1913.02.26
1,184 rows · 9,031 words · 70 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1913.
(Τρίτη, ὥρᾳ 4 καὶ 30 μ. μ.).
Προεδρία κ. Κωνστ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Ὁ ἐκ Λαμίας μεταλλειολόγος Στ. Παξιμάδης διαμαρτύρεται μὴ γενομένης δεκτῆς ὑπὸ τῆς Νομαρχίας Λαρίσης αἰτήσεώς του περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων· 2) Ὁ κ. Γ. Ἀνδρεόπουλος ἀναφέρει διαφόρους παρανομίας τοῦ συμβολαιογράφου Σωτ. Κοτσελοπούλου· 3) Ὑπόδικοι τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ποινικῶν φυλακῶν ζητοῦσι τὴν ἀπόλυσίν των· Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου μέχρι 50.000.000 δραχ. χρυσῶν ἢ συμβάσεων περὶ δανείων εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν»· 2) «περὶ παροχῆς συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου»· 3) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 1.644.500 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως 1912» καὶ 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6)19 Δεκεμβρίου 1912 συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου 40.000.000 φρ. ἢ δραχ. χρυσῶν». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἐρωτᾷ ἂν ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἔφεδρος τοῦ δήμου Πατρέων Βέρροιος Σταῦρος τοῦ Ἰωάννου ἢ μήπως τυγχάνει ἀπεσπασμένος ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ δι’ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ποίαν ὡρισμένως καὶ διὰ τίνος διαταγῆς.
§2Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐζήτησα πληροφορίας.
§3Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ περιμένω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχ ἧττον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις διὰ ποῖον λόγον προβαίνω εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Μοὶ ἐστάλη πρὸ πολλοῦ, κ. Πρόεδρε, ἐφημερίς τις ἐκδιδομένη ἐν Πάτραις μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ἀναγνώσω μέρος αὐτῆς ἀφορῶν τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἔφεδρον. Εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτήν, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ ἡ ὁποία ἐξεδόθη τῇ 31ῃ Ἰανουαρίου, ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Βέρροιον ἰατρὸν καὶ Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἔχω καθῆκον, διότι ἔχω λάβει ἐντολὴν ῥητὴν καὶ παράκλησιν ν’ ἀναγνώσω αὐτήν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν πρωτίστως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δεύτερον ἡ Βουλή. Τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τὴν ἀπευθύνει γέρων δικηγόρος ὀνόματι Κωνσταντῖνος Ψιλόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀτυχίαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ του νὰ προστατεύῃ τὴν χήραν, ἕνα υἱὸν καὶ μίαν κόρην τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ υἱὸς ἐτραυματίσθη ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἀπεκόπη ὁ ἕτερος τῶν ποδῶν του. Αὐτὸς λοιπὸν λέγει πρὸς τὸν κ. Βέρροιον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νομίζω ὅτι ἔχετε ἕνα υἱὸν Σταυράκην κλπ.». Ὁ γράφων, ὡς εἶπον πρότερον, εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὀδύνης, διότι ὁ εἷς ἐκ τῶν ἀνεψιῶν του, τοὺς ὁποίους ἀφῆκεν ὁ ἀδελφός του, ἀπώλεσε τὸν ἕτερον τῶν ποδῶν του, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ δυστυχὴς θεῖος νὰ μεριμνᾷ καὶ δι’ αὐτόν. Προέβην εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό, διὰ νὰ μάθω κατόπιν, ἂν ἆρά γε εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γράφει ὁ γέρων δικηγόρος, ἢ μήπως διασύρεται ἡ ὑπόληψις ἑνὸς ἐπιφανοῦς καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου. Περιμένω λοιπόν, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιμένω, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληροφορηθῶ ἂν ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατεύματι ὁ ἔφεδρος αὐτὸς ἢ ἂν μένει ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ καὶ ἂν ἔχει δικαίωμα, διότι θὰ ἔχῃ συνεπείας, ἢ μήπως συμβαίνει ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ συνεπῶς τοιαύτην ἐμποιεῖ αἴσθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον στείλει τὰ τέκνα των νὰ ὑποστῶσι τὰς κακουχίας καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ.
§5Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, μὴ μὲ διακόπτετε, διότι θὰ εἶχον τελειώσει αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐρωτήματος καὶ συνεπληρώθη τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει ὁ Κανονισμός.
§7Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε ὅτι ἔχω δικαίωμα καὶ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐρώτησίν μου καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ διακόψητε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὤφειλον νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§9Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βουλευτήν, ὅταν ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησίν του.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας, κ. συνάδελφε.
§11Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐξηντλήθησαν οὔτε 3.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθησαν.
§13Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐξηντλήθησαν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούει ἰσχυρῶς τὸν κώδωνα). Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§15Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ὅσον θέλετε, ἀπορῶ δέ, διότι, ἐνῷ τοιαῦται πληροφορίαι δίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν...
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούει ἰσχυρῶς τὸν κώδωνα).
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρεμβῶ, διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω. Νομίζω ὅτι ἦτο καθῆκόν σας νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐρωτήσεώς σας. Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι, ἂν ἐζητεῖτε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν παράτασιν τοῦ χρόνου, ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς εἶχε δώσει, τὸ νὰ ἐπιμένητε ὅμως νὰ ὁμιλήσητε παρὰ τὴν ἄδειαν τοῦ Προέδρου ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀπευθυνομένην καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἄν στέργει νὰ παρατείνῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁρίσατε.
§21Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ὁμιλεῖτε πρὸς ἐμὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι ἐσεβάσθην τὸν Κανονισμὸν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν. Μοὶ ἐφάνη, λέγω, κύριοι Βουλευταί, πολὺ περίεργον τοῦτο. Θὰ τὸ συνδυάσω μὲ ὅ,τι χθὲς εἶπον. Καὶ χθὲς ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρύψω τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον οἰκειοποιεῖται τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπονομάρχου ἀλλαχοῦ· τυγχάνει καὶ αὐτὸς δυστυχῶς ἀδελφὸς Βουλευτοῦ. Εἶναι ὁ κ. Πολυχρονιάδης. Λοιπὸν πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν ὅτι φόρος δίδεται πανταχόθεν ἐξ ἴσου καὶ δὲν δίδονται ἀμοιβαὶ εἰς τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στελλάκης.
§23Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ζητεῖ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι καὶ ποῖοι ἔφεδροι ἀνθυπίατροι ἢ ὑπηρετήσαντες καὶ κατὰ τὸν ἐν ἔτει 1897 πόλεμον ὡς τοιοῦτοι δὲν προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπιάτρου.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω αὔριον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιος, ὅπως ὑποβάλῃ ἀναφορὰν ὑποδίκων Θεσσαλονίκης.
§27Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αἴτησιν τῶν ὑποδίκων Θεσσαλονίκης καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινὸν Διοικητὴν τῆς Μακεδονίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κρατοῦνται ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας ἀκόμη καὶ ἀπωλέσθησαν αἱ δικογραφίαι. Μάλιστα εἶχον ἀναφερθῆ εἰς τὰς ἐκεῖ Ἀρχὰς καὶ εἶχε διατάξει ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος νὰ ἀποφυλακισθῶσιν, ἔχουσι δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν προσφέρει καὶ ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα καὶ εἶναι δίκαιον νὰ διαταχθῇ ἡ ταχεῖα περάτωσις τῶν ἀνακρίσεων, διὰ νὰ μὴ παρατείνηται ἡ κράτησις αὐτῶν.
§28Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς ἰδιότητάς μου θὰ λάβω πρόνοιαν.
§29Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ποιοῦμαι τὴν αὐτὴν σύστασιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἐστάλη καὶ εἰς ἐμέ, θὰ παρεκάλουν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἔργον πάσης Πολιτείας νὰ ἀπονέμηται ταχέως ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὅπως λέγεται, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἀμείψῃ, καὶ ἐν τούτοις ἀντ’ αὐτοῦ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Διὰ τὸν ἐξαιρετικὸν τοῦτον λόγον θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ περατωθῇ ταχέως τὸ πρᾶγμα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Ἀνδρεοπούλου.
§31Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δι’ αὐτῆς καταγγέλλονται πράξεις ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἵστανται ὑψηλά.
§32Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ μοὶ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στελλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς χαρακτηρίζει τὰ ἐλαιοπερίβολα τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ὡς βοσκησίμους γαίας καὶ ὑποβάλλει αὐτὰ εἰς φόρον βοσκῆς.
§34Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλαιοπεριβολίων βεβαίως κακῶς ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς βοσκήσιμοι γαῖαι, διότι ὑπόκεινται εἰς ἐλαιοδεκάτην. Θὰ ἐξετάσω περὶ τίνος πρόκειται καὶ θὰ ἐνεργήσω, ὥστε νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐλαιοπερίβολα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων μερῶν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§36Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς τὸ σύνολον αὐτοῦ, καὶ θὰ ἔλεγέ τις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀλλοίωσις αὐτοῦ, ἐκτὸς ἂν ὑποβάλῃ τις πρότασιν ἀπαραδέκτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καθιεροῦται τρόπον τινὰ ἡ ἀνισότης καὶ διαπνέεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὄχι ἀπὸ πνεῦμα δικαιοσύνης. Καὶ θὰ ἀναγνωρίσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι Κράτος, τοῦ ὁποίου θεμελιώδης βάσις δὲν εἶναι ἡ ἰσότης τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μελῶν, Κράτος τὸ ὁποῖον ἀποδιώκει ἀπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τὴν ἰσότητα, εἶναι Κράτος προνομιούχων καὶ πιεζομένων, Κράτος ἐκμεταλλευτῶν καὶ δυναστευομένων, εἶναι κοινωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ψευδὴς καὶ ἀπατηλή. Ἡ δʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νομοσχεδίου ἄρχεται δι’ ἀντιφάσεως καὶ συγκρούσεως τελείως μὲ τὴν βʹ παράγραφον. Καθιεροῦνται διακρίσεις μεταξὺ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνεγνωρισμένων διὰ τοῦ Συντάγματος, τῶν λεγομένων ἰσοβίων τοιούτων ἢ μονίμων δικαστικῶν. Δὲν γνωρίζω τί περισσότερον δύναται νὰ συνηγορήσῃ, ὅπως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν, ἐννοεῖται τῶν ἀποδοχῶν τῆς μισθοδοσίας, ἀπὸ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ εἶναι μόνιμοι ὡς ὑπηρετήσαντες ἄνω τῶν 10 ἐτῶν, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ Κυβερνήσεως Ῥάλλη ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ καὶ δι’ αὐτοὺς τὸ μόνιμον ἐφ’ ὅσον εἶχον ὑπηρετήσει ἐπὶ μίαν δεκαετίαν.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δεκαπενταετίαν.
§38Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔστω· πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ὑπηρεσίαν 20 καὶ 25 ἐτῶν. Διὰ τοῦ προκειμένου λοιπὸν νομοσχεδίου καθιεροῦται ἀνισότης, καὶ γνωρίζει ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁποίαν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐπὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ ὁ ὁποῖος ἀδικεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἔλεγον καί τι περισσότερον, τὸ ὁποῖον ἴσως ἤθελε προξενήσει εἰς τὴν Βουλὴν ποιάν τινα, ἂν ὄχι δυσφορίαν, πάντως ἔκπληξιν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον συγκρούεται καὶ συνταγματικῶς. Θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1897 διάφοροι δικαστικοὶ κληθέντες ὑπὸ τὰ ὅπλα δὲν ἔλαβον τὸν μισθὸν ἐκεῖνον, λαβόντες τὸ ἥμισυ ἢ λαβόντες ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, κατόπιν δ’ ἤγειραν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, καί, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐχρησίμευσεν ὡς δικηγόρος καὶ ἀπεδόθη ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἀκέραιον ἡ μισθοδοσία εἰς τοὺς δικαστικούς. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἤδη οἱ δικαστικοὶ ἰσόβιοι, διότι οὕτω ἐχαρακτηρίσθησαν, νὰ λαμβάνωσιν ὀλιγώτερα τοῦ μισθοῦ. Διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἥτις ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἂν καὶ προσετρίβησαν αἱ ἄλλαι ἐξουσίαι, αὐτὴ ἔμεινεν ἄτριπτος παρ’ ὅλην τὴν πάλην, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας οἱ δικαστικοὶ ἐξεσφενδονίζοντο εἰς διάφορα μέρη, ἵνα ὑπακούωσιν εἰς τὰ νεύματα τῆς πολιτικῆς παντοδυναμίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ γεννηθῶσιν ἐν καιρῷ ζητήματα τοιαῦτα, ὥστε καὶ τὸ Κράτος νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας διὰ δικαστικοὺς ἀγῶνας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀληθεῖς, δικαστὴς καὶ στρατιώτης ἤδη ὁ κ. Ἀλιφέρης δὲν λαμβάνει τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ, τὸ ὁποῖον τῷ καθιέρου ὁ προγενέστερος νόμος, καὶ ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἔχει δὲ ὑποβάλει καὶ αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς ζητεῖ ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν του. Σημειωτέον δὲ ὅτι μεταξὺ τῶν κληθέντων, ὡς λέγει ὁ δικαστικὸς κόσμος, οἱ πλειότερον ἀδικούμενοι εἶναι οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ πρόεδροι, διότι ἔχουσι κληθῆ δύο πρόεδροι καὶ εἷς ἐφέτης, ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ δὲ ἢ ὑπολοχαγοὶ λαμβάνουσιν 180 δραχμάς, ἐνῷ ὡς δικασταὶ δικαιοῦνται εἰς 400 δραχμάς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως θὰ ἔλεγον τῷ κ. Ὑπουργῷ ὅτι ἔργον δικαιοσύνης εἶναι νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως οἱ δικασταὶ οἱ κληθέντες ὑπὸ τὰ ὅπλα εἴτε ὡς στρατιῶται εἴτε ὡς ἀξιωματικοὶ τύχωσι τοὐλάχιστον ἴσου εὐεργετήματος πρὸς τοὺς δικαστικοὺς τοὺς εὑρισκομένους ἐκτὸς τῆς στρατευσίμου ὑπηρεσίας, εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα, διότι θὰ εἶναι λυπηρὸν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν μισθὸν τῶν στρατευσίμων δικαστικῶν, ὅτε οἱ μὴ στρατεύσιμοι λαμβάνουσιν ὁλόκληρον τὸν μισθόν. Ἄλλωστε δὲν ἀγνοεῖ τις ὅτι αὐτοὶ οἱ δικαστικοὶ φεύγοντες ἀπὸ τὰς ἕδρας των ἔχουσιν ἐνοικιάσει οἰκίας, δὲν δύνανται δὲ ὡς ἀλῆται νὰ μεταφέρωσι τὰ πράγματά των. Λογικὸν λοιπὸν εἶναι, ἐὰν μὴ αὐξηθῇ δι’ αὐτοὺς ὁ μισθός, νὰ λαμβάνωσιν ὅμως καὶ αὐτοὶ ὅσον οἱ λοιποὶ δικασταί. Διὰ ταῦτα νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, οὗτινος ἡ εὐθύτης καὶ ἡ ἀντίληψις εἶναι πραγματικῶς ἄξιαι τιμῆς, θὰ διακρίνῃ ὅτι παρατηρεῖται ἀνισότης καὶ ἀδικία καὶ θὰ ἄρῃ ταύτην.
§39Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπανάληψις ὁμοίας διατάξεως τοῦ νόμου ͵ΔΡΘʹ συμπληρωθείσης μόνον κατ’ ἄλλα τινὰ σημεῖα καὶ ὄχι κατὰ τὸ συζητούμενον νῦν μέρος. Ἑπομένως, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἠθέλομεν ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ συνόλου, θὰ ἔμενεν ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις, ἣν ἀποκρούει. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν καθιεροῖ ἀνισότητα οὔτε προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπὸ τὸ προγενέστερον Σύνταγμα εἶχεν ὑποστηριχθῆ ὅτι ἐν τῇ ἰσοβιότητι ἔγκειται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ἀπόσχῃ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀλλὰ τὸ νέον Σύνταγμα, ἐνῷ ἐξ ἑνὸς ἀφωμοίωσε τοὺς μονίμους καὶ ἰσοβίους ὑπαλλήλους, ἔχει διατάξεις αἰρούσας πᾶσαν ἀμφιβολίαν, διότι ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ ὁρίζει ὅτι πᾶς Ἕλλην δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα συντελεῖ εἰς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκάλεσε προτέραν διαταγήν, δι’ ἧς ἀπηλλάσσοντο οἱ δικασταί, οἱ κληθέντες δὲ τοιοῦτοι φιλοτίμως προσῆλθον, ἵνα ὑπηρετήσωσιν, ἐκφράσαντες μάλιστα καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διότι ἐδόθη αὐτοῖς ἡ τιμὴ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα· ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἄρα ταύτης τῆς ἰσοβιότητος ἡ διάταξις δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἀλλὰ καὶ ἀναγράφον τὸ Σύνταγμα τὴν ἰσοβιότητα δὲν ὁρίζει καὶ τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν, ἐν τῇ διακρίσει δὲ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπόκειται νὰ ἀπονείμῃ εἰς τοὺς δικαστὰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ καὶ μικρότερον μισθὸν τοῦ λαμβανομένου ὑπὸ τῶν ἄλλων δικαστῶν, ὡς πράττει καὶ ἐπὶ δικαστῶν ἐν ἀδείᾳ. Ἐπειδὴ δὲ ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ δίδηται τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὸ ὡρισμένας περιστάσεις, εὔλογον ἐκρίθη, ἵνα τὸ μέτρον τοῦτο τηρηθῇ γενικῶς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἔχοντας καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς ἰσοβιότητος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθέτου μισθοδοσίας ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως».
§41Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατά τινα προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέμενον, ἵνα γίνῃ δεκτὴ τροπολογία τις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἱκανοποιοῦσα ὁπωσδήποτε τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρηγκωνίσθησαν διὰ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται νῦν ἡ κύρωσις. Ἀλλὰ μετὰ λύπης μου παρετήρησα ὅτι οὐδεμία τοιαύτη τροπολογία ἐγένετο. Καὶ ὅμως πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον καθίσταται τόσῳ μᾶλλον αἰσθητόν, ὅσῳ παρατηρεῖται ἀνισότης ὄχι μόνον μεταξὺ ἐφέδρων καὶ μονίμων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ ἀξιωματικῶν καθόλου καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀπεστάλησαν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας μὲ βαρυτίμους μισθοὺς καὶ ἐπιχορηγήσεις, ἐνῷ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των εἰς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν, δὲν δίδεται ἡ προσήκουσα ἀμοιβή. Καὶ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ δωρεᾶς, ὡς ἐνόμισάν τινες, ἀλλὰ περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κέκτηνται οἱ ἀξιωματικοί, ἂν δὲ τὸ Κράτος ἀρνηθῇ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ προσγενόμενον εἰς αὐτοὺς ἀδίκημα, θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ ἴσως νὰ προσφύγωσιν εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποβῶσιν εἰς ζημίαν αὐτοῦ. Ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ κανονισμὸν τῆς ἐν ἐκστρατείᾳ ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 219 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Αἱ λεῖαι αἱ ἐκτελεσθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἐπιδρομέων ἀνήκουσιν αὐτοῖς, ὅταν γνωσθῇ ὅτι αὗται σύγκεινται μόνον ἐκ πραγμάτων κυριευθέντων ἀπὸ τὸν ἐχθρόν· ἐκτιμῶνται δὲ καὶ πωλοῦνται τῇ φροντίδι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου καὶ τῇ τοῦ ἐπιμελητοῦ ἢ ἐπιτηρητοῦ εἰς τὸ στρατηγεῖον, ὅπερ διέταξε τὴν ἐπιδρομήν. Ἕκαστος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἔχει πέντε μέρη, οἱ λοχαγοὶ τέσσαρα, οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ τρία, οἱ ὑπαξιωματικοὶ δύο, καὶ οἱ δεκανεῖς καὶ στρατιῶται ἓν κλπ.». Καθ’ ὃν χρόνον ὁ στρατὸς ἐκυρίευσε λάφυρα πολέμου ἀξίας δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν ἀνάλογον μερίδα καὶ οἱ ἀξιωματικοί, τὸ Κράτος ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ ἣν ἐξήνεγκεν ἅπαξ γνώμην περὶ μὴ ἐκπληρώσεως μιᾶς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, ἀντέταξεν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, εἰπὼν ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἄλλας ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ μεριμνῶν περὶ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου τῶν καταστάντων ἀναπήρων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν τῶν πεσόντων ὑπὲρ πατρίδος. Καὶ τίς ἀρνεῖται τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην; Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀθετήσητε ἄλλας ὑποχρεώσεις, νὰ καταπατήσητε κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἐπιζώντων, διὰ νὰ ἐκπληρώσητε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ὑποχρέωσιν. Ἐὰν δὲν πράξῃ οὕτω, βεβαίως θὰ μεταμεληθῇ αὐτό, καὶ θὰ μεταμεληθῇ πικρῶς. Διότι πλανᾶται ὅστις νομίζει ὅτι ὁ πόλεμος ἔληξεν ἤδη. Ἐγὼ τοὐλάχιστον πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀρχίσῃ ἀγὼν περὶ τῶν ὅλων, ἀγὼν περὶ ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθέτου μισθοδοσίας ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐν ἐκστρατείᾳ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας ἀποζημιώσεως καὶ μηνιαίας ἐπιχορηγήσεως δι’ ἔξοδα παραστάσεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς κλπ. τοῦ Π. Ναυτικοῦ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν αἰτίᾳ πολέμου προβιβασμῶν καὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πληρωμάτων τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΚϚʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1907 περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 6 «περὶ προβιβασμοῦ ὑπολοχαγῶν εἰς λοχαγοὺς κλπ.».
§43Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ χθές, κ. Πρόεδρε, ἀνεβλήθη τοῦτο ἐπὶ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ σήμερον μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καθὼς καὶ τὸ 7ον περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν κλπ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΟΖʹ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας ζωῆς καὶ προνοίας «Ἀμοιβαίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἔχουσα οὕτω: αʹ) Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐν τέλει προστίθεται: «Διὰ τὴν τοιαύτην διανομὴν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ συνεταιρισμῷ ἀρχικοὶ μέτοχοι ἢ οἱ καθολικοὶ διάδοχοι αὐτῶν, οὐχὶ δὲ οἱ ἐξ ἐκχωρήσεως ἢ ἀνανεώσεως εἰδικοὶ διάδοχοι τῶν ἀρχικῶν μετόχων, οἵτινες δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ ͵ΓΩΟΖʹ νόμου ὅρον «δικαιοῦχοι». βʹ) Πρὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου προστίθεται τὸ ἑξῆς ἄρθρον ἀριθμούμενον ὡς 3. Εἰς τὸ ἄρθρον 15, ἐδάφιον γʹ, προστίθεται παράγραφος ὡς ἀκολούθως: «Ἀλλ’ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς κατασχέσεως δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ ποσά, ἅτινα δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσιν ὡς μέτοχοι πρόσωπα διατελέσαντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑταιρείας «Ἀμοιβαίας» ὡς πράκτορες αὐτῆς». γʹ) Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀριθμεῖται ὡς 4. δʹ) Προστίθεται ἄρθρον 5 ἔχον ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὴν τελικὴν διανομὴν τοῦ προϊόντος τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐπιτρέπεται νὰ παρακρατηθῇ ἐκ τοῦ ἐγγυητικοῦ κεφαλαίου ποσὸν ἴσον πρὸς 1% τοῦ διανεμητέου κεφαλαίου τῶν μετόχων, ὅπως διανεμηθῇ τὸ μὲν ἥμισυ μεταξὺ τῶν κατὰ τὸν ͵ΓΩΟΖʹ νόμον ἐκκαθαριστῶν αὐτῆς, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ὑπὸ τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὴν ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Δεκεμβρίου 1911 συγκροτηθεῖσαν Συνέλευσιν αὐτῶν ἐκλεγείσης πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–8). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 9ον, κύριε Πρόεδρε, «περὶ τῆς Ἀβερωφείου Σχολῆς» παρακαλῶ, νὰ ἀναβληθῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Δικαστηρίου λειῶν» μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι θὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, ὁπότε θὰ ἔχῃ αὕτη τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου μέχρι 50,000,000 δραχμῶν χρυσῶν ἢ συμβάσεων περὶ δανείων εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 12 καὶ 13 νομοσχέδια δὲν ἔχουσιν ἔκθεσιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 1,644,500 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως 1912». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6]19 Δεκεμβρίου 1912 συμβάσεως περὶ προσωρινοῦ δανείου 40,000,000 φράγκων ἢ δραχμῶν χρυσῶν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§49Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως βεβαίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Τὸ Κράτος εὑρισκόμενον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δικαιοῦται ν’ ἀποκτήσῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων μέσα ἀντὶ οἱασδήποτε δαπάνης, ἀντὶ οἱουδήποτε ποσοῦ, ἀντὶ οἱασδήποτε θυσίας. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ γνωσθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, νὰ γνωσθῶσι ποῖαι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ Κράτος τὸ καλούμενον ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὑπηρεσίαι τῆς ὁποίας διεσαλπίσθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ πιστευθῇ, συντρέχοντος πρὸς τούτοις τοῦ ἡμερησίου Τύπου, νὰ πιστευθῇ, λέγω, ὅτι χάρις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χάρις εἰς τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀπεκτήσαμεν τὰ ἀπαιτούμενα ὑλικὰ μέσα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν πολεμικῶν μας ἐπιχειρήσεων. Ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συνήφθη τὸ δάνειον; Ὁ κόσμος δὲν ἐγνώρισε τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν παρεστάθη αὕτη εἰς αὐτόν, καὶ ἐπιστεύθη ὅτι συνήφθη τὸ δάνειον ἐπὶ τόκῳ 6% καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα, εἶπον, ὅτι ἄλλα Κράτη οἰκονομικῶς ἰσχυρότερα συνῆψαν κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας δάνειον μὲ ὅρους πολὺ χειροτέρους, ἀφήνω δὲ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ἀληθές, διότι καὶ ἡ Βουλγαρία ἐκαυχήθη ὅτι συνῆψε δάνειον ἐπὶ τόκῳ μόνον πρὸς 5%, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, συνήφθη μὲ τόκον ἀνώτερον τῶν 7%, ὅπως θέλω ἀργότερον δείξει. Ἀλλ’ ἐσχάτως ἀκόμη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις συνῆψε δάνειον μόνον πρὸς 4½%, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς ἐν Εὐρώπῃ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ σύναψις δανείου μὲ ὅρους τόσον βαρεῖς, ὑφ’ οὓς εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνήφθη τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον.
§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δάνειον· εἶναι προκαταβολὴ δανείου.
§51Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δάνειον μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ δανείου. Συνήφθη δάνειον 40,000,000, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἥμισυ συμμετέσχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τὸ δάνειον εἶναι πληρωτέον μετὰ 7 μῆνας ἢ μετὰ 13 μῆνας, ἤτοι τὸ βραδύτερον τῇ 31 Ἰανουαρίου 1914. Ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως εἶναι 6%, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ½% προμήθεια. Ἐὰν γίνῃ ἡ ἐξόφλησις μετὰ 7 μῆνας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ὡς δικαιοῦται, ἀνανεώσῃ τὸ δάνειον τοῦτο δι’ ἑτέρους 6 μῆνας, ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν καὶ πάλιν τόκου 6% ἢ τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως τῆς Γερμανικῆς Τραπέζης, τόκου τῆς προεξοφλήσεως, ὁ ὁποῖος γνωρίζομεν ὅτι ὑπερέβη καὶ τὸ 7%, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι κατώτερος τῶν 6% μὲ πρόσθετον προμήθειαν ½%. Μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, θὰ ὑποβληθῇ εἰς πληρωμὴν 6% τόκου προκαταβολικῶς διατιθεμένου εἰς προμήθειαν 1%, ἤτοι ½% διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν καὶ ἑτέρου ½% διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν, ὥστε μὲ τὴν προκαταβολὴν τοῦ τόκου ὁ τόκος δὲν εἶναι 6, ἀλλ’ εἶναι 7,35%, τόκος τοκογλυφικός, τόκος ἑβραϊκώτατος. Εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι τοῦ δανείου φοβεροί, οἱ ἄλλοι ὅροι τῆς συμβάσεως καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἐθνικὰς πράξεις ἀναγινώσκομεν τοιαῦτα ἐγκώμια πρὸς τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα καὶ πρὸς τὸν διοικητὴν αὐτῆς! Καὶ ἀναγινώσκομεν εἰς μίαν ἐφημερίδα ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἦτο δικαία καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ ἔνθερμος ὑποδοχή, ἣν ἔκαμον χθὲς πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κλπ.». Εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὠθήσασα τὸ ἔθνος εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμήν· καὶ εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία μὲ θυσίαν, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς προκαταβολὰς καὶ τὰς προεξοφλήσεις εἰς τὸ κοινόν, κατώρθωσε νὰ ἐφοδιάσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ὅπως διεξαχθῇ ὁ πόλεμος! Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀσφαλίσασα τοὐλάχιστον τὸν ὅρον ὅτι τὸ δάνειον εἶναι βραχυπρόθεσμον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν τοκογλυφικὸν αὐτὸν τόκον μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος, διότι ὑπάρχει ἐλπὶς μετὰ παρέλευσιν αὐτοῦ νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ὀνύχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὸ μέγεθος τῆς βαρύτητος τῶν ὅρων θὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως ἡ Βουλή, ὅταν γνωσθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι τῆς συμβάσεως, καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι εἶναι ὅτι τὸ δάνειον ἐγγυᾶται διὰ καταβολῆς τῶν 80,000 μετοχῶν τῶν ὑπολειπομένων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, τὸ ὁποῖον συνήφθη εἰς τὰ 84½, μεῖον λόγῳ προμηθείας 2½%. Ὁμάδες τῶν δανειστῶν τῶν 150 ἑκατομμυρίων δικαιοῦνται κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ χορηγήσωσι τὰ ὑπόλοιπα 40,000,000, ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν. Προστίθεται ὅρος, ὅπως εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε παραιτηθῆ τοῦ ὅρου τούτου ἡ ὁμὰς αὐτὴ τῶν δανειστῶν, οἱ νέοι δανεισταὶ καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἵνα οἱ δανεισταὶ παράσχωσι τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς 75 καὶ οὐχὶ 84½, μεῖον 2½% λόγῳ προμηθείας. Ἀλλά, καὶ ἂν ἀκόμη ἀδυνατῇ νὰ πληρώσῃ τὰς συναλλαγματικὰς ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὡς γνωστόν, τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 ἐδόθη ὑπὸ τύπον συναλλαγματικῶν ἐξοφλητέων μετὰ 6 μῆνας ἐνώπιον τῶν Τραπεζῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνέλαβον τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἠδυνάτει νὰ ἐξοφλήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον τῶν συναλλαγματικῶν, θὰ ἐδικαιοῦτο εἰς δάνειον 45,000,000 μὲ προμήθειαν 5% καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξοφλήσῃ τοῦτο ἐν ἔτει 1918. Καὶ δὲν ἤρκεσαν αἱ δύο αὐταὶ ἐγγυήσεις, ἀλλὰ προσετέθη καὶ τρίτη βαρυτάτη ἐγγύησις· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ δικαιῶται νὰ κρατῇ τὸ πλεονάζον ποσὸν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων πρὸς τὸν Διεθνῆ Οἰκονομικὸν Ἔλεγχον. Ἐπειδὴ δέ, ὡς γνωρίζετε, οὐχὶ μόνον τὰ μονοπώλια ἀλλὰ καὶ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ὑπέγγυον εἰς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον, καὶ τὸ προϊὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀνέρχεται δὲ τὸ πλεόνασμα ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὸ πλεόνασμα τὸ καθαρόν, εἰς πολὺ μέγα ποσόν. Ἡ ἐγγύησις αὕτη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ ὑπὲρ τὸ δέον τὸν δανειστήν, εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον δὲν θὰ εἶναι οὔτε ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος. Καὶ ὅμως μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τὸ δάνειον συνωμολογήθη μὲ τόκον 7,35%. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συμμετασχοῦσα εἰς τὸ ½ τοῦ δανείου ἐφρόντισε νὰ καθορίσῃ τοὺς ὅρους ὅσον τὸ δυνατὸν βαρυτέρους διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐπωφελεῖς διὰ τοὺς δανειστὰς καὶ κατώρθωσε τοῦτο, κατορθώσασα ὅμως τοῦτο ἐνήργησεν οὐχὶ ὡς Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὡς μία κερδοσκοπικὴ ἑταιρεία λησμονήσασα τὴν ἰδιότητά της καὶ τὸν προορισμόν της καὶ σκεφθεῖσα ὅτι ἕνα ἔχει προορισμόν, κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων ὡς τοιούτων καὶ οὐχὶ ὡς μετόχων μιᾶς Τραπέζης, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει παράσχει τόσα προνόμια, ὥστε τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων νὰ ἐξυπηρετῶνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ μετοχαὶ νὰ ἔχωσι φθάσει εἰς τὸ πενταπλοῦν τῆς ἀρχικῆς αὐτῶν ἀξίας, ἀνεξαρτήτως τῶν γενναίων μερισμάτων, τὰ ὁποῖα δίδονται κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἀποσπᾷ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἠδύνατο εἷς τοκογλύφος κερδοσκόπος ν’ ἀποσπάσῃ, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅπως ἀποπλανήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διασαλπίζει ὅτι ἐνήργησεν ἑλληνικώτατα, ἐθνικώτατα, διασαλπίζει ὅτι χάρις εἰς τὰς προσπαθείας της τὸ συνάλλαγμα παρέμεινεν ὑπὸ τὸ ἄρτιον, ὡς νὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν τὸ συνάλλαγμα ν’ ἀνέλθῃ ὑπὲρ τὸ ἄρτιον, ἀφοῦ, ὡς εἶναι γνωστόν, μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τόσου χρυσοῦ ἐξ Ἀμερικῆς εἶναι ἀδύνατον τὸ χαρτονόμισμα νὰ κατέλθῃ κάτω τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, ἀφοῦ ἀπὸ ἀρκετῶν ἤδη ἐτῶν εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄρτιον. Ἀλλ’ ἀκόμη διασαλπίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅτι εἰς τὴν θυσίαν αὐτὴν ὑπεβλήθη, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ εἶναι εὐεργετικὴ εἰς τὸ κοινόν, χωρὶς ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς ν’ ἀφαιρέσῃ τὰς προεξοφλήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρέχει χάριν τῆς εὐκολίας τοῦ ἐμπορίου. Καὶ εἶναι εὐκολία τοῦ ἐμπορίου σήμερον τόκος προεξοφλήσεως πρὸς 7 καὶ 8% καθ’ ὃν χρόνον ὁ τόκος τῶν καταθέσεων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι ἀπὸ 2 ἕως 4%; Καθ’ ὃν χρόνον ἀπὸ τοῦ κοινοῦ διὰ τῶν καταθέσεων λαμβάνει χρῆμα ὅσον θέλει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀντὶ τόκου 2 ἕως 4% καὶ καθ’ ὃν χρόνον παρέχει τόκον τοιοῦτον εἰς τὰς καταθέσεις λαμβάνει τόκον διὰ τῶν προεξοφλήσεων 7 καὶ 8%, καὶ τοῦτον προκαταβολικῶς; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ὅτι λαμβάνει τόκον τοιοῦτον, ἀλλ’ ἐσκέφθη νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸ δάνειον διὰ ποσὸν 20 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 7 καὶ 35%, καθ’ ὃν χρόνον ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὅσον ἤθελε χρῆμα ἀπὸ τοῦ κοινοῦ, ἀναβιβάζουσα τὸν τόκον τῶν καταθέσεων κατὰ ½%. Διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι πάντες ὅσοι ἔχουσι καταθέσεις εἰς διάφορα πιστωτικὰ ἱδρύματα θὰ ἔσπευδον νὰ καταθέσωσι τὸ χρῆμά των εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὸ ½% ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ 2½% κατὰ μέσον ὅρον, τὸ ὁποῖον πληρώνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἰσπράττει ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς ἀπὸ τὸ Δημόσιον τόκον 7½%, τόκον τὸν ὁποῖον θὰ ἐντρέπετο ἴσως εἷς ξένος, εἷς τοκογλύφος νὰ εἰσπράξῃ. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον οὕτω φέρεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ πράττῃ, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νέμεται τὰ προνόμια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐχορήγησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι οὐκ ὀλίγα. Ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 60 ἑκατομμυρίων χαρτονομίσματος, ἐκ τοῦ ὁποίου, ἂν ὑπολογίσωμεν τόκον πρὸς 6%, ἔχει κέρδος 3.600.000 κατ’ ἔτος καὶ τὸ κέρδος τοῦτο ἐξηγόρασε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ λαχειοφόρα δάνεια καὶ ἔκαμε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐκδοῦσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μὲ ὅρους δυσμενεστάτους διὰ τὸ κοινὸν δάνειον 30.000.000, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν ἐκαλύφθη ἐξ ὁλοκλήρου, διότι εὑρέθη φωνὴ νὰ καταστήσῃ γνωστοὺς τοὺς ὅρους τοὺς λῃστρικοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν τὰ λαχειοφόρα ταῦτα δάνεια δικαιοῦται νὰ ἀναβιβάσῃ ταῦτα εἰς τὸ πενταπλοῦν τοῦ κεφαλαίου της, δηλαδὴ δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ δάνειον λαχειοφόρον μέχρις 160 ἑκατομμυρίων πληρώνουσα τόκον 2½% καὶ δὴ λαμβάνουσα ποσὸν ἐπὶ πλέον ἴσως 3% καὶ νὰ κερδίζῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ 3 καὶ 7 ἢ 8%, μὲ τὸ ὁποῖον δανείζει εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινόν. Καὶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις δὲν μετέχει εἰς τὸ χαρτονόμισμα δὲν μετέχει οὐδὲ κατὰ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ λαχειοφόρα δάνεια. Παρεσχέθη δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ νόμου ἕτερον προνόμιον τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἀντὶ χρυσοῦ, ὥστε νὰ δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀντὶ 100 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔχει καταθέσει εἰς ξένας Τραπέζας, νὰ πορίζηται κέρδος 2½%, χωρὶς οὐδ’ εἰς τὸ κέρδος τοῦτο νὰ μετέχῃ οὐδὲ κατὰ λεπτὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὁ πόλεμος, κύριοι Βουλευταί, ἔφερε ζημίας εἰς ὅλας τὰς τάξεις· τοῦ πολέμου αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι αἰσθηταὶ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν πρὸ πάντων εἰς τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἠλαττώθη· καὶ αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι αἰσθηταί, ὅταν πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τούτων ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιβάλῃ καὶ νέους φόρους. Ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ὅλαι αὐταὶ αἱ λαϊκαὶ τάξεις ἢ καὶ πᾶσαι αἱ τάξεις θέλουσιν ὑποστῆ τὰς συνεπείας τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐπιχειρήσεως, τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν, ἓν μόνον ἵδρυμα, ἡ λεγομένη Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὐ μόνον δὲν θὰ ὑποστῇ ζημίαν, ἀλλ’ ἤδη νέμεται ἓν κέρδος ἐκδόσεως ἐντελῶς ἀπροσδόκητον. Κατὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐτιμῶντο δραχμῶν 4250 καὶ μετ’ ὀλίγον 4400, ἵνα σήμερον ἀνέλθωσιν εἰς 4600 κατόπιν τοῦ δανείου, διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ ὁποίου ζητεῖ ἐπαίνους καὶ εὐγνωμοσύνην ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διὰ τῆς αὐξήσεως δὲ ταύτης ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προσεπορίσατο κέρδη διὰ τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν της 9.000.000, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲ λεπτὸν παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως διὰ φόρου τινὸς λάβῃ καὶ παρὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου ποσόν τι ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παράσχῃ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς τῶν δακρύων κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, ὅτι μεταξὺ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων ἔχυσαν τὸ αἷμά των καὶ δύο ἢ τρεῖς ὑπάλληλοι αὐτῆς, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπερίμενεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ αἷμα τῶν ὑπαλλήλων της, ἀλλὰ τὴν δύναμιν τοῦ χρήματός της. Ὡσεὶ δὲ νὰ μὴ ἤρκουν τὰ κέρδη ταῦτα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διεσάλπιζεν ὅτι πρὸς ἐθνικὸν σκοπὸν ἀπέστειλεν εἰς τὰς κατακτηθείσας χώρας ὑπαλλήλους της, ὅπως ἱδρύσωσι νέα καταστήματα καὶ ὅπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ κέρδη της αὐξήσωσι, διότι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα χαίρει ἐπὶ Κράτους κατεχομένου σήμερον, ἐπὶ πληθυσμοῦ 3.000.000, θὰ ἐπεκταθῶσιν ἐπὶ πληθυσμοῦ πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀκόμη. Ἀλλὰ τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ ἐκ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐγνώσθησάν ποτε, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ ταῦτα νομίζουσα ὅτι δύναται ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς νὰ ἀντλήσῃ χρήματα ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα εἶναι ἐλευθέρα νὰ προβαίνῃ εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν, καί, ἂν ἡ Πολιτεία ἔχει ἕνα ἀντιπρόσωπόν της, τὸν Βασιλικὸν ἐπίτροπον, οὗτος χρησιμεύει μόνον, ὅπως καλύπτῃ τὰς ἀνομίας της, ὅπως δῆθεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας ἐνεργῇ, ἐνῷ πράγματι οὐδεὶς ἔλεγχος τῆς Πολιτείας ἐνηργήθη, καθόσον ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας οὐδὲν ἄλλο πράττει εἰμὴ μόνον νὰ κερδίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα τῷ παρέχει, χωρὶς οὔτε τὸ καταστατικὸν νὰ ἐπιτρέπῃ τοῦτο οὔτε ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος εἶναι διωρισμένος παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον καθ’ ἣν στιγμὴν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ μίαν σύμβασιν τόσον ἐπικερδῆ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐνόμισα ὅτι ἤθελον προσφέρει ὑπηρεσίαν, ἂν ἔλεγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅπως γνωσθῇ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὡς τέκνον ἀχάριστον ἀπέναντι τῆς μητρός. Βεβαίως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις εἶναι δεδικαιολογημένη ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐξεύρῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται, ἀλλὰ τοῦτο ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται πάντοτε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θεωρεῖται οὕτως ὁ προστάτης, ὁ ἔφορος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ συμβαίνῃ τὸ ἐναντίον, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἶναι σχεδὸν ὑποτελὴς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τοιαύτη ἐξουσία καὶ τοιαῦται ὑπηρεσίαι πληρώνονται πολὺ ἀκριβά, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὸ συναφθὲν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου, τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δανείζουσα μὲ τόκον 7½% καὶ δίδουσα εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν 2½% κερδίζει τὴν διαφορὰν τῶν 5%. Δὲν γνωρίζω ἄν ποτε ἐβιάσθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅπως μὲ καλλιτέρους ὅρους παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο, δύναται κάλλιστα νὰ γίνῃ, νὰ ἀπειληθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅτι ἡ σύμβασίς της θέλει καταγγελθῆ καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συμβῇ τοῦτο τώρα, ὅτε τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος εὐρύνονται, ὅτε τὰ προνόμια τὰ μεγάλα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλουσιν ἐξασφαλίσει εἰς αὐτὴν ἐκτὸς τῶν κερδῶν τῶν μέχρι τοῦδε μεγαλείτερα ἀκόμη κέρδη. Ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὴν ἄδειαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν σύναψιν καὶ ἑτέρου δανείου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἄλλως ἡ Βουλή. Ὁποιονδήποτε ποσὸν ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ οἱουσδήποτε ὅρους, διότι κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς στιγμὰς δὲν δύναται νὰ γίνεται λόγος περὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῶν ὅρων, ἐὰν θὰ εἶναι βαρεῖς ἢ ὄχι. Ὅταν ὅμως τὴν σύναψιν τοῦ δανείου ἀναλαμβάνῃ καὶ ἐκτελῇ ἓν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ φέρῃ τὸν τίτλον τοῦ ἐθνικοῦ, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὑποκύπτουσα εἰς τὴν ἀνάγκην δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἔγκρισιν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ ἀποκαλέσῃ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀντὶ ἐθνικοῦ ἀντεθνικόν.
§52Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ζητήσας τὸν λόγον, ὅπως ἐπικρίνῃ τοὺς ὅρους τοῦ συναφθέντος δανείου, εὗρεν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπιτεθῇ λαύρως ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερεν ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην κρίσιμον περίοδον τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἀποτιμηθῶσιν εἰς χρήματα· εἶναι ὑπηρεσίαι, χάρις εἰς τὰς ὁποίας κατὰ μέγα μέρος ἐπέτυχεν ἡ Ἑλλὰς θέσιν οἵαν δὲν θὰ ἠδύνατο ἴσως ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς μόνον δυνάμεων νὰ ἐπιτύχῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶπεν, ὅτι τὸ συναφθὲν τοῦτο δάνειον ὑπῆρξε δάνειον τοκογλυφικόν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἴχομεν δάνειον σταθερὸν καὶ πάγιον, ἀλλὰ προσωρινὸν δάνειον, ὅτι δὲ μόνον εἰς προσωρινὸν δάνειον ἠδυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀποβλέπωμεν, καὶ διότι εὑρισκόμεθα ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει καὶ διότι ἠθέλομεν νὰ στηριζώμεθα μόνον εἰς τὰς ἰδίας μας δυνάμεις, καὶ διότι οὐδενὸς τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν ἐπεκαλέσθημεν. Καὶ ἀξιοῦμεν ὅτι ἡ σύναψις τοῦ δανείου καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συνήφθη τοῦτο, ἀποτελεῖ ἐπιτυχίαν σημαντικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πρώτοις εἶναι ἐπιτυχία, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον χρόνον καὶ ἐκ τῆς ἀφορμῆς τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐπιπλοκῶν τῶν διαφόρων, αἵτινες ὑπῆρξαν ἀπότοκοι τούτου, ἐγένοντο εἰς τὰς μεγάλας ἀγορὰς τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ἐκδόσεις ἢ ἀπόπειραι ἐκδόσεων πολλῶν δανείων. Οὐδὲν δάνειον ἔχει τόκον καὶ προμήθειαν μικροτέραν τοῦ ἰδικοῦ μας, τὸ ἰδικόν μας δὲ ἔχει ἴσως κάτι τι περισσότερον τῶν ἄλλων, διότι οὐδὲν ἔχει ἐξ ἐκείνων τῶν ἀορίστων παρακολουθημάτων, τὰ ὁποῖα διέκρινον ἄλλοτε τὰ περισσότερα τῶν δανείων. Οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῆς ἱστορίας τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων γνωρίζουσι κάλλιστα ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐσκότιζε τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δανείων πρὸ πάντων καὶ ἐπεβάρυνεν αὐτούς, δὲν ἦτο κυρίως ὁ τόκος ἢ ἡ προμήθεια ἢ τὰ κυρίως ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἦσαν ἄλλα διάφορα ἀόριστα σημεῖα περὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐξώγκουν τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῶν, προσπορίζοντα ποικίλα ὀφέλη εἰς τοὺς ἀναλαμβάνοντας αὐτὰ καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν ἦτο γνωστὸν ποῖον ἦτο τὸ καθαρὸν πραγματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον περιήρχετο εἰς τὸ Κράτος. Τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη σήμερον ἐν καιρῷ πολέμου, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἦτο δυνατόν, δὲν ἦτο ἐπιτρεπτὸν ὑπὸ τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων νὰ συνομολογηθῇ δάνειον πάγιον, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐκ τῶν ἐν ταῖς χώραις τῶν ὁποίων γίνεται συνήθως ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων θὰ ἐδέχετο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν δημοσίαν ἔκδοσιν τοιούτων δανείων καὶ τὴν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις σήμερον διαπραγμάτευσιν αὐτῶν λόγῳ τῆς οὐδετερότητος, ἣν ἀπολύτως ἐσέβοντο. Εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς περίοδον χρηματιστικήν, ἡ ὁποία ἀποφεύγει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀκινητοποίησιν τῶν κεφαλαίων. Ζητεῖται παρ’ ὅλων τῶν τραπεζικῶν κύκλων, ἀλλ’ ἐμμέσως καὶ ὑπὸ τῶν ἐπισήμων κύκλων, ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν διατήρησις ῥευστοῦ χρήματος πρὸς διάθεσιν πρόχειρον εἰς πρώτην παρουσιαζομένην ἀνάγκην. Ὑπῆρχε λοιπὸν πρῶτον αὐτὴ ἡ τάσις, ἐξ ἑτέρου ὑπῆρχε σαφὴς ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν ἐπισήμων κύκλων νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἔξοδον χρήματος ἐκ τῶν χωρῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῆς τῆς τάσεως πρὸς μὴ ἀκινητοποίησιν τοῦ χρήματος, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς μεγάλης περισυλλογῆς κατ’ ἀκολουθίαν τῶν πολεμικῶν γεγονότων τῆς περιόδου, ἣν διατρέχομεν, ἔχομεν πρὸς τούτοις ἓν φαινόμενον γενικῶς παρατηρουμένης ἀκριβείας τοῦ χρήματος, φαινόμενον παρατηρούμενον εἰς ὅλας τὰς ἀγοράς, διὸ καὶ ἔχομεν ἀξίαν τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως ἐν Ἀγγλίᾳ, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀσύνηθες, 5%, ἐν Γερμανίᾳ 6%, ἐν Ἰταλίᾳ 6%, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ ἔφθανεν ὁ τόκος ὁ τρέχων εἰς 6%, ἐν Γερμανίᾳ καὶ μέχρις 8½%. Εἰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει τοιαύτη γενικὴ ἀκρίβεια τοῦ χρήματος, κατὰ τὰς ὁποίας παρουσιάζεται τοιαύτη ὑπερτίμησις αὐτοῦ, νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμενοι ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἀνετωτέρους ὅρους; Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνέφερεν ὅτι ἄλλο μέγα Κράτος αὐτὸ ἐπέτυχεν ἔκδοσιν μεγάλου δανείου ἀντὶ τόκου 4½%. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπρόκειτο ἐπίσης περὶ βραχυπροθέσμου δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων γενομένου. Ἐὰν ἐγνώριζε τὴν ἱστορίαν τοῦ δανείου ἐκείνου, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὴν γνώμην αὐτήν, διότι πρόκειται ἐκεῖ περὶ ἐσωτερικοῦ δανείου καὶ περὶ ἐνδύσεως χρημάτων ἀνηκόντων εἰς διάφορα ταμεῖα ἐμμέσως ἢ ἀμέσως διοικούμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τῶν ἐντόκων αὐτῶν γραμματίων· τὰ ἀποταμιεύματα δηλ. ἐδανείσθη τὸ Κράτος ἀντὶ 4½%. Μὲ τὴν τάσιν αὐτὴν τῆς ἀκινητοποιήσεως τοῦ χρήματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν γενικῶς ἐπίσης παρατηρουμένην ἄρνησιν τῆς τοποθετήσεως τοῦ χρήματος εἰς δημοσίας ἀξίας ἔχομεν παρακόλουθον τὴν γενικὴν πτῶσιν ὅλων τῶν ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μερίσματα σταθερά, οὐχὶ μεταβλητὰ ἀναλόγως τυχὸν τῶν ἐτησίων κερδῶν. Σήμερον σπανίως ζητεῖται ὅ,τι ἄλλοτε εὐχερῶς ἐδέχετο πᾶς τις, νὰ ἐνδύσῃ δηλ. τὰ χρήματά του εἰς δημόσια χρεόγραφα, ἐνῷ τοὐναντίον γίνεται ἀθρόα, κατὰ δισεκατομμύρια ὑπολογιζομένη, ἔκδοσις δανείων δι’ ἐπιχειρήσεις κερδοσκοπικὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου τῆς Ἀφρικῆς καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐν μέσῳ τοιαύτης γενικῆς τάσεως, ἀκριβείας καὶ ἀρνήσεως παροχῆς χρήματος πρὸς δανεισμὸν εἰς Κράτη, θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τοιαύτας στιγμὰς εὑρισκομένην νὰ εὕρῃ δάνειον μὲ τόκον εὐθηνότερον; Ἐὰν ἐπετύχομεν τὸ δάνειον ὡς τὸ ἐπετύχομεν, τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνθηρότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα. Ἐνισχυμένη αὕτη χρηματικῶς ἕνεκα τῆς ἐπιμελοῦς διαχειρίσεως αὐτῆς, ἕνεκα τῆς συνετῆς συσσωρεύσεως χρήματος παρ’ αὐτῇ, ἠδυνήθη αὕτη νὰ συντελέσῃ κατὰ μέγα μέρος διὰ τῆς συμμετοχῆς της εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου τούτου. Δὲν λέγω δὲ ἴσως ὑπερβολήν, ἐὰν ἰσχυρισθῶ ὅτι, ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους θεωρεῖται παρὰ πάντων ὡς λίαν εὔρωστος καὶ ἱκανοποιητική, εὐρωστοτέρα ἴσως ἄλλων Κρατῶν, τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν οἰκονομικὴν ῥώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἰς τὴν ἀκμαίαν αὐτῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πίστιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπε καί τινας λογιστικὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται ἴσως εἰς κακοὺς ὑπολογισμούς. Ὁ τόκος ὁ πραγματικὸς δὲν εἶναι οἷος τὸν ἀνεφέρατε. Εἶναι καὶ 21.
§53Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπελόγισα καὶ τὸν τόκον τῆς προκαταβολῆς.
§54Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, εἶναι 7 καὶ 21, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν εἶναι οὔτε 7 καὶ 21, εἶναι πολὺ κατώτερος, παρὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους βλέπετε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐκάματε. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις εἶχον νὰ παρατηρήσω, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπανορθώσω ἀνακριβείας.
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνέμενον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἀποπειραθῆ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀνέμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως εὑρεθείσης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ δάνειον μὲ οἱουσδήποτε ὅρους. Ἐγὼ εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ἔσπευσα νὰ εἴπω ὅτι δὲν αἰτιῶμαι παντάπασι τὴν Κυβέρνησιν, διότι συνῆψε δάνειον ὑπὸ τοιούτους ὅρους, διότι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ τοῦτο λόγῳ τῶν ἐθνικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα διαδραματίζονται ἀντὶ οἱουδήποτε ποσοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀορίστως, ἀλλ’ ἠθέλησεν ἐμπεριστατωμένως, διὰ παραδειγμάτων, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς εἰπὼν ὅτι, ἂν ἡ Ἰταλία συνωμολόγησε δάνειον πρὸς 4½%, τὸ δάνειον ἦτο ἐσωτερικόν, ἀλλὰ μήπως τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι δάνειον ἐσωτερικόν; Πόθεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πορίζεται τὸ χρῆμα αὐτῆς ἢ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ; Ἢ ἂν αἱ Ἰταλικαὶ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι παρέσχον τὸ δάνειον πρὸς 4½, ἤντλησαν τὰ χρήματα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, εἶναι γνωστὸν τοῦτο ἢ ὄχι καὶ αἴρει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐσωτερικοῦ; Ὑφ’ οὓς λοιπὸν ὅρους ἡ Ἰταλία κατώρθωσε νὰ πορισθῇ δάνειον πρὸς 4½, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔτυχε δάνειον οὐχὶ ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς Τραπέζας ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§56Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν συνωμολόγησε τὸ δάνειον τοῦτο ἡ Τράπεζα δοῦσα εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ δάνειον, ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν κατατεθειμένων εἰς τὰ διάφορα ταμιευτήρια, τὰ διάφορα Caisses d’ epargne, τὰ διαχειριζόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, ἐκ τῶν χρημάτων τούτων ἤντλησε τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ἡ Κυβέρνησις, ἔδωκε δὲ εἰς τὰ ταμιευτήρια ἔντοκα γραμμάτια τόκου 4½%. Αὐτὸ δὲν εἶναι δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ἐπέτυχον ἐκεῖ, εἶναι τόκος ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Προσθέτω δὲ τοῦτο, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς συνήψαμεν τὸ δάνειον πρὸς 6% ἡ Αὐστρία συνῆψε δάνειον πρὸς 6 καὶ ¾%, ἐκτὸς τῆς προμηθείας καὶ τῶν παρεπομένων.
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ τοιοῦτον ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ Αὐστριακοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας δὲν ἔχω· ἀλλ’ ἀπαντῶν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ εἴπετε, πληροφορῶ ὑμᾶς ὅτι διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς ἐγένετο τὸ δάνειον τοῦτο, ἀλλὰ τοῦ δανείου τούτου μετέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὄχι διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, ἀλλ’ ἐξ ἰδίων κεφαλαίων. Ἑπομένως τὸ ἐσωτερικὸν Ἰταλικὸν δάνειον συνέστη ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ τὸ ἥμισυ τῶν 40 ἑκατομμυρίων.
§58Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι δάνειον τὸ ὁποῖον ἔγινε μεταξὺ τραπεζικῶν οἴκων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· τὸ δάνειον τῆς Ἰταλίας δὲν ἔχει τοιαύτην μορφήν. Ἔλαβεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατατεθειμένα εἰς διάφορα ταμιευτήρια, καὶ ἀντὶ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἔδωκεν εἰς αὐτὸ ἔντοκα γραμμάτια τόκου 4½%.
§59Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς ὑμᾶς παρουσιάζει μίαν διαφορὰν τοῦτο· εἰς ἐμὲ οὐδεμίαν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδάνεισε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν ἰδίων ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτρέψασα τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου ΓΧΜΒʹ. Ἂν ἡ Ἰταλία ἔλαβε παρὰ τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ ὁποῖα χρήματα ἀπέκτησεν ἐκ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὅτε ὡμίλουν, σᾶς εἶπον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται ν’ ἀποκτᾷ ὅσα θέλει χρήματα ἀντὶ 2 καὶ 2½% πληρωτέα μετὰ ἓν ἔτος, καὶ δανείσασα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων μὲ προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους ἀντὶ 7 καὶ 35 ἢ 7 καὶ 21 καθ’ ὑμᾶς δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐξησφάλισεν ὑπὲρ ἑαυτῆς αὐτὸν τὸν Ἑβραϊκὸν τόκον τῶν 5%, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον φέρει τὸ ἵδρυμα αὐτό. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἠθέλησε δι’ ἀοριστιῶν τινων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ κέρδος αὐτῆς καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν συγκρότησιν τῶν δανείων δὲν εἶναι μόνον ὁ τόκος καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὀνομαστικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τινὰ ἀφανῆ. Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω ἄλλο τι ἐκτὸς τῆς προμηθείας, τῶν ἐξόδων ἐκδόσεως καὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ποῖα εἶναι τἆλλα αὐτά, τὰ μυστηριώδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὰ ἄλλα ἐθνικὰ δάνεια καὶ δὲν συνέβησαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ τοῦ δανείου;
§60Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν ἐγνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνικῶν δανείων ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ ἐντεῦθεν, τότε θὰ ἐγνωρίζετε τί συνέβαινον κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων.
§61Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως γνωρίζω ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατώρθωνε ν’ ἀποκτᾷ τοσαῦτα κέρδη, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔφθασε, καὶ ἀπορῶ πῶς προβαίνετε εἰς τὴν δικαιολόγησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, χωρὶς νὰ σπεύσητε νὰ δικαιολογήσητε καὶ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε, τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μετοχῶν αὐτῆς. Πόθεν ἄλλοθεν προέκυψεν ἡ αὔξησις αὕτη ἢ ἐκ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνῆψε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς περιστάσεις αὐτάς;
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προέκυψεν ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ κοινωνία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§63Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῆς ὁποίας ἐν καιρῷ πολέμου αἱ μετοχαὶ αὐξάνουσιν.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐξάνουσιν αἱ μετοχαί της, διότι γδέρνει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας της πορίζεται τὸ κέρδος αὐτό!
§65ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τοιαύτης φράσεως.
§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ ὅτι ἀνέρχεται ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν αὐτῆς ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ὅτι παρέχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὅλα ὅμως ταῦτα συμβαίνουσι λόγῳ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὴν Τράπεζαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς μὲ κάμνει νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέναντι τοιούτων παροχῶν καὶ προνομίων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρέχει τὰς ὑπηρεσίας αὑτῆς καθ’ ὃν τρόπον ἀπέδειξα, μὲ τόκον τοκογλυφικὸν καὶ ἑβραϊκώτατον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Τραπέζης, μᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει δυσκολία εὑρέσεως χρημάτων, διότι εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἔχει τοιαύτην ἔκτασιν ἡ κερδοσκοπία, ὥστε τὸ χρῆμα εἶναι περιζήτητον· ἀλλά, ἂν ἡ κερδοσκοπία εὑρίσκῃ ἔδαφος διὰ τῆς ἀποκτήσεως χρημάτων, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ χρῆμα ὑπάρχει. Ἀλλ’ εἴτε ὑπάρχῃ εἴτε δὲν ὑπάρχῃ, δὲν ἔγινε λόγος περὶ τούτου· ἔγινε λόγος περὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἐξησφάλισεν ἡ Τράπεζα ὑπὲρ ἑαυτῆς, διότι τὰ χρήματα εὑρέθησαν καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῶσι μὲ τὸν τόκον, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴν προμήθειαν καὶ τὸ κέρδος, καὶ ἡ προμήθεια κυμαίνεται εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας μεταξὺ τοῦ 1 καὶ ½ καὶ 2%· ὁ τόκος τῶν προεξοφλήσεων καὶ ὁ τόκος τῶν καταθέσεων εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας ἀνέρχεται εἰς 2% εἴτε εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας εἴτε εἰς τὰς μὴ προνομιούχους, καὶ ἐπειδὴ αἱ προνομιοῦχοι παρέχουσι τελείαν ἐμπιστοσύνην, τὰ κέρδη των εἶναι πολὺ μικρότερα τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Ἐδῶ βλέπομεν ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου τῆς καταθέσεως καὶ τοῦ δανείου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀγορὰν εἶναι σχεδὸν 5%. Εἶναι εὐάρεστος ἡ κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶναι εὐτύχημα τοῦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἔχει ἓν ἵδρυμα τόσον ἀκμαῖον. Ἀλλ’ ἆρά γε ἀποτελεῖ μόνον τὸ γεγονὸς τοῦτο εὐτυχίαν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο παρέχουσα προνόμια ἢ ἐπιχορηγήσεις εἰς μίαν ἄλλην Τράπεζαν νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἀκμαίαν, ὥστε αἱ μετοχαί της νὰ ἀνέλθωσιν εἰς ὕψη, ὥστε νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ὅλων τῶν καταθετῶν, ἀλλὰ δὲν δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ καυχᾶται ὅτι ἔχει καὶ ἓν ἄλλο ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Εἶναι εὐάρεστος ἡ ἀκμαία κατάστασις ἑνὸς καταστήματος ἀλλ’ ὅταν προέρχηται ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ καταστήματος τούτου, ἐκ τῶν ἐν γένει ἐνεργειῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέχουσα ταῦτα τὰ παρέχει ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἠρίθμησα πρὸ ὀλίγου ὅτι τὰ τρία προνόμια — διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν μόνον — τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τοῦ λαχειοφόρου δανείου καὶ τοῦ δανείου ἀντὶ συναλλάγματος δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἓν μέγα ποσόν, καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ ἀκμὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἀπέναντι λοιπὸν τῶν ἀνταλλαγμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτιμῶνται κατ’ ἔτος εἰς ἑκατομμύρια πολλά, καὶ τὰ ὁποῖα μόνον ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ἐξησφάλισαν αὔξησιν κεφαλαίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατὰ ἐννέα ὅλα ἑκατομμύρια, θὰ ἐδικαιοῦτό τις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸ ἵδρυμα τοῦτο νὰ φανῇ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὀλιγώτερον αὐστηρὸν παρὰ ὅ,τι δὲν ἐφάνη εἷς κοινὸς τοκογλύφος.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν προσήγετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου της, θὰ ἠδύνατό τις νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας ἐναντίον τῆς Τραπέζης· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη σύμβασις δὲν προσάγεται, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον προσάγεται ἁπλῶς σύμβασις περὶ προσωρινοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε ν’ ἀσφαλίσῃ ὑπὸ ὅρους, καλλιτέρους τῶν ὁποίων δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ μία τῶν μεγάλων Δυνάμεων· ἐφ’ ὅσον, λέγω, πρόκειται περὶ τοιούτου δανείου, εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ περιμένῃ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν θὰ ἠκούοντο ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ ἐπιθέσεις αὗται, διότι δυσκόλως ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν θλῖψίν του ὅτι τὰ ἐθνικὰ πράγματα εὐωδώθησαν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι τόσον ἀκμαία, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν αὐτῆς διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἀνήκων εἰς τὴν κοινωνιολογικὴν ὁμάδα ἢ ἔχων δὲν γνωρίζω ποίας ἄλλας ἰδέας, ἠμπορεῖ νὰ θλίβηται διὰ τὰ γεγονότα αὐτά, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ χαίρει ἰδιαζόντως, διότι ἀκούει περὶ τῆς ἑδραίας πίστεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι παρακολουθήσας ἐκ τοῦ πλησίον τὴν ἐνέργειαν τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ σύναψις τοῦ δανείου τούτου, διαρκῶς κατειχόμην ἀπὸ συγκίνησιν ἀληθῆ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ἀντιλαμβανόμενον τὴν ἀποστολήν του εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίστασιν τὸν διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπαυσεν ὁ διοικητὴς αὐτῆς συντρέχων τὸ Κράτος εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, ἀποβλέπων ἀποκλειστικῶς εἰς ἑαυτὸν ὡς εἰς ἀνώτερον λειτουργὸν τοῦ Κράτους ἀπ’ εὐθείας, φροντίζων περὶ τῶν συμφερόντων τούτου καὶ μηδαμῶς θεωρῶν ἑαυτὸν ἀντιπρόσωπον κερδοσκοπικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν εἶχον καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§69Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, κυροῦν τὴν σήμερον ὑπογραφεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ὁλλανδίας καὶ ἐμοῦ σύμβασιν περὶ διορισμοῦ διαιτητοῦ πρὸς λύσιν τῆς μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων ὑφισταμένης ἀπὸ τοῦ 1907 διαφορᾶς διὰ τὸ ἐν Σμύρνῃ ἐπεισόδιον, τὸ προελθὸν ἐκ συγκρούσεως δικαιοδοσίας τῆς Ὁλλανδικῆς καὶ Ἑλληνικῆς προξενικῆς Ἀρχῆς. Τὸ πολιτικὸν μέρος τοῦ ἐπεισοδίου τούτου ἐλύθη δι’ ἐκφράσεως λύπης ἐκ μέρους τῶν δύο Κυβερνήσεων, τὸ δὲ μέρος τὸ ἀναφερόμενον πρὸς τὴν διαιτησίαν τῶν ἐμπορικῶν συμφερόντων εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον λύει ἡ σύμβασις αὕτη διὰ τοῦ διορισμοῦ ἰδίου διαιτητοῦ, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ λυθῇ, ἀμφοτέρων τῶν προξενικῶν Δικαστηρίων, τοῦ τε Ὁλλανδικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ, κηρυχθέντων ἀναρμοδίων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ἐπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἕτερον σχέδιον νόμου, δι’ οὗ προτείνεται ἡ καταβολὴ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοῦ ἐνοικίου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, διότι ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ πρεσβευτοῦ δὲν ὑπάρχει ὁ μέλλων νὰ καταβάλῃ τὸ ἐνοίκιον. Τοῦτο καταβάλλεται ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους· ἑπομένως ἀναγράφεται ἡ ὅλη πίστωσις. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅταν ἐπανέλθῃ ὁ πρεσβευτής, τὸ μέρος τοῦ ἐνοικίου τὸ βαρύνον αὐτὸν θ’ ἀφαιρεθῇ. Καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ ἐπεῖγον. Ἐπίσης ἕνεκα τῆς παρατάσεως τοῦ πολέμου ὑποβάλλω δήλωσιν αὐξήσεως τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου Δʹ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ 200.000 δραχμῶν. Ὡς γνωρίζετε, πολλαὶ δαπάναι ἀναφερόμεναι εἰς τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν βαρύνουσι τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἱδρῦον ἀναμνηστικὸν μετάλλιον ἀπονεμηθησόμενον εἰς τοὺς μετασχόντας τοῦ εὐτυχοῦς ἀπελευθερωτικοῦ πολέμου τοῦ 1912–1913, ὅστις ἐλάμπρυνε τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ προσέθηκε τόσας σελίδας, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εἰς τὴν Ἱστορίαν αὐτοῦ. Διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ τύπου καὶ τὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ μεταλλίου τούτου. Ἕτερον νομοσχέδιον συνιστᾷ ἀναμνηστικὸν μετάλλιον τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος ἐν γένει ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅσοι μετέσχον τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκ Κρήτης δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸ μετάλλιον τοῦτο κατὰ τὰ κανονισθησόμενα. Ἀλλὰ βεβαίως θ’ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι τόσον ὑπεβοήθησαν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐν Κρήτῃ πραγμάτων ἀπὸ τοῦ 1898. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω περὶ ἀπονομῆς μεταλλίου ἀνδρείας. Ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Εὐρώπη ἐθαύμασαν τὴν γενναιότητα καὶ καρτερίαν τῶν τε ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν ἡμῶν κατὰ τὸν παρόντα ἔνδοξον πόλεμον. Εἶναι δίκαιον ἡ Ἀνωτάτη Ἀρχὴ νὰ στολίσῃ τὰ στήθη τῶν διακριθέντων ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ κατὰ τὸν μέγαν τοῦτον ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος τόσας ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀδελφῶν ἡμῶν ἀπηλευθέρωσεν. Ἕτερον νομοσχέδιον ἱδρῦον μετάλλιον ἀναμνηστικὸν τῆς συντελουμένης κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πεντηκονταετηρίδος τῆς Βασιλείας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἥτις συμπίπτει μὲ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ἥτις συμπίπτει μὲ τὴν μεγέθυνσιν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία νῦν βεβαίως θὰ εἶναι ἓν τῶν κυρίων στηριγμάτων τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπείγοντα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται οὕτω δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων. 1) «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου τοῦ πολέμου τοῦ 1912–1913»· 2) «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος»· 3) «περὶ μεταλλίου ἀνδρείας»· 4) «περὶ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου ἐπὶ τῇ 50ῇ ἐπετείῳ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὸν θρόνον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως»· 5 «περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ὁλλανδίας συνυποσχετικοῦ· 6) «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1913 καὶ ὑπὸ κεφ. Βʹ ἄρθρ. 8 πιστώσεως 10,000 φρ. διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου τοῦ ἔτους 1913. Τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθμ. 17 καὶ 18 μέχρι τοῦ 27ου δὲν θὰ συζητηθῶσι, μὴ κατατεθεισῶν τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν· ἑπομένως ἀναβάλλονται. Οὐδενὸς ἑτέρου νομοσχεδίου ὑπάρχοντος ἀναγεγραμμένου πρὸς συζήτησιν λύεται ἡ συνεδρίασις συναινέσει τῆς Βουλῆς. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ ¼ μετὰ μεσημβρίαν).