1913.04.04
1.135 στίχοι · 8.706 λέξεις · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 4ης Ἀπριλίου 1913.
(Πέμπτη, ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.).
Προεδρία Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Σ. Ἀναστασίου ἐξ ὀνόματος τῆς «Θρακικῆς Ἀμύνης» ἐκφράζει τὴν ἀναλλοίωτον ἀφοσίωσιν τῶν Θρακῶν πρὸς τοὺς πανελληνίους πόθους· Οἱ κατάδικοι τοῦ Σωφρονιστηρίου Κερκύρας παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως τοῖς δοθῇ χάρις· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως»· Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτάκτου ἀμοιβῆς διὰ τὴν ταξινόμησιν, διόρθωσιν καὶ ἀποπεράτωσιν ἀνεκδότων Πρακτικῶν». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ποία μέριμνα ἐλήφθη περὶ τῆς τύχης τῶν ἐθελοντῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν φοιτητῶν καὶ ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἀπεκλείσθησαν τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τοῦ πολέμου ἅτε ὑπερβάντες τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἀφοῦ μάλιστα ἔπαυσε λειτουργοῦσα καὶ ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποδόσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπάρχει πιθανότης νὰ ληφθῇ μέτρον, ὥστε καὶ ἡ ἡλικία αὐτὴ νὰ μὴ εἶναι κώλυμα ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν οἱ περὶ ὧν πρόκειται.
§3Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι ἔχουσι βεβαίως ὅλα τὰ προσόντα, διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, διότι καὶ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου εἶναι καὶ φοιτηταὶ καὶ ἐπὶ τετραετίαν καὶ πλέον ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρετοῦσιν. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν ὅμως εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν οὗτοι κατὰ τὸ παρελθὸν μετ’ ἄλλων νέων πολιτῶν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τοῦ πολέμου, διότι δὲν εἶχον τὴν μόρφωσιν ἐκείνην τὴν εἰδικήν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν οἱ πολῖται δι’ εἰδικῶν σπουδῶν, ἐν φροντιστηρίοις, καθόσον ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατεύματι δὲν ἐπέτρεπεν αὐτοῖς νὰ ἐγκύψωσιν εἰς εἰδικὰς μελέτας, παρουσιάσθη τὸ φαινόμενον ὥστε ν’ ἀποτύχωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν πάντες οἱ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν προερχόμενοι, νὰ εἰσαχθῶσι δὲ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν πάντες οἱ ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων πολῖται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τοῦ πολέμου τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐνεργηθέντος διαγωνισμοῦ διὰ τοὺς μὴ καταληφθέντας ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν 25 ἐτῶν, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς τοὺς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καταληφθέντας ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰσαγωγήν των, οὕτω δὲ εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν θὰ προστεθῇ ἀριθμὸς νέων ἀξιωματικῶν κεκτημένων ἅπαντα τὰ προσόντα καὶ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς πείρας τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἣν ἐκτήσαντο διὰ τῆς ἐπὶ τετραετίαν ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας των καὶ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὸν πόλεμον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λ. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ προσωρινῆς ἀνακουφίσεως καὶ συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων ἐφέδρων καὶ ποῖα μέτρα ἐπίσης ἔλαβε περὶ προσωρινῆς συντηρήσεως τῶν τραυματιῶν ἐφέδρων, οἵτινες ἐκ τῶν τραυμάτων τοῦ πολέμου κατέστησαν ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν.
§5Π. Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπέβαλεν ἔγγραφον ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἢ τυχὸν θὰ λάβῃ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων ἢ τραυματισθέντων. Εἴτε διότι δὲν ἤκουσεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴτε διότι δὲν ὑπεστηρίχθη καλῶς ἡ ἐρώτησις ἐκείνη, ἀπήντησεν ὅτι ἔλαβε προκαταρκτικὴν μέριμναν ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων τῶν ζώντων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων. Ἐνόμισα ὅτι κενὸν παρουσιάζεται καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τοῦ ἑξῆς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δηλ. ποία μέριμνα ἔχει ληφθῆ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων τῶν φονευθέντων ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπωρφανίσθησαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπίσης ποία μέριμνα ἐλήφθη καὶ περὶ ἐκείνων τῶν ἐφέδρων οἱ ὁποῖοι τραυματισθέντες ἢ κατεστάθησαν τελείως ἀνάπηροι ἢ τελείως ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν; ἄλλοι μὲν ἐφ’ ὅρου ζωῆς — καὶ εἶναι πολλοί —, ἄλλοι δὲ πιθανὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ ἔτη ἴσως, δέονται θεραπείας μακρᾶς καὶ οὕτω καθεξῆς. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ λάβῃ τοιαύτην, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου, ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ δείξῃ μέγιστον ἐνδιαφέρον ἡ Πολιτεία δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Θεωρῶ δίκαιον τοῦτο καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν μου ταύτην.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας καὶ συγχρόνως ἀπαντῶ εἰς τὰς προχθεσινὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν θανόντων ἐν πολέμῳ δὲν ἐλήφθη εἰσέτι ἰδιαιτέρα τις μέριμνα, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν λαμβάνεται γενικὴ πρόνοια περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι αἱ κατὰ τόπους ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι μεριμνῶσι περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ζώντων ἀκόμη, παραμελοῦσιν ἐκείνας ὧν οἱ προστάται ἀπωλέσθησαν ἤδη. Θὰ φροντίσωμεν δὲ κατὰ τὸ δυνατόν, ὥστε ταχύτερον νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι διατυπώσεις, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς προσηκούσης συντάξεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτὴς δι’ ὅσων ἐξέθηκε προχθὲς ἀφῆκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δι’ ἔλλειψιν ἴσως κλινῶν δὲν γίνονται δεκτοὶ εἰς τὰ Νοσοκομεῖα ἀσθενεῖς ἔχοντες ἀνάγκην θεραπείας. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές, ἐὰν τοιαύτην ἀπεκόμισα ἐντύπωσιν ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, οὔτε ὑποθέτω ἄλλως τε ὅτι τοιοῦτόν τι προυτίθετο οὗτος νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἴσως συνέβη τοιοῦτο, ὅτι ἀσθενὴς προσῆλθεν εἰς ὡρισμένον Νοσοκομεῖον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ ὢν παθολογικὸς δὲν ἐγένετο δεκτός, διότι τὸ Νοσοκομεῖον εἶναι προωρισμένον διὰ τοὺς τραυματίας μόνον· ἀλλὰ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι σήμερον ὑπάρχουσι 500 κλῖναι κεναὶ εἰς τὰ Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὑπῆρχε καὶ χθὲς καὶ προχθὲς ἀνάλογος ἀριθμός, καὶ τοῦτο λέγω, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ἡ Βουλὴ καὶ μὴ ὑποθέσῃ ὅτι δι’ ἔλλειψιν κλινῶν ἀποβάλλονται ἄνθρωποι προσερχόμενοι καὶ ἔχοντες ἀνάγκην θεραπείας. Τώρα διὰ τοὺς τραυματίας καὶ τοὺς ἀσθενεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐπί τινα χρόνον ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, καίτοι ἐθεραπεύθησαν κυρίως εἰπεῖν ἀπὸ τὸ νόσημα ἢ τὸ τραῦμα, ἐλήφθη ἐπίσης ἡ πρόνοια ὅπως καταρτισθῶσιν ἀναρρωτήρια, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπονται, διὰ νὰ μένωσιν ἐκεῖ, ἐπὶ τῇ βάσει διαταγῶν αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐφ’ ὅσον χρόνον θὰ ἤθελον καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον πραγματικῶς θὰ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν τελείαν αὐτῶν ἀνάρρωσιν. Μόνον ἐκεῖνοι ἑπομένως οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ φύγωσι καί, ἂν συμπληρώσωσι τὴν ἀνάρρωσίν των, φεύγουσιν, οἱ ἄλλοι δύνανται νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰ ἀναρρωτήρια. Περὶ δὲ τῶν τραυματιῶν οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ λάβωσι καὶ σύνταξιν δίδω ἀντίτυπον ἐγκυκλίου εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτὴν ἀπὸ 13 Μαρτίου διὰ τῆς ὁποίας παραγγέλλονται τὰ Νοσοκομεῖα αὐτοὺς τοὺς τραυματίας ἢ τοὺς ἄλλους ἀσθενεῖς οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἔχωσι δικαίωμα συντάξεως νὰ τοὺς κρατήσωσι μέχρις ὅτου ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ σύνταξίς των, νὰ προνοήσωσι δὲ συγχρόνως ὥστε τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα νὰ γίνωσι ταχύτερον, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ ταχύτερον ἡ σύνταξις. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ὅπως οἱ στερηθέντες μέλος τοῦ σώματός των διὰ τῶν τεχνητῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη σήμερον κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ, κατὰ τὸ δυνατὸν ἀναπληρώσωσι τὰ ἀπολεσθέντα μέλη των. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι διὰ τοὺς πάσχοντας ἐκ στηθικῶν νοσημάτων ἔχομεν εἴκοσι κλίνας εἰς τὴν «Σωτηρίαν» καὶ ὅτι ἴδιον περίπτερον οἰκοδομεῖται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ εἰσφορῶν ἐν τῷ αὐτῷ ἀναρρωτηρίῳ τῆς «Σωτηρίας», διὰ νὰ προστεθῶσι 55 κλῖναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐλήφθη ἐπίσης πρόνοια ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ μέσα τῶν λουτρῶν διὰ πολλοὺς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς λουτρά, καὶ ἐλήφθη πρόνοια ὅπως ἱδρυθῶσι πρόχειρα στρατιωτικὰ Νοσοκομεῖα πρωτίστως μὲν εἰς Αἰδηψόν, ἴσως δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν νὰ δύνανται οἱ συνεπείᾳ τοῦ πολέμου ἔχοντες ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσωσι τοιαύτην δίαιταν νὰ προσφεύγωσιν ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, χρόνον θὰ ἐπέβαλλε τοῦτο ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας των. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅσα ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἐπαρκῆ πρὸς τὴν περίστασιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάλογα, νομίζω, πρὸς τὰ διατιθέμενα μέσα καὶ ἐλπίζω ἄλλως τε ὅτι, ἂν καὶ ἄλλα πλὴν τῶν ἤδη ἰσχυόντων νομοθετικῶν μέτρων ἤθελον κριθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ μελέτην τοῦ πράγματος ἀναγκαῖα εἰς τὰς περιστάσεις καὶ ἂν ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ συνεργασία διὰ τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοθετικῶν μέτρων, ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς οὐδαμῶς θὰ ὑπῆρχε δυσμενὴς εἰς τὰς τοιαύτας προτάσεις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§8Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐν τῷ πολέμῳ. Συνάμα δὲ ἐδήλωσεν ὅτι ἐλήφθη πρόνοια διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῶν νὰ συντηρῶνται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐφέδρων στρατιωτῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν δήλωσιν ἔκαμε περὶ προνοίας ἣν ἔλαβε διὰ τὰς οἰκογενείας αἱ ὁποῖαι ἀπωρφανίσθησαν διὰ τοῦ ἐν τῷ πολέμῳ θανάτου τῶν προστατῶν των. Αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ μέχρι τοῦδε συσταθεῖσαι παρέσχον βοηθήματα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐφέδρων. Τοιαύτη ἐπιτροπὴ εἶχε συσταθῆ ἐν Λαμίᾳ, ὅτε δὲ προσῆλθον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διὰ νὰ λάβωσι βοήθημα οἱ γονεῖς ἢ αἱ χῆραι τῶν ὁποίων οἱ υἱοὶ καὶ οἱ σύζυγοι ἐφονεύθησαν ἐν τῷ πολέμῳ, ἀντέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἄρνησιν εἰποῦσα ὅτι μόνον εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐφέδρων ἔχει καθῆκον νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως αὐτῶν δὲν εἶναι μόνον ἡ παροχὴ βοηθειῶν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐφέδρων ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως ἡ παροχὴ βοηθημάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν τῷ πολέμῳ πεσόντων ἐφέδρων. Ἐπίσης δὲ παρακαλῶ, ὅπως συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις εἰς ἃς πρὸ ἡμερῶν προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ληφθῇ πρόνοια περὶ ὁριστικῆς προστασίας τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας ταύτας, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἔπεσον ἐν πολέμῳ, νὰ ἐπιδιωχθῇ δὲ ἡ ταχεῖα ψήφισις αὐτοῦ ὡς κατ’ ἐξοχὴν κατεπείγοντος.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν ἔλαβεν ἢ μέλλει νὰ λάβῃ κατ’ αὐτὰς ἀπόφασιν περὶ ἀπολύσεως τῶν ἐθνοφρουρῶν ἐν γένει, πρὸ παντὸς δ’ ἐκείνων οἵτινες ἔλαβον μέρος καὶ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἤ, ἐὰν ἀνώτερα συμφέροντα δὲν ἐπιτρέπωσι τοῦτο, τοὐλάχιστον νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς κανονικὰς ἀδείας, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων εἶναι οἰκογενειάρχαι καὶ μάλιστα προστάται πολυμελῶν οἰκογενειῶν.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω σήμερον εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀναβάλλετε, κ. Καντιάνη, τὴν ἐρώτησίν σας;
§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀναβάλλω.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Καντιάνης ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν «ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἀναφορᾶς τῆς κωμοπόλεως Γαργαλιάνων κατὰ τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν ἀστυνομικὸν ὑποδιευθυντὴν Ἐράνης ἀνθυπασπιστοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συμπεριφοράν του καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀστυνομικῶν αὐτοῦ καθηκόντων καὶ ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων ἀξιωματικῶν, καὶ εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου».
§14ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοιοῦτον τηλεγράφημα μέχρις ὥρας δὲν ἐλήφθη· ἐὰν ληφθῇ, βεβαίως θὰ γίνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια.
§15Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὑπὸ πολλῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γαργαλιάνων ἔχουσιν ὑποβληθῆ ἀναφοραὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς ἐναντίον τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν ἀστυνομικὸν ὑποδιευθυντὴν Ἐράνης ἀνθυπασπιστοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συμπεριφοράν του καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀστυνομικῶν αὐτοῦ καθηκόντων ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἐν Γαργαλιάνοις κρατουμένων Τούρκων αἰχμαλώτων ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὸν νόμον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρῃ καθ’ ἡμέραν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἐλήφθησαν αἱ εἰρημέναι ἀναφοραί. Ἄλλως τε καὶ παρανόμως παραμένει ὡς ἀστυνομικὸς ὑποδιευθυντὴς ὁ ἀνθυπασπιστὴς οὗτος, καθόσον, κατὰ νόμον, ἡ θέσις αὕτη ἀνήκει εἰς ὑπομοίραρχον ἢ ἀνθυπομοίραρχον καὶ μόνον ἐν ἀνυπερβλήτῳ ἀνάγκῃ δύναται νὰ γίνῃ ἀναπλήρωσις δι’ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀλλ’ αὕτη δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριάκοντα ἡμερῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀνθυπασπιστοῦ, ὅστις ἔχει ἐξεγείρει τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν τῆς κωμοπόλεως Γαργαλιάνων, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας προέβησαν καὶ εἰς ἀναφορὰς ἢ καταγγελίας ἐναντίον του. Καὶ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων καὶ λάβῃ οἱαδήποτε ἄλλα μέτρα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τοῦ Κυρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἐξεγείρῃ μίαν ὁλόκληρον κοινωνίαν.
§16ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εὐθὺς ὡς λάβω γνῶσιν τῶν ἀναφορῶν, θὰ σπεύσω νὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§18Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουσιν οἱ παρόδιοι τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς παρὰ τὴν ἑταιρείαν τοῦ ἀεριόφωτος, οἱ ὁποῖοι περιγράφουσι τὴν κατάστασιν τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς ὁδοῦ καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν συνιστῶ καὶ ἐγὼ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως φροντίσῃ περὶ τοῦ τμήματος τούτου ταχέως καὶ τελεσφόρως, διότι κατὰ τὸ θέρος ἡ ἔκτασις ἐκείνη χάνεται εἰς νέφη κονιορτοῦ καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταστρέφονται πάντα τὰ εἴδη τῶν ἐκεῖ καταστημάτων, παντοπωλείων κ.λ.π. καὶ ἡ ὑγεία τῶν ἀνθρώπων, δυσχεραίνεται δὲ καὶ ἡ συγκοινωνία, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀρτηρία τῆς ἐπικοινωνίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Σ. Παπαβασιλείου συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς σμυριδωρύκτας τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα τῆς σμύριδος, ἡ ὁποία προκύπτει ὡς πλεόνασμα τῶν ἑκάστοτε παραδόσεων ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ ἐντεῦθεν καὶ τὸ ὁποῖον κατεκρατήθη παρανόμως.
§20Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «διατί ὁ ἔφεδρος δόκιμος ἰατρὸς Ἀθ. Κρίθινας καὶ ὁ ἔφεδρος δόκιμος φαρμακοποιὸς Χρῆστος Βεργιανίτης δὲν ὠνομάσθησαν ὁ μὲν πρῶτος ἔφεδρος ἀνθυπίατρος, ὁ δὲ δεύτερος ἔφεδρος ἀνθυποφαρμακοποιός, ἐνῷ κέκτηνται ἕκαστος τὰ πρὸς τοῦτο νόμιμα προσόντα».
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Θ’ ἀπαντήσω εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§23Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πολὺ καλά.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ αὐτὸς κ. Ν. Βελέντζας ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. οἰκονομικὸς ἔφορος Φθιώτιδος δὲν συνέταξε τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως Λαμίας διὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1912 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1916· διατί δὲ ὁ ταμίας Φθιώτιδος ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς διὰ τὸ ἔτος 1912 καὶ τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῆς προηγουμένης πενταετίας καὶ ὁλόκληρον τὸν φόρον οἰκοδομῶν διὰ τὸ ἔτος 1913».
§25Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἶναι δύο, ὁ νόμος τοῦ 1906 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1911. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1906 ͵ΓΡΝΗʹ, ἄρθρον 11, ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου οἰκοδομῶν ἑκάστου ἔτους γίνεται εἰς τέσσαρας ἐτησίας δόσεις· κατόπιν δηλώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῆς συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων διὰ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν. Οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι οἱ οὕτω συντασσόμενοι ἰσχύουσιν ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἀρχομένην τῇ 1 Ἰανουαρίου 1907 καὶ λήγουσαν τῇ 31 Δεκεμβρίου 1911. Κατὰ τὸ ἔτος 1911 ἐγένετο ὁ νόμος ͵ΓΩΞΗʹ, ὁ ὁποῖος προέβλεψε τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο ἐφικτὴ ἡ σύνταξις φορολογικῶν καταλόγων διὰ τὴν πενταετίαν τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1911, ἀνεγράφη δ’ ἐν αὐτῷ ὅτι ἐνεργεῖται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου οἰκοδομῶν διὰ τὰ δύο πρῶτα τῆς δευτέρας πενταετίας ἔτη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῆς πρώτης πενταετίας, ἐὰν δὲ μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῆς δευτέρας πενταετίας εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ τρίτου ἔτους, τὴν ὁποίαν ἀπήτησεν ὁ νόμος, προέλθῃ διαφορὰ τις, τὸ Δημόσιον θὰ ἐνεργήσῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὀλιγώτερον πληρωθέντος καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἐπὶ πλέον. Διὰ τὴν πόλιν Λαμίας δὲν συνετάχθησαν φορολογικοὶ κατάλογοι διὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1912 καὶ ἐκεῖθεν. Ἐπερωτῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ ποῖον λόγον δὲν συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι οὗτοι, ἀφοῦ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1912 ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία Φθιώτιδος ἦτο ἐπαρκεστάτη καὶ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων. Συνέτρεχε δὲ λόγος σπουδαιότατος διὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, διότι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πενταετίας τοῦ 1906 συνέπιπτον αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ ἐκ τούτου συνέρρευσαν εἰς τὴν Λαμίαν πλῆθος μηχανικῶν καὶ ἐργατῶν, ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ συρροῆς φυσικῶς ὑπερετιμήθησαν τὰ ἐνοίκια. Οἱ φορολογικοὶ λοιπὸν κατάλογοι τῆς πενταετίας τοῦ 1906 συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει προσόδων ὑπερβολικῶν, ἐνοικίων ὑπερβολικῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἐν Λαμίᾳ, ἤδη ἐξέπεσον εἰς μέγαν βαθμὸν μέχρι τοῦ ½ καὶ πλέον, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι, ἐνῷ τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Λαμίας ἦτο ἐνῳκιασμένον ἀντὶ ποσοῦ δρ. 120, πρό τινος χρόνου ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἐνῳκιάσθη ἀντὶ 50 μόνον δραχ. Δύναται δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τούτου, διότι καὶ οὗτος γνωρίζει καλῶς ὅτι τὰ ἐνοίκια ὑπετιμήθησαν ἐν Λαμίᾳ. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ἀτόπου τούτου τῆς μὴ συντάξεως φορολογικῶν καταλόγων διὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν ἐγένετο καὶ ἕτερον ἄτοπον, τὸ ἑξῆς. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐδέχθη μὲν τὰς δηλώσεις τοῦ 1912 ἠλαττωμένας καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. ταμίας Φθιώτιδος τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν ταῖς δηλώσεσιν ἀναφερομένου καὶ ἀφοῦ ἐπληρώθη ἡ πρώτη, ἡ δευτέρα, ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη δόσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τούτων προέκυψεν ἔλλειμμα εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τῆς προηγουμένης πενταετίας καὶ ἤδη ὁ κ. ταμίας κοινοποιεῖ προσκλήσεις πρὸς ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας οἰκοδομῶν ἐν Λαμίᾳ καὶ ζητεῖ νὰ πληρώσωσι τὴν διαφορὰν τὴν προκύπτουσαν μεταξὺ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν καταλόγων τῆς παρελθούσης πενταετίας, ἐπὶ πλέον δέ, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἐποχὴν οἰκονομικῆς κρίσεως, προσκαλεῖ αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι καὶ ὁλόκληρον τὸν φόρον τοῦ 1913, ἐνῷ κατὰ τὸν πάγιον νόμον πρέπει νὰ πληρωθῇ οὗτος κατὰ δόσεις, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ κάτοικοι Λαμίας προσκαλοῦνται σήμερον εἰς πληρωμὴν τοῦ ὑπολοίπου τῆς πενταετίας τοῦ 1912 καὶ ὁλοκλήρου τοῦ φόρου τοῦ 1913. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὅσον εἶναι προφανὲς ὅτι ἅμα τῇ συντάξει τῶν νέων καταλόγων τὸ Δημόσιον θὰ ἐπιστρέψῃ τὴν διαφορὰν τοῦ 1912, νὰ διατάξῃ τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῆς διαφορᾶς τῆς παρελθούσης πενταετίας καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ἔτους 1912, διότι, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πρόδηλον ὅτι θὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφή, περὶ τούτου δὲ δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἀρκῆται εἰς ὅσα εἶπον, δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του ἀπευθυνομένου εἰς οἱανδήποτε τῶν ἐν Λαμίᾳ Ἀρχῶν ἢ καὶ εἰς τὸν ἴδιον οἰκονομικὸν ἔφορον Φθιώτιδος, καὶ ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν γινομένην πληρωμὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων. Ἐπὶ πλέον δὲ παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν, ὅπως ἀρκεσθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ¼ διὰ τὸ ἔτος 1913, διότι τοῦτο ἐπιτάσσει ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1906. Τὴν παράκλησιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ θ’ ἀπευθύνῃ τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς τὰς ἐν Λαμίᾳ οἰκονομικὰς Ἀρχάς.
§26Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ παράπονα ταῦτα διεβιβάσθησαν εἰς ἐμὲ καὶ παρ’ ἄλλων καὶ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ξηροῦ, εἶναι δ’ ὄντως δεδικαιολογημένα. Ἀλλὰ ταῦτα ἀπευθύνονται κυρίως κατὰ τοῦ νόμου τοῦ 1911, ὅστις ἐπιβάλλει τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων καταλόγων καὶ ὄχι τῶν νέων, ἐφ’ ὅσον τοιοῦτοι δὲν εἶναι τελείως κατηρτισμένοι. Τοιαῦτα παράπονα δὲν ἔρχονται μόνον ἐκ Λαμίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων πόλεων. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι δυνατὴ ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας ἡ κατάρτισις τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν ἐν καιρῷ, ὥστε ἀμέσως ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πρώτου φορολογικοῦ ἔτους τῆς πενταετίας νὰ γίνηται ἡ φορολογία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων καταλόγων, ὁπότε οὐδὲν παράπονον θὰ ὑπῆρχεν. Ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας ταύτης γίνεται μνεία ἐν τῷ νόμῳ ὅπως γίνηται ὑστέρως ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων τῶν εἰσπραχθέντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν καταλόγων, ἐὰν αἱ κατὰ τοὺς νέους καταλόγους ἐγγραφαὶ φέρωσι φορολογουμένους τινὰς διὰ κατώτερον ποσόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν προκειμένῳ συντρέχουσιν ὅροι εἰδικοί, ἐγένετο ἤδη σκέψις ὅπως ληφθῇ καὶ διοικητικῶς φροντὶς περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Παπακωνσταντίνου καὶ Χριστόπουλος «συνιστῶσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς βλάβης τῆς προκυψάσης ἐν Στυμφαλίᾳ ἐκ τῆς ἀποφράξεως τῆς Ἁδριανείου σήραγγος καὶ παρακαλοῦσι τὴν πρὸς τοῦτο ἀντίληψίν του ἔγκαιρον, καθόσον πᾶσα παρερχομένη ἡμέρα σημειοῖ ἀνυπολογίστους ζημίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπακωνσταντίνου.
§28Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταί, ζητῶ συγγνώμην, διότι εἰς τὰς παρούσας ὥρας ἐπιχειρῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἀντικειμένου τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως ἀπηχῶν τὴν ὀδύνην, τὸν ἀπελπισμὸν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν ὁλοκλήρων πληθυσμῶν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαίτατα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς βλάβης ἢ μᾶλλον τῆς καταστροφῆς τῆς γενομένης ἐσχάτως ἐν Στυμφαλίᾳ ὡς ἐκ τῆς καταπτώσεως ἢ ἀποφράξεως τῆς Ἁδριανείου σήραγγος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι τολμηρὰ ἐν ταῖς παρούσαις ὥραις, δεδομένου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἴσου περισπᾶται περί τε τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς χώρας, καθόσον μάλιστα κατ’ ἐμὲ δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος οὔτε περὶ πράγματος ἀφορῶντος περιωρισμένην περιοχήν, ἀλλὰ περὶ σπουδαίας βλάβης ἀφορώσης ὁλόκληρον τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ μελλούσης ἐξάπαντος νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν δημοσίων προσόδων. Πάντες οἱ γνωρίζοντες ὁπωσδήποτε περὶ τῆς λίμνης Στυμφαλίας γνωρίζουσιν ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἢ ὑπῆρχε λειτουργοῦσα ἡ Ἁδριάνειος σῆραγξ, χρησιμεύουσα ἄλλοτε μὲν πρὸς μεταφορὰν τῶν ποσίμων καὶ κρυσταλλωδῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν παλαιὰν Κόρινθον, κατὰ δὲ τοὺς καθ’ ἡμᾶς χρόνους πρὸς διοχέτευσιν τῶν τε ποσίμων καὶ μὴ ὑδάτων εἰς τὰς αὐχμηρὰς πεδιάδας τῆς Ἀλέας, Νεμέας, Σικυῶνος, Κορίνθου καὶ ἄλλας, ἐκπληροῦσα διττὸν σκοπόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διοχετεύουσα ἐκ τῆς λίμνης τὰ πόσιμα καὶ μὴ ὕδατα, ἐπιβλαβῆ ἐκεῖ ὄντα, καὶ προλαμβάνουσα τὴν κατάκλυσιν καὶ καταστροφὴν τοῦ λεκανοπεδίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μεταφέρουσα ταῦτα εἰς τὰς πεδιάδας τὰς ἐχούσας ἀνάγκην ἀρδεύσεως καὶ ἰδίως εἰς Βόχαν καὶ Σικυῶνα χρήσιμα ὄντα καὶ προορισμὸν ἔχοντα νὰ καταστήσωσι τὰς λαμπρὰς ταύτας πεδιάδας παραδείσους. Ἀλλὰ πρὸ μηνὸς καὶ πλέον τὸ ἔργον τοῦτο κατεστράφη, διότι τὰ ὕδατα ἐκεῖνα ὑπερπλεονάσαντα ἰδίως ὡς ἐκ τῆς ῥοῆς τῶν ὑδάτων τοῦ ὑπερκειμένου λεκανοπεδίου τῆς Πελλήνης εἰς τὴν Στυμφαλίαν καὶ ὑπερεκχειλίσαντα ὑπέσκαψαν τὰ θεμέλια τῆς σήραγγος καὶ ἐπέφεραν τὴν καταστροφὴν αὐτῆς, συμβοηθούσης καὶ τῆς πολυομβρίας, οὕτω δὲ οἱ τοῖχοι τῆς σήραγγος μετὰ τοῦ θόλου καταπεσόντες μετὰ καθιζήσεως τοῦ ὑπερκειμένου χώματος ἐν εἴδει ὑπερμεγέθους φρέατος ἀπέφραξαν τελείως τὴν σήραγγα. Ἐγκαθειρχθέντα δὲ τὰ ὕδατα ἐντὸς τῆς Στυμφαλίας κατέκλυσαν ὁλόκληρον τὸ λεκανοπέδιον, παρέσυραν τοὺς πέριξ ὑδρομύλους καὶ κατέκλυσαν τὰς πέριξ οἰκίας καὶ καταυλισμούς, ἐπέφεραν δὲ μεγάλας καταστροφὰς εἰς τὰς φυτείας καὶ τὴν λοιπὴν καλλιέργειαν ὁλοκλήρου τοῦ λεκανοπεδίου. Οὕτω δὲ σήμερον παρίσταται ὁ παρατηρητὴς εἰς θέαμα φρίκης καὶ ἀπελπισίας. Ἡ καταστροφὴ ἡ γενομένη ἐκεῖ εἶναι ἀνυπολόγιστος καὶ μόνον κατὰ προσέγγισιν εἰκόνα ταύτης δύναται νὰ δώσῃ ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ κατήφεια ἡ ζωγραφουμένη εἰς τὰ πρόσωπα τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ μήπως ἡ ζημία ἡ γενομένη εἰς τὰς στερηθείσας τοῦ ἀρδευσίμου ὕδατος πεδιάδας δύναται νὰ ὑπολογισθῇ; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἰλιγγιῶ, καὶ ὅταν συλλογίζωμαι νὰ ὑπολογίσω ταύτην. Ὅλων τῶν ἐκτεταμένων ἐκείνων ἐκτάσεων αἱ καλλιέργειαι, αἱ ἀμπελοφυτεῖαι, τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ αἱ παντοῖαι ἄλλαι φυτεῖαι κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσιν, ἀπειλοῦσαι σημαντικὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων προσόδων, πᾶσα δὲ παρερχομένη ἡμέρα σημειοῖ νέας καταστροφάς. Διὰ ταῦτα δὲν ὤκνησα καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐν τῷ μέσῳ τῶν πολλῶν καὶ σοβαρῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν στρέψῃ εὐμενὲς τὸ βλέμμα του πρὸς τοὺς δεινοπαθοῦντας ἐκείνους πληθυσμοὺς καὶ προλάβῃ μείζονας καταστροφάς, καθόσον πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη σημειοῖ νέας καταστροφάς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἐγνωσμένη ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλει προλάβει νέας καταστροφὰς ἐρχομένη ἐγκαίρως παρήγορος καὶ ἀντιλήπτρια. Ἀλλά, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, θεωρῶ καθῆκον νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν γνωρίζει καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θεομηνίας ἢ βλάβης οἱ κάτοικοι φυσικὰ στρέφονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξαιτούμενοι τὴν ἀντίληψίν της. Ἴσως νομίσῃ τις ὅτι τοιοῦτόν τι συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα. Οὐχί, Κύριοι· δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός, δὲν πρόκειται περὶ τῆς συνήθους ῥουτίνας, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιλήψεως παρεχομένης εἰς δοκιμαζομένους πληθυσμοὺς ἐκ κυβερνητικοῦ καθήκοντος, ἐκ κυβερνητικῆς προνοίας καὶ μερίμνης, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τῆς Πολιτείας ἠθικῆς καὶ νομικῆς. Πρόκειται περὶ ἄρσεως βλάβης ἢ περὶ ἀνορθώσεως ἀδικήματος προξενηθέντος εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ σημερινὴ ἀπελπιστικὴ κατάστασις ἐν Στυμφαλίᾳ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα γεωλογικῶν συνθηκῶν καὶ καταστάσεων τοῦ τόπου, δὲν εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς φύσεως, δὲν ἠδικήθη τόσον ἡ Στυμφαλία ὑπὸ τῆς φύσεως, ὥστε νὰ ὑποφέρῃ ἀγογγύστως τὸν κλῆρον τῆς μοίρας ὅστις ἔλαχεν αὐτῇ. Ἡ λίμνη τῆς Στυμφαλίας, ὅπως εἶναι σήμερον, δὲν ὑπῆρχε κατὰ τοὺς παλαιοτέρους χρόνους. Ὑπῆρχε βεβαίως λίμνη ἔκπαλαι ἐν Στυμφαλίᾳ, ἀλλὰ κατὰ τὸ λόγιον ubi morbus ibi remedium ὑπῆρχον ἐκεῖ καταβόθραι, ἤτοι φυσικὰ χάσματα, τὰ ὁποῖα ἀπερρόφων τὸ ὕδωρ, ὥστε μικρὰ ἔκτασις καὶ αὕτη περιοδικῶς κατὰ τοὺς χειμερίους μῆνας καὶ κατὰ τὰ ἔτη τῆς πολυομβρίας κατεκλύζετο, ἀποξηραινομένη τὸ ἔαρ καὶ τακτικῶς καλλιεργουμένη. Ἀποδείξεις δὲ τούτου ὑπάρχουσι πολλαὶ καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς μεμακρυσμένας τοιαύτας, αὐτὴ δὲ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου μαρτυρεῖ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διέρχηται διὰ μέσου λίμνης ὑδραγωγεῖον. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι μέχρι τοῦ 1886 δὲν ὑπῆρχε λίμνη, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ γνωρίζοντες εὐκόλως δύνανται νὰ ἐλέγξωσι τοῦτο ἐκ τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῆς Ἐφορίας Κορινθίας, ἔνθα σημειοῦνται αἱ καλλιεργημέναι θέσεις, διότι τότε ἴσχυεν ἡ δεκάτη, ἡ ἀπαισία ἐκείνη φορολογία· ἡ δὲ σημερινὴ λίμνη ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὸ 1886, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Πολιτεία ἐπεμβᾶσα πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ τόπου ἐκείνου ἐπεδείνωσε ταύτην, διότι τότε ἐπετράπη εἰς τὸν ἀνάδοχον τῆς ἑταιρείας πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Πελλήνης, παρακειμένης τῷ δήμῳ Στυμφαλίας, ἐπετράπη ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων εἰς τὴν Στυμφαλίαν, χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ διεξόδου τῶν ὑδάτων ἐκεῖθεν· οὕτω δὲ τὰ ὕδατα χυνόμενα εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Στυμφαλίας, ἐρχόμενα ἐκ μεμακρυσμένης ἀποστάσεως καὶ μεταφέροντα ὕλας τὰς αἰωρουμένας ἀκαθαρσίας, φθάνοντα δὲ εἰς τὰς καταβόθρας πλήρη ἰλύος καὶ πάμπολλα, κατέστρεψαν τὰς καταβόθρας διττῶς· ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν ὑδάτων κατέστησαν ἀνεπαρκῆ τὴν λειτουργίαν των, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἰλύος ἀπέφραξαν τοὺς ὑπογείους πόρους, κατὰ τὴν περὶ τούτου λαμπρὰν μελέτην τοῦ ἐγκρίτου μηχανικοῦ κ. Κανελλοπούλου, καὶ κατέστησαν ταύτας ἀχρήστους. Ἔκτοτε ἐδημιουργήθη ἡ κατάστασις αὕτη, ἐκ τῆς ὁποίας τοσοῦτον ὑποφέρει ὁ τόπος ἐκεῖνος. Καὶ ἀντέστησαν μὲν οἱ κάτοικοι κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις οὖσα ὑποχρεωμένη ἀπέναντι τοῦ ἀναδόχου τῆς ἑταιρείας πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Πελλήνης ἐπέβαλε τὴν διοχέτευσιν ταύτην διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, καὶ οὕτως ἐδημιουργήθη ἡ μόνιμος λίμνη, ἡ ὁποία ἐπέφερε καὶ τὴν ἄλλην καταστροφὴν τῆς ὑπερκειμένης πεδιάδος, διότι ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι οἱ κάτοικοι τότε δὲν ἐξηγέρθησαν τόσον ἕνεκα τοῦ φόβου τῆς λίμνης, ὃν φόβον δὲν ἐθεώρουν καὶ ἄφευκτον λόγῳ τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου καὶ τῶν φυσικῶν καταβοθρῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταστροφῆς ἡ ὁποία θὰ ἐπεγίνετο εἰς τὴν ὑπερκειμένην πεδιάδα τῆς Στυμφαλίας. Καὶ οὕτω τὰ ὕδατα ῥέοντα ὁρμητικῶς καὶ πάμπολλα κατέστρεψαν τὴν ὡραίαν πεδιάδα τῆς Δούσιας καὶ τὴν μετέβαλον εἰς ἄχαριν σωρὸν ἄμμου καὶ λίθων, φθάσαντα δὲ εἰς τὸ καθαυτὸ λεκανοπέδιον τῆς Στυμφαλίας ἐσχημάτισαν τὴν μόνιμον λίμνην, ἐκ τῆς ὁποίας τόσα δεινὰ ὑποφέρει ὁ τόπος ἐκεῖνος. Πρόκειται ἑπομένως περὶ ζημίας, περὶ ἀδικήματος εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἐλλείψεως προνοίας, πάντοτε ὅμως πρόκειται περὶ πράξεως αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας· ἂν δ’ εἰς ἕκαστον πολίτην εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον ν’ ἀνορθώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα, πολὺ περισσότερον νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ἔχει πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ καθῆκον νὰ παρέχῃ καὶ ἠθικὰ διδάγματα εἰς τοὺς πολίτας. Δι’ ὅλων αὐτῶν, Κύριοι, θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως καὶ ὅτι ἰδιαιτέρας μερίμνης χρήζει τὸ μέρος ἐκεῖνο· ἂν δὲ μελετᾶται ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, οὐδεὶς ἄλλος τόπος νομίζω ὅτι δικαιοῦται πλειότερον τοῦ τόπου ἐκείνου τῆς μερίμνης ταύτης τῆς Πολιτείας. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ὁ τόπος ἐκεῖνος οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητός του ὑπέφερε μέχρι τοῦδε· ἀπὸ τὴν παροῦσαν δὲ Κυβέρνησιν ἀναμένει τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης του καὶ τὴν παῦσιν τῶν δεινῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§30ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ κ. συναδέλφου, μετὰ πόνου ἀληθῶς ὁμιλήσαντος περὶ τῆς ἐπελθούσης ζημίας ὡς ἐκ τῆς ἀποφράξεως τοῦ στομίου τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου, πόνου τὸν ὁποῖον μᾶς προκαλεῖ ἡ ἀκριβὴς γνῶσις τῆς καταστάσεως καὶ τοῦ ἀπειλουμένου μεγάλου κινδύνου, οἱ λόγοι οὗτοι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπισύρωσι σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπροθυμοποιήθη νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ παρακολουθήσῃ τὴν ἐπισκευήν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπελήφθη οὔτε τῆς προκαταρκτικῆς ἐργασίας. Ἔχω τὸν φόβον μὴ διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης δὲν ἐπιτευχθῇ ἡ ἀναγκαία ἐπισκευή, καθόσον ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτελῆ μελέτην τοῦ μηχανικοῦ, καταρτίσαντος ταύτην χωρὶς νὰ παρακολουθήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐπελθοῦσαν ζημίαν καὶ ὑπολογίσῃ τὸ μέγεθος ταύτης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ κίνδυνος οὗτος εἶναι μέγας καὶ ἄμεσος καὶ διὰ τὸν δῆμον Στυμφαλίας, τῆς ὁποίας ἡ πεδιὰς θέλει κατακλυσθῇ ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ δι’ ἄλλους δήμους, τοὺς δήμους Ἀλέας, Νεμέας, Σικυῶνος καὶ Κορίνθου, ἀρδευομένους διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα ἀσφαλῶς θὰ καταστραφῶσιν ἐλλείψει ὕδατος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σὺν ταῖς ἄλλαις μερίμναις αὐτῆς ἀναθέσῃ εἰς εἰδικὸν τὴν μελέτην περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θ’ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἀπειλούμενον κακόν, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ διατάξῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐπισκευῆς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ σώσῃ οὕτως ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς ἀπειλουμένους ὑπὸ βεβαίας καταστροφῆς.
§31Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διετάχθη ἤδη ἡ δέουσα ἐνέργεια, δοθείσης τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως, καθὼς γνωρίζουσι καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι· διὰ τὴν ῥιζικὴν ὅμως λύσιν τοῦ ὅλου ζητήματος χρειάζεται εἰδικὴ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔχω ἤδη ὑπ’ ὄψιν ν’ ἀναθέσω εἰς εἰδικὸν συνεργεῖον μηχανικῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν ͵ΓΩΚΓʹ νόμον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§33ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μολονότι αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργάζεται ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῆς ψηφίσεως μέτρων νομοθετικῶν ἀπαιτούντων πολλὴν συζήτησιν, δύναται ὅμως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης αὐτῶν. Τοιοῦτο δὲ μέτρον μεγάλης σπουδαιότητος ἐθεωρήσαμεν τὸ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἂν ἔλεγον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει καὶ ἐθνικὸν ἐνδιαφέρον, δὲν θὰ ἔλεγον ὑπερβολήν, δὲν πιστεύω δ’ ὅτι θὰ ἐξενίζετό τις. Θὰ εἶχε μέγα ἐνδιαφέρον, καὶ ἂν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τὸν ὁποῖον ἀπαρτίζουσιν οἱ κάτοικοι τῶν δύο πόλεων. Ἀλλ’ αἱ Ἀθῆναι εἶναι καὶ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔχει ὑποχρεώσεις οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον. Ἂν ἀποτελοῦσι τὴν αἴθουσαν ὑποδοχῆς τῶν ξένων τῶν ἐπισκεπτομένων τὴν Ἑλλάδα, ἀποτελοῦσιν ἐν ταὐτῷ καὶ σχολεῖον κοινωνικῆς μορφώσεως διὰ τὴν λοιπὴν χώραν, σχολεῖον τοῦ ὑπερτέρου κοινωνικοῦ πολιτισμοῦ, τὸν ὁποῖον συγκεντροῦσι καὶ κατοπτρίζουσιν αἱ πρωτεύουσαι ἐν πάσῃ Πολιτείᾳ· δὲν δύναται δὲ νὰ ὀνομασθῇ κἂν πόλις ἀξία περιωπῆς πρωτευούσης Κράτους πεπολιτισμένου ἡ μὴ δυναμένη νὰ πληροῖ τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῆς καθαριότητος, διότι δὲν δύναται τότε νὰ πληροῖ οὔτε τοὺς στοιχειωδεστάτους ὅρους τοῦ πολιτισμοῦ· δὲν δύναται δὲ νὰ ἐκπληροῖ ὅρους ὑγιεινῆς καὶ καθαριότητος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἐπάρκειαν ὑδρεύσεως. Ἂν οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν προπάτορες ἔτασσον παρὰ τὰ γράμματα καὶ τὸ κολυμβᾶν, τουτέστι τὸ λούεσθαι, ἀποτελεῖ κατὰ μείζονα λόγον στοιχεῖον τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ ἡ παροχὴ τῶν μέσων πρὸς τὸ λούεσθαι καὶ τὸ καθαρίζεσθαι καὶ τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ τὰς πόλεις. Αἱ Ἀθῆναι πράγματι δὲν φαίνεται νὰ εἶχον πάντοτε ἀφθόνους τὰς πηγὰς τῆς ὑδρεύσεως· ἀφθόνους ἴσως τὰς εὕρισκον οἱ ποιηταί, ἀλλ’ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν πάντοτε ἠγωνίζοντο πῶς νὰ ἐπαυξήσωσι τὰς πηγὰς τῆς πόλεως. Καὶ ἀπὸ τοῦ Πεισιστράτου τοῦ ἐγκαταστήσαντος τὴν Ἐννεάκρουνον καὶ πλουτίσαντος τὸ ἄστυ δι’ ἐπαρκοῦς ὕδατος μέχρις ἐσχάτων, πάντες πάντοτε οἱ ἄρχοντες τῶν Ἀθηνῶν εἶχον ὡς πρόβλημα καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν πηγῶν τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως. Τὸ πρόβλημα δὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον μερίμνης τῶν τοπικῶν μόνον Ἀρχῶν. Ἐπειδὴ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἔχει χαρακτῆρα πρωτευούσης καὶ ἀποστολὴν γενικωτέραν τῆς ἁπλῆς πόλεως, τὸ πρόβλημα τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ὑποχρεώσεως καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, ὅτε μάλιστα αἱ Ἀθῆναι ἀπεδείχθησαν πολὺ ὑστεροῦσαι τῶν ἀναγκῶν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς προόδου τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦνται νὰ διατρέξωσι, προσεπάθησαν καὶ αἱ Κυβερνήσεις, ὅπως διευκολύνωσι τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑδρεύσεως. Πρῶτος δ’ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐπελήφθη τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος ἀναθέσας τὴν μελέτην εἰς μέλος τῆς τότε Γαλλικῆς ἀποστολῆς μηχανικῶν, εἰς τὸν κ. Κελλενέκ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης ἐκείνης ὑπέβαλε σχέδιον νόμου πρὸς σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μελέτη ὅμως ἐκείνη ἐθεωρήθη τότε οὐχὶ πλήρης, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται ὅτι ἀληθῶς δὲν ἦτο πλήρης, καὶ διὰ τὸν ὄγκον δὲ τῆς δαπάνης τὸν ὁποῖον ἀπήτει ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων καὶ δι’ ἄλλας ἐλλείψεις ἀνεβλήθη τότε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1899, ὁ δῆμος Ἀθηναίων κατέβαλλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, δαπανῶν ὅσα ἠδύνατο ὅπως αὐξήσῃ τὸ ὕδωρ τῆς πόλεως, καὶ ἡ δαπάνη δὲν φαίνεται μικρά. Ἀλλ’ αἱ φροντίδες ἐκεῖναι τῆς τοπικῆς Ἀρχῆς ἥκιστα ἐπήρκεσαν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899 ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἰσήγαγε τότε σχέδιον νόμου μετὰ συμβάσεως πρὸς μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Μετὰ μακρὰς ὅμως συζητήσεις ἀπεσύρθη καὶ ἡ σύμβασις ἐκείνη. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἵνα φθάσῃ εἰς πορίσματα μελέτης θετικώτερα, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι δὲν παρημέλησε τὸ ζήτημα· τοὐναντίον ἔσπευσε καὶ μετεκάλεσεν εἰδικώτατον ἄνδρα περὶ τὰ ὑδραυλικά, καθηγητὴν τῆς ὑδραυλικῆς ἐν Παρισίοις, τὸν κ. Μπέκμαν, πρὸς εὐρεῖαν μελέτην τοῦ ζητήματος. Ἐμελετήθη τότε ὑπὸ τοῦ κ. Μπέκμαν τὸ ζήτημα, ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ πάντα τὰ ὑπάρχοντα σχέδια, ἀπέληξε δ’ ὁ Γάλλος ὑδραυλικὸς εἰς τὸ συμπέρασμα καθ’ ὃ προκειμένου περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων «ἡ ἐκ Πελοποννήσου διοχέτευσις παρουσιάζει ὀλιγωτέρας δυσκολίας τῆς ἐκ Βοιωτίας» καὶ ὅτι «ἐξ ὅλων τῶν προταθεισῶν λύσεων διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἡ διοχέτευσις τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας πλεονεκτεῖ ὅλων». Εὗρεν ὅμως τὴν δαπάνην μεγάλην —κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμε— καὶ συνεβούλευσε λύσεις ὀλιγώτερον ἀρτίας, ἀλλὰ καὶ ὀλιγώτερον δαπανηράς, προτείνας πρὸς τοιαύτην λύσιν τὴν ἐκτέλεσιν ἐρευνητικῶν ἔργων εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Ἐλευσῖνος. Ἤρχισε δὲ καὶ ἐγένετο ἡ ἔρευνα ἐκείνη εἰς τὸ Θριάσιον πεδίον καὶ ἐδαπανήθησαν ὄχι ὀλίγα· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀντὶ ὕδατος ποσίμου εὑρέθη ὕδωρ ὑφάλμυρον, ὕδωρ θαλάσσης. Ἐγένετο τοιουτοτρόπως ἐπὶ ματαίῳ μεγάλη δαπάνῃ, περὶ τὸ ἑκατομμύριον δραχμῶν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ τὸ Θριάσιον πεδίον ν’ ἀποκτήσῃ τὴν δόξαν τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν διὰ τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη εἰς τὰ βάθη αὐτοῦ. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐπέτεινεν ἔκτοτε τὰς διὰ τὴν ὕδρευσιν προσπαθείας του, καὶ ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ ἔπραξε πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος τῆς πόλεως, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα οὔτε ἦτο οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ δι’ οἱωνδήποτε τοιούτων προσπαθειῶν καὶ ἀγώνων. Καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐξηκολούθουν τὰς μελέτας των, ὅτε δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχήν, εὑρέθημεν ἀπέναντι μελέτης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐλθὼν ἐνταῦθα διάσημος ἐκ Βιέννης μηχανικός, ὁ κ. Κίντσερ, μετακληθεὶς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἣν εἶχεν ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Κίντσερ συνέταξε πλήρη μελέτην μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἴχομεν νὰ στηριχθῶμεν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι προσῆκον ἦτο ὅπως συμπληρωθῇ καὶ ἡ μελέτη αὕτη· ἐπειδὴ δὲ καὶ διάφορα ἄλλα νέα σχέδια ὑδρεύσεως ὑπῆρχον, μάλιστα δὲ τὸ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ποταμοῦ, παρεκαλέσαμεν καὶ πάλιν τὸν κ. Κίντσερ, ὅπως ἔλθῃ ἐνταῦθα, μελετήσῃ δὲ καὶ τὰ ἄλλα σχέδια καὶ ἀπολήξῃ εἰς ὁριστικὸν ἐπὶ ὅλων συμπέρασμα. Ὁ κ. Κίντσερ συνέταξεν οὕτω καὶ συμπληρωτικὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας θεωρεῖ προτιμητέαν τὴν λύσιν τὴν διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐν τούτοις ἐν τῷ μεταξὺ ἐξηκολούθει ἐκ παραλλήλου καὶ ὁ δῆμος Ἀθηναίων τὰς ἰδίας αὐτοῦ μελέτας περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀπολήξει εἰς ἀπόφασίν τινα ὑδρεύσεως διὰ κατασκευῆς φραγμάτων· κατόπιν ὅμως νεωτέρων μελετῶν ἐθεώρησεν ὅτι μόνη λύσις ἀσφαλὴς ἀπομένει ἡ διὰ μεταφορᾶς πηγαίων ὑδάτων, οὐχὶ ὅμως τῶν τῆς Στυμφαλίας, ἀλλὰ τῶν τοῦ Μέλανος ποταμοῦ. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Κίντσερ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσεν ἐνταῦθα Γερμανόν τινα εἰδικόν, τὸν κ. Ἔρμπεργ, ὁ ὁποῖος μελετήσας τὰ πράγματα ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς τὴν ἔκθεσίν του. Καὶ τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς προτιμητέας λύσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ πάλιν ἐθεώρησε πρὶν ἢ αὕτη ἀπολήξῃ εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν προτιμήσεως τῆς ἑτέρας τῶν δύο πηγῶν, τῆς Στυμφαλίας τουτέστιν ἢ τοῦ Μέλανος, ὅτι εἶχε νὰ πράξῃ τι ὀρθότερον, ἤτοι νὰ προκαλέσῃ διεθνῆ διαγωνισμὸν περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων ἐξ οἱασδήποτε τῶν δύο πηγῶν, ὅπως οὕτω προτιμηθῇ ἡ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν προτιμοτέρα τῆς ἄλλης. Δὲν ἐρχόμεθα λοιπὸν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν συνωμολογημένην σύμβασιν περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων ὡρισμένης πηγῆς, ὑποβάλλομεν ὅμως νομοσχέδιον μετὰ σχεδίου συμβάσεως περιέχοντος πλήρεις τοὺς ὅρους αὐτῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν σύμβασιν λείπει μόνον ὁ συμβαλλόμενος, ὅστις θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ προκληθησομένου διαγωνισμοῦ. Ὥστε δὲν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν λευκῷ τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως οἱασδήποτε συμβάσεως· ζητοῦμεν μόνον παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως, τῷ ὑποβαλλομένῳ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὅρων διενεργηθῇ διαγωνισμός. Οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει πάντας τοὺς ὅρους καθ’ οὓς ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις συμβάσεως δύναται νὰ ἐλπίζῃ καὶ ὅτι ἴσως δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ κρείττονας ὅρους ἐκείνων τοὺς ὁποίους κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἀναγράφομεν ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ σχεδίου.
§34Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μεταφορᾶς ἢ καὶ ἐκμεταλλεύσεως;
§35ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐκμεταλλεύσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ οὐχὶ ἡ σημασία τῆς συμβάσεως ἁπλῶς τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἡ μὴ ἐπιτρέπουσα περαιτέρω ἀναβολήν. Καὶ λόγοι εὐπρεπείας καὶ καλλωπισμοῦ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ λόγοι ἀκόμη αἰσθητότεροι, λόγοι ὑγιείας, ἀλλὰ καὶ λόγοι ἀμεσωτέρου ἀκόμη ὑλικοῦ συμφέροντος ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς πολλαπλῆς προαγωγῆς τῆς πόλεως, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν περαιτέρω παράτασιν τῶν καθεστώτων ὅρων καθαριότητος καὶ ὑγιεινῆς. Μελετῶν τὰ τῆς ὑγιείας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὑγίειαν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν πόλεων εὗρον ὑπολογισμὸν διασημοτάτου ὑγιεινολόγου, τοῦ Pettenkofer, περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀξίας τῆς ὑγιείας πόλεώς τινος, ὑπολογισμὸν κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν ὑφισταμένων ὑγιεινῶν ὅρων τῶν Ἀθηνῶν δυνηθῶμεν, καὶ βεβαίως θὰ δυνηθῶμεν, νὰ ὑποβιβάσωμεν τὴν ἀναλογίαν τῆς θνησιμότητος ἀπὸ 24 εἰς 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ὅσον σήμερον παρατηρεῖται εἰς πάντα σχεδὸν τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐλάττωσις ἀντιστοιχεῖ πρὸς κολοσσιαῖον οἰκονομικὸν κέρδος. Ὑπολογίζων ἐπὶ τῶν ὅρων τοῦ σημερινοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ μὲ τὴν ἀναλογίαν τῶν θανάτων πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἀσθενῶν, φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις τῶν θανάτων ἀπὸ 24 εἰς 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, καὶ ἑπομένως ἡ τοιαύτη διάσωσις τῶν 5 ἐπὶ τοῖς χιλίοις πολιτῶν ἐπὶ πλέον ἀποφέρει ἐτήσιον καθαρὸν κέρδος 8½ περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Μὲ ὑπολογισμὸν δὲ καὶ τοῦ ἀντιστοίχου ἀριθμοῦ τῶν ἀσθενούντων καὶ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῶν προέρχεται καὶ ἕτερον ἐτήσιον καθαρὸν κέρδος 2,800,000 δραχμῶν! Οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι ἐκτίθενται ἀναλυτικώτατα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, θὰ κατεπόνουν δὲ τὴν Βουλήν, ἂν ἠσχολούμην εἰς τὴν συνοπτικὴν ἐπανάληψιν πάντων τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ πάντων τῶν συμπερασμάτων ὅσα παρατάσσονται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ. Ἔλαβον δὲ μόνον τὸ φαινόμενον αὐτό, διὰ νὰ παραστήσω ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν εὐθὺς ἀμέσως πάντας τοὺς ἄλλους ὑλικοὺς λόγους τοὺς ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλοντας τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης, θὰ ἤρκει αὐτὸς καὶ μόνος ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ ζητήματος. Οἱ ὅροι δὲ οἱ οἰκονομικοί, τοὺς ὁποίους ὁρίζομεν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι εἶναι κατώτεροι πάντων τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ἐνεφανίσθησαν παρόμοιαι ἄλλοτε συμβάσεις, καὶ εἰδικώτερον κατώτεροι τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ 1899. Εὐνόητον ὅτι μετὰ τῆς ὑδρεύσεως συνδέεται καὶ τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων, οὔτε δύναται νὰ λυθῇ τὸ ἕτερον ἄνευ τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἀμφότερα ἀποτελοῦσιν ἓν ζήτημα, ἀμφοτέρων δὲ τῶν ἔργων ἡ δαπάνη ὑπολογίζεται διὰ μὲν τὴν ὕδρευσιν εἰς 30,500,000, διὰ δὲ τὰς ὑπονόμους εἰς 20,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 50,500,000, ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἐτήσιον βάρος 2,685,000 δραχμῶν, ἤτοι διὰ τὴν ὕδρευσιν 1,495,000 καὶ διὰ τὰς ὑπονόμους 1,190,000· ἐνῷ κατὰ τὴν συνομολογηθεῖσαν μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν ἐργοληψιῶν σύμβασιν τὰ πληρωτέα ποσὰ διὰ μὲν τὴν ὕδρευσιν ἀνήρχοντο εἰς 2,457,000, ἤτοι κατὰ 962,000 ἐπὶ πλέον τῶν νῦν, διὰ δὲ τὰς ὑπονόμους εἰς 1,630,000, ἤτοι κατὰ 430,000 ἐπὶ πλέον τῶν νῦν. Ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ μελετήσῃ τοὺς προτεινομένους ὅρους καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ καταρτίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν ὅ,τι παρουσιάζομεν ἡμεῖς δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατηρτισμένον ὑπὸ τοὺς τελειοτάτους τῶν ὅρων, ἴσως ὅμως δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι διὰ τῶν μελετῶν αἵτινες ἔχουσι γίνει καὶ ὑποβάλλονται ὑφ’ ἡμῶν παρέχεται ἔδαφος στερεὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως αὐτὴ καταρτίσῃ τὸ ἔργον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Λέγω ὅσον τὸ δυνατόν, διότι βεβαίως ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐμφανίσωμεν ὅρους ἀκόμη ἐλαφροτέρους, πρέπει ὅμως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἀνακοινῶ εἰς αὐτήν, ὅτι ἀναγράφοντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅρους κατωτέρους ἐκείνων ὑφ’ οὓς ἐνεφανίσθησαν ἄλλαι ἄλλοτε συμβάσεις δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο αὐθαιρέτως, κρίνοντες μόνον κατὰ τὰς διαθέσεις ἡμῶν, διότι, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν αὐθαιρέτως, ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβιβάσωμεν καὶ κατωτέρω τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους· ἀνεγράψαμεν ὅμως τοὺς ὅρους τούτους σταθμίσαντες τὰ πράγματα, ὑπολογίσαντες ὅτι ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὅρων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνάληψις τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τῆς τε ὑδρεύσεως καὶ τῶν ὑπονόμων, καὶ ἔχοντες πάντα λόγον νὰ πιστεύωμεν ὅτι τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζεται ἡ κατασκευὴ αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν τινὰ λύσιν. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ἂν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν προτίμησιν τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ἢ τῆς Στυμφαλίας, διότι δὲν ἔχομεν ἀκόμη τὰς περὶ αὐτῶν προτάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν πρόκλησιν τοῦ διαγωνισμοῦ· γνωρίζομεν μόνον ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ· γνωρίζομεν ὅτι ἡ χειρίστη τῶν λύσεων θὰ εἶναι ἡ ἀναβολὴ πάσης λύσεως! Διότι δὲν δύνανται βεβαίως αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἐμφανίζωσι τὰς αὐτὰς συνθήκας ὑγιεινῆς, καθαριότητος, καλλωπισμοῦ καὶ εὐπρεπείας. Ἂν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ προσεγγίσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἐκείνας ἰδέας τὰς λεγομένας τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων, ἂς σκεφθῶμεν τοὐλάχιστον ὅτι ὀφείλομεν ἐκ πολλαπλῶν ὑπολογισμῶν καὶ ὑποχρεώσεων νὰ παρέχωμεν εὐπρόσωπον τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπισκέπτονται αὐτὴν εἴτε διὰ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς αὐτῆς θησαυροὺς εἴτε διὰ τὰς φυσικὰς αὐτῆς καλλονάς. Φροντίζοντες περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ὅρων τῆς ὑγιείας καὶ τῆς καθαριότητος τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος φροντίζομεν καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῆς χώρας ἐν τῷ ὅλῳ, ἰδιαίτατα δὲ τῶν Ἀθηνῶν, διότι βεβαίως, πολλὰ ἔχει νὰ συγκομίσῃ ἡ πόλις ἐκ τῆς τοιαύτης προαγωγῆς ὀφέλη, καὶ ὁ δῆμος ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πόλεως, καὶ οἱ ἰδιῶται ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς ὅλης οἰκονομικῆς κινήσεως τῆς πόλεως. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐπιτυγχάνομεν διὰ τῆς ὑδρεύσεως, ἐπιτυγχάνομεν καὶ τὸ ἄλλο μέγα ἀγαθὸν τῆς εὐπρεπείας, εὐκοσμίας καὶ καθαριότητος τῆς πόλεως· θὰ ἔχωμεν τέλος πάντων νὰ παρουσιάζωμεν καὶ εἰς τὸν ξένον κόσμον τὸ φαινόμενον ὅριον ὑγιεινῆς καὶ καθαριότητος, τὸ ὁποῖον θὰ πείθῃ αὐτὸν ὅτι παρὰ τοὺς πρόποδας τῆς Ἀκροπόλεως κατοικεῖ λαὸς ὁ ὁποῖος φιλοτιμεῖται νὰ ἐξιχθῇ εἰς τὴν περιωπὴν τῆς ἀστικῆς προόδου ἐκείνων οἵτινες ἵδρυσαν τὸν Παρθενῶνα! (Εὖγε, εὖγε). Ὀφείλομεν δὲ νὰ καταστήσωμεν τὰς Ἀθήνας ἀξίαν πόλιν τῆς ἱστορίας αὐτῶν, ἀξίαν πρωτεύουσαν πεπολιτισμένου Κράτους, ἀξίαν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ μάλιστα Ἑλλάδος μεγάλης! (Χειροκροτήματα).
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὸν νόμον ͵ΔΙΑʹ τοῦ 1912 ἐπετράπη ἡ κατασκευὴ δημοσίων ναυτικῶν ἔργων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων τοῦ 15 κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἄνευ προκυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ ὁλικοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάνης, ὑπὸ τὸν ὅρον ἵνα κατὰ τὴν πρώτην προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁλικῆς δαπάνης. Τοιοῦτον ἔργον κατεσκευάσθη ἕν, ἡ ἀνθρακαποθήκη τοῦ Ναυστάθμου, ἀξίας 14,000 δρ. Πρὸς κύρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ταύτης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιίας ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχ.». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς ἐτησίας χορηγίας εἰς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν». Θὰ μείνῃ τελευταῖον, διότι θὰ χρειασθῇ ψηφοφορία διὰ κάλπης.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως: Εἰς τὴν Βασίλισσαν Μητέρα παρέχεται χορηγία τόσων χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα παύσῃ νὰ ἔχῃ προσωπικὸν χαρακτῆρα. Πιστεύω ὅτι θὰ ψηφισθῇ καλλίτερον, ἂν περιλαμβάνῃ πᾶσαν Μητέρα Βασίλισσαν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης θέλει ἀποφύγει ἡ Βουλὴ τὴν διὰ σφαιριδίων μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαμπρινόπουλος.
§40Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, κύριοι Βουλευταί, δι’ οὗ χορηγεῖται πρὸς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δρ., φρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τυπικόν, δηλαδὴ ὅτι παρέχεται ἡ χορηγία πρὸς τὴν σεπτὴν σύζυγον τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως δι’ ὅσας Ἐκεῖνος γνωστὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ ἔθνος παρέσχεν. Ἀνάγκη νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ χορηγία αὕτη ἀπευθύνεται μᾶλλον πρὸς τὴν ἀτομικὴν δρᾶσιν τῆς Βασιλίσσης καὶ μάλιστα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ γυνὴ ἀναμιγνυομένη διαλάμπει καὶ ἀναδεικνύεται ὑπέροχος, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀγαθοεργίας. Τὸ θλιβερὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον τόσον βαθέως ἔπληξε τὸ ἔθνος ἡμῶν καὶ τὴν Δυναστείαν ἐματαίωσε τὸν σκοπούμενον ἑορτασμόν, ὅστις θὰ ἐτελεῖτο μετά τινας μῆνας διὰ τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς βασιλείας Γεωργίου τοῦ Αʹ, ὁπότε θὰ ἐδίδετο βεβαίως ἡ ἀφορμὴ ἵνα ἐν λεπτομερείᾳ ἡ δρᾶσις τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας ἀναπτυχθῇ καὶ γνωσθῇ ἐν πλάτει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον, ἵνα ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, ἔστω καὶ δι’ ἀτελεστάτης περιλήψεως, ἐξαρθῇ ἡ δρᾶσις τῆς Βασιλίσσης Μητρὸς καὶ διερμηνευθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν εὐεργετηθέντων. Εἶναι γνωστὴ ἡ δρᾶσις ἡ φιλανθρωπικὴ Αὐτῆς ἰδίᾳ εἰς τὰ Νοσοκομεῖα. Βεβαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι καὶ ὁ «Εὐαγγελισμὸς» ὑπῆρξε, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολή, δημιούργημα τῆς Βασιλίσσης. Ἡ ἀνάδειξις τοῦ θεραπευτηρίου τούτου εἰς πρότυπον ἐν τῇ Ἀνατολῇ οὐχὶ μόνον ἐξυπηρέτησε τοὺς ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν τῇ δούλῃ καὶ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 καὶ κατὰ τὸν ἤδη διεξαγόμενον πόλεμον. Ἡ ἀνάδειξις τῶν παρ’ ἡμῖν Νοσοκομείων παρέσχε πολλὰς τὰς ὑπηρεσίας, ὅπως εἶναι γνωστὸν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου αἱ Ἀθῆναι ἀνεδείχθησαν διὰ τῆς περιωπῆς εἰς ἣν ἐξίχθησαν τὰ Νοσοκομεῖα ὡς ἐκ τῆς βασιλικῆς δράσεως, εἰς κέντρον εἰς τὸ ὁποῖον συνέρρευσαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ συρρέωσι καὶ ἐξ ὅλων τῶν περιστοιχιζουσῶν ἡμᾶς Ἐπικρατειῶν πάμπολλοι ἐπισκέπται. Δὲν παρέλιπε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς διαρρευσάσης πεντηκονταετίας, καθ’ ἣν εἶχεν ἀναλάβει τὸ ἀγαθοποιὸν τοῦτο ἔργον, ἵνα ὅλας σχεδὸν τὰς ὥρας τῆς ἀνέσεως Αὑτῆς διαθέτῃ πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν Νοσοκομείων καὶ πρὸς παραμυθίαν τῶν πασχόντων. Ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο ἡ Ἄνασσα ἡμῶν ἐγένετο πιστὴ ὀπαδὸς καὶ λάτρις τοῦ εὐαγγελικοῦ ῥητοῦ «ἀσθενής, καὶ ἐπεσκέψασθέ με». Καὶ ἑτέραν ἐντολὴν τοῦ Εὐαγγελίου δὲν παρέλιπε νὰ ἐκπληρώσῃ θερμῶς· «Ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθετε πρός με». Εἰς τὸ ζήτημα τῆς διοργανώσεως τῶν φυλακῶν ἡ πρωτοβουλία τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας ἀνεδείχθη ὑπέροχος. Ἦλθε μάλιστα εἰς ἐπικουρίαν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ συνεισφέρῃ τὴν πολύτιμον Αὑτῆς συμβολήν. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἄλλως τε ἡ ἀθλιωτάτη κατάστασις τῶν φυλακῶν ἡμῶν, καὶ τὸ βῆμα τοῦτο πολλάκις ἀπησχόλησε, καί, ὅτε πρὸ εἰκοσιπενταετίας ὁ ἀείμνηστος Ἀβέρωφ ἔθηκε ποσὸν ἀνερχόμενον περίπου εἰς 250,000 δρ. εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βασιλίσσης, ὑπέδειξεν Αὕτη τότε εἰς τὸν μέγαν αὐτὸν εὐεργέτην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ τὸ Ἐφηβεῖον, ὅπερ καὶ ἱδρύθη. Ἐπροικοδότησε δὲ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἐκ τοῦ ἰδίου Αὑτῆς ταμείου διὰ 70,000 δρ. Ἐξ ἄλλων ὑλικῶν ἐνισχύσεων, τὰς ὁποίας οἱ ὑψηλοὶ Αὑτῆς συγγενεῖς διέθεσαν, ἐγένοντο αἱ γυναικεῖαι φυλακαί, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν 210,000 δρ., ἀνηγέρθη δὲ καὶ περίπτερον πρόσθετον ἐν αὐταῖς ἐκ τοῦ ἰδίου Αὑτῆς ταμείου διὰ δαπάνης 100,000 δρ. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος ἄλλως τε, ὥστε τὴν ὅλην δρᾶσιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Βασιλίσσης ἡμῶν νὰ δυνηθῇ τις νὰ ἐκθέσῃ. Ἂν ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν Βασιλεὺς διὰ τῆς πολιτείας Αὑτοῦ καθ’ ὅλην τὴν πεντηκονταετίαν ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ συνετοῦ καὶ ἀνεξικάκου, ἡ Βασίλισσα Μήτηρ διὰ τῆς ὑπερόχου Αὑτῆς δράσεως ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ θὰ λάβῃ—δὲν ἀμφιβάλλομεν— τὸν τίτλον τῆς κατ’ ἐξοχὴν ἀγαθοεργοῦ Βασιλίσσης. Καὶ ἕτερον σημεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ, ὥστε νὰ ἐξαρθῇ προσὸν δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑψηλὴ ἀρετή, ἡ μὴ ἀνάμιξις τῆς Βασιλίσσης εἰς πολιτικὰ ζητήματα. Βεβαίως οὐδεὶς οὐδαμοῦ εὑρέθη, ὥστε νὰ διαβιβάσῃ παράπονόν τι, εἴτε ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἢ ἄλλων πολιτικῶν βαθμούχων, ὅτι ἀπώλεσε τὴν θέσιν αὑτοῦ ἐκ δυσμενείας τῆς Ἡγεμονίδος ἢ κατέλαβεν αὐτὴν ἐξ εὐμενείας Αὑτῆς. Καὶ τὸ τοιοῦτον βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐμποιήσῃ ἐντύπωσιν, διότι θεωρεῖται καὶ τυγχάνει ὡς εὐλάβεια πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ μάλιστα διὰ τὸ ἀρτισύστατον ἡμῶν Κράτος, καὶ διότι καὶ ἡ προηγηθεῖσα Δυναστεία δὲν μᾶς εἶχε συνηθίσει πρὸς τοιαύτην τακτικήν. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι Βουλευταί, νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ προσθήκης ποσοῦ εἰς τὸ ἀναγραφέν, διότι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον ἐθεώρησεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ ἐπαρκές, ἔχουσα βεβαίως πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ συνηγορήσωμεν, ἐπαναλέγω, ὥστε νὰ ἐπαυξηθῇ τοῦτο. Διότι καὶ τὸ ἤδη διατιθέμενον ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ περιέλθῃ ἁπλῶς εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον τῆς Βασιλίσσης, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν θὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλο Κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ 7ον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς τὸ κονδύλιον ὑπὸ τὸν τίτλον «συνδρομαὶ εἰς φιλανθρωπικὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βασιλικῆς χορηγίας».
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, ὅτι δὲν χρειάζεται ψήφισις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ «δὲν τὸ ψηφίζω».
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἄρθρον.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 4ον ἀναβάλλεται, διότι δὲν διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Τὸ 5ον: Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς μηνιαίου ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ συντάξεως τῶν ὑπενωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΞΕʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Τὸ 8ον ἀναβάλλεται ὡς μὴ διανεμηθέν. Τὸ 9ον: Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ στρατολογίας ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς κλπ.». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΓΩΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου»). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν ͵ΔΡΝΔʹ νόμον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου»).
§46Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐφ’ ὅσον διὰ προηγουμένου νομοσχεδίου ἐδόθη ἀτέλεια ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐφέδρους καὶ τοὺς ἐθελοντὰς στρατιώτας, ἐφ’ ὅσον, λέγω, συμπληροῦται ἡ ἀτέλεια αὕτη συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐξ ὑποδούλων μερῶν καταγομένων καὶ κατακτηθεισῶν χωρῶν, θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῶσιν ἐλάχιστοί τινες φοιτηταί, οἵτινες προσεφέρθησαν καὶ ὑπηρέτησαν ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τοῦ «Ἐρυθροῦ Σταυροῦ», ὑποστάντες τὰς αὐτὰς κακουχίας καὶ δείξαντες ἀφοσίωσιν εἰς τὸ ἔργον αὑτῶν. Οἱ οὕτως ὑπηρετήσαντες εἰς Νοσοκομεῖα τοῦ «Ἐρυθροῦ Σταυροῦ» δὲν διαφέρουσι ποσῶς τῶν ἐθελοντῶν καὶ τῶν ἐφέδρων, οἵτινες ὑπηρέτησαν εἴτε ὡς νοσοκόμοι, εἴτε ὡς στρατιῶται, εἴτε ὡς ἐθελονταὶ τοιοῦτοι. Διαφέρουσι μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι οὗτοι σήμερον εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκστρατείας, ἐπὶ πέντε μῆνας, ὑπηρέτησαν ἀδιαλείπτως ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τοῦ «Ἐρυθροῦ Σταυροῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτάκτου ἀμοιβῆς διὰ τὴν ταξινόμησιν, διόρθωσιν καὶ ἀποπεράτωσιν ἀνεκδότων Πρακτικῶν». Γίνεται ἔπειτα δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ κατασκευῆς νέων ἀρτηριῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν». Ψηφίζεται ἐπίσης κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ἐπίσης κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινῆς συστάσεως εἰδικοῦ ἐλεγκτηρίου». Ἐπίσης κατ’ ἀρχὴν τὸ «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Ἐπίσης κατ’ ἀρχὴν τὸ «περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος». Ἐπίσης κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ κυριακῆς ἀργίας ͵ΓΥΝΕʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ͵ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910»).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ ἀπολήψεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ξένων ἀποστολῶν». Καταρτίζεται ἐπιτροπὴ διὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς», ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυρίων Ἰ. Τρικούπη, Ἰ. Φαρμάκη, Ἀθ. Χριστοπούλου, Εὐστ. Παπακωνσταντίνου, Π. Τσαλδάρη, Ἐπ. Δεληγιάννη, Μ. Νεγροπόντη, Ἐμ. Μπενάκη, Γ. Στρατούλη, Λ. Νάκου, Ἀ. Παναγιωτοπούλου. Σπ. Ἀγαπητοῦ, Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα, Ἀγ. Σλῆμαν, Λ. Κογεβίνα, Εὐθ. Βελλιανίτου, Γ. Φικιώρη, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Θ. Σκάση, Ἀ. Κασσαβέτη, Ν. Ξηροῦ καὶ Ἰ. Μπρισιμιτζάκη. Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης καὶ σχεδίου διὰ τὴν κατασκευὴν ἐν Ναυστάθμῳ ἀποθήκης γαιανθράκων» παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ τῶν κυρίων Λ. Ἐμπειρίκου, Λ. Κογεβίνα, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Π. Κοντοσταύλου, Σπ. Ἀγαπητοῦ, Γ. Ἰατροπούλου, Ἀ. Παπαλουκᾶ, Ν. Τριανταφυλλάκου, Ἀ. Πετσάλη καὶ Γ. Τσαξίρη. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Φλέσσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥρᾳ 5ῃ μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7′ μ. μ.).