1913.04.06
1.954 στίχοι · 14.919 λέξεις · 161 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 6ης Ἀπριλίου 1913
(Σάββατον, ὥρα 5 καὶ 20′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κωνστ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Σύλλογος τῶν Παντοπωλοϋπαλλήλων Ἀθηνῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ὑπερψηφίσῃ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ὁ Ἀθανάσιος Χονδρογιάννης, τέως δημοδιδάσκαλος καὶ νῦν λοχίας, παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ καὶ δοθῇ αὐτῷ σύνταξις, καθόσον ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ Γ. Μεντζικὼρ καὶ Π. Βιλάρδος αἰτοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως τοῖς χορηγηθῇ σύνταξις ἄλλως νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς κακῶς ἀπολυθέντες. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Π. Ἰατρόπουλος καὶ Χ. Δικαῖος ὑποβάλλουσι 1) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς» καὶ 2) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἐ. Ῥέπουλης ὑποβάλλει δήλωσιν «περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἰ. Βέρροιος ζητεῖ ἄδειαν 6 ἡμερῶν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἂν στέργει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 6½ μ.μ., κατόπιν παρακλήσεως πολλῶν Βουλευτῶν καὶ διότι καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀπησχολημένον.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 6½. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ν. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνεργήθη ἐπί τινος μηνύσεως κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν καὶ τοῦ υἱοῦ του καταγγελθέντων ἐπὶ διαταράξει οἰκιακῆς εἰρήνης καὶ βιαιοπραγίαις κατὰ τῆς Ἰφιγενείας Μετοπούλου· ἂν τουτέστιν ἐπερατώθη ἡ κατ’ αὐτῶν ἀνάκρισις, καὶ ἂν ἐξεδόθη τὸ σχετικὸν βούλευμα, καὶ τέλος διατί βραδύνει ἡ ἔκδοσις τούτου, ἂν δὲν ἐξεδόθη». Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὴν Δευτέραν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Γ. Λαμπρινόπουλος, Κ. Γόντικας καὶ Ν. Συριόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ σκοπεῖ νὰ λάβῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὡς πρὸς τὴν πλήρη καταστροφήν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐξ ἐγκατακρημνίσεως εἰς τὰ χωρία Σκλίβαινα καὶ Τσιβλὸ τοῦ δήμου Κράθιδος». Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐπελθοῦσα μεγίστη καταστροφὴ εἰς τὰ χωρία Σκλίβαινα καὶ Τσιβλὸ τοῦ δήμου Κράθιδος, διότι ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπέστειλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐξετέθησαν ἐκτενῶς τὰ κατὰ τὴν πρωτοφανῆ ταύτην καταστροφήν. Λέγω δὲ πρωτοφανῆ, διότι ἐκ τοῦ ὑπεράνω τῶν χωρίων τούτων κειμένου ὄρους, ἀπεσπάσθη τεμάχιον ὁλόκληρον ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτῶν, τὸ ἓν δ’ ἐκ τῶν χωρίων τούτων δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μετετέθη ἀπὸ ἑνὸς μέρους εἰς ἕτερον. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην οἱ κάτοικοι ἀπουσίαζον καὶ δὲν εἴχομεν παρὰ τρία μόνον θύματα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς πάσχοντας καὶ δεινοπαθοῦντας κατοίκους, διότι ἔχει αὕτη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν δυστυχούντων πολιτῶν.
§7Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις ποιοῦμαι, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐγώ, καίτοι ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν.
§8Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις, κ. Πρόεδρε, ποιούμεθα πάντες οἱ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§9Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὰ αὐτά, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀτυχῶν συμπολιτῶν ἡμῶν τῶν ὑποστάντων τοιαύτην καταστροφήν.
§10Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δι’ ἓν ἄλλο ζήτημα. Τὰ τεμάχια τὰ καταπεσόντα κατέκλυσαν τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ καὶ πρέπει, ἐκτὸς τῶν μέτρων τῆς χρηματικῆς βοηθείας, νὰ ληφθῶσι καὶ μέτρα ὅπως μὴ ὁ ῥοῦς τοῦ ποταμοῦ μεταβάλῃ διεύθυνσιν καὶ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἄλλας μεγάλας ζημίας.
§11ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν αἰτίων τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, μετέβη ἤδη εἰδικὸς ἐπιστήμων, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ἐπὶ τόπου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ζημιῶν καὶ τὴν εἰς τοὺς παθόντας ἐπικουρίαν διέταξα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἁρμόδιον μηχανικόν, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ἔχω δ’ ἔκθεσιν περὶ τοῦ συνόλου τῶν ζημιῶν· συνέπεια τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν «περὶ χορηγίας πιστώσεως 20.000 δραχ. πρὸς συνδρομὴν τῶν παθόντων».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν «ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν καθ’ ἑκατοντάδας ἀπολεσθεισῶν συστημένων ἐπιστολῶν, αἵτινες ἐκ πόλεων ἢ χωρίων τῆς Ἑλλάδος ἀποσταλεῖσαι εἰς Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον πρὸς τοὺς εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρετοῦντας, δὲν παρεδόθησαν ἢ καὶ δὲν ἐπεστράφησαν εἰς τὰ Γραφεῖα τῶν ἀποστολῶν, καὶ ἂν ἐκ τῆς διοικητικῆς ἐρεύνης ἀνεκαλύφθησαν καταχρασταὶ ὑπάλληλοι ἢ ἰδιῶται τῶν τοιούτων ἐπιστολῶν».
§13ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαιότης περὶ ὁριστικῶν ἀπωλειῶν συστημένων ἐπιστολῶν δὲν ὑπάρχει· ὑπῆρξεν ὅμως μεγάλη βραδύτης εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ἐπιστολῶν τῶν συστημένων, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν συνεχῆ μεταστάθμευσιν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων εἰς ἃ ἀνῆκον οἱ στρατιῶται πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπηυθύνοντο αἱ ἐπιστολαί. Ἤδη διὰ πᾶσαν ὑποβαλλομένην ἀναφορὰν περὶ ἀπωλείας ἐπιστολῆς, ζητοῦνται πληροφορίαι καὶ ἀποστέλλονται αἱ ἀπαντήσεις μετὰ τῶν εὑρισκομένων συστημένων ἐπιστολῶν. Ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι εἰς τὰς ἀθρόας αἰτήσεις πληροφοριῶν περὶ τῆς τύχης τῶν συστημένων ἐπιστολῶν δὲν ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως δώσῃ ἀμέσως πληροφορίας, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπέρχεται ὁμολογουμένως βραδύτης τις καὶ ταύτην οἱ παραπονούμενοι ἐξηγοῦσιν ὡς σημαίνουσαν ἀπώλειαν τῶν ἐπιστολῶν, δι’ ἃς ἀναφέρονται. Ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν πάσης ἀπωλείας, δι’ ὅσας δὲ τοιαύτας θέλει βεβαιωθῇ ἡ ὑπηρεσία ὅτι ἀπωλέσθησαν ἐννοεῖται ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλλει αὐτῷ ὁ νόμος.
§14Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς βραδύτητος τῆς ἐπιδόσεως τῶν εἰρημένων ἐπιστολῶν ἢ περὶ τῆς βεβαιώσεως ἂν ἀπώλοντο ἢ δὲν ἐλήφθησαν ἐπιστολαί· ἀλλὰ παρεδόθησαν τοιαῦται συστημέναι εἰς στρατιώτας, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραβιασθῇ καί, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς αὐτῶν 20 δραχμαί, εὑρέθησαν δραχμαὶ πέντε. Πρόκειται περὶ τοιούτων καταχρήσεων πολλῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κ. Ὑπουργὸς λαμβάνων ἤδη γνῶσιν θέλει ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§15ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τοιαῦται καταγγελίαι περὶ παραβιάσεως συστημένων ἐπιστολῶν μέχρι σήμερον ἔχουσιν ἐπιδοθῇ μόνον τρεῖς. Εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωσι γίνει περισσότεραι καὶ νὰ μὴ περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας διετάχθη ἀνάκρισις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν.
§17Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ συστήσω, ὅπως ἰδιαιτέρα προσοχὴ ἐπιστηθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ δίκαια αἰτήματα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των οἱ ἁμαξοκαρραγωγεῖς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον αἴτημα τῆς πληρωμῆς εἰς αὐτοὺς τῆς νομίμου ἀποζημιώσεως διὰ τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη καὶ ἁμάξια, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ τις ὅτι ἡ ὑπηρεσία θ’ ἀντιλαμβάνηται τὴν ἀνάγκην ἧς ἕνεκα δέον νὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ δίκαια ταῦτα αἰτήματα. Δὲν δύναμαι βεβαίως ν’ ἀξιώσω, ὅπως ἀμέσως ἱκανοποιηθῇ ἡ αἴτησις αὕτη τῶν καρραγωγέων, ἡ ἄλλως δικαία, ἐφ’ ὅσον τυχὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλ’ οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται καὶ δι’ ἄλλο τι, ὅτι ὑφίστανται ἤδη διπλῆν ἐπίταξιν, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει αὐτοὺς περισσότερον, διότι αὐτοὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ πολέμου προθυμότατα προσέφερον τὰ κτήνη καὶ τὰς ἁμάξας των ἄνευ ἀμοιβῆς, ὑπελογίσθη δὲ ἡ ἀξία των κατωτέρα τῆς πραγματικῆς, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν παρεπονέθησαν. Γίνεται δὲ ἤδη δευτέρα ἐπίταξις τῶν κάρρων αὐτῶν μόνον, καὶ ἐνῷ θὰ ἔχωσιν εἰς βάρος αὐτῶν τὴν τροφὴν τῶν ἵππων, θὰ στερῶνται τῶν ἁμαξῶν, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν εἰς ἀνωτέραν τιμὴν καὶ διὰ δανείων μετὰ τὴν πρώτην ἐπίταξιν διὰ νὰ ἐργασθῶσι. Θὰ ἦτο δίκαιον ἡ ὑπηρεσία ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην ἁμαξῶν νὰ ἐπρομηθεύετο τοιαύτας διὰ παραγγελίας εἰς κατασκευαστάς. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον παράπονον ὑποβάλλουσιν οἱ ἐπαγγελματίαι οὗτοι, ὅτι ἀπασχολοῦνται καθ’ ἑκάστην καλούμενοι ἕνεκα τῆς ἀκαταστασίας τῆς ὑπηρεσίας περὶ τοὺς ἑξακοσίους ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ ἐπιταχθῶσι δέκα ἢ δεκαπέντε κάρρα. Αὐτὴ ἡ ἀκαταστασία βεβαίως πρέπει νὰ ἐκλίπῃ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνων γνῶσιν τούτων θέλει λάβει πρόνοιαν ὅπως ἐκλίπῃ.
§18ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ παράπονα τῶν καρραγωγέων ἔφθασαν καὶ μέχρις ἐμοῦ καὶ ἐν μέρει εἶναι δεδικαιολογημένα, διότι ἡ ἐπίταξις γίνεται κατὰ τρόπον ἀπόλυτον. Ὡς ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως δὲ τῶν δικαίων ἀξιώσεων παρεσκευάσαμεν εἰδικὸν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ μειῶμεν κατά τι τὸ σκληρὸν τοῦ νόμου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κωπαΐδος τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νάκος.
§20Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν καλλιεργητῶν τῆς Κωπαΐδος ἐνθυμίζει εἰς τὴν Βουλὴν μίαν παλαιὰν ἱστορίαν σοβαρωτάτην. Οἱ καλλιεργηταὶ τῆς Κωπαΐδος ἀπὸ τόσου χρόνου ὑποφέρουσι καὶ καταπιέζονται. Δὲν εἶναι βεβαίως κατάλληλος ἡ στιγμὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Ὅταν αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς λήξωσι, τότε βεβαίως θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσῃ ἰδίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν ὑποθέσεως, ἥτις καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πλουτολογικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἀποτελεῖ σοβαρωτάτην ὑπόθεσιν τοῦ Κράτους. Τὸ ζήτημα ὅμως τὸ Κωπαϊδικὸν συνδέεται καὶ μὲ τὴν τακτοποίησιν τῆς κοίτης τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μόλις ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταστάσεως ἀπέστειλεν ὁλόκληρον συνεργεῖον, ὅπως μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ ἐργασία ὅμως διεκόπη· θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μὴ λησμονήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Σήμερον δὲ θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀποστείλῃ μηχανικὸν τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐκλογῆς καὶ ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὴν Κωπαΐδα, ἥτις ἕνεκα τῶν βροχῶν ἐπλημμύρησε καὶ πάλιν καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν μεθαύριον, ὅταν συζητήσωμεν τὸ θέμα ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἔχωμεν ἔκθεσιν μηχανικοῦ ἐμπιστοσύνης ἐξετάσαντος ἐπιτοπίως τὰ πράγματα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον.
§22Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἀφ’ ἧς ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος ἤρξατο τῆς εὐεργετικῆς αὐτῆς δράσεως εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Δὲν πρόκειται, νομίζω, σήμερον νὰ λυθῇ ῥιζικῶς καὶ γενικῶς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος· σήμερον νομίζω ὅτι ἕτερον ζήτημα, οὐχὶ ἐλαχίστου πολιτειακοῦ ἐνδιαφέροντος, πρόκειται νὰ λυθῇ. Πρόκειται δηλονότι νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ κατάστασις ἡ σήμερον κρατοῦσα, ἐκ τῆς ὁποίας κτήματα παρόχθια τῆς λίμνης Κωπαΐδος κατεστάθησαν καὶ ταῦτα λίμναι καὶ ἕνεκα τῶν πλημμελῶν ἔργων τῆς ἑταιρείας ταύτης καὶ ἕνεκα τῆς ἀχαρακτηρίστου διαγωγῆς πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τοὺς παροχθίους καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι χιλιάδες στρεμμάτων εὐφορωτάτης γῆς ἀνηκούσης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, γῆς ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον δὲν κατεκλύζετο ὑπὸ τῶν ὑδάτων μέχρι τινός, ἀλλ’ ἀπέδιδε σπουδαιότατα εἰσοδήματα καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας μισθωτάς, σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα, διότι τὰ ἔργα ἔχουσι συντελεσθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ μόνη βελτίωσις τὴν ὁποίαν ἐπέφερον τὰ ἀποξηραντικὰ αὐτὰ ἔργα εἶναι ὅτι κατεπλημμύρησαν καὶ ἄλλαι ἐκτάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν κατεκλύζοντο πρότερον. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι δυσχερής, διότι δὲν ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐπετρέποντο εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ἀπαιτεῖται μόνον καλὴ θέλησις καὶ ἡ ἀνάλογος χεὶρ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, πέπεισμαι δ’ ὅτι ταῦτα σήμερον εὐτυχῶς δὲν ἐλλείπουσι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§24Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐστάλησαν ἀναφοραὶ ἐκ τῶν χωρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος. Κατέφυγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀμέσως διέταξε τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα καὶ ἡ ὑπηρεσία ἀπέστειλε τὰς ἀναφορὰς πρὸς τὴν ἑταιρείαν Κωπαΐδος. Καίτοι ὅμως παρῆλθον δέκα ἡμέραι ἀπάντησις ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει δοθῆ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἑταιρείαν ν’ ἀπαντήσῃ τάχιστα, ἤ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαντᾷ, ν’ ἀποστείλῃ μηχανικόν, διὰ νὰ ἴδῃ τί δέον γενέσθαι ἐπὶ τῶν πλημμυρησάντων κτημάτων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ κ. Κυρέλλος.
§26Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Συναισθάνομαι τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν δικαίων παραπόνων τῶν καλλιεργητῶν τῆς Κωπαΐδος, ἐκπληρῶν τόσῳ μᾶλλον προθύμως τὸ καθῆκον τοῦτο, ὅσῳ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβῶ ἐπὶ τόπου καὶ ν’ ἀντιληφθῶ ἰδίοις ὄμμασι τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, φρικτὸν θέαμα ἐξελίσσεται εἰς τὸν ἐπισκεπτόμενον κατ’ αὐτὰς τὴν Κωπαΐδα. Χιλιάδες στρεμμάτων γῆς σπαρείσης ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους πάντες μαντεύομεν, μὲ τὰ στερήματα τῶν γεωργῶν, οἵτινες ἔχουσι δώσει τὴν ζωὴν τῶν τέκνων των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, χιλιάδες, λέγω, στρεμμάτων γῆς παριστῶσι θέαμα λιμνοθαλάσσης, εἰς τὰ βάθη τῆς ὁποίας ἔχουσι πνιγῆ καὶ ἔχουσι καταστραφῆ τὰ προϊόντα τοῦ ἐντίμου ἱδρῶτος τῶν πτωχῶν καλλιεργητῶν. Οὐδὲ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν συντελεῖται τοιαύτη καταστροφή. Εἶναι αἱ καταστροφαὶ αὐταὶ ἰσάριθμοι σχεδὸν μὲ τὰς γεωργικὰς περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρεία ἐκμεταλλεύεται τὴν γῆν τῆς Κωπαΐδος. Τὰ αἴτια σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι. Τὰ ἔργα, τὰ λεγόμενα ἀποξηραντικὰ ἀποτελοῦσι παρωδίαν ἀποξηραντικῶν ἔργων. Πᾶν ἄλλο παρὰ ὡς τοιαῦτα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν. Ἡ δὲ μεγάλη διῶρυξ, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ διοχετεύῃ τὰ ὕδατα πέρα τῆς λίμνης, στερεῖται τῶν διαστάσεων ἐκείνων, στερεῖται τοῦ βάθους, στερεῖται τοῦ πλάτους καὶ τῶν ἀναλογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον τὴν καταστήσει ἐπαρκῆ, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει κατασκευασθῆ. Εἶναι καιρὸς ἤδη, ὅτε τὸ Κράτος ἔλαβεν εἰς τὰς χεῖράς του ὅλον τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν συγκεκροτημένης Πολιτείας, νὰ ῥίψῃ αὐστηρὸν βλέμμα ἐπὶ τῶν τεκταινομένων εἰς βάρος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Βοιωτίας ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος· εἶναι καιρός, λέγω, νὰ ῥίψῃ τὸ Κράτος ἓν βλέμμα φιλόστοργον, ἓν βλέμμα μερίμνης πρὸς τὰ θύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὸ παράλυτον Κράτος τοῦ παρελθόντος δὲν ἐστάθη ἱκανὸν νὰ τὰ προστατεύσῃ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μέριμναν καὶ τὴν στοργὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν θυμάτων τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Βουλὴ τάχιστα εἰς μίαν ἐκ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων αὐτῆς νὰ κάμῃ, ὅταν ἀποκατασταθῶσι τὰ ἐθνικὰ πράγματα, ἐπικαλοῦμαι τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ν’ ἀμφιβάλλω περὶ αὐτῆς.
§27ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι πολλαπλοῦν, πρῶτον τὸ τῶν διαφορῶν τῆς Ἑταιρείας πρὸς ἰδιοκτήτας ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῆς περιμέτρου τῆς Κωπαΐδος, δεύτερον τὸ ἐκ τῶν παραπόνων χωρικῶν περὶ πλημμυρῶν ἐκ πλημμελείας τῶν ἔργων τῆς Ἑταιρείας, καὶ τρίτον τὸ θιχθὲν ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐκ τῶν συναδέλφων ὁμιλήσαντος περὶ τῶν ἐκ τοῦ Βοιωτικοῦ Κηφισοῦ πλημμυρῶν. Τὸ πρῶτον, ὅπερ καὶ κύριον τῶν ζητημάτων τούτων, ὑφίσταται ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμές, δὲν νομίζω δ’ ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὑπαίτιοι τοῦ κακοῦ αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες δὲν ἐκανόνισαν αὐτὸ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν παραπονουμένων ἑκάστοτε ἰδιοκτητῶν καὶ κατὰ τὰ δίκαια τῶν διαμαρτυρομένων. Εἶναι ἡ φύσις τοῦ ζητήματος τοιαύτη. Ὑπῆρχον δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερνικηθῶσι, τρὶς δὲ ἐπεχειρήθη εἰς τὸ παρελθὸν ὁ διακανονισμὸς τοῦ ζητήματος τῶν ὑφισταμένων διαφορῶν διὰ συμπληρωτικῆς συμβάσεως τῆς Ἑταιρείας μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πάντοτε ἡ τοιαύτη ἐπιχείρησις ἀπέμεινεν ἐν σχεδίῳ. Βεβαίως καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ ἀνάγκη τῆς μελέτης τοῦ ὁποίου ὡδήγησε καὶ ἐμὲ τὸ παρελθὸν ἔτος μέχρι Κωπαΐδος· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ὥρα διὰ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, τὸ τῆς διαμαρτυρίας ὡρισμένων τάξεων χωρικῶν κατὰ τῶν ἐπιγιγνομένων ζημιῶν ἐκ τῆς πλημμελοῦς κατασκευῆς τούτων ἢ ἐκείνων τῶν ἔργων ἀποξηράνσεως, αἱ τοιαῦται ἀναφοραὶ διαβιβάζονται εἰς τὴν Ἑταιρείαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ ἐξακριβώνῃ κατὰ πόσον ἔχουσι δίκαιον οἱ παραπονούμενοι· ὅταν τοῦτο ἐξακριβοῦται, τότε ἀξιοῦμεν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, ἥτις καὶ ἀπαντᾷ ἐφ’ ἑκάστης ἀναφορᾶς. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ὁμιλήσω μὲ ὅσην ἐλευθερίαν συνηγοροῦσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν παραπονουμένων χωρικῶν, διότι προβάλλει καὶ ἡ Ἑταιρεία τὰς δικαιολογίας της, εὐνόητον δὲ εἶναι ὅτι ἐπὶ ὑποθέσεων τοιαύτης φύσεως δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ παρεμβαίνῃ ἀπαιτητικῶς ἑκάστοτε ἐπὶ πάσης τοιαύτης αἰτήσεως. Ἐλέχθη ἤδη ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτον συναφὲς ζήτημα, τὸ ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Κηφισοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον πᾶν δυνατὸν μέτρον, ἀναθέσας εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τὴν μελέτην τῶν ἀναγκαιούντων ἔργων· καὶ ἡ ἐργασία ὅμως αὕτη ἐσταμάτησε δι’ ὃν λόγον ἐσταμάτησαν πάντα σχεδὸν τὰ συνεργεῖα, ὅσα εἶχον καταρτισθῆ πρὸς μελέτην τοιούτων ἔργων, διὰ τὸν λόγον τουτέστι τῆς ἐπιστρατείας, ἥτις ἐκάλεσεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μέγαν ἀριθμὸν μηχανικῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων διὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάγκας. Τὸ ζήτημα ἐν γένει τῆς Κωπαΐδος ἔχει προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλει δήλωσιν «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1915 πιστώσεως ἐκ 30.000 δρ. διὰ τὴν μετάκλησιν κτηνιάτρων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμων ͵ΓΥΝΕʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ͵ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910 ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Χ. Δικαῖος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων καὶ προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς βοηθήματος ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων Σκλίβαινα καὶ Τσιβλὸ τοῦ δήμου Κράθιδος». Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§29Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§33ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν προσκρούω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς ὑποβάλλων ὑπὸ τὴν μελέτην αὐτῆς νομοσχέδιον ἤ, μᾶλλον, γενικῶς τὸ θέμα τὸ τῆς μεταναστεύσεως, διότι βεβαίως οὔτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παραγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς εὐρείας μελέτης θέματος τοιαύτης σπουδαιότητος. Ὅτε ἐγράφετο ἡ μακρὰ μελέτη ἡ συνοδεύουσα τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ἄλλη ἦτο ἡ Ἑλλάς. Ἠθέλησεν ὁ Θεὸς νὰ συντελεσθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ μεγάλη ἐθνικὴ μεταβολὴ εἰς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ πολεμική, ἥτις ἐξέτεινε τὰς πτέρυγας τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς ὑποδούλους μέχρι τοῦδε πληθυσμούς, συνήγαγεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς πτέρυγας καὶ μέγα πλῆθος τέκνων αὐτῆς ἐλευθέρων, ἅτινα ἔζων μακρὰν τῆς πατρίδος. Εὐλόγως δὲ προυκάλεσε τὸν γενικὸν θαυμασμόν, ὄχι μόνον ἡμῶν ἐνταῦθα, ἡ ἀκμὴ τοῦ ἐθνικοῦ συναισθήματος ὑπὸ τοῦ ὁποίου ὠθηθέντες ἔσπευσαν εἰς τὸ καθῆκον τῆς ἀμύνης τῆς πατρίδος καὶ τὴν πρόσκλησιν τῆς φωνῆς αὐτῆς αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τῶν μεταναστῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἐκινδύνευον ἄλλως νὰ μὴ ἐπανέλθωσι ποτὲ εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος. Τὸ γεγονὸς ὅμως τῆς ἐπανόδου τῶν χιλιάδων ἐκείνων μεταναστῶν δὲν λύει τὸ ζήτημα οὔτε μερικῶς οὔτε κἂν δι’ ἐκείνους οἵτινες ἐπανῆλθον. Τὸ πρόβλημα ἐξακολουθεῖ νὰ προκαλῇ τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης ἡμῶν, διότι ὑφίσταται καὶ θὰ ὑφίσταται ἐφ’ ὅσον θὰ ὑφίστανται τὰ αἴτια, ἅτινα προυκάλουν τὴν μεταναστευτικὴν κίνησιν. Θὰ ἔλεγον δ’ ὅτι ἡ μέριμνα ἡμῶν δέον νὰ ἐκταθῇ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἀκόμη καὶ ἐπὶ τὰς χώρας τὰς κατακτηθείσας ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, διότι καὶ εἰς αὐτὰς εἶχεν ἐκταθῆ τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως. Αἱ παρθένοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἀνεκμετάλλευτοι ἐκεῖναι χῶραι ἔβλεπον τοὺς Ἕλληνας κατοίκους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς ἑστίας αὐτῶν ὄχι δι’ ἔλλειψιν τῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι οἰκονομικῶν παραγόντων, οἵτινες ὑπῆρχον καὶ ἠδύναντο ἔτι μᾶλλον ν’ ἀναπτυχθῶσιν, ὅπως συντηρήσωσι τὸν κατοικοῦντα αὐτὰς πληθυσμόν, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν τῆς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας ἐλευθερίας εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον. Στερούμενοι καὶ τῶν στοιχειωδῶς ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, δὲν ἠδύναντο οὔτε νὰ κινῶνται κἂν ἐλευθέρως εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐργασίας· μὴ ἔχοντες ἀσφάλειαν ἰδιοκτησίας καὶ ζωῆς δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναπτύσσωσι τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις· ἐπῆλθε δὲ τελευταῖον καὶ ἡ στρατολογία ἣν ἐπέβαλε τὸ Νεοτουρκικὸν καθεστὼς καὶ οὕτω συνεπληρώθη ὁ διωγμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Ἔφθασαν δὲ καὶ χῶραι ἀκόμη πλουσιώταται νὰ βλέπωσιν ἑαυτὰς ἐρημουμένας ἀπὸ τὰς ἀκμαιοτέρας ἡλικίας. Αὐτὴ ἡ πλουσία Μυτιλήνη ἔφθασε ν’ ἀριθμῇ 27.000 μεταναστῶν, πάντων ἀπὸ ἡλικίας 18 μέχρι 30–32 ἐτῶν, δηλαδὴ τῶν στρατευσίμων ἡλικιῶν, οὕτως ὥστε νὰ γεννᾶται ἡ ἀπορία ποία τις τάχα ἐπεφυλάττετο τύχη εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, ἂν μὴ ἐπετελεῖτο κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἡ ἀπελευθέρωσις αὐτῶν. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν χωρῶν ἐκείνων θὰ ἐπαναφέρῃ βεβαίως εἰς τὰς ἑστίας τοὺς ἐκπατρισμένους κατοίκους αὐτῶν, ὅπως χαιρετίσωσιν ἐλευθέραν τὴν πατρίδα, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐλευθερίας ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν αὐτῆς καὶ τὰς ἄλλας παραγωγικὰς ἐργασίας, προάγοντες καὶ αὐτὰς καὶ ἑαυτούς. Ἐν τούτοις τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ἐμφανίζει εἰς ἡμᾶς ὄχι μόνον διὰ τὴν παλαιοτέραν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δι’ ἐκείνας τὰς χώρας, ἐμφανίζει θέματα ἅτινα χρήζουσι τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης τῆς Βουλῆς, αὐτῶν δὲ τῶν θεμάτων ἰδίᾳ ἔρχομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μελέτην παρὰ τῆς Βουλῆς. Διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπωφεληθῶμεν τὴν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς χώρας νέαν κατάστασιν μεριμνῶντες πῶς νὰ καταστήσωμεν ἐν τῷ συνόλῳ τὴν χώραν ἱκανὴν νὰ συγκρατῇ πάντα τὰ τέκνα αὐτῆς, μεταβάλλοντες καὶ βελτιοῦντες τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους καὶ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων χωρῶν τοῦ Βασιλείου, καὶ προλαμβάνοντες τὸν δεινὸν κίνδυνον τῆς παρατάσεως τῶν καθεστώτων ὅρων, ἐκείνων ἐξ ὧν προέρχεται ἡ μετανάστευσις. Τὸ φαινόμενον τῆς μεταναστεύσεως ἐν τῇ παλαιοτέρᾳ Ἑλλάδι εἶχε φθάσει μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐμπνεύσῃ φόβους καὶ εἰς αὐτοὺς ἐκείνους ἀκόμη, οἵτινες εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ῥεύματος δὲν ἐθεώρουν τοῦτο λίαν ἐπικίνδυνον· ἐθεώρουν μάλιστα αὐτὸ ὡς ὠφέλιμον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς ἐτησίας τῆς μεταναστευτικῆς κινήσεως ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐκδίδει τὸ εἰδικὸν γραφεῖον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Ἐξ αὐτῶν τῶν πινάκων, ἐμφαινόντων τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταναστευσάντων ἐν συνόλῳ ὁθενδήποτε Ἑλλήνων, ἠδυνήθην νὰ συναγάγω καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἑλλήνων, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν παλιννοστησάντων. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι μέχρι τελευταίας μονάδος ἀκριβεῖς κατὰ πάντα οἱ ἀριθμοὶ οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν λοιπῶν χωρῶν, τῶν τέως ὑποδούλων· ἀλλ’ ἡ διαφορὰ κατὰ πεποίθησιν ὄχι μόνον ἐμὴν ἀλλὰ καὶ ἐκ πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν, ὑποθέτω, θ’ ἀποκομίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐκθέσεων, εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντος. Ἀπὸ τοῦ 1891–1896 ἡ κίνησις ἡ μεταναστευτικὴ δὲν ἦτο μεγάλη ἐξ Ἑλλάδος· ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι τοῦ 1911 —λέγων δὲ μέχρι τοῦ 1911 σταματῶ εἰς τὸ τέλος Ἰουνίου 1911, καθόσον αἱ ἐκθέσεις αἱ Ἀμερικανικαὶ ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὸ μεταναστευτικὸν ἔτος ἀπὸ 1ης Ἰουλίου μέχρι τέλους Ἰουνίου ἑπομένου ἔτους— ἀπὸ τοῦ 1891 λοιπὸν μέχρι τοῦ 1911 ἔχομεν σύνολον Ἑλλήνων μεταναστῶν 285.500 περίπου, ἐξ ὧν αἱ 210.000 εἰσὶν Ἕλληνες ἐκ τῆς Ἑλλάδος τῆς ἐλευθέρας. Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων 60.000 παλιννοστησάντων ἀπομένουσι μέχρι 1 Ἰουλίου 1911 150.000 Ἑλλήνων ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εὑρισκομένων ἐν Ἀμερικῇ, εἰς οὓς ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς 15.000 ἀπὸ 1ης Ἰουλίου 1911 μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1912 ἔχομεν μετανάστας ἐν συνόλῳ 165.000! Ὁ ἀριθμὸς οὗτος σημειοῖ τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν τῶν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου προερχομένων! Ἂν δ’ αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ὁ ἀριθμὸς οὗτος προκαλεῖ εὔλογον ἔκπληξιν καὶ λύπην, ἡ λύπη εἶναι μείζων, ὅταν συγκρίνωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, τῶν ἐξ Ἑλλάδος μεταναστῶν, πρὸς τὸν ἀριθμὸν ἄλλων χωρῶν. Διότι ἐφθάσαμεν νὰ ὑπερβαίνωμεν καὶ αὐτὴν τὴν Ἰταλίαν, μολονότι ἐν Ἰταλίᾳ ἡ μετανάστευσις, χάρις καὶ εἰς τοὺς νόμους οἵτινες ἐνομοθετήθησαν ἐκεῖ, ἔχει λάβει χαρακτῆρα προσωρινότητος. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀπὸ τοῦ 1896–1911 μεταναστευσάντων εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 237.000 περίπου, ἔχομεν ἀριθμὸν Ἑλλήνων μεταναστῶν μέχρι τότε 206.500, ἀριθμὸν σημαίνοντα ἀναλογίαν 18.43 ἐπὶ τοῖς 1000. Καὶ ἐρωτῶ: ποία εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἡ ἐκπροσωποῦσα ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς εἰς Ἀμερικὴν μεταναστεύσεως τὸ 18.5‰; Ἐὰν δὲ συγκρίνωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς μεταναστευτικῆς κινήσεως ἄλλων Κρατῶν, ἡ θλῖψις εἶναι μεγαλειτέρα. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη 1909, 1910 καὶ 1911 ἔχει μέσον ὅρον μεταναστῶν 22,000 ἐτησίως, τουτέστι ἐπὶ τοῦ συνόλου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων 9.5 ἐπὶ τοῖς χιλίοις· ἐνῷ ἡ Ἰταλία ἔχει 5.8, ἡ δὲ Βουλγαρία ἔχει μόνον 1.2! Καὶ ἡ ἀναλογία ἐμφανίζεται ἀκόμη μεγαλειτέρα, ἂν ὑπολογίσωμεν ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει 113 κατοίκους κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμετρον, ἡ δὲ Ἑλλὰς 42! διότι, ἐνῷ ἀναλόγως τῆς πυκνότητος τοῦ πληθυσμοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν μετανάστευσιν 2 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἀπέναντι τῶν 6 σχεδὸν τῆς Ἰταλίας, ἡμεῖς ἔχομεν ἀνωτέραν καὶ τῶν 6, φθάνοντες 9.5! Τὸ σύνολον τῶν ἐξ Ἑλλάδος μόνον μεταναστῶν εἶναι πολὺ ὑπέρτερον τοῦ συνόλου τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου! Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: τίς πταίει; Εἶναι τὸ φαινόμενον ἁπλῶς ψυχολογικόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ σχέσιν τινὰ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, ἢ εἶναι τὸ φαινόμενον παθολογικόν; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίς ἡ ἀρχικὴ αἰτία τοῦ κακοῦ; Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῇ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, ἀπαριθμοῦνται πάντες οἱ λόγοι, πάντες οἱ παράγοντες τῆς μεταναστεύσεως. Ἀλλά, ὅσους ἂν θελήσωμεν νὰ παρατάξωμεν παράγοντας καὶ δικαιολογήσωμεν αὐτούς, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἡ κυριωτάτη ἀφορμὴ τῆς δεινῆς αὐτῆς αἱμορραγίας εἶναι ἡ ἀσθενὴς οἰκονομικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, ὀφειλομένη κυριώτατα καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην αἰτίαν εἰς τὸ πλημμελὲς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος, εἰς τὸν γραμματικὸν λυμφατισμόν. Οἱ ἀριθμοί, οἱ ἐν τῇ ἐκθέσει, οἱ κατοπτρίζοντες τὴν ἐργατικὴν κίνησιν τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἐργατικὴν κίνησιν ἄλλων Κρατῶν, μειονεκτοῦσι δεινῶς· καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι μειονεκτοῦσιν ἕνεκα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος τοῦ μὴ προπαρασκευάζοντος πρὸς οὐδεμίαν παραγωγικὴν ἐργασίαν, συστήματος τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις σημαίνει μόνον τὸ μανθάνειν γράμματα! Ἐὰν συγκρίνητε τὸν ἐργαζόμενον πληθυσμὸν ἐν Ἑλλάδι ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ συνόλου τῶν κατοίκων, πρὸς τὸν ἐργαζόμενον πληθυσμὸν εἰς ἄλλα Κράτη μικρὰ καὶ μεγάλα, πρὸς τὸ Γερμανικόν, πρὸς τὸ Γαλλικόν, πρὸς τὸ Βελγικόν, πρὸς τὸν ἐργαζόμενον πληθυσμὸν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, θὰ ἰδῆτε ὅτι μειονεκτεῖ δεινῶς ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἔχομεν δ’ ἐν Ἑλλάδι τὴν μικροτέραν μόνον ἀναλογίαν ἐργαζομένου πληθυσμοῦ πρὸς τὸ σύνολον· ἔχομεν τὴν μικροτέραν ἀναλογίαν καὶ εἰς παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα. Ἐὰν συγκρίνητε τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν, προκύπτει ἀκόμη δεινότερον συμπέρασμα, διότι βλέπετε τὴν ὑπεροχὴν τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, μικρὸν δὲ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπαγγελμάτων τῶν παραγωγικῶν, καὶ τὸ χείριστον ὅτι τὰ παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα ἐξακολουθοῦσι νὰ μειῶνται ἀπὸ χρόνου εἰς χρόνον καὶ εἰδικώτερον ἡ ἀναλογία τῶν γεωργῶν, φαινόμενα ἅτινα μαρτυροῦσι τὸ ἄρρωστον τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς χώρας ὀργανισμοῦ, ὀφειλόμενον εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ συγκρίνητε τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐπαγγελμάτων τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ δὴ τῶν ἰατρῶν καὶ δικηγόρων, τὸ συμπέρασμα εἶναι ἄκρως θλιβερόν. Ἐν Γερμανίᾳ ἔχετε ἕνα δικηγόρον ἀναλογοῦντα πρὸς 6444 κατοίκους. Ἐν Βελγίῳ ἔχετε ἕνα δικαστικὸν —καὶ λέγω δικαστικόν, ὄχι δικηγόρον, διότι ἐν τῇ καταστάσει ἐκεῖ περιλαμβάνονται ὅλοι οἱ δικαστικοί, ἤτοι καὶ οἱ βοηθοὶ δικηγόρων καὶ συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες— καὶ ὅμως ἔχετε 1 ἐπὶ 1150. Ἐν Βουλγαρίᾳ, ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῆς προτελευταίας ἀπογραφῆς, ἔχετε ἕνα ἰατρὸν ἐπὶ 2175 κατ. καὶ ἕνα δικηγόρον ἐπὶ 4612 κατοίκων. Ἐν Σερβίᾳ ἕνα δικηγόρον ἐπὶ 11,758 κατοίκων καὶ ἕνα ἰατρὸν ἐπὶ 5360 κατοίκων. Ἐν Ἑλλάδι δέ; ἕνα δικηγόρον ἐπὶ 828 καὶ ἕνα ἰατρὸν ἐπὶ 888 κατοίκων! Δηλαδὴ ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἐργαζομένων ἔχετε ἐπὶ 213 ἐπαγγελματιῶν ἕνα ἰατρὸν καὶ ἕνα δικηγόρον! Καὶ ἐρωτᾶται: εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύῃ οἰκονομικῶς τοιοῦτος τόπος; Βεβαίως οὐχί, διότι ἐλησμονήσαμεν, Κύριοι, τὸν πολιτισμὸν τῆς ἐργασίας· ἐγνωρίσαμεν μόνον τὸν πολιτισμὸν τῶν γραμμάτων ὡς γραμμάτων. Παρείδομεν ὅτι σήμερον καὶ ἄλλος δρᾷ πολιτισμός, ὁ τῆς σφύρας καὶ τοῦ ἄκμονος καὶ τοῦ ἀρότρου καὶ τῆς μηχανῆς καὶ τοῦ ἀτμοῦ καὶ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, αὐτὸς ἐκεῖνος ἡ δύναμις τοῦ ὁποίου προσελκύει εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἰσερχόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν πολιτισμὸν τὸν οἰκονομικόν, τὸν πολιτισμὸν τῆς γεωργικῆς καὶ βιομηχανικῆς παραγωγῆς, τοιαῦτα καὶ χειρότερα φαινόμενα θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐμφανίζῃ ἡ χώρα ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς τὸ ὄρος Σινᾶ τοῦ πολιτισμοῦ τὸν πολιτισμὸν τῆς ῥητορικῆς καὶ τῆς ποιήσεως καὶ τῆς ἰατρικῆς καὶ τῆς φιλοσοφίας· ἐλησμονήσαμεν ὅτι πᾶσαι αἱ τέχναι σήμερον εἶναι ἐνδεδυμέναι εἰς γράμματα καί, ἀντὶ νὰ ἐμπνέωμεν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ζῆλον πρὸς τὴν ἐργασίαν καὶ ν’ ἀναπτύσσωμεν καὶ αὐτὴν καὶ πρὸς αὐτήν, ἀφήσαμεν πολλὰς ἐργασίας νὰ θεωρῶνται βάναυσοι, καὶ τὰ σχολεῖα ἡμῶν νὰ καλλιεργῶσι τὴν φυγοπονίαν καὶ νὰ παράγωσι χιλιάδας ἀνικάνων πρὸς οἱανδήποτε ἐργασίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τὸ ὁποῖον ἐξεικονίζεται εἰς τὸ φαινόμενον τῆς μεταναστεύσεως κατοπτρίζεται καὶ εἰς τοὺς πίνακας τῆς παραγωγικῆς κινήσεως τῆς χώρας, οἵτινες ὡσαύτως παρατίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τοὺς ὁποίους θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, καθὼς θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκθέσω καὶ προφορικῶς τὰ συμπεράσματα ἄλλων πινάκων καὶ ἀριθμῶν περὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἡ μετανάστευσις λοιπὸν δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἑνὸς μόνου νομοσχεδίου, ὥστε νὰ θεωρῶμεν εὔκολον τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ μέτρα ἅτινα καὶ λαμβάνονται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ μετριασθῇ ὁπωσδήποτε ἡ μετανάστευσις· ἀλλὰ τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ μετανάστευσις τῶν στρατευσίμων ἡλικιῶν καὶ ἡ μετανάστευσις τῶν ἀνηλίκων δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεραπεύσωσι καὶ τὸ κακὸν ῥιζικῶς ἐν τῷ συνόλῳ. Τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν προνοοῦν περὶ πάντων τῶν δυνατῶν περιορισμῶν, τόσον αὐτῶν τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ὡς καὶ τῶν περιορισμῶν τῶν γινομένων προκλήσεων πρὸς μετανάστευσιν, δι’ ἃς λαμβάνεται ἐπίσης πρόνοια διὰ θεσπίσεως αὐστηρῶν διατάξεων ποινῆς, ταῦτα, λέγω, ὁρίζον τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ κατὰ τὰ ἄλλα καὶ περὶ προστασίας τῶν μεταναστῶν ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ἐδῶ διαμονῆς καὶ τῆς ἐπιβιβάσεως καὶ τοῦ πλοῦ μέχρι τῆς ἐκεῖ ἀποβιβάσεως καὶ τῆς ἐκεῖ ἐγκαταστάσεως. Διότι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μὴ ἐγκαταλείπωνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς τὴν τύχην των, τύχην ἥτις εἶναι συνέπεια κακῆς τύχης, ἣν ἐδῶ ἔσχον οὐχὶ ἴσως ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος· πρέπει νὰ ἐμφανίζηται καὶ ἐκεῖ ἡ Πολιτεία, ὅπως οὕτω φαίνηται μεριμνῶσα περὶ αὐτῶν, διατηρῇ δὲ δι’ ὅσων ἔχει μέσων τὸν σύνδεσμον αὐτῶν τὸν αἰσθηματικὸν πρὸς τὴν πατρίδα. Κανονίζοντες δὲ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν μεταναστεύσεως καὶ πολλαπλῆν προστασίαν τοῦ μετανάστου, συνιστῶμεν καὶ εἰδικὸν ταμεῖον μεταναστεύσεως, ἔχοντες εἰς τὰ τοιαῦτα μέτρα ὑπ’ ὄψει τὴν Ἰταλικὴν ἰδίως νομοθεσίαν. Ἄλλα μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα εἴχομεν ν’ ἀποβλέψωμεν, ἦσαν ἐκεῖνα δι’ ὧν θὰ παρείχετο ἐργασία εἰς τὰς τάξεις τῶν μεταναστῶν, ὥστε εὑρίσκοντες οὗτοι ἐργασίαν ἐδῶ μὴ φεύγωσιν εἰς Ἀμερικήν. Ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει πλὴν τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ τὸ ἔργον τῆς ὑδρεύσεως, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἄλλα δημόσια ἔργα, ἱκανὰ ὁπωσδήποτε νὰ συγκρατήσωσιν ἀριθμόν τινα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἥτις θὰ κρίνῃ περὶ τῶν μέτρων τούτων, ἥτις θὰ κρίνῃ καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις τὸ νομοσχέδιον, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐπικουρήσῃ εἰς ἡμᾶς δι’ ὅλων αὑτῆς τῶν φώτων πρὸς τὴν ῥιζικωτέραν λύσιν τοῦ ὅλου ζητήματος, τὴν ῥιζικωτέραν δὲ λύσιν θὰ σημάνῃ ἡ μεταβολὴ κατευθύνσεως εἰς τὴν ὅλην ἀνατροφὴν ἥτις παρέχεται εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, μεταβολὴ ἥτις πρωτίστως εἶναι ἔργον προνοίας νομοθετικῆς περὶ πολλῶν ἀντικειμένων, μάλιστα δὲ προνοίας καθαρῶς ἐκπαιδευτικῆς, ἀνατροφῆς δὲ εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως δύναται καὶ ὡς ἐκ τοῦ κύρους καὶ τῆς περιωπῆς αὑτῆς ἡ Βουλὴ νὰ συντελέσῃ καὶ ἄλλως διαφωτίζουσα τὸν κόσμον ἐκεῖνον ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν. Τὰς ἀπορίας τὰς ὁποίας γεννᾷ ἡ ὅλη κατάστασις καὶ τὰ προβαλλόμενα εἰς νομοθετικὴν διαρρύθμισιν θέματα, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἴδῃ σαφῶς διατυπούμενα ἐν τῇ ἐκθέσει ἡ Βουλή, καὶ ἐὰν θεωρήσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ὀρθαὶ αἱ γνῶμαι καὶ τὰ συμπεράσματα τῶν ὑπαβαλόντων τὸ νομοσχέδιον, παρέχονται ὅμως—ἔχω τὴν ἐλπίδα—στοιχεῖα πολλὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ διαφωτίσῃ πληρέστερον τὸ μέγα ἔργον, τὸ πολλαπλοῦν καὶ πολυσχιδὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον διαγράφεται ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔθνους. Τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρὸς τὸ πόρισμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν καὶ ἡμεῖς μελετήσαντες τὰ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι δέον νὰ δώσωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν· ὅτι δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ καθοδηγῇ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν δρόμον της μόνον ἡ γραμματικὴ τῆς τέχνης τοῦ λαλεῖν, ἀλλὰ καὶ ἡ γραμματική, καὶ πρὸ πάντων ἡ γραμματικὴ τῆς τέχνης τοῦ ἐργάζεσθαι, τῆς τέχνης τοῦ παράγειν. Διότι αὕτη ἡ ἔλλειψις εἶναι ἡ κυριωτάτη αἰτία τῆς αἱμορραγίας τῆς μεταναστεύσεως, αὐτὴ καθιστῶσα τὴν χώραν ἡμῶν ἀνεπαρκῆ ὅπως συντηρῇ καὶ προάγῃ τὸν τόσον ἀραιῶς κατῳκημένον πληθυσμὸν αὐτῆς. Ἔχουσιν ἐπαρκῆ χῶρον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ Ἀπόλλων· οὔτε εἶναι τὰ μόνα ἐμβλήματα τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ αἱ θεότητες αὗται· χρειάζεται ὁ τόπος αὐτὸς καὶ ἄλλην θεότητα, ἐκείνην ἥτις συμβολίζει τὴν ἐργασίαν, μάλιστα δὲ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀρότρου, διότι, μόνον ἐὰν εἰσαγάγωμεν ἐκεῖνον τὸν πολιτισμόν, ἐὰν εἰσαγάγωμεν τὸν πολιτισμὸν τῆς ἐργασίας, διαφωτίζοντες καὶ ἐκπαιδεύοντες καὶ ὠθοῦντες πρὸς αὐτήν, ἐνδύοντες καὶ τὰς τέχνας εἰς γράμματα, μάλιστα δὲ ἐὰν εἰσαγάγωμεν τὸν πολιτισμὸν τοῦ ἀρότρου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν στείρας τὰς πηγὰς τῆς μεταναστεύσεως, θὰ δυνηθῶμεν νὰ στήσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν ἰσχυρὰν καὶ εὔρωστον πρὸς τὴν περαιτέρω ἐθνικὴν καὶ ἐκπολιτιστικὴν αὐτῆς σταδιοδρομίαν! (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συμμετοχῇ μου καὶ δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ καταρτίζεται ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταναστεύσεως» ὡς ἀκολούθως: 1) Γ. Καφαντάρης, 2) Π. Ἀραβαντινός, 3) Σ. Κροκιδᾶς, 4) Ν. Τριανταφυλλάκος, 5) Ἐπ. Δεληγιάννης, 6) Σ. Σῖμος, 7) Λ. Νάκος, 8) Ἀ. Παναγιωτόπουλος, 9) Κ. Δεμερτζῆς, 10) Δ. Σωτηρίου, 11) Λουκ. Ῥ. Κανακάρης, 12) Κ. Γόντικας, 13) Π. Πολυχρονιάδης, 14) Π. Βουρλούμης, 15) Ε. Γεωργιάδης, 16) Κ. Ζαβιτσιᾶνος, 17) Κ. Σοκόλης, 18) Ν. Ἀλιβιζᾶτος, 19) Κ. Καλομενόπουλος, 20) Μ. Στελλάκης, 21) Θ. Κουτούπης, 22) Κ. Χρυσοχοΐδης, 23) Κ. Σπυρίδης, 24) Π. Μερλόπουλος, 25) Χρ. Δικαῖος, 26) Ἀ. Ἀλεξανδρῆς, 27) Ν. Λεωνίδας, 28) Ἰ. Μᾶνος, 29) Ν. Ξηρός, 30) Θ. Παπαϊωάννου, 31) Μαλλιόπουλος, 32) Π. Τσαλδάρης, 33) Σ. Θεοδωρόπουλος, 34) Δ. Χατζηγιάννης, 35) Ἠλ. Κοπανίτσας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν».
§35ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κάμνω μίαν δήλωσιν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ τὸ νομοσχέδιον ὅπως τροποποιεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ δὲν θεωρῶ τὴν ὥραν αὐτὴν ἐπιτηδείαν πρὸς συζήτησιν, τὴν ὁποίαν προβλέπω εὐρεῖαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς καὶ μονίμων ὑπαλλήλων εἰς τὰς θέσεις τῶν νομαρχῶν, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπείσθην ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι προτιμότερον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν προτεινομένην διὰ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καινοτομίαν, παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, τοσοῦτον σαφῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως μαρτυροῦντος ὅτι ἐμελέτησε τὸ θέμα, μολονότι, λέγω, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ὥρα δὲν εἶναι ἐπίκαιρος πρὸς τοιαύτας συζητήσεις, δηλῶ ὅτι προτιμῶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Τσακανίκας.
§37Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέλος καὶ νὰ διορισθῶ εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν» ἐπεξεργαζομένη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔστη πρὸ καινοτομίας ῥιζικῆς εἰσαγομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ εἰσαγομένη καινοτομία διὰ τοῦ ῥηθέντος νομοσχεδίου ἀφορᾷ τὴν μονιμότητα τῶν νομαρχιακῶν θέσεων κατὰ περιωρισμένον ἀριθμόν, κατὰ τὸ ⅓. Ἀνέτρεξεν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, τὴν θίγουσαν κεφαλαιῶδες μέρος τῶν μέχρι σήμερον περὶ νομαρχιακῶν θέσεων κρατούντων, εὗρε δ’ ἐν αὐτῇ ὡς δικαιολογίαν ἀναγραφόμενον ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσι κόμματα τῶν ὁποίων αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι θίγουσι τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, οὐδ’ ἔχουσι διάφορον πρὸς ἄλληλα τὴν ἀντίληψιν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐκ τοῦ συλλογισμοῦ τούτου ἐξάγεται τὸ πόρισμα ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη διορισμοῦ προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχουσι κόμματα....
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Συζητοῦμεν τῆς ἐπιτροπῆς τὸ νομοσχέδιον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§40Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὡς εἰσηγητὴς ἐκθέτω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἐκθέτω τοὺς λόγους καὶ τὰς σκέψεις ὑπὸ τῶν ὁποίων φερομένη ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἰς τὴν τροποποίησιν ἰδίᾳ τῆς περὶ μονιμότητος διατάξεως, τὴν ὁποίαν δικαιολογεῖ ἡ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει σημειουμένη σκέψις ὅτι ἡ μὴ ὕπαρξις κομμάτων διαφωνούντων ῥιζικῶς ὡς πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἐπιφέρει τὴν ἀνάγκην τῆς μονιμότητος τῶν νομαρχιακῶν θέσεων. Δὲν εὗρε βάσιμον τὴν αἰτιολογίαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ διότι ἐσκέφθη ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι 2 εἰδῶν κόμματα ὑπάρχουσιν, ὑπάρχουσι τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα τείνουσι πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος, τὰ ἔξω τοῦ πλαισίου τῆς Πολιτείας ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐργάζονται κινούμενα, καὶ τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ σύμφωνα πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἔχουσι διάφορον τὴν ἀντίληψιν εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ εἴτε ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως, περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως κτλ. Ὅταν λοιπὸν τὰ κόμματα ταῦτα κληθῶσιν ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, παρακαλῶ καὶ ἐρωτῶ· διὰ ποίων προσώπων θέλουσιν ἐφαρμόσει τὸ πρόγραμμα αὐτό; Τὸ ἀξίωμα τοῦ νομάρχου δὲν εἶναι ὑπαλληλικὴ θέσις· τοῦτο δέχονται ὅλοι οἱ συγγραφεῖς.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι;
§42Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὁ νομάρχης εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ παντὸς agent politique, πολιτικὸς πράκτωρ· δὲν εἶναι ὑπάλληλος.
§43Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπετε ὅτι ὁ νομάρχης κατὰ τὰς γενικῶς παραδεδεγμένας ἰδέας εἶναι agent politique, πολιτικὸς πράκτωρ τῆς Κυβερνήσεως.
§44Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὸ λέγουσιν οἱ πραγματευόμενοι περὶ Νομαρχιῶν.
§45ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λέγουσι τινές.
§46Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὴν ἔννοιαν αὐτῶν δέχομαι.
§47ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ ἔννοια περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ νομάρχου εἶναι ἔννοια ἄρχοντος, διοικητοῦ, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ λειτουργίαν καθαρῶς διοικητικὴν μὴ ἔχουσαν τίποτε τὸ συναφὲς πρὸς τὴν πολιτικήν· ἡ πολιτικὴ ἀσκεῖται ὑπὸ ἄλλων ὀργάνων, ὁ δὲ νομάρχης, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ εἶναι λειτουργὸς διοικητικός, ὀφείλει νὰ ἐργάζηται συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τεθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελεία ἐξέλιξις τῆς ἐννοίας τοῦ νομάρχου ὡς διοικητικοῦ ἄρχοντος.
§48Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὰ αὐτὰ λέγομεν ἀλλὰ μὲ ἄλλας λέξεις, διότι καὶ ἐγὼ δὲν ἐδέχθην τὸν νομάρχην ὡς ὄργανον πολιτικόν, ὡς ὄργανον δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως ὑφ’ ἣν ἴσως ἔννοιαν νομίζετε ὅτι ἐκλαμβάνω τὴν λέξιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ νομάρχαι δὲν εἶναι ἁπλᾶ διοικητικὰ ὄργανα· οὕτως οἱ περὶ τὸ διοικητικὸν δίκαιον ἀσχοληθέντες θέτουσι τὸ ζήτημα, οὕτως ἀνεῦρον αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς Γαλλικοὺς Πανδέκτας, ἐν τοῖς ὁποίοις εὑρίσκει τις τὸ ἀξίωμα τῶν νομαρχῶν ὡς agent politique· δὲν εἶναι δηλαδὴ ὑπάλληλοι ἐντεταλμένοι τὴν ἐποπτείαν τῆς ξηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, οἵτινες τίθενται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἶναι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ παρακολουθῶσι καὶ τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ γίνεται συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦτο. Εἶναι ἡ φράσις τὴν ὁποίαν παραθέτουσιν οἱ συντάκται τῶν Γαλλικῶν Πανδεκτῶν καὶ ὅσοι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἠσχολήθησαν, ὡς ὁ Dufour καὶ ἄλλοι. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπα τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σκέψεως αὐτῆς δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ δεχθῇ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἐπὶ πλέον δ’ εὗρεν οὐχὶ ὠφέλιμον τὸ νὰ προάγωνται εἰς τὸ ⅓ τῶν οὕτω καθιερουμένων νομαρχιακῶν θέσεων ὑπάλληλοι διότι οἱ ὑπάλληλοι βεβαίως εἶναι χρησιμώτατοι εἰς τὸ ἔργον τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἐτέθησαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νομάρχου ἔνθα προσπαιτεῖται πρὸς τῇ ὑπαλληλικῇ δεξιότητι καὶ ἐμπειρίᾳ καὶ γνῶσις τῆς κοινωνίας ἰδιαιτέρα καὶ ἀνάπτυξις ἀτομικότητος καὶ αὐτενεργείας τοιαύτης, προσόντα ἅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ τῶν γραφείων· ἕνεκα τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοψήφως ἐδέχθη ν’ ἀποκλείσῃ τὴν μονιμοποίησιν τῶν νομαρχιακῶν θέσεων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ κεφαλαιῶδες μέρος τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δὲν εἰσέρχομαι, διότι αὗται ἀναπτύσσονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§54Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπεβλήθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφέρεται ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις τὰς ὁριζομένας ὑπὸ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ οἱ ἔχοντες δίπλωμα ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου.
§55Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι.
§56Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου: «Ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου δύνανται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας νὰ διορισθῶσι γραμματεῖς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ κεκτημένοι δίπλωμα ἀλλοδαπῆς Σχολῆς πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἢ διδάκτορες Νομικῆς Σχολῆς ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου». Ἀποκλείονται τέλος οἱ ἔχοντες δίπλωμα τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου.
§57ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου δύνανται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Διοικητικῆς ὑπηρεσίας νὰ διορισθῶσι γραμματεῖς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ κεκτημένοι δίπλωμα ἀλλοδαπῆς Σχολῆς πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἢ διδάκτορες Νομικῆς Σχολῆς ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου κλπ.».
§59ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. «Πανεπιστημίου τινός».
§60Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «μετὰ δοκιμασίαν δὲ ἐνώπιον τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ΓΨΒʹ νόμου Ἐπιτροπῆς οἱ κεκτημένοι δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου τινὸς καὶ ἀπόδειξιν διετῶν σπουδῶν ἐν ἀλλοδαπῷ Πανεπιστημίῳ».
§61Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ διδάκτορες γίνονται καὶ σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου γραφεῖς αʹ τάξεως.
§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀρκετόν. Ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν ὅτι ὅσοι δὲν ἔχουσι δίπλωμα Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου εἶναι πολὺ κατώτεροι τῶν διπλωματούχων τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ ἔχοντες δὲ δίπλωμα Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν βεβαίως ἔρχονται πολὺ ἐντελέστεροι, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες μόνον δίπλωμα Εὐρωπαϊκοῦ Πανεπιστημίου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κρείττονες τῶν ἐχόντων δίπλωμα Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου.
§63Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀκριβῶς διὰ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπησχόλησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος. Βεβαίως θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις ὅτι εἶναι σόλοικον νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι οἱ διδάκτορες τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου οἱ ἔχοντες καὶ διετεῖς σπουδὰς ἐν Εὐρώπῃ πρέπει νὰ τίθηνται ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἀπὸ τοὺς διδάκτορας τῶν ξένων Πανεπιστημίων καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι σόλοικον καί, ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς τῆς δοκιμασίας, πρέπει νὰ τεθῇ δι’ ὅλους ἢ μόνον διὰ τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχομένους.
§64ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὑρίσκω ὀρθὴν κατὰ τὸ ἓν μέρος τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας προκειμένου περὶ τῶν ἐχόντων δίπλωμα Σχολῆς πολιτικῶν ἐπιστημῶν.
§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἐδῶ τοιαύτην σχολήν.
§66ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν, διὰ τοῦτο αὐτοὶ δύνανται νὰ μείνωσι μὲ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσόδου ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἐγὼ εἶχον δι’ ὅλους διαγωνισμόν. Ἐνόμισα ὅτι εἶναι ὀρθότερον ν’ ἀφεθῶσιν αὐτοὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀφαιρεθῇ αὐτὴ ἡ φράσις ἡ παρέχουσα τοιοῦτον δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου, διότι σημαίνει πράγματι ὑποτίμησιν τοῦ ἐδῶ Πανεπιστημίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν.
§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διδάκτορες τοῦ ὁποίου εἶναι πολὺ ἀνώτεροι τῶν ξένων.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ παρατηρήσεις ἃς εἶχον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι γενικωτέρας φύσεως καὶ ἴσως θὰ ἥρμοζον μᾶλλον εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τούτου. Ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὴν μεταβολὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ περιορισθῶ μόνον εἰς σχετικά τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 κυρίως. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 σκοπεῖτε βεβαίως νὰ εἰσαγάγητε πρόσωπα πληρεστέρας μορφώσεως εἰς τὸν κλάδον τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπετε εἰς μόρφωσιν τούτων τελειοτέραν καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο δὲν γίνεται τὸ πρῶτον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Χθὲς ἀκόμη ἐψηφίσαμεν ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δέον νὰ παρατηρηθῇ ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι ὅτι τίθεται μία νέα ἀρχὴ εἰσαγωγῆς τῶν οὓς ἀφορᾷ ὑπαλλήλων. Τῆς εἰσαγωγῆς τῶν οὐχὶ κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΨΒʹ ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον διάφορον. Ἡ νέα αὕτη ἀρχὴ ἔχει καὶ πολλαπλᾶς συνεπείας, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔρχεται μεμονωμένως, χωρὶς νὰ ῥυθμίζωνται ἐν γένει τὰ τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, δύναται νὰ γεννήσῃ ζητήματα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγονται ὡς γραμματεῖς πρώτης τάξεως ἀπ’ εὐθείας πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν πτυχίον ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἐνῷ μέχρι τοῦδε προήγοντο εἰς τοῦτο πρόσωπα εἰσαγόμενα διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ ὡς ἀκόλουθοι τὸ πρῶτον. Ἐκεῖνοι λοιπὸν πλεονεκτοῦντες δὲν καταπατοῦσι τὰ δικαιώματα τούτων, ἀλλὰ καὶ ποίαν ἀσφάλειαν θὰ ἔχωσιν οἱ νέοι οὗτοι, ὅταν κατόπιν τοῦ υἱοθετουμένου συστήματος δι’ ἑτέρου νόμου θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ἄλλοι εἰς ἀνώτερον τούτων βαθμόν; Δὲν ἐξετάζω ἂν κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι ἡ τοιαύτη εἰσαγωγή, ἀλλὰ παρατηρῶ, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, ὅτι τοῦτο, ἐνῷ δίδει ἀφορμὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς εἰσηγμένους ἤδη νὰ σκεφθῶσιν ὅτι τὰ δικαιώματά των καταπατοῦνται, καὶ εἰς τοὺς νέους γεννᾷ φόβους ὅτι δύνανται δι’ ἄλλου νόμου νὰ καταπατηθῶσιν ἐπίσης καὶ τούτων τὰ δικαιώματα. Τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τμηματικῆς εἰσαγωγῆς νομοσχεδίων τοιαύτης φύσεως καὶ οὐχὶ διὰ τῆς καθόλου γενικῆς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἑκάστης ὑπηρεσίας, ἵνα οὕτω καὶ ἕκαστος ὑπάλληλος γνωρίζῃ μὲ ποῖα προσόντα θὰ εἰσαχθῇ καὶ ποῖαι αἱ συνέπειαι πρὸς τὰ προσόντα αὐτὰ καὶ τὴν εἰσαγωγήν του ἐν γένει. Τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δίδει τόσον ἀφορμὴν εἰς εὐρυτέραν συζήτησιν καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα προηγουμένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἂν ἀποδέχεται τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τούτου αἱ παρατηρήσεις μου πλέον περιορίζονται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νομοσχέδιον τοιαύτης φύσεως νὰ εἰσάγηται οὕτω μεμονωμένον ἀπὸ τὴν ἐν γένει ὀργάνωσιν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς εὐρυτέραν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Βουλὴ εἶναι, ὑποθέτω, τοιαῦται ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, ὡς τοῦτο καὶ ἀνεγνωρίσθη ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τούτῳ τῷ λόγῳ ἀποδεχθέντος τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τούτου ἤθελε μοὶ ἐπιτραπῆ ἡ ἑξῆς ἐπὶ πλέον παρατήρησις, ἂν εἶναι ὀρθὸν ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας νὰ καταγινώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐνδείκνυταί τι τὸ κατεπεῖγον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει βεβαίως ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μᾶλλον ἁρμόδιος νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πολλοὶ ἄλλοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ ἦσαν οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι ὡς πρὸς τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ἰδιαζόντως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα φέρει ἡ Κυβέρνησις πρὸς συζήτησιν καὶ κατὰ τὸ ἐμὸν νὰ συντρέξω εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ὡς ἔχω καὶ καθῆκον. Ἡ ψυχολογικὴ ὅμως κατάστασις ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, ὅτε ἀκόμη δὲν ἐτελειώσαμεν τὸν πόλεμον, ὅτε ἀκόμη εὑρισκόμεθα ὑπὸ ποικίλας ἀνησυχίας, καὶ ὑπὸ πλείστας, περισσοτέρας ἀπὸ ἡμᾶς πάντως, εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις αὐτή, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ἡ ψυχολογικὴ αὕτη κατάστασις εἶναι κατάλληλος πρὸς συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων; Μήπως δὲν εἶναι πρόδηλον ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν ψυχραίμως καὶ ὡρίμως νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς γενομένης διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ τροποποιεῖται τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ οὐσιῶδες αὐτοῦ μέρος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς εἰσαγωγῆς καὶ μονίμων νομαρχῶν, καὶ ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς εἰς ἣν διατελοῦμεν ἐδέχθη τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπέρριψε μίαν γνώμην καὶ ἀρχὴν ἥτις εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οἷον τὸ ἰδικόν μας, θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μακροτάτας συζητήσεις; Καὶ ἂν οὕτω κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου τινὸς τίθεται μία ἀρχή, ἵνα κατόπιν ἀσυζητητὶ ἐγκαταλειφθῇ, διὰ τοῦ τρόπου τούτου, δὲν υἱοθετοῦμεν, νομίζω, τὸ κρεῖσσον σύστημα συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν θέλω νὰ κάμω κατάχρησιν τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τονίσω, αἰσθάνομαι πρὸς τοῦτο τὸ καθῆκον, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ εἰσάγωνται ἤδη τοιαῦτα νομοσχέδια. Νομίζω ὅτι τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀδρανοῦντες ἐνταῦθα ἀδρανοῦμεν ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι δὲν εἶναι στιγμὴ καθ’ ἣν δυνάμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τοιαῦτα ἔργα, καὶ ὄχι μόνον ἐκ τῆς πεποιθήσεως ταύτης ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀνάγκης ἔτι, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ψυχικὴ συγκίνησις κατέχει ἡμᾶς ὡς ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν λέγω ὅτι ἡ συγκίνησις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἀπαισιοδοξοῦμεν. Τοὐναντίον εὐελπιστοῦμεν καὶ πεποίθαμεν ἐκ τῶν γνωστῶν πολεμικῶν δεδομένων ὅτι θ’ ἀπολήξωσι κατ’ εὐχήν. Ἀλλά, εἴτε εὐελπιστεῖ εἴτε ἀπαισιοδοξεῖ τις, εὑρίσκεται εἰς ταραχὴν καὶ ψυχικὴν συγκίνησιν, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὥριμον σκέψιν καὶ διάθεσιν πρὸς ἐργασίαν καὶ δὴ σπουδαίαν νομοθετικήν. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα φέρῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἤθελε κρίνει ὡς τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, τὰ δ’ ἀφορῶντα εἰς ὀργάνωσιν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσωσι πλεῖστα ζητήματα καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι ταύτην τὴν στιγμήν, ν’ ἀφήσῃ ὅταν θὰ εἴμεθα μᾶλλον ψύχραιμοι καὶ ἱκανοὶ νὰ συγκεντρώσωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ συζητήσωμεν, καὶ οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις βεβαίως ἔχει τόσας ἄλλας ἀσχολίας μὴ παραμείνῃ ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀπασχολῆται ἀλλοῦ ἀποτελεσματικώτερον. Παραλείπω πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὖθις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἥτις εἶναι ἀπόρροια τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον αἰσθανόμεθα πάντες ἐνταῦθα νὰ ἐργασθῶμεν. Διότι βλέπω διαφόρους Βουλευτὰς οἵτινες εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἐλάμβανον ἐπανειλημμένως τὸν λόγον νὰ σιωπῶσι συζητουμένων τοιούτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὅσον τέλεια καὶ ἂν εἶναι, διὰ τῆς συζητήσεως θὰ καθίσταντο τελειότερα, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἡ Βουλή. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα ἄλλα ἔχετε ὑπ’ ὄψει;
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ ἐπείγοντα. Ἀλλὰ τὰ ὑπὸ συζήτησιν βεβαίως ὄχι. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο νὰ παρατηρηθῇ ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευδεν εἰς διορισμοὺς καὶ εἰς ἀποστολὰς εἰς Εὐρώπην ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, ὅτε, ὡς γνωστόν, τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα κατὰ τὸ πλεῖστον διατελοῦσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὡς πρὸς τὰ ἕτερα σχετικὰ νομοσχέδια ὅτι μετὰ τέσσαρας μῆνας θ’ ἀναγκασθῇ νὰ στείλῃ νέους εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ σπουδάσωσι, προφανῶς ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς ἤδη διατελοῦμεν.
§71ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρετήρησα ὅτι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἐνῷ παρέστησεν ὅτι ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπει συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων, διεμαρτυρήθη ἐν ταὐτῷ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέμεινεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπ’ αὐτῆς! Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ὅμως καθ’ ἣν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον εἶπον, νομίζω, ἀρκετὰ σαφῆ ὡς πρὸς τὴν καινοτομίαν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ μονίμων ὑπαλλήλων εἰς τὰς Νομαρχίας, ὅτι ἡ καινοτομία αὕτη χρῄζει τῆς μελέτης τῆς Βουλῆς, χωρὶς ν’ ἀποκρύψω τοὺς περὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς δισταγμούς μου, ἐδήλωσα δὲ πρὸ μικροῦ τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐθεώρησα ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πρότασις αὕτη — ἣν ἐγὼ ὡς ἀρχὴν καὶ πεποίθησίν μου δὲν ἐγκαταλείπω —, διότι θὰ προυκάλει, ὡς ἀκριβῶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, πολλὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι δὲ ἡ στιγμὴ εὔθετος πρὸς τοιαύτην. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος παρατηρεῖ ἐν τούτοις ὅτι δὲν βλέπει ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, τότε ὁμολογῶ ὅτι ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλά, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα ἡ εἰσαγωγὴ ὑπαλλήλων ἐχόντων ὡρισμένα προσόντα καὶ ἡ μὴ καθυστέρησις τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, τότε νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία διὰ τὴν μὴ ἄμεσον συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι τὰ πράγματα εἶναι φανερά. Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ ἡ διοίκησις εἰς τὰς νέας χώρας; Ἔχομεν ἤδη ἀποσπάσει προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπαρκές, ἀναγκάζονται δὲ οἱ γενικοὶ διοικηταὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν ὡς καὶ οἱ κατὰ τόπους νὰ διορίζωσι κατ’ ἀνάγκην βοηθητικὸν προσωπικὸν ἄνευ προσόντων. Ἐρχόμεθα λοιπὸν καὶ λαμβάνομεν πρόνοιαν, ὅπως ἐν καιρῷ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εὑρεθῶμεν παρεσκευασμένοι πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν, τὴν τακτικήν, τὴν κανονικήν, ἥτις, ὡς ἄριστα γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ἴσως θ’ ἀπαιτήσῃ, ἡ τοπικὴ ἐννοῶ, καὶ περισσότερον προσωπικὸν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν χωρῶν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν χωρῶν τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ τοιούτου προσωπικοῦ; Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ γενικὸν μέρος. Ὡς πρὸς τὰς εἰδικὰς δὲ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου παρατηρῶ ὅτι ὁ φόβος αὐτοῦ ὅτι εἰσάγομεν διακρίσεις διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, περὶ ὧν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἀδικίαν τῶν νῦν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος. Διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐξετάζων καὶ περαιτέρω τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἴδῃ ὅτι καὶ διὰ τοὺς ὑπάρχοντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλους τοὺς εἰσαχθέντας ἐπὶ βαθμῷ ἀκολούθου μειοῦται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς προαγωγὴν εἰς βαθμὸν γραμματέως. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἡ ἔλλειψις γραμματέων ἐμφανίζεται τοιαύτη, ὥστε εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μειώσωμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν κατωτάτων ὑπαλλήλων πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἀνωτέραν θέσιν, διότι οὕτω μόνον θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ὑπαγορεύουσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος δὲν φαντάζεται, διότι οὐδέποτε θὰ διενοούμην ν’ ἀποδώσω τοιαύτην σκέψιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, δὲν φαντάζεται ὅσα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τινὲς ἐφαντάσθησαν. Διότι συνήθως ὑπάρχουσι καὶ οἱ χαρακτηρίζοντες πᾶν νομοσχέδιον εἰσαγόμενον περὶ προσώπων ὡς προσωπικόν, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νομοσχέδιον διοικητικὸν χωρὶς ν’ ἀποβλέπῃ εἰς πρόσωπα! Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποβλέπει εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, διότι οὕτω διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ν’ ἀποδοθῇ οὐδ’ ὁ μᾶλλον ἀσήμαντος προσωπικὸς χαρακτηρισμός. Μήπως δὲ ζητοῦνται θέσεις σήμερον; Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἠρκούμην κἂν εἰς τὰ προσόντα εἰς ἃ ἀρκεῖται ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἔθετον δοκιμασίαν καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἔχοντας δίπλωμα ξένου Πανεπιστημίου. Λόγοι λοιπὸν ἀναγκῶν ὑπηρεσιακῶν, ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐπαρκέσωμεν, αὐτοὶ καὶ μόνοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι ζητοῦσιν ἀνθρώπους, ζητοῦσιν ὑπαλλήλους. Δὲν ἔχομεν δὲ ὑπαλλήλους. Αἱ Νομαρχίαι, Κύριοι, δὲν δύνανται κἂν νὰ κινηθῶσι. Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου ἔχομεν ἀποστείλει, ὅσον ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποστείλωμεν ἔξω τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Καὶ μᾶς λέγετε: δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη διοικήσεως! Ἀλλὰ βεβαίως ἐν δικαίῳ θὰ εὑρίσκεσθε ὄχι σήμερον, ἀλλὰ μεθαύριον ἂν θὰ μᾶς ἐλέγετε ὅτι εἴχομεν τόσην ἀπρονοησίαν, ὥστε νὰ μὴ ἴδωμεν ὅτι χρειάζονται ὑπάλληλοι διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν καὶ νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας εἶναι γενικώτερον καὶ ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἦτο ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα περιστάσεις αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι διεξάγονται δὲν εἶναι ποσῶς ἀνάλογοι, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι ἡμεῖς καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐν ἀνησυχίᾳ διατελοῦμεν ἀποβλέποντες εἰς ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ν’ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς Ναξίας σμύριδος, ν’ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑπαλλήλων ὅπως μορφωθῶσιν, ὅτε μάλιστα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς ἀναγράφεται ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι πρόκειται νὰ σταλῶσιν εἰς Εὐρώπην τέσσαρας μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι ταῦτα τὰ ζητήματα τῆς στιγμῆς ταύτης; Καὶ δὲν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς ὅλοι πνίγοντες ἐντὸς ἡμῶν τὸν πόνον τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα θεωροῦμεν εἰς ἡμᾶς ἐπιβεβλημένον ν’ ἀποφύγωμεν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἴσως συζητήσεις τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι χάριν ὑψίστων πολιτικῶν συμφερόντων δὲν πρέπει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μᾶς ἀπασχολῶσι, δὲν ἐννοεῖ, λέγω, ἡ Βουλή, καὶ δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἐνῷ τοιαῦται συζητήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ παρουσιάζηται ἀσχολουμένη περὶ ἐντελῶς δευτερευόντων ζητημάτων καὶ περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως οὐδένα ἔχουσι χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ τοῦ κανονίζοντος βεβαίως τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ὡς προϊσταμένου τῆς πλειονοψηφίας.
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει κατ’ ἀρχὴν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ παρὸν στάδιον τῶν ἐργασιῶν της, ὅπως ἀσχοληθῇ περὶ νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀληθῶς ἐπείγοντα τὸν χαρακτῆρα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰσάγουσα δὲ τὰ διάφορα νομοσχέδια εἶχε πάντοτε ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἡ συζήτησις αὐτῶν θὰ προέβαινεν ἀκωλύτως, ἐφ’ ὅσον ἐκ μέρους τῶν καθημένων εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν θὰ προεβάλλετο ἀντίρρησίς τις περὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ὅσα δὲ τυχὸν ἐπεψηφίσθησαν, καὶ εἶναι ταῦτα ἐλάχιστα, ἐπεψηφίσθησαν διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιαύτης ἀντιρρήσεως. Μόλις προεβλήθη ἀντίρρησις ἐγένετο ἡ προσήκουσα ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιον. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἀναγνωρίσει ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦσαν ἀρκετὰ ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου δι’ οὗ θὰ διευκολυνθῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἀνθρώπων ἐχόντων προσόντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὸ Κράτος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς Ναξίας σμύριδος, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπεῖγον. Ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν ἐπεῖγον, διότι ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ὑπάρχει ἀπεργία ἐκ μέρους τῶν σμυριδεργατῶν ἀξιούντων τὴν αὔξησιν τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος. Ἡ ἀπεργία συνεχισθεῖσα ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἔφερε μείωσιν αἰσθητοτάτην εἰς τὰς προσόδους τὰς ἐκ τῆς Ναξίας σμύριδος τοιαύτην, ὥστε ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐνώπιον ἐπανειλημμένων πιέσεων τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπειλῶν, ἀπειλῶν δηλαδὴ ὅτι θὰ κατηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις ὡς μὴ μεριμνῶσα ἐπαρκῶς, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἕνα τῶν πόρων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς προσόδους τὰς διαχειριζομένας ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ χαρακτὴρ λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἶναι ἐντελῶς κατεπεῖγον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἑκάστου νομοσχεδίου νὰ δηλώνωσι ποῖα δὲν θεωροῦσιν ὡς ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς περιστάσεις ὅπως συζητηθῶσι καὶ βεβαιῶ αὐτοὺς ὅτι ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῶν ἀμφιβόλων θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ προσαρμοσθῶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν των. Μόνον ὅταν λόγοι ὑπέρτεροι ἐπιβάλλωσι τὴν ψήφισιν, τότε θέλω ζητήσει τὴν ψήφισιν αὐτῶν ἐκθέτων τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ψήφισίν των. Τὰ περισσότερα τῶν νομοσχεδίων εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀνάγκη, ὅπως ψηφισθῶσιν αἱ ὀλίγαι σχετικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῶν φώτων τῆς Ἰταλικῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐκαλέσαμεν ἐνταῦθα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀπὸ χρόνου περισσοτέρου τοῦ ἔτους ἐνταῦθα καὶ τῆς ὁποίας τὰ φῶτα ἔχομεν ἀνάγκην ἐγκαίρως νὰ ἐπωφεληθῶμεν, διότι αἱ ἀνάγκαι εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας εἶναι ἐπιτακτικαί, ἐπείγουσαι, μεγάλαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα σήμερον διαθέτομεν, οὔτε μὲ τὰ μέσα ταῦτα νὰ προσελκύσωμεν νέα στοιχεῖα ἱκανὰ ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς νέας περιστάσεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὅτι τὰ ὀγκώδη νομοσχέδια, ὡς τὸ περὶ τῆς ὑδρεύσεως, δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῶσιν, ἀλλ’ εἰσήχθησαν ὅπως μελετηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν καὶ προπαρασκευασθῇ ἡ δημοσία συζήτησις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη πρὸ ὀλίγου νὰ μνημονεύσῃ καὶ ἐμέ· ἐντεῦθεν ὀφείλω νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ ἡ γνώμη αὕτη βεβαίως δὲν ὑπαγορεύεται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἴσως μάλιστα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤφειλε νὰ διαιρέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῷ σταδίῳ ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρισκόμεθα. Αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω ὑπαγορεύονται ἀκριβῶς ἐκ τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τίνες θὰ εἶναι αἱ χῶραι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ καταλογισθῶσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Βασιλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὀργανώσεως ὁριστικῆς διοικήσεως πρὶν ἢ γνωρίσωμεν καὶ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα θὰ ὑπαχθῶσι. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποβάλει πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶ ὅτι μᾶλλον ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν προσωρινὴν ὀργάνωσιν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου, ν’ ἀποφύγῃ δὲ τὰ μακροσκελῆ ἐκεῖνα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα συνεπάγονται μακρὰς συζητήσεις καὶ αἵτινες δὲν εἶναι ἀναμφισβητήτως τῆς παρούσης ὥρας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ γίνεται συζήτησις περὶ νομοθετικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον νομίζει ὅτι εἰς τὰ διάφορα νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν θὰ ἦτο τότε ἁπλούστερον ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα πληρώσῃ αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, προβῇ δὲ καὶ εἰς τὴν πρόσληψιν ὅλων ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖοι καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν; Νομίζω δ’ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν θὰ εὕρισκεν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔδωκε ψῆφον ἀφέσεως εἰς ὅλα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα εἰς τὰ ὁποῖα εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζεν. Ἂν καὶ νῦν ἡ Κυβέρνησις προέβαινεν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν τοιούτων ἀναγκῶν ἔστω καὶ διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων, προθύμως καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ θὰ ἔδιδεν εἰς αὐτὴν ψῆφον ἀφέσεως. Ἀλλὰ παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια διοργανωτικὰ τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν π. χ. ἐνώπιόν μας τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ προσόντα καὶ μονιμότητα νομαρχῶν. Δὲν γνωρίζω διατί δὲν προὐχώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ περαιτέρω ζητῶν νὰ καθορίσῃ προσόντα καὶ μονιμότητα καὶ ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν! Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ τοιαῦτα νομοσχέδια; Ζητεῖτε νὰ παρεισαγάγητε νέας διατάξεις περὶ προσόντων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσιν ἄρδην προηγουμένας διατάξεις, συνταχθείσας ἐπὶ τῇ βάσει νομοθετημάτων ἄλλων χωρῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων. Καὶ θέλετε ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τώρα περὶ αὐτῶν ὑφ’ ἣν ἀγωνίαν διατελεῖ τὴν σήμερον καὶ αὐτὴ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος; Θέλετε εἰς τοιαύτας στιγμὰς νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ἀποστολῆς ὑπαλλήλων εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς συμπλήρωσιν τῶν σπουδῶν των, πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν καὶ δὲν γνωρίζω διὰ τίνας ἄλλους λόγους; Εἶναι βεβαίως αὐτὸ τὸ θέμα ἄξιον συζητήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τοῦτο τὴν ἀναγκαίαν ψυχικὴν γαλήνην. Δὲν εἶναι δὲ κἂν ἐπείγουσα ἡ ἐπιψήφισις τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἀφοῦ ἤδη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε χθὲς ὅτι δὲν θὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, τὸ παράδειγμα δ’ αὐτοῦ θὰ μιμηθῇ πάντως καὶ ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀλλὰ μετὰ τέσσαρας μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Τότε ὅμως, κύριοι Ὑπουργοί, διατί δὲν ἀναμένετε τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως ὑποβάλητε τὰ νομοσχέδιά σας εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τότε εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἀπαθείᾳ; Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς ψυχολογικὴν κατάστασιν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτὴν σοβαρὰν συζήτησιν περὶ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δηλῶ ὅτι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ᾐσθανόμην ἐν ἐμαυτῷ τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν καὶ ἀπάθειαν διὰ τὰς τοιαύτας συζητήσεις, ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελεῖ τὸ ἔθνος τὴν σήμερον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς δι’ ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου ἄδειαν ἵνα προβῇ εἰς πλήρωσιν ὅλων τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν ἢ νὰ προβῇ εἰς τοῦτο διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέτεινε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καί, καθ’ ὅσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς ἐὰν ὑπάρχῃ τὴν σήμερον, ὑφ’ ἃς περιστάσεις εὑρίσκεται τὸ ἔθνος Ἀντιπολίτευσις καὶ Συμπολίτευσις, ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεων μὴ ἐπειγουσῶν, αὗται ν’ ἀποκλείρωνται ἐκ τῶν νομοσχεδίων. Κύριε Πρωθυπουργέ, ἡμεῖς σᾶς δηλοῦμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν, ἐνῷ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς παράσχωμεν πάντα τὰ ἀπαραίτητα μέσα τὰ ὁποῖα θέλετε πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν. Ὑμεῖς εἶσθε ἐλεύθερος.
§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ ζητοῦμεν ἀκριβῶς.
§78ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε νὰ ὑποδείξωμεν ἡμεῖς ποῖα μέτρα εἶναι ἐπείγοντα καὶ ποῖα δὲν εἶναι ἐπείγοντα, διότι τοῦτο εἶναι συζήτησις εἰς ἣν ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ εἰσέλθωμεν τώρα. Θέλετε λ. χ. νὰ συζητῶμεν, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν ἂν πρέπει ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφασισθῇ ἡ μετὰ πολλοὺς μῆνας ἀποστολὴ εἰς τὴν Εὐρώπην δέκα ὑπαλλήλων καὶ ἂν πρέπει νὰ μένωσιν οὗτοι καὶ δύο ἔτη ἢ 1 ἔτος ἢ 6 μῆνας.
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ συζήτησις, ἂν ζητήσητε ν’ ἀπαλειφθῇ, θὰ δεχθῶ νὰ τὸ ἀπαλείψω.
§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τίποτε· ἡμεῖς δηλοῦμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἐθνικὰς περιστάσεις νὰ συζητήσωμεν τοιαύτας διατάξεις, εἶσθε δὲ ὑμεῖς ἐλεύθερος, ἂν θέλητε, νὰ ψηφίσητε αὐτάς.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια μὴ ἐπείγοντα ὑπὸ τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν παντάπασιν ἐπείγοντα καὶ ὡς παράδειγμα δύναμαι νὰ φέρω πολλά, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Βουλή, διότι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια, δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ συζητήσῃ, διότι εὑρίσκεται ἐν συγκινήσει, ὥστε ν’ ἀφήνῃ νὰ ψηφίζωνται νόμοι τοὺς ὁποίους δὲν ἐγκρίνει, διότι εὑρίσκεται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, δὲν δύναμαι παντάπασι νὰ ἐννοήσω. Ἐγὼ δὲν ἔχω πεῖραν κοινοβουλευτικήν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οὐδόλως εἶμαι συγκεκινημένος, καίτοι βεβαίως ἀνησυχῶ διὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι, τὸ κατ’ ἐμὲ συνεζήτησα μετὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως, ἐὰν κέκτημαι τοιαύτην, μεθ’ ἧς καὶ ἂν εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ δὲν βλέπω τί θὰ γίνῃ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παραταθῇ ἐπὶ ἔτη ὁ πόλεμος, ὅπως συμβαίνει εἰς ἄλλους πολέμους, δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τοὺς τριακονταετεῖς ἀλλὰ τοὺς διετεῖς καὶ τριετεῖς; Θὰ ἐξακολουθῇ ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκεται ἐν συγκινήσει καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐργάζηται, ἡ δὲ Κυβέρνησις ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν παντὸς νομοσχεδίου, ἀφοῦ αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις θὰ εἶναι εἰς ἀκμὴν καὶ ἡ συγκίνησις βεβαίως θὰ πρέπῃ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀκμήν; Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις νομίζει, διότι εἶναι ἐλευθέρα νὰ νομίζῃ, ὅτι οἱονδήποτε νομοσχέδιον εἶναι ἐπεῖγον, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τὴν προσήκουσαν ψυχραιμίαν καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἔχω ἀντίρρησίν τινα εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ δὴ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς Χωροφυλακῆς, προκειμένου νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ἐπεῖγον. Δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἔχω λόγους ν’ ἀντιτάξω ἀντιρρήσεις τινάς. Ἡ Χωροφυλακὴ ἐκτελεῖ καθήκοντα Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι καί τινες οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡ Χωροφυλακὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι οὔτε ἡ Ἰταλικὴ ἀποστολὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ ὀργανώσῃ τὴν Ἀστυνομίαν, νομίζω ὅτι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσωσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναβληθῇ, διότι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Χωροφυλακὴ λάβῃ τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο δύσκολον νὰ λάβωμεν κατόπιν τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς ἄλλο σῶμα. Ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰ νομοσχέδια τῶν κυρίων Ὑπουργῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον δύναται νὰ συζητήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ συγχαρῇ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τόσον χρονικὸν διάστημα ἔλαβον πρόνοιαν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μεμορφωμένοι ὑπάλληλοι. Καὶ οὐδὲν εἶναι περισσότερον ἐπεῖγον ἀπὸ τοῦ νὰ προσληφθῶσι σήμερον μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν ὑπάλληλοι ἱκανοὶ ὅπως διοικήσωσι τὰς νέας χώρας καὶ μὴ ὑποβληθῶσιν αἱ νέαι χῶραι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν παλαιῶν τῆς διοικήσεως ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, οὐδὲ ὑπάρχει ἄλλο ζήτημα μᾶλλον ἐπεῖγον ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν νέων, οἵτινες νὰ λάβωσι τὴν δέουσαν παίδευσιν, ἵνα διοικήσωσι τὴν νέαν μεγάλην Ἑλλάδα. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι καὶ τὸ τετράμηνον ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν πρέπει νὰ λείψῃ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται καὶ ὑπαλλήλους ὑπηρετοῦντας εἰς τὸν στρατὸν ν’ ἀποσπάσῃ καὶ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Σχετικῶς λοιπὸν μὲ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ ἄλλα ἔχουσι δίκαιον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ θεραπεύσωσιν ἀνάγκας ἐπειγούσας.
§83Π. Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰργάσθησαν ἀξιεπαίνως κατὰ τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλή. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην ἡ ὁποία διετυπώθη, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς τοιαῦτα ζητήματα, καθόσον, ἂν δεχθῶμεν, ὡς ἐλπίζομεν καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἡ πατρὶς ἡμῶν θὰ μεγαλυνθῇ, βεβαίως δὲν ἔλυσεν ἡ φυλὴ ἡμῶν τὸ πρόβλημά της, διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐδαφικῆς δὲν ἐξεπλήρωσεν ἔτι τὴν ἀποστολήν της· ἀπὸ τῆς εἰρήνης καὶ ἐκεῖθεν ἄρχεται ἡ ἐργασία ἡ ὁποία θὰ θέσῃ τὰς βάσεις τῆς ἐν τῷ μέλλοντι μεγάλης πατρίδος. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως τὸ μέλλον εἶναι ἀσφαλὲς καὶ ἑδραῖον, ὅπως μὴ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως καταστῶμεν ἱκανοὶ ἵνα ἀνταγωνισθῶμεν πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ μέλλοντες ἡμῶν ἀντίπαλοι. Ἀλλά, ἵνα ἀνταγωνισθῶμεν πρὸς αὐτούς, πρέπει νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τεθῶσι μόνον διὰ τῆς ἐν ψυχικῇ γαλήνῃ συζητήσεως. Σήμερον δὲν εἶναι στιγμὴ κατάλληλος νὰ συζητήσωμεν. Ἂς λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὁποιονδήποτε μέτρον φρονεῖ καὶ θὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν ἡμῶν· ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα πρέπει νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν εἰρήνην, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ἔχωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν μεγάλην καὶ δυναμένην νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου.
§84Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξῆλθε τοῦ πνεύματος τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν παρατήρησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἱκανά, ἂν εἶναι ἀναγκαῖα, ἂν εἶναι ἐπείγοντα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει πρὸς συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν εἶναι εὐπρεπής, ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς περιστάσεις παρομοία συζήτησις σήμερον. Δὲν συγκινούμεθα μόνον ἡμεῖς, Κύριοι· τὸ Σύμπαν συγκινεῖται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Ἀνατολῆς· τὰ ζητήματα ἡμῶν τὰ ἐπὶ τοῦ τάπητος εἶναι ὑψίστης σημασίας· πρόκειται νὰ κριθῇ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους σήμερον ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς· δὲν γνωρίζομεν ποία αὔριον θὰ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας καὶ ὅμως ἡμεῖς ὑποβάλλομεν πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι δαπάνας. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀστυνομίας ἀπαιτεῖ δαπάνην 4,500,000, θὰ ἐπιδικασθῇ δὲ καθ’ ἡμῶν χρέος τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Τουρκία πρὸς τὴν Εὐρώπην, ἐδαπανήσαμεν δ’ ἐξ ἄλλου κατὰ τὸν πόλεμον ἑκατομμύρια πολλά, διὰ τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τόκοι καὶ χρεολύσια. Ποία θὰ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἡμῶν αὔριον; Ποῖα θὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδικασθῶσιν εἰς ἡμᾶς; Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἢ κατὰ τὴν διαδικασίαν αὐτῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν συμμάχων; Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἀνακοινοῦνται ζητήματα, καὶ ἐνῷ περὶ τούτων πάντες ἡμεῖς σκεπτόμεθα, καὶ ἐνῷ εἴμεθα συγκεκινημένοι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἀπώλλυτο τὸ Κράτος, ἐὰν ἐπί τινας μῆνας ἐκ τῶν ἐνόντων διοικηθῇ μὲ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους ἢ καὶ ἐὰν ἀφαιρέσῃ ὀλίγους τινὰς στρατιώτας διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας καταλλήλους καὶ πρώην ὑπαλλήλους. Περὶ τούτου, Κύριοι, πρόκειται. Ἴσως τὰ νομοσχέδια εἶναι σπουδαιότατα· ἴσως τὰ νομοσχέδια εἶναι ἐπείγοντα· ἴσως τὰ νομοσχέδια εἶναι ἐπιβαλλόμενα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Τοῦ παρόντος εἶναι ἵνα ὅλη ἡ προσοχὴ τοῦ Κράτους στραφῇ πρὸς τὰ ὕψιστα, πρὸς τὰ λεπτότατα, πρὸς τὰ ἐπικινδυνωδέστερα ζητήματα, τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου καὶ εἰς τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ βεβαίως εἰς οὐδενὸς νομοσχεδίου τὴν συζήτησιν δὲν θὰ λάβω μέρος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θέλω θεωρηθῆ ὑπ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλα Κοινοβούλια συζητοῦσι μόνον περὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων κατάπτυστος, ὅτε εἰς τοιαύτας στιγμὰς εἰς τοιαῦτα ἐπουσιώδη πράγματα τῆς πατρίδος ἀσχολοῦμαι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ὑμετέρα τροπολογία θὰ εἶναι πλήρης διὰ τῆς διαγραφῆς τῶν λέξεων «οἱ διδάκτορες τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἀλλοδαποῦ Πανεπιστημίου».
§86Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς μηνιαίου ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ συντάξεως τῶν ὑπενωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΦϞΕʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§88ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, συζητουμένου ἄλλου νομοσχεδίου, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι προτάσεων τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου περὶ προσώπων τινῶν τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν συμπληρώνουσιν οὔτε τοὺς δακτύλους τῆς μιᾶς οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν δακτύλων τῆς μιᾶς χειρός, δύναμαι νὰ εἴπω. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τοῦ ἁρμοδίου καταστρατήγησις τῆς διατάξεως, μολονότι λαμβάνεται πρόνοια, διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 1 διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἀποδεδειγμένως ἀνδραγαθήσαντες ἢ διαπρέψαντες ἐν ἐκστρατείᾳ εἰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις ὑπάλληλοι τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων προάγονται εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον βαθμὸν ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως, ἐὰν γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προαγωγῆς τὸ συμβούλιον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, στηριζόμενον ἐπὶ ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου».
§89Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει εἰς τὴν Τένεδον οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια;
§90ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν πρότασιν ταύτην τὴν παρέχουσαν δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς ἐξαιρετικὰς παρασχόντας ὑπηρεσίας εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἶναι ἀκριβῶς αὐτός, τὸ ὅτι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ θαυμάσω ὑπάλληλον κατὰ τοὺς σεισμοὺς τῆς Ζακύνθου — ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ὁ σήμερον προτεινόμενος κ. Λαουτάρης —, ὁ ὁποῖος, καίτοι τὸ τηλεγραφικὸν κατάστημα εἶχε τελείως καταστραφῆ, δὲν ἐδίστασε νὰ μεταβάλῃ εἰς οἴκημα μίαν γωνίαν τοῦ τηλεγραφικοῦ καταστήματος, ὅπως μηδαμῶς προσκόψῃ ἡ ὑπηρεσία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μοὶ ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τρόπος ἀμοιβῆς τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἶναι πολὺ περίεργον ὑπάλληλος παρασχὼν οἱασδήποτε ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας νὰ μὴ δύναται ν’ ἀμειφθῇ. Διὰ τὸν φόβον καταστρατηγήσεως ἐν τῷ μέλλοντι τοιαύτης διατάξεως θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ εἰδικεύσω καὶ νὰ διαγράψω τὴν φράσιν αὐτήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§92Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ παραιτοῦμαι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§94Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτῆς.
§96Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Αἱ διαμαρτυρίαι αἵτινες ἠκούσθησαν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐμβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπόνοιαν μὴ τυχὸν ἐπιτύχωμεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πάντες ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα. Χωρὶς νὰ θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὰς ἰδιαζούσας ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ συνεισέφεραν καὶ πράγματι συνεισέφεραν τοιαύτας μερικοὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν παρακολουθησάντων τὴν ἐκστρατείαν καὶ συνεπῶς ἀξίων πάσης τιμῆς καὶ ἀμοιβῆς, φοβοῦμαι μήπως τὸ μέτρον τοῦτο ἐκταθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε ν’ ἀποβῇ ἐπιζήμιον δι’ ἄλλους ὑπαλλήλους οἵτινες δὲν παρηκολούθησαν τὴν ἐκστρατείαν, οὐχὶ διότι δὲν ἠθέλησαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐκλήθησαν, συνεισέφεραν ὅμως ἐπίσης πολυτίμους ὑπηρεσίας ἐργαζόμενοι ἡμέρας καὶ νυκτὸς πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιμισθίας ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἄλλους οἵτινες καὶ ἐπιμίσθια καὶ καλὰς ἀποζημιώσεις τελευταίως ἔλαβον, καταλαμβάνοντες δ’ οὗτοι καὶ τὰς ἀνωτέρας θέσεις κατ’ ἐκλογὴν θὰ καταστήσωσι μίαν μεγίστην μερίδα τοῦ κλάδου ἐκείνου εἰς διαρκῆ στασιμότητα. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διαρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ παραγκωνισθῶσιν ὑπάλληλοι οἵτινες ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ εὐδοκίμως εἰργάσθησαν οὐχὶ παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἠνδραγάθησαν καὶ συνεπῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἀξίων τιμῆς καὶ ἀμοιβῆς, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἐπιτηδείως θὰ προσορμισθῶσι πρὸς τὴν ἀνδραγαθίαν καὶ τὰς ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας.
§97Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἀκριβῶς διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐξήγειρε καὶ ἐξεγείρει τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπηρετοῦντας, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἀναστατώσει...
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ.
§99Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἠκούσατε ἀκόμη τί θέλω νὰ εἴπω καὶ ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρίσκονται ἐν δικαίᾳ ἐξεγέρσει...
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἀδίκῳ.
§101Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. .. διότι θεωροῦσιν ἄδικον ἐφ’ ὅσον κατὰ σύμπτωσιν ἢ κατὰ τύχην ὑπάλληλοί τινες ἐτοποθετήθησαν εἰς ὡρισμένα μέρη πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας καὶ ἐξεπλήρωσαν ταύτην καθ’ οἱονδήποτε ἐπαινετὸν τρόπον νὰ προαχθῶσιν οὗτοι προνομιακῶς διὰ τοῦτο, καταπατοῦντες τὴν ἀρχαιότητα τῶν λοιπῶν, ἐπίσης ἐπαινετῶς ἐργασθέντων ὅπου ἐτάχθησαν καὶ οἵτινες κατ’ οὐδὲν θὰ ὑστέρουν, ἐὰν ἡ τύχη ἢ ἡ σύμπτωσις ἔστελλε καὶ αὐτοὺς ἐκεῖ ὅπου οἱ συνάδελφοί των ηὐτύχησαν νὰ παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας των. Τὸ ὅτι εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ στρατοῦ καταλαμβανόμενα μέρη ἀποσπασθέντες τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι εἰργάσθησαν ὑπερανθρώπως καὶ μετὰ πάσης αὐταπαρνήσεως εἶναι πασίγνωστον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ. Ἐγὼ μάλιστα, ὁ ὁποῖος ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταβῶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον μέχρι Κοζάνης, ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασι τοὺς κόπους εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβάλλοντο οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ τὴν αὐταπάρνησιν τὴν ὁποίαν ἐπεδείκνυον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται αἱ ἔξοχοι, αἱ διακεκριμέναι, ἢ ὅπως ἄλλως θέλετε νὰ τὰς χαρακτηρίσητε, δύνανται ν’ ἀμειφθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον καθ’ ὃν νὰ ὠφεληθῶσι μὲν αὐτοί, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ βλαφθῶσιν οἱ ἄλλοι. Ὑπάρχει δὲ τρόπος ἀμοιβῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς γνωστὸς εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἐκοπίασαν κατὰ τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις καὶ αὐτοὶ διενυκτέρευσαν ἐπὶ τοῦ χειριστηρίου καὶ μετὰ πάσης αὐταπαρνήσεως προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των, ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων εὑρίσκουσι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἄδικον, καταστρεπτικὸν δι’ αὐτούς, καὶ ἐξεγείρονται μετὰ πόνου ὃν κατ’ ἐλάχιστον διερμηνεύουσιν οἱ λόγοι μου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Σ. Θεοδωροπούλου καὶ Λ. Κογεδίνα ἀποσύρονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῆς τροπολογίας. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ στρατολογίας ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς κ.τ.λ.». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§103Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, Κύριοι, ἰδικώτατα δ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας κατηργήθη ἡ πολιτικὴ Ἀστυνομία, εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς σώματος Χωροφυλακῆς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμολόγησε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἶναι πραγματικῶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, λίαν εὐσυνείδητος ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ αἱ διορθώσεις τὰς ὁποίας ἔφερεν, ἵνα ἀλλάξῃ τὸ παρὸν καθεστὼς καὶ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν φύλαξιν τῆς χώρας, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι στηρίζονται εἰς ψυχολογικὸν λόγον ἀλλότριον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς κυρίως ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως, διότι ἐλλείπουσιν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα αὐτό καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δίδει νέας ἐνισχύσεις, αὐξάνων τὸν μισθόν, παρέχων ὁπωσδήποτε προσόντα τινὰ ἀνώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ μετανάστευσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν συμπλήρωσιν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐμφανίζεται καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μετανάστευσις δὲν ὑπῆρχεν. Ἑπομένως ἀλλαχοῦ δέον νὰ ζητηθῇ τὸ αἴτιον. Ἴσως, Κύριοι, θὰ φανῇ παράδοξον ὅτι θὰ τολμήσω, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσωπικήν μου ἐντύπωσιν, ἀλλὰ, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἁμαρτάνω, παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ μὲ συγχωρήσῃ. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι τὸ μόνον ἐμπόδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Χωροφυλακὴ δὲν συνεπληρώθη καὶ οὔτε εἶναι δυνατόν ποτε νὰ συμπληρωθῇ εἶναι ἡ διάταξις περὶ τοῦ ἐντοπίου τῶν χωροφυλάκων. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς χωροφύλακας νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ τόπῳ των, δὲν τοῖς δίδουσι παρὰ τὸ γλίσχρον ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι, καὶ ἑπομένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων θὰ εἶναι νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ χωροφύλακες δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ τόπῳ ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγονται. Διότι ὁ χωροφύλαξ, ὑπηρετῶν ἐν τῷ τόπῳ του, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον λαμβάνει, θὰ ἔχῃ ὁπωσδήποτε ἓν μικρὸν εἰσόδημα καὶ μίαν οἱανδήποτε περιουσίαν, ὁσονδήποτε μικράν, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ τῷ χρησιμεύῃ. Ἐπὶ πλέον καὶ τὸ μέγιστον προσὸν ὅτι ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι ἀπολύτως ἐχθρὸς ὅλων τῶν πολιτῶν, ὡς συμβαίνει σήμερον, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ὑποστηρικτάς, οἵτινες θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ὑποβοηθήσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦτο, Κύριοι, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕν συμβάν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Κερκύρᾳ, ὅτε ἐν μέσῃ ἀγορᾷ ἐδολοφονήθη εἷς δυστυχὴς ἐξάδελφός μου, ἵνα ληστευθῇ, καὶ ἡ Ἀστυνομία ἐστάθη ἀδύνατον ν’ ἀνακαλύψῃ ποῖοι εἶναι οἱ φονεῖς, ἐδέησε δὲ νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Κέρκυραν ἕνα ἐνωμοτάρχην τῆς Χωροφυλακῆς Κερκυραῖον μετὰ ἑτέρου χωροφύλακος Κερκυραίου καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἀνεκαλύφθησαν οἱ φονεῖς, συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐντελείας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἔχωμεν Χωροφυλακήν, ἡ ὁποία, ὡς παρετήρησε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, μᾶς ἐμφανίζεται μὲ τὴν διπλῆν σύμπτωσιν τῆς Ἀστυνομίας καὶ Χωροφυλακῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν δεχθῶμεν τὸν θεσμὸν ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἐντόπιος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται μόνον διὰ τὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν. Τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς συνέπειαν τὸ μὴ δυνατὸν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς, ἔχει καὶ ἑτέραν σπουδαιοτέραν ἀκόμη συνέπειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἀνέκαθεν ἐπρόσεξε καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον προνοεῖ ἀκριβῶς καὶ περὶ αὐτοῦ, τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ συμπληροῦται ἡ δύναμις τῆς Χωροφυλακῆς ἐξ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Βλέπομεν λοιπὸν ἀμέσως ὅτι δίδομεν ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἰς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀπολύτως πεῖραν ἔχουσιν, οὐδεμίαν μόρφωσιν, ἐνῷ διὰ νὰ καταταχθῇ τις χωροφύλαξ, ἀπαιτοῦνται τόσα προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει.
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἐπιδιώκομεν νὰ προλάβωμεν νὰ μὴ καταφεύγωμεν εἰς τὸν στρατόν.
§105Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν δύναται νὰ προληφθῇ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐπαναλαμβάνει ἀκριβῶς τὴν παλαιὰν διάταξιν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν τοὺς νέους αὐτοὺς ἐρχομένους νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, παρατηροῦμεν ὅτι, ἀντὶ νὰ μορφώνωνται, τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ φονεύωνται ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα χασισοπότην, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν νὰ συλλάβῃ καὶ ὁδηγήσῃ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς· διαφθείρομεν οὕτω μέγα μέρος τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ ὁποία προσέρχεται ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ καταδιώκῃ κακούργους, ἀλλὰ διὰ νὰ μορφωθῇ καὶ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, ὅταν θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Ἑπομένως φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ὁσονδήποτε καταδεδικασμένον καὶ ἂν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς μὴ ὑπηρεσίας ἐντοπίων χωροφυλάκων, προέχει τὰ μάλα ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, διότι οὐδέποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόπου ἐφ’ ὅσον ἀρκούμεθα εἰς τὸν γλίσχρον αὐτὸν μισθὸν καὶ ἐφ’ ὅσον τῷ δίδομεν τὰ προνόμια νὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερα πρόστιμα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνε κατὰ τὸ παρελθόν. Τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐμετριάσθησαν, πάντως ὅμως εἶναι ἀνώτερα τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ θεσμοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ψυχολογικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, παρατηρῶ ἑτέρας διατάξεις τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Καθιεροῦται ὡς προσὸν τοῦ χωροφύλακος ἡ ἀγαμία. Αὐτὸς εἶναι εἷς θεσμὸς τὸν ὁποῖον ὁ ὀργανωτὴς τῆς Χωροφυλακῆς θ’ ἀντέγραψεν ἀπὸ τὰ ἔθιμα τοῦ κλήρου τῆς πατρίδος του, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἠκούσθη ὅτι ἡ ἀγαμία εἶναι προσόν.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι διὰ τὸ διάστημα μόνον κατὰ τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ Χωροφυλακῇ· ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἄγαμος διὰ τρία ἔτη.
§107Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς τὰ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἡ ἀγαμία· εἰσάγομεν κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον εἰς τὰ ἔθιμα ἡμῶν.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφηρμόσθη ἐπιτυχῶς εἰς τὴν Κρήτην, ἔνθα τὰ ἔθιμά μας εἶναι τὰ ἴδια.
§109Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἄλλως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀγαμία ἐπέφερε καλὰ ἀποτελέσματα, συντείνει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ πληθυσμοῦ ἐξ ἄλλου.
§110Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ καλὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν Χωροφυλακὴν συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ.
§111Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ ἔχωμεν καλὰ ἀποτελέσματα. Ἐπίσης τὸ προσὸν νὰ γνωρίζῃ γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ, διότι καὶ σήμερον κατατάσσονται εἰς τὴν Χωροφυλακὴν ἄνδρες οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσιν ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν, αὔριον δέ, ὅταν ἔλθωσιν ἄνδρες ἐκ τῶν νέων χωρῶν, εἶναι πιθανώτατον νὰ μὴ γνωρίζωσι καὶ οὗτοι ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν ἢ πιθανὸν νὰ γνωρίζωσιν ἀλλ’ εἰς τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι μετὰ μεγάλης ἐπιεικείας πρέπει νὰ κριθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι καὶ αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἀπαρεγκλίτως ὅπως τὸ θέλομεν. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν στολὴν τῶν ἀποστράτων. Βεβαίως αὐτὸς ὁ θεσμὸς ὑφίσταται εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ τίτλον ἡ στολή· διατί νὰ στερηθῇ ἑνὸς τίτλου ὁ ὁποῖος τῷ ἀνήκει; Τὸ νὰ καθιερωθῇ γενικὴ στολὴ εἰς ὅλους τοὺς ἀποστράτους τὸ ἐννοῶ, τότε μάλιστα, διότι ἄλλως θὰ βλέπητε νὰ γίνῃ δεκτὸς εἷς ἀπόστρατος τοῦ πεζικοῦ καὶ νὰ μὴ προτιμᾶται εἷς χωροφύλαξ. Λοιπὸν νὰ γίνῃ αὐτὸ γενικῶς δι’ ὅλον τὸν στρατόν, καὶ ὄχι ν’ ἀρχίσωμεν μόνον ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός.
§113Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ὅμως ἀφαίρεσις τοῦ παντὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κ. Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κατασκευῆς νέων ἀρτηριῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν» κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΓΩΚΑʹ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ἐπίσης εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΔΡΝΔʹ «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου» καὶ ͵ΓΩΚΕʹ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου»).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ὥριμα, διότι δὲν κατετέθησαν αἱ ἐκθέσεις, ἄλλων δὲ δὲν διενεμήθησαν αὗται.
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ 22 «περὶ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ναυτικῶν ἐπιτάξεων» εἶναι ὥριμον.
§116Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ὄχι, διότι πρόκειται νὰ κανονισθῇ ζήτημα δεκάδων ἑκατομμυρίων!
§117Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὥριμον.
§118Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§119Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἀκριβῶς διότι εἶναι πολὺ σπουδαῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ. Ἐγὼ αὐτὸς ἐζήτησα νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, συγχρόνως δὲ καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς προσῆλθον ὁ ἴδιος καὶ συνειργάσθην μετ’ αὐτῆς, ἵνα παράσχω πᾶσαν πληροφορίαν καὶ ἵνα ἀντιλαμβανόμενος τῶν γνωμῶν αὐτῆς σχηματίσω καὶ ἐγὼ γνώμην πληρεστέραν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν χθές, παρευρίσκετο δ’ ἐν αὐτῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυκλάδων καὶ διετύπωσε τὰς ἀντιρρήσεις του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον, ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν θὰ ἐκδώσω βεβαίως ἀπόφασιν μὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον καθορίζουσαν τὴν πληρωμήν, ἐπειδή, λέγω, τοῦτο εἶναι ἐπεῖγον, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς αʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ν’ ἀκούσωμεν τοὺς ὁμιλήσαντας νὰ διατυπώσωσι τὰς ἀντιρρήσεις αὐτῶν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τοὺς θέλοντας νὰ διατυπώσωσι τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν νὰ τὰς διατυπώσωσι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ οἱ ὑπογράψαντες τὸ νομοσχέδιον λάβωσι τὸν χρόνον αὔριον ἢ τὴν Δευτέραν νὰ μελετήσωσι τὰς ἀντιρρήσεις καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ἀνακοινώσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐσχημάτισαν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον περὶ τελειωτικῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τελειωτικὴ ψήφισις, διότι πρόκειται περὶ τῆς πρώτης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, καὶ ἀκριβῶς ἐξαιτοῦμαι παρὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐχόντων μελετήσει τὸ ζήτημα καὶ ὄντων ἑτοίμων ὅπως διατυπώσωσι τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν.
§120Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, κ. Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον;
§121Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα. (Διαμαρτυρίαι).
§122Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§123Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν ἐψηφίσθη.
§124Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Ὁ κ. Πρόεδρος ἐβεβαίωσεν τοιοῦτό τι;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διεβεβαίωσα τίποτε. Ἁπλῶς ἠρωτήθην.
§126Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ βεβαιώσητε τί ἔγινε. (Θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διενεμήθη. Ἐὰν μεταξὺ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπάρχωσι δέκα αἰτοῦντες τὴν ἀναβολήν, ἂς ὑποβάλωσι μίαν πρότασιν νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας της ἢ μέχρι τῆς Δευτέρας. Ἐὰν λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς βʹ.
§129Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἡ ψήφισίς του.
§130ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε διαφέρει, ἀφοῦ τὸ λέγετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε οἱ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι. Ὀφείλω ὅμως ἐγὼ νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι οὔτε χρήματα οὔτε τίτλον ἐν τῷ μεταξὺ θὰ λάβητε.
§131Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δὲν θέλομεν νὰ λάβωμεν.
§132Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ φέρει ἀκριβῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατεπείγοντος· διατί; διότι, ἐὰν δὲν συζητηθῇ τοῦτο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ὥστε νὰ τὸ ψηφίσωμεν, δὲν γνωρίζομεν πότε θὰ ἐπανέλθωμεν, ὑπὸ ποίας περιστάσεις θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ μετὰ πόσον χρόνον, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θὰ μένωσιν ἐκκρεμῆ πολλὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ πολύ· καὶ προηγουμένως ἐδήλωσα ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Λοιπὸν ἐρωτῶ· ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκαμα δήλωσιν ὅτι, ἐὰν οἱ ἐνδιαφερόμενοι θέλωσι ν’ ἀναβληθῇ, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ν’ ἀναβληθῇ λοιπόν;
§136Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα προτάσεως ἀναβολῆς. Εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή;
§138Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἰσχυριζόμεθα ὅτι δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τίνα λόγον συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή; Εἰς τὴν σωρείαν τόσων νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ καὶ αὐτὸ μίαν ἡμέραν πρότερον; Καλλίτερον νὰ ἐξακολουθήσῃ μίαν ἡμέραν ἀκόμη ἡ Βουλή, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσῃ κατόπιν ὡρίμου συζητήσεως καὶ ὡρίμου μελέτης. Ἐγὼ ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ἔχω καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§139ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι θὰ διευκολυνθῶσι τὰ πράγματα, ἐὰν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθωμεν αὔριον νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς πρώτην συζήτησιν.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθωμεν αὔριον;
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Δι’ αὔριον. Παρακαλῶ νὰ μὴ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17 τώρα «περὶ προσωρινῆς συστάσεως Εἰδικοῦ Ἐλεγκτηρίου».
§143Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον αὐτό! (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§144Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς παρατηρῶ ὅτι εἶναι 150 ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων οἱ πλοιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ μόνον τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐφοπλισταὶ τοῦ Πειραιῶς εἶναι ἐναντίον. (Νέος θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον ὅμως νὰ συζητηθῇ.
§146Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἔχομεν τὸν λόγον.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καμπάνη, εἰς τὴν θέσιν σας.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κ. Κουτούπη, ὅστις εὑρίσκεται ἐν πλήρει δικαίῳ, διότι δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ ἄλλοι Κύριοι δὲν ἔχουσι δίκαιον.
§149Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἔκθεσις καὶ ἔπρεπε καὶ κάτι ἄλλο νὰ συμβῇ, διότι εἶμαι καὶ μέλος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
§150Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν.
§151Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἴδητε, ὅταν ὁμιλήσω.
§152Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε καὶ νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τι ἄγνωστον. Εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῆς πληρωμῆς τῶν δικιούχων τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων ἐκ τῆς ἐπιτάξεως καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἀλλ’ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ παρεμβῆτε ὀργίλως τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγὼ ἀπέδιδον εἰς ὑμᾶς μόνον δίκαιον ζητήσαντα τὴν ἀναβολήν. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι Κύριοι, οἵτινες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διετάθησαν ὅτι εἶναι ἀπαράσκευοι, εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χθὲς τὴν πρωίαν ἐργάζονται μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§153Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίποτε. Ἀνεβλήθη διὰ τὴν αὔριον ἡ συζήτησις.
§155Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἆ! Μάλιστα.
§156Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη διὰ τὴν αὔριον. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν αὔριον τὴν δεκάτην τῆς πρωίας.
§158Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἄλλων νομοσχεδίων συζήτησις θὰ γίνῃ;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ὁδηγεῖ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ποιεῖται δήλωσιν «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὸ κεφ. 18 «ἔκτακτα ἔξοδα συνεπείᾳ τοῦ πολέμου πιστώσεως». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν «περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν χρήσεως 1913 ἀναγεγραμμένης ὑπὸ κεφ. 41, ἄρθρον 14, πιστώσεως». Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου λύεται ἡ συνεδρίασις.
§160Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τίνα ὥραν αὔριον;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δεκάτην τῆς πρωΐας. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.).