1913.03.02
2,228 rows · 17,376 words · 130 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 2ας Μαρτίου 1913.
(Σάββατον ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.).
Προεδρία Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως (ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις κατὰ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Ὁ Ἐπίσκοπος Κίτρους ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ του καταδίκων περὶ ἀπελευθερώσεως· 2) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σπάρτης ζητεῖ νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἐπιτάξεως 50 ζῷα ἁμαξοκαρραγωγέων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πότε θὰ διατάξῃ τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων καὶ ἐθνοφρουρῶν τῶν κληθέντων πρὸς φύλαξιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλου στρατοῦ». Ὁ κ. Βελέντζας καλεῖται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησίν του.
§2Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἵνα ἐπιτελέσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐκλήθησαν καὶ ἐξ ὡρισμένων διαμερισμάτων ὑπαγομένων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ οἱ ἔφεδροι τῆς ἐθνοφρουρᾶς ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς φρουρήσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Λαρίσης. Οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ ὑπὸ τὰ ὅπλα κληθέντες διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὡς εἶναι γνωστόν, προβεβηκότες ἤδη εἰς τὴν ἡλικίαν καὶ γεγηρακότες, προστάται δ’ ἰδίων οἰκογενειῶν, καὶ προστάται οἰκογενειῶν καὶ ἐγγόνων αὐτῶν, ἠγωνίσθησαν καὶ ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Μεθ’ ὅλας τὰς κακουχίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ χειμῶνος, διαιτώμενοι ἐντὸς καλυβῶν καὶ σκηνῶν εἰς τὰς χιονοσκεπεῖς ὀροσειρὰς τῆς Οἴτης, ἐπετέλεσαν ἐν τούτοις πιστῶς τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνέθηκεν ἡ πατρίς. Τώρα ὅμως, χάρις εἰς τὴν νικηφόρον προέλασιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐξετάθησαν πολὺ μακρὰν πέρα τῆς Θεσσαλονίκης· ὁ σκοπὸς συνεπῶς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθησαν, ἐξέλιπε, διότι οὐδένα ἔχομεν φόβον μὴ ἡ γραμμὴ αὕτη ἡ σιδηροδρομικὴ καταστραφῇ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ὁ ἐχθρὸς νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ὁρίων τῆς Φθιώτιδος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθησαν, ἐξέλιπε — δυστυχῶς δ’ ἐξέλιπε καὶ ἐξ ἐλλείψεως ἀντικειμένου φρουρήσεως πλέον, διότι ἀπό τινων ἡμερῶν ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Ἀθηνῶν–Λαρίσης — καὶ καθιστῶ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ — κατεστράφη καὶ λειτουργεῖ μόνον μέχρι Μπράλου τῆς Λαμίας, δίκαιον εἶναι, ὅπως καὶ οἱ ἔφεδροι οὗτοι ἐθνοφρουροὶ ἀπολυθῶσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρεξηγήσῃ τὴν σύστασίν μου ταύτην, διότι αὕτη δὲν σκοπεῖ οὔτε τὸν ἀφοπλισμὸν τὸν μερικὸν τοῦ στρατοῦ, οὔτε ὑποθέτω νὰ γίνῃ παρεξήγησίς τις, διότι πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν μέρος τοῦ στρατεύματος διαρκοῦντος ἀκόμη τοῦ πολέμου, ἐὰν δὲ φρονῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη περιφρουρήσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, δύναται, ὅπως συνέβη καὶ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ ἀναθέσῃ τὴν φύλαξιν εἰς ἕνα λόχον στρατοῦ ἐκ τοῦ πολυκρίθμου ἐμπέδου τάγματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν Λαμίᾳ, καὶ νὰ ἀπολυθῶσιν ἐπὶ τέλους αὐτοὶ οἱ γέροντες τὴν ἡλικίαν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκίας των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ διατάξῃ, ἂν μὴ τὴν ὁλικήν, τὴν μερικὴν τοὐλάχιστον ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων αὐτῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Ξηρός.
§4Ι. ΞΗΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαιοτάτην ταύτην παράκλησιν περὶ ἀπολύσεως τῶν ὑπηρετούντων ἐφέδρων καὶ ἐθνοφρουρῶν ἀπὸ πενταμήνου καὶ πλέον εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Λαρίσης, τώρα, ὁπότε δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς φύλαξιν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ ἀνισότητός τινος, διότι ἐκλήθησαν καὶ προνομιακῶς μόνον ἐκ τῶν παρακειμένων τῇ σιδηροδρομικῇ γραμμῇ δήμων, ἐκ τοῦ δήμου Δωριέων τῆς ἐπαρχίας μου, περισσότεραι κλάσσεις ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων δήμων. Σήμερον ἐξέλιπε πᾶς λόγος πρὸς φύλαξιν τῆς γραμμῆς, διότι οὔτε στρατιωτικὰ τραῖνα διέρχονται οὔτε ἐφοδιοπομπαί, πρόκειται δὲ σημειωτέον περὶ οἰκογενειαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δύο, μερικοὶ δὲ καὶ τέσσαρα, τέκνα εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐξ ὧν τινες μάλιστα καὶ ἔχασαν ταῦτα εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὥστε δὲν ἔμεινε τίποτε ἄλλο εἰς τὰς ἑστίας των παρὰ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ ζῷά των, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ ἐπετάχθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας τελευταίως. Δι’ ὅλα ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δικαιοτάτην ταύτην παράκλησιν καὶ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν εἰς τὰς ἑστίας των πρὸς ἀνακούφισιν τῶν οἰκογενειῶν των καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς δι’ ἄλλων στρατιωτῶν πλεοναζόντων εἰς πολλὰ μέρη.
§5Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξεταστέον οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἂν φρονῇ τὸ Κράτος ὅτι πρέπει νὰ τηρῇ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ πεντακοσίους ἐθνοφρουροὺς εἰς τὸν σταθμὸν Μπράλου ἄνευ λόγου, ἂς τοὺς κρατήσῃ. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ὡς καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, ὅτι προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τοὺς διαφόρους σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀποσύρομεν ἀπὸ τὰ διάφορα Γραφεῖα διαφόρους ὑπαλλήλους, ὑπαλλήλους δικαστικούς, ὑπαλλήλους τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοὺς ἀποσπῶμεν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας αὐτούς. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐπῆλθεν εἰσέτι ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀληθῶς δύσκολον νὰ προβῶμεν εἰς ἀφοπλισμὸν καὶ αὐτῶν τῶν ἐφέδρων ἐθνοφρουρῶν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ πολυαρίθμου τάξεως ἀνηκούσης εἰς δήμους οὕτως εἰπεῖν παροχθίους τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Λαρίσης, φρονῶ ὅτι θὰ ἀκουσθῇ ἡ πρότασίς μας καὶ θὰ εὑρεθῇ δικαία καὶ ὀρθὴ λύσις πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ αὐτῶν τῶν ὑπηρετούντων.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ προσθέσω τίποτε. Ἤκουσα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων μου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἐρωτᾷ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προκειμένου ἐπὶ βραχύτατον ἀκόμη διάστημα νὰ ἐργασθῶμεν, διότι μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀπαντῶ ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλω.
§9Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως.
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑπομένως καλὸν θὰ ἦτο τὴν Δευτέραν νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι πολὺ ταχέως· ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή, τότε μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ροῦφος Κανακάρης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀντιπροσώπων τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης.
§14Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ διανοῆται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ἐν προκειμένῳ ὁμιλοῦντας πρόθεσιν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ἡ βαθεῖα ἐν ἑκάστῳ συνείδησις περὶ τοῦ κοινοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Εἰς ζητήματα ἄλλως τε τόσῳ μεγάλης ἐθνικῆς καὶ ἱστορικῆς σημασίας φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ἐκεῖθεν, δὲν ὑπάρχουσιν οἱ φίλοι καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχουσι μόνον Ἕλληνες ἀπευθυνόμενοι πρὸς Ἕλληνας καὶ ὁμιλοῦντες περὶ Ἑλλήνων. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, διὰ ν’ ἀποφεύγῃ ν’ ἀπαντᾷ εἰς ἐρωτήσεις περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν ἢ τῶν συμφωνιῶν ἡμῶν μετὰ τῶν συμμάχων, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἐνταῦθα ἐν σιγῇ ἀναφορὰ ὑποβληθεῖσα χθὲς ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων τῆς Θράκης καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, εἰς τὴν ὁποίαν προσυπογράφουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Σερρῶν, τῆς Καβάλλας καὶ τῆς Δράμας. Ἴσως, ἐὰν συνέπιπτεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγνώσῃ ἔστω καὶ τὴν περίληψιν τοῦ ἱστορικωτάτου τούτου ἐγγράφου ἐν στιγμῇ μεγαλειτέρας ἡσυχίας, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅλως αὐθορμήτως ὀρθία καὶ ἀσκεπὴς ἡ Βουλὴ θὰ ἤκουε τὴν ἀνάγνωσιν τούτου, διότι, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πέντε αἰῶνας ἠγωνίσθησαν, ἀρνούμενοι νὰ γίνωσι Τοῦρκοι, καὶ νῦν δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ γίνωσι Βούλγαροι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προκαλέσωσιν εἰς τὴν ψυχὴν πάντων ἡμῶν βαθυτάτην συγκίνησιν, θαυμασμὸν καὶ εὐγνωμοσύνην, τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιοι. Ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος προσέφερε μὲν εἰς τὸν παρόντα συμμαχικὸν πόλεμον τὰς νίκας αὐτοῦ κατὰ ξηρὰν διὰ τοῦ τιμίου αἵματος τῶν γενναίων αὐτοῦ τέκνων, ἐπεκράτησε τῆς θαλάσσης διὰ τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ στόλου, ἀλλ’ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο προσέφερε τὴν ψυχήν του ἐξ ὁλοκλήρου ἐν τῇ ἑδραίᾳ πεποιθήσει ὅτι συντελεῖ εἰς ἐπίδοσιν πολέμου πραγματικῶς ἀπελευθερωτικοῦ, καθ’ ἃ ἐπισήμως διεκήρυξαν ἀνὰ τὴν ὑφήλιον τὰ σύμμαχα Κράτη. Διὰ τοῦτο θὰ ἀπεδεχόμην τὴν ἀναφορὰν τῶν πέρα τοῦ Στρυμόνος Ἑλλήνων μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ πεποιθήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος θέλει εἰσακούσει τῆς φωνῆς αὐτῶν μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας, μεθ’ ἧς εἰσήκουσε καὶ τῆς φωνῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἐὰν τὰ πράγματα ἐκεῖ κάτω ἔτρεχον τὸν κανονικὸν αὐτῶν δρόμον, ἐὰν σειρὰ γεγονότων καὶ δημοσιεύματα εἰς ἐπισήμους κυβερνητικὰς ἐφημερίδας δὲν παρεῖχον ἀφορμὰς εἰς δισταγμούς, ἀμφιβολίας καὶ ἀνησυχίας. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἐπιτελεῖ καὶ θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκόν της. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἡ λογικὴ καὶ ἡ μετριοπάθεια εἶναι ἐγγύησις τῆς διατηρήσεως τῆς ὁμοφωνίας τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ὁμοφωνίας χρησίμου καὶ ἀναγκαίας τόσον διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἀνατολῆς, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν προαγωγὴν τῶν Κρατῶν τούτων. Τὴν ἀλήθειαν ὅμως ταύτην εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωσι περισσότερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι, καὶ ὀλιγώτερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν. Ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ἀξιοῖ νὰ τηρηθῇ ἀπαρεγκλίτως ἡ διακηρυχθεῖσα ἀρχὴ ὑπὸ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν οὐχὶ κατακτήσεως διὰ τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἀπελευθερώσεως τῶν ἐν δουλείᾳ ὁμοαίμων, μὲ μόνην μίαν ὑπερτάτην ὑποχώρησιν καὶ θυσίαν τῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνικοτήτων, ἀναγκαίαν μέχρι τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προαγωγὴ μεγίστων συμφερόντων συμμάχου Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ κατέλθῃ τοῦτο μέχρι λιμένος ἐν τῷ Αἰγαίῳ διὰ λωρίδος ἑλληνικωτάτης γῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά· ἐπιτρέπετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιτρέπει νὰ συνεχίσητε τὴν ἀγόρευσίν σας, διότι τὸ πεντάλεπτον χρονικὸν διάστημα, ὅπερ ὁρίζει ὁ Κανονισμός, παρῆλθε;
§16Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ τὴν ἀγόρευσίν του;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὸ μέγεθος τῆς θυσίας ταύτης, τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ἀπεδέχθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δέον νὰ κατανοήσωσι καλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ἔχουσι συμφέρον ἐν τῇ διατηρήσει τῆς συμφωνίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὁμοφωνία, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἰσορροπία. Ἰσορροπία δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς ἀνάγκης, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, τῆς καθόδου εἰς τὸ Αἰγαῖον, ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Ἑλλάδος οἱ ἐνθουσιωδέστεροι τῶν Ἑλλήνων. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μάθω τί ἔπραξεν ἢ τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ποίας γνώμας ἔχει, ποίας ὑποσχέσεις ἢ ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν, ὅτι εἶχον καθῆκον ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ πάσης ἐνδοτικότητος, ἡ ὁποία ἄνευ ἀνάγκης λογικῆς, ἄνευ ἀνάγκης δικαίας θέλει ἄρδην ἀνατρέψει τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ συμμαχικὸς αὐτὸς πόλεμος, τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἀποδόσεως τῶν ἐν τῇ δουλείᾳ ἀδελφῶν εἰς τὰς ἐθνικότητας αὐτῶν. Δὲν εἶναι δίκαιον, κύριοι Βουλευταί, ὅπως μετὰ τόσης σαφηνείας ἐκφράζουσι τὰ δίκαιά των οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἀναφορὰν ἐνταῦθα, δὲν εἶναι δίκαιον τὰς συνεπείας τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως ὁμοφωνίας νὰ ὑποστῇ ἓν μόνον τῶν συμβαλλομένων μερῶν, διότι καθίσταται τὸ μέλλον διὰ τὸ ἀδικούμενον μέρος ἐπικίνδυνον. Ὅσον ὀλιγώτερα θὰ εἶναι τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς διανομῆς παράπονα, κατὰ τοσοῦτον θὰ τονωθῇ ἡ στερεότης τῆς ὁμοφωνίας τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἐὰν ὅμως συμβῇ τὰς ὑποχωρήσεις καὶ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης ὁμοφωνίας νὰ ὑποστῇ ἕν τῶν συμβαλλομένων μερῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ ὡραῖον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσου κόπου ἀνηγέρθη, θὰ κρημνισθῇ τὴν ἐπαύριον τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας εἰρήνης. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ὅτι ὁ Ἑλληνισμός, μεθ’ ὅλην τὴν μετριοφροσύνην, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἔχει βαθυτάτην συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, γνωρίζει ὅτι ἀποτελεῖ δύναμιν ὑπερτέραν, ἡ ὁποία ἔχει πεῖραν μακρὰν καὶ τῆς σημασίας καὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγώνων. Πολλάκις ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν, οὐδέποτε ὅμως ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ αὐτοῦ ἐσβέσθη, τὰς δὲ συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπακολουθήσει τὴν ἔξοδον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκ τοῦ ἰδεώδους τούτου πολέμου τετρωμένου καὶ ἠδικημένου, ἂς ἀναλογισθῶσι πρῶτοι οἱ φέροντες τὰς εὐθύνας τῆς παγκοσμίου εἰρήνης.
§20Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Περιῆλθε χθὲς διανεμηθεῖσα καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ἔντυπος ἔκθεσις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε πρὸς τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν ἑλληνικωτάτων διαμερισμάτων νὰ τηρήσω σιγὴν καὶ ὡς μέλος τοῦ Κράτους καὶ ὡς μέλος τῆς πανελληνίου οἰκογενείας. Δὲν ἔπρεπεν ἢ νὰ συμμετάσχω καὶ ἐγὼ τοῦ πόνου, ὅστις ἔρχεται ἐκ τῶν Ἑλλήνων τῶν Σερρῶν, τῆς Δράμας, τῆς Καβάλλας, τῆς Ξάνθης. Δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἑλληνικώτατον αὐτὸ διαμέρισμα ὑπῆρξεν ὁ ἐρυμνότερος προμαχὼν ὁ συνέχων τὴν ἑλληνικὴν Μακεδονίαν πρὸς τὴν ἑλληνικωτέραν Θράκην, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἤρξατο παλαίουσα, ὑπῆρξεν οἱονεὶ ἡ γέφυρα, ἡ ὁποία ἀπετέλει τὸν ἀδιάσπαστον κρίκον, ὑπῆρξεν ὁ ἀπροσμάχητος προμαχών, ὅστις ἀνέκοψε τὴν κάθοδον ἀπό τε ξηρᾶς τῶν ἐπιδρομέων καὶ τὴν εἰσβολὴν ἀπὸ θαλάσσης τῶν κατακτητῶν εἰς τὰς ἑλληνικὰς χώρας. Τοιαύτην λοιπὸν σημασίαν ἔχοντος τοῦ διαμερίσματος τούτου, νομίζω ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας θὰ ἐπιστήσωσιν ἀμέριστον τὴν προσοχὴν αὑτῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης. Δὲν ἀμφιβάλλω καὶ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος πράττει ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἑλληνικῶν δικαίων ἀπὸ πάσης ἀπόψεως· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται, ὅπως καὶ ἐντεῦθεν φωνὴ διαμαρτυρίας ἀπευθυνθῇ πρὸς πάντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι, ἄν, ὡς ἡμεῖς καὶ οἱ σύμμαχοι, οὕτω καὶ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι ἀπελευθερωτικός, βεβαίως καὶ τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο θέλει τύχει τῆς ἐλευθερίας του, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἡ μετάπτωσις ἀπὸ ἑνὸς κυρίου εἰς ἄλλον εἶναι ἀπελευθέρωσις. Διεκτραγῳδεῖται ἄλλως ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ ἡ μετὰ τὴν εἴσοδον καὶ ἐγκατάστασιν χριστιανικῶν στρατευμάτων κατάστασις ἥκιστα ἀτυχῶς εὐάρεστος καὶ μὴ τεκμηριοῦσα οὔτε ἀποδεικνύουσα ὅτι καλαὶ θὰ εἶναι αἱ σχέσεις τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων μετὰ τῶν κυριάρχων, ἐὰν εἴχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἑνωθῶσιν οὗτοι μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Διὰ νὰ εἶμαι καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, περατῶν προσθέτω ἐν ἐπιλόγῳ τὰς δύο ταύτας φράσεις. Μετ’ ὀλίγα ἔτη θ’ ἀναγραφῇ ἡ ἱστορία τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους καὶ ὁ Στρίγκωφ, Βούλγαρος ἱστορικός, βεβαίως θέλει συγγράψει τὴν ἱστορίαν τῆς νεωτέρας Βουλγαρίας. Δὲν ἐπιθυμῶ ὡς Ἕλλην εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτὴν ν’ ἀναγραφῇ ὅτι πόλεις Ἑλληνικαὶ ἑκουσίως ἀπεδέχθησαν τὴν Βουλγαρικὴν κυριαρχίαν καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρξε Βουλὴ Ἑλληνική, Βουλὴ διαμαρτυρηθεῖσα διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). — Δὲν προυτιθέμην παντάπασι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητον τὴν τελευταίαν φράσιν, ἡ ὁποία ἐξέφυγεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. συναδέλφου. Καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ταύτην ἀδιαμαρτύρητον, διότι προχθὲς ἀκόμη ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων μὲ ἐπεσκέφθη, καὶ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς μετεῖχεν ἄνθρωπος καταγόμενος ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ κατοικῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν Ἕλληνες ἐκ τῶν ὑποδούλων περιέλθωσιν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τινὸς ἐκ τῶν συμμάχων Κρατῶν —, ὅπως κατ’ ἀνάγκην θὰ περιέλθωσι, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὅπως περιέλθωσιν ὀλιγώτεροι, — μοὶ ἐδήλωσε, λέγω, ὅτι θὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι δύναται, ἵνα ἀντισταθῇ κατὰ τῆς παραχωρήσεως, ἥτις πρόκειται νὰ γίνῃ διὰ τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῶν συμμάχων. Κατὰ τῆς δηλώσεως ταύτης, τῆς ὁποίας ἀπήχησιν τρόπον τινὰ βλέπω εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ κυρίου συναδέλφου, διεμαρτυρήθην ἐντόνως καὶ εἶπον πρὸς τὸν Κύριον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζῶν ἐν Ἀθήναις ἀπολαύει τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εἰρήνης, ὅτι, ἂν ἤθελε φθάσει μέχρι τοιούτου σημείου ἀπονοίας, ὥστε νὰ συστήσῃ ἀντίστασιν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, θὰ εἶχε καθῆκον νὰ μεταβῇ καὶ ὁ ἴδιος ἐκεῖ, διὰ νὰ μετάσχῃ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας θὰ προυκάλει διὰ τῆς πολιτείας του. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἀνάγκης θὰ περιέλθωσιν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῶν συμμάχων πληθυσμοὶ ἑλληνικοὶ καὶ μάλιστα πυκνοί. Θὰ προσθέσω μάλιστα ἀκόμη ὅτι θὰ περιέλθωσιν ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν, τὴν κυριαρχίαν τινὸς ἐκ τῶν συμμάχων, οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι, ὄχι διότι κατελήφθησαν αἱ χῶραι αὗται ὑπὸ τῶν συμμάχων ἢ διότι ἀπαιτοῦσι τοῦτο οὗτοι, ἀλλὰ διότι γεωγραφικοὶ λόγοι φέρουσιν ἡμᾶς εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε, καὶ ἐὰν μᾶς ἔλεγον οἱ σύμμαχοι ὅτι εἶναι διατεθειμένοι νὰ μᾶς ἀφήσωσι νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ ὅριά μας πρὸς τὰ ἐκεῖ, διὰ νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ἑλληνικοὺς ἐκείνους πληθυσμούς, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ὑπεύθυνος Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐδεχόμην τοιαύτην χάραξιν ὁρίων ὡς λίαν ἐπικίνδυνον· διότι θὰ ἀνεγνώριζον ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκταθῶμεν ἐν συνεχείᾳ παρὰ τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ φθάσωμεν νὰ περιλάβωμεν τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θράκης, θὰ ἀνεγνώριζον, λέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο ἀσθενεστέρα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκτεινομένη παρὰ τὴν θάλασσαν ἄνευ σπονδυλικῆς στήλης παρ’ ὅσον θὰ ἦτο, ἐὰν τὰ ὅρια αὐτῆς ἐστρογγυλεύοντο κατ’ ἄλλην διεύθυνσιν. Ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν θὰ ἐνθαρρυνθῶσιν εἰς ἀντίστασιν πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι φυσικὸν ν’ ἀδημονῶσι, νὰ πονῶσιν, ἐπὶ τῇ ἀμφιβολίᾳ μήπως δὲν περιληφθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς μείζονος νέας Ἑλλάδος. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι πληθυσμοί, τῶν ὁποίων πονεῖ ἡ καρδία, οὐδεὶς ὑπεύθυνος θὰ εὑρεθῇ ἐνταῦθα, ἵνα ὠθήσῃ αὐτούς, ὅπως μὴ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὰς ἐπιταγάς, αἱ ὁποῖαι θὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης καὶ τῆς διανομῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπογραφῇ μεταξὺ τῶν συμμάχων καὶ θὰ ὑποβληθῇ ἀκολούθως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ θὰ ἦτο παραγνώρισις τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἐὰν ὁμιλῶν τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους εἰσηγηθῇ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ἐνώπιόν μου ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὁ διαμένων ἐν Ἀθήναις καὶ ἀπολαύων τῶν ἀγαθῶν τῆς ἀσφαλείας καὶ διατεινόμενος ἐντεῦθεν ὅτι θέλει ἀντισταθῆ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν συμμάχων.
§22Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρηρμήνευσε καὶ παρεξήγησε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Προοιμιαζόμενος εἶπον ὅτι ὡς μέλος τῆς πανελληνίου οἰκογενείας, ὡς μέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ συμμετάσχω ἑνὸς πόνου, τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι συμμετέχετε πάντες, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐξ ἑνὸς τμήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν μεγάλην Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι ἡ ἔκφρασις τοῦ πόνου τούτου δὲν ἦτο ἱκανὴ οὐδ’ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐκθέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δηλώσεις. Δὲν ἐπεθύμουν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ λυποῦμαι ὅτι ὑπῆρξα ἀφορμὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δηλώσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός, δηλώσεις αἵτινες θὰ ἐγίνοντο πάντως βραδύτερον, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ καταληφθῶ ὑπὸ τῆς ὀδύνης αὐτῆς ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ μείνω μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ τύχη τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων θὰ ἦτο καλλιτέρα. Δὲν ἔσχον ἐγὼ τὴν τύχην ἢ τὴν εὐκαιρίαν ἢ τὴν τιμὴν νὰ συναντήσω τινὰ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων ἀντιπροσώπων τῶν διαμερισμάτων ἐκείνων. Ἁπλῶς ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, ἐξήνεγκον τὴν γνώμην, ὡς εἶχον καθῆκον, ὡς μέλος τοῦ Πανελληνίου. Ὅταν ὅμως ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ νὰ ὁμιλήσω ὡς μέλος τῆς Ἑλλάδος τῆς παλαιᾶς, τότε θ’ ἀκούσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὡς μέλος αὐτῆς θέλω ἀναπτύξει.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γούναρης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ προκειμένου περὶ ἀναπτύξεως ἀναφορᾶς δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἄλλος τὸν λόγον.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γενικεύεται τὸ ζήτημα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν κατέληξα ἀκόμη. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἐνῷ ἐπὶ ἐπερωτήσεως συνεπείᾳ αἰτήσεως δέκα Βουλευτῶν δύναται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις καὶ γενικεύεται αὐτοδικαίως, διότι ἐζήτησαν τοῦτο δέκα Βουλευταί, προκειμένου περὶ ἀναφορᾶς δὲν γενικεύεται αὕτη, ἀλλὰ κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἄρθρου 43 δύνανται δέκα Βουλευταὶ νὰ προτείνωσιν οἱανδήποτε πρότασιν καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ προκαλέσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἂν ὑπάρχῃ πρότασις ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἐπ’ αὐτῆς θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι δὲν γίνεται ἀνάλογόν τι πρὸς ὅ,τι γίνεται ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ὅτε αὐτοδικαίως γενικεύεται ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἂν εἶναι δέκα Βουλευταὶ ζητοῦντες νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ γενικευθῇ τοιαύτη συζήτησις.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§28Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις, ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις;
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γούναρης.
§32Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατάπληκτος, κύριοι Βουλευταί, διατελῶ ἀπὸ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἤκουσα λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατάπληκτος δὲ διατελῶ ἐξ αὐτῶν ὄχι μόνον διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐλέχθησαν, καὶ διὰ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐλέχθησαν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐκπλήσσομαι, καὶ διὰ τὴν αἰτίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐνομίσθη ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε καὶ ἐξακολουθεῖ ἐργαζομένη ἀπὸ δύο σχεδὸν ἑβδομάδων. Ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε δήλωσιν σχετιζομένην πρὸς τὰ ἐθνικὰ πράγματα. Παρέλιπε δὲ πᾶσαν δήλωσιν, καίτοι ἐγνώριζε τὴν ἀγωνίαν, ἡ ὁποία συνέχει τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων πάντων, τῶν τε Ἑλλήνων τῶν ἐντὸς τῆς χώρας τῆς ἐλευθέρας καὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἔξω, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὁποίων διεξάγεται ὁ ἀγών. Παρέλιπε δὲ πᾶσαν τοιαύτην δήλωσιν, προφανῶς διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις, δὲν ἐπετρέπετο ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ θέσις ἡ διπλωματικὴ τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ἐργασίαι πλησιάζουσιν εἰς τὸ τέλος. Καὶ αἰφνιδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μιᾶς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις, ἃς ἠκούσαμεν. Καὶ ὁμιλήσας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπήντησε μόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακωνίας, ἀλλ’ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀνακοινώσῃ καὶ ὅσα ἀπήντησε πρὸς ἕνα Κύριον, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν εἰς αὐτὸν ἐν τῷ δωματίῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν αἰτήσεως. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι πρὸς τὸν Κύριον ἐκεῖνον ἐξέθηκε πράγματα, τὰ ὁποῖα τῇ ἀληθείᾳ εἶναι καταπληκτικὸν πῶς δύνανται νὰ ἐκτεθῶσι δημοσίᾳ ἐν τῷ σταδίῳ, ἐν ᾧ εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἡ διαπραγμάτευσις τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Διότι, Κύριοι, συνεισφέροντες πάσας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις ἐπελήφθημεν ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου τὸν χαρακτηρισμόν, οἷος ὑπὸ πρώτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθη, ἐπεκρότησεν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος σύμπαν. Ἐπελήφθημεν ἀγῶνος ἐλευθερωτικοῦ. Τοῦ ἀγῶνος τούτου ἐπελήφθημεν μετὰ συμμάχων, τὰς μετὰ τῶν ὁποίων συμφωνίας ἀγνοοῦμεν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αὗται ἐξησφάλιζον τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν τούτοις βραδύτερον ἀπὸ δηλώσεις ἐξωδίκους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐμάθομεν ὅτι οὐδεμία ἐγένετο συμφωνία. Πᾶσα ἐπίκρισις παρελείφθη ὡς πρόωρος, διότι ἐν τῇ διανοίᾳ πάντων μία ἐκράτει καὶ κρατεῖ ἰδέα, ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ ἡ ἀποφυγὴ πάσης ἐνεργείας δυναμένης νὰ ζημιώσῃ αὐτό. Καὶ αἴφνης ἀκούομεν ὅτι, ἐνῷ οὐδεμία ἐγένετο συμφωνία, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχουσιν εὐσταθεστάτην τὴν βάσιν καὶ θετικωτάτην τὴν ὑπόστασιν, ἐν τούτοις δηλοῦμεν ὅτι θεωροῦμεν τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος ἑλληνικωτάτων πληθυσμῶν ὡς ἀντιπατριωτικὴν ἐνέργειαν. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο ἀκούομεν ὅτι καὶ ἄλλα συμπαγῆ ἑλληνικὰ τμήματα τῆς ἀπὸ τῶν Τούρκων ἀποσπασθείσης χώρας κρίνονται τοιαῦτα, ὥστε καὶ προσφερόμενα ἀκόμη δὲν θὰ τὰ ἐδέχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ σπονδυλικῆς στήλης! Ταῦτα δὲ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ διαπραγματευθῶμεν περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Δηλοῖ δὲ συγχρόνως ὅτι δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐδέχετο, θὰ ζητήσῃ ἀνταλλάγματα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅλα ὅσα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, θέλει ἐπιδιώξει ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους τῷ ὑπαγορεύει, ἐντελῶς ἀνεξαρτήτως πρὸς ὅσα εἶπεν.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ εἴπω μίαν λέξιν, κύριε συνάδελφε, ἡ ὁποία δύναται νὰ εὐκολύνῃ καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς μέλλοντας μεθ’ ὑμᾶς νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Κατὰ τὰς γενομένας διαπραγματεύσεις, ἀφ’ ἧς πᾶσα ἰδέα μεταρρυθμίσεων ἐγκατελείφθη, μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ κατάπτωσιν τῆς τουρκικῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐν Εὐρώπῃ, κατὰ τὰς ἀρξαμένας λέγω, διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμμάχων ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκταθῶσι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐν Θρᾴκῃ. Ἐζήτησα ἀλλαχοῦ νὰ λάβω ἀνταλλάγματα, ἀλλ’ ὄχι ἐν Θρᾴκῃ. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ταῦτα.
§34Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ δώσητε σαφεστέραν τὴν ἐξήγησιν μέχρι ποίου σημείου θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων;
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐδήλωσα ἀρνητικῶς ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ περιλάβωσι ταῦτα τὸν πολύτιμον πληθυσμὸν τῆς Θράκης. Ἀλλαχοῦ ἐζήτησα τὰ ἀνταλλάγματα καὶ ἔκαμα τὴν θυσίαν αὐτήν, ἐνόμισα δ’ ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ παράσχω τὴν βεβαίωσιν αὐτήν, ὅπως τὴν ἔκαμον πρὸ μικροῦ, τὴν παρέχω δὲ πρὸς ὑμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην.
§36Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον πρὸς διασάφησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτόν. Ἡ ἑρμηνεία ὅμως, τὴν ὁποίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο συνεπείᾳ τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας καὶ τὰ ὁποῖα ἀφεώρων ὡρισμένας χώρας, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφοράν...
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν ἀφεώρων οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας. Μόνον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀφεώρων ὡρισμένον μέρος, ἀλλὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας ἀφεώρων ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν.
§38Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰς Σέρρας, τὴν Δράμαν καὶ τὴν Καβάλλαν.
§39Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐξ ὅσων ἐγὼ ἀντελήφθην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας ὡμίλησε περὶ ὡρισμένων ἐκτάσεων ἀναμφισβητήτως ἑλληνικῶν, περὶ ἐκείνων δ’ ἀκριβῶς τῶν ἰδίων ἐκτάσεων ὡμίλησεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὁ ἐν Ἀθήναις διαμένων, καταγόμενος δὲ ἐκ τῶν αὐτῶν μερῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς γνωρίσω τὸ θέμα τῆς ἀναφορᾶς, κύριε συνάδελφε· τὸ θέμα τῆς ἀναφορᾶς περιλαμβάνει ὅλους τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται συζήτησις.
§41Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, διὰ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις. Τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως θὰ τὸ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις.
§43Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν θὰ μοὶ δώσητε σεῖς, κ. Πρόεδρε. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διάφορον γνώμην, θὰ μοὶ δώσωσιν ἐξηγήσεις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος περιεστράφη εἰς ὅλους τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀναφορᾶς.
§45Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὡμίλησα διὰ τὰς Σέρρας, τὴν Δράμαν καὶ τὴν Καβάλλαν.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ δεχθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀφορῶντας τὰς χώρας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε καὶ ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὀργισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὠργίσθη. Καὶ ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὡμίλησε περὶ ὡρισμένων ἐκτάσεων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Καὶ περὶ τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων γίνεται λόγος καὶ ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀναφορᾷ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ σταθμίσῃ μετὰ πλείονος ψυχραιμίας τὰς δηλώσεις, εἰς ἃς προέβη. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὅταν τὰς δηλώσεις ταύτας ἐξετάσῃ μετὰ τῆς ψυχραιμίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ διαχείρισις ὑποθέσεων τόσῳ σοβαρωτάτης σημασίας καὶ τοιαύτης λεπτότητος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτάς. Λυποῦμαι μεγάλως διὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, διότι, ὁμιλήσας καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε, χωρὶς βεβαίως οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ τοιαύτην προκίρεσιν, προυκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀγανακτήσει αὑτοῦ εἶπε πράγματα τὰ ὁποῖα — εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶσθε πάντες ὑμεῖς σύμφωνοι, ὡς θὰ εἶναι ἐπίσης βεβαίως σύμφωνοι καὶ πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ ἀναγνώσωσι, διότι δυστυχῶς δὲν θὰ ἐξαφανισθῶσιν —, εἶπε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εἶναι ηὐχαριστημένος ὅτι τὰ εἶπε. Διότι εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς συντείνουσι νὰ ἐνισχύσωσι τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι τὰς ὁποίας διεξάγει. Ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι ταύταις δὲν θὰ εἶναι χρήσιμον οὐδ’ αὐτὸ τὸ ἀρνητικὸν μέρος τῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐτόνισε καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται. Διότι τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ μέρος τῶν δηλώσεων τὸ ἀφορῶν τμῆμα χώρας ἑλληνικώτατον, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἀπείρως τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τοῦ ὁποίου εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ θελήσῃ ν’ ἀγωνισθῇ καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τοῦτο τὸ τμῆμα ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος τοσοῦτον θαυμασίως. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ὅλη ἐκείνη ἡ ἔκτασις ἡ μεταξὺ Στρυμόνος καὶ Νέστου, ἡ ἑλληνικωτάτη, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς λόγος, οὔτε ὁ γεωγραφικός, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ὁ πολιτικός, οὐδ’ ἕτερός τις οἱοσδήποτε δύναται νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον ἀξιώσεως τῶν συμμάχων νὰ ἐγκαταλειφθῇ οὕτω προχείρως ἐν τῇ ἀγανακτήσει μιᾶς στιγμῆς. Ἠκούσαμεν πάντες καὶ παρηκολουθήσαμεν μετ’ ἐνδιαφέροντος ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τόσον ἐξαιρέτως ἐξέθηκε πρὸ τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι δύναται ν’ ἀντιταχθῇ οἱονδήποτε ἐπιχείρημα εἰς δικαιώματα οὕτως ἑδραίως στηριζόμενα; Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἡ προσκύρωσις τῶν χωρῶν αὐτῶν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον παραγνωρίζοντα τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅτι αἱ χῶραι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν τὴν ἀφορμὴν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, κρίνονται ἐν τοιαύτῃ σχέσει πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, ὥστε νὰ καταστῶσιν ἀντικείμενον δηλώσεων οἷαι αἱ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ νὰ τεθῶσι παραλλήλως μὲ χώρας ἑλληνικάς, διὰ τὰς ὁποίας ἐκρίθη ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ μὴ προστεθῶσιν εἰς αὐτόν, ἵνα μὴ καταστήσωσι τὴν Ἑλλάδα ἄνευ σπονδυλικῆς στήλης; Εἶναι τοιαῦτα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε δὲν χρήζουσιν ἀντικρούσεως. Εἶναι πράγματα διὰ τὰ ὁποῖα ἓν καὶ μόνον ἐπιβάλλεται νὰ σημειωθῇ· νὰ σημειωθῇ ὅτι λεχθέντα ὡς ἐλέχθησαν καὶ ὑπὸ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι παρερχόμεναι θὰ λυπήσωσι καὶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὰ εἶπε, δὲν ἔχουσι τὴν σημασίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ προσδοθῇ εἰς αὐτὰ ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ εἰπόντος. Εἶναι ἀναγκαία δὲ ἡ σημείωσις αὕτη, διὰ νὰ μὴ λεχθῇ ὅτι ἐξεφράσθησαν ταῦτα ὑπὸ τοῦ κυβερνήτου καὶ ἠκούσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, χωρὶς νὰ ὑποσημειωθῇ ἀμέσως ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἔκφρασις ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία παρέσυρε τὸν κυβερνήτην τῆς χώρας νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε. Τοῦτο καὶ μόνον, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ τονίσω ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα. Ἡ κατάπληξίς μου ἀκούσαντος ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε δὲν μοὶ ἐπέτρεψε παρὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα νὰ εἴπω. Καὶ νομίζω ταῦτα ἐπαρκῆ διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα προεθέμην (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐχὶ προσηκόντως ἠγέρθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ συζήτησις, συζήτησις τοιαύτης σπουδαιότητος ἀλλὰ καὶ τοιαύτης λεπτότητος, ἀπροσδοκήτως ὅλως κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω κρίσεις ἂν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας ὑπῆρξεν ἐν πᾶσιν ἐπιτυχής, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, καὶ ἀνταξία πρὸς τὴν λεπτότητα τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου περιεστράφη· δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω μετὰ θάρρους ὅτι κατ’ ἐμὲ ὑπερέβη πᾶσαν ἀστοχίαν ἡ εἰς αὐτὴν ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἦτο ἄστοχος αὕτη καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν, ἐπικίνδυνος δὲ συγχρόνως, προερχομένη ἀπὸ τῆς ἐπισήμου θέσεως κυβερνήτου τοῦ Κράτους. Ψυχραιμία τις μεγαλειτέρα ἐκ μέρους αὐτοῦ ἤθελεν ἀνταποκριθῆ πληρέστερον εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος καὶ τῆς διαφορᾶς τῆς σημασίας ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς διατυπώσεως τῆς γνώμης ἑνὸς Βουλευτοῦ πλειότερον αἰσθανομένου, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ὀλιγώτερον κρίνοντος ὑπευθύνως, καὶ τῆς διατυπώσεως καὶ τῶν δηλώσεων εἰς ἃς προβαίνει ὁ κυβερνήτης τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξεν ἄστοχος, εἶπον, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν. Τοιαύτη ὀργίλη ἔκφρασις περὶ τῆς τύχης ἑλληνικῶν χωρῶν, ἀνταποκρινομένη πλέον ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἄστοχον ἔστω ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτῦ Λακωνίας, ἀλλὰ συναπτῶς χρησιμεύουσα ὡς ἀπάντησις πρὸς αὐτὴν τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς Θράκης καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τοιαύτη ὠμὴ ἀπομάκρυνσις τούτων ἀπὸ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους προξενεῖ ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν καὶ ἐμβάλλει ἕκαστον ἡμῶν εἰς μερίμνας σοβαρὰς περὶ τῆς τύχης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διότι ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ὁριστικῆς παραχωρήσεως τῆς Θράκης, χωρὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀντὶ τίνων ἐπίσης ὁριστικῶν ἀνταλλαγμάτων ἔπραξε τοῦτο. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ εἰς λεπτομερείας. Τὸ σημεῖον τὸ κεντρικὸν τὸ ὁποῖον προυκάλεσε τὴν ὀργίλην παρέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἡ ἀπειλὴ ἡ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διατυπωθεῖσα πρὸς αὐτόν, ἀπειλὴ τῆς ὁποίας ἀπήχησιν ἐνόμισεν ὅτι εὗρεν εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅτι εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ θὰ μετέβαλλον κυρίαρχον καὶ ἤθελον ὑπαχθῆ εἰς ξένην κυριαρχίαν, δὲν ἤθελον δεχθῆ τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης ἣν θὰ συνῆπτεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἤθελον ἀντιστῆ κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπαγωγῆς των. Ἡ ἀπειλή, λέγω, αὕτη ἡ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης γενομένη προυκάλεσε τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τραχύτητας πολλαχῶς ἐπικινδύνους, αἱ ὁποῖαι θὰ ηὔχετό τις νὰ μὴ ἠκούοντο ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ λεγόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐν μέρει δίκαιον ἀλλὰ καὶ ἐν μέρει ἄδικον. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε ἐν τῇ διανομῇ τῶν ἀνακτηθεισῶν χωρῶν νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἀναλογίας καὶ τοῦ δικαίου, νὰ τηρηθῶσιν οὗτοι ἐν τῇ ὑπαγωγῇ ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν καὶ ξένων πληθυσμῶν ὑπὸ ἑλληνικὴν κυριαρχίαν, ἤθελον δὲ συγχρόνως τηρηθῆ ὅλοι οἱ ὅροι ἐκεῖνοι δυνάμει τῶν ὁποίων ἀμοιβαίως θὰ ἀσφαλισθῇ πλήρως ἡ ἐθνικὴ αὐτῶν ὑπόστασις, ἡ θρησκευτικὴ αὐτῶν ὑπόστασις, ἡ ἐκπαιδευτικὴ αὐτῶν ἐλευθερία, κατὰ τρόπον ὥστε κατ’ οὐσίαν ὁ ἀγὼν νὰ εἶναι ἀπελευθερωτικός, βεβαίως οὐδ’ ἡ ἀπειλὴ ἐκείνη θὰ εἶχε σημασίαν τινά. Διότι οὔτε ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης οὔτε ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἐν γένει Κράτους ἀλλ’ οὔτε ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους πληθυσμοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις λογικῶς ὅτι θὰ προέλθῃ ἐνθάρρυνσις οἱαδήποτε εἰς ἀντίστασιν. Ἀλλ’ ὅμως εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διανομὴ ἤθελεν ἐκτελεσθῇ παρὰ τοὺς κανόνας τούτους ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἢ ἂν ὁπωσδήποτε γινομένης ταύτης δὲν ἤθελε ληφθῆ ἀποτελεσματικὴ πρόνοια, ὅπως ἀσφαλισθῇ τελείως ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις, ἡ πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδησις, ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐλευθερία τῶν εἰς ἄλλους ὑπαχθησομένων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, ἐν ἄλλαις λέξεσιν εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἤθελον κληθῇ διὰ τῆς συνθήκης νὰ ἀλλάξωσι δεσπότην, νὰ εἶναι βέβαιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὄχι μόνον ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ὑποδούλῳ Ἑλληνισμῷ θὰ ὑπάρξῃ ἀντίστασις ῥιζικὴ καὶ ἀνένδοτος. Οὐχὶ διότι θὰ ὑποκινηθῇ αὕτη ὁθενδήποτε, ἀλλὰ διότι θὰ εἶναι ἔκρηξις αὐθόρμητος, θὰ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ νόμου φυσικοῦ, τὴν ὁποίαν οὔτε ὁ χάρτης μιᾶς συνθήκης οὔτε ἄλλη καμμία δύναμις θὰ δυνηθῇ νὰ προλάβῃ.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον μετ’ ἐκπλήξεως ἀλλὰ μετὰ λύπης μεγάλης ἤκουσα τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι παρερχομένης τῆς ὀργῆς, ἡ ὁποία παρεκίνησεν αὐτὸν ἴσως, ἵνα τὰς δηλώσεις ταύτας ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλήν, ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μεταμεληθῇ μεγάλως διὰ τὰς δηλώσεις αὐτάς· καὶ λέγω ὅτι θὰ μεταμεληθῇ, διότι αἱ δηλώσεις αὗται ὄχι μόνον ἀπελπίζουσι καὶ τὴν ἐλευθέραν καὶ τὴν δούλην Ἑλλάδα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου, ἀλλὰ θέτουσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀδυναμίᾳ πρὸς διαπραγμάτευσιν καὶ δὴ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων· διότι παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε· ἐὰν ἡ πρώτη ἐκδοχὴ εἶναι ἀληθής, —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθής, διότι ἀπαντήσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀναφορὰν ὑποβληθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται κυρίως λόγος περὶ Σερρῶν καὶ Καβάλλας, εἶπεν ὅσα εἶπε—, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν; Ἀλλ’ ἠθέλησεν ἀργότερον νὰ διορθώσῃ τὴν φράσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐννοῶν τὸ μέγεθος τῆς βλάβης τὴν ὁποίαν ἡ φράσις θὰ ἔχῃ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ περιώρισεν ἐν τῇ δευτέρᾳ ὁμιλίᾳ του τὴν φράσιν αὐτὴν διὰ τὴν Θράκην καὶ εἶπεν ὅτι τὴν Θράκην καὶ προσφερομένην δὲν τὴν θέλει, διότι ἡ Θράκη ἑνουμένη μετὰ τῆς Ἑλλάδος θὰ προκαλέσῃ κινδύνους διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ, ὅταν θὰ συζητήσητε περὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσητε διὰ τὴν θυσίαν τῆς Θράκης, δὲν φοβεῖσθε μὴ σᾶς εἴπωσιν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε ἀνταλλάγματα διὰ τὴν Θράκην, διότι ἡ Θράκη κατὰ τὰς ἐπισήμους ὑμῶν δηλώσεις δι’ ὑμᾶς εἶναι βάρος; Τί θὰ εἴπητε τότε; Ἀπαντήσατε, παρακαλῶ. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δηλώσεων εἰς ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη ἐν καταστάσει ὀργῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἆρά γε ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιεμένομεν ἐν σιγῇ ἐπὶ τόσον χρόνον, ἐνῷ εἰς ἄλλας Βουλὰς συμμάχων κρατεραὶ συζητήσεις ἐγένοντο καὶ ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι διὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ἐδόθη ἀπάντησις ὅτι, ἐὰν ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλονίκης θελήσῃ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, θὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν περὶ τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Καβάλλας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης νὰ στηρίξητε τὰς ἀπαιτήσεις ὑμῶν; Καὶ ὑπάρχει τις ἀμφιβάλλων ὅτι, ἐὰν ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, θὰ εἶναι ὁμόφωνος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἔρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος λέγει· καὶ ἐὰν μοὶ δοθῇ ἡ Θράκη, δὲν τὴν θέλω. Αὗται εἶναι αἱ διακηρύξεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἐλευθερωτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Κρίνατε ὑμεῖς ἤδη περὶ τῶν δηλώσεων τούτων.
§51Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατεπλάγην, Κύριοι, ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατεπλάγην, διότι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε σταθμίσει πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶχε σταθμίσει τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἀπειλήσωσι καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν ἐκ συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἤθελον προέλθει ἐκ τυχαίου τινὸς γεγονότος, οἷον ἐκεῖνο ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Κατεπλάγην δὲ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ πληροφορηθῶ παρ’ ἀξιοτίμου μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουεν οἱανδήποτε συζήτησιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ τοιοῦτον κίνδυνον. Καὶ ἐδήλωσε μὲν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ὁ ἀποταθεὶς πρὸς ἐμέ, ὡς δ’ ὑποθέτω καὶ πρὸς ἄλλους κυρίους συναδέλφους, ἐδήλωσε μὲν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτρέψῃ τὸν ἔλεγχον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἢ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐπίκαιρος, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἐθεώρει ἄκαιρον τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, τὸν τιμήσαντά με διὰ τῶν τοιούτων ἀνακοινώσεων, ἀπήντησα ὅτι, ἐνόσῳ τὸ τηλεβόλον κροτεῖ, συζήτησις συνεπαγομένη ζητήματα εὐθυνῶν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, καὶ ἤθελον θεωρήσει παράλειψιν καθήκοντος τὸ νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοιαύτης συζητήσεως. Καὶ εὑρίσκομαι ἤδη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα ἐδήλωσε πρὸς μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς δηλώσεις ἃς πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο. Οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀποκρύψω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν κ. ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον αὐτῷ ὅτι διίσταμαι ῥιζικῶς πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν διεθνῆ πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Ἀλλά, ἐνόσῳ διαρκεῖ ὁ πόλεμος, δὲν κρίνω ὅτι εἶναι εὔθετος ὁ χρόνος, ὅπως κριθῇ ἡ πολιτεία αὐτῆς καὶ κατανεμηθῶσιν αἱ εὐθῦναι. Σήμερον τὴν ἐθνικὴν σημαίαν κρατεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ περὶ τὴν σημαίαν αὐτὴν καλοῦνται οὐ μόνον οἱ πολῖται τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός, ὅπως προσέλθῃ καὶ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω τί συνέβη ἔκτοτε. Βεβαίως αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῶσι καὶ ἐκ μιᾶς οἱασδήποτε δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας καὶ ἄλλου τινός. Διότι καὶ τοῦτο τότε ἐπραγματεύθημεν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι δηλώσεις οἱουδήποτε Βουλευτοῦ γινόμεναι μονομερῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ. Διότι καὶ ἐκεῖνος ὅστις ὡμίλησεν ὡς ὡμίλησε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἰδίαν του διαβεβαίωσιν, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας δὲν ὑπέχουσιν εὐθύνας οἵας ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις, οἵας ὑπέχει ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τὴν κατεύθυνσιν τῆς πολιτείας ἡμῶν. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἀναγκαίως θὰ ἐξετασθῇ ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐξετασθῶσιν αἱ εὐθῦναι καὶ αὐτῆς καὶ ἐκείνων οἵτινες διΐστανται πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ὥρα δὲν ἦλθεν ἔτι, θαυμάζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ λόγου τόσον ἀνηλεοῦς πρὸς τὸν παλλόμενον ὅλον Ἑλληνισμόν, πρὸς τὸν αἱμάσσοντα Ἑλληνισμὸν τῆς Θρᾴκης, προέβη εἰς δηλώσεις, δι’ ὧν, ὡς ὀρθῶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, οὐ μόνον ἀπεμπολεῖ τὰ δικαιώματα τὰ ἀναμφισβήτητα τοῦ μεγάλου ἐκείνου τμήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἀγωνιζομένου ἐπὶ πέντε ὅλους αἰῶνας κατ’ ἐπαχθοῦς δουλείας, ἀλλὰ δεσμεύει καὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ φυλετικοῦ ἡμῶν ἐχθροῦ (χειροκροτήματα).
§52ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δύναται, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ τελείως δεδικαιολογημένη ἡ ἐντεῦθεν ἐξενεχθεῖσα διαμαρτυρία τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὅτε αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὴν βαθεῖαν ὀδύνην, ἥτις συνεκλόνισε τὴν ἐθνικὴν αὐτῶν ψυχήν, ὅτε ἠκούσθη τὴν ὥραν ταύτην ὅτι ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἐλπίζει εἰς τὸν ἀπελευθερωτικὸν αὐτὸν ἀγῶνα νὰ ἴδῃ ἐκπληρούμενον τὸ μέγα αὐτοῦ ὄνειρον τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Τὸ λυπηρὸν τοῦτο συναίσθημα ἐπὶ τούτῳ δὲν θὰ εἶναι ξένον ἀπὸ πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, ὅπως δὲν ὑπῆρξε μικρότερον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ τὴν θυσίαν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐν τούτοις ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ διαμαρτυρία αὕτη, ὅτε προσλαμβάνει τὸν τύπον τῆς ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ δήλωσις ὑπῆρξε διπλωματικὴ ἀδεξιότης ἢ ἡ παραχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς ταύτης ἐπαρχίας ἄλλοις ἐθνικὸν ἁμάρτημα. Ἡ σκέψις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας ὅτι δύναται, ὡς ἐγένετο ἡ δήλωσις, νὰ ζημιώσῃ διπλωματικῶς τὸ ζήτημα, οὐδένα δύναι νὰ πείσῃ, ὅτε γνωρίζομεν ὅτι ἡ πρὸς τοὺς συμμάχους διπλωματικὴ διεξαγωγὴ τοῦ ζητήματος ἐγένετο πρὸ μηνῶν ὅλων συνοδευθεῖσα ἔκπαλαι μὲ τὰ προσήκοντα ἐπιχειρήματα καὶ τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἃς γεννᾷ μία τοσοῦτον σημαντικὴ Ἑλληνικὴ παραχώρησις. Ὅτε ἐξ ἄλλου οὐδεὶς σχεδὸν τῶν ἀγορευσάντων ἠρνήθη κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς παραχωρήσεως ταύτης, ἡ ἀνακοίνωσις σήμερον τῇ Βουλῇ, μὴ παρουσιάζουσα βλάβην τινὰ ἐθνικήν, ἦτο ἔργον ἔντιμον, ὅπως κρίνῃ αὐτὸ ψυχραίμως ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ τόνος τῶν δηλώσεων τούτων ἐνεῖχέ τι τὸ ἀνάρμοστον, ὥστε νὰ ἐπικριθῇ τόσον δριμέως ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Δὲν νομίζω νὰ ἐλησμονήθη ἀπὸ κανένα ὁποίας δυσκολίας κατὰ τὸ παρελθὸν τοιαῦται ἀνεύθυνοι φωναὶ καὶ πράξεις θερμοαίμων πατριωτῶν ἔφεραν εἰς ὅλην ἡμῶν τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀπετέλεσε πολιτικὴν ἀντιθέσεως κυβερνητικῆς, ἀλλ’ οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ ὅτι μία τοιαύτη τακτικὴ ἀπείρους ἐνέκλεισε κινδύνους τόσον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡσυχίαν, ὅσον διὰ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τῶν ἐθνικῶν μας ὑποθέσεων, καθόσον κατωρθοῦτο ὄχι σπανίως τοιαῦται παράχορδοι φωναὶ νὰ παρίστανται ὡς σοβαραὶ ἐκδηλώσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Ἔδει ἄρα μετὰ τόνου ἀληθῶς ἀγρίου νὰ δείξῃ πρὸς πάντας ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ πολιτικὴ αὑτῆς εἶναι ἀμέτοχος τῶν τοιούτων ἐκδηλώσεων, μηδεμίαν ἀπολύτως ἐχουσῶν ὑπεύθυνον βάσιν. Ἔδει ἀκόμη διὰ τοῦ τόνου τούτου νὰ ἐξωτερικευθῇ ὅλη ἡ πικρία τοῦ ἐπισήμου Κράτους κατὰ τῶν ἀνευθύνων πατριωτῶν, οἵτινες ἀποπειρῶνται — μικρὰ αὐτὴ ἐξαίρεσις — νὰ καταστρέψωσι τὸ ἁρμονικὸν ἔργον ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον εὐλαβῶς ὑπακούσασα εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος νὰ συνδράμῃ τὸν μέγαν ἑνωτικὸν ἀγῶνα τοῦ ἔθνους ἔδειξε μέχρι σήμερον πολιτικὴν πειθαρχίαν ἀξιοσημείωτον, ἀναγνωρίζουσα οὕτω τὴν ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν τῆς ὑπακοῆς εἰς μίαν διεύθυνσιν καὶ εἰς μίαν ὑπεύθυνον Ἀρχήν. Δὲν δίδουσιν ἄρα αἱ δηλώσεις αὐταί, εἴτε ὡς περιεχόμενον εἴτε ἕνεκα τοῦ τόνου ἀφορμὴν εἰς οὐδεμίαν ἐπίκρισιν. Ἀόριστοί τινες ὑπαινιγμοί, βαρύνοντες τὸ μέρος τοῦτο τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, δὲν ἦτο ἁρμοστόν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ ῥιφθῶσιν ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης καὶ ἀναπτύξεως. Ζημιοῦσιν οὗτοι παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, δημιουργοῦντες ἀτμόσφαιραν ἐπικίνδυνον ἐκ συμπερασμάτων ἐσφαλμένων. Ἐγὼ τοὐναντίον εὑρίσκω, ἅπαξ τῆς συζητήσεως ἐνταῦθα ἀχθείσης, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ποσῶς ἐπιζήμιον, ἐὰν ἐξητάζοντο οἱ λόγοι, οἵτινες ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν τοιαύτην διεξαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, διότι οὕτω θὰ εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑγιὲς καὶ σταθερὸν ἔδαφος, ὅπως κρίνῃ τὴν πολιτείαν ἑκάστου.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ οὐδεὶς ἔκαμε συζήτησιν. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐὰν θέλητε, νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις καὶ εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακινηθῇ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου.
§54ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ῥάλλης εἶπεν ἐντεῦθεν ὅτι εὑρίσκει ἐσφαλμένην τὴν κατεύθυνσιν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Συνηγορεῖτε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σημείου τὸ ὁποῖον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐθίχθη λίαν ἀκροθιγῶς διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἐπιφυλαχθέντος νὰ συζητήσῃ τὸ πρᾶγμα βραδύτερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ συνηγορία ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο προσβολή, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν κύκλον τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ἡ συζήτησις ἀρχῆθεν.
§56ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πολὺ καλά· παραιτοῦμαι.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι παρασυρθεὶς εἰς ὀργήν, εἴτε δικαίαν εἴτε ἄδικον, ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας εἶπον πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπω καὶ τὰ ὁποῖα ἔθιξάν τινας τῶν συναδέλφων, ἰδίως — ἀποκλειστικῶς, ἐλπίζω — τοὺς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπεδιώχθη μάλιστα νὰ μοὶ παρασχεθῇ καὶ ἔνδειξίς τις ἐπιεικείας, λόγῳ τῆς ψυχικῆς ταραχῆς ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμην. Καίτοι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω ζωηρὰς τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν ἐπιεικῆ ταύτην διάθεσιν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν ἐπιείκειαν ταύτην· ὑποχρεοῦμαι τοὐναντίον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐστηρὰν τὴν κρίσιν της, ἂν νομίζῃ αὕτη ὅτι ὑπάρχει περίστασις κρίσεως, διότι εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους ἀείποτε μέν, μάλιστα δ’ ἐν ταῖς παρούσαις τόσῳ σπουδαίαις καὶ ἱστορικαῖς διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν περιστάσεσι, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήσῃ νὰ διαφύγωσι τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του ἀπρόσεκτοι λόγοι, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι εὑρέθη νὰ διατελῇ ἐν ὀργῇ. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ποῖα εἶναι τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν τόσον ἐπικίνδυνα διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ ἡ δήλωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι πρὸς τοὺς συμμάχους ἔχει ἤδη ἀναγνωρίσει τὴν θυσίαν τῶν μεγάλων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Θράκης καὶ κατηγοροῦμαι, διότι ἔρχομαι νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην ἀπὸ σήμερον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Ἀλλὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν κάμνω σήμερον μόνον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους — καὶ θὰ ἐξηγήσω διατί κάμνω τὴν δήλωσιν ταύτην — πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φοβεῖσθε ὅτι θὰ τὴν μάθωσι —, τὴν ἔχω κάμει πρὸ πολλῶν μηνῶν· ὥστε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μοῦ καταγνωσθῇ, ἂν ὄχι διάθεσις βλάβης, ἀλλ’ ἔλλειψις προστασίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἡ εὐθύνη μου δὲν ἄρχεται σήμερον μόνον, ἀλλὰ πρὸ μηνῶν, ἀφ’ ὅτου προῆλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν συμμάχων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς, ἀφ’ ἧς ἐδήλωσα ῥητῶς ὅτι ποιοῦμαι τὴν θυσίαν ταύτην τῶν πληθυσμῶν τῆς Θράκης, ζητῶν ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνταλλάγματα. Ἡ δήλωσις δ’ αὕτη ἐγένετο ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἐγένετο ἑβδομάδας τινάς, τρεῖς ἢ τέσσαρας, μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος, ὅτε ὁ θρίαμβος τῶν συμμαχικῶν ὅπλων καὶ ἡ τόσον ἀπότομος καὶ ἀνέλπιστος κατάπτωσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς Τουρκίας κατέστησαν ἐμφανὲς ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον σοβαρῶς νὰ γίνῃ λόγος περὶ μεταρρυθμίσεων ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ καὶ Θρᾴκῃ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποβλέπωσι τὰ σύμμαχα Κράτη εἰς ἁπλῆν διαρρύθμισιν τῶν ὁρίων των, ἀφήνοντα τὸ μέγα μέρος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας ὑπὸ μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν διὰ τῆς διακοινώσεως τῶν συμμάχων πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρχίσῃ διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς συμμάχους, ἀντιμετωπίζουσα τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ θρίαμβος τῶν συμμαχικῶν ὅπλων καὶ ἡ ἀπότομος κατάπτωσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς Τουρκίας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δ’ ἐκείνης ἔκαμα τὴν δήλωσιν — καὶ δὲν ἐδίστασα ἐπὶ στιγμήν, ἀποβλέπων εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα — ὅτι κάμνω τὴν θυσίαν τοῦ μεγάλου τμήματος τοῦ ἐν Θρᾴκῃ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον σήμερον, ὅτε καὶ πάλιν εἶδον διαφαινομένην ἀπειλήν τινα, τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν γνωρίζουσιν οἱ σύμμαχοι ἀπὸ μακροῦ, νὰ τὴν καταστήσω γνωστὴν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸν ἐλεύθερον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀφήσω αὐτοὺς ἐκθέτους, κινδυνεύοντας νὰ γίνωσιν ὄργανα ἐνεργειῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δύνανται μὲν νὰ ἄγωνται ἀπὸ πατριωτικὰς διαθέσεις, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπικίνδυνοι ἄνθρωποι διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι ἀφήνουσι νὰ ὁδηγῶνται ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν καρδίαν καὶ θέτουσιν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τὸν νοῦν. Ἐγνώριζον λοιπὸν καὶ γνωρίζω ὅτι γίνονται ἐνέργειαι, ὅπως γεννηθῶσιν ἀντιδράσεις ἐκ μέρους ἐκείνων τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως πρόκειται νὰ μείνωσιν ἔξω τῶν ὁρίων τῆς μεγαλυνομένης Ἑλλάδος. Καὶ ἦτο καθῆκον ὑπέρτατον δι’ ἐμὲ νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς πρώτης εὐκαιρίας ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἐδίδετο, διὰ νὰ διακηρύξω τοῦτο, διὰ νὰ γνωρίζωσιν οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ ὑπευθύνου στόματος, τοῦ κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνιστῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ τοιαῦτα πράγματα εἶναι ἀληθεῖς ἐχθροὶ τῆς πατρίδος, ἀληθεῖς ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, τοιαύτη πολιτεία νὰ μὴ ἔχῃ τὰς δεινοτάτας τῶν συνεπειῶν. Ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας· περὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως διασωθῇ ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ συνείδησις, ἡ θρησκευτικὴ αὐτοῦ συνείδησις. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἐλεύθερον τοῦτο Κράτος. Ὅστις δύναται νὰ ὑπισχνῆται εἰς αὐτοὺς ἄλλα, αὐτὸς ἀποδεικνύεται ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν συνείδησιν τῶν ζημιῶν τῶν μεγάλων τὰς ὁποίας διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας αὐτοῦ δύναται νὰ δημιουργήσῃ ὄχι μόνον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χώραν ταύτην καὶ διὰ τὸ μέλλον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Εἰς ἄλλην ἐποχήν. Κύριοι, πρὸ τριῶν ἐτῶν καὶ πλέον, θὰ ἦτο δύσκολον ἴσως εἰς Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος αὐτό, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν μετὰ τοσαύτης ἀποφασιστικότητος, ἄνευ περικαλύψεώς τινος. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος δὲν ἔζησα ἐν μέσῳ ὑμῶν κατὰ τὸ μακρὸν στάδιον τοῦ βίου μου, ὅστις ἀπὸ ὀλίγων μόνον ἐτῶν εὑρίσκομαι ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, ἐγὼ ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζον τόσον καλῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατώρθωσα νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπετελέσθη ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀπὸ τριῶν ἐτῶν μία κολοσσιαία μεταβολή, τὴν ὁποίαν ὅλοι δὲν ἀντιλαμβάνονται, καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον ἐπιτρέπει, ἀλλ’ ἐπιβάλλει εἰς τὸν ὑπεύθυνον πολιτικὸν τὸν κυβερνῶντα τὴν Ἑλλάδα νὰ λέγῃ πρὸς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν (χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν ὅτι ἀπεμπολοῦμεν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς Ἑλλάδος, διότι θυσιάζομεν τὸν ἐν Θράκῃ Ἑλληνισμόν. Δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα ἀκόμη, Κύριοι, διὰ νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀληθῶς δέ, ἐὰν ἐπεδιώκετο σήμερον ὁ λογαριασμὸς τῶν εὐθυνῶν, ἡ Κυβέρσις θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, διότι ἡ ὑπόθεσις θὰ ἔμενε κατὰ τὸ πλεῖστον ἄνευ ἀπαντήσεως, καθόσον ἡ ἄμυνα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐστρέφετο ἀκριβῶς ἐπὶ ἐπιχειρημάτων καὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτήν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ κρημνισθῇ ἐκ τῆς Ἀρχῆς σήμερον, νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον ὑμῶν, νὰ προβάλῃ καὶ ὑποστηρίξῃ, διότι θὰ ἦσαν ἐπιχειρήματα καὶ γεγονότα τὰ ὁποῖα θὰ παρέβλαπτον τὴν θέσιν τὴν ἑλληνικήν. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπέδωκεν εἰρωνικῶς τὸν τίτλον τοῦ ἐλευθερωτοῦ, ὅτι τὸν τίτλον τοῦ ἐλευθερωτοῦ οὐδέποτε διεξεδίκησα. Ἐν τῷ ἀσθενεῖ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, διῆλθον τὸν βίον μου, ὅστις ἀπὸ πολλοῦ παρακάμψας τὴν νεανικὴν ἡλικίαν παρακάμπτει ἤδη φεῦ καὶ τὴν ἀνδρικήν, διῆλθον, λέγω, τὸν βίον μου μακρὰν πάσης ἀνέσεως, πάσης εὐχαριστήσεως, θυσιάσας τὴν ὑγείαν μου, τὴν μικράν, πολὺ μικρὰν ἀληθῶς, περιουσίαν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ πατρικῆς κληρονομίας, ζήσας ἄνευ πολλῆς φιλοδοξίας εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῆς Κρήτης, προσπαθῶν νὰ ἀποδώσω τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρός (χειροκροτήματα). Δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ ἐπιτύχω τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὀνείρου διὰ τὸ ὁποῖον εἰργαζόμην, καὶ ἐν περιπλοκῇ ἐθνικῇ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἤμην ἀλλότριος ἀπὸ εὐθύνης τινός, ἐκλήθην ἐνταῦθα ἐν μέσῳ — θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω — ναυαγίων πολιτικῶν, καὶ ἐκλήθην, διὰ νὰ ἐπιδιώξω, ὅπως συγκρατήσω τὰ φερόμενα ἄνευ τινὸς διευθύνσεως ἐθνικὰ πράγματα, ὅπως συγκεντρώσω τὰς δυνάμεις τὰς ἐθνικὰς καὶ τονώσω αὐτὰς κατὰ τὸ δυνατόν, παρουσιάσω δὲ τὴν Ἑλλάδα συμφωνοτέραν πρὸς τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων οἵτινες τὴν ἐδημιούργησαν. Τὸ ἔργον, Κύριοι, ἀληθῶς ὑπερέβαινε τὰς ἀσθενικάς μου δυνάμεις, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ γενομένου δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμέ· οὔτε εἶμαι τόσον ἀψυχολόγητος καὶ ἀκοινωνιολόγητος, καίπερ μὴ ἀνήκων εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κοινωνιολόγων (ἱλαρότης), ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ εἷς ἄνθρωπος ὅσα ἐπετεύχθησαν. Ἐγένετο ἐργασία ὑποσυνειδήτως εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γίνω σημαιοφόρος ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ εἶχον σπαρῆ καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλωθῶσι καὶ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐγὼ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ἐπεδίωξα, ὅπως εἰς τὴν ὑποσυνείδητον ταύτην ἐργασίαν δώσω λελογισμένην καὶ ὡρισμένην κατεύθυνσιν. Εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ ἴδω τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀκολουθοῦντά με, ὑποστηρίζοντά με, ἐπικουροῦντά μοι, παρέχοντά μοι τὰ πάντα, ὅπως κατασταθῇ τὸ ἔργον ἀληθῶς εὐκολώτερον. Καὶ τοῦτο εἰς ἐμὲ μείζονα ἔτι εὐθύνην ἐπέρριψε, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνῃ τὸ ἔργον μου, τὴν ἐνέργειάν μου, θὰ μοὶ εἴπῃ: σοὶ παρεχώρησα ὅλα τὰ μέσα, καὶ οὐδεμίαν ἔχεις δικαιολογίαν ὅτι δὲν ἐπέτυχες· ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔργου ὑπερτέρου τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων ὑπέχεις διπλῆν τὴν εὐθύνην. Ἀλλά, Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀπὸ σήμερον τὸ ἔργον τὸ συντελούμενον, ἔχω τὸ δικαίωμα, ἀπαντῶν εἰς τὸν εἰρωνικόν, εἰς τὸν ἐμπαικτικὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ὅλαι αἱ ἐνδείξεις εἶναι ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἐνθυμεῖται ἕκαστος ποῦ εὑρίσκετο πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει νὰ περισώσῃ διὰ τῆς γενομένης ἐργασίας τὰ ἐννέα δέκατα ἴσως, τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ, ἂν ὄχι μόνον κατὰ τὸ τελευταῖον τριετὲς ἢ πενταετὲς ἔστω διάστημα ἐγίνετο ἡ προσήκουσα ἐργασία, ἀλλ’ ἂν ἐπὶ 30 καὶ 35 ἔτη συναπτῶς καὶ ἀπαύστως εἰργαζόμεθα ὅπως οἱ σύμμαχοι ἡμῶν εἰργάσθησαν. Θὰ ἠδυνάμην νὰ περιορισθῶ εἰς ταῦτα καὶ μόνα· ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς συμμάχους. Αἱ δυσκολίαι αἱ ὁποῖαι γεννῶνται εἰς τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῶσι, διότι γνωστὸν εἶναι πόσον εἶναι μεγάλη ἡ ἐθνικὴ ἀποκλειστικότης. Ἕκαστον ἐκ τῶν ἐθνῶν τῶν μετασχόντων εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς ὠθούμενον ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ὁρμέμφυτον ζητεῖ νὰ λάβῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἀξιοῖ δὲ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ὅτι ἐκεῖνο κατέβαλε τὰς μεγαλειτέρας εἰσφορὰς εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη· ὅτι ὅλοι κατέβαλον μεγάλας εἰσφοράς, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα συνηνώθησαν κατέβαλον πᾶσαν καὶ τὴν ὑστάτην αὐτῶν ἐνέργειαν, ὅπως ἐντείνωσι καὶ τὰς ψυχικὰς καὶ τὰς σωματικὰς καὶ τὰς ὑλικὰς αὐτῶν δυνάμεις, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ. Ἐλπίζω νὰ μὴ διαψευσθῶ ὑπὸ τῶν μελλόντων γεγονότων, καίτοι δὲν παραγνωρίζω τὰς ὑπαρχούσας δυσχερείας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ τῆς διανομῆς δὲν θὰ χαραχθῶσιν οὔτε ἀπὸ τὰς κατὰ τὰς διαφόρους περιφερείας στρατιωτικὰς Ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι βλέπουσιν ἐν στενωτάτῳ ὁρίζοντι τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τοπικῆς ἁπλῶς στρατιωτικῆς ἀπόψεως, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἄγαν πατριώτας ἑκάστου τῶν συμμετασχόντων τῆς ἱερᾶς αὐτῆς συμμαχίας Κρατῶν, ὅτι τὰ τῆς διανομῆς θὰ ῥυθμισθῶσιν ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων κυβερνητῶν τῶν Κρατῶν τούτων καὶ ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι κυβερνῆται θὰ ἔχωσιν ἀρκετὸν πατριωτισμόν, ὥστε νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ῥύθμισιν αὐτῆς κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἐπιεικὲς καὶ κατὰ τὸ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐνδεδειγμένον, ἀποβλέποντες καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τοὺς βαλκανικοὺς λαοὺς ἡ διατήρησις τοῦ συνδέσμου αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἔφερε τόσον λαμπρὰ ἀποτελέσματα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐν τῷ παρελθόντι ἡ διχόνοια αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τῶν κυβερνητῶν τῶν συμμάχων θὰ δειχθῇ τόσον ὑψηλός, ὥστε νὰ θελήσωσι νὰ συναινέσωσιν εἰς τὰς ἀναγκαίας θυσίας, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ προσήκουσα διανομή, ἥτις θ’ ἀσφαλίσῃ τὴν διατήρησιν τῆς ἑνότητος καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἔστω καὶ ἂν τὴν ἐπιοῦσαν ἔμελλον νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὁμοφύλων αὐτῶν καὶ τῶν ἄγαν πατριωτῶν ὡς προδόται τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠπατήθην, Κύριοι, ὅτε εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναλαμβάνων τὴν ψυχραιμίαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε ὤφειλε νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ἤθελε συναισθανθῇ τὸ μέγεθος τοῦ λάθους τὸ ὁποῖον διέπραξε διὰ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ, καὶ τὴν μεταμέλειαν ταύτην ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποσῶς.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ὡμολόγησε, Κύριοι, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ εἴπητε «ποσῶς», διότι δὲν ἐπανέλαβε τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶπεν «ἀπὸ μηνῶν», ἀκολούθως δὲ περιώρισε τὸν χρόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Λονδίνῳ συνήντησε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν βαλκανικῶν Κρατῶν.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶπε καθαρὰ ὅτι τὰς δηλώσεις αὐτὰς ἐποιήσατο, ἀφοῦ πλέον αἱ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις τῶν συμμάχων Κρατῶν εἶχον δώσει τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζομεν.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Εἶπον τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου, πολὺ πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς Λονδῖνον.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὶν ἢ μεταβῆτε εἰς Λονδῖνον, καὶ εἴπετε ὅτι ἐδηλώσατε ταῦτα εἰς τοὺς συμμάχους. Ἀλλά, παρακαλῶ, πῶς διετυπώσατε τὴν δήλωσιν ὑμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εἴπετε ὅτι ἐδηλώσατε εἰς τοὺς συμμάχους ὅτι εἶσθε πρόθυμος νὰ κάμητε τὴν θυσίαν τῆς Θράκης, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Λέγουσι τοῦτο μόνον αἱ δηλώσεις ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλήν; Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι, ἀφοῦ εἴπετε τοῦτο, προσεθέσατε ὅτι, καὶ ἂν προσεφέρετο εἰς ἐμὲ ἡ Θράκη, ἤθελον τὴν ἀπορρίψει, καθόσον ἤθελον θεωρήσει ὅτι ἡ προσάρτησις εἰς τὴν Ἑλλάδα τῆς Θράκης ἤθελεν ἀποτελέσει ἀδυναμίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος. Αὐτὴ ἦτο ἡ δήλωσις ὑμῶν. Ἀλλὰ τὴν δήλωσιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐδιχάσατε καὶ εἰς ἓν μέρος ἐπεμείνατε, τὸ ἄλλο ὅμως τὸ ἐλησμονήσατε. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον ἐγώ, ὅτε ἔλεγον ὅτι ἠθέλετε μεταμεληθῆ διὰ τὴν δήλωσιν.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευσα ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται καὶ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ δὲν δύνανται παρὰ νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι εἶπον ὅτι ἐστράφην ἀλλαχοῦ νὰ ζητήσω στρογγύλευσιν ὁρίων.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἴπετε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι «ἐποιησάμην τὴν θυσίαν ταύτην, καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἐποιησάμην τὴν θυσίαν ταύτην», ἀλλὰ προσεθέσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῆτε, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον προτείνει εἰς ὑμᾶς τὴν Θράκην, ἠθέλετε ἀπορρίψει τὴν Θράκην προσφερομένην, διότι ἐθεωρεῖτε ὅτι ἤθελεν ἀποτελέσει ἀδυναμίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος. Αὐταὶ εἶναι αἱ δηλώσεις ὑμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἐπεξετάθη ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου. Ἐξήτασε ποία ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν συμμάχων, ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς συμμαχίας κατ’ ἀρχὰς καὶ πῶς ἀργότερον μετεβλήθη, καὶ εἶπεν, ἀποσιωπῶν ἂν ἐπῆλθεν ἢ ὄχι συμφωνία διανομῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ συμμαχία μετέβαλε χαρακτῆρα, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ γίνωσι συμφωνίαι, καθόσον δὲν ἠδύνατό τις νὰ προΐδῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τὸ θέμα τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς· εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι σήμερον δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ εὐθυνῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξασκήσωμεν ἔλεγχον. Σήμερον ἐλάβομεν τὸν λόγον, ὅπως διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ διαμαρτυρία αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἠθέλησε κατὰ τὸ σύστημά του, τὸ εἰς ἅπαντας ἡμᾶς γνωστόν, νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς τὸ παρελθὸν τὰς εὐθύνας διὰ τὴν ἐν μέρει ἀποτυχίαν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προκυπτόντων. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὄχι; Ἐδηλώσατε τοῦτο ναὶ ἢ ὄχι;
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω σαφέστερον;
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον περίπου ὅτι, ἐὰν τὰ γενόμενα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐὰν ἡ ἐργασία ἡ γενομένη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγίνετο ἀπὸ τριακονταπενταετίας, ἀφ’ ἧς ἐγένετο καὶ ἡ βουλγαρικὴ ἐργασία μετὰ τὴν δημιουργίαν τῆς Βουλγαρίας εἰς Βασίλειον, βεβαίως ἄλλη θὰ ἦτο ἡ θέσις μας σήμερον.
§70ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τίνος ἔτους, παρακαλῶ;
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν ἀφοσίωσιν τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁποίας τὸ δίκαιον ἀναγνωρίζω θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ὅπως ἐλευθέρως ἐκφράσωμεν τὰς γνώμας μας. Ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ παρελθόν, ἡ νέα δὲ δήλωσις αὐτοῦ εἶναι ὅτι κατὰ τὸ παρελθόν, ἐὰν ἀπὸ τριακονταπενταετίας εἶχε γίνει ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο πολὺ διάφορος. Διὰ τῆς τοιαύτης τελευταίας φράσεως ἐξαιρεῖ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· καθόλου. Ὡμίλησα περὶ τριῶν, περὶ τεσσάρων ἢ καὶ πέντε τελευταίων ἐτῶν.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τριῶν, περὶ τεσσάρων ἢ καὶ πέντε τελευταίων ἐτῶν. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ παρελθὸν πάντοτε εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων μάλιστα. (Διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, Κύριοι, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ μὴ εἴπω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω. Ἀφήσατέ με ἥσυχον. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπηρέτησε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· ἐγὼ λέγω ὅτι ἅπαντες οἱ πολιτευόμενοι τοῦ παρελθόντος ἐνεπνεύσθησαν πάντοτε ὑπὸ ἀκραιφνοῦς πατριωτικοῦ αἰσθήματος....
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδέποτε τὸ ἠρνήθην.
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. ... καὶ εἰργάσθησαν πρὸς τὸ καλὸν τῆς πατρίδος.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ πότε;
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συνέπεια τῆς ἐργασίας εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἕνωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρους τῆς Ἠπείρου ὡς καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς πατρίδος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ εἰς ταῦτα δὲν περιωρίσθη τὸ παρελθόν. Παρεσκεύασε προσέτι καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ὑπερήφανος ἀποβλέψῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐνέργειαν τῆς χώρας. Τὸ παρελθὸν παρεσκεύασε τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἐνίκησε. Τὸ παρελθὸν ὥπλισε τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Τὰ πυροβόλα τὰ ὁποῖα ἐθαυματούργησαν κατὰ τὸν πόλεμον ἐπρομηθεύθησαν ὑπὸ τοῦ παρελθόντος. Οἱ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἐξεπαιδεύθησαν ἐν σχολαῖς ὑπὸ τοῦ παρελθόντος συσταθείσαις. Τὸ παρελθὸν ἀνέθεσεν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ παρεσκεύασεν αὐτὸν διὰ τῶν ἐπανειλημμένως γενομένων μεγάλων γυμνασίων, ὅπως διοικήσῃ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ δοξασθῇ, δοξάζων τὴν Ἑλλάδα. Τὸ παρελθὸν ἔστρωσε τοὺς σιδηροδρόμους, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ μεταφορὰ καὶ ἡ συγκέντρωσις θὰ ἦτο ἀδύνατος. Εἰς τὸ παρελθὸν ὀφείλεται ἡ ναυτικὴ παρασκευὴ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ παρελθὸν τέλος παρεσκεύασεν εἰς ὑμᾶς οἰκονομικὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενοι ἠδυνήθητε ν’ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου, διότι τὸ παρελθὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προητοίμασε τὸ ἔδαφος τοῦτο ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριχθεῖσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον τῶν 110 ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ δανείου δὲ τούτου ἠδυνήθητε νὰ ἐπιχειρήσητε τὸν πόλεμον. Τὸ παρελθὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεσκεύασεν οἰκονομικὸν ἔδαφος τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν εἰς ὑμᾶς νὰ δανεισθῆτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν 40.000.000 καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ὑμᾶς ἀργότερον καὶ ἄλλα νὰ δανεισθῆτε, ὅπως ἐξακολουθήσητε τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνελάβετε. Περισσοτέρα λοιπὸν εὐλάβεια νομίζω ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον εἰργάσθη πατριωτικῶς, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὰ μέσα, ἵνα δράσητε, ἵνα ἀποδυθῆτε εἰς τὸν ἀγῶνα· τὸ παρελθὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀποδυθῇ εἰς πόλεμον ὁ ὁποῖος ἐτίμησεν αὐτὴν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως ἀποκλειστικῶς θὰ ὀφείληται ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπομνήσω ὅτι οὐχὶ ἐξ ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας ἐγένετο ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας διὰ τῆς ἐμπικτικῆς αὑτοῦ προσαγορεύσεως πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους ἠνάγκασεν αὐτὸν ν’ ἀναδράμῃ ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος οὐδένα νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ θίξῃ. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἐγένετο ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀνανταπαντήτους τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰργάσθησαν διὰ τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους. Οὐδέποτε ἠμφεσβήτησα τοῦτο. Ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρέθην, καὶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου ἀκόμη ὁμιλῶν, δὲν ἠμφεσβήτησα τὸν ἄκρον πατριωτισμὸν τῶν κυβερνησάντων τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ μικροῦ εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ἡ σύντονος ἐργασία ἡ ὁποία ἔγινε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγίνετο συστηματικῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἡ ἐργασία αὕτη ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν συμμάχων Κρατῶν, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο διάφορος σήμερον. Καὶ ἔχω καθῆκον, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, νὰ ἰσχυρισθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν εἴχομεν στρατὸν καὶ στόλον καὶ ἂν ὑπῆρξαν περίοδοί τινες ἐργασίας ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ δὲν παραγνωρίζω τὴν ἐργασίαν ὑμῶν κατὰ τὸ ἔτος 1884, νομίζω, διὰ τὸ ναυτικόν, ἄν, λέγω, εἴχομεν στρατὸν καὶ ναυτικόν, οὐδέποτε ὅμως οἱ κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα — καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν ζώντων — ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐνεπνεόμην ἐγώ, ὄχι ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὰς τύχας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πολὺ πρότερον, ὅτε ἕδρων ἐν στενωτέρῳ κύκλῳ, ὑπὸ τῆς βαθείας πεποιθήσεως ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος αὐτῆς, θὰ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ λύσωσι μίαν ἡμέραν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα. Εἴχομεν στρατὸν καὶ στόλον, διότι ἀποτελοῦμεν Κράτος· καὶ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν; Εἴχομεν στρατὸν καὶ στόλον περίπου καθ’ ὃν τρόπον εἴχομεν καὶ δημόσια χρέη, ἀφοῦ εἴμεθα Κράτος σεβόμενον ἑαυτό. Ἀλλ’ ἡ πεποίθησις ὅτι ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ λύσις τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ζητημάτων, ἡ πεποίθησις αὕτη ἡ βαθεῖα δὲν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς κυβερνήσαντας τὴν Ἑλλάδα· ὁμιλῶ περὶ τῶν παρόντων, ὁμιλῶ εἰδικώτερον περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, βαθεῖαν ἐκφράζων τὴν λύπην ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω προσωπικῶς, ἀμυνόμενος καὶ ἀνταπαντῶν εἰς γενόμενον βαρὺν ὑπαινιγμόν του.
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλῶ καὶ πάλιν ὅτι τοιαύτην πρόθεσιν δὲν εἶχον· εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνητε.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅμως ζητεῖ καὶ τὴν ἐπιβράβευσιν τῆς πολιτικῆς του ἐν τῷ παρελθόντι· ἀξιοῖ σχεδὸν ὅτι ὁ ἀγὼν ὁ ἀπελευθερωτικὸς καὶ ὁ πόλεμος ὁ νικηφόρος ὀφείλονται εἰς τὴν μέριμνάν του. Ναί, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, εἴχετε προμηθεύσει εἰς τὸ Κράτος 100,000 ὅπλων, εἴχετε προμηθεύσει εἰς τὸ Κράτος τὰ τηλεβόλα του, ἀλλὰ ταῦτα θὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ κατὰ τὸ 1908, ὅτε ἐγένετο σπουδαία ἐν τῇ βαλκανικῇ χερσονήσῳ μεταβολή. Εἴχετε καὶ τότε πάντα ταῦτα τὰ ἐφόδια, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε, ὅμως δὲν ἐκινήθητε, διότι δὲν ἠδύνασθε νὰ παρατάξητε ὄχι τὸν στρατὸν τὸν ὁποῖον παρέταξε σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ οὔτε 30–40.000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀμυνθῶσι τῶν συνόρων σας ἐπὶ δύο ἕως τρεῖς ἑβδομάδας. Ἐὰν ἀξιοῦτε ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τῶν ὅπλων καὶ τῶν τηλεβόλων τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθητε εἴχετε εἰς κατάστασιν ἀξιόμαχον τὴν Ἑλλάδα, ἡ εὐθύνη ὑμῶν εἶναι μεγάλη, διότι δὲν ἐκινήθητε τότε, διότι ἀφήσατε ἄνευ ἀποδοχῆς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης προταθεῖσαν. Ἡ εὐθύνη ὑμῶν εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι βαρυτάτη καὶ ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας τὸ ὄνομα ὑμῶν θὰ φέρηται μὲ χαρακτηρισμὸν φοβερόν. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἐξ ἀδυναμίας τῆς Ἑλλάδος δὲν προέβητε εἰς τοῦτο. Ἐγὼ δ’ ἐν τῷ κύκλῳ τῷ στενῷ τῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δράσεώς μου εἶπον ὅτι θὰ ἦτο τυχοδιωκτικὸν τὸ κίνημα, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινήσητε τὸν στρατόν, διότι στρατὸν δὲν εἴχετε. Διότι εἴχετε μὲν ὅπλα καὶ πολεμεφόδια, ἀλλ’ ὄχι ὅσα ἐφόδια ἐχρειάζοντο, διότι διὰ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου κ. Μαυρομιχάλη μέχρι σήμερον ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἴχετε πραγματικῶς ἐφόδιά τινα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι στρατόν, ἐκεῖνο δὲ εἰς τὸ ὁποῖον εἴχετε φθάσει ἦτο ὄχι νὰ παρασκευάσητε τὴν νίκην, ἀλλὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Ταῦτα εἶναι ὅσα εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀναδρομῆς εὐρυτέρας εἰς τὸ παρελθὸν καὶ λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ θίξω προσωπικῶς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, πρὸς τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι καὶ ἐκτίμησιν μεγάλην καὶ σεβασμόν. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν μοὶ ἐπετρέπετο ν’ ἀφήσω νὰ παραχαραχθῇ ἡ πρόσφατος ἀκόμη ἱστορία.
§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἱστορίαν, φρονῶ δὲ τοῦτο ἀδιστάκτως, διότι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος «ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὅπλα καὶ πολεμεφόδια, διατί δὲν ἐπολέμησε κατὰ τὸ 1908;» κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν σημασίαν εἶχε διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τώρα καὶ σεῖς δὲν ἐπολεμήσατε μόνοι κατὰ τῆς Τουρκίας, διότι ἐννοεῖτε ὅτι ἦτο ἀδύνατος ὁ πόλεμος οὗτος μόνης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Τουρκίας.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπῆρχεν ἡ Βουλγαρία;
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1908 δὲν ἦτο διατεθειμένη ἡ Βουλγαρία νὰ κάμῃ πόλεμον· ἄλλως τε δὲν ἠξεύρω ἂν συνέφερεν, ὅπως συμμαχήσωμεν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, διὰ νὰ κάμωμεν πόλεμον. Καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν εὐθυνῶν θέλομεν ἐξετάσει. Ἑπομένως ὅσα λέγετε περὶ μὴ ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1908 δὲν ἀποδεικνύουσι τίποτε, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο κατὰ τὸ 1908 νὰ πολεμήσῃ μόνη κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης ὅλης διὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ἐνῷ βλέπομεν σήμερον ὅτι καὶ τὰ 4 σύμμαχα Κράτη πολεμοῦντα ἐπὶ 5 μῆνας κατὰ τῆς Τουρκίας δὲν δύνανται ἀκόμη νὰ καταγάγωσι νίκην τοιαύτην, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν εἰρήνην εἰς τὴν Τουρκίαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα παραγνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὡς πρὸς δὲ τὰς προετοιμασίας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνομίζον ὅτι δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι καὶ ὅπλα τὸ παρελθὸν προητοίμασε καὶ πυροβόλα καὶ πολεμεφόδια καὶ ἅπαντα τὰ ἀναγκαιοῦντα ἐφόδια, ὅπως ἀποδυθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς πόλεμον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἂν ὁ πόλεμος ἔσχε τὰς ἐπιτυχίας τὰς ὁποίας ἔσχε, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν στόλον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος παρεσκεύασε τὸν στόλον αὐτόν; Ἡμεῖς οἱ τοῦ παρελθόντος. Ἀπὸ τοῦ 1875 ἄρχεται ἡ ἐνέργεια πρὸς παρασκευὴν στόλου, συνεπληρώθη δὲ διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μαυρομιχάλη.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐπαναστάσεως, κύριε Βουλευτά.
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου. Αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν παραγγελίαν τοῦ «Ἀβέρωφ» ἤρξαντο κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκρήξεως τοῦ Γουδῆ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πρόχειρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν σᾶς τὸ ἀποδεικνύουσι.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρασκευαὶ τοῦ παρελθόντος.
§89Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦλθε δὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας, ἡ ὁποία ἦτο παρεσκευασμένη καὶ τὰ σχέδια ἦσαν ἐγκεκριμένα ἀπὸ τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ Ναυτικοῦ.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἐνέργειαι τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐρωτῶ· ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν, ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν προσπαθειῶν, ἀπέναντι τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ — διότι μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι δυνάμει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνης ψηφισθέντος, δυνάμει τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου, δυνάμει τοῦ σχεδίου ἐπιστρατεύσεως τοῦ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑπ’ ἐμὲ Κυβερνήσεως συνταχθέντος ἐπεστρατεύθημεν —, ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν, λέγω, εἶναι δυνατόν, λησμονοῦντες ταῦτα, νὰ μᾶς εἴπητε, ὅπως κατορθώσητε νὰ ἐπιτύχητε τὰ χειροκροτήματα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ ὑφ’ ἡμῶν παρασκευασθεὶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινηθῇ; Οἱ νόμοι δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπεστρατεύσατε τὸν στρατὸν εἶναι νόμοι τοῦ παρελθόντος. Τὸ παρελθὸν ἐγύμνασε τὰς ἐφεδρικὰς δυνάμεις διὰ μεγάλων ἀσκήσεων· τὸ παρελθὸν ἔκαμε τὸν νόμον περὶ ἐπιτάξεως, ἄνευ τοῦ ὁποίου λόγῳ τῆς ἀμεριμνησίας ὑμῶν περὶ τῆς προμηθείας ἵππων ἦτο ἀδύνατον νὰ κινήσητε τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐν περιλήψει. Ἐπεθύμουν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ αὐτῶν, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπίθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ταῦτα πάντα θὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ εἶναι ἐν δικαίῳ ὁμιλῶν μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως περὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ παρελθόντος.
§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἄλλην βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, προσεδόκα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἴδῃ τὴν εἰκόνα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀφορμὴν πρὸς τὴν συζήτησιν ἔδωκεν ἀναφορὰ τῶν Θρακομακεδόνων, οἵτινες ἰσχυρὸν ἔχοντες τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ βαθύτατα συναισθανόμενοι τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τῆς ὅλης φυλῆς ἀνεφέρθησαν μετὰ συγκινητικῶν λόγων πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Καὶ ἀντὶ σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πάντες σύμφωνοι νὰ ῥήξωμεν κραυγὴν διαμαρτυρίας ἢ τοὐλάχιστον φωνὴν συμπαθείας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, κατωρθώθη, ἀγνοῶ κατὰ τίνα τρόπον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ ὁλόκληρον τὸ πολιτικὸν θέμα, παρὰ τὰς πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῆς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀντιπροσώπων. Καὶ ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος μετὰ θάρρους ὅτι πρὸς τοὺς συμμάχους χάριν τῆς ἐπιτεύξεως τῆς συμμαχίας καὶ τῆς εὐοδώσεως αὐτῆς παραχωρεῖ τὴν Θρᾴκην, ἥτις διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο κινδύνων αἰτία! Ἀλλὰ ταυτοχρόνως δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, μόνος αὐτὸς ἀποφασίζων, βαρυτάτην θυσίαν, δὲν μᾶς εἶπεν εὐθὺς ἀμέσως «ἀντὶ ταύτης τῆς βαρυτάτης θυσίας ἰδοὺ ὁποῖα ἔλαβον ἀνταλλάγματα· ἐξησφάλισα εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὴν γραμμὴν τοῦ Νέστου». Παρεχώρησε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, σχεδὸν ἄνευ συζητήσεως, ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶνος, τὴν πολύτιμον Θράκην, καί, ἐνῷ ἡμεῖς παρεχωρήσαμεν, οὐδὲν δι’ ἡμᾶς ἐξησφαλίσαμεν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα ἂν ἦτο συμφέρον νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἄνευ συμφωνιῶν πόλεμον μετὰ συμμάχων πρὸς οὓς κατὰ τὸ παρελθὸν διιστάμεθα καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν φωναὶ δικαίας ἀγανακτήσεως, ὅτε μόλις πρὸ πενταετίας ἀγρίως κατεστρέφοντο αἱ ἑλληνικαὶ πόλεις τῆς Ἀγχιάλου καὶ τοῦ Εὐξείνου πόντου, καὶ ἐν τούτοις πρὸς τοιαύτην φερόμεθα ἄκαιρον συζήτησιν, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν πρὸς τὸ συζητεῖν ὁρμὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας. Κατ’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον, ἂν οὐδεμία συζήτησις ἐγίνετο, διότι, ἐνόσῳ τὰ πράγματα εἶναι ἐκκρεμῆ καὶ τοσοῦτον κινδυνώδη, ἐνόσῳ αἱ προστριβαὶ καθ’ ἑκάστην γίνονται, ὡς πλέον εἶναι πάγκοινον, ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἀλλαχοῦ μεταξὺ τῶν λεγομένων συμμάχων, δὲν ἦτο προσῆκον νὰ θιχθῇ συζήτησις καὶ δὲν ἦτο μάλιστα προσῆκον ἀφορμὴν πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ δώσῃ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, ἐγὼ θὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀναγκαῖος ἦτο ὁ πόλεμος, ὑπὸ πᾶσαν περίστασιν καὶ ἂν ἐπεχειρεῖτο, ἀλλ’ ἐπίσης ἀπαραίτητον ἦτο τὰ δικαιώματα τὰ ἐθνικὰ νὰ περιφρουρηθῶσιν ἀσφαλέστερον καὶ προσεκτικώτερον ἢ ὡς νῦν ἐγένετο. Ὁ πόλεμος τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήσαμεν ἐν συμμαχίᾳ μετ’ ἄλλων διεξήχθη ὑφ’ ἡμῶν μετὰ πάσης τιμῆς, μετὰ πάσης ἐθελοθυσίας καὶ μετὰ πάσης εὐψυχίας· ἂν δ’ ἐτηρήσαμεν τὰς ἀπέναντι τῶν συμμάχων ἡμῶν ὑποχρεώσεις μας τελείως, εἶναι πρέπον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς συγκινήσεις βαθυτάτας, νὰ ἀνδρισθῶμεν καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν ζωηρότερον τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς φυλῆς ἡμῶν τῆς ἀθανάτου, τῆς ὁποίας εἴμεθα τέκνα καὶ ἡ ὁποία τοιαύτην ἐπέδειξεν ἀνδρείαν καὶ εὐψυχίαν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιδεικνύομεν εὐψυχίαν οὔτε θάρρος οὔτε τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐξυπηρετοῦμεν ἐνόσῳ ἐνταῦθα διαπληκτιζόμεθα ἀκαίρως περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος συζητοῦντες, διότι θὰ ἔλθῃ ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ ἡ συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τότε ἕκαστος θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ μετὰ τῆς εἰλικρινείας ἡ ὁποία πρέπει πάντοτε ἡμᾶς νὰ χαρακτηρίζῃ. Καὶ θὰ ὁμολογήσωμεν ἄν που ἐσφάλομεν κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ θὰ κατηγορήσωμεν καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ ἀνορθώσωσι τὰ πράγματα, ἔπραξαν δ’ ἴσως χείρονα ἀπὸ τὰς πλημμελείας τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι κακῶς ἐν συνόλῳ ἐκρίθησαν. Λοιπόν, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι προσῆκον ἡ μὲν συζήτησις νὰ περατωθῇ, ἡ δὲ Βουλὴ σύσσωμος νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν τυγχάνω φίλος ἀπ’ ἀρχῆς, ἐναντίας ἔχων τὰς πεποιθήσεις μου, διότι τὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Κυβέρνησις τὰς βλέπομεν ὅλοι ὅτι εἶναι στιγμαὶ ἀγωνιώδεις, στιγμαὶ κινδύνου, τὸ δὲ Ἔθνος ὁλόκληρον πρέπει νὰ φανῇ ὁμονοοῦν ὑπὲρ τῶν μεγάλων αὑτοῦ ἐθνικῶν συμφερόντων. Πρέπει ἐντεῦθεν νὰ τονισθῇ ὅτι, ἂν ἐπιθυμῶσιν οἱ σύμμαχοι ἡμῶν νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ εἶναι σύμμαχοι—τοῦτο δὲ εἶναι τὸ συμφέρον πάντων—, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν συμμάχων εἰλικρίνεια, ἡ εἰλικρίνεια δ’ ἀπαιτεῖ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πάντες συνεισεφέραμεν εἰς τοὺς ἀγῶνας προθύμως ὅ,τι ἠδυνάμεθα, ἡμεῖς δὲ βεβαίως ὄχι τὰ ὀλιγώτερα, ἴσως μάλιστα τὰ πλείονα, διότι ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὸν ἀγῶνα κατὰ θάλασσαν μόνοι, συνεισεφέραμεν δὲ εἰς τὸν κατὰ ξηρὰν ἀγῶνα πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθημεν, στήσαντες οἷα ἐστήσαμεν τρόπαια ἐν Σαρανταπόρῳ, Γενιτσοῖς, Θεσσαλονίκῃ καὶ Ἰωαννίνοις. Ἐκινδυνεύσαμεν δ’ ἐν τῷ ἀγῶνι ὑπὲρ πάντας τοὺς συμμάχους, ἐὰν σκεφθῆτε ποίους διετρέξαμεν κινδύνους, ἀναλαβόντες μόνοι τὸν κατὰ θάλασσαν ἀγῶνα, ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς πατρίδος, ἐὰν ὑφιστάμεθα μίαν κατὰ θάλασσαν ἀτυχίαν. Ὁ πόλεμος δι’ ἡμᾶς θὰ ἦτο περατωμένος· τὰ πάντα δι’ ἡμᾶς θὰ εἶχον καταστραφῆ. Καὶ τότε ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εἶχε συμφωνίαν μετὰ τῶν συμμάχων ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος; Θὰ ἦτο δυστύχημα ἐθνικόν, θὰ ἦτο ἀπελπισία, διότι δὲν θὰ εἴχομεν οὔτε τὴν παρηγορίαν, ἣν σήμερον ἔχομεν καὶ ἡ ὁποία διὰ τὸ μέλλον θὰ εἶναι πολύτιμος συντελεστὴς τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους, τὴν παρηγορίαν ὅτι ἐδείξαμεν δύναμιν καὶ ἀνδρείαν, φιλοπατρίαν καὶ ἐθελοθυσίαν. Εἶναι ταῦτα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέναντι τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν πολεμίων. Καιρὸς λοιπὸν εἶναι, Κύριοι, νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν δὲ νὰ κρίνωμεν τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὴν ἰδικήν μου γνώμην, φοβοῦμαι ὅτι τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ εἶναι οἷα ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἐπιθυμεῖ, οἷα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ, διότι, ὡς τὰ πράγματα φαίνονται, θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε πολλοὶ θὰ λάβωσιν ἀφορμὴν νὰ κακίσωσι τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἂς εὐχηθῶμεν νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔλθωμεν νὰ συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ἀποτελέσματα. Τοιαύτην ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνωμεν εὐχήν, τοιαύτην ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν ἀναφοράν, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου ἐλπίζομεν τὰ δίκαιά των νὰ προστατευθῶσι. Πρὸ τῶν κινδύνων τῆς χώρας τοιαύτη ἔπρεπε νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐθνικὴ θέλησις, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὅτι δι’ ὅλων τῶν μέσων θέλει ἀντιστῆ, ἐὰν πρόκειται οἱ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, ἀντὶ νὰ ἐλευθερωθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ, νὰ ὑποπέσωσιν εἰς ἄλλην χειροτέραν τυραννίαν, τὴν τυραννίαν τῶν συμμάχων.
§92Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὰς γνώμας τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὑποχρεοῦμαι ὅμως νὰ ὁμιλήσω, διότι φέρω ἰδίαν ἱστορικὴν πολιτείαν, ἡ ὁποία μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπισημοποιήθη κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρους τῆς Ἠπείρου. Ὅτε ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Θεσσαλίας προσῆλθε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεκοίνωσε τὸ μέγα γεγονός, κατηγορήθη ὡς Ἀνταλκίδας καὶ ἡ Βουλὴ κατεδίκασεν αὐτόν. Ἐθεώρησεν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἡγέτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τμῆμα μόνον τοῦ ὑποδούλου λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ νὰ ἐλευθερώσῃ, μολονότι ὁ ἐλευθερωτὴς ἐκεῖνος ἐδήλωσεν, ἀποδεχόμενος τὴν ἐλευθερίαν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι δὲν ὑποχρεοῖ καὶ δὲν ἐγκαταλείπει τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Ἐν τῇ ὑπογραφῇ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Θεσσαλίας εἶχε δηλωθῆ ἐκ μέρους ἐκείνου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν παραιτεῖται τῶν δικαίων αὑτῆς. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν ἡγέτην τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης παρρησίας παρεχώρησε τὴν Θράκην, τὴν πατρίδα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου· ἐπὶ τίνι δικαιώματι παρεχώρησε πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος παλαίει ἀπὸ αἰώνων νὰ διατηρήσῃ τὸν ἐθνισμὸν αὑτοῦ; Μὴ τάχα ὑστέρησεν ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν πόλεμον; Μὴ τάχα δὲν ἐδοξάσθησαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα; Μὴ τάχα ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ δώσῃ τὴν νίκην εἰς τοὺς συμμάχους καὶ ἠναγκάζετο ὁ ἐθνικὸς ἡγέτης νὰ κάμῃ παραχωρήσεις; Ἄν, Κύριοι, δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ κατὰ θάλασσαν, οὔτε ὁ πόλεμος θὰ ἐγίνετο οὔτε συμμαχία θὰ ἐγίνετο. Ἡμεῖς διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ναυτικῆς τῆς χώρας, ἡμεῖς οἱ τοῦ παρελθόντος, κατεστήσαμεν τὴν Ἑλλάδα ἰσχυράν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς συμμαχίαν, ἡ ὁποία προυκάλεσε τὴν νίκην καὶ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ὑπὸ δουλείαν ἀδελφοὺς ἡμῶν. Ἡμεῖς κατὰ τὸ παρελθὸν κατηρτίσαμεν σχολάς, ἐξ ὧν προέκυψαν οἱ ἀξιωματικοί. Ἡμεῖς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐθήκαμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ τὸν υἱὸν τοῦ Βασιλέως καὶ ἠσκήθη ἡ ἐφεδρεία τῆς πατρίδος ἡμῶν, οὐχὶ ὅπως εἰς Τράχωνες 1.300 ὁπλῖται, ἀλλὰ 40.000 ἠσκήθησαν, ἡγουμένου καὶ διδάσκοντος αὐτὸν τοῦ Διαδόχου. Ἡ ἐφεδρεία ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀποκατεστάθη, ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο ἱκανὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα ἀγῶνα, μολονότι, Κύριοι, διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεπόνησεν ὁ ἡγέτης μου, καὶ διὰ τῆς ἁδρᾶς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ κατόπιν κυβερνήσαντες, ἀποκατεστάθη ὁ στρατὸς ἱκανὸς καὶ κατὰ τὸν ἐξοπλισμὸν αὐτοῦ. Δὲν ὑπῆρξε μόνον ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ ὁποία ἔδωκε τὴν νίκην εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν καὶ τὴν ἰσχὺν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὰ δίκαια αὑτῆς νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἄν δὲ δὲν ὑπῆρχε τὸ παρελθόν, δὲν θὰ ἠκούετε προχθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαίροντος τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, διότι τοιαῦτα ἀποτελέσματα οἰκονομικὰ καὶ τοιαῦτα ἀποτελέσματα στρατιωτικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς διάστημα τριετίας νὰ συντελεσθῶσι. Τίποτε δὲν προσέθηκεν ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Κατηγορήθη τὸ παρελθὸν ὅτι δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα, διότι δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰς στρατιωτικὰς αὑτοῦ δυνάμεις καὶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ἡ ἀποφασιστικότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ θάρρος αὐτοῦ καὶ ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ ἔκαμον, ὥστε νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς συμμαχίαν μετὰ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, καὶ παρέστησε τὸ πρᾶγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, Κύριοι, ὥστε μικροῦ δεῖν νὰ ζητήσῃ παρ’ ὑμῶν νὰ τοῦ ὑψώσητε καὶ ἀνδριάντα. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνεβουλεύθη τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ μάθῃ ὅτι ὁ ἀγὼν διὰ τὴν συνθήκην ταύτην δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ σήμερον, ἀλλὰ χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ φθάσῃ εἰς πέρας, ὄχι διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀντελήφθησαν τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ ἔχωσι τὸ σθένος νὰ ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἐθνοκτόνοι καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπεμπολήσωσι τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ τμῆμα τὸ διπλωματικόν, ἠθέλετε μάθει ποῖαι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μέχρι σήμερον καὶ πῶς καθώρισαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος. Κύριοι, θὰ εὑρισκόμην ἐκτεθειμένος ἀπέναντι τῆς βάσεως τῆς συζητήσεως ἂν ἐξηκολούθουν εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τούτου. Ἤθελον προκαλέσει συζήτησιν περὶ εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι καιρὸς καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προκαλέσω σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ ἀποδείξω ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ὁρίου ἐκείνου, ὅπερ καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Βουλὴ ὥρισεν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσω σιγήν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσω σιγὴν καὶ νὰ δεχθῶ ὅλας τὰς καυχησιολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τί εἶπε διὰ τοὺς παρελθόντας πολιτικοὺς ἀπὸ τοῦ 1821. Εἶμαι ὑποχρεωμένος χάριν τῆς πατρίδος μου νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ Κρήτης, διότι δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι εἶμαι ἡ ζῶσα ἱστορία. Θὰ σιωπήσω, θὰ ἐνισχύσω ὅσον τὸ κατ’ ἐμέ, ὡς καὶ ὑμεῖς πάντες καὶ ὁ λαός, τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς δώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λυθῶσιν οἱ δεσμοὶ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κινδύνου πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τότε θὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ πῶς παρέλαβον οἱ τοῦ παρελθόντος πολιτικοὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ πῶς τὸ παρέδωκαν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Θὰ ἐνθυμηθῶσιν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Ἑλλάδα σήμερον, ὅτι, ἂν δύνανται νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ νομοθετῶσιν, ὀφείλουσι ταῦτα εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἀνδρῶν τοῦ παρελθόντος· ἂν δύναται νὰ ὀνομασθῇ Κράτος εὐνομούμενον τὸ Κράτος ἡμῶν, τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ παρελθόντος, τῶν ὁποίων ἔγινε τυμβωρύχος ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀφήρεσε τὰ παράσημα καὶ ἐξέθηκεν αὐτοὺς νεκροὺς εἰς τὰς ὁδοὺς πρὸς χλευασμὸν τοῦ κόσμου παρὰ τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν, παρὰ τὴν ἱστορίαν. Ἔχετε καιρόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ λυθῇ ταχέως, ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ καιρὸς θέλομεν λύσει τοὺς λογαριασμούς μας, καὶ τότε θὰ ἀποδειχθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος, ἂν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐθνοκτόνοι ἢ φαυλοκράται ἢ ἂν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς νεκροθάπται τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§94Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ προηγουμένως, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἀντελήφθην ὅτι ἐκ φράσεώς τινος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησαν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπωφεληθῶσι, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐντελῶς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς φύσεως, ἐνόμισα ὅτι ἡ συζήτησις μὲν ἐκείνη ἦτο ἐντελῶς ἄκαιρος καὶ ἐγὼ ὤφειλον ν’ ἀπόσχω τοῦ λόγου· ἐνόμιζον μάλιστα ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν παραδείγματα ἐξ ἄλλων Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας μὲ ἡμᾶς συνεδριάζουσαι ἀπέφυγον τὴν ἀνακίνησιν τῶν ζητημάτων ἐσωτερικῆς κομματικῆς φύσεως. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ σάλος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως παρῆλθεν, ἐπανερχόμεθα, καὶ χαίρω, διότι ἐπανέφερε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν Θρακῶν, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ὡς ἀντιπροσωπεύων ὁμάδα ἔχουσαν ἐκπεφρασμένας πολιτικὰς ἰδέας, πάντοτε δημοσίᾳ διακηρυχθείσας, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ κρατήσω σημείωσιν καὶ ἐξάρω σημεῖά τινα ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὰς συστάσεις μου εἰς συστάσεις γενομένας ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως θὰ ἠδύνατο νὰ συναγάγῃ τις ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ προέχον ζήτημα, τὸ ἐνδιαφέρον τὸ Κράτος σήμερον, εἶναι ὅτι αἱ ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεις περὶ τῆς διανομῆς δὲν θέλουσι γίνει ἐπὶ τῇ βάσει ἐντελῶς τυχαίων γεγονότων, δὲν θέλουσι γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τῶν ἐπιδίκων μερῶν· καὶ τὸ δεύτερον ὅτι τὴν διανομὴν θέλουσι διεξαγάγει αἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσιν ἀρκοῦσαν σύνεσιν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος νὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ τὰς ἀνευθύνους εἰσηγήσεις, ἀπὸ τὰς ἀνευθύνους δημοκοπίας — καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης Βουλῆς οὔτε περὶ οὐδενὸς τῶν Ἑλλήνων πολιτευτῶν —, τὰς δημοκοπίας, αἱ ὁποῖαι ἐμάθομεν ὅτι δυστυχῶς ἐξηγγέλθησαν ἐν ἄλλαις Βουλαῖς. Τὰ δύο ταῦτα κεντρικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσι θετικὴν βάσιν, ὅπως τὸ ἔθνος μετ’ ἐμπιστοσύνης ἀποβλέπῃ πρὸς τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ ὑποθέσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγεν ὅμως νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἐδαφικῆς διανομῆς, βεβαίως δὲ τὸ ζήτημα εἶναι οὕτω λεπτὸν καὶ θὰ ἔχῃ λόγους τοιούτους ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ σιωπᾷ ἐπ’ αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εὐρεῖα συζήτησις. Ἐὰν μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, βεβαίως θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ εἶχον τίποτε νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ προχθὲς λαλήσας ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος κ. Καλέργης ἀνέπτυξεν. Ἓν εἶναι ἀληθές, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς οἱ καυχώμενοι ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν νέαν Ἑλλάδα, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἔχει πληρέστατον δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων μετὰ παρρησίας ὅτι τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Θρᾴκης δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν περιλάβωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων ἡμῶν. Ἤκουσα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας σεβαστοῦ πολιτευτοῦ κ. Ῥάλλη, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ τῆς αἱμασσούσης καρδίας τῆς Θρᾴκης. Ἀναντιρρήτως αἱμάσσει ἡ καρδία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπου γῆς καὶ ἂν εὑρίσκηται, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ ἐνσωματωθῇ εἰς πολιτικὴν ἑνότητα πρὸς τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ἀλλὰ δὲν ὀφείλομεν νὰ παραγνωρίζωμεν ὅτι εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀδρανὴς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ὅτε ἠθέλησε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἀδρανείας της, θὰ ἐφηρμόζετο καὶ εἰς αὐτὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ φυσικὸς νόμος καὶ κοινωνιολογικός, ὅτι δηλαδὴ θ’ ἀπέβαλλε μέρος τῆς ὑποστάσεώς της. Ἀλλὰ βεβαίως ἐκ τοῦ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν ὅπως πληθυσμοὶ ἀμιγεῖς Ἑλληνικοὶ μὴ περιληφθῶσιν εἰς τὰ ὅρια τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν οὔτε ὑπάρχει τις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος νὰ ἐννοῇ, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐθνικοῦ κεφαλαίου τῶν μὴ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνωθησομένων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐδαφικῆς διανομῆς, παρέσχεν ὅμως ἐπαγγελίας, ὅτι θέλει καταβάλει μέριμναν καὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ μὴ ἀποτελοῦντες ἓν πολιτικὸν κόμμα μετ’ αὐτοῦ νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν μέριμνάν του, ὅπως τὸ ἐθνικὸν κεφάλαιον τῶν μὴ ἑνωθησομένων πληθυσμῶν διασωθῇ ὡς ἐθνικὸν κεφάλαιον ἐν τῇ ἠθικῇ αὐτοῦ ὑποστάσει καὶ δυνάμει. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἐδαφικὴν διανομὴν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, καὶ δυστυχῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ τονίσωμεν τοῦτο ἰδιαιτέρως ἐξ αἰτίας καὶ παραδειγμάτων ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ συμβεβηκότων τινῶν ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ἀφορμὰς εἰς ἀνησυχίαν, πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ κεφάλαιον μὴ χαθῇ ὡς ἐθνικὸν κεφάλαιον. Ἂν ὁ ἀγὼν τῶν συμμάχων ἐπεκροτήθη καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνῶν, καὶ ἐπεκροτήθη ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν πολεμησάντων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεξεδύθησαν εἰς τὴν πάλην, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἐπεκροτήθη, διότι ἐθεμελιοῦτο ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῶν ἐθνικοτήτων. Ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων ἐπιβάλλει, ὥστε καὶ εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐθνότητες δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσι μίαν συμπαγῆ μᾶζαν, νὰ διατηρήσωσιν ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς ἐθνικῆς των ζωῆς, τῆς ἐκδηλουμένης εἰς τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις, εἰς τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν παιδείαν καθόλου, τὴν τοπικὴν αὐτονομίαν, τὴν πλήρη ἰσοπολιτείαν ἐν τοῖς καθέκαστα. Ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ καὶ μεριμνήσῃ μὲ πᾶσαν δύναμιν, ἵνα ἐξασφαλισθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ ὅρια τοῦ νέου Κράτους, μὴ παρακωλυθῶσιν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς ἐθνικῆς των ζωῆς. Τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόσωμεν διὰ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ περιέλθωσιν εἰς ἡμᾶς. Οὐδεμία πρέπει νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ ἀδικία οὔτε κατὰ τὴν ἐδαφικὴν διανομὴν οὔτε καὶ κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῆς τύχης καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ περιέλθωσιν εἰς ἄλλα σύμμαχα Κράτη, διότι οἱαδήποτε ἀδικία, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐμφιλοχωρήσει, θὰ ὑποσκάψῃ τὰ θεμέλια τῆς συμμαχίας καὶ τῆς συμπνοίας, τὴν ὁποίαν ποθοῦμεν εἰλικρινῶς, διὰ νὰ εἴμεθα ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὰ κοινὰ συμφέροντα, διὰ νὰ εἴμεθα ἐπαρκεῖς, ὅπως συντελέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἀνωτέρου, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὴν ἀνάπλασιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀνατολῆς. Ἀκριβῶς διὰ τὸ συμφέρον τοῦτο, ὅπως δηλαδὴ παγιωθῇ ἡ ὑπάρχουσα συμφωνία μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων καὶ τῶν Κρατῶν, οὐδεμία πρέπει νὰ γίνῃ ἀδικία. Ἐὰν ἐπρόκειτο οἱαδήποτε ἀδικία νὰ γίνῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφύγωμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις καὶ ὡς σκοπὸς τοῦ ἡμετέρου ἀγῶνος, τοῦτο δὲν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀνεχθῇ τὸ ἔθνος. Λέγων δὲ τοῦτο δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὴν ἀνεύθυνον ἐπέμβασιν εἰς τὰς τύχας τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ περιέλθωσιν εἰς ἡμᾶς. Δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῇ αὐτὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, καὶ τότε ὅλη ἡ βάσις τῆς συνεργασίας, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη ἀπὸ τὰ διὰ τοῦ πολέμου ἀναγεννηθέντα Βαλκανικὰ Κράτη, ὅλη ἡ βάσις τῆς συνεργασίας θὰ καταπέσῃ καὶ ἡ Ἀνατολικὴ Εὐρώπη βεβαίως δὲν θὰ ἀναπλασθῇ ἐπὶ ἠθικωτέρων καὶ ἀνθρωπιστικωτέρων βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πάντες ποθοῦμεν νὰ ἀναπλασθῇ. Τοιαύτας ἰδέας ἔχοντες, τοιαῦτα διακηρύσσοντες, τονίζομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις δυναμένη νὰ σταθῇ εἰς τὴν Ἀρχὴν — ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀνευθύνων, τῶν εἰσηγουμένων μὲ τὸ ἀζημίωτόν των ἐκτροπὰς εἰς τοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ὁριστικῶς θὰ κατακυρωθῶσιν εἰς ἀλλοεθνῆ Κράτη, ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως—, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ ὡς Κυβέρνησις, ἐὰν ἐνέδιδεν εἰς οἱανδήποτε ἀδικίαν. Χάριν τῶν ἀνωτέρων ἰδεωδῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, χάριν τῶν ἀνωτέρων ἰδεωδῶν τοῦ πολιτισμοῦ πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ πρυτανεύσῃ ἡ σύνεσις, ὅτι θὰ πρυτανεύσῃ ἡ μετριοπάθεια καὶ ὅτι αἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θέλουσι διευθετήσει τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν θὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ δημοκοπίας, δὲν θὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ καταδικαστέας σωβινιστικὰς τάσεις, ὥστε νὰ παραγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἐθνοτήτων. (Χειροκροτήματα).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§96Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάντες οἱ προαγορεύσαντες, εἴτε Ὑπουργοὶ ἦσαν εἴτε μὴ Ὑπουργοί, ἐπῄνεσαν, ὡς εἰκός, τὴν δρᾶσιν αὐτῶν, παρ’ ὀλίγον δὲ νὰ λησμονηθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς προσηνέγκομεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Βεβαίως θὰ σημάνῃ ἡ ὥρα, καὶ ἴσως λίαν προσεχῶς, καθ’ ἣν τὰ πάντα θέλουσιν ἐρευνηθῆ, τὰ πάντα θέλουσιν ἀποκαλυφθῆ ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ γυμνότητι, ἄνευ περιστροφῶν, ἄνευ ἑλιγμῶν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ πάθους, ὡς ἁρμόζει εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις δὲν θίγει μόνον τὴν ψυχὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ τότε ἡμεῖς θέλομεν ζητήσει ὡς χάριν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐρευνηθῇ ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς ἡ πολιτεία ἡμῶν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ φάσεις αὐτῆς, καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πρὸ πάντων τῆς οἰκονομικῆς ἀναμορφώσεως τῆς χώρας καὶ τέλος ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, ἥτις εὐτυχῶς εἶχεν καταλήξει εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ παραγγελίαν τοῦ «Ἀβέρωφ», ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ κυριώτερος προμαχὼν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Καὶ ὅμως παρ’ ὀλίγον νὰ λησμονηθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ «Ἀβέρωφ». Κύριοι, ἡ σημερινὴ συζήτησις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἔχει καὶ ἓν συμπέρασμα. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ εἷς κυβερνήτης, ὅσον εὐφυὴς καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἂν εἶνε, δὲν δύναται νὰ παραβλέπῃ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ κοινὸν καὶ πολύτιμον ἐφόδιον πάσης Ἐλευθέρας Ἐπικρατείας. Καὶ τοῦτο, διότι ὡς ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ πλανηθῇ, ὡς ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ παρασυρθῇ καὶ ἰδοὺ ὅπου καὶ πάλιν καταφαίνεται ἡ δύναμις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαποστόλου. Ἀπών. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη καὶ ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως τοῦ 1913». (Γίνεται δεκτὸς δι’ ἀναστάσεως κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν προσελθόντων κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον ἐφέδρων, ἐθνοφρουρῶν καὶ ἀνυποτάκτων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως δικαστηρίου λειῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου ἐπὶ τῇ 50ῇ ἐπετείῳ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὸν Θρόνον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον) Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταλλίου ἀνδρείας».
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀντὶ «μεταλλείου ἀνδρείας» νὰ τεθῇ «ἀριστείου».
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μὲ τοιαύτην ὀνομασίαν νομίζω ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἔκθεσιν. (Ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τούτου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου τοῦ πολέμου τοῦ 1912–1913». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§102Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, συζητουμένου τοῦ ζητήματος τοῦ προσθέτου μισθοῦ, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω μίαν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκ τῶν πραγμάτων μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μετασχόντων τῆς ἐκστρατείας καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μὴ μετασχόντων αὐτῆς. Ἤδη ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μετασχόντων τῆς ἐκστρατείας. Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ μετασχόντες εἰς μάχην καὶ ἀξιωματικοὶ μὴ μετασχόντες εἰς μάχην. Εἴθισται, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ μετάλλια δι’ ἀναμνηστικῶν γραμμῶν νὰ σημειώνωσι τὰς μάχας.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ἑτοιμάζεται τὸ Διάταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον κανονίζονται αὐτά. Τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐν πολέμῳ, θὰ σημειῶνται δι’ ἰδιαιτέρου σημείου, μὲ ἓν στίγμα ἐρυθρόν· τόσα στίγματα ἐρυθρά, ὅσας πληγὰς ἔλαβον ἐν πολέμῳ.
§104Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ μετάλλιον ἀνδρείας· ἀλλ’ εἶναι πολλαὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ διακριθῇ ὁ ἀνδραγαθήσας, διότι ἠνδραγάθησεν ἓν σῶμα, εἷς λόχος ὁλόκληρος. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ θὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν;
§106Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν κατατασσομένων τὸ πρῶτον ὑπαλλήλων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§108ΑΘΑΝ. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ ἂν ἔχει τροπολογίαν τινά.
§109ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τροπολογίαν, διότι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου καὶ οὐχὶ περὶ νόμου μονίμου. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§110ΑΘΑΝ. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀντὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ἦτο εὐσχημότερον νὰ ἐλέγομεν ὅτι αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος, καὶ διότι ὑπάρχει φόβος, ἂν ὁρίσωμεν ἐνταῦθά τινα, νὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι τὰ ἄλλα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι διὰ Διατάγματος.
§111ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ὅρων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πληρώσωσιν οἱ μέλλοντες νὰ προσέλθωσι. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ;
§112ΑΘ. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δέον διὰ Διατάγματος νὰ κανονισθῶσι. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης εἰς τὰ ἄρθρα 138 καὶ 141 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαγοπάτης, ὅστις ἔχει ὑποβάλει καὶ σχετικὴν τροπολογίαν.
§113Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ προβάλω πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἔχω δισταγμούς τινας νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ὀρθότητα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται. Ἀνεξαρτήτως κατ’ οὐσίαν τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, παρατηρῶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία διαταραχὴ σοβαρὰ πρὸς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις εἶναι συναφεῖς πρὸς ἀλλήλας, διότι ἀκολουθοῦσι συστηματικὰς ἀρχάς. Τοιουτοτρόπως παρατηρῶ προχείρως ὅτι ἀμέσως πρὸς τὸ ἄρθρον 139, τὸ ὁποῖον θὰ μεταρρυθμισθῇ, θὰ ἐπέλθῃ μία ἀντινομία καταφανής, διότι τὸ ἄρθρον 139 λέγει ὅτι «ἀπορριφθείσης τῆς αἰτήσεως καὶ μὴ ἐπιτρεπομένης ἀναιρέσεως ἡ ἀπόφασις ἐκτελεῖται μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ». Ἐὰν θέλωμεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ τὸ τροποποιήσωμεν.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀποφάσεις δὲν ἐκτελοῦνται. Περὶ τῶν ἀφορωσῶν πλημμελήματα πρόκειται.
§115Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ διαταραχὴ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐνόμιζον ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ θίξωμεν θεμελιώδεις διατάξεις μὲ τὸν προφανῆ κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀτόπων, ἀτόπων τὰ ὁποῖα πάντως θὰ προκύψωσι. Διότι παραβιάζεται ἡ γενικὴ ἀρχή, ἴσως διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἕως ὅτου θὰ ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὅλον νόμον. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν θὰ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θὰ μεταρρυθμίσῃ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτου, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπάρχουσα νομοθεσία καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένη ἀπεκδέχεται πολλὰ τὰ ἄτοπα. Περιέχει λοιπὸν διατάξεις ἐχούσας τοιαύτας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀλλότριαι πρὸς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, κατ’ ἐξοχὴν δὲ σήμερον, ὅτε ἡ ἁρμοδιότης τῶν Δικαστηρίων τὰς ποινὰς κατὰ τῶν ἐναγομένων ἐκτείνει καὶ ἐπὶ τῶν πολιτῶν δυνάμει τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Οὐδὲν ἄτοπον προσγίνεται, διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐπιβάλλονται τοιαῦται ποιναὶ κατώτεραι τῶν τριῶν μηνῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐκτιθῶσιν εἰς τὰς φρουραρχικὰς φυλακάς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλονται εἰς αἴτησιν ἀναθεωρήσεως, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι πολὺ συμφερώτερον νὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινὴν ἢ νὰ μεταφέρωνται εἰς τὰς ἐδῶ φυλακάς. Ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, προσφάτως μάλιστα ἔχω παρατηρήσει πολλὰ ἄτοπα.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνα τροποποίησιν προτείνετε;
§117Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἠθέλετε ἐπιμείνει, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν περιορίζονται τὰ ἄτοπα τὰ τυχὸν προκύψοντα ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, δύναται τροποποιουμένη καλλίτερον νὰ ἔχῃ ὧδε: Εἰς ἑκάστην παράγραφον νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἐν καιρῷ πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως». Ἐπιθυμῶ οὐχ ἧττον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐφημερίδας, παρετηρήθη εἷς ὑπερβολικὸς ζῆλος καὶ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, τῶν ὁποίων ἡ αὐστηρότης οὐδαμῶς δικαιολογεῖται.
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν συνόλῳ ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια ἐδίκασαν πολὺ ἐπιεικῶς.
§119Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τοῦτο ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως πολιορκίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ σύλληψις παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν προφυλάκισιν.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γενικῶς ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι τὰ Δικαστήρια ἐδείχθησαν ἐπιεικῆ· ἔχω λόγους νὰ παραπονῶμαι μᾶλλον δι’ ἄκραν ἐπιείκειαν. Τώρα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσα εἴπετε ἡ διάταξις θὰ ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ. Δὲν ἔχω λόγον νὰ μεταβάλω τὴν νομοθεσίαν διὰ τὸν ἐν εἰρήνῃ χρόνον, ἀλλὰ διὰ τὸν ἐν πολέμῳ χρόνον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τροποποίησις εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ γίνῃ δηλαδὴ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ μὲ τὴν ὑποτροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐγώ, καὶ νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ προσθήκη: Εἰς τὸ ἄρθρον 138 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας προστίθεται ἡ ἑξῆς γʹ παράγραφος· «Ἡ αἴτησις ἀναθεωρήσεως ὡς καὶ ἡ πρὸς ταύτην νόμιμος προθεσμία κατ’ ἀποφάσεων ἐκδιδομένων παρ’ οἱουδήποτε στρατιωτικοῦ δικαστηρίου ἢ ναυτοδικείου ἐν καιρῷ πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἀφορωσῶν καταδίκην ἐπὶ πλημμελήματι στρατιωτικῷ ἢ κοινῷ δὲν ἔχουσιν ἀνασταλτικὴν ἰσχύν, αἱ δὲ ἀποφάσεις αὗται ἐκτελοῦνται παραχρῆμα».
§121Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 141. Εἰς τὸ ἄρθρον 141 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας προστίθεται ἡ ἑξῆς βʹ παράγραφος· «Ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως καὶ ἡ πρὸς ταύτην νόμιμος προθεσμία κατ’ ἀποφάσεων ἐκδιδομένων παρ’ οἱουδήποτε στρατιωτικοῦ δικαστηρίου δὲν ἔχουσιν ἀνασταλτικὴν ἰσχύν, αἱ δὲ ἀποφάσεις αὗται ἐκτελοῦνται παραχρῆμα».
§123Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ νὰ προστεθῇ ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ λέξεις «στρατιωτικὸν δικαστήριον», αἱ λέξεις «ἢ ναυτικόν».
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου π. ἔ. νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ πληρωμῆς ἐπὶ τόπου τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἐπ’ ὀνόματι στρατιωτικῶν διαμενόντων ἐν στρατοπέδοις λόγῳ μεγάλων στρατιωτικῶν γυμνασίων, ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου μέχρι 50,000,000 δραχμῶν χρυσῶν ἢ συμβάσεων περὶ δανείων εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 1,644,500 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως 1912». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6|19 Δεκεμβρίου 1912 συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου 40,000,000 φράγκων ἢ δραχμῶν χρυσῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον).
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς μίαν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας σχετικὴν πρὸς τὴν ἀνυποταξίαν, ὅπως ἐνομίζομεν, τοῦ Σ. Βερροίου, υἱοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἤθελον ἀπὸ χθὲς νὰ δώσω ἀπάντησιν· δὲν τὴν ἔδωκα ὅμως, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἤρχετο ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτής. Ἀνέμενον καὶ σήμερον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νομίζων ὅτι θὰ ἤρχετο ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλά, ὡς φαίνεται, ἀπουσιάζει ἐξ Ἀθηνῶν, καί, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ φανῶ ἐλλιπής, ἂν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ὅτε ἤκουσα τὰ λεγόμενα, κατελήφθην ὑπὸ πολλῆς ἀδημονίας, νομίσας ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος. Εὐτυχῶς τὰ γεγονότα δὲν ἔχουσιν οὕτως. Ὁ κ. Βέρροιος ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἴτησιν περὶ παροχῆς ἀναβολῆς πρὸς προσέλευσιν τοῦ υἱοῦ του, στηριζόμενος εἰς πιστοποίησιν δύο ἰατρῶν ἐν Παρισίοις, ὅτι ὁ υἱός του ἔπασχεν ὑπὸ ἕλκους τοῦ στομάχου. Ἡ αἴτησις διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ τμήματος τῆς Στρατολογίας εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας, ἥτις ἐπέστρεψεν αὐτὴν εἰς τὸ τμῆμα τῆς Στρατολογίας μὲ τὴν γνωμοδότησιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ δέον νὰ παρασχεθῇ δίμηνος ἀναβολή. Αὕτη ἐδόθη τῇ 26 Νοεμβρίου 1912. Βραδύτερον ὑπεβλήθη νέα αἴτησις ζητοῦσα παράτασιν τῆς ἅπαξ χορηγηθείσης νέας προθεσμίας 2 ἢ 3 μηνῶν ἐπὶ τῇ βάσει νέου πιστοποιητικοῦ ἐπισυναπτομένου ἐν τῇ δευτέρᾳ αἰτήσει. Ἡ νέα αἴτησις ἠκολούθησε τὴν συνήθη διαδικασίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐπέστρεψεν ἐκ τῆς διευθύνσεως τῆς Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας μὲ τὴν γνωμοδότησιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου πιστοποιητικοῦ δέον νὰ δοθῇ νέα παράτασις. Ἐν τῷ μεταξὺ πρὶν δοθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἡ νέα παράτασις ἐλήφθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἀπὸ 8 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου περὶ παροχῆς διμήνου ἀδείας εἰς τὸν Σ. Βέρροιον καὶ τὸν εἰδοποίησεν ἐπανακάμψαντα εἰς Παρισίους. Ἡ ἔκφρασις αὕτη, «ἐπανακάμψαντα εἰς Παρισίους», ἐγένετο ἀφορμή, ὥστε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴς δι’ ἐγγράφου, φέροντος ἀριθ. 20072 τῆς 20 Φεβρουαρίου 1913, δηλ. τρεῖς ἡμέρας προγενεστέρου τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἐπερωτήσεως, ποῦ εὑρίσκετο ὁ Βέρροιος, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψεν εἰς Παρισίους, διότι τὸ πιστοποιητικὸν τῶν ἰατρῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου τῷ ἐδόθη ἡ ἀναβολὴ τῆς προσελεύσεως, ἀναφέρει ῥητῶς ὅτι ἔχει ἕλκος τοῦ στομάχου καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκην ἡσυχίας καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ ταξίδια. Ἀναμένεται νῦν ἡ ἀπάντησις τῆς Πρεσβείας, ἵνα ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς χορηγήσεως τῆς αἰτουμένης νέας παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς προσέλευσιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προσαγάγω κατάλογον ὅλων ἐκείνων τῶν ἐξ ἡμεδαπῆς ἢ ἀλλοδαπῆς τυχόντων τοιαύτης ἀναβολῆς προσελεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1909 περὶ τῶν ἀσθενῶν τῶν μὴ δυναμένων νὰ προσέλθωσι κατὰ τὴν κλήρωσιν, τὰς ἀσκήσεις ἢ τὴν ἐπιστράτευσιν. Διακόσιοι ἑξήκοντα καὶ τρεῖς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἔτυχον κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοιαύτης ἀναβολῆς προσελεύσεως καὶ τριάκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ὥστε τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν, εἶναι ἐντελῶς κανονικά, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας οὐδεμίαν εἶχεν εὔλογον αἰτίαν, διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἰσηγοῦμαι καὶ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον νὰ ψηφισθῇ, διότι νομίζω ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ λήξωσι τὴν Δευτέραν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ, ἂν ὄχι ἐν τῇ διατυπώσει, εἶναι προσωπικόν, ἀλλὰ θὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται. Ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἐψηφίσθησαν τροποποιήσεις τινὲς σχετικαὶ μὲ τὸν νόμον περὶ συντάξεων, ἐθεσπίσθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἔχοντες 45ετῆ ὑπηρεσίαν συνεχῆ λαμβάνουσι καὶ αὐτοί, καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν ἐν τῷ τελευταίῳ βαθμῷ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν, τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ τὴν σύνταξιν. Γνωρίζετε δ’ ὅτι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἔχοντες ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὑπηρεσίαν ὀκταετῆ λαμβάνουσι βαθμὸν καὶ σύνταξιν, ἀποστρατευόμενοι, τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ὅτε ἐψηφίσθη ἡ διάταξις αὕτη, παρενεβλήθη καὶ διάταξις προσωρινή, ἐνδίδουσα εἰς ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τοὺς ἀποστρατευθέντας ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ τότε δ’ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀναδρομικὴ ἐκείνη δύναμις ἔχει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἕνα ἀξιωματικόν, καὶ ἀνέφερα τὸν στρατηγὸν Γιάνναρον, ὁ ὁποῖος εἶχε μὲν 45ετῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Κατόπιν ὅμως εὑρέθη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν τὸν ὠφέλησε, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔκρινεν ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἀναφέρει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 45ετῆ ὑπηρεσίαν, τὸ τοὐλάχιστον ἐκεῖνο τὸ ἡρμήνευσεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πλήρη 45ετῆ ὑπηρεσίαν. Δὲν ἐφαρμόζει δηλ. τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ τελευταῖον ἔτος θεωρεῖται συμπεπληρωμένον, ἂν παρέλθωσιν ἑπτὰ μῆνες. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ὡς καθῆκον, ὅπως ζητήσῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, νομίζω δ’ ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τότε νὰ ψηφίσῃ χάριν τοῦ στρατηγοῦ, τοῦτο θὰ τὸ κάμῃ καὶ σήμερον μετὰ περισσοτέρας προθυμίας.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ σήμερον τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχήν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς κηρύσσεται κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλοῦνται δὲ οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν ὥρᾳ 4 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 μ. μ.).