶναι τὸ καθεστὼς ὡς πρὸς τοὺς ἐργάτας τῶν ἐν τοῖς ζαχαροπλαστείοις ἐργαστηρίων. Ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἐργάζονται οὗτοι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐργάτας διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου.
§261ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόμισα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦται ἡ θέσις των.
§262Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μεταρρυθμίζομεν, τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ γαλακτοπωλεῖα μένουσιν ἀνοικτὰ ἀπὸ τῆς 9ης πρωϊνῆς μέχρι τῆς 1 μ.μ. καὶ ἀπὸ τῆς 5 μ.μ. μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Δηλαδὴ ἐπὶ 4 ὥρας μένουσι κλειστὰ καὶ οὕτω καὶ οἱ ἐργάται τῶν ἐργαστηρίων ἦσαν ἐλεύθεροι ἐπὶ 4 ὥρας τὴν Κυριακήν. Ὥστε ἤδη ἔχουσι κάτι τι ἂν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅπως μεταρρυθμίζηται, βεβαίως θὰ ἔχωσι κάτι τι περισσότερον, ἀφοῦ δὲν θὰ ἐργάζωνται τὴν νύκτα. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, ἐπειδὴ τὰ καταστήματα θὰ εἶναι ἀνοικτά, ν’ ἀσκῆται ἐκ μέρους τῶν καταστηματαρχῶν πίεσις ἐπὶ τῶν ἐργατῶν νὰ ἐργάζωνται καὶ μετὰ μεσημβρίαν τῆς Κυριακῆς. Εἶναι λοιπὸν φόβος νὰ ἐπιδεινώσωμεν τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν τούτων διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐργαστηρίων ἀνάπαυσιν καθ’ ὅλην τὴν Κυριακήν.
§263Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἀπορῶ πῶς ἐπισείουσι διαρκῶς τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωσιν οἱ καταστηματάρχαι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει φρουρὸς ἐναντίον ὅλων τῶν παραβάσεων ἡ ἀστυνομία; Ἄν οὐχί, τότε οὐδεμία διάταξις ἀπὸ ὅσας ψηφίζομεν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε, διότι πάντοτε θὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τὴν παραβιάσωσι καὶ νὰ κρατῶσι τοὺς ἐργάτας πέραν τῶν ὡρισμένων ὡρῶν. Καὶ εἶναι μὲν φυσικὸν διὰ τοὺς ἐργοδότας νὰ ζητῶσι περισσότεραν ἐργασίαν ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἐποπτεύουσα ἀστυνομικὴ ἀρχή, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ μείνωσι 5 ἢ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας περισσότερον οἱ ἐργάται καὶ δὲν θὰ ἐξέλθωσιν ἀμέσως νὰ ἀπολαύσωσι τὸν καθαρὸν ἀέρα. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ μένωσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν καὶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ νομοθετηθῇ, ἐκεῖνο καὶ θὰ γίνηται, διότι τὰ καταστήματα αὐτὰ εἶναι κεντρικά, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἀστυνομίας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς ἐργασίας τῶν καταστημάτων καὶ τὸ συμφέρον ἡμῶν τῶν ἰδίων, διότι πάστα κατασκευαζομένη ἀπὸ δύο ἡμερῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποστῇ ἀλλοίωσιν, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ παγωτὰ δὲν γίνονται ποτὲ ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἡμέραν. Καὶ τὸ συμφέρον λοιπὸν ἡμῶν τῶν ἰδίων μᾶς ἐπιβάλλει, ἀλλὰ καὶ τῶν καταστηματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι μίαν Κυριακὴν περιμένουσι διὰ νὰ κερδίσωσι χρήματα διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἀντεπεξέλθωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των.
§264Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄν πρόκειται περὶ ἀναπαύσεως βεβαίως δύναται νὰ ὁρισθῇ μία οἱαδήποτε ἡμέρα· ἂν πρόκειται ὅμως νὰ συνδυασθῇ ἡ ἀνάπαυσις καὶ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἀργία τὴν Κυριακήν. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπαϊωάννου ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπισείωμεν τὸν κίνδυνον, ὅτι δηλ. δὲν θὰ ἐκπληροῖ ἡ ἀστυνομία τὸ καθῆκόν της ἐξ ἀδυναμίας, διότι πολὺ ὀρθῶς καὶ λογικῶς εἶπεν, ὅτι, τότε δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κανεὶς ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν. Φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐργασία τῶν τεχνιτῶν ζαχαροπλαστῶν, ἡ ὁποία διεξάγεται ὑπὸ συνθήκας δυσμενεῖς καὶ ἀνθυγιεινὰς εἰς ὑπόγεια εἶναι τοιαύτη, καλὸν εἶναι νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν χρόνον τῆς ἀναπαύσεώς των καὶ νὰ μὴ τὸν περιορίσωμεν, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν περιορίζει. Ἔπειτα δὲν νομίζω, ὅτι τὰ γλυκύσματα τὰ τρώγομεν τόσον νωπὰ τώρα καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἐργασθῶσι τὴν Κυριακήν, θὰ φάγωμεν γλυκύσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν ἑτοιμασθῆ ἀπὸ τὸ Σάββατον, διότι καὶ τώρα αὐτὸ γίνεται.
§265Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ ζητῶμεν νὰ εὑρίσκωμεν ἕνα τρόπον συμβιβαστικόν, ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τῶν καταστηματαρχῶν νὰ μὴ παραβλάπτωνται, ἀλλὰ βεβαίως καὶ νὰ ἀποδώσωμεν καὶ στοιχειῶδες δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ ἐργάται εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅμως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ διαιτητὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν (ἱλαρότης), δὲν ἔχουσι κανὲν ἀπολύτως δίκαιον οἱ καταστηματάρχαι. Ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ὅλην τὴν Κυριακὴν ἀνοικτὸν τὸ κατάστημά των καὶ ἐν τούτοις ζητοῦσι νὰ τυραννήσωσι τοὺς ἐργάτας καὶ τὴν Κυριακὴν χωρὶς κανένα λόγον. Διότι δύνανται ἀπὸ τὸ Σάββατον τὸ βράδυ νὰ ἑτοιμάσωσι τὰ γλυκύσματα, τὰ ὁποῖα πωλοῦσι τὴν Κυριακήν, ἂς κάμωσι δὲ γλυκὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ξινίζωσιν. Ἀλλὰ θέλουσι νὰ ἔχωσι κεκλεισμένους τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὸ ὑπόγειον καὶ τὴν Κυριακὴν διὰ τὰ γλυκὰ τῆς Δευτέρας. Ἐπὶ τέλους ἂς μείνωμεν τὴν Δευτέραν τὸ πρωῒ χωρὶς γλυκά, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τόσους ἀνθρώπους μίαν ἡμέραν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν διαιτησίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δώσῃ δίκαιον εἰς τοὺς ἐργάτας, διότι οὐδεμίαν ζημίαν πρόκειται νὰ ὑποστῶσιν οἱ καταστηματάρχαι, πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἑνὸς πείσματος ἀδικαιολογήτου.
§266Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Βλέπετε ὅτι τὰ συμφέροντα εἶναι ἀντικρουόμενα πρὸς ἄλληλα, αἱ δὲ ὀρέξεις ποικίλαι καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον γεννῶνται ποικίλαι συζητήσεις. Τὰ γαλακτοπωλεῖα καὶ τὰ ζαχαροπλαστεῖα εἶχον μέχρι σήμερον τὴν ἑξῆς Κυριακὴν ἀργίαν· μένουσιν ἀνοικτὰ τὴν Κυριακὴν ἀπὸ τὰς 9 π. μ.—δηλαδὴ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν οἱ ἐργάται, ὑποτίθεται, καὶ ἔπειτα ἐργάζονται μέχρι τῆς 1 μ. μ. Ἀπὸ τὴν 1 ἕως τὰς 5 μ.μ. εἶναι κλειστά· ὥστε οἱ ἐργάται εἶναι ἐλεύθεροι 4 ὥρας. Ἀπὸ τῆς 5ης μέχρι τοῦ μεσονυκτίου τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ γαλακτοπωλεῖα εἶναι ἀνοικτά· ὥστε ἐργάζονται οἱ ἐν αὐτοῖς ἐργάται. Μένει λοιπὸν εἰς τοὺς ἐργάτας, ἓν διάμεσον διάστημα 4 ὡρῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν τὸ χρησιμοποιοῦσι, διότι καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι ἴσως δὲν τοὺς ἀφήνουσι καὶ οἱ ἴδιοι δὲν θὰ ἔχωσι πολλὴν ὄρεξιν νὰ ἀπομακρυνθῶσιν μόνον διὰ 4 ὥρας, διότι δὲν ἠδύναντο βέβαια μὲ τὰ ἴδια ἐνδύματα νὰ ἐξέλθωσι καὶ νὰ ἐπιστρέψωσι πάλιν εἰς τὸ ἐργοστάσιον. Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ θέματα τῆς Κυριακῆς ἀργίας τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὸν Ὑπουργόν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, καὶ ἤκουσα πολλάκις καὶ τὰ δύο μέρη ὑποβάλλοντα ἀντιθέτους αἰτήσεις. Μία ἰδέα ἐρρίφθη ὑπὸ πολλῶν, ἡ τῆς ἑβδομαδιαίας ἀργίας, τῆς ἅπαξ δηλ. καθ’ ἑβδομάδα ἀναπαύσεως. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, ὡς γνωστόν, δύο συστήματα. Τὸ σύστημα τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς ἀργίας — θὰ θέσωμεν κάλλιον τὴν λέξιν ἀναπαύσεως — καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκ περιτροπῆς, κατὰ μίαν οἰανδήποτε ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἀργίας ἑνὸς ἑκάστου ἤ τινων ἐκ τῶν ἐργαζομένων, λαμβανόντων ἀνάπαυσιν 24 ὡρῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα αὐτό, καὶ δὲν ἀποβλέπουσιν ἐκεῖ, ἂν εἶναι Κυριακὴ ἡμέρα ἀργίας· ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ 24 ὥρας τὴν ἑβδομάδα νὰ ἀναπαυθῇ ὁ ἐργάτης.
§267Λ. ΝΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται.
§268ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται, κ. Βουλευτά, πρέπει δὲ νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἐκεῖ ὁ ἐργάτης γνωρίζει νὰ διεκδικήσῃ πολὺ καλλίτερα τὰ δικαιώματά του ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζουσιν οἱ ἐδῶ. Εἰδικῶς δὲ διὰ τοὺς ζαχαροπλάστας γνωρίζουσιν τόσον πολὺ τὰ δικαιώματά των, ὥστε νὰ περιπίπτωσιν εἰς παραγνώρισιν τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας πρὸς τοὺς καταναλωτὰς καὶ νὰ φθάνωσι νὰ φέρωνται ἀπρεπῶς πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὑπηρετοῦσιν. Ἐν τούτοις πλειστάκις ἀναγινώσκει τις ἄπειρα παράπονα, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς ἑβδομαδιαίας ἀναπαύσεως. Διότι φαντασθῆτε· ἂν εἶναι δυσχερὲς ἤδη νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τῆς Κυριακῆς ἀναπαύσεως, ὅταν εἶναι γενικὸς τὴν αὐτὴν ἡμέραν δι’ ὅλους, πόσον θὰ εἶναι δυσχερέστερον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅταν ὁ νόμος δὲν εἶναι Κυριακῆς ἀναπαύσεως, ἀλλὰ εἰκοσιτετράωρον ἑκάστοτε χρονικὸν διάστημα καὶ δι’ ἕκαστον ἐργάτην. Εἶναι ἀληθῶς ὑπόχρεως ὁ κάθε ἐργοστασιάρχης νὰ κάμῃ δήλωσιν ὅτι εἰς τὸν δεῖνα ἐργάτην ἔδωκεν 24 ὡρῶν ἀνάπαυσιν τὴν δεῖνα ἡμέραν, εἰς τὸν τάδε τὴν δεῖνα, ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἡ ἀστυνομία εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβλέπῃ ὅλας ταύτας τὰς ἀδείας; Ἂν λοιπὸν ὁ ἐργάτης δὲν θέλῃ ὁ ἴδιος νὰ ἀπουσιάσῃ, νὰ ἀπολαύσῃ αὐτὴν τὴν ἑβδομαδιαίαν ἀνάπαυσιν, θὰ εἶναι τὸ εὐκολώτερον πρᾶγμα νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν ἐργοστασιάρχην καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλον ἐργάτην, νὰ γίνῃ εὐκολώτατα πλαστοπροσωπία. Εἰς τὸ ζήτημα εἰδικῶς τῶν ζαχαροπλαστείων εἶναι δύο πράγματα ἀντίθετα· οἱ ἐργάται ζητοῦσι ν’ ἀναπαυθῶσι τὴν Κυριακὴν ὁλόκληρον, οἱ διευθυνταὶ παραπονοῦνται ὅτι τότε θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευάζωσι πρόσφατα γλυκύσματα καὶ θὰ ἀναγκάζωνται ἢ νὰ παραθέτωσιν εἰς τοὺς καταναλωτὰς ἕωλα γλυκύσματα ἢ νὰ κλείωσι τὰ καταστήματά των, ὁπότε θὰ ἀκούητε διαρκῶς διαμαρτυρίας ὅτι κλείουσι τὰ ζαχαροπλαστεῖα, κλείουσι τὰ καφενεῖα καὶ δὲν ὑπάρχει χῶρος νὰ καταφύγωσιν οἱ ἐργαζόμενοι ὅλην τὴν ἑβδομάδα καὶ ἀναπαυόμενοι τὴν Κυριακήν. Οἱ διευθυνταὶ ἐδήλωσαν ῥητῶς ὅτι ἂν δὲν ἐργάζωνται αὐτὰς τὰς τρεῖς ὥρας, εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμωσι γλυκύσματα πρόσφατα, ἰδίως τὸ θέρος. Λοιπὸν ἀφήνω τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τί πρέπει νὰ προτιμηθῇ, ἡ πλήρης ἀργία τῶν ἐργατῶν ἢ ἡ ἐργασία, κατὰ τὰς τρεῖς ὥρας, ὡς τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει; Διὰ τὰ καπνοπωλεῖα εἶναι μᾶλλον ἀκίνδυνον τὸ πρᾶγμα, διότι ὅστις ἔχει τὴν ἕξιν νὰ καπνίζῃ, θὰ προμηθευθῇ σιγάρα ἀπὸ τὸ Σάββατον ἐν ἀφθονίᾳ. Τὸ πάθος τοῦ καπνίσματος θὰ διεγείρῃ ἄγρυπνον τὴν μνήμην.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὁ κ. Θεοδωρόπουλος ἔχει ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ πρῶτον ἀφορᾷ αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ δεύτερον δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 15 Βουλευτῶν, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ δέκα ὥστε ἀπορρίπτεται. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§271Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰδικῶς καὶ μόνον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι περὶ Κυριακῆς ἀργίας ἐφαρμόζονται ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ, Ἑρμουπόλει, Ἄνω Σύρῳ καὶ Βόλῳ. Βεβαιῶ ὅτι μετὰ πλείστης χαρᾶς εἶδον νὰ γράφηται τὸ ὄνομα Ἄνω Σύρου παραπλεύρως μὲ τὰ μεγάλα κέντρα, τὰ ἐργατικὰ καὶ βιομηχανικά. Φρονῶ ὅμως ὅτι τοῦτο ἐγράφη ἐκ παραδρομῆς καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ. Ζητῶ ἑπομένως νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Ἄνω Σῦρος.
§272Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Ἑρμουπόλεως ἢ τῆς Ἄνω Σύρου;
§273Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ διαγραφῇ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἡ πόλις τῆς Ἄνω Σύρου.
§274Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἐπειδὴ ὑπάρχει δικαίωμα καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐκεῖ ἡ Κυριακὴ ἀργία, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, δὲν ἐπιμένω.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις Σύρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, δηλαδὴ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως Σύρου.
§276Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Καὶ τῆς Ἑρμουπόλεως Σύρου.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διαγραφῶσι;
§278Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§280Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐπίσης καὶ ἐκεῖ νὰ διαγραφῶσι.
§281Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται νὰ διαγραφῶσι πάλιν αἱ λέξεις Ἑρμουπόλεως Σύρου.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10). Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται.
§283Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 καὶ τὴν ὁποίαν ἐξελάβετε ὡς τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 2, δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν· οἱ ὑπογράψαντες δηλοῦσιν ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 3.
§284Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Θὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν;
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἦτο ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, ἀλλ’ ἡ αἴτησις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως...
§286Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἦτο γραφικὸν λάθος, κ. Πρόεδρε. Ἐπρόκειτο περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 3.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τροπολογίας. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ τροπολογία ἐτέθη ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, ὅπου ἐγένοντο αἱ ἀγορεύσεις καὶ ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου ἠρώτησα τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἶδον καὶ ἐγὼ ὅτι ἀντὶ νὰ ζητήσωσιν ὀνομαστικὴν κλῆσιν 15 Βουλευταὶ ἐζητήσατε τοῦτο 10. Συνεπῶς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεδέχθη ἡ Βουλή.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἦτο ὅτι ἐγένετο, ὅπως ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον. Ἔχετε μομφὴν νὰ προτείνητε; (Θόρυβος)
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ καθησυχάσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ἐὰν λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς· πρῶτον ὅτι ἤδη, ὡς ἀπέδειξα, ὑπάρχει νέα ἐπέκτασις τῆς Κυριακῆς ἀργίας διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς· δεύτερον, εἶναι τόσον ὀλίγα εὐτυχῶς τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ γαλακτοπωλεῖα, ὥστε ὑπόσχομαι ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιδείξω δι’ αὐτὰ ἰδιαιτέραν μέριμναν.
§291Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν μόλις δημοσιευθῇ ὁ νόμος πρότασιν ἀναθεωρήσεως. Ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς ἦτο ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον.
§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ γραμματόσημον τῆς περιθάλψεως. Δὲν θὰ ἔχῃ συζήτησιν.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέτου ταχυδρομικοῦ τέλους ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς περιθάλψεως». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τοῦ Βιτσαμανείου κληροδοτήματος». Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως φορβάδων τοῦ Κράτους εἰς ἰδιώτας ἐπὶ ἐπιστροφῇ». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁριστικῆς κατατάξεως εἰς τὸ στράτευμα ὑπολοχαγῶν καὶ μαθητῶν στρατιωτικῶν σχολείων». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ ἀνωτέρων πρακτικῶν Γεωργικῶν σχολείων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9. 30′ μ. μ.).