1913.12.13
5.200 στίχοι · 39.813 λέξεις · 394 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 13 Δεκεμβρίου 1913
(Παρασκευή, ὥρᾳ 4, 30′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πατρέων ζητοῦσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ψηφισθῇ τελευταῖον· Ἡ Θεοπέμπτη, χήρα τοῦ φονευθέντος ὑπὸ τῶν Βουλγάρων Στ. Ἰωάννου ἐν Σιδηροκάστρῳ, ζητεῖ βοήθημα· Ὁ ἐν Κυπαρισσίᾳ Σύλλογος Αὐλωνιτῶν ζητεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ ἔφεδροι οἰνοπνευματοπῶλαι· Οἱ κάτοικοι Ἀνδανείας ζητοῦσιν, ὅπως τὸ ἐκεῖ μεταβατικὸν Εἰρηνοδικεῖον καταστῇ μόνιμον· Ὁ λαὸς Μεσσήνης συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ζητεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ λιμενικὸς φόρος· Ἡ ἐκ Σύρου χήρα Μ. Καψαλιᾶ ζητεῖ σύνταξιν· Οἱ ἐκ Καστορίας, Χ. Εὐαγγέλου καὶ Ἰ. Ῥουσούλης ζητοῦσι βασιλικὴν χάριν· Οἱ κηδεμόνες τῶν τελειοφοίτων τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἀποκλεισθῶσιν οἱ τελειόφοιτοι τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν τῶν διαγωνισμῶν ὡς μὴ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου· Ὁ καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν τοῦ ἐν Πειραιεῖ Γυμνασίου Δ. Γεωργιάδης ὑποβάλλει νέον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς· Ὁ λαὸς Χαλκίδος συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ζητεῖ, ὅπως κατὰ τὴν μελετωμένην μεταφορὰν τοῦ Ναυστάθμου ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ λιμὴν τῆς Χαλκίδος· Οἱ ἐκ Γορέντσης τῆς Καστορίας Δ. Καραμάτας, Θ. Νταλμάτης, Χ. Βασιλείου καὶ Ν. Δανδάκης ζητοῦσι βασιλικὴν χάριν· Ἡ Ἀσπασία χήρα Ἰ. Λάβδα, διὰ τὸν υἱόν της, ὁ Δ. Γκαρμουλᾶς καὶ Ν. Ξυλιᾶς ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς καταβληθῇ ὁ μισθός των ἐφ’ ὅσον διετέλουν ὡς ἔφεδροι· Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Βλάχος, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν χωρικῶν Νιάματα τῆς Ἁγυιᾶς.
§2Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Παραιτοῦμαι συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀγγελίδης.
§4Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ χωρικοὶ τοῦ χωρίου Νιάματα παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, τοῖς χαρισθῇ τὸ μίσθωμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1912, διότι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἔκαμον καμμίαν χρῆσιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐπὶ ὑπομνήματος ἀπολυθέντων μηχανικῶν.
§6Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ ἦτο κοινοτοπία, κ. Βουλευταί, ἂν ἐπανελάμβανον ὅσα πολλάκις ἔχουσι λεχθῆ περὶ τῶν νόμων ἐκείνων τῶν λεγομένων ἐκκαθαριστικῶν, οἵτινες ψηφισθέντες ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς καταστάσεως δημιουργηθείσης συνεπείᾳ ἑνὸς βιαίου πολιτειακοῦ κλονισμοῦ, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὄχι μόνον ἀδίκως, ὄχι μόνον ἀντισυνταγματικῶς, ἀλλ’ ἐπιπλέον οὐχὶ καὶ γενναίως ἔπληξαν πολίτας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀπέλαυον πάντων τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, τῶν ὁποίων οὐσιώδη ἐπήνεγκον μείωσιν. Ἔπληξαν αὐτούς, κύριοι Βουλευταί, λέγω, οὐχὶ γενναίως καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι ἔπληξαν καὶ ἐξ ἐνέδρας, αὐτὸ τοῦτο δολοφονικῶς, διότι ἡ Πολιτεία δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσῃ, νὰ καλέσῃ τουτέστι τούτους καὶ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν, ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀπολογίαν των καὶ κατόπιν νὰ ἐκφέρῃ τὴν καταδίκην. Παρεβιάσθη ἀξίωμα μέγα καὶ ἱερὸν τοῦ δικαίου καὶ ἐτέθησαν ἐκτὸς ὑπηρεσίας, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τιμῆς, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζουσι διατί εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Καὶ πρῶτον μέν, Κύριοι, ἐγένετο ὁ νόμος τοῦ 1909 περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλαβε τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὑπηνίχθην. Ἐκάλεσεν αὐτοὺς ὁπωσδήποτε εἰς ἀπολογίαν, καὶ μετὰ ψηφοφορίαν φανερὰν ἐξηνέχθη ἡ ἀπόφασις, ἐπὶ πλέον ἐπέτρεψε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἤτοι μετὰ διετίαν, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὅπως κοινῶς λέγεται, ὅτι τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξις, ἡ Πολιτεία προέβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑτέρου νόμου, τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ περὶ μηχανικῶν καὶ δι’ αὐτοῦ πολλὰς καὶ δὴ οὐσιωδεστάτας διατυπώσεις κατήργησε. Καὶ περαιτέρω προβαίνουσα μετὰ δύο μῆνας διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΧΝΓʹ, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, κατήργησε τὰ πάντα! Εἶπον ὅτι τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξις, καὶ ἀτυχῶς ἐπῆλθεν ἀκόρεστος ἐν προκειμένῳ καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τοὺς δρόμους ἄνθρωποι ἀγνοοῦντες μέχρι σήμερον τὴν αἰτίαν τοῦ παθήματός των. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τοὺς μηχανικούς. Ἐσχηματίσθησαν, Κύριοι, ὅπως γνωρίζετε, δυνάμει τῶν ἄρθρων 91 καὶ 92 τοῦ νόμου τούτου Συμβούλια ἢ Ἐπιτροπαί, μία διὰ τοὺς ἀνωτέρους μηχανικούς, ἀποτελουμένη ἐξ αὐτῶν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἑτέρα διὰ τοὺς κατωτέρους, ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, τεσσάρων Ἐπιθεωρητῶν, τεσσάρων νομομηχανικῶν καὶ δύο μηχανικῶν. Πῶς αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἀπεφάνθησαν περὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν μηχανικῶν εἶναι ἄγνωστον μέχρι τοῦδε, ἐπὶ τίνων στοιχείων ἐστηρίχθησαν, παρὰ τίνων προσκομισθέντων καὶ κατὰ τίνα τρόπον, ποίαν διαδικασίαν ἐτήρησαν εἶναι ἄδηλον μέχρι τοῦδε, διατί τοὺς ἀπέλυσαν εἶναι ἐπίσης ἄδηλον. Οὐδεὶς γνωρίζει τοῦτο! Εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐποχὴν οἱ κήνσωρες, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἁπλῶν φημῶν ἢ λόγων πολιτικῶν καὶ ἄνευ ἐρεύνης τῶν γεγονότων προσῆπτον εἰς τοὺς Ῥωμαίους πολίτας αὐθαιρέτως τὴν nota censoria καὶ μετέβαλλον τούτους ἀπὸ ἐντίμους εἰς ἀτίμους, ἤτοι μὲ ἠλαττωμένην τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ ἀποφάσεις τῶν κηνσώρων δὲν ἦσαν ἀμετάκλητοι, διότι ὑπέκειντο εἰς ἀναθεώρησιν εἴτε ὑπὸ τῶν διαδόχων εἴτε ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν, εἴτε ὑπὸ τῶν δικαστηρίων εἴτε ὑπὸ τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ λαοῦ. Ἐπανήλθομεν ἄρα εἰς τὴν ἀπαισίας μνήμης ἐποχὴν τῶν κηνσώρων καὶ χειροτέραν ἔτι ταύτης; Διότι οἱ ἀπολυθέντες μηχανικοί, καθ’ ὅμοιον τρόπον κριθέντες, στεροῦνται καὶ τοῦ μέσου τῆς ἀναθεωρήσεως! Πλὴν τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως μετὰ δύο ἔτη ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἢ τῆς κρίσεως περὶ τῶν ἀπολυθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, οἱ ἄλλοι νόμοι οὐδὲν παρέχουσι μέσον ἐπανορθώσεως τῆς τυχὸν ἀδικίας καὶ αὐθαιρεσίας. Οἱ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπολυθέντες μηχανικοί, κύριοι Βουλευταί, δι’ ἐπανειλημμένων αἰτήσεων, ἀναφορῶν καὶ ὑπομνημάτων καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσιν ὄχι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνεξελέγκτως· ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν, ἀφοῦ κριθῶσιν, ἀφοῦ ἐξελεγχθῶσιν ἀπὸ ἓν συμβούλιον κατὰ νόμιμον τρόπον. Νὰ ἐξετάσωσιν αὐτούς, ν’ ἀπαγγείλωσιν ἐπὶ τέλους κατ’ αὐτῶν μίαν κατηγορίαν, νὰ τοῖς εἴπωσιν εἰς τί ἔπταισαν, διατί κατηγοροῦνται, νὰ δύνανται καὶ οὗτοι ν’ ἀπολογηθῶσιν ἐπὶ ὡρισμένῃ πράξει, καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν τὸ ἁρμόδιον συμβούλιον ὅσους μὲν ἐξ αὐτῶν θεωρήσει ἀξίους νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ, ὅσους δὲ θεωρήσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ νὰ μὴ ἐπαναφέρῃ. Σημειώσατε ὅτι ἐξεκαθαρίσθησαν ἑκατὸν περίπου ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι μηχανικοί· ἐξ αὐτῶν πολλοὶ ἀπεβίωσαν, ἄλλοι ἀνέλαβον ἄλλας ὑπηρεσίας, δύο ἢ τρεῖς μετέβησαν εἰς Κρήτην καὶ ὑπηρετοῦσι σήμερον ἐκεῖ ὁ μὲν ὡς νομομηχανικός, ὁ δ’ ἕτερος ὡς ὑπομηχανικός. Ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων συνεπῶς, Κύριοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι παρὰ ὀκτὼ ἢ δέκα. Δὲν ἔχω λοιπὸν παρὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δὲν θέλουσι νὰ διορισθῶσι· θέλουσι μόνον νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς Συμβουλίου ἀποτελουμένου ὑπὸ ἀνωτέρων μηχανικῶν ἢ νομομηχανικῶν καὶ ὅσους ἐξ αὐτῶν ἤθελεν εὕρει τὸ Συμβούλιον ὅτι δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν του, διότι εἶναι καὶ λογικὴ καὶ δικαία.
§7Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ εἶχον ζητήσει νὰ μὲ ἐγγράψητε καὶ δὲν ἐνεγράφην. Ἁπλῶς ἤθελον νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ὅταν ὑποβληθῇ νομοσχέδιον σχετικόν, νὰ ὁμιλήσω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ῥάλλης ἐπ’ ἀναφορᾶς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Τεπελενίου. Ἀπών. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§9Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔδωκε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησιν. Εἶπεν ὅτι διέταξεν ὅπως μόνιμοι ἀξιωματικοὶ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τῶν ὁποίων αἱ ἡλικίαι ἀπελύθησαν. Καὶ ἐπειδὴ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θεωρῶ σεβαστὰς καὶ ἔχω ταύτας ὑπ’ ὄψει μου, πιστεύω δ’ ὅτι ἐξετελέσθησαν, δι’ αὐτὸ σιωπῶ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς κατοίκων τῶν χωρίων Μπαλιάγα καὶ Γκορτζογλίου.
§11Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν δύο χωρίων Μπαλιάγα καὶ Γκορτζογλίου τοῦ δήμου Ἄριος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐκ τῶν κτηματιῶν τῶν ἐχόντων ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν πλουσιωτάτην παρὰ τὸν ποταμὸν Πάμισον. Ἀναφέρονται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσιν, ἵνα ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπόντα δυστυχῶς κατὰ τὴν ὥραν ταύτην —ἐλπίζω ὅμως ὅτι θέλει γίνει ἡ δέουσα ἀνακοίνωσις πρὸς αὐτὸν καὶ θέλει μάθει τὴν σύστασιν ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων καὶ ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς—, ἵνα δώσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν προσοχὴν ἧς εἶναι ἀξία. Καὶ εἶναι πραγματικῶς ἀξία ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἡ ὑπόθεσις περὶ ἧς ἀναφέρονται οἱ κάτοικοι τῶν δύο αὐτῶν χωρίων. Τὸ σύμπλεγμα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου περιέλαβε μεταξὺ ἄλλων ἔργων καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου, ἡ ὁποία σημαντικὰς ὑπηρεσίας θέλει παράσχει εἰς τὸν τόπον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὑγιεινῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Ἐγένετο λοιπὸν τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου πρὸς τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἦτο ἤδη ἐν ἐκτελέσει, ὅτε, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον καὶ πότε, ἕτερος μηχανικός, λαβὼν ἐντολὴν βεβαίως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐμελέτησεν ἕτερον σχέδιον, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου τὸ ἀρχικῶς χαραχθὲν σχέδιον μετερρύθμισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἀποστράγγισις τῶν περιττῶν ὑδάτων τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου δὲν θὰ γίνῃ πρὸς τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἀλλὰ πρὸς τὴν θάλασσαν, διανοιγομένης νέας κοίτης καὶ νέας διώρυγος διὰ μέσου κτημάτων. Τὸ νέον τοῦτο ἔργον, ὡς προβλέπεται ἐν τῷ σχεδιογράμματι, καταλαμβάνει ὅλην σχεδὸν τὴν κτηματικὴν περιφέρειαν τῶν δύο τούτων χωρίων Μπαλιάγα καὶ Γκορτζογλίου, καὶ τὰ κτήματα ταῦτα ἢ καταλαμβάνει ἐξ ὁλοκλήρου ἢ διχοτομεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐλάχιστα τμήματα τῶν κτημάτων τούτων νὰ ἐναπομείνωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς λοιπὸν ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι ὅπως ἐξετάσῃ, ἢ μᾶλλον ἀναθεωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τῶν ἁρμοδίων πάντοτε μηχανικῶν, τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὸ νέον σχεδιόγραμμα τὸ νεωστὶ χαραχθὲν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἐκτελούμενον ἤδη ἀνταποκρίνεται εἰς πραγματικὴν ἀνάγκην. Διότι, ἐὰν δὲν ἀνταποκρίνηται εἰς πραγματικὴν ἀνάγκην, τότε ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀζημίως διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τούτους εἶχε χαραχθῆ καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ τὴν διαβίβασιν τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα, ὄχι ἐκ προκαταβολῆς ἀποφανθῇ τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην, ἀλλ’ ἵνα παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, ὅπως τοῦτο ἐρευνῶν τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τόπου διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, εἴτε τοῦ νομομηχανικοῦ· εἴτε καὶ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων ἁρμοδίων, ἀποστελλομένων ἐπίτηδες, ἐξεύρῃ κατὰ πόσον τὸ παράπονον περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι ἔχει βάσιν, ὥστε εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν εἶναι βάσιμον τὸ παράπονον φροντίσῃ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀποστραγγίσεως τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ζημιωθῶσιν οἱ πολῖται οἵτινες ἀναφέρονται πρὸς τὴν Βουλήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Γ. Καντιάνης.
§13Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ αὐτὸ συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου, συμφώνως πρὸς τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Μπαλιάγα καὶ Γκορτζογλίου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Δικαῖος ἐπίσης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§15Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Μολονότι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, ἐν τούτοις θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ τοῦ ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἤδη ἔργου τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τοῦ Ἁγίου Φλώρου διὰ τῆς διευθετήσεως τοῦ πρώτου τμήματος τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Ἡ μελέτη εἶναι πολὺ παλαιά, γενομένη ὑπὸ τῆς ὑπὸ τὸν Κελλενὲκ Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἐπῆλθον εἰς τὰ ἀρχικὰ σχέδια τῆς διαρρυθμίσεως τῆς κοίτης τοιαῦται ἀλλοιώσεις γεωλογικαί, τόσον ὡς πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς κοίτης, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰ σταθερὰ σημεῖα, ὥστε, ὅτε προσφάτως ἐπρόκειτο νὰ παραχωρηθῇ, ὡς παρεχωρήθη, τὸ ἔργον εἰς ἐργολάβον πρὸς ἐκτέλεσιν, ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐκτελουμένου ἤδη τοῦ ἔργου, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἵνα θέσῃ καὶ αὖθις νέα σταθερὰ σημεῖα κατόπιν νέας χωροσταθμήσεως. Διὰ τῆς νέας χωροσταθμήσεως, ἡ ὁποία ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἐγένοντο τροποποιήσεις τινές, ἵνα δοθῇ ἡ πρέπουσα κατεύθυνσις εἰς τὴν κοίτην, ἡ ὁποία εἶναι ὀφιοειδής, ἑλικοειδής. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσιν ἐκτροπαί τινες λεγόμεναι τῆς κοίτης καθ’ ὅλον τὸ μῆκός της. Αἱ ἐκτροπαὶ αὗται ἀνέρχονται εἰς 7–9, ἐγένοντο δὲ μερικαὶ τεχνικώταται ἐκ μέρους τοῦ νομομηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνετάλη νὰ καθορίσῃ τὰ σημεῖα τῆς νέας χωροσταθμήσεως καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ ἐξεχωρήθη κατόπιν τούτου εἰς ἐργολάβον. Πᾶσα νέα ἐπέμβασις εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ ματαία· τὸ ἔργον ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως ἐμελετήθη προσφάτως, μετὰ μακρὸν μάλιστα ἀγῶνα καὶ μετὰ μακρὰν προσπάθειαν, διότι μόλις κατωρθώθη νὰ εὑρεθῇ ὁ Νομομηχανικὸς Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως διετάχθη καὶ μεταβὰς ἐνήργησε τὴν τελευταίαν χωροστάθμησιν. Εἶναι καθαρῶς ζήτημα τεχνικόν, ἐξαντληθὲν ἐντελῶς καὶ εἶναι ματαιοπονία ν’ ἀσχολώμεθα ἐκ νέου ἤδη περὶ αὐτοῦ, καθόσον τὸ ἔργον εἶναι ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν, αἱ δύο δὲ ἐκτροπαὶ ἐκ τῶν 7 ἢ 9 ἐξετελέσθησαν ἤδη· ὑπάρχει δὲ καὶ ὡρισμένη τεχνικὴ γραμμὴ τῆς κατευθύνσεως τῆς κοίτης, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρέκκλισις σήμερον, ἐὰν ἤθελε σκεφθῇ τις νὰ δώσῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην κατεύθυνσιν. Φρονῶ ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ μείνωσιν ὅπως ἔχουσι καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῆται ἡ ὑπηρεσία, καὶ τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἐντελῶς εἰς τὴν κρίσιν τῶν μηχανικῶν, μόνων ἁρμοδίων ν’ ἀποφαίνωνται διὰ τεχνικὰ ζητήματα. Εἶναι ὅμως ἀκατανόητον νὰ προσπαθῶμεν δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων ν’ ἀποτρέψωμεν δῆθεν ζημίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅλως ἰδανικαί, ἐνῷ ἐξ ἄλλου εἶναι φόβος νὰ δυσχεράνωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἱερὸν σκοπόν.
§16Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέβαινεν ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ ὑποβληθῇ μετὰ 20 ἡμέρας ἢ ἕνα μῆνα, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς δυσχέρειαν ἐφαρμόζοντες ὅσα συνέστησεν ὁ συνάδελφος κ. Δικαῖος, διότι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τοὺς αἰτοῦντας διὰ τὴν χάραξιν νέου σχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰ ἔστω ἀποφασισμένα, διότι ἐπὶ ἀποφασισμένων ἐπανῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ἐχαράχθη τὸ νέον σχέδιον, διότι εἶχε χαραχθῇ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ὅτε ἐμεσολάβησε κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναθεώρησις τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου καὶ χάραξις τοῦ νέου σχεδίου, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τὰ κτήματα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀπομένῃ τίποτε εἰς τοὺς πολίτας τοὺς ἀναφερομένους. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εὔλογον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι ὅπως ὁ κ. Ὑπουργός, οὐχὶ ἐκ προκαταλήψεως ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν ὅπως εὑρεθῇ ἡ συμφερωτέρα λύσις, παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον μετὰ ἐπισταμένην μελέτην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως θὰ ἐξενέγκῃ γνώμην τελειωτικὴν ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὸ σχέδιον ἐχαράχθη.
§17ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐνοικιαστῶν σφαζομένων ζῴων Καρδίτσης τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος.
§19Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐνοικιαστής, κύριε Πρόεδρε, τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων Καρδίτσης ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπονεῖται ὅτι οὐσιωδῶς ἐζημιώθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος. Οἱ κ. συνάδελφοι γνωρίζουσιν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχουσι πλεῖσται ἀναφοραὶ ὅλων τῶν ἐνοικιαστῶν σχεδόν, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων ἐζημιώθησαν οὐσιωδῶς· τινὲς μάλιστα κατεστράφησαν καὶ διὰ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἠναγκάσθησαν νὰ συνάψωσι δάνεια, διότι κατεδιώκοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι προέβησαν εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τούτου δὲν προϋπελόγιζον, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπιστράτευσις κατὰ τὸ 1913. Εἶχεν ἐπισήμως καὶ ἐπανειλημμένως βεβαιώσει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ ἀποστράτευσις θὰ διαταχθῇ ταχέως καὶ οὕτως οἱ ἐνοικιασταὶ ἐπλανήθησαν καὶ προέβησαν εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων οὐ μόνον δὲν διετάχθη ἡ ἀποστράτευσις ἀλλ’ αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ καὶ ἄλλους ἀκόμη πολίτας, ἐντὸς δὲ τοῦ ἔτους 1913 ἐκλήθησαν καὶ οἱ ἐθνοφρουροὶ καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες ἀκόμη, καὶ οὕτω καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ ἔτος ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιστράτευσις. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἐνοικιαστοῦ, διότι ἄλλως γίνεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας μεγάλη ἀδικία εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἐπεδίωκον διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τούτου νὰ κερδήσωσι ποσοστόν τι ἐκ τῶν εἰσπράξεων, ἐζημιώθησαν οὐσιωδῶς, καθόσον δὲν εἰσέπραξαν οὔτε τὸ ἥμισυ ἐκ τοῦ φόρου ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χαρισθῇ εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ἐνοικιαστὰς μέρος τοῦ φόρου τούτου, διότι θὰ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ ἄδικον νὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἐνοικιασταὶ ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως ἣν ἐδημιούργησεν ἡ ἐπιστράτευσις καὶ οἱ πόλεμοι.
§20ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον εἰδικὸν διὰ τοῦ ὁποίου γενικῶς θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων· οὐχ ἧττον τὰ παράπονά των δὲν εἶναι δεδικαιολογημένα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Παπαποστόλου ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§22Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Παραιτοῦμαι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ κ. Γ. Βλάχος καὶ ὁ κ. Ἀ. Θανόπουλος. Ἀπόντες. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἀθ. Χριστοπούλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Γρηγορίου, ὅστις ὅμως διαγράφεται, ἐπειδὴ εἶναι ἀπών. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Πειραϊκοῦ συνδέσμου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαϊωάννου.
§24Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εἰς τὸν Πειραιᾶ, κ. Πρόεδρε, λειτουργεῖ νυκτερινὴ σχολὴ μηχανικῶν καὶ μηχανουργῶν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους, παρέχει δὲ ἡ σχολὴ αὕτη εἰς τὰ διάφορα ἐργοστάσια καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν μηχανικοὺς καὶ μηχανουργούς. Ὁ Πειραϊκὸς σύνδεσμος ζητεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δείξῃ καὶ διὰ τὴν σχολὴν αὐτὴν τὴν νυκτερινὴν τὴν ἰδίαν μέριμναν τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ διὰ τὰς ἄλλας σχολάς, δηλ. νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναβολὴν κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς σχολῆς αὐτῆς, διότι παρετηρήθη ὅτι πλεῖστοι ὅσοι μαθηταὶ ἀναγκασθέντες νὰ διακόψωσι τὰ μαθήματά των καὶ ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἐπανῆλθον πλέον. Θὰ ἦτο δίκαιον καὶ εὐκταῖον πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Πολιτείας νὰ προσέρχωνται οὗτοι εἰς τὸν στρατόν, ἀφοῦ περατώσωσι τὰς σπουδάς των καὶ οὕτως ἀρτιώτεροι γίνονται στρατιῶται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ ἐν καιρῷ λάβῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος, ὅπως καταθέσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ζουπανίου τῆς Μακεδονίας.
§26Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ζουπανίου, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείου. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Γενικὸν Διοικητὴν τῆς Μακεδονίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἱδρύθησαν δύο Εἰρηνοδικεῖα ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς τὴν Σιάτισταν καὶ τὴν Λαψίσταν, ἀλλ’ ἡ Λαψίστα καὶ ἡ Σιάτιστα ἀπέχουσιν ἀλλήλων μόνον δύο ὥρας, ἐνῷ τὸ χωρίον Ζουπάνιον ἀπέχει δέκα ὁλοκλήρους ὥρας ἀπὸ τὴν Σιάτισταν. Ἄλλως τε εἰς τὴν Λαψίσταν δὲν κατοικοῦσι παρὰ δέκα Τοῦρκοι. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ μετατεθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου Λαψίστης εἰς τὸ χωρίον Ζουπάνιον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βυτίνης.
§28Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραπονοῦνται, Κύριοι, πολλοὶ ἰδιοκτῆται ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ βοσκὴ εἰς τοὺς ἀγρούς των, ἀφοῦ δὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς Βυτίνης εἶναι ἀπηγορευμένα πρὸς βοσκήν, τελευταίως ἀπηγορεύθη καὶ εἰς τὰς ἰδιοκτησίας τῶν καλλιεργουμένων ἀγρῶν ἐναντίον παντὸς νόμου, γραπτοῦ καὶ ἠθικοῦ. Συνεπείᾳ τούτου οἱ κάτοικοι Βυτίνης εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι κτηνοτρόφοι, ὅταν δὲ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τόπον πλέον νὰ βοσκήσωσι τὰ ζῷά των, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ τόπῳ. Πρέπει νὰ ἐξεύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἕνα ἄλλον τόπον νὰ κατοικήσωσιν οἱ ἄνθρωποι. Δίδω δὲ τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι οἱ κάτοικοι Βυτίνης, ἂν δὲν λάβῃ μέτρα, θ’ ἀποδημήσωσι. Δέον δὲ νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ προστασία τῶν δασῶν, ὡς γίνεται, συγκρούεται πρὸς ἄλλο καθῆκον, τὴν προστασίαν τῆς κτηνοτροφίας. Ἐννοῶ καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν δασῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε καὶ τὰ δάση νὰ προστατεύωνται καὶ οἱ κτηνοτρόφοι νὰ μὴ καταστρέφωνται. Καὶ ἁπλούστατα ὄχι πάντα τὰ δάση, ὄχι ὅλη ἡ περιοχὴ ἑνὸς τόπου, ἑνὸς δήμου νὰ χαρακτηρίζηται δασικὴ καὶ ν’ ἀπαγορεύηται ἡ βοσκὴ εἰς τὸ μέρος αὐτό, ἀλλὰ ν’ ἀπαγορευθῇ καὶ εἰς τὸ ἄλλο μέρος μετὰ πάροδον ἐτῶν, ἵνα διασωθῇ καὶ ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ἀλλ’ εἰς τὴν Βυτίνην ἔχει ἀπαγορευθῆ ἅπασα ἡ περιφέρεια ἡ δασική· δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω ὅτι ὁ ζῆλος τῶν ἁρμοδίων ἐξέτεινε τὴν ἀπαγόρευσιν σχεδὸν εἰς ὅλον τὸν νομόν. Βλέπετε ἔξωθεν τῶν οἰκιῶν τῶν χωρίων ν’ ἀπαγορεύηται ἡ βοσκὴ τῶν ζῴων, ὥστε, ἂν ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς κατοικίας τοῦ χωρικοῦ καὶ ἐξέλθῃ αὐτῆς τὸ ζῷόν του, θὰ ὑποστῇ οὗτος τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, ἤδη δὲ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τριπόλεως δὲν κάμνει ἄλλην ἐργασίαν παρὰ νὰ ἐξετάζῃ τοιαύτας ὑποθέσεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν πρῶτον νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους δασικούς, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύωσι τὴν βοσκὴν ἐπὶ ἰδιοκτήτων μερῶν καὶ δεύτερον νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὄχι πῶς δύναται μετὰ ἑκατὸν ἔτη ἢ δὲν γνωρίζω μετὰ πόσα νὰ δημιουργηθῇ δάσος ἓν μέρος, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ ζήσωσιν οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ μέρη αὐτά, διότι, καὶ ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ δασικοί, ν’ ἀπαγορευθῶσιν ὅλα τὰ μέρη τὰ ἐπιδεκτικὰ δασώσεως, θὰ ἐκλείψωσιν οἱ πολῖται ἐκεῖθεν καὶ τὰ δάση διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα θὰ εἶναι ἄχρηστα. Δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον πολῖται, θὰ χρησιμοποιηθῇ δὲ μετὰ τόσας γενεάς, ἐὰν ὑπάρξωσι τοιαῦται. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ἂν εὑρίσκῃ αὐτὰς συμφώνους πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῶν δασῶν, νὰ παραγγείλῃ τὰ νόμιμα, διότι μὴ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπηρετοῦνται τὰ δάση, ὅταν ἡ ἀπαγόρευσις εἶναι γενική, διότι ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει ἄλλην κατάστασιν παράνομον, ἐμπρησμοὺς κλπ. Ἵνα λοιπὸν ἀποφύγωμεν πάντα ταῦτα καὶ προστατεύσωμεν τὰ δάση, εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύηται τὸ μέρος ἑνὸς τόπου καὶ οὐχὶ τὸ ὅλον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τοὺς κατοίκους ἐκείνους θὰ ἔχωμεν φορολογουμένους καὶ τὰ δάση θὰ προστατεύσωμεν.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μήπως δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε περὶ ποίας ἀκριβῶς θέσεως πρόκειται;
§30Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅλη ἡ Βυτίνα καὶ ὅλα τὰ μέρη εἶναι ἀπηγορευμένα.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἦσαν δάση;
§32Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Ἡμεῖς τὰ δάση ἐκεῖνα ἐφυλάξαμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κ. Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε ἐντολὴν νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς καὶ ὁ λόγος τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι, ἂν ἀπηγορεύθησαν αἱ βοσκαὶ εἰς ἰδιοκτήτους ἀγρούς, βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο, καὶ θὰ διατάξω τὴν ἄρσιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ.
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ μέρη τοῦ νομοῦ, κ. Ὑπουργέ, ἔχουσιν ἀποκλεισθῆ διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀπαγορεύσεως. Ἕκαστος ἀγροφύλαξ κάμνει ὅ,τι θέλει.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Β. Πουλιάσης, ὅπως καταθέσῃ ἔκθεσιν ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§36Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν νὰ ὑποβάλω εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ συνδέσμου τῶν ἐν Πειραιεῖ Γαλαξειδιωτῶν τῶν πραγματευομένων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν ἐν Παρισίοις διαμένοντα Κ. Σάθαν. Ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάσασα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς, φρονεῖ ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ὀφείλεται φόρος εὐγνωμοσύνης ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἡμῶν πρὸς τὸν Κ. Σάθαν καὶ πρέπει νὰ πληρωθῇ. Ὁ Κ. Σάθας μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν του μετέβη εἰς Εὐρώπην ἔχων ὡς μόνον ὄνειρον καὶ ὡς μόνον ζῆλον καὶ πόθον πῶς νὰ φέρῃ εἰς φῶς καλλίτερον τὴν μεσαιωνικὴν Ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ὅτι καὶ κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς ἐκείνους χρόνους ἡ Ἑλλὰς κατεῖχε τὰ σκῆπτρα τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ Σάθας ἐν Εὐρώπῃ εὑρισκόμενος, ἐν Βενετίᾳ, Παρισίοις κλπ., κατεγίνετο εἰς μελέτας καὶ ἐρεύνας τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεσαίωνος. Ἠρεύνησεν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ χειρόγραφα τῶν Βιβλιοθηκῶν καὶ τῶν Ἀρχείων τῆς Δύσεως, μελετήσας ὅλα τὰ σπουδαιότατα ἱστορικὰ ἔγγραφα τὰ ἐπιχύνοντα φῶς εἰς τὰς σκοτεινὰς ἡμέρας τοῦ ἐθνικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Κωνστ. Σάθας διὰ τῆς ὑπερόχου αὐτοῦ ἰδιοφυΐας, τῆς ἀφαντάστου καὶ σιδηρᾶς ἐπιμονῆς, φιλοπονίας καὶ ἐργατικότητός του κατώρθωσε νὰ συγγράψῃ καὶ ἐκδώσῃ τόμους ὁλοκλήρους τῆς μεσαιωνικῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, συνδέσῃ δὲ τὴν Ἱστορίαν ταύτην μετὰ τῆς ἀρχαίας καὶ νεωτέρας τοιαύτης. Τὰ συγγράμματα τοῦ κ. Σάθα προυκάλεσαν καὶ προκαλοῦσι τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν συγκίνησιν ὅλου τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου, εἶναι δὲ πολλὰ τὸν ἀριθμόν, ὡς καὶ θέλετε ἴδει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Ἰδού τινα ἐξ αὐτῶν. Τῷ 1865. Ἱστορία τοῦ Βασιλέως τῆς Νάξου καὶ τῶν Κυκλάδων Ἰωσὴφ Νάξου. Τῷ 1868. Νεοελληνικὴ φιλολογία εἰς τόμους 2, ἡ ὁποία καὶ ἐβραβεύθη. Νεοελληνικὰ Ἀνέκδοτα εἰς τόμους 2. Τῷ 1869. Ἡ Τουρκοκρατουμένη Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1453–1821. Τῷ 1880 ἐδημοσίευσε τὸ Documents inédits relatifs à l'Histoire de la Grèce au moyen âge εἰς 8 τόμους, ἐν Παρισίοις, ὅπου καὶ ἀπεθαυμάσθη. Ἐπίσης ἐξέδωκε διαφόρους διατριβὰς καὶ ἀνέκδοτα εἰς τὰ περιοδικὰ «Χρυσαλλίδα» καὶ «Ἑστίαν». Τοιοῦτος, κ. Βουλευταί, ἐν ὀλίγοις ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, ὅστις ἀφιέρωσε καὶ ἔφθειρεν ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτοῦ πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, εἰς τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῆς μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Τὴν ἐξέχουσαν αὐτὴν Ἑλληνικὴν προσωπικότητα, τὸν μέγαν αὐτὸν ἐρευνητὴν τοῦ Μεσαίωνος, τὸν σοφὸν αὐτὸν καθηγητὴν εὑρισκόμενον εἰς τὸ τέρμα τοῦ βίου του καὶ στερούμενον τῶν πάντων καλεῖται ἡ πατρὶς αὐτοῦ νὰ συνδράμῃ καὶ βοηθήσῃ. Ταῦτα πάντα ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ μηνιαίαν σύνταξιν τοὐλάχιστον 250 δραχμῶν.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὀλίγα.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντάξιον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους διὰ τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τοῦ ἀνδρός. Πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ ποσὸν 500 δραχμῶν.
§39Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὁμοίου βοηθήματος διὰ τὸν κ. Παναγῆν Λιβαδᾶν. Οὗτος εἶναι υἱὸς τοῦ Γερασίμου Λιβαδᾶ καταναλώσαντος τὸν βίον καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1821. Ὁ πλούσιος οἶκος τοῦ Γερασίμου Λιβαδᾶ ἦτο τὸ καταφύγιον τῶν ὁπλαρχηγῶν κατὰ τῷ 1821, ἡ δὲ περιουσία αὐτοῦ διετέθη ἅπασα πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων καὶ προμήθειαν πολεμεφοδίων κατὰ τῷ 1821. Ἐκ τούτου ἐπῆλθε τὸ οἰκογενειακὸν οἰκονομικὸν ναυάγιον, τοῦ ὁποίου πλήρως ἀναπαριστᾷ τὴν εἰκόνα ἡ οἰκονομικὴ ἀθλιότης τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Παναγῆ. Διὰ τοῦτο λαμβάνει τὴν τιμὴν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ μηνιαῖον βοήθημα ἐξ 150 δραχμῶν. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνα μέτρα ἔλαβε τὸ Δημόσιον πρὸς προστασίαν καὶ ἐξασφάλισιν τῶν ἀγρῶν τοῦ Γεωργίου Γεωργούση καὶ ἄλλων κατοίκων Σουβάλας τῆς Ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ὧν ἀπειλεῖται ἡ ὁλοσχερὴς καταστροφὴ ἐκ τῆς κατασκευασθείσης γεφύρας ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Παρνασσίδος ἐπὶ τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ Σουβάλας εἰς Ἀγόριανην».
§41Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ ἐξετάσῃ καὶ αὐτό;
§42ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχον τοιούτου πράγματος.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰ πολίτου παραπονουμένου. Θὰ σᾶς φέρω καὶ τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ὑποβολῆς.
§44Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§46Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι κατὰ τὸ ἄρθρον 53.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὅτι «ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἡ ὑποβαλλομένη κατὰ δεκαπενθήμερον ἐγγράφεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων τὴν ἀμέσως ἑπομένην τῇ ὑποβολῇ ἡμέραν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον». Ὥστε αὔριον δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§48Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔγινε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτω πρέπει νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Οἰκονομικοῦ κλάδου καὶ ἰδίᾳ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, 2) περὶ βελτιώσεως τοῦ Γεωμετρικοῦ κλάδου καὶ αὐξήσεως αὐτοῦ».
§50Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπήντησα ὅτι σκεπτόμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα.
§51Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ποῦ ἠκούσθη ὁ προϊστάμενος νὰ λαμβάνῃ 300 δραχμὰς μηνιαίως, οἱ δὲ ὑφιστάμενοι 1500 καὶ 2000; Οἱ Τμηματάρχαι λαμβάνουσι 300 δρ., οἱ δὲ Τελῶναι πρώτης τάξεως 1500 δραχμάς, καίτοι οἱ τμηματάρχαι ἔχουσι πληθώραν ἐργασίας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰω. Μπρισιμιτζάκης καὶ Β. Κυρέλλος «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διατί ἡ Ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἐν Σχηματαρίῳ, ἔνθα γίνονται αἱ διασταυρώσεις τῶν τραίνων καὶ ἐπιβιβάσεις καὶ ἀποβιβάσεις τῶν μεταλλασσόντων τραῖνον ἐπιβατῶν, δὲν ἀνήγειρεν εἰσέτι ἓν ὑπόστεγον ἀπαραίτητον, ὅπως ὑπ’ αὐτό, ἰδίως τὸν χειμῶνα, ἀναμένωσιν οἱ ἐπιβάται τὰ τραῖνα ἅτινα συχνότατα καθυστεροῦσι, καὶ οὕτως ἐν πλήρει ὑπαίθρῳ διέρχονται τὰς ὥρας τῆς ἀναμονῆς ὑπὸ βροχὴν καὶ χιόνα, οὐκ ὀλίγον ὑποφέροντες, καὶ 2) ἐνῷ τὸ Σχηματάρι εἶναι κεντρικώτατος σταθμὸς καὶ τόσαι διασταυρώσεις συρμῶν γίνονται, κατὰ τὰς νύκτας δὲν φωτίζεται δι’ ἀναλόγων φανῶν οὕτως ὥστε μεγάλως κινδυνεύουσιν οἱ ἐπιβάται. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ τῆς ἐλλείψεως φωτισμοῦ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀφίξεως τῶν τραίνων κατεκρημνίσθη εἷς εὔζωνος, ταυτοχρόνως δὲ καὶ αὐτὸς ὁ σιδηροδρομικὸς σταθμάρχης. Πρὸς διόρθωσιν τῶν ἄνω ἐγκληματικῶν ἀτόπων τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τῆς εἰρημένης Ἑταιρείας;».
§53Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὸ Σχηματάρι εἶναι σταθμὸς κεντρικὸς εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ διασταυρώσεις τῶν συρμῶν οἵτινες βαίνουσιν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν καὶ τἀνάπαλιν, καὶ ἀπὸ Χαλκίδος εἰς Ἀθήνας καὶ ἀντιστρόφως. Ὁ σταθμὸς οὗτος ὅμως στερεῖται ἑνὸς ὑποστέγου ὅπως οἱ ἐπιβάται οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν πολλάκις ἀναμένουσι, κατὰ τὸ πλεῖστον λόγῳ καθυστερήσεων, ἀποφεύγουσι τό τε ψῦχος καὶ τὰς βροχὰς κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ τὸν ἥλιον κατὰ τὸ θέρος. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας πλημμελέστατα φωτίζεται ὁ εἰρημένος σταθμός, οὕτως ὥστε προχθὲς συνέβη δυστύχημα εἰς ἀπολυθέντα στρατιώτην ἐπανακάμπτοντα εἰς τὴν ἑστίαν του, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν σταθμάρχην. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ μέριμναν ὅπως ἀνεγερθῇ κατάλληλον περίπτερον.
§54Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ διεβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὸν τύπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα καὶ διέταξε τὰ δέοντα, ὅπως κατασκευάσῃ ἡ ἑταιρεία τὸ ὑπόστεγον. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνην ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μέχρι τοῦδε τὰ πάνδεινα ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῆς στοιχειώδους, τῆς ἐγκληματικῆς, τῆς ἀσυγχωρήτου.
§55ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἀπησχόλησεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη τὸ Ὑπουργεῖον μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἄλλων προκατόχων μου. Ἀτυχῶς, ὅτε ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, ἐζήτησε παρὰ τῆς ἑταιρείας νὰ κατασκευάσῃ ὑπόστεγον τόσον ἐν Σχηματαρίῳ ὅσον καὶ ἐν Λιανοκλαδίῳ, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἐγκριθέντα διαγράμματα τῶν σταθμῶν δὲν περιλαμβάνουσι τοιαῦτα ὑπόστεγα, δὲν ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν τοιούτων. Πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τῶν σταθμῶν καὶ ἡ δαπάνη βαρύνει τὸ Δημόσιον. Ἡ ἀμφισβήτησις ἐξηκολούθησεν ἐπὶ πολὺ καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Ἀλλ’ ἤδη λαμβάνεται πρόνοια καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ἄλλους σταθμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην ὑποστέγων. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, ἤδη καί τινας ἀπαντήσεις εἰς ἐρωτήματα διαφόρων συναδέλφων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς εἶχεν ἐρωτήσει περὶ τῆς ὁδοῦ Λεχαινῶν. Ἔχω ἔγγραφον ἀπάντησιν περὶ τῆς ληφθείσης μερίμνης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἣν καὶ καταθέτω, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. συνάδελφος εἶχε ζητήσει πληροφορίας περὶ τῆς τύχης τοῦ ποσοῦ τῶν 25,000 δραχ., δι’ ὧν ἐζητήθη βοήθημα ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν. Παρέχω καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην ἔγγραφον τὴν ἀναγκαίαν πληροφορίαν. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. συνάδελφος εἶχεν ἐρωτήσει νὰ μάθῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὁ δῆμος Πατρέων ὑστέρησεν εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν σωματείων. Παρέχω ἐπίσης καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔγγραφον τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν καὶ εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ν. Συριοπούλου μετὰ προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ δήμου Λετρίνων, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Χατζηγιάννη ζητήσαντος νὰ κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος διὰ τὴν σύνταξίν τινος τέως ταχυδρομικοῦ διανομέως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Π. Ἀλεξάκης καὶ Π. Σπυράκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί δὲν διετάχθη ὁ ταμίας Κυνουρίας νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐπιταχθέντων ζώων τῶν δικαιούχων τῶν δήμων Λιμναίων καὶ Μαριοῦ».
§57Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καίτοι πανταχοῦ διετάχθη, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ πληρωμὴ τῶν ἐπιταχθέντων ζώων, μοὶ γράφουσιν ἐκ Κυνουρίας παραπονούμενοι ὅτι ὁ ἁρμόδιος ταμίας εἰς τοὺς προσερχομένους πρὸς αὐτὸν ἀπαντᾷ στερεοτύπως ὅτι «στερεῖται χρημάτων». Ἤδη μάλιστα, ὅτε ἀπεστρατεύθησαν καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς οἰκίας των οἱ ἄνθρωποι, ἔχουσιν ἀνάγκην ἑνὸς ζώου, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ διὰ τὸ μεμακρυσμένον ἐκεῖνο μέρος τῆς Κυνουρίας καὶ νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν πληρωμήν, ἀλλὰ πρὶν τὸν διατάξητε νὰ στείλητε πρὸς αὐτὸν χρήματα. Μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἔχουσι σταλῆ χρήματα ἀλλὰ δυστυχῶς εἶχον ἐπιστολὴν ἐκεῖθεν καὶ μὲ βεβαιοῦσιν ὅτι ὁ ταμίας δὲν πληρώνει, διότι δὲν ἔχει χρήματα.
§58Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐστάλη διαταγὴ εἰς τὸν ταμίαν καὶ χρήματα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ταμεῖον δὲν εἶχεν ἐπαρκὲς ποσὸν διὰ τὴν πληρωμήν· ὑποθέτω ὅμως ὅτι νῦν κατόπιν τῆς ἀποστολῆς χρημάτων τὰ παράπονα θὰ ἀρθῶσι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Θ. Βελλιανίτης «ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τῶν δικαιουμένων, λόγῳ τῆς κατακρατήσεως τῶν κτηνῶν τί σκοπεύει νὰ πράξῃ».
§60ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μόνον δύο μηνῶν τόκους δικαιοῦνται νὰ λάβωσι, διότι τότε ἐνομίζομεν ὅτι δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ μακρὸν ἡ ἐπίταξις.
§61Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον γίνῃ ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας.
§62Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους κ. Βουλευτὰς ὅτι ἀπεστάλησαν ἤδη καὶ διαταγαὶ καὶ χρήματα εἰς τοὺς διαφόρους ταμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξ ἐπιτάξεως ὀφειλῶν.
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος;
§64Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Καθιστῶ ὅμως τοῦτο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος πληρωμὴ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων. Ὀφείλονται εἰσέτι ἐξ ἐπιτάξεων κτηνῶν, ὀχημάτων κλπ. 17.500.000 περίπου, ἐκτὸς τῶν 10.000.000 τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν, καὶ εἶναι πιθανὸν ἐκ τῆς μὴ ἀμέσου πληρωμῆς νὰ ἐγερθῶσι παράπονά τινα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα σὺν τῷ χρόνῳ θὰ πληρωθῶσιν. Ἤδη ἐστάλησαν περὶ τὰ 2.000.000 εἰς διαφόρους ταμίας, διὰ νὰ ἀρχίσῃ βαθμηδὸν ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξ ἐπιτάξεως ὀφειλῶν.
§65Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνεκάλει καὶ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν· εἶναι τὰ μάλιστα ἐπικίνδυνον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξεν. Εἰς τίνας θὰ πληρωθῶσι τὰ σταλέντα; Θὰ πληρωθῶσι, κ. Ὑπουργέ, ῥουσφειολογικῶς, καὶ θὰ πληρωθῶσιν εἰς τοὺς εὐνοουμένους ἑκάστου ταμίου. Συλλογισθῆτε ὁποῖον κακὸν θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου. Οἱ διάφοροι μεσῖται καὶ φίλοι τοῦ ταμείου θὰ προσέρχωνται ὡς μεσῖται εἰς τοὺς δικαιούχους καὶ θὰ ζητῶσι μεσιτείαν, ἵνα προτιμηθῶσι καὶ πληρωθῶσι. Μὴ πρὸς Θεοῦ προβῆτε εἰς τοιοῦτόν τι, διότι θὰ γεννηθῇ τοιοῦτον σκάνδαλον καὶ τοιαύτη ἀπόγνωσις θὰ καταλάβῃ τὸν τόπον, ὥστε νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν θὰ μείνῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ηὐχαριστημένος.
§66Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν θὰ πληρωθῶσιν ὅλοι, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο ἡ πληρωμή. Μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἢ ἐν μιᾷ ἑβδομάδι, νὰ πληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Ἤρξατο ἡ πληρωμὴ καὶ δὲν θὰ διακοπῇ ποσῶς.
§67Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂν ὑπῆρχον τὰ χρήματα, θὰ ἐγίνοντο ὅλαι αἱ πληρωμαὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, διότι ἕκαστος ταμίας θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ 500 ἢ 1000 δικαιούχους. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχουσι, λάβετε, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί οἱ πεζοναῦται οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὴν Ἤπειρον δὲν ἔλαβον τὸν μισθὸν τοῦ ναύτου, ὡς οἱ ἄλλοι ναῦται οἱ κατὰ ξηρὰν ὑπηρετήσαντες».
§69Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κ. Σοκόλης ὡς καὶ ὁ κ. Βελλιανίτης δι’ ἑτέρας ἐρωτήσεως μὲ τὸ αὐτὸ περιεχόμενον μὲ ἐρωτῶσι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, διατί οἱ πεζοναῦται οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὴν Ἤπειρον δὲν λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τοῦ ναύτου. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τῳόντι ἐκράτησεν ἡ ἀρχή, ὅπως οἱ ναῦται οἱ ἀποσπασθέντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς ναῦται, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντες ὀργανικῶς εἰς τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εὗρον κρατοῦσαν καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν συμμερίζομαι ποσῶς. Ὁ νόμος, ὁ ἀποβλέπων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἁπλῶς μόνον λέγει ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δικαιοῦται νὰ θέση εἰς τὴν ἄμεσον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὡρισμένον ἀριθμὸν ναυτῶν τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἀποστείλει, ἀλλ’ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης δὲν συνάγεται ποσῶς ὅτι ἀλλάσσει ἡ ὀργανικὴ κατάστασις τῶν ναυτῶν. Οὐδεὶς ἑπομένως λόγος ὑπάρχει, ὅπως μὴ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ μισθοδοσία τοῦ ναύτου· ὡσαύτως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως στερηθῶσι καὶ τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων, τῶν ὁποίων ἀπολαύουσιν οἱ ναῦται δυνάμει ὡρισμένων νόμων. Ἑπομένως θὰ εἶναι μέλη τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου καὶ θ’ ἀπολαύσωσιν ὅλων τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ὁποίων ἀπολαύουσιν οἱ παθόντες ναῦται ἐν ὥρᾳ πολέμου.
§70Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ συνεπείᾳ ἀκριβῶς τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπέρχεται ἕτερον ζήτημα τυπικὸν μὲ παραβάσεις τῶν πεζοναυτῶν τοῦ 24ου Συντάγματος, διότι ἐδόθη πολὺ μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς παραβάσεις ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἀπὸ ἐκείνην ἥτις ἐδόθη εἰς παραβάσεις στρατιωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ εὑρίσκονται σήμερον προφυλακισμένοι περὶ τοὺς ἑβδομήκοντα πεζοναύτας εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ἀργυροκάστρου, καίτοι κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν οὗτοι δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι ναῦται καὶ ἑπομένως νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν δικιοδοσίαν τῶν Ναυτοδικείων. Ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐφιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ διατάξῃ εἴτε τὴν ἀπόλυσιν τῶν κρατουμένων πεζοναυτῶν εἴτε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου.
§71ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἰδίως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν ὀρθὴν λύσιν ὅτι δέον νὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν πεζοναυτῶν ὡς ναυτῶν, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σχετικὴν ἐνέργειάν του καὶ διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν ὅλων τῶν εἰς τὰς φυλακὰς εὑρισκομένων πεζοναυτῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καίτοι δὲν ἔπραξαν ἀπολύτως τίποτε, εὑρίσκονται ὅμως προφυλακισμένοι πρὸ τριῶν μηνῶν εἰς τὰς φυλακὰς Ἀργυροκάστρου.
§72Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν θὰ στερηθῶσιν οἱ ναῦται οὗτοι, οἱ τεθέντες ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν πλεονεκτημάτων καὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα κέκτηνται δυνάμει ὀργανικῶν νόμων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἐμὴ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ ἀντίληψις αὕτη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, προκειμένου καὶ περὶ παραπτωμάτων διαπραχθέντων κατὰ τὴν τοιαύτην αὐτῶν ὑπηρεσίαν, νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι διὰ ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Προηγεῖται ἐπερώτησις τοῦ κ. Ἰω. Μπακοπούλου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπουσιάζοντα.
§74Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα ἐπερώτησις εἶναι ἡ τοῦ κ. Π. Ἀλεξάκη.
§76Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὴ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ 1) περὶ ἐπισκευῆς τῆς πρὸ τριετίας καταρρευσάσης γεφύρας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κορώνης —Λογγᾶ, παρὰ τὸ χωρίον Καντιάνικα, καταστάσης ἀδιαβάτου ἔκτοτε, 2) περὶ προεκτάσεως τῆς ὁδοῦ Μεσσήνης– Πύλου ἀπὸ τῆς θέσεως Βελίκα μέχρι Πύλου ἀφ’ ἑνὸς καὶ Πεταλιδίου ἀφ’ ἑτέρου· ἄλλως περὶ ταχυτάτης κατασκευῆς γεφυρῶν ἐπὶ τῶν χειμάρρων Τζάνι, Καρυᾶς, Ῥιζομύλου, ἐν οἷς πολλοὶ μέχρι τοῦδε ἐπνίγησαν, ἐλλείψει γεφυρῶν».
§78ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν σύστασιν ταύτην.
§79Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πολὺ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην διότι ἡ ἐπαρχία Πυλίας εἶναι ἡ μόνη ἴσως ἐπαρχία τοῦ Κράτους ἡ ὁποία στερεῖται πάσης συγκοινωνίας. Ἀπὸ τῶν παλαιῶν ὁρίων, ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Μεσσήνης, καὶ ἀπὸ τῶν νέων ὁρίων, ἀπὸ Σόροβιτς μέχρι Μεσσήνης, δύναταί τις νὰ ταξιδεύσῃ ἐφ’ ἁμάξης. Πέρα τῆς Μεσσήνης δὲν ὑπάρχει ὁδός, δὲν ὑπάρχει γέφυρα καὶ ταλαιπωροῦνται καὶ πνίγονται οἱ ἄνθρωποι, ἰδίως κατὰ τὸν χειμῶνα. Εἶναι δίκαιον, ὅτε σκεπτόμεθα νὰ κάμωμεν δρόμους, συγκοινωνίας, σιδηροδρόμους κλπ. εἰς τὰς νέας χώρας, εἶναι δίκαιον, λέγω, προηγουμένως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν στοιχειωδῶν ἔργων συγκοινωνίας εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ὀγδοήκοντα ἐτῶν καταβάλλουσιν ἀδιαλείπτως φόρους καὶ στεροῦνται πάσης συγκοινωνίας.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐφαρμογὴν τῆς ἐκδοθείσης ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἐγκυκλίου, ἥτις μέχρι τοῦδε δὲν ἐξετελέσθη, ὅπως προτιμῶνται διὰ τὰς νέας χώρας οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς οἱ μὴ ἔχοντες οἰκογενείας». Εἶναι ἀπὼν καὶ διαγράφεται. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τίνα εἶναι τὰ αἴτια ἅτινα προυκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως».
§81Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς ἀπάντησιν σᾶς καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἵνα λάβητε γνῶσιν καὶ ὁμιλήσητε, ἂν θέλητε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§83Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, γνωσταὶ αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐλειτούργει ἡ Μέση Ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, καὶ πάντες ταύτας ἐγνωρίζομεν ἐκ τῆς πικρᾶς ἐκείνης πείρας τοῦ παρελθόντος. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εὑρίσκοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν δυσφορίᾳ, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πολλὴν κατέβαλλον μέριμναν καὶ προσπάθειαν καὶ πολὺν ζῆλον διὰ τὴν διατήρησιν τῆς θέσεώς των ἢ τὴν τοποθέτησιν ἢ τὴν προαγωγὴν ἀπὸ τὸν ζῆλον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ καταβάλλωσι διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὑψηλοῦ ὄντως καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Τόσον ἡ ἔλλειψις μονιμότητος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὅσον καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς προσηκούσης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπιβλέψεως ἐδικαιολόγουν τὴν τοιαύτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο οἱ λειτουργοὶ τότε τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἥτις κατάστασις παρατεινομένη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν κατέστη ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς κατέστη ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ πολιτειακὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ συνείδησις ἐξηγέρθη καὶ ἐξανέστη καὶ ἐπέβαλε πρὸ πάσης ἄλλης ἀποκεντρώσεως οἱουδήποτε κλάδου τῆς διοικήσεως τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, καὶ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1905 ὁ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ἐπιθεωρήσεως. Ὁ νόμος οὗτος ἀπετέλεσεν ὄντως σταθμὸν προόδου ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, διότι οὐ μόνον ἀπήλλαξε τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τῶν ποικίλων περιπετειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο, τῆς μεταθέσεως καὶ παύσεως, ἀπεξένωσεν αὐτοὺς ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐπήρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτοι εὑρίσκοντο, ἀλλ’ ἀπήλλαξεν αὐτοὺς καὶ τῆς φροντίδος, εἰς τὴν ὁποίαν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἠσχολοῦντο περὶ τοποθετήσεως καὶ διατηρήσεως αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἔτι πλέον δὲ ἐπέφερεν εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τὴν ψυχικὴν ἐκείνην γαλήνην, ἧς τόσον εἶχον ἀνάγκην αὐτοὶ διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἄσκησιν τοῦ ὑψηλοῦ ἔργου τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν νέων. Ἐξ ἄλλου δὲ ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ἔλεγχον ἤσκησεν ἐπὶ τῶν διδασκόντων καὶ ἐποδηγέτησε τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου των, ἀλλὰ καὶ μετέδωκεν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν ὅλα τὰ σημεῖα περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ καθίστα γνωστὰς εἰς τὴν διοίκησιν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα οὕτω τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ διορθώνῃ μὲν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζοντο ἐν τῇ Ἐκπαιδεύσει, τὸ δὲ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφαίνηται κατόπιν προηγουμένης βεβαιώσεως περὶ τῆς ποιότητος καὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, περὶ ἀπολύσεως τῶν ἀνικάνων, περὶ μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς τῶν ἱκανῶν. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγεν ὄντως πραγματικὴν διοίκησιν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, διοίκησιν ἥτις μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν ὑπῆρχεν, ὁ νόμος οὗτος ὁ ὁποῖος ἐπάταξε τὴν ἄκρατον αὐθαιρεσίαν τῶν διοικούντων καὶ ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε πραγματικὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἢ δὲν ὑπῆρχε παντάπασιν ἢ ἠσκεῖτο ἀτελῶς, ὁ νόμος οὗτος ἐχαιρετίσθη ἐνθουσιωδῶς καὶ παρὰ τῆς κοινωνίας καὶ παρὰ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, παρ’ ὧν μάλιστα ἐθεωρήθη καὶ ὡς ἀπολύτρωσις τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ὑφίσταντο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος, ὁ ͵ΓΣΙΑʹ τοῦ 1905, παρουσίασεν ἀτελείας τινὰς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, ἀτελείας τοιαύτας, ὥστε ἐχρειάσθη, ἵνα διατάξεις τινὲς αὐτοῦ μεταρρυθμισθῶσι καὶ βελτιωθῶσι καὶ ἐπηκολούθησε κατὰ τὸ 1910 ὁ νόμος ͵ΓΨΛΒʹ, ὁ ὁποῖος διώρθωσε πολλὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἰδίᾳ ἐν ἄρθρῳ 12 προσετέθη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δι’ ἀνεπάρκειαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἀπολυόμενοι λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπαναδιορισμοῦ αὐτῶν ἐσαεί, καθωρίσθη δὲ καὶ ἑτέρα διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους παραιτούμενοι λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναδιορισμοῦ αὐτῶν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους καθ’ ὃ παρῃτήθησαν. Ἐγένετο δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου ἀπόπειρα νὰ θεσπισθῇ καὶ ἑτέρα διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, διότι κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΣΙΑʹ τοῦ 1905 εἶχεν οὗτος τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως περὶ μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ συνεπῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διετηρήθη ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου. Τινὰς τῶν διατάξεων τῶν νόμων τούτων ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς παρεβίασε, τινὰς δ’ ἐκ τούτων παρηρμήνευσεν εἰς τρόπον ὥστε ἐξηνάγκασε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἰς παραίτησιν καὶ τοιουτοτρόπως ἔπαυσε λειτουργῶν ὁ ἀποκεντρωτικὸς ἐκεῖνος νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία τοσαύτας ἐλπίδας ἐστήριξαν. Ἂν δὲ πάντες, κύριοι Βουλευταί, μεμψιμοιροῦμεν κατὰ τῶν συμβουλίων καὶ ἀκούω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν μεμψιμοιρίας, ὡσανεὶ ἀνῆλθον τὸ βῆμα νὰ ὑπερασπίσω τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὡσανεὶ νὰ εἶχον ἐγὼ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπω ἐπὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἐν τούτοις τὰ συμβούλια εἶναι ἀναγκαῖα δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα. Ἂν δὲ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, ἀνῆλθον, διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ καλέσω ὑμᾶς, ἵνα εὐσυνειδήτως κρίνητε ἂν παρέβη καὶ τίνας ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ὑφισταμένου νόμου παρέβη· δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα ὑπερασπιστὴς καὶ συνήγορος τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἀνῆλθον διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀποκεντρωτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ἐλαμβάνοντο τοιαῦτα μέτρα ὑπὸ τῶν κυβερνώντων, ὁ ἀποκεντρωτικὸς αὐτὸς νόμος ἐθεωρήθη τοσοῦτον ἐπιτακτικός, ὥστε πρὸ ὀκταετίας ἐλήφθη μέτρον, ἵνα ἰσχύσῃ τελεία ἀποκέντρωσις ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, ἀποκέντρωσις ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἀποκέντρωσις ἡ ὁποία ἀρξαμένη ἀπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰσήχθη εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἀποκέντρωσις τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Συντάγματος καθιέρωσεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν ταύτην ἀνῆλθον ἐγὼ νὰ ὑπερασπίσω καὶ τοὺς νόμους τούτους τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς καὶ οὐχὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἂν τυχὸν ταῦτα δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, διότι ἐγὼ οὔτε εἶχον οὔτε ἔχω τοιοῦτον καθῆκον. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι Βουλευταί, τίνας ἐκ τῶν διατάξεων τῶν ὑφισταμένων νόμων παρέβη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ͵ΓΨΛʹ νόμου τοῦ 1905 αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ταύτας ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαῦται ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τινὲς μὲν ἐξετελέσθησαν μετὰ πάροδον μείζονος χρόνου τοῦ μηνός, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἄλλαι δὲ δὲν ἐξετελέσθησαν παντάπασι. Ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν μετὰ παρέλευσιν μηνός, ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς παραιτήσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ περὶ παύσεως τοῦ σχολάρχου Πύλου. 2) Ἡ περὶ παύσεως τοῦ διδασκάλου καλλιγραφίας τοῦ αʹ ἐν Ζακύνθῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου. 3) Ἡ περὶ παύσεως τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου τοῦ ἐν Τσιπιανοῖς Ἑλληνικοῦ σχολείου Ἀθαν. Χατζηγεωργίου». Αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις ἐξετελέσθησαν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ μηνός, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ἐκτελέσῃ. Ἄλλαι δ’ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐξετελέσθησαν παντάπασι. Τοιαῦται ἀποφάσεις εἶναι (ἀναγινώσκει)· «Αἱ περὶ παύσεως τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Α. Φιλδισάκου καὶ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Ἠλία Γεωργιάδου, οἵτινες ἀπελύθησαν δι’ ἀνεπάρκειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν», ἀνεπάρκειαν ἥτις κατὰ τὸν νόμον συνεπάγεται τὴν ἀνικανότητα πρὸς ἀναδιορισμὸν ἐσαεί.
§84ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Εἶναι αὐτὸς ὁ Γεωργιάδης, τοῦ ὁποίου ἐφονεύθησαν οἱ δύο ἀδελφοὶ εἰς τὸν πόλεμον;
§85Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πιθανὸν νὰ εἶναι αὐτὸς καὶ εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς, εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, διότι οἱ ἀδελφοί του ἐφονεύθησαν εἰς τὸν πόλεμον, εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλά, ὅταν εἶναι ἀνεπαρκὴς διδάσκαλος, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ ὡς τοιοῦτος καὶ ἠδύνατο ἡ Πολιτεία ἄλλως ν’ ἀμείψῃ αὐτόν.
§86Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί λέγετε σεῖς; Τὸν θεωρεῖτε ἀνεπαρκῆ πράγματι, ὅταν μάθητε ὅτι δύο ἀδελφοί του ἐφονεύθησαν εἰς τὸν πόλεμον καὶ αὐτὸς ἐτραυματίσθη;
§87Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο, βεβαίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ ᾐσθανόμην μεγάλην λύπην καὶ ὀδύνην, ὅτε θ’ ἀνελογιζόμην τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤθελον ἐκτελέσει τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ ὑπείκων εἰς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου θὰ ἐκαλούμην ἐκτελεστής. Ἀλλ’ ἂν διὰ τὸν Γεωργιάδην συνέτρεχον οἱ λόγοι οὗτοι πρὸ τῶν ὁποίων ἐκάμφθη ὁ κ. Ὑπουργός, διατί δὲν ἀπέλυσε τὸν Φιλδισάκον;
§88Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω οὔτε εἶμαι ἐγὼ ἀπολογητὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ ἐρωτῶ σᾶς.
§89Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ ᾐσθανόμην μεγάλην ὀδύνην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος προκειμένου περὶ ἀνθρώπου ὅστις προσέφερε τόσας ὑπηρεσίας. Ὁ Ἀριστείδης Φιλδισάκος, κύριοι Βουλευταί, ἀντὶ ν’ ἀπολυθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἐπέταξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁ νόμος, οὗτος ἐν γνώσει ὅτι ἐζητεῖτο ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ ἐδέχθη παραίτησιν αὐτοῦ καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν ταύτην τὸν διώρισε καὶ αὖθις ἑλληνοδιδάσκαλον εἰς ἄλλην θέσιν. Τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι Βουλευταί; Τοῦτο σημαίνει τελείαν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ΓϞΑʹ τοῦ 1905, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ΓΨΛΒʹ νόμου τοῦ 1910, τὸ ὁποῖον λέγει· «ἡ περὶ παύσεως δι’ ἀνεπάρκειαν ἀπόφασις συνεπάγεται καὶ τὴν ἐξαφάνισιν τῶν προσόντων τοῦ πειθαρχικῶς τιμωρηθέντος πρὸς διορισμὸν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως μὴ ἐπιτρεπομένου ἐσαεὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ τοῦ οὕτως ἀπολυομένου»· τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν καὶ τοῦ νόμου ΓϞΑʹ, καθ’ ὃν «ἡ ἐκτέλεσις τῆς περὶ παύσεως τοῦ λειτουργοῦ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀποφάσεως πρέπει νὰ γίνῃ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῆς». Αἱ ῥηταὶ αὗται καὶ σαφεῖς διατάξεις τοῦ νόμου παρέχουσιν ἡμῖν τὴν θετικὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελῇ ἐντὸς μηνός, ἐφ’ ὅσον δὲν καταλύεται ὁ νόμος οὗτος, τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἧς λάβῃ γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, καὶ ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ πειθαρχικῶς τιμωρηθέντος δὲν ἰσχύει νὰ ἄρῃ τὰς συνεπείας, ἃς συνεπάγεται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὰ προσόντα τοῦ ἀναδιορισμοῦ αὐτοῦ. Οὕτως ὤφειλεν, οὕτως εἶχε καθῆκον ἐπιτασσόμενον ὑπὸ τῶν νόμων νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ ἄλλας μὲν τῶν διατάξεων τῶν προμνησθέντων νόμων νὰ καταλύσῃ, ἄλλας δὲ νὰ παρερμηνεύσῃ, διότι θὰ ἦτο ἀπελπιστικὸν διὰ τὴν ὕπαρξιν εὐνομουμένης Πολιτείας, ὅταν αἱ κορυφαὶ τῆς Πολιτείας, οἱ Ὑπουργοί, καὶ Ὑπουργοὶ μάλιστα τῆς περιωπῆς καὶ τῆς νομομαθείας τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καταλύουσιν οὕτω καταφώρως διατάξεις ὑφισταμένων νόμων, ὥστε νὰ δέχωνται παραιτήσεις διδασκάλων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀπολυομένων ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δι’ ἀνεπάρκειαν, ὅτε ῥητῶς ὁ νόμος κελεύει ὅτι οἱ ἀπολυόμενοι ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ στεροῦνται τοῦ δικαιώματος ν’ ἀναδιορισθῶσι, καὶ ν’ ἀναδιορίζωσιν αὐτοὺς μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι αἱ παραιτήσεις αὐτῶν αἴρουσι τὰς συνεπείας τῆς ἀπολύσεως τῶν πειθαρχικῶς τιμωρηθέντων. Εἶδον ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐκθέτει τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ διδασκάλου Γεωργιάδου, ἀλλ’ ἐδέχθη τὴν παραίτησιν αὐτοῦ καὶ ἔκαμεν ἐπαναδιορισμόν. Ἐκθέτει ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶχε διὰ τὸν ἐπαναδιορισμὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ διδασκάλου Γεωργιάδου, τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τὸν Μακεδονικὸν σύλλογον, εἶναι στοιχεῖα ὑπέρτερα μιᾶς στενῆς ἐκθέσεως ἐπιθεωρητοῦ, ὁ ὁποῖος ἐζήτει τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλέγω, λόγοι ἐθνικοὶ ἐπέβαλλον νὰ μὴ στερηθῇ τοῦ ἄρτου αὐτοῦ ὁ Γεωργιάδης, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως σφίγγων τὴν καρδίαν αὑτοῦ, διότι ὄντως θὰ ᾐσθάνετο ὀδύνην καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπελύετο ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος τοσαύτας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, θὰ ἠδύνατο, λέγω, νὰ τὸν ἀπολύσῃ, ἀλλὰ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅστις ἔδωκεν εἰς αὐτὸν πληροφορίας περὶ τῆς ἐθνικῆς δράσεως τοῦ ἀνθρώπου τούτου, νὰ τῷ δώσῃ ἓν ἐπίδομα μέγα ἢ μικρὸν ἐκ τοῦ κονδυλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ μὴ στερηθῇ βεβαίως τοῦ ἄρτου αὐτοῦ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὄντως, δὲν θέλω δὲ ν’ ἀμφισβητήσω τοῦτο, ἐξόχους ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἂν λόγοι τοιοῦτοι ἐθνικοὶ ἐπέβαλλον τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ Γεωργιάδου καὶ τὸν ἀναδιορισμὸν αὐτοῦ, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ποῖοι λόγοι ἐθνικοὶ ἐπέβαλλον τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ Φιλδισάκου, ἑτέρου δημοδιδασκάλου, καὶ τὸν ἀναδιορισμὸν αὐτοῦ; Διότι οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδω ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην καὶ δι’ αὐτὸ πρὶν ἢ ἄρξωμαι τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ ἐμοῦ, διὰ νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνάγκασαν νὰ δεχθῇ καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ Φιλδισάκου καὶ προβῇ εἰς τὸν ἐπαναδιορισμὸν αὐτοῦ, ἀφοῦ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐστερήθη τῶν προσόντων τοῦ ἀναδιορισμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον σᾶς ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ παῦσις τοῦ ἐν Βραχατίῳ διδασκάλου Καλογεροπούλου ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς ὑμᾶς ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῇ 24 Ἰουνίου 1913;
§90Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν τὴν ἐξετέλεσα;
§91Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν ἐξετελέσατε προχθές, ἀλλ’ ὅτε ἐπηρώτων ὑμᾶς διὰ ποίους λόγους παρὰ τὸν νόμον δὲν ἐξετελέσατε ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἀπολύσεως λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῆ· δὲν εἴχετε λοιπὸν ἐκτελέσει μέχρι προχθὲς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τὴν κατὰ Καλογεροπούλου, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε, οὗτος ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν αὐτοῦ πρὸ μηνῶν ὁλοκλήρων μεταβὰς εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἐνῷ τὸ ἐγνωρίζετε καὶ εἴχετε συμπληρώσει τὴν θέσιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου διδασκάλου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέτυχεν οὗτος, ὁ Καλογερόπουλος, ἵνα μέχρι τῆς προχθὲς ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1913 παραμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ λογίζηται ὁ χρόνος καθ’ ὃν ἀπουσίαζεν ὡς χρόνος ὑπηρεσίας. Δικαιολογεῖται, κύριοι Βουλευταί, ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ἐν τῷ φακέλῳ κατατεθὲν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων περὶ ἀπολύσεως τοῦ σχολάρχου Πύλου καὶ τοῦ διδασκάλου τῆς καλλιγραφίας τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου, διότι λέγει ὅτι πληθὺς ἐγγράφων διαβιβάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καθ’ ἑκάστην καὶ ὁ μηχανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ ἐκτελῇ, ἂν τυχὸν ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἀποφάσεις ἀπολύσεως διδασκάλων ἐντὸς τοῦ νομίμου χρόνου, καὶ διότι πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶχον κληθῆ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὡς ἐπίστρατοι, καὶ ἐπιπλέον διότι τὰς ἡμέρας ἐκείνας καθ’ ἃς συνέπιπτεν ἡ ἀπόλυσις τῶν διδασκάλων συνέπιπτε καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου. Ἀλλά, ἂν ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· διατί ἐπὶ ὀκτὼ ὅλους μῆνας ἡ ἀπόφασις περὶ παύσεως τοῦ διδασκάλου Χατζηγεωργίου δὲν ἐξετελεῖτο; Καὶ ἐπανερωτῶ καὶ πάλιν αὐτόν· διατί μέχρι τῆς προχθὲς δὲν ἐδημοσιεύετο ἡ ἀπόφασις περὶ ἀπολύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Καλογεροπούλου; Δὲν ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσει εἰς τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀπολύσεως τῶν ἄλλων διδασκάλων. Οὕτω, κ. Βουλευταί, ἀποδεικνύεται καταφανῶς ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διότι οὔτε ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν, ἀπέλυσε τοὺς διδασκάλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ συμβούλιον ἔκρινεν ἀπολυτέους ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ τῶν διδασκάλων Φιλδισάκου καὶ Γεωργιάδου παντάπασι δὲν ἐξετέλεσεν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ μία παράβασις τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κληθεὶς νὰ διευθύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἐνήργησεν. Ἀλλὰ πλὴν ταύτης καὶ ἑτέρα παράβασις, ἂν ὄχι ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως ἐγένετο τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΓΨΛΒʹ νόμου τοῦ 1910, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παραιτούμενοι διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους τῆς θέσεως αὐτῶν δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐπαναδιορισθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους ὁλοκλήρου ἀπὸ τῆς παραιτήσεως αὐτῶν. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐπίτηδες πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀτελείας τοῦ ͵ΓΣΙΑʹ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον καθίστατο δυνατὴ ἡ μετάθεσις ἢ προαγωγὴ διδασκάλου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἄνευ οἱασδήποτε γνώμης τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, μελετῶν τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν καὶ μελετῶν τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει διὰ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους τούτους οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐφηρμόζοντο εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ μάλιστα εὔφημον μνείαν αὐτῶν ἐποιήσατο ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς εἰσηγήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1910 καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπονται παραίτησις καὶ ἀναδιορισμὸς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, εἶχε σκοπὸν νὰ προλάβῃ μεταθέσεις καὶ προαγωγὰς ἀθρόας, τὰς ὁποίας θὰ ἔκαμνεν ὁ ἴδιος Ὑπουργός, ἴσως μάλιστα ἐνοχλούμενος καὶ πιεζόμενος, ὑφιστάμενος παντοδαπὰς ἐπηρείας καὶ προστριβάς, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων καὶ διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐτίθετο ἡ διάταξις καθ’ ἣν θὰ ἐστεροῦντο τοῦ δικαιώματος οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ αὐτῶν διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Καὶ λέγει μὲν τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δὲν εἶναι αὕτη. Ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὅτε ἔλεγεν ὅτι διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους δὲν ἐπιτρέπεται παραίτησις καὶ ἀναδιορισμὸς εἰς τὴν αὐτὴν ἢ ἀνωτέραν θέσιν, εἶναι ὅτι ὁ διδάσκαλος ὄχι μόνον διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς παραιτούμενος δὲν ἐπαναδιορίζεται, παρὰ μόνον μετὰ ἓν ἔτος ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους τῆς παραιτήσεως. Ὄτε δὲ τοῦτον ὁ νομοθέτης τὸν σκοπὸν προέθετο, ὅστις ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, ἀποκομίζει τις πλέον σαφὲς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθεὶς παραιτήσεις λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπαναδιορίσας αὐτοὺς μετά τινας ἡμέρας εἰς τὰς αὐτὰς ἢ ἀνωτέρας θέσεις προδήλως παρεβίασε καὶ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου. Διότι, ἐὰν ἄλλη ἦτο ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου, τότε βεβαίως θὰ κατήργει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην γνωματεύσεως περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς, καθόσον, ἂν διαρκουσῶν τῶν διακοπῶν ὑπέβαλλον παραίτησιν ὅλοι οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐχορηγεῖτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ αὐτοὺς μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, βεβαίως τότε θὰ κατελύετο ὁ νόμος περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαῦται, κύριοι Βουλευταί, παραιτήσεις λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ ἐπαναδιωρίσθησαν ἄλλοι μὲν μετὰ δύο ἡμέρας, ἄλλοι δὲ μετὰ περισσοτέρας ἡμέρας, ἀναφέρονται ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς παραιτήσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα αὐτῶν πρὸς ὑμᾶς, διὰ νὰ κρίνητε ἂν ἀνάγκαι ἐκπαιδευτικαί, ἀναπόδραστοι, ἐπέβαλον τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνέργειαν τοῦ νὰ δεχθῇ παραιτήσεις καὶ ἐπαναδιορισμοὺς ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τοιοῦτοι διορισθέντες ἢ προαχθέντες εἶναι ὁ Γ. Τζαμαλούκας τοῦ ἐν Χαλκίδι, ὁ Ν. Γαρδίκης τοῦ ἐν Λαμίᾳ Γυμνασίου οἵτινες διωρίσθησαν ἐν Ἀθήναις.
§92Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ Τζαμαλούκας εἶναι ἄριστος.
§93Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ὁ Γαρδίκης εἶναι ἄριστος, ἀλλ’ ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ κομματικὴ δύναμις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν Φθιώτιδι, διότι ὁ Γαρδίκης εἶναι φίλος πολιτικὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§94Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Φωνάζει καλυπτόμενος ὑπὸ κωδωνοκρουσιῶν.)
§95Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ μόνον.
§96Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγωνίζεσθε νὰ παραδώσητε χειροπόδαρα τὸν διδασκαλικὸν κόσμον...
§97Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει τοιαύτην πρόθεσιν· ἀγωνίζομαι μόνον καὶ μόνον ὑπὲρ τῶν νόμων.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διώριζε πᾶν εἶδος αἰσχρότητας εἶναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ βάλωσιν εἰς τὴν θέσιν του.
§99Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (Φωνάζει μὴ ἀκουόμενος λόγῳ τῶν κωδωνοκρουσιῶν). Νὰ ὁρισθῇ, ἂν θέλητε, ἡμέρα εἰδική, καθ’ ἣν θὰ ἐγγραφῶμεν ὅλοι ὅσοι νομίζομεν ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν, διὰ νὰ δείξωμεν τίνας ὑπηρεσίας προσέφερε τὸ συμβούλιον εἰς τὸν τόπον ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεσθε ὑμεῖς.
§100Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀμύνομαι ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἐπαναλαμβάνω, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ συμβουλίου.
§101ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν, κ. Πρόεδρε, διότι δὲν γίνεται συζήτησις περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ περὶ ὡρισμένων παραβάσεων τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως (διαμαρτυρίαι δεξιόθεν).
§102Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ πρόκειται διὰ τοῦ ἐλέγχου τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸ συμβούλιον, ὅταν παρανομῇ, καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὰς ἀκολασίας τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου (χειροκροτήματα δεξιόθεν).
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καταλυτέον.
§104Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφοι, διότι, ἐὰν ὑπῆρχον ὑπερβασίαι τοιαῦται τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ προσαχθέντος φακέλου, θὰ κατηγγέλλοντο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοιαύτας ὑπερβάσεις οὐδαμοῦ ἀνευρίσκω ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχω νὰ ὑπερασπίσω τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην σας, ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως κριθῇ τὸ συμβούλιον καταλυτέον. Ἀλλὰ ὑποστηρίζω καὶ διακηρύττω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Ὑπουργοὺς νὰ παραβιάζωσι τὸν νόμον, ἐφ’ ὅσον οὗτος ὑφίσταται καὶ δὲν κατηργήθη (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
§105Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Βουλή. Θὰ συζητήσωμεν ἢ θὰ διαπληκτισθῶμεν; Νὰ μᾶς τὸ δηλώσωσιν. Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πρέπει νὰ εἶναι σεβαστότεροι ἀπὸ τοὺς κυβερνητικούς.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε παράπονον.
§107Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μέγα παράπονον. Ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις ἢ ἂν δὲν θὰ γίνῃ νὰ τὸ γνωρίζωμεν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρήσατε, κύριε Βουλευτά, καὶ μὴ ἀποτείνεσθε πρὸς Βουλευτάς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν.
§109Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§110Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν παρερμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου προελθὼν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς προυκάλεσεν ἀποδοχὰς παραιτήσεως καὶ ἀναδιορισμοὺς καθηγητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ παρελθὸν σχολικὸν ἔτος, ἐνῷ, κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ὅτου ἴσχυσεν ὁ νόμος τοῦ 1910, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο παραίτησις καὶ ἀναδιορισμὸς λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἴσχυσε καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τοιαῦται παραιτήσεις, τοιαῦται ἀποδοχαὶ παραιτήσεων καὶ ἐπαναδιορισμοὶ μετὰ τριήμερον ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐγένοντο.
§111Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἐδιάβασες καλά.
§112Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἄριστα ἀνέγνωσα τὰ ἔγγραφα· τοιαῦται παραιτήσεις δὲν ἐγένοντο, διότι δὲν βλέπω τοιοῦτόν τι ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς ἐγγράφοις τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ὅτι διὰ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συζητῶ. Τοιαῦται λοιπόν, ἐπαναλέγω, παραιτήσεις δὲν ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ παρόντος ἔτους κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Καὶ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτε διεκόπην παρ’ ὅλων, ὅτι παρῃτήθησαν ὁ Τζαμαλούκας καθηγητὴς τοῦ ἐν Χαλκίδι Γυμνασίου καὶ ὁ Γαρδίκης τοῦ ἐν Λαμίᾳ Γυμνασίου καὶ ἀναδιωρίσθησαν μετά τινας ἡμέρας εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις Γυμνάσια, ὅτι παρῃτήθη ἐπίσης ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος τοῦ ἐν Τρικκάλοις Ἑλληνικοῦ σχολείου Εὐαγγελίδης καὶ ἀναδιωρίσθη ὡς καθηγητὴς τοῦ ἐν Λαμίᾳ Γυμνασίου. Πρέπει νὰ σημειώσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Εὐαγγελίδης ἦτο καθηγητὴς τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Λυκείου Χατζηχρήστου, ὅπου ἔλαβον χώραν αἱ γνωσταὶ πλαστογραφίαι τῶν ἀπολυτηρίων, καὶ ἐκεῖθεν, ἀφοῦ τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο ἔκλεισεν, ἦλθεν ἐδῶ, διωρίσθη Ἑλληνοδιδάσκαλος τοῦ ἐν Τρικκάλοις Γυμνασίου καὶ μετὰ τοῦτο ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου διωρίσθη καθηγητὴς εἰς τὸ ἐν Λαμίᾳ Γυμνάσιον. Ὁ σχολάρχης τοῦ ἐν Γυθείῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου Πατσουράκος ἀναδιωρίσθη παραιτηθεὶς εἰς τὸ ἐν Χαλκίδι Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ὁ Χρυσανθάκης ἑκουσίως παραιτηθεὶς ἀναδιωρίσθη εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις. Ὁ διδάσκαλος τοῦ ἐν Ἀγᾷ τῆς Φθιώτιδος Ἑλληνικοῦ σχολείου Χρῖστος Μόσχος παραιτηθεὶς ἀναδιωρίσθη ὡς σχολάρχης ἐν τῷ αὐτῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Σπερχειάδος ἱκέτευσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεταθέσῃ νέον ἀριστοῦχον διδάκτορα τοῦ Πανεπιστημίου εἰς Σπερχειάδα, ὁ ὁποῖος καὶ πλείστας ὅσας οἰκογενειακὰς ἀνάγκας εἶχε, πατέρα πενόμενον, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἐκεῖ κενὴ θέσις, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, φαίνεται, ἔκρινε τοῦ ἀριστούχου τούτου διδασκάλου προτιμότερον τὸν Μόσχον, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω τὴν ἱκανότητα τὴν ἐκπαιδευτικὴν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐκτιμήσω.
§113Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσητε νὰ τὴν μάθητε.
§114Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἠρώτησα καὶ οὐδὲν ἔμαθον.
§115Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀριστοῦχος τῆς φιλολογίας.
§116Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀριστοῦχος τῆς φιλολογίας· δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα τοῦ Ἀναγνωστοπούλου. Καὶ οὗτος λοιπὸν διωρίσθη διδάσκαλος εἰς τὸ ἐν Ἀγᾷ τῆς Φθιώτιδος σχολεῖον. Ὁ διδάσκαλος Β. Ταγαρᾶς παραιτηθεὶς ἀναδιωρίσθη εἰς τὸ ἐν Λαγκαδίοις, τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ διὰ τὸν ἐν Μεσσήνῃ διδάσκαλον ὡς καὶ διὰ τὸν ἐν Μεθώνῃ. Ἐπίσης ὁ γυμναστὴς τοῦ ἐν Λαμίᾳ σχολείου Ἀποστολόπουλος παραιτηθεὶς ἀναδιωρίσθη εἰς τὸ ἐν Λαμίᾳ Γυμνάσιον. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ ἔτος ὁ διδάσκαλος Σ. Χιωτέλης παραιτηθεὶς ἀναδιωρίσθη εἰς τὸ ἐν Ἀμαρουσίῳ Ἑλληνικὸν σχολεῖον ὡς ὑπεράριθμος. Ὁ διδάσκαλος αὐτὸς εἶναι εἷς τῶν παλαιῶν ἑλληνοδιδασκάλων, εἶναι συγγενὴς τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γαμβρὸς ἐπ’ ἀδελφῇ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις καὶ τὸν ἀναδιώρισε πέριξ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὡς ὑπεράριθμον καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ ἐν τῷ κατατεθέντι ἐν τῷ φακέλῳ ἐγγράφῳ του ὅτι ἔπρεπε νὰ διορίσῃ εἰς τὸ ἐν Ἀμαρουσίῳ Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἕνα ὑπεράριθμον, διότι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἐκπαιδευτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ χωρίου τούτου καὶ τῶν πέριξ χωρίων καὶ ὅτι ταύτας τὰς ἐπλήρου ὁ Σ. Χιωτέλης, ὁ ὁποῖος κληθεὶς πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ μετὰ φοίτησιν ὡρισμένην ἐξετασθεὶς ἀπερρίφθη, μὴ λαβὼν πτυχίον παιδαγωγικῆς μορφώσεως. Ὁ διδάσκαλος αὐτὸς ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν πολλῶν μαθητῶν νὰ διορισθῇ ἐν Ἀμαρουσίῳ. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δικαιολογούμενος οὗτος διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπεραρίθμου τούτου διδασκάλου ἀντὶ πάσης ἄλλης δικαιολογίας μέμφεται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διότι καὶ αὐτὸ προέβη εἰς διορισμοὺς ὑπεραρίθμων διδασκάλων, καὶ τὸ συμβούλιον ἀπαντᾷ ὅτι οὐδέποτε προέβη εἰς τοποθετήσεις ὑπεραρίθμων διδασκάλων· τοὐναντίον μάλιστα. Ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν σχολικὸν ἔτος ἐπῆλθε συνεννόησις μεταξὺ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀπεφασίσθη νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ διδάσκαλοι κατὰ τρόπον ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ὑπεράριθμοι τοιοῦτοι, ἀλλὰ νὰ πληρῶνται αἱ ἀνάγκαι τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν διδασκάλων κατ’ ἀναλογίαν τοιαύτην ὥστε νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν αὐτοῖς ἀνὰ δύο φιλόλογοι καὶ ἀνὰ εἷς τῶν μαθηματικῶν ἢ ἄλλων εἰδικῶν μαθημάτων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ἐξετέλεσε τοῦτο, ἀλλ’ ἐτοποθέτησεν ἀλλαχοῦ μὲν ἕνα θεολόγον καὶ δύο φιλολόγους καὶ ἀλλαχοῦ δύο θεολόγους καὶ ἕνα φιλόλογον καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἐπετεύχθη ἡ εἰς τὰ σχολεῖα διανομὴ τοῦ προσωπικοῦ συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἀποφασισθέντα, ὁπότε καὶ μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ παρέχηται πλήρης ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τοὺς μαθητάς. Ἑτέρα παράβασις οὐχὶ τοιαύτη ἄμεσος τοῦ νόμου ἀλλ’ ἔμμεσος εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας οὐχὶ τῶν ἀποφάσεων περὶ ἀπολύσεως, ἀλλὰ τῆς ἀρνησικυρίας ὡς πρὸς τὴν γνώμην περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς, ὅταν λαμβάνῃ τοιαύτας ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰς εἰς ὁλόκληρον, ἐν εἰδικῇ περιστάσει, ἐνῷ ὑπῆρχε γνωμάτευσις περὶ μεταθέσεως καθηγητοῦ τοῦ ἐν Σπάρτῃ Γυμνασίου εἰς τὸ ἐν Λευκάδι Γυμνάσιον καὶ προαγωγῆς τοῦ καθηγητοῦ τοῦ ἐν Λευκάδι Γυμνασίου εἰς ἕτερον Γυμνάσιον, εἰς τὸ τῆς Δημητσάνης, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκτελέσας τὴν ἀπόφασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ καθηγητοῦ δὲν προέβη εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ γυμνασιάρχου, διότι ἠμποδίζετο ἀπὸ τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τότε τί τὸ ἔκτροπον συνέβη; Ὅτι, ἀφοῦ ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις περὶ μεταθέσεως τοῦ καθηγητοῦ εἰς Λευκάδα καὶ δὲν προήχθη ὁ γυμνασιάρχης Λευκάδος, ἔμεινεν εἷς καθηγητὴς ὑπεράριθμος ἐν Λευκάδι, τί ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον; Ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου ἢ νὰ ζητήσῃ γνώμην περὶ μεταθέσεως εἰς ἄλλο Γυμνάσιον τοῦ προαχθέντος γυμνασιάρχου, ὅπου δὲν ἐκωλύετο οὗτος νὰ ὑπηρετῇ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ Β. Δ., κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν εἰς ἐφαρμογὴν τοὺς νόμους περὶ ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐκρίθη ὅτι αἱ ἀπολογίαι τῶν διδασκάλων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ ν’ ἀποστέλλωνται αὗται διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπεχρεώθη δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ Διατάγματος ἀμελλητὶ νὰ ἐκτελῇ ἢ μᾶλλον νὰ ἐνεργῇ τὰς τοιαύτας εἰς ἀπολογίαν κλήσεις τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας προκειμένου περὶ κλήσεως εἰς ἀπολογίαν ἑλληνοδιδασκάλου τινὸς τοῦ δευτέρου ἐν Λαμίᾳ Ἑλληνικοῦ σχολείου ὄχι μόνον ταχέως καὶ ἀμελλητὶ δὲν ἐξετέλεσε τὴν τοιαύτην τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἀπολογίαν πρόσκλησιν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον χρόνου καὶ ἀφοῦ ὑπεμνήσθη αὐτῷ ἡ ἀποστολὴ τῆς ἀπολογίας ταύτης ἀπέστειλε ταύτην εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Αὐταὶ εἶναι, κ. Βουλευταί, αἱ παραβάσεις αἱ ὁποῖαι ἐξάγονται ἐκ τοῦ φακέλου τούτου (δεικνύει τὸν φάκελον εἰς τὴν Βουλήν), εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ τὰς παραβάσεις ταύτας εἶχον καθῆκον νὰ καταγγείλω, ὡς ἔχει καθῆκον πᾶς Βουλευτὴς νὰ καταγγέλλῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ. Καὶ λυποῦμαι, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ ἡ τοιαύτη στάσις μου ἀπέναντι συμπολίτου μου Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, ἐνῷ ἔχω ἄκραν πολιτικὴν πρὸς αὐτὸν ἀντίθεσιν, ἔχω ὅμως πολλὴν ἐκτίμησιν, καὶ ἀπορῶ πῶς οὗτος, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὰ τόσα προσόντα αὐτοῦ, ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτας παραβάσεις, ὡς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλας παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἀτυχῶς ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν κατήγγειλα πρὸς τὴν Βουλήν, παραβάσεις διὰ τῶν ὁποίων μονονουχὶ προσεπάθει νὰ καταλύσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ διευθύνων νῦν τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ καταλύσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξεδήλωσε σαφῶς τὰς τάσεις του ταύτας κρατήσας δι’ ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιπλήξεως....
§117Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τοῦ προστίμου.
§118Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. .. καὶ τοῦ προστίμου. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων· ἐκεῖ ἴσως θὰ ὑπάρξωσι καὶ οἱ φρονοῦντες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φρονεῖ καὶ πρεσβεύει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρέπει οὗτος νὰ κρατῇ δικαιώματά τινα ἀπέναντι τοῦ κλάδου τὸν ὁποῖον διευθύνει. Φαίνεται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τάσεις νὰ καταλύσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καί, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες αὐτοῦ, ἴσως τότε ἡ ἐκπαίδευσις ἐπανήρχετο εἰς τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ 1905, τὸ ὁποῖον ὑπέμνησα πρὸς ὑμᾶς. Τὰς παρανομίας ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶχον, κύριοι Βουλευταί, νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλήν. Καταλείπων δὲ τὸ βῆμα ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ αὖθις ὅτι δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καθῆκον ἄλλως τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, οὔτε νὰ κατηγορήσω αὐτό, ἀλλά, ἂν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, τοῦτο ἔπραξα, ἵνα ἐλέγξω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, διότι οὗτος φανταζόμενος ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ ἐνήργει τὰς μεταβολὰς συμφώνως μὲ τὰς διαθέσεις αὐτοῦ καὶ θὰ προέβαινεν εἰς ἀποφάσεις ἀπολύσεως ἀπαρεσκούσας αὐτῷ παρεβίασεν, ὡς διὰ μακρῶν ἐξέθηκα, τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς νόμους τοὺς θεσπισθέντας διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§120Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, διότι ἤγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ ὡς εἰλικρινῆ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ὅτι ἐπὶ τὸ βῆμα δὲν ἔφερεν αὐτὸν πολιτικὴ ἀντίθεσις πρὸς ἐμέ, ἀλλ’ ὁ ἄσβεστος πόθος ὁ ὁποῖος τὸν διακαίει ὅπως ἴδῃ βελτιούμενα τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐπιθυμία ὅπως φρουρῆται ἀσφαλῶς ὁ νόμος καὶ μὴ παραβιάζηται ὑπὸ τοῦ συμπολίτου του Ὑπουργοῦ. Τῇ 21 Νοεμβρίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν σειρὰν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τῇ 25 Νοεμβρίου συνῆλθε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ συνέταξε πρᾶξιν, ἥτις κατέληξεν εἰς δήλωσιν, καθ’ ἥν, ἐπειδὴ τὰ μέλη αὐτοῦ εὑρίσκονται ἐν ἀντιθέσει γνωμῶν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, παρεκάλουν ἐμὲ νὰ δεχθῶ τὴν ἀπὸ τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου παραίτησιν αὐτῶν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κατεπλάγην καὶ κατεπλάγην, διότι δημόσιοι λειτουργοὶ ἀνελθόντες εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν ὅτι παραιτοῦνται ἀπὸ καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος συναφῶς πρὸς τὰ πανεπιστημιακὰ αὐτῶν καθήκοντα· ἐνόμισαν ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν ἔκειτο, ἐπειδὴ ἔχουσι διάφορον γνώμην περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἀπὸ τὴν προϊσταμένην αὐτῶν Ἀρχήν, νὰ ῥίψωσι τὴν παραίτησίν των ἀπὸ τῶν καθηκόντων των τούτων.
§121Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὖγε!
§122Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅτε ἀνέγνωσα τὰς αἰτιάσεις τῶν κ. καθηγητῶν, δὲν ἠρκέσθην νὰ δηλώσω μόνον πρὸς αὐτοὺς ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ παραιτηθῶσι τῶν καθηκόντων των καὶ παραγγείλω νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των, ἀλλ’ ἀπήντησα εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεώς των ἐλέγχων ἀληθῶς αὐτούς, ἐκφράζων τὴν βαθεῖαν λύπην μου, ἀλλὰ καὶ ἀνασκευάζων τὰς αἰτιάσεις πάσας. Αἱ αἰτιάσεις αὐτῶν, Κύριοι, ἀφεώρων εἰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1912, ἤτοι τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἀναλήψεως τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπ’ ἐμοῦ, ἐμνήσθησαν δὲ τῶν αἰτιάσεων αὐτῶν μετὰ δεκαὲξ ὅλους μῆνας. Θὰ ἴδωμεν δὲ βραδύτερον διὰ ποῖον λόγον ἐμνήσθησαν τῶν τότε γενομένων. Ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι καθηγηταὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ ἀποδοχὴν παραιτήσεως οἱουδήποτε λειτουργοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως εἶναι ἀπόλυτον· ἕκαστος διδάσκαλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ παραιτηθῇ τῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεώς του. Ἀλλ’ ἡ παραίτησις ὑποβαλλομένη ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔχει συνεπείας ἀναγραφομένας ἐν τῷ νόμῳ, τὰς συνεπείας δὲ ταύτας θέλει ὑποστῆ ὁ ὑποβάλλων τὴν παραίτησίν του ὑπάλληλος. Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀρνηθῇ ἀποδοχὴν παραιτήσεως ὑπαλλήλου εἰς πᾶσαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους καὶ εἰς πᾶσαν στιγμήν; Δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τὸν παραιτούμενον ὑπάλληλον «ἀρνοῦμαι τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως»; Οἱ νόμοι ἀναγράφουσι τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσωσι τὴν παραίτησιν. Ὁ νόμος περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ 1905 οὐδεμίαν τοιαύτην συνέπειαν ἀνέγραφεν. Ἀπὸ τοῦ 1905, ὅτε ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ ὁ νόμος, μέχρι τοῦ 1910 αἱ παραιτήσεις εἰς πᾶσαν στιγμὴν τοῦ ἔτους ὑποβαλλόμεναι ἐγίνοντο ἀποδεκταὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως οἱ παραιτούμενοι λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτύχωσι θέσεις κρείσσονας ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρέτουν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῶν τοιούτων παραιτήσεων παρεβλάπτετο ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν σχολείων, ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1910 καὶ ἔθετο τὸν φραγμόν, ὅτι ἡ ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους γινομένη ἀποδεκτὴ παραίτησις ἔχει ὡς συνέπειαν ὅτι ὁ παραιτούμενος δὲν ἀναδιορίζεται εἰμὴ μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου σχολικοῦ ἔτους καὶ ὁ νόμος, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν σχολείων, καθώρισε τὸ σχολικὸν ἔτος, ὁ δὲ ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος θὰ ὑπέβαλλε παραίτησιν ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον σχολικὸν ἔτος μετ’ αὐτὴν θὰ διετέλει ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἐλάχιστοι λοιπὸν ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑποβάλει παραίτησιν ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους, θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκεν ἄλλης ὑπερτάτης ἀνάγκης ἤθελον ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς ὅτι τὸ «ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους» ἐτέθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν «ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους», ἀλλ’ ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅλου τοῦ ἔτους; Αὐτὸ ὑπεστήριξεν ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ δεύτερος ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὅστις νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ τεθεῖσα φράσις οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ὁ νόμος ἤθελεν ἀκριβῶς νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ παραιτούμενος θὰ εἶχε συνεπείας, διότι, ἐὰν ὁ νόμος ἤθελε νὰ λέγῃ ὅτι ὁ παραιτούμενος δὲν δύναται νὰ διορισθῇ οὔτε μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους, θὰ τὸ ἔλεγε ῥητῶς καὶ δὲν θὰ παρενέθετε τὴν φράσιν «ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους». Ἡ παρένθεσις τῆς φράσεως ἐκείνης εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ νόμος ἵνα ἐμποδίσῃ τὰς παραιτήσεις, τὸ δὲ τελευταῖον βῆμα ἔκαμεν ἐκεῖνος ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν θέλων νὰ προλάβῃ τὰς ἀδικαιολογήτους παραιτήσεις ὁρίζει ὅτι ὁ παραιτούμενος ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ διορισθῇ εἰμὴ μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους. Ἀλλ’ ὁ ἀγορεύων πᾶν ἄλλο ἐνόμισεν ἢ ὅτι δικαίωμα εἶχε νὰ μὴ ἀποδεχθῇ παραίτησιν ὑποβαλλομένην νομίμως κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν.
§123Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν. Καὶ ἀληθῶς κατὰ μὲν τὸ 1911 οὐδεμία παραίτησις ὑπεβλήθη, κατὰ δὲ τὸ 1912 ὑπεβλήθησαν αἱ παραιτήσεις περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Τὰς πρότερον ὑποβληθείσας παραιτήσεις τὸ συμβούλιον ἀπεδέχθη ἄνευ γογγυσμῶν καὶ διαμαρτυριῶν.
§125Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οὐχὶ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1910.
§126Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ 1910, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ περιγραφῆς τοῦ νόμου, ἡ περιγραφὴ θὰ ἦτο ἡ αὐτή, ὁ χρόνος δὲ θὰ διέφερε μόνον.
§127Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1910 ἐγένοντο περιγραφαί.
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅτε ὑπεβλήθησαν αἱ παραιτήσεις κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν καὶ ἠρωτήθην ἂν θ’ ἀποδεχθῶ αὐτάς, ἐδήλωσα σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μὴ τὰς ἀποδεχθῶ, καὶ τὰς ἀπεδέχθην, διὰ νὰ τηρήσω τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὰς ἀπεδέχθην σεβόμενος τὸν νόμον, τὰς ἀπεδέχθην, ἵνα φρουρήσω τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου σήμερον ὑμεῖς ἤλθετε φρουρὸς καὶ ὑπερασπιστής! Καὶ ὅτε οἱ παραιτηθέντες, ἀρξαμένου τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ὑπέβαλον αἰτήσεις νὰ διορισθῶσιν, ἐσκέφθην, ἂν ἠδυνάμην ν’ ἀρνηθῶ τὸν διορισμόν, ἀφοῦ πανταχόθεν ἐζητοῦντο διδάσκαλοι καὶ πολλαὶ ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις. Ποῖον δὲ ἔγκλημα διέπραξαν οὗτοι, ἵνα μὴ προβῶ εἰς τὸν διορισμόν των; Διότι ἐνήσκησαν δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον ἐκ τοῦ νόμου; Καὶ ἐὰν ὁ νόμος ἦτο ἀτελὴς καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ τοιαύτας διατάξεις, θὰ πληρώσωσι τὴν ἀτέλειαν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δικαίωμα ἐνήσκησαν, ἀφοῦ μάλιστα ἔμειναν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας ἐκτὸς ὑπηρεσίας στερηθέντες τοῦ μισθοῦ των;
§129Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τρεῖς ἡμέρας.
§130Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἀγαθὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἐπιθυμῶ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς καλῆς πίστεως. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐπρυτάνευσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τοῦτο ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω, οὔτε ἡ ἀκρίβεια οὔτε ἡ καλὴ πίστις (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§131Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ καλὴ πίστις ἐπρυτάνευσαν. Ὑμεῖς μετεβάλετε τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας εἴχετε ἄλλοτε, ὀλίγους μῆνας πρίν, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόθεν τὸ γνωρίζετε;
§133Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶσθε ὑπόχρεος, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπαναλάβητε τὰ ἴδια, διότι δὲν ἐνοήθησαν.
§134Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοὺς παραιτηθέντας λοιπὸν κατὰ τὸ στάδιον τῶν διακοπῶν ἐπανέφερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑποβαλόντας αἰτήσεις. Κατὰ τὸ ἐνεστὼς ὅμως ἔτος ἐδήλωσα διὰ τοῦ τμήματος εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ παραιτήσεις, ἐπέτυχον δὲ διὰ τοῦ τοιούτου διοικητικοῦ μέτρου νὰ περιορισθῶσιν αἱ παραιτήσεις εἰς μίαν μόνην, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην ν’ ἀποδεχθῶ, ἐπαναδιώρισα δὲ τοῦτον αἰτήσαντα τοῦτο συμφώνως τῷ νόμῳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατεῖδον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀποβαίνει εἰς ἀγαθόν, ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ὥρισα ὅτι ὁ παραιτούμενος ἐν οἱαδήποτε ἐποχῇ τοῦ ἔτους δὲν δύναται νὰ διορισθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως ὁλοκλήρου ἔτους. Οἱ κ. καθηγηταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλον τὰς παραιτήσεις των, ὅτε δ’ ἀπήντησα πρὸς αὐτούς, εἰς μόνον, ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς τῆς χειρουργικῆς κ. Φωκᾶς, ἠσθάνθη τὸ ἄτοπον, κατεῖδε τὸ ὀλίσθημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐφέροντο καὶ δι’ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμὲ ἐδήλωσεν ὅτι ἀποσύρει τὴν παραίτησίν του, διότι τοιαύτη παραίτησις ὑποβαλλομένη διὰ λόγους διαφωνίας περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων εἶναι σύστασις, ὅπως τὴν ὀνομάζει, καὶ ἀνταρσία.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!
§136Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν συνεδρίασιν δὲ προσελθὼν προέβη εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι διαφωνεῖ «διότι νομίζει ὅτι ἡ σύσσωμος παραίτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔλεγχος ὑφισταμένης Ἀρχῆς πρὸς προϊσταμένην· δεύτερον διότι φρονεῖ ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τρίτον διότι αἱ ὑπὸ τοῦ Σεβαστοῦ Ὑπουργείου δοθεῖσαι ἐπεξηγήσεις φαίνονται καὶ αὐταὶ ἱκανοποιητικαί, διὰ τοὺς λόγους δὲ τούτους ἀποσύρει τὴν παραίτησίν του».
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§138Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Φωκᾶς μάλιστα ἐν τῇ πρός με ἐπιστολῇ του λέγει ὅτι τὸν ἐπεσκέφθη κατ’ οἶκον ὁ κ. Πολίτης, μὴ μετασχόντα τῆς συνεδριάσεως, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ ὑπογράψῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν παραίτησιν, διὰ νὰ μὴ διασπασθῇ ἡ ὁμοφωνία τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§139Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀναγινώσκετε τὴν ἐπιστολήν;
§140Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα. «Ὁ κ. Πολίτης μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοὶ κατέστησε γνωστὸν τὸ διάβημα τοῦτο παρακαλῶν ὅπως καὶ ἐγὼ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Συμβουλίου...» καὶ κατωτέρω· «Σήμερον ἐκλήθημεν ὅπως λάβωμεν γνῶσιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἔγγραφον. Οἱ κ. συνάδελφοι ἤρχισαν νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν εὑρίσκοντες μάλιστα τὸ ἔγγραφον τραχύ· τότε ἐγὼ παρετήρησα ὅτι, ἀφοῦ ὑπέγραψα τὸ ἔγγραφον, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω καὶ ἐγὼ τὰς πράξεις μου καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἡ σύσσωμος παραίτησις ἑνὸς σωματείου, διότι τὸ σωματεῖον τοῦτο ἔκρινε τὰς πράξεις τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ ὡς ἀνόμους, αὐτὴ λοιπὸν ἡ παραίτησις ὁμοιάζει μὲ σύστασιν ἢ ἀνταρσίαν καὶ καθ’ ὅσον εἶναι τοιαύτη δὲν ἐννοῶ πλέον νὰ συμμερίζωμαι τὴν γνώμην τῶν κ. συναδέλφων καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ ἀποσύρω εὐθὺς ἀμέσως τὴν παραίτησίν μου λυπούμενος μάλιστα ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὑπέγραψα».
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προπαγάνδα.
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατηγοροῦμαι ἔπειτα ὅτι δὲν ἐξετέλεσα Διατάγματα ἀπολύσεων ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας. Ἐν τῇ ὁρμῇ των δὲ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ του ὁ προγορεύσας ἔφερεν ἐνώπιόν σας καί τινα Διατάγματα μὴ δημοσιευθέντα ἐμπροθέσμως, φέροντα ἡμερομηνίαν ἐν πρωτοτύπῳ 5 Μαρτίου. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐδολοφονήθη ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ εἶχον τὴν ἀξίωσιν τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν Ἤπειρον νὰ εὕρωμεν τὸν ἀνακηρυχθέντα Βασιλέα, διὰ νὰ ὑπογράψῃ ἀμέσως τὰ Διατάγματα τῶν ἀπολύσεων, ἵνα μὴ παραβιασθῇ ὁ νόμος. Καὶ ὡσεὶ ἐλησμόνησαν τὰς μυρίας περιπετείας, ὡσεὶ ἐλησμόνησαν ποῦ ἀνεζητοῦμεν καὶ ποῦ ἀνεύρομεν τὸν στρατηλάτην Βασιλέα καὶ ὅτι σωρεῖαι Διαταγμάτων κατέκειντο καὶ ἀνέμενον τὴν ἐπάνοδον τοῦ νικηφόρου Βασιλέως, ἵνα ὑπογραφῶσιν, ἔφερον εἰς χλευασμὸν καὶ ὕβριν τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεγράφησαν ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας καὶ ζητοῦσι τὴν καταδίκην τοῦ Ὑπουργοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παρανομίαν αὐτήν! Μεταξὺ τῶν μὴ ἐμπροθέσμως ὑποβληθέντων Διαταγμάτων ἓν ἀφορᾷ τὸν διδάσκαλον Χατζηγεωργίου. Ἡ περὶ ἀπολύσεως τούτου πρότασις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 31 Μαΐου 1912, ἡμέρᾳ, καθ’ ἣν δὲν εἶχον ἀναλάβει τὸ Ὑπουργεῖον, ἰσχυρίζοντο δ’ ὅτι ἡ ἀπόφασίς των περὶ ἀπολύσεως τοῦ εἰρημένου διδασκάλου δὲν ἐξετελέσθη τότε, ἀλλ’ ὅτε ὑπέμνησε τοῦτο δι’ ἐγγράφου του τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Εἶναι ἀληθὴς ἡ παρατήρησις αὕτη. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἀρχικῶς ἀπόφασις, φαίνεται, παρέπεσεν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου καὶ διὰ τοῦτο ὅτε τῇ 18 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. μοὶ ὑπεμνήσθη ὑπὸ τοῦ συμβουλίου, ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, αὐθωρεὶ δ’ ὑπέβαλον τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀποσταλέντος ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως. Δὲν γνωρίζω οὔτε πόθεν κατάγεται ὁ κ. Χατζηγεωργίου.
§143Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Τριπόλεως.
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ἀνευρέθη καί τις διδάσκαλος Καλογερόπουλος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόλυσιν τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέδειξε, διότι ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του· λέγουσι δέ· «πῶς, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέδειξε κατὰ τὸν Ἰούλιον τὴν ἀπόλυσίν του, δὲν ἐξετέλεσεν αὐτήν;» Κύριοι, τὸ πρωτότυπον τοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς φέρει ἡμερομηνίαν 7 Ἰουλίου, ὑπεβλήθη δ’ εἰς τὸν Ἄνακτα τῇ 15 Ἰουλίου· ὅτε προχθὲς εἶδον ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα, ὑπέβαλον καὶ νέον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Ὁ Καλογερόπουλος ὅμως αὐτός, ἀφ’ ἧς ἀπελύθη, δὲν ἀνέλαβε πλέον ὑπηρεσίαν, ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του καὶ ἀνεχώρησεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἀντικατασταθεὶς δι’ ἄλλου. Ἑπομένως ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος ἐγένετο διὰ τὴν τυπικὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, διότι αὐτὸς ἦτο ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ἐκτὸς δ’ ὑπηρεσίας παραγγελίᾳ ἐγγράφῳ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ συμβούλιον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσίν του, διότι ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του. Ποῖον συμφέρον ἠθικὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ σταματήσῃ ἀπόλυσιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν, ἀνθρώπου ἐγκαταλείψαντος ὁριστικῶς τὴν θέσιν καὶ ἀναλαβόντος ἄλλην ὑπηρεσίαν; Ἀλλὰ μία τοιαύτη ἀπώλεια τοῦ πρώτου ὑποβληθέντος Διατάγματος δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητος δεδομένου ὄντος μάλιστα ὅτι οὐδεμία ὠφέλεια προσεδοκᾶτο ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος ὑπὲρ τοῦ ἐγκαταλιπόντος τὴν θέσιν του διδασκάλου. Πρόκειται μέχρι τοῦδε περὶ τῶν ἐκτελεσθέντων Διαταγμάτων οὐχὶ ἐμπροθέσμως. Ἀπομένουσιν ὅμως δύο ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου μὴ ἐκτελεσθεῖσαι, ἀφορῶσαι δὲ τοὺς διδασκάλους Φιλδισάκον καὶ Γεωργιάδην. Καὶ πρῶτον περὶ τοῦ Φιλδισάκου δὲν ἀπήντησα εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διότι ἡ μὴ ἄμεσος ἐκτέλεσις προήρχετο ἐκ πταίσματος αὐτοῦ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλε πρὸς ἐμὲ ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἴχετε εἰς χεῖράς σας καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ διδασκάλου, ὃν κρίνει ἀπολυτέον. (Ἀναγινώσκει:) «Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐμελέτησε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 612 ἐ. ἔ. ἀπολογίαν τοῦ ἐκ τοῦ φιλολογικοῦ φροντιστηρίου προερχομένου καὶ ὑπὲρ τὰ εἰκοσιεννέα ἔτη ἔχοντος ἑλληνοδιδασκάλου τοῦ ἐν Διαβολιτσίῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου κτλ...». Ὁ τμηματάρχης μου σημειοῖ εἰς τὸ περιθώριον «πῶς ὀνομάζεται;», διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀναφέρει τὸ ὄνομα διδασκάλου, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἀπόλυσις.
§145Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐλάβετε γνῶσιν;
§146Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ διδάσκαλος ὅμως τὸν ὁποῖον ἀφεώρα ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις ὑπέβαλεν ἐν τῷ μεταξὺ παραίτησιν γενομένην ἀποδεκτήν. Ὅτε βραδύτερον ἦλθεν ἐνώπιόν μου ἡ ὑπόθεσις, ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον ἐδικαιολογεῖτο πλέον ἡ ἀπόλυσις ἀνθρώπου ἀναλαβόντος πάλιν ὑπηρεσίαν, διότι οὗτος παρῃτήθη κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου καὶ ἐπαναδιωρίσθη τῇ δεκάτῃ Ὀκτωβρίου καὶ ὄχι, ὡς ἀνακριβῶς ἐκτίθεται, τῇ 10ῃ Σεπτεμβρίου. Διωρίσθη δὲ οὗτος μετ’ ἄλλων δεκαπέντε καθ’ ἣν στιγμὴν προέβαινον εἰς διορισμὸν παντὸς ὑποβάλλοντος αἴτησιν, καθόσον εἶχον ἐπιστρατευθῆ 250 διδάσκαλοι καὶ πανταχόθεν ἐκαλούμην νὰ διορίσω διδασκάλους εἰς τὰ σχολεῖα, κατώρθωσα δὲ μετὰ πολλοῦ κόπου δι’ ἀποσπάσεων καὶ διορισμῶν νὰ λειτουργήσωσιν ὁπωσδήποτε τὰ σχολεῖα καὶ νὰ κατασιγάσω τὰς εὐλόγους διαμαρτυρίας τῶν συναδέλφων καὶ τῶν πολιτῶν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην λοιπὸν διώρισα πάντας τοὺς ὑποβαλόντας αἰτήσεις. Οὔτε εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἀπόφασιν ἀπολύσεως τοῦ Φιλδισάκου οὐδὲ εἶχον λόγον νὰ ἐρευνῶ ποῖος εἶναι ὁ ἐν τῇ ἀποφάσει ἐκείνῃ ὑπαινισσόμενος. Εἰς τὴν ἔκθεσιν λοιπὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἀνευρίσκω, Κύριοι, διὰ τίνα λόγον ἀπελύετο. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἐπιθεωρητής· «Κατὰ παλαιὰς διδάσκων μεθόδους δὲν ἐξεγείρει τὴν αὐτενέργειαν καὶ τὸ διαφέρον τῶν μαθητῶν. Τοὺς γραμματικοὺς κανόνας δὲν δύναται νὰ συνάγῃ ἐκ τῶν παραδειγμάτων. Περικοπὴν δέ τινα ἐκ τῆς Κύρου Ἀναβάσεως ἐζήτησε πρῶτος αὐτός, οἱ δὲ μαθηταὶ μηχανικῶς ἐπανέλαβον τὴν ἐξήγησιν...», κατωτέρω δὲ προσθέτει ὁ κ. Ἐπιθεωρητής· «ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς διδασκαλίας ἑκάστου καὶ ἔδωκα εἰς ἕκαστον τὰς δεούσας διδακτικὰς ὁδηγίας». Ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐκθέσει, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχουσιν ἓξ ἢ ἑπτὰ ἄλλαι γνωμοδοτήσεις. Ἀκούσατε μίαν· «Παϊκόπουλος ἑλληνοδιδάσκαλος: Λίαν ἀδέξιος καὶ ἀμέθοδος διδάσκαλος, οὗ ἡ διδασκαλία ἀντὶ νὰ διαφωτίζῃ ἐπισκοτίζει μᾶλλον τὸν νοῦν τῶν μαθητῶν· ἀμεθοδία, ἀσάφεια καὶ ἀνακρίβεια παρετηρήθη εἰς τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ». Θὰ νομίζητε ἴσως ὅτι καὶ ὁ διδάσκαλος αὐτὸς ἀπελύθη.
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν προήχθη;
§148Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ προαχθῇ βεβαίως βραδύτερον, ἂν μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ἐκ τῶν δέκα διδασκάλων τοὺς ὁποίους εὗρον ὡς ἀμεθόδως διδάσκοντας ἀπελύθησαν δύο, ὁ δὲ Παϊκόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐσκότιζε τὸν νοῦν τῶν μαθητῶν, δὲν ἀπελύθη, ἐκαλούμην δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ μόνης τὸν ἀναδιορισθέντα διδάσκαλον ν’ ἀπολύσω. Καὶ ἐσκέφθην ἂν δυνάμει αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως εἶχον δικαίωμα νὰ τὸ πράξω.
§149Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐπιθεωρητής;
§150Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίου.
§151Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔμεινεν ὁ Παϊκόπουλος, διὰ νὰ σκοτίζῃ τὴν διάνοιαν τοῦ συμβουλίου.
§152Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἐσκέφθην ἂν εἶχον δικαίωμα τὸν παραιτηθέντα τῆς θέσεώς του καὶ ἀναδιορισθέντα ν’ ἀπολύσω δυνάμει ἐκθέσεως, ἡ ὁποία συνετάχθη διὰ προηγουμένην αὐτοῦ ὑπηρεσίαν. Ἐγώ, Κύριοι, πεποιθότως φρονῶ ὅτι ἡ παραίτησις αἴρει τὰς συνεπείας τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ εὐθύνην, ἐὰν δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ ἀπεδέξατο παραίτησιν ἀπολυομένου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις καὶ ἀναδιωρίσθη, μόνον διὰ νεωτέρας ἐκθέσεως καὶ διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως δύναται ν’ ἀπολυθῇ. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν εὑρίσκω ὡς ὀρθοτάτην. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι καὶ πιθανὸν ἐν αὐτῷ τῷ δικαιώματί του τὸ νομοθετικὸν Σῶμα νὰ δώσῃ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν διάφορον· ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τὴν διάφορον, ἀλλ’ ἐγὼ πεποιθότως φρονῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ ὀρθή. Ἐσταμάτησα εὑρεθεὶς πρὸ τοιαύτης ἐκθέσεως καὶ ἀποφάσεως τοσοῦτον ἀνίσου καὶ ἀδίκου. Ἡ δευτέρα ἀπόφασις, ἥτις δὲν ἐξετελέσθη, ἀφορᾷ τὸν διδάσκαλον Γεωργιάδην· οὗτος ὑπέβαλε παραίτησιν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἁμαρτάνων ἀπεδέχθη αὐτήν. Τὸ ἁμάρτημα εἶναι κοινὸν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ προκατόχου μου. Ὁ προκάτοχός μου πρὶν ἢ καταλίπῃ τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον ὑπέγραψε τὸ Διάταγμα τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ Γεωργιάδου, ὅτε δὲ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρον σχέδιον Διατάγματος ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου. Μοὶ διεβιβάσθη ἀναφορὰ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μέρους τοῦ Παμμακεδονικοῦ συλλόγου, μοὶ διεβιβάσθη ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Παλαμᾶ, ἔνθα ὑπηρέτει, μοὶ διεβιβάσθη ἐμπιστευτικὴ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔγραφεν ὁ Παμμακεδονικὸς Σύλλογος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Ὑμῶν, Ἐξοχώτατε, οὗ αἱ βλέψεις πρὸς τὸ δίκαιον καὶ αἱ πρὸς πραγματικὴν ἀνόρθωσιν προσπάθειαι γνωσταί, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀδίκημα πρὸς τέκνον οἰκογενείας Μακεδονικῆς, ἥτις πολλὰς καὶ ποικίλας εἰς τὸ ἔθνος προσήνεγκε καὶ προσφέρει θυσίας. Πρὸ τριῶν ἐτῶν θεῖος τοῦ Γεωργιάδου ἐφονεύθη ὑπὸ Βουλγάρων, πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐφονεύθη ὑπὸ Νεοτούρκων ἀδελφὸς αὐτοῦ, νῦν δ’ ἐρρίφθη ὑπὸ τῶν αὐτῶν εἰς τὰς φυλακὰς ἕτερος, αὐτὸς δὲ ὁ Ἠλίας Γεωργιάδης εἶναι προγεγραμμένος, οὗ ἕνεκα δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἐν τῇ πατρίδι του...». Εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὸν μῆνα Ἰούνιον.
§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἔτους;
§154Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. 1912.
Εἰς τὴν Μακεδονίαν διενηργοῦντο οἱ γνωστοὶ ἐθνικοὶ ἀγῶνες, καὶ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, περιεθάλπομεν καὶ παρείχομεν εἰς αὐτοὺς πάντα τὰ μέσα, ἵνα ἀντίσχωσιν εἰς τοὺς ἀγῶνας αὐτούς. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω ὅτι ὡς Ὑπουργὸς Ἕλλην, χωρὶς νὰ εἶχεν ὑπογραφῆ τὸ Β. Διάταγμα τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθην ὡς σχέδιον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, ἤθελον ἀναλάβει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, καὶ ἤθελον εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐδέχθην τὴν παραίτησιν ἐν γνώσει τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀπολύσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ μὲ συγχωρήσῃ διὰ τὸ ἀνοσιούργημα αὐτό, τὸ ὁποῖον διέπραξα!
§155Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Τουρκικὴν Βουλὴν (ἱλαρότης).
§156Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδέχθην τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ἔμεινε δ’ ἐκτὸς ὑπηρεσίας καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ δὲν ἀναδιώρισα αὐτὸν εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου καθ’ ἣν ὁ παραιτούμενος ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους δὲν ἀναδιορίζεται πρὶν ἢ παρέλθῃ τὸ ἑπόμενον σχολικὸν ἔτος. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ σώσω αὐτὸν ἀπὸ τῆς διαρκοῦς ἀσιτίας, ἀπὸ τῆς τελείας καταστροφῆς, τὸν ἀναδιώρισα δὲ μετὰ ἐπανειλημμένα ἔγγραφα τῶν Συλλόγων, διότι καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦτον προέταξεν ὁ κακὸς διδάσκαλος τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ ἔσωσεν ἓν σχολεῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς καταστροφῆς λόγῳ ἐπικειμένης ἐπιδρομῆς συμμορίας Βουλγαρικῆς μεταβὰς καὶ εἰδοποιήσας ἓν σῶμα εὐζώνων μὲ κίνδυνον τῆς ἰδίας του ζωῆς. Τοιοῦτον ἄνδρα, ζωηρὸν λίαν ἴσως, δόντα ἀφορμὰς δυσαρεσκειῶν εἰς τοὺς προϊσταμένους αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄνδρα προσενεγκόντα ὑπηρεσίας, ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρω ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχουσιν ἀκόμη ὑπερτεσσαράκοντα θέσεις κεναὶ καὶ πανταχόθεν ζητοῦσι διδασκάλους.
§157Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόλυσίς του ζητεῖται, διότι δυσηρέστησε τὸν προϊστάμενόν του;
§158Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὡς αἰτιολογία προβάλλεται ἡ ἀνεπάρκεια. Αἰτιῶνται οἱ Κύριοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ὅτι ἐπέβαλον πειθαρχικὰς ποινὰς τὰς ὁποίας ἐβράδυνα νὰ ἐκτελέσω καὶ ὅτι δὲν ἐκάλουν ἀμέσως εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1912 μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1913 ἐξετελέσθησαν πειθαρχικαὶ ποιναὶ κατὰ καθηγητῶν, πρόστιμα 14, προσωριναὶ παύσεις 2 καὶ ἀπολύσεις πέντε, κατὰ γυμναστῶν πρόστιμα πέντε, προσωρινὴ παῦσις μία καὶ ἀπόλυσις μία, κατὰ σχολαρχῶν πρόστιμα ἕνδεκα καὶ ἀπολύσεις τρεῖς, κατὰ ἑλληνοδιδασκάλων πρόστιμα εἴκοσιν ὀκτώ, προσωριναὶ παύσεις τέσσαρες καὶ ἀπολύσεις τριάκοντα, καὶ τελευταῖον κατὰ καλλιγράφου ἓν πρόστιμον», ἐξετελέσθησαν δηλαδὴ πᾶσαι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ μέχρι μιᾶς. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων:) «Προετάθησαν μεταθέσεις ἐν ἔτει 1912 116 καὶ ἐξετελέσθησαν 90, προετάθησαν προαγωγαὶ 9 καὶ ἐξετελέσθησαν 9· προετάθησαν ἐν ἔτει 1913 μεταθέσεις 96 καὶ ἐξετελέσθησαν 84, προαγωγαὶ 7 καὶ ἐξετελέσθησαν 6». Μείζονα εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, τὰς γνωμοδοτικάς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσῃ τις. Πολλάκις καὶ ἐναντίον τῶν γνωμῶν μου καὶ ἐξεγειρομένης τῆς συνειδήσεώς μου ἐξετέλουν τὰς ἀποφάσεις ταύτας τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ κακῶς.
§160Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰς ἐξετέλουν, διὰ νὰ μὴ λεχθῇ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἡ ἀνακόψασα τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου, ἡ συντελέσασα εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὡς τοῦτο λειτουργεῖ. Ἀλλὰ προβαίνουσιν εἰς αἰτίασιν ὅτι δὲν ἐξετέλεσα τὴν προαγωγὴν τοῦ καθηγητοῦ Τουλιάτου εἰς γυμνασιάρχην, ἐνῷ εἶχον ἔγγραφον εἰς χεῖράς των, τὸ ὁποῖον παρέλειψε ν’ ἀναγνώσῃ ὁ κ. συνάδελφος, ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τοῦ ὁποίου λέγω πρὸς τὸ συμβούλιον ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ γυμνασιάρχου Χαϊδοπούλου ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Ἀνδρίτσαιναν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐμποδίζει τὴν τοποθέτησίν του ἐκεῖ, ὁ δὲ Τουλιάτος προήγετο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ὁπόθεν ἔπρεπε νὰ μετατεθῇ ὁ ἕτερος γυμνασιάρχης. Τοιουτοτρόπως ἐματαιώθη μία προαγωγὴ καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν πέντε μεταθέσεις, τὸ πταῖσμα δ’ αὐτῶν, τὴν ἀπροσεξίαν αὐτῶν, τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου, διότι ἐν γνώσει τοῦ κωλύματος προέβησαν εἰς τὴν τοποθέτησιν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου των, τὴν ἐπιρρίπτουσιν ὡς μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὸν ἐλέγχουσιν ὡς ἀδικαιολογήτως μὴ ἐκτελέσαντα τὴν προαγωγὴν τοῦ εἰρημένου καθηγητοῦ. Παρήγγειλα εἰς αὐτοὺς νὰ σπεύσωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις καὶ νὰ τοποθετήσωσι τὸν προαχθέντα γυμνασιάρχην εἰς Γυμνάσιον εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο κενὴ ἡ θέσις, εἰς τὸ τῆς Μεσσήνης, καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν, ἐγὼ δ’ ἐν τῷ δικαιώματί μου τότε, ἀφοῦ δὲν ἀπήντησαν εἰς τὸ ἔγγραφόν μου, διώρισα γυμνασιάρχην ἐν Μεσσήνῃ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, Κύριοι, ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον ἔσπευσα νὰ καταστήσω ὁπωσδήποτε εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δήλας τὰς γνώμας μου καὶ νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὸ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς μεταβολάς. Δι’ ἐγγράφου μου τῆς 14 Ἰουλίου 1912 ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν τότε γενικῶν μεταβολῶν καὶ ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι «σχετικῶς πρὸς τὰς ἄρτι ὑποβληθείσας ἡμῖν γενικὰς μεταβολὰς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι τινὲς οὐχὶ ἐν τάξει ἔχουσαι χρήζουσι διευθετήσεως, εἶναι δ’ αὗται μεταθέσεις εἰς μὴ κενὰς θέσεις, ὡς ἡ ἐκ Καρύστου μετάθεσις τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Τρ. Κεραμιδᾶ εἰς τὸ ἐν Χαλκίδι Αʹ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Τοιαῦται θέσεις ὑπεραρίθμους σχοῦσαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπηλλάγησαν διὰ μεταθέσεως τῶν τοιούτων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν ἄλλων σχολείων. Ἑπομένως δὲν δικαιολογεῖται, ἐφ’ ὅσον δὲν συντρέχουσι τὰ στοιχεῖα, ἰδίᾳ αἱ πρὸς τοῦτο ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πιστώσεις, ἡ αὔξησις τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ εἰδικῶς τῶν σχολείων τούτων, ἀφοῦ μάλιστα πλεῖστα ἄλλα ἔχουσιν ἀνώτερον τούτων ἀριθμὸν μαθητῶν καὶ δὲν ἔχουσιν ηὐξημένον τὸ διδακτικὸν αὐτῶν προσωπικόν». Ἐτοποθέτησαν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ Χαλκίδος πέντε διδασκάλους ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, τοὺς ἐκάλουν δὲ νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς μεταθέσεις ὑπεραρίθμους, ὅπου δηλαδὴ δὲν ὑπάρχουσι θέσεις, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ κρίνῃ πόσοι χρειάζονται διδάσκαλοι δι’ ἕκαστον σχολεῖον καὶ ἂν εἶναι ἀνάγκη διαιρέσεως τάξεως ἢ οὔ, διότι τοῦτο σχετίζεται καὶ μὲ τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ συμβούλιον ἔδει νὰ προβαίνῃ εἰς μεταθέσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ ἢ καὶ εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται προστριβαί, διότι ἐνήργουν μεταθέσεις εἰς θέσεις πληρωθείσας ἤδη διὰ διορισμῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοιουτοτρόπως ἐματαιοῦτο πᾶσα κίνησις ἐκ τῆς τοιαύτης ἐσπευσμένης, ἀπερισκέπτου ἢ καὶ ἐκ προθέσεως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐνεργείας.
§161Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι δά (ἱλαρότης).
§162Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸ ἀπὸ 23 Ἰουλίου 1912 ἔγγραφον τοῦ Συμβουλίου ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ὀρθῶς ἀποφαίνεται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἐγγράφῳ ὅτι μὴ ἔχον ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸ διδακτικὸν προσωπικόν, οὗ τὸν ἀριθμὸν κατὰ νόμον ὁρίζει ἢ αὐξάνει τὸ Ὑπουργεῖον, περιοριζόμενον δὲ τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ κατὰ νόμον δικαίωμα τῆς παύσεως, μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἢ ἀφήνει τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κανονισθέντα ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῳ σχολείῳ ἢ ἐλαττώνει ἢ καὶ μεταρρυθμίζει ἀναλόγως τοῦ συμφέροντος τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐδέποτε δὲ δύναται ν’ αὐξήσῃ αὐτὸν ἐπὶ διαταράξει τῆς ἰσορροπίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ»· ἀλλ’ ἡ ὀρθοτάτη αὕτη ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἣν ποιεῖται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, διότι δὲν παύει νὰ εἶναι προσθήκη καθηγητοῦ ἀναρμοδίως γενομένη ἡ εἰς τὸ Βʹ Βαρβάκειον Γυμνάσιον μετάθεσις ἐκ τοῦ Αʹ τοῦ καθηγητοῦ Ι. Πρωτοπαπᾶ, ἀφοῦ οὐχὶ μόνον κενὴ θέσις δὲν ὑπάρχει ἐν τούτῳ, ἀλλ’ ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῷ δύο ἀκόμη ὑπεράριθμοι φιλόλογοι καθηγηταὶ ἀνερχόμενοι οὕτως εἰς 8 ἐπὶ ἀριθμοῦ μαθητῶν 203 κατὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν κατακειμένους ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1911– 1912. Συμφώνως τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ νόμου, ἣν δίδει ὀρθῶς αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, συμφώνως καὶ πρὸς προγενεστέρας ὑποδείξεις ἡμῶν περὶ πληρώσεως τυχὸν ὑπαρχουσῶν κενῶν θέσεων δι’ ὑπαρχόντων ὑπεραρίθμων καθηγητῶν ἢ διδασκάλων ἄλλων σχολείων, ἠδύνατο καὶ τοῦ Αʹ καὶ τοῦ Βʹ Βαρβακείου Γυμνασίου νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φιλολόγων καθηγητῶν, ὃν ἐκπαιδευτικὴ ἄλλοτε ἀνάγκη ἐπέβαλε, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ μὲν πρῶτον ἔχον 208 μαθητὰς καὶ μὴ ἔχον καμμίαν τάξιν εἰς τμήματα διῃρημένην κέκτηται διδακτικὸν προσωπικὸν ἐκ φιλολόγων 9, τὸ δὲ δεύτερον ἔχον μαθητὰς 203 καὶ τὴν πρώτην μόνον τάξιν διῃρημένην εἰς τμήματα κέκτηται σὺν τῷ μετατιθεμένῳ Ι. Πρωτοπαπᾷ 8 φιλολόγους, ἐν ᾧ τὸ Αʹ Γυμνάσιον Ἀθηνῶν μὲ μαθητὰς 229 ἔχει μόνον 5 φιλολόγους καθηγητάς, τὸ Βʹ Γυμνάσιον μὲ 326 μαθητὰς 7 φιλολόγους καθηγητὰς καὶ τὸ Δʹ μὲ 270 μαθητὰς μόνον 5 τοιούτους. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ τοιαύτη κίνησις τοῦ ὑπεραρίθμου διδακτικοῦ προσωπικοῦ δὲν δύναται νὰ γίνηται εἰς τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχὴν πάντοτε αὐτοῦ, ὅτε ἀσφαλῶς ῥυθμίζεται τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν αὐτῶν ἀναγκῶν ἑκάστου σχολικοῦ ἔτους».
§163Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πότε ἀπηυθύνθη τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§164Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῷ 1912.
§165Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν κατετέθη.
§166Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν τὸ ἐζητήσατε.
§167Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐζητήσαμεν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§168Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν παραίτησιν.
§169Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν συζητήσεως.
§170Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ εὐλάβεια ἐμοῦ πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον μαρτυρεῖ καὶ σειρὰ ἐγγράφων πρὸς αὐτό, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἐκάλουν νὰ πληρώσῃ κενουμένας θέσεις, ἐνῷ καὶ δικαίωμα εἶχον νὰ διορίσω καὶ περὶ θέσεων περιζητήτων ἐπρόκειτο, ὡς αἱ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Τῇ 11 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγον (ἀναγινώσκει)· «Κενωθείσης τῆς θέσεως διδασκάλου ἐν τῷ Δʹ ἐν Πειραιεῖ Ἑλληνικῷ σχολείῳ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ πτυχιούχου τῶν μαθηματικῶν Α. Παπαδάκου παρακαλοῦμεν, ὅπως προβῆτε εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης». Τῇ 5 Ὀκτωβρίου εἶχον ἀπευθύνει ἕτερον περιέχον τὰ ἑξῆς· «εἰς τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ Ἑλληνικὸν σχολεῖον διωρίσθη τρίτος διδάσκαλος φιλόλογος. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ θέσις τοῦ σχολάρχου μένει εἰσέτι κενή, παρακαλοῦμεν, πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ σχολείου μεριμνήσατε περὶ πληρώσεως τῆς θέσεως ταύτης». Ἐπίσης εἰς προηγούμενον ἔγγραφόν μου ἔλεγον· «Γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ὁ ἐν τῷ Ϛʹ ἐν Ἀθήναις Ἑλληνικῷ σχολείῳ ὑπηρετῶν ὡς ἑλληνοδιδάσκαλος Κ. Λεγάκης πτυχιούχος τῆς Θεολογίας διωρίσθη ἐφημέριος τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας. Συνεπῶς ἡ θέσις αὕτη τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου εἶναι κενὴ καὶ δύναται νὰ πληρωθῇ». Προὐτίμων, ὡς βλέπετε, νὰ καταφύγω εἰς τὸ συμβούλιον, ὅπως πληρώσῃ τοῦτο τὰς θέσεις, ἐκχωρῶν δικαίωμα ἀνῆκον εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τούτοις, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην εὐλάβειαν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξα, τὸ συμβούλιον ἔκρινεν ἐν τῇ εὐαισθησίᾳ του ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν. Προκειμένου δὲ κατὰ τὸ ἐνεστὼς σχολικὸν ἔτος νὰ προβῇ τὸ συμβούλιον εἰς γενικὰς μεταβολάς, ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον ὅτι· «Ἀποσκοποῦντες ἀφ’ ὑψηλοῦ τὴν λειτουργίαν τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἔχοντες ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐλλείψεων καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ συνεπικουρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ὑμῶν εἴτε πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἄρσιν τῶν ἐλλείψεων τούτων εἴτε πρὸς σκοπιμωτέραν καὶ εὐρυτέραν λειτουργίαν τῶν εἰρημένων σχολείων, ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον, ἐπικειμένων τῶν θερινῶν μεταβολῶν ἐν τῷ προσωπικῷ αὐτῶν, χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς καθήκοντα καὶ δικαιώματα σαφῶς καθοριζόμενα ὑπὸ τῶν κειμένων διατάξεων ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ καθ’ ὑμᾶς Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν προσοχὴν καὶ μελέτην αὐτοῦ γνώμας, ὧν τινες εἴτε ἐν νόμοις ἐκπαιδευτικοῖς ὑπάρχουσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐκπαιδεύσεως εἴτε ὥριμοι κατέστησαν, ἵνα ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νομοθετηθῶσιν. Ἐκ τούτων παραθέτομεν τὰς ἑξῆς μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὑμῖν κατὰ τὰς γενομένας μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. 1) Ἐν τῇ τοποθετήσει τῶν ἑλληνοδιδασκάλων τὰ κυριώτατα μαθήματα δέον νὰ ἐκπροσωπῶνται ὑπὸ εἰδικοτήτων. Ἔνθα ὑπάρχουσι δύο φυσικοὶ ἢ δύο θεολόγοι ἢ δύο μαθηματικοί, περιοριστέοι εἰς τοὺς προσήκοντας. 2) Ἡ διάταξις περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐφαρμοζομένη εἴς τινας μόνον λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως, μέλλουσα νὰ ἐπεκταθῇ νομοθετικῶς καὶ ἐπὶ πάντων, εὔλογον εἶναι νὰ ἐφαρμόζηται ὅσον ἐνδέχεται γενικώτερον ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἰδίᾳ παραμενόντων ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταγωγῆς των. 3) Δίκαιον εἶναι οἱ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ παραμένοντες ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως νὰ μετατεθῶσιν εἰς σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν ἀντικαθιστάμενοι ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἐπὶ μακρὸν ὑπηρετούντων. Ἡ προνομιακὴ παραμονὴ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ὡρισμένων καθηγητῶν, σχολαρχῶν καὶ διδασκάλων, ὧν μάλιστά τινες ἐμονιμοποιήθησαν σχεδὸν ἰσοβίως, οὔτε σύμφορος εἶναι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν οὔτε δικαία διὰ τοὺς λοιποὺς λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ μακρὸν ταλαιπωρουμένους ἐν ἀπροσφόροις ἐπαρχίαις, οἵτινες τοὐλάχιστον χάριν τῆς αὐτοβελτιώσεως δικαιοῦνται ν’ ἀξιῶσι τὴν εἰς Ἀθήνας ἢ Πειραιᾶ μετάθεσίν των. 4) Ἡ κατανομὴ κατ’ ἀξίαν τῶν διδασκόντων ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον σχολείοις χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν διδασκομένων ἐν πᾶσι τοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους εὐκταῖον εἶναι νὰ τηρῇ ἀναλογίαν τινὰ δικαίαν, ὅ ἐστὶν οὔτε πάντες οἱ ἐνδεεῖς τὴν μόρφωσιν ἢ ἀνεπαρκεῖς νὰ συνυπάρχωσιν ἐν τῷ αὐτῷ σχολείῳ οὔτε τἀνάπαλιν μόνον οἱ ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι νὰ συνυπηρετῶσιν». Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅτε ὑπέβαλε τὴν πρᾶξίν του περὶ τῶν γενικῶν μεταβολῶν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἀπήντησε καὶ μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι δύο μόνον ἐκ τῶν γνωμῶν τοῦ Ὑπουργείου εὑρίσκει ὀρθάς, αἱ γνῶμαι δ’ αὗται ἦσαν ἡ κατανομὴ κατ’ ἀξίαν τῶν διδασκόντων ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα σχολείοις καὶ ἡ τοποθέτησις εἰδικοτήτων ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις, ἀποκρούει δὲ τὴν μετάθεσιν τῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπηρετούντων εἰς τὸν αὐτὸν τόπον καὶ μάλιστα ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, διότι τὴν τοιαύτην τοποθέτησιν χαρακτηρίζει ὡς ἐπιβράβευσιν τῆς ἱκανότητος τῶν διδασκάλων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς οὐδεμίαν τῶν δύο ἑτέρων γνωμῶν, διότι ἤθελεν ἐπέλθει μεγάλη κίνησις εἰς τὸ διδακτικὸν προσωπικόν. Ἐν τοσούτῳ ἐξαφνικὰ εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεώς των οἱ κύριοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ψέγουσι τὸν Ὑπουργὸν διότι, ἐνῷ μετέθεσε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἕνα θεολόγον ἐξ Ἀμαρουσίου, οὗτος δὲν ἐξετέλεσε τὴν μετάθεσίν του. Δὲν ἐξετέλεσα, Κύριοι, τὴν μετάθεσιν ταύτην, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ Ἀμαρούσιον ὑπηρέτουν ἀληθῶς δύο θεολόγοι, τὸ συμβούλιον δὲν μετέθεσε τὸν ἐκεῖ ὑπηρετοῦντα πρὸ δεκαετίας ἀλλὰ τὸν διορισθέντα πρὸ ἓξ μηνῶν! Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταθέσῃ τὸν διορισθέντα πρὸ ἓξ μηνῶν, διότι διωρίσθη ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ν’ ἀφήσῃ ἐν τῇ θέσει του ἀκίνητον καὶ ἀκλόνητον τὸν ἐπὶ δεκαετίαν ὑπηρετοῦντα. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐκτελέσω τοιαύτην μετάθεσιν οὕτω πως γενομένην πρὸς ἐμπαιγμὸν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα σχολεῖα ἀφῆκε τὴν αὐτὴν ἀταξίαν καὶ ἀτασθαλίαν, ἀφῆκε συσσωρευμένους δύο ἢ καὶ πλείονας μαθηματικούς, θεολόγους ἢ φυσικοὺς εἰς τὸ αὐτὸ σχολεῖον. Ὁ Ὑπουργὸς τοὺς ἐκάλει νὰ σεβασθῶσι τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ν’ ἀνυψωθῶσιν εἰς πραγματικὸν Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, τοῖς ἔθετε γενικὰς γραμμὰς ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ κινηθῶσι, αὐτοὶ δ’ εἰς ἀπάντησιν καὶ εἰς ἐμπαιγμόν, ὡς προεῖπον, μεταθέτουσι τὸν διορισθέντα πρὸ ἓξ μόλις μηνῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν κενὴν θέσιν διδάσκαλον παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὰς ἐγγράφους ὁδηγίας του ὅτι οἱ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὑπηρετοῦντες ἔν τινι τόπῳ πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ μετατίθενται. Λέγουσιν οἱ Κύριοι ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτῶν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συγκινηθῶσι διότι πρώτην φορὰν συνέβη νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις περὶ ἀπολύσεως. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1905, ὁ κ. Πολίτης ἦτο ὁ πρῶτος πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Δανείζομαι λοιπὸν τὴν ἔκθεσίν του αὐτήν, διὰ νὰ ἴδω ἂν συνετελέσθησάν ποτε πράξεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ τὸν συγκινήσωσιν, ἢ ἂν αἱ πράξεις αἱ συντελεσθεῖσαι ἐθεωρήθησαν ὡς ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ ἀπεδέχθη αὐτήν. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπαριθμήσω τὰς παραιτήσεις τὰς ποικίλας, καὶ τὰς κατὰ τρόπον μάλιστα παράδοξον γενομένας ἀποδεκτὰς διὰ τοῦ Διατάγματος δι’ οὗ οἱ παραιτούμενοι διωρίζοντο εἰς ἄλλην θέσιν, ἀναφέρω μόνον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «αἱ προτάσεις ἐξετελέσθησαν πᾶσαι ὑφ’ ἡμῶν πλὴν τῆς παύσεως τοῦ διδασκάλου κ. Μ. Ξυδία, ἣν διὰ λόγους φιλανθρωπίας ἴσως, ἕνεκα βαρέων οἰκογενειακῶν δυστυχημάτων ἐπελθόντων αὐτῷ, δὲν ἐνεκρίνατε, παραιτηθέντος δὲ προετείνατε διὰ Β. Δ. τὸν ἀναδιορισμὸν ἐν τῷ Βʹ ἐν Καρδίτσῃ Ἑλληνικῷ σχολείῳ». Προσέξατε μὲ πόσην ἁπαλότητα φράσεως προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν Ὑπουργόν, ἐὰν εἶχεν ἀντίθετον γνώμην. Δὲν συνεκινήθη ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς, ὄχι νὰ φθάσῃ μέχρι παραιτήσεως, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ παρατηρήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι τὸ συμβούλιον ἔχει ἀντίθετον γνώμην διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου· ἀφῆκε νὰ πιστευθῇ ὅτι τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν εὑρίσκει ὀρθὴν καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς νομίμως ἐνεργῶν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ διδασκάλου ἐκείνου. Ἀλλ’ εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀπ’ εὐθείας ἀπολύσεις ἑνὸς γυμνασιάρχου καὶ ἑνὸς καθηγητοῦ, ὁ δὲ γυμνασιάρχης ἐδικαιώθη ἐγείρας ἀγωγὴν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὅμως οὔτε τὴν ἐλαφροτέραν διαμαρτυρίαν δὲν εὗρε καιρὸν νὰ κάμῃ. Προέβησαν ἄλλοτε εἰς προαγωγὰς (καὶ μεταθέσεις ἄνευ προτάσεως τοῦ Συμβουλίου, οὐδὲν ὅμως σοβαρὸν παράπονον ἠκούσθη ἀπὸ μέρους τοῦ Συμβουλίου. Ἐν ἔτει 1907 ἐκ τῶν διακοσίων περίπου μεταβολῶν ἃς ἐνήργησε τὸ Συμβούλιον οὐδεμίαν ἐξετέλεσε τὸ Ὑπουργεῖον χωρὶς τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ὡς ἀφορμὴ παραιτήσεως. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπει τὸν Ὑπουργὸν εἰσηγούμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων ἀπεκδύεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀμέσου διορισμοῦ παρέχον δικαίωμα προτάσεως εἰς τὸ ἱδρυόμενον ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἵνα οὕτω τεθῇ φραγμὸς ὁριστικῶς εἰς πάντα διορισμὸν καὶ ἀναδιορισμὸν παραιτουμένου διδασκάλου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπει τὸν Ὑπουργὸν εἰσηγούμενον διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἐλλείπουσιν αἱ ἀδικαιολόγητοι παραιτήσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν συντελεῖται πλήρης ἡ ἀποκέντρωσις ἐνθυμεῖται μόνον ὅτι καταλύεται ἡ δυναστεία αὐτοῦ καὶ ἀπέρχεται. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο, λυποῦμαι δ’ ἔτι μᾶλλον, διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς παραιτήσεως φέρεται ὡς αἰτία καὶ ὅτι δὲν ἐχορήγησα τὴν ἄδειαν τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν τῇ 5 Νοεμβρίου, ἵνα συνεδριάσωσιν ἐκτάκτως τρεῖς ἔτι φορὰς ἐντὸς τοῦ μηνός, ἐνῷ δύο συνεδριάσεις τακτικαὶ κατὰ μῆνα ὡρίσθησαν ἐκ τοῦ νόμου. Μοὶ ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ συνεδριάσωσιν ἐκτάκτως, ἐνῷ αἱ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἠδύναντο εἰς τὰς δύο τακτικὰς συνεδριάσεις νὰ περατωθῶσι, καὶ οὐδένα δὲ λόγον δικαιολογοῦντα τὴν ἄδειαν νὰ συνεδριάσῃ ἐκτάκτως μοὶ ἀνέφερεν. Ἑκάστη ἔκτακτος συνεδρίασις στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεὶς ὅμως ἠμφεσβήτησε τὴν καλὴν πίστιν τῶν κ. καθηγητῶν καὶ οὐδέποτε ἠρνήθην νὰ παράσχω ἄδεια ἐκτάκτων συνεδριάσεων, δύο ἢ τριῶν ἐντὸς τοῦ ἰδίου μηνός ὅτε τὴν αἴτησιν ἐθεώρουν δεδικαιολογημένην. Ἰδοὺ κατὰ τίνα τρόπον διατυποῦσι τὸ παράπονόν των τοῦτο (ἀναγινώσκει)· «Κατὰ τὸν νόμον τὸ συμβούλιον συνεδριάζει τακτικῶς μὲν δὶς τοῦ μηνός, ἐκτάκτως δὲ ὁσάκις προκληθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως»· ὅθεν ὁσάκις μετὰ τὴν συγκρότησιν τῶν δύο τακτικῶν συνεδριῶν ὑπολείπεται ἐκκρεμὴς ἐργασία, εἴθισται τὸ συμβούλιον νὰ ἐξαιτῆται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ συνέλθῃ εἰς μίαν ἢ πλείονας ἐκτάκτους συνεδρίας, ἀναλόγως τῶν προκειμένων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λήγοντος μηνὸς ὁ πρόεδρος τοῦ συμβουλίου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2264 ἀναφορᾶς αὐτοῦ τῆς 5 Νοεμβρίου ἐζήτησε τὴν ἄδειαν πρὸς συγκρότησιν δύο ἐκτάκτων συνεδριῶν, ὑπολογίζων τὰς εἰσαχθησομένας πρὸς συζήτησιν ἐντὸς τοῦ μηνὸς ὑποθέσεις, αἵτινες νῦν συμποσοῦνται εἰς 45, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἐπισυναπτομένου πίνακος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνέκρινε τὴν αἴτησιν ταύτην, οὐδ’ ἐζήτησε τὴν πληροφορίαν, τίνες καὶ ὁπόσαι ἦσαν αἱ ὑποθέσεις περὶ ἃς ἔμελλε ν’ ἀσχοληθῇ τὸ συμβούλιον». Καὶ ἀληθῶς οὔτε ἀπήντησα κἂν εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό· δὲν ἐφαντάσθην ποτὲ ὅμως ὅτι τοῦτο ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀφορμὴ ψόγου καὶ μομφῆς κατ’ ἐμοῦ, καὶ εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ συμβούλιον ἤθελε λησμονήσει τὴν μὴ παροχὴν ἀδείας πρὸς συγκρότησιν ἀδικαιολογήτων ἐκτάκτων συνεδριάσεων, διὰ νὰ μὴ παράσχωσιν ἀφορμὴν νὰ πιστεύηται παρὰ πολλῶν ὅτι ἡ ἄρνησίς μου νὰ εἰσακούσω τὴν αἴτησίν των τῆς 5ης Νοεμβρίου καὶ ἡ ὑποβολὴ κατὰ τὴν 21 Νοεμβρίου τῶν ἐκπαιδευτικῶν μου νομοσχεδίων εἶναι οἱ ἀληθεῖς λόγοι τῆς ταραχῆς καὶ τῆς ὀργῆς τῶν κ. καθηγητῶν ἕνεκα τῶν ὁποίων προέβησαν εἰς τὸ ἔκτροπον διάβημα τῆς παραιτήσεώς των (χειροκροτήματα).
§171Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε προσωπικῶς δι’ ἐμέ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι οὔτε φρουρὸς τῶν νόμων ἐτάχθην οὔτε καλῆς πίστεως συζητητής. Ὑπῆρξα φρουρὸς τῶν νόμων, ἐτάχθην ἀφ’ ὅτου ὁ νομὸς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος μὲ ἀπέστειλεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας φρουρὸς τῶν νόμων καὶ ἐλεγκτὴς τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος ἐτάχθην. Θὰ ἦτο ἴσως διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὐχάριστον νὰ μὴ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἄλλως ἔκρινεν ὁ λαὸς τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος. Προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ὑπῆρξα καὶ καλῆς πίστεως συζητητής· ἀλλ’ ἐγὼ συνεζήτησα συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, συνεζήτησα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραδόξως εἶδον τοῦτον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου νὰ ἐπικαλῆται ἔγγραφα τὰ ὁποῖα δὲν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν εἶμαι καλῆς πίστεως συζητητὴς ὁ ὁποῖος δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅλα τὰ ἔγγραφα τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε χρῆσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν εἰς τὸν ἀσκηθέντα κατ’ αὐτοῦ ἔλεγχον δι’ ἐγγράφων τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐχορηγήθησαν ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτῶν; Πρίν, κ. Βουλευταί, καταθέσω τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν αἰτίων τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἔκρινα καλὸν δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πρὸ 8 ἡμερῶν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελον τὸν σχετιζόμενον μὲ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐζήτησα δὲ παρ’ αὐτοῦ προσθέτως νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀπελύθησαν ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ οἱ διδάσκαλοι, ἐν τούτοις ὅμως μόλις προχθές, ἀφοῦ παρῆλθε τὸ ἑξαήμερον τοῦ Κανονισμοῦ, κατέθηκε τὰ ἔγγραφα καὶ ταῦτα οὐχὶ πλήρη, διὰ τοῦτο μετ’ ἐκπλήξεως ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἤκουον τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ φακέλῳ, διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σεῖς δὲν ὑπήρξατε καλῆς πίστεως συζητητὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ὅτε, κ. Βουλευταί, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1912 περὶ τὸ τέλος Μαΐου —ἐνθυμοῦμαι τὴν χρονολογίαν, διότι συμπίπτει ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος —, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνελάμβανε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἐξαγγείλῃ τὰς γνώμας ἃς εἶχε περὶ ὀργανώσεως τοῦ κλάδου τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔσπευσεν ἀμέσως....
§172Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδαμοῦ ἐξήγγειλα τὰς γνώμας μου δημοσιογραφικῶς.
§173Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἔπρεπε....
§174Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄλλο τί ἔπρεπε, καὶ ἄλλο ἂν ἐξήγγειλα.
§175Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἄλλως κατὰ τεκμήριον ὑποτίθεται ὅτι, ἀφοῦ ἀνελάβετε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, βεβαίως ἦσθε παρεσκευασμένος καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς καὶ βεβαίως εἴχετε γνώμην ἐσχηματισμένην ἐκ τῶν προτέρων περὶ τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐνῷ δὲ εἴχετε γνώμας αἱ ὁποῖαι ἀπεκρυσταλλώθησαν κατόπιν εἰς ἀποφάσεις ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφρονεῖτε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις ἡ πλημμελὴς ἐν τῷ νόμῳ περὶ Συμβουλίων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διδάσκαλοι ἠδύναντο νὰ παραιτῶνται κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ νὰ ἐπαναδιορίζωνται, καὶ ὀρθῶς πράττοντες τοιαύτην διάταξιν ἀνεγράφετε περὶ μὴ ἰσχύος τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς πλημμελοῦς, ἐθεωρήσατε ἐν τούτοις προσῆκον καὶ συμφέρον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος νὰ δεχθῆτε παραιτήσεις καὶ νὰ προβῆτε εἰς ἀναδιορισμοὺς καὶ διωρίσατε πλείστους, ἐκ Φθιώτιδος πέντε, καὶ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως διωρίσατε τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῶν συμπολιτῶν σας τῆς Φθιώτιδος, ἤλθετε εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν καὶ διεκηρύξατε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ καὶ τὴν μετεβάλετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας. Ἄλλαι ὅθεν, κ’ Ὑπουργέ, αἱ πράξεις σας καὶ ἄλλαι αἱ γνῶμαι αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζονται διὰ νομοσχεδίων. Ὅτε ὅθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄλλα πράττει πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του καὶ ἄλλα ὑποστηρίζει εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως δὲν εἶναι καλῆς πίστεως συζητητής, βεβαίως εἶναι κατὰ τοῦ νόμου, ὅτε δέχεται παραιτήσεις καὶ ἐνεργεῖ διορισμοὺς κατὰ τὰς διακοπὰς. Ὅ,τι ἐφρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀπαλειπτέον, δὲν ἔπρεπε σεῖς νὰ τὸ ἐφαρμόζητε. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1910, ἀφ’ ὅτου ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος, οὐδεὶς τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν οὔτε διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους οὔτε κατὰ τὰς διακοπὰς ἐδέχθη παραιτήσεις καὶ ἀναδιορισμοὺς τῶν διδασκάλων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἐδικαιολογήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν Φιλδισάκον μὲ δικαιολογίας τοιαύτας αἱ ὁποῖαι δὲν πιστεύω νὰ ἔπεισαν τὴν Βουλήν· εἶπεν ὅτι δὲν ἀνεφέρετο τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν τῇ ἀποφάσει, ὡσανεὶ νὰ μὴ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ὀνόματος καὶ ὡσανεὶ νὰ μὴ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ τῷ ἀναγγείλῃ ποῖος ἦτο ὁ ἀπολυθεὶς καὶ μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου ἐπρομηθεύετο τὸ πρωτότυπον καὶ ἐπληροφορήθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀπολυθέντος· αὐταὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν εἶναι δικαιολογίαι Ὑπουργοῦ αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποστηρίζωνται σοβαρῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸν Γεωργιάδην ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός· τί νόμιμον δικαίωμα ἠσκεῖτε, κύριε Ὑπουργέ; Εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνητε ὡς δεύτερος βαθμὸς τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου; Εἴχετε δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε, ἂν αἱ αἰτιολογίαι τῆς ἀπολύσεως τοῦ καθηγητοῦ Γεωργιάδου εἶναι ἐπαρκεῖς; Ἐκ τίνος νόμου ἠρύεσθε τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐκθέσεως; Σεῖς εἴχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσητε τὸν νόμον, καὶ τὸν νόμον αὐτὸν παρεβιάσατε, τὸν παρεβιάσατε ἀδικαιολογήτως, καὶ δικαιολογούμενος διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὴν προαγωγὴν τοῦ γυμνασιάρχου ἀπεφάνθητε ὅτι δὲν λύεται διὰ τοῦ θανάτου ἢ ἐξ ἀγχιστείας συγγένεια, ἐνῷ καὶ δικαστικῶς τὸ ἐναντίον εἶναι παραδεδεγμένον. Συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε κώλυμα τῆς εἰς ὁλόκληρον ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ μεταθέσεως καθηγητοῦ εἰς Λευκάδα καὶ προαγωγῆς ἑτέρου καθηγητοῦ εἰς γυμνασιάρχην, ἄλλως ἓν δικαίωμα εἴχετε σεῖς, νὰ μὴ ἐκτελέσητε εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νὰ προκαλέσητε νέαν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ πόσους, κ. Ὑπουργέ, καθηγητὰς καὶ διδασκάλους τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως μετὰ τὸν εἰδικὸν νόμον περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως κενῶν ἐστείλατε εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκ τοῦ πολυαρίθμου προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἀθήναις καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, τώρα πλέον ὅτε περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας αὐτὴ ἡ ἐξουσία; καὶ περιῆλθεν ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ πληρώσητε τὰς κενὰς θέσεις τῶν ἐπαρχιῶν. Ἔχω πληροφορίας ὅτι ἐνηργήσατε 30 μεταθέσεις καθηγητῶν καὶ διδασκάλων τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ δὲν ἐστείλατε κανένα ἢ δὲν προέβητε εἰς οὐδεμίαν μετάθεσιν, ὅτε, ὡς ἐλέγετε πρὸ ὀλίγου, εἴχετε πληθὺν ὑπεραρίθμων καθηγητῶν ἐν Ἀθήναις, καὶ ἔχετε τὸ θάρρος ἀπαντῶντες εἰς ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις Βουλευτοῦ διὰ τὴν μὴ συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν ἐπαρχιῶν, ν’ ἀπαντᾶτε δὲν ἔχω προσωπικόν, ἐνῷ καὶ πρὸ ὀλίγου εἴπετε ὅτι ἔχετε ὑπεραρίθμους πολλοὺς ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ σεῖς δὲν προέβητε εἰς τὴν μετάθεσιν αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας τὸ διὰ τῆς προσωρινῆς ἀποσπάσεως δικαίωμα μεταθέσεως τῶν ὑπεραρίθμων.
§176Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπεστρατεύθησαν.
§177Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι γέροντες, ὡς ἔχω πληροφορίαν, ἀλλὰ καταθέσατε κατάλογον ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἔχουσι μεγάλην ἡλικίαν καὶ πόσοι ἐκ τῶν καθηγητῶν αὐτῶν ἀπεστρατεύθησαν. Ἀλλ’ ἀνεξετάστως ἐσπεύσατε νὰ κατηγορήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς πάντας καὶ νὰ κατηγορήσητε καὶ ἐμὲ ὡς κακῆς πίστεως συζητητὴν καὶ δυστυχῶς σεῖς ἀποδεικνύεσθε τοιοῦτος. Παραστάσεις καὶ διορισμοὶ παραιτηθέντων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἐγένοντο· τοιοῦτόν τι φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ κανὲν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἀνεκοινώθη. Ἀλλὰ μήπως τάχα καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, διότι ὁ νόμος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1905, μήπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἐγένοντο τὰ ἴδια; Ἀλλὰ λησμονεῖ, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ παρελθὸν κατελύθη ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὅτι νέαι ἰδέαι, νέαι ἀρχαὶ κρατοῦσι παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ἰδέαι τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖ κατ’ ἐξοχὴν τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς συγκαταλέγεται. Ἄλλαι ἰδέαι εὐτυχῶς κρατοῦσι πλέον περὶ τῶν τοιούτων πράξεων καὶ παρανομιῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἄλλας ἰδέας θέλει καὶ ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κρατῶσιν. Ἐὰν ἐν τῷ παρελθόντι συνέβησαν παρανομίαι τινές, τὰς παρανομίας ταύτας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδοκίμασε καὶ κατέλυσεν ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἵσταται δὲ φρουρὸς ἄγρυπνος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ, μήπως τυχὸν ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτὰ ἀπὸ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγηται καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ μετὰ θάρρους καταγγέλλω παρανομίας ὅσας ἂν εὕρω, διότι, ὡς εἶπον, καὶ καθῆκον ἔχω καὶ ὑποχρέωσιν νὰ καταγγέλλω πᾶσαν παρανομίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις κατ’ ἐξοχὴν ἐκπροσωπεῖ τὰς φιλελευθέρους ἀρχάς, ἃς καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν, διότι, ὡς εἶπον, τὸ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καθεστὼς κατελύθη καὶ συνεχίζοντες τὸ νέον καθεστὼς προσπαθοῦμεν πάντες νὰ φρουρήσωμεν καὶ τοὺς νόμους καὶ νὰ ἐλέγχωμεν καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαν παρανομίαν τὴν καταγγέλλω μετὰ θάρρους καὶ ποιοῦμαι συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, διότι, ὡς παρατηρῶ, πᾶσαν σύστασιν δικαίαν ἀποδέχεται εὐχαρίστως καὶ τὴν ἐκτελεῖ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ποίας καὶ πόσας παρανομίας διέπραξε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω ἂν παρέβη τοὺς νόμους, δὲν γνωρίζω ἂν ἐχρησίμευσεν ὄργανον οἱουδήποτε, διότι ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο συνήγορος καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου οὔτε καὶ κατήγορος αὐτοῦ· ἦλθον μόνον διὰ νὰ καταγγείλω παραβάσεις τοῦ νόμου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν ἀνεύρισκον τοιαύτας, τὰς ἀνεῦρον δὲ καὶ τὰς κατήγγειλα. Ἀλλὰ πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα δὲν θέλω ν’ ἀφήσω εἰς βάρος τῶν ἐπιστημόνων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὴν κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐζήτησαν ἀπ’ αὐτὸν δύο ἐκτάκτους συνεδριάσεις, διὰ νὰ λάβωσι δέκα δραχ. ἀποζημίωσιν. Θὰ ἦτο τοῦτο ἀπελπιστικόν, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοὺς ἐπιστήμονας οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἂν διὰ μίαν δεκάδραχμον ἀποζημίωσιν τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἐζήτησαν νὰ συγκροτήσωσιν ἐκτάκτους συνεδριάσεις· μίαν τοιαύτην μομφή, ἀπευθυνομένην κατὰ τῶν ἐπιστημόνων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι κορυφὰς ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἄνευ διαμαρτυρίας. Ἀλλὰ μήπως ἦσαν ὀλίγαι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ τὸ συμβούλιον κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον; Ἀλλ’ ἐλέγετε ὅτι δικαίωμά σας εἶναι καὶ δικαίωμά σας ἐκ τοῦ νόμου νὰ κρίνητε τὴν ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων συνεδριάσεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅτι δὲν ἐγνωρίζετε τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Ἀλλὰ ποῖος διαβιβάζει τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ συμβούλιον; Δὲν τὰς διαβιβάζει ὁ Ὑπουργός; Ὅτε ἐλάβετε τὸ ἔγγραφον τοῦ συμβουλίου περὶ ἐκτάκτων συνεδριάσεων, ἂν ἐκαλεῖτε τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, θὰ ἐμανθάνετε πόσαι ἦσαν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις καὶ ὁποίας σοβαρότητος διὰ τὰς ὁποίας ἐζήτει ἐκτάκτους συνεδριάσεις τὸ συμβούλιον, θὰ εἴχετε τὴν ὑπομονὴν ταύτην· ἀλλὰ τί ἐπράξατε; Χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς 15 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἐρρίψατε τὴν μομφὴν ὅτι διὰ τὴν δεκάδραχμον ἀμοιβὴν ἐζήτησε τὸ συμβούλιον ἐκτάκτους συνεδριάσεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§178Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει ἓν ἀρκετὰ ἐπικίνδυνον δι’ αὐτόν, διὰ τὴν θέσιν του ἰδίως ὡς ἀντιπολιτευομένου ἐλάττωμα. Παραφέρεται εὐχερῶς διὰ πράξεις διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συμμερισθῶσιν ὅλοι τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησίν του εἴτε ἐκ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ, πολὺ δὲ περισσότερον ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ πάθῃ τὸ πάθημα τοῦ ποιμένος τοῦ μύθου, ὅστις ἐπανειλημμένως ἀναγγέλλων τὴν ἐπιδρομὴν ἀνυπάρκτων λύκων δὲν ἐπιστεύθη καὶ ὅτε ἀληθῶς ἐνεφανίσθη ὁ λύκος. Καὶ τὸν ἔφαγεν ὁ λύκος (ἱλαρότης).
§179Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ δύο πράξεις κατήγγειλα, μίαν παράβασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ δευτέραν αὐτήν. Οὐδὲν ἄλλο.
§180Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μὲ συγχωρήσητε, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν εὐκολίαν νὰ τραπῶ εἰς διθυραμβικὰ ὕψη τοιαῦτα, διότι οὐδόλως συνεκινήθην ἀπὸ τὰ λεχθέντα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσείλκυσε τὴν προσοχήν μου εἶναι ἡ εὐχέρεια, μεθ’ ἧς ὁ κ. συνάδελφος, κράτιστος νομικός, ὡς τὸν γνωρίζω, ἀνευρίσκει παρανομίας ἐκεῖ ἔνθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκτελεῖ καθῆκον ἢ τοὐλάχιστον ἐκεῖ ἔνθα ἐνασκεῖ διακριτικὴν ἐξουσίαν, ἔνθα εἶναι ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ οὐδεὶς Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεγκτός, διότι διώρισεν ἐκεῖνον ἢ τὸν ἄλλον. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη, «διότι οὕτω θέλω». Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔδωκεν εἰς ἑαυτὸν τὸν κόπον νὰ παρατηρήσῃ τοῦτο, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ νόμος ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναγνωρίζει ἓν δικαίωμα, τὴν παραίτησιν, ἐξ ἄλλου δ’ ἀναθέτει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸν διορισμόν, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν, ἔχει δὲ καὶ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὸν παραιτηθέντα· κατ’ ἀκολουθίαν καὶ εἰς τὴν περίστασιν ἀκόμη κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ συνεννοήσεως ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ παραιτουμένου ἀποδέχεται τὴν ὑποβαλλομένην οὕτω παραίτησιν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐν τάξει.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιγραφὴ τοῦ νόμου οὐσιαστική.
§182Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε, ἀλλ’ ὁ νόμος παρέχει εἰς αὐτὸν τοῦτο τὸ δικαίωμα καὶ συνεπῶς οὐδένα νόμον θὰ παρέβαινε. Θὰ ἦτο ὅμως τότε τοῦτο ἐξεταστέον, ἂν συνέτρεχον καὶ ἠθικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδικαιολόγουν τὴν τοιαύτην συνεννόησιν. Διὰ τούτου δὲν θέτω γενικὴν ἀρχήν, διότι ἐσκεπτόμην νὰ ἐξετάσω τὴν συγκεκριμένην ταύτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργός, ἐν συνεννοήσει ἔστω πρὸς τὸν διδάσκαλον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀπελύθη δι’ ἀνεπάρκειαν περὶ τὴν διδακτικὴν μέθοδον, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐνθουσιώδεις συστάσεις, τοῦ ὁποίου ἀδελφὸς ἢ ἀδελφοὶ ἐφονεύθησαν ἐν πολέμῳ, αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος προσέφερεν ἐπίσης πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, πρὸς τούτοις συγκεκριμένως, καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς προήρχετο εἰς συνεννόησιν καὶ τὸν συνεβούλευε νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐξετέλει στοιχειῶδες καθῆκον, ὅσον ὁ Ὑπουργὸς θὰ παρέβαινε καθῆκον συνειδήσεως, ἐὰν συμμερίζετο τὴν τόσον προχείρως ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως διδασκάλου ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἵστανται ἀποκεκαλυμμένοι οἱ κύριοι τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ μάθῃ διὰ τίνα λόγον ἐπροτείνετο ἡ ἀπόλυσις ἐκείνου, οὐχὶ διότι κατὰ δεύτερον βαθμὸν δικαιοδοσίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀνεγνώριζεν εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὰς περὶ ἀπολύσεως προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀληθῶς περιοριστικαὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ διότι ἐκ τῶν ὑστέρων πληροφορηθεὶς περὶ τίνος ἡ πρότασις τῆς ἀπολύσεως ἠθέλησε νὰ μάθῃ κατὰ τί ἔσφαλεν ἀπέναντι τῶν σοφῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος περὶ τοῦ ὁποίου τοιαῦται συστάσεις ὑπῆρχον, ὥστε νὰ προτείνῃ τὴν ἀπόλυσίν του, καὶ εὗρεν ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς δὲν τὸν ἐθεώρει ἐντελῶς κατηρτισμένον εἰς τὴν παιδαγωγικὴν διδασκαλίαν. Κατ’ ἀρχὴν—καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως θὰ συνεπλήρουν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—σφάλλεται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτεῖνον ἀπόλυσιν διὰ τοῦτον τὸν λόγον. Καὶ σφάλλεται, διότι ἡ Πολιτεία ἱδρύσασα τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀνεγνώριζεν ὅτι πάντες οἱ διδάσκαλοι εἶναι ἀμέθοδοι εἰς τὴν διδασκαλίαν ......
§183Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§184Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν διδάσκαλος τοῦ ὁποίου δὲν ἦλθεν εἰσέτι ἡ σειρὰ νὰ προπαιδευθῇ ἐν τῇ διδακτικῇ εἰς τὸ συσταθὲν Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατὰ κανόνα ὀφείλει νὰ εἶναι ἀμέθοδος, καθ’ ὃν χρόνον ἡ νέα μέθοδος εἶναι μία ἴσως ἐπιστήμη ἄγνωστος τέως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, οὐδέποτε πρακτικῶς ἐφαρμοσθεῖσα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καὶ οἱ σοφώτεροι τῶν καθ’ ἡμᾶς φιλολόγων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς διδακτικὴν μεθοδικότητα. Ἐπὶ μᾶλλον δὲ εἶχε δίκαιον εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν ἡ διδακτικὴ ἱκανότης αὐτοῦ ἁπλῶς ὡς ἀνεπαρκὴς χαρακτηρίζεται, καθ’ ὃν χρόνον ὑπάρχει περὶ ἄλλου ἔκθεσις καταγγέλλουσα αὐτὸν ὡς σκοτίζοντα τὴν διάνοιαν τῶν μαθητῶν ἀντὶ νὰ φωτίζῃ, καὶ περὶ ἐκείνου δὲν ὑπεβλήθη καμμία πρότασις. Ταῦτα λέγων δὲν λησμονῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ προστριβαὶ καὶ αἱ ἀντιθέσεις ὀφείλονται εἰς σφάλμα τοῦ νόμου. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος ὅπως ἐγκαθιστᾷ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον μὲ μίαν σωρείαν δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς θέσεως καὶ τῆς προαγωγῆς τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προέρχηται οἴκοθεν εἰς διορισμούς, ὅπερ ἀντιτίθεται καὶ πολλάκις παραλύει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐνάσκησις ἑκατέρωθεν τῶν δικαιωμάτων τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ εἰς σύγκρουσιν καὶ ἢ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ ὑπετάσσετο εἰς τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰς ἐπισήμως διαβιβασθείσας, ὡς ἐγένετο νῦν, καὶ τὸ χειρότερον, καὶ εἰς τὰς ἀνεπισήμως ἐπιβαλλομένας, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀντέδρα εἰς τὰς πράξεις τοῦ Συμβουλίου προκαλῶν πάντως τὴν ἀντίδρασιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν γεγονότων ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. συνάδελφος· ὁμιλῶ περὶ προστριβῶν αἱ ὁποῖαι ἀναποφεύκτως ἐκ τοῦ νόμου, ὡς ἔχει, θὰ ἐπέρχωνται. Δὲν εἶναι ὁ προσήκων χρόνος διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποκεντρωτικῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα καλῶς ἀπεδέχθημεν· θὰ ἔλεγον οὐχ ἧττον τώρα ὅτι τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς ὅτι καθιστᾷ ἐλεύθερον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπέναντι τῶν Βουλευτῶν καὶ τοὺς Βουλευτὰς ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐντελῶς παρ’ ἡμῖν ἢ μετὰ παρέλευσιν τοὐλάχιστον τῆς παρούσης γενεᾶς. Θὰ ἦτο ἀνώτερον τῶν ἡμετέρων δυνάμεων νὰ ζητήσωμεν νὰ τεθῶμεν ὑπεράνω ἑνὸς καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον μακρὰ συνήθεια ἐδημιούργησε, νὰ κρίνωμεν ὑπεράνω τῶν προσώπων καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν μὲ αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις ἀποκεντρωτικὰ συμβούλια, ἐν ᾧ τὸ βέβαιον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήγωμεν ἐν μείζονι ἢ ἐλάσσονι μέτρῳ εἶναι ὅτι θὰ μεταθέτωμεν τὴν συναλλαγὴν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ποικίλα συμβούλια, μὲ τοῦτον τὸν κίνδυνον, ὅτι ὁ μὲν Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἀπέναντι τῶν ἰδίων συμπολιτῶν, ἐνῷ ἐκεῖνα εἶναι ἐντελῶς ἀνεύθυνα, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι καὶ ἐν τῷ ἐνεστῶτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέναντι τῶν τοιούτων εὐθυνῶν θὰ συνέχηται καὶ τοὐλάχιστον θὰ ἔχῃ ὅριά τινα εἰς τὰς ἰδίας συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας, ἐνῷ ἐκείνου ἡ εὐθύνη δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἔχῃ κανὲν ὅριον καὶ θ’ ἀφιέμεθα εἰς μόνην τὴν συνείδησιν τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου, ἡ ὁποία δὲν παρέχει πάντοτε ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις. Ἐφ’ ὅσον οἱ κίνδυνοι οὗτοι προέρχονται ἐκ τῶν πραγμάτων, ἠθέλομεν εἶσθαι ἄδικοι, Κύριοι, ἂν κατελογίζομεν τὰ σφάλματα ταῦτα εἰς ταῦτα ἢ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα. Εὑρέθην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ προκατόχου τοῦ παρόντος νὰ καταλέγξω πρᾶξίν τινα ὡρισμένην, ὡς ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια τῆς εὐπρεπείας, καὶ δὲν μετενόησα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης διὰ τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ἐτήρησα, καὶ ἡ ἀπόκρισις ἦτο ὅτι «μὰ δὲν πταίω ἐγώ». Εὑρέθην ὑπόχρεος νὰ τῷ εἴπω ὅτι «Ἄν, κύριε πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐπταίετε καὶ σεῖς, φυσικὰ δὲν θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ σᾶς τὰ ἔλεγον αὐτὰ κατὰ πρόσωπον». Τουτέστι ἔχομεν καὶ πολυμελές, τὸ ὁποῖον δὲν ἐντοπίζει τὴν εὐθύνην εἰς ἕνα, καὶ τότε οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνος. Πρόκειται περὶ παρελθόντων. Ἀλλὰ τὸ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα οἱ κ. συνάδελφοι προσθέσωσιν ἕνα ἀκόμη λόγον εἰς ὅσους αὐτοὶ οἱ ἴδιοι γνωρίζουσι περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐνασκῆται κατ’ ἀνάγκην ἓν τόσον μέγα δικαίωμα ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Περὶ τοῦ ὑπάρχοντος Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἰδιαίτατα περὶ τοῦ κ. προέδρου αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἔχω ἀρίστην γνώμην. Ἔχω πάντα λόγον νὰ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ ἡ χρηστότης αὐτοῦ εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀνεγνωρισμένην ἐπιστημονικὴν ἀξίαν· ἀλλ’ ἂν ᾐτιάθη αὐτοῦ καὶ τοῦ Συμβουλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπερβασίας ἢ ἂν ἀντεπάγονται αἱ αἰτιάσεις αὗται, τὸ σφάλμα κεῖται ἐν τῇ φύσει τοῦ νόμου. Ἵνα δὲ εἶμαι ἐξ ἴσου εἰλικρινὴς πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐξ ὅσων ἤκουσα καὶ ἐκεῖθεν καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντων ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ὅτι ὁλόκληρον τὸ σφάλμα κεῖται εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νομίσαν παραγκωνιζόμενα τὰ δικαιώματά του ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς νομιμοφροσύνης προελθὸν καὶ εἰς παραίτησιν.
§185ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅσον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ἄρτι κατελθὼν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, παρεγνώρισαν τελείως τὸ ζήτημα, ὅπερ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἤγειρεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, κατ’ αὐτὸ νὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς, ἂν ἐπέτυχεν ἢ ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ διοικήσει τῆς Μέσης ἡμῶν Ἐκπαιδεύσεως, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ τὸ Ἐποπτικὸν αὐτῆς Συμβούλιον, ἢ ἂν θὰ ἦτο προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τελευταίου προσκομισθέντος εἰς ἡμᾶς, ὡς ἐνόμισαν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐξέτασιν τοιούτων θεμάτων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν πρέπει τώρα ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἶναι ἀληθῆ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφός μου κατήγγειλε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, ἅτινα οὗτος κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, ναὶ ἢ ὄχι; Κατήγγειλε δὲ αὐτὸς σωρείαν ὅλην παραβάσεων τῶν κειμένων νόμων περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης ἡμῶν Ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παραβάσεων δὲ τοιούτων, αἱ ὁποῖαι, ματαιοῦσαι τέλεον τὸν σκοπὸν τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ ὑφισταμένου ἀποκεντρωτικοῦ αὐτῆς θεσμοῦ ἐξηνάγκασαν τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ της Συμβουλίου νὰ ὑποβάλωσι τὴν παραίτησίν των, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς αὐθαιρεσίας του κατέστησε πλέον ἀδύνατον τὴν περαιτέρω αὐτοῦ λειτουργίαν. Ἰδού, Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου. Τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδόλως ἠδυνήθησαν νὰ μετατοπίσωσι, μεθ’ ὅλην τὴν δικανικήν των δεινότητα καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ῥητορικάς των ἐξάρσεις, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὁ ἀναλαβὼν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀπέναντι τῶν ἐγερθεισῶν κατ’ αὐτοῦ κατηγοριῶν.
§186Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι κατηγορούμενος ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος;
§187ΑΘΑΝ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηγοροῦνται, κατηγορούμενοι δὲ ὀφείλουσι νὰ ἀπολογηθῶσι μόνοι οἱ Ὑπουργοί. Οἱ Βουλευταὶ ὑπέχουσι πολιτικὰς εὐθύνας μόνον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς των, καὶ δὴ ὅταν καλῶνται ν’ ἀνανεώσωσι τὴν ἐντολήν των. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἶναι κατηγορούμενος ὁ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφός μου, οὐδ’ ἔχει αὐτὸς ἀνάγκην ὑπερασπίσεώς τινος. Ἢ μήπως τὸν θεωρεῖτε τώρα ὑμεῖς κατηγορούμενον, διότι πρὶν ἰσχυρίσθητε ὅτι αὐτός, θελήσας δὶς νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅλως ἀναιτίως, κινδυνεύει νὰ πάθῃ ὅ,τι καὶ ὁ μυλωνᾶς τοῦ γνωστοῦ μύθου μὲ τὸν λύκον. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε, κ. συνάδελφε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν κάμνετε καλὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πελάτου σας; Διότι βεβαίως, ἵνα εἴπητε τοιοῦτό τι, θὰ ἐφαντάσθητε τὸν μὲν κ. Ὑπουργὸν ὡς λύκον, βαρὺν ἐπιπίπτοντα κατὰ τῆς ποίμνης, ὁτὲ μὲν κατὰ τῆς Δημοτικῆς, ὁτὲ δὲ κατὰ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τὸν δὲ κ. Βελέντζαν ὡς μυλωνᾶν, προκαλοῦντα κατ’ αὐτοῦ τὸν συναγερμὸν πάντων τῶν κηδομένων τῆς ἐκπαιδεύσεως ἡμῶν. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρίσητε ὡς ἀβασίμους ὅλως τὰς κατηγορίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς ὁ ἀρχηγός σας, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπεκάλεσε μὲν τερατώδη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κεντρικοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ ἧς κατ’ ἐπιβολὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατεδικάσθησαν ἀδίκως ὅλως δημοδιδάσκαλοί τινες, ἐχαρακτήρισε δ’ ὅσα εἴπετε ὑμεῖς πρὸ μικροῦ, θέλοντες νὰ δικαιολογήσητε τὰς ἀποτολμηθείσας ὑπ’ αὐτοῦ μεταθέσεις καὶ προαγωγὰς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς μεθόδου τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ των, ὡς οὐσιαστικὴν περιγραφὴν τοῦ νόμου, διότι ἐξανέστη ἐπὶ τέλους ἡ συνείδησίς του κατὰ τῶν τοιούτων ἀτασθαλιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον τοῦτο, ἐννοῶν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Λαγοπάτη.
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς αὐτὸ ἰσχυρίσθην.
§190Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος τοιαύτης γνώμης. Παρεξηγήθην. Ἔσπευσα νὰ προσθέσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἐνόουν τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν τοῦ διδασκάλου. Ἐγὼ τοιαύτας ἀρχὰς δὲν ἐννοῶ νὰ εἰσαγάγω.
§191ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χαίρω πολύ, διότι οὕτω πως ἀποκηρύττει καὶ αὐτὸς ὁ συνήγορος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰς μεθόδους τὰς ὁποίας οὗτος μετῆλθε πρὸς ὑπονόμευσιν καὶ ἀνατροπὴν τῶν κειμένων νόμων περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ νῦν, Κύριοι, στρέφων τὸν λόγον πρὸς μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας προκαλῶ τοῦτον, ἵνα ἀφήνων κατὰ μέρος τὰς ὑπεκφυγὰς καὶ τὰ τεχνάσματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι συνηθισμένος, ὡς ἐκ τοῦ μακροῦ δικηγορικοῦ του βίου, καὶ ἀναλογιζόμενος ὅτι τώρα εἶναι Ὑπουργὸς ἀπολογηθῇ ἐν πάσῃ εὐθύτητι καὶ ἀποδείξῃ, ἂν δύναται, ὅτι δὲν διέπραξε τὰς ἀποδιδομένας εἰς αὐτὸν παρανομίας. Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο καθῆκον ἐπιτακτικὸν διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸ ὁποῖον ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃ αὐτός, ὁσασδήποτε προσπαθείας καὶ ἂν καταβάλῃ, ὅπως μετατρέψῃ τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἐπὶ θέματα ἀλλότρια αὐτῆς. Ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃ αὐτὸ διὰ συζητήσεως ἀκαδημαϊκῆς περὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ θεσμοῦ τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς λειτουργίας τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου. Ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃ αὐτὸ δι’ ὅσων ἀκαίρως ὅλως εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξαίρων τὸ ἰδικόν του νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῆς Δ. καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. — Ὅταν ἔλθῃ τοῦτο εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἴδωμεν, ἐὰν πρέπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καυχᾶται δι’ αὐτό! — Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον δι’ ὅσων εἶπε περὶ τοῦ παραιτηθέντος Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατακρίνων τὴν παραίτησιν τούτου ὡς παράνομον καὶ ἀποδίδων αὐτὴν εἰς ἐλατήρια ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ, ὡς εἰς τὴν μῆνιν δῆθεν αὐτοῦ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του καταργεῖ τὸ νῦν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διότι ἠρνήθη αὐτὸς νὰ τὸ συγκαλέσῃ εἰς δύο ἐκτάκτους συνεδριάσεις ἀποστερήσας οὕτω τὰ μέλη του τὸ δεκάδραχμον ἐπίδομά των δι’ ἑκάστην αὐτῶν. Καὶ ἰσχυρίσθη, Κύριοι, τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ καθηγητῶν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, περὶ καθηγητῶν τῆς περιωπῆς τοῦ Ν. Πολίτου, τοῦ Γ. Ι. Ἀγγελοπούλου, τοῦ Τσούντα κτλ. Καὶ ἠθέλησεν αὐτός, τοιαῦτα ἰσχυριζόμενος, νὰ γίνῃ πιστευτὸς ὑφ’ ἡμῶν ὅτι πράγματι περιῆλθεν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τοὺς παραιτηθέντας ἐποπτικοὺς συμβούλους, διότι ἐκ φειδοῦς τοῦ δημοσίου πλούτου ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ δύο δεκάδραχμα ἐπιδόματα. Ποῖος; Αὐτὸς ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νομοσχεδίου του δημιουργεῖ ὀκτὼ μονίμους ἐποπτικοὺς συμβούλους μὲ πεντακοσιάδραχμον μισθὸν κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον! Ἀλλὰ καὶ ἀληθῆ ἐὰν ἦσαν πάντα ταῦτα καὶ ὅσα ἄλλα προσέτι ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν παραιτηθέντων ἐποπτικῶν συμβούλων κατηγορῶν τούτους ὅτι δῆθεν ἐποιοῦντο κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας των ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ οὕτως ἀπαλλάσσεται αὐτὸς τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχει; Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, πάνθ’ ὅσα προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι προφάσεις μόνον ἐν ἁμαρτίαις, δι’ ὧν ζητεῖ αὐτὸς νὰ συγκαλύψῃ τὰς παρανομίας, δι’ ἃς ἐγκαλεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ πρόκειται, Κύριοι, οὐχὶ περὶ μεμονωμένων οὐδὲ περὶ τυχαίων παραβάσεων νόμου, ἀλλὰ περὶ συστηματικῆς ὑπονομεύσεως καὶ ἀνατροπῆς τοῦ ὑφισταμένου θεσμοῦ τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, περὶ πλήρους ματαιώσεως τοῦ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, ὡς μέλλω ν’ ἀποδείξω νῦν. Μέχρι τοῦ ἔτους 1905 πᾶσαι αἱ προσωπικαὶ μεταβολαὶ ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει ἦσαν ἐγκαταλελειμμέναι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις ἐδικαιοῦτο κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν νὰ διορίζῃ, προάγῃ, μεταθέτῃ καὶ ἀπολύῃ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς. Ἐν καιρῷ ἰδίως διακοπῶν ἀνεστατοῦτο κατ’ ἔτος ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ προσωπικὸν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. Κρίνω, Κύριοι, περιττὸν νὰ διεκτραγῳδήσω νῦν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἡ Μέση Ἐκπαίδευσις. Τὸ κακὸν εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ὅτε κατὰ τὸ προμνημονευθὲν ἔτος ἀπεφασίσθη νὰ τεθῶσι φραγμοὶ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τοῦ νόμου ΓʹΙΑʹ, ὅστις εἶχε μὲν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλήν, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη, ἐψηφίσθη δὲ μετὰ τὴν δολοφονίαν ἐκείνου, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Δ. Γ. Ράλλη. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἔργον τῆς λεγομένης φαυλοκρατίας, καθιερώθη ἡ ἀποκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐγκαθιδρυθέντος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς αὐτῆς. Οὗτοι εἶχον καθῆκον περιοδεύοντες νὰ παρακολουθῶσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν λειτουργίαν τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ὑποδεικνύωσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ των εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐγνωμάτευε μὲν περὶ μεταθέσεων καὶ προαγωγῶν, ἀπεφάσιζε δὲ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, ἐν αἷς καὶ περὶ ἀπολύσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν μεταθέσεων καὶ προαγωγῶν ἐπεφυλάχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ ἢ νὰ μὴ ἐκτελῇ αὐτὰς ἐν περιπτώσει διαφωνίας πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Αἱ περὶ ἀπολύσεων ὅμως ἀποφάσεις ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ δι’ αὐτόν, ὀφείλοντα μάλιστα ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεώς των εἰς αὐτὸν νὰ τὰς ἐκτελῇ. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἐβράδυνε νὰ καταδείξῃ ἐλλείψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε ἦσαν ἀναπόφευκτοι, προκειμένου περὶ θεσμοῦ τὸ πρῶτον τότε εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῖν. Πρώτη δὲ κυρία ἔλλειψις τούτου ἦτο ὅτι μὴ ἀπαγορευομένου τοῦ ἀναδιορισμοῦ τῶν ἀπολυομένων ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν αὐτοὶ εἶχον ἀπομακρυνθῇ αὐτῆς δι’ ἀνικανότητα ἢ ἀνεπάρκειαν. Ἑτέραν ἔλλειψιν εἶχεν ὁ νόμος τοῦ 1905, καθ’ ἣν δὲν ἐτίθετο φραγμὸς εἰς τὴν περιγραφὴν τῶν περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς διατάξεων αὐτοῦ διὰ τῆς μεθόδου τῆς παραιτήσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐκ μιᾶς καὶ τοῦ ἀμέσου ἀναδιορισμοῦ αὐτῶν εἰς ἄλλην θέσιν, εἰς ἣν αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μετατεθῶσιν ἢ νὰ προαχθῶσι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Κατ’ ἀκολουθίαν, Κύριοι, αὐτῶν τῶν ἐλλείψεων ἐγεννῶντο προστριβαὶ καὶ συγκρούσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ἠναγκάζετο ἐνίοτε, ἑκὼν ἄκων, νὰ ἀναδιορίζῃ μὲν τοὺς ἀπολυομένους ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ ἢ ἀνικανότητι, νὰ δέχηται δὲ παραιτήσεις ἄλλων καὶ νὰ τοὺς τοποθετῇ ἐκεῖ, ὅπου αὐτοὶ μάτην ἐζήτουν νὰ μετατεθῶσιν ἢ προαχθῶσι διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ δυστυχῶς ὁ νόμος εἶχεν ἀφήσει ἀνοικτὰς τὰς τοιαύτας θυρίδας. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησε νὰ κλεισθῶσιν ἑρμητικῶς αἱ θυρίδες ἐκεῖναι διὰ νεωτέρου νόμου, τοῦ ΓΨΛΚʹ τοῦ 1910, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τῆς ιηʹ περιόδου, ἥτις ἀνῆκεν ὡσαύτως εἰς τὴν φαυλοκρατικὴν λεγομένην ἐποχὴν καὶ εἰς ἥν ὀφείλεται ἡ ἐπιψήφισις καὶ πάντων τῶν ἀποκεντρωτικῶν παρ’ ἡμῖν νόμων τῆς δικαιοσύνης καὶ διοικήσεως, ὧν τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα ἐγένοντο καταφανῆ ἐν ἡμέραις ἀνορθώσεως, ὁ δὲ πολὺς λαὸς ἐξ ἀγνοίας βεβαίως ὑπέλαβεν αὐτὰ ὡς ἀποκλειστικὰ ταύτης κατορθώματα. Κατὰ τὸν νόμον, Κύριοι, τοῦ 1910 ὡρίσθη, ἵνα οἱ δι’ ἀνεπάρκειαν ἢ ἀνικανότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των ἀπολυόμενοι μηδέποτε ἀναδιορίζωνται. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαγορευθῶσιν ἀπολύτως αἱ μεταθέσεις, ὁ νέος νόμος, εἰς περιστολὴν τῆς πρὶν γινομένης δι’ αὐτῶν περιγραφῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις καὶ προαγωγὰς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀνέγραψε τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν αὐτοί, παραιτούμενοι ἐκ τῆς θέσεώς των, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, δὲν δικαιοῦνται νὰ ἀναδιορισθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως οὐ μόνον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι αὐτὴ ρητὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1910.
§194Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ νόμος λέγει ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους.
§195ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως ἰσχυρίζεσθε τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, διότι βλέπετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν νόμον οὐδὲ σημείωσίν τινα;
§196Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν νόμον ἔχω ἐγὼ καὶ ἀναγνώσατέ τον, ἂν θέλετε.
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Λαμβάνων τὸν νόμον ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3ον. Λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παραιτούμενοι διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους τῆς θέσεώς των δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐπαναδιορισθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἑπομένου σχολικοῦ ἔτους». Ἰδού, Κύριοι, τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Καὶ τώρα ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ὅσοι βεβαίως γινώσκετε ἢ ἀναγινώσκετε, τίς ἐξ ἡμῶν εὑρίσκετο πρὶν ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἐγώ; Καὶ ὅμως καθ’ ἥν στιγμὴν αὐτὸς μὲ διέψευδεν, ἐκράτει ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον, ὅστις ἔμελλε τόσον πανηγυρικῶς νὰ διαψεύσῃ αὐτόν. Οὕτω πως, Κύριοι, μεταρρυθμισθεὶς καὶ συμπληρωθεὶς τῷ 1910 ὁ νόμος τοῦ 1905 ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου τὰς ἀφορμὰς τῶν πρὶν προστριβῶν καὶ συγκρούσεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ἐξηκολούθησε δὲ αὐτὸς λειτουργῶν ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς μέχρι τοῦ 1912, ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὁ νῦν προϊστάμενος αὐτοῦ. Ἔκτοτε ὅμως ἤρξαντο ἐκ νέου αἱ πάλαι προστριβαὶ καὶ συγκρούσεις μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἕως οὗ τοῦτο, πεισθὲν ὅτι εὑρίσκετο ἐνώπιον συστηματικῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξουδετερούσης τὴν κανονικὴν λειτουργίαν καὶ καθιστώσης περιττὴν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν του, ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τὴν παραίτησίν του ταύτην ὑπέβαλε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δι’ ἐγγράφου πολυσελίδου, ἐν ᾧ ἀναφέρει, ὡς δηλοῖ ρητῶς, τινὰ μόνον ἐκ τῶν γεγονότων, τῶν πιστοποιούντων τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ μόνα αὐτὰ τὰ γεγονότα εἶναι τόσον πολλὰ ὥστε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐχρειάσθη ὥραν ὁλόκληρον, ἵνα ἐκθέσῃ αὐτὰ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς ἐκ τούτου δὲν εὑρίσκομαι ἐγὼ τώρα εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθων διαφωνιῶν, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ περὶ συστηματικῆς ὑπονομεύσεως καὶ ἀνατροπῆς τῶν κειμένων νόμων, ματαιούσης τελείως τὸν πρῶτον καὶ κύριον σκοπόν, τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ θεσμοῦ τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης ἡμῶν Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀνάγει τὰ ὑπ’ αὐτοῦ καταγγελλόμενα γεγονότα εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τρεῖς κατηγορίας τὰς ἑξῆς· εἰς τὴν ἄρνησιν αὐτοῦ ἵνα ἐκτελῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τὰς περὶ ἀπολύσεως ἀποφάσεις του, εἰς τὴν ματαίωσιν ἀποφάσεών του περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ἀνεπαρκείᾳ καὶ τέλος εἰς τὸν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ σφετερισμὸν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῶν μεταθέσεων καὶ προαγωγῶν, διὰ τῆς πάλαι μεθόδου τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ. Ἄς ἴδωμεν, Κύριοι, τώρα κατὰ πόσον εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐξετάζοντες μίαν πρὸς μίαν τὰς κατηγορίας ταύτας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΓϞΑʹ νόμου τοῦ 1905 αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ παύσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως «εἰσὶν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰς ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεώς των παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου». Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς νῦν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ σαφεστέρα καὶ κατηγορηματικωτέρα ταύτης διάταξις; Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασεν ἐπανειλημμένως νὰ παραβῇ αὐτήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφός μου ἀνέφερε πρὸς ἡμᾶς ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα γεγονότα, τὰ θέτοντα ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας τὴν τοιαύτην παρανομίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τί δὲ ἀπήντησεν οὗτος; Ὡμολόγησε μὲν τὴν συντελεσθεῖσαν οὕτω πως παρανομίαν, ἀλλὰ πρὸς δικαιολογίαν αὐτῆς ἐπεκαλέσθη τὸ θλιβερὸν γεγονὸς τῆς δολοφονίας τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν Βασιλέως Γεωργίου Αʹ ἀφήσας νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δὲν προέφθασεν αὐτὸς νὰ ὑπογράψῃ τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν ἐξετελοῦντο αἱ περὶ ἀπολύσεως ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβές; Ὄχι! Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐκοινοποιήθησαν διὰ τοῦ προέδρου του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., τὰ δὲ Διατάγματα, δι’ ὧν ἐξετελέσθησαν αὐταί, ἐδημοσιεύθησαν μόλις τῇ 27 Ἀπριλίου φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νέου ἡμῶν Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἀλλ’ οὗτος ἀνῆλθεν εἰς τὸν θρόνον ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Μαρτίου, ἤτοι πεντήκοντα σχεδὸν ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων. Δὲν ἔχομεν δέ, Κύριοι, καὶ οὕτω καταφανῆ παράβασιν τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιτάττοντος τριακονθήμερον μόνον προθεσμίαν πρὸς δημοσίευσιν αὐτῶν; Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησεν οὕτω πως νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων εἰς τὸν ἀνεύθυνον Βασιλέα Κωνσταντῖνον· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τὸν διέψευδεν αὐτὴ ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως», εἰς ἣν ἀπὸ τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Μαρτίου μέχρι τέλους τοῦ Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἔχουσι καταχωρισθῇ πολλὰ ἄλλα Διατάγματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Πῶς λοιπόν, Κύριοι, εἶχε καιρὸν ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ἵνα ὑπογράψῃ αὐτά, δὲν εἶχε δὲ καιρὸν ἵνα ὑπογράψῃ τὰ περὶ ἀπολύσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Διατάγματα, τὰ φέροντα τυπικὸν ὅλως χαρακτῆρα, ὡς ἀφορῶντα εἰς ἐκτέλεσιν νόμου; Πῶς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔσπευσε τότε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἵνα ἀποτινάξῃ οὕτως ἐκ τῶν ὤμων του τὴν εὐθύνην, ἥτις νῦν βαρεῖα ἐπικάθηται ἐπ’ αὐτῶν; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο γεγονός, ὅπερ ἀφήνει ἀναπολόγητον ὅλως τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως τοῦ ἐν Τσιπιανοῖς ἑλληνοδιδασκάλου Ἀθ. Χατζηγεωργίου, ἥτις ἐκοινοποιήθη μὲν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῇ 31 Μαΐου 1912, ἐξετελέσθη δὲ μόλις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1913, ἤτοι μετὰ ὀκτὼ περίπου μῆνας, ἀφοῦ προηγουμένως τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δι’ ἐπανειλημμένων ὑπομνημάτων του ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, ὡς ἀναφέρει ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς παραιτήσεώς του. Ὅταν δέ, Κύριοι, ἔχητε ἐνώπιόν σας τοιαῦτα ἀναντίλεκτα γεγονότα, διατρανοῦντα τὴν κατάφωρον ἀθέτησιν τοῦ νόμου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δύνασθε νὰ ἔχητε πλέον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ παραιτήσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου; Καὶ πρέπει ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀνορθώσεως, δι’ ἣν αὐτὴ ἐναβρύνεται, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἐνώπιον τοιαύτης συστηματικῆς ὑπονομεύσεως καὶ ἀνατροπῆς ἑνὸς ἀποκεντρωτικοῦ θεσμοῦ, ἀφοῦ τὴν ἀποκέντρωσιν προβάλλει αὐτὴ πάντοτε ὡς τὸ κυριώτατον γνώρισμα καὶ ἔρεισμα τῆς ἀνορθώσεως; Κατὰ τὸ ἄρθρον, Κύριοι, 10 τοῦ ͵ΓΨΛʹ νόμου τοῦ 1905, ὡς συνεπληρώθη αὐτὸ διὰ τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ ͵ΓΨΛΒʹ νόμου τοῦ 1910, οἱ δι’ ἀνεπάρκειαν ἢ ἀνικανότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀπολυθέντες οὐδέποτε ἀναδιορίζονται. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ καὶ ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολίας. Ἐν τούτοις τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς παραιτήσεώς του ἀναφέρει δύο γεγονότα, καθ’ ἃ αὐτὴ ὑπενομεύθη καὶ ἄρδην ἀνετράπη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ δῆλα δὴ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει τὴν ἀπόλυσιν δύο λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως δι’ ἀνεπάρκειαν καὶ ἀνικανότητα, ἥτις θὰ συνεπήγετο τὴν εἰς ἀεὶ ἀπομάκρυνσίν των ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ, ὡς εἶχε καθῆκον, τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις ἐντὸς μηνός, ἐσκέφθη νὰ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς ἀναδιορίσῃ μετὰ τινα χρόνον. Τί δὲ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν ταύτην; Ἀπεπειράθη νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὸν ἕνα μόνον τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος λειτουργῶν εἰπὼν ὅτι αὐτὸς ἔχει παράσχει μεγάλας ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα ἐν τῷ Μακεδονικῷ ἀγῶνι, ὅτι δὲ ὡς τοιοῦτον συνέστησεν αὐτὸν ὁ τότε συνάδελφος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑποδείξας ὅτι ἦτο ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ μὴ ἀπολυθῇ αὐτός. Ἀλλά, Κύριοι, πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἵνα λαμβάνων αὐτὸς ὑπ’ ὄψιν οἱασδήποτε συστάσεις ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν νὰ δημοσιεύσῃ ἐντὸς μηνὸς τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, μηδέποτε δὲ πλέον νὰ ἀναδιορίσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος λειτουργὸν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀπολυθέντα ἅπαξ δι’ ἀνεπάρκειαν ἢ ἀνικανότητα; Ὁ Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ ἀπαράβατον, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀποφύγῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ἀναδιορισμὸν τοῦ οὑτωσὶ ἀπολυθέντος. Πλὴν τούτου, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ αὐτὸς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δὲν εἶναι κατάστημα φιλανθρωπικόν, ἵνα ἀπονέμῃ βοηθήματα εἰς ἀναξιοπαθοῦντας, οὐδ’ ἔχει καμμίαν πίστωσιν διαθέσιμον πρὸς τοῦτο. Διὸ ἠδύνατο κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπαντῶν πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου του νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοῦτον, ὅτι ὤφειλεν αὐτὸς μᾶλλον νὰ βοηθήσῃ τὸν ἀγωνισθέντα ὑπὲρ πατρίδος ἐν Μακεδονίᾳ καὶ δὴ ἐκ τῆς γνωστῆς τοῦ Ὑπουργείου του πιστώσεως τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν, ἥτις ἔχει ἐξογκωθῆ τελευταῖον εἰς ἑκατομμύρια ὅλα καὶ διατίθεται πολλάκις εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὐδέποτε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδικαιοῦτο νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ λειτουργὸν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, κριθέντα δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῇ βάσει ἀλλεπαλλήλων ἐκθέσεων οὐχὶ ἑνός, ἀλλὰ δύο ἐπιθεωρητῶν, ἀνίκανον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Διότι τοῦτο σημαίνει ὅτι αὐτὸς ἠθέλησεν οὕτω πως βοηθῶν ἕνα ἀναξιοπαθοῦντα ν’ ἀποστερήσῃ πληθὺν ἑλληνοπαίδων τοῦ καταλλήλου διδασκάλου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβαλε δικαιολογίαν τινά, καὶ ταύτην ἀσύστατον ὅλως, ὡς πρὸς τὸν ἕνα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρὸς τὸν ἕτερον ὅμως αὐτῶν ἔμεινεν ἰχθύος ἀφωνότερος, οἱονεὶ ἀποδεχόμενος οὕτω καὶ αὐτὸς ὅτι διέπραξε τῳόντι διττὴν παρανομίαν μὴ ἐκτελέσας ἐμπροθέσμως τὴν περὶ ἀπολύσεώς του ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ προτιμήσας νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν του καὶ νὰ τὸν ἀναδιορίσῃ εἰς ἄλλην θέσιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΓΨΛΒʹ νόμου τοῦ 1910, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων πρὶν προκληθεὶς εἰς τοῦτο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οἱ παραιτούμενοι λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύνανται ν’ ἀναδιορισθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους. Καὶ ὅμως αὐτὸς ἀναδιώρισεν οὐ μόνον τοὺς ἀνωτέρω δύο, ἀλλὰ καὶ πληθὺν ἄλλων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας ταύτης. Ἐκ τῶν τελευταίων δὲ τούτων τινὰς μὲν διώρισεν εἰς ἄλλας θέσεις, ἄλλους δὲ προήγαγε καταπατῶν οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ γνωμοδοτῇ περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος ἐξέθεσεν ἐν λεπτομερείᾳ πάντα τὰ ἀφορῶντα τὴν τοιαύτην οὐσιαστικὴν περιγραφὴν τοῦ νόμου, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ αὐτὸς ἀπέδειξεν ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν μεταθέσεων καὶ προαγωγῶν, τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τῆς μεθόδου τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ, ἀναφέρονται εἰς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καταγομένους ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τοῦτο, Κύριοι, οὐδόλως μὲ ἐκπλήττει. Κατὰ τὸ γνωστὸν δημῶδες λόγιον «ὁ Χριστὸς ηὐλόγησε πρῶτα τὰ γένεια του» (γέλωτες). Καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος λοιπόν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐφρόντισε κατὰ πρῶτον νὰ παραθέσῃ εἰς ἑαυτὸν πλουσίαν τράπεζαν, ἀφοῦ δὲ ὁ ἴδιος ἐκορέσθη, ἄφησεν εἶτα νὰ πέσωσιν ἐξ αὐτῆς ὀλίγα ψυχία διὰ τοὺς περισταίνοντας αὐτόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ εἰρημένα οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπολείπεται εἰς ὑμᾶς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ συστηματικῆς ὑπονομεύσεως καὶ ἀνατροπῆς τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ θεσμοῦ τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατώρθωσε νὰ ματαιώσῃ τὸν πρῶτον καὶ κύριον σκοπόν, ὅν ἐπεδίωξε δι’ αὐτοῦ ὁ νομοθέτης. Ὁ σκοπὸς οὗτος ἦτο νὰ τεθῶσι φραγμοὶ δυσυπέρβλητοι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις, τὰς προαγωγὰς καὶ τὰς ἀπολύσεις τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως. Τοὺς φραγμοὺς δὲ τούτους κατέρριψεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐξουθενώσας καὶ ἐπιθεώρησιν καὶ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Καὶ εἶναι μέν, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι οὗτος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἀπηλλάσσετο τῆς εὐθύνης προσκομίζων ἐνταῦθα τὴν ἑσπέραν ταύτην ὀγκώδεις φακέλλους καὶ ἐπιδεικνύων τούτους ὡς περιέχοντας δῆθεν πολλὰ προηγούμενα προκατόχων του Ὑπουργῶν, διαπραξάντων παραπλησίας παρανομίας. Ἀλλ’ ἀπέφυγεν ἐν τούτοις νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ αὐτὰ τὰ προηγούμενα ἐκ τῶν προσκομισθέντων φακέλλων. Ἐξ ὅσων δὲ ἐγὼ γινώσκω, οὐδεὶς τῶν προκατόχων του Ὑπουργῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1912 ἀπετόλμησε τοιαύτας παρανομίας, ὅπως αὐτός, οὐδεὶς ποτε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὡς μὴ δυναμένου νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς οἱονεὶ ἀναγνωρίζων καὶ αὐτὸς ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου μετεβλήθη εἰς ράκος ὁ ἀποκεντρωτικὸς θεσμὸς τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐνόμισεν ἐπάναγκες νὰ προτείνῃ ὡς ἐλαφρυντικὸν δι’ ἑαυτὸν τὸ γεγονός, καθ’ ὃ αὐτὸς ἐφρόντισε νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πληρέστερον καὶ τελειότερον τοῦ ὑφισταμένου νόμου περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, διακηρύττων ὅτι, ἂν αὐτὸ ψηφισθῇ καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει ἀπόφασιν νὰ τὸν τηρήσῃ ἀπαρεγκλίτως. Ἀλλά, Κύριοι, ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νὰ ψηφίζῃ μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν κ. Ὑπουργῶν. Ὑπεράνω τοῦ ἔργου τούτου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἵσταται τὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον αὐτῆς ἵνα ἐπαγρυπνῇ εἰς τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ψηφιζομένων νόμων. Ἂν τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα περιέστησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰς κρίσιν μεγάλην καὶ προεκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, πρώτη καὶ κυρία αἰτία τούτου ὑπῆρξεν ἡ μὴ τήρησις τῶν νόμων ἀκριβῶς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ εἶναι οἱ ἄγρυπνοι φρουροὶ αὐτῶν. Ἡ ἐπανάστασις τῆς 15 Αὐγούστου εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προγράμματί της ὡς πρῶτον ἄρθρον τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Εἶναι δὲ λυπηρὸν τώρα ὅτι μετὰ τετραετίαν ὅλην, καθ’ ὃν χρόνον νομίζομεν ὅτι ἔχομεν προσορμισθῆ εἰς τὸν ἀσφαλῆ λιμένα τῆς ἀνορθώσεως, ἐγκαλεῖται ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μὲ ἀποδείξεις, οὕτως εἰπεῖν, ἁπτὰς εἷς Ὑπουργὸς διὰ παρανομίας, τὰς ὁποίας μάτην θ’ ἀνεζητοῦμεν εἰς τὰς ἀμαυροτέρας σελίδας τῆς λεγομένης φαυλοκρατίας. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων ἡμῶν εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καθόλου καὶ τῆς πολιτείας ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν ἰδιαιτέρως. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη ἐγγύησις διὰ τὴν εὐνομίαν καὶ εὐημερίαν παντὸς λαοῦ ἀξίου τῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν. Ἄνευ τοιούτου ἐλέγχου ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀληθῆ ἀνόρθωσιν καὶ βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀδύνατον νὰ εὐημερήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν.
§198Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐάν τις μὴ παροικῶν ἐν Ἱερουσαλὴμ παρίστατο κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν διεξαχθεῖσαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ τελευταίως λαλήσαντος, ἤθελε νομίσει ὅτι εἰς τὸ εὐτυχὲς τοῦτο Βασίλειον τὰ πάντα τελοῦνται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον· ἤθελε πεισθῇ ὅτι ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς Διοικήσεως διοικοῦνται συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους καὶ ὅτι εἷς μόνον κλάδος καὶ ἓν μόνον Ὑπουργεῖον εὑρέθη νὰ εἶναι πλῆρες ἁμαρτιῶν καὶ παρανομιῶν, τοῦτο δὲ κατὰ σύμπτωσιν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον διευθύνει Ὑπουργὸς συμπολίτης καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν προλαλησάντων. Ἀλλ’ εἶναι περίεργος ἡ ἀξίωσις τῶν προλαλησάντων καὶ ἰδίως τοῦ τελευταίου, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὡσεὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἐφέρετο ἀκριβῶς ὡς λόγος συζητήσεως ἡ παραίτησις τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις πρὸς τί καὶ ἂν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἶναι τόσον ἁμαρτωλὸν ἂν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον οὐδεμίαν ἐτήρησε διάταξιν τοῦ νόμου; Ἀπαλλάσσει τοῦτο τῆς εὐθύνης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἀνάγκη, νομίζω νὰ μάθητε παρὰ Βουλευτοῦ σχόντος τὴν τύχην νὰ ψηφίσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ποῖαι ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις, αἱ ἐντυπώσεις, αἱ ἐλπίδες καὶ προσδοκίαι τῶν μετὰ τόσης εὐχαριστήσεως ψηφισάντων τὸν θεσμὸν τὸν εἰσηγηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ ἀποκέντρωσις ἠδύνατο νὰ γεννᾷ τὰς προσδοκίας καὶ τὰς ἐλπίδας περὶ βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ παρὰ πολλοῖς ἐγέννα καὶ τοὺς φόβους ὅτι ἠδύνατο περισσότερον νὰ χειροτερεύσῃ αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ αὐτήν. Ὅτε ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἰσηγήθη τὸ νομοσχέδιον, οἱ πάντες ἐπεκροτήσαμεν, πιστεύσαντες ὅτι Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰς κορυφὰς τῆς ἐπιστήμης, ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ θεωρῶνται ἀνεξάρτητοι πάσης πιέσεως καὶ συμπαθείας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ προσαγάγῃ τὰς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ πάντες μετὰ χειροκροτημάτων καὶ εὐχαριστήσεως ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦτον. Ἀλλ’ οἵα ἀπογοήτευσις ἀνέμενεν ἡμᾶς! Μετὰ πόσης λύπης ἔκτοτε παρηκολουθήσαμεν τὴν δρᾶσιν τοῦ Ἐποπτικοῦ τούτου Συμβουλίου καὶ ποσάκις, ἐνῷ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν μᾶς ἔλειψεν ἡ προσήλωσις καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως, ποσάκις δὲν μετενοήσαμεν, διότι τόσον προώρως ἀνεθέσαμεν διοίκησιν κλάδου εἰς τοιοῦτο Ἐποπτικὸν Συμβούλιον! Καὶ ἤκουσα ἀπόψε μετὰ προσοχῆς, ὅτι κατηγορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας σφόδρα διότι δὲν ἐδημοσίευσε τὴν παῦσιν ἑνὸς ἑλληνοδιδασκάλου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνεπάρκειαν ἀνεκάλυψεν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ὅτε αἱ ἐπαρχίαι ὅλαι, ὅτε τὰ σχολεῖα ἡμῶν ὅλα εἶναι πλήρη ἀνεπαρκῶν διδασκάλων, ποῦ εὑρίσκονται οἱ Κύριοι τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου; Ὅτε ἡμεῖς ῥητῶς καταγγέλλομεν εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ὅτι εἶναι πλήρη τὰ σχολεῖα καὶ οὐσιωδεστάτας ὑφίσταται ζημίας ἡ Μέση Ἐκπαίδευσις ἐξ ἀνικάνων διδασκάλων, ποῦ εὑρίσκονται οἱ Κύριοι αὐτοί; Ἀλλ’ εἶναι φοβερὸν βεβαίως καὶ τρομερόν, διότι ἀνεκάλυψαν τέλος μετὰ πάροδον ἓξ ἐτῶν μίαν ἀνεπάρκειαν ἑλληνοδιδασκάλου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπήκουσεν ἀμέσως νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Δὲν γνωρίζω οὔτε ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ ἀλλὰ τίς θὰ ἐξετάσῃ τὴν εὐθύνην, τὴν μεγίστην, ἐκείνων οἵτινες ἔχουσιν ὑποδουλώσει τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς διδασκάλους ἀνικάνους; Ἀλλ’ εἶναι λίαν περίεργον πῶς τώρα ἀνακαλύπτουσιν ὅτι εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν οἱ Κύριοι οὗτοι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι ἀπὸ τοῦ 1912 δὲν ἐξετέλεσεν, ὡς λέγουσι, διότι δὲν εἰσέρχομαι, ὡς σᾶς εἶπον, εἰς τὴν ἔρευναν περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἐξετέλεσαν, ὡς αὐτοὶ αἰτιῶνται, τὰς μεταθέσεις ἐκείνας. Καὶ πότε εὑρίσκουσιν ὅτι πρέπει νὰ φθάσωσι μέχρι παραιτήσεως διὰ τοῦτο; Τὸν χειμῶνα τοῦ 1913. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τί ἔγινεν; Ἐὰν ἐκινδύνευεν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἱ Κύριοι τοῦ Ἐποπτικοῦ τί ἔκαμον; Εἶναι θλιβερόν, Κύριοι, διότι ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς διαχειρίσεως μεγάλης τινὸς ἐξουσίας ὑπὸ τοιούτων διακυβεύει τὴν τύχην θεσμῶν ὧν ἡ Βουλὴ βεβαίως ἀπρὶξ πρέπει νὰ ἔχηται, διακυβεύει τὴν τύχην αὐτοῦ καὶ προπαρασκευάζει κατακραυγὴν ἡ ὁποία θὰ τὸν σαρώσῃ. Ὅτε δὲ τοσαύτην εὐθύνην ἔχουσι καὶ τοσοῦτον βάρος εὐθύνης ἐπὶ τῶν ὤμων των φέρουσι, νομίζω ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα ἔχουσι νὰ ἔρχωνται νὰ ἐγκαλῶσιν Ὑπουργοὺς ἢ Πρωθυπουργὸν ἢ δὲν γνωρίζω τίνας, διότι δὲν ἐκτελοῦσιν ἀπόλυσιν ἑλληνοδιδασκάλου τινός, περὶ οὗ ἐν τούτοις ὑπῆρχον ἐκθέσεις τόσον τιμητικαὶ διὰ τὴν δρᾶσίν του τὴν ἐθνικήν. Εἶναι βαρεῖα ἡ εὐθύνη καὶ μεγάλη ἡ τόλμη καὶ μόνον ἡ εὐπρέπεια μὲ συγκρατεῖ, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ χειροτέραν καὶ βαρυτέραν φράσιν, νὰ ἔρχηται δι’ ἀνακοινωθέντων διαφόρων, χωρὶς νὰ δώσωσι πρῶτον εὐθύνην τῶν πράξεών των, νὰ ἐγκαλῶσι διατί μία παραίτησις δὲν ὑπεβλήθη κατὰ τὸν νόμον ἢ μία ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐδημοσιεύθη ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀλλὰ παρῆλθον δὲν ἠξεύρω πόσαι ἡμέραι ἀκόμη. Τοῦτο ἦτο τόσον τρομερόν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν παραίτησιν αὐτῶν τούτων, παραίτησιν τὴν ὁποίαν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδὲν δικαίωμα εἶχον νὰ ὑποβάλωσιν. Ἀντὶ λοιπόν, νομίζω, ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἄλλο τι ἔχει μέγιστον καθῆκον, ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον τὸ ταχύτερον ν’ ἀσχοληθῇ ὄχι βεβαίως διὰ νὰ καταργήσῃ τὰ συμβούλια ταῦτα, ἀλλὰ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν κατάλληλον συγκρότησιν αὐτῶν παρὰ προσώπων παρεχόντων ὅλα τὰ ἐχέγγυα καὶ πᾶσαν ἱκανότητα, ὅπως διεξάγωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς. Ἂς μὴ ἀποβλέπωμε εἰς τίτλους, ἀλλ’ ἂς σκεφθῶμεν μόνον ὅτι καὶ μία δευτέρα ἀποτυχία οἰκτρὰ καὶ τραγική, ὅπως ὑπῆρξεν ἡ ἀποτυχία τοῦ συμβουλίου τούτου, δύναται νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον αὐτοὺς τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς θεσμοὺς περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ὁποίων οὐδεὶς ὑπάρχει, ἐλπίζω, ὁ ἀντιλέγων σοβαρῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρου μὴ ἔχοντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἀνακοινῶ ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κανελλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας κλπ.» Οἱ βουλευταὶ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος καὶ Ν. Χαριτᾶτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως γεωπονικῶν χημείων» Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας κλπ.» Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμπορικῶν ἀκολούθων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν κατὰ τὴν 10ην ὥραν, ἵνα συνεχίσωμεν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ καὶ ἐπικυροῦνται). Ἡ Βουλὴ διακόπτει διὰ τὴν δεκάτην ὥραν. Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10,20′ μ. μ.)
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀναβάλλωμεν τὴν ἐκφώνησιν τῶν συστάσεων καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐρωτῶ· δέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον· Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς εἰς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ἐπιβαλλομένων αὐταῖς ἀναφορῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς νήσου Κρήτης πρὸς τὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους». Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§205Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἑξῆς· δὲν εὑρίσκει μίαν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κρήτης; Διότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι ὁ βοηθὸς Βʹ τάξεως, ἵνα προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ βοηθοῦ τῆς Αʹ τάξεως ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ὑφισταμένους, ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ἓξ ἔτη, ἐνῷ κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ὑπάλληλοι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ ἐν Κρήτῃ ἀναγνωρίζονται διὰ τοῦ νόμου ἱκανοὶ διὰ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἀμέσως. Καὶ κατωτέρω. Διὰ νὰ προαχθῶσιν οἱ παλαιοὶ ὑπάλληλοι ἐκ βοηθῶν Αʹ τάξεως εἰς τηλεγραφητὰς ἢ ἐπιστάτας βʹ τάξεως, πρέπει νὰ διανύσωσιν εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει ἀμέσως μετὰ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν Κρήτῃ τὴν εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν προαγωγήν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πῶς αἰτιολογεῖται ἡ διαφορὰ αὕτη. Κέκτηνται ἄρα οἱ ἐν Κρήτῃ ὑπάλληλοι σπουδαιότερα καὶ μεγαλείτερα προσόντα; Ἔχουσι μόρφωσιν ἀνωτέραν τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπαλλήλων; Πρὸς τί αὕτη ἡ διαφορὰ ματαξὺ ὑπαλλήλων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῶν τῆς Κρήτης; Δὲν θὰ ἐποιούμην οὐδὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ παράπονα ἀλλεπάλληλα ἐξ ὅλων τῶν ἄκρων τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ κλάδου τούτου ἀθρόα διαβιβάζονται πρὸς τοὺς κ. Βουλευτάς, τοιαῦτα δὲ διεβιβάσθησαν καὶ πρὸς ἐμέ, καὶ φρονῶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. Βουλευτῶν, ἂν μὴ ὅλοι, ἔχουσι λάβει τοιαῦτα παράπονα. Πρὸς ἡσυχίαν ἑνὸς κλάδου, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἰς δυσχερῆ μᾶς ἔφερε θέσιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνθυμεῖται τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ Κράτος λόγῳ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πρὸς ἡσυχίαν, λέγω, τοῦ κλάδου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ἐπαναπαύσῃ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους καὶ τὴν Βουλήν.
§206Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, τίνα ἦταν τὰ προσόντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων διωρίσθησαν οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Κρήτης, ἵνα κρίνῃ τις περὶ τῆς μορφωτικῆς ἱκανότητος αὐτῶν διὰ τὴν προαγωγήν, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται δι’ αὐτούς, διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Οἱ ἐνταῦθα τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου καὶ ἐφοίτησαν ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὴν τηλεγραφικὴν σχολήν. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν βοηθοὶ τηλεγραφείων ὑπηρετοῦσιν ἀπὸ δεκαπενταετίας καὶ πλέον εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, χωρὶς νὰ προαχθῶσιν, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Κράτος κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο πολέμων πλείστας ὑπηρεσίας, καὶ προσθέτους μάλιστα ὑπηρεσίας, προσέφεραν εἰς τὴν πατρίδα. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται ὅτι καὶ οἱ Κρῆτες ὑπάλληλοι πρέπει ν’ ἀφομοιωθῶσι καὶ νὰ ἀπαιτήσωσι τὰ αὐτὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον ὅπως μὴ καταπατηθῶσι τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ἰδίᾳ δὲ οἱ βοηθοὶ τηλεγραφηταί, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπον, ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ πολλὰ προσόντα κέκτηνται προαγωγῆς. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον Ὑπουργόν, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν ὑπαλλήλων μὴ προστεθῇ καὶ τὸ προσὸν τὸ ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα οἱ ἐκ Κρήτης ὑπάλληλοι καταπατήσωσι τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ὁμοιόβαθμοί των τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι ὁ προϊστάμενος τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας Κρήτης λαμβάνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μισθὸν 250 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸν μισθὸν γραμματέως Αʹ τάξεως τῶν ἄλλων συναδέλφων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀριθμῶν δὲ ὑπηρεσίαν μόλις 13 ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι εἰσήχθησαν εἰς τὴν Κρήτην, ψηφιζομένου δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἀφομοιοῦται μὲ τμηματάρχην αʹ τάξεως, δηλαδὴ καταπατεῖ τὴν ἀρχαιότητα ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ ὑπηρεσίαν 15 –20 καὶ 30 ἐτῶν. Ἐπίσης βοηθοὶ τηλεγραφικοὶ τῆς Κρήτης, μὴ ἔχοντες, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ βοηθοὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἔχοντες δηλαδὴ ὑπηρεσίαν μόνον ἑξαετῆ ἢ ἑπταετῆ, λαμβάνουσι διὰ τῆς ἀφομοιώσεως ἀνώτερον βαθμὸν καταπατοῦντες καὶ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι συναδέλφων των. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ θελήσῃ νὰ προσγίνῃ τὸ ἄδικον τοῦτο εἰς τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς μὲ τὸν γλίσχρον μισθόν, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ἄλλοτε, καὶ παρ’ ὅλην τὴν μικρὰν βελτίωσιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, εἶναι ἐν τούτοις παρηγκωνισμένοι ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐσχάτως δὲ πλείστας ὅσας ὑπηρεσίας προσέφερον εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Κράτος, ὥστε νὰ δικαιῶνται, ὅπως μὴ καταπατηθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ Βασιλείῳ τῷ ἐλευθέρῳ κέκτηνται.
§207ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κ. συναδέλφους ὅτι ὑπάρχει τι εἰς τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς δὲν ἐπρόσεξαν οἱ ἴδιοι ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαμαρτυρίαν τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἔχονται οἱ ἐκ Κρήτης νὰ καταπατήσωσι τὰ δικαιώματά των! Ἀλλ’ οὐδεὶς ἔρχεται ἐκ Κρήτης νὰ καταλάβῃ θέσιν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι· τοὐναντίον ἐν Κρήτῃ θὰ δημιουργηθῶσι κατ’ ἀνάγκην πολλαπλάσιαι θέσεις τῶν ὑπαρχουσῶν, τὰς ὁποίας δὲν θὰ εὑρίσκωνται Κρῆτες νὰ τὰς καταλάβωσιν ἐκ τῶν νῦν ἐν ὑπηρεσίᾳ, διότι ἐν Κρήτῃ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία Ἑλληνικὴ ὑπάρχει ἀνεπαρκεστάτη. Μὴ θαυμάσητε δ’ ἂν ἀκούσητε ὅτι ὅλα τὰ γραφεῖα τὰ τηλεγραφικά, τὰ ἑλληνικά, ἐν Κρήτῃ εἶναι μόνον πέντε! Ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἔχει ἡ Κρήτη τελείως ὠργανωμένην, διὰ τὴν ὁποίαν εἰσέφερον καὶ οἱ πρῶτοι ὀργανωταί, τὴν ὁποίαν δὲ ἐτελειοποίησεν ὁ νῦν διευθυντής, ὁ διὰ τοῦτο ἐπαξίως τῶν κόπων του λαμβάνων τὴν θέσιν ἥτις καθορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ. Ἴσως ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐδήλωσα πρὸς τὸ Προεδρεῖον ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἐν αὐτῷ ἡ διατύπωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων, εἶπον δὲ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐζήτησα νὰ ἐξακριβώσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κρήτης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δημιουργήσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέσεις περισσοτέρας ἐκείνων διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν. Τί δὲ ἐξεικονίζει ὁ ἀριθμὸς ὡς τροποποιεῖται διὰ τῶν ὀλίγων μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερα, τὰς ὁποίας ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως; Τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰς θέσεις ἐξεικονίζει τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τῶν ὑπαρχουσῶν νῦν ἐν Κρήτῃ, τὰς ὁποίας προσαρμόζομεν πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἰδικόν μας. Περὶ τούτου καὶ μόνον πρόκειται. Ἐκεῖ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι διῃρημένοι εἰς τρεῖς κατηγορίας· εἰς προϊσταμένους κεντρικῶν γραφείων, εἰς λογιστάς, λεγομένους οὕτως ὄχι διότι εἶναι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι αʹ καὶ βʹ τάξεως. Αὐτοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀφήσωμεν μὲ τοὺς τίτλους τοὺς ὁποίους φέρουσι τώρα αἱ θέσεις των. Πρέπει νὰ τοὺς προσαρμόσωμεν εἰς τὸν ἰδικόν μας ὀργανισμόν. Καὶ ἔρχεται τὸ ἐρώτημα· πρὸ παντὸς ὅμως ἂς ἀπαντήσω εἰς κάτι ἄλλο. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας εἶπεν ὅτι καθίσταται ἐν Κρήτῃ ἰδία διεύθυνσις, τελείως ἀνεξάρτητος τῆς ἐδῶ γενικῆς διευθύνσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον. Τὸ νομοσχέδιον ἄλλως τε ὁρίζει τὴν ἐντεῦθεν ἐξάρτησιν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τῆς τροπολογίας του, δηλαδὴ ἡ ὑπαγωγὴ εἰς τὴν διεύθυνσιν τὴν ἐν Χανίοις πάντων τῶν καθισταμένων ἐκεῖ ἀνταλλακτηρίων ταχυδρομείων δὲν εἶναι ἰδέα ἐρχομένη ἐκ Κρήτης, εἶναι ἰδέα ὑπαγορευθεῖσα ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τῆς ἐνταῦθα Γενικῆς Διευθύνσεως, ἡ ὁποία αὐτὴ ἐθεώρησεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἐξ Ἀθηνῶν ἡ προσήκουσα ἐποπτεία, ἦτο δὲ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐν Κρήτῃ διεύθυνσιν τὴν ἐν Χανίοις. Τοῦτο ἀντιπαρατηρῶ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κεφαλληνίας, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ἂν διατυπώνει ἐν τῇ τροπολογίᾳ του, τὴν ὁποίαν ὅμως εἶπε κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ προχωρῶ περαιτέρω. Διατί ὅμως — λέγουσιν — ὁ Διευθυντὴς αὐτὸς νὰ γίνῃ αʹ τάξεως; Ἀληθῶς αʹ τάξεως ταχυδρομικὴν διεύθυνσιν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἔχομεν τὴν ἐν Ἀθήναις μόνον. Ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ προνοοῦν περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς νέας χώρας, θὰ ἴδητε ὅτι δημιουργοῦνται καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι ταχυδρομικαὶ διευθύνσεις αʹ τάξεως, διότι καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη. Προκειμένου δέ, ὡς εἶπον, περὶ ὑπαλλήλου προσενεγκόντος ὑπηρεσίας, ὄχι βέβαια κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ διαβεβαιώσεις, ἀλλὰ πάντων τῶν γνωριζόντων τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐν Κρήτῃ, μάλιστα δὲ αὐτῆς τῆς ἐδῶ Γενικῆς Διευθύνσεως, ἡ ὁποία τὰ γνωρίζει ἄριστα, διότι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἦτο καὶ ὁ πρῶτος ὀργανωτὴς τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἐν Κρήτῃ, ἡ προαγωγὴ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ ἀμείβει κόπους καὶ ἱκανότητα, ἐνῷ τοὐναντίον, δεδομένου ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως ἔδει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς αʹ τάξεως διεύθυνσις ἡ διεύθυνσις τῶν Χανίων, ἡ παροχὴ τῆς θέσεως αὐτῆς εἰς ἄλλον ὑπάλληλον ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος θὰ ἐσήμαινε μεγίστην ἀδικίαν κατ’ ἐκείνου ὅστις προήγαγεν εἰς τόσον σημεῖον τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κρήτης. Δὲν πρόκειται δὲ καὶ περὶ καταπληκτικῆς προαγωγῆς εἰς μισθόν, διότι ἂν σήμερον ὁ Διευθυντὴς τῆς Κρήτης λαμβάνῃ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῶν 250 δραχμῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν ποσοστῶν ἅτινα ἔχει ἐκεῖ συμποσοῦται εἰς δραχμὰς 300, αὐτὸς ὅμως ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ τοῦ ἐρχομένου Φεβρουαρίου θὰ λαμβάνῃ 350 δραχμὰς κατὰ μῆνα δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἐν Κρήτῃ, θὰ ἐλάμβανε δηλαδὴ ἂν ἐξηκολούθει τὸ καθεστὼς ἐν Κρήτῃ, συμπληρῶν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς ἠθικῆς ἀμοιβῆς, ἥτις στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, πρόκειται περὶ μιᾶς προαγωγῆς δι’ ἣν νομίζω, ὅτι, ἂν καὶ δύο ὑπάλληλοι ἐπρόκειτο νὰ προαχθῶσιν ἐκ τῶν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος εἰς τὴν θέσιν ταχυδρομικοῦ διευθυντοῦ αʹ τάξεως, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ὄχι κἂν ἀδικία, νὰ παροραθῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἵνα δοθῇ ἡ θέσις τῆς πρώτης τάξεως διευθύνσεως εἰς ἕτερον ἐκ τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι. Καὶ προχωρῶ πρὸς τὰς κατωτέρας θέσεις. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου ἀριθμεῖ τὰς θέσεις, τὰς ἀριθμεῖ, ὡς εἶπον, λελανθασμένως, κατὰ διόρθωσιν δέ, τὴν ὁποίαν ἐπέφερα σύμφωνα πρὸς τὴν δήλωσίν μου, ἣν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἔκαμα, αἱ θέσεις ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Εἷς διευθυντής, 12 ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται ἢ τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως, 14 ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται ἢ τηλεγραφηταὶ βʹ τάξεως, 25 βοηθοὶ αʹ τάξεως, 35 βοηθοὶ βʹ τάξεως, 125 ἀγροτικοὶ διανομεῖς, 15 τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ διανομεῖς. Ἂς ἐξετάσωμεν κατὰ σειράν. Οἱ 12, οἵτινες θὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν ἢ τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως, θὰ ἔχωσι μισθὸν 210 δρ. κατὰ μῆνα. Σήμερον ἔχουσι 210 δρχ. κατὰ μῆνα, εἶπον δ’ ὅτι σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου αὐξάνεται καὶ ὁ μισθὸς τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων. Ποίας λοιπὸν μεγάλης προαγωγῆς ἀξιοῦνται; Καὶ προχωροῦμεν πρὸς τὴν ἑτέραν τάξιν. Οἱ 14 ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται ἢ τηλεγραφηταὶ βʹ τάξεως αὐτοὶ ἔχουσι μισθὸν σήμερον 150–170 δραχμῶν, εἶναι δ’ οὗτοι τρεῖς λογισταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει διετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ 11 βοηθοὶ λαμβάνοντες ἀπὸ 150–190 δρχ. σὺν τῇ αὐξήσει, διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν τόσας λαμβάνουσι καὶ νῦν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ποῖος εἶναι ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον θὰ λάβωσι σήμερον; 190 δραχμαί. Καὶ προχωροῦμεν· βοηθοὶ αʹ τάξεως 25, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς κυμαίνεται ἀπὸ 90–100 δραχ. Ποῖος ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωσιν; 120! Καὶ φθάνομεν εἰς τοὺς βοηθοὺς βʹ τάξεως τοὺς 35, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μισθὸν ἀπὸ 90–110. Διατί δὲ περιορίζω τοὺς μισθοὺς κατ’ ἐξαίρεσιν αὐτῶν τῶν βοηθῶν; Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, περὶ ὀργανώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, μάλιστα δὲ τῶν κατωτέρων. Εἶπον δὲ προηγουμένως, καὶ τοῦτο ἐξένισε τὸν ἔντιμον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτήν, ὅτι ἴσως εἶναι ὑποβολιμαία ἡ σκέψις εἰς ἣν παρεσύρθησαν ἐκ πλάνης οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι καὶ προῆλθον εἰς τὴν ἐπίκλησιν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς μὴ τυχὸν ἀδικηθῶσι! Μοὶ ἔδωκεν ὅμως ἀφορμὴν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τῆς τροπολογίας, διὰ τὴν ὁποίαν πάντως ἀναγνωρίζω ἀγαθωτάτην πρόθεσιν εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Κεφαλληνίας. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι κατὰ τὴν διατύπωσιν ἐκείνην, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελε ψηφισθῇ αὕτη, τί ἐκινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν; Ἐκ τῶν 16 θέσεων τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη, ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν ἢ τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως, νὰ λάβωσιν οἱ ἐν Κρήτῃ ἢ μόνον! Αἱ 11 πῶς δημιουργοῦνται λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ δημιουργήσωμεν σήμερον θέσεις διὰ τὴν λοιπὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος· περὶ αὐτῶν θὰ μεριμνήσωμεν ἄλλοτε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα πλάνη βεβαίως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου· δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι πλάνη καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν τυχὸν τὴν τοιαύτην διατύπωσιν. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, ὅπου γίνεται λόγος περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφητῶν βʹ τάξεως, ὡς ἔχει διατυπωθῆ, ἐννέα θέσεις θὰ ἐλάμβανον οἱ Κρῆτες καὶ θὰ ἐπερίσσευον ἄλλαι ἐννέα. Διὰ ποίους; Ἂν εἶναι ἄδικον ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποβλέποντος εἰς τοὺς Κρῆτας ὑπαλλήλους δὲν ἀφήνομεν νὰ δημιουργηθῶσιν 20 θέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ δοθῶσιν εἰς αὐτούς, ἀλλ’ εἰς ἄλλους, τότε συνομολογῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀδικίαν. Ἀλλ’ ἂν εἶναι προσαρμογὴ τῆς θέσεως τῆς νῦν τὴν ὁποίαν κατέχουσι πρὸς τὴν ἐδῶ καὶ ἀναγνώρισις ὑπηρεσιῶν μεγάλων, τὰς ὁποίας προσέφεραν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, δικαιοσύνης δὲ ἡ ὁποία οὔτε εἰς τὸ μέλλον κινδυνεύομεν νὰ θίξῃ οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα, οὐδὲν ἀπολύτως συμφέρον τῶν ἐδῶ ὑπαλλήλων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν καὶ δικαιότατα μὲν οἱ κ. συνάδελφοι ἐζήτησαν τὰς ἐξηγήσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐλπίζω ὅμως ὅτι θέλουσι θεωρήσει αὐτὰς ἐπαρκεῖς, παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσωσιν ὅτι οἱ ἐδῶ ὑπάλληλοι καὶ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν παρασύρονται ὑπὸ πλάνης.
§208ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἤκουσα πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καθήμενος μακρὰν τοῦ βήματος. Ἑνὸς ὅμως ἀντελήφθην καλῶς ἐξ ὅσων εἶπεν αὐτός, ὅτι ἠναγκάσθη ν’ ἀναγνωρίσῃ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα καταπατήσωσι τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἐν Ἑλλάδι συναδέλφων των, διότι αὐτοὶ ἔχουσι νῦν ἀνώτερον μισθὸν τῶν ἐνταῦθα ὁμοιοβάθμων των, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ οὕτω πως ἐξίσωσις μεταξὺ αὐτῶν, προσέτι δὲ διότι οἱ ἐν Κρήτῃ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὑπηρετοῦντες, ὅπου καὶ νῦν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἀντιστρατεύεται πρὸς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καθ’ ὃ πρόκειται περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Κρήτης πρὸς τὴν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· διὸ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει): «Ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία τῆς νήσου Κρήτης ἀφομοιοῦται πρὸς τὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους, ἐπεκτεινομένης καὶ ἐν Κρήτῃ τῆς ἰσχύος τῆς νομοθεσίας, τῆς διεπούσης τὰ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον, οὐδεμία πλέον διάκρισις θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ὑπηρετούντων ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ θὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ μετατίθενται ἐναλλὰξ μεθ’ ὅλην τὴν περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ τοιαύτη, Κύριοι, ἀφομοίωσις θὰ εἶχεν ὡς φυσικὸν ἐπακόλουθον τὴν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν. Καὶ θὰ ὑφίσταντο μὲν οὕτω πως μικράν τινα ζημίαν οἱ ἐν Κρήτῃ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τίνα σημασίαν θὰ εἶχεν αὐτὴ δι’ αὑτοὺς ἀπέναντι τοῦ μεγάλου γενικοῦ καλοῦ, καθ’ ὃ πληροῦνται τέλος πάντων οἱ προαιώνιοι πόθοι τῶν Κρητῶν περὶ τῆς ἐθνικῆς τῶν ἀποκαταστάσεως, ὑπὲρ ἧς οὗτοι κατέβαλον ὑπερανθρώπους ἀγῶνας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὕβριν διὰ τοὺς ἐν Κρήτῃ ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους νὰ φαντασθῶ κἂν ὅτι θὰ προέβαλλον ποτε μίαν τόσον ἄδικον ἀξίωσιν, καθ’ ἣν εἰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῆς πατρίδος των μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ὑπ’ αὐτῶν καταπάτησις τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Θὰ ἐννοήσητε δέ, Κύριοι, ὁπόσον μέγα εἶναι τὸ προσγινόμενον εἰς τούτους ἀδίκημα, ἐὰν ἀναλογισθῆτε ὅτι οἱ ἐν Κρήτῃ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι μέλλουσι κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ προαχθῶσι μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς βοηθοὺς αʹ τάξεως, ἐνῷ οἱ ἐν Ἑλλάδι προάγονται μετὰ ἑξαετῆ, ἐκεῖνοι μετὰ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τηλεγραφητὰς ἢ ἐπιστάτας βʹ τάξεως, ἐνῷ οὗτοι μετὰ εἰκοσαετῆ, καὶ τέλος ἐκεῖνοι μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τηλεγραφητὰς ἢ ἐπιστάτας αʹ τάξεως, ἐνῷ οὗτοι μετὰ εἰκοσιπενταετῆ μόλις ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ φαντασθῇ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους ὡς ὅλως ἀναισθήτους, ἵνα παραδεχθῇ καὶ διισχυρισθῇ, ὡς ἔπραξε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι αὐτοὶ ἐξανέστησαν κατὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου παρασυρθέντες εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς σχετικῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, νομοσχέδιον ἐκίνησε τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν οὐ μόνον τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες βεβαίως οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβον τῆς ἀθώας προτάσεως τοῦ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔλαβον τηλεγραφήματα ἐκ διαφόρων κέντρων τῆς Μακεδονίας παρὰ τῶν ἐκεῖ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς μεγάλης ἀδικίας, τῆς προσγινομένης εἰς αὐτούς. Τὰς διαμαρτυρίας δὲ ταύτας ἔγνων νῦν νὰ διερμηνεύσω πρὸς τὴν Βουλήν, καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, καίπερ εἰδὼς κάλλιστα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κωφεύσῃ πρὸς αὐτάς, ἀφοῦ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ διαπράττεται δι’ αὐτοῦ, ἀρκεῖ μόνον ὅτι οὕτω πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἰδιαίτεροι συμπολῖται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ!
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις νὰ ὁμιλήσῃ; Οὐδείς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ τὸ ἄρθρον 2 τροπολογηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας Κρήτης ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους». Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται) (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπίσης τὰ ἄρθρα 2–5, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 6). Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων στρατοδικείων Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων καὶ καταργήσεως τῶν στρατοδικείων Λέσβου καὶ Χίου». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§210Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δι’ αὐτοῦ μετατίθεται εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς στρατιωτικῶν σωμάτων πᾶσα ἡ δικαιοδοσία ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον διατυπωθῆ, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι παρανοήσεις καὶ παρερμηνεῖαι. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει, εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς Σωμάτων ἀνατίθεται ἡ ἐνάσκησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἐπιστημονικὸς οὗτος ὅρος, προσιδιάζει μόνον εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, περιλαμβάνει τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων, τὴν προανάκρισιν, τὴν ἐντολὴν πρὸς τακτικὴν ἀνάκρισιν, τὰ ἔνδικα μέσα κατὰ τῶν βουλευμάτων καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δικῶν. Ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πολὺ εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν ἐνασκῶν ὑπό τινας περιορισμοὺς καὶ δικαιοδοσίαν δικαστικῶν συμβουλίων καὶ ἐκδίδων βουλεύματα ἐπὶ πλέον διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων κλπ.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω νὰ μεταθέσω εἰς τὰ σώματα τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Τίποτε περισσότερον.
§212Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διότι, ἂν μετετίθετο πᾶσα δικαιοδοσία ἀνήκουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ μετετίθετο καὶ ἡ ἔκδοσις βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅμως ὑμῶν ἀποφεύγομεν τὸν κίνδυνον τῆς παρερμηνείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§213Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω τροπολογίας νὰ προσθέσω εἰς τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6. Διὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων λαμβάνεται πρόνοια ἵνα εἰς τὰ νέα Στρατοδικεῖα διορισθῶσιν ὡς γραμματεῖς οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ὑπάρχοντα πίνακα ἐπιτυχόντων ἐν διαγωνισμῷ διὰ τὴν θέσιν γραμματέως, οἵτινες δὲν διωρίσθησαν, διότι τὴν μόνην θέσιν γραμματέως ἐχήρευεν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες ὡς ὑπογραμματεῖς. Τοῦτο εἶναι καὶ δίκαιον, διότι εἶναι ἐπιτυχόντες καὶ διατελέσαντες ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἐνῷ ἄλλος ἂν ἔλθῃ διὰ κατοπινοῦ διαγωνισμοῦ, αὐτοὶ θὰ ἀποτύχωσι ἐπίσης, διότι πέραν τῆς ἱκανότητός των προτιμῶνται εἰς διορισμὸν ἀπέναντι ἄλλων ἔξωθεν προερχομένων οἱ διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ. Εἶναι δὲ ἀνεγνωρισμένης ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος· ὁ εἷς μάλιστα τούτων ὑπηρετεῖ ἐν ἀποσπάσει ὡς γραμματεὺς τοῦ Στρατοδικείου Ἰωαννίνων, ὁ δὲ ἄλλος ἔτυχε τῆς εὐαρεσκείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἰδιάζουσαν ἀνακριτικὴν ἱκανότητα τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο κατὰ τὴν ἀνακριτικὴν ἐξακρίβωσιν τῶν στρατιωτικῶν καταχρήσεων. Λαμβάνω ἐπίσης πρόνοιαν ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς ἀντικαταστάτας αὐτῶν εἰς τὰ λοιπὰ συσταθησόμενα Στρατοδικεῖα. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοῖς ὑπάρχουσι Στρατοδικείοις νὰ συστήσῃ καὶ ἄλλα μέχρι δύο, τῶν ὁποίων ἡ διάρκεια εἶναι ὡρισμένη καὶ τοῦτο δύναται νὰ γίνεται ἑκάστοτε ὅταν αἱ ἀνάγκαι ὑπαγορεύωσιν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται νὰ συσταθῶσι τοιαῦτα δικαστήρια ἔκτακτα τρόπον τινὰ πλὴν τῶν δικῶν τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ Ἰωαννίνοις. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἤθελεν εἶσθαι σκόπιμον ἀντὶ νὰ διορισθῶσι διὰ διαγωνισμοῦ νὰ διορισθῶσιν ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν θέσιν γραμματέως καὶ στρατιωτικοὶ εἰς τὰς κατωτέρας θέσεις κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἰς τοὺς οὕτω δὲ διοριζομένους δὲν εὑρίσκω ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ δίδηται ὁ μισθὸς ὁ ὁποῖος ὁρίζεται διὰ τὰς θέσεις ταύτας, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν τοῦ βαθμοῦ των καί, ἂν δεήσῃ, ἂς τοῖς δοθῇ μικρὸν ἐπιμίσθιον. Εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ μικρόν τι ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον ἰδικώτατα χρησιμεύει διὰ τοὺς ὁπλίτας, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ μισθοῦ τῶν εἴκοσι καὶ τριάκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσι. Κατὰ ταῦτα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς συμπλήρωσιν θέσεως γραμματέως διαρκοῦς Στρατοδικείου προτιμῶνται κλπ. Εἰς τοὺς οὕτω διοριζομένους θὰ δίδηται ἐπιμίσθιον ἐκ δραχμῶν τριάκοντα».
§214Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, διότι φρονῶ ὅτι ἄνευ ἀνάγκης δὲν πρέπει οἱ νόμοι νὰ γίνωνται προσωπικοί.
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι προσωπικοί.
§216Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι προσωπικὴ ἡ τροπολογία κατὰ τοῦτο, διότι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσιν ὡρισμένα ἄτομα, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ στάδιον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ τροπολογία πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§217Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς διατάξεως. Εἶμαι σύμφωνος τελείως μετὰ τοῦ κ. Λαγοπάτη. Ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ συσταθῶσι τὸ ταχύτερον αὐτὰ τὰ Στρατοδικεῖα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Οἱ ὑπάρχοντες ὑπογραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ἐξετάσεις, διηγωνίσθησαν, ἔλαβον τὴν βάσιν τῆς ἐπιτυχίας· αὐτοὶ ἔχουσι προνόμιον· προηγοῦνται πάντων τῶν ἄλλων, ὅταν ἐπιτύχωσιν. Ὑπογραμματεῖς οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν καὶ ἔλαβον τὴν βάσιν ἐπιτυχίας ἀπαραιτήτως θὰ λάβωσι τὴν βάσιν ἐπιτυχίας ἀπέναντι οἱουδήποτε· ἑπομένως θὰ ἔχωσιν ἐκ τῶν κειμένων ἤδη νόμων τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι. Τί ἐπιδιώκει ἡ τροπολογία; Νὰ μὴ χάσωμεν τὸν καιρὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι βέβαιον. Αὐτὸ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων τῶν ὁποίων ἡ ἱκανότης ἔχει πιστοποιηθῇ δυνάμει διαγωνισμοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι δυνάμει κειμένης διατάξεως ἔχουσι τὸ προνόμιον νὰ τίθενται εἰς τὸ δεξιὸν πάντων τῶν ἄλλων. Πρόκειται δὲ περὶ ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν. Εἶναι ἱκανοὶ ἐκεῖνοι καὶ εἶναι ἐντριβέστατοι. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, διότι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Λιδωρίκης, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν μᾶς συμφέρει νὰ λειτουργήσωσι τὸ ταχύτερον, ναὶ ἢ οὔ, τὰ στρατοδικεῖα;
§218Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὅτι ἔχουσι προνόμιον, τίς μᾶς ἀσφαλίζει ὅτι δὲν θὰ λάβωσι τὴν μεγίστην βάσιν καὶ ἄλλοι;
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προτιμῶνται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους λαμβάνοντες τὴν βάσιν αὐτήν. Τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει ἐκ τοῦ κειμένου νόμου. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν αὐτὰ τὰ δύο στρατοδικεῖα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα. Δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσι ταχέως, ἐλλείψει προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς λαμβάνεται ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων, οἱ ὁποῖοι καὶ διὰ διαγωνισμοῦ αὐτοὶ ἐπίσης θὰ διορισθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἔκτακτα, λαμβάνεται πρόνοια ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς διαγωνισμοὺς νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας.
§220Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξήγησα τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται περίεργον νὰ ὑπάρχῃ νόμος ὅστις νὰ καθιεροῖ προνόμιον διὰ τοὺς ὑπάρχοντας.
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰ στρατοδικεῖα, ὅταν λάβωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν μέρος, θὰ προτιμῶνται, ἂν λάβωσι τὴν βάσιν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Π. Λαγοπάτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§223Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλο ἄρθρον. Εὑρίσκω τὴν περίστασιν εὔκαιρον, Κύριοι, νὰ νομιμοποιηθῇ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται. Εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν οἱ σωματάρχαι οἱ ἐνασκοῦντες κατὰ πρῶτον βαθμὸν τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, τουτέστι καταδιώκοντες τὸ ἀδίκημα, νὰ διατάσσωσι διοικητικὴν προφυλάκισιν. Τοῦτο εἶναι παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἐν τούτοις εἶναί τι ἀναπόφευκτον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα ἐγκληματίαν, ὁ ὁποῖος π. χ. ἐφόνευσε τὸν ἀνώτερόν του, νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον, ἀφοῦ δὲν δύναται ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸν προφυλακίσῃ δικαστικῶς.
§224ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατε τὰ ἄλλα διὰ τὴν ὁριστικωτέραν διαρρύθμισιν τῶν Στρατοδικείων. Θὰ ἔχωμεν πολλὰς μεταρρυθμίσεις.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζετε ἀναγκαῖον νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ;
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κακὴ ὥρα εἶναι αὐτή;
§228Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θεωρῶ λίαν ἐπείγουσαν τὴν ψήφισιν καὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ τῶν ἀμέσως ἑπομένων, διότι ἔχομεν πολλὴν ἐργασίαν. Φρονῶ δ’ ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ συζητήσωμεν.
§229Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις οἵα πρέπει νὰ γίνῃ.
§230Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§231Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶπον ὅτι εἶναι ἐπεῖγον νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἔχομεν καιρὸν νὰ φέρωμεν πᾶσαν βελτίωσιν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§233Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Συμφώνως τῇ γνώμῃ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῶν ἐν ἑτέροις νόμοις εἰδικῶν ποινικῶν διατάξεων».
§234Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ταῖς νέαις χώραις ἰσχύουσι διαρκῶς οἱ νόμοι οἱ ποινικοί, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθησαν κατὰ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν δυνάμει τοῦ νόμου ΔΡΛΔʹ;
§235Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§236Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι;
§237Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§238Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἔχουσι ποινικὰς διατάξεις.
§239Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ δι’ αὐτὸ διεγράψαμεν τὰς λέξεις αὐτάς.
§240Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν πάγιον νόμον;
§241Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§243Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπίσης παρακαλῶ εἰς τὸ ἐδάφιον 1 νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις «τὸ 59 νὰ μεταβληθῇ εἰς 90». Ἐπίσης εἰς τὴν 3ην παράγραφον θὰ εἴπωμεν «ἐν Κρήτῃ ἰσχύουσι προσέτι αἱ τοῦ Βυζαντινοῦ δικαίου διατάξεις ὡς πρός τε τὸ οἰκογενειακὸν καὶ κληρονομικὸν δίκαιον μετὰ τῶν δι’ εἰδικῶν αὐτόθι νόμων ἐπενεχθεισῶν μεταρρυθμίσεων».
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰατρίδης.
§245Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου σκοπεῖται ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων, αἱ ὁποῖαι προφανῶς θέλουσι γεννηθῆ ὡς ἐκ τῆς συγκρούσεως τοῦ παλαιοῦ νόμου τοῦ Κράτους, τοῦ Ἰονίου νόμου καὶ τῶν διατηρουμένων τοπικῶν δικαίων, τοῦ κώδικος τῆς Κρήτης, ἴσως καὶ ἄλλου κώδικος εἰς εὐτυχεστέρας ἡμέρας νήσου τινός (τοῦ Αἰγαίου, τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου καὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ νόμου. Ἡ ὁδός τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς λύσιν τῶν γεννηθησομένων ἐντεῦθεν προβλημάτων καὶ ἐπιστημονικὴ κατ’ ἀρχὴν εἶναι καὶ εὔστοχος. Ἐπιστημονικὴ μέν, διότι ἠκολούθησε τὴν κρατοῦσαν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἀρχήν, καθ’ ἣν αἱ μεταξὺ τοπικῶν δικαίων συγκρούσεις δέον νὰ λύωνται καθ’ ὃν τρόπον λύονται καὶ αἱ συγκρούσεις μεταξὺ ἡμεδαποῦ καὶ ἀλλοδαποῦ νόμου. Εὔστοχος δέ, διότι προετίμησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ παραπομπῆς εἰς τὸν νόμον τοῦ 1856 καὶ δὴ εἰς τὰ ἄρθρα 4–7, τὰ ὁποῖα εἰσάγουσι τοὺς κανόνας τοῦ διεθνοῦς ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ εὐστοχωτέρα ἰδίᾳ ὑπῆρξεν ἐν τῇ ἐπιλογῇ τοῦ κριτηρίου τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρεχομένου εἰς τὸν ἐφαρμόσοντα τὸν νόμον δικαστὴν πρὸς διάγνωσιν τοῦ ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει ἐφαρμοστέου δικαίου, ἐν τῇ ἐπιλογῇ τουτέστι τοῦ κριτηρίου τῆς κατοικίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀντικαθίσταται τὸ κριτήριον τῆς ἰθαγενείας, ὅπερ ἐν τῷ ἰσχύοντι παρ’ ἡμῖν διεθνεῖ ἰδιωτικῷ δικαίῳ ἐλήφθη διὰ τὰς περιπτώσεις τῆς προσωπικῆς ἱκανότητος διὰ τὰς ἀποτελούσας τὸν προσωπικὸν λεγόμενον θεσμὸν ἢ τὴν προσωπικὴν κατάστασιν. Τὸ κριτήριον τοῦτο τῆς ἰθαγενείας λεγόμενον καὶ κριτήριον τῆς ἐθνικότητος ἀπορρέον ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ Μαντζίνι πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ ἡμέτερος νόμος τοῦ 1856, ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἰταλικὴ νομοθεσία ἔχουσι προσαρμοσθῆ, ἀντιτίθεται ἐν τῷ διεθνεῖ ἰδιωτικῷ δικαίῳ πρὸς τὸ ἄλλο κριτήριον τῆς κατοικίας, ἥτις ὑπὸ ἄλλης σχολῆς, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ πολὺς Σαβινύ, προετιμᾶτο τῆς ἰθαγενείας. Δεδομένου ὅθεν ὅτι προκειμένης ἄρσεως συγκρούσεως τοπικῶν δικαίων τὸ κριτήριον τοῦτο τῆς ἰθαγενείας δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, διότι αἱ συγκρούσεις θέλουσι γεννηθῆ μεταξὺ ἡμεδαπῶν, ἤτοι μεταξὺ προσώπων ταυτιζομένων τὴν ἰθαγένειαν, ὀρθῶς ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ κριτηρίου τῆς κατοικίας, τὸ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ διεθνεῖ δικαίῳ κριτήριον τῆς ἰθαγενείας. Ἀλλ’ ὀρθῶς ἐπίσης ἀπεμακρύνθη ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἄλλων γνωμόνων, οἵτινες καὶ προβάλλονται, ἵνα χρησιμεύωσι πρὸς ἐφεύρεσιν τοῦ ἐφαρμοστέου δικαίου. Τοιοῦτος γνώμων λ. χ. προβάλλεται ὁ τῆς δημοτικότητος τοῦ προσώπου, ἀλλ’ ἡ δημοτικότης ὡς δεσμὸς τοῦ προσώπου πρὸς τὸ δημόσιον δίκαιον μᾶλλον προσκείμενος καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ ἀστικὸν ὀρθῶς ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ. Προβάλλεται ἐπίσης ἡ καταγωγὴ τοῦ προσώπου, ἀλλὰ καὶ αὕτη διὰ τὸ ἀόριστον τῆς ἐννοίας καὶ τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ ὅρου ἐν τῇ νομικῇ γλώσσῃ ὀρθῶς ἐγκατελείφθη. Εὐφυεστέρα τῶν διὰ τῆς δημοτικότητος καὶ τῆς καταγωγῆς ἐνδεικνυομένων λύσεων διαφαίνεται ἄλλη λύσις καθ’ ἣν δημιουργεῖται πλάσμα τι ἰθαγενείας δυνάμει τοῦ ὁποίου θεωρεῖται διατηρουμένη ἡ προηγουμένη ἰθαγένεια τοῦ πολίτου πρὶν διὰ τῆς νέας πολιτοποιήσεως προσλάβῃ τὴν νέαν ἰθαγένειαν. Ἀλλὰ καὶ τῆς πλασματικῆς ἰθαγενείας ὀρθῶς ἀπεμακρύνθη ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν οὐσιαστικὸν καὶ σπουδαῖον λόγον ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον οὔτε δύναται νὰ εἶναι βέβαιον, ἂν ὁ πολίτης ἤθελε διατηρήσει τὴν ἰθαγένειαν αὑτοῦ μὴ προσαρτωμένου τοῦ τόπου του εἰς τὸ νέον Βασίλειον. Ἡ ἐπιλογὴ λοιπὸν μεταξὺ τῶν τεσσάρων τούτων κριτηρίων ὑπῆρξεν ἀναμφηρίστως ἡ ἀρίστη, διότι ἡ κατοικία εἶναι ἀμέσως μετὰ τὴν ἰθαγένειαν στενώτερος δεσμὸς τοῦ προσώπου πρὸς τὸν νόμον, ἀλλά, ἐνῷ τοῦτο ἐγένετο, δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ κανονίζωνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι τῆς προσωπικῆς καταστάσεως καθ’ ἃς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1856 κατὰ παρέκκλισιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰθαγενείας, ἥτις, ὡς εἶπον, λαμβάνεται ἐν τῇ συγκρούσει τοῦ ἡμεδαποῦ πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν νόμον ὡς κριτήριον πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἐφαρμοστέου νόμου, ἐξαιρετικῶς ἐφαρμόζεται ὁ Ἑλληνικὸς νόμος πρὸς προστασίαν τοῦ ἡμεδαποῦ ἤ, κατὰ παρέκκλισιν τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ τόπος ῥυθμίζει τὴν πρᾶξιν, θεωρεῖται ὡς ἔγκυρος πρᾶξις συνταχθεῖσα ὑπὸ Ἕλληνος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατὰ τὸν τύπον τοῦ ἑλληνικοῦ, οὐχὶ δὲ τοῦ ἀλλοδαποῦ νόμου, ἤτοι τοῦ νόμου τοῦ τόπου ἐν ᾧ συνετάχθη ἡ πρᾶξις. Μία περίπτωσις, καθ’ ἣν ἀλλοδαπὸς συμβαλλόμενος μεθ’ Ἕλληνος ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἀνίκανος δὲ κατὰ τὸν νόμον τῆς ἰθαγενείας αὐτοῦ, κρίνεται ὑπὸ τοῦ ἡμεδαποῦ ὡς ἱκανός, ἂν κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον ἀπολαύῃ τῆς ἱκανότητος, ἄλλη δὲ περίπτωσις ἡ καθ’ ἣν ἡμεδαπὸς συμβαλλόμενος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντελεῖ τὴν πρᾶξιν οὐχὶ κατὰ τὸν νόμον τῆς χώρας εἰς τὴν ὁποίαν συντελεῖται ἡ πρᾶξις, ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον. Αἱ δύο αὗται περιπτώσεις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1856 ἀποτελοῦσιν, ὡς εἶπον, παρέκκλισιν ἡ μία ἀπὸ τοῦ κριτηρίου τῆς ἰθαγενείας, παρέκκλισιν ἡ ἄλλη ἀπὸ τοῦ κανόνος locus regit actum. Διὰ τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ λάβῃ, οὕτως ὥστε ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τοῦ 1856 ἐνόησε ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸν ἡμεδαπὸν νὰ μὴ ἐκλείψῃ, συμπληρωθῇ δὲ καὶ χάσμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἔν τε τῇ ἑρμηνείᾳ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐν τῇ νομολογίᾳ, προκειμένου περὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα ἐλύθη ἀνομοιομόρφως δι’ ἀποφάσεων τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων. Δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, προβλέπον τὴν περίπτωσιν τῆς συγκρούσεως τοῦ τοπικοῦ δικαίου, δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ τοὺς κρατοῦντας κανόνας τοῦ Διεθνοῦς ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ διέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1856. Ἀλλ’ ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ 1856 εἷς καὶ μόνος ὑπῆρχεν, ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, ὅτε δ’ ἐπέτασσεν εἰς τὸν δικαστὴν εἰς τὴν δευτέραν ταύτην περίπτωσιν ἀντὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀλλοδαποῦ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, οὐδὲν ζήτημα ἐγεννᾶτο· ὡς ὅμως μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου ἐγεννήθη τὸ ζήτημα προκειμένου περὶ Ἑπτανησίου συντάξαντος διαθήκην ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἂν ἔπρεπε νὰ συντάξῃ ταύτην κατὰ τὸν τύπον τοῦ Ἰονίου κώδικος ἢ τὸν τύπον τοῦ περὶ διαθηκῶν ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου, οὕτως εἶναι προφανὲς ὅτι μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Κρήτης, μετὰ τὴν διατήρησιν τῶν τοπικῶν δικαίων θὰ ἐγερθῇ πληθώρα σχετικῶν ζητημάτων, τίς δηλαδὴ ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν τούτων νόμων θέλει εἶναι ὁ ἐφαρμοστέος. Δύναται ἴσως ν’ ἀντιταχθῇ, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ταύτην περίπτωσιν θὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ συμβαλλομένου ἡμεδαποῦ, διότι ἀντικαθίσταται ἐν τῷ νόμῳ τὸ κριτήριον τῆς ἰθαγενείας διὰ τοῦ κριτηρίου τῆς κατοικίας. Ἀλλὰ δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς διασαφηνίζεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβλεπόμεναι περιπτώσεις δὲν ἐκτείνονται εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, καθ’ ἃς ἡμεδαπὸς συμβάλλεται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτε ἐρωτᾶται καὶ τίς ὁ τηρητέος ὑπ’ αὐτοῦ Ἑλληνικὸς νόμος ὡς πρὸς τὸν τύπον. Οὔτε καὶ ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν ἡμεδαπὸς συμβάλλεται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μετ’ ἀλλοδαποῦ, ὅτε ἐρωτᾶται κατὰ τίνα Ἑλληνικὸν νόμον ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἱκανὸς ὁ ἀλλοδαπὸς ἵνα εἶναι ἔγκυρος ἡ πρᾶξις, ἀλλ’ ἀφορῶσι μόνον τοὺς ἡμεδαποὺς δικαιοπρακτοῦντας ἢ ἡμεδαποὺς πρὸς ἡμεδαποὺς συμβαλλομένους καὶ διὰ τὰς συγκρούσεις τῶν τοπικῶν δικαίων, οὐχὶ δὲ τοῦ ἡμεδαποῦ πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν νόμον.
§246Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ποῦ εὑρίσκετε αὐτὸν τὸν περιορισμὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§247Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τὸν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ 3 (ἀναγινώσκει) «Ἡ κατὰ τόπους ἔκτασις τῆς ἰσχύος τῶν διατηρουμένων ἀστικῶν νόμων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἀστικὴν νομοθεσίαν καὶ τἀνάπαλιν κλπ.».
§248Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε περιέχονται εἰς τὸ ἄρθρον 7.
§249Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν καθορίζεται τίς Ἑλληνικὸς νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅταν συγκρουομένου τοῦ ἡμεδαποῦ πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν νόμον καὶ κατισχύοντος τοῦ ἡμεδαποῦ νόμου γεννᾶται ζήτημα τίς ἐκ τῶν πολλῶν ἡμεδαπῶν νόμων ἐστὶν ὁ ἐφαρμοστέος.
§250Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ ἀναλογίαν οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν νενομοθετημένους, διότι δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ διατυπώσωμεν εἰδικούς.
§251Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ ποίαν περίπτωσιν ὁμιλεῖτε, κ. συνάδελφε;
§252Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀλλοδαπὸς συμβαλλόμενος μεθ’ Ἕλληνος ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἀνίκανος δὲ προσωπικῶς κατὰ τὸν νόμον τῆς ἰθαγενείας, κρίνεται πρὸς προστασίαν τοῦ ἡμεδαποῦ ὡς ἱκανὸς ἂν κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον ἔχῃ τὴν ἱκανότητα, καὶ διὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡμεδαπὸς συμβαλλόμενος μετ’ ἀλλοδαποῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντελεῖ τὴν πρᾶξιν οὐχὶ κατὰ τὸν ἀλλοδαπὸν νόμον τηρῶν τὸ ἀξίωμα τοῦ locus regit actum, ἀλλὰ τηρῶν τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1856 δύναται ἀντὶ τοῦ ἀλλοδαποῦ νόμου νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν αἱ συγκρούσεις τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται μεταξὺ ἡμεδαπῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, δὲν προβλέπεται δὲ ἡ περίπτωσις τῆς συγκρούσεως τοῦ ἀλλοδαποῦ πρὸς τὸ ἡμεδαπὸν δίκαιον διὰ τὰς περιπτώσεις ἃς ἀνωτέρω ἀνέφερα.
§253Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λάβετε συγκεκριμένως τὸν συμβαλλόμενον Κρῆτα π. χ.
§254Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ὑποθέσωμεν ὅτι Κρὴς συμβάλλεται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ μέν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν Κρήτῃ, μετ’ ἀλλοδαποῦ, θέλουν λ. χ. ἀνικάνους κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ὡς πρὸς δικαιοπραξίαν τινά, λ. χ. γάμον, ἱκανοὶ δὲ κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, οὐχὶ δὲ καὶ τὸν Κρητικόν. — Ἐρωτῶ, ἡ δικαιοπραξία εἶναι ἄκυρος; Τίνα ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν θὰ ἐφαρμόσωμεν, ἵνα ἴδωμεν ἂν κατ’ αὐτὸν εἶναι ἱκανὸς ἢ ἀλλοδαπός;
§255Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν κατοικίαν του ἐνταῦθα, τὸν Κρητικόν.
§256Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Οὐχὶ τὸν γενικὸν νόμον; Ὥστε ἐννοεῖται νὰ μεταβάλητε τοὺς κανόνας τοῦ ἰδιωτικοῦ διεθνοῦς δικαίου ἢ νὰ μειώσητε τὴν προστασίαν τῶν ὑπὲρ τοῦ ἡμεδαποῦ διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1856;
§257Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Ἑλληνικὸς γενικῶς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὑποδιαιρέσεως ὅμως Ἑλληνικῆς ἀποβλέπω εἰς τὴν κατοικίαν.
§258Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀποβλέπετε εἰς τὴν κατοικίαν, ὅταν πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ ἱκανότης ἡμεδαποῦ κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, οὐχὶ δὲ ἀλλοδαποῦ, ὡς ἐν τῷ ἄνω παραδείγματι.
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἱκανότης διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου ὅπου τὸ πρόσωπον εἰσάγεται· παντοῦ διὰ τοῦ τύπου τῆς συμβάσεως οἷος δήποτε νόμος καὶ ἂν τηρηθῇ, θὰ ἰσχύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος.
§260Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Τουναντίον ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν μεγίστη διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν συμπολιτευομένων νομοθεσιῶν. Προκειμένου π. χ. περὶ γάμου. Τὸ μὲν ἄρρην κατὰ τὸ Κρητικὸν δίκαιον εἶναι ὥριμον εἰς ἡλικίαν 14 ἐτῶν, κατὰ δὲ τὸ Ἰόνιον δίκαιον εἰς ἡλικίαν 16 ἐτῶν· ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν σπουδαίαν εἰς τὴν Προσωπικὴν κατάστασιν ταύτην· ἄλλως ἐκτὸς τῶν ἄνω ἐλλείψεων δὲν βλέπει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐλλιπὲς καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡμεδαπός, συμβαλλόμενος μετ’ ἀλλοδαποῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δικαιοῦται νὰ τηρήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον. Σᾶς ἐρωτῶ τίνα νόμον θὰ τηρήσῃ, ποῦ εἶναι διάφοροι ὡς πρὸς τὸν τύπον τῆς δικαιοπραξίας οἱ διάφοροι Ἑλληνικοὶ νόμοι;
§261Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸν διέποντα τὰς σχέσεις ὡς ἐκ τῆς κατοικίας.
§262Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡ κατοικία, κ. συνάδελφε, λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς κριτήριον τοῦ ἐφαρμοστέου δικαίου οὐχὶ διὰ τὸν τύπον τῆς δικαιοπραξίας, περὶ οὗ ἤδη ὁμιλῶ, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν σχέσεων τῶν προσώπων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ κατάστασιν.
§263Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλῶ κ. συνάδελφε, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, τοῦτο εἰς ὃν ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὸ τηρητέον δίκαιον ἐν συγκρούσει τοῦ ἡμεδαποῦ πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν νόμον. Κατ’ ἀναλογίαν πρὸς αὐτὸν ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θὰ κανονισθῇ ἡ σύγκρουσις τῶν τοπικῶν Ἑλληνικῶν νόμων πρὸς ἀλλήλους μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ὅπου κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τίθεται ὡς βάσις τοῦ ἐφαρμοστέου νόμου ἡ ἰθαγένεια, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τίθεται ὡς εἰκὸς ἡ κατοικία τοῦ προσώπου. Οὕτως ἂν πρόκειται σύγκρουσις νόμου ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ προσώπου καὶ πρόκειται περὶ κατοίκου Κρήτης, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κρητικὸς νόμος, ἐὰν περὶ Ἕλληνος τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὁ ταύτης νόμος καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου αὕτη εἶναι σαφής.
§264Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Διὰ τὰς συγκρούσεις ἐν τῇ ἡμεδαπῇ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, οὐχὶ δὲ ὡς ἐπικαλήψιν ἔκαμον διὰ τὰς περιστάσεις ἃς ἀνέφερα.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνα τροπολογίαν προτείνετε;
§266Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη μου περιέχεται ἐν τῇ τροπολογίᾳ ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἡ ἀναπτυχθεῖσα καὶ ὑποστηριχθεῖσα ἐν τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ Ἀθηνῶν ὑπὸ τοῦ δικηγόρου κ. Κωστάκη. Εἶναι μία εὐκαιρία νὰ κανονισθῇ ζήτημα ἐπίμαχον καὶ σπουδαιότατον ἐμφανισθὲν πολλάκις ἐν τῇ Νομολογίᾳ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ τροπολογία· «Ἡ κατὰ τόπους ἔκτασις τῆς ἰσχύος τῶν διατηρουμένων ἀστικῶν νόμων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἀστικὴν νομοθεσίαν καὶ τἀνάπαλιν, ὡς καὶ τῶν νόμων τούτων πρὸς ἀλλήλους, ῥυθμίζεται κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἄρθρων 4 καὶ 7 τοῦ νόμου ΤϞΑʹ τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856, ἀντὶ τῆς ἰθαγενείας, ὁσάκις αὕτη ἀποτελεῖ στοιχεῖον διὰ τὸν ἐφαρμοστέον νόμον σκοπουμένης τῆς κατοικίας αὐτῶν, ἐπὶ ἡμεδαπῶν δὲ κατοικούντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τῆς τελευταίας ἐν Ἑλλάδι κατοικίας αὐτῶν, μὴ οὔσης δὲ τοιαύτης τῆς ἐν Ἑλλάδι κατοικίας τοῦ πατρὸς ἢ καὶ τοιαύτης μὴ ὑπαρξάσης, λογιζομένης ὡς ὑπαρξάσης ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ». «Ὁσάκις συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νόμου ΤϞΑʹ τοῦ 1856 εἶναι ἐφαρμοστέος ὑπὲρ τοῦ ἡμεδαποῦ διὰ τὸν ἀλλοδαπὸν ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, ὡς τοιοῦτος ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τοῦ τόπου τῆς τελέσεως τῆς ἐνοχῆς ἢ καὶ ὁ νόμος τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ὁσάκις δὲ ὑπὲρ τοῦ ἡμεδαποῦ εἶναι ἐφαρμοστέος διὰ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τελουμένας δικαιοπραξίας καὶ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νόμου ΤϞΑʹ τοῦ 1856, ὡς τοιοῦτος ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἢ ὁ τῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπαρχούσης ἢ ὑπαρξάσης κατοικίας αὐτοῦ». Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ΤϞΑʹ νόμου τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856 ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐξ οἱωνεὶ συμβάσεων, ἐξ ἀδικημάτων καὶ ἐξ οἱωνεὶ ἀδικημάτων ἐνοχαὶ κρίνονται κατὰ τὸν νόμον τοῦ τόπου τῆς τελέσεως, ἂν δ’ ἐτελέσθησαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. «Αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν κατὰ τόπον ἔκτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἀστικοῦ δικαίου διατάξεις τῶν νομοθεσιῶν τῶν προσαρτωμένων χωρῶν δὲν διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ».
§267ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί ὁ γενικὸς νόμος καὶ ὄχι ὁ νόμος τῆς κατοικίας;
§268Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος περὶ συγκρούσεως τοπικῶν δικαίων ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἀλλὰ περὶ συγκρούσεως μεταξὺ ἀλλοδαποῦ καὶ ἡμεδαποῦ νόμου, δὲν εἰσάγει ὁ νόμος τοῦ 1856. Ἔνθα ὑπῆρχεν εἷς νόμος, δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ νομοθεσίαι. Λέγεται ὅτι κατοικίαν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δέχεται μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς συγκρούσεως μεταξὺ τοπικῶν δικαίων ἐντὸς τοῦ Κράτους.
§269ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξ ἀναλογίας τὸ αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§270Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις εἶναι ἀρίστη, ὥστε νὰ κανονισθῇ πρὸς μείζονα προστασίαν τοῦ ἡμεδαποῦ ὅτι δύναται ἢ κατὰ τὸν γενικὸν νόμον τοῦ Κράτους ἢ κατὰ τὸν νόμον τῆς κατοικίας νὰ κανονισθῇ ἡ πρᾶξις.
§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καθιστᾶτε γενικὸν νόμον, ὁποῖος δὲν ὑπάρχει.
§272Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας, διὰ νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§273Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω ἤδη διατυπώσει σχετικὴν τροπολογίαν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα. Ἀλλὰ μεγίστην σπουδαιότητα παρουσιάζει καὶ τὸ ζήτημα τὸ γεννώμενον ἐπὶ τῶν ἐξ ἀδικημάτων ἐνοχῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1856 τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξ ἀδικημάτων ἐνοχῶν κανονίζονται κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, τοῦτο δὲ κατὰ παρέκκλισιν τῆς κρατούσης ἀρχῆς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, καθ’ ἣν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξ ἀδικημάτων ἐνοχῶν κανονίζονται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ τόπου τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀντιθέτως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1856 περιελήφθη ἐν τῷ Κρητικῷ κώδικι. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ περιληφθῇ ἐν αὐτῷ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἣν ἠκολούθησε καὶ διάταξις περιλαμβανομένη καὶ ἐν ἄρθρῳ τινὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ἡμετέρου ἀστικοῦ κώδικος. Διότι ἄλλως, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γεννηθῇ καὶ ζήτημα παραπομπῆς καὶ ἀναπαραπομπῆς ἐκ τῶν ζητημάτων τῶν γνωστῶν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Λὼν τέννυς» κατὰ τὰ ὁποῖα παραπεμπούσης π. χ. μιᾶς ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν νομοθεσιῶν εἰς τὸν Κρητικὸν κώδικα, διότι ὁ νόμος τοῦ 1856 λέγει ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξ ἀδικημάτων ἐνοχῶν θέλουσι κανονίζεσθαι κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, ἐὰν θεωρηθῇ, ὡς εἰπόν τινες διακόψαντες, ὅτι ἡ κατοικία ἀδικήσαντος ἢ ἀδικηθέντος ἔστω κανονίζει τὸν ἐφαρμοστέον νόμον ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων. Θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν κώδικα τὸν Κρητικόν, προκειμένου περὶ ἀδικήματος κατὰ Κρητὸς ἢ ὑπὸ Κρητὸς κατοίκου ἐν Κρήτῃ. Ὅστις ὅμως Κρητικὸς νόμος θέλει μᾶς παραπέμψει εἰς τὸν νόμον τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος, ἂν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐτελέσθη τὸ ἀδίκημα, ἤτοι εἰς τὸν Ἰόνιον Κώδικα, οὗτος δὲ αὖθις εἰς τὸν Κρητικόν. Θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ κανονισθῇ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξ ἀδικημάτων ἐνοχῶν κανονίζονται κατὰ τὸν νόμον τῆς τελέσεως τῆς πράξεως.
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν λέξιν μόνιμος προκειμένου περὶ τῆς κατοικίας ἀποδίδετε σημασίαν τινά;
§275Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§277Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν εἶχέ τις ποτε κατοικίαν ἐν Ἑλλάδι, διότι ἐγεννήθη π. χ. ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τί ἐννοεῖτε ὅτι θὰ ἰσχύσῃ τότε; Τὸ γενικὸν δίκαιον; Καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ γενικὸν καὶ ποῖα τὰ ἰδιαίτερα τοπικὰ δίκαια;
§278Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅταν λείπῃ τὸ στοιχεῖον τῆς κατοικίας, θὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ γενικὸν δίκαιον.
§279Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι περίπτωσις ἀξία προσοχῆς διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 6).
§281Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 φέρεται ὅτι εἰσάγεται ἡ νομοθεσία ἡ ἐκεῖ ἀναφερομένη, εἰς δὲ τὸ 5 ὅτι ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῆς δικονομίας, πολιτικῆς καὶ ποινικῆς, καὶ πάντων τῶν συναφῶν νόμων, ὡς πρός τε τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου κλπ. Τί ἐννοεῖτε μὲ αὐτό, κ. Ὑπουργέ;
§282Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅτι ὑπάρχουσι δικαστήρια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐννοῶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι.
§283Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς αὐτὰ δὲν εἰσάγονται; ἢ θὰ εἰσαχθῶσιν, ὅταν θὰ συσταθῶσι τὰ δικαστήρια;
§284Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς αὐτὰ θὰ εἰσαχθῶσιν, ὅταν θὰ συσταθῶσι πρῶτον τὰ δικαστήρια αὐτά.
§285Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Νομίζω δ’ ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὅπου λέγετε τίνες νόμοι εἰσάγονται, νὰ εἴπητε ὅτι εἰσάγονται οἱ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν δικονομιῶν, ἀλλὰ θὰ ἰσχύσωσιν ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν συσταθησομένων δικαστηρίων.
§286Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων.
§287Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ μᾶς δώσητε τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μᾶς δώσητε, διότι ἤκουσα ἄλλην παρατήρησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Μερλοπούλου. Δέχεσθε τὴν διάκρισιν ὅπως σᾶς τὴν εἶπον;
§288Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου θὰ ἰσχύσωσι καὶ αἱ διατάξεις.
§289Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λοιπὸν καὶ σήμερον εἰς τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα πρέπει νὰ γίνωνται αἱ ἀγωγαί, αἱ κοινοποιήσεις καὶ διαδικασίαι κατὰ τὰς παρ’ ἡμῖν δικονομίας;
§290Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἰσχύει ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν καὶ λειτουργίαν τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου.
§291Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰσάγονται αὐτὰ σήμερον.
§292Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰσάγονται ὑπὸ τὸν περιορισμὸν αὐτόν.
§293Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 5 παρατηρῶ ὅτι τὰ διαδικαστικὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ διάφοροι Τράπεζαι παρεκτείνονται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, μάλιστα δὲ παρατηρῶ καί τι τὸ περίεργον. Προκειμένου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως «αἱ διατάξεις τοῦ ἐν κοινῷ ἐν Κρήτῃ δικαίου καὶ τῆς Τραπέζης Κρήτης, ὡς καὶ οἱ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ διαδικαστικοὶ νόμοι ὑπὲρ τῶν αὐτόθι Τραπεζῶν ἰσχύουσιν ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἐργασίας ἑκάστης αὐτῶν». Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ παρεκτάσεως διαδικαστικῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ Τράπεζαι εἰς τὰς χώρας εἰς τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον δὲν ἔχουσιν ἐργασθῆ, καὶ εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται βεβαίως νὰ ἐργασθῶσιν, ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπέναντι αὐτῶν ἀνταλλάγματα. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ, εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἡ θέσις μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, ἀλλὰ νὰ τεθῇ βραδύτερον εἰς νόμον τὸν ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, προκειμένου περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωμέναι αὐταὶ νὰ μᾶς δώσωσιν ἀνταλλάγματα διὰ τὰ προνόμιά των.
§294Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, πρόκειται περὶ τῆς διαδικασίας, καὶ ἰδίως τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως.
§295Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διατί ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ προσωπικὴν κράτησιν; Ταῦτα εἶναι προνόμια σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐὰν τὰ δώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, αὕτη πρέπει νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§296Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς παροχῆς ἀνταλλαγμάτων. Εἶναι γνωστὸν πῶς αἱ Τράπεζαι εἰς τὸ παρελθὸν καὶ πρὸ πάντων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνῆψαν τὰς συμβάσεις αὐτῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐταὶ δὲν διέφυγον τὸν ἔλεγχον καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι δι’ ἐκείνους οἵτινες μελετῶσι τὰς διαφόρους αὐτὰς συμβάσεις γνωστὸν ὅτι παρεσχέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸ πάντων προνόμια τὰ ὁποῖα δὲν δικαιολογοῦνται κατ’ οὐδένα λόγον, προνόμια τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσι καὶ τὸν φόρον περὶ χαρτοσήμου. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λαμβάνει τοιαῦτα προνόμια εἰς τὰς νέας χώρας, καὶ οὐδεμίαν μοι κάμνει ἐντύπωσιν αὐτό, διότι διὰ τοῦ νόμου δίδονται τὰ προνόμια, ὅπως ἄνευ οὐδενὸς νόμου καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος ἐδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοιαῦτα καὶ δι’ ἵδρυσιν ὑποκαταστημάτων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐχαρακτηρίσθη καὶ μεγάλη ἐθνικὴ ὑπηρεσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐγκαταστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς νέας χώρας. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἀφορᾷ νομικὰς διατάξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰδικὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω· νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ νόμου ν’ ἀναγνωρίσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ Πολιτεία δικαιώματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χωρὶς οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ δικαιολογία. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς ἐκείνας τὰς συμβάσεις ὑπάρχει καὶ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§297Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§298Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπω μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λαμβάνει δικαιώματα, ἐμφανιζομένη κατὰ τὰς γνωστὰς μεθόδους, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν ὠφελειῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἔχῃ οἰκονομικὰς εὐκολίας οἱασδήποτε φύσεως μία Τράπεζα τὰς ὁποίας νὰ μὴ ἔχῃ μία ἄλλη.
§299Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι οἰκονομικόν. Ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶ τὸ ζήτημα πολιτικόν. Εἶναι ἓν ἀτοῦ τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι αὐτῶν τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς πιστωτικῆς κινήσεως, τῆς ὁποίας εἶναι εἷς μοχλὸς σπουδαιότατος. Εἶναι ἓν ἀτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξασφαλίσῃ σπουδαιότατα ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μὴ ἐξετάζουσα τὸ ζήτημα ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ σήμερον οὕτως ἁπλῶς νὰ παράσχῃ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ διεκδικήσῃ παροχὰς περισσοτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὰς σχέσεις της μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὄχι βεβαίως πρὸς ζημίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου φρουρὸς εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν, ὅπως ἀφήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ ἄλλη οἱαδήποτε Τράπεζα ἐπιθυμῇ νὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὑτῆς τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα τῇ χορηγεῖ σήμερον δωρεὰν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ὡς ἴση πρὸς ἴσην ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἐξήγησιν εἶναι ἀνάγκη, κ. Βουλευταί, νὰ δώσω. Οἱ ἀξιότιμοι κ. Βουλευταὶ ἐκ Λακωνίας καὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πλανῶνται νομίζοντες ὅτι πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ δώσωμεν ἐπέκτασιν δικαιωμάτων καὶ προνομίων εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν καὶ ἄνευ ἀνταλλαγμάτων. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδῶ καὶ ἡ τῆς Κρήτης ἐν Κρήτῃ, καθὼς καὶ ἡ διαδικασία τῶν ἄλλων Τραπεζῶν τῶν οὐδὲν προνόμιον ἐχουσῶν, πρόκειται, λέγω, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διαδικασία αὕτη καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ χάριν τῶν ἐπαρχιῶν τῶν νέων, ἵνα πεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ συστήσῃ καὶ εἰς ταύτας ὑποκαταστήματα. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ ἐπιτύχωμεν, θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν μὲ ἄλλα ὅπλα τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὰς χεῖράς μας, μὲ τὴν ἄδειαν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ἀτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς χεῖράς μας, τοῦτο θὰ κάμωμεν, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Σήμερον οὐδὲν δικαίωμα δίδομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δίδομεν ἁπλῶς τὴν ἄδειαν καὶ εἰς αὐτήν, καθὼς καὶ εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς ἐργασίας των καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Πρόκειται ἄλλως τε περὶ νόμου τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν μεθαύριον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἱδρύσωμεν νέαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέποτε ἤθελον εἰσηγηθῆ τὴν κατάργησιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅλαι αἱ Τράπεζαι, δηλ. τὴν διευκόλυνσιν τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως.
§301Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζων ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν καλωσύνην τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Ἀνέκαθεν ὅλαι αὐταὶ αἱ παραχωρήσεις δικαιωμάτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν ὑποκαταστημάτων. Δὲν ἕπεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων πρέπει νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν ἵνα κερδήσῃ τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἀναμένει ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρόκειται νὰ κερδήσῃ περισσότερα, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν θὰ δώσῃ τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν ἄνευ ἀνταλλάγματος ἐν νέᾳ συμβάσει, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀναμένῃ μόνον εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, ἵνα κανονίσῃ μετὰ τῆς Τραπέζης τὴν μέλλουσαν σύμβασιν. Καὶ ἡ Τράπεζα συνέστησεν ὑποκαταστήματα χωρὶς νὰ λάβῃ τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἔχει ἐκ τῶν συμβάσεων τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑποκαταστημάτων, ἀλλ’ εἰς τὰς χώρας εἰς τὰς ὁποίας ἐξετείνετο τότε ἡ Ἑλλάς. Ἔχει δὲ μεγάλην διαφορὰν τὸ νὰ καταργήσῃ ἴσως τὸ ὑποκατάστημα μιᾶς μικρᾶς ἐπαρχιακῆς πόλεως καὶ νὰ ἱδρύσῃ αὐτὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ. Εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀντλῇ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου διάφορα δικαιώματα καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐπέκτασιν νὰ συνάψῃ νέαν σύμβασιν.
§302Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρατηρήσω ὅτι τὰς Τραπέζας δὲν καλοῦσιν εἰς τὰς νέας χώρας τὰ προνόμια, ἀλλ’ αἱ ἐμπορικαὶ ἐργασίαι. Τὰ διαδικαστικὰ προνόμια τὰ ὁποῖα θέλει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰς δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα προσελκύσωσιν αὐτὰς εἰς τὰς νέας χώρας, ἀλλ’ ἐμπορικαὶ ἐργασίαι ἐκάλεσαν εἰς αὐτὰς τὰ κεφάλαια. Τὰ προνόμια, περιοριστικὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῶσιν ὅτι δίδονται ἄνευ ἄλλων ἀνταλλαγμάτων ἐκτὸς τῆς προσκλήσεως τῶν κεφαλαίων, διότι ὑποτίθεται ὅτι τὰ κεφάλαια προσεκλήθησαν, μετέβησαν ἤδη ἐκεῖ καὶ ζητοῦσιν ἐξασφαλίσεις· ἀλλὰ τὰς ἐξασφαλίσεις δίδομεν, ὄχι διότι μετέβησαν ἐκεῖ, ἀλλὰ διότι ἐκτὸς τούτου θὰ δώσωσι καὶ ἄλλα ὀφέλη εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται τὰ διαδικαστικὰ αὐτὰ προνόμια νὰ μὴ ἀπεμπολήσωμεν προκαταβολικῶς, διότι ἔχουσι μεγίστην ἀξίαν, διότι ὄχι μόνον εἶναι περιοριστικὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέγα ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως.
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶπον σαφῶς ἄλλοτε ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ὁσάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης χάνει τὴν διαύγειαν τοῦ πνεύματός του καὶ ἀκόμη τὴν οἰκονομολογικὴν αὐτοῦ δεινότητα, τῆς ὁποίας τεκμήριον πολλάκις παρέσχεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς νέας χώρας, καὶ νομίζει ὅτι ἐπιτρέποντες νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα τῇ ἐδώκαμεν δικαιώματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐλάβομεν. Καὶ ἐγὼ βεβαιῶ αὐτὸν ὅτι παρεκάλεσα καὶ ἐπίεσα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας Τραπέζας νὰ ἱδρύσωσιν ὑποκαταστήματα εἰς τὰς νέας χώρας. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ὅτι τὸ ὅπλον τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὰς χεῖράς μας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνάψωμεν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, εἶναι τὸ μέγα ὅπλον, τὸ τεράστιον ὅπλον τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, εἶναι αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν καλλιτέρους ὅρους εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀκριβέστερον δ’ εἰπεῖν, ἡ εἰδικὴ διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως δὲν εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία θὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἀνταλλάγματα ἐν τῇ συμβάσει· μάλιστα εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας, τὴν Ἀθηναϊκὴν καὶ τὰς ἄλλας, ἔχει δώσει ἡ Πολιτεία δικαιώματα χωρὶς οὐδὲν ἀντάλλαγμα, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί αὐτὰ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας χωρὶς ἀντάλλαγμα, θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἐπ’ ἀνταλλάγματι. Τὸ μέγα ὅπλον εἶναι ἡ ἔκδοσις γραμματίων. Δὲν λέγω ὅτι, ἂν δὲν τῇ δώσωμεν τὴν διαδικασίαν αὐτὴν τὴν εἰδικήν, δὲν θὰ εἶναι ἓν πλῆγμα διὰ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ τὸ πλῆγμα θὰ εἶναι καὶ κατὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας.
§304Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λάβητε ἐκ τρίτου τὸν λόγον, ἐκτὸς ἂν συναινῇ εἰς τοῦτο ἡ Βουλή.
§306Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, διότι φέρω τὸ ζήτημα ὡς προσωπικόν· διότι μὲ ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι ὁσάκις ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁμιλῶ μετά τινος ἐμπαθείας.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἂς ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν δέχηται νὰ λάβῃ ἐκ τρίτου τὸν λόγον ὁ κ. Κουτούπης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§310Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἡ δευτέρα φορά, καθ’ ἣν ὑποπίπτει εἰς τὴν ἀνακρίβειαν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὑπομιμνήσκω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς πάντα ἄλλον ὅτι περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡμίλησα ἅπαξ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μόνον ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι μετὰ πάθους ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡμίλησα διὰ δευτέραν φοράν, ἵνα ὑπομνήσω ὅτι συχνὰ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· θὰ ἤμην ἐν τούτοις δὲ δικαιολογημένος νὰ φέρω χιλιάκις τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν τοιαύτην δρᾶσιν καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ὁλόκληρος ἡ παραγωγικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διὰ νὰ χαρακτηρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πᾶσάν μου ἀνάμιξιν τόσον σπανίως γενομένην περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὕτω, θὰ μὲ κάμῃ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι πολὺ ἐνδιαφέρεται περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§311ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα, τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρομαι· πολὺ περισσότερον παρ’ ὅσον φαντάζεσθε!
§312Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὁ βαθμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ παρέχῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὰ τοιαῦτα καταστήματα τὴν προστασίαν της. Δὲν θέλω ἐγὼ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ παύσῃ ὑφισταμένη, νὰ μὴ θάλλῃ, ὅπως θάλλει ἄλλως τε ὑπερβολικά, ἀλλὰ νὰ γίνηται τοῦτο μὲ ὠφέλειαν τῆς Κοινωνίας. Ἀλλά, διὰ νὰ ἀφήσω τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ ἴσως εὐκαιρία νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ ἄλλοτε, θέλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι δὲν ἐξήτασεν ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι παρακαλοῦμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ κάμῃ ὑποκαταστήματα. Ἐδῶ ἔγκειται τὸ λάθος. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα βεβαίως θὰ ἔκαμνεν ὑποκαταστήματα εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς Πάτρας. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ἵνα ἔχῃ καὶ μερικὰ ἀνταλλάγματα, τὴν ὑπεχρέωσε νὰ κάμῃ καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶχεν ὑποκαταστήματα. Ὥστε ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων δὲν εἶναι καλωσύνη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καλωσύνη, ἐφ’ ὅσον ἱδρύονται ταῦτα εἰς μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι παραγωγικά, σᾶς διαβεβαιῶ δ’ ὅτι ἐκ πολλῶν ὑποκαταστημάτων μᾶλλον ζημίαν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ ὠφέλειαν, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις προσεπάθησε ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν. Μὴ μᾶς φέρητε λοιπὸν ὡς καλωσύνην τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὅτι ὑπέκυψε κατόπιν τῶν παρακλήσεών σας διὰ νὰ κάμῃ ὑποκαταστήματα εἰς Θεσσαλονίκην καὶ εἰς ἄλλας μεγάλας πόλεις.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠθέλησα ἐκ τῆς ἀντιθέσεως νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θεωρῶ χρήσιμον δι’ ἡμᾶς νὰ ἔχῃ τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἵνα μὴ ἀργῇ, διότι ἄνευ τούτου δὲν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ δίδῃ χρήματα.
§314Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε τοῦτο εἶναι ὀρθόν, διότι τὰ προνόμια τῆς εἰδικῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως τὰ ἔλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα 10 ἔτη βραδύτερον ἀπὸ τῆς συστάσεώς της, ἐξέλεγε δὲ ὡρισμένην εὐκαιρίαν ἵνα ἐπιτύχῃ τὰ προνόμια αὐτά· δηλαδὴ ὁσάκις εὕρισκε τὴν Κυβέρνησιν εἰς στενόχωρον θέσιν, ἵνα ἐπιτύχῃ μερικὰ δάνεια. Ἀκόμη ἐπέτυχε καὶ ἄλλα προνόμια. Μὴ μᾶς παρουσιάζῃ λοιπὸν τὰ δικαιώματα ὡς τείνοντα νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν Κοινωνίαν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωσιν αὐτὴν καὶ μόνην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§316Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 προστεθῇ διάταξις ἵνα ἰσχύσῃ καὶ ὁ νόμος περὶ παρανόμου συναγωνισμοῦ.
§317Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἰσχύει, διότι ἡ διάταξις ἐνδεικτικῶς περιλαμβάνεται.
§318Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἐπεξήγησιν ἐζήτησα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις ἀφορᾷ μόνον τὰ ἐμπορικὰ σήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατατεθειμένα ἐν ταῖς νέαις χώραις, ὡς σήματα ἡμεδαπὰ διὰ τὰς χώρας ἐκείνας, ἀλλοδαπὰ δὲ ἐν σχέσει πρὸς ἡμᾶς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ τῶν ἀλλοδαπῶν σημάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατατεθειμένα ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, δὲν λαμβάνεται πρόνοια, διότι κατὰ τὸ ὑπάρχον ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς εἶναι ἀντίθετον τοῦ ἡμετέρου, δὲν κατατίθενται τὰ σήματα εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ καταστήματος, ἀλλ’ ὑπάρχει τοὐναντίον τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα τῆς καταθέσεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ἑπομένως, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῆς ἐπιτοπίου ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐξετάσεως ποῖα σήματα ὀθωμανικὰ ἦταν τότε κατατεθειμένα ἐκεῖ, διὰ νὰ γνωρίζωμεν νὰ τὰ προστατεύσωμεν, περιπλέον δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐξακολουθοῦντα ἀκόμη καὶ σήμερον νὰ εἶναι ἀλλοδαπὰ σήματα, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ποῖα ἐπροστατεύοντο κατὰ τὸ ὀθωμανικὸν καθεστώς, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ τὰ προστατεύσωμεν καὶ σήμερον. Φρονῶ λοιπόν, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, ὅτι διὰ τοῦ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου ἠδύνατο νὰ γίνῃ μία διασάφησις καθορίζουσα τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῶσιν ἀμφότεραι αἱ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξήγησα, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ δεχθῆτε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν.
§319Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διατυπώσατέ την, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀσάφεια τὴν διασαφηνίζομεν.
§320Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ εἰσάγεται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας;
§321Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγὼ νομίζω ναί.
§322Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι σήμερον ἐνταῦθα θὰ ἰσχύωσι καὶ διὰ τὴν νέαν Ἑλλάδα;
§323ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται εἰδικὴ μνεία περὶ ἐξαιρέσεως.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§325Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι περιλαμβάνει διάταξιν λίαν κινδυνώδη. Εἴχομεν διὰ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος ἀπαγορεύσει τὴν ἀγοροπωλησίαν ἀκινήτων κατὰ τὰ ἐμπράγματα δίκαια περὶ ἀκινήτων πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως προστατεύσωμεν, ὡς ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δικαίως ἴσως, τοὺς νέους ἡμῶν ὑπηκόους ἀπὸ πολλῶν κινδύνων εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐξετίθεντο εὑρισκόμενοι εἰς τὴν στενοχωρίαν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκοντο ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων τούτων περιστάσεων. Διὰ τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου κανονίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Λέγεται λοιπὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις ἐπιτρέπονται αἱ ἀγοροπωλησίαι καὶ ἐπὶ ἀκινήτων, ἀλλὰ δὲν λαμβάνουσι κῦρος αἱ ἀκύρως γενόμεναι τοιαῦται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀπαγορευτικοῦ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος. Πολὺ ὀρθῶς· ἀλλὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου περιλαμβάνει κατ’ ἐμὲ διάταξιν κινδυνωδεστάτην, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγεται ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνός, ἀφ’ ἧς ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως προεῖπον, ἀπαγορεύονται αἱ δικαιοπραξίαι ἐπὶ ἀκινήτων, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ὀφείλουσι τόσον αἱ ἀγοροπωλησίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσι μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, ὅσον καὶ αἱ ὑποθῆκαι, νὰ μεταγραφῶσι καὶ ἐγγραφῶσι κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους. Ἄν ἕως ἐδῶ ἡ διάταξις ἐσταμάτα, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε κανένα κίνδυνον. Ἀλλὰ προσθέτει ἡ διάταξις· αἱ ἐγγραφεῖσαι ἐντὸς μηνὸς μεταγραφαὶ καὶ ὑποθῆκαι, θὰ ἔχωσι ταύτην τὴν τάξιν, θὰ προηγοῦνται δηλ. πάντοτε αἱ ὑποθῆκαι. Ἄν, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἧς ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, προβῇ εἰς ἐκ τῶν ἐκεῖ ἰδιοκτητῶν εἰς πώλησιν τοῦ ἀκινήτου καὶ ὁ νέος ἰδιοκτήτης μεταγράψῃ τὴν ἀγοροπωλησίαν, συγχρόνως δὲ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἴσως νὰ ἔχῃ ἀποκτήσει ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πονηρίας τινάς, ὑποθηκεύσῃ τὸ κτῆμα μετὰ τὴν πώλησιν καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς μεταγράψῃ τὴν ὑποθήκην κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἐνόησα καλῶς, ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς προτιμᾶται καὶ οὕτως ὁ ἀγοραστὴς εὑρίσκεται μόνον μὲ τὸ συμβόλαιον. Ἴσως πλανῶμαι εἰς τὴν ἑρμηνείαν καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἤκουον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ ἔδιδε διασαφήσεις, ἐγὼ δὲ θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπλανήθην.
§326Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθῶς ἀντελήφθητε τὴν διάταξιν, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὕτη Δι’ αὐτῆς ἐπεκτείνεται ἐπὶ ἕνα μῆνα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται ἐδῶ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας καὶ ὁμαλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων. Ὁ ἀγοράζων σήμερον κτῆμα δὲν εἶναι ἀσφαλὴς διότι σύγχρονος ἐγγραφὴ ὑποθήκης θὰ ὑπερισχύσῃ τῆς ἀγορᾶς καὶ διὰ τοῦτο τὰ χρήματα συνήθως μένουσιν ἐν μεσεγγυήσει μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ βεβαιωθῇ ὅτι εἶναι ἀσφαλὲς τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, καὶ τότε λαμβάνει τὸ τίμημα ὁ ἀγοραστής. Τοῦτο θὰ τηρηθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἀντὶ εἰκοσιτετραώρου θὰ ἔχωμεν ἕνα μῆνα, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς δανειστὴς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ οἱαδήποτε νόμιμα μέτρα ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου καὶ μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ μηνὸς ὁ ἀγοραστὴς θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ θὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα. Διὰ τοῦ μέσου τούτου θέλομεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς μίαν ἐξασφάλισιν, ὅπως ἐντὸς μηνὸς δύνανται νὰ λάβωσι τὰ προστατευτικὰ μέτρα των χωρὶς νὰ δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ μεταβιβάσῃ τὴν περιουσίαν του, ἡ ὁποία ἴσως ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐγγύησιν αὐτοῦ.
§327Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἐλησμόνησα, Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὰ νομικά μου, ὥστε νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπεμνήσατε.
§328Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὔτε ἐνόμιζον ὅτι τὰ ἐλησμονήσατε.
§329Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὡς γνωστόν, πρόκειται περὶ εἰκοσιτετραώρου, γνωστότατον δ’ εἶναι εἰς πάντα ὁ ὁποῖος συμβάλλεται ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα τὰ χρήματα θὰ κατατεθῶσι παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ μέχρις οὗ γίνῃ ἡ μεταγραφὴ καὶ προσαχθῶσι καὶ τὰ πιστοποιητικά, ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερον. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εὑρίσκηται ὁ ἀγοραστὴς ἐπὶ ἕνα μῆνα ἐν κινδύνῳ. Θὰ ἦτο λοιπὸν προτιμότερον, ἀντὶ νὰ διατρέξωμεν αὐτοὺς τοὺς κινδύνους — διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πλανᾶται καὶ κατὰ τοῦτο νομίζει ὅτι, μόλις ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δημοσιευθῶσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, πάντες οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου θὰ μάθωσι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν· τὸν πληροφορῶ καὶ τὸν διαβεβαιῶ ὅτι οὐδ’ οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι καὶ διὰ τὴν πληθὺν τῶν ψηφιζομένων νόμων καὶ διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν οὗτοι ψηφίζονται εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπωσι ποῖοι οἱ ψηφισθέντες νόμοι καὶ ποίας διατάξεις περιέχουσι.
§330Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε οἱ εἰσηγηταὶ Ὑπουργοί· ἄλλοι τοὺς συνέταξαν.
§331Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅσῳ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι.
§332Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν ὁ νόμος ψηφισθῇ καὶ ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις, ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία θὰ γεννηθῇ εἰς ὅλην τὴν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ διέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ εἶναι αὕτη, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἀπεκτήσαμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἰδιοκτησίας δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν, δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν, δηλαδὴ ἀνεκτήσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως καὶ κακῶς εἴχομεν στερηθῆ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον. Θὰ προβῶσι λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι εἰς ἀγοροπωλησίας καὶ πόσα θὰ εἶναι τὰ θύματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν παγίδα τὴν ὁποίαν θέτει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, οὐχὶ βεβαίως ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ δυνάμενος νὰ ὑπολογίσω· ἀλλὰ φαντάζομαι, ὅτι πολλοὶ θὰ ὑποστῶσι μεγάλας ζημίας. Θὰ ἦτο λοιπὸν προτιμότερον, Κύριε Ὑπουργέ, ἂν ἐπράττετε τὸ ἁπλούστερον τοῦτο· διὰ τοῦ νόμου νὰ εἴπητε ὅτι αἱ ἀγοροπωλησίαι ἐπιτρέπονται μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, αἱ δ’ ὑποθῆκαι εὐθύς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ἔχοντες κτήματα καὶ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσι θὰ ἀνακτήσωσι τὸ δικαίωμα προσφέροντες ὡς ἀσφάλειαν τὸ κτῆμα καὶ οἱ δανεισταὶ θὰ ἐγγράψωσι τὰς ὑποθήκας ἀσφαλιζόμενοι, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς κίνδυνος. Εἴπετε λοιπὸν ὅτι αἱ ἀγοραπωλησίαι θὰ εἶναι ἰσχυραὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, αἱ δ’ ὑποθῆκαι εὐθὺς ἀμέσως καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεὶς θὰ διατρέξῃ κίνδυνον καὶ δὲν θὰ ὑπάρξωσι θύματα.
§333Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ.
§334Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καθορίσῃ ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὥρισεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν προθεσμίαν τοῦ μηνός.
§335Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ἐσπευσμένας πράξεις γενησομένας πρὸς περιγραφὴν τῶν δανειστῶν.
§336Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τίνων δανειστῶν;
§337Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οἱωνδήποτε.
§338Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δανειστῶν προϋφισταμένων;
§339Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως, προϋπαρχόντων.
§340Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ διατί φοβεῖσθε μὴ λάβωσι χώραν αὐτὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως καὶ ὄχι μετὰ τὸν μῆνα;
§341Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διότι μετὰ τὸν μῆνα κατέστη γνωστὸν εἰς τοὺς ἔχοντας συμφέρον καὶ ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφαλισθῶσι.
§342Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ λάβητε ἰδιαιτέραν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ὥστε ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ καταστήσητε τὴν περιουσίαν τῶν ὀφειλετῶν καὶ τῶν μὴ ὀφειλετῶν ἀναπαλλοτρίωτον μὲν διὰ πωλήσεις ἑκουσίας, ὑποκειμένην ὅμως εἰς τὰς καταδιώξεις τῶν δανειστῶν, ὅταν ἔχητε τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἔχουν πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι πρὸς προστασίαν τῶν δανειστῶν κατὰ τῶν καταδολιεύσεων τῶν ὀφειλετῶν τῶν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διατιθεμένων τὴν περιουσίαν αὐτῶν πρὸς βλάβην τῶν δανειστῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἡ κατάστασις ἐν Μακεδονίᾳ δικαιολογεῖ νὰ λάβητε ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν περὶ προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν· δὲν σᾶς φθάνει ἡ προστασία ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ ἀπαγορευτικοῦ;
§343Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀπαλλάξω τοὺς δανειστὰς ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐνοχλήσεις.
§344Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν βλέπω τί συνηγορεῖ διὰ νὰ ἀπαλλάξητε τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε, καὶ ὄχι καὶ μετὰ τὸν μῆνα;
§345ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Βουλευτά. Μὴ λησμονῆτε ὅτι αἱ νέαι ἐπαρχίαι διῆλθον κρίσιν μακράν, καθ’ ἣν ἐπῆλθον οἰκονομικαὶ καταστροφαί, καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ λῆψις κανενὸς μέτρου ἐξασφαλιστικοῦ τῶν συμφερόντων τοῦ δανειστοῦ διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὰ βιβλία τοῦ κτηματολογίου εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ γίνωσιν αἱ ἐξασφαλίσεις δὲν ἐλειτούργουν, ὥστε ὁ δανειστὴς ἐπὶ 15 μῆνας ἦτο ἐστερημένος πάσης προστασίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων του. Εἶναι πολὺ φυσικὸν λοιπὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δανειστὴς ὁ ὁποῖος ἐθεώρει ὅτι δὲν ἐκινδύνευε, διότι ἐθεώρει τὸν ὀφειλέτην του φερέγγυον, σήμερον νὰ εὑρίσκηται ἐντελῶς ἐκτεθειμένος, διότι δυνατὸν ἡ περιουσία αὐτοῦ νὰ κατεστράφη ἐκ τοῦ πολέμου, ἐκ τῆς καταστροφῆς δ’ αὐτῆς νὰ κατέστη ἀφερέγγυος, ὥστε ὁ δανειστὴς τώρα φοβῆται μὴ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐνάρξεως τοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως ὁ ὀφειλέτης, βλέπων ἑαυτὸν κατεστραμμένον, πωλήσῃ ὅ,τι τοῦ ἀπέμεινε καὶ σηκωθῇ καὶ φύγῃ. Διατὶ λοιπόν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, νὰ θελήσωμεν ὡς μόνον μέσον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανειστῶν νὰ ἔχωμεν τὴν Παυλιανὴν ἀγωγὴν καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς μηνός; Πρέπει ἐπίσης νὰ εἴπω ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει εἰς τὴν ἀστικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ μετὰ πλήρους ἀποτελεσματικότητος. Θέλω νὰ φέρω τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης. Μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπελευθέρωσιν τοῦ 1897 ἐπὶ τρία ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀνάλογα καὶ ἐκεῖ καὶ εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ χρονικὸν διάστημα ἐμελετήθησαν καλῶς τὰ πράγματα. Ἐκεῖνο δὲ διὰ τὸ ὁποῖον ἀνησυχεῖτε, ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα δὲν θὰ δύναται νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματά του, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σοβαρόν, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ 15 ἤδη μῆνας ἦτο ἀπηγορευμένη ἐντελῶς ἡ ἀπαλλοτρίωσις.
§346Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρατηρῶν ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λησμονεῖ τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν παρέχουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς οἱ κείμενοι νόμοι. Λησμονεῖ ἐπὶ πλέον ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα καθ’ ὃ ἦτο παρακεκωλυμένη ἡ χορηγουμένη ὑπὸ τῶν νόμων ἐπιδιωκτικὴ τῶν δικαίων τῶν ἐξουσία τῶν δανειστῶν ἦτο παρακεκωλυμένη καὶ ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τῶν ὀφειλετῶν ἵνα διαθέσωσι τὰ κτήματά των. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἠδυνήθησαν οἱ δανεισταὶ νὰ ἐνεργήσωσι, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ ἑνὸς μηνὸς προθεσμία. Οὔτε τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ προστασία τῆς ὁποίας κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀπολαύουσιν οἱ δανεισταὶ δὲν εἶναι ἀρκετὴ διότι αὕτη δὲν παρέχει ὅλας ἐκείνας τὰς ἐξασφαλίσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι νὰ παρασχεθῶσι, στηρίζει τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι οἱ κείμενοι νόμοι ἔχουσι τὰς ἀναγκαίας κριθείσας ἐγγυήσεις. Ἂν δὲ δὲν παρέχωσιν αὐτάς, δέον νὰ μεταρρυθμισθῶσι παγίως. Τοῦτο ὅμως δὲν πράττετε. Εἰσάγετε διάταξιν ἐξαιρετικὴν καὶ προσωρινήν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ εἰσαγάγωμεν τοιαύτην διάταξιν ἄνευ λόγων εἰδικῶν δικαιολογούντων αὐτήν, τοιούτους δὲ λόγους δὲν ἤκουσα ἐξ ὅσων ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐξ ὅσων ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τώρα τί ἐγένετο ἐν Κρήτῃ, καὶ ἂν ἐλειτούργησεν ἐκεῖ καλῶς ἢ κακῶς παρόμοιος νόμος, καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω. Ἂν ὅμως ἐγένετο τοιοῦτόν τι ἐν Κρήτῃ, ἀναμφιβόλως θὰ ἐδημιούργησε δυσχερείας ἀναστεῖλαν ἐπί τινα χρόνον τὰς συναλλαγὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ διαθέσωσι τὰ κτήματά των, ἴσως δὲ θὰ ἐγένοντο καὶ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλάκις μεγαλείτεραι ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ ἐμφανίζονται καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ τῆς δημοσίας γνώμης. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ παρατείνητε ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀκόμη γενικῶς τὴν ἰσχὺν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκποιήσεως. Δὲν θὰ εἶχε κανεὶς καμμίαν ἀντίρρησιν ἂν οἱ 15 μῆνες ἐγίνοντο 16. Ἀλλὰ νὰ δημιουργῆτε νέαν προσωρινὸν καθεστὼς τόσον ἀνώμαλον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἐξαιρετικῶς ἐπιβάλλων τοιοῦτον μέτρον ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται.
§347Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δημιουργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἰδιαιτέρα κατάστασις, ἡ ὁποία ἐμβάλλει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπως φρονοῦσιν οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου. Εὑρίσκω ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου πλέον ἢ ἐπαρκῆ ἐξήγησιν καὶ δικαιολογίαν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει εὑρίσκω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λαμβάνεται τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης ἐπὶ ἀκινήτου κατὰ τὸν ὀθωμανικὸν νόμον καὶ εὑρίσκω ἐν σελίδι τρίτῃ ὅτι· (ἀναγινώσκει) «Ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἀκινήτων κτημάτων καὶ ἡ ἐντεῦθεν σύστασις ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων καὶ ὑποθήκης συνετελεῖτο κατὰ τὸν ἑξῆς συστατικὸν ἐξωτερικὸν τύπον. Ἐπὶ δικαιοπραξίας ἐν ζωῇ οἱ συμβαλλόμενοι ἐμφανίζονται εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ταπίων ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἀπαρτιζομένης κλπ. Δηλοῦσι δὲ τὴν βούλησιν αὐτῶν συντασσομένου παρὰ τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς συμβολαίου εἰς βιβλίον τηρούμενον κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ἐν εἴδει ἡμερολογίου, μεθ’ ὃ ἐκδίδοται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ νέου ἰδιοκτήτου ὁ σχετικὸς τίτλος».
§348ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀκινήτων.
§349Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγεῖ περαιτέρω ἡ ἔκθεσις ἐν κεφαλαίῳ 4ῳ τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Ἵνα συνδυασθῇ προσέτι ἡ ὀφειλομένη προστασία τῶν ὑπὸ τὸ τέως καθεστὼς κτηθέντων δικαιωμάτων πρὸς τὴν τήρησιν τῆς παρ’ ἡμῖν θεμελιώδους ἀρχῆς τῆς δημοσιότητος καὶ εἰδικότητος τῶν ὑποθηκῶν, ἣν δὲν πληροῖ ἐπαρκῶς ἡ ὀθωμανικὴ νομοθεσία, σκόπιμον κρίνεται ὅπως ὑποχρεωθῶσιν οἱ κεκτημένοι δικαιώματα ὑποθήκης ἐπὶ ἀκινήτων κειμένων ἐν αἷς χώραις εἰσάγεται ὁ περὶ ὑποθηκῶν νόμος, ἵνα ἐντὸς δεδομένης προθεσμίας ἐγγράψωσι ταύτην εἰς ἀνοιχθησόμενα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν κλπ. Τὸ αὐτὸ μέτρον δέον νὰ ληφθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰς κατὰ τὴν προϋφισταμένην νομοθεσίαν τυχὸν ὑπαρχούσας γενικὰς ἀγράφους ὑποθήκας καὶ προνόμια ἐπὶ ἀκινήτων». Δεδομένου δ’ ὅτι ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἢ μᾶλλον ἡ ἀξία τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας δὲν ὑπάρχει παρὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν νομίμως συγκεκροτημένων χρεῶν, βλέπω ὅτι κανένα κίνδυνον δὲν διατρέχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψωσιν ὑποθήκας, νὰ ἐγγράψωσι ταύτας ἐντὸς μηνὸς καὶ πέρα τοῦ μηνὸς ν’ ἀνακύψῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας.
§350Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι κινδυνεύουσιν οἱ ἀγορασταί.
§351Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως οἱ ἀγορασταὶ κινδυνεύουσι, διότι μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς συναλλαγῆς θὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν ὁ ἀγοραστὴς ὅτι καλῶς ἠγόρασε καὶ δὲν ἐπαγιδεύθη διὰ τῆς ἀγοροπωλησίας. Ὁ κίνδυνος τῶν ἀγοραστῶν ἀποσοβεῖται καὶ ἂν δὲν γίνῃ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα τὴν ἔναρξιν τῶν ἀγοροπωλησιῶν. Ἄλλως ὑπάρχοντος τυχὸν κινδύνου, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἔχομεν ἤδη διατάξεις ἐν τοῖς νόμοις ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων τὰ δικαστικὰ πρόσωπα ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομιμνήσκωσιν εἰς τοὺς συμβαλλομένους διατάξεις τινὰς νόμων πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων των. Αὐτὸ δὲ τοῦτο θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐὰν τοιαύτη τις προσθήκη προστιθεμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν θὰ ἦτο ἀσφαλής, δὲν θὰ ἦτο ἐπίσης ἀσφαλὴς ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἡμῶν, καθ’ ἣν οἱ συμβολαιογράφοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα ὑπομιμνήσκωσιν εἰς τοὺς συμβαλλομένους τὰς διατάξεις τοῦ περὶ μεταγραφῆς νόμου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ ἄτοπον ἢ οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διαβλέπει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσοβηθῶσιν, ἐὰν ἀναγράψωμεν τοιαύτην τινὰ διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ.
§352Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ὄψις ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσίασε τὸ ζήτημα ὁ κ. βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐκίνησε πράγματι τὸ ἐνδιαφέρον μου. Ἐφοβήθην καὶ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνηται μονομερὴς πρόνοια ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐσιαστικῶς πρόνοια ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, καὶ ὅτι τρόπον τινὰ νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα ἀσυνειδήτως εἰς βάρος τῶν ὀφειλετῶν καὶ ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν. Ἀλλὰ μία μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμα προχείρως τοῦ πράγματος, ἢ μᾶλλον ἡ ἀναπόλησις τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος μὲ ἔπεισαν ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον.
§353Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου· ἐγὼ κατέκρινα τὴν αἰτιολογίαν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἄν ἡ αἰτιολογία αὕτη κατὰ τὴν γνώμην σας εἶναι πεπλανημένη, ἀντικρούσατέ την, διότι ἐγὼ εἶπον τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ νομίζω ὅτι οὐδένα ἔχει σκοπόν.
§354Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς σας εἶπον ὅτι μοὶ ἐκινήθη τὸ ἐνδιαφέρον, μήπως νομοθετῶμεν ἐνταῦθα μονομερῶς ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν καὶ εἰς βάρος τῶν ὀφειλετῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου. Νομίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀρκετά, ἀλλὰ προσθέτω ἐγὼ καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι οἱ ὀφειλέται εἶναι ἰδιοκτῆται καὶ δὴ μεγαλοϊδιοκτῆται. Καὶ σκέπτομαι καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ ὀφειλέται, ἂν ἔχωσιν ἀνάγκην προστασίας, ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας ὄχι διὰ νὰ μὴ πληρώσωσι τὰ χρέη των, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ πληρώσωσι χρέη κακά, χρέη ὑπερβολικά, διὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἐξεμεταλλεύθησαν ὅτε συνωμολογήθησαν. Βλέπω ὅμως ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 οἱ νόμοι περὶ τόκων ἐφαρμόζονται καὶ ἐκεῖ· ἑπομένως ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ προστασία ἔρχεται πλήρης. Οἱ ὀφειλέται θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσι καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς διανοιχθῇ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία εἶναι εὔκολον νὰ τοὺς διανοιχθῇ, καὶ μάλιστα ἂν εἶναι ἄλλης ἐθνικότητος καὶ εἶναι ἐπιρρεπεῖς νὰ ἀποδημήσωσι, δὲν πρέπει νὰ τοὺς διανοιχθῇ ἡ ἐλπὶς ὅτι δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὴν ὑποχρέωσίν των ἐκποιοῦντες εἰς οἱονδήποτε ὅπως ὅπως τὴν περιουσίαν των καὶ νὰ στερηθῶσιν ἑπομένως διὰ τοιούτων πράξεων κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι καταστρατηγοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν των, νὰ στερηθῶσι, λέγω, τῆς περιουσίας των, διότι μὲ τὸ ποιὸν μάλιστα τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κάμει ἐπιδρομὴν ἐκεῖ, θὰ συμβῇ νὰ διαφθείρωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καὶ θὰ τοὺς εἴπουν «σπεύσατε νὰ πωλήσητε τὰ κτήματά σας διὰ νὰ γλυτώσητε ἀπὸ τὰ χρέη σας». Θὰ εἶναι δίκαιον λοιπόν, νομίζω, νὰ γίνῃ διάκρισις χρόνου μεταξὺ ἐκποιήσεως καὶ πωλήσεως. Ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς ἔχει, δίδει ἀφορμὴν εἰς ἐνδοιασμοὺς οἵους ἐξέφρασεν ὁ κ. συνάδελφος Ἀρκαδίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι σοβαροί. Νομίζω ἄλλη διατύπωσις θὰ ἦτο τελειοτέρα, ἡ δεχομένη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ δυνάμει τῆς διατάξεως, δι’ ἧς ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς μόνον ἐπιτυγχάνεται ἡ μεταβίβασις τῆς κυριότητος. Ὁ μεταγράφων δὲν δύναται ν’ ἀποδείξῃ διὰ τῶν βιβλίων παρὰ μόνον ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως. Σήμερον δὲν ἔχει οὔτε τὴν ἱκανότητα νὰ πωλήσῃ καὶ εἶναι ἄκυρος καὶ ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει· σήμερον δὲν θὰ εἶναι κύριος, ἀλλὰ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως.
§355Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ὡμίλησε περὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν προστασίαν τῶν δανειστῶν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ· ὑπολαβὼν φαίνεται ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ προστασίας ἢ μὴ τῶν ὀφειλετῶν. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ὁμιλήσας καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν, ὡμίλησε περὶ πραγμάτων πάντη ἄλλων πρὸς ἐκεῖνα περὶ τὰ ὁποῖα ἐστράφη ἡ συζήτησις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον τῆς ἐξαιρετικῆς διατάξεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκε τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον πάντες ἠκούσατε, τὸν συνιστάμενον εἰς τὸν φόβον τῆς ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν καταδολιεύσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν αὐτῶν δι’ ἐκποιήσεως τῆς περιουσίας των. Ἐγὼ ἀντεῖπον κατὰ τούτων οὐχὶ διὰ νὰ προστατεύσω τοὺς ὀφειλέτας, καὶ ὡς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής, μόνον οὐχὶ διὰ νὰ διευκολύνω τοὺς ὀφειλέτας νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματά των καὶ νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν, ἀλλ’ ἀπέκρουσα τοῦτο εἰπὼν ὅτι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, προβλέπουσαν τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῶν πιστωτῶν, ἔχομεν τὰς ἐξασφαλίσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι καὶ ἐπαρκεῖς. Προσέθηκα δὲ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰδίως ἐνδιαφέρει, εἶναι ὁ κίνδυνος εἰς τὸν ὁποῖον θέλουσιν ἐκτεθῆ τρίτοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀγοράσει, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι δανείσει ἐπὶ ὑποθήκῃ. Διότι οἱ μὲν ἀγοράζοντες θὰ κινδυνεύσωσι νὰ ἴδωσι προτιμωμένους αὑτῶν καὶ ἄλλους ἀγοραστὰς καὶ δανειστάς, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς δανείζοντας, αἱ ὑποθῆκαι αὐτῶν θὰ ὦσι σύγχρονοι μὲ ἄλλας κατόπιν ἐγγραφομένας. Τοῦτο ἦτο τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον τῆς ὁμιλίας μου ἀποκρούοντος τὰ ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου εἶπε. Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νομίζει ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἶναι δυσχερεστάτη καὶ δὲν δέχεται ὅτι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, προσθέσας ὅτι θεωρεῖ προτιμότερον νὰ ἀπαγορευθῇ, ἔστω καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀκόμη, ἡ ἐκποίησις τῆς κυριότητος, ἐπιτρεπομένης τῆς μεταβιβάσεως ἢ συστάσεως ἄλλων ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο λογικὸν καὶ εὐκταῖον. Καὶ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νὰ μὴ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐκποίησις, ἀλλὰ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ μεταγραφή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Κορινθίας νὰ μοὶ εἴπῃ ἐπὶ τίνι σκοπῷ θέλει γίνῃ τοιαύτη ἐκποίησις ἥτις, ἀπαγορευομένης τῆς μεταγραφῆς, δὲν θὰ μετεβίβαζεν ἐμπράγματον δικαίωμα εἰς τὸν ἀγοραστὴν καὶ θὰ ἄφηνε τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα εἰς τὸν πωλητήν, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται παντοιοτρόπως νὰ διαθέσῃ τὸ ἐμπράγματον τοῦτο δικαίωμά του. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἀκούσω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον μὴ εὑρίσκων ὀρθὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἀνέπτυξε τὰ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται παρὰ νὰ χαρακτηρισθῶσι τὸ ὀλιγώτερον ὡς περίεργα.
§356Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Φαίνεται ὅτι οὐδόλως ἐπρόσεξεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἐξήγησα διὰ τίνα λόγον διετύπωσα τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία, ἐὰν εἶναι περίεργος, εἶναι περίεργος μόνον εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ τοῦτο φαίνεται, διότι κυρίως δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ποῖος ὁ λόγος τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται αἱ ἀπαλλοτριώσεις, διότι διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἠθέλομεν παρατείνει τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ἐπὶ ἕνα ἀκόμη μῆνα, δὲν ἀπαγορεύονται αἱ ἀπαλλοτριώσεις, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ συμβάσεις καὶ τὰ προσύμφωνα ἀκόμη εἶναι ἄκυρα. Σήμερον νομίζοντες — ἐὰν τολμήσῃ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ — ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κηρύξωμεν αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα τῶν προσώπων δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀνικανότητα. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν μόνον τὴν μεταγραφήν, οἱ δὲ ἀγορασταὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν ὅτι ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς μόνον γίνονται κύριοι δὲν θὰ δώσωσι χρήματα πρὸ τῆς μεταγραφῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι ἐξοικονομοῦνται καλλίτερον τὰ πράγματα, αἰρομένης τῆς ἀνικανότητος πρὸς διάθεσιν ἡ ὁποία ἰσχύει σήμερον ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστώς. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ παρατείνῃ τὴν ἀνικανότητα, εἶναι διάφορον μεταξὺ ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής.
§357Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύο τινὰ περιλαμβάνονται ἐν τῇ ἐξεταζομένῃ διατάξει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐξασφάλισις τῶν διαφόρων ἀγοραστῶν ἀπέναντι ἀλλήλων, ὡς καὶ ἡ σχέσις τῶν διαφόρων ἐνυποθήκων πρὸς ἀλλήλους. Εἶναι πολὺ φυσικὸν κατόπιν τῆς μακρᾶς ἀργίας ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως νὰ ὑπάρξῃ συρροὴ τοιούτων δικαιοπραξιῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου ἢ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, ὥστε νὰ γίνωνται αἱ μεταγραφαὶ μετὰ τὸν μῆνα, ὁ πρῶτος μεταγράψας ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ θὰ ἀπέκλειε πάντα ἄλλον, ἐνῷ πολλὰ ἐνδέχεται νὰ γίνωσιν ἐν τῷ μεταξύ. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ εὑρύνονται αἱ προθεσμίαι καὶ λογίζονται αἱ μεταγραφαὶ σύγχρονοι, ὥστε νὰ ὑπερισχύῃ συμφώνως πρὸς τοὺς γενικοὺς κανόνας ἡ εἰς ἀρχαιότερον στηριζομένη τίτλον, ὡς καὶ αἱ ὑποθῆκαι λογίζονται σύγχρονοι κατατασσόμεναι συμμέτρως. Πᾶσαι αἱ περιπτώσεις αὗται δὲν θεραπεύονται οὔτε διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου οὔτε διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐξηγήθη πλέον ἢ ἐπαρκῶς ἡ ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετυπώθη ἡ διάταξις αὕτη καὶ δυνάμεθα μόνον νὰ σκεφθῶμεν ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη καλλιτέρα τυχὸν διατύπωσις θεραπεύουσα τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν βλέπω ἀναιρουμένας ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ.
§358Ν. ΞΗΡΟΣ. Διὰ τῆς φράσεως «εἶναι σύγχρονοι» ἐννοεῖτε ὅτι πληρώνονται συμμέτρως πᾶσαι αἱ ἐγγραφαὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ μηνός;
§359Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπ’ μακρὸν ἐγένετο ἀνάπτυξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ὅστις εἶναι ὁ τῆς προστασίας τῶν πιστωτῶν κατὰ κακοβούλων ὀφειλετῶν. Ἀλλ’ ὡς ἔχει, βαίνει πέρα τοῦ σκοποῦ, καθ’ ὅσον συνεπείᾳ τούτου θὰ παρακωλυθῇ ἡ ἐκποίησις δι’ ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ὄχι τοὺς κακοβούλους ὀφειλέτας ἐκ τούτων. Δὲν γνωρίζω δὲ διατί οἱ πιστωταὶ πρέπει νὰ τύχωσι τοιαύτης ἐξαιρετικῆς προστασίας, ὥστε δι’ αὐτοὺς νὰ σταματήσωσιν αἱ συναλλαγαὶ τῶν ἀκινήτων ἐπὶ ἕνα μῆνα, ὅπερ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ μία σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ ἐξήγησις. Διατί νὰ ἐμποδισθῶσιν ὅλοι οἱ ἔχοντες κτήματα καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ τὰ διαθέσωσι; Διὰ τοὺς ὀλίγους πιστωτάς; Καὶ πρὸς τί ἡ τόση προστασία εἰς τοὺς πιστωτάς; Δὲν εὑρίσκω δικαιολογητικὸν λόγον ἐπαρκῆ κατὰ τοῦτον. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον ὅτι ὅλαι αἱ μεταγραφαὶ καὶ αἱ ὑποθῆκαι θὰ θεωρηθῶσιν ἰσοδύναμοι μὲ τὴν διαφορὰν μόνον ὅτι αἱ ὑποθῆκαι θὰ εἶναι ἰσχυρότεραι τῶν μεταγραφῶν. Συνέπεια δὲ τούτου θὰ εἶναι τὸ ἄτοπον, ὅτι ὅλοι οἱ ἀγορασταί, οἱ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ μηνὸς γενόμενοι τοιοῦτοι, θὰ καθίστανται ἀκουσίως συνιδιοκτῆται τοῦ παρ’ αὐτῶν ἀγοραζομένου ἀκινήτου.
§360Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανὼν τῆς προτεραιότητος. Αὐτὴν τὴν διατύπωσιν κάμνω.
§361Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τί θὰ κάμητε εἶναι ἄλλο· τὸ νομοσχέδιόν σας ὅμως λέγει ῥητῶς ὅτι καὶ μεταγραφαὶ ἐξ ἑνός, καὶ αἱ ἐγγραφαὶ συμβατικῶν ὑποθηκῶν ἀφ’ ἑτέρου, αἱ γενόμεναι ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον ἡμέρας τῆς ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, λογίζονται σύγχρονοι καὶ ἰσοδύναμοι».
§362Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ προσθέσωμεν «λογίζονται ἐγγραφεῖσαι πᾶσαι».
§363Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖαι λογίζονται ἐγγραφεῖσαι;
§364Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅλαι. Καὶ αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ μεταγραφαί. Οὕτω δ’ ἐπὶ τῶν μεταγραφῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὴν αὐτὴν ἡμέραν, προτιμᾶται ἡ εἰς ἀρχαιότερον τίτλον στηριζομένη, ὡς λέγει ὁ νόμος περὶ μεταγραφῆς.
§365Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δι’ αὐτοῦ βεβαίως ἀποφεύγετε τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἀλλὰ δημιουργεῖτε κινδύνους ἐκ τῆς ἀφανοῦς προτεραιότητος ἐπὶ ἕνα μῆνα, ὅπερ εἶναι ἥκιστα συντελεστικὸν διὰ τὰς συναλλαγὰς καὶ δὴ τῶν ἀκινήτων.
§366ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Διὰ ποῖον λόγον αἱ μεταγραφαὶ αἱ γενόμεναι μετὰ τὴν πώλησιν νὰ προηγῶνται;
§367Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ πώλησις πρὸς ὑπεκφυγήν.
§368ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα παρέχεται ἓν μέσον προστασίας ὅλων τῶν ἐννόμων συμφερόντων. Ἐπὶ ἕνα μῆνα εἶχε τὴν ἀνάγκην νὰ προνοήσῃ ὅπως πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ μηνὸς μὴ καταβάλῃ τὰ χρήματα, ἐνῷ ἐὰν παρεμβάλωμεν αὐτὰς τὰς δυσκολίας θὰ ναυαγήσῃ.
§369Ν. ΞΗΡΟΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐν Τουρκίᾳ αἱ ὑποθῆκαι ἐνεργοῦνται διὰ μιᾶς πράξεως καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μία ὑποθήκη. Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν θὰ τὴν χαρακτηρίσητε ὑποθήκην;
§370ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ὑποθήκη.
§371Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι ὑποθήκη;
§372ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§373Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ προσέξητε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀντιστρέφετε τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς. Ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς, δηλαδὴ τὸ σύστημα τῆς δημοσιότητος. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ συντάξητε μόνον συμβόλαιον, ἀλλὰ δέον καὶ νὰ δώσητε τὴν προσήκουσαν δημοσιότητα εἰς αὐτὸ διὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ μεταβίβασις τοῦ ἀκινήτου. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο ὁρίζεται ὅτι πρὸ τῆς μεταγραφῆς δὲν συντελεῖται ἡ μεταβίβασις. Τοῦτο κρατεῖ κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὄχι τὸν ἰδικόν σας. Τώρα τί κάμνετε ὑμεῖς; Ὁρίζετε ὅτι προηγεῖται ὄχι ὁ πρῶτος μεταγράψας, ἀλλ’ ὁ συμβληθεὶς πρῶτος. Διὰ νὰ προηγῆται ὁ πρῶτος μεταγράψας κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα καὶ ὄχι ὁ πρῶτος συμβληθεὶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος σοβαρός. Καὶ ὑπάρχει τοιοῦτος. Εἶναι πασίγνωστος καὶ δὲν τὸν ὑποτιμᾶτε βεβαίως σεῖς. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε τί κάμνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας; Λέγετε ὅτι δὲν κατατάσσονται κατὰ σειρὰν τῆς μεταγραφῆς τῶν τίτλων των, ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἐντὸς τοῦ μηνὸς μεταγράψαντες θεωροῦνται συγχρόνως μεταγράψαντες· ἄρα κατατάσσονται κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν τῶν τίτλων των. Τοῦτο εἶναι ἢ ὄχι καθαρὰ ἀντιστροφὴ τοῦ συστήματος τῆς μεταγραφῆς; Τὸν σοβαρὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς, τί σᾶς ἀναγκάζει νὰ τὸν ἀντιστρέψητε διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον εἰσάγετε; Ποῖον ἐπιδιώκετε ἀποτέλεσμα; Ποῖον σκοπεῖτε νὰ ἱκανοποιήσητε συμφέρον;
§374Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τίθεται τὸ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς» διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα.
§375Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Ἠξεύρετε τί κάμνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας; Ἰδοὺ μὲ ἄλλην διατύπωσιν. Ὑπάρχει μία περίπτωσις ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταγραφῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου περιέρχεται εἰς ἀδυναμίαν ἐφαρμογῆς. Ποία εἶναι αὕτη; Εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο πλείονες μεταγραφαὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Σκέπτεται ὁ νόμος ὀρθῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ πιστοποιηθῇ ἀσφαλῶς καὶ ἡ ὥρα τῆς μεταγραφῆς. Καὶ διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ τὸ ἀνεπίδεκτον ἀσφαλοῦς λύσεως ζήτημα περὶ τῆς ὥρας τῆς μεταγραφῆς καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτηθῇ ἡ ὕπαρξις δικαιωμάτων, δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἰς τὴν προτεραιότητα τῆς μεταγραφῆς καὶ καταφεύγει εἰς τὴν προτεραιότητα τῆς συμβάσεως. Αὐτὴ εἶναι λύσις εἰς ἣν ἄγει τὸν νόμον ἡ ἀναπότρεπτος ἀνάγκη, διότι κατ’ αὐτὴν ἐγκαταλείπει τὸν νομοθέτην τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὁλόκληρον τὴν βάσιν τῆς ὑπάρξεως ἐμπραγμάτων δικαίων ἐπὶ ἀκινήτων, τὸ σύστημα τῆς δημοσιότητος διὰ τῆς μεταγραφῆς, καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὄχι διότι ὁ νομοθέτης θέλει, ἀλλὰ διότι τὸν ἐγκαταλείπει αὐτὸ τὸ σύστημα ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ ἐκεῖ ὅπου καταφεύγει, δηλ. εἰς τὴν προτεραιότητα τοῦ τίτλου. Σεῖς δὲ τί κάμνετε ἀπόψε; Λαμβάνετε αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν καὶ τὴν καθιστᾶτε κανόνα χωρὶς τίποτε νὰ σᾶς ἀναγκάζῃ εἰς τοῦτο. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ θυσία τῆς δημοσιότητος. Διὰ ποῖον σκοπόν; Χάριν τίνος λόγου;
§376Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω.
§377ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 8ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει). (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10).
§380Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, κ. Πρόεδρε.
§381ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ κάμω ἤδη εἰσήγησιν νομοσχεδίων τινῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§383ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. 1) «περὶ τρόπου καταβολῆς τῶν ἀντισηκωμάτων ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». 2) «περὶ κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ ἐφέδρων ἀνθυποκτηνιάτρων ὡς μονίμων» καὶ 3) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συντάξεων». Ὡς γνωστόν, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1909 νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπεξέτεινε τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπόρου χήρας τοῦ ἐν πολέμῳ φονευθέντος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο εἰδικὸς διὰ τοὺς παθόντας....
§384Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τῆς μητρός.
§385ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἦτο εἰδικὸς νόμος διὰ τοὺς παθόντας κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Ἡ διάταξις αὕτη ἐπεκτείνεται ἤδη κατὰ τοῦτο, ὅτι πλὴν τῆς προνοίας περὶ τῶν ἀπόρων χηρῶν λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἀνηλίκων ἀρρένων ἢ τῶν ἀγάμων θηλέων ἀδελφῶν τοῦ φονευθέντος ἐν πολέμῳ.
§386Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τῆς μητρός, ἐὰν δὲν ἔχῃ σύζυγον ἢ τέκνα;
§387ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ χήρας μητρὸς καὶ ἀνηλίκων ἀρρένων καὶ ἀγάμων θηλέων ἀδελφῶν τοῦ φονευθέντος ἐν πολέμῳ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι τινὲς τροποποιήσεις μικροτέρου ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι κατὰ τὰ λοιπὰ ὁ νόμος περὶ συντάξεων, ὡς κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ἐπαρκεῖ πλήρως πρὸς τὰς περιστάσεις αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπασχολοῦσι. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι αἱ ἀπονεμόμεναι συντάξεις εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀποθνησκόντων ἕνεκα τοῦ πολέμου στρατιωτῶν ἰσοῦνται πρὸς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ στρατιωτικὸς μετὰ 45 ἔτη. Ἡ κλῖμαξ θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ διὰ νὰ τὴν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας. Εἶναι ἀρίστη ἡ κλῖμαξ. Ἡ σύνταξις ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ ἀνέρχεται εἰς τὸ τριπλάσιον τῆς συντάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἀπέθνησκεν ἐν πολέμῳ. Διὰ τὴν μητέρα τὴν ἄπορον καὶ διὰ τὰς ἀνηλίκους ἢ ἀγάμους ἀδελφὰς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ποσὸν συντάξεως τὸ διπλάσιον τῆς συντάξεως τῆς ἀπονεμομένης ἐν εἰρήνῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ θανόντος στρατιωτικοῦ. Τώρα ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς τραυματίας ἐπίσης ὁ κείμενος νόμος, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1911, ἐπαρκεῖ πλήρως εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι οἱ ἕνεκα τοῦ πολέμου τραυματίαι καθιστάμενοι ἀνίκανοι ἐν γένει—ὁμιλῶ περὶ τῶν ὁπλιτῶν, διότι εἶναι ἡ πλέον ἐνδιαφέρουσα τάξις καὶ διότι λαμβάνουσι μικροτέραν σύνταξιν—λαμβάνουσι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1911 σύνταξιν ἴσην πρὸς τὸ μέγιστον ὅριον τῆς συντάξεως τοῦ μισθοῦ των. Ἡ σύνταξις ἑπομένως τῶν ἀνικάνων εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ φονευθέντος ἐν πολέμῳ.
§388Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποσότητας ἔχετε, Κύριε Πρόεδρε;
§389ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἡ χήρα τοῦ ἐν πολέμῳ πεσόντος ἀντιστρατήγου λαμβάνει σύνταξιν 540 δραχ., ὑποστρατήγου 480, συνταγματάρχου 460, ἀντισυνταγματάρχου 288, ταγματάρχου 252, λοχαγοῦ 180, ὑπολοχαγοῦ 120, ἀνθυπολοχαγοῦ 90, ἀνθυπασπιστοῦ 59, ἐπιλοχίου 45, λοχίου 37, δεκανέως 32 καὶ στρατιώτου 30.
§390ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλά, καλά!
§391ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σημειωτέον τώρα, ὅτι ὁ στρατιώτης ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέθανεν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐτραυματίσθη καὶ ἠκρωτηριάσθη, ἐτυφλώθη ἢ ἔχασε δύο μέλη τοῦ σώματός του, αὐτὸς θὰ λάβῃ σύνταξιν διπλασίαν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Θὰ λάβῃ 60 δραχμάς, νομίζω δ’ ὅτι δὲν εἶναι ὀλίγα, ἐὰν δὲ ἔπαθε μερικὴν ἀνικανότητα, λαμβάνει τὰς 30 δραχμάς.
§392ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τοὺς ἀποθανόντας ἐν πολέμῳ;
§393ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ στρατιώτου τοῦ οὕτω ἀποθανόντος ἡ χήρα θὰ λάβῃ, ἐὰν ἔχῃ τέκνα, 30 δραχμάς, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ, 22 δραχμάς.
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχηται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ ὑποβληθέντα παρ’ αὐτοῦ νομοσχέδια. (Γίνεται δεκτὴ συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια). Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Ἰατρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας κλπ.». Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1,5′ μ. μεσονύκτιον.