1912.10.03
1.158 στίχοι · 8.386 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Τῆς 3ης Ὀκτωβρίου 1912.
(Τετάρτη ὥρα 4.15′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Μετὰ λύπης ἀγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διαρκούσης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐπῆλθεν ὁ θάνατος πολυτίμου συναδέλφου, τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γ. Παπακυριακοπούλου. Τὸ Προεδρεῖον συνελυπήθη ἐξ ὀνόματος τοῦ Σώματος τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος καὶ κατέθηκε στέφανον. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ Προεδρείου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτελῶν τὴν ἐντολήν, ἣν χθὲς παρὰ τῆς Βουλῆς ἔλαβον, ὅπως ἀπαντήσῃ τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ φιλικόν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῆς Βουλγαρίας ἀπέστειλεν, ἀπήντησα ὡς ἑξῆς: Πρόεδρον Ἐθνικῆς Συνελεύσεως Σόφιαν Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὑπεδέχθη μετὰ παλμῶν συγκινήσεως καὶ στοργῆς τὸν ἐκ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ προερχόμενον χαιρετισμόν. Τὸ αἴσθημα τῆς βαθυτάτης ἀλληλεγγύης, ἥτις συνέχει ἤδη τὰς καρδίας τῶν λαῶν ἐκείνων, εἰς οὓς ἡ Θεία Πρόνοια ἀπένειμε τὸν εὐγενῆ κλῆρον ν’ ἀντεπεξέλθωσιν ἡνωμένοι κατὰ τῆς τυραννίας καὶ τῆς παραγνωρίσεως τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, θὰ στηρίξῃ τούτους ἐν τῷ κοινῷ ἀγῶνι, ὃν ἀνέλαβον ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τούτου βαθύτατα κατεχομένη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ μοὶ ἀνέθηκεν ὁμοθύμως ν’ ἀνταποδώσω ἐγκάρδιον καὶ θερμὸν τὸν πεμφθέντα ἀδελφικὸν χαιρετισμόν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: 1) Οἱ κατάδικοι φυλακῶν Φιρκᾶ (Κρήτης) ζητοῦσι νὰ συμμετάσχωσι τοῦ πολέμου ἐλευθερούμενοι· 2) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας ζητοῦσιν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς των· 3) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ῥίου κρατούμενος Κ. Σακελλαρίου διαμαρτύρεται διὰ καθυστέρησιν ἀναστολῆς τῆς ποινῆς του, ἣν δικαιοῦται νὰ λάβῃ· 4) Ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι φυλακῶν Συγγροῦ ζητοῦσιν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς αὐτῶν, ὅπως μετάσχωσι τοῦ πολέμου· 5) Κατάδικοι ἐξ Αἰγίνης συμπληρώσαντες τὰ ¾ τῆς ποινῆς των ζητοῦσι ἀναστολὴν ταύτης· 6) Κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας ζητοῦσιν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς των, ὅπως δυνηθῶσι νὰ πολεμήσωσιν· Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν, προθεσμιῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας». Τυπωθήσεται πρὸς διανομήν. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· 2) «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δραχ. 16,500,000»· 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δρχ. 100,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· 4) «Περὶ κυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· 5) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1911 τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν, Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Στρατιωτικῶν ἐκ δραχ. 1,082,267,80»· 6) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1911 ἐκ δραχ. 20,000»· 7) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1912 εἰς βάρος τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν, Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐκ δραχ. 1,296,548»· 8) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1912 εἰς βάρος τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐκ δραχ. 1,826,790,66»· 9) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου π. ἔ Β. Διατάγματος περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δραχ. 31,900,000»· 10) «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δραχ. 16,500,000»· 11) «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δραχ. 8,518,638»· 12) «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1912 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαφόρων Ὑπουργείων ἐκ δραχ. 1,466,817,15»· 13) «Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δραχ. 2,510,85»· καὶ 14) «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1912 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχ. 100,000». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταστάσεως πολιορκίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 1ον ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 2–6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§4Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 7 νὰ προστεθῇ πρὸς διασάφησιν: «ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἀρκεῖ ἡ σύστασις καὶ ἑνὸς Στρατοδικείου».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν, προθεσμιῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας»). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΓΥΙϚʹ (3416) νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς καὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ».
§6Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τροποποιήσῃ ὡς ἑξῆς· ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀντιστρατήγους 67 ἐτῶν, νὰ ὑπάρχῃ διὰ πάντα ἀξιωματικὸν ἀνώτερον ἐν ἀποστρατείᾳ ἢ ἐν ἐνεργείᾳ ὅριον ἡλικίας τὸ 70ὸν ἔτος. Διότι φρονῶ ὅτι θὰ λάβωμεν ἀνάγκην στελεχῶν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑγιεῖς τό τε σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα καὶ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ν’ ἀδικήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς διατεθειμένους νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὅστις πολὺ πιθανὸν θὰ ἄρξηται μετ’ ὀλίγον. Φρονῶ ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἵτινες δι’ ἐμοῦ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὸ ὅριον τῶν 70 ἐτῶν. Ἵνα μὴ δέ τις θεωρήσῃ ὅτι ζητοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου βαθμοὺς καὶ ἀξιώματα, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι πάντες μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει ζητοῦμεν τοῦτο, μετὰ τοῦτο δὲ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἑστίας μας ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ δοξασθῶσι κατὰ τὸν πόλεμον, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ θὰ παρακαλέσῃ τότε νὰ παραμείνωσιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας τόσον τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, ὅσον καὶ τῶν τῆς θαλάσσης. Συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἐν ὡραιοτάτῳ ἐπιλόγῳ ἔλεγε χθὲς ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ λάβωσι τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰ ἀξιώματα εἰς τὸν πόλεμον, διότι σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν· ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα. Θεωρῶ δὲ καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον καὶ ἰδίᾳ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, διότι πραγματικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησαν ὡς ἁρμόζει εἰς ἄνδρας. (Εὖγε).
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐκτιμῶ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα κινοῦσι τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἵνα ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλεν, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς αὐτὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν κανονίζει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Εἶναι νομοσχέδιον ἑρμηνευτικόν, μέλλον νὰ ῥυθμίσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, καθόσον ἠγέρθη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ σχετικοῦ νόμου. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅμως δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδίας προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποβάλῃ.
§8Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου, διότι εἶδον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ περὶ αὐτῆς.
§9Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη, ὅταν ταῦτα περιέρχωνται εἰς πόλεμον, κύριοι Βουλευταί, προσκαλοῦνται οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν μέχρις 80 ἐτῶν. Ἀναφέρω μάλιστα καὶ πρόσωπον μεγάλης στρατιωτικῆς ἀξίας ἐν Ἰταλίᾳ, τὸν ἀντιστράτηγον Βελισσαρᾶτον. Δὶς ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τὸν ἐπανέφερεν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ θεωρήσασα χρήσιμον αὐτὸν εἰς τὴν πατρίδα. Καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἀξιομάχους ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς ἀνεκάλεσαν τὰ στρατιωτικὰ ταῦτα Κράτη, ἀλλὰ καὶ τοὺς ναυτικοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς γενικούς, ἀνεκάλεσαν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, καὶ διῴκησαν οὗτοι καὶ ἐπολέμησαν καὶ ἠνδραγάθησαν καὶ ἐπέφεραν μεγάλα ἀποτελέσματα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω τὰ τῆς Ἱστορίας, διότι πάντες τὰ παρακολουθεῖτε καὶ τὰ γνωρίζετε. Τί ζητοῦμεν, Κύριοι, οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί; Δὲν ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν θέσεις καὶ νὰ μείνωμεν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ βλάψωμεν τὰ συμφέροντα τῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ζητοῦμεν νὰ παρατάξωμεν τὰ στήθη ἡμῶν, ὅπως ὑπερασπίσωμεν τὴν πατρίδα καὶ τὰ δίκαια αὐτῆς. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἀποστρατευθέντων ἔχομεν ἱστορίαν οἰκογενειακὴν καὶ προσωπικήν, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζουσι, καὶ ἡ Πολιτεία ὀφείλει καὶ ἡμᾶς πρὸ παντὸς νὰ μᾶς ἀνακαλέσῃ καὶ νὰ μᾶς στείλῃ εἰς τὴν πρώτην γραμμήν. Τοῦτο πράττουσιν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη. Οἱ ἔχοντες προσφέρει τοιαύτας ὑπηρεσίας, Κύριοι, εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, πρῶτοι ἀντιμετωπίζουσι τὸν ἐχθρὸν καὶ πρῶτοι προπορεύονται εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρός. Τὸ δικαίωμά μας αὐτὸ ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς τὸ δώσῃ. Ἐν Τουρκίᾳ, Κύριοι, οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν Τοῦρκοι—δὲν εἶναι ἀντίπαλοι, εἶναι ἐχθροὶ—καὶ οἱ Νεότουρκοι, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἐξουσίαν, ἔσφαξαν καὶ ἔπνιξαν εἰς τὸν Βόσπορον πολλούς· αὐτὸς ὁ Σεφκὲτ πασᾶς, ὁ ὁποῖος προχθὲς κατῆλθεν εἰς Ἀδριανούπολιν καὶ Θεσσαλονίκην, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀποκόψῃ τὰς κεφαλὰς τῶν κυβερνητῶν, αὐτὸν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραμερίσῃ ἀπὸ τοιοῦτον πόλεμον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διεξαγάγῃ, καὶ ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν του ὡς Στρατάρχου. Τὰ πάθη τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ πολιτικά, αἱ διαμάχαι ἐν εἰρήνῃ οὐδεμίαν ἔχουσι θέσιν ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ὁ κίνδυνος τῆς πατρίδος καλεῖ τοὺς διαμαχομένους νὰ δώσωσι τὰς χεῖρας καὶ ἀντιμετωπίσωσι τοὺς κινδύνους καὶ καταστρέψωσι τὸν κοινὸν ἐχθρόν. Κύριοι, πολλαὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων ὑβρίζουσι τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν στρατὸν αὐτῆς, καὶ ἔχομεν καθῆκον, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους νὰ μᾶς δώσωσι τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς πῶς γνωρίζομεν νὰ πολεμῶμεν, πῶς γνωρίζομεν νὰ μαχώμεθα, ἀλλὰ καὶ πῶς γνωρίζομεν νὰ ἀποθάνωμεν. Οἱ πρόγονοί μας ἐδίδαξαν τὸ μάχεσθαι ἄλλοτε εἰς τὰ φημιζόμενα νῦν Κράτη. Θέλομεν νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὰ ὅτι γνωρίζομεν νὰ πολεμῶμεν, ὅτι γνωρίζομεν νὰ ἀποθνήσκωμεν, καί, ὅταν θὰ εἴμεθα νεκροί, οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν θὰ ἴδωσιν ὅτι τὸ πρόσωπον ἡμῶν θὰ εἶναι ἀκόμη κόκκινον. Μέγαν πόνον θὰ μοὶ ἀφήσῃ, Κύριοι, ἡ ἀστοργία τῆς Πολιτείας κατ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑστέρησά ποτε ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα μου καὶ προέταξα πάντοτε τὰ στήθη μου καταφρονῶν τὴν ζωήν μου χάριν αὐτῆς. Ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος ἐζυμώθη μὲ τὸ αἷμα τῆς οἰκογενείας μου, μὲ τὸ αἷμα τοῦ πατρός μου καὶ τῆς μητρός μου, ἵνα ἀναστηλωθῇ καὶ ἀναγεννηθῇ τὸ Κράτος. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο καὶ δὲν ζητῶ καὶ ἐγὼ νὰ μοὶ δώσητε ἄλλο τι παρὰ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποθάνω ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Τὴν ἀτιμίαν αὐτήν, νὰ μοῦ στερήσωσι τὴν τιμὴν τοῦ νὰ ὑπηρετήσω εἰς τοιαύτας στιγμὰς τὴν πατρίδα μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ λησμονήσω ποτέ. Δὲν ζητοῦμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν στρατιωτικῶν Κρατῶν· ζητοῦμεν συνήθη πρᾶξιν, ζητοῦμεν ἐπιβεβλημένην πρᾶξιν, ζητοῦμεν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν παρεδέξαντο πάντα τὰ Κράτη. Κύριοι, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς πολέμους, δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας· τοιαύτην ἀξίαν καὶ σημασίαν δίδουσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω μὲ μικρὰν ὁμάδα ἀπέναντι πολυαρίθμου στρατοῦ καὶ νὰ ἐπιδείξω τὸ καθῆκόν μου. Τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ χρησιμοποιήσῃ σήμερον, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν καὶ ὑμᾶς νὰ μὴ μοὶ δώσητε αὐτὸ τὸ πλῆγμα, νὰ μὲ ἀποστερήσητε τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσω εἰς τοιαύτας στιγμὰς τὴν πατρίδα μου. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἔφερε διάφορα νομοσχέδια καὶ προσεπάθησε νὰ συμπληρώσῃ κενὰ εἰς τὸν στρατὸν διὰ προβιβασμοῦ διαφόρων βαθμοφόρων, διότι ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐπέβαλλε τοῦτο, καὶ διὰ νὰ πράξῃ τοῦτο παρεβίασε τὸν νόμον, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ζητεῖ σήμερον τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλή· καὶ ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις· ἔφερε νόμον προσωπικόν, διὰ νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀκόμη ζωῇ τὸν ὑποστράτηγον Σαπουντζάκην, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ὀρθῶς, λέγω, ἔπραξε, δὲν ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς διάφορον γνώμην. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις ἡ γενομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὸν στρατὸν σήμερον προκαλεῖ τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκείνων, ὅσοι διετέλουν ἐν ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὸ 1897, διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ συμπληρώσῃ στελέχη ἡ ὑπηρεσία, καθόσον εἶναι ἀδύνατον ἄλλως οὕτω νὰ διατηρηθῇ στράτευμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Πρέπει, λέγω, νὰ συμπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος Βουλευτὴς εἶπε, δὲν ζητοῦμεν νὰ παραμείνωμεν μετὰ τὸν πόλεμον ἐν τῇ στρατιωτικῇ ζωῇ. Ζητοῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τὸ ὁποῖον ἔχει οὗτος, τὸ δικαίωμα νὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς ἄνδρες μηδεμίαν ἔχοντες ὑποχρέωσιν στρατιωτικὴν σπεύδουσι νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὴν σημαίαν αὐτῆς καὶ νὰ θέσωσι τὰ στήθη αὑτῶν πρὸς ἄμυναν τῆς πατρίδος. Ἂν τοῦτο δὲν πράξητε, στρέφετε καθ’ ἡμῶν ὕβριν θανάσιμον, ἡ ὁποία θὰ μᾶς παρακολουθήσῃ καὶ μέχρι τοῦ τάφου. Θὰ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ὕβρις, Κύριοι, νὰ μᾶς στερήσητε τῆς τιμῆς νὰ ἀποθάνωμεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἀγαπητῆς μας πατρίδος.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἦτο δυνατὸν ἀτυχοῦς ὑποθέσεως νὰ γίνῃ ἀτυχεστέρα ὑπεράσπισις, οὐδὲ χρῆσις ἀτυχεστέρου τρόπου ὑποστηρίξεως ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας διὰ τὴν πρότασίν του. Ἐγένετο ὑπαινιγμὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ λόγων προσωπικῶν, ἐκ λόγων πολιτικῶν ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τῶν μεγάλων μονάδων τοῦ στρατοῦ ὡρισμένα πρόσωπα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἔκαμε παρὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κείμενον νόμον, νόμον τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἄλλως τε καλῶς ἔχοντα καὶ καλῶς κείμενον. Εἴδετε ὅμως κατὰ τίνα τρόπον ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου. Ζητοῦντες τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου οἱ φρονοῦντες ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ αὐτὴν δὲν κηρύσσουσιν ὅτι ἔχουσι πρώτιστον καθῆκον νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εὑρίσκουσιν ὅτι ἔχουσι δικαιώματα κατὰ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἀπέναντι αὐτῶν δὲν ἔχει παρὰ ὑποχρεώσεις. Καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ λόγου ἐστηρίχθη εἰς τοῦτο, ὅτι «ἡ Πολιτεία ὀφείλει πρὸς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν προσφέρει ὑπηρεσίας πρὸς αὐτήν». Ἀλλ’ ὅσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι ὑμῶν, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται ταύτας, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως κύπτητε ὑπὸ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ὅπως μὴ ἀξιοῦτε δικαιώματα παρ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα). Ἰσχυρίζεσθε ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐμμένουσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἔρχεται διὰ νομοσχεδίου, ἀποβλέπουσα εἰς ἓν ὡρισμένον πρόσωπον, νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἀντίθετον ἔννοιαν ἀκριβῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ὁ νόμος, ὁ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ψηφισθείς, ὥριζε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ὑποστρατήγων, τῶν τότε ἐχόντων τὸν βαθμὸν τοῦτον, εἰς 67 ἔτη, τῶν δὲ ἀντιστρατήγων εἰς 70, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος Σαπουντζάκης προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ἐνῷ δι’ αὐτὸν τὸ ἐξαιρετικὸν ὅριον τῆς ἡλικίας θὰ εἶναι τὸ ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Ὑπεστήριξα καὶ ζητῶ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν γνώμην μου ταύτην ἡ Βουλή, ὅτι ὁ Σαπουντζάκης δὲν δύναται νὰ ἀξιοῖ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ ἐξαιρετικόν, ἀλλὰ θὰ ἀξιώσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ ἐξαιρετικὸν τὸ ὑπὲρ τοῦ ὑποστρατήγου, ἔστω καὶ ἂν προαχθῇ εἰς ἀντιστράτηγον. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐν ἀντιφάσει, ἂν δὲν ζητῶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσω τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας, θὰ ἐζήτουν νὰ ὑποβιβάσω τὸ ὅριον τοῦτο, ὄχι νὰ ἐπεκτείνω αὐτό. Ὅσον μεγάλαι καὶ ἂν εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ παρελθόντι προσέφερον τοιαύτας εἰς τὴν πατρίδα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀκριβῶς ἡ διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου ἀπαιτεῖ ἀνθρώπους νεαρωτάτης ἡλικίας. Ὅσον νεώτεροι εἶναι οἱ σωματάρχαι ἑνὸς στρατοῦ, τόσον ὁ στρατὸς εἶναι ἄξιος νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια τῆς Πολιτείας, τὰ δίκαια τῆς πατρίδος. Γνωρίζετε τοῦτο, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μεσσηνίας, διότι εἶσθε στρατιωτικός. Ἐννοῶ καλῶς τὴν εὐγενῆ ὁρμήν, τοῦ νὰ ζητῆτε νὰ τεθῆτε ἐπὶ κεφαλῆς μέρους σώματος τοῦ στρατοῦ, σέβομαι τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία σᾶς ὠθεῖ πρὸς τοῦτο, σέβομαι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγκάζει νὰ ζητῆτε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, δὲν ἐπιδοκιμάζω ὅμως τὸν τρόπον τῆς προασπίσεως τῆς προτάσεως. Ὅσον καὶ ἂν σέβωμαι τὸ αἴσθημα καὶ τὰ ἐλατήρια, ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι δὲν εἶμαι καθόλου δυσηρεστημένος, διότι ὁ ὑπάρχων νόμος ὑπεβίβασε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Αὐτὰ ἦσαν ὅσα εἶχον νὰ εἴπω, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὅτι ταῦτα ὑποστηρίζων ὑπ’ οὐδενὸς ἄλλου ἐλατηρίου ἄγομαι παρὰ ἀποκλειστικῶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. Γνωρίζω τὰς ὑπηρεσίας σας ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ μίαν ὑπηρεσίαν ἀξιῶ παρ’ ὑμῶν, νὰ κύψητε πρὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας καὶ νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον νὰ ἔχῃ ἡγήτορας νέους τὴν ἡλικίαν καὶ ἀξίους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἐπρόκειτο νὰ κάμω πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἤθελον ἀποβλέψει εἰς τὸ πνεῦμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε· τοὐναντίον ἐξετίμησα τὸ μέτρον της, εἶπον δὲ μόνον ὅτι πρέπει νὰ συμπληρώσῃ αὐτό. Ἠστόχησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τοιουτοτρόπως ἐναντίαν γνώμην, εἰπὼν ὅτι πρέπει νέοι καὶ μόνον νέοι νὰ εἶναι εἰς τὸν στρατόν. Εἶναι ἀτυχὴς ἡ γνώμη αὕτη, καὶ τοῦτο τὸ ἀποδεικνύουσιν αἱ πράξεις τῶν κυβερνητῶν τῶν στρατῶν Γαλλίας, Ἰταλίας, Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, τῶν κυβερνητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεῖραν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἀποκτήσῃ, ὅσον καὶ ἂν ζήσῃ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τοιούτων πραγμάτων. Καὶ εἶπον καὶ τὸ ἠκούσατε ὅτι μέχρις ὀγδοήκοντα ἐτῶν τὰ Κράτη ταῦτα ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν ὥρᾳ πολέμου τοὺς στρατηγοὺς καὶ στρατάρχας. Ὅσον θέλετε χειροκροτήσατε τὰς ῥητορικὰς ἐκφράσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδένα ὅμως θὰ πείσητε στρατιωτικὸν ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀτυχὴς ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἂν ἐπεκαλέσθην τὰς διαφωνίας τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἰθυνόντων τὰ στρατιωτικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα, δὲν ἔπραξα τοῦτο, διὰ νὰ ὑποδείξω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ πολιτικοῦ πάθους λαμβάνει τοιαύτην στάσιν καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ὑποδείξω ὅτι πρὸ τοῦ κινδύνου δὲν ὑποτάσσονται εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ ἐπανάστασις, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶπον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ὁμιλίαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον διὰ ποίους λόγους ἐψηφίσθησαν. Ἐγὼ ἐρωτῶ· ποῦ εὑρήκατε τὸ ὀρθὸν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἐχειροκροτήσατε αὐτόν; Μήπως ἐγὼ ὡμίλησα ἐκφράζων ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων; Μήπως ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὑποτάσσομαι εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου; Ἐὰν δὲν ὑπετασσόμην εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, ἠθέλετε μὲ ἴδει βαίνοντα πρὸς τὰ σύνορα ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς σώματος ἀτάκτων. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν ὑποτάσσομαι εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, προκαλῶ τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς δυσκόλου θέσεως καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου. Οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἠκούσθη τοιαύτη συμπεριφορὰ κυβερνήτου πρὸς μαχητάς, πρὸς πολίτας ἢ πρὸς στρατιωτικοὺς προσφερομένους νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμάς. Θὰ ἐδεχόμην τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ νέων ἀνδρῶν πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὰς διοικήσεις. Ἀλλ’ οἱ νέοι ἄνδρες, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὴν πεῖραν οὔτε τὸ σφρῖγος ἐμοῦ ἔχουσι, πολλοὶ δὲ —καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ κατέλθω εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀντεγκλήσεων ἀναφέρων πρόσωπα— πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, οὔτε ἐπὶ εἴκοσι λεπτὰ δὲν δύνανται νὰ καθίσωσιν ἔφιπποι. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντοχὴ τῶν νέων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς τοιουτοτρόπως ἐγκωμιάζετε ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐὰν δύναμαι νὰ πολεμήσω, ἐὰν δύναμαι νὰ κρατηθῶ ἐπὶ τοῦ ἵππου μου, ἐὰν δύναμαι ν’ ἀγρυπνήσω ἐπὶ ἡμέρας, θέσατέ με εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρὸς καὶ θὰ ἰδῆτε. Ἀλλὰ θὰ μὲ καλέσητε, ὅ,τι καὶ ἂν κάμητε· αἱ ἀνάγκαι τοῦ πολέμου θὰ σᾶς προκαλέσωσι νὰ μὲ φέρητε εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐν πολέμῳ δὲν μένουσι πάντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι ὑπάρχουσι καί τινες ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκάζουσι τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν νὰ ζητήσῃ βοηθείας. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην λοιπὸν ἔρχομαι νὰ παραμερίσω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ σᾶς ὑποδείξω ποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον αὔριον. Καὶ ὑπὲρ ὑμῶν ἀκόμη κάμνω τὴν ἀγόρευσιν ταύτην καὶ ζητῶ παρ’ ὑμῶν, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μᾶς φέρητε ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, διὰ νὰ μὴ κλαύσωμεν ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ κεφαλὴ ὑμῶν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ. Τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα καλοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀποστράτους ἀξιωματικούς, γνωρίζουσι πάσας τὰς περιπετείας τοῦ πολέμου καὶ ζητοῦσι νὰ προλάβωσι τὰ δυστυχήματα. Κύριοι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν διεκήρυττε κατὰ τὴν ἀνάρρησίν του, ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ πολεμήσῃ, ἐὰν ἡ ἐνέργειά του, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἔπειθεν ὅτι δὲν ἐσκέπτετο περὶ πολέμου, δὲν θὰ εἶχον λάβει τὴν σύνταξίν μου, διὰ νὰ δράσω εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ ἐπίμονος γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ καταγίνῃ εἰς τὰ ἔργα αὑτῆς τὰ εἰρηνικά, μὲ ἔπεισε νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου καὶ ν’ ἀποστρατευθῶ· ἂν δὲν ἔδιδον τὴν παραίτησίν μου καὶ δὲν ἀπεστρατευόμην, ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ ἤμην ἐν ἐνεργείᾳ στρατηγός. Ἐρωτῶ· θὰ ἤμην σφριγηλὸς καὶ ἱκανὸς τότε, ἢ τώρα ὅπου εἶμαι, ἕνεκα τοιούτου λόγου, ἀπόστρατος; Θὰ ἤμην, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἐνεργείᾳ στρατηγὸς αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤμην γέρων ἢ θὰ ἤμην σφριγῶν νέος, ὅπως εἶμαι; Κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἐξερράγη ὁ πόλεμος τοῦ 1897, ὁ ἀείμνηστος στρατηγὸς Μακρῆς κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἔσπευσε νὰ παρατείνῃ τὸν βίον αὐτοῦ. Ἐκεῖνος ἦτο πολὺ γεροντότερος ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀσθενικώτερος. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπῆρξεν ἀτυχεστάτη; Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐζήτησα νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ παράκλησιν μόνον ὑπέβαλον πρὸς αὐτὴν ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, πᾶς στρατιώτης, πᾶς ἔχων ἱστορίαν, πᾶς αἰσθανόμενος τὴν ἀγάπην του πρὸς τὴν πατρίδα, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ μὲ στερήσῃ τῆς τιμῆς ταύτης, διότι ἡ στέρησις αὕτη εἶναι βαρεῖα καὶ ὕβρις ἀνυπολόγιστος κατ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέγας ὁ κίνδυνος. Σήμερον οἱ πόλεμοι, Κύριοι, κατὰ τὴν νέαν τακτικὴν ἔχουσιν ὡς βάσιν τὴν ἐπίθεσιν· ἡ ἄμυνα κατηργήθη, καὶ ἡ ἐνεργὸς ἀκόμη ἄμυνα. Τὸ παρελθόν μου μαρτυρεῖ ὅτι εἶμαι κατάλληλος διὰ τοιαύτην ἐνέργειαν καὶ ἔχων συνείδησιν καὶ συναίσθησιν τούτου προβάλλω τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν καθὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ φέρῃ τροπολογίαν ἢ ἑρμηνείαν ἢ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ λάβωμεν κατὰ τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς μῆνας, καθ’ οὓς θὰ πολεμήσῃ ἡ πατρὶς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς μέρος εἰς αὐτὸν καὶ νὰ θέσωμεν τὰ στήθη καὶ τὸ σῶμα ἡμῶν προμαχῶνα, ἵνα μὴ πατήσῃ τὸ ἔδαφος τὸ Ἑλληνικὸν ὁ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος ὁ προαιώνιος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀφῆκεν οὔτε τεμένη οὔτε περιουσίαν οὔτε ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν· νὰ μᾶς δώσητε τὴν τιμὴν ν’ ἀποδείξωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι, καὶ ἀπόστρατοι ἀκόμη, οἱ Ἕλληνες στρατιῶται εἶναι στρατιῶται ἱκανοὶ νὰ τοὺς θαυμάσῃ ὅλος ὁ στρατιωτικὸς κόσμος διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτῶν.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο χρῆσιν, δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, παρὰ ὡς λεχθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται, βλέπων ἑαυτὸν ἐκ τοῦ νόμου παραμεριζόμενον κατὰ τὴν σημερινὴν δρᾶσιν. Ἐγὼ βεβαίως θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ἄλλη δοθῇ ἔννοια εἰς τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀπολύτου, διότι, προκειμένου περὶ τούτου, δὲν ὑπάρχει, ὑποθέτω, ἐναντία γνώμη ὅτι τὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἔχουσι καλῶς ἐν τῷ νόμῳ. Πρόκειται περὶ ἑτέρου τινός· πρόκειται περὶ τούτου: ἐν περιπτώσει πολέμου εἶναι ὀρθὸν ἢ ὄχι, ἐν ἐλλείψει μάλιστα στελεχῶν ἐπαρκῶν, ὅπως κληθῶσιν ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ πέρα ἑνὸς ὁρίου; Δὲν πρόκειται περὶ διατηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν πέρα τοῦ ὁρίου· πρόκειται περὶ κλήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ πολέμου, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ἐπιβάλλωσι τοῦτο. Οὕτω πρέπει νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα, καὶ τότε φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ἵνα ἀποβλέψῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐκ πρωτοβουλίας αὐτῆς, ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ὅριον τῶν καλουμένων· καὶ μεταξὺ τῶν καλουμένων εἰς αὐτὴν ἀνήκει πάλιν νὰ ἐξετάσῃ ἂν παρελθοῦσαι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν στιγμαῖς ἐθνικῆς συμφορᾶς ἐδόξασαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, ἂν εἶναι, λέγω, ὀρθὸν κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ν’ ἀποδυθῇ εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ὅπως προσωπικότητες, αἱ ὁποῖαι ἐτίμησαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, λάβωσι μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον. Ἐγὼ ἀποτεινόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἔχω πεποίθησιν ὅτι οὗτος θέλει πράξει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ ἐπιβάλλουσι, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν στιγμῇ ἐξάψεως κακῶς λεχθέντα.
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ προαγορεύσας, ἐκ τῆς ὁποίας πραγματικῶς οὐδεμία δυσφορία ἠδύνατο νὰ προκληθῇ, ἐξητάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα. Δὲν νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἔστω καὶ διὰ τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικούς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν βασιλοπαίδων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας».
§15Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε χθὲς νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὴν ναυτικὴν στρατολογίαν, ἀναφέρεται δ’ ἐν αὐτῷ ὅτι οἱ ἔφεδροι οἱ ὄντες πατέρες τεσσάρων τέκνων μετατίθενται εἰς τὴν αʹ κλάσσιν τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ἀλλ’ εἰς τὸν παλαιὸν νόμον τοῦ 1887 ἀναφέρεται ὅτι οἱ πατέρες τεσσάρων τέκνων ἔφεδροι μετατίθενται εἰς τὴν αʹ κλάσσιν τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Δεδομένου ὅτι σήμερον ἐκλήθη ἡ ἐθνοφρουρά, πάντες οἱ πατέρες τεσσάρων τέκνων ὑπηρετοῦσιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες τεσσάρων τέκνων μετατίθενται συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν πρώτην κλάσσιν τῆς ἐφεδρείας, ἵνα ἀποδώσωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας των τοὺς πατέρας τεσσάρων τέκνων συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ νόμου τούτου.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν γενικῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὀνομασίας τῶν ὑποπλοιάρχων αʹ καὶ περὶ ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ 2ον ἄρθρον νὰ τροποποιηθῇ οὕτω πως, κ. Πρόεδρε: «Ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1913 τὰ δύο τρίτα τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων ὀνομάζονται πρώτης τάξεως, οἱ δὲ λοιποὶ ἅμα τῇ συμπληρώσει τριετοῦς ἐν τῷ βαθμῷ ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται τὸ 2ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν). Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Πρὸς κανονισμὸν τῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ἐκδοθήσεται ἐφάπαξ Β. Διάταγμα προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ». Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3ου, τῆς προταθείσης ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ θαλασσία δύναμις ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ διασπείρηται εἰς ὑπηρεσίαν, μὴ ἄγουσαν εἰς ἐμπόλεμον παρασκευήν. Δηλῶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα θὰ ἔχῃ σκοπόν, ἵνα αἱ θέσεις θαλασσίας ὑπηρεσίας εἶναι θέσεις ἀποσκοποῦσαι τὴν ἐμπόλεμον παρασκευὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ.
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀξιέπαινοι, διότι μέχρι τοῦδε πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ τὴν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν ἔκαμον εἰς τὴν ὑποβρύχιον ἄμυναν καὶ εἰς τὴν σχολὴν τῶν Δοκίμων, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις τοῦ κακοῦ τούτου. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν παροῦσαν στιγμὴν εἶναι ἄξιαι ἐπαίνου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὰς ἀποδεχθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§22Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4ον, ἔχον οὕτως: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ῥήτρα αὐτὴ νὰ τεθῇ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4ον, προστεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον· «περὶ κατατάξεως ἡμεδαπῶν διπλωματούχων μηχανικῶν καὶ ἐχόντων δίπλωμα ἀεροπόρου ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ», καὶ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε κατ’ ἀρχήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Κανονισμοῦ προβαίνω εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ἐν αὐτῷ ἐπιτροπῶν. Ἡ ἐφορευτικὴ τῆς Βιβλιοθήκης ἐπιτροπὴ καταρτίζεται ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Π. Τσαλδάρη, Παν. Ἀραβαντινοῦ, Κων. Σπυράκη καὶ τῶν Κοσμητόρων τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καταρτίζεται ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Πολ. Λαγοπάτη, Ἰω. Φαρμάκη, Σπ. Ἀγαπητοῦ, Νικ. Καμπάνη καὶ Ἀ. Κεφαλληνοῦ καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῆς στρατολογίας διατάξεων». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 γίνεται προσθήκη, ἡ ἑξῆς: «Ἡ διάταξις αὕτη ἀνατρέχει καὶ εἰς τοὺς κληθέντας ὅπως προσέλθωσι κατὰ τὸν Νοέμβριον 1912 στρατευσίμους, τῶν ὁποίων ἡ προσέλευσις ἀνεβλήθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ». Ζητῶ τὴν κύρωσιν πράξεως ὑπὲρ τὰ δικαιώματά μου γενομένης, διότι ἦτο ἀδύνατος ἡ προσέλευσις τῶν κληρωτῶν. Ζητῶ διὰ ταῦτα παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον κυρώσεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§31Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀποσπῶνται οἱ κληθέντες ἔφεδροι τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν πλοίων μισθοδοτούμενοι καὶ τροφοδοτούμενοι δαπάναις τῶν πλοίων τούτων».
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 6–12. Ψηφίζονται ἐπίσης τὰ ἄρθρα 13–21 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 22).
§33Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐνταῦθα ἔχω νὰ κάμω μίαν προσθήκην (ἀναγινώσκει): «Κυροῦται ἐπίσης τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1912 Β. Διάταγμα περὶ κατατάξεως 40 ὑποκελευστῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 23).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς τροφοδοτικῆς μερίδος τῶν ἀνδρῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως, πολέμου καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων ναυτικῶν γυμνασίων». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§35Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ διαγραφῶσι τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου, κ. Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 6 γίνεται 4. (Ψηφίζονται εἶτα τὸ ἄρθρον 4 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5).
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχομεν τὴν ἑξῆς προσθήκην (ἀναγινώσκει): «Τὰ δὲ τῆς διαχειρίσεως, μισθοδοσίας, τροφοδοσίας καὶ πάσης ἄλλης δαπάνης τῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τιθεμένων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κανονίζονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη). Προστίθεται ἄρθρον 6 ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ὁ νόμος οὗτος ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 400.000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· 2) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ. 16.500.000»· 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1912 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 100.000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· 4) «περὶ κυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1912»· Γίνονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τὰ νομοσχέδια: 1) «περὶ τῶν ἱερέων τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· 2) «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ»· 3) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς νομοθεσίας»).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν διατάξεων».
§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχει τροπολογία· νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ τώρα;
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· νὰ ἀναγνωσθῇ τώρα, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νέας συνεδριάσεως. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ γίνεται τοῦτο δεκτὸν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Γίνονται ἐπίσης ἔπειτα δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ ἐκτελέσεων Β. Διαταγμάτων ἀφορώντων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ πρὸ τῆς δημοσιεύσεώς των· 2) τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΝΕʹ περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· 3) «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ναυτικῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν»· 4) «περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης προκαταβολῆς»· 5) τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως οἰκονομικῶν διατάξεων τοῦ Β. Ναυτικοῦ», ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου· 6) «περὶ τῶν πρὸς χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Πολεμ. Ναυτικοῦ δημοσίων ἔργων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας»).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων».
§43Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον: «Τῆς αὐτῆς συντάξεως τυγχάνουσι μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ εἰρημένου συμβουλίου οἱ δι’ ἀνίατον νόσημα ἢ διοικητικὴν ἀνεπάρκειαν τιθέμενοι εἰς ἀπόταξιν κατὰ τὰς περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ κειμένας διατάξεις. Οἱ εἰς οὓς τοιαύτη σύνταξις ἀπονέμεται εἰς οὐδεμίαν δικαιοῦνται ἀπόληψιν ἐκ τοῦ ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ἐπιστρεφομένων μόνον τούτοις τῶν κρατήσεών των καθ’ ὃ μέτρον καὶ τοῖς παρκιτουμένοις». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 2 τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 2. Ἀξιωματικοὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ κεκτημένοι τὸ πρὸς σύνταξιν ἀποστρατευτικὴν δικαίωμα καὶ εἰς ἀποστρατείαν τιθέμενοι τῇ αἰτήσει των ἢ αὐτεπαγγέλτως, ἐὰν ἔχωσι πενταετῆ ἐν τῷ βαθμῷ των ὑπηρεσίαν, λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ βαθμοῦ, προάγονται δ’ ἅμα εἰς τοῦτον, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀνώτερος οὗτος βαθμὸς εἶναι ἀνεγνωρισμένος ἐν τῷ κλάδῳ, εἰς ὃν ἀνήκουσιν. Ἡ πενταετία λογίζεται πλήρης, ἂν ἔχῃ διανυθῆ ἐν ὑπηρεσίᾳ ὁ ἕβδομος μὴν τοῦ πέμπτου ἔτους. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται κατόπιν δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον, ὅπερ ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας»· 2) «Περὶ κυρώσεως νομοθετικῶν Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς»· 3) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ νόμου ᾼΦΜΓʹ περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΥΓʹ»· 4) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· 5) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12 τοῦ ΤΜΗʹ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· 6) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΓϠΘʹ (3909) καὶ
͵ΓϠΙʹ (3910)·
7) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 10, 12 καὶ 15 τοῦ νόμου ͵ΔΝʹ τῆς 4 Φεβρουαρίου 1912 περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων»· 8) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ͵ΓϠϞΒʹ (3992) τῆς 13 Ἰανουαρίου 1912 περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ»· 9) «Περὶ προσωρινῆς ἀναπληρώσεως ἐπιστρατευθέντων λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως»).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦϞϚʹ «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν κλπ».
§46Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐκ τῆς δικτυπώσεως αὐτοῦ φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Ἀλλά, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ ὑφὴ τοῦ νομοσχεδίου, φαίνεται ὅτι παρεισέφρησεν εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ διάταξις ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ ταύτην ἐπιτρέπεται, ὅπως «κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου, διατίθενται εἰς τὰ περισσεύματα τῶν Μονῶν κλπ.». Ὑποθέτω ὅτι δὲν διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι ὑφίσταται νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὰ περισσεύματα δὲ τῶν Μονῶν ἀπετέλεσαν τὴν πρώτην βάσιν τῆς ἱδρύσεως καὶ τὸν κυριώτερον πόρον τοῦ ταμείου τούτου, οὗτινος ὁ σκοπὸς εἶναι καθωρισμένος ἐν τῷ νόμῳ. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια τῶν ἐνοριακῶν ναῶν θὰ ἀναγράψωσι τὴν εἰσφορὰν ταύτην, ὅπως θὰ τὴν ἀναγράψωσι καὶ τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια προσκαλούμενα πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ἁρμοδιότητα νὰ σκεφθῶσι περὶ περισσευμάτων τῶν Μονῶν, διότι τὰ μὲν περισσεύματα αὐτῶν διετέθησαν διὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὸ συμβούλιον δὲ τοῦ ταμείου αὐτοῦ δύναται νὰ διαθέτῃ ταῦτα. Δέον λοιπὸν πρωτίστως νὰ ἐξετασθῇ ἂν ὑπάρχουσι περισσεύματα μετὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, καί, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, μόνον τὸ συμβούλιον τοῦ ταμείου δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἢ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, τὸ συμβούλιον τοῦ ταμείου νὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν περισσευμάτων αὐτοῦ, διότι τὰ περισσεύματα τῶν Μονῶν δὲν διαχειρίζονται πλέον τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια, οὔτε γνωμοδοτοῦσι καὶ ἐγκρίνουσι τοὺς προϋπολογισμοὺς οἱ νομάρχαι, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν ἀποφαίνεται τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Πρέπει λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἢ νὰ ἀπαλείψητε τὴν διάταξιν ἢ νὰ τὴν τροποποιήσητε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε ὅτι αἱ περιουσίαι τῶν Μονῶν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄθικτοι, ἵνα μὴ ὁμοίαν τύχην ὑποστῶσι καὶ αἱ ἐν Τουρκίᾳ Μοναί.
§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας ἐγγράφως, παρακαλῶ.
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον τὰ περισσεύματα διοικεῖ τὸ συμβούλιον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος καὶ οὐχὶ περὶ Ἡγουμενοσυμβουλίων.
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου πρέπει νὰ ἀποφαίνηται ὁ Ὑπουργός.
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ συμβούλιον ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, πρέπει δὲ νὰ παραδεχθῆτε ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι Ἕλληνες, πάντοτε δὲ ὁ κλῆρος ἐπρωτοστάτησεν εἰς τοιαῦτα ζητήματα.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ συμβουλίου τοῦ ταμείου δὲν πρέπει νὰ ἀποφαίνηται ὁ Ὑπουργός, διότι τότε τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ὁ πατριωτισμὸς ἀνωτάτων κληρικῶν καὶ ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ συμβούλιον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Ἀρχῶν». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν). Ἡ διαρκὴς ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατέθηκε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· εἶναι πίναξ συμπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχει τις ἀντίρρησιν, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ σύνολον.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμίαν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται ἐπίσης εἰς αʹ συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ ἀτελείας τῆς ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀποστελλομένης ἰδιωτικῆς ἀλληλογραφίας ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ ἐν πολέμῳ εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν τοῦ Κράτους»· 2) «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 37 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας»· 3) «περὶ διαθέσεως χρημάτων ἐκ τῶν περιουσιῶν τῶν λιμενικῶν ταμείων πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων»). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθοῦ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐπιστρατευθέντων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§56Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μίαν τροπολογίαν ἔχω εἰς τὸ ἄρθρον 1. Νὰ προστεθῇ «ὡς καὶ οἱ ἐθελουσίως καταταχθέντες».
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§58Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «παρέχεται» καὶ «πρὸς ταῖς ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀποδοχαῖς αὐτῶν».
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται ἐπίσης εἰς αʹ συζήτησιν τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον: «περὶ προσωρινῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῶν ἐν τῇ κλάσει 1, ἐδ. βʹ, γʹ, δʹ, εʹ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἀναφερομένων εἰδῶν»· Γίνονται εἶτα δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1911 τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν, Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ Στρατιωτικῶν ἐκ δρ.1.082.267.80»· 2) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1911 ἐκ δρ. 20.000»· 3) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1912 εἰς βάρος τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν, Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐκ δρ. 1.296.548»· 4) «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1912 εἰς βάρος τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐκ δρ. 1.826.790.66»· 5) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ.31.900.000»· 6) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ. 16.500.000»· 7) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δρ. 8.518.638»· 8) «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1912 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαφόρων Ὑπουργείων ἐκ δρ. 1.466.817.15»· 9) «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ. 2.510.85»)·
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1912 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρ. 100.000». Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§61Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς παρούσας στιγμάς, προκειμένου περὶ ζητήματος καθαρῶς τοπικοῦ, τὸ ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σοβαρόν, βεβαίως εἶναι δευτερευούσης σημασίας ἀπέναντι τῶν ἄλλων ζωτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦσι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ φέρῃ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς πιστώσεως δρ. 100.000 δι’ ἀρωγὴν τῶν σεισμοπαθῶν Κεφαλλήνων, ἀποζημιώσεως ἄλλως τε δικαιοτάτης καὶ ὀφειλομένης, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διατί παρελείφθη ἐκ τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἡ Ζάκυνθος, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἐκ καταστρεπτικοῦ σεισμοῦ συμβάντος τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ καὶ ὅστις κατέστρεψεν ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν πόλιν καὶ πολλὰ χωρία τῆς ἐξοχῆς, ἔπαθε ζημίας ἀνερχομένας εἰς ἕξ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἄλλως τε αἱ καταστροφαὶ τῆς Ζακύνθου εἶναι κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον ἄξιαι μεγαλειτέρας συνδρομῆς, καθόσον ἡ Κεφαλληνία ἔχει εὐτυχῶς εὔπορα καὶ μεγάθυμα τέκνα, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ προσέλθωσι φιλανθρωπότατα ἀρωγὰ εἰς τοὺς παθόντας συμπολίτας αὐτῶν, ἐνῷ ἡ πτωχὴ Ζάκυνθος οὐδεμίαν ἄλλην βοήθειαν ἔλαβε πλὴν ὀλίγων παραπηγμάτων ἀνεγερθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω πλειότερα ἐπὶ τοῦ παρόντος. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη προῆλθεν ἐκ καθαρᾶς παραδρομῆς, καὶ εὐελπιστῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ ν’ ἀναγράψῃ ἴσον τοὐλάχιστον ποσὸν καὶ διὰ τὴν Ζάκυνθον.
§62Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Τὰ αὐτὰ συνιστῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§63ΑΛ. Σ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία ἀρωγὴ δέχομαι νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ ἄλλων σπουδαιοτέρων πραγμάτων (χειροκροτήματα).
§64ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀποσύρεται τὸ νομοσχέδιον, παρακαλεῖται δ’ ἡ ἐπιτροπή, πρὸς ἣν παρεπέμφθη, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως).
§66ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ χορηγίας συμπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρ. 248.878»· 2) «περὶ χορηγίας συμπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐκ δραχ. 81.500»· 3) «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρ. 3520»· 4) «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1912 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ δρ. 1400»· 5) «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῆς χρήσεως 1912 ἐκ δρ. 7.488.60». Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα παρελείφθησαν νὰ ὑποβληθῶσι χθές, παρακαλῶ νὰ θεωρηθῶσι κατεπείγοντα καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν;
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως ἐντὸς τῆς ἡμέρας προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§70ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις, ἥτις παρατηρεῖται, ἡ ἀληθῶς καταστρεπτική, ἐπὶ τῶν τροφίμων εἰς πολλὰς πόλεις τοῦ Κράτους, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὸν Πειραιᾶ, ὀφείλεται κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, εἰς τὰς δυσχερείας τῆς μεταφορᾶς, τὰς ὁποίας προὐκάλεσεν ἡ ἐπίταξις. Ἐπειδὴ εἶναι πιθανόν, καὶ ὅταν ἀρθῶσιν αἱ δυσχέρειαι αὗται, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κερδοσκοπία πιέζουσα τὴν κοινωνίαν, ἔκρινα καλὸν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐπέχοντος θέσιν νόμου, ἡ ὁρίζουσα τὴν διατίμησιν τῶν τροφίμων μόνον ἐπὶ τοῦ κρέατος, τοῦ ἄρτου καὶ τῶν ἰχθύων, ἐπεκτείνηται καὶ ἐπὶ τῶν τροφίμων ἐν γένει, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόζηται, ἐννοεῖται, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατόπιν δὲ θὰ ἐκδίδηται κατὰ τόπους ἀστυνομικὴ διάταξις κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις τῶν νόμων.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§74Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τῆς ὅλης νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς ἀφορώσης εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰσαγάγω καὶ ἓν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, τὸ ὁποῖον θεωρῶ κατεπεῖγον, δι’ ὃν λόγον ἀμέσως θὰ ἐξηγήσω. Ἀνωμολογημένη εἶναι ἡ ἀθλία κατάστασις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ μόνη λύσις εἶναι ἡ ἐκ θεμελίων ἀνίδρυσις νέων φυλακῶν, ἥτις θὰ περιλαμβάνῃ ὄχι μόνον τὰ κτίρια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικὸν ὀργανισμὸν αὐτῶν. Ἐπὶ τούτῳ τῇ εἰσηγήσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νόμος, ὅστις ἀνέθηκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν κατὰ τὰς διαγραφομένας ἐν τῷ νόμῳ γενικωτάτας γραμμάς. Διὰ τὸ ἔργον τοῦτο ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοὐλάχιστον ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἤδη πρὸς ὑμᾶς, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν ἐπικουρίαν ὀργανωτοῦ εἰδικοῦ ἐπιστήμονος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, νὰ μετακαλέσῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ ἀσχοληθέντες εἰς σωφρονιστικὰ ζητήματα, οἱ ἐπισκεφθέντες ξένας φυλακάς· ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι παρέχουσι τὰ ἐφόδια τῆς πείρας, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσιν οἱ ὑπευθύνως ἐργασθέντες εἰς φυλακὰς κατὰ τὰ νέα συστήματα τῆς ἐπιστήμης ἐν Εὐρώπῃ λειτουργούσας. Ἐπὶ τούτῳ εἰσηγήθην ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνεφώνησε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μετακλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι δ’ ὅτι θὰ ἔχω καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σύμφωνον προῆλθον εἰς συνεννοήσεις μεθ’ ἁρμοδίου προσώπου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα προβῶ εἰς ὁριστικὴν σύμβασιν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας ὑποβαλλόμενον δικαιολογεῖται νὰ χαρακτηρισθῇ κατεπεῖγον κατ’ ἀρχὴν σήμερον. Ἕτερον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον φέρει χαρακτῆρα ἐν μέρει ὑπηρεσιακόν, ἀλλὰ καὶ σχετιζόμενον πρὸς τὰς παρούσας περιστάσεις, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐπετράπη διὰ νόμου τῆς παρελθούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει προσωρινὴ ἀπόλυσις καὶ τῶν ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένων· ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιελήφθησαν δύο διατάξεις ἀντιφάσκουσαι, ἡ μία ὁρίζουσα ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόλυσις παρέχεται μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἡ ἄλλη, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοδικαίως παύει ἡ ἀπόλυσις διὰ τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δ’ ἐπεκράτησεν ἡ τήρησις τῆς δευτέρας διατάξεως. Ἀκριβῶς δέ, ὑφ’ ἃς συνθήκας νῦν εὑρισκόμεθα, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μένωσιν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας προφυλακισμένοι, μὴ οὔσης ἐφικτῆς τῆς συγκροτήσεως Κακουργιοδικείων, κατηγορούμενοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρξεν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀνακρίσεως ἀπόφασις περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀντινομία πρέπει νὰ θεραπευθῇ διὰ νέας νομοθετικῆς διατάξεως, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, συνισταμένην ἐν τούτῳ, ὅτι τὸ συμβούλιον τὸ ἐκδίδον τὸ βούλευμα ὀφείλει δι’ ἰδίας αὐτοῦ διατάξεως εἴτε νὰ διατηρήσῃ τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν εἴτε νὰ ἄρῃ ταύτην ῥητῶς. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ βουλευμάτων ἐκδεδομένων ἤδη καὶ μὴ περιλαμβανόντων τοιαύτην διάταξιν θέλει κληθῇ τὸ ἐκδῶσαν τὸ βούλευμα συμβούλιον νὰ ἐκφέρῃ εἰδικὴν ἀπόφασιν, ὅπως μὴ κρατῶνται ἐν ταῖς φυλακαῖς πρόσωπα, δυνάμει μόνον τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος. Προσέθηκα καὶ ἑτέραν διάταξιν παραπλησίαν, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια τῶν Συνέδρων ἀναβάλλοντα τὴν ὑπόθεσιν δύνανται ὡσαύτως νὰ διατάσσωσιν ἐν τῷ μεταξὺ τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν τῶν κατηγορουμένων. Ἀμφότερα τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια παρακαλῶ νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στέργει ἡ Βουλὴ νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδια;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως ἐν τοῖς ἄρθροις 245 καὶ 420 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας» καὶ 2) «Περὶ μετακλήσεως ὀργανωτοῦ ἀλλοδαποῦ τῶν φυλακῶν»).
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλω διὰ δύο λόγους· δι’ ἕνα τυπικόν, διότι ὑπ’ εὐθύνην μου καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνηργήθη πρᾶξίς τις, πρὸς ἀποτροπὴν ζημιῶν, καὶ δι’ ἄλλον οὐσιαστικόν, διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ καὶ δὲν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, τὸ Κράτος ὑφίσταται ζημίας χρηματικὰς ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει, φρονῶ, νὰ παρίδωμεν. Διὰ νόμου ψηφισθέντος πέρυσι μετεκλήθησαν δασολόγοι πρὸς ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Ὁ πρῶτος ἐλθὼν ἐξ αὐτῶν, τὸν ὁποῖον εἶναι ὄντως εὐτύχημα ὅτι ἀπέκτησεν ὡς ὀργανωτὴν τὸ Κράτος, μελετήσας τὰ πράγματα καὶ τὴν κατάστασιν τῆς δασικῆς μας ὀργανώσεως, ἀπεφήνατο ὅτι πρέπει νὰ μετακληθῇ, πλὴν τῶν τεσσάρων, οὓς ὁ νόμος εἶχεν ἐπιτρέψει, καὶ ἄλλος δασολόγος, καὶ τοῦτον, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐγκρίναντος, μετεκάλεσα ἤδη, συναφθέντος τοῦ σχετικοῦ συμβολαίου, διότι ἄλλως τὸ ἔργον ὁλοκλήρου τῆς ἀποστολῆς ἤθελεν οὐσιωδῶς παρακωλυθῆ, σχεδὸν ματαιωθῆ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ τεῖνον εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς ἐνεργείας ταύτης, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν μετὰ συμπληρωματικῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι καὶ διευκολύνουσι τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ξένης δασικῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἐγκαθίσταται ἐν χωριστῷ οἰκήματι, δι’ ἀνεπάρκειαν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἔχει ἀνάγκην καὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς θέλει ἐπ’ ἀρκετοὺς μῆνας ματαιωθῆ, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, δεσμευμένοι διὰ συμβάσεως πρὸς τοὺς μετακληθέντας, ἠθέλομεν πληρώνει ἀσκόπως τοὺς μισθούς των, ἂν ἀνεβάλλετο ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζων δ’ ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποτρέψωμεν μίαν τοιαύτην ζημίαν τοῦ δημοσίου χρήματος παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετακλήσεως δασολόγου» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αἱ συζητήσεις τῆς αὔριον θ’ ἀφιερωθῶσιν εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἀναβάλλοντες τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 10′ μ. μ.).