1913.04.03
925 rows · 6,826 words · 45 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 3ης Ἀπριλίου 1913.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Κωνστ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
(Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Γαρδικιώτης) (Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ ἄνευ τινὸς ἀντιρρήσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Σερβικῆς Βουλῆς ἔχον οὕτω· «Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας Βαθέως συγκεκινημένος ἐπὶ τῇ εἰδήσει τοῦ μυσαροῦ ἐγκλήματος τοῦ γενομένου κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ ὑμετέρου σεπτοῦ Ἄνακτος παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ἔκφρασιν τοῦ βαθυτάτου ἄλγους καὶ τῆς εἰλικρινεστάτης συμμετοχῆς ἣν οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ σύμπαν τὸ ἔθνος τῶν Σέρβων ὑφίστανται ἐν τῷ μεγάλῳ πένθει ὅπερ καλύπτει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ἡμέτερον εἰλικρινῆ φίλον καὶ σύμμαχον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Σερβικῆς Βουλῆς Ἀνδρέας Νίκολιτς». Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐστάλη ἡ ἑξῆς ἀπάντησις. «Πρόεδρον Σερβικῆς Βουλῆς Βελιγράδιον Τὴν ζωηρὰν λύπην καὶ συμμετοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Σερβικοῦ ἔθνους εἰς τὸ μέγα πένθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅπερ ἐγεννήθη ἐκ τῆς στερήσεως Βασιλέως πολυτίμου, ἀψευδὲς μαρτύριον τῆς ὑφισταμένης ἀγάπης καὶ συμπαθείας μεταξὺ τῶν δύο φίλων καὶ συμμάχων ἐθνῶν, μεθ’ ὅλως ἐξαιρετικῆς συγκινήσεως καὶ συμπαθείας ἐπληροφορήθησαν οἱ Ἕλληνες Βουλευταί, οἵτινες δι’ ἐμοῦ διαβιβάζουσι πρὸς τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα τὴν ἔκφρασιν τῆς μεγίστης αὐτῶν εὐγνωμοσύνης. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Κ. Ζαβιτσιᾶνος». Ὁ σύνδεσμος τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων ἐκ τῆς ἐπιτάξεως εἰς αὐτοὺς ὀφειλῶν. Ὁ δήμαρχος Αἰγείρας ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Αἰγείρας παραπονουμένων ὅτι ἀπωλέσθησαν συστημέναι ἐπιστολαὶ σταλεῖσαι πρὸς ἐφέδρους. Ὁ δημοσιογράφος Μάξιμος Ἄμλετ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀταξιῶν ἐν τοῖς διαφόροις ἱδρύμασι. Φοιτηταὶ ἐκ Μ. Ἀσίας, Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας, Θράκης, Μακεδονίας καὶ νήσων αἰτοῦσι τὴν ἀτελῆ ἐγγραφήν των εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὁ εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σκλίβαινα καταστραφέντος ἐξ ἡφαιστειώδους ἐπηρείας, ζητούντων τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν. Αἴτησιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν αἰτουμένου ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τσαξίρη.
§2Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ζητῶ τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁρίσατε.
§4Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὴν Βουλήν, ὅπως ἑνώσῃ εἰς τὴν ἰδικήν μου καὶ τὴν ἰδικήν της παράκλησιν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ὅπως τὸ ταχύτερον ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποβαλλομένης αἰτήσεως. Θ’ ἀποφύγω ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐναντίον μου μήνυσιν. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον θὰ ζητήσω ἄλλως τε ἐν καιρῷ παρὰ τῆς δικαιοσύνης. Νομίζω μόνον ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, αἰτούμενος συγγνώμην διότι ἀναγκάζομαι ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως ἀπὸ τοιούτου βήματος. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς παρουσιάσθη τις εἰς τὸ γραφεῖόν μου φέρων πίνακα τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομοῦ Λαρίσης. Ὁ πίναξ αὐτὸς ἦτο δεξιῶς φιλοτεχνημένος μὲ λεπτομερῆ ἀποτελέσματα δι’ ὅλους τοὺς ὑποψηφίους, ἐπειδὴ δὲ μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι οἰκογενειάρχης καὶ στερεῖται τακτικῶν πόρων, τῷ ἔδωκα 100 δραχμάς. Εἰς τὰς ἑπομένας ἐκλογάς, τῆς 28 Νοεμβρίου, ἔλαβον καὶ πάλιν ἕνα ἄλλον πίνακα, τὴν φορὰν αὐτὴν λιθογραφημένον. Τῷ ἔδωκα καὶ τότε 50 δραχμάς. Κατόπιν ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν μοὶ ἔλεγεν ὅτι μὲ παρακαλεῖ νὰ τῷ ἐμβάσω δραχμὰς διακοσίας ἀντίτιμον τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους τῷ παρήγγειλα. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἐπιστολὴν ἔρριψα εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, τοὺς δὲ πίνακας ἐπέστρεψα. Μὲ ἠπείλησε διὰ δευτέρας ἐπιστολῆς ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ ἔλθω εἰς συμβιβασμὸν μετ’ αὐτοῦ, θὰ μοὶ ἔκαμνεν ἀγωγήν. Μοὶ ἔκαμεν ἀγωγὴν καὶ μοὶ ἐπέβαλεν ὅρκον. Ἔλαβον τὸν ὅρκον καὶ κατόπιν μοὶ ἔκαμε μήνυσιν ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Προσθέτω ὅτι ἔχω καὶ ὁμοιοπαθεῖς καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὁ κ. Ἀβέρωφ πρώην βουλευτὴς Λαρίσης καὶ ὁ κ. Κορομηλᾶς, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ αἴτησις θὰ σταλῇ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς βασιλικῆς χορηγίας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§6ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ζητῶ τὸν λόγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥώμας μέλος τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι πολὺ ἀργὰ τῷ ἐστάλη ἡ πρόσκλησις, ὅπως λάβῃ μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ δὲν ἔλαβε μέρος.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥώμας ὑπέγραψε τὴν αἴτησιν.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρόσκλησις τῷ ἐστάλη ἀργὰ καὶ συνεφώνησε μετὰ τῆς μειονοψηφίας, χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ λάβητε τὸν λόγον.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὴν χορηγίαν ἐγὼ θεωρῶ μικράν. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου· πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖσθε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου;
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι, ἀλλὰ παρέλειψα μερικά, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἰδιαιτέρως, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ ἡ βασιλικὴ χορηγία. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ὁρίσητε ἀκρόασιν, ἵνα σᾶς παραστήσω ἰδιαιτέρως, διατί πρέπει ν’ αὐξηθῇ ἡ βασιλικὴ χορηγία, καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ὅτι δὲν ἔχει χρήματα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιίας. Ὑποβάλλεται ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἀπονομῆς χορηγίας εἰς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δημ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§16Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ ζητήματος γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ὅπερ δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἄλλοτέ ποτε ἀπησχόλησεν αὐτήν. Ἐπὶ τῷ εὐτυχεῖ γεγονότι τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ἡ Ἀρχαιολογικὴ ἑταιρεία ἔσχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ συστήσῃ καὶ ὠνόμασεν ἐπιτροπὴν ἐκ λογίων ἀνδρῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βολωνάκη, γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀνετέθη τὸ ἔργον τῆς περισυλλογῆς καὶ ἐξευρέσεως τῶν καταλλήλων ὀνομάτων ἅτινα θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντικαταστήσωσι τὰς ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ ξένας τοπωνυμίας. Εὐχαρίστως δ’ ἤκουσα ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὄχι μόνον ἤρξατο, ἀλλὰ καὶ ἐπισπεύδει τὰς ἐργασίας αὑτῆς, συγκεντροῦσα ὅ,τι σχετικὸν ὑλικὸν ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας συγγραφεῖς ἀπὸ τῶν ἀρχαίων μέχρι τῶν βυζαντιακῶν καὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Πιστεύει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, ὅταν θὰ ἐπιστῇ ὁ χρόνος νὰ χαραχθῶσιν αἱ διοικητικαὶ διαιρέσεις εἰς τὰς ἀπελευθερωθείσας χώρας, θὰ ἔχῃ πρόχειρα τὰ προσήκοντα ὀνόματα, δι’ ὧν θὰ βαπτισθῶσι καὶ αἱ νέαι περιφέρειαι. Καὶ οὕτω θ’ ἀποφύγωμεν ὅ,τι ἔγινεν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔνθα ἔχομεν νομὸν Λαρίσης καὶ ἐπαρχίαν Λαρίσης καὶ δῆμον Λαρίσης· ἐπίσης νομὸν Τρικκάλων καὶ ἐπαρχίαν Τρικκάλων καὶ δῆμον Τρικκάλων, ὡσεὶ νὰ μὴ ὑπῆρχον ἄλλα χωρικὰ ὀνόματα, δι’ ὧν νὰ διακρίνωνται οἱ νομοὶ καὶ αἱ ἐπαρχίαι. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη χρήζει ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως καὶ συμπληρώσεως, εἰ δυνατόν, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ εἰς τοπωνυμίας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι τοῦ Ὀλύμπου θὰ εὕρῃ τις σειρὰν ἀτελεύτητον βαρβαρικῶν καὶ κακοήχων ὀνομάτων, οἷα τὰ δύο Ἀλητσελεπῆ καὶ τὸ Ἀσλάναγα καὶ τὸ Ὀσμάναγα καὶ τὸ Ἰμίρμπεη καὶ τὸ Μπεχτσιλὰρ καὶ τὸ Σαρχανλὰρ καὶ τὸ Σαλτζιλὰρ καὶ τὸ Γκουσγκουνὰρ καὶ τὸ Χατζημουσταφαλὰρ κλπ. Εἶναι ὀλίγα, πολὺ ὀλίγα, τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα ἅτινα ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἀντικατέστησαν δι’ ἑλληνικῶν. Ὡς σπουδαιότερα δὲ παραδείγματα ἀναφέρω ὅτι ὁ Πειραιεὺς ἀντικατέστησε τὸ Πόρτο–Λεῶνε, τὸ Αἴγιον τὴν Βοστίτσαν, τὸ Ἀγρίνιον τὸ Βραχῶρι, ἡ Λαμία τὸ Ζητοῦνι καὶ τὴν Κούλουρη ἡ Σαλαμὶς καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν ἡ Ἀμφιλοχία τὸν Καρβασσαρᾶν καὶ τὸ Ἀγᾶ ἡ Σπερχειάς. Οἱ δὲ σταθμοὶ τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων φέρουσιν ἐπὶ τῶν πινακίδων τῶν σταθμῶν σὺν τοῖς σημερινοῖς καὶ τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα τῶν γειτονικῶν τόπων. Πολλαὶ ὅμως ἀκόμη ἑκατοντάδες τοπωνυμιῶν ἀναμένουσι τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Πρὸ τετραετίας περίπου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Λεβίδης συνέστησεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὰς ξένας τοπωνυμίας, ἥτις ὅμως δὲν ἔδειξε σημεῖα ἐργασίας, ἴσως ἕνεκα τῶν ἔκτοτε μεσολαβησάντων πολιτειακῶν καὶ ἐξωτερικῶν γεγονότων. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν κακοήχων ξενικῶν ὀνομάτων δὲν νομίζουσιν ὅτι εἶναι σκόπιμον ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἅπασαι ἀνεξαιρέτως αἱ ξέναι τοπωνυμίαι. Χάριν τῆς ἱστορίας τῆς χώρας, ὅτι κατὰ προγενεστέρους αἰῶνας ποικιλώνυμοι λαοὶ ἐκ ταύτης διῆλθον, καταλιπόντες σημαντικὰ ἴχνη τῆς διαβάσεως αὐτῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῶσι ξένα τινὰ ὀνόματα. Ἀλλὰ θὰ μείνωσιν ἐκεῖνα ὅσα συνδέονται μετὰ μεγάλων ἱστορικῶν γεγονότων. Διότι τὰ ὀνόματα ταῦτα θὰ ὑπενθυμίζωσιν ὄχι μόνον τοὺς χρόνους δουλείας δυσχειμέρου, ἀλλὰ θὰ ὑπομιμνήσκωσι συγχρόνως καὶ τοὺς εὐτόλμους ἀγῶνας εἰς οὓς ἀπεξεδύθη τὸ ἔθνος, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ ἀποκατάστασιν. Καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τιθεμένου τοῦ ζητήματος οὐδεὶς βεβαίως θὰ συνηγόρει, ὅπως ἀντικατασταθῶσι τὰ ὀνόματα τοῦ Βαλτετσίου ἢ τῆς Ἀραχώβης ἢ τοῦ Μεσολογγίου ἢ τοῦ Μπιζανίου ἢ τοῦ Σαρανταπόρου ἢ τῶν Γενιτσῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ διατηρῶνται ἀδικαιολογήτως κακόηχοι τοπωνυμίαι, οἷα τὰ ἀκαλαίσθητα Ἀλητσελεπιὰ καὶ Γκουσγκουνάρια; Ἤδη, ὁπότε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἔχει τὰ μάλιστα ἐξαρθῆ, νομίζω ὅτι εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε εἶναι εὔθετος ἡ περίστασις ὅπως ἐξαλειφθῶσι τὰ ταπεινὰ ταῦτα ὀνόματα, ἅτινα ταπεινότερον ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν κατοίκων τῶν φερωνύμων συνοικισμῶν. Τοῦτο πανταχοῦ ἐγένετο. Διότι τὰ τοιαῦτα ὀνόματα δὲν εὑρίσκονται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶναι λείψανα ὡρισμένης ἱστορικῆς ἐπιδράσεως, τὰ δὲ σημερινὰ ὀνόματα εἶναι λείψανα τῆς Τουρκοκρατίας. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία οὔτε ἤρχισεν οὔτε ἔληξε διὰ τῆς Τουρκικῆς δεσποτείας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτόν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ ἐπισήμως τὴν μνησθεῖσαν ἐπιτροπήν, καί, εἰ δυνατόν, συμπληρώσῃ αὐτήν, ἵνα ἐπεκτείνῃ τὸ ἔργον της ἐπὶ τῶν τοπωνυμιῶν τῆς τε νέας καὶ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Βεβαίως τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀναγνωριζομένης, δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῆτε ὅτι ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις θὰ περιβάλῃ αὐτὴν διὰ μείζονος γοήτρου, ὅπερ τὰ μάλιστα θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐπιτυχεστέραν διεξαγωγὴν ἔργου ὡραίου καὶ ἐθνικοῦ, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν λόγιοι ἄνδρες προσφέρονται νὰ παράσχωσι τὰς ὄντως πολυτίμους αὐτῶν ὑπηρεσίας ἄνευ ἀξιώσεως πρὸς ὑλικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἀναγνωρισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
§17ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς περίπου ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ οὗ ἐζητεῖτο, ὅπως μὴ προβῶμεν εἰς ὀνομασίαν τῶν νέων χωρῶν κατὰ νομούς, ἐπαρχίας, δήμους κλπ., πρὶν ἢ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, καθόσον, ὡς ἔγραφεν, ἔχει καταρτίσει εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καταγινομένην εἰς ἔρευναν τῶν ὀνομάτων τῶν νέων χωρῶν. Ἔσπευσα ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως ὅτι ἀκριβῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ὑπ’ ὄψει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῶν εἰδικωτέρων πρὸς τοῦτο, θ’ ἀναμείνῃ δὲ τὴν γνώμην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὶν ἢ προβῇ εἰς ὀνομασίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς μικροτέρας ὑποδιαιρέσεις, τὰς κοινότητας, ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἀπὸ τὸ συμβούλιον αὐτῶν ἐξαρτᾶται νὰ δώσῃ τὸ ὄνομα εἰς τὴν κοινότητα, προτιμωμένου τοῦ ἀρχαίου ὀνόματος, πλὴν ἂν τὸ σημερινὸν ἔχῃ σημασίαν τινά.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τί ἐνήργησε περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς χιλιοδράχμου ἐγγυήσεως τοῦ τέως εἰσπράκτορος τοῦ ταμείου Εὐρυτανίας Γεωργ. Καλογερᾶ, ὑποβαλόντος ἐπανειλημμένως ἀπὸ ἔτους αἰτήσεις ἐπιστροφῆς· ἐπίσης τί ἐνήργησε περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς ὑπὲρ τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ ταμείου Εὐρυτανίας Γ. Ξυθάλη κατατεθείσης ἐγγυήσεως ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλου Παπαθανασιάδου.
§19ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Καλογερᾶν διετάχθη ἡ ἐπιστροφή, διὰ δὲ τὸν Ξυθάλην ἐζητήθησαν συμπληρωματικαὶ πληροφορίαι.
§20Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς πληροφορίας, παρακαλῶ ὅμως αὐτόν, ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ἐνίων ἐκ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ καταστήσῃ αὐτοὺς ἐνημερωτέρους εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δικαίων συμφερόντων παντὸς πολίτου. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον καθυστέρησις τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν χρημάτων, ὅπερ ἀποτελεῖ μέγα κεφάλαιον διὰ βιοπαλαιστὴν οἰκογενειάρχην, ὀφείλεται εἰς τὴν ῥᾳθυμίαν καὶ νωχέλειαν τῶν ὑπαλλήλων. Βεβαιῶ τοῦτο, ὡς ὑποπεσὸν εἰς τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, διότι οἱ δικαιοῦχοι ἀπαυδήσαντες ν’ ἀποστέλλωσιν αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθησαν νὰ ἀνενεχθῶσιν εἰς ἐμὲ ὡς ἀντιπρόσωπόν των. Πλειστάκις ἀνῆλθον τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου καὶ οὐδέποτε ἔσχον θετικὴν καὶ βεβαίαν ἀλλὰ μόνον ξηρὰν ἀπάντησιν ὅτι θὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα, μέχρι δὲ προχθὲς ἐξηκολούθουν διαβεβαιοῦντές με τὴν μέλλουσαν ἀπόδοσιν καὶ ἑπομένως ποιοῦμαι σύστασιν, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως καταστήσητε ἐνημερωτέρους τοὺς ὑπαλλήλους σας εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν δικαίων συμφερόντων τῶν πολιτῶν.
§21Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅμως ὅτι ἀπὸ ἑξαμήνου 184 ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν εὑρίσκονται ἐπίστρατοι· ἑπομένως μοιραῖον εἶναι νὰ χωλαίνῃ πως ἡ ὑπηρεσία.
§22ΙΩ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δικαιολογία, διότι ἀρκετοί εἰσι κατὰ τὴν γνώμην μου οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰσὶ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἀπρόθυμοι εἰς πληροφορίας, ὡς εἰσιν ὑποχρεωμένοι. Ὅτε παρουσιάσθην, ἵνα ζητήσω τὸ πρῶτον πληροφορίας, μὴ γνωρίζοντες τὴν ἰδιότητά μου, οὐ μόνον δὲν μοὶ μετέδωκαν τοιαύτας, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος προσηνέχθη οὐχὶ ὡς ἔδει καὶ μόνον ὅτε ἐκ τῆς στάσεώς μου ἐνόησεν ὅτι εἶμαι Βουλευτὴς ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ συγγνώμην καὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἰς πολλοὺς τῶν κυρίων συναδέλφων τὸ αὐτὸ θὰ συνέβη.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι· μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς συστάσεως εἰδικοῦ λογιστηρίου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνα ἀπόφασιν ἔσχε περὶ τοποθετήσεως τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου ἐν Φουρνᾷ τῆς Εὐρυτανίας, ἐκ τοῦ ὁποίου ὕψιστα συμφέροντα θίγονται ὁλοκλήρου περιφερείας.
§25Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ εὐγενεῖ μερίμνῃ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ ἐν λόγῳ τηλεγραφικὸν γραφεῖον καὶ ὁ τόπος εὐγνωμονεῖ αὐτόν τε καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ τοποθετήσῃ ὑπάλληλον, ἵνα ἄρξηται καὶ ἡ λειτουργία τοῦ γραφείου ἐπιταγῶν. Σημειώσατε ὅτι πρόκειται περὶ γραφείου ἐπιταγῶν ἐξυπηρετοῦντος τέσσαρας ὁλοκλήρους δήμους ἐπαρχίας ὀρεινοτάτης καὶ ἐστερημένης πάσης συγκοινωνίας καὶ τῆς ὁποίας οἱ περισσότεροι κάτοικοι εἶναι μετανάσται τῆς Ἀμερικῆς, οἱ δὲ ὑπόλοιποι, ἐπίστρατοι, ἤδη δ’ ἐναπέμειναν γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἀναγκάζονται νὰ ὁδοιπορῶσιν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας μεταβαίνουσαι εἰς Καρδίτσαν ἢ Λαμίαν πρὸς ἐξαργύρωσιν ἐπιταγῶν. Ἐκ τούτου δ’ ἔσχομεν ἐφέτος καὶ θύματα λόγῳ τοῦ βαρέος χειμῶνος. Παρακαλῶ συνεπῶς καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μεριμνήσῃ ταχέως περὶ τοποθετήσεως ὑπαλλήλου καὶ οὕτως ἄρξηται ἡ λειτουργία τοῦ ἐν λόγῳ γραφείου, ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ ὁποίου ὕψιστα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου παραβλάπτονται.
§26ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Γινώσκετε καὶ ὁ ἴδιος τὸν λόγον δι’ ὃν ἀργεῖ τὸ γραφεῖον. Εἶναι ἡ ἔλλειψις ὑπαλλήλων, διότι ἀπεσπάσθη μέγα μέρος αὐτῶν εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ πρὶν μάλιστα ὑπῆρχεν ἔλλειψις. Ἔχω ὅμως δώσει διαταγάς, ὅπως ἐξοικονομηθῶσι τὰ γραφεῖα τὰ ἔχοντα τὰς μεγαλειτέρας ἐργασίας...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§28ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὐνόητον εἶναι, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν εὐρείας ἐργασίας νομοθετικῆς οὔτε δι’ αὐτὰς καθ’ ἑαυτὰς τὰς νέας χώρας οὔτε διὰ τὴν ἐξ αὐτῶν ἐπίδρασιν εἰς τὴν ὅλην διοικητικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις σημεῖά τινα χρήζοντα ἐπειγούσης νομοθετικῆς προνοίας, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἀνάγκας διοικητικὰς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου προελθούσας. Τοιαύτη πρόνοια ὑπαγορεύει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Πρὸ παντὸς βεβαίως ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι παρ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις ὄχι μόνον τὰς ἐγκειμένας εἰς τοὺς ὅρους ἐν γένει τῆς συνθέσεως τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτῆς τὰς ἀριθμητικάς, αἵτινες εἶχον ἀναγνωρισθῆ καὶ διὰ τὴν τέως ἔκτασιν τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, διότι ὑπῆρχε μέγας φόρτος καθηκόντων εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος, δυσανάλογος πρὸς τὴν ἀριθμητικὴν αὐτοῦ δύναμιν, παρ’ ὅλας, λέγω, τὰς τοιαύτας ἐλλείψεις πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ ὅτι τὸ σῶμα αὐτὸ κατέβαλε πολλὰς καὶ πολυτίμους προσπαθείας, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ ὅσον ἦτο δυνατὸν πληρέστερον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας· ὑποχρεώσεις δυσχερεστέρας ἐκεῖ ἰδίως, ὅπου εὑρέθη καὶ ἀπέναντι νέων καὶ πολυπλόκων κοινωνικῶν συνθηκῶν, δυσχεραινουσῶν ἐπὶ πλέον τὰ ἀστυνομικὰ αὑτοῦ καθήκοντα. Ὀφείλω νὰ μνημονεύσω καὶ ἰδιαιτέρως ἐνταῦθα τὴν σημαντικὴν ἐπικουρίαν τὴν ὁποίαν παρέσχεν ἡ Κρητικὴ Χωροφυλακὴ διὰ τῶν ὅλων αὑτῆς ὀργάνων, μάλιστα δὲ διὰ τὴν ἐπιβλητικότητα καὶ τὴν εὐπρέπειαν τὴν ὁποίαν ἐνεφάνισεν ἡ παράστασις αὐτῆς ἐκεῖ ἔνθα ἐτάχθη. Εἶπον ὅτι αἱ ἀστυνομικαὶ ἐλλείψεις εἶναι πολλαπλαῖ. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον κατέδειξεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, πολλὰς τοιαύτας, πρὸς τὴν μελέτην δ’ αὐτῶν καὶ τὴν πληρεστέραν ὀργάνωσιν τοῦ σώματος ἐκαλέσαμεν τὴν Ἰταλικὴν ἀποστολήν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι παρὰ πάσας τὰς ἐλλείψεις αἵτινες κατεδείχθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ τῇ λειτουργίᾳ τοῦ θεσμοῦ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν εὐδοκίμησιν αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προηγούμενα συστήματα. Ἡ Ἰταλικὴ ἀποστολὴ ἐπιληφθεῖσα μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ καθῆκον τῆς μελέτης τῶν ἀστυνομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἔφθασεν ἤδη κατὰ μέγα μέρος καὶ εἰς πορίσματα περὶ τῶν δεόντων γενέσθαι, ἔχει δὲ ἤδη ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὀργανισμὸν τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς μετά τε τῶν σχετικῶν κανονισμῶν ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ οὔτε ὀργανισμὸν Χωροφυλακῆς οὔτε ἄλλας ἐπίσης ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν σήμερον παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν κἂν τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσωσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ νέου Βασιλείου. Δυνάμεθα ὅμως καὶ ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ ἄλλης ἐνισχύσεως, καὶ δὴ ποιοτικῆς, τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπὶ τούτῳ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Πρῶτον νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς. Παρετηρήθη μεγίστη ἀπροθυμία εἰς τὴν κατάταξιν εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς. Βεβαίως συνετέλεσε καὶ ἡ μετανάστευσις, ἥτις ἠρήμωσε τὴν χώραν ἀπὸ τὰς ἡλικίας ἐξ ὧν προέρχονται καὶ οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν Χωροφυλακήν, συνετέλεσαν ὅμως καὶ οἱ ὅροι οἱ οἰκονομικοὶ καθ’ οὓς μισθοδοτεῖται τὸ σῶμα τοῦτο· ἐνῷ ἐξ ἄλλου τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα παρὰ τῶν ἐθελοντῶν χωροφυλάκων δὲν φαίνονται ὅτι εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ ποιοτικὴν ἀρτιότητα εἰς τὸ σῶμα, καὶ ἂν ἤθελε συμπληρωθῆ ἡ ἀριθμητικὴ αὐτοῦ δύναμις. Διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως περιττὸν νὰ εἴπω πολλά· ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν ἀκόμη νὰ συμπληρώσωμεν οὔτε τὴν δύναμιν τῶν 5500 ἀνδρῶν, τὴν ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁριζομένην, ἐλλείπουσι δὲ περὶ τὰς 2000 περίπου! Αἱ κυριώτεραι μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπιφέρει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω, εἶναι πρῶτον ἡ τῆς ἡλικίας. Εἰσάγομεν καὶ τάξιν μαθητευομένων χωροφυλάκων καὶ ὁρίζομεν διὰ τὴν κατάταξιν ἡλικίαν 19 ἐτῶν συμπεπληρωμένων, μέχρις ὅμως τοῦ 25 ἔτους δι’ ἐκείνους οἵτινες δὲν ἔχουσιν ὑπηρετήσει ἐν τῷ στρατῷ, μέχρι δὲ τοῦ 32 δι’ ἐκείνους οἵτινες ἔχουσιν ὑπηρετήσει. Τὰς ἄλλας λεπτομερείας θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τὴν εἰσαγομένην ὡς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα συζητηθῇ τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τῆς ἰσχυούσης διατάξεως τῆς ὁριζούσης τὸ Συμβούλιον πρὸς ἐνέργειαν τῶν μεταθέσεων. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς σκοπιμότητος τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἥτις καὶ πάλιν ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐν τῷ νόμῳ, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἵνα διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Ἰταλικῆς ἀποστολῆς, θεωρεῖται ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς τὸ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν ἴδιον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν μεταθέσεων· διὰ τοῦτο αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζουσιν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο παραχωρεῖται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τῆς ἰσχυούσης εἰς τὸν κρατοῦντα νόμον, ἥτις ἀναστέλλεται μόνον ἐφ’ ὅσον χρόνον τῆς Χωροφυλακῆς προΐσταται μέλος τῆς Ἰταλικῆς ἀποστολῆς. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν ὅμως νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς τοὺς ἄνδρας τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα ἅτινα ζητοῦμεν διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου νομοσχεδίου, εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιώσωμεν καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῶν ὅρους. Πράγματι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δαπάνη μᾶλλον παραγωγικὴ τῆς γινομένης διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, δὲν νομίζω δ’ ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ ἀντίρρησιν ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἡ προτεινομένη ὑφ’ ἡμῶν αὔξησις εἰς τοὺς μισθοὺς τῆς Χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον οἱ χωροφύλακες διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις, καὶ οἱ μὲν πρώτης τάξεως λαμβάνουσι δρ. 80 τὸν μῆνα, οἱ δὲ δευτέρας τάξεως δρ. 70.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ κληρωτοὶ 29 δραχμάς.
§30Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἐθελονταὶ αὐτοί. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναβιβασθῇ δι’ ὅλους τοὺς χωροφύλακας εἰς δρ. 80, πρὸς 2 δραχμαῖς κατὰ μῆνα, αἵτινες θὰ δίδωνται εἰς τοὺς πρώτης τάξεως. Ὑπάρχει καὶ διάταξις καθ’ ἣν κατὰ πενταετίαν αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν χωροφυλάκων, οὕτως ὥστε δύναται νὰ φθάσῃ μέχρις 100 δρ., διὰ δὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς μέχρις 110. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ὑπάρχει διάταξις προκαλέσασα εὐλόγους δυσαρεσκείας εἰς τὸ σῶμα τῶν ὁπλιτῶν, καθὼς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔχω ἀντιληφθῆ ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως. Ἐννοῶ τὴν διάταξιν περὶ κρατήσεως ἐκ τοῦ μισθοῦ λόγῳ τιμωριῶν. Διὰ διατάξεως λοιπὸν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὄχι μόνον μειοῦνται αἱ κρατήσεις αὐταὶ μέχρι σημείου λογικοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν ποσὸν ἀντὶ νὰ διατίθηται εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, διατίθεται πρὸς σύστασιν ἰδίου ταμείου μέλλοντος νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνάγκας αὐτῶν τούτων τῶν χωροφυλάκων, καὶ εἰς τούτους νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον. Εἶπον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὸ σύνολον τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Κράτους ἡμῶν. Μὴ δυνάμενοι ὅμως διὰ τῆς ὑφισταμένης δυνάμεως νὰ ἐπαρκέσωμεν, ἔχοντες δὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τοὺς ὁποίους εἰσάγομεν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσελκύσωμεν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ὄχι μόνον δύο χιλιάδων, ὅσοι ἀπαιτοῦνται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρων, προτείνομεν καὶ αὔξησιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως κατὰ χιλίους πεντακοσίους ἄνδρας. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι βεβαίως καὶ τὸ οὕτως ἀπαρτιζόμενον σύνολον 7000 ἀνδρῶν εἶναι συζητήσιμον ἂν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὁ αὐτὸς φόρτος ὑποχρεώσεων καὶ φροντίδων εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς· ἀλλὰ τοῦτο θὰ συζητηθῇ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ τῆς ὁριστικῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς. Ὄτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐγένετο ἐνταῦθα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὑπὸ τίνος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, λόγος ὅτι δίκαιον θὰ ἦτο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διὰ τοιαύτην ἀποζημίωσιν πρὸ πάντων οἱ ὁπλῖται τῆς Χωροφυλακῆς οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς νέας χώρας. Ἀπήντησα τότε, δι’ οὓς λόγους εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἀλλὰ καὶ τὴν μόνιμον αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων. Καθὼς δὲ δὲν ἐλησμόνησα τὴν δήλωσίν μου ταύτην καὶ εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων, δὲν ἐλησμόνησα οὔτε τὴν δήλωσιν περὶ προσθέτου ἀποζημιώσεως τῶν εἰς τὰς νέας χώρας ὑπηρετούντων, καὶ ὑποβάλλω περὶ τούτου νομοσχέδιον «περὶ παροχῆς μηνιαίου ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς», τὸ ὁποῖον σημειωτέον ὅτι θὰ ἰσχύῃ μόνον μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, δι’ οὗ αὐξάνεται ὁ μισθός. Ταῦτα περὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Ἔχομεν ὅμως καὶ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀνάγκας ἐπιτακτικάς. Ἔχομεν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν ὅτι εἴχομεν ἐντὸς τῶν πρὸ τοῦ πολέμου ὁρίων τοῦ Κράτους πλῆρες δίκτυον τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς συγκοινωνίας ταύτης εἶναι φανερὸν ὅτι ὀφείλεται εἰς χρηματικὰς στενοχωρίας. Αἱ ἀνάγκαι ὅμως αὗται ἐπαυξάνονται ἐπὶ μείζονα λόγον σήμερον, ὑποβάλλω δὲ σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ δαπάνη 1.555.000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τεσσάρων κεντρικῶν ἀρτηριακῶν γραμμῶν τηλεγράφου καὶ τηλεφώνου. Ἡ δαπάνη αὕτη ἔχει ὑπ’ ὄψει ἀρτηριακὸν σύμπλεγμα ἀρχόμενον ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ διευθυνόμενον διὰ μιᾶς μὲν ἀρτηρίας διὰ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος — τῆς Λαμίας καὶ Δομοκοῦ — πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε προελαύνων ὁ στρατός, δηλαδὴ Σερβίων, Κοζάνης, Βερροίας εἰς Θεσσαλονίκην, ἥτις θὰ εἶναι γραμμὴ τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνική, ὡς θὰ εἶναι καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι περὶ ὧν θὰ εἴπω. Ἡ δευτέρα τοιαύτη ἀρτηρία ἀρχομένη ἀπ’ Ἀθηνῶν καὶ διερχομένη διὰ Κορίνθου καὶ Πατρῶν ἐκτείνεται εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἐκεῖθεν δι’ Ἄρτης φθάνει εἰς Ἰωάννινα, καὶ αὐτὴ τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνική. Ἡ τρίτη ἀρτηρία προχωροῦσα ἀπὸ Κορίνθου εἰς Πάτρας περιβάλλει τὴν Πελοπόννησον μέχρι Καλαμῶν. Ἡ τετάρτη ἀρτηρία ἀπὸ Κορίνθου διὰ Τριπόλεως φθάνει καὶ αὐτὴ μέχρι Καλαμῶν.
§31Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνική;
§32ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· εἶναι πρόσθετος γραμμὴ πλὴν τῶν ὑφισταμένων.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπάρχουσα γραμμὴ εἶναι καὶ τηλεφωνική;
§34ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Ἡ εἰσαγομένη τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι καὶ τηλεφωνική. Ἕτερον νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ἀποβλέπει εἰς τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ὑπαλλήλων τηλεγραφικῶν, εἶναι δὲ ἀναγκαῖον, διότι λήγει ἡ προθεσμία ἐντὸς διμήνου, δέον δὲ ν’ ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις. Τρίτον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τροποποίησιν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀποζημιώσεων τῶν ἀποσπωμένων ἐντὸς τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, διὰ περιορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων. Τέταρτον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες δὲν ἠδύναντο νὰ προΐδωσι καὶ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κατακτήσῃ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος ἐν ἐκστρατείᾳ ἢ εἰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὀφείλομεν μετ’ ἐπαίνου ν’ ἀναφέρωμεν ὅτι οἱ ἰθύνοντες τὰ τοῦ στρατοῦ ἐγκωμιάζουσι τὴν δρᾶσιν τῶν συνεργείων ἅτινα ἠκολούθουν τὸν στρατόν, ἐγκωμιάζουσι μέχρι τοσούτου, ὥστε μέλος τοῦ Ἐπιτελείου νὰ εἴπῃ εἰς ἐμέ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ διεξήγετο ἡ τελευταία μάχη ἐν Ἠπείρῳ, ἂν δὲν ἐπεδείκνυον ὅσην ἐπέδειξαν ἱκανότητα καὶ αὐταπάρνησιν ἀγρυπνοῦντες καὶ καταπονούμενοι οἱ ἐγκαθιστῶντες κατὰ πᾶν βῆμα προόδου τοῦ στρατοῦ τὸ τηλέφωνον. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Ἀλλ’ εἶναι πράγματι ἀναγκαία καὶ ἄλλη τις πρόνοια εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἔχομεν δὲ τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρόνοια ἡ νομοθετικὴ ἥτις μέλλει νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δέον νὰ εἶναι τόσον ῥιζική, ὥστε ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ δύο ὑπηρεσίας, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ τὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ὅπως ὑπαγάγῃ αὐτὰς εἰς ἴδιον Ὑπουργεῖον. Τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ἔχει ἤδη ἡ Κυβέρνησις περὶ συστάσεως καὶ ἐνάτου Ὑπουργείου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, καὶ τὸ σύστημα καθ’ ὃ λειτουργεῖ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Καίτοι ὅμως ὑπάρχει ἕτοιμον νομοσχέδιον ῥυθμίζον κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔπρεπε καὶ αὐτὸ νὰ συνυποβληθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἀποσπασθησόμεναι, ὡς εἶπον, ὑπηρεσίαι. Θεωροῦμεν ἐν τούτοις ἀναγκαίας μεταρρυθμίσεις τινὰς διὰ τῶν ὁποίων προνοοῦμεν περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων ἐπαρκῶν καὶ ἱκανῶν ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὰς νέας ἀνάγκας. Δὲν θεωρῶ ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀσχοληθῶ, ἵνα δικαιολογήσω τὴν διάταξιν καθ’ ἣν δύνανται νὰ εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας ἄνευ δοκιμασίας γραμματεῖς πρώτης τάξεως οἱ κεκτημένοι δίπλωμα Σχολῆς Πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἢ καὶ τὰς ἄλλας σχετικὰς διατάξεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπικαλεσθῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ καινοτομίας τινὸς τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἴσως εἶναι καιρὸς νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἐθεωρήσαμεν τουτέστιν ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ μονίμους ὑπαλλήλους εἰς διεύθυνσιν Νομαρχιῶν, ἐφ’ ὅσον προνοοῦμεν περὶ τοιούτων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ὑπάρχωσιν ἱκανοὶ ὅπως ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν Νομαρχιῶν. Βεβαίως οἱ πάντες γινώσκομεν τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν οἱ νομάρχαι δέον νὰ μὴ προέρχωνται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ν’ ἀπολαύωσι δὲ τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥτις ἔχει ἱστορικὴν τὴν προέλευσιν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν πείθομαι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθῇ καὶ νῦν ἔτι ὑφισταμένη, μάλιστα δ’ ἐν Ἑλλάδι. Διότι δὲν βλέπω τοὺς λόγους οἵτινες ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσιν, ὅπως ὁ νομάρχης εἶναι ὄχι τὸ πλάσμα τοῦ νόμου, ὄχι ὁ ὑπάλληλος ὁ καλούμενος νὰ ἐφαρμόσῃ ὡρισμένους νόμους καὶ ἐπιβλέπῃ τὴν συμφώνως πρὸς αὐτοὺς διοίκησιν, ἀλλὰ τὸ πλάσμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Πράγματι δὲν δύναταί τις νὰ παραγνωρίσῃ ὅτι συμβαίνει ἔν τινι μέτρῳ καὶ μὲ τὸν νομάρχην ὅ,τι καὶ μὲ τὸν Ὑπουργόν. Ὅτι καθὼς ὁ Ὑπουργὸς ὁ κοινοβουλευτικὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ ὑπηρεσιακοῦ, πλὴν ἄλλων πολιτικῶν λόγων καὶ διότι φέρει εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὸν κόσμον τῶν γραφείων τὸ φρόνημα τὸ κοινοβουλευτικόν, τὴν ἀντίληψιν τὴν πολιτικήν, τὴν γνῶσιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, — διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς ὑπηρεσίας ἣν διευθύνει, ὁ ἀνώτερος διεκπεραιωτὴς τοῦ συνόλου τῶν ὑποθέσεων τοῦ Ὑπουργείου του· εἶναι μᾶλλον ὁ κυβερνήτης, ἂν ὄχι αὐτὸς ὁ διευθύνων τὰς ὑποθέσεις ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ ὁ ὀφείλων νὰ ἐπιτηρῇ, ὅπως ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι ἐφ’ ὅλων τῶν ὑποθέσεων—, ἴσως, λέγω, ἔν τινι μέτρῳ οἱ λόγοι οἵτινες ὑφίστανται διὰ τὴν προτίμησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι οἱουδήποτε ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπάρχουσι καὶ διὰ τὸν νομάρχην. Διότι βεβαίως καὶ ὁ νομάρχης ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζῃ νὰ διοικῇ, τὸ δὲ διοικεῖν δὲν εἶναι μόνον γνῶσις τῶν τύπων τῶν νόμων, τὸ διοικεῖν ἴσως εἶναι καὶ τέχνη, πάντως δ’ ἀπαιτεῖ γνῶσιν πρὸ παντὸς τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, τοῦ κοινωνικοῦ φρονήματος καὶ ἀπροκατάληπτον ἐλευθερίαν ἀντιλήψεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀντιθέσει τοῦ πνεύματος τοῦ γραφειοκρατικοῦ τοῦ ὑπάρχοντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ εἰσέρχηται πνεῦμα γνώσεως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἐλευθερώτερον ἀντιλαμβανόμενον καὶ κρῖνον, θυσιάζον ἐνίοτε τοὺς τύπους εἰς τὴν οὐσίαν, ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ἀντιθέσει καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἁμίλλῃ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικά. Ἀλλ’ ἂν ἀκόμη ὑπάρχωσι πρόσωπα ὑπηρεσιακά— ἂς ὁμολογηθῇ δὲ ἡ ἐλπίς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη ὀλιγώτερα ἢ κατὰ τὸ παρελθόν, ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας μορφώσεως—ἄν, λέγω, ὑπάρχωσι πρόσωπα ὑπηρεσιακὰ μὴ δυνάμενα ν’ ἀντιληφθῶσι τὴν οὐσίαν ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως πέρα τοῦ στενοῦ τύπου καὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα ὅτι εἰσάγοντες ἐλευθέρως πάντας τοὺς νομάρχας ἔξωθεν, ἐκτὸς τοῦ κόσμου τῆς ὑπηρεσίας, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοὺς διοικητὰς τοὺς δυναμένους νὰ ἔχωσι καὶ τὴν γνῶσιν καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ διοικήσωσι κατὰ Νόμον καὶ κατὰ Δίκαιον. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῶν τοιούτων συλλογισμῶν, τῶν ἐν μέρει ὑπὲρ ταύτης καὶ ἐν μέρει ὑπὲρ τῆς ἄλλης ἰδέας, ἐνομίσαμεν ὅτι δυνάμεθα ἴσως νὰ τάμωμεν μέσην ὁδόν, εἰσάγοντες δὲ τὴν διάταξιν περὶ προαγωγῆς ὑπαλλήλων μονίμων καὶ εἰς θέσεις νομαρχῶν ὁρίζομεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτω διοριζομένων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ τρίτον τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχῶν τοῦ Κράτους. Ταῦτα εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τὰ μὲν πρῶτα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν Χωροφυλακὴν καὶ τὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως τὰ κηρύξῃ ἐπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι σήμερον κατ’ ἀρχήν, τὸ δὲ τελευταῖον παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης αὐτοῦ, ὅπως θελήσῃ νὰ μὴ παρελκύσῃ αὐτὴν ἐπὶ μακρόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν θεωρεῖ κατεπείγοντα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδια.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον. (Ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς»· 2) «περὶ στρατολογίας ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς κλπ.»· 3) «περὶ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ συντάξεως τῶν ὑπενωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων»· 4) «περὶ παροχῆς μηνιαίου ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς»· 5) «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΒΨΞΗʹ καὶ ͵ΓΦϞΕʹ»· 6) «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΓΨΚϚʹ περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων»· 7) «περὶ κατασκευῆς ἀρτηριῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν»· 8) «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ § 11 τοῦ ἄρθρου 13 καὶ ἐν τῇ παραγράφῳ 1 τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας»). Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσόντων προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θ’ ἀπασχολήσω ὀλίγον τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ὑποβολὴν τριῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως ἡ Βουλὴ μετὰ ταῦτα ἐπιληφθῇ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως αὐτῶν. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἡ σμύρις εἶναι ἓν τῶν πολυτιμοτέρων προϊόντων, ἀποδίδον εἰς ἡμᾶς ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος. Οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ τῆς σμύριδος χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ 1857, ἔκτοτε δὲ νόμοι ἀλληλοδιάδοχοι δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιφέρωσι κατάστασιν πραγμάτων ἥτις καὶ τὰς προσόδους τὰς προσδοκωμένας ν’ ἀποδίδῃ καὶ τοὺς ἐργάτας τῆς ὀρύξεως τῆς σμύριδος νὰ ἱκανοποιῇ. Διὰ τοῦτο ἀπὸ διετίας περίπου ἐξερράγη ἀπεργία τῶν σμυριδεργατῶν, ἥτις ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ εἰσέτι. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἠδύνατο βεβαίως ν’ ἀφήσῃ ἡμᾶς ἀδιαφόρους. Ἐπιθυμῶν δὲ νὰ λάβω προσωπικῶς γνῶσιν τῶν ἐκεῖ συνθηκῶν μετέβην μετ’ εἰδημόνων τοῦ ζητήματος τῆς σμύριδος καὶ εἶδον ὅτι τῳόντι ἡ κατάστασις ἐκεῖ ἦτο οἰκτρὰ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τινὰ ἀσυγκίνητον. Εἰς βράχους ἀπορρῶγας, μακρὰν ἀπέχοντας τοῦ μέρους ὅπου γίνεται ἡ ὄρυξις, ἀνέρχονται οἱ σμυριδωρύκται, ἐργάζονται εἰς σπήλαια σκοτεινά, πολλοὶ θνῄσκουσιν ἐξ αὐτῶν εἴτε ἐντὸς τῶν σπηλαίων εἴτε πορευόμενοι μετὰ τῶν ζῴων των, ὅπως ἐπιληφθῶσι τῆς ὀρύξεως, κοπιάζουσιν ὑπερμέτρως καὶ ἐν τέλει, παραδίδοντες τὴν σμύριδα, εὑρίσκονται πρὸ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ μείζονος μέρους αὐτῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐξαιρετικῆς ποιότητος. Ἡ κατάστασις αὕτη ἠνάγκασε τοὺς ἐργάτας ν’ ἀπεργήσωσι. Καὶ προέβαλον τὴν ἀξίωσιν ἢ νὰ αὐξηθῇ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος, δικαίωμα δηλ. πληρωμῆς 2 καὶ 40]00 κατὰ στατῆρα, εἰς τρεῖς δραχμάς, ἢ τοὐλάχιστον νὰ παραλαμβάνῃ τὸ Κράτος σμύριδα καὶ κατωτέρας ποιότητος. Ἡ πρώτη λύσις θὰ ἐπέφερεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δικαίως ἀπεφεύγετο ἡ λύσις αὕτη. Ἡ δευτέρα ὑπῆρχε κίνδυνος, καθὰ ἐνομίζετο, νὰ φέρῃ εἰς ἀνταγωνισμὸν τὰς κατωτέρας ποιότητας τῆς ἰδικῆς μας σμύριδος πρὸς τὴν Ἀσιατικὴν σμύριδα, ἀνταγωνιζομένην πρὸς τὴν ἰδικήν μας οὐχὶ ἐπιβλαβῶς μέχρι τοῦδε, καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος, καθὰ ἐνομίζετο, νὰ δυσφημηθῇ ἡ σμύρις ἡμῶν ἡ τῆς πρώτης ποιότητος. Ἀλλὰ μετὰ βαθεῖαν μελέτην ἐπείσθημεν ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλαμβάνωμεν σμύριδα δευτέρας ποιότητος, αὐξάνοντες οὕτω τὰ κέρδη τῶν σμυριδωρυκτῶν, ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὥστε ἡ πρώτης ποιότητος σμύρις, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ δυσφήμησιν ἐκ τῆς εἰς τὸ ἐμπόριον διαδόσεως καὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῆς δευτέρας ποιότητος. Λαμβάνεται δὲ τοιαύτη πρόνοια καὶ διὰ ποινικῶν ἔτι διατάξεων, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ δυσφήμησις τῆς πρώτης ποιότητος σμύριδος, ἀπαγορευομένης τῆς παραστάσεως ὡς πρώτης ποιότητος τῶν δευτερευουσῶν ποιοτήτων, ἀπαιτουμένου ὅπως ἕκαστον φορτίον συνοδεύηται ὑπὸ πιστοποιητικοῦ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον θὰ καθοδηγῇ τοὺς ἀγοραστάς. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν κατ’ ἀρχὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν διατάξεις τινὰς τῶν νόμων περὶ κυριακῆς ἀργίας, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχωσιν ἐφαρμογῆς οὐδὲ κυρώσεως δι’ ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων. Ἐνομίσαμεν ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτὴν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ὑπάρχουσαν. Νόμος ζῶν, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζόμενος, εἶναι δίδαγμα ἥκιστα ἐποικοδομητικόν. Καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον προνοοῦν πρὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων ἐκείνων, καὶ ἐπιτρέπον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κανονίζῃ τὰ πράγματα διὰ Β. Διαταγμάτων, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς ἐργασίας. Ἕτερον νομοσχέδιον εἰσάγεται περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προμηθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους γεωργικῶν εἰδῶν εἰς γεωργούς. Γνωρίζετε ὅτι ἐψηφίσθη νόμος διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος εἴτε διὰ τῆς Γεωργικῆς ἑταιρείας εἴτε δι’ ἄλλων ἱδρυμάτων παρέχει διάφορα γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ φάρμακα πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀσθενειῶν. Ζητεῖται ἤδη βελτίωσις, διότι τὰ ἐμπορεύματα, μένοντα ἀπώλητα, ὑφίστανται ἐπιβάρυνσιν καὶ τοιουτοτρόπως αὐξάνεται ἡ τιμὴ αὐτῶν, ὅπερ ἐπάγεται τὴν αὔξησιν καὶ τῶν τιμῶν τοῦ ἐμπορίου, ὥστε δὲν ἐπέρχεται ἡ ὠφέλεια ἡ ὁποία προσεδοκᾶτο, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοὺς γεωργούς. Τὸ Κράτος θέλει ἴσως πληρώνει ἐλάχιστον ποσὸν κατ’ ἔτος, οἱονεὶ ὡς ἀσφάλιστρα κατὰ πάσης τυχὸν θρασείας ἐκμεταλλεύσεως τῶν γεωργῶν ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος»· 2) «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμων ͵ΓΥΝΕʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ͵ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910»· 3) «περὶ προμηθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς γωρικοὺς γεωργικῶν εἰδῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἀπαλλάσσονται τῶν τελῶν κατὰ τὸ πανεπιστημιακὸν τοῦτο ἔτος οἱ φοιτηταὶ οἱ ἀποδεδειγμένως ἄποροι, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν μερῶν τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ τῆς Θράκης. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὅτι τὰ χημικὰ ἐργαστήρια ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἶναι δύο, ἓν τῆς ὀργανικῆς καὶ ἓν τῆς ἀνοργάνου χημείας. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δι’ οὗ ἐπέρχονται τροποποιήσεις τινὲς ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν· δέχεται νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα; (Ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ κατεπεῖγον αὐτῶν καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια· 1) Περὶ προσθήκης εἰς τὸν ͵ΓΩΚΓʹ νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου· 2) Περὶ προσθήκης εἰς τὸν ͵ΔΡΝΔʹ νόμον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου).
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως διοικητικοῦ Δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων. Θέλω ζητήσει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως δι’ ἐλαχίστων ἀναπτύξω τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ τὸ ἐπεῖγον τῆς ψηφίσεώς του. Κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν, ψηφισθέντα ἐν ἔτει 1887, τροποποιηθέντα δ’ ἐν ἔτει 1909, ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν στρατιωτικῶν εἰσφορῶν λόγῳ ἐπιτάξεως καὶ τὰ τῶν ἀποζημιώσεων. Οἱ συντάκται καὶ τοῦ πρώτου νόμου καὶ τοῦ τροποποιήσαντος δευτέρου νόμου διείποντο κατ’ ἐξοχὴν ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῶν στρατιωτικῶν ἀντιλήψεων, ὁλόκληρος δ’ ὁ νόμος ἀποβλέπει κυρίως εἰς κανονισμὸν τῆς διαδικασίας τῆς ἐπιτάξεως καὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἀποζημιώσεως τῶν εἰδῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα κυρίως ἀφορῶσι τὴν κίνησιν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, τὴν διευκόλυνσιν τῆς κινητοποιήσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κατὰ ξηρὰν μεταφορὰν τῶν στρατευμάτων. Ἐν ἄρθρῳ 34 μόνον τοῦ νόμου ἐκείνου ὁρίζεται ὅτι αἱ ναυτικαὶ ἐπιτάξεις κανονίζονται κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ διέπωνται ἀποζημιώσεις ἀτμοπλοίων, ἱστιοφόρων, λέμβων, φορτηγίδων, δεξαμενῶν ἐπιταχθεισῶν διὰ λόγους στρατιωτικῆς ἀνάγκης καθ’ ὃν τρόπον ἤθελον κανονισθῇ αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἵππων, ἡμιόνων, ὀχημάτων κλπ. Τὰ κενὰ τοῦ νόμου προσεπαθήσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν διὰ Διατάγματος ἐκδοθέντος ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κανονίζοντος διαδικασίαν τινὰ διευκολύνουσαν τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν ἠρύσθημεν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου κατέστησαν ἀπαραίτητον τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας πλάσματος δικαστικοῦ, θεσμοῦ δικαστικοῦ, ὅστις νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ διοικήσεως ἀφ’ ἑνός, ἐπιτασσούσης καὶ ἐπιβαλλούσης εἰσφοράς, καὶ τοῦ ἰδιώτου ἀφ’ ἑτέρου τοῦ δικαιουμένου εἰς ἀποζημίωσιν, νὰ μεσολαβήσῃ ὡς μεταίχμιον καὶ διαιτητής. Τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων αἵτινες ὀφείλονται εἰς τοὺς πλοιοκτήτας καὶ τοὺς κυρίους πλείστων ἀντικειμένων, ἐπιταχθέντων διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, εἶναι ὀγκῶδες, βεβαίως δὲ λόγῳ τοῦ ὀγκώδους τοῦ συνόλου ποσοῦ καὶ λόγῳ τοῦ ὀγκώδους τοῦ εἰς ἕκαστον τῶν κυρίων τῶν ἐπιταχθέντων πραγμάτων ὀφειλομένου ποσοῦ δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔλθῃ ἡ Πολιτεία καὶ ἐφαρμόσῃ τὸν κείμενον ἀτελῆ νόμον ἐπιτάξεως διὰ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων της καὶ κατὰ κρίσιν ἀπόλυτον καὶ αὐθαίρετον τούτων. Ὁ κείμενος νόμος εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἐκτελεστικαὶ ἐπιτροπαὶ θ’ ἀπετελοῦντο ἐξ ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ ἤθελον κριθῆ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ στρατιωτικοῦ τότε νομοθέτου εἰς ἀποζημιώσεις ὀφειλομένας δι’ ἓν ὄχημα ἀξίας 500 ἢ 600 ἴσως δραχ. ἢ δι’ ἕνα ἡμίονον ἀξίας δρ. 200. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς ἕνα πλοιοκτήτην, οὗτινος τὸ πλοῖον ἐπετάχθη διὰ πέντε ἢ ἓξ μῆνας, εἶναι μεγίστη διαφορὰ καὶ πρέπει νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν πρὸς τοῦτο εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς Πολιτείας, ἐκδηλουμένην διὰ κατωτέρων διοικητικῶν ὀργάνων, πρέπει δὲ νὰ εἰσαχθῇ θεσμὸς διοικητικοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐξετάζον τὰ πράγματα, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις καὶ τοὺς λογαριασμούς, θέλει δώσει τὸ δίκαιον. Οὕτω δὲ καὶ ὁ ἀνέκκλητος καθορισμὸς ἀποζημιώσεως, διότι ἀνέκκλητος εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ ἀπόφασις τῆς Πολιτείας, θὰ στηρίζηται ἐπὶ μειζόνων ἐγγυήσεων. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν τροποποίησιν τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ τοῦτο ἵνα καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἀπονομὴ ἑκάστῳ τοῦ προσήκοντος. Ὁ λόγος δὲ ὁ ἐπιβάλλων ὅπως εἰσηγηθῶ ἐπειγόντως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ παρακαλέσω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὸ ἐπεῖγον τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, εἶναι ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖσται ἐκκρεμεῖς ἀξιώσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπῆρξαν μεγάλαι. Κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ὑπῆρξεν ἓν τῶν κυριωτέρων μέσων τῆς μεταφορᾶς τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐφοδίων, ἀλλὰ συγχρόνως παρέσχε μεγάλας ὑπηρεσίας ὡς βοηθητικὸν μέσον εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ἐξάρω ὅτι, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ ὁ στόλος ὑπῆρξαν οἱ καταγαγόντες τὰς πολεμικὰς νίκας, ἡ ναυτιλία ἡ ἐμπορικὴ οὐ μόνον ἐτίμησε τὸ Κράτος, ἀλλὰ παρέσχε μεγάλην συμβολὴν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Δικαιούμεθα δὲ νὰ σεμνυνώμεθα καὶ διὰ τὴν ἀνδρείαν τῶν ναυτίλων ἡμῶν καὶ διὰ τὴν δεξιότητα καὶ ἐμπειρίαν τῶν παραγόντων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, διότι οὐ μόνον θάρρος καὶ ἀνδρείαν ἐπέδειξαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ παρέσχον εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ἵνα ἀναπληρώσῃ τάχιστα καὶ ἄνευ ὀργανώσεως ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη θεραπεύουσι διὰ μακρῶν ἀγώνων καὶ μακροχρονίων ὀργανώσεων. Διὰ ταῦτα λοιπὸν καὶ ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας εἰς τὴν ὁποίαν παρέστη ἡ Πολιτεία νὰ παράσχῃ ἀμέσως εἰς τὴν τοιαύτας ὑπηρεσίας προσενεγκοῦσαν ἡμετέραν ναυτιλίαν τὰς προσηκούσας ἀποζημιώσεις ἀναγκάζομαι νὰ συστήσω τὸ ἐπεῖγον τοῦ ὑποβαλλομένου νομοθετήματος καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, διότι ἐγὼ αὐτὸς ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναμαι ν’ ἀξιώσω ὅτι παρουσιάζει τι τέλειον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§43Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὔτε ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις τοιούτων δικαστηρίων.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον δι’ εἰδικῶν νόμων συνιστῶνται διοικητικὰ δικαστήρια.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ κηρυχθῇ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως διοικητικοῦ δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ κηρυχθέντος κατεπείγοντος νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως διοικητικοῦ δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιΐας ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν». Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσόντων προαγωγῆς τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν» κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυρίων Γ. Τσακανίκα, Π. Τσαλδάρη, Π. Λαγοπάτη, Σ. Παπαχατζῆ, Κ. Γόντικα, Ν. Πετσάλη, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ἀ. Σλῆμαν καὶ Δ. Μαλλιοπούλου. Διὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κυρίων Γ. Καφαντάρη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Π. Τσαλδάρη, Ἰ. Μπακοπούλου, Μ. Νεγροπόντη, Θ. Σκάση, Σ. Παπαβασιλείου, Κ. Ἀλαβάνου καὶ Σπ. Ἀγαπητοῦ. Διὰ δὲ τὰ νομοσχέδια «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας νόμων» καὶ «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νόμου ͵ΓϠΙΘʹ περὶ προμηθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς χωρικοὺς γεωργικῶν εἰδῶν» κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κυρίων Ἰ. Κανναβοῦ, Γ. Καφαντάρη, Γ. Ἰατρίδου, Α. Ῥούφου Κανακάρη, Π. Πολυχρονιάδου, Κ. Σοκόλη, Σπ. Θεοδωροπούλου, Θ. Κουτούπη, Τρ. Παπαδάμ, Ν. Συριοπούλου καὶ Σπ. Ἀγαπητοῦ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως» παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διαρκῆ ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως διοικητικοῦ δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων» κατηρτίσθη ἐκ τῶν κυρίων Στ. Βαφειαδάκη, Κ. Σοκόλη, Ἰ. Δελμούζου, Ν. Λεωνίδα, Π. Τσαλδάρη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Π. Βουρλούμη, Τρ. Παπαδάμ, Κ. Σπυρίδου, Ἀθ. Μιαούλη καὶ Μ. Στελλάκη. Οὐδενὸς ἑτέρου ἀντικειμένου ὑπάρχοντος πρὸς συζήτησιν, λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥρᾳ 5 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6.30′ μ. μ.)