1913.12.11
2,966 rows · 22,619 words · 237 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1913
(Τετάρτη, ὥρα 4, 45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα· Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ Μωαμεθανοὶ κάτοικοι Βοδενῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως διορισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς καθορισμὸν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν· Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων Καρδίτσης ζητεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ ὑπολοίπου τῆς πληρωμῆς· Οἱ ἐπίστρατοι φοιτηταὶ ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου· Ὁ ἐκ Κορυτσᾶς ὁπλαρχηγὸς Γ. Σούλιος ζητεῖ ἀμνηστίαν· Ἐπιτροπὴ προσφύγων Θρᾴκης καθιστᾷ γνωστὸν τηλεγράφημα ἀποσταλὲν πρὸς τοὺς Βασιλεῖς καὶ Προέδρους ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν Βουλῶν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν· Οἱ κάτοικοι Σερβίων ζητοῦσιν, ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ μίσθωσις τῆς χορτονομῆς τῶν βακουφικῶν καὶ ἰδιοκτήτων αὐτῶν κτημάτων· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Γαργαλιάνων παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως πρὸ τῶν λοιπῶν ἐκπαιδευτικῶν· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Καλαμῶν ὑποβάλλουσι παρομοίαν ἀναφοράν· Ὁ ἐκ Πειραιῶς κοσμηματογράφος Κ. Βογιατζῆς ζητεῖ, ὅπως ὁ γαμβρός του Ἰ. Μπατσοῦρης ἐνωμοτάρχης παραλάβῃ τὴν οἰκογένειάν του, ἣν μέχρι τοῦδε συντηρεῖ αὐτός· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ὁρμινίου τῆς Πορταριᾶς ζητοῦσιν, ὅπως προταχθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου· Ὁ ἰατρὸς Μ. Κοτίνας ζητεῖ, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὁ ἰατρικὸς κλάδος εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀμοιβῶν καὶ ἐπισκέψεων· Ὁ Πειραϊκὸς Σύνδεσμος ζητεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐν τῷ στρατῷ κατάταξις τῶν μαθητῶν τῶν νυκτερινῶν σχολῶν τῶν μηχανικῶν· Οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ κατάδικοι Μακεδονίας ζητοῦσιν, ὅπως ἀποφυλακισθῶσιν· Οἱ ἐργοστασιάρχαι βυρσοδεψείων τῆς Λέσβου ζητοῦσιν ὅπως ὁ δασμὸς τῶν ἀφομοιωθῇ πρὸς τὸν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος· Ὁ Ἰ. Θαλασσινὸς κατάδικος Παλαμηδίου ζητεῖ, ὅπως μετατεθῇ εἰς τὰς Σωφρονιστικὰς φυλακάς· Ὁ ἐκ Τριπόλεως Α. Χριστόπουλος, ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ζητεῖ, ἀπαλλαγὴν ἀπὸ μέρους τοῦ φόρου τούτου λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν· Οἱ κάτοικοι Σκούρα Παραποταμίων ζητοῦσι Β. χάριν διὰ τοὺς ἀδελφούς των· Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Μπαλιάγα καὶ Γκαρζογλίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ μηχανικὸς χαράξῃ τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἐπὶ τῆς παλαιᾶς τοιαύτης· Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Ἀνδανίας καὶ Οἰχαλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ εἷς τῶν δύο λιμενικῶν φόρων Παμίσου ἢ Καλαμῶν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἄρτης κρατούμενος κατάδικος Ἰ. Ἀρβανίτης ζητεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς τύχης του. Ὁ κ. βουλευτὴς Ν. Χρυσόγελος ζητεῖ ἄδειαν δεκαπενθήμερον. Ἐπίσης ὁ κ. Ἠλ. Τσιτσέλης ζητεῖ ἄδειαν ἀναρρωτικήν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται εἰς ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους Βουλευτάς). Οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ Τεπελενίου διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς κατακρατήσεώς των εἰς τὸ στράτευμα, ἐνῷ οἱ ἄλλοι πάντες ἀπελύθησαν. Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα, ἐκφράζων τὴν βαθεῖαν αὑτοῦ λύπην διότι ἡ μέχρι σήμερον στάσις τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τοῦ σώματος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, κατόπιν δύο ἀλλεπαλλήλων καὶ ἐνδόξων πολέμων, θίγει αὐτούς.
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Τεπελενίου, διαμαρτυρίαν, ἀπευθυνθεῖσαν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπ’ εὐθείας, διετάχθη ἀνάκρισις, ὅπως ἐξακριβωθῇ τίνες εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἱεραρχίας αὑτῶν διὰ παράπονα πρὸς τὸν Βασιλέα, θέλει δὲ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα τοῦ συνδέσμου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα διαλύσω γεννηθείσας ἀνησυχίας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκω ὅτι οὐδόλως εἶναι δεδικαιολογημέναι. Παραπονοῦνται οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ—οἱ ἀπολυθέντες —καὶ ὡς πολῖται δύνανται νὰ διατυπώσωσι τὰ παράπονά των—ὅτι κατόπιν τῶν δύο ἀλλεπαλλήλων καὶ ἐνδόξων πολέμων ἡ στάσις τῆς Πολιτείας ἀπέναντι αὐτῶν τοὺς θίγει. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐκθέτουσιν ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν πρὸς τὴν Βουλὴν. Ὡς ὅμως μανθάνω ἐξωδίκως, τὸ παράπονον αὐτῶν εἶναι ὅτι δὲν προυβιβάσθησαν οὐδὲ ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἄλλη τις ἠθικὴ ἀμοιβὴ μέχρι σήμερον. Ἔχω καθῆκον, καίτοι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶπον ὀλίγα τινὰ προχθές, νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν, διὰ νὰ διαλύσω τὰς ἀνησυχίας ταύτας καὶ ἀποδείξω ὅτι τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα διατυπώνουσι, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένα οὔτε δ’ ἐπεδείχθη ἀδιαφορία ἢ ἀστοργία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς. Κατὰ τὸ ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1913 νομοθετικὸν Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ἀπὸ μηνῶν οἱ προβιβασμοὶ τῶν μονίμων ἤδη ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἀνήκει κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ὅπως καταρτίσωσι καὶ τοὺς πίνακας τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τύχωσι προβιβασμοῦ εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν. Μόλις ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἐπερατώθη ὁ δεύτερος κατὰ τῆς Βουλγαρίας πόλεμος, διότι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη ἤδη ἀρξαμένου τοῦ πολέμου, τὸ Συμβούλιον τοῦτο τῶν Ἀντιστρατήγων συνεκλήθη ἐν Ἀθήναις, ὅπου καὶ εἰργάσθη διὰ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν. Νομίζω ὅτι θὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε τὸ Συμβούλιον ἀσχοληθὲν πρῶτον περὶ τῶν μονίμων καὶ ἀκολούθως περὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Μόλις ὅμως ἐτελείωσε τὰς ἐργασίας του διὰ τοὺς μονίμους ἀξιωματικοὺς καὶ ἤρξατο μελετῶν τοὺς ὀγκώδεις φακέλους διὰ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἐπῆλθον αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ὁποῖαι συνετάραξαν τότε ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, αἱ ἀνησυχίαι ὡς ἐκ τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὑποθέτω, σχετικά τινα λυπηρὰ γεγονότα, σχετιζόμενα πρὸς τὸν ἐν Μακεδονίᾳ στρατόν μας. Ἐκρίθη τότε ἀναγκαῖον νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συμβουλίου τούτου τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ νὰ διαταχθῶσιν οὗτοι ὡς καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων στρατοῦ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ παρασκευασθῶσι πρὸς τὴν ἐνδεχομένην καὶ πάλιν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο. Ἦτο φυσικὸν τότε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Ἀντιστράτηγοι καὶ οἱ σωματάρχαι νὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς τὴν ἐκπόνησιν καταλόγων προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εὑρίσκετο ἐν Μακεδονίᾳ εἰς τὸ σῶμά του δι’ ὃν σκοπὸν προανέφερον. Ἡ εἰρήνη ἡ ὁριστικὴ μετὰ τῆς Τουρκίας ὑπεγράφη τῇ 1ῃ Νοεμβρίου. Ἅμα ὑπογραφείσης ταύτης, τῇ 2 ἢ 3 Νοεμβρίου, ἐκλήθησαν καὶ πάλιν οἱ Ἀντιστράτηγοι ἐν Ἀθήναις, ὅπως συνεχίσωσι τὰς ἐργασίας αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνατεθῆ αὐτοῖς διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1913, διότι πλὴν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων περὶ προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἶχεν ἀνατεθῆ διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος εἰς αὐτοὺς ν’ ἀποφανθῶσι καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἦλθον οἱ Ἀντιστράτηγοι ἐν Ἀθήναις τῇ 8 ἢ 9 Νοεμβρίου, καὶ ἔκτοτε ἠσχολήθησαν καὶ ἀσχολοῦνται εἰς τὴν μελέτην καὶ σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῆς προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ἡ μελέτη ὅμως δὲν ἐτελείωσε. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ παραπονεθῇ τις διότι δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ ἐργασία αὕτη, ὅταν μάλιστα γνωρίζῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἀνερχομένων εἰς χιλιάδας ὅλας, ὅτι δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουσι τρεῖς τοὐλάχιστον ἐκθέσεις, τοῦ τάγματος, τοῦ συντάγματος καὶ Μεραρχίας, καὶ ὅτι, ἂν πολλαπλασιάσητε ἐπὶ τρία τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ χιλιάδων ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἐξετασθῶσι.
§3Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε νὰ σᾶς διακόψω;
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§5Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ ἐπιτροπὴν ἐξ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ἐκτὸς τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα διετυπώσατε, ἔχουσι καὶ τὰ ἑξῆς δύο παράπονα. Πρῶτον· διατί, μὲ ἠρώτησαν, οἱ μόνιμοι ἀξιωματικοὶ οἱ μένοντες μακρὰν τοῦ πολέμου ὡς προμηθευταὶ διαφόρων εἰδῶν τοῦ στρατοῦ ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον, οἱ δὲ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ τοποθετημένοι εἰς τὰ μεταγωγικὰ μάχης, δὲν ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον; Δεύτερον, μοὶ εἶπον· διατί ἀπὸ τῆς 1ης Δεκεμβρίου νὰ παύσῃ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, ἀφοῦ τινὲς ἐκ τούτων, ὡς διοικηταὶ λόχων, ἔχουσι τὴν διαχείρισιν, οἱ δὲ ταμίαι τῶν ταγμάτων ἢ ἀσθενοῦσιν ἢ βραδύνουσι νὰ παραλάβωσι τὴν διαχείρισιν τοῦ λόχου, διατί, λέγουσι, νὰ μὴ μισθοδοτῶνται ἀπὸ 1ης Δεκεμβρίου, ἐνῷ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παραμένωσιν; Ἐπίσης οὔτε ὁδοιπορικὰ λαμβάνουσιν, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἐπανέλθωσιν ἀπὸ περάτων τῆς Μακεδονίας εἰς τὰς ἑαυτῶν πατρίδας.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ παράπονα, βλέπετε, διατυποῦνται ἤδη γενικώτερον. Ὅ,τι ὅμως ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον παράπονον τὸ διατυπωθὲν εἰς ὑμᾶς, ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των ἀναγκάζονται νὰ μένωσιν εἰς τὰ Σώματά των, θὰ πληρωθῶσι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παύσωσι νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ. Δὲν εἶναι δὲ λόγος νὰ διατυπώνωσι γενικὰ παράπονα κατὰ τῆς Πολιτείας ἂν εἷς ταμίας ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ, κακῶς ἴσως ἑρμηνεύων τὸν νόμον. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν πρόσθετον μισθοδοσίαν, αὕτη ἤδη ἐκανονίσθη διὰ νόμου εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὰ παράπονα αὐτῶν εἶναι γενικώτερα καὶ διατυπώνουσιν αὐτὰ οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἐν καλῇ πάντοτε, νομίζω, τῇ πίστει, ἀγνοοῦντες τὸ Διάταγμα τοῦτο ἢ μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν πῶς παρῆλθε ὁ χρόνος ἐκεῖνος ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου μέχρι σήμερον, ὅτι δὲν προάγονται, διότι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις νὰ προαχθῶσι. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀληθές. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ἀλήστους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερον οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους. Ἐγὼ ἤκουσα καὶ ἄλλα παράπονα, ὅτι οἱ Σωματάρχαι των, ὅτε ἔφευγον ἀπολυόμενοι ἐκ τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶπον εἰς αὐτοὺς δύο καλὰ λόγια· δὲν τοῖς εἶπον ἓν εὐχαριστῶ. Λυποῦμαι, θλίβομαι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθές. Καὶ βεβαίως εἶναι πρᾶγμα ἄξιον πολλῆς μομφῆς, ἐὰν οἱ Σωματάρχαι των δὲν τοὺς ἐκάλεσαν ἵνα τοὺς εὐχαριστήσωσιν, ἵνα τοὺς συγχαρῶσιν, ἵνα τοῖς σφίγξωσι τὸ χέρι διὰ τὰς ὑπηρεσίας των. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπὶ τούτου ὡρισμένα παράπονα, ἵνα ἐπεμβῶ, ἂν καὶ εἶναι πράγματα αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολόν τις νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς τοιοῦτος νὰ ἐπεμβῇ.
§7Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὰ ἀπολυτήριά των δὲν ἐσημειώθη ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς μάχας καὶ εἰς τίνας, κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θλίβομαι ὑπερβολικὰ διὰ τοῦτο.
§9Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῶν μεταλλίων καὶ παρασήμων, καὶ αὐτὴ ἐπίσης συντελεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν παραπόνων.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι πολὺ βραδέως πρόκειται νὰ διανεμηθῶσι τὰ μετάλλια. Δυστυχῶς δὲν ἦλθον ἀκόμη. Δὲν παραγνωρίζω, Κύριοι ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῶν μεταλλίων ὑπάρχει βραδύτης τις, ἀλλὰ δὲν νομίζω τόσον σοβαρὸν τὸ πρᾶγμα αὐτό· θὰ ἦτο βεβαίως, πολὺ εὐχάριστον πρὶν ἀπέλθωσι τοῦ στρατεύματος, ἰδίως οἱ ἔφεδροι καὶ οἱ ἁπλοῖ ἀκόμη στρατιῶται, νὰ τοῖς ἐδίδετο αὐτὸ τὸ μετάλλιον, ἵνα τὸ κρεμάσωσιν εἰς τὰ στήθη των καὶ μὲ αὐτὸ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι διεξηγάγομεν δύο πολέμους, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἤμεθα καὶ ἐντελῶς παρεσκευασμένοι διὰ τὴν διεξαγωγὴν δύο πολέμων, ὥστε καὶ ἂν παρελίπομεν νὰ παραγγείλωμεν ἐνωρίτερον τὴν ἐκκοπὴν αὐτῶν τῶν μεταλλίων νὰ μὴ θεωρῆται καὶ τόσον σοβαρὸν τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ προκαλῇ ταύτην τὴν δυσφορίαν.
§11Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε. Τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον μοὶ διετύπωσαν οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ καὶ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ἡμερῶν εἶναι τοῦτο: ὅτι, ἐνῷ οἱ Ἀντιστράτηγοι, δυνάμει τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, ἐκαλοῦντο ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων τῶν Σωματαρχῶν, δυνάμει τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος ἐτίθετο ὁ περιορισμὸς ὅτι θὰ ἐγνωμάτευον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῶν ἐχόντων ἡλικίαν ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς κατωτέραν τῶν 30 ἐτῶν, ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπολοχαγοὺς κατωτέραν τῶν 35 ἐτῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὴν παράκλησιν τότε, ὅπως μὴ περιορισθῶσιν οἱ Ἀντιστράτηγοι εἰς τὴν γνωμάτευσιν περὶ μονιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν ἐχόντων μόνον τὴν ἡλικίαν ταύτην, διότι ἔκαμον εἰς ὑμᾶς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἔφεδροι ὑπολοχαγοὶ ἡλικίας κάτω τῶν 35 ἐτῶν δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ στράτευμα.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἀνεγνώρισα.
§13Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ ἀνεγνωρίσατε καὶ εἴπετε ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ μονιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν ἀσχέτως πρὸς τὴν ἡλικίαν.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἀσχέτως ἐντελῶς, ἀλλὰ μὲ μεγαλειτέραν ἡλικίαν.
§15Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ὅριον τοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν...
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν ἐγκύκλιον.
§17Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα· καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις περὶ ἀξιωματικῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν ἐχόντων ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 30 ἐτῶν καὶ ὑπολοχαγῶν ἐχόντων ἀνωτέραν τῶν 35, καὶ ἑπομένως μὴ δυναμένων νὰ μονιμοποιηθῶσιν, ἀφοῦ οἱ Ἀντιστράτηγοι δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει αὐτῶν ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν περὶ τῆς δράσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἡλικίας ἀνωτέρας τῆς ἐν τῷ νομοθετικῷ Διατάγματι ἀναφερομένης.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Βουλευτά; Τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων δὲν ἠσχολήθη ἀκόμη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισεν ἀκόμη τὸν σχετικὸν νόμον· διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ ὑποβάλῃ τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὲν ἔχει ἀκόμη τὴν ὁριστικὴν γνώμην ὅλων τῶν παραγόντων, οἵτινες πρέπει ν’ ἀκουσθῶσι, διὰ νὰ ὑποβληθῇ ἓν τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐδῶ θὰ ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐδῶ θὰ κανονισθῶσι τὰ κατ’ αὐτό. Ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ἀπεστάλη τότε, ἦτο ἔργον προνοίας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν, ὅτε θὰ ἐψηφίζετο ὁ σχετικὸς νόμος. Δὲν ἠδυνάμην ἑκάστοτε νὰ κάμνω ἐγκυκλίους. Θὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ. Ἀνεγνώρισα ἤδη, ἐπὶ τῇ γενομένῃ παρατηρήσει, ὅτι τὸ 35 ἔτος, τὸ ὁποῖον ὡρίζετο διὰ τοὺς ὑπολοχαγούς, εἶναι ἡλικία τὴν ὁποίαν δὲν εἶχέ τις ἐκ τῶν ὑπολοχαγῶν, ἀλλὰ πάντες ἦσαν ἀνωτέρας ἡλικίας. Νομίζω ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ διατυπούμενα παράπονα δὲν εἶναι βάσιμα ἐν τῷ συνόλῳ, προέρχονται δὲ πάντοτε ἐν καλῇ πίστει τῶν παραπονουμένων, ἐκ τοῦ ὅτι δὲν γνωρίζουσιν ἴσως τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος καὶ τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Συμβούλιον τῶν ἀντιστρατήγων διακόψαν τὰς ἐργασίας του ἕνεκα τῆς παρεμπεσούσης κρίσεως πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθές, τοῦτο δὲ θὰ γίνηται καθ’ ἡμέραν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλαμβάνωμεν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ὑποβαλλομένας ἐρωτήσεις. Εἰς τὴν χθεσινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὑπ’ ἀριθμ. 6 ὑπάρχει ἐρώτησις τοῦ κ. Σ. Κροκιδᾶ. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς σχετικῆς ἑρμηνευτικῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία αἴρει τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ. Δυνατὸν νὰ εἶναι κακὴ ἡ ἑρμηνεία, ἀλλ’ εἶναι σαφῶς διαγεγραμμένον ὅτι αὐτὸ δὲν περιλαμβάνεται. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Χριστοδουλιά παρέχεται ἡ ἑξῆς ἀπάντησις. Οἱ ὡς βοηθητικοὶ κρινόμενοι ὁπλῖται κατὰ νόμον δὲν δικαιοῦνται συντάξεως, διότι οὐ μόνον εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὰς ἀσχολίας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἀλλ’ ἔτι πλέον καὶ διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐντελῶς κρινομένων ἀνικάνων διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν δικαιοῦνται συντάξεως μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέστησαν ἐν ταὐτῷ ἀνίκανοι καὶ διὰ τὰς ἀσχολίας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν.
§19Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε;
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπάντησις δὲν θεωρηθῇ ἐπαρκής, δύναται νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα δι’ ἐπερωτήσεως.
§21Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν φύσει ὄντων βοηθητικῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐκ τραυμάτων καταστάντων ἀνικάνων.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν δὲν εἶναι ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν θὰ δοθῇ σύνταξις.
§23Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ὑπέστησαν μείωσιν τῶν σωματικῶν των δυνάμεων διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐτραυματίσθησαν ὄχι τόσον σοβαρῶς, ἀφοῦ ἐκρίθησαν βοηθητικοί, καὶ ἑπομένως δὲν κατέστησαν ἀνίκανοι εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν δύναται νὰ τοῖς δώσῃ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.
§25Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐθεωρήθησαν βοηθητικοὶ ἄνθρωποι ὑποστάντες ἀχρηστίαν ὁλοκλήρου τῆς χειρὸς ἢ ἀναπηρίαν τοῦ ποδός.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου.
§27Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Δὲν δικαιοῦνται καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, διότι εἶναι τρομερὸν νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸν δρόμον αὐτοὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν ὁποίων ἐμεγαλύνθη ἡ Ἑλλάς;
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Κοσσονάκου, ἀπήντησα ἤδη χθὲς ἐξηγήσας πῶς συνέβη ἐκ λάθους εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Διατάγματος καὶ διατί ἐβράδυνε νὰ κοινοποιηθῇ τὸ Διάταγμα. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βελέντζα ὑπ’ ἀριθ. 14, διατί δὲν ἀπελύθη ὁ στρατιώτης τοῦ πεζικοῦ Κωνστ. Μπογοδῆμος κλπ., ἀπαντῶ ὅτι διετάχθη τὸ 7ον σύνταγμα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 171.338 ἐ.ἔ. διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἀναφέρῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ παράπονον φαίνεται δίκαιον. Δὲν γνωρίζομεν τί συμβαίνει καὶ ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀναφέρῃ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Ἰ. Τρικούπη, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τῶν ἐν Μεσολογγίῳ στρατώνων, ἀπαντῶ, ὅτι αἱ ἐργασίαι ὅλων τῶν στρατώνων διεκόπησαν ἅμα τῇ κηρύξει τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, θὰ ἐπαναληφθῶσι δὲ εὐθὺς ὡς ἀποκατασταθῶσιν αἱ διευθύνσεις τοῦ Μηχανικοῦ. Σήμερον ὑπέγραψα διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκαθίσταται ἡ Διεύθυνσις τοῦ Μηχανικοῦ τῆς Γʹ παλαιᾶς Μεραρχίας καὶ θὰ συνεχισθῇ ἡ ἐργασία. Εἰς ἐρώτησιν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἂν ἐδόθη ἐντολὴ εἴς τινα ταγματάρχην τοῦ Μηχανικοῦ, ὅπως ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν καὶ τοὺς κατοίκους Μεσολογγίου καὶ χορηγήσωσιν οἰκήματα πρὸς στρατωνισμὸν τοῦ ἐκεῖσε ἑδρεύοντος 6ου Πεζικοῦ Συντάγματος δωρεὰν ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἐπ’ ἀπειλῇ μετασταθμεύσεως ἐκεῖθεν τοῦ Συντάγματος κλπ., ἀπαντῶ· οὐδέποτε ἐδόθη τοιαύτη διαταγή· καταθέτω μάλιστα τὴν σχετικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, σᾶς ἀναγινώσκω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἀναχωρήσατε πάραυτα διὰ Μεσολόγγιον ἔνθα συνεννοούμενος μετὰ διοικητοῦ 6ου Πεζ. Συντάγματος ὑπολογίσατε δύναμιν Συντάγματος μετὰ προσέλευσιν κληρωτῶν, χωρητικότητα κατεχομένων κτιρίων καὶ συνεπῶς προσδιορίσατε ἀριθμὸν καὶ χωρητικότητα ἀναγκαίαν διὰ τὸν στρατωνισμὸν ἰδιωτικῶν οἰκημάτων, καὶ προβῆτε κατὰ τὰ κεκανονισμένα εἰς τρίμηνον ἐνοικίασιν αὐτῶν».
§29Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα ἐγένετο.
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ καταγγείλητε τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος μετῆλθεν ἐκβίασιν κατὰ τῶν κατοίκων καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς. Ἑτέρα ἐρώτησις εἶναι ἡ τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Π. Ἀλεξάκη. Ἐπ’ αὐτῆς νομίζω ὅτι ἀπήντησα χθές.
§31Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπαντῶ τότε σήμερον. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι (ἀναγινώσκει) «Διαταχθείσης τῆς ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος στρατοῦ Ἠπείρου ᾐτήσατο τὴν παραμονὴν ἐκεῖ μέχρι τῆς μεταβάσεως τῶν ὡς ἄνω μετατεθέντων 150 περίπου μονίμων ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν ἄλλων σωμάτων καὶ οἵτινες διετάχθησαν ν’ ἀναχωρήσωσιν ἐπειγόντως διὰ τὸ ἄνω σῶμα. Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν στρατηγὸν νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀνάγκας ἐκ τῶν παρουσιαζομένων εἰς αὐτὸν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων». Αὐτὰ εἶπον καὶ χθές.
§33Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ γνωρίζητε βεβαίως, ἢ θὰ σᾶς ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἐκεῖ ὑπηρετοῦσιν εἰσέτι ἔφεδροι τῶν ἡλικιῶν τοῦ 1888 καὶ τοῦ 1889, ἐνῷ οἱ τοῦ 1899, οἱ νεώτεροι αὐτῶν κατὰ δεκαετίαν, ἀπελύθησαν.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς προσωρινὸν τὸ μέτρον. Μόλις φθάνουσι, καὶ φθάνουσι καθημερινῶς, οἱ μόνιμοι, ἀπολύονται οἱ ἔφεδροι, ἡ δὲ διαταγὴ ἀναφέρει ν’ ἀπολύωνται καθ’ ἡλικίαν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Β. Σεραφεὶμ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσι τὰ ἑξῆς στοιχεῖα· αʹ τίς ὁ ὑποβαλὼν τὴν αἴτησιν· βʹ πότε αὕτη ὑπεβλήθη καὶ διὰ τίνος ἀρχῆς».
§35Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε ἐφονεύθη εἰς τὴν μάχην τοῦ Σαρανταπόρου ἡ μήτηρ καὶ ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ ὑπέβαλον αἴτησιν. Δὲν ἐζήτησαν τότε οὔτε σύνταξιν οὔτε τίποτε, ἀλλὰ μόνον τὰς 150 δρ. καὶ τὸ ὡρολόγιον τοῦ φονευθέντος.
§36Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὡρισμένος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλλων πληροφοριῶν· νὰ ἐρωτηθῇ μόνον ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς τί ἔκαμε τὰ χρήματα.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ ἐρωτήσω καὶ περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 30 ἐρώτησιν τοῦ κ. Ε. Βελλιανίτου ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει)· «Πρὸς πρόληψιν ἀδίκων τυχὸν μηνύσεων ἐπὶ λιποταξίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ 10 μηνῶν ἀπέστειλε τὴν συναπτομένην ὑπ’ ἀριθ. 209)66 ἐγκύκλιον «περὶ μὴ ἐπισπεύσεως τῶν τοιούτων μηνύσεων» ἐνόσῳ θὰ διήρκει ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις. Εἶναι σφάλμα τῶν σχετικῶν σωμάτων, ἂν παρὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἀτόπως ἐμήνυσαν ἄνδρας των ἐπὶ λιποταξίᾳ, διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου περιόδου καὶ χωρὶς νὰ ζητήσωσι πρότερον ἐξαντλούσας πᾶσαν ἀμφιβολίαν πληροφορίας. Τίνες οἱ οὕτως ἀδικούμενοι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ ἐκ τῶν προτέρων μεταξὺ τῶν μηνυθέντων καθ’ ἱκανὰς χιλιάδας λιποτακτῶν πρὶν ἢ ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις ἐξελέγξῃ ἑκάστην λιποταξίαν. Ἐν ἀπορίᾳ δὲ παντὸς ἄλλου μέσου, ληφθήσονται ὅλα τὰ πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς τοιαύτης ἐξελέγξεως μέτρα, ἤτοι ἐκδίκασις ἐνταῦθα ὅλων τῶν λιποταξιῶν καὶ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Στρατοδικείων καὶ τοῦ καθόλου προσωπικοῦ αὐτῶν». Ζητεῖται ἡ παρέμβασίς μου εἰς ὑποθέσεις καθαρῶς δικαστικάς. Οὐδὲν μέτρον γενικὸν ἔχω νὰ λάβω δι’ αὐτούς. Χθὲς μοὶ ἐπρότεινε, νομίζω, ὁ κ. Βελλιανίτης νὰ διατάξω τὴν ἀποφυλάκισιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπουσίασαν περισσότερον τῶν 10 ἡμερῶν καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως μοὶ ἐφάνη ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἀντιπαρετήρησεν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἀκριβῶς κατὰ τὴν μάχην ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ νὰ ἔλαβε χώραν ἡ λιποταξία, ὁπότε θὰ συμβῇ νὰ ἀπολυθῶσι καὶ οἱ τοιοῦτοι λιποτάκται. Διέταξα ὅμως τοῦτο, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται ἐπὶ λιποταξίᾳ λαβούσῃ χώραν μετὰ τὴν 28 Ἰουλίου, δηλ. μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς διοικητικῆς προφυλακίσεως, διότι ἀπαλλασσόμενοι δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, διὰ νὰ καθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσίς των, καί, ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν ἐλαφρυντικά, θὰ ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν. Διέταξα ἐπίσης νὰ συσταθῶσι νέα Στρατοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ν’ ἀπασχοληθῶσιν ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν λιποτακτῶν, ὥστε νὰ τελειώσωσιν αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ τῶν λιποτακτῶν.
§38ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μεταξὺ τῶν φυλακισθέντων ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι τραυματίαι τοῦ πολέμου, δηλ. συνέπεσε κατὰ τὴν μάχην καὶ ἐτραυματίσθησαν, μετεφέρθησαν δ’ εἰς τὰ νοσοκομεῖα, χωρὶς νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ διάφοροι διοικηταί. Κατόπιν ἐξῆλθον τῶν νοσοκομείων, οἱ δὲ διοικηταί, μὴ λαβόντες γνῶσιν τί ἀπέγιναν αὐτοί, ὑπέβαλον καταγγελίας καὶ τώρα εὑρίσκονται προφυλακισμένοι.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ προστατεύσω τὴν ἐνέργειαν τῶν διαφόρων σωμάτων εἰς τοιαύτην περίστασιν· ἀλλὰ τί θέλετε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ὑπηρεσία;
§40Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ λάβητε καὶ διὰ τοὺς προσκολληθέντας.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ αὐτό. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὴν κατηγορίαν τῶν αὐτοτραυματισθέντων. Θὰ συμβουλευθῶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ αὔριον θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, ὑπ’ ἀριθ. 35, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι προσετέθησαν τέσσαρες ὡς ἀντεισηγηταί, θὰ προστεθῶσι δὲ καὶ δύο νέα Στρατοδικεῖα.
§42Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἴσως θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ὅπως οἱ κ. εἰσηγηταὶ ἐπιμελῶνται περισσότερον τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων. Συμβαίνει, ὅπως γνωρίζω ἐκ πείρας, νὰ παρατείνωνται ἐπὶ πολὺ αἱ ἀνακρίσεις ὑπὸ τῶν κ. εἰσηγητῶν, δὲν διεξάγονται δὲ μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας, εἰς τρόπον ὥστε εὑρίσκεται τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅταν παραπέμπωνται εἰς αὐτὸ αἱ ὑποθέσεις διὰ νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα, νὰ διατάσσῃ συμπληρωτικὰς ἀνακρίσεις. Γίνεται δὲ τοῦτο εἰς βάρος ἀνθρώπων οὐχὶ λιποτακτῶν, ἀλλὰ πολεμησάντων καὶ τραυματισθέντων, ὑποπεσάντων δ’ εἰς παραπτώματα μετὰ τὴν ἐπάνοδόν των ἐνταῦθα. Σύστασιν λοιπὸν ἁπλῆν ἤθελον ὑποβάλει πρὸς ὑμᾶς ὅτι δὲν δεικνύεται ἡ προσήκουσα ἐπιμέλεια ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ εἴπω τι περισσότερον. Τὰ Στρατοδικεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα παντοῦ γίνεται πολὺς λόγος, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα παντοῦ ἀνεγνωρίσθη ὅτι τοὐλάχιστον ἐν πολέμῳ εἶναι ὠφέλιμα, τὰ ἐν πολέμῳ, λέγω, Στρατοδικεῖα, δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχον. Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ μεγαλειτέραν ἔκφρασιν. Ἀπέτυχον τελείως. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος. Τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὴν ὅλην στρατιωτικὴν νομοθεσίαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν, ἂν δὲν εἰσαχθῇ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὸ στοιχεῖον τῶν πολιτικῶν δικαστῶν. Πολιτικοὶ δικασταί, εἴτε ἀνήκοντες εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων εἴτε εἰσερχόμενοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, δέον ν’ ἀναλάβωσι καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, νομίζω δὲ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ προέδρου, ἔχοντες περὶ αὑτοὺς τοὺς στρατοδίκας, οἱ ὁποῖοι διευθυνόμενοι ὑπὸ τοῦ προέδρου θὰ δύνανται ν’ ἀποφαίνωνται ἑκάστοτε ὡς ἔνορκοι. (Χειροκροτήματα).
§44Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐκάμετε τοιαύτην ἀναγνώρισιν διὰ τὰ Στρατοδικεῖα, σᾶς ὑπομιμνήσκω τὰς αἰτήσεις τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων Στρατοδικείων καὶ ὑπέβαλον ἔκκλησιν πολλάκις, ἵνα ληφθῇ πρόνοια καὶ δι’ αὐτούς.
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἂν προτίθεμαι νὰ λάβω πρόνοιαν, ὥστε ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας οἱ προσβεβλημένοι ἐκ πνευμονικῆς φθίσεως. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε πρόνοια, διότι ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἀπαλλάσσονται.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ζήτημα διαγνώσεως.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω; Ν’ ἀναθεωρῶ τὰς ἀποφάσεις;
§48Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει ὑποβεβλημένη αἴτησις συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος ἔχει υἱὸν δημοδιδάσκαλον. Ἐκλήθη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διεγνώσθη ὅτι πάσχει ἐκ πνευμονικῆς φθίσεως· παραπέμπεται εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ τῷ δίδεται ἀναρρωτικὴ ἄδεια καὶ ἀπὸ τῆς ἀναρρωτικῆς ἀδείας στέλλεται πάλιν εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Αὐτὴ ἡ κατάστασις διαρκεῖ δώδεκα μῆνας ἤδη καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φθείρει τὴν ὑγείαν του, χωρὶς οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν νὰ προσφέρῃ.
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θλίβομαι βαθύτατα, εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ λάβω καὶ περὶ αὐτοῦ εἰδικὴν πρόνοιαν. Περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ κάμω.
§50Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία ἐρώτησις.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἰδιαιτέρως μετ’ ὀλίγον. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 40 ἐρώτησιν ἀπαντῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσι τὰ ἑξῆς στοιχεῖα· 1) τίς ὁ ὑποβαλὼν τὴν αἴτησιν καὶ 2) πότε αὕτη ὑπεβλήθη καὶ διὰ τίνος Ἀρχῆς. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διαγράφητε ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὰς ἐρωτήσεις, εἰς ἃς ἀπαντῶ, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἴδια καθ’ ἡμέραν.
§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχουσι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι συνεπείᾳ ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰ Σώματά των ἔλαβον προσωρινὸν ἀπολυτήριον δι’ ἀνικανότητα ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ. Οἱ στρατιῶται οὗτοι ἀπελύθησαν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει ἐπιτροπή, οἵαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἡ ὁποία νὰ γνωματεύσῃ περὶ αὐτῶν διὰ τὴν ἱκανότητά των.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι νέα ἐρώτησις αὐτή;
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι διασάφησις εἰς τὴν προηγουμένην ἀπάντησίν σας. Αὐτοὶ ἔχουσι προσωρινὸν ἀπολυτήριον, ἔχουσιν ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀνίκανοι εἰς τὸ πορίζεσθαι τὰ πρὸς τὸ ζῇν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι σύνταξιν.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Β. Τουρκοβασίλη ἀπαντῶ ἐπίσης ὅτι τὰ χρήματα τοῦ ἀποβιώσαντος στρατιώτου Δ. Τσουρλάκη ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀρκαδίας πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ διαχειριστοῦ τοῦ 4ου νοσοκομείου. Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκπαίδευσιν». Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Χρυσόγελος αἰτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν δεκαπενθήμερον. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Ἠλ. Τσιτσέλης αἰτεῖται πεντηκονθήμερον ἄδειαν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Ἰ. Τρικούπης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Μεσολογγίου.
§57Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Μεσολογγίου, μελετήσας τὰ νομοσχέδια τὰ δικαστικά, εὗρεν ὅτι τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῆς ἐργασίας τῶν νέων χωρῶν χρήζει τροπολογίας καὶ παρακαλεῖ, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἡ δεκαετὴς δικηγορικὴ ὑπηρεσία διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ εἰσαγγελέως περιορισθῇ εἰς τετραετῆ ἢ πενταετῆ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον οὕτως ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὴν τροπολογίαν εἰς σχετικὸν ἄρθρον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Γ. Τσακανίκας.
§59Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος.
§61Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε, κύριε Πρόεδρε, ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ὑμῶν ἀναφοραὶ ἀντίθετοι πρὸς τὸ νόημα τῆς ἀναφορᾶς περὶ ἧς πρόκειται, εἴτε δημοτικῶν συμβουλίων εἴτε σωματείων εἴτε καὶ πολιτῶν ζητούντων παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἰσήχθη ὑπὸ τῶν συναδέλφων κ. Χ. Δικαίου καὶ Π. Ἰατροπούλου καὶ ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ λιμενικῶν φόρων Μεσσήνης. Ἔχομεν ἤδη πολλὰς τοιαύτας ἀναφορὰς ἀντιθέτους πρὸς τὴν παροῦσαν· ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα συναινέσῃ, ὥστε πᾶσαι αὗται αἱ ἀναφοραὶ αἱ σχετικαὶ συγκεντρωθῶσι καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θέλει ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν νόμου τῶν συναδέλφων, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μελετῶσα συγχρόνως τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς προτάσεως καταλήξῃ εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Τρικούπης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῆς χήρας Παυλάτου.
§63Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν Πανεπιστημίου.
§65Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω, Κύριοι ἀπολύτως δίκαιον τὸ αἴτημα τῶν ἀναφερομένων πρὸς τὴν Βουλὴν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες ὑπηρετήσαντες ἐπὶ μῆνας μακροὺς ὡς στρατιῶται, μετασχόντες δὲ καὶ τῶν δύο πολέμων, ἀπηλλάγησαν ἐσχάτως τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐννοεῖται, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ μέσα ἵνα συνεχίσωσι τὰς σπουδὰς αὐτῶν, καταβάλλοντες τὰ νενομισμένα τέλη διὰ τὴν ἐγγραφήν των. Ζητοῦσι λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς αὐτῶν ἐγγραφή.
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, δύνασθε νὰ φέρητε σχετικὴν τροπολογίαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἀγροτικοῦ συνδικάτου «Ἡ Δημήτηρ» καὶ ἐπὶ ἑτέρας τῶν δικηγόρων Μυτιλήνης.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς εἶναι οἱ ἀναφερόμενοι πρὸς τὴν Βουλήν, κύριοι συνάδελφοι, δικηγόροι ἐκ Μυτιλήνης. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται κυρίως περὶ δικηγόρων πτυχιούχων, ὡς ἐννοοῦνται, τοὐλάχιστον ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, οἱ δικηγόροι· πρόκειται περὶ τῶν δικηγόρων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατόπιν πρακτικῶν ἐξετάσεων εἶχον λάβει τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν ἐν τοῖς ὀθωμανικοῖς δικαστηρίοις παρὰ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτῶν ἐκτίθενται βασίμως οἱ λόγοι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχον, ἵνα δικηγορῶσιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ δικαστήρια, οἱ λόγοι οἱ καὶ ἤδη συνηγοροῦντες, ὅπως καὶ παρὰ τοῖς ἐγκατασταθησομένοις ἤδη νέοις Ἑλληνικοῖς δικαστηρίοις ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εὑρίσκω ὅτι ἤθελε κριθῇ δίκαιον καὶ ὀρθὸν τὸ αἴτημα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δικηγόρων, ὅσῳ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς προσαρτωμένας νέας χώρας, περιελήφθη καὶ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τοῖς Τουρκικοῖς δικαστηρίοις δικαστὰς ἵνα ἀναδιορισθῶσιν εἰς ὁμοιοβάθμους θέσεις ὑπό τινας ὅρους, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ καὶ διαγράφει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀγνοῇ ἡ Βουλή, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν ἐκείνων, ἂν οὐχὶ πάντες, εἶναι δικασταὶ προελεύσεως ἐξ ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐζήτησαν αὐτοὺς καὶ τοὺς εὗρον ἱκανοὺς ἵνα μετέλθωσι τὰ ἔργα τοῦ δικαστοῦ. Δεδομένου δὲ ὅτι εἰς δικαστὴν ἀπονέμεται τὸ πλεονέκτημα αὐτό, ἵνα δύναται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας νὰ δικάζῃ ἐν τοῖς νέοις δικαστηρίοις, πολλῷ μᾶλλον θὰ ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα, ἵνα δικηγορῶσι παρὰ τοῖς αὐτοῖς δικαστηρίοις, εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπιτροπὴ μετὰ ἔλεγχον τῆς ἱκανότητός των ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ δικηγορῶσιν ἐν τοῖς νέοις δικαστηρίοις.
§69Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου θὰ λεχθῶσι τὰ δέοντα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἰατρόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῆς χήρας Βραχνοῦ.
§71Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς τὸν λόγον. Λάθος ἔγινεν. Ἐζήτησα ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀποστρατευθέντων ἐφέδρων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐπ’ αὐτῆς.
§73Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τῆς χήρας Βραχνοῦ, τῆς ὁποίας ἐφονεύθη ἐν πολέμῳ ὁ σύζυγος καὶ δὲν ἔχει ἄλλον πόρον νὰ συντηρηθῇ. Ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Χρίστου Ἀζᾶ.
§75Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τοὺς δύο τελευταίους πολέμους ἐπέδειξεν ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ ὅλον τὸ σθένος τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπιδείξει οἱ ἥρωες τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Μία τρόπον τινὰ ἀναπαράστασις μικρά, εἰκόνος τοιαύτης δυνάμεως τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς εἶναι καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ ἰδίου πατρὸς τοῦ φονευθέντος ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ Ἀριστ. Ἀζᾶ. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς αὐτὸς ἦτο τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, κατὰ δὲ τὰς φοβερὰς ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὡς ἐπισήμως βεβαιοῦται, ἐφονεύθη ἐν Λαχανᾷ οὐχὶ ἐφορμῶν ἀλλὰ πηδῶν τρόπον τινὰ πρὸς τὸν θάνατον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἐν τούτοις ὁ πατὴρ δὲν θρηνεῖ διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ υἱοῦ του, προσφερθέντος εἰς τὸν μέγαν βωμὸν ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης τῆς πατρίδος, ἀλλὰ λυπεῖται διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ στηρίγματος τῆς οἰκογενείας του, τοῦ προστάτου ὄχι αὐτοῦ, εὑρισκομένου εἰς τὰ τελευταῖα τῆς ζωῆς του, ἀλλ’ ἰδίως τῶν δύο ἀνηλίκων θυγατέρων του. Ἦτο λοιπὸν τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ ἰδίως τὸ στήριγμα τῶν ἀγάμων ἀδελφῶν. Ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ ἡ πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πολιτείαν παρασχοῦσα, ἡ ὁποία ποικίλως ἔδρασεν, ἀποτείνεται πρός τε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὰ μέλη αὐτῆς καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐξ ὅσων γνωρίζω δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια περὶ τῶν ἀδελφῶν τῶν φονευομένων ἐν πολέμῳ εἴτε τῶν πατέρων· δίδεται μόνον εἰς τοὺς κατιόντας, ἐὰν εἶναι ἔγγαμοι, ἁπλῆ σύνταξις στρατιώτου. Τοιαύτη εἶναι ἡ κειμένη νομοθεσία. Ἤδη τὰ ἀπορφανιζόμενα μέλη καὶ τὰ ἀπροστάτευτα τῆς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων εἰς τοὺς πολέμους ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ζητοῦσι νὰ βοηθηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἔχει ὕψιστον συμφέρον καὶ μεγίστην ὑποχρέωσιν νὰ ἀμείβῃ τουλάχιστον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν θλίβονται διότι ἀπώλεσαν τὰ στηρίγματα αὐτῶν, ἀλλὰ θλίβονται διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ πένωνται. Ὑποβάλλω τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, συνιστῶ δὲ ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεριμνήσῃ νὰ δοθῇ τὸ ἀναγκαῖον βοήθημα εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτήν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαποστόλου.
§77Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου δὲν ἔχω ἢ νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ μέτρον γενικὸν εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς ἐπιψήφισιν διὰ τὰς οἰκογενείας αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἀπροστάτευτοι κατόπιν τοῦ θανάτου μελῶν αὐτῶν ἐν πολέμῳ. Θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεριμνήσῃ, ἵνα δοθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν Χρ. Ἀζᾶ ἓν ἱκανὸν βοήθημα προσωρινόν, διότι τῳόντι ἡ οἰκογένεια αὐτὴ εἶναι πολὺ πτωχή, ἀλλὰ παρέσχεν ἀρκετὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν· ἔχασε πρό τινος καιροῦ τὸ πρῶτον στήριγμα αὐτῆς, τὸν δήμαρχον Καρδίτσης Β. Ἀζᾶν, ὁ ὁποῖος ἔπεσε διὰ χειρὸς δολοφόνου, καὶ ἤδη ἀπώλεσε τὸ μόνον στήριγμά της, τὸν Ἀριστείδην Ἀζᾶν, ἔφεδρον ἀξιωματικὸν τελειόφοιτον Νομικῆς, πεσόντα ἡρωικῶς εἰς τὴν μεγάλην τοῦ Λαχανᾶ μάχην, καὶ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐπιβάλλεται νὰ τῇ δοθῇ ἓν βοήθημα ἱκανὸν προσωρινῶς, μέχρις οὗ ληφθῇ τὸ μέτρον τὸ κοινὸν δι’ ὅλας τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Χ. Δικαῖος καὶ Π. Ἰατρόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῆς χήρας Ν. Μωκέα.
§79Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀναφερομένη εἶναι χήρα ἑνὸς ἐπιλοχίου Ν. Μωκέα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπιλοχίας ὁ ὁποῖος εἰς τὴν μάχην τῆς Σιδηρᾶς Πόρτας ἢ τῶν Γενιτσῶν ἐφόνευσε τὸν Τοῦρκον σημαιοφόρον καὶ ἐκυρίευσε τὴν τουρκικὴν σημαίαν. Ἡ χήρα αὐτοῦ ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκανόνισε τὴν σύνταξίν της εἰς δραχμὰς 33,75. Παραπονεῖται διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς συντάξεώς της εἶναι ἄδικος. Ἐπικαλεῖται τοὺς σχετικοὺς νόμους, τουτέστι τὸν νόμον ͵ΒΧΝΓʹ τοῦ 1899 καὶ τὸν πρὸ αὐτοῦ νόμον ΣΕʹ τοῦ 1852. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν νόμων αὐτῶν ἐσχημάτισα τὴν ἀδιάσειστον γνώμην ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀναφορά της. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν νόμον ͵ΒΧΝΓʹ τοῦ 1899, ὁ ὁποῖος ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου ΣΕʹ τῆς 19 Αὐγούστου 1852 περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ διὰ τῆς ἐπενεχθείσης τροποποιήσεως ἐν ἄρθρῳ 19 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἅρθρον 19. Ἡ σύνταξις τῶν μὲν ἐχουσῶν τέκνον ἢ τέκνα ἀνήλικα συνταξίμων χηρῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ φονευθέντων ἢ ἕνεκα τοῦ πολέμου ἀποθανόντων στρατιωτικῶν κατὰ τὰς αʹ, βʹ καὶ γʹ παραγράφους τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου τούτου προσδιορίζεται εἰς τὸν μέγιστον ὅρον τῆς συντάξεως τῆς ἀνηκούσης εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συζύγου των, τῶν δὲ μὴ ἐχουσῶν εἰς τὰ τρία τέταρτα τοῦ μεγίστου ὅρου αὐτοῦ». Τὸ πρὸ τοῦ 1912 καθεστὼς ἦτο ὅτι ἡ χήρα ἡ μὴ ἔχουσα τέκνα ἐλάμβανε τὴν σύνταξιν τῶν ¾ τοῦ μεγίστου ὅρου ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ συζύγου. Ἐπηκολούθησεν ὅμως ὁ νόμος τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος λέγει ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ παντὸς κλπ.». Τὰ κείμενα εἶναι σαφῆ, ὥστε κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν δύναται νὰ γεννήσωσιν ὅτι κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἡ σύνταξις τῆς χήρας τῆς μὴ ἐχούσης τέκνα ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ τρία τέταρτα τῆς μεγίστης συντάξεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ νόμος τοῦ 1912. Θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία μήπως ὁ νόμος τοῦ 1912 προϋποθέτει τὸν μετὰ τὴν ἀποστράτευσιν κανονισμὸν τῆς συντάξεως. Τοῦτο θὰ ἦτο παράλογον ἐντελῶς νὰ τὸ δεχθῇ τις οὔτε ἠδύνατο νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου, διότι, ἂν ἡ χήρα τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀποθνήσκοντος ἐπιλοχίου ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαύσῃ σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ χήρα τοῦ ἐν πολέμῳ φονευομένου ἐπιλοχίου πρέπει ν’ ἀπολαύῃ τοῦ μεγίστου ὅρου τῆς συντάξεως, ὄχι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐπιλοχίου, ἀλλὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ 1912.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω;
§81Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Δυοῖν θἄτερον. Ἐὰν ἡ χήρα ἔχῃ δίκαιον, θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τοῦ κανονισμοῦ τῆς συντάξεως.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§83Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὄχι;
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§85Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἐφαρμόζον τὸν νόμον, ὡς τὸν ἐφήρμοσεν, εὕρισκε δὲ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ τοιοῦτος κανονισμὸς τῆς συντάξεως δὲν στηρίζεται εἰς νόμον, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο κεκλεισμένη ἡ ὁδὸς μιᾶς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ.
§86Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησις τῆς χήρας εἶναι δικαία, ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ἄλλος τρόπος θεραπείας, δίκαιον εἶναι νὰ ὑποστηριχθῇ συντόμως καὶ διὰ νομοθετικῆς πράξεως. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Ἰ. Διαλέτη.
§88Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον πρόκειται περὶ αἰτήσεως λίαν ἐννόμου καὶ δεδικαιωμένης, διότι ὁ σύζυγος τῆς αἰτούσης ὑπηρέτησεν ἐπὶ 35 συναπτὰ ἔτη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καὶ εἶναι δίκαιον ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν χρηματικόν τι βοήθημα. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη δώσῃ ἀφορμὴν γενναιοτέρας σκέψεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, καθότι ῥίπτονται εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἀφήνουσι τὰ τέκνα των ἔρημα. Παρακαλῶ νὰ υἱοθετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀναφοράν.
§89Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§90Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐπὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ἰατρόπουλος εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐγγεγραμμένος, ἐὰν δὲ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§92Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Δικαῖος ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου τὸν νόμον τοῦ 1899 ΒΧΝΙʹ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς ἄρθρου. Ὁ νόμος οὗτος, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον ἐχορηγεῖτο εἰς τὰς χήρας τῶν στρατιωτικῶν, ἐπεξέτεινε καὶ εἰς τὰς μητέρας τῶν στρατιωτικῶν, ἐφ’ ὅσον διετέλουν ἐν χηρείᾳ καὶ οὐδεμιᾶς ἄλλης συντάξεως ἀπελάμβανον. Ἔχει δὲ οὕτως ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ὁμοία σύνταξις ἀπονέμεται καὶ εἰς τὰς μητέρας τῶν ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ φονευθέντων ἢ ἕνεκα τοῦ πολέμου ἀποθανόντων υἱῶν αὐτῶν στρατιωτικῶν, ἂν αὗται δὲν λαμβάνωσι σύνταξιν ἐκ τοῦ συζύγου αὐτῶν». Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὥστε νὰ κρίνῃ κατὰ διάφορον τρόπον εἰς ὁμοίας περιστάσεις καὶ νὰ μετρῇ μὲ τὸν ἕνα πῆχυν εἰς μίαν περίστασιν καὶ μὲ ἄλλον εἰς ἄλλην περίστασιν. Καὶ πρὸς πίστωσιν τούτων ἀναφέρω γεγονότα ὡρισμένα καὶ ὀνόματα. Ἐζητήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὴν μητέρα, δικαιότατα ἄλλως τε, τοῦ ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ στρατηγοῦ Βάσσου φονευθέντος ἀξιωματικοῦ Σαράτσογλου, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπένειμε τὴν προσήκουσαν σύνταξιν ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τούτου εἰς τὴν μητέρα αὐτοῦ. Ὁ Σαράτσογλους ἐφονεύθη, ὡς πάντες γνωρίζετε, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ ἀποβίβασις εἰς Κρήτην τοῦ στρατηγοῦ Βάσσου μετὰ τοῦ στρατοῦ του, δηλαδὴ κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1897, διότι καὶ ὁ χρόνος οὗτος ἐθεωρήθη ὡς περιλαμβανόμενος εἰς τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ τὴν προτεραίαν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἐφονεύθη πνιγεὶς Ἕλλην στρατιώτης πυροβολητὴς κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀνωτέρου τοῦ μεταφέρων πυροβόλα ἀπὸ Κόπραιναν εἰς Καρβασσαρᾶν διὰ λέμβου ἥτις ἀνετράπη. Ἡ μήτηρ του πενομένη, ἐλεεινὴ καὶ γραῖα, ἐζήτησε ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὴν τὸ συνταξάριον, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς αὐτὴν ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τοῦ υἱοῦ της. Τὸ Ἐλεγκτικὸν ὅμως Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πανσοφίᾳ αὐτοῦ εὗρεν ὅτι ἡ μήτηρ τοῦ Σαράτσογλου τοῦ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα πρὸ τοῦ πολέμου φονευθέντος ἐν Κρήτῃ ἐδικαιοῦτο εἰς σύνταξιν ἔκρινεν ὅτι ἡ μήτηρ τοῦ στρατιώτου τοῦ φονευθέντος τὴν προτεραίαν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς σύνταξιν, διότι ὁ υἱός της δὲν ἀπέθανε κατὰ τὸν πόλεμον. Οὕτω πως ἡρμήνευσε τὸν νόμον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω πως ἡρμήνευσεν αὐτὸν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν πρὸ ὀλίγου οἱ κ. συνάδελφοι προκειμένου ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις νόμιμος εἰς τὴν χήραν Ν. Μωκέα, ἡ ὁποία προφανῶς δικαιοῦται νὰ λάβῃ σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἀπονέμεται εἰς αὐτὴν ἡ σύνταξις τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἀξιῶ καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα δώσητε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου σημασίαν ἔχει πρωτίστως τὸ ζήτημα τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον παραβιάζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ μὲ σοφιστικὰς ἑρμηνείας τοῦ νόμου καὶ δευτερευόντως τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος τοῦ ἀδικουμένου πολίτου, εἰς οὐδένα δὲ πολίτην πρέπει νὰ μένῃ ἡ ἀμφιβολία ὅτι αἱ Ἀρχαὶ ἀδικοῦσι καὶ μάλιστα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὑμεῖς προΐστασθε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Δίκαιος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν τεσσάρων ἀνθυπολοχαγῶν.
§94Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Πρόεδρε, συνεπείᾳ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς ἀνθυπολοχαγῶν ἀποστράτων, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται διὰ τὸ ἴδιον πρᾶγμα, δι’ ὃ παραπονοῦνται καὶ σήμερον. Ὅτε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1885 ἐκανονίσθη ὅτι «οἱ ὑπολοχαγοί, ἀνθυπασπισταί, ἀρχιτεχνῖται καὶ ἀρχιμουσικοὶ ἀποστρατευόμενοι μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμόν των λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου βαθμοῦ», περὶ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν ὁ νόμος ἐκεῖνος εἴτε ἐκ παραδρομῆς εἴτε σκοπίμως δὲν ἔκαμε παντάπασι λόγον. Οὕτως εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ τοῦ ἑξῆς καθεστῶτος, ὅτι εἷς ἀνθυπασπιστὴς ἀποστρατευόμενος κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1885 δι’ ὅριον ἡλικίας ἢ δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας λαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ λοχαγοῦ, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἀποστρατευόμενος δὲν λαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλὰ λαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ του. Τὸ ἄδικον τοῦτο εἶναι κατάδηλον. Τοῦτο ἐπεχείρησεν ὁ νόμος τοῦ 1911, δι’ ἐμμέσου ἀναγνωρίσεως αὐτοῦ, νὰ θεραπεύσῃ καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 4, § αʹ, τὸ περιλαμβάνον προσωρινὴν διάταξιν, διέταξεν, ἵνα ὁ νόμος τοῦ 1911 διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι «οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ προβιβασθέντες εἰς τοὺς βαθμοὺς τοὺς δυνάμει τῶν νόμων τοῦ 1885 καὶ 1889, ἐὰν συνεπλήρωσαν οἱ μὲν ὑπολοχαγοὶ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς βαθμοὺς ἀνθυπασπιστοῦ, ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ, οἱ δὲ ἀνθυπολοχαγοὶ ἑπταετῆ τοιαύτην κλπ.», κέκτηνται ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλ’, ἐνῷ ἐπεχείρησε, λέγω, ὁ νόμος νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον διὰ τοῦ μέσου τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, ταύτην ἐξέτεινε μόνον κατὰ δύο ἔτη πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ περιέλαβεν οὕτω μίαν μόνον κατηγορίαν ἀποστράτων ἀνθυπολοχαγῶν, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἀνωμολόγησε τὸ ἄδικον. Καὶ ἔρχεται πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ἀδικίας τῶν ἀποστράτων ἀνθυπολοχαγῶν τῶν μὴ περιλαμβανομένων ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω διετίας καὶ νέα ὑποβολὴ τοῦ αὐτοῦ παραπόνου, διὰ τίνα λόγον; Διότι καὶ πάλιν τοὺς ἀνεκάλεσεν ἡ πατρὶς εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν καὶ ἔσπευσαν νὰ ὑπηρετήσωσι προθύμως εἰς τὰς δυσκόλους ταύτας περιστάσεις. Δὲν θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος μία ἀξίωσις αὐτῶν νὰ καταλογισθῇ καὶ ὁ χρόνος τῆς τελευταίας ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον οὗτος τοῖς δίδει πλεονεκτήματα διὰ τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως. Ἀλλὰ καὶ μόνον τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐνίσχυσιν τῆς ἀξιώσεως αὐτῶν, ἵνα ἐπαναφέρωσι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς προτέρας ἀδικίας τῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀπευθύνουσι θερμὴν παράκλησιν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραδεχθῇ, ἵνα ἡ θεραπεία τοῦ δικαίου παραπόνου των ἐπέλθῃ δι’ ἐπεκτάσεως τῆς δυνάμεως τοῦ νόμου τοῦ 1911, ὥστε νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ οὗτοι ἢ ἐξομοιωθῶσι τοὐλάχιστον καὶ οὗτοι δι’ εἰδικῆς τινος νομοθετικῆς προνοίας μὲ τοὺς ὑπολοχαγούς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν —τέσσαρες μόνον εἶναι τὸν ἀριθμόν—, εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μετ’ ἰδιαιτέρας εὐνοίας ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τούτων καί, ἂν τὰ εὕρῃ εὔλογα συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην μου, λάβῃ ἓν πρόσφορον μέτρον πρὸς θεραπείαν τῆς ἀδικίας.
§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐμέ· νὰ μὴ παραπέσῃ γνώμη τῆς Βουλῆς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν.
§97Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, ὅπως δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐν σχέσει πρὸς ἀξιωματικοὺς διατελοῦντας ὑπὸ τὰς συνθήκας εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ ἀναφερόμενοι προστίθεται λόγος σπουδαιότατος ὅτι οὗτοι ὑπηρέτησαν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἀπέκτησαν δ’ ἐντεῦθεν δικαιώματα καὶ θὰ ἦτο ἔργον, νομίζω, δικαιοσύνης ἐὰν ληφθῶσι τὰ παράπονα των ὑπ’ ὄψιν.
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν θέλει παραπεμφθῆ ἀρκούμενος εἰς ὅσα εἶπον οἱ κ. συνάδελφοι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Μπακόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι φόρον ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοὺς πωλοῦντας ἐν ταῖς κατοικίαις αὑτῶν τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων των προερχόμενον οἶνον καὶ δυνάμει τίνος νόμου πράττουσι τοῦτο».
§100Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1900 ἐν ἄρθρῳ 8 εἰς τὰς δύο αὐτοῦ τελευταίας παραγράφους λέγει τὸ ἑξῆς· «ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ πωλοῦντες ἐν ταῖς κατοικίαις αὑτῶν τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων των προερχόμενον οἶνον». Ἐπίσης ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει· «Οἱ ἀμπελοκτήμονες ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπώλας, ἐὰν ἡ πώλησις τοῦ οἴνου γίνηται ἐν μιᾷ μόνῃ ἀποθήκῃ......». Ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ τοῦ 1900 μέχρι τοῦ 1910 ἐφηρμόζετο ἀκριβῶς, ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν ὅμως πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτῶν πωλοῦντες τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων των παραγόμενον οἶνον πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα. Ἐφαρμόζεται δηλ. κατ’ αὐτῶν ἡ δευτέρα παράγραφος ὑποβάλλουσα εἰς τὸ ½ τοῦ φόρου εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος συνετάχθησαν πολλαὶ ἐκθέσεις κατὰ τῶν μὴ δηλωσάντων ἐπιτήδευμα οἰνοπώλου καὶ δὲν ἐδήλωσαν, διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει φόρον εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοὺς ἐν ταῖς κατοικίαις αὑτῶν πωλοῦντας τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων των οἶνον. Μετέβην εἰς τὴν Ἐφορίαν τῆς Τριπόλεως νὰ ζητήσω πληροφορίαν ἐν τίνι δικαιώματι παρέβαινε τὸν νόμον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἐπιβάλλει φόρον εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοὺς μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπώλας τοὺς πωλοῦντας ἐν ταῖς οἰκίαις των τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων των οἶνον, ἔμαθον δ’ ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἐγκύκλιοι, ἐκδοθεῖσαι πρὶν ἢ ἀναλάβητε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, δίδεται δὲ δι’ αὐτῶν ἡ ἑξῆς ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Διὰ τῆς μιᾶς ἐγκυκλίου διατάσσεται ὅτι ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐκεῖνοι οἱ πωλοῦντες τὸν οἶνον ἐκ τῶν ἀμπέλων των, ὅταν τὸν οἶνον ἔχωσιν ἐν τῷ δωματίῳ αὐτῶν ἐν ᾧ κατοικοῦσι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ κανεὶς εἰς τὸ αὐτὸ δωμάτιον μὲ τὸν οἶνον χωρὶς νὰ πάθῃ ἐξ ἀσφυξίας.
§101ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ πάθῃ κάτι τι ἄλλο.
§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν πάντες οἱ ἐπιτηδευματίαι συνεμορφοῦντο μὲ τὰς ἰδέας τῆς ἐγκυκλίου, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐπιτηδευματίας νὰ φορολογηθῇ, διότι ὅλοι θὰ εἶχον ἀποθάνει ἐξ ἀσφυξίας.
§103ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὥστε, ἐὰν κοιμᾶται κάτωθεν τῶν βαρελίων, δὲν θὰ πληρώνῃ φόρον! (γέλωτες).
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος αὐτός, κύριε Ὑπουργέ, ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1900, ἡ δὲ παράγραφος αὐτὴ ἐτέθη τῇ προτάσει ἐμοῦ, ἀνεπτύχθησαν δὲ τότε οἱ λόγοι τῆς τοιαύτης διατάξεως. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, θὰ ἴδητε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐτέθη αὕτη. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, οἱ ἀμπελοκτήμονες παράγουσιν ἐκ τῶν ἀμπέλων των μικρὰν ποσότητα γλεύκους καὶ τὴν μεταβάλλουσιν εἰς οἶνον, ὅντινα μεταχειρίζονται διὰ χρῆσιν τῆς οἰκίας των, ἐκ διαλειμμάτων δὲ πωλοῦσι καὶ μέρος τοῦ οἴνου αὐτῶν. Δὲν ἐννοεῖ λοιπὸν ὁ νόμος, ὅτι πρέπει μαζὶ μὲ τὰ βαρέλια νὰ κοιμᾶται ὁ κύριος· ἐὰν εἶναι ἰσόγειον, ὡς λέγει ἡ ἐγκύκλιος, νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν εἴσοδον, ἀλλ’ ἐν ταῖς οἰκίαις ἐν αἷς κατοικοῦσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες, ἐὰν πωλῆται οἶνος ἐκ τῶν ἀμπέλων των καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι, δὲν ὀφείλουσι φόρον ἐπιτηδεύματος, ὅταν μάλιστα πληρώνωσι καὶ ἄλλο ἐπιτήδευμα, ὡς συμβαίνει ἐν πολλοῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐτέθη ἡ παράγραφος. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τῆς παρανομίας. Ἡ ἄλλη ἐγκύκλιος λέγει τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπηλλάγησαν οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὅτε ἐπεβάλλετο ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καταργηθέντος δὲ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἀναζῇ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἀμπελοκτήμονος. Ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνευ νόμου φόρος δὲν ἐπιβάλλεται. Ἐδῶ ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν νόμον φορολογικόν, ἀλλὰ τοὐναντίον νόμον ἀπαλλάσσοντα τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τοὺς περὶ ὧν πρόκειται. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν μετὰ τὴν γνωστοποίησιν τῶν παραπόνων νὰ λάβῃ μέτρα.
§105ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Προδήλως ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ὅτι, ὅταν γίνηται ἡ πώλησις ἐν τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ χρειάζεται ποιά τις εὐρύτης ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς λέξεως οἰκία. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἑρμηνεία πρέπει νὰ γίνῃ λίαν εὐρεῖα, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ διόλου πληρωμὴ φόρου ἐπιτηδεύματος, διότι πολλάκις ἡ ἀποθήκη—καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου—, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ κυρίως εἰπεῖν ὡς ἀποθήκη, ἐξ ἧς γίνεται ἡ πώλησις, εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, ἐν ᾗ μένει ὁ ἀμπελοκτήμων.
§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν φέρω ἀντίρρησιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων καὶ συλλόγων Κορινθίας.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἀξίαν συστάσεως ὄχι ἁπλῶς χάριν τοπικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ διότι ἡ Κόρινθος κεῖται εἰς μέρος ὁπόθεν γίνεται ἡ συγκοινωνία ὅλης τῆς Πελοποννήσου, εἶναι τὸ κέντρον τῶν σιδηροδρόμων, ἔχει καὶ θαλασσίαν συγκοινωνίαν, πλὴν τούτου δὲ καὶ εὐρεῖαν πεδιάδα, εἰς ἣν δύνανται νὰ γίνωνται εὐκόλως παντὸς εἴδους γυμνάσια. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν θὰ ἦτο ἀξία ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἡ Κόρινθος ὅπως ὁρισθῇ ὡς κέντρον εἰς τὴν νέαν στρατιωτικὴν διαίρεσιν.
§109ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ μείζων προσοχὴ εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπὸ πάσης ἐπόψεως, καὶ ἀπὸ κλιματολογικῆς καὶ ἀπὸ εὐρύτητος χώρου, συντρέχουσιν ὅλαι αἱ συνθῆκαι διὰ νὰ καταστῇ ἕδρα στρατιωτικοῦ Σώματος ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Δὲν γίνεται δὲ τοῦτο πρώτην φοράν. Πρὸ ἐτῶν ἡ πόλις τῆς Κορίνθου προετιμήθη ἐν μελέτῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ κ. Σμολένσκης ἐξέφρασε τὸν θαυμασμόν του δι’ αὐτήν, ὑποσχεθεὶς δι’ ἐπιστολῆς ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐξηρτᾶτο ἐξ αὐτοῦ, θὰ ὡρίζετο ἕδρα Μεραρχίας ἡ Κόρινθος. Πλὴν τούτου ἔχει καὶ στρατῶνας νεοκτίστους καὶ εὐρεῖς ἔνθα θὰ δύνανται νὰ διαιτῶνται ἀρκετοὶ στρατιῶται, λόγῳ δὲ τῆς συγκοινωνίας ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ εἶναι εὐκολωτέρα καὶ ἀκοπωτέρα ἡ μετακίνησις στρατευμάτων. Νομίζω ὅτι θέλετε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§110Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁλοψύχως συντάσσομαι πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων καὶ παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ ταύτην.
§111Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος. Ἀναντιρρήτως τὸ ζήτημα εἶναι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας καὶ αὐτὴ εὑρίσκει ὅτι συντρέχουσιν οἱ ὅροι νὰ προτιμηθῇ ἡ Κόρινθος, ἀπεδείχθη δ’ ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους πολέμους διέμειναν καλῶς ἐκεῖ πολλοὶ αἰχμάλωτοι καὶ τμῆμα στρατοῦ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναβάλλονται διὰ τὴν αὔριον, καθόσον συνεπληρώθη ἡ ὥρα.
§113Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ μέρος ἔνθα ἐσταματήσαμεν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Μπακοπούλου εἶναι τὸ λάθος προφανές.
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ ἱκανοποιήσατε.
§116Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀφορῶσιν ὑμᾶς τὰ παράπονα, ἀλλὰ τὰ διαβιβάζομεν δι’ ὑμῶν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§118Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοσιονομίας ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς ἡμέρας, καθόσον ἔλαβον πλείστας ἐπιστολὰς παρ’ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα κατὰ τὸν πόλεμον καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας τῶν γεγηρακότων, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς συλλογὴν κερματίων.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως προβάλλεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§120Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Ἡμερησία Διάταξις πρέπει νὰ τηρῆται ὡς κανονίζεται, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ μελετῶμεν τὰ νομοσχέδια.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε νὰ συζητηθῇ δύναται ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφοῦ δὲν γίνεται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρῆται οὕτω.
§125Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου λήγει ἡ ἰσχὺς τοῦ ὑφισταμένου νόμου περὶ δικαιοστασίου. Λόγοι ἰσχυροὶ συνηγοροῦσιν, ὅπως ὑπὸ τὰς νῦν περιστάσεις ὁ νόμος περὶ δικαιοστασίου ἐπεκταθῇ χρονικῶς, ἰδίως ἐν ταῖς νέαις χώραις, ἀλλ’ ἐν μέρει καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέστη πολλὰ ἐκ τῶν δύο πολέμων. Ἕνεκα τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δικαιοστασίου μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον, ὑφ’ ὃν καὶ μέχρι τοῦδε, κανονιζομένων τῶν λεπτομερειῶν διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ περιλαμβάνονται καὶ διατάξεις προνοοῦσαι, ὅπως μὴ ὑποστῶσι ζημίας ἐκ τῆς ἀποτόμου ἐνάρξεως τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων οἱ διάδικοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπέστησαν μεταβολὴν εἰς τὸ πρόσωπόν των ἢ εἰς τὸ τῶν δικηγόρων των, καὶ ἀπαιτοῦμεν κοινοποιήσεις ἐπὶ τῶν μᾶλλον οὐσιωδῶν ἐνεργειῶν.
§126Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου θ’ ἀνασταλῶσιν αἱ δίκαι καὶ ἐκτελέσεις;
§127Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς πρὸς τὰς δίκας καὶ ἐκτελέσεις θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος μέχρι 31 Αὐγούστου, ὑπὸ τὸν τύπον τὸν αὐτὸν ὑφ’ ὃν καὶ μέχρι τοῦδε, θὰ ἐπιτρέπηται δηλ. εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀναστέλλῃ διὰ Διατάγματος ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει δίκας καὶ ἐκτελέσεις. Ἑτέραν ἔλλειψιν ὁσημέραι μᾶλλον οὐσιώδη ἀποδεικνυομένην παρουσιάζει τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Ἀστικοῦ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποβολὴν τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας διὰ πολιτογραφήσεως εἰς ξένον Κράτος, καθόσον οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, ἐὰν ὁ πολιτογραφούμενος ὑπέχῃ στρατιωτικὰς ἢ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Εἰς Πολιτείας λίαν προηγμένας, ὡς εἶναι ἡ Γαλλία καὶ Γερμανία, ἡ πολιτογράφησις ἀναγνωρίζεται μόνον ὅταν γίνεται μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τῆς Πολιτείας εἰς ἣν ἀνήκει ὁ ζητῶν νὰ πολιτογραφηθῇ ἀλλαχοῦ. Ἀνάλογον μέτρον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῶσιν ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, διότι εἶναι τοιαῦτα καὶ οὐδεμίαν παρουσιάζουσι δυσχέρειαν, δύνανται δὲ καὶ νὰ ψηφισθῶσιν ἤδη κατ’ ἀρχήν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι.....
§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα ὑποβάλλεται καὶ πρὸ τῆς ἐγγραφῆς καὶ διὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἀξίαν της, οὔτε ἄλλως τε ἐμποδίζει νὰ γραφῇ καὶ ἀμέσως.
§131Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ κατεπεῖγον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Ἄλλο ζήτημα ἂν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον διὰ τὸν α ἢ τὸν β λόγον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ γραφῇ ἀμέσως ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ 24 ὥρας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κοινοβουλευτικὴ πρακτικὴ αὐτὸ καθιέρωσεν ἀπὸ τῆς ἄλλης Βουλῆς ἀκόμη.
§135Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὕτως εἶναι.
§136Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ νομοσχέδιον «περὶ ἀφάντων». συνέβη νὰ ζητήσω πιστοποιητικὸν ὅτι ὁ δεῖνα στρατιώτης ἀπεβίωσε καὶ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ μοὶ δοθῇ. Πρέπει τουλάχιστον νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Παρατηρῶ δὲ καθ’ ἑκάστην ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν γράφει εἰς τὰ διάφορα σώματα νὰ εἰδοποιήσωσι ποῦ εὑρίσκεται ὁ δεῖνα ἢ ὁ τάδε στρατιώτης ἀξιωματικὸς ἢ ὑπαξιωματικός. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν διαδικασίαν τινὰ σύντομον καὶ πρόχειρον, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων οἵτινες δὲν γνωρίζουσι τίποτε περὶ τῶν οἰκείων αὑτῶν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ παρατάσεως ἐν μέρει τῆς ἰσχύος καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΔΞΗʹ (4068) περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν κλπ. καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ἀστικοῦ νόμου τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1836 κηρυχθῶσι κατεπείγοντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Κηρύσσονται κατεπείγοντα ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν). Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. Γαρδικιώτης, Θ. Φίλιος καὶ ἕτεροι ὀκτὼ Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυριακῆς ἀργίας ἐζήτησα τὴν γνώμην τῶν ἐμπορικῶν συλλόγων, διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς συνθήκας ἐξασκήσεως τῶν ἐπαγγελμάτων καὶ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς λάθη, ὅπως ἄλλοτε, καὶ ἀναγκαζώμεθα νὰ τροποποιῶμεν τὸν νόμον μετὰ 15 ἡμέρας. Αἱ τροπολογίαι ἀνέρχονται εἰς παραπολλὰς καὶ τὰς μελετῶ, ἵνα καταλήξω εἰς συμπέρασμα. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔχωσιν ὀλίγην ὑπομονήν, ἐκτὸς ἐὰν θέλωσι νομοσχέδιον μὴ τέλειον.
§139Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ βραδύνῃ τὸ πρᾶγμα, διότι οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι δὲν θὰ ἀπαντήσωσι ποτέ.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναμένω νέας ἀπαντήσεις· τὰς ἤδη ὑποβληθείσας θὰ ἐξετάσω.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε ἀποσύρομεν τὴν πρότασίν μας.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς εἰς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐταῖς ἀναφορῶν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, Κύριοι, καὶ τοὺς μεγάλους ἀληθῶς πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως παραγνωρίζει. Ὅσα θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, διατάξεως ἡ ὁποία σχεδὸν εἰς πάντας τοὺς συνταγματικοὺς χάρτας ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη, τὰ αὐτὰ δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ μετ’ ἴσου δικαιώματος προκειμένου περὶ τοῦ ὀργανικοῦ ἐκείνου νόμου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ κυρώσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ ἀποτελεσματικὴν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ προσθέσῃ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τῶν παρ’ ἡμῖν κρατούντων, ὅτι ὑπάρχει πρόσθετος λόγος, πρόσθετός τις ἀποστολὴ παρ’ ἡμῖν εἰς νομοσχέδιον κεκλημένον νὰ φέρῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ὑπὸ τὴν μορφὴν μάλιστα ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι γνωστοὶ καὶ οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τῶν παρ’ ἡμῖν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ κοινωνικοὶ καὶ οἱ πολιτικοὶ ἐπίσης ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταδικάσει τοὺς Ἕλληνας πολιτευομένους εἰς μυρίας ἀσχολίας σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὴν προσφυγὴν τῶν πολιτῶν εἰς τὰς δημοσίας Ἀρχάς. Ἡ παρέμβασις τῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι κατήντησε σχεδὸν ἀπαραίτητος, ἵνα εὕρωσιν ἀκρόασιν οἱ πολῖται εἰς τὰς δημοσίας Ἀρχὰς καὶ ἀκόμη πλειότερον ἵνα διεξαχθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὐτῶν καὶ ἀκουσθῶσι τὰ παράπονά των καὶ δοθῇ ἀπάντησις περὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ τελευταία αὕτη ἀποστολή, ἡ εἰδικὴν ἴσως ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν μορφὴν ἔχουσα ἐν Ἑλλάδι, ὑπηγόρευσεν ἴσως τὴν σχετικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος, καὶ αὐτὴ κυρίως καθιστᾷ ἀπαραίτητον τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν πρὸς κύρωσιν τῆς διατάξεως ἐκείνης. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει ἢ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον προσφιλέστερον εἰς τοὺς Βουλευτὰς κυρίως καὶ πρωτίστως, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, θὰ ἠδυνάμην μάλιστα νὰ προσθέσω προσφιλέστερον εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Εἷς ἐκ τῶν συμπαθεστέρων συναδέλφων, τῶν στρατευομένων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν παρακειμένην αἴθουσαν εἶχε βυθισθῆ εἰς τὴν μελέτην τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου μετά τινος τρυφερότητος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτε ἡ ἐμφάνισίς μου διέκοψε τοὺς διαλογισμούς του, ἀνέβλεψε πρός με καὶ θριαμβευτικῶς κινῶν τὸ νομοσχέδιον μοὶ λέγει: «αὐτὸ θὰ μᾶς σώσῃ». Διέγνων ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις τινὰς ἐλαφράς, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα οὐδὲ νὰ τὰς διατυπώσῃ, ἐκ τοῦ φόβου μήπως ταράξῃ τὴν ἠρεμίαν διὰ τὴν ἀλάλητον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Σχεδὸν δὲ ὅμοια καὶ ἀδιαίρετα εἶναι τῆς Βουλῆς τὰ αἰσθήματα περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ λυπηθῶ πολύ, ἂν αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω, φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ψυχρανθῇ οὐσιωδῶς ἡ θερμότης μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀπεδέξατο τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται, ὡς ἐκ τῶν προϋποθέσεων καὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διατυποῦται, εἶναι προωρισμένον ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα· ἢ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ποτέ, ν’ ἀπορριφθῇ ὀλίγον μετὰ τὴν ψήφισίν του εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων χαρτίων, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν μεγαλειτέραν ἀναφοράν, τὴν ἀναφορὰν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὸ Κράτος, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως, ἤ, ἂν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀναγκαίως δύο ἀποτελέσματα· πρῶτον διπλασιασμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καθ’ ὅλους σχεδὸν τοὺς κλάδους καὶ δεύτερον σύγχυσιν ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ δυσχερεστάτην τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐκ τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν θέλει πεισθῆ αὕτη ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ὅσα λέγω καὶ ἔτι πλέον ὅτι οὐδεμίαν κἂν ἔχουσιν ὑπερβολήν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχω ν’ ἀναπτύξω γνώμην τὴν ὁποίαν δὲν ἐσχημάτισα ἤδη μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον ἀνέκαθεν καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, γνώμην τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὅτε ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τότε τὴν Κυβέρνησιν τὸ σχέδιον πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον εἶχον προτείνει ὅπως ἀναγραφῇ γενικῶς ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Ἀρχαὶ ὑπεχρεοῦντο εἰς ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παραπεμφθῇ προέτεινε συμπληρώσεις τινὰς οὐσιωδεστάτας, στηριζομένη, κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ἐπισταμένην μελέτην τῶν ἐν Γερμανίᾳ κρατούντων. Προέτεινεν αὕτη οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις, κυριωτάτη τῶν ὁποίων ἦτο ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ προθεσμίας ἑνὸς μηνός, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ὁ ἀναφερόμενος νὰ λάβῃ ἀπάντησιν ἔγγραφον καί, εἰ δυνατόν, ἠτιολογημένην. Εἰς τὴν διπλῆν Βουλὴν ἐσχηματίσθη ῥεῦμα ἰσχυρότατον ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, κυριώτατα ὑπαγορευόμενον ἐκ τῆς ὑπάτης ἀνάγκης τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἠσθάνετο ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς δουλείας οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ τέλος οἱ πολῖται νὰ ἔχωσιν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν των. Τὸ ῥεῦμα ἦτο ἰσχυρότατον. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἀντετάχθη, διότι ἀνεγνώριζε μὲν τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ συνῃσθάνετο ὅτι ἡ πλήρωσις αὐτῆς καθ’ ὃν τρόπον ἐζητεῖτο δὲν ἦτο δυνατή. Περὶ τοῦ χρόνου καὶ τῶν ὅρων κατὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον δυνατὴν τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν πρόνοιαν εἶχον εἴπει τὰ ἑξῆς μεταξὺ ἄλλων (ἀναγινώσκει)· «Ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν ἤδη, βεβαίως ἔχει μίαν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν, τὴν προϋπόθεσιν τῆς προσηκούσης ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τῆς πλήρους ὀργανώσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ἐνεργὸς ἡ διάταξις καὶ ἀποτελεσματική. Ἐφ’ ὅσον αἱ ὑπηρεσίαι ἔχουσιν ὡς ἤδη ἔχουσι, συνταγματικὴ πρόνοια καὶ ἰδιαίτατα συνταγματικὴ κύρωσις εἶναι βεβαίως ἀνέφικτος· ἂν δὲ θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν ψηφιζομένην ὡς κεῖται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». Ἐπίσης μεταξὺ ἄλλων ἔλεγον· «Καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπάρχει ὁμοία συνταγματικὴ διάταξις, τοιαύτην ἔχει προϋπόθεσιν· τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν πλήρη ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης....». Καὶ κατέληγον εἰς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ταύτην τὴν ὀργάνωσιν πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν, ἥτις θὰ γίνῃ μετὰ τὴν θεμελίωσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τῶν ἄλλων κατωτέρων συμβουλίων καὶ τότε ἡ νομοθεσία θὰ συμπληρώσῃ τὰ καθέκαστα...». Εὐτυχῶς ἡ γνώμη αὐτὴ κατίσχυσεν, ἐψηφίσθη δὲ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὡς εἶχεν εἰς τὸ σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἐψηφίσθη δὲ οὕτως· «Αἱ Ἀρχαὶ ὑποχρεοῦνται εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου». Ἡ τοιαύτη διατύπωσις εἶχε σκοπὸν νὰ καταλίπῃ πᾶσαν τὴν εὐκολίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν καὶ τελεσφόρον τὴν χρησιμοποίησιν τῆς διατάξεως ἐκείνης διὰ τοὺς μεγάλους ἀληθῶς σκοποὺς πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπεν. Ἔκτοτε, Κύριοι, οὐδένα ἔσχον λόγον, ἵνα μεταβάλω γνώμην, τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὑποβληθὲν ἤδη οὔτε αὐτὸ κατίσχυσε νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ὅλων τῶν ἐνδοιασμῶν τοὺς ὁποίους τότε εἶχον, ἴσως μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσῃ ὅλας τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας διετύπωσα. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχῃ πρωτίστως ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς, ὅτι θὰ ἦτο σφάλμα, ἐὰν ἐπεχειροῦμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ πλῆθος, τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς δημοσίας Ἀρχάς, ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ εἴδους καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη ὑποβάλλονται. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἤδη τίθενται εἰς τὸν κάλαθον εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ πρὸς τὸ ἀναφέρεσθαι ἔφεσις μετριάζεται, καθόσον οἱ πρὸς τοῦτο διατεθειμένοι γνωρίζουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ὅτι θὰ ματαιοπονήσωσι. Τὴν στιγμὴν ὅμως καθ’ ἣν ψηφισθῇ ὁ νόμος καὶ σχηματισθῇ πεποίθησις ὅτι θέλουσι τύχει ἀπαντήσεως, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἐλάχισται θ’ ἀπομείνωσι πράξεις διοικητικαί, κατὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρξωσι λόγοι μομφῆς, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνωσιν ἄνευ προσφυγῆς εἰς τὰς δημοσίας Ἀρχάς. Θὰ πολλαπλασιασθῶσιν ἑπομένως αἱ ἀναφοραὶ εἰς βαθμὸν τὸν ὁποῖον δὲν ὑποπτεύεταί τις ἤδη. Τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ, οὐχὶ διὰ τὰς ἀναφορὰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ πρόσθετον προσὸν νὰ δορυφορῶνται ἀπὸ μίαν ἀπάντησιν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀναφερόμενον, ἀλλὰ δι’ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται διὰ νὰ προκαλέσωσιν ἐνέργειαν τῶν Ἀρχῶν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γεννηθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη θὰ ἐπακολουθήσῃ. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ὅπου ἔχει τὴν γένεσιν αὑτοῦ κυρίως ὁ θεσμὸς αὐτός, θὰ ἴδωμεν ὅτι ταχέως, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὑπῆρχεν ἡ συνήθεια νὰ γίνεται ἐνέργεια ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ἀναφορῶν, καὶ ἐκείνων ἀκόμη αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο εἰς τὰς Βουλάς, ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ἔλαβον τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε παρεκώλυσαν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι πρὸ 80 περίπου ἐτῶν νομοθετικὰ μέτρα καὶ νὰ ἐπιβάλωσι νομοθετικοὺς περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Τὸ αὐτὸ ἀνευρίσκομεν ἐν Γερμανίᾳ, καὶ εἰδικώτερον ἐν Πρωσσίᾳ, ὅπου δι’ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἀναφοράς, ὄχι ἐκείνας — θὰ ἔλθω καὶ εἰς ἐκείνας — αἱ ὁποῖαι εἶναι κεκλημέναι νὰ τύχωσιν ἀπαντήσεως πρὸς τὸν ἀναφερόμενον, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἄλλας ἀναφοράς, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεκλημέναι ἁπλῶς νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν δι’ ἐνέργειαν μόνον εἰς τὰς Ἀρχάς, ἠναγκάσθησαν ἕνεκα τῆς πληθύος νὰ ῥυθμίσωσι νομοθετικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναφορᾶς καὶ θέσωσιν ὡρισμένους φραγμοὺς καὶ ὡρισμένους περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλίζουσι μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὰ δεόμενα ἐξασφαλίσεως δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐξ ἄλλου δ’ ἀφήνουσι τὴν προσήκουσαν ἐλευθερίαν εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς, ἵνα ἐκπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναμείνωμεν ἀφθονίαν, ν’ ἀναμείνωμεν — μὴ τὸ θεωρήσωσιν ὑπερβολικὸν — ἑκατονταπλασιασμὸν τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσι.
§144Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ χαρτόσημον!
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου· δὲν θέλω νὰ κατακρίνω αὐτό. Ἐὰν ἤδη στρέψωμεν τὴν προσοχὴν εἰς ἕκαστον κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, Κύριοι, ἐὰν προσηλώσωμεν τὸν νοῦν εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, εἰς τὴν κλίμακα τῆς ὅλης διοικήσεως ἐν ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ, ἀπὸ τῆς τελευταίας βαθμίδος μέχρι τῆς κορυφῆς, ὅπου ἵσταται ὁ Ὑπουργός, θὰ λάβωμεν μίαν ἰδέαν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπακολουθήσῃ. Θὰ λάβωμεν μίαν ἰδέαν ὅτι βεβαίως πολλαί, ἀλλ’ ἴσως οὐχὶ αἱ πλεῖσται πράξεις τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἐκ τῶν δεκτικῶν αἰτιάσεων καὶ μομφῶν, θὰ παραμείνωσιν ἀπρόσβλητοι εἰς τὰς δημοσίας Ἀρχὰς δι’ ἀναφορῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν θὰ ὑπάρξωσι πολλαί, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ προσβληθῶσι διὰ τοῦ μέσου τούτου, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς πρόχειρον ἐκτίμησιν τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, ὅτι δὲν προσβάλλονται κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εὐλόγως μόνον αἱ πράξεις, ἀλλὰ καὶ αἱ παραλείψεις αἱ ἐπίμεμπτοι τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, ἡ ἀδράνεια τῶν δημοσίων Ἀρχῶν. Πρέπει νὰ λάβωμεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἑκάστη ἀναφορὰ μεμφομένη πρᾶξιν ἢ παράλειψιν διοικήσεως θὰ ἔχῃ σχεδὸν πάντοτε δύο ἐγγράφους ἀπαντήσεις πρέπει νὰ λάβωμεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν ὅτι, διὰ νὰ δοθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις αὐταί, θὰ γίνῃ καὶ ἰδιαιτέρα ἀλληλογραφία πλειστάκις μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἀρχῶν καὶ τῶν διαφόρων γραφείων. Τοῦτο θὰ δώσῃ οὐχὶ τὴν καθόλου ἰδέαν, ἀλλὰ τὴν κατὰ προσέγγισιν, τὴν ὁποίαν θὰ συμπληρώσωσιν αἱ ἀκόλουθοι παρατηρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀμέσως θὰ προβῶ, διότι, ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, οὐδαμοῦ, ἀπολύτως οὐδαμοῦ, ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη παρ’ ἡμῶν ζητεῖται, ἐννοῶ ὑπὸ τὰς συνθήκας καὶ τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας παρ’ ἡμῶν ἐπιζητεῖται, καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρ’ ἡμῶν ἐπιδιώκεται. Πανταχοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς, τῆς καθόλου ἀναφορᾶς, οὐχὶ τῆς δορυφορουμένης ἀπὸ ὑποχρεωτικὴν ἀπάντησιν τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ἀπόλυτον καθιερώθη εἰς τοὺς συνταγματικοὺς χάρτας, αὐτὸ ἐρρυθμίσθη νομοθετικῶς, ἀλλαχοῦ δὲ καὶ συνταγματικῶς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ μεθοδολογία αὐτοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ἡ κύρωσις αὐτοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις μία ἀπάντησις καὶ μία προϋπόθεσις θεμελιώδης τῆς ἐφαρμογῆς του εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα ἤδη κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντός, ὡς εἶπον, πλήρους ὀργανώσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας, ἱδρύσεως τουτέστι διοικητικῶν δικαστηρίων, τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀφ’ ἑνὸς ὡς κορυφῆς καὶ τῶν ἐφεξῆς πρώτου βαθμοῦ κατωτέρων δικαστηρίων καὶ τῶν ἄλλων δικαστικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ ἑνιαῖον σύστημα θέλουσι καθορίσει τὸν τρόπον καὶ τοὺς ὅρους τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀνάγκη διοικητικῆς δικονομίας, ἡ ὁποία θὰ καθιερώσῃ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία θὰ ὁρίσῃ καὶ τὰ ἔνδικα μέσα καὶ τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θ’ ἀσκῶνται ταῦτα καὶ ἡ ἐν γένει λειτουργία τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, καὶ θὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν προσφυγὴν τῶν πολιτῶν εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ, Κύριοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον εἶχεν εὐλόγως ὑπ’ ὄψει του τὰ Συντάγματα τῆς Βυρτεμβέργης καὶ τὸ Σαξωνικόν. Βεβαίως ἀναγράφεται τοῦτο, ἡ πρὸς ἀπάντησιν ὑποχρέωσις, εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Βυρτεμβέργης. Κατὰ τίνα τρόπον ὅμως ἐφηρμόσθη; Ἐπηκολούθησεν ὁ νόμος περὶ ὀργανώσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης· εἶναι ὁ νόμος τῆς 16 Δεκεμβρίου 1876, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ἔκαμεν ὅσα προηγουμένως εἶπον ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ὑπῆρξεν; Ὅτι μέγας καὶ ὁ σπουδαιότατος ἀριθμὸς τῶν ἀναφορῶν μετηγγίσθη, διωχετεύθη εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ πολίτης ἐμέμφετο τὰς δημοσίας Ἀρχὰς ἐπὶ πράξει ἢ παραλείψει προσβαλλούσῃ τὰ ἀτομικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, ὅλαι σχεδὸν ἐστράφησαν πρὸς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια διὰ τῆς ἱδρύσεως τούτων. Εὑρέθη ἀντιμέτωπον τρόπον τινὰ πρὸς τὸ σύστημα τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων τὸ σύστημα τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐκαλοῦντο νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοιούτων προσφυγῶν. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι, Κύριοι, παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης τόσον ἀτελῶς, τόσον ἀνωμάλως, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἄφευκτον ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ὥστε αἱ ἀναφοραὶ θὰ συσσωρευθῶσιν εἰς τὰς ἀνωτάτας διοικητικὰς Ἀρχάς, καὶ ἰδιαίτατα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν διὰ πληθὺν πράξεων τῶν δημοσίων Ἀρχῶν προσβαλλουσῶν κεκτημένα δικαιώματα, δὲν ὑπάρχουσι κἂν ἔνδικα μέσα προσφυγῆς εἴτε εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἀτελέστατα διοικητικὰ δικαστήρια εἴτε εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια εἴτε εἰς διοικητικὰς ἐπιτροπὰς δικιοδοτούσας, ἀσκούσας τουτέστι δικιοδοσίαν διοικητικῆς δικαιοσύνης. Πληθὺς πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι κεκτημένα δικαιώματα τῶν πολιτῶν, μένουσιν ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἀπρόσβλητοι. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ θέματα καὶ δι’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν εἰς ἄμεσον χρῆσιν τὴν διοικητικὴν ἡμῶν δικαιοσύνην, τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτως ἀνωμάλως, ὑπὸ τοιοῦτον λαβύρινθον διατελοῦσιν, ὥστε καὶ οἱ εἰδήμονες ἀκόμη δυσκολώτατα θὰ δυνηθῶσι νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι γνωρίζουσι πλήρως τὰ παρ’ ἡμῖν ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοικητικὴν δικαιοσύνην ἰσχύοντα. Ἡ ἀσάφεια δὲ καὶ ὁ κυκεὼν αὐτὸς τῆς διοικητικῆς δικιοσύνης, συνδυαζόμενος μὲ αὐτὴν τὴν ἤδη λαμβανομένην νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ἀνωτάτην Ἀρχὴν κατὰ πάσης πράξεως ἢ παραλείψεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, θὰ φέρῃ ἄφευκτον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶπον, τῆς συσσωρεύσεως χιλιάδων ἀναφορῶν εἰς τὰς ὑπερκειμένας Ἀρχάς, χιλιάδων δὲ ἀναφορῶν κυριώτατα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Θὰ ἴδητε τί θὰ συμβῇ λ. χ. εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕκαστος φόρος παρ’ ἡμῖν ἔχει καὶ ἰδίαν διοικητικὴν δικδικασίαν· ὅσοι φόροι σχεδὸν εἶναι, τόσα διοικητικὰ οἱονεὶ δικαστήρια, τόσαι διοικητικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουσι γίνει. Ἂν στραφῆτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης αὐτοῦ πολυπλόκου ὀργανώσεως, τῆς ὅλης κλίμακος, ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ καταλήγει εἰς τὸν τελευταῖον πρωτοκολλητήν, θὰ ἴδητε μὲ τὰς 3000 περίπου κοινότητας τί πρέπει τις εὐλόγως ν’ ἀναμένῃ ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἄρθρα πολλὰ τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων συνδέουσι τὸ Κράτος πρὸς τὰς κοινότητας, τὸν πολίτην, ἐνίοτε πάντα ἐκλογέα, πρὸς τὰς ἀνωτέρας διοικητικὰς Ἀρχάς, πρὸς τὸν νομάρχην καὶ τὸν Ὑπουργόν. Ἂν ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου προσεγγίσητε εἰς τὰ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐνοριῶν, θὰ ἴδητε καὶ ἐκεῖ νέαν πηγὴν ἀπειρίας ἀναφορῶν, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἑκάστη ἐνορία συνδέεται τὸ μὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τοῦ Ἐπισκόπου, τὸ δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ νομάρχου. Ἀφήνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια καὶ τὰς στρατολογικὰς ἐπιτροπὰς καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς πάντα πολίτην πολλάκις ν’ ἀπευθύνῃ ἀναφορὰς καὶ παράπονα, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ προσέγγισιν ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ χάος, τὸ ὁποῖον εἶναι κεκλημένον νὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πᾶν. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἱδρύθησαν πάντα τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ὅτι εἶναι ὠργανωμένη ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη κατὰ τὸν αὐτὸν τέλειον ἢ σχετικῶς τέλειον τρόπον, καθ’ ὃν εἶναι ὠργανωμένα τὰ κοινά, τὰ πολιτικὰ λεγόμενα δικαστήρια. Λάβετε πρὸς στιγμὴν τοῦτο ὡς δεδομένον, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις, ἄν ποτε ἤθελε ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἤδη ἔχει καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ὑποβάλλεται, πάλιν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν, διότι εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ὀπωσδήποτε ὠργανωμένα, θὰ περιέλθῃ βεβαίως μέγιστον μέρος τῶν ἀναφορῶν, τὸ σπουδαιότατον καθ’ ὕλην, τῶν ἀναφορῶν ἢ μᾶλλον τῶν προσφυγῶν ἐκείνων ἐναντίον πράξεων ἢ παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι κεκτημένα δικαιώματα τῶν πολιτῶν· ἀλλ’ ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ εὐρεῖα ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν διοικητικὴν δικαιοσύνην, δὲν ἕπεται βεβαίως, οὐδ’ εἶμαι ἐγὼ ὁ παραβλέπων τοῦτο, ὅτι κλείεται ἡ ὁδὸς πρὸς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως εὐρύ, εὐρύτατον καὶ σπουδαιότατον στάδιον ἀνοίγεται καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ἀκόμη αὐτὴν προσφυγῆς εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον τὸ στάδιον αὐτὸ καὶ μεγίστης ἀποστολῆς, πρῶτον, διότι καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνοίγεται ἡ ὁδὸς πρὸς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς περιστάσεις, τὰς περιστάσεις τουτέστι καθ’ ἃς πράξεις ἢ παραλείψεις τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως προσβάλλουσι κεκτημένα δικαιώματα, εἶναι εὐρεῖα καὶ λυσιτελὴς ἡ ὁδὸς τῆς προσφυγῆς πρὸς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς· προσφυγῆς πρὸς αὐτὰς τὰς ἀδικούσας Ἀρχάς, ὅπως ἀνακαλέσωσι τὴν ἄδικον πρᾶξιν τὴν προσβάλλουσαν τὰ κεκτημένα δικαιώματα, προσφυγῆς πρὸς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς, ὅπως μεταρρυθμίσωσι τὴν ἄδικον πρᾶξιν. Καὶ εἶναι ἡ προσφυγὴ αὐτὴ κατ’ ἐξοχὴν χρήσιμος καὶ λυσιτελής, ἀποτελοῦσα ἐν τῇ ὕλῃ τὴν ὁποίαν διαχειριζόμεθα καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην ὅ,τι διὰ τοὺς γνωρίμους τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων ἀποτελεῖ ἡ αἴτησις θεραπείας. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν μέγα στάδιον καὶ μεγάλην ἀποστολὴν μετὰ τὴν τοιαύτην ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης ἡ ἀναφορά· διότι αὕτη γίνεται καὶ ἔχει λυσιτελῆ ἀποτελέσματα καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας ἀκόμη κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ὁδὸς ἠνεῳγμένη πρὸς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, καθ’ ἃς τουτέστι δὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς κεκτημένου δικαιώματος. Καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἀποστολὴ τῆς ἀναφορᾶς ἴσως εἶναι ἡ μᾶλλον περιφανὴς κατάκτησις τοῦ νεωτέρου δημοσίου δικαίου. Πάντοτε λοιπόν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν ἔχομεν πλήρη τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, πάντως θὰ εἴχομεν ἀνάγκην τοιούτου νομοθετικοῦ μέτρου καὶ πάντοτε θὰ ἐτίθετο ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θεμελιώσωμεν αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς καὶ τῆς πρὸς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ἐγένετο ὅμως ὑπὸ ὅρους ἄλλους, ἀπείρως ἀπέχοντας τῶν ὅρων ἐκείνων τοὺς ὁποίους βλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑπὸ ὅρους τῶν ὁποίων τὴν ὕπαρξιν δὲν ὑποπτεύεται τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηροῦμεν ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήγετο καὶ ἀνεπτύσσετο ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποθέτω, ὅτι ὁ πρῶτος πάντων, ὅστις θὰ διεμαρτύρετο κατ’ αὐτοῦ, θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θὰ ἔβλεπεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παραχωρεῖται δικαίωμα, ἐπειδὴ εἰς τὰς στρατιωτικὰς Ἀρχὰς ἢ εἰς τὰ ναυτικὰς δὲν προσφεύγουσι μόνον πολῖται, θὰ ἔβλεπε μόνον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παραχωρεῖται δικαίωμα εἰς πάντα ἀξιωματικὸν καὶ ὑπαξιωματικὸν καὶ ἐν γένει εἰς πάντα ὁπλίτην ν’ ἀναφέρηται καὶ ν’ ἀναμένῃ ἀπάντησιν τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν μοὶ ἐξηγεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, τί σᾶς προεκάλεσε τὴν ἀπορίαν;
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν εἶπον τίποτε.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα ὅτι ἐμειδιάσατε.
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἀναιρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὺς ἄλλους νόμους περὶ στρατιωτικῆς πειθαρχίας.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόησα ὅτι αὐτὸ θὰ εἴπητε. Διατί δὲν τοὺς ἀναιρεῖ;
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἐξακολουθήσατε. Δὲν θὰ διεξαχθῇ οὕτως ἡ συζήτησις διαλογικῶς.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ἀπετάθητε πρὸς ἐμέ.
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀπετάθην πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸν συνάδελφόν μου.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἀναιρεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοὺς ἄλλους νόμους. Ἀλλὰ πόθεν ἀνευρίσκει τοῦτο; Τὸ ἀνευρίσκει ἆρά γε ἐκ τῆς ἰδέας τῆς πειθαρχίας τῆς στρατιωτικῆς, ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ὑπάρξεως στρατιωτικῶν κανονισμῶν;
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι εἰδικοὶ νόμοι, οἵτινες δὲν ἀναιροῦνται.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόησα ὅτι αὐτὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Εἶναι μία διάταξις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, διάταξίς τις ἡ ὁποία λέγει: «Γενικοὶ νόμοι δὲν ἀναιροῦσι τοὺς εἰδικούς». Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἴσως σοβαρὸν ν’ ἀντιταχθῇ ὅτι, προκειμένου περὶ δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα καθιεροῦνται ὑπὸ Συνταγμάτων, δὲν θὰ ἦτο, λέγω, σπουδαῖον ν’ ἀντιτάσσωνται τοιοῦτοι κανόνες καὶ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων θ’ ἀνετρέποντο, ὄχι διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνατρέπονται διὰ τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν, ἐφ’ ὅσον ἀντίκεινται πρὸς αὐτὰς εἴτε γενικοὶ εἶναι οἱ νόμοι εἴτε εἰδικοὶ. Καὶ δύναμαι νὰ πείσω ὑμᾶς ἐπικαλούμενος πρὸ παντὸς τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Ὑποθέτω ὅτι πείθεσθε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἡ Πρωσσία δὲν ὑστερεῖ ἡμῶν εἰς τὴν γνῶσιν τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν, δὲν ὑστερεῖ ἡμῶν καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ πειθαρχίας στρατιωτικῆς· ὑποθέτω ὅτι πείθεσθε ἀκόμη, ὅτι δὲν ἀγνοοῦσιν ἐν Πρωσσίᾳ καὶ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ τὰς ἀρχὰς περὶ καταργήσεως ἢ μὴ καταργήσεως τῶν εἰδικῶν διατάξεων διὰ τῶν γενικῶν τοιούτων. Καὶ ὅμως ἐκεῖ, ὅπου πολὺ καλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι γνωστὰ ὅσον τουλάχιστον καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐνόμισαν ὅτι θεμελιοῦντες τοιαύτας διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα θὰ ἦτο ἥκιστα σοβαρόν, ἐὰν διὰ τὴν ἰσχὺν προϋπαρχουσῶν ἀντιθέτων διατάξεων ἀντέτασσον τὰς ἑρμηνευτικὰς ἀρχὰς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Ὅτε τὸ Σύνταγμα εἶπεν ἐκεῖ, ὅτι ἕκαστος Πρῶσσος ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθύνηται εἰς τὰς Ἀρχάς, ἐνόμισαν ὅτι ὄχι μόνον ἔδει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια νομοθετική, ἀλλ’ εἰδικὴ συνταγματικὴ πρόνοια. Τούτου ἕνεκεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, αὐτὸ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Πρωσσικοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι τὸ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι ἄρθρον 32 δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐν τῷ στρατεύματι, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι καὶ αἱ περὶ πειθαρχίας διατάξεις δὲν ἀπαγορεύουσι τοῦτο. Θὰ ἦτο ἄρα ἀναγκαῖον παρ’ ἡμῖν ὅπου ἐγένετο μία délégation ἀπὸ μέρους τοῦ Συντάγματος περὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις προσηκόντως καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικούς.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παντοῦ οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ καθορίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται κἄν περὶ τούτου μόνον, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι. Πρόκειται κυρίως περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν Ἀρχῶν πρὸς ἀπάντησιν. Αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα, αὐτὴν ῥυθμίζει τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὴ ἡ πρὸς ἀπάντησιν ὑποχρέωσις ἔπρεπε κατ’ εἰδικὸν τρόπον, κατ’ εἰδικὴν διαδικασίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοὺς στρατιωτικούς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ, ἄλλους δὲ νόμους στρατιωτικοὺς ῥυθμίζοντας τὴν πρὸς ἀπάντησιν ὑποχρέωσιν δὲν ἔχομεν. Τί θὰ γίνῃ λοιπόν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Τίνες ἀναφοραὶ ὑπάγονται εἰς τὸ νομοσχέδιον; Τίνος περιεχομένου; Τὸ νομοσχέδιον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀναφοραὶ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου εἰσὶν αἱ διαλαμβάνουσαι αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐνεργείας ἢ παραλείψεως Ἀρχῆς τινός». Τὸ περιεχόμενον λοιπὸν τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ῥυθμίζονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀναφοραὶ περιέχουσαι αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐνεργείας ἢ παραλείψεως Ἀρχῆς τινός. Ἐὰν ἤδη ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς λειτουργίας τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν καὶ τὴν διαγραφὴν τῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτείνεται ἡ ἐξουσία τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, θ’ ἀνεύρωμεν δύο μεγάλας καὶ κεφαλαιώδεις διακρίσεις. Ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας σφάλλονται εἴτε ἐνεργητικῶς εἴτε παθητικῶς εἴτε πράττουσαι δηλαδὴ εἴτε ἀδρανοῦσαι, αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαί, παραβιάζουσαι ὡρισμένας διατάξεις, ἢ ἐπιβραδύνουσαι τὴν ἐνέργειαν τῶν ἰδίων αὐτῶν καθηκόντων, ἀλλὰ κυρίως παραβιάζουσαι τοὺς κειμένους νόμους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀρχὴν ἡ ὁποία προέβη εἰς πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τοὺς κειμένους νόμους ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτήν, ἀλλὰ δίδεται ἀκόμη ἐξουσία καὶ εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχὰς νὰ μεταρρυθμίσωσιν αὐτὸ τὸ παρὰ τὸν νόμον γενόμενον, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δίδεται καὶ εἰς τὸν πολίτην δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ παρὰ τὸν νόμον γενομένου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐνέργεια τῶν διοικητικῶν ὀργάνων καὶ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ δρῶσαι ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐξουσίας αὐτῶν οὐδένα νόμον παραβιάζουσι καὶ ἐν τούτοις ἐκδίδουσι πράξεις ἐπιβλαβεῖς, πράξεις ἐπιζημίους, μὴ λυσιτελεῖς, μὴ σκοπίμους, πράξεις κατὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ τὸ μὴ νόμιμον, δύναται ὅμως ν’ ἀντιταχθῇ τὸ ἀλυσιτελές, τὸ ἀσύμφορον, τὸ ἐπιζήμιον. Καὶ αἱ πράξεις αὗται, αἱ στρεφόμεναι περὶ τὰ ὅρια τῆς σκοπιμότητος τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, εἶναι αἱ ἀφθονώτεραι, αἱ πλουσιώτεραι, καὶ αἱ πράξεις αὗται εἶναι δεκτικαὶ μεταρρυθμίσεως καὶ ἀνακλήσεως ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξέδοντο ταύτας, ἀλλ’ εἶναι δεκτικαὶ μεταρρυθμίσεως καὶ παρὰ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν. Ἔχει στάδιον ἄρα ὁ πολίτης νὰ προστρέξῃ εἰς τὰς ἐκδούσας τὰς πράξεις Ἀρχὰς καὶ εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν, ἵνα ἐπιζητήσῃ τὴν μεταρρύθμισιν αὐτῶν. Τούτου τεθέντος ἐρωτᾶται: ποῖον εἶναι καὶ ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν ἀναφορῶν αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐν δικαιώματι ὑποβάλλονται παρὰ τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ ἐν δικαιώματι ἀπαιτεῖ ὁ πολίτης ἀπάντησιν παρὰ τῶν Ἀρχῶν; Τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν κάμνει διάκρισιν, οὐδένα θέτει περιορισμόν. Ἄρα πᾶσα ἀναφορὰ προσβάλλουσα εἴτε τὴν νομιμότητα εἴτε τὴν σκοπιμότητα τῆς πράξεως ἢ τῆς παραλείψεως πρέπει νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως. Βεβαίως τοῦτο εἶναι τὸ τέλειον, τοῦτο θ’ ἀπετέλει μίαν Πολιτείαν τελείαν, Πολιτείαν πρὸς τὴν ὁποίαν μόνον οἱ ἠλίθιοι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποβλέψωσι μετ’ ἐπιθυμίας, Πολιτείαν καθ’ ἥν ὁ πολίτης καταγγέλλει πρᾶξιν ἢ παράλειψιν, εἴτε κατὰ παράβασιν νόμου γενομένην εἴτε κατ’ ἀβλεψίαν, καὶ δικαιοῦται πάντοτε νὰ λαμβάνῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν παραπόνων του. Ἐν τούτοις ἀλλαχοῦ, ὅπου ἡ ἀντίληψις τῆς διοικήσεως, ἡ ἔννοια τοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι κατωτέρα τῆς ἰδικῆς μας, δὲν ἐσκέφθησαν οὕτως. Ἐσκέφθησαν βεβαίως ὅτι δύναται ὁ πολίτης ν’ ἀπευθύνῃ ἀναφορὰν ἀναγομένην εἴτε εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς μὴ νομιμότητος εἴτε εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ ἀλυσιτελοῦς, ἀλλ’ οὐδαμοῦ, νομίζω, ἐσκέφθησαν ὅτι δύνανται νὰ ὑποχρεώσωσι τὰς Ἀρχὰς νὰ δώσωσιν ἀπάντησιν εἰς προσφυγὴν βάσιν ἔχουσαν, μεμφομένην, αἰτιωμένην οὐχὶ μόνον τὴν μὴ νομιμότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μὴ σκοπιμότητα τῆς ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς. Καὶ ἵνα μὴ φύγω ἀπὸ τὸ ἔδαφος τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις ἡ ἐπικαλουμένη τὰ Συντάγματα τῆς Σαξωνίας καὶ τῆς Βυρτεμβέργης, παρατηρῶ ὅτι ἐκεῖ ὄχι πλέον οἱ ὀργανικοὶ νόμοι οἱ κληθέντες νὰ παράσχωσι κῦρος εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα περιώρισε τὸ περιεχόμενον ἐκείνων τῶν ἀναφορῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ τύχωσι μιᾶς ἐγγράφου ἀπαντήσεως. Περιώρισε ταύτας εἰς τὰς στρεφομένας κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τοὺς νόμους ἢ εἰς τὰ Διατάγματα, ἢ περιέχουσιν αἰτιάσεις διὰ βραδύτητα, διὰ καθυστέρησιν διοικητικήν, ὡς λέγει τὸ Σύνταγμα τῆς Σαξωνίας. Ἐπίσης σχεδὸν μὲ ὁμοίας φράσεις καὶ λέξεις καθορίζει τὰ περὶ τούτου τὸ Σύνταγμα τῆς Βυρτεμβέργης ἐν ἄρθρῳ 36. Καὶ ἐκεῖ θέλει πράξεις διοικητικὰς ἀντιβαινούσας εἰς τὸν νόμον ἢ εἰς τὰ Διατάγματα ἢ ἐπιβραδύνσεις τῶν Ἀρχῶν. Δὲν ἐλέγχω τὸ νομοσχέδιον διότι ἠκολούθησε μίαν ἀρχὴν μᾶλλον πεπολιτισμένην, ἀπείρως εὐρυτέραν, ἀλλ’ ὑποβάλλω τὰς σκέψεις μου ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ προκαλέσω τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσοχήν, ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοσούτῳ εὐρεῖαν βάσιν, ἀφοῦ ἀλλαχοῦ δὲν ἐπεχείρησαν κἂν νὰ τὸ κάμωσιν.
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλαχοῦ ἐφηρμόσθη καὶ ἄνευ αὐτῶν τῶν διατάξεων.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι ὅταν ἡ Ἀρχὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν κρίνῃ αὐτὴ ἂν καὶ πότε θ’ ἀπαντήσῃ, καὶ ἄλλο νὰ ὑποχρεώσητε τὴν Ἀρχὴν ν’ ἀπαντᾷ πάντοτε ὑποχρεωτικῶς καὶ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ἄλλως τε μοὶ φέρετε μίαν ἀντίρρησιν ἐκ τοῦ πράγματι γινομένου τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἤδη νὰ ἐξελέγξω. Δύναμαι ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς τοῦτο τὸ γινόμενον πάντοτε, ὡς λέγετε, ἄνευ νόμου, τὸ ἐξήρεσαν τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα καὶ ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Πῶς ἐκεῖ ὅπου τὰ περὶ ἀναφορῶν καὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς αὐτὰς ὠργανώθησαν μέχρι τῶν λεπτομερειῶν, καὶ σᾶς ἀνέφερα ἤδη ὡρισμένας νομοθεσίας καὶ τῆς Βυρτεμβέργης καὶ τῆς Σαξωνίας καὶ τῆς Πρωσσίας, πῶς ἐκεῖ ὅπου οὕτως ὠργανώθησαν δὲν ἐκρίθη προσῆκον ν’ ἀπαγγείλωσιν ὑποχρέωσιν εἰς τὰς Ἀρχὰς, ὅπως ἀπαντῶσιν εἰς πᾶσαν παντὸς περιεχομένου ἀναφοράν, ἂν ὄντως εἶχον ὑπ’ ὄψει αὐτῶν, ὅτι τοῦτο γίνεται ἀλλαχοῦ καὶ ἄνευ νομοθετικῆς ὀργανώσεως. Ἀλλὰ προχωρῶ περαιτέρω, διότι τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ ἄλλην ἀντίληψιν καὶ ὑπὸ ἄλλην σειρὰν ἰδεῶν πλάττει μίαν μεγαλοπρεπῆ Πολιτείαν, Πολιτείαν ἰδανικήν, τὴν ὁποίαν πᾶς τις βεβαίως εὔχεται νὰ ἴδῃ δρῶσαν καὶ μόνον ὁ μωρὸς θ’ ἀπέστεργε. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ παράνομος ἢ μὴ σκόπιμος πρᾶξις ἢ παράλειψις τῆς διοικήσεως δίδει εἰς πάντα τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς, ἀναφορᾶς οὐχὶ ἁπλῆς, ἀλλὰ ἀναφορᾶς μετ’ ἀπαντήσεως; Δὲν ἀπαιτεῖται ἆρά γε νὰ ὑπάρχῃ σύνδεσμός τις μεταξὺ τοῦ ἀναφερομένου καὶ τῆς πράξεως ἢ τῆς παραλείψεως; Τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν οὐδὲ περὶ τούτου λέγει. Τὸ νομοσχέδιον συμπεραίνει τις ἐκ τῆς σιωπῆς του ὅτι ὁρμᾶται ἀπὸ γενικωτάτων ἀρχῶν καὶ ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας εἴτε εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, εἴτε ἀνυπόπτως εὑρέθη ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν, ἀντιλήψεων εἰς τὰς ὁποίας τείνει τὸ νεώτατον δημόσιον δίκαιον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, οὐδέποτε ὅμως καὶ πρὸς θεμελίωσιν ὑποχρεώσεως πρὸς ἀπάντησιν. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος πρὸς ἀποσάφησιν τοῦ μέρους τούτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ διάγνωσιν τῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσῃ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς τὰς ἀναφορὰς ὅσον ἀφορᾷ τὸν σύνδεσμον τοῦ ἀναφερομένου πρὸς τὴν πρᾶξιν ἢ τὴν παράλειψιν διακρίνονται τρεῖς κύκλοι ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει ἔδαφος ἴδιον, ἴδιον στάδιον δράσεως, κύκλους τῶν ὁποίων ἡ ἀπόστασις ἀπ’ ἀλλήλων εἶναι τεραστία. Πρέπει ἐν πρώτοις ὁ ἀναφερόμενος καὶ αἰτιώμενος πρᾶξιν ἢ παράλειψιν διοικητικῶν ὀργάνων ἢ διοικητικῆς Ἀρχῆς νὰ ὑποβάλῃ περίπτωσιν καθ’ ἣν προσεβλήθη κεκτημένον αὐτοῦ δικαίωμα δεόμενον ἀνορθώσεως; Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἀναφορὰ ἔχει στάδιον εὐρύ, σπουδαῖον βεβαίως ἀλλὰ περιωρισμένον εἴς τινα ὅρια. Ὁ Α λ. χ. ὑπάλληλος βλέπει καθυστερούμενον τὸν μισθόν του χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, προσεβλήθη κεκτημένον δικαίωμα δύναται προτοῦ λάβῃ ἄλλα μέτρα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν ἢ τὴν προϊσταμένην καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν μισθόν του. Ὁ Β ὑπάλληλος παύεται παρανόμως, δύναται διὰ τῆς αὐτοῦ ὁδοῦ νὰ ζητήσῃ ἀποκατάστασιν τοῦ προσβληθέντος δικαιώματός του. Γίνονται στρατιωτικοὶ προβιβασμοὶ καὶ παραβιάζεται ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δημοσίαν Ἀρχὴν νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ δικαιώματός του πρὶν ἢ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Κατεδαφίζεται παρανόμως ὡς ἑτοιμόρροπος παρὰ τὸ προσῆκον ἡ οἰκοδομή τινος, προσφεύγει εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ ζητεῖ ν’ ἀνορθώσῃ τὸ γενόμενον παρανόμως. Ὑπάρχουσι τόσαι περιστάσεις προσβολῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ἐφ’ ὧν καὶ ἡ ἀναφορὰ καὶ ἡ ἀπάντησις ἔχει στάδιον. Ἀλλὰ πέρα αὐτοῦ ἐκτείνεται ὁ κύκλος τῆς προσβολῆς ὡρισμένων συμφερόντων. Ὁ κύκλος αὐτὸς εἶναι βεβαίως πολὺ εὐρύτερος τοῦ κύκλου τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ἐρωτῶ· θὰ ἐκταθῇ καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ ἔδαφος, εἰς τὸ ἔδαφος τῆς προσβολῆς τῶν συμφερόντων, ἡ ἀναφορά, ἡ μετὰ ὑποχρεωτικῆς ἀπαντήσεως ἀναφορά; Βεβαίως, λέγει τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς σιωπῆς του καὶ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀναγραφῆς οἱουδήποτε περιορισμοῦ, καὶ τοιαύτην τινὰ ἑρμηνείαν ἀκούω τὴν στιγμὴν αὐτὴν καὶ παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἀλλὰ τότε ἐννοεῖτε εἰς ποῖον ὁρίζοντα ἀναγόμεθα, ποῦ ὁδηγοῦμεν τὰς δημοσίας Ἀρχάς; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς ἑτοιμασθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν θὰ χαραχθῶσιν αἱ νέαι ὁδοὶ καὶ οἱ σιδηρόδρομοι εἰς τὰς νέας χώρας, ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἀναφοράς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτόν, τὰς ἀναφοράς, αἱ ὁποῖαι θὰ περιέχωσιν αἰτιάσεις κατὰ τῶν Ἀρχῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἁρμοδιότητος ἐνήργησαν καὶ καθώρισαν τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ἐχάραξαν τὴν ὁδὸν οὕτως ἢ ἄλλως καὶ ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα διαφόρων, συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἄλλως ἤθελον προστατευθῆ, ἂν αἱ ἐνεργήσασαι Ἀρχαὶ δὲν εἶχον ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τοῦ τρόπου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των. Διότι ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα ἕκαστος τοῦ ὁποίου προσβάλλονται τὰ συμφέροντα ἐξ οἱασδήποτε διοικητικῆς πράξεως πλημμελοῦς δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς ὅλην τὴν κλίμακα τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν καὶ ἀπαντήσεως τούτων. Ἄν λ.χ. χωρὶς νὰ παραβιάσῃ οὐδένα νόμον καὶ οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀντὶ νὰ διορίσῃ τὸν Α διώρισε τὸν Β, θὰ δύναται ἄριστα ἐκεῖνος νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διατύπωσιν ἀναφορᾶς καὶ νὰ εἴπῃ· παρεβίασες τὰ συμφέροντά μου, κακῶς ἐξετίμησες τὰς περιστάσεις, καὶ ὁ Ὑπουργὸς θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ διὰ τοῦ τμηματάρχου εἰς πᾶσαν τοιαύτην ἀναφοράν. Καὶ ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ διορίζων δὲν εἶναι μόνον ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ὄργανα τῆς διοικήσεως καὶ οἱ νομάρχαι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν δικαστηρίων καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τόσοι ἄλλοι, θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς διὰ βλάβην οὐχὶ δικαιωμάτων, ἀλλὰ συμφερόντων ἁπλῶς καὶ ἡ ἀξίωσις τῆς ἀπαντήσεως θὰ ἐκταθῇ εἰς ἀπέραντον κύκλον. Καὶ θὰ ἐκπλαγῇ τις ἔτι πλέον, ὅταν παρατηρήσῃ ὅτι ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχομεν κἂν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὔτε τοιοῦτον περιορισμόν, τουτέστι περιορισμὸν τῶν μετ’ ἀπαντήσεως ἀναφορῶν εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς προσβάλλονται ἐκ πράξεων ἢ παραλείψεων τῆς διοικήσεως, τὰ συμφέροντα τουλάχιστον τοῦ ἀναφερομένου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχομεν ἁπλούστατα τηρητέους τούτους τοὺς ὅρους· πρᾶξιν ἢ παράλειψιν τῆς κατωτέρας Ἀρχῆς τινος. Ἄρα πρᾶξις ἢ παράλειψις τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία φέρει ἐπιβλαβῆ ἐπιρροὴν καὶ εἰς γενικώτερα ἁπλῶς συμφέροντα, δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἀναφορὰν τοιαύτην, ὑποχρεοῦσαν τὴν Ἀρχὴν εἰς ἐνέργειαν καὶ εἰς ἀπάντησιν. Ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο μία ἀστυνομικὴ λ. χ. διάταξις, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἴσως δι’ οἱονδήποτε λόγον πλημμελὴς καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα, δύναται νὰ δώσῃ ἔδαφος εἰς ἀναφορὰς ἐκ μέρους ὅλων τῶν πολιτῶν, ἀπὸ ὅλους τοὺς κατοίκους φέρ’ εἰπεῖν τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν, εἰς ἀναφορὰς ἀξιούσας μεταβολὴν τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως καὶ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην! Αὕτη εἶναι ἡ ἰδεώδης Πολιτεία, τὴν ὁποίαν πλάττει τὸ νομοσχέδιον, ἡ Πολιτεία κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος πολίτης δικαιοῦται νὰ μέμφηται πάσας ἐν γένει τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, ἀπευθυνόμενος εἴτε πρὸς αὐτὰς ταύτας εἴτε πρὸς τὰς προϊσταμένας, νὰ ζητῇ ἐπανόρθωσιν καὶ νὰ ἀναμένῃ εἰς τὸν οἶκον αὑτοῦ τὴν ἔγγραφον ἀπάντησιν τῆς Ἀρχῆς ἂν εἰσηκούσθησαν ἢ ὄχι τὰ παράπονα αὐτοῦ. Τίς θὰ ἠδύνατο, Κύριοι, κατὰ θεωρίαν, τίς θὰ εἶχε τὴν τόλμην καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποκρούσῃ τὴν τοιαύτην πολιτειακὴν μέριμναν, τὴν τοιαύτην ἐπίβλεψιν τοῦ δημοσίου δικαίου; Ἀλλ’ ἡ θεωρία δυστυχῶς ἀφίσταται πλειστάκις ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ὅστις δὲν θέλει νὰ πλάττῃ ἰδεώδη Πολιτείαν, τὴν Πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος, ἢ τὴν Οὐτοπίαν τοῦ Θωμᾶ Μώρου, ἢ τὴν Ἠλιούπολιν τοῦ Καμπανέλα, πρέπει νὰ ἐρευνᾷ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν τὰ κατ’ ἀρχὴν καὶ θεωρίαν ὀρθὰ πρακτικῶς νὰ ἐφαρμόζωνται; Πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν τὸ δικαίωμα παντός, τὸ ἀπόλυτον, τοῦ ἀναφέρεσθαι, πρέπει ἑκάστοτε νὰ δορυφορῆται ὄχι μόνον ἀπὸ ὑποχρέωσιν τῆς Ἀρχῆς πρὸς ἐνέργειαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὑποχρέωσιν αὐτῆς πρὸς λογοδοσίαν ἄμεσον καὶ ἔγγραφον πρὸς αὐτὸν τὸν ἀναφερόμενον. Πρέπει νὰ ἴδωμεν μήπως τὸ δημόσιον δίκαιον, μήπως τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐθεράπευσε καὶ ἄλλως τὴν ἀνάγκην ταύτην· νὰ ἴδωμεν μήπως καθιέρου τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διοικήσεως πρὸς ἔμμεσον ἀπάντησιν καὶ ἔμμεσον λογοδοσίαν εἰς ἄλλην αἴθουσαν καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐδῶ καὶ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν μήπως ἐξαντλεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου ἐμμέσως οὕτω, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, μήπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξαντλεῖται ἔν τινι μέτρῳ ἡ ὑποχρέωσις τῶν δημοσίων Ἀρχῶν πρὸς λογοδοσίαν καὶ ἀπολογίαν εἰς ἕκαστον ἀτομικῶς καὶ εἰς ἑκάστην δεδομένην περίπτωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνωμεν συμφώνως πρὸς τὴν γενικὴν ταύτην παρατήρησιν, ποῖον εἶναι τὸ ὅριον, ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἀνακύπτον τὸ δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου πολίτου, πρὸς ἔλεγχον καὶ ἀπάντησιν, συμπορευόμενον καὶ συμπολιτευόμενον πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τὸ ἐκτεινόμενον εἰς προστασίαν καὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων ἑκάστου πολίτου, καὶ τῶν γενικῶν τῆς Πολιτείας συμφερόντων. Ἀνάγκη νὰ κρίνωμεν ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἀπὸ τοῦ ὁποίου παρὰ τὴν τοιαύτην ἀποστολὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἄρχεται λειτουργοῦν παραλλήλως καὶ τὸ ἀτομικὸν δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου, ὅπως ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀρχὴν προσφεύγῃ, νὰ ὑποβάλλῃ τὰ παράπονα καὶ τὰς αἰτιάσεις αὐτοῦ, νὰ θέτῃ εἰς κίνησιν τὴν διοικητικὴν μηχανὴν πρὸς ἐνέργειαν, νὰ θέτῃ εἰς κίνησιν αὐτὴν καὶ πρὸς ἄμεσον ἀπάντησιν πρὸς αὐτὸν τοῦτον. Ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον τοῦτο, ποῖον τὸ ὅριον τοῦτο; Ἐκ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, κατέστησα δῆλον ποῖαι ἀντιλήψεις κρατοῦσιν ἀλλαχοῦ περὶ τοῦ ὁρίου ἐκείνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου λειτουργοῦσι συμπολιτευόμενα δύο δικαιώματα, τοῦ πολίτου αὐτοῦ, ἀτομικῶς δρῶντος, καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Οὐδὲν γνωρίζω Σύνταγμα, οὐδεμίαν γνωρίζω νομοθεσίαν ἀποπειραθεῖσαν νὰ καθιερώσῃ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀπετόλμησε νὰ σχεδιάσῃ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ προχωρῶ περαιτέρω καὶ ἐρωτῶ· πρὸς τίνας θὰ ἀπευθύνηται ἡ ἀναφορά; Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι πρὸς αὐτὴν τὴν ἀδικήσασαν Ἀρχήν, ἀλλ’ ἀκόμη ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν. Ἐὰν ἐφαρμόσητε τοῦτο, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς ἑκάστην πρᾶξιν ἢ παράλειψιν δύνανται ἐκεῖναι, πρὸς ἃς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ ὁ ἀναφερόμενος, θὰ εἶναι πολλάκις δύο, ἐνίοτε τρεῖς ἢ καὶ τέσσαρες ἢ καὶ πέντε! Καὶ διὰ νὰ ἔλθω ἤδη εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐννοῶ κατὰ τὸ διοικητικὸν αὐτοῦ μέρος, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι τὸ παράπονον λ. χ. τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἀνακρίσεως ἀπὸ μέρους ἑνὸς πταισματοδίκου θὰ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς τὸν παραπονούμενον ν’ ἀπευθύνῃ ἀναφορὰν εἴτε πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν πταισματοδίκην, εἴτε πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, εἴτε πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, εἴτε πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε πρὸς αὐτὸν τὸν Ὑπουργόν. Ὅλοι οὗτοι, ἕκαστος τὸ καθ’ ἑαυτόν, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσωσι καὶ ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν ἀναφερόμενον· θὰ εἶναι δὲ ἀνάγκη ἀκόμη νὰ γίνῃ συνεννόησις καὶ ἀλληλογραφία μεταξύ των, διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις παρ’ ἑκάστου αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη συνέπεια εἶναι ἀναπόφευκτος, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον οὐδένα φραγμὸν τίθησιν εἰς τὴν τοιαύτην προσφυγήν. Καὶ ὅμως, τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ, Κύριοι; Ἀλλαχοῦ ἐλήφθη εἴτε συνταγματικὴ εἴτε νομοθετικὴ πρόνοια καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο ἀκόμη τὸ κεφάλαιον. Αὐτὰ τὰ συντάγματα τῆς Σαξωνίας καὶ τῆς Βυρτεμβέργης, αὐτοὶ οἱ νόμοι τῆς Πρωσσίας προεῖδον καὶ ἐκανόνισαν τοῦτο καὶ εἶπον ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἐπιδίδεται ἱεραρχικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην Ἀρχήν, οὐχὶ εἰς τὴν ἀδικήσασαν Ἀρχήν, οὔτε κατ’ ἐκλογὴν τοῦ ἀναφερομένου εἰς πᾶσαν προϊσταμένην, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην· ἐρρύθμισαν δὲ νομοθετικῶς δι’ ὡρισμένων διατάξεων, τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται ὁ ἀναφερόμενος νὰ καταλείπῃ μίαν προϊσταμένην Ἀρχὴν καὶ προσφύγῃ εἰς τὴν ἄλλην· ὡς ἐπίσης νομοθετικῶς ἐρρύθμισαν τὰς περιπτώσεις τῆς παραβάσεως ἢ τῆς ὑποτροπῆς, καὶ ἀρχικῶς μὲν ἐπέβαλον τὴν ἐπιστροφὴν ἀνενεργήτου τῆς ἀναφορᾶς, ἐν ὑποτροπῇ δὲ ἀπήγγειλαν καὶ ποινάς, ὡς λ. χ. ἡ Πρωσσικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως ἀνιαρὸν καὶ χρόνου μακροῦ ἀναλωτικόν, ἐὰν ἤθελον νὰ ἐπιμείνω, Κύριοι, περισσότερον. Διότι ὑπάρχει πληθὺς καὶ ἄλλων ὁρισμῶν, πληθὺς καὶ ἄλλων προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ προσήκουσα ὀργάνωσις τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναφορᾶς καὶ τῆς ἀπαντήσεως χωρὶς νὰ παρακωλύσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων Ἀρχῶν. Ἀλλαχοῦ λ. χ. εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἅπαξ ἀναφορὰν καὶ ἔτυχεν ἀπαντήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ἐν τούτοις ὅτι μεταγενεστέρως δύναται μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου ἄνευ νεωτέρων εἰδικῶν λόγων νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἄλλην ἀναφορὰν ἀπαγγέλλουσι καὶ ποινὰς ὑπὸ ὡρισμένας περιστάσεις, ὅπως ἐμποδίσωσι τὰς παραλόγους ὑπερβασίας καὶ καταστήσωσι δυνατὴν τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ διὰ νὰ τερματίσω τὰς παρατηρήσεις μου θὰ ἠρώτων ἀκόμη· κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνωσιν αὐταὶ αἱ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάλλωσιν ὑποχρεώσεις εἰς τὰς Ἀρχὰς καὶ ὑποχρεώσεις τοσοῦτον σημαντικάς, παρὰ τῶν ἀγραμμάτων; Θ’ ἀκολουθήσωμεν ἆρά γε τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν καὶ ἐν τούτῳ; Θ’ ἀκολουθήσωμεν τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας περὶ ἀντιπροσωπείας, καὶ θὰ εἶναι ἀνάγκη ὁ χωρικὸς Α, διὰ νὰ ὑποβάλῃ μίαν ἀναφορὰν νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ διορίσῃ οἱονδήποτε πρόσωπον, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφοράν του; Ἀλλαχοῦ πάντα ταῦτα προεῖδεν ἡ νομοθεσία, μετεῤῥύθμισε τὰς γενικὰς διατάξεις, καθιέρωσεν ἄλλας τοιαύτας, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς πάντα συγγενῆ, εἰς πάντα φίλον νὰ ὑπογράφῃ ἀναφορὰν ἀντὶ τοῦ ἀγραμμάτου. Περιορίζομαι εἰς ταύτας, Κύριοι, τὰς παρατηρήσεις, ἀλλ’ ὅμως εἰς τοῦτο γενόμενος τοῦ λόγου νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ καταλίπω ἀμνημόνευτον μίαν ἡμεδαπὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν σχετικήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ 80 περίπου ἐτῶν εἶχε προέλθει ὁ πρῶτος ἡμῶν Βασιλεύς, ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὁ ὁποῖος ἐρρύθμισε, κατά τινα τρόπον πρωτογενῆ βεβαίως καὶ συνήθη πρὸς τὰ ὁμήλικα διοικητικὰ νομοθετήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ δικαίωμα τοῦ ὑποβάλλειν ἀναφορὰς οὐχὶ μετὰ δικαιώματος πρὸς ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς διδούσας ἀφορμὴν εἰς τὰς Ἀρχὰς πρὸς ἐνέργειαν. Ὁ ἀείμνηστος Ὄθων ἔπραξε τοῦτο ἐπιθυμῶν νὰ καταστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ἐνεργὸν καί, ὅπως λέγει, «διὰ νὰ δώσῃ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ θεραπεύωσιν οἱ πολῖται, οἱ ὑπήκοοί του πάντοτε ὀγλήγορα τὰς τυχὸν δικαίας προσκλαύσεις των καὶ παράπονα, διὰ νὰ ἐνεργῆται προσέτι ἀπροσβλήτως ἡ ἔννομος ἁρμοδιότης τῶν συσταθεισῶν δημοσίων Ἀρχῶν, καὶ διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἐντελὴς τάξις εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους». Εἶναι ἐντελῶς πρωτόγονον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἐντελῶς σχεδὸν ἄγνωστον. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ περιέχει διατάξεις πολλάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν χρήσιμοι καὶ εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, πρὸς μελέτην. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς καὶ πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλημμελὲς κατὰ τὴν ἀρχὴν μόνον καὶ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν σύνθεσιν καὶ τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἠμαρτημένον καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς ὑπογραφῆς του. Τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης...
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ τούτου· μὴ βιάζεσθε, παρακαλῶ. Ὑποβάλλει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός του. Εἶναι τόσον τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἁρμοδιότητος, ὅσον καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὁμιλοῦντος κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον εἶναι καὶ τῆς ἁρμοδιότητος ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἐὰν διάκρισίς τις μεταξὺ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἐνδεδειγμένον θὰ ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς μέτρον καθαρῶς διοικητικῆς φύσεως, διότι ἡ ἀναφορὰ εἶναι μέτρον καθαρῶς διοικητικῆς φύσεως. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε, καὶ προέλαβε νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· τίνα σημασίαν ἔχει τὸ πρᾶγμα; Ἂν τὸ ὑπέβαλεν ὡς Βουλευτής, βεβαίως σημασίαν δὲν θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, διότι ὡς Βουλευτὴς δύναταί τις νὰ ὑποβάλῃ πάσης φύσεως νομοσχέδια, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐξαιρεῖ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀντιπροσωπεύων ἐν τῇ προτάσει τῶν νόμων τὸν Βασιλέα δὲν εἶχε ἁρμοδιότητα καὶ δὲν ὑπέβαλεν ἐγκύρως ὡς τοιοῦτος τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ περίεργον δὲ τρόπον, ὡς Ὑπουργὸς μόνον τὸ ὑπογράφει, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς Βουλευτής, ὅπως ὑπεβλήθησαν ὅλα τὰ ἄλλα.
§164Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ τὸ πρωτότυπον.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πρᾶγμα δύναται ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἐξοικονομηθῇ, εἴτε ἐκ τῆς μὴ ἠμαρτημένης ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοτύπου, ὡς διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργός, εἴτε ἐκ τῆς μὴ ἀναφερομένης μέν, πράγματι ὅμως συνυπαρχούσης παρ’ αὐτῷ βουλευτικῆς ἰδιότητος, ὑπάρχει ἄλλο τι ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι πλέον, χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν φαιδρότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θ’ ἀποφασίσητε νὰ περιβάλητε τοῦτο διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ τολμήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν πρὸς τὸν Βασιλέα τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν ἀκυρότητα ἀθεράπευτον τοῦ νόμου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ κύρωσις θὰ εἶναι πρᾶξις τοῦ Βασιλέως μὴ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ συνεπῶς ἄκυρος κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ἐλπίζω ἐν τούτοις ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι οὔτε ὁ χρόνος εἶναι ὁ προσήκων, οὔτε οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι οἱ προσήκοντες, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον καὶ φρόνιμον ν’ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ διὰ τὸν ἁρμόδιον χρόνον, ἢ τοὐλάχιστον πρὸς νέαν αὐτοῦ κατάρτισιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμένει, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ὑπερψηφίσω αὐτοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, πλάττει μίαν Πολιτείαν ἀνωτέραν, πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐφαντάσθησαν ἀλλαχοῦ ὡς δυνατήν, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐπιψηφισθῇ ὡς ἔχει σημαίνει ὅτι αὕτη ἔχει καὶ τὰ μέσα καὶ τὴν θέλησιν, καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀνησυχίαι αἱ ἐκδηλωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας θὰ δημιουργήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄξιαι προσοχῆς. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι πᾶσα πρόοδος φέρει μεγάλας δυσχερείας· τὴν πρωΐαν μάλιστα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνομιλήσω μετὰ δεκάδος φίλων Βουλευτῶν δι’ ὑποθέσεις καὶ ἔκαμα εἰς αὐτοὺς φιλοστοργικὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναί τι κοπιαστικόν. Ὡς ἡ πρόοδος αὐτὴ ἀπαιτεῖ κόπους μεγαλειτέρους ἀπὸ τὴν ὀπισθοδρόμησιν, οὕτω καὶ ἡ ἐλευθερία ἀπαιτεῖ κόπους ὥστε νὰ μὴ εἶναί τις δοῦλος ἑνὸς δεσπότου καὶ ν’ ἀνέχηται νὰ τὸν κυβερνᾷ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀναγνωρίζει ὑποβολὴν παραπόνων καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς ἀπάντησιν εἰς πάντα πολίτην, καὶ οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ὅπως, ὑποβαλλομένων τροποποιήσεων σχετικῶν, ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ κατηγορηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προσάγει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ εὐρυτέραν μορφήν, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἀντιλήψεις αἱ πολιτικαὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶχον εὐρύτερον τύπον καὶ εὐρυτέραν μορφήν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ἄν τις ἐπρότεινεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τροποποιήσεις διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρημποδίζετο ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ διὰ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος δὲν ὑποστηρίζει κεκτημένα δικαιώματα, οὔτε ἴδια συμφέροντα, ἀλλὰ προσέρχεται ὡς πολίτης, ὡς ἐὰν ὑπεβάλλοντο τροποποιήσεις ὅπως μὴ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἂν μὴ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις πρὸς ἀπάντησιν, θὰ προυτίμων τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου διὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸ χαρτόσημον εἰς πεντήκοντα λεπτά, ν’ αὐξήσωμεν δὲ τὸ χαρτόσημον εἰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἤθελε νὰ παρίσταται ὡς πολιτικὸν πρόσωπον ζητοῦν νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ὁρίζοντες χαρτόσημον 5 δρ. ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρέστησε πρὸς ὑμᾶς τὴν εἰκόνα τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἐκ τοῦ ἀπείρου πλήθους τῶν ἀναφορῶν. Μάλιστα θὰ εἶναι ἀναφοραὶ πολλαί, δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος, ὥστε νὰ κλείσωμεν τὴν θύραν τὴν ὁποίαν ἠνοίξαμεν εὐρυτέραν. Θὰ παραστῇ ἀνάγκη αὐξήσεως προσωπικοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἀντιμετωπίσωμεν, δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος ὅπως μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου λόγῳ τῆς δαπάνης. Ὁ κ. συνάδελφος ἐφοβήθη ἄλλο τι καὶ εἰς αὐτὸ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἡμῶν μήπως ἀνατρέψωμεν τοὺς ὅρους τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Γνωρίζομεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναφέρηται τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἤδη δὲ προϋπόθεσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι ὅτι τηροῦσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ ἀναφερθῶσι στρατιωτικῶς κατ’ ἄλλον τρόπον, θὰ περιπλακῶσι καὶ θὰ τιμωρηθῶσιν.
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως ἀπόψε οἱ ἔφεδροι.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ὅπως ἀπόψε οἱ ἔφεδροι. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑποβληθῇ πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν εὐχαριστῶ πολύ. Φέρει τὸ νομοσχέδιον τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν Ὑπουργῶν, ἠδύνατο δὲ νὰ τὸ ὑπογράφῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§170Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τὰ παράπονα. Πρέπει ἄρα νὰ γίνῃ ἄλλη αἴτησις, ὅταν δὲν γίνῃ ἐνέργεια, διὰ τῆς ὁποίας ὁ αἰτῶν νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς ἀδρανείας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ τοῦτο, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι γενικώτατον. Πᾶς ὑπάλληλος δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀναφορὰν διὰ νομιμωτάτην πρᾶξιν καὶ ν’ ἀποστέλλῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα μόνον φόβον ἔχων ὅτι κατόπιν θὰ ἐπιδίδηται ἀναφορὰ εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν.
§171Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναφορά, ὄχι οἱαδήποτε αἴτησις. Ὅταν λέγωμεν ἀναφορὰν, ἐννοοῦμεν οὐχὶ τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν. Περὶ τούτου ὑπάρχει δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως.
§172Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα π. χ. ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τρία πιστοποιητικὰ δι’ ἀναφορῶν ἐπὶ χαρτοσήμου, καὶ δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Δυνάμει τοῦ νόμου τούτου πρέπει νὰ κάμω νέαν ἀναφορὰν παραπονούμενος.
§173Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν θὰ παραπονεθῆτε.
§174Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πᾶσα ἀρχὴ λαμβάνουσα ἀναφορὰν ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ταύτην.
§175Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὅταν εἶναι ἀνάγκη.
§176Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι.
§177Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ παραπονεθῆτε ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν σᾶς δώσωσι πληροφορίας.
§178Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Συνηθέστατα αἱ ἀναφοραὶ ἀποστέλλονται εἰς τὸ Ἀρχεῖον. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν παράλειψιν πρέπει νὰ διορθώσωμεν διὰ νέας ἀναφορᾶς;
§179Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§180Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἀπὸ δύο μηνῶν ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τρία πιστοποιητικὰ καὶ δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, πρόκειται δὲ περὶ στρατιωτῶν οἱ ὁποῖοι ἀπεβίωσαν.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγνωρίζετε ὅτι ἀπεβίωσαν, τί θέλετε τὰ πιστοποιητικά;
§182Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ναί, ἀλλὰ θέλω νὰ βεβαιωθῶ ἐπισήμως, ὥστε τὸ μόνον μέσον ὅπερ ἔχω εἶναι νὰ κάμω μίαν νέαν ἀναφορὰν καί γνωρίζετε τί σημαίνει τοῦτο; Τὸ ἑξῆς: Ἵνα δοθῇ μία ἀναφορὰ χρειάζονται ὀκτὼ ἡμέραι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, καὶ ἄλλαι ὀκτὼ διὰ νὰ σκεφθῇ ὁ τμηματάρχης. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον τότε, ὅπως ἐκβιασθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος;
§183Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῇ δικαιολογητικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει εἰς τὸν ὅρον ἀναφορὰ ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν αἰτήσεως ἢ παραπόνου, καὶ λέγει ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν τὸ νομοσχέδιον καθιερώνει τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ἀρχῶν νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ὑποβαλλομένας εἰς αὐτὰς ἀναφοράς. Ἐγὼ τοὐναντίον καὶ ἀπὸ γραμματικῆς ἀπόψεως δὲν εὑρίσκω ὅτι τοιαύτη τις ἔννοια σημαίνει ὁ ὅρος ἀναφορά. Ἀναφορὰ εἶναι αἴτησις ὡς αὕτη νοεῖται καὶ ἔχει καθιερωθῆ καὶ εἰς ἄλλα πολιτεύματα. Ἀναφορὰ εἶναι ἡ pétition, ἥτις ἀντιστοιχεῖ μᾶλλον εἰς τὴν αἴτησιν παρὰ εἰς τὴν ἀναφοράν, ἐὰν δὲ ἤθελον νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος περὶ τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐράνισμα τῆς ἀντιστοίχου διατάξεως τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ὁμοίαν διάταξιν, καὶ οὐχὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Βυρτεμβέργης καὶ Σαξωνίας, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει. Καὶ ἀληθὲς μὲν εἶναι ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ἐξήγησίς τις ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον γνωρίζω καὶ εἶδον πρὸ ὀλίγου εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ψηφοφορία ἐπὶ τῆς δηλώσεως ταύτης δὲν ἐπηκολούθησε παρὰ τῆς Διπλῆς Βουλῆς, ἵνα καθορίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου ἀναφορά, ὡς ἐννοεῖ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς αἰτίασιν δηλαδὴ ἢ παράπονον. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὅρος ἀναφορὰ εἶναι γενικὸς καὶ περιέχει πᾶσαν αἴτησιν παντὸς πολίτου ἀπευθυνομένην εἰς πᾶσαν Ἀρχήν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης συμμερίζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, καὶ λέγω, ὅτι, ὅτε τέλος ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἵνα ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ κειμένη καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, ἐπαναληφθεῖσα δὲ ἐν τῷ Συντάγματι τῷ τελευταίῳ καὶ συμπληρωθεῖσα, ἡ μέχρι τοῦδε νεκρά, λάβῃ ζωὴν καὶ γίνῃ ἐνεργὸς καὶ ἀσφαλίσῃ ἓν δικαίωμα τοῦ δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἀπὸ καταβολῆς αὐτοῦ, ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου κολοβώνομεν τὸ δικαίωμα, λέγοντες, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἡ ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Ἀρχὴν πρέπει νὰ περιέχῃ αἰτίασιν καὶ παράπονον. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, ὅτι εἰς τὸν ὅρον ἀναφορὰ πρέπει νὰ περιληφθῇ πᾶσα αἴτησις πολίτου ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, ἀφοῦ, μὴ ἐπακολουθησάσης ψηφοφορίας ἐν τῇ Διπλῇ Βουλῇ ἐξ ἧς νὰ καθορισθῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἡ ἔννοια ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ὅρον ἀναφορά, δύναται πᾶς τις νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡμῶν περιλαμβάνει πᾶσαν αἴτησιν τοῦ πολίτου.
§184Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ παράλειψις ἀπαντήσεως θὰ γεννήσῃ αἰτίασιν.
§185Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπέβαλε τρεῖς ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ζητῶν πιστοποιητικόν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι αὕτη περίπτωσις, ἥτις χρῄζει ἀπαντήσεως;
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι.
§187Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν κατὰ παράδειγμα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀπειρία περιπτώσεων ὑπάρχει κατὰ τὰς ὁποίας καταφεύγει ὁ πολίτης εἰς τὴν Ἀρχὴν αἰτούμενος, κατὰ τὸ δικαίωμα ὅπερ ἔχει πᾶς πολίτης Ἕλλην νὰ αἰτήσηται, αἴτημά τι τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ περιέχῃ οὔτε παράπονον οὔτε αἰτίασιν. Καὶ οὕτως ἐπὶ παραδείγματι, λέγω, ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ ἀναφορᾶς ὁμάδος πολιτῶν ζητούσης τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν ἢ ἔργων συγκοινωνίας, δυναμένων νὰ ὠφελήσωσι καὶ νὰ προαγάγωσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; Εἶναι αἰτίασις, εἶναι παράπονον κατὰ τῆς Ἀρχῆς ἡ ἀναφορὰ αὕτη; Καὶ ἂν δὲν εἶναι, ὡς δὲν εἶναι πράγματι αἰτίασις ἢ παράπονον, δὲν θὰ δοθῇ ἀπάντησις, διότι δὲν περιέχει αὕτη αἰτίασιν; Ἀλλ’ ἆρά γε τὴν τοιαύτην ἀναφορὰν τὴν θεωρεῖτε ἀναξίαν λόγου, ἀναξίαν προσοχῆς καὶ ἀπαντήσεως; Καὶ διατί; Ὁ πολίτης διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τύχῃ ἀκροάσεως καὶ ἀπαντήσεως, ὡς τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώρισεν; Ἀπειρία δὲ περιπτώσεων ὑπάρχει κατὰ τὰς ὁποίας ὁ πολίτης δύναται νὰ ὑποβάλῃ σκέψεις καὶ αἰτήσεις καὶ εὔλογον εἶναι νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις. Οἱ ἑρμηνευταὶ τῶν Συνταγμάτων καὶ ἰδίως τοῦ Βελγικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη καὶ ἡ διάταξις τοῦ 1864, ἡ συμπληρωθεῖσα ἐν τῷ νεωτέρῳ Συντάγματι, δέχονται ὅτι ἡ λέξις pétition δὲν περιλαμβάνει μόνον τὰς plaintes, τὰ παράπονα ἢ αἰτιάσεις, ἀλλὰ περιλαμβάνει κυρίως τὰς demandes καὶ τὰς opinions, καὶ περὶ τούτων κεῖνται νόμοι ἀπορρέοντες ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος καὶ καθιεροῦντες τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἀρχῆς, ἵνα καὶ εἰς τὰς τοιαύτας αἰτήσεις, τὰς demandes καὶ opinions, πρέπει νὰ τύχωσιν οἱ πολῖται ἀπαντήσεως.
§188Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ· τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος λέγει· «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν κλπ.». Ἄρα πρόκειται περὶ αἰτιάσεων καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπάντησις.
§189Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμμερίζομαι, κ. συνάδελφοι, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο.
§190Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἀναφέρεσθαι τὸ παραπονεῖσθαι.
§191Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δύνασθε ν’ ἀντλήσητε ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς φράσεως ταύτης.
§192Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἰδοὺ διατί, διότι τὸ ἄρθρον 1 ὡς διατυποῦται λέγει τὰς ἐνεργείας ἢ παραλείψεις. Λοιπὸν πῶς θὰ γίνῃ;
§193Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοῇ τὸ Σύνταγμα μόνον τὰς περιπτώσεις αἰτιάσεων ἢ παραπόνων. Βεβαίως περιλαμβάνει καὶ ταύτας, ἀλλὰ κυρίως ἐννοεῖ τὰς αἰτήσεις, τὰς demandes, οἱασδήποτε φύσεως, γενικῶς καὶ ἀπεριορίστως, προπάντων δὲ ταύτας, διότι καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκλείσῃ, ἄνευ ζημίας τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν καὶ ἄνευ μειώσεως τῶν ἀρχῶν τοῦ Δημοσίου Δικαίου, τὰς περιπτώσεις αἰτιάσεων καὶ παραπόνων. Αἱ αἰτιάσεις καὶ τὰ παράπονα, ἐμφαίνουσαι παράνομον ἐνέργειαν ἢ παράλειψιν τῆς Ἀρχῆς, θεραπεύονται καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀποχρώντως, ἄνευ προσφυγῆς εἰς τὴν προϊσταμένην διοικητικὴν Ἀρχήν, διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ἀνορθοῦσαν τὸ δίκαιον Δικαστικὴν Ἀρχήν, ὅτε ἡ μεσολάβησις τῆς Διοικήσεως ἀποβαίνει περιττή, ἐνῷ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ προκειμένου περὶ ἄλλων οἱωνδήποτε αἰτήσεων τῶν πολιτῶν. Συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν περὶ τοῦ ὅτι κατὰ παρερμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος θεσπίζεται ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν ὅτι ἐκ τῆς φράσεως «ἐνέργεια,» τὴν ὁποίαν διαλαμβάνει τὸ Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ συναγάγωμεν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου πᾶσα ἀναφορά. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλα ἐπιχειρήματα πείθοντα ἀδιστάκτως ὅτι περὶ πάσης ἀναφορᾶς ἐνομοθέτει ἡ Διπλῆ Βουλὴ νομοθετοῦσα τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν ἐπεκτείνοντες τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναφορᾶς εἰς τόσον εὐρέα ὅρια ὑπάρχει κίνδυνος νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀδιέξοδον καταστάσεως ἀπὸ ἀπόψεως ἀνεπαρκείας ὑπηρεσιακῆς, ὡς ἐφοβήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ πρῶτος, ὁ διὰ μακρῶν ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου; Μὴ τυχὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἡ ὀργάνωσις ἡ ὑπηρεσιακή, ἣν προτείνει, ἵνα ὑπάρχῃ ἐπάρκεια πρὸς τὰς ἀπαντήσεις; Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κίνδυνός τις τοιοῦτος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος τοιοῦτος νὰ ἴδωμεν αὐξανομένας τὰς ἀναφορὰς ἐκ τῆς καθιερώσεως τοιούτων διατάξεων ἢ καὶ πληρεστέρων τῶν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος ἵνα μὴ νομοθετήσωμεν κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ διασφαλίσωμεν ἓν δικαίωμα συνταγματικὸν τοῦ πολίτου. Ὁπωσδήποτε φρονῶ ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος θὰ παραταθῇ, διότι ἔχομεν δι’ ἐλπίδος ἢ μᾶλλον ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ὀργανωθῆ ἡ ὑπηρεσία, ὥστε νὰ εἶναι ἐπαρκής. Ἤδη μάλιστα ὅτε ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον πολλαπλᾶ θέλει ἀσκήσει καθήκοντα καὶ δικαιώματα ὡς πρὸς τὴν εὔρυθμον ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ὑπηρεσία θέλει λειτουργήσει ὥστε νὰ ἐπαρκῇ νὰ δίδῃ ἀπαντήσεις, ὅπου ἐπιβάλλεται ἡ ἀπάντησις κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Προτοῦ καταλίπω, Κύριοι τὸ βῆμα, ἀφοῦ ἐξέθηκα οἵαν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀναφορᾶς, ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὡς ἐπιχείρημα ἀκαταμάχητον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀνατρέπεται ἡ τάξις ἡ στρατιωτική, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀναιροῦνται οἱ περὶ πειθαρχίας κανόνες καὶ οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως ἐν γένει. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ Συντάγματος, καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 39 αὐτοῦ, καὶ σᾶς εἶπεν· ἰδού, ἐν Πρωσσίᾳ, ὅπου γνωρίζουσι βεβαίως τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, καθ’ ἣν οἱ γενικοὶ νόμοι καὶ ἂν ἀντιτίθενται πρὸς τοὺς εἰδικούς, δὲν ἀνατρέπουσι τούτους, ἰδοὺ ἐν Πρωσσίᾳ καθιεροῦται, καὶ μάλιστα διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ἐπιφύλαξις ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι οὐδὲν ἔχουσι νὰ πάθωσιν ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ἀνέφερε δὲ τὸ ἄρθρον 39, καθ’ ὃ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5,6,29,30 καὶ 32, καὶ εἶναι εἰδικὸν τὸ ἄρθρον 32 διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὸν στρατὸν ἢ ἐφ’ ὅσον οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα περὶ πειθαρχίας δὲν ἀντιτίθενται· ἰδοὺ λοιπόν, λέγει, ἐλήφθη πρόνοια εἰδικὴ ἐν τῷ Πρωσσικῷ Συντάγματι ἵνα μὴ καταλυθῶσι διὰ τῆς ἑτέρας διατάξεως, τῆς ἀναγνωρισάσης τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς πᾶν πρόσωπον, οἱ τοιοῦτοι νόμοι. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος παρεῖδεν οὐσιωδέστατον γεγονός, ὅτι τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Πρωσσικοῦ Συντάγματος τὸ ἀναγνωρίσαν εἰς πάντα Πρῶσσον πολίτην τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, δὲν διετυπώθη ὡς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, καὶ ὅτι ἡ αὐτὴ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Πρωσσικοῦ Συντάγματος περιελήφθη ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ 9 τοῦ ἡμετέρου, διότι τὸ ἄρθρον 32 ἀνεγνώρισεν εἰς πᾶν πρόσωπον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς, προσέθηκε δ’ ὅτι αἱ συλλογικαὶ ἀναφοραὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰμὴ μόνον παρὰ τῶν καθισταμένων καὶ νομίμως ἀνεγνωρισμένων σωματείων. Δὲν ἔκαμεν ὅμως τὸ ἄρθρον 32 τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, οὔτε ἀνέγραψε τὸν περιορισμόν, ὅτι πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιφύλαξις δ’ αὕτη καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Πρωσσικοῦ Συντάγματος περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κίνδυνός τις μὴ ὡς διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παραβλαφθῶσιν οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Ἐπανερχόμενος δὲ ἤδη εἰς τὴν γνώμην, ἥν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὑπεστήριξεν, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ καὶ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εὐδοκήσῃ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πῶς καὶ ἐκ τίνος λόγου, μὴ γενομένης ψηφοφορίας ἐν τῇ διπλῇ Βουλῇ, καθοριζούσης τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καθ’ ὃν αὐτὸς νομίζει τρόπον, ἤντλησεν τὴν γνώμην ὅτι ὁ ὅρος ἀναφορὰ δὲν περιλαμβάνει εἰμὴ μόνον τὰς αἰτήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι περιέχουσιν αἰτιάσεις ἢ παράπονα κατὰ τῆς ἐνεργείας ἢ παραλείψεως τῶν ὑπαλλήλων.
§194Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιορίζει τὴν ἐφαρμογήν, ὡς λέγει.
§195Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντείπω κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κροκιδᾶ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διατυποῦται ὡς ἑξῆς· «Ἀναφοραὶ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου εἰσὶν αἱ διαλαμβάνουσαι αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐνεργείας ... κλπ,
§196Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἔφυγε.
§197Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐγὼ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Βουλήν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύεται’ ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ὡς βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§199Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κροκιδᾶς, ὄχι διότι κατ’ οὐσίαν τὴν ἀντικρούω, ἀλλὰ διότι εἶναι ἐντελῶς περιττή, ἔν τινι δὲ μέτρῳ καὶ ἐπικίνδυνος καὶ ἀνεφάρμοστος. Ὁ κύκλος τῶν ἀναφορῶν δύναται νὰ περιλάβῃ κατ’ ἀντίληψιν ἀνθρωπίνην τὰς κυρίως λεγομένας αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι τὴν πρόκλησιν τῆς ἐνεργείας τῆς ἀρχῆς, ἡ δὲ δευτέρα κατηγορία περιλαμβάνει τὰς ἀναφορὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμπεριέχωσι παράπονον εἴτε πρὸς τὴν ἰδίαν Ἀρχὴν εἴτε πρὸς προϊσταμένην, ὅτι, ἐνῷ ἐζητήθη κάτι τι κατά τινα σχέσιν τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου μεταξὺ πολίτου καὶ Ἀρχῆς, ἡ Ἀρχὴ εἴτε συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως τοῦ πολίτου ἐνήργησέ τι ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, εἴτε ἐπεβράδυνε τὴν ἀπάντησιν καὶ τὴν ἐνέργειάν της ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ὑπέβαλεν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ κρίνῃ τις εἴτε περὶ τῆς παρανόμου ἐνεργείας τῆς Ἀρχῆς εἴτε περὶ τῆς ἐνόχου παραλείψεως αὐτῆς πρὸς ἔγκαιρον ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ πολίτου. Διὰ νὰ καταστήσωμεν τελεσφόρον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι μὲ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, θὰ εἶναι ἀναγκαῖον ὥστε νὰ καθορισθῶσι χρονικῶς τὰ ὅρια τῆς δευτέρας περιπτώσεως, δηλαδὴ τῆς ἐνόχου παραλείψεως καὶ μὴ ἐμπροθέσμου ἐνεργείας τῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, δι’ ἑνὸς χρονικοῦ προσδιορισμοῦ κειμένου ἐν τῷ νόμῳ. Μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι τὸ πρᾶγμα συζητήσιμον. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θὰ ἐλέγομεν ὅτι ἡ Ἀρχὴ ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς αἴτησιν τοῦ πολίτου πρὸς μίαν οἱανδήποτε μὴ παράνομον ἐνέργειαν δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀπορρέει ἐκ τῶν λοιπῶν κειμένων νόμων. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει τὰς προϋποθέσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἀρχή.
§200Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ θέλω καὶ τὴν ἐνέργειαν.
§201Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως: Μὴ τυχὸν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς προβλεπομένους, διότι οὔτε δι’ αὐτοῦ οὔτε διὰ τῶν κειμένων νόμων ἀναγνωρίζονται χρονικῶς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὡρισμένη Ἀρχὴ ὀφείλει ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ πολίτου νὰ προβῇ εἰς ἐκπλήρωσιν ὡρισμένων καθηκόντων καὶ νὰ παραλείψῃ αὐτά, ἵνα ἐντὸς τοῦ χρόνου αὐτοῦ ἀρχίσῃ τὸ στάδιον τῶν παραπόνων διὰ τῶν ἀναφορῶν. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως ἡ τροπολογία σας ἔχει σημασίαν.
§202Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν χρονικὸν διάστημα νὰ ἀπαντήσῃ διὰ τὰ παράπονα.
§203Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς κυρίας ἐνεργείας γεννᾶται τὸ παράπονον.
§204Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τί θὰ συμβῇ; Σᾶς ἐζήτησάν τι καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐκάμετε θὰ ἀναφερθῶσι διὰ δευτέρας ἀναφορᾶς ὅτι δὲν ἐνεργήσατε, καὶ ἡ ἀπάντησις ἐντὸς 20 ἡμερῶν θὰ εἶναι ὅτι ἐζητήσατέ τι παράνομον. Τί βλέπετε τὸ ἔκτροπον καὶ τὸ μὴ λογικόν; Σεῖς ὑποστηρίζετε κατασκευὴν ἀναφορῶν παραπόνων, ἐνῷ ἐγὼ θέλω τὸν ὑπάλληλον νὰ μὴ κρατῇ, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἓν πιστοποιητικὸν ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§205Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Στέλλετε ἀπὸ τὴν πατρίδα σας μίαν ἀναφορὰν καὶ λέγετε’ νὰ μοι στείλητε ἓν πιστοποιητικόν»· θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἀρχὴ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ πολίτου νὰ τὸ θέσῃ ἐντὸς φακέλου καὶ νὰ τὸ στείλῃ ταχυδρομικῶς;
§206Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδεῶδες καὶ ὄχι νὰ μετακίνῃ τις ἐπὶ 15 φορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβῃ τὸ πιστοποιητικόν.
§207Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ἐξηνέχθησαν τόσαι μομφαὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς μὴ στηριζομένου ἐπὶ προϋποθέσεως τελείας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὀργανώσεως, βεβαίως θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Ἀρχὴ θ’ ἀπαντᾷ εἰς πᾶσαν ἀναφορὰν τοῦ πολίτου. Τότε θὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἀνὰ ἓν γραφεῖον παρ’ ἑκάστῃ Ἀρχῇ διὰ ν’ ἀπαντᾷ εἰς τὸν πολίτην καὶ διεξάγῃ τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ τὸν εἰδοποιῇ ὅτι ἐξετελέσθησαν αἱ αἰτήσεις του. Αὐτὸ ὅμως ὑπερβαίνει τὰ ὅρια. Ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως θὰ ἦτο τὸ πρᾶγμα συζητήσιμον. Ἀντὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἂν ἐνόχως παρέλειψε τὴν ἐνέργειάν της ἡ κατωτέρα Ἀρχή, θὰ ἦτο μᾶλλον σκόπιμον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἑκάστην αἴτησιν τοῦ πολίτου, ἡ Ἀρχὴ ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ἐντὸς χρονικῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία θὰ ὡρίζετο ἐν τῷ νόμῳ. Αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον ἐπικίνδυνον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον, διότι δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων ποίαν χρονικὴν διάρκειαν θὰ χρειασθῇ ἡ Ἀρχὴ ἐν δεδομένῃ ὑποθέσει, διὰ νὰ κάμῃ τὴν νόμιμον ἐνέργειάν της καὶ νὰ περιέλθῃ ἡ ἐνέργειά της εἰς γνῶσιν τοῦ πολίτου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καλῶς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν τοῦ ἀναφέρεσθαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ῥυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου, μόνον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν παραπόνων, εἴτε πρὸς τὴν Ἀρχὴν ἧς ἡ ἐνέργεια ἢ παράλειψις προκαλεῖ τὸ παράπονον εἴτε πρὸς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ὑποβαλλομένου παραπόνου νὰ κρίνηται ἂν παρανόμως ἐνήργησεν ἢ ὄχι, ἢ ἂν ἐνόχως ἐπεβράδυνε τὴν ἐνέργειάν της ἡ κατωτέρα Ἀρχή. Λοιπόν, ἂν τάξητε προθεσμίαν εἰς τὴν πρώτην ἐνέργειαν τῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τῆς πρὸς αὐτὴν ὑποβαλλομένης αἰτήσεως τοῦ πολίτου, καὶ ἂν τεθῶσι χρονικὰ ὅρια ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ ἢ εἰς τοὺς καθ’ ἕκαστα νόμους, εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ δυσεφάρμοστον.
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε· οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Κατὰ τὴν κρίσιν μου· τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἶναι ὅτι θὰ δημιουργηθῶσι θέσεις τινές.
§209Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἂν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δώσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ὅλοι ἀναμένομεν, εἶναι ζήτημα ἄλλο.
§210Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν ἐρώτημα ἔχω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἀνωτέρα διοικητικὴ Ἀρχὴ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν κλάδον αὐτόν. Ὑποθέσατε ὅτι πολίτης τις ἀπευθύνεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν παραπονούμενος καθ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου του. Τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀναφορῶν δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς καιρὸν νὰ συντάξῃ, ἀλλὰ θὰ τὴν συντάξωσιν οἱ ὑφιστάμενοι αὐτοῦ, οἱ τμηματάρχαι ἢ οἱ γραμματεῖς.
§211Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ λέγει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον.
§212Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ἡ ἀπάντησις αὐτὴ εἶναι ἀόριστος, ὅπως παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής, ἢ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον τοῦ αἰτοῦντος. Ποῦ ἀλλοῦ θὰ παραπεμφθῇ ὁ ἀναφερόμενος, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον θὰ διαπράξῃ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ; Διὰ τοῦτον τὸν λόγον λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ συσταθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ κατ’ ἔφεσιν τῶν τοιούτων ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν θ’ ἀποφαίνηται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἤδη ὑποθέσατε ὅτι ἔχει ἀναφερθῆ πρὸς ὑμᾶς ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ μιᾶς παραβάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐκδίδει ἕνα φετφᾶν, ὡς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡρμηνεύετο ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος οὕτως, ὥστε ὁ ἀναφερόμενος ἀντὶ νὰ λάβῃ δίκαιον εἰσήγετο εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ὑποθέσατε ὅμως ὅτι ἀπορρίπτεται ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ὡς ἄδικος ἢ παράνομος· ποῦ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ ἐκκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του;
§213Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον λέγει· «ἐπὶ ἀναφορῶν ἀπευθυνομένων πρὸς Ὑπουργοὺς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀπαντήσεως καὶ τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην ὑπέχουσιν οἱ ἁρμόδιοι τμηματάρχαι». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπὸν θὰ ὑποβάλῃ ὁ θεωρῶν ἑαυτὸν ἀδικηθέντα καταγγελίαν πειθαρχικὴν κατὰ τοῦ τμηματάρχου πρὸς τὸν Ὑπουργόν.
§214Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἶναι ὁ καθορισμὸς τῆς ἐννοίας τῆς ἀναφορᾶς ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει γενικῶς ὅτι οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι· ἑπομένως τὸ ἀναφέρεσθαι, ὅπως ὡρίσθη ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν εἶναι τὸ ἀναφέρεσθαι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ ὁρίσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθη ἑρμηνεία τις, ἡ ὁποία καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ Πρακτικά, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος. Οὔτε ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι ὑπὸ τὴν δι’ αὐτῆς ἔννοιαν τίθεται ἡ λέξις ἀναφέρεσθαι ἐν τῷ Συντάγματι καὶ δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν πρέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς κατὰ τὴν γενικὴν καὶ εὐρεῖαν ἔννοιαν ἢ ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τὸ περιορίσωμεν εἰς τὴν ὡρισμένην περίπτωσιν τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προβλεπομένην. Τοῦτο κυρίως ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἐπαρκοῦς ἢ μὴ τῆς ὑπηρεσίας, διότι βεβαίως θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺ μεγάλη ὑπηρεσία, ἂν τεθῇ ὡς ὑποχρέωσις τῶν Ἀρχῶν ν’ ἀπαντῶσιν ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς, τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῇ ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐπαρκὴς ἢ δύναται νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπάντησις ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς, τότε θὰ εἶναι βεβαίως πολὺ προτιμότερον, ἐὰν ἡ διάταξις ἐτίθετο συμφώνως μὲ τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κροκιδᾶς, ἥτις θ’ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς σχετικῆς τοῦ Συντάγματος διατάξεως καὶ θὰ ἤρχετο εἰς πλήρη ταύτης ἐκτέλεσιν. Ὡς ἔχει ἤδη τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν μερικὴν αὐτῆς ἐκτέλεσιν καὶ κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις φέρουσα ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἀποδίδεται περιωρισμένη ἔννοια. Ἡ τοῦ Σαξωνικοῦ Συντάγματος διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του μὲ τὴν σχετικὴν λέξιν Beschwerde καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ γαλλικὸς νόμος μεταφράζει διὰ τοῦ plainte, εἶναι πολὺ διάφορος ἀπὸ τὸ ἀναφέρεσθαι τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος.
§215Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε προφανὴς αἰτία διαστολῆς τινος μεταξὺ τούτων καὶ ἐκείνων τῶν ἀναφορῶν ἢ αἰτιάσεων καὶ παραπόνων κατὰ τῆς ἐνεργείας ἢ παραλείψεως Ἀρχῆς τινος, θὰ ἐνόουν τὴν ὑπὸ ἀντίθετον ἔννοιαν νομοθέτησιν, δηλ. θὰ ἐνόουν νὰ μὴ περιλάβῃ τὸ νομοσχέδιόν σας τὰς ἀναφορὰς αἱ ὁποῖαι περιέχουσιν αἰτιάσεις, νὰ περιλάβῃ δὲ τὰς ἀναφορὰς αἱ ὁποῖαι περιέχουσι μίαν αἴτησιν· διότι ποῖον δικαίωμα παρέχομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας πρὸς τὸν πολίτην τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικῶς νομοθετηθέν; Τῷ παρέχομεν δῶρον ἄδωρον, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι μὲ τὴν ἔννοιαν αἰτιάσεως καὶ παραπόνου εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ὁ Ἕλλην πολίτης ἀλλὰ καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς ἔχει. Ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς ἡμετέρας ἔχει τὸ δικαίωμα προσφυγῆς πᾶς τις εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὰς Ἀρχὰς τὰς κατασταλτικὰς τῶν ἀδικημάτων· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ καταγγείλῃ μίαν παράνομον ἐνέργειαν, καὶ ἐκεῖ βεβαίως θὰ τύχῃ ἀπαντήσεως, διότι θὰ ὁμιλῇ διὰ τοῦ στόματος τοῦ πολίτου αὐτὸ τὸ δίκαιον, αὐτὸς ὁ νόμος. Δὲν ἔχει ἀνάγκην λοιπὸν τότε τῆς προστασίας τῆς ἐκ τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἀνάγκην τῆς προστασίας τοῦ ὑμετέρου νόμου θὰ ἔχῃ ὁ πολίτης, ὅταν πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς διὰ τῆς ὁποίας αἰτεῖται τὴν νόμιμον ἐνέργειαν τῆς Ἀρχῆς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ ὁσάκις ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παραβιασθῶσιν ἢ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματά του. Τότε ἀπαιτεῖται ἡ δυνάμει τοῦ νόμου ἐνέργεια τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο, λέγω, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ διαστολὴ μεταξὺ ἀναφορῶν καὶ ἀναφορῶν, ἡ διαστολὴ αὕτη θὰ ἐγίνετο κατ’ ἀκριβῶς ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἔννοιαν ἐπιβάλλουσαν εἰς τὴν Ἀρχὴν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀπαντᾶν εἰς ἀναφορὰς αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχουσι τοιαύτας αἰτιάσεις καὶ τοιαῦτα παράπονα, ἀλλ’ αἰτοῦνται τὴν νόμιμον αὑτῆς ἐνέργειαν.
§216Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ αἰτήσεις πιστοποιητικῶν λαμβάνουσι τὴν λύσιν τῶν δύο πιστοποιητικῶν τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Κροκιδᾶς· τοὐναντίον νομίζω ὅτι χιλιάδες πιστοποιητικῶν ἐκδίδονται, ἐπὶ ἁπλῇ αἰτήσει, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν ἄνευ δυσκολίας τινός. Ἂν λοιπὸν ἠθέλομεν ἐπιβάλει τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν σεῖς λέγετε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιβαλλομένης τῆς ἀπαντήσεως εἰς πᾶσαν αἴτησιν, θὰ ὑποχρεώσωμεν τὰς Ἀρχὰς ν’ ἀπαντῶσιν ἐπὶ πάσης τοιαύτης ὑποθέσεως, συνοδεύουσαι τὴν παροχὴν τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ διὰ σχετικῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως καὶ οὕτω θὰ ἐδημιουργοῦμεν πολλαπλῆν ἐνέργειαν ἐντελῶς ἄσκοπον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέθετο νὰ προστατεύσῃ τὸ Σύνταγμα εἶναι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἤθελον καθυστερηθῆ τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ κ. Κροκιδᾶ, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ὑποβληθῇ ἀναφορὰ ἐνέχουσα κατηγορίαν κατὰ τῆς Ἀρχῆς ἐπὶ παραλείψει καθήκοντος.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἀναφορᾶς πάλιν.
§218Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα, ἐπὶ τῆς δευτέρας δὲ ταύτης ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι μία ἐπὶ 2000, ἐπ’ αὐτῆς ὀφείλει βεβαίως ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Ἀρχὴ ὅτι τὴν ἔλαβε καὶ ὅτι προέβη εἰς τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν. Νομίζω δ’ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον καὶ ὄχι ἡ ἁπλῆ χορήγησις τοῦ πιστοποιητικοῦ, ἡ ὁποία, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, γίνεται κανονικῶς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ὑποχρεώσεως τῆς Ἀρχῆς πρὸς ἀπάντησιν, καὶ τοῦτο ἤθελε τὸ Σύνταγμα νὰ προστατεύσῃ διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπικλήσεως, προσφυγῆς πρὸς τὴν ἐπικουρίαν Ἀρχῆς τινος. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει κατὰ τοῦτο νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§219Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ φόβος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι μάταιος, διότι νομίζω ὅτι ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νόμιμον ἐνέργειαν ἥτις ἐγένετο, δὲν θέλει καὶ ἀπάντησιν. Αἱ περιπτώσεις εἶναι αἱ ἑξῆς· τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς μὴ ἐνεργείας. Διὰ τὴν ἐνέργειαν ποῖα μέτρα λαμβάνετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Οὐδέν. Λαμβάνετε μέτρα διὰ τὴν μὴ ἐνέργειαν μόνον, δηλ. διὰ τὴν ἀδράνειαν, καὶ ἐπιτρέπετε ν’ ἀναφερθῇ τις πάλιν, καὶ τότε ὑποχρεοῦσθε ν’ ἀπαντήσητε. Αὐτὸ δὲν ἁπλοποιεῖ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὸ περιπλέκει. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ φοβεῖσθε, μήπως ζητήσῃ τις ἀνόητος μετὰ τὴν ἐνέργειαν τὴν νόμιμον, τὴν ὁποίαν θὰ διαπράξητε, ζητήσῃ, λέγω, καὶ ἀπάντησιν, ἠμπορεῖτε ν’ ἀναγράψητε ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς αἰτουμένης πράξεως ἀπαλλάσσει τὸν ὑπάλληλον τῆς ἀπαντήσεως. Αὐτὸ εἶναι εὔκολον. Εἶναι ζήτημα διατυπώσεως. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὀφείλει ἐντὸς ὡρισμένης τινὸς προθεσμίας νὰ ἐνεργῇ τὸ εὔλογον καὶ νόμιμον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ πολίτης. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀναφέρεσθαι, καὶ πολὺ λάθος ἔχετε, ἂν νομίζητε ὅτι ἑρμηνεύομεν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφοντες τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἠκούσατε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος πρὸ ὀλίγου· ἐὰν σᾶς ἀπαντήσωσι τὸ αὐτό, τότε ποῦ θὰ φθάσωμεν; Θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ τὰ περὶ διοικητικῶν δικαστηρίων κλπ., ἐνῷ τὸ ὀρθὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς νόμιμον ἐνέργειαν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Διότι παρουσιάσθη ἐν τῇ πράξει ὅτι ἀναφοραὶ ἀποσταλεῖσαι εἴτε ταχυδρομικῶς εἴτε παραδοθεῖσαι εἰς διαφόρους Ἀρχάς, ἐτέθησαν σχεδὸν πάντοτε εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ζητήσατε ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου σας καὶ θὰ ἴδητε πόσας χιλιάδας θὰ εὕρητε. Λοιπὸν προκειμένου περὶ αἰτήσεως ἀφορώσης νόμιμον ἐνέργειαν πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἢ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν ὑπάλληλον ἡ ὑποχρέωσις ἐνεργείας ἢ καὶ ἀπαντήσεως· ἐν τούτοις, ἐὰν προηγηθῇ ἡ ἐνέργεια, ἡ ἀπάντησις εἶναι περιττή, ἐκτὸς πλέον ἂν θέλῃ νὰ φανῇ ὁ ὑπάλληλος ὅτι εἶναι τέλειος Εὐρωπαῖος.
§220Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀπησχολήθη ἡ Διπλῆ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἦτο ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ τῶν ἐνοχλήσεων τὰς ὁποίας ἔχουσιν εἴτε δι’ ἐπισκέψεων εἴτε δι’ ἀλληλογραφίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη διὰ μακρῶν οὐ μόνον ἐν τῇ Διπλῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἔτι πλειότερον καὶ ἐν τῇ τριακονταπενταμελεῖ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ὅτι θὰ εἶναι ὀρθὸν ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ δίδωσιν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ἀναφερομένους πολίτας πρὶν ἢ φθάσωσιν οὗτοι εἰς τὴν σκέψιν ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωσι παράπονον διὰ παράλειψιν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας. Διότι, ἂν συμβῇ τοῦτο, θὰ σχηματίσωσι τὴν πεποίθησιν οἱ ἅπαξ ἀναφερθέντες ὅτι ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως καὶ ἄλλου τινὸς προσώπου καὶ ἡ δευτέρα ἀναφορά, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸν τύπον τοῦ παραπόνου, θὰ λάβῃ τὴν τύχην τῆς πρώτης. Ἑπομένως ὁ πολίτης δὲν θὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι δύναται ν’ ἀποκτήσῃ δικαίωμα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν μεσολαβήσῃ ἄλλο τι πρόσωπον, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτό, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, εἴτε ἐκ συνηθείας εἴτε καὶ ἐξ ὀρθοῦ λόγου, εἶναι ὁ Βουλευτής. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὸν πολίτην νὰ παραπονεθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἔστω καὶ εἰς τὴν μικρὰν φορολογίαν ἐκ δευτέρου τῶν 50 λεπτῶν, διὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ κάμῃ. Καὶ διατί ἆρά γε μεταξὺ δύο πολιτῶν, ἐξ ὧν ὁ εἷς θὰ ἔχῃ τὴν ἑτοιμότητα καὶ τὴν ἱκανότητα ἴσως νὰ συντάξῃ μίαν ἀναφορὰν παραπόνου, πρέπει νὰ τύχῃ ἱκανοποιήσεως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν τὸν ἠδίκησε, καὶ δὲν πρέπει νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς ἱκανοποιήσεως ἕτερος πολίτης ὁ ὁποῖος περιωρίσθη εἰς τὴν ὑποβολὴν ἁπλῆς μόνον ἀναφορᾶς; Δὲν νομίζω ὅτι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ ἱκανοποιήσῃ παραπονουμένους, ἀλλὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ πολίτας, ἀδιαφόρως ἂν οὗτοι ὑπέθεσαν ὅτι ἡ Πολιτεία ἔπταισεν ἢ δὲν ἔπταισε. Φέρω ἓν παράδειγμα· ἂν ζητήσῃ τις ὑπάλληλος μίαν ἄδειαν, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡ Πολιτεία νὰ μὴ τῷ ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ἐγκρίνεται διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον. Ἐρωτῶ τοὺς κ. συναδέλφους, ποσάκις δὲν ἔλαβον ἀπὸ ὑπαλλήλους τοιαύτας ἐπιστολάς, ἵνα ἐπεμβῶσι καὶ παρακαλέσωσι τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους νὰ δώσωσι μίαν ἀπάντησιν; Καὶ βεβαίως δὲν θὰ εἶχον τὴν ἐνόχλησιν αὐτὴν οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν εἶχον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπάντησιν ὅτι ἡ αἴτησίς των ἐγκρίνεται ἢ δὲν ἐγκρίνεται διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ποῦ εὑρίσκετε αὐτὸ τὸ ὑπερβολικὸν τῆς ἀλληλογραφίας, τὸ ὁποῖον ὑπό τινων ἐτονίσθη τοσοῦτον, καὶ δὴ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, πρώτου ἀγορεύσαντος; Ἐὰν τὰ πρωτόκολλα τῶν Ὑπουργείων ἐπιβαρύνωνται μὲ ἑκατοντάδας χιλιάδων ἐγγράφων, ὧν ἕκαστον ἔχει καὶ μίαν ἐνέργειαν, δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ ἐπιβαρυνθῇ πλειότερον ἡ ὑπηρεσία μὲ τὴν πρόσθετον καὶ τυπικωτάτην ἴσως ἀπάντησιν δι’ ὀλίγων λέξεων, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ φροντίσῃ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ἀπάντησις εἰς τοὺς πολίτας θὰ εἶναι βραχυτάτη καὶ θὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς εἰς ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ νόμου μετὰ δικαιολογίας ὅτι ἡ αἴτησις ἡ ἀρχικῶς ὑποβληθεῖσα καὶ ὄχι ὑπὸ τύπον παραπόνου ἐγένετο δεκτὴ ἢ οὔ. Τότε μόνον οἱ πολῖται θὰ αἰσθανθῶσιν ὅτι ἐπῆλθε διαφορά, ὅτε ἅπαξ λαβόντες ἀνάγκην νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἴτε ἐξυπηρετήθησαν ὑπὸ ὡρισμένης ἀπαντήσεως καὶ ὡρισμένης ἐνεργείας εἴτε διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία δίδει εἰς αὐτοὺς μίαν παρηγορίαν ὅτι δι’ αὐτοὺς τοὺς πολίτας ἀπησχολήθη ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἀκριβῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων των διατηροῦσι καὶ πληρώνουσιν. Ἔχω πληροφορηθῆ ὅτι εὐθὺς ὡς ἐσχημάτισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπαυσε πλέον τὸ παρελθὸν καὶ ὅτι ἐδημιουργήθη μία νέα κατάστασις ἤρχισεν ἐκ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν πλέον ἐνέπνεε τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ν’ ἀπευθύνῃ εἰς αὐτὸν πλῆθος ἐπιστολῶν, καὶ ὅτε ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ ἐνεργειῶν διὰ τὰς ὁποίας ἦτο τελείως ἀναρμόδιος. Γνωρίζω ὅτι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ διότι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε βραδύνει νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Ἂν μόνον αὐτὴ ἡ πεποίθησις ἡ σχηματισθεῖσα, ὅτι ἀρκεῖ μία ἀναφορά, μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀδικουμένους πολίτας, ἔκαμεν αὐτοὺς νὰ σχηματίσωσι τὴν γνώμην ὅτι ἡ Πολιτεία ἤρχισε διαφορετικώτερον νὰ σκέπτηται περὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν ἀτόμων, διατί δὲν θέλετε νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶσα των αἴτησις θὰ τύχῃ ὡρισμένης ἐνεργείας ἢ ὡρισμένης ἀπαντήσεως, ἀλλὰ θὰ περιμένωμεν νὰ παραπονεθῶσιν αὐτοί; Τὸ παράπονον δέ, ὅπως γνωρίζομεν, μὲ τὴν φρασεολογίαν αὐτὴν ἔχει ἀνάγκην συντάξεως μιᾶς ἀναφορᾶς, ἡ δὲ ἀναφορὰ πῶς θὰ συντάσσηται ὑπὸ τῶν περισσοτέρων ἀγραμμάτων, διότι πλεῖστοι Ἕλληνες εἶναι ἀγράμματοι, διότι ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι νὰ γράψωσι τὴν γλῶσσαν εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται ἡ ἀναφορά; Εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωσιν εἰς ἕνα δικηγόρον· γνωρίζετε δὲ ὅλοι ὅτι τὰς περισσοτέρας ἀναφορὰς συντάσσουσι δικηγόροι· ὁμιλῶ ἰδίως περὶ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων καὶ ὄχι περὶ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων. Διατί θέλετε πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ πολίτου τοῦ πτωχοῦ νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτόν, ὅπως ὄχι μόνον ὑποβληθῇ εἰς πληρωμὴν 50 λεπτῶν χαρτοσήμου, ἀλλὰ νὰ ὑποστῇ καὶ πρόσθετον δαπάνην καταφεύγων εἰς κάποιον ἐγγράμματον, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ συντάξῃ τὴν ἀναφοράν, ὥστε νὰ σχηματισθῇ δεσμὸς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου τοῦ σοφοῦ, ὁ ὁποῖος τῷ ἔκαμε τὴν ἐπιστολήν, καὶ ὁ δεσμὸς αὐτὸς ν’ ἀποτελέσῃ ἓν προηγούμενον εἰς τὰς πολιτικὰς σχέσεις τοῦ προσώπου αὐτοῦ; Δὲν ὑποθέτω ὅτι θ’ ἀπασχοληθῶσι πολὺ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε δὲν καταπονοῦνται καὶ τόσον πολύ, καθὼς γνωρίζομεν, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀτόμων, ἂν εἰς τὰς τόσας ἀναφοράς, εἰς τὰ τόσα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὰς κεντρικὰς ὑπηρεσίας, προστεθῶσι καὶ ὀλίγαι ἐπιστολαὶ σύντομοι, ὥστε νὰ μὴ ὑποχρεώσωμεν τοὺς πολίτας μόνον διὰ παράπονον νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§222Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ σκέψις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος ὑπῆρξεν ἡ ἄρσις μέρους τῶν βαρῶν ἀπὸ τοῦ Βουλευτοῦ. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος ἀνεγράφη καὶ διερρυθμίσθη ὡς διερρυθμίσθη, ἀκριβῶς διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Οὐδὲν ἄλλο ἀπέμεινεν εἰς τὸν λαὸν ἢ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε νομίσει ὅτι ἀδικεῖται. Ἐνῷ ὅμως τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀπαντᾶν τὰς νομίμους Ἀρχάς, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ περιορίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τὰς αἰτιάσεις καὶ εἰς τὰ παράπονα. Νομίζω, ὅτι, ἂν αἱ ἀναφοραὶ γενικῶς ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν ἐγίνετο ἡ διαστολὴ εἰς αἰτιάσεις καὶ παράπονα, τοῦτο θὰ ἦτο ἐν ἁρμονίᾳ στενῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 9 καὶ θὰ ἐθεράπευε γενικῶς τὰς λαϊκὰς ἀνάγκας. Δὲν φρονῶ δ’ ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη προσθήκης πολλῶν ὑπαλλήλων, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων, ἂν εἰργάζοντο τὰς κεκανονισμένας ὥρας, ὄχι μόνον θὰ διεξεπεραίουν τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου.
§223Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ προσθέσω. Ὁμιλῶ ὡς διατελέσας ὑπάλληλος ἐπὶ μακρὸν χρόνον· ἡ ψυχολογία ἑκάστου ὑπαλλήλου ὅστις θ’ ἀφήσῃ ἄνευ ἐνεργείας ἑκάστην ἀναφορὰν εἶναι ἡ ἀναβολή. Ἂν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, θὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀναφορὰν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὑπαλλήλων ὅπως ἀπαντήσωσι θὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ ἐνεργῶσι τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ δυσκολευθῇ δὲ ὁ ὑπάλληλος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἀναφερόμενον πρὶν ληφθῇ αἴτησις παραπόνου, ὅτι ἡ ὑπόθεσίς του θὰ ἐνεργηθῇ, ὅταν ληφθῶσι πληροφορίαι κλπ., διότι ἕως ὅτου νὰ συντάξῃ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν δύναται νὰ περατώσῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ ἑπομένως πλῆθος ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐκ τῆς ἀναβλητικότητος, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει πάντα ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ πάντα Ἕλληνα, θὰ λείψῃ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς οἱασδήποτε φύσεως ὁ ὑπάλληλος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ἢ νὰ ἐνεργήσῃ τι ἢ ν’ ἀπαντήσῃ.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§225Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κάμνω μίαν τροπολογίαν· τὰς 20 ἡμέρας κάμνω 30.
§226Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑπὲρ τοῦ πολίτου; Ὡραῖα! Ὑπὲρ τοῦ πολίτου τοῦ παραπονουμένου, ὄχι τοῦ ἀναμένοντος ἐνέργειαν· αὐτὸ εἶναι ἀντίφασις.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§228ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Νομίζω ὅτι μίαν μεγάλην τάξιν τῶν ἀναφορῶν ἀποτελοῦσι καὶ αἱ ἀπευθυνόμεναι εἰς τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει Ἀρχὰς καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπίσης Ἀρχάς, χωρὶς νὰ κάμῃ διάκρισιν ἂν πρόκειται καὶ περὶ δημοτικῶν Ἀρχῶν. Μεγάλως ἤθελε διευκολυνθῆ ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἐν τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀνεγράφετο ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἰσχύουσι καὶ διὰ τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς καὶ πολὺ ἤθελον διευκολυνθῆ οἱ πολῖται, ἂν καὶ αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ὑπήγοντο εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν.
§229Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ. Ἔχομεν ψηφίσει ἤδη τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον λέγει «πᾶς δημόσιος».
§230Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη.
§231Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ παρεμβληθῇ ἐδῶ· πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα μέριμνα.
§232ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δύνασθε ὡς τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προσθέσητε ἕνα στίχον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἀφορῶσι καὶ τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ἀναβάλλεται δὲ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου. Ἀναβάλλεται ἐπίσης ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς νήσου Κρήτης πρὸς τὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους». Ἐπίσης ἡ βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Κρήτης ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους». Ἐπίσης ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς ὀργανώσεως». Ὡσαύτως ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων». Γίνονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ κάτωθι νομοσχέδια· 1) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 2,294,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913». 2) «περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 17,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913»· 3) «περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ἔτος 1913 κατὰ δραχ. 5.000.000». 4) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 150.253.36 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1912»· 5) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου, Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913»· 6) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1913 Β. Διατάγματος περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσωρινῆς καταβολῆς ἐκ δραχμῶν 500.000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ 7) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1913 Β. Διατάγματος περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν στρατὸν πρωτοετῶν καὶ δευτεροετῶν φοιτητῶν τῶν Πανεπιστημίων καὶ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ἐγγραφῶν ἐν αὐτοῖς κατὰ τὸ ἔτος 1912–1913 καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων».
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Σκάσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1913 Β. Διατάγματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης καὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος τοῦ 1892». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φυλακῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατηρτίσθησαν αἱ κάτωθι ἐπιτροπαί· Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τοῦ 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων» ὡρίσθησαν μέλη οἱ κ. Π. Φλέσσας, Π. Λιμπερόπουλος, Σπ. Ντολιόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος καὶ Β. Κυρέλλος· Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναστολῆς καὶ μετατροπῆς τῶν πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιβληθεισῶν ποινῶν, οἱ κ. Π. Ἰατρόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος, Ἀνδρ. Κοκκέβης, Γ. Καντιάνης, Β. Κυρέλλος καὶ Π. Λιμπερόπουλος· Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ τύπου τῶν δωρεῶν ἀκινήτων πρὸς κοινότητας καὶ δήμους ἐν Ἑπτανήσῳ» οἱ κ. Κ. Λομβάρδος, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Ν. Χαριτᾶτος, Ε. Βελλιανίτης, Κ. Σοκόλης καὶ Λ. Κογεβίνας.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ συνεδριάσῃ ἡ Βουλή.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως μὴ συνεδριάσῃ αὔριον, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀναβαλλομένου διὰ τὴν Παρασκευήν;
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ· αὔριον ὥρᾳ 10.30′ π. μ. θέλει τελεσθῆ ἐν τῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως ἐπιμνημόσυνος δέησις ὑπὲρ τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου, εἰς ἣν καλοῦνται ὅπως παραστῶσιν οἱ κ. Βουλευταί. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μεθ’ ὅ, οὐδενὸς ἑτέρου ἀντικειμένου ὑπάρχοντος πρὸς συζήτησιν, ὁ κ. Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ὥρᾳ 8.30′ μ. μ.).