1913.02.23
1,600 rows · 11,952 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1913
(Σάββατον ὥρα 4 καὶ 15 μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Γ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ φιλέλλην βουλευτὴς ἐν Ἰταλίᾳ κ. Roberto Galli ἀπηύθυνεν ἐπὶ τῇ ἁλώσει τῶν Ἰωαννίνων τὸ ἑξῆς πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα:
«Α. Ε. ΠΡΟΕΔΡΟΝ ΒΟΥΛΗΣ
Ἀθήνας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μετάσχω τῆς κοινῆς ἀγαλλιάσεως ἐπὶ τῇ νίκῃ τῶν Ἰωαννίνων, ἥτις ὄχι μόνον ἐξισοῦται πρὸς τὰ μέγιστα κατορθώματα τῆς ἀρχαίας ἀνδραγαθίας, ἀλλὰ καὶ ὑπερτερεῖ αὐτῶν, ἅτε ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἐθνικῆς ὁμοφωνίας. Ἡ νίκη αὕτη ἐνέχει ὄχι μόνον τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν καταδυναστευομένων εὐγενῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, ἀλλὰ καὶ εὐοιωνίζεται μέλλον αἰσιώτερον, ἐγὼ δὲ ἀγάλλομαι ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ οὐδένα ὑπέστη κλονισμόν, καὶ εὐφραίνομαι ἐπὶ τῷ θριάμβῳ τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἰδέας, ἣν τηρῶ πάντοτε ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἀναλλοίωτον. Μετὰ σεβασμοῦ Ῥοβέρτος Γκάλλι» (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἐστάλη ἡ σχετικὴ ἀπάντησις, καθ’ ἣν καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς Ἕλλην ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ διατρανώσω τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν φιλέλληνα βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ὕψωσεν ἰσχυρὰν τὴν φωνήν του. Ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ Ἀθηναίων πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν ὅτι αὔριον περὶ τὴν 10½ π.μ. τελεῖται ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ ναῷ δοξολογία ὑπὲρ κραταιώσεως τοῦ σεπτοῦ Οἴκου τῶν Ῥωμανὼφ καὶ παρακαλεῖ τοὺς βουλομένους ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ προσέλθωσιν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου Ἰ. Παπαβασιλείου διαμαρτύρεται, μὴ γενομένης δεκτῆς αἰτήσεώς του περὶ ἀναστολῆς. Κατάδικοι φυλακῶν Χαλκίδος ζητοῦσι τροποποίησιν τοῦ «περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν νόμου». Οἱ βουλευταὶ Κερκύρας κύριοι Π. Φίλιππας, Κ. Ζαβιτσιάνος, Β. Πουλιάσης, Ἀ. Κεφαλληνὸς καὶ Λ. Κογεβίνας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου ͵ΔΙΔʹ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας καὶ εἰς τοὺς δήμους Λευκάδος. (Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ). (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–13). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§2ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὴν βʹ παράγραφον μετὰ τὸ «ἢ ἄλλων ὑδάτων» νὰ τεθῇ «ἐξαιρουμένων τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκμισθώσεων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως νομοθετικῶν Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γρηγορίου.
§5Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παραχωρηθῇ ὑλικὴ ἀμοιβὴ ἢ πρόσθετος μισθός, ὡς λέγεται ἐν τῷ Διατάγματι, εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ἀξιωματικῶν, νομίζω ὅτι ὑπῆρξεν ἀτυχής· καὶ ὄχι μόνον ἀτυχὴς ἀλλά, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, καὶ προσβλητική πως καὶ διὰ τοὺς λαμβάνοντας τὴν ἐπιχορήγησιν καὶ διὰ τοὺς μὴ λαμβάνοντας τοιαύτην. Ὄντως, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀκριβὴς ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὴν πατρίδα, ἡ χύσις τοῦ αἵματος καὶ ἡ ἐπιδειχθεῖσα παραδειγματικὴ ἀνδρεία καὶ ἀντοχή, δὲν εἶναι βεβαίως ὑπόθεσις χρημάτων. Ἄλλαι εἶναι αἱ ἀμοιβαὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας αἱ Πολιτεῖαι ὀφείλουσι νὰ κατανέμωσι μεταξὺ αὐτῶν, ἀμοιβαὶ μὴ ἀντικείμεναι πρὸς τὰ ἁγνὰ ἤθη καὶ τὰς παραδόσεις τῆς χώρας καὶ σύμφωνοι πρὸς τὰ ὑψηλὰ καὶ φιλότιμα αἰσθήματα τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη κατηγορία ἡ μὴ λαμβάνουσα τὴν ἐπιχορήγησιν τιτρώσκεται διὰ τοῦ Διατάγματος κατὰ τὴν φιλοτιμίαν, διότι ἐξ αὐτοῦ συνάγεται σαφῶς ὅτι ἢ αἱ προσφερόμεναι ὑπ’ αὐτῶν ὑπηρεσίαι εἶναι ἀνάξιαι λόγου ἢ τοὐλάχιστον ὅτι εἶναι ἥσσονος ἀξίας πρὸς τὰς τῶν συναδέλφων τῶν. Ἄν ὅμως ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐσκόπει νὰ ἀπονείμῃ ἀποζημίωσιν διὰ ζημίας ἐπενεχθείσας ἐκ τῆς ἐκστρατείας, τότε εὑρίσκω τὴν ἀπόφασιν ταύτην τόσῳ δικαίαν κατ’ ἀρχήν, ὅσῳ ἀδικωτάτην ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως δέον νὰ ἐξετασθῇ τίνες ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν δύο κατηγοριῶν ὑπέστησαν τὰς μείζονας ζημίας, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἢ οἱ μόνιμοι τοιοῦτοι. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δὲν ὑπέστησαν τὰς μείζονας ζημίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὰ ἔργα αὐτῶν, ἐξ ὧν ἀπέζων αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδαμῶς ἀπεμακρύνθησαν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, οἵτινες ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐμισθοδοτοῦντο ὑπὸ τῆς πατρίδος, διότι εἰς αὐτοὺς ἔλαχεν ὁ εὐγενὴς κλῆρος, ἵνα πρώτιστα πάντων ὑπερασπίζωνται τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν αὐτῆς καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ μέγα μέρος θὰ λάβωσι τὰς ἀμοιβὰς, περὶ ὧν ἤδη ὡμίλησα; Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μετασχόντων τῆς ἐκστρατείας καὶ ἐκείνων οἵτινες δὲν μετέσχον αὐτῆς, δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντος χθὲς ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ λέγοντος ὅτι ἐχρειάσθη νὰ ἐξασκήσῃ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἐπιρροήν, ὅπως συγκρατήσῃ φιλοτίμους ἀξιωματικοὺς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πειθαρχίας ἔχοντας τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ἵνα καὶ ἐνταῦθα προσφέρωσιν ἐξ ἴσου πολυτίμους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα. Καὶ δύνανται βεβαίως αὐτοὶ οἱ μὴ μετασχόντες τῆς ἐκστρατείας νὰ ἀπευθύνωσιν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Πολιτείαν, μήτοι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ; Καὶ δὲν εἶναι τάχα ἡ Πολιτεία ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι πάντες νὰ ὑπακούωσι τυφλῶς, διότι αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καθορίζει τὰ καθήκοντα ἑκάστου; Ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰς μεγάλας διαφορὰς μεταξὺ τῆς ἐπιχορηγήσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, καὶ τῆς ἐπιχορηγήσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ ἀνώτεροι. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱουδήποτε βαθμοῦ κατὰ κοινωνικὴν θέσιν καὶ στολὴν εἶναι ἴσοι. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ λόγῳ τῆς πολυμελεστέρας οἰκογενείας αὐτῶν ἢ λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως δικαιοῦνται μεγαλειτέρας ἐπιχορηγήσεως. Ἀλλ’ οὗτοι οὔτε τὰς οἰκογενείας εἶχον μεθ’ ἑαυτῶν οὔτε ἔξοδα παραστάσεως εἶχον κατὰ τὴν ἐκστρατείαν. Ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἄλλους ἔχω νὰ κατακρίνω τὸ Διάταγμα αὐτό, καίτοι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις, ὑφ’ ἃς τοῦτο ἐξεδόθη. Ἀναγινώσκω ἐνώπιον ὑμῶν ἐκ τοῦ 8 ἄρθρου τοῦ ͵ΓΥΛΗʹ νόμου τοῦ μόλις πρὸ 4 ἐτῶν ψηφισθέντος, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «ὁσάκις οἱ ἔφεδροι κλπ.». Βλέπετε, ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ παντοῦ καὶ πάντοτε ἐξισοῦνται πρὸς τοὺς συναδέλφους των τοὺς μονίμους· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, διότι πρέπει νὰ διδαχθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τοῖς στρατοῖς ἡμῶν τὰς διακρίσεις καὶ διαιρέσεις· καὶ ὅμως διὰ τοῦ Διατάγματος καθορίζονται διακρίσεις καὶ διαιρέσεις. Ἀνομολογεῖ τοῦτο αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου. Κατὰ παράδοξον δὲ σκέψιν, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ταύτας, ἐνῷ ἀνομολογεῖ τὰς διακρίσεις ταύτας, δὲν αἴρει αὐτάς, καὶ δὲν αἴρει αὐτάς, ἀφοῦ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καθορίζεται ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἀρχίζουσι νὰ λαμβάνωσι τὴν ἐπιχορήγησιν ἀπὸ πρώτης Φεβρουαρίου. Κατερχόμενος θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ἀνεπηρέαστον νὰ ἀποφανθῇ, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον σκέψιν νὰ θεσπίσῃ ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι αὐτῆς διακρίσεις καὶ διαιρέσεις εἰς τὸν ὁλοκληρωτικῶς γενναῖον καὶ θαυμαστὸν στρατὸν ἡμῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σταμούλης.
§7Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑπὸ τὴν μεθύσκουσαν αἴγλην τῶν νικῶν καὶ τῶν τροπαίων τῶν ἀνεγερθέντων ὑπὸ τοῦ γενναίου στρατοῦ μας θὰ ἐφρόνει τις ἴσως ὅτι συνταγματολογία θ’ ἀπετέλει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην παραφωνίαν. Ἀλλά, ὡς συμβαίνει συνήθως εἰς τὰ πολυμελῆ Σώματα, ἔνθα οἱ πολλοὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀποφασίζουσιν ὅτι, ἵνα τις συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς ἄλλους, πρέπει πρῶτον νὰ συμφωνήσῃ πρὸς ἑαυτόν, ἵνα δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλὴ μετ’ ἐπιεικείας καὶ προσοχῆς συνάμα θὰ μὲ παρακολουθήσῃ ἐπὶ σπουδαιοτάτου συνταγματικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις θ’ ἀναπτύξω ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ καταληπτότερον τρόπον—ἐννοῶ τὸν καταληπτότερον διὰ τὴν δύναμιν τῆς ἐκφράσεώς μου— ἐπιμένω ὅτι ἡ ἄνοδος εἰς τὸ βῆμα ὀφείλεται εἰς σπουδαιότατον συνταγματικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐν τῷ Δημοσίῳ Δικαίῳ, ἐν τῷ Πολιτικῷ Δικαίῳ, κύριοι Βουλευταί, μετ’ ἀμφισβήτησιν σπουδαίαν ὑπὸ τῶν συνταγματολογούντων, ἐκράτησεν ἡ ἀρχή, ἵνα εἰς ἐξαιρετικὰς ὅλως περιστάσεις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καταλύουσα τὰς συνταγματικὰς πέδας ἀναλαμβάνῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν αὕτη. Καίτοι τὸ θέμα εἶναι στασιαζόμενον, ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη αὕτη, διότι τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι τὸ ὕψιστον· salus rei publicae suprema lex esto. Εἶπον ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐξαιρετικὰς ὅλως περιστάσεις ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰς ἡνίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς ἔπραξε κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Αἱ ἐξαιρετικαὶ δ’ αὗται περιστάσεις δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὅταν δὲν δύναται νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, νὰ ἐπείγῃ δ’ ἐξ ἄλλου ἡ λῆψις νομοθετικῶν τινων μέτρων, ἥτις δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους, χάριν τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ὑπερβαίνουσα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς καὶ εἰσερχομένη εἰς ἄλλα δικαιώματα καὶ καθήκοντα νὰ νομοθετήσῃ διὰ τῆς ἐκδόσεως Β. Διαταγμάτων, τῶν καλουμένων νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἀλλὰ παρέπεται ἄλλη ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως τότε, τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Διαταγμάτων αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ πρώτῃ συγκλήσει αὐτῆς, ὡς ἔπραξε σήμερον. Ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν περιστάσεις καὶ ἂν συνέτρεχον τοιοῦτοι λόγοι ἐκδόσεως Διαταγμάτων. Ἴσως σήμερον θὰ ὑπάρχωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον ὅτι ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, διότι ἦτο παροῦσα· ἐγὼ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἐπὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου ζητήματος προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς συνάμα. Τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα εἶναι ἂν δι’ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα καὶ ἂν δικαιολογεῖται σήμερον ἡ παραβίασις αὕτη τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας»· κατὰ τὸ ἄρθρον, λέγω, αὐτὸ τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς ἐρχόμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἢ μᾶλλον νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ καταστήσωμεν νόμους τοῦ Κράτους ὀκτὼ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι διάφορα ἄρθρα, χωρὶς νὰ τὰ συζητήσωμεν οὐδὲ κατ’ ἀρχὴν οὐδ’ ἅπαξ οὔτε δὶς εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Καὶ ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὅταν δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου παρὰ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει ἕνα κώδικα, χωρὶς ἐν τῷ κώδικι τούτῳ νὰ περιλαμβάνωνται τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα περιέχονται, καὶ πῶς τότε θὰ γνωρίζω ἂν ὀρθῶς ψηφίζω; Δύναται ν’ ἀπαντήσῃ τις, ὅτι καὶ ἄλλοτε τοιοῦτό τι συνέβη; Ἐγὼ ὅμως ἀνταπαντῶ ὅτι, κατόπιν τοῦ νέου Συντάγματος καὶ κατόπιν τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ Σύνταγμα τοῦτο, δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ πράξωμεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὰ νομοθετήματα μετὰ συζήτησιν σοβαρὰν καὶ ἔρευναν γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ καταρτίσῃ νομοσχέδιον κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος, ὅτε δέον νὰ κληθῶμεν καὶ δώσωμεν τὴν γνώμην μας καὶ τὴν κύρωσίν μας. Ἀνάγκη ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νόμου νὰ περιέχῃ πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ Διατάγματος, νὰ λέγῃ τρόπον τινὰ «κυροῦται τὸ ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1912 Β. Διάταγμα ἔχον οὕτως: «Ἅρθρον 1, ἄρθρον 2 κλπ.». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μετὰ συζήτησιν, μετὰ ἔρευναν, μετὰ σκοπὸν ὡρισμένον, εἰς τὸν ὁποῖον θέλει κατευθυνθῆ ἡ συζήτησις, θὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, χωρὶς νὰ παραβιάζωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰς ὁποίας ἐδέησε νὰ τεθῇ ὡς φραγμὸς ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον.
§9Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς δικαιολογίαν εὐλογοφανῆ τῆς καθιερουμένης ἐν τῷ στρατῷ διακρίσεως διὰ τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος, τοῦ ὑπογραφομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἤκουσα καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ταύτης λεγόμενον καὶ χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ κυρία αἰτία ἢ μία τῶν διαφόρων αἰτιῶν, αἵτινες πρὸς τοῦτο συνετέλεσαν, εἶναι καὶ ἡ πληθώρα τῶν ὀνομασθέντων ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἰατρῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ ἐκ βάθρων ἀναιρέσω τὴν δικαιολογίαν ταύτην, διότι, ἂν ὄντως ἠλήθευε, θὰ ἐμείου πράγματι τὰς ὑπηρεσίας τὰς παρασχεθείσας ὑπὸ τῶν ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἰατρῶν, θὰ ἐδικαιολόγει δὲ ἴσως καὶ ἐν μέρει τὸ ληφθὲν μέτρον. Εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατόν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ὑγειονομικοῦ ἐν γένει προσωπικοῦ — λέγων δὲ ἐν γένει ὑγειονομικὸν προσωπικὸν ἐννοῶ τοὺς ἰατρούς, τοὺς νοσοκόμους, τοὺς φαρμακοποιούς, τοὺς φαρμακοτρίβας καὶ πάντας ἐν γένει, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ὑγειονομικὸν προσωπικόν —, ἡ ἀναλογία εἶναι εἷς ὑγειονομικὸς πρὸς εἴκοσι τοῦ μαχίμου στρατοῦ, ἡ ἀναλογία δὲ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν εἶναι εἷς ὑγειονομικὸς ἀξιωματικὸς πρὸς ἑκατὸν ὁπλίτας ἐν γένει. Ἡ ἀναλογία, ἥτις ἐκράτησε παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον, εἶναι ἓν ἄτομον ὑγειονομικὸν πρὸς ἑκατὸν ἀντὶ τῶν εἴκοσιν, εἷς ὑγειονομικὸς ἀξιωματικὸς πρὸς διακοσίους ὁπλίτας ἀντὶ τῶν ἑκατόν. Ἔχω πάντα λόγον νὰ θεωρῶ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἀκριβεῖς, διότι τούτους μοὶ παρέσχε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ἀνωτάτη ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ πληθώρα τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν; Εἶναι λοιπὸν ἀποδεδειγμένον ὅτι ἀναλογικῶς διπλασίας παρέσχον ὑπηρεσίας. Θεωρῶ περιττόν, νομίζω, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ποιοτικῆς αὐτῶν ἐργασίας, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ κυρίως, ἵνα μὴ εἴπω ἐν τῷ συνόλῳ, ἐπετέλεσαν οἱ ἔφεδροι ὑγειονομικοὶ ἰατροί, εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγκαταλείψαντες τὰ πάντα, ἐγκαταλείψαντες τὰς ἐργασίας των νυχθημερὸν ἔκυπτον πρὸ τῆς χειρουργικῆς τραπέζης καὶ πρὸ τῆς κλίνης τῶν ἀσθενῶν.
§10ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὄχι πάντοτε. Πολλοὶ ἐξελιπάρουν νὰ ὀνομασθῶσι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§12Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἀλλά, ὅπως καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διακοπῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποδεικνύει, ἀρκοῦσα ἀμοιβὴ δι’ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τὰ χρυσᾶ σειρήτια, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀπενεμήθησαν. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοὺς ἐφέδρους ὑγειονομικοὺς ἰατρούς, οἵτινες τοιαύτην ποιοτικὴν ἐργασίαν προσέφεραν, ἀρκοῦσα ἀμοιβὴ ἐθεωρήθησαν τὰ χρυσᾶ σειρήτια, δὲν εἶναι ἆρά γε ἀρκοῦσα ἀμοιβὴ καὶ διὰ τοὺς μονίμους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιφυλάσσεται ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν σειρητίων τούτων ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ δέον νὰ προστεθῇ καὶ λόγῳ ἀποζημιώσεως ἢ λόγῳ ἐκτάκτου μισθοδοσίας ἑτέρα ἀμοιβή; Ἀλλὰ καὶ τὰ χρυσᾶ ταῦτα σειρήτια εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατεύματος· εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς ἀνάληψιν τῶν διαφόρων νοσοκομειακῶν διευθύνσεων, εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως ἐμπνέωσι τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς μαχομένους, εἶναι ἀπαραίτητα ὅπως ἐνθαρρύνωσι τοὺς τραυματιζομένους. Παρ’ ὅλην δὲ τὴν ἐκλιπάρησιν, ὅπως ἐλέχθη, ἵνα ἰατροὶ προσληφθῶσιν ὡς ἔφεδροι, ὑπάρχει μεγάλη ἔλλειψις, καὶ ἀκόμη σήμερον διευθύνουσι παρὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς καὶ τμήματα ὁλόκληρα ἰατρικὰ ἁπλοῖ ἀνθυπίατροι ἀντὶ τῶν κεκανονισμένων ὑπιάτρων ἢ ἰατρῶν λοχαγῶν. Εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα ὡς ὑγειονομικὸς ἀξιωματικός, καὶ ὁ ἐνδοιασμὸς μὴ τυχὸν ἤθελον θεωρηθῆ ὡς περιαυτολογῶν, δὲν ἐστάθη ἱκανός, ὅπως μὲ κρατήσῃ μακρὰν τοῦ βήματος τούτου. Τουναντίον, χάριν τοῦ δικαίου, χάριν τοῦ συναισθήματος τῆς συναδελφότητος πρὸς τόσους ἐφέδρους ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς, ἐθεώρησα καθῆκον ἐπιβεβλημένον ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ νὰ κάμω θερμὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀμοιβὴν λόγῳ ἀποζημιώσεως καὶ λόγῳ προσθέτου μισθοδοσίας καὶ εἰς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἰατρούς, ἐξαιρεθῶσι δὲ τῆς προσθέτου ταύτης ἀμοιβῆς μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔμειναν ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ἡ μόνιμος κατοικία αὐτῶν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, τοῦτο θέλει προλάβει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτῆς ἐκθέσει, τῇ ὑποβληθείσῃ χθές, ἀνέφερε, νὰ προλάβῃ δηλ. καὶ μὴ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐπιβλαβεῖς διακρίσεις ἐν τῷ στρατῷ.
§13Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐν ὀλίγοις θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου Διατάγματος, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, κατόπιν τῶν ὅσα ἐλέχθησαν χθὲς καὶ σήμερον ὑπ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, θέλει διαμορφώσει γνώμην ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ἡ ἄκρα ὀρθοφροσύνη, τοῦ ὁποίου ἡ μεγίστη ἀντίληψις εἶναι γνωστή, νὰ μὴ φέρῃ διακρίσεις καὶ χάσματα ἐν τῷ στρατεύματι. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους διακρίνει τὸ Διάταγμα· πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Διατάγματος τούτου καὶ τοῦ συναφοῦς πρὸς αὐτὸ νομοσχεδίου θέλει προξενήσει ζημίας μεγάλας. Διὰ τοῦτο φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ Διάταγμα πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ καὶ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τῆς Βουλῆς τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι πῶς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ δὴ οἱ στρατιωτικοὶ οἱ συμπαρεδρεύοντες ταύτην τὴν στιγμήν, οἱ παρακολουθήσαντες τὴν Μακεδονικὴν στρατιὰν καὶ ἀντιληφθέντες ὁποίαν δυσφορίαν ἐπέφερεν εἰς τὸ στράτευμα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἡμερησίας διαταγῆς τῶν συνταγμάτων τῆς ἀναφερούσης τὸ Διάταγμα τοῦτο, πῶς, λέγω, δὲν λαμβάνουσι τὸν λόγον ἐναντίον τοῦ Διατάγματος τούτου. Κύριε Πρωθυπουργέ, κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας συνετελέσθη πρᾶξις, ἡ ὁποία θέλει βλάψει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ τοῦ στρατεύματος. Προτιμότερον νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ὅτι, Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ σᾶς προσφέρω τι, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ κάμῃ διακρίσεις, ὅτι δὲν δικαιοῦνται ἀμοιβῆς οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι τῆς ὑπηρεσίας τῆς μετόπισθεν, εἰς ἣν ὑπηρετοῦσι πλεῖστοι ὅσοι ἀξιωματικοὶ προσφέραντες, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ καθηλωμένος ἀπὸ 5 ἤδη μηνῶν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν μετόπισθεν δὲν ἀξιοῦται ἀμοιβῆς, ἀξιοῦται δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ὑπέστη μείωσιν ἢ μεταβολὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Ὁ καθήμενος εἰς τὸ Ναύπλιον, Τρίπολιν, Ἄργος, ὁ μὴ ὑποστὰς μείωσιν, ὁ φαρμακοποιὸς ἐν παραδείγματι, διότι ἔτυχε νὰ εἶναι μόνιμος, ὑπάγεται εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην· ὁ ἔφεδρος ὁ παρακολουθῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κηρύξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁλόκληρον τὴν ἐκστρατείαν νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβῆς ταύτης. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι αἱ πολλαὶ ἀσχολίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀφῆκαν αὐτὸν νὰ χαράξῃ μόνος τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας πρῶτον ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν μετόπισθεν. Εἶναι ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐπιτελεῖς ἀξιωματικοί. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ ἐφέδρων καὶ μονίμων. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπει τὴν δαπάνην ταύτην, ἀγογγύστως θὰ δεχθῶσι τοῦτο οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἄλλην τινὰ ἀξίωσιν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν γνωρίζουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ὅτι διάφοροι τιτλοῦχοι μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν Μακεδονικῶν χωρῶν ἀμείβονται διὰ παχυλῶν ἐπιδομάτων, ἔχουσι δίκαιον νὰ ζητῶσι καὶ αὐτοὶ ἀμοιβήν. Οἱ δικασταὶ παρὰ τὴν μεγάλην μισθοδοσίαν των λαμβάνουσι 30 δρχ. ἐπίδομα ἕκαστος ἡμερησίως, οἱ γραμματεῖς Πρωτοδικείου, οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διάφοροι γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς λαμβάνουσι 10 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ἐπίδομα. Ὅτε ταῦτα βλέπουσιν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἤγαγον αὐτοὺς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται αὐτοὶ οἱ ἐγκαταλείψαντες τὰ ἔργα των, τὰ γραφεῖά των καὶ νὰ ζητῶσι ν’ ἀμειφθῶσι καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προωρισμένοι καὶ ἐντεταλμένοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ἀπερχόμενοι τοῦ στρατεύματος καὶ μεταβαίνοντες εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν θὰ ἔχωσι τὴν λύπην ὅτι ἀστόργως προσηνέχθη πρὸς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Οἱ παρακολουθήσαντες τὴν Μακεδονικὴν ἐκστρατείαν εἶδον τί συνέβαινεν. Ἂν ἡ ἱστορία αὕτη ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ τέσσαρας ἀξιωματικούς, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι προέρχονται ἐκ τῶν ἐφέδρων. Δύο ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς καὶ δύο ἕτεροι εἶναι πληγωμένοι. Μὲ συγχωρεῖτε διότι λέγω αὐτά, ἀλλὰ τὰ λέγω δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι ποίας ὑπηρεσίας προσέφεραν οἱ ἔφεδροι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§14Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰς ἠμφεσβήτησε κανείς.
§15Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο πρὸς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία ὀφείλει μετὰ περισσοτέρας στοργῆς νὰ προσενεχθῇ, γνωρίζουσι δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι ποίαν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὸ στράτευμα τὸ τοιοῦτον μέτρον. Ἂς σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἀντίληψις τοῦ ὁποίου εἶναι μεγάλη, νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα καὶ νὰ τὸ ῥίψῃ εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικόν, καὶ εἰς οὐδένα νὰ δοθῇ ἀμοιβή, ἐὰν τὸ Κράτος νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀμείψῃ.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρατήρησιν γενομένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τρικκάλων παρῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν σιγῇ. Ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἐκείνου ζητήματος. Καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν καὶ κατὰ τὸ νέον ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος οὐδὲν νομοσχέδιον ἐγίνετο δεκτόν, ἐὰν δὲν συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν, κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως καὶ ψηφίσεως συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ μετὰ τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν ἐψηφίζετο ἐπὶ τοῦ συνόλου, ταῦτα δὲ πάντα ἐγίνοντο εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας καὶ δὴ ἐν ἑκάστῃ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίζετο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ 57 τοῦ Συντάγματος μετερρυθμίσθη ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ νέου Συντάγματος. Κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ μετέχω αὐτῆς, ἀλλὰ πολλὰ ἐπίλεκτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ κάλλιον ἐμοῦ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἑρμηνεύσωσι τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐγὼ δὲ ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, παρατηρῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 εἶναι σχεδὸν τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος μέ τινας τροποποιήσεις. Λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις ἀπεχούσας τοὐλάχιστον ἀλλήλων δύο ἡμέρας. Τὸ παλαιὸν ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶχε τὸν θεσμὸν τῆς κηρύξεως τῶν νομοσχεδίων ὡς κατεπειγόντων. Κατὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 57 τὸ μετερρύθμισε καὶ δὲν παρέλειψε μόνον τὴν μίαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἐσυντόμευσεν εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρα συζητήσεων χρόνον. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφίβολον ἐκ τῆς ἁπλῆς μελέτης τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, παλαιοῦ καὶ νέου, ὅτι πᾶν νομοθέτημα εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ εἶναι διατετυπωμένον κατ’ ἄρθρον, διὰ νὰ εἶναι οὕτως ἐφικτὴ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ εἰς δύο κατ’ ἄρθρα ἀναγνώσεις. Ἐπιτρέπεται μόνον ἡ συνολικὴ νομοθετημάτων ἐπιψήφισις προκειμένου περὶ δικαστικῶν κωδίκων, δυνάμει τῆς παραγράφου 4ης τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ συνολικὴ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν κωδίκων διὰ νόμου, χωρὶς νὰ γίνῃ κατ’ ἄρθρον ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Τί συμβαίνει ἐν προκειμένῳ; Δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου γνῶσιν ἔχει ὅλη ἡ Βουλή, ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις νομοθετικῶν Διαταγμάτων, χωρὶς ταῦτα ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις. Ἤδη πρόκειται νὰ κάμω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ Β. Διατάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ μονίμων ἀξιωματικῶν καὶ ἐφέδρων. Ποῦ εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ φέρω τὴν τροπολογίαν; Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλην τινὰ πρόθεσιν. Ἴσως τοῦτο νὰ προῆλθεν ἐκ παραδρομῆς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπησχολημένη πολὺ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τὰς κρισίμους, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ πατρίς. Ἀλλά, διὰ νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνεθεωρήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν, πρέπει οἱ νόμοι οὗτοι νὰ μὴ εἶναι ἀνασυνταγματικοί, νὰ μὴ εἶναι ἄκυροι· πρέπει τοὺς νόμους τούτους νὰ μὴ δύναταί τις νὰ προσβάλῃ μετὰ ταῦτα, ἰδίως δὲ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐὰν πρόκειται τυχὸν νὰ συζητήσῃ περὶ αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ διατυπώσῃ τοῦτο κατ’ ἄρθρον· ἄλλως παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀπαντήσω διὰ βραχέων εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ δύο ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, τῶν ἰσχυρισθέντων ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἀντίκειται εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι περιέπεσον εἰς πλάνην νομίσαντες ὅτι ἐνώπιον αὐτῶν ὑποβάλλεται σήμερον ὡς νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν συμβαίνει, Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, προβλέπει ἄλλην περίστασιν, τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν παρασκευάζεται νομοσχέδιον καθ’ ὡρισμένας διατυπώσεις, ὅπως διευκολύνηται ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἄφεσις ἁμαρτιῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα δὲν προσάγεται ὡς νομοσχέδιον. Εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδημοσίευσε, σφετερισθεῖσα ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὴν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐσφετερίσθη ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει ὅτι ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις δικαιολογοῦσι καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι προέβη εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ὡς προέβησαν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις εἰς ἀναλόγους περιστάσεις, τότε δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἤδη ἰσχὺν νόμου ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, σφετερισθείσης, ἐπαναλαμβάνω, ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑποβληθὲν ἐνώπιον αὐτῆς, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ψήφισις καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἄφεσις ἁμαρτιῶν, συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐγκυροποίησις τῆς καθ’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἀσκηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας. Νομίζω ὅτι ἡ ἄποψις αὕτη εἶναι καὶ θεωρητικῶς ὀρθὴ καὶ πρακτικῶς σκόπιμος, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν ἐμποδίζεται κανεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θέλων νὰ δώσῃ τροποποιημένην τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, νὰ φέρῃ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐζήτει, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθέν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἄφεσις ἁμαρτιῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μὴ κυρωθῇ ὅπως ἔχει, ἀλλ’ ὑφ’ ὡρισμένας τροποποιήσεις. Οὐδεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν κωλύεται νὰ ζητήσῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὑπῆρχον αἱ περιστάσεις ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐξέλθῃ τοῦ κύκλου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι κεχαραγμένη ἡ ἐξουσία αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἓν νομοθετικὸν Διάταγμα, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκ νέου ἐπὶ νόμου κατασταθέντος ἤδη τοιούτου καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ κατ’ ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα διὰ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ διατυπώσω τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις, δὲν θὰ διετύπουν αὐτὸ ἐντελῶς ὡς διετυπώθη· θὰ φανῇ ἴσως παράδοξος ἡ εἰλικρίνειά μου καὶ ἴσως προκαλέσῃ καὶ σάλον, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅ,τι αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ἂν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ θεσπίσω τὸ Διάταγμα τοῦτο, καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην ἀπὼν καὶ δὲν ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντά μου ὡς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ ἠγόμην ἀπὸ ταύτης τῆς σκέψεως, ὅτι ἱκανὸν θὰ ἦτο, ὅπως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς δοθῇ ἐφάπαξ ποσόν τι δι’ ἔξοδα παρασκευῆς διὰ τὴν ἐκστρατείαν, ἀλλὰ τὸν διπλοῦν μισθὸν ἐγὼ οὐδέποτε θὰ ἐθέσπιζον, καίτοι γνωρίζω ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἄλλων μερῶν δίδεται διπλοῦς μισθὸς ἢ πρόσθετός τις μισθοδοσία ἐν περιπτώσει πολέμου, καίτοι καὶ αὐτὰ τὰ σύμμαχα Κράτη παρέχουσι τοιαύτην μισθοδοσίαν, ἓν μάλιστα αὐτῶν δίδει πλουσιώτατον μισθόν, ὃν αὐξάνει ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις πολλαπλασίως, διότι κάμνουσι διακρίσεις ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἐγώ, λέγω, θὰ περιωριζόμην εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρίσω ἁπλῶς καὶ μόνον τὰ ἔξοδα τῆς εἰσόδου εἰς τὴν ἐκστρατείαν, θὰ ἐθεώρουν ὅτι τοῦτο ἦτο ἀρκετόν, καὶ θὰ ἤμην ἐντελῶς ἥσυχος ἐγὼ ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των τόσον προθύμως, διὰ νὰ καταστήσωσι τὴν Ἑλλάδα μεγαλειτέραν, θὰ ἐθεώρουν ἱκανὴν τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς διὰ τὴν φθορὰν τοῦ ἱματισμοῦ των, καὶ θὰ ἠρκοῦντο εἰς τοῦτο καὶ μόνον.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ ὀρθά.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐνώπιον μιᾶς πράξεως νομοθετικῆς γενομένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο μὲν ἡ Βουλή, ἐὰν ἤθελε, σήμερον νὰ ἀκυρώσῃ, — πρᾶγμα ὅπερ ἐγὼ οὐδαμῶς συνιστῶ, — καὶ τῆς ὁποίας ζητῶ τὴν ἐπιψήφισιν, διότι ἀποτελεῖ μίαν ὑπόσχεσιν ἤδη πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅτι θὰ ἐλάμβανον τὰ ποσὰ ταῦτα, καὶ δὲν εἶναι εὔλογον νὰ διαψευσθῇ σήμερον ἡ προσδοκία των αὕτη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προέβησαν οὗτοι εἰς δαπάνας περαιτέρω. Ζητῶ λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς σήμερον, ὅπως δοθῇ ἄφεσις ἁμαρτιῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τότε, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι χορηγεῖ ὑπεράγαν πλουσίαν ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Διὰ τοῦτον δὲ τὸν λόγον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καὶ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπό τινων τῶν κ. Βουλευτῶν, περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν κ. ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ὑποσχεθείσας ἤδη ἀμοιβὰς εἰς ὡρισμένας κατηγορίας ἀξιωματικῶν. Δὲν θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀντλήσω ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου χρήματα καὶ νὰ δώσω καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐδόθησαν εἰς τοὺς πρώτους. Θὰ παρατηρηθῇ ἴσως· διατί, ἀφοῦ τοιαύτην ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διατί προσέρχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐγὼ δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διὰ νὰ προτείνω τὴν χορηγίαν ἐπιδόματός τινος προσθέτως παρὰ τὴν μισθοδοσίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς; Ἀλλά, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀρχὴ καὶ παρ’ ἡμῖν τῆς χορηγίας προσθέτου τινὸς μισθοῦ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, δὲν θὰ ἦτο πολιτικὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς «δὲν σᾶς δίδομεν πλέον τίποτε». Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰ γενόμενα ὑπὸ τῶν συμμάχων μας, νὰ δώσωμεν πρόσθετόν τινα ἀμοιβήν, ἀλλὰ περιορίζοντες αὐτὴν εἰς ὅσῳ τὸ δυνατὸν περιωρισμένα ὅρια, ὥστε τὰ διδόμενα νὰ ἀνταποκρίνωνται περισσότερον πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς μείζονα ἁρμονίαν πρὸς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει τώρα, καὶ τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον, ὑπόχρεον νὰ μεριμνήσῃ ὄχι μόνον περὶ τῶν ζώντων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι μετέσχον ἑνὸς εὐτυχοῦς πολέμου, ὁ ὁποῖος ἐμεγάλυνε τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων, περὶ τῶν παθόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι μόνον αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ καὶ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν τοῦ ὑπολοίπου βίου των θὰ εὑρίσκωσιν ἑαυτοὺς ἀνικάνους πρὸς ἐργασίαν. (Χειροκροτήματα). Ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνουσα τὰ γενόμενα μέχρι τέλους Ἰανουαρίου ἐπιληφθῇ ἰδίως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται καὶ τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει ταῦτα διὰ τὸ μέλλον ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐὰν ἤθελον ἐκφράσει γνώμην πολλοὶ Βουλευταὶ περὶ ὑποβιβασμοῦ καὶ μετριασμοῦ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προτείνω δι’ αὐτοῦ, θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ λάβω ταύτην ὑπ’ ὄψιν. (Ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ἀπορρίπτει μετὰ τοῦτο τὴν πρότασιν περὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ δέχεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων; ἤτοι «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ χορηγήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσωρινῆς προκαταβολῆς ἐκ δρ. 300,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου». «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 34,233,50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912». «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 484.70 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου τῆς χρήσεως 1912». «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 4,170,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1912». «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρχ. 2,098,475,20 καὶ «περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1912 ἐκ δραχμῶν 41,781,408». (Γίνεται μετὰ τοῦτο δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς αὐξήσεως παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ πολέμῳ») Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία ἐκ μέρους τῶν κυρίων Π. Μερλοπούλου, Δ. Χατζηγιάννη, Π. Πολυχρονιάδου καὶ Β. Κυρέλλου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ προστεθῇ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ. (Ἀναγινώσκεται ἔχον οὕτω): Προστίθεται ἄρθρον 2ον ἔχον οὕτω: «Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας συμπληροῦται προστιθεμένης μετὰ τὴν πρώτην καὶ τῆς ἀκολούθου δευτέρας παραγράφου: Ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀναθεωρῇ τὰς περὶ ἐξαιρέσεως λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος ἀποφάσεις τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ὑγειονομικῶν ἐπιτροπῶν, μετὰ νέαν γνωμοδότησιν ἄλλης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς παρ’ αὐτοῦ προκαλουμένην». Ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου 1912 καὶ ἐντεῦθεν ἀποφασισθείσας ἐξαιρέσεις λόγῳ ἀνικανότητος».
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ τὴν μελετήσωμεν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ συζήτησις τῆς τροπολογίας ἀναβάλλεται διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1913». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτόν, ὡς καὶ τὸ 2 ἄρθρον, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐνεργουμένων ἢ ἐνεργηθεισῶν προμηθειῶν, ἐν γένει μετακομίσεων καὶ ἐργασιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ ὑπολοχαγῶν εἰς λοχαγοὺς κ.λ.π.». Τὸν λόγον ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ κ. Χατζηγιάννης.
§23Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τονίζει τὸ εὐχάριστον γεγονός, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εὐεργετικῶν πολλοὶ λίαν ἱκανῶς ἐξεπλήρωσαν, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν πόλεμον, τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, καὶ ὅτε ἀκόμη ἐτάχθησαν ἐν τῇ διοικήσει λόχων, καὶ ὅτι ἄλλως καὶ μορφώσεως γραμματικῆς δὲν στεροῦνται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καὶ στρατιωτικὰ ἔχουσι προσόντα, ἅτινα ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτῶν πείρας ἀπέκτησαν, ἀφοῦ, λέγω, καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου πάντα ταῦτα ἀναγνωρίζει, εἶναι ἀξιέπαινος ὅτι ἠθέλησε νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εὐεργετικῶν νὰ δύνανται οἱ ἱκανοὶ νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ νομίσω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου θέλει πληρέστερον ἐπιτευχθῆ καὶ τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν τῶν νεωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς κατηγορίας ταύτης θέλομεν μᾶλλον διαθρύψει, ἐὰν τὴν ἀναλογίαν τοῦ ⅒ τῶν προαγομένων εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν σχολῶν ἐλαττώσωμεν εἰς 2)10, ἤτοι ⅕ διότι, ἐὰν μείνῃ ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἔχει, πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἡ ἐνθάρρυνσις, ἣν θέλομεν νὰ δώσωμεν, μείνῃ μόνον Ἀκαδημαϊκή· δὲν ὑπάρχει δὲ φόβος μήπως εἰσχωρήσωσιν ἀξιωματικοὶ εὐεργετικοί, στερούμενοι τυχὸν τῆς πρὸς τοῦτο ἱκανότητος μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ, διότι, ἐὰν δι’ ἅπαντας τοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς εἶναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς προαγωγῆς κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν, διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅμως τῆς κατηγορίας ταύτης δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀρχαιότης, διὰ νὰ προαχθῶσιν, ἀλλὰ προσαπαιτεῖται καὶ ἀπόφανσις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι κέκτηνται οὗτοι τὰ πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ προσόντα. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν μεγάλην ἐγγύησιν συμβουλίου εἰδικοῦ, ὅτι μόνον οἱ ἱκανοὶ θὰ δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν, ὑποθέτω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόσον μέγα τὸ ἐκ τῆς μικρᾶς 1 πρὸς 10 ἀναλογίας κώλυμα διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἱκανωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς κατηγορίας τῶν λεγομένων εὐεργετικῶν. Θὰ ἦτο δέ, νομίζω, εὐλογώτερον, ἐὰν ὡρίζετο τὸ κλάσμα ἔστω εἰς ⅐ ἢ τὸ πολὺ εἰς ⅛, ἀντὶ τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ⅒. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ζήτημα ἂν ἀνὰ πᾶν ἔτος θὰ προάγωνται δύο ἐκ τῶν εὐεργετικῶν ὑπολοχαγῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. Ἂν δὲ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ ἀξιωματικοὶ κατώτεροι τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ ἔχοντες περισσότερον ζῆλον, φερόμενοι ὅμως εἰς σειρὰν προαγωγῆς ὀγδοηκοστήν, θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένωσι τεσσαράκοντα ἔτη, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ.
§24Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὰς ἀναλογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσαι εἶναι αἱ θέσεις αὗται.
§25Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται ἔπειτα καὶ τὰ ἄρθρα 2–7 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ΧΠΕʹ νόμου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§28Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου. Τὸ ἄρθρον 4ον λέγει· «πρὸς πάντα ἀξιωματικόν, ἀνθυπασπιστὴν ἢ ὁπλίτην, τραυματισθέντα ἢ ἀσθενήσαντα ἀσθένειαν προερχομένην ἐκ τῆς ἐκστρατείας, χορηγεῖται ὁλόκληρος ὁ μισθός, ὃν λαμβάνει ἐν εἰρήνῃ, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νοσηλείας του ἄνευ προσθέτου τοιούτου». Ἐξ ἀντιδιαστολῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν ἐπιστρατεύσει, οἱ τυχόντες ἀναρρωτικῆς ἀδείας, αὐτοὶ λαμβάνουσι καὶ τὸν πρόσθετον μισθόν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δεύτερον ἡ τοιαύτη ῥύθμισις τοῦ ἄρθρου 4 εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τὸ ἐξομοιώσω.
§30Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 5–9). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία.
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ 10ον ἄρθρον διεγράφη χθές.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε τὸ 11ον γίνεται 10ον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ 10ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Σπυράκη, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς (ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ προαγωγῶν. Ἑπομένως πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ. (Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σπυράκη καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἀνεγνώσθη, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ χορηγήσεως τῆς προσθέτου μηνιαίας μισθοδοσίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς κλπ. τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθέτου ὑπηρεσίας ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐν ἐκστρατείᾳ». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σπυράκης. Ἀπών. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κατατάξεως τῶν μαθητῶν τῆς γʹ καὶ δʹ τάξεως τῆς σχολῆς τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων ἐπὶ τῷ βαθμῷ τοῦ ἀρχικελευστοῦ, ὁπλίτου κλπ. καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΔΟΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4074) τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1912 καὶ περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἀνεβλήθη ἡ κατάταξις τῶν στρατευσίμων ἐργατῶν θαλάσσης τῆς αʹ σειρᾶς τῆς ἀπογραφῆς 1912». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διάπλου καὶ διαμονῆς ἐμπορικῶν πλοίων παρὰ ταῖς Ἑλληνικαῖς ἀκταῖς καὶ περὶ τῶν ἀστυνομιῶν τῶν λιμένων καὶ ὅρμων ἐν καιρῷ πολέμου». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ψηφίζονται εἶτα ἀσυζητητὶ εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια 1) «περὶ προσλήψεως ἀλλοδαπῶν φυλάκων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν φυλακῶν» 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4, § βʹ, τοῦ ͵ΔΞΗʹ νόμου τοῦ 1912 περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν, προθεσμιῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας». 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Νοεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος καὶ περὶ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου πρὸς ἐνέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν γραφέων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑποψηφίων δικηγόρων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς ἢ ἀναστολῆς τῆς τελέσεως ἀγώνων».
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προτείνεται ἡ προσθήκη δευτέρου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Θὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ θὰ διανεμηθῇ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΗʹ τῆς 18 Ἰουλίου 1911 περὶ κεντρικοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§38Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα.
§39ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σήμερον τὴν μεσημβρίαν ἔλαβον τὸ σχετικὸν σημείωμα, διέταξα δὲ τὰ δέοντα καὶ θὰ προσκομισθῶσι διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§40Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσκομισθῶσι προτοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι θ’ ἀναγκασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν ὅσα ἔχω νὰ εἴπω.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο παράγραφοι τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τροποποίησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπετέλεσαν δύο ἰδιαίτερα ἄρθρα. (Ἀναγινώσκονται αἱ δύο παράγραφοι τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ψηφίζονται ὡς ἄρθρα 1 καὶ 2. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§42ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος καὶ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν διὰ τὸ ἔτος 1912–1913 πρὸς ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν ἐγγραφῆς οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔφεδροι ἐθελονταί». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροπολογήθη, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 6).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία ἐκ μέρους τῶν κυρίων Θ. Σκάση καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ.
§44ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
§45Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἄς ἀναβληθῇ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20 εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ναυτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ 1913». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια εἰς αʹ συζήτησιν· 1) «περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου ͵ΓϠΙʹ τῆς 14 Αὐγούστου 1911 περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ἐκπαιδεύσεως»· 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Νοεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ κατατάξεως ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ τῶν μαθητευομένων μηχανικῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως»· 3) «περὶ ἀποζημιώσεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ πληρώματος τοῦ βοηθητικοῦ εὐδρόμου «Μακεδονίας»· 4) «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀσυρμάτου τηλεγράφου διατάξεων, διαγραφέντος τοῦ 4 ἄρθρου»· 5) «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΓϞϠΑʹ τῆς 13 Ἰανουαρίου 1912 περὶ τροποποιήσεως τῶν πρὸς προβίβασιν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν περὶ ὀργανώσεως τῶν πληρωμάτων τοῦ Ναυτικοῦ διατάξεων»· 6) «περὶ προσλήψεως ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· 7) «περὶ μετακλήσεως εἰδικῶν ἀλλοδαπῶν πρὸς μελέτην τῆς καταστάσεως τοῦ Πολεμικοῦ Ναυστάθμου».
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας ἀποζημιώσεως καὶ μηνιαίας ἐπιχορηγήσεως δι’ ἔξοδα παραστάσεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς κλπ. τοῦ Π. Ναυτικοῦ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ, ὅπως ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀποζημιώσεων. Μετὰ τὴν φράσιν «ἐξαιρουμένων τῶν» νὰ τεθῇ «ὑποναυάρχων, πλοιάρχων μοιράρχων καὶ τῶν ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἀποστολῇ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν κλπ.». Ἡ φράσις «ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τῶν πλοίων τοῦ στόλου ἢ ἐπὶ τοῦ κατεχομένου ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων ἐχθρικοῦ ἐδάφους κλπ.» θὰ λείψῃ. Τὰ ἑπόμενα θὰ διορθωθῶσιν ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἑξῆς πρόσθετος μόνον ἀποζημίωσις τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν 150 δραχμαὶ μηνιαίως, τῶν κατωτέρων 90, τῶν ἀρχικελευστῶν 45». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§49Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν. Μετὰ τὴν λέξιν «χορηγεῖται» νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἄλλαι φράσεις καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ «μηνιαία ἐπιχορήγησις εἰς τὸν ὑποναύαρχον ἀρχηγὸν τοῦ στόλου δραχμαὶ 500 κλπ.», διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁμοιομορφία πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4).
§50Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀντὶ τοῦ «μετὰ τῆς προσθέτου ἡμερησίας ἀποζημιώσεως» νὰ τεθῇ «ἄνευ τῆς προσθέτου κλπ.». Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ τροπολογήσω αὐτήν, ὅπως εὑρεθῇ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ.
§51Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι καὶ τὸ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου σημειούμενον, ὅτι οἱ εἰς κανονικὴν ἄδειαν ἀπερχόμενοι ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τῆς κανονικῆς ἀδείας καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀνωτέρω ἀποζημιώσεως, δὲν εἶναι δίκαιον; Οἱ εἰς κανονικὴν ἄδειαν ἀπερχόμενοι εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λάβωσι καμμίαν ἀποζημίωσιν.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν θέλω τροπολογήσει τοῦτο λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις σας. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροπολογήθη, τὸ ἄρθρον 5 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΙΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3417) τῆς 16 Νοεμβρίου 1909 περὶ τροπολογίας τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμου ᾼΧΜʹ καὶ τῶν νόμων περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν αἰτίᾳ πολέμου προβιβασμῶν καὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 32 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως κατὰ παραδρομὴν ἐγράφη ὅτι πρόκειται περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἐνῷ πρόκειται περὶ συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ χορηγήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσωρινῆς προκαταβολῆς ἐκ δρχ. 300.000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου». Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ συζητήσῃ πρὸ τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως.
§56Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, διότι ἄλλως τε ὡς ἐκ περισσοῦ ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς καὶ οὐχὶ περὶ πιστώσεως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ γίνῃ συζήτησις. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΚϚʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1907 περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπασιᾶς.
§59Α. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριοι, ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχουσιν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὔτε τὰ ἀφορῶντα τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Ὁ ἡμέτερος ὀργανικὸς τοῦ ταμείου νόμος ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ τοιούτου, ὅστις ἀπὸ δύο ἤδη ἑκατονταετηρίδων ἀναγράφει μεταξὺ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ ταμείου καὶ τὸ ἥμισυ ἑκάστης λείας, τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς ὁποίας περιέρχεται εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ συλλαβόντος τὴν λείαν πλοίου.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνήθως τότε ἦσαν ἰδιωτικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα συνελάμβανον τὰς λείας, καὶ τὸ Δημόσιον ἀφῄρει τότε τὸ ἥμισυ.
§61Α. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ Γαλλικὸς νόμος οὐδεμίαν διάκρισιν ποιεῖται ἂν ἡ σύλληψις ἐγένετο ὑπὸ ἰδιωτικοῦ πλοίου corsaire ἢ πολεμικοῦ πλοίου τοῦ Κράτους· ὁμιλεῖ ἁπλῶς περὶ λείας. Ἄλλως τε τοιαύτην ἀρχὴν παρεδέχθη καὶ ὁ ἡμέτερος περὶ Ναυτικῆς ἐμπορίας πρὸ τριετίας ψηφισθεὶς νέος νόμος, οὗτινος ἀμέσως ἐξετελέσθησαν τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα, καθ’ ἃ προκειμένου περὶ σώστρων διασωθέντος πλοίου, ταῦτα διανέμονται μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ πληρώματος τοῦ διασώσαντος πλοίου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δ’ ἴση ἡ λεία νὰ διανέμηται μεταξὺ τοῦ Κράτους, ὅπερ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ τοῦ Ν. Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὸ πλήρωμα. Αἱ διατάξεις αὗταί εἰσι σοφώταται, καθόσον δι’ αὐτῶν ἐπιδιώκεται ἡ ἐμψύχωσις τοῦ ζήλου τῶν ναυτῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε ἡ λεία οὔτε ἡ διάσωσις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Δὲν δύναται δ’ ἡ λεία νὰ παρομοιωθῇ πρὸς τὰ λάφυρα τοῦ κατὰ ξηρὰν πολέμου, διότι τὰ στρατεύματα ἐνεργοῦσιν ἐπὶ τῇ βάσει γενικοῦ τοῦ πολέμου σχεδίου, ἐνῷ εἰς πλείστας ναυτικὰς ἐπιχειρήσεις ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία ἔχει μεγίστην σημασίαν, ἰδίᾳ προκειμένου περὶ λείας. Παρομοίαν διάταξιν ἀναγράφει καὶ ὁ ἡμέτερος ὀργανικὸς τοῦ ταμείου νόμος καὶ ἥτις ἐπανελήφθη κατὰ τὴν νέαν αὐτοῦ διασκευὴν ἐν ἔτει 1907, ἐν ἐδαφίῳ ιβʹ τοῦ ἄρθρου 2ου, καθ’ ἣν τὸ τρίτον ἑκάστης λείας περιέρχεται τῷ ταμείῳ ὡς ἔσοδον αὐτοῦ. Μόνον ἅπαξ ἀτυχῶς ἐδόθη εὐκαιρία ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἤτοι κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, προκειμένου περὶ τῆς λείας τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς ἑταιρείας Χατζῆ Δαούτ, ὅπερ νῦν τυγχάνει τὸ ὁπλιταγωγὸν «Κρήτη». Τὸ ταμεῖον προέβαλλε τότε τὰς νομίμους αὐτοῦ ἀξιώσεις, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον, ὁ κοινὸς ἐχθρὸς ἐν Ἑλλάδι, ἐδυστρόπησε καὶ μετῆλθε μέσα, εἰς ἃ καὶ αὐτὸς ὁ κακοπιστότερος τῶν ὀφειλετῶν θὰ ἐδίσταζε νὰ καταφύγῃ, προβαλὼν σὺν τοῖς ἄλλοις τὴν ἔνστασιν ὅτι διὰ τῆς ἀγωγῆς τοῦ ταμείου ἐζητήθη τὸ τρίτον τῆς ἀξίας τοῦ πλοίου, ἐνῷ ἔδει νὰ ζητηθῇ τὸ τρίτον τοῦ πλοίου, ὡς ὁ νόμος ἀναγράφει! Περίεργον τῳόντι πῶς δὲν προέβαλε καὶ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀνηλικότητος, ἣν ἐπιτυχέστερον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς διατελοῦν ὑπὸ τὸν Διεθνῆ Οἰκονομικὸν ἔλεγχον. Τέλος μετὰ 15 ὅλα ἔτη δικαστικοῦ ἀγῶνος ἠναγκάσθη κατόπιν τελεσιδίκου ἀποφάσεως νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ πληρώσῃ τὸ ἐπιδικασθὲν ποσόν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ καὶ τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἥτις, ὅτε ἠγέρθη ἡ ἀγωγή, ὑπερέβαινε τὰ ἑβδομήκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, καὶ παριστάμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀστείου θεάματος τὸ ταμεῖον νὰ πληρώνῃ δικηγόρους καὶ νὰ ὑφίσταται ἔξοδα, διότι ὁ νόμιμος πληρεξούσιος τοῦ ταμείου ἐκωλύετο προκειμένου περὶ δίκης αὐτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὗ τυγχάνει νομικὸς σύμβουλος καὶ ταῦτα δι’ ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ Κράτους, ἣν αὐτὸ τὸ Κράτος διὰ νόμου ἐχορήγησε τῷ ταμείῳ. Εἶναι δὲ περίεργον πῶς αὐτὴν τὴν ἥκιστα ἔντιμον ἐνέργειαν τοῦ Δημοσίου ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ αὐτῶν οἱ ὑποβαλόντες αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα παραστήσωσιν ὀγκώδη πᾶσαν λείαν καὶ ὑπέρογκα τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου. Καὶ ἐὰν μὲν ἔφερε μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, μολονότι οὗτος τυγχάνει Βουλευτὴς ναυτικῆς ἐπαρχίας, τὸ πρᾶγμα θὰ ἐδικαιολογεῖτό πως, ἀφοῦ τυγχάνει ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλ’ ἄπορον πάντως ἐφάνη ἡμῖν ἡ προσυπογραφὴ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ καὶ νομίμου καὶ φυσικοῦ τοῦ ταμείου προστάτου. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα σκέψις τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ἡμῖν μωρά, τὸ ὅτι τὸ ταμεῖον θὰ κερδίσῃ πολλὰ ἐκ λειῶν εἰς βάρος τοῦ Κράτους, τί ὅμως βλάπτει τὸ Κράτος, ἂν τοῦτο ἐκ κερδῶν δίδῃ τὸ τρίτον; Μὴ δὲν θὰ κερδίσῃ τὸ Κράτος τὰ ἕτερα δύο τρίτα, ἢ μὴ τὸ Δημόσιον δὲν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τῷ ταμείῳ, ἅμα τοῦτο λάβῃ ἀνάγκην; Ἐν Γαλλίᾳ εἰς 14 ὅλα ἑκατομμύρια ἀνῆλθεν ἡ εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ταμεῖον, ἀναγνωριζομένης τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, ἣν καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρίδωμεν, διότι δι’ αὐτοῦ ἀνακουφίζεται πᾶσα Ἑλληνικὴ ναυτικὴ οἰκογένεια, καὶ τοιαῦταί εἰσι πλεῖσται ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ταμεῖον ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως, ὅπως καὶ ἄλλα ναυτικὰ εὐαγῆ ἱδρύματα συντηρήσῃ, ἅτινα ἀτυχῶς ἐν τῇ πρώτῃ ναυτικῇ χώρᾳ τῆς Μεσογείου τυγχάνουσιν ἄγνωστα. Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐδόθη ἀποζημίωσις καὶ διπλοῦς μισθός, ἐνῷ οἱ ναῦται ἄλλο τι δὲν θὰ λάβωσιν εἰμὴ τὴν ἐκ τοῦ ταμείου σύνταξιν. Ἐλπίζω ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὗ ἄλλως τε τὸ τελευταῖον ἐδάφιον δὲν δύναται καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀφοῦ δίδει ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς διατάξεις ἀφαιρούσας κεκτημένα δικαιώματα τοῦ ταμείου ἐπὶ τῆς λείας τοῦ νῦν πολέμου.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, μὲ κάμνει νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον χθές. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔδωκε δικαιώματα εἰς αὐτούς· διατί προκειμένου περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου θέλομεν τὸ ἐναντίον; Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, δίδει τὸ δικαίωμα, ὅπως τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον λάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος, μέχρι τῆς ἡμέρας τοὐλάχιστον καθ’ ἣν ἴσχυε· σήμερον δίδεται εἰς τὸν νόμον ἀναδρομικὴ δύναμις καὶ ἐλαττοῦνται τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἀπὸ 33% εἰς 5% μόνον, δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἄρτον εἰς πτωχὰς οἰκογενείας ἐργατῶν θαλάσσης διὰ παροχῆς συντάξεως 8–10–12 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διότι δυστυχῶς ἡ γενναιότης τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦτο μόνον αὐτὰς τὰς συντάξεις ἔχει ἐξασφαλίσει, ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις, ἡ ὁποία δίδεται, εἶναι μία ἀφαίρεσις δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἀπέκτησε δυνάμει νόμου. Ἐὰν τοὐλάχιστον τὸ 5% δὲν πρέπει ν’ αὐξηθῇ, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔχω νὰ συμπληρώσω τὴν διάταξιν ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀναδρομικῆς ἢ μὴ δυνάμεως, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτής.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὀρθοτάτη, διότι ἓν θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐν παραδείγματι ὑπὸ τῶν πολεμικῶν μας δυνάμεων, δὲν δύναται νὰ ἀποτιμηθῇ.
§65ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστόν.
§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 34 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ οὐχὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς κατὰ παραδρομὴν ἐγράφη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 34.233.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀκατασχέτου τῶν ἐξ ἐπιτάξεως κτηνῶν καὶ ὀχημάτων ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας ἀποζημιώσεων». Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ῥακτιβάν, κατὰ τὴν ὁποίαν προστίθεται «μήπω τελεσιδίκως ἐκδικασθεῖσα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΟΖʹ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας ζωῆς καὶ προνοίας «Ἀμοιβαίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§68Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εὐθὺς ἀμέσως τροπολογίαν, ἡ ὁποία διατυπώνει ἐν συνόψει τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ἐποιησάμην ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὰς ὁποίας εὗρον ὡς ἀξίας προσοχῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῆς τροπολογίας διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§70Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, πρὶν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὸ ἄρθρον 3, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι δέον τὸ ἄρθρον 3 νὰ ἐγίνετο 4, καὶ 3 νὰ γένηται τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Πρόκειται περὶ νέας τροπολογίας, ἣν ὑποβάλλω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§72Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως μελετήσῃ τὸν φάκελον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὅτε θὰ ἀνακαλύψῃ ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις μεγάλαι ἐκ μέρους τῶν πρακτόρων τῆς ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀφειλέται μεγάλων ποσῶν, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους. Ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ οὗτοι Κύριοι εἶναι συνάμα δικαιοῦχοι ὡς μέτοχοι ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἐφρόντισαν νὰ καταστήσωσι καὶ ἀκατασχέτους, ἵνα ἀποκτήσωσι περιουσίας, τὰς ὁποίας ὑπεξήγαγον ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν μετόχων. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῶν.
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς τροπολογίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐγγράφως καὶ ἔστω βέβαιος ὅτι θὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΑʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1911 περὶ συστάσεως Ἀβερωφείου πρακτικῆς γεωργικῆς σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§75Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ προσοχή, κύριοι Βουλευταί, ἥτις δίδεται ἀπὸ ἀρκετοῦ καιροῦ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν παραγόντων τῆς χώρας καὶ ἥτις ἀπεκρυσταλλώθη εἰς σειρὰν νόμων, οἵτινες σήμερον ἐφαρμόζονται, ὤθησε τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς θαυμασίου ἱδρύματος, τῆς Ἀβερωφείου σχολῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω βεβαίως εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν αὑτῶν ἐφ’ ἑνὸς θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου μονομερῶς μέχρι σήμερον ἐλήφθη μέριμνα ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἡ κτηνοτροφία, κύριοι Βουλευταί, καθὼς γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, ἀποτελεῖ παράγοντα διὰ τὸ Κράτος, παράγοντα ὅστις εἶναι ἴσως ὁ δεύτερος μετὰ τὴν ναυτιλίαν, ὁ ὁποῖος παρέσχε τόσον πλοῦτον καὶ τόσα μέσα εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας· ἐν τούτοις ἡ κτηνοτροφία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσῃ μόνη ἄνευ τῆς κυβερνητικῆς προστασίας ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν μεγάλων ἐξόδων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ προαχθῇ αὕτη. Ἵνα κατορθώσωμεν νὰ τὴν ὑποβοηθήσωμεν οὐσιωδῶς καὶ φέρωμεν αὐτὴν εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ἐδάφους, πρέπει νὰ προνοήσωμεν σπουδαίως περὶ εἰδικῆς νομοθεσίας, διότι, ὡς γινώσκετε, περὶ τῆς κτηνοτροφίας δὲν ὑπάρχουσι παρὰ μόνον δύο διατάξεις ἢ μᾶλλον εἷς νόμος καὶ ἓν Διάταγμα, ὅπερ ἀφορᾷ καὶ προνοεῖ μόνον περὶ τῶν ἵππων, περὶ οὐδεμιᾶς δὲ ἄλλης κατηγορίας τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαρχόντων κτηνοτροφικῶν ὅρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει μέγιστον ἐν Ἑλλάδι παράγοντα, θὰ ἦτο κυρίως ἡ προσπάθεια πρὸς καλλιτέρευσιν τοῦ βίου τῶν ἀμνῶν, διότι εἶναι γνωστὸν πρὸς ἅπαντας ὅτι ὅλοι οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι διὰ τὴν πρόοδον τοῦ προϊόντος τούτου, δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἵνα διορθώσωσιν ἐκεῖνο τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς ἀμνὸς ἔχει, τὸ ἐλλάττωμα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ μαλλίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει λυθῆ εἰς ἄλλας χώρας, καὶ ἔχει λυθῆ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν, δεδομένου ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἀμνός, ὅστις ἔχει τὴν καλλιτέραν ποιότητα μαλλίου, εἶναι ὁ ἀμνὸς τοῦ γένους «μερινός». Τὸν ἀμνὸν τοῦτον κατώρθωσεν ἡ Ῥωσία νὰ ἐγκλιματίσῃ ἐπὶ τοῦ Καυκάσου, κατώρθωσεν ἡ Κύπρος νὰ ἐγκλιματίσῃ ἐν τῇ χώρᾳ της, ἡμεῖς δὲ μέχρις αὑτῆς τῆς στιγμῆς εἰς οὐδεμίαν σχετικὴν ἐνέργειαν προέβημεν πρὸς τοῦτο, ἐνῷ ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι καλλίστου γένους ἀμνούς, ὡς εἶναι οἱ ἀμνοὶ τῆς Ζακύνθου, οἱ ἀμνοὶ τῆς Σκοπέλου, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ γίνωσι πειράματα, ὅπως ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκλιματισθῇ τὸ πολύτιμον αὐτὸ προϊόν ἐν τῷ ἑλληνικῷ ἐδάφει. Σημειωτέον, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅτι ἔχει παρατηρηθῇ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἰδιαίτεραι ποῖμναι συντηρούμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους, αἵτινες οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσιν ἀποστολὴν ἢ τὴν συντήρησιν ἀμιγοῦς γένους, ἔχει ἐκεῖ παρατηρηθῇ ὅτι πρόβατα εἰς τὴν πέμπτην γενεὰν ἀποδίδουσι τὸ μαλλίον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ πατήρ, καὶ τὸ κρέας τῆς μητρός. Δεδομένου δ’ ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν πρόβατα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ κρέας τῆς μητρός, φαντάζεσθε ὁποίαν πρόοδον θὰ ἔχωμεν, ἐὰν προσδώσωμεν εἰς τὸ πρόβατον αὐτὸ καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ μαλλίου. Ὄχι μόνον θέλομεν ἀποκτήσει τὸ μαλλίον, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν δώσει καὶ δείγματα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐντατικῆς κτηνοτροφίας, εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν εἴμεθα συνηθισμένοι, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἐντατικὴ κτηνοτροφία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περισώσῃ καὶ περιστείλῃ τὴν διαμάχην, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κτηνοτρόφου πληθυσμοῦ καὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ποίας διαμάχας περιέρχονται οὗτοι, διότι ἡ κτηνοτροφία ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν γεωργίαν. Θὰ ἦτο δὲ τοῦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπιτελέσῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως καταδεικνύει ὅτι ἔχει ὅλην τὴν προθυμίαν πρὸς τοῦτο, διότι ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ κρίσιμον αὐτοῦ σημεῖον καὶ ἔφθασεν εἰς τοιαύτην περιωπήν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον αὔριον θὰ ζητήσωμεν νέας θυσίας, διότι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ δυνηθῶμεν εἰς προσεχὲς μέλλον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τῆς μεγάλης Αὐτοκρατορίας τὴν παλινόρθωσιν.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ἄσχετος πρὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δεικνύουσα ὅμως τὸν μέγαν ζῆλον καὶ τὴν ἀκάματον ἐπίδοσιν αὐτοῦ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας παρέχει ἀφορμὴν εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, ὅπως παραστήσῃ ἐν ὀλίγοις εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ καταδείξω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὴν κτηνοτροφίαν, τοὐλάχιστον διὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ προκαλέσῃ τὴν ψήφισιν νόμου, δι’ οὗ ἐπετράπη νὰ ἐγκαταστήσῃ νομοκτηνιάτρους εἰς διαφόρους περιφερείας τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τούτους ἔδωκε διαταγάς, ὅπως σπεύδωσιν εἰς τὴν καλύβην τῶν χωρικῶν, ὧν τὰ ζῷα πάσχουσιν, ἔλαβε δὲ πρόνοιαν, ὅπως παρέχηται δωρεὰν εἰς τὸν χωρικὸν οὐ μόνον ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ἀλλὰ καὶ τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς θεραπείαν τῶν νοσούντων αὐτῶν κτηνῶν. Ἐκτὸς τούτου ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μετακαλέσῃ ἐξ Αὐστρίας εἰδικὸν ζωοτέχνην, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ φῶτα αὐτοῦ διὰ τὴν πρόοδον τῆς ζωοτεχνίας, ἀκριβῶς δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταστήσω γνωστὸν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχομεν ὑπὸ μελέτην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τὴν μέριμναν περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ἵππων ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐν καιρῷ ἡ Ἑλλὰς νὰ παράσχῃ ὄχι μόνον εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀναγκαίους ἵππους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γεωργίαν. Αἱ παρατηρήσεις αἱ ἄλλαι, τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐπίσης ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος γνωρίζει ὅτι ὁ ἐγκλιματισμὸς γενεᾶς ζώων εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστάτων ζητημάτων τῆς ζωοτεχνικῆς ἐπιστήμης, οὐδέποτε ὅμως ἀπέλιπε τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῆς κτηνοτροφίας.
§77Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀκριβῶς ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν ἀμνῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια.
§78Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπαριθμῶν τὰς φροντίδας, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ νομοκτηνίατροι ἐπὶ τοσοῦτον εἰργάσθησαν, ὥστε ἔφθασαν μέχρι τῆς τελευταίας καλύβης τοῦ ἀγρότου, ἵνα διδάξωσι τοὺς χωρικούς. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβές· τοὐλάχιστον ἐν τῷ νομῷ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, ὅστις θεωρεῖται νομὸς κτηνοτροφικός, ὁ νομοκτηνίατρος οὐ μόνον δὲν ἔσπευσε νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς καλύβης τοῦ κτηνοτρόφου, ἀλλ’ οὐδὲ μέχρι τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνετε ἀφορμήν, κύριε Βουλευτά, ἀπὸ μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἀναλύετε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπέχει παραπολὺ ἀπὸ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν.
§80Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν, ὅπερ ἀκολουθεῖτε. Ἐὰν εἴχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε ἐφεξῆς περὶ τίνος θέλω ὁμιλήσει, θὰ ἐβλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σχετικώτατον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι ὁ ἀγορεύων εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἔχω καθῆκον νὰ τὸν διακόπτω.
§82Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅταν ὅμως ὁ ἀγορεύων φθάσῃ εἰς συμπέρασμα, ἐξ οὗ δὲν θὰ προκύπτῃ τοῦτο;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν δύναμαι νὰ τὸν διακόπτω (ἱλαρότης).
§84Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του μήπως τὰ γραφεῖα τῶν νομοκτηνιάτρων λειτουργήσωσι κατὰ τὸ εἶδος ἄλλων γραφείων, περιοριζομένης τῆς ἐργασίας αὐτῶν μόνον ἐν τῷ γραφείῳ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ μεταβαίνωσιν οἱ νομοκτηνίατροι εἰς τὴν καλύβην τῶν χωρικῶν καὶ ὄχι νὰ μένωσιν ὅπως οἱ διάφοροι νομογεωπόνοι τοῦ νομοῦ μας εἰς τὰ γραφεῖά των.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πρώτην φορὰν καταγγέλλονται αὐτά. Οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολίτην τινὰ οὐδέποτε μοὶ κατηγγέλθη ὅτι ἐπῆλθε τοιαύτη ἀμέλεια ὑπαλλήλου εἰς τὸν νομὸν τοῦτον. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἀνήγγειλε τὸ πρᾶγμα· ἂς εἶναι ὅμως βέβαιος ὅτι ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῶν παρατηρήσεών του θὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ἀνακρίσεις κατὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἐν ἀνάγκῃ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὸ ἄρθρον 2, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 38 κακῶς ἀνεγράφη, διότι ἐψηφίσθη ἀπὸ χθές. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1913».
§87Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, κύριε Πρόεδρε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§91Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ ἀντιπαθέστατος αὐτὸς φόρος περὶ ἀροτριώντων, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἀπὸ τριακονταετίας, συνδέεται μὲ μίαν μεγάλην ἀτυχίαν, ὥστε οὐδέποτε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Πρὸ τριῶν ἐτῶν κατηργήθη ὁ φόρος αὐτός, ἔστω καὶ ὑπὸ αἵρεσιν, καὶ οἱ χωρικοὶ ἀνέπνευσαν, διότι ἔπαυσαν τὰ δεινά των. Ἡ ἀκόλουθος Κυβέρνησις ἔκρινε καλὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ προσωρινῶς ἐπὶ ἓν ἔτος. Βλέπω ἤδη καὶ πάλιν, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων γεγονότων ζητεῖται ἡ ἐπαναφορὰ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι εἰς τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα προσέθηκεν ὁ πόλεμος, δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ δεινὸν αὐτὸ τῆς ἰσχύος τῆς φορολογίας αὐτῆς ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος, ὅτε μάλιστα ἰδιαιτέρως δὲν ἐκαλλιεργήθησαν οἱ ἀγροὶ καὶ οἱ χωρικοὶ λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἀγρῶν δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποκομίσωσιν ἐκ τῶν κτημάτων των οὔτε μέρος τῆς τακτικῆς αὐτῶν προσόδου. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν φόρον περὶ σπειρομένων γαιῶν τροποποιούμενον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων. Δύναται διὰ Διατάγματος νὰ κανονισθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου περὶ σπειρομένων γαιῶν καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξίς του εἰς ἄλλο εἶδος ἐπιτροπῆς, ἀσχέτως πρὸς τὰς κοινότητας, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἀναβάλλεται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλω νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θέλει πείσει πάντας, καὶ δὴ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὕποπτοι, ὅτι ἀπατῶνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἑκάστοτε, διότι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ εἶναι αἰώνιος. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ θὰ ἤκουσαν κατὰ τὴν περιοδείαν των εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τὰς ἀμφιβολίας τῶν χωρικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ νόμου, καὶ θὰ εἶδον τὴν ὑποψίαν των, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου δὲν εἶναι πραγματική. Ἔλαβον τὴν βεβαίωσιν ὅτι εἶναι τὸ τελευταῖον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν. Ἤδη θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τύχωσιν ἀπαλλαγῆς τινος, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, καὶ ὄχι νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, τοῦ ὁποίου τὸ βάρος ἀπὸ τόσων δεκάδων ἐτῶν αἰσθάνονται.
§92Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐπαχθέστατος φόρος περὶ σπειρομένων γαιῶν, προτιμότερον εἶναι ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος νὰ ἰσχύσῃ ἀκόμη ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Θὰ ἦτο δὲ προτιμότερον ἀκόμη νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1910, ὁ ὁποῖος ἀπήλλασσεν ἐν μέρει τοὺς καλλιεργητὰς μικρᾶς ἐκτάσεως γῆς, δηλαδὴ τοὺς γεωργοὺς ἐργάτας. Πρέπει λόγῳ τῶν περιστάσεων νὰ ἐλαφρυνθῶσι καὶ οἱ γεωργοί, διότι καὶ τὰ ζῷα αὐτῶν ἐπετάχθησαν καὶ οἱ ἴδιοι ἀπεμακρύνθησαν τῶν ἀγρῶν των. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ληφθῇ μία μέριμνα, ὅπως ἐλαφρυνθῶσι καὶ αὐτοί, ἀφοῦ ἄλλως τε πᾶσα δυνατὴ μέριμνα περὶ τῶν ἐργατῶν τῆς πόλεως ἐλήφθη.
§93Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας συμμερίζομαι ἀπολύτως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄλλος νόμος πλὴν τοῦ νόμου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὅτι βεβαίως ἡ εἴσπραξις δὲν θὰ κατασταθῇ ἐν συνόλῳ δυνατὴ ἕνεκα τῆς μὴ γενομένης πλήρους καλλιεργείας εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἢ νὰ χαλαρώσῃ τὴν εἰσπρακτορικήν της ἐνέργειαν. Τὴν ἰδέαν σας ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ σπειρομένων γαιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν συμμερισθῶ, διότι, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀποβλέποντες εἰς τὰς κοινότητας ὡς εἰς τὰ μόνα ἀσφαλῆ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως, δὲν εἶναι σκόπιμον διὰ Διατάγματος νὰ καταστήσωμεν ἄλλα καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ ἐφέτος μοιραίως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ εἶναι ἡ τελευταία φορά.
§94Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νομίζω ὅτι ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν εἶναι ἐπαχθέστερος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς ἕως ὅτου διαρρυθμισθῇ. Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησε δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐπιστράτους ὑπαλλήλους καὶ ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ αὐτοῖς τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ των, πῶς δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ διὰ τοὺς γεωργοὺς ἐπιστράτους; Μήπως οἱ γεωργοὶ ἐπιστρατευόμενοι δὲν ὑφίστανται θυσίας; Ὅπως λοιπὸν ἐμερίμνησεν ἡ Πολιτεία διὰ τοὺς ἄλλους κλάδους, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ μεριμνήσῃ καὶ διὰ τοὺς γεωργούς, διότι καὶ αὐτοὶ ὑφίστανται θυσίας.
§95Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν περίοδον, ἣν διανύομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις περὶ φόρου σπειρομένων γαιῶν καὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Εἶναι ἀναμφήριστον ὅτι, ὅσον ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἐπαχθής, ἐξ ἴσου εἶναι ἐπαχθὴς καὶ ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν. Τὸ μόνον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ὁπωσδήποτε ἐνθαρρυντικὴ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν μέλλοντι, καὶ εὔχομαι νὰ εἶναι βραχὺ τὸ μέλλον ἐκεῖνο, θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς γεωργικῆς τάξεως. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὸ διαμέρισμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι καταφανὴς ἡ δυστυχία τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ὅσοι εἶναι ἀπὸ γεωργικὰς ἐπαρχίας δύνανται νὰ γνωρίζωσιν ὁποίαν δυστυχίαν ὑφίστανται οἱ γεωργοί. Θὰ συνδυάσω τὴν σκέψιν μου ταύτην καὶ πρὸς μίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἐμερίμνησεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς περιφρουρήσεως, ἀναπτύξεως καὶ προαγωγῆς τῆς κτηνοτροφίας, ἀλλ’ εἰς τὰ μέρη μας τοὐλάχιστον ψοφοῦν τὰ πρόβατα καὶ οὐδεμίαν μέριμναν εἴδομεν.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήσατε ποτέ;
§97Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μόνον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Μπενάκη εἴδομεν κάποιαν μέριμναν διὰ τὰς ἀκρίδας, ἀλλὰ σήμερον εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Πολιτεία, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἃς διερχόμεθα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 40 καὶ 41 ἀναβάλλονται, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν ἀκόμη αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42ον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων 1911 καὶ 1912 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας καὶ ἀνανέωσιν ἢ προεξόφλησιν τῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή, εἶτα δὲ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§100ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία μου κ. Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὸ 4ον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 43, 44 καὶ 45 ἀναβάλλονται, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν αἱ ἐκθέσεις. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 46. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 484.70 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου τῆς χρήσεως 1912». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 47. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δρ. 170.000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1912». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δραχ. 2.098.475.20». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 49 ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 50. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ. 41.781.408». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν προσελθόντων κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον ἐφέδρων, ἐθνοφρουρῶν καὶ ἀνυποτάκτων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου κηρυσσομένου κατεπείγοντος). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Στατιστικῆς καὶ περὶ ὀργανώσεως τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἐτησίας συνδρομῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γεωργικὴν ἑταιρείαν».
§105Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον θέμα, παροχῆς τοιαύτης συνδρομῆς εἰς τὴν γεωργικὴν ἑταιρείαν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐβελτίωσε τὴν πρόοδον ἢ κατὰ πόσον δὲν ἀνεχαίτισε τὴν πρόοδον τῆς γεωργικῆς ἑταιρείας. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ συμφορὰ, ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἀνεβάλλετο, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις διαφωτιστικὴ καὶ ὑποδειχθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῆς ἀριστοκρατικῆς αὐτῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, πολὺ ὀλίγον ἐφρόντισε περὶ τῶν συμφερόντων τῶν γεωργῶν, καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω ὅτι συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὐτὴ μόνη παρέχῃ δάνεια εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ ὄχι ἄλλη Τράπεζα. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εἶναι πιθανὸν διὰ διαφόρων διαφημίσεων νὰ φαίνηται ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, τὸ ἔργον ὅμως αὐτῆς θὰ ἴδωμεν ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις θὰ γίνῃ. Μοὶ φαίνεται ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῆς ἑταιρείας ὑπὲρ τῆς γεωργίας, διότι πολὺ καταλληλότερον θὰ διέθετε τὰ χρηματικὰ μέσα ὑπὲρ τῆς γεωργίας διὰ τῶν ὀργάνων αὑτοῦ παρὰ ἡ ἑταιρεία.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ γεωργικὴ ἑταιρεία ἐκπληροῖ καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Ὑπουργείου τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἑταιρεία ἀνέλαβε νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ βάμβακος τὸν παραγόμενον βάμβακα καὶ αὐτὴ νὰ τὸν πωλήσῃ, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπίσης διὰ τῆς γεωργικῆς ἑταιρείας τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐργαλεῖα γεωργικὰ ἐπὶ πιστώσει· ἦτο ἀδύνατον νὰ κάμῃ τὸν ἐπὶ πιστώσει προμηθευτὴν ἐργαλείων γεωργικῶν τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἴδῃ ὅτι δὲν ἐκπληροῖ ἡ ἑταιρεία τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, νὰ μὴ ἀναγράψῃ τὴν βοήθειαν ταύτην εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§107Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν διεξάγει πράξεις ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως, διότι διεξάγει ἤδη τοιαύτας εἰς ἀρκετὰ ζωηρὸν βαθμόν. Τὸ Δημόσιον ἐνεργεῖ πωλήσεις μέχρις ὀλιγίστων λεπτῶν, ὅταν πωλῇ ἔντυπα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τὰ ὁποῖα τιμῶνται ἀντὶ ὀλίγων κερμάτων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰς καὶ πωλήσεις γεωργικῶν ἐργαλείων. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄνω νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπὲρ τῆς ἐν Βόλῳ ἐμπορικῆς σχολῆς».
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΚϚʹ τῆς 6ης Ἰουλίου 1907 περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΟΖʹ κλ.». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης, Γ. Κατσιμπίρης, Ν. Πετσάλης, Ἀ. Μαλασπίνας, Ν. Σταματιάδης, Ἐπ. Δηλιγιάννης, Ἀ. Ἀποστολίδης, Ν. Βελέντζας, Π. Πετροπουλάκης, Σ. Βακράτσας, Σ. Σακελλαριάδης, Π. Σπυράκης καὶ Σ. Τσακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέτου μισθοδοσίας ἀξιωματικῶν κλπ». Οἱ κύριοι Δ. Χατζηγιάννης καὶ Π. Λαγοπάτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ ὑπολοχαγῶν εἰς λοχαγοὺς κλπ». Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέτου μισθοδοσίας ἀξιωματικῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐν ἐκστρατείᾳ». Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 350.000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1912». Ἅπασαι θὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Οἱ βουλευταὶ κύριοι Εὐστ. Παπακωνσταντίνου καὶ Γ. Ἰατρίδης ζητοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας 15 ἡμερῶν. Πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Κατὰ τὴν 6 μετὰ μεσημβρίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τῇ 6 λοιπὸν μ. μ. θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν Δευτέραν· λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 10′ μ. μ.