1913.12.14
4.267 στίχοι · 32.543 λέξεις · 403 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1913
(Σάββατον, ὥρᾳ 4, 45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· Ἡ Πανελλήνιος ἐργατικὴ Ὁμοσπονδία δι’ ὑπομνήματος τῶν γεωργῶν καὶ ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα. Ἡ κεντρικὴ σηροτροφικὴ ἑταιρεία παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἐτησίαν ἐπιχορήγησιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ ἐν Πειραιεῖ συμβολαιογράφος Π. Σταματόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων περιλάβῃ καὶ τοὺς συμβολαιογράφους. Ἅπαντες οἱ ἐν Ἀθήναις μουσικοσυνθέται παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ διὰ νόμου προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τόσον αὐτῶν ὅσον καὶ τῶν ξένων τοιούτων. Ὁ ἑλλ. μουσικὸς οἶκος Μουστακίδου, Εὐσταθιάδου καὶ Μακρῆ ζητεῖ, ὅπως διὰ νομοθετήματος προστατευθῇ ἡ Μουσική. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἀγγέλλει ὅτι αὔριον τῇ 10½ π. μ. τελεῖ ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ ναῷ μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν κατὰ τοὺς δύο πολέμους πεσόντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κατάδικος Δημ. Βερίκιος παρακαλεῖ ὅπως μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς Κεφαλληνίας. Οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ Κερκύρας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ διὰ νομοθετήματος προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σημαντικῶς ζημιοῦνται. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου ὑποβάλλει ἐγγράφους παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ὁ δημοδιδάσκαλος Λ. Χαραλαμπόπουλος, ἀπόφοιτος τοῦ Μαρασλείου, παρακαλεῖ ὅπως τὰ 4 ἔτη καθ’ ἃ ἐδίδαξεν ἐν Τουρκίᾳ καταλογισθῶσιν ὡς συντάξιμα. Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Γαράντζης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ δημοσία ὁδὸς Μελιγαλᾶ–Διαβολιτσίου μέχρι Γαράντζης. Οἱ κάτοικοι Κριεκουκίου τῆς Μεγαρίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτάξεως τῶν κτηνῶν των. Οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας κ. Τετενές, Δ. Βενιερᾶτος καὶ Ραυτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀγροτικῆς ὑπηρεσίας ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ Ἰθάκῃ». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βενιερᾶτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΔΝΖʹ περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Μπασιᾶς, ὑποβάλλει δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Οἱ κ. Σ. Ντολιόπουλος καὶ Ν. Βελέντζας ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς παυθέντων ὑπαλλήλων τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως.
§2ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν παραπόνων τῶν παυθέντων ὑπαλλήλων τῆς Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως.
§3Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διέταξα νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις, θὰ ἴδω κατὰ πόσον εἶναι δίκαια τὰ παράπονά των.
§4ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Στρατιωτικὴ Ἕνωσις εἶναι Ἀνώνυμος Ἑταιρεία καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν σας.
§5Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ τι ὁ Ὑπουργός. Ὡς ἐκεῖ οὐδεὶς ἐφαντάσθη νὰ δώσῃ εἰς ἑαυτὸν δικαιώματα.
§6ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπαύθησαν παρὰ τὸ Καταστατικόν.
§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διέταξα νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας.
§9Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἀπόλυσις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν δὲν γίνεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ Καταστατικόν. Ὑμεῖς ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχετε δικαίωμα νὰ ἄρητε τὸ ἄτοπον.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συνιστᾶτε σεῖς τοῦτο;
§11Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι, ἀλλὰ δι’ ὑπαλλήλους ὑπηρετήσαντας εἰς τὸν στρατὸν τόσον χρόνον, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ οἱ τελευταῖοι μικρέμποροι ἔδωκαν τοὺς μισθούς των, ἡ Στρατιωτικὴ Ἕνωσις ὄχι μόνον δὲν ἔδωκε μισθούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἔπαυσεν.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν λαμβάνομεν ἀφορμὴν παραπόνων, τὰ ὁποῖα δὲν φαίνονται ἀδικαιολόγητα. Διὰ τοῦτο διέταξα νὰ γίνῃ διοικητικὴ ἐξακρίβωσις καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ ληφθῶσι κατάλληλα μέτρα. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ νόμους δίδοντας περισσότερα δικαιώματα εἰς τοὺς Ὑπουργούς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοσόνας καὶ Εὐαγγ. Γεωργιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Χαλκίδος.
§14Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Οἱ κάτοικοι Χαλκίδος, κ. Πρόεδρε, ἀπέστειλαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται ὅτι ἐν τῇ ἀνερευγήσει τῶν διαφόρων μερῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς κατασκευὴν Ναυστάθμου ἐλησμονήθη ἡ Χαλκίς, ἡ ὁποία πολλὰ συγκεντροῖ προσόντα διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτου ἔργου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν συμπολιτῶν μου. Δὲν ζητοῦσι παρὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐρευνᾷ τὰ διάφορα μέρη, τὰ κατάλληλα, νὰ μεταβῇ καὶ εἰς Χαλκίδα καὶ ἐξετάσῃ τοὺς λιμένας αὐτῆς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ ἔργον, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ συγκρίσει ἡ ὁποία θὰ γίνῃ πρὸς ἐκλογὴν τοῦ καταλλήλου μέρους. Εἶναι γνωστὴ ἡ στρατηγικὴ ἀξία τοῦ λιμένος τῆς Χαλκίδος καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν στενῶν της καὶ ἐκ τοῦ ἀφθόνου ὕδατός της, εἶναι δὲ ἐγγύτατα τῶν Ἀθηνῶν συνδεδεμένη μετ’ αὐτῶν σιδηροδρομικῶς. Δὲν ἀπέχει τῶν Ἀθηνῶν εἰμὴ μίαν ὥραν. Εἶναι ἓν προάστειον τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προσόντα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βαρύνωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν εἰδικῶν, ὅπως προτιμηθῇ ἡ Χαλκίς. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παράκλησις τῶν συμπολιτῶν μου.
§15ΕΥΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ καὶ κύριοι Βουλευταί, ὄνειρον τῆς Ἑλλάδος πάντοτε ὑπῆρξεν ἡ δημιουργία ναυτικοῦ. Ἀλλὰ παρὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ναυτικοῦ ἦτο ἀνάγκη πάντοτε ἡ ὕπαρξις τῆς βάσεως τῆς δημιουργίας τοῦ ναυτικοῦ, διότι ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης, ἥτις εἶναι ὁ κατάλληλος ναύσταθμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ναυτικόν. Τοῦτο τὸ διέγνωσαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐνωρίτατα καὶ φιλοτιμούμεναι προσεπάθησαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν δημιουργίαν στόλου ἀξιομάχου καὶ ἀναλόγου πρὸς τὰς δυνάμεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπαρκῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀπέβλεψαν δὲ πάντοτε καὶ πρὸς τὴν κατασκευὴν ἀξιολόγου ναυστάθμου ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον, ὡς προεῖπον, νὰ ὑπάρξῃ στόλος. Ἡ ἀνεπάρκεια ὅμως τῶν μέσων ἔκαμεν ὥστε τὰ ὄνειρα ταῦτα νὰ μείνωσι παρὰ ταῖς διαφόροις Κυβερνήσεσιν ὄνειρα. Ἀλλὰ μετὰ τὰ ἐπελθόντα ἔκτακτα ἀποτελέσματα, μεθ’ ἃ ἀνοίγονται νέοι ὁρίζοντες θαλασσινοί, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ῥιζικώτερον ἀρχομένη ὄχι ἀπὸ τῆς δημιουργίας στόλου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ καταλλήλου μέρους πρὸς ἀνέγερσιν ναυστάθμου. Ἡ σήμερον Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς τῆς χθὲς καὶ αὕτη καλεῖται ὅσον τάχιον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν μεγάλην παλαίστραν. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν ἀνάγκην σὺν τῷ κραταιῷ στόλῳ καὶ ἀξιολόγου ναυστάθμου. Διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ ἑξαμήνου, προσεκαλέσαμεν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν εἰδικῶν, ἵνα ἔλθῃ καὶ ἐξερευνήσῃ τὸ καταλληλότερον μέρος πρὸς κατασκευὴν ναυστάθμου, διότι, ὡς γνωστόν, εἰς τὸν ναυτικὸν κόσμον καὶ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ναύσταθμος ὁ ὑπάρχων ἔχει οὐσιωδέστατα ἐλαττώματα, καὶ ἀνεπάρκειαν δηλονότι ὕδατος καὶ παρεμποδίζεται ὁ ἐλλιμενισμὸς τῶν πλοίων, ἔτι δὲ καὶ ὀχυρὸν τὸ μέρος δὲν εἶναι. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε πρὸ ἑξαμήνου συνεζητεῖτο τὸ θέμα, ξένος πρὸς τὴν Εὔβοιαν Βουλευτής, ὁ κ. Κουτούπης, ὕψωσε τὴν φωνὴν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ Κράτος νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔξοδα ὑπέρογκα καὶ ἔλθῃ ἐπιτροπὴ εἰδικῶν πρὸς ἐξέτασιν, διότι, ὡς τοῖς πᾶσι γνωστόν, καὶ ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἐπιτροπῆς ἐξ Ἑλλήνων καὶ ἐν ταῖς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Γάλλων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Λεζέν, ἡ Χαλκὶς φέρεται ἔχουσα ὅλα τὰ ἐφόδια πρὸς ἀνέγερσιν τελείου ναυστάθμου. Δὲν συνηγόρησα εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κ. Κουτούπη, ἵνα μὴ γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ στενοῦ τοπικισμοῦ μὲ ἐξαναγκάζει νὰ ζητήσω τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς ναύσταθμον, καὶ ἐπαφέθην ὅπως εἰς κατάλληλον περίστασιν λάβω τὸν λόγον. Καὶ βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, καὶ βεβαίως, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν ἀναδιφήσῃ τις καὶ τὰς δύο ἐκθέσεις θὰ εὕρῃ τὰ σπουδαῖα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ μέρος τῆς Χαλκίδος ἀπέναντι τοῦ μέρους εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τώρα ὁ ναύσταθμος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὸν χάρτην θὰ ἴδῃ ὅτι ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσιν οἱ εἰδικοὶ ἀξιωματικοὶ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναυστάθμου, ἅπαντας τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι διὰ τὴν καταλληλότητα τοῦ Ναυστάθμου, τοὺς εὑρίσκει εἰς τοὺς λιμένας τῆς Χαλκίδος. Λέγουσιν οἱ εἰδικοὶ ὅτι πρέπει τὸ μέρος νὰ εἶναι ὀχυρόν. Καὶ εἶναι· διότι ἀπὸ τοῦ Καφηρέως μέχρι τοῦ Ἀρτεμισίου ὑπάρχει στένωμα εἰς τὸ ὁποῖον κρύπτεται ἐπαρκέστατα ὁ στόλος, μὴ λησμονῆτε δ’ ὅτι κατὰ τοὺς παρελθόντας ναυτικοὺς ἀγῶνας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσέδιδε σπουδαῖα πλεονεκτήματα εἰς τὸν στόλον τὸν ἐχθρικὸν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἦτο τὸ στενὸν τῶν Δαρδανελλίων. Ἐνθυμήθητε τὴν ἀντικρὺ ἐκείνην ἐποχὴν καθ’ ἥν, ἐνῷ ὁλόκληρος ὁ στόλος ὁ ἰδικός μας, ὁ καταναυμαχήσας εἰς δύο ναυμαχίας τὸν Τουρκικόν, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατ’ αὐτοῦ, διότι οὗτος φεύγων ἐκρύπτετο ἐντὸς τοῦ ναυστάθμου τοῦ Ναγαρᾶ, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ καταδρομικὸν «Χαμιδιὲ» ἐνέβαλεν εἰς κίνδυνον τὸν ἤδη ναύσταθμόν μας. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ τοῦ ναυστάθμου τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ τοῦ Ναγαρᾶ τῆς Τουρκίας, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν τοῖς στενοῖς. Ἐὰν ἴδητε τὸν χάρτην, θὰ ἴδητε ὅτι μικρὰ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Εὐβοϊκοῦ καὶ Ναγαρᾶ· ὁ πρῶτος μάλιστα ἔχει καὶ τὸ προτέρημα τῶν δύο στομίων, δυναμένων τῶν πλοίων νὰ ἐξέρχωνται καὶ ἐξ ἀντιθέτων σημείων. Ἔχει τὸ ἐπίσης μέγα προσόν, ὅτι εὑρίσκεται ἐγγὺς τῶν θαλασσῶν, ὅπου πρόκειται νὰ δράσωμεν, εἴτε εἰς τὸ Θρακικὸν πέλαγος εἴτε εἰς τὴν Ἀσίαν, καὶ φθάνει ἐκεῖ ἐνωρίτερον ὁ στόλος ἡμῶν ὁρμώμενος ἀπὸ Χαλκίδος παρὰ ἀπὸ τῆς Σαλαμῖνος. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Εὑρίσκεται ἐγγὺς τῆς πρωτευούσης ἀπέχει δύο ὥρας σιδηροδρομικῶς, ἔχει δὲ περισσότερα πλεονεκτήματα ἀπὸ τὸν ἐν χρήσει ναύσταθμον, καθ’ ὅτι ἐνῷ ἐκεῖνος εὑρίσκεται μακρὰν δύο ὥρας βιομηχανικῆς πόλεως, ἀκριβῶς ὁ ναύσταθμος γινόμενος ἐν Χαλκίδι εὑρίσκεται ἐν μέσῃ πόλει. Αὐτὰ ὅλα εἶναι τὰ ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως ναυστάθμου ἐν Χαλκίδι. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἔλθωσι καὶ ἴσως μακρότερον θὰ ἀναπτυχθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ὑψίστης σημασίας ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν θέλω νὰ κατηγορηθῶ οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ συμπολῖταί μου ὅτι ὁρμώμεθα ἀπὸ ἰδεῶν τοπικισμοῦ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς κάμνει νὰ παραπονώμεθα εἶναι ὅτι διετάχθη ἡ ἐπιτροπὴ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον νὰ μεταβῇ καὶ εἰς Χαλκίδα. Δὲν δύναται νὰ ἀντείπῃ τις, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει χαρτῶν δύνανται νὰ σκεφθῶσιν οἱ Ἄγγλοι ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ ἴδωσι τὰ διάφορα πλάτη καὶ μήκη, ἀλλ’ οὐδεμία μελέτη γίνεται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἀσφαλὴς ἄνευ τοπικῆς αὐτοψίας.
§16Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν ἐδόθησαν εἰς τοὺς Ἄγγλους ἀξιωματικοὺς τὰ στοιχεῖα ὅλα διὰ νὰ ἐξετάσωσιν ὅλα τὰ μέρη. Ἡ Χαλκὶς δὲν συγκαταριθμεῖται μεταξὺ τούτων· θὰ ἠδυνάμην μάλιστα νὰ προσθέσω ὅτι ἐγένετο καὶ ὡρισμένη ὑπόδειξις δι’ ὡρισμένον μέρος καὶ ἐξητάσθησαν τὰ στοιχεῖα τοῦ μέρους αὐτοῦ, ὁ κόλπος τῆς Ἐλευσῖνος, διότι ὑπεδείχθη τὸ μέρος αὐτὸ ὄχι ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι κατάλληλον, ἀλλ’ ὁποῖα εἶναι τὰ προσόντα, ἅτινα ἔχει, καὶ ὁποῖα τὰ ἐλαττώματα.
§17Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἀληθεύῃ τοῦτο, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄκρως θλιβερόν, διότι ἀπορῶ πῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα ἔφθασαν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἄγγλων ἀξιωματικῶν καὶ τῆς Χαλκίδος μόνον δὲν ἔφθασαν. Δὲν πιστεύω ὅμως, ὄχι διότι δὲν πιστεύω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων τοῦ κ. Κουτούπη, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἢ ἄλλην ἐπίσημον περὶ τούτου πληροφορίαν. Ἐπαναλαμβάνων, κ. Βουλευταί, λέγω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει χάρτου δὲν γίνεται μελέτη· αὐτοψίαν ἐζητήσαμεν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπερεμάχησε τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲ ἐσιγήσαμεν, διότι καίτοι ἀνεγνωρίζομεν ὅτι εἴχομεν δίκαιον, ἀνεμένομεν τὰ κατάλληλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεξειργάζοντο τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν οἱ Ἕλληνες, θὰ ἦσαν οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον κάμει εἰδικὰς σπουδάς. Ἦλθεν ἡ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ νόμος δὲν ἐγένετο, δὲν ἐξητάσθη οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο· τοὐναντίον ἐξωδίκως μανθάνομεν ὅτι γίνονται διάφοροι ἐργασίαι εἰς τὸν Σκαραμαγκᾶν π. χ. καὶ ἄλλαι ἐργασίαι εἰς ἄλλα μέρη. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν περιλαμβάνουσαν καὶ τοὺς Ἄγγλους ἀξιωματικούς, ἵνα περιέλθωσι καὶ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Χαλκίδα, νὰ καταρτίσωσιν ἐκθέσεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§18Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα εἶναι καὶ ἡ κατασκευὴ νέου ναυστάθμου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν μέρος ὁριστικῶς ἐξευρέθη, ὅπως ἀποτελέσῃ τὸν νέον ναύσταθμον τῆς Ἑλλάδος. Προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι ἐγένοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν· ταύτας ὅμως, εὑρισκομένας ἐν ἐνεργείᾳ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἐκθέσω. Ἓν μόνον δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅλαι αἱ συστάσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ἔχωσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποδείξῃ τὸ μέρος, θὰ ἔχωσιν ἐξετασθῆ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος τὰ ὁποῖα καὶ ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ναυτικῆς θὰ εἶναι κατάλληλα πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον ἐθνικὸν σκοπόν. Ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τούτους τὰ ἀκόλουθα· διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ Ναυστάθμου ἐκλήθη πραγματικῶς ὑπέροχος Ἄγγλος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ἀπὸ τῆς τεχνικῆς ἀπόψεως ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως ὡς πρὸς τὸ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ὁ ναύσταθμος. Ὅλαι αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε μελέται εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατασκευασθῇ ὁ Ναύσταθμος θὰ τελῇ ὑπὸ τὰς καταλλήλους στρατηγικὰς ἀπόψεις. Ὥστε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς περαιτέρω συζήτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν ἡμῶν ὅπως μελετηθῶσι τὰ κατάλληλα διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Ναυστάθμου μέρη, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει μελετηθῆ τὸ ζήτημα θέλει συζητηθῆ εὐρύτατα· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦδε εἶναι ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα θέλουσιν ἐξετασθῆ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἐπισταμένως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀνδανείας καὶ ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Συλλόγου τῶν Αὐλωνιτῶν.
§20Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς πρώτης ἀναφορᾶς ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν πταισματοδικείων καὶ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὡς πρὸς τὴν ζητουμένην δικαίως σύστασιν εἰρηνοδικείου ἐν Ἀνδανείᾳ. Ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου ὅμως θέματος, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Συλλόγου τῶν Αὐλωνιτῶν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἵνα δεχθῇ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὡς ἁρμόδιον, ἵνα λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μελετήσῃ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ παντὸς ἄλλου σχετικοῦ στοιχείου ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλει ἀναθεωρήσει τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1912 καὶ 1913 τῶν ἐπιστρατευθέντων ἐπιτηδευματιῶν. Οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέτουσιν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐπιστρατευθέντες εὑρίσκοντο ἐν τοῖς στρατοπέδοις ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ καὶ διὰ τῶν ὅπλων αὐτῶν ἐδόξαζον τὴν Πατρίδα, αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν ἐλιμοκτόνουν. Ἐὰν δὲ τὰ καταστήματα αὐτῶν, ὅσοι εἶχον τοιαῦτα καταστήματα διεξάγοντα μικρὸν ἐμπόριον, ἔμενον ἀνοικτά, οὐδεμίαν ἢ σχεδὸν οὐδεμίαν πρᾶξιν ἐμπορικὴν ἐνήργουν, καὶ μόνον κατὰ τύπους ἐφαίνοντο λειτουργοῦντα καὶ οὐδὲν ὄφελος ἀπέφερον· τοὐναντίον μάλιστα καὶ ζημία προήρχετο ἐξ αὐτῶν, ὥστε σήμερον νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν οὔτε τὸ ἐνοίκιον νὰ καταβάλλωσιν οἱ μικρέμποροι οὗτοι, οἵτινες ἐπιστρέφοντες εἰς τὰς πατρίδας των εὑρέθησαν ἀπέναντι ναυαγίων οἰκονομικῶν καὶ ἀπέναντι τῆς ζητήσεως φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ φόρου μάλιστα ἀκεραίου, διότι τὸ νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ φόρος θὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ ἐπιτηδευματίαι ἐνήσκουν τὸ ἐπάγγελμα, εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐγένετο νόμος. Εἶναι λυπηρὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα δεινῶς ταλαιπωρηθέντες καὶ χύσαντες ἀφειδῶς τὸ αἷμά των χάριν τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος, νὰ σύρωνται σήμερον ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων εἰς τὰς φυλακάς, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιτηδεύματος 30 καὶ 50 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· θὰ παρακαλέσω μάλιστα αὐτὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, νὰ μελετήσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ νὰ ἐγκρίνῃ τὰ αἰτήματα τῶν ἀναφερομένων, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου φέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις.
§21Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὄχι μόνον διὰ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν ἀναφοράν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ἐπιτηδευματίας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἂν στέργῃ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνῳδὰ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ κ. κ. Γ. Λαμπρινόπουλος, Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ν. Συριόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί εἴς τινας τῶν σεισμοπαθῶν κατοίκων τῶν Δήμων Μυρτουντίων, Ἐλίσσης, Ἤλιδος καὶ Πεινείων τῆς Ἠλείας δὲν ἐπεστράφησαν οἱ καταβληθέντες φόροι οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων, ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1910–1911, ἂν καὶ ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις αὐτῶν ἐμπροθέσμως, ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν τῶν φόρων τούτων διὰ τῶν νόμων ͵ΓΨΞΑʹ καὶ
͵ΓΨΟΑʹ.
§25ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν ἐκ 35 χιλιάδων περίπου δραχμῶν, εἶχον ἐξ αὐτῶν ἀποσταλῆ 28 χιλιάδες, τὴν 6ην Δεκεμβρίου ἀπέστειλα καὶ τὸ ὑπόλοιπον, οὕτως ὥστε ἤδη ἔχει ἀποσταλῆ ὁλόκληρον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί οἱ κύριοι ταμίαι ἀρνοῦνται τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπιταξίμων.
§27ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αἱ χθὲς δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦσαν ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ δῆμοι, ἑξήκοντα περίπου, εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀριθμοῦνται πέντε ἢ ἓξ δικαιοῦχοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὡρίσθη ἀνὰ 15 καὶ 20 ἡμέρας νὰ ἔλθωσι κατὰ σειρὰν ἐξ ἑκάστου δήμου, ὥστε θὰ καταντήσῃ οἱ δικαιοῦχοι τοῦ ἑξηκοστοῦ δήμου νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὸν Ἰούνιον. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι μέγα ἀδίκημα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἰδικιτέρως, ἧς οἱ γεωργοὶ μὴ λαμβάνοντες ἐγκαίρως τὰ χρήματα θὰ μείνωσιν ἄνευ σπορᾶς».
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ καταγγελθέντος αὐτῷ εἰρηνοδίκου Γενιτσῶν. 2) Τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἀποκάθαρσιν τοῦ δικηγορικοῦ σώματος Θεσσαλονίκης, δεδομένου ὅτι ἐξεδόθησαν ἤδη ἐντάλματα συλλήψεως κατὰ δικηγόρων δι’ ἀπάτας διαπραχθείσας ὑπ’ αὐτῶν».
§29Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον διετύπωσα τὴν ἐρώτησίν μου. Ἀκούονται μομφαὶ ἐναντίον ἐνίων ὑπαλλήλων εἴτε διοικητικῶν εἴτε δικαστικῶν τοποθετηθέντων εἰς τὰς νέας χώρας. Τοιαύτη μομφὴ εἶναι καὶ ἡ διατυπουμένη κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Γενιτσῶν, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ καταγγέλλοντες βεβαιοῦσιν ὅτι προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις πρὸς ἀγορὰν τσιφλικίων ἐπὶ σκοπῷ νὰ καταστῇ ὁ ἴδιος τσιφλικιοῦχος συνάψας μάλιστα σχέσεις μετὰ τῶν ἐκεῖ τσιφλικιούχων μπέηδων καὶ προβαίνων εἰς καταπιέσεις τῶν χωρικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ διετύπωσα εἰς ἐρώτησιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ποιήσωμαι σύστασιν εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως μεριμνήσῃ γενικώτερον διὰ τὸν καθαρμὸν τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων, διότι δὲν βλάπτουσιν οἱ κακοὶ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καθ’ αὑτοὺς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ διαφθείρουσι καὶ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην ἀκριβῶς ἠθικῆς διοικήσεως, διὰ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἀγαπήσῃ τὸ νέον καθεστώς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως μελετήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας οἱ ἐκεῖ τοποθετηθέντες ὑπάλληλοι — ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲν εἶναι ἐντόπιος — εἶναι δυστυχῶς ἐκ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, καθόσον οἱ ἐντόπιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐπέτυχον πλὴν ἐξαιρέσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον δημοσίᾳ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν μετανάστευσιν πληθύος δικηγόρων εἰς τὰς νέας χώρας. Τὸ φαινόμενον τοῦτο παρουσιάζει καὶ τὴν καλήν του καὶ τὴν κακήν του ὄψιν. Ἡ καλὴ ὄψις εἶναι ὅτι τὸ σῶμα τῶν δικηγόρων τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον διήρχετο κρίσιν λόγῳ τοῦ πολυαρίθμου αὐτῶν, ἤδη εὑρισκομένης διεξόδου, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ καλλιτέρας συνθήκας διὰ τὴν τελεσφορωτέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ ὑπὸ καλλιτέρους οἰκονομικοὺς ὅρους. Ἕτερον καλὸν εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, δοθείσης εὐκαιρίας ὅπως μεταβῶσι πολλοὶ δικηγόροι εἰς τὰς νέας χώρας, ἐπέρχεται εἷς φυσιολογικὸς καθαρμὸς τοῦ δικηγορικοῦ σώματος τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, διότι μὴ νομίσητε ὅτι πάντοτε οἱ καλοὶ δικηγόροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουσι τὸ παλαιὸν Βασίλειον διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς νέας χώρας.
§30Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ καλοί.
§31Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι πάντοτε, εἶπον. Ὑπάρχουσι καί τινες διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος ἦτο ἀδύνατος ἐν Ἑλλάδι καὶ οἱ ὁποῖοι εὗρον τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ φύγωσι, καὶ ἐπῆλθε τρόπον τινὰ εἷς φυσιολογικὸς καθαρμὸς τοῦ δικηγορικοῦ σώματος. Τὸ τρίτον καλὸν τὸ ὁποῖον προέκυψεν εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἰσάγεται ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία εἰς τὰς νέας χώρας, μεταβαίνουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κάτοχοι τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας καὶ συντελοῦσι καλλίτερον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Ἑλληνικῶν Νόμων, τῶν ἤδη εἰσαγομένων εἰς αὐτὰς διὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπον ἐννοεῖται ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀντίστοιχα κακά. Ἐὰν λέγωμεν ὅτι ὠφελεῖται τὸ δικηγορικὸν σῶμα τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, διότι ἔφυγαν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν ἐνταῦθα οὐδ’ ὤφειλον νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸ δικηγορικὸν σῶμα, καὶ μετέβησαν αὐτὰ ἐκεῖ, τοῦτο εἶναι κακόν, διότι μετέβησαν εἰς τὰς νέας χώρας πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Τινὲς βεβαίως, ὄχι πάντες, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄριστοι δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐκεῖ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ πλεῖστον μετέβησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν θέσιν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἐνεργοῦντα τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐκεῖ, βλάπτουσιν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ θέσω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἵνα προκαλέσω τὸ γενικώτερον ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς πληροφορίας, ὅτι ἤδη ἔχουσιν εἰσαχθῆ εἰς δίκην δικηγόροι —καὶ ἐντροπὴ νὰ τὸ λέγῃ τις— ἐπὶ συνεργείᾳ εἰς ζωοκλοπάς, ἐπὶ ἀπάτῃ! Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι οὗτοι παρεβίασαν τὴν ἔννομον τάξιν ταῦτα πράττοντες, ὅτι δίδουσι τὸ κακὸν παράδειγμα διὰ τῶν πράξεών των, ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι ὑπερασπισταὶ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δυσφημοῦσι διὰ τῶν πράξεών των τούτων καὶ τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν. Ἡ ἀπάτη συνίστατο ὅτι ἐλάμβανον ὑπερόγκους τιμὰς ἐξαπατῶντες ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους καὶ λέγοντες ὅτι εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῶν ἀμοιβῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας ἐλάμβανον, νὰ διαφθείρωσι τὰ ὄργανα τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως καὶ οὕτω δυσφημοῦσι τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην.
§32Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπεδείχθησαν δικαστικῶς αὐτά;
§33Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶπον ὅτι ταῦτα καταγγέλλονται καὶ εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν οἱ καταγγελθέντες. Ἀλλὰ προσγίνεται καὶ μεῖζον κακόν, ὅτι διαφθείρονται πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι καλλιτέρας τύχης. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι, ἰδίᾳ ἐν Μακεδονίᾳ, ὁ θεσμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν ὡς συμβιβαστῶν ἐπέτυχε, διότι ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖ, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ὁ Μουσουλμανικὸς πληθυσμός, εἶναι φιλαλήθης. Ἄρνησιν ἀγωγῆς κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν δὲν προτείνουσι· προτείνουσιν ἄλλας ἐνστασιολογίας κατὰ τῶν ἀγωγῶν, ἀλλὰ τὴν ἄρνησιν τῆς ἀγωγῆς οὐδέποτε. Βλέπετε ὅτι ὑπάρχει εἷς πληθυσμὸς ἀδιάφθορος, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ δικαίου τῶν ἐκτελούντων τὸ λειτούργημά των διὰ παραβιάσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου, θὰ διαφθαρῇ ἀσφαλῶς ὁ πληθυσμὸς οὗτος, καὶ ἔχομεν μέγιστον συμφέρον νὰ μὴ διαφθαρῇ πληθυσμός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰλικρινής, ὁ ὁποῖος εἶναι φιλαλήθης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδιάφθορος. Καὶ αὐταὶ μὲν εἶναι αἱ ἠθικαὶ βλάβαι, τὰς ὁποίας προξενοῦσιν οἱ δικηγόροι εἰς τὰς νέας χώρας. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑλικαὶ βλάβαι. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἂν εἶναι εἰς γνῶσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τὸ ἑξῆς περιστατικόν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον τὰ νομικὰ πρόσωπα δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ ἀποκτήσωσιν ἰδιωτικὴν κτῆσιν, εἶχεν ἀναπτυχθῆ τὸ σύστημα ὅπως εἰκονικῶς αἱ κτήσεις τῶν Κοινοτήτων, ἰδίᾳ αἱ ἀκίνητοι ἀποκτῶνται οὐχὶ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Κοινοτήτων, ἀλλ’ ἐπ’ ὀνόματι ἐμπίστων τῶν Κοινοτήτων, ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων, ἅτινα δι’ ἀντεγγράφων, τὰ ὁποῖα ὅμως κατὰ τὸ ὀθωμανικὸν δίκαιον δὲν εἶχον κῦρος, ἐξησφάλιζον τὰς προσόδους αὐτῶν τῶν ἀκινήτων εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐν περιπτώσει μεταβολῆς τοῦ ἰσχύοντος ὀθωμανικοῦ δικαίου περὶ τῆς ἐγγείου δικαιοδοσίας ἐξησφάλιζον τὴν μέλλουσαν κτῆσιν ἐπ’ ὀνόματι τῶν Κοινοτήτων. Ἡ περίστασις αὕτη παρουσιάσθη· καὶ τί συνέβη; Εὑρέθησαν ἀσυνείδητοι δικηγόροι — δὲν γνωρίζω ἂν γνωρίζῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — οἱ ὁποῖοι καθωδήγησαν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐμπίστους τῶν Κοινοτήτων νὰ διαμφισβητήσωσι τὰ ἀντέγγραφα διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίζοντο ὅτι εἶναι εἰκονικοὶ κύριοι, ἀληθεῖς δὲ καταπιστευματοδόχοι τῶν Κοινοτήτων, ὅτι δὲ τοιαύτην ζημίαν ἐπεζήτησαν οἱ τοιοῦτοι δικηγόροι νὰ ἐπιφέρωσι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, διότι καὶ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον δι’ ἐμπίστων προσώπων εἶχεν ἰδιοκτησίαν ὑπὸ τὸ παλαιὸν καθεστώς. Ὥστε τὸ πρᾶγμα δὲν εἶνε μικρόν. Ἡ δικηγορία ὅπως ἐνασκεῖται ἀπὸ τοιούτους κυρίους ἀποβαίνει αὐτόχρημα ἀντεθνικὴ καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ μεταρρυθμίσεως τῆς νομοθεσίας νὰ ληφθῇ μέριμνα αὐστηροτάτης ἐπαγρυπνήσεως· μάλιστα δὲ νομίζω, ὅτι θὰ ἐνεδείκνυτο διά τινα ἔτη, δύο ἢ τρία, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἄνευ προληπτικοῦ ἐλέγχου ἡ ἐνάσκησις τῆς δικηγορίας εἰς τὰς νέας χώρας. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων μου νὰ ὑποδείξω ἐγὼ τὰ μέτρα, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ἀφορμὴν καὶ αὐτὸς νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ θὰ προέτρεπον αὐτὸν νὰ εἰσηγηθῇ μέτρον, ἔστω καὶ ἂν δὲν συνεβιβάζετο πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐπαγγέλματος τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὡς βάσιν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ, διότι νομίζω ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τόσον σπουδαῖαι, τὰ παραδείγματα ἐκ τῆς κτηθείσης πείρας εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ εἰσηγηθῇ, λέγω, μέτρον, καὶ πρέπει νὰ μὴ παρέλθωμεν τὸ ζήτημα ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ, κ. Βουλευταί, τὴν κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Γενιτσῶν κατηγορίαν ἡ μόνη πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι τηλεγράφημα φέρον τὴν ὑπογραφὴν Ἀστέριος Φλῶρος, ληφθὲν πρὸ 4 ἢ 5 ἡμερῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται ἀορίστως ὅτι κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Γενιτσῶν ὑπεβλήθησαν πολλαὶ καταγγελίαι καὶ χάριν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης ζητεῖται ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ. Τὸ τηλεγράφημα ἀπεστάλη ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀναμένεται ἀπάντησις περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, ἂν ἐνεδείκνυοντο τοιαῦται, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ὡρισμένον γεγονὸς μοὶ ἐγνωστοποιήθη.
§36Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διετάχθη ἀνάκρισις;
§37Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένη κατηγορία, τοιαύτη, δ’ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν Μακεδονίᾳ, βεβαίως θ’ ἀσκηθῇ αὐστηρὸς ἔλεγχος τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πάντες οἱ γενόμενοι διορισμοὶ κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου φέρουσι προσωρινὸν χαρακτῆρα καὶ ἑπομένως καὶ τούτων, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν ἐντοπίων, ἡ ἀπομάκρυνσις εἶναι εὐκολωτάτη, διότι δὲν ἔχουσι μονιμότητά τινα, ἐὰν δείκνυνται οὐχὶ ἄξιοι τοῦ λειτουργήματος τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη. Ἰδιαιτέρως, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικηγόρους, ἐσημειώθησαν λυπηραί τινες περιστάσεις ἕνεκα κατηγοριῶν κατὰ δύο δικηγόρων. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει αἱ μορφαὶ αὗται νὰ γενικεύωνται καὶ νὰ σχετίζωνται πρὸς τὸ ποιὸν τῶν δικηγόρων, οἵτινες ἀπῆλθον ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ μετέβησαν εἰς τὰς νέας χώρας πρὸς ζήτησιν κρείττονος τύχης. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πράξεων ἀξιοποίνων, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τιμωρίαν αὐτῶν καὶ παραδειγματισμὸν τῶν ἄλλων, ὅσοι τυχὸν θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἐπαναλάβωσι ταὐτά. Γενικώτερον περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν δικηγόρων, καὶ εἰδικῶς ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐμερίμνησα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἐντεταλμένος τὴν διοίκησιν τῶν μερῶν ἐκείνων, κατηρτίσθη δ’ ἐκεῖ δικηγορικὸς σύλλογος, εἰς τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἔλαβον μέρος στοιχεῖα ἄξια πάσης ἐμπιστοσύνης. Ἐφ’ ὅσον οἱ δικηγόροι οὗτοι θέλουσι νὰ τηρήσωσιν ὑψηλὰ τὸ ἀξίωμά των, ἔχουσιν ἐκ τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου πάντα τὰ μέσα νὰ προκαλέσωσι καὶ τὴν παῦσιν ἀκόμη τοῦ ἀναξίου συναδέλφου των. Ἂν οὗτοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνίκανοι ὅπως προστατεύσωσι μόνοι των τὴν ἀξιοπρέπειάν των, ὑπάρχει πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας, προκειμένου περὶ θεσμοῦ μὴ ἔχοντος συνταγματικὴν κύρωσιν, νὰ ῥυθμίσῃ ἄλλως τὰ κατὰ τὸ θέμα ἢ ὑπάγουσα αὐτὸ εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἤθελε κρίνει προσῆκον. Εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κτήματος ἀγορασθέντος ἐπ’ ὀνόματι ἰδιώτου εἰκονικῶς διὰ χρημάτων κοινότητος, γνωρίζω ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν εὑρισκόμην ἐκεῖ ὅτι ὁ ἰδιώτης οὗτος ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος. Διέταξα εὐθὺς τὰ δέοντα, ἐφ’ ὅσον ἐπέτρεπεν ἡ τότε κατάστασις, ἀλλὰ δὲν ἔμαθον ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ὁ ἰδιώτης κατὰ παρακίνησιν ὡρισμένου δικηγόρου. Τὸ ζήτημα τῶν ἰδιοκτησιῶν ἃς αἱ κοινότητες ἔχουσι ἐπ’ ὀνόματι τρίτων, εἶναι ἀληθῶς ἄξιον νὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς, ἔχω δὲ διατυπώσει τροπολογίαν τινά, τὴν ὁποίαν θέλω προτείνει νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Π. Ἀραβαντινός, Π. Τσαλδάρης καὶ Ἀθ. Χρηστόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τίνα λύσιν προτίθεται νὰ δώσῃ καὶ πότε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἕνεκα διολισθήσεως ἐδάφους ἐπελθούσης συγχύσεως τῶν κτημάτων τῆς κοινότητος Καμαρίου Κορινθίας».
§39Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις, διότι μελετῶμεν τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον εἶναι δυσχερὲς καὶ γεννᾷ περίεργα ζητήματα.
§40Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν ἐπίσπευσιν τῆς μελέτης ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ διετίας.
§41Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπελήφθην τῆς μελέτης καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἂν σκέπτηται νὰ ἐλαττώσῃ τὸν πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτούμενον χρόνον τῶν ἀξιωματικῶν.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος πρὸς προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν προχθέντων κατὰ τὰς προαγωγὰς τοῦ Ἰουλίου εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτουμένου, ὥστε καὶ οἱ προαχθέντες κατὰ Ἰούλιον θὰ δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν, ἂν συνεπλήρωσαν τὸ ἥμισυ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸν πληροφορήσῃ ἂν ἀπεξηράνθη τὸ ἕλος τῆς κωμωπόλεως Κιάτου Κορινθίας καὶ ἂν ὄχι, ποῦ ὀφείλεται ἡ παῦσις τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποξηράνσεως.
§45ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀξία τῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Κιάτου, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 6,580. Εἶχε δαπανηθῆ τὸ πλεῖστον μέχρι ποσοῦ 4,200 δραχ. περίπου, ἀλλὰ τὰ ἔργα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι συνεχῶς δι’ ἔλλειψιν ἐργατῶν κατὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν. Ἤδη διετάχθη ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν καὶ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου θὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μεσσηνέζης παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργούς, τοὺς ὑποβαλόντας νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Προνομιούχου Ἑταιρείας, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ποῖα εἶναι τὰ ὠφελήματα πρὸς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν ὑπὲρ τῆς σταφίδος καὶ τῶν προϊόντων αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς προσκτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἂν ἡ ὡρίμασις τῶν τοιούτων βλέψεων δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ πρὸ τοῦ Αὐγούστου 1914 εἰς τρόπον ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀναβολὴ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς μετὰ τῆς Προνομιούχου συμβάσεως τοῦ 1905, ἡ ἐκ μέρους τῆς ὁποίας αὐθαίρετος ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως ἐζημίωσε τοὺς παραγωγοὺς σταφίδος δραχμὰς 12,000,000 κατὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1912, ἑτέρας δραχμὰς 12,000,000 κατὰ τὴν ἐσοδείαν 1913, καὶ θὰ ζημιώσῃ αὐτοὺς κατ’ ἐλάχιστον ἑτέρας 12,000,000 δραχμὰς κατὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1914, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἀμέσου διαρρυθμίσεως τῆς συμβάσεως ἢ ἂν μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1914 δὲν καρποφορήσωσιν αἱ βλέψεις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, αἱ προσδοκώμεναι ἐκ τῆς προσκτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἀνέπτυξε πρότασιν πρὸς λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς ὅμιλον Βουλευτῶν, ἐζήτησα δὲ καὶ μοὶ ἔδωκε τὸ διάγραμμα τῆς λύσεως τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἔδωκα τοῦτο εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, σήμερον δὲ μοὶ ἐστάλησαν τὰ δοκίμια. Μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ διανεμηθῇ ἡ πρότασις, ἣν ἡ Βουλὴ θὰ μελετήσῃ, τότε δὲ ὁ κ. Μεσσηνέζης δύναται νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα εὐρέως. Ἄν νομίζῃ τώρα ὅτι κατὰ τὸν βραχὺν χρόνον τῆς ἐρωτήσεως δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ κάμῃ.
§48Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου εἶναι ὅλοι «δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα». Δὲν πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος· σεῖς ἐσυνειθίσατε νὰ κάμητε ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπεβάλλετε. Ἐκάματε ἑρμηνείαν πέρυσι, καὶ ἐφέτος ἐκάματε ἑρμηνείαν ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας ἡ ὁποία ἀνέτρεψε πᾶσαν τὴν βάσιν. Πρέπει ἡ ὑπόθεσις αὕτη νὰ καθαρισθῇ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ὑπέβαλλεν ἢ θὰ ὑποβάλλῃ διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν κατάδικον ἐν Σπάρτῃ Σ. Βισβαρίδην, ὑπὲρ οὗ ὑπεβλήθη ἔκθεσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν συνιστῶσα αὐτὸν εἰς τὸ βασιλικὸν ἔλεος.
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί δὲν κοινοποιεῖται εἰσέτι ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀπολυθέντων ἡλικιῶν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῆς 8ης καὶ τῆς 9ης Μεραρχίας.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἐδόθη δὶς ἀπάντησις.
§53Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδόθη δὶς ἀπάντησις, δὲν ἤθελον δὲ καὶ ἐγὼ ἐρωτήσει ἐκ τρίτου, ἐὰν δὲν μοὶ ἐδίδετο ἀφορμὴ ἐκ δύο τηλεγραφημάτων, τοῦ ἑνὸς ἐκ Τεπελενίου καὶ τοῦ ἄλλου ἐκ Κολωνίας. Διὰ τῶν δύο τούτων τηλεγραφημάτων οἱ παραμένοντες ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ παραπονοῦνται καὶ ἐκφράζουσι τὴν πικρίαν ἡ ὁποία κατέχει τὴν ψυχήν των, διότι παρατείνεται χωρὶς λόγον ἡ παραμονή των εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα, διότι ἐκ τούτου θέλετε πεισθῆ ὅτι ὄντως ἡ ψυχικὴ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων εἶναι λίαν ὀδυνηρὰ (ἀναγινώσκει τηλεγραφήματα). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διετάχθησαν ἀξιωματικοὶ μόνιμοι ἵνα μεταβῶσιν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφέδρων· ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι διὰ παντοίων προφάσεων ἐπιτυγχάνουσιν ἀναβολὴν τῆς ἀναχωρήσεώς των εἴτε εἰσαγόμενοι εἰς νοσοκομεῖον εἴτε λαμβάνοντες ἀπαλλαγὴν τῆς ὁδοιπορίας καὶ οὕτως ἐξακολουθοῦσι νὰ παραμένωσιν ἐδῶ. Ἀδικοῦνται οὕτως οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔδει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου νὰ ἔχωσι μεταβῆ εἰς τὰς ἑστίας των, ἀφοῦ διετάχθη ἡ γενικὴ ἀποστράτευσις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ κρατῶνται ἀξιωματικοὶ μονομερῶς, ἐνῷ ἄλλοι ἀπελύθησαν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλαντζόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ αὐτοῦ καὶ πολλῶν ἄλλων βουλευτῶν, περὶ παρατάσεως τῆς ἀναστολῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως οἱουδήποτε τίτλου, πλὴν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου μέχρι 1 Σεπτεμβρίου 1914, καὶ περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἰδίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὀφειλέτας ἐπιστράτους, ἢ ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ σχετικόν τι νομοθετικὸν μέτρον δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, ὡς εἶναι δίκαιον δι’ οὓς λόγους ἀναπτύσσουσιν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει.
§55Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ τὸ ὑποβληθὲν ἤδη νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως κλπ.», ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ἐξέθηκα τὰς σκέψεις μου εἰς τὸν κ. Φαρμάκην ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀποτείνει ὁμοίας ἐρωτήσεις.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν κατεσκευάσθησαν τὰ μετὰ τῶν γειτόνων μας Κρατῶν ὁρόσημα τοῦ Κράτους, ὑπὸ τίνος κατεσκευάσθησαν καὶ μὲ ποίαν τιμήν, ἅμα δὲ νὰ προσκομίσῃ καὶ ἅπαντα τὸν σχετικὸν φάκελον μετὰ τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας καὶ τοῦ ἐργολαβικοῦ συμβουλίου.
§57Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ φακέλου δὲν ἐξάγεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁροσήμων τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε νὰ κατασκευάσῃ ὁ ἐργολάβος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ σημείωμα ἐμφαῖνον πόσα ὁρόσημα κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τῆς 9 Αὐγούστου, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐργολαβία, μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου, ὅτε ἐκηρύχθη ὁ ἐργολάβος ἔκπτωτος, καὶ πόσα ὑπολείπονται ἀκόμη ἐν συνόλῳ.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μοὶ διαβιβασθῇ αὐτὸ τὸ σημείωμα παρακαλῶ διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν τῶν τηλεγράφων Eastern (Ἤστερν) ἐζητήθησαν τὰ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καταβληθέντα καὶ παρ’ αὐτῆς εἰσπραχθέντα τέλη διὰ τηλεγραφήματα τῶν διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ἀρχῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὡς καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ δι’ ἰδίας ἐγκυκλίου του τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων του καὶ ὧν ποσῶν ἐπεφυλάχθη τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφήν, ὡς καθ’ ὑπέρβασιν ὑποβληθέντων. Διὰ τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα, κακῶς ὡς ἐπείγοντα χαρακτηριζόμενα, κατεβάλλετο παρὰ τὴν σύμβασιν τὸ τριπλοῦν, ἐνῷ κατὰ τὴν διεθνῆ σύμβασιν τῆς Πετρουπόλεως καὶ τῆς Λισσαβῶνος τὰ τηλεγραφήματα τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν θεωροῦνται ἐπείγοντα πληρώνοντα τέλος ἁπλοῦν καὶ ὄχι τριπλοῦν. Καὶ ἂν ἐκτὸς τῆς ἐπιφυλάξεως, ὅπως ζητηθῶσι τὰ καθ’ ὑπέρβασιν καταβληθέντα, τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε λόγον παρὰ τῶν ἁρμοδίων, πῶς παρὰ τὴν σύμβασιν ἐνέκρινον οὗτοι πληρωμὰς ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου παρὰ τὰς συμβάσεις καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου.
§60Δ. ΠΑΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξ ἀφορμῆς ἐκθέσεως τοῦ προξενείου Χίου κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1912 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν πρεσβευτικῶν καὶ προξενικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς εἰσπράξεως τριπλοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἐπειγόντων τηλεγραφημάτων, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἐν Πετρουπόλει τηλεγραφικῆς συμβάσεως τοῦ 1875, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἀναθεωρηθέντος ἐν Λισσαβῶνι ἐν ἔτει 1908, τὰ ἐπίσημα τηλεγραφήματα θεωροῦνται πάντοτε ὡς ἐπείγοντα καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ταῦτα φέρουσι τὴν ἐπιγραφὴν urgent διὰ νὰ πληρώνωσι μόνον διπλοῦν τέλος καὶ οὐχὶ τριπλοῦν. Διὰ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐπεφυλάχθη νὰ ζητήσῃ τὰ τυχὸν πρὸ τῆς ἐγκυκλίου καταβληθέντα τέλη καθ’ ὑπέρβασιν τῆς συμβάσεως. Ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τῶν ἀρχῶν προκύπτει ὅτι τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα πάντοτε συνεμορφώθησαν πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως πλήν τινων ἐν Τουρκίᾳ ἰδίως ἐξ ἀγνοίας τῶν διατάξεων.
§61Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὀρθῶς ἐμνημόνευσε τῆς διεθνοῦς συμβάσεως, ἥτις ἰσχύει μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν καὶ τῆς Τουρκίας. Ἡ διεθνὴς αὕτη τηλεγραφικὴ σύμβασις ἐκυρώθη ἐπανειλημμένως διὰ νόμων, τελευταῖον δὲ ἡ σύμβασις αὕτη διὰ διεθνοῦς συμβάσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ τηλεγραφήματα διακρίνονται εἰς ἰδιωτικά, εἰς ἐπίσημα καὶ εἰς ὑπηρεσιακά· διὰ τὰ ἐπίσημα, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ προξενικὰ καὶ διπλωματικά, καθορίζεται ὅτι προτιμῶνται παντὸς ἄλλου κατὰ τὴν μεταβίβασιν, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως δὲν γίνεται καθόλου λόγος περὶ ἐπειγόντων τηλεγραφημάτων, ἐνῷ δυνάμει τῆς συμβάσεως αὐτὰ εἶναι ἐπείγοντα. Ἐπὶ σειρὰν λοιπὸν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1876, εἴτε ἕνεκα πλάνης εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε κατὰ παραδρομὴν ἐπληρώθησαν εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἑταιρείαν χιλιάδες δραχμῶν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου. Ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τοῦ Μαΐου ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, ὅπως ἠδύνατο ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον στέλλει τηλεγραφήματα εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ ἐπεστάθη ἡ προσοχὴ τῶν ἀρχῶν νὰ μὴ καταβάλλωσι τὸ τριπλοῦν. Ἤδη ἐρωτῶ· τίνα μέτρα σχετικὰ ἐλήφθησαν ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας δυνάμει τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ sine causa, ὥστε αἱ χιλιόδες αὐταὶ ν’ ἀναληφθῶσιν ὡς κακῶς καταβληθεῖσαι; Πρόκειται περὶ δημοσίου χρήματος, πρόκειται ἐν γένει περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ περισσοτέρα ἀμέλεια δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόησε τί συμβαίνει καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ μὴ πληρώνωσι τριπλοῦν τέλος. Παρακαλῶ λοιπὸν ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἐν γένει πάντα Ὑπουργόν, καὶ δὴ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀμέσως προϊστάμενον τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβον ἢ τίνα μέτρα σκέπτονται νὰ λάβωσιν. Ἄν πρόκειται περὶ τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ ὄχι περὶ τῶν ἰδικῶν μας καὶ ἀδιαφοροῦμεν, διαφέρει τὸ πρᾶγμα. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἴτε ὡς Ὑπουργοῦ εἴτε ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ἐπαρκής.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§63Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχε ζητηθῇ κατάθεσις συμβάσεων σιδηροδρομικῶν διὰ συζήτησιν μέλλουσαν νὰ γίνῃ μεθαύριον. Ταύτας καταθέτω, ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν ὑπάρχουσι δεύτερα ἀντίτυπα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ φυλαχθῶσιν αὐτά. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λοιπὸν μέρος, δύνανται οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ ἔχωσι τὸ ὅλον, διότι πρὸ καιροῦ ἔχω διατάξει τὴν ἐκτύπωσιν αὐτοῦ.
§64Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ ὁ ἔλεγχος ἀπὸ τῆς Δευτέρας εἰς μίαν συνεδρίασιν μετὰ τὰς ἑορτάς.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται ἡ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν συζήτησις διὰ τὸν πρῶτον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον μετὰ τὰς ἑορτάς. Τὸ 1ον καὶ τὸ 2ον νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀναβάλλονται, διότι δὲν διενεμήθησαν, ὡς ἐτροπολογήθησαν. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων Στρατοδικείων Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων καὶ καταργήσεως τῶν Στρατοδικείων Λέσβου καὶ Χίου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπονται ἕξ ψηφοφορίαι ἀναφερόμεναι εἰς αἰτήσεις καταδιώξεως ἕξ συναδέλφων· ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἂν στέργῃ νὰ ἐνεργηθῶσι συγχρόνως, ἵνα μὴ ἀπόλλυται ὁ χρόνος.
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως δοθῇ ἄδεια καταδιώξεως, ψηφίζουσιν εἰς τὸ λευκόν, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι εἰς τὸ ὄχι.
§69Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ δοθῇ καὶ δι’ ἐμὲ ἄδεια, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς κοινοτάτου συκοφάντου, δυστυχῶς ἀποτελοῦντος καὶ μέλος τοῦ δικηγορικοῦ σώματος Ἀθηνῶν, ὀνόματι Βορονζέρου, ὁ ὁποῖος πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν μοὶ ἀπέδωκε πράξεις τὰς ὁποίας οὐδέποτε οὔτε ἐφαντάσθην οὔτε εἶχον γίνει. Ὁ συκοφάντης οὗτος, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπέβαλον μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καταδιώκεται καὶ αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει κατ’ ἐμοῦ. Καὶ διότι πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ συκοφαντία, ἀλλὰ καὶ διότι πρέπει ὁ συκοφάντης οὗτος νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως παράσχητε τὴν αἰτουμένην ἄδειαν καταδιώξεως.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις νὰ ὑποστηρίξω τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀπέτεινα κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι καίτοι ἀπὸ μηνὸς ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς θέλω ὑποστηρίξει τὰ σημεῖα ἐκεῖνα περὶ τὰ ὁποῖα ἐστράφη ἡ κατηγορία μου, αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν μοὶ ἐδόθησαν. Ἀφορῶσι δὲ αἱ πληροφορίαι αὗται εἰς δύο ζητήματα· κατὰ πόσον ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης τῆς ἑτοιμάσεως τῶν σκαφῶν, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται εἰς τὰ ναυπηγεῖα Βούλκαν, καὶ δὴ ἡ τοιαύτη βραδύτης ἐδικαιολογήθη ὡς προελθοῦσα ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Ἐζητήθη ἴδιος πίναξ τοῦ προσωπικοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀδύνατον ν’ ἀποσπασθῇ ἡ ἀναγκαία δύναμις ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας, ἀλλ’ οἱ πίνακες οὗτοι δὲν μοὶ ἐκοινοποιήθησαν διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ σύνταξίς των βραδύνει. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὰ πράγματα, γνωρίζω ὅτι μόνον καλὴ θέλησις καὶ ὧραί τινες ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅπως μοὶ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται. Ἐπίσης διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, κατὰ πόσον διεξήγοντο ἢ ὄχι διαπραγματεύσεις δι’ ἀγορὰν ὡρισμένου θωρηκτοῦ, οὐδεμία μοὶ ὑπεβλήθη πληροφορία, χωρὶς νὰ εὑρίσκω τὴν αἰτιολογίαν, διότι ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἔγγραφα, τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ εἶναι ἐλάχιστα. Δὲν δύναμαι συνεπῶς νὰ κάμω σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς δηλώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας βεβαίως δύναμαι νὰ κάμω καὶ μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Δὲν ἤθελον ὅμως λέγων ταῦτα, ν’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν χωρὶς τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ σιωπή μου ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν προέρχεται ἐξ ἄλλου λόγου, ἀλλὰ μόνον διότι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζήτητα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν κατηγορίαν, δὲν μοὶ ἐδόθησαν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§72Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, διὰ ν’ ἀπαλλάξω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ δηλώσω ὅτι τὸ παράπονόν μου οὐδόλως ἀπευθύνεται κατὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ μοὶ παράσχῃ τὰ μέσα προβὰς εἰς ἐντονωτάτας διαταγάς, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δικαιολογοῦσα τὴν ἀναβολὴν δὲν συνεμορφώθη πρὸς αὐτάς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§74ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα φαίνεται καὶ ἐκ τῆς δικογραφίας μάλιστα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§76Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς κατ’ ἐμοῦ καταδιώξεως. Ὡς καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, ἡ κατ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσα μήνυσις ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσιν ἦτο ἀστεία, διότι, ὅτε ἐξεδικάζετο ἡ ἐκλογὴ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὗτος οὔτε κἂν προσῆλθε. Καὶ ἐνῷ δι’ ὅλους τοὺς νομοῦ τοῦ Κράτους εἶχον ὑποβληθῆ ἐνστάσεις, κατὰ τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας οὐδεμία τοιαύτη ἔνστασις ὑπεβλήθη. Ἠναγκάσθην τότε νὰ παρακαλέσω δι’ ἐπιστολῆς τὸν μηνυτήν μου, ὅπως προσέλθῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἐνστάσεις του, ἀλλ’ ἐκεῖνος δὲν ἀπήντησε· δὲν ἀπήντησε δέ, διότι εἶχε τὸ ἀτύχημα ὁ κύριος αὐτὸς νὰ εἶναι τρόφιμος τοῦ Δρομοκαϊτείου ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
§78Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα δώσῃ τὴν ἄδειαν διὰ ν’ ἀποδειχθῇ τίνες εἶναι οἱ μυσαροὶ συκοφάνται, οἱ ὁποῖοι ἐξύφανον τὴν ἐναντίον μου κατηγορίαν, οἵτινες δὲν ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τὴν συκοφαντίαν, ἀλλὰ κατέφυγον καὶ εἰς τὸν ἀθηναϊκὸν τύπον, ἵνα διασύρωσι τὴν ὑπόληψίν μου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μαλασπίνας ἔχει τὸν λόγον.
§80Α. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Τὸ αὐτὸ ἐξαιτοῦμαι καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ράλλης.
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος ἤθελεν ὑποστῆ μείωσίν τινα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ δικαία ἄλλως παράκλησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἤθελε γίνει δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἤθελεν ἐπιτραπῆ, ἐν ὅσῳ φέρει τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος, ν’ ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἢ τοῦ ἀνακριτοῦ. Δὲν εὑρισκόμεθα βεβαίως εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο ν’ ἀχθῇ ἐνώπιον τῶν ὁμοτίμων του, ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου καὶ νὰ δώσῃ λόγον, ἵνα ἀποκρούσῃ τὰς ἀδίκους μομφὰς τὰς γενομένας κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ θέσις τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος δὲν ἐπιτρέπει, νομίζω, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, διότι καὶ τὸ γόητρον τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος ἤθελε μειωθῆ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος ἤθελεν ἀφήσει τὴν ὑπόνοιαν — τοιαύτην ὑπόνοιαν εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλάβῃ τις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν — ὅτι δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἀδίκως ἐπιρρίπτεται κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον φέρει σήμερον ὁ κ. Δεμερτζῆς, νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἄδειαν πρὸς καταδίωξιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι πολύ, Κύριοι, μὴ δυνάμενος νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ καὶ ὑποχρεοῦμαι νὰ παρακαλέσω εἰδικῶς τὴν Βουλήν, ὅπως καὶ τὰς ἄλλας ἀδείας τὰς ζητουμένας ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς πρὸς καταδίωξιν τῶν Βουλευτῶν παραχωρήσῃ, ἀλλ’ ἰδιαίτατα πάντων παραχωρήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην πρὸς ἐνέργειαν δικαστικῆς καταδιώξεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ καὶ συναδέλφου μου κ. Δεμερτζῆ. Δὲν νομίζω καθόλου ὅτι ἔχει νὰ ὑποστῇ τι τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ ὑπουργικὸν γόητρον ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν ἄλλη ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ νομοθετικὴ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἐφροντίζομεν νὰ ἔχωμεν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφ’ ὅσον τις διατελεῖ Ὑπουργὸς νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένη καταδίωξις ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Διὰ νὰ μὴ φροντίσῃ ἡ νομοθεσία μας νὰ καθιερώσῃ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν, καλῶς ἐθεώρησεν ὅτι τὸ κῦρος ἑνὸς Ὑπουργοῦ οὐδαμῶς κλονίζεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ τι κατ’ αὐτοῦ. Ὑποθέσατε ἄλλως τε ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν συνόδῳ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ κατηγορία τις καθ’ Ὑπουργοῦ ὡς ἐναντίον ἰδιώτου. Τί ἠθέλετε νὰ γίνῃ τότε; Ἡ εἰσαγγελία δύναται νὰ προχωρήσῃ, διότι τῆς Βουλῆς μὴ εὑρισκομένης ἐν συνόδῳ ἡ καταδίωξις θὰ ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ. Θὰ θεωρήσωμεν τότε ὅτι κλονίζεται τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ; Βεβαίως ὄχι. Διατί θὰ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα, διότι παρούσης τῆς Βουλῆς θὰ γίνῃ τὸ αὐτό; Ἄλλως τε, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν αἱ ἀνησυχίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ εἶναι ὀλιγώτερον ἀκόμη βάσιμοι ἐκ τοῦ περιστατικοῦ, ὅπως ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι δὲν εἶναι κατηγορούμενος οὗτος ἀλλ’ εἶναι κατήγορος: ἐπέδωκε μήνυσιν, ἐπρότεινε δὲ αὐτὸς τὴν ἔνστασιν τῆς ἀληθείας.
§85Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ ὁ μηνυτὴς καταδιώκεται αὐτεπαγγέλτως λόγῳ τῆς μηνύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκεν ἐναντίον μου.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις. Κατ’ ἀνάγκην λοιπόν, καίτοι τυπικῶς παρίσταται ὡς κατηγορούμενος ὁ Ὑπουργός, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν εἶναι κατήγορος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἐὰν εἶχεν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ὅτι εἷς οἱοσδήποτε πολίτης ἀξιῶν παράπονα, τὰ ὁποῖα προστατεύονται καὶ διὰ ποινικῆς ἀγωγῆς, καταφεύγει ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιον αὑτοῦ. Εὐτυχῶς δὲ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἀνέκαθεν δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἰδιαίτατα ἀφ’ ἧς ἐξησφαλίσθη εἰς αὐτὴν ἡ λειτουργία κατὰ τρόπον ὅστις δύναται νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ὥστε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν διὰ νὰ δώσωσι λόγον διὰ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐγκαλοῦνται, ἀλλὰ καὶ οἱ κοινοὶ πολῖται ν’ ἀναμένωσι μετὰ πλήρης ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἔστω καὶ ἂν κατηγορούμενοι εἶναι οἱ κατέχοντες τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, ὡς εἶναι οἱ Ὑπουργοί. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἐν συνόλῳ καὶ ἰδιαίτατα τοὺς φίλους Βουλευτὰς νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν.
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μὲ ἔπεισαν ποσῶς ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρξε νομοθετικὴ πρόνοια σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνταῦθα κατόπιν τῆς αἰτήσεως περὶ καταδιώξεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι θὰ προέκυπτε τοιαύτη τις περίπτωσις. Κατ’ ἐμὲ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, διότι προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιώματος τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἢ ὁ Ὑπουργός, ἂν θεωρῇ ὅτι θίγεται ἡ φιλοτιμία του—καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἰδική μου σκέψις— ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του ἀπὸ συμβούλου τοῦ Στέμματος καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ὡς πολίτης ἴσος πρὸς τοὺς ἄλλους πολίτας. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔκτροπον, νὰ καλῆται Ὑπουργὸς ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ν’ ἀπολογηθῇ, εἶναι κατ’ ἐμὲ κάτι τι ἀληθῶς ἀκατανόητον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ἀναμφισβητήτως εἶναι ἴσοι· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῇ τις ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ νὰ ἀπολογηθῇ. Τοῦτο καὶ μόνον μὲ ἤγαγε νὰ φέρω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις. Ἐὰν νομίζωσιν οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι αὐτὰ δὲν θίγουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἐὰν δὲ νομίζωσιν ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν καθίσταται μία ἀνισότης, ἂς δώσωσι τὴν ἄδειαν.
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας θὰ εἶχε λόγον καὶ ὑπόστασίν τινα, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς γνώστης ὢν τῆς ὑποθέσεως, θ’ ἀνήρχετο τὸ βῆμα καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ προέρχεται παρὰ συκοφάντου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀπορῶ πῶς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς.
§89Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἰσῆλθεν εἰς τὰς φυλακάς.
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διετέλεσεν εἰς τὰς φυλακάς, πάντες δὲ οἱ μάρτυρες οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τὸν ἀπεκάλεσαν συκοφάντην. Ἐὰν ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ δισταγμῶν, ἐὰν ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ μαρτυρικῶν συγκρούσεων, δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν νὰ δεχθῶ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, θὰ ἤμην δὲ πρόθυμος νὰ ὑποβάλω παραίτησιν διὰ νὰ δικασθῶ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ὅταν ὅμως εὑρίσκωμαι πρὸ ἀτίμου συκοφάντου, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ παίξω τὴν κωμῳδίαν τῆς παραιτήσεως. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀτίμου συκοφάντου διατελέσαντος εἰς τὰς φυλακάς, οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέρχηται Ὑπουργὸς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ.
§91Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀρχικὴν σκέψιν καὶ γνώμην μου. Βλέπετε, ὅτι ὁ κατήγορος δὲν παρίσταται πλέον ἴσος πρὸς ἴσον· εἶναι κατήγορος. Ἀποκαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸν καταγγείλαντα αὐτὸν ἄτιμον συκοφάντην. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει, ἀλλὰ δὲν εἶναι γλῶσσα πολιτικοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ παραστῇ ἴσος πρὸς ἴσον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει τι περιπλέον, τὸ ὁποῖον παρέλειψα ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι κατηγορούμενος ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μεθ’ ὅσα ἠθέλησε νὰ ἐπανορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σχετικῶς πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν μίαν διαδικασίαν, μίαν καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· εἶμαι πεπεισμένος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι εἶναι ἀβάσιμος ἡ καταγγελία. Τονίζω δὲ τοῦτο, διότι θέλω ν’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς λόγους μου ἡ βαρύτης, ἡ ὁποία ὀφείλεται προκειμένου περὶ τοῦ κ. Δεμερτζῆ παρὰ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ θὰ ἐθίγετο, ἐὰν ἤθελεν ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ κ. ἀνακριτοῦ ὡς κατηγορούμενος καὶ ἀπολογούμενος. Εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος ὅτι εἶναι συκοφαντίαι. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα κἂν ἐνώπιον μιᾶς κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς κατηγορίας κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατήγγειλεν, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ καταγγείλας εἶναι συκοφάντης. Ἀλλὰ τότε θὰ λήξῃ ἡ διαδικασία καὶ θὰ κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅταν ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία ἐπὶ συκοφαντίᾳ.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ δίκη, ἐὰν δὲν δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ Βουλή.
§93Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, διότι δὲν εἶναι κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δεμερτζῆ ἡ κατηγορία. Ἡ κατηγορία εἶναι κατὰ τοῦ ἄλλου, κατὰ τοῦ καταγγείλαντος αὐτόν. Καὶ ἐν ὅσῳ ἡ καταγγελία εἶναι ἐκκρεμής, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ ἄδειαν καταδιώξεως κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ δίκη δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, διότι φέρεται ἐνώπιον αὐτῶν ὑπὸ τὴν ἑξῆς μορφήν.
§95Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἱστορικῶς ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πληροφορίαν μόνον.
§97Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν γενομένης συζητήσεως...
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§99Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εὑρίσκεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ βήματος.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁρίσατε.
§101Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, κ. Βουλευταί, γενομένης συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγὼ ἐξήνεγκον ὡρισμένην τότε γνώμην, ἣν εἶχον ἐπὶ νομοθετικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Μετά τινας ἡμέρας βλέπω εἰς ἐφημερίδα τινὰ ὁλόκληρον ἄρθρον, ἀληθὲς κατηγορητήριον ἐναντίον μου. Μοὶ ἀπεδίδοντο ἐγκληματικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἠλήθευον, θὰ ἐχρειάζετο νὰ ὑποστῶ τοὐλάχιστον τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν. Μοὶ ἀπεδίδοντο ἀπάται, ὑπεξαιρέσεις καὶ ὅλον τὸ συναξάριον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κατεπλάγην, διότι αἱ πράξεις αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀπεδίδοντο ἦσαν ἐντελῶς ἄγνωστοι εἰς ἐμέ, διότι κατηγορούμην ὅτι συμμετεῖχον αὐτῶν ὡς δικηγόρος μετὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω. Ἔσπευσα ἀμέσως τότε νὰ καταγγείλω τὸν γράψαντα κατ’ ἐμοῦ ἐπὶ συκοφαντίᾳ, μετὰ μίαν δὲ ἡμέραν ἐπληροφορήθην ὅτι καὶ κατ’ ἐμοῦ ἐπεδόθη μήνυσις δι’ ὅλα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Διεξήχθησαν κατόπιν τούτου ἀνακρίσεις καὶ ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἡ συκοφαντία, διότι καὶ οἱ μάρτυρες τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ μηνυτής, γνωστός ὄχι μόνον ὡς συκοφάντης, διότι κατεδίωξε καὶ ἄλλους ἐπὶ παρομοίαις πράξεσιν, ἀλλὰ καὶ ὡς δικηγόρος γενόμενος ἀνεκτὸς ἕνεκα τῆς μὴ λειτουργίας τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ οἱ μάρτυρες λέγω, οὓς ἐπεκαλέσθη, διέψευσαν αὐτόν. Οὕτως ἐντὸς δύο μηνῶν ἡ κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορία μου ἐπερατώθη, διότι ὅλοι οἱ μάρτυρες, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, τοὺς ὁποίους ὁ μηνυτὴς ἐκάλεσε διὰ ν’ ἀποδείξῃ τοὐλάχιστον τὴν καλὴν αὐτοῦ πίστιν, ὅτι δηλ. μὲ ἐμήνυσε καλῇ τῇ πίστει ἀγνοῶν ὅτι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πράξεων ἅς μοὶ ἀπέδιδεν, ὅλοι, λέγω, οἱ μάρτυρες, πρόσωπα περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν ὁποίων οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, κατέθηκαν ὅτι αὐτὸς οὐχὶ ἐκ πλάνης, ἀλλὰ ψευδῶς μὲ ἐμήνυσεν, ἀπέδωκαν δὲ εἰς τὴν κατηγορίαν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ψευδοῦς μηνύσεως καὶ τῆς συκοφαντίας. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν εὑρεθεὶς πρὸ τοιούτων μαρτυριῶν, αἵτινες ἀπεδείκνυον τελείως μίαν συκοφαντίαν κατ’ ἐμοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλεν αὐτεπαγγέλτως ν’ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Ὁ δικηγόρος λοιπὸν Βορονζέρος καταδιώκεται παρ’ ἐμοῦ πρῶτον ἐπὶ συκοφαντίᾳ, δεύτερον δὲ ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἁρμοδίου εἰσαγγελέως ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Κατ’ ἐμοῦ ἑπομένως ἤδη ὑφίσταται ἡ μήνυσις, ἡ ὁποία ἐπεδόθη τότε, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς ἕνεκα τῶν παρεμπιπτόντων γεγονότων καὶ ἕνεκα τῆς διαρκείας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων δὲν διέκοψεν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὰς ἐργασίας του, ἦτο ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἡ ὑπόθεσις. Ὅτε ἐπεραιώθησαν αἱ ἀνακρίσεις, ἤρχισεν ἀδιαλείπτως συνεδριάζουσα ἡ Βουλὴ καὶ δὲν ἔπαυσε διόλου, ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Διὰ τὴν μήνυσιν λοιπὸν ἐκείνην ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν ἐφαρμόζων τὸν νόμον δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν καταδιώξεως ἐναντίον ἐμοῦ, ὤφειλε δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον κατὰ τοῦ κατηγόρου αἱ κατηγορίαι ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει καὶ συκοφαντίᾳ. Οὕτως ἔχει, Κύριοι, ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τύπους εἶμαι κατηγορούμενος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὁ Βορονζέρος ἐπέδωκε κατ’ ἐμοῦ μήνυσιν, κατ’ οὐσίαν ὅμως ὄχι μόνον δὲν εἶμαι κατηγορούμενος, ἀλλ’ εἶμαι πλέον κατήγορος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐκ προθέσεως καὶ δολίας προαιρέσεως ἠθέλησε νὰ μὲ ἐπιβουλευθῇ, ἵνα τύχῃ ἀθεμίτων κερδῶν τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζε παραπλανηθεὶς δυστυχῶς ἐκ πολιτικῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο φυσικόν, κύριοι Βουλευταί, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ δώσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἦτο λέγω φυσικόν, ὁ ἐνδιαφερόμενος Ὑπουργὸς δι’ ὀλίγων νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται οὐχὶ κατ’ οὐσίαν περὶ κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ κατηγορίας ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλήν, διὰ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν—ὄχι ἡ θέσις ἡ πολιτικὴ—ἀλλ’ ἡ θέσις ἡ δικαστική, εἶναι ἀδιάφορος δι’ ἡμᾶς εἴτε οὗτος κατὰ τύπους παρίσταται κατηγορούμενος καὶ οὐσιαστικῶς εἶναι κατήγορος, εἴτε καὶ οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς κατηγορούμενος. Τὸ πρᾶγμα δὲν μεταβάλλεται παντάπασι καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω διάφορον γνώμην ἐκείνης τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκον, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἄδειαν. Δὲν δύναμαι ὡς ἐκ τούτου νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἐν σχέσει πρὸς τὸν κλονισμὸν δῆθεν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ κύρους τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι θὰ παρίσταται, κάτοχος τοιαύτης θέσεως, ὡς πολίτης κοινὸς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰς γνώμας ταύτας, εἶπον δὲ πρότερον ὅτι αἱ νομοθετικαὶ ἀντιλήψεις τῆς χώρας ἡμῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια εἰδικὴ περὶ τούτου. Ὑπάρχει ἐν τῇ Δικονομίᾳ ῥητὴ δικαιοδοσία καθιερωμένη διὰ τὰς δίκας διὰ τὰς ὁποίας κατηγορούμενος εἶναι ὁ Ὑπουργός, ὑπάρχει δὲ εἰδικὴ δωσιδικία δι’ αὐτοὺς καὶ εἰδικὴ διαδικασία. Καὶ καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Τί δὲ θὰ ἤθελεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νὰ γίνῃ, ἐὰν ἐπεδίδετο ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς σήμερον ἀκόμη μία μήνυσις κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ Βουλευτὴς καὶ νὰ εἶναι ὠχυρωμένος μὲ τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικήν, ἐὰν τὸν κατηγόρουν ὅτι ἐφόνευσεν—ὄχι ἐφόνευσε, διότι εἶναι τρομερὰ ἡ κατηγορία—ἀλλ’ ὅτι ἐν στιγμαῖς ἀγανακτήσεως ἐτραυμάτισεν εἴτε ἐξύβρισεν εἴτε ἐρράπισέ τινα, διότι τὰ πάντα ἀνθρώπινα, τί ἠθέλετε νὰ γίνῃ δι’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν; Νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐλευθέρα ἄλλως τε νὰ προχωρήσῃ χωρὶς νὰ μᾶς ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ἀφοῦ δὲν περιβάλλεται διὰ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ὀρρωδήσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ πρὸ τοῦ ὄγκου τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν καὶ οἱ νόμοι προβλέπουσιν αὐτὸ καὶ ὁρίζεται ἡ διαδικασία, ἐν τούτοις δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ τολμήσω νὰ πειράξω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατέχει τόσῳ ὑψηλὴν θέσιν; Αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις εἶναι ἀντιδημοκρατικαὶ καὶ, ὅταν λέγω ἀντιδημοκρατικαί, δὲν ἐννοῶ ὅτι θέλω τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν πολίτευμα στηριζόμενον ἐπὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Διατί, Κύριοι, ὁ κάτοχος μιᾶς θέσεως Ὑπουργοῦ δύναται νὰ εἶναι ἀνώτερος τοῦ πολίτου, ὁσάκις ἐπιδίδεται ἐναντίον αὐτοῦ μήνυσις, καὶ διατί θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν προσαγωγὴν αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς προσέρχεται καὶ ὁ κοινὸς πολίτης, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν ὥρισαν οἱ νόμοι διὰ τοὺς Βουλευτὰς ὁρίσαντες ὅτι ἡ διαδικασία θὰ γίνεται ἐνώπιον δικαστηρίου ἀνωτέρου ἐκείνου πρὸ τοῦ ὁποίου προσέρχονται οἱ κοινοὶ πολῖται; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὀρθῶς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως θέλει παραχωρήσει τὴν ἄδειαν ταύτην διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου.
§103Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ δύναται νὰ πάθῃ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν παραμείνῃ ἐκκρεμὴς ἐπὶ μῆνας, ἀφοῦ παρέμεινεν ἐκκρεμὴς ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν οἱ κ. κ. Θ. Γρηγορίου καὶ Σ. Σακελλαριάδης ὡς ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Ἐνεργεῖται ἐνταῦθα μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, μεθ’ ὃ γενομένης διαλογῆς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ. κ. Θ. Γρηγορίου καὶ Στ. Σακελλαριάδου, ὁ κ. Πρόεδρος ἀπαγγέλλει ὡς ἑξῆς τὸ ἀποτέλεσμα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν περὶ ἀδείας πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας Θ. Κουτούπη ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 129. Εἰς τὸ Ναὶ 88, εἰς τὸ Ὄχι 41. Διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Φίλιου ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 129, ἐξ ὧν 85 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς χορηγίας τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν καὶ 44 κατά. Διὰ τὸν Βουλευτὴν κ. Ἰ. Τρικούπην ἐπὶ 129 ψηφοφορησάντων 82 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς χορηγίας τῆς ἀδείας καὶ 47 κατά. Διὰ τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Σ. Θεοδωρόπουλον ἐπὶ 129 ψηφοφορησάντων 96 ἐψήφισαν νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια, 33 δὲ ὄχι. Διὰ τὸν Βουλευτὴν κ. Α. Μαλασπίναν ἐπὶ 129 ψηφοφορησάντων 80 ἐψήφισαν νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια καταδιώξεως, 33 δὲ ὄχι. Διὰ τὸν Βουλευτὴν τέλος καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κ. Κ. Δεμερτζῆν ἐπὶ 129 ψηφοφορησάντων 72 ἐψήφισαν νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια καταδιώξεως, 57 δὲ οὐχί. Ἑπομένως ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν ἀνωτέρω Βουλευτῶν ἐχορηγήθη.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§107Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἀρχῇ νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς· «πρὸς ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς καὶ πολιτικῆς δικαιοσύνης ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐπιτρέπεται...» κλπ. ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 ὡς συνεπληρώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. ΑΡΘΡΟΝ 12 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ ἔχει τὸν λόγον.
§109Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν 2 § τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως ἡ τροποποίησις κλπ.». Τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐν καιρῷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§110Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγὼ τὸ δέχομαι, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ δεχθῇ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§111Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι ἐνδεχόμενον, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν νέαν ὀργάνωσιν τῶν δικαστηρίων νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Εἰς τοιαύτην περίστασιν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαστηρίων τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Θέλω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον νὰ ὑπάρχωσι δικαστήρια, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις νὰ μὴ θεωρῆται ἀρκοῦσα· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ προσθήκη ἐκτάσεως ἐξ ἄλλων δικαστηρίων δύναται νὰ συντηρήσῃ τὰ δικαστήρια κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεὶς λόγος καταργήσεως. Ἀκριβῶς τοῦτον ἔχει τὸν σκοπὸν ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω.
§112Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φρονῶ ὅτι, καίτοι πληροῖ μίαν ἀνάγκην εἰς τὰς νέας χώρας τὰς προσκτηθείσας, ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ καὶ μίαν ἄλλην ἀνάγκην σχετιζομένην πρὸς τὰ δικαστήρια ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα αἱ δικαστικαὶ περιφέρειαι εἶναι τοσοῦτον ἀνώμαλοι, τοσοῦτον παρὰ φύσιν διαγεγραμμέναι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὥστε παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Σᾶς ἀναφέρω τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν τοῦ πρωτοδικείου Ἠλείας. Ἀπέχει, φέρ’ εἰπεῖν, ἡ κωμόπολις Ἀγουλινίτσα τοῦ δήμου Βώλακος μόλις ¾ τῆς ὥρας ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ κάτοικοι αὐτῆς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Κυπαρισσίαν — εὐτυχῶς ἤδη συνεδέθησαν διὰ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ διανύουσι τὴν ἀπόστασιν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ὡρῶν, ἣν πρότερον διήνυον εἰς 13 καὶ 14 ὥρας. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλαι περιφέρειαι δικαστηρίων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συγκοινωνίαν πρωτόγονον, ὅπως ἀτυχῶς ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας. Τὸ πρωτοδικεῖον Γυθείου περιλαμβάνει δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου καὶ τὴν τῶν Κυθήρων. Ἔχομεν τὴν Ἐπίδαυρον, ἡ ὁποία ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἀπέχει μίαν ὥραν τοῦ Γυθείου, καὶ δήμους τῆς Λακεδαίμονος οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσιν ἄλλην μίαν ὥραν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ πρωτοδικείου Γυθείου. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι διὰ νὰ δυνηθῆτε ἐν καιρῷ, δὲν ἐννοῶ σήμερον, νὰ καταστήσητε τὸν βίον ἐκείνων τῶν πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα εἶναι βιώσιμα, ἀνετώτερον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιστήμονας τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἐπάγγελμά των ἐκεῖ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πολίτας, καὶ νὰ διαρρυθμίσητε καταλλήλως τὰς περιφερείας, πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Διότι φαντάσθητε ἕνα Ἐπιδαύριον, ὅστις ἀπὸ τοῦ Μαλέα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διανύσῃ 25 ὥρας καὶ πλέον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Σπάρτην, νὰ ἔλθῃ μετὰ δύο ὥρας μόνον εἰς τὸ Γύθειον καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς Σπάρτην διὰ νὰ συναντήσῃ τὸν φυσικόν του δικαστήν. Μόνον ἐν Ἑλλάδι παρατηροῦνται αὐτά.
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν συζητοῦμεν τώρα αὐτό.
§114Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγώ, ἂν θέλητε, μολονότι πιθανὸν τοῦτο νὰ μὲ καταστήσῃ ἀντιδημοτικὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, εἶμαι κατὰ τῶν ἐπαρχιακῶν πρωτοδικείων. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν περιφερειῶν καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἔρχονται οἱ ἐξ Ἐπιδαύρου εἰς τὸ Γύθειον καὶ τοὺς ἐρωτᾷς: Πῶς ἐνταῦθα; Μεταβαίνω εἰς τὴν Σπάρτην νὰ δικασθῶ! Σήμερον λοιπόν, ὅτε μᾶς ἐδόθη εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν, πρέπει νὰ διαρρυθμίσωμεν τὸ ζήτημα, διότι νομίζω ὅτι ἡ σκοπιμωτέρα ἐργασία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν, εἶναι νὰ θέσωμεν βάσεις εὐρείας καὶ ἀσφαλεῖς καὶ ὄχι νὰ ἐξακολουθῶμεν τὸν ἐμβαλωματισμόν, διότι περὶ ἐμβαλωματισμοῦ πρόκειται, ὅταν πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν μίαν ἀνάγκην εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα.
§115Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, κ. Βουλευταί, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι νομίζω ὅτι θὰ χάσωμεν σπανίαν εὐκαιρίαν διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἔρχομαι εἰδικῶς καὶ ἀναφέρω καὶ παράδειγμα. Ἡ Ἀράχωβα τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας ἀπέχει τῆς Ἀμφίσσης τρεῖς ὥρας περίπου. Ὅλας τὰς συναλλαγάς των, ὅλον των τὸ ἐμπόριον οἱ κάτοικοί της ἔχουσι μετὰ τῆς Ἀμφίσσης· αὐτὸ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ὡς μανθάνω, συνελθὸν ἐκεῖ ἐψήφισε τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ δήμου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ πρωτοδικείου Ἀμφίσσης, διότι οἱ κάτοικοι ἁπαξάπαντες θέλουσι τοῦτο. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη τοῦ Βασιλείου συμβαίνουσι ταῦτα καὶ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶναι ἀληθῆ, διότι βεβαίως κατὰ τὴν χάραξιν τῶν περιφερειῶν τῶν διαφόρων δικαστηρίων δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλοι οἱ ὅροι εἴτε τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν, εἴτε τῆς συγκοινωνίας καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ νὰ πληρῶνται διὰ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν περιφερειῶν, ὡς ἐκ περισσοῦ δ’ ἐδημιουργήθησαν ἔκτοτε καὶ ἄλλαι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, δοθείσης αὐτῆς τῆς περιστάσεως, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ὥστε μετὰ ταῦτα καὶ κατόπιν μελέτης νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς τὰς περιφερείας καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε οὐδὲν παράπονον νὰ δύναται νὰ προκύψῃ.
§116Ν. ΞΗΡΟΣ. Λησμονεῖτε τὴν Αὐλίδα καὶ τὴν Χαλκίδα.
§117Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι πολλὰ παραδείγματα.
§118Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι εὐχάριστον μοὶ φαίνεται ὅτι παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὑφ’ ἣν παρουσιάζεται, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λίαν ἐπίκαιρος ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου, εὐχαρίστως δὲ εἶδον ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ὁπωσδήποτε ὅτι δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀποκρούσῃ μίαν τοιαύτην πρότασιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγίνετο ἀποδεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ μᾶλλον ἂν ὑπεδηλοῦτο ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι. Ἄλλη περίστασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐθετωτέρα τῆς παρούσης, καὶ θὰ ἦτο ἀκόμη ἐπιβεβλημένον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσαγάγῃ ὅμοιον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ κανονισθῇ φυσικώτερον ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, διότι εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι δὲν ἔχει διαιρεθῇ φυσικῶς ἡ χώρα. Ἐὰν διῃρέθη οὕτω τὸ 1833, οἱ ὅροι καὶ αἱ συνθῆκαι ἦσαν ἄλλαι, ἀλλ’ ἤδη ἤλλαξαν τὰ πράγματα ἐντελῶς, μετεβλήθησαν καὶ λόγῳ τῆς συγκοινωνίας καὶ λόγῳ πολλῶν αἰτίων, εἶναι δὲ ἐπιβεβλημμένον ν’ ἀποφασισθῇ ὅπως γένῃ τόσον ἡ διοικητικὴ ὅσον καὶ ἡ δικαστικὴ διαίρεσις φυσικωτέρα συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας ἑκάστου τόπου. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ τοιαῦται προτάσεις εἰσαγόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προκαλῶσι τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον προεκάλεσαν καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐποχάς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν τοὐλάχιστον διὰ παραδειγμάτων καὶ ν’ ἀναφέρωμεν Αὐλίδα, Λοκρίδα, Ἠλείαν, Σκυλλοῦντα. Εἰς τὰ παραδείγματα διαβλέπω τὸν κίνδυνον τῆς συζητήσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, κυρίως διότι ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρωτέραν σκέψιν τὸ ζήτημα, νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ἀνταποκρίνεται εἰς τοῦτο. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τι τὸ ὡρισμένον, ἀλλὰ γενικῶς γνωρίζω ὅτι ἡ δικαστικὴ διαίρεσις δὲν εἶναι καλή. Ἐὰν διστάζῃ ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι διστακτικός, ἔχει θάρρος καὶ τὸ θάρρος του τὸ δεικνύει καθ’ ἡμέραν, ἔχει δὲ καὶ ὑπομονὴν καὶ ἀποφασιστικότητα, ἐξ οὗ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ καθόλου ἐν ᾗ περιπτώσει λάβει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει δισταγμόν τινα πολιτικόν, καίτοι πολιτεύεται εἰς εὐρὺ κέντρον καὶ ἴσως οἱ δισταγμοί του θὰ ἦσαν πολὺ μικρότεροι παντὸς ἄλλου πολιτευομένου εἰς μικρότερον κέντρον, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα γνωμοδοτικῶς εἰς ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν σχηματισθησομένην ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ γνωμοδοτήσῃ γενικῶς περὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ ὅλου Κράτους καὶ μὲ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ν’ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργὸς δυνάμει τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς.
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοῦ νέου Κράτους;
§120Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ τοῦ νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ. Ἓν κράτος ἀναγνωρίζω πλέον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λιδωρίκη, νὰ τὴν συζητήσητε καὶ νὰ ἐπιφέρητε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, θὰ ἴδητε δὲ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι διατεθειμένη νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν.
§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, Κύριοι, τοῦ δευτέρου ἐδαφίου περιέχει μίαν διάταξιν, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ περίεργος κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες γενόμεναι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνώπιον ἡμῶν κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οὐδεμία πόλις ἐξ ἐκείνων αἵτινες μέχρι σήμερον ἔχουσι τοιοῦτον δικαστήριον δύναται νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ἕδρα πολυμελοῦς δικαστηρίου. Βεβαίως θὰ εἶναι περιττόν, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. προλαλήσας εἶπε ν’ ἀναφερθῶσιν ὀνόματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ δευτέρου ἐδαφίου περιέχει λεπτομερῶς τὰ ὀνόματα τῶν πόλεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἀπειλεῖται ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστηρίου. Διατί σᾶς παρακαλῶ; Τίνα εἶναι τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ὑπαχθῶσιν ἢ νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα των ἀπὸ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν νέαν; Τίνα εἶναι ἐκεῖνα; Ἐκτὸς τῶν ὁμόρων, ἄλλα τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσι παρὰ δύο, τὸ πρωτοδικεῖον Ἄρτης καὶ τὸ πρωτοδικεῖον Λευκάδος.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ Λαρίσης.
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι Λαρίσης, διότι ἡ Λάρισα εἶναι μεγάλη πόλις ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πρωτοδικεῖον, ἐνῷ ἡ Λευκὰς καὶ ἡ Ἄρτα εἶναι πόλεις μικρότεραι καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῇ τὸ πρωτοδικεῖον. Ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τοιαύτη τις εἶναι ἡ διάθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐκτὸς τούτου, λέγω, εἰς τὰς γραμμὰς ταύτας δύναταί τις νὰ δίδῃ ὅτι ἀποκλείεται καὶ ἡ μετάθεσις τῆς ἕδρας τοῦ ἐφετείου Κερκύρας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκόμη σπουδαιότερον.
§124Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἐσκέφθην τοιοῦτόν τι.
§125Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Χαίρω πολύ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ προκαλέσω, καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τὴν Λευκάδα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὰς τρεῖς ταύτας πόλεις, τὰς μόνας, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ δίδῃ, φρονῶ ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ αἱ τέσσαρες τελευταῖαι γραμμαί. Διότι ποίας ἕδρας θὰ μεταθέσητε, ἂν δὲν μεταθέσητε αὐτάς; Γεωγραφικῶς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἄλλη, καὶ τότε φυσικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Ἐὰν δὲ δὲν ἀπειλῆταί τι, τότε τὸ ἄρθρον οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ὑποθέτω ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ μετάθεσις οὐδεμιᾶς ἕδρας δικαστηρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῆς Λευκάδος τὸ πρωτοδικεῖον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ἢ ἀπὸ τῆς Ἄρτης, τὸ ὁποῖον ἔγινε πρὸ 30 ἐτῶν. Εἶναι κεκτημένα δικαιώματα αὐτά, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, ὑποθέτω, νὰ γίνῃ δεκτὸν τοιοῦτόν τι καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ὅπως εὐαρεστούμενος δεχθῇ καὶ διαγράψῃ τὰς τελευταίας τέσσαρας γραμμὰς τοῦ ἐδαφίου δευτέρου, διότι ὡρισμένως δὲν ὑπάρχουσιν ἕτεραι πόλεις ἀπειλούμεναι νὰ χάσωσι τὸ πρωτοδικεῖόν των, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐφετεῖον Κερκύρας, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν σκέπτεται νὰ τὸ μεταθέσῃ, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἄρτης καὶ Λευκάδος, διότι αὕτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως εὐαρεστούμενος μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφὴν τῶν τεσσάρων αὐτῶν γραμμῶν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ κόσμος ν’ ἀνησυχῇ ἀναμένων ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς μεταθέσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βλάψῃ κεκτημένα δικαιώματα καὶ πλεῖστα συμφέροντα.
§126Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τῶν προλαλησάντων καταδείκνυται ὅτι πράγματι ὡρίμασεν ἡ ἰδέα τοῦ νὰ διαιρεθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἄλλον τρόπον συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τῆς συγκοινωνίας, τῆς Γεωγραφίας καὶ μὲ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἔφερε τοιαῦτα νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ διατί δὲν ἔφερεν εἰσέτι, διότι ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἀνωμαλίαι διὰ τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν διὰ μιᾶς παρεμβολῆς εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται τὴν ὥραν ταύτην, νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα μεταφορᾶς τμημάτων τινῶν ἐκ τῆς περιφερείας πρωτοδικείου τινὸς εἰς τὴν περιφέρειαν ἑτέρου ὥστε νὰ καταργῇ τὸ Α πρωτοδικεῖον ἢ τὸ Β. Ἂν περικοπῶσι λ. χ. δῆμοι τινὲς ἀπὸ τὸ πρωτοδικεῖον Καρπενησίου καὶ προστεθῶσιν εἰς ἄλλο, τὸ πρωτοδικεῖον τοῦτο θὰ καταργηθῇ. Ἐπίσης τὸ αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ καὶ δι’ ἄλλα πρωτοδικεῖα, νομίζω δὲ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην παρεμβολήν, κατόπιν τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταργήσεως πολλῶν πρωτοδικείων καὶ νὰ ἀδυνατῶμεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν λαόν. Ἑπομένως κηρύσσομαι κατὰ τῆς προταθείσης τροπολογίας καὶ θεωρῶ καλὸν νὰ εἰσαχθῶσιν ἴδια νομοσχέδια διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§127Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅστις ἀνέλαβεν ὄντως νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Βεβαίως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σᾶς ἐμβάλῃ εἰς φόβους ὅτι ἡμεῖς, διότι εὑρέθημεν νὰ εἴμεθα ὅμοροι, πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὸν ἐκπολιτισμὸν τῶν ἤδη ἐλευθέρων ἀδελφῶν μας. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε ἐπίστευσα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδικηθῇ τόπος ὁ ὁποῖος πρὸ αἰῶνος ἔχει πρωτοδικεῖον, καὶ τόπος ὁ ὁποῖος συνεισέφερε χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ δυναστικὰς πιέσεις εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, τόπος ὁ ὁποῖος τὰ πάντα εἶχε, μόνον δὲ τὰ ἰδεώδη τοῦ ἔλειπαν, καὶ εἰργάσθη νὰ τὰ ἀποκτήσῃ διὰ θυσιῶν καὶ ἔργων. Διὰ τοῦτο δὲν ἦλθον νὰ κάμω ἐπίκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ εἴπω ὅτι οἱ φόβοι διὰ τὴν Λευκάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσί ποτε. Τῆς Λευκάδος ὁ προορισμὸς εἶναι ἄλλος καὶ περὶ τούτου, κ. Βουλευταί, ἔχω ὑποβάλει ὑπόμνημα καὶ δὲν θέλω ἀπόφασιν χαριστικήν. Θέλω ἀπόφασιν δικαιοσύνης.
§128ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὡς ἔχει διατυπωθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνησυχήσω διὰ τὴν Λακεδαίμονα μὴ οὖσαν ὅμορον τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ φέρει εἰς τὸ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἶναι αἱ παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ἵνα ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὥστε διὰ Διαταγμάτων νὰ καθορίσῃ καὶ τὰς περιφερείας τῶν ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει πρωτοδικείων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ περιφέρειαι κακῶς ἔχουσιν· εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι χειρότερον διετέθησαν ἀφ’ ἧς συνέστησαν τὰ πέντε τελευταῖα πρωτοδικεῖα. Ἂν ὅμως ἀποφασισθῇ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ Διαταγμάτων νὰ κανονίζῃ καὶ τὰς νέας περιφερείας, ἂς μὴ ἀμφιβάλῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ὅτι μέγας θὰ ἐξεγερθῇ σάλος καὶ τοσαύτη θὰ εἶναι ἡ ἀνησυχία εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβληθῇ ἐκ τῶν ἐξεγέρσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκληθῆ, ὥστε εἶναι ζήτημα, ἂν ἀποφασίσῃ, νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τὴν ἐντολὴν ἡ ὁποία θὰ τῆς ἀνατεθῇ. Ἐκ τῶν κακῶς κειμένων ἐδημιουργήθησαν συμφέροντα καὶ συμφέροντα ζωτικώτατα, συμφέροντα ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ μόνων ὑπάρχουσι πόλεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως καὶ τῶν περιστάσεων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἐκ τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, καὶ νὰ τύχωσι καὶ αὐταὶ τῶν ἀγαθῶν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς συγκοινωνίας, ὡς ἡ ἰδικιτέρα μου πατρὶς Σπάρτη. Τοιαῦτα συμφέροντα θέλουσι πληγῇ καιρίως, ἂν ἀποφασισθῇ ἐκ τοῦ προχείρου νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ Διαταγμάτων νὰ περιορίζῃ ἢ εὐρύνῃ τὰς περιφερείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο φρονῶ ὅτι συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετηθῇ μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἂν πρέπῃ δηλ. νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑπάρχοντα ὅλα τὰ πρωτοδικεῖα ὅσα ἔχομεν ἢ νὰ συγχωνευθῶσι πολλὰ τούτων πρὸς ἄλλα. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς βραδύτερον χρόνον, καὶ καλὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς νομίζω ὅτι ἔχει ἀποφασίσει, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, τὸ «μὴ θίγε κακὸν εὖ κείμενον».
§129Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ 12 ἄρθρου κινδυνεύει νὰ γίνῃ παραίτιος τοῦ νὰ κηρυχθῇ ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι ἐγὼ ὑπεραμυνόμενος τοῦ πρωτοδικείου Γυθείου ὑπέδειξα, ὅτι πρέπει νὰ κολοβωθῇ τὸ πρωτοδικεῖον Σπάρτης, ἐνῷ προέβην εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῶν μικρῶν πρωτοδικείων. Τὸ Γύθειον, ἂν προώρισται νὰ ζήσῃ ὡς πόλις, δὲν θὰ ζήσῃ ὡς πόλις μὲ ἕδραν πρωτοδικείου, ἀλλ’ ὡς πόλις ἐμπορική, καὶ ἂν προώρισται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ ὁ νομὸς Λακωνίας, ἔχει ἀνάγκην πρὸς τοῦτο συγκοινωνίας, κυρίως συγκοινωνίας, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας εἶναι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἀπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Δὲν φαντάζεσθε εἰς ποίαν εὑρίσκεται οἰκτρὰν κατάστασιν. Δώσατε συγκοινωνίαν, καὶ καταργήσατε τὰ πρωτοδικεῖα, διότι εἶναι πλέον περιττά. Ὅταν ἐγὼ δύναμαι νὰ διανύσω ἀπὸ τῆς παραλίας τοῦ Λακωνικοῦ κόλπου ἐντὸς δύο ὡρῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τὸ μέχρι Σπάρτης διάστημα, θὰ εἶναι ἀναχρονισμὸς νὰ ζητῶ πρωτοδικεῖον εἰς τὸ Γύθειον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπεκτείνω τὸ πρωτοδικεῖον Γυθείου διὰ κολοβώσεως τοῦ πρωτοδικείου Σπάρτης· θὰ σχηματισθῇ ἓν κῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ σταματήσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Δύναται ν’ ἀποκόψῃ ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ δικαστηρίου Σπάρτης τόσους Δήμους ὅσοι τυχὸν ἤθελον προστεθῇ εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Γυθείου καὶ ἐκ τοῦ τῆς Τριπόλεως, ὅπερ ἔχει παμμεγίστην περιφέρειαν, ἰσαρίθμους δήμους προστιθεμένους εἰς τὸ τῆς Σπάρτης καὶ τοιουτοτρόπως θὰ καθίσταντο πάντα βιώσιμα καὶ θὰ εἴχομεν φυσικὰς περιφερείας. Ἰδοὺ διατί σᾶς εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι κινδυνεύετε νὰ γίνητε παραίτιος νὰ ἐκραγῇ νέος Πελοποννησιακὸς πόλεμος.
§130Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχω νὰ λάβω μέρος εἰς τοὺς προκαλουμένους ἐμφυλίους σπαραγμούς, οὔτε μὲ ὤθησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου εἰς τὸ νὰ εἴπω ὅσα εἶπον. Ἐγὼ ἀπέβλεψα εἰς τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν αἱ μικραὶ πόλεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Σπάρτη, ἡ ὁποία εἶνε ἐγκεκλεισμένη ἐντὸς τῆς κοιλάδος τοῦ Εὐρώτα καὶ ἀποκεκλεισμένη πάσης συγκοινωνίας, ἐὰν δὲν γίνῃ ὥριμος σκέψις καὶ ἂν ἐκεῖθεν ἀποσπασθῶσι τμήματα οἱαδήποτε καὶ προσκολληθῶσιν εἰς οἱονδήποτε ἄλλο πρωτοδικεῖον εἴτε τοῦ αὐτοῦ νομοῦ εἴτε ἄλλου γειτονικοῦ. Τὸ Γύθειον ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρει ἐμὲ, ὅπως καὶ τὸν προλαλήσαντα, δὲν δύναται ὅμως νὰ μοὶ εἶναι ἀδιάφορος ἡ Σπάρτη.
§131Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἠσχολήθημεν οἱ τότε συνάδελφοι ἐπὶ παρομοίου ζητήματος. Ὅτε ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ πρωτοδικείου Καρπενησίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν, τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐν γένει διαρρύθμισις τῆς δικαστικῆς περιφερείας ἔχρηζε ῥιζικῆς ταξιθετήσεως, οὕτως ὥστε ἐν γένει ἡ περιφέρεια ἑνὸς ἑκάστου δικαστηρίου παντὸς βαθμοῦ νὰ ῥυθμισθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν αἱ σημεριναὶ συνθῆκαι τόσον τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως, ὅσον καὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν λοιπῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν διαφόρων τόπων. Τότε ὑπέβαλον παράκλησιν ἵνα ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου ἀσχοληθῇ λαμβάνουσα πάσας τὰς πληροφορίας παρὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ δώσωσι τοιαύτας ἄνευ συμφερόντων εἴτε πολιτικῶν εἴτε ἄλλων τοπικῶν, καὶ καταρτίζουσα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων γενικὸν σχεδιογράφημα τῆς τοιαύτης διαιρέσεως νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Τὰ γεγονότα προσέδραμον, οὕτως ὥστε σήμερον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις προσαρτηθείσαις χώραις δικαστηρίων ὑπέβαλε τὸ σήμερον συζητούμενον νομοσχέδιον. Παρεμπιπτόντως ὅμως περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ καὶ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπέλθωσι μεταρρυθμίσεις, καὶ εἰς τὸ ἐν ταῖς προτέραις χώραις ὑφιστάμενον καθεστὼς τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ μεταρρύθμισις ζητεῖται νὰ ἐπέλθῃ ἐφ’ ἅπαξ δι’ ἑνὸς νομοτελεστικοῦ Διατάγματος. Νομίζω ὅτι ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 12, δι’ οὗ ζητεῖται τὸ τοιοῦτον, παρέλκει, καὶ ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, οὕτως ὥστε νὰ γίνῃ πλήρης μελέτη πραγματικῶς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἤδη καθεστῶτος, ἡ δὲ μελέτη αὕτη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ἐπ’ αὐτῆς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὄχι τόσον διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τὴν εὐθυκρισίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, ὅσον διότι ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ ἐν πλήρει σπουδῇ καὶ θὰ ἐπέλθωσι σφάλματα μεγάλα, τὰ ὁποῖα καὶ ὅταν κατόπιν θὰ καταδειχθῶσιν ὑπὸ τῆς πείρας θὰ εἶναι δυσχερὲς νὰ θεραπευθῶσι, διότι μόνον διὰ νόμου θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ θεραπεία αὐτῶν. Ἔτι δὲ μᾶλλον νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν ὑποδήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν προλαλήσαντα ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ἡ δευτέρα αὕτη παράγραφος δὲν περιέχει κίνδυνον μεταβολῆς τῆς ἕδρας τοῦ ἐφετείου Κερκύρας, μοὶ ἐπιβάλλεται ὡς ἀντιπροσώπῳ τοῦ νομοῦ Λαρίσης νὰ διατυπώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαμαρτυρίαν ὅτι δυνατὸν ὁ ὅρος τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας ταύτης νὰ ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ ἐφετείου Λαρίσης. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἄγονται ἀπὸ ἀντιλήψεως τοπικῆς οὕτως ὥστε νὰ συνδέω τὰ συμφέροντα — τὰ κακῶς ἴσως μάλιστα ἐννοούμενα συμφέροντα — ἑνὸς τόπου πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, καὶ πλειστάκις μάλιστα παρεπονέθημεν καὶ ὡς δικηγόροι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης πράγματι, ὅπως ἔχει σήμερον θὰ ἦτο...
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε νὰ καταργηθῇ οὔτε νὰ ἐξασθενήσῃ κινδυνεύει τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης. Κινδυνεύει μόνον νὰ ἐνισχυθῇ (γέλωτες).
§133Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Πολὺ καλὰ τότε· αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχον νὰ προκαλέσω τὴν τοιαύτην δήλωσιν ἐκ μέρους ὑμῶν δι’ ἣν καὶ σᾶς εὐχαριστῶ καὶ παραιτοῦμαι περαιτέρω τοῦ λόγου.
§134Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης θὰ ἐνισχυθῇ, ἄγει ἡμᾶς εἰς τοὺς φόβους ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπαγάγῃ τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης. Εἰς τὴν ὑπόνοιαν ταύτην μὲ ἄγει ἡ συζήτησις ἡ γενομένη κατὰ τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὴν Βʹ, ὁπότε συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ζήτημα τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ πρωτοδικείου Καρπενησίου εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Τότε οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λαρίσης Βουλευταὶ ὑπεστήριζον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι πρόσφορον θὰ ἦτο, λόγῳ τῆς γειτνιάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος πρὸς τὴν Λάρισαν, νὰ ὑπαχθῇ τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης. Τὸ ζήτημα τοῦτο καίτοι φαίνεται κατ’ ἀρχὴν ὅτι λόγῳ τῆς γειτνιάσεως τῆς Λαμίας πρὸς τὴν Λάρισαν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ὑπαχθῇ τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης, ἀλλὰ μετὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ὅπως ἀνεπτύχθησαν ἤδη διὰ τῆς πυκνῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Λαμίας καὶ Ἀθηνῶν δὲν ὑποστηρίζω καὶ τοιαύτην τινὰ ἐκδοχήν, διότι οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας τοῦ πρωτοδικείου Λαμίας εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκονται μὲ τὴν Λάρισαν, ἀλλ’ αἱ σχέσεις αὐτῶν, καὶ αἱ ἐμπορικαὶ καὶ ἄλλαι οἱαιδήποτε, ὑφίστανται πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ μόνον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι καὶ ἄλλοτε οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λαρίσης συνάδελφοι ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ κράτους καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἓν τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος ἀπετέλεσε τμῆμα τοῦ νομοῦ Λαρίσης, διὰ τοῦ νόμου δὲ ἐκείνου ἔγινε τότε ἔναρξις τῆς δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς τακτοποιήσεως τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, δηλαδὴ οἱ δῆμοι Πελεκιτῶν καὶ Ἀμαλιαπόλεως ὑπήχθησαν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ νομοῦ Λαρίσης καὶ τὴν περιφέρειαν τοῦ πρωτοδικείου Λαρίσης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ ὑπήχθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος δικαστικῶς καὶ διοικητικῶς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ φυσικῶς καὶ ἐξ ἄλλων ἀναγκῶν αὐτῆς ἀνήκει, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε σπουδαία ἀνάγκη μετὰ τόσης σπουδῆς νὰ ὑπαχθοῦν τμήματα τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης· διὰ τοῦτο φοβοῦμαι μήπως, συζητουμένης τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας καὶ διαρρυθμιζομένης τῆς δικαστικῆς περιφερείας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπεύχομαι καὶ ἀποκρούω. Ἀληθὲς εἶναι, κ. Βουλευταί, ὅτι πρέπει ῥιζικῶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς δικαστικῆς, διότι αἱ περιφέρειαι τῶν πρωτοδικείων, ὡς σήμερον ὑφίστανται δὲν εἶναι ὁμοιόμορφοι, διότι εἶναι στεναί. Στεναὶ εἶναι αἱ περιφέρειαι πέντε πρωτοδικείων, Λευκάδος, Ζακύνθου, Εὐρυτανίας καὶ Γυθείου, μέσαι περιφέρειαι 5, τῶν πρωτοδικείων Χαλκίδος, Λαμίας, Βόλου κλπ. καὶ εὐρύτεραι περιφέρειαι 5, τῶν πρωτοδικείων Ἀθηνῶν, Τριπόλεως κλπ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ἄρθρου 11 ζητεῖ διὰ Β. Δ. νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πρωτοδικείων τῶν νέων χωρῶν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου ποίαν ἐκ τῶν περιφερειῶν αὐτῶν θὰ δεχθῇ διὰ τὰς νέας χώρας, τὴν στενήν, τὴν μέσην, τὴν στενωτέραν ἢ τὴν εὐρυτέραν; Τοῦτο φρονῶ ὅτι ἔδει ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῇ, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὸ ἄτοπον εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ἡ διαρρύθμισις τῆς δικαστικῆς περιφερείας τῆς τε παλαιᾶς καὶ νέας Ἑλλάδος ἀναβαλλομένη ἐν τῷ παρόντι ἐκανονίζετο διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐψηφίζετο μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ μακρὰν καὶ ἐμπεριστατωμένην ἐξέτασιν ὅλων τῶν ζητημάτων, ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ τοὺς κινδύνους εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ὑποπέσῃ ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα διὰ Β. Δ. νὰ κανονίσῃ τὰς δικαστικὰς περιφερείας τῶν νέων χωρῶν. Ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ διενεμήθη, ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις δικαστικῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἐμελέτησαν τὸν πληθυσμὸν τῶν νέων μερῶν, τὰς ἀποστάσεις καὶ ἐν γένει ὅλας τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐβίωσε καὶ βιοῖ ὁ πληθυσμὸς τῶν μερῶν ἐκείνων, ὑποδεικνύουσι δὲ διὰ τῶν ἐκθέσεων τούτων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῶσιν ἐν Μακεδονίᾳ πέντε πρωτοδικεῖα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὐχὶ στενῆς ἀλλὰ μέσης περιφερείας διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐκεῖ διὰ μακρῶν ἐκθέτουσιν. Ἐφ’ ὅσον ὅθεν ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεδομένα καὶ τὰς ἀποστάσεις καὶ τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν νέων χωρῶν, δέον τὰ πρωτοδικεῖα τῶν νέων χωρῶν νὰ εἶναι εὐρύτερα, λόγῳ τοῦ ὅτι πολλὰ ζητήματα θέλουσι γεννηθῆ εἰς τὰς νέας χώρας, ζητήματα τοπικῆς νομοθεσίας καὶ διεθνοῦς ἐν Θεσσαλονίκῃ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἐμπειρίαν δικαστικὴν μεγάλην, ὡς γνωμοδοτοῦσι διὰ τῶν ἐκθέσεών των καὶ οἱ ἐκεῖ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὴν στρατιωτικὴν κατοχὴν ἀνώτεροι δικαστικοί, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἔχωσι περισσότερον ἀριθμὸν δικαστῶν λόγῳ τῶν περισσοτέρων καὶ ποικιλωτέρων ἀναγκῶν τῶν νέων χωρῶν. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται ἐν οἱονδήποτε σύστημα περιφερείας νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς νέας χώρας, ὀρθὸν θὰ ἦτο ἵνα ἓν σύστημα ὁμοιόμορφον ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἤδη ὅτε ἡ συγκοινωνία ηὐξήθη ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως ἡ ὁποία νὰ ληφθῇ μετὰ προηγουμένην συζήτησιν, ὁπότε ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, ὅλαι αἱ συνθῆκαι ἤθελον ἐξετασθῇ· τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν διαρρύθμισιν τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν καὶ τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ τὴν μελετωμένην τροποποίησιν τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐκείνην μὲν διὰ Β. Δ. ταύτην δὲ διὰ τροπολογίας. Θὰ παρεκάλουν ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγον χρόνον, ἐκτὸς ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῶν νέων μερῶν εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσαι.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν τροπολογίαν.
§136Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀντὶ διὰ Β. Δ. ὁ Ὑπουργὸς νὰ κανονίζῃ τὰς περιφερείας, νὰ κανονίσῃ ταύτας διὰ νόμου λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν προσώπων.
§137Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὰς ὁποίας ἐγὼ προεκάλεσα.
§138Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα· ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ διὰ Β. Δ. ἵδρυσις πρωτοδικείων θὰ γεννήσῃ πράγματα καὶ δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§139Λ. ΝΑΚΟΣ. Νομίζω κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη καὶ δὲν συζητεῖται ἀπὸ τῆς περιωπῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ συζητηθῇ ζήτημα τόσῳ σπουδαῖον. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι καιριώτατον διὰ τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικείων, ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰρηνοδικείων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετείων εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι κατέπεσεν, ὅπως κατέπεσεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὁρίζοντες τόπους διαμονῆς ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναται καὶ νὰ ζήσῃ ἀκόμη δικαστής, ἄνθρωπος ξένος καὶ μὴ ἐγκατεστημένος, μὴ ἔχων δὲ λόγους καὶ ἀφορμάς, ὅπως ἀναπτύσσηται καὶ διανοητικῶς καὶ κοινωνικῶς, ὁρίζοντες, λέγω, ὡς ἕδρας πρωτοδικείου τοιούτους τόπους καθιστῶμεν ἀναπόφευκτον τὴν κατάπτωσιν τοῦ κλάδου, διότι δὲν προσελκύομεν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς διοικήσεως τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προσελκύσωμεν, τὸ ἄνθος τουτέστι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ χάνομεν καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ κλάδῳ καλούς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνω ἐγὼ ἢ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἤθελον δώσει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μεταρρυθμίσῃ γενικῶς τὸν δικαστικὸν ὀργανισμόν, καὶ ἤθελον δώσει τὴν ἄδειαν καὶ τὰς παλαιὰς δικαστικὰς περιφερείας νὰ μεταρρυθμίσῃ πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικείων. Διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικείων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ σπουδαιοτάτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ὅλης ἐξελίξεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Δυστυχῶς τὰ νέα σύνορα δὲν εἶναι ἀκριβῶς καθωρισμένα, ὥστε νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐν τῷ νόμῳ δι’ ὡρισμένων διατάξεων, τουλάχιστον εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα, ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νέων πρωτοδικείων. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐγένετο κατάχρησις καὶ ἐπανελήφθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν κατάπτωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Προκειμένου ὅμως νὰ συζητηθῇ ἓν προσωρινὸν μέτρον, ὡς μέτρον ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ τῆς τυπικῆς δικαστικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν, ἐνόμισα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, ὅπως ἔρχεται τὸ ζήτημα, καίτοι θίγονται καιριώτατα σημεῖα τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρηται ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι καιρὸς ὁ δικαστικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς νὰ μελετηθῇ ῥιζικώτερον. Καὶ βεβαίως ἐξεγείρονται οἱ κ. Βουλευταί, ὅταν τίθεται ἐνώπιον αὐτῶν τὸ ζήτημα ποῖον πρωτοδικεῖον πρόκειται νὰ καταργηθῇ καὶ ποῖον νὰ συστηθῇ. Ὅταν μελετηθῇ ὅμως ὁ δικαστικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς ἀπὸ τῆς περιωπῆς τῆς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, τότε βεβαίως οὐδεὶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ θὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ. Ἀλλὰ τοιαύτη μελέτη δὲν ἐγένετο. Καὶ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προβάλλει ὡς δικαιολογίαν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐσιώπησεν ἡ ἐπιτροπή. Ἀναμένομεν ὅμως τὰ μέτρα ταῦτα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπία θὰ δείξῃ ἴσην αὐτοθυσίαν μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμεγάλυναν τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι θὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν εἰς τὰς θυσίας αὐτῶν διὰ νὰ κρατύνωμεν τὸ ἔργον αὐτῶν. Καὶ μία τούτων εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν ἡμῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ μεγαλυνθῇ καὶ νὰ ἐνδυναμωθῇ διὰ τῆς προσελκύσεως τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης, οἵαν ζητεῖ πλέον ἡ μεγαλυνθεῖσα Ἑλλάς. Ἰδού, κύριοι, διατί, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐγὼ δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον, καίτοι διὰ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, θίγονται σπουδαῖα σημεῖα τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ ἡμῶν. Διότι δίδεται ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ κανονίζεται τρόπος εἰσαγωγῆς εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς ἠθικῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου ἀνάγκης, τὸ δικαστικὸν ζήτημα θὰ συζητηθῇ, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐρύτατα καὶ ἀπὸ περιωπῆς. Εἶπον ταῦτα, κ. βουλευταί, διότι θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικείων. Πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· ποῖον δικαστικὸν ὀργανισμὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν γενικώτερον. Ὅταν δ’ οὕτω τεθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ τὸν ὑποβοηθήσῃ εἰς τὸ ἔργον του (χειροκροτήματα).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ξηροῦ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 ἀποσύρεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§141Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως συμφώνως καὶ πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς γίνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις: Αἱ παρὰ τοῖς εἰρημένοις δικαστηρίοις ἀνώτεραι δικαστικαὶ θέσεις ἐφετῶν, προέδρων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων ἐφετῶν καὶ προέδρων πρωτοδικῶν πληροῦνται διὰ μεταθέσεως ἐξ ὁμοιοβάθμων λειτουργῶν τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καὶ τῶν κατὰ τὰ ἐφεξῆς διατηρητέων τῆς Κρήτης καὶ διὰ διορισμοῦ ἢ προαγωγῆς ἐκ τῶν ἐχόντων τὰ νόμιμα προσόντα. «Αἱ μεταθέσεις, διορισμοὶ καὶ προαγωγαὶ αὐτῶν γίνονται ἐπὶ ἐρωτήματι τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ΓΥΛΖʹ νόμου. «Εἰς τὰς θέσεις τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις δικαστηρίων καὶ εἰσαγγελιῶν δύνανται ἐπίσης νὰ μετατεθῶσιν ἐν γένει λειτουργοὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ΓΥΛΖʹ νόμου πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως».
§142Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ περὶ τῶν διατηρητέων δικαστῶν τῆς Κρήτης, δηλ. οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ἐφέται τῆς Κρήτης ἐξομοιοῦνται βεβαίως μὲ τοὺς ἐφέτας καὶ προέδρους ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελεῖς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ συνεπῶς νομίζω ὅτι αὐτοί, οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν μείζονα τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπηρετούντων ἔρχονται εἰς τὸ δεξιὸν αὐτῶν. Καὶ ἤθελα νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, δυνάμει τίνων προσόντων κατέχουσι τὰς θέσεις τὰς ὁποίας κατέχουσιν οἱ ἐν Κρήτῃ ἐφέται, πρόεδροι ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν; Δυνάμει τῶν προσόντων ἕνεκα τῶν ὁποίων κατέχουσι τὰς θέσεις ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἢ μείζονα κέκτηνται τούτων προσόντα ἢ ἐλάσσονα, διότι ἐκ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἀναμένω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θέλω ζητήσει παρακατιὼν τὸν λόγον.
§143Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οἱ ἐν Κρήτῃ ἐφέται καὶ ἐν γένει οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἔχουσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διαγράφει εἰς αὐτοὺς ὁ κρητικὸς νόμος· ἔχουσι δὲ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ὡς ἐφετῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων διὰ πάντας τοὺς δικαστὰς τῆς Κρήτης εἰσάγεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔλεγχος δι’ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ τῶν ὡς πρόεδροι ἐφετῶν ὑπηρετησάντων ἐν Κρήτῃ ἀνωτέρων δικαστῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἵτινες σήμερον εἶναι ἀρεοπαγῖται καὶ πρόεδροι ἐφετῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη θέλει ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἐν Κρήτῃ δικαστῶν, μέτρον τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνεται διὰ τοὺς δικαστὰς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§144Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ταῦτα γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὸ ἐρώτημά μου· ὁποῖα προσόντα ἔχουσι.
§145Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Σᾶς εἶπον τὰ προσόντα, ἅτινα ὁρίζει ὁ Κρητικὸς νόμος.
§146Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸν κρητικὸν νόμον αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν θὰ προέβαινον εἰς τὰς ἐρωτήσεις. Προέβην εἰς τὰς ἐρωτήσεις, ἵνα δώσητε, παρακαλῶ, τὰς πληροφορίας σεῖς, ὅστις ἔχετε ὑπ’ ὄψει αὐτὸν τὸν νόμον καὶ ἀφωμοιώσατε αὐτοὺς πρὸς τοὺς Ἕλληνας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ταύτας τὰς πληροφορίας ἤθελον νὰ μάθω.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ κατήγετο ἐκ Κρήτης. Εἰδικώτερον, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤμην ἁπλοῦς Βουλευτὴς διὰ νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν κρητικὸν νόμον διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ δώσω πληροφορίας· δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀκριβῶς ποῖα εἶναι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς τῆς Κρήτης. Βεβαιῶ ὅμως ὅτι διαγράφονται ταῦτα μετὰ πάσης λεπτομερείας εἰς τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἐκ μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν βλέπω διατετυπωμένην εἰς τὸ ἄρθρον 21 ὑπό τινων τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ δικαστικὸν προσωπικὸν τῆς Κρήτης δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντελῶς ἰσότιμον πρὸς τὸ δικαστικὸν προσωπικὸν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§148Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ πρωτοδίκαι ἐν Κρήτῃ, κ. Πρόεδρε;
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι 25 ἢ 30.
§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 26.
§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν Κρήτῃ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899, ὅτε ἐγκαθιδρύθη τὸ αὐτόνομον πολίτευμα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε ἐγένετο ἡ ὀργάνωσις τῶν νέων δικαστηρίων τῆς Κρήτης, τὰ κρητικὰ δικαστήρια ἐλειτούργουν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος παρέσχε πλήρη ἱκανοποίησιν εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ ὁ ὁποῖος ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀπὸ κριτὰς ἔξω τῆς Κρήτης καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος εὑρισκομένους, διότι ἐν Κρήτῃ ἀπὸ τοῦ 1899 ἰσχύει τὸ καθεστὼς τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1910. Δηλαδὴ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ οὐδενὸς δικαστικοῦ λειτουργοῦ, οὔτε τοῦ εἰρηνοδίκου, παρὰ μόνον κατόπιν προτάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν πρόεδρον καὶ εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν καὶ τριῶν ἐκ τῶν δικαστῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ὁ πρόεδρος δὲ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς αὐτονομίας ὑπῆρξαν μέλη τῆς ἑλληνικῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Ἔκτοτε εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν κρητικῶν δικαστηρίων προσετέθησαν καὶ ἄλλοι δικασταὶ ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ παράσχω ταύτην τὴν πληροφορίαν, κ. Βουλευταί, ὅτι οὐχὶ ἀναξιότης τῶν ἀποτελούντων τὰ κρητικὰ δικαστήρια, οὐχὶ ἐπιστημονικὴ ἀνεπάρκεια, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἠθικὴ ἀνεπάρκεια προεκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς μετακλήσεως καὶ ἑτέρων δικαστῶν ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι δικαστηρίων. Ὅτε τὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς Κρήτης εἶχον κλονισθῆ, ὅτε, ὅπως γνωρίζετε, ἡ Κρήτη κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη διῳκεῖτο ἀπὸ κυβερνήσεις πολλάκις μηνιαίας, ἐκλεγομένας ἄνευ ἐμβολῆς τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἀλλὰ παρὰ τῆς ἑκάστοτε πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, τότε ἐνομίσθη ἐπίκαιρον ἐκ μέρους τῶν ἐν Κρήτῃ πολιτικῶν προσώπων, ὅπως ἐνισχυθῶσι τὰ ἀνώτερα δικαστήρια, τὰ δύο Ἐφετεῖα, διὰ τῆς παρεμβολῆς καὶ ἄλλου προσωπικοῦ λαμβανομένου ἐξ Ἑλλάδος, διότι δυστυχῶς ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ὑπῆρξε τὸ μόνον ἔρεισμα τῆς πολιτικῆς τάξεως. Ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων ἐξηρτήθη νὰ διατηρηθῇ αὐτὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον οὐδὲν εἶχεν ἔρεισμα οὔτε ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους οὔτε ἄλλο τι. Ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, καίτοι κατεῖχον τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχω, ἐπειδὴ ἐδικηγόρησα ἐνώπιον τῶν ἐν Κρήτῃ δικαστηρίων, νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα παράσχω τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ βεβαιώσω αὐτὴν ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἱκανότητος, ἀλλ’ ἰδιαίτατα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς χρηστότητος, ἡ ἐν Ἑλλάδι δικαστικὴ ἱεραρχία δὲν ἔχει νὰ ἴδῃ ὑποβιβαζόμενον τὸ ἐπίπεδόν της διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἐν Κρήτῃ δικαστικῶν προσώπων. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένετο ἡ εἰσαγωγὴ τῶν προσώπων τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας τῆς Κρήτης, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν ἀνεξαρτήτου ἀρχῆς τοῦ συμβουλίου τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρόπλασμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη παρ’ ἡμῖν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐδέχθην, ὅτε προετάθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως περὶ τῆς παραμονῆς ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ τῆς ὁριστικῆς εἰσαγωγῆς ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ τῆς μεγάλης ἤδη Ἑλλάδος τῶν ἐν Κρήτῃ δικαστικῶν λειτουργῶν ἀποφανθῇ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ πέντε ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων τῆς ἐν Ἑλλάδι δικαστικῆς ἱεραρχίας, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν ἐν Κρήτῃ καὶ γνωρίζουσι τοὺς πλείστους τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἰδίως δὲ τοὺς εἰρηνοδίκας. Ταῦτα τὰ πρόσωπα δύνανται νὰ κρίνωσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πάντας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς εἰρηνοδίκας, περὶ ὧν ἄλλως τε ἔχουσι τὰ μέσα ἵνα πληροφορηθῶσι καὶ περὶ τῆς ποιότητος καὶ ἱκανότητος αὐτῶν· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι τῆς Κρήτης εὑρίσκονται εἰς ἐπίπεδον ἀρκετὰ ὑψηλόν. Δὲν ἐδίστασα λοιπὸν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν, ὅπως τοιαύτη ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ καὶ περὶ αὐτῶν, διότι ἔτυχε νὰ ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ προΐσταμαι τῶν τυχῶν τῆς ἡμετέρας χώρας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο τὸ γεγονὸς τῆς ἑνώσεως, ἂν καὶ τοῦτο θὰ ἐθεώρουν περιττὸν καὶ θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἤρκει ἡ ἐξάσκησις τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὥστε νὰ ἐκβάλῃ ἔξω τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεώρει τὸ Συμβούλιον ὅτι ἀναξίως κατέλαβον τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἐν τῇ μεγαλυνθείσῃ Ἑλλάδι. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, εὐχαριστῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ ὁποῖος ἀπέσυρε τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, διότι τὰ Κρητικὰ δικαστήρια εἶναι Ἑλληνικά, ὄχι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διῳκήθη ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Βασιλέως ἡ νῆσος, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν γενομένη πως ἐλευθέρα κατώρθωσε νὰ ὀργανωθῇ ὡς αὐτόνομός τις Πολιτεία μὲ τὴν βοήθειαν καὶ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, νὰ ὀργανώσῃ δὲ καὶ διὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν ἀπεστάλησαν, τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γίνωσι δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος.
§152Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν δικαστῶν τῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσαρτηθεισῶν χωρῶν ἐλήφθη διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ μέριμνα, ὅπως οἱ διατελέσαντες δικασταὶ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, οἱ κεκτημένοι προσόντα τινὰ ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ διατυπούμενα διατηρηθῶσι καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν. Ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαμεν, παρετήρησα ὅτι καὶ οἱ διατελέσαντες δικασταὶ παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ διατηροῦνται, ἐὰν ἔχωσι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενα προσόντα. Οὕτω καὶ οἱ ἐν Κρήτῃ διατηροῦνται εὐλόγως, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ἐκείνην ἐξ ἧς ὁρμηθεὶς ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου διετύπωσα τὴν τροπολογίαν μου. Διότι ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων αὐτοῦ δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπέρχηται καταπάτησίς τις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰς ὁμοιοβάθμους θέσεις ὑπηρετούντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων· ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται, μόνον ἐφ’ ὅσον οἱ τῶν νέων χωρῶν καὶ τῆς Κρήτης δικασταὶ δὲν ἐκέκτηντο τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται οἱ ἐν τῇ ὁμοιοβάθμῳ θέσει ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπηρετοῦντες. Διετύπωσα τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα κέκτηνται οἱ ἐν Κρήτῃ δικασταί, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι πάντες κέκτηνται δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ πάντες οἱ Εἰρηνοδίκαι.
§154Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μετὰ τοῦτο καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι διὰ τὸν διορισμὸν αὐτῶν ὑπέστησαν τὴν βάσανον καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ συμβουλίου ἐκείνου τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν πάντες ὅτι ἀπηρτίζετο τότε ἐξ ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς διὰ τῶν ἑλληνικῶν νόμων διοικήσεως τῆς Κρήτης, προκειμένου δὲ περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν δικαστῶν αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν ἐκείνην καὶ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καλῶς ἔχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ οἱ Κρῆτες δικασταὶ ἐν Ἑλλάδι.
§155ΣΠ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τὴν διατήρησιν δὲν γίνεται λόγος ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 καὶ ἐπὶ τοῦ 21;
§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα.
§158Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ διορισμὸς καὶ ἡ προαγωγὴ θὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων;
§159Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, 15 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§161Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 παρατηρῶ τὰ ἑξῆς: πρῶτον ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τὸ τρίτον τῶν θέσεων δίδεται εἰς τοὺς ἤδη ἀντεισαγγελεῖς. Ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰσαγγελεῖς καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ εὐρύνωμεν τὸν κύκλον τῶν εἰσαγγελέων ἐκ μέρους τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους ἀντεισαγγελεῖς, διότι εἶναι πιθανὸν ἢ μᾶλλον βέβαιον ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εὑρίσκονται πρόσωπα ἀρκετὰ ἱκανὰ νὰ καταλάβωσι τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων αὐτῶν. Ἐὰν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν ἐγκρίνῃ τούτους ἢ τοὺς εὕρῃ μὴ ἔχοντας τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ θέσεις εἰσαγγελέων, εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἐγκριθῇ οὔτε εἷς εἰσαγγελεύς. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ ἡμίσεος. Τοῦτο εἶναι γενικὴ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω· τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ ἔχῃ τὴν εὐρύτητα τῆς ἐκλογῆς μεταξὺ πολλῶν προσώπων. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς 3 παραγράφου «εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν δύνανται κλπ» φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι συναφὴς ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω πρὸς ὅσα εἶπον περὶ τῆς 2ας παραγράφου. Δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τοῦ κύκλου τῆς ἐκλογῆς καὶ εἰς τὴν παράγραφον ταύτην οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν. Πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι ὁ κατάλληλος πρὸς ἐκλογήν, πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ πολλοί, πιθανὸν καὶ εἷς καὶ δύο. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων, πρόκειται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐξεύρῃ τοὺς ἱκανωτέρους, ἡμεῖς πρέπει νὰ συντελέσωμεν διὰ παντὸς τρόπου ὥστε νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστιν εὐρύτερος ὁ κύκλος καὶ περισσότερα τὰ πρόσωπα μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ ἐκλέξῃ τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην.
§162Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῶν εἰσαγγελέων ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν νὰ δύνανται νὰ καθέξωσιν αἱ εἰσαγγελίαι τῶν πρωτοδικῶν. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει ὅπως, ἵνα δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰσαγγελεῖς, ἐφέται τοῦ Κράτους, τεθῇ ὅριον χρονικὸν ὑπηρεσίας αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ καταληφθῶσιν αἱ θέσεις παρὰ πρωτοδικῶν ἁπλῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἢ καὶ πρὸ μιᾶς ἡμέρας κατέλαβον τὰς θέσεις τοῦ Ἐφέτου. Πρέπει νὰ τεθῇ χρονικὸν ὅριον ὑπηρεσίας τῶν ἐφετῶν διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν.
§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶναι εἰς τὸν πάγιον νόμον περὶ προσόντων.
§164Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις ἐδῶ.
§165Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι τὰς θέσεις ἐφετῶν δυνάμεθα νὰ τὰς συμπληρώσωμεν διὰ δικαστικῶν προσώπων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο εὐκταῖον ν’ αὐξηθῇ εἰς ἑξάμηνον, ὥστε ὁ κύκλος τῶν ἐκλεκτέων νὰ εἶναι εὐρύτερος, ὁ Ὑπουργὸς δὲ καὶ τὸ συμβούλιον νὰ ἔχωσιν εὐρύτερον κύκλον ἐκλογῆς, ὅπως εὕρωσι τοὺς καταλληλοτέρους.
§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις μου εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου θὰ στραφῶσιν εἰς τὰ αὐτὰ σημεῖα περίπου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠγόρευσαν καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ προβλέπεται ἡ συμπλήρωσις θέσεων εἰσαγγελέων πρωτοδικῶν καὶ εἰσαγγελέων ἐφετῶν. Εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τελευταίας, ὅτι σχεδὸν ἀποκλείονται οἱ καθ’ αὑτὸ δικαιούμενοι νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας καὶ γίνονται δεκτὰ νέα πρόσωπα ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἀξιοσημείωτον δὲ εἶναι τοῦτο καθ’ ὅσον ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ Κράτους ψηφισθὲν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡρμήθη ἀπὸ τῆς ἰδέας καθ’ ἣν οἱ δύο κλάδοι, ὁ δικαστικὸς καὶ ὁ εἰσαγγελικός, πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένοι καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀνοικτὴ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον ἡ θύρα. Μάλιστα παρετηρήθη κατὰ τὴν ψήφισιν ἐκείνου ὅτι εἴς τινας τῶν νῦν εἰσαγγελέων θὰ ἐγίνετο δι’ αὐτοῦ ἀδίκημα, διότι εἶχον εἰσέλθει εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ δύνανται πάλιν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τοῦτον, διότι τοιοῦτος νόμος ἴσχυε τότε. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐμμένων εἰς τὴν ἀρχήν του εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις. Ἅπαξ καταταχθέντες εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον θὰ μείνωσιν εἰς αὐτὸν καὶ ἐὰν θέλωσιν, ἂς παραιτηθῶσιν, ἵνα εἰσέλθωσι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκ νέου εἰς τὸν δικαστικόν. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἐτέθη ἡ ὁποία δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί δὲν τηρεῖται καὶ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀνατρέπεται ἄρδην ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καὶ μάλιστα συμβαίνει κάτι πλέον, διότι, ἐνῷ δίδονται δικαιώματα εἰς ἐφέτας νὰ γίνωσιν εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἔστω καὶ μόλις προαχθέντας εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐφετῶν, δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι θέσις ἀνωτέρα, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν καὶ ἀλλαχόθεν, ἔξω τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Καὶ αὐτὴ εἶναι παρατήρησις ὀρθή. Ἀλλ’ ἄλλο τὸ νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἀλλαχόθεν, καὶ ἄλλο τὸ νὰ μὴ προνοήσωμεν διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ μὴ παρίδωμεν καὶ τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται διὰ τὴν θέσιν ταύτην. Νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς εἰς τὴν θέσιν ταύτην δικαιοῦνται κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἱεραρχίας οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν. Σήμερον κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον εἰς εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν δύνανται νὰ προαχθῶσιν οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν ἢ εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ἐὰν ἔχωσιν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας. Κατὰ τοῦτον εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν διορίζεται ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ ἑξαετίαν ὡς ἀντεισαγγελεὺς ἐφετῶν ἢ ὀκταετίαν ὡς εἰσαγγελεὺς πρωτοδικῶν, ἢ ἐν συνόλῳ εἰς ἀμφοτέρας τὰς θέσεις ἐπὶ ὀκταετίαν. Διὰ μίαν δὲ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὁρίζεται ἐπίσης ὅτι διορίζονται καὶ οἱ ἐφέται οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ὀκταετίαν ὡς τοιοῦτοι. Διατί ἤδη, ἀφοῦ εὐρύνεται ὁ κύκλος καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ παρέχεται εἰς αὐτοὺς δικαίωμα διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, ἀνεξαρτήτως χρόνου ὑπηρεσίας, δὲν γίνεται τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν; Ἤθελον μάλιστα προχωρήσει καὶ περαιτέρω, διατί δὲν γίνεται ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν; Εἶναι θέσις ἀνωτέρα· ἂς ἀφήσωμεν τὸ στάδιον τῆς ἐκλογῆς μᾶλλον ἐλεύθερον καὶ ἂς ἀναζητήσωμεν εὐρύτερον ὅπου θὰ εὕρωμεν τὸν δι’ αὐτὴν κατάλληλον. Διὰ τὴν ἐκλογὴν ἐγγύησιν ἱκανὴν παρέχουσιν οἱ κείμενοι νόμοι ἀφήνοντες ταύτην εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸ ὅτι θὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀρίστους; Δὲν ἐξυπηρετοῦμεν, φρονῶ, τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, δι’ ἔξωθεν εἰσαγωγῆς, νὰ συμπληρῶμεν τὰς ἀνωτέρας θέσεις. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, πρὸ δύο ἐτῶν νομίζω, ὅτε συνεπληρώθησαν αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν, πάλιν καὶ τότε δι’ ἀναλόγου προτιμήσεως εἰσαγωγῆς ἔξωθεν, ἱκανὰς κατέλαβον θέσεις ἐκ τοῦ κλάδου τῶν δικαστῶν. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωσι καὶ ἐκ τῶν δικαστικῶν, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρορῶνται ὁπωσδήποτε οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι εὔκολον καὶ εἰς τὸν κατώτερον βαθμὸν τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν νὰ προσελκύωμεν πλέον ἱκανὰ στοιχεῖα. Πῶς νομίζετε· θὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν ἐκ τῶν δικηγόρων ὅσοι ἔχουσι τὴν πρὸς τοῦτο διάθεσιν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσι βεβαίως καὶ εἰς ἓν στάδιον προαγωγῆς ὅταν γνωρίζωσιν ὅτι αὔριον δι’ ἑνὸς νόμου θὰ ἀποκλεισθῶσιν ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας θέσεις, ἢ ὅπερ ταὐτὸν θὰ προτιμηθῶσιν ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν; Τότε θὰ προσελκύσητε καὶ εἰς τὰς κατωτέρας θέσεις κατάλληλον προσωπικόν, ὅταν ἔχητε ἀνοικτὸν καὶ ἐξησφαλισμένον τὸ στάδιον τῆς προαγωγῆς εἰς τὰς ἀνωτέρας θέσεις. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλητε πρὸ παντὸς τὴν διάταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου καὶ νὰ τὴν μεταβάλητε κατὰ τρόπον ὥστε, ὄχι ἁπλῶς νὰ περιλάβητε τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς προτιμήσητε. Τοῦτο εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας, προκειμένου περὶ πληρώσεως ἀνωτέρων θέσεων κλάδου τινός, νὰ εὐνοῇ πρὸ παντὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοῦτον. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ προτιμήσητε τοὺς ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ νὰ εἴπητε ὅτι κατὰ προτίμησιν θὰ ληφθῶσιν οἱ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐκ τούτων. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ μόνον δὲν εὑρεθῶσι μεταξὺ τούτων οἱ ἱκανοί, τότε νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις δι’ ἄλλων ἐκτὸς τοῦ κλάδου. Βεβαίως ἡ θέσις εἶναι ἀνωτέρα, ἡ θέσις εἶναι ὑψηλὴ καὶ πρέπει νὰ εἶναι εὐρύτερον τὸ στάδιον τῆς ἐκλογῆς, ἵνα εὑρεθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει πρὸ παντὸς νὰ ζητηθῶσι ταῦτα μεταξὺ τῶν εἰς τὸν κλάδον ἀνηκόντων, διότι ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι τοῦτο σπουδαίαν κατ’ ἐμὲ ἀσκεῖ ἐπίδρασιν καὶ εἰς τὴν καθόλου τοῦ κλάδου προαγωγήν. Οὕτω μόνον καὶ θὰ προσελκύσητε τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸν κλάδον, καὶ εἰς τὰς εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα θὰ ἀναπτύξητε τὸν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ζῆλον. Ἤθελον προτείνει λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ τροποποίησιν τοῦ τρίτου ἐδαφίου κατὰ τὸ ὁποῖον «εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν δύνανται ἐπίσης νὰ διορισθῶσιν ἐκ τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους, ἐπὶ σχετικῷ ἐρωτήματι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου» ὡς ἑξῆς: νὰ προστεθῇ «καὶ ἐκ τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν, προτιμωμένων μεταξὺ ἰσοδυνάμων». Μεταχειρίζομαι τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς ἄλλο νομοσχέδιον, «τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον». Τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ ἡ Πολιτεία. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἐπίσης ὁρμώμενος, μολονότι ἀνήκω εἰς τὸν δικηγορικὸν κόσμον καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος θὰ μὲ ἔκαμνεν ἴσως νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ δικηγόρων, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχω κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν, καὶ νὰ μὴ εἴπω ὅτι καὶ ὡς πρὸς ταύτας ἐπίσης πρέπει νὰ εὐνοηθῶσι καὶ νὰ μὴ παροραθῶσιν ἐκ τῶν εἰσαγγελέων πρωτοδικῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοί, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς ὑποθέτω, πάντες σήμερον τὰς θέσεις των κατέχουσι συνεπείᾳ διαγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος παρέχει εὐνοϊκὸν ὑπὲρ αὐτῶν τεκμήριον. Σήμερον λοιπόν, ὅτε δημιουργοῦνται νέαι θέσεις καὶ καλοῦνται εἰς ταύτας ἄλλα ἐκτὸς τοῦ κλάδου πρόσωπα, πρέπει τοὐλάχιστον ἄνευ περιορισμοῦ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς προαγωγῆς καὶ εἰς τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τοὺς εὐδοκιμοῦντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὰ ὁποῖα, πιστεύω, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μετὰ τὴν διαβεβαίωσίν του μάλιστα, ὅτι ἤθελε δεχθῆ τροποποιήσεις ὡς πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ χαρᾶς δὲ πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι παρετήρησα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν εἰς ἄλλο προηγούμενον νομοσχέδιον, καθ’ ὃ παρεῖδεν, ὅλας τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἐπεξεργασθεῖσα αὐτὸ ἐπιτροπή. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ πολλῆς λεπτότητος ὑπέβαλε τὰς παρατηρήσεις της ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ τὰς δεχθῇ καὶ ἐχρειάσθη δριμεῖα, δριμυτάτη ἀληθῶς ἐπίθεσις ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν κ. Συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα πρὸς ταύτας συμμορφούμενος ἀποσύρῃ μίαν διάταξιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θίγουσαν ἀληθῶς τὴν βάσιν τοῦ ὑφισταμένου συστήματος ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν. Ἐν τέλει μίαν ἔτι παρατήρησιν ἔχω νὰ προσθέσω ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον, ἡ ὁποία ἴσως ἀφορᾷ καὶ παραδρομὴν εἰς τὴν διατύπωσιν. Μεταξὺ τοῦ βʹ καὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου παρατηρῶ διαφοράν τινα, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συμμετοχῆς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ τὰς θέσεις ταύτας, διότι, εἰς μὲν τὸ βʹ ἐδάφιον φέρεται ὅτι «Μέχρι τοῦ τρίτου τῶν θέσεων τούτων δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι καὶ ἐκ τῶν ὑπηρετούντων νῦν παρὰ Πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέων, ἐπὶ σχετικῷ ἐρωτήματι τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐγκρινομένων», εἰς δὲ τὸ τρίτον ἐδάφιον ὅτι «εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν δύνανται ἐπίσης νὰ διορισθῶσιν ἐκ τῶν Ἐφετῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ σχετικῷ ἐρωτήματι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Δὲν γνωρίζω ποίαν διάφορον σημασίαν ἀποδίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἐδάφιον, ἂν τοῦτο δὲν ὀφείληται εἰς παραδρομὴ μεταξὺ τῆς φράσεως «διὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου» τοῦ ἑνὸς καὶ «κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ἰδίου Συμβουλίου» τοῦ ἑτέρου. Ἐὰν λάβω τὰς λέξεις κατὰ κυριολεξίαν, ἐγὼ εὑρίσκω τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίστασιν, προκειμένου περὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι συμβουλευτική, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ, δύναται καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ, ἐνῷ εἰς τὸ ἕτερον ἐδάφιον, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως, αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν καὶ δὴ κατὰ τρόπον ὥστε δὲν δύναται οὔτε ν’ ἀφήσῃ ἀνεκτέλεστον τὸν διορισμὸν καὶ ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐκείνου περὶ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀποφασίσει τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐὰν αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, δὲν γνωρίζω διατί γίνεται ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται.
§167Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά· μὴ σκιαμαχῆτε.
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ καὶ εἶναι παραδρομὴ εἰς τὴν διατύπωσιν, ὡς καὶ ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς ὑπέλαβον, καλὸν νὰ διορθωθῇ. Ἐννοεῖται, βεβαίως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις γνωμοδότησις διὰ τῆς λέξεως ἀπόφασις.
§169Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προκειμένου περὶ συμπληρώσεως ἐν πρώτοις θέσεως εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, εὑρισκόμεθα ἀπὸ τριετίας εἰς τὴν ἑξῆς ἀνώμαλον κατάστασιν· ὅτε εἶχον παυθῆ πάντες οἱ διατελοῦντες τότε εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ὑπῆρξε δὲ ἡ ἀνάγκη μέτρου ἐξαιρετικοῦ ἵνα αἱ θέσεις συμπληρωθῶσι δι’ ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέων παρ’ Ἐφέταις, ἄνευ ὡρισμένου χρόνου ὑπηρεσίας διὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου, ἡ γενομένη τότε ἐκλογὴ ἀπέκλεισε πάντας τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ χρόνου ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν, περιωρίσθη δὲ τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ ἐκ τῶν Ἐφετῶν. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν προσωρινὴν ταύτην διάταξιν, ἐθεώρησα περιττὸν νὰ προσθέσω τοὺς ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν. Ἐν τούτοις ὑπάρχει ἀληθῶς ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν λίαν προσφάτως γενόμενος τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος δὲν συμπεριελήφθη κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν, διὸ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσθέσω εἰς τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἂς ἐκλέξῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον.
§170ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν.
§171Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. Εἶναι ἐπαρκὲς νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς ἐκ τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων μεσολαβεῖ καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διὰ τὴν ἱεραρχίαν ἀκριβῶς.
§172Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐξιδιασμένην τὴν ἀντίληψιν, εἶναι τινές, οὕτως εἰπεῖν, κατεσκευασμένοι δι’ εἰσαγγελεῖς· διατί δὲν τοὺς δέχεσθε; Διατί ἀδικεῖτε τὸν κλάδον αὐτὸν καὶ περιορίζεσθε μεταξὺ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν;
§173Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἄν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, ἂς ἀναδειχθῶσι διὰ τῆς κανονικῆς σειρᾶς τῆς προαγωγῆς των. Ἔχουσιν ἤδη οἱ πλείονες τὰ προσόντα διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν.
§174Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ προχωρῶ καὶ περαιτέρω. Νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ τὸ δικηγορικὸν σῶμα θὰ ἠδύνασθε νὰ στρατολογήσητε εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν.
§175Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθην, προσέθετεν ἀκριβῶς καὶ δικηγόρους ἔχοντας δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον κατὰ τὴν γενομένην τότε προαγωγὴν οὐδένα δικηγόρον ἐνέκρινεν, ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας μᾶλλον τοῦ δικηγορικοῦ σώματος νὰ μὴ τοὺς συμπεριλάβῃ.
§176Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὄχι δὲν διώρισεν, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθησαν.
§177Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁπωσδήποτε δέχομαι τοῦτο· ὅπως μετὰ τῶν Ἐφετῶν προστεθῶσι καὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν διὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην προαγωγήν. Ὡς πρὸς τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ εἰς τούτους δίδεται ἓν ἐξαιρετικὸν προνόμιον, νὰ γίνωσιν εἰσαγγελεῖς πρὶν ἢ συμπληρώσωσι τὸν νόμιμον χρόνον. Οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι εἶναι 13, αἱ δὲ νέαι θέσεις εἰσαγγελέων θὰ εἶναι 15 ἴσως. Ἐὰν δώσωμεν τὸ ⅓ τῶν θέσεων εἰς τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἱκανοποιοῦνται, τὰ δὲ ⅔ θὰ μείνωσι διὰ τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι κανονικῶς εἰσέρχονται. Μίαν ἄλλην διασάφησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς γνωμοδοτήσεως. Γνωμοδότησις εἶναι ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ νόμος περὶ προσόντων ἐν ἄρθρῳ 9. Ἂν θέλητε νὰ μεταβάλωμεν τὴν λέξιν γνωμοδότησις εἰς τὴν λέξιν ἀπόφασις, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§178Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, σύμφωνον τὴν γνώμην μετὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων. Τοὐναντίον ἔχω σύμφωνον τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου μετὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς· μέχρι τοῦδε παρεπονούμεθα πολλάκις καὶ παρεπονέθημεν ὅτι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον εἰσάγονται δικασταὶ ἀμόρφωτοι, ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς πείρας, πολὺ ὀρθῶς δὲ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐσκέφθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν κλάδον τῶν εἰσαγγελέων εἰσαγγελεῖς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, διότι ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ φίλος μου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Γόντικας, ὅπως αὐξηθῇ μέχρι τοῦ ἡμίσεος ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων ἃς δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων νῦν παρὰ πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέων, ἀσφαλῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου ἤθελε συμβῆ τὸ ἑξῆς. Ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, εὑρισκόμενον πρὸ τῆς δυσκολίας νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν δικηγόρων, ἀσφαλῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου ἤθελε κλίνει εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ προσλάβῃ τοὺς ἡμίσεις ἐκ τῶν ἀντεισαγγελέων περὶ τῶν ὁποίων ἔχει μορφώσει γνώμην τινὰ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας των ἐν τῇ θέσει τοῦ ἀντεισαγγελέως. Περὶ τούτων δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν. Δι’ αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι εἴτε τὸ ¼ εἴτε τὸ ⅓ ἀποφασισθῇ, ἀσφαλῶς ἐκ τούτων θὰ διορισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ οὕτω μειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος Εἰσαγγελέων. Θεωρῶ δὲ ὡς λίαν ἀναγκαίαν τὴν εἰσαγωγὴν δικηγόρων ἐκ τῶν ἐχόντων μεγάλην κοινωνικὴν πεῖραν εἰς τὸν κλάδον τὸν εἰσαγγελικόν. Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ εἰπέ τις ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ὅτι, ἐὰν πρόκειται εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν νὰ διορισθῶσι μόνον ἐκ τῶν ἐφετῶν, τοῦτο δύναται νὰ ἀπογοητεύσῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσι νέοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἀσφαλῶς εἶναι προσωρινή.
§179Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καθημερινῶς γίνονται αὐταὶ αἱ προσωριναὶ διατάξεις.
§180Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κρίνομεν περὶ τῆς παρούσης. Οἱ διορισθησόμενοι εἰσαγγελεῖς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος θὰ ἔχωσιν εὐρὺ τὸ στάδιον· συμπληροῦντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν θὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τῶν εἰσαγγελέων ἐφετῶν. Δι’ αὐτὸ οὔτε αὐτὴ ἡ διάταξις κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει νὰ μεταβληθῇ.
§181Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προνοῶν περὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ καθόλου συγκροτήσεως τῶν δικαστηρίων τῶν ἱδρυομένων εἰς τὰς προσηρτημένας χώρας, νομίζω ὅτι ὑπερηκόντισε τὰς ἐνδείξεις τῆς τοιαύτης ἀνάγκης δι’ ὅσων θεσπίζει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ἔχομεν καθιερωμένην τὴν ἀρχὴν τῆς συμπληρώσεως τῶν δικαστικῶν θέσεων, μετὰ γνώμην καὶ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνάγκη τις ἀναπόδραστος ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς τάξεως ταύτης, δὲν εἶναι παντάπασι, νομίζω, δεδικαιολογημένον ν’ ἀπομακρυνθῶμεν αὐτῆς. Ἔχομεν τὸ προσωπικὸν τὸ εἰσαγγελικὸν τὸ εὑρισκόμενον σήμερον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ προσωπικὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν νέων θέσεων τῶν εἰσαγγελέων, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται εἰς τὰς νέας χώρας, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπικουρικῶς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ ἔρχονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν νομοθετεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης· τὸ ἄρθρον τοῦτο τοὐναντίον θέτει ὡς βάσιν καὶ ὡς ἀφετηρίαν, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν νέων θέσεων τῶν δικαστικῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις, τὴν ἄλλοθεν πρόσληψιν τῶν δικαστικῶν προσώπων εἰς τὰς θέσεις ταύτας, παραμερίζει δὲ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ δικαστικά, τὰ ὁποῖα κατὰ τάξιν πρέπει νὰ προάγωνται καὶ προάγονται κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν πρὸς πλήρωσιν τῶν κενουμένων θέσεων. Ἔχομεν τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τοὺς ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους καὶ βλέπομεν ὅτι τὸ ἄρθρον ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ ὁρίζει ὅτι μέχρι τοῦ τρίτου τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων τῶν διοριστέων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις εἶναι δυνατὸν αὗται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν ὑπηρετούντων νῦν παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις εἰσαγγελέων. Ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς οὗτος εἶναι διάταξις καθαρῶς δυνητική, ἐξαρτωμένη, ὡς φαίνεται, ἐκ τῆς συνεχείας τῆς παραγράφου ταύτης, ἐκ τῆς θελήσεως καὶ τῆς αὐτοβούλου κρίσεως, τῆς κυριαρχικῆς διακρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι ἡ πλήρωσις μέχρι τοῦ ἑνὸς τρίτου δύναται νὰ γίνῃ ἐπὶ σχετικῷ ἐρωτήματι τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ σχετικὸν ἐρώτημα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν προκίρεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂν δὲν γίνῃ ἐρώτημα, τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον κατ’ ἀνάγκην θὰ σιωπήσῃ περὶ τῶν προακτέων εἰς θέσεις εἰσαγγελικάς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι καὶ ἡ μεταρρύθμισις τῆς διατάξεως ταύτης, ὡς προετάθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γόντικα, δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι καὶ ἐὰν μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῶν θέσεων τούτων ὁρίσωμεν ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ, ὅτι δύνανται νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον, πάλιν ὁ σκοπὸς δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἂν ἡ διάταξις περὶ ἐρωτήματος μείνῃ καθαρῶς δυνητικὴ καὶ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τῆς αὐτοπροαιρέτου κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ ἀπευθύνειν ἢ μὴ ἀπευθύνειν ἐρώτημα περὶ προβιβαστέων πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων. Διότι οὕτω θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ κανεὶς νὰ μὴ προβιβασθῇ πρὸς κατάληψιν τῶν δημιουργουμένων θέσεων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ ἐν τούτοις ἡ διάταξις νὰ παραμείνῃ ἰσχύουσα ἄνευ τινὸς ἀποτελέσματος. Διὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, εἶμαι τῆς γνώμης ἤδη, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὡς ὑποθέτω, ὅτι ἀποδέχεται τὴν ὑποδειχθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἑτέρου συναδέλφου κ. Τσαλδάρη μεταρρύθμισιν τοῦ λεκτικοῦ τοῦ ἄρθρου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι εἰς μὲν τὴν μίαν παράγραφον τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ γνωμοδοτήσεως, εἰς δὲ τὴν ἄλλην, προκειμένου περὶ προβιβασμοῦ εἰς θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, περὶ ἀποφάσεως, ὅτι δηλαδὴ ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν μεταρρύθμισιν, ὅπως καὶ εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις γίνῃ λόγος περὶ ἀποφάσεως καὶ οὐχὶ περὶ γνωμοδοτήσεως, εἶμαι, λέγω, τῆς γνώμης, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ, ὅτι αἱ ἡμίσεις θέσεις εἰσαγγελέων πληροῦνται διὰ προβιβασμῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἤδη εὑρισκομένων ἀντεισαγγελέων ἐπὶ ἐρωτήματι ὑποχρεωτικῶς ἀπευθυνομένῳ πρὸς τὸ Συμβούλιον. Ἐγὼ δὲ θὰ προέβαινον καὶ περαιτέρω, ἵνα εἶμαι συνακόλουθος καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν τάξιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν καθιερώσει διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν δικαστικῶν θέσεων, ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ νομοθεσίᾳ. Θὰ προέτεινόν τι, τὸ ὁποῖον ἴσως φανῇ τολμηρὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ δὲν τὸ θεωρῶ πράγματι τοιοῦτον· θὰ προέτεινον ἵνα πᾶσαι αἱ νέαι θέσεις, αἱ δημιουργούμεναι ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως νέων χωρῶν, πληρῶνται διὰ προβιβασμῶν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀντεισαγγελέων μετ’ ἀπόφασιν πάντοτε τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἦτο τοῦτο δυνατόν, διότι τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ συμβουλίου, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἤρχοντο εἰς ἐφαρμογὴν αἱ ἐπικουρικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατ’ ἄλλον τρόπον πληρώσεως τῶν θέσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς ὑποθέτω, ἀποκρούῃ τὴν ἀπόλυτον ταύτην γνώμην, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν καὶ θὰ συνίστων ὡς ἐπιβαλλόμενον ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ ἐκ πνεύματος στοιχειώδους δικαιοσύνης, ἵνα τὴν διάταξιν τῆς 2 § τοῦ ἄρθρου τὴν προνοοῦσαν περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς μέχρι τοῦ ⅓ πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων, μεταρρυθμίσῃ καθ’ ὃν τρόπον κρίνῃ εὔλογον, ἀλλὰ πάντως κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν κατὰ τὸ ἥμισυ προαγωγὴν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀντεισαγγελέων, ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, συντρέχει καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§182Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ προσπαθήσω, Κύριε Πρόεδρε, νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἶναι ὀρθόν, ὅπως εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑποψηφίων νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ πρυτανεύσῃ ἡ γνώμη ὅτι ἡ ὁμοιογένεια εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν θὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὰ καλλίτερα ἀποτελέσματα. Οἱ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν οἱ ὁποῖοι ἤθελον κριθῆ ἱκανοί, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν τάξεων τῶν δικαστῶν, θὰ εἶναι οἱ καταλληλότεροι καὶ ἱκανώτεροι νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἀπαιτεῖται εἰδικότης καὶ εἰδικὴ ἄσκησις περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων. Δὲν γνωρίζω τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἀλλ’ ὡς ἤκουσα, ὑπάρχει εἰδικὸς κλάδος ἀνακριτῶν καὶ εἰδικὸς κλάδος εἰσαγγελέων ἐξ οὗ λαμβάνονται οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς ἀνωτέρας θέσεις. Ἑπομένως ὅ,τι κρίνεται παρὰ τοῦ ἔξω ἐπιστημονικοῦ κόσμου ὡς ὀρθόν, νομίζω, ὅτι δύναται καὶ ἐνταῦθα νὰ ἔχῃ θέσιν καὶ ἐνισχύει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οἱ εἰσαγγελεῖς, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος πρὸ τετραετίας, ὁ προσωρινὸς ἐκεῖνος, ὡς ἐθεωρήθη, ἐλήφθησαν ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων καὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικαστῶν. Τότε ὅμως ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτακτική, διότι δὲν ὑπῆρχον εἰσαγγελεῖς, ἀλλ’ ἤδη, μετὰ τὴν τετραετῆ ὑπηρεσίαν τῶν εἰσαγγελέων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὰς εἰσαγγελικὰς θέσεις, ἂν πάλιν οὗτοι ἤθελον κριθῆ ἱκανοὶ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δὲν βλέπω διατί θὰ ἀποκλεισθῶσιν αὐτοὶ οἱ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, οἱ ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρετήσαντες, τοῦ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν. Ἄν πληρωθῶσι σήμερον αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, οἱ ὑπάρχοντες εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν θὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον τοῦ νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέρας θέσεις, θέλει δὲ τοῦτο μαράνει τὸν ζῆλον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι κατέφυγον εἰς τὸν κλάδον τοῦτον. Φρονῶ συνεπῶς ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ τοιαύτη διάταξις, καὶ ἂν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εὑρίσκῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκ τούτων ἱκανοί, δὲν θὰ τοὺς κάμῃ, ἀλλ’ ἐὰν μεταξὺ τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ὑπάρχωσιν εἷς ἢ δύο ἱκανοί, ὅπως καταλάβωσι θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, βεβαίως δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι μεταξὺ τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν ὑπάρχουσι πλείονες τῶν δύο ἱκανώτατοι ὅπως καταλάβωσι τὴν θέσιν ταύτην. Ἐκεῖνο προσέτι τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἶναι, διατί ἀποκλείετε τὴν σύστασιν ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κάμω, ὅπως οἱ ἐφέται, οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, ἔχωσιν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας ὡς ἐφέται καὶ οὐχὶ μόνον διότι εἶναι ἐφέται ἄνευ χρόνου ὑπηρεσίας;
§183Λ. ΝΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἠρώτησα καὶ ἐγὼ διατί γίνεται αὐτό.
§184Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν δυνάμεθα διαλογικῶς νὰ συζητῶμεν.
§185Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπεβάλομεν τὴν ἐρώτησιν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ξηρὸς καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γίνῃ τις εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ μονίμου νόμου, τὴν ἑξαετῆ δηλαδὴ ὑπηρεσίαν, ὡς ἐφέτης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ μόνιμος νόμος. Ἐζητήσαμεν τὴν ἐξήγησιν ταύτην διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖος ἐξαιρετικὸς λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἡ διάταξις ἡ ἐξαιρετικὴ ἐδῶ... Δὲν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Τότε κ. Πρόεδρε, δύναμαι νὰ διερμηνεύσω ἐλευθέρως τὰ παράπονα τοῦ δικαστικοῦ κόσμου. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀφορᾷ ὡρισμένον πρόσωπον καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίζωμεν ἐδῶ νόμους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς προσωπικοί. Ἂν ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ἐφέτης τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ προσωπικὴ διάταξις εἶναι ἄξιος διὰ τὴν θέσιν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται καὶ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις νομοθετικῶς. Δὲν δύναται νὰ νομοθετηθῇ ἐξαιρετικὴ διάταξις διὰ τὸν ἐφέτην αὐτόν, χωρὶς νὰ παραπονῶνται δικαίως οἱ ἄλλοι ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δημιουργεῖται μία ἐξαιρετικὴ θέσις δικαστοῦ καὶ διὰ ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ νόμον ἔχουσι τὰ προσόντα νὰ γίνωσιν εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν, καὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐπίσης ἄξιοι διὰ τὴν θέσιν. Νὰ μείνῃ ὁ παλαιὸς ὀργανικὸς νόμος ὁ ὁποῖος ὁρίζει ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν ἐφέτου καὶ προσόντα διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν.
§186Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε, ὑπάρχει (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἔχοντες κατὰ τὸν κείμενον νόμον κλπ.». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8,30′ μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 10,15′).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§189Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταί, ὡς βλέπετε εἰσάγονται δύο καινοτομίαι εἰς τὴν κρατοῦσαν τάξιν περὶ διορισμοῦ καὶ περὶ ἱεραρχίας τῶν προσώπων τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου μεταρρυθμίζεται ὁ νόμος περὶ προσόντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι μέχρι τοῦδε διὰ νὰ διορισθῇ τις δικαστής, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένην δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, νὰ διορισθῇ πάρεδρος δικαστής, νὰ ὑπηρετήσῃ ὡρισμένον χρόνον ὡς ἔμμισθος πάρεδρος δικαστής, καὶ κατόπιν, τῇ γνωματεύσει τοῦ Ἐφετείου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἀπαιτεῖται καὶ γνωμάτευσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νὰ διορισθῇ δικαστής. Ἤδη εἰσάγεται ἄλλη ὁδὸς προελεύσεως δικαστῶν. Οἱ διορισθέντες ποτὲ δικασταὶ ἀλλὰ παραιτηθέντες διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναδιορισμοῦ, ὡς μάλιστα διατυποῦται τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου χρωματίζονται τὰ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω, καὶ λείπει μόνον τὸ ὄνομα αὐτῶν. Διότι τὸ ἐδάφιον αὐτό, ὡς ἔχει, λέγει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει)· «οἱ διατελέσαντες πρωτοδίκαι κλπ.». Βεβαίως πρόκειται, Κύριοι, περὶ ὡρισμένων προσώπων καὶ διὰ νόμου τοιαύτης περιωπῆς καὶ τοιαύτης σημαντικότητος, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ νομοθετῶμεν δι’ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς χάριτας σημαντικάς.
§190Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν εἶναι χάρις διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς δικαστὴς ἐξελθὼν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πρὸ ὀλίγων ἐτῶν.
§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ παραιτηθῇ; Ἄλλως τε δὲν κάμνετε μίαν γενικὴν διάταξιν λέγουσαν ὅτι οἱ ἀποσυρθέντες ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐπαναδιορίζονται, παρὰ ὁρίζετε καὶ τὰ προσόντα ὡρισμένων προσώπων; Ὡς μοὶ ἀνήγγειλε δὲ φίλος τις, πρόκειται περὶ δύο προσώπων.
§192Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Θὰ διορθώσω τὴν πενταετίαν εἰς ὀκταετίαν καὶ θὰ αὐξήσω τὴν ὑπηρεσίαν εἰς πεντήκοντα ἔτη διὰ νὰ ἐξοικονομηθῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐξελθόντες τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐγένοντο εἰσαγγελεῖς, διὰ τοὺς ὁποίους ἔκαμα δήλωσιν ὅτι θὰ τοὺς δώσω τὸ νόμιμον μέσον διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἰσοβιότητα.
§193Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην προσώπων καὶ θέλητε νὰ τὰ διορίσητε, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ χαρίζετε ὄχι πλέον δικαιώματα, ἀλλὰ περιουσίαν τῶν ὑπηρετούντων ἤδη εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, διότι ὑπάρχουσι δικασταὶ ἐν τοῖς πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους γνωρίζω καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι πρώτης τάξεως ἐπιστήμονες καὶ πρώτης τάξεως χαρακτῆρες, εὑρίσκονται δὲ εἰς τὴν δικαστικὴν περιωπήν, τὴν ὁποίαν δύναται πᾶς τις νὰ ὀνειροπολῇ. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἀναμένουσι προαγωγὴν καὶ ἔχουσι σειρὰν προαγωγῆς· ἔρχεσθε σεῖς τώρα καὶ τοὺς ἀφαιρεῖτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὄχι πλέον δικαίωμα μὴ ἐπιβλαβὲς εἰς αὐτοὺς καὶ περιουσιακῶς ἀκόμη, ἀλλὰ θέτετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέσχον τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὑπεράνω αὐτῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ὡς ἀναφέρει τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φυσικὸν εἶναι αὐτό.
§195Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἀφύσικον καὶ πολὺ παράδοξον, διότι μέχρι τοῦδε εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα ὑπελογίζετο ὁ τελευταῖος διορισμός, ἐὰν δὲ δικαστής τις, ἔστω καὶ Ἀρεοπαγίτης, ἀπέσχε τοῦ δικαστικοῦ κλάδου παραιτούμενος καὶ ἀναδιωρίζετο ὡς Πρωτοδίκης, ἀπὸ τοῦ τελευταίου διορισμοῦ ὑπελογίζετο ἡ ἀρχαιότης του. Ὥστε δὲν εἶναι διόλου φυσικόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἀλλὰ πολὺ μάλιστα ἀφύσικον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀναμένουσιν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ κενωθῶσι θέσεις καὶ ἂν κριθῶσιν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι δικαιωματικῶς ἀνωτέραν θέσιν ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔρχεται καὶ ἀφαιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ θὰ προσθέσητε ἤδη 25–26 Κρῆτας τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης ὑπολογίζεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν διωρίσθησαν ἐν Κρήτῃ, ὡς δικασταί, ὅλοι δὲ οἱ ἐν Κρήτῃ δικασταὶ εἶναι πολὺ ἀρχαιότεροι τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀρθόν.
§197Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ οἱ ἐν Κρήτῃ μένοντες ἐκεῖ θὰ εἶχον δικαίωμα ἐπὶ τῶν πέντε Προέδρων Πρωτοδικῶν, ἤδη δὲ ἀναγεννωμένης τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐπὶ τεσσαράκοντα.
§198ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι καὶ αὐτό· ἀλλὰ διατί τὴν Κρήτην τὴν βλέπετε μὲ ὄμμα διάφορον;
§199Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου δὲν τὴν βλέπω μὲ ὄμμα διάφορον. Ἐγὼ δὲν χωρίζω τὴν Κρήτην ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα προβιβασμοῦ ἐκεῖ ὅπου ὑπηρέτουν, πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ νὰ καταπατήσωσι δικαιώματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν προσδοκῶσι νὰ προβιβασθῶσι. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2 ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 17, διότι ὡς γνωρίζετε, πολλοὶ δικασταί, τοὺς ὁποίους εἶναι δύσκολον ν’ ἀνεύρωμεν καὶ κατὰ τὴν μάθησιν καὶ κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, ἀμφιβάλλω μετὰ τοὺς νέους ὁρίζοντας οἱ ὁποῖοι ἤνοιξαν καὶ εἰς τὸν Δικηγορικὸν καὶ εἰς τὸν Ἐπιστημονικὸν κόσμον, ὅτι θὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅταν πᾶς Ὑπουργὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ νομοσχέδιον καὶ καταπατῇ τὴν ἀρχαιότητα.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁσάκις μεγαλώνει ἡ Ἑλλὰς δύνανται νὰ συμβαίνωσιν αὐτὰ τὰ δυστυχήματα. Καὶ θὰ τὰ δεχθῶσιν, εἶμαι βέβαιος, ὅλοι οἱ δικασταί.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§202Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως κ. Πρόεδρε, ἀγαθὴ ἡ πρόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ περιλάβῃ τὴν διάταξιν περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία παρίσταται, ἵνα ζητήσῃ πολλαχόθεν καὶ ἐξεύρῃ τοὺς ἀναγκαιοῦντας διὰ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν δικαστάς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω πόσοι εἶναι αὐτοὶ κατὰ ποσόν, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ μάθω τὰ ὀνόματα αὐτῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ σκοπὸς ὁ ἀγαθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀκόμη, ἐὰν ἦτο δυνατόν, εἴτε ἤδη εἴτε κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, αὐτοὶ περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διατί ἐγκατέλιπον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Μὴ τάχα εἶχον λόγους σχέσιν ἔχοντας μὲ τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν, μὲ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Μὴ τυχὸν ἐπεδίωκον ἄλλην τινὰ θέσιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ διότι ἀπέτυχον ἔρχονται νῦν νὰ ἐπιζητήσωσι νὰ ὑπεισέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον αὐτόν; Τοιαύτας πληροφορίας πρέπει νὰ ζητήσωμεν, διὰ νὰ ψηφίσωμεν ἐν ἐπιγνώσει ἐκ τῶν προτέρων νόμους, καὶ μάλιστα νόμους οἱ ὁποῖοι ἰσοβίως θὰ ἔχωσιν ὡς λειτουργοὺς αὐτοὺς περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται· ὁποῖαί τινες ἦσαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τοὺς δικαστὰς αὐτοὺς ν’ ἀποχωρήσωσι, τίνες δ’ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσιν αὐτοὺς σήμερον νὰ ἐπανέλθωσιν πάλιν, διότι φρονῶ ὅτι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον μέλλον ἐνώπιόν των, προαγωγήν, καὶ οὐχὶ ἄνευ λόγου ἐγκατέλιπον τὴν θέσιν αὐτὴν μετὰ τετραετίαν ἢ πενταετίαν — ἤδη ἀκούω θέλει νὰ ἐπεκτείνῃ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὴν καὶ εἰς ὀκταετίαν — καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν πάλιν εἰς θέσιν τὴν ὁποίαν πρὸ τόσου χρόνου εἶχον καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶχε καλλιτερεύσει ἴσως, φρονῶ ὅτι οἱ δικαστικοὶ οὗτοι δὲν ἔχουσι πλέον θέσιν ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, μὲ φέρει καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἀμφιβολίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ ἐξαγάγῃ. Λέγεται ἐν αὐτῷ: «δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν πρωτοδίκου τοποθετούμενοι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Τίς θὰ διορίσῃ αὐτούς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον;
§203Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ Ὑπουργός, διότι ἔχουσιν ἤδη τὰ προσόντα.
§204Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς διεκπεραιωτής, ὡς πρωτοκολλητής!
§205Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν βλέπω ἐν τούτοις μείωσίν τινα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§206Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως, ὅταν ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς χορηγήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, θὰ δύναται τότε, δυνάμει τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ἄχρι τοῦδε ἰσχύουσι, θὰ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ.
§207Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ δύναται.
§208Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δυνάμει τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων; Πῶς;
§209Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Προκειμένου περὶ πρώτου διορισμοῦ δύναται. Πρόκειται περὶ πρώτου διορισμοῦ.
§210Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρῶτος διορισμὸς δὲν εἶναι ἤδη; Ἤδη εἶναι πρῶτος διορισμός, κ. Ὑπουργέ, θέλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν σήμερον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν κατεῖχον αὐτοὶ πρότερον, καὶ ἡ διαγωγὴ αὐτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μεσοβασιλείας δὲν ὑπῆρξεν ἐκείνη ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς δικαστήν, σεῖς θὰ τὸ ἐξετάσητε αὐτὸ μόνον. Καὶ πόθεν θὰ ἀρυσθῆτε αὐτὸ διὰ νὰ ἐνεργήσητε μετ’ εὐσυνειδησίας;
§211Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅθεν θὰ τὸ ἠρύετο πᾶς τις.
§212Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀλλοία βεβαίως τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§213Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τονίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι, ἂν εὑρίσκῃ τὰ στοιχεῖα ἐκτρόπου ἐν τῷ διορισμῷ, ὅταν πρόκειται περὶ δικαστοῦ ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἤδη ἐπὶ πενταετίαν ἢ πλείονα ἢ ἐλάσσονα χρόνον τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος φυσικώτατα εἰσῆλθεν ὡς ἔμμισθος πάρεδρος κατόπιν ἐξετάσεων, καὶ εἰσῆλθε νομίμως εἰς τὸ δικαστικὸν στάδιον, τάσσεται δὲ καὶ ὅριον ἡλικίας καὶ ὅριον κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαετίας, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δεσμεύουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναδιορισμοῦ, ὅταν πρόκειται, λέγω, περὶ δικαστοῦ φέροντος πλήρη τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπῄτει περὶ τοῦ δικαστοῦ ὅστις διὰ παραιτήσεως ἢ ἄλλως πως ἑκουσίως, δὲν ἐξετάζω ἂν διὰ τὸν α ἢ τὸν β λόγον ἢ ἐπὶ οἱᾳδήποτε ἀφορμῇ ἐγκατέλιπε τὸ στάδιόν του οὐχὶ πρὸ πολλοῦ, ἀπορῶ πῶς ἐρωτᾶται ἂν αὐτός, ὁ δικαστὴς δὲν θὰ ἦτο εὐπρόσδεκτος σήμερον νὰ ἐπανέλθῃ ὁπότε ἔχομεν ἀνάγκην. Ὁ Ὑπουργὸς τὸν εὑρίσκει κεκτημένον ἤδη τὰ προσόντα· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς διαγωνισμὸν ἢ ἄλλο τι. Ἡ τοποθέτησις δὲ αὐτοῦ κατὰ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα ἀφίεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Προσθέτω δὲ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου διορισμοῦ οὐδὲν Συνταγματικὸν κώλυμα ὑπάρχει, σεβόμεθα ὅμως καὶ τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸν ἐνταῦθα. Τοιαύτη μεταβολὴ ἐπέρχεται ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου προτείνομεν νὰ εἰσέλθωσιν ὡς δικασταί, οἱ πάρεδροι καὶ δικηγόροι, ἄνευ τῶν ἐξετάσεων τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ νόμος περὶ προσόντων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος προκειμένου περὶ πρώτης εἰσαγωγῆς· ὁ νόμος δὲ περὶ προσόντων ὡς νόμος εἶναι δεκτικὸς καὶ τροποποιήσεων. Οὐσιαστικῶς δὲ ὅταν πρόκειται περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν ὡς δικαστικοὶ καὶ ἐξῆλθον, νομίζω ὅτι οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἐξετάζων αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον διετέλεσαν ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἑτέραν ἀντίρρησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, δὲν πρόκειται νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὸν χρόνον ἀπὸ τοῦ ὁποίου διωρίσθησαν μέχρι σήμερον. Θὰ λάβωμεν μόνον τὸν χρόνον τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπηρεσίας καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι δικαιότατον νὰ ὑπολογισθῇ εἴτε διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν εἴτε διὰ τὴν ἀρχαιότητά των. Ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ἐπὶ πέντε ἔτη εἶναι δικασταὶ πέντε ἐτῶν.
§214Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔχασαν τὰ πέντε χρόνια. Τὰ ἐπέταξαν.
§215Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω διὰ τοῦτο, ὅτι καὶ οὐσιαστικῶς καμμία ἀδικία δὲν ὑπάρχει. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστάς, οἵτινες παρέμειναν ἐν τῷ κλάδῳ, οὐχὶ μόνον δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι καταπατεῖται ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν...
§216Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν, κ. Ὑπουργέ. Πρόκειται περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν· διατί νὰ παραβιάσωσιν οὗτοι τὴν ἀρχαιότητα τῶν ὑπηρετούντων δικαστῶν;
§217Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ, νὰ συμπληρώσω. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ προστεθῶσι κατὰ τὴν ἰδικήν σας ὑπόνοιαν δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς τέσσαρας ἢ πέντε. Πολὺ περισσότεροι αὐτῶν θέλουσι προαχθῆ ἤδη ἐκ τῶν ὑπηρετούντων δικαστῶν εἰς θέσεις ἀνωτέρας. Εἰς ὅλους τοὺς δικαστὰς ἀνοίγεται εὐρύτατον στάδιον.
§218Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῖς ἀνοίγετε. Ὥστε νὰ τοὺς δώσωμεν χάριν;
§219Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λέγω ὅτι, ἀκριβῶς διότι ἠνεῴχθη αὐτὸ τὸ στάδιον, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναζητήσωμεν καὶ ἄλλους δικαστάς.
§220Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διορίσητε δικαστάς, ἀλλ’ ὄχι ἐκεῖνοι νὰ καταπατήσωσι τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἤδη ὑπηρετούντων οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν καὶ βελάδες διὰ νὰ πάρωσι τὴν θέσιν τοῦ προέδρου!
§221Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀνοίγομεν δεκαπέντε θέσεις τῶν προέδρων, ἐὰν κλείωνται πέντε δικαστῶν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§223Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διηνοίχθησαν ἀφειδῶς ὁρίζοντες πολλοὶ καὶ ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν δικαστικῶν προσώπων. Φρονῶ ἐντεῦθεν ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ προϋπηρετήσαντες καὶ ἀπομακρυνθέντες τῆς ὑπηρεσίας ὄχι διὰ λόγους μὴ ἐπιτρέποντας ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι πρέπει αὐτοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἤδη στρατολογοῦμεν πολλαχόθεν πρόσωπα διὰ νὰ τὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, θὰ εἶναι δὲ ἄδικον τοιούτους δικαστὰς δεδοκιμασμένους νὰ μὴ τοὺς εἰσαγάγωμεν. Τώρα ἓν σημεῖον σκοτεινὸν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει. Δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ τοποθέτησις εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο δηλ. τὸν διορισμόν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τίνα βίον διῆγον καὶ ἂν αἱ σχέσεις των ἦταν συμβιβασταὶ πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανακτήσωσι. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ προσέξῃ μετὰ τῆς δυνατῆς περισκέψεως.
§224Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μίαν πληροφορίαν θέλω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἤδη εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἔχουσι τὸ δικαίωμα διὰ τῆς τροπολογίας νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα; Ὁ χρόνος τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μὲ τὸν χρόνον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας;
§225Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ προσθέσωμεν τὸν χρόνον καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας.
§226Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐὰν πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου 17 νὰ διευκολύνωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελθόντες τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας εἰσῆλθον εἰς τὸν κλάδον τὸν εἰσαγγελικόν, εἶναι ὀρθὸν νὰ διευκολύνωμεν τοῦτο μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ὀργανικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 1911. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ διευκολύνωμεν τὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπάνοδον καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἑκουσίως ἐξῆλθον τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, τραπέντες εἰς ἄλλα μὴ δικαστικὰ ἔργα, θεωρῶ ὅτι τοῦτο εἶναι οὐχὶ σκόπιμον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον. Δὲν τὸ θεωρῶ σκόπιμον, διότι πάντα δημόσιον λειτουργόν, πρὸ πάντων τὸν δικαστικὸν λειτουργόν, πρέπει νὰ διακρίνῃ ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἀφοσίωσις πρὸς τὴν δικαστικὴν ζωὴν καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἑκουσίως ἐγκατέλιπον τὴν δικαστικὴν ζωὴν καὶ ἐτράπησαν εἰς ἄλλα ἔργα, βεβαίως θὰ ἐπιζητήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἄλλῳ σταδίῳ των δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σταδιοδρομήσωσι καὶ νὰ δράσωσι. Βεβαίως δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν τὰ δικαστικὰ ἔργα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἶναι ἥκιστα κατάλληλα πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἔργων. Ἐὰν καλέσητε ἕνα πρωτοδίκην μετὰ 6ετῆ ἀποχὴν ἀπὸ τῶν δικαστικῶν ἔργων καὶ τὸν καθήσητε εἰς τὴν ἕδραν διὰ ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν θὰ πράξητε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παραδώσητε τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν τυφλὴν τύχην. Δὲν νομίζω σκόπιμον καὶ λυσιτελὲς νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν αὐτῆς ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν. Θεωρῶ τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἄδικον, διότι μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν δικαστικῶν ἐκείνων λειτουργῶν εἰσῆλθον πολλοὶ νέοι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, πρὸς ἀντικατάστασιν ἐκείνων ὑπολογίσαντες καὶ ῥυθμίσαντες τὸν βίον των μὲ τὴν προσδοκίαν τῆς μετὰ βραχὺν χρόνον προαγωγῆς των ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ. Νομίζω ἑπομένως ὅτι, ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς πρώτους νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον φέροντες ὡς ἐφόδιον καὶ τὴν προγενεστέραν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν των πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς προαγωγῆς των, θὰ εἶναι ἄδικον καὶ ἄντικρυς ἀντιτιθέμενον πρὸς τὴν κοινοτέραν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης, δι’ ὅλους τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον κατόπιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ ἤδη βλέπουσι τὰς ἐλπίδας των ματαιουμένας. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ καταλληλοτέρας δικαστικῆς ὀργανώσεως καὶ τηρήσεως τῶν κανόνων τῆς δικαιοσύνης, βεβαίως πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τοὺς ἤδη ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ ὑπηρετοῦντας. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ἄρθρον 17. Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἕν ἄλλο ἀκόμη εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Ἐφ’ ὅσον ἤθελε μείνει τὸ ἄρθρον 17 ὡς ἔχει, αὐξάνονται οἱ κίνδυνοι, διότι κατὰ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ὑφ’ ὑμῶν τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν ἐπεκτείνεται ὁ κύκλος τῶν ἀτόμων, ἀποβαίνει δ’ ἕνεκα τούτου μεγαλείτερος ὁ κίνδυνος διὰ τοὺς νέους οἱ ὁποῖοι ἤδη ὑπηρετοῦσι, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ἀλλὰ νὰ μείνῃ τουλάχιστον οὗτος, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§227ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Πρῶτον παρατηρῶ μίαν διαφορὰν συντάξεως μεταξὺ τῶν ἄρθρων 17 καὶ 16. Τὸ μὲν ἄρθρον 16 ἰσχύει ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον...
§228Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐντὸς τριμήνου θὰ τὸ προσθέσω.
§229ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πολὺ καλά. Ἡ δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι ἐπαρκὲς ἀφοῦ δεχόμεθα ὅτι δύναταί τις νὰ εἶναι δικαστὴς μέχρι τοῦ 65ου ἔτους.
§230Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι κ. Πρόεδρε, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ἀπομακρυνθέντας ἤδη πρὸ μιᾶς 5ετίας ἢ 8ετίας. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἐμμείνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17, ὅπως ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, θὰ προέτεινον ἄλλην τινὰ μεταβολήν. Ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν, Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὴν τοῦ ἄρθρου 23, ἥτις προνοεῖ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν δικαστικῶν θέσεων μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πασῶν ἐκείνων τῶν πηγῶν ἀπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἀντληθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Μία δὲ τῶν πηγῶν τούτων εἶναι οἱ ἐξελθόντες τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ἀφοῦ δὲ ἐξαντληθῶσιν αἱ πηγαὶ αὐταί, τὰ ἀπομένοντα κενὰ πληροῦνται κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει· «Αἱ μετὰ τὰς ἐνεργηθησομένας προαγωγὰς πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν θέσεων κλπ. ἀπομένουσαι κεναὶ θέσεις πρωτοδικῶν καὶ ἀντεισαγγελέων, δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι διὰ παρέδρων λαμβανομένων ἐκ τῶν ἑξῆς τάξεων: 1) ἐκ τῶν ὑποστάντων ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν καὶ τυχόντων ἐν αὐταῖς τῆς βάσεως τῆς ἐπιτυχίας, μὴ διορισθέντων δὲ διότι προηγοῦντο ἄλλοι λαβόντες ἀνωτέρους βαθμούς· 2) ἐκ δικηγόρων ἀσκούντων τὰ ἔργα των ἐπὶ τριετίαν τουλάχιστον παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ· 3) ἐξ εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν καὶ 4) ἐκ τῶν Εἰρηνοδικῶν Κρήτης κλπ». Θὰ ἤμην δὲ τῆς γνώμης, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπεδέχετο ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, νὰ μετετίθετο τοὐλάχιστον ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τοὺς παραιτηθέντας πρὸ 5 ἐτῶν, εἰς τὸ ἄρθρον 23 καὶ νὰ δοθῇ οὕτω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τοὺς ἀπομακρυνθέντας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξαντληθῶσιν αἱ δύο ἄλλαι πηγαὶ τῶν ὑποστάντων ἐξετάσεις ἐμμίσθων παρέδρων καὶ τῶν δικηγόρων, ὥστε νὰ προηγῶνται οὗτοι τῶν παραιτηθέντων δικαστῶν. Ταύτην τὴν ὑπόδειξιν κάμνω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καί, ἂν νομίσῃ ὅτι αὕτη δύναται νὰ βελτιώσῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὴν ἀποδεχθῇ.
§231Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, Κύριε Πρόεδρε. Ἀνεπτύχθησαν τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ καὶ κατά, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἀπομακρυνθέντες πρὶν πρωτοδίκαι ἐκ νέου εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σταθμίσῃ ταῦτα καὶ θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅμως ὅτι σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην δικαστῶν, καὶ δέον νὰ ἀναζητήσωμεν παντοῦ ὅπου δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἱκανούς. Ἴσως ἐκ τῶν ἐξελθόντων τῆς ὑπηρεσίας πρωτοδικῶν νὰ εἶναι καὶ κατάλληλοι, διότι δυνατὸν μέν τινες νὰ ἀπεμακρύνθησαν ἐκ λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων νὰ μὴ ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἐν τῷ κλάδῳ παραμονή, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἐπάνοδος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἄλλοι οἵτινες ἀπεμακρύνθησαν διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν των, καὶ ἡ εἰς αὐτὴν ἐπάνοδος νὰ εἶναι ὠφέλιμος, καὶ ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ τὴν ἐπιδιώξῃ καὶ τὴν διευκολύνῃ μάλιστα. Ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν διαβλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ὅτι, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ ἀπ’ εὐθείας αὐτὸς νέα πρόσωπα εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπῆς, δὲν τηρεῖται τοῦτο, καὶ ἐν προκειμένῳ. Δὲν λέγω ὅτι ἀντίκειται τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα οὔτε εἶπε κανεὶς τῶν προαγορευσάντων τοῦτο, νομίζω, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς πρὸς τοῦτο.
§232Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἦσθε ἀπ’ ἀρχῆς;
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤμην ἐνταῦθα ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὡμίλησεν ὁ κ. Μπακόπουλος οὐδεὶς εἶπεν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Οἱ νῦν κείμενοι νόμοι ἔχουσιν ὡς βάσιν, ὅτι ὁ διορισμὸς δικαστῶν γίνεται μετὰ προηγουμένην πάντοτε γνωμοδότησιν ἢ ἔλεγχον ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ὑποχρεωτικῶς διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἡ αὐτὴ δ’ ἀρχὴ τηρεῖται καὶ διὰ τοῦ νῦν νομοσχεδίου διὰ τὴν μεγάλην κατηγορίαν τῶν παρ’ αὐτοῦ προβλεπομένων νέων δικαστῶν. Ἐκ τίνος λόγου θὰ ἐξαιρέσωμεν μίαν μόνην κατηγορίαν προσώπων, τὴν ὁποίαν θὰ τὴν ἀφήσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Διατί γίνεται τοῦτο; Τὸ ὅτι οὗτοι ἦσαν ἄλλοτε δικασταὶ καὶ εἶχον δοκιμασθῆ δὲν τὸ νομίζω ἐπαρκές. Ἴσως μάλιστα, ὡς ἐκ τούτου, νὰ καθίσταται ἀναγκαιότερος ὁ εἰδικώτερος ἐκεῖνος ἔλεγχος, ἔστω καὶ ὁ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου προβλεπόμενος, διὰ τὴν μεγάλην κατηγορίαν τῶν νέων δικαστῶν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις δι’ ὡρισμένα πρόσωπα. Ἄλλως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ νομοθετῶμεν μὲ τόσας ποικιλίας καὶ διακρίσεις καὶ ὀρθὸν νὰ τηρῶμεν μίαν ἀρχὴν γενικήν.
§234Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, διότι πιθανὸν μεταξὺ τῶν παραιτηθέντων δικαστῶν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες εἰς τοὺς ὁποίους νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκ νέου εἴσοδος εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Διὰ τοῦτο, φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο μεγαλειτέρα ἐγγύησις, ἐὰν περιελαμβάνετο διάταξις διὰ τῆς ὁποίας καὶ αὐτοὶ θὰ ὑπήγοντο εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου.
§235Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κ. Π. Τσαλδάρη καὶ Ν. Ξηροῦ δέον νὰ γίνωσι δεκτὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τί λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅτι, οἱ ὑποψήφιοι ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσιν, ἀλλὰ νὰ τοποθετηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διὰ νὰ τοποθετηθῶσι πρέπει νὰ διορισθῶσιν. Ἀλλὰ ποῦ θὰ διορισθῶσιν; Εἰς τὸ κενόν; Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ἔρχεται τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ τοποθετήσῃ. Κατὰ τὸν νόμον ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς δικαστὰς ἑκάστης περιφερείας. Ὁ Βασιλεὺς θὰ εἴπῃ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, διορίζομεν πρωτοδίκην Τριπόλεως τὸν τάδε. Πρὸ τοῦ διορισμοῦ θὰ γίνῃ ἡ τοποθέτησις; Διὰ τοῦτο εἶναι ἐπάναγκες, πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ, νὰ γνωματεύῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην γνωματεύσεως καὶ συνεπείᾳ ταύτης νὰ τοποθετῶνται ὅπου τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀποφανθῇ. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διὰ ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον περὶ τοποθετήσεως πρέπει νὰ εἶναι διωρισμένος ὁ πρωτοδίκης· δὲν νομίζετε δ’ ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ ἐξετάσῃ τὴν ποιότητα αὐτοῦ πρὶν ἢ διορισθῇ; Θὰ εἶναι ὑπόχρεον τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅταν ἀποφασίσητε νὰ διορίσητε τὸν α ἢ β δικαστήν, νὰ τὸν τοποθετήσῃ ἀνεξαρτήτως; Θὰ ὑπακούσῃ τυφλῶς εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα; Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος νὰ ἔχητε ὡς πηγὴν διοριστέων δικαστῶν τοὺς παραιτηθέντας, ἀφ’ οὗ ἐπιμένετε εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἐξετάζῃ τὴν ποιότητα αὐτῶν, καθότι διὰ νὰ παραιτηθῇ δικαστὴς ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, εἶχεν ἄλλους ὑπολογισμούς. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐπέταξε θέσιν τοιαύτην διὰ νὰ χάφτῃ μυῖγες. Τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον πρέπει νὰ ἐξετάσῃ διὰ ποίου ἐπαγγέλματος ἀντικατέστησε τὸ δικαστικόν. Ἦτο ἠθικὸν αὐτό; Καὶ ηὐδοκίμησεν εἰς αὐτό; Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ δώσητε εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τὴν ἄδειαν νὰ ἐξετάζῃ τοὺς ὑποψηφίους ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, διότι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, θὰ εὑρεθῆτε εἰς δυσχερῆ θέσιν. Διορίζετε τοὺς δικαστὰς καὶ κατόπιν τοὺς τοποθετεῖτε.
§236Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὕτω γίνονται οἱ διορισμοὶ ὅλων τῶν δικαστῶν. Αὐτοὶ δέ, περὶ ὧν πρόκειται, ἔχουσι διέλθει πᾶσαν δοκιμασίαν καὶ ἐνεκρίθησαν ὡς δικασταί.
§237Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε τὸ ἑξῆς· δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Διωρίσθησαν. Τοποθετοῦμεν αὐτοὺς τῇ ἀποφάσει τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Διορίζονται πρὶν τοποθετηθῶσι;
§238Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ταυτοχρόνως.
§239Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγετε. Θὰ ζητῆτε ἔπειτα ἑρμηνείαν ἀπὸ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς εἰσηγάγετε, ὅπως συνέβη πολλάκις.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§241Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 18 «Οἱ διατελέσαντες δικασταὶ παρὰ τοῖς προϋφισταμένοις ὀθωμανικοῖς δικαστηρίοις, καὶ ὡς τοιοῦτοι διατελέσαντες παρὰ τοῖς ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς συσταθεῖσι δικαστηρίοις εἰς τὸν βαθμὸν πρωτοδίκου καὶ ἐφέτου, δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ἰσοβαθμίους δικαστικὰς ἢ εἰσαγγελικὰς θέσεις καὶ ἐφέτας διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, οἱ δὲ πρωτοδίκαι διὰ Β. Διατάγματος ὡσαύτως κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς ἐφετείου Θεσσαλονίκης». Δὲν γνωρίζω πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν....
§242Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τρεῖς.
§243Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂν πρόκειται περὶ τόσου μικροῦ ἀριθμοῦ δικαστῶν, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντίκειται πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διότι ἐν ᾧ ἐν αὐτῇ ἀνωμολογήθη ὅτι εἰς τὰς χώρας τὰς τέως εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ὑποκειμένας δίκαιον δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, διότι τὸ δίκαιον ἐκεῖ ἐστηρίζετο εἰς τοὺς κανόνας τοῦ Κορανίου καὶ τὸν ἱερὸν νόμον, ἴσχυε δηλαδὴ ἐκεῖ τὸ θεοκρατικὸν καθεστώς, ἀπορρέον μόνον ἐκ τῆς θείας βουλήσεως, καὶ δικαίως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δὲν ὑπῆρχε δίκαιον ἐν Τουρκίᾳ, ὡς δὲ λέγει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει, οὔτε αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ εἰσαχθεῖσαι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μετέβαλον τὸ σύστημα τοῦτο, διότι διὰ τὴν Ὀθωμανικὴν Πολιτείαν δίκαιον καὶ δικαιοσύνη ὑπάρχει, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ ἱεροῦ νόμου· ἐὰν δὲ οἱ ἐπὶ Τουρκοκρατίας διατελέσαντες δικασταὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπένεμον δικαιοσύνην ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἀντιλήψεως, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐκέκτηντο δίπλωμα Πανεπιστημίου — διότι οἱ περισσότεροι αὐτῶν οὔτε τοιοῦτον ἐκέκτηντο οὔτε τὴν μόρφωσιν τῶν δικαστῶν τῆς Ἑλλάδος καθόλου ἐκέκτηντο οὔτε τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν ἀπονομῆς τοῦ δικαίου εἶχον, ὁσονδήποτε μικρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν — δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τῆς Ἑλληνικῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας καὶ γίνωσιν ἰσότιμοι πρὸς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς, οἱ ὁποῖοι τόσα προσόντα ἔχουσι, καὶ διότι τὴν βάσανον τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπέστησαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν ὑφίστανται καθ’ ἑκάστην. Δὲν εἶναι παντάπασι δίκαιον τὸ καθεστὼς τὸ δημιουργούμενον διὰ τοῦ νόμου. Καὶ ἂν ἀκόμη οἱ πρωτοδίκαι δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ὑπὸ τὸ νέον καθεστώς, διὰ τοὺς ὁποίους ὁπωσδήποτε τίθεται ὁ ἔλεγχος νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ποτέ, δι’ ἀποφάσεως καὶ μόνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ Β. Διαταγμάτων, νὰ διατηρηθῶσιν ἐφέται, δικασταὶ δηλαδὴ τῆς οὐσίας, ἐφέται τῶν ὁποίων ἡ ἀποστολὴ εἶναι γνωστή, ἐφέται οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχωσι πλήρη μόρφωσιν, πλήρη νομομάθειαν, ἐνῶ ὁ ἐφέτης ὁ ὑπηρετήσας ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ ἐφέτου τῆς Ἑλλάδος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει λέγει, ὅτι «δίκαιον κατά τε τὴν ἡμετέραν καὶ παντὸς τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἀντίληψιν δὲν ὑφίσταται κυρίως ἐν Τουρκίᾳ», βεβαίως ἐφ’ ὅσον δίκαιον δὲν ὑπῆρχεν ἐν Τουρκίᾳ οὔτε δικασταὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι περιωπῆς, δικασταὶ ἱκανοὶ ν’ ἀπονείμωσι τὸ δίκαιον. Συνηθισμένοι μὲ τὰς ἕξεις τὰς τουρκικὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονείμωσι δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑπὸ τὸ νέον καθεστώς. Ἐὰν δέ, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἔργον δικαιοσύνης εἶναι ἡ διατήρησις ὀλίγων προσώπων, τὰ ὁποῖα ταχθέντα νὰ ὑπηρετήσωσι κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς στρατιωτικῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι οὗτοι ἀπώλεσαν καὶ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὀθωμανικῆς κατοχῆς, ἐὰν ἔργον τοιοῦτον δικαιοσύνης ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τοιαύτην μέριμναν διὰ τοῦ ἄρθρου 18, θὰ ἦτο προτιμότερον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διορίσητε αὐτοὺς εἰς ἄλλας θέσεις τὰς ὁποίας δημιουργεῖτε δι’ ἄλλου νόμου, εἴτε μεταφραστὰς εἰς τὰ μεταφραστικὰ γραφεῖα εἴτε εἰς ἄλλας δικαστικὰς θέσεις κατωτέρας, ὅπου δὲν χρειάζεται μόρφωσις δικαστικὴ τοιαύτη οἵα ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς πρωτοδίκας καὶ τοὺς ἐφέτας. Διορίσατε ἐπὶ τέλους αὐτοὺς ὑποθηκοφύλακας ἢ εἰς οἱασδήποτε ἄλλας θέσεις, ἐὰν φρονῆτε ὅτι τὸ κράτος ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Οὐδέποτε ὅμως εἶναι ἐπιτετραμμένον δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικὸν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ δικαστικῆς μορφώσεως στεροῦνται καὶ ὑπηρέτησαν ὑπὸ κράτος μὴ ἔχον ἀντίληψιν περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης, εἰς ἐπικράτειαν τῆς ὁποίας οἱ νόμοι ἔχουσι καταδικασθῆ ἀπὸ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὁ ὁποῖος μὴ ἔχων οὐδεμίαν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν αὐτῇ, ἴδια δικαστήρια διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἑτεροδικίας ἵδρυσεν εἰς τὸ κράτος ἐκεῖνο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον 18 καὶ λάβῃ μέριμναν ὅπως διορίσῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλας θέσεις. Καὶ ἂν ἀκόμη ὀλίγοι εἶναι οἱ διορισθησόμενοι ὀθωμανοὶ δικασταί, δὲν πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ τοιαῦτα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται οἱασδήποτε μορφώσεως καὶ δὲν ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§244Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν πρόκειται περὶ δικαστῶν ἐν γένει οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν τοιοῦτοι παρὰ τοῖς ὀθωμανικοῖς δικαστηρίοις· πρόκειται περὶ τριῶν ἐν ὅλῳ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐκλογὴν ἐκλήθησαν παρ’ ἡμῶν νὰ συνδράμωσι τὸ ἔργον τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ὑπηρετοῦντα ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον. Ὥστε δὲν ὑφίστανται ἄλλοι λόγοι φιλανθρωπίας ἢ ἠθικῆς ὑποχρεώσεως ἀπέναντι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἄλλως πως εὐκόλως διὰ διορισμοῦ εἰς ἄλλην θέσιν ἢ ἀπονομῆς ἐξαιρετικῆς τινος συντάξεως. Ἐνταῦθα ἐξετάζεται συγκεκριμένως ἡ χρησιμότης τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσι τὰ πρόσωπα αὐτά, δεδοκιμασμένα ἤδη, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κατοχὴν πλέον τοῦ ἔτους, συνάμα δὲ εἶναι Ἕλληνες τὸ γένος. Γνωρίζουσιν ὄχι μόνον τὴν γλῶσσαν τὴν Τουρκικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομοθεσίαν καὶ εἶναι χρήσιμα εἰς τὰ δικαστήρια. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ὁ ὡς ἐφέτης ὑπηρετῶν διετέλεσε καθηγητὴς εἰς τὴν ἐν Θεσσαλονίκῃ νομικὴν σχολήν, ἐξέδωκε δὲ καὶ σύγγραμμα περὶ γαιῶν καὶ ἑρμηνείαν τῶν τουρκικῶν νόμων λίαν πρόσφορον εἰς ἡμᾶς. Ἄλλως τε δὲ εἶναι καὶ δυνητικὴ καὶ προσωρινὴ ἡ διάταξις.
§245Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν εἰσαγγελικὴν θέσιν καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ὡς δικαστάς.
§246Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· διότι ἐνδέχεται ὡς εἰσαγγελεῖς νὰ κριθῶσι καλλίτεροι.
§247Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐν τῷ 18ῳ ἄρθρῳ, κ. Πρόεδρε, συμβαίνει ὅτι καὶ εἰς τὰ προηγούμενα. Λαμβάνομεν καὶ εἰς αὐτὸ ἐφέτας καὶ πρωτοδίκας ἄνευ σοβαρᾶς ἐγγυήσεως, διὰ μὲν τοὺς ἐφέτας...
§248Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἷς εἶναι.
§249Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔστω εἷς, Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἶναι θιασώτης καὶ αὐτὸς τῆς συστάσεως τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ οἱονεὶ ἐπέκρινε τὸ προηγούμενον, διότι ἄνευ ἐγγυήσεων τοιούτων ἐλειτούργει δικαιοσύνη, ἤδη παρ’ ἐλπίδα ἀναλαμβάνει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς διορισμὸν καὶ αὐτός. Ὁ ἐφέτης ὁ εἷς ἀπὸ πότε ὑπηρετεῖ; Μόνον ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη λειτουργεῖ ἐκεῖ ἢ καὶ πρότερον;
§250Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ πρότερον.
§251Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνταῦθα ἔρχεται εἰς καθαρὰν ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἐκφράσεις του ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν πιστεύω ν’ ἀποτελῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐφέτης ἐξαίρεσιν τῆς ἀντιλήψεως περὶ τῆς τοῦ δικαίου ἀπονομῆς τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἐν Τουρκίᾳ δικασταί. Καὶ ἀφοῦ ὁλόκληρον σελίδα καταναλίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαιοσύνη ἐν Τουρκίᾳ, δὲν ὑπῆρχεν ἀντίληψις δικαίου καὶ ἀπονομῆς αὐτοῦ, λέγει εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει)· «μόνον εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κλπ.». Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίληψις περὶ ἐκείνου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναλαμβάνει ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐγγυήσεως νὰ τὸν διορίσῃ ἐφέτην. Τὸ τοιοῦτον εἶναι λίαν ἀντιφατικόν. Αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αἱ διατυπούμεναι ἐν τῇ ἐκθέσει πρὸς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν σχετικὴν διάταξιν ἀντιφάσκουσι. Ταύτην τὴν ἀντίφασιν ἤθελον ὑποδείξει καὶ τοῦτο πράττω, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἂς διορίσῃ καὶ τὸν κύριον αὐτὸν ἐφέτην.
§252Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μετὰ τὴν λέξιν «δύνανται» θὰ προστεθῇ «ἐντὸς ἐπίσης τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου».
§253Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ ἀπελευθερωθέντες Μακεδόνες εἶχον παράπονα, τὰ παράπονα ἐστρέφοντο κατὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι δικαιοσύνη δὲν ὑπῆρχε. Θὰ σᾶς εἴπω κατὰ τίνα τρόπον ἐδίκαζον τὰ δικαστήρια ἐν Τουρκίᾳ, τρόπον τὸν ὁποῖον γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Οἱ ἀπελευθερωθέντες Μακεδόνες βλέποντες εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ἐπὶ Τουρκίας, τίνα ἰδέαν θὰ σχηματίσωσι περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης;
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι δικασταὶ οἱ ὁποῖοι προσελήφθησαν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς εἰσόδου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τούτους ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον.
§255Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀφήνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τοῦτο. Ζητῶ ὅμως μίαν ἐξήγησιν· διατί τὸν ἐφέτην τὸν διορίζετε διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ὑπάγεται τὸ ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης ὑπὸ τὸ Κράτος τὸ ἑλληνικόν; Διατί νὰ ἔχῃ τὸ προνόμιον νὰ τὸν διορίζητε σεῖς ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου; Τὸ ἄρθρον διὰ τοὺς πρωτοδίκας ὁρίζει ὅπως οὗτοι διορίζωνται διὰ Β. Διατάγματος ὡσαύτως κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς ἐφετείου Θεσσαλονίκης, τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν καθοριζομένης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὥστε πάντως διὰ τοὺς πρωτοδίκας τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ ἐκφέρῃ γνώμην.
§256ΣΠ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τὴν τοποθέτησιν μόνον.
§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τὴν τοποθέτησιν; Δηλαδὴ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἄρθρου 17;
§258Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι οἱ δικασταὶ αὐτοὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα;
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς μὴ σχηματίσωμεν ἰδιαιτέραν τάξιν δικαστῶν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 18 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
§260Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παραλείψητε τὴν προθεσμίαν τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν τὴν ὁριζομένην ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ διὰ νὰ μὴ πάθωσι καὶ αὐτοὶ ὅ,τι ἔπαθον καὶ οἱ ἀντιστράτηγοι ἢ ἄλλως δώσατε εἰς αὐτοὺς μεγαλειτέραν προθεσμίαν.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς τεθῇ ἐντὸς μηνός. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
§262Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον μετὰ τὴν φράσιν «οἱ παρὰ τοῖς ἐν Κρήτῃ δικαστηρίοις κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρετοῦντες δικασταὶ» νὰ προστεθῇ «καὶ εἰσαγγελεῖς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 21).
§263Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ αὐξηθῇ ἡ προθεσμία.
§264Ι. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Μίαν ἀπορίαν ἔχω, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον· ἢ μᾶλλον δὲν πρόκειται περὶ ἀπορίας ἰδικῆς μου, ἀλλὰ περὶ ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ζητοῦσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον λέγει: «ἡ προηγηθεῖσα ἐν Κρήτῃ δικαστικὴ ὑπηρεσία τῶν λειτουργῶν τούτων λαμβάνεται προσέτι ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀρχαιότητος καὶ τὸν πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν ἀπαιτούμενον χρόνον ὑπηρεσίας. Ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ, τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον ἔχουσι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀφομοιώσεως;
§265Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως· καὶ νὰ σημειωθῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ.
§266Ι. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, παρακαλῶ.
§267Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχω νὰ ἐπιφέρω καί τινα τροπολογίαν. Οἱ ἐν Ἑλλάδι δικασταὶ ἄρχονται τοῦ σταδίου των ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, ὅθεν δίκαιον εἶναι νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ λογίζεται ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ εἰς ἔμμισθον πάρεδρον.
§268Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν πρωτοδικῶν κατὰ τὸν νόμον τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων ἄρχεται ἀφ’ ὅτου διωρίσθησαν δικαστικοὶ πάρεδροι· ἑπομένως καὶ τὰ προσόντα...
§269Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὰ προσόντα κανονίζονται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ προσόντων· οὐχ ἧττον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἐνταῦθα ἀνάλογος παρέκτασις.
§270Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ παρέδρου. Δὲν συμπεριλαμβάνεται αὕτη καὶ διὰ τὸν ἀπαιτούμενον προβιβασμόν;
§271Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως.
§272Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω οἱ ἐν Κρήτῃ δικασταὶ πότε ἐγένοντο ἰσόβιοι;
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Αὐτοὶ διωρίζοντο, διὰ προτάσεως τοῦ Συμβούλου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν εἰμὴ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Τοῦτο μόνον δυνάμει τῆς εἰδικῆς διατάξεως περὶ ἰσοβιότητος ἐλύθη ἐν Κρήτῃ, ἔνθα καταργουμένου δικαστηρίου οἱ δικασταὶ οἱ ἔχοντες ἰσοβιότητα, ἐὰν ἔμενον ἄνευ θέσεως, δὲν εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Τὴν μονιμότητα ἀπέκτησαν ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Κρητικῆς Πολιτείας διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1899 καὶ μόνον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης ἠδύναντο ν’ ἀπολυθῶσι.
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς προάγονται αὐτοί;
§275ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ προτάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης.
§276Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς πάσας τὰς θέσεις;
§277ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§278Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πρότασις;
§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεὶς δικαστὴς διορίζεται ἄνευ προτάσεως, μετατίθεται ἄνευ γνωμοδοτήσεως οὐδ’ ἀπολύεται ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἄνευ προτάσεως, δικαιοῦται ὅμως ὁ Ὑπουργός, ὅταν δὲν θέλῃ νὰ διορίσῃ τὸ προτεινόμενον πρόσωπον, νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ προτείνῃ ἄλλο.
§280Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γίνεται πρότασις καὶ διὰ τὴν προαγωγήν;
§281ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§282Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτική;
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ παράδειγμα προτάσεως περὶ προαγωγῆς μὴ γενομένης δεκτῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Γνωρίζω μίαν ἢ δύο περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ περὶ προαγωγῆς.
§284Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γίνεται καὶ διὰ τὰς ἀνωτάτας θέσεις αὐτό;
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς ὅλας, πλὴν τῶν ἐξ Ἑλλάδος προερχομένων καὶ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§286Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸν πρόεδρον καὶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τοὺς διορίζει κατ’ εὐθεῖαν ὁ Ὑπουργός;
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§288Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην θὰ τὴν φέρω εἰς τὴν βʹ κατ’ ἄρθρα ἀνάγνωσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος προσθέτω ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς βʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἐν ᾧ βαθμῷ κατεῖχον, ὅταν εἰσήχθησαν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν». Ἐπίσης δέχομαι ἵνα τὸ «ἐντὸς τριετίας» γίνῃ «ἐντὸς πενταετίας».
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22). Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§290Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 περιλαμβάνει τὰ ἐπικουρικά, δύναμαι νὰ εἴπω, πρόσωπα μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ καταληφθῶσι διὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὰ προηγούμενα ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 23 περιλαμβάνονται οἱ ὑποστάντες ἐξετάσεις τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον μὲν τῆς βάσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἀριθμὸς θέσεων, ὥστε νὰ πληρωθῇ καὶ ὑπ’ αὐτῶν, διότι εἶχον καταληφθῇ ὑπὸ τῶν πρὸ αὐτῶν. Ἔχει ὅμως συμβῆ τὸ ἑξῆς περίεργον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἰς ὃ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε. Ὑπῆρξαν πάρεδροι δικασταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1912 ἔλαβον τὴν βάσιν διὰ τῆς προσθήκης βαθμοῦ ὑπερτέρου εἰς τὰς ξένας γλώσσας, ἐνῷ ὑστέρησαν εἰς τὰ νομικὰ καὶ δὲν ἔλαβον εἰς ταῦτα τὴν βάσιν. Αὐτοὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσέλθωσι τότε, διότι ἐπληρώθησαν αἱ θέσεις, ἀλλὰ κατόπιν ἐπηκολούθησεν ἄλλος διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαβον μέρος, καὶ εἰς τὴν δευτέραν αὐτῶν ἐξέτασιν δὲν ἔτυχον τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ ἐλάσσονος καὶ τῆς βάσεως. Αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι δικασταί;
§291Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ πρῶτον πρακτικόν.
§292Ν. ΞΗΡΟΣ. Ναί ἀλλὰ κατόπιν ἔδωκαν καὶ μεταγενεστέρας ἐξετάσεις καὶ ἀπέτυχον. Ἑπομένως κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ γίνωσι δικασταί. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐπίσης ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν ἔχωσι τὴν βάσιν αὐτοὶ εἰς τὰ νομικά, διότι, ἐὰν ἔλαβον 6 εἰς τὰ νομικὰ καὶ 10 εἰς τὰ Γαλλικὰ καὶ συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς 8, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ ὑστερήσαντες κατὰ τὴν νομικὴν μόρφωσιν, διότι ἤξευρον ὀλίγα περισσότερα Γαλλικά. Ὑποθέτω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα καὶ θέλετε μορφώσει τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην, ἣν θὰ θελήσητε ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν. Μία ἑτέρα ἀπορία ἐγεννήθη διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἐὰν εἰς τὸν χρόνον τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας συνυπολογίζηται καὶ ὁ ἐν ἐκστρατείᾳ χρόνος.
§293Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τετραετίαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκστρατείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ στρατευθέντες δὲν τίθενται εἰς χείρονα θέσιν τῶν ἄλλων, τῶν μὴ στρατευθέντων, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον λόγῳ τοῦ δικαιοστασίου καὶ οἱ ἄλλοι οἱ μὴ στρατευθέντες δὲν ἐδικηγόρησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκστρατείας.
§294Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ αὔξησις ἀπὸ τριετίας εἰς τετραετίαν οὐδὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Μόνον ἐὰν θέλητε νὰ περιορίσητε τὸν κύκλον τῶν προσώπων, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ λάβητε τὰ πρόσωπα αὐτά, ἤ, ἐὰν θέλητε νὰ λάβητε πρόσωπα ἔχοντα περισσοτέραν πεῖραν, τοῦτο εἶναι ἄλλος λόγος. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε ὅτι, διότι δὲν ἐδικηγόρησαν ἐπὶ ἓν ἔτος, διὰ τοῦτο αὐξάνετε τὸν χρόνον, τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκω δεδικαιολογημένον. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν τὴν ἀντίθετον, ὅτι καὶ διετία θὰ ἦτο ἀρκετὴ διὰ τοὺς πραγματικῶς δικηγορήσαντας, ὅταν μάλιστα οὗτοι θὰ ὑποστῶσι τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει, προκειμένου νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Εἰς τὴν γʹ παράγραφον ὁρίζεται ὅτι δικαιοῦνται ἐπίσης καὶ «ἐξ εἰρηνοδικῶν καὶ εἰδικῶν πταισματοδικῶν, τῶν συμπληρωσάντων τετραετῆ ὑπηρεσίαν», κατὰ δὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων. Δὲν εὑρίσκω διατί, ἀφοῦ ἐκεῖ συμπεριλαμβάνονται καὶ ἀφοῦ ἐπετράπη εἰς τὸν γραμματέα εἰρηνοδικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὰ ἄλλα προσόντα, νὰ συμμεθέξῃ εἰς τὸν διαγωνισμόν, διατί νὰ μὴ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν γραμματέα πρωτοδικῶν νὰ συμμετέχῃ εἰς τὸν διαγωνισμόν;
§295ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεὺς τῶν εἰρηνοδικῶν εἶναι δικασταί.
§296Ν. ΞΗΡΟΣ. Μήπως ὁ γραμματεὺς Πρωτοδικῶν εἶναι ψιλικατζῆς δικηγόρος; Εἶναι καὶ αὐτός, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι. Δὲν ἔχω ἄλλην παρατήρησιν, Κύριοι, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ τίποτε ἐκ τῆς ἰσχυούσης καὶ παγίας διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν κλήρωσιν τῶν δικαστικῶν θέσεων διὰ διαγωνισμοῦ.
§297ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, εἶχον νὰ κάμω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ προσοχήν. Νομίζω ὅτι ἡ τετραετὴς ὑπηρεσία εἰρηνοδίκου ἢ πταισματοδίκου ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς δικηγόρους, δὲν εἶναι μέτρον ὀρθόν· φρονῶ ὅτι τοὐναντίον θὰ ἔπρεπε τετραετῆ μὲν ὑπηρεσίαν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς δικηγόρους καὶ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας, διότι ἡ τελευταία αὕτη εἶναι ἐπαρκεστέρα ἐγγύησις διὰ τὸ στάδιον τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου παρὰ τριετὴς ὑπηρεσία δικηγόρου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει.
§298Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23, τοῦ νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα χωρὶς νὰ τηρηθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν διὰ διαγωνισμοῦ, ὑποθέτω ὅτι ἐτέθη, διότι κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ὁ ὁποῖος θὰ χρειασθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τέσσαρες εἶναι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι καθ’ ἃς θὰ ληφθῶσι πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς μίαν ἑκάστην ἐξ αὐτῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν θέσεων. Πρώτην περίπτωσιν ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ εἰσαγομένῳ παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίῳ, ὅτι θὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν δικαστῶν (ἀναγινώσκει): «ἐκ τῶν ὑποστάντων ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου ἢ ἀντεισαγγελέως κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν καὶ τυχόντων ἐν αὐταῖς τῆς βάσεως τῆς ἐπιτυχίας καὶ μὴ διορισθέντων δέ, διότι προηγοῦντο ἕτεροι λαβόντες ἀνώτερον βαθμόν». Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη. Αὐτοὶ εἶναι δικηγόροι ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ διάφορα πρωτοδικεῖα, δικηγόροι δὲ μάλιστα κατ’ οὐσίαν μὴ δικηγοροῦντες καὶ μὴ ἀσκούμενοι πρακτικῶς εἴτε δι’ ἔλλειψιν ὑποθέσεων εἴτε διότι ἀσχολοῦνται διὰ νὰ ἐκμάθωσι τὰ μαθήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐξεταζόμενοι νὰ μὴ ἀποτύχωσιν.
§299ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοὺς ἔχει πρώτους κατὰ σειράν;
§300Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν· δύνασθε νὰ τοὺς θέσητε τελευταίους εἰς τὴν σειράν.
§301Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι μία τάξις προσώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν διαγωνισμὸν καὶ ἔλαβον τὴν βάσιν. Ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων δικαστικῶν παρέδρων μετέχουσιν οἱ νεαρώτεροι, οἱ μὴ ἔχοντες πελατείαν, ὀλίγοι δὲ ἐκ ζήλου, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἀποκλείσω ἀπὸ τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα. Δικηγόροι διακεκριμένοι, πεπειραμένοι, ἔχοντες πελατείαν εἰς τὰ δικαστήρια εἰς τὰ ὁποῖα δικηγοροῦσι δὲν προσέρχονται συνήθως εἰς διαγωνισμούς, διότι, ἂν δὲν δώσωσι τὸν ὁρισμὸν τῆς κυριότητος ἢ τῆς νομῆς, κινδυνεύουσι νὰ ἀποτύχωσι, καίτοι εἶναι κράτιστοι δικηγόροι.
§302Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἡλικία.
§303Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἡλικία καὶ ἡ μείωσις, τὴν ὁποίαν φοβοῦνται ὅτι θὰ ὑποστῶσιν ἐπιστρέφοντες μετὰ μίαν ἐξέτασιν ὡς ἀποτυχόντες εἰς τὰς ἐξετάσεις.
§304Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τοὺς ὁρισμούς;
§305Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τοὺς ὁρισμούς. Δὲν βλέπω διατί νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα τάξις δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχον εἰς τὸν δικαστικὸν διαγωνισμόν. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι καὶ οἱ ἐπιτυχόντες δικαστικοὶ πάρεδροι, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀναγγελθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι διωρίσθησαν δικασταὶ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶπον εἰς αὐτούς, ὅτι σᾶς διορίζομεν δικαστάς, διότι ἐλάβετε βαθμὸν πέρα τῆς βάσεως, ἀλλὰ νὰ μορφωθῆτε περισσότερον, διότι ἂν εἴχομεν ἱκανωτέρους δὲν θὰ σᾶς διωρίζομεν. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί νὰ δημιουργήσωμεν μίαν τάξιν ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν καὶ ἀπέτυχαν.
§306Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἀπέτυχον.
§307Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἔλαβον τὴν βάσιν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις περὶ δικηγόρων. Ἐρωτῶ λοιπόν, Κύριε Ὑπουργέ, δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται ἐν τῷ αʹ. ἐδαφίῳ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 25; Περὶ αὐτῶν θ’ ἀποφανθῶσι τὰ διοικητικὰ συμβούλια τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ἢ τὰ δικαστικά;
§308Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· αὐτοὺς θὰ τοὺς κρίνῃ τὸ Ἀνώτατον.
§309Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον, διότι θέτετε ὡς τεκμήριον τῆς δικαστικῆς ἱκανότητος, τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κοινωνικοῦ βίου μόνον τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν καὶ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τῶν παρέδρων. Μοῦ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι πιθανὸν αὐτοὶ ἐξετασθέντες νὰ ἔλαβον τὴν βάσιν πρὸ ὀκταετίας. Τί ἔκαμον εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ὀκταετίας; Ἐδικηγόρουν; Τί ἔκαμον ἐν τῷ μεταξὺ; Ἂν μὲν ἐδικηγόρουν παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ, ἂν ἔχωσι τὰ προσόντα καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις.
§310Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἂν ἔγιναν ἐν τῷ μεταξὺ οἰκονομικοὶ ἔφοροι;
§311Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἷς λόγος περιπλέον. Διατί αὐτὴ ἡ διάκρισις τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν βάσιν καὶ τῶν δικηγόρων τῶν πεπειραμένων, τοὺς ὁποίους μέλλετε νὰ ὑποβάλητε ὑπὸ ἕνα ἔλεγχον τοιοῦτον καὶ ἔλεγχον μετ’ ἠτιολογημένην ἀπόφασιν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων περὶ τῆς ἱκανότητος, τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως αὐτῶν;
§312Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Βελέντζα· ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Μεταξὺ τῶν δικηγόρων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται τριετὴς ὑπηρεσία καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ἐξετάσεις, ὑπάρχει διαφορά τις;
§313Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει, διότι οἱ τελευταῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου.
§314Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου.
§315Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναγνώσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον 25; Κατ’ αὐτὸ ὑπόκεινται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ.
§316Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸ ἐφρόνουν κι’ ἐγώ· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ μοῦ ἀπαντᾷ ὅτι δὲν ὑπόκεινται.
§317Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάκρισις ἂν ὑπέκειντο. Δὲν ὑπόκεινται.
§318Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δημιουργεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς προνομιακὴν τάξιν καὶ στηρίζει τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ὑπέστησαν διαγωνισμὸν καὶ ἔλαβον τὴν βάσιν.
§319Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύναται ὁ σύλλογος νὰ τοὺς προτείνῃ, ἂν θέλῃ· ἀλλ’ αὐτοὶ ἔχουσιν ἕνα τίτλον νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων ὡς ἔχοντες λάβει εἰς τὸν διαγωνισμὸν τὴν βάσιν.
§320Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν πρέπει, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπιμείνητε εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, διότι αὐτοί, ἐνῷ πρὸ ὀκταετίας ὑπέστησαν διαγωνισμὸν καὶ ἀπέτυχον, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀπέκτησαν προνόμιον ὑπὲρ τοὺς ἄλλους δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστικῶν καὶ δικηγορικῶν συμβουλίων. Φρονῶ λοιπόν, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ αʹ. ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 23 πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον καλοῦνται πρὸς συμπλήρωσιν κενῶν θέσεων πρωτοδικῶν ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν ἀσκούντων τὰ ἔργα αὐτῶν ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ. Κύριοι Βουλευταί, τριετὴς ὑπηρεσία δικηγόρου δὲν εἶναι ἐπαρκὴς οὔτε διὰ ν’ ἀσκήσῃ τὸν δικηγόρον πρακτικῶς οὔτε διὰ νὰ κριθῇ ἡ νομικὴ ἱκανότης αὐτοῦ εἴτε παρὰ τῶν δικηγορικῶν Συλλόγων εἴτε παρὰ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, διότι δυστυχῶς ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν δικηγόρων καὶ τῆς παγίας πελατείας τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀρχαιότεροι δικηγόροι εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, οἱ νεώτεροι τῶν δικηγόρων σπανίως λαμβάνουσιν ἀφορμὴν καὶ κατὰ τὰ τρία καὶ κατὰ τὰ τέσσαρα καὶ κατὰ τὰ πέντε ἔτη τῆς δικηγορίας των νὰ ἐμφανίζωνται κἄν ἐνώπιον τῶν δικαστῶν εἴτε τῶν ποινικῶν εἴτε τῶν πολιτικῶν. Ἡ τριετὴς ἑπομένως ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν καθορίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τοιαύτη ὥστε δὲν δίδει τὸ δικαίωμα κἄν, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κρίνωσι περὶ αὐτῶν, νὰ κρίνωσι περὶ τῆς νομικῆς αὐτῶν ἱκανότητος, διότι δὲν θὰ τοὺς γνωρίζωσι τελείως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ αὐξήσῃ τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν τῶν δικηγόρων τοὐλάχιστον εἰς πενταετῆ ἢ ἑξαετῆ, διότι ὅσον αὐξάνεται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τόσον ἐπιστημονικώτερον παρουσιάζονται οἱ δικηγόροι διὰ τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Εἰς τὴν γʹ παράγραφον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, νὰ συμπεριλάβῃ τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, διότι, ἐὰν κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ὡς καὶ εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, μέχρι τῆς ἡλικίας 45 ἐτῶν νὰ διορίζωνται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου μετ’ ἐπιτυχῆ διαγωνισμόν, δὲν βλέπω διατί, ἐφ’ ὅσον οὗτοι κέκτηνται καὶ δίπλωμα δικηγόρου, νὰ μὴ κληθῶσι καὶ αὐτοὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν δικαστικῶν θέσεων. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκει ταύτην βάσιμον, νὰ τὴν δεχθῇ. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§321Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον 23 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον χρήζει μεταβολῆς ἐν πολλοῖς σημείοις, ὑπάρχουσι δὲ καὶ τροπολογίαι ἐκ μέρους πολλῶν Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν ἐξετυπώθησαν ἀκόμη. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συγκατετίθετο εἰς τὴν ἀναβολὴν τῶν δύο τούτων ἄρθρων, μέχρις οὗ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§322Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δέχομαι ταῦτα νὰ ψηφισθῶσι τώρα, ὡς ἔχουσιν, ὑπὸ τὴν ῥητὴν ἐπιφύλαξιν νὰ γίνωσιν αἱ τροπολογίαι εἰς τὴν ἑπομένην συζήτησιν.
§323Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον τοῦτο διεσκευάσθη τελείως. Ἡ πλειονοψηφία φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν ἀπ’ εὐθείας δικασταὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων τῶν ἐχόντων ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ μὲ μισθὸν ἀνάλογον πρὸς τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τοὐλάχιστον δύο ἑπταετίας ὀλιγώτερον τῶν πεντήκοντα ἐτῶν, ἤ, ἂν θέλετε, καὶ περισσότερον. Ἐνομίσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἡ τάξις ἣν ἔχετε τῶν λαβόντων τὴν βάσιν δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωσι μετὰ τοὺς δικηγόρους. Αὐτὰ εἶχεν εἴπει ἡ ἐπιτροπή, τὰ διετύπωσε δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἀπουσιάζοντος ἀναπληρῶ ἐγὼ τοῦτον. Δύο κατηγορίας πρέπει νὰ ἔχωμεν, μίαν τῶν δικηγόρων καὶ μίαν τῶν πταισματοδικῶν καὶ εἰρηνοδικῶν. Ἐὰν θέλητε νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικὸν ἀνθρώπους ἀρτίους καὶ καλοὺς δικαστὰς, ὀφείλετε νὰ δώσητε καὶ μισθοὺς, νὰ ζητήσητε δὲ καὶ περισσότερα προσόντα. Οὐδεὶς δικηγόρος σοβαρὸς καὶ ἔχων ποιάν τινα ἀξίαν θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστῇ τὴν δοκιμασίαν τοῦ παρέδρου διὰ νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον κερδίζουν καὶ οἱ πτωχότεροι.
§324Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παντοῖαι γνῶμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξηνέχθησαν περὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὸν κατάλογον ἐξ οὗ πρόκειται νὰ ληφθῶσιν οἱ δικασταὶ κατὰ μεγάλην πλειονότητα διὰ τὰς νέας χώρας ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς παλαιὰς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ. Πράγματι ἡ περίστασις αὕτη παρέχει τὴν λίαν εὐπρόσδεκτον εὐκαιρίαν ἵνα ἱκανὸς ἀριθμὸς ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν μὴ ἐχόντων ἐπαρκῆ ἐργασίαν εἴτε λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ αὐτῶν εἴτε ἐξ οἱωνδήποτε ἄλλων συνθηκῶν ὑφ’ ἃς διατελοῦσι, λάβωσι θέσεις δικαστῶν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀνοίξωσιν εἰς ἑαυτοὺς νέον στάδιον καλλίτερον ἴσως. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἓν ἐπὶ πλέον εὐάρεστον ἀποτέλεσμα τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἡμῶν, τὸ ὁποῖον πρῶτον ἐμὲ εὐχαριστεῖ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν δικαστικῶν τούτων θέσεων, ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶναι οἱ εἰσακτέοι καὶ δι’ αὐτὴν οἱ καταλληλότεροι. Κατὰ τοῦτο δὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι ἡ κατηγορία τῶν δικηγόρων ἣν ἀποδέχεται ἡ βουλευτικὴ ἐπιτροπή, δικηγόρων τουτέστι μέχρι τοῦ 50ου ἔτους, δὲν εἶναι ἐκείνη ἥτις κέκληται νὰ παράσχῃ τὸ καλλίτερον ὑλικὸν διὰ δικαστάς. Οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἡλικίαν 45–50 ἐτῶν καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου δικηγοροῦσιν ἢ κατώρθωσαν νὰ καταρτίσωσιν ἰδίαν πελατείαν ἱκανοποιοῦσαν αὐτούς, οἱ τοιοῦτοι βεβαίως δὲν ἐγκαταλείπουσι τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου διὰ νὰ λάβωσι τὴν θέσιν, ἔστω καὶ τοῦ πρωτοδίκου, τὴν ὁποίαν τοῖς προσφέρει ἡ ἐπιτροπή, ἢ ἀπέτυχον ἐν τῷ δικηγορικῷ σταδίῳ, καὶ τότε βεβαίως δὲν εἶναι πλέον ἐν καιρῷ νὰ ἀρχίσωσι τὸ στάδιον τοῦ δικαστοῦ ἐν ἡλικίᾳ 50 ἐτῶν καὶ μετὰ 15 ἔτη νὰ καταλάβῃ αὐτοὺς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἑπομένως εἶναι ἀναντίρρητον κατ’ ἐμὲ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τοιοῦτον ὅριον, οἷον προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Ἴσως δυνάμεθα νὰ ἀναβιβάζωμεν τὸ ὅριον εἰς τὸ 40ον, μολονότι τὸ 35ον εἶναι τὸ καταλληλότερον. Θέτομεν ἐπίσης ὑπηρεσίαν δικηγορικὴν τετραετῆ καθ’ ἣν πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλον τροπολογίαν, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ὁ δικηγόρος νὰ ληφθῇ ἐξ ἑνὸς κύκλου εὐρυτέρου, διότι εἰς ἡλικίαν 35 ἐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ 10ετῆ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόδειξις μόνον τῶν ἐχόντων πολυετῆ ὑπηρεσίαν, δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐπαρκῆ ἀριθμὸν πρὸς πλήρωσιν τῶν δικαστικῶν ἀναγκῶν. Ἐν γένει δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὰς μονάδας. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν κατηγορίας τοιαύτας ἐκ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων τῶν δικηγορικῶν καὶ δικαστικῶν Συμβουλίων νὰ εὕρῃ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ πρὸς πλήρωσιν τῶν νέων δικαστικῶν θέσεων. Ὁπωσδήποτε, κατόπιν τῆς ἐκδηλουμένης γενικῆς ἐπιθυμίας ὅπως τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀναβιβασθῇ κατά τι, δέχομαι νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ 40ον, νὰ συνδυασθῇ δὲ καὶ μετὰ τῆς προτάσεως καθ’ ἣν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῶσι καὶ ἀπ’ εὐθείας πρωτοδίκαι· ἀλλὰ ποῖοι; Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καταλόγου οἱ συμπληρώσαντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ ταῦτα εἰς τὰς προτάσεις αὐτῶν θὰ περιλάβωσι τὰ συμβούλια τοὺς μέχρι τοῦ 40οῦ ἔτους δικηγόρους τοὺς ἔχοντας συμπληρώσει τετραετῆ ὑπηρεσίαν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς στρατεύσεως. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶχον τριετῆ ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν ὅμως, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ κανὼν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ὁ χρόνος τῆς στρατεύσεως. Ἐντεῦθεν προήρχετο ἀνισότης· οἱ στρατευθέντες ἀπὸ τριῶν ἐτῶν διωρισμένοι δικηγόροι ἀπεκλείοντο ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τετραετῆ καὶ πλέον ὑπηρεσίαν καθ’ ὃν χρόνον οἱ συνάδελφοί των οἱ μὴ στρατευθέντες ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν. Θέτομεν λοιπὸν τετραετῆ ὑπηρεσίαν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς στρατεύσεως. Ὁ κατάλογος οὕτω θὰ περιλαμβάνῃ ἀδιακρίτως πάντας τοὺς συμπληρώσαντας τετραετῆ ὑπηρεσίαν. Ἐπιτρέπεται δὲ ἐκ τοῦ καταλόγου, ὅπως ὡρισμένοι δικηγόροι καὶ εἰρηνοδίκαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπληρώσει δεκαετῆ ὑπηρεσίαν νὰ διορισθῶσιν ἀπ’ εὐθείας πρωτοδίκαι. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συνδυάσω τὰς ποικίλας γνώμας.
§325Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ὅπως ἐκ τοῦ καταλόγου ὅσους εὕρῃ καταλλήλους καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσιν ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν, κάμῃ αὐτοὺς ἀπ’ εὐθείας δικαστάς. Δὲν θὰ ὁρίσητε τὸν ἀριθμόν;
§326Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· θὰ ἐκλέξῃ τὸ Συμβούλιον, ὅσους κρίνει καταλλήλους.
§327Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐνδεχόμενον τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ συμπληρώσῃ ὅλας τὰς κενὰς θέσεις ἀπ’ εὐθείας μὲ δικαστάς.
§328Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δι’ ἐμὲ εἶνε καλλίτερον αὐτό.
§329Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τότε ὅλαι αἱ ἄλλαι τάξεις;
§330Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μὴ φοβεῖσθε. Ὁ ἀριθμὸς τῶν κενῶν θέσεων εἶναι πολὺ ἀνώτερος καὶ θὰ ἔχωμεν στάδιον νὰ κάμωμεν καὶ τακτικοὺς δικαστὰς καὶ παρέδρους. Ὅσον περισσότεροι πρωτοδίκαι γίνουσι, τόσον εἶναι προτιμότερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν· ἀρκεῖ νὰ γίνῃ καλὴ ἐκλογή.
§331Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν ὅλαι αἱ θέσεις διὰ πρωτοδικῶν καὶ ὄχι παρέδρων, καὶ οὕτως ἀποκλείονται ὁλόκληροι τάξεις ἀπὸ τοῦ 25–35 ἔτους.
§332Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀνοίγεται ἀμέσως τὸ στάδιον τῶν παρέδρων. Συζητεῖτε μὲ τὰ ἐνδεχόμενα. Δὲν εἶναι πιθανὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§333Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας;
§334Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ τοὺς εἰρηνοδίκας ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τοὐλάχιστον τετραετῆ ἢ τριετῆ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, μὴ συμπεριλαμβανομένου τοῦ χρόνου τῆς στρατεύσεως.
§335Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δι’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν;
§336Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας προτείνω ἀφορῶσι τὸ σύνολον τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ, δὲν εὑρίσκονται κυρίως εἰς τὴν θέσιν τῶν δικηγόρων οἵτινες τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· ἑπομένως δύναται νὰ τεθῇ δι’ αὐτοὺς ἀνώτερον ὅριον ἡλικίας. Διὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν φρονῶ ὅτι ἔχει ὀρθῶς τὸ ἄρθρον δεχόμενον ὡς ὑποψηφίους καὶ τοὺς ἐγκριθέντας εἰς προηγουμένους παρεδρικοὺς διαγωνισμούς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 δίδονται εἰσιτήρια ἁπλῶς, ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τοὺς καταλόγους, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἐκλέξῃ. Ὡς τοιαῦτα εἰσιτήρια χρησιμεύουσι καὶ αἱ προτάσεις τῶν δικηγορικῶν συλλόγων διὰ τοὺς δικηγόρους καὶ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων διὰ τοὺς εἰρηνοδίκας. Οἱ προσελθόντες καὶ ἐπιτυχῶς διαγωνισθέντες ἔχουσι καὶ οὗτοι ἓν εἰσιτήριον εἰς ἕνα κατάλογον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δεχόμεθα διάκρισιν πρωτοδικῶν καὶ παρέδρων θὰ ἔχωσιν εἰσιτήριον μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου.
§337Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ποικιλίαν διατάξεων εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον διὰ νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς δικαστῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν νέων δικαστηρίων θὰ παρουσιασθῶσι. Ποικιλίαν παρουσιάζει καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπή, τελευταῖον δέ, διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, ηὔξησε καὶ οὗτος τὰς ποικιλίας καὶ φοβοῦμαι πολὺ μὴ περιέλθωμεν εἰς τελείαν σύγχυσιν. Ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς εἶχεν ὁρίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μίαν ὡρισμένην ἡλικίαν, ἀπὸ τοῦ 25–35, ἐξ ἧς θὰ προσελαμβάνοντο οἱ πάρεδροι, καὶ ἦτο δυνατὸν μεταξὺ τῶν δικηγόρων καὶ μόνον χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς ἀποτυχόντας κατὰ τὰς παρεδρικὰς ἐξετάσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν ἢ εἰς ὅσους εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον ἠθέλησαν νὰ ἐξέλθωσι τοῦ δικαστικοῦ σώματος, εἶχε καλῶς κανονισθῇ τὸ ζήτημα. Μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιλογῆς διὰ τῶν συμβουλίων, καὶ ἐκ τῆς τάξεως μόνον τῶν δικηγόρων θὰ προέκυπτον ὡριμώτεροι καρποὶ ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν διαγωνισμῶν, διότι διὰ τῶν διαγωνισμῶν παρουσιάζεται μία μόνον ἐγγύησις, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσι τὴν νομικὴν μόρφωσιν οἱ διαγωνιζόμενοι, ἀλλ’ ἐλείπουσιν αἱ ἐγγυήσεις ὅλων τῶν ἄλλων στοιχείων καὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς μορφώσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ κυριώτερα ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κοσμῆται ὁ δικαστής. Σήμερον ὅμως τὸ νομοσχέδιον, ὡς διατυποῦται, δὲν μᾶς δίδει τὰς ἐγγυήσεις ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ φέρῃ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ οὔτε καὶ περὶ τῆς νομικῆς μορφώσεως δὲν παρουσιάζει ἐγγυήσεις πλήρεις. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἶναι δυνατὸν τὰ συμβούλια νὰ μὴ γνωρίζωσι τὴν νομικὴν ἱκανότητα τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς περιφερείας των; Ἀρκεῖ μόνον νὰ θελήσωσι. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς ἐπιτυχόντας μέν ποτε καὶ μὴ διορισθέντας παρέδρους καὶ εἰς ἄλλας τάξεις, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν δικαστὰς ἀπὸ τοὺς δικηγόρους, διότι ἂν μᾶς λείπουσι 40–50 δικασταί, θὰ τοὺς εὑρίσκομεν διὰ μιᾶς καλῆς ἐκλογῆς, καὶ ὄχι διὰ τῶν διαγωνισμῶν εἰς τοὺς ὁποίους προσέρχονται μόνον μὲ τὴν γνῶσιν ξηρῶν κανόνων τοῦ δικαίου, χωρὶς νὰ φέρωσι καμμίαν ἄλλην μόρφωσιν.
§338ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως οἱ ἐπιτυχόντες πάρεδροι δὲν εἶναι δικηγόροι;
§339Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὄχι ὅσον τοὺς φανταζόμεθα, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαιτεῖ ὡς προσὸν αὐτῶν ὅτι πρέπει νὰ δικηγορῶσιν. Ἀρκεῖ μόνον νὰ προσῆλθον ἅπαξ εἰς ἐξετάσεις καὶ νὰ ἔλαβον τὴν βάσιν καὶ ἂς ἀπεμακρύνθησαν ἔκτοτε τῆς νομικῆς ἐπιστήμης· ἐκεῖνοι θὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν δικαστῶν. Ἂς μὴ κρυπτώμεθα. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω καὶ τὴν διάκρισιν τὴν τελευταίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός. Διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὸ νομοσχέδιόν του μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ ἐπιτροπή, σᾶς λέγει ὅτι θὰ λάβωμεν μέρος ἐκ τῶν δικηγόρων νὰ τοὺς κάμωμεν παρέδρους, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ δὲ καὶ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ λάβωμεν καὶ μερικούς, ὅπως θέλει τὸ Συμβούλιον, νὰ κάμωμεν ἀπ’ εὐθείας δικαστάς. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι θὰ γίνῃ τελεία σύγχυσις, καὶ πιθανὸν νὰ καταλήξωμεν ὥστε ἀντὶ παρέδρων νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἡμέραν τινα τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἕνα ἀριθμὸν δικαστῶν, χωρὶς νὰ φέρωσιν οὗτοι κανὲν ἄλλο ἐφόδιον, παρὰ μόνον ὅτι ἔχουσι μίαν δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὡς δικηγόροι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιόν σας, ὡς ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς διατετυπωμένον, μὲ τὴν διαφορὰν τῆς ἀπαλείψεως τῆς τάξεως τῶν ἐπιτυχόντων παρέδρων κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν καὶ μὴ διορισθέντων, διότι διαβλέπω ὅτι, ὅπως ἔχετε διατυπώσει αὐτὸ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μέχρι τοῦ 35ου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῶσιν οἱ μᾶλλον καταλληλότεροι εἰς τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ, διότι οἱ νεαρώτεροι εἶναι οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιάσωσι καὶ μεγαλειτέραν ζωὴν καὶ δρᾶσιν εἰς τὸ δικαστικὸν ἔργον.
§340Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη. Ἐὰν θέλωμεν, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ κλάδου ἐκλογὴν τῶν καταλληλοτέρων προσώπων, ἐκ τῆς πείρας γνωρίζω ὅτι κώλυμα πρὸς τοῦτο σπουδαῖον θὰ ἦτο ἡ ἀνεπάρκεια τῆς ὑλικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν θὰ ἔχωμεν δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὑρεθῶσιν οἱ κρείσσονες δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσιν οὗτοι ἀποκτήσει κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετοῦς δικηγορίας των.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§342Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. Κανελλόπουλε. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι· 1) Παρὰ τοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου. Ἐπιμένει ὁ κ. Παπαϊωάννου; Ὄχι. Ἀποσύρεται. 2) Ὑπὸ τοῦ κ. Ν. Ξηροῦ. Ἐπιμένετε;
§344Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐπιμένω.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 3) Ὑπὸ τοῦ κ. Δ. Καλομενοπούλου, ἀπουσιάζοντος, τοῦ κ. Γ. Λαμπρινοπούλου καὶ Γόντικα 4) τοῦ κ. Σπ. Θεοδωροπούλου. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ξηροῦ ὑποβληθείσης τροπολογίας.
§346ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου τούτου ἀριθ. 3 προάγονται πρὸς πλήρωσιν ἀνωτέρων δικαστικῶν θέσεων καὶ εἰρηνοδίκαι καὶ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι. Προφανῶς ὅμως λίαν ἐπαξίως δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέρας θέσεις καὶ τῶν παρέδρων καὶ οἱ γραμματεῖς Πρωτοδικῶν καὶ εἰρηνοδικῶν ἔχοντες τὰ λοιπὰ προσόντα τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ᾧ λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ὅπως προτείνωμεν τὴν κάτωθι τροπολογίαν. «Μετὰ τὰς λέξεις καὶ «εἰδικῶν πταισματοδικῶν» νὰ τεθῇ «καὶ γραμματέων Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν». Συναινούσης τῆς Βουλῆς ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ξηροῦ.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλομενοπούλου τώρα ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εἰρηνοδικῶν καὶ εἰδικῶν πταισματοδικῶν». Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ σχεδίου νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ εἰρηνοδίκαι, εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, γραμματεῖς εἰρηνοδικείων ἢ εἰδικῶν πταισματοδικείων ἢ πολυμελῶν δικαστηρίων φέροντες τὰ προσόντα τοῦ ͵ΓΥΛΖʹ νόμου κατὰ τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν διὰ τὴν θέσιν ἐμμίσθων παρὰ πρωτοδίκαις παρέδρων διαγωνισμὸν, φέροντες δὲ τὰ λοιπὰ προσόντα τοῦ νόμου καὶ ἔχοντες ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 35 ἐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ἄνω τῶν 55, εἶναι δεκτοὶ εἰς τὸν ῥηθέντα διαγωνισμὸν, ἐὰν ἔχωσιν ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον πενταετῆ». Συναινούσης τῆς Βουλῆς ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλομενοπούλου.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν κ. Γ. Λαμπρινοπούλου καὶ Γόντικα ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 23ῳ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 3 παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἀκολούθως· «Ἐξ εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν τῶν συμπληρωσάντων τριετῆ ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν ὑπολογίζεται καὶ ἡ τοῦ δικηγόρου παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ». Ἀπορρίπτεται συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τροπολογία αὕτη.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23. Ταύτην ἀπεδέχθη, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀντὶ τοῦ «τριετὴς» νὰ γίνῃ «τετραετής».
§350Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. «Τριετῆ πραγματικήν».
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σπ. Θεοδωροπούλου — τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δηλαδὴ — γίνεται δεκτή. Τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβάλλετε τώρα ἢ θὰ τὴν ἐπιφυλάξητε διὰ τὴν ἄλλην ἀνάγνωσιν;
§352Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ τὴν διατυπώσω, ὅπως εἶπον, καὶ θ’ ἀνατυπωθῇ.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τώρα ψηφίζεται, ὡς ἔχει.
§354Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 23 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βλάχος.
§356Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κ. Ὑπουργέ, ἐκ πεποιθήσεως χάριν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλετε παραδεχθῆ ἵνα εἰδικῶς οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ πταισματοδίκαι δύνανται νὰ γίνωσι πρωτοδίκαι ὅταν συμπληρώσωσιν ὄχι τὴν ἡλικίαν τοῦ 35 ἔτους, ἀλλὰ τὴν τοῦ 40.
§357ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδέχθη, ἐδέχθη.
§358Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Εἰρηνοδίκαι ἢ πταισματοδίκαι;
§359Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ εἶπεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν, κ. Βλάχε.
§361Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς πταισματοδίκας;
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ὁ κ. Λιδωρίκης.
§363Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ φανῇ παράδοξον ὅτι θὰ προτείνω νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς κώλυμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δικηγόρων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, διὰ τὰς θέσεις τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου ἢ τοῦ πρωτοδίκου, ἡ πειθαρχικὴ ποινή. Συμβαίνει ὅμως εἰς πολλοὺς δικηγόρους οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς συγκρούσεις ἕνεκα τοῦ ὀξέος αὐτῶν χαρακτῆρος καὶ τοῦ εὐθέος νὰ ἔχωσι τιμωρηθῆ διὰ πειθαρχικῆς ποινῆς.
§364Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς νευρικότητος τοῦ προέδρου.
§365Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κώλυμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ ζημία θὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι θὰ στερηθῇ εὐθαρσῶν ἀνθρώπων ἐπιστημόνων καὶ δικηγόρων. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἄφηνεν εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικηγορικῶν συμβουλίων καὶ τῶν δικαστικῶν νὰ προτείνωσι καὶ τούτους μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ποινῶν,
§366Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τὸ ἄρθρον, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι καταδικασθῆ διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα καὶ βαρείας πειθαρχικὰς παραβάσεις ἀπὸ ἐκείνας αἵτινες παρέχουσι βάσιν πρὸς ἀποχώρησιν τῶν δικαστῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιεικέστερον ἐρρυθμίσθησαν διὰ τοῦ τελευταίου ψηφισθέντος νόμου. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν δικηγόρου ὑπαγομένου εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἀλλὰ δὲν φρονῶ, δυστυχῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν διακρίσεις.
§367Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὄχι εἶναι ὑπόνοια ἰδική σας· δὲν ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ οὐδενός. Εἰς πολλὰ δικαστήρια ἐτιμωρήθησαν οἱ πλέον εὐθαρσοῦς καὶ ἐντίμου χαρακτῆρος δικηγόροι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν, διότι θὰ εἶναι ἓν κώλυμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καλῶν δικηγόρων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἐτιμωρήθησαν πολλοὶ καὶ πρὸ 10ετίας, αἱ περισσότεραι δὲ ποιναὶ εἶναι παραγεγραμμέναι καὶ δὲν ἰσχύουσι.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 25–29). Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§369Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸ 30ον θὰ προσθέσω κατηγορίας τινὰς δικηγόρων εἰς οὓς εἶναι εὔκολον νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν ἐν ταῖς νέαις χώραις. Οὗτοι εἶναι οἱ κατὰ τὸ στάδιον τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς λαβόντες προσωρινὸν διορισμὸν δικηγόρου, πτυχιούχοι τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, ὡς καὶ οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν ἀπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ἀποσπασθεισῶν χωρῶν, πτυχιούχοι καὶ οὗτοι, λαβόντες προσωρινὸν διορισμὸν δικηγόρου ἐν ταῖς νέαις χώραις. Ἐπίσης ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς νέαις ὑπάρχουσι δικηγόροι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσπούδασαν, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι ἐδιδάχθησαν κατ’ οἶκον. Τούτους ἀπέκλειε ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον, ἤδη δὲ προτείνεται νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ ἄσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος μετ’ ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς ὑφισταμένης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν δικηγόρων. Θὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τὸ ἑξῆς· «Οἱ κεκτημένοι ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, στερούμενοι δὲ πτυχίου καὶ κάτοχοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, δύνανται νὰ διορισθῶσι δικηγόροι ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις, ἐὰν ἤθελον ἐγκριθῆ, κατόπιν ἐξετάσεων ἐνώπιον τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς συγκαλουμένης κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ Β. Δ. ὁρισθησόμενα». Τὰς τροποποιήσεις ταύτας θὰ δώσω ἐγγράφως.
§370Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῦ θὰ ἐξετασθῶσι;
§371Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὴν ἐδῶ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Ἐπίσης θὰ προστεθῇ ὅτι: «Οἱ ἐν Κρήτῃ διατελοῦντες νομίμως διωρισμένοι ἄνευ πανεπιστημιακοῦ πτυχίου δικηγόροι καὶ οἱ ἔχοντες τοιοῦτο δικαίωμα κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νῦν αὐτόθι νόμους, διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν παρὰ τοῖς ἀντιστοίχοις νέοις αὐτόθι δικαστηρίοις. Εἶναι μικρὸς ἀριθμὸς τοιούτων ἐν Κρήτῃ μὴ πτυχιούχων, ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ δικηγορῶσιν ἐνώπιον ὡρισμένων δικαστηρίων.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 30ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 31ον). Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§373Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον μετὰ τὴν λέξιν «ὑπογραμματεῖς» νὰ προστεθῇ «καὶ οἱ βοηθοί». Ἐπίσης παρὰ τοῖς ἐν Κρήτῃ δικαστηρίοις «ἀνακρίσεις καὶ εἰσαγγελίας».
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§375Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Βουλευταί, ἐξ ἀφορμῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 32ου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων, ἤτοι περὶ τῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ὑπογραμματέων. Δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ κ. Βουλευταὶ ὅτι αὐτοὶ ἀποτελοῦσι τρόπον τινὰ τὰ νεῦρα τῆς δικαιοσύνης· εἶναι οἱ κατ’ οὐσίαν ἐργάται· εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς νυχθημερὸν ἐργάζονται ὅπως εὐπροσωπότερον παρουσιάσωσιν εἴτε τοὺς εἰσαγγελεῖς εἴτε τοὺς δικαστάς, εἴτε τοὺς γραμματεῖς καὶ ἐν γένει τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ προϊσταμένους. Δυστυχῶς οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μισθοδοτοῦνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ἡ ἀμοιβὴ αὐτῶν παρὰ τῆς Πολιτείας δύναται νὰ εἴπῃ τις κάθε ἄλλο παρὰ ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν ἀνθρωπισμόν. Εἰς τοὺς δικαστικοὺς γραφεῖς παρέχονται 60 δραχ. ὀνομαστικαί, πραγματικαὶ ὅμως 54,50. Εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς παρέχονται 90 δραχ. ὀνομαστικαί, πραγματικαὶ δὲ 81,90 δραχ. καθ’ ἣν στιγμὴν ἅπαντες μὲ μεγάλην χαρὰν καὶ ὑπερηφάνειαν λέγομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ηὐξήθη κατ’ ἔκτασιν, κατὰ πληθυσμόν, κατὰ πλοῦτον, κατὰ ψυχικοὺς ὁρίζοντας.
§376Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ χρέη.
§377Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὄχι κατὰ χρέη. Κατὰ πλουτοπαραγωγικὴν δύναμιν τοιαύτην ὥστε νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς ἓν μέλλον πολὺ εὐοίωνον. Θὰ ἦτο ἀπὸ μέρος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παράβλεψις στοιχειώδης, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ βελτιώσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι δυστυχῶς ὁ τελευταίως ψηφισθεὶς νόμος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην αὐτῶν τῶν ἀτυχῶν ἀνθρώπων, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ αὐτοὺς οἰκονομικῶς, ἀντὶ νὰ παράσχῃ αὐτοῖς τὰ μέσα διὰ νὰ παρουσιάζωνται καλλίτεροι ἐν τῇ κοινωνικῇ σφαίρᾳ, δυστυχῶς οὐδὲν ἔπραξεν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οὐδ’ εἰς τὴν κοινοτέραν κοινωνικὴν θέσιν. Δυστυχῶς διὰ τοῦ νόμου «περὶ δικαστικῶν ἐνσήμων» δὲν ἐβελτιώθη ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων οἰκονομικῶς. Σημειῶ δέ, Κύριοι, ὅτι γίνεται τὸ ἑξῆς, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, κάκιστον δι’ αὐτούς.
§378Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐδῶ;
§379Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§380Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑποθέσατε ὅτι γίνονται δεκταὶ αἱ σκέψεις σας. Ὁποῖόν τι θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἐπιφυλάχθητε λοιπὸν νὰ τὰς εἴπητε εἰς ἄλλο δικαστικὸν νομοσχέδιον.
§381Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα καὶ ἔχομεν τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολὰς ἀπὸ τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα δι’ ὧν μᾶς λέγουσιν ὅτι εἶναι αἶσχος, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ δικασταὶ καὶ ἀξιωματικοὶ καὶ πάντες οἱ κλάδοι οἱ κινούμενοι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐβελτίωσαν τὴν τύχην αὐτῶν οἰκονομικῶς, αὐτοὶ νὰ μείνωσιν ἄνευ μερίμνης τινός, διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον. Φρονῶ ὡς ἐκ τούτου ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν τὸ νὰ συζητήσωμεν ὅπως ληφθῇ ἡ προσήκουσα καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων μέριμνα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ ἀφορμῆς πάντοτε τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἄποψιν τὴν σύστασίν μου. Ἐπίσης δὲ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐδικηγορήσατε ἀπὸ περιωπῆς καὶ δὲν ἤλθετε εἰς ἐπικοινωνίαν ἄμεσον μὲ τὰ ὄργανα αὐτά, ὅτι πρὸ παντὸς ἀδικοῦνται καταφώρως οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν, οἵτινες, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχουσιν ἀφομοιωθῆ μὲ τοὺς ὑπογραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων. Τοῖς ὁρίζει τὸν μισθὸν ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ βλέπετε ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 10 καὶ 15 καὶ 20 ἐτῶν ὡς ὑπογραμματεῖς ὑπηρεσίαν νὰ λαμβάνωσι μισθὸν ὀλιγώτερον τῶν γραφέων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ μερίμνῃ τῆς βελτιώσεως βεβαίως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς δικαιοσύνης νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ὅπως μετὰ μεγαλειτέρας ζέσεως ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των.
§382Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὴν τοῦ προλαλήσαντος, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν. Εἶναι κλάδος, ὁ ὁποῖος ἀδικεῖται μεγάλως. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ὁσάκις ἐγένετο συζήτησις περὶ ὀργανώσεως τῶν δικαστηρίων ὡμολογήθη ἀληθῶς ἡ προσγινομένη ἀδικία εἰς τὸν κλάδον τοῦτον, ἀλλὰ πάντοτε ἐδίδετο ὑπόσχεσις ὅτι θὰ ἐλαμβάνετο μέτρον καὶ διὰ τὴν τάξιν τῶν δικαστικῶν ὑπογραμματέων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλήφθη τοιοῦτον. Ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνάδελφός σας ἐξέθηκε τὴν θέσιν τῶν δικαστικῶν τούτων ὑπογραμματέων, οἵτινες διαχειρίζονται σπουδαίας ὑποθέσεις καὶ εἰς αὐτοὺς ἐμπιστευόμεθα τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ ἐν τούτοις ἔχει ἡ Πολιτεία ἀφήσει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν εἰσαγγελέων νὰ κανονίζωσι τὸν μισθόν των. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίζεται ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν θὰ ἔχῃ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ θέσιν, ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δύνανται νὰ δοθῶσι καὶ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐν λόγῳ δικαστικῶν προσόντα τινά, διότι, ἐνῷ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων διορίζονται καὶ συμβολαιογράφοι ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα, αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο καίπερ ἔχουσι καὶ πεῖραν καὶ ἱκανότητα μεγαλειτέραν τούτων. Ὅθεν δίκαιον θὰ ἦτο ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἐνῷ λαμβάνεται πρόνοια περὶ διορισμοῦ συμβολαιογράφων τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων, νὰ προστεθῇ ὅτι δύνανται νὰ διορίζωνται καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν συμβολαιογράφοι καὶ ὑποθηκοφύλακες.
§383Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ὄντως ἄξιαι μεγάλης προσοχῆς αἱ παρατηρήσεις σας, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
§384Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς διὰ νὰ λάβωσι γραμματέα, ἐκλέγουσι τὸν καταλληλότερον ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἄδικον, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀδικῶμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ κρίνονται ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν συμβολαιογράφου καὶ ὑποθηκοφύλακος οἱ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων.
§385Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις τῶν ὑπογραμματέων τῶν δικαστηρίων νὰ θέλωσι νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων. Οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν δικαστηρίων, οἱ πεπειραμένοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ στάδιον τῆς ὑπηρεσίας των τόσα πράγματα ἐδιδάχθησαν μετὰ 10ετῆ ὑπηρεσίαν, δύνανται βεβαίως νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα ἅτινα ἔχουσι καὶ οἱ τῶν Εἰρηνοδικείων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀξιοῦσι νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι εὐλογώτατον. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἑτέρας παρατηρήσεις σχετικῶς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν γραμματέων τῆς εἰσαγγελίας. Διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Εἰσαγγελίας δίδεται ἓν ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον διανέμεται ἑκάστοτε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἀναλόγως τῆς εὐνοίας τοῦ εἰσαγγελέως. Ἕκαστος εἰσαγγελεὺς ἀναλαμβάνων ὑπηρεσίαν κανονίζει τὴν μισθοδοσίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου. Νομίζω ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς μισθοδοσίας δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε εἰσαγγελέων, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐφάπαξ, διὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ ὑπάλληλος νὰ κανονίζῃ τὴν ζωήν του. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόταται αἱ παρατηρήσεις αἵτινες ἐγένοντο διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ αὐτῶν ἡ δέουσα πρόνοια, ὥστε νὰ ἐκλίπωσι τὰ δίκαια αὐτῶν παράπονα. Δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ εἰδικὴ δι’ αὐτοὺς διάταξις.
§386Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁ Μπακόπουλος δὲν ἔκαμα τοιαύτην σύστασιν, ἀλλ’ ἄλλος. Μίαν σύστασιν ποιοῦμαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· οἱ γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελιῶν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον καὶ ν’ ἀπαιτηθῶσι καὶ προσόντα, τοὐλάχιστον δίπλωμα δικηγόρου. Τὰς συστάσεις ταύτας ποιοῦμαι ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων, διότι δύνανται ποικιλοτρόπως νὰ ζημιώσωσι τὴν δικαιοσύνην.
§387Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τὰς παρατηρήσεις. Ἐκ πείρας γνωρίζομεν ὅτι οἱ ἐντόπιοι ὑπάλληλοι διαχειριζόμενοι τὰ τῆς ἀνακρίσεως γίνονται πρόξενοι πολλῶν κακῶν.
§388ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι φανερὰ ἡ ἀνάκρισις.
§389Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ναί, φανερά. Πλανᾶσθε ὅμως μὴ ἀναγνωρίζοντες πόσον ζημιοῦσι καὶ στρεβλοῦσιν ἐνίοτε τὰς ὑποθέσεις οἱ ἐντόπιοι ὑπάλληλοι.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 32 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§391Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις μου καὶ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον διὰ τῆς προσθήκης ἣν προέτεινα. Εἰς τὰς χώρας ταύτας ὑπηρέτησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν συμβολαιογράφοι διωρισμένοι ὑπὸ τῆς Τουρκίας καὶ ἤδη διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως. Καὶ τὴν στιγμὴν τὴν ὁποίαν δεχόμεθα δικηγόρους καὶ τοῖς ἐπιτρέπομεν νὰ δικηγορῶσιν ἄνευ πτυχίου, διατί ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμά των;
§392Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τότε ἂς ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις.
§393Ν. ΞΗΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§394Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συμβολαιογράφους ἰσχύει ὁ νόμος ὁ ἐδῶ ἰσχύων; Δηλαδὴ εἶναι δικηγόροι κτλ.;
§395Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§396Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μόνη λύσις ἡ γνωμοδότησις.
§397Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 33 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 33, 34 καὶ 35). Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§399Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διατί τὸ παρεχόμενον εἰς τοὺς Κρῆτας δὲν παρέχεται καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἴσως εἶχον καταφύγει...
§400ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 36 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τοῦ 1847 ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Καταρτίζεται ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τῆς τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἐκ τῶν κ.κ. Γ. Ἰατρίδου, Ι. Καλαντζοπούλου, Σ. Παπαχατζῆ, Ν. Ξηροῦ καὶ Δ. Βρατσάνου. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν ὥρᾳ 4ῃ μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).