1913.02.27
907 rows · 6,861 words · 68 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1913
(Τετάρτη, ὥρᾳ 4 καὶ 10′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κωνσταντ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις· νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν πρακτικογράφον μεγαλειτέρα προσοχή, διότι χθὲς ἐγὼ ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ δανείου ἐπανειλημμένως εἶπον, ὅτι κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὄχι, ὡς ἀναγράφεται, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατε μίαν σημείωσιν, ὅπως διορθωθῇ τὸ μέρος τοῦτο τῶν Πρακτικῶν.
§6Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχει καλῶς· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ δίδηται μεγαλειτέρα προσοχὴ ὑπὸ τοῦ πρακτικογράφου εἰς τὴν περίληψιν τῶν ὅσα περιέχει ἡ ἀγόρευσις ἑκάστου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου π. ἔ. νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ πληρωμῆς ἐπὶ τόπου τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἐπ’ ὀνόματι στρατιωτῶν διαμενόντων ἐν τῷ στρατῷ ἤδη λόγῳ στρατιωτικῶν γυμνασίων, ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου»· Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τῶν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν κατατασσομένων τὸ πρῶτον ὑπαλλήλων»· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου λειῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὡς πρὸς τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ κηρύξῃ ταῦτα κατεπείγοντα καὶ ψηφίσῃ ταῦτα κατ’ ἀρχήν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἂν ἔλαβε μέτρα ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ καὶ τίνα πρὸς ἄρσιν, εἰ δυνατόν, τῆς ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ὑφισταμένης ἀπεργίας τῶν σμυριδωρυκτῶν τῆς Νάξου, ἡ ὁποία σπουδαίως ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκθέτει τοὺς ἰδίους εἰς πεῖναν. Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§10Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους εὑρισκόμεθα πρὸ ἀπεργίας τῶν σμυριδωρυκτῶν τῆς Νάξου, ἡ ὁποία σπουδαίως ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκθέτει τοὺς σμυριδωρύκτας εἰς πεῖναν καὶ ἀπόγνωσιν. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι δύναται τὸ Δημόσιον τὴν σήμερον νὰ πωλῇ σμύριδα ἐτησίως ἀξίας ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου φράγκων, σμύριδα τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἔχει ἕνεκα τῆς ἀπεργίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ παρωνυχίδος. Ἡ ἀπεργία προέρχεται κυρίως ἐκ τούτου, ὅτι τὴν σήμερον ζητεῖται παρὰ τῶν σμυριδωρυκτῶν σμύρις ἐξαιρετικῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν οὗτοι οὐδέποτε ἄλλοτε παρέδωκαν οὐδὲ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ παραδίδωσιν ἄνευ προσθέτου ἀποζημιώσεως, διότι ἡ ἐξαιρετικῆς ποιότητος σμύρις ἀπαιτεῖ πολὺ μεγαλειτέραν δαπάνην παραγωγῆς ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπόχρεοι οἱ σμυριδωρύκται νὰ παραδίδωσι. Πόσον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μαρτυρεῖ τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὴ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀείποτε ἀντετάχθη κατὰ πάσης αὐξήσεως τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος, συνηγορεῖ τὴν σήμερον ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἀναγνωρίζουσα προφανῶς τὸ δίκαιον τῶν σμυριδωρυκτῶν. Ἀλλὰ τὸ δίκαιόν των οἱ σμυριδωρύκται ἀρύονται καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν νόμων, ἐξ αὐτῶν τῶν κειμένων διατάξεων καὶ τῶν ἀνέκαθεν κρατούντων. Οὕτως ὁ νόμος ᾼΩΜʹ τοῦ 1890 καὶ ὁ ͵ΒΤΚΖʹ τοῦ 1895 ὁμιλοῦσι περὶ σμύριδος πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος, οὐχὶ δὲ περὶ ἐξαιρετικῆς. Συνεπῶς, ἂν τὴν σήμερον ζητῶμεν ἐξαιρετικῆς ποιότητος σμύριδα, ὀφείλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα τῶν σμυριδωρυκτῶν. Ἄλλως, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὀφείλομεν κατ’ ἀναγκαίαν λογικὴν συνέπειαν νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν τὴν ποιότητα ἐκείνην, ἣν ὑποχρεοῦνται νὰ παρέχωσιν. Ἐν ἄλλοις λόγοις εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα παραλαμβάνοντες ἐξαιρετικὴν ποιότητα ἤ, ἂν δὲν αὐξήσωμεν αὐτό, νὰ παραλαμβάνωμεν τὴν σμύριδα, τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ζητῶμεν, Ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων εἶναι σιδηρᾶ. Μέσος ὅρος δὲν χωρεῖ, παρεκτὸς ἐὰν γίνῃ συνδυασμὸς τῶν δύο λύσεων καὶ διάκρισις διαφόρων ποιοτήτων καὶ ἐργατικῶν δικαιωμάτων. Ποία ἐξ ὅλων τῶν λύσεων εἶναι ἡ ὀρθὴ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν. Τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὴν καθόλου ἐπίλυσιν τοῦ σμυριδικοῦ ζητήματος, περὶ ἧς ἄλλοτε διετύπωσα τὴν γνώμην μου ἁρμοδίως, βραδύτερον δὲ καὶ ἔν τινι πραγματείᾳ, καὶ ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ διακριθῇ ἡ σμύρις εἰς κατηγορίας ποιοτήτων, βάρους καὶ τιμῶν μετὰ ἀντιστοίχων ἐργατικῶν δικαιωμάτων, ὁπότε καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος, ἡ ὁποία εἶναι πάντως ἐνδεδειγμένη διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ποιότητα τῆς σμύριδος, θὰ καλυφθῇ ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος ταύτης δυναμένης νὰ πωληθῇ οὐχὶ πρὸς 106½ φράγκα κατὰ τόννον, ὅπως πωλεῖται σήμερον, ἀλλ’ ἀσφαλῶς πρὸς 120. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται τὴν σήμερον περὶ τούτου, ὁπότε ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα ζητήματα. Ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ συζητήσῃ κατὰ τὰς παρούσας συνεδριάσεις καὶ τὸ σμυριδικὸν ζήτημα, διότι ὄντως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον. Σήμερον πρόκειται περὶ ἄλλου πράγματος, περὶ τοῦ πῶς θὰ λυθῇ ἡ ἀπεργία τῶν σμυριδωρυκτῶν. Τούτου ἕνεκα, ἀναφερόμενος εἰς τὸ δίλημμα, περὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως ὡμίλησα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον ἀποτελεσματικὸν μέτρον πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἀπεργίας, καὶ μέχρις οὗ τὸ σμυριδικὸν ζήτημα λυθῇ ὁριστικῶς, δηλώσωσιν εἰς τοὺς σμυριδωρύκτας, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ παράδοσιν τῆς σμύριδος, ἂν ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν ἐξαιρετικῆς ποιότητος σμύρις, ὅτι θὰ μεριμνήσωσι νομοθετικῶς περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος τῆς παραδοθησομένης ταύτης σμύριδος. Εἶναι προσέτι ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τοὺς ἰδίους κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως ἀρθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς σμυριδωρύκτας κατὰ τὰς παραδόσεις, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν γίνονται δεκτὰ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κομιζόμενα πρὸς παράδοσιν τεμάχια σμύριδος τὰ βάρους κάτω τῶν 300 δραμίων, καίτοι καὶ δι’ αὐτὰ οἱ σμυριδωρύκται ἐμόχθησαν καὶ ἐδαπάνησαν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ χονδρὰ σμύρις συνεξορύσσεται μετὰ τῆς λεπτῆς. Δὲν γνωρίζω οὐδεμίαν διάταξιν νόμου, ἡ ὁποία νὰ ὑπαγορεύῃ τὴν παράδοσιν καὶ τῶν λεπτῶν τούτων τεμαχίων· ἀπ’ ἐναντίας ὁ νόμος ΒΤΚΖʹ ὁμιλεῖ περὶ οἱουδήποτε μεγέθους τεμαχίων. Ἂν ληφθῶσι τὰ ἀνωτέρω συνιστώμενα μέτρα, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀπεργίαν. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τῶν καλῶν προθέσεων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν· γνωρίζω καλῶς τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν διὰ τὸ σμυριδικὸν ζήτημα. Διὸ πέπεισμαι ὅτι θὰ πράξωσι τὸ ἐπ’ αὐτοῖς, ὅπως λυθῇ ἡ καταστρεπτικὴ ἀπεργία, διότι, ἂν εἶναι δεινὸν νὰ πάσχῃ τις, εἶναι ὅμως ὑπέρδεινον νὰ πεινᾷ καὶ νὰ γυμνητεύηται ἐκ καταπατήσεως τῶν δικαίων του. Οἱ σμυριδωρύκται λιμώττουσι τὴν σήμερον, διότι καταπατοῦνται τὰ δίκαια αὐτῶν. Δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο παρὰ δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωσι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θανόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς μηνύσεως κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Λαρίσης Γεωργιάδου.
§12Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπεστάλη ἀπὸ τῆς 21 Νοεμβρίου εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Λαρίσης, ὅστις ἀπήντησεν ὅτι παρήγγειλεν ἀνακρίσεις. Ὑπομνηστικῶς σήμερον ἀπέστειλα καὶ νέον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα.
§13Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τριῶν μηνῶν ὑπεβλήθη μήνυσις ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Λαρίσης Γεωργιάδου, ὁ δὲ νῦν ἐνεργῶν τὰς ἀνακρίσεις ἀνακριτής, ὅστις προεδρεύων τότε ἦτο καὶ ὁ ἐκδοὺς τὴν περιλάλητον ἀπόφασιν δι’ ἧς ἀπεβλήθησαν ἐν μέσῳ χειμῶνος αἱ σύζυγοι καὶ τὰ τέκνα τῶν ἐπιστράτων καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τοὺς δρόμους διὰ τῆς αὐτῆς πάντοτε ἀποφάσεως, ὅλως παραδόξως δὲν ἔκρινεν εἰσέτι ταύτην περατωμένην, ἵνα τύχωσι τῆς δικαίας καὶ ἐπιβεβλημένης τιμωρίας ὁ συμβολαιογράφος καὶ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ἐκείνου, οἵτινες ἠνάγκασαν βραδύτερον κατὰ τρόπον ἐκβιαστικώτατον τοὺς κολλήγας, δι’ ὅπερ καὶ κατηγγέλθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ συντάξωσι συμβόλαια, μισθωτήρια καὶ ἀγοραπωλησίας. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ὁ τότε ὡς πρόεδρος καὶ μετὰ ταῦτα ὡς ἀνακριτὴς καὶ ἤδη εἰσαγγελεύων οὐδέποτε θὰ περατώσῃ τὰς ἀνακρίσεις, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ συντόνως, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φερώμεθα ἐπιεικεῖς πρὸς τοιούτους ἀνθρώπους, καὶ ἀπορῶ πῶς εἶναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν καὶ ἀτιμώρητοι ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπανθρώπως ἐξεδίωξαν τοὺς χωρικοὺς καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἐπίστρατοι τοῦ 19 συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν δύο χωρίων κάτοικοι, ἐμάχοντο, εἷς δὲ μάλιστα καὶ ἔπεσε γενναίως μαχόμενος ἐν Μυτιλήνῃ, πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ ἰδιοκτήτου.
§14Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἔγινε καὶ εἰς τὰ Φάρσαλα.
§15Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεκαλέσθημεν τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα νόμον, δι’ οὗ ὑπαγορεύεται ὅλως ἰδιαιτέρα διαδικασία διὰ τοὺς κολλήγας καὶ ὑπεδείξαμεν ὅτι καταστρατηγοῦσι τὸν νόμον ἐφευρίσκοντες διάφορα μέσα κατατυραννήσεως τῶν χωρικῶν, δι’ ὧν ἀπέβαλον ἐν μέσῳ χειμῶνος τοὺς χωρικούς, ἐνῷ οἱ σύζυγοι καὶ οἱ συγγενεῖς των ἐμάχοντο· δυστυχῶς ὅμως δὲν εἰσηκούσθημεν.
§16Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἔχω γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως, διότι ὁ σχετικὸς φάκελος εὑρίσκεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, περὶ οὗ οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν ὅμως τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλετε, δὲν ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, παρακαλῶ νὰ τὰ διατυπώσητε ἐν ἰδιαιτέρῳ ἐγγράφῳ, ἵνα συσχετισθῇ καὶ τοῦτο μετὰ τῆς λοιπῆς δικογραφίας.
§17Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἰδιαιτέρα μήνυσις καὶ εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιτρέπει εἰς τὸν συνάδελφον κ. Πολυχρονιάδην νὰ ἀπασχολήσῃ ταύτην ἐπ’ ἐλάχιστον προκειμένου περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§21Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἐν τῇ ἀντιπολιτευτικῇ αὐτοῦ μένει, ὅπως ἐκχύσῃ τὴν χολήν του κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησεν ὡς πρόσφορον πρὸς τοῦτο ἔδαφος τὸν διορισμὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου ὡς ὑπονομάρχου Θεσσαλονίκης, χαρακτηρίσας τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ταύτην ὡς χαριστικὴν πρᾶξιν πρὸς ἐμέ, τὸν δὲ διορισμόν του ὡς γενόμενον ὅπως ἀποφύγῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ πόσον ἀμφότεροι οὗτοι οἱ χαρακτηρισμοὶ εἰσιν ἀνυπόστατοι καὶ ἀβάσιμοι, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ ἐκ τῆς ξηρᾶς ἀφηγήσεως τῶν γεγονότων, λυποῦμαι ὅμως ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμὰς καὶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀναγκαζόμενος πρὸς τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς ὅπως ἀποπλύνω τὸν ῥύπον ἀπὸ τοῦ μετώπου τοῦ ἀδελφοῦ μου, προσφερθέντος ὅπως ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα ὡς ἐθελοντής, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὅπως ἀποδείξω ὅτι πᾶσα μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλέον ἢ ἀβάσιμος, μομφὴ τείνουσα νὰ χαρακτηρίσῃ ταύτην ὡς ἀσχολουμένην κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας ἐθνικὰς στιγμὰς εἰς τοιαῦτα μικροπρεπῆ πράγματα, ὡς καὶ ἡ κατ’ ἐμοῦ μομφή, δι’ ἧς ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς οὐδὲν ἄλλο ζητοῦντα ἢ ν’ ἀπομακρύνω τὸν ἀδελφόν μου ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν προσεφέρετο οὗτος, ἵνα θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ ἀδελφός μου, κύριοι Βουλευταί, ὑφηγητὴς ὢν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου καὶ τυγχάνων ἀπαλλαγεὶς καὶ συνεπῶς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὑπέχων πρὸς ἐκπλήρωσιν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἔσπευσεν, ὅπως δηλώσῃ, ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου, ὅτι ἐπεθύμει νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατόν, ἀλλά, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐδέχετο ἐθελοντὰς ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ, ἐκίνησε πάντα λίθον, ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ φιλτάτου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κρεστενίτου, τῇ παρεμβάσει τοῦ ὁποίου ἐπέτυχε νὰ καταταχθῇ, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ἐκείνην, ὅπως βεβαιώσῃ τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, ὑφ’ ὧν διεπνέετο ὁ νέος οὗτος. Καταταχθεὶς εἰς τὸν στρατὸν μετὰ ὀλιγοήμερον ὑπηρεσίαν καὶ ἐκγύμνασιν ἐζήτησεν, ὅπως σταλῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὸ πεδίον τοῦ πολέμου. Ἐνῷ δὲ ἡμέραν τινὰ μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἀποστολήν του εἰς τὸ πεδίον τοῦ πολέμου, συνήντησε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅστις τῷ εἶπεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησεν, ὅπως ἀπασχολήσῃ τοῦτον εἰς διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν ἐθεώρει αὐτὸν χρησιμώτατον. Ὁ ἀδελφός μου εὐχαριστήσας ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν διοικητικὴν ταύτην θέσιν, δηλώσας ὅτι προτίθεται νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα διὰ τῶν ὅπλων. Ἐπισπεύσας τὴν ἀναχώρησίν του κατώρθωσε νὰ φύγῃ ἐντεῦθεν μεταβαίνων πρὸς συνάντησιν τοῦ ἀγωνιζομένου στρατοῦ. Εἰς Ἐλασσόνα φθάσας ἔλαβε διαταγήν, δι’ ἧς τῷ ἀνηγγέλλετο ὅτι διετάσσετο νὰ ταχθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ συνταγματάρχου κ. Σωτήλη, μεταβαίνων τὸ ταχύτερον εἰς Θεσσαλονίκην. Πάραυτα ἠναγκάσθη νὰ ἀναστείλῃ τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν του καὶ μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην. Ἐκεῖ ὁ συνταγματάρχης κ. Σωτήλης διέταξε τοῦτον, ὅπως τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Μακεδονίας. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ γενικὸς διοικητὴς ἐνεπιστεύθη εἰς τοῦτον τὴν διοικητικὴν θέσιν τοῦ ὑπονομάρχου Θεσσαλονίκης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀδελφός μου, καίπερ ὑποδεεστέραν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον κατεῖχεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ λόγῳ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπήγετο ὡς στρατιώτης. Ἔκτοτε δὲ δὲν ἔπαυσε προβαίνων εἰς ἐπανειλημμένας ἐνεργείας, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατόν, ἐπιθυμῶν ὅπως διὰ τῶν ὅπλων ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα καὶ ἀποφύγῃ διοικητικὴν θέσιν ὑποδεεστέραν τῆς ἐπιστημονικῆς του θέσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Κατὰ πόσον, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἀναθέσασα τὴν θέσιν τοῦ ὑπονομάρχου εἰς ὑφηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὑποθέτω ὅτι πάντες ἤθελον ὁμολογήσει, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἐξαιρουμένου, εἰς ὑφηγητήν, ὅστις ἓν μόνον ἐλάττωμα εἶχεν, ὅτι ἦτο ἀδελφὸς Βουλευτοῦ, καὶ Βουλευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως σημεῖον, τὸ σημεῖον τῆς ἀποσπάσεως αὐτοῦ, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην πλάνην, ἀγνοῶν ὅτι ὁ ἀδελφός μου ἔσπευσεν ὡς ἐθελοντὴς νὰ καταταχθῇ, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος νὰ ζητήσῃ ν’ ἀποφύγῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἐθελουσίως ἀνέλαβεν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον μου ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅτι οὐδέποτε εἶχον γνῶσιν τῆς τοιαύτης τοποθετήσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ ὅτι ἔλαβον γνῶσιν ταύτης ἐξ ἀνταποκρίσεως ἐκ Θεσσαλονίκης ἐφημερίδος τινός, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρετο ὁ ἀδελφός μου ὡς ὑπονομάρχης. Καταλήγων, Κύριοι, τὸν λόγον νομίζω ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους μείζονα σεβασμὸν νὰ δείξῃ πρὸς νέον, ὁ ὁποῖος προσηνέχθη νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἐπαφίεμαι δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, θελήσαντος νὰ πλήξῃ καιρίως τὴν φιλοτιμίαν νέου ἐπιστήμονος προσενεχθέντος νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Χάριν τῆς ἀληθείας ὀφείλω νὰ ἐπικυρώσω ἐντελῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόσληψιν τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπονομάρχου, ἥτις ἐγένετο, διότι εἶχεν ὅλα τὰ προσόντα, ἵνα διεξαγάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὡς ἔδει, βοηθῶν τὸν νομάρχην κ. Ἀργυρόπουλον. Κατὰ τὰ λοιπά, ἂν ὁ κ. Βουλευτής, ἐπειδὴ ἐθεώρησε προσωπικὸν τὸ ζήτημα, μετεχειρίσθη βαρυτέρας ἐκφράσεις, δὲν δύναμαι ἐγὼ ν’ ἀσχοληθῶ, ὀφείλω δὲ μόνον νὰ τονίσω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι ἀμέτοχος τῆς προσλήψεως ταύτης, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο χαριστικῶς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, διὰ τὴν ὁποίαν ἦτο καταλληλότατος ὁ ἀδελφός του.
§23Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πνεῦμα ἀντιπολιτευτικὸν μὲ ὠθεῖ εἰς τὸ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι στρατιῶται ἔχοντες ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι διὰ τοῦ ὅπλου τὴν πατρίδα ἀπεσπάσθησαν εἰς θέσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς νόμος ὁρίζει καὶ παχυτάτας λαμβάνουσι μισθοδοσίας! Εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο ἢ οὔ; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνων τὴν πληροφορίαν ταύτην καὶ πλείστας ἄλλας ὁμοίας ἔδωκεν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀμέσως θὰ διατάξῃ, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ σώματά των οἱ οὕτω πως ἀποσπασθέντες. Τοσούτῳ βαθεῖαν ἐντύπωσιν ἐποιήσατο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδιδον πρὸς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν τὸ ἀντιπολιτευτικὸν μένος, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ εἰς ἐμὲ ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω ὅτι δὲν εἶχε ποσῶς θέσιν, διότι οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις ἀντιπολιτεύεται ἤδη. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ μεριμνῶμεν νὰ συνεισφέρωμεν ὅ,τι δυνάμεθα ὑπὲρ εὐοδώσεως τοῦ ἔργου τοῦ μεγάλου, τὸ ὁποῖον διεξάγομεν. Ἤδη δὲ λαμβάνω καὶ πληροφορίαν τινά, τὴν ὁποίαν ἠγνόουν, ὅτι ὁ Κύριος, περὶ οὗ πρόκειται, ἦτο καὶ ἐθελοντής. Ἐθελοντὴς ὅταν τις κατατάσσηται εἰς τὸν στρατόν, γνωρίζει εἰς πάντας ὅτι θέλει διὰ τοῦ ὅπλου νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, ὡς ὑπῆρξαν ἄλλοι ἐθελονταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον κοινωνικὴν θέσιν πολὺ κρείσσονα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, καί, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἔπιπτον μαχόμενοι εἰς τὰ πεδία τῆς τιμῆς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἀπέφευγε πᾶσαν κακουχίαν, πάντα κίνδυνον, ἐλάμβανε δὲ καὶ μισθούς. Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα του, ὅτε ἐζήτει καὶ κατετάσσετο ἐθελοντής, διὰ νὰ λαμβάνῃ μισθούς; Πᾶς πολίτης ἔχει τὰ προσόντα νὰ καταλάβῃ τοιαύτας θέσεις. Ἀλλὰ καὶ ὑπονομάρχου ὑπάρχει θέσις, ἣν κατέλαβεν ὁ Κύριος αὐτός, διὰ νὰ βλέπῃ μετὰ περιφρονήσεως τοὺς συναδέλφους του στρατιώτας ἐν Θεσσαλονίκῃ τοὺς βασανιζομένους; Ἐφρόνουν ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸ θάρρος ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγνώρισα ἐγώ. Καὶ τί πλεῖον ἀνέφερον ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ταραχθῇ ὁ κ. συνάδελφος, ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἀνέφερεν; Εἶπον ὅτι στρατιῶται ἔχουσιν ἀποσπασθῇ καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ φόρος τοῦ αἵματος νὰ μὴ εἶναι πλέον ἴσος. Καὶ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν παρέβλεψεν εἰς προσφορὰν φόρου ἄλλου καὶ ἀνισότης τις ἐγένετο ἀλλαχοῦ, εἰς τὸν φόρον τοῦ αἵματος νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑπάρξῃ ἀνισότης. Εἶχεν ἑκατοντάδας ἀνθρώπων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην γενικὸς ἐπίτροπος ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἕνα ἐκ τῶν πολιτῶν ἐκείνων καὶ νὰ μὴ ἐξασθενίσῃ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, λαμβάνων ἐκ τῶν στρατιωτῶν, καὶ νὰ μὴ γεννήσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνισότητος εἰς τὸν στρατόν, ὥστε οἱ μὲν ν’ ἀπολαύωσι τιμῶν καὶ μισθῶν παχυτάτων, οἱ δὲ νὰ ὑπομένωσι τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς κόπους. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ μεμφθῇ ἐμέ, χωρὶς νὰ θίξω αὐτὸν ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐγένοντο ταῦτα, διότι οὐδεμίαν ὄρεξιν εἶχον ν’ ἀναφέρω τὸν κ. συνάδελφον, εἴτε αὐτὸν εἴτε ἄλλον· ἐγὼ καθῆκον εἶχον νὰ γνωρίσω εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ τοιοῦτον ὡς ἐγένετο εἶναι ἄδικον καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ γενόμενον ἄδικον. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ εὐχαριστήσῃ ἐμὲ καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν παραχρῆμα, ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ Σῶμά του τὸν ἀδελφόν του, ἵνα καὶ αὐτὸς συμμετάσχῃ τῶν κόπων καὶ κινδύνων τοῦ πολέμου, ἔστω καὶ ἀργά.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα πρὸ ὀλίγου νομοσχέδια καὶ νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα κατ’ ἀρχήν;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως τὰ νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου π. ἔ. νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ πληρωμῆς ἐπὶ τόπου τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἐπ’ ὀνόματι στρατιωτῶν διαμενόντων ἐν στρατοπέδῳ λόγῳ μεγάλων στρατιωτικῶν γυμνασίων, ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου κλπ.». 2) «Περὶ τῶν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν κατατασσομένων ὑπαλλήλων».
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω κατάλογον ἐμφαίνοντα τοὺς ἐφέδρους ἀνθυπιάτρους τοὺς μετασχόντας τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καὶ δυναμένους νὰ ὀνομασθῶσιν ὑπίατροι. Τοῦτο ἐγένετο, διότι ἄλλοι μὲν ἦσαν ἐν τάξει καὶ ἄλλοι οὐχί. Παρέχω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς Λακωνίας καὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον ὁμοίαν ἐπερώτησιν, ὅτι δὲν προήχθησαν οἱ ἀνθυπίατροι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου, διότι ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ὑποχρέωσις.
§27Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παραπονούμεθα διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Ἰατροὶ ἀρχαιότεροι δὲν προήχθησαν, ἐνῷ προήχθησαν ἄλλοι ἔχοντες μικροτέραν ὑπηρεσίαν.
§28Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν ὅτι, ἐὰν εἶχον ἐπετηρίδα τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἴδω ποῖοι εἶναι οἱ ἀρχαιότεροι, βεβαίως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἠδύναντο νὰ προαχθῶσι κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ τοιαύτη ἐπετηρὶς δὲν ὑπάρχει. Ἐν ἀρχῇ τοῦ πολέμου διωρίσθησαν ἀρκετοί, ὅσοι ἀκριβῶς ἐχρειάζοντο. Ἴσως κατὰ τὴν προαγωγὴν νὰ ἐγένοντο ἀδικήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν εὔλογα παράπονα· ἀλλὰ δὲν ἐχρειάσθησαν ἄλλοι καὶ ἐσταμάτησαν.
§29Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Γνωρίζω ἐγὼ ἰατρὸν συγγενῆ μου ἐκ Τρικκάλων, ὅστις ὑπηρέτησεν ἐν Κρήτῃ κατὰ τὸ ἔτος 1897 καὶ κατόπιν ἐν Θεσσαλίᾳ, προκληθεισῶν δὲ πληροφοριῶν ἐκ τοῦ Στρατολογικοῦ συμβουλίου εὑρέθη ὅτι ἦτο ἐν τάξει. Ἐν τούτοις αὐτὸς δὲν προήχθη, ἐνῷ προήχθησαν πολὺ νεώτεροι αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα συμπεριελήφθησαν πολλοὶ καὶ αὐτοὶ οἱ γραφεῖς ἀκόμη τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος, αὐτὸς δὲ ὁ πραγματικῶς ὑπηρετήσας ἔμεινεν ἔξω.
§30Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φέρετε τὴν ἐπερώτησιν καταγγέλλοντες ὡρισμένα πράγματα, ἵνα εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Νῦν ἀπαντῶ· δὲν διωρίσθησαν ἄλλοι, διότι δὲν ἐχρειάζοντο ἄλλοι, καί, ἐὰν φρονῆτε ὅτι ἠδικήθη τις, ὑποβάλετε ἐπερώτησιν τοιαύτην, ἵνα δυνηθῶ ν’ ἀπαντήσω.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντοτε θὰ ὑπάρχωσι τοιαῦτα παράπονα ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος.
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον προάγονται, ὅταν λάβωσι μέρος εἰς δύο μεγάλα γυμνάσια. Εὑρέθησαν λοιπὸν ὅτι διωρίσθησαν ὑπεράριθμοι καὶ ἐσταμάτησεν ἡ προαγωγή. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Βουλευτοῦ κ. Γρηγορίου προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ μηνιαῖαι καταστάσεις αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ζητηθεῖσαι· τὰ λοιπὰ ἔγγραφα δὲν προσήχθησαν, διότι ταῦτα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὴν διαταχθεῖσαν ἐξ ἀφορμῆς μηνύσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ 3ου Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου. Λαμβάνω ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περιέχον ἄρθρον μόνον «περὶ προσθήκης εἰς τὰ ἄρθρα 138 καὶ 141 τῆς Στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον συναινούσης τῆς Βουλῆς). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΟΖʹ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας ζωῆς καὶ προνοίας «Ἀμοιβαίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμῶν ὑπολοχαγῶν εἰς λοχαγοὺς κλπ.».
§33ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) «Ἅρθρον 1. Οἱ κατὰ τὸν νόμον ᾼΣΛϚʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885 «περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ» προσκτησάμενοι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ δύνανται νὰ προβιβάζωνται κατ’ ἀρχαιότητα μετ’ ἐπιλογὴν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλὰ πρὸς πλήρωσιν οἱ μὲν τοῦ πεζικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ τοῦ δεκάτου, οἱ δὲ τοῦ ἱππικοῦ καὶ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ τοῦ ἕκτου τῶν ὀργανικῶν θέσεων λοχαγῶν ἐν τῷ σχετικῷ ὅπλῳ ἢ σώματι καὶ μετὰ πρότασιν τοῦ κατὰ νόμον Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν προσόντων αὐτῶν, παραλειπομένων τῶν μὴ κεκτημένων τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα».
§34Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος πρὸς τὸν δικαιολογητικὸν λόγον τὸν προκαλέσαντα τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· εἶμαι συμφωνότατος καὶ ἐξ ἰδίας πείρας, καθόσον γνωρίζω ὅτι πλεῖστοι δυνάμει τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως προαχθέντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ ἀξιωματικοὶ κατέχουσι πλείστας ὅσας γνώσεις, ὅσας καὶ οἱ ἄλλοι ἐκ τῶν σχολῶν συνάδελφοι αὐτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν λόγον, ὅστις δικαιολογεῖ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς προαγωγῆς τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν πρὸς πλήρωσιν τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Ὅταν τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀναγνωρίζωμεν ὡς ἱκανοὺς καὶ δυναμένους νὰ διοικῶσι λόχους ὡς θὰ διοικῶσιν οἱ ἄλλοι οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς καὶ ὅταν ὁρίζωμεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θέλουσι προβιβάζεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πῶς περιορίζομεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς τὸ δέκατον τῶν ὀργανικῶν θέσεων; Ἀφοῦ δικαιολογεῖται ἡ τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν προαγωγή, ὡς ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀντίφασις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς τὸ δέκατον μόνον τῶν κενῶν θέσεων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως παραδεχθῇ, ἵνα καὶ οὗτοι καταλαμβάνωσιν ἀναλόγως τῆς σειρᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ὅλας τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλαμβάνωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδησις τῆς ἐθνικῆς γνώμης καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν δέον ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§35Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ νόμος ᾼΣΛϚʹ τοῦ 1885 εἶχε προβλέψει περὶ ἀξιωματικῶν μὴ ἐξερχομένων ἐκ τῶν Σχολῶν, εὐεργετικῶν ὀνομαζομένων, ὅπως οὗτοι προάγωνται μόνον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ· τὸν νόμον τοῦτον εἶχον ὑπ’ ὄψει οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὰς Σχολὰς ὅπως ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοί, ὑπολογίζοντες ὅτι ἡ ἄνω τάξις τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὰ προεκτεθέντα, δὲν θὰ κατελάμβανε τὰς δι’ αὐτοὺς προωρισμένας θέσεις ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ λοχαγοῦ. Ἐν τούτοις κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων φιλοτίμως εἰργάσθησαν, διὸ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως προαγάγῃ ἐξ αὐτῶν, κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἐκείνους, οἵτινες μετέσχον εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ οἵτινες κατόπιν ἐκθέσεως τοῦ Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου παρίστανται ὅτι ὄντως ἔχουσι τὰ προσόντα, ὅπως καταλάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀρθῶς προέβλεψεν, ὅπως περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τούτων μέχρι τοῦ δεκάτου τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐν ἑκάστῳ ὅπλῳ, ὅπως μὴ παραβλάψῃ, ὡς προεῖπον, τὰ δικαιώματα τῶν ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξελθόντων ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν, σήμερον δ’ ὑποβάλλει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας περιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὸ ἕκτον. Ἑπομένως ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὅπως τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καθοριζόμενον δέκατον καὶ ἕκτον ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ εἰκοστόν, φρονῶ ὅτι δέον ν’ ἀπορριφθῇ. Πρὸς ἀποφυγήν, Κύριοι, καταχρήσεων θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἐτίθεντο περιορισμοί τινες ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ, ἤτοι νὰ προαχθῶσιν ἐκεῖνοι καὶ μόνον, οἱ ὁποῖοι ὄντως ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ προσέτι, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου προερχομένας ἐκ λόγων συμπαθείας ἢ παρακλήσεων, θὰ ἐπρότεινον, ὅπως ἡ πρὸς προαγωγὴν πρότασις τούτων εἶναι ᾐτιολογημένη· διὸ ὑποβάλλω τροπολογίαν ἔχουσαν ὧδε· «Οἱ κατὰ τὸν νόμον ᾼΣΛϚʹ (1885) περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ» προσκτησάμενοι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἐν τῷ παρόντι πολέμῳ ἐνεργῶς συμμετασχόντες δύνανται, οὗτοι καὶ μόνον, νὰ προβιβάζωνται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλὰ πρὸς πλήρωσιν οἱ μὲν τοῦ πεζικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ τοῦ δεκάτου, οἱ δὲ τοῦ ἱππικοῦ καὶ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ τοῦ ἕκτου τῶν ὀργανικῶν θέσεων λοχαγῶν ἐν τῷ σχετικῷ ὅπλῳ ἢ σώματι καὶ μετὰ ᾐτιολογημένην πρότασιν τοῦ κατὰ νόμον Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν πρὸς προαγωγὴν προσόντων αὐτῶν, παραλειπομένων τῶν μὴ κεκτημένων τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα». Αὕτη εἶναι ἡ τροπολογία μου.
§36Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑπομνήσω αὐτῷ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ ἄλλης τάξεως ὑπαξιωματικῶν, ἀξιωματικῶν ἤδη, οἱ ὁποῖοι περιελήφθησαν εἰς τὸν νόμον ᾼΣΛϚʹ. Πολλοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἀγὼν τῆς Μακεδονίας ἐχρειάσθη αὐτούς, ἵνα τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐκεῖ, διὰ νὰ ἀνυψώσωσι τὸ φρόνημα τῶν ἐν δουλείᾳ Ἑλλήνων, προσῆλθον εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, πολλοὶ δὲ τούτων ἀποτελοῦντες τὸ σῶμα τῶν προσκόπων ἐξόχως ἠνδραγάθησαν κατὰ τὸν ἀγῶνα τὸν τελευταῖον. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι διῃρέθησαν εἰς δύο τάξεις, διότι τινὲς μὲν προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, τινὲς δέ, 50, νομίζω, διὰ νόμου εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ μετὰ ἔτος ἐξῆλθον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὸν νόμον ᾼΣΛϚʹ, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις. Ἐὰν λοιπὸν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐξόχως ἠνδραγάθησαν εἰς τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα καὶ ἔλαβον σχετικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν Σχολήν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσω, ὅπως δεχθῇ καὶ ἀφαιρεθῶσι καὶ οὗτοι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ καὶ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνδραγαθησάντων.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὅσοι ἤθελον κριθῆ ὡς ἀνδραγαθήσαντες κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον κατὰ τὸν νόμον δύνανται νὰ προαχθῶσιν ἄνευ περιορισμοῦ εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ καταλάβωσιν. Ὅλοι οἱ ἄλλοι οἱ μὴ ἀνδραγαθήσαντες θὰ καταλάβωσι τὸ ⅒ τῶν θέσεων. Τὰς ἄλλας παρατηρήσεις δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§38Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου, κύριε Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ΧϞΕʹ νόμου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1–6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 7).
§40Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ποιήσηται τὴν ἑξῆς διασάφησιν· δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν στάσιμοι καὶ ἀνδραγαθήσαντες κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον. Εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προνοεῖ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχει εὐκαιρία, ὅπως μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου, ἀφοῦ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, φέρωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἀδικηθῶσι καὶ οὗτοι. Κρίνομεν δικαίαν τὴν προαγωγὴν αὐτῶν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7ον ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι ὑπάρχουσι μερικαὶ τροποποιήσεις εἰς τὸ λεκτικόν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου. Ὡσαύτως ἀναβάλλεται καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως περὶ τῶν προσελθόντων ἐφέδρων ἀνυποτάκτων κτλ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν 1913». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου μέχρι 50.000.000 δραχμῶν χρυσῶν ἢ συμβάσεων περὶ δανείων εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα ἅπαντα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 1.644.500 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως 1912». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6)19 Δεκεμβρίου 1912 συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου 40.000.000 φράγκων ἢ δραχμῶν χρυσῶν». Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§47Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν πρόθεσιν νὰ ὑποστηρίξω ὅτι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ. Διὰ τὴν κύρωσιν ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις βεβαιοῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, βεβαίως οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ἐννοῶ ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐγὼ διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὸ πρῶτον πιστωτικὸν ἵδρυμα τῆς Ἑλλάδος τὸ ἀπολαῦον τόσων προνομίων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους συνετέλεσεν εἰς τὴν σύναψιν δανείου, τὸ ὁποῖον περιέχει ὅρους ἐπαχθεῖς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐξασφαλίσαν ὑπὲρ αὑτοῦ κέρδος 9.000.000 περίπου. Δὲν θὰ ἐκταθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας· τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα παρέταξεν ὁ ἐκ Λακωνίας φίλος συνάδελφος, εἶναι ἀρκετά, οὐδὲν δὲ ἐξ αὐτῶν παρεσαλεύθη διὰ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὅτε δὲ διεμαρτυρόμεθα διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὑπὸ ἐπαχθεῖς ὅρους σύναψις τοῦ δανείου συνδυασθεῖσα πρὸς μέγα κέρδος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνετελέσθη τῇ μεσιτείᾳ αὐτῆς, καὶ θέλομεν διὰ τούτου νὰ φωτίσωμεν τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν περὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ πρῶτον πιστωτικὸν ἵδρυμα τοῦ Κράτους εἰς τὸ Κράτος ἔναντι τῶν μεγάλων προνομίων, ὧν ἀπολαύει ἐκ μέρους αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, καὶ ὅτε προσπαθοῦμεν νὰ προπαρασκευάσωμεν τὸ ἔδαφος, ὅπως ἐν εὐθέτῳ τὸ Κράτος διεκδικήσῃ ὑπὲρ αὑτοῦ τούτου τὴν θέσιν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς αὐτό, ὡς τὸν καταλληλότερον φρουρὸν τοῦ λαοῦ, βεβαίως δὲν θλιβόμεθα διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ φαντασθῶ ὅτι ὑπάρχει Ἕλλην πολίτης, ὅστις νὰ θλίβηται διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, οὐδὲ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι δικαιοῦταί τις, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν βαρεῖαν μομφὴν καθ’ Ἕλληνος πολίτου ὅτι θλίβεται διὰ τὰς ἐπιτυχίας τῆς πατρίδος του. Ὑπῆρξεν ἄλλη ἐποχή, εἰς τὸ παρελθόν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁσάκις ἐγίνετο ἔλεγχος δημοσίων πραγμάτων, δημοσίων γεγονότων ἢ δημοσίων ἱδρυμάτων, τὰ πράγματα καὶ τὰ γεγονότα καὶ τὰ ἱδρύματα περιεκαλύπτοντο διὰ τοῦ πατριωτικοῦ πέπλου καὶ ἐπερρίπτετο εἰς τοὺς ἐλέγχοντας, εἰς τοὺς κρίνοντας καὶ τοὺς συζητοῦντας ἡ μομφὴ ὅτι εἶναι ἀφιλοπάτριδες. Ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη μετὰ τὴν τελευταίαν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου, μετὰ τὴν τόνωσιν καὶ εὔρυνσιν τῶν ψυχικῶν ἡμῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἀπεκδέχομαι ἐκ τοῦ τελευταίου ἡμῶν πολέμου, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τῆς διακρίσεως τῶν συζητητῶν εἰς φιλοπάτριδας καὶ ἀπάτριδας εἶχεν ἐκλίπει. Λυποῦμαι ἰδιαιτέρως, διότι ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπεκόμισα τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δὲν παρῆλθε· λυποῦμαι δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἡ βαρεῖα αὕτη μομφὴ ἐπερρίφθη κατὰ τῆς ὁμάδος τῶν κοινωνιολόγων καὶ νομίζω ὅτι ἀκριβῶς, περὶ τῆς ὁμάδος ταύτης προκειμένου, δὲν ἐπετρέπετο τοιαύτην βαρεῖαν μομφὴν νὰ ἐκφέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι γνωστὴ ἡ πολιτεία ἡμῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης καθόδου ἡμῶν εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστὴ καὶ ἡ διαγωγὴ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς ὁμάδος ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον.
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ μὲν τὰ λοιπὰ δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω τίποτε· εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅμως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Δὲν διενοήθην ποτὲ νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, εἰπὼν ὅσα εἶπεν, ἐθλίβετο, διότι ἐνίκησεν ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω νῦν, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ κ. Βουλευτής, ὁσάκις ὁμιλεῖ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι ὅτι θλίβεται ὁσάκις βλέπει τὰ πράγματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὐοδούμενα. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπευθύνω τοιαύτην ὕβριν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας. Εἶπον μόνον καὶ ἐπαναλαμβάνω τὸ πρᾶγμα, ὅτι, ὁσάκις ὡμίλησε περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡμίλησε κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ θλίβηται ὁσάκις τὰ πράγματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βαίνουσι κατ’ εὐχήν. Εἶπον δὲ καὶ προχθὲς ὅτι δὲν σᾶς ἔφερον σύμβασιν περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, διὰ νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς συμβάσεως ἂν καλῶς ἔχουσιν ἢ ὄχι.
§49Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ὅτι λησμονεῖ τελείως ὅσα ἐγὼ εἶπον, διότι οὐδέποτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡμίλησα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπορῶ δὲ ποῦ ὀνειρεύεται ὅτι ἐγώ, ὁσάκις ὁμιλῶ, καὶ ὁμιλῶ συχνάκις, ὁμιλῶ τόσον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ δεικνύω ὅτι θλίβομαι διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐργασιῶν της. Καυχῶμαι ὅτι ἅπαξ ὡμίλησα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἰς ἄλλην αἴθουσαν, καὶ ἐγενόμην ἀφορμή, ὅπως δάνειον, τὸ ὁποῖον ἀπεπειράθη νὰ συνομολογήσῃ, καλυφθῇ μόνον εἰς τὸ τέταρτον. Καὶ καυχῶμαι, ἂν ἐγὼ ἐγενόμην ἀφορμὴ διὰ τῆς ὁμιλίας μου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ἂν ἐγενόμην ἀφορμή, λέγω, ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο μὴ καλυφθῇ, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων μου ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν μόνον ἐπιστημονικὰ καὶ οὐδένα εἶχον χαρακτῆρα εἴτε προσωπικὸν κατὰ τῶν διευθυνόντων εἴτε κατὰ τῆς Τραπέζης, οὐδὲν λέγω, ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων μου ἐκείνων ἀνῃρέθη. Ἀπόπειρα μόνον ἐγένετο ἀναιρέσεως τῶν ἐπιχειρημάτων μου ἐκείνων, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ, χωρὶς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα νὰ ἀναιρεθῶσι, καὶ ἀπορῶ ποῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρεν ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τοῦ σώματος τούτου κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ὡμίλησα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· εἶπον λέξιν τινά, ἀλλ’ ἡ λέξις ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι ἀπετέλει πόλεμον, καὶ δὴ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἐνέχει τὸ μῖσος ἐκεῖνο τὸ προσωπικόν, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βαδίζουσι κατ’ εὐχήν. Εἰς διακοπήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔσπευσα νὰ δηλώσω, ὅτι χαίρω, διότι αἱ ἐργασίαι τοῦ πρώτου ἡμῶν πιστωτικοῦ ἱδρύματος βαίνουσι κατ’ εὐχήν, ἔσπευσα ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἐπεθύμουν ἡ τοιαύτη ἁλματικὴ πρόοδος νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν μεγάλων παροχῶν, τὰς ὁποίας εἴτε ἡ Πολιτεία παρέχει εἴτε ἀφέθη νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ πιστωτικοῦ καταστήματος. Βεβαίως ἐλλείψει ἄλλων ἐπιχειρημάτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἔρριψε τὸ πυροτέχνημα τῆς ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ ἐκ μέρους μου καὶ σήμερον ψυχραιμότερον ἐξετάζων τὰ πράγματα μετανοεῖ διὰ τοῦτο· ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν παρέσχε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἦτο εὐχάριστος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας νομίζω ὅτι ψυχραιμότερον πρέπει νὰ ὁμιλῇ, μάλιστα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέκριναν νομοσχέδιον, δὲν ἐπέκριναν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπήνεσαν καὶ ἐνέκριναν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατηγόρησαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, εὑρόντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἔκτακτον περίστασιν, ἠθέλησαν νὰ ἐπωφεληθῶσι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε.
§50Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς προκληθείσης συζητήσεως, ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 40,000,000, θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, ὅτι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ συζητήσῃ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤμην ἐγώ· ἀλλ’ ὡμίλησα ἀποκλειστικῶς δι’ ἓν μόνον ζήτημα, τῆς παροχῆς δηλονότι γεωργοκτηματικῶν δανείων, καὶ τότε ἔψεξα τὸ σύστημα τῆς παροχῆς τῶν δανείων τούτων, ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦσιν, ὡς χορηγοῦνται, τὴν παρ’ ἡμῖν γεωργίαν. Προκληθεὶς δὲ ὑπὸ συναδέλφου ἵνα δηλώσω πῶς συνέβαινεν, ἀφοῦ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπικρίνω τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Τραπέζης, ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ συνεντεύξεώς του δημοσιευθείσης τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνέβαινε νὰ πλέκῃ τὸν πανηγυρικὸν τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ μας ἱδρύματος, ἐδήλωσα, λέγω, ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἀναγνωρίζω ὅτι εἴς τινας περιστάσεις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προσέφερε πραγματικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ ἔψεγον διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἕνα μόνον κλάδον αὐτῆς, ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου παρείχοντο τὰ γεωργοκτηματικὰ δάνεια. Κατόπιν δὲ προκειμένου περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου κτηματικῆς πίστεως τῶν 30,000,000 δύναμαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, ὅτι ἤμην πάλιν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἔθιξα τὸ ζήτημα, διότι κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἔγραψα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῶν Ἐργατῶν» καὶ ὑπέδειξα τοὺς καταθλιπτικοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐξεδίδετο τὸ δάνειον τοῦτο διὰ τοὺς μέλλοντας μετόχους καὶ ἐν γένει τὴν ἀγοράν. Μολαταῦτα σήμερον δύναμαι νὰ διακηρύξω, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως, δὲν πρέπει νὰ τύχῃ ἐλέγχου παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ εὑρίσκω ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προσέφερεν ἀληθεῖς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Κράτος, ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Καὶ διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ καὶ ἐν γένει καὶ τῆς τελευταίας δράσεώς της ἡ Τράπεζα συνετέλεσεν, ὥστε νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ οἰκονομικὴ πίστις ἡμῶν καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου τοῦ πολέμου 1912–1913». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον. Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια 1) «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλείου ἐπὶ τῇ 50ῇ ἐπετείῳ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὸν θρόνον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ»· 2) «περὶ μεταλλείου ἀνδρείας»· 3) «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλείου τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος». (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, τοῦ 4 ἄρθρου τροπολογηθέντος, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΑʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1911 περὶ συστάσεως Ἀβερωφείου πρακτικῆς σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας». Τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων 1911 καὶ 1912 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας καὶ ἀνανέωσιν ἢ προεξόφλησιν τῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον». Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀφορμὴ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου θὰ εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις. Ἐπειδὴ εἶναι ἀμφίβολον ἂν μέχρι τέλους Ἰουνίου θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ Βουλή, ἵνα ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ἀνάγκη θὰ παρουσιασθῇ καὶ πάλιν, ἡ ἐκ τῆς καταστάσεως ἀπορρέουσα, φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐδίδετο προθεσμία μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοὐλάχιστον, ὅτε θὰ ἔχῃ τελειώσει ἡ συγκομιδὴ τῶν προϊόντων.
§53ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, βεβαίως.
§54ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία παρατείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ γίνῃ ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Διατί ν’ ἀπασχολῆται πάντοτε ἡ Βουλή μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσιν· ὅσοι θὰ εἰσπράξωσι τὸν Ἰούνιον νὰ πληρώσωσι τὸν Ἰούνιον καὶ ὅσοι τὸν Σεπτέμβριον κατὰ τὸν Σεπτέμβριον. Δὲν πρέπει νὰ καταγινώμεθα πάντοτε εἰς τὸ νὰ δίδωμεν προθεσμίας.
§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι δὲν ἔχει λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ δεχθῇ τὸ προτεινόμενον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι 200,000 Ἕλληνες ὑπὸ τὰ ὅπλα.
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περισσότεροι.
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐσταμάτησε πᾶσα ἐργασία. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀποκεκλεισμένοι ὁπωσδήποτε ἀπὸ πάσης κινήσεως χρηματικῆς, πάσης κινήσεως ἐμπορικῆς, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, οὓς ὀφείλουσι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τί τὸ κωλῦον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἐὰν ἔλθῃ ἡ Βουλή, δὲν τροποποιεῖ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ νόμος; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔλθῃ, ἔστω· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔλθῃ; Ὑπάρχουσι περιστάσεις καὶ πολιτικαὶ καὶ διπλωματικαί, καθ’ ἃς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔλθῃ ἡ Βουλή. Τότε;
§58ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον παραστῇ ἀνάγκη νέας προθεσμίας, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ τὴν δώσωμεν.
§59Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ ἐκεῖθεν εἰσπράττει ὁ λαὸς καὶ ὅτι μέχρι τοῦ Αὐγούστου δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐξοδεύῃ. Λοιπόν, ἅμα δεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, πρέπει νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας.
§60Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς τόσον βραχεῖα τίθεται ἡ προθεσμία τῆς παρατάσεως τῆς πληρωμῆς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, εἶναι παρέλκουσα· καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν νομοθετικὴν διάταξιν περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ταύτης μέχρι τέλους Ἰουνίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἔχομεν ἤδη ἐψηφισμένον τὸ δικαιοστάσιον, τὸ ὁποῖον κατὰ πάντα πιθανὸν ὑπολογισμὸν θέλει παραταθῇ μέχρι τοῦ Ἰουνίου καὶ πέρα, καθ’ ὃ καὶ αἱ διοικητικαὶ προθεσμίαι ἀναστέλλονται· μακροτέρα ἄρα πρέπει νὰ εἶναι αὕτη. Πρέπει δ’ ἄλλως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε χθὲς ὅτι θὰ σταθῇ ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις οὔτε αὐτῶν τῶν ἐξ ἐπιτάξεως κτηνῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀφ’ ὅτου δὲ αἱ ἐπιτάξεις ἐγένοντο ἐστάθη ἀδύνατος ἡ καλλιέργεια· καὶ διὰ ποίων χρημάτων τότε θὰ ἐξοφλήσωσιν οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ τὰ χρέη των πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ, οὐδὲν καλλιεργήσαντες, οὐδὲν θὰ συγκομίσωσιν; Οὐδὲ θὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δοθῇ ὑπ’ αὐτοῦ μακροτέρα προθεσμία τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζομένης, ἐκφράζω δὲ τὴν γνώμην ὅτι αὕτη δὲν πρέπει νὰ τεθῇ βραχυτέρα τῆς 1ης Ὀκτωβρίου τοὐλάχιστον.
§61Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἔρχομαι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων τῶν προλαλησάντων, διότι οἱ κάτοικοι εἶναι εἰς οἰκτροτάτην κατάστασιν καὶ ἐκτὸς τῶν νέων συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ ἐκ τοῦ πολέμου κατάστασις, μόνον αὐτὴ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Δὲν φαντάζεσθε ὁποία πτωχεία καὶ πενία μαστίζει τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Νομίζω ὅτι ὀρθότατον καὶ δικαιότατον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ προθεσμία.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κηρύσσεται περατωμένη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐρωτηθεῖσα εἶτα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ τὰ ἄρθρα 2–4, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 27 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ συστάσεως Δικαστηρίου λειῶν» δὲν εἶναι ὥριμον. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν στέργει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι κατ’ ἀρχήν. Εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὴν αʹ συζήτησιν, καθόσον κατὰ παραδρομὴν ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. Ἑπομένως ἐρωτῶ, ἂν θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ πρὸ τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία μόλις κατετέθη.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§67Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία δὲν θέλει προσκρούει εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐρωτηθεῖσα εἶτα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ τὰ ἄρθρα 2–18, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Οὐδενὸς ἑτέρου ἀντικειμένου ὑπάρχοντος λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥρᾳ 4ῃ μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).