1913.11.18
199 στίχοι · 1.271 λέξεις · 14 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9.
Τῆς 18 Νοεμβρίου 1913
Δευτέρα ὥρα 4 καὶ 45′ μ.μ.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι σήμερον τῇ 10½ τῆς πρωίας τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀναγγείλῃ Αὐτῷ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Τὸ Προεδρεῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὴν ἑξῆς προσφώνησιν: Βασιλεῦ· Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θερμὴν αἰσθάνεται χαράν, διότι λαμβάνει τὴν τιμήν, ἅμα καταρτισθέν, νὰ ἐμφανισθῇ πρὸ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ διαδηλώσῃ τὴν ἀναλλοίωτον πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους πρὸς τὸ Στέμμα. Τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, Μεγαλειότατε, ἐπανηγύρισαν μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους τὴν εὐτυχίαν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ὅτε ἐν ἡμέραις ἐθνικῶν θριάμβων καὶ πανελληνίου ἀγαλλιάσεως εἶδε τὸ φῶς ἡ τρίτη προσφιλὴς Ὑμῶν θυγάτηρ, πρὸς ἣν ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης ἔσχε τὴν εὐτυχεστάτην καὶ βαθέως ἀπηχήσασαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν ἔμπνευσιν νὰ συνδέσῃ δι’ ἀρρήκτου πνευματικῆς ἐπικοινωνίας πάντας τοὺς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν γενναίους ὑπερασπιστὰς τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Βασιλεῦ· Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων μίαν ἔτι φορὰν διὰ τοῦ Προεδρείου αὑτῆς καταθέτει πρὸ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀπεράντου εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους διὰ τὴν προσωπικὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως του κατὰ τοὺς ἐνδόξους ἀγῶνας, οἵτινες ὡδήγησαν αὐτὸ εἰς τὴν νίκην. Ἐπιθυμεῖ δὲ νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὰ μεγάλα παραδείγματα τῆς ὑψηλῆς αὐταπαρνήσεως, ἅπερ ἡ δρᾶσις αὕτη παρέχει πρὸς τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς παράγοντας, δὲν θὰ μείνωσιν ἄνευ συνεχείας καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους αἰσθάνονται εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμπληρώσωσι δι’ ἐργασίας ἀόκνου, μεμελημένης καὶ εἰλικρινοῦς τὴν ἔνδοξον σελίδα τῆς ἐθνικῆς Ἱστορίας, ἣν λαμπρύνουσιν ἤδη τὰ κατορθώματα τοῦ γενναίου ἡμῶν στρατοῦ καὶ ἡ δόξα τοῦ μεγάλου Στρατηλάτου. Εἴθε ὁ Ὕψιστος, Βασιλεῦ, νὰ σκέπῃ ἐσαεὶ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν σεπτὴν ἡμῶν Βασίλισσαν καὶ τὸν βασιλικὸν Οἶκον. Ἡ Α. Μεγαλειότης ἀπήντησεν οὕτω: Κύριε Πρόεδρε· Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὴν ἀγγελίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ εὐχαριστῶ αὐτὸ διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀναλλοιώτου πίστεως καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ Στέμμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ὡς καὶ διὰ τὰς εὐχὰς ὑμῶν ὑπὲρ Ἐμοῦ, τῆς Βασιλίσσης καὶ τοῦ βασιλικοῦ Μου Οἴκου. Εὐχαριστῶ ἐπίσης τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, διότι εἰλικρινῶς συνησθάνθησαν μετὰ τῆς Οἰκογενείας Μου τὴν χαρὰν Ἡμῶν ἐπὶ τῇ γεννήσει τῆς τρίτης θυγατρός Μου ἐν ἡμέραις ἐθνικῶν θριάμβων. Ἡ πνευματικὴ ἐπικοινωνία, ἥτις ἐγεννήθη ἐπὶ τῇ βαπτίσει αὐτῆς μεταξὺ Ἐμοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ Μου τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, συσφίγγει ἔτι πλειότερον τοὺς ἀρρήκτους δεσμούς, οἵτινες Μὲ συνδέουσι πρὸς τὰς πολεμικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Χαίρω ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐτονίσατε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀόκνου, μεμελημένης καὶ εἰλικρινοῦς ἐργασίας πρὸς συμπλήρωσιν καὶ συνέχισιν τῆς ἐνδόξου σελίδος τῆς ἐθνικῆς Ἱστορίας, ἣν συνέγραψε διὰ τῆς γενναιότητός του, καὶ τοῦ τιμίου του αἵματος ὁ στρατός Μου. Ἡ Πατρὶς ηὔξησεν· εἶναι καιρὸς τώρα διὰ τῆς ἐργασίας ἡμῶν ὅλων νὰ ἑδραιωθῇ στερεῶς. Τὰ τέκνα της ἵστανται ἕτοιμα πρὸς πᾶσαν προσπάθειαν, πρὸς πᾶσαν θυσίαν. Εἴμεθα λαὸς ἑνιαῖος, μίαν γλῶσσαν ὁμιλοῦμεν, ἕνα Θεὸν προσκυνοῦμεν, μίαν θέλησιν ἔχομεν, νὰ ζήσωμεν ὡς μεγαλυνθὲν ἔθνος, νὰ τηρήσωμεν ὅ,τι ἐκερδίσαμεν, καὶ θὰ ζήσωμεν καὶ θὰ τὰ τηρήσωμεν. Εἴθε ὁ Ὕψιστος, Κύριοι, νὰ εὐλογήσῃ τὰς ἐργασίας ὑμῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Ἐπίσης γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μοναχοὶ τῆς σκήτης τοῦ Ἁγίου Δημητρίου διὰ πολυσελίδου ἀναφορᾶς των διαμαρτύρονται κατὰ τῶν μοναχῶν Βατοπεδίου, οἵτινες καταλαβόντες παρανόμως τὴν ἐκκλησίαν των δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτοῖς νὰ τελέσωσι τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Δελβίνου διὰ μακροῦ τηλεγραφήματός του, ἀπευθυνομένου καὶ πρὸς τοὺς πρώην Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς, διαμαρτύρεται μεθ’ ὅλης τῆς ἐθνικῆς ἀγανακτήσεως διὰ τὴν μελετωμένην κατ’ αὐτοῦ ἀδικίαν τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καὶ ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν τῶν Πανελλήνων ἀδελφῶν του, ὢν ἀποφασισμένος ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἀδικίας τὴν ἐθελοθυσίαν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πηλίου–Βόλου–Λεχωνίων διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς σιδηροδρομικῆς Ἑταιρείας Θεσσαλίκης ὡς ἐκδιδούσης περισσότερα εἰσιτήρια τοῦ δέοντος. Ὁ ἐκ Καστορίας Ἠλ. Μπουζιώτας, παρακολουθήσας τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ κατόπιν συλληφθεὶς καὶ φυλακισθεὶς ἀδίκως, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν τύχην του. Ὁ κ. Γ. Περάκης, μηχανικός, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον ἵνα ἡ κακόσημος λέξις «Grèce» μὴ γίνηται δεκτή, ὅταν διατυποῦται ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων. Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι: Εἰς τὸν βουλευτὴν Τρικκάλων κ. Γ. Σπυρόπουλον 10 ἡμερῶν· Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σπ. Ἀγγελίδην 10 ἡμερῶν· Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Κ. Χριστοδουλιᾶν 20 ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Οἱ κ. Δ. Χατζηγιάννης καὶ ἕτεροι κύριοι Βουλευταὶ ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργικοῦ συλλόγου Γκερλὶ τοῦ δήμου Ἀρμενίου. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§3Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀπευθύνονται πρὸς Ὑπουργοὺς ἀπουσιάζοντας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἀναβάλλονται διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ἀναβάλλονται διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τῆς ἀπουσίας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ αὗται διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης, καὶ ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Εἶναι ὥριμον καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν προκαλεῖ καὶ οἱανδήποτε ἀντίρρησιν. Λοιπόν: Βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ΓΥΛΒʹ (3432) τῆς 20ῆς Νοεμβρίου 1909 περὶ καταρτισμοῦ στελέχους Ἀξιωματικῶν Ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 «περὶ κυρώσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται ἄνευ ἀντιρρήσεως κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Ὡσαύτως ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχὴν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 18–37 δικαστικὰ νομοσχέδια, παραπεμφθέντα ἤδη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, πλὴν τεσσάρων.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύνανται ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφισθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§7Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύνανται σήμερον νὰ συζητηθῶσι κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μεταξὺ τῆς κατ’ ἀρχὴν καὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὰς λεπτομερείας.
§8ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίων σπουδαιοτάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἔχομεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἔχω συμπαραλάβει ταῦτα μαζί μου καὶ νομίζω ὅτι τακτικὸν εἶναι νὰ μὴ σπεύσωμεν ἀπόψε εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ ν’ ἀναμείνωμεν τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ ὅμως νὰ ταχθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§10Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶμαι εἰσηγητὴς δύο νομοσχεδίων καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ φέρω τὴν ἔκθεσίν μου· διὰ τὰ ἄλλα ὅμως πρέπει νὰ ταχθῇ μακρά πως προθεσμία, διότι πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι ὀγκώδη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μικρᾷ προθεσμίᾳ νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δοθῇ λοιπὸν προθεσμία τριήμερος διὰ πάντα, δι’ ὅσα δὲ λόγῳ τοῦ ὄγκου των δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρκέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ, νὰ παρασχεθῇ κατόπιν νέα προθεσμία. (Ἐρωτηθεῖσα ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ ἀντιρρήσεως νὰ παρασχεθῇ προθεσμία τριήμερος διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἀπὸ τοῦ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀριθμοῦ 18 μέχρι 35 περιλαμβανομένου).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· παραδέχεται τὸ κατεπεῖγον τῶν δύο τελευταίων νομοσχεδίων ὑπ’ ἀριθ. 36 καὶ 37, ἤτοι· αʹ) «περὶ ἀσκήσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ὑποψηφίων δικηγόρων καὶ ἀναβολῆς τῶν ἐξετάσεων» καὶ βʹ) «περὶ ἰσχύος διὰ τὸ ἔτος 1914 τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1913 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν καταλόγου τῶν ἐνόρκων»;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατεπεῖγον τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ ψηφίζονται ταῦτα κατ’ ἀρχήν).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνεδρίασις λύεται, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥρᾳ 4ῃ μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 μ. μ.).