1913.11.11
1.241 στίχοι · 9.171 λέξεις · 91 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4η
τῆς 11 Νοεμβρίου 1913.
Προεδρία Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται ταῦτα καὶ ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου παρακαλοῦσιν, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τύχης των· Οἱ κατάδικοι τῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν Τριπόλεως ζητοῦσιν ἀναστολὴν ποινῆς· Ἡ Ἑλένη χήρα τοῦ ὑπενωμοτάρχου Ξ. Πολίτου ζητεῖ σύνταξιν· Ἐπίστρατοι καὶ ἐθελονταὶ φοιτηταὶ ζητοῦσιν ἀτελῆ ἐγγραφήν· Ὁ παρὰ τῷ τελωνείῳ Χανίων γραμματεὺς αʹ τάξεως Ἰ. Προεστάκης ζητεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐλλείμματος λόγῳ τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀδελφοῦ του ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Μπιζανίου· Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ μαθητευόμενος Ἰω. Σταύρου παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ Συμβουλίου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς παραγκωνίσαντος αὐτόν· Οἱ ἐν Ἀθήναις μεταπράται παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμου ὡς ἐφαρμοζομένου γενικῶς· Ὁ ἐκ Κερκύρας Σπυρ. Σαλβάνης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἐπιλοχίαν τοῦ πεζικοῦ υἱόν του καὶ συνεχίσῃ τὰς ἐξετάσεις του ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων· Ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Δερικόβου Ἀμβρακίας Θεοδόσιος Κωστόπουλος ἀπολέσας ἐν πολέμῳ τοὺς δύο υἱούς του ζητεῖ ἐπίδομα· Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Ἰατρόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ΓΤΜΑʹ τῆς 9 Ἀπριλίου 1909 περὶ λιμενικῶν φόρων Μεσσήνης». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Οἱ βουλευταὶ κ. Ἀλκ. Θανόπουλος καὶ Δ. Χατζηγιάννης συνιστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξεύρεσιν ἁπλουστέρου τρόπου περὶ ἀμέσου πληρωμῆς τῶν ἐπιταχθέντων κτηνῶν καὶ ἁμαξῶν, διότι πᾶσα βραδύτης θέλει ζημιώσει μεγάλως τοὺς γεωργοὺς μὴ δυναμένους ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐλλείψει χρημάτων τ’ ἀροτριῶντα κτήνη καὶ συνεπῶς θὰ παρέλθῃ ὁλόκληρον γεωργικὸν ἔτος ἄγονον, ἀφοῦ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ σπείρωσιν.
§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος εἶναι ἁπλούστατος, τὰ χρήματα ὅμως λείπουν. Διὰ τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν μάλιστα παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καταβάλλεται πᾶσα προσπάθεια, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ πρὸς πληρωμήν.
§4Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ μέτρου αὐτοῦ...
§5ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν προτοῦ παρέλθῃ ὁ μήν, διότι μετ’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει λόγος. Θὰ ἔχῃ γίνει ἡ σπορά.
§6Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνων, λέγω, ἀφορμὴν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ ζητήματος συναφοῦς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐκ τῶν διπλοτύπων, τὰ ὁποῖα εἶδον, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπιτάξεως παρέλαβε παρὰ τῶν χωρικῶν ἕξ ἵππους, τρεῖς ἁμάξας μετὰ τῶν ἀναγκαίων σαγῶν δι’ ἃ τρεῖς ἡμέρας, ἀπὸ τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1912, ἔδωκε δὲ διπλότυπα ἀποδεικνύοντα ὅτι οὗτοι ἔδει νὰ λάβωσιν 24 δραχμάς. Παρῆλθον ἔκτοτε 14 μῆνες καὶ ὅμως οὔτε τὰ ζῷα ἐπεστράφησαν, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τὴν στέρησιν αὐτῶν ἐπὶ τόσον καιρὸν θὰ λάβωσί τι. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ὅπως δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ δικαίαν ἀποζημίωσιν. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι παραπέμπονται ἀπὸ Λαρίσης εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἀθήνας καὶ ἀλλαχοῦ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέτασσεν, ὅπως ἤδη, ὅτε ἔληξεν ἡ ἐπιστράτευσις, ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν κατόχων τοιούτων κτηνῶν καί, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ τοὺς ἐφοδιάσῃ μὲ τὰ ἀναγκαῖα δελτία τῆς ἐπιτάξεως, διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τὸ δίκαιόν των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως τῆς 1)14 Νοεμβρίου 1913».
§8Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἶναι ὀδυνηρὸν εἰς ἐμὲ νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, διότι εἶναι ἡμέρα συγκινήσεως, ἡμέρα ὑποδοχῆς τμήματος τοῦ νικηφόρου στρατοῦ, καὶ ἀκατάλληλος ἑπομένως πρὸς ἐξέτασιν τῶν διπλωματικῶν ζητημάτων τῶν προκυψάντων ἐκ τοῦ πολέμου, ὅτε μάλιστα πρόκειται νὰ ἐλέγξω τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ καιρὸς ἐπείγει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμεῖ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ σύμβασις. Εἶπε πρὸς τούτοις ὅτι ἐπιθυμεῖ εὐρυτάτην συζήτησιν, ἔφερε δὲ καὶ τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων Βουλῶν καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι καὶ ἐκεῖ προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι τοιαύτης σπουδαιότητος συμβάσεις ἡ Βουλὴ εὐρύτατα συζητεῖ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἰς τὰς Βουλὰς ἐκείνας ὑποβάλλονται πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα καὶ πρὸς τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῶν διαπραγματεύσεων. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἰς τὰς ἄλλας Βουλὰς διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους τεύχη περιέχοντα τὰ διπλωματικὰ ταῦτα ἔγγραφα. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ τεῦχος τοῦτο λέγεται Κιτρίνη βίβλος, ἐν Ἀγγλίᾳ Κυανῆ, ἐν Ἰταλίᾳ Πρασίνη καὶ οὕτω καθεξῆς. Διανέμονται λοιπὸν ὅλα τὰ ἔγγραφα εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ἵνα παρακολουθήσωσιν ἐν ἐπιγνώσει ὅλων τῶν ζητημάτων τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως νομίζει τοῦτο περιττόν. Ἀλλ’ οὔτε εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔκαμεν. Ὑπέβαλεν ἁπλῶς αὐτὸ διὰ δύο λέξεων. Ἐνομίσαμεν πάντες ὅτι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει θὰ ὑπῆρχον αἱ ἐκ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμεναι διασαφήσεις αἱ συνοδεύουσαι τὰς ὑποβαλλομένας ἐν τῇ Βουλῇ συνθήκας, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἡ ἔκθεσις λέγει ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη σύμβασις ἀποτελεῖται ἐκ 16 ἄρθρων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς διαφωτίζει, ὅτι τὰ ἄρθρα 1–7 ἀναφέρονται εἰς τὸ δεῖνα θέμα, τὰ ἄρθρα δεῖνα εἰς ἄλλο θέμα καὶ οὕτω καθεξῆς· καὶ εἰς τὸ τέλος λέγει· «τοιαύτης οὔσης ἐν περιλήψει τῆς ὑποβαλλομένης συμβάσεως παρακαλεῖται ἡ Βουλή, ὅπως κυρώσῃ ταύτην». Ἐζητήσαμεν, ὅπως κατατεθῶσιν ἔγγραφα, ἀλλὰ τὰ κατατεθέντα εἶναι ἐντελῶς ἀτελῆ, δὲν περιέχουσιν ὅ,τι ἐζητήσαμεν, βεβαίως δὲ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος δὲν δύναται νὰ προκληθῇ ἐκ τοιούτων ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης, θὰ ἐξετάσω τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα, θ’ ἀναγνώσω αὐτά, ὅπως φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἐξ αὐτῶν. Ἐν πρώτοις κατετέθη ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὰς Πρεσβείας. Ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ περιγράφει τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τῇ 16ῃ Ὀκτωβρίου. Αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς προηγουμένας ἐγκυκλίους, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν κατετέθησαν καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν συνέχειαν τῆς ὅλης διαπραγματεύσεως. Θὰ ἦτο πολύτιμον ἔγγραφον δι’ ἕνα δημοσιογράφον τῇ 17ῃ Ὀκτωβρίου διὰ νὰ γνωρίζῃ τὰ νέα τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ διὰ τὴν ὅλην συζήτησιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν, ἀφοῦ δὲν κατετέθησαν τὰ προηγούμενα, τῶν ὁποίων συνέχεια θεωρεῖται τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Κατετέθη ἕν τηλεγράφημα πρὸς τὸν κύριον Λεβίδην, Γαλλιστὶ συντεταγμένον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς· Πρὸς γνῶσίν σας σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ, ὅπως αἱ διαπραγματεύσεις μετενεχθῶσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλὰ διατί; Δὲν τὸ γνωρίζομεν. Ὑπῆρξε πρότασις τοιαύτη; Ἐζητήθη τοιοῦτό τι; Δὲν ὑπάρχει κατατεθειμένον οὐδὲν σχετικὸν ἔγγραφον πρὸς μεταφορὰν τῶν διαπραγματεύσεων εἰς Κωνσταντινούπολιν. Λέγει πρὸς τούτοις τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα· Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Γκαλὴπ Βέην νὰ μοὶ δείξῃ τὸ πληρεξούσιον, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ βεβαιωθῶ ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τῷ ἔχει δώσει τὴν πληρεξουσιότητα νὰ διαπραγματευθῇ μετ’ ἐμοῦ· καὶ ὅτε μοὶ ἐπέδειξε τὰ διαπιστευτήρια, τότε καὶ μόνον ἠρξάμην τῶν διαπραγματεύσεων. Διατί τηλεγραφεῖται τοῦτο; Ἄγνωστον. Δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ Τουρκία τὰς διαπραγματεύσεις; Δὲν τὸ γνωρίζομεν. Οὐδὲν ἕτερον σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλῳ. Τρίτον τηλεγράφημα· Πληροφορῶ ὑμᾶς ἀπαντῶν εἰς τὸ ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου τηλεγράφημά σας—δὲν ὑπάρχει τηλεγράφημα ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου ἐν τῷ φακέλῳ —ὅτι ἡ ὑποεπιτροπὴ δὲν συνεζήτησεν εἰμὴ μόνον τὰ ζητήματα τῶν μουφτήδων καὶ τῶν βακουφίων·—διατί ἠμφεσβήτησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ; Δὲν γνωρίζομεν— Ἐδήλωσα εἰς τὸν Γκαλὴπ Βέην ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις πρὶν ἢ οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι λάβωσι πλήρεις ὁδηγίας ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων. Ἄλλο τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Λεβίδην· Τὸ Σάββατον ἐπανελήφθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ οἱ Ὀθωμανοὶ ὄχι μόνον ἐπανέλαβον τὰ πρῶτα αἰτήματά των, ἀλλὰ πρὸς μεγάλην ἔκπληξίν μου ὑπέβαλον καὶ νέα αἰτήματα.—Δὲν λέγει ποῖα εἶναι τὰ αἰτήματα—. Ἐνώπιον τοιούτων δυσκολιῶν ὁ κ. Τάκε Ἰωαννέσκο ἀνέλαβε νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα. Ὁ Γκαλὴπ Βέης ἐτηλεγράφησεν ἤδη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην καὶ ἔλαβεν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἀναμένει καὶ ἄλλας ὁδηγίας αἱ ὁποῖαι θὰ τῷ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐξακολούθησιν conclusion negociations.—Αὐτὸ θὰ εἶναι λάθος τῆς ἀντιγραφῆς, διότι αὐτὸ δὲν πιστεύω νὰ σημαίνῃ τίποτε. Ἄλλο τηλεγράφημα· Ἐδῶ ἀναγγέλλεται ὅτι ὑπεγράφη ἡ σύμβασις. Ὑπάρχει ἐπίσης ἓν σχέδιον κομισθὲν ὑπὸ τοῦ Ῥεσὶδ εἰς Κωνσταντινούπολιν. Εἶναι προτάσεις Ἑλληνικαί; Εἶναι προτάσεις Τουρκικαί; Ἄγνωστον.
§9Δ. ΠΑΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἀναφέρει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν ἀρχήν.
§10Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνον δύο ἄρθρα ἦσαν ἐκκρεμῆ. Καὶ τί ἐζήτουν οἱ Ὀθωμανοί; Καὶ τί ἐζήτει ἡ Ἑλλάς; Ἀφοῦ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ λέγεται ὅτι μόνον εἰς δύο ἄρθρα ὑπῆρχε διαφωνία καὶ ἔμειναν σύμφωνοι εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, ποῖα εἶναι τὰ ἄρθρα αὐτὰ καὶ τί ἐζήτουν οἱ Ὀθωμανοὶ καὶ τί ἐζήτει ἡ Ἑλλάς; Ἄγνωστον. Βλέπω σιωπῶν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνόμιζον ὅτι θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις οὕτω, διότι τότε θὰ ἦτο καλὸν ἂν πρὸ τῆς δημοσίας συνεδριάσεως ἐκαλεῖτο ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας διασαφήσεις. Τὸ κείμενον τὸ κομισθὲν ὑπὸ τοῦ Ῥεσὶδ εἰς Κωνσταντινούπολιν περιελάμβανε σχέδιον τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, οἵαν ἠξίου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἀληθὲς εἶναι ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς Πύλης ἐφαίνοντο μὴ ἔχοντες ἀντιρρήσεις παρὰ μόνον ἐπὶ δύο σημείων, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ βακουφικοῦ. Πρέπει ὅμως νὰ σᾶς πληροφορήσω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ ἴσως, ὅτι ἡ Πύλη, ἡ ὁποία παρέχει πάντοτε τὰ διὰ τὰς διαπραγματεύσεις συνθηκῶν ἀναγκαῖα κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον πληρεξούσια, οὐδέποτε ἀληθῶς διορίζει πληρεξουσίους πραγματικούς· πᾶσα συζήτησις ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων της γίνεται adreferendum. Διὰ τοῦτο καὶ πρέσβεις φίλων Δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπικαλούμενοι τοῦτο τὸ γνωστόν, συνίστων, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει ἐνδείξεων τῆς Πύλης αἱ διαπραγματεύσεις γίνωσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπου τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εὐκολώτερον, διότι θὰ ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων ἑκάστοτε θὰ μένωμεν σύμφωνοι θὰ εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ διεξάγοντες ταύτας εἰς Ἀθήνας δὲν θὰ εἴμεθα περὶ αὐτοῦ βέβαιοι. Βεβαίως ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐτερματίσθη ὁ πόλεμος πρὸς τὴν Τουρκίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ νὰ μεταφερθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ἠξίωσε νὰ γίνωσιν ἐν Ἀθήναις. Τὸ σχέδιον τὸ κομισθὲν ὑπὸ τοῦ Ῥεσὶδ Βέη εἰς Κωνσταντινούπολιν περιέχει, ὡς εἶπον, τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης, οἵαν ἠξίου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνα τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡρισμένως οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι εἶπον ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνοι ἦσαν τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας καὶ τὸ βακουφικόν· ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐφαίνοντο σύμφωνοι, ἀλλ’ οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν ἐδέχθησαν οὔτε τἆλλα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφαίνοντο οἱ ἐν Ἀθήναις πληρεξούσιοι ὄντες σύμφωνοι.
§12Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἄλλο ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει; Τί ἐζητήσατε ἀρχικῶς, διὰ νὰ καταλήξητε εἰς αὐτὸ τὸ σχέδιον μὲ τὸν Ῥεσίδ; Ὑπῆρχεν ὡρισμένον σχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου συνεζητεῖτε;
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἰδικόν μας σχέδιον.
§14Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ποῦ εἶναι;
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἐνδιαφέρει καὶ τοῦτο τὸ ἀρχικόν;
§16Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ἔχει μεγάλην σημασίαν νὰ ἴδωμεν τίνας προτάσεις ἔφερεν ὁ Ῥεσὶδ καὶ τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι μᾶλλον ἐνδιαφέρεσθε νὰ ἴδητε ποῦ κατέληξαν καὶ ὄχι πόθεν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις.
§18Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὁ Ῥεσὶδ δὲν ἔφερε κατ’ ἀρχὰς σχέδιον;
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδέποτε ἔφερε σχέδιον· ἐφ’ ὡρισμένων ἄρθρων ἔφερε προτάσεις ὡρισμένας.
§20Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Αἱ προτάσεις αὐταὶ ἀπετέλουν μίαν σύμβασιν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐγένετο ἡ συζήτησις.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐκόμισαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως οἱ Ὀθωμανοὶ εἶναι κατατεθειμένον.
§22Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἶναι κατατεθειμένον τὸ σχέδιον τοῦ Ἄμπρο. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω πρὸ τοῦ Ἄμπρο, ὅτε ἦλθεν ὁ Ῥεσίδ, ἂν παρουσίασε προτάσεις ἐν σχεδίῳ συνθήκης.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συνεννόησις θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ μᾶλλον προσηκόντως εἰς ἰδιαιτέραν συνεδρίασιν, διὰ νὰ εἶναι εὔκολος ἡ συνεννόησις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐξακολουθήσατε, θέσατε τὰ ἐρωτήματά σας καὶ θέλομεν ἀπαντήσει ὅπου πρέπει, διότι ἄλλως μεταβάλλομεν τὴν Βουλὴν εἰς ἀνακριτικὸν γραφεῖον.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία νὰ τὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἂν ὑπῆρχον ἀπορίαι ἐπὶ τοῦ σημειώματος αὐτοῦ, ἦτο δυνατὸν πάλιν νὰ ζητηθῶσι διασαφήσεις.
§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐβιάζετο καὶ ἐζήτει τὰ ἔγγραφα, ἡ Κυβέρνησις ἠμέλησε νὰ φέρῃ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ λάβωμεν τὸν χρόνον νὰ ἴδωμεν τί μᾶς λείπει, τί δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀκόμη, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἰδιαιτέραν συνεννόησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέκλεισε πᾶσαν ἰδιαιτέραν συνεννόησιν καὶ ἔφερε τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὰ ἔγγραφα· ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ μελετήσωμεν ὅλα καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ παρεβλήθην μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὑμῶν, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμέλησεν, ἀλλ’ ἐδέχθη ἰδιωτικὴν σημείωσιν τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα σεῖς ἐζητήσατε χωρὶς ν’ ἀναμένῃ, ὡς ἐδικαιοῦτο, τὴν διὰ τῆς Βουλῆς ὑποβολήν, τοῦθ’ ὅπερ θ’ ἀπῄτει πολὺ διάστημα. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ τούτων εἶπεν ὅτι θὰ καταθέσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ κατέθηκεν ἀπὸ τὴν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κατέθηκε δηλαδὴ τίποτε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατέθηκεν ὅσα ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατέθηκε μερικὰ ἔγγραφα· καὶ τώρα καλεῖσθε νὰ δώσητε γνώμην περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζετε καὶ θὰ ἔλθῃ κατόπιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι θέλει, καὶ σεῖς νὰ μὴ δύνασθε νὰ τὰ ἀναιρέσητε.
§30Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἤθελον ν’ ἀποδείξω ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ, ἂν εἰλικρινῶς ἐπεθύμει τὴν συζήτησιν. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαντήσῃ, ἂν ἀπαντήσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἔγγραφα κατέθηκεν εἰς ἡμᾶς, διότι, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀναφέρῃ ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὑτοῦ ἄλλας ἐνεργείας καὶ ἄλλα ἔγγραφα, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ὅπλα. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω κυρίως τὸ ζήτημα τοῦ μεγέθους τῶν παραχωρήσεων πρὸς τὴν Τουρκίαν· δὲν θὰ ἐξετάσω ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τὴν συνθήκην καὶ ἑπομένως ὁ φάκελος δὲν μοὶ εἶναι καὶ ἀπολύτως χρήσιμος. Αἱ περὶ εἰρήνης συνθῆκαι περιέχουσι συνήθως ζητήματα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας. Εἶναι πρῶτον τὰ ζητήματα τὰ καθαρῶς ἐδαφικὰ καὶ τὰ ζητήματα τ’ ἀναφυόμενα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ δεύτερον εἶναι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιέχουσιν ὅρους διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ ἐν εἰρήνῃ σχέσεις τῶν τέως ἐμπολέμων Κρατῶν. Τὰ τῆς πρώτης κατηγορίας ζητήματα εἶναι συνήθως λελυμένα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης. Ὅταν ὁ νικητὴς στρατὸς κατέχῃ τ’ ἀμφισβητούμενα μέρη, ὅταν ὁ νικητὴς στρατὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἐχθρὸν «κατέχω ὅσα διεκδικῶ· ἂν τολμᾷς ἐλθὲ νὰ μὲ ἐκδιώξῃς», ἡ διπλωματία βεβαίως τότε δὲν ἀπαντᾷ μεγάλας δυσχερείας διὰ τὴν λύσιν τῶν ἐδαφικῶν ζητημάτων. Ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εὐτυχῶς εἰς τοιαύτην εὐχάριστον θέσιν μετὰ τὸν πόλεμον καὶ ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία ἠδυνήθη εὐχερῶς νὰ κανονίσῃ μέγα μέρος τῶν ἐδαφικῶν ζητημάτων, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐσχετίζοντο πρὸς τὰ συμφέροντα μεγάλης Δυνάμεως. Τῆς βʹ κατηγορίας τὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ τῆς κατοχῆς τοῦ Στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς διπλωματικῆς ἱκανότητος καὶ ἰδίως ἐκ τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους ἐξαρτᾶται ἡ διευθέτησις τῶν ζητημάτων τῆς βʹ κατηγορίας. Καί, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἀντὶ νὰ ἐξετάσω τὸ μέγεθος τῶν παραχωρήσεων, θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις λύει τὰ ζητήματα ταῦτα, κατὰ πόσον πραγματεύεται περὶ τῶν συμφερόντων τῶν Τούρκων ἐν Ἑλλάδι ἢ τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ ἢ καὶ ἀμφοτέρων, θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον διὰ τῆς συμβάσεως λύονται πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔδωσαν ἀφορμὰς εἰς προστριβὰς ἐν Τουρκίᾳ, πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα τὰ ὁποῖα κατέληγεν εἰς ἐξευτελισμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§31Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία τῶν πολέμων.
§32Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Καὶ φρονῶ ὅτι δὲν χρειάζονται εἰδικαὶ διπλωματικαὶ γνώσεις, διὰ ν’ ἀντιληφθῇ τις ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης ὅτι πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ Τουρκικῶν ἐν Ἑλλάδι συμφερόντων, διότι οὔτε τὸ ζήτημα τῶν μουφτήδων οὔτε τὸ τῶν βακουφίων οὔτε τὸ τῶν Μουσουλμανικῶν κοινοτήτων οὔτε τὸ ζήτημα τῶν ὑποχρεώσεών μας διὰ τοὺς σιδηροδρόμους τῶν καταληφθεισῶν χωρῶν οὔτε τέλος τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται τὸ ζήτημα τῶν νήσων, εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Τουρκίᾳ. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν· ὅτε διεπραγματεύετο τὰ ζητήματα τῶν Μουσουλμανικῶν κοινοτήτων, τῶν μουφτήδων, τῶν Τζαμίων, δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἔχει καὶ ἡ Ἑλλὰς ἓν ἐθνικόν, ἓν ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐκπαιδευτικὸν καθεστὼς ἐν Τουρκίᾳ; Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν· ὅτε ἔλυε τὰ ζητήματα τ’ ἀφορῶντα τὰ βακουφικὰ κτήματα, ὅτε ἐξησφάλιζε τὰς περιουσίας τῶν εὐαγῶν μουσουλμανικῶν ἱδρυμάτων, δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐν Τουρκίᾳ εὐαγῆ ἱδρύματα; Ἢ μήπως ἀγνοεῖ ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου ἀκόμη ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐδήμευσεν ἓν μέγα κτῆμα ἀνῆκον εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα Κωνσταντινουπόλεως, κτῆμα Ἑλληνικόν, τὸ πρώην πεδίον τοῦ Ἄρεως, ἐν τῇ Τουρκικῇ πρωτευούσῃ; Καί, ὅτε συνεζήτει τὰ ζητήματα τῆς ἰθαγενείας τῶν νέων χωρῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας τῶν Μουσουλμάνων, δὲν ἐσκέφθη ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ζητήματα τῆς ἰθαγενείας τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ καὶ τῆς στρατολογίας τῶν ὁμογενῶν μας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐκπατρίζονται κατὰ χιλιάδας οἱ ἐν Τουρκίᾳ ὁμογενεῖς μας; Ἀλλ’ ἴσως ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Γένους ἐν Τουρκίᾳ ἐξασφαλίζονται ἀπὸ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ὁ Κατακτητής. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτήσω· τί ἔπραξε διὰ τὰ καθαρῶς Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Τί διαλαμβάνει ἡ σύμβασις αὕτη περὶ τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπαναφέρει τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστώς. Ποῖον εἶναι τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστὼς γνωρίζομεν πάντες. Καθημερινῶς αἱ ἐφημερίδες διὰ μεγάλων ἄρθρων, καθημερινῶς τὰ τηλεγραφήματα ἐκ Σμύρνης καὶ Κωνσταντινουπόλεως μᾶς ἀνήγγελλον τὰς καταδιώξεις τὰς ὁποίας ὑφίσταντο οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες καὶ πάντες γνωρίζομεν ποία ἡ θέσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸ τοῦ πολέμου. Ὅ,τι ἴσχυε πρὸ τοῦ πολέμου θὰ ἰσχύῃ καὶ σήμερον. Ἀλλὰ ἂν ὅλοι γνωρίζομεν ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸ τοῦ πολέμου, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, κ. συνάδελφοι, δὲν γνωρίζετε καὶ τὰ αἴτια· πολλοὶ ἐξ ὑμῶν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τ’ ἀποδώσωμεν εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι, Κύριοι. Ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων μέτρων τῶν ληφθέντων ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, ὅπως π. χ. ὁ ἀποκλεισμὸς ὁ ἐμπορικός, ὑπάρχουσι λόγοι καὶ ἀφορμαὶ προκαλοῦσαι συχνοτάτας προστριβὰς ἕνεκα τοῦ ἀτελοῦς συμβατικοῦ καθεστῶτος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἕνεκεν ἀσυμφωνίας περὶ τὴν ἑρμηνείαν ὡρισμένων διατάξεων τῶν ἐν ἰσχύϊ συνθηκῶν καὶ τέλος ἕνεκεν ἐλλείψεως συνθηκῶν κανονιζουσῶν ἐκκρεμῆ ζητήματα. Καὶ τί ἐπράξατε πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τούτων; Οὐδέν· ἀπολύτως οὐδέν. Ἐπανέρχεται τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστώς, ὅπως εἶχε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστὼς ἔχει καθιερωθῆ ἐν ἔτει 1897· αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσιν εἶναι αἱ συμβάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν ἐν ἔτει 1897, δηλαδὴ μετὰ τὸν ἀτυχῆ μας πόλεμον, δηλαδὴ τοῦ καθεστῶτος τοῦ δημιουργηθέντος μετὰ μίαν ἧτταν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅτε, Κύριοι, ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὸ καθεστὼς τοῦ 1897, τὸ καθεστὼς τῆς ἥττης, παραχωροῦμεν ὅσα σᾶς εἶπον, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι διπλωματικὴ ἐπιτυχία ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν; Τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐλευθερωθείσης ὑπὸ τῶν προγόνων μας Ἑλλάδος ἐξησφάλισαν αἱ προστάτιδες Δυνάμεις διὰ διεθνῶν πράξεων. Διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου τοῦ 1830 καὶ διὰ τῆς συνθήκης τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1832 ἐδημιουργήθη μία Ἑλλὰς μικρὰ μὲν ἐδαφικῶς ἀλλὰ μεγάλη, πολὺ μεγάλη ἠθικῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔδωκαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ὅλας τὰς ἀτελείας, ὅλας τὰς ἐλευθερίας, ὅλα τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ αὐταὶ ἐν Τουρκίᾳ. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἐλεύθεροι· ἐδικάζοντο ἀπὸ τοὺς δικαστάς των τοὺς Ἕλληνας· οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοὺς καταδιώξῃ ἄνευ παρεμβάσεως τῆς ἀρχῆς των· οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἀπηλλαγμένοι παντὸς προσωπικοῦ φόρου. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τῶν Ἑλλήνων. Προσέτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὰ ταχυδρομεῖά της ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταχυδρομεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργουν εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις τῆς Τουρκίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε καὶ πολεμικὸν πλοῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκυμάτιζεν ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, διότι, καίπερ μὴ κληθεῖσα νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην τοῦ 1841, ἐν τούτοις ἀνεγνωρίσθη εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ φυλακίδα ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐκυμάτιζεν ὑπερηφάνως ἡ Ἑλληνικὴ σημαία εἰς τὸν Βόσπορον. Ἀλλ’ ἔκτοτε μετεβλήθησαν τὰ πράγματα· μετὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866, μετὰ τὸν Ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον, μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ἤρχισεν ἡ καταδίωξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐθαίρετος ἡ Τουρκία ἔκλεισε τὰ ταχυδρομεῖά μας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης δὲν εἶχεν ἐπιτρέψει τὴν λειτουργίαν Τουρκικῶν ταχυδρομείων εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἐπετράπη δὲ πλέον εἰς ἡμᾶς μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς τελευταίας ἐν Κωνσταντινουπόλει φυλακίδος τῆς «Παράλου» ν’ ἀποστείλωμεν ἄλλο πολεμικὸν πλοῖον. Ἤρχισαν αἱ Τουρκικαὶ Ἀρχαὶ νὰ καταδιώκωσι τοὺς ὑπηκόους μας, ἤρχισαν νὰ δίδωσιν αὐθαίρετον ἑρμηνείαν εἰς τὰς συμβάσεις μας καὶ εἰσέπραττον αὐθαιρέτως καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Ἤρχισαν νὰ συμβαίνωσι καθημερινῶς ἐπεισόδια καὶ συγκρούσεις καὶ νὰ ἐξευτελίζωνται κλητῆρες προξενείων. Ἐξευτελίσθησαν ὑποπρόξενοι, ἐξευτελίσθησαν καὶ γενικοὶ πρόξενοι διὰ τὴν ἐκκρεμότητα τῆς ἑρμηνείας τῶν συμβάσεων. Οἱ Ἕλληνες δὲν ἐνόουν νὰ πληρώσωσιν ἐξ ὑπερηφανείας. Ἦλθε τέλος καὶ ὁ πόλεμος τοῦ 1897· δὲν ἠδυνάμεθα τῷ 1897 νὰ ἔχωμεν ἀπαίτησιν νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα, ἂν καὶ τῷ 1897 ἡ διπλωματία τῆς Ἑλλάδος εἰργάσθη ὁμολογουμένως θαυμασίως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰργάσθη δὲ κυρίως νὰ περισώσῃ ὅ,τι ἠδύνατο. Καὶ πραγματικῶς τὸ ἐπέτυχεν. Ἡ Τουρκία βαρέως ἔφερε τὸ καθεστὼς τῶν διομολογήσεων δι’ ὅλους ἐν γένει ἀλλ’ ἰδίως ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ ἐθεώρει καθεστὼς δημιουργοῦν Κράτος ἐν Κράτει. Τὸ ἔφερε βαρέως ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ ἦτο ὑπερτριπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἄλλων ξένων ὑπηκόων ὁμοῦ λαμβανομένων. Ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, μὲ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Τουρκίας κατωρθώθη ἐπὶ τέλους ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ πολέμου αἱ διομολογήσεις. Μετὰ τὴν συνδιάσκεψιν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτῶν τὴν γενομένην τῇ 15 Μαΐου 1897 οἱ πρεσβευταὶ ἀπέστειλαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις των ἔγγραφον ἐν τῷ ὁποίῳ ἔλεγον προκειμένου περὶ τῶν διομολογήσεων ὅτι «θὰ ἦτο κάκιστον προηγούμενον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν κατάργησιν τῶν διομολογήσεων διὰ μίαν χριστιανικὴν ἐθνότητα, ἡ ὁποία ἀπολαύει τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης»· καὶ πράγματι αἱ Κυβερνήσεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων παρεδέχθησαν τὴν γνώμην τῆς πρεσβευτικῆς διασκέψεως καὶ τῇ 23 Μαΐου 1897 οἱ πρεσβευταὶ τῶν μεγάλων Δυνάμεων γράφουσι πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην «καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνθήκας μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος αἱ μεγάλαι Δυνάμεις φρονοῦσιν ὅτι, καὶ ἐὰν κατ’ ἀρχὴν αἱ συνθῆκαι μεταξὺ τῶν δύο ἐμπολέμων Κρατῶν καταργοῦνται διὰ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἐν τούτοις ὡρισμέναι ἀτέλειαι χορηγηθεῖσαι εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους δυνάμει συμφωνιῶν συνομολογηθεισῶν μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσι διὰ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι κατὰ τοῦτο σπουδαῖον, διότι κατ’ ἀρχὴν ὁ εὐρωπαϊκὸς Ἄρειος Πάγος ἀποφαίνεται ὅτι τὰ προνόμια τὰ ἑλληνικὰ πηγάζουσιν οὐχὶ ἐκ συνθηκῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀλλ’ ἐκ συνθηκῶν μεταξὺ Τουρκίας καὶ μεγάλων Δυνάμεων καὶ δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ πολέμου. Καὶ πραγματικῶς ἐν τῇ προκαταρκτικῇ εἰρήνῃ ἐν ἄρθρῳ 3 καθωρίσθη ὡς ἑξῆς τὸ καθεστὼς τῶν διομολογήσεων· «Μὴ θιγομένης τῆς ἀρχῆς τῶν ἀτελειῶν καὶ προνομίων ὧν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἀπήλαυον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν εἰδικαὶ συμφωνίαι θέλουσι συνομολογηθῆ πρὸς πρόληψιν καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν, πρὸς παρακώλυσιν τῶν προσκομμάτων διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς δικαιοσύνης, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, πρὸς προφύλαξιν τῶν συμφερόντων τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων εἰς τὰς μετὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων διαφορὰς αὐτῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πτωχεύσεων». Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐσώθη ἡ ἀρχὴ τῶν διομολογήσεων, ἐν ᾧ κατ’ ἀρχὴν ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι αἱ διομολογήσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐτέθησαν καὶ ὡρισμένοι περιορισμοί, περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι οὐχὶ μόνον οὐσιαστικῶς μετέβαλον τὸ καθεστώς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς προσβάλλουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Διότι δικαιολογεῖ τὰς συμφωνίας αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ συνομολογηθῶσιν ὡς ἑξῆς: «πρὸς παρακώλυσιν τῶν προσκομμάτων διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς δικαιοσύνης». Ἐκ μέρους τίνος; Ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. «Πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν». Ἐκ μέρους τίνος; Τῶν ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. «Πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων». Ἐκ μέρους τίνος; Τῶν ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. «Καὶ πρὸς προφύλαξιν τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων ἐν ταῖς μετὰ τῶν ὑπηκόων διαφοραῖς αὐτῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πτωχεύσεων». Εἶναι στίγμα διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν τὸ δικαιολογητικὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀείμνηστον Μαυροκορδᾶτον, τὸν σεβαστόν μοι τότε ἀρχηγόν, πόσον ἦτο στενοχωρημένος, ὅτε ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του ἐπὶ τῆς ὁριστικῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, ἡ ὁποία ἐν ἄρθρῳ 9 περιελάμβανε τὴν αὐτὴν διάταξιν τῆς προκαταρκτικῆς. Καὶ ὅτε ἔλεγον αὐτῷ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία κατώρθωσε πολλά, ὅτι ἔσωσε κατ’ ἀρχὴν τῶν διομολογήσεων ὅλας τὰς ἐλευθερίας, μοὶ ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνήρ: «Μάλιστα· τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ὑπάρχει μία διάταξις προσβλητικὴ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους μας· ὀνομαζόμεθα καταχρασταί, ὀνομαζόμεθα σχεδὸν κλέπται!». Καὶ τὸ καθεστὼς τοῦτο τοῦ 1897 τὸ ὁποῖον ἐτέθη πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων, τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐπέπρωτο μετὰ μίαν νίκην νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλὰ μόνον περὶ αὐτοῦ πρόκειται; Ἐὰν τὰ ζητήματα ταῦτα εἶχον λυθῆ, ἐὰν καὶ περισσοτέρας ἀκόμη ἐλευθερίας εἴχομεν κατορθώσει νὰ ἔχωμεν, ὑπάρχει ἓν ἕτερον μέγα ζήτημα ἐκκρεμές, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ χαρῶμεν διὰ τὰς ἐλευθερίας ταύτας· εἶναι τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἐθνικότητος. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐν Τουρκίᾳ ἔχομεν Ἕλληνας ὑπηκόους; Ἀπατᾶσθε! Ἔχομεν Ἕλληνας ἀμφισβητουμένης ὑπηκοότητος. Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν ἀναγνωρίζονται, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἀναγνώρισιν ἀπὸ μέρους τοῦ οἰκείου γραφείου τῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς. Τὸ ἑλληνικὸν διαβατήριον δὲν τὸ ἀναγνωρίζουσι, καὶ πετοῦν οἱ κλητῆρες τὰ διαβατήρια μὲ τὰ στέμματα τὰ ἑλληνικά. Ἐνόσῳ ὑπάρχει τὸ ἐκκρεμὲς αὐτὸ ζήτημα, οὐδεμία ἄλλη ἐλευθερία δύναται ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν Ἑλληνισμόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ τοῦ 1876. Ἐν ἔτει 1876 ἐμονογραφήθη μία συμφωνία φέρουσα τὴν μονογραφὴν ἀπὸ μέρους μὲν τῆς Τουρκίας τοῦ ἀειμνήστου Καραθεοδωρῆ, καὶ κατὰ σύμπτωσιν, ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος τοῦ μακαρίτου πατρός μου. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἐν ἔτει 1897 ἀνέφερον τὴν συμφωνίαν αὐτὴν καὶ λέγουσιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας αὐτῆς θέλει συνομολογηθῆ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ὅπως κανονισθῇ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Τουρκία μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης δὲν ὑπογράφει συνθήκας, ὅπως, ἐὰν δὲν πιεσθῇ, δὲν θὰ ὑπογράψῃ καὶ σήμερον ἄλλας συνθήκας. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ κυριώτερα ἐκκρεμῆ ζητήματα, τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶχον λυθῆ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπαναλαμβάνομεν τὰς σχέσεις μὲ νέον καθεστὼς καὶ ἐφροντίσαμεν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ζήτημα τῶν διομολογήσεων, τὸ ζήτημα τῶν φόρων, τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας εἶναι τὰ ζητήματα τὰ κεφαλαιώδη, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδεὶς πρεσβευτής, οὐδεὶς πρόξενος, οὐδεὶς ὑπάλληλος θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἀξιοπρεπῶς τὴν Κυβέρνησιν ἐν Τουρκίᾳ, διότι μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν θὰ ἐξευτελισθῇ, ὅπως οἱ πρὸ τοῦ πολέμου προκάτοχοί του. Καὶ νὰ μὴ κατηγορήσητε τότε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ὑπαλλήλους σας, νὰ μὴ κατηγορήσητε τοὺς προξένους σας, νὰ μὴ κατηγορήσητε τοὺς πρεσβευτάς σας, αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργούς σας. Εἶναι τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσατε τοιοῦτον. Ὁ ἐξευτελισμὸς θὰ ἐπέλθῃ. Τὰ πρῶτα αἰτήματα πρὸς συνομολόγησιν εἰρήνης τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν συμμάχων εἰς τὴν Τουρκίαν τὰ ἔμαθον τὸ πρῶτον ἀπὸ τὸ πρὸς τὸν ἀθηναϊκὸν τύπον τηλεγράφημα. Ὁμολογῶ ὅτι ἔκτοτε ἐστενοχωρήθην, διότι ἔκτοτε εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ἐν Λονδίνῳ ἀποφάσεις οἱαιδήποτε, ἔστω καὶ δι’ ἓν προσωρινὸν καθεστὼς κανονίζον τὴν θέσιν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἀργότερον νὰ ἐπιτύχωμεν τίποτε ὑπὲρ αὐτῶν. Ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν πάντα τὰ ζητήματα, ἐὰν διὰ μιᾶς γενικῆς διατάξεως ὡρίζετο ἔστω καὶ προσωρινὸν καθεστὼς διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν κατόπιν ἀνέτως πάσας τὰς ἄλλας λεπτομερείας καὶ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἡμῶν ἡ Τουρκία καὶ ὄχι ἡμεῖς τῆς Τουρκίας, ὅπως συνέβη δυστυχῶς. Εἰς φίλον μου, ὅστις ἔβλεπε συχνὰ τὸν τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, εἶπον τότε τοὺς φόβους μου καὶ συνωμίλησα διὰ μακρῶν. Ὁ φίλος μου μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐπανῆλθε καὶ μὲ ἐπεσκέφθη. Τὸν εἶδον ἐνθουσιασμένον, κατενθουσιασμένον. Μοὶ εἶπεν· εἶδον τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὰ εἶπον. — Λοιπὸν τί σοὶ εἶπε; — Μοὶ ἀπήντησε περιφρονητικῶς· «Αὐτὰ λύονται μόνα των! Δὲν πρόκειται τώρα περὶ ζητημάτων προστασίας τῶν ὁμογενῶν, περὶ ζητημάτων στρατολογίας καὶ λοιπῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλων ζητημάτων». — Περὶ τίνων ζητημάτων, ἠρώτησα; — Μοὶ εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς ὅτι πρόκειται ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου νὰ εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα ὅ,τι ἦτο ἡ συνθήκη τοῦ Κωνσόου–Καϊναρτζῆ διὰ τὴν Ῥωσίαν. Πρόκειται διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προστασίαν ὅλων τῶν Ἑλλήνων τῆς Τουρκίας! Μάλιστα, Κύριοι, γεγονός, καὶ τῷ ἔδειξε φάκελον ὁ ὁποῖος περιέχει πλήρη μελέτην καὶ ὑποθέτω, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τὸν ζητήσητε, θὰ τὸν εὕρητε. Ὁμολογῶ ὅτι εἶχον πάντοτε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἦτο ὀλίγον τι ἰδεολόγος, ἀλλά, ἀφοῦ ἐσκέπτετο διὰ τόσα ἄλλα πράγματα, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐσκέφθη πρωτίστως καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ σπουδαιότερα. Ἠρώτησα· καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν θέσιν τῶν Ἑλλήνων τί σᾶς εἶπεν; — Ἆ! καὶ περὶ αὐτοῦ εἰρωνικῶς μοὶ ὡμίλησε. «Τί εἶναι αὐτά; καθεστὼς πρὸ τοῦ 1897! αὐτὰ εἶναι κοινὰ πράγματα!». Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; «Ἐζήτησα, μοὶ εἶπε, καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεγάλας Πρεσβείας σημειώσεις περὶ ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Εὐρώπης ζητημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διομολογήσεων καὶ πρόκειται διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου νὰ διευθετηθῶσι πάντα τὰ μεταξὺ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Τουρκίας τοιαύτης φύσεως ζητήματα!» Καὶ φρονῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθές, διότι συνέπεσε κατὰ τὸ τελευταῖον ταξίδιόν μου εἰς Κωνσταντινούπολιν νὰ ἴδω ἕνα πρῶτον διερμηνέα Πρεσβείας, ὁ ὁποῖος μ’ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐζητήθησαν τοιαῦται πληροφορίαι. Ὅτε λοιπὸν ἔλαβον τοιαύτην ἀπάντησιν, ὑπέθετον ὅτι πραγματικῶς ἐλαμβάνετο σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα αὐτό, καθόσον κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ μέγα λάθος διεπράχθη ἐν Λονδίνῳ. Ἐὰν ἐλαμβάνετο οἱαδήποτε πρόνοια ὅπως τεθῇ διάταξίς τις περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Τουρκίᾳ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, βεβαίως δὲν ἠθέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθητε, νὰ ὑποχωρῆτε καθ’ ἡμέραν, ὅπως ὑπογράψητε τὴν συνθήκην περὶ ἧς πρόκειται. Ἀφοῦ εἶπον πρὸς ὑμᾶς τὸ εἶδος τοῦ καθεστῶτος τὸ ὁποῖον ἐξησφαλίσαμεν εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας καὶ τὰ συμφέροντα ἐν γένει τῶν ὁμογενῶν ἐν Τουρκίᾳ, θὰ ἐξετάσωμεν τώρα καὶ τί ἐδώκαμεν διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὸ καθεστὼς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡμεῖς μόνοι. Ἀνεγνωρίσαμεν ἐν πρώτοις τὴν ἀνάμιξιν δύο ξένων ὀθωμανικῶν ἐξουσιῶν εἰς τὰ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Σεΐχ–ουλ–Ἰσλάμη, ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφκαφίου. Ἀνεγνωρίσαμεν πρὸς τούτοις τὰ νομικὰ πρόσωπα. Ἀντὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κρήτην ἀπὸ ὅ,τιδήποτε ἐνθυμίζει τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποτελείας της, ἐφέραμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Κρήτην τὸ σύστημα τῶν μουφτήδων. Ἀντεγράψαμεν τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος εἰς τὴν συνθήκην τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὅλοι ἐνομίζομεν ὅτι ἡ Κρήτη σήμερον πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐνθυμίζουσι τὸ καθεστὼς τὸ παρελθόν, τὸ καθεστὼς ὑποτελείας· ἡμεῖς ἐφέραμεν τὸ καθεστὼς αὐτὸ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀντιγράψαντες τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος περὶ μουφτήδων εἰς τὸ σχετικὸν Ἑλληνικὸν ἄρθρον. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον ὅλων ἐκάμομεν εἰδικὴν μνείαν τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου· μᾶς ὑπεχρέωσε δηλαδὴ ἡ Τουρκία νὰ δηλώσωμεν ὅτι θ’ ἀναγνωρίσωμεν ὅ,τι θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Εὐρώπη περὶ τῶν νήσων, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει)· «Τὰ ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη... κλπ». Διατί αὐτὴ ἡ ἰδιαιτέρα μνεία τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τοῦ ἀφορῶντος τὰς νήσους; Ἡμεῖς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐζητοῦμεν —καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς,—ἐζητοῦμεν, ὅπως ἡ Τουρκία παραιτηθῇ ἐντελῶς πάσης ἐπὶ τῶν νήσων ἀξιώσεως καὶ σήμερον τῇ λέγομεν· σοὶ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃς μαζί μας περὶ τῶν νήσων.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης ἠλλοιώθη τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου καὶ μετέπεσεν ἡ συζήτησις περὶ τῶν νήσων ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τοῦ διεθνοῦς τῶν Μ. Δυνάμεων εἰς τὸ ἔδαφος τὸ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας μόνον;
§34Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάμιξιν τῆς Τουρκίας.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἐπρόκειτο διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ν’ ἀλλοιώσωμεν τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν αὐτὸ ἄλλην μίαν φορὰν ὡς ἐκ περισσοῦ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῶν νήσων μένει πάντοτε τὸ ζήτημα τῶν Μ. Δυνάμεων, εἰς τὰς ὁποίας οἱ σύμμαχοι τότε καὶ ἡ Τουρκία ἀνέθηκαν τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν νήσων.
§36Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Τίνα λόγον λοιπὸν ἔχει ἡ μνεία τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Τίνα λόγον εἶχον οἱ Τοῦρκοι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν σᾶς τὸ εἶπον ἰδιαιτέρως, θὰ σᾶς ὀφείλω χάριτας, ἂν τὸ εἴπητε καὶ εἰς ἐμέ, διότι ἀληθῶς ἐμνημονεύθη κατ’ αἴτησιν τῶν Τούρκων. Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐξηγήσητε μήπως μὲ παρέσυραν οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι εἰς καμμίαν πλάνην, ἡ ὁποία ζημιοῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§38Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἐναντίον ἡμῶν ἀπόφασις καὶ δὲν τὰς κενώσωμεν, ἔχει δικαίωμα ἡ Τουρκία νὰ μᾶς εἴπῃ· «ἔλαβες τὴν ὑποχρέωσιν προσωπικῶς πρὸς ἐμὲ ν’ ἀποσύρῃς τὰ στρατεύματά σου.»
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου λέγει ὅτι οἱ σύμμαχοι ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ Τουρκία ἀφ’ ἑτέρου ἀναθέτουσι τὴν φροντίδα εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι περὶ πασῶν τῶν νήσων πλὴν τῆς Κρήτης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Τουρκία καὶ οἱ σύμμαχοι παρῃτήθησαν τοῦ δικαιώματος νὰ ῥυθμίσωσιν αὐταὶ δι’ ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως τὸ ζήτημα τῶν νήσων καὶ ἀνέθεσαν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις. Ναὶ ἢ ὄχι;
§40Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι. Τοῦτο λέγει καὶ ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ ἐρωτᾶτε· ἂν ἀποφασισθῇ τι ἀπὸ τὰς Δυνάμεις ἐναντίον τῶν βλέψεων ἡμῶν, τί θὰ κάμητε; Ἔχομεν δεσμευθῆ ἀπὸ τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ σύμμαχοι καὶ ἡ Τουρκία ἀναθέτουσιν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης τῶν νήσων. Θέλετε νὰ ἐπικρίνητε τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου; Θέλετε νὰ ἐπικρίνητε τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων ἀνέθηκεν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις, καὶ ἠθέλετε σεῖς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητήσωμεν ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Τουρκίας; Σᾶς πληροφορῶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἀντιπρόσωποι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριμήνων διαπραγματεύσεων οὐδέποτε δημοσίᾳ ἐνεφάνισαν τὸ ζήτημα τῶν νήσων, ἐγνώριζον ὅμως πάντοτε καὶ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐξ ἀνεπισήμων ὁμιλιῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας ὅτι, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε δεχθῆ νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας μετ’ αὐτῆς, ὅλα τὰ ἄλλα διαφέροντα ἡμᾶς ζητήματα θὰ ἐλύοντο εὐχερῶς. Ἡμεῖς ὅμως ἠρνήθημεν πάντοτε νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τώρα τί ζητεῖτε ἀπὸ ἐμέ, ποία εἶναι ἡ ἀπορία σας;
§42Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὅτι εἰδικῶς ἀνελάβετε ἀπέναντι τῆς Τουρκίας τὴν ὑποχρέωσιν, εἰδικῶς σεῖς καὶ ὄχι τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, εἰδικῶς σεῖς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῆτε τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, νὰ σεβασθῆτε τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων ἐπ’ αὐτοῦ.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐρωτῶ ἄλλην μίαν φοράν· κατὰ τί νομίζετε ὅτι ἐνισχύθη ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου περισσότερον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἀπὸ ὅσον εἶναι ἰσχυρὰ ἤδη καὶ πρὸ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν; Διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Τουρκίας ἀνέθηκε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις. Ἐὰν δὲν ἐπεβλήθησαν καὶ οἱ σύμμαχοί μας τότε, ὁ λόγος ἦτο ὅτι ἡ Τουρκία παρεχώρει ὅλα τὰ ἐδάφη ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς πάντας τοὺς συμμάχους. Ἀλλά, ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν, παρενέπεσεν ὁ πόλεμος μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου. Καὶ διὰ τῆς συνθήκης ταύτης καὶ διὰ τῶν δηλώσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἰδιαιτέρως μετὰ τῆς Σερβίας, αἱ νῆσοι ἐξεχωρήθησαν ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἑπομένως τοῦ λοιποῦ μόνον ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Τουρκίας ἠδύναντο νὰ διαπραγματευθῶσι τὸ ζήτημα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· νομίζετε ὅτι τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου μένει ἰσχυρά, ὅτι ἔφερεν ἀλλοίωσίν τινα εἰς τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, καὶ δὲν νομίζετε ὅτι, ἂν θέλητε νὰ ἐπικρίνητε κατὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ ἐπικρίνητε τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου;
§44Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἶχον μίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης.
§45Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ Τουρκία εἶχε καταστῆ ξένη πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νήσων. Τὸ ζήτημα τῶν νήσων ἔπρεπε νὰ λυθῇ ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων. Δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως τῆς ἀναφεραμένη εἰς τὸ ἄρθρον 5 συγχωρεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ζητήσῃ αὕτη ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συνθήκης τῆς Ἑλλάδος, θὰ εἶχε νὰ ὑποστῇ τὴν πίεσιν μόνον τῶν Δυνάμεων, καθ’ ὅσον ὅμως σήμερον ἀνεγνωρίσθη καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως, ἔχει αὕτη τὸ δικαίωμα τῆς παρεμβάσεως.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως, ἐπειδὴ παρῆλθε πολὺς χρόνος, νὰ μὴ ἔχωμεν πάντες ἐν τῇ μνήμῃ πρόσφατα τὰ γεγονότα. Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου εἶναι συνθήκη μεταξὺ τῶν συμμάχων Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῆς Τουρκίας· δὲν εἶναι συνθήκη μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῶν Δυνάμεων. Ἑπομένως διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου ἀνελάβομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Τουρκία τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν νήσων, ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων. Αὐτὴν τὴν διάταξιν ἐπανελάβομεν καὶ ἐν τῇ συνθήκῃ τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές.
§47Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἐξακολουθῶ καὶ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἀνελάβομεν ἀπέναντι τῶν Τούρκων διὰ τὰς νήσους· ἀλλὰ προχωρῶ εἰς ἐξέτασιν ἄλλου ζητήματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συνθήκης ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ ὅλαι αἱ συνθῆκαι, συμβάσεις καὶ πράξεις αἱ συνομολογημέναι μεταξὺ τῶν δύυ χωρῶν. Μοὶ φαίνεται πολὺ περίεργος ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κατὰ τοσοῦτον περίεργος, καθ’ ὅσον οἱ Βούλγαροι κατὰ τὴν τελευταίαν συνθήκην των, προκειμένου περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς ἰσχύος συμβάσεως, ἐπέτυχον νὰ μὴ ἀναφέρωσι τὴν περὶ μουφτήδων συμφωνίαν τοῦ 1909, καθόσον εἶχον κάμει νέαν συμφωνίαν, εἶχον παραχωρήσει περισσότερα εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Ἀντὶ τοῦ γενικοῦ ὅρου «ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ αἱ συμβάσεις», οἱ Βούλγαροι ὥρισαν ποῖαι συμβάσεις ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ. Ἡμεῖς ἐπαναφέρομεν ὅλας τὰς συμβάσεις ἐν ἰσχύϊ, ἑπομένως καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἡ ὁποία δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως, τὴν σύμβασιν τοῦ 1881. Ὅλαι αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἔπαυσαν ἰσχύουσαι. Σύνορα κοινὰ μετὰ τῆς Τουρκίας δὲν ἔχομεν. Τὸ περὶ βοσκῶν οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν σήμερον, τὸ περὶ ἐπιτροπῶν τῶν βακουφίων ἐπίσης, τὸ περὶ μουφτήδων ἐπίσης καὶ μένει ἐν ἰσχύϊ ἓν μόνον ἄρθρον ἐπαχθέστατον. Δὲν ἐσκέφθημεν ἐν τούτοις νὰ καταργήσωμεν τὴν συνθήκην αὐτήν, διὰ νὰ μὴ ἐπαναφέρωμεν τὸ ἐπαχθέστατον αὐτὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἠμπόδισεν ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ ὑμᾶς ἀκόμη, νὰ λύσητε τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι τὸ ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ ἕνεκα λόγου δημοσίας ἀνάγκης προσηκόντως βεβαιουμένης ὁσάκις καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει καὶ μετὰ προηγουμένην δικαίαν ἀποζημίωσιν. Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ, ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν. Οὐδεμία δ’ ἐπίσης προσωποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον». Ἀφοῦ ἐπρόκειτο ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς συμβάσεως τοῦ 1881 νὰ μείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, δὲν ἦτο δυνατόν, ὅπως οἱ Βούλγαροι ἔκαμον περὶ τῶν μουφτήδων, νὰ καταργηθῇ ἡ σύμβασις τοῦ 1881, ὅπως διευκολυνθῇ καὶ ἡ διευθέτησις τῶν ἀγροτικῶν ζητημάτων;
§48Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν εἶναι πολὺ καλλιτέρα ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀπὸ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881, διότι κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 1881 δὲν ἐπετρέπετο δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ ἐκποιηθῶσι κτήματα, οὔτε διὰ δημοσίαν ἀνάγκην.
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι. Ὁ μόνος περιορισμός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881, ἦτο ὅτι διακανονισμὸς τῶν σχέσεων ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ διὰ νόμου γενικοῦ μὴ ἀφορῶντος μόνον τὴν Θεσσαλίαν. Καί, ἐπειδὴ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἐτέλουν ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις ἐν τῷ λοιπῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ ἐκδοθῇ πρὸς ῥύθμισιν τῶν τοιούτων σχέσεων νόμος πληρῶν τὸν ὅρον τῆς συνθήκης τοῦ 1881, ἤτοι μὴ ἀφορῶν μόνην τὴν Θεσσαλίαν. Διότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς κολλήγας, ὅτε συνεζητήθη τὸ Σύνταγμα, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλῶς ὅτι ἐδέχθημεν πάντες ὅτι οὐδένα περιορισμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν θέτει ἡ συνθήκη τοῦ 1881. Ὥστε ὁ μόνος περιορισμός, ὡς εἶπον, ὃν ἐπέβαλεν ἡ συνθήκη τοῦ 1881, ἦτο ὁ ἀφορῶν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ κολληγῶν. Μετὰ τὸν εὐτυχῆ πόλεμον ἐπήραμεν καὶ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τὰς πέρα τῶν παλαιῶν συνόρων, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα παρουσιάζεται ὑπὸ ἀναλόγους καὶ ὁμοίας μάλιστα περιστάσεις ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον κατωρθώσαμεν διὰ τῆς ἀκάμπτου ἐπιμονῆς μας ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπίμονον ὁμοίως ἀξίωσιν τῆς Πύλης ὅπως δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθέραν νομοθετικὴν ἡμῶν κίνησιν διὰ τὴν ῥύθμισιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, δυνάμεθα δὲ νὰ κινηθῶμεν ἐλευθέρως διὰ τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον, δυνάμεθα τοῦ λοιποῦ νὰ κινηθῶμεν ἐξ ἴσου ἐλευθέρως καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἡ διάταξις τῆς συνθήκης τοῦ 1881 ἦτο ἀληθῶς ἐπαχθής, ἀλλὰ δὲν ἐζητήσαμεν εἰδικῶς νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἐν λόγῳ συνθήκης. Τοῦτο ἐγένετο, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἄλλο ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ παρελκυσθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ πολλὰς ἀκόμη ἡμέρας. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ κάμωμεν, ἀφοῦ, ὡς σᾶς ἀνέπτυξα, σώζομεν τὸ ζήτημα ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§50Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἰς τὴν σήμερον κομισθεῖσαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐφημερίδα «La Turquie» ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας τὸ κείμενον τῆς συνθήκης πρὸς δημοσίευσιν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐλήφθη ἡ ἐφημερὶς αὕτη. Περιέργως πως μετὰ τὴν συνθήκην πρὸ τῶν πρωτοκόλλων δημοσιεύει δύο ἐπιστολάς, μίαν τοῦ Γκαλὴπ Κεμαλῆ βέη πρὸς τὸν κύριον Πανᾶν καὶ μίαν τοῦ κ. Πανᾶ πρὸς τὸν Γκαλὴπ Κεμαλῆ, καὶ ὁμιλεῖ περὶ κομιτάτου «Ἑνώσεως καὶ Προόδου».
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδας ταῦτα. Τὴν ἐπιοῦσαν μία τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδων ἐδημοσίευσε ταῦτα. Δὲν εἶναι νέα.
§52Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§53Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§54Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν;
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, ὄχι.
§56Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Νομίζετε ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐπιστολήν; (Ἀναγινώσκει:) «Τὰ αὐτὰ κρατοῦσιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω κτημάτων ἐγγεγραμμένων ἐπ’ ὀνόματι ἡμῶν προσώπων ἢ κατεχομένων ὑπ’ αὐτῶν δυνάμει τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου, τῶν προγενεστέρων τῆς εἰρημένης καταλήψεως». Ἐὰν τὸ κομιτᾶτον «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος» ἀποκτᾷ δικαιώματα δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, διατί ἡ δευτέρα ἐπιστολή;
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς αὐτὸ θ’ ἀπαντήσω ἐν ὥρᾳ. Ἠθέλησα μόνον τοῦτο νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνακαλύψεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν γίνεται ἐκ τῆς ἀφίξεως αὐτοῦ τοῦ φύλλου. Ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς τοὺς παροικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ.
§58Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλά, ἐὰν τὸ κομιτᾶτον «Ἑνώσεως καὶ Προόδου» δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου δύναται ν’ ἀποκτήσῃ δικαιώματα ἰδιοκτησίας, διατί ἡ δευτέρα ἐπιστολή;
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ διεξαγάγωμεν μέχρι τέλους διαλογικὴν συζήτησιν. Τότε θὰ διαλύσω τὴν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν ἔχετε.
§60Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐν τέλει, Κύριοι, νομίζω ὅτι συνθήκη μὲ τόσας παραχωρήσεις πρὸς τοὺς Τούρκους δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐκτὸς τῆς συνθήκης τῆς ὑπογραφείσης τῇ 16 Σεπτεμβρίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῆς Τουρκοβουλγαρικῆς. Ὑπάρχουσι βεβαίως μερικαὶ διαφοραί. Καὶ ἡ φρασεολογία καὶ τὰ ἄρθρα καὶ ὅλα εἶναι ὅπως τὰ ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ περιεχόμενα· ὑπάρχουσι πράγματι μικραὶ διαφοραί, ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι εἰς τὰ ζητήματα ὑλικοῦ συμφέροντος ἡμεῖς συνωμολογήσαμεν κατά τι καλλιτέραν τῶν Βουλγάρων συνθήκην· δι’ ὅ,τι ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, λυποῦμαι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι χειροτέρα τῆς βουλγαρικῆς ἡ ἡμετέρα συνθήκη. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν Τουρκοβουλγαρικὴν καὶ δὲν περιέχονται εἰς τὴν ἡμετέραν, εἶναι πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν αἰχμαλώτων. Οἱ Βούλγαροι ἀνεγνώρισαν ὅτι θὰ καταβάλωσι τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν τῶν αἰχμαλώτων. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀνεγνώρισε τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα παρεπέμφθη εἰς τὴν διαιτησίαν. Δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἐν τούτοις εἰς τὸ διαιτητικὸν δικαστήριον τῆς Χάγης εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῆς διατροφῆς τῶν αἰχμαλώτων, ἀλλὰ θὰ τεθῇ εἰς διαιτησίαν πᾶσα διαφορὰ ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ ζητήματος τῶν αἰχμαλώτων, ἡ δὲ Τουρκία ἔχει διάφορα, φαίνεται, αἰτήματα διὰ τοὺς παθόντας ἐν Ἑλλάδι αἰχμαλώτους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ μὲν Βούλγαροι ἀνεγνώρησαν εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἰδιωτικῆς, ἐνῷ ἡμεῖς πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν διαιτησίαν. Τρίτον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βακουφικῆς δεκάτης. Ὁμολογῶ ὅτι οἱ Βούλγαροι παρεδέχθησαν τὴν βακουφικὴν δεκάτην, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν τὴν παρεδέχθημεν. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῶν κατὰ τί μειονεκτοῦμεν; Ἡμεῖς ῥητῶς ἀναφέρομεν τοῦ Ἐρκαφίου τὴν ἀνάμιξιν, δηλ. τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐρκαφίου, ἀδιάφορον ἂν εἶναι καὶ μικρά. Ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀρχήν, ἐνῷ ὁ Βούλγαρος δὲν τὸ παρεδέχθη.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διαφωτίσω, ἵνα μὴ εὑρίσκησθε ἐν τοιαύτῃ πλάνῃ φοβερᾷ; Ἠξεύρετε διατί ἐμνημονεύσαμεν τὸ Ἐρκάφιον ἡμεῖς ἐν τῇ συνθήκῃ μας; Διὰ ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐρκαφίου, ὅπως πωλήσῃ τὰ ἐν ταῖς παραχωρηθείσαις ἐπαρχίαις βακουφικὰ κτήματα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν σκοπῶν κειμένων ἔξω τῶν καταληφθεισῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ διαχειρίζηται αὐτὸ τὰ κτήματά του. Ἀναφέρεται ῥητῶς τοῦτο. Ἠξεύρετε τί λέγει ἡ Τουρκοβουλγαρικὴ συνθήκη; Ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα διεχειρίζετο τὸ Ἐρκάφιον θὰ ἐξακολουθῇ τὸ Ἐρκάφιον νὰ τὰ διαχειρίζηται.
§62Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἰς ποῖον ἄρθρον;
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ ποίας φράσεως, διότι δὲν τὸ λέγει δι’ αὐτῆς τῆς φράσεως ἡ ὁποία θὰ ἦτο πολὺ κτυπητὴ καὶ δὲν θὰ σᾶς διέφευγε. Τὸ λέγει λοιπὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 (ἀναγινώσκει): «Les vacoufs... seront respectés». Δεύτερον ἐδάφιον: «Ils seront gérés par qui de droit». Αὐτὸς δὲ ὁ qui de droit διὰ τὰ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ Ἐρκαφίου διαχειριζόμενα κτήματα εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐρκαφίου.
§64Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Καὶ ὅτε λέγει ὅτι αἱ κοινότητες αἱ βακουφικαὶ ὑπεισέρχονται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἐρκαφίου;
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε λέγει ἡ ἰδική μας συνθήκη;
§66Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὄχι ἡ ἰδική σας.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ βλέπω τὸ ἄρθρον 12, τὸ ὁποῖον λέγει par qui de droit.
§68Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς εὕρω τὸ ἄρθρον τώρα, διότι πολὺ καλῶς τὸ παρετήρησα. Ἄρθρον 8ον τοῦ περὶ μουφτήδων πρωτοκόλλου. Τὸ ἔχετε, κύριε Πρόεδρε;
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§70Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. (Ἀναγινώσκει): Dans chaque chef-lieu ou ville ayant une nombreuse population musulmane, il sera procédé à l’ élection d’ une communauté musulmane chargée des affaires vacoufs et d’ instruction publique. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος «qui de droit».
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδαμῶς διευκρινίζεται τὸ πρᾶγμα κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι τὰ βακούφια εἶναι μὲν πολλῶν κατηγοριῶν, ἀλλὰ διακρίνονται ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν αὐτῶν εἰς δύο θεμελιώδεις κατηγορίας, τὰ διοικούμενα ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ἐρκαφίου καὶ τὰ διοικούμενα ἐμμέσως, δηλαδὴ τὰ διοικούμενα ὑπὸ τῶν Μουτεβελήδων, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσκεῖ τὸ Ἐρκάφιον ἐπίβλεψιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ διαχείρισιν. Ἡ διάκρισις αὕτη τῶν κτημάτων χρησιμεύει εἰς κατανόησιν αὐτῶν τῶν διατάξεων. Αἱ μουσουλμανικαὶ κοινότητες περιλαμβάνουσι τὴν διαχείρισιν τῶν βακουφίων τῶν διαχειριζομένων ὑπὸ τῶν Μουτεβελήδων, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰ ἐφκαφικὰ κτήματα τὰ διαχειριζόμενα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργείου τοῦ Ἐφκαφίου, φαίνεται φυσικώτερον ὅ,τι διὰ τοῦ ὅρου: «Seront gérés par qui de droit» καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ὅρος de droit. Δὲν εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος περὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς· σᾶς τὴν δίδω ὡς φυσικωτέραν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω διατί σᾶς ἀνησυχεῖ ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐρκαφίου, ἀφοῦ ῥητῶς ἐδέχθημεν νὰ μνημονευθῇ τοῦτο μόνον διὰ νὰ τῷ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ τέως διαχειριζόμενα κτήματα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι παραχώρησις. Κατὰ ποίαν ἔννοιαν; Κατὰ τὴν ἔννοιαν ὅτι τὰ βακουφικὰ κτήματα εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα. Θὰ δικαιούμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ δὲν δικαιοῦται νὰ τὰ πωλήσῃ μίαν ἡμέραν τὸ Ἐφκάφιον. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως τὰ κτήματα ταῦτα μένωσιν ἀναπαλλοτρίωτα καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§72Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω δὲν ἐσκέπτετο οὕτω πως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ὑπέγραψε τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠρνούμην μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ ὑπογράψω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐρκαφίων θὰ ἤσκει ἐξουσίαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, τοῦτο δὲ καὶ ἐπέτυχον.
§74Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης· μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναγνωρίζονται τὰ νομικὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία δὲν ἀνεγνώρισε. Μήπως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμεῖσθε τοῦτο;
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§76Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Περὶ τζαμίων οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν. Αὐταὶ εἶναι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς Βουλγαροτουρκικῆς συνθήκης καὶ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς· κατὰ τὰ ἄλλα δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ διαφορά.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη προνοίας δι’ ἀνέγερσιν τζαμίου εἰς τὴν Σόφιαν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει τοιοῦτο (γέλωτες).
§78Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Μὴ γελᾶτε. Δὲν πρόκειται ἂν θ’ ἀνεγείρῃ τζαμίον ἡ Κυβέρνησις· πρόκειται περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἀνελάβομεν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τζαμίου διὰ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης. Εἶναι περιττὸν νὰ γελῶμεν, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Αὐστρίας ἀπεφάσισε νὰ ἔχῃ ἓν τάγμα τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς ἀπὸ Μουσουλμάνους Βοσνίους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφερον τὴν ἐθνικήν των ἐνδυμασίαν καὶ τὸ ἐθνικόν των κάλυμμα (φέσι), δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ θέσωμεν ἐν τῇ συνθήκῃ μας ῥήτραν δι’ ἧς θ’ ἀνελαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν φρουρὰν τῶν εὐζώνων διὰ Τούρκων στρατιωτῶν φερόντων τουρκικὴν ἐνδυμασίαν καὶ τουρκικὸν κάλυμμα.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1890 ἐψηφίσθη νόμος τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Τρικούπη διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος οἰκόπεδον ἐν Πειραιεῖ διὰ ν’ ἀνεγερθῇ τζαμίον καὶ νεκροταφεῖον. Νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ σεβασθῇ τοῦτο.
§80Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Διὰ νόμου μὲν κανονίζονται, ἀλλ’ ἄλλο νόμος καὶ ἄλλο συνθήκη. Ὁ νόμος εἶναι ἀπόφασις τοῦ Κράτους τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ καὶ δύναται νὰ μεταβάλῃ.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν δὲν ἐγράφετο τοῦτο ἐν τῇ συνθήκῃ καὶ ἂν ἐγίνετο διὰ νόμου ἁπλῶς ἐσωτερικοῦ. Ἀλλά, ἀφοῦ μένομεν σύμφωνοι ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἔστω καὶ δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου ν’ ἀνεγερθῇ, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διακηρύττητε ἐδῶ καὶ ἔξω ὡς ἧττάν μας τὸ ὅτι θ’ ἀνεγείρωμεν τζαμίον.
§82Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναλάβητε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνεγείρητε διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου τζαμίον.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τῆς συνθήκης, ἀλλά, ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε κυβερνήτης, ἠθέλετε καθυστερήσει τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης;
§84Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἐὰν ὑπεγράφετο πρὸ τριῶν μηνῶν, δὲν θὰ εἴχομεν αὐτά.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε στρέψατε τὴν συζήτησιν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§86Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Τοιαύτη συνθήκη οἵα ἡ συζητουμένη δὲν ὑπάρχει ἄλλη παρὰ μόνον ἡ Τουρκοβουλγαρικὴ τῆς 26 Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἡ Βουλγαρία ὑπεχρεώθη νὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην συνθήκην· ἡμεῖς διατί ἀνελάβομεν τοιαύτας ὑποχρεώσεις; Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχει δι’ ἐμὲ μεγάλην σημασίαν τὸ μέγεθος τῶν πρὸς τοὺς Τούρκους παραχωρήσεών μας. Δι’ ἐμὲ ἔχει σημασίαν τὸ ὅτι δὲν λύονται τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα διὰ τῆς συνθήκης ταύτης, λύονται δὲ μόνον τὰ καθαρῶς Τουρκικὰ ἐν Ἑλλάδι ζητήματα. Ἀλλὰ ποῖος ὁ λόγος τῆς τοιαύτης ἀποτυχίας καὶ πῶς κατέληξαν ἐκεῖ τὰ ζητήματα ταῦτα; Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκετο ἐν Λονδίνῳ, ὅπως διαπραγματευθῇ συνθήκην περὶ εἰρήνης, κατεγίνετο μὲ ζητήματα καθαρῶς ἐδαφικά. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Βαλκανικῶν προκληθέντες νὰ ὑποβάλωσι τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης ὑπέβαλον ἀποκλειστικῶς τρία, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, αἰτήματα. Ἐζήτησαν τὴν γραμμὴν τῆς Ἀδριανουπόλεως, ἐζήτησαν παραίτησιν τῆς Τουρκίας ἀπὸ τῆς Κρήτης καὶ τέλος τὴν παραχώρησιν τοῖς συμμάχοις τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ἐκεῖ περιωρίσθησαν τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον ὡς ὅρους εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 5ην συνεδρίασιν τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν τὰ αἰτήματα ταῦτα, ἔκαμε μίαν ἐπιφύλαξιν καὶ εἶπεν ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλης φύσεως αἰτήματα πρὸς ὑποβολήν, ἀλλ’ ὅτι οἱ σύμμαχοι ἐπιθυμοῦσι πρωτίστως νὰ λυθῶσι τὰ ἐδαφικὰ ζητήματα. Δὲν σᾶς φαίνεται πρωτοφανὴς αὐτὸς ὁ τρόπος ὑποβολῆς ὅρων εἰρήνης καὶ δὲν ἦτο φυσικώτερον καὶ πρέπον νὰ ὑποβληθῶσιν ἀμέσως ὅλοι οἱ ὅροι οἱ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖοι διὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης; Εἰς τὸ λάθος τοῦτο ἀποδίδω τὴν μετέπειτα κακὴν τροπὴν τῶν διαπραγματεύσεων, ἥτις σᾶς ἠνάγκασε νὰ φέρητε τὸν Ἰωννέσκο καὶ νὰ ὑπογράψητε μίαν συνθήκην οἵα εἶναι ἡ παροῦσα. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐν Λονδίνῳ, ἀντὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἀντὶ νὰ περιλάβωμεν μεταξὺ τῶν αἰτημάτων καὶ ὅρον γενικὸν ἐξασφαλίζοντα τὴν θέσιν τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ, ὁπότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ κώλυμα πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, ἡ δὲ Τουρκία θὰ εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὅσα ἔλαβε σήμερον, νὰ συνομολογήσῃ μεθ’ ἡμῶν τὴν συνθήκην περὶ ἰθαγενείας καὶ νὰ συνεννοηθῇ μεθ’ ἡμῶν περὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀμφισβητουμένων, ὡς π.χ. τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀντί, λέγω, νὰ τεθῇ μία τοιαύτη γενικὴ διάταξις, ἀφέθη ἡ κατάλληλος στιγμὴ καὶ περιωρίσθημεν εἰς τὴν συζήτησιν διὰ τὴν Ἀδριανούπολιν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνόμιζεν ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη θὰ σωθῇ διὰ τῆς Ἀδριανουπόλεως. Ἐνόμιζε δηλαδὴ ὅτι, ἂν λάβωσιν οἱ Βούλγαροι τὴν Ἀδριανούπολιν, ἀσφαλῶς θὰ μᾶς παρεχώρουν τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, διότι μόνον περὶ τῆς τελευταίας ταύτης πόλεως ἐπρόκειτο τότε, ἀλλὰ δὲν περιωρίσθημεν εἰς τὸ λάθος τοῦτο, διότι, ὅτε διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ Λονδίνου καὶ ἐπανελήφθησαν αἱ ἐχθροπραξίαι, τότε ἤρξατο μία νέα διαπραγμάτευσις μεταξὺ Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῶν μεσολαβουσῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο πλέον ἐν Ἀθήναις, περιέχονται δ’ εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε. Ἀντηλλάγησαν πέντε διακοινώσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μεσολαβουσῶν ἕξ μεγάλων Δυνάμεων. Δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίοδον τῶν διαπραγματεύσεων δὲν ἐσκέφθητε νὰ ἐξασφαλίσητε ἐντὸς τῶν προταθέντων ὅρων τῆς εἰρήνης τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ. Μᾶς ἠρώτησαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις: τί ζητεῖτε, ὅπως συνομολογήσητε τὴν εἰρήνην; Ἐδῶ πλέον οὐδεμία ἐχώρει ἐπιφύλαξις, ὅπως συνέβη ἐν Λονδίνῳ, καὶ γεννᾶται πολὺ δικαίως ἡ ἀπορία διατί, καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ Δυνάμεις ἠρώτησαν ὑμᾶς τί ζητεῖτε πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, δὲν ἐζητήσατε καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων μας ἐν Τουρκίᾳ. Ἡ γραπτὴ διαπραγμάτευσις περιεστράφη καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίοδον εἰς καθαρῶς ἐδαφικὰ ζητήματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ τῶν νήσων μέχρις ὅτου ὑπεχωρήσαμεν εἰς τὰς βλέψεις τῶν Δυνάμεων καὶ ἐδέχθημεν ἐπὶ τέλους νὰ ὑπογράψωμεν τὴν εἰρήνην ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπεγράφη αὕτη ἐν Λονδίνῳ, ὅρους γνωστοὺς ἐκ τῶν προτέρων καὶ περιεχομένους ἐν τῇ τελευταίᾳ διακοινώσει τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ἄλλα Βαλκανικά. Κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Ἀθήναις εἰς τοὺς ὅρους τοὺς περιεχομένους ἐν τῷ κειμένῳ τῆς ἐν Λονδίνῳ συνθήκης. Καί, ὅτε ἐδέχθημεν τοὺς ὅρους αὐτούς, μᾶς ἐζήτησαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις νὰ διορίσωμεν τοὺς πληρεξουσίους πρὸς ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης πλέον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας παρουσίασε μίαν συνθήκην ἑτοίμην καὶ εἶπεν εἰς τοὺς πληρεξουσίους «ὑπογράψατε». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν διαπραγματεύσεων τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης καὶ πολὺ δικαίως ἐξεπλάγησαν οἱ ἐν Λονδίνῳ πληρεξούσιοι, ὅτε παρουσίασαν αὐτοῖς διὰ τοιούτου τρόπου συνθήκην πρὸς ὑπογραφήν, διότι ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὰς ἐν Ἀθήναις γενομένας διαπραγματεύσεις. Ὑποθέτω δὲ τοῦτο, διότι δὲν γνωρίζω ἂν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀντηλλάσσοντο ἐνταῦθα ἀνεκοινοῦντο καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συμπεφωνημένων, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συμβαινόντων κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν οἱ ἐν Λονδίνῳ πληρεξούσιοι ἐζήτησαν νὰ σώσωσι τὰ προνόμια· κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐσκέφθησαν ὅτι ἡ συνθήκη αὐτὴ εἶναι ὁριστική, ὅτι διὰ τῆς συνθήκης ταύτης ἐπαναλαμβάνονται αἱ σχέσεις καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἐμένομεν ἐκτεθειμένοι καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐπιτύχωσι, τί νομίζετε; Τὸ πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καθεστώς. Ἀλλὰ τὸ ἐζήτησαν ἀργὰ πλέον καὶ ἀφοῦ εἶχον διεξαχθῆ αἱ διαπραγματεύσεις καὶ καταλήξει εἰς συμφωνίαν μεταξὺ Βαλκανικῶν καὶ μεγάλων Δυνάμεων. Ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἐπιτευχθῇ τίποτε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ εἶπον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων εἰς τοὺς Ἕλληνας· συνεννοηθῆτε ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῶν Τούρκων. Ἐὰν οἱ Τοῦρκοι δύνανται, ἂς ὑπογράψωσι· δὲν φέρομεν ἡμεῖς ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις ὁμιλίαις των ἐδέχθησαν μόνον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πρὸ τοῦ τελευταίου πολέμου καθεστῶτος. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀνεγνώσατε τὰ Πρακτικὰ τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἀλλ’ ὅσοι τὰ ἀνεγνώσατε θὰ ἐλάβετε γνῶσιν τῆς σκηνῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν οἱ ἡμέτεροι πληρεξούσιοι ἠρώτων τοὺς Ὀθωμανούς· δὲν συνεφωνήσαμεν νὰ ὑπογράψωμεν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ δηλώσητε ὅτι ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ τὸ πρὸ τοῦ τελευταίου πολέμου καθεστώς; Καὶ ἀπήντων οἱ Ὀθωμανοὶ ὅτι· ὅ,τι ἐλέχθη ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα. Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι ἡ γνώμη μας εἶναι ὅτι ἐπανέρχεται τὸ πρὸ τοῦ τελευταίου πολέμου καθεστὼς ipso jure, ἀλλά, διὰ νὰ κάμωμεν ἐπισήμως τοιαύτην δήλωσιν, ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν ὁδηγίας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐζητήσαμεν τοιαύτας, ἀλλ’ ἀπάντησιν δὲν ἐλάβομεν. Καὶ ὑπεγράφη ἡ συνθήκη ἄνευ οὐδεμιᾶς δηλώσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι παρουσίασαν ἓν σχέδιον ὅμοιον πρὸς τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἶπον ὅτι ἐλάβομεν ὁδηγίας νὰ ἐπανέλθῃ τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ τελευταίου πολέμου ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μᾶς παραχωρήσητε βακούφια, μουφτῆδες κλ. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἐρωτῶ, Κύριοι· τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ θεωρηθῇ διπλωματικὴ ἐπιτυχία; Δι’ ἐμὲ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ μεγαλειτέρα ἀποτυχία διπλωματική. Ταῦτα εἶχον ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ἐάν ποτε προκληθῇ γενικωτέρα συζήτησις, νὰ λάβω τὸν λόγον ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς)
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὰ σχέδια τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. (Ὁ κ. Γραμματεὺς ἀναγινώσκει ἀμφότερα). (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οὕτω κυροῦται ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΔΡΛΔʹ νόμου τῆς 28 Φεβρουαρίου 1913». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Ἐλλείψει ἄλλου ἀντικειμένου λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναλειφθῇ αὔριον τῇ 4ῃ μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 6,35′ μ. μ.).