1913.04.09
973 στίχοι · 7.625 λέξεις · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 9ης Ἀπριλίου 1913
(Τρίτη, ὥρα 5 καὶ 13′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κωνσταντ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ ἄνευ τινὸς ἀντιρρήσεως). Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι σήμερον ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεγεῖσα πρεσβεία μετὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς ἐκπληροῦσα τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅπως χαιρετίσῃ καὶ εὐχηθῇ Αὐτὴν ἐπὶ τῇ εἰς τὸν θρόνον ἀναρρήσει Της. Ἐπ’ ὀνόματι τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα τὴν ἑξῆς προσφώνησιν· «Βασιλεῦ Βαθύτατα κατέχει ἡμᾶς ἡ συναίσθησις τῆς μεγίστης τιμῆς τὴν ὁποίαν μᾶς περιποιεῖ ἡ ἐντολὴ δι’ ἧς περιεβλήθημεν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐκπληροῦντες τὴν ἐντολὴν ταύτην ὑποβάλλομεν πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα εὐλαβῆ χαιρετισμὸν ἐκ μέρους τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει Ὑμῶν εἰς τὸν Θρόνον. Θὰ εἶναι ἀπείρως εὐτυχεῖς, Μεγαλειότατε, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Βουλήν, ἐὰν διὰ τοῦ χαιρετισμοῦ τούτου δυνηθῶσι νὰ διερμηνεύσωσι τὰ αἰσθήματα τῆς ἀφοσιώσεως, τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θρόνον, τῶν ὁποίων τὰς βάσεις ἔθεσεν ἡ εὐεργετικὴ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους δρᾶσις καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ ἀλησμονήτου πατρὸς Ὑμῶν καὶ ἅτινα ἔσχον τὴν ὑπερτάτην αὐτῶν ἐκδήλωσιν ἐν τῇ ἀναγνωρίσει τῶν μεγάλων καὶ ἐνδόξων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Θεία Πρόνοια ἠξίωσεν Ὑμᾶς νὰ παράσχητε πρὸς τὴν Πατρίδα. Εὔχεται δὲ ἡ Βουλή, ὅπως ἡ μετ’ αὐτῆς καὶ τῶν ἄλλων πολιτειακῶν παραγόντων συνεργασία τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ἀναδειχθῇ ἐπίσης μεγαλουργὸς ὑπὲρ τῶν τυχῶν τῆς χώρας ὡς ὑπῆρξαν μέχρι τοῦδε καὶ αἱ ἀτομικαὶ Ὑμῶν προσπάθειαι. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο ἤθελεν ἐξαρτηθῆ ἐκ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς προθυμίας μεθ’ ἧς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θὰ συμβάλωσιν εἰς τὸ κοινὸν ἔργον ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης θὰ δύναται πάντοτε νὰ ὑπολογίζῃ εἰς τοιαύτην εἰλικρινῆ τῆς Βουλῆς συνεργασίαν ὀφειλομένην εἰς τὴν ἀκλόνητον αὐτῆς πίστιν πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὴν ἔνθερμον αὐτῆς προσήλωσιν πρὸς τὸν ἔνδοξον τοῦ ἔθνους Βασιλέα. Εἴθε αἱ εὐχαὶ τοῦ ἔθνους ὅλου εἰσακουόμεναι νὰ στηρίξωσι διὰ παντὸς τὴν εὐτυχίαν Ὑμῶν, τῆς Σεπτῆς ἡμῶν Βασιλίσσης καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας». Εἰς τὴν προσφώνησιν ταύτην ὁ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Ἐξ ὅλης καρδίας εὐχαριστῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν διὰ τὸν χαιρετισμὸν τὸν ὁποῖον δι’ ὑμῶν, Κύριοι, μοὶ ἀπευθύνει ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει Μου, ὡς ἐπίσης εὐχαριστῶ διὰ τὰ αἰσθήματα τῆς ἀφοσιώσεως, πίστεως καὶ ἀγάπης τὰ ὁποῖα μοὶ ἐκδηλοῖ. Ἐκφράζω τὴν σταθερωτάτην πεποίθησιν ὅτι ἡ συνεργασία Μου μετὰ τῶν πολιτειακῶν παραγόντων, ἐν τῇ προσηλώσει εἰς τὸ συμφέρον καὶ μόνον τοῦ ἔθνους καὶ ἐν ἀμοιβαίᾳ εἰλικρινεῖ πίστει καὶ πιστῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτεύματος θέλει ἐξακολουθήσει τελειοποιοῦσα τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ὁποίου ἐτέθησαν ἤδη τὰ θεμέλια διὰ τῆς ἐργασίας πάντων. Χαίρω ἰδίως ὅτι βλέπω μεταξὺ ὑμῶν, Κύριοι, καὶ συντρόφους ἐκ τοῦ πολέμου, οἵτινες εἴτε ὑπὸ τὰς σημαίας εἴτε πολιτικῶς ἐξετέλεσαν καλῶς τὸ καθῆκόν των. Παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ σκέπῃ τὴν φιλτάτην Πατρίδα μας καὶ πάντας τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς». Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Τσιβλὸ τοῦ δήμου Κράθιδος ζητοῦσι τὴν κυβερνητικὴν ἀρωγήν Ὁ Ἀντ. Παϊκόπουλος ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν οἱ ἔχοντες δίπλωμα Ἐμπορικῆς Ἀκαδημίας δημοσίας ἢ ἰδιωτικῆς ἀνεγνωρισμένης δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐν τῷ κλάδῳ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῷ ταμειακῷ εἰς θέσιν ὁμοιόβαθμον τῷ ὑπουργικῷ γραφείῳ βʹ τάξεως κατόπιν διαγωνισμοῦ, ὡς ἐπετράπη τούτοις διὰ τὴν θέσιν ὑπογραμματέως ἐν τῇ Οἰκονομικῇ Ἐφορίᾳ αʹ τάξεως ἢ ἐφοριακοῦ γραμματέως δʹ τάξεως δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΓΩΟʹ τοῦ 1911, ἄρθρου 6.
§2Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς καὶ ἀπαντῶ ὅτι ὁ νόμος σήμερον ἐπιτρέπει μόνον εἰς τὸν ἐφοριακὸν κλάδον τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀποφοίτων τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ διάταξις αὐτὴ ἐν πολλοῖς δὲν εἶναι ὀρθή, θὰ ἐπεκταθῇ ὁσονούπω καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας.
§3Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κύριοι Δ. Γκλαβᾶς καὶ Π. Βουρλούμης χθὲς ἐζήτησαν πληροφορίας περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπιταχθεισῶν φορτηγίδων καὶ τῶν ἐργατῶν ἐν Πάτραις. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀπουσιάζουσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἀλλ’ ἀνακοινοῦνται εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἐξεδόθη ἔνταλμα ἑνὸς ποσοῦ 1607 δραχ. δι’ ἀμοιβὴν 40 ἐργατῶν ἐργασθέντων διὰ τὴν ἐν Γαλαξειδίῳ ἀνθράκευσιν. Διὰ τοὺς λοιποὺς τὰ ἐντάλματα εὑρίσκονται ἐνώπιον τῆς ἐκτιμητικῆς ἐπιτροπῆς. Ὡσαύτως καὶ αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν θαλασσίαν ἐργασίαν πληρωμαὶ εὑρίσκονται ἐνώπιον τῆς ἑτέρας ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος θέλουσι περατωθῆ.
§4Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Καταθέτω δηλώσεις, ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐν τῷ κεφαλ. 7 διάφορα κονδύλια ἐξόδων τὸ ὁποῖα ἐγένοντο τελευταῖον. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ προσόντων καὶ προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν»· 2) «Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν»· 3) «περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Διοικητικοῦ Δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§6Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, κύριοι Βουλευταί, ἀνεπτύχθησαν μερικὰ γεγονότα πραγματικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῶσι, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πῶς κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέπεμψε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ ὡς εἰσηγητής. Ἑπομένως ἐθεωρήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι ἦτο τὸ προτιμότερον ἀπὸ ὅλα νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων κύκλων καὶ προσεκαλέσαμεν πρὸς τοῦτο ἀντιπροσώπους τοῦ ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς, ἵνα μᾶς δώσωσι τὴν συμβουλήν των. Τότε δὲ ἀπὸ τὰ μέλη ἐκεῖνα τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς ἐμάθομεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὁλόκληρος ὁ ναυτιλλόμενος κόσμος, τοῦ ὁποίου τὰ πλοῖα συμμετέσχον εἰς τὴν ἐπίταξιν, εἶναι σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐπεδίκασεν ἡ ἐπιτροπή, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, καὶ χάριν ἀκριβῶς τῶν ἐξαιρέσεων αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸ προκείμενον Δικαστήριον. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπῆρξαν ἀμφισβητήσεις συνταγματικῆς φύσεως, ὑπῆρξαν ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι εἰς ἑκάστην δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ Ὑπουργός, δύναται νὰ τὴν παραπέμπῃ καταρτίζων ἔκτακτον Δικαστήριον καὶ νὰ φεύγωμεν ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς τοῦ λαοῦ δικαστάς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ σοβαρώτατα ζητήματα, ἅτινα ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συμπαρεδρεύων, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ κατ’ ἀρχὴν ἐδέχθημεν τοῦ δικαστηρίου τὴν ἀπόφασιν ὡς τι ἔκτακτον καὶ μονομερὲς γεγονός, μὴ δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦν προηγούμενον, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ διαχειρίσεως μεγάλων ποσῶν, ποσῶν τὰ ὁποῖα κατὰ πρώτην φορὰν ἐμφανίζονται ὑπαγόμενα ὑπὸ τὴν ἀτομικὴν διαχείρισιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Κυρίως ἤθελον νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸς μόνον τὴν εὐθύνην διὰ λόγους εὐνοήτους εἰς ὅλους μας. Καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔχει δίκαιον. Ὅτε λοιπὸν εὑρέθημεν πρὸ τῆς γνώμης τοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς, ὅτι ὅλοι οἱ ἐφοπλισταὶ ἦσαν σύμφωνοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, τότε ἠρωτήσαμεν τοὺς Κυρίους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς ἀντιρρήσεις, τί ἤθελον. Αἱ γνῶμαι αὐτῶν ὅπως διετυπώθησαν εἰσήχθησαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἱδρύσεως τοῦ ἰδικιτέρου αὐτοῦ Δικαστηρίου νόμου, καὶ δι’ αὐτὰ ἠπόρησεν ἡ ἐπιτροπὴ πῶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις. Δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὸν πατριωτισμόν τινος, διότι τὰ ἔργα αὐτὰ ἀποδεικνύουσι τὸν πατριωτισμὸν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀμφισβητήσεις τινές, αἵτινες δέον μᾶλλον ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, δεδομένου ὅτι ἔνιοι τῶν πλοιοκτητῶν, διαχειριζόμενοι πλοῖα, μὴ ἀνήκοντα ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτούς, ἀλλ’ εἰς διαφόρους μετόχους, δὲν θὰ ἤθελον καὶ αὐτοὶ νὰ ἔχωσιν εἰς βάρος των τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲ ὑπερήσπισαν τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων αὐτῶν. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὅτι, ἀσχέτως τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τῶν ἀμφιβολιῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τοῦ νόμου, ἀσχέτως τοῦ ὅτι ὁ προκείμενος νόμος δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ποτε ὡς προηγούμενον διὰ μέλλοντας τυχὸν τοιαύτης φύσεως νόμους, πάντως προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ταχύτητα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων καὶ νὰ προστατεύωμεν τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ μεγίστων εὐθυνῶν, βεβαίως οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι συντελεστικώτερον ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον θεσμὸν θὰ εἶναι τὸ προκείμενον Δικαστήριον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδικάσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας ἔφερεν ἀμφισβητήσεις, περὶ τούτου ἐλήφθη εἰδικὴ πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν σύμπραξιν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κυκλάδων, οἵτινες ἠθέλησαν λεπτομερῶς νὰ τεθῇ ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ καὶ ἐγένετο μάλιστα καὶ μνεία ὅπως μνημονευθῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς καὶ καταδηλωθῇ ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει εὑρεθῆ τὸ εὔλογον τῆς ἀποζημιώσεως. Ὅτε λοιπὸν εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς γεγονότος πραγματικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς οὐδὲ καὶ πόρρωθεν δύναται νὰ φαντασθῇ ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, θίγουσα τὸν πατριωτισμὸν ἐνίων ἐκ τῶν κυρίων ἐφοπλιστῶν, βεβαίως δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ μία συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς νόμου, ὅστις ἐγένετο κοινῇ συνεργασίᾳ πάντων καὶ ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν ὅλων καὶ οὐχὶ τὴν μονομερῆ οὔτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὔτε ἄλλου τινός.
§7Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὶν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, θέλω ἀνακοινώσει ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἀβλεψίαι τυπογραφικαὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἐκ τῶν προτέρων λέγω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι τροπολογίαι. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 12ῳ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλέχθη καὶ διετυπώθη ἄλλως ἡ φράσις, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι παρωράθη ἐν τῇ διορθώσει. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω διατυπωθῆ (ἀναγινώσκει)· «Ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως»! Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγραφὴν εἴχομεν μείνει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ σύμφωνοι δι’ ἐννέα μῆνας καὶ τώρα ἔχει διατυπωθῆ ἕξ. Τὰ ἀνακοινῶ ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἡ διόρθωσις μετὰ συζήτησιν σημαίνει τροποποίησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον, εἶτα δὲ καὶ τὸ 2ον καὶ 3ον).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§9Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 παρουσιάζεται κατὰ τὴν τρίτην ταύτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τροπολογημένον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ γεννῶνται αἱ ἀμφισβητήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήρισαν ζωηρῶς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ὠφέλησαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ὡδήγησαν εἰς τὴν σύμπτωσιν τῶν γνωμῶν, πρὸς διατύπωσιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη. Ἀλλά, καὶ ὡς ἔχει τροπολογηθῆ τὸ ἄρθρον, ἡ φράσις, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ δικαίου καὶ εὐλόγου ἀνταλλάγματος τῆς χρήσεως τοῦ ἐπιταχθέντος πλοίου λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐν γένει αἱ ναυτιλιακαὶ συνθῆκαι, εἶναι λίαν γενικὴ καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἀκριβῶς διὰ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ ἐκθέτων τὴν ἐμὴν γνώμην εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐννοίας, ὅτι διὰ τῆς φράσεως ταύτης συνοψίζονται ἐκεῖναι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐν γένει περὶ τοῦ ζητήματος τῆς δικαίας ἀποζημιώσεως τῶν ἐφοπλιστῶν. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ὡς διεξήχθη ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν παρεῖχε τὴν ἐντύπωσιν ἀντιδικίας ἐχούσης τὴν θέσιν της εἰς τὸ συνιστώμενον Δικαστήριον, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς μὴ ὤφελε, πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεκόμισε γενικὴν ἡ κοινωνία τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιδιώξεως κερδῶν ἐκ μέρους τῶν ἐφοπλιστῶν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐὰν περὶ τοιούτου τινὸς ἐπρόκειτο, βεβαίως πρώτη ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον, δὲν θὰ ἐνόει νὰ ἐπιβραβεύσῃ τὴν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπαίτησιν ἀδίκων κερδῶν ἐκ μέρους τῶν ἐφοπλιστῶν. Ἀλλ’ οὕτω δὲν ἀντελήφθην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι εἶχον τὰ πράγματα κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ συμπεράσματα τῆς ὁποίας προσεπεκύρωσα διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου. Διὰ ν’ ἀποκατασταθῶσι τὰ πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ νὰ ἐπιγίνῃ ἡ ὀρθὴ ἐντύπωσις εἰς τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσί τινα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου τῶν ἐπιτάξεων, οὐχὶ πρὸς ζήτησιν εὐθυνῶν ἢ πρὸς ἔλεγχον, διότι περὶ τοιούτου τινὸς οὔτε ὁ καιρὸς εἶναι κατάλληλος οὔτε ἔχομεν ἱκανὰ στοιχεῖα, ἵνα κρίνωμεν, ἂν τὰ κακὰ τῆς ἐπιτάξεως, ἡ κακὴ ὀργάνωσις τῆς ἐπιτάξεως, ἡ ὁποία κατηγγέλθη ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων, εὐθύνουσι τὴν κυβερνητικὴν λειτουργίαν ἢ τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγένοντο, Κύριοι, πολλὰ τὰ ἄτοπα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐπιτάξεως, καὶ ναὶ μέν, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ μὴ παρίδωμεν, ὅτι ὅπως διεξήχθη ἡ ἐπίταξις δὲν ἐπῆλθε μείωσις τῶν πολεμικῶν ἀποτελεσμάτων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο καὶ μόνον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄντως λίαν εὐχάριστον διὰ τὸ ἔθνος καὶ τὸ ὁποῖον ἱκανοποιεῖ βεβαίως τὸν λαόν, δὲν δύναται οὔτε εἶναι προσῆκον νὰ ἐπαναπαυθῇ ἡ Βουλή. Ὅταν ἐπιστῇ ὁ κατάλληλος καιρός, θὰ πρέπῃ μετ’ ἐπιστασίας καὶ αὐστηρότητος νὰ διονυχισθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν ἡ ἐπίταξις καὶ νὰ μελετηθῶσι τὰ γενόμενα σφάλματα, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀταξιῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐν τῷ παρελθόντι, ὀργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ τὸ μέλλον οὕτως, ὥστε ἄνευ μεγάλων δαπανῶν νὰ λειτουργῇ ἐπιτυγχάνουσα τὸν πολεμικὸν αὐτῆς σκοπόν.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος τῆς ἐπιτάξεως εἶναι τοῦ παρελθόντος.
§11Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐννοεῖ ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοιαύτη ὀργάνωσις δὲν ὑπῆρχε καὶ περὶ τούτου ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον καὶ θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§12Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ὅτι συνέβησαν ἀταξίαι καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον προσωπικῶς ὑπέπεσον εἰς τὴν ἀντίληψίν μου διάφορα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἄτοπα, ὄχι μόνον διότι ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ὑπερβολικῶν ὑποχρεώσεων πρὸς κάλυψιν ἀναγκῶν, αἵτινες ἠδύναντο καὶ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν νὰ καλυφθῶσιν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπηρέασαν τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ ἐχρησίμευσαν ὡς πρόσκομμα εἰς αὐτήν. Τρανὴ ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐπίταξις, ὡς ἐγένετο, δὲν προσεπόριζε κέρδη εἰς τοὺς ἐφοπλιστάς, ὅπως οὐχὶ εἰκότως παρεστάθη, ἀλλὰ ζημίας ἐπροξένει, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐφοπλιστῶν ὄχι μόνον δὲν ἔσπευσαν νὰ προσφέρωσι τὰ πλοῖά των πρὸς ἐπίταξιν ἐπὶ τῇ προθέσει ἐξασφαλίσεως κερδῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐναντίου δεσμευόμενοι ὑπὸ ἄλλων ὑποχρεώσεων καὶ προβλέποντες ζημίας ἐζήτησαν καὶ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐπίταξιν. Αἱ γενόμεναι ἀταξίαι ἐξεταζόμεναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἄνευ δημοσίας ἀνάγκης ἐπιταχθέντων πλοίων, τινὰ τῶν ὁποίων καίτοι ἐπίναυλα καὶ ἔμφορτα ἐπετάχθησαν, παριστῶσιν ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσιν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ὥστε ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος, εἰς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ προσέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὀφείλει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, εἶναι αὕτη· κατὰ ποῖον τρόπον θ’ ἀποζημιωθῶσιν ἐν δικαίῳ μέτρῳ οἱ ἐφοπλισταί, ὄχι μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς αὐτοὺς κέρδη, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεσιν πραγματικῶς ν’ ἀποζημιώσωμεν αὐτούς, ὄχι μόνον νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς ἀντάλλαγμα τῆς χρήσεως τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν, ἀλλά, καὶ ἄν τινα πλοῖα ἐζημιώθησαν ἐκ τῆς ἐπιτάξεως, ταῦτα, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν συγκεκριμένων συνθηκῶν ἑνὸς ἑκάστου, ν’ ἀποζημιώσωμεν; Δὲν ἀρνοῦμαι, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς σχετικὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ὑπῆρξαν καὶ αἰσχροκερδεῖς τινες κερδοσκόποι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ἴσως νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν περίστασιν διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν ἄκοπον κέρδος· ἀλλὰ πρέπει μακρὰν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν, μακρὰν καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας νὰ ὑπάρχῃ ἡ σκέψις αὕτη καὶ νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ ἐκ τῆς αἰσχροκερδείας ἐνίων ἐφοπλιστῶν ἐντύπωσις ὡς πρὸς τὸ σύνολον τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὡς πρὸς τὸ σύνολον τῆς ἐμπορικῆς ἐφοπλιστείας, προκειμένου νὰ διατυπώσωμεν τὸ κατάλληλον μέτρον διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ὀφειλομένων ἀνταλλαγμάτων οὐχὶ μόνον διὰ τὴν χρῆσιν τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ ναυτιλία μας, ἀλλὰ καὶ τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστη αὕτη. Καὶ ἐν τῇ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῇ, ἥτις κατήρτισε τὸ προσχέδιον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς δι’ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἐκδικάσεως τῶν ἐξ ἐπιτάξεως διαφορῶν, ἐκηρύχθην δὲ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῶν ἐφοπλιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον ν’ ἀποκτήσωσι ταχέως ἕνα ἐκκαθαρισμένον ἐκτελεστὸν ἐμπορεύσιμον τίτλον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοῦτο ταχέως τὰς οἰκονομικάς του ὑποχρεώσεις καὶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐπίταξις ἀφορμὴ λανθανόντων ἐλλειμμάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἐνεπιστευόμεθα τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Τώρα ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ συνιστάμενον δικαστήριον, διὰ νὰ κρίνῃ τὰς ἀξιώσεις τὰς εἴτε ὑπερβολικὰς εἴτε δικαίας τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τὰς εἴτε δικαίας εἴτε ὑπεράγαν αὐστηρὰς τοῦ Δημοσίου; Βεβαίως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ—αὐτὸ ἀντελήφθην παρακολουθήσας συντόνως τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν—εἶναι σύμφωνος ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς μέτρον δικαίου καὶ εὐλόγου ἀνταλλάγματος, προκειμένου περὶ ναυτικῆς ἐπιχειρήσεως, νὰ χρησιμεύσῃ τὸ μέτρον τοῦ τόκου ἢ τὸ μέτρον τῶν ἄλλων κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων. Διότι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ὑφίσταται κινδύνους, τοὺς ὁποίους καλύπτει διὰ τῶν μεγάλων ναύλων καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ξενίσωσιν ἡμᾶς αἱ ἀξιώσεις τῶν ἐφοπλιστῶν, αἱ ὁποῖαι φαίνονται πάντοτε ὑπερβολικαὶ ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις. Λόγῳ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συναφεῖς πρὸς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, καὶ ὁ τόκος τοῦ ναυτικοῦ δανείου καὶ ἡ prime τῆς ἀσφαλείας εἶναι ἀνώτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ κέρδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπει ὁ ναυτιλλόμενος διὰ νὰ καλύψῃ τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἔχει κατατεθειμένα, διὰ ν’ ἀποσβέσῃ τὰ κεφάλαιά του ἐν χρόνῳ σχετικῶς μικρῷ, εἶναι ἀνώτερα. Ὁ τρόπος τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, παρατάξας μερικὰς ἀξιώσεις δὲν γνωρίζω ἀτομικῶς ποίας, οὔτε ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω— καὶ πολλαπλασιάσας τὰς ἀξιώσεις ταύτας ἐπὶ τὸ ἔτος καὶ συσχετίσας ταύτας πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου, ὁ τρόπος οὗτος βεβαίως εἶναι δικολαβικός, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιος, βεβαίως δὲν εἶναι ἴσος. Τὸ πλοῖον, ὅπως καὶ τὸ ἐργαλεῖον εἰς τὸν ἐργάτην, χρησιμεύει διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ κέρδος, τὸ ὁποῖον πολλάκις εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐργαλείου ἢ τοῦ πλοίου. Δὲν πρέπει ἑπομένως τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον συνθέτομεν, ἐν τῇ κρίσει αὐτοῦ νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸ σύνηθες μέτρον, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς συνθήκας τῆς ναυτιλίας· βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δίκαιον ν’ ἀπολαύσωσι κερδῶν ἐφοπλισταὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀποδεδειγμένον θὰ ἦτο ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιτάξεως δὲν θ’ ἀπελάμβανον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον καὶ νὰ ὑποστῶσι καὶ ζημίας ἐφοπλισταί, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τῆς ἐπιτάξεως δὲν θὰ ὑπεῖχον τὰς ζημίας· εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν πρέπει ὁ δικαστὴς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς παρομαρτούσας συνθήκας καὶ τὰς εὐνοϊκάς, τὰς δημιουργηθείσας διὰ τῆς ἐπιτάξεως ὑπὲρ ἑνός, ἀλλὰ καὶ τὰς δυσμενεῖς, τὰς παρομαρτούσας ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπιτάξεως ἐναντίον ἄλλου ἐφοπλιστοῦ, καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ δικαίαν κρίσιν. Βεβαίως καὶ ἡ ναυτιλία δίκαιον εἶναι νὰ ὑποστῇ κατ’ ἀρχὴν—ὀφείλομεν νὰ τὸ τονίσωμεν—τὰς ἐπιζημίους συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν αὐτὴ ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου· τοιαύτας ἐπιζημίους συνεπείας ὑπέστησαν καὶ ἄλλοι κλάδοι καὶ ἄλλαι τάξεις καὶ ἄλλα ἐπαγγέλματα· ἀλλὰ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν κερδῶν καὶ τὴν δυσμενῆ θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε διὰ τὴν ναυτιλίαν ὁ πόλεμος, δὲν πρέπει νὰ ἐντείνωμεν τὴν ἄποψιν ταύτην ὑπερβολικά, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν ζημίας εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία δὲν εἶναι φύσεως τοιαύτης οὐδὲ σημασίας, ὅπως οἱαδήποτε ἄλλη ἐπιχείρησις εἴτε γεωργικὴ εἴτε ἐμπορική, εἴτε ἄλλη κερδοσκοπική, οὔτε πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπικρατῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τῶν κερδῶν τῶν ἐφοπλιστῶν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐν εὐρύτητι πρέπει νὰ ὑποδείξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τὰς ἀξιώσεις των. Γνωρίζω ὅτι συνέβησαν ἀδικίαι εἰς ἐπιτάξεις καὶ εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ πρῶτος ἐγὼ θὰ εἶμαι συνήγορος, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀποκατασταθῶσιν αἱ ζημίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου σταματᾷ τις εἶναι εἰς τὸ τεχνικὸν μέρος, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως ὑπερβολικῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, θ’ ἀποκατασταθῶσιν αἱ ζημίαι τῶν γεωργῶν καὶ ἄλλων ἐπαγγελματιῶν, ὧν ἐπετάχθησαν κτήνη καὶ ὀχήματα. Ἀλλ’ ἐπικαλούμενος ἰδιαιτέραν εὐρύτητα ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ εἰς αὐτὴν προσήκοντος ἀνταλλάγματος διὰ τὴν ἐπίταξιν ἀποβλέπω εἰς τὸ ὅτι οἱ χαρακτῆρες τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας δὲν προσιδιάζουσιν εἰς τὰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία εἶναι μία ἐθνικὴ δύναμις, ἐθνικὸς παράγων, ὄχι μόνον διότι εἰσκομίζει ὑλικὸν πλοῦτον εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ διότι χρησιμεύει ὡς προπαγανδικὴ μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Εἶναι ἐξ ἴσου παράγων πολεμικός, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἐπόψεως ἐθνικὸς εἰρηνικὸς παράγων, τοῦ ὁποίου θὰ ἔχωμεν ἀμέσως μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς εἰρήνης ἀνάγκην καὶ ὀφείλομεν νὰ τὴν προστατεύσωμεν, διὰ νὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι εἶναι παράγων εἰρηνικῆς διεισδύσεως εἰς τοὺς ἀλλοεθνεῖς λαοὺς τῆς ἐγγὺς Ἀνατολῆς, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καὶ πρὸ τοῦ πολέμου μᾶς ἦσαν συμπαθεῖς καὶ μετὰ τὴν εἰρήνην θὰ συνεργασθῶμεν μετ’ αὐτῶν, βοηθοῦντες αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἠθικήν των προαγωγήν, διότι δὲν λησμονοῦμεν ὅτι πρὸς τοὺς λαούς, πρὸς τὸ Κράτος τῶν ὁποίων σήμερον πολεμοῦμεν, πρὸς τοὺς λαοὺς αὐτοὺς συνδεόμεθα διὰ χιλιάδων ἐτῶν κοινῆς ἱστορίας, ὅτι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ αὐτοὶ μέλη τῆς αὐτῆς οἰκογενείας τῆς Μεσογείου, εἰς τὴν λεκάνην τῆς ὁποίας συνελήφθη καὶ ἐξ ἧς ἐγεννήθη ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός. Τὴν εἰρηνικὴν ταύτην διείσδυσιν θὰ ἐξυπηρετήσῃ πρωτίστως ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι φορεὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὐχὶ ὡς ἔθνους, διότι δὲν ποθεῖ τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν — ὅπως ἄλλα ἔθνη λησμονήσαντα τὴν ἱστορίαν των — νὰ ἐπιχειρήσῃ κατακτήσεις ἀλλοεθνῶν λαῶν, ἀλλὰ φορεὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς εἰρηνικῆς ἐκπολιτιστικῆς ἰδέας. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἀφοῦ ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ προόψει τῆς μελλούσης ναυτικῆς δράσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολεμούμεθα σήμερον ὑπὸ λαῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀνταγωνιζόμεθα διεθνῶς. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον οὐδὲ σκόπιμον διὰ τῆς ἐπιτάξεως νὰ ὑποστῇ ζημίαν καὶ μείωσιν δυνάμεως ἀνταγωνιστικῆς ὁ παράγων ἡμῶν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλείτερος φορεὺς τῆς ἰδέας καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ εἰρηνικῇ διεισδύσει τῆς ἐγγὺς Ἀνατολῆς. Γνωρίζω ὅτι ὁμιλῶν περὶ τῆς ναυτιλίας ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην φυσικὴν ἀνήκει εἰς ἐφοπλιστάς, ἰδιώτας κεφαλαιούχους, θὰ κατηγορηθῶ, ὡς κατηγορήθην, ὅτι γίνομαι συνήγορος καὶ προστάτης κεφαλαιούχων. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον τὸ κεφάλαιον τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καλῶς ἢ κακῶς ἀνήκει εἰς πρόσωπα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀτομιστικῆς καὶ ὄχι τῆς συλλογικῆς, κοινωνικῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὸ κοινωνικὸν καὶ νομικὸν ὑπερστέγασμα τῆς κοινωνίας μας ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σταθμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ οἰκονομικὴ ἐξέλιξις αὐτῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός, ὥστε ν’ ἀντιπαρατάξωμεν τὰς ἰδέας μας πρὸς τοὺς ὀπαδοὺς τῆς κεφαλαιοκρατίας. Σήμερον ἔχομεν ἓν κεφάλαιον ἐνδεδυμένον εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας, ὄχι ὑπὲρ τῶν κεφαλαιούχων, ὑποστηρίζομεν τὴν συντήρησιν τοῦ κεφαλαίου τῆς ναυτιλίας. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἐκ μονομερείας τὴν καταστροφὴν τοῦ κεφαλαίου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται νὰ κατηγορηθῶμεν, διότι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ζητοῦμεν τὴν συντήρησιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας εἰς τὴν περιωπὴν αὐτῆς, τὴν κατηγορίαν ἀποδεχόμεθα οὐχὶ ὡς κατηγορίαν, ἀλλ’ ὡς τιμήν, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ἡμεῖς ἐν τῷ πολιτικῷ μας βίῳ μὴ ἐπιδιώκοντες ἀκαίρους ἀνατροπὰς καὶ καταστροφὰς δὲν δημοκοποῦμεν, ὡς ἴσως θὰ ἐπεθύμουν τινὲς νὰ μᾶς ἔβλεπον δημοκοποῦντας, ἀλλὰ μετὰ νηφαλιότητος καὶ μετριοπαθείας ἐπιδιώκομεν τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις, εἰς ἃς ἀτενίζομεν ἐννοοῦντες νὰ συντηρῶνται ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἐθνικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἡμῶν δυνάμεις.
§13Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὀλίγα λεπτὰ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι Βουλευταί, ἀπαντῶν εἰς ὅσα προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ προκληθεὶς οὔτε ὑπὸ τῶν διαδεχθέντων ἐμὲ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ὁμιλίαν μου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπιμελῶς μετὰ ταῦτα ἀνέγνωσα, δὲν ἐμνημόνευσα καθόλου τοὺς ἐφοπλιστὰς ὡς δικαιούχους ἀπέναντι τοῦ δημοσίου ταμείου, οὔτε λέξιν εἶπον ὅτι οὗτοι ἐζημιώθησαν. Μόνον συνέστησα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα ἀπαραίτητα, ὅπως οἱ ἐφοπλισταὶ γενικῶς ὡς τοιοῦτοι, ὡς μία τάξις συμπαθής, μὴ ὑποστῶσι ζημίας ἕνεκα τοῦ ἐκτάκτου μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔπληξε τὴν τάξιν αὐτῶν περισσότερον, μετὰ τοὺς γεωργούς, τοὺς ἔχοντας κτήνη. Διότι τὸ μέτρον αὐτό, τὸ τῆς ἐπιτάξεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, πατριωτικώτατον ἀληθῶς, ἀλλ’ αὐθαίρετον, ἐστράφη μόνον κατὰ τῶν γεωργῶν καὶ ἐφοπλιστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἤλεγξα, ἢ μᾶλλον ἀνέφερα, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε δὲν ἀφεώρων τελείως αὐτόν, ἀλλὰ τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ ἢ μᾶλλον τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Δὲν ἀπήντησεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ ἐφοπλιστῶν καὶ δὴ ἑνὸς τοιούτου ἀποσταλέντος ἐξ Ἀγγλίας εἰς Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς ἄλλο ἔδαφος καὶ ἐμνημόνευσε μιᾶς ἑταιρείας, τοῦ Πανταλέοντος, ὅτι ἐζήτησεν ὑπερβολικὸν ποσόν, ὅτι ἀπεπειράθη νὰ λῃστεύσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρεστάθη δὲ καὶ ὅτι ἐγὼ ἤμην συνήγορος τῶν ἀπαιτήσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμα, διότι δὲν διετέλουν παντάπασιν ἐν γνώσει τῆς ἑταιρείας.
§14Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν παρεστάθη ὑπ’ ἐμοῦ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§15Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπάντησίς σας, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν παρατήρησίν μου ὅτι δὶς ἀπεπέμφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐζήτησέ τι σχετιζόμενον μὲ τὴν ἐπίταξιν τοῦ πλοίου του, φαίνεται ὅτι δὲν ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς δικαίωμα νὰ μνημονεύσητε τὰς ἀπαιτήσεις τὰς ὑπερβολικάς, κατὰ τὴν κρίσιν σας, διότι ἐγὼ οὔτε τοιοῦτόν τι ἀνέφερα οὔτε ἐγνώριζον κατὰ πόσον ὑπάρχουσιν ἀπαιτήσεις καὶ κατὰ πόσον αὗται εἶναι ὑπερβολικαί. Ἡ τοιαύτη δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μνεία τῆς ἑταιρείας αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ καὶ μετ’ ἄλλων καὶ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως παρήγαγε τὴν ἐντύπωσιν ὄχι μόνον ἐντὸς ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ὄχι πλέον μεμονωμένως ἀλλὰ κάπως γενικώτερον ἀπεπειράθη νὰ αἰσχροκερδήσῃ.
§16Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔκαμον τόσον ῥητὴν δήλωσιν, ὥστε εἶναι ἄδικος τοιαύτη ἐντύπωσις.
§17Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ἀρθρογραφία δὲ τῶν ἐφημερίδων λέγει τοῦτο, ὅτι ὑπῆρξαν ἐνταῦθα ὑποστηρικταὶ ἐφοπλιστῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη παντάπασι, διότι οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ ἀπαιτήσεων τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ διότι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐλέχθησαν πράγματα εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ὑπερασπιστῶν, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι δῆθεν δὲν εἶχον τοιοῦτον ἐνδιαφέρον. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι κάμνοντες ἀκαίρους δηλώσεις προυκαλέσατε συζήτησιν ἐν οὐ δέοντι;
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀπήντησα εἰς ὑμᾶς· ἀπήντησα εἰς τοὺς Κυρίους ἐδῶ.
§19Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκρινε καλὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν παρατήρησίν μου σχετικῶς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τῶν ὀργάνων τῶν Πολιτείας πρὸς ἕνα ἐφοπλιστήν, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγὼ γνωρίζω μόνον κατ’ ὄνομα καὶ ὡς φιλόπατριν ἄνδρα μὴ θελήσαντα ν’ ἀλλάξῃ τὴν σημαίαν καὶ νὰ μιμηθῇ τὴν ἑταιρείαν Χατζη–Δαούτ, ἡ ὁποία ἤλλαξε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν διὰ τῆς Ἀμερικανικῆς. Εἶπον δ’ ὅτι αὐτὸς ἦτο εἷς παράγων ἐθνικὸς ὁ ὁποῖος δρᾷ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ἐπωφελῶς καὶ διὰ τὸν ἑλληνικὸν πληθυσμὸν καὶ διὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἐθνικήν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἴδω τὸν φάκελον καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συνεκέντρωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαιότατα ἤγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ συμπεράνῃ ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρείας Πανταλέοντος σχετικῶς μὲ τὸ ἀτμόπλοιον «Ἀρκαδία» ἦσαν ἀρκετὰ μεγάλαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχρησιμοποίησε τὰ καταλληλότερα ὄργανα τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ χρησιμοποιήσῃ, καί, εἴτε ἐσφαλμένη εἴτε ὀρθὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἐν τάξει σχηματίσας τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἀρκαδία» ἦσαν δίκαιαι. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τῶν δηλώσεών του ὑπάρχει τι τὸ ὁποῖον δὲν δίδει δίκαιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐζητήθησαν ὄχι 1,400,000, ὅπως μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσεν ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐνίοτε λέξις ἐκφερομένη ἐπισήμως ὑπὸ Ὑπουργοῦ καὶ μάλιστα ἐντὸς τῆς Βουλῆς δύναται νὰ παραγάγῃ ἐντύπωσιν ἡ ὁποία δύναται νὰ εἶναι πολὺ τραγική. Ἡ ἐντύπωσις τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε τοιαύτη, ὅτι ἐζητήθησαν ἓν ἑκατομμύριον τετρακόσιαι χιλιάδες διὰ πλοῖον ἀξίας 460 χιλιάδων ὑπὸ τῆς ἑταιρείας Πανταλέοντος. Δὲν εἶμαι καθόλου συνήγορος τῆς ἑταιρείας αὐτῆς· μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ κατ’ οἶκον τὸν κ. Πανταλέοντα, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε μερικὰ στοιχεῖα. Καλλίτερα ὅμως στοιχεῖα ἐφρόντισα καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἑταιρεία Πανταλέοντος δικαιοῦται νὰ λάβῃ 600,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἐννέα ἐπίτακτα πλοῖα, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ «Ἀρκαδία». Ἐκ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει καὶ μία αἴτησις περὶ 48,000 δραχμῶν καὶ μία ἄλλη περὶ 60,000 γενομένη κατὰ τὸν Ἰανουάριον μῆνα. Ὥστε αἰτήσεις πρὸς πληρωμὴν εἶναι ἡ μία διὰ 48,000 καὶ ἡ ἄλλη διὰ 60,000. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ὅσων εἶπεν εἶπε μὲν τὴν ἀλήθειαν, ὄχι ὅμως καὶ ὅλην τὴν ἀλήθειαν (ἱλαρότης).
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ προκαλεῖτε τὴν ἀπάντησίν μου, διότι θὰ εἶναι αὕτη ἐπὶ ζημίᾳ τρίτων.
§21Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προβῆτε εἰς οἱανδήποτε δήλωσιν, διότι εἰς ἐμὲ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ ζημίαν.
§22Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον διὰ τρίτους.
§23Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐζήτησε πράγματι 48,000 δραχμῶν διὰ χρησιμοποίησιν τοῦ πλοίου της ἐπὶ βραχὺ διάστημα 16 ἡμερῶν. Ἀλλὰ πρέπει εἷς Ὑπουργὸς νὰ συμπεραίνῃ ὅτι, ἀφοῦ διὰ 16 ἡμέρας ζητεῖ 48,000 δρχ., ἄρα διὰ 12 μῆνας θὰ ζητήσῃ 1,420,000. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν χρησιμοποιήσῃ κανεὶς μίαν πολυτελῆ θαλαμηγὸν ἐπὶ μίαν ἡμέραν διὰ στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη ζημία, ὥστε πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ πλοίου εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν νὰ ἀπαιτηθῶσι πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ ὑποτεθῇ,ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐζήτησε διὰ μίαν ἡμέραν πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῇ ἐπὶ 365 ἡμέρας, διὰ νὰ δικαιώσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πλοιοκτήτου. Εἶναι δυνατὸν ἐξαιρετικὴ χρῆσις νὰ φέρῃ ἐξαιρετικὴν ζημίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ὑπερβολικῶν ἀπαιτήσεων ἐκ μέρους ἑταιρείας εἶναι ὀρθαί· δὲν εἶναι μόνον τὰ συμπεράσματα ὀρθὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασεν ἐκ τῶν ἡμερῶν κρίνας τὸν ναῦλον ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἓν πλοῖον ναυλούμενον διὰ μίαν ἡμέραν διὰ νὰ κάμῃ ταξίδιον ἀπὸ Πειραιῶς μέχρις Αἰγίνης δύναται νὰ ζητήσῃ 1000 δραχμὰς ναῦλον, καίτοι τὸ πλοῖον δύναται ν’ ἀξίζῃ 40,000 δραχμῶν· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου εἶναι αἰσχροκερδὴς κερδίσας 1000 δραχμὰς διὰ μίαν ἡμέραν, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰς 1000 δραχμὰς μὲ τὰς 365 ἡμέρας, ἀλλ’ ἄλλη εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν λαμπρότατα ἐναύλωσε μπάριζες, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία εἶναι 3,000–4,000 λιρῶν, δηλαδὴ 70,000–100,000, μὲ μίσθωμα 18,000–20,000 δρχ. καὶ μὲ τὴν παροχὴν τῆς καυσίμου ὕλης. Σημειώσατε τοῦτο καλῶς, διότι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς «Ἀρκαδίας» ἦσαν καὶ οἱ ἄνθρακες.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς ἑταιρείας Πανταλέοντος ὑπῆρξε θαυμασία· ἀλλ’ ἐζήτησε πάρα πολλά, πάρα πολλά.
§25Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο μὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσθέτω εἶναι ὅτι δὲν δύναται οὕτω πως νὰ συμπεράνῃ εἷς Ὑπουργός, διότι θὰ καταλήξῃ νὰ ἐλέγχῃ πρᾶξιν ἰδικήν του ἢ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν λέγῃ ὅτι πλοῖον ἀξίας 80,000 δρχ. ἐναυλώθη ὅπως προσφέρῃ ὑπηρεσίας ἄλλας ἀντὶ 20,000 δραχμῶν μηνιαίως. Τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν ὑπὸ Ῥωσικὴν σημαίαν, προσέφεραν δὲ ἀρίστας ὑπηρεσίας. Ἄνευ τῶν πλοίων τούτων ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνωσιν ἐκφορτώσεις καὶ νὰ μεταφερθῶσι πυροβόλα.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία εἰς τὴν Βουλήν, δηλῶ ὅτι ἐναυλώσαμεν τὰ πλοῖα μπάριζες, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπὸ Ῥωσικὴν σημαίαν.
§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐδήλωσα προηγουμένως, πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ζημιῶν πολλάκις ὁ ἰδιοκτήτης οὐχὶ ὑπὸ αἰσχροκερδείας κινούμενος ἀλλ’ ὑπὸ μεγάλου ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πλοίου του. Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ ὅτι ἡ «Ἀρκαδία» ἠγοράσθη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας εἰς μικρὰν τιμήν· ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία αὕτη ὑπέστη μεγάλας δαπάνας, διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ πλοῖον. Τὸ ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς ἑταιρείας εἶναι ὑπερβολική, τοῦτο εἶναι ἓν μέσον δυνάμενον νὰ δικαιολογηθῇ· ὅταν δὲ εἷς ἐφοπλιστὴς οἱοσδήποτε συναλλάσσηται μὲ τὸ Δημόσιον, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ λῃστής, διότι ἡ Πολιτεία ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ κανονίσῃ τὴν τιμὴν καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς προσώπου τόσον συμπαθοῦς δι’ ὃ πᾶς βαρὺς χαρακτηρισμὸς εἶναι ἀδικαιολόγητος. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς ἴσως κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ ἀποζημίωσιν· ἴσως κληθῇ νὰ ὑπολογίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ πολέμου. Θὰ ἐθεωρεῖτο ἆρά γε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰσχροκερδής, ἂν ἀνεβίβαζε τὰς δαπάνας ἐκ τοῦ πολέμου εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, ἂν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ν’ ἀναπληρώσῃ ὅλας τὰς ζημίας ἐξετίμα ὅλας τὰς ζημίας τὰς ἀφανεῖς τὰς ὁποίας ὑφίσταται εἷς λαὸς κατόπιν ἑνὸς πολέμου καὶ δὲν ἠδύνατο εἷς ἐφοπλιστὴς νὰ ὑποθέσῃ ὅτι καὶ ἄλλας ζημίας ἀφανεῖς ὑπέστη; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ μείνῃ νὰ κανονισθῇ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὔτε ἐμνημόνευσα κἂν ἀπαιτήσεις ἐφοπλιστῶν, οὔτε ὑπεστήριξα ὑπερβολικὰς ἢ μὴ ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις των, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο ὀρθότατα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα εἶπον, χωρὶς νὰ μνημονεύσῃ τὰς ἀπαιτήσεις, ἐκτὸς ἂν ἀσχέτως πρὸς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἤθελε νὰ κάμῃ μνείαν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐφοπλιστῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέληξεν, ἵνα κερδίσῃ τὴν εὔνουν ἐντύπωσιν τῆς Βουλῆς, καταφυγὼν εἰς τὴν χαρακτηρίζουσαν τὴν παλαιὰν πολιτικήν, ῥητορικὴν τακτικήν· μετεχειρίσθη τι τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μουσικὴν λέγεται κορώνα καὶ ἐμνημόνευσε τὴν ἐθελοθυσίαν καὶ τὰς παροχὰς τῶν προγόνων ἡμῶν κατὰ τὸν ἔνδοξον ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην κράτος Ἑλληνικὸν δὲν ὑπῆρχε. Σήμερον εὐτυχῶς ὑπάρχει, καὶ μάλιστα εὐνομούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουσιν. Ἔρχεται ὁ νόμος, ὁ φόρος ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς βίας, καὶ δὲν περιμένει ἡ Πολιτεία ἀπὸ τὴν ἐθελοθυσίαν τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν δύναμίν της ν’ ἀντλήσῃ τὰ μέσα νὰ διεξαγάγῃ πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις. Κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 αἱ προσφοραὶ τῶν Γερμανῶν ἀνῆλθον εἰς τὸ γελοῖον ποσὸν τῶν 70.000 δραχ. καὶ ἐνέπαιζον τοὺς Γερμανοὺς οἱ Γάλλοι. Ἀλλ’ ἡ δύναμις τοῦ νόμου ἐπέβαλεν εἰς τὸν Γερμανικὸν λαὸν ὅλα τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἀπῃτήθησαν ἵνα διεξαχθῇ νικηφόρος ὁ πόλεμος ἐκεῖνος. Παρέσχον κατὰ τὸν πόλεμον τῆς ἀνεξαρτησίας οἱ ναῦται τὰς περιουσίας των καὶ βεβαίως εἰς τοῦτο ὀφείλομεν τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν. Εἶναι δ’ ἀκόμη ἀληθὲς ὅτι ὅλοι παρέσχον τότε τὰς περιουσίας των, ἀλλὰ κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδώκαμεν εἰς τὴν Πολιτείαν οὔτε κἂν τὴν βουλευτικήν μας ἀποζημίωσιν. Οἱ δύο θυμοειδεῖς ἵπποι τῆς ἁμάξης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἠδύναντο νὰ σύρωσι τηλεβόλα κατὰ τὸν πόλεμόν μας ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ· καὶ ὅμως, χωρὶς νὰ κατηγορῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν, οἱ ἵπποι αὐτοὶ δὲν ἐδόθησαν, ὅπως δὲν ἐδόθησαν καὶ τὰ ἐπιταχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὅπως μεταφέρωσι τραυματίας πολέμου, ἀντὶ νὰ μεταφέρωσι τὸν κ. Ὑπουργόν.
§28Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τροποποιημένον ὑπὸ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, γενομένων δεκτῶν πασῶν τῶν τροπολογιῶν μας, διότι ἀνεγνωρίσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ αὗται ὡς δίκαιαι καὶ ὀρθαί, εἶναι κατὰ τὸ ἐνὸν πλῆρες καὶ τέλειον. Διότι πράγματι γενομένης ἀποδεκτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς δικαιοδοσίας τῶν δύο βαθμῶν, μεταρρυθμισθείσης ἐντελῶς τῆς συνθέσεως τῶν δύο δικαστηρίων, ἐπεξηγηθέντος τελείως τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς γενομένης συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν μας προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 4 παρέχεται πλήρης ἀσφάλεια καὶ ἐγγύησις καὶ εἰς τὸ Δημόσιον ἐξ ἑνὸς μέρους καὶ εἰς τοὺς ἐφοπλιστὰς ἐξ ἄλλου μέρους, ὅτι αἱ μεταξὺ αὐτῶν ὑποθέσεις θέλουσι κριθῆ καὶ ἀκριβῶς καὶ δικαίως καὶ μετ’ εὐθύτητος. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἄνευ λόγου καὶ ἀδίκως παρεξηγήθη ἡ πρώτη μου ἀγόρευσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ ἡ τῶν λοιπῶν συναδέλφων καὶ ἐδημιουργήθη ἐκ τούτου κολοσσιαία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρεξήγησις καὶ κατ’ ἀντίκτυπον ἐξ αὐτῆς εἰς πολὺ μεγαλείτερον βαθμὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ περὶ τῆς αἰτίας τῆς ἐναντίον τῆς ταχείας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου πολεμικῆς μας, ὅτε ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη κατ’ ἀρχὰς οὔτε ἔπρεπεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπεδιώξαμεν τότε, εἰμὴ μόνον ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ὀρθαὶ καὶ ἐπιβαλλόμεναι αἱ τροπολογίαι μας καὶ νὰ γίνωσιν ἀποδεκταί, κατόπιν δὲ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀνεγνωρίσθη εὐτυχῶς κατόπιν τῶν ἀντιρρήσεών μας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον τῶν τροπολογιῶν μας καὶ περιελήφθησαν αὗται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ μετ’ οὐ πολὺ νόμος, διὸ καὶ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἀποδεχθεὶς τὸ ὀρθὸν αὐτῶν ὑπεχώρησε καὶ συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεχώρησεν, εἴπετε;
§30Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑπεχώρησε μάλιστα. Καὶ νομίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι καὶ ἡ ὑποχώρησις δὲν εἶναι ἐνίοτε ἀρετή; Ὅταν τις ἀναγνωρίσας τὸ ἐσφαλμένον τῆς γνώμης του συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην τὴν ὀρθήν, νομίζετε ὅτι τὸ τοιοῦτον, ἡ ὑποχώρησίς του δηλ. αὕτη, εἶναι μειονέκτημα; Ὄχι βεβαίως. Ἀπεναντίας δύναταί τις βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι ἄξιος ἐπαίνων ὁ οὕτω πολιτευόμενος. Τὴν παρεξήγησιν λοιπὸν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν κυρίως ἀνῆλθον σήμερον ἐπὶ τοῦ βήματος ἵνα ἄρω. Πρέπει καὶ ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, νὰ μάθητε καὶ ἡ κοινωνία ἅπασα ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐπιζητήσαντες τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο ἐπεζητήσαμεν εἰμὴ τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ· δὲν ἐπεζητήσαμεν ἄνομα κέρδη ὑπὲρ τῶν ἐφοπλιστῶν, δὲν ἐπεζητήσαμεν κἂν κέρδη ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς ἐσφαλμένως ἐνομίσθη, ἀλλ’ ἐπεζητήσαμεν μόνον ἐξασφάλισιν καὶ δικαιοσύνην, διὰ τοῦ καταρτισμοῦ πρὸ παντὸς Δικαστηρίου παρέχοντος πᾶσαν ἐγγύησιν ἀνεξάρτητον καὶ ἀνεπηρεάστου κρίσεως καὶ ἀποφάσεως. Εἰς τὴν γεννηθεῖσαν δὲ παρεξήγησιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω ἐντόνως ὅτι κυρίως ἔδωκαν ἀφορμὴν οἱ λόγοι οὓς ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν σχέσει πρὸς ὡρισμένους τρεῖς, τέσσαρας ἐφοπλιστάς, οὓς κἂν δὲν ὠνόμασεν, ἐκτὸς ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ναυμάχων τοῦ 21 καὶ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ναυτίλων. Δέχομαι, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δυνατὸν τέσσαρες, πέντε ἢ καὶ ὀκτὼ ἐφοπλισταὶ ἀπέναντι τῶν 150 ἢ 180 οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν τάξιν ταύτην νὰ ὑπέβαλον ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ τί τοῦτο διὰ τοὺς ἄλλους ὑπερεκατονπεντήκοντα ἐφοπλιστάς; Οὔτε τὸ ἓν εἰκοστὸν κἂν τῆς τάξεως ταύτης δὲν ἀποτελοῦσιν οὗτοι οἱ ὀλισθήσαντες. Ἄλλως τε πάντοτε μεταξὺ τῶν διαφόρων κύκλων τῆς κοινωνίας ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πλήρη συναίσθησιν ἢ μᾶλλον ἔχουσιν ἐσφαλμένην συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν καθηκόντων των ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Ἡ τοιαύτη ὅμως αὐτῶν συναίσθησις δὲν πρέπει ν’ ἀντανακλᾷ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων μελῶν τῆς τάξεως εἰς ἣν ἀνήκουσιν οἱ παρεκτραπέντες καὶ νὰ θεωρῶνται οὕτω καὶ ἐκεῖνα ὅλως ἀδίκως, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ὡς μὴ ἔχοντα ἀκριβῆ καὶ πλήρη συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ σύγκρισις πρὸς τοὺς ναυμάχους τοῦ 21 τῶν σημερινῶν ἐφοπλιστῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διακηρύξω ὅτι δὲν ἦτο καθόλου ἐπιτυχές. Ὅλοι κλίνομεν τὸ γόνυ πρὸ τῶν ἡρώων ναυμάχων τοῦ 21 καὶ τῶν προκρίτων τῶν τριῶν ἐνδόξων νήσων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν ἐκτὸς τοῦ αἵματός των καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν· ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν πάντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐγένοντο αἱ τοιαῦται θυσίαι Κράτος δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ἅπαντες ἔκυπτον ὑπὸ τὸν ζυγὸν τὸν τουρκικόν, ἐπρόκειτο δὲ τότε νὰ ἱδρύσωσιν αὐτοὶ οὗτοι τὸ Κράτος, ἤτοι νὰ οἰκοδομήσωσι τὸν ἴδιον αὐτῶν οἶκον· διὰ νὰ δημιουργήσῃ δέ τις τὸν ἴδιον οἶκον ἀνάγκη νὰ δαπανήσῃ ἐξ ἰδίων, ἀφοῦ μάλιστα παρ’ οὐδενὸς ἀναμένει βοήθειαν. Σήμερον ὅμως ἔχομεν Κράτος εὐνομούμενον, Κράτος πλούσιον, ἰσχυρόν, τὸ ὁποῖον δὲν καταδέχεται οὔτε ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἰδιώτας οὔτε ἐλεημοσύνην οὔτε βοήθειαν.
§31Λ. ΝΑΚΟΣ. Ποῖον εἶναι πλούσιον;
§32Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ Κράτος μας· τὸ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἄλλως νὰ εὐχώμεθα, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γίνῃ, ἐὰν δὲν εἶναι, γίνεται δὲ ἤδη, διότι μεγαλυνόμεθα.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ κλίνωμεν τὸ γόνυ πρὸ τοῦ κ. Πανταλέοντος.
§34Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἂν ὁ κ. Πανταλέων ὑπέβαλεν ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις, βεβαίως εἶναι ἀξιόμεμπτος διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ προχθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀποζημιώσεων, ἀλλὰ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τὰς ἀποζημιώσεις. Ἡ Κυβέρνησις δεχθεῖσα πάσας τὰς τροπολογίας μας ἔπραξε καλῶς καὶ εἶναι ἀξία ἐπαίνων, μία δὲ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κ. συνάδελφε, δὲν ἔχει οὔτε δύο ὄψεις οὔτε δύο μορφάς· διό, καὶ ὅταν σφάλληται ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ λέγωμεν τοῦτο καὶ νὰ τὴν ἐλέγχωμεν, ὅταν δὲ πάλιν πράττῃ τὸ ὀρθόν, νὰ τὴν ἐπαινῶμεν καὶ τὴν ἐπιδοκιμάζωμεν. Ἀλλὰ καὶ οἱ ναυμάχοι τοῦ 21 ἀπεζημιώθησαν κατόπιν κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπὸ τοῦ ἱδρυθέντος Κράτους μας διὰ τῶν λεγομένων ναυτικῶν χορηγημάτων.
§35Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι λάθος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ὅτι δὲν ἐσκέφθη νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ κατὰ τρόπον μᾶλλον πρακτικόν, διότι δὲν ἐσκέφθη ν’ ἀνακεφαλαιώσῃ τὰ ναυτικὰ χορηγήματα, τοιουτοτρόπως δὲ τὸ κέρδος ἤδη θὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς τοκιστὰς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ναυτικούς.
§36Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὴν συμπλήρωσιν, ἀλλὰ καὶ σήμερον οἱ Ἕλληνες ἅπαντες ἔπραξαν ὅ,τι ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἀγῶνος. Μὴ μεμψιμοιρῶμεν παντάπασιν· ἔστε δὲ βέβαιοι ὅτι, ἂν ὑπῆρχον ἐφοπλισταὶ δυνάμενοι νὰ προσφέρωσι καὶ ἤδη τὰ πλοῖα αὐτῶν ἄνευ ἀποζημιώσεως ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, εὐχαρίστως θὰ τὰ προσέφερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι διαχειρισταὶ καὶ ὄχι κύριοι τῶν πλοίων, εἶναι βιοπαλαισταὶ δηλαδὴ καὶ αὐτοί, ὡς καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω. Ἀδίκως λοιπὸν κατηγορήθη καὶ παρεξηγήθη ὁλόκληρος ἡ τάξις τῶν ἐφοπλιστῶν, πρὸς ἣν πολλὰ ὀφείλει τὸ ἔθνος διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐνδόξου πολέμου μας. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καθὼς ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον καὶ τὸ βάσιμον τῶν τροπολογιῶν μας καὶ περιέλαβεν αὐτὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ οὕτω κατηρτίσθη τοῦτο κατὰ τὸ ἐνὸν πλῆρες καὶ ἄρτιον, οὕτω θέλει ἀναγνωρίσει ὅτι ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ παρεξηγηθῶσιν οἱ λόγοι του καὶ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας καὶ εὑρίσκεται τοιουτοτρόπως ἀδικώτατα ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης κατάδικος ὁλόκληρος μερὶς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἥτις, ἐνῷ προσέφερε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνός μας, δρέπει ἤδη ἀντὶ τῆς ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης μαύρην ἀχαριστίαν, διότι ὑφ’ ὅλων νομίζεται, ὅτι ἠθέλησε νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τῶν σημερινῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος, ἐνῷ πᾶν τοὐναντίον συνέβη. Εἶμαι βέβαιος ἐπίσης ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀναγνωρίζων τοῦτο θέλει σπεύσει ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς Ἀρχῆς του καὶ τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματός του ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος νὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας καὶ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις ὅπως ἀρθῇ οὕτως ἡ δημιουργηθεῖσα κολοσσιαία παρεξήγησις, ἡ ὁποία δὲν δύναται οὔτε καὶ πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικόν.
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶχον σκοπὸν καὶ ἄνευ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων νὰ προβῶ εἰς ἐπανόρθωσιν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων ἀλλὰ καὶ τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς παρεξηγηθέντων. Ἂν ἐγένετο θόρυβος, ἂν ἡ συνεδρίασις τῆς Κυριακῆς ὑπῆρξε συνεδρίασις ἐπιθέσεως καὶ ἀμύνης τῆς μὲν ζωηροτέρας τῆς δέ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς συνεννοήσεις, τὰς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ γενομένας, καὶ τὴν συμφωνίαν εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Ὑπουργὸς περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διετυπώθησαν αἱ αὐταὶ ἀντιρρήσεις ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τρόπον ζωηρότερον τῆς προτεραίας, κατὰ τρόπον μάλιστα τόσον ζωηρόν, ὥστε ν’ ἀπειλῆται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο προυκάλεσε τὴν ἄμυναν τοῦ Ὑπουργοῦ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τῶν ἀρχῶν τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιεχομένων, διὰ τῶν ὁποίων ἐφρόνει ὁ εἰσηγητὴς Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἠσφαλίζοντο τὰ δικαιώματα καὶ πλοιοκτητῶν καὶ Δημοσίου κατὰ τὸν λυσιτελέστερον τρόπον· διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔκρινα ἄλλον τρόπον λυσιτελέστερον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἑκατέρωθεν δικαιωμάτων παρὰ τὸν διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου εὐμοιροῦντος πλήρους δικαστικῆς ὀργανώσεως. Ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐδήλωσα, προσῆλθον καὶ συνειργάσθην, προέβημεν δὲ εἰς συμφωνίαν πλήρη καὶ οὐδεμία πέρα ταύτης ἔκτοτε ὑποχώρησίς μου ἐγένετο. Διότι ὅσα ἐδήλωσα προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔμεινε σύμφωνος καὶ αὕτη. Ὥστε προχθὲς ἐγένετο συζήτησις ἐπιθέσεως μᾶλλον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ βάσεως σχετιζομένης πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόνον ἵνα γίνῃ ἐπίθεσις.
§38Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Οὐδεμία ἐπίθεσις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ, διότι οὐδὲν προσωπικὸν ζήτημα ὑπῆρχεν· ἄλλως δὲν ἦτο κατάλληλος οὔτε ὁ χρόνος.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§40Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Οὔτε πρόθεσις οὔτε σκοπὸς ὑπῆρχε τοιαύτης ἐπιθέσεως· κακῶς παρεξηγήσατε ἡμᾶς. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διαμαρτυρία διὰ προηγουμένην δήλωσιν σχετικὴν πρὸς τὴν παράγραφον τὴν εἰς τὸ ἐδάφιον τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 2.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατόπιν τούτων ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε περιττεύσει ἡ προχθεσινὴ συζήτησις καθ’ ἣν ἀνεμίχθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὑπερασπίσω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐπέβαλλε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω σήμερον καὶ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς Δικαστήριον ἢ μᾶλλον ἡ ἐγκαθίδρυσις τῶν Δικαστηρίων δὲν γίνεται διὰ τοὺς διαδίκους τοὺς εὐκόλως συμφωνοῦντας, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωσι· καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν γίνεται διὰ τοὺς συμμορφουμένους πρὸς τοὺς νόμους, ἀλλὰ διὰ τοὺς μὴ συμμορφουμένους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλειονοψηφία, ἀλλὰ μειονοψηφία. Ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρ’ ὅλων τῶν ἐφοπλιστῶν νὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ ἐννέα δέκατα αὐτῶν; Ἦτο ἐντελῶς περιττὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐγκαθιδρυομένου εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἵνα κρίνῃ τὰς αἰτήσεις περὶ ἀποζημιώσεων τῶν πλειόνων ἐφοπλιστῶν, ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαία ὅπως εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ ἀπευθύνῃ τὸ Δημόσιον τὰς αἰτήσεις τοῦ ἑνὸς δεκάτου ἢ τοῦ ἑνὸς εἰκοστοῦ τῶν ἐφοπλιστῶν, δὲν δύναμαι δὲ προχείρως νὰ ὁρίσω τὸν βαθμὸν τῆς μειονοψηφίας, ἥτις διετύπωσε τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι ἐξήγησα τὰς ἰδέας μου ταύτας πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσηγήθην τὸ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον, ἐπανέλαβον δὲ ταύτας καὶ κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν αὐτοῦ, δικαιολογῶν τὴν ἐπανάληψιν ἵνα μὴ γεννηθῇ παρεξήγησις, ὅτι τὰ παραπτώματα, διότι πρόκειται περὶ παραπτωμάτων ὡρισμένων ἐφοπλιστῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ βαρύνωσιν ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῶν ἐφοπλιστῶν. Ἡ τάξις τῶν ἐφοπλιστῶν, ἥτις εἶνε πολυπληθεστάτη, εἶναι τάξις ἐργώδης, εἶναι τάξις ἡ ὁποία προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν καθόλου παραγωγὴν τοῦ τόπου, εἰς τὸν καθόλου πλοῦτον αὐτοῦ τὸν ἐθνικόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐθνικῆς σημαίας, ὡς ἐδήλωσα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τάξις αὕτη νὰ βλαβῇ ἐκ λαθῶν εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσον πέντε ἢ δέκα ἢ εἴκοσιν ἄνθρωποι, ἀπέναντι πλοιοκτητῶν οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι πεντακόσια ὅλα ἀτμόπλοια φέροντα τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Σπεύδω νὰ ἐπαναλάβω τὰ δὶς λεχθέντα, ἵνα ἀρθῇ ἡ παρεξήγησις ἡ ἔξω τῆς Βουλῆς γενομένη, διότι παρεξήγησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρξε. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας διετύπωσε κατὰ τρόπον τέλειον τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας τὸ Ἐμπορικὸν Ναυτικὸν συνεισέφερεν εἰς τὸν παρόντα ἀγῶνα καὶ τὰς ὁποίας θὰ προσφέρῃ εἰς τὸ μέλλον. Ἀκριβῶς ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λόγῳ τῶν καθηκόντων καὶ τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι τάσσουσιν, ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐφεξῆς εἶναι ἀδελφὴ πλέον ἐντελῶς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία θὰ εἶναι ἡ διευκολύνουσα τὴν διείσδυσιν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ παντοῦ, ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία θὰ εἶναι ἡ περιφέρουσα τὴν σημαίαν καὶ εἰς ἀγνοούσας ἔτι τὴν Ἑλλάδα χώρας, ὑπερήφανος καὶ ἀποδεικνύουσα, ὅπου δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ Ἑλλάς, ὅτι ὑπάρχει Κράτος ἔχον ῥώμην ἐθνικήν, Κράτος ἔχον ὁρμὴν καὶ ἔφεσιν πολιτισμοῦ. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία χρησιμοποιουμένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας δύναται νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα θαυμάσια εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀγῶνος τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ὡς ἀπέδειξαν τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας της ἐν τῷ παρόντι ἀγῶνι, ἀκριβῶς δ’ ἐκ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε προόδων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐπιβάλλεται καθῆκον εἰς τὴν Πολιτείαν τῆς διανοιγομένης μεγάλης Ἑλλάδος, ὅπως παρὰ τὰς μερίμνας της περὶ τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ τάξῃ καὶ τὰς μερίμνας ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, διότι ἡ σταδιοδρομία τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἶναι ἐγγυτάτη πρὸς τὴν τῆς πολεμικῆς καὶ ἐπίσης ἀξία τῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 5–25, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Τὰ λοιπὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι ὥριμα. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς διὰ τὰς ἑορτὰς καὶ νὰ κληθῇ εἰς ἡμέραν προσδιορισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προεδρείου.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.)