Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΘ · Session Α› Sitting 20

1913.03.04

3,631 rows · 28,162 words · 2 tables · 137 turns

Date
1913.03.04
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ
Period
ΙΘ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1913)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20

Τῆς 4ης Μαρτίου 1913

(Δευτέρα ὥρᾳ 4.30′ μ. μ.).

Προεδρία κ. Κωνστ. Γ. Ζαβιτσιάνου.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Ὁ ἐξ Αἰτωλικοῦ ἑλληνοδιδάσκαλος Γ. Παπαδημητρίου κριθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Γρατσιάτου ὡς ἀνεπαρκὴς διαμαρτύρεται ζητῶν δικαιοσύνην· 2) Κάτοικοι Ἄργους διαμαρτύρονται, διότι τοῖς ἐπεβλήθησαν ἀδίκως πρόστιμα διὰ τὴν μὴ προσαγωγὴν ζῴων εἰς ἐπίταξιν· 3) Ὁ νομοδιδάσκαλος Ἰω. Βαγιονίτης ζητεῖ πλήρη μισθὸν ἢ τουλάχιστον τὸ ἥμισυ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν· Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀγγέλλει ὅτι ὑπάρχουσι διαθέσιμα χάριν τῶν κυρίων Βουλευτῶν τεύχη τῆς Στατιστικῆς τοῦ ἔτους 1910–1911· Ὁ ἐκ Κερκύρας Στ. Μαρτέλος ζητεῖ, ὅπως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀγορασθῇ ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Μάρκου Πολυλᾶ· Ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος, ἀπαντῶν εἰς τὸ διαβιβασθὲν αὐτῷ τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀπέστειλε τηλεγράφημα ἔχον οὕτω· «Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας Βαθέως συγκεκινημένος εὐχαριστῶ ἐκ βάθους καρδίας τὴν Βουλὴν διὰ τὰ συγχαρητήριά της πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν Στρατόν. Εὔχομαι, ὅπως ὁ πόλεμος οὗτος ἀποτελέσῃ ἀπαρχὴν τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγαπητῆς μας Πατρίδος, δυναμένης πάντοτε νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς αὐτοθυσίας καὶ ἀφοσιώσεως τῶν τέκνων της». Ἀνακοινῶ προσέτι ὅτι οἱ βουλευταὶ κύριοι Θ. Φίλιος, Θεμ. Παπαϊωάννου, Ν. Καμπάνης, Ἰ. Μπρισιμιτζάκης, Γ. Κατσιμπίρης, Δ. Γκλαβᾶς, Ἐρρ. Τομπάζης, Π. Ἀραβαντινός, Ἰ. Βέρροιος, Δ. Βινιεράτος, Σ. Βακράτσας καὶ Ὄθ. Τετενὲς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα συνιστῶντες εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως ὑποβάλῃ νόμον «περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ περὶ εὐθύνης τῶν συμβούλων καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελήμπαλη τοῦ δήμου Πηνειίων, ὅπως τὸ χωρίον των, τὸ φέρον τὴν ὀνομασίαν «Δελήμπαλη», ὀνομασθῇ Ἐλευθέριος Βενιζέλος». Τί ἐνήργησεν ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Ὀλυμπίων, δι’ οὗ ἐψηφίσθησαν δραχ. 5000, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων τραυματιῶν καὶ φονευθέντων.

§2ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τοῦ συναδέλφου ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἔφθασεν ἀκόμη μέχρις ἐμοῦ ἡ ἀναφορά. Ἐν τούτοις φοβοῦμαι μὴ δὲν εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ὅπως ὀνομασθῇ τὸ χωρίον ὡς ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐρώτησιν δὲν γνωρίζω εἰδικῶς τί ἀπεφάσισεν ὁ Νομάρχης· ἀπηύθυνα ὅμως ἔγγραφον εἰς αὐτόν, δι’ οὗ παραγγέλλω νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαϊωάννου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῆς ἐνταῦθα Ἀστυνομίας τῆς ποιμενικῆς τάξεως καὶ τῶν ποιμνίων των. Ὁ κ. Παπαϊωάννου παρακαλεῖται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησίν του.

§4Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ζητῶ νὰ ληφθῇ μέτρον ἐπιεικείας ὑπαγορευόμενον λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις, πολλοὶ τῶν ποιμένων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς λιβάδια, ἀφῆκαν δὲ ἔκθετα σχεδὸν τὰ ποίμνια εἰς συγγενεῖς των, τρέξαντες εἰς τὸν ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνα. Ἐν τούτοις ἡ Ἀστυνομία ἀποδιώκει τὰ ποίμνια ἐκ τῶν μερῶν ὅπου ταῦτα βόσκουσι, καὶ ἀποστέλλει αὐτὰ πολὺ μακράν, ἄλλα εἰς τὰ Μέγαρα καὶ ἄλλα εἰς τὴν Ἐλευσῖνα, ὥστε νὰ καταστραφῶσι. Θὰ παρεκάλουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς συστήσῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς καταστάσεως φαίνηται αὕτη μᾶλλον ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ποιμένας, οἱ ὁποῖοι βόσκουσι τὰ ποίμνιά των ἐπὶ οἰκοπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν προξενοῦσι βλάβην, ἐνῷ ἡ ἐκ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῶν ποιμνίων βλάβη εἶναι πολὺ μεγάλη.

§5ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ θὰ συστήσω νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Σακελλαριάδης, Ἐπ. Δηλιγιάννης, Σ. Τσακόπουλος καὶ Β. Τουρκοβασίλης συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα Καρυταίνης καὶ Μεγαλοπόλεως νὰ ἐκδίδωσι ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς, καθόσον ἐκ τῆς μὴ ἐκδόσεως τούτων σπουδαίως παραβλάπτονται τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα.

§7ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα ἐπῆλθε κατ’ ἀνάγκην ἡ διακοπὴ τῆς ἐκδόσεως ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ κατάληψις τῶν νέων χωρῶν ἀπῄτησεν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων τηλεγραφικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν ἄλλως ἢ ἂν ἐκλείομεν γραφεῖα δευτερευούσης ὁπωσδήποτε ἀξίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου. Πράγματι ἡ ὑπηρεσία μετὰ πολλῆς δυσφορίας προέβη εἰς τὸ μέτρον αὐτό, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅτι ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως τὸ γραφεῖον Καρυταίνης ἀρχίσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐκδίδῃ ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου θὰ τοποθετηθῇ εἰδικὸς ὑπάλληλος. Εἰς δὲ τὸ γραφεῖον Μεγαλοπόλεως ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου εἰς βοηθὸν μὴ ἔχοντα κατατεθειμένην τὴν ἐγγύησιν τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς ἔκδοσιν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θὰ φθάσῃ ὁ ὑπάλληλος ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκδίδῃ ἐπιταγάς.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς μήνυσίν του κατὰ τοῦ ἐφέδρου ἀρχιάτρου Ἰ. Παπαθεοδώρου.

§10Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀμέσως κατόπιν, κύριε Πρόεδρε, εἶναι καὶ ἑτέρα ἐπερώτησις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας ὡς πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Σκλαβοῦνον, καὶ παρακαλῶ νὰ συνενωθῶσι.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ συσχετισθῶσι.

§12Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μάλιστα.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.

§14Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Γνωρίζω καλῶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἴθισται ἀνακρίσεως ἐνεργουμένης ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως νὰ μὴ γίνηται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μὴ τυχὸν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἐπηρεασθῶσιν ἐκ τοιαύτης συζητήσεως καὶ ὅπως αὗται παραμένωσιν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστοι. Μετὰ μεγάλης μου ὅμως λύπης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρίδω τὸ καθεστηκὸς τοῦτο ἔθος, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀπέφυγον λίαν ἐπιμελῶς καὶ πρὸς τὸν τύπον νὰ ποιήσωμαι σχετικήν τινα ἀνακοίνωσιν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ φέρω τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ὁ ὑπ’ ἐμοῦ μηνυθεὶς ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος Ἰω. Παπαθεοδώρου μοὶ ἐπετέθη διὰ τοῦ τύπου καὶ δὴ διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηνῶν», ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς·

§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖος εἶναι;

§16Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ Παπαθεοδώρου. Ὑπὸ τὸν τίτλον: «Μία ἀστεία κατηγορία». (Ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Γρηγορίου κατήγγειλε» κλπ. καὶ κατωτέρω: «Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Γρηγορίου ἐνασμενίζεται εἰς τοιούτου εἴδους καταγγελίας, διότι καὶ ἄλλοτε κατήγγειλε τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σκλαβοῦνον ἐπὶ κλοπῇ ἑνὸς ὡρολογίου». Τὴν μομφὴν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὦμοι οἱ ἰδικοί μου, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ ὀντότης μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρωσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν καὶ δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν ἐπιείκειαν, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τί ἀκριβῶς συμβαίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι ἄλλως τε δὲν μοὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἀντεπεξέλθω διὰ τοῦ τύπου ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν. Καὶ γνωρίζετε πάντες ὑμεῖς ὅτι πολλοὶ γνωστοί μας καὶ φίλοι καὶ συνάδελφοι καὶ οἰκεῖοι, καίτοι ἔχουσι σπουδαῖον εἰσόδημα, καίτοι ζῶσι μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν κινηματογράφον, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀκριβείας τοῦ βίου ἐν Ἀθήναις, χωρὶς νὰ ἐπιστρέψωσι σκεπτικοί. Κατ’ ἀντίθεσιν, Κύριοι, ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης εἶναι πλουσιώτατος, καίτοι κατάγεται ἐκ πενεστάτης οἰκογενείας, καίτοι ἐλάμβανεν ἐπὶ 20 συναπτὰ ἔτη μισθὸν κατὰ μέσον ὅρον 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ τὸν κατηγορήσῃ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ ἀποδιώξητε ἀπὸ τὴν διάνοιαν τοῦ παντὸς ἰδέαν τινὰ ἔμμονον καὶ ἐρώτησιν ἀφ’ ἑαυτῆς προβαλλομένην, πῶς ὑπάλληλοι — ἐλάχιστοι εὐτυχῶς ἐν τῷ τόπῳ μας — κατορθώνουσι τόσον μικροὺς μισθοὺς λαμβάνοντες ν’ ἀποκτῶσι τόσον μεγάλας περιουσίας, καὶ ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου τὸ σοφὸν μέτρον τῶν Ῥωμαίων νομοθετῶν, καθ’ ὅ, ὅτε ὑπάλληλός τις δὲν κατώρθωνε νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἔντιμον προέλευσιν τῆς περιουσίας του, ἐδημεύετο αὕτη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἄρχομαι ἤδη ἀπὸ τὸν καθηγητὴν κ. Σκλαβοῦνον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω διατί ἠθέλησε νὰ ἀναμίξῃ ὁ κ. Παπαθεοδώρου εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσίν του, ἴσως διὰ νὰ ἔχῃ συντρόφους καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοὺς ἔχει. Κατ’ αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς συνεπείᾳ μηνύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον οὔτε κατ’ ὄψιν οὔτε κατ’ ὄνομα γνωρίζω. Ἐγὼ μόνον, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε πάντες ὅσοι ἐχρηματίσατε Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, ἣν εἶχον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κρίσιν τῆς σχηματισθείσης τότε ἐπιτροπῆς πρὸς διορισμὸν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅπως δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην καὶ ἰδίως ὁ περὶ οὗ πρόκειται καθηγητὴς δὲν ἦτο εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, προσεπεκαλεσάμην καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας· καὶ θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω οὐσιαστικώτερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ ἐπὶ βάσεως μᾶλλον σταθερᾶς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπερατώθη, καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον. Ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ὅμως τοῦ ὡρολογίου οὐδείς ποτε κατήγγειλε τὸν κ. καθηγητήν, διότι οὐδέποτε ὁ κ. καθηγητὴς διέπραξε τοιαύτην εὐτελῆ κλοπήν· ἐλέγετο μόνον καὶ ἀνεγράφη ὅτι ὁ κ. καθηγητὴς ἀφῄρεσε βίᾳ τὸ ὡρολόγιον ἑνὸς φοιτητοῦ ὡς ἐνέχυρον καὶ δι’ ἀσφάλειαν τιμήματος συγγράμματός του, τὸ ὁποῖον ἀναγκαστικῶς πρὸς αὐτὸν ἐπώλησε καὶ συνεπείᾳ τῆς πράξεως ταύτης ἡ ἐφημερὶς «Χρόνος» ἐν φύλλῳ αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα, ἀνέφερα ὅμως ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὠνόμασε τοῦτον μέγαν ἐνεχυροδανειστήν.

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς;

§18Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μέγαν ἐνεχυροδανειστήν. Χωρὶς ὁ κ. καθηγητὴς νὰ τὸν καταγγείλῃ. Κατόπιν ὁ κ. καθηγητὴς ἀπολογούμενος ἀπ’ αὐτῆς τῆς διδασκαλικῆς ἕδρας, χωρὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ἐναντίον του κανὲν μέτρον, ὡς ὤφειλε, παρεπονέθη μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἐγὼ καταχρασθεὶς τὴν ἀσυλίαν τοῦ παρόντος βήματος ἐξύβρισα αὐτόν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ἐντεῦθεν εἰς τὸν τύπον ἐνυπογράφως, νὰ ἀναλάβω πᾶσαν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ προκαλέσω αὐτόν, ἵνα ἐπιδώσῃ τὴν κατ’ ἐμοῦ σχετικὴν μήνυσιν, ἀλλ’ ὁ κ. καθηγητὴς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ μὲ μηνύσῃ. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ βεβαιώσω οὐδὲ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἔνοχος πράγματι τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ πράξεων, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς θαρραλέως ὅτι ἄνθρωπος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀναγράφονται τοιαῦτα καὶ ἀποδίδονται τοιαῦτα ἀτιμωτικαὶ καὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὀφείλει δυοῖν θἅτερον, ἢ νὰ λάβῃ παραυτίκα τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς ἢ νὰ σπεύσῃ ἀμελλητὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐὰν δ’ οὐδέτερον τούτων πράξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνήρ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται τίμιος ἄνθρωπος. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου, ὅστις καὶ ἔγραψεν αὐτὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», ὀλίγα μόνον ἔχω νὰ εἴπω. Ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολέμου συνεστάθη ἐν Ἀθήναις ΙΥ στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, ὅπερ κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν της ἡ Α. Β. Υ. ἡ Πριγκίπισσα Μαρία, τῆς ὁποίας, κύριοι Βουλευταί, τὸ μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἀφοσίωσις διὰ τὴν περιποίησίν των, καθὼς καὶ ἡ μεγάλη αὐτῆς ἀντοχὴ εἰς τοὺς κόπους καὶ ἡ ἡγεμονικὴ γενναιότης ἐπέσυρε τὸν θαυμασμὸν πάντων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ὑπηρετούντων, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν αὕτη παρέμενε διαρκῶς ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν διέκοπτε τὰς καθημερινὰς σχεδὸν ἐπιθεωρήσεις, οὖσα ἠναγκασμένη νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν Ἤπειρον πρὸς περισυλλογὴν καὶ μεταφορὰν τραυματιῶν, ὅπου καὶ σοβαρῶς ἠσθένησεν, εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα κατωτέρω θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς. Τοῦ Νοσοκομείου τούτου διευθυντὴς διωρίσθη ὁ ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος κ. Ἰωάννης Παπαθεοδώρου, εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ἀπεσπάσθησαν διάφοροι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ αὐτός. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου, Κύριοι, παρετήρησα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ἀνωμαλίας τινὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἰδίως ἀνωμαλίας περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν.

§19Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, δὲν νομίζετε ὅτι δὲν προσφέρετε ὑπηρεσίαν τόσον εἰς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ εἰς τὸ Πανελλήνιον, λέγοντες ταῦτα καὶ δὴ εἰς τὰς στιγμὰς ταύτας τὰς κρισίμους;

§20Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶπον ἤδη περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.

§21Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐὰν ἀποδειχθῶσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, βεβαίως ὁ κ. Παπαθεοδώρου θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.

§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν ἕνεκα τῆς καταγγελίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.

§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Βουλευτά, κατέθηκα ἤδη ἔγγραφα· δὲν δύναμαι οὔτε νομίζω σκόπιμον νὰ διακόψω τὴν ἀνάκρισιν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ ὑποθέσεως, ἥτις ἀκόμη διατελεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀνακρίσεως· ἀλλά, ἀφοῦ ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος, δὲν δύναμαι καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσω· θὰ τὸν παρεκάλουν μόνον ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐκράτει τὸ καθεστηκὸς ἔθος.

§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶχε περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις ἕως αὔριον τὸ πρωί, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν, διὰ νὰ μάθῃ ὁ κ. συνάδελφος ποῖος εἶναι ὁ κ. Παπαθεοδώρου. Ὑπομιμνήσκω δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅτι σεῖς αὐτός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπεστείλατε ἐπιστολὴν συγχαρητήριον διὰ τὰς ἐργασίας του τὰς πολυτίμους.

§25Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν τὸ πιστεύω. Σφοδρὰν ὅμως ἐπιθυμίαν ἔχω νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε τυγχάνει καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνέλθῃ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μὴ ὁμιλήσω δι’ οὓς λόγους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἤδη.

§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.

§27Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βεβαίως· καὶ θὰ ἀποδείξω διὰ ποῖον λόγον ὑμεῖς ἐπεσκέπτεσθε τόσον συχνὰ αὐτὸν εἰς τὸ γραφεῖόν του. (Ζωηραὶ κωδωνοκρουσίαι).

§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως θὰ εἴπω διατί ἐγὼ μετέβαινον.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά..... (Ζωηραὶ κωδωνοκρουσίαι).

§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ προσέχῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅταν ὁμιλῇ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς διεχειρίσθην πρότερον ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν παραβιάζετε.

§32Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εὐτύχημα, κύριοι Βουλευταί, ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἦτο κατατεθειμένος ὁ φάκελος τῶν ἀνακρίσεων. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρετήρουν ἀνωμαλίας τινὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἰδίως περὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀναγκαιούντων εἰδῶν διὰ τὸ Νοσοκομεῖον, μολονότι ὁ ἐκεῖ γραμματεὺς τοῦ Νοσοκομείου, ἔντιμος καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του μόνιμος ἀξιωματικός, διακεκριμένος δὲ ἐπιστήμων ὑπίατρος κ. Σ. Τούμελας, προσεπάθει νὰ καταστείλῃ τὰς ἀνωμαλίας ταύτας ἐργαζόμενος ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ κατέστελλεν ἀληθῶς κατὰ τὸ δυνατὸν ταύτας καὶ χάρις εἰς τὸν ὁποῖον δὲν παρέλυσε τέλεον ἡ διοίκησις τοῦ Νοσοκομείου· τὰς ἀνωμαλίας δὲ ταύτας ἀνέφερα ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν κ. Παπαθεοδώρου, ἀλλ’ ἀντελήφθην τάχιστα ὅτι ἦτο ἀκατάλληλος διὰ διεύθυνσιν καὶ ἠναγκάσθην νὰ τὸν καταγγείλω καὶ τὸν κατήγγειλα. Κατήγγειλα δ’ αὐτὸν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ὅτι καταρρίπτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ διαφθείρει τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, διότι, ὁσάκις συνήντα ἀξιωματικούς τινας, ἢ καὶ ὁπλίτας ἐνίοτε, ἤρχιζε νὰ βωμολοχῇ καὶ νὰ ἀπαγγέλλῃ ποιήματα δίκην ἀρλεκίνου τόσον αἰσχρά, ὥστε καὶ ἡ τελευταία ἱερόδουλος τοῦ ἐσχάτου ἐναγοῦς οἴκου ἤθελεν ἐρυθριάσει ἀκούουσα.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φρασεολογία σας, κ. Βουλευτά, δὲν ἁρμόζει καὶ κυρίως καθόσον ἔχετε ὑπ’ ὄψει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπόντα.

§34Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν.

§36Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ προσπαθήσω νὰ τὴν μετριάσω. Τὴν ἑσπέραν δὲ ἐλάμβανεν ἐντὸς τῆς διευθυντικῆς ἁμάξης του στρατιώτην τινὰ καὶ ἀπήρχετο οἴκαδε. Πολλάκις, Κύριοι, ἀνέφερα πρὸς αὐτὸν ὅτι τὰ εἴδη τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διαταγῇ, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς θαλάμους πρὸς χρῆσιν τῶν ἀσθενῶν, δὲν ἐδόθησαν, ἐνῷ πληρώνονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. διευθυντὴς μοὶ ἔλεγεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλάμβανεν. Ἀνέφερα αὐτῷ ὅτι ἐγὼ μὲν πάντοτε καὶ πλεῖστοι συνάδελφοί μου πλειστάκις ἀπέρριπτον τὸ εἰσαγόμενον κρέας, τὸ ὁποῖον ἦτο κακίστης ποιότητος, ὁ δὲ κ. διευθυντὴς ἔλεγεν ὅτι «πολὺ καλὰ κάμνετε καὶ τὸ ἀπορρίπτετε· δικαίωμά σας εἶναι». — Ἀλλὰ τοῦτο, κ. Διευθυντά, εἶναι ἐμπαιγμὸς κατὰ τοῦ Νοσοκομείου ἐκ μέρους τῶν προμηθευτῶν καὶ προκαλεῖ καὶ δυσχέρειαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὰ συμβόλαια, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχωσιν, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, νὰ συντάξητε τοιαῦτα, διότι ἡ ὑπηρεσία μεγάλως δυσκολεύεται. Ὁ κ. διευθυντὴς ἀπήντα καὶ πάλιν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἅτινα δὲν ἐλάμβανεν. Ἐζήτησα — διότι τὸ κρέας ἦτο ἐν γνώσει τοῦ διευθυντοῦ συνήθως ὀλιγώτερον κατὰ 10–20 ὀκάδας — τὸ βιβλίον τοῦ ἐφημερεύοντος, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο ἐγγράφως καὶ ἐπισήμως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατετέθη, διότι δὲν ὑπάρχει, διατί δὲ δὲν ὑπάρχει ὅλως παρανόμως, μόνον ὁ κ. Παπαθεοδώρου γνωρίζει. Ἀπέστειλαν μόνον βιβλίον τι, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται πρόχειρον συσσιτίου, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ῥίψωσι βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, διότι, ὅτε τὸ εἶδον πρὸ ὀλίγων ὡρῶν καὶ ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν παραβολὴν μεταξὺ τῶν εἰσαγομένων καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀσθενῶν, παρετήρησα μετὰ φρίκης, ὅτι εἶναι πλαστογραφημένον. Παρεποιήθησαν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καταφώρως οἱ ἀριθμοί. Ἁπλοῦν βλέμμα, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ῥίψητε, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ 50 ἔχει γίνει 70, τὸ 60 ἔχει γίνει 90, εἶναι δὲ ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ παραπεποιημένοι· τοῦτο, ἐννοεῖται, συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς γραμμὰς καὶ εἰς ὅλας τὰς σελίδας, τὰς ὁποίας ἔχω σημειώσει.

§37Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί βιβλίον εἶναι αὐτό;

§38Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀντὶ τοῦ μὴ ὑπάρχοντος βιβλίου ἐφημερεύοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῆται ἐν τῷ ἑρμαρίῳ τοῦ ἐφημερεύοντος, κατετέθη τοῦτο τὸ ἐπίσημον βιβλίον τὸ χρησιμεῦον διὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι δύο στῆλαι, ὧν ἡ μία γράφει τὸ εἶδος καὶ ἡ ἄλλη τὰς ὀκάδας, ἤδη δ’ ἐπληρώθησαν ὁλογράφως τὰ ὑπάρχοντα κενά, πλὴν οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γεγραμμένοι καὶ ὑπογεγραμμένοι ὑπὸ τῶν ἐφημερευόντων, παρεποιήθησαν διὰ τὴν συμφωνίαν.

§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐπίσημον τὸ βιβλίον;

§40Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βεβαίως· κατετέθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτωσι τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον αἴτησις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως· ὅθεν ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.

§42Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀνέφερα πρὸς αὐτὸν πάντα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, καὶ προσέτι ὅτι θέρμανσις εἰς τὸ Νοσοκομεῖον δὲν ὑφίσταται καὶ οὗτος κατὰ τὴν συνήθειαν αὑτοῦ ἔλεγεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Ἐγὼ ἤμην ἥσυχος, διότι πάντα ταῦτα ἀπέδιδον εἰς ὑπερβολικὴν ἀγαθότητα τοῦ κ. Παπα– Θεοδώρου, ὁπότε κατὰ τὴν 11ην Φεβρουαρίου, ἐπικρατοῦντος ἐν Ἀθήναις πρωτοφανοῦς χειμῶνος διὰ τὴν ἐποχὴν καὶ ψύχους δριμυτάτου, μετέβην εἰς τοὺς θαλάμους, τῶν ὁποίων προΐσταμαι ὡς τμηματάρχης, καὶ εὑρέθην πρὸ ἀθρόων παραπόνων τῶν τε νοσηλευομένων καὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὅτι θέρμανσις δὲν ὑπῆρχε καὶ ὅτι ὑποφέρουσι δεινῶς ἐκ ψύχους. Ἀγανακτήσας τότε ἤρχισα νὰ καταφέρωμαι κατὰ πάντων λησμονήσας πρὸς στιγμὴν ὅτι ἤμην ἀξιωματικός. Προσῆλθον ἐνώπιόν μου τότε οἱ ἡμιονηγοὶ τοῦ καταστήματος καὶ ὁ ἀρχινοσοκόμος καὶ ἤκουσα τούτων μετὰ καταπλήξεως λεγόντων μοι ὅτι οἱ ἡμιονηγοὶ τοῦ Νοσοκομείου μετέβησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ἀεριόφωτος, ἐπλήρωσαν τὰ ἁμάξια αὑτῶν γαιανθράκων καὶ ἔδωκαν ἀποδείξεις τοῦ Νοσοκομείου, ἀλλά, ἀντὶ νὰ μεταφέρωσι τούτους εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, τοὺς μετέφεραν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. διευθυντοῦ, ὅπου τὰ ἐξεφόρτωσαν παρούσης μάλιστα καὶ τῆς συζύγου αὐτοῦ, ἡ ὁποία προσεκάλει συμπαροῦσαν φίλην της νὰ λάβῃ μέρος ἐξ αὐτῶν, διότι αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῇ ἔφεραν πολλά! Ὡς παράδειγμα δὲ τῆς μεροληπτικῆς αὐτοῦ συμπεριφορᾶς ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς ὅτι στρατιώτην ἀπουσιάσαντα ἄνευ ἀδείας ἀπὸ τῆς 8ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 23ης ἰδίου, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀναφορείου τοῦ καταστήματος, ὄχι μόνον δὲν κατήγγειλεν, ὡς ὤφειλεν, ὄχι μόνον δὲν ἐπέβαλε ποινήν τινα αὐτῷ, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ θάρρος νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν ὑπ’ αὐτὸν ἐπιτροπὴν τῶν ἀδειῶν καὶ νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ καὶ μηνιαίαν ἀναρρωτικὴν ἄδειαν, καὶ ἐστάλη μάλιστα τὸ σχετικὸν ἔγγραφον εἰς τὸν λόχον αὐτοῦ, ἀλλά, τοῦ σκανδάλου ἐκραγέντος αὐτοστιγμεί, προσεκάλεσε τὸν ἀρχινοσοκόμον καὶ διεπυνθάνετο τί δέον γενέσθαι. Ὁ ἀρχινοσοκόμος συνεβούλευσεν αὐτὸν ὅτι ἄδεια ἀναρρωτικὴ δίδεται μόνον εἰς στρατιώτην ἀσθενήσαντα, εἴτε πραγματικῶς εἴτε καθ’ ὑπόκρισιν, ἀλλ’ ἄδεια ἀναρρωτικὴ εἰς μὴ ἀσθενήσαντα οὔτε κατὰ τὸν ἕνα οὔτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ. Ὁ κ. διευθυντὴς ἔστειλε τότε νέον ἔγγραφον εἰς τὸν λόχον καὶ ἀνεκάλεσε τὸ πρῶτον δικαιολογούμενος κατὰ τρόπον τουρκικὸν λέγων «λάθος ἔγινεν».

§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γιαγνὶς ὀλντοῦ.

§44Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, κύριοι Βουλευταί, ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι πρώτην φορὰν ἐπιδίδω μήνυσιν καὶ προκαλῶ ἀνάκρισιν ὄχι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ἐπιδίδων ἰδιοχείρως μήνυσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ ὑπέχω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Ἐνόμισα δὲ ὅτι εἶχον καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπιδώσω τοιαύτην μήνυσιν, διότι τοὺς κλέπτοντας ἐν καιρῷ εἰρήνης θεωρῶ ἁπλοῦς λωποδύτας τιμωρητέους μέν, ἀλλὰ ἀναξίους προσοχῆς, τοὺς κλέπτοντας ὅμως ἐν καιρῷ πολέμου θεωρῶ προδότας τῆς πατρίδος. Πέπεισμαι ἀκραδάντως, ὅτι βαρεῖα θέλει ἐπιπέσει ἡ χεὶρ τῆς δικαιοσύνης εἰς ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε ἐξ ἐγκληματικότητος εἴτε ἐξ ἀμελείας — ἀδιαφορῶ ἐγώ — ἐστέρουν τὴν τροφὴν καὶ τὴν θέρμανσιν εἰς ἀσθενεῖς καὶ τραυματίας καὶ εἰς τοὺς κρυοπαγήσαντας ἐκείνους πόδας, τῶν ὁποίων οἱ δάκτυλοι ἀπέπεσον εἰς τὰ χιονοσκεπῆ ὄρη τῆς Ἠπείρου, ὅπου ὑπερήσπιζον τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς πατρίδος καὶ ὅπου μόλις πρὸ ἡμερῶν νέον περίλαμπρον ἐθνικὸν τρόπαιον ἔστησαν.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει δέκα Βουλευτῶν γενικεύεται ἡ συζήτησις. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον; Οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον....

§46Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.

§48Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀληθῶς ἤκουον πρὸ πολλοῦ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπρόκειτο νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ ἰατροῦ κ. Παπαθεοδώρου, ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ τριάκοντα καὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη εἰς τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐτιμωρήθη οὔτε μὲ ἐπίπληξιν κἄν. Ἔχει ἓν φύλλον ποιότητος λευκότατον, λευκότερον καὶ αὐτῆς τῆς περιστερᾶς, ἐπιστημονικῆς δὲ ἀξίας τοιαύτης, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐὰν λάβωσι μέρος, θέλουσιν ἐξάρει· ἀκεραιότητος τοιαύτης, ὥστε, ὅτε ἐτόλμησέ ποτε εἰς τὸν Βόλον καὶ ἄλλος τις ἀξιωματικὸς νὰ τὸν καταγγείλῃ, ἐνηργήθη ἀνάκρισις ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ἠσέβησε πρὸς αὐτόν. Τὸ Φρουραρχεῖον ἐπελήφθη ἀνακρίσεων καὶ ἠθέλησε νὰ δικαιώσῃ τὸν ἀξιωματικόν. Ὁ κ. Παπαθεοδώρου ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὄχι μόνον ὁ ἀξιωματικὸς ἐτιμωρήθη μὲ τὴν αὐστηροτέραν τῶν ποινῶν — νομίζω ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατοῦ —, ἀλλ’ ἐτιμωρήθησαν καὶ ὁ φρούραρχος καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος. Τοιοῦτος εἶναι ὁ καθ’ οὗ βάλλει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Κατηγόρησε λέγω, τὸν κ. Παπαθεοδώρου, διότι ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἔστειλεν εἰς τὸ Ἀεριόφως καὶ ἐπλήρωσε πρὸς 6½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν νὰ τῷ στείλωσι κὼκ καὶ τὸ ἔστειλαν πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ μὴ ὅλος ὁ κόσμος καὶ ὅλα τὰ Νοσοκομεῖα δὲν λαμβάνουσιν ἀπὸ τὸ Ἀεριόφως τὴν θέρμανσίν των; Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τοῦτο δύναται ν’ ἀποτελέσῃ κατηγορίαν κατ’ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, γηράσαντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα, καὶ ἂν ἀπεμακρύνθη, οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ μετὰ σεβασμοῦ ἀναφέρουσι. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου τοιαύτην τινὰ κατηγορίαν, τοιαύτην φοβερὰν συκοφαντίαν.....

§49Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Βουλευτὴς μεθ’ ὅλην του τὴν ἡλικίαν περὶ συκοφαντίας.

§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλῶ ὅτι, ὅ,τι λέγω ἐντεῦθεν, θὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀποδειχθῇ, ἂν ἔλθῃ ἡ δικογραφία, ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχει συκοφαντία εἴτε ἐκ πλάνης τοῦ κ. συναδέλφου εἴτε ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων εἴτε ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως εἴτε διότι δὲν ἐπέτρεψεν αὐτῷ τὸ Νοσοκομεῖον νὰ γίνῃ πολιτικὸν πρακτορεῖόν του.

§51Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δι’ ἐμὲ δὲν ἐπέτρεψε τίποτε, διότι τὰ ἔκαμεν ὅλα δι’ ὑμᾶς.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δώσητε ἐξηγήσεις εἰς τὸν κ. συνάδελφον.

§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, περιορίσητε τὸν λόγον, ὥστε νὰ μὴ εἴπῃ τις τί συνέβαινεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, τότε βεβαίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κατέλθω τοῦ βήματος.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε καὶ σεῖς νὰ εἴπητε ὅ,τι συνέβη εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον λέγετε ὅτι μετεβλήθη εἰς πολιτικὸν πρακτορεῖον καὶ ἀποδίδετε τοῦτο εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ προλαλήσαντος, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὑμῖν νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.

§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, δὲν μὲ ἀφήσατε. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προκαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σκάσην, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Χριστοδουλιᾶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ἐκεῖνο, ὡς ἰατροὶ καὶ συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσωσι καὶ νὰ βεβαιώσωσι καὶ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἀνακριβῆ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἢ ὅτι αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι οἷαι ἔπρεπε νὰ ὦσιν. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω αὐθεντικήν, καί, ἐὰν κατετίθετο ἐδῶ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ἐβλέπετε ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ἀκριβές, ὅτι εἰς τὸ Νοσοκομεῖον εἰσήρχοντο στρατιῶται ὑγιεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον, οἵτινες διεσκορπίζοντο εἰς τοὺς διαφόρους κοιτῶνας καὶ ἐν καιρῷ ἐλάμβανον τὴν ἄγουσαν εἰς τὰς οἰκίας των μὲ ἀδείας.

§56Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ.

§58Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω.

§59Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὴν ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω.

§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠναγκάσθη ὁ ἰατρὸς περιερχόμενος ἀπὸ θαλάμου εἰς θάλαμον πρὸς ἐπίσκεψιν ἀσθενῶν, ἐπειδὴ ἔβλεπέ τινας ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς κλίνας των σκεπασμένους καὶ προσποιουμένους τὸν ἀσθενῆ, ἠναγκάσθη, λέγω, νὰ ἐξετάζῃ αὐτούς, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, καὶ τοὺς ὑγιεῖς ἐξ αὐτῶν ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς στρατῶνάς των. Αὐτὸ προυκάλεσε τὴν μῆνιν τοῦ κ. συναδέλφου.

§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πῶς εἰσήγοντο;

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.

§64Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ διευκολύνουσι.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω.

§66Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε σεῖς ἔχετε προορισμὸν νὰ δυσχεραίνητε τὴν συζήτησιν.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω προορισμὸν νὰ ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπαγορεύει νὰ μὴ ἐπιτρέπω διακοπάς.

§68Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νὰ ἐμποδίζητε νὰ μοὶ διασαφηνίζωσιν ὅ,τι δὲν ἔχω εἰς τὴν μνήμην μου; Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά· θέλει νὰ λύσῃ ἀπορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔδωκα σαφῆ ἔννοιαν. Ἐρωτᾷ λοιπόν. Αὐτὸ δὲν λέγεται διακοπή.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγεται διακοπή.

§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε, ὅταν τις δὲν ἐννοῇ ἕν θέμα;

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ῥήτωρ δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ ἐξηγῇ εἰς ὅλους τὰ θέματα.

§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἤξευρον, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἀλληλοδιδακτικὸν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος Βουλευτὴς ὡς μαθητὴς ὑψώνει τὴν χεῖρα καὶ ἐρωτᾷ τὸν διδάσκαλον.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.

§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μεταχειρίζεσθε δι’ ἐμὲ αὐτὴν τὴν φράσιν. Ὑπῆρξα πάντοτε εὐπρεπής.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω τὰς διακοπὰς καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον αἱ διακοπαὶ προκαλοῦσιν ἀνησυχίας. Καὶ τοῦτο πράττω. Ἐάν τις θέλῃ ἐξηγήσεις, ἂς ζητήσῃ τὸν λόγον, διὰ νὰ τὰς λάβῃ.

§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἴσως ὁ κ. Γρηγορίου νὰ μὲ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ ταραχήν τινα, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι Κύριοι δὲν ἔχουσι λόγον νὰ προκαλέσωσι ταραχάς.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐκτιμήσω.

§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, προυκάλεσε τὴν μῆνιν τοῦ κυρίου συναδέλφου καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου καὶ εὗρεν ὅτι, ἐκτὸς τῆς κατηγορίας τῶν 33 δραχμῶν τοῦ Ἀεριόφωτος, τῆς θερμάνσεως, ὅτι δὲν ἐσημείωνεν ὁ ἐφημερεύων τὰ τρόφιμα τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, εἶναι δὲ ἰατρὸς καὶ γνωρίζει ὅτι οἱ ἰατροὶ ἐπισκεπτόμενοι τοὺς ἀσθενεῖς, ἀναλόγως τῆς ἀσθενείας των, γράφουσιν εἰς τὸ φύλλον των τί θὰ φάγῃ ὁ ἀσθενὴς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Κατὰ συνέπειαν κατάχρησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι, ἅμα ἐξελεγχθῶσι τὰ πρόχειρα φύλλα ὀψωνίου τοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀρχινοσοκόμου, δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, — αὐτοὶ δὲ οἱ δύο εἶναι ὑπεύθυνοι —, δύναται, λέγω, ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν προκύπτει κατάχρησις. Ἀλλὰ καὶ τότε ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν βαρύνει τὸν διευθυντὴν τοῦ Νοσοκομείου, ἀλλὰ τὸν ἐφημερεύοντα καὶ τὸν ἀρχινοσοκόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα καταγγελία. Ἡ τρίτη εἶναι ὅτι ὁ ἰατρὸς λέγει ποιήματα αἰσχρὰ καὶ μάλιστα ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του ἐν τῷ Νοσοκομείῳ. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν σχετικὴν δικογραφίαν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐμάνθανεν ἡ Βουλὴ μὲ ποίαν σοβαρότητα καὶ ἀξιοπρέπειαν καὶ ἐπιβολὴν εἰσήρχετο καὶ ἐξήρχετο εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὁ κ. Παπαθεοδώρου. Καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῶσι ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἔφερε τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Τί νὰ κάμῃ ἡ Βουλή; Τί λόγον ἔχει; Νὰ δικάσῃ τὸν κ. ἀξιωματικόν; Ὁ κ. Βουλευτὴς μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς δὲ τὸν εἰσαγγελέα ἔδωκε μήνυσιν. Αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι. Ἐνήργησεν αὐτὸς καὶ ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεμέρισε τὴν ὑπόθεσιν ἢ μήπως ὁ εἰσαγγελεὺς ἔρριψε τὴν καταγγελίαν εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ σπεύδει νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ, νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀπ’ εὐθείας ἔνοχον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἐπενέβη, δὲν προυκάλεσε τὴν προσοχὴν τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἂν ἐπετρέπετο ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς αἱ κατηγορίαι αὗται καὶ σοβαραί, βεβαίως ἀμφότεροι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οὗτοι θὰ ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των καὶ θὰ ἱκανοποιεῖτο ὁ νόμος, καὶ ἤθελεν ὑπερηφανεύεσθαι ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἔφερεν ἕνα ἀξιωματικὸν παρεκτρεπόμενον εἰς τὸ καθῆκόν του, ὅτι τὸν ἐστιγμάτισεν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του καὶ τῆς κοινῆς γνώμης τῆς πατρίδος. Εἶναι τοῦτο τιμωρία ἀπηνὴς διὰ φιλότιμον ἀξιωματικόν. Εἶναι ἀπηνὴς δι’ ἕνα ἐγκληματίαν ἀξιωματικόν, διότι πᾶς ἔντιμος ἄνθρωπος δὲν θ’ ἀπευθύνῃ οὔτε χαιρετισμὸν πρὸς αὐτὸν ἀποδειχθέντα ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις οὕτω διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ. Εἰς τὸν κ. Παπαθεοδώρου, τὸν κλέπτην τῶν 33 δραχ. τῆς θερμάνσεως, ἐστάλησαν ἐξ Ἑλβετίας δι’ ἐνεργειῶν του πρὸς τὸν γαμβρόν του κ. Σάξων περὶ τὰς 40.000 δραχ. ἕως σήμερον ὡς καὶ εἴδη ἱματισμοῦ καὶ διάφορα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυρία του μετὰ τῆς κόρης του διένειμεν εἰς ἀξιωματικῶν Κυρίας, εἰς στρατιωτικῶν Κυρίας. Περιμένει δὲ ἀκόμη καὶ μίαν ἄλλην ἀποστολήν, 40.000 περίπου δραχμῶν. Καὶ εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Σάξων ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἐνεργείας ταύτας καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα. Τοιοῦτος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσι διὰ 33 δραχ. καὶ ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ 33 ἔτη καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔντιμον στολὴν τοῦ στρατιώτου συνεκύλισαν εἰς τὰς ἀκαθάρτους καὶ ῥυπαρὰς ὁδούς. Εἶναι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐντροπὴ καὶ ἁμαρτία ν’ ἀπευθύνωμεν κατηγορίας κατ’ ἐντίμων ἀνθρώπων, διότι δὲν εὕρομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπηρετήσωμεν μίαν ἐπιθυμίαν, μίαν ἀπαίτησιν, μίαν ἀνάγκην μας. Καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ συγκινηθῇ ἀναλογιζόμενος τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ εἴπῃ· ἐάν τις ἀπευθύνῃ κατηγορίαν τινὰ πρός με, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πόνου, τὰ ὁποῖα ἤθελον αἰσθανθῆ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου;». Ἰδού, Κύριοι, διατί εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀνεμίχθην ἀπὸ ἀγανάκτησιν καὶ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις εἶπεν ὅτι ἐγύριζον εἰς τὰ Νοσοκομεῖα καὶ δι’ αὐτὸ ὑπερασπίζομαι διὰ τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας μοὶ παρεῖχε. Κύριοι, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπισκέπτωμαι τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου προερχομένους. Εἶμαι πολεμιστὴς καὶ γνωρίζω τὴν σημασίαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μάχης φέρουσι πληγωμένους καὶ ἀκρωτηριάζουσιν εἰς τὰ Νοσοκομεῖα, διὰ νὰ δώσωσι τὴν ζωὴν εἰς αὐτούς. Ἔσπευδον νὰ παρηγορήσω, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, καὶ ἔσπευδον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῶν ἰατρῶν ἐπὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν, ὅπως παράσχωσιν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν τὴν δυνατὴν περίθαλψιν τὴν ἀπαιτουμένην καὶ νὰ δώσωσιν ἄνεσιν εἰς αὐτούς, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς οἴκους των, ἀφοῦ ἐπολέμησαν ἐπὶ τετράμηνον ἐν τῷ μέσῳ δεινοῦ χειμῶνος. Γνωρίζω, διότι ἐκοιμήθην ὑπὸ χιόνα, γνωρίζω τί ὑπέστησαν εἰς τὸ Μπιζάνι οἱ μαχηταὶ αὐτοὶ ἥρωες, οἱ τιμήσαντες καὶ δοξάσαντες τὴν Ἑλλάδα. Γνωρίζω τί ὑπέστησαν. Ἐθαύμασα τὴν αὐταπάρνησίν των, τὸν πατριωτισμόν των, τὴν γενναιότητά των καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νυκτὸς καὶ ἡμέρας εἰς τὰ διάφορα Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ νὰ παρηγορήσω, διὰ νὰ περιθάλψω, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, διὰ νὰ κάμω ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὑπὲρ τοιούτων ἡρώων, ὑπὲρ τῶν ἀθανάτων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσημείωσαν μὲ χρυσᾶ γράμματα τὴν σημερινὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας.

§79Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι τοῦ κυρίου συναδέλφου, προκειμένου νὰ λάβω τὸν λόγον χάριν τῆς ἀληθείας καὶ ἀκριβείας καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς τρωθείσης ἑνὸς συναδέλφου μου ἐντιμοτάτου καὶ διακεκριμένου ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ. Ὑπηρέτησα μετ’ ἄλλων δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν κυρίων Θ. Σκάση καὶ Θ. Γρηγορίου, ἐν τῷ αὐτῷ Νοσοκομείῳ, τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἐπέδειξε καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς λειτουργίας τοῦ Νοσοκομείου παραδειγματικὴν φιλοπονίαν καὶ αὐταπάρνησιν, ἐργαζόμενος ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Συγχρόνως δὲ ἐπέδειξεν ὁ κ. Παπαθεοδώρου διοίκησιν ἀπαράμιλλον καὶ αὐστηρὰν πειθαρχίαν τόσον πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, ὅσον καὶ πρὸς τοὺς κατωτέρους. Ἤθελον εἶσθαι ἀγνωμοσύνη ἐκ μέρους μου, ὑπηρετήσαντος ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα ἐν τῷ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐν λόγῳ ἰατροῦ Νοσοκομείῳ, κληθέντος δι’ ἐκτέλεσιν ἀνωτέρας ὑπηρεσίας καὶ ἀπελθόντος ἐκεῖθεν, ἂν δὲν ἔλεγον ὅσα λέγω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Λυποῦμαι δέ, διότι ὁ κ. συνάδελφος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν θέλω παντάπασι νὰ ἀποδώσω πρόθεσιν κακήν, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ἔπεσε θῦμα κακῆς ἀντιλήψεως ἢ κακῆς εἰσηγήσεως, ἐνῷ ἐπὶ πεντάμηνον ὑπηρέτησεν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, οὐδέποτε παρεπονέθη, καὶ μόλις κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεώς του ὑπέβαλε μήνυσιν. Λυποῦμαι δ’ ἀκόμη περισσότερον, διότι εὑρέθη ἔντιμος συνάδελφος νὰ κατηγορήσῃ ἕτερον ἔντιμον συνάδελφον. Ἐγὼ ὑπηρέτησα ἐπὶ πεντάμηνον μετὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ καὶ ἄλλοτε ἐπὶ διετίαν καὶ εἶδον ὅτι ἡ διοίκησίς του ἦτο πάντοτε ἄσπιλος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ὄχι ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ὑπόθεσιν, διότι αὕτη παρεπέμφθη εἰς ἀνάκρισιν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ παντάπασιν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Παπαθεοδώρου. Ὀφείλω ἤδη νὰ ἀπαντήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον καταγγείλαντα ὅτι ἐν τῷ τρίτῳ Νοσοκομείῳ ὅλως ἀδικιολογήτως ἐχορηγήθησαν ἀναρρωτικαὶ ἄδειαι.

§80Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.

§82Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐὰν ἐδόθησαν τοιαῦται ἄδειαι, ὠφείλετε νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ποῖον ἐδόθησαν. Δὲν εἴπετε ὅμως τοῦτο. Εἰς τὰ Νοσοκομεῖα πλὴν τοῦ διευθύνοντος ὑπάρχουσι καὶ τμηματάρχαι, ὡς ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ τμηματάρχης. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς ἕκαστον τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Ταῦτα χάριν τῆς ἀκριβείας.

§83Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἄξιος ἀληθῶς συγχαρητηρίων εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐκ πόνου ὁρμώμενος, ὡς εἶπεν, ἐπεσκέπτεται τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου καὶ τοὺς ἀσθενεῖς εἰς τὰ διάφορα Νοσοκομεῖα, ὅπου οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου καὶ οἱ ἀσθενεῖς εὑρίσκονται ἐν τοῖς θαλάμοις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγώ, κατὰ σύμπτωσιν ἴσως, οὐδέποτε εἶδον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον νὰ μεταβαίνῃ εἰς τοὺς θαλάμους, ἀλλ’ εἶδον αὐτὸν συνεννοούμενον μὲ τοὺς διευθυντὰς τῶν Νοσοκομείων ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν καὶ ἀπερχόμενον.

§84Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.

§85Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δυνατὸν κατὰ σύμπτωσιν ἐγὼ νὰ μὴ σᾶς ἔβλεπον, ἐνῷ ὑμεῖς πιθανὸν ἄλλοτε νὰ μετεβαίνετε εἰς τοὺς θαλάμους καὶ ἄλλοτε νὰ μὴ μετεβαίνετε. Καίτοι, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἀλλ’ ἄλλος κατηγορούμενος, ἐν τούτοις ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας μου ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, ὅπου ὡς ἔφεδρος ἀνθυπίατρος ὑπηρέτησα. Καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας μου ἤμην προσκεκολλημένος εἰς τὸν θάλαμον, ὃν διηύθυνεν ὁ τέως καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Κατερινόπουλος, ἐν ᾧ ἐνοσηλεύοντο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τραυματίαι, μὴ ἔχων ἐγὼ καμμίαν δύναμιν ἢ δικαιοδοσίαν, μηδεμίαν δυνάμενος, καὶ ἂν ἤθελον, νὰ παράσχω εὐκολίαν ἢ χάριν, ἂν δ’ ἐδίδοντο ἄδειαι καλῶς ἢ κακῶς, τοῦτο ἦτο ἔργον τοῦ διευθυντοῦ, πρὸ ὀλίγων δὲ μόλις ἑβδομάδων ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τμήματος καὶ εἶναι ἀνακριβέστατον, ὅτι ὁ κ. Παπαθεοδώρου ἦλθεν εἰς τοὺς θαλάμους τοὺς ἰδικούς μου καὶ διέταξε τὴν ἔξοδον ἀσθενῶν ὡς δῆθεν ὑγιῶν. Δὲν ἐπέτρεψα μόνον νὰ παρουσιασθῶσι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας μου εἰς τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν του ἐπιτροπήν τινες, τὸ ὁποῖον ἦτο δι’ ἐμὲ ὅλως διόλου ἀδιάφορον. Ἔρις τις μόνον ἐπιστημονικὴ ἐπῆλθεν, ἐνώπιον μάλιστα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων κ. Σκάση, οὗτινος τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου, καὶ τῷ ὑπέβαλον παρατήρησιν ὅτι μοναδικὸς ἀσθενὴς Σταυριανάκος ἄγνωστός μοι ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, οὗτινος τὴν ἔξοδον διέταξεν, ἦτο πράγματι ἀσθενὴς καὶ δέον νὰ παραμένῃ καὶ ὅτι ἕτερός τις, συμπολίτης μου οὗτος, ὀνόματι Μπακούρης, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀδείας ἀναρρωτικῆς, διότι ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς μάχας καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐκστρατείαν τόσον μᾶλλον, καθόσον ἀφειδῶς ἐχορήγει εἰς ἄλλους οὐδόλως τῆς ἐκστρατείας μετασχόντας. Μόνον αὐτὴ ἡ φιλονεικία ἐπῆλθε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν τροφίμων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, ὅτι τὴν εὐθύνην ἔχει ὁ ἐφημερεύων ἀνθυπίατρος καὶ ὁ ἀρχινοσοκόμος, λυποῦμαι πολὺ ὅτι εἰς τὸ στράτευμα ὑπηρετήσας εὐδοκίμως ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν γνωρίζει τοὺς κανονισμοὺς τῶν Νοσοκομείων. Ὁ ἐφημερεύων ἀνθυπίατρος δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην· φέρουσι τὰ τρόφιμα, τὰ παραλαμβάνει, ἐὰν ὦσι καλῆς ποιότητος, καὶ ὑπογράφει τὰ βιβλία· ἐὰν ταῦτα πλαστογραφῶνται κατόπιν, τίνα εὐθύνην ἔχει ὁ ἐφημερεύων ἢ ὁ ἀρχινοσοκόμος; Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπαναφέρω τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον ὑμῶν, ὅταν περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, ἂν ἐπανέλθωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπαίνους, οἱ ὁποῖοι ἀθρόοι ἐπεδαψιλεύθησαν διὰ τὸν κ. διευθυντὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσηνίας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν κατήγγειλα τὸ παρελθὸν τοῦ κ. Παπαθεοδώρου, ὅπερ δὲν ἀνεσκάλισα· ἐγὼ κατήγγειλα τὸ παρόν, ὅπερ ἐγνώρισα καὶ δι’ ὡρισμένα γεγονότα, καὶ οὐχὶ δι’ ἀοριστολογιῶν, δι’ ὧν οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸν ἐπῄνεσαν, χωρὶς ν’ ἀντικρούσωσι τὰ γεγονότα ταῦτα. Ἔχω ἀκόμη νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ διευθυντοῦ, ὅστις ἀνέχεται, καίτοι εἶχε γνῶσιν νὰ ὑπηρετῇ ἀνθυπίατρος μὲ βαθμὸν ὑπιάτρου, καὶ ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις ἀντιποιεῖται ξένον βαθμὸν καὶ λαμβάνει παρανόμως τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου καὶ μολονότι μετέβη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἰς τὸ ὑγειονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῷ εἶπον ὅτι «ἐδῶ εἰς τὰ χαρτιά μας σὲ ἔχομεν γραμμένον ἀνθυπίατρον καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπωφεληθῇς λάθους τινὸς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, διὰ νὰ λάβῃς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου, ἀφοῦ οὐδὲ τὰ προσόντα ἔχεις οὐδὲ Β. Διάταγμα ἐξεδόθη».

§86ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Νὰ συγκληθῇ, κύριε Πρόεδρε, κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσιν ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί, διὰ νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων τί συνέβη.

§87Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§89Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤθελε νομίσει ταῦτα ὡς προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον του. Ἐγώ, ὡς εἶπον, ὡμίλησα χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔσπευσε νὰ μὲ θίξῃ προσωπικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ βαθμοῦ.

§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ σᾶς πρόκειται;

§91Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Μάλιστα. Συνέβη, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἑξῆς. Ὑπηρέτησα ὡς ἔφεδρος ἀνθυπίατρος κατὰ τὸ 1905, δύο δὲ μῆνας πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔλαβον ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ ὑγειονομικοῦ δήλωσιν καὶ σημείωσιν ἔγγραφον ἐμπιστευτικήν, δι’ ἧς μοὶ ἐδηλοῦτο, ὅτι προήχθην εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου καὶ ὅτι μὲ ἐτοποθέτουν εἰς τὸ κινητὸν χειρουργεῖον ἐκστρατείας. Διετασσόμην δὲ νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὸ ἁρμόδιον σῶμα μὲ τὴν στολὴν τοῦ νέου βαθμοῦ μου. Ἂν δὲν ἤμην Βουλευτής, θὰ ἔσπευδον ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος νὰ προσέλθω συμφώνως τῇ δηλώσει, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, ὡς ὑπίατρος. Ἔτυχεν ὅμως νὰ εἶμαι Βουλευτὴς καὶ ἕνεκα τούτου προσῆλθον εἰς τὸ σῶμά μου συμφώνως μὲ τὸ ἔγγραφον τὸ ἐμπιστευτικὸν καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος ὅτι ἤμην ἀξιωματικὸς ὑγειονομικός, ὑπίατρος. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι «δὲν ἀναφαίνεται Β. Διάταγμα τοῦ βαθμοῦ σας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶσθε ὑπίατρος».—«Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀπήντησα, νὰ φέρω τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου».— «Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μοὶ προσέθηκε, θὰ τηλεγραφήσωμεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Τρικκάλων καί, ἂν ἀπαντήσῃ ὅτι εἶσθε ὑπίατρος, δύνασθε νὰ φέρητε τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου». Ὄντως προυκλήθη τηλεγραφικὴ διαταγὴ ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς παντάπασιν ἐγὼ νὰ ἐκλιπαρήσω τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν εἶχον καμμίαν ὄρεξιν νὰ φορέσω τὰ δύο γαλόνια. Ἐγὼ προσῆλθον νὰ προσφέρω τὰς μικράς μου ὑπηρεσίας εἰς τὸ σῶμά μου καὶ δὲν ἐνδιεφερόμην διὰ τὰ γαλόνια. Τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἀπήντησεν ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἰατρὸς φέρει τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν ὡς ὑπίατρος. Τίποτε ἄλλο.

§92Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον (διαμαρτυρίαι).

§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.

§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἡ διεξαγομένη συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι συζήτησις ἀντικανονικὴ ἐντελῶς. Φέρεται ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, ἐπερώτησις δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ σκοπεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνίσταται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων ἢ τοῦ σκοποῦ κυβερνητικῆς τινος πράξεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἔχει περιεχόμενον ἀληθῶς ἐπερωτήσεως ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἐπικρίνεται ἡ Κυβέρνησις ἢ ἐλέγχεται ὁ σκοπὸς τῶν πράξεών της; Ὄχι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις, ἡ ὁποία ἐτράπη εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, δὲν συντελεῖ καθόλου εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος, γοήτρου τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν περίστασιν ὀφείλομεν νὰ διατηρήσωμεν ἀμείωτον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην ὅτι ἡ ἀντικανονικὴ αὕτη συζήτησις προῆλθεν ἐκ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει κἂν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διὰ νὰ ἔχῃ λόγον τινά, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις, καὶ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου.

§95Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Θ. Κουτούπης καὶ Π. Ἀραβαντινὸς ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν «διατί δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου ὁ ἀνθυπίατρος νῦν καὶ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 Παναγιώτης Τζωρτζάκης ἔχων θέσιν περὶ προβιβασμοῦ. Ἐπίσης διατί δὲν προήχθησαν ὁ λοχίας Λέων Γουλᾶς εἰς ἀνθυπίατρον ἔχων ἄδειαν ἰατροῦ ἀπὸ ἐννεαετίας καὶ ὁ Γεώργιος Ἐγγονόπουλος λοχίας εἰς δόκιμον ἰατρὸν ἔχων δίπλωμα διδάκτορος τῆς Ἰατρικῆς».

§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι κἂν ἐπερώτησις, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στρέφηται ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀπαντήσει σας ὑπάρχει ἡ ὁμολογία ὅτι ἔγιναν ἀταξίαι εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας.

§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνες ἀταξίαι ἐδήλωσα ὅτι ἐγένοντο;

§99Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὡμολογήσατε ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ πρώτη πρόσκλησις τῶν ὑγειονομικῶν ὑπαλλήλων, δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὑπέρβασις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, οὕτως ὥστε ἄλλοι συγχρόνως ζητήσαντες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβιβασθῶσιν, ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ ἀταξίαι αὐταί.

§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτὰ ἀκριβῶς. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μητρῷον τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶσι τὰ τῆς προηγουμένης ὑπηρεσίας, ἐν τῇ σπουδῇ δέ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, ἐγένετο ὁ διορισμὸς τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν αἰτησαμένων πρῶτον νὰ διορισθῶσι καὶ ὅτε παρουσιάσθησαν περιστάσεις, καθ’ ἅς, ἂν ἐγκαίρως εἶχον ὑποβάλει τὰ ἔγγραφα, θὰ προετιμῶντο. Ὅτε ὅμως ὑπεβλήθησαν ταῦτα, δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐπετρέπετο νὰ διορίσω καὶ ἄλλους, διότι θὰ ἐθεώρουν τούτους ὑπεραρίθμους, διότι οἱ διορισθέντες ἦσαν ἀρκετοί.

§101Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προῆλθον τόσα ἄλλα ἐκ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ κάμωμεν συζήτησιν.

§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐκτείνομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ δηλώσω, εἶναι ὅτι δὲν συνέβησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν γνωρίζει γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, διότι οὐδέποτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἴδω. Ἔλαβον ὅμως τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν ἀναπληρώσαντα αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἔσχον ἅπαξ τὴν τιμὴν νὰ ἴδω. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων ἀποδεικνύεται ὅτι περιῆλθον ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπέβαλον ἁρμοδίως τὰς σχετικὰς αἰτήσεις· ἀλλ’ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος μοὶ εἶπεν ὅτι τοιαύτας αἰτήσεις δὲν ἔλαβε καὶ τότε ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ ὑποβάλω αἰτήσεις μετὰ τῶν ἀναγκαιούντων πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ πολλοῦ κόπου κατώρθωσα νὰ λάβω. Μετὰ χρόνον μακρὸν διὰ μὲν τὸν πρῶτον μοὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶχε ληφθῆ ἀναφορά, ἀλλ’ ὅτι, ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἀναφοράν, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐλήφθη μία ἀναφορὰ ὑποβληθεῖσα πρὸ δύο μηνῶν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν. Διὰ τὸν ἄλλον μοὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρῃ καὶ ἀπόσπασμα τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ ὑπηρεσία πολὺ εὐκολώτερον καὶ ἁρμοδιώτερον ἐμοῦ. Ἐξ ὅλων τούτων ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αὐτοὶ δὲν προυβιβάσθησαν, διότι δὲν εἶχον προστασίαν· εἰδικῶς ὅμως διὰ τὸν πρῶτον δὲν νομίζετε ὅτι ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὑπηρέτησε καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ κ. Στράτου διέπρεψεν, ὁ ὁποῖος μάχεται καὶ εἶναι εἰς τὴν γραμμὴν καὶ ἐπληγώθη, δὲν νομίζετε ὅτι δικαίως προυβιβάσθη; Πῶς θέλετε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄγει ἡλικίαν 42 ἐτῶν, νὰ βλέπῃ ἑτέρους ἀξιωματικοὺς μὴ ὑπηρετήσαντας εἰς τὸν προηγούμενον πόλεμον, ἀλλ’ ὑπηρετήσαντας μόνον ἐπ’ ὀλίγον μετὰ τὸν πόλεμον, πῶς θέλετε, λέγω, νὰ βλέπῃ τούτους ὑπηρετοῦντας μὲ ἀνώτερον βαθμόν; Αὐτὸς βεβαίως ἔχει τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Στράτου διαπιστοῦσαν τὰς ὑπηρεσίας του καὶ τὴν ἀνδραγαθίαν του, ἡ ὁποία εἶναι πολυτιμοτέρα παντὸς βαθμοῦ. Ἐξ ἄλλου δικαιοῦμαι νὰ ἐλέγξω τὴν τοιαύτην τῆς ὑπηρεσίας εἰκόνα, διότι παρατηρῶ ὅτι χαρακτηρίζει αὐτὴν καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἐνέργειαν μία συνήθης στρεβλότης τῆς γραφειοκρατίας ζητησάσης καὶ ἐμὲ νὰ ἀπατήσῃ καὶ μὲ ἠπάτησε, καθόσον μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ ἑτέρα ἀναφορά, ἐνῷ τοιαύτη, εὑρέθη, ὅτε ὑπεβλήθη.

§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία μοὶ ὑπέβαλε Διάταγμα τῆς προαγωγῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἀλλ’ ἠγόμην ἐκ ταύτης τῆς ἀρχῆς, ὅτι εἶχον προβιβασθῆ ὑπεράριθμοι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ προαχθῶσι καὶ ἄλλοι.

§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἐκλήθη δι’ ὡρισμένην ἡλικίαν 42 ἐτῶν καὶ μὲ ὡρισμένον βαθμὸν ὡς ἀνθυπίατρος, κατὰ τὸν νόμον δὲ οἱ ἄγοντες ἡλικίαν πέρα τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν καὶ λαβόντες μέρος εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν. Ἑπομένως ἡ δικαιολογία αὕτη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἃς τόσον συνήθεις ἔχει ἡ ἑλληνικὴ γραφειοκρατία.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον· Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης εἰς τὰ ἄρθρα 138 καὶ 141 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ ἐπὶ τῶν ἄρθρων συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1913 δραχ. 3,000,000 δι’ ἔξοδα διοικήσεως τῶν καταληφθεισῶν χωρῶν» καὶ 2) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 350,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1912»). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913 καὶ ὑπὸ Κεφ. Βʹ, ἄρθρον 8, πιστώσεως 10,000 φρ. διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου τοῦ ἔτους 1913». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου ͵ΔΙΔʹ, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς δήμους Κερκύρας, καὶ εἰς τοὺς δήμους Λευκάδος». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1913 περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τῆς ἰδίας χρήσεως ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Ἰανουαρίου 1913 σχετικοῦ Β. Διατάγματος». Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦτο, Κύριοι, ὄντως ἐπιτυχὴς ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξαγγείλωσι μετ’ ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἐκεῖνος μὲν τὸν πολεμικὸν θρίαμβον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου ἡμῶν, οὗτος δὲ τὸν εἰρηνικὸν θρίαμβον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν σήμερον ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Πρόκειται δὲ πράγματι περὶ δύο μεγάλων ἐθνικῶν κατορθωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα πρὸς ἄλληλα, διότι ἄνευ τῆς συντελεσθείσης οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως θὰ ἦτο ὁμολογουμένως ἀδύνατον παντάπασι νὰ σκεφθῶμεν περὶ πολέμου, καὶ περὶ πολέμου, μάλιστα τόσον μακροῦ καὶ δαπανηροῦ, ὁποῖος ὁ παρών. Θὰ συνομολογήσητε δέ, Κύριοι, πάντες μετ’ ἐμοῦ, ὡς ἐλπίζω, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἀληθῆ οἰκονομικὸν θρίαμβον, ὅταν ἀναλογισθῆτε ὅτι τὸ περίσσευμα τῶν 11,881,663 δραχ. τῆς χρήσεως τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο μόλις πρὸ διετίας ἔλλειμμα 11,227,283 δραχ., ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1909, τοῦ φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶ. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι κατωρθώθη ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ βελτιωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ 23 περίπου ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ προσυπολογίσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα κεφάλαια, ἰδίως δὲ εἰς τὸ τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τὸ ὁποῖον προσετέθησαν τώρα ὡς 5 ἑκατομμύρια ἔξοδα τοῦ δανείου τῶν 110 ἑκατομμυρίων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ τοιαύτη βελτίωσις ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ εἰς τί ὀφείλεται τὸ θαῦμα τοῦτο; Ὁ κ. Ὑπουργός, πλήρης αἰσιοδοξίας τόσον διὰ τὸ ἐνεστώς, ὅσον καὶ διὰ τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικόν μας, δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποδώσῃ τὴν παροῦσαν βελτίωσιν εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ἐν πᾶσιν; Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὄχι, τὴν δὲ γνώμην μου ταύτην ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἐκθέσω σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἡ Κυβέρνησις συμμεριζομένη τὴν πεπλανημένην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ γνώμην παρασυρθῇ εἰς ἀποφάσεις καὶ μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἀνετρέποντο ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἄγομαι εἰς τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ. Ὑπὸ τὰς σημερινάς, Κύριοι, περιστάσεις οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως μεταξὺ ἡμῶν. Πάντες οἱ Ἕλληνες ἔχομεν τώρα ἓν καὶ μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ συνδράμωμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκ παντὸς τρόπου εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡγεῖται αὐτὴ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐπιτελέσω καὶ ἐγὼ νῦν δι’ ὅσων μέλλω νὰ εἴπω περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἐξετάζων τοῦτο ἐν πρώτοις αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ εἶτα ἐν σχέσει πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν δημιουργουμένην διὰ τοῦ παρόντος πολέμου. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν συνετέλεσεν ὁπωσδήποτε καὶ ἡ ἐπιμελεστέρα διοίκησις καὶ ἡ αὐτόματος αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἡ ἐρειδομένη εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἐκ τοιούτων λόγων πράγματι ἐπῆλθε βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τριάκοντα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἤτοι κατὰ τὸ ἓν τέταρτον αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω ἄλλος τις, ἐκτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ἀντιτιθεμένην ἐκ διαμέτρου καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν οἰκονομικῶν μας, ἥτις μᾶς διδάσκει ὅτι πολλάκις μέχρι τοῦδε εἴχομεν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ὀφειλόμενα εἰς οἰκονομίας, εἰς νέα φορολογικὰ βάρη καὶ εἰς καιρικὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι μεθ’ ὅλα ταῦτα κατὰ περιόδους ἐνεφανίζοντο ἐλλείμματα, καταλήγοντα εἰς κρίσεις, ἅπαξ δὲ καὶ εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν. Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους. Ἀρκεῖ ν’ ἀνασκοπήσωμεν τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 χρονικὴν περίοδον, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο νέα ἐποχὴ πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ βίου ἐν Ἑλλάδι. Εἶχε προσαρτηθῆ τότε ἡ Θεσσαλία, μικρὸν δὲ μετὰ τοῦτο ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης. Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῆς τότε κρατούσης αἰσιοδοξίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπετίθεντο μὲν νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τὸν λαόν, ἀλλ’ ηὔξανον ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐγίνετο δὲ ἔναρξις νέας πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας καὶ κατασκευῆς πολλῶν δημοσίων ἔργων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Καλλιγᾶς, ἐρωτηθεὶς ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, πόθεν θὰ ἐπορίζετο ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, διεκήρυξεν: «Ἔχομεν ἑκατομμύρια δεξιᾷ, ἑκατομμύρια ἀριστερᾷ». Καὶ ὅμως μετ’ ὀλίγον ἐξερράγη οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις μικροῦ δεῖν κατέληγεν εἰς πλήρη καταστροφήν. Ἐν ἔτει 1886 ἐπανελθὼν ὁ Τρικούπης εἰς τὴν Κυβέρνησιν προέβη ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς νέα φορολογικὰ βάρη, ἀποκαταστήσας οὕτω τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐξερράγη κρίσις, καταλήξασα τῷ 1893 εἰς ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 συνωμολογήθη ὁ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ἀνεκουφίσθη κατὰ πολὺ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ εἴχομεν ἔκτοτε περισσεύματα, ἅτινα ὅμως μετ’ ὀλίγον μετετράπησαν εἰς ἐλλείμματα, ἕως οὗ τῷ 1905 κατελήξαμεν καὶ πάλιν εἰς κρίσιν οἰκονομικήν. Αὕτη ἀπεσοβήθη διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς νέα φορολογικὰ βάρη, ἰδίως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οὕτω δέ πως εἴχομεν τῷ 1906 περίσσευμα ἐκ 4,460,746 δραχ., ὅπερ ὅμως αὖθις ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους μεταπίπτει εἰς ἐλλείμματα τῷ 1907 ἐκ 466,651, τῷ 1908 ἐξ 7,318,112 καὶ τῷ 1909 ἐξ 11,227,283 δραχ. διὰ τοὺς ἑξῆς κυρίως λόγους. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἕνεκα τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος ηὔξησεν ἡ γνωστὴ πίστωσις τοῦ κεφ. Δʹ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξ 710,000 τῷ 1905 εἰς 1,350,000 τῷ 1907, εἰς 3,400,000 τῷ 1908 καὶ εἰς 2,650,000 δραχ. τῷ 1909. Συγχρόνως προσετέθη καὶ νέον ἔξοδον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας ἐξ 150,000 τῷ 1906, ἐκ 2,500,000 τῷ 1907, ἐκ 4,000,000 τῷ 1908 καὶ ἐκ 3,000,000 δραχ. τῷ 1909. Ἔπειτα δὲ εἴχομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων, προελθοῦσαν ἰδίως ἐκ τῆς μειώσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἐνῷ κατ’ ἀκολουθίαν σιτοδείας τῷ 1906 εἴχομεν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν 1907 αὔξησιν τελῶν ἐκ τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν εἰς 15,017,392 καὶ εἰς 15,519,450, ἠλαττώθησαν αὐτὰ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη 1908 καὶ 1909 διὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τότε ἐν Ἑλλάδι εὐφορίαν εἰς 13,277,357 καὶ εἰς 12,693,832 δραχ. Ἕνεκα δὲ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, τῆς ἀρξαμένης ἀπὸ τοῦ 1908 καὶ ἐπιταθείσης τῷ 1909, εἴχομεν ἐλάττωσιν καὶ τῶν ἄλλων τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἐξ 29,023,063 τοῦ 1907 εἰς 28,232,773 τῷ 1908 καὶ εἰς 26,168,752 δραχ. τῷ 1909. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, Κύριοι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1906 ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῷ 1908 κατὰ 5,750,000, καὶ τῷ 1909 κατὰ 3,900,000 δραχ. (ἡ μείωσις αὕτη ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1908 ὀφείλεται εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν, ἥτις τοὺς τελευταίους μῆνας περιέκοψε τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔξοδα κατὰ 1,850,000 δραχ.) Ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὸ 1907, ὅτε εἴχομεν τὴν μεγίστην ἀπόδοσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων πρὸ τοῦ 1910, ἐμειώθησαν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις τῷ 1908 κατὰ 3,032,383 καὶ τῷ 1909 κατὰ 5,679,922. Οὕτω πως ἐπῆλθεν ἐν συνόλῳ χειροτέρευσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῷ μὲν 1908 κατὰ 8,782,383, τῷ δὲ 1909 κατὰ 9,579,922 δραχ. Ἰδού, Κύριοι, ἡ ἐξήγησις τῶν πρὸ τοῦ 1910 ἐλλειμμάτων. Ἐξ αὐτῆς πείθεται ἕκαστος ὁπόσον εὐπαθὴς εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ὁπόσον δ’ εὐκόλως μεταβάλλονται τὰ περισσεύματα αὐτοῦ εἰς ἐλλείμματα, ἐπηρεαζόμενα πολλάκις ἐκ τυχαίων ὅλως γεγονότων, χωρὶς νὰ ἔχῃ πολλὴν ἐπιρροὴν ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἐπιμελεστέρα ἢ ἀμελεστέρα διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀλήθεια αὐτή, ἡ παραγνώρισις τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ δυσκρέστους συνεπείας. Καὶ νῦν ἂς ἴδωμεν πῶς τὸ μέγα ἔλλειμμα τοῦ 1909 μετετράπη εἰς μέγα περίσσευμα τοῦ 1911. Ἅμα τῇ ἐκ νέου ἐμφανίσει τοῦ ἐλλείμματος τὸ Ὑπουργεῖον Θεοτόκη, ὅπερ ἦτο τότε ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐσκέφθη, λήγοντος τοῦ ἔτους 1908, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ σύνηθες μέσον πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἤτοι εἰς νέα φορολογικὰ βάρη. Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς τῇ δημοσιονομικῇ εἶχεν ἐκραγῆ ἤδη καὶ οἰκονομικὴ κρίσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας δυσφορῶν ὁ λαὸς ἐξανέστη, ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1909, κατὰ πάσης νέας φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀξιῶν πρὸ παντὸς οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, εἶτα δὲ φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἀνεκουφίζετο μὲν ἐν μέτρῳ δικαίῳ ἡ λαϊκὴ καὶ ἡ μεσαία κοινωνικὴ τάξις, θὰ ἐπεβαρύνετο δὲ ἡ πλουσία τάξις, ἡ μὴ ἐπαρκῶς φορολογουμένη, καὶ τέλος μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης καὶ προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Μετ’ ὀλίγον ἐξηγέρθη καὶ ὁ στρατὸς ἐπὶ τῇ ματαιώσει τῆς τότε ἀναμενομένης αἰσίας λύσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῷ ἐξευτελισμῷ καὶ διωγμῷ, οὓς ὑφίσταντο τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν ἐκ μέρους τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ἠξίωσε δὲ καὶ αὐτὸς νὰ πληρωθῶσι μὲν τὰ αἰτήματα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἀμέσου πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν νὰ διεκδικήσωμεν ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῶν ὅπλων τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια. Οὕτω πως ὅμως ἐτέθη τότε τὸ μέγα καὶ δυσεπίλυτον οἰκονομικὸν πρόβλημα ἐνώπιόν μας, τὸ πρόβλημα τῆς βελτιώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 20 τουλάχιστον ἑκατομμύρια· διότι οὕτω πως μόνον ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ τότε ὑπελογίζετο εἰς 8 περίπου ἑκατομμύρια, προσέτι δὲ εἰς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἄλλων αἰτημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸ τοῦ τοιούτου, Κύριοι, προβλήματος ἔμειναν τότε πάντες οἱ ἄλλοι ἰλιγγιῶντες, διότι ἐθεώρουν ἀμήχανον ὅλως τὴν λύσιν αὐτοῦ. Μόνη ἡ ἐθνικὴ μερὶς ἡ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας πολιτευτοῦ εἶχε τὸ θάρρος τότε νὰ δημοσιεύσῃ λεπτομερὲς πρόγραμμα, δι’ οὗ ἐπηγγέλλετο καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 20 ἑκατομμύρια περίπου καὶ τὴν πλήρωσιν πάντων τῶν αἰτημάτων τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἀνάγκην δὲ τότε καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ στραφῶσι πρὸς τὴν πολιτικὴν ταύτην μερίδα, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος ἀνελάμβανε τὴν πραγμάτωσιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἅμα τῇ ἐκρήξει τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 15 Αὐγούστου ἐκλήθη αὐτὴ εἰς τὴν Ἀρχήν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπαγγελίας της καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν, μάλιστα δὲ ὑπὸ οἰκονομικήν, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἦτο ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς παντὸς ἄλλου ζητήματος, οὕτως ὥστε ἄνευ τῆς αἰσίας αὐτοῦ λύσεως νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς λύσεως οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος. Θὰ ἐνθυμῆσθε, Κύριοι, πάντες ὑφ’ ὁποίας περιστάσεις εἴχομεν ἀναλάβει ἡμεῖς τῇ 15 Αὐγούστου 1909 τὴν Κυβέρνησιν. Εἰ καὶ περιεσπώμεθα τότε νύκτα καὶ ἡμέραν ὑπὸ παντοίων μεριμνῶν καὶ φροντίδων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διασαλευθείσης τάξεως καὶ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, κινδυνεύοντος ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς, οὐχ ἧττον οὐδόλως ὠλιγωρήσαμεν καὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου. Ἐνεφανίσθημεν τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῇ 20 Σεπτεμβρίου, μετὰ μίαν δ’ ἑβδομάδα ἐγένετο καθ’ ἡμῶν σφοδρὰ ἐπίθεσις ἐν αὐτῇ, διότι δὲν εἴχομεν ὑποβάλει ἀκόμη ὁλόκληρον τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, τὴν μεταρρυθμιστικὴν καὶ ἀνορθωτικὴν τῶν πάντων, μάλιστα δὲ τῶν οἰκονομικῶν. Λάβρος, Κύριοι, ἰδίως ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην ὁ τότε βουλευτὴς Βάλτου κ. Στράτος, ὅστις μονονουχὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του, διότι ἡμεῖς ἐντὸς ἑπτὰ ἑβδομάδων καὶ ἐν μέσῳ ὅλων ἐκείνων τῶν περιπετειῶν δὲν εἴχομεν κατορθώσει νὰ προσκομίσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὴν νομοθετικήν μας ἐργασίαν. Τώρα ὅμως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι αὐτὸς μέλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη προΐσταται τῶν κοινῶν ἀπολαύουσα τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, χωρὶς μέχρι τοῦδε ὄχι μόνον πλήρη νομοθετικὴν ἐργασίαν νὰ μὴ παρουσιάσῃ, ἀλλὰ μηδὲ νὰ εἶναι κἂν εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ποία εἶναι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ περίφημος δημοσιονομική της πολιτική, τὴν ὁποίαν κατ’ ὄνομα μόνον ἀναφέρουσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν οἱ μακάριοι ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοί της. Ὁ κ. Στράτος τώρα οὐδόλως αἰσθάνεται τὴν συνείδησίν του ἐξεγειρομένην κατ’ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον μάλιστα φαίνεται καὶ πολὺ ηὐχαριστημένος ἐξ αὐτῆς. Ἐν τούτοις, Κύριοι, τῇ 30 Σεπτεμβρίου, ἤτοι ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς μας εἰς τὴν Ἀρχήν, ὑπεβάλομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν σωρείαν νομοσχεδίων, μεταρρυθμιστικῶν τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ, τῆς δικαιοσύνης καὶ διοικήσεως, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας, τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας καὶ τέλος τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ καθόλου τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Οἱ καλοθεληταὶ ἡμῶν ἀνέκρουσαν τότε πρύμναν κατακρίνοντες ἡμᾶς οὐχὶ πλέον διὰ τὴν βραδύτητα, ἀλλὰ διὰ τὴν μεγάλην σπουδήν, μεθ’ ἧς συνετάξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδιά μας, ἅτινα ἔσπευσαν νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτοὶ ὡς ἀμελέτητα καὶ ὡς συνταχθέντα, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπὶ τοῦ γόνατος, χωρὶς κἂν προηγουμένως ν’ ἀναγνώσωσιν αὐτά. Ἐκεῖνοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἴσως καθ’ ὅλον τὸν βίον των ἐσκέφθησαν σοβαρῶς περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἡμῶν ζητημάτων, δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσι πῶς ἄλλοι ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων κατώρθωσαν νὰ διατυπώσωσιν εἰς νομοσχέδια τὸ πόρισμα τριακονταετῶν μελετῶν καὶ ἀγώνων δημοσιογραφικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν. Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ζητήματα εἶχον πρὸ πολλοῦ ἤδη διονυχισθῆ καὶ εἶχεν ἀποκρυσταλλωθῆ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἡ λύσις αὐτῶν, ἡ ὁποία καὶ πρὸ δεκαετίας ἤδη εἶχε διατυπωθῆ εἰς πρόγραμμα λεπτομερὲς καὶ ἐξακριβωμένον ἐν πᾶσιν. Ἦτο, Κύριοι, αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον λήγοντος τοῦ ἔτους 1908 εἴχομεν συντάξει καὶ ἀπευθύνει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ὡς πρόγραμμα τῆς τότε ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν του συσταθείσης νέας πολιτικῆς μερίδος. Ἂν δὲ ὑπὸ τὰς τότε κρατούσας πολιτικὰς συνθήκας εἶχεν ἀποβῆ ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογή του, ἐν ἔτει ὅμως 1909 ὑπὸ τὴν τότε ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, ζητούντων μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν πάντων, ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπέστη ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ἂν δ’ ἔκτοτε, Κύριοι, τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἐφαρμοσθὲν ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρπούς· ἂν ἔκτοτε παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν μεταρρύθμισις καὶ ἀνόρθωσις τῶν πάντων· ἂν ἔκτοτε ἔχει δημιουργηθῆ ἐν μιᾷ λέξει νέα Ἑλλάς, πάντα ταῦτα ὀφείλονται κατὰ πρώτιστον καὶ κυριώτατον λόγον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Δʹ Συνόδου τῆς ΙΗʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν νὰ τύχω νῦν ἀναγνωρίσεώς τινος διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην παρὰ τῶν ἔκτοτε δρεπόντων τοὺς καρποὺς αὐτῆς. Ἂν συνετέλεσα κατά τι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐόδωσιν αὐτῆς, ἀρκεῖ δι’ ἐμὲ ἡ ἀγαθὴ συνείδησις ὅτι ἐξεπλήρωσα οὕτω πως ἓν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα μου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον συνειδήσεως νὰ τύχωσι δι’ αὐτὴν τῆς προσηκούσης ἀναγνωρίσεως ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ καθόλου ἡ Βουλὴ τῆς ΙΗʹ Περιόδου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐγκολπωθεὶς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο κατώρθωσε διὰ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον προσδίδει εἰς αὐτὸν τὸ ἔνδοξον ὄνομα, ὅπερ φέρει, καὶ ἡ προσωπική του ἀξία καὶ ἐπιβολή, ν’ ἀχθῇ αὐτὸ εἰς αἴσιον πέρας. Ἀλλὰ πᾶσα ἡ ἐργασία ἐκείνη θὰ ἐματαιοῦτο, ἐὰν δὲν ἐτυγχάνομεν τότε τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, ἰδίως δὲ τοῦ ἡγέτου τῆς ἐν αὐτῇ πλειονοψηφίας κ. Γ. Θεοτόκη. Οὐδεμία ἀνθρωπίνη δύναμις θὰ κατώρθου νὰ ἐξαναγκάσῃ τοῦτον, ἄκοντα, ὡς ἐνόμισάν τινες, ἵνα ἐγκαταλίπῃ τότε τὴν Κέρκυραν καὶ ἐπανερχόμενος ἐνταῦθα ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς φίλους του, ἵνα περιβάλωσι διὰ τῆς ψήφου των τὸ νομοθετικόν μας ἔργον. Διὰ τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς νομιμοφροσύνης του συνετέλεσεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκείνη ψηφίσῃ τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀνορθωτικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, οὕτω δὲ ἀπεφύγομεν τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ἥτις κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ὡδήγει τὴν χώραν ἡμῶν εἰς οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν χάος. Ἡ Βουλή, Κύριοι, τῆς ΙΗʹ Περιόδου ἐντὸς τριῶν μηνῶν καὶ ἡμίσεος ἤγαγε τότε εἰς πέρας τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἔργον νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη Βουλὴ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται αὐτὴ νὰ ὑπερηφανεύηται. Ἂν δὲ ὑπάρχουσι τώρα οἱ βάλλοντες καὶ κατ’ αὐτῆς, ὡς καὶ καθ’ ὅλου τοῦ παρελθόντος ἀδιακρίτως, τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, ἡ ἱστορία ὅμως μίαν ἡμέραν θὰ δικαιώσῃ αὐτὴν πληρέστατα ἀνομολογοῦσα ὅτι διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς συνετελέσθη τὸ μέγα μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀνορθωτικὸν ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλοι τὴν σήμερον καυχῶνται. Καὶ νῦν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον ἡμῶν θέμα, τὸ οἰκονομικόν. Πολύς, Κύριοι, λόγος γίνεται ἀπό τινος παρ’ ἡμῖν περὶ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς, χωρὶς ὅμως οἱ πολλοὶ νὰ ἔχωσι σαφῆ ἔννοιαν τοῦ πράγματος. Περὶ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς ὡμίλησαν ἤδη ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ πάντοτε γενικῶς καὶ ἀορίστως, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶς, εἰσηγούμενος τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1911 καὶ 1912, καὶ ὁ νῦν κ. Ἀλ. Διομήδης, εἰσηγούμενος τὸν τοῦ 1913. Ἐξ ὅσων ὅμως εἶπον αὐτοὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἓν ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ὅτι ἀμφότεροι ὑπὸ δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἐννοοῦσιν ἓν εἶδος μουσικῆς τοῦ μέλλοντος, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ἀναβάλλουσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ὁ πρῶτος αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1911 εἰς τὸ 1912 καὶ ἀπὸ τοῦ 1912 εἰς τὸ 1913, ὁ δὲ δεύτερος ἀπὸ τοῦ 1913 εἰς τὸ 1914 καὶ πάλιν βλέπομεν. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ὅπου τὸ πρῶτον ἐγένετο χρῆσις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὅρου, ὑπὸ δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἐννοοῦσι τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ὡς ὑπὸ οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐννοοῦσι τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Τοιαύτην ἔννοιαν ἔχοντες καὶ ἡμεῖς τοῦ πράγματος ἐσπεύσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν δεκάδας ὅλας νομοσχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας, ἐπιφυλαττόμενοι μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρμογήν των νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διοικητικὰ μέτρα, ἅτινα ὁμοῦ μετὰ τῶν νομοθετικῶν θὰ συναπετέλουν τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν μας. Τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν μέτρα ἀνεφέροντο εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ εἰς τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐφροντίσαμεν νὰ θέσωμεν εἰς τάξιν τὰ δημόσια οἰκονομικά μας, καθιεροῦντες ἀληθῆ προσόντα καὶ μονιμότητα ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναδιοργανοῦντες τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τούτου, ἰδίως δὲ τὴν λογιστικήν, ταμειακὴν καὶ τελωνικήν. Δωδεκὰς νόμων, ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ ἡμετέρᾳ εἰσηγήσει μαρτυρεῖ περὶ τῆς τοιαύτης μερίμνης ἡμῶν. Ἀλλὰ κορωνὶς ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξεν ὁ ͵ΓΤΟΔʹ νόμος τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1909 ἢ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΣΙΒʹ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, τούτου μετατίθεται ἡ ἀρχὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου εἰς τὴν 1 Ἰουλίου καὶ περιορίζεται ἡ διάρκειά του ἐξ 22 εἰς 18 μῆνας, ὅπως οὕτω συντάσσηται καὶ συζητῆται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προηγουμένης χρήσεως, ψηφίζηται δὲ οὗτος πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του. Εἶτα δὲ ἐπιβάλλεται ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἀναγκαίων ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐν ἑκάστῳ Προϋπολογισμῷ, ὅπως προβλέπωνται οὕτω καὶ τὰ ἀντίστοιχα ποσὰ ἐν τοῖς ἐσόδοις. Πρὸς τούτοις ἀπαγορεύεται 1) ἡ ὑποδιαίρεσις τῶν ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἐδάφια, ἡ παρέχουσα ἀφορμὴν εἰς παντοίας καταστρατηγήσεις, 2) ἡ πληρωμὴ ἐνταλμάτων μὴ θεωρηθέντων ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, 3) ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων μὴ στηριζομένων εἰς νόμον, 4) ἡ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἀναδοχὴ νέων ἐξόδων ἢ αὔξησις αὐτῶν, πρὶν ἢ χορηγηθῇ ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν πληρωμήν των πίστωσις, καὶ 5) ἡ ἄνευ διαγωνισμοῦ ἔκδοσις πάσης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους προμηθείας ἢ ἐργασίας καὶ ἡ μίσθωσις ἰδιωτικῶν κτιρίων χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὅλη, Κύριοι, νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν ἐφηρμόζετο αὐτή, οὐ μόνον πᾶσα κατάχρησις περί τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θὰ ἐπατάσσετο κατὰ κεφαλῆς διὰ τῆς καθιερώσεως ζῶντος καὶ ἐνεργοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς ὅλης οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ κυρία πηγὴ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐστείρευε. Δυστυχῶς ὅμως τὸ διάδοχον ἡμῶν Ὑπουργεῖον ἔσπευσεν ἄλλας μὲν τῶν νομοθετικῶν ἐκείνων διατάξεων νὰ καταργήσῃ, ἄλλων δὲ τὴν ἰσχὺν ν’ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀόριστον. Μεταξὺ τῶν τελευταίων τούτων εἶναι καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν μετάθεσιν τῆς ἀρχῆς καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς διαρκείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, προσέτι δὲ εἰς τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπανειλημμένως συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰς ἰσχὺν ἐπαναφορὰν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ προκάτοχον καὶ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἐκώφευσαν πρὸς τὰς τοιαύτας συστάσεις. Μετὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰς οἰκονομίας. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἔτι καὶ νῦν τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε πρὸς καιρὸν τουλάχιστον νὰ ὑποχωρήσῃ πᾶσα ἄλλη βλέψις καὶ δαπάνη εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ εὐρέος ἰσοζυγίου μὲ περιθώριον, ἐπιτρέπον τὴν ταχεῖαν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας· διότι ἐγινώσκομεν ἔκτοτε ὅτι ἐπέκειτο σύρραξις ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, καθ’ ἣν δὲν ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ ἀνέτοιμος ἔξω τοῦ νυμφῶνος. Διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν τότε νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἀποκόπτοντες οὐ μόνον τὰς περιττάς, ἀλλὰ καὶ τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας. Περιεστείλαμεν τότε τὰς γνωστὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ δύο ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, κατηργήσαμεν δὲ τὸ βοήθημα ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὅπερ τῷ 1908 εἶχεν ἀνέλθει εἰς τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ προέβημεν εἰς πολλὰς οἰκονομίας ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ἐλαττοῦντες οὕτω πως τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ δώδεκα περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ ἀποκατεστάθησαν μὲν ὑπὸ τῶν διαδόχων ἡμῶν Ὑπουργείων πολλαὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἐναπέμειναν ὅμως καὶ οὕτως οἰκονομίαι ἀνερχόμεναι εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ὡς παραδείγματα, Κύριοι, σᾶς ἀναφέρω τὰς ἐπιτευχθείσας οἰκονομίας ἐκ τῆς μισθώσεως ἰδιωτικῶν κτιρίων χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου διὰ δημοπρασίας, ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκ τῆς καθιερωθείσης ἀποκεντρώσεως ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἡ μονιμότης ἄρχεται οὐχὶ μετὰ δεκαεξαετῆ, ὡς πρίν, ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς αὐτήν, δὲν μετατίθενται δὲ πλέον εὐκόλως οἱ ὑπάλληλοι. Ἐκ μόνων τῶν προκαταβολῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν οἰκονομίαν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον. Τὴν οἰκονομίαν ταύτην ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὅμως παραδόξως πως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ καὶ αὐτὴν ὡς «ἔργον καλῆς διαχειρίσεως τῆς διοικήσεως», ἴσως διότι ἀγνοεῖ ὅτι αὕτη εἶναι ἀποκλειστικὸν κατόρθωμα τοῦ νόμου ͵ΓΤΞʹ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως» καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τῆς 13 Ἰανουαρίου 1910. Διὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος, περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν, ἐθέσαμεν ἡμεῖς πέδας σιδηρᾶς εἰς τὰς χεῖρας τῶν δημάρχων καὶ τῶν νομαρχῶν, τὸ τελευταῖον δὲ τοῦτο πρέπει νὰ γινώσκῃ αὐτός, ἀφοῦ τότε ὑπηρέτει ὡς νομάρχης. Ἐάν, Κύριοι, ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, θὰ ἠρκούμεθα εἰς μόνας τὰς οἰκονομίας ταύτας καὶ θ’ ἀνεμένομεν τὴν αὔξησιν καὶ τῶν ἄλλων εἰσπράξεων, ἰδίως δὲ τῶν τελωνειακῶν, αἵτινες θὰ ἐπανήρχοντο θᾶττον ἢ βράδιον εἰς ὃ σημεῖον εἶχον φθάσει τῷ 1907. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν τότε κατάλληλον τὴν στιγμήν, ἵνα προβῶμεν εἰς φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἐπεβάλλομεν νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τοὺς δυναμένους νὰ φέρωσιν αὐτὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξασφαλίσωμεν οὕτω πως τὰ μέσα τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς, νὰ καταστήσωμεν δὲ δυνατὴν καὶ τὴν ἐν μέτρῳ φορολογικὴν ἀνακούφισιν τῶν ἀπορωτέρων καὶ τὴν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἔχομεν, Κύριοι, φορολογικὴν δυσαναλογίαν ἐν Ἑλλάδι, οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἀπαντῶσαν. Ἀλλαχοῦ οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι κυρίως τὰς εὐπόρους καὶ πλουσίας τάξεις, οἱ δ’ ἔμμεσοι φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπιπίπτουσι καὶ εἰς αὐτὰς καὶ εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Εἶναι ὅμως οἱ ἔμμεσοι φόροι τόσον ἐπαχθεῖς, ὥστε αἱ τελευταῖαι αὗται τάξεις ἐξανίστανται ἐναντίον των ἀγωνιζόμεναι ὑπὲρ ἀνακουφίσεως ἐξ αὐτῶν, ἐπιβαρυνομένων ἔτι μᾶλλον τῶν εὐπόρων καὶ πλουσίων τάξεων διὰ τῶν ἀμέσων φόρων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Παρ’ ἡμῖν καὶ οἱ ἔμμεσοι καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι μᾶλλον τὴν μεσαίαν κοινωνικὴν καὶ τὰς λαϊκὰς τάξεις. Μέχρι τοῦ 1909 οἱ ἄμεσοι φόροι τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ἀμπέλων, τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτὰς κυρίως ἔπληττον, ἐπιβαλλόμενοι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ ἀναλογοῦντες πολλάκις πρὸς 10, 20, 30, 40 καὶ πλέον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ὤφειλον νὰ καταβάλλωσι μόνον 5% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν των. Καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔπληττον κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν μεσαίαν κοινωνικὴν καὶ τὰς λαϊκὰς τάξεις, ἀνερχόμενοι ἐπὶ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης, οἷον τοῦ ἄρτου, τῆς σακχάρεως, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, εἰς 30, 200, 300 καὶ 1400 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ ἀντικείμενα ἀπολαυστικὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς τὸ οἰνόπνευμα καὶ αἱ ἐκρηκτικαὶ ὗλαι, ἔμενον ἐντελῶς ἀφορολόγητοι. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀνελάβομεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν κυριωτάτων γνωρισμάτων τῆς ἰσοπολιτείας, τὸν ἀκρογωνιαῖον τοῦτον λίθον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τόσον ὑπὸ ἔποψιν ἀμέσων, ὅσον καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐμμέσων φόρων. Καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν ἠθελήσαμεν νὰ μεταθέσωμεν ἐν μέτρῳ δικαίῳ τὰ φορολογικὰ βάρη ἐκ τῶν ὤμων τῆς μεσαίας κοινωνικῆς καὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων εἰς τοὺς τῶν πλουσίων. Ἀλλ’ ὠφείλομεν εἰς τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν νὰ προβῶμεν μετὰ πολλῆς τῆς περισκέψεως καὶ οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὠφείλομεν πρῶτον νὰ ἐπιβάλωμεν τὰ νέα βάρη εἰς τὰς εὐπόρους καὶ πλουσίας τάξεις καί, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐπειθόμεθα ὅτι δὲν διέτρεχον κανένα κίνδυνον διαταράξεως τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὰς φορολογικὰς ἀνακουφίσεις τῆς μεσαίας κοινωνικῆς καὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων. Τοιαύτην, Κύριοι, φορολογικὴν μεταρρύθμισιν ἐπεδιώξαμεν ἡμεῖς. Ἐν τούτοις ὑπῆρξαν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι οἱ νέοι ἡμῶν φόροι ἔπληξαν τὰς λαϊκὰς τάξεις ἢ ὅτι ἡμεῖς ἐπεβάλομεν μόνον ἐμμέσους φόρους καὶ οὐχὶ ἀμέσους, ἐναντίον τῶν διδαγμάτων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας τῶν ἄλλων λαῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων. Καὶ εὑρέθησαν δυστυχῶς οἱ ἀγαθόπιστοι, οἱ ἀποδεχόμενοι ἀβασανίστως πᾶν ὅ,τι λέγουσιν οἱ ἄλλοι, ἀρκεῖ μόνον οὗτοι ν’ ἀποφαίνωνται ἀποφθεγματικῶς καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὁποίας νομίζουσιν ὅτι κατέχουσιν αὐτοὶ τὸ μονοπώλιον. Ἐγὼ προκαλῶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μὴ ἰσχυρίζωνται μόνον ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδείξωσι τὸν ἰσχυρισμόν των. Τοὺς προκαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδείξωσιν, ἂν δύνανται, ὅτι οἱ νέοι ἡμῶν φόροι ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν, ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ τῶν κληροδοσιῶν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, τῶν ἐχόντων ἀξίαν ἄνω τῶν 5 χιλιάδων δραχμῶν, ὅτι ὁ αὐξηθεὶς ὑφ’ ἡμῶν φόρος ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν καὶ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος, ὁ ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τῶν ἐργοστασίων τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος, ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν καὶ αὐτοκινήτων, προσέτι δὲ ἐπὶ πολλῶν νέων ἐργοστασιαρχῶν καὶ μεγάλων ἐπιτηδευματιῶν ἀγνώστων εἰς τὸν παλαιότερον νόμον περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὅτι ὁ αὐξηθεὶς φόρος ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, προσέτι ὁ ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν καὶ τῶν ξένων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ λατομείων, ὅτι, λέγω, ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόροι ἡμῶν δὲν εἶναι ἄμεσοι, ἀλλ’ ἔμμεσοι, καὶ ὅτι ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις! Τοὺς προκαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδείξωσιν ὡσαύτως, ἂν δύνανται, ὅτι οἱ νέοι ἔμμεσοι ἡμῶν φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν σφαγίων, τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ φωταερίου εἶναι ἄδικοι καὶ ἐπιβαρύνουσι καὶ αὐτοὶ οὐχὶ τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις, ὅτι δὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι παρ’ ἡμῖν, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπάρχει λαὸς πεπολιτισμένος ἢ ἡμιπολίτιστος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουσιν ἐπιβληθῆ αὐτοί, βαρύτεροι μάλιστα ἢ ἐν Ἑλλάδι! Τοὺς προκαλῶ τέλος ν’ ἀποδείξωσι κατὰ τί προσεκρούσαμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαίας καὶ ἀναλογικῆς φορολογίας ἀνακουφίσαντες ὡρισμένας λαϊκὰς τάξεις ἐκ τῶν δυσβαστάκτων βαρῶν των, ὡς τοὺς ἁμαξηλάτας καὶ καρραγωγεῖς, τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς, τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς καὶ μικροϊδιοκτήτας γεωργούς, καὶ θελήσαντες διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως νὰ ἐξασφαλίσωμεν ταύτην εἰς τὸν λαὸν ἀντὶ μικροτέρας τιμῆς, εἰς καλλιτέραν ποιότητα καὶ ἀκριβοζυγισμένην. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἰργάσθημεν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου ἐκ 30 εἰς 20 δραχμὰς τὸ κιβώτιον, ἀλλὰ δὲν ἐπετύχομεν τοῦ σκοποῦ ἡμῶν ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μας. Ἐσκέφθημεν καὶ περὶ δασμολογικῶν ἀνακουφίσεων, πρὸς τοῦτο δὲ ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπερ ψηφισθὲν ἔκτοτε ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοῦ συνιστᾶτο ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἐξ εἰδικῶν ἐπιστημόνων καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, εἰς ἣν ἀνετίθετο ἡ συστηματικὴ μελέτη καὶ ἐπεξεργασία τοῦ δασμολογίου κατὰ τρόπον συνδυάζοντα τὰ διάφορα συμφέροντα, τὰ συγκρουόμενα ἐν αὐτῷ. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ εἴχομεν πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων φορολογικῶν μας μέτρων καί, καθ’ ὅσον θὰ μᾶς ἐπέτρεπον αὐτά, θὰ προεβαίνομεν εἰς δασμολογικὰς ἀνακουφίσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς. Καὶ καθυστεροῦσι μὲν ἔτι τὰ πορίσματα ταύτης, εἰ καὶ ἔχει πρὸ τριετίας καὶ ἐπέκεινα δημοσιευθῆ ὁ σχετικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῶν φορολογικῶν μας μέτρων κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1911, εἰς αὐτὴν δὲ τὴν ἐξέτασιν μεταβαίνω νῦν, ὅπως ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ποῦ κυρίως ὀφείλεται τὸ μέγα αὐτῆς περίσσευμα. Εἰσηγούμενος, Κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 εἰς τὴν Βουλήν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελόγισα ἐγὼ αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν νέων φορολογικῶν μας μέτρων περὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια. Ἐθεωρήθην τότε ὡς ἄγαν αἰσιόδοξος, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο δὲν μοὶ ἔκαμε τόσην αἴσθησιν, ὅσην ὁ στόμφος, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶς, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1911 καὶ 1912, δὲν ἐδίστασε νὰ μὲ κακίσῃ, ὡς ὑπολειφθέντα ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου ἐκείνοις καθ’ ἑκατομμύρια πολλά. Καὶ τώρα ἔρχονται τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸν μὲν διαψεύδουσιν οἰκτρῶς, ἐμὲ δὲ δικαιοῦσι πληρέστατα. Τὰ φορολογικά μας, Κύριοι, μέτρα δὲν ἐφηρμόσθησαν πάντα ὑπὸ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων. Καὶ ἐκ τῶν ἐφαρμοσθέντων δέ τινα δὲν ἐφηρμόσθησαν πλήρη. Ἔμειναν ἀνεφάρμοστοι οἱ νόμοι ἡμῶν περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἐξ ὧν ἐγὼ ὑπελόγιζον αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη ὁ νόμος περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν προξενικῶν νόμων, διὰ τοῦ ὁποίου (ἄρθρ. 6) καθιερώθη διὰ τοὺς Ἕλληνας τοῦ μὲν Ὀθωμανικοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑποτελῶν χωρῶν προοδευτικὴ κλῖμαξ ἐπὶ τοῦ τέλους τοῦ διαμονητηρίου ἀνωτέρα τῆς πρίν, ἤτοι, ἀντὶ 2–60, νῦν 3–300 δραχ. ἐτησίως, τῶν δὲ ἄλλων χωρῶν πιστοποιητικὸν ἰθαγενείας μὲ τέλος 5–50 δραχ. Ἐκ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ εἴχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ 2 ἑκατομμυρίων περίπου. Δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη ὁ φόρος τῶν οἰκοπέδων, ἠλαττώθησαν δὲ οἱ φόροι τῶν βοσκησίμων γαιῶν, ἐξ 9 εἰς 8%, τῆς κυνηγετικῆς πυρίτιδος ἐκ δραχ. 3 εἰς 1 δραχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ τῶν σφαιριδίων ἐκ 50 εἰς 20 λεπτά. Κατὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ ὑπολειφθῶσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ὑπολογισμοῦ μου κατὰ 4½ περίπου ἑκατομμύρια, ἤτοι νὰ εἰσπραχθῶσι τώρα ἀντὶ 12 μόλις 7½ ἑκατομμύρια. Τί ἀποδεικνύει ὅμως ὁ δημοσιευθεὶς προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1911, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθησαν τὰ νέα φορολογικὰ μέτρα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους αὐτῆς; Ἀκούσατε, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. πρώην καὶ τὸν κ. νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μ’ ἐπανορθώσωσιν, ἂν ὑποπέσω εἰς ἀνακρίβειάν τινα. Εἰσεπράχθησαν, Κύριοι, τῷ 1911 I. Ἐκ τῶν νέων ἡμῶν φόρων

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1) ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ ἐν ζωῇ δωρεῶν δρχ. 547,149
2) 2% ἐπὶ τῶν ὑπὸ ἀσφαλιστικῶν ἑται-
ρειῶν εἰσπραττομένων ἀσφαλίστρων » 39,735
3) ἐκ προσθέτου δικαιώματος κατανάλω-
σεως καπνοῦ » 2,224,992
4) ἐκ φόρου οἰνοπνεύματος » 2,690,383
5) » » μετουσιωμένου φωτιστικοῦ οἰ-
νοπνεύματος » 348,146
6) ἐκ φόρου ἀνθρακασβεστίου » 332,014
7) » » φωταερίου καὶ ἠλεκ. ῥεύματος » 147,018
8) » » ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ σκαγίων » 392,420
9) ἐξ ἐνσήμου γυμναστικῆς » 61,070
10)ἐκ τελῶν μεταβιβάσεως μετοχ. τίτλων » 206,771
11)3% ἐπὶ τῶν ἐξ ἀσφαλίστρων τῶν ἐν
Ἑλλάδι οἰκούντων εἰσπράξεων κλπ. » 75,405
12)ἐκ τελῶν 2% καταβαλλομένων ἐφά-
παξ ὑπ’ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλά-
δου ζωῆς » 12,400
13)ἐκ δικαιώματος ἐγγραφῆς ἐν βιβλίῳ
ἀνακοπῶν κλπ. » 34,131
14)ἐκ χρηματ. τιμήματος, καταβαλλομέ-
νου αὐθορμήτως τῶν μὴ ὑπερβάντων
τὸ 40 ἔτος ἡλικίας κλήρων κλπ. » 297,386
15)ἐξ ὁμοίου εἰς βάρος ὑπερβάντων 40 ἔτος» 29,465
16)ἐξ ὁμοίου » 21,665
17)ἐκ δικαιώματος ἐγκαταστάσεως ἀλλο-
δαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν » 2,000
18)ἐκ τελῶν δημοσιεύσεως ἐν «Ἐφημ.
τῆς Κυβερνήσεως» » 11,677
19)ἐκ φόρου λατομείων » 2,723
20)ἐκ δικαιώματος μεταλλείου Χαλάρων » 175,000
ἐν ὅλῳ » 7,651,550

II. Ἐκ μεταρρυθμίσεως ὑφισταμένων φόρων.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1) τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν δρχ. 168,000
2) » » τοῦ ἐλαίου πλὴν τῆς Ἑπτα-
νήσου » 600,000
3) » » τοῦ ἐπιτηδεύματος » 350,000
4) » » τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν
προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ λοιπῶν
ἀνωνύμων ἑταιρειῶν » 230,000
5) ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ » 600,000
6) ἐκ παιγνιοχάρτων » 62,000
7) ἐκ τελῶν χαρτοσήμου » 500,000
8) ἐκ τελῶν προξενικῶν » 122,000
9) ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν » 691,000
10)ἐκ λοιπῶν ἐσόδων Ἐθν. Τυπογραφείου » 7,000
11)ἐκ 10 λεπτῶν κατὰ στρέμμα ἐκτάσεως
μεταλλείων » 56,000
12)ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων δυνάμει τοῦ
νόμου ͵ΓΤΞʹ τοῦ 1909 περὶ στοιχειώ-
δους ἐκπαιδεύσεως » 250,000
ἐν συνόλῳ 11,287,558

Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, πείθεται ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὁπόσον ἄδικον εἶχεν ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θελήσας νὰ μὲ μεμφθῇ, ἀπόντα ἐκ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπελείφθην ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν φορολογικῶν μας μέτρων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Τί θὰ εἴπῃ ὅμως τώρα ὁ κ. Λ. Κορομηλᾶς, ἀναλογιζόμενος τὸ ἴδιον πάθημα; Μετὰ πολύμηνον μελέτην κατώρθωσεν αὐτὸς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο καὶ μόνα φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν καὶ ἔγιναν νόμοι, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστησαν τόσας μεταμορφώσεις, ὥστε μετὰ δυσκολίας τώρα ν’ ἀναγνωρίζωνται αὐτά. Ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων τοῦ κ. Κορομηλᾶ ὁ εἷς, ὁ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ θνησιγενής, ὡς μὴ ἐφαρμοσθεὶς ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη. Ὁ ἕτερος, ὁ περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρόσθετος φόρος εἰς τοὺς ἤδη καταβαλλομένους παρ’ ἡμῖν ἀμέσους φόρους, ἐφηρμόσθη, ἀφοῦ ὁ εἰσηγητής του μετὰ πολλῆς μετριοφροσύνης, ὡς διεβεβαίου τὴν Βουλήν, ὑπελόγισεν ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον τοὐλάχιστον 1,100.000. Πόσα δὲ πράγματι εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ; μόλις καὶ μετὰ βίας 426,714 δραχμαί! Εἶναι δέ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ φορολογικὸν οὕτως εἰπεῖν ἅπαντον τοῦ κ. Λ. Κορομηλᾶ, μὲ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἔπεσεν αὐτὸς ἔξω εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του κατὰ 70 τοῖς ἑκατόν, ὡς παρατηρεῖτε. Καὶ ἐν τούτοις εἶχεν αὐτὸς τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς ὡς ὑπολειφθέντας ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ἡμῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο εἰς θέσιν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ γινώσκῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν φορολογικῶν ἡμῶν μέτρων θὰ ὑπερηκόντιζον πᾶσαν προσδοκίαν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν χρονικά. Ὁ ἴδιος εἶχε τὸ θάρρος ἐπὶ πλέον νὰ διακηρύξῃ — πάντοτε ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν ἐκ τῆς Βουλῆς — ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς μας παρέμενεν ἐπὶ μικρὸν ἔτι ἐν τοῖς πράγμασι, θὰ εἴχομεν ἀφεύκτως νέαν κρίσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας! Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Κορομηλᾶς εἶχε τόσην εἰλικρίνειαν, ὥστε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐκ τῶν φορολογικῶν μας μέτρων θὰ εἰσεπράττοντο ἑκατομμύριά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν καὶ αὐτὰ ὁπωσδήποτε εἰς βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναμαι νὰ πράξω τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὸν διάδοχόν του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ εἴπῃ λέξιν κἄν μίαν περὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν, διὰ νὰ μὴ φανῇ ἴσως ὅτι συνετελέσαμεν καὶ ἡμεῖς, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας. Αὐτὸς τὸ πᾶν ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τί ἐκέρδισε μὲ τοῦτο; Ἰδοὺ ὅτι μὲ ἠνάγκασεν οὕτω πως νὰ λύσω ἀπὸ τοῦδε τὴν σιωπὴν καὶ ν’ ἀποδείξω κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὡς νομίζω, ὅτι ἡ βελτίωσις ὀφείλεται κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον εἰς τὴν δημοσιονομικήν μας πολιτικήν. Ἀπέδειξα, Κύριοι, ἤδη ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν τῳόντι σαφῆ καὶ ὡρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτικήν, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὁποίας ἐπεδιώξαμεν δι’ ὅλων τῶν νομοθετημάτων μας, τῶν ἀφορώντων αʹ) εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως πασῶν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, βʹ) εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ τὴν περικοπὴν πάσης περιττῆς ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνης καὶ γʹ) εἰς τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, δι’ ἧς μετεθέσαμεν ἱκανὰ βάρη ἐκ τῶν ἀσθενῶν ὤμων τῶν λαϊκῶν τάξεων εἰς τοὺς τῶν εὐπόρων καὶ πλουσίων. Κατέστη δὲ οὕτω καὶ τυφλῷ δῆλον, τὸ δὴ λεγόμενον, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης δημοσιονομικῆς πολιτικῆς μας τὰ μὲν ἔξοδα περιωρίσθησαν κατὰ 10 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα ηὔξησαν κατὰ 11 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἤτοι ἐπῆλθεν ἐν ὅλῳ βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 21 ἑκατομμύρια περίπου. Εἶναι δ’ ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν δὲν ἠναγκάζετο νὰ παραιτηθῇ, ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῶν νομοθετικῶν μας ἐκείνων μέτρων, ἐὰν ἐδίδετο εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία νὰ ἐφαρμόσωμεν οἱ ἴδιοι αὐτὰ καὶ νὰ τὰ συνοδεύσωμεν μὲ τὰ ἀναγκαῖα διοικητικὰ μέτρα, θὰ εἴχομεν βεβαίως πολὺ ἀνωτέραν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπολείπεται, Κύριοι, τώρα νὰ ἐξετάσω εἰς τί ὀφείλεται ἡ κατὰ τὸ ἕτερον τρίτον βελτίωσις τούτου. Ἀπέδειξα πρίν, δι’ ὅσων εἶπον περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν πρὸ τοῦ 1910 Προϋπολογισμῶν, ὅτι ἔχομεν ἑκατομμυρίων ὅλων αὐξομειώσεις ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτῶν, προερχομένας ἐκ τυχαίων λόγων ἢ ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, ἀσχέτων ὅλως πρὸς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν ἢ τὴν αὐτόματον αὔξησιν αὐτῶν, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἤρκεσεν, ὡς εἴδομεν πρότερον, ἡ ἐν Ἑλλάδι σιτοδεία τοῦ 1906 νὰ ἀναβιβάσῃ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ τὸ ἐπιὸν 1907 εἰς ὕψος δυσθεώρητον, ἐνῷ ἡ ἐπακολουθήσασα εὐφορία κατέρριψεν αὐτάς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1907, κατὰ 2,242,093 τῷ 1908 καὶ κατὰ 2,825,618 δραχ. τῷ 1909. Ἀλλὰ κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη εἴχομεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἧς ἕνεκεν ἐμειώθησαν καὶ αἱ ἄλλαι τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1907 τῷ μὲν 1908 κατὰ 790,290, τῷ δὲ 1909 κατὰ 2,854,311. Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ τοῦ 1910 ἔληξεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, εἴχομεν δὲ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νέαν σιτοδείαν, μείζονα πάσης ἄλλης προηγουμένης, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε ν’ αὐξήσωσι καὶ πράγματι ηὔξησαν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1911, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1909, ἐκ μὲν τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ 3,335,695, ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν εἰδῶν κατὰ 3,000,000 περίπου (κυρίως πρόκειται περὶ 3,688,853, ἀλλ’ ἀφαιρῶ τὰς 600,000 ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀνηκούσας εἰς τὰς ἡμετέρας δασμολογικὰς αὐξήσεις), ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ 6 περίπου ἑκατομμύρια. Τούτων δὲ προστιθεμένων εἰς τὰ 21 ἑκατομμύρια ἔχομεν ἐν συνόλῳ βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 27 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἡ ἐπιμελεστέρα διοίκησις τοῦ πρώην ἢ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐναπομένουσιν τώρα 3–4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δύνασθε, Κύριοι, ἂν θέλητε, ν’ ἀποδώσητε εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατ’ ἀκολουθίαν τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ κατὰ 3–4 ἑκατομμύρια μόνον βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι κατόρθωμα ἀποκλειστικὸν τῆς ἐπιμελεστέρας διοικήσεως, τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴ ἀπέναντι τῆς καταπληκτικῆς ἐξογκώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ἐπελθούσης ὑπὸ τὰς διαδόχους ἡμῶν Κυβερνήσεις καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν παροῦσαν; Ἡ ἐξόγκωσις αὕτη δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν πλεονασμάτων, τῶν διατεθειμένων ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων τῶν παλαιῶν δανείων καὶ καθόλου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἰσχυρίσθη μετὰ πολλῆς τῆς αὐταρεσκείας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αὐξήσεις ἐξόδων ἄσχετοι ὅλως πρὸς τὰς μνημονευθείσας ὑπὸ τούτου καὶ πρὸς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Τὰς αὐξήσεις ταύτας, ἀνερχομένας εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀπαριθμήσω μίαν πρὸς μίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τό γε νῦν ἔχον ἀρκοῦμαι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω δύο μόνον ἐξ αὐτῶν, τὰς ἑξῆς: Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1909 τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἦσαν 479,030, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1911 ἀνῆλθον αὐτὰ εἰς 1,567,347, ἵνα κατέλθωσι τῷ 1912 εἰς 701,340 καὶ τῷ 1913 ἀνέλθωσι πάλιν εἰς 898,260 δρ. καὶ ἔχει ὁ Θεὸς διὰ τὸ 1914. Ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1909 αἱ συντάξεις ἀνῆλθον εἰς 7,186,015, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1913 ηὔξησαν αὐταὶ εἰς 9,420,000 δρ. Κύριος δὲ οἶδε ποῦ θὰ φθάσωσιν αὐταὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπὶ μόνον τῶν δύο τούτων κεφαλαίων ἑνὸς ἐκ τῶν ἕξ πολιτικῶν Ὑπουργείων, τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ 2,653,230 δρ. Καὶ νῦν, Κύριοι, κρίνατε ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα. Τὴν δημοσιονομικήν, Κύριοι, πολιτικήν μας ἠθελήσαμεν ἡμεῖς νὰ παγιώσωμεν καὶ κρατύνωμεν διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς· διότι ἡμεῖς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν δὲν θεωροῦμεν ὡς ἀγελάδα, ἣν δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀμέλγῃ ἐπ’ ἄπειρον, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ποτε περὶ διατροφῆς της. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ τύχῃ αὐτὴ πάσης δυνατῆς προστασίας καὶ ἐνισχύσεως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀντέχῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη. Δυστυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πάντα τὰ σχετικὰ ἡμῶν νομοσχέδια. Καὶ ὅσα ὅμως ἐψηφίσθησαν εἶναι ἱκανὰ νὰ παράσχωσιν εἰκόνα τινὰ τῆς οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς. Βάσις, Κύριοι, καὶ κρηπὶς πάσης τοιαύτης πολιτικῆς εἶναι ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ ταχεῖα καὶ ἀκεραία ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Περὶ ἀμφοτέρων δὲ τούτων ἐμεριμνήσαμεν ἡμεῖς, ὡς μαρτυροῦσι πάντες οἱ ἀποκεντρωτικοί μας νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων καὶ αὕτη καὶ ἐκείνη ἐχειραφετήθησαν τελείως ἐκ πάσης κομματικῆς ἐπηρείας. Τὴν σήμερον εἰσέρχεταί τις εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῇ βάσει ἀληθινῶν προσόντων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν διαγωνισμοῦ, ἅμα δὲ τῇ εἰσόδῳ εἰς αὐτὴν καθίσταται μόνιμος. Τὴν σήμερον οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ὁ ὑπάλληλος νὰ μετατεθῇ ἢ καὶ ν’ ἀπολυθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἂν μὴ γίνῃ ὄργανον τῆς ἑκάστοτε κρατούσης φατρίας. Τόσον ἡ μετάθεσις καὶ ἡ ἀπόλυσίς του, ὅσον καὶ ἡ διατήρησις καὶ προαγωγή του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξήρτηται ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, ἐκ τῆς ὀλιγώρου ἢ πιστῆς καὶ εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Εἰς τὴν τοιαύτην δὲ ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ νῦν ἐπιμελεστέρα διοίκησις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας. Εἰδικώτερον δέ, Κύριοι, ἐφροντίσαμεν περὶ προστασίας καὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ὁμωνύμου Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου τὸ ὀργανικὸν νομοσχέδιον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῶν νόμων δὲ ἡμῶν περὶ τελωνιακῶν ἀμφισβητήσεων, περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, περὶ κατασκευῆς διαφόρων νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, περὶ ὁδοποιίας, περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ δασμολογίου πρὸς προστασίαν διαφόρων βιωσίμων παρ’ ἡμῖν βιομηχανιῶν, ἰδίως τῆς μεγάλης ἡμῶν σιδηροβιομηχανίας, περὶ ἐλαττώσεως τῶν ὑγειονομικῶν καὶ προξενικῶν τελῶν χάριν τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας, περὶ συστάσεως ταμείου ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς, περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, περὶ κτηματολογίου, περὶ γεωργικοῦ ταμείου καὶ τόσων ἄλλων ἀπεδείξαμεν τὸ μέγα ἡμῶν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, τῆς ναυτιλίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Δυστυχῶς ὅμως, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐξηναγκάσθη εἰς παραίτησιν, πρὶν ἢ ἐφαρμόσῃ αὐτὴ πάντα τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα. Ἔπρεπε νὰ παραμείνωμεν ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀρχῇ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος· ἔπρεπε νὰ δοθῇ οὕτως εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ νομοθετικὰ καὶ τὰ ἀπαραίτητα διοικητικὰ μέτρα, τὰ συναπαρτίζοντα μετ’ ἐκείνων τὴν οἰκονομικήν μας πολιτικήν, καὶ τότε θὰ ἐβλέπετε τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τότε θὰ εἴχομεν ὄντως νέαν Ἑλλάδα, πλήρη οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ἀκμῆς. Ἀλλὰ διατί, Κύριοι, αἱ διάδοχοι ἡμῶν Κυβερνήσεις καὶ ἰδίως ἡ παροῦσα, ἡ εὑρισκομένη ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἤδη ἔτη, δὲν ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτά; Τί γίνονται καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἡμῶν, μάλιστα δὲ τὰ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐξ ἴσου τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὸν πολὺν λαόν, τὸν κύπτοντα τὴν σήμερον ὑπὸ τὰ ἀφόρητα δασμολογικὰ βάρη, τὸ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τὰ περὶ κτηματολογίου καὶ γεωργικοῦ ταμείου, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδείς ποτε λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι, περὶ συστάσεως γεωργικῆς Τραπέζης καὶ περὶ ἐπιλύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος; Περὶ ὅλων δὲ αὐτῶν ἐμεριμνήσαμεν ἡμεῖς κύριον μέλημα ἔχοντες τὴν σύντονον πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας κατὰ γῆν τε καὶ θάλασσαν, ὡς ἐὰν ἐμέλλομεν ἐντὸς ἔτους νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνικά μας δίκαια. Διότι ἡμεῖς, Κύριοι, ἤλθομεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ ἐκπεφρασμένην ἐθνικὴν πολιτικήν. Πρὸς τοῦτο τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πολλὰ νομοθετήματα ἀναδιοργανωτικὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τοὺς νόμους τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὴν μετάκλησιν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, προσέτι δὲ τοὺς νέους περὶ στρατολογίας καὶ περὶ ἐπιτάξεως νόμους, οἵτινες ὑπὸ τοσαύτης ἐπιτυχίας ἐστέφθησαν κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον καὶ χάριν τῶν ὁποίων ἠδυνήθημεν νὰ παρατάξωμεν κατ’ αὐτὸν ὑπερδιακοσίας χιλιάδας ἀνδρῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δέ, Κύριοι, τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου ἠρχίσαμεν ἡμεῖς καλοῦντες ὑπὸ τὰς σημαίας ἡλικίας ἀπαλλαγέντων πρὸς ἐκγύμνασιν, κατεβάλομεν δὲ καὶ ἄλλως ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὅπως ἀναδείξωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον ἡμῶν ἀξιομάχους. Πρὸς τοῦτο προέβημεν εἰς μεγάλας προμηθείας ὑλικοῦ πολέμου, ὡς φυσιγγίων, πυρομαχικῶν, τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὰ ἀντιτορπιλλικά μας τορπιλλῶν, ἀκάπνου πυρίτιδος καὶ ἱματισμοῦ. Ἡμεῖς τέλος ἐπρομηθεύθημεν καὶ τὸν μονάκριβόν μας «Ἀβέρωφ», ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ζήτημα ἂν οὐχὶ μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ σύμμαχοί μας θὰ ἐπεχείρουν ποτὲ τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον· διότι ἄνευ αὐτοῦ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ κυριαρχήσωμεν κατὰ θάλασσαν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν οὕτω καὶ κατὰ γῆν τὴν νίκην ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τῶν συμμάχων μας. Ὁ ἀξιότιμος νῦν ἐξ Ἀρκαδίας καὶ πρώην ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀκούσας προχθὲς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνομολογοῦντα ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη τὸν «Ἀβέρωφ», ἐξανέστη κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, οἱονεὶ θέλων νὰ οἰκειοποιηθῇ αὐτὸς τὴν προμήθειαν ταύτην.

§107Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον γίνει ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη.

§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλα ἔγιναν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη! Καὶ αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ «Ἀβέρωφ εἶχον προχωρήσει τόσον πολὺ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῆς, ὥστε ἐδέησε μετὰ τὴν παραίτησίν της νὰ παρέλθωσι δύο καὶ ἥμισυς μῆνες ἕως οὗ κατορθώσωμεν ἡμεῖς νὰ καταλήξωμεν εἰς συμφωνίαν μετὰ τοῦ κ. Ὀρλάνδο, ἐλθόντος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεώς μας ἐνταῦθα, διότι ἡμεῖς, προκειμένου περὶ τοιούτων προμηθειῶν, ἀπεφεύγομεν κατ’ ἀρχὴν τοὺς μεσίτας. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι θὰ εἶχε σκεφθῇ καὶ ἡ προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις περὶ τοῦ «Ἀβέρωφ» καὶ θὰ εἶχε προβῇ μάλιστα καὶ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ αὐτοῦ. Τὴν τοιαύτην δόξαν οὐδεὶς διαφιλονεικεῖ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν. Ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν, ὅτι ὁ «Ἀβέρωφ» φέρει τὴν σήμερον ὑπερήφανος τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ ἀπέκλεισε καὶ κατετρόπωσεν ἐπανειλημμένως τὸν Τουρκικὸν στόλον πρὸ τοῦ Ἑλλησπόντου, διότι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἔκλεισε τὴν συμφωνίαν περὶ αὐτοῦ, ἐξεῦρε δὲ καὶ τὰ 18 ἑκατομμύρια χρ. φρ., τὰ ὁποῖα ὁμοῦ μετὰ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Γ. Ἀβέρωφ ἐξ 7 ἑκατομμ. χρ. φρ. ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν πληρωμήν του.

§109Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐὰν ἔμενεν εἰς τὴν Ἀρχήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη θὰ εὕρισκεν.

§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς ὅμως οὔτε εἰς τὴν Ἀρχὴν ἔμενεν οὔτε τὰ χρήματα εὗρεν αὐτή.—Τοιαύτας, Κύριοι, προσπαθείας κατεβάλομεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἀμέσου πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἔχοντες ἔκτοτε τὴν πεποίθησιν ὅτι ταχέως τὰ πράγματα ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ θὰ ἐξωθοῦντο εἰς κρίσιν. Καὶ τὰς προσπαθείας ἡμῶν ἐκείνας ἀνέκοψε τότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μετακληθεὶς ἐκ Κρήτης ἐπέβαλε τὴν γνώμην του, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν προηγουμένως εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐπιδοθῶμεν καθόλου εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης, διότι αὐτὸς προέβλεπε τότε μακροχρόνιον τὴν ἡσυχίαν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1910 ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας δὲν ἐκάλεσε πλέον ὑπὸ τὰς σημαίας καμμίαν ἡλικίαν ἀπαλλαγέντων πρὸς ἐκγύμνασιν, οὐδὲ προέβη ἐν τῷ μεταξὺ εἰς καμμίαν προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου μέχρι τῶν παραμονῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅτε εἰσελθὼν αὐτός, ὡς εἰσῆλθεν, εἰς τὴν συμμαχίαν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν προέβη σπασμωδικῶς εἰς πολλὰς προμηθείας. Λέγω δὲ ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἀνακόλουθον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι αὐτός, εἰ καὶ δὲν εἶχε κύριον μέλημα τὴν ἄμεσον πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ὡς ἡμεῖς, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἤδη ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ τὴν χώραν μὲ ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ παμψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἐφαρμόζων πάντα τὰ σχετικὰ νομοθετήματά μας ἤ, ἐὰν διεφώνει πρὸς αὐτήν, νὰ παρουσιάσῃ ἰδίαν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικὴν μὲ ἴδια νομοθετήματα καὶ ταῦτα, ψηφιζόμενα, νὰ ἐφαρμόσῃ πάραυτα, ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἔπραξε μέχρι τοῦδε. Διατί τοῦτο; Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμμεριζόμενος τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναπαυθῇ εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τούτου ὅτι πράγματι ἡ παροῦσα βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὀφείλεται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν καὶ τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ἡμῶν, μεθ’ ὅλους τοὺς νέους οἰκονομικοὺς ὁρίζοντας, οἱ ὁποῖοι οὕτω πως διανοίγονται ἐνώπιόν μας, κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν καὶ πάλιν ὅ,τι καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι τώρα δὲν ἔχομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, τὰ ὁποῖα τότε ἦσαν εἰς τὴν διάθεσίν μας. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ νέων φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἐξαντληθῆ ἤδη. Οὔτε νέους φόρους δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν πλέον—ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ ὅτι οὐδένα τοιοῦτον διαβλέπω— οὔτε τοὺς ὑφισταμένους ν’ αὐξήσωμεν. Ἡ ἐσχάτη προσπάθεια ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κατεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν ἐν ἔτει 1909 μὲ τὴν πρόθεσιν μάλιστα ἀναλόγως τῆς ἀποδόσεως τῶν τότε φορολογικῶν μας μέτρων ν’ ἀρχίσῃ ἐφεξῆς τὸ στάδιον τῆς φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἂν μὴ προηγουμένως προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνακούφισιν ἰδίως ὑπὸ ἔποψιν δασμολογίων. Ἄν, Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα καὶ νὰ μακρηγορήσω πως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἐνόσῳ εἶναι ἔτι καιρὸς νὰ προλάβωμεν τοῦτον. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστείλῃ τὰ ἱστία τῆς αἰσιοδοξίας καὶ ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν περιττὴν ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν δαπάνην. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ ὁλόκληρον τὸν νέον λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, τοῦ ὁποίου τὰς κυριωτέρας διατάξεις ἀνέστειλε τὸ Ὑπουργεῖον Δραγούμη. Πρέπει οὕτω πως νὰ μεταβάλωμεν τὸ μέχρι τοῦδε διέπον ἡμᾶς σύστημα, καθ’ ὃ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε οὔτε Προϋπολογισμὸν νὰ ἔχωμεν ἀπ’ ἀρχῆς ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους, οὔτε Ἀπολογισμόν, ὑποβαλλόμενον εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, αἱ δὲ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις δύνανται νὰ προσφεύγωσιν εἰς ὁσασδήποτε θέλουσιν ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις ἄνευ ἀντιστοίχων ἐσόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη καὶ κυρία πηγὴ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, μεθ’ ὅλα τὰ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐπιβαλλόμενα φορολογικὰ βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὴ ἐγκυμονεῖ καὶ διὰ τὸ μέλλον ἡμῶν νέας οἰκονομικὰς συμφοράς, ἂν μὴ στειρεύσῃ αὐτὴ ταχέως καὶ διὰ τοῦ νέου λογιστικοῦ νόμου καὶ διὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον, ἐφαρμοζομένων, θ’ ἀποκτήσωμεν παγίαν εὐεξίαν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας, ἑδραζομένην εἰς παγίαν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ αἰσιοδοξία, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν θὰ ἦτο κάπως δεδικαιολογημένη, ἐὰν ὡς γέρας τῶν νικῶν ἡμῶν ἐμέλλομεν πράγματι νὰ λάβωμεν πάσας τὰς ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἀπελευθερουμένας ἑλληνικὰς χώρας τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς διὰ λόγους ἱστορικοὺς καὶ ἐθνολογικούς. Αἱ χῶραι αὗται εἶναι, πλὴν τῆς Ἠπείρου, ἡ Θράκη καὶ ἡ Μακεδονία, περὶ τῶν ὁποίων ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, παρακαλῶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτῶν διήνυσα ἑπτὰ ὅλα ἔτη, τὰ ἀκμαιότερα τοῦ βίου μου, ἀγωνιζόμενος καὶ ἐγὼ ἐν αὐτῇ, ὅσῃ μοι δύναμις, τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν. Ἐν Θράκῃ, Κύριοι, καὶ Μακεδονίᾳ διεξάγουσιν ἀνέκαθεν ἀγῶνα ἐπικρατήσεως ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλγαροι, ὡς ἐπήλυδες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ Ἕλληνες, ὡς αὐτόχθονες. Ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι οἱ αὐτόχθονες μαρτυρεῖ τρανῶς ἡ Ἱστορία, προσεπικυροῖ δὲ καὶ τὸ γεγονός, καθ’ ὃ ὁ ἐπισκεπτόμενος τὰς χώρας ἐκείνας τὴν σήμερον ἀνὰ πᾶν σχεδὸν βῆμα προσκόπτει εἰς μνημεῖα τοῦ πάλαι ἑλληνικοῦ βίου, ἅτινα μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα διακηρύττουσι «καὶ αὕτη γῆ ἑλληνική ἐστὶν». Οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλγαροι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς των ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου ἐγκαταστάντες μονίμως ἐν τῇ πέρα τοῦ Αἵμου χώρᾳ, τῇ διηκούσῃ μέχρι τοῦ Δουνάβεως καὶ καλουμένῃ ἔκτοτε Βουλγαρίᾳ, ἐπέδραμον πολλάκις ἐναντίον τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας, δῃοῦντες καὶ καταστρέφοντες κυρίως τὴν ὕπαιθρον αὐτῶν χώραν καὶ ἐπεκτείνοντες πρὸς καιρὸν τὸ Κράτος των ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ θᾶττον ἢ βράδιον ἐξηναγκάζοντο πάντοτε ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν πέρα τοῦ Αἵμου χώραν. Εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλγαροι εἰσχωρήσαντες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὰ βόρεια διαμερίσματα τῆς Θράκης καὶ τῆς Μακεδονίας κατώρθωσαν πολλαχοῦ αὐτῶν νὰ εὑρίσκωνται ἐν πλειονοψηφίᾳ, νὰ μεταδώσωσι δὲ καὶ τὴν γλῶσσάν των, ὡς ἁπλουστέραν καὶ εὐκολωτέραν πρὸς ἐκμάθησιν, εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας. Ἀλλ’ οὗτοι, καίπερ ἀποβαλόντες τὴν μητρικήν των γλῶσσαν ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ, διέσωσαν ὅμως ἀείποτε ἀκμαίαν τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, ὡς μαρτυρεῖ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ οὖσα ἀνέκαθεν παρ’ αὐτοῖς ἐν χρήσει ἐπ’ ἐκκλησίας καὶ ἐν τοῖς σχολείοις ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἐπήλυδας Σλαύους καὶ Βουλγάρους, παρ’ οἷς ἔκπαλαι ἦτο ἐν χρήσει ἡ σλαυικὴ γλῶσσα. Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος βουλγαρόφωνοι Ἕλληνες ἀντέστησαν ἐρρωμένως κατὰ πάσης ἀποπείρας, γενομένης παρ’ αὐτοῖς πρὸς ἀποσκίρτησιν ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πρὸ τῆς ἐπικηρύξεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ μετ’ αὐτήν. Καὶ ὑπῆρξε μὲν ἐποχή, καθ’ ἣν ἐκεῖ, ἔνθα ἀπαντῶσιν αὐτοί, ἀνεγνωρίζοντο ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν μόναι αἱ ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξαρτώμεναι ἐκκλησιαστικαὶ Ἀρχαί. Τότε δὲ οἱ σχισματικοὶ Βούλγαροι τοὺς ἀπεκάλουν πατριαρχικοὺς Βουλγάρους, ἰσχυριζόμενοι ὅτι κατ’ ἀνάγκην παρέμενον τοιοῦτοι, ἵνα ἀπολαύσωσι τῆς προστασίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν Ἀρχῶν ἀπέναντι τῶν τουρκικῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ἦλθε καιρός, καθ’ ὃν ἡ Βουλγαρία, γενομένη ἡμιυποτελὴς ἡγεμονία, κατώρθωσε νὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου βεράτια, δι’ ὧν ἀνεγνωρίσθησαν αἱ σχισματικαὶ ἐκκλησιαστικαὶ Ἀρχαί, ἔχουσαι τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τοὺς Ἕλληνας Μητροπολίτας ἀπέναντι τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, διαθέτουσαι δὲ καὶ πλείονα ὑλικὰ μέσα πρὸς ἀποτελεσματικωτέραν προστασίαν τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων. Ἔκτοτε ἐδοκιμάσθη, ὥσπερ χρυσὸς ἐν πυρί, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν βουλγαροφώνων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ οὕτω παρέμειναν πιστοὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν παρ’ ὅλας τὰς ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις, τὰς δολοπλοκίας καὶ τὸν ἄγριον διωγμόν, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ὑφίσταντο συκοφαντούμενοι, ῥιπτόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δολοφονούμενοι ὑπὸ τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων. Ἔκτοτε οὗτοι ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς «γραικομάν», ἤτοι ἑλληνομανεῖς, διότι τοὺς θεωροῦσιν ὡς φανατικωτέρους Ἕλληνας καὶ αὐτῶν τῶν ἑλληνοφώνων ὁμοφύλων μας. Καὶ εἶναι αὐτοὶ πράγματι τοιοῦτοι, εἰ καὶ εὑρίσκονται δυστυχῶς καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ νομίζοντες ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ Βουλγάρων, ἐκκλησιαστικῶς μόνον ἀποκρουόντων τὸ σχίσμα καὶ μενόντων πιστῶν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ὄχι, Κύριοι· πρόκειται περὶ Ἑλλήνων ἀκραιφνῶν, οἵτινες, ἀνερχόμενοι εἰς ἑκατοστύας χιλιάδων, ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη πρωταγωνιστοῦσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν ἐναντίον τῶν παντοίων ξενικῶν προπαγανδῶν. Ἐγὼ δ’ εἰδὼς κάλλιστα τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν ὁμολογῶ ὅτι μετὰ φρίκης ἀναλογίζομαι ὁποία μαύρη μοῖρα ἀναμένει αὐτούς, ἄν ποτε περιπέσωσιν εἰς χεῖρας τῶν ἀμειλίκτων διωκτῶν τῶν σχισματικῶν. Μετὰ τῶν βουλγαροφώνων, Κύριοι, ἀπαρτίζομεν οἱ Ἕλληνες τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ μέσῃ Μακεδονίᾳ, διότι περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος τῆς νοτίου Μακεδονίας καὶ ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Θράκης τῆς πρὸς νότον τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας οὐδεμία σοβαρὰ ἀμφισβήτησις ἐγχωρεῖ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδόλως ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἐκαλοῦντο ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης των διὰ δημοψηφίσματος, χωρὶς ν’ ἀσκηθῇ ἐπ’ αὐτῶν βία, θὰ ἐκηρύττοντο ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας. Ἤκουσα, Κύριοι, καὶ ἐγὼ μετ’ ἐκπλήξεως τῆς προχθεσινῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι παρητήθη πάσης ἀξιώσεως ἡμῶν ἐπὶ τῆς Θράκης χάριν τῶν συμμάχων μας Βουλγάρων, ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἀκόμη δὲν δύναμαι νὰ συνέλθω ἐξ αὐτῆς. Διότι ἐγὼ ἔζησα μέχρι τοῦδε, ὡς πάντες οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἄνδρες, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ κάθοδος τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος δὲν θὰ ἐδιχοτόμει μόνον τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὸ μέσον κατὰ τρόπον λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐδημιούργει νέαν ἀντίπαλον πρὸς ἡμᾶς ναυτικὴν δύναμιν, ἱκανὴν νὰ διαμφισβητήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ναυτικὴν ἡμῶν ὑπεροχὴν ἐν τῇ ἀνατολικῇ λεκάνῃ τῆς Μεσογείου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ἅπαξ ἀπεφασίσαμεν, λαμβάνοντες διαζύγιον ἀπὸ τὰς ὑπερχιλιετεῖς ἐθνικάς μας παραδόσεις, καθ’ ἃς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἠγωνίσθη ἀείποτε πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος, θεωροῦν τοῦτο ὡς ζήτημα ὑπάρξεως δι’ αὐτό· ἀφοῦ, λέγω, ἀπεφασίσαμεν, ἀπαρνούμενοι τὸ παρελθόν μας, οὐ μόνον νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποβοηθήσωμεν διὰ τῶν ἡμετέρων ὅπλων τὴν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων κατάληψιν ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Θρακικῆς καὶ μεγάλου μέρους τῆς Μακεδονικῆς παραλίας ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἃς ἀναλογισθῶμεν νῦν τοὐλάχιστον ὁποίας ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ νέα αὕτη κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἄν, Κύριοι, περιορισθῶμεν εἰς μόνα τὰ διαμερίσματα τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, τὰ ὁποῖα κατέχομεν τώρα στρατιωτικῶς, θὰ ἀναγκασθῶμεν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ δαπανῶμεν πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττωμεν ἐξ αὐτῶν. Ὡς γνωστόν, τὰ διαμερίσματα αὐτὰ εἶναι τὰ ἀγονώτερα ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας τὰ σύμμαχα Βαλκανικὰ Κράτη ἀπέσπασαν ἐκ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Μόνη ἡ νέα μεθόριος ἡμῶν γραμμή, ἡ μέλλουσα νὰ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ Ἀδρίου καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Νέστου ἢ καὶ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ, θ’ ἀπαιτήσῃ κολοσσιαίας δαπάνας πρὸς ὀχύρωσιν καὶ περιφρούρησίν της. Ἐάν, Κύριοι, κατωρθοῦτο ἡ νέα μεθόριος ἡμῶν γραμμὴ ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ νὰ εἶναι ἐκείνη, ἣν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, θὰ εἴχομεν ὄντως πολλαχοῦ αὐτῆς φύσει ὀχυρὰ σημεῖα. Ἐγὼ εἰς ἓν μόνον δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἄν πρόκειται ἡ γραμμὴ αὕτη ἐν τῇ μέσῃ Μακεδονίᾳ ἐκ τοῦ ὄρους Φαλακροῦ (Μπὸζ–Ντὰγ) νὰ βαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς Γευγελὴν καὶ ἐκεῖθεν διασχίζουσα τὸ διαμέρισμα τῆς Καρατζόβας εἰς τὸν Ἐριγόνα ποταμόν, τὸν διαβεβαιῶ ὅτι οὐδὲν φυσικὸν ἀμυντικὸν σημεῖον θὰ ἔχωμεν πρὸς βορρᾶν τῆς Θεσσαλονίκης. Ὡς μόνην μεθόριον γραμμὴν ὑποδεικνύει ἐκεῖ αὐτὴ ἡ φύσις τὴν ἀπὸ τοῦ ὄρους Φαλακροῦ κατερχομένην βορειοδυτικῶς εἰς τὸν Στρυμόνα ποταμὸν καὶ παρακολουθοῦσαν τοῦτον μέχρι τοῦ παραποταμίου του Στρωμνίτσης, ἐκεῖθεν δὲ φθάνουσαν παρὰ τὰς Σιδηρᾶς Πύλας (Ντεμὶρ– Καποῦ) εἰς τὸν Ἀξιὸν ποταμὸν μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἐριγόνος ποταμοῦ, ὅπου ἔκειντο πάλαι ποτὲ οἱ Στόβοι, καὶ ἐκεῖθεν πρὸς δυσμὰς τὸν τελευταῖον ποταμόν, καθ’ ἣν διεύθυνσιν καθώρισε καὶ ὁ κ. Καλέργης. Ἀλλ’ ἐὰν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἔχωμεν ἐν Ἠπείρῳ μὲν τὴν μεθόριον γραμμήν, ἣν ὑπέδειξεν ἤδη ἐν Λονδίνῳ αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καλέργη· ἐὰν καὶ ἐν Μακεδονίᾳ περιορισθῶμεν εἰς ὅσα μέρη κατέχομεν νῦν στρατιωτικῶς, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐγὼ ὁ γινώσκων τὴν χώραν ἐκείνην σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν ὅτι ἐλάχιστα φυσικὰ ἀμυντικὰ σημεῖα θὰ ἔχωμεν ἐν τῇ νέᾳ μεθορίῳ ἡμῶν γραμμῇ, ὅτι δέ, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν αὐτήν, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ δαπανήσωμεν οὐχὶ δεκάδας, ἀλλ’ ἑκατοντάδας ἴσως ἑκατομμυρίων. Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὴν ὡς τάχιστα, διότι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχωμεν ἓν μόνον ὅμορον Κράτος καὶ τοῦτο ἑτοιμόρροπον, ὡς ἦτο μέχρι τοῦδε ἡ Τουρκία, εἰς ἣν ἄλλως δὲν ἦτο καὶ ἐπιτετραμμένον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἐπιδράμῃ καθ’ ἡμῶν. Ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν τρία νέα ὅμορα Κράτη, τὴν Ἀλβανίαν, τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν. Πολὺ δὲ φοβοῦμαι μήπως μὲ τὰ δύο ἐξ αὐτῶν ἔχωμεν πάντοτε προστριβάς, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει ὄχι μόνον νὰ ὀχυρώσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν μεθόριον ἡμῶν γραμμήν, ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα πάντοτε ἐν ἐπιφυλακῇ. Πλὴν τούτου ἡ Βουλγαρία, ἐνῷ ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικρότερον δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος, καταλαμβάνει τώρα καὶ τὰ γονιμώτερα διαμερίσματα τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας, ἐξ ὧν ὑπολογίζεται ὅτι θὰ ἔχῃ τετραπλάσια τοὐλάχιστον ἔσοδα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν νέων προσκτήσεών της. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἡ Βουλγαρία Θὰ εἶναι τώρα εἰς θέσιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ 300 –400 ἑκατομμυρίων καὶ νὰ διαθέσῃ τὸ πλεῖστον τούτου εἰς καταρτισμὸν στόλου ἐν τῷ Αἰγαίῳ πελάγει. Εἶναι, Κύριοι, πλάνη νὰ νομίζῃ τις ὅτι οἱ Βούλγαροι, ὡς χερσαῖος λαός, δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε νὰ καταρτίσωσι ναυτικὴν δύναμιν. Τὸ ἴδιον ἐπιστεύετο πάλαι ποτὲ καὶ περὶ τῶν Πρώσσων καὶ τῶν Γερμανῶν· καὶ ὅμως τὴν σήμερον ἔχουσιν οὗτοι νὰ ἐπιδείξωσι τὴν δευτέραν ναυτικὴν δύναμιν τοῦ κόσμου μετὰ τοὺς Ἄγγλους. Διατί καὶ οἱ Βούλγαροι, λαὸς πλήρης ζωῆς καὶ ἐνεργείας, νὰ μὴ ἀποκτήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἀξιόμαχον ναυτικὴν δύναμιν; Ἀλλ’ οὕτω θὰ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐφεξῆς, πλὴν τῶν Τούρκων, νὰ ὑπολογίζωμεν καὶ αὐτοὺς κατὰ θάλασσαν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ νὰ ἐντείνωμεν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ναυτικὴν τὰς δυνάμεις ἡμῶν κατὰ τρόπον ἐπιβαρύνοντα ἡμᾶς μὲ διπλασίας καὶ τριπλασίας ἴσως τῶν μέχρι τοῦδε δαπανῶν, ἂν θέλωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ διασώσωμεν τὰ μέχρι τοῦδε κεκτημένα, νὰ μὴ ἐμβάλωμεν δὲ εἰς τελείαν ἀπόγνωσιν καὶ τὰ τέσσαρα ἕως πέντε ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἢ θ’ ἀλλάξωσι τώρα δεσπότην ἢ θὰ παραμείνωσιν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Καὶ αὐτή, Κύριοι, ἡ Θεσσαλονίκη, πρὸς ἣν ἔχομεν στρέψει ἀπερίσπαστον τὴν προσοχήν μας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσήλασε νικηφόρος ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, θὰ ἔχῃ ἆρά γε τὴν πρὶν σημασίαν, ἂν παραμείνῃ εἰς χεῖρας ἡμῶν, ὡς ἐλπίζομεν; Ἂν αὕτη παύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι οὖσα ὁ μόνος ἐμπορικὸς λιμὴν ὁλοκλήρου τῆς Μακεδονίας καὶ μεγάλου μέρους τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Θράκης· ἂν οἱ Βούλγαροι κατορθώσωσι νὰ στερήσωσιν αὐτὴν πάσης περιοχῆς πρὸς Βορρᾶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Βουλγαρικῆς Μακεδονίας, τοῦ δημοσιευθέντος ἤδη ἐν Σοφίᾳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ περιστῇ αὐτὴ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν πολὺ ταχέως εἰς ἣν θέσιν περιέγραψεν ἤδη ὁ δεύτερος πληρεξούσιος τῆς Βουλγαρίας ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὰς ἐκεῖ διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις περὶ εἰρήνης ἔν τινι συνεντεύξει του. Τί δὲ θὰ στοιχίζῃ εἰς ἡμᾶς ἡ περιφρούρησίς της ἀπέναντι γείτονος, ὅστις ἐλλοχῶν πάντοτε ἐκεῖ πλησίον θὰ εἶναι ἕτοιμος, δραττόμενος τῆς πρώτης τυχούσης προστριβῆς μεθ’ ἡμῶν, νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ αὐτῆς; Προστριβάς, Κύριοι, πολλὰς θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ μὲ τὸ νεότευκτον Ἀλβανικὸν Κράτος, ἀλλ’ ἀδιάλειπτοι θὰ εἶναι αὐταὶ ἰδίως μὲ τοὺς Βουλγάρους. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐξ ἰδίας πείρας ὅτι αὐτοὶ οὐδέποτε θὰ ἡσυχάσωσι· θὰ μᾶς παρέχωσι πάντοτε πράγματα. Δὲν παρατηρεῖτε, τί συμβαίνει ἀκόμη καὶ τώρα, ὅτε ἐξακολουθεῖ ἔτι ὁ συμμαχικός μας μετ’ αὐτῶν πόλεμος ἐναντίον τῶν Τούρκων; Τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων πληροῦσιν ἑκάστοτε αἱ ἀφηγήσεις τῶν δεινοπαθημάτων τῶν Ἑλλήνων τῶν διαμερισμάτων τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας τῶν κατειλημμένων ὑπὸ τῶν Βουλγάρων. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἁπλῶν καταπιέσεων ἐκ μέρους τούτων, ἀλλὰ περὶ ἀληθοῦς διωγμοῦ, διεξαγομένου ἀπὸ σχεδίου κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, περὶ διωγμοῦ μέχρις ἐξοντώσεως τοῦ ἐθνισμοῦ των. Τὰ πάνδεινα, Κύριοι, ἔχει ὑποστῆ ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Ἐν τούτοις εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι οὐδέποτε διέτρεξεν αὐτὸς κίνδυνον ἐξοντώσεως ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Ἰσλάμ. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπ’ αὐτὸ προώδευσαν καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ Ἕλληνες εἰς βαθμόν, τὸν ὁποῖον πᾶς τις θὰ ἐθεώρει ἀπίστευτον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρώτης ὑποταγῆς των εἰς τὴν ἡμισέληνον. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο νὰ ἀναμνησθῶμεν ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ Μωάμεθ τοῦ Βʹ εἶχε περιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀλλεπαλλήλων βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ καταστροφῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίθησαν αἱ τῶν Σλαύων καὶ τῶν Βουλγάρων. Ἐνῷ τώρα οἱ Ἕλληνες ἀνέρχονται εἰς 10 ὅλα ἑκατομμύρια, κατέχουσι δὲ περίβλεπτον θέσιν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἀνατολὴν ὑπὸ ἔποψιν προόδου καὶ πολιτισμοῦ, μάλιστα δὲ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, διασώζοντες εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἀκμαῖον τὸ ἐθνικόν των φρόνημα, ποία τύχη ἀναμένει αὐτοὺς τώρα ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους; Ἆρά γε θὰ εἶναι αὕτη καλλιτέρα τῆς τῶν Ἑλλήνων τῆς Ῥωμουνίας; Δύο, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ προπύργια τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοὺς ἀργαλέους χρόνους τῆς δουλείας ὑπὸ τὸν ἀλλόφυλον ζυγόν, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ προορισμὸς αὐτῶν δὲν ἔληξε μὲ τὸν τελευταῖον ἀπελευθερωτικὸν ἀγῶνα τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἀφοῦ κατέστη ἀναπόδραστος ἡ διχοτόμησις τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος, ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἔχομεν κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην τῶν προπυργίων ἐκείνων, διότι αὐτὰ θὰ εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι ὁ κυριώτατος συνεκτικὸς δεσμὸς μεταξὺ τῶν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῆς νέας μεγάλης Βουλγαρίας Ἑλλήνων. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πρόκειται τώρα νὰ στερηθῇ τοὺς πλείστους τῶν μητροπολιτικῶν του θρόνων καὶ ν’ ἀποβάλῃ οὕτω τὸ μέγιστον μέρος τῆς δυνάμεώς του. Πολλὰ δὲ γράφονται καὶ λέγονται ἀπό τινος περὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος, τοῦ χωρίζοντος ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν Βουλγάρων, τὰ ὁποῖα ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐμβάλλουσιν εἰς πολλὴν ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ ἐθνικοῦ ἡμῶν κέντρου παρὰ τὸν Βόσπορον, ἐν τῷ μεταιχμίῳ τούτῳ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας. Πῶς θὰ συγκρατηθῇ καὶ ἐνισχυθῇ αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ τῶν κινδύνων, ὑφ’ ὧν περιστοιχίζεται τὴν σήμερον; Δὲν ἠξεύρω τί σκέπτεται περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἐπάναγκες ἐνόμισα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐκκλησιαστικόν, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται τώρα διὰ τῆς ἐπερχομένης πολιτικῆς μεταβολῆς ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου· διότι αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν ζήτημα δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Ἰδιαιτέρως ὅμως, Κύριοι, μὲ ἀνησυχεῖ ἡ λύσις, ἡ ὁποία μέλλει νὰ δοθῇ ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ συνομολογήσει τῆς εἰρήνης εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ ἀνακήρυξις τούτου εἰς μοναχικὴν δημοκρατίαν ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς του καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας δι’ ἡμᾶς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀκολουθοῦντες τὸ παράγγελμα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», ὡς καὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καθ’ ὃ «οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις», δὲν δύνανται ν’ ἀναλάβωσιν ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των, ὡς τὰ τῆς πολιτικῆς των διοικήσεως. Τί δὲ σημαίνει, Κύριοι, δι’ αὐτοὺς ἡ μοναχικὴ δημοκρατία; Σημαίνει κατάργησιν τῶν κρατούντων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει προνομίων τῶν διαφόρων Μονῶν, καθ’ ἃ αὗται διοικοῦνται ἐκκλησιαστικῶς δι’ ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους αὐταὶ αἱ Μοναὶ καὶ οὐχὶ οἱ μοναχοὶ ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν ἐν Καρυαῖς Σύναξιν. Σημαίνει καθιέρωσιν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας παρ’ αὐτοῖς τοῖς μοναχοῖς, ὁπότε κινδυνεύει τὸ Ἅγιον Ὄρος ν’ ἀποβάλῃ τὸν Ἑλληνικόν του χαρακτῆρα καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἀλλοφύλων. Ἀλλά, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀνυπολόγιστος ἡ ζημία ὑπὸ ἔποψιν οὐ μόνον ἐκκλησιαστικήν, ἀλλὰ καὶ ἐθνικήν. Αἱ Μοναὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχουσι μεγάλας ἰδιοκτησίας, τὰ λεγόμενα μετόχια, τόσον ἐπὶ τῆς Χαλκιδικῆς, ὅσον καὶ ἐπὶ πολλῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ὁ μέλλων ἄρα νὰ κυριαρχήσῃ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει θὰ ἔχῃ ἀξιώσεις καὶ ἐπὶ τῶν ἀπεράντων κτήσεων τῶν Μονῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἢ δὲν λύονται διόλου ἢ λύονται κατὰ τρόπον ἐπιδεινοῦντα μᾶλλον τὴν κατάστασιν καὶ δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ νέα ζητήματα πολυπλοκώτερα τῶν μέχρι τοῦδε. Πάντα δὲ ταῦτα εἶναι ἱκανά, νομίζω, νὰ πείσωσι καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκλίπωσιν ἐφεξῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ θὰ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ ἀφορμαὶ προστριβῶν καὶ ῥήξεων μετὰ τῶν νέων ἡμῶν γειτόνων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι θὰ ζητήσῃ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι θὰ περιέλθωσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλγαρίας, ἵνα διατηρήσωσιν αὐτοὶ ὑπὸ τὸ νέον πολιτικὸν καθεστὼς ἀκεραίαν τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐκπαιδεύωνται, ὡς μέχρι τοῦδε, ἐν τῇ μητρικῇ των γλώσσῃ καὶ νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων των. Προσέθηκε δ’ ὅτι τοιαύτας ἐγγυήσεις θὰ παράσχῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς διὰ τοὺς Βουλγάρους σχισματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν της, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν τὰ συμβαλλόμενα Κράτη θὰ τηρήσωσιν ἀμοιβαίως τὰς οὕτω πως ἀναληφθησομένας ὑποχρεώσεις των. Οἱ Βούλγαροι, Κύριοι, γινώσκουσι κάλλιστα ὅτι οἱ σχισματικοί, οἱ ὑπαχθησόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μας, εἶναι μόλις τὸ δεκατημόριον τῶν Ἑλλήνων, τῶν ὁποίων θὰ ἐξουσιάσωσιν αὐτοί. Πλὴν τούτου ἔχουσιν αὐτοὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν ἀπαρεγκλίτως τὰς ἡμετέρας ὑποχρεώσεις καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ τὸν ἑξῆς. Πρό τινων ἑβδομάδων ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ ἡμιεπισήμῳ Βουλγαρικῇ ἐφημερίδι τῆς Σοφίας «Δνέβνικ», ἀνεδημοσιεύθη δὲ ἐν μεταφράσει καὶ μὲ παχέα στοιχεῖα ὑπὸ τῆς ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος τῶν Ἀθηνῶν «Ἑστίας», ἄνευ σχολίου τινός, ἓν εἶδος ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τὸν τύπον «δηλώσεων διπλωμάτου, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δυναμένου νὰ γινώσκῃ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα». Κατὰ τὰς δηλώσεις ταύτας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἐπῆλθε πλήρης συνεννόησις, διότι εὑρέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐν Ἑλλάδι Κυβερνήσεως ἄνθρωπος, ὡς ὁ κ. Βενιζέλος, ὅστις, ἀπολαύων τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους του, ἀπέκτησεν ἐπιρροὴν ὑπερβαίνουσαν τὴν ἰσχὺν τοῦ κυβερνήτου, ἔχει δὲ κῦρος ὑπερβαῖνον καὶ τὸ κῦρος τοῦ Στέμματος, οὕτως ὥστε εἶναι γεγονὸς τώρα ὅτι πᾶν ὅ,τι σκέπτεται καὶ πράττει ὁ κ. Βενιζέλος σκέπτεται καὶ πράττει αὐτὴ ἡ Ἑλλάς.

§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε φαντάζομαι ὅτι ἔχω τοιαύτην θέσιν ἐν Ἑλλάδι. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς ὅτι, ὅσον ἐχρειάζετο νὰ εἶναι γνωστόν, εἶναι γνωστὸν ποῦ ὑπάρχουσι τὰ σημεῖα, πέρα τῶν ὁποίων οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα ἠδύναντο νὰ ὑποχωρήσωσιν.

§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου, κ. Πρωθυπουργέ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος μιᾶς ἡμιεπισήμου Βουλγαρικῆς ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον ἀνεδημοσίευσεν ἑλληνιστὶ ἡ ἐνταῦθα ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς «Ἑστία» μὲ παχέα στοιχεῖα καὶ ἄνευ σχολίων τῇ 15 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην ἐγώ, ἵνα ἀποδείξω ὁποίαν πεποίθησιν ἔχουσιν οἱ ἐν Βουλγαρίᾳ ἐπὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἀνελάβετε ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος. Δυνάμεθα ὅμως, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἢ θὰ ἀναλάβῃ ἀπέναντι ἡμῶν ὁ κ. Γκέσωφ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλγαρίας; Ἠξεύρομεν ἤδη ἐκ τῆς ἱστορίας ὁποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη ἄλλων ἀνδρῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, οἵτινες παρέσχον πολὺ ἀνωτέρας τοῦ κ. Γκέσωφ ὑπηρεσίας εἰς αὐτήν.

§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κ. Βουλευτά, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ συμμάχων, μετὰ τῶν ὁποίων διεξάγομεν δεινὸν ἀγῶνα κατὰ κοινοῦ ἐχθροῦ. Ἔχετε ὑποχρέωσίν τινα νὰ ἐνθυμῆσθε αὐτό.

§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Γκέσωφ.....

§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα σύμμαχοι μετὰ τοῦ κ. Γκέσωφ, ἀλλὰ μετὰ τῆς Βουλγαρίας.

§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως καὶ οἱ Βούλγαροι, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι σύμμαχοι μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Διατί ὅμως γράφουσιν αὐτοὶ ὅσα γράφουσι περὶ ὑμῶν ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Ἐγὼ δ’ ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Γκέσωφ ἐν Βουλγαρίᾳ ἣν θέσιν ἔχετε ὑμεῖς ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἰς αὐτὸν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχουσιν οἱ Βούλγαροι εἰς ὑμᾶς. Διότι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεων καὶ τῆς νομιμοφροσύνης τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἀνατρεπομένου αὐτοῦ ἔχωσι καὶ αἱ νῦν δοθησόμεναι πρὸς ἡμᾶς ἐγγυήσεις διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Θράκης καὶ τῆς Μακεδονίας τὴν αὐτὴν τύχην μὲ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον πάλαι ποτὲ αὐταὶ αἱ Μ. Δυνάμεις παρὰ τῶν Βουλγάρων διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας. Κατὰ ἕνα, Κύριοι, καὶ μόνον τρόπον, ὡς ἐγὼ νομίζω, δυνάμεθα τώρα καὶ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγυήσεις νὰ καταστήσωμεν σεβαστὰς καὶ νὰ σώσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι εἶναι ἔτι δυνατὸν νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων. Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον μετέρχονται τὴν σήμερον πάντα τὰ Κράτη, ἀκολουθοῦντα ἐν τούτῳ τὸ πάλαι Ῥωμαϊκὸν λόγιον, καθ’ ὃ «ὁ θέλων τὴν εἰρήνην πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς πόλεμον». Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη πᾶσα νὰ διατηρήσωμεν ἀείποτε ἀκμαῖα τὰ οἰκονομικά μας, εἰδότες καλῶς ὅτι πᾶσα καταστροφὴ αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐσήμαινε καὶ τὸν ἐθνικόν μας ὄλεθρον. Πρέπει δὲ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσι τὸν διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμὸν τῆς παρούσης πολεμικῆς ἡμῶν δυνάμεως. Πρέπει οὕτω πως τὸ ἔθνος ἡμῶν νὰ εἶναι ἕτοιμον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἵνα κατέλθῃ πάνοπλον εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Οὕτω πως μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν ἀποτελεσματικῶς τοὺς Ἕλληνας τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας· οὕτω πως μόνον θὰ σώσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόστασιν. (Χειροκροτήματα).

§117Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, Κύριοι, τὴν Βουλὴν εἰμὴ μόνον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους. Ὁ λαός, ὅστις ἐξηγέρθη πρό τινων ἐτῶν, δὲν ἐζήτησε μόνον διοικητικήν, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικὴν ἐπανάστασιν. Κυρίως αὐτὴν ἐζήτησε, διότι τὸ ὑπάρχον οἰκονομικὸν καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν αὐτὸν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἀρχίζῃ νὰ σκέπτηται ἂν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι. Ὁ κύριος ἑπομένως λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ ἐξέγερσις, εἶναι κυρίως τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πάντας. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν ἅπασαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα ἴδωμεν πῶς εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς ἡμετέρους πόρους, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ δυνηθῶμεν, ἀφοῦ πρῶτον πλουτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ζητήσωμεν νὰ φορολογήσωμεν αὐτὸν καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς νέας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς ἤρχισεν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ab ovo, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882. Ἀνέφερε τὸ γνωστὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον τότε κατὰ πρῶτον εἰσῆλθεν ἐν Ἑλλάδι, διότι πραγματικῶς μόνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ οἰκονομικοῦ συστήματος, διότι πρὶν ὑπῆρχον οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους κατ’ ἔτος συνέτασσε τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μεγάλου τῆς Ἑλλάδος πολίτου, τοῦ Καποδιστρίου. Ὅτε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠθέλησε κατὰ πρῶτον νὰ ἐγκαταστήσῃ οἰκονομικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι, εὑρέθη πρὸ μιᾶς οἰκονομικῆς ἀρχῆς ἐπικρατούσης τότε, τὴν ὁποίαν ἀμέσως ἐδέχθη, οἰκονομικῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία δύναται νὰ συνοψισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην λέξιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐζήτει εἰμὴ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὐτάρκειαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐστήριζεν ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου. Καὶ ὄντως προσεπάθησε πάσῃ θυσίᾳ, ἵνα ὁ ἐμπορικὸς ἰσολογισμὸς μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς τοὐλάχιστον ἐπέλθῃ ἐν Ἑλλάδι. Δεδομένου ὅτι ἐν Ἑλλάδι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ, ἡ ἐξαγωγὴ ἦτο πολὺ μικροτέρα τῆς εἰσαγωγῆς, ἐνομίσθη ὅτι ἔδει νὰ τεθῇ φορολογία ὁλόκληρος, ἵνα κατορθωθῇ νὰ συγκρατήσωμεν τὸν πλοῦτον τῆς χώρας παρ’ ἡμῖν. Ἐφορολογήθησαν τὰ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα μὲ βαρυτάτους δασμούς, ἵνα ἀποκλεισθῶσιν αἱ ἑλληνικαὶ ἀγοραὶ ἀπὸ προϊόντων, τῶν ὁποίων εἴτε δὲν εἶχεν ἀνάγκην εἴτε ἠδύναντο νὰ παραχθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐπαρουσιάσθη ἓν περίεργον οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀποκαλέσῃ οἱονεὶ προστατευτικόν. Καὶ τὸ σύστημα αὐτό, Κύριοι, μᾶς διέπει μέχρι τῆς σήμερον. Οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ ἐν Ἑλλάδι κατὰ πόσον τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἴσως δύναταί τις νὰ ἀποκαλέσῃ προστατευτικόν, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον λόγον εἶναι ναυτιλιακός, κατὰ δεύτερον κτηνοτροφικός, κατὰ τρίτον γεωργικός, ὑπεράνω δ’ ὅλων τούτων εἶναι λαὸς ἐμπορικός. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν ποτε νὰ κατανοηθῇ περιορισμὸς εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν λαὸν ἐμπορικὸν περιοριζόμενον εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐμπορίου του ὑπὸ τῶν διαφόρων αὐτῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ εὕρομεν τὸν λαὸν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑποφέροντα, μὴ δυνάμενον νὰ ζήσῃ ἐν τῷ τόπῳ, μὴ δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πολιτείας. Παρατηροῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διαρκῶς φορολογούμενον καὶ βλέπομεν, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐμφάνισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μᾶς παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ χρυσοῦ, ἐγείρεται ὅριον ὑπέρτατον μεταξὺ χρυσοῦ καὶ δραχμῆς χαρτίνης καὶ τὸ ὅριον τοῦτο τὸ βλέπομεν ἀποτόμως, ἄνευ οὐδενὸς κυβερνητικοῦ μέτρου, ἄνευ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἀρχίζον νὰ καταπίπτῃ καὶ φθάνον εἰς τὸ ἄρτιον μόνον καὶ μόνον χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος του κατώρθωσε τὸ μέγα αὐτὸ οἰκονομικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἱστορίᾳ τῶν διαφόρων ἐθνῶν. Οὐδαμοῦ, ὅπου ὑπῆρχε νομισματικὴ διαφορά, κατέπεσεν αὕτη μόνη της· πάντοτε ὑπῆρξεν ἐπίδρασις εἴτε ἐξωτερικῶν γεγονότων, ὡς αἱ ἀθρόαι μεταναστεύσεις, εἴτε κυβερνητικῶν μέτρων. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀνάγκη ἀκριβῶς νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἀμέριστον τὴν ἡμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τοὺς κυρίως πλουτοπαραγωγικοὺς τοῦ τόπου παράγοντας, παράγοντας τῶν ὁποίων τὰ συμπεράσματα εἶναι τόσον πολὺ ἁπτὰ καὶ ἔχουσι τόσον μεγάλην τὴν σημασίαν καὶ διὰ τὸν λαὸν καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν, ὅτι θεωρεῖ ὡς πρῶτον παράγοντα τὴν μετανάστευσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν.

§118ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ὡς ἕνα τῶν κυρίων παραγόντων.

§119Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸν ἀνεφέρατε πρῶτον. Μὲ εὐχαριστεῖ ἡ διακοπή σας καὶ χαίρω διότι παρατηρῶ ὅτι συμφωνοῦμεν. Ἡ ναυτιλία δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ τί συνεισφέρει εἰς τὸ Κράτος· ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ὑπολογίσῃ ἐλάχιστόν τι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, πολλοστημόριον, θὰ φθάσῃ εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ μυθῶδες καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ τὸ ἀναφέρω.

§120Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἴπατέ το.

§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ μὴ τὸ ἀναφέρω, ἀκριβῶς διότι εἶναι ὄντως μυθῶδες. Τὸ ἐκ τῆς μεταναστεύσεως εἰσρέον χρῆμα εἶναι μικρόν. Δὲν μεταναστεύει μόνον σήμερον τὸ Ἑλληνικόν· τὸ Ἑλληνικὸν μετενάστευεν ἀνέκαθεν. Ποῦ εὑρέθησαν 500,000 ἐν Ῥωμουνίᾳ; Ποῦ εὑρέθησαν αἱ 250,000 ἐν Αἰγύπτῳ; Οἱ μεταναστεύοντες διαρκῶς εἰσέφερον χρυσόν. Ἐν τούτοις δὲν βλέπομεν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτὴν τοῦ χρυσοῦ νὰ φέρῃ οὐσιῶδές τι ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρακολουθήσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας βλέπομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον προστίθενται τόννοι κατ’ ἔτος εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, κατὰ τοσοῦτον καταπίπτει ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ κατορθώνει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄρτιον. Αὐτὸ τὸ φαινόμενον πασιφανῶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ θεωρία τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, θεωρία πεπαλαιωμένη, θεωρία ἡ ὁποία ἀπέδειξεν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον πρέπει νὰ διαπιστωθῇ. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν Κράτος τι ἔχει ἐξαγωγὴν χρήματος μεγαλειτέραν τῆς εἰσαγωγῆς, ἐρωτᾶται· ποῦ εὑρίσκει τὸ χρῆμα καὶ πληρώνει τὰς ὑποχρεώσεις του; Ὑπάρχουσιν οἱ ἄδηλοι πόροι, δύνανταί τινες ν’ ἀπαντήσωσιν· ἀλλ’ οἱ ἄδηλοι πόροι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ πλούτου καί, ἂν θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου τοῦ διεθνοῦς, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν μόνον πρὸς τὰ μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἦτο δυνατὸν νὰ συγκριθῇ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Ἂν λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἀνατολήν, οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι παρατάσσονται, εἶναι πράγματι καταπληκτικοὶ τῆς προόδου καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀποδόσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐργασία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐμπόριον εἰσαγωγῆς 150,000,000 καὶ ἐξαγωγῆς 120,000,000, δηλ. ἔλλειμμα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν θεωρίαν 30,000,000· σημειώσατε τοῦτο ἐπὶ πληθυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν 2,630,000. Ἡ Βουλγαρία μὲ πληθυσμὸν 4,100,000 κατοίκων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι βεβαίως διπλάσιος, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τὸ τρίτον ὑπέρτερος τοῦ ἰδικοῦ μας, εἰσήγαγεν 120,000,000 ἀπέναντι ἐξαγωγῆς 140,000,000, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶναι Κράτος πλουσιώτερον τῆς Ἑλλάδος· ἡ Ἑλλὰς μὲ μικρότερον πληθυσμὸν καταναλίσκει προϊόντα ἐξωτερικὰ πολυτιμότερα τῶν ἐξωτερικῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκει ἡ Βουλγαρία. Ἡ Σερβία, Κύριοι, μὲ πληθυσμὸν 2,680,000 ἔχει εἰσαγωγήν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ἀπίστευτον, θὰ τὸ ἀναφέρω ὅμως, εἰς 55,000,000 καὶ ἐξαγωγὴν 75,000,000. Ἡ Ἑλλάς, μικροτέρα τῆς Σερβίας κατὰ 50,000, ἔχει 150,000,000, ἡ δὲ Σερβία ἔχει μόνον 55,000,000. Συγκρίνατε, παρακαλῶ, τοὺς δύο λαοὺς καὶ ἴδετε τίς ἐκ τῶν δύο εἶναι πλουσιώτερος. Ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν βλέμμα εἰς τὰ μικρὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναπτύξει ὅλους αὐτῶν τοὺς πόρους, θέλομεν ἴδει καταπληκτικὰ φαινόμενα. Οὕτως ἡ Δανία ἐπὶ πληθυσμοῦ κατὰ 50,000 μικροτέρου τῆς Ἑλλάδος ἔχει εἰσαγωγὴν ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ ἐξαγωγὴν 750,000· δηλαδὴ ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 250,000, ἀκριβῶς διότι ἡ Δανία εἰσάγει προϊόντα κατὰ 250,000 ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξάγει, διότι εἶναι πλουσία. Ἀνάλογα φαινόμενα παρατηροῦνται καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ πληθυσμοῦ ἓξ ἑκατομμυρίων καταντᾷ χάρις εἰς μονοπώλια, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὡρισμένων προϊόντων, καταντᾷ νὰ ἔχῃ εἰσαγωγὴν κατά τι μικροτέραν τῆς τῆς Γαλλίας, διότι ἡ Ὁλλανδία ἔχει εἰσαγωγὴν 200,000,000 λιρῶν, ἡ δὲ Γαλλία 220,000,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι διδόμενα, ὥστε νὰ στηρίξῃ τις ἐπ’ αὐτῶν μεγάλην πεποίθησιν ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἰδεώδης, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ὀφειλομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ φιλοπρόοδον αὐτοῦ, θέλει λάβει τοιαύτην ἔκφανσιν, ὥστε οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν ἀπομένει πλέον παρὰ ἡ εἰσαγωγὴ συστήματος οἰκονομικοῦ. Καὶ ἐρωτᾶται· ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὸν σύστημα; Τί σύστημα ἀκολουθοῦμεν ἐν Ἑλλάδι; Εἴμεθα προστατευτικοί; Οὐδεὶς τὸ γνωρίζει. Εἴμεθα φιλελεύθεροι; Οὐδεὶς τὸ γνωρίζει. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπό τινος καιροῦ μᾶς ἀναφέρει διαρκῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἓν μόνον στοιχεῖον ἐκ τῶν πολλῶν τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ἀντίθετον σύστημα τοῦ κρατοῦντος σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Ποία θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Οὐδεὶς τὸ γνωρίζει. Θὰ ἔλθῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ἢ θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸ σύστημα τὸ προστατευτικόν; Τοῦτο εἶναι ἄδηλον καὶ πρέπει νὰ δοθῇ μία κατεύθυνσις ἐπὶ τούτου, διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ φορολογήσωμεν τὸν λαὸν κατὰ τρόπον ὄντως ἁρμόζοντα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς ταμεῖα ἀλλότρια, ἀλλ’ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τότε θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὸ πῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κατασταθῇ πλουσιώτερος, διότι τότε δύναται νὰ φορολογηθῇ. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσήχθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 εἰσάγει φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἂν θελήσῃ τις οὐχὶ βεβαίως νὰ χαρακτηρίσῃ ἐπισταμένως, ἀλλὰ νὰ τῇ δώσῃ τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖον τῇ προσαρμόζει, θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν εἶναι φορολογία ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν, ἡ ὁποία δὲν προβλέπει πῶς νὰ εἰσέλθωσι τὰ χρήματα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἀλλ’ εἰς ἄλλα βαλλάντια ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ δίδει ἀφορμὴν πρὸς σύστασιν αὐτοῦ τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ κολοσσιαίου. Εἶναι πολὺ πιθανὸν αἱ στατιστικαί, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς καὶ μόνου προϊόντος, τῆς σακχάρεως, νὰ μᾶς πείθωσι περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συνηθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προσέξῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν ἡ ὁποία γίνεται ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταναλίσκηται τόσον ὀλίγη σάκχαρις ὅσον ἐκείνη ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὰ δελτία εἰσαγωγῆς. Ἑπομένως τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ σπουδαιότατον παράγοντα διοχετεύσεως τοῦ χρήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς ἄλλα βαλλάντια καὶ ὄχι εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ κτυπηθῇ, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται ἀφορμὴ ὄχι μόνον τῆς βαρυτάτης αὐτῆς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημιουργίας τάξεως ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν παρὰ τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς εἶδος πολυτελείας. Τί εἶναι πολυτέλεια; Αἱ σαρδέλλαι τοῦ κουτιοῦ θεωροῦνται ὡς πολυτέλεια. Ἐνῷ 20 λεπτὰ τὸ κυτίον πωλοῦνται παντοῦ καὶ ὅλος ὁ κόσμος τὰς τρώγει, ἐν Ἑλλάδι θεωροῦνται πολυτέλεια! Τὰ διάφορα ἁλίπαστα καὶ αἱ κονσέρβαι ἐν Ἑλλάδι θεωροῦνται πολυτέλεια· τὰ διάφορα ἐνδύματα θεωροῦνται πολυτέλεια. Τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔγινε καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ μητέρες ἡμῶν ἐφόρουν τὰ καλεμκεριά, θεωρεῖ, Κύριοι, τοὺς γυναικείους πίλους ὡς πολυτέλειαν. Οὕτω δὲ ὑποβοηθοῦμεν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀνισότητα, διότι βεβαίως ἡ κοινωνικὴ ἰσότης οὐδαμοῦ ἀλλοῦ δύναται νὰ κατανοηθῇ παρὰ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν, εἰς τὴν κατοικίαν, εἰς τὴν τροφήν. Ἀρκεῖ νὰ κατορθώσωμεν τὰ πράγματα ταῦτα νὰ εἶναι προσιτὰ εἰς πάσας τὰς τάξεις, διὰ νὰ ἔχωμεν κοινωνικὴν ἰσότητα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς θὰ φάγῃ τὴν πρωίαν τὸ αὐτὸ φαγητὸν τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἐργάτης, βεβαίως ἡ ἰσότης ὑπάρχει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργάτης θὰ δύναται νὰ ἐνδυθῇ ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ πλούσιος βεβαίως ἡ ἰσότης ὑπάρχει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύζυγος τοῦ ἐργάτου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδυθῇ ὡς καὶ ἡ Κυρία τοῦ πλουσίου βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ ἰσότης, ἐνῷ, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ σημερινὴ φορολογία, αὕτη θὰ δημιουργῇ μεταξὺ τῶν φορολογουμένων τὸ μῖσος καὶ τὴν ἀνισότητα. Ἄν λοιπὸν θελήσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν οἰκονομικὸν σύστημα ἔχει ἀσφαλῶς χρεοκοπήσει· ἐπὶ ἄλλων ἑπομένως βάσεων πρέπει νὰ τὸ στηρίξωμεν καὶ ἐπὶ ἄλλων μέσων ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ διαμορφώσωμεν. Τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θ’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐμφανίζεται καὶ ἑτέρα μεγάλη διαφορὰ ἀπὸ τὸ παρελθὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι πατριῶται καὶ φιλελεύθεροι. Δὲν γνωρίζω ἄν τις ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι δημοκράτης, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἅπαντες εἴμεθα βασιλόφρονες. Αἱ διαιρέσεις αὗται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας πάντες ἔχομεν δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρξωσι, καὶ διὰ τοῦτο θεωρούμεθα ὡς μὴ ἔχοντες πολιτικὰς ἀρχάς, ἐνῷ ἔχομεν ἀρχὰς κοινὰς εἰς ὅλους. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν κοινὰς ἀρχὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαιρέσεις, ὥστε νὰ βλέπωμεν Βουλευτὰς κατηγορουμένους ὡς ἀφιλοπάτριδας. Ἐὰν ὑπάρχωσι διαιρέσεις κομματικαὶ καὶ πολιτικαί, αὗται δὲν δύνανται παρὰ νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἐν Ἑλλάδι πάντες πρεσβεύομεν, θὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη καὶ εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος προσομοιάζει πρὸς ἡμᾶς, διότι μόνος εἶναι ναυτίλος καὶ ἔμπορος, ὅπως καὶ ἡμεῖς εἴμεθα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ πολιτικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Οὐίγων καὶ τῶν Τόρεων ἔλειψε, διότι ἔλειψαν αἱ μεταξὺ αὐτῶν ἐμφιλοχωροῦσαι διαφοραί, ἠπειλήθη ἡ Ἀγγλίᾳ νὰ εὑρεθῇ μὲ κόμματα ἄνευ πολιτικῶν ἀρχῶν. Εὑρέθη ὅμως ἀμέσως ἡ διαίρεσις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους· ἐσχηματίσθησαν οἱ φιλελεύθεροι μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ οἱ συντηρητικοὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς προστασίας, καὶ σήμερον ἀκόμη βλέπομεν τὴν διαίρεσιν αὐτὴν ὑφισταμένην ὀνόματι μόνον καὶ οὐχὶ πράγματι, διότι εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι τὸ κόμμα τὸ συντηρητικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τῆς προστασίας τοῦ ἐμπορίου καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, τί ἐζήτει ὡς φορολογικὴν βαθμίδα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ διαφορά; ἓν 7%. Θὰ ἐπροτίμων, Κύριοι, νὰ ἐθέτομεν 20–25% δασμοὺς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν προϊόντων καὶ νὰ ἐλεγόμεθα φιλελεύθεροι. Ἑπομένως τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀφ’ ἧς στιγμῆς θελήσωμεν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν χαράξει καὶ θελήσωμεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἀπωτέρους ὁρίζοντας ἀποβαίνει ὄχι μόνον ζήτημα πατριωτικόν, ἀλλ’ ἀποβαίνει κυρίως ζήτημα πολιτειακόν, διότι ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ δράσωμεν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ παρὰ τῷ λαῷ, χωρὶς νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφεύγωμεν εἰς ὕβρεις ἴσως ἢ χαρακτηρισμούς, οἵτινες εἰς οὐδένα Ἕλληνα οὔτε ἥρμοσαν οὔτε ἁρμόζουσιν. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).

§122ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς διὰ τῆς μακρᾶς του ἀγορεύσεως ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι κατὰ μέγα μέρος ἡ σημερινὴ εὐρωστία τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφείλεται εἰς τὴν μέριμναν ἣν ἔλαβε περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ἧς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μετεῖχεν ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς ν’ ἀμφισβητήσω τὴν πατρότητα ὡρισμένων φόρων εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτήν· εἶμαι μάλιστα πρόθυμος ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι ἔν τισι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἣν τότε ἐπέβαλε, σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ μακροῦ εἶναι εἰσηγμένον ἀλλαχοῦ καὶ τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἔμενεν ἀκόμη ἐν τῷ πεδίῳ τῆς θεωρητικῆς συζητήσεως, παρουσιάζει πολλὰς ἀρετάς· ὅτι προσέτι τὸ πρῶτον τότε ἡ φορολογία τῶν κινητῶν ἀξιῶν εἰσαχθεῖσα συστηματικώτερον ἤρξατο νὰ φορολογῇ προσόδους αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀδικαιολογήτως ἢ ἔμενον ἀφορολόγητοι ἢ ἀτελῶς μόνον συνεισέφερον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ὀφείλεται ἡ τιμὴ ὅτι κατώρθωσεν αὐτὴ τέλος πάντων, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς διῴκησε τὴν χώραν, νὰ ψηφίσῃ τοὺς φορολογικοὺς ἐκείνους νόμους, τοὺς ὁποίους ἄλλοι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ θεωρίαν μόνον ἐτόλμων νὰ συζητήσωσι, μὴ δυνάμενοι νὰ προσδοκῶσιν ἐπιτυχίαν εἰς τὰς προτάσεις των. Ἀλλ’ ἴσως ὁ αὐτὸς ἔπαινος δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα τμήματα τῆς φορολογίας τῆς τότε εἰσαχθείσης, ἰδίως τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἔμμεσον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φορολογίαν. Βεβαίως αἱ ἀποδόσεις τῶν φόρων ἐκείνων ὑπῆρξαν τοιαῦται οἵας προσεδόκα ὁ τότε εἰσαγαγὼν αὐτοὺς Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὁποία εἰσήχθη τότε καὶ ἀπέδωκε κατόπιν τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, δὲν γνωρίζω ἂν ἡ φορολογία ἐκείνη, ἥτις εἶχεν ὡς παρακολούθημα καὶ κατάργησιν δικαιώματος σχετιζομένου πρὸς αὐτήν, ἂν ἡ φορολογία ἐκείνη ἀπέδωκεν ὅλας τὰς ὠφελείας καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς ὁποίας ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ καὶ ὤφειλε ν’ ἀσφαλίσῃ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὴν Ὑπουργός. Βεβαίως ἐξ ἄλλου δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὸ πρόσθετον δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ, διότι ναὶ μὲν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν ἔκτοτε ἀνέρχεται εἰς τὰ 2,224,000, ἀλλ’ εἴχομεν ἀντιστοίχως μείωσιν τῆς καταναλώσεως ἐν συνόλῳ τοῦ καπνοῦ καὶ ἔχομεν ἀποδεικνυόμενον καὶ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν τὸ φαινόμενον τῆς καταδήλου μειώσεως τῆς καταναλώσεως ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξεν ὄντως ὀρθὴ ἡ φορολογία ἐκείνη καὶ ἀπὸ ταμειακῆς ἀπόψεως, δεδομένου ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ εἶδος τὸ φορολογητέον ὡς εἶδος τοιαύτης ἀπολύτου ἀνάγκης, ὡς ἄλλως τε ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ βασιζώμεθα ἀπολύτως ἐπὶ ἀναλόγου προσαυξήσεως τῆς εἰσπράξεως καὶ ἐπὶ βαρυτέρου φόρου. Τὸ σύνολον ὁπωσδήποτε τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ κατὰ τοὺς ἰδικούς μου ἐπίσης ὑπολογισμοὺς ἀνέρχεται εἰς 7.600.000 περίπου δρ. ἐκ τῆς νέας φορολογίας. Ἀπὸ τοῦ 1909 ὅμως μέχρι τοῦ 1911 ἔχομεν διαφορὰν εἰς τὰς εἰσπράξεις 21.500.000, περιοριζόμενοι, ἐννοεῖται, μόνον εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἐσόδων τὸ ἀναφερόμενον μόνον εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἡ πρόσθετος φορολογία ἀνέρχεται εἰς 7.600.000 περίπου. Τὸ ὑπόλοιπον ποῦ ὀφείλεται, δεδομένου ὅτι οὐδεμία νέα αὔξησις φορολογίας ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1909; Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ εἰσήγαγε μὲν τὴν νέαν ἐκείνην φορολογίαν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἰσήγαγε καὶ φορολογικὰς ἄλλας μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι κατήργουν ὡρισμένους κειμένους φόρους. Τὸ σύνολον δὲ τῶν καταργουμένων τούτων φόρων ὑπολογίζεται περίπου εἰς 2.900.000, ἤτοι θὰ εἴχομεν πραγματικὴν αὔξησιν μόνον 4.500.000 περίπου. Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως μόνον αὐτῆς νὰ στηρίξωμεν τὸ μέλλον καὶ τὰς ἀνάγκας του, καὶ ὅτι μόνον ἡ ἀπόδοσις τῆς νέας φορολογίας μᾶς ἔδωκεν ὅλας τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικάς, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ στηρίξῃ τὴν πολιτικήν της ἐπὶ οἰκονομικῆς βάσεως ἀσφαλοῦς; Ὑπεστήριξα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ μου ἀγορεύσει, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο ἔτυχεν ἐπικρίσεως ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀκμή, ἡ οἰκονομικὴ ἄνθησις τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἡ ἐπιμεμελημένη διοίκησις ὑπῆρξαν οἱ δύο κύριοι παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἤγαγον πρὸ πάντων εἰς τὴν ἄνεσιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου, καὶ ἡ ἀντίληψις ἡμῶν αὕτη, ὅτι πρὸ πάντων εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἄνθησιν τῆς χώρας, ἡ ὁποία εὑρίσκει συνθήκας προσφορωτέρας πρὸς ἐργασίαν παραγωγικήν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιμεμελημένην ἄσκησιν τῆς διοικήσεως κυρίως πρέπει νὰ στηριχθῶμεν, ἡ ἀντίληψις ἡμῶν αὕτη ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον καὶ πρότερον καὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Λεπτομερέστερον ἐρευνῶντες τὰς ἀποδόσεις τῶν διαφόρων φόρων καὶ τῶν λοιπῶν δημοσίων προσόδων ἔχομεν τὰς ἑξῆς διαφορὰς μεταξὺ τῶν ἀποδόσεων τῆς χρήσεως 1909 καὶ 1911, αἱ διαφοραὶ δ’ αὗται ἀποδεικνύουσι σαφῶς ὅτι κυρίως ἡ αὔξησις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς οἰκονομικὴν ἄνεσιν τοῦ λαοῦ μεγαλειτέραν καὶ εἰς ἐπιμέλειαν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως κατά τε τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν. Διότι ἔχομεν ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, δηλ. ἀμέσων φόρων ἐπὶ διαφόρων προσόδων, διαφορὰν ἀποδόσεων ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1911 650.000 δρ., καὶ τοῦτο δεδομένου ὅτι ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1911 ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἔχομεν δὲ τὰς αὐξήσεις αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς ἐπὶ τὰ ἄνω τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου. Καὶ οἱ δύο Προϋπολογισμοὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, στηρίζονται ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογικῶν δεδομένων. Καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν διαφορὰν 650,000 δραχ. Ἐκ δὲ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, ἤτοι ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν, ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον 480,000 δραχμῶν. Καὶ οὗτοι οὐδεμίαν ἀλλοίωσιν παρουσιάζουσιν εἰς τὴν φορολογικὴν βάσιν· ἐν τούτοις ἔχομεν τὴν ἄνετον αὐτῶν ἀπόδοσιν ἐπὶ πλέον, χωρὶς ἡ ἀπόδοσις ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη νὰ ὀφείληται εἰς πίεσιν ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως ἢ εἰς ἄλλους λόγους ξένους πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν μείζονα οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ φορολογουμένου. Ἔχομεν ὅμως τελωνιακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς ἀντὶ 39,500,000 κατὰ τὸ 1909, ἔχομεν κατὰ τὸ 1911 δραχμὰς 45,800,000, ἔχομεν δηλαδὴ ἐπὶ πλέον διαφορὰν 6,300,000. Καὶ θὰ εἴπητε ὅτι τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἔλλειψιν σιταρκείας, εἰς τὴν κακὴν ἐσοδείαν τῶν σιτηρῶν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἐπακόλουθον τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 4,000,000 περίπου δραχ. Ἔχομεν ὅμως περὶ τὰ 2.300.000 αὔξησιν ἐκ τῶν λοιπῶν εἰδῶν εἰσαγωγῆς, αὔξησιν ἡ ὁποία ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν τῆς χώρας, ἧς ἡ δύναμις τῆς καταναλώσεως ὑψώθη ἀπό τινος ἀπαιτήσασα τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἄλλων εἰδῶν ὄχι ἐκ τῶν θεωρουμένων πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπέγγυον χαρτόσημον παρουσιάζει αὔξησιν ἀπὸ τοῦ 1909 εἰς τὸ 1911. Διότι, ἀπὸ 10.623.000 κατὰ τὸ 1909, ἔχομεν 12.332.000 κατὰ τὸ 1911. Δηλαδὴ ἐπὶ πλέον διαφορὰν 1.709.000 ἄνευ οἱασδήποτε μεταβολῆς εἰς τὸν φορολογικὸν ὅρον. Σᾶς παρακαλῶ, τί καταδεικνύει ἡ μείζων κατανάλωσις χαρτοσήμου παρὰ κυκλοφορίαν τοῦ πλούτου, ἡ ὁποία γίνεται σὺν τῷ χρόνῳ ταχυτέρα, παρὰ κίνησιν τοῦ ἐμπορίου γοργοτέραν, κίνησιν ἡ ὁποία εἶναι πραγματικῶς παραγωγική, χάρις εἰς τὴν αὐξάνουσαν ἀσφάλειαν καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας καὶ εἰς τὸ αἴσθημα ὅτι ὁ λαὸς ἐργαζόμενος ἔχει παρ’ αὑτῷ Κράτος παρέχον ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος; Ἀλλὰ καὶ τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη παρουσιάζουσιν ἐπὶ πλέον αὔξησιν ὑπὲρ τὰς 600.000 δραχ., ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ διὰ τῶν τηλεγραφείων καὶ ταχυδρομείων κυκλοφορία γίνεται ζωηροτέρα ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ πολῖται νὰ ποιῶνται χρῆσιν τῶν μέσων τούτων χάριν τῆς ἐργασίας των. Ἐπίσης τὰ τέλη καὶ τὰ δικαιώματα τὰ δικαστικὰ παρουσιάζουσιν αὔξησιν 508.000 δρ. Αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν παρουσιάζουσιν αὔξησιν περίπου 400.000 δραχμῶν. Αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀναλογίας τῶν δήμων διὰ τὰς δαπάνας τῆς Ἀστυνομίας παρουσιάζουσιν αὔξησιν 562.000 δραχ. Ἐν συνόλῳ ἔχομεν αὔξησιν ἀποδόσεως ὑπὲρ τὰ 12.000.000, μὴ ὑπολογιζομένης τῆς φορολογίας τῆς εἰσαχθείσης κατὰ τὸ 1909, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόδοσιν αὐτόματον, ἀφθονωτέραν τῶν διαφόρων κειμένων φόρων, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν ποσῶς τὸν φορολογικὸν ὅρον καὶ τὴν φορολογικὴν βάσιν αὐτῶν. Καὶ ἐπετεύχθη τοῦτο διὰ τῆς καλλιτέρας διοικήσεως, δι’ ὀργανώσεως διοικητικῆς ἀρτιωτέρας, διὰ τῆς ὁσημέραι προαγομένης ὀργανώσεως ἰδίᾳ τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντεταλμέναι ἀκριβῶς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τούτων. Κατωρθώθη δέ, λέγω, κατὰ μέγα μέρος ἐν πολλοῖς ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐσόδων, καὶ παρατηρεῖται τοῦτο ἰδίως εἴς τινα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἄφηνον μέγα καθυστέρημα, ἄφηνον δὲ μέγα καθυστέρημα, διότι ἡ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τούτων μέριμνα τῆς διοικήσεως, ὡς σχετιζομένη στενώτερον πρὸς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἦτο χαλαρά. Ἡ ἴση ὅμως ἀπέναντι πάντων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δικαία ἐνέργεια τῆς διοικήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ ἔσοδα τὰ παρουσιάζοντα ἄλλοτε τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καθυστερήματα νὰ ἐλαττώσωσι τὸ καθυστέρημα καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσωσι διοίκησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι. Εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην τῆς ἀποδόσεως τῆς φορολογίας πρὸ πάντων ἠδυνήθη καὶ δικαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ στηριχθῇ, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναγκαίας ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐκάκισε τὴν Κυβέρνησιν, ἐκάκισε καὶ ἐμέ, διότι ἐπηγγέλθην ὅτι θὰ εἰσαγάγω βραδύτερον πρόγραμμα οἰκονομικόν, διότι μεταχειριζόμεθα τὰς λέξεις «δημοσιονομικὴ πολιτική», χωρὶς πράγματι κατ’ οὐσίαν ἴσως νὰ ἔχωμεν ἐν νῷ τι περὶ αὐτῆς. Εἰς τοῦτο θ’ ἀπαντήσω ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, εἶπον ῥητῶς ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι τυπικός, σχεδὸν πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν παρουσιάζει εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέραν, ὑφ’ ἃς δὲ συνθήκας σήμερον εὑρισκόμεθα δὲν δύναται ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας εἰς ἃς εἰσέρχεται ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ αὐτοσχεδιάζῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλ’ ἔχουσα πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς μεγάλης σοβαρότητος τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ ἰδίως ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ ἡ μείζων Ἑλλὰς τῆς αὔριον προτίθεται τότε μόνον νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα πλῆρες καὶ τὴν δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν, ἀφοῦ προηγουμένως μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰ διάφορα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν συναπτόμενα ζητήματα, ἀφοῦ προηγουμένως ἐρευνήσῃ τὰς συνθήκας τὰς ἰδιαιτέρας ἰδίως τῶν νέων χωρῶν αἵτινες προστίθενται εἰς τὸ παλαιὸν Κράτος. Μόνον τότε, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποκτήσῃ βαθεῖαν συνείδησιν ὅλων τῶν συμφερόντων καὶ ὅλων τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ, τότε μόνον θὰ ὑποβάλῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα. Πρὸ τοῦ χρόνου αὐτοῦ, μὴ ἐπιθυμοῦσα ν’ αὐτοσχεδιάζῃ μηδὲ νὰ παρουσιάζῃ ἀμελέτητα ἢ ἀνεφάρμοστα νομοθετήματα, προτιμᾷ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ μὴ ἐκτείνηται, ἀλλ’ ἀναμένουσα τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ σιωπᾷ.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δεμερτζῆς.

§124Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλω ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπολογισθείσας ὑπ’ αὐτοῦ ἀποδόσεις τῶν διαφόρων φόρων, τοὐλάχιστον τῶν φόρων τοὺς ὁποίους οὗτος εἰσήγαγεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1909, δὲν ἀφίσταται πολὺ τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ δι’ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε διὰ τὸ φιλοτεχνηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω ἰσχυροτάτας ἀμφιβολίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1909 καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις εὑρέθησαν τότε πρὸ πλήρους ὁμοφωνίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ εἶχον παντοδυναμίαν σχεδόν, ὤφειλον δὲ νὰ παρουσιάσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ν’ αὐξάνῃ μὲν τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ χαράττῃ ὀρθὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπεκαλέσθη ὡς ἀναπόφευκτον ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλ’ ἡ χαραχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ πολιτικὴ κατὰ τὸ 1909 ὑπῆρξεν ἀντίθετος πρὸς ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς δημοσιονομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἠκολούθησε τὴν πεπατημένην ὁδὸν ἐν τῷ φορολογικῷ ἡμῶν συστήματι, ἔχων δ’ ἀνάγκην ὅπως ἐξεύρῃ τὰ μέσα ἵνα καλύψῃ τὰς τότε προκυψάσας ἀνάγκας ἀνέτρεξεν ἀμέσως εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν καὶ ἐπέβαλεν 8 ὅλα ἑκατομμύρια φόρων ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἠδύνατο, ἔχων τότε τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἀμφιβάλλω ἂν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἠδύνατο, λέγω, ἐὰν τῳόντι κατὰ τριακονταετεῖς σπουδὰς εἶχε καταρτίσει ὁλόκληρον πρόγραμμα, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τότε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διοργανώσῃ ὅλον τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων κυρίως φόρων, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ μείζονας ἀποδόσεις, καὶ νὰ κατανείμῃ δικαιότερον τὰ βάρη τῆς φορολογίας. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἐπεδείνωσε τὰ δεινὰ τῆς ἀμέσου ἡμῶν φορολογίας, διότι ἄνευ οὐδενὸς λόγου κατήργησε δύο ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ ὑπάρχωσι, κατήργησε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ φαντασθῇ τίς ποτε ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὀρθὴ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τὸ ν’ ἀφήσῃ τὸ μέγιστον μέρος τοῦ πλούτου ἡμῶν ἐντελῶς ἀφορολόγητον, δημιουργῶν προφανῆ ἀδικίαν ἐν τῷ συστήματι τῶν ἀμέσων φόρων; Εὑρεθεὶς δ’ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ἐξεγέρσεως τῶν φορολογουμένων τάξεων διὰ τὸ σύστημα καὶ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον καταργῶν τοὺς φόρους τούτους καὶ κατήργησε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων, μειώσας κατὰ 3.000.000 τοὐλάχιστον τὰς ἀποδόσεις τοῦ Δημοσίου ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅτι ἔπραξε τοῦτο διότι ἠθέλησε ν’ ἀνακουφίσῃ τὰς ἀγροτικὰς τάξεις, διότι, ἐὰν ἤθελε ν’ ἀνακουφίσῃ ταύτας, ὡς ἔπρεπεν, οὐδέποτε θὰ τὰς ἀνεκούφιζεν ἐπαρκῶς διὰ καταργήσεως τῶν φόρων οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐξ ἴσου εἰς ὅλους, ἀλλὰ δι’ ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωσι τὸν ὅλον ἐθνικὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀνακουφίζοντα τὰς ἀγροτικὰς τάξεις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ μέγα ζήτημα τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ποῖον εἶναι τὸ σύστημα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ἀκολουθήσει ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέναντι τῶν τελωνιακῶν δασμῶν; Ἡ Κυβέρνησις ἐν προγράμματι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, γενικωτάτῳ εἶπεν ὁποία εἶναι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ, καίτοι ἡ ἄμεσος αὐτῆς πολιτικὴ δὲν ὑπάρχει ἀκόμη σαφῶς ἐκδεδηλωμένη, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐπ’ αὐτῆς· εἶπεν ὅμως ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ὅτι σκοπεῖ ν’ ἀνακουφίσῃ ὡρισμένας τάξεις, καὶ ἰδίως τὰς ἀπόρους, καταργοῦσα ἢ μειοῦσα ὡρισμένους δασμούς, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἐν τούτῳ ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ, ὅτι ηὔξησε τοὺς δασμοὺς διὰ τῶν νόμων τοῦ 1911, αὐξήσας οὕτως ἀκόμη περισσότερον τὴν ἔμμεσον ἡμῶν φορολογίαν, τὴν καταθλιπτικήν. Κύριοι, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ συμφωνῶ ἀνεξελέγκτως καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ κόμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, καὶ ὀφείλω τούτου ἕνεκα νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι τὸ γενικὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἄψογον καθ’ ὅλου καὶ συντελεστικὸν διὰ τὴν καθολικὴν εὐημερίαν, διότι τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ δικαίαν τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ δικαιοτέραν τὴν ἔμμεσον τοιαύτην, ἐν τούτοις διεπράχθησαν καὶ ὑπ’ αὐτῆς λάθη τινὰ ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν θίγουσι τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀλλὰ τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ἀμεσωτέραν, τὴν τεχνικὴν οὕτως εἰπεῖν διατύπωσιν τοῦ προγράμματος τούτου. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων ἄλλοτε. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἔρχηται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν πολιτικὴν ἠκολούθησεν ἐν τῇ φορολογίᾳ καὶ ὅτι αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν προσήκουσαν, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, διότι χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω ὅτι ηὔξησε τοὺς φόρους, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ, ἀμφισβητῶ ὅτι ἠκολούθησε τοιαύτην πολιτικήν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ εἰς ἀληθῆ εὐόδωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ὅρων, ἐνῷ εἰς τοῦτο τείνει ἡ ὅλη φορολογικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).

§125Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο, ὅταν ὑποβληθῇ ὁ ἀληθὴς Προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ ὑποβληθεὶς ὑπεβλήθη μόνον ὅπως πληρωθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πληρωμὴ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ὅπερ μεσολαβεῖ μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ ὑποβληθῇ ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς ὁ μέλλων νὰ κατοπτρίζῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἔθιξαν καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος καὶ φρονῶ ὅτι εἰμὶ ὑπόχρεος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐφήρμοσεν, ἠρίθμησε δὲ μεθ’ ὑπερηφανείας τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν, ὅπως καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων τούτων. Ἀλλά, ἐὰν ἡ ἐπιβολὴ φόρων ἔδιδε δικαίωμα, ὅπως καυχᾶταί τις, τοῦτο θὰ ἦτο τὸ εὐκολώτερον. Ὁ καθεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ ἐξαντλῶν ὁλόκληρον τὸ ὁρμαθολόγιον τῶν φόρων, ὁ καθεὶς θὰ ἠδύνατο ἐπιβάλλων εἰς τὸ Κράτος ὅσους φόρους ἐφαντάσθη ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ παρελθόντος, θὰ ἠδύνατο, λέγω, νὰ καυχᾶται ὅτι ὑπερέβη πάντα ἄλλον εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων καὶ ὅτι ηὔξησε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους περισσότερον παντὸς ἄλλου. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτο ὑποχρεωμένος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν τὴν προκύψασαν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεράπευον τὴν κατάστασιν ἐκείνην· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ὀφείλει νὰ καυχηθῇ διὰ τοῦτο καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι ηὔξησε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους ἐπιφέρων τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔλεγεν ὅτι πράξας ὅσα ἔπραξεν ἀντεμετώπισε τὴν κατάστασιν καὶ ὅτι ἐξήγαγεν οὕτω τὸ ἔθνος τῆς δυσκόλου θέσεως εἰς ἣν εὑρίσκετο, θὰ ἦτο ἀξιέπαινος. Παρουσιάζων ὅμως τὴν τοιαύτην ἐπιβολὴν φόρων ὡς οἰκονομικὴν πολιτικὴν βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ τύχῃ τῆς εὐαρεσκείας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων ἐκείνων ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος ἢ τῆς ἰσορροπίας τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ἀλλ’ εἰς μὲν τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἀμέσων φόρων ἐπέτυχε πληρέστατα, διότι ἡ ἄμεσος φορολογία εὐκολώτατα ἐπιβάλλεται καὶ εὐκολώτερον εἰσπράττεται εἰς τὴν ἐπιβολὴν ὅμως τῶν ἀμέσων φόρων ἀπέτυχε τελείως. Ὅλοι οἱ φόροι, οὓς ἠρίθμησα, ἐξαιρέσει ὀλιγίστων πληξάντων τὰς εὐπόρους τάξεις, εἶναι φόροι καταναλώσεως εἰς βάρος τῆς πτωχῆς τάξεως, ἥτις φέρει δυστυχῶς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας. Ἐπέβαλον φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀξιῶν ἀλλὰ μικράν, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καταβάλλεται 5%, ἐνῷ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τῆς παραγωγῆς της μὲ ὅλας τὰς δαπάνας της καταβάλλει 10% καὶ 15% καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς ἐργασίας ἐπιβαρύνεται μὲ 20% καὶ 30% καὶ πλέον. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρακολουθήσας τὸν κ. προλαλήσαντα εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του ὑπέπεσεν εἰς μεγαλείτερον λάθος ἀναγνωρίσας ὅτι ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 7.500.000, καὶ θελήσας νὰ παραστήσῃ ὅτι τὸ καλὸν ἐμειώθη διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων, ὡσανεὶ ἡ ἐπιβολὴ φόρων νὰ ἀποτελῇ ἀρετήν, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀρετή. Ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ ἐπαινέσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1909 ἐλαττώσαντα ἕνα φόρον.

§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄμεσον.

§127Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως ἦτο χειρότερος καὶ τοῦ κεφαλικοῦ φόρου, διότι δὲν κάμνει ἡ ὀνομασία φόρον τινὰ καλὸν ἢ κακόν, ἀλλ’ ἡ σκέψις ποῦ θὰ ἐπιπέσῃ οὗτος. Ἄμεσος εἶναι καὶ ὁ κεφαλικὸς φόρος, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι ὁ χειρότερος φόρος ἐξ ὅσων ἐφαντάσθη ἡ φορολογικὴ ἱστορία. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος δὲν κατηργήθη, καίτοι ἐδόθη ἐπαγγελία περὶ καταργήσεως αὐτοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ δέχηται, διότι ὑποσχόμενος ὅτι θὰ καταργήσῃ ὅλους τοὺς φόρους καὶ μὴ πράττων τοῦτο οὐδὲν ἄλλο κάμνει ἢ νὰ ῥίπτῃ τὸ βάρος εἰς τοὺς διαδόχους του. Δύναται νὰ καυχηθῇ ὁ προνοήσας νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάργησιν δι’ ἄλλου εἰσοδήματος καὶ παρουσιάσας ἀπολογισμόν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ μεταφέρων τὴν ὑπόσχεσίν του εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη. Δύναται νὰ καυχᾶται ὁ κύριος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος διὰ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις εἶναι ὁ ἄριστος τῶν φόρων, διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἐπήνεσα τὸν κ. Εὐταξίαν. Ἀλλ’ ἐφαρμόσας τὸν φόρον αὐτὸν ὡς τὸν ἐφήρμοσεν ἔκαμε κακὸν ἀντὶ καλοῦ, διότι διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ φόρου ἐκείνου κατέστησεν αὐτὸν ἄχρηστον μὴ δυνάμενον ν’ ἀποδώσῃ τίποτε καὶ ἐδέησε νὰ ἔλθῃ ἡ κατόπιν Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ἄλλον φόρον, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς ὅτι εἶναι εἰρωνεία καὶ οὐτοπία ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τίποτε. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κακόν, ὅπερ ἔφεραν οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν σπουδαιότατον φόρον, ἐφ’ οὗ στηρίζει πᾶν Κράτος τὴν φορολογικήν του μεταρρύθμισιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέδωκεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας τὰς ἀποδόσεις τῶν φόρων, δὲν ἐτόλμησεν ὅμως νὰ εἴπῃ ὁποία τις εἶναι ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται τοῦτο ἐκτὸς τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐξύπνισε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐκτὸς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ ἐπανάστασις. Οὐδεμία κατόπιν αὐτῆς ἢ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐκτὸς τῆς πιέσεως τῆς ἐπαναστάσεως κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐπέφερεν ἀγαθόν τι, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς χώρας. Ἂν εἰσεπράχθησαν πολλά, ἂν οἱ φόροι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀποδεικνύονται περισσότεροι κατὰ τὸ προϊὸν ἢ τῶν προηγουμένων, αὐτὸ εἶναι εὐχάριστον· ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως κατάστασιν, ἥτις ἐπέφερε τὴν καλὴν εἴσπραξιν καὶ ἥτις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ καυχηθῇ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς προηγουμένας ὡς καλλιτέρα εἰσπράκτωρ, οὐχὶ ὅμως καὶ οἰκονομολόγος. Κατὰ τὴν ἀρίθμησιν τῶν φόρων τῶν ἀμέσων ἐτονίσθη ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις αὐτῶν καὶ ὅτι μόνον ὁ τῶν σιτηρῶν ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ ὡς μὴ δηλωτικὸς τῆς αὐξήσεως τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Βεβαίως εἶναι πολὺ καταφανὴς ἡ πενία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν τοιαύτην αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σιτηρῶν δηλωτικὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας καὶ οὐχὶ τῆς ἀντοχῆς τῆς χώρας· εἶναι καὶ ἄλλοι φόροι ἔχοντες τὰ αὐτὰ στοιχεῖα τοῦ φόρου τούτου. Δὲν εἶναι πάντοτε ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως δηλωτικὴ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως μιᾶς χώρας. Καὶ βεβαίως ἡ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων προῆλθεν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς χρημάτων ἐξ Ἀμερικῆς· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δηλωτικὸν τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τῆς χώρας, τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας, ἥτις ὤθησε δεκάδας χιλιάδων Ἑλλήνων ν’ ἀναζητήσωσι τύχην καὶ νὰ εὕρωσι τοιαύτην μακρὰν καὶ ν’ ἀποστέλλωσιν ἐνταῦθα χρήματα, ὥστε οἱ οἰκεῖοί των νὰ δύνανται νὰ καταναλώσωσι περισσότερα. Ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ μηχανισμὸς πᾶν ἄλλο δεικνύει ἢ οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῆς χώρας. Τονίζονται προγράμματα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν πραγματικῶς δικαιοῦται τῆς ἐγκρίσεως καὶ ἐπιδοκιμασίας τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι μετά τινας μῆνας, συμπληρουμένου τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου, θὰ ἴδωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτῆς εἴδομεν, ὅτε ἐνεφανίσθη, ὅπως ἐπιβάλῃ δύο φόρους, ὧν οὐδέτερος ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο πείθει ἡμᾶς ὅτι καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔχῃ νὰ περιμένῃ πολλὰς Κυβερνήσεις ἀκόμη καὶ θὰ ἴδῃ πολλὰ προγράμματα ἐπαγγελλόμενα ἕως ὅτου ἴδῃ τὴν ἀληθῆ φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἧς δικαιοῦται νὰ τύχῃ ὁ λαός. Ποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου μᾶς ὑπέσχεσθε ὅτι μετά τινας μῆνας θὰ ἐπέλθῃ ἡ συμπλήρωσις, ὅτε τρία ἔτη ὁλόκληρα παρῆλθον καὶ ὑπεβάλετε ἤδη τὸν τρίτον Προϋπολογισμόν, χωρὶς οὐδεμίαν ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν σας νὰ πραγματοποιήσητε; Ἢ πρέπει νὰ δώσωμεν σημασίαν εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαὸν οἱονδήποτε φόρον, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει; Διόλου· δὲν εἶχε τόσην δύναμιν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐπαναστάσεως, ὅσην ἡ παροῦσα, ἡ ὁποία δὲν ἀντλεῖ τὴν δύναμίν της ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως οὔτε ἀπὸ μιᾶς τάξεως, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐμπιστευθέντος εἰς αὐτὴν πᾶν δικαίωμα, ἀπὸ τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι πρόθυμος νὰ χειροκροτῇ οἱονδήποτε μέτρον, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἄστοχον, διότι πολλάκις τὰ ἀκροατήρια τῆς αἰθούσης ταύτης ἐχειροκρότησαν ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως μόνον καὶ μόνον διότι προήρχοντο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ διότι ἐξηνέχθησαν μετά τινος ἰσχυροῦ τόνου. Ἀκριβῶς οἱ δύο φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν γενομένην φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέσχετο εἰς τὰς ἐκλογικάς του περιοδείας ὅτι θὰ μεταφέρῃ τὰ βάρη ἀπὸ τῶν ὤμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τὰ φέρωσιν, εἰς τοὺς ὤμους τῶν δυναμένων νὰ τὰ φέρωσι, μόνον δύο φόροι ἐπεβλήθησαν· ἀλλ’ οἱ φόροι αὐτοὶ ἐπεβλήθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, διότι οὔτε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Κοινοτήτων θὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, τοῦ ὁποίου ἄλλως ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι ἀδύνατος, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε νὰ μορφώσῃ ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα τοιοῦτον νόμον, οὔτε ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἐφηρμόσθη ὡς ἔδει καὶ ἀπέφερε 400,000 δραχ. πρὸς εἰρωνείαν καὶ ἐξευτελισμὸν τοῦ ἀρίστου τῶν φόρων. Φοβοῦμαι ὅτι ἤδη, μεγεθυνομένης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δυνατὴ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐφαρμοσθῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐπὶ νέων βάσεων, φοβοῦμαι, λέγω, μὴ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν εἶναι παρεσκευασμένη νὰ δικαιώσῃ ἕνα τοιοῦτον πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ μείνωμεν καὶ πάλιν μὲ ἐπαγγελίας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ διαψευσθῶ, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μετ’ ὀλίγους μῆνας, ὅτε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίζωμεν Προϋπολογισμὸν ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων περισσοτέρων διὰ τὴν μείζονα Ἑλλάδα, μὴ καὶ τότε θὰ ἔχωμεν νὰ συζητήσωμεν Προϋπολογισμὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἔθηκεν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οὐδὲν ἄλλο ἐγίνετο παρὰ μόνον εὕρεσις φόρων ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως καὶ εἰς βάρος τῶν αὐτῶν τάξεων. Θὰ ἔχωμεν καὶ τότε ἴσως ἐπαγγελίας· ἀλλά, ὅταν μία Κυβέρνησις μετὰ τρία ἔτη οὐδεμίαν δύναται νὰ μᾶς παρουσιάσῃ φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ μὴ ἐλπίσῃ ὅτι θὰ ἴδῃ ταχέως τοιαύτην, διότι ὁ βίος τῶν Κυβερνήσεων δυστυχῶς δὲν εἶναι μακρός. Εὔχομαι εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ μακρότατον βίον, ἀλλ’ εὔχομαι ἐπίσης, ὅπως καὶ εἰς τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπραξε παραλλήλως εἰς ἄλλους κλάδους. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἐφρόντισε περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας καὶ ὅτι ἀντεμετώπισε τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, μὲ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ. Δύναται ἐπίσης νὰ καυχηθῇ δι’ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπαναστάσεως διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν, ἐπετεύχθη ἐν μέρει. Εἰς τὸν κλάδον ὅμως τοῦτον τῆς οἰκονομικῆς μεταρρυθμίσεως, εἰς τὸν κλάδον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ τίποτε καὶ ὑφίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅταν ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι θὰ τροποποιήσῃ τὸ δασμολόγιον ἁπλῶς διότι συνέστησε μίαν ἐπιτροπήν, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξε πρωτότυπος, καθόσον καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου. Σύστασις ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομικὴν πολιτικὴν οὐδὲ θὰ πεισθῶ ποτε, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ δασμολογίου θὰ φέρῃ μεταβολὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, διότι ἡ τροποποίησις τοῦ δασμολογίου δύναται ἀπὸ ἓν κεφάλαιον νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ εἰς ἄλλο νὰ προσθέσῃ, ὥστε καὶ πάλιν οἱ φόροι νὰ εἶναι φόροι καταναλώσεως, νὰ πλήττωσιν ἐκείνας τὰς τάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔλαβεν εἰσέτι τοιαύτην.

§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος σήμερον περὶ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ σαφῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, ἐδήλωσεν ὅτι πρόκειται μόνον νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζήσῃ τὸ Κράτος κατὰ τὸ ἀρχόμενον οἰκονομικὸν ἔτος διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν. Δὲν θὰ μακρηγορήσω ἑπομένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἔχω μόνον τὸ καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν κατηγορίαν, ἐπιρριπτομένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κατηγορίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ἐπαγγελίας αὑτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω διὰ δύο μόνον λέξεων ὑπομιμνήσκων ὅτι ὁ πρῶτος Προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ὑπεβλήθη τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἀπὸ τῆς ἀνόδου αὑτῆς εἰς τὴν Ἀρχήν· ὑπεβλήθη καθ’ ἣν στιγμὴν ἦτο ἄγνωστον ἀκόμη ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν. Ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμός, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι ἤμεθα πολὺ ὀλιγώτερον αἰσιόδοξοι, παρ’ ὅσον ἀπέβημεν βραδύτερον, ὅτε ἐδείχθησαν ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν πρῶτον Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν εἴχετε ἐνώπιόν σας Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παρεσκεύαζε τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· διατί αἱ οἰκονομικαὶ αὐταὶ μεταρρυθμίσεις ἢ αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις ὅλαι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν δεύτερον Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν σας εἰς τὴν Ἀρχήν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 ὑπεβλήθη ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν; Καὶ ὑπομιμνήσκω καὶ πάλιν ὅτι ἐγένετο ἤδη μερικῶς, ἀτελῶς ἀληθῶς, ἐφαρμογὴ τῶν ἐπαγγελιῶν ὄχι μόνον διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, Κύριοι, πῶς δύναται νὰ κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὅτι ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, καθ’ ἣν στιγμήν, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, παρεσκεύαζε τὸν πόλεμον καὶ τὴν νίκην, δὲν ἐτόλμησε νὰ προβῇ εἰς βαθυτέραν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν καὶ διατί θὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς ἡ τόλμη, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ φέρῃ μίαν ἐλάττωσιν τόσον οὐσιώδη ἐφ’ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὀλίγον ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ὁποῖον εἶναι τὸ τῆς σακχάρεως.

§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρωτίστης ἀνάγκης.

§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἐντελῶς πρώτης ἀνάγκης· ἀλλ’ ἐφοβήθην ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν νομίζει ὅτι διὰ τῆς φορολογικῆς αὑτῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, ἀνταπεκρίθη ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ πρακτικῶς δυνατοῦ, καθ’ ἣν στιγμήν, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκετο παρασκευάζουσα πόλεμον, ἀνταπεκρίθη ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, καὶ εἶναι ἄδικος ἡ κατηγορία ὅτι δὲν προέβη εἰς βαθυτέραν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ὅλαι αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις διανοίγουσι κινδύνους μὴ πραγματοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν προβλέψεων, ἀφήνουσι κινδύνους ἐπὶ δύο, τρία, πέντε ἔτη νὰ ψευσθῶσιν αἱ προσδοκίαι. Οὐχὶ λοιπὸν μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν προέβαινεν εἰς μεταρρυθμίσεις ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, διότι θὰ προέβαινεν εἰς μεταρρυθμίσεις διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐργασία ἡ ἀρξαμένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν ἦτο συντετελεσμένη οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συντελεσθῆ. Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς προυχώρησε περισσότερον παρ’ ὅσον θὰ ἐνόμιζέ τις· εἶναι σχεδὸν πλήρης. Ἀλλὰ δύνασθε εὐλόγως νὰ ζητήσητε λόγον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διατί προσερχομένη κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ σήμερον ὑπὸ πόλεμον δὲν σᾶς φέρει φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν νομίζω ὅτι μεθ’ ὅσα ἔπραξεν ἀρκετὸν καθῆκον ἐξεπλήρωσε. Δι’ οὗ τρόπου διεχειρίσθη τὰ δημόσια οἰκονομικὰ κατώρθωσεν ἄνευ νέων ἐπιβαρύνσεων, δι’ ἐλαφρύνσεως μάλιστα τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως καὶ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, κατώρθωσε, λέγω, νὰ εἰσκομίσῃ τόσας δεκάδας ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὥστε νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν ἑδραίαν οἰκονομικὴν βάσιν διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατώρθωσε νὰ ἔχῃ 90,000,000 κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου, δύναται ν’ ἀποβλέπῃ μετὰ πλήρους αἰσιοδοξίας εἰς τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικόν, ὅτε τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος θὰ ὦσι τοσοῦτον ηὐξημένα.

§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα εἶπον πρίν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε προκαλοῦμαι εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Οὐδεὶς τούτων ἀπεπειράθη κἂν ν’ ἀνασκευάσῃ τὴν ἀγόρευσίν μου, πάντες δὲ ἠθέλησαν νὰ ψέξωσι σημεῖά τινα μόνον αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἴσως νὰ μειώσωσιν οὕτω πως τὴν ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ πάντες, ὡς νομίζω, ἠστόχησαν τοῦ σκοποῦ των. Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀπαντήσῃ πρὸς ὅσα ἐγὼ εἶπον, δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἀγόρευσίν μου. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον ἴσως ἔσπευσαν εἰς ἐπικουρίαν του οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος. Καὶ οὗτοι ὅμως περιωρίσθησαν εἰς γενικότητας καὶ ἀοριστολογίας, χωρὶς νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰ πράγματα. Ἐπανέλαβον διὰ μυριοστὴν ἴσως φορὰν τὰς γνωστὰς περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων κοινοτοπίας, χωρὶς ν’ ἀντιμετωπίσωσι διόλου τὰ πραγματικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρέταξα μετὰ τόσης σαφηνείας ὑποστηρίζων τὴν ἡμετέραν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικὴν καθόλου, ἰδίως δὲ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἐπιχειρηθεῖσαν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐχαρακτήρισε μονονουχὶ ὡς ἔγκλημα ὅτι ἡμεῖς, ἐνῷ ἀπηλλάξαμεν τοὺς ἀμπελοκτήμονας, τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς καὶ τοὺς μικροϊδιοκτήτας γεωργοὺς ἐκ τῶν φόρων τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οὐχ ἧττον ηὐξήσαμεν συγχρόνως τὸν τελωνιακὸν δασμὸν χάριν προστασίας ὡρισμένων βιομηχανιῶν. Εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον πραγματικὸν ἐπιχείρημα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Δεμερτζῆ, τὸ ὁποῖον χρήζει βραχείας ἀπαντήσεως. Τὸν φόρον, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατηργήσαμεν ἡμεῖς εἰς ἀντάλλαγμα διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν κοινῶν ἀμβύκων, διὰ τῶν ὁποίων ἀποστάζοντες τὰ στέμφυλά των οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες εἶναι συνήθως καὶ μικροϊδιοκτῆται γεωργοί, εἶχον ἓν ἐτήσιον εἰσόδημα, ὅπερ θὰ ἐστεροῦντο τώρα, ἀφοῦ ἦτο ἀδύνατον ἄλλως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος. Καὶ ἐλέγχει τώρα ἡμᾶς διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅστις ἐψήφισε προθύμως τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τοὺς μικροϊδιοκτήτας γεωργοὺς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν ἀντιπρόσωπόν των, χωρὶς ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον τὸ ληφθὲν ἀντάλλαγμα ἀφήνουσα ἐλευθέραν, ὡς πρίν, τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον κατηργήσαμεν ἡμεῖς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· τὸν τελευταῖον τοῦτον, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ μόνων τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν γεωργῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μεγάλων γαιοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξηκολούθουν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καταβάλλοντες αὐτόν. Εἴχομεν, κύριε Πρόεδρε, μέχρι τοῦ 1909 κρίσιν οἰνολογικὴν ἐν Ἑλλάδι, ἧς χάριν ἔπρεπε νὰ γίνῃ κάτι τι ὑπὲρ τῶν ἀμπελοκτημόνων τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὸ Δημόσιον εἶχε προβῆ εἰς πολλοὺς πλειστηριασμοὺς ἀμπέλων διὰ καθυστεροῦντας φόρους τούτων, χωρὶς τὸ ἐκπλειστηρίασμα ἐνίοτε νὰ καλύπτῃ κἂν τοὺς ὀφειλομένους φόρους. Ἦτο τοῦτο τρανὴ ἀπόδειξις ὅτι αἱ ἄμπελοι δὲν εἶχον τότε νὰ ἐπιδείξωσι καθαρὸν εἰσόδημα, ἐλλείψει δὲ τοιούτου ἦτο ἄδικος ὅλως πᾶς φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν καθαρὸν εἰσόδημα ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν γεωργῶν; Ἐργάζεται ὁλόκληρος ἡ γεωργικὴ οἰκογένεια εἰς τὴν γῆν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἂν δ’ ὑπολογίσητε ἐν τέλει, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ εἰσόδημά της μόλις ἀναλογεῖ πρὸς ἡμερομίσθιον 50–80 λεπτῶν δι’ ἕκαστον τῶν μελῶν της. Πῶς δὲ θέλετε νὰ φορολογήσητε αὐτὸ τὸ ἡμερομίσθιον, ἐξ οὗ μόλις καὶ μετὰ βίας πορίζεται τὸν ἐπιούσιον ἄρτον του ὁ γεωργικὸς ἐργάτης, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ὄχι μόνον ἀφήνετε ὅλως ἀφορολόγητον τὸ ἐκ 3, 5, 7 δρ. καὶ πλέον ἡμερομίσθιον τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ λαμβάνετε διὰ τούτους τόσα ἄλλα προστατευτικὰ μέτρα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περιφήμου νόμου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν ὅτι οἱ γεωργοί μας εἶναι εὐτυχεῖς καὶ δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀκριβές. Ἀπὸ εὐτυχίαν ἢ ἀπὸ δυστυχίαν μεταναστεύει κανείς; Βεβαίως ἀπὸ δυστυχίαν. Ἀλλὰ διατί τότε δὲν μεταναστεύουσιν ἄλλαι τάξεις ἐξ Ἑλλάδος εἰμὴ μόνον οἱ γεωργοί; Δὲν εἶναι τοῦτο τρανὴ ἀπόδειξις ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ δυστυχέστεροι πάντων τῶν ἄλλων; Ὁ δ’ ἐκπατρισμός των εἶναι μέγα δυστύχημα διὰ τὸν τόπον μας, ὄχι μόνον διότι τοιουτοτρόπως βλάπτεται ἡ γεωργία καὶ καθόλου ἡ ἐγχωρία παραγωγή, ἀλλὰ καὶ διότι χάνομεν τὸ ὑγιέστερον καὶ συντηρητικώτερον στοιχεῖον, τὸν ἀκμαιότερον πληθυσμόν μας. Ἀλλὰ ταῦτα, ὡς φαίνεται, δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν φίλον του Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς· διὸ αὐτοὶ ἔσπευσαν νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς ἰσχὺν τὸν ἄδικον καὶ ἄνισον φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δίδοντες μάλιστα εἰς τὸν σχετικὸν νόμον ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἵνα μὴ μείνωσιν ἔστω καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀφορολόγητοι οἱ γεωργικοί μας ἐργάται· πότε δὲ τοῦτο; ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἐχάριζον ἐπὶ ἓν ἔτος τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος εἰς τοὺς πλουσίους τῶν πόλεων. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καυχώμεθα διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν γεωργῶν, δὲν διστάζομεν δὲ νὰ διακηρύξωμεν ὅτι, ἂν ἐπανέλθωμέν ποτε εἰς τὰ πράγματα, καὶ πάλιν θὰ καταργήσωμεν αὐτόν, ἕως οὗ, ἐφαρμοζομένου τοῦ ἡμετέρου νόμου περὶ κτηματολογίου, δυνηθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν μόνον λογικὸν καὶ δίκαιον ἔγγειον φόρον, τὸν στρεμματικόν. Ἠναγκάσθημεν δέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς αὐξήσεις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ χάριν προστασίας ὡρισμένων βιωσίμων βιομηχανιῶν ἐν Ἑλλάδι, μάλιστα δὲ τῆς σιδηροβιομηχανίας, ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ, ἰδίως δ’ ἐν Πειραιεῖ, ἔσχε κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας μεγάλην ἐπίδοσιν ὄχι τόσον διὰ τὸν προστατευτικὸν δασμόν, ὅσον διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐν ἔτει 1909 εἴχομεν φθάσει σχεδὸν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τούτων πρὸς τὸ τραπεζιτικὸν γραμμάτιον, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἀπέβαινεν ἀδύνατος πλέον ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς ἡμετέρας πρὸς τὴν ξένην σιδηροβιομηχανίαν. Προσῆλθον δὲ τότε εἰς ἐμέ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μεγάλοι σιδηροβιομήχανοι τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο κανὲν προστατευτικὸν μέτρον, ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ ῥίψωσιν εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδας ὅλας ἐργατῶν. Ὁ προστατευτικὸς δασμός, τὸν ὁποῖον τότε ἐπεβάλομεν ἡμεῖς, ἔσωσε τὴν ἑλληνικὴν σιδηροβιομηχανίαν, ἐκπροσωποῦσαν ἐθνικὸν πλοῦτον ἀξίας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Ἔκτοτε δ’ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἐργαζομένη ἀπροσκόπτως καὶ συντηροῦσα χιλιάδας ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν ἀντιπρόσωπόν των τὸν κ. Δεμερτζῆν, ἵνα ζητήσῃ τώρα λόγον παρ’ ἡμῶν, διατί ἐξησφαλίσαμεν εἰς αὐτοὺς ἐργασίαν καὶ ἄρτον καὶ δὲν τοὺς ἀφήσαμεν ἐγκαταλελειμμένους εἰς τὴν τύχην των, δηλαδὴ εἰς τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον! Ἐν τούτοις, κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου» ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ μελέτης γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου καὶ ἐν γένει τῶν τελωνιακῶν νόμων». Ἀμφότερα δὲ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ψηφισθέντα, ἐδημοσιεύθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος ἐφαρμόζεται ἔκτοτε, ὁ δεύτερος ὅμως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου καὶ τῶν τελωνιακῶν καθόλου νόμων, δὲν ἐξετελέσθη ἀκόμη. Τοῦτο ἐτόνισα ἐγὼ πρίν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι ἡ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ εἰργάσθη καὶ ἔχει ἀποπερατώσει ἤδη τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ἔργον. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ τὰς ἐργασίας της, χωρὶς ν’ ἀγάγῃ αὐτὰς εἰς πέρας, ἢ μᾶλλον χωρὶς νὰ τὰς ἀρχίσῃ καλὰ καλά. Ἐὰν εἶχε τελειώσει αὐτάς, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ ἤδη δημοσιευθῆ ἡ σχετικὴ ἔκθεσίς της, καθ’ ἃ διακελεύει ὁ νόμος. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶχεν ἀνησυχήσει κάπως ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπαγγελιῶν τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις πρὸ δύο καὶ ἡμίσεος περίπου ἐτῶν εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, περὶ φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τῶν λαϊκῶν καὶ ἐπιβαρύνσεως τῶν πλουσίων τάξεων. Τὸν καθησύχασεν ὅμως, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργός, δηλώσας ὅτι ἐν μέτρῳ δυνατῷ ἐξεπληρώθησαν ἤδη αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι, ἀφοῦ ἐντὸς τοῦ βραχέος αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν 2½ ἐτῶν κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς τῆς σακχάρεως καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν! Τί ἐπιτυχὴς συνδυασμὸς αὐτός! Λοιπὸν ὁμολογεῖ τοιουτοτρόπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἵνα καταστήσῃ εὐωνοτέραν τὴν σάκχαριν, τῆς ὁποίας μεγαλείτεροι καταναλωταὶ εἶναι οἱ πλούσιοι, ἐδέησε νὰ φορολογήσῃ ἀπηνῶς τὸ ἐκ 50–80 λεπτῶν ἡμερομίσθιον τῶν γεωργικῶν ἐργατῶν. Αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι καὶ λέγεται φορολογικὴ ἀνακούφισις τῶν λαϊκῶν καὶ ἐπιβάρυνσις τῶν πλουσίων τάξεων! Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς μᾶς διεβεβαίωσε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἤρξατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν Ἀρχὴν νὰ ἐργάζηται διὰ τὸν πόλεμον καὶ δὲν εἶχε καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ περισσότερον μὲ φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις· διότι ἄλλως Κύριος οἶδεν ὁπόσας ἀκόμη τοιαύτας φορολογικὰς ἐκπλήξεις θὰ ἐπεφύλαττεν αὐτὸς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἰσχυρίσθη τις τῶν προαγορευσάντων ὅτι ἦτο εὔκολον εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὴν νομοθετικὴν ἐκείνην ἐργασίαν καὶ νὰ ἴδῃ αὐτὴν ἐπιψηφιζομένην, διότι ἐτύγχανεν αὐτὴ τότε τῆς συνδρομῆς τῆς ἐπαναστάσεως καὶ εἶχε παντοδυναμίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς μὲ ὑπενθυμίζει τὸν γνωστὸν θρῦλον τῶν ἀγυιῶν καὶ τριόδων, καθ’ ὃν δῆθεν ὅλα τὰ νομοσχέδια ἡμῶν, τὰ οἰκονομικά, διοικητικά, δικαστικά, ἐκκλησιαστικὰ κλπ., ἦσαν ἔργα τῆς ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνοντες ἡμεῖς δὲν ἠξεύρω παρὰ τίνος συμβουλίου αὐτῆς προσεκομίζομεν εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη δ’ ἐψήφιζε τυφλῶς κατὰ πρόσταγμα. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὸ συμβούλιον ἐννοοῦσιν οἱ τὰ τοιαῦτα διαδίδοντες τὸν τότε Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, ὁμολογῶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια ἐξέφερεν αὐτὸς γνώμην, χωρὶς βεβαίως καὶ νὰ τὰ συντάσσῃ ὁ ἴδιος. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὅμως νομοσχέδια οὔτε ἠρωτᾶτο οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ αὐτὸς γνώμην. Πῶς δὲ ἠθέλετε τὰ μέλη αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἦσαν βεβαίως ἐξαίρετοι ἀξιωματικοί, νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ ζητημάτων οἰκονομικῶν, διοικητικῶν, δικαστικῶν, ἐκκλησιαστικῶν κλπ.; Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἔδειξεν ἐνδιαφέρον μέγα διὰ μόνα τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὅμως καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ἀντὶ συνδρομῆς εἴχομεν ἡμεῖς ἐνίοτε ἀντίδρασιν ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἐὰν λ. χ. προσεφεύγομεν εἰς γενναίας οἰκονομίας, καθ’ ὧν ἐξηγείρετο ἐνιαχοῦ ὁ λαός, διότι ἐθεώρει αὐτὰς ἀντιστρατευομένας πρὸς τὰ τοπικά του συμφέροντα, εἴχομεν ἀμέσως παραστάσεις ἐκ μέρους τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ἵνα ἀπόσχωμεν αὐτῶν, διότι ἡ ἐπανάστασις θὰ ἐγίνετο οὕτως ἀντιδημοτική. Ἐὰν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ἐξηγείροντο δὲ κατὰ τούτων οἱ ἐπιβαρυνόμενοι δι’ αὐτῶν, καὶ πάλιν εἴχομεν παραστάσεις ὅτι ἡ ἐπανάστασις καθίστατο οὕτως ἀντιδημοτική. Αὐτή, κύριε Πρόεδρε, ἦτο ἡ συνδρομὴ ἐκ μέρους τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου καὶ ἡ δῆθεν παντοδυναμία ἡμῶν, διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ζηλεύουσι τώρα τίνες; ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ἐγνώρισαν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἀπολαύουσι τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, τῆς τυφλῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς παντοδυναμία, διὰ τὴν καλὴν χρῆσιν τῆς ὁποίας ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους εὔχομαι νὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ αὐτοὶ μίαν ἡμέραν νὰ λογοδοτήσωσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς ἡμεῖς τώρα. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, ἰσχυρισθέντα ὅτι ἐγὼ ἐκαυχήθην κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ηὔξησα τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκάσθην ν’ ἀποδείξω μόνον εἰς τί ὀφείλονται τὰ σημερινὰ περισσεύματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἵνα ἐξαγάγω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς πλάνης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελῶν οὗτος ἀπέδωκεν αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν καὶ τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν ἔτι οἱ καλοθεληταί μας, οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν τῇ 15 Αὐγούστου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ὅπως ἐπιτελέσωμεν ἓν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ὅπως ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς κομματικῆς ἡμῶν ἐνισχύσεως καὶ ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀνετράπημεν μετὰ πέντε μῆνας. Θὰ ἔλθῃ βεβαίως ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ γνωσθῶσιν ἐν πλάτει οἱ λόγοι τῆς τότε ἀνατροπῆς μας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἀρκεῖ εἰς διάψευσιν τῶν περὶ κομματικῆς μας ἐνισχύσεως τερθρειῶν ν’ ἀναφέρω τὸ γεγονός, καθ’ ὅ, ὅτε παρῃτήθημεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἐμείναμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης μετὰ τοῦ γυναικαδέλφου του κ. Ἀλ. Ῥώμα καὶ τοῦ ἐξαδέλφου του κ. Γ. Μαυρομιχάλη καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου Χαραλάμπους! Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδόλως μεταμελόμεθα. Ἀρκεῖ δι’ ἡμᾶς ἡ ἀγαθὴ συνείδησις ὅτι ἐπετελέσαμεν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ὅτι δέ, ἂν ἐθυσιάσαμεν οὕτω πως τὰ κομματικά μας συμφέροντα, κατεθέσαμεν ὅμως τὰς βάσεις νέου οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου ἐν Ἑλλάδι.

§132Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Θέλω, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον μιᾶς φράσεως ἡ ὁποία ἐξέφυγε τῶν χειλέων τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος σχετικῶς μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σακχάρεως. Ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὸ εἶδος τοῦτο ὡς περιττὸν διὰ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν. Διαμαρτύρομαι διὰ τοῦτο ἐντόνως καὶ δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνησις μεθ’ ὅλα τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σακχάρεως, δὲν ἔχει σήμερον τὸ θάρρος, ἀνεξαρτήτως τοῦ μέλλοντος οἰκονομικοῦ της προγράμματος, νὰ προβῇ καὶ εἰς περαιτέρω ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς σακχάρεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Βεβαίως ἡ γενομένη ἐλάττωσις ἦτο καλὴ κατ’ ἀρχήν. Δὲν ἠμέλησα ἐν τούτοις νὰ χαρακτηρίσω αὐτὴν εὐθὺς ἀμέσως ὡς ἀνεπαρκῆ· τὴν ἐθεώρησα μάλιστα πρὸς στιγμὴν καὶ ὡς ἐπικίνδυνον φοβούμενος μήπως ἡ μετρία τοῦ λαθρεμπορίου ἐλάττωσις καὶ ἡ ἀναγκαία ὡς ἐκ τούτου μείωσις τῶν δημοσίων εἰσπράξεων ἤρχετο εἰς βλάβην αὐτῆς τῆς ἰδέας πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ ὑπεράγαν φορολογουμένου τούτου εἴδους. Ἰσχυρίζομαι δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ καταναλωτικὴ δύναμις τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τῆς σήμερον ἐν τοῖς ἐπισήμοις πίναξιν ἐνδεικνυομένης, διότι τὸ λαθρεμπόριον ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ ὀργιάζῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ὁ δασμὸς τῶν 50 λεπτῶν ὑπεβιβάζετο εἰς 30 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Τότε καὶ μόνον τὸ λαθρεμπόριον θὰ ἐξέπνεεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, τότε καὶ μόνον ἡ σάκχαρις θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι εἶδος πολυτελείας. Ἐφ’ ὅσον ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως εἶναι δρ. 1.20 κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὰ ἀπομεμακρυσμένα κέντρα φθάνει τὴν δρ. 1.60, τὸ προϊὸν τοῦτο μένει ἀπρόσιτον εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις. Ἐπιμένω ὅτι, ἂν ἐλαττωθῇ ὁ φόρος καὶ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως κατέλθῃ τῆς δραχμῆς, τότε θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ θὰ θαυμάσωμεν τὴν καταναλωτικὴν δύναμιν τοῦ Ἕλληνος. Εἶναι ἡ καλλιτέρα εὐκαιρία νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, τοῦθ’ ὅπερ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν γενικωτέραν φορολογίαν τῆς αὔριον.

§133Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις, διὰ νὰ ἐξηγήσω πῶς εἶναι δυνατὸν Βουλευταὶ καταγόμενοι ἐξ ἐπαρχίας καθαρῶς ἀγροτικῆς νὰ ὑποστηρίζωσι τὸ πρόγραμμα Κυβερνήσεως ἡ ὁποία τόσην ἀστοργίαν κατηγορεῖται ὅτι ἐπέδειξε πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος τὴν γνώμην ταύτην ἐξέφερεν, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι πολὺ περισσότερον ηὐχαριστημένοι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν φιλελευθέρων, καθόσον τοῖς ἐδόθη καλλιτέρα διοίκησις καὶ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια. Τοῦτο δ’ εἶναι μεγαλειτέρα ὠφέλεια δι’ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου. Βεβαίως δὲν ἦτο κακὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Πολιτεία ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῶν διαφόρων κονδυλίων ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο περισσότερον χρήσιμον ἀπὸ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου εἶναι μία μελέτη περὶ τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας οἱ διάφοροι πληθυσμοὶ ἔχουσι καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ τοῖς φανῇ χρήσιμον διότι ἐπὶ τῶν 100 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον εἰς ὅσα ἀνέρχεται ὅλη ἡ ἔγγειος παραγωγὴ τοῦ Κράτους ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἀποφέρων περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια ἀντιστοιχεῖ μόνον πρὸς 3%. Ἡ ἀνακούφισις ἔστω καὶ προκειμένου περὶ ἡμερομισθίου 50 λεπτῶν εἶναι συνεπῶς μηδαμινή. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἠθέλησα νὰ εἴπω σήμερον πρὸς τὸν κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτήν. (Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς § 3ης τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΓϠΜΗʹ τοῦ 1911).

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν μένει πλέον τώρα ἢ ἓν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν θέλητε, τὴν Τετάρτην δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν τὴν 11ην πρὸ μεσημβρίας.

§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως). Συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ ἑνὸς ἔτι νομοσχεδίου θὰ ἔχωμεν τὴν Τετάρτην ὥρᾳ 11 π. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
2Τῆς 4ης Μαρτίου 1913
3(Δευτέρα ὥρᾳ 4.30′ μ. μ.).
4Προεδρία κ. Κωνστ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς
8προηγουμένης συνεδριάσεως).
9Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
101) Ὁ ἐξ Αἰτωλικοῦ ἑλληνοδιδάσκαλος Γ. Παπαδημη-
11τρίου κριθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Γρατσιάτου ὡς ἀνε-
12παρκὴς διαμαρτύρεται ζητῶν δικαιοσύνην·
132) Κάτοικοι Ἄργους διαμαρτύρονται, διότι τοῖς ἐπεβλή-
14θησαν ἀδίκως πρόστιμα διὰ τὴν μὴ προσαγωγὴν ζῴων εἰς
15ἐπίταξιν·
163) Ὁ νομοδιδάσκαλος Ἰω. Βαγιονίτης ζητεῖ πλήρη μι-
17σθὸν ἢ τουλάχιστον τὸ ἥμισυ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν·
18Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀγγέλλει ὅτι
19ὑπάρχουσι διαθέσιμα χάριν τῶν κυρίων Βουλευτῶν τεύχη
20τῆς Στατιστικῆς τοῦ ἔτους 1910–1911·
21Ὁ ἐκ Κερκύρας Στ. Μαρτέλος ζητεῖ, ὅπως ὑπὸ τῆς Βου-
22λῆς ἀγορασθῇ ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Μάρκου Πολυλᾶ·
23Ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος, ἀπαντῶν εἰς τὸ διαβιβασθὲν
24αὐτῷ τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀπέστειλε τηλε-
25γράφημα ἔχον οὕτω·
26«Πρόεδρον Βουλῆς
27» Ἀθήνας
28» Βαθέως συγκεκινημένος εὐχαριστῶ ἐκ βάθους καρδίας
29τὴν Βουλὴν διὰ τὰ συγχαρητήριά της πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν
30Στρατόν. Εὔχομαι, ὅπως ὁ πόλεμος οὗτος ἀποτελέσῃ ἀπαρ-
31χὴν τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγαπητῆς μας Πατρίδος, δυναμένης
32πάντοτε νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς αὐτοθυσίας καὶ ἀφοσιώσεως
33τῶν τέκνων της».
34Ἀνακοινῶ προσέτι ὅτι οἱ βουλευταὶ κύριοι Θ. Φίλιος,
35Θεμ. Παπαϊωάννου, Ν. Καμπάνης, Ἰ. Μπρισιμιτζάκης, Γ.
36Κατσιμπίρης, Δ. Γκλαβᾶς, Ἐρρ. Τομπάζης, Π. Ἀραβαντι-
37νός, Ἰ. Βέρροιος, Δ. Βινιεράτος, Σ. Βακράτσας καὶ Ὄθ.
38Τετενὲς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα συνιστῶντες εἰς τὸν κ.
39Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως ὑποβάλῃ νόμον
40«περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ περὶ εὐθύ-
41νης τῶν συμβούλων καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.
42Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
43Ἡμερησίαν Διάταξιν
44τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων
45Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
46ρικῶν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χω-
47ρίου Δελήμπαλη τοῦ δήμου Πηνειίων, ὅπως τὸ χωρίον των,
48τὸ φέρον τὴν ὀνομασίαν «Δελήμπαλη», ὀνομασθῇ Ἐλευθέ-
49ριος Βενιζέλος».
50Τί ἐνήργησεν ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐπὶ τοῦ
51ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Ὀλυμ-
52πίων, δι’ οὗ ἐψηφίσθησαν δραχ. 5000, ὅπως διανεμηθῶσιν
53εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων τραυματιῶν
54καὶ φονευθέντων.
55§2ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
56Εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τοῦ συναδέλφου ἀπαντῶ ὅτι δὲν
57ἔφθασεν ἀκόμη μέχρις ἐμοῦ ἡ ἀναφορά. Ἐν τούτοις φοβοῦ-
58μαι μὴ δὲν εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ὅπως ὀνομασθῇ τὸ χω-
59ρίον ὡς ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐρώτη-
60σιν δὲν γνωρίζω εἰδικῶς τί ἀπεφάσισεν ὁ Νομάρχης· ἀπηύ-
61θυνα ὅμως ἔγγραφον εἰς αὐτόν, δι’ οὗ παραγγέλλω νὰ ἐνερ-
62γήσῃ τὰ δέοντα.
63§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαϊωάννου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουρ-
64γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς ἀπηνοῦς
65καταδιώξεως τῆς ἐνταῦθα Ἀστυνομίας τῆς ποιμενικῆς τά-
66ξεως καὶ τῶν ποιμνίων των.
67Ὁ κ. Παπαϊωάννου παρακαλεῖται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώ-
68τησίν του.
69§4Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ζητῶ νὰ ληφθῇ μέτρον ἐπιει-
70κείας ὑπαγορευόμενον λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων.
71Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις, πολλοὶ τῶν ποιμένων δὲν
72ἠδυνήθησαν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς λιβάδια, ἀφῆκαν δὲ
73ἔκθετα σχεδὸν τὰ ποίμνια εἰς συγγενεῖς των, τρέξαντες εἰς
74τὸν ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνα. Ἐν τούτοις ἡ Ἀστυνομία ἀπο-
75διώκει τὰ ποίμνια ἐκ τῶν μερῶν ὅπου ταῦτα βόσκουσι, καὶ
76ἀποστέλλει αὐτὰ πολὺ μακράν, ἄλλα εἰς τὰ Μέγαρα καὶ
77ἄλλα εἰς τὴν Ἐλευσῖνα, ὥστε νὰ καταστραφῶσι. Θὰ πα-
78ρεκάλουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς συστήσῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν,
79ὅπως λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς καταστάσεως φαίνηται αὕτη
80μᾶλλον ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ποιμένας, οἱ ὁποῖοι βόσκουσι τὰ
81ποίμνιά των ἐπὶ οἰκοπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν προ-
82ξενοῦσι βλάβην, ἐνῷ ἡ ἐκ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῶν
83ποιμνίων βλάβη εἶναι πολὺ μεγάλη.
84§5ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ
85κ. Βουλευτοῦ καὶ θὰ συστήσω νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
86§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Σακελλαριάδης,
87Ἐπ. Δηλιγιάννης, Σ. Τσακόπουλος καὶ Β. Τουρκοβασίλης
88συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως
89ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς διευ-
90θύνοντας τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα Καρυταίνης καὶ Μεγα-
91λοπόλεως νὰ ἐκδίδωσι ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς, καθόσον ἐκ
92τῆς μὴ ἐκδόσεως τούτων σπουδαίως παραβλάπτονται τὰ
93ἰδιωτικὰ συμφέροντα.
94§7ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα ἐπῆλθε κατ’
95ἀνάγκην ἡ διακοπὴ τῆς ἐκδόσεως ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν,
96διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ κατάληψις τῶν νέων χωρῶν ἀπῄτησεν
97ἀριθμὸν ὑπαλλήλων τηλεγραφικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἦτο
98δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν ἄλλως ἢ ἂν ἐκλείομεν γραφεῖα
99δευτερευούσης ὁπωσδήποτε ἀξίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Βα-
100σιλείου. Πράγματι ἡ ὑπηρεσία μετὰ πολλῆς δυσφορίας προέ-
101βη εἰς τὸ μέτρον αὐτό, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τοὺς κυ-
102ρίους Βουλευτὰς ὅτι ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως
103τὸ γραφεῖον Καρυταίνης ἀρχίσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον
104νὰ ἐκδίδῃ ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ἐλα-
105χίστου χρόνου θὰ τοποθετηθῇ εἰδικὸς ὑπάλληλος. Εἰς δὲ
106τὸ γραφεῖον Μεγαλοπόλεως ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ τα-
107χυδρομικοῦ γραφείου εἰς βοηθὸν μὴ ἔχοντα κατατεθειμένην
108τὴν ἐγγύησιν τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς ἔκδο-
109σιν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς δύο ἢ
110τριῶν ἡμερῶν θὰ φθάσῃ ὁ ὑπάλληλος ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα
111ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκδίδῃ ἐπιταγάς.
112§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
113Ἡμερησίαν Διάταξιν
114τῶν ἐπερωτήσεων.
115§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουρ-
116γὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐν σχέσει
117πρὸς μήνυσίν του κατὰ τοῦ ἐφέδρου ἀρχιάτρου Ἰ. Παπαθεο-
118δώρου.
119§10Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀμέσως κατόπιν, κύριε Πρόεδρε, εἶ-
120ναι καὶ ἑτέρα ἐπερώτησις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
121Παιδείας ὡς πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Σκλαβοῦνον, καὶ πα-
122ρακαλῶ νὰ συνενωθῶσι.
123§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ συσχετισθῶσι.
124§12Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μάλιστα.
125§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
126§14Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Γνωρίζω καλῶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
127εἴθισται ἀνακρίσεως ἐνεργουμένης ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέ-
128σεως νὰ μὴ γίνηται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μὴ τυ-
129χὸν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἐπηρεασθῶσιν ἐκ τοιαύτης συζη-
130τήσεως καὶ ὅπως αὗται παραμένωσιν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστοι.
131Μετὰ μεγάλης μου ὅμως λύπης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πα-
132ρίδω τὸ καθεστηκὸς τοῦτο ἔθος, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ
133ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀπέφυγον λίαν ἐπιμελῶς καὶ πρὸς
134τὸν τύπον νὰ ποιήσωμαι σχετικήν τινα ἀνακοίνωσιν καὶ
135ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ φέρω τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ὁ
136ὑπ’ ἐμοῦ μηνυθεὶς ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ
137ὑγειονομικοῦ σώματος Ἰω. Παπαθεοδώρου μοὶ ἐπετέθη διὰ
138τοῦ τύπου καὶ δὴ διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηνῶν», ἐν τῇ ὁποίᾳ
139ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς·
140§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖος εἶναι;
141§16Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ Παπαθεοδώρου. Ὑπὸ τὸν τίτλον:
142«Μία ἀστεία κατηγορία». (Ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Γρηγο-
143ρίου κατήγγειλε» κλπ. καὶ κατωτέρω:
144«Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Γρηγορίου ἐνασμενίζεται εἰς τοιούτου
145εἴδους καταγγελίας, διότι καὶ ἄλλοτε κατήγγειλε τὸν κα-
146θηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σκλαβοῦνον ἐπὶ κλοπῇ
147ἑνὸς ὡρολογίου».
148Τὴν μομφὴν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὦμοι οἱ ἰδι-
149κοί μου, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ ὀντότης μου, δὲν εἶναι
150δυνατὸν νὰ ἄρωσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν καὶ δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦ-
151μαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν ἐπιείκειαν, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴ-
152πω πρὸς ὑμᾶς τί ἀκριβῶς συμβαίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης
153ὑποθέσεως, διότι ἄλλως τε δὲν μοὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἀντε-
154πεξέλθω διὰ τοῦ τύπου ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν. Καὶ γνω-
155ρίζετε πάντες ὑμεῖς ὅτι πολλοὶ γνωστοί μας καὶ φίλοι καὶ
156συνάδελφοι καὶ οἰκεῖοι, καίτοι ἔχουσι σπουδαῖον εἰσόδημα,
157καίτοι ζῶσι μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, δὲν δύ-
158νανται νὰ μεταβῶσιν οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν κινηματογράφον,
159λόγῳ τῆς μεγάλης ἀκριβείας τοῦ βίου ἐν Ἀθήναις, χωρὶς
160νὰ ἐπιστρέψωσι σκεπτικοί. Κατ’ ἀντίθεσιν, Κύριοι, ὁ περὶ
161οὗ πρόκειται ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης εἶναι πλου-
162σιώτατος, καίτοι κατάγεται ἐκ πενεστάτης οἰκογενείας,
163καίτοι ἐλάμβανεν ἐπὶ 20 συναπτὰ ἔτη μισθὸν κατὰ μέσον ὅρον
164200 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ
165τὸν κατηγορήσῃ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν
166νὰ ἀποδιώξητε ἀπὸ τὴν διάνοιαν τοῦ παντὸς ἰδέαν τινὰ ἔμ-
167μονον καὶ ἐρώτησιν ἀφ’ ἑαυτῆς προβαλλομένην, πῶς ὑπάλ-
168ληλοι — ἐλάχιστοι εὐτυχῶς ἐν τῷ τόπῳ μας — κατορθώνουσι
169τόσον μικροὺς μισθοὺς λαμβάνοντες ν’ ἀποκτῶσι τόσον με-
170γάλας περιουσίας, καὶ ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου τὸ σοφὸν
171μέτρον τῶν Ῥωμαίων νομοθετῶν, καθ’ ὅ, ὅτε ὑπάλληλός τις
172δὲν κατώρθωνε νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἔντιμον προέλευσιν τῆς
173περιουσίας του, ἐδημεύετο αὕτη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἄρχο-
174μαι ἤδη ἀπὸ τὸν καθηγητὴν κ. Σκλαβοῦνον, τὸν ὁποῖον δὲν
175γνωρίζω διατί ἠθέλησε νὰ ἀναμίξῃ ὁ κ. Παπαθεοδώρου εἰς
176αὐτὴν τὴν ὑπόθεσίν του, ἴσως διὰ νὰ ἔχῃ συντρόφους καὶ
177κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοὺς ἔχει. Κατ’ αὐτοῦ, κύριοι
178Βουλευταί, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία ἐνώπιον τῆς δικα-
179στικῆς Ἀρχῆς συνεπείᾳ μηνύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκε πρό-
180σωπον, τὸ ὁποῖον οὔτε κατ’ ὄψιν οὔτε κατ’ ὄνομα γνωρί-
181ζω. Ἐγὼ μόνον, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε πάντες ὅσοι ἐχρη-
182ματίσατε Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν
183Βουλήν, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, ἣν εἶχον, ὅτι
184ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κρίσιν τῆς
185σχηματισθείσης τότε ἐπιτροπῆς πρὸς διορισμὸν καθηγητῶν
186τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅπως δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἐπὶ τῷ
187λόγῳ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην καὶ ἰδίως
188ὁ περὶ οὗ πρόκειται καθηγητὴς δὲν ἦτο εἰς τὸ ὕψος τῆς θέ-
189σεώς του, προσεπεκαλεσάμην καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας·
190καὶ θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω οὐσιαστικώτερον ἐπὶ τῆς ὑπο-
191θέσεως αὐτῆς καὶ ἐπὶ βάσεως μᾶλλον σταθερᾶς, ἀλλ’ ὁ κ.
192Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ἔγ-
193γραφα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπερατώθη, καὶ ἴσως
194εἶχε δίκαιον. Ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ὅμως τοῦ ὡρολογίου
195οὐδείς ποτε κατήγγειλε τὸν κ. καθηγητήν, διότι οὐδέποτε
196ὁ κ. καθηγητὴς διέπραξε τοιαύτην εὐτελῆ κλοπήν· ἐλέγετο
197μόνον καὶ ἀνεγράφη ὅτι ὁ κ. καθηγητὴς ἀφῄρεσε βίᾳ τὸ ὡρο-
198λόγιον ἑνὸς φοιτητοῦ ὡς ἐνέχυρον καὶ δι’ ἀσφάλειαν τιμή-
199ματος συγγράμματός του, τὸ ὁποῖον ἀναγκαστικῶς πρὸς
200αὐτὸν ἐπώλησε καὶ συνεπείᾳ τῆς πράξεως ταύτης ἡ ἐφη-
201μερὶς «Χρόνος» ἐν φύλλῳ αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι
202τώρα, ἀνέφερα ὅμως ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὠνόμασε τοῦτον
203μέγαν ἐνεχυροδανειστήν.
204§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς;
205§18Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μέγαν ἐνεχυροδανειστήν. Χωρὶς ὁ κ.
206καθηγητὴς νὰ τὸν καταγγείλῃ.
207Κατόπιν ὁ κ. καθηγητὴς ἀπολογούμενος ἀπ’ αὐτῆς τῆς
208διδασκαλικῆς ἕδρας, χωρὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ἐναντίον
209του κανὲν μέτρον, ὡς ὤφειλε, παρεπονέθη μεταξὺ τῶν ἄλ-
210λων ὅτι ἐγὼ καταχρασθεὶς τὴν ἀσυλίαν τοῦ παρόντος βή-
211ματος ἐξύβρισα αὐτόν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ ἐπαναλάβω
212ὅσα εἶπον ἐντεῦθεν εἰς τὸν τύπον ἐνυπογράφως, νὰ ἀνα-
213λάβω πᾶσαν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ προκαλέσω αὐτόν, ἵνα ἐπι-
214δώσῃ τὴν κατ’ ἐμοῦ σχετικὴν μήνυσιν, ἀλλ’ ὁ κ. καθηγη-
215τὴς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ μὲ μηνύσῃ. Δὲν δύναμαι βε-
216βαίως νὰ βεβαιώσω οὐδὲ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἔνοχος
217πράγματι τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ πράξεων, δύναμαι ὅμως
218νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς θαρραλέως ὅτι ἄνθρωπος, κατὰ τοῦ ὁποίου
219ἀναγράφονται τοιαῦτα καὶ ἀποδίδονται τοιαῦτα ἀτιμωτι-
220καὶ καὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὀφείλει δυοῖν θἅτερον, ἢ νὰ
221λάβῃ παραυτίκα τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς ἢ
222νὰ σπεύσῃ ἀμελλητὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐὰν δ’ οὐδέτε-
223ρον τούτων πράξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνήρ, δὲν εἶ-
224ναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται τίμιος ἄνθρωπος.
225Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου, ὅστις
226καὶ ἔγραψεν αὐτὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», ὀλίγα μόνον ἔχω νὰ
227εἴπω. Ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολέμου συνεστάθη ἐν Ἀ-
228θήναις ΙΥ στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, ὅπερ κατ’ εὐτυχῆ
229σύμπτωσιν ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν της ἡ Α. Β. Υ.
230ἡ Πριγκίπισσα Μαρία, τῆς ὁποίας, κύριοι Βουλευταί, τὸ
231μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἀφοσίωσις
232διὰ τὴν περιποίησίν των, καθὼς καὶ ἡ μεγάλη αὐτῆς ἀν-
233τοχὴ εἰς τοὺς κόπους καὶ ἡ ἡγεμονικὴ γενναιότης ἐπέσυρε
234τὸν θαυμασμὸν πάντων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ὑπη-
235ρετούντων, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν αὕτη παρέμενε διαρ-
236κῶς ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν διέκοπτε τὰς καθημερινὰς σχεδὸν
237ἐπιθεωρήσεις, οὖσα ἠναγκασμένη νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν Ἤ-
238πειρον πρὸς περισυλλογὴν καὶ μεταφορὰν τραυματιῶν, ὅπου
239καὶ σοβαρῶς ἠσθένησεν, εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι δὲν θὰ
240συνέβαινον ὅσα κατωτέρω θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς.
241Τοῦ Νοσοκομείου τούτου διευθυντὴς διωρίσθη ὁ ἀπόστρα-
242τος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος κ. Ἰω-
243άννης Παπαθεοδώρου, εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ἀπε-
244σπάσθησαν διάφοροι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, μεταξὺ τῶν
245ὁποίων καὶ ἐγὼ αὐτός. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου, Κύριοι, παρε-
246τήρησα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ἀνωμαλίας τινὰς περὶ τὴν ὑπη-
247ρεσίαν καὶ ἰδίως ἀνωμαλίας περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχεί-
248ρισιν.
249§19Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη
250εἰς τὴν ἀνάκρισιν, δὲν νομίζετε ὅτι δὲν προσφέρετε ὑπηρε-
251σίαν τόσον εἰς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ εἰς τὸ Πανελλήνιον, λέ-
252γοντες ταῦτα καὶ δὴ εἰς τὰς στιγμὰς ταύτας τὰς κρισίμους;
253§20Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶπον ἤδη περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
254§21Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐὰν ἀποδειχθῶσιν εἰς τὴν ἀνά-
255κρισιν, βεβαίως ὁ κ. Παπαθεοδώρου θὰ ὑποστῇ τὰς συνε-
256πείας τοῦ νόμου.
257§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ γενικευθῇ
258ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Πρὸς
259τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
260καταθέσῃ τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν ἕνεκα τῆς καταγ-
261γελίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
262§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
263τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Βουλευτά, κατέθηκα ἤδη ἔγ-
264γραφα· δὲν δύναμαι οὔτε νομίζω σκόπιμον νὰ διακόψω τὴν
265ἀνάκρισιν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γί-
266νηται λόγος περὶ ὑποθέσεως, ἥτις ἀκόμη διατελεῖ ἐν τῷ
267σταδίῳ τῆς ἀνακρίσεως· ἀλλά, ἀφοῦ ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος,
268δὲν δύναμαι καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσω· θὰ τὸν παρεκάλουν μό-
269νον ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐκράτει τὸ καθεστηκὸς
270ἔθος.
271§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶχε περατωθῇ ἡ ἀνά-
272κρισις ἕως αὔριον τὸ πρωί, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουρ-
273γὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν,
274διὰ νὰ μάθῃ ὁ κ. συνάδελφος ποῖος εἶναι ὁ κ. Παπαθεο-
275δώρου. Ὑπομιμνήσκω δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅτι σεῖς αὐτός, ὡς Ὑ-
276πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπεστείλατε ἐπιστολὴν συγ-
277χαρητήριον διὰ τὰς ἐργασίας του τὰς πολυτίμους.
278§25Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν τὸ πιστεύω. Σφοδρὰν ὅμως ἐπι-
279θυμίαν ἔχω νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
280τίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε
281τυγχάνει καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς τὰς τάξεις τοῦ
282ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν δύνα-
283μαι νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνέλθῃ εἰς ἄλ-
284λην συνεδρίασιν καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μὴ ὁμιλήσω δι’ οὓς
285λόγους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἤδη.
286§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ αὐτὴ ἡ συζή-
287τησις.
288§27Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βεβαίως· καὶ θὰ ἀποδείξω διὰ ποῖον
289λόγον ὑμεῖς ἐπεσκέπτεσθε τόσον συχνὰ αὐτὸν εἰς τὸ γρα-
290φεῖόν του. (Ζωηραὶ κωδωνοκρουσίαι).
291§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως θὰ εἴπω διατί ἐγὼ
292μετέβαινον.
293§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά..... (Ζωηραὶ
294κωδωνοκρουσίαι).
295§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ προσέχῃ ὁ κ. Βουλευτής,
296ὅταν ὁμιλῇ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς διε-
297χειρίσθην πρότερον ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε.
298§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην
299τὸν παραβιάζετε.
300§32Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εὐτύχημα, κύριοι Βουλευταί, ἀλη-
301θῶς ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἦτο κατατεθειμένος ὁ φάκελος τῶν
302ἀνακρίσεων.
303Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρετήρουν ἀνω-
304μαλίας τινὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἰδίως περὶ τὴν εἰσα-
305γωγὴν τῶν ἀναγκαιούντων εἰδῶν διὰ τὸ Νοσοκομεῖον, μολο-
306νότι ὁ ἐκεῖ γραμματεὺς τοῦ Νοσοκομείου, ἔντιμος καὶ ἀφω-
307σιωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του μόνιμος ἀξιωματικός, διακε-
308κριμένος δὲ ἐπιστήμων ὑπίατρος κ. Σ. Τούμελας, προσε-
309πάθει νὰ καταστείλῃ τὰς ἀνωμαλίας ταύτας ἐργαζόμενος
310ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ κατέστελλεν ἀληθῶς κατὰ
311τὸ δυνατὸν ταύτας καὶ χάρις εἰς τὸν ὁποῖον δὲν παρέλυσε
312τέλεον ἡ διοίκησις τοῦ Νοσοκομείου· τὰς ἀνωμαλίας δὲ
313ταύτας ἀνέφερα ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν κ. Παπαθεοδώρου,
314ἀλλ’ ἀντελήφθην τάχιστα ὅτι ἦτο ἀκατάλληλος διὰ διεύ-
315θυνσιν καὶ ἠναγκάσθην νὰ τὸν καταγγείλω καὶ τὸν κατήγ-
316γειλα. Κατήγγειλα δ’ αὐτὸν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ὅτι
317καταρρίπτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ διαφθεί-
318ρει τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, διότι, ὁσάκις συνήντα ἀξι-
319ωματικούς τινας, ἢ καὶ ὁπλίτας ἐνίοτε, ἤρχιζε νὰ βωμολοχῇ
320καὶ νὰ ἀπαγγέλλῃ ποιήματα δίκην ἀρλεκίνου τόσον αἰ-
321σχρά, ὥστε καὶ ἡ τελευταία ἱερόδουλος τοῦ ἐσχάτου ἐναγοῦς
322οἴκου ἤθελεν ἐρυθριάσει ἀκούουσα.
323§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φρασεολογία σας, κ. Βουλευτά, δὲν
324ἁρμόζει καὶ κυρίως καθόσον ἔχετε ὑπ’ ὄψει πρόσωπα, τὰ
325ὁποῖα εἶναι ἀπόντα.
326§34Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.
327§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν.
328§36Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ προσπαθήσω νὰ τὴν μετριάσω.
329Τὴν ἑσπέραν δὲ ἐλάμβανεν ἐντὸς τῆς διευθυντικῆς ἁμάξης
330του στρατιώτην τινὰ καὶ ἀπήρχετο οἴκαδε.
331Πολλάκις, Κύριοι, ἀνέφερα πρὸς αὐτὸν ὅτι τὰ εἴδη τὰ
332ἀναγραφόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διαταγῇ, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς
333τοὺς θαλάμους πρὸς χρῆσιν τῶν ἀσθενῶν, δὲν ἐδόθησαν, ἐνῷ
334πληρώνονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. διευθυντὴς μοὶ ἔλεγεν
335ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλάμβανεν. Ἀνέφερα
336αὐτῷ ὅτι ἐγὼ μὲν πάντοτε καὶ πλεῖστοι συνάδελφοί μου
337πλειστάκις ἀπέρριπτον τὸ εἰσαγόμενον κρέας, τὸ ὁποῖον ἦτο
338κακίστης ποιότητος, ὁ δὲ κ. διευθυντὴς ἔλεγεν ὅτι «πολὺ καλὰ
339κάμνετε καὶ τὸ ἀπορρίπτετε· δικαίωμά σας εἶναι». — Ἀλλὰ
340τοῦτο, κ. Διευθυντά, εἶναι ἐμπαιγμὸς κατὰ τοῦ Νοσοκομείου
341ἐκ μέρους τῶν προμηθευτῶν καὶ προκαλεῖ καὶ δυσχέρειαν εἰς
342τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὰ συμβόλαια, ἐὰν
343τοιαῦτα ὑπάρχωσιν, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, νὰ συντάξητε τοι-
344αῦτα, διότι ἡ ὑπηρεσία μεγάλως δυσκολεύεται. Ὁ κ. διευθυν-
345τὴς ἀπήντα καὶ πάλιν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἅτινα δὲν ἐλάμβανεν.
346Ἐζήτησα — διότι τὸ κρέας ἦτο ἐν γνώσει τοῦ διευθυντοῦ
347συνήθως ὀλιγώτερον κατὰ 10–20 ὀκάδας — τὸ βιβλίον τοῦ
348ἐφημερεύοντος, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο ἐγγράφως καὶ ἐπι-
349σήμως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατετέθη, διότι δὲν ὑπάρχει,
350διατί δὲ δὲν ὑπάρχει ὅλως παρανόμως, μόνον ὁ κ. Παπα-
351θεοδώρου γνωρίζει. Ἀπέστειλαν μόνον βιβλίον τι, τὸ ὁποῖον
352ὀνομάζεται πρόχειρον συσσιτίου, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς
353κυρίους Βουλευτὰς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
354νήσεως νὰ ῥίψωσι βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, διότι, ὅτε τὸ εἶδον
355πρὸ ὀλίγων ὡρῶν καὶ ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν παραβολὴν
356μεταξὺ τῶν εἰσαγομένων καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀσθενῶν,
357παρετήρησα μετὰ φρίκης, ὅτι εἶναι πλαστογραφημένον.
358Παρεποιήθησαν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καταφώ-
359ρως οἱ ἀριθμοί. Ἁπλοῦν βλέμμα, κύριοι συνάδελφοι, ἂν
360ῥίψητε, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ 50 ἔχει γίνει 70, τὸ 60 ἔχει γίνει
36190, εἶναι δὲ ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ παραπεποιημένοι· τοῦτο, ἐννοεῖ-
362ται, συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς γραμμὰς καὶ εἰς ὅλας τὰς σελί-
363δας, τὰς ὁποίας ἔχω σημειώσει.
364§37Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί βιβλίον εἶναι αὐτό;
365§38Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀντὶ τοῦ μὴ ὑπάρχοντος βιβλίου ἐφη-
366μερεύοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῆται ἐν τῷ ἑρμαρίῳ τοῦ
367ἐφημερεύοντος, κατετέθη τοῦτο τὸ ἐπίσημον βιβλίον τὸ χρη-
368σιμεῦον διὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι δύο στῆλαι, ὧν
369ἡ μία γράφει τὸ εἶδος καὶ ἡ ἄλλη τὰς ὀκάδας, ἤδη δ’ ἐπλη-
370ρώθησαν ὁλογράφως τὰ ὑπάρχοντα κενά, πλὴν οἱ ἀριθμοί,
371οἱ ὁποῖοι ἦσαν γεγραμμένοι καὶ ὑπογεγραμμένοι ὑπὸ τῶν
372ἐφημερευόντων, παρεποιήθησαν διὰ τὴν συμφωνίαν.
373§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐπίσημον τὸ βιβλίον;
374§40Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βεβαίως· κατετέθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑ-
375πουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
376§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς
377νὰ μὴ διακόπτωσι τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπεβλήθη εἰς
378τὸ Προεδρεῖον αἴτησις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευ-
379τῶν, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως· ὅθεν
380ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
381§42Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀνέφερα πρὸς αὐτὸν πάντα ταῦτα,
382κύριοι Βουλευταί, καὶ προσέτι ὅτι θέρμανσις εἰς τὸ Νοσοκο-
383μεῖον δὲν ὑφίσταται καὶ οὗτος κατὰ τὴν συνήθειαν αὑτοῦ
384ἔλεγεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Ἐγὼ ἤμην ἥσυχος, διότι πάντα
385ταῦτα ἀπέδιδον εἰς ὑπερβολικὴν ἀγαθότητα τοῦ κ. Παπα–
386Θεοδώρου, ὁπότε κατὰ τὴν 11ην Φεβρουαρίου, ἐπικρατοῦν-
387τος ἐν Ἀθήναις πρωτοφανοῦς χειμῶνος διὰ τὴν ἐποχὴν καὶ
388ψύχους δριμυτάτου, μετέβην εἰς τοὺς θαλάμους, τῶν ὁποίων
389προΐσταμαι ὡς τμηματάρχης, καὶ εὑρέθην πρὸ ἀθρόων παρα-
390πόνων τῶν τε νοσηλευομένων καὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὅτι θέρ-
391μανσις δὲν ὑπῆρχε καὶ ὅτι ὑποφέρουσι δεινῶς ἐκ ψύχους.
392Ἀγανακτήσας τότε ἤρχισα νὰ καταφέρωμαι κατὰ πάντων
393λησμονήσας πρὸς στιγμὴν ὅτι ἤμην ἀξιωματικός. Προσῆλ-
394θον ἐνώπιόν μου τότε οἱ ἡμιονηγοὶ τοῦ καταστήματος καὶ ὁ
395ἀρχινοσοκόμος καὶ ἤκουσα τούτων μετὰ καταπλήξεως λε-
396γόντων μοι ὅτι οἱ ἡμιονηγοὶ τοῦ Νοσοκομείου μετέβησαν
397εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ἀεριόφωτος, ἐπλήρωσαν τὰ ἁμάξια
398αὑτῶν γαιανθράκων καὶ ἔδωκαν ἀποδείξεις τοῦ Νοσοκο-
399μείου, ἀλλά, ἀντὶ νὰ μεταφέρωσι τούτους εἰς τὸ Νοσοκομεῖον,
400τοὺς μετέφεραν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. διευθυντοῦ, ὅπου τὰ
401ἐξεφόρτωσαν παρούσης μάλιστα καὶ τῆς συζύγου αὐτοῦ, ἡ
402ὁποία προσεκάλει συμπαροῦσαν φίλην της νὰ λάβῃ μέ-
403ρος ἐξ αὐτῶν, διότι αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῇ ἔφεραν πολλά!
404Ὡς παράδειγμα δὲ τῆς μεροληπτικῆς αὐτοῦ συμπεριφορᾶς
405ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς ὅτι στρατιώτην ἀπουσιάσαντα ἄνευ
406ἀδείας ἀπὸ τῆς 8ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 23ης ἰδίου, ὡς
407ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀναφορείου τοῦ καταστήματος, ὄχι μόνον
408δὲν κατήγγειλεν, ὡς ὤφειλεν, ὄχι μόνον δὲν ἐπέβαλε ποι-
409νήν τινα αὐτῷ, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ θάρρος νὰ τὸν παραπέμψῃ
410εἰς τὴν ὑπ’ αὐτὸν ἐπιτροπὴν τῶν ἀδειῶν καὶ νὰ χορηγήσῃ
411αὐτῷ καὶ μηνιαίαν ἀναρρωτικὴν ἄδειαν, καὶ ἐστάλη μάλι-
412στα τὸ σχετικὸν ἔγγραφον εἰς τὸν λόχον αὐτοῦ, ἀλλά, τοῦ
413σκανδάλου ἐκραγέντος αὐτοστιγμεί, προσεκάλεσε τὸν ἀρχι-
414νοσοκόμον καὶ διεπυνθάνετο τί δέον γενέσθαι. Ὁ ἀρχινο-
415σοκόμος συνεβούλευσεν αὐτὸν ὅτι ἄδεια ἀναρρωτικὴ δίδε-
416ται μόνον εἰς στρατιώτην ἀσθενήσαντα, εἴτε πραγματικῶς
417εἴτε καθ’ ὑπόκρισιν, ἀλλ’ ἄδεια ἀναρρωτικὴ εἰς μὴ ἀσθε-
418νήσαντα οὔτε κατὰ τὸν ἕνα οὔτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον
419δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ. Ὁ κ. διευθυντὴς ἔστειλε τότε
420νέον ἔγγραφον εἰς τὸν λόχον καὶ ἀνεκάλεσε τὸ πρῶτον δικαιο-
421λογούμενος κατὰ τρόπον τουρκικὸν λέγων «λάθος ἔγινεν».
422§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γιαγνὶς ὀλντοῦ.
423§44Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, κύριοι
424Βουλευταί, ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι πρώτην φορὰν ἐπι-
425δίδω μήνυσιν καὶ προκαλῶ ἀνάκρισιν ὄχι ἀπὸ τοῦ βήματος
426τούτου, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ἐπιδίδων ἰδιοχείρως μήνυσιν πρὸς τὸν
427κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ
428νὰ ὑπέχω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Ἐνόμισα δὲ ὅτι εἶχον κα-
429θῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπιδώσω τοιαύτην μήνυσιν, διότι
430τοὺς κλέπτοντας ἐν καιρῷ εἰρήνης θεωρῶ ἁπλοῦς λωποδύ-
431τας τιμωρητέους μέν, ἀλλὰ ἀναξίους προσοχῆς, τοὺς κλέ-
432πτοντας ὅμως ἐν καιρῷ πολέμου θεωρῶ προδότας τῆς πα-
433τρίδος. Πέπεισμαι ἀκραδάντως, ὅτι βαρεῖα θέλει ἐπιπέσει
434ἡ χεὶρ τῆς δικαιοσύνης εἰς ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε ἐξ ἐγκλη-
435ματικότητος εἴτε ἐξ ἀμελείας — ἀδιαφορῶ ἐγώ — ἐστέρουν
436τὴν τροφὴν καὶ τὴν θέρμανσιν εἰς ἀσθενεῖς καὶ τραυματίας
437καὶ εἰς τοὺς κρυοπαγήσαντας ἐκείνους πόδας, τῶν ὁποίων
438οἱ δάκτυλοι ἀπέπεσον εἰς τὰ χιονοσκεπῆ ὄρη τῆς Ἠπείρου,
439ὅπου ὑπερήσπιζον τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς πατρίδος
440καὶ ὅπου μόλις πρὸ ἡμερῶν νέον περίλαμπρον ἐθνικὸν τρό-
441παιον ἔστησαν.
442§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει δέκα Βουλευτῶν γενικεύεται
443ἡ συζήτησις.
444Τίς ζητεῖ τὸν λόγον; Οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον....
445§46Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· θὰ ὁμιλήσω
446ἐγώ.
447§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
448§48Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀληθῶς ἤκουον πρὸ
449πολλοῦ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπρόκειτο νὰ προσέλθῃ
450εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ ἰατροῦ κ. Παπα-
451θεοδώρου, ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ τριάκοντα καὶ τρία
452ὁλόκληρα ἔτη εἰς τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς,
453κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐτιμωρήθη
454οὔτε μὲ ἐπίπληξιν κἄν. Ἔχει ἓν φύλλον ποιότητος λευκό-
455τατον, λευκότερον καὶ αὐτῆς τῆς περιστερᾶς, ἐπιστημονι-
456κῆς δὲ ἀξίας τοιαύτης, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι,
457ἐὰν λάβωσι μέρος, θέλουσιν ἐξάρει· ἀκεραιότητος τοιαύτης,
458ὥστε, ὅτε ἐτόλμησέ ποτε εἰς τὸν Βόλον καὶ ἄλλος τις ἀξιω-
459ματικὸς νὰ τὸν καταγγείλῃ, ἐνηργήθη ἀνάκρισις ἐπὶ τῇ κα-
460ταγγελίᾳ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ
461ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ἠσέβησε πρὸς αὐτόν. Τὸ Φρουραρχεῖον
462ἐπελήφθη ἀνακρίσεων καὶ ἠθέλησε νὰ δικαιώσῃ τὸν ἀξιω-
463ματικόν. Ὁ κ. Παπαθεοδώρου ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
464καὶ ὄχι μόνον ὁ ἀξιωματικὸς ἐτιμωρήθη μὲ τὴν αὐστηρο-
465τέραν τῶν ποινῶν — νομίζω ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατοῦ —,
466ἀλλ’ ἐτιμωρήθησαν καὶ ὁ φρούραρχος καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ
467συντάγματος. Τοιοῦτος εἶναι ὁ καθ’ οὗ βάλλει ὁ ἀξιότιμος κ.
468συνάδελφος. Κατηγόρησε λέγω, τὸν κ. Παπαθεοδώρου, διότι ἐν
469ὥρᾳ χειμῶνος ἔστειλεν εἰς τὸ Ἀεριόφως καὶ ἐπλήρωσε πρὸς
4706½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν νὰ τῷ στείλωσι κὼκ καὶ τὸ ἔστειλαν
471πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ μὴ ὅλος ὁ κόσμος καὶ ὅλα τὰ Νοσοκο-
472μεῖα δὲν λαμβάνουσιν ἀπὸ τὸ Ἀεριόφως τὴν θέρμανσίν των;
473Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τοῦτο δύναται ν’ ἀποτε-
474λέσῃ κατηγορίαν κατ’ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, γηράσαντος εἰς
475τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνο-
476μα, καὶ ἂν ἀπεμακρύνθη, οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ μετὰ σεβα-
477σμοῦ ἀναφέρουσι. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ
478ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου τοιαύτην τινὰ κατη-
479γορίαν, τοιαύτην φοβερὰν συκοφαντίαν.....
480§49Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Δὲν ἐπι-
481τρέπω νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Βουλευτὴς μεθ’ ὅλην του τὴν ἡλικίαν
482περὶ συκοφαντίας.
483§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλῶ ὅτι, ὅ,τι λέγω ἐντεῦ-
484θεν, θὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀποδειχθῇ,
485ἂν ἔλθῃ ἡ δικογραφία, ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχει συκοφαντία εἴτε
486ἐκ πλάνης τοῦ κ. συναδέλφου εἴτε ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων
487εἴτε ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως εἴτε διότι δὲν ἐπέτρεψεν αὐτῷ
488τὸ Νοσοκομεῖον νὰ γίνῃ πολιτικὸν πρακτορεῖόν του.
489§51Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δι’ ἐμὲ δὲν ἐπέτρεψε τίποτε, διότι τὰ
490ἔκαμεν ὅλα δι’ ὑμᾶς.
491§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δώσητε ἐξηγήσεις εἰς τὸν κ. συνά-
492δελφον.
493§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, περιο-
494ρίσητε τὸν λόγον, ὥστε νὰ μὴ εἴπῃ τις τί συνέβαινεν εἰς τὸ
495Νοσοκομεῖον, τότε βεβαίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κατέλθω
496τοῦ βήματος.
497§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε καὶ σεῖς νὰ εἴπητε ὅ,τι συνέβη
498εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον λέγετε ὅτι μετεβλήθη εἰς
499πολιτικὸν πρακτορεῖον καὶ ἀποδίδετε τοῦτο εἰς τὰς ἐνερ-
500γείας τοῦ προλαλήσαντος, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὑμῖν νὰ
501δώσητε ἐξηγήσεις.
502§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, δὲν μὲ ἀφήσατε. Ἀλλ’
503ἐγὼ θὰ προκαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σκά-
504σην, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Χριστοδουλιᾶν,
505οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ἐκεῖνο, ὡς ἰατροὶ
506καὶ συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσωσι καὶ νὰ βεβαιώσωσι καὶ ν’ ἀπο-
507δείξωσιν ὅτι ἀνακριβῆ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἢ ὅτι
508αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι οἷαι ἔπρεπε νὰ ὦσιν. Ἔχω
509τὴν πληροφορίαν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω αὐθεντικήν, καί, ἐὰν
510κατετίθετο ἐδῶ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ἐβλέπετε ὅτι ἐκεῖνο, τὸ
511ὁποῖον λέγω, εἶναι ἀκριβές, ὅτι εἰς τὸ Νοσοκομεῖον εἰσήρ-
512χοντο στρατιῶται ὑγιεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον, οἵτινες διεσκορ-
513πίζοντο εἰς τοὺς διαφόρους κοιτῶνας καὶ ἐν καιρῷ ἐλάμβα-
514νον τὴν ἄγουσαν εἰς τὰς οἰκίας των μὲ ἀδείας.
515§56Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
516§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ.
517§58Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω.
518§59Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὴν ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος.
519§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω.
520§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠναγκάσθη ὁ ἰατρὸς περιερ-
521χόμενος ἀπὸ θαλάμου εἰς θάλαμον πρὸς ἐπίσκεψιν ἀσθενῶν,
522ἐπειδὴ ἔβλεπέ τινας ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς κλίνας των σκεπα-
523σμένους καὶ προσποιουμένους τὸν ἀσθενῆ, ἠναγκάσθη, λέγω,
524νὰ ἐξετάζῃ αὐτούς, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, καὶ τοὺς ὑγιεῖς ἐξ
525αὐτῶν ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς στρατῶνάς των. Αὐτὸ προυκά-
526λεσε τὴν μῆνιν τοῦ κ. συναδέλφου.
527§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πῶς εἰσήγοντο;
528§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
529§64Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ διευκολύνουσι.
530§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω.
531§66Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε σεῖς ἔχετε προορισμὸν
532νὰ δυσχεραίνητε τὴν συζήτησιν.
533§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω προορισμὸν νὰ ἐφαρμόζω τὸν Κανο-
534νισμόν, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπαγορεύει νὰ μὴ ἐπιτρέπω διακοπάς.
535§68Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νὰ ἐμποδίζητε νὰ μοὶ δια-
536σαφηνίζωσιν ὅ,τι δὲν ἔχω εἰς τὴν μνήμην μου; Ὁ κ. Βουλευ-
537τὴς δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά· θέλει νὰ λύσῃ
538ἀπορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔδωκα σαφῆ ἔννοιαν.
539Ἐρωτᾷ λοιπόν. Αὐτὸ δὲν λέγεται διακοπή.
540§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγεται διακοπή.
541§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε, ὅταν τις δὲν ἐννοῇ ἕν
542θέμα;
543§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ῥήτωρ δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ ἐξηγῇ
544εἰς ὅλους τὰ θέματα.
545§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω τι, τὸ ὁποῖον δὲν
546ἤξευρον, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἀλληλοδιδακτικὸν σχο-
547λεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος Βουλευτὴς ὡς μαθητὴς ὑψώνει
548τὴν χεῖρα καὶ ἐρωτᾷ τὸν διδάσκαλον.
549§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος
550εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
551§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μεταχειρίζεσθε δι’ ἐμὲ αὐ-
552τὴν τὴν φράσιν. Ὑπῆρξα πάντοτε εὐπρεπής.
553§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐκ τοῦ Κανονι-
554σμοῦ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω τὰς διακοπὰς καὶ μά-
555λιστα ἐφ’ ὅσον αἱ διακοπαὶ προκαλοῦσιν ἀνησυχίας. Καὶ
556τοῦτο πράττω. Ἐάν τις θέλῃ ἐξηγήσεις, ἂς ζητήσῃ τὸν λό-
557γον, διὰ νὰ τὰς λάβῃ.
558§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἴσως ὁ κ. Γρηγορίου νὰ μὲ
559ἐρωτήσῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ ταραχήν τινα, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι
560Κύριοι δὲν ἔχουσι λόγον νὰ προκαλέσωσι ταραχάς.
561§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐκτιμήσω.
562§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω,
563προυκάλεσε τὴν μῆνιν τοῦ κυρίου συναδέλφου καὶ ἐπε-
564τέθη κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου καὶ εὗρεν ὅτι,
565ἐκτὸς τῆς κατηγορίας τῶν 33 δραχμῶν τοῦ Ἀεριόφωτος, τῆς
566θερμάνσεως, ὅτι δὲν ἐσημείωνεν ὁ ἐφημερεύων τὰ τρόφιμα τὰ
567εἰσερχόμενα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, εἶναι δὲ ἰατρὸς καὶ γνωρίζει
568ὅτι οἱ ἰατροὶ ἐπισκεπτόμενοι τοὺς ἀσθενεῖς, ἀναλόγως τῆς
569ἀσθενείας των, γράφουσιν εἰς τὸ φύλλον των τί θὰ φάγῃ
570ὁ ἀσθενὴς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Κατὰ συνέπειαν κατά-
571χρησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι, ἅμα ἐξελεγχθῶσι τὰ πρό-
572χειρα φύλλα ὀψωνίου τοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀρχινοσοκόμου,
573δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, — αὐτοὶ δὲ οἱ δύο εἶναι ὑπεύθυνοι —,
574δύναται, λέγω, ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν προκύπτει κατάχρησις.
575Ἀλλὰ καὶ τότε ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν βαρύνει τὸν διευ-
576θυντὴν τοῦ Νοσοκομείου, ἀλλὰ τὸν ἐφημερεύοντα καὶ τὸν
577ἀρχινοσοκόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα καταγγελία. Ἡ τρίτη
578εἶναι ὅτι ὁ ἰατρὸς λέγει ποιήματα αἰσχρὰ καὶ μάλιστα ἐνώ-
579πιον τῶν συναδέλφων του ἐν τῷ Νοσοκομείῳ. Ἐπεθύμουν νὰ
580ἔχω τὴν σχετικὴν δικογραφίαν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐμάνθανεν ἡ Βου-
581λὴ μὲ ποίαν σοβαρότητα καὶ ἀξιοπρέπειαν καὶ ἐπιβολὴν εἰσ-
582ήρχετο καὶ ἐξήρχετο εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὁ κ. Παπαθεοδώρου.
583Καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῶσι ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς
584ἔφερε τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Τί νὰ κάμῃ ἡ Βουλή; Τί
585λόγον ἔχει; Νὰ δικάσῃ τὸν κ. ἀξιωματικόν; Ὁ κ. Βουλευτὴς
586μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς δὲ τὸν
587εἰσαγγελέα ἔδωκε μήνυσιν. Αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι. Ἐνήργη-
588σεν αὐτὸς καὶ ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ ὁ
589κ. Ὑπουργὸς παρεμέρισε τὴν ὑπόθεσιν ἢ μήπως ὁ εἰσαγγε-
590λεὺς ἔρριψε τὴν καταγγελίαν εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ σπεύ-
591δει νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐνερ-
592γείᾳ, νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
593ὡς ἀπ’ εὐθείας ἔνοχον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
594νης, διότι δὲν ἐπενέβη, δὲν προυκάλεσε τὴν προσοχὴν τοῦ
595εἰσαγγελέως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἂν
596ἐπετρέπετο ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐὰν ἦσαν ἀλη-
597θεῖς αἱ κατηγορίαι αὗται καὶ σοβαραί, βεβαίως ἀμφότεροι οἱ
598κύριοι Ὑπουργοὶ οὗτοι θὰ ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των καὶ
599θὰ ἱκανοποιεῖτο ὁ νόμος, καὶ ἤθελεν ὑπερηφανεύεσθαι ὁ κ.
600συνάδελφος ὅτι ἔφερεν ἕνα ἀξιωματικὸν παρεκτρεπόμενον
601εἰς τὸ καθῆκόν του, ὅτι τὸν ἐστιγμάτισεν ἐνώπιον τῶν
602συναδέλφων του καὶ τῆς κοινῆς γνώμης τῆς πατρίδος. Εἶναι
603τοῦτο τιμωρία ἀπηνὴς διὰ φιλότιμον ἀξιωματικόν. Εἶναι
604ἀπηνὴς δι’ ἕνα ἐγκληματίαν ἀξιωματικόν, διότι πᾶς ἔντι-
605μος ἄνθρωπος δὲν θ’ ἀπευθύνῃ οὔτε χαιρετισμὸν πρὸς αὐ-
606τὸν ἀποδειχθέντα ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις οὕτω διε-
607χειρίσθη τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ. Εἰς τὸν κ. Παπαθεοδώρου,
608τὸν κλέπτην τῶν 33 δραχ. τῆς θερμάνσεως, ἐστάλησαν ἐξ
609Ἑλβετίας δι’ ἐνεργειῶν του πρὸς τὸν γαμβρόν του κ. Σά-
610ξων περὶ τὰς 40.000 δραχ. ἕως σήμερον ὡς καὶ εἴδη ἱματι-
611σμοῦ καὶ διάφορα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυρία του
612μετὰ τῆς κόρης του διένειμεν εἰς ἀξιωματικῶν Κυρίας, εἰς
613στρατιωτικῶν Κυρίας. Περιμένει δὲ ἀκόμη καὶ μίαν ἄλλην
614ἀποστολήν, 40.000 περίπου δραχμῶν. Καὶ εὗρε τὴν εὐκαι-
615ρίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ ἐπι-
616στολὴν πρὸς τὸν κ. Σάξων ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς
617Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἐνεργείας ταύτας καὶ διὰ τὰ ἀποτελέ-
618σματα. Τοιοῦτος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσι διὰ
61933 δραχ. καὶ ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ 33 ἔτη καὶ τοῦ ὁποίου
620τὴν ἔντιμον στολὴν τοῦ στρατιώτου συνεκύλισαν εἰς τὰς
621ἀκαθάρτους καὶ ῥυπαρὰς ὁδούς. Εἶναι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐν-
622τροπὴ καὶ ἁμαρτία ν’ ἀπευθύνωμεν κατηγορίας κατ’ ἐντί-
623μων ἀνθρώπων, διότι δὲν εὕρομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπη-
624ρετήσωμεν μίαν ἐπιθυμίαν, μίαν ἀπαίτησιν, μίαν ἀνάγκην
625μας. Καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ συγκινηθῇ ἀναλογι-
626ζόμενος τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ εἴπῃ· ἐάν τις ἀπευθύνῃ κατη-
627γορίαν τινὰ πρός με, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
628πόνου, τὰ ὁποῖα ἤθελον αἰσθανθῆ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀνθρω-
629πίνου βίου;».
630Ἰδού, Κύριοι, διατί εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῶ
631εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀνεμίχθην ἀπὸ ἀγανάκτησιν καὶ
632ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς
633λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος,
634ὅστις εἶπεν ὅτι ἐγύριζον εἰς τὰ Νοσοκομεῖα καὶ δι’ αὐτὸ
635ὑπερασπίζομαι διὰ τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας μοὶ παρεῖχε.
636Κύριοι, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπισκέπτωμαι τοὺς ἐκ
637τοῦ πολέμου προερχομένους. Εἶμαι πολεμιστὴς καὶ γνωρίζω
638τὴν σημασίαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μά-
639χης φέρουσι πληγωμένους καὶ ἀκρωτηριάζουσιν εἰς τὰ Νο-
640σοκομεῖα, διὰ νὰ δώσωσι τὴν ζωὴν εἰς αὐτούς. Ἔσπευδον
641νὰ παρηγορήσω, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, καὶ
642ἔσπευδον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῶν ἰατρῶν ἐπὶ τῶν
643δυστυχῶν αὐτῶν, ὅπως παράσχωσιν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν τὴν
644δυνατὴν περίθαλψιν τὴν ἀπαιτουμένην καὶ νὰ δώσωσιν ἄνε-
645σιν εἰς αὐτούς, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς οἴκους των, ἀφοῦ
646ἐπολέμησαν ἐπὶ τετράμηνον ἐν τῷ μέσῳ δεινοῦ χειμῶνος.
647Γνωρίζω, διότι ἐκοιμήθην ὑπὸ χιόνα, γνωρίζω τί ὑπέστη-
648σαν εἰς τὸ Μπιζάνι οἱ μαχηταὶ αὐτοὶ ἥρωες, οἱ τιμήσαντες
649καὶ δοξάσαντες τὴν Ἑλλάδα. Γνωρίζω τί ὑπέστησαν. Ἐ-
650θαύμασα τὴν αὐταπάρνησίν των, τὸν πατριωτισμόν των, τὴν
651γενναιότητά των καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νυκτὸς καὶ ἡμέρας
652εἰς τὰ διάφορα Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ νὰ
653παρηγορήσω, διὰ νὰ περιθάλψω, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, διὰ
654νὰ κάμω ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὑπὲρ τοιούτων ἡρώων, ὑπὲρ τῶν
655ἀθανάτων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσημείωσαν μὲ χρυσᾶ
656γράμματα τὴν σημερινὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας.
657§79Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς
658δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι τοῦ κυρίου συναδέλφου, προκειμέ-
659νου νὰ λάβω τὸν λόγον χάριν τῆς ἀληθείας καὶ ἀκριβείας
660καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς τρωθείσης ἑνὸς συναδέλφου
661μου ἐντιμοτάτου καὶ διακεκριμένου ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ.
662Ὑπηρέτησα μετ’ ἄλλων δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν
663κυρίων Θ. Σκάση καὶ Θ. Γρηγορίου, ἐν τῷ αὐτῷ Νοσοκομείῳ,
664τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, καὶ δύ-
665ναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς
666μου, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἐπέδειξε καθ’ ὅλον αὐτὸ
667τὸ διάστημα τῆς λειτουργίας τοῦ Νοσοκομείου παραδειγμα-
668τικὴν φιλοπονίαν καὶ αὐταπάρνησιν, ἐργαζόμενος ἀπὸ πρωΐας
669μέχρις ἑσπέρας. Συγχρόνως δὲ ἐπέδειξεν ὁ κ. Παπαθεοδώρου
670διοίκησιν ἀπαράμιλλον καὶ αὐστηρὰν πειθαρχίαν τόσον πρὸς
671τοὺς ἀνωτέρους, ὅσον καὶ πρὸς τοὺς κατωτέρους. Ἤθελον εἶ-
672σθαι ἀγνωμοσύνη ἐκ μέρους μου, ὑπηρετήσαντος ἐπὶ τόσον
673χρονικὸν διάστημα ἐν τῷ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐν λόγῳ
674ἰατροῦ Νοσοκομείῳ, κληθέντος δι’ ἐκτέλεσιν ἀνωτέρας ὑπη-
675ρεσίας καὶ ἀπελθόντος ἐκεῖθεν, ἂν δὲν ἔλεγον ὅσα λέγω κατὰ
676τὴν στιγμὴν ταύτην. Λυποῦμαι δέ, διότι ὁ κ. συνάδελφος,
677εἰς τὸν ὁποῖον δὲν θέλω παντάπασι νὰ ἀποδώσω πρόθεσιν
678κακήν, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ἔπεσε θῦμα κακῆς ἀντιλή-
679ψεως ἢ κακῆς εἰσηγήσεως, ἐνῷ ἐπὶ πεντάμηνον ὑπηρέτησεν
680ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, οὐδέποτε παρεπονέθη, καὶ μόλις κατὰ τὴν
681τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεώς του ὑπέβαλε μήνυσιν.
682Λυποῦμαι δ’ ἀκόμη περισσότερον, διότι εὑρέθη ἔντιμος συνά-
683δελφος νὰ κατηγορήσῃ ἕτερον ἔντιμον συνάδελφον. Ἐγὼ
684ὑπηρέτησα ἐπὶ πεντάμηνον μετὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀνωτέρου
685ἀξιωματικοῦ καὶ ἄλλοτε ἐπὶ διετίαν καὶ εἶδον ὅτι ἡ διοί-
686κησίς του ἦτο πάντοτε ἄσπιλος.
687Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ὄχι ὅσον
688ἀφορᾷ διὰ τὴν ὑπόθεσιν, διότι αὕτη παρεπέμφθη εἰς ἀνά-
689κρισιν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ παν-
690τάπασιν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Παπαθεοδώρου.
691Ὀφείλω ἤδη νὰ ἀπαντήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ
692Μεσσηνίας συνάδελφον καταγγείλαντα ὅτι ἐν τῷ τρίτῳ Νο-
693σοκομείῳ ὅλως ἀδικιολογήτως ἐχορηγήθησαν ἀναρρωτι-
694καὶ ἄδειαι.
695§80Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
696§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
697§82Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐὰν ἐδόθησαν τοιαῦται ἄδειαι,
698ὠφείλετε νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ποῖον ἐδόθησαν.
699Δὲν εἴπετε ὅμως τοῦτο. Εἰς τὰ Νοσοκομεῖα πλὴν τοῦ διευ-
700θύνοντος ὑπάρχουσι καὶ τμηματάρχαι, ὡς ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ
701τμηματάρχης. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς ἕκα-
702στον τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Ταῦτα χάριν τῆς ἀκρι-
703βείας.
704§83Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἄξιος ἀληθῶς συγχαρητηρίων εἶναι
705ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐκ πόνου ὁρ-
706μώμενος, ὡς εἶπεν, ἐπεσκέπτεται τοὺς τραυματίας τοῦ πολέ-
707μου καὶ τοὺς ἀσθενεῖς εἰς τὰ διάφορα Νοσοκομεῖα, ὅπου οἱ
708τραυματίαι τοῦ πολέμου καὶ οἱ ἀσθενεῖς εὑρίσκονται ἐν τοῖς
709θαλάμοις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγώ, κατὰ σύμπτωσιν ἴσως, οὐδέ-
710ποτε εἶδον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον νὰ μετα-
711βαίνῃ εἰς τοὺς θαλάμους, ἀλλ’ εἶδον αὐτὸν συνεννοούμενον μὲ
712τοὺς διευθυντὰς τῶν Νοσοκομείων ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν
713καὶ ἀπερχόμενον.
714§84Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
715§85Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δυνατὸν κατὰ σύμπτωσιν ἐγὼ νὰ μὴ
716σᾶς ἔβλεπον, ἐνῷ ὑμεῖς πιθανὸν ἄλλοτε νὰ μετεβαίνετε εἰς
717τοὺς θαλάμους καὶ ἄλλοτε νὰ μὴ μετεβαίνετε. Καίτοι, κύ-
718ριοι Βουλευταί, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἀλλ’ ἄλλος κατηγορούμενος,
719ἐν τούτοις ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας συνα-
720δέλφου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς ὑπη-
721ρεσίας μου ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, ὅπου ὡς ἔφεδρος ἀνθυπίατρος
722ὑπηρέτησα. Καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας μου
723ἤμην προσκεκολλημένος εἰς τὸν θάλαμον, ὃν διηύθυνεν ὁ
724τέως καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Κατερινόπουλος, ἐν
725ᾧ ἐνοσηλεύοντο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τραυματίαι, μὴ
726ἔχων ἐγὼ καμμίαν δύναμιν ἢ δικαιοδοσίαν, μηδεμίαν δυνάμε-
727νος, καὶ ἂν ἤθελον, νὰ παράσχω εὐκολίαν ἢ χάριν, ἂν δ’ ἐδί-
728δοντο ἄδειαι καλῶς ἢ κακῶς, τοῦτο ἦτο ἔργον τοῦ διευθυν-
729τοῦ, πρὸ ὀλίγων δὲ μόλις ἑβδομάδων ἀνέλαβον τὴν διεύ-
730θυνσιν τμήματος καὶ εἶναι ἀνακριβέστατον, ὅτι ὁ κ. Παπα-
731θεοδώρου ἦλθεν εἰς τοὺς θαλάμους τοὺς ἰδικούς μου καὶ διέ-
732ταξε τὴν ἔξοδον ἀσθενῶν ὡς δῆθεν ὑγιῶν. Δὲν ἐπέτρεψα
733μόνον νὰ παρουσιασθῶσι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπη-
734ρεσίας μου εἰς τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν του ἐπιτροπήν
735τινες, τὸ ὁποῖον ἦτο δι’ ἐμὲ ὅλως διόλου ἀδιάφορον. Ἔρις
736τις μόνον ἐπιστημονικὴ ἐπῆλθεν, ἐνώπιον μάλιστα τοῦ ἀξιο-
737τίμου συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων κ. Σκάση, οὗτινος τὴν
738μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπα-
739θεοδώρου, καὶ τῷ ὑπέβαλον παρατήρησιν ὅτι μοναδικὸς
740ἀσθενὴς Σταυριανάκος ἄγνωστός μοι ἐκ τοῦ Ἐξωτερι-
741κοῦ, οὗτινος τὴν ἔξοδον διέταξεν, ἦτο πράγματι ἀσθενὴς καὶ
742δέον νὰ παραμένῃ καὶ ὅτι ἕτερός τις, συμπολίτης μου οὗτος,
743ὀνόματι Μπακούρης, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀδείας ἀναρρωτικῆς,
744διότι ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς μάχας καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐκ-
745στρατείαν τόσον μᾶλλον, καθόσον ἀφειδῶς ἐχορήγει εἰς ἄλ-
746λους οὐδόλως τῆς ἐκστρατείας μετασχόντας. Μόνον αὐτὴ ἡ
747φιλονεικία ἐπῆλθε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαθεοδώρου.
748Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν τροφίμων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶ-
749πεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, ὅτι τὴν εὐθύνην ἔχει
750ὁ ἐφημερεύων ἀνθυπίατρος καὶ ὁ ἀρχινοσοκόμος, λυποῦμαι
751πολὺ ὅτι εἰς τὸ στράτευμα ὑπηρετήσας εὐδοκίμως ἐπὶ τόσα
752ἔτη δὲν γνωρίζει τοὺς κανονισμοὺς τῶν Νοσοκομείων. Ὁ
753ἐφημερεύων ἀνθυπίατρος δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην· φέρουσι
754τὰ τρόφιμα, τὰ παραλαμβάνει, ἐὰν ὦσι καλῆς ποιότητος, καὶ
755ὑπογράφει τὰ βιβλία· ἐὰν ταῦτα πλαστογραφῶνται κατό-
756πιν, τίνα εὐθύνην ἔχει ὁ ἐφημερεύων ἢ ὁ ἀρχινοσοκόμος;
757Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπαναφέρω τὴν
758ὑπόθεσιν ἐνώπιον ὑμῶν, ὅταν περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις,
759ἂν ἐπανέλθωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
760Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπαίνους, οἱ ὁποῖοι ἀθρόοι ἐπεδαψιλεύ-
761θησαν διὰ τὸν κ. διευθυντὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ
762Μεσσηνίας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας,
763ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν κατήγγειλα τὸ παρελθὸν τοῦ κ.
764Παπαθεοδώρου, ὅπερ δὲν ἀνεσκάλισα· ἐγὼ κατήγγειλα τὸ
765παρόν, ὅπερ ἐγνώρισα καὶ δι’ ὡρισμένα γεγονότα, καὶ οὐχὶ
766δι’ ἀοριστολογιῶν, δι’ ὧν οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸν ἐπῄνε-
767σαν, χωρὶς ν’ ἀντικρούσωσι τὰ γεγονότα ταῦτα.
768Ἔχω ἀκόμη νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον
769Βουλευτὴν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Θὰ τὸν παρακαλέσω
770νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ διευθυντοῦ,
771ὅστις ἀνέχεται, καίτοι εἶχε γνῶσιν νὰ ὑπηρετῇ ἀνθυπία-
772τρος μὲ βαθμὸν ὑπιάτρου, καὶ ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς τι-
773μῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις ἀντιποιεῖται ξένον βαθμὸν καὶ λαμ-
774βάνει παρανόμως τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου καὶ μολονότι με-
775τέβη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἰς τὸ ὑγειονομικὸν τμῆμα τοῦ
776Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῷ εἶπον ὅτι «ἐδῶ εἰς
777τὰ χαρτιά μας σὲ ἔχομεν γραμμένον ἀνθυπίατρον καὶ ὅτι
778δὲν πρέπει νὰ ἐπωφεληθῇς λάθους τινὸς τοῦ Στρατολογικοῦ
779Γραφείου, διὰ νὰ λάβῃς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου, ἀφοῦ οὐδὲ
780τὰ προσόντα ἔχεις οὐδὲ Β. Διάταγμα ἐξεδόθη».
781§86ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Νὰ συγκληθῇ, κύριε Πρόεδρε, κοι-
782νοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσιν
783ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί, διὰ νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων τί
784συνέβη.
785§87Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
786§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
787§89Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι ὁ
788ἀξιότιμος συνάδελφος ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
789ἤθελε νομίσει ταῦτα ὡς προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον του.
790Ἐγώ, ὡς εἶπον, ὡμίλησα χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δι-
791καιοσύνης. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔσπευσε νὰ μὲ θίξῃ
792προσωπικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ βαθμοῦ.
793§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ σᾶς πρόκειται;
794§91Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Μάλιστα. Συνέβη, κύριοι Βου-
795λευταί, τὸ ἑξῆς. Ὑπηρέτησα ὡς ἔφεδρος ἀνθυπίατρος κατὰ
796τὸ 1905, δύο δὲ μῆνας πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔλαβον ἐκ
797τοῦ τμήματος τοῦ ὑγειονομικοῦ δήλωσιν καὶ σημείωσιν ἔγ-
798γραφον ἐμπιστευτικήν, δι’ ἧς μοὶ ἐδηλοῦτο, ὅτι προήχθην
799εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου καὶ ὅτι μὲ ἐτοποθέτουν εἰς τὸ
800κινητὸν χειρουργεῖον ἐκστρατείας. Διετασσόμην δὲ νὰ παρου-
801σιασθῶ εἰς τὸ ἁρμόδιον σῶμα μὲ τὴν στολὴν τοῦ νέου βα-
802θμοῦ μου. Ἂν δὲν ἤμην Βουλευτής, θὰ ἔσπευδον ἐκ τῆς
803ἰδιαιτέρας μου πατρίδος νὰ προσέλθω συμφώνως τῇ δηλώσει,
804τὴν ὁποίαν ἔλαβον, ὡς ὑπίατρος. Ἔτυχεν ὅμως νὰ εἶμαι
805Βουλευτὴς καὶ ἕνεκα τούτου προσῆλθον εἰς τὸ σῶμά μου
806συμφώνως μὲ τὸ ἔγγραφον τὸ ἐμπιστευτικὸν καὶ τὴν δή-
807λωσιν τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος ὅτι ἤμην ἀξιωματικὸς
808ὑγειονομικός, ὑπίατρος. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης μοὶ ἐδήλωσεν
809ὅτι «δὲν ἀναφαίνεται Β. Διάταγμα τοῦ βαθμοῦ σας καὶ ἐν
810τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶσθε ὑπίατρος».—«Δὲν ἔχω καμ-
811μίαν ἀντίρρησιν, ἀπήντησα, νὰ φέρω τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυ-
812πιάτρου».— «Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μοὶ προσέθηκε, θὰ τη-
813λεγραφήσωμεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Τρικκάλων
814καί, ἂν ἀπαντήσῃ ὅτι εἶσθε ὑπίατρος, δύνασθε νὰ φέρητε τὸν
815βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου». Ὄντως προυκλήθη τηλεγραφικὴ
816διαταγὴ ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς παντάπασιν ἐγὼ
817νὰ ἐκλιπαρήσω τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν εἶ-
818χον καμμίαν ὄρεξιν νὰ φορέσω τὰ δύο γαλόνια. Ἐγὼ προσ-
819ῆλθον νὰ προσφέρω τὰς μικράς μου ὑπηρεσίας εἰς τὸ σῶμά
820μου καὶ δὲν ἐνδιεφερόμην διὰ τὰ γαλόνια. Τὸ Στρατολο-
821γικὸν Γραφεῖον ἀπήντησεν ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἰατρὸς φέρει τὸν
822βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μη-
823τρῷον τῶν ἀξιωματικῶν ὡς ὑπίατρος. Τίποτε ἄλλο.
824§92Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον (διαμαρτυρίαι).
825§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
826§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ,
827κύριε Πρόεδρε.
828Ἡ διεξαγομένη συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι συζή-
829τησις ἀντικανονικὴ ἐντελῶς. Φέρεται ὑπὸ τύπον ἐπερω-
830τήσεως, ἐπερώτησις δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ
831σκοπεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνίσταται εἰς
832τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων ἢ τοῦ σκοποῦ κυβερνητικῆς τινος
833πράξεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἔχει περιεχόμενον ἀληθῶς ἐπερω-
834τήσεως ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
835Ἐπικρίνεται ἡ Κυβέρνησις ἢ ἐλέγχεται ὁ σκοπὸς τῶν πρά-
836ξεών της; Ὄχι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις,
837ἡ ὁποία ἐτράπη εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, δὲν συντε-
838λεῖ καθόλου εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος,
839γοήτρου τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν περίστασιν ὀφείλομεν νὰ δια-
840τηρήσωμεν ἀμείωτον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν παροῦ-
841σαν περίστασιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω
842τὴν λύπην ὅτι ἡ ἀντικανονικὴ αὕτη συζήτησις προῆλθεν
843ἐκ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει κἂν εἰς τὴν Ἀντιπολί-
844τευσιν, διὰ νὰ ἔχῃ λόγον τινά, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὰς κυβερ-
845νητικὰς τάξεις, καὶ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν
846λύπην μου.
847§95Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
848§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Θ. Κουτούπης καὶ Π.
849Ἀραβαντινὸς ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρα-
850τιωτικῶν «διατί δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου
851ὁ ἀνθυπίατρος νῦν καὶ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 Πανα-
852γιώτης Τζωρτζάκης ἔχων θέσιν περὶ προβιβασμοῦ. Ἐπίσης
853διατί δὲν προήχθησαν ὁ λοχίας Λέων Γουλᾶς εἰς ἀνθυπία-
854τρον ἔχων ἄδειαν ἰατροῦ ἀπὸ ἐννεαετίας καὶ ὁ Γεώργιος
855Ἐγγονόπουλος λοχίας εἰς δόκιμον ἰατρὸν ἔχων δίπλωμα
856διδάκτορος τῆς Ἰατρικῆς».
857§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι κἂν ἐπερώτησις, κύριε
858Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στρέφηται ἐναντίον τοῦ
859Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀπαντήσει σας ὑπάρχει ἡ ὁμολο-
860γία ὅτι ἔγιναν ἀταξίαι εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος
861ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας.
862§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνες ἀταξίαι ἐδήλωσα ὅτι ἐγένοντο;
863§99Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὡμολογήσατε ὅτι, ὅτε ἐγένετο
864ἡ πρώτη πρόσκλησις τῶν ὑγειονομικῶν ὑπαλλήλων, δὲν
865κατεβλήθη ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὑπέρ-
866βασις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, οὕτως
867ὥστε ἄλλοι συγχρόνως ζητήσαντες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προ-
868βιβασθῶσιν, ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ ἀταξίαι αὐταί.
869§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτὰ
870ἀκριβῶς. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
871μητρῷον τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ
872εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶσι τὰ τῆς προηγουμένης ὑπηρε-
873σίας, ἐν τῇ σπουδῇ δέ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος,
874ἐγένετο ὁ διορισμὸς τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν
875αἰτησαμένων πρῶτον νὰ διορισθῶσι καὶ ὅτε παρουσιάσθη-
876σαν περιστάσεις, καθ’ ἅς, ἂν ἐγκαίρως εἶχον ὑποβάλει τὰ
877ἔγγραφα, θὰ προετιμῶντο. Ὅτε ὅμως ὑπεβλήθησαν ταῦτα,
878δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐπετρέπετο νὰ διορίσω καὶ ἄλλους, διότι
879θὰ ἐθεώρουν τούτους ὑπεραρίθμους, διότι οἱ διορισθέντες
880ἦσαν ἀρκετοί.
881§101Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προῆλθον τόσα ἄλλα ἐκ τῆς
882ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ κάμω-
883μεν συζήτησιν.
884§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐκτείνομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς
885ἐπερωτήσεως διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ
886Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
887ὁποῖον ἔχω νὰ δηλώσω, εἶναι ὅτι δὲν συνέβησαν αὐτά, τὰ
888ὁποῖα ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
889Στρατιωτικῶν, διότι δὲν γνωρίζει γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα
890ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν κ. Πρόε-
891δρον, διότι οὐδέποτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἴδω. Ἔλαβον ὅμως
892τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν ἀναπληρώσαντα αὐτόν, τὸν
893ὁποῖον ἔσχον ἅπαξ τὴν τιμὴν νὰ ἴδω. Ἐκ τῶν γεγονότων
894τούτων ἀποδεικνύεται ὅτι περιῆλθον ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς
895ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπέβαλον ἁρ-
896μοδίως τὰς σχετικὰς αἰτήσεις· ἀλλ’ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία
897τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος μοὶ εἶπεν ὅτι τοιαύτας αἰτήσεις
898δὲν ἔλαβε καὶ τότε ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ ὑποβάλω αἰτήσεις
899μετὰ τῶν ἀναγκαιούντων πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ
900πολλοῦ κόπου κατώρθωσα νὰ λάβω. Μετὰ χρόνον μακρὸν
901διὰ μὲν τὸν πρῶτον μοὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶχε ληφθῆ ἀναφορά,
902ἀλλ’ ὅτι, ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἀναφοράν, κατὰ περί-
903εργον σύμπτωσιν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐλήφθη μία ἀναφορὰ
904ὑποβληθεῖσα πρὸ δύο μηνῶν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν.
905Διὰ τὸν ἄλλον μοὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρῃ καὶ ἀπό-
906σπασμα τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου,
907τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ ὑπηρεσία πολὺ εὐκολώτερον
908καὶ ἁρμοδιώτερον ἐμοῦ.
909Ἐξ ὅλων τούτων ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αὐτοὶ
910δὲν προυβιβάσθησαν, διότι δὲν εἶχον προστασίαν· εἰδικῶς
911ὅμως διὰ τὸν πρῶτον δὲν νομίζετε ὅτι ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος
912κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὑπηρέτησε καὶ κατὰ τὴν
913ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ κ. Στράτου διέπρεψεν, ὁ ὁποῖος μά-
914χεται καὶ εἶναι εἰς τὴν γραμμὴν καὶ ἐπληγώθη, δὲν νομί-
915ζετε ὅτι δικαίως προυβιβάσθη; Πῶς θέλετε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
916ἄγει ἡλικίαν 42 ἐτῶν, νὰ βλέπῃ ἑτέρους ἀξιωματικοὺς μὴ
917ὑπηρετήσαντας εἰς τὸν προηγούμενον πόλεμον, ἀλλ’ ὑπηρε-
918τήσαντας μόνον ἐπ’ ὀλίγον μετὰ τὸν πόλεμον, πῶς θέλετε,
919λέγω, νὰ βλέπῃ τούτους ὑπηρετοῦντας μὲ ἀνώτερον βαθμόν;
920Αὐτὸς βεβαίως ἔχει τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Στράτου διαπιστοῦ-
921σαν τὰς ὑπηρεσίας του καὶ τὴν ἀνδραγαθίαν του, ἡ ὁποία
922εἶναι πολυτιμοτέρα παντὸς βαθμοῦ. Ἐξ ἄλλου δικαιοῦμαι
923νὰ ἐλέγξω τὴν τοιαύτην τῆς ὑπηρεσίας εἰκόνα, διότι παρα-
924τηρῶ ὅτι χαρακτηρίζει αὐτὴν καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἐνέρ-
925γειαν μία συνήθης στρεβλότης τῆς γραφειοκρατίας ζητη-
926σάσης καὶ ἐμὲ νὰ ἀπατήσῃ καὶ μὲ ἠπάτησε, καθόσον μὲ
927ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ ἑτέρα ἀναφορά, ἐνῷ
928τοιαύτη, εὑρέθη, ὅτε ὑπεβλήθη.
929§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ ὅτι ἡ ὑπη-
930ρεσία μοὶ ὑπέβαλε Διάταγμα τῆς προαγωγῆς τοῦ ἀξιωμα-
931τικοῦ τούτου, ἀλλ’ ἠγόμην ἐκ ταύτης τῆς ἀρχῆς, ὅτι εἶχον
932προβιβασθῆ ὑπεράριθμοι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ δὲν
933ἔπρεπε νὰ προαχθῶσι καὶ ἄλλοι.
934§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἐκλήθη δι’
935ὡρισμένην ἡλικίαν 42 ἐτῶν καὶ μὲ ὡρισμένον βαθμὸν ὡς
936ἀνθυπίατρος, κατὰ τὸν νόμον δὲ οἱ ἄγοντες ἡλικίαν πέρα
937τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν καὶ λαβόντες μέρος εἰς τὸν πόλε-
938μον τοῦ 1897 ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν. Ἑπομένως ἡ δι-
939καιολογία αὕτη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἃς τόσον
940συνήθεις ἔχει ἡ ἑλληνικὴ γραφειοκρατία.
941§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
942Ἡμερησίαν Διάταξιν
943τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
944Πρῶτον ἀντικείμενον·
945Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσ-
946θήκης εἰς τὰ ἄρθρα 138 καὶ 141 τῆς Στρατιωτικῆς Ποι-
947νικῆς Νομοθεσίας».
948(Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
949Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ ἐπὶ τῶν ἄρθρων συζή-
950τησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια·
9511) «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολο-
952γισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς
953χρήσεως 1913 δραχ. 3,000,000 δι’ ἔξοδα διοικήσεως τῶν
954καταληφθεισῶν χωρῶν» καὶ
9552) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 350,000
956ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
957γείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1912»).
958Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
959ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
960γείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913 καὶ
961ὑπὸ Κεφ. Βʹ, ἄρθρον 8, πιστώσεως 10,000 φρ. διὰ τὸ
962ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου
963τοῦ ἔτους 1913».
964(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
965Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου
966«περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νό-
967μου ͵ΔΙΔʹ, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς δήμους Κερκύρας, καὶ εἰς
968τοὺς δήμους Λευκάδος».
969(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
970Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
971προσωρινῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ
972Κράτους τῆς χρήσεως 1913 περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς
973πληρωμὴν τῶν διὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τῆς ἰδίας
974χρήσεως ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ
97523 Ἰανουαρίου 1913 σχετικοῦ Β. Διατάγματος».
976Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
977§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦτο, Κύριοι, ὄντως ἐπιτυχὴς ἡ σκέ-
978ψις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν συνεδρία-
979σιν τῆς Βουλῆς ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ εἷς
980μετὰ τὸν ἄλλον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
981τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξαγγείλωσι μετ’ ἐθνικῆς ὑπερηφα-
982νείας ἐκεῖνος μὲν τὸν πολεμικὸν θρίαμβον τοῦ στρατοῦ καὶ
983τοῦ στόλου ἡμῶν, οὗτος δὲ τὸν εἰρηνικὸν θρίαμβον, τὸν
984ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν σήμερον ὑπὸ ἔποψιν οἰ-
985κονομικήν. Πρόκειται δὲ πράγματι περὶ δύο μεγάλων ἐθνι-
986κῶν κατορθωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα
987πρὸς ἄλληλα, διότι ἄνευ τῆς συντελεσθείσης οἰκονομικῆς
988ἀνορθώσεως θὰ ἦτο ὁμολογουμένως ἀδύνατον παντάπασι
989νὰ σκεφθῶμεν περὶ πολέμου, καὶ περὶ πολέμου, μάλιστα τό-
990σον μακροῦ καὶ δαπανηροῦ, ὁποῖος ὁ παρών.
991Θὰ συνομολογήσητε δέ, Κύριοι, πάντες μετ’ ἐμοῦ, ὡς ἐλ-
992πίζω, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἀληθῆ οἰκονομικὸν θρίαμβον,
993ὅταν ἀναλογισθῆτε ὅτι τὸ περίσσευμα τῶν 11,881,663
994δραχ. τῆς χρήσεως τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε τώρα ὁ
995κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο μόλις πρὸ διετίας ἔλ-
996λειμμα 11,227,283 δραχ., ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ προσω-
997ρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1909, τοῦ φέροντος
998τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
999κ. Λ. Κορομηλᾶ. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι κατωρθώθη ἐντὸς
1000βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ βελτιωθῇ ὁ Προϋπο-
1001λογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ 23 περίπου ἑκατομμύρια. Ἂν
1002δὲ προσυπολογίσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελ-
1003θοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα κε-
1004φάλαια, ἰδίως δὲ εἰς τὸ τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τὸ ὁποῖον
1005προσετέθησαν τώρα ὡς 5 ἑκατομμύρια ἔξοδα τοῦ δανείου
1006τῶν 110 ἑκατομμυρίων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ τοιαύτη βελτίω-
1007σις ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ 30 ἑκατομμύρια.
1008Ἀλλ’ εἰς τί ὀφείλεται τὸ θαῦμα τοῦτο;
1009Ὁ κ. Ὑπουργός, πλήρης αἰσιοδοξίας τόσον διὰ τὸ ἐνε-
1010στώς, ὅσον καὶ διὰ τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικόν μας, δὲν ἐδί-
1011στασε ν’ ἀποδώσῃ τὴν παροῦσαν βελτίωσιν εἰς τὴν ἐπιμε-
1012λεστέραν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δη-
1013μοσίων ἐσόδων, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐε-
1014ξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ἐν
1015πᾶσιν; Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὄχι, τὴν δὲ γνώμην μου ταύ-
1016την ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἐκθέσω σήμερον πρὸς τὴν
1017Βουλὴν τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἡ Κυβέρ-
1018νησις συμμεριζομένη τὴν πεπλανημένην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1019γνώμην παρασυρθῇ εἰς ἀποφάσεις καὶ μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἀνε-
1020τρέποντο ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντα
1021οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα.
1022Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἄγομαι εἰς τοῦτο ἐκ
1023πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ. Ὑπὸ τὰς σημερινάς, Κύριοι,
1024περιστάσεις οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ συμπολιτεύ-
1025σεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως μεταξὺ ἡμῶν. Πάντες οἱ Ἕλλη-
1026νες ἔχομεν τώρα ἓν καὶ μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ
1027συνδράμωμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκ παν-
1028τὸς τρόπου εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡγεῖται αὐτὴ
1029ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐπι-
1030τελέσω καὶ ἐγὼ νῦν δι’ ὅσων μέλλω νὰ εἴπω περὶ τοῦ οἰκο-
1031νομικοῦ ζητήματος, ἐξετάζων τοῦτο ἐν πρώτοις αὐτὸ καθ’
1032ἑαυτὸ καὶ εἶτα ἐν σχέσει πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν
1033πραγμάτων, τὴν δημιουργουμένην διὰ τοῦ παρόντος πο-
1034λέμου.
1035Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονο-
1036μικῶν συνετέλεσεν ὁπωσδήποτε καὶ ἡ ἐπιμελεστέρα διοί-
1037κησις καὶ ἡ αὐτόματος αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἡ
1038ἐρειδομένη εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ
1039λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἐκ τοιού-
1040των λόγων πράγματι ἐπῆλθε βελτίωσις τοῦ Προϋπολογι-
1041σμοῦ κατὰ τριάκοντα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἤτοι κατὰ
1042τὸ ἓν τέταρτον αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω ἄλλος τις, ἐκτὸς τοῦ
1043κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώ-
1044μην, τὴν ἀντιτιθεμένην ἐκ διαμέτρου καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν
1045τῶν οἰκονομικῶν μας, ἥτις μᾶς διδάσκει ὅτι πολλάκις μέ-
1046χρι τοῦδε εἴχομεν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ὀφειλόμενα
1047εἰς οἰκονομίας, εἰς νέα φορολογικὰ βάρη καὶ εἰς καιρικὰς
1048περιστάσεις, καὶ ὅτι μεθ’ ὅλα ταῦτα κατὰ περιόδους ἐνεφα-
1049νίζοντο ἐλλείμματα, καταλήγοντα εἰς κρίσεις, ἅπαξ δὲ καὶ
1050εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν. Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
1051νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους. Ἀρκεῖ ν’ ἀνα-
1052σκοπήσωμεν τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 χρονικὴν περίοδον, ἀφ’
1053ὅτου ἤρξατο νέα ἐποχὴ πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ βίου ἐν
1054Ἑλλάδι.
1055Εἶχε προσαρτηθῆ τότε ἡ Θεσσαλία, μικρὸν δὲ μετὰ τοῦτο
1056ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρι-
1057κούπης. Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῆς τότε κρα-
1058τούσης αἰσιοδοξίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομο-
1059σχέδια, δι’ ὧν ἐπετίθεντο μὲν νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τὸν
1060λαόν, ἀλλ’ ηὔξανον ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολο-
1061γισμοῦ, ἐγίνετο δὲ ἔναρξις νέας πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς
1062χώρας καὶ κατασκευῆς πολλῶν δημοσίων ἔργων. Ὁ τότε
1063Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Καλλιγᾶς, ἐρωτηθεὶς ἐν μιᾷ
1064τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, πόθεν θὰ ἐπορίζετο ἡ Κυ-
1065βέρνησις τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, διεκήρυξεν: «Ἔχομεν ἑκα-
1066τομμύρια δεξιᾷ, ἑκατομμύρια ἀριστερᾷ». Καὶ ὅμως μετ’
1067ὀλίγον ἐξερράγη οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις μικροῦ δεῖν κατέ-
1068ληγεν εἰς πλήρη καταστροφήν.
1069Ἐν ἔτει 1886 ἐπανελθὼν ὁ Τρικούπης εἰς τὴν Κυβέρ-
1070νησιν προέβη ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς
1071νέα φορολογικὰ βάρη, ἀποκαταστήσας οὕτω τὸ ἰσοζύγιον.
1072Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐξερράγη κρίσις, καταλήξασα τῷ 1893
1073εἰς ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον
1074τοῦ 1897 συνωμολογήθη ὁ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν δανει-
1075στῶν τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ἀνεκουφίσθη κατὰ πολὺ ὁ Προϋ-
1076πολογισμός, καὶ εἴχομεν ἔκτοτε περισσεύματα, ἅτινα ὅμως
1077μετ’ ὀλίγον μετετράπησαν εἰς ἐλλείμματα, ἕως οὗ τῷ 1905
1078κατελήξαμεν καὶ πάλιν εἰς κρίσιν οἰκονομικήν. Αὕτη ἀπε-
1079σοβήθη διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς νέα φορολογικὰ βάρη, ἰδίως
1080διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν δημητρια-
1081κῶν καρπῶν, οὕτω δέ πως εἴχομεν τῷ 1906 περίσσευμα ἐκ
10824,460,746 δραχ., ὅπερ ὅμως αὖθις ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους
1083μεταπίπτει εἰς ἐλλείμματα τῷ 1907 ἐκ 466,651, τῷ 1908
1084ἐξ 7,318,112 καὶ τῷ 1909 ἐξ 11,227,283 δραχ. διὰ
1085τοὺς ἑξῆς κυρίως λόγους.
1086Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἕνεκα τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος
1087ηὔξησεν ἡ γνωστὴ πίστωσις τοῦ κεφ. Δʹ τοῦ Ὑπουργείου
1088τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξ 710,000 τῷ 1905 εἰς 1,350,000 τῷ
10891907, εἰς 3,400,000 τῷ 1908 καὶ εἰς 2,650,000 δραχ. τῷ
10901909. Συγχρόνως προσετέθη καὶ νέον ἔξοδον εἰς τὸν Προϋ-
1091πολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὑπὲρ
1092τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας
1093ἐξ 150,000 τῷ 1906, ἐκ 2,500,000 τῷ 1907, ἐκ 4,000,
1094000 τῷ 1908 καὶ ἐκ 3,000,000 δραχ. τῷ 1909. Ἔπειτα
1095δὲ εἴχομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων, προελθοῦσαν ἰδίως ἐκ τῆς
1096μειώσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἐνῷ κατ’ ἀκολουθίαν
1097σιτοδείας τῷ 1906 εἴχομεν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὸ
1098ἐπιὸν 1907 αὔξησιν τελῶν ἐκ τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσα-
1099γομένων δημητριακῶν καρπῶν εἰς 15,017,392 καὶ εἰς 15,
1100519,450, ἠλαττώθησαν αὐτὰ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη 1908
1101καὶ 1909 διὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τότε ἐν Ἑλλάδι εὐ-
1102φορίαν εἰς 13,277,357 καὶ εἰς 12,693,832 δραχ. Ἕνεκα
1103δὲ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, τῆς ἀρξαμένης ἀπὸ τοῦ 1908
1104καὶ ἐπιταθείσης τῷ 1909, εἴχομεν ἐλάττωσιν καὶ τῶν ἄλ-
1105λων τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἐξ 29,023,063 τοῦ 1907 εἰς
110628,232,773 τῷ 1908 καὶ εἰς 26,168,752 δραχ. τῷ 1909.
1107Ἐν ἄλλαις λέξεσι, Κύριοι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1906
1108ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῷ 1908 κατὰ
11095,750,000, καὶ τῷ 1909 κατὰ 3,900,000 δραχ. (ἡ μείω-
1110σις αὕτη ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1908 ὀφείλεται εἰς τὴν ἡμε-
1111τέραν Κυβέρνησιν, ἥτις τοὺς τελευταίους μῆνας περιέκοψε
1112τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔξοδα κατὰ 1,850,000 δραχ.) Ἐν συγ-
1113κρίσει δὲ πρὸς τὸ 1907, ὅτε εἴχομεν τὴν μεγίστην ἀπόδο-
1114σιν τῶν δημοσίων ἐσόδων πρὸ τοῦ 1910, ἐμειώθησαν αἱ τε-
1115λωνιακαὶ εἰσπράξεις τῷ 1908 κατὰ 3,032,383 καὶ τῷ
11161909 κατὰ 5,679,922. Οὕτω πως ἐπῆλθεν ἐν συνόλῳ χει-
1117ροτέρευσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῷ μὲν 1908 κατὰ 8,782,
1118383, τῷ δὲ 1909 κατὰ 9,579,922 δραχ.
1119Ἰδού, Κύριοι, ἡ ἐξήγησις τῶν πρὸ τοῦ 1910 ἐλλειμμά-
1120των. Ἐξ αὐτῆς πείθεται ἕκαστος ὁπόσον εὐπαθὴς εἶναι ὁ
1121Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ὁπόσον δ’ εὐκόλως μεταβάλλονται
1122τὰ περισσεύματα αὐτοῦ εἰς ἐλλείμματα, ἐπηρεαζόμενα
1123πολλάκις ἐκ τυχαίων ὅλως γεγονότων, χωρὶς νὰ ἔχῃ πολ-
1124λὴν ἐπιρροὴν ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἐπιμελεστέρα ἢ ἀμελεστέρα διοί-
1125κησις τῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀλήθεια αὐτή, ἡ παραγνώ-
1126ρισις τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ δυσκρέστους συνεπείας.
1127Καὶ νῦν ἂς ἴδωμεν πῶς τὸ μέγα ἔλλειμμα τοῦ 1909 με-
1128τετράπη εἰς μέγα περίσσευμα τοῦ 1911.
1129Ἅμα τῇ ἐκ νέου ἐμφανίσει τοῦ ἐλλείμματος τὸ Ὑπουρ-
1130γεῖον Θεοτόκη, ὅπερ ἦτο τότε ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐσκέφθη,
1131λήγοντος τοῦ ἔτους 1908, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ σύνηθες μέ-
1132σον πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἤτοι εἰς νέα φορο-
1133λογικὰ βάρη. Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς τῇ δημοσιονομικῇ εἶχεν
1134ἐκραγῆ ἤδη καὶ οἰκονομικὴ κρίσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας δυσ-
1135φορῶν ὁ λαὸς ἐξανέστη, ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1909, κατὰ
1136πάσης νέας φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀξιῶν πρὸ παντὸς
1137οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, εἶτα δὲ φο-
1138ρολογικὴν μεταρρύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἀνεκουφίζετο μὲν ἐν
1139μέτρῳ δικαίῳ ἡ λαϊκὴ καὶ ἡ μεσαία κοινωνικὴ τάξις, θὰ
1140ἐπεβαρύνετο δὲ ἡ πλουσία τάξις, ἡ μὴ ἐπαρκῶς φορολογου-
1141μένη, καὶ τέλος μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν τῆς διοική-
1142σεως καὶ δικαιοσύνης καὶ προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς
1143ἐθνικῆς οἰκονομίας. Μετ’ ὀλίγον ἐξηγέρθη καὶ ὁ στρατὸς
1144ἐπὶ τῇ ματαιώσει τῆς τότε ἀναμενομένης αἰσίας λύσεως
1145τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῷ ἐξευτελισμῷ καὶ διω-
1146γμῷ, οὓς ὑφίσταντο τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν ἐκ μέρους
1147τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ἠξίωσε δὲ καὶ αὐτὸς νὰ πληρω-
1148θῶσι μὲν τὰ αἰτήματα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ νὰ ληφθῇ
1149πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἀμέσου πολεμικῆς ἡμῶν παρα-
1150σκευῆς, ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν νὰ διεκδικήσωμεν ἐν ἀνάγκῃ
1151διὰ τῶν ὅπλων τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια. Οὕτω πως ὅμως
1152ἐτέθη τότε τὸ μέγα καὶ δυσεπίλυτον οἰκονομικὸν πρόβλημα
1153ἐνώπιόν μας, τὸ πρόβλημα τῆς βελτιώσεως τοῦ Προϋπολο-
1154γισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 20 τουλάχιστον ἑκατομμύρια·
1155διότι οὕτω πως μόνον ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν
1156κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ τότε ὑπελογίζετο εἰς 8 πε-
1157ρίπου ἑκατομμύρια, προσέτι δὲ εἰς τὴν πολεμικὴν παρα-
1158σκευὴν καὶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἄλλων αἰτημάτων τοῦ
1159Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸ τοῦ τοιούτου, Κύριοι, προβλήματος
1160ἔμειναν τότε πάντες οἱ ἄλλοι ἰλιγγιῶντες, διότι ἐθεώρουν
1161ἀμήχανον ὅλως τὴν λύσιν αὐτοῦ. Μόνη ἡ ἐθνικὴ μερὶς ἡ
1162ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας πολιτευτοῦ
1163εἶχε τὸ θάρρος τότε νὰ δημοσιεύσῃ λεπτομερὲς πρόγραμμα,
1164δι’ οὗ ἐπηγγέλλετο καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1165κατὰ 20 ἑκατομμύρια περίπου καὶ τὴν πλήρωσιν πάντων
1166τῶν αἰτημάτων τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἀνάγκην
1167δὲ τότε καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ στραφῶσι πρὸς
1168τὴν πολιτικὴν ταύτην μερίδα, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος ἀνελάμ-
1169βανε τὴν πραγμάτωσιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἅμα
1170τῇ ἐκρήξει τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 15 Αὐγούστου ἐκλήθη
1171αὐτὴ εἰς τὴν Ἀρχήν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπαγγελίας της
1172καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν, μάλιστα δὲ ὑπὸ οἰκονομικήν,
1173ἀφοῦ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἦτο ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς
1174παντὸς ἄλλου ζητήματος, οὕτως ὥστε ἄνευ τῆς αἰσίας
1175αὐτοῦ λύσεως νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς λύσεως
1176οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος.
1177Θὰ ἐνθυμῆσθε, Κύριοι, πάντες ὑφ’ ὁποίας περιστάσεις εἴχο-
1178μεν ἀναλάβει ἡμεῖς τῇ 15 Αὐγούστου 1909 τὴν Κυβέρνησιν.
1179Εἰ καὶ περιεσπώμεθα τότε νύκτα καὶ ἡμέραν ὑπὸ παντοίων
1180μεριμνῶν καὶ φροντίδων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διασαλευ-
1181θείσης τάξεως καὶ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν καθημερινῶν
1182ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, κινδυνεύοντος ἀπὸ στιγμῆς
1183εἰς στιγμὴν ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς, οὐχ ἧττον
1184οὐδόλως ὠλιγωρήσαμεν καὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου.
1185Ἐνεφανίσθημεν τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῇ 20 Σεπτεμ-
1186βρίου, μετὰ μίαν δ’ ἑβδομάδα ἐγένετο καθ’ ἡμῶν σφοδρὰ
1187ἐπίθεσις ἐν αὐτῇ, διότι δὲν εἴχομεν ὑποβάλει ἀκόμη ὁλό-
1188κληρον τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, τὴν μεταρρυθμιστι-
1189κὴν καὶ ἀνορθωτικὴν τῶν πάντων, μάλιστα δὲ τῶν οἰκο-
1190νομικῶν. Λάβρος, Κύριοι, ἰδίως ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐπίθεσιν
1191ἐκείνην ὁ τότε βουλευτὴς Βάλτου κ. Στράτος, ὅστις μονο-
1192νουχὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του, διότι ἡμεῖς ἐντὸς ἑπτὰ ἑβδο-
1193μάδων καὶ ἐν μέσῳ ὅλων ἐκείνων τῶν περιπετειῶν δὲν εἴ-
1194χομεν κατορθώσει νὰ προσκομίσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη
1195τὴν νομοθετικήν μας ἐργασίαν. Τώρα ὅμως, ὡς Ὑπουργὸς
1196τῶν Ναυτικῶν, εἶναι αὐτὸς μέλος τῆς παρούσης Κυβερνή-
1197σεως, ἥτις ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη προΐσταται τῶν κοινῶν
1198ἀπολαύουσα τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης καὶ τοῦ Στέμμα-
1199τος καὶ τῆς Βουλῆς, χωρὶς μέχρι τοῦδε ὄχι μόνον πλήρη νο-
1200μοθετικὴν ἐργασίαν νὰ μὴ παρουσιάσῃ, ἀλλὰ μηδὲ νὰ εἶναι
1201κἂν εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σαφῶς καὶ
1202ἀπεριφράστως ποία εἶναι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ περίφημος
1203δημοσιονομική της πολιτική, τὴν ὁποίαν κατ’ ὄνομα μόνον
1204ἀναφέρουσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν οἱ μακάριοι ἐπὶ τῶν Οἰ-
1205κονομικῶν Ὑπουργοί της. Ὁ κ. Στράτος τώρα οὐδόλως αἰσθά-
1206νεται τὴν συνείδησίν του ἐξεγειρομένην κατ’ αὐτῆς τῆς κατα-
1207στάσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον μάλιστα φαίνεται καὶ πολὺ ηὐ-
1208χαριστημένος ἐξ αὐτῆς. Ἐν τούτοις, Κύριοι, τῇ 30 Σεπτεμ-
1209βρίου, ἤτοι ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς μας
1210εἰς τὴν Ἀρχήν, ὑπεβάλομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν σωρείαν νο-
1211μοσχεδίων, μεταρρυθμιστικῶν τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ πο-
1212λεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ, τῆς δικαιοσύνης καὶ διοικήσεως, τῆς
1213Ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας, τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν ὑπηρε-
1214σίας καὶ τέλος τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ καθόλου τῆς
1215ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Οἱ καλοθεληταὶ ἡμῶν ἀνέκρουσαν
1216τότε πρύμναν κατακρίνοντες ἡμᾶς οὐχὶ πλέον διὰ τὴν βρα-
1217δύτητα, ἀλλὰ διὰ τὴν μεγάλην σπουδήν, μεθ’ ἧς συνετά-
1218ξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδιά μας,
1219ἅτινα ἔσπευσαν νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτοὶ ὡς ἀμελέτητα
1220καὶ ὡς συνταχθέντα, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπὶ τοῦ γόνατος, χω-
1221ρὶς κἂν προηγουμένως ν’ ἀναγνώσωσιν αὐτά.
1222Ἐκεῖνοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἴσως καθ’ ὅλον τὸν
1223βίον των ἐσκέφθησαν σοβαρῶς περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκο-
1224νομικῶν ἡμῶν ζητημάτων, δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσι
1225πῶς ἄλλοι ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων κατώρθωσαν νὰ διατυ-
1226πώσωσιν εἰς νομοσχέδια τὸ πόρισμα τριακονταετῶν μελε-
1227τῶν καὶ ἀγώνων δημοσιογραφικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν.
1228Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ζητήματα εἶχον πρὸ πολλοῦ ἤδη διο-
1229νυχισθῆ καὶ εἶχεν ἀποκρυσταλλωθῆ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει
1230ἡ λύσις αὐτῶν, ἡ ὁποία καὶ πρὸ δεκαετίας ἤδη εἶχε διατυ-
1231πωθῆ εἰς πρόγραμμα λεπτομερὲς καὶ ἐξακριβωμένον ἐν πᾶ-
1232σιν. Ἦτο, Κύριοι, αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον λήγοντος
1233τοῦ ἔτους 1908 εἴχομεν συντάξει καὶ ἀπευθύνει πρὸς τὸν
1234Ἑλληνικὸν λαὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευ-
1235τοῦ ὡς πρόγραμμα τῆς τότε ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν του συστα-
1236θείσης νέας πολιτικῆς μερίδος. Ἂν δὲ ὑπὸ τὰς τότε κρα-
1237τούσας πολιτικὰς συνθήκας εἶχεν ἀποβῆ ἀδύνατος ἡ ἐφαρ-
1238μογή του, ἐν ἔτει ὅμως 1909 ὑπὸ τὴν τότε ἐξέγερσιν τοῦ
1239λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, ζητούντων μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρ-
1240θωσιν τῶν πάντων, ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπέ-
1241στη ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τεθῇ
1242εἰς ἐνέργειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν.
1243Ἂν δ’ ἔκτοτε, Κύριοι, τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἐφαρμοσθὲν
1244ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρπούς· ἂν ἔκτοτε παρατηρεῖται παρ’
1245ἡμῖν μεταρρύθμισις καὶ ἀνόρθωσις τῶν πάντων· ἂν ἔκτοτε
1246ἔχει δημιουργηθῆ ἐν μιᾷ λέξει νέα Ἑλλάς, πάντα ταῦτα
1247ὀφείλονται κατὰ πρώτιστον καὶ κυριώτατον λόγον εἰς τὴν
1248νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Δʹ Συνόδου τῆς ΙΗʹ Βουλευτικῆς
1249Περιόδου. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν νὰ τύχω νῦν
1250ἀναγνωρίσεώς τινος διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην παρὰ τῶν ἔκ-
1251τοτε δρεπόντων τοὺς καρποὺς αὐτῆς. Ἂν συνετέλεσα κατά
1252τι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐόδωσιν αὐτῆς, ἀρκεῖ δι’ ἐμὲ ἡ ἀγαθὴ
1253συνείδησις ὅτι ἐξεπλήρωσα οὕτω πως ἓν καθῆκον πρὸς τὴν
1254πατρίδα μου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον συνειδήσεως νὰ
1255τύχωσι δι’ αὐτὴν τῆς προσηκούσης ἀναγνωρίσεως ὁ τότε Πρό-
1256εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ
1257καθόλου ἡ Βουλὴ τῆς ΙΗʹ Περιόδου.
1258Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐγκολπωθεὶς τὸ
1259πρόγραμμα ἐκεῖνο κατώρθωσε διὰ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον
1260προσδίδει εἰς αὐτὸν τὸ ἔνδοξον ὄνομα, ὅπερ φέρει, καὶ ἡ
1261προσωπική του ἀξία καὶ ἐπιβολή, ν’ ἀχθῇ αὐτὸ εἰς αἴσιον
1262πέρας. Ἀλλὰ πᾶσα ἡ ἐργασία ἐκείνη θὰ ἐματαιοῦτο, ἐὰν
1263δὲν ἐτυγχάνομεν τότε τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, ἰδίως δὲ
1264τοῦ ἡγέτου τῆς ἐν αὐτῇ πλειονοψηφίας κ. Γ. Θεοτόκη. Οὐ-
1265δεμία ἀνθρωπίνη δύναμις θὰ κατώρθου νὰ ἐξαναγκάσῃ τοῦ-
1266τον, ἄκοντα, ὡς ἐνόμισάν τινες, ἵνα ἐγκαταλίπῃ τότε τὴν
1267Κέρκυραν καὶ ἐπανερχόμενος ἐνταῦθα ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς
1268φίλους του, ἵνα περιβάλωσι διὰ τῆς ψήφου των τὸ νομοθε-
1269τικόν μας ἔργον. Διὰ τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς νομιμοφρο-
1270σύνης του συνετέλεσεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ ἐκ Κερκύρας
1271πολιτευτής, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκείνη ψηφίσῃ τὸ μεταρρυθμιστι-
1272κὸν καὶ ἀνορθωτικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, οὕτω δὲ ἀπεφύγο-
1273μεν τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ἥτις κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ
1274ὡδήγει τὴν χώραν ἡμῶν εἰς οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν χάος.
1275Ἡ Βουλή, Κύριοι, τῆς ΙΗʹ Περιόδου ἐντὸς τριῶν μηνῶν
1276καὶ ἡμίσεος ἤγαγε τότε εἰς πέρας τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἔργον
1277νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη Βουλὴ ἔχει νὰ ἐπι-
1278δείξῃ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται αὐτὴ νὰ ὑπερηφανεύη-
1279ται. Ἂν δὲ ὑπάρχουσι τώρα οἱ βάλλοντες καὶ κατ’ αὐτῆς,
1280ὡς καὶ καθ’ ὅλου τοῦ παρελθόντος ἀδιακρίτως, τὸν λίθον
1281τοῦ ἀναθέματος, ἡ ἱστορία ὅμως μίαν ἡμέραν θὰ δικαιώσῃ
1282αὐτὴν πληρέστατα ἀνομολογοῦσα ὅτι διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς
1283συνετελέσθη τὸ μέγα μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀνορθωτικὸν
1284ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλοι τὴν σήμερον καυχῶνται. Καὶ
1285νῦν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον ἡμῶν θέμα, τὸ οἰκονομικόν.
1286Πολύς, Κύριοι, λόγος γίνεται ἀπό τινος παρ’ ἡμῖν περὶ
1287δημοσιονομικῆς πολιτικῆς, χωρὶς ὅμως οἱ πολλοὶ νὰ ἔχωσι
1288σαφῆ ἔννοιαν τοῦ πράγματος. Περὶ δημοσιονομικῆς πολιτι-
1289κῆς ὡμίλησαν ἤδη ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ πάντοτε γενικῶς
1290καὶ ἀορίστως, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ.
1291Λ. Κορομηλᾶς, εἰσηγούμενος τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ
12921911 καὶ 1912, καὶ ὁ νῦν κ. Ἀλ. Διομήδης, εἰσηγούμενος
1293τὸν τοῦ 1913. Ἐξ ὅσων ὅμως εἶπον αὐτοὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον
1294ἓν ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ὅτι ἀμφότεροι ὑπὸ δημοσιονο-
1295μικὴν πολιτικὴν ἐννοοῦσιν ἓν εἶδος μουσικῆς τοῦ μέλλοντος,
1296τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ἀναβάλλουσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος,
1297ὁ πρῶτος αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1911 εἰς τὸ 1912 καὶ ἀπὸ τοῦ
12981912 εἰς τὸ 1913, ὁ δὲ δεύτερος ἀπὸ τοῦ 1913 εἰς τὸ 1914
1299καὶ πάλιν βλέπομεν.
1300Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ὅπου τὸ πρῶτον ἐγένετο χρῆσις τοῦ
1301περὶ οὗ ὁ λόγος ὅρου, ὑπὸ δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἐν-
1302νοοῦσι τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων,
1303τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν δημοσίων οἰκονο-
1304μικῶν, ὡς ὑπὸ οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐννοοῦσι τὸ σύνολον
1305τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, τῶν ἀφορώντων
1306εἰς τὴν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας.
1307Τοιαύτην ἔννοιαν ἔχοντες καὶ ἡμεῖς τοῦ πράγματος ἐσπεύ-
1308σαμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν δεκάδας ὅλας νομο-
1309σχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκο-
1310νομικῶν μας, ἐπιφυλαττόμενοι μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρ-
1311μογήν των νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διοικητικὰ
1312μέτρα, ἅτινα ὁμοῦ μετὰ τῶν νομοθετικῶν θὰ συναπετέλουν
1313τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν μας. Τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν
1314μέτρα ἀνεφέροντο εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων οἰκονο-
1315μικῶν, εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ εἰς τὴν φορολογικὴν μεταρ-
1316ρύθμισιν.
1317Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐφροντίσαμεν νὰ θέσωμεν εἰς τάξιν
1318τὰ δημόσια οἰκονομικά μας, καθιεροῦντες ἀληθῆ προσόντα
1319καὶ μονιμότητα ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουρ-
1320γείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναδιοργανοῦντες τὰς διαφόρους
1321ὑπηρεσίας, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τούτου,
1322ἰδίως δὲ τὴν λογιστικήν, ταμειακὴν καὶ τελωνικήν. Δωδε-
1323κὰς νόμων, ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ ἡμετέρᾳ εἰση-
1324γήσει μαρτυρεῖ περὶ τῆς τοιαύτης μερίμνης ἡμῶν. Ἀλλὰ
1325κορωνὶς ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξεν ὁ ͵ΓΤΟΔʹ νόμος τῆς 10 Ὀκτω-
1326βρίου 1909 ἢ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ
1327νόμου ΣΙΒʹ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν
1328δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ
1329τοῦ Κράτους.
1330Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, τούτου μετατίθεται ἡ ἀρχὴ τοῦ
1331οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου εἰς τὴν 1 Ἰου-
1332λίου καὶ περιορίζεται ἡ διάρκειά του ἐξ 22 εἰς 18 μῆνας,
1333ὅπως οὕτω συντάσσηται καὶ συζητῆται ὁ Προϋπολογισμὸς
1334ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προηγουμένης χρή-
1335σεως, ψηφίζηται δὲ οὗτος πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του. Εἶτα δὲ
1336ἐπιβάλλεται ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἀναγκαίων ἀναπληρωματικῶν
1337καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐν ἑκάστῳ Προϋπολογισμῷ, ὅπως
1338προβλέπωνται οὕτω καὶ τὰ ἀντίστοιχα ποσὰ ἐν τοῖς ἐσόδοις.
1339Πρὸς τούτοις ἀπαγορεύεται 1) ἡ ὑποδιαίρεσις τῶν ἄρθρων
1340τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἐδάφια, ἡ παρέχουσα ἀφορμὴν εἰς
1341παντοίας καταστρατηγήσεις, 2) ἡ πληρωμὴ ἐνταλμάτων
1342μὴ θεωρηθέντων ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1343δρίου, 3) ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων μὴ
1344στηριζομένων εἰς νόμον, 4) ἡ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἀναδοχὴ
1345νέων ἐξόδων ἢ αὔξησις αὐτῶν, πρὶν ἢ χορηγηθῇ ἡ ἀπαιτου-
1346μένη διὰ τὴν πληρωμήν των πίστωσις, καὶ 5) ἡ ἄνευ δια-
1347γωνισμοῦ ἔκδοσις πάσης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους προ-
1348μηθείας ἢ ἐργασίας καὶ ἡ μίσθωσις ἰδιωτικῶν κτιρίων χάριν
1349τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου.
1350Ἡ ὅλη, Κύριοι, νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία, ἡ ἀφορῶσα
1351εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ὑπῆρξε τοιαύ-
1352τη, ὥστε, ἐὰν ἐφηρμόζετο αὐτή, οὐ μόνον πᾶσα κατάχρησις
1353περί τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θὰ ἐπατάσ-
1354σετο κατὰ κεφαλῆς διὰ τῆς καθιερώσεως ζῶντος καὶ ἐνερ-
1355γοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς ὅλης οἰκονομι-
1356κῆς διαχειρίσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ κυρία πηγὴ τῶν ἐλλειμμά-
1357των τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐστείρευε. Δυστυχῶς ὅμως τὸ
1358διάδοχον ἡμῶν Ὑπουργεῖον ἔσπευσεν ἄλλας μὲν τῶν νομο-
1359θετικῶν ἐκείνων διατάξεων νὰ καταργήσῃ, ἄλλων δὲ τὴν
1360ἰσχὺν ν’ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀόριστον. Μεταξὺ τῶν τελευταίων
1361τούτων εἶναι καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν μετάθεσιν τῆς ἀρχῆς
1362καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς διαρκείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους,
1363προσέτι δὲ εἰς τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώ-
1364σεις. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπανειλημμένως συνέστησεν
1365εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰς ἰσχὺν ἐπαναφορὰν τῶν περὶ ὧν
1366ὁ λόγος διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ προκάτοχον καὶ τὸ ἐνε-
1367στὼς Ὑπουργεῖον ἐκώφευσαν πρὸς τὰς τοιαύτας συστάσεις.
1368Μετὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἔπρεπε
1369νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰς οἰκονομίας. Ἡμεῖς,
1370Κύριοι, εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἔτι καὶ νῦν τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε
1371πρὸς καιρὸν τουλάχιστον νὰ ὑποχωρήσῃ πᾶσα ἄλλη βλέψις
1372καὶ δαπάνη εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ εὐρέος ἰσο-
1373ζυγίου μὲ περιθώριον, ἐπιτρέπον τὴν ταχεῖαν πολεμικὴν
1374παρασκευὴν τῆς χώρας· διότι ἐγινώσκομεν ἔκτοτε ὅτι ἐπέ-
1375κειτο σύρραξις ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, καθ’ ἣν δὲν
1376ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ ἀνέτοιμος ἔξω τοῦ νυμφῶνος. Διὰ
1377τοῦτο ἀπεφασίσαμεν τότε νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν
1378οἰκονομίαν ἀποκόπτοντες οὐ μόνον τὰς περιττάς, ἀλλὰ καὶ
1379τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας. Περιεστείλαμεν τότε
1380τὰς γνωστὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
1381τερικῶν κατὰ δύο ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, κατηργήσαμεν
1382δὲ τὸ βοήθημα ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας καὶ
1383Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὅπερ τῷ 1908 εἶχεν ἀνέλθει εἰς
1384τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ προέβημεν εἰς πολλὰς οἰκονομίας
1385ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ἐλαττοῦντες
1386οὕτω πως τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ δώδεκα
1387περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ ἀποκατεστάθησαν μὲν ὑπὸ τῶν
1388διαδόχων ἡμῶν Ὑπουργείων πολλαὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων,
1389ἐναπέμειναν ὅμως καὶ οὕτως οἰκονομίαι ἀνερχόμεναι εἰς
1390πολλὰ ἑκατομμύρια.
1391Ὡς παραδείγματα, Κύριοι, σᾶς ἀναφέρω τὰς ἐπιτευχθεί-
1392σας οἰκονομίας ἐκ τῆς μισθώσεως ἰδιωτικῶν κτιρίων χάριν
1393τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου διὰ δημοπρασίας, ἐκ τῶν προ-
1394καταβολῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκ τῆς
1395καθιερωθείσης ἀποκεντρώσεως ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τοῦ
1396δημοσίου ἡμῶν βίου, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ἡ μονιμό-
1397της ἄρχεται οὐχὶ μετὰ δεκαεξαετῆ, ὡς πρίν, ὑπηρεσίαν,
1398ἀλλ’ ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς αὐτήν, δὲν μετατίθενται δὲ πλέον
1399εὐκόλως οἱ ὑπάλληλοι. Ἐκ μόνων τῶν προκαταβολῶν τῆς
1400στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν οἰκονομίαν ὑπὲρ τὸ ἑκα-
1401τομμύριον. Τὴν οἰκονομίαν ταύτην ὡμολόγησε καὶ ὁ κ.
1402Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὅμως παραδόξως πως
1403ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ καὶ αὐτὴν ὡς «ἔργον καλῆς δια-
1404χειρίσεως τῆς διοικήσεως», ἴσως διότι ἀγνοεῖ ὅτι αὕτη
1405εἶναι ἀποκλειστικὸν κατόρθωμα τοῦ νόμου ͵ΓΤΞʹ τῆς 24
1406Ὀκτωβρίου 1909 «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ
1407στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως» καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατά-
1408γματος τῆς 13 Ἰανουαρίου 1910. Διὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ
1409Διατάγματος, περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν, ἐθέσαμεν ἡμεῖς πέδας
1410σιδηρᾶς εἰς τὰς χεῖρας τῶν δημάρχων καὶ τῶν νομαρχῶν,
1411τὸ τελευταῖον δὲ τοῦτο πρέπει νὰ γινώσκῃ αὐτός, ἀφοῦ
1412τότε ὑπηρέτει ὡς νομάρχης.
1413Ἐάν, Κύριοι, ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην
1414τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, θὰ ἠρκούμεθα εἰς μόνας
1415τὰς οἰκονομίας ταύτας καὶ θ’ ἀνεμένομεν τὴν αὔξησιν καὶ
1416τῶν ἄλλων εἰσπράξεων, ἰδίως δὲ τῶν τελωνειακῶν, αἵτινες
1417θὰ ἐπανήρχοντο θᾶττον ἢ βράδιον εἰς ὃ σημεῖον εἶχον φθάσει
1418τῷ 1907. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν τότε κατάλληλον τὴν
1419στιγμήν, ἵνα προβῶμεν εἰς φορολογικὴν μεταρρύθμισιν,
1420καθ’ ἣν θὰ ἐπεβάλλομεν νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τοὺς δυ-
1421ναμένους νὰ φέρωσιν αὐτὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξασφα-
1422λίσωμεν οὕτω πως τὰ μέσα τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς,
1423νὰ καταστήσωμεν δὲ δυνατὴν καὶ τὴν ἐν μέτρῳ φορολογικὴν
1424ἀνακούφισιν τῶν ἀπορωτέρων καὶ τὴν προστασίαν καὶ ἐνί-
1425σχυσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας.
1426Ἔχομεν, Κύριοι, φορολογικὴν δυσαναλογίαν ἐν Ἑλλάδι,
1427οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἀπαντῶσαν. Ἀλλαχοῦ
1428οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι κυρίως τὰς εὐπόρους καὶ πλου-
1429σίας τάξεις, οἱ δ’ ἔμμεσοι φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπιπί-
1430πτουσι καὶ εἰς αὐτὰς καὶ εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Εἶναι ὅμως
1431οἱ ἔμμεσοι φόροι τόσον ἐπαχθεῖς, ὥστε αἱ τελευταῖαι αὗται
1432τάξεις ἐξανίστανται ἐναντίον των ἀγωνιζόμεναι ὑπὲρ ἀνα-
1433κουφίσεως ἐξ αὐτῶν, ἐπιβαρυνομένων ἔτι μᾶλλον τῶν εὐ-
1434πόρων καὶ πλουσίων τάξεων διὰ τῶν ἀμέσων φόρων.
1435Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι ὑπὸ πᾶσαν
1436ἔποψιν. Παρ’ ἡμῖν καὶ οἱ ἔμμεσοι καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπι-
1437βαρύνουσι μᾶλλον τὴν μεσαίαν κοινωνικὴν καὶ τὰς λαϊκὰς
1438τάξεις. Μέχρι τοῦ 1909 οἱ ἄμεσοι φόροι τῶν ἀροτριώντων
1439κτηνῶν, τῶν ἀμπέλων, τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, τῶν οἰκο-
1440δομῶν καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτὰς κυρίως ἔπληττον, ἐπι-
1441βαλλόμενοι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ ἀναλογοῦντες
1442πολλάκις πρὸς 10, 20, 30, 40 καὶ πλέον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ
1443τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἀνώνυμοι
1444ἑταιρεῖαι ὤφειλον νὰ καταβάλλωσι μόνον 5% ἐπὶ τῶν
1445καθαρῶν κερδῶν των. Καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔπληττον κυ-
1446ρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν μεσαίαν κοινωνικὴν καὶ τὰς λαϊ-
1447κὰς τάξεις, ἀνερχόμενοι ἐπὶ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης,
1448οἷον τοῦ ἄρτου, τῆς σακχάρεως, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ
1449ἅλατος, εἰς 30, 200, 300 καὶ 1400 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ
1450ἀντικείμενα ἀπολαυστικὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ
1451τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς τὸ οἰνόπνευμα καὶ αἱ ἐκρηκτι-
1452καὶ ὗλαι, ἔμενον ἐντελῶς ἀφορολόγητοι.
1453Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀνελάβομεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν κατὰ
1454τὸ δυνατὸν τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν
1455κυριωτάτων γνωρισμάτων τῆς ἰσοπολιτείας, τὸν ἀκρογω-
1456νιαῖον τοῦτον λίθον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τό-
1457σον ὑπὸ ἔποψιν ἀμέσων, ὅσον καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐμμέσων φό-
1458ρων. Καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν ἠθελή-
1459σαμεν νὰ μεταθέσωμεν ἐν μέτρῳ δικαίῳ τὰ φορολογικὰ βάρη
1460ἐκ τῶν ὤμων τῆς μεσαίας κοινωνικῆς καὶ τῶν λαϊκῶν τά-
1461ξεων εἰς τοὺς τῶν πλουσίων. Ἀλλ’ ὠφείλομεν εἰς τὴν τοι-
1462αύτην μεταρρύθμισιν νὰ προβῶμεν μετὰ πολλῆς τῆς περισκέ-
1463ψεως καὶ οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὠφείλομεν πρῶτον νὰ
1464ἐπιβάλωμεν τὰ νέα βάρη εἰς τὰς εὐπόρους καὶ πλουσίας
1465τάξεις καί, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐπειθόμεθα
1466ὅτι δὲν διέτρεχον κανένα κίνδυνον διαταράξεως τὰ δημόσια
1467ἡμῶν οἰκονομικά, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὰς φορολογικὰς
1468ἀνακουφίσεις τῆς μεσαίας κοινωνικῆς καὶ τῶν λαϊκῶν
1469τάξεων.
1470Τοιαύτην, Κύριοι, φορολογικὴν μεταρρύθμισιν ἐπεδιώξα-
1471μεν ἡμεῖς. Ἐν τούτοις ὑπῆρξαν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι οἱ νέοι
1472ἡμῶν φόροι ἔπληξαν τὰς λαϊκὰς τάξεις ἢ ὅτι ἡμεῖς ἐπε-
1473βάλομεν μόνον ἐμμέσους φόρους καὶ οὐχὶ ἀμέσους, ἐναντίον
1474τῶν διδαγμάτων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας τῶν ἄλ-
1475λων λαῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων. Καὶ εὑρέθησαν
1476δυστυχῶς οἱ ἀγαθόπιστοι, οἱ ἀποδεχόμενοι ἀβασανίστως
1477πᾶν ὅ,τι λέγουσιν οἱ ἄλλοι, ἀρκεῖ μόνον οὗτοι ν’ ἀποφαί-
1478νωνται ἀποφθεγματικῶς καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, τῆς
1479ὁποίας νομίζουσιν ὅτι κατέχουσιν αὐτοὶ τὸ μονοπώλιον.
1480Ἐγὼ προκαλῶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μὴ ἰσχυρίζωνται μό-
1481νον ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδείξωσι τὸν ἰσχυρισμόν των.
1482Τοὺς προκαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδείξωσιν, ἂν δύνανται, ὅτι
1483οἱ νέοι ἡμῶν φόροι ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν
1484ἀξιῶν, ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ τῶν κληροδοσιῶν καὶ ἐπὶ
1485τῶν οἰκοπέδων, τῶν ἐχόντων ἀξίαν ἄνω τῶν 5 χιλιάδων
1486δραχμῶν, ὅτι ὁ αὐξηθεὶς ὑφ’ ἡμῶν φόρος ἐπὶ τῶν βοσκησί-
1487μων γαιῶν καὶ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος, ὁ ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τῶν
1488ἐργοστασίων τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος,
1489ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν καὶ αὐτοκινήτων, προσέτι δὲ
1490ἐπὶ πολλῶν νέων ἐργοστασιαρχῶν καὶ μεγάλων ἐπιτηδευ-
1491ματιῶν ἀγνώστων εἰς τὸν παλαιότερον νόμον περὶ φόρου
1492ἐπιτηδεύματος, ὅτι ὁ αὐξηθεὶς φόρος ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερ-
1493δῶν τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν,
1494προσέτι ὁ ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν καὶ τῶν ξένων ἀτμοπλοϊ-
1495κῶν ἑταιρειῶν, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ λατομείων,
1496ὅτι, λέγω, ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόροι ἡμῶν δὲν εἶναι ἄμεσοι, ἀλλ’
1497ἔμμεσοι, καὶ ὅτι ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ
1498τὰς λαϊκὰς τάξεις!
1499Τοὺς προκαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδείξωσιν ὡσαύτως, ἂν δύ-
1500νανται, ὅτι οἱ νέοι ἔμμεσοι ἡμῶν φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώ-
1501σεως τοῦ οἰνοπνεύματος, τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν
1502σφαγίων, τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ φωταερίου εἶναι
1503ἄδικοι καὶ ἐπιβαρύνουσι καὶ αὐτοὶ οὐχὶ τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ
1504τὰς λαϊκὰς τάξεις, ὅτι δὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι παρ’
1505ἡμῖν, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπάρχει λαὸς πεπολιτισμένος ἢ
1506ἡμιπολίτιστος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουσιν ἐπιβληθῆ αὐτοί,
1507βαρύτεροι μάλιστα ἢ ἐν Ἑλλάδι!
1508Τοὺς προκαλῶ τέλος ν’ ἀποδείξωσι κατὰ τί προσεκρού-
1509σαμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαίας καὶ ἀναλογικῆς φορο-
1510λογίας ἀνακουφίσαντες ὡρισμένας λαϊκὰς τάξεις ἐκ τῶν δυσ-
1511βαστάκτων βαρῶν των, ὡς τοὺς ἁμαξηλάτας καὶ καρραγω-
1512γεῖς, τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς, τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς
1513ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς καὶ μικροϊδιοκτήτας γεωργούς, καὶ
1514θελήσαντες διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως νὰ ἐξασφα-
1515λίσωμεν ταύτην εἰς τὸν λαὸν ἀντὶ μικροτέρας τιμῆς, εἰς καλ-
1516λιτέραν ποιότητα καὶ ἀκριβοζυγισμένην.
1517Ἡμεῖς, Κύριοι, εἰργάσθημεν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως
1518τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου ἐκ 30 εἰς 20 δραχμὰς τὸ κιβώ-
1519τιον, ἀλλὰ δὲν ἐπετύχομεν τοῦ σκοποῦ ἡμῶν ἐκ λόγων
1520ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μας. Ἐσκέφθημεν καὶ περὶ δα-
1521σμολογικῶν ἀνακουφίσεων, πρὸς τοῦτο δὲ ὑπεβάλομεν νο-
1522μοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπερ ψηφισθὲν ἔκτοτε ἐγένετο
1523νόμος τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοῦ συνιστᾶτο ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνω-
1524τέρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἐξ εἰδικῶν ἐπιστημόνων
1525καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ
1526τῆς γεωργίας, εἰς ἣν ἀνετίθετο ἡ συστηματικὴ μελέτη καὶ
1527ἐπεξεργασία τοῦ δασμολογίου κατὰ τρόπον συνδυάζοντα
1528τὰ διάφορα συμφέροντα, τὰ συγκρουόμενα ἐν αὐτῷ. Ἐν τῷ
1529μεταξὺ θὰ εἴχομεν πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων φο-
1530ρολογικῶν μας μέτρων καί, καθ’ ὅσον θὰ μᾶς ἐπέτρεπον αὐτά,
1531θὰ προεβαίνομεν εἰς δασμολογικὰς ἀνακουφίσεις ἐπὶ τῇ βά-
1532σει τῶν πορισμάτων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς. Καὶ
1533καθυστεροῦσι μὲν ἔτι τὰ πορίσματα ταύτης, εἰ καὶ ἔχει πρὸ
1534τριετίας καὶ ἐπέκεινα δημοσιευθῆ ὁ σχετικὸς νόμος. Ἀλλ’
1535ἔχομεν ἤδη πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῶν φορολογικῶν μας
1536μέτρων κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν
1537τῆς χρήσεως 1911, εἰς αὐτὴν δὲ τὴν ἐξέτασιν μεταβαίνω
1538νῦν, ὅπως ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
1539ποῦ κυρίως ὀφείλεται τὸ μέγα αὐτῆς περίσσευμα.
1540Εἰσηγούμενος, Κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 εἰς
1541τὴν Βουλήν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελόγισα
1542ἐγὼ αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν νέων φορολογικῶν μας μέτρων
1543περὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια. Ἐθεωρήθην τότε ὡς ἄγαν αἰσιό-
1544δοξος, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο δὲν μοὶ ἔκαμε τόσην αἴσθη-
1545σιν, ὅσην ὁ στόμφος, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ πρώην Ὑπουργὸς
1546ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶς, εἰσηγούμενος εἰς τὴν
1547Βουλὴν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1911 καὶ 1912, δὲν
1548ἐδίστασε νὰ μὲ κακίσῃ, ὡς ὑπολειφθέντα ἐν τοῖς ὑπολογι-
1549σμοῖς μου ἐκείνοις καθ’ ἑκατομμύρια πολλά. Καὶ τώρα ἔρ-
1550χονται τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸν μὲν διαψεύδουσιν οἰ-
1551κτρῶς, ἐμὲ δὲ δικαιοῦσι πληρέστατα.
1552Τὰ φορολογικά μας, Κύριοι, μέτρα δὲν ἐφηρμόσθησαν
1553πάντα ὑπὸ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων. Καὶ ἐκ τῶν ἐφαρ-
1554μοσθέντων δέ τινα δὲν ἐφηρμόσθησαν πλήρη. Ἔμειναν ἀνε-
1555φάρμοστοι οἱ νόμοι ἡμῶν περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος
1556καὶ περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἐξ ὧν ἐγὼ ὑπελόγι-
1557ζον αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Δὲν ἐφηρμόσθη
1558ἀκόμη ὁ νόμος περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως δια-
1559τάξεων τῶν προξενικῶν νόμων, διὰ τοῦ ὁποίου (ἄρθρ. 6)
1560καθιερώθη διὰ τοὺς Ἕλληνας τοῦ μὲν Ὀθωμανικοῦ Κράτους
1561καὶ τῶν ὑποτελῶν χωρῶν προοδευτικὴ κλῖμαξ ἐπὶ τοῦ τέ-
1562λους τοῦ διαμονητηρίου ἀνωτέρα τῆς πρίν, ἤτοι, ἀντὶ 2–60,
1563νῦν 3–300 δραχ. ἐτησίως, τῶν δὲ ἄλλων χωρῶν πιστο-
1564ποιητικὸν ἰθαγενείας μὲ τέλος 5–50 δραχ. Ἐκ τῆς πλή-
1565ρους ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ εἴχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ 2
1566ἑκατομμυρίων περίπου. Δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη ὁ φόρος τῶν
1567οἰκοπέδων, ἠλαττώθησαν δὲ οἱ φόροι τῶν βοσκησίμων γαιῶν,
1568ἐξ 9 εἰς 8%, τῆς κυνηγετικῆς πυρίτιδος ἐκ δραχ. 3 εἰς
15691 δραχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ τῶν σφαιριδίων ἐκ 50 εἰς 20 λε-
1570πτά. Κατὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ ὑπολειφθῶσιν αἱ εἰσπράξεις
1571ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ὑπολογισμοῦ μου κατὰ 4½ περίπου
1572ἑκατομμύρια, ἤτοι νὰ εἰσπραχθῶσι τώρα ἀντὶ 12 μόλις 7½
1573ἑκατομμύρια. Τί ἀποδεικνύει ὅμως ὁ δημοσιευθεὶς προ-
1574σωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1911, καθ’ ἣν τὸ
1575πρῶτον ἐφηρμόσθησαν τὰ νέα φορολογικὰ μέτρα ἀπ’ ἀρχῆς
1576μέχρι τέλους αὐτῆς; Ἀκούσατε, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ.
1577πρώην καὶ τὸν κ. νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ
1578μ’ ἐπανορθώσωσιν, ἂν ὑποπέσω εἰς ἀνακρίβειάν τινα. Εἰσε-
1579πράχθησαν, Κύριοι, τῷ 1911
1580I. Ἐκ τῶν νέων ἡμῶν φόρων
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
15811) ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ ἐν ζωῇ δωρεῶν δρχ. 547,149
15822) 2% ἐπὶ τῶν ὑπὸ ἀσφαλιστικῶν ἑται-
1583 ρειῶν εἰσπραττομένων ἀσφαλίστρων » 39,735
15843) ἐκ προσθέτου δικαιώματος κατανάλω-
1585 σεως καπνοῦ » 2,224,992
15864) ἐκ φόρου οἰνοπνεύματος » 2,690,383
15875) » » μετουσιωμένου φωτιστικοῦ οἰ-
1588 νοπνεύματος » 348,146
15896) ἐκ φόρου ἀνθρακασβεστίου » 332,014
15907) » » φωταερίου καὶ ἠλεκ. ῥεύματος » 147,018
15918) » » ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ σκαγίων » 392,420
15929) ἐξ ἐνσήμου γυμναστικῆς » 61,070
159310)ἐκ τελῶν μεταβιβάσεως μετοχ. τίτλων » 206,771
159411)3% ἐπὶ τῶν ἐξ ἀσφαλίστρων τῶν ἐν
1595 Ἑλλάδι οἰκούντων εἰσπράξεων κλπ. » 75,405
159612)ἐκ τελῶν 2% καταβαλλομένων ἐφά-
1597 παξ ὑπ’ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλά-
1598 δου ζωῆς » 12,400
159913)ἐκ δικαιώματος ἐγγραφῆς ἐν βιβλίῳ
1600 ἀνακοπῶν κλπ. » 34,131
160114)ἐκ χρηματ. τιμήματος, καταβαλλομέ-
1602 νου αὐθορμήτως τῶν μὴ ὑπερβάντων
1603 τὸ 40 ἔτος ἡλικίας κλήρων κλπ. » 297,386
160415)ἐξ ὁμοίου εἰς βάρος ὑπερβάντων 40 ἔτος» 29,465
160516)ἐξ ὁμοίου » 21,665
160617)ἐκ δικαιώματος ἐγκαταστάσεως ἀλλο-
1607 δαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν » 2,000
160818)ἐκ τελῶν δημοσιεύσεως ἐν «Ἐφημ.
1609 τῆς Κυβερνήσεως» » 11,677
161019)ἐκ φόρου λατομείων » 2,723
161120)ἐκ δικαιώματος μεταλλείου Χαλάρων » 175,000
1612 ἐν ὅλῳ » 7,651,550
1613II. Ἐκ μεταρρυθμίσεως ὑφισταμένων φόρων.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
16141) τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν δρχ. 168,000
16152) » » τοῦ ἐλαίου πλὴν τῆς Ἑπτα-
1616 νήσου » 600,000
16173) » » τοῦ ἐπιτηδεύματος » 350,000
16184) » » τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν
1619 προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ λοιπῶν
1620 ἀνωνύμων ἑταιρειῶν » 230,000
16215) ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ » 600,000
16226) ἐκ παιγνιοχάρτων » 62,000
16237) ἐκ τελῶν χαρτοσήμου » 500,000
16248) ἐκ τελῶν προξενικῶν » 122,000
16259) ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν » 691,000
162610)ἐκ λοιπῶν ἐσόδων Ἐθν. Τυπογραφείου » 7,000
162711)ἐκ 10 λεπτῶν κατὰ στρέμμα ἐκτάσεως
1628 μεταλλείων » 56,000
162912)ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων δυνάμει τοῦ
1630 νόμου ͵ΓΤΞʹ τοῦ 1909 περὶ στοιχειώ-
1631 δους ἐκπαιδεύσεως » 250,000
1632 ἐν συνόλῳ 11,287,558
1633Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, πείθεται ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὁπόσον
1634ἄδικον εἶχεν ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
1635θελήσας νὰ μὲ μεμφθῇ, ἀπόντα ἐκ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπελεί-
1636φθην ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσό-
1637δων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν φορολογικῶν μας μέτρων
1638κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Τί θὰ εἴπῃ ὅμως τώρα ὁ κ. Λ.
1639Κορομηλᾶς, ἀναλογιζόμενος τὸ ἴδιον πάθημα; Μετὰ πολύ-
1640μηνον μελέτην κατώρθωσεν αὐτὸς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βου-
1641λὴν δύο καὶ μόνα φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφί-
1642σθησαν καὶ ἔγιναν νόμοι, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη-
1643σαν τόσας μεταμορφώσεις, ὥστε μετὰ δυσκολίας τώρα ν’
1644ἀναγνωρίζωνται αὐτά. Ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων τοῦ κ.
1645Κορομηλᾶ ὁ εἷς, ὁ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν,
1646δύναται νὰ θεωρηθῇ θνησιγενής, ὡς μὴ ἐφαρμοσθεὶς ἐπὶ δύο
1647ἤδη ἔτη. Ὁ ἕτερος, ὁ περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου τοῦ
1648εἰσοδήματος, ὅστις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρόσθετος φόρος εἰς
1649τοὺς ἤδη καταβαλλομένους παρ’ ἡμῖν ἀμέσους φόρους, ἐφηρ-
1650μόσθη, ἀφοῦ ὁ εἰσηγητής του μετὰ πολλῆς μετριοφροσύνης,
1651ὡς διεβεβαίου τὴν Βουλήν, ὑπελόγισεν ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον τοὐ-
1652λάχιστον 1,100.000. Πόσα δὲ πράγματι εἰσεπράχθησαν
1653ἐξ αὐτοῦ; μόλις καὶ μετὰ βίας 426,714 δραχμαί!
1654Εἶναι δέ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ φορολογικὸν οὕτως εἰπεῖν ἅπαν-
1655τον τοῦ κ. Λ. Κορομηλᾶ, μὲ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἔπεσεν
1656αὐτὸς ἔξω εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του κατὰ 70 τοῖς ἑκατόν,
1657ὡς παρατηρεῖτε. Καὶ ἐν τούτοις εἶχεν αὐτὸς τὸ θάρρος νὰ
1658ἐλέγξῃ ἡμᾶς ὡς ὑπολειφθέντας ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ἡμῶν,
1659καθ’ ὃν χρόνον ἦτο εἰς θέσιν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
1660κῶν, νὰ γινώσκῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι τὰ ἀποτελέ-
1661σματα τῶν φορολογικῶν ἡμῶν μέτρων θὰ ὑπερηκόντιζον πᾶ-
1662σαν προσδοκίαν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὰ οἰκονομικὰ
1663ἡμῶν χρονικά. Ὁ ἴδιος εἶχε τὸ θάρρος ἐπὶ πλέον νὰ διακη-
1664ρύξῃ — πάντοτε ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν ἐκ τῆς Βουλῆς — ὅτι, ἐὰν
1665ἡ Κυβέρνησίς μας παρέμενεν ἐπὶ μικρὸν ἔτι ἐν τοῖς πρά-
1666γμασι, θὰ εἴχομεν ἀφεύκτως νέαν κρίσιν τῶν δημοσίων οἰκο-
1667νομικῶν μας!
1668Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Κορομη-
1669λᾶς εἶχε τόσην εἰλικρίνειαν, ὥστε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐκ τῶν
1670φορολογικῶν μας μέτρων θὰ εἰσεπράττοντο ἑκατομμύριά
1671τινα, τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν καὶ αὐτὰ ὁπωσδήποτε εἰς
1672βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύνα-
1673μαι νὰ πράξω τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὸν διάδοχόν του ἐν
1674τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος ἀπέφυγεν ἐπιμε-
1675λῶς νὰ εἴπῃ λέξιν κἄν μίαν περὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν, διὰ νὰ
1676μὴ φανῇ ἴσως ὅτι συνετελέσαμεν καὶ ἡμεῖς, ἔστω καὶ κατ’
1677ἐλάχιστον, εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν
1678μας. Αὐτὸς τὸ πᾶν ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοί-
1679κησιν καὶ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσό-
1680δων, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Ἑλ-
1681ληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τί ἐκέρδισε μὲ τοῦτο; Ἰδοὺ ὅτι μὲ
1682ἠνάγκασεν οὕτω πως νὰ λύσω ἀπὸ τοῦδε τὴν σιωπὴν καὶ
1683ν’ ἀποδείξω κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὡς νομίζω, ὅτι ἡ
1684βελτίωσις ὀφείλεται κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον εἰς τὴν
1685δημοσιονομικήν μας πολιτικήν.
1686Ἀπέδειξα, Κύριοι, ἤδη ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἡμεῖς εἴ-
1687χομεν τῳόντι σαφῆ καὶ ὡρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτι-
1688κήν, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὁποίας ἐπεδιώξαμεν δι’ ὅλων τῶν
1689νομοθετημάτων μας, τῶν ἀφορώντων αʹ) εἰς τὴν τακτο-
1690ποίησιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀναδιοργανώ-
1691σεως πασῶν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, βʹ)
1692εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ τὴν περικοπὴν πάσης περιττῆς ἢ μὴ
1693ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνης καὶ γʹ) εἰς τὴν φορολογικὴν
1694μεταρρύθμισιν, δι’ ἧς μετεθέσαμεν ἱκανὰ βάρη ἐκ τῶν
1695ἀσθενῶν ὤμων τῶν λαϊκῶν τάξεων εἰς τοὺς τῶν εὐπόρων
1696καὶ πλουσίων. Κατέστη δὲ οὕτω καὶ τυφλῷ δῆλον, τὸ δὴ
1697λεγόμενον, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης δημοσιονομικῆς πολιτικῆς
1698μας τὰ μὲν ἔξοδα περιωρίσθησαν κατὰ 10 περίπου ἑκα-
1699τομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα ηὔξησαν κατὰ 11 ἑκατομμύρια καὶ
1700πλέον, ἤτοι ἐπῆλθεν ἐν ὅλῳ βελτίωσις τοῦ Προϋπολογι-
1701σμοῦ κατὰ 21 ἑκατομμύρια περίπου. Εἶναι δ’ ἐκτὸς πάσης
1702ἀμφιβολίας ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν δὲν ἠναγκάζετο νὰ
1703παραιτηθῇ, ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῶν νομοθετικῶν μας ἐκεί-
1704νων μέτρων, ἐὰν ἐδίδετο εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία νὰ ἐφαρμόσω-
1705μεν οἱ ἴδιοι αὐτὰ καὶ νὰ τὰ συνοδεύσωμεν μὲ τὰ ἀναγκαῖα
1706διοικητικὰ μέτρα, θὰ εἴχομεν βεβαίως πολὺ ἀνωτέραν βελ-
1707τίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1708Ὑπολείπεται, Κύριοι, τώρα νὰ ἐξετάσω εἰς τί ὀφείλε-
1709ται ἡ κατὰ τὸ ἕτερον τρίτον βελτίωσις τούτου. Ἀπέδειξα
1710πρίν, δι’ ὅσων εἶπον περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν πρὸ τοῦ
17111910 Προϋπολογισμῶν, ὅτι ἔχομεν ἑκατομμυρίων ὅλων αὐ-
1712ξομειώσεις ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτῶν, προερχομένας ἐκ τυχαίων
1713λόγων ἢ ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, ἀσχέτων ὅλως πρὸς τὴν
1714ἐπιμελεστέραν διοίκησιν ἢ τὴν αὐτόματον αὔξησιν αὐτῶν,
1715τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ ἑλληνικοῦ
1716λαοῦ. Ἤρκεσεν, ὡς εἴδομεν πρότερον, ἡ ἐν Ἑλλάδι σιτο-
1717δεία τοῦ 1906 νὰ ἀναβιβάσῃ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις ἐπὶ
1718τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ
1719ἔτος ἐκεῖνο καὶ τὸ ἐπιὸν 1907 εἰς ὕψος δυσθεώρητον, ἐνῷ
1720ἡ ἐπακολουθήσασα εὐφορία κατέρριψεν αὐτάς, ἐν συγκρίσει
1721πρὸς τὸ 1907, κατὰ 2,242,093 τῷ 1908 καὶ κατὰ 2,825,
1722618 δραχ. τῷ 1909. Ἀλλὰ κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη εἴ-
1723χομεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἧς ἕνεκεν ἐμειώθησαν
1724καὶ αἱ ἄλλαι τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ
17251907 τῷ μὲν 1908 κατὰ 790,290, τῷ δὲ 1909 κατὰ
17262,854,311.
1727Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ τοῦ 1910 ἔληξεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, εἴ-
1728χομεν δὲ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νέαν σιτοδείαν, μείζονα πάσης
1729ἄλλης προηγουμένης, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε ν’ αὐξήσωσι
1730καὶ πράγματι ηὔξησαν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1911,
1731ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1909, ἐκ μὲν τῶν δημητρια-
1732κῶν καρπῶν κατὰ 3,335,695, ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν εἰδῶν
1733κατὰ 3,000,000 περίπου (κυρίως πρόκειται περὶ 3,688,
1734853, ἀλλ’ ἀφαιρῶ τὰς 600,000 ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀνηκούσας
1735εἰς τὰς ἡμετέρας δασμολογικὰς αὐξήσεις), ἤτοι ἐν ὅλῳ
1736κατὰ 6 περίπου ἑκατομμύρια. Τούτων δὲ προστιθεμένων
1737εἰς τὰ 21 ἑκατομμύρια ἔχομεν ἐν συνόλῳ βελτίωσιν τοῦ
1738Προϋπολογισμοῦ κατὰ 27 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐ-
1739δεμίαν ἐπιρροὴν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἡ ἐπιμελεστέρα διοί-
1740κησις τοῦ πρώην ἢ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
1741Ἐναπομένουσιν τώρα 3–4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δύνασθε,
1742Κύριοι, ἂν θέλητε, ν’ ἀποδώσητε εἰς τὴν αὐτόματον αὔξη-
1743σιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατ’ ἀκολουθίαν τῆς οἰκονομικῆς
1744εὐεξίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν
1745διοίκησιν.
1746Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ κατὰ 3–4 ἑκατομμύ-
1747ρια μόνον βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι κατόρθωμα
1748ἀποκλειστικὸν τῆς ἐπιμελεστέρας διοικήσεως, τίνα σημα-
1749σίαν δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴ ἀπέναντι τῆς καταπληκτικῆς
1750ἐξογκώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ἐπελ-
1751θούσης ὑπὸ τὰς διαδόχους ἡμῶν Κυβερνήσεις καὶ μάλιστα
1752ὑπὸ τὴν παροῦσαν;
1753Ἡ ἐξόγκωσις αὕτη δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν αὔξησιν
1754τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν πλεονασμάτων,
1755τῶν διατεθειμένων ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων τῶν παλαιῶν
1756δανείων καὶ καθόλου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋ-
1757πολογισμοῦ, ὡς ἰσχυρίσθη μετὰ πολλῆς τῆς αὐταρεσκείας ὁ κ.
1758ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αὐξή-
1759σεις ἐξόδων ἄσχετοι ὅλως πρὸς τὰς μνημονευθείσας ὑπὸ τούτου
1760καὶ πρὸς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Τὰς αὐξή-
1761σεις ταύτας, ἀνερχομένας εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἐπιφυ-
1762λάττομαι ν’ ἀπαριθμήσω μίαν πρὸς μίαν κατὰ τὴν συζήτη-
1763σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τό γε νῦν ἔχον ἀρκοῦμαι, Κύριοι,
1764νὰ σᾶς ἀναφέρω δύο μόνον ἐξ αὐτῶν, τὰς ἑξῆς:
1765Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1909 τὰ
1766ἔξοδα τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἦσαν 479,030, κατὰ
1767τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1911 ἀνῆλθον αὐτὰ εἰς 1,567,347,
1768ἵνα κατέλθωσι τῷ 1912 εἰς 701,340 καὶ τῷ 1913 ἀνέλθωσι
1769πάλιν εἰς 898,260 δρ. καὶ ἔχει ὁ Θεὸς διὰ τὸ 1914. Ἐνῷ
1770κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1909 αἱ συντάξεις ἀνῆλ-
1771θον εἰς 7,186,015, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν
1772τοῦ 1913 ηὔξησαν αὐταὶ εἰς 9,420,000 δρ. Κύριος δὲ οἶδε
1773ποῦ θὰ φθάσωσιν αὐταὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπὶ μόνον τῶν δύο
1774τούτων κεφαλαίων ἑνὸς ἐκ τῶν ἕξ πολιτικῶν Ὑπουργείων,
1775τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ 2,653,
1776230 δρ. Καὶ νῦν, Κύριοι, κρίνατε ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα.
1777Τὴν δημοσιονομικήν, Κύριοι, πολιτικήν μας ἠθελήσαμεν
1778ἡμεῖς νὰ παγιώσωμεν καὶ κρατύνωμεν διὰ τῆς οἰκονομικῆς
1779πολιτικῆς· διότι ἡμεῖς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν δὲν θεωροῦ-
1780μεν ὡς ἀγελάδα, ἣν δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀμέλγῃ ἐπ’
1781ἄπειρον, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ποτε περὶ διατροφῆς της. Ἀνάγκη
1782πᾶσα νὰ τύχῃ αὐτὴ πάσης δυνατῆς προστασίας καὶ ἐνισχύ-
1783σεως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀντέχῃ εἰς τὰ δημόσια
1784βάρη. Δυστυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς
1785Βουλῆς πάντα τὰ σχετικὰ ἡμῶν νομοσχέδια. Καὶ ὅσα ὅμως
1786ἐψηφίσθησαν εἶναι ἱκανὰ νὰ παράσχωσιν εἰκόνα τινὰ τῆς
1787οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς.
1788Βάσις, Κύριοι, καὶ κρηπὶς πάσης τοιαύτης πολιτικῆς εἶναι
1789ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ ταχεῖα καὶ ἀκεραία ἀπονομὴ τῆς
1790δικαιοσύνης. Περὶ ἀμφοτέρων δὲ τούτων ἐμεριμνήσαμεν
1791ἡμεῖς, ὡς μαρτυροῦσι πάντες οἱ ἀποκεντρωτικοί μας νόμοι,
1792διὰ τῶν ὁποίων καὶ αὕτη καὶ ἐκείνη ἐχειραφετήθησαν τε-
1793λείως ἐκ πάσης κομματικῆς ἐπηρείας. Τὴν σήμερον εἰσέρ-
1794χεταί τις εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῇ βάσει ἀληθι-
1795νῶν προσόντων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν διαγωνισμοῦ, ἅμα δὲ
1796τῇ εἰσόδῳ εἰς αὐτὴν καθίσταται μόνιμος. Τὴν σήμερον οὐδέ-
1797να κίνδυνον διατρέχει ὁ ὑπάλληλος νὰ μετατεθῇ ἢ καὶ ν’
1798ἀπολυθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἂν μὴ γίνῃ ὄργανον τῆς ἑκάστοτε
1799κρατούσης φατρίας. Τόσον ἡ μετάθεσις καὶ ἡ ἀπόλυσίς του,
1800ὅσον καὶ ἡ διατήρησις καὶ προαγωγή του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
1801ἐξήρτηται ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, ἐκ τῆς ὀλιγώρου ἢ πιστῆς
1802καὶ εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Εἰς τὴν
1803τοιαύτην δὲ ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως ὀφείλεται κατὰ μέγα
1804μέρος καὶ ἡ νῦν ἐπιμελεστέρα διοίκησις τῶν δημοσίων οἰ-
1805κονομικῶν μας.
1806Εἰδικώτερον δέ, Κύριοι, ἐφροντίσαμεν περὶ προστασίας
1807καὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας διὰ τῆς συστάσεως
1808τοῦ ὁμωνύμου Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου τὸ ὀργανικὸν νομο-
1809σχέδιον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῶν νόμων
1810δὲ ἡμῶν περὶ τελωνιακῶν ἀμφισβητήσεων, περὶ ἀναδιορ-
1811γανώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας,
1812περὶ κατασκευῆς διαφόρων νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν,
1813περὶ ὁδοποιίας, περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, περὶ
1814τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ δασμολογίου πρὸς
1815προστασίαν διαφόρων βιωσίμων παρ’ ἡμῖν βιομηχανιῶν, ἰδίως
1816τῆς μεγάλης ἡμῶν σιδηροβιομηχανίας, περὶ ἐλαττώσεως τῶν
1817ὑγειονομικῶν καὶ προξενικῶν τελῶν χάριν τῆς ἡμετέρας ναυ-
1818τιλίας, περὶ συστάσεως ταμείου ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς,
1819περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, περὶ κτηματολογίου, περὶ γεωργι-
1820κοῦ ταμείου καὶ τόσων ἄλλων ἀπεδείξαμεν τὸ μέγα ἡμῶν
1821ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, τῆς ναυτιλίας, τῆς βιομηχα-
1822νίας καὶ τῆς γεωργίας.
1823Δυστυχῶς ὅμως, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐξηναγκά-
1824σθη εἰς παραίτησιν, πρὶν ἢ ἐφαρμόσῃ αὐτὴ πάντα τὰ νομο-
1825θετήματα ἐκεῖνα. Ἔπρεπε νὰ παραμείνωμεν ἡμεῖς ἐν τῇ
1826Ἀρχῇ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος· ἔπρεπε νὰ δοθῇ οὕτως εἰς
1827ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ νομοθετικὰ καὶ
1828τὰ ἀπαραίτητα διοικητικὰ μέτρα, τὰ συναπαρτίζοντα μετ’
1829ἐκείνων τὴν οἰκονομικήν μας πολιτικήν, καὶ τότε θὰ ἐβλέ-
1830πετε τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τότε θὰ εἴχομεν ὄντως νέαν
1831Ἑλλάδα, πλήρη οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ἀκμῆς.
1832Ἀλλὰ διατί, Κύριοι, αἱ διάδοχοι ἡμῶν Κυβερνήσεις καὶ
1833ἰδίως ἡ παροῦσα, ἡ εὑρισκομένη ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπὶ δύο
1834καὶ ἥμισυ ἤδη ἔτη, δὲν ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε νὰ ἐφαρμόσῃ
1835αὐτά; Τί γίνονται καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἡμῶν, μάλιστα
1836δὲ τὰ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἐν-
1837διαφέρει ἐξ ἴσου τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωρ-
1838γίαν καὶ τὸν πολὺν λαόν, τὸν κύπτοντα τὴν σήμερον ὑπὸ
1839τὰ ἀφόρητα δασμολογικὰ βάρη, τὸ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων
1840καὶ τὰ περὶ κτηματολογίου καὶ γεωργικοῦ ταμείου, ἄνευ
1841τῶν ὁποίων οὐδείς ποτε λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ κτημα-
1842τικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι, περὶ συστάσεως
1843γεωργικῆς Τραπέζης καὶ περὶ ἐπιλύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζη-
1844τήματος;
1845Περὶ ὅλων δὲ αὐτῶν ἐμεριμνήσαμεν ἡμεῖς κύριον μέλημα
1846ἔχοντες τὴν σύντονον πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας
1847κατὰ γῆν τε καὶ θάλασσαν, ὡς ἐὰν ἐμέλλομεν ἐντὸς ἔτους
1848νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνικά μας δίκαια. Διότι ἡμεῖς, Κύ-
1849ριοι, ἤλθομεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ ἐκπεφρασμένην
1850ἐθνικὴν πολιτικήν. Πρὸς τοῦτο τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἡ Βουλὴ
1851ἐψήφισε πολλὰ νομοθετήματα ἀναδιοργανωτικὰ τοῦ στρα-
1852τοῦ καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν ἐπιτρέψατέ
1853μοι νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τοὺς νόμους τοὺς ἀφορῶντας εἰς
1854τὴν μετάκλησιν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν πρὸς ἐκγύμνασιν
1855τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, προσέτι δὲ τοὺς νέους περὶ
1856στρατολογίας καὶ περὶ ἐπιτάξεως νόμους, οἵτινες ὑπὸ το-
1857σαύτης ἐπιτυχίας ἐστέφθησαν κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον
1858καὶ χάριν τῶν ὁποίων ἠδυνήθημεν νὰ παρατάξωμεν κατ’ αὐ-
1859τὸν ὑπερδιακοσίας χιλιάδας ἀνδρῶν.
1860Ἐπὶ τῇ βάσει δέ, Κύριοι, τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου
1861ἠρχίσαμεν ἡμεῖς καλοῦντες ὑπὸ τὰς σημαίας ἡλικίας ἀπαλ-
1862λαγέντων πρὸς ἐκγύμνασιν, κατεβάλομεν δὲ καὶ ἄλλως ὑπὸ
1863ἔποψιν διοικητικὴν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὅπως
1864ἀναδείξωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον ἡμῶν ἀξιομάχους.
1865Πρὸς τοῦτο προέβημεν εἰς μεγάλας προμηθείας ὑλικοῦ πο-
1866λέμου, ὡς φυσιγγίων, πυρομαχικῶν, τῶν ἀπαραιτήτων διὰ
1867τὰ ἀντιτορπιλλικά μας τορπιλλῶν, ἀκάπνου πυρίτιδος καὶ
1868ἱματισμοῦ. Ἡμεῖς τέλος ἐπρομηθεύθημεν καὶ τὸν μονάκρι-
1869βόν μας «Ἀβέρωφ», ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ζήτημα ἂν οὐχὶ
1870μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ σύμμαχοί μας θὰ ἐπεχείρουν ποτὲ
1871τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον· διότι ἄνευ αὐτοῦ θὰ ἦτο
1872ἀδύνατον νὰ κυριαρχήσωμεν κατὰ θάλασσαν καὶ νὰ ἐξα-
1873σφαλίσωμεν οὕτω καὶ κατὰ γῆν τὴν νίκην ὑπὲρ ἡμῶν καὶ
1874τῶν συμμάχων μας.
1875Ὁ ἀξιότιμος νῦν ἐξ Ἀρκαδίας καὶ πρώην ἐξ Ἀττικῆς
1876Βουλευτής, ἀκούσας προχθὲς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνομο-
1877λογοῦντα ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη τὸν «Ἀβέ-
1878ρωφ», ἐξανέστη κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, οἱονεὶ θέλων
1879νὰ οἰκειοποιηθῇ αὐτὸς τὴν προμήθειαν ταύτην.
1880§107Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον γίνει ἐπὶ
1881τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη.
1882§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλα ἔγιναν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
1883κ. Ῥάλλη! Καὶ αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ «Ἀβέρωφ
1884εἶχον προχωρήσει τόσον πολὺ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῆς, ὥστε
1885ἐδέησε μετὰ τὴν παραίτησίν της νὰ παρέλθωσι δύο καὶ ἥμι-
1886συς μῆνες ἕως οὗ κατορθώσωμεν ἡμεῖς νὰ καταλήξωμεν εἰς
1887συμφωνίαν μετὰ τοῦ κ. Ὀρλάνδο, ἐλθόντος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν
1888τῆς Κυβερνήσεώς μας ἐνταῦθα, διότι ἡμεῖς, προκειμένου
1889περὶ τοιούτων προμηθειῶν, ἀπεφεύγομεν κατ’ ἀρχὴν τοὺς
1890μεσίτας. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι θὰ εἶχε σκεφθῇ καὶ ἡ
1891προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις περὶ τοῦ «Ἀβέρωφ» καὶ θὰ
1892εἶχε προβῇ μάλιστα καὶ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ αὐτοῦ.
1893Τὴν τοιαύτην δόξαν οὐδεὶς διαφιλονεικεῖ πρὸς τὸν ἀξιότιμον
1894ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν. Ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ συμφωνήσῃ μετ’
1895ἐμοῦ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν, ὅτι ὁ «Ἀβέρωφ»
1896φέρει τὴν σήμερον ὑπερήφανος τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ
1897ἀπέκλεισε καὶ κατετρόπωσεν ἐπανειλημμένως τὸν Τουρκι-
1898κὸν στόλον πρὸ τοῦ Ἑλλησπόντου, διότι ἡ ἡμετέρα Κυβέρ-
1899νησις ἔκλεισε τὴν συμφωνίαν περὶ αὐτοῦ, ἐξεῦρε δὲ καὶ τὰ
190018 ἑκατομμύρια χρ. φρ., τὰ ὁποῖα ὁμοῦ μετὰ τοῦ κληροδο-
1901τήματος τοῦ ἀοιδίμου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Γ. Ἀβέρωφ ἐξ 7
1902ἑκατομμ. χρ. φρ. ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν πληρωμήν του.
1903§109Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐὰν ἔμενεν εἰς τὴν Ἀρχήν, καὶ ἡ Κυ-
1904βέρνησις ἐκείνη θὰ εὕρισκεν.
1905§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς ὅμως οὔτε εἰς τὴν Ἀρχὴν
1906ἔμενεν οὔτε τὰ χρήματα εὗρεν αὐτή.—Τοιαύτας, Κύριοι,
1907προσπαθείας κατεβάλομεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἀμέσου πολεμι-
1908κῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἔχοντες ἔκτοτε τὴν πεποίθησιν
1909ὅτι ταχέως τὰ πράγματα ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ θὰ ἐξω-
1910θοῦντο εἰς κρίσιν. Καὶ τὰς προσπαθείας ἡμῶν ἐκείνας ἀνέ-
1911κοψε τότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις με-
1912τακληθεὶς ἐκ Κρήτης ἐπέβαλε τὴν γνώμην του, καθ’ ἣν
1913ἔπρεπε νὰ προβῶμεν προηγουμένως εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ
1914Συντάγματος καὶ νὰ ἐπιδοθῶμεν καθόλου εἰς τὰ ἔργα τῆς
1915εἰρήνης, διότι αὐτὸς προέβλεπε τότε μακροχρόνιον τὴν ἡσυ-
1916χίαν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου.
1917Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ
19181910 ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας δὲν ἐκάλεσε πλέον
1919ὑπὸ τὰς σημαίας καμμίαν ἡλικίαν ἀπαλλαγέντων πρὸς ἐκ-
1920γύμνασιν, οὐδὲ προέβη ἐν τῷ μεταξὺ εἰς καμμίαν προμή-
1921θειαν ὑλικοῦ πολέμου μέχρι τῶν παραμονῶν τῆς ἐπιστρατεύ-
1922σεως, ὅτε εἰσελθὼν αὐτός, ὡς εἰσῆλθεν, εἰς τὴν συμμαχίαν
1923τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν προέβη σπασμωδικῶς εἰς πολλὰς
1924προμηθείας. Λέγω δὲ ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν
1925κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἀνακόλουθον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω
1926ὅτι αὐτός, εἰ καὶ δὲν εἶχε κύριον μέλημα τὴν ἄμεσον πολε-
1927μικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ὡς ἡμεῖς, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ
1928εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἤδη ἔτη,
1929καθ’ ἃ κυβερνᾷ τὴν χώραν μὲ ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην
1930καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ παμ-
1931ψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς δη-
1932μοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἐφαρμόζων
1933πάντα τὰ σχετικὰ νομοθετήματά μας ἤ, ἐὰν διεφώνει πρὸς
1934αὐτήν, νὰ παρουσιάσῃ ἰδίαν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομι-
1935κὴν πολιτικὴν μὲ ἴδια νομοθετήματα καὶ ταῦτα, ψηφιζό-
1936μενα, νὰ ἐφαρμόσῃ πάραυτα, ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε
1937τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἔπραξε μέχρι τοῦδε. Διατί τοῦτο;
1938Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑ-
1939πουργικοῦ Συμβουλίου συμμεριζόμενος τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ
1940κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναπαυθῇ εἰς τὰς διαβε-
1941βαιώσεις τούτου ὅτι πράγματι ἡ παροῦσα βελτίωσις τοῦ
1942Προϋπολογισμοῦ ὀφείλεται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐπιμε-
1943λεστέραν διοίκησιν καὶ τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημο-
1944σίων ἐσόδων, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν
1945τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν ὁρίων
1946τοῦ Κράτους ἡμῶν, μεθ’ ὅλους τοὺς νέους οἰκονομικοὺς ὁρί-
1947ζοντας, οἱ ὁποῖοι οὕτω πως διανοίγονται ἐνώπιόν μας, κιν-
1948δυνεύομεν νὰ πάθωμεν καὶ πάλιν ὅ,τι καὶ μετὰ τὴν προσ-
1949άρτησιν τῆς Θεσσαλίας, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι τώρα
1950δὲν ἔχομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς
1951ἀνορθώσεως, τὰ ὁποῖα τότε ἦσαν εἰς τὴν διάθεσίν μας.
1952Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ κεφάλαιον
1953τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ νέων φορολογικῶν
1954ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἐξαντληθῆ ἤδη.
1955Οὔτε νέους φόρους δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν πλέον—ἐγὼ
1956τοὐλάχιστον ὁμολογῶ ὅτι οὐδένα τοιοῦτον διαβλέπω—
1957οὔτε τοὺς ὑφισταμένους ν’ αὐξήσωμεν. Ἡ ἐσχάτη προσπά-
1958θεια ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κατεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν ἐν ἔτει
19591909 μὲ τὴν πρόθεσιν μάλιστα ἀναλόγως τῆς ἀποδόσεως
1960τῶν τότε φορολογικῶν μας μέτρων ν’ ἀρχίσῃ ἐφεξῆς τὸ
1961στάδιον τῆς φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
1962λαοῦ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ φορο-
1963λογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἂν μὴ προηγου-
1964μένως προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνακούφισιν ἰδίως ὑπὸ
1965ἔποψιν δασμολογίων.
1966Ἄν, Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα καὶ
1967νὰ μακρηγορήσω πως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος,
1968ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ
1969κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἐνόσῳ εἶναι ἔτι καιρὸς
1970νὰ προλάβωμεν τοῦτον. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστείλῃ
1971τὰ ἱστία τῆς αἰσιοδοξίας καὶ ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν περιττὴν
1972ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν δαπάνην. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ
1973ὁλόκληρον τὸν νέον λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, τοῦ ὁποίου
1974τὰς κυριωτέρας διατάξεις ἀνέστειλε τὸ Ὑπουργεῖον Δρα-
1975γούμη. Πρέπει οὕτω πως νὰ μεταβάλωμεν τὸ μέχρι τοῦδε
1976διέπον ἡμᾶς σύστημα, καθ’ ὃ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε οὔτε
1977Προϋπολογισμὸν νὰ ἔχωμεν ἀπ’ ἀρχῆς ἑκάστου οἰκονομικοῦ
1978ἔτους, οὔτε Ἀπολογισμόν, ὑποβαλλόμενον εἰς τὸν ἔλεγχον
1979τῆς Βουλῆς, αἱ δὲ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις δύνανται νὰ προσ-
1980φεύγωσιν εἰς ὁσασδήποτε θέλουσιν ἀναπληρωματικὰς καὶ
1981ἐκτάκτους πιστώσεις ἄνευ ἀντιστοίχων ἐσόδων ἐν τῷ Προϋ-
1982πολογισμῷ. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη καὶ κυρία πηγὴ τῶν
1983ἐλλειμμάτων καὶ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, μεθ’ ὅλα
1984τὰ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐπιβαλλόμενα φορολογικὰ βάρη
1985εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὴ ἐγκυμονεῖ καὶ διὰ τὸ μέλλον
1986ἡμῶν νέας οἰκονομικὰς συμφοράς, ἂν μὴ στειρεύσῃ αὐτὴ
1987ταχέως καὶ διὰ τοῦ νέου λογιστικοῦ νόμου καὶ διὰ τῶν
1988ἄλλων νομοθετημάτων ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον,
1989ἐφαρμοζομένων, θ’ ἀποκτήσωμεν παγίαν εὐεξίαν τῶν δη-
1990μοσίων οἰκονομικῶν μας, ἑδραζομένην εἰς παγίαν οἰκονομι-
1991κὴν εὐρωστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1992Ἡ αἰσιοδοξία, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν οἰκο-
1993νομικὴν θὰ ἦτο κάπως δεδικαιολογημένη, ἐὰν ὡς γέρας τῶν
1994νικῶν ἡμῶν ἐμέλλομεν πράγματι νὰ λάβωμεν πάσας τὰς
1995ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἀπελευθερουμένας ἑλληνικὰς χώ-
1996ρας τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς
1997διὰ λόγους ἱστορικοὺς καὶ ἐθνολογικούς. Αἱ χῶραι αὗται
1998εἶναι, πλὴν τῆς Ἠπείρου, ἡ Θράκη καὶ ἡ Μακεδονία,
1999περὶ τῶν ὁποίων ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, παρακαλῶ, νὰ εἴπω
2000ὀλίγας λέξεις ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτῶν
2001διήνυσα ἑπτὰ ὅλα ἔτη, τὰ ἀκμαιότερα τοῦ βίου μου, ἀγω-
2002νιζόμενος καὶ ἐγὼ ἐν αὐτῇ, ὅσῃ μοι δύναμις, τὸν ἀγῶνα
2003τὸν καλὸν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν.
2004Ἐν Θράκῃ, Κύριοι, καὶ Μακεδονίᾳ διεξάγουσιν ἀνέκαθεν
2005ἀγῶνα ἐπικρατήσεως ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλ-
2006γαροι, ὡς ἐπήλυδες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ Ἕλληνες, ὡς αὐτό-
2007χθονες. Ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι οἱ αὐτόχθονες μαρτυρεῖ τρα-
2008νῶς ἡ Ἱστορία, προσεπικυροῖ δὲ καὶ τὸ γεγονός, καθ’ ὃ ὁ
2009ἐπισκεπτόμενος τὰς χώρας ἐκείνας τὴν σήμερον ἀνὰ πᾶν
2010σχεδὸν βῆμα προσκόπτει εἰς μνημεῖα τοῦ πάλαι ἑλληνικοῦ
2011βίου, ἅτινα μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα διακηρύττουσι «καὶ
2012αὕτη γῆ ἑλληνική ἐστὶν».
2013Οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλγαροι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς
2014των ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου ἐγκαταστάντες μονί-
2015μως ἐν τῇ πέρα τοῦ Αἵμου χώρᾳ, τῇ διηκούσῃ μέχρι τοῦ
2016Δουνάβεως καὶ καλουμένῃ ἔκτοτε Βουλγαρίᾳ, ἐπέδραμον
2017πολλάκις ἐναντίον τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας, δῃοῦντες
2018καὶ καταστρέφοντες κυρίως τὴν ὕπαιθρον αὐτῶν χώραν καὶ
2019ἐπεκτείνοντες πρὸς καιρὸν τὸ Κράτος των ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ
2020θᾶττον ἢ βράδιον ἐξηναγκάζοντο πάντοτε ὑπὸ τῶν Ἑλλή-
2021νων νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν πέρα τοῦ Αἵμου χώραν.
2022Εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι οἱ Σλαῦοι καὶ οἱ Βούλγαροι
2023εἰσχωρήσαντες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὰ βόρεια διαμερί-
2024σματα τῆς Θράκης καὶ τῆς Μακεδονίας κατώρθωσαν πολ-
2025λαχοῦ αὐτῶν νὰ εὑρίσκωνται ἐν πλειονοψηφίᾳ, νὰ μεταδώ-
2026σωσι δὲ καὶ τὴν γλῶσσάν των, ὡς ἁπλουστέραν καὶ εὐκο-
2027λωτέραν πρὸς ἐκμάθησιν, εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας. Ἀλλ’
2028οὗτοι, καίπερ ἀποβαλόντες τὴν μητρικήν των γλῶσσαν ἐν
2029τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ, διέσωσαν ὅμως ἀείποτε ἀκμαίαν τὴν
2030ἐθνικήν των συνείδησιν, ὡς μαρτυρεῖ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα,
2031ἡ οὖσα ἀνέκαθεν παρ’ αὐτοῖς ἐν χρήσει ἐπ’ ἐκκλησίας
2032καὶ ἐν τοῖς σχολείοις ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἐπήλυδας
2033Σλαύους καὶ Βουλγάρους, παρ’ οἷς ἔκπαλαι ἦτο ἐν χρήσει
2034ἡ σλαυικὴ γλῶσσα.
2035Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος βουλγαρόφωνοι Ἕλληνες ἀντέστη-
2036σαν ἐρρωμένως κατὰ πάσης ἀποπείρας, γενομένης παρ’ αὐ-
2037τοῖς πρὸς ἀποσκίρτησιν ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
2038καὶ πρὸ τῆς ἐπικηρύξεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος
2039κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ μετ’ αὐτήν. Καὶ ὑπῆρξε μὲν
2040ἐποχή, καθ’ ἣν ἐκεῖ, ἔνθα ἀπαντῶσιν αὐτοί, ἀνεγνωρίζοντο
2041ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν μόναι αἱ ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ
2042Πατριαρχείου ἐξαρτώμεναι ἐκκλησιαστικαὶ Ἀρχαί. Τότε δὲ
2043οἱ σχισματικοὶ Βούλγαροι τοὺς ἀπεκάλουν πατριαρχικοὺς
2044Βουλγάρους, ἰσχυριζόμενοι ὅτι κατ’ ἀνάγκην παρέμενον τοι-
2045οῦτοι, ἵνα ἀπολαύσωσι τῆς προστασίας τῶν ἐκκλησιαστι-
2046κῶν ἡμῶν Ἀρχῶν ἀπέναντι τῶν τουρκικῶν.
2047Ἀλλά, Κύριοι, ἦλθε καιρός, καθ’ ὃν ἡ Βουλγαρία, γε-
2048νομένη ἡμιυποτελὴς ἡγεμονία, κατώρθωσε νὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ
2049τοῦ Σουλτάνου βεράτια, δι’ ὧν ἀνεγνωρίσθησαν αἱ σχισμα-
2050τικαὶ ἐκκλησιαστικαὶ Ἀρχαί, ἔχουσαι τὰ αὐτὰ δικαιώματα
2051μὲ τοὺς Ἕλληνας Μητροπολίτας ἀπέναντι τῶν Τουρκικῶν
2052Ἀρχῶν, διαθέτουσαι δὲ καὶ πλείονα ὑλικὰ μέσα πρὸς ἀπο-
2053τελεσματικωτέραν προστασίαν τῶν σχισματικῶν Βουλγά-
2054ρων. Ἔκτοτε ἐδοκιμάσθη, ὥσπερ χρυσὸς ἐν πυρί, τὸ ἐθνι-
2055κὸν φρόνημα τῶν βουλγαροφώνων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ
2056οὕτω παρέμειναν πιστοὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν παρ’ ὅλας τὰς
2057ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις, τὰς δολοπλοκίας καὶ τὸν ἄγριον
2058διωγμόν, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ὑφίσταντο συκοφαντούμενοι, ῥι-
2059πτόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δολοφονούμενοι ὑπὸ τῶν σχι-
2060σματικῶν Βουλγάρων.
2061Ἔκτοτε οὗτοι ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς «γραικομάν», ἤτοι
2062ἑλληνομανεῖς, διότι τοὺς θεωροῦσιν ὡς φανατικωτέρους Ἕλ-
2063ληνας καὶ αὐτῶν τῶν ἑλληνοφώνων ὁμοφύλων μας. Καὶ
2064εἶναι αὐτοὶ πράγματι τοιοῦτοι, εἰ καὶ εὑρίσκονται δυστυ-
2065χῶς καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ νομίζοντες ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ
2066Βουλγάρων, ἐκκλησιαστικῶς μόνον ἀποκρουόντων τὸ σχίσμα
2067καὶ μενόντων πιστῶν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
2068Ὄχι, Κύριοι· πρόκειται περὶ Ἑλλήνων ἀκραιφνῶν, οἵτινες,
2069ἀνερχόμενοι εἰς ἑκατοστύας χιλιάδων, ἀπὸ δεκαετηρίδων
2070ἤδη πρωταγωνιστοῦσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γέ-
2071νους ἡμῶν ἐναντίον τῶν παντοίων ξενικῶν προπαγανδῶν.
2072Ἐγὼ δ’ εἰδὼς κάλλιστα τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν ὁμολογῶ
2073ὅτι μετὰ φρίκης ἀναλογίζομαι ὁποία μαύρη μοῖρα ἀναμένει
2074αὐτούς, ἄν ποτε περιπέσωσιν εἰς χεῖρας τῶν ἀμειλίκτων
2075διωκτῶν τῶν σχισματικῶν.
2076Μετὰ τῶν βουλγαροφώνων, Κύριοι, ἀπαρτίζομεν οἱ Ἕλ-
2077ληνες τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ μέσῃ Μακεδονίᾳ, διότι περὶ
2078τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος τῆς νοτίου Μακεδονίας καὶ ὁλο-
2079κλήρου σχεδὸν τῆς Θράκης τῆς πρὸς νότον τῆς Ἀνατολικῆς
2080Ῥωμυλίας οὐδεμία σοβαρὰ ἀμφισβήτησις ἐγχωρεῖ. Ἐγὼ
2081τοὐλάχιστον οὐδόλως ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν οἱ κάτοικοι αὐτῶν
2082ἐκαλοῦντο ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης των διὰ δημοψη-
2083φίσματος, χωρὶς ν’ ἀσκηθῇ ἐπ’ αὐτῶν βία, θὰ ἐκηρύττοντο
2084ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας.
2085Ἤκουσα, Κύριοι, καὶ ἐγὼ μετ’ ἐκπλήξεως τῆς προχθεσι-
2086νῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2087ὅτι παρητήθη πάσης ἀξιώσεως ἡμῶν ἐπὶ τῆς Θράκης χάριν
2088τῶν συμμάχων μας Βουλγάρων, ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἀκόμη δὲν
2089δύναμαι νὰ συνέλθω ἐξ αὐτῆς. Διότι ἐγὼ ἔζησα μέχρι
2090τοῦδε, ὡς πάντες οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἄνδρες, μὲ τὴν
2091πεποίθησιν ὅτι ἡ κάθοδος τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον
2092πέλαγος δὲν θὰ ἐδιχοτόμει μόνον τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὸ
2093μέσον κατὰ τρόπον λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ,
2094ἀλλὰ καὶ θὰ ἐδημιούργει νέαν ἀντίπαλον πρὸς ἡμᾶς ναυτι-
2095κὴν δύναμιν, ἱκανὴν νὰ διαμφισβητήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν
2096ναυτικὴν ἡμῶν ὑπεροχὴν ἐν τῇ ἀνατολικῇ λεκάνῃ τῆς Με-
2097σογείου.
2098Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ἅπαξ ἀπεφασίσαμεν, λαμβάνοντες
2099διαζύγιον ἀπὸ τὰς ὑπερχιλιετεῖς ἐθνικάς μας παραδόσεις,
2100καθ’ ἃς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἠγωνίσθη ἀείποτε πρὸς ἀπό-
2101κρουσιν τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλα-
2102γος, θεωροῦν τοῦτο ὡς ζήτημα ὑπάρξεως δι’ αὐτό· ἀφοῦ,
2103λέγω, ἀπεφασίσαμεν, ἀπαρνούμενοι τὸ παρελθόν μας, οὐ
2104μόνον νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποβοηθήσωμεν διὰ
2105τῶν ἡμετέρων ὅπλων τὴν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων κατάληψιν
2106ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Θρακικῆς καὶ μεγάλου μέρους τῆς
2107Μακεδονικῆς παραλίας ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἃς ἀνα-
2108λογισθῶμεν νῦν τοὐλάχιστον ὁποίας ὑποχρεώσεις ἐπιβάλ-
2109λει εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ νέα αὕτη κατάστασις τῶν
2110πραγμάτων.
2111Ἄν, Κύριοι, περιορισθῶμεν εἰς μόνα τὰ διαμερίσματα τῆς
2112Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, τὰ ὁποῖα κατέχομεν τώρα
2113στρατιωτικῶς, θὰ ἀναγκασθῶμεν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
2114νὰ δαπανῶμεν πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσ-
2115πράττωμεν ἐξ αὐτῶν. Ὡς γνωστόν, τὰ διαμερίσματα αὐτὰ
2116εἶναι τὰ ἀγονώτερα ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας τὰ σύμ-
2117μαχα Βαλκανικὰ Κράτη ἀπέσπασαν ἐκ τῆς Εὐρωπαϊκῆς
2118Τουρκίας. Μόνη ἡ νέα μεθόριος ἡμῶν γραμμή, ἡ μέλλουσα
2119νὰ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ Ἀδρίου καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς τὰς ἐκ-
2120βολὰς τοῦ Νέστου ἢ καὶ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ, θ’ ἀπαι-
2121τήσῃ κολοσσιαίας δαπάνας πρὸς ὀχύρωσιν καὶ περιφρούρη-
2122σίν της.
2123Ἐάν, Κύριοι, κατωρθοῦτο ἡ νέα μεθόριος ἡμῶν γραμμὴ
2124ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ νὰ εἶναι ἐκείνη, ἣν ὑπέδειξεν
2125ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, θὰ εἴ-
2126χομεν ὄντως πολλαχοῦ αὐτῆς φύσει ὀχυρὰ σημεῖα. Ἐγὼ
2127εἰς ἓν μόνον δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἄν πρό-
2128κειται ἡ γραμμὴ αὕτη ἐν τῇ μέσῃ Μακεδονίᾳ ἐκ τοῦ ὄρους
2129Φαλακροῦ (Μπὸζ–Ντὰγ) νὰ βαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς Γευγε-
2130λὴν καὶ ἐκεῖθεν διασχίζουσα τὸ διαμέρισμα τῆς Καρατζό-
2131βας εἰς τὸν Ἐριγόνα ποταμόν, τὸν διαβεβαιῶ ὅτι οὐδὲν
2132φυσικὸν ἀμυντικὸν σημεῖον θὰ ἔχωμεν πρὸς βορρᾶν τῆς Θεσ-
2133σαλονίκης. Ὡς μόνην μεθόριον γραμμὴν ὑποδεικνύει ἐκεῖ
2134αὐτὴ ἡ φύσις τὴν ἀπὸ τοῦ ὄρους Φαλακροῦ κατερχομένην
2135βορειοδυτικῶς εἰς τὸν Στρυμόνα ποταμὸν καὶ παρακολου-
2136θοῦσαν τοῦτον μέχρι τοῦ παραποταμίου του Στρωμνίτσης,
2137ἐκεῖθεν δὲ φθάνουσαν παρὰ τὰς Σιδηρᾶς Πύλας (Ντεμὶρ–
2138Καποῦ) εἰς τὸν Ἀξιὸν ποταμὸν μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ
2139Ἐριγόνος ποταμοῦ, ὅπου ἔκειντο πάλαι ποτὲ οἱ Στόβοι, καὶ
2140ἐκεῖθεν πρὸς δυσμὰς τὸν τελευταῖον ποταμόν, καθ’ ἣν διεύ-
2141θυνσιν καθώρισε καὶ ὁ κ. Καλέργης.
2142Ἀλλ’ ἐὰν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἔχωμεν ἐν Ἠπείρῳ
2143μὲν τὴν μεθόριον γραμμήν, ἣν ὑπέδειξεν ἤδη ἐν Λονδίνῳ
2144αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀφορμὴν
2145λαβὼν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καλέργη· ἐὰν καὶ ἐν Μα-
2146κεδονίᾳ περιορισθῶμεν εἰς ὅσα μέρη κατέχομεν νῦν στρα-
2147τιωτικῶς, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐγὼ ὁ γινώσκων τὴν χώραν
2148ἐκείνην σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν ὅτι ἐλάχιστα φυσικὰ ἀμυν-
2149τικὰ σημεῖα θὰ ἔχωμεν ἐν τῇ νέᾳ μεθορίῳ ἡμῶν γραμμῇ,
2150ὅτι δέ, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν αὐτήν, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ
2151δαπανήσωμεν οὐχὶ δεκάδας, ἀλλ’ ἑκατοντάδας ἴσως ἑκα-
2152τομμυρίων.
2153Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὴν ὡς τάχιστα,
2154διότι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχωμεν ἓν μόνον ὅμορον Κρά-
2155τος καὶ τοῦτο ἑτοιμόρροπον, ὡς ἦτο μέχρι τοῦδε ἡ Τουρκία,
2156εἰς ἣν ἄλλως δὲν ἦτο καὶ ἐπιτετραμμένον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε
2157νὰ ἐπιδράμῃ καθ’ ἡμῶν. Ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν τρία
2158νέα ὅμορα Κράτη, τὴν Ἀλβανίαν, τὴν Σερβίαν καὶ τὴν
2159Βουλγαρίαν. Πολὺ δὲ φοβοῦμαι μήπως μὲ τὰ δύο ἐξ αὐτῶν
2160ἔχωμεν πάντοτε προστριβάς, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει ὄχι
2161μόνον νὰ ὀχυρώσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν μεθόριον ἡμῶν
2162γραμμήν, ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα πάντοτε ἐν ἐπιφυλακῇ.
2163Πλὴν τούτου ἡ Βουλγαρία, ἐνῷ ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ
2164μικρότερον δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος, καταλαμβάνει
2165τώρα καὶ τὰ γονιμώτερα διαμερίσματα τῆς Θράκης καὶ Μα-
2166κεδονίας, ἐξ ὧν ὑπολογίζεται ὅτι θὰ ἔχῃ τετραπλάσια τοὐ-
2167λάχιστον ἔσοδα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν
2168νέων προσκτήσεών της. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἡ Βουλγαρία
2169Θὰ εἶναι τώρα εἰς θέσιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ 300
2170–400 ἑκατομμυρίων καὶ νὰ διαθέσῃ τὸ πλεῖστον τούτου
2171εἰς καταρτισμὸν στόλου ἐν τῷ Αἰγαίῳ πελάγει.
2172Εἶναι, Κύριοι, πλάνη νὰ νομίζῃ τις ὅτι οἱ Βούλγαροι, ὡς
2173χερσαῖος λαός, δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε νὰ καταρτίσωσι ναυ-
2174τικὴν δύναμιν. Τὸ ἴδιον ἐπιστεύετο πάλαι ποτὲ καὶ περὶ
2175τῶν Πρώσσων καὶ τῶν Γερμανῶν· καὶ ὅμως τὴν σήμερον
2176ἔχουσιν οὗτοι νὰ ἐπιδείξωσι τὴν δευτέραν ναυτικὴν δύναμιν
2177τοῦ κόσμου μετὰ τοὺς Ἄγγλους. Διατί καὶ οἱ Βούλγαροι,
2178λαὸς πλήρης ζωῆς καὶ ἐνεργείας, νὰ μὴ ἀποκτήσωσιν ἐν τῷ
2179μέλλοντι ἀξιόμαχον ναυτικὴν δύναμιν;
2180Ἀλλ’ οὕτω θὰ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐφεξῆς, πλὴν
2181τῶν Τούρκων, νὰ ὑπολογίζωμεν καὶ αὐτοὺς κατὰ θάλασσαν,
2182κατ’ ἀκολουθίαν δὲ νὰ ἐντείνωμεν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ναυτι-
2183κὴν τὰς δυνάμεις ἡμῶν κατὰ τρόπον ἐπιβαρύνοντα ἡμᾶς
2184μὲ διπλασίας καὶ τριπλασίας ἴσως τῶν μέχρι τοῦδε δαπα-
2185νῶν, ἂν θέλωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ διασώσωμεν τὰ
2186μέχρι τοῦδε κεκτημένα, νὰ μὴ ἐμβάλωμεν δὲ εἰς τελείαν
2187ἀπόγνωσιν καὶ τὰ τέσσαρα ἕως πέντε ἑκατομμύρια Ἑλλή-
2188νων, οἱ ὁποῖοι ἢ θ’ ἀλλάξωσι τώρα δεσπότην ἢ θὰ παρα-
2189μείνωσιν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν.
2190Καὶ αὐτή, Κύριοι, ἡ Θεσσαλονίκη, πρὸς ἣν ἔχομεν στρέ-
2191ψει ἀπερίσπαστον τὴν προσοχήν μας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσή-
2192λασε νικηφόρος ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, θὰ ἔχῃ ἆρά γε τὴν
2193πρὶν σημασίαν, ἂν παραμείνῃ εἰς χεῖρας ἡμῶν, ὡς ἐλπίζο-
2194μεν; Ἂν αὕτη παύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι οὖσα ὁ μόνος ἐμπο-
2195ρικὸς λιμὴν ὁλοκλήρου τῆς Μακεδονίας καὶ μεγάλου μέρους
2196τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Θράκης· ἂν οἱ Βούλγαροι κατορθώ-
2197σωσι νὰ στερήσωσιν αὐτὴν πάσης περιοχῆς πρὸς Βορρᾶν, ὡς
2198ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως
2199τῆς Βουλγαρικῆς Μακεδονίας, τοῦ δημοσιευθέντος ἤδη ἐν
2200Σοφίᾳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ περιστῇ αὐτὴ ὑπὸ ἔποψιν
2201οἰκονομικὴν πολὺ ταχέως εἰς ἣν θέσιν περιέγραψεν ἤδη ὁ
2202δεύτερος πληρεξούσιος τῆς Βουλγαρίας ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὰς
2203ἐκεῖ διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις περὶ εἰρήνης ἔν τινι
2204συνεντεύξει του. Τί δὲ θὰ στοιχίζῃ εἰς ἡμᾶς ἡ περιφρούρη-
2205σίς της ἀπέναντι γείτονος, ὅστις ἐλλοχῶν πάντοτε ἐκεῖ πλη-
2206σίον θὰ εἶναι ἕτοιμος, δραττόμενος τῆς πρώτης τυχούσης
2207προστριβῆς μεθ’ ἡμῶν, νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ αὐτῆς;
2208Προστριβάς, Κύριοι, πολλὰς θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι
2209καὶ μὲ τὸ νεότευκτον Ἀλβανικὸν Κράτος, ἀλλ’ ἀδιάλειπτοι
2210θὰ εἶναι αὐταὶ ἰδίως μὲ τοὺς Βουλγάρους. Εἶμαι εἰς θέσιν
2211νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐξ ἰδίας πείρας ὅτι αὐτοὶ οὐδέποτε θὰ
2212ἡσυχάσωσι· θὰ μᾶς παρέχωσι πάντοτε πράγματα. Δὲν πα-
2213ρατηρεῖτε, τί συμβαίνει ἀκόμη καὶ τώρα, ὅτε ἐξακολουθεῖ ἔτι
2214ὁ συμμαχικός μας μετ’ αὐτῶν πόλεμος ἐναντίον τῶν Τούρκων;
2215Τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων πληροῦσιν ἑκάστοτε αἱ ἀφηγή-
2216σεις τῶν δεινοπαθημάτων τῶν Ἑλλήνων τῶν διαμερισμά-
2217των τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας τῶν κατειλημμένων ὑπὸ
2218τῶν Βουλγάρων. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἁπλῶν καταπιέσεων
2219ἐκ μέρους τούτων, ἀλλὰ περὶ ἀληθοῦς διωγμοῦ, διεξαγο-
2220μένου ἀπὸ σχεδίου κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, περὶ διω-
2221γμοῦ μέχρις ἐξοντώσεως τοῦ ἐθνισμοῦ των.
2222Τὰ πάνδεινα, Κύριοι, ἔχει ὑποστῆ ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπὸ
2223τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Ἐν τούτοις εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμέ-
2224νον ὅτι οὐδέποτε διέτρεξεν αὐτὸς κίνδυνον ἐξοντώσεως ὑπὸ
2225τὸ Κράτος τοῦ Ἰσλάμ. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπ’ αὐτὸ προώ-
2226δευσαν καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ Ἕλληνες εἰς βαθμόν, τὸν ὁποῖον
2227πᾶς τις θὰ ἐθεώρει ἀπίστευτον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρώ-
2228της ὑποταγῆς των εἰς τὴν ἡμισέληνον. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο
2229νὰ ἀναμνησθῶμεν ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως τῆς
2230Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ Μωάμεθ τοῦ Βʹ εἶχε περιορισθῆ
2231ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου κατ’ ἀκολουθίαν
2232τῶν ἀλλεπαλλήλων βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ καταστρο-
2233φῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίθησαν αἱ τῶν Σλαύων καὶ
2234τῶν Βουλγάρων. Ἐνῷ τώρα οἱ Ἕλληνες ἀνέρχονται εἰς 10
2235ὅλα ἑκατομμύρια, κατέχουσι δὲ περίβλεπτον θέσιν καθ’
2236ἅπασαν τὴν Ἀνατολὴν ὑπὸ ἔποψιν προόδου καὶ πολιτισμοῦ,
2237μάλιστα δὲ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, διασώζοντες εἴπερ ποτὲ
2238καὶ ἄλλοτε ἀκμαῖον τὸ ἐθνικόν των φρόνημα, ποία τύχη
2239ἀναμένει αὐτοὺς τώρα ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους; Ἆρά γε θὰ
2240εἶναι αὕτη καλλιτέρα τῆς τῶν Ἑλλήνων τῆς Ῥωμουνίας;
2241Δύο, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ προπύργια τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλ-
2242ληνισμοῦ κατὰ τοὺς ἀργαλέους χρόνους τῆς δουλείας ὑπὸ
2243τὸν ἀλλόφυλον ζυγόν, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ
2244τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ προορισμὸς αὐτῶν δὲν ἔληξε μὲ τὸν
2245τελευταῖον ἀπελευθερωτικὸν ἀγῶνα τῶν Βαλκανικῶν Κρα-
2246τῶν. Ἀφοῦ κατέστη ἀναπόδραστος ἡ διχοτόμησις τοῦ Ἑλ-
2247ληνισμοῦ διὰ τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ Αἰγαῖον
2248πέλαγος, ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἔχομεν κατ’ ἐξοχὴν
2249ἀνάγκην τῶν προπυργίων ἐκείνων, διότι αὐτὰ θὰ εἶναι ἐν
2250τῷ μέλλοντι ὁ κυριώτατος συνεκτικὸς δεσμὸς μεταξὺ τῶν
2251ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῆς νέας μεγάλης Βουλγαρίας Ἑλ-
2252λήνων.
2253Ἀλλά, Κύριοι, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πρόκειται
2254τώρα νὰ στερηθῇ τοὺς πλείστους τῶν μητροπολιτικῶν του
2255θρόνων καὶ ν’ ἀποβάλῃ οὕτω τὸ μέγιστον μέρος τῆς δυνά-
2256μεώς του. Πολλὰ δὲ γράφονται καὶ λέγονται ἀπό τινος περὶ
2257τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος, τοῦ χωρίζοντος ἡμᾶς τοὺς
2258Ἕλληνας ἀπὸ τῶν Βουλγάρων, τὰ ὁποῖα ἐμὲ τοὐλάχιστον
2259ἐμβάλλουσιν εἰς πολλὴν ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ
2260ἐκκλησιαστικοῦ καὶ ἐθνικοῦ ἡμῶν κέντρου παρὰ τὸν Βόσπο-
2261ρον, ἐν τῷ μεταιχμίῳ τούτῳ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας.
2262Πῶς θὰ συγκρατηθῇ καὶ ἐνισχυθῇ αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ τῶν κιν-
2263δύνων, ὑφ’ ὧν περιστοιχίζεται τὴν σήμερον; Δὲν ἠξεύρω τί
2264σκέπτεται περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἀντι-
2265πρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἐπάναγκες ἐνόμισα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ
2266ταύτῃ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ζήτημα τὸ
2267ἐκκλησιαστικόν, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται τώρα διὰ τῆς
2268ἐπερχομένης πολιτικῆς μεταβολῆς ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερ-
2269σονήσου· διότι αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν ζήτημα δι’
2270ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας.
2271Ἰδιαιτέρως ὅμως, Κύριοι, μὲ ἀνησυχεῖ ἡ λύσις, ἡ ὁποία
2272μέλλει νὰ δοθῇ ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ συνομολογήσει τῆς εἰρή-
2273νης εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ ἀνακήρυξις τού-
2274του εἰς μοναχικὴν δημοκρατίαν ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὸ
2275ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς του καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας
2276συνεπείας δι’ ἡμᾶς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Οἱ μοναχοὶ τοῦ
2277Ἁγίου Ὄρους ἀκολουθοῦντες τὸ παράγγελμα τοῦ Σωτῆρος
2278ἡμῶν «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ
2279Θεοῦ τῷ Θεῷ», ὡς καὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καθ’ ὃ
2280«οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγμα-
2281τείαις», δὲν δύνανται ν’ ἀναλάβωσιν ἔργα ἀλλότρια τοῦ
2282προορισμοῦ των, ὡς τὰ τῆς πολιτικῆς των διοικήσεως.
2283Τί δὲ σημαίνει, Κύριοι, δι’ αὐτοὺς ἡ μοναχικὴ δημοκρα-
2284τία; Σημαίνει κατάργησιν τῶν κρατούντων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει
2285προνομίων τῶν διαφόρων Μονῶν, καθ’ ἃ αὗται διοικοῦνται
2286ἐκκλησιαστικῶς δι’ ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους αὐταὶ αἱ
2287Μοναὶ καὶ οὐχὶ οἱ μοναχοὶ ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν ἐν Κα-
2288ρυαῖς Σύναξιν. Σημαίνει καθιέρωσιν τῆς καθολικῆς ψηφο-
2289φορίας παρ’ αὐτοῖς τοῖς μοναχοῖς, ὁπότε κινδυνεύει τὸ Ἅγιον
2290Ὄρος ν’ ἀποβάλῃ τὸν Ἑλληνικόν του χαρακτῆρα καὶ νὰ
2291περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἀλλοφύλων.
2292Ἀλλά, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀνυπολό-
2293γιστος ἡ ζημία ὑπὸ ἔποψιν οὐ μόνον ἐκκλησιαστικήν, ἀλλὰ
2294καὶ ἐθνικήν. Αἱ Μοναὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχουσι μεγάλας
2295ἰδιοκτησίας, τὰ λεγόμενα μετόχια, τόσον ἐπὶ τῆς Χαλκιδι-
2296κῆς, ὅσον καὶ ἐπὶ πολλῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου πελάγους.
2297Ὁ μέλλων ἄρα νὰ κυριαρχήσῃ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει θὰ ἔχῃ ἀξιώ-
2298σεις καὶ ἐπὶ τῶν ἀπεράντων κτήσεων τῶν Μονῶν, περὶ ὧν
2299ὁ λόγος νῦν.
2300Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ ζητημάτων, τὰ
2301ὁποῖα ἢ δὲν λύονται διόλου ἢ λύονται κατὰ τρόπον ἐπι-
2302δεινοῦντα μᾶλλον τὴν κατάστασιν καὶ δυνάμενον νὰ προ-
2303καλέσῃ νέα ζητήματα πολυπλοκώτερα τῶν μέχρι τοῦδε.
2304Πάντα δὲ ταῦτα εἶναι ἱκανά, νομίζω, νὰ πείσωσι καὶ τὸν
2305μᾶλλον δύσπιστον ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκλίπωσιν ἐφεξῆς,
2306ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ θὰ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ ἀφορμαὶ
2307προστριβῶν καὶ ῥήξεων μετὰ τῶν νέων ἡμῶν γειτόνων.
2308Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε κατὰ
2309τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι θὰ ζητήσῃ κατὰ τὴν
2310συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων,
2311οἱ ὁποῖοι θὰ περιέλθωσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλ-
2312γαρίας, ἵνα διατηρήσωσιν αὐτοὶ ὑπὸ τὸ νέον πολιτικὸν καθε-
2313στὼς ἀκεραίαν τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, ἐξακολουθοῦν-
2314τες νὰ ἐκπαιδεύωνται, ὡς μέχρι τοῦδε, ἐν τῇ μητρικῇ των
2315γλώσσῃ καὶ νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων των.
2316Προσέθηκε δ’ ὅτι τοιαύτας ἐγγυήσεις θὰ παράσχῃ καὶ ἡ
2317Ἑλλὰς διὰ τοὺς Βουλγάρους σχισματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ
2318περιέλθωσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν της, καὶ ὅτι κατ’ ἀκο-
2319λουθίαν τὰ συμβαλλόμενα Κράτη θὰ τηρήσωσιν ἀμοιβαίως
2320τὰς οὕτω πως ἀναληφθησομένας ὑποχρεώσεις των.
2321Οἱ Βούλγαροι, Κύριοι, γινώσκουσι κάλλιστα ὅτι οἱ σχι-
2322σματικοί, οἱ ὑπαχθησόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μας, εἶναι
2323μόλις τὸ δεκατημόριον τῶν Ἑλλήνων, τῶν ὁποίων θὰ ἐξουσι-
2324άσωσιν αὐτοί. Πλὴν τούτου ἔχουσιν αὐτοὶ τὴν πεποίθησιν
2325ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν ἀπαρεγκλίτως τὰς ἡμετέρας
2326ὑποχρεώσεις καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ τὸν ἑξῆς.
2327Πρό τινων ἑβδομάδων ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ ἡμιεπισήμῳ
2328Βουλγαρικῇ ἐφημερίδι τῆς Σοφίας «Δνέβνικ», ἀνεδημο-
2329σιεύθη δὲ ἐν μεταφράσει καὶ μὲ παχέα στοιχεῖα ὑπὸ τῆς
2330ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος τῶν Ἀθηνῶν «Ἑστίας», ἄνευ σχο-
2331λίου τινός, ἓν εἶδος ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τὸν τύπον «δηλώ-
2332σεων διπλωμάτου, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δυναμένου νὰ γι-
2333νώσκῃ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα». Κατὰ τὰς δηλώσεις ταύτας
2334μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἐπῆλθε πλήρης συνεννόη-
2335σις, διότι εὑρέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐν Ἑλλάδι Κυβερνήσεως
2336ἄνθρωπος, ὡς ὁ κ. Βενιζέλος, ὅστις, ἀπολαύων τῆς πλήρους
2337ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους του, ἀπέκτησεν ἐπιρροὴν ὑπερ-
2338βαίνουσαν τὴν ἰσχὺν τοῦ κυβερνήτου, ἔχει δὲ κῦρος ὑπερ-
2339βαῖνον καὶ τὸ κῦρος τοῦ Στέμματος, οὕτως ὥστε εἶναι γε-
2340γονὸς τώρα ὅτι πᾶν ὅ,τι σκέπτεται καὶ πράττει ὁ κ. Βενι-
2341ζέλος σκέπτεται καὶ πράττει αὐτὴ ἡ Ἑλλάς.
2342§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε φαντάζομαι
2343ὅτι ἔχω τοιαύτην θέσιν ἐν Ἑλλάδι. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαι-
2344ώσω ὑμᾶς ὅτι, ὅσον ἐχρειάζετο νὰ εἶναι γνωστόν, εἶναι
2345γνωστὸν ποῦ ὑπάρχουσι τὰ σημεῖα, πέρα τῶν ὁποίων οὔτε
2346ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα ἠδύ-
2347ναντο νὰ ὑποχωρήσωσιν.
2348§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα περὶ τού-
2349του, κ. Πρωθυπουργέ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος
2350μιᾶς ἡμιεπισήμου Βουλγαρικῆς ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον ἀνε-
2351δημοσίευσεν ἑλληνιστὶ ἡ ἐνταῦθα ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς
2352«Ἑστία» μὲ παχέα στοιχεῖα καὶ ἄνευ σχολίων τῇ 15 Φε-
2353βρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην ἐγώ, ἵνα ἀπο-
2354δείξω ὁποίαν πεποίθησιν ἔχουσιν οἱ ἐν Βουλγαρίᾳ ἐπὶ τὴν
2355ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἀνελά-
2356βετε ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος. Δυνάμεθα ὅμως, Κύριοι, νὰ
2357ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐκπλή-
2358ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἢ θὰ ἀνα-
2359λάβῃ ἀπέναντι ἡμῶν ὁ κ. Γκέσωφ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλγα-
2360ρίας; Ἠξεύρομεν ἤδη ἐκ τῆς ἱστορίας ὁποία ὑπῆρξεν ἡ
2361τύχη ἄλλων ἀνδρῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, οἵτινες παρέ-
2362σχον πολὺ ἀνωτέρας τοῦ κ. Γκέσωφ ὑπηρεσίας εἰς αὐτήν.
2363§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κ. Βουλευτά, ὅτι
2364ὁμιλεῖτε περὶ συμμάχων, μετὰ τῶν ὁποίων διεξάγομεν δει-
2365νὸν ἀγῶνα κατὰ κοινοῦ ἐχθροῦ. Ἔχετε ὑποχρέωσίν τινα νὰ
2366ἐνθυμῆσθε αὐτό.
2367§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Γκέσωφ.....
2368§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα σύμμαχοι μετὰ τοῦ κ.
2369Γκέσωφ, ἀλλὰ μετὰ τῆς Βουλγαρίας.
2370§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως καὶ οἱ Βούλγαροι, κ. Πρωθυ-
2371πουργέ, δὲν εἶναι σύμμαχοι μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Διατί ὅμως
2372γράφουσιν αὐτοὶ ὅσα γράφουσι περὶ ὑμῶν ἐν ἀντιδιαστολῇ
2373πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Ἐγὼ δ’ ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ
2374ἔχῃ καὶ ὁ κ. Γκέσωφ ἐν Βουλγαρίᾳ ἣν θέσιν ἔχετε ὑμεῖς ἐν
2375Ἑλλάδι, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ Ἕλλη-
2376νες εἰς αὐτὸν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχουσιν οἱ Βούλγαροι εἰς
2377ὑμᾶς. Διότι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν
2378προθέσεων καὶ τῆς νομιμοφροσύνης τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ
2379τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον πολὺ φοβοῦμαι
2380μήπως ἀνατρεπομένου αὐτοῦ ἔχωσι καὶ αἱ νῦν δοθησόμεναι
2381πρὸς ἡμᾶς ἐγγυήσεις διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Θράκης καὶ
2382τῆς Μακεδονίας τὴν αὐτὴν τύχην μὲ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς
2383ὁποίας ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον πάλαι ποτὲ αὐταὶ αἱ Μ. Δυ-
2384νάμεις παρὰ τῶν Βουλγάρων διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Βουλ-
2385γαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας.
2386Κατὰ ἕνα, Κύριοι, καὶ μόνον τρόπον, ὡς ἐγὼ νομίζω, δυ-
2387νάμεθα τώρα καὶ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγυήσεις νὰ κατα-
2388στήσωμεν σεβαστὰς καὶ νὰ σώσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι
2389εἶναι ἔτι δυνατὸν νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων.
2390Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον μετέρχονται τὴν
2391σήμερον πάντα τὰ Κράτη, ἀκολουθοῦντα ἐν τούτῳ τὸ πά-
2392λαι Ῥωμαϊκὸν λόγιον, καθ’ ὃ «ὁ θέλων τὴν εἰρήνην πρέπει
2393νὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς πόλεμον». Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη
2394πᾶσα νὰ διατηρήσωμεν ἀείποτε ἀκμαῖα τὰ οἰκονομικά μας,
2395εἰδότες καλῶς ὅτι πᾶσα καταστροφὴ αὐτῶν ἐν τῷ μέλ-
2396λοντι θὰ ἐσήμαινε καὶ τὸν ἐθνικόν μας ὄλεθρον. Πρέπει δὲ
2397τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσι
2398τὸν διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμὸν τῆς παρούσης πολεμι-
2399κῆς ἡμῶν δυνάμεως. Πρέπει οὕτω πως τὸ ἔθνος ἡμῶν νὰ
2400εἶναι ἕτοιμον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἵνα κατέλθῃ πάνοπλον
2401εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Οὕτω πως μόνον θὰ δυνη-
2402θῶμεν νὰ προστατεύσωμεν ἀποτελεσματικῶς τοὺς Ἕλλη-
2403νας τῆς Θράκης καὶ Μακεδονίας· οὕτω πως μόνον θὰ σώ-
2404σωμεν ἐν τῷ μέλλοντι αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόστασιν.
2405(Χειροκροτήματα).
2406§117Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, Κύριοι, τὴν Βουλὴν
2407εἰμὴ μόνον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους. Ὁ λαός, ὅστις ἐξη-
2408γέρθη πρό τινων ἐτῶν, δὲν ἐζήτησε μόνον διοικητικήν, ἀλλὰ
2409καὶ οἰκονομικὴν ἐπανάστασιν. Κυρίως αὐτὴν ἐζήτησε, διότι τὸ
2410ὑπάρχον οἰκονομικὸν καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν
2411αὐτὸν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἀρχίζῃ νὰ σκέπτηται ἂν εἶναι
2412πλέον δυνατὸν νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι. Ὁ κύριος
2413ἑπομένως λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ ἐξέγερσις, εἶναι
2414κυρίως τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς πρέπει
2415νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πάντας. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιστή-
2416σωμεν ἅπασαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα ἴδωμεν πῶς εἶναι
2417δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς ἡμετέρους πόρους,
2418ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ δυνηθῶμεν, ἀφοῦ πρῶτον πλουτίσωμεν
2419τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ζητήσωμεν νὰ φορολογήσωμεν αὐ-
2420τὸν καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς νέας ἀπαι-
2421τήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2422Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς ἤρχισεν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ
2423ἡ ἔκφρασις, ab ovo, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882. Ἀνέφερε τὸ γνω-
2424στὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον τότε κατὰ πρῶτον εἰσῆλθεν ἐν
2425Ἑλλάδι, διότι πραγματικῶς μόνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
2426νης εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ οἰκονομικοῦ συστή-
2427ματος, διότι πρὶν ὑπῆρχον οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους κατ’
2428ἔτος συνέτασσε τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογι-
2429σμοῦ τοῦ μεγάλου τῆς Ἑλλάδος πολίτου, τοῦ Καποδι-
2430στρίου. Ὅτε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠθέλησε κατὰ
2431πρῶτον νὰ ἐγκαταστήσῃ οἰκονομικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι,
2432εὑρέθη πρὸ μιᾶς οἰκονομικῆς ἀρχῆς ἐπικρατούσης τότε, τὴν
2433ὁποίαν ἀμέσως ἐδέχθη, οἰκονομικῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία δύνα-
2434ται νὰ συνοψισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην λέξιν, διότι ἡ Κυβέρ-
2435νησις ἐκείνη δὲν ἐζήτει εἰμὴ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὐτάρκειαν
2436τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐστήριζεν ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ
2437ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου. Καὶ ὄντως προσεπάθησε πάσῃ θυσίᾳ,
2438ἵνα ὁ ἐμπορικὸς ἰσολογισμὸς μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσα-
2439γωγῆς τοὐλάχιστον ἐπέλθῃ ἐν Ἑλλάδι. Δεδομένου ὅτι ἐν
2440Ἑλλάδι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως καὶ σήμερον ἐξα-
2441κολουθεῖ, ἡ ἐξαγωγὴ ἦτο πολὺ μικροτέρα τῆς εἰσαγωγῆς,
2442ἐνομίσθη ὅτι ἔδει νὰ τεθῇ φορολογία ὁλόκληρος, ἵνα κατορ-
2443θωθῇ νὰ συγκρατήσωμεν τὸν πλοῦτον τῆς χώρας παρ’ ἡμῖν.
2444Ἐφορολογήθησαν τὰ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα μὲ βα-
2445ρυτάτους δασμούς, ἵνα ἀποκλεισθῶσιν αἱ ἑλληνικαὶ ἀγοραὶ
2446ἀπὸ προϊόντων, τῶν ὁποίων εἴτε δὲν εἶχεν ἀνάγκην εἴτε
2447ἠδύναντο νὰ παραχθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐπαρουσιάσθη
2448ἓν περίεργον οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις
2449νὰ ἀποκαλέσῃ οἱονεὶ προστατευτικόν. Καὶ τὸ σύστημα
2450αὐτό, Κύριοι, μᾶς διέπει μέχρι τῆς σήμερον. Οὐδεμία ἐδόθη
2451προσοχὴ ἐν Ἑλλάδι κατὰ πόσον τὸ σύστημα αὐτό, τὸ
2452ὁποῖον ἴσως δύναταί τις νὰ ἀποκαλέσῃ προστατευτικόν,
2453ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Εὑρισκό-
2454μεθα ἐνώπιον ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον λόγον εἶναι
2455ναυτιλιακός, κατὰ δεύτερον κτηνοτροφικός, κατὰ τρίτον
2456γεωργικός, ὑπεράνω δ’ ὅλων τούτων εἶναι λαὸς ἐμπορικός.
2457Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν ποτε νὰ κατανοηθῇ περιορισμὸς
2458εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ
2459ἐννοήσωμεν λαὸν ἐμπορικὸν περιοριζόμενον εἰς τὴν ἐνάσκη-
2460σιν τοῦ ἐμπορίου του ὑπὸ τῶν διαφόρων αὐτῶν φορολογικῶν
2461νόμων. Καὶ εὕρομεν τὸν λαὸν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑποφέροντα,
2462μὴ δυνάμενον νὰ ζήσῃ ἐν τῷ τόπῳ, μὴ δυνάμενον νὰ ἀντα-
2463ποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πολιτείας. Παρατηροῦμεν
2464τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διαρκῶς φορολογούμενον καὶ βλέπο-
2465μεν, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐμφάνισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μᾶς
2466παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς με-
2467ταξὺ χαρτονομίσματος καὶ χρυσοῦ, ἐγείρεται ὅριον ὑπέρτα-
2468τον μεταξὺ χρυσοῦ καὶ δραχμῆς χαρτίνης καὶ τὸ ὅριον τοῦτο
2469τὸ βλέπομεν ἀποτόμως, ἄνευ οὐδενὸς κυβερνητικοῦ μέτρου,
2470ἄνευ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἀρχίζον νὰ καταπί-
2471πτῃ καὶ φθάνον εἰς τὸ ἄρτιον μόνον καὶ μόνον χάρις εἰς τὴν
2472ἐργασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος
2473του κατώρθωσε τὸ μέγα αὐτὸ οἰκονομικὸν φαινόμενον, τὸ
2474ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἱστορίᾳ τῶν δια-
2475φόρων ἐθνῶν. Οὐδαμοῦ, ὅπου ὑπῆρχε νομισματικὴ διαφορά,
2476κατέπεσεν αὕτη μόνη της· πάντοτε ὑπῆρξεν ἐπίδρασις εἴτε
2477ἐξωτερικῶν γεγονότων, ὡς αἱ ἀθρόαι μεταναστεύσεις, εἴτε
2478κυβερνητικῶν μέτρων. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀνάγκη ἀκριβῶς νὰ μᾶς
2479πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἀμέριστον τὴν ἡμετέραν
2480προσοχὴν ἐπὶ τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τοὺς
2481κυρίως πλουτοπαραγωγικοὺς τοῦ τόπου παράγοντας, παρά-
2482γοντας τῶν ὁποίων τὰ συμπεράσματα εἶναι τόσον πολὺ ἁπτὰ
2483καὶ ἔχουσι τόσον μεγάλην τὴν σημασίαν καὶ διὰ τὸν λαὸν καὶ
2484διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
2485κονομικῶν ἀνέφερεν, ὅτι θεωρεῖ ὡς πρῶτον παράγοντα τὴν
2486μετανάστευσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν.
2487§118ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2488Εἶπον ὡς ἕνα τῶν κυρίων παραγόντων.
2489§119Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸν ἀνεφέρατε πρῶτον. Μὲ εὐχαριστεῖ
2490ἡ διακοπή σας καὶ χαίρω διότι παρατηρῶ ὅτι συμφωνοῦμεν.
2491Ἡ ναυτιλία δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ τί συνεισ-
2492φέρει εἰς τὸ Κράτος· ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ὑπολογίσῃ ἐλά-
2493χιστόν τι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, πολλοστημόριον, θὰ φθάσῃ εἰς ποσόν,
2494τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ μυθῶδες καὶ δι’
2495αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ τὸ ἀναφέρω.
2496§120Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἴπατέ το.
2497§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ μὴ
2498τὸ ἀναφέρω, ἀκριβῶς διότι εἶναι ὄντως μυθῶδες. Τὸ ἐκ τῆς
2499μεταναστεύσεως εἰσρέον χρῆμα εἶναι μικρόν. Δὲν μετανα-
2500στεύει μόνον σήμερον τὸ Ἑλληνικόν· τὸ Ἑλληνικὸν μετε-
2501νάστευεν ἀνέκαθεν. Ποῦ εὑρέθησαν 500,000 ἐν Ῥωμουνίᾳ;
2502Ποῦ εὑρέθησαν αἱ 250,000 ἐν Αἰγύπτῳ; Οἱ μετανα-
2503στεύοντες διαρκῶς εἰσέφερον χρυσόν. Ἐν τούτοις δὲν βλέ-
2504πομεν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτὴν τοῦ χρυσοῦ νὰ φέρῃ οὐσιῶ-
2505δές τι ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ
2506ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρακολουθήσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλ-
2507ληνικῆς ναυτιλίας βλέπομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον προστίθενται τόν-
2508νοι κατ’ ἔτος εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, κατὰ
2509τοσοῦτον καταπίπτει ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ κατορ-
2510θώνει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄρτιον. Αὐτὸ τὸ φαινόμενον πασιφα-
2511νῶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρι-
2512χθῇ ἡ θεωρία τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, θεωρία πεπαλαιω-
2513μένη, θεωρία ἡ ὁποία ἀπέδειξεν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον
2514πρέπει νὰ διαπιστωθῇ. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν Κρά-
2515τος τι ἔχει ἐξαγωγὴν χρήματος μεγαλειτέραν τῆς εἰσαγω-
2516γῆς, ἐρωτᾶται· ποῦ εὑρίσκει τὸ χρῆμα καὶ πληρώνει τὰς
2517ὑποχρεώσεις του; Ὑπάρχουσιν οἱ ἄδηλοι πόροι, δύνανταί τι-
2518νες ν’ ἀπαντήσωσιν· ἀλλ’ οἱ ἄδηλοι πόροι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον
2519δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ πλού-
2520του καί, ἂν θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἐμπο-
2521ρίου τοῦ διεθνοῦς, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸ
2522ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν μόνον πρὸς τὰ μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη
2523ἦτο δυνατὸν νὰ συγκριθῇ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Ἂν
2524λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἀνατολήν, οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι
2525παρατάσσονται, εἶναι πράγματι καταπληκτικοὶ τῆς προόδου
2526καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀποδόσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ
2527ἐργασία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν ἡ
2528Ἑλλὰς εἶχεν ἐμπόριον εἰσαγωγῆς 150,000,000 καὶ ἐξαγω-
2529γῆς 120,000,000, δηλ. ἔλλειμμα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν θεω-
2530ρίαν 30,000,000· σημειώσατε τοῦτο ἐπὶ πληθυσμοῦ κατὰ
2531τὴν τελευταίαν στατιστικὴν 2,630,000. Ἡ Βουλγαρία μὲ
2532πληθυσμὸν 4,100,000 κατοίκων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι βε-
2533βαίως διπλάσιος, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τὸ τρίτον ὑπέρτερος τοῦ
2534ἰδικοῦ μας, εἰσήγαγεν 120,000,000 ἀπέναντι ἐξαγωγῆς
2535140,000,000, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶναι
2536Κράτος πλουσιώτερον τῆς Ἑλλάδος· ἡ Ἑλλὰς μὲ μικρότε-
2537ρον πληθυσμὸν καταναλίσκει προϊόντα ἐξωτερικὰ πολυτι-
2538μότερα τῶν ἐξωτερικῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκει ἡ
2539Βουλγαρία.
2540Ἡ Σερβία, Κύριοι, μὲ πληθυσμὸν 2,680,000 ἔχει εἰσα-
2541γωγήν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ἀπίστευτον, θὰ τὸ ἀνα-
2542φέρω ὅμως, εἰς 55,000,000 καὶ ἐξαγωγὴν 75,000,000.
2543Ἡ Ἑλλάς, μικροτέρα τῆς Σερβίας κατὰ 50,000, ἔχει 150,
2544000,000, ἡ δὲ Σερβία ἔχει μόνον 55,000,000. Συγκρί-
2545νατε, παρακαλῶ, τοὺς δύο λαοὺς καὶ ἴδετε τίς ἐκ τῶν δύο
2546εἶναι πλουσιώτερος. Ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ ῥίψωμεν βλέμμα
2547εἰς τὰ μικρὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναπτύξει
2548ὅλους αὐτῶν τοὺς πόρους, θέλομεν ἴδει καταπληκτικὰ φαι-
2549νόμενα. Οὕτως ἡ Δανία ἐπὶ πληθυσμοῦ κατὰ 50,000 μι-
2550κροτέρου τῆς Ἑλλάδος ἔχει εἰσαγωγὴν ἑνὸς δισεκατομμυ-
2551ρίου καὶ ἐξαγωγὴν 750,000· δηλαδὴ ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται
2552εἰς τὸ ποσὸν τῶν 250,000, ἀκριβῶς διότι ἡ Δανία εἰσάγει
2553προϊόντα κατὰ 250,000 ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξάγει,
2554διότι εἶναι πλουσία. Ἀνάλογα φαινόμενα παρατηροῦνται
2555καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὴν Ὁλλανδίαν,
2556ἡ ὁποία ἐπὶ πληθυσμοῦ ἓξ ἑκατομμυρίων καταντᾷ χάρις εἰς
2557μονοπώλια, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὡρισμένων προϊόντων, κα-
2558ταντᾷ νὰ ἔχῃ εἰσαγωγὴν κατά τι μικροτέραν τῆς τῆς Γαλ-
2559λίας, διότι ἡ Ὁλλανδία ἔχει εἰσαγωγὴν 200,000,000 λι-
2560ρῶν, ἡ δὲ Γαλλία 220,000,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὁποῖα ἀπο-
2561τελοῦσι διδόμενα, ὥστε νὰ στηρίξῃ τις ἐπ’ αὐτῶν μεγάλην
2562πεποίθησιν ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἰδεώ-
2563δης, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ὀφειλομένη ἀπο-
2564κλειστικῶς εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ φιλοπρόοδον
2565αὐτοῦ, θέλει λάβει τοιαύτην ἔκφανσιν, ὥστε οἱαδήποτε Κυ-
2566βέρνησις νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν ἀπομένει
2567πλέον παρὰ ἡ εἰσαγωγὴ συστήματος οἰκονομικοῦ. Καὶ ἐρω-
2568τᾶται· ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὸν σύστημα; Τί σύστη-
2569μα ἀκολουθοῦμεν ἐν Ἑλλάδι; Εἴμεθα προστατευτικοί; Οὐ-
2570δεὶς τὸ γνωρίζει. Εἴμεθα φιλελεύθεροι; Οὐδεὶς τὸ γνωρίζει.
2571Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπό τινος καιροῦ μᾶς ἀναφέρει διαρ-
2572κῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ τὸ
2573ζήτημα τοῦτο εἶναι ἓν μόνον στοιχεῖον ἐκ τῶν πολλῶν τὰ
2574ὁποῖα ἔχει τὸ ἀντίθετον σύστημα τοῦ κρατοῦντος
2575σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Ποία θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνή-
2576σεως; Οὐδεὶς τὸ γνωρίζει. Θὰ ἔλθῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα
2577τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ἢ θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν
2578τὸ σύστημα τὸ προστατευτικόν; Τοῦτο εἶναι ἄδηλον καὶ
2579πρέπει νὰ δοθῇ μία κατεύθυνσις ἐπὶ τούτου, διότι τὴν στιγμὴν
2580καθ’ ἣν θὰ φορολογήσωμεν τὸν λαὸν κατὰ τρόπον ὄντως
2581ἁρμόζοντα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους
2582θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ὁποίους ὁ
2583Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς ταμεῖα
2584ἀλλότρια, ἀλλ’ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τότε θὰ εἴμεθα
2585εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὸν προο-
2586ρισμὸν αὐτῆς, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὸ πῶς ὁ Ἑλληνικὸς
2587λαὸς θὰ κατασταθῇ πλουσιώτερος, διότι τότε δύναται νὰ
2588φορολογηθῇ. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσήχθη διὰ τοῦ Προϋ-
2589πολογισμοῦ τοῦ 1882 εἰσάγει φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἂν
2590θελήσῃ τις οὐχὶ βεβαίως νὰ χαρακτηρίσῃ ἐπισταμένως, ἀλλὰ
2591νὰ τῇ δώσῃ τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖον τῇ προσαρμόζει, θὰ
2592εἴπῃ ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν εἶναι φορολογία ὑπὲρ τοῦ
2593Κράτους, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν, ἡ ὁποία δὲν προβλέπει
2594πῶς νὰ εἰσέλθωσι τὰ χρήματα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
2595ἀλλ’ εἰς ἄλλα βαλλάντια ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν. Καὶ τὸ σύ-
2596στημα αὐτὸ δίδει ἀφορμὴν πρὸς σύστασιν αὐτοῦ τοῦ λαθρεμ-
2597πορίου τοῦ κολοσσιαίου. Εἶναι πολὺ πιθανὸν αἱ στατιστι-
2598καί, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει περὶ τῆς εἰσαγω-
2599γῆς ἑνὸς καὶ μόνου προϊόντος, τῆς σακχάρεως, νὰ μᾶς πείθωσι
2600περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
2601τὰς συνηθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προσέξῃ εἰς τὴν
2602κατανάλωσιν ἡ ὁποία γίνεται ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι
2603ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταναλίσκηται τόσον ὀλίγη σάκ-
2604χαρις ὅσον ἐκείνη ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὰ δελτία εἰσα-
2605γωγῆς. Ἑπομένως τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ
2606σπουδαιότατον παράγοντα διοχετεύσεως τοῦ χρήματος τοῦ
2607Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς ἄλλα βαλλάντια καὶ ὄχι εἰς τὰ ταμεῖα
2608τοῦ Κράτους, κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ κτυπηθῇ, διότι
2609αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται ἀφορμὴ ὄχι μόνον τῆς βαρυτάτης αὐ-
2610τῆς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
2611καὶ τῆς δημιουργίας τάξεως ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον ἔχει
2612σκοπὸν παρὰ τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
2613Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα χαρακτη-
2614ρίζονται ὡς εἶδος πολυτελείας. Τί εἶναι πολυτέλεια; Αἱ
2615σαρδέλλαι τοῦ κουτιοῦ θεωροῦνται ὡς πολυτέλεια. Ἐνῷ 20
2616λεπτὰ τὸ κυτίον πωλοῦνται παντοῦ καὶ ὅλος ὁ κόσμος τὰς
2617τρώγει, ἐν Ἑλλάδι θεωροῦνται πολυτέλεια! Τὰ διάφορα
2618ἁλίπαστα καὶ αἱ κονσέρβαι ἐν Ἑλλάδι θεωροῦνται πολυτέ-
2619λεια· τὰ διάφορα ἐνδύματα θεωροῦνται πολυτέλεια. Τὸ δα-
2620σμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔγινε καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ μητέρες ἡμῶν
2621ἐφόρουν τὰ καλεμκεριά, θεωρεῖ, Κύριοι, τοὺς γυναικείους πί-
2622λους ὡς πολυτέλειαν. Οὕτω δὲ ὑποβοηθοῦμεν καὶ τὴν κοι-
2623νωνικὴν ἀνισότητα, διότι βεβαίως ἡ κοινωνικὴ ἰσότης οὐδαμοῦ
2624ἀλλοῦ δύναται νὰ κατανοηθῇ παρὰ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πα-
2625ράστασιν, εἰς τὴν κατοικίαν, εἰς τὴν τροφήν. Ἀρκεῖ νὰ κα-
2626τορθώσωμεν τὰ πράγματα ταῦτα νὰ εἶναι προσιτὰ εἰς πά-
2627σας τὰς τάξεις, διὰ νὰ ἔχωμεν κοινωνικὴν ἰσότητα. Τὴν στι-
2628γμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς θὰ φάγῃ τὴν πρωίαν τὸ
2629αὐτὸ φαγητὸν τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἐργάτης, βεβαίως ἡ ἰσότης
2630ὑπάρχει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργάτης θὰ δύναται
2631νὰ ἐνδυθῇ ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τὴν ὁποίαν
2632ἔχει καὶ ὁ πλούσιος βεβαίως ἡ ἰσότης ὑπάρχει. Τὴν στι-
2633γμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύζυγος τοῦ ἐργάτου θὰ εἶναι δυ-
2634νατὸν νὰ ἐνδυθῇ ὡς καὶ ἡ Κυρία τοῦ πλουσίου βεβαίως θὰ
2635ὑπάρξῃ ἰσότης, ἐνῷ, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ σημε-
2636ρινὴ φορολογία, αὕτη θὰ δημιουργῇ μεταξὺ τῶν φορολο-
2637γουμένων τὸ μῖσος καὶ τὴν ἀνισότητα. Ἄν λοιπὸν θελή-
2638σωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων
2639αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὁμολογήσωμεν
2640ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν οἰκονομικὸν σύστημα ἔχει ἀσφα-
2641λῶς χρεοκοπήσει· ἐπὶ ἄλλων ἑπομένως βάσεων πρέ-
2642πει νὰ τὸ στηρίξωμεν καὶ ἐπὶ ἄλλων μέσων ἔχομεν καθῆ-
2643κον νὰ τὸ διαμορφώσωμεν. Τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θ’ ἀπο-
2644βλέψωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐ-
2645τῆς ἐμφανίζεται καὶ ἑτέρα μεγάλη διαφορὰ ἀπὸ τὸ παρελ-
2646θὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι εἶναι γνωστόν, Κύριοι,
2647ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι πατριῶται καὶ φιλελεύθεροι.
2648Δὲν γνωρίζω ἄν τις ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι δημοκράτης, ἐνῷ ταυ-
2649τοχρόνως ἅπαντες εἴμεθα βασιλόφρονες. Αἱ διαιρέσεις αὗται
2650ἐπὶ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας πάντες ἔχομεν δὲν εἶναι
2651δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρξωσι, καὶ διὰ τοῦτο θεωρούμεθα ὡς
2652μὴ ἔχοντες πολιτικὰς ἀρχάς, ἐνῷ ἔχομεν ἀρχὰς κοινὰς εἰς
2653ὅλους. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν κοινὰς
2654ἀρχὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαιρέσεις, ὥστε νὰ βλέ-
2655πωμεν Βουλευτὰς κατηγορουμένους ὡς ἀφιλοπάτριδας. Ἐὰν
2656ὑπάρχωσι διαιρέσεις κομματικαὶ καὶ πολιτικαί, αὗται δὲν
2657δύνανται παρὰ νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν
2658τὰς ὁποίας ἐν Ἑλλάδι πάντες πρεσβεύομεν, θὰ στηριχθῶσιν
2659ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη καὶ εἰς
2660τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος προσομοιάζει πρὸς ἡμᾶς, διότι μόνος εἶ-
2661ναι ναυτίλος καὶ ἔμπορος, ὅπως καὶ ἡμεῖς εἴμεθα. Τὴν στι-
2662γμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ πολιτικὴ διαφορὰ με-
2663ταξὺ τῶν Οὐίγων καὶ τῶν Τόρεων ἔλειψε, διότι ἔλειψαν
2664αἱ μεταξὺ αὐτῶν ἐμφιλοχωροῦσαι διαφοραί, ἠπειλήθη ἡ
2665Ἀγγλίᾳ νὰ εὑρεθῇ μὲ κόμματα ἄνευ πολιτικῶν ἀρχῶν.
2666Εὑρέθη ὅμως ἀμέσως ἡ διαίρεσις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδά-
2667φους· ἐσχηματίσθησαν οἱ φιλελεύθεροι μὲ τὸ σύστημα τῆς
2668ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ οἱ συντηρητικοὶ μὲ τὸ σύστημα
2669τῆς προστασίας, καὶ σήμερον ἀκόμη βλέπομεν τὴν διαίρεσιν
2670αὐτὴν ὑφισταμένην ὀνόματι μόνον καὶ οὐχὶ πράγματι, διότι
2671εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι τὸ κόμμα τὸ
2672συντηρητικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τῆς προστασίας τοῦ ἐμπο-
2673ρίου καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, τί ἐζήτει ὡς φορο-
2674λογικὴν βαθμίδα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ διαφορά; ἓν 7%. Θὰ
2675ἐπροτίμων, Κύριοι, νὰ ἐθέτομεν 20–25% δασμοὺς ἐπὶ
2676τῶν ἐξωτερικῶν προϊόντων καὶ νὰ ἐλεγόμεθα φιλελεύθε-
2677ροι. Ἑπομένως τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀφ’ ἧς στιγμῆς θε-
2678λήσωμεν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ὁποίαν σήμε-
2679ρον ἔχομεν χαράξει καὶ θελήσωμεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς
2680ἀπωτέρους ὁρίζοντας ἀποβαίνει ὄχι μόνον ζήτημα πατριω-
2681τικόν, ἀλλ’ ἀποβαίνει κυρίως ζήτημα πολιτειακόν, διότι
2682ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ δράσωμεν καὶ ἐν τῷ
2683Κοινοβουλίῳ καὶ παρὰ τῷ λαῷ, χωρὶς νὰ εἴμεθα ὑποχρεω-
2684μένοι νὰ καταφεύγωμεν εἰς ὕβρεις ἴσως ἢ χαρακτηρισμούς,
2685οἵτινες εἰς οὐδένα Ἕλληνα οὔτε ἥρμοσαν οὔτε ἁρμόζουσιν.
2686(Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
2687§122ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2688Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς διὰ τῆς
2689μακρᾶς του ἀγορεύσεως ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι κατὰ μέγα
2690μέρος ἡ σημερινὴ εὐρωστία τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφείλεται
2691εἰς τὴν μέριμναν ἣν ἔλαβε περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμά-
2692των τῆς χώρας ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακω-
2693νίας Βουλευτοῦ, ἧς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μετεῖχεν ὡς Ὑ-
2694πουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς ν’ ἀμ-
2695φισβητήσω τὴν πατρότητα ὡρισμένων φόρων εἰς τὸν ἀξιότι-
2696μον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτήν· εἶμαι μάλιστα
2697πρόθυμος ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι ἔν τισι τὸ σύστημα τῆς φορολο-
2698γίας ἣν τότε ἐπέβαλε, σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ μακροῦ
2699εἶναι εἰσηγμένον ἀλλαχοῦ καὶ τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἔμενεν
2700ἀκόμη ἐν τῷ πεδίῳ τῆς θεωρητικῆς συζητήσεως, παρουσιά-
2701ζει πολλὰς ἀρετάς· ὅτι προσέτι τὸ πρῶτον τότε ἡ φορολογία
2702τῶν κινητῶν ἀξιῶν εἰσαχθεῖσα συστηματικώτερον ἤρξατο
2703νὰ φορολογῇ προσόδους αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
2704ἀδικαιολογήτως ἢ ἔμενον ἀφορολόγητοι ἢ ἀτελῶς μόνον συν-
2705εισέφερον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Κυβέρ-
2706νησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ὀφείλεται ἡ
2707τιμὴ ὅτι κατώρθωσεν αὐτὴ τέλος πάντων, ἕνεκα τῶν ἐξαι-
2708ρετικῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς διῴκησε τὴν χώραν, νὰ ψηφίσῃ
2709τοὺς φορολογικοὺς ἐκείνους νόμους, τοὺς ὁποίους ἄλλοι μέχρι
2710τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ θεωρίαν μόνον ἐτόλμων νὰ συζη-
2711τήσωσι, μὴ δυνάμενοι νὰ προσδοκῶσιν ἐπιτυχίαν εἰς τὰς
2712προτάσεις των. Ἀλλ’ ἴσως ὁ αὐτὸς ἔπαινος δὲν δύναται ν’ ἀπο-
2713νεμηθῇ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα τμήματα τῆς φορολογίας τῆς
2714τότε εἰσαχθείσης, ἰδίως τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἔμμεσον ἐπὶ
2715τῆς καταναλώσεως φορολογίαν. Βεβαίως αἱ ἀποδόσεις τῶν
2716φόρων ἐκείνων ὑπῆρξαν τοιαῦται οἵας προσεδόκα ὁ τότε εἰσα-
2717γαγὼν αὐτοὺς Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ φορολογία
2718τοῦ οἰνοπνεύματος ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὁποία εἰσήχθη τότε
2719καὶ ἀπέδωκε κατόπιν τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα
2720πάντες γνωρίζομεν, δὲν γνωρίζω ἂν ἡ φορολογία ἐκείνη,
2721ἥτις εἶχεν ὡς παρακολούθημα καὶ κατάργησιν δικαιώματος
2722σχετιζομένου πρὸς αὐτήν, ἂν ἡ φορολογία ἐκείνη ἀπέδωκεν
2723ὅλας τὰς ὠφελείας καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ δημό-
2724σιον ταμεῖον τὰς ὁποίας ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ καὶ ὤφειλε
2725ν’ ἀσφαλίσῃ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὴν Ὑπουργός.
2726Βεβαίως ἐξ ἄλλου δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι ὑπερήφανος
2727διὰ τὸ πρόσθετον δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ, διότι
2728ναὶ μὲν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν ἔκτοτε ἀνέρχεται
2729εἰς τὰ 2,224,000, ἀλλ’ εἴχομεν ἀντιστοίχως μείωσιν τῆς
2730καταναλώσεως ἐν συνόλῳ τοῦ καπνοῦ καὶ ἔχομεν ἀποδει-
2731κνυόμενον καὶ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν τὸ φαινόμενον τῆς
2732καταδήλου μειώσεως τῆς καταναλώσεως ἕνεκα τῆς αὐξήσεως
2733τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξεν ὄντως
2734ὀρθὴ ἡ φορολογία ἐκείνη καὶ ἀπὸ ταμειακῆς ἀπόψεως, δεδο-
2735μένου ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ εἶδος τὸ φορολο-
2736γητέον ὡς εἶδος τοιαύτης ἀπολύτου ἀνάγκης, ὡς ἄλλως τε
2737ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ δυ-
2738νάμεθα νὰ βασιζώμεθα ἀπολύτως ἐπὶ ἀναλόγου προσαυξή-
2739σεως τῆς εἰσπράξεως καὶ ἐπὶ βαρυτέρου φόρου.
2740Τὸ σύνολον ὁπωσδήποτε τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν εἰσή-
2741γαγεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ
2742κατὰ τοὺς ἰδικούς μου ἐπίσης ὑπολογισμοὺς ἀνέρχεται εἰς
27437.600.000 περίπου δρ. ἐκ τῆς νέας φορολογίας. Ἀπὸ τοῦ
27441909 ὅμως μέχρι τοῦ 1911 ἔχομεν διαφορὰν εἰς τὰς
2745εἰσπράξεις 21.500.000, περιοριζόμενοι, ἐννοεῖται, μόνον εἰς
2746τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἐσόδων τὸ ἀναφερόμενον μόνον εἰς
2747τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἡ πρόσθετος φορολογία
2748ἀνέρχεται εἰς 7.600.000 περίπου. Τὸ ὑπόλοιπον ποῦ ὀφεί-
2749λεται, δεδομένου ὅτι οὐδεμία νέα αὔξησις φορολογίας ἐγέ-
2750νετο ἀπὸ τοῦ 1909; Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2751Λακωνίας Βουλευτοῦ εἰσήγαγε μὲν τὴν νέαν ἐκείνην φορο-
2752λογίαν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἰσήγαγε καὶ φορολογικὰς ἄλλας
2753μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι κατήργουν ὡρισμένους κειμένους
2754φόρους. Τὸ σύνολον δὲ τῶν καταργουμένων τούτων φόρων
2755ὑπολογίζεται περίπου εἰς 2.900.000, ἤτοι θὰ εἴχομεν πρα-
2756γματικὴν αὔξησιν μόνον 4.500.000 περίπου.
2757Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως μό-
2758νον αὐτῆς νὰ στηρίξωμεν τὸ μέλλον καὶ τὰς ἀνάγκας του,
2759καὶ ὅτι μόνον ἡ ἀπόδοσις τῆς νέας φορολογίας μᾶς ἔδωκεν
2760ὅλας τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικάς, τὰς ὁποίας σήμερον
2761ἔχομεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2762στηρίξῃ τὴν πολιτικήν της ἐπὶ οἰκονομικῆς βάσεως ἀσφα-
2763λοῦς; Ὑπεστήριξα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ μου ἀγορεύσει, καὶ
2764τὸ σημεῖον τοῦτο ἔτυχεν ἐπικρίσεως ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Φθιώτι-
2765δος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀκμή, ἡ οἰκο-
2766νομικὴ ἄνθησις τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἡ ἐπιμεμελημένη διοί-
2767κησις ὑπῆρξαν οἱ δύο κύριοι παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἤγαγον πρὸ
2768πάντων εἰς τὴν ἄνεσιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου, καὶ ἡ ἀν-
2769τίληψις ἡμῶν αὕτη, ὅτι πρὸ πάντων εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἄν-
2770θησιν τῆς χώρας, ἡ ὁποία εὑρίσκει συνθήκας προσφορωτέρας
2771πρὸς ἐργασίαν παραγωγικήν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιμεμελημένην
2772ἄσκησιν τῆς διοικήσεως κυρίως πρέπει νὰ στηριχθῶμεν, ἡ
2773ἀντίληψις ἡμῶν αὕτη ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτε-
2774λεσμάτων τῶν ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον καὶ πρότε-
2775ρον καὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερ-
2776νήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Λεπτομερέ-
2777στερον ἐρευνῶντες τὰς ἀποδόσεις τῶν διαφόρων φόρων καὶ τῶν
2778λοιπῶν δημοσίων προσόδων ἔχομεν τὰς ἑξῆς διαφορὰς μεταξὺ
2779τῶν ἀποδόσεων τῆς χρήσεως 1909 καὶ 1911, αἱ διαφοραὶ
2780δ’ αὗται ἀποδεικνύουσι σαφῶς ὅτι κυρίως ἡ αὔξησις αὐτὴ
2781ὀφείλεται εἰς οἰκονομικὴν ἄνεσιν τοῦ λαοῦ μεγαλειτέραν
2782καὶ εἰς ἐπιμέλειαν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως κατά τε τὴν
2783βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν. Διότι ἔχομεν ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ
2784τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, δηλ. ἀμέσων φόρων ἐπὶ διαφόρων
2785προσόδων, διαφορὰν ἀποδόσεων ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1911
2786650.000 δρ., καὶ τοῦτο δεδομένου ὅτι ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1911
2787ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἔχομεν δὲ τὰς
2788αὐξήσεις αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς ἐπὶ τὰ ἄνω τοῦ
2789φορολογικοῦ ὁρίου. Καὶ οἱ δύο Προϋπολογισμοὶ ἐν τῷ ση-
2790μείῳ τούτῳ, στηρίζονται ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογικῶν δε-
2791δομένων. Καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν διαφορὰν 650,000 δραχ.
2792Ἐκ δὲ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, ἤτοι ἐπιτηδευμάτων καὶ
2793οἰκοδομῶν, ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον 480,000 δραχμῶν.
2794Καὶ οὗτοι οὐδεμίαν ἀλλοίωσιν παρουσιάζουσιν εἰς τὴν
2795φορολογικὴν βάσιν· ἐν τούτοις ἔχομεν τὴν ἄνετον αὐτῶν ἀπό-
2796δοσιν ἐπὶ πλέον, χωρὶς ἡ ἀπόδοσις ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη νὰ
2797ὀφείληται εἰς πίεσιν ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως ἢ εἰς ἄλλους
2798λόγους ξένους πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν μείζονα οἰκονομικὴν
2799δύναμιν τοῦ φορολογουμένου. Ἔχομεν ὅμως τελωνιακὸν
2800δασμὸν εἰσαγωγῆς ἀντὶ 39,500,000 κατὰ τὸ 1909, ἔχο-
2801μεν κατὰ τὸ 1911 δραχμὰς 45,800,000, ἔχομεν δηλαδὴ
2802ἐπὶ πλέον διαφορὰν 6,300,000. Καὶ θὰ εἴπητε ὅτι τοῦτο
2803ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἔλλειψιν σιταρκείας,
2804εἰς τὴν κακὴν ἐσοδείαν τῶν σιτηρῶν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἐπα-
2805κόλουθον τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Βεβαίως
2806ὀφείλεται εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 4,000,
2807000 περίπου δραχ. Ἔχομεν ὅμως περὶ τὰ 2.300.000 αὔ-
2808ξησιν ἐκ τῶν λοιπῶν εἰδῶν εἰσαγωγῆς, αὔξησιν ἡ ὁποία
2809ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν τῆς χώρας, ἧς
2810ἡ δύναμις τῆς καταναλώσεως ὑψώθη ἀπό τινος ἀπαιτήσασα
2811τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἄλλων εἰδῶν ὄχι ἐκ τῶν θεωρουμένων
2812πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπέγγυον χαρτόσημον πα-
2813ρουσιάζει αὔξησιν ἀπὸ τοῦ 1909 εἰς τὸ 1911. Διότι, ἀπὸ
281410.623.000 κατὰ τὸ 1909, ἔχομεν 12.332.000 κατὰ τὸ
28151911. Δηλαδὴ ἐπὶ πλέον διαφορὰν 1.709.000 ἄνευ οἱασ-
2816δήποτε μεταβολῆς εἰς τὸν φορολογικὸν ὅρον. Σᾶς παρα-
2817καλῶ, τί καταδεικνύει ἡ μείζων κατανάλωσις χαρτοσήμου
2818παρὰ κυκλοφορίαν τοῦ πλούτου, ἡ ὁποία γίνεται σὺν τῷ
2819χρόνῳ ταχυτέρα, παρὰ κίνησιν τοῦ ἐμπορίου γοργοτέραν,
2820κίνησιν ἡ ὁποία εἶναι πραγματικῶς παραγωγική, χάρις εἰς
2821τὴν αὐξάνουσαν ἀσφάλειαν καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὰ ἀποτε-
2822λέσματα τῆς ἐργασίας καὶ εἰς τὸ αἴσθημα ὅτι ὁ λαὸς ἐργαζό-
2823μενος ἔχει παρ’ αὑτῷ Κράτος παρέχον ἀσφαλείας καὶ ἐγ-
2824γυήσεις δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος;
2825Ἀλλὰ καὶ τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη πα-
2826ρουσιάζουσιν ἐπὶ πλέον αὔξησιν ὑπὲρ τὰς 600.000 δραχ.,
2827ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ διὰ τῶν τηλεγραφείων καὶ τα-
2828χυδρομείων κυκλοφορία γίνεται ζωηροτέρα ἕνεκα τῆς ἀνάγ-
2829κης τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ πολῖται νὰ ποιῶνται χρῆσιν
2830τῶν μέσων τούτων χάριν τῆς ἐργασίας των. Ἐπίσης τὰ
2831τέλη καὶ τὰ δικαιώματα τὰ δικαστικὰ παρουσιάζουσιν αὔ-
2832ξησιν 508.000 δρ. Αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν
2833χρεῶν παρουσιάζουσιν αὔξησιν περίπου 400.000 δραχμῶν.
2834Αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀναλογίας τῶν δήμων διὰ τὰς δαπάνας
2835τῆς Ἀστυνομίας παρουσιάζουσιν αὔξησιν 562.000 δραχ.
2836Ἐν συνόλῳ ἔχομεν αὔξησιν ἀποδόσεως ὑπὲρ τὰ 12.000.000,
2837μὴ ὑπολογιζομένης τῆς φορολογίας τῆς εἰσαχθείσης κατὰ
2838τὸ 1909, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς
2839ἀπόδοσιν αὐτόματον, ἀφθονωτέραν τῶν διαφόρων κειμένων
2840φόρων, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν ποσῶς τὸν φορολογικὸν ὅρον
2841καὶ τὴν φορολογικὴν βάσιν αὐτῶν. Καὶ ἐπετεύχθη τοῦτο
2842διὰ τῆς καλλιτέρας διοικήσεως, δι’ ὀργανώσεως διοικητικῆς
2843ἀρτιωτέρας, διὰ τῆς ὁσημέραι προαγομένης ὀργανώσεως
2844ἰδίᾳ τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντεταλ-
2845μέναι ἀκριβῶς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων
2846τούτων. Κατωρθώθη δέ, λέγω, κατὰ μέγα μέρος ἐν πολλοῖς
2847ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐσόδων, καὶ παρατηρεῖται τοῦτο ἰδίως
2848εἴς τινα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἄφηνον μέγα καθυστέ-
2849ρημα, ἄφηνον δὲ μέγα καθυστέρημα, διότι ἡ ἐπὶ τῶν ἐσό-
2850δων τούτων μέριμνα τῆς διοικήσεως, ὡς σχετιζομένη στε-
2851νώτερον πρὸς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἦτο χαλαρά. Ἡ ἴση
2852ὅμως ἀπέναντι πάντων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δικαία ἐνέργεια
2853τῆς διοικήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ ἔσοδα
2854τὰ παρουσιάζοντα ἄλλοτε τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καθυστερή-
2855ματα νὰ ἐλαττώσωσι τὸ καθυστέρημα καὶ νὰ μᾶς παρου-
2856σιάσωσι διοίκησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ εἴμεθα
2857ὑπερήφανοι. Εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην τῆς ἀποδόσεως τῆς
2858φορολογίας πρὸ πάντων ἠδυνήθη καὶ δικαίως ἡ Κυβέρνησις
2859νὰ στηριχθῇ, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας τὰς
2860ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναγκαίας ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁ
2861ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐκάκισε
2862τὴν Κυβέρνησιν, ἐκάκισε καὶ ἐμέ, διότι ἐπηγγέλθην ὅτι
2863θὰ εἰσαγάγω βραδύτερον πρόγραμμα οἰκονομικόν, διότι με-
2864ταχειριζόμεθα τὰς λέξεις «δημοσιονομικὴ πολιτική», χωρὶς
2865πράγματι κατ’ οὐσίαν ἴσως νὰ ἔχωμεν ἐν νῷ τι περὶ αὐτῆς.
2866Εἰς τοῦτο θ’ ἀπαντήσω ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσηγούμην
2867τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, εἶπον ῥητῶς ὅτι ὁ
2868Προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι τυπικός, σχεδὸν πιστὸν ἀντί-
2869γραφον τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, ὅτι ὁ Προϋπο-
2870λογισμὸς αὐτὸς δὲν παρουσιάζει εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς πο-
2871λιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέραν, ὑφ’ ἃς δὲ συνθήκας σή-
2872μερον εὑρισκόμεθα δὲν δύναται ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρ-
2873νησις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν δημοσιο-
2874νομικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ
2875μέλλον ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας εἰς ἃς εἰσέρχεται ἡ Ἑλλάς.
2876Δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ αὐτοσχεδιάζῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλ’
2877ἔχουσα πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς μεγάλης σοβαρότητος τοῦ ζη-
2878τήματος τοῦ οἰκονομικοῦ ἰδίως ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας ὑπὸ
2879τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ ἡ μείζων Ἑλλὰς τῆς αὔριον προτί-
2880θεται τότε μόνον νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ
2881οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα πλῆρες καὶ τὴν δημοσιονομι-
2882κὴν αὐτῆς πολιτικήν, ἀφοῦ προηγουμένως μελετήσῃ ἐπι-
2883σταμένως τὰ διάφορα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν συνα-
2884πτόμενα ζητήματα, ἀφοῦ προηγουμένως ἐρευνήσῃ τὰς συν-
2885θήκας τὰς ἰδιαιτέρας ἰδίως τῶν νέων χωρῶν αἵτινες προσ-
2886τίθενται εἰς τὸ παλαιὸν Κράτος. Μόνον τότε, ἀφοῦ προηγου-
2887μένως ἀποκτήσῃ βαθεῖαν συνείδησιν ὅλων τῶν συμφερόν-
2888των καὶ ὅλων τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ,
2889τότε μόνον θὰ ὑποβάλῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα.
2890Πρὸ τοῦ χρόνου αὐτοῦ, μὴ ἐπιθυμοῦσα ν’ αὐτοσχεδιάζῃ μηδὲ
2891νὰ παρουσιάζῃ ἀμελέτητα ἢ ἀνεφάρμοστα νομοθετήματα,
2892προτιμᾷ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ μὴ ἐκτείνηται, ἀλλ’
2893ἀναμένουσα τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της ἐπὶ τοῦ παρόντος
2894νὰ σιωπᾷ.
2895§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δεμερτζῆς.
2896§124Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν
2897Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλω ἐπ’ εὐκαιρίᾳ
2898τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς ἀντίκρου-
2899σιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος
2900καὶ Φωκίδος. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπολογισθεί-
2901σας ὑπ’ αὐτοῦ ἀποδόσεις τῶν διαφόρων φόρων, τοὐλάχιστον
2902τῶν φόρων τοὺς ὁποίους οὗτος εἰσήγαγεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν
2903Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1909, δὲν ἀφίσταται πολὺ τῆς
2904ἀληθείας, ἀλλὰ δι’ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε διὰ τὸ φιλο-
2905τεχνηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα νομίζω ὅτι
2906πρέπει νὰ ἔχω ἰσχυροτάτας ἀμφιβολίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
2907τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1909 καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις εὑ-
2908ρέθησαν τότε πρὸ πλήρους ὁμοφωνίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔ-
2909θνους πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ εἶχον παν-
2910τοδυναμίαν σχεδόν, ὤφειλον δὲ νὰ παρουσιάσωσιν ἐνώπιον
2911τῆς Βουλῆς πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ν’ αὐξάνῃ μὲν τοὺς πό-
2912ρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ χαράττῃ ὀρθὴν
2913δημοσιονομικὴν πολιτικήν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἑσπέ-
2914ραν ταύτην ἐπεκαλέσθη ὡς ἀναπόφευκτον ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλ’
2915ἡ χαραχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ πολιτικὴ κατὰ τὸ 1909 ὑπῆρξεν
2916ἀντίθετος πρὸς ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς
2917δημοσιονομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος
2918ἠκολούθησε τὴν πεπατημένην ὁδὸν ἐν τῷ φορολογικῷ ἡμῶν
2919συστήματι, ἔχων δ’ ἀνάγκην ὅπως ἐξεύρῃ τὰ μέσα ἵνα κα-
2920λύψῃ τὰς τότε προκυψάσας ἀνάγκας ἀνέτρεξεν ἀμέσως εἰς
2921τὴν ἔμμεσον φορολογίαν καὶ ἐπέβαλεν 8 ὅλα ἑκατομμύρια
2922φόρων ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἠδύνατο,
2923ἔχων τότε τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἀμφιβάλλω ἂν
2924ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἠδύνατο, λέγω,
2925ἐὰν τῳόντι κατὰ τριακονταετεῖς σπουδὰς εἶχε καταρτίσει
2926ὁλόκληρον πρόγραμμα, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τότε νὰ τὸ πα-
2927ρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διοργανώσῃ ὅλον τὸ
2928σύστημα τῶν ἀμέσων κυρίως φόρων, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν
2929ν’ ἀποδώσῃ μείζονας ἀποδόσεις, καὶ νὰ κατανείμῃ δικαιό-
2930τερον τὰ βάρη τῆς φορολογίας. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἐπεδεί-
2931νωσε τὰ δεινὰ τῆς ἀμέσου ἡμῶν φορολογίας, διότι ἄνευ οὐ-
2932δενὸς λόγου κατήργησε δύο ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι
2933ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ ὑπάρχωσι, κατήργησε τὸν φόρον ἐπὶ
2934τῶν ἀμπέλων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
2935Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ φαντασθῇ τίς ποτε ὅτι δύ-
2936ναται νὰ θεωρηθῇ ὀρθὴ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τὸ ν’ ἀφήσῃ
2937τὸ μέγιστον μέρος τοῦ πλούτου ἡμῶν ἐντελῶς ἀφορολόγη-
2938τον, δημιουργῶν προφανῆ ἀδικίαν ἐν τῷ συστήματι τῶν
2939ἀμέσων φόρων; Εὑρεθεὶς δ’ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
2940κονομικῶν πρὸ ἐξεγέρσεως τῶν φορολογουμένων τάξεων διὰ
2941τὸ σύστημα καὶ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας ἐνόμισεν ὅτι θὰ
2942ἠδύνατο νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον καταργῶν τοὺς φό-
2943ρους τούτους καὶ κατήργησε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων
2944κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων, μειώσας κατὰ 3.000.000 τοὐ-
2945λάχιστον τὰς ἀποδόσεις τοῦ Δημοσίου ἄνευ οὐδενὸς λόγου.
2946Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅτι ἔπραξε τοῦτο διότι
2947ἠθέλησε ν’ ἀνακουφίσῃ τὰς ἀγροτικὰς τάξεις, διότι, ἐὰν
2948ἤθελε ν’ ἀνακουφίσῃ ταύτας, ὡς ἔπρεπεν, οὐδέποτε θὰ τὰς
2949ἀνεκούφιζεν ἐπαρκῶς διὰ καταργήσεως τῶν φόρων οἱ ὁποῖοι
2950πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐξ ἴσου εἰς ὅλους, ἀλλὰ δι’ ἄλλων
2951ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωσι τὸν ὅλον ἐθνι-
2952κὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀνακουφίζοντα
2953τὰς ἀγροτικὰς τάξεις.
2954Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν
2955ἀμέσων φόρων καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ μέγα ζήτημα τοῦ τε-
2956λωνιακοῦ δασμολογίου.
2957Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κατὰ τὴν
2958ἑσπέραν ταύτην ποῖον εἶναι τὸ σύστημα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον
2959θέλει ἀκολουθήσει ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέναντι τῶν τελωνια-
2960κῶν δασμῶν; Ἡ Κυβέρνησις ἐν προγράμματι, ὀφείλω νὰ τὸ
2961ὁμολογήσω, γενικωτάτῳ εἶπεν ὁποία εἶναι ἡ ὁδός, τὴν
2962ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ, καίτοι ἡ ἄμεσος αὐτῆς πολιτικὴ
2963δὲν ὑπάρχει ἀκόμη σαφῶς ἐκδεδηλωμένη, ὥστε νὰ δυνά-
2964μεθα νὰ κρίνωμεν ἐπ’ αὐτῆς· εἶπεν ὅμως ἐν γενικαῖς γραμ-
2965μαῖς, ὅτι σκοπεῖ ν’ ἀνακουφίσῃ ὡρισμένας τάξεις, καὶ ἰδίως
2966τὰς ἀπόρους, καταργοῦσα ἢ μειοῦσα ὡρισμένους δασμούς,
2967ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, παρελθὼν ἀπὸ
2968τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἐν
2969τούτῳ ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ, ὅτι ηὔξησε τοὺς δασμοὺς
2970διὰ τῶν νόμων τοῦ 1911, αὐξήσας οὕτως ἀκόμη περισσότε-
2971ρον τὴν ἔμμεσον ἡμῶν φορολογίαν, τὴν καταθλιπτικήν.
2972Κύριοι, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ συμφωνῶ ἀνεξελέγ-
2973κτως καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπο-
2974βάλλονται ὑπὸ τοῦ κόμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν
2975ὁποίαν ἀνήκω, καὶ ὀφείλω τούτου ἕνεκα νὰ ὁμολογήσω ὅτι,
2976καίτοι τὸ γενικὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως
2977ὑπῆρξεν ἄψογον καθ’ ὅλου καὶ συντελεστικὸν διὰ τὴν κα-
2978θολικὴν εὐημερίαν, διότι τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ δι-
2979καίαν τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ δικαιοτέραν τὴν ἔμμεσον
2980τοιαύτην, ἐν τούτοις διεπράχθησαν καὶ ὑπ’ αὐτῆς λάθη τινὰ
2981ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν θίγουσι τὸ κυβερνη-
2982τικὸν πρόγραμμα, ἀλλὰ τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ἀμεσωτέραν,
2983τὴν τεχνικὴν οὕτως εἰπεῖν διατύπωσιν τοῦ προγράμματος
2984τούτου. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων ἄλλοτε. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως
2985τούτου μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἔρχηται ὁ κ. Βουλευτὴς
2986ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2987οὐδεμίαν πολιτικὴν ἠκολούθησεν ἐν τῇ φορολογίᾳ καὶ ὅτι
2988αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν προσήκουσαν, ὑπάρχει μεγάλη ἀπό-
2989στασις, διότι χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω ὅτι ηὔξησε τοὺς φόρους,
2990τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ, ἀμφισβητῶ
2991ὅτι ἠκολούθησε τοιαύτην πολιτικήν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ εἰς
2992ἀληθῆ εὐόδωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ὅρων, ἐνῷ εἰς τοῦτο
2993τείνει ἡ ὅλη φορολογικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. (Χει-
2994ροκροτήματα).
2995§125Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως
2996δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο,
2997ὅταν ὑποβληθῇ ὁ ἀληθὴς Προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως,
2998διότι ὁ ὑποβληθεὶς ὑπεβλήθη μόνον ὅπως πληρωθῇ ἡ διάτα-
2999ξις τοῦ Συντάγματος καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὑπὸ τῆς Κυ-
3000βερνήσεως πληρωμὴ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ χρο-
3001νικὸν διάστημα ὅπερ μεσολαβεῖ μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ
3002ὑποβληθῇ ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς ὁ μέλλων νὰ κατοπτρίζῃ
3003τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρήλασαν
3004ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἔθιξαν καὶ τὴν
3005πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος καὶ φρονῶ ὅτι εἰμὶ ὑπόχρεος νὰ
3006εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώ-
3007τιδος καὶ Φωκίδος ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τῆς οἰκονομικῆς πολι-
3008τικῆς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐφήρμοσεν, ἠρίθμησε δὲ μεθ’ ὑπε-
3009ρηφανείας τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν, ὅπως καὶ τὴν
3010ἀπόδοσιν τῶν φόρων τούτων. Ἀλλά, ἐὰν ἡ ἐπιβολὴ φόρων
3011ἔδιδε δικαίωμα, ὅπως καυχᾶταί τις, τοῦτο θὰ ἦτο τὸ εὐκο-
3012λώτερον. Ὁ καθεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ ἐξαντλῶν ὁλό-
3013κληρον τὸ ὁρμαθολόγιον τῶν φόρων, ὁ καθεὶς θὰ ἠδύνατο
3014ἐπιβάλλων εἰς τὸ Κράτος ὅσους φόρους ἐφαντάσθη ἡ οἰκονο-
3015μικὴ ἱστορία τοῦ παρελθόντος, θὰ ἠδύνατο, λέγω, νὰ καυχᾶ-
3016ται ὅτι ὑπερέβη πάντα ἄλλον εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων
3017καὶ ὅτι ηὔξησε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους περισσότερον
3018παντὸς ἄλλου. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
3019Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
3020κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτο ὑποχρεωμένος
3021ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν τὴν προκύψασαν ἐκ τῆς
3022ἐπαναστάσεως, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν μέ-
3023τρων τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεράπευον τὴν κατάστασιν ἐκείνην·
3024ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ὀφείλει νὰ καυχηθῇ διὰ
3025τοῦτο καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι ηὔξησε τὰς προσόδους τοῦ Κράτους
3026ἐπιφέρων τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν τὴν ὁποίαν ἐπέφε-
3027ρεν. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔλεγεν ὅτι πράξας ὅσα ἔπραξεν ἀντε-
3028μετώπισε τὴν κατάστασιν καὶ ὅτι ἐξήγαγεν οὕτω τὸ ἔθνος
3029τῆς δυσκόλου θέσεως εἰς ἣν εὑρίσκετο, θὰ ἦτο ἀξιέπαινος.
3030Παρουσιάζων ὅμως τὴν τοιαύτην ἐπιβολὴν φόρων ὡς οἰκονο-
3031μικὴν πολιτικὴν βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ τύχῃ τῆς εὐαρε-
3032σκείας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν
3033φόρων ἐκείνων ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος ἢ τῆς ἰσορρο-
3034πίας τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ἀλλ’ εἰς μὲν τὴν ἐπι-
3035βολὴν τῶν ἀμέσων φόρων ἐπέτυχε πληρέστατα, διότι ἡ
3036ἄμεσος φορολογία εὐκολώτατα ἐπιβάλλεται καὶ εὐκολώτε-
3037ρον εἰσπράττεται εἰς τὴν ἐπιβολὴν ὅμως τῶν ἀμέσων φόρων
3038ἀπέτυχε τελείως. Ὅλοι οἱ φόροι, οὓς ἠρίθμησα, ἐξαιρέσει
3039ὀλιγίστων πληξάντων τὰς εὐπόρους τάξεις, εἶναι φόροι κατα-
3040ναλώσεως εἰς βάρος τῆς πτωχῆς τάξεως, ἥτις φέρει δυστυ-
3041χῶς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας. Ἐπέβαλον φορολογίαν ἐπὶ τῶν
3042ἀξιῶν ἀλλὰ μικράν, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος κα-
3043ταβάλλεται 5%, ἐνῷ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τῆς παραγω-
3044γῆς της μὲ ὅλας τὰς δαπάνας της καταβάλλει 10% καὶ
304515% καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς ἐργασίας ἐπιβαρύνεται μὲ
304620% καὶ 30% καὶ πλέον. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
3047κονομικῶν παρακολουθήσας τὸν κ. προλαλήσαντα εἰς τὰ ἐπι-
3048χειρήματά του ὑπέπεσεν εἰς μεγαλείτερον λάθος ἀναγνωρί-
3049σας ὅτι ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 7.500.000, καὶ θελήσας
3050νὰ παραστήσῃ ὅτι τὸ καλὸν ἐμειώθη διὰ τῆς ἐλαττώσεως
3051τῶν φόρων, ὡσανεὶ ἡ ἐπιβολὴ φόρων νὰ ἀποτελῇ ἀρετήν,
3052ἐνῷ τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀρετή. Ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ ἐπαι-
3053νέσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1909 ἐλαττώσαντα
3054ἕνα φόρον.
3055§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄμεσον.
3056§127Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως ἦτο χειρότερος καὶ
3057τοῦ κεφαλικοῦ φόρου, διότι δὲν κάμνει ἡ ὀνομασία φόρον
3058τινὰ καλὸν ἢ κακόν, ἀλλ’ ἡ σκέψις ποῦ θὰ ἐπιπέσῃ οὗτος.
3059Ἄμεσος εἶναι καὶ ὁ κεφαλικὸς φόρος, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ
3060εἶναι ὁ χειρότερος φόρος ἐξ ὅσων ἐφαντάσθη ἡ φορολογικὴ
3061ἱστορία. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος δὲν κατηργήθη,
3062καίτοι ἐδόθη ἐπαγγελία περὶ καταργήσεως αὐτοῦ, πρᾶγμα
3063τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ δέ-
3064χηται, διότι ὑποσχόμενος ὅτι θὰ καταργήσῃ ὅλους τοὺς φό-
3065ρους καὶ μὴ πράττων τοῦτο οὐδὲν ἄλλο κάμνει ἢ νὰ ῥίπτῃ τὸ
3066βάρος εἰς τοὺς διαδόχους του. Δύναται νὰ καυχηθῇ ὁ προ-
3067νοήσας νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάργησιν δι’ ἄλλου εἰσοδή-
3068ματος καὶ παρουσιάσας ἀπολογισμόν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ μετα-
3069φέρων τὴν ὑπόσχεσίν του εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη. Δύναται νὰ
3070καυχᾶται ὁ κύριος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος διὰ
3071τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις εἶναι ὁ ἄριστος τῶν φόρων,
3072διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἐπήνεσα τὸν κ. Εὐ-
3073ταξίαν. Ἀλλ’ ἐφαρμόσας τὸν φόρον αὐτὸν ὡς τὸν ἐφήρμοσεν
3074ἔκαμε κακὸν ἀντὶ καλοῦ, διότι διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ
3075φόρου ἐκείνου κατέστησεν αὐτὸν ἄχρηστον μὴ δυνάμενον ν’
3076ἀποδώσῃ τίποτε καὶ ἐδέησε νὰ ἔλθῃ ἡ κατόπιν Κυβέρνησις,
3077διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ἄλλον φόρον, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς ὅτι εἶναι
3078εἰρωνεία καὶ οὐτοπία ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος καὶ δὲν δύνα-
3079ται ν’ ἀποδώσῃ τίποτε. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κακόν, ὅπερ
3080ἔφεραν οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν σπουδαιό-
3081τατον φόρον, ἐφ’ οὗ στηρίζει πᾶν Κράτος τὴν φορολογικήν
3082του μεταρρύθμισιν.
3083Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέδωκεν εἰς τὴν
3084οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας τὰς ἀποδόσεις τῶν φόρων,
3085δὲν ἐτόλμησεν ὅμως νὰ εἴπῃ ὁποία τις εἶναι ἡ κυβερνητικὴ
3086ἐνέργεια, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται τοῦτο ἐκτὸς τῆς ἐνερ-
3087γείας τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐξύπνισε τὸν Ἑλληνικὸν
3088λαόν, ἐκτὸς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ ἐπανάστα-
3089σις. Οὐδεμία κατόπιν αὐτῆς ἢ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐκτὸς τῆς πιέ-
3090σεως τῆς ἐπαναστάσεως κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐπέφερεν
3091ἀγαθόν τι, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς χώρας.
3092Ἂν εἰσεπράχθησαν πολλά, ἂν οἱ φόροι τῆς παρούσης Κυ-
3093βερνήσεως ἀποδεικνύονται περισσότεροι κατὰ τὸ προϊὸν ἢ
3094τῶν προηγουμένων, αὐτὸ εἶναι εὐχάριστον· ἀλλὰ τοῦτο ὀφεί-
3095λεται εἰς τὴν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως κατάστασιν, ἥτις ἐπέφε-
3096ρε τὴν καλὴν εἴσπραξιν καὶ ἥτις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
3097παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ καυχηθῇ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς
3098προηγουμένας ὡς καλλιτέρα εἰσπράκτωρ, οὐχὶ ὅμως καὶ οἰ-
3099κονομολόγος. Κατὰ τὴν ἀρίθμησιν τῶν φόρων τῶν ἀμέσων
3100ἐτονίσθη ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις αὐτῶν καὶ ὅτι μόνον ὁ τῶν
3101σιτηρῶν ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ ὡς μὴ δηλωτικὸς τῆς αὐξήσεως
3102τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Βεβαίως εἶναι πολὺ
3103καταφανὴς ἡ πενία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν τοιαύ-
3104την αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ φόρος ἐπὶ
3105τῶν σιτηρῶν δηλωτικὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας καὶ οὐχὶ
3106τῆς ἀντοχῆς τῆς χώρας· εἶναι καὶ ἄλλοι φόροι ἔχοντες τὰ
3107αὐτὰ στοιχεῖα τοῦ φόρου τούτου. Δὲν εἶναι πάντοτε ἡ αὔ-
3108ξησις τῆς καταναλώσεως δηλωτικὴ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως
3109μιᾶς χώρας. Καὶ βεβαίως ἡ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων
3110προῆλθεν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς χρημάτων ἐξ Ἀμερικῆς· ἀλλὰ
3111τοῦτο εἶναι δηλωτικὸν τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τῆς
3112χώρας, τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας, ἥτις ὤθησε δεκάδας χι-
3113λιάδων Ἑλλήνων ν’ ἀναζητήσωσι τύχην καὶ νὰ εὕρωσι τοι-
3114αύτην μακρὰν καὶ ν’ ἀποστέλλωσιν ἐνταῦθα χρήματα,
3115ὥστε οἱ οἰκεῖοί των νὰ δύνανται νὰ καταναλώσωσι περισ-
3116σότερα. Ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ μηχανισμὸς πᾶν ἄλλο δεικνύει
3117ἢ οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῆς χώρας. Τονίζονται προγράμ-
3118ματα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν πραγμα-
3119τικῶς δικαιοῦται τῆς ἐγκρίσεως καὶ ἐπιδοκιμασίας τοῦ λαοῦ.
3120Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι μετά
3121τινας μῆνας, συμπληρουμένου τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου, θὰ ἴδωμεν
3122τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν
3123πολιτικὴν αὐτῆς εἴδομεν, ὅτε ἐνεφανίσθη, ὅπως ἐπιβάλῃ
3124δύο φόρους, ὧν οὐδέτερος ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο
3125πείθει ἡμᾶς ὅτι καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔχῃ νὰ
3126περιμένῃ πολλὰς Κυβερνήσεις ἀκόμη καὶ θὰ ἴδῃ πολλὰ προ-
3127γράμματα ἐπαγγελλόμενα ἕως ὅτου ἴδῃ τὴν ἀληθῆ φορολο-
3128γικὴν μεταρρύθμισιν, ἧς δικαιοῦται νὰ τύχῃ ὁ λαός. Ποῖον
3129εἶναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου
3130μᾶς ὑπέσχεσθε ὅτι μετά τινας μῆνας θὰ ἐπέλθῃ ἡ συμπλή-
3131ρωσις, ὅτε τρία ἔτη ὁλόκληρα παρῆλθον καὶ ὑπεβάλετε
3132ἤδη τὸν τρίτον Προϋπολογισμόν, χωρὶς οὐδεμίαν ἐκ τῶν
3133ἐπαγγελιῶν σας νὰ πραγματοποιήσητε; Ἢ πρέπει νὰ δώ-
3134σωμεν σημασίαν εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς
3135καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν εἶχε
3136τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαὸν οἱονδήποτε φόρον, ἡ
3137δὲ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει; Διόλου· δὲν εἶχε τόσην
3138δύναμιν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐπαναστάσεως, ὅσην ἡ παροῦσα,
3139ἡ ὁποία δὲν ἀντλεῖ τὴν δύναμίν της ἀπὸ τῆς ἐπαναστά-
3140σεως οὔτε ἀπὸ μιᾶς τάξεως, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
3141ἐμπιστευθέντος εἰς αὐτὴν πᾶν δικαίωμα, ἀπὸ τοῦ λαοῦ ὁ
3142ὁποῖος εἶναι πρόθυμος νὰ χειροκροτῇ οἱονδήποτε μέτρον, ἔστω
3143καὶ ἂν εἶναι ἄστοχον, διότι πολλάκις τὰ ἀκροατήρια τῆς
3144αἰθούσης ταύτης ἐχειροκρότησαν ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνή-
3145σεως μόνον καὶ μόνον διότι προήρχοντο ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
3146νησιν ἢ διότι ἐξηνέχθησαν μετά τινος ἰσχυροῦ τόνου.
3147Ἀκριβῶς οἱ δύο φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν γενο-
3148μένην φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιό-
3149τιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέσχετο
3150εἰς τὰς ἐκλογικάς του περιοδείας ὅτι θὰ μεταφέρῃ τὰ βάρη
3151ἀπὸ τῶν ὤμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τὰ φέ-
3152ρωσιν, εἰς τοὺς ὤμους τῶν δυναμένων νὰ τὰ φέρωσι, μόνον
3153δύο φόροι ἐπεβλήθησαν· ἀλλ’ οἱ φόροι αὐτοὶ ἐπεβλήθησαν
3154κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ
3155αὐτῶν, διότι οὔτε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Κοινοτήτων
3156θὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φορο-
3157λογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, τοῦ ὁποίου ἄλλως ἡ ἐφαρμογὴ
3158εἶναι ἀδύνατος, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε
3159νὰ μορφώσῃ ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρ-
3160μόσῃ ἕνα τοιοῦτον νόμον, οὔτε ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος
3161ἐφηρμόσθη ὡς ἔδει καὶ ἀπέφερε 400,000 δραχ. πρὸς εἰρω-
3162νείαν καὶ ἐξευτελισμὸν τοῦ ἀρίστου τῶν φόρων.
3163Φοβοῦμαι ὅτι ἤδη, μεγεθυνομένης τῆς Ἑλλάδος, εἶ-
3164ναι δυνατὴ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐφαρμοσθῇ οἰκονομικὴ πο-
3165λιτικὴ ἐπὶ νέων βάσεων, φοβοῦμαι, λέγω, μὴ ἡ Ἑλληνικὴ
3166Πολιτεία δὲν εἶναι παρεσκευασμένη νὰ δικαιώσῃ ἕνα τοιοῦ-
3167τον πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ μείνωμεν καὶ πάλιν
3168μὲ ἐπαγγελίας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ διαψευσθῶ, ἀλλὰ φοβοῦ-
3169μαι μὴ μετ’ ὀλίγους μῆνας, ὅτε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν
3170εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίζωμεν Προϋπολογισμὸν ἐκ πολλῶν
3171ἑκατομμυρίων περισσοτέρων διὰ τὴν μείζονα Ἑλλάδα, μὴ
3172καὶ τότε θὰ ἔχωμεν νὰ συζητήσωμεν Προϋπολογισμὸν στη-
3173ριζόμενον ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἔθηκεν ἡ οἰ-
3174κονομικὴ πολιτικὴ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ἧς
3175ἐποχῆς οὐδὲν ἄλλο ἐγίνετο παρὰ μόνον εὕρεσις φόρων ἐπὶ
3176τῆς αὐτῆς βάσεως καὶ εἰς βάρος τῶν αὐτῶν τάξεων. Θὰ
3177ἔχωμεν καὶ τότε ἴσως ἐπαγγελίας· ἀλλά, ὅταν μία Κυβέρ-
3178νησις μετὰ τρία ἔτη οὐδεμίαν δύναται νὰ μᾶς παρουσιάσῃ
3179φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ
3180μὴ ἐλπίσῃ ὅτι θὰ ἴδῃ ταχέως τοιαύτην, διότι ὁ βίος τῶν
3181Κυβερνήσεων δυστυχῶς δὲν εἶναι μακρός. Εὔχομαι εἰς τὴν
3182παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ μακρότατον βίον, ἀλλ’ εὔχο-
3183μαι ἐπίσης, ὅπως καὶ εἰς τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις
3184πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπραξε παραλλήλως εἰς ἄλλους
3185κλάδους. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἐφρόντισε περὶ τῆς πολεμικῆς
3186παρασκευῆς τῆς χώρας καὶ ὅτι ἀντεμετώπισε τὴν κατά-
3187στασιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, μὲ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέ-
3188πει νὰ ἔχῃ. Δύναται ἐπίσης νὰ καυχηθῇ δι’ ἄλλα μέτρα,
3189τὰ ὁποῖα ἔλαβε, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ὁ σκοπὸς
3190τῆς ἐπαναστάσεως διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπηκο-
3191λούθησεν, ἐπετεύχθη ἐν μέρει. Εἰς τὸν κλάδον ὅμως τοῦτον
3192τῆς οἰκονομικῆς μεταρρυθμίσεως, εἰς τὸν κλάδον τῆς
3193οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἔχει νὰ
3194παρουσιάσῃ τίποτε καὶ ὑφίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅταν
3195ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Ὑπουρ-
3196γὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι θὰ τροποποιήσῃ τὸ
3197δασμολόγιον ἁπλῶς διότι συνέστησε μίαν ἐπιτροπήν, πρᾶ-
3198γμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξε πρωτότυπος, καθόσον καὶ ἄλλος
3199Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέ-
3200διον περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δα-
3201σμολογίου. Σύστασις ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δα-
3202σμολογίου δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομικὴν πολιτικὴν οὐδὲ θὰ
3203πεισθῶ ποτε, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ δασμολογίου θὰ φέρῃ
3204μεταβολὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων
3205φόρων, διότι ἡ τροποποίησις τοῦ δασμολογίου δύναται ἀπὸ
3206ἓν κεφάλαιον νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ εἰς ἄλλο νὰ προσθέσῃ, ὥστε
3207καὶ πάλιν οἱ φόροι νὰ εἶναι φόροι καταναλώσεως, νὰ πλήτ-
3208τωσιν ἐκείνας τὰς τάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὑπεσχέθη ὁ κ.
3209Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν, ἀλλὰ περὶ τῶν
3210ὁποίων δὲν ἔλαβεν εἰσέτι τοιαύτην.
3211§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3212Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦτο
3213δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος σήμερον περὶ οἰκονομικοῦ προγράμ-
3214ματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ σαφῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
3215μικῶν εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
32161913, ἐδήλωσεν ὅτι πρόκειται μόνον νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τῆς
3217ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζήσῃ τὸ Κρά-
3218τος κατὰ τὸ ἀρχόμενον οἰκονομικὸν ἔτος διὰ τῆς εἰσπράξεως
3219τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγ-
3220καίων δαπανῶν. Δὲν θὰ μακρηγορήσω ἑπομένως ἐπὶ τοῦ
3221ζητήματος τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἔχω μόνον
3222τὸ καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν κατηγορίαν, ἐπιρριπτο-
3223μένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κατηγορίαν ὅτι ἡ Κυβέρνη-
3224σις δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ἐπαγγελίας αὑτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰς φο-
3225ρολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω διὰ
3226δύο μόνον λέξεων ὑπομιμνήσκων ὅτι ὁ πρῶτος Προϋπολο-
3227γισμός, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης,
3228ὑπεβλήθη τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς,
3229ἀπὸ τῆς ἀνόδου αὑτῆς εἰς τὴν Ἀρχήν· ὑπεβλήθη καθ’ ἣν
3230στιγμὴν ἦτο ἄγνωστον ἀκόμη ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ βάσις,
3231ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν. Ὑπεβλήθη ὁ
3232Προϋπολογισμός, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι ἤμεθα πολὺ ὀλι-
3233γώτερον αἰσιόδοξοι, παρ’ ὅσον ἀπέβημεν βραδύτερον, ὅτε
3234ἐδείχθησαν ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοική-
3235σεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν
3236ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν
3237πρῶτον Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τρεῖς μῆνας
3238μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, οἰκονομικὰς μεταρ-
3239ρυθμίσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν εἴχετε ἐνώπιόν σας Κυβέρνη-
3240σιν, ἡ ὁποία παρεσκεύαζε τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴ-
3241πητε· διατί αἱ οἰκονομικαὶ αὐταὶ μεταρρυθμίσεις ἢ αἱ φο-
3242ρολογικαὶ μεταρρυθμίσεις ὅλαι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν δεύ-
3243τερον Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βου-
3244λὴν ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν σας εἰς τὴν Ἀρχήν, διότι ὁ
3245Προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 ὑπεβλήθη ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνο-
3246δον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν; Καὶ ὑπομιμνήσκω καὶ
3247πάλιν ὅτι ἐγένετο ἤδη μερικῶς, ἀτελῶς ἀληθῶς, ἐφαρμογὴ
3248τῶν ἐπαγγελιῶν ὄχι μόνον διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ
3249φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπει-
3250ρομένων γαιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου
3251τῆς σακχάρεως. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν
3252μου, Κύριοι, πῶς δύναται νὰ κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις
3253αὕτη ὅτι ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, καθ’
3254ἣν στιγμήν, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, παρεσκεύαζε τὸν πό-
3255λεμον καὶ τὴν νίκην, δὲν ἐτόλμησε νὰ προβῇ εἰς βαθυτέ-
3256ραν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν καὶ διατί θὰ θεωρηθῇ ἀνε-
3257παρκὴς ἡ τόλμη, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ φέρῃ μίαν ἐλάττωσιν
3258τόσον οὐσιώδη ἐφ’ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὀλίγον ἀπέ-
3259χει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ὁποῖον
3260εἶναι τὸ τῆς σακχάρεως.
3261§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρωτίστης ἀνάγκης.
3262§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἐντελῶς πρώτης ἀνάγ-
3263κης· ἀλλ’ ἐφοβήθην ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις καὶ δι’ αὐτὸ
3264δὲν τὸ εἶπον.
3265Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν νομίζει ὅτι διὰ τῆς φορολογικῆς
3266αὑτῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τὸν Προ-
3267ϋπολογισμὸν τοῦ 1912, ἀνταπεκρίθη ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ πρα-
3268κτικῶς δυνατοῦ, καθ’ ἣν στιγμήν, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκετο
3269παρασκευάζουσα πόλεμον, ἀνταπεκρίθη ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ
3270δυνατοῦ, καὶ εἶναι ἄδικος ἡ κατηγορία ὅτι δὲν προέβη εἰς βα-
3271θυτέραν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι
3272ὅλαι αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις διανοίγουσι κινδύνους μὴ
3273πραγματοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν προβλέψεων, ἀφήνουσι
3274κινδύνους ἐπὶ δύο, τρία, πέντε ἔτη νὰ ψευσθῶσιν αἱ προσδο-
3275κίαι. Οὐχὶ λοιπὸν μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ ἦτο ἀδι-
3276καιολόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν προέβαινεν εἰς μεταρρυθμί-
3277σεις ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀλλὰ θὰ
3278ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, διότι θὰ
3279προέβαινεν εἰς μεταρρυθμίσεις διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ
3280δασμολογίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐργασία ἡ ἀρξαμένη ὑπὸ τῆς
3281ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
3282δὲν ἦτο συντετελεσμένη οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συντελεσθῆ.
3283Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς προυχώρησε περισσότερον παρ’
3284ὅσον θὰ ἐνόμιζέ τις· εἶναι σχεδὸν πλήρης. Ἀλλὰ δύνασθε
3285εὐλόγως νὰ ζητήσητε λόγον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν
3286διατί προσερχομένη κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ σήμερον ὑπὸ
3287πόλεμον δὲν σᾶς φέρει φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις.
3288Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν νομίζω ὅτι μεθ’ ὅσα ἔπραξεν ἀρκε-
3289τὸν καθῆκον ἐξεπλήρωσε. Δι’ οὗ τρόπου διεχειρίσθη τὰ δη-
3290μόσια οἰκονομικὰ κατώρθωσεν ἄνευ νέων ἐπιβαρύνσεων, δι’
3291ἐλαφρύνσεως μάλιστα τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως καὶ διὰ
3292τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν,
3293κατώρθωσε, λέγω, νὰ εἰσκομίσῃ τόσας δεκάδας ἑκατομμυ-
3294ρίων ἐπὶ πλέον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὥστε νὰ δώσῃ εἰς
3295τὸ Κράτος τὴν ἑδραίαν οἰκονομικὴν βάσιν διὰ τὸ μέλλον.
3296Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατώρθωσε νὰ ἔχῃ 90,000,
3297000 κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου, δύναται ν’ ἀποβλέπῃ
3298μετὰ πλήρους αἰσιοδοξίας εἰς τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικόν, ὅτε
3299τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος θὰ ὦσι τοσοῦτον ηὐξημένα.
3300§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ
3301ἐπιτρέψητε, ἵνα προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα εἶπον πρίν,
3302ἀφοῦ ὁπωσδήποτε προκαλοῦμαι εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν προα-
3303γορευσάντων. Οὐδεὶς τούτων ἀπεπειράθη κἂν ν’ ἀνασκευάσῃ
3304τὴν ἀγόρευσίν μου, πάντες δὲ ἠθέλησαν νὰ ψέξωσι σημεῖά
3305τινα μόνον αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἴσως νὰ μειώσωσιν οὕτω
3306πως τὴν ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ πάντες, ὡς νομίζω,
3307ἠστόχησαν τοῦ σκοποῦ των.
3308Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ
3309τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀνελθὼν εἰς τὸ
3310βῆμα, ὅπως ἀπαντήσῃ πρὸς ὅσα ἐγὼ εἶπον, δὲν εἶχεν, ὡς
3311φαίνεται, πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἀγόρευσίν μου. Δι’ αὐτὸν δὲ
3312τὸν λόγον ἴσως ἔσπευσαν εἰς ἐπικουρίαν του οἱ διαδεχθέντες
3313αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος. Καὶ οὗτοι ὅμως περιωρίσθησαν εἰς
3314γενικότητας καὶ ἀοριστολογίας, χωρὶς νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰ
3315πράγματα. Ἐπανέλαβον διὰ μυριοστὴν ἴσως φορὰν τὰς γνω-
3316στὰς περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων κοινοτοπίας, χωρὶς
3317ν’ ἀντιμετωπίσωσι διόλου τὰ πραγματικὰ ἐπιχειρήματα,
3318τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρέταξα μετὰ τόσης σαφηνείας ὑποστηρί-
3319ζων τὴν ἡμετέραν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτι-
3320κὴν καθόλου, ἰδίως δὲ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἐπιχειρηθεῖσαν φορο-
3321λογικὴν μεταρρύθμισιν.
3322Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐχαρακτήρισε μονονουχὶ
3323ὡς ἔγκλημα ὅτι ἡμεῖς, ἐνῷ ἀπηλλάξαμεν τοὺς ἀμπελοκτή-
3324μονας, τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς καὶ τοὺς μικροϊδιο-
3325κτήτας γεωργοὺς ἐκ τῶν φόρων τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀρο-
3326τριώντων κτηνῶν, οὐχ ἧττον ηὐξήσαμεν συγχρόνως τὸν τε-
3327λωνιακὸν δασμὸν χάριν προστασίας ὡρισμένων βιομηχα-
3328νιῶν. Εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον πραγματικὸν ἐπιχείρημα τῆς
3329ἀγορεύσεως τοῦ κ. Δεμερτζῆ, τὸ ὁποῖον χρήζει βραχείας
3330ἀπαντήσεως.
3331Τὸν φόρον, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀρο-
3332τριώντων κτηνῶν κατηργήσαμεν ἡμεῖς εἰς ἀντάλλαγμα διὰ
3333τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν κοινῶν ἀμβύκων, διὰ τῶν ὁποίων
3334ἀποστάζοντες τὰ στέμφυλά των οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτι-
3335νες εἶναι συνήθως καὶ μικροϊδιοκτῆται γεωργοί, εἶχον ἓν
3336ἐτήσιον εἰσόδημα, ὅπερ θὰ ἐστεροῦντο τώρα, ἀφοῦ ἦτο ἀδύ-
3337νατον ἄλλως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις
3338τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος. Καὶ ἐλέγχει τώρα ἡμᾶς διὰ
3339τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅστις ἐψήφισε προθύμως
3340τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τοὺς
3341μικροϊδιοκτήτας γεωργοὺς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας,
3342οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν ἀντιπρόσωπόν των, χωρὶς ν’ ἀπαι-
3343τήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, ἵνα
3344ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον τὸ ληφθὲν ἀντάλλαγμα
3345ἀφήνουσα ἐλευθέραν, ὡς πρίν, τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν διὰ
3346τῶν κοινῶν ἀμβύκων.
3347Καὶ δι’ ἄλλον λόγον κατηργήσαμεν ἡμεῖς τὸν φόρον τῶν
3348ἀμπέλων καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· τὸν τε-
3349λευταῖον τοῦτον, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ μόνων τῶν ἐπιμόρτων
3350καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν γεωργῶν, οὐχὶ δὲ
3351καὶ ἐπὶ τῶν μεγάλων γαιοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξηκολού-
3352θουν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καταβάλλοντες αὐτόν. Εἴχομεν, κύ-
3353ριε Πρόεδρε, μέχρι τοῦ 1909 κρίσιν οἰνολογικὴν ἐν Ἑλλάδι,
3354ἧς χάριν ἔπρεπε νὰ γίνῃ κάτι τι ὑπὲρ τῶν ἀμπελοκτημό-
3355νων τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὸ Δημόσιον
3356εἶχε προβῆ εἰς πολλοὺς πλειστηριασμοὺς ἀμπέλων διὰ καθυ-
3357στεροῦντας φόρους τούτων, χωρὶς τὸ ἐκπλειστηρίασμα ἐνίοτε
3358νὰ καλύπτῃ κἂν τοὺς ὀφειλομένους φόρους. Ἦτο τοῦτο τρανὴ
3359ἀπόδειξις ὅτι αἱ ἄμπελοι δὲν εἶχον τότε νὰ ἐπιδείξωσι κα-
3360θαρὸν εἰσόδημα, ἐλλείψει δὲ τοιούτου ἦτο ἄδικος ὅλως πᾶς
3361φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς αὐτάς.
3362Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν καθαρὸν εἰσόδημα
3363ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν
3364γεωργῶν; Ἐργάζεται ὁλόκληρος ἡ γεωργικὴ οἰκογένεια εἰς
3365τὴν γῆν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἂν δ’ ὑπολογίσητε ἐν τέλει,
3366θὰ ἴδητε ὅτι τὸ εἰσόδημά της μόλις ἀναλογεῖ πρὸς ἡμερο-
3367μίσθιον 50–80 λεπτῶν δι’ ἕκαστον τῶν μελῶν της. Πῶς δὲ
3368θέλετε νὰ φορολογήσητε αὐτὸ τὸ ἡμερομίσθιον, ἐξ οὗ μόλις
3369καὶ μετὰ βίας πορίζεται τὸν ἐπιούσιον ἄρτον του ὁ γεωργι-
3370κὸς ἐργάτης, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ὄχι μόνον ἀφήνετε
3371ὅλως ἀφορολόγητον τὸ ἐκ 3, 5, 7 δρ. καὶ πλέον ἡμερομί-
3372σθιον τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ λαμβάνετε διὰ
3373τούτους τόσα ἄλλα προστατευτικὰ μέτρα;
3374Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3375περιφήμου νόμου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν
3376ὅτι οἱ γεωργοί μας εἶναι εὐτυχεῖς καὶ δὲν πρέπει νὰ μεί-
3377νωσιν ἀφορολόγητοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀκριβές.
3378Ἀπὸ εὐτυχίαν ἢ ἀπὸ δυστυχίαν μεταναστεύει κανείς; Βε-
3379βαίως ἀπὸ δυστυχίαν. Ἀλλὰ διατί τότε δὲν μεταναστεύου-
3380σιν ἄλλαι τάξεις ἐξ Ἑλλάδος εἰμὴ μόνον οἱ γεωργοί; Δὲν
3381εἶναι τοῦτο τρανὴ ἀπόδειξις ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ δυστυχέστε-
3382ροι πάντων τῶν ἄλλων; Ὁ δ’ ἐκπατρισμός των εἶναι μέγα
3383δυστύχημα διὰ τὸν τόπον μας, ὄχι μόνον διότι τοιουτοτρό-
3384πως βλάπτεται ἡ γεωργία καὶ καθόλου ἡ ἐγχωρία παρα-
3385γωγή, ἀλλὰ καὶ διότι χάνομεν τὸ ὑγιέστερον καὶ συντηρη-
3386τικώτερον στοιχεῖον, τὸν ἀκμαιότερον πληθυσμόν μας. Ἀλλὰ
3387ταῦτα, ὡς φαίνεται, δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν διὰ τὸν
3388κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν φίλον του Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς·
3389διὸ αὐτοὶ ἔσπευσαν νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς ἰσχὺν τὸν ἄδικον
3390καὶ ἄνισον φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δίδοντες μάλιστα
3391εἰς τὸν σχετικὸν νόμον ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἵνα μὴ μεί-
3392νωσιν ἔστω καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀφορολόγητοι οἱ γεωργικοί μας
3393ἐργάται· πότε δὲ τοῦτο; ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἐχάριζον
3394ἐπὶ ἓν ἔτος τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος εἰς τοὺς πλουσίους
3395τῶν πόλεων.
3396Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καυχώμεθα διὰ τὴν κατάργησιν
3397τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων
3398καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν γεωργῶν, δὲν δι-
3399στάζομεν δὲ νὰ διακηρύξωμεν ὅτι, ἂν ἐπανέλθωμέν ποτε
3400εἰς τὰ πράγματα, καὶ πάλιν θὰ καταργήσωμεν αὐτόν, ἕως
3401οὗ, ἐφαρμοζομένου τοῦ ἡμετέρου νόμου περὶ κτηματολογίου,
3402δυνηθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν μόνον
3403λογικὸν καὶ δίκαιον ἔγγειον φόρον, τὸν στρεμματικόν.
3404Ἠναγκάσθημεν δέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς αὐ-
3405ξήσεις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ χάριν προστασίας ὡρισμέ-
3406νων βιωσίμων βιομηχανιῶν ἐν Ἑλλάδι, μάλιστα δὲ τῆς σι-
3407δηροβιομηχανίας, ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ, ἰδίως δ’ ἐν Πειραιεῖ,
3408ἔσχε κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας μεγάλην ἐπίδοσιν
3409ὄχι τόσον διὰ τὸν προστατευτικὸν δασμόν, ὅσον διὰ τὴν
3410ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐν
3411ἔτει 1909 εἴχομεν φθάσει σχεδὸν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τού-
3412των πρὸς τὸ τραπεζιτικὸν γραμμάτιον, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς
3413ὁποίας ἀπέβαινεν ἀδύνατος πλέον ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς ἡμε-
3414τέρας πρὸς τὴν ξένην σιδηροβιομηχανίαν. Προσῆλθον δὲ
3415τότε εἰς ἐμέ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μεγάλοι
3416σιδηροβιομήχανοι τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι, ἐὰν
3417δὲν ἐλαμβάνετο κανὲν προστατευτικὸν μέτρον, ἦσαν ἠναγ-
3418κασμένοι νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ ῥίψωσιν
3419εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδας ὅλας ἐργατῶν.
3420Ὁ προστατευτικὸς δασμός, τὸν ὁποῖον τότε ἐπεβάλομεν
3421ἡμεῖς, ἔσωσε τὴν ἑλληνικὴν σιδηροβιομηχανίαν, ἐκπροσω-
3422ποῦσαν ἐθνικὸν πλοῦτον ἀξίας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυ-
3423ρίων. Ἔκτοτε δ’ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἐργαζομένη ἀπροσκό-
3424πτως καὶ συντηροῦσα χιλιάδας ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν
3425ἀντιπρόσωπόν των τὸν κ. Δεμερτζῆν, ἵνα ζητήσῃ τώρα λό-
3426γον παρ’ ἡμῶν, διατί ἐξησφαλίσαμεν εἰς αὐτοὺς ἐργασίαν
3427καὶ ἄρτον καὶ δὲν τοὺς ἀφήσαμεν ἐγκαταλελειμμένους εἰς
3428τὴν τύχην των, δηλαδὴ εἰς τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον!
3429Ἐν τούτοις, κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέ-
3430διον «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τι-
3431νων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου»
3432ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ μελέ-
3433της γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου καὶ ἐν γένει τῶν
3434τελωνιακῶν νόμων». Ἀμφότερα δὲ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
3435ψηφισθέντα, ἐδημοσιεύθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν
3436ὁ πρῶτος ἐφαρμόζεται ἔκτοτε, ὁ δεύτερος ὅμως, ἐπὶ τῇ βά-
3437σει τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμο-
3438λογίου καὶ τῶν τελωνιακῶν καθόλου νόμων, δὲν ἐξετελέσθη
3439ἀκόμη.
3440Τοῦτο ἐτόνισα ἐγὼ πρίν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήν-
3441τησεν ὅτι ἡ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ
3442εἰργάσθη καὶ ἔχει ἀποπερατώσει ἤδη τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐ-
3443τὴν ἔργον. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος
3444ἐπιτροπὴ ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ τὰς ἐργασίας της, χωρὶς
3445ν’ ἀγάγῃ αὐτὰς εἰς πέρας, ἢ μᾶλλον χωρὶς νὰ τὰς ἀρχίσῃ
3446καλὰ καλά. Ἐὰν εἶχε τελειώσει αὐτάς, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ.
3447Πρωθυπουργός, θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ ἤδη δημοσιευθῆ ἡ σχε-
3448τικὴ ἔκθεσίς της, καθ’ ἃ διακελεύει ὁ νόμος.
3449Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶχεν ἀνησυχήσει κάπως ὡς
3450πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπαγγελιῶν τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρ-
3451νησις πρὸ δύο καὶ ἡμίσεος περίπου ἐτῶν εἶχεν ἀπευθύνει
3452πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, περὶ φορολογικῆς ἀνακουφίσεως
3453τῶν λαϊκῶν καὶ ἐπιβαρύνσεως τῶν πλουσίων τάξεων. Τὸν
3454καθησύχασεν ὅμως, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργός, δη-
3455λώσας ὅτι ἐν μέτρῳ δυνατῷ ἐξεπληρώθησαν ἤδη αἱ ἐπαγ-
3456γελίαι ἐκεῖναι, ἀφοῦ ἐντὸς τοῦ βραχέος αὐτοῦ χρονικοῦ δια-
3457στήματος τῶν 2½ ἐτῶν κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δα-
3458σμὸς τῆς σακχάρεως καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν σπειρο-
3459μένων γαιῶν!
3460Τί ἐπιτυχὴς συνδυασμὸς αὐτός! Λοιπὸν ὁμολογεῖ τοιουτο-
3461τρόπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἵνα κα-
3462ταστήσῃ εὐωνοτέραν τὴν σάκχαριν, τῆς ὁποίας μεγαλείτεροι
3463καταναλωταὶ εἶναι οἱ πλούσιοι, ἐδέησε νὰ φορολογήσῃ ἀπη-
3464νῶς τὸ ἐκ 50–80 λεπτῶν ἡμερομίσθιον τῶν γεωργικῶν ἐρ-
3465γατῶν. Αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι καὶ λέγεται φορολογικὴ
3466ἀνακούφισις τῶν λαϊκῶν καὶ ἐπιβάρυνσις τῶν πλουσίων τά-
3467ξεων!
3468Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς μᾶς διεβεβαίωσε
3469κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἤρξατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέ-
3470ρας τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν Ἀρχὴν νὰ ἐργάζηται διὰ τὸν
3471πόλεμον καὶ δὲν εἶχε καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ περισσότερον μὲ
3472φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις· διότι ἄλλως Κύριος οἶδεν ὁπό-
3473σας ἀκόμη τοιαύτας φορολογικὰς ἐκπλήξεις θὰ ἐπεφύλαττεν
3474αὐτὸς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
3475Ἰσχυρίσθη τις τῶν προαγορευσάντων ὅτι ἦτο εὔκολον εἰς
3476τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκλη-
3477ρον τὴν νομοθετικὴν ἐκείνην ἐργασίαν καὶ νὰ ἴδῃ αὐτὴν ἐπι-
3478ψηφιζομένην, διότι ἐτύγχανεν αὐτὴ τότε τῆς συνδρομῆς τῆς
3479ἐπαναστάσεως καὶ εἶχε παντοδυναμίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς
3480μὲ ὑπενθυμίζει τὸν γνωστὸν θρῦλον τῶν ἀγυιῶν καὶ τριόδων,
3481καθ’ ὃν δῆθεν ὅλα τὰ νομοσχέδια ἡμῶν, τὰ οἰκονομικά, δι-
3482οικητικά, δικαστικά, ἐκκλησιαστικὰ κλπ., ἦσαν ἔργα τῆς
3483ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνοντες ἡμεῖς δὲν ἠξεύρω
3484παρὰ τίνος συμβουλίου αὐτῆς προσεκομίζομεν εἰς τὴν Βουλήν,
3485αὕτη δ’ ἐψήφιζε τυφλῶς κατὰ πρόσταγμα.
3486Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὸ συμβούλιον ἐννοοῦσιν οἱ τὰ τοι-
3487αῦτα διαδίδοντες τὸν τότε Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, ὁμολο-
3488γῶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια
3489ἐξέφερεν αὐτὸς γνώμην, χωρὶς βεβαίως καὶ νὰ τὰ συντάσσῃ
3490ὁ ἴδιος. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὅμως νομοσχέδια οὔτε ἠρωτᾶτο
3491οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ αὐτὸς γνώμην. Πῶς δὲ ἠθέλετε τὰ
3492μέλη αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἦσαν βεβαίως ἐξαίρετοι ἀξιωματικοί,
3493νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ ζητημάτων οἰκονομικῶν, διοικητι-
3494κῶν, δικαστικῶν, ἐκκλησιαστικῶν κλπ.; Σᾶς διαβεβαιῶ
3495ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἔδειξεν ἐνδιαφέρον μέγα διὰ
3496μόνα τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, ὡς πρὸς τὰ
3497ἄλλα ὅμως καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια
3498ἀντὶ συνδρομῆς εἴχομεν ἡμεῖς ἐνίοτε ἀντίδρασιν ἐκ μέρους
3499αὐτοῦ.
3500Ἐὰν λ. χ. προσεφεύγομεν εἰς γενναίας οἰκονομίας, καθ’
3501ὧν ἐξηγείρετο ἐνιαχοῦ ὁ λαός, διότι ἐθεώρει αὐτὰς ἀντι-
3502στρατευομένας πρὸς τὰ τοπικά του συμφέροντα, εἴχομεν
3503ἀμέσως παραστάσεις ἐκ μέρους τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέ-
3504σμου, ἵνα ἀπόσχωμεν αὐτῶν, διότι ἡ ἐπανάστασις θὰ ἐγί-
3505νετο οὕτως ἀντιδημοτική. Ἐὰν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐπι-
3506βολὴν νέων φόρων, ἐξηγείροντο δὲ κατὰ τούτων οἱ ἐπιβα-
3507ρυνόμενοι δι’ αὐτῶν, καὶ πάλιν εἴχομεν παραστάσεις ὅτι ἡ
3508ἐπανάστασις καθίστατο οὕτως ἀντιδημοτική.
3509Αὐτή, κύριε Πρόεδρε, ἦτο ἡ συνδρομὴ ἐκ μέρους τοῦ
3510Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου καὶ ἡ δῆθεν παντοδυναμία ἡμῶν,
3511διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ζηλεύουσι τώρα τίνες; ἐκεῖνοι οἱ
3512ὁποῖοι ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ἐγνώρισαν Ἀντιπολίτευ-
3513σιν, διότι ἀπολαύουσι τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ
3514Στέμματος, τῆς τυφλῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
3515Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς παντοδυναμία, διὰ τὴν καλὴν χρῆσιν
3516τῆς ὁποίας ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους εὔχο-
3517μαι νὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ αὐτοὶ μίαν ἡμέραν νὰ λογοδοτή-
3518σωσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς ἡμεῖς τώρα.
3519Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν
3520κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, ἰσχυρισθέντα ὅτι ἐγὼ ἐκαυχήθην
3521κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ηὔξησα τὰ φορολογικὰ βάρη
3522τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκάσθην
3523ν’ ἀποδείξω μόνον εἰς τί ὀφείλονται τὰ σημερινὰ περισσεύ-
3524ματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἵνα ἐξαγάγω τὸν
3525κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς πλάνης, ὑπὸ τὴν
3526ὁποίαν διατελῶν οὗτος ἀπέδωκεν αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιμελε-
3527στέραν διοίκησιν καὶ τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων
3528ἐσόδων.
3529Δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν ἔτι οἱ καλοθε-
3530ληταί μας, οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν τῇ 15
3531Αὐγούστου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ὅπως ἐπιτελέσωμεν ἓν
3532καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ὅπως ἐργασθῶμεν ὑπὲρ
3533τῆς κομματικῆς ἡμῶν ἐνισχύσεως καὶ ὅτι ἀκριβῶς διὰ
3534τὸν λόγον τοῦτον ἀνετράπημεν μετὰ πέντε μῆνας. Θὰ ἔλθῃ
3535βεβαίως ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ γνωσθῶσιν ἐν πλάτει οἱ λό-
3536γοι τῆς τότε ἀνατροπῆς μας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἀρκεῖ
3537εἰς διάψευσιν τῶν περὶ κομματικῆς μας ἐνισχύσεως τερ-
3538θρειῶν ν’ ἀναφέρω τὸ γεγονός, καθ’ ὅ, ὅτε παρῃτήθημεν ἐκ
3539τῆς Κυβερνήσεως, ἐμείναμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης μετὰ τοῦ
3540γυναικαδέλφου του κ. Ἀλ. Ῥώμα καὶ τοῦ ἐξαδέλφου του
3541κ. Γ. Μαυρομιχάλη καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου Χαρα-
3542λάμπους!
3543Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδόλως μεταμελόμεθα. Ἀρκεῖ δι’ ἡ-
3544μᾶς ἡ ἀγαθὴ συνείδησις ὅτι ἐπετελέσαμεν πιστῶς καὶ εὐόρ-
3545κως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ὅτι δέ, ἂν ἐθυσιάσαμεν
3546οὕτω πως τὰ κομματικά μας συμφέροντα, κατεθέσαμεν
3547ὅμως τὰς βάσεις νέου οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου ἐν
3548Ἑλλάδι.
3549§132Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Θέλω, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναν-
3550τίον μιᾶς φράσεως ἡ ὁποία ἐξέφυγε τῶν χειλέων τοῦ ἀξιο-
3551τίμου προαγορεύσαντος σχετικῶς μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
3552σακχάρεως. Ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὸ εἶ-
3553δος τοῦτο ὡς περιττὸν διὰ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν. Διαμαρτύ-
3554ρομαι διὰ τοῦτο ἐντόνως καὶ δράττομαι τῆς εὐκαιρίας
3555νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνησις μεθ’ ὅλα
3556τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ ἐλάτ-
3557τωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σακχάρεως, δὲν ἔχει σήμερον τὸ
3558θάρρος, ἀνεξαρτήτως τοῦ μέλλοντος οἰκονομικοῦ της προ-
3559γράμματος, νὰ προβῇ καὶ εἰς περαιτέρω ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ
3560τῆς σακχάρεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Βεβαίως ἡ γενομένη
3561ἐλάττωσις ἦτο καλὴ κατ’ ἀρχήν. Δὲν ἠμέλησα ἐν τούτοις
3562νὰ χαρακτηρίσω αὐτὴν εὐθὺς ἀμέσως ὡς ἀνεπαρκῆ· τὴν
3563ἐθεώρησα μάλιστα πρὸς στιγμὴν καὶ ὡς ἐπικίνδυνον φοβού-
3564μενος μήπως ἡ μετρία τοῦ λαθρεμπορίου ἐλάττωσις καὶ ἡ
3565ἀναγκαία ὡς ἐκ τούτου μείωσις τῶν δημοσίων εἰσπράξεων
3566ἤρχετο εἰς βλάβην αὐτῆς τῆς ἰδέας πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ
3567ὑπεράγαν φορολογουμένου τούτου εἴδους. Ἰσχυρίζομαι δέ,
3568Κύριοι, ὅτι ἡ καταναλωτικὴ δύναμις τῆς Ἑλλάδος εἶναι
3569πολὺ μεγαλειτέρα τῆς σήμερον ἐν τοῖς ἐπισήμοις πίναξιν ἐν-
3570δεικνυομένης, διότι τὸ λαθρεμπόριον ἐξακολουθεῖ καὶ σήμε-
3571ρον νὰ ὀργιάζῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν
3572ὁ δασμὸς τῶν 50 λεπτῶν ὑπεβιβάζετο εἰς 30 μόνον λεπτὰ
3573κατ’ ὀκᾶν. Τότε καὶ μόνον τὸ λαθρεμπόριον θὰ ἐξέπνεεν
3574ἀφ’ ἑαυτοῦ, τότε καὶ μόνον ἡ σάκχαρις θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι
3575εἶδος πολυτελείας. Ἐφ’ ὅσον ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως εἶναι
3576δρ. 1.20 κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὰ ἀπομεμακρυσμένα κέντρα φθά-
3577νει τὴν δρ. 1.60, τὸ προϊὸν τοῦτο μένει ἀπρόσιτον εἰς τὰς
3578πτωχὰς τάξεις. Ἐπιμένω ὅτι, ἂν ἐλαττωθῇ ὁ φόρος καὶ ἡ
3579ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως κατέλθῃ τῆς δραχμῆς, τότε
3580θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ θὰ θαυ-
3581μάσωμεν τὴν καταναλωτικὴν δύναμιν τοῦ Ἕλληνος.
3582Εἶναι ἡ καλλιτέρα εὐκαιρία νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐλάτ-
3583τωσιν τοῦ δασμοῦ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, τοῦθ’ ὅπερ
3584θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν γενικωτέραν φορολογίαν τῆς αὔ-
3585ριον.
3586§133Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις,
3587διὰ νὰ ἐξηγήσω πῶς εἶναι δυνατὸν Βουλευταὶ καταγόμε-
3588νοι ἐξ ἐπαρχίας καθαρῶς ἀγροτικῆς νὰ ὑποστηρίζωσι τὸ
3589πρόγραμμα Κυβερνήσεως ἡ ὁποία τόσην ἀστοργίαν κατηγο-
3590ρεῖται ὅτι ἐπέδειξε πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Θὰ
3591μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος τὴν
3592γνώμην ταύτην ἐξέφερεν, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι
3593πολὺ περισσότερον ηὐχαριστημένοι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῖς
3594ἐδόθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν φιλελευθέρων, καθόσον τοῖς
3595ἐδόθη καλλιτέρα διοίκησις καὶ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια.
3596Τοῦτο δ’ εἶναι μεγαλειτέρα ὠφέλεια δι’ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν
3597κατάργησιν τοῦ φόρου. Βεβαίως δὲν ἦτο κακὸν νὰ ὑποστηρίξῃ
3598ἡ Πολιτεία ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ τῆς ἀπαλεί-
3599ψεως τῶν διαφόρων κονδυλίων ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ·
3600ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο
3601περισσότερον χρήσιμον ἀπὸ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου εἶναι
3602μία μελέτη περὶ τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας οἱ διάφοροι πλη-
3603θυσμοὶ ἔχουσι καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν τὸ Κράτος θὰ δυ-
3604νηθῇ νὰ τοῖς φανῇ χρήσιμον διότι ἐπὶ τῶν 100 ἑκατομμυ-
3605ρίων καὶ πλέον εἰς ὅσα ἀνέρχεται ὅλη ἡ ἔγγειος παραγωγὴ
3606τοῦ Κράτους ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἀποφέρων
3607περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια ἀντιστοιχεῖ μόνον πρὸς 3%.
3608Ἡ ἀνακούφισις ἔστω καὶ προκειμένου περὶ ἡμερομισθίου
360950 λεπτῶν εἶναι συνεπῶς μηδαμινή.
3610Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἠθέλησα νὰ εἴπω σήμερον πρὸς τὸν κ.
3611ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτήν.
3612(Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ
3613σύνολον.
3614Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συ-
3615ζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς §
36163ης τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΓϠΜΗʹ τοῦ 1911).
3617§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν μένει πλέον
3618τώρα ἢ ἓν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν
3619θέλητε, τὴν Τετάρτην δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν τὴν 11ην
3620πρὸ μεσημβρίας.
3621§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3622§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρα-
3623καλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς
3624σημερινῆς συνεδριάσεως.
3625§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3626(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς
3627σημερινῆς συνεδριάσεως).
3628Συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ ἑνὸς
3629ἔτι νομοσχεδίου θὰ ἔχωμεν τὴν Τετάρτην ὥρᾳ 11 π. μ.
3630Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3631(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).