1911.12.13
7.522 στίχοι · 57.660 λέξεις · 568 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 191.
τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1911.
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Τρίτη, ὥρα 4.30′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι ἁγίου Γεωργίου τῆς Ἀμαλιάδος διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου Ἠλείας, ἀρνουμένου νὰ διορίσῃ ἱεροψάλτην, ὁμοφώνως προταθέντα· 2) Ὑποδιδάσκαλοι Φθιώτιδος αἰτοῦνται τὴν πρόταξιν προτάσεως νόμου «περὶ συντάξεως ὑποδιδασκάλων»· 3) Ποδηλατικὸς καὶ σκοπευτικὸς σύλλογος Λαρίσης αἰτεῖται συνδρομὴν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀνεγειρομένου ἤδη ἐθνικοῦ σκοπευτηρίου τῆς πόλεως Λαρίσης· 4) Κάτοικοι τοῦ δήμου Δολόπων αἰτοῦνται, ὅπως μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου «περὶ καθορισμοῦ ὁρίων δήμου Ἰτάμου–Δολόπων»· 5) Κτηνοτρόφοι ἐκ Λαρίσης αἰτοῦνται ἑρμηνείαν τοῦ ΞΗʹ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὰς θερινὰς βοσκάς· 6) Ὁ ἐκ Λαμίας Π. Παπαθανασόπουλος, πρώην ἐπαρχιακὸς ταμίας, αἰτεῖται ἀπονομὴν συντάξεως· 7) Διδάκτορες τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφου πρὸς σπουδὴν τῆς ἰχθυοτροφίας κλπ.· 8) Κάτοικοι Φραντζῆ αἰτοῦνται, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ περὶ παραχωρήσεως τοῦ λιβαδίου «Πλακωτὸ» τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ζαππείων· 9) Ὁ Ἰατρικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν αἰτεῖται κανονισμὸν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἰατρῶν· 10) Ὁ Ν. Τουρλεντές, φονευθέντος τοῦ υἱοῦ του ἐν Σέρραις, αἰτεῖται παροχὴν βοηθήματος· 11) Κάτοικοι Καλυβίων καὶ Παρδαλίου τοῦ δήμου Πελλάνης–Λακεδαίμονος αἰτοῦνται μέριμναν ὑπὲρ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου των· Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ παρεκάλουν ν’ ἀναβάλωμεν τὰς ἀναφορὰς δι’ αὔριον.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§4Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχω μίαν ἀναφορὰν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Οἱ κάτοικοι Καλυβίων καὶ Παρδαλίων τοῦ δήμου Πελλάνης παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ τὸ σχολεῖον ἔχει 100 μαθητάς, δὲν ἔχουσιν οὔτε ἓν θρανίον.
§5Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπέβαλον νομοσχέδιον καὶ ἤρξατο ἡ κατασκευὴ θρανίων· ἐκ τῶν πρώτων θ’ ἀποσταλῶσιν ἐκεῖ.
§6Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§7ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4, κύριε Πρόεδρε.
§8Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§9Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μία ἐρώτησις ἰδική μου ὑπ’ ἀριθ. 103.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης ἐρωτᾷ «διατί ἀπελύθη ὁ ἐν Ἀργοστολίῳ βιβλιοφύλαξ Μομφερρᾶτος υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου ῥιζοσπάστου Ἰωσὴφ Μομφερράτου».
§11Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διότι δὲν ἦτο κατάλληλος· ὑπάρχει ἀναφορὰ κατ’ αὐτοῦ. Καίτοι εἶναι υἱὸς πράγματι παλαιᾶς οἰκογενείας, φαίνεται ὅτι πίνει ὀλίγον.
§12Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν πίνει καθόλου. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
§13Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τοιαύτην ἔκθεσιν ὑπέβαλεν ὁ γραμματεὺς τῆς ἐκεῖ Νομαρχίας.
§14Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα· ὁ κ. Λοῦμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ὁ χαρακτηρισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Μομφερρᾶτον.
§15Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὁ κ. Λοῦμος εἶναι ἐντιμότατος.
§16Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος ἐπαύθη τῇ εἰσηγήσει δύο Βουλευτῶν τῆς Κεφαλληνίας.
§17Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νὰ τοὺς εἴπητε.
§18Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑμεῖς εἶσθε ὁ εἷς.
§19Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Σᾶς διαψεύδω ἐπισήμως.
§20Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σιώπα σύ. (Θόρυβος).
§21Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Εἶναι συνηθισμένος νὰ ὑβρίζῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ πάντας.
§22Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἔχει τὴν κακὴν ἕξιν ν’ ἀπαντᾷ, χωρὶς οὐδὲν μέρος νὰ ἔχῃ εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ μεταχειρισθῶμεν ἄλλα μέσα. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ καταγγέλλουσι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ἀφήσητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§24Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχον τῆς ἀναφορᾶς.
§25Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἦτο φίλος ἐπιφανοῦς ῥιζοσπάστου τῆς Κεφαλληνίας, ὅστις μετὰ τῶν ἄλλων ῥιζοσπαστῶν προσέφερε πλείστας ὅσας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος. Εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως βιβλιοφύλαξ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Εἶναι ἄριστος νέος. Τὸν ἐγνώρισα ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ἔχει σπουδάσει ἐν Γαλλίᾳ καὶ διωρίσθη ἀντὶ εὐτελεστάτου μισθοῦ, ὅπως διατρέφῃ τὴν πενομένην οἰκογένειάν του. Νομίζω ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατεσπατάλησε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ χάριν τοῦ ἑνωτικοῦ ἀγῶνος. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομον εἶναι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὴν μικρὰν ταύτην θέσιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἔχει ἐλάχιστον ἐπίδομα, μόνον καὶ μόνον ὅπως συντηρῇ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν πενομένην οἰκογένειάν του, ὅπως πένεται καὶ ἡ οἰκογένεια ἑτέρου ῥιζοσπάστου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέλυσε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὑπαλλήλου Λούμου πρώτου γραμματέως τῆς Νομαρχίας Κερκύρας, ὁ ὁποῖος χαριζόμενος εἰς πρόσωπά τινα τῆς Κεφαλληνίας ἔκαμε κατ’ αὐτοῦ δυσμενῆ ἔκθεσιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, ὡς ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον, τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καί, ἐὰν μάθῃ ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀδίκως ἐπαύθη, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραιτηθῶσι, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν.
§27Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἤθελον νὰ κάμω.
§28Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παραιτούμεθα μὲ τὸν σκοπὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν ὅμως δὲν παραιτηθῶσι πάντες, ἡμεῖς δὲν χάνομεν τὴν σειράν μας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ τηρήσω σειράν.
§30Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παραιτοῦμαι ἐγώ.
§31Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς δὲν παραιτούμεθα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ εἶσθε ἐγγεγραμμένος;
§33Γ. ΠΩΠ. Ὑπ’ ἀριθ. 88 καὶ 93.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὰ ἐρωτήματά σας: «Διατί δὲν διορίζεται ἐπιστάτης εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τῶν Νέων Ψαρῶν κτλ.».
§35Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὔριον θ’ ἀπαντήσω.
§36Γ. ΠΩΠ. Θὰ γραφῇ αὔριον πρῶτον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ κ. Πὼπ ἐρωτᾷ «τίνα μέτρα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἀπειλουμένην καταστροφὴν τοῦ ὑδραγωγείου Ἀργοστολίου κτλ.».
§38Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὔριον θ’ ἀπαντήσω.
§39Γ. ΠΩΠ. Τότε καὶ αὐτὸ πρῶτον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρὸ τούτου ὅμως ὁ κ. Γρηγορίου ζητεῖ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.
§41Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς πλειστάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκδηλωθείσης πλήρους ἐμπιστοσύνης συμπάσης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προκειμένου περὶ τῶν πανεπιστημιακῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ ἔχων τὴν γνώμην ὅτι τὰ ἀνώτερα ἡμῶν ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα μεγάλως θέλουσιν ὠφεληθῆ, ἐὰν ἤθελον διορισθῆ καὶ ἔκτακτοι καθηγηταὶ καὶ ἐὰν ἤθελον ὁρισθῆ καὶ αἱ ὑπολειφθεῖσαι τακτικαὶ ἕδραι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν πρότασιν νόμου ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ῥούφου, διὰ τῆς ὁποίας, δεκτῆς γενομένης, θὰ δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν πασῶν ἤ τινων τῶν τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμένειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι, ἐὰν αὕτη γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, μεγάλως ἀληθῶς θέλει ἐξυπηρετηθῆ ἡ ἀνωτέρα παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Δ. Κάβουρας, Π. Κασίμης, Σ. Θεοδωρόπουλος, Κ. Τριγγέτας, Ἀ. Αἰλιανὸς καὶ Σ. Ντολιόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεων καὶ προσθήκης διατάξεων τοῦ ͵ΓΧΟΔʹ νόμου τοῦ 1910 περὶ προσόντων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὴν πρότασιν νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας».
§43Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΓΧΛϚʹ νόμου περὶ «Ἐλευθερίων». Ἐπίσης τὸν παραλειφθέντα προϋπολογισμὸν «περὶ ἀποξηράνσεως τῶν πέριξ τῆς λίμνης Μουστοῦ καὶ Ἄστρους ἑλῶν». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Θεμ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λαγοπάτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Χαριτᾶτος, Ν. Ῥαφτόπουλος, Θ. Γρηγορίου καὶ Π. Φλέσσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.» Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σῖμος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Θ. Κουτούπης, Ἰ. Λιμπερόπουλος καὶ Γ. Φικιώρης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων κλπ.» Οἱ βουλευταὶ κύριοι Γ. Στρατούλης, Π. Λαγοπάτης, Ἰ. Μπρισιμιτζάκης, Μ. Γαλανὸς καὶ Ἀ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων κλπ.» Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Μπουρνιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων κλπ.» καὶ «περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΦΖΘʹ τοῦ ἔτους 1910». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς ἐθελοντῶν εἰς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911 πιστώσεως διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου τοῦ ἔτους 1912». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Δ. Κανελλόπουλος, Χ. Δικαῖος καὶ Π. Κασίμης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας βοηθήματος τῇ σηροτροφικῇ ἑταιρείᾳ». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Χ. Βοζίκης καὶ Θ. Πέρρος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων κλπ.». Ὁ κ. Ἀ. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου χρεολυτικοῦ ἐκ δραχ. χρ. 2,850.000 πραγματικοῦ κεφαλαίου πρὸς ἀγορὰν τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης χωρίων τῶν κληρονόμων Νεκῆ–Πασᾶ». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἀ. Βαλσαμάκης καὶ Ν. Ῥαφτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓϞΑʹ τοῦ 1905 καὶ ͵ΓΡΛΒʹ τοῦ 1910». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἀ. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου
͵ΓΤΛΖʹ».
(Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ὅρα καὶ Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, τεῦχος Βʹ).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ὑποτρόφου πρὸς σπουδὴν τῆς ἰχθυοκομίας καὶ ὀστρεοτροφίας καὶ περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ἰχθυοκόμων καὶ ὀστρεοτρόφων».
§45Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶπον εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἡ δαπάνη ἡ προτεινομένη εἶναι ἡ ἐκ τῶν μᾶλλον οὐσιαστικωτάτων δαπανῶν καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἡ Πολιτεία παρόμοια ποσὰ ἐδαπάνα πρὸς σκοποὺς παραπλησίους πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐμὲ ἦσαν ἀρκεταὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ λάβῃ τὴν ἀμοιβὴν τῶν 3000 δραχμῶν, ὡς καὶ ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ὁρίζεται πρὸς πρόσκλησιν ξένων ἰχθυοτρόφων, ἐπίσης εἶναι δεδικαιολογημένη, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως μὴ κάμῃ χρῆσιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ ἐφ’ ὅσον δὲν παρίσταται πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι καλὴ καὶ ἡ κλῆσις τῶν ξένων εἶναι καλή, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ λείπῃ πάντοτε, θὰ εἶναι ὅτι οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ διαμείνωσιν ἐν αὐτῇ, νὰ κατανοήσωσιν ὅλην τὴν κατάστασιν τῶν ἰχθυοτροφείων, πάσας τὰς ἐλλείψεις τῆς ἁλιείας ἐν ἰχθυοτροφείοις καὶ ἐν θαλάσσαις καὶ ὅτι θὰ παρίστατο ἀνάγκη ῥιζικωτέρα μέριμνα νὰ ληφθῇ, ἰδίως νὰ ὑπάρχῃ ἓν Τμῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ εὑρίσκηται ἐν σχέσει μὲ τὸ Τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Τὰ προσόντα τοῦ ἀποστελλομένου δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπαρκῆ, διότι εἶναι διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν, καὶ βεβαίως ὁ καταλληλότερος διὰ τὴν ἁλιείαν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πρὸ παντὸς τὴν ζωολογίαν, ἡ ζωολογία δ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ διδαχθῇ ἐπαρκῶς· τὸ μάθημα τοῦτο διδάσκεται εἰς τὰ Πανεπιστήμια, εἰς τὰ ὁποῖα διδάσκονται πᾶσαι αἱ εἰδικότητες καὶ αἱ διαιρέσεις τούτων, ὅπως εἶναι τὸ μάθημα τῆς ἰχθυοτροφίας συναφὲς μὲ ἄλλας ἐπιστήμας τῆς θαλάσσης, ὡς π.χ. τῶν ῥευμάτων, τῶν ἁλάτων κτλ. ἀποτελοῦν οὕτω μίαν ἰδιαιτέραν ἐπιστήμην. Ὁ ἀποστελλόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δὲν θὰ δυνηθῇ κατὰ τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα νὰ παρακολουθήσῃ πάντα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως παρασκευασθῇ οὗτος θεωρητικῶς. Ὁ ἀποστελλόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δύναται νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, δύναται νὰ μάθῃ τὸν μηχανισμὸν τῶν ἰχθυοτροφείων, δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως κατὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ διάστημα νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ μάθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν τῆς ἰχθυοτροφίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Ῥωμουνίαν, ἡ ὁποία εὐχῆς ἔργον ν’ ἀποτελῇ δι’ ἡμᾶς παράδειγμα διὰ πάντα κλάδον καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς πλουτοπαραγωγικοὺς κλάδους, διότι αὐτὴ ἔκρινε καλὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ πάντα ἐπιστήμονα, ὁ ὁποῖος ἐξεπαιδεύθη καὶ παρουσίασε πιστοποιητικά. Ἡ Ῥωμουνία χρησιμοποιεῖ τὸν Ἕλληνα ἐπιστήμονα Ἀντύπαν, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον ἐν Ῥωμουνίᾳ εἶναι θαυματουργόν. Εἰς περιοδικὸν Γερμανικόν, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, βλέπω ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων, αἱ ὁποῖαι ἀνήρχοντο εἰς 300.000 δραχ., ὑπερέβησαν τὰ 3,000,000, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν Ἕλληνα Ἀντύπαν, τὸν ὁποῖον ἡ ξένη γῆ εἶναι εἰς θέσιν νὰ χρησιμοποιήσῃ, ἡ Ἑλληνικὴ ὅμως ὄχι.
§46Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τὸ ποσὸν ἀνῆλθε μέχρι 5,000,000.
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν στερεῖται ἐπιστημόνων. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐπιστήμονα σπουδάσαντα ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἔχοντα πιστοποιητικὸν ὅτι παρηκολούθησε τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν εἰδικῶς τὸν ἰδιαίτερον κλάδον τῆς ἰχθυολογίας, τὴν σπουδὴν περὶ τοὺς ἰχθῦς, καὶ οὗτος εἶναι ὁ γνωστὸς κύριος Γερμανός, ὁ ὁποῖος ἵδρυσεν ἐν Ἑλλάδι τὸν Ζωολογικὸν κῆπον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποστελλόμενος εἰς ἀλλοδαπὴν νὰ μάθῃ τι περισσότερον, δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι οὗτος εἶναι κράτιστος, ἀφοῦ μάλιστα τὸν ὑπέδειξεν ὁ μετακληθεὶς ἐξ Ἰταλίας ἰχθυολόγος. Ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κατανοήσῃ οὗτος πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν αἱ τελευταῖαι μέθοδοι πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἰχθυοτροφίας. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐπιστήμονα δύναται οὗτος νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§48Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὡς τὸν ἐπιστήμονα, τὸν ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον, ὁ ὁποῖος ἔχει πολλὰς θέσεις.
§49Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχει πολλὰς θέσεις! Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔχει πολλὰς θέσεις, λαμβάνει τὸν μισθὸν τῆς μιᾶς θέσεως καὶ ἐπίδομα διὰ τὰς ἄλλας θέσεις. Ἐν τῷ ἐνδιαφέροντι ὑμῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου πλούτου ἠναγκάσθητε νὰ μὲ διακόψητε, σᾶς εἰδοποιῶ ὅμως ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τοῦ τινάξητε τὴν γούναν ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ, ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ὑπερασπίσω. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐπιστήμων ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ εἶναι ἀχρησιμοποίητος, ὅπως καὶ πλεῖστοι Ἕλληνες, ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ἄλλας χώρας.
§50Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Νὰ φέρωμεν τὸν Ἀντύπαν.
§51Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂς προσκαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν Ἀντύπαν, ἀφοῦ ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει περισσοτέραν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν Ῥωμουνίαν. Ἔχω πίνακα παραγωγικὸν τῶν ἰχθυοτροφείων καὶ βλέπω ὅτι οὐχὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀλλὰ ἀπὸ περιόδου εἰς περίοδον ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων βαίνει ἐλαττουμένη, καὶ τοῦτο προέρχεται, διότι παραχωροῦνται ταῦτα δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα εἰς διάφορα ἄτομα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσι μᾶλλον εἰς τὴν καταστροφὴν παρὰ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ῥίψητε ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἓν βλέμμα, θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τὴν χρονικήν, καθ’ ἣν ἀνανεοῦται ἡ μίσθωσις, αἱ εἰσπράξεις βαίνουσιν ἐλαττούμεναι. Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων εἶπε προχθὲς ὅτι ἡ Γερμανία σκοπεῖ νὰ ἱδρύσῃ ἰδιαίτερον Ὑπουργεῖον ἁλιείας· δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ἀπασχολεῖ πολὺ τὴν Γερμανίαν ἡ ἐξαγωγὴ 40,000,000 μάρκων διὰ τὴν ἁλιείαν καὶ προσπαθεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ τὸ ἐξοικονομήσῃ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἁλιείας· ὅτε δὲ χώρα, ἡ ὁποία ἔχει σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν 70,000,000 κατοίκων τόσον ὀλίγα παράλια, στενοχωρεῖται διὰ τοῦτο, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐντροπὴ νὰ μὴ ἔχῃ μεγάλην ἐξαγωγήν. Δὲν θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας ἡ μετάκλησις δύο, τῶν ὁποίων ἡ διαμονὴ ἐνταῦθα θὰ εἶναι προσωρινὴ καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ τεχνικὸν μόνον μέρος, οὔτε ἡ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐδῶ διαμονὴ ἑνὸς ξένου, σοφοῦ κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται μὲν νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέτρα, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀφήσῃ διάδοχόν του ὀπίσω, ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα ταῦτα. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν θαλασσίαν ἁλιείαν, ἡ ὁποία εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀξιοθρήνητος. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ ἔλαβέ ποτε ἀφορμὴν νὰ μάθῃ ὅτι ὑπάρχει καὶ Τμῆμα ὑπὸ τὰς διαταγάς του ἀφορῶν τὴν θαλασσίαν ἁλιείαν. Ἴσως μόνον ὁ κρότος τῆς δυναμίτιδος καὶ πρὸ τοῦ λιμεναρχείου Πειραιῶς, ἄν ποτε διῆλθεν ἐκεῖθεν, θὰ ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτά του, χωρὶς ποτε νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ λάβῃ μέτρον τι, διὰ νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Ἡ μεγάλη αὐτὴ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην ὀργανώσεως, καὶ ἡ ὀργάνωσις αὕτη βεβαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ δι’ ἱδρύσεως εἰδικοῦ Τμήματος καὶ χρησιμοποιήσεως ἔστω καὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναλάβωσιν ὡς κύριον καθῆκον τὴν προστασίαν τῆς ἁλιείας ἐν τοῖς ἰχθυοτροφείοις, ἀλλὰ καὶ τὴν θαλασσίαν ἁλιείαν.
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καὶ ἄλλος τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.
§53Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐτελείωσα· ἁπλῶς ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλῆρες. Καταλήγων λέγω ἓν ἄλλο πρόσφορον μέσον πρὸς συστηματικὴν ἐν Ἑλλάδι ἀνάπτυξιν τῶν ἰχθύων, τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ τοῦ Ἐνυδρείου. Ἐκ τῶν ἐνόντων ἡ Κυβέρνησις δύναται σήμερον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ προσθέσῃ διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ Ἐνυδρεῖον δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάγηται ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς ἰχθυοτροφίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον καὶ 2ον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠϚʹ (3906) περὶ συστάσεως κτηνιατρικῶν περιφερειῶν καὶ διορισμοῦ δημοσίων κτηνιάτρων»). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως Γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου χρεολυτικοῦ, ἐκ δραχ. χρυσῶν 2,850,000 πραγματικοῦ κεφαλαίου πρὸς ἀγορὰν τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης χωρίων Γουργουβίτες, Καπουτσί, Κουμάδες, Κουρτέσι, Μύρους, Δελήβελι καὶ τῶν δύο πέμπτων τοῦ χωρίου Σοῦπι τῶν κληρονόμων Νεκῆ Πασᾶ». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου μόνου τὸ δάνειον συνομολογηθήσεται ἐπὶ τόκῳ μέχρι 5%. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι μικροῦ λόγου ἀξία· τὸ 5% θεωρεῖται ὡς ἀνώτατον ὅριον, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ λόγος πλέον περὶ τιμῆς ἐκδόσεως καὶ ὅτι τιμὴ τῆς ἐκδόσεως πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ ὅροι τῆς συνομολογήσεως, ἡ προμήθεια καὶ ἄλλα τινὰ βλέπω ὅτι εἶναι ὑπερβολικά. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τόσα περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα, καὶ καθ’ ὃν τρόπον πρόκειται νὰ διατεθῶσι πρέπει νὰ εἶναι κατατεθειμένα ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς μίαν τῶν Τραπεζῶν, θὰ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ λαμβάνῃ 3–3¼, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πληρώνῃ τόκον 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 6% διὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ ὀνομαστικοῦ ἀπὸ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου.
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προκαταβάλῃ τὸ Δημόσιον αὐτὸ τὸ ποσόν· ἀλλ’ εἶναι φυσικὸν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν, ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὸν τὸν νόμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§57Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ μερικῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓϞΗʹ νόμου.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος κατὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913». Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΨΜΗʹ τῆς 13 Δεκεμβρίου 1878 περὶ περιθάλψεως Ἐπισκόπων».
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως διαφορῶν περὶ πληρωμῆς μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων». Ὁ κ. Πετμεζᾶς.
§60Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ παρατήρησίς μου, Κύριοι, ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ τετάρτου ἄρθρου. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτό, ὅλη ἡ διαδικασία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου· ἑπομένως ἡ παροχὴ πληρεξουσιότητος εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ παράστασις διὰ πληρεξουσίου, ἐννοεῖται διδομένη ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἐν τούτοις ἐξέπεσον λέξεις τινὲς ἐκ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, αἱ ὁποῖαι γεννῶσιν ἀσάφειαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πληρεξούσιον ἔγγραφον, τὸ συνταχθησόμενον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἴδιος ὁ διάδικος δὲν θὰ δύναται νὰ παρασταθῇ αὐτοπροσώπως. Αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέπεσον, εἶναι αἱ ἑξῆς: «Ὁ πληρεξούσιος κλπ. νομιμοποιεῖται διὰ τῆς προσαγωγῆς ἐγγράφου πληρεξουσίου ἰδιωτικοῦ ἢ συμβολαιογραφικοῦ» ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§62Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αἱ λέξεις αὗται τιθέμεναι δίδουσιν ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ποῖον ἐδάφιον, εἴπετε, κύριε Βουλευτά;
§64Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4: «Ἰδιωτικοῦ ἢ συμβολαιογραφικοῦ». Ὅπως τὸ ἔχω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διερμηνέων τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τοῦ προξενικοῦ Γραφείου». Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγώ.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τὸ ἀποσύρομεν.
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα, εἶναι ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912.
§69Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμία ὑπάρχει δαπάνη.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἡ αὔξησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
§71Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ ὅτι οὐδὲ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνη ὑπάρχει, διότι ἀποκόπτεται μία θέσις δευτέρου διερμηνέως ἐκ τοῦ διερμηνευτικοῦ Γραφείου τῆς Πρεσβείας καὶ γίνεται καλλιτέρα διαρρύθμισις. Ἰσοφαρίζει ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης αὐτῆς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς τὸ προξενικὸν Γραφεῖον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ ψηφισθῇ.
§73Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει δαπάνη, σᾶς διαβεβαιῶ.
§74Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ ηὐχόμην οἱαδήποτε δυνατὴ δαπάνη νὰ ἐγίνετο. Θὰ ἐπόθουν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγεῖτο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πενταπλασιασθῶσιν ἴσως τὰ ἔξοδα τῆς παραστάσεως τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσωπευόντων τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπισκέφθησαν τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὰ ἐν Τουρκίᾳ συμβαίνοντα πράγματα—ἔχομεν δὲ μάρτυρα τούτου αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις διετέλεσεν ἐκεῖ, καὶ λίαν εὐδοκίμως, πλειστάκις ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους—, γνωρίζουσιν ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις τῶν Πρεσβειῶν ὄχι μόνον ἔχει ἐπίδρασιν ἐπ’ ἐκείνων τῶν αὐλῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖται τὸ Κράτος ἡμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνθαρρύνει καὶ ἐνισχύει τὸν ὁμόδοξον καὶ ὁμόθρησκον πληθυσμὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εὑρέθησαν νὰ ἔχωσιν ἀντικείμενα ποικίλων συναλλαγῶν—ἠθικῶν ἢ ὑλικῶν—καὶ εἶχον ἀνάγκην, ὅπως δημοσίᾳ χρησιμεύσωσιν εἴτε ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἴτε τὸ Γενικὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξενεῖον εὑρέθησαν πλέον ἢ ἅπαξ εἰς δυσχέρειαν λόγῳ, ἐννοεῖται, ἀκαταλλήλου προσωπικοῦ, λόγῳ τῆς μικρᾶς μισθοδοσίας, ἥτις δίδεται, τῆς ἀναξίας οὐ μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνεστάθη ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία.
§75Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν λόγον· διότι ἀφήσατε νὰ ἐξενεχθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις, κύριε Πρόεδρε, πρὶν θέσω ἐγὼ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ ἔχητε ἀντίρρησιν;
§77Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον προέβλεπε περὶ δαπάνης καὶ δεκάδων χιλιάδων ὑπὲρ καλλιτέρας παραστάσεως, βεβαίως ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ τελευταῖος νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ καλλιτέρας παραστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι διέρχονται τὸ πολὺ τοῦ χρόνου οὐχὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν εἶναι τεταγμένοι, ἀλλ’ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος ἐν σελίδι 140 διαλαμβάνει ὅτι ἐν μὲν τῇ Πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐδεὶς ὑπάρχει διερμηνεὺς, ἐν δὲ τῷ προξενικῷ Γραφείῳ ὑπάρχουσιν: «εἷς διερμηνεὺς αʹ τάξεως, δύο διερμηνεῖς δευτέρας τάξεως, δύο διερμηνεῖς τρίτης τάξεως καὶ τρεῖς βοηθοὶ διερμηνέως».
§78Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἶναι ἐσφαλμένον αὐτό, διότι εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ὑπάρχουσιν εἷς πρῶτος διερμηνεὺς, δύο δεύτεροι καὶ δύο τρίτοι.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη σημειοῦται ποῦ;
§80Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Σημειοῦται ἐκεῖ ὅπου σημειοῦται, κύριε Βουλευτά. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἀκριβοδικαία ἔρευνα τοῦ πράγματος ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω, οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνην προσθέτει. Εἶναι ἁπλῶς διαρρύθμισις, τὴν ὁποίαν προέβαλον χάριν τῆς εὐχερεστέρας διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι γνωρίζω καλῶς ὅτι ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἠναγκάσθητε πολλάκις νὰ ἐκτελέσητε καθήκοντα καὶ γραφέως ἀκόμη, διότι τὸ πολυάριθμον ἐν Κωνσταντινουπόλει προσωπικὸν τῆς Πρεσβείας δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ, δὲν ἐξετέλει τὰ καθήκοντά του. Παρελαύνει μέγας ἀριθμὸς διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ Πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκω τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο· αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περὶ πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐν τῇ σελίδι 90 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχουσιν: «εἷς πρέσβυς, εἷς γραμματεὺς αʹ τάξεως, εἷς γραμματεὺς βʹ τάξεως, εἷς καβάσης, εἷς στρατιωτικὸς ἀκόλουθος καὶ εἷς ἀκόλουθος», καὶ εἰς τὸ προξενικὸν γραφεῖον: «εἷς διευθυντής, εἷς πρόεδρος Δικαστηρίου, εἷς πάρεδρος δικαστής, εἷς ταμίας, εἷς λιμενάρχης, εἷς γραμματεὺς αʹ τάξεως, δύο γραμματεῖς βʹ τάξεως, ἓξ γραφεῖς εἷς θυρωρός, δύο κλητῆρες αʹ τάξεως, ἓξ κλητῆρες βʹ τάξεως, τρεῖς γιασαξῆδες, εἷς ἰατρός, εἷς διερμηνεὺς αʹ τάξεως, δύο διερμηνεῖς βʹ τάξεως, δύο διερμηνεῖς γʹ τάξεως καὶ τρεῖς βοηθοὶ διερμηνέως.
§82Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι πάντες, κύριε Βουλευτά.
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πεισθῶ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἔχω ἀπέναντί μου τὸν Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου τὰ γράμματα — τὰ σκληρὰ γράμματα —μοὶ λέγουσι τὸ ἀντίθετον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω εἰς ποῖον σημεῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειώνεται αὐτὴ ἡ δαπάνη τῶν διερμηνέων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν βλέπω.
§84Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν δαπάνην ταύτην καὶ τὰς ἀντιστοίχους θέσεις τῶν διερμηνέων.
§85Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἐπακριβῶς ὡς σᾶς ἐξέθηκα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε. Ἤδη τὸ διερμηνευτικὸν Γραφεῖον τῆς Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶναι ἡνωμένον μετὰ τοῦ προξενικοῦ Γραφείου, ἀποκόπτεται λοιπὸν τώρα εἷς διερμηνεὺς ἐκ τοῦ προξενικοῦ Γραφείου καὶ προστίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Πρεσβείας· χωρίζεται δηλαδὴ ἡ διερμηνευτικὴ ὑπηρεσία τοῦ προξενικοῦ Γραφείου ἀπὸ τῆς τῆς Πρεσβείας καὶ διαρρυθμίζεται ἡ διερμηνευτικὴ ὑπηρεσία οὕτω κεχωρισμένως ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1912»). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ «περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου» καὶ ͵ΓΩΚΕʹ «περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου» καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§86Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του. Παρακαλῶ δι’ αὐτῆς νὰ προστεθῇ εἰς τὰ διάφορα ἐργαστήρια καὶ τὸ Χημικόν. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ἡ λέξις «Χημικῷ».
§87Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα· νὰ προστεθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου).
§88Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ Νομικὴ Σχολὴ ὑπέβαλε ταύτην τὴν ὥραν τροπολογίαν τινὰ σχετικὴν μὲ τὰς ἐξετάσεις ἐπὶ πτυχίῳ. Εἶναι δικαία ἡ τροπολογία αὕτη, προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐν συνόλῳ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς· Τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17 τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΓʹ καὶ τὰ αὐτὰ ἄρθρα τοῦ ͵ΓΩΚϚʹ νόμου ἀντικαθίστανται τροποποιούμενα ὡς ἑξῆς: «Ἐν πάσαις ταῖς σχολαῖς τοῦ τε Ἐθνικοῦ καὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου αἱ ἐξετάσεις εἶναι τμηματικαὶ διενεργούμεναι καθ’ ἕκαστον Πανεπιστημιακὸν ἔτος καὶ γενικαὶ ἐπὶ πτυχίῳ. Τὰ ἐξεταζόμενα ἑκάστοτε μαθήματα, αἱ προσακτέαι ἑκάστοτε ἀποδείξεις ἀκροάσεως μαθημάτων καὶ φροντιστηριακῶν ἢ πρακτικῶν ἀσκήσεων, ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐξετάσεων, ἡ ὑπ’ αὐτῶν βαθμολογία, ὡς καὶ τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξετάστρων εἰς τοὺς ἐξεταστὰς ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου μετὰ γνωμοδότησιν τῶν οἰκείων σχολῶν μὴ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν κλπ.».
§90Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι διὰ τὰ διπλώματα τῆς Νομικῆς Σχολῆς;
§91Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ διχασμοῦ τῆς Νομικῆς Σχολῆς εἰς δύο τμήματα, εἰς τὸ Νομικὸν καὶ τὸ τῶν Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν. Ἐνασχολούμενος τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Διατάγματος εὗρον μίαν δυσκολίαν, ἥτις δέον νὰ κανονισθῇ.
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτό, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται ἡ κατὰ ταύτην τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑποβαλλομένη τροπολογία, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ θέμα ἰδίου νόμου.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ὑποβάλλεται, ὅπως ἀποτελέσῃ ἄρθρον 5. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς;
§94Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει ἔνστασις ἀπαραδέκτου συνταγματικοῦ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω ἐν αὐτῇ, διότι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης παρουσιάζεται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον πλῆρες ἤδη, ὅτε δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ τις. Τὸ ὀρθὸν καὶ πρέπον εἶναι νὰ ὑποβληθῇ ὡς ἴδιον νομοσχέδιον, δὲν βλέπω δὲ διὰ τίνα λόγον ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀρνηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν ψῆφόν της εἰς αὐτό, προκειμένου περὶ διατάξεως, ἥτις θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν ἐργασίαν τοῦ Πανεπιστημίου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακκαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§98Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔχει τυπωθῇ ἤδη ὡς ἄρθρον 4 τροπολογία, ἥτις δὲν ἀνεγνώσθη.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἔχετε δίκαιον. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτως ὡς ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ὁ μισθὸς τῶν βοηθῶν ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 80 ἄνευ αὐξήσεως ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ τῶν βοηθῶν κλινικῆς, ὧν ὁ μισθὸς ὁρίζεται εἰς δραχμ. 60 μηνιαίως. Ἰσχύουσι δὲ πρὸς αὐτοὺς αἱ διατάξεις τοῦ ἐδαφίου 3, § 2».
§100Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἔχει λάθος τι, διότι παραπέμπει εἰς ἐδάφιον ἀνύπαρκτον. Λέγει ὅτι: «δυνάμει τοῦ ἐδαφίου δεῖνα», τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνύπαρκτον, καὶ τὸ ὁποῖον διώρθωσα ἐγὼ «δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου». Ὥστε πρόκειται περὶ διορθώσεως.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§102Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρεισέφρησαν πλεῖστα ὅσα σφάλματα, ἀλλὰ παρελείφθη καὶ κάτι τι. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις Πρακτικοῖς ἤδη ἀναγράφονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας δηλοῖ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως περὶ συγγραφῆς συγγράμματος καὶ ὑπὸ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων καθηγητῶν». Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη ἡ ἁπλῆ, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τότε, ὡς γνωρίζετε ὑμεῖς οἱ νομικοί, δὲν ἔχει νομοθετικὴν ἀξίαν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν, ὅπως προστεθῇ ἡ δήλωσις αὕτη ὡς ἴδιον ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ σχετικόν, καὶ ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω σχετικὴν τροπολογίαν.
§103Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μέρμηγκα ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ὑποχρέωσιν περὶ ἐκδόσεως συγγραμμάτων ὑπόκεινται καὶ οἱ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου ὑπηρετοῦντες καθηγηταί, δι’ οὓς ἡ τριετία ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΓʹ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην τοῦ κ. Μέρμηγκα ὡς ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου 7 ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τοῦ συνόλου ἡ ψήφισις ἀναβάλλεται, γενομένων δεκτῶν τροπολογιῶν. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§105Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται, ἵνα κανονίζητε τὴν ἐν γένει διαρρύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Χθὲς καὶ πάλιν μᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ παρατηρήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐσπεύσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν ὡς ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ μόλις πρὸ ὀλίγου ὑποβληθέντος οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς ἐν τούτοις σπεύσαντες ὑπηκούσαμεν εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς καθῆκον ἡμῶν. Εἰργάσθημεν χθὲς εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου· σήμερον ἐπανελάβομεν τὴν ἐργασίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν 10 π.μ. μέχρι τῆς 1μ.μ.· ἐπανήλθομεν ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Διὰ νὰ ἐννοήσητε ὑμεῖς οἱ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ εὐαριθμότατοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ πόσου ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως ἐργαζόμεθα, κυρίως ὑποβοηθοῦντες ἐμμέσως, καίτοι ἔχομεν ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βλέπετε μετὰ πόσης εὐλαβείας ἐργαζόμεθα, διότι ἀφήσαμεν ἄνευ συζητήσεως σχεδὸν μὲ μικρὰς μόνον παρατηρήσεις νὰ ἐξετασθῶσι καὶ περατωθῶσι 18 ὁλόκληρα κεφάλαια προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἡ ἐργασία εἶναι τόσον ταχεῖα καὶ τοσοῦτον, δύναμαι νὰ εἴπω, τερατώδης, ὥστε καταντᾷ νὰ προσβάλλῃ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν συνείδησιν ἡμῶν ὡς μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν νὰ εἰσηγηθῶμεν γνώμας κατόπιν μελέτης καὶ πρὸς σκοπὸν ἐκτιθεμένας. Ἐν τῷ μεταξὺ παρεκαλέσαμεν, ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ παρακολουθήσωμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν συνεδρίαν μετέχοντες τῶν συζητήσεων, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ διακόψῃ προσωρινῶς τὰς ἐργασίας αὑτῆς διὰ τοῦτο, πρόθυμοι ὄντες μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδρίας νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μέχρι τῆς 6 πρωινῆς, ἐὰν τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ μόλις ἀπήλθομεν τῆς συνεδρίας τῆς ἐπιτροπῆς παρέμειναν τὰ λοιπὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας στερούμενα τῆς φωνῆς καὶ τῶν ἀντιρρήσεων ἡμῶν, στερούμενα τῆς φωνῆς καὶ τοῦ κύρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Νέγρη καὶ ἐπεράτωσαν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ εἰσῆλθον πλησίστιοι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβη τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριε Πρόεδρε, εἰς Βουλὴν, ἥτις ἔρχεται ν’ ἀνορθώσῃ πρὸ πάντων τὴν ἠθικὴν μέθοδον ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, Βουλῆς τῆς ὁποίας ἐπαξίως ὑμεῖς προΐστασθε, νὰ θελήσητε κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὰ ἰσχύοντα, ἀντίθετον πρὸς τὴν εὐλάβειαν τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἔχουσι τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ εἶναι ἀρκετὰ εὔποροι, ὅπως ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πλὴν τοῦ ἔργου τούτου καὶ τὸν καθημερινὸν ἀγῶνα τοῦ ἄρτου αὑτῶν, ὅπως ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην πίεσιν, ἡ ὁποία φθάνει τὰ ὅρια ἐλλείψεως πλέον οὐχὶ ἁβρότητος, ἀλλ’ ἐλλείψεως φιλανθρωπίας. Πρόκειται περὶ καταδίκης πραγματικῆς εἰς νόσον καὶ εἰς θάνατον τριῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι νυχθημερὸν καὶ ἐργαζόμενοι ἐνταῦθα διεξάγουσι καὶ τὰ βιοποριστικὰ αὑτῶν ἔργα ἔξω τῆς Βουλῆς. Ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τούτῳ, κύριε Πρόεδρε, τὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς νὰ μᾶς δηλωθῇ καὶ ἡμεῖς νὰ παραιτηθῶμεν πάσης συζητήσεως, καὶ νὰ φέρητε τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ τὸν ψηφίσητε ἀσυζητητί. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θέλομεν νὰ προσαρμόσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν πρὸς τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε, καὶ πρὸς τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεβάλετε καὶ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν ἔστω καὶ κατὰ τύπους, ἀλλ’ ἐν τινι μέτρῳ εὐλαβείας καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιδείξῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς εἰσηγητὰς ὅτι, ὁσάκις ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐργασίαι ἐνταῦθα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβαίνωσιν εἰς περαιτέρω συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ Κράτους, πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι εἶδον ὅτι αἱ προθέσεις ἡμῶν ὑπῆρξαν ἁγνόταται, ἀφοῦ ἐντὸς 6 καὶ μόνον ὡρῶν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ἀγωνιώδους κατωρθώσαμεν καὶ ἐνεκρίθησαν 18 ὁλόκληρα κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ τὰ κυριώτερα, τὰ ἐπιδεχόμενα συζήτησιν μακράν, ὄχι συζήτησιν κωλυσιεργικήν, ἀλλὰ συζήτησιν ἡμερῶν ὁλοκλήρων, διότι ἀφεώρων τοὺς φόρους. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ εὐελπιστῶ ὅτι θέλετε ἀναγνωρίσει ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν τὴν ὀρθότητα αὐτῶν.
§106Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς εἶπον καὶ χθὲς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς τὸ ἀπόγευμα μὲ παρεκάλεσαν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπισπεύσω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἕνεκα τῶν γνωστῶν εἰς τὴν Βουλὴν λόγων κατορθώσωμεν καὶ περατώσωμεν τὸ ἔργον μας ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν. Ὡς ἐκ τούτου συνεκάλεσα ἀμέσως τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅπως συσκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ λάβωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἵνα κατορθωθῇ νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τάχιστα. Ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ὑπό τινων μελῶν προυτάθησαν ἀντιρρήσεις ὅτι κακῶς συνεκάλεσα τὴν ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ συζήτησις αὕτη διήρκεσεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν μέχρις ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ πλειονοψηφίας ἀπεφάσισεν ὅτι οὐδεμία παραβίασις οὔτε ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐγένετο καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεις. Ἠδυνάμεθα κάλλιστα ν’ ἀρχίσωμεν τότε ἀμέσως τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἐθεώρησα ὅμως ὀρθὸν νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ἑνδεκάτην καὶ νὰ καλέσω τὰ μέλη διὰ σήμερον τὴν πρωίαν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ μελετήσωσι τὸν Προϋπολογισμόν. Σήμερον συνήλθομεν τὴν πρωίαν, εἰργάσθημεν μέχρι τῆς μιᾶς, διεκόψαμεν δὲ διὰ τὴν 3 ἐναντίον τῶν προταχθεισῶν καὶ πάλιν πολλῶν ἀντιρρήσεών τινων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐργάζωνται τοιουτοτρόπως καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν. Πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, παρεκάλεσα τὰ μέλη νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεδριάζοντες, ὅπως καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ συνεδριάζουσι καθ’ ὃν χρόνον ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς· ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἐπείγοντος ζητήματος, μέλη τινὰ ἔφεραν ἀντιρρήσεις, τὰ περισσότερα ὅμως ἤθελον νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενα. Οἱ φέροντες τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας ἀνεχώρησαν, ἀπεφασίσαμεν δὲ τότε οἱ ἀποτελοῦντες ἀπαρτίαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πάντες οἱ εἰσηγηταί, νὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲν μελετῶντες τὸν Προϋπολογισμόν, κατὰ δὲ τὴν ἑσπερινὴν συνεδρίαν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν ἐφ’ ὅσων ἄρθρων θὰ προέβαλλον ἀντιρρήσεις τὰ ἀποχωρήσαντα μέλη. Αὐτὴ ὑπῆρξε, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐνέργειά μου ὡς προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ὡς καὶ τῶν περισσοτέρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§107Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ λησμονεῖ κυριώτατα ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὁ τίτλος, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνήλθομεν χθὲς περὶ ὥραν 9 μ. μ., δὲν ἦτο ἡ πρόσκλησις ἐκ μέρους αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μετὰ τὰς χθεσινὰς ἀντιρρήσεις μου ἡ πρόσκλησις ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἠκυρώθη. Προσήλθομεν χθὲς περὶ ὥραν 4ην, εἰργάσθημεν ἐν τῇ Βουλῇ πέρα τῆς 8ης, μέχρι τῆς 8 καὶ ἡμισείας· προσήλθομεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν 9ην ἀκριβῶς, εἰργάσθημεν μέχρι τῆς 12ης.
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτά. Συνήλθομεν τὴν 10ην καὶ ἐχωρίσθημεν τὴν 11ην, ὑπεβάλετε δὲ ὑμεῖς τὰς ἐνστάσεις σας περὶ ἀναρμοδιότητος.
§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐνταῦθα τὴν 9ην ἀκριβῶς. Ἡ ἔνστασις ἡ κυρία, τὴν ὁποίαν προεβάλομεν χθές, στηρίζεται ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ Κανονισμοῦ ἐχούσης οὕτως: Ἡ ἔκθεσις ἑκάστου εἰσηγητοῦ διαλαμβάνει «τὴν γνώμην καὶ τοὺς λόγους», ὄχι ἁπλῶς τὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους «τῶν τε πλειόνων καὶ τῆς μειονοψηφίας». Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Νέγρης προέτεινεν, ὅπως μὴ συντάξῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἀφεθῇ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῶν περιστάσεων. Ἡ ἀντίρρησις ἐκ μέρους ἡμῶν ἦτο ὅτι πρώτη καὶ κυρία σκοπιμότης εἶναι ἡ τήρησις τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δύο ἀντιρρήσεις ὑπῆρξαν, ὅτι, ἂν ἀρχίσωμεν κατ’ ἔτος νὰ προβάλλωμεν λόγους σκοπιμότητος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ πᾶν ἔτος ἑκάστη Κυβέρνησις καὶ ἑκάστη Βουλὴ εὑρίσκεται πρὸ σπουδαιοτάτων ζητημάτων καὶ βαρυτάτων ὑποχρεώσεων καὶ ἑπομένως κατὰ πᾶν ἔτος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζηται σκοπιμότης, θὰ καταντήσωμεν εἰς κατάλυσιν ὁλοκληρωτικὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Νομίζετε ὅτι τοιαῦται ἀντιρρήσεις καὶ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων συζητήσεις δὲν προσήκουσιν εἰς ἐπιτροπὴν κοινοβουλευτικήν; Ἐὰν νομίζητε τοῦτο, τότε ἀπαντήσατε ὅτι ἀτόπως προεβάλομεν ἀντιρρήσεις τοιαύτας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν, ἀπαιτεῖται ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λέγει ὅτι συνήλθομεν, ἵνα μελετήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Κατὰ τὰς ῥητὰς ὅμως διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συνέρχονται, ἀφοῦ ἔχουσι μελετήσει τὸν Προϋπολογισμόν, ὅστις πρέπει νὰ ἔχῃ προηγουμένως διανεμηθῆ εἰς αὐτόν, ἵνα ἔχοντες συμπληρώσει τὴν μελέτην αὑτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶσιν εἰς ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς διατύπωσιν γνωμῶν ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου, γνωμῶν ἀφορωσῶν τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφορωσῶν τὴν λογιστικὴν κατάταξιν τῶν διαφόρων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰργάσθημεν, εἶπον, χθὲς τὴν νύκτα μέχρι πέρα τοῦ μεσονυκτίου· σήμερον συνήλθομεν τὴν 10 ἀκριβῶς, εἰργάσθημεν μέχρι τῆς 1ης μ.μ. Προσεκλήθημεν ὑπὸ τοῦ προέδρου νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 3ην μ. μ. Ἀληθῶς προεβάλομεν ἀντιρρήσεις εἰς τοῦτο, διότι ἐνομίζομεν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη δύναμις ἔχει ὅρια. Μόλις προελάβομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς οἰκίας μας σπεύδοντες ἵνα ἐπανέλθωμεν τὴν 3ην μ.μ., εἰργάσθημεν δὲ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Πρέπει, νομίζω, νὰ ληφθῇ ὑφ’ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ κόμματα ἡμῶν, δὲν ἔχομεν τοὺς ἀρχηγοὺς ἡμῶν, δὲν ἔχομεν τοὺς συναδέλφους ἐν τῷ αὐτῷ κόμματι, οἵτινες νὰ μᾶς ἀναπληρώσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διεξαγομένων τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ συνεδριάζωσιν αἱ ἐπιτροπαί, ὅταν ἐργάζηται ἡ Βουλή, ὥστε ν’ ἀπουσιάζωσιν ἐκεῖνοι οἱ ἐλάχιστοι, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὸ πνεῦμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταί, ἐρωτῶ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐδηλώσαμεν αὐτῷ ἢ δὲν ἐδηλώσαμεν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, καθ’ οἱανδήποτε ὥραν καὶ ἂν περατωθῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Τῷ ἐδηλώσαμεν τοῦτο καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ προσέλθωμεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως. Πῶς θέλετε ἐξακολουθούσης τῆς συνεδριάσεως νὰ διεξάγωμεν ταυτοχρόνως τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὴ ἀνήκοντες εἰς κόμματα, μὴ ἔχοντες τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ συναδέλφους ἡμῶν ἐν τῷ αὐτῷ κόμματι; Κύριοι Βουλευταί, ὀρθὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητῇ καὶ διὰ τὸ γόητρον αὐτῆς καὶ δι’ ἐκλογικοὺς ἀκόμη λόγους —δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀποκρουστέοι οἱ λόγοι οὗτοι—, νὰ ἐπιζητῇ ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ὀρθὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ νομίζῃ ὅτι ἐπιβάλλει ἡ φιλοτιμία αὑτῆς νὰ μὴ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ ἀψήφιστον τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τηρουμένων ἀρχῶν τινων, τηρουμένων ὁρίων τινῶν πρεπόντων, ἐπιβαλλομένων, διότι θὰ ψηφίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ ὅτι δὲν θὰ κριθῇ καθὼς πρέπει μία τοιαύτη τακτικὴ ὑποβάλλουσα εἰς τοιαύτας καὶ τοσαύτας δοκιμασίας ἐκείνους, οἵτινες καταδαπανῶσι τὰς δυνάμεις αὑτῶν, διὰ νὰ κρατήσωσι τὴν ἀρτιότητα τοῦ Σώματος, τὴν ἀρτιότητα τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, διὰ νὰ κρατήσωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν ὑπόληψιν τῆς πλειονοψηφίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν διεξαγάγητε τὴν ἐργασίαν μονομερῶς, χωρὶς ν’ ἀκούηται ἡ ἀντίθετος φωνὴ ἐκ μέρους ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε πάλιν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ὀγκοῦται ἡ λαϊκὴ ἀγανάκτησις ἐξακολουθοῦντος νὰ συνεδριάζῃ ἑνὸς συνεδρίου μονομερῶς. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἡ χώρα, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς ὡς κόμμα ὀφείλετε πρὸς ἡμᾶς εὐγνωμοσύνην.
§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω μετά τινος συμπαθείας τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν κατὰ τοῦ ἐσπευσμένου τρόπου, καθ’ ὃν ζητεῖται ν’ ἀποπερατωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα, Κύριοι, μεθ’ ὅλα ταῦτα νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἄλλως τὰ πράγματα. Δύναται βεβαίως νὰ κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις, διότι βραδέως εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὡς ἀπολογίαν διὰ τὴν βραδύτητα ταύτην ἔσπευσε ἀπὸ χθὲς ἤδη ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῶν πολεμικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων προγραμμάτων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ διατεθῶσι 47.000.000 διὰ τὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 27.000.000 διὰ τὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δηλαδὴ 75.000.000 ἐν ὅλῳ, ἦτο φυσικὸν νὰ βραδύνωμεν καὶ ἐβραδύναμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἕως ὅτου αἱ ξέναι Ἀποστολαὶ μᾶς δώσωσι τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐκανονίζετο ἡ δαπάνη τῶν μεγάλων καὶ ὀγκωδῶν τούτων ποσῶν. Αὐτὰ λέγω ὡς δικαιολογίαν τῆς βραδύτητος, ὡς περαιτέρω δὲ δικαιολογίαν λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν βραδύτητα θὰ ὑπῆρχε καιρὸς ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχιστον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐμπεριστατωμένως ἐξετάσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἔδει νὰ λήξωσι τὴν 8ην Ἰανουαρίου 1912 καὶ ἀπὸ τῆς 12 τρέχοντος μηνός, ἡμέρας καθ’ ἣν εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμός, μέχρι τότε παρενέπιπτεν ὁλόκληρος μήν. Δυστυχῶς ὅμως διὰ λόγους πολὺ γνωστοὺς εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, γνωστοὺς καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς......
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διὰ τὰς ὁποίας οἱ πολλοὶ δὲν ἔχουσι περισσοτέραν εὐθύνην τῶν ὀλίγων...
§113Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν ἔχετε ὑμεῖς ἀκεραίαν.
§114Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διὰ λόγους τοιούτους προσεπαθήσαμεν κατὰ πάντα τρόπον νὰ περατώσωμεν τὰς ἐργασίας μας τὸ ταχύτερον. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐσκέφθημεν ὅτι ἐπιβάλλεται ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς. Τούτου δὲ τιθεμένου ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ παρασκευάσῃ τὴν ἔκθεσίν της μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἵνα περατωθῇ τὴν Δευτέραν ἡ συζήτησις, εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι, ἐὰν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐργάζωνται, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐφ’ ὅσον ὥραν συνεδριάζει ἡ Βουλή, εἶναι ἀδύνατον μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ μέχρι 15 ἡμερῶν νὰ περατωθῇ.
§115Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ λῆξις τῶν συνεδριάσεων πληροφορῶ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ πέρα τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἀπόψε καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον καὶ βραδύτερον. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἐργαζώμεθα καὶ πέρα τοῦ μεσονυκτίου, ὅτε εἶναι ἀδύνατος ἡ πέρα τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, πῶς θέλετε νὰ περατωθῇ ἡ ἐργασία αὕτη; Ταύτας τὰς πληροφορίας ἤθελον νὰ δώσω, διότι δι’ αὐτῶν νομίζω ὅτι θὰ παύσωσι τὰ παράπονα καὶ αἱ αἰτιάσεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἄλλως τὰ πράγματα, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας πρὸ τῶν ἑορτῶν καὶ μάλιστα πολὺ πρὸ τῶν ἑορτῶν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ αἰτίασις εἶναι ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παραπέμψῃ τόσον τὰς προτάσεις τῶν νόμων, ὅσον καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς ἐπιτροπάς. Ὁ κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν ἀφίεται εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς ἐπιτροπάς. Αὗται εἶναι ἁρμόδιαι νὰ κρίνωσι τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν των καὶ προσκομίσωσι τὸ πόρισμα αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν. Αὐτὸς εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν. Ἑπομένως μὴ παραβιάσαντος τοῦ Προεδρείου τὸν Κανονισμόν, καθόσον παρέπεμψε τοῦτον εἰς ἐπιτροπὴν κανονικῶς καὶ ἁρμοδίως, δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§118Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἡ συνήθης ἐπιτροπὴ ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς αὐτήν, ἀλλὰ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διαρκής, ἔχουσα ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένην ἐν ἄρθρῳ 60 σχετικὴν πρὸς τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν της.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαί.
§120Γ. ΠΩΠ. Εἴθισται, ὡς γνωρίζετε, ὄχι τώρα ἀτυχῶς, διότι ἐλλείπουσι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ αἱ πολιτικαὶ κορυφαί, αἵτινες θὰ εἶχον ἐνδείξεις περὶ τοῦ ἔργου αὑτῶν, ἤτοι θὰ ἐδείκνυον προόδους διὰ τὸ μέλλον, ἐλλείπουσιν αἱ κορυφαὶ ἐκεῖναι, καὶ γνωρίζετε ὅτι συνήθως προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἱ κορυφαὶ ἐκεῖναι ἐκαλοῦντο, ἵνα ἐρευνήσωσιν αὐτόν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἰδιαιτέρως εἶχον ἀσχοληθῆ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα τῆς χώρας, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀρχαιοτέρων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἐν ἀδείᾳ, ἵνα ὁμολογήτητε, ἂν συνέβη ποτὲ καὶ εἰς τὴν χειρίστην περίοδον τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου νὰ ἐμφανίζηται ἡ μειονοψηφία ἀδυνατοῦσα νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε συνέβη ἡ μειονοψηφία νὰ ἐκπροσωπῆται ὑπὸ τόσον ὀλίγου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν.
§122Γ. ΠΩΠ. Οὐδέποτε συνέβη ἡ πλειονοψηφία νὰ ἐκπροσωπῆται ὑπὸ τόσον μεγάλου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὅτι ἀσκεῖται πίεσις ἄδικος, καθόσον ἐδηλώσαμεν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι ἐν οἱαδήποτε ὥρᾳ ἀδιακρίτως ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου μέχρι τῆς πρωίας καὶ ἀπὸ ταύτης μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως νὰ παριστάμεθα καὶ ἐργαζώμεθα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ μὴ θελήσητε, ἐνῷ τοιαύτην πραγματικὴν θυσίαν κάμνομεν, ἐνῷ ἔχομεν ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ βιοτικοῦ ἔργου, ἐνῷ ὑποχρεούμεθα νὰ μελετήσωμεν, ἵνα συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια, μὴ θελήσητε τὴν πίεσιν ταύτην νὰ μεταβάλητε εἰς ἐξαναγκασμόν, ὅπως μὴ παριστάμεθα ἐνταῦθα καὶ συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια ἢ ὅπως μὴ παριστάμεθα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συζητῶμεν τὰ δεόμενα συζητήσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητήσωμεν δι’ αὐτὰς ταύτας τὰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι σήμερον δὲν εὗρε καιρὸν νὰ συντάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, διότι εἶναι Προϋπολογισμὸς ἀφορῶν εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν διαρρύθμισιν τοῦ Κράτους καὶ θὰ εἶναι συγχρόνως ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ῥυθμιστής, ὡς εἶπεν, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ μέλλοντος. Καὶ θέλετε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν νὰ τὸν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ σχεδὸν χωρὶς ἔκθεσιν, χωρὶς νὰ παρέλθῃ τὸ εἰκοσιτετράωρον τῆς ὑποβολῆς του παραγνωρίζοντες τὴν εὐλάβειαν τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἐπέδειξαν πόσον ζῆλον δεικνύουσιν, ἵνα αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ὑποβοηθήσωσιν, ἀφοῦ 18 ὁλόκληρα κεφάλαια τῶν ἐσόδων συνεζήτησαν. Δὲν νομίζετε ὑμεῖς, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα εἶναι μεγάλη, ὅτι δὲν θὰ μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωμεν καὶ ἐκεῖ καὶ ἐδῶ ταυτοχρόνως νὰ συζητῶμεν; Καὶ εἶναι τοῦτο ὀρθὸν νὰ γίνηται δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσῳ προθύμου συγκαταβάσεως, μετὰ τόσης προθυμίας ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ μᾶς παρασχεθῇ ἡ παραχώρησις, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ὅπως αἱ συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς γίνωσιν ἐν οἱαδήποτε ὥρᾳ καὶ στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις τῆς Βουλῆς; Ὑπάρχει, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἠθικώτερον, δικαιότερον, γενναιότερον ἐκ μέρους ἡμῶν οὕτως ἀπεκδεχομένων τὸν ἀγῶνα ἀπὸ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν χορηγεῖται τὸ δικαίωμα πρὸς ἐξαναγκασμὸν πλέον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διακανονίσωσι τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς μειονοψηφίας. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν καὶ θὰ διακανονίσητε τὸ ζήτημα.
§124Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον οὕτω καταπατεῖτε τὰ δικαιώματα ἡμῶν τῶν ὀλίγων θὰ ἴδητε ὅτι ἄλλως δυνάμεθα νὰ τὰ ὑποστηρίξωμεν.
§125Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος τῆς μειονοψηφίας εἶναι δεδικαιολογημέναι, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μετ’ εὐλαβείας προσεφέρθη εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Ἀπόδειξις τῆς εὐλαβείας ταύτης εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Νέγρη, δι’ ἧς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἤθελε νὰ ὑφαρπάσῃ αὐτά, ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἡ μειονοψηφία νομίζει ὅτι θέλει ν’ ἀποφύγῃ, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Νέγρη ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ φέρωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς αἰτιολογίας, καὶ ν’ ἀφήσωμεν ταύτην νὰ τὸν κρίνῃ. Ἐὰν ἠθέλομεν λοιπὸν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας ἀπὸ τὸ γιγάντειον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, μὴ εὐλαβούμενοι τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν, θὰ ἐδεχόμεθα προθύμως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§126Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἔστελλεν ὀπίσω ἡ Βουλή.
§127Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ ἄλλοτε ἐγένετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἐγένετο εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐδέσποζεν ἡ φωνὴ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὄχι ἡ φωνὴ τοῦ πολιτεύματος, διὰ τοῦτο τὴν ἀπεκρούσαμεν καὶ μετ’ εὐλαβείας πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὸν Κανονισμόν, μετ’ εὐλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας προεχωρήσαμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὄχι μόνον ηὐλαβήθημεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ αἴτησιν αὐτῶν τῶν κυρίων συναδέλφων ἐδέχθημεν, τὴν αἴτησιν τοῦ νὰ διακόψωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν χθὲς τὴν ἑσπέραν περὶ τὴν 11ην τῆς νυκτός, ἐνῷ δὲν ἤμεθα ποσῶς κεκοπιακότες, ἀφοῦ ἡ συνεδρίασις διεκόπη τὴν 8ην ὥραν, ἠδυνάμεθα δὲ νὰ ἐργασθῶμεν μέχρι τῆς 3ης πρωινῆς καὶ νὰ ἔχωμεν περατώσει τὴν ἔρευναν τῶν ἐσόδων. Ἀνεβάλομεν λοιπὸν τὸ ἔργον ἡμῶν διὰ τὴν 10ην ὥραν τῆς πρωίας καὶ συνεζητήσαμεν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὰ ἔσοδα καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς μίαν πρὸς μίαν τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ δὲν ἐφθάσαμεν οὔτε εἰς τὸ 5ον κεφάλαιον τῶν ἐσόδων. Ἐπανήλθομεν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐπεφυλάξαμεν ἀσυζήτητα πάντα τὰ κεφάλαια, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶχον ἀντιρρήσεις καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἀξιώσει διασαφήσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι μετὰ πάσης εὐλαβείας προσεφέρθημεν πρὸς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγκαταλείψῃ αὕτη τὸ ἔργον αὑτῆς, διότι ἔλαχεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας ὁ σκληρὸς κλῆρος νὰ παρακολουθῶσι καὶ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, διότι συνέπεσεν ἀγαθὴ ἢ κακὴ μοίρα νὰ εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῆς μειονοψηφίας. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ μειονοψηφία νὰ παραλύῃ τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας ἁπλῶς καὶ μόνον διότι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ ἀριθμόν, ὥστε νὰ παρακολουθῇ τὰς συνεδριάσεις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιαύτη ἀξίωσις θὰ ἦτο ἄρνησις τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἑπομένως ἄγαν ὑπερβολική.
§128Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον συζητήσεως δὲν ὑπάρχει.
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύο παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς κανονίζει αὐτὴ αὕτη, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφηρμόσθη εἰς μεγάλην κλίμακα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Καὶ ἐνῷ παρατηροῦμεν τὴν προθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία παρατείνηται πέρα τοῦ μεσονυκτίου, βλέπομεν τὴν πλειονοψηφίαν προθυμοτάτην νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν πάντοτε, ὅταν πρόκειται περὶ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία οὐδέποτε θὰ βλέπῃ εὐχαρίστως παρατεινομένας τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν μειονοψηφίαν, νὰ διαμαρτύρωνται. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶναι δικαιότατος καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἄλλως. Δύναται βεβαίως ν’ ἀποφασίσῃ, διότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἐμποδίζει τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκτὸς τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος ἡ ἠθικὴ ἐκείνη ἀρχή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ ἀτιμωρητί. Βεβαίως δύναται νὰ συζητῇ ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ εἶναι τότε καὶ ἡ μειονοψηφία ἐλευθέρα ν’ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐγένετο μόνον ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς. Ἂν συνεδριάζῃ καὶ τὴν πρωίαν ἡ Βουλή, κατὰ ποίαν ὥραν θὰ συνεδριάζῃ ἡ ἐπιτροπή;
§132Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, ὅταν συνεδριάζῃ ἡ ἐπιτροπή, θὰ σᾶς ἀπήλλασσον δὲ τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς, κύριε Πρόεδρε, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν εἶναι καθόλου δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οὓς λόγους εἶπεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σύνταξις τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων οὐδόλως ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σοβαρῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ δαπάνη 67,000,000;
§134Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ 67,000,000 βεβαίως εἶναι καταπληκτικὸν ποσὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν θὰ ἐκανόνιζε.
§136Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐπρόκειτο νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἔμεινεν ἄθικτος οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθεν εἰς τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν τῆς χώρας ἐκτὸς τῆς ἀσημάντου, δύναμαι νὰ εἴπω, οὐχὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν ποσοῦ, διαρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἠδύνατο νὰ εἶχε συνταχθῆ, ἀφοῦ τὰ 67,000,000 αὐτὰ δὲν προήρχοντο ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλὰ προήρχοντο ἐκ τοῦ δανείου...
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητεῖτε;
§138Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τώρα τὸν Προϋπολογισμόν.
§140Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ βραδύτης τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος δι’ ὃν λόγον ἐπροφασίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἠδύνατο νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἡ Κυβέρνησις, καίτοι τὸ θέμα ἦτο σπουδαιότατον, νὰ συντάξῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ταμείου τοῦ Στόλου καὶ τῆς Ἀμύνης καὶ νὰ φέρῃ τὰς δηλώσεις της, ἀλλ’ ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ καιροῦ νὰ ἐξελέγξῃ ἐκεῖνα τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ νόμων καὶ τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, τὰ 99 ἑκατοστὰ δὲ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας θὰ γίνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ μόνον ἓν σημεῖον θὰ ἔμενε μεγίστης βεβαίως σημασίας, διότι πρόκειται περὶ δαπάνης 67,000,000 καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Ἡ ἀναβολὴ λοιπὸν εἶναι ἀδικαιολόγητος, ὅπως ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ ἀναβολὴ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1909. Κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁ ἀπολογισμὸς ἑκάστου ἔτους ὑποβάλλεται ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, καὶ ὁ ἀπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη, καίτοι παρῆλθεν ἔτος ἀπὸ τῆς χρήσεως ἐκείνης. Καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν βεβαίως δὲν ὑπάρχει δικαιολογία.
§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι, ἂν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν εἶχον ἀντίρρησιν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὴν συνεδρίασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ τὴν Πέμπτην συνεδρίασις, καὶ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν νὰ τὴν διαθέσωμεν διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§142ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν θέλητε, τότε τὴν Πέμπτην θ’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 4½ καὶ θὰ λυθῇ πρὸ τοῦ φαγητοῦ, ὥστε νὰ μείνῃ ἡ ἑσπέρα, διὰ νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπή. Ἐλπίζω ὅτι μὲ τὴν καλὴν θέλησιν ἑκατέρωθεν θὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα.
§144Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ἀποδέχεσθε νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς;
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ συνεννοηθῆτε, διὰ νὰ μᾶς παρουσιάσητε τὴν ἐργασίαν τὴν Παρασκευήν.
§146Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχω δικαίωμα περισσότερον παντὸς ἄλλου ὁσάκις ζητῶ τὸν λόγον νὰ μοὶ δίδηται. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον καὶ ἠρνήθη...
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς ἠρνήθην;
§148Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον δὶς καὶ ἠρνήθητε νὰ μοὶ δώσητε, ἐνῷ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λακωνίας τὸν ἐδώκατε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε ζητήσει πρίν.
§150Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κακὴν ὑπηρεσίαν προσφέρουσί τινες ἐκ τῶν φίλων αὐτῆς. Ματαίως ἐπειράθησαν τὰ δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ πείσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ πεισθῶσιν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς οὐσίας. Εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ἂν εἶναι ἀνεύθυνος ὡς Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἶναι ὑπεύθυνος ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς πλειονοψηφίας, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν· Κύριοι, αἱ περιστάσεις εἶναι ἔκτακτοι· ὑψηλὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐπιτάσσουσιν ἡμῖν νὰ σταματήσωμεν τὰς ἐργασίας.
§151ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀφοῦ τὰς ἐδημιούργησεν ὁ ἴδιος.
§152Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ὄχι νὰ παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα.
§153Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποδείξωσι τοῦτο ἄνευ περιγραφῶν, καὶ ἄν, λέγω, προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν: Κύριοι, αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις ἐπιτάσσουσιν, ὅπως αἱ ἐργασίαι τοῦ συνεδρίου τούτου λήξωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκῃ ἡ πλειονοψηφία, ἴσως τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον ῥίψῃ στάχτη ’ς τὰ μάτια, ἐπεβάλλετο χάριν τοῦ Κράτους, χάριν τοῦ ἔθνους νὰ εἴπῃ γυμνήν, ὁλόγυμνον τὴν ἀλήθειαν.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν εἶπε.
§155Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχω ἀντίληψιν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις ὅτι ἐντὸς τόσον ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος εἶναι δυνατόν ποτε νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα καὶ πρέποντα, διότι δυοῖν θάτερον ἢ ἡ Κυβέρνησις θέλει διὰ τῆς συζητήσεως ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὰς μελλούσας ἐκλογὰς καὶ προβαίνει εἰς ὅ,τι προβαίνει ἢ πραγματικῶς πιστεύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει. Ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ματαίως κοπιάζει νὰ συγκαλύψῃ ὅ,τι εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκαλυφθῇ, ματαίως προσπαθεῖ νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ νὰ συμφωνήσῃ τὰ διεστῶτα. Καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ εἴπῃ· Κύριοι, ὀφείλετε νὰ παραιτηθῆτε πάσης συζητήσεως, παντὸς ἐλέγχου, ὀφείλετε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν τύχην τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους ψηφίζοντες τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τοιουτοτρόπως πᾶσα συζήτησις θέλει παύσει, πᾶς ἔλεγχος θέλει διακοπῆ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων καὶ περὶ καταργήσεως διατάξεως τοῦ νόμου ͵ΓΦϞΘʹ (3599) τοῦ 1910». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§157Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως δὲν περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ παρετήρησα μεταξὺ τῶν διαφόρων κονδυλίων αὐτοῦ καί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται ν’ ἀποτρέψωσι τὴν πληγὴν τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, ἀλλ’ ἀφορῶσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐν οὐδεμιᾷ εὑρίσκονται σχέσει πρὸς τὴν ἑλονοσίαν καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἑλονοσίας· οὕτω ζητεῖται νὰ διαρρυθμισθῶσι χείμαρροι καὶ ἄλλοι ποταμοί, οἱ ὁποῖοι ῥέοντες μεθ’ ὁρμῆς βεβαίως δὲν γίνονται αἴτιοι τῆς ἑλονοσίας.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περὶ διευθετήσεως χειμάρρων καὶ ποταμῶν.
§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ πολεμῶ, διότι, ἐνῷ διατίθενται πιστώσεις διὰ τοιαῦτα ἔργα ἄσχετα πρὸς τὴν καταπολέμησιν τῆς ἑλονοσίας, δὲν λαμβάνεται οὔτε ἴχνος μερίμνης περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Στυμφαλίας, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ διὰ τὰ ἔργα τῆς ἀποξηράνσεώς της τόσα ἔξοδα, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ διαρρύθμισις ἑνὸς ἐκ τῶν χειμάρρων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ διαρρυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἀλλὰ πιστεύω νὰ διαγραφῇ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν διαρρύθμισιν χειμάρρων, ἀνθ’ ὧν νὰ περιληφθῇ ἡ ἀποξήρανσις ἄλλων ἑλῶν, ἰδιαίτατα δὲ τῆς λίμνης Στυμφαλίας, περὶ ἧς ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω τροπολογίαν.
§160Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιέπαινος ὑποβαλοῦσα τοῦτο, πᾶν ἄλλο δὲ ἢ νὰ ματαιώσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐρχόμεθα. Ἀποφεύγομεν μάλιστα νὰ καταναλώσωμεν καὶ χρόνον, διότι οὗτος εἶναι πολύτιμος κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Ὑποβάλλω μόνον τὴν ἰδίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἐκτὸς τῶν πολλῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θεωρεῖ καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἰδιαίτερον ταμεῖον, καὶ ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὴν ἰδιαίτερα δικαιώματα, ὥστε ποσόν τι, τὸ ὁποῖον διαθέτει, νὰ κατατίθηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Κακῶς εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε κατατεθῆ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν, καὶ ἂν ἀνελήφθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τὸ κακὸν ἐγένετο, διότι διετέθη δι’ ἀλλότριον σκοπόν. Λέγω λοιπὸν ὅτι κακῶς ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν διαφόρων κουμπαράδων ἔχει καὶ τὸν κουμπαρᾶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ παρατηρεῖται τὸ ἀκατανόητον, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ καταθέσεις ἐπὶ μικρῷ τόκῳ, ἐνῷ συγχρόνως ἔχει ἔντοκα γραμμάτια πρὸς ταχεῖαν πληρωμήν, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνεται τόκος πολὺ μεγαλείτερος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πληρώνεται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτὸ ὅτι θὰ κρατήσῃ τὰ χρήματα ἀσφαλῶς, τοὐλάχιστον τόσον ἀσφαλῶς, ὅσον καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐὰν δὲ τὸ χρῆμα αὐτὸ περισσεύῃ, δύναται νὰ γίνῃ διάθεσις αὐτοῦ κατ’ ἄλλον τρόπον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ διὰ καταθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει καὶ χρεόγραφα, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει 5%. Ἐὰν τῇ περισσεύωσι χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ εἰς ἄλλο τι, δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς ἀγορὰν χρεογράφων καὶ ἀπολαμβάνῃ ἡ ἰδία τὸ 5%. Εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον διάθεσις τοῦ χρήματος. Δέχομαι ἐπὶ τοῦ δανείου ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ κατατίθηνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ κατάθεσις οὐδόλως θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἁρπάσῃ καὶ πάλιν τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τὸ διαθέσῃ οὐχὶ πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν. Ταῦτα μόνα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ κάλλιστον ἄλλως τε νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω λόγους νὰ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήριά μου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι ὅτι εἰς τὸν μέγαν κατάλογον πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν δὲν συμπεριλαμβάνεται τὸ ἕλος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ λόγῳ τῆς μικρᾶς δαπάνης καὶ λόγῳ τῆς μεγάλης ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ. Γνωρίζω βεβαίως ὅτι διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τρινάσου δὲν ὑπάρχει μελέτη μετὰ σχεδιογράμματος, ὅπως δυνάμει τοῦ νόμου συμπεριληφθῇ δαπάνη ἐν τῷ νόμῳ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν μας, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀγνοῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑπάρχουσι μελέται διὰ προσωρινὰ ἔργα, σχετικῶς μὲ τὸ ἕλος Τρινάσου, τὰ ὁποῖα θέλουσι συμβάλει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χώρου, ὁ ὁποῖος καταλαμβάνεται ὑπὸ τῶν ἑλῶν, ἤτοι ἐκτάσεως 25,000–30,000 στρεμμάτων. Ὑπάρχουσι μελέται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ἃς διὰ δαπάνης 90,000 δραχ. μόνον ἠδύνατο μέγα μέρος τοῦ ἀπεράντου ἐκείνου χώρου ν’ ἀπαλλαχθῇ τῶν ὑδάτων. Ἡ σμίκρυνσις τοῦ ἕλους θὰ ἐπέφερε καὶ ἐλάττωσιν τῶν ἀσθενειῶν καὶ θὰ παρέδιδεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας χιλιάδας στρεμμάτων πρὸς καλλιέργειαν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ εἰκοσαετίας βλέπουσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν κατειλημμένην ὑπὸ τοῦ ὕδατος ἐξ ἀβελτηρίας μόνον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ προσωρινῶς τὴν μελέτην τῶν 90,000 δραχ. πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ Βασιλοποτάμου καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἄλλων ἔργων, διὰ τῶν ὁποίων μέγα μέρος τῶν 30 χιλ. στρεμμάτων ἤθελεν ἀποξηρανθῆ, ἐπιφυλασσομένη βραδύτερον νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔργα τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους καὶ τῆς ῥυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ Εὐρώτα, ὡς ἐπίσης τῆς ἀποξηράνσεως μικροῦ ἕλους ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους. Θὰ ἐπεθύμουν ἡ Κυβέρνησις νὰ συμπεριλάβῃ ἕν ποσὸν πρὸς ἕναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Τρινάσου, διότι πᾶσα δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο, θ’ ἀπεδίδετο πολλαπλασίως ἐντὸς τοῦ ἔτους, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ εὐφορωτέρα γῆ τοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προσθέσῃ ποσὸν ἔστω καὶ πρὸς ἔρευναν τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους. Δι’ ἡμᾶς πάντα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, δὲν ἔχουσι πλέον σημασίαν. Οὐδόλως συγκινούμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι μεθ’ ὅλα ταῦτα βλέπομεν τὸν νομόν μας νὰ καταμαστίζηται ἀπὸ τὰς ἀσθενείας, παρατηροῦμεν δ’ ἀκόμη ὅτι χιλιάδες στρεμμάτων κατέχονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει τροπολογία, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ὁρισθῇ δαπάνη πρὸς ἐνέργειαν μελέτης δι’ αὐτό.
§162Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν συμπεριέλαβεν εἰς τὸν πίνακα καὶ τὸ ἕλος Ἄρτης.
§163ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω οὐχὶ ὡς Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω γνῶσιν μέτρων τινῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ἐγένοντο αἱ προσήκουσαι ἐνέργειαι, ὅπως καὶ διὰ τὸ ἕλος ἐκεῖνο, πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ληφθῇ πρόνοια.
§164Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ.
§165ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ συμπεριληφθῇ.
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δόξα τῷ Θεῷ!
§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤκουσα ἕνα κ. συνάδελφον λέγοντα «δόξα τῷ Θεῷ». Ἰσχυρίζομαι καὶ ἀποδεικνύω κατὰ πᾶσαν στιγμήν, τὸ λέγω δ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκριβῶς, διότι γίνεται μία παρεξήγησις ἐναντίον μου συκοφαντική, ὅτι πάντοτε κατεψήφισα πάντα τὰ νομοσχέδια, ἐνῷ ἐψήφισα ὑπὲρ τῶν περισσοτέρων, τὰ δὲ ὑπ’ ἐμοῦ καταψηφισθέντα εἶναι ὀλιγώτερα. Γίνεται μία συστηματικὴ συκοφαντία εἰς τὸν νομόν μου ὅτι κατεψήφισα πάντα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ἀντιπολιτεύομαι ἐντόνως τὴν Κυβέρνησιν, διότι διαφωνῶ πρὸς αὐτὴν εἰς γενικωτάτας γραμμὰς τοῦ πολιτικοῦ της προγράμματος τῶν συνταγματικῶν της ἰδεῶν, τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνει τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι τάσσομαι μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι πολὺ γλίσχρος εἶναι ἡ παρεχομένη αὕτη ὑπηρεσία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν· διότι νομίζω καθῆκόν μου νὰ ψηφίσω, καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ περιορισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἀποξήρανσιν ἑνὸς ἕλους, θὰ ψηφίσω, διότι τέλος πάντων, ἀφοῦ δὲν ἀποφασίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τι περισσότερον, διατί ἐγὼ νὰ καταψηφίσω ἔστω καὶ τὸ ὀλιγώτερον; Κύριοι Βουλευταί, ἐγένετο λόγος περὶ ἑνὸς ἕλους εἰς τὴν Λακωνίαν. Πιστεύω ὅτι εἶναι ἀφροσύνη διὰ τὴν Πολιτείαν νὰ μὴ ἀποξηράνῃ τὸ ἕλος ἐκεῖνο, διότι θὰ ὦσι τεράστια, ὑπεράνω παντὸς ὑπολογισμοῦ, τὰ ἔσοδα τὰ ὑλικὰ ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν θαυμασίων ἐκείνων ἐκτάσεων, πλὴν τοῦ ὅτι θὰ σωθῇ ἡ ὑγεία ἑνὸς ὁλοκλήρου νομοῦ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐὰν πρόκειται ἓν καὶ μόνον ἕλος ν’ ἀποξηρανθῇ, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§169Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὰ πάντα διώρθωσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὰ πάντα ἐτακτοποίησε καὶ ἓν μόνον ὑπελείπετο, ἡ ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων μετὰ τῆς λίμνης Δύστου, κύριε Χρυσοστάλη. Γνωρίζω ὅτι, καὶ ἐὰν ψηφισθῇ, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον. Γνωρίζω ὡσαύτως ὅτι εἶναι πυροτέχνημα προεκλογικόν. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ καὶ γνωρίζει, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο συζήτησις, ὅτι ἐν Λακωνίᾳ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἕν καὶ μόνον σπουδαιότατον ἕλος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑποφέρει πολὺς ἀριθμὸς κατοίκων. Τρεῖς ὁλόκληροι δῆμοι εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην δυσχερῆ θέσιν, ὥστε, ὡς ἐγὼ γνωρίζω καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἀφ’ ὅτου γεννῶνται τὰ τέκνα αὐτῶν, μέχρις ὅτου φθάσωσιν εἰς τὸ δέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας των, δὲν τὰ ἀφήνουσι νὰ μείνωσιν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ τὰ φυγαδεύουσιν.
§170Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ὥστε πρόκειται νὰ πάρητε ῥουσφετάκι!
§171Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἴθε· εὔχομαι τοιαῦτα ῥουσφέτια νὰ λαμβάνωσι καὶ οἱ ἔχοντες ἄμεσον τὸ ἐνδιαφέρον καὶ οἱ ἀμέσως συνδεόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἕλος ἐκεῖνο προέρχεται ἐκ τοῦ ἀρχαίου Γυθείου ποτακοῦ καλουμένου, νῦν δὲ Βασιλοποτάμου, ὁ ὁποῖος εἶναι πλωτός, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅταν ἔχωμεν καιροὺς νοτίους, τὰς ἐκβολὰς τοῦ ποταμοῦ, πλωτοῦ ὄντος, καίπερ μικροῦ, προωθοῦντα τῆς θαλάσσης τὰ κύματα κωλύουσι, τὰ ὕδατα δ’ αὐτοῦ πλημμυροῦντα οὕτω καλύπτουσιν ὁλόκληρον τὴν παραλιακὴν περιάδα τῆς εὐφορωτάτης ἐκείνης γῆς καὶ τὴν μεταβάλλουσιν εἰς τέλμα, τὸ ὁποῖον ἀποστερεῖ τὴν Κυβέρνησιν σπουδαίας περιουσίας, ἀποστερεῖ τοὺς κατοίκους τῆς ὑγείας αὐτῶν καὶ ἀποκτήσεως περιουσίας, ἐνῷ διὰ ταύτην ἐγένοντο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα εἵλωτες, καὶ θ’ ἀποδώσῃ βεβαίως ἀποξηραινόμενον τὴν ὑγείαν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτούς, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμίλησα. Ὡσαύτως γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκ συζητήσεως ἄλλοτε γενομένης ἐνταῦθα περὶ τοῦ αὐτοῦ ἕλους ἐξ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων ὅτι ἐδαπάνησαν οὗτοι 20,000 δραχ. περίπου ἐξ ἰδίων πρὸς κατασκευὴν χανδάκων, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεξήραναν ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ ἕλους ἐκείνου.
§172Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Διατί δὲν περιελήφθη; Δὲν ἔχει γίνει μελέτη;
§173Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸς ὑπέδειξα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὑπάρχει μελέτη καὶ σοβαρωτάτη ἰατροῦ ἐργασθέντος μετὰ τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς, μοὶ ἀπήντησε δ’ ὅτι θὰ λάβῃ τὴν μελέτην ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα δὲν περιελήφθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου, διὰ τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσι δαπανήσει μέχρι σήμερον 20.000 περίπου δρ., ὅπως ἐλευθερώσωσι μερικὰς τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἵνα δώσωσι τὴν ὑγείαν εἰς τὸν τόπον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν περιέλαβεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τὸ εἰρημένον ἕλος, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ τρίτη φορά, καθ’ ἣν γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἕλους ἐκείνου. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν ἐν τέλει τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας, νὰ ὁρίσῃ εἰ μή τι ἄλλο, ἐὰν δὲν γένηται δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη περὶ παροχῆς γενναίου ποσοῦ πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ κερδίσῃ πολλὰ ἡ Κυβέρνησις, διότι πρόκειται περὶ γαιῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποδώσωσι σπουδαῖα ποσὰ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν γένηται τοῦτο δεκτόν, τοὐλάχιστον νὰ δεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ ἤδη ποσόν τι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Ἕλους καὶ τοῦ δήμου Τρινάσου, ὅπως φροντίσωσιν οἱ ἄνθρωποι τοὐλάχιστον περὶ ἀποξηράνσεως τῶν σημείων ἐκείνων τοῦ ὅλου ἕλους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθώσωσι ν’ ἀποκτήσωσι τὴν ὑγείαν αὐτῶν καὶ μὴ ἀναγκάζωνται νὰ πράττωσιν ὅ,τι προηγουμένως ἐτόνισα πρὸ ὑμῶν. Ἐν τέλει ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι μετὰ τόσας ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ κατασκευῆς εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας σιδηροδρόμων καὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν δύο μόνον σημεῖα κατωρθώθη νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ προτεινόμενα διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἔργα. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ φέρω δυσκολίαν εἰς τοὺς συναδέλφους τοὺς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους, ὑπὲρ τῆς ὁποίας διατίθενται 800 χιλ. δραχμῶν.
§174ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Πρόκειται, κ. συνάδελφε, περὶ ἀποξηράνσεως 80,000 στρεμμάτων.
§175Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν σᾶς ἀδικῶ, τοὐναντίον εἶσθε ἄξιοι συγχαρητηρίων ὅτι κατωρθώσατε νὰ λάβητε ἕν τόσον μέγα ὀστοῦν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ 30.000 στρεμμάτων, ἀπὸ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ὁποίων ἔχει νὰ κερδίσῃ ὄχι ὀλίγα τὸ Δημόσιον, ν’ ἀπαλλάξῃ δὲ καὶ τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν φοβερὰν μάστιγα τῶν πυρετῶν. Ἄν καὶ τοῦτο δὲν γένηται δεκτόν, νὰ ἐνισχυθῇ τοὐλάχιστον δι’ οἱουδήποτε ποσοῦ ἡ κοινοτικὴ ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους ἐπιτροπή, ἵνα αὕτη ἐπιτελέσῃ τὰ ἀναγκαιότερα ἔργα.
§176Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν λέγεται πάντοτε ἡ ἀλήθεια· δὲν λέγεται ἢ διότι εἶναι πικρὰ ἢ διότι εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὴν ἀποφεύγουσι, καὶ ἐν τούτοις πρέπει νὰ λέγηται. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τρέφουσιν ἔρωτα πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφορῶ δὲ διὰ πᾶν ἄλλο, ὅταν πρόκειται νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸ παντὸς ἀποστρέφομαι τὴν δημοκοπίαν, χάριν τῆς ὁποίας σφαγιάζεται συνήθως αὕτη. Κατηγορήθη, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ἡμεῖς οἱ φίλοι αὐτῆς οἱ ἐκ Λακωνίας ὅτι δὲν ἐπροσέξαμεν εἰς τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος, ὑπὸ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, τῶν ἐν παντὶ ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν, οἵτινες ἀφῆκαν νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐκ Λακωνίας φίλοι της, δὲν πονοῦμεν τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὡς οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, ὡσεὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα ξένοι πρὸς τὴν Λακωνίαν. Εἶναι περιττόν, Κύριοι, ν’ ἀπολογηθῶ καὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας· θὰ εἴπω μόνον τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς καὶ ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μου, ἀφήνων εἰς ἄλλους τὸ στάδιον τῆς δημοκοπίας καὶ ἀδιαφορῶν τελείως, ἂν θὰ τύχω καὶ πάλιν τῆς ἐκτιμήσεώς των, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει μελέτη τοῦ ἕλους Τρινάσου εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει, ἀλλ’ εἶναι ἀτελής.
§178Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, διότι ἐκείνη εἶναι ἰδιωτική, καὶ ὠφείλετε πρὶν ἔλθητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἵνα ἐκφράσητε παράπονα, νὰ ἐγνωρίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη μελέτη. Ἔσχον τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ εἶδον ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ζητήσω νὰ συμπεριληφθῇ τὸ ἕλος ἐκεῖνο εἰς τὸν πίνακα τῶν ἀποξηραντέων ἑλῶν. Δύο εἴχομεν μελέτας, μίαν διὰ τὸ ἕλος Μαλευρίου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς δραχμὰς 6.000, καὶ ἑτέραν διὰ τὸ ἕλος Καταβόθρας· καὶ τὸ μὲν ἕλος Καταβόθρας συμπεριελήφθη, διὰ δὲ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἐκ παραδρομῆς φαίνεται ὅτι δὲν περιελήφθη εἰς τὸν πίνακα, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ τροπολογία μου δεκτή. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ὅμως ἕλος, τὸ τοῦ Τρινάσου, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρόκειται περὶ ἕλους, τὸ ὁποῖον καταμαστίζει τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, διὰ τῆς ἀποξηράνσεως δὲ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσρεύσῃ ἄφθονον τὸ χρῆμα καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα μέριμνα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ληφθῇ.
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μελετηθῇ καὶ θὰ προσαχθῇ ἡ μελέτη εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§180Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ διαταχθῇ, παρακαλῶ, τάχιστα ἡ μελέτη, διότι ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τούτου δὲν θὰ φέρῃ μόνον τὴν ὑγείαν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ τὸν πλοῦτον εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ φέρῃ πλοῦτον μέγαν καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τὸ δημόσιον.
§181Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ὁδὸν εἰς τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων κεχαραγμένην ὑπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ ὅτι δὲν κατέγινεν εἰς ἰδίας μελέτας ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ πόσα εἶναι οὐδὲ ποίας ἐκτάσεως εἶναι τὰ ἕλη καὶ τέλματα τὰ ἀποξηραντέα οὐδὲ ποῖαι αἱ ἀπαιτούμεναι δαπάναι. Σπεύδει νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 ἐπὶ τῆς βάσεως τίνος μελέτης; Ἐπὶ τῇ βάσει βεβαίως προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συνταχθῆ μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· οἱ συνταχθέντες μέχρι τοῦδε προϋπολογισμοὶ ἀφορῶσιν εἰς τὰ κατὰ προτίμησιν ἀποξηραντέα ἕλη ἢ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις εἶχον ἐπιτρέψει νὰ μελετηθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ εἶχε κατορθώσει νὰ ἐμφανισθῶσι μετὰ προϋπολογισμῶν; Θὰ ἤθελον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχεν ἰδίας γνώμας περὶ ἑκάστου τῶν ἐν Ἑλλάδι ἑλῶν καὶ τελμάτων, νὰ κανονίσῃ δ’ ἐκείνην τὴν σειρὰν τῆς ἀποξηράνσεως ἑκάστου ἕλους, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὸ παρελθόν, διότι κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον εἶναι πιθανὸν νὰ προτιμηθῶσιν ἕλη καὶ τέλματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀποξήρανσις εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης, νὰ παραμείνωσι δὲ ἄλλα, τῶν ὁποίων ἡ ἀποξήρανσις ἔχει τι τὸ κατεπεῖγον. Ἄλλοτε, ὅτε συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοιούτου θέματος, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει κατάστασιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τοῦ Κράτους μὲ τὴν ἐξέτασιν τῶν γαιῶν τῶν καλυπτομένων, τὸν καθ’ ὑπόθεσιν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, καὶ εἶχε γεννηθῆ τὸ ζήτημα ποῖα εἶναι τὰ κατὰ προτίμησιν ἐκτελεστέα ἔργα. Σήμερον, ὡς ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν ταύτην τὴν βάσιν οὐδὲ γνωρίζομεν ποῖα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ πρῶτον λόγον. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐγκρίνομεν νὰ ἐκτελέσωμεν κατὰ πρῶτον λόγον ἔργα, περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις σχηματίσει γνώμην. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, συμβουλευομένη καὶ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑποβεβλημένων εἰς αὐτὴν καὶ νὰ ἐγκρίνῃ τούτους, ἀλλὰ συμβουλευομένη τὴν ὑπηρεσίαν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σειράν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, ποῖα κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ ποῖα κατὰ δεύτερον. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἐκτέλεσις πάντων αὐτῶν τῶν ἔργων εἶναι ἀναγκαία· ἀμφιβάλλω μόνον ἂν τὸ ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων θὰ ἐπαρκέσῃ, διότι, ὡς γνωστόν, οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξάνωνται κατόπιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, συντάσσονται δὲ τοιοῦτοι μικροί, ὥστε νὰ διέρχωνται διὰ τῆς Βουλῆς· ὑπάρχουσιν ἕλη καὶ τέλματα, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἀποξηρανθῶσιν, ἀπαιτοῦνται 6,000,000. Λοιπὸν καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ὑποδεικνύω δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα· αὐτὴν τὴν ἐπικουρίαν δύναμαι νὰ δώσω. Ἀρχίζω τὴν ἐκτέλεσιν δι’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα προϋπελόγισα, καὶ εἰς τὸν ἑπόμενον Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐρχόμεθα πάλιν. Ἂν μείνῃ ὡς ἔχει, θ’ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ ὑπάρχωσι προϋπολογισμοί, θὰ ἀπομείνωσι δὲ ἄλλα ἕλη, χωρὶς ν’ ἀποξηρανθῶσι, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποξηρανθῶσι κατὰ προτίμησιν.
§182ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, Κύριοι, τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθόταται. Πρὸ καιροῦ ἐδόθη εἰς ἐμὲ ἀφορμὴ νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ποίας εἶχε σκέψεις ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἂν δὲ δὲν ἐλησμονήθησαν τὰ τότε λεχθέντα, ἴσως θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ὅτι εἶχον δηλώσει ὅτι ἀτυχῶς, ἐπειδὴ τὸ πλεῖστον τῶν γενομένων δῆθεν μελετῶν κατὰ περιόδους ἦσαν εἰκονικαί, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζω ἐπακριβῶς πόσης ἐκτάσεως ἕλη εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δέον ν’ ἀποξηρανθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπ’ εὐθείας καὶ θ’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸ γαίας, ἐξ ὧν θὰ πορισθῇ ἴσως καὶ πολλαπλάσια τῶν δαπανηθησομένων, καὶ πόσα ἕλη ἦσαν τὰ μικρά, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ Κράτος ἐπίκουρον, τὰ ὁποῖα ὅμως κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἀντικείμενον μερίμνης καθαρῶς τοπικῆς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀναπληρώσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸν ἀναπληροῦντά με Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ἀναφερομένους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή. Ἐθεώρησα ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ αὐτὸ καὶ μόνον πρὸς ἀποξήρανσιν πάντων τῶν ἑλῶν τῶν θεωρουμένων ἀπολύτως ἀναγκαίων καὶ ἀποκλειστικῶς διὰ λόγους ὑγείας μόνον. Διὰ τοῦτο δὲ νομίζω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δέον νὰ παρεντεθῇ καὶ ἄλλη διάταξις, καθ’ ἣν ἡ πρόσοδος ἐκ γαιῶν, τὰς ὁποίας θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Κράτος ἡ ἀποξήρανσις, δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνήκουσα εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον τὸ ἱδρυόμενον διὰ τῶν 3 ἑκατομμυρίων, ὅπως καὶ αὐτὸ διατεθῇ εἰς ἀποξήρανσιν ἄλλων ἑλῶν, περὶ ὧν οὔτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προνοεῖ.
§183Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἀποξηρανθησόμεναι γαῖαι ἀνήκουσι τὸ μὲν εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ κυριότητα ἐξ ὁλοκλήρου, τὸ δὲ εἰς τὰς κοινότητας.
§184ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον.
§185Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἡ κυριότης τῶν γαιῶν τοῦ Δημοσίου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἰδιωτικὰς γαίας νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ ταμεῖον ὡς δαπάνην τῆς ἀποξηράνσεως ποσοστόν τι, τὸ ὁποῖον ν’ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τῶν ταμείων, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Νομίζω δ’ ὅτι εὐχαρίστως θὰ δεχθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται.
§186ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ προελάβετε. Ἐγὼ δὲ νομίζω — καὶ λέγω καθαρῶς γνώμην μου προσωπικὴν — ὅτι καὶ ἐκεῖ, ἔνθα ἀναγράφονται μεγάλα ποσὰ πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ἡ ἀποξήρανσις πρόκειται νὰ εὐεργετήσῃ γαίας ἰδιωτικάς, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει μετὰ πολλῆς σκέψεως νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν τοιούτων δαπανῶν, διότι δὲν εἶναι καθόλου φρόνιμον ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἕλη, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τοὺς κατοίκους τῆς χώρας, νὰ διατεθῶσι μεγάλαι δαπάναι πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἐκ τῆς ὁποίας βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὰ τῆς δημοσίου ὑγείας, ἀλλὰ θὰ προέλθῃ μέγα κέρδος ὑλικὸν εἰς ἰδιώτας, νὰ μὴ εἰσφέρωσί τι οὗτοι.
§187Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὐχαρίστως ἠδύναντο νὰ πληρώνωσι πάντες.
§188ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅτι ἐφ’ ὅσον αἱ ἀποξηράνσεις ἐπαυξάνουσι τὴν ἀξίαν γαιῶν καθαρῶς ἰδιωτικῶν οἱ ἰδιοκτῆται τοιούτων πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὡρισμένην τινὰ εἰσφορὰν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἔχον προορισμὸν τὴν ἀποξήρανσιν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ πολιτικὴ φιλοτιμία τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, ἡ ὑπερηφάνεια, τὴν ὁποίαν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους ἠθέλησεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους νὰ ὑπομνήσῃ ὅτι θίγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νομίζω ὅτι ὀρθὸν ἦτο νὰ θιχθῇ διὰ τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν τὰ χρήματα αὐτὰ κατατίθενται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὄχι διότι ἐπιτρέπεται δυσπιστία πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ διότι παρ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος καὶ θὰ ἔχῃ πάντοτε, θὰ ἦτο κίνδυνος, ἐὰν τὰ 3,000,000 ἐρρίπτοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ εὕρωσι τὴν τύχην τῶν ἑκατομμυρίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεδόθησαν καὶ τὰ ὁποῖα τώρα μόλις ἀποδίδονται ἐκ τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀπεδίδοντο ἐπὶ σειρὰν πολλῶν ἐτῶν, ὄχι βεβαίως ἐκ κακῆς προθέσεως ἢ ἐξ ἐλλείψεως φιλοτιμίας τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ δι’ ἀδυναμίαν τοῦ ταμείου. Καὶ βλέπομεν δήμους καὶ ἐπαρχίας νὰ ἐπαιτῶσιν ἀπόδοσιν ὀλίγων χιλιάδων ἐξ ὧν εἶχον λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ βλέπομεν τὸ Κράτος μόλις ἀναγράφον κατ’ ἔτος, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι τῶν συναδέλφων, ἐλαχίστας δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν εἰς ἀπόδοσιν, αἵτινες καὶ ἐκεῖναι πάντοτε μετὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἔμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς ν’ ἀποδίδωνται. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 3,000,000 ἀφήνει ὑπόλοιπον, μετὰ τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δαπάνας, ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσίν μου, ὅτι δὲν ὁμιλῶ, διὰ νὰ ἐκδηλώσω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου Ὑπουργός· ἀλλ’ ἔχω ἀμφιβολίαν ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δι’ ὃν λόγον εἶπον. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ὑπολειφθῶσιν ἴσως ποσά τινα καὶ οὐχὶ ἴσως εὐκαταφρόνητα, ὅτι δὲ ὑπολείπεται καὶ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου, ὅτι δὲ καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν γαιῶν τῶν ἰδιωτικῶν τῶν ἀποξηρανθησομένων θὰ διατεθῇ καὶ ἐκείνη ὑπὲρ ἀποξηράνσεως περαιτέρω ἑλῶν, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι, ἂν μὴ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πάντα τὰ ἕλη τῆς χώρας, βεβαίως ὅμως τὸ πλεῖστον αὐτῶν θ’ ἀποξηρανθῶσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὁ ἀναπληρῶν με Ὑπουργὸς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ πληρέστερον τὴν Βουλήν.
§189Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Σχεδὸν ἐπικροτῶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁλοψύχως. Ὀφείλω ὅμως μίαν παράκλησιν καὶ παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἑξῆς: ὅτι, ἐνῷ ἐλήφθη πρόνοια περὶ πάντων τῶν ἑλῶν τῆς χώρας, δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἑνὸς ἕλους ἐν Λακωνίᾳ σημαντικωτάτου ἐκτάσεως μεγίστης καὶ ἐδάφους εὐφορωτάτου, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ ἕλος τοῦ Τρινάσου.
§190ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Ἐγὼ πρὶν ἢ ἐκ τῆς ἀσθενείας μου ζητήσω ἄδειαν, ἐπειδὴ πλειστάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο ὅτι θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 3.000.000 πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἔκτοτε εἶχον προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, εἶχον δὲ δώσει ἔκτοτε καὶ ἐντολάς, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα ἐνεργηθῶσιν ὡς πλεῖσται μελέται ἀποξηράνσεως ἑλῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ μικρῶν καὶ οὐχὶ μεγάλων. Ἀτυχῶς ἐλλείψει προσωπικοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τελεσθῶσιν αἱ μελέται ἐκεῖναι. Προκειμένου δὲ εἰδικῶς περὶ τοῦ ἕλους τοῦ Τρινάσου ὡς καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων, ἴσως ὑπάρχουσι μελέται τινὲς οἰκονομικαί· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις ἐκλήθη νὰ προνοήσῃ περὶ ὅλων, περὶ ὧν ὑπάρχουσι μελέται, ἀπήντησε καὶ εἰς ἐμὲ τότε καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς αἴτησιν πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀποξηράνσεως πάντων τῶν ἑλῶν, περὶ ὧν ὑπάρχουσι μελέται. Ὅσα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, διὰ ταῦτα δὲν ὑπάρχουσι μελέται, ἀλλ’ ἢ ὑπάρχει οἰκονομικόν τι σχεδίασμα, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖται μελέτη, ἢ δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως.
§191Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχουσι προϋπολογισμοὶ ἐγκεκριμένοι πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων μὴ περιλαμβανόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς ἐκτέλεσιν λογιστικοῦ μέρους, εἰς ἔγκρισιν προϋπολογισμῶν, δὲν ἀναγράφει δὲ τὸ νομοσχέδιον διάταξιν, καθ’ ἣν ταῦτα καὶ μόνα θὰ ἐκτελεσθῶσι. Καὶ τὸ ἐρώτημα προβάλλεται οὕτως: ἕλη καὶ τέλματα, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη ἔχει προϋπολογισθῆ, μὲ προϋπολογισμὸν ἐγκεκριμένον θὰ ἐκτελεσθῶσι; Θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀποξήρανσις αὐτῶν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου; Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι δὲν ἀποκλείεται ν’ ἀποξηρανθῶσι καὶ ἐκεῖνα διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,000,000, ὅτε ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς δαπανῶν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ συνεπείᾳ τούτου ἐγκρίνονται οἱ ἀπολογισμοί. Ἀλλά, ὅταν εἶναι ἐγκεκριμένος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς δαπάνης, τότε δὲν ἐξαιρεῖται, ἀλλὰ περιλαμβάνεται καὶ ἐκεῖνο εἰς τοῦτο.
§192Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέος νόμος.
§193Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέος νόμος, ἀλλὰ τοῦτο θέλω νὰ ἐκτιμηθῇ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν ἀποκλείεται νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ ἐγκεκριμένοι προϋπολογισμοὶ δι’ ἄλλου νόμου.
§194ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§195Γ. ΠΩΠ. Ὁμιλεῖ ὁ κ. Μιχαλέας.
§196Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ καὶ κύριε Βουλευτά, ἕκαστος λόγος ἔχει καὶ ἀντίλογον. Παρέρχομαι πάντα ταῦτα καὶ λέγω ὅτι ἡ δραστηριότης τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ὅσον τὸ δυνατόν, ἔχουσα πάντοτε ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἐκεῖθεν θ’ ἀντλήσῃ τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ συγχρόνως ἐκεῖθεν θὰ προμηθευθῇ τοὺς ἀπαραιτήτους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπερμαχήσωσιν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Ὀφείλει λοιπὸν τάχιστα νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ συγχρόνως νὰ ἐρευνήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέλειψε, λαμβάνουσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὑπ’ ὄψιν, ἂς παρίδῃ δὲ καὶ ἂς λησμονήσῃ πρὸς στιγμὴν τοὺς καλαμαράδες καὶ τοὺς ἡμιμαθεῖς, διότι ἐκεῖνοι οὐδέποτε οὐδὲν προσέφερον οὔτε θὰ προσφέρωσιν.
§197ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε προσέξει εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπε. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΤΛΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3334) τῆς 1ης Ἀπριλίου 1909 ἀναληφθὲν παρὰ τοῦ Δημοσίου ποσὸν τῶν 3,000,000 δραχμῶν ἀποδιδόμενον κατατίθεται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐντόκως καὶ ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, θέλει δὲ χρησιμοποιηθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἐξασφαλίσεως στομίων καταβοθρῶν, διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων ἢ ἄλλων ἀντιπλημμυρικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμῶν ἐγκρινομένων ἑκάστοτε δι’ εἰδικῶν νόμων». Νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνεται τοιαύτη ῥητὴ διάταξις, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς δαπάνην πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δι’ ἔλλειψιν μελέτης.
§198Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπῆρξε μελέτη καὶ προϋπολογισμὸς ἐγκεκριμένος, τὸ θέλω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ φανῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ὅτι ἀποδίδετε τοιαύτην ἔννοιαν, διὰ νὰ μὴ ἰσχυρίζωνται αὔριον ὅτι δὲν ὑπῆρχε μελέτη.
§199Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τὸ ἕλος Τρινάσου εἰδικὸς προϋπολογισμὸς καὶ ἐγκεκριμένος; Διατί δὲν περιελήφθη καὶ τὸ ἕλος τοῦτο;
§200Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ μεγάλη σπουδαιότης τοῦ παρὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Εὐρώτα καὶ ἐν τοῖς δήμοις Τρινάσου καὶ Ἕλους τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἕλους κατενοήθη καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ἐλήφθη δ’ ἀπόφασις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἕνεκα τῆς ἀθρόας ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων δὲν κατωρθώθη τότε νὰ συντελεσθῇ ἡ μελέτη αὕτη, οὐχ ἧττον καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω, κατανοοῦσα ἐπίσης τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τούτου θέλει ἐπιμεληθῆ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας μελέτης περὶ αὐτῆς, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε ζητήσας νὰ κατατεθῇ ἡ σχετικὴ τροπολογία, ἥτις καὶ κατετέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κουτούπη προσυπογραφεῖσα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὅπως γίνῃ δεκτὴ κατὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν, διότι εἶναι πανθομολογούμενον ὅτι ὁλόκληρος πληθυσμὸς τῶν περιοίκων ἀναγκάζεται νὰ μεταναστεύῃ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς φοβερᾶς ἑλονοσίας. Μετέβην τελευταῖον εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἶδον ὑπὲρ τοὺς 2000 μετανάστας ἐκ τῶν πέριξ ἐκεῖ χωρίων, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐδήλουν ῥητῶς ὅτι, ἐὰν ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος αὐτό, δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των, διότι καὶ ὑγείαν καὶ ἐργασίαν θὰ ἔχωσι. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀποδόσεως 20 ἢ 25.000 στρεμμάτων γῆς εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ παραγωγήν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀποδόσεως τῆς ὑγείας εἰς χιλιάδας περιοίκων. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν ταύτην νομίζω ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττή.
§201Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐμφιλοχωρεῖ, κύριε Πρόεδρε, μία παρεξήγησις. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως μελετηθῇ τὸ ἕλος τοῦτο, διὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου. Τίποτε περισσότερον δὲν εἶπον.
§202Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρέπει ἡ μελέτη νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου τὰ ἕλη ἐπιφέρουσι μεγάλην καταστροφήν.
§203Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι φαίνονται παραξενευόμενοι, διότι, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ζακύνθου, ἔρχομαι νὰ εἴπω τὰ παράπονά μου, δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι μεταξὺ τῶν πρώτων, οἱ ὁποῖοι θὰ διανυκτερεύσωσιν, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, θὰ εἶμαι καὶ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἔχω συμφέρον διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, διότι δὲν ἐσυνήθισα νὰ διαιρῶ τὴν Ἑλλάδα εἰς Πελοπόννησον καὶ εἰς Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ εἰς Νήσους, ἀλλὰ ὡς Ἕλλην ἀντιπρόσωπος νὰ ψηφίζω τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια· εἶχον ὅμως καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν μέλλουσαν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπισήμως νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ὑπάρχει πράγματι διὰ τὴν λίμνην Κερίου τῆς Ζακύνθου μελέτη, διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα στρατιῶται τῆς Ἀνορθώσεως καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχομεν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν ἀντιθέτους πρώην Ὑπουργοὺς καὶ Προέδρους τῆς Βουλῆς, ὅταν μᾶς ἐρωτήσωσι· τί ἐκάματε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑλῶν, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι ὑμεῖς δὲν εἴχετε φροντίσει οὔτε διὰ μελέτην τοῦ ἕλους Ζακύνθου, ἐνῷ ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ τριετίας ἀνεστατώθη τὸ πᾶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπισήμως νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ὑπάρχει μελέτη, διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη. Ἐν τούτοις ἐτηλεγράφησα καὶ εἰς Ζάκυνθον.
§204Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Δὲν θὰ πολεμήσω τὸ σωτήριον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ συνάδελφος ἐκ Λακωνίας κ. Πατσουράκος εἰρωνεύθη ὅτι δὲν θ’ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη Δύστου, θὰ ἀπεξηραίνετο δέ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος νὰ τὴν διαμφισβητῇ, ἀδιάφορον ἂν τὴν διαμφισβητεῖ δικαίως ἢ ἀδίκως, οὔτε φθονῶ τοὺς Αἰτωλοακαρνᾶνας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον 800,000 δρ. πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους των, τὸ ὁποῖο ἔχει ἔκτασιν 55,000 στρεμμάτων. Συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, δηλῶ δὲ ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§205Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει καὶ περὶ διευθετήσεως ποταμῶν. Πρὸ δύο μηνῶν, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ ποταμὸς Κηφισὸς ἐπέφερε καταστροφὰς εἰς τὸν δῆμον Δρυμαίων καὶ Δωριέων, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς διευθέτησιν τῶν ὑδάτων αὐτοῦ.
§206Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ὅτε ἐγένετο σκέψις, κύριε Ὑπουργέ, περὶ τῆς Κωπαΐδος λίμνης, δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις δι’ εἰδικῆς διαδικασίας νὰ ἐξακριβώσῃ ποῖαι γαῖαι εἶναι ἰδιόκτητοι καὶ ποῖαι ἐθνικαί, εἴδετε δὲ τί συνέβη καὶ τί συμβαίνει. Αὐτὸ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκεῖ, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐδῶ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕλος Λεσκίου, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγίστης ἐκτάσεως...
§207ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἐθνικόν.
§208Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι. Πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖαι γαῖαι εἶναι ἰδιόκτητοι καὶ ποῖαι ἐθνικαί.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Τμήματος τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§210Γ. ΠΩΠ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲ ἠμφεσβήτησε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου καθαρῶς προσωπικοῦ, περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ἐπικύρωσις δὲ ἡ γενομένη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας δεικνύει ὅτι ἐν τῇ ὀργανώσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας λαμβάνεται πρόνοια ὄχι μόνον περὶ ὀργανώσεως αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ περὶ ὀργανώσεως προσώπων, ἀνηκόντων ἢ μελλόντων ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι τοσοῦτον ἐπεῖγον καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἂν συνδέεται τόσον ἀποκλειστικῶς μὲ τὰς πολυτίμους ὥρας ἡμῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προβάλω παρατηρήσεις τινάς. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ὑπάρχει ὑπάλληλος, ὅστις τοὐλάχιστον, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας.
§211Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πάθῃ τίποτε.
§212Γ. ΠΩΠ. Δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ τμηματάρχης τῆς περιωπῆς τοῦ προσώπου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ καὶ τοῦ ὁποίου ἐντελῶς καταργεῖται ἡ θέσις, δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω περὶ τίνος τμηματάρχου ὁμιλῶ. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνου, ὅστις ἤδη κατέχει τὸ εʹ Τμῆμα, ὅπερ διῃρέθη καὶ διεσπάσθη. Εἶναι ὁ κ. Δροσίνης. Ἐὰν εἰς τὰ γράμματα τὰ Ἑλληνικὰ ὑπάρχῃ μορφὴ ἐντελῶς ὑπερέχουσα, εἶναι ἡ μορφὴ αὕτη, ἡ τοῦ κ. Δροσίνη, τοῦ ὁποίου ἡ πρόσληψις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον κατάκτησιν τῆς ὑπηρεσίας. Πλὴν τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτοῦ μορφώσεως, πλὴν τῆς ψυχικῆς αὐτοῦ διαπλάσεως, ἔχει τοιαύτην πρακτικὴν γνῶσιν τῶν θεμάτων, παρακολουθεῖ μετὰ τοσούτου ζήλου πάσας τὰς ὑπηρεσίας, ἃς εἴτε ἡ ἔμπνευσίς του τῷ παρέσχεν εἴτε τῷ ἀνετέθησαν νὰ ὀργανώσῃ, ὥστε γύρω ἡμῶν, γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὑπάρχουσιν ἔργα ὑπέροχα ἀνήκοντα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου τὸ Τμῆμα καταργεῖται. Καταργεῖται δὲ τὸ Τμῆμα, ἐνῷ διηυθύνετο καθ’ ὃν ἄριστον διηυθύνετο τρόπον. Καὶ τοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ ταύτῃ τῆς διασκευῆς τῶν Τμημάτων, ἵνα ἀπολήξωμεν εἰς ἄλλας τινὰς προσωπικὰς λεπτομερείας δικαίας καὶ ὀρθοτάτας κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑπάρχει καὶ τὸ ἑξῆς περιεργότατον ἐν τῇ συγχρόνῳ ἐκπαιδευτικῇ ἐπιστήμῃ. Βεβαίως μέχρι τοῦδε ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐλειτούργει κατὰ τρόπον παράδοξον καὶ δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ τμηματάρχης βʹ τάξεως ἤσκει ἔργα γενικοῦ γραμματέως, ἐπιβαλλόμενος εἰς τμηματάρχας αʹ τάξεως, ὅτι Τμῆμα, τὸ ὁποῖον κανονίζεται πῶς θὰ διευθύνηται διὰ νόμου, διηυθύνετο ὑπὸ τμηματάρχου ἔν τινι εὐρύτητι ἑρμηνείας τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου. Καὶ γνωρίζομεν συγχρόνως ὅτι τὸ Τμῆμα τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως διηυθύνετο μὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τύπους ὑπὸ προσώπου, ὅπερ ἐγνώριζε πλείονα λογιστικὰ πράγματα ἢ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν. Ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὀργανώσεως ὀρθότατα διαρρυθμίζονται ἔν τινι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἀλλὰ τὸ ϛʹ Τμῆμα, τὸ ὁποῖον διηυθύνετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ διευθύνηται ὑπὸ νομομηχανικοῦ, καὶ εἰς τί νομίζετε ὅτι ὁ κ. νομομηχανικὸς θ’ ἀσχολῆται; Θ’ ἀσχολῆται πλὴν τῶν ἄλλων καὶ περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων, περὶ τῶν ὁδηγιῶν τῶν διαφόρων τῶν διδακτικῶν, περὶ τῶν ὀργάνων καὶ ποικίλων ἄλλων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἀπολύτως ἔχουσι πρὸς τὴν ἀρχιτεκτονικήν. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχωμεν ῥητὴν τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὅτι δὲν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ στερηθῇ διὰ λόγους, οὓς ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ὑπαλλήλου τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δροσίνη καὶ συγχρόνως ὅπως ῥυθμισθῶσι καταλληλότερον τὰ τοῦ ϛʹ Τμήματος, ἵνα μὴ ἀναθέτωμεν ἐκπαιδευτικὰς ὑποθέσεις εἰς ἀρχιτέκτονας, διότι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον.
§213Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τὸ πρῶτον ὑπάρχει ἡ δήλωσις ἀμέσως ὅτι δὲν πρόκειται οὐδενὸς νὰ στερηθῶμεν. Διὰ τὸ 2ον θὰ ἴδωμεν αὔριον εἰς ἄλλην ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§215Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἱδρύεται θέσις γενικοῦ γραμματέως. Προστίθεται μία δαπάνη 480 δραχμῶν μηνιαίως. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τῆς δαπάνης ταύτης οἱ συνδυασμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαρκοῦσιν, ἵνα συγκαλύψωσι τόσον γλίσχρον ποσόν, διὰ τὴν αἰφνιδίως ὡς ἐν μέσῳ χρυσοῦ αἰῶνος ἀνακύπτουσαν εὐτυχῆ ἡμῶν πατρίδα, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς θέσεως ταύτης ἐμφανίζεται καὶ πάλιν τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διορισθῇ. Εἴθισται εἰς πάντα τὰ Ὑπουργεῖα διὰ λόγους καθαρῶς ὑπηρεσιακοὺς ὁ ἔχων τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως νὰ διευθύνῃ Τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται. Αἱ θέσεις τοῦ γενικοῦ γραμματέως ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ὑπηρεσιῶν ἑνὸς Ὑπουργείου καθίστανται θέσεις ἰδιαιτέρων περίπου γραμματέων, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἔχουσι τὴν ἁπλῆν αὐτοὶ ἐπίβλεψιν, καὶ μεταβάλλονται εἰς θέσεις καθαρῶς πλέον πολιτικῆς μορφῆς, θέσεις ἐμπιστοσύνης μόνον καὶ ὄχι θέσεις ἀναγομένας εἰς τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τῶν διαφόρων ὑποθέσεων. Αὐτὸ εἶναι ἓν ἄτοπον, τοῦ ὁποίου θ’ ἀναγνωρισθῇ ταχέως ἡ σημασία, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον θὰ διορισθῇ. Πρὶν ἢ προβῶ νὰ εἴπω ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζον ἂν ὄντως ἔχει ἐν νῷ ἡ Κυβέρνησις τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ.
§216Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ τὸ ἀκούσωμεν.
§217Γ. ΠΩΠ. Ὑπῆρχε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν σύστασίς τις περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως καθ’ ὅλα ἐπιμελὲς καὶ καθ’ ὅλα ἄριστον ἐπεζήτει μετὰ ἑξάμηνον σπουδὴν ἐν Εὐρώπῃ καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν συνήθων σπουδῶν ἐνταῦθα, ὅπως καταλάβῃ θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, θέσιν ὑπουργικοῦ περίπου Γραμματέως αʹ τάξεως. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἠρνήθη λέγων ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, δι’ οὗ θὰ διερρυθμίζοντο καταλλήλως τὰ προσόντα, ἵνα εἰσαχθῇ ὁ ἔχων τὴν ἀπαίτησιν ταύτην φιλότιμος καὶ φιλόπονος νέος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ νέος ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀπαίτησίν του ταύτην καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ δέχηται νὰ διορισθῇ ὑπουργικὸς γραμματεὺς δευτέρας τάξεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔκρινεν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀναπτυχθῇ βαθμιαίως ὁ καλὸς οὗτος νέος εἰσαγόμενος ὡς γραφεὺς δευτέρας τάξεως. Δὲν διωρίσθη ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ σήμερον ἡ θέσις αὕτη δημιουργεῖται δι’ αὐτόν, ὅστις εἶναι ὁ κ. Καζαντζάκης.
§218Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸν ἀγνοῶ καὶ κατ’ ὄνομα.
§219Γ. ΠΩΠ. Τότε ἀνακριβῶς μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία αὕτη καὶ δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει τὸ ὄνομα, ἑπομένως οὐδὲ τὰς γνώσεις. Λέγω τοῦτο, διότι ὑπάρχει κίνδυνος ἀπερχομένης τῆς Βουλῆς ν’ ἀσκηθῇ τοιαύτη πίεσις ἐπὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας νὰ ἴδωμεν διοριζόμενον γενικὸν γραμματέα τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δύναται κατὰ τ’ ἄλλα νὰ εἶναι ἔντιμον, ἄριστον καὶ φιλόπονον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατάλληλον διὰ τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συζήτησις προλαμβάνει τὴν πίεσιν, διότι θ’ ἀσκηθῇ βεβαίως γενομένη ἐκεῖθεν, ὁπόθεν ἡ ἄσκησις θὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸν διορισμόν του.
§220Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν: ὑπῆρχε κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων σχολείων καὶ θέσις τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων; Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχον, εἶναι περιττὸν νὰ καταργῶμεν ὅ,τι δὲν ὑπῆρχεν.
§221ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Προλαμβάνομεν τὸ μέλλον.
§222Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ συναινέσῃ, ἵνα εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον προστεθῇ καὶ ἄλλη μία θέσις γραμματέως πρὸς διαχείρισιν τοῦ Γραφείου τῶν κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐτοτελές, διότι πρό τινος χρόνου ἐγένετο καὶ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπεδείχθη ὅτι διὰ τὸ μὴ αὐτοτελὲς τοῦ Γραφείου τούτου ὄχι μόνον παρανομίαι ἀλλὰ καὶ ὄργια ἐξετελέσθησαν, ὡς ἐχαρακτηρίσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὀφείλω δὲ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἐπιτακτική, ὡς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπεφάνθη. Ἔχομεν δὲ καὶ πρόσφατον παράδειγμα πρὸς τοῦτο ἀπωλείας ἑτέρου κληροδοτήματος. Εἷς Τεγεάτης ἀφῆκεν ἐν Αἰγύπτῳ κληροδότημα διὰ σχολεῖον τῆς πατρίδος του, οὐδεὶς δ’ ἐζήτησε πληροφορίας δι’ αὐτό. Τὸ Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον διηυθύνετο ἀπὸ τὸν εἰδικὸν ὑπάλληλον, τὸν ἀπολυθέντα, διότι ἐξετέλει τὴν ὑπηρεσίαν του, ἐζήτησε πληροφορίας ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος, ὁ δὲ ἀδελφὸς τοῦ κληροδότου ἀπήντησεν ὅτι ὄχι μόνον θὰ δώσῃ τὸ κληροδότημα τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ 1000 λίρας ἀκόμη. Ἀφοῦ παρῆλθεν ὀκταετία, ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀπαίτησις ἔκαμε στάσιν πληρωμῶν, καὶ ἀπωλέσθη τὸ κληροδότημα, διότι δὲν ἐζητήθη παρ’ αὐτοῦ.
§223Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀποδέχομαι.
§224Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ τέταρτον ἐδάφιον τοῦ δευτέρου ἄρθρου γίνεται λόγος περὶ γραφέων αʹ καὶ βʹ τάξεως. Σκοπιμώτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῇ αʹ ἢ βʹ τάξεως. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι αὐτοὶ εἰσῆλθον διὰ διαγωνισμοῦ. Μετ’ ὀλίγον οἱ πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ διδάκτορες, θὰ μεταβῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν, ἐπανερχόμενοι ὅμως εἶναι πιθανὸν ὅτι δὲν θὰ εὕρωσι τὰς θέσεις αὐτῶν κενάς.
§225Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι δίκαιον. Ἡ θέσις μένει κενή, ἀλλὰ πρέπει νὰ νομοθετηθῇ.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§227Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον νὰ διαγραφῇ ὁ γραμματεὺς τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ, καὶ οὕτω πως εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρῶν, διότι γίνεται διαγραφὴ 240 δρ., χάριν τοῦ γενικοῦ γραμματέως. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§229Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Διορίζεται γραμματεὺς αʹ τάξεως ὁ προϋπηρετήσας ἢ ὁ ἔχων δίπλωμα νομικῆς».
§230Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ, προκειμένου περὶ σχολικοῦ ἰατροῦ, ἀναγράφεται ὅτι οὗτος διορίζεται κατόπιν διαγωνισμοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος, «κατὰ προτίμησιν ὁ εἰδικῶς ἐγκύψας κλπ.». Ἀφοῦ θὰ γίνῃ διαγωνισμός, τότε πῶς θὰ διορίζηται κατὰ προτίμησιν; Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἄρθρον νόμου νὰ ὁρίσωμεν κατὰ προτίμησιν. Νὰ ὁρισθῇ μόνον ὅτι γίνονται δεκτοὶ εἰς τὸν διαγωνισμὸν οἱ ἐξασκήσαντες τὸ ἔργον αὐτῶν ἀπό τινων ἐτῶν, πρὸ τριετίας φέρ’ εἰπεῖν, διότι διδάκτωρ περυσινὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ σχολικὸς ἰατρός, ἀφοῦ δὲν εἶναι κἂν ἰατρός. Νὰ τεθῇ «οἱ ἀσκήσαντες ἐπὶ τριετίαν τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀσχοληθέντες — ὄχι πλέον εἰς τὴν σχολικὴν ὑγιεινήν, διότι τόσον μικρὸς κλάδος δὲν ὑπάρχει— εἰς τὴν ὑγιεινήν». Προκειμένου περὶ τμηματάρχου ἀναμφιβόλως ἔχει γίνει σύγχυσις καὶ ὁ τοῦ γʹ Τμήματος ἀνήκει εἰς τὸ δʹ καὶ ὁ τοῦ δ’ εἰς τὸ γʹ. (Ἀναγινώσκει:) «Τοῦ γʹ Τμήματος διορίζεται τμηματάρχης ὁ διατελέσας τμηματάρχης τῆς μέσης ἢ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἢ διδάκτωρ τῆς φιλολογίας ἢ τῶν φυσικῶν ἢ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν ἔχων πενταετῆ ὑπηρεσίαν γυμνασιάρχου ἢ ἰσοβάθμου ἀνεγνωρισμένης σχολῆς ἢ διατελέσας ἐπὶ τριετίαν Ἐπιθεωρητὴς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τοῦ δʹ Τμήματος ὁ διατελέσας τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου κλπ., ἔχων νὰ ἐπιδείξῃ ἁπτὰς μελέτας ἀναγομένας εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν Πανεπιστημίων». Τοιοῦτόν τι εἶναι ἀνύπαρκτον, διότι δὲν ἔχομεν τοιαύτην πανεπιστημιακὴν ὀργάνωσιν.
§231Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ ἔχῃ συγγράψει.
§232Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἁπταὶ ἀποδείξεις. Ἔχω πεῖραν τοῦ πράγματος πόσον ταῦτα εἶναι ἐλαστικά. Εἶναι ὡς τὰ συγγράμματα ἀνεγνωρισμένης ἀξίας, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ τις καθηγητὴς Πανεπιστημίου, διότι ἔγραψε μαθηματικὰς διατριβὰς ἀνεγνωρισμένης ἀξίας.
§233Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα ἂν εἶναι «χαρισμένες στὸ Ψυχάρη».
§234Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ τμηματάρχης τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ ἔχῃ διδάξει ὡς ὑφηγητὴς τοὐλάχιστον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ τμηματάρχης τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως ἀγνοῶν τί εἶναι πανεπιστημιακὴ διδασκαλία καὶ τί εἶναι πανεπιστημιακὴ ζωή;
§235Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα.
§236Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔν τινι μέτρῳ παρέσυρα ὑμᾶς εἰς τὰς ἰδέας μου, τὰς ὁποίας ἐπολεμήσατε, διότι ἠθελήσατε τακτικοὺς καθηγητὰς ἀγεύστους τῆς πανεπιστημιακῆς ζωῆς. Ὡς τελευταίαν παρατήρησιν, ἂν ἐπιτρέπητε, ἤθελον νὰ φέρω τὴν ἑξῆς· ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τμηματάρχην τοῦ βʹ Τμήματος λέγει· «Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἔχων πενταετῆ ὑπηρεσίαν». Θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ «ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς τοιοῦτος». Μήπως ὑπάρχει κατωτέρα ὑπηρεσία;
§237Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ὑπάρχει.
§238Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Χάριν τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ λάβητε καὶ μέτρον τι διὰ τοὺς ὑπομηχανικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ 7ον Τμῆμα, διότι περὶ αὐτῶν οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται.
§239ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι εἰδικὸς νόμος περὶ διδακτηρίων, ὁ ὁποῖος δὲν καταργεῖται.
§240Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὥστε φρονεῖτε ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι πρώτης τάξεως ὑπάλληλοι.
§241Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει νόμος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν μεταβάλωμεν.
§242Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπίσης ἀντὶ «τμηματάρχης διορίζεται» νὰ τεθῇ «τμηματάρχου προσόντα εἶναι»· δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα. Ἐπίσης τμηματάρχης τοῦ εʹ Τμήματος διορίζεται ὁ διατελέσας ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων ἢ διευθυντὴς Διδασκαλείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ καθηγητὴς τοιούτου μετὰ παιδαγωγικὰς σπουδὰς καὶ ἔχων διδακτορικὸν δίπλωμα».
§243Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πάντοτε θὰ ἔχῃ.
§244Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ δημοδιδάσκαλος. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν δημοδιδάσκαλος νὰ εἶναι τμηματάρχης.
§245Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ προσέξῃ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ δʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4. Φαίνεται ὅτι δὲν θέλετε νὰ δεχθῆτε νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις δι’ ἄλλων προϋπηρετησάντων, ἀλλὰ μόνον διὰ προαγωγῆς· οὐχ ἧττον ὅμως ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι εὐδοκίμως ὑπηρετήσαντες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔντιμοι καθ’ ὅλα, ἀλλ’ οἵτινες, διότι ἦσαν συντάκται διδακτικῶν βιβλίων, ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας. Δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν σχετικήν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μελετήσητε.
§246Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ προσόντα τοῦ τμηματάρχου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἔνθα λέγεται «ὁ ἔχων πενταετῆ ὑπηρεσίαν γυμνασιάρχου ἢ ἰσοβάθμου ἀνεγνωρισμένης σχολῆς», πρὸ τῆς λέξεως ἰσοβάθμου εἶναι προφανές ὅτι ἔχουσιν ἐκπέσει αἱ ἐν τῇ ἀντιστοίχῳ διατάξει τοῦ τροποποιουμένου νόμου ὑπάρχουσαι λέξεις «καθηγητὴς Γυμνασίου ἢ Διδασκαλείου ἢ», τὰς ὁποίας προτείνω ὅπως προστεθῶσιν. Νομίζω ἐπίσης ὅτι κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ προσόν, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν διὰ τὸν τμηματάρχην τοῦ γʹ Τμήματος —κακῶς σημειουμένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς δʹ —, τὴν γνῶσιν ξένης γλώσσης, δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν τμηματάρχην τοῦ δʹ Τμήματος. Ὀφείλομεν δὲ νὰ τὸ ἀπαιτήσωμεν καὶ τὸ προσθέσωμεν ἐπίσης, διότι, ἂν τὸ θεωρῶμεν ἀναγκαῖον διὰ τὸν ἕνα, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὸν ἄλλον. Νομίζω ἐπίσης ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ὀρθὸν διὰ τὸν τμηματάρχην τοῦ δʹ Τμήματος μετὰ τὸ «ἀνεγνωρισμένης σχολῆς» νὰ προστεθῇ «προτιμωμένων τῶν ἐχόντων παιδαγωγικὰς σπουδὰς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ», καθ’ ὃν τρόπον λέγομεν περὶ ἄλλου Τμήματος νὰ προστεθῇ «προτιμωμένων τῶν ἐχόντων εἰδικὰς σπουδὰς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου» κλπ. Φρονῶ ἐπίσης ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ γʹ Τμῆμα, καθ’ ἣν ἀπαιτοῦμεν «ἁπτὰς μελέτας» κλπ., ὅτι δίκαιον θὰ ἦτο ἂν προσετίθετο «ἢ φιλοσοφικὰς καὶ παιδαγωγικὰς σπουδὰς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ τοὐλάχιστον ἐπὶ τριετίαν», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ παρεῖχεν ἀνωτέραν ἐγγύησιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ εʹ Τμῆμα ἦτο δυνατόν, νομίζω, καὶ τὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως προστεθῇ διὰ τὸν ἔχοντα τὸ κατ’ ἐμὲ ἀνεπαρκὲς προσὸν ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων ὁ χρόνος «ἐπὶ δεκαετίαν τοὐλάχιστον», ὅτε θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον οὗτος πεῖραν ἐπαρκῆ, ἵνα μὴ τυχὸν εἶναι ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διορισθεὶς τοιοῦτος. Ἐν τῷ τέλει τῆς αὐτῆς παραγράφου λέγεται «παιδαγωγικὰς σπουδὰς». Νομίζω ἀναγκαῖον, ὅπως προστεθῇ «ὁ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον», ἵνα ἔχωμεν πραγματικωτέρας καὶ μᾶλλον ὡρισμένας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ διοριστέου εἰς τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην τμηματαρχικὴν θέσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰς τμηματάρχην οἱουδήποτε Τμήματος προαγωγήν, τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁρίζει προσόντα διὰ τοὺς δικαιουμένους νὰ καταλάβωσι τὰς σπουδαίας ταύτας τμηματαρχικὰς θέσεις. Λέγω σπουδαίας, διότι ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Τμήματος θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ὅλη ἐπιτυχία τῆς λειτουργίας τοῦ Τμήματος τούτου. Τοῦτο εἶναι σοβαρώτατον καὶ φοβοῦμαι μήπως ἡ διάταξις ἡ ἐν τῇ ἑπομένῃ σελίδι ἀναφερομένη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται τμηματάρχης κατὰ προαγωγὴν ἐκ τοῦ μικροτέρου βαθμοῦ καὶ εἷς οἱοσδήποτε γραμματεύς, γινόμενος κατ’ ἀρχὰς τμηματάρχης βʹ καὶ κατόπιν αʹ τάξεως, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι θὰ ἤνοιγε τὴν θύραν ὀλεθρίων καταχρήσεων, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπηλείφετο τὸ ἐδάφιον τοῦτο.
§247Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὴν παράγραφον 3 ὅτι θεωρεῖται προσὸν νὰ προάγηται εἰς γραμματέα βʹ τάξεως, ὁ εὐδοκίμως ὑπηρετήσας γραφεὺς αʹ τάξεως, κεκτημένος δὲ δίπλωμα Πανεπιστημίου. Ἀφοῦ εἰσηγάγομεν διὰ τῆς πρώτης παραγράφου γραφεῖς αʹ τάξεως κεκτημένους ἀπολυτήριον Γυμνασίου, διότι ἐνδέχεται ἀπασχολούμενος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ μὴ ἀποκτήσῃ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ εὐδοκιμήσας δὲν θὰ δύναται νὰ προάγηται. Ὀφείλομεν δὲ νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἄνευ δικαιώματος προαγωγῆς τοὺς εὐδοκιμήσαντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§248Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πάντες ἔχουσι δίπλωμα.
§249Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ δίπλωμα.
§250Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Μίαν οὐσιώδη παράλειψιν, κύριε Ὑπουργέ, παρατηρῶ εἰς τὸ ἄρθρον 4 καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰ προσόντα τμηματάρχου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, παράλειψιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποδείξω μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλετε σπεύσει νὰ τὴν διορθώσητε. Κατὰ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον προσόντα τμηματάρχου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχουσιν (ἀναγινώσκει:) «Ὁ διατελέσας ἐπιθεωρητὴς δημοτικῶν σχολείων ἢ διευθυντὴς Διδασκαλείου κλπ. (κατὰ τὸ ἄρθρον)». Γνωρίζετε ὅμως ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ψηφισθέντα, νομίζω, τῇ εἰσηγήσει σας, προσόντα τμηματάρχου ἔχει καὶ ὁ διατελέσας γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Θεωρῶ λοιπὸν δίκαιον νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο.
§251Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ μείζονα λόγον ἔχει αὐτὸς τὰ προσόντα.
§252Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Τότε διατί νὰ μὴ προστεθῇ;
§253Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διατί νὰ προστεθῇ;
§254Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Διότι εἶναι ἰδιαίτερον τὸ ἀξίωμα τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἰδιαίτερον τὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δημοτικῶν σχολείων, καὶ νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ προστεθῇ.
§255Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις, καθόσον ἡ παράλειψις αὕτη θὰ ἐσήμαινεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ προσβάλῃ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα ταῦτα.
§256Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸ εʹ ἐδάφιον, ἐν ᾧ ὁρίζονται τὰ προσόντα τοῦ τμηματάρχου τοῦ 5ου τμήματος, ὁ διευθυντὴς τοῦ διδασκαλείου παρελείφθη. Ἐπίσης ὡς τμηματάρχης τοῦ 3ου τμήματος λέγει ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ ὁ τμηματάρχης ὁ διατελέσας τοιοῦτος.
§257Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν ὅτι, ὅ,τι ἔχει τεθῇ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν ἄνευ προσόντων· τὸ αὐτὸ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Νομίζω ὅτι καλὸν ἦτο νὰ τεθῇ ἡ λέξις. Βεβαίως πρόκειται νὰ προστατευθῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸν νόμον ἔχουσι προσόντα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποκλείσωμεν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ προσόντα ταῦτα καὶ τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου τούτου πρόκειται νὰ στερηθῶσι.
§258Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω τὰς θερμὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ὅτε κατῆλθεν, ὁ συνάδελφος κ. Κυρέλλος. Πρόκειται οὐχὶ νὰ διορισθῇ πρόσωπόν τι, ἀλλὰ νὰ προγραφῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καίτοι ἔχει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε θέλει, ἀλλ’ οὐδένα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προγράψῃ.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 4ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ 5 ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου».
§261Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κυρίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι τοῦτο συγκεντροῖ τρία εἴδη διατάξεων. Κατὰ πρῶτον ἡ Πολιτεία φαίνεται ἀποβλέπουσα μετά τινος φθόνου εἰς τὸ μονόδραχμον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττουσιν οἱ δικαστικοὶ ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς λόγῳ ἀντιγραφικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων καὶ ζητεῖ νὰ μοιράσῃ τοῦτο μετ’ αὐτῶν. Κατὰ δεύτερον λόγον ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐλαφρότερος ἐπὶ τῶν ἀγωγῶν, ὧν τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει τὰς 10.000 δραχμῶν, βαρύτερος δὲ ἐπὶ τῶν ὑπερβαινουσῶν τὰς 50.000 δραχμῶν. Κατὰ τρίτον λόγον ζητεῖται ἀφ’ ἑνὸς ἡ περιστολή, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ φορολογία τῶν πολυφύλλων προτάσεων. Μεταξὺ τῶν διατάξεων αὐτῶν εἱρμός τις ἄλλος δὲν ὑπάρχει εἰμὴ ὁ τῆς φορολογίας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐξετάσω ταύτας κατ’ ἰδίαν. Ἐν πρώτοις, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι καὶ χρήσιμον, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκδίδονται τὰ ἀντίγραφα, ἀποσπάσματα καὶ πιστοποιητικὰ ὑπὸ τῶν δικαστικῶν γραφείων σήμερον, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ τοῦτο διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ὅτι εἶναι ἤδη καθ’ ἑαυτὸ ἄδικον καὶ ἀφιλάνθρωπον, ἵνα τὸ Κράτος θελήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ μέρος τοῦ ἄρτου τῶν βιοπαλαιστῶν αὐτῶν, διότι ἡ ἠθικὴ αὕτη ἔποψις εἶναι ἀναμφισβητήτως εἰς βάρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἐδικαιολόγει ἤδη μόνη τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ· ἀλλά, ὡς θὰ καταδείξω, δὲν εἶναι καὶ ἐφικτὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐπιδιωκομένης ταύτης κερδοσκοπίας, οὐδὲ δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ πράγματι οἱονδήποτε οἰκονομικὸν ὄφελος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προτεινομένου νομοθετήματος. Τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν τὴν σήμερον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἀναλόγως εἰς τὰ ἄλλα Δικαστήρια πληθὺς γραφέων ἀμίσθων καὶ ἑτέρων ἐμμίσθων ὑπογραμματέων, διὰ πᾶν ἀντίγραφον δὲ παρεχόμενον λαμβάνουσιν οὗτοι μίαν δραχμὴν κατὰ φύλλον λόγῳ ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων. Τὸ προσωπικὸν τοῦτο ὁλόκληρον ἀμίσθων καὶ ἐμμίσθων δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ἐπαρκὲς διὰ τὴν διεξαγομένην ὑπηρεσίαν, πολλάκις δ’ ἀναγκαζόμεθα οἱ δικηγόροι νὰ κάμνωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὰ ἀντίγραφα διὰ τῶν ὑπαλλήλων μας, τὰ ὁποῖα ἐπικυρώνουσιν ἁπλῶς οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι. Πολλάκις μάλιστα τὰ πρόσωπα ταῦτα λόγῳ πληθώρας ἐργασίας προσφεύγουσι καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των ἢ εἰς τρίτους, μεθ’ ὧν μερίζονται τὴν δραχμήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι, οἵτινες καὶ ἐργάζονται σήμερον ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς καὶ δι’ ἄλλων, ἐλατήριον ἔχοντες φυσικὰ τὴν ἀμοιβήν, ἤτοι τὴν δραχμήν, ἣν δι’ ἕκαστον φύλλον θὰ λάβωσιν. Ἅμα δ’ αὕτη ἐκλείψῃ, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀξιώσωμεν παρὰ τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων ὡς ἐπιβεβλημένην τοσαύτην ἐργασίαν, εἰς ἣν αὐτοπροαιρέτως νῦν ὑποβάλλονται. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑπ’ αὐτοῦ καθοριζομένην ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας πρόκειται νὰ μερίζωνται οἱ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι, κατὰ περισσότερον ποσοστὸν οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένην δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον οἱ νεώτεροι, τὸ ἥμισυ δηλαδὴ τῆς ἀμοιβῆς αὐτῆς λαμβάνοντες πάντες οὗτοι, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ ἀφαιρεῖ τὸ Κράτος. Προνοεῖται δὲ ὅτι διὰ τὰ κατεπείγοντα θὰ πληρώνωνται διπλᾶ ἀντιγραφικὰ τέλη, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἐπιβαρυνομένων διὰ διπλοῦ τέλους εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ὑπάλληλος νὰ δώσῃ τὸ ἀντίγραφον ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Ἐπιβάλλονται καὶ ποιναὶ δυνητικῶς, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ προθεσμίαι αὗται εἶναι χιμαιρικαί. Σήμερον εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβωμεν ἐγκαίρως ἀντίγραφον μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς. Κατ’ ἰσχυρότερον λόγον οὔτε ποινὰς δύνασθε νὰ ἐπιβάλλητε εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἐξήντλησε τὸν ἐργάσιμον χρόνον εἰς ἀντιγραφήν. Ἑπομένως ἡ ποινικὴ κύρωσις αὕτη μένει ἄνευ ἀξίας τινός, ἐὰν δὲ τὸ σύστημα τοῦτο γίνῃ νόμος, ὁσαδήποτε πρόσθετα τέλη καὶ ἂν πληρώσωμεν, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως τὰ ἀντίγραφα ἐπὶ προφανεῖ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας τῶν γραφείων ἡμῶν καὶ πρὸ παντὸς ζημίας τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ὁποίων ὑπερασπιζόμεθα τὰ συμφέροντα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἀντάλλαγμα ἄξιον λόγου ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, οὗ ἕνεκα θὰ ἐπέλθῃ ἡ τοιαύτη ἀναστάτωσις, κατ’ ἐμὲ δὲ καὶ τὸ ἀπροχώρητον ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ; Παραδόξως οὔτε ἐν τῇ ἀρχικῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει οὔτε ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ σήμερον τροπολογίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προσυπογεγραμμένῃ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει ὑπολογισμός τις τῶν προσόδων, ἃς προσδοκᾷ τὸ Δημόσιον. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει μόνον ἑτέρου νομοθετήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἀφορῶντος τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκω τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς. Ὑπολογίζει ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς 38,379 τὰς ἀποφάσεις τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων καὶ ὑπολογίζει ὅτι ἐξ αὐτῶν θὰ εἰσπραχθῶσιν 150.000 δρ., τουτέστιν ἀναλογοῦσι 4 δρχ. δι’ ἑκάστην ἀπόφασιν. Λαμβάνει ὡς προϋπόθεσιν, φαίνεται, ὅτι θὰ εἶναι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις δίφυλλοι, καὶ ὅτι ἀμφότεροι οἱ διάδικοι θὰ λαμβάνωσιν ἀνὰ ἓν ἀντίγραφον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ εἶναι καὶ ἀποφάσεις μονόφυλλοι, ὧν θὰ λαμβάνηται διπλοῦν ἀντίγραφον, καὶ ἀποφάσεις δίφυλλοι, ὧν θὰ λαμβάνηται ἁπλοῦν ἀντίγραφον. Πρέπει προσέτι ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀφορώσας τὸ Δημόσιον, ὧν ἡ ἀντιγραφὴ γίνεται ὑπὸ ἐργολάβου τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 150.000 δρχ. πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὑπὸ τὸ ἥμισυ. Ἐπίσης ὑπολογίζονται εἰς 77,985 αἱ ἀποφάσεις αἱ εἰρηνοδικειακαί, καὶ ἀπ’ αὐτῶν προσδοκᾶται ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν 150.000 ἐξ ἀντιγράφων. Καὶ ἐνταῦθα βεβαίως τίθησιν ὡς βάσιν του ὁ ποιούμενος τὸν ὑπολογισμὸν Ὑπουργὸς ὅτι πλείονα τοῦ ἑνὸς ἀντίγραφα θὰ δίδωνται ἑκάστης ἀποφάσεως, ὅπερ δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβές, πρέπει δὲ ν’ ἀφαιρέσωμεν πάλιν τὰς ὑποθέσεις, καθ’ ἃς διάδικος εἶναι τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἄνω ὑπολογισμῶν οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν. Ὑπολογίζονται προσέτι ἐντελῶς ἀνεξελέγκτως 150.000 δρχ. ἀπὸ τὰς 42.917 πράξεις τῶν προέδρων καὶ διάφορα ἄλλα πρακτικὰ ἢ πιστοποιητικὰ ὡς καὶ 100.000 δρχ. ἀπὸ ποινικὰ ἀντίγραφα. Εἶναι προφανὲς λοιπὸν ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι δέον νὰ καταβιβασθῶσι τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἥμισυ, ἤτοι αἱ ὑπολογιζόμεναι 550.000 νὰ γίνωσι 275.000, ἐξ ὧν πάλιν τὸ ἥμισυ ὁρίζεται ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, τουτέστι δέον νὰ ὑπολογισθῇ τὸ μερίδιον τοῦ Δημοσίου μόλις εἰς 125 ἕως 130.000 δραχμῶν. Ἀλλά, διὰ νὰ κρίνωμεν τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ τί θ’ ἀναγκασθῇ νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον εἰς προσθέτους ἐμμίσθους ὑπογραμματεῖς, διότι δέον προφανῶς ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τοιούτων πάντες οἱ ἄμισθοι γραφεῖς οἱ ὑπηρετοῦντες ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, καὶ οἵτινες ὑπερβαίνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμμίσθων· διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν νὰ μᾶς δώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς περὶ τοῦ τί δαπανᾷ σήμερον τὸ Κράτος διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ τί ἐλπίζει ὅτι θὰ δαπανηθῶσιν, ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁ προτεινόμενος νόμος καὶ διπλασιασθῇ ὁ ἀριθμός των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀντὶ ὠφελείας πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ζημίαν, καὶ οὕτως εὑρισκόμεθα, ὑποθέτω, εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄσκοπον καὶ ἐπιζήμιον.
§262Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν πρόνοιαν βλέπετε εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§263Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λέγετε ὅτι θὰ προαφαιρῆται ἓν 5% ὅπερ θὰ διανέμηται μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτάκτως θὰ προσλαμβάνωνται. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ διὰ τοὺς τακτικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες κατ’ ἀνάγκην θ’ αὐξήσωσι.
§264Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ αὐξήσωσιν οὗτοι.
§265Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσητε μὲ τὸ τακτικὸν προσωπικόν.
§266Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπετε τίποτε ἄλλο εἰς τὸ νομοσχέδιον; Λέγεται καὶ τὸ ἑξῆς: «Ἐν τῇ ἐγκρίσει τοῦ προέδρου ὁρίζεται συγχρόνως καὶ ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ τὸ διὰ τὴν ἀντιγραφὴν πληρωτέον κατὰ φύλλον εἰς τοὺς προσλαμβανομένους ἀμίσθους ποσόν, μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερβῇ τὰ 50 λεπτὰ κατὰ φύλλον».
§267Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀλλ’ ἀπὸ τίνος θὰ πληρώνωνται; Ἐκ τοῦ ἀποθέματος τῶν 5%, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφαιρῆται ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι εὑρισκόμεθα πάλιν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου κεφάλαιον, ἤτοι τὰς ἀγωγάς, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ φορολογία, παρατηρῶ ὅτι δὲν στηρίζεται αὕτη ἐπὶ εὐλόγου τινὸς βάσεως. Ἂν πρόκειται ν’ ἀποζημιωθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν παρεχομένην δικαστικὴν προστασίαν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ (ὀλιγώτερον ἐπὶ τῶν ἀγωγῶν τῶν μέχρι 10,000 δραχμ. καὶ πλειότερον ἐπὶ τῶν ἀγωγῶν τῶν ἀφορωσῶν ἄνω τῶν 10,000 δραχμ.), τότε ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωμεν οὐχὶ εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀγωγῆς, ἀλλ’ εἰς τὸ πράγματι ἐπιδικαζόμενον, τουτέστιν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ὡς ἐν Γαλλίᾳ.
§268Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον τοῦτο εἰσηγούμενος, ἀλλὰ κωλυόμεθα νὰ τὸ κάμωμεν.
§269Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Σήμερον ὅμως ὁ Α φορολογεῖται τοῦ Β περισσότερον, διότι δὲν γίνονται πᾶσαι αἱ ἀγωγαὶ δεκταί, οὔτε εἰσπράττονται πάντοτε τὰ ποσὰ αὐτῶν.
§270ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τεκμήριον παρέχει αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει. Τὸ τεκμήριον ἀνήκει εἰς τὴν ἰδέαν...
§271Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Φέρεται ἔχουσα καὶ ἑτέραν δικαιολογικὴν βάσιν ἡ φορολογία αὕτη, τὴν περιστολὴν τῶν προπετῶν ἀξιώσεων, διότι πολλάκις οἱ διάδικοι ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν τῶν ἀξιώσεών των ὑπὲρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσιν· ἀλλ’ ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἄδικος, διότι πλήττει ἐξ ἴσου δικαίους καὶ ἀδίκους τούς τε ἐντίμως καὶ τοὺς προπετῶς ἐνάγοντας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ ἡ τοιαύτη φορολογία πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, διότι ἔχομεν ἄλλας διατάξεις σκοπιμωτέρας· ἔχομεν τὴν διάταξιν περὶ τοῦ περιορισμοῦ ἢ τῆς καταψηφίσεως εἰς αὐτὸν τὸν ἐνάγοντα τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἥτις ἀρκεῖ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐπὶ τῆς τρίτης φορολογίας τῆς ἀφορώσης τὰς ἐκτενεῖς προτάσεις δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος, μολονότι καὶ αὐτὴ ἔχει μίαν ἀντιφατικὴν ὄψιν, διότι, συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δέον νὰ περισταλῶσιν αἱ λίαν ἐκτενεῖς προτάσεις· ἀλλὰ περιοριζομένων τῶν προτάσεων θὰ περισταλῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν δι’ αὐτὰς καταβαλλομένων καὶ προσδοκωμένων τελῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν φορολογίαν ταύτην ἀποδέχομαι ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λαμβάνωνται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ὑπ’ ὄψιν αἱ προσαγόμεναι προτάσεις ἐν ἀντιγράφῳ ἀντιπεφωνημένῳ καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλληται ἡ ἐν ταῖς ἑκάστοτε προτάσεσιν ἀντιγραφὴ αὐτῶν.
§272Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο δυσχεραίνει τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ, ἀλλ’ ὑποβάλετε τροπολογίαν.
§273Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐξέτασιν πλειόνων τῶν τριῶν μαρτύρων· ἡ διάταξις αὕτη διεγράφη, παρέμεινεν ὅμως ἓν λείψανον εἰς τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει καὶ τοῦτο νὰ διαγραφῇ.
§274Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτε χθές, κύριοι συνάδελφοι, ἤκουον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, ὁμιλοῦντος δὲ περὶ τῶν πλεονασμάτων καὶ περὶ τῆς καθ’ ὅλα κατ’ αὐτὸν ἀνθηρᾶς καταστάσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπέβαλλε πρὸς στήριξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, θὰ συγκατελέγετο καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὅτι διὰ τῆς κραυγῆς τῆς αἰθούσης ταύτης εἶχε καταδικασθῆ εἰς τὰ ἄδυτα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§275Γ. ΠΩΠ. Εἰς πόσον ὑπολογίζει τὸ νομοσχέδιον τὴν εἴσπραξιν ἐκ τοῦ ἐνσήμου τούτου;
§276ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες δραχμῶν ἔχουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§277Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἔμεινα κατάπληκτος, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐντριβὴς περὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ περὶ τὴν δημοσίαν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, ἐδέχθη, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον εἰσάγον φορολογίαν ἀντικειμένην καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δημοσίας οἰκονομίας καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Μοὶ ἔκαμε δὲ τόσῳ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν τὸ πρᾶγμα, ὅσῳ ἀνελογίσθην πόσα ἄλλα δὲν ἐκάμομεν, πόσας ἄλλας φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν τούτοις ἦλθε νὰ εἰσηγηθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐν ᾧ τὴν πρόοδον δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρόοδον ἐν τῇ διεκδικήσει τοῦ εἰσοδήματος, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πολίτης, ὅπως στραφῇ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ δικαίου, καὶ ζητήσῃ νὰ τάμῃ ἡ Πολιτεία τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ δικαίου αὐτοῦ, καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀποτέμνηται εἰς τοὺς πτωχοὺς ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πολιτείας. Εἶναί τι ἀνήκουστον, εἶναί τι τερατῶδες! Θὰ ἠδύνατό τις νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἀναλογικοῦ δικαστικοῦ τέλους, οὐδέποτε ὅμως εἰσπραττομένου κατὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς, ἀλλὰ κατὰ τὸ πέρας τῆς δίκης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δεικνύει μόνον τὴν ταμιευτικὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους, διάθεσιν ταμιευτικὴν τείνουσαν εἰς τὴν ἀποστέρησιν τῶν πτωχῶν ἀπὸ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς δικαστικῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Εἶπον, κύριοι Βουλευταί, τερατῶδες ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, κατὰ ταύτην τὴν βάσιν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἂς μὴ χαρακτηρισθῇ ἡ φράσις αὕτη δριμεῖα. Τὴν φράσιν ταύτην δανείζομαι ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ἐπειδὴ ἀπεδόθη εἰς τὸν Σωκράτη ὅτι εἶπέ ποτε δῆθεν ὅτι πρέπον θὰ ἦτο νὰ καταστῶσι λίαν βαρέα τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ὥστε νὰ περισταλῇ τὸ φιλόδικον τῶν πολιτῶν, ἐθεώρησεν ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν νὰ συντάξῃ ἀπολογίαν ὑπὲρ τοῦ Σωκράτους εἰς τὴν «Ἐπιθεώρησιν τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν» (τόμ. Αʹ σελ. 325).
§278ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί λέγει;
§279Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἄρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς διατριβῆς του (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ γαλλικῇ ἐπιστήμῃ κυκλοφορεῖ ἀδέσποτος διδασκαλία τις συμβουλεύουσα τὴν αὔξησιν τῆς δικαστικῆς δαπάνης πρὸς περιστολὴν τῶν δικῶν, ἀποδιδομένη δ’ εἰς τὸν Σωκράτη καὶ γινομένη ἀφορμὴ σφοδρῶν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπιθέσεων κατὰ τοῦ Ἕλληνος φιλοσόφου. Οὕτω παρὰ τῷ Wallez ἀναγινώσκομεν ταῦτα... Ἄλλως τε ἡ σκέψις τοῦ Σωκράτους δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν συνετοῦ νομοθέτου κλπ.». Ἡ τοιαύτη εἰς τὸν μέγαν φιλόσοφον ἀποδιδομένη μομφὴ καὶ κατηγορία ἐξήγειρε τὰ νεῦρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐφιλοτέχνησεν οὗτος τὴν δευτέραν τοῦ Σωκράτους ἀπολογίαν, δι’ ἧς ἀναιρεῖται ὅτι εἶπέ ποτε ὁ Σωκράτης τι περὶ δικαστικῶν τελῶν, καὶ ἥτις τελειώνει οὕτω πως: «Τοιουτοτρόπως ὁ μέγας υἱὸς τοῦ Σωφρονίσκου, ὅστις ζῶν τοσοῦτον σκληρῶς ἠδικήθη καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν του, ἐπέπρωτο καὶ μετὰ μακροὺς ἀπὸ τοῦ θανάτου του αἰῶνας νὰ κατηγορηθῇ καὶ αὖθις ὑπὸ νέων Μελήτων καὶ νὰ καταδικασθῇ ὡς διδάσκαλος τερατωδῶν δογμάτων, χωρὶς κἂν νὰ δύναται πλέον ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς νέας σκευωρίας τῆς ἀπολογίας του τὴν σοφὴν ὑψηγορίαν». Δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλησμόνησεν ὅσα ἔγραφεν ὡς ἐπιστήμων καὶ εἰσηγήθη ἤδη μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι μόνον ταμιευτικόν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικίνδυνα, εἶναι ἄδικα, εἶναι ἀντιλαϊκά, διότι στεροῦσι τὸν πτωχὸν πολίτην ἀπὸ τοῦ μέσου ὅπως διεκδικήσῃ τὸ καταπατούμενον δίκαιόν του. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἀδικία, ἡ αὐτὴ ἀντιδημοκρατικότης, ἡ αὐτὴ ἀντιλαϊκότης τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προικοδοτήσεως τῆς δυνατῆς τάξεως, κατὰ τὴν προσφυᾶ ἔκφρασιν τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου κ. Κουτούπη, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προικοδοτήσεως τῶν δικαστῶν, τῶν ἰσχυρῶν, ἀφαιρεῖται τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματος πτωχῶν βιοπαλαιστῶν, καὶ ἀφήνεται νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ τοῦ ἡμίσεος τούτου κατὰ τρόπον ἥκιστα δίκαιον ἀπέναντι τῶν καταβαλλόντων τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, κατὰ τρόπον μάλιστα, ὅστις διὰ τῆς παρεχομένης εὐρείας ἀδείας ὅπως προσλαμβάνηται ἀμισθὶ πρόσθετον προσωπικόν, θὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ἀδικίαν εἰς βάρος τῶν ὑπογραμματέων καὶ τῶν ἐμμίσθων γραφέων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀντιλαϊκὸν καὶ ἄδικον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὰ δι’ αὐτοῦ προτεινόμενα μέτρα θὰ εἶναι καὶ παρακωλυτικὰ τῆς λειτουργίας τῶν Δικαστηρίων καὶ καταθλιπτικὰ τῶν πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἐχόντων ληψοδοσίας προσώπων. Τὰ περὶ τούτου ἀνέπτυξεν ἄριστα ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον ὑμᾶς ἀναπτύσσων τὰ κατ’ αὐτό. Θὰ εἶναι καταδεδικασμένοι καὶ οἱ διάδικοι καὶ οἱ δικηγόροι νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτὴν τὴν φορολογίαν, νὰ πληρώσωσι δὲ καὶ πρόσθετον ἐκτὸς τοῦ νόμου φόρον, ἵνα λάβωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν ἤδη καταβάλλοντες ὅσα καταβάλλουσιν ἄνευ παραπόνου, διότι δὲν ἠκούσθησαν παράπονα. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς πρὸς ἄλλο μέτρον ἀντιεπιστημονικόν. Ἐφ’ ὅσον ἡ διαδικασία ἡμῶν εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἔγγραφος, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πολυλογῶμεν ἐν ταῖς προτάσεσι, διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν ἀπορριπτομένους ὡς ἀορίστους, διότι οὕτως ἔδοξε δικαστῇ τινι στενοκεφάλῳ, εἶναι ἄδικος ἡ φορολογία ἡ πρόσθετος ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπὶ προτάσεων πέρα τῶν πέντε φύλλων. Οὐδὲν ἐκ τῶν μέτρων τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτεινομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι δίκαιον νὰ τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεως ὑμῶν. Ἄν ἤθελεν ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ μόνον τὸ μέτρον τῆς καταβολῆς τέλους, ἀλλὰ τέλους εἰσπραττομένου ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ ἀπογράφου τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐπιδικάζει ἢ ἀπορρίπτει τὸ ὑπὸ συζήτησιν δίκαιον. Μόνον τοιοῦτον μέτρον θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις, τὰ δ’ ἄλλα εὑρίσκω ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καὶ ἀντιλαϊκὰ καὶ ὡς τοιαῦτα θὰ τὰ καταψηφίσω κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ 1 ἄρθρον αὐτοῦ). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Βάρθης, Γ. Πὼπ, Ἰ. Πατσουράκος, Π. Καραπᾶνος, Β. Μιχαλέας, Εὐστρ. Κουλουμβάκης καὶ Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλουσιν ἔνστασιν ἀπαρτίας. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 155 Βουλευτῶν. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 10 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§283Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι πιστεύω εἰς τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον διότι πιστεύω ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἐγγράφου διαδικασίας καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προφορικῆς, τῆς ὁποίας τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα πάντες γνωρίζομεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνεθυμήθη πάντας εἰς τὰ διάφορα ποσοστά, ἀλλὰ δὲν ἐνεθυμήθη τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, ὅστις διά τινος ἐπιβοηθήσεώς του τότε δύναται νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς πρὸς περίθαλψιν τῶν πενομένων οἰκογενειῶν τῶν δικηγόρων. Εἰς τοῦτο δὲν συμφωνεῖ ἡ Βουλή; (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 3–7).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§285Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§286Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ 8ον, ἀπαλειφομένου τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τὸ 9, 10 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 40.
§288Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 124, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν Κεφαλληνίας.
§289Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἀκατασχέτου τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον.
§290ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πάντες οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ συναινοῦσιν εἰς αὐτό.
§291Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι λίαν λελογισμένη καὶ μεμελετημένη ἡ πρότασις.
§292Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχει ἡ Βουλή.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 40. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ͵ΓΩΙΘʹ (3819) νόμου τῆς 6ης Ἰουλίου 1911 περὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 44. Αʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐργασίας γυναικῶν καὶ ἀνηλίκων». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον).
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 46.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή).
§297Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πάντες οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Κεφαλληνίας, Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, Μεσσηνίας, Λευκάδος, Ζακύνθου εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀκατασχέτου τοῦ σταφιδοκάρπου.
§298ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαῦτα νομοσχέδια διὰ νὰ υἱοθετηθῶσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ συνεννοηθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἄνευ τοιαύτης συνεννοήσεως δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς συζήτησιν.
§299Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν· εἶναι δικαιότατον καὶ σύμφωνον πρὸς ὅλην τὴν νομοθεσίαν.
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 48, κύριε Πρόεδρε.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ὅρων τῆς ἱδρύσεως βιομηχανικῶν ἐργοστασίων». (Τὸ νομοσχέδιον κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 19 πρότασις νόμου. Συζήτησις κατ’ ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1899 καὶ τοῦ ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1900 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 153 πρότασις νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΩΜΑʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1911».
§305Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§307Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι προτείνεται ἡ εἰσαγωγὴ δυσαναλόγου ἐπιβαρύνσεως τῶν ἑταιρειῶν οὐχὶ σκοπίμως, διότι δὲν θὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν. Φρονῶ ὅτι χρειάζεται ἄλλη μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν καὶ οὐχὶ ἡ λαμβανομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος διὰ τὴν σύνταξιν τῶν παθόντων ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ καθόλου ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι παντάπασι διατεθειμένος ἀσυζητητὶ νὰ στέρξω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, ὅπερ ὁμολογουμένως δὲν ἔχει ἐμπεριστατωμένως μελετηθῆ. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις αὐτοῦ μοὶ ἐγέννησε πολλὰς ἀμφιβολίας ἂν θὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθενται οἱ συντάκται τῆς προτάσεως νόμου. Ὑπάρχει ἤδη νόμος τοιοῦτος, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν κατωρθώθη ν’ ἀποδώσῃ ἐκεῖνα τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶνται, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ οἰκονομικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι, δὲν εἶναι ἀρτίως μεμελετημένη. Εἶναι ἀγαθὴ ἡ διάθεσις τῶν συγγραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὴν δεχθῶμεν ἀσυζητητί.
§308Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἄλλο καλλίτερον ἂς τὸ ψηφίσωμεν.
§309Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ὅμως περιττὸν νὰ γεννῶμεν τὴν ἰδέαν εἰς τοὺς ἐργάτας ὅτι προνοοῦμεν περὶ αὐτῶν, ὅτι λαμβάνομεν σοβαρὰν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν λαμβάνεται τοιαύτη σοβαρὰ πρόνοια.
§310Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὑρίσκεται ἐν πλήρη πλάνῃ, διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται εἰμὴ περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπάρχοντος νόμου χάριν αὐτῶν τῶν ἐργατῶν. Μέχρι τῆς σήμερον π. χ. ὁ ἐργάτης ὁ παθὼν δὲν λαμβάνει τὰ δικαιώματά του πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ τὸ συμβούλιον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναμένει ἐπί τινα καιρὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ βοήθημα. Ἐνταῦθα ὁρίζομεν ὅτι εἶναι ἠναγκασμέναι αἱ ἑταιρεῖαι νὰ χορηγῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν τὸ νόμιμον ποσοστὸν ἅμα τῇ παθήσει. Ἐπίσης τὸ ἀκατάσχετον ὁρίζεται σαφῶς, ὥστε αἱ ἑταιρεῖαι ὁσάκις ἐπιβάλλεται κατάσχεσις νὰ μὴ δικαιῶνται νὰ δεχθῶσι ταύτην. Τὸ τρίτον ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν πόρων οὐδεμίαν σχέσιν προτιμήσεως ἔχει ἡ μία ἑταιρεία ἢ ἡ ἄλλη. Μέχρι τοῦδε αἱ ἑταιρεῖαι καταβάλλουσι τὸ 1% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ αὐτῶν εἰσοδήματος, σήμερον λέγομεν ὅτι θὰ καταβάλλωσι 1½%, τὰ δὲ λατομεῖα, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν 1%, θὰ καταβάλλωσι 3%.
§311ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Τὰ λατομεῖα διατί νὰ καταβάλλωσι τόσα πολλά; Κάμνουσι τόσας πολλὰς ἐργασίας καὶ πρέπει νὰ καταβάλλωσι περισσότερα;
§312Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλείων ἔχει κεφάλαιον 1.000.000 ὡς ἔγγιστα, τὸ ὁποῖον παρήχθη ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ 1% τῶν μεταλλείων καὶ μόνον τῶν μεταλλείων. Τὰ δὲ λατομεῖα δὲν ἔχουσι συνεισφέρει οὔτε λεπτόν, τὰ εἰσοδήματα τοῦ ταμείου εἶναι οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου τούτου, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 40.000 δραχ. καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ 1% ἀνερχόμεναι εἰς 20.000 ἢ 25.000 δραχ. καὶ χορηγούμεναι ἐπίσης κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰ μεταλλεῖα, ὥστε τὸ εἰσόδημα προέρχεται σχεδὸν ὅλον ἐκ τῶν μεταλλείων καὶ μόνον κατ’ ἐλάχιστον ἐκ τῶν λατομείων. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ αὐξήσῃ ἡ εἰσφορὰ τῶν λατομείων, ἵνα ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἀναλογία εἰς τὰ βάρη. Ἡ αἴτησις λοιπὸν γίνεται συμφώνως μὲ τὸ δίκαιον. Πάντα τὰ ἄρθρα ἓν πρὸς ἓν ἂν τὰ ἐξετάσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ἐντελῶς ἀφορῶσι τὴν προστασίαν τῶν ἐργατῶν.
§313Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀναβάλλετε;
§314Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναγκαιότατον.
§315ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἰδίως ἐκ μέρους τῆς κοινωνιολογικῆς ὁμάδος, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑποχωρήσωμεν.
§316Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὡς ἐκ τῆς ταχύτητος, μετὰ τῆς ὁποίας διεξάγονται αἱ ἐργασίαι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν ὅτι ἐπεξειργάσθη τὴν πρότασιν ἐπιτροπή, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν. Ἤθελον ὅμως νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19. Ἤθελον νὰ προτείνω, ὅπως τὰ συμβούλια τὰ διευθύνοντα τὰ περὶ ὧν πρόκειται ταμεῖα ἐκτὸς τῶν ἄλλων μελῶν ἀπαρτίζωνται κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ ἐκ τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου.
§317Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–18, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 20, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§319Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 37 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑποδιδασκάλους».
§320Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§322Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μόνον διὰ τοὺς ὑποδιδασκάλους δὲν ἔχει χρήματα ἡ Κυβέρνησις. Νὰ σπαταλᾷ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἑκατομμύρια ἔχει. Δὲν θὰ περάσῃ κανὲν ἄλλο νομοσχέδιον.
§323ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ περὶ δήμων, κύριε Πρόεδρε.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων».
§325Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδείς, Κύριοι, ἐπόθησε περισσότερον ἐμοῦ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος μέχρι τοῦ νῦν δημοτικοῦ συστήματος. Πάντες ἴσως ἐποθήσατε τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην ὅσον καὶ ἐγώ, ἀλλὰ περισσότερον ἐμοῦ, λέγω, ἀδύνατον νὰ τὴν ἐπόθησέ τις ἐξ ὑμῶν. Ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης, πιστεύσατέ με, κύριοι Βουλευταί, ἐστήριξα πάσας τὰς ἐλπίδας περὶ νέου πολιτικοῦ βίου προοδευτικοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἐν τούτοις, λαμβάνων τὸν λόγον, ἐπείγομαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος. Μὴ σᾶς ταράσσῃ, Κύριοι, ὁ ὄγκος τῶν βιβλίων, καὶ μὴ σᾶς ταράξῃ ἀκόμη ὁ μετ’ ὀλίγον προσκομισθησόμενος μεγαλείτερος ὄγκος ἄλλων βιβλίων, διότι εὐθὺς ἀμέσως θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ πεισθῆτε ὅτι ὄντως ἐπείγομαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος. Ἐλάχιστα θὰ χρησιμοποιήσω τὰ βιβλία, ἀλλὰ θὰ χρησιμοποιήσω αὐτά, ἵνα δώσω ἁπλῶς μεῖζον κῦρος εἰς τοὺς λόγους μου, λόγους ἀποδεικνύοντας, τολμῶ νὰ πιστεύω, τὴν ματαίωσιν τῶν μεγάλων ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἐστήριξα ἐπὶ μιᾶς προσηκούσης μεταρρυθμίσεως τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν δημοτικοῦ συστήματος. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις δῆθεν ἐπεξειργάσθη κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέλαβεν ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ μεγάλου νομοθέτου τοῦ 1833. Ἔχω ὑποχρέωσιν, καὶ ἐγὼ ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδηλώσω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους πρὸς τὸν μέγαν νομοθέτην τοῦ 1833, τὸν ἀοίδιμον Μάουρερ. Κατὰ τοὺς καιρούς, κατὰ τοὺς ὁποίους συζητοῦμεν τοιοῦτον θεσμόν, δὲν εἶναι ἄξιος ὑπερασπίσεως ὁ νομοθέτης τοῦ 1833, καὶ δὲν εἶναι ἄξιος ὑπερασπίσεως, οὐχὶ διότι ἔχει ἄδικον ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἰσχυριζόμενος ὅτι κατήρτισε κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους νόμον φιλελεύθερον, αὐτόχρημα ῥιζοσπαστικόν, καθόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ διότι κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους συντάσσων νόμον τοπικῆς διοικήσεως δὲν ἐφρόντισε πάσῃ δυνάμει καὶ ψυχῇ νὰ μὴ εἶναι τόσον φιλελεύθερος καὶ ῥιζοσπαστικός. Οὐχὶ δὲ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ προκόψῃ ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις καὶ ὑπὸ πολίτευμα μοναρχικόν, ἀλλὰ διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξερχόμενος τότε μόλις δουλείας πολλῶν αἰώνων, δὲν ἦτο ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ θεσμὸν φιλελεύθερον, αὐτόχρημα ῥιζοσπαστικόν. Ὅτι δὲ οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς, οὐχὶ κατόπιν βαθείας μελέτης τῶν πραγμάτων καὶ πορισμάτων ἐξηκριβωμένων ἐτέθη ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἀποδεικνύουσι περιτράνως αἱ ὁδηγίαι τοῦ αὐτοῦ ἐκείνου νομοθέτου περί τε τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ καὶ περὶ τῶν ἀντιλήψεων, αἵτινες ἔδει νὰ κρατήσωσι κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ῥητῶς ἐδήλου ὁ μέγας ἀληθῶς ἐκεῖνος νομοθέτης ἐν ταῖς ὁδηγίαις αὐτοῦ ὅτι, ἱδρύων τοὺς δήμους, ἵδρυεν ἀληθῶς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς διοικήσεως, τὸ θεμέλιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, δὲν ἵδρυε τουτέστι θεσμὸν τοπικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἵδρυε θεσμὸν τοῦ Κράτους, θεσμὸν ἀφορῶντα τὴν διαίρεσιν τὴν διοικητικὴν τοῦ Κράτους. Λέγει ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος (ἀναγινώσκει): «Οἱ δῆμοι ἀποτελοῦν τὸ κατώτερον μέλος εἰς την διαίρεσιν τοῦ Βασιλείου. Καθώς, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 3) 15 Ἀπριλίου 1833, τὸ Βασίλειον σύγκειται ἐκ δέκα νομαρχιῶν, καὶ πᾶσα νομαρχία ἔκ τινος ἀριθμοῦ ἐπαρχῶν, οὕτω πᾶσα ἐπαρχία θέλει σύγκεισθαι ἀπὸ δήμους, οἵτινες θέλουσι διορισθῆ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὸν πληθυσμόν». Λέγει ἀκόμη ἐν ταῖς ὁδηγίαις ἐκείναις (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος ὀφείλει νὰ διαχειρίζηται ὅλην τὴν ἐπιτόπιον κατὰ τὸν δῆμον ἀστυνομίαν· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ἂν δὲν εἶναι ὅλα τὰ μέρη τοῦ δήμου τόσον πλησίον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐφορεύῃ μὲ ἄγρυπνον ὄμμα». Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ἐμπεφορημένος φιλελευθέρων ἰδεῶν, διέβλεπεν ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, ἐν τῇ μεγαλονοίᾳ αὐτοῦ, ποῦ τείνουσιν οἱ θεσμοὶ τῶν νεωτέρων Κρατῶν, καί, ἐν ᾧ τοιουτοτρόπως ἀντελαμβάνετο τοῦ συστήματος των δήμων, ἀφ’ ἑτέρου ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξωτερικεύσῃ τὰς ὑπὸ ἓν ὑποσυνειδήτῳ ἴσως καταστάσει ἰδέας του περὶ τοπικῆς διοικήσεως καὶ γράφει ἐν ταῖς ὁδηγίαις αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν δῆμον λοιπόν, ὡς εἰς ἔσχατον μέλος, λήγουν ἅπαντες οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους· ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἀποτελεῖ σῶμα αὐθύπαρκτον, ἐπιδεκτικὸν ἰδιαιτέρας διοικήσεως, καθόσον ἀφορᾷ τὸν πολιτικόν, τὸν οἰκονομικόν, ἐκκλησιαστικόν, ἐκπαιδευτικὸν καὶ ἐν γένει πάντα ἄλλον κλάδον τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Τὸ δὲ χαρακτηριστικὸν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως συνίσταται εἰς τὸ ὅτι οἱ πραγματοποιηθησόμενοι σκοποὶ ἀφορῶσι μόνον τὸν δῆμον καὶ ἐπεκτείνονται εἰς ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν μελῶν τούτων δεσμοί, πηγάζοντες ἀπὸ κοινὰ συμφέροντα ἢ ἀπὸ σχέσεις συγγενείας, φιλίας ἢ ἄλλης συναρμογῆς, ἐκεῖ στερεῖται ἡ κοινὴ διοίκησις τῶν πρώτων της θεμελίων καὶ ἡ ἔκτασίς της ματαιώνει τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῆς συστάσεώς της». Πλήρη καὶ ἀρτίαν, δύναταί τις εἰπεῖν, ἔχει τὴν ἔννοιαν τῶν ἀπαιτουμένων προϋποθέσεων, τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων, τῶν ἀναγκαίων συνθηκῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ σύστημα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀξιεπαίνως δὲ καὶ εὐδοκίμως ἀσχολούμενος περὶ τὰ θέματα ταῦτα καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς λέγει, εἰσηγούμενος πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τάδε (ἀναγινώσκει): «Ὅπως δὲ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ ἀναγνωρίζομεν τὰ διάφορα δικαιώματα τῶν προσώπων, ἡ δὲ πραγματική των ἀναγνώρισις ἀσφαλίζεται διὰ τῆς ὑπάρξεως δικαστικῆς λειτουργίας ἐγγυωμένης τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπονεμημένα εἰς τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁμοία ἐγγύησις». Ἔχω ἐρωτήσει αὐτὸν καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι, ὅτε ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς «οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων δικαίων» ἐνόει «δικαίων ἢ μᾶλλον συμφερόντων συλλογικῶν», δηλ. συμφερόντων πολλῶν ἀπὸ κοινοῦ προσώπων. Καθὼς ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει καὶ προστατεύει τὰ δίκαια τοῦ ἀτόμου, οὕτω, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἀναγνωρίζει καὶ προστατεύει διακεκριμένα συλλογικὰ δίκαια. Βάσις καὶ πηγὴ τοῦ δικαίου εἶναι τὸ συμφέρον. Ἵνα προβάλῃ δίκαια τὸ ἄτομον, ἀναγνωριζόμενα καὶ προστατευόμενα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, πρέπει νὰ ἔχῃ συμφέρον τι διακεκριμένον. Ἵνα ὑπάρξωσιν ὁμοίως συλλογικὰ δίκαια πολλῶν προσώπων, ἀπὸ κοινοῦ παρισταμένων, ἀναγνωριζομένων καὶ προστατευμένων ὑπὸ τῆς Πολιτείας, πρέπει νὰ ὑπάρξωσι συλλογικὰ συμφέροντα, συμφέροντα τουτέστι διακεκριμένα, ἀφορῶντα ἀμέσως διακεκριμένως τὸν σύλλογον ἐκεῖνον τῶν προσώπων. Ἐὰν ἡ βάσις αὕτη δὲν ὑπάρξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὀργανισμὸς τοπικός, ὀργανισμὸς παρέχων τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ ἐχέγγυα τῆς προόδου καὶ προκοπῆς. Καὶ ἐν τούτῳ ἀληθῶς ἐπλανᾶτο καὶ κακῶς ἐνομοθέτει ὁ Μάουρερ κατὰ τὸ 1833, διότι, ἱδρύων τὸν ἔσχατον βαθμὸν τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἰσάγων θεσμὸν φιλελεύθερον, ῥιζοσπαστικὸν αὐτόχρημα, μὲ ἀρχὰς αὐτοδιοικήσεως, δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ θεσμὸς αὐτοῦ νὰ προκόψῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε συμφέρον κοινὸν καὶ διακεκριμένον μεταξὺ πάντων τῶν ἀποτελούντων τοὺς τότε συσταθέντας δήμους. Εἶχεν ἑπομένως θεμελιῶδες ἐλάττωμα ὁ θεσμὸς τοῦ 1833, τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο, ὅπερ πάσχουσι πανταχοῦ καὶ πάντοτε οἱ τοπικοὶ θεσμοί, οἵτινες δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν, οἵτινες δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς δὲν δημιουργεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὁ ὀργανισμὸς εὑρίσκεται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀναγνωρίζεται ὑπ’ αὐτοῦ, προστατεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, ῥυθμίζεται ἁπλῶς. Ἦτο περίτεχνον τὸ νομικὸν κατασκεύασμα τοῦ 1833 καὶ εἶχεν ὅλην τὴν ψυχὴν τῆς ἀναφαινομένης τότε καὶ προαγομένης ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ δὲν προήρχετο ἀπὸ τῆς βαθείας γνώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, δὲν προήρχετο ἀπὸ μεθόδου θετικῆς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ Μάουρερ κατὰ τὸ 1833, μήπως ὑποπίπτομεν ἡμεῖς περισσότερον καὶ καταφανέστερον; Καὶ ἂν ὑποπίπτωμεν εἰς τοιοῦτο σφάλμα, εἴμεθα πολὺ μᾶλλον ἀσύγγνωστοι ἐκείνου, διότι καὶ ἡ ἐπιστήμη ἔχει καταπληκτικῶς προοδεύσει ἔκτοτε καὶ οἱ θεσμοὶ καταπληκτικώτερον ἔχουσι προοδεύει καὶ ἡ μέθοδος ἡ θετική, ἡ ἐπιστήμη ἡ μορφουμένη ἐκ τῆς παρατηρήσεως τῶν πραγμάτων, εἶναι μέθοδος πλέον σήμερον καθολικὴ καὶ χειραγωγεῖ αὐτὴν τὴν φιλοσοφίαν. Δὲν ἐλάμβανεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 ὑπ’ ὄψιν τὴν προηγηθεῖσαν ἱστορίαν τῆς χώρας ταύτης, ἀλλὰ λαμβάνομεν ἡμεῖς ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐντεῦθεν; Θεσμός, Κύριοι, ὅστις ἐκράτησεν ἐπὶ 80 περίπου ἔτη, θεσμὸς κανονίζων ἅπαντα τὰ ἄμεσα κοινὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὅστις ἐρρύθμιζε τὰς πρώτας πολιτικὰς αὐτῶν ἀντιλήψεις, ὅστις ἐσφυρηλάτει τὰς πρώτας αὐτῶν πολιτικὰς ἕξεις, ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος καὶ πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἐδημιούργησεν ἱστορικὸν ἀποτέλεσμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναγκαίως, ἀκαταγωνίστως, οἱονδήποτε θέτοντες θεσμόν, θὰ βασισθῶμεν. Εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν μόλις νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἐπισκεφθεὶς αὐτὸν κατὰ τὴν ἀσθένειάν του, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ ἕξεις καὶ αἱ μέθοδοι μεταφέρονται ἀναγκαίως ἀπὸ θεσμοῦ εἰς θεσμόν. Εἶναι γενικὴ παρατήρησις ἄνευ ἐξαιρέσεως αὕτη, προκειμένου ὄχι μόνον περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν θεσμῶν ἀκόμη ἐκείνων, οἵτινες συνέχουσι καὶ συγκρατοῦσι καὶ ἐμπνέουσιν ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπίνην ψυχήν, προκειμένου καὶ περὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν θρησκειῶν. Ἐπῆλθε, Κύριοι, ὁ χριστιανισμὸς καὶ συνέτριψε τὰ εἴδωλα καὶ ἐξηφάνισε τοὺς ἀπειραρίθμους θεοὺς καὶ μεταμόρφωσεν ὁλοκλήρως τὴν ἰδέαν τῆς θεότητος, καὶ μετέβαλεν ὁλοκλήρως τὴν ἔννοιαν περὶ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἱδρυτὴς τῆς θρησκείας· «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Καὶ ἔλεγεν ὁ Χριστός· «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν». Καὶ ἡ θρησκεία ἐκείνη ἐγίνετο ἀσπαστὴ τόσον ὁλοψύχως, ὥστε ὤθει τοὺς ἀνθρώπους κατὰ μυριάδας εἰς αὐτοθυσίας καὶ ὁλοκαυτώματα. Ἀλλ’ ὅτε οἱ χριστιανοὶ ἠθέλησαν νὰ λατρεύσωσι τὸν ἕνα καὶ μόνον Θεόν, τὸν Θεὸν πνεῦμα, οὐχὶ δὲ τοὺς θεοὺς μὲ τὰς ἀνθρωπίνας ἰδέας καὶ τὰ πάθη, ἐλησμόνησαν τὴν μέθοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸς αὐτοὺς νὰ λατρεύσωσι τὸν ἕνα Θεὸν καὶ ἐλάτρευσαν αὐτὸν κατὰ τὰς αὐτὰς μεθόδους, κατὰ τὰς αὐτὰς τὰς ὁποίας προσέφερον θυσίας εἰς τοὺς πολλοὺς θεούς. Τί εἶναι, Κύριοι, τὰ κόλλυβα μέχρι σήμερον ἀκόμη καὶ ὁ οἶνος; Δὲν εἶναι αἱ σπονδαί; Δὲν εἶναι τὰ δεῖπνα τῆς Ἑκάτης; Εἶναι πλάνη λοιπόν, εἶναι πλάνη οἰκτρά, εἶναι πλάνη μὴ ἐπιτρεπομένη κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, νὰ πιστεύητε ὅτι μεταβάλλοντες τὸν θεσμὸν καταλύετε τὸν κομματισμόν. Αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰς κοινότητας θὰ ἐνεργηθῶσι κατὰ τὰς αὐτὰς μεθόδους, θὰ προκαλέσωσι τὰ αὐτὰ πάθη, θὰ διαιρέσωσι τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν κοινότητα ὁμοιότατα κατὰ μερίδας· καὶ χειροτέρας μάλιστα, διότι, ὡς λέγει σοφός τις, καὶ πολιτειολόγος καὶ φιλόσοφος, τὸν ὁποῖον συμβαίνει νὰ θαυμάζω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, «ὅπου τελειώνουσι τὰ μεγάλα ζητήματα, ἀρχίζουσι τὰ μικρὰ συμφέροντα». Ἀλλ’ ὅπου ἀρχίζουσι τὰ μικρὰ συμφέροντα ἀρχίζουσι τὰ ζωηρὰ πάθη, καὶ ὅπου προκειμένου περὶ μικρῶν συμφερόντων χωρίζονται εἰς μερίδας καὶ ἀρχίζουσι τὰ πάθη ἀρχίζει ἡ ἀγριότης τῆς φατρίας. Εἶναι φυσικόν, Κύριοι, δὲν εἶναι δυσνόητον τὸ πρᾶγμα, διότι, ὅπου ὑπάρχουσι μεγάλα συμφέροντα καὶ μεγάλαι ἰδέαι, ὑπάρχουσι κεφάλαια, ὡς εἰπεῖν, πρὸς ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεις, πρὸς συμβιβασμόν. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου τὰ συμφέροντα εἶναι μικρά, δὲν ἔχει πλέον τις νὰ θυσιάσῃ, δὲν ἔχει ἐπαρκῆ κεφάλαια, ἵνα προβῇ εἰς παραχωρήσεις, ἵνα ἐπέλθῃ ὁ συμβιβασμός. Οἱ νέοι Βουλευταὶ οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν πολιτικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου θέλομεν τὴν κατάργησιν τῶν δήμων, διὰ νὰ πέσῃ ὁ κομματισμός, νὰ πέσωσι τὰ κομματικὰ κεφάλαια τῶν παλαιῶν πολιτευομένων καὶ νὰ κατέλθωμεν ἐναντίον αὐτῶν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἐκλογικόν, ὅπου πιθανώτατα θὰ ἐξέλθωμεν νικηταὶ καὶ τροπαιοῦχοι. Ὁποία πλάνη! Ἐκεῖνο, Κύριοι, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπερέχουσιν οἱ παλαιοὶ πολιτευόμενοι τῶν νεωτέρων, δὲν εἶναι ὅτι πλείονες ἐκ τῶν πολιτῶν προτιμῶσιν αὐτοὺς ἡμῶν· πλείονες πολῖται ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὡς Βουλευτοῦ ἢ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἐκείνων, ἀλλ’ ὑπερέχουσιν ἡμῶν ἐκεῖνοι κατὰ τὴν ὀργάνωσιν τὴν κομματικήν· ἔχουσι κατὰ δήμους τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν, ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ δώσωσι τὰς παραγγελίας, τοὺς ὁποίους θὰ θέσωσιν εἰς κίνησιν ἐκλογικὴν ἐν γένει. Ἡ ὀργάνωσις σήμερον εἶναι καταδήλως χαλαρὰ καὶ εἶναι γνωστὸν πόσην ἔχει χαλαρότητα· ἀποδεικνύουσι ταύτην τὰ τελευταῖα γεγονότα. Ποῖον θὰ εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτου θεσμοῦ, θεσμοῦ περὶ κοινοτήτων; Ἡ ὀργάνωσις νὰ παύσῃ πλέον νὰ εἶναι ἡ καταδήλως χαλαρὰ καὶ νὰ γίνῃ ἡ σφιγκτή, ἡ μανιώδης κατὰ χωρία. Ἐκεῖνοι ἢ ἡμεῖς θὰ ἐπιτύχωμεν τοιαύτην ὀργάνωσιν; Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ἐν γένει τὸ πρᾶγμα εἶναι χειρότερον διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἐξηγέρθημεν εἰς ἐπανάστασιν, Βουλευταὶ τῆς ἀνορθώσεως, Βουλευταὶ ἐπαναστάται, ἵνα μεταβάλωμεν τὰ πράγματα ἢ τὰ πρόσωπα; Ἠθελήσαμεν μεταβολὴν πολιτικῶν μεθόδων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν πραγματικῶς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς πολιτικῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας ἡμῶν ἢ ἁπλῶς ἐποθήσαμεν ἡμεῖς, νέοι, κομματάρχαι, ν’ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς ἄλλους παλαιοὺς κομματάρχας; Δὲν πιστεύω ὅτι ἐπιθυμεῖ τις ἐξ ὑμῶν τοῦτο, διότι θὰ ἦτο ἀναμφιβόλως ἀνόσιον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν αὐτὴν ἀφετηρίαν, κύριοι Βουλευταί, ἵνα προχωρήσω εἰς ἄλλην σειρὰν σκέψεων. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχει τις ἐξ ὑμῶν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ εἷς ὀργανισμὸς τοπικός, τοῦ ὁποίου τὰ δίκαια ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ προστατεύσῃ ἡ Πολιτεία, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συμφέρον διακεκριμένον ὡρισμένης ὁμάδος προσώπων, καὶ ἔλεγον πρὸ μικροῦ ὅτι ἔσφαλεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν δήμων, τοὺς ὁποίους ἵδρυε, δὲν ὑπῆρχεν ἡ διακεκριμένη αὐτὴ κοινότης τῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἔκτοτε; Ἔκτοτε παρῆλθον ὀγδοήκοντα περίπου ἔτη, ἔκτοτε καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐβελτιώθησαν, ἔκτοτε ἀπειράριθμοι ἐγένοντο ἐπιγαμίαι μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων χωρίων τοῦ αὐτοῦ δήμου, — καὶ πολλάκις οἱ γάμοι ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεταβίβασιν τῶν περιουσιῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς χωρίου εἰς τὸ ἕτερον —, ἔκτοτε ἀπειράριθμοι ἐπίσης ἐγένοντο συναλλαγαὶ μεταξὺ τῶν χωρικῶν διαφόρων χωρίων, συντελούντων δὲ οὐχὶ ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων, τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, τοῦ κοινοῦ εἰρηνοδίκου, τοῦ κοινοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τῆς συχνῆς συναντήσεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου, ἐμορφώθη τὸ κοινὸν αὐτὸ συμφέρον μεταξὺ τῶν κατοίκων διαφόρων χωρίων εἰς πλεῖστα ὅσα μέρη τοῦ Βασιλείου. Τὸ κοινὸν συμφέρον δὲν περιορίζεται πλέον εἰς τὰ ὅρια ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ χωρίου· τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπεξετάθη. Ὅπως στηρίξωμεν ἑπομένως τὸν θεσμὸν τῆς τοπικῆς διοικήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ 1833, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἱδρύσωμεν τὴν πρώτην βαθμίδα τῆς διοικήσεως μόνον μεταξὺ τῶν κατοίκων ἑνὸς χωρίου, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ χωρίον ἐκεῖνο μεθ’ ἑνός, μετὰ δύο, μετὰ τριῶν πολλάκις ἄλλων χωρίων ἔχουσι κοινὰ τὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ μόνον αὕτη ἡ βάσις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ θεσμοῦ, μόνον ἡ κοινότης τοῦ συμφέροντος; Δὲν πιστεύω νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ τις. Ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἐπάρκεια τοῦ συμφέροντος, ἤτοι ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησις οὐ μόνον ἠθικὴ ἀλλὰ καὶ ἀρκοῦσα, δύναμις ὑλική, ὅτι θὰ ζήσῃ καὶ θὰ προοδεύσῃ ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος. Καθὼς εἰς τὰ ἄτομα ἔχομεν τοὺς ἀνηλίκους ἀχειραφέτους, τοὺς ἀνηλίκους χειραφέτους, τοὺς ἐνήλικας, τοὺς ἀπηγορευμένους, τοὺς ὑπὸ ἀντίληψιν, τοὺς δικαστικῶς ἀπηγορευμένους, τοὺς ἀπόρους καὶ εὐπόρους, τοιουτοτρόπως ὁμοιότατα καὶ ἐπὶ τῶν ὀργανισμῶν τῶν συλλογικῶν, ἀναλόγως τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς χώρας, ἀναλόγως τῶν διαφόρων μερῶν μιᾶς χώρας, ἱδρύονται καὶ οἱ τοπικοὶ θεσμοί, ἀναλόγως τῶν ὅρων τούτων ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι περισσοτέρα ἢ ὀλιγωτέρα. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶ ὅτι καὶ μὲ τὸ σύστημα τοῦτο, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ ὑπάρξωσι κοινότητες, αἵτινες θ’ ἀνθήσωσι, θὰ προκόψωσι, θ’ ἀκμάσωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις, ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τούτων ἐξετάζων τὰ πράγματα, γινώσκων τὴν Ἑλλάδα, τοὺς κατοίκους, τὴν μόρφωσιν αὐτῶν, τὴν πενίαν αὐτῶν, τὴν ἀπειρίαν αὐτῶν, τὰς ἕξεις τὰς κομματικὰς αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καὶ κοινότητες ἀδυνατοῦσαι νὰ ἐκπληρώσωσιν οἱονδήποτε σκοπὸν γενικόν, δι’ ἔλλειψιν ἐντελῶς ἠθικῶν δυνάμεων καὶ ὑλικῶν μέσων. Θὰ ὑπάρξωσι κοινότητες, αἵτινες θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιάσωσιν ὁπωσδήποτε ἀνεκτὴν παράστασιν, διὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης μορφώσεως εἰς οἱονδήποτε κάτοικον, ὅτι θὰ ὑπάρξωσι κοινότητες ἀκόμη, αἵτινες θὰ μεταβληθῶσιν αὐτόχρημα εἰς στρατόπεδα ἐχθρῶν ἀδιαλλάκτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, γινώσκων τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πολλὰ χωρία θὰ διαιρεθῶσιν εἰς ἀλληλομαχόμενα, λέγω, στρατόπεδα. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ παραγνωρίζῃ τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσιν αἱ μᾶλλον ἡμῶν πεπολιτισμέναι χῶραι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἐπικαλώμεθα τὸ παράδειγμα ἄλλων χωρῶν. Ἠρώτων προχθὲς ἂν γινώσκουσι σύστημα ὅμοιον κρατοῦν εἰς οἱονδήποτε Κράτος τοῦ κόσμου. Εἶπον ὅτι ἐλάχιστα θὰ χρησιμοποιήσω τὰ προσκομισθέντα βιβλία, ἀλλὰ διὰ πάντα, ὅστις θέλει νὰ πεισθῇ, ἔχω ἐνταῦθα βιβλίον, ἐξετάζον συγκριτικῶς τὰ εἰς πάντα τὰ Κράτη κρατοῦντα συστήματα τοπικῆς διοικήσεως.
§326Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἶναι παλαιόν.
§327Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόσον παλαιόν;
§328Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. 25 ἐτῶν.
§329Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μετεβλήθησαν ἄρδην ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας τὰ δημοτικὰ συστήματα; Γινώσκετε ἀπὸ πόσων ἐτῶν εἰσήχθη ὁ κοινοτικὸς θεσμὸς ἐν Γαλλίᾳ;
§330Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1884.
§331Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόσα ἔτη ἔχουσι παρέλθει ἀπὸ τότε; 28, νομίζω, ἢ ὄχι; Γινώσκετε δὲ ἐπὶ ποίων θεσμῶν βασίζεται τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον; Ἡ κυριωτέρα διαφορὰ μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπετελέσθη ἐξ ἄρθρων 173, ἐνῷ ὁ Γαλλικὸς θεσμὸς εἶναι ἐξ ἄρθρων 180. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα διαφορά.
§332ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἀπὸ 190 ἄρθρα.
§333Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ 190 ἄρθρα. Ἀλλὰ μᾶς ἀπεστόμωσαν, διότι ἐπεκαλέσθησαν καὶ αὖθις τὰ κρατοῦντα ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ ἀληθῶς ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει αὐτοδιοίκησις ἀπόλυτος, καὶ ἀληθῶς προκόπτει θαυμασίως ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ αὐτοδιοίκησις. Ἀλλὰ θέλετε, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν κυριωτάτην αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ νομιμοφροσύνη τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ εἶναι θαυμαστὴ καὶ οἱ Ἄγγλοι ὑπάλληλοι ἔχουσι βαθυτάτην τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων καὶ οὐδέποτε προβάλλουσι τὴν Μεγαλειότητα αὑτῶν ἀπέναντι τῶν πολιτῶν, ὑπολαμβάνοντες ὅτι ἔχουσι μόνον δικαιώματα καὶ οὐδέποτε καθήκοντα; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν κυριωτάτην ταύτην αἰτίαν τὴν λέγει μέγας Ἄγγλος πολιτικὸς καὶ φιλόσοφος. Ἐξετάζων τὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῶν ἠπειρωτικῶν ὁ συγγραφεὺς ἐκεῖνος λέγει ὅτι οἱ Ἄγγλοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι τῆς πληγῆς τοῦ ὑπαλληλισμοῦ. «Εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, λέγει, πάντα τὰ ἁπλᾶ πνεύματα ἀρέσκονται νὰ ὑπηρετῶσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐδόλως ἀγαπῶσιν ἄλλας ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἀναγνωρίζεται ὑπεροχὴ κοινωνικὴ παρὰ τοῖς δημοσίοις λειτουργοῖς· τὸ αἴσθημα τοῦτο εἶναι ἄγνωστον παρ’ ἡμῖν. Ὑπάλληλος ταχυδρομικὸς ἢ οἰκονομικὸς οὐδόλως εἶναι παρ’ ἡμῖν σεβαστός, ὁ δὲ πλούσιος οἰνοπώλης νομίζει ἑαυτὸν ἀνώτερον ἀμφοτέρων». Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις, ὥστε θέλοντες νὰ καταλύσωμεν τὸν κομματισμόν, ἀποτελοῦντες Βουλὴν ἀνορθωτικήν, Βουλὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως προωρισμένας νὰ δώσωσιν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, λέγομεν ἐν τῷ 30ῷ ἄρθρῳ, νομίζω, τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἑξῆς: «Τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν συμβούλων εἶναι τιμητικὸν καὶ ἐνεργεῖται ἀμισθί». Οἱ ἐκλεγόμενοι σύμβουλοι ἐν τῇ κοινότητι, ἐκ περιτροπῆς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐκλεγόμενοι πρόεδροι, θὰ εἶναι τὰ ἐξοχώτερα πρόσωπα τῆς κοινότητος, θὰ ἔχωσιν ἀξίωμα, καὶ ἐνῷ περὶ τούτου θ’ ἀγωνίζωνται, ἵνα καταλάβωσι μίαν τιμητικὴν θέσιν, λέγετε ὅτι θὰ καταλύσητε τὸν κομματισμόν. Ἀλλ’ ἐπείσθητε, κύριοι Βουλευταί, ἐπείσθη τις ἐξ ἡμῶν, ἔδειξεν ὑπόνοιαν κἂν οἱοσδήποτε ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θὰ καταλυθῇ ὁ κομματισμός; Πάντα τὰ προτεινόμενα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πάντα τὰ προτεινόμενα εἰς τὰς ἀνυπολογίστου ἀριθμοῦ τροπολογίας δὲν εἶχον τὸν μοναδικὸν σκοπὸν πῶς νὰ πολεμήσωσι τὴν διαίρεσιν κατὰ μερίδας, πῶς νὰ περικόψωσι τὰ πτερὰ τῆς φιλοδοξίας, πῶς νὰ κατευνάσωσι τὰ πάθη, πῶς νὰ μὴ εἰσχωρήσῃ ὁ κομματισμός; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε πεποίθησιν περὶ τῆς μελλούσης καταλύσεως τοῦ κομματισμοῦ. Δὲν ἦτο σφάλμα, Κύριοι, τοῦ θεσμοῦ τοῦ 1833 ὅτι εἶχεν ἐξαρτήσει τὴν λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. Σφάλμα ἦτο, διότι δὲν τὴν εἶχεν ἐξαρτήσει περισσότερον, ἀλλὰ τὸ δῆθεν σφάλμα ἐκεῖνο κατέστη ἀληθῶς ἁμάρτημα, κατέστη αἰτία μία τῶν μεγίστων, ὅπως ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικὸν περιέλθωμεν εἰς κατάστασιν ἀληθῶς ἀξιοθρήνητον. Ἡ ἐξάρτησις τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν, ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως δὲν παρουσίαζε κινδύνους σπουδαίους καὶ σοβαροὺς καὶ μάλιστα ἀναποφεύκτους, κρατοῦντος τοῦ πολιτεύματος τοῦ μοναρχικοῦ. Ὁ μονάρχης, ἵνα κρατῇ τὸ γόητρον αὑτοῦ τὸν πρὸς αὐτὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ ἔθνους, πάντα εἶχε λόγον, χρηστὸς μάλιστα μονάρχης, ν’ ἀποτρέπῃ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς νομάρχας, ὅπως φθείρωσι καὶ διαφθείρωσι τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου πλέον τὸ πολίτευμα κατέστη κοινοβουλευτικὸν καὶ ἡ μεγάλη δύναμις ἡ πολιτικὴ ἔφυγεν ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων καὶ ἦλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ὁλοτελῶς. Δὲν ἦσαν πλέον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μονάρχου, οἱ κρατοῦντες ἐν τῷ τόπῳ, ἦσαν οἱ Βουλευταὶ καὶ ἐν ἱκανῷ μέτρῳ οἱ δήμαρχοι, ἀσκοῦντες μάλιστα καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκράτει τοῦ παντός, ἠδύνατο καὶ νὰ ὠφελήσῃ καταπληκτικῶς ἕνα δήμαρχον καὶ νὰ κρατήσῃ αὐτὸν ἐπὶ ὁλόκληρον περίοδον χερσί τε ποσί τε δεδεμένον, ἀλλὰ καὶ ὁ δήμαρχος κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἡγούμενος τοῦ κόμματός του ἐν τῷ δήμῳ, ἀνταπέδιδε τὰ ἀντίποινα ἀσφαλῶς· καὶ οὕτως ἤρξατο ἡ ἀμοιβαία ἐπίδρασις μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ δημάρχου, μεταξὺ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἐκλογέως μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκλογέως, καὶ ὁτὲ μὲν ἐπίεζεν ὁ Βουλευτὴς τὸν δήμαρχον καὶ ὁ δήμαρχος τοὺς ἐκλογεῖς, ὁτὲ δὲ ὁ δήμαρχος τὸν Βουλευτὴν καὶ ὁ Βουλευτὴς τοὺς ἐκλογεῖς, ὁτὲ ὁ πολίτης τὸν Βουλευτὴν καὶ διὰ τοῦ Βουλευτοῦ τὸν δήμαρχον, ὁτὲ ὁ πολίτης τὸν δήμαρχον καὶ διὰ τοῦ δημάρχου τὸν Βουλευτήν. Ὁ διάλληλος οὗτος κύκλος, ὁ καὶ φαῦλος καλούμενος, εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία· ὄχι οἱ δήμαρχοι. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἰς τὰς κωμοπόλεις τῆς Ἑλλάδος οἱ ἄριστοι τῶν πολιτῶν, οἱ φιλοδοξοῦντες καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν προσωπικότητα ν’ ἀναδείξωσι καὶ τὸν τόπον νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἐθήρευον τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου, οὐχὶ βεβαίως πάντοτε, διότι πολλαχοῦ καὶ ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα εἶχε καταντήσει κληρονομικόν, ἀλλὰ πλειστάκις ἐφθείροντο καὶ διεφθείροντο αἱ εὐγενεῖς ἐκεῖναι διάνοιαι, οἱ δραστικοὶ ἐκεῖνοι χαρακτῆρες, οἱ ἐκλεκτοὶ ἐκεῖνοι πολῖται, τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ παράσχωσι σπουδαιοτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ ἀπεκάλεσα φαῦλον κύκλον. Διότι πλήρεις ὀνείρων καὶ πόθων καὶ ὁρμῆς καὶ ζέσεως καὶ ζήλου εἰσερχόμενοι εἰς τὸ δημαρχεῖον ὁτὲ μὲν παρημποδίζοντο ὑπὸ τῶν συμβούλων, ὁτὲ παρεκωλύοντο ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ἄλλοτε περιήρχοντο εἰς ἀπόγνωσιν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄλλοτε μὲν διωκόμενοι καὶ καταδικαζόμενοι, ἄλλοτε δὲ μαραινόμενοι ἐν ἀπραξίᾳ, παραπλανώμενοι δὲ πολλάκις καὶ νομίζοντες ὅτι κατά τινα τρόπον δεξιὸν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξέλθωσι τοῦ λαβυρίνθου ἐκείνου τῶν δολοπλοκιῶν καὶ τῶν καταδιώξεων, βαθμηδὸν δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον λεληθότως παρεσύροντο εἰς τὴν καθολικὴν διαφθορὰν καὶ οὕτω συνέβαινε μετά τινα ἔτη νὰ καταντῶσιν ἐντελῶς ἀγνώριστοι. Οὐχὶ λοιπὸν οἱ δήμαρχοι, ἀλλ’ οἱ κομματάρχαι, οὐχὶ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὸ σύστημα. Καὶ συνέβη ἀληθῶς οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, γινώσκοντες ὀνομαστὶ ἕνα ἕκαστον τῶν δημοτῶν, τὰς σχέσεις καὶ τὰς συγγενείας αὐτοῦ, τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του, τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ πάθη του, τὰς ἐπιθυμίας καὶ βλέψεις του, τοὺς δανειστὰς καὶ ὀφειλέτας του, συγκρατῶσι εἰς τὴν ὑποταγήν των ὀπαδοὺς καὶ φανατικοὺς καὶ ἀφωσιωμένους, ψευδόμενοι καὶ ἀπατῶντες, ῥᾳδιουργοῦντες καὶ διατηροῦντες ἐργαστήρια μηνύσεων, παρευρισκόμενοι εἰς πᾶσαν κοινωνικὴν συνάθροισιν καὶ ἐπιδεικνύοντες ἐλευθεριότητα ἀπειλοῦσαν τὸ δημοτικὸν ταμεῖον καὶ τὰ βαλλάντια τῶν ἀφελῶς δανειζόντων, ἀπειλοῦντες τοὺς δειλοὺς καὶ ἐνεδρεύοντες κατὰ τῶν γενναίων, παρόντες κατὰ πᾶσαν οἰκογενειακὴν χαρὰν καὶ λύπην, κινοῦντες γῆν καὶ οὐρανὸν εἰλικρινῶς ἢ ἀπατηλῶς κατὰ πᾶσαν πολιτικὴν ἢ ποινικὴν δίκην ὑπὲρ ἢ καὶ κατά τινος τῶν διαδίκων, μυρία ἄλλα μηχανώμενοι τέλος πρὸς ἀνάδειξιν τῆς προσωπικότητός των, ἐνίοτε καὶ ἐνιαχοῦ μὴ διστάζοντες καὶ ζωοκλεπτῶν νὰ ἡγῶνται, ἀληθεῖς τύραννοι ἀποβάντες τῶν πολιτῶν καὶ ἐκβιασταὶ τῶν πολιτευομένων. Συνέβη, λέγω, νὰ μεταβάλωσιν ὁλόκληρον τὸ πολιτικὸν πεδίον τῆς χώρας εἰς τέλμα δυσῶδες καὶ μιασματικόν, τέλμα ἀπειλοῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Πῶς θέλομεν ἐξέλθει, Κύριοι, καὶ πῶς θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποξηρανθῇ τὸ τέλμα ἐκεῖνο; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀγορεύων εἷς τῶν ἐξοχωτέρων σημερινῶν πολιτικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀκροατάς του—εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὅμως πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἠγόρευεν ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος πρὸ ἡμερῶν, διότι ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις—ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε νὰ ψηφίσῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει ἐκείνη, ἐπέμενε νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι εἶχεν ἐξέλθει ἁπλῶς καὶ ἀποκλειστικῶς τῆς κεφαλῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Καὶ ὅτε ἔλεγε τοῦτο ὁ Ἄγγλος πολιτικός, οἱ ἀκροαταί, οἱ ἁπλοῖ πολῖται, ἀπήντων: «φρικτόν, φρικτόν!». Οὕτω σκέπτονται οἱ μεγάλοι λαοί, οὕτως σκέπτονται οἱ ὄντως ἐλεύθεροι πολῖται, καὶ πολῖται ἁπλοῖ ὄντες. Φρικτόν, φρικτόν, ὑπὸ σύστημα κοινοβουλευτικόν, ἐν μέσῃ Εὐρώπῃ, ὅπου ὑπάρχει λαὸς ἔχων τὸν θεσμόν, ὅστις καλεῖται referendum, νὰ τίθηνται τοιοῦτοι θεσμοὶ ὡς ὁ ὑφ’ ἡμῶν συζητούμενος, ἀπορρεύσας ἁπλῶς ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ —καὶ νὰ συζητῶμεν εἰς ὥρας μεταμεσονυκτίους —, τοιοῦτοι θεσμοί, ἀνατρέποντες τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους, μεταβάλλοντες ὅλην τὴν παρ’ ἡμῖν πολιτικὴν κατάστασιν, τοιοῦτοι θεσμοί, λέγω, φρικτὸν νὰ συζητῶνται εἰς ὥρας μεταμεσονυκτίους, καὶ προσκομιζομένων βιβλίων ν’ ἀρχίζῃ τὸ μειδίαμα οὐχὶ πλέον εἰς ἁπλοῦς πολίτας! Φρικτόν, φρικτόν, ἔλεγον οἱ Ἄγγλοι πολῖται, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσάγωνται νέοι θεσμοὶ μεταβάλλοντες τὴν ὑπόστασιν αὐτὴν τοῦ Κράτους ἐκ θεμελίων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ κόμμα πολιτικόν, ἔχον ὄπισθεν αὐτοῦ μακρὰν ἱστορίαν, πολλοὺς καὶ μεγάλους ἀγῶνας κοινοβουλευτικούς, μακροχρόνιον συγχώνευσιν ἰδεῶν, μακροχρόνιον συγκερασμὸν πεποιθήσεων, συνταύτισιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ἰδέαις καὶ γνώμαις. Φρικτόν, φρικτόν, φρικτότατον, τοιοῦτοι θεσμοὶ νέοι ἀνατρέποντες τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὑφίσταται μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος, νὰ εἰσάγωνται καὶ συζητῶνται τοιουτοτρόπως, χωρὶς νὰ προηγηθῇ μακρά, μακροτάτη προεργασία, χωρὶς πάντες οἱ πολῖται, οἱ γινώσκοντες γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, νὰ λάβωσι γνῶσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου, οὕτως ὥστε πᾶσαι αἱ περιεχόμεναι ἐν αὐτῷ ἔννοιαι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς διανοίας τῶν πολιτῶν καὶ νὰ δημιουργήσωσιν ἀκόμη συναισθήματα βαθέα, συναισθήματα ὅμως κατόπιν γνώσεως, οὐχὶ συναισθήματα προερχόμενα ἐξ ἀπάτης. Ἔδωκεν ὁ Θεός, Κύριοι, καὶ δὲν ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ κοινοβουλίου, ὅπερ εἰς οὐδεμίαν εἶχε φθάσει συνταύτισιν ἰδεῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀντικρύσω τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας ἐρχόμενον ἐνώπιον τοιαύτης ἐπιτροπῆς τοιούτου κοινοβουλίου, πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἐκλεκτῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, ἐξ ἀριστέων μεταξὺ ἡμῶν, καὶ νὰ λέγῃ: «δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου· αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν». Προκειμένου, Κύριοι, περὶ συστήματος κοινοτήτων δὲν ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ τὸ πρῶτον. Κατὰ τὸ 1875 ὁ ἀοίδιμος πολιτικὸς Χαρίλαος Τρικούπης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κοινοτήτων». Καὶ εἶχεν ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν γινώσκων τοὺς Ἀγγλικοὺς θεσμούς, πλήρη τὴν ἔννοιαν τῶν ὅρων καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, νὰ ἀναγνωρισθῇ, νὰ προκόψῃ εἷς τοπικὸς ὀργανισμός, ἀλλὰ καὶ ἐγίνωσκεν ἀκόμη ποία πρέπει νὰ δοθῇ ἔκτασις δικαιοδοσίας, ἃς εἴπωμεν, εἰς ἐκεῖνον τὸν ὀργανισμόν, ὅστις θὰ ἀποτελέσῃ τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Καὶ ἔλεγεν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης (ἀναγινώσκει): «Κοινότητα ἀποτελεῖ ἑκάστη περιφέρεια εἰδικοῦ παρεδρείου». Καὶ ἔλεγεν ἁπλῶς ὁ Χαρίλαος Τρικούπης (ἀναγινώσκει): «Ἡ κοινοτικὴ Ἀρχὴ συγκροτεῖται ἐξ ἑνὸς εἰδικοῦ παρέδρου καὶ τριῶν κοινοτικῶν συμβούλων καὶ ἐξ ἰσαρίθμων παραπληρωματικῶν». Καὶ παρείχοντο εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο τὸ μετρίως καταρτιζόμενον καὶ μετριόφρον ἐκ τοῦ προορισμοῦ του δικαιώματα ἁπλᾶ, καθήκοντα ὀλίγα, περιοριζόμενα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀμέσων, τῶν ἀμεσωτάτων συμφερόντων τοῦ παρεδρείου, ὅπερ θὰ ὠνομάζετο ἔκτοτε κοινότης. Δὲν ὑπέθετεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ὅτι μετὰ 42 ἐτῶν πολιτικὸν βίον, ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν δήμων θὰ ἔπρεπε, θὰ συνέφερε νὰ περιορισθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς τὰ στενώτατα ἐκεῖνα ὅρια· δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης νὰ μὴ ἀντελαμβάνετο ὅτι μετὰ 42 ἐτῶν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῶν δήμων ἡ κατάλυσις τοῦ συστήματος ἐκείνου καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν πολιτῶν εἰς τὰ στενώτατα ὅρια μιᾶς χώρας, τῶν πολιτῶν τῶν ἐγειρομένων καὶ ἐξερχομένων τῆς οἰκίας αὐτῶν κατὰ πᾶσαν πρωΐαν καὶ ἀτενιζόντων ὁλόκληρον τὸν ὁρίζοντα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περικλείονται τὰ ἄμεσα αὐτῶν συμφέροντα, πέρα τῶν ὁποίων ὁρίων ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἐκείνη πατρίς, ἡ πατρὶς τῶν φορολογούντων καὶ καταδικαζόντων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀντελαμβάνετο ὅτι εἶναι στενὸς ὁ χῶρος, ἐλάχιστον τὸ στάδιον ἐκεῖνο, ὅπως ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως ὑπάρξῃ εὐρυτέρα ἀντίληψις πολιτικῆς καθηκοντολογίας, ὑπάρξῃ εὐρυτέρα ἀντίληψις τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν πολιτῶν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χώρας, μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πατρίδος, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης νὰ μὴ ἀντελαμβάνετο ὅτι συμφέρει, ἵνα συγκροτήσωμεν τὴν φιλοπατρίαν ἀκριβῶς, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαλεῖ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὑτοῦ ὅτι ἐπεβάλλετο ἀκριβῶς νὰ δώσωμεν εὐρύτερον καὶ μεῖζον στάδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως, εὐρυτέραν ἄποψιν εἰς τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῶν πολιτῶν, εὐρύτερον στάδιον πολιτικῆς προεκπαιδεύσεως, πολιτικῆς ἐκγυμνάσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης νὰ μὴ ἀντελαμβάνετο ὅτι μετὰ τόσων ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, μετὰ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, μετὰ τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων χωρίων, μετὰ τὰς συναλλαγάς, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιησάμην πρότερον λόγον, ηὐρύνθησαν τὰ ὅρια τὰ ἐπιβαλλόμενα διὰ νὰ καταρτίσωσι τοὺς τοπικοὺς ὀργανισμούς. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἱστορία ἐπὶ Τουρκοκρατίας, διότι ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἤνθησαν καὶ ἤκμασαν αἱ κοινότητες καὶ ἐξυπηρέτησαν θαυμαστῶς τὸ γένος. Ναί, ἀλλ’ ὄχι πᾶσαι αἱ κοινότητες. Διότι αἱ ἐξυπηρετήσασαι τὸ γένος κοινότητες, αἱ ἀποτελοῦσαι στάδιον δόξης τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἦσαν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ὀλίγαι, ἐλάχισται. Καὶ δὲν θ’ ἀπεμακρύνετό τις τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, ἐὰν ὑπεστήριζεν ὅτι ἑκάστη κοινότης εἶχε καὶ τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Τοῦτο δὲ δὲν τὸ λέγω, ἵνα κατακρίνω τὸ σύστημα· ὅλως τοὐναντίον, διότι μόνον οὕτως ἠδύναντο νὰ διατηρηθῶσι καὶ ν’ ἀκμάσωσιν αἱ κοινότητες ἐκεῖναι. Διότι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, Κύριοι, ἵνα καὶ ἐγὼ ἐπικαλεσθῶ τὴν Ἀγγλίαν, τοιοῦτο σύστημα κρατεῖ. Εἶναι πλεῖσται ὅσαι αἱ ἀνομοιότητες ὄχι μόνον τῶν κανόνων καὶ τῶν νόμων, ἀλλ’ ἰδιαίτατα τῶν τρόπων καὶ τῶν μεθόδων, κατὰ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ ἡ ὀργάνωσις τῆς τοπικῆς ἐν Ἀγγλία διοικήσεως. Δὲν εἶναι δὲ μοναδικὸν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας· ἕνδεκα, νομίζω, συστήματα τοιαῦτα ἰσχύουσιν ἐν Πρωσσίᾳ ἢ ὄχι, κύριε Διομήδη;
§334Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περισσότερα.
§335Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περισσότερα τῶν 11. Ἐν Ἑλλάδι, μεταβάλλοντες ἄρδην τὸ δημοτικὸν καθεστώς, καταλύοντες τὸ σύστημα τῶν δήμων καὶ εἰσάγοντες τὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, προκειμένου περὶ πληθυσμῶν πολλάκις ἀνομοίων, ἀμφιβάλλω ἂν λέγω ὑπερβολήν, ἀνομοιοτάτων, εἰσάγομεν σύστημα ὁμοιόμορφον διὰ πᾶσαν τὴν χώραν. Ὡς θὰ λειτουργῇ ἡ κοινότης, ἣν θ’ ἀποτελέσῃ ἓν χωρίον τῆς Μάνης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ λειτουργῇ καὶ ἡ κοινότης, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποτελέσῃ τὸ προάστειον τῆς Κερκύρας. Ὡς θὰ λειτουργῇ ἡ κοινότης τῆς Θήρας καὶ τῆς Ἀνάφης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ λειτουργῶσι καὶ αἱ κοινότητες τῶν Ἀγράφων καὶ τῶν Τσουμέρκων. Ὡς θὰ λειτουργῶσιν αἱ κοινότητες αἱ ποιμενικαί, ὁμοιότατα θὰ λειτουργῶσι καὶ αἱ κοινότητες τῶν ἀμπελοκτημόνων. Καὶ ὁ νόμος, ὅστις θὰ κανονίζῃ τὰς λειτουργούσας κοινότητας λαοῦ μεμορφωμένου, λαοῦ δυναμένου νὰ διακρίνῃ καὶ τὰ ἐλάχιστα σφάλματα μιᾶς μουσικῆς συναυλίας, ὁμοιότατα θὰ λειτουργῇ ἡ κοινότης, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι παίζουσι τὴν φλογέραν. Οὐδεμία κατάκρισις τῶν τόπων καὶ οὐδεμία μομφή. Ἀγνοῶ ποῦ ὑπάρχει ὁ ἔπαινος καὶ ποῦ ὁ ψόγος. Εἶναι ἀποτελέσματα ἱστορικὰ ταῦτα. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν πραγματικὴν ἁπλῶς κατάστασιν καὶ εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὅτι εἶναι ἀτοπώτατον καὶ ἐναντίον πάσης παρατηρήσεως καὶ ἐναντίον παντὸς διδάγματος ἐκ τῆς ἐπιστήμης νὰ πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ χωρίων καὶ ὁ ὀργανισμὸς νὰ εἶναι κοινὸς διὰ πᾶσαν τὴν χώραν, ἥτις, ὅσον εἶναι ἐδαφικῶς ποικιλόμορφος, τόσον καὶ κοινωνικῶς εἶναι ὁμοιότατα ποικιλόμορφος. Σύστημα κοινοτήτων ἠθελήθη νὰ ἱδρυθῇ, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, ὄχι μόνον κατὰ τὸ 1875, ἀλλὰ καὶ καὶ κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1896 καὶ κατὰ τὸ 1908. Ἡ ὥρα παρέρχεται, προχωροῦμεν πολὺ εἰς τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν πάσῃ ἐκτάσει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν προσηκόντως ἐπὶ θεσμοῦ, ὅστις ἐπαγγέλλεται οὐχὶ τὴν κατάλυσιν τῶν κομματικῶν δεσμῶν, ἀλλὰ τὴν σύσφιγξιν αὐτῶν, ὅστις ἐπαγγέλλεται οὐχὶ τὴν ὀργάνωσιν ἀλλὰ τὴν ἀποσύνθεσιν τῆς χώρας. Ἠκούσθη φωνὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς χώρας ἀληθῶς ζητωκραυγάζουσα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουλουμβάκης καλεῖται, ὅπως συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§338Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀνεθεωρήσαμεν, Κύριοι, ἄρθρα τινὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ πόσον χρόνον ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συνταγματική, καὶ ἐνθυμεῖσθε πόσας καὶ πόσον μακρὰς καὶ πόσον πεισματώδεις διεξηγάγομεν συζητήσεις. Δὲν ὑποθέτω ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἶναι μικροτέρας εὐρύτητος καὶ ἥττονος σημασίας· ἴσως εἶναι καὶ ἀνωτέρας, θὰ εἴπῃ τις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἀλλά, καὶ ἐάν τις ἰσχυρίζετο «βεβαίως μεγαλειτέρας», δὲν θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ εἰς αὐτόν: «ὑπερβάλλεις τὰ πράγματα». Ἀγνοῶ, ἂν ὑπερασπίζω προσηκόντως τὸ θέμα μου, ὥστε νὰ εἶμαι καταδεδικασμένος τοιουτοτρόπως νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐπίστευον ὅμως ὅτι θὰ μοὶ ὠφείλετο, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, εὐγνωμοσύνη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς πλειονοψηφίας, διότι καὶ προέτεινα καὶ συνετέλεσα, ὥστε νὰ ἔχωμεν φθάσει εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν σχεδὸν ἀπροσκόπτως. Κατὰ τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἔχω, κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει, ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ συζητουμένου τούτου κυριώτατα δὲν ἐπίστευον ὅτι θέλω ἀκούσει διαμαρτυρίας, διότι δῆθεν πολλὰ λέγω, ἐνῷ ἐδήλωσα ὅτι ἐπείγομαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος.
§339ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς διεμαρτυρήθη.
§340ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠκούσθη ἀληθῶς, Κύριοι, ἔλεγον πρὸ τῆς διακοπῆς, φωνὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς χώρας ζητωκραυγάζουσα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μὲ ἠδίκει ὅμως καὶ ἡ φωνὴ ἐκείνη καὶ πᾶσα ἄλλη φωνὴ καὶ γνώμη ν’ ἀπευθύνηται ἐναντίον μου ὡς ὑποστηρίζοντος δῆθεν τὸ ἐπιβλαβὲς νὰ ὑπάρξωσιν ἐν Ἑλλάδι κοινότητες, θὰ ἦτο ἀδίκημα σκληρόν, θὰ ἦτο κατ’ ἐμοῦ ὡς ἐπιστήμονος συκοφαντία αὐτόχρημα, ἐὰν ἐλέγετο ὅτι ἐγὼ ἀποστέργω τὰς κοινότητας. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων τεταγμένος μετὰ φανατισμοῦ, μεθ’ ὅσου καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος. Ἀλλὰ ἔλεγον κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αἰτησάμενος τὴν ἄδειαν νὰ διακόψω ἕνα τῶν ἀγορευόντων, ἔλεγον πρὸς αὐτόν: «πρέπει νὰ ὑπάρξωσι κοινότητες, ἐὰν ὑπάρχωσιν». Ἔχει καθῆκον, ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἡ Πολιτεία, ὡς προστατεύει τὰ ἄτομα, φυσικῶς γεννώμενα καὶ παριστάμενα ἐν τῷ κόσμῳ, ὁμοιότατα καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἕνα ὀργανισμόν, σύλλογον ἀνθρώπων, φυσικῶς γεννώμενον, φυσικῶς παριστάμενον ὡς ὀργανισμὸν παρέχοντα τὴν κοινότητα τοῦ συμφέροντος, παρέχοντα τὰς ὑλικὰς δυνάμεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ μετ’ ἐλπίδος, παρέχοντα ἀκόμη καὶ τὰς ἠθικὰς καὶ πνευματικὰς ἰδιότητας, διὰ τῶν ὁποίων παρέχει ἐγγυήσεις ὅτι δεξιῶς καὶ ἀσφαλῶς καὶ ὠφελίμως θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ὑλικὰς του δυνάμεις ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινῶν καὶ διακεκριμένων συμφερόντων. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὑπάρχοντα τὸν τοιοῦτον ὀργανισμόν, ὡς Πολιτεία ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀναγνωρίσωμεν, φρονῶ μάλιστα ὅτι δὲν παρέχεται ἄλλο στάδιον, προκειμένου περὶ τῶν κανόνων τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, εἰς τὴν Πολιτείαν, ἢ ἁπλῶς νὰ ῥυθμίσῃ τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον, νὰ ῥυθμίσῃ αὐτὸν τοιουτοτρόπως, ὥστε, ἵνα μεταχειρισθῶ καθιερωμένην καὶ παρ’ ἡμῖν ἔκφρασιν, τὸ Καταστατικὸν αὐτοῦ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου θὰ λειτουργῇ ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος, ἡ κοινότης, νὰ μὴ ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ μὴ ἀντίκειται εἰς ὅρους τινὰς καὶ συνθήκας τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐν ταῖς γενικαῖς των γραμμαῖς καλῶς εἶχον καὶ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὰ ἦσαν τὰ νομοσχέδια τὰ ἀλλεπάλληλα, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν προηγουμένων Βουλῶν ἀπὸ τοῦ 1875 ἕως τοῦ 1908. Οὕτω θὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα, θὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ ἐπιστήμη, πρὸς τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ πεῖρα καὶ τὸ παράδειγμα ἄλλων λαῶν, ἀναγνωρίζοντες τὰς κοινότητας ἐκείνας, αἵτινες ὑπάρχουσιν, ἀναγνωρίζοντες τὰ Καταστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ κατήρτιζεν ἑκάστη κοινότης κατ’ ἰδίαν, ῥυθμίζοντες ἁπλῶς αὐτάς, ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτηται τὸ γενικώτερον συμφέρον, ὥστε νὰ μὴ ἀντίκεινται εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφορεύοντες ἁπλῶς ἐπὶ τῶν κοινοτήτων ἐκείνων ὡς Πολιτεία ν’ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὰς ὅλην τὴν αὐτεξουσιότητα νὰ προκόψωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον τοὺς δήμους, οἵτινες μεταξὺ τῶν διαφόρων αὐτῶν χωρίων ἀνέπτυξαν καὶ ἐπαγίωσαν κοινότητα συμφερόντων, κοινότητα δεσμῶν ἠθικῶν, κοινότητα ἀντιλήψεων πολιτικῶν, ἀλληλεγγύην καὶ ὑλικὴν καὶ ἠθικήν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς ἀποσυνθέσωμεν. Ἡ τάσις δὲ ἡ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κρατοῦσα ἦτο ἀλλοία· ἡ τάσις ἦτο ἡ εὔρυνσις τῆς περιφερείας τῶν δήμων. Τοιουτοτρόπως δέ, συμφυρομένων τῶν ἔν τινι ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως χαλαρότητι εὑρισκομένων δημοτικῶν κομμάτων μὲ ἄλλο σύστημα οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, μὲ ἄλλο σύστημα ἐκλογῆς, μὲ ἄλλας διατάξεις ἀσφαλιζούσας καὶ πρόσωπα καταλληλότερα καὶ ἀποτρεπούσας τὴν συνέχειαν τῆς δημαρχοντίας ὄχι μόνον μιᾶς οἰκογενείας ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλὰ καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀβλαβῶς μεταξὺ μεγαλειτέρων πλέον πληθυσμῶν ἀληθῶς τότε νὰ χαλαρώσωμεν ἐντελῶς πάντας τοὺς κομματικοὺς δεσμούς, νὰ ὑψώσωμεν τὸ φρόνημα τὸ τοπικόν, νὰ εὐρύνωμεν τὴν ἀλληλεγγύην, ὄχι μόνον τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνικήν, νὰ εὐρύνωμεν ἑπομένως τὸν ὁρίζοντα τῆς πολιτικῆς καθηκοντολογίας, νὰ συνταυτίσωμεν τελειότερον τὰ ὅρια αὐτῶν τῶν τοπικῶν συμφερόντων πρὸς τὰ ὅρια τῶν γενικῶν συμφερόντων, νὰ ταυτίσωμεν τρόπον τινὰ καὶ τὴν μικρὰν ἐκείνην τοπικὴν πατρίδα πρὸς τὴν ὅλην πατρίδα καὶ νὰ ὑψώσωμεν ἀληθῶς τὸ συναίσθημα τῆς φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ τὸ συναίσθημα κατ’ ἀκολουθίαν τῆς νομιμοφροσύνης. Αὐτὴ ἦτο ἡ τάσις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐμελετῶντο τὰ ζητήματα ταῦτα παρ’ ἡμῖν, διότι ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ὁ μικρός, ὁ περιωρισμένος, δὲν ἔχει μόνον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα. Καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς φέρεται μὲ ἄπειρα καθήκοντα, μὲ ἀπείρους ὑποχρεώσεις δημοσίας, καὶ δὲν εἶναι πλέον κοινότης, δὲν εἶναι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ αὐθύπαρκτον καὶ διακεκριμένον, τὸ ἔχον νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ὄργανον τῆς Πολιτείας. Καὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ τοὺς πόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἔχῃ, ἵνα δυνηθῇ νὰ ζήσῃ, οὐδὲ σκέπτονται δὲ ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι φυσικῶς εἰς θέσιν νὰ σκεφθῇ ὠφελίμως καὶ ἀποφασίσῃ περὶ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ συλλογικὸν τοῦτο ἄτομον, κύριε εἰσηγητὰ τῆς ἐπιτροπῆς, θεωρεῖται ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, τὴν ὥριμον ἡλικίαν, εὐθὺς ἀμέσως θεωρεῖται ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ νόμους, νὰ ἐνεργήσῃ εἰσπράξεις, νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, νὰ ὑποστῇ δαπάνας διαφόρους καθοριζομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐχὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχει, ἀλλ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχῃ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ! Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ θαυμασία ὄντως ἀγόρευσις, ἐν τῷ πρώτῳ αὐτῆς μέρει ἦτο μία ἰδεολογία, ἦταν θαυμάσιαι αἱ εἰκόνες ἐν αὐτῇ, λαμπραὶ αἱ ἰδέαι, ἔξοχα τὰ νοήματα, ἀλλὰ τὸ ὅλον ἦτο ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων μία οὐτοπία. Μάλιστα δέ, κατὰ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, λεληθότως ἀναμφιβόλως καταθλιβόμενος ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἐπιστήμης, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμφορεῖται, πιεζόμενος ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ — μὲ ὅλον τὸ φιλικὸν θάρρος θὰ προσέθετον, ἐντρεπόμενος ὡς ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς του ἀξιοπρεπείας—φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φθάσῃ, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ φθάσῃ ὁ ἐπιστήμων ὁ εἰδικὸς περὶ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη οὐχὶ ὡς ἐπιστήμων ὁλοκλήρως, ἀλλ’ ὡς ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς ἦλθεν ἐν Ἑλλάδι, κομίζων ἐκ Κρήτης καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον, διότι εἰς ἐπαρχίαν τινά, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, τῆς Κισσάμου ἢ τοῦ Σελίνου, ὑπῆρξεν ἢ καὶ ὑπάρχει μία κοινότης καὶ προώδευσε καταπληκτικῶς.
§341Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ὄχι μόνον ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα, ἀλλ’ ἀπέτυχε, καὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπέτυχεν, εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ παράδειγμα τὴν Κρήτην, διὰ νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτον νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπέτυχε καὶ ὑπεβλήθη νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ, περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν δήμων ἐν Κρήτῃ.
§342ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἀτελῆ ὀργανισμόν, τὸν μὴ φυσικῶς ὑπάρχοντα, τὸν τεχνητῶς δημιουργούμενον, ὁ θεσμὸς οὗτος, ὁ ἔχων χειρότερα καὶ μεγαλύτερα ἐλαττώματα τοῦ θεσμοῦ τοῦ 1833, ὁ θεσμὸς οὗτος ὁ αὐθαίρετος, ἀναγράφει διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ὁ ἀνήλικος ἀναλαμβάνει δημόσια καθήκοντα, εὐρυτέρας ὑποχρεώσεις. Δύναταί τις νὰ φαντάζηται, κύριοι Βουλευταί, ὅ,τι ἂν θέλῃ, κατεχόμενος ὑπὸ τοῦ πάθους καὶ τοῦ μένους κατὰ τοῦ κρατήσαντος συστήματος, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραγνωρίζῃ τὰ πράγματα, ν’ ἀρνῆται τὴν προφανῆ τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν. Ἐξετάζων δὲ τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ἀποσυνθέτει τὴν χώραν, καθιστᾷ πρόβλημα ἄλυτον τὸ πρόβλημα τῆς ἐμπεδώσεως παρ’ ἡμῖν δημοσίας τάξεως. Ἡ ἐγκληματικότης θὰ μαίνηται πανταχοῦ, διότι θὰ μαίνηται μεταξὺ τῶν ἐριζόντων χωρίων περὶ τῶν ὁρίων των, θὰ μαίνηται ἐντὸς αὐτῶν τῶν χωρίων προκειμένου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν μικρῶν των πόρων. Πλεῖστα δὲ θὰ εἶναι τὰ χωρία, ἀπὸ τῶν ὁποίων θ’ ἀπουσιάζωσι πάντες οἱ κάτοικοι καὶ θὰ μένῃ ἐκεῖ ἓν εἶδος χωρικοῦ αὐτοκράτορος ὁ δημοδιδάσκαλος, διοικῶν, παρέχων πιστοποιητικά, διαχειριζόμενος, ἀγωνιῶν ἔπειτα καὶ ἀπογοητευμένος, διότι ὁ ἄρχων ἐκεῖνος ἔχει καὶ τὸ ταπεινὸν καθῆκον νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ ἀλφάβητον εἰς τὰ μικρὰ παιδία!
§343Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν προφθάνῃ. (Θόρυβος).
§344ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ οὐδαμῶς κατέχομαι ὑπὸ καμάτου. Ἐννοῶ νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα μου. Εἶναι ἀνάγκη τοῦ πέρατος τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§345Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Κουλουμβάκης, εἶπεν ὅτι θὰ κατέλθῃ ἀμέσως, καὶ τώρα ἔχει τόσας ὥρας.
§346Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἐντροπὴ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§347Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ περάσῃ, ἀφοῦ τὸ θέλει ὅλος ὁ λαός; Νὰ κατέλθῃ. Τί εἶναι αὐτά; Ἡμεῖς εἴμεθα Βουλευταὶ ἐπαρχιῶν. Ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶναι Βουλευτὴς κατοικῶν ἐνταῦθα. Νὰ καθήμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας Βουλευταὶ ν’ ἀκούωμεν λόγους; (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν, Κύριε.
§349ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, προηγουμένως ὅτι πλεῖσται διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἔχουσι ληφθῆ ἀπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω ὅτι φράσεις ὁλοκλήρους τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως σχεδὸν διακρίνω εἰς τὰς σελίδας βιβλίου τινὸς μεταπεφρασμένου ἀπὸ τοῦ 1884 ἐν τῇ γλώσσῃ ἡμῶν ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς «περὶ τῆς τοπικῆς διοικήσεως ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ». Συγγραφεὺς εἶναι ὁ πολὺς Λερουὰ Μπωλιέ, τὸ δὲ σύγγραμμά του τοῦτο ἔχει βραβευθῆ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, νομίζω, τῶν ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Καὶ διατάξεις ἀκόμη τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκω εἰλημμένας ἐκ τοῦ συγγράμματος τούτου. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ συγχωρηθῇ, ὅπως πιστεύω, ὅτι δὲν ἐμελετήθη καλῶς καὶ μέχρι τέλους τὸ λαμπρὸν ἀληθῶς τοῦτο βιβλίον, διότι, ἐὰν ἐμελετᾶτο καλῶς καὶ μέχρι τέλους, θὰ ἀνεγίνωσκον οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ τὰ ἑξῆς: «Αἱ μικραὶ ἀγροτικαὶ κοινότητες δέον νὰ διατηρήσωσι λίαν περιωρισμένα δικαιώματα· εἰσὶ λίαν κατατετμημέναι, λίαν πτωχαί, λίαν ἄπειροι, ὅπως ἐντείνωσιν εὐρέως τὴν ἁρμοδιότητα καὶ αὐτονομίαν αὐτῶν». Καὶ ὑποστηρίζει ὁ Λερουὰ Μπωλιὲ ὅτι «τὸ καντόνιον κέκτηται πλείονα στοιχεῖα βιωσιμότητος, καίτοι δὲ λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι διπλάσιον τοῦ νῦν κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμόν, φρονοῦμεν ὅμως ὅτι ὀφείλει νὰ γένηται ὁ πρώτιστος τροχὸς τοῦ νέου ἡμῶν ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος». Ἀλλὰ θὰ ἐπλανᾶτο, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐνόμιζεν ὅτι μόνον ὁ Λερουὰ Μπωλιὲ κατακρίνει τὸ σύστημα τῶν μικρῶν δήμων, τὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, ὡς μόνον ὀργανισμῶν τοπικῆς διοικήσεως. Ἰδοὺ ἕτερος, Κύριοι, κλασσικός, ὁ Μορώ, καθηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Αἴξ. Ἡ τάσις, λέγει, ὀφείλει νὰ εἶναι εἰς ἐξαφάνισιν τῶν μικρῶν δήμων, τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις εἶναι σχετικῶς δαπανηρά, ἀναλόγως δηλαδὴ τῶν οἰκονομικῶν των δυνάμεων δαπανηρά, ἐν τούτοις ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων αὐξάνει ἀντὶ νὰ ἐλαττοῦται· ἡ πολιτικὴ εὐνοεῖ τὴν αὔξησιν τῶν δήμων, διότι ἐκ τούτου αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν δημάρχων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, οἵτινές εἰσιν ἐκλέκτορες τῶν γερουσιαστῶν». Καὶ ὁ πολλάκις ἐπικληθεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ πολὺς Ὠριοῦ ἐξετάζει διὰ μακρῶν τὸ θέμα καὶ καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «ἐν τούτοις ἡ διοίκησις ἐξακολουθεῖ τὰ μάλιστα ἀφρόνως τὸν τεμαχισμὸν τῶν δήμων». Ἀφροσύνην ἀποκαλεῖ ὁ συγγραφεὺς οὗτος ὁ παγκοσμίου σήμερον κύρους, ἀφροσύνην ἀποκαλεῖ τὸν τεμαχισμὸν τῶν δήμων ὁ συγγραφεὺς οὗτος, ὅστις κατ’ ἐξοχὴν εἰσήγαγε τὰ κοινωνιολογικὰ πορίσματα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Ἐν Βρυξέλλαις τοῦ Βελγίου συνῆλθε Διεθνὲς Συνέδριον σοφῶν ἀνδρῶν, κατὰ τὰ ἔτη 1909 καὶ 1910, εἰδικῶν ἐπιστημόνων ἀσχολουμένων περὶ τὰ ζητήματα τοῦ διοικητικοῦ Δικαίου καὶ κατετέθησαν πλεῖσται ὅσαι μελέται περὶ τῶν προσηκουσῶν μεταρρυθμίσεων. Θ’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς ὀλίγας λέξεις ἐκ μιᾶς θαυμασίας μελέτης Γάλλου ἐπίσης καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μουμπελλιέ, τοῦ καθηγητοῦ Berthélémy. Τὸ τεῦχος τοῦτο ἰδὼν εἰς τὸ γραφεῖόν μου ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι ἡ μελέτη αὕτη τοῦ Γάλλου ἐκείνου καθηγητοῦ εἶναι ἀληθῶς ἔξοχος καὶ μοὶ συνέστησε μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ τὴν μελετήσω. Λέγει δὲ ταῦτα: «ὑπῆρξαν ὡσαύτως πολυάριθμοι εἰδικαὶ προτάσεις τείνουσαι εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἀνωτέρας μονάδος εἰς τὸ δημοτικὸν σύστημα, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐξέλειπον οἱ πολὺ μικροὶ ὀργανισμοὶ τῆς σήμερον, οἵτινες ἔχουσι βίον ὀνοματικὸν καὶ παθητικόν». Πολυάριθμοι προτάσεις ὑποβάλλονται, ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἐκεῖ μελετῶνται τὰ ζητήματα. Ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1884, ὅτε ἐτέθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἰσχύων νόμος, ἐγένοντο ἀγῶνες, ἀγῶνες μεγάλοι, ἀγῶνες ἐπιστημονικοὶ καὶ συνετάχθησαν βιβλιοθῆκαι ὁλόκληροι, διὰ νὰ τεθῇ ὁ θεσμὸς ὁ ἰσχύων, καὶ εἶναι θεσμός, τὸν ὁποῖον κατακρίνει ὅλη ἡ Γαλλικὴ ἐπιστήμη, ὅλη ἀνεξαιρέτως, καὶ εἶναι θεσμὸς ἀποτυγχάνων εἰς τὴν πεπολιτισμένην καὶ πλουσίαν Γαλλίαν, ὁ θεσμὸς οὗτος ὁ ἀτελῶς εἰσαγόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἔχουσαν πληθυσμὸν με ἀγραμμάτους 70 καὶ 80%, εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν πενομένην. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην του, ὅτι τὸ σύστημα τῶν δήμων κατακρίνεται ἐν Γαλλίᾳ, διότι εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τῆς νομαρχίας. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι. Ἠκούσατε τὸν Γάλλον ἐπιστήμονα, δὲν κατακρίνει οὗτος διὰ τὴν ἀπόστασιν, ἀλλὰ κατακρίνει, διότι οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοί, ἀναλαβόντες κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Πολιτείας δικαιώματα καὶ καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις ὑπερτέρας τῶν πνευματικῶν, τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν δυνάμεών των, ἀπέτυχον αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς καὶ καθίστανται δι’ ὁριζομένους ἐν τοῖς νόμοις λόγους δαπανηροὶ καὶ διὰ τὸ Κράτος. Ὑπῆρξαν πολυάριθμοι αἱ ἐπιστημονικαὶ καὶ νομοθετικαὶ προτάσεις, ὡς ἠκούσατε. Ἔχω δ’ ἐνταῦθα μίαν πρότασιν. Πρὸ διετίας συνεστάθη ἐπιτροπή, ὅπως μελετήσῃ τὸ διοικητικὸν σύστημα. Ἡ μεγάλη ἐπιτροπὴ διώρισε μίαν ὑποεπιτροπήν, καὶ ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, νομάρχου καὶ ἄλλοτε διευθυντοῦ τοῦ Τμήματος τῆς διοικήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι μακροτάτη, ὡς βλέπετε, ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποτελουμένη ἐξ ἐπέκεινα τῶν 215 σελίδων, ἐξετάζει τὸ θέμα λεπτομερέστατα, πρόκειται δὲ πλέον οὐχὶ περὶ ἔργου θεωρητικοῦ, ἀλλὰ περὶ ἔργου, ὅπερ εἶναι πόρισμα καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τῆς πείρας ἀνδρῶν εἰδικῶν, ἀνδρῶν ἐφαρμοζόντων τοὺς θεσμοὺς τῆς διοικήσεως ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἀποφαίνεται ὁμοίως ὁ κ. Lallemand, —οὕτω καλεῖται ὁ εἰσηγητὴς—προτείνων ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εὐρυνθῶσι τὰ ὅρια τῶν δήμων. Εἶναι καχεκτικοὶ οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ὀργανισμοί.
§350ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ διαφορετικαὶ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἰσχύει τὸ δημοτικὸν σύστημα ἐν Γαλλίᾳ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐν Γαλλίᾳ κατακρίνεται ὑπὸ τῶν θεωρητικῶν μόνον.
§351Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδῶ ἔχω καὶ τοὺς πρακτικούς.
§352ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατακρίνεται ὑπὸ τῶν θεωρητικῶν ἡ μεγάλη κατάτμησις τῶν δήμων, πρῶτον διότι ὁ μέσος ὅρος τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ δῆμον ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ὅσος εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος, δηλ. εἶναι περίπου 920 ψυχαί, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται νῦν ὑπὸ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὁ μέσος ὅρος εἶναι 1090 περίπου, ἀλλὰ πρὸς τούτοις κατακρίνεται κατ’ ἀρχὴν ἡ μεγάλη κατάτμησις, διότι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσι δῆμοι, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς πολλὰς χιλιάδας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν 20, 30, 100 ἢ 150 ψυχάς. Οἱ μικροὶ αὐτοὶ δῆμοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι κατακρίνονται, κατακρίνονται δέ, διότι ἐν Γαλλίᾳ, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα καὶ ἡ ἄσκησις ἀστυνομικῶν καθηκόντων ὑπὸ αὐτοδιοίκησιν οὕτω στενῶν ὁρίων, παρέχει βεβαίως πολὺ ὀλίγα ἐχέγγυα ἀμεροληψίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος σπουδαῖος κατακρίσεως ὑπάρχει. Εἰς τοὺς δήμους ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἐπίσης γνωρίζετε, εἶναι ἀνατεθειμένα καὶ ἄλλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσιν οἰκονομικῶς τοὺς Γαλλικοὺς δήμους καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη εἶναι δυσβάστακτος, τὰ καθήκοντα δ’ αὐτὰ εἶναι τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς λεγομένης κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης. Διὰ τὰ καθήκοντα ταῦτα ἔχουσιν ἐπιβληθῆ εἰδικοὶ τοπικοὶ φόροι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν πρόκειται νὰ προέλθωσιν ἐξ οὕτω στενῆς περιφερείας καὶ περιωρισμένου ἀριθμοῦ κατοίκων, ἀποδίδουσι συχνότατα ἐλάχιστα καὶ οὕτω κατ’ ἀνάγκην ὑποχρεοῦνται εἴτε οἱ εὐρύτεροι κύκλοι —οἱ νομοί— ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος νὰ ποιῆται εἰσφορὰς πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, ὅπως ἀκριβῶς γίνωνται παρ’ ἡμῖν αἱ εἰσφοραὶ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς ἀνεπαρκεῖς δήμους. Ἀνέρχονται δὲ εἰς πολλὰς χιλιάδας χιλιάδων οἱ οὕτως ἀνεπαρκεῖς δῆμοι ἐν Γαλλίᾳ, ἕνεκα τοῦ δυσβαστάκτου αὐτοῦ βάρους τῶν ὑλικῶν των ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ ζητήματος φυσικὰ κατακρίνονται ὑπὸ πάντων οἱ μικροὶ δῆμοι ἐν Γαλλίᾳ. Οὐχ ἧττον παρ’ ὅλην τὴν κατάκρισιν τὴν ἀναμφισβητήτως ὀρθήν, κατὰ τὰ λεγόμενα τῶν Γάλλων συγγραφέων, οὐχ ἧττον δὲν τολμῶσι καὶ ἐκεῖ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν δήμων, ἡ δὲ τελευταία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνέστη καὶ τῆς ὁποίας ἀνεφέρατε πρὸ μικροῦ τὰ πορίσματα, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συζητήσασα διὰ μακρῶν δὲν ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τὴν δημιουργίαν καντονίου, ὡς νέας ἀνωτέρας μονάδος αὐτοδιοικήσεως.
§353Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὴν ἀποκρούει.
§354Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀκριβῶς, διότι νομίζει ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ κύκλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ πλειοτέρους συγχωνευομένους δήμους, θὰ εἶναι αὐθαίρετον κατασκεύασμα τοῦ νόμου, δημιούργημα μὴ ὀργανικὸν καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εἶναι βιώσιμον. Δὲν παρέχει τὸ καντόνιον ἢ ὁ εὐρύτερος δῆμος κανένα λόγον ἀληθοῦς κοινότητος πραγματικῶν συμφερόντων. Ὅτε δὲ ζητοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ τὴν συγχώνευσιν τῶν δήμων, ἐννοοῦσι κυρίως τὴν συγχώνευσιν μεταξὺ τῶν μικροσκοπικῶν ἐκείνων δήμων τῶν 30, 40 ἢ 100 ψυχῶν, οὓς ἀνέφερα, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἕνεκα τῆς πυκνότητος τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ δὲν εἶναι πλέον χωριστοὶ κατ’ οὐσίαν συνοικισμοί, ἀλλ’ εἷς καὶ μόνος συνοικισμός, ἔχων πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς πραγματικῆς κοινότητος συμφερόντων καὶ ἀντιλήψεων. Ὁ συνοικισμὸς αὐτὸς ἕνεκα τῆς παραδόσεως διαιρεῖται σήμερον εἰς 3 καὶ 4 χωριστοὺς δήμους, διότι ἱστορικῶς ἦσαν 3 καὶ 4 δῆμοι, σήμερον ὅμως διὰ τῆς ἐξελίξεως τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῆς πυκνώσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἀδιακόπου καὶ συνεχοῦς κατ’ ἔκτασιν καλλιεργείας ἔχουσιν οὕτω πως πυκνωθῆ, ὥστε πραγματικῶς εἶναι εἷς συνοικισμός, ὅστις ὅμως σήμερον εὑρίσκεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ χωρισμένος εἰς 4 διοικήσεις, εἰς 4 ἀστυνομίας καὶ 4 διακεκριμένα πρόσωπα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναί τι ἐντελῶς παράλογον. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἐὰν ζητῆται ἡ ὕπαρξις αὐτοτελῶν κοινοτήτων εἰς τοὺς διαφόρους συνοικισμοὺς τοὺς ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, τοῦτο προέρχεται καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐναντίον τῆς συγχωνεύσεως, ὅτι καὶ ἡ ἐπικοινωνία δὲν εἶναι μεγάλη, καὶ πυκνὴ καὶ ἡ ἀπόστασις ἡ μεταξὺ τῶν διαφόρων συνοικισμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε βεβαίως νὰ ἐπιβάλληται ἡ διαίρεσις αὐτῶν τῶν δήμων, καὶ ἀκόμη ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων τῶν ἐκ τῆς γεωγραφικῆς των θέσεως προερχομένων. Ἄλλαι αἱ συνθῆκαι ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἄλλαι αἱ παρ’ ἡμῖν, ἑπομένως δὲν δύναται ὁ παραλληλισμὸς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ὁμοιογενῶν δεδομένων.
§355Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς φαίνεται πιστεύων ἀκραδάντως ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει τὸ παράδειγμα νὰ εὑρεθῶσι 2 καὶ 3 καὶ 4 καὶ 5 πολλάκις χωρία, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελῶσι 3 ἢ καὶ 5 κοινότητας, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ κτήματα αὐτῶν εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὅλην τὴν κοινότητα τῶν συμφερόντων, οἱ κάτοικοι τῶν ὁποίων διέρχονται διὰ τῶν αὐτῶν ὁδῶν, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ κτήματά των, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν φυσικὸν ἐκεῖνον ὀργανισμόν, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ μακρὸν ἔκαμα λόγον καὶ ἀρκετὰ εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής. Ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. εἰσηγητής, ἀληθῶς ὄχι μόνον δὲν προέτεινε νὰ γένηται πρώτη βάσις τῆς τοπικῆς διοικήσεως τὸ καντόνιον ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς τὸ ἀποκρούει, διότι ἡ περιφέρεια καὶ ὁ πληθυσμὸς τοῦ καντονίου εἶναι πολὺ μεγαλείτερος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας παρ’ ἡμῖν. Δὲν τολμῶσι ν’ ἀνατρέψωσι τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐδικαιολογήθη, διότι δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. εἰσηγητὴς ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐν Γαλλίᾳ περισσότερον παρὰ ἴσως ἀλλαχοῦ παρουσιάζει πάντα τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, ἐλαττώματα ἐν μεγαλογραφίᾳ, καὶ ἐλέχθη ἤδη ὑπὸ ἀνδρὸς μετὰ κύρους γράφοντος καὶ διδάσκοντος ὅτι οἱ γερουσιασταὶ εἶναι οἱ αἴτιοι ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ ν’ αὐξήσῃ, διὰ ν’ αὐξάνωσιν οἱ ἐκλέκτορες αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἀκόμη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ ἐκεῖνοι κατακρίνονται ὡς ὀργανισμοὶ καχεκτικοί, ὡς ὀργανισμοὶ ἄποροι, ὡς ὀργανισμοὶ ἀδυνατοῦντες νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἀνατεθειμένα εἰς αὐτοὺς καθήκοντα. Ταῦτα τὰ ἐλαττώματα ἔχει τις ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ παρουσιασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι χειρότερα; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ καταλυθῇ τὸ κόμμα, τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον συσφίγγεται, τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ὀργανοῦται, τὸ κόμμα τὸ δημοτικόν, τὸ μεταβαλλόμενον εἰς φατρίαν, εἰς φατρίαν χωρίου μὲ ἡγήτορας τῶν μικροφατριῶν τῶν χωρίων, μὲ ἡγήτορας φιλοδοξοῦντας κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς πιθανώτατα νὰ διέλθωσιν ὑποψήφιοι, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ φιλοδοξία τοῦ χωρικοῦ, τοῦ ὄντος προέδρου ἑνὸς κοινοτικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν ὑπῆρξαν, ὡς τὸ εἶπον ἀδιστάκτως, ἐκβιασταὶ τῶν πολιτευομένων οἱ δημοτικοὶ κομματάρχαι, αἱ χιλιάδες τῶν κατὰ χωρία πλέον κομματαρχῶν θὰ εἶναι αὐτόχρημα αἱ ἀπειράριθμοι φθεῖρες, αἵτινες θὰ κατατρώγωσι καὶ θὰ στιγματίζωσι τὸν πολιτικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Βεβαίως θὰ εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα, ἐὰν φυσικῶς παρουσιάζετο ἐν τῇ ζωῇ μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς καὶ τῆς προόδου ἑκάστη κοινότης, ἑκάστη καταρτίζουσα τὸ Καταστατικόν της, ἑκάστη ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀναγνωριζομένη ἁπλῶς ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ προβαίνουσα εἰς τὴν προκοπήν της. Βεβαιότατα θὰ εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα. Οὕτω φυσικῶς παρήχθησαν καὶ αἱ κοινότητες ἐπὶ Τουρκοκρατίας αἱ ἀληθῶς ὑπηρετήσασαι τὸ γένος. Διότι αἱ ἄλλαι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔσχον προεστῶτας καὶ δημογέροντας ἐπιβληθέντας διὰ τῆς βίας τῶν ὀπαδῶν των, διὰ τῆς κακούργου προσωπικῆς γενναιότητος αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἔσχον προεστῶτας καὶ δημογέροντας ἐπιβληθέντας ὑπὸ τοῦ Κατακτητοῦ εἴτε ὅπως εἰσπράττῃ ἀσφαλέστερον τοὺς φόρους, εἴτε ὅπως κατασκοπεύῃ τοὺς ἀπειλοῦντας τὴν ὕπαρξίν του, εἴτε ὅπως ἐξυπηρετῇ ἄλλους σκοποὺς ἐναντίον τοῦ γένους, αἱ κοινότητες ἐκεῖναι αἱ εὑρεθεῖσαι ὑπὸ τοιούτους ἀρματωλούς, κοτσαμπάσηδες, κατασκόπους τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, αἱ κοινότητες ἐκεῖναι αἱ τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖναι τεχνητῶς καταρτισθεῖσαι, τεχνητὴν λαβοῦσα ὕπαρξιν, οὐ μόνον δὲν ὑπηρέτησαν τὸ γένος, ἀλλὰ διέθρεψαν γενεὰς προδοτῶν καὶ τυράννων τοῦ γένους, διέθρεψαν πολλάκις τυράννους τοῦ τόπου καὶ μετὰ τὴν πολιτικὴν ἀποκατάστασίν του. Ἄλλαι, ἐπαναλέγω, εἶναι αἱ κοινότητες αἱ ὑπηρετήσασαι τὸ γένος. Γνωρίζετε οἰκογένειάν τινα ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν τόπον μετὰ τὴν πολιτικὴν ἀποκατάστασιν, τυραννήσασαν τὴν περιφέρειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἴσχυσεν, ἀναπτυχθεῖσαν εἰς τὴν κοινότητα τῆς Δημητσάνης, τῶν Κυδωνιῶν, τῶν Ἀυπελακίων, τὰς ἀληθῶς ἀκμασάσας κοινότητας; Ὄχι βεβαίως. Διότι αἱ φυσικῶς προβαίνουσαι εἰς πρόοδον κοινότητες, ἔχουσαι πάντα τὰ ἠθικὰ στοιχεῖα καὶ πάντα τὰ μέσα τὰ ὑλικά, ἵνα προκόψωσιν, ἔχουσαι εὐρωστίαν καὶ ἀκμήν, τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὴν ἱκανότητα τοῦ αὐτοδιοικεῖσθαι, ὅλον τὸ πνεῦμα τῆς προόδου, ὅλον τὸ πνεῦμα καὶ τὴν δύναμιν ἄρα τῆς ἐλευθερίας, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπικράτησιν κατασκόπων, τυράννων, ἰθυντόρων, ἐπιβητόρων. Καὶ τώρα, ἐὰν τεχνητῶς διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου δημιουργήσητε κοινότητας καὶ διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπιβάλητε προέδρους κοινοτικῶν συμβουλίων, θὰ ἐπιβάλητε φατριάρχας, κοτσαμπάσηδες εἰς ἕκαστον χωρίον, ἀρχιεγκληματίας, ἐνῷ, ἐὰν ἀναγνωρίσητε ἁπλῶς καὶ ῥυθμίσητε τὰς κοινότητας, αἵτινες ἀφ’ ἑαυτῶν θὰ ὑπάρξωσι, θὰ ἔχητε ἐν αὐταῖς τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, τὴν δύναμιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Θέλετε δέ, ἐπαναλέγω, νὰ καταλύσητε τὸν κομματισμόν; Εὐρύνατε τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου, ἵνα συντριβῶσι τὰ κόμματα τὰ δημοτικὰ τὰ σημερινά, νομοθετήσατε προσόντα τῶν ἐκλεξίμων, μεταβάλετε ῥιζικῶς τὸ σύστημα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἵνα ἔχητε τὴν τοπικὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ποθεῖτε δικαίως νὰ ἴδητε. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ πρώτη σειρὰ τῶν γενικῶν τούτων σκέψεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιτρέψατέ μοι, ὅπως εἰσέλθω εἴς τινας τῶν κυριωτέρων αὐτοῦ διατάξεων, ἵνα ἀποδείξω ὅτι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ ἁπλῶς ἵνα τι καινοφανὲς παρουσιασθῇ ἐγένετο ἡ βάσις καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐγένετο ἡ διατύπωσις καὶ τῶν διατάξεων εἰς τὰ καθέκαστα. Βλέπω τὰς τροπολογίας τὰς διανεμηθείσας χθὲς καὶ ἀναγινώσκω τὴν τοῦ ἄρθρου 14. Ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἐξέτασιν ταύτης, διότι εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐπιχειρημάτων μου, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεφάρμοστον. Ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Ἀρχῶν συγκροτεῖται καθ’ ἕκαστον νομὸν διὰ Β. Διατάγματος τοῦ ἐκδιδομένου προτάσει τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστήριον ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἑνὸς πρωτοδίκου τοῦ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ νομοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἑνὸς τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ ὑπηρετούντων ταμιῶν ἑδρεῦον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ καὶ ἀποφαινόμενον περὶ τῆς εἰς ἑκάστην κοινότητα ἢ δῆμον ἀναλογούσης μερίδος τῶν χρημάτων τοῦ χωρισθέντος δήμου. Τοῦ Δικαστηρίου προεδρεύει ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Τέλος πάντων δὲν θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων νὰ μελετήσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ μικροῦ; Πρόκειται περὶ ἀστικῆς ὑποθέσεως ἢ ὄχι; Ἔχει ῥητὴν διάταξιν τὸ Σύνταγμα, καθ’ ἣν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις εἰδικῶν Δικαστηρίων καὶ δικαστικῶν ἐπιτροπῶν; Εἶναι τοῦτο εἰδικὸν Δικαστήριον ἢ οὔ; Αὐτὴ ἡ θεωρία τῆς σκοπιμότητος νομίζω ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, ὅτι τὰ ἔχει ἤδη ὑπερβῆ πολύ. Νομίζω ὅτι τοιουτοτρόπως προχωροῦντες εἰσβάλλομεν εἰς τὰ ὅρια τοῦ κράτους τῆς ἀναρχίας. Τὸ ἓν νομοσχέδιον κατόπιν τοῦ ἄλλου προσκομιζόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περιέχουσιν ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις. Ποῦ τέλος πάντων θὰ σταματήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων; Ἀφήσατε ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος τέλος πάντων πλησιάζει ὅλη ἡ Ἑλλὰς νὰ μεταβληθῇ εἰς Δικαστήρια. Δικαστήρια ἐδῶ δικαστικά, Δικαστήρια ἐκεῖ διοικητικά, ἐπιτροπαὶ ἐδῶ, ἐπιτροπαὶ ἐκεῖ, Δικαστήρια ἀλλαχοῦ. Πλησιάζομεν, Κύριοι, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ὅπου πάντες οἱ πολῖται ἐρρητόρευον εἰς τὴν Πνύκα καὶ ἐδίδασκον εἰς τὴν Ἡλιαίαν. Ἀλλ’ εἶναι μόνον ἡ παράβασις αὕτη, ἡ παράβασις ἡ συνταγματική; Ὑπάρχει καὶ ἄλλη παράβασις οὐσιωδεστάτη τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν δικαίου. Μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ εἴπητε εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν δήμων: «δὲν θὰ ἔχητε τὸν Α, ἀλλὰ θὰ ἔχητε ὀφειλέτην τὸν Β, τὸν Γ καὶ τὸν Δ»; Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην πάντων τῶν νομικῶν ἂν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν δικαίου ἐπιτρέπεται τοῦτο. Πῶς θὰ εἴπητε εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ εἰς τὸν ἰδιώτην...
§356Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀπέθανεν ὁ πατήρ· μένουσιν οἱ κληρονόμοι.
§357Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ὑμεῖς νὰ μὴ τὸ ἐλέγετε.
§358ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου ὡς νομικοῦ.
§359Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς νομικὸς τὸ λέγετε;
§360ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, διότι κληρονόμοι τῶν δήμων εἶναι αἱ κοινότητες.
§361Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι τότε ἐλαφρὰν διαφωνίαν. Πῶς θὰ εἴπητε εἰς μίαν Τράπεζαν ἢ εἰς ἕνα ἰδιώτην, ὅστις ἐδάνεισεν ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ πρόσωπον τὸ νομικὴν τοῦ δήμου, πῶς θὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν «δὲν θὰ ἔχῃς ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἐκεῖνον τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ θὰ ἔχῃς τὰ διάφορα χωρία»; Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἱδρύεται εἰδικὸν Δικαστήριον, τοῦ ὁποίου ἡ ἵδρυσις ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἱδρύεται τὸ Δικαστήριον τοῦτο, ὅπως κανονίσῃ ἀστικὰ δικαιώματα;
§362ΙΩ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια.
§363Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λεπτομέρεια εἶναι ἡ παράβασις συνταγματικῆς διατάξεως; Χάριν σκοπιμότητος;! Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἔχει νὰ θαυμάσῃ τις τὴν σοφίαν τοῦ νομοθετήματος εἶναι ὅπου δι’ ἄλλης τινὸς ἐπιτροπῆς, ἐναντίον καὶ ταύτης, δικαστικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι καὶ αὐτή, ἔκτακτον Δικαστήριον εἶναι καὶ τοῦτο, εἶναι ἐκεῖ ὅπου πρόκειται περὶ καθορισμοῦ τῶν ὁρίων τῶν δήμων. Μετὰ πάσης ἀφελείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης εὐχερείας διατυποῦται μία διάταξις, ἥτις εὐφραίνεται, διότι λύει τόσον εὐχερῶς, δι’ ὀλίγων λέξεων, ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θὰ χύσῃ αἵματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ στείλῃ πολλοὺς ἴσως προώρως εἰς τὰ νεκροταφεῖα καὶ ἄλλους εἰς τὰς φυλακὰς καταδίκους. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀγνοῇ τις καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ ἔχῃ ἐλαχίστην ἀντίληψιν τοῦ βίου ἐν Ἑλλάδι....
§364ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχει ὁ κ. Ῥέπουλης;
§365Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἐγὼ κατακρίνω τὸ νομοσχέδιον. ....Διὰ νὰ ἀγνοῇ, ὅτι διὰ τὰ ὅριά των πολλάκις χωρία συνεκρούσθησαν, πολλάκις τὸ ἓν χωρίον ἐπέδραμε κατὰ τοῦ ἑτέρου, ἔνοπλον σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις.
§366Γ. ΠΩΠ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτὰ, κύριε Πρόεδρε. Ἐκουράσθημεν.
§367Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ.
§368ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂς γίνῃ 5 λεπτῶν διακοπή.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§371Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 νομίζουσιν ὅτι θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ οἱ διδάσκαλοι, ὁ ἐπαρχιακὸς μηχανικὸς καὶ οἱ διάφοροι σύμβουλοι τῶν διαφόρων κοινοτήτων, καὶ θὰ χαράξωσι τὰ ὅρια τῶν περιφερειῶν, καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν αὐτῶν, εἰς τὴν φαντασίαν αὐτῶν ἡ εἰκὼν τῆς μεταβάσεως ἐκεῖ τῶν κατοίκων πάντων τῶν χωρίων βεβαίως πολλάκις μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ποίας ἔχετε ὑμεῖς πληροφορίας, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ μου καὶ ἐξ ἄλλων νομῶν ἔχω πληροφορίας θετικὰς ὅτι ἑτοιμάζονται χωρία ὁλόκληρα πάσῃ δυνάμει νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ ὅρια τῶν περιφερειῶν των, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν ἰδικά των. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως ν’ ἀγνοῶσιν οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καταγόμενοι, οἱ ζήσαντες καὶ δράσαντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ν’ ἀγνοῶσιν ὅτι πολλάκις διὰ τοιαῦτα ζητήματα συνεκρούσθησαν τὰ χωρία, ὅτι εἶναι ζητήματα κατ’ ἐξοχὴν διεγείροντα τὰ πάθη, διεγείροντα ἐγχώριον φανατισμὸν πρὸς ἐπικράτησιν. Καὶ ἐν τούτοις, ἐπαναλέγω, τὸ νομοσχέδιον, ζήτημα τόσον μέγα, ἀφιρῶν κυριώτατα τὴν δημοσίαν τάξιν τῆς χώρας, τὸ λύει διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ διαφόρων διδασκάλων, διαφόρων συμβούλων καὶ ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα νομίζω ὅτι ὑπάρχει κατάφωρος ἡ ἀντισυνταγματικότης, διότι προκειμένου περὶ καθορισμοῦ περιφερειῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων πλειστάκις θὰ πρόκειται περὶ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος, θὰ πρόκειται περὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, δὲν ἐπιτρέπει δὲ τὸ Σύνταγμα νὰ ἀποφαίνηται μία ἐπιτροπὴ τοιαύτη, ἓν τοιοῦτον Δικαστήριον, θὰ πρόκειται περὶ τῶν ὁρίων τῶν λιβαδίων, κύριε εἰσηγητὰ τῆς ἐπιτροπῆς....
§372Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς κυριότητος.
§373Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὅμως τὰ λιβάδια τὰ ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς νέας κοινότητος θὰ εἶναι καὶ περιουσία τῆς κοινότητος.
§374Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι.
§375Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ, δὲν ἀποκλείεται ὁ καθορισμὸς τῶν περιφερειῶν νὰ εἶναι καθορισμὸς δύο λιβαδίων, νὰ εἶναι καθορισμὸς δύο ἀκινήτων κτημάτων δύο κοινοτήτων.
§376Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια δὲν ἀποκλείονται εἰς τοιοῦτον ζήτημα.
§377Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀποκλείονται τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἀποκλείονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος αἱ τοιαῦται ἐπιτροπαὶ ῥητῶς, ἐπιτακτικῶς.
§378Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ θὰ κανονίσωσιν ὅρια διοικητικῶν περιφερειῶν.
§379Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐντὸς τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν ὑπάρχουσι καὶ ἀστικὰ λέγω κτήματα πολλάκις, καὶ πρόκειται περὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων.
§380Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θ’ ἀφαιρεθῶσι ταῦτα.
§381Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς δὲν θ’ ἀφαιρεθῶσιν, ἀφοῦ θὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην κοινότητα; Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁπωσδήποτε ν’ ἀποφανθῇ τοιοῦτον ἔκτακτον Δικαστήριον. Ἀλλ’ ἡ ἀντισυνταγματικότης σταματᾷ ἐδῶ; Πρὶν προχωρήσω εἰς ἄλλας περισσότερον καταφώρους, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναμνησθῆτε ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλεγον, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις περὶ ἑνὸς θεσμοῦ μεταβιβάζονται εἰς τὸν μεταγενέστερον, τὸ πνεῦμα ἑνὸς θεσμοῦ παλαιοτέρου μεταβιβάζεται λεληθότως, ἀναγκαίως, φυσικῶς εἰς τὸν μετέπειτα θεσμόν. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1833, ὁ ἀπόλυτος νομοθέτης, ὁ μὴ συνταγματικός, ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς δήμους νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ φόρους, καὶ ἡ ἀντισυνταγματικότης μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἰσχύοντος ἀνεγνωρίσθη μόνον ὅτε τὰ ζητήματα ταῦτα ἔφθασαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ῥητῶς εἶπεν ὁ Ἄρειος Πάγος ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ἐπιβάλλεται φορολογία ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, διότι ῥητὴ καὶ ἀποκλειστικὴ εἶναι ἡ διάταξις ἡ συνταγματική, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται φόροι ἐπὶ φόρων ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Καὶ λέγει, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος: «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλοτε τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἡγουμένης τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔθεσε τὸ Σύνταγμα, παραβλέπει τόσῳ ῥητὴν καὶ οὐχὶ θεμελιώδη, ἀλλὰ θεμελιωδεστάτην διάταξιν τοῦ πολιτεύματος, μίαν ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες ἀποτελοῦσι κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες κυριωτάτην παρέχουσι τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, καὶ ἠκούσθη πολλάκις κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ταύτης ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀπ’ αὐτὰ τὰ θεμέλια αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης ἀρχίζει ἡ ἱστορία τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας νὰ ἐπιβάλλωμεν τοὺς φόρους καὶ νὰ διατάσσωμεν τὴν διάθεσιν αὐτῶν ἀρχίζει, λέγω, ἡ ἱστορία τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε, Ὑπουργέ;
§382ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἡ γενικὴ ἀλήθεια.
§383Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ γενικὴ ἀλήθεια, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τότε πῶς θὰ ἐπιβάλλῃ φόρους τὸ δημοτικὸν συμβούλιον;
§384ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅπως ἐπέβαλλε μέχρι τοῦδε.
§385Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπέβαλλε μέχρι τοῦδε κατὰ τρόπον, ὡς σᾶς εἶπον, ἀντισυνταγματικόν, ἀναγνωρισθέντα ὡς τοιοῦτον ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων.
§386ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δυνάμει νόμου.
§387Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐχὶ δυνάμει νόμου, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ὁ νόμος θὰ ὁρίσῃ καὶ τὸν φόρον καὶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ. Ἐδῶ ὁ νόμος οὐδὲν ἄλλο λέγει ἢ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐγώ, ἡ Βουλή, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ, μεταβιβάζω τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰ δημοτικὰ ἢ κοινοτικὰ συμβούλια καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπεδείξαμεν ἄλλοτε ὡς ἀντισυνταγματικὰς τοιαύτας διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας μάλιστα διὰ Β. Διατάγματος θὰ ὡρίζετο θέμα τοιοῦτον. Ἕκαστος ἀντιλαμβάνεται πόσον ἀντισυνταγματικώτερον εἶναι τὸ πρᾶγμα, ὅτι οὐδὲ Β. Διάταγμα ἀπαιτεῖται. Τὸ ψήφισμα ἑνὸς δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀρκοῦσι διὰ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς φόρου, διὰ νὰ καθορίσωσι τὸ ποσοστόν, τὴν βεβαίωσιν, καὶ τὴν εἴσπραξιν ἑνὸς φόρου.
§388ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἀρκεῖ ἡ θέλησις ἑνὸς νομάρχου.
§389Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντισυνταγματικῶς, σᾶς εἶπον, ὡς ἀνεγνώρισαν, ἐπαναλαμβάνω, τὰ Δικαστήρια.
§390Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤδη ψηφίζομεν νόμον καὶ οὐχὶ Διάταγμα.
§391Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ψηφίζομεν νόμον μεταβιβάζοντα τὴν θέλησιν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἰς ἓν δημοτικὸν συμβούλιον ἀποτελούμενον ἀπὸ 5 χωρικοὺς καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἄρθρον, κύριε Βουλευτά.
§393ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποστηρίζω, εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι περιέχει τὸ νομοσχέδιον διατάξεις τοιαύτας, αἵτινες καθιστῶσιν αὐτό, ἐὰν γένηται νόμος, ἀνεφάρμοστον. Ἰδοὺ μία διάταξις, ἥτις θὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀνεφάρμοστον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 154. Ἐπὶ ἐκλογῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν συμβούλων ὁ πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου διορίζει κλπ.» «Ἄρθρον 155. Ἡ ἡμερησία ἀποζημίωσις τῶν κατὰ τὰ ἄνω ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 5. Ἡ ἀποζημίωσις αὕτη χορηγεῖται ἐπὶ 4 τὸ πολὺ ἡμέρας». Δηλαδὴ τὸ ὅλον τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι δραχμαὶ 20. «Ἡ ἡμερησία ἀποζημίωσις ὡς καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα πληρώνονται κατὰ τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ τῶν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς διοριζομένων ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς». Ἰδοὺ μία διάταξις, ἥτις θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ δικηγόροι οἱ φορολογούμενοι εἶναι 2.400· προστιθεμένων πρωτοδικῶν, εἰρηνοδικῶν, συμβολαιογράφων, βεβαίως δὲν φθάνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 3.000. Βεβαίως ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν πάντων θὰ εἶναι ἐλάσσων τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔχει τις ἀμφιβολίαν ἐξ ὑμῶν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δικηγόρων, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶναι μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες ἀπουσιάζουσιν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες θὰ εἶναι ἀσθενεῖς, θὰ ἐκθέτωσιν ὑποψηφιότητα συμβούλου, διὰ νὰ στερηθῶσι μὲν τῶν 20 δραχμῶν, ἀλλὰ ν’ ἀποφύγωσι κοπιωδέστατον ταξίδιον εἰς χωρία πολλάκις ἔχοντα ὁδοὺς ἀνωμάλους καὶ ὀλισθηράς, ἀπέχοντα δὲ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ ἀσκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, δέκα ὥρας καὶ 20 ὥρας καὶ 30 ὥρας; Μεταβαίνοντες δὲ οἱ δικηγόροι ἢ εἰρηνοδίκαι ἢ συμβολαιογράφοι καὶ ἀναστατουμένης πάσης τῆς χώρας, πάσης γωνίας, πάσης καλύβης ἐκ τῆς ἐνεργείας τοιούτων ἐκλογῶν, μετὰ ποίων θὰ συμπράττωσι; Μετὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. «Ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἑνὸς ἑκάστου ἐκλογικοῦ τμήματος κοινότητος συγκροτεῖται ἐκ τριῶν τακτικῶν μελῶν καὶ δύο ἀναπληρωματικῶν». Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ πασῶν τῶν κοινοτήτων, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διοικητικῆς ἐξήτασα τὸ πρᾶγμα, δὲν πρόκειται περὶ πασῶν τῶν κοινοτήτων, διότι βεβαίως θὰ ὑπάρξωσι πολλαὶ κοινότητες, αἵτινες θὰ προκόψωσι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, βεβαίως πολλαὶ κοινότητες θὰ ἔχωσιν ἐπαρκεῖς πόρους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πληθυσμοῦ, βεβαίως κοινότητες πολλαὶ θὰ ἔχωσιν ἐπαρκῆ πληθυσμόν, ἀλλὰ περὶ τῶν κοινοτήτων, αἵτινες δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκεῖς, περὶ τῶν κοινοτήτων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων, λέγω, πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Πολιτεία, διότι ἀποτελοῦσι μέγα μέρος ἐν τῷ πληθυσμῷ τῆς χώρας, περὶ τῶν κοινοτήτων, αἵτινες θ’ ἀποτελῶνται ἐξ οἰκογενειῶν 60, 65, 70, περὶ τῶν κοινοτήτων, αἵτινες πολλάκις ἕνεκα τῶν ἀπουσιαζόντων κατοίκων εἴτε εἰς Ἀμερικὴν εἴτε εἰς θερινὰ ἢ χειμερινὰ λιβάδια εἴτε εἰς ἐργασίας των ἀλλαχοῦ δὲν ἔχουσιν ἐκλογεῖς φορολογουμένους πολλάκις 20 ἢ καὶ 15 ἢ καὶ 25 πολλάκις. Λοιπὸν ἔχετε τακτικὰ καὶ ἀναπληρωματικὰ μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς 6, ἐκλεκτέους συμβούλους 5· ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τὸ ὅλον τῶν ὑποψηφίων 12 συνήθως καὶ 6 μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, 18. Οἱ ὑποψήφιοι καὶ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου θὰ ἐνεργῶσιν ἄνευ ψηφοφόρων ἄλλων τὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ ἐκλογικῷ τμήματι! Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ἂν ὑπάρξωσι κοινότητες, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν, ἀποτελεῖ κατ’ ἐμοῦ συκοφαντίαν, ἐπαναλέγω, τὸ νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶμαι κατὰ τῶν κοινοτήτων, ἀλλ’ ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν αἱ κοινότητες ὡς ὑπάρχουσιν, αἱ ἄξιαι τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀγαθῆς μνήμης, ὡς ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ὅπου κατὰ σύστημα εἰδικὸν ἑκάστη κοινότης ἐξέλεγε τοὺς δημογέροντας αὑτῆς, ἐξέλεγε κατὰ κοινὴν γνώμην, ἡ ἐκλογὴ προήρχετο ἐκ τοῦ συνόλου τῶν κατοίκων, βοῇ ἐξελέγοντο οἱ ἄρχοντες τῶν κοινοτήτων, ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ συνόλου, ἡ κοινότης μικρὸν ἀπεῖχε τῆς οἰκογενείας, ἐν τῇ οἰκογενείᾳ φυσικῶς ὑπάρχει ὁ ἄρχων, δὲν ἐκλέγεται ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ὁ ἄρχων καὶ ἐν τῇ κοινότητι φυσικῶς πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἄρχοντες. Βοῇ ἐξελέγοντο ἐπὶ Τουρκοκρατίας, κοινῇ γνώμῃ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται κατὰ σύστημα λογικόν, κατὰ σύστημα σύμφωνον πρὸς τοὺς φυσικοὺς ὅρους μιᾶς κοινότητος. Οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε τετραετεῖς περιόδους ἐκλογικὰς τῶν ἀρχόντων τῆς κοινότητος, τῶν διευθυνόντων ὀλίγα τινὰ συμφέροντα 60 ἢ 70 οἰκογενειῶν. Ἀλλὰ μήπως περιορίζονται εἰς τὰ ἀφελῆ ταῦτα; Προσπαθοῦσιν ἀπὸ τῆς κοινότητος νὰ προσκομίσωσιν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν καὶ ἐκλογικὸν σύστημα χάριν τῶν μειονοψηφιῶν καὶ ὀνειροπολοῦσι τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ὀνειροπολοῦσι τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐν Βελγίῳ, διότι ἐκεῖ διεξάγεται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου λυσσώδης ἀγὼν μεταξὺ κληρικοφρόνων καὶ ἀντικληρικῶν, διότι τρέμουσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ μήπως δὲν εὑρεθῶσιν ἐν ἱκανῷ ἀριθμῷ ἀντιπροσώπων ἐν τῇ Βουλῇ μὲ ἱκανὰς δυνάμεις νὰ παλαίσωσιν ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν των. Προσπαθοῦσι νὰ ἀρχίσωσιν εἰσάγοντες τὰ νέα δόγματα, τὰ δόγματα τὰ ἀνατρεπτικά, νὰ εἰσαγάγωσιν ἀπὸ τῶν κοινοτήτων τὰ συστήματα ταῦτα, τὰ ὑποστηριζόμενα ἐν Εὐρώπῃ ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν τούτων αἱρεσιωτῶν, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῶς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων. Φαντασθῆτε, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐν Ἑλλάδι ἓν κόμμα σοσιαλιστικόν, ὁσουσδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ὀπαδούς, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτό τι ἐκλογικὸν σύστημα ἀντιπροσωπείας μειονοψηφιῶν ἢ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ὑμεῖς πάντες ἀνήκετε εἰς τὰ προσωπικὰ κόμματα· ἡμεῖς εἴμεθα κόμμα ἀρχῶν· εἴμεθα ἡ μειονοψηφία· πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἀντιπροσώπους μας ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν τολμῶσι νὰ ὑποστηρίξωσι ταῦτα διὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰσάγουσι κατὰ δόσεις τὸ δηλητήριον τῆς πολιτικῆς νοθεύσεως καὶ ἀκολούθως τῆς κοινωνικῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ Κράτους. Ψηφίζετε, Κύριοι, ψηφίζετε ἀσυζητητί, χειροκροτεῖτε κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ δὲν ἀποσυνθέτετε μόνον τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τῆς πατρίδος σας, ἀλλ’ ἀποσυνθέτετε τὰς ἠθικὰς αὐτῆς δυνάμεις, καταλύετε τὴν συντηρητικότητα αὐτῆς, καταστρέφετε τὸ μέλλον αὐτῆς, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ συντηρητικῶν ἀρχῶν. Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, διαμαρτύρομαι, κύριοι Βουλευταί, κραυγάζων πρὸς ὑμᾶς μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου, προφυλαχθῆτε, ἵνα μὴ ὀνομασθῆτε ἀκολούθως, συγχωρήσατέ με, τὸ λέγω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἐθνοκατάρατοι. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς μειονοψηφίας εἶναι ἀρχὴ πολιτικῆς ἀποσυνθέσεως διὰ τὸν τόπον. Εἶναι ἡ πρώτη εἰσβολὴ πολιτικῶν αἱρέσεων. Εἶναι ἀρχὴ πολιτικῆς ἀποσυνθέσεως, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, διότι εἶναι κατάλυσις τοῦ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι καὶ οὐχὶ πολιτικῶς φιλοσοφεῖν. Ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ὅτι πρέπει νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τοιούτων μέτρων εἰσαγόντων τὰς αἱρέσεις, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ὁμοφρονοῦσαν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν ἀγωνιῶσαν πῶς νὰ περισυλλέγῃ τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς αὐτῆς δυνάμεις ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς καὶ τὴν ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἱδρύθη τὸ Κράτος τοῦτο. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, βαθύτερον μερικὰ ζητήματα νὰ μελετῶνται, εἶναι ἀναγκαία προσεκτικωτέρα προφύλαξις ἀπό τινων μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται κρύφα, ὑπούλως, τεχνηέντως. Ὅτι δὲν ἔχουσι μελετηθῆ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπαρκῶς ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ γοητεία, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ τὸ λεγόμενον· «διατί νὰ μὴ ἐκπροσωπῆται καὶ ἡ μειονοψηφία;». Διότι αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας, Κύριοι, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατήσεως. Αἱ γνῶμαι αἱ ἐκπροσωποῦσαι μειονοψηφίας πρεσβευούσας ἀντίθετα ῥιζικῶς, θεμελιωδῶς πρὸς τὰ κοινῶς παραδεδεγμένα δὲν ἔχουσι θέσιν ἐντὸς τῶν Κοινοβουλίων, διότι ἐντὸς τῶν Κοινοβουλίων δὲν διεξάγονται συζητήσεις ἀκαδημαϊκαί, ἀλλὰ γίνονται ἐφαρμογαὶ γνωμῶν ἐσχηματισμένων ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
§394ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολεμεῖτε σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς κοινότητας ἢ εἰς τὸ Κοινοβούλιον;
§395Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι ἀπ’ ἐκεῖ θ’ ἀρχίσῃ καὶ θὰ καταλήξῃ ἐνταῦθα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν μὲ ἐτιμήσατε διὰ τῆς προσοχῆς σας, διότι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸ πρῶτον ὅτι ἐν γένει ἡ ψηφοφορία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀλλὰ καὶ ἀκόμη περισσότερον ἡ ψηφοφορία κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι κωμική. Τοῦτο ὑπεστήριξα πρῶτον, ἀλλ’ ἀκολούθως προεκάλεσα τὴν προσοχὴν καὶ ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, μήπως πρόκειται περὶ τῆς πρώτης εἰσβολῆς δογμάτων ἀνατρεπτικῶν τοῦ συντηρητικοῦ ἡμῶν πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου. Καὶ θέλετε πιστεύσει, Κύριοι, ὅτι θὰ διεξαχθῇ ἐκλογὴ ἀξία τοῦ ὀνόματος μεταξὺ τῶν 15 ἢ 20 ἐκείνων χωρικῶν ὑποψηφίων καὶ μελῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν; Καὶ θέλετε πιστεύσει ὅτι εἰς τοιαύτας κοινότητας, ἐν πολλαῖς τῶν ὁποίων ἐπὶ μακρὸν διάστημα τοῦ ἔτους δὲν θὰ εἶναι τόσοι κάτοικοι, ὅσα τὰ μέλη τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, θὰ ὑπάρξῃ διοίκησις ἐγγυωμένη προκοπήν, ἐγγυωμένη πρόοδον τοῦ χωρίου ἐκείνου; Θὰ ἔχητε, Κύριοι, 3000 δήμους καὶ κοινότητας. Ὑποθέσατε ἐπιζητοῦντας τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου, τοῦ μέλους τῆς δημαρχικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ συμβούλου τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος δώδεκα, ὡς εἶπον προηγουμένως, εἰς ἕκαστον δῆμον καὶ εἰς ἑκάστην κοινότητα.
§396Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ὀλίγοι εἶναι.
§397Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὀλίγοι βεβαίως. Θέλετε ἔχει περίπου 40,000 πολιτῶν, τοὺς καλλίστους, ὅλην τὴν κυρίως πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν τοῦ τόπου κατατριβομένην εἰς τὴν πολιτικήν, τοὐλάχιστον εἰς τὴν προεκπαίδευσιν πρὸς τὸ πολιτεύεσθαι. Μὲ τὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, μὲ τὰς συνηθείας, αἵτινες κρατοῦσι παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτικῶν, ἂν μὴ καὶ οἱ ἄλλοι κοινοτικοὶ σύμβουλοι, ἐφ’ ὅσον μάλιστα θὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ περιτροπῆς νὰ ἐκλέγωνται πρόεδροι, καὶ καλλίτερον θὰ ἐνδύωνται, καὶ ὀλιγώτερον θὰ ἐργάζωνται, καὶ ὁ οἶνος, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφθόνως θὰ χύνηται, καὶ θυσίαι θὰ γίνωνται, καὶ δεσμοὶ θὰ καταρτίζωνται, καὶ θὰ ἔχητε ὠθουμένους εἰς δαπάνας παραλόγους, εἰς ἀργίαν 40,000 πολιτῶν, τοὺς ἐκλεκτοτέρους, οὓς ἔχει ἡ χώρα! Εἶναι ἀτυχὲς τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ εἰσαγόμενον. Εἶναι πολὺ ἀτυχές. Οὔτε τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τὰς τεθειμένας ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀκολουθεῖ, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐξελισσομένην κοινωνικὴν πρόοδον παρακολουθεῖ. Ἐὰν εἶναι ἀλήθεια —καὶ εἶναι ἀλήθεια ἀκράδαντος—ὅτι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τὰς κοινωνικὰς μεταβολὰς καὶ νὰ συμμορφοῦνται πρὸς αὐτάς, ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν παρακολουθεῖ τὴν κοινωνικὴν μεταβολήν. Ἡ ἐξέλιξις ἡ κοινωνικὴ βεβαίως τείνει πρὸς μίαν ὁμοιομορφίαν τοῦ κοινωνικοῦ βίου· αἱ διαφοραί, αἵτινες παρετηροῦντο ἄλλοτε μεταξὺ τῶν ἠθῶν, τῆς γλώσσης, τῶν ἀντιλήψεων, τοῦ βίου τοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον ὁσημέραι ἐκλείπουσιν· ἡ ἀλληλεγγύη εὐρύνει τὰ ὅριά της, ἡ ἐπιμιξία εἶναι πυκνοτέρα· ὁ βίος ἐν γένει καθίσταται ὁμοιότερος. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἐξέλιξις, δὲν εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ εὔρυνσις τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς διοικήσεως καὶ οὐχὶ ἡ ἀποσύνθεσις τῶν ὑπαρχόντων; Ἔχοντες ἓν παρελθὸν κομματικὸν τοιοῦτον, ἔχοντες τόσῳ δεινὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προστριβῆς μεταξὺ τῶν κομματαρχῶν καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν, ἀντὶ νὰ εὐρύνωμεν τὴν περιφέρειαν καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν προστριβῶν, περιορίζομεν αὐτὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων ἑνὸς χωρίου, διὰ νὰ εἶναι αἱ προστριβαὶ ἄπειροι καὶ ἀδιάλειπτοι; Ἐξητάσθη ὁ θεσμός, Κύριοι, καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, διότι πάντες οἱ γενόμενοι ὑπολογισμοὶ καταλήγοντες εἰς ἕνα μέσον ὅρον ἔχουσι κεφαλαιῶδες ἐλάττωμα ὅτι εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας μεγάλου μέρους τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ὑπεστηρίχθη ὅτι οἱ ὅλοι πόροι κατὰ μέσον ὅρον χιλίων περίπου κοινοτήτων θὰ ὦσι δραχμαὶ 600 περίπου, ὑπεστηρίχθη ὑπ’ ἄλλων ὅτι θὰ εἶναι χίλιαι, ὑπεστηρίχθη ὑπὸ ἄλλων ὅτι θὰ εἶναι περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι τῶν χιλίων δραχμῶν. Δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ ὁμολογήσω ὅτι θὰ ὑπάρξωσι κοινότητες ἔχουσαι ἔσοδα πλέον τῶν χιλίων δραχμῶν, κοινότητες μικραί, ἔστω, ἔχουσαι ἔσοδα πλέον τῶν 2,000, πλέον τῶν 3.000. Τί σημαίνει τοῦτο; Ἀρκεῖ εἰς ἐμὲ ἂν θὰ ὑπάρξῃ πληθυσμὸς διακοσίων μόνον χιλιάδων κατοίκων, διαιρούμενος κατὰ κοινότητας, ἑκάστη τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἔχῃ ἔσοδα οὔτε 500 δραχμῶν οὔτε 400 οὔτε 300 δρ. Οὕτως ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα, θεωρῶ δὲ τὸ σύστημα τῶν ὁμοιομόρφων κοινοτήτων εἰς ὅλην τὴν χώραν ὅτι εἶναι καταδεδικασμένον εἰς ἀποτυχίαν. Καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει τὸ κεφαλαιῶδες ἐλάττωμα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπολογισμοὺς διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν κοινοτήτων. Διότι πρέπει νὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ μέσοι ὅροι καὶ οὐχὶ εἷς. Ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἔχωσιν ἔσοδα 200 δραχμῶν αἱ κοινότητες, αἵτινες θὰ ἱδρυθῶσιν εἰς τὸν Ἀσπροπόταμον, ὅπου συμβαίνει ἐπὶ τέσσαρας καὶ πέντε ἴσως μῆνας τοῦ ἔτους νὰ μὴ εὑρίσκωνται κάτοικοι παρὰ δύο ἢ πέντε τὸ πολύ. Νομίζετε ὅτι πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ πληθυσμοῦ καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν αἱ κοινότητες, αἵτινες θὰ προκόψωσι; Καὶ ὅμως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τῶν κυβερνήσεων εὐνοεῖται καὶ προστατεύεται τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναζητοῦνται συγκεκροτημέναι δυνάμεις, δὲν ἀναγνωρίζεται τὸ κεφαλαιῶδες σφάλμα τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποσυντίθεται ἡ χώρα, ἐμποδίζεται ἡ συνένωσις δυνάμεων ὑλικῶν χρησιμοποιουμένων ὁτὲ μὲν ἐνταῦθα, ὁτὲ δ’ ἀλλαχοῦ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ ἐξυπηρετηθῶσι γενικώτεραι ἀνάγκαι τῶν ἑκασταχοῦ τόπων. Ἀλλ’ αἰσθάνονται ἱκανοποιουμένην τὴν συνείδησιν αὑτῶν, διότι ἀναγνωρίζουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅσον ἦτο δυνατὸν ὀλιγωτέρας τὰς ἀμοιβὰς τῶν διοικούντων τὰς κοινότητας, καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὴν ὑποψίαν αὐτῶν ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θ’ αὐξηθῶσι, θ’ αὐξηθῶσι, θ’ αὐξηθῶσι, καθ’ ὃν τρόπον ηὐξάνοντο καὶ αἱ ἀμοιβαὶ τῶν δημάρχων, καὶ θὰ καταλήξωμεν μίαν ἡμέραν, ὥστε αἱ ὀλίγαι αὐταὶ δραχμαὶ τῶν καχεκτικῶν χωρίων νὰ περιέρχωνται εἰς τὰ θυλάκια τοῦ προέδρου τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ κλητῆρος, ὅστις θὰ εἶναι ὁ ἄρχων τοῦ χωρίου, ὁ ἄρχων τῆς μείζονος φατρίας, ὅστις ὡς ὁ δημοτικὸς σήμερον κομματάρχης θὰ τυραννῇ τὸ χωρίον του καὶ θὰ ἐκβιάζῃ τὸν πολιτευόμενον. Καὶ δὲν λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Κράτος ἀνέλαβεν ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ νέα αὐτῆς νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικά, κατὰ τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, αὐξάνει τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἂν σήμερον εἶναι 5,000,000 αὔριον θὰ ὦσιν αἱ δαπάναι αὐτῆς 7,000,000, ἴσως καὶ 10,000,000 δρ. καὶ ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς ὑπολελογισμένον τῶν ὑπαρχόντων δήμων ἔσοδον 22–23 ἑκατομ., ἔχει ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων ἐγίνετο αὐστηρότερον καὶ προσεκτικώτερον, θὰ ἠδύναντο τὰ ἔσοδα νὰ ὑπερβῶσι τὰ 25,000,000 δραχ. Καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει ἀκόμη ὅτι σπατάλη καὶ ἁρπαγὴ ἐγίνετο μέχρι τοῦδε εἰς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ ὅτι μὲ ἓν ἄλλο σύστημα διαχειρίσεως θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκεῖθεν νὰ ἐξοικονομήσωμεν πάσας τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἢ τοὐλάχιστον τὸ μεῖζον μέρος αὐτῶν, καὶ νὰ ἀποφύγωμεν νέας φορολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσι μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, μίαν τρομερὰν ἐπιβάρυνσιν εἴτε τοῦ λαοῦ διὰ νέων φορολογιῶν εἴτε τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀδυνατοῦντος ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας. Ἔσπευσε, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἔσπευσεν εἰς τὰ πλεῖστα αὐτῆς νομοσχέδια. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐλάχιστά τινα παραδείγματα ν’ ἀναφέρω, ἵνα ἐνδυναμώσω τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔσπευσεν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σχετικὸν ἄλλως τε τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφέρω, πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰσάγουσα ἡ Κυβέρνησις τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν ἔλεγεν ὅτι «ἐπὶ τούτου στηρίζω τὴν πολιτικήν μου· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοθετικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἀνόρθωσις, ἐὰν δὲν τεθῇ ὁ φόρος οὗτος». Ἐνθυμεῖσθε τοὺς κεραυνούς, τοὺς ὁποίους ἐξέπεμπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν ἀντικρουόντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ προσεκόμισε μὲ σύστημα βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως δι’ ἐνοικιάσεων, ὅτι τὰς ἐνοικιάσεις τὰς μετέβαλεν εἰς σύστημα βεβαιώσεως, ὅτι παρῃτήθη καὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ ὅτι νῦν ἀναγκάζεται νὰ κρατήσῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ παραπέμπει τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, ὅπως συμμετάσχῃ τῆς τύχης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀνεφάρμοστος ἦτο ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀνεφάρμοστον εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἦτο μοιραῖον νὰ συναδελφωθῶσι τὰ δύο μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων κυριώτατα ἐστηρίχθη ἡ ἀνορθωτικὴ πολιτική, ἐφ’ ὧν ὑψοῦτο ἡ ἀνόρθωσις λέγουσα «ἰδοὺ ἐγώ».
§398ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνόρθωσις, εἶναι βράχος.
§399Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀνόρθωσις ἀληθῶς εἶναι βράχος, ἀλλ’ οἱ ἐπὶ τῆς ἀνορθώσεως ἱστάμενοι εἶναι πομφόλυγες, αἱ δὲ πομφόλυγες διερράγησαν. Ἔλαμψαν δέ, διότι ἦσαν πομφόλυγες, ἀλλὰ δὲν εἶχον συνοχήν, διότι δὲν εἶχον στερεότητα εἰς τὰς ἰδέας αὐτῶν, διότι δὲν ἦσαν ὁ βράχος τῆς ἀνορθώσεως, ἦσαν, λέγω, ἡ πομφόλυξ ἡ λάμπουσα ἐπὶ τοῦ βράχου τῆς ἀνορθώσεως, διερράγη ἡ πομφόλυξ καὶ ἰδοὺ ἀναφαίνεται ὁ καπνὸς τῆς ἀπάτης. Ἔσπευσε, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τόσον μικρὸν διάστημα χρόνου μὲ αὐτὴν τὴν ἀλλεπαλληλίαν καὶ τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν προσκομιζομένων, κατὰ σωροὺς νομοσχεδίων, μὲ τὰς πολιτικὰς περιστάσεις τὰς ἐκτάκτους, μὲ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς διαρκούσας πολλάκις ἀπὸ πρωίας μέχρι πρωίας, πάντως καὶ ἄνευ τούτων εἰς τόσον μικρὸν διάστημα χρόνου δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ εἰσαχθῶσι νέαι φορολογίαι μεγάλαι, ν’ ἀνατραπῶσι θεσμοὶ τόσον μεγάλοι, νὰ εἰσαχθῶσι συστήματα τόσον ῥιζικῶς μεταβάλλοντα τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλων σκέψεων καὶ ἐπιχειρημάτων τῆς αὐτῆς σπουδαιότητος καὶ σημασίας νὰ στηρίξω τὰς ἀντιρρήσεις μου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Λέγω πρὸς ὑμᾶς καταλήγων ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν εἶναι τῆς πρωτοβουλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· τὴν βάσιν αὐτοῦ ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐκομίσθη καὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἡ βάσις, ὡς καὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐκ Κρήτης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ταχέως βαδίζει, ταχέως χειρονομεῖ, ταχέως λαλεῖ, ταχὺς εἶναι τὴν σκέψιν, ταχὺς εἶναι τὴν ἀπόφασιν, ὑμεῖς δὲ κύριοι Βουλευταί, κατέχεσθε ὑπὸ ἀκρατήτου ὀργῆς κατὰ τῶν δημάρχων. Ὁ βαθυνούστατος Θουκυδίδης λέγει: «τάχος καὶ ὀργὴ δύο τὰ ἐναντιώτατα τῇ εὐβουλίᾳ».
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§401Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§403Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἡ ἀποσκευή, τὴν ὁποίαν κομίζω μετ’ ἐμοῦ, εἶναι λίαν πενιχρά. Περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὀλίγας σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐκράτησα τώρα, καθόσον τὰς σημειώσεις μου, εὐτυχῶς δι’ ὑμᾶς καὶ ἴσως εὐτυχῶς δι’ ἐμέ, δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ ἀφήνω τὰς κρίσεις καὶ τὰς γνώμας περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως περὶ δήμων καὶ τῶν ἄλλων θεσμῶν τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα, χωρὶς ἕνεκα τούτου, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δυσαρεστήσω τοὺς ἀκούοντάς με κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ δῆμος εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἱδρύθη αὐθαιρέτως. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀριθμὸς κατοίκων, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης ἔκτασις ὡρισμένη καὶ ἐλήφθη καὶ τρίτον στοιχεῖον, μία πόλις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρωτεύουσα, καὶ οὕτω πως ἐσχηματίσθη ὁ δῆμος. Ἡ ἕνωσις δ’ αὕτη τῶν τριῶν στοιχείων, ἐκτάσεως, πληθυσμοῦ καὶ ὡρισμένης πόλεως, βεβαίως ἦτο πρὸς ζημίαν τοῦ σκοποῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον προεθέμην ὑμῖν. Δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἡ συγκοινωνία οὔτε ὁ φυσικὸς χωρισμὸς τῶν δήμων οὔτε ἄλλο τι, ἀλλ’ ἔπρεπεν ὡρισμένος πληθυσμός, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὡρισμένη ἔκτασις ν’ ἀποτελῶσι τὸν μικρότερον ὀργανισμὸν τοῦ δημοσίου δικαίου, ὅτε ἱδρύθησαν οἱ δῆμοι. Ἑπομένως ὁ δῆμος ἱδρύθη a priori, ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου ὑπολογισμοῦ. Εἷς τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἠδύνατο καὶ ν’ ἀποτύχῃ· συνέβη τὸ δεύτερον· δὲν εἶναι διόλου παράδοξον. Ἓν ἄλλο χαρακτηριστικὸν σχετικῶς πρὸς τὸν δῆμον ἦτο ἡ συγκέντρωσις· ἀπέτυχε καὶ αὕτη. Ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἠδύνατο καὶ ν’ ἀποτύχῃ· ἀπέτυχε καὶ αὕτη. Ἔχομεν λοιπὸν δύο ἀποτυχίας εἰς τὸν δῆμον, συσταθέντα ἐξ ὑπολογισμοῦ, à priori, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἰς τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως. Δὲν βλέπω τί ἄλλο μᾶς μένει παρὰ μόνον νὰ ἱδρύσωμεν ἕνα μικρότερον ὀργανισμὸν ἢ μεγαλείτερον καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀντὶ τῆς συγκεντρώσεως τὴν ἀποκέντρωσιν. Εἶναι βεβαίως ἄξιον ἐξετάσεως, διατί, ἐνῷ ἀπέτυχε καὶ ἀπέτυχε τόσον ταχέως τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν δήμων, ἔζησεν ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἔζησε βεβαίως τὴν τεχνητὴν ζωὴν ἕνεκα τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ τὸ κρατήσωσιν, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, τὸν ὁποῖον ὁ ἄρτι ἀπὸ τοῦ βήματος καταβὰς ἐμνημόνευσε, μὴ δυνάμενος ἴσως τότε νὰ καταργήσῃ τὸν δῆμον τὸν ἐφόνευσε, τὸν ἀφῆκε ν’ ἀποθάνῃ δι’ ἀσιτίας, μετέβαλε τὸν δήμαρχον εἰς εἰσπράκτορα, τὰς εἰσπράξεις τοῦ δήμου τὰς ἔρριψεν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω πως ὁ δῆμος αὐτὸς ἦτο καταδεδικασμένος ν’ ἀποθάνῃ, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕως τότε τὸν συνετήρουν. Ἔλαχεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ εἰς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἠκολούθησε ταύτην, νὰ θανατώσῃ τὸν δῆμον, ἀλλ’ ὁ δῆμος ἦτο ἤδη νεκρός. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κύριος Κουλουμβάκης εἶπεν ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη τῆς θρησκείας καὶ λατρείας τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς λαὸς ν’ ἀποβάλῃ τὴν συνείδησιν, ἀλλὰ τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει μόνον εἰς τὴν θρησκευτικὴν ἐκδήλωσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν συνήθισε μὲ μίαν ὡρισμένην κατάστασιν διοικήσεως τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ὑποδιαιρέσεως. Ὑπῆρχον κοινότητες ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἀλλ’ ὄχι παντοῦ. Δὲν ἔχομεν τίποτε δεδομένον. Ἐδημιουργήσαμεν ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπέτυχε, καὶ οὐδεὶς θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἀπέτυχε. Τί ἄλλο μᾶς μένει, ἀφοῦ οὐδὲν δεδομένον ἔχομεν, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε σύστημα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ νὰ δημιουργήσωμεν τοιοῦτο; Καὶ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἔχομεν τὰ ψυχολογικὰ δεδομένα ὅτι τὸ σύστημα θὰ ἐπιτύχῃ. Εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ὑπάρχει σύστημα, διότι οὐδὲν ὑπῆρξε, τὸ δὲ δοκιμασθὲν ἀπέτυχεν. Ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῆς φυλῆς μας εἶναι ἡ ὑποδιαίρεσις. Ἡ γεωγραφικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐβοήθησε τοῦτο, καὶ βλέπομεν ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἡ χώρα εἶναι διῃρημένη εἰς διάφορα τμήματα κατὰ τρόπον, ὥστε ἑκάστη πόλις ν’ ἀποτελῇ καὶ Ἐπικράτειαν. Πρὸς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν ἔχει ῥοπὴν ὁ Ἕλλην. Ταύτην παρατηροῦμεν καὶ ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρὸς ποίαν κατάστασιν βαίνει. Τὴν τάσιν πρὸς ὑποδιαίρεσιν βλέπομεν καὶ εἰς τὰ χωρία, ὅπου οἱ κάτοικοι διαιροῦνται εἰς συνοικίας, ὅπου οἱ παῖδες ἀκόμη ἔχουσιν εἰς τὴν ψυχήν των τὴν ὑποδιαίρεσιν, ὅπου τὰ παιδία τῆς μιᾶς γειτονίας θεωροῦσιν ὅτι ἔχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα τῶν τῆς ἄλλης. Ἐκτὸς τοῦ δήμου πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἕλληνος ἐπὶ μερικῶν τινων συναφῶν ζητημάτων, ὥστε νὰ κρίνωμεν εἰς ποῖον σημεῖον ἐκτείνει τὸ ἐνδιαφέρον του. Νομίζω ὅτι ὁ Ἕλλην ἔδειξε μεγαλείτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἢ διὰ τὸν δῆμον, καὶ δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν δύναμιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ τὴν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τοῦ δήμου, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἡ μὲν Ἐκκλησία κεῖται ἐνώπιόν του, ὁ δὲ δῆμος μακράν. Τὸ μακρὰν ἐπιδιώκει ὁ Ἕλλην νὰ κατακτήσῃ διὰ τῆς βίας. Ὥστε ἔχομεν δεδομένον ὅτι τὸ πλησίον του κινεῖ περισσότερον τὸ ἐνδιαφέρον του. Ἀπὸ ὅλον τὸν ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, τῶν μικρῶν κοινοτήτων τὴν ἐπιτυχίαν θεωρῶ βεβαίαν ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ κρίνω ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων. Ἡ κοινότης θὰ εὐδοκιμήσῃ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ καθήκοντα μόνον οἰκονομικά, ν’ ἀπαλλαγῇ δὲ παντὸς διοικητικοῦ καθήκοντος ἢ νὰ ἐλαττωθῶσι ταῦτα εἰς τὸ κατώτατον σημεῖον. Ὁ Ἕλλην πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς τρέφει ἔμφυτον μῖσος κληρονομήσας αὐτὸ ἐκ τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Ὁ δέρων ἕνα χωροφύλακα, ἀντιπρόσωπον τῆς ἐξουσίας, θεωρεῖται ἥρως, διότι τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι συμπαθές. Ὅταν ἡ κοινότης θεωρηθῇ ὡς ὄργανον τῆς Πολιτείας, δὲν θὰ εἶναι συμπαθής, καὶ τὰ πρόσθετα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα θὰ τῇ δώσητε, θὰ εἶναι πρὸς ζημίαν καὶ τῶν ἄλλων καθηκόντων. Ἡ κοινότης θὰ εὐδοκιμήσῃ, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προνοοῦν περὶ διαιρέσεως τῶν πρώην δήμων εἰς δήμους καὶ κοινότητας δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν πρώτην τοὐλάχιστον ὑποδιαίρεσιν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι θὰ ἐπεθύμουν ἡ ὑποδιαίρεσις νὰ εἶναι τριπλῆ, ὡς εἶναι τριπλῆ καὶ ἡ μορφὴ τῶν διαφόρων συνοικισμῶν τῶν κατοίκων εἰς κώμας, κωμοπόλεις καὶ πόλεις. Μεγάλη μεταβολὴ δὲν γίνεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων. Καὶ τὸ ἄμεσον ἢ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ μάλιστα ἀπεφασίσθη τὸ ἄμεσον, καὶ ἡ δημαρχικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν συμβούλων εἰς οὐδὲν θὰ συντελέσωσι, τὴν δὲ βελτίωσιν τῶν δήμων πρέπει νὰ περιμένωμεν μόνον ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν προσώπων. Ἑπομένως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον οὐδόλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν πόλεων. Τὸ μόνον ἀγαθὸν θὰ εἶναι τὸ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινοτήτων, καὶ τοῦτο εἶναι μέγα. Διότι ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου θὰ εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ ἐπίδρασις τῆς διοικήσεως τῆς κοινότητος ἐπὶ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἄλλην εἰκόνα τῆς κινήσεως τῆς Πολιτείας. Ἐκτὸς τῆς ὑποδιαιρέσεως εἰς δήμους καὶ κοινότητας πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ ἄλλη ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις ὅμως δὲν πρέπει νὰ φθάσῃ καθ’ ὅλην αὑτῆς τὴν ἔκτασιν εἰς τὰς κοινότητας. Τὸ σύστημα ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινότητας δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀποκέντρωσις ἢ συγκέντρωσις. Ἡ κοινότης πρέπει νὰ ἐπιτελέσῃ κοινωφελῆ τινα ἔργα, καὶ τοῦτο θὰ κατορθώσῃ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης ἄλλης ἐξουσίας, διότι τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ ἐπιτύχῃ ὁ σκοπός, ταῦτα δὲ εἶναι οἰκονομικὰ καὶ οἰκονομικὸς πρέπει νὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς τῆς κοινότητος ὁ σκοπός. Ἐφ’ ὅσον δὲν ζητεῖ ἡ κοινότης ἄλλα καθήκοντα, δὲν θὰ εἶναι καθόλου ἀντιπαθής, ἐὰν δὲν ἐνισχυθῇ οἰκονομικῶς, ὁπωσδήποτε θὰ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ πάντας τοὺς πόρους τοὺς ἀρκετοὺς ὅπως ἀναδείξωσιν αὐτήν. Γίνεται λόγος περὶ τῶν πόρων τῆς κοινότητος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τῶν σημερινῶν δήμων. Ἀλλὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ κάτοικος εἰς τὸν δῆμον, τὸ θεωρεῖ χαμένον καὶ ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά του, τὰ συμφέροντά του καὶ ἐμποδίσῃ τὴν αὔξησιν τῶν τοιούτων προσόδων. Ὅταν ὅμως ἴδῃ ὅτι ἡ κοινότης ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσῃ τοὺς πόρους αὑτῆς. Πρὸς κατασκευὴν ἐκκλησιῶν οἱ κάτοικοι χωρίων ἐδέχθησαν νὰ πληρώσωσι διπλάσιον φόρον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τοιαύτας εἰσπράξεις οὐδεὶς βεβαίως ἐφαντάσθη, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια πάντοτε εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν κοινοτήτων περὶ τῶν πόρων αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πληρώνουσιν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας δήμους. Ἡ μικρὰ κοινότης ἔχουσα δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ φόρους εἰς οἱονδήποτε σημεῖον θ’ ἀποκτήσῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα, ὥστε νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ μικρὰ μὲν καθήκοντά της κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ἡμῶν συνηθισμένων νὰ βλέπωμεν τὰ ἔργα τῆς Πολιτείας, μεγάλα δὲ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινότητος. Ἂν εἶναι μικροὶ οἱ πόροι μιᾶς κοινότητος, εἶναι μικραὶ καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς· δὲν πρόκειται περὶ ῥυμοτομίας, περὶ ὑγιεινῶν μέτρων· ὁ καθαρὸς ἀὴρ τῆς κώμης τὰ καθιστᾷ περιττά· τὴν ὑγείαν χορηγεῖ ὁ Ἑλληνικὸς ἥλιος, ὁ Ἑλληνικὸς ἀήρ. Ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων μία κοινότης ἔχει ἀνάγκην, εἶναι ἡ ὕδρευσις, ἡ κατασκευὴ ὁδῶν, οὐχὶ διὰ νὰ ταξιδεύωσι τὰ ἁμάξια ἢ τὰ αὐτοκίνητα, ἀλλὰ διὰ νὰ δύνανται τὰ ζῷά των νὰ μεταφέρωσι πολὺ περισσότερον φορτίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μεταφέρουσιν ἤδη εἰς τὰς κατ’ εὐφημισμὸν καλουμένας ὁδούς. Νὰ μαντεύσω λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ τελειώσω, ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν δήμων εἶναι ἐντελῶς ἄδηλον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις δὲν θὰ μεταβληθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ μεταβληθῶσι τὰ τῆς Πολιτείας ἐν γένει καὶ τὰ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων καθηκόντων τῶν Ἑλλήνων, τὰ τῆς κοινότητος ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσι, κρίνω δὲ τοῦτο ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει ἡ δρᾶσις εἰς παρόμοια ζητήματα. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ κοινότης κατ’ ἀρχὰς μὲν θὰ εὐδοκιμήσῃ, διὰ τοῦ χρόνου δὲ θὰ ἐπιτελέσῃ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπολύτως ἐξεταζόμενα θὰ εἶναι μικρά, θὰ ἔχωσιν ὅμως ἐπὶ τῶν κατοίκων μεγάλα ἠθικὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τῆς κοινότητος θ’ ἀναπτυχθῇ ὁ Ἕλλην· διὰ τῆς κοινότητος θὰ συνηθίσῃ νὰ ἔχῃ διαφέρον εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν κοινῶν, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἀποτέλεσμα.
§404Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐλάχιστα θὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, συναισθανόμενος καὶ τὴν κόπωσιν, ἡ ὁποία σᾶς ἔχει καταλάβει, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντός, διότι δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὸ νομοσχέδιον, τοὐναντίον δὲ θερμὸς εἶμαι αὐτοῦ συνήγορος. Ἐθαύμασα τὴν ἀντοχὴν τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ὅστις ἤλεγξε διὰ μακροτάτης ἀγορεύσεως καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ πολλὰς διατάξεις ἐκ τῶν εἰς τὰς λεπτομερείας ἀναγομένων τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν δύναμαι καλῶς νὰ ἐξηγήσω διατί ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἐπὶ τοσοῦτον ἐμήκυνε τὸν λόγον πολεμῶν νομοσχέδιον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει ἐκπεφρασμένη ἡ κοινὴ γνώμη παντὸς τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Ἴσως ὅμως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐξηγήσῃ τὴν τοιαύτην πολεμικὴν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὡς Πάρθιον βέλος, τελευτῶν τὸν λόγον αὐτοῦ, ἐξήνεγκε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐθεώρησεν ὅτι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον τὸν Ἕλληνα νομοθέτην εἰς τὸ νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον, μετεφυτεύθησαν ἀλλαχόθεν καὶ συγκεκριμένως ἐκ Κρήτης. Τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθές. Ἡ ἰδέα τῆς διοργανώσεως τῶν κοινοτήτων, ἡ ἰδέα τῆς τοπικῆς διοικήσεως καὶ γενικώτερον τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων ἐξεκολάφθη ἐν ταύτῃ τῇ ἐλευθέρᾳ χώρᾳ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς μάλιστα ἡ ἔκφρασις «ἐξεκολάφθη ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ χώρᾳ», ἀλλ’ ὑπὸ τῶν διανοητικῶν αὐτῆς ἀνδρῶν, οἵτινες εἶχον μελετήσει τὰ εἰς ἄλλα Κράτη συμβαίνοντα ἀνέκαθεν ὑπεστηρίχθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐν ἔτει 1875, ῥητὴ ἐδίδετο ἡ ὑπόσχεσις ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων. Ἡ χρονολογία αὕτη δύναται νὰ ἐξηγήσῃ καὶ τὴν ἀπορίαν τοῦ ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ κ. Κουτούπη, ὅστις εἶπε: Διατί, ἀφοῦ εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τῆς ἀποτυχίας τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος, διατί δὲν ἤχθημεν ἐνωρίτερον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος; Τὸ ἔτος 1875, κύριοι συνάδελφοι, σημειώνει δι’ ἡμᾶς, διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ· ἀπὸ τοῦ 1875 ἄρχεται ἡ δημιουργία τῶν μεγάλων κομμάτων, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν κατάχρησιν τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι δικτατορικῶς, ὅτι λίαν συγκεντρωτικῶς ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν. Ἡ τοιαύτη τάσις πρὸς συγκέντρωσιν, λόγῳ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ πρωθυπουργοῦ συγκεντρώσεως πάσης δυνάμεως ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ, δὲν ἦτο εὐνοϊκὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ κοινοτικοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζεται ὅτι εἶναι ἀντίρροπον κατὰ τῶν ὑπερβολῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπανάστασις μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν προέθετο νὰ διορθώσῃ καὶ τὰ κακὰ τοῦ ἀκράτου κοινοβουλευτισμοῦ, τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῶν ὑπερβολῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἠλέγχθησαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἐπεζητήθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐπανάστασις ὤφειλε νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ φυσικὸν ἀντίρροπον τῶν ὑπερβολῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐγώ, Κύριοι συνάδελφοι, χαιρετίζω μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ ἀπονέμω δίκαια συγχαρητήρια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πολὺ πρὸ τῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διατυπώσεως τῆς ἀξιώσεως, ὅπως τὰ τῆς τοπικῆς ἡμῶν διοικήσεως ῥυθμισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων, ὅτε κατὰ πρῶτον κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργαζόμην, καὶ ἐγὼ εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ προγράμματί μας ῥητῶς τὴν ἀρχὴν ὅτι, διὰ νὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, ἀπῃτεῖτο νὰ θεωρηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων τῆς Συνελεύσεως ἡ εἰσαγωγὴ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων. Τὰ κακὰ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος διετυπώθησαν ἤδη καὶ ὑπ’ ἄλλων ῥητόρων ὅτι συνίστανται κυρίως ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν παρὰ τὰ φυσικὰ ὅρια τῆς κοινοτικῆς ζωῆς διαρρύθμισιν τῶν περιφερειῶν τῶν δήμων, ὥστε νὰ περιλαμβάνωνται ὑπὸ ἑνιαίαν δημοτικὴν διοίκησιν πλείονα χωρία μὴ ἔχοντα ἀλλὰ μηδ’ αἰσθανόμενα κοινότητα τοπικῶν συμφερόντων καὶ τοπικῆς ζωῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῆς ὅλης δημοτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ δημάρχου. Καὶ τὰ δύο ταῦτα κακὰ ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου, ὁ κάτοικος τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ κυττάρου, οὐδεμίαν νὰ αἰσθάνηται συνοχήν, οὐδένα δεσμὸν πρὸς τὸν δῆμον, νὰ καθίσταται ἀνίκανος νὰ διαχειρίζηται τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις, ἀνίκανος νὰ εἰσφέρῃ τὰς δυνάμεις του εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν κοινοτικῶν πραγμάτων. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐχρησιμοποιήθησαν οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, δεδομένου δ’ ὅτι τὸ Κράτος διῳκεῖτο κομματικῶς, φατριαστικῶς, εἰσεχώρησεν οὕτως ὁ φατριασμὸς καὶ εἰς τὸν δῆμον. Τοιουτοτρόπως ὁ Ἕλλην εὑρέθη ὄχι μόνον ἐντελῶς μετέωρος καὶ ἀσύνδετος πρὸς τὴν κοινότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ φυσικωτέρα, ἡ πρώτη μετὰ τὴν οἰκογένειαν ὁμάς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῦται ἡ κοινότης συμφερόντων καὶ ἡ κοινωνικὴ τῶν ἀτόμων ζωή, ἀλλ’ εὑρέθη καὶ διεφθαρμένη διὰ τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος. Ἦτο ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἴσως μᾶλλον ἐπείγουσα καὶ αὐτῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, πάντως δὲ ἴσης σπουδαιότητος πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνάγκη τῆς προσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐλέχθη ὅτι διὰ τῆς κατατμήσεως τῆς χώρας εἰς πολλὰς κοινότητας θ’ ἀναπτυχθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ τοπικισμοῦ, τὸ ἐπιχείρημα δὲ τοῦτο κατὰ κόρον ἐπαναληφθὲν ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων ἀντετάχθη ὡς μειονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ τοπικισμὸς ἀναπτύσσεται καὶ προάγεται ὑπὸ καθεστώς, ὁποῖον τὸ πρὸ ἑκατονταετηρίδος καὶ πλέον ὑπάρξαν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἦτο ἀντιμέτωπον καὶ ἐχθρὸν τῶν κοινοτήτων. Ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν κοινοτήτων πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ἐχθρὸν Κράτος, ἠνδρώθησαν αἱ κοινότητες ἐκεῖναι καὶ ἀνέπτυξαν μεγάλας ἀρετάς, ἀλλὰ καὶ ἐλαττώματα τοιαῦτα, ὥστε μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην ἤγαγον καὶ ὤφειλον ν’ ἀγάγωσι τὸν πρῶτον Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ μέτρον τῆς διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων τῶν δήμων ὑπονομεύσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἐξέλιπε. Τὸ Κράτος εἶναι φίλον πλέον. Σήμερον κατενοήθησαν τὰ δικαιώματα ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, σήμερον κατενοήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ προστατεύῃ τὸν πολίτην, ἀλλὰ καὶ νὰ χρησιμοποιῇ τὰς δυνάμεις τῶν πολιτῶν πρὸς διοίκησιν τῶν κοινῶν ὑποθέσεων τεῖνον οὕτω καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ. Τοῦτο τὸ σημεῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον θὰ ἤρκει, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ. Δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῶ ὅτι λέγω ὑπερβολήν. Πολλὰ πράγματα ἔπταισαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλ’ ἔπταισαν κυρίως καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ εἰς ἑαυτούς, διότι ἦσαν ἐστερημένοι πολιτικῆς ἀνατροφῆς. Ὡς πολιτικὸν σχολεῖον, ὡς τὸ ἀπαραίτητον διὰ πραγματικὴν ἀναγέννησιν σχολεῖον ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν, θὰ χρησιμεύσῃ ἡ κοινότης. Διότι αὕτη εἶναι τὸ φυσικὸν σχολεῖον, ὅπου μετὰ τὴν οἰκογένειάν του θὰ μάθῃ ὁ πολίτης νὰ δρᾷ καὶ νὰ κινῆται ἀλτρουϊστικῶς. Μεταξὺ τῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ Κράτους μεσολαβεῖ ἡ κοινότης, ὄχι ὁ δῆμος. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει πολλὰς ἀτελείας ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον. Ἀτελείας κυρίως, διότι εἰσάγεται μόνον αὐτό, ἐνῷ ἔχει ἀνάγκην συμπληρωμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ τυχὸν διάδοχος αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην θέλουσιν εἰσηγηθῆ, ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν ἀναγκαίων αὐτῶν συμπληρωμάτων παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀτελές. Ἔχει ὅμως καὶ ἑτέρας ἀτελείας, ἐξ ὧν θὰ ἀρκεσθῶ ν’ ἀναφέρω δύο, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι οὐσιώδεις. Ἐλλείπει τὸ referenduum διὰ τὰ σπουδαιότερα κοινοτικὰ μέτρα, ἀντικαθιστάμενον διὰ τῆς ἐποπτείας τοῦ Κράτους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὀλέθριον. Δεύτερον ἐλλείπει τὸ δικαίωμα τῆς initiative τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ὅμως παρ’ ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ σημειώσῃ σταθμὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ πολιτικοῦ μας βίου καὶ μεταβολὴν ῥιζικὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ βελτίω. Ἡ μεταβολή, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως διὰ τοῦ νέου θεσμοῦ, δι’ οὗ οἱ ζῶντες ὀργανισμοί, τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα ἕως σήμερον εἶχον καταδικασθῆ εἰς τὸν διὰ πνιγμοῦ θάνατον ὑπὸ τὸ δημοτικὸν καθεστώς, θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ θὰ λείψῃ ἀπὸ αὐτὰ ἡ κηδεμονία τῶν δημάρχων, τοῦτο εἶναι μέγα ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς νόμος εἰς τὸ μέλλον θὰ δυνηθῇ ν’ ἀφαιρέσῃ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, τῆς ζώσης κοινότητος, τοῦ ζῶντος ὀργανισμοῦ, τοῦ χωρίου, θὰ διορθωθῶσι καὶ αἱ ἀτέλειαι τοῦ δήμου, ἃς θὰ καταδείξῃ τυχὸν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Οὕτω δὲ θὰ διατηρηθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον διατηρουμένων τῶν κοινοτήτων, τῶν πολιτικῶν αὐτῶν σχολείων, τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, οἱ Πρῶσσοι ἡττῶντο εἰς τὴν Ἰένναν, μία μεγάλη καρδία καὶ μεγάλη διάνοια Γερμανική, ὁ βαρῶνος Φὸν Στάϊν, ἐζήτησε ν’ ἀνεύρῃ τὰς αἰτίας τῆς ἥττης ἐκείνης καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς ἥττης τῶν Πρώσσων ἦτο ἡ ἔλλειψις ἀπ’ αὐτῶν τῆς συναισθήσεως ὅτι ἦσαν πολῖται, ἡ ἔλλειψις πολιτικῆς ἀνατροφῆς. Διὰ σοφῆς τότε νομοθεσίας ἀποδώσας τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰς κοινότητας καὶ χρησιμοποιήσας ταύτας ὡς πολιτικὰ σχολεῖα τῶν Πρώσσων ἐγένετο δημιουργὸς καὶ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς ἱστορίας ὡς ὁ δημιουργὸς καὶ τῆς νίκης τοῦ Βατερλὼ καὶ τῆς νίκης τοῦ Σεδάν. Δὲν ζητῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα πολέμους, διὰ νὰ καταγάγωμεν πολεμικὰς νίκας, ἀλλ’ εὔχομαι, ἐάν ποτε παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἕλλην νὰ κληθῇ νὰ καταβάλῃ μέχρι θυσίας πάσας τὰς δυνάμεις αὑτοῦ καὶ τὰς φυσικὰς καὶ τὰς ἠθικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς καὶ τὰς διανοητικάς, εὔχομαι ὅπως διαπαιδαγωγούμενος ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ καὶ ὁ Ἕλλην τὸ εἴτε πολεμικὸν εἴτε οἰκονομικὸν εἴτε ἠθικὸν αὑτοῦ Σεδάν. Μὲ αὐτὴν τὴν εὐχὴν καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν δηλῶ ὅτι ἐκθύμως ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος ἀφήνων εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας πλέον τὸν λόγον. (Χειροκροτήματα).
§405Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποβλέπων εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ χαιρετίζω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὡς ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως τοῦ μετὰ τὸ Σύνταγμα σπουδαιοτέρου. (Χειροκροτήματα).
§406Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, ἀντίθετον πρὸς τὸν φυσικὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων, πρὸς αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν, εἶναι προωρισμένον, ὡς εἰκός, τιθέμενον ἀντίρροπον πρὸς τοὺς φυσικοὺς νόμους νὰ καταρρεύσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, πρὶν ἢ ἀκόμη ἐφαρμοσθῇ. Ὁμιλήσας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐτόνισα ὅτι διὰ δύο κυρίως λόγους εἶμαι ἀντίθετος πρὸς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Πρῶτος καὶ κύριος λόγος εἶπον τότε ὅτι εἶναι τὸ ὅτι μᾶς διδάσκει αὐτὴ ἡ Ἱστορία ὅτι ἡ κοσμικὴ κίνησις ἀείποτε βαίνουσα ἐκ τῶν μικρῶν πρὸς τὰ μεγάλα, ἐκ τῶν ἐλαχίστων ὁμάδων πρὸς τὰς παμμεγίστας τοιαύτας, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ἐφαρμοζομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δευτέρα δ’ ἀφορμή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν καταψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, εἶναι ὅτι ὁ δημαρχικὸς θεσμὸς οὐδόλως ἠνείχετο εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν κακοδαιμονίαν εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας. Τρίτη τέλος, λέγω, σήμερον καὶ κυριωτέρα ἀκόμη δύναταί τις εἰπεῖν ἀφορμή, διὰ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι, διότι ἡ σήμερον συγκεντρουμένη δύναμις εἰς τὸ Κράτος καὶ ἡ παμμεγίστη δύναμις ἡ συγκεντρουμένη ἐν τῇ πρωτευούσῃ εἶναι δύο λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὸν ὀργανισμὸν ἰσχυρόν, ὀργανισμὸν μεγάλον, εὐρύτητος τοιαύτης, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀντεπεξέλθῃ τελεσφόρως κατὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς τῆς ἐπιβλητικῆς, τῆς ἐπερχομένης ἐκ τοῦ κέντρου, τῆς ἐπερχομένης ἐκ τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῆς πρωτευούσης. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων λόγων ὁρμώμενος ἐνόμισα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντιτιθέμενον πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον, ὡς τοιοῦτον δέ, ὡς νομοθέτημα ἀνθρώπινον τιθέμενον ἀντιμέτωπον πρὸς τοὺς φυσικοὺς νόμους, μέλλει νὰ καταρρεύσῃ πρὶν ἢ ἀκόμη ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι συνελθόντες εἰς κοινωνίαν, ὅπως ὑποστηρίξωσιν ἀλλήλους κατὰ παντὸς κινδύνου πρὸς ἀμοιβαίαν αὑτῶν ἀσφάλειαν, πρὸς εὕρεσιν τῆς τροφῆς αὑτῶν, ἀπήρτισαν κατ’ ἀρχὰς ὁμίλους ἐλαχίστους, ὁμίλους κοινῶν συμφερόντων, ὁμίλους ἐλαχίστων ἀτόμων οὐδένα ἕτερον ἐχόντων δεσμὸν εἰμὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προανέφερον καὶ οἵτινες προῆλθον ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς προμηθείας τῆς τροφῆς καὶ τῆς κοινῆς ἀσφαλείας τῶν ἀποτελούντων αὐτοὺς ἀτόμων. Ὁ μικρὸς ἐκεῖνος ὅμιλος ὠνομάσθη κατ’ ἀρχὰς ὀρδή. Σὺν τῷ χρόνῳ ὅμως νέοι δεσμοὶ προσετέθησαν, δεσμοὶ αἵματος, καὶ ἐκ τοῦ μικροῦ ἐκείνου ὁμίλου προέκυψεν ἕτερος ὅμιλος, προέκυψεν ἡ οἰκογένεια, ὅμιλος στηριζόμενος ἐπὶ ἠθικῶν πλέον δεσμῶν, ἐπὶ δεσμῶν συγγενείας, δεσμῶν αἵματος. Σὺν τῷ χρόνῳ τῆς οἰκογενείας προϊούσης συναντῶμεν ἕτερον ὅμιλον πολὺ ταύτης μεγαλύτερον, τὴν πόλιν, ὅμιλον πανίσχυρον, ὅστις καὶ ἐν τῇ Ἱστορίᾳ παμμέγιστον ἔπαιξε μέρος. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν Ἱστορίαν, θ’ ἀνεύρωμεν τὰς ἰσχυρὰς πόλεις τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, πόλεις, αἵτινες ἰδιαιτέραν ἱστορίαν εἰς τὴν κοινὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους διέγραψαν. Ἐκ τοῦ ὁμίλου ἐκείνου προβαίνοντες συναντῶμεν ἕτερον ὅμιλον, τὸν ὅμιλον τὸν μέγαν, τὸν ὁποῖον ἀπαρτίζουσι σήμερον τὰ ἄτομα τῶν ἐθνῶν. Ὁ ὅμιλος οὗτος δὲν ἔχει πλέον τοὺς δεσμοὺς ἐκείνους τοῦ πρωτογενοῦς ὁμίλου, τῆς ὀρδῆς, δὲν εἶναι ὁ ὅμιλος ὁ στηριζόμενος κυρίως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐξευρέσεως τῆς τροφῆς, δὲν εἶναι ὁ ὅμιλος ὁ στηριζόμενος μόνον ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμύνης τῆς ζωῆς, ἀλλ’ εἶναι ὁ ὅμιλος ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς Ἱστορίας, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων νικῶν ἐνδόξων, ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων ἀτυχιῶν, ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων ἡττῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς Ἱστορίας αὑτοῦ. Δύο παμμέγιστοι ἐπιβάλλοντες ὅροι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κοινωνιῶν, ἄπειρον ἐπιβολὴν ἐξασκοῦντες, οἵτινες σὺν τῷ χρόνῳ ἐνδυναμούμενοι καταρτίζουσι τοὺς ὁμίλους ἐν ἔτι μᾶλλον στενωτέρῳ εἱρμῷ· εἶναι ὁ καταμερισμὸς τῶν ἔργων ἀφ’ ἑνός, ἡ ἰδιότης ἐκείνη τῆς ἱκανότητος τῶν ἀτόμων τοῦ διάφορα ἔργα ἐκτελεῖν, εἶναι καὶ ἡ ὁμοιότης ἀφ’ ἑτέρου, ὁ δεσμὸς ἐκεῖνος ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ὁμοιότητος ἀφ’ ἑνὸς τῆς φυλῆς, ἐπὶ τῆς ὁμοιότητος τοῦ χαρακτῆρος, ὃν διέπλασεν ὁ κοινὸς βίος ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι τοῦ γηίνου ἡμῶν πλανήτου, τῆς κοινότητος τῆς γλώσσης, τῆς κοινότητος τῆς θρησκείας, τῆς κοινῆς ἱστορίας ἀφ’ ἑτέρου. Οἱ λόγοι οὗτοι πείθουσι πάντα καθορῶντα τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἐξέχουσαν αὐτῶν ὄψιν, καὶ ὅστις τὴν φιλοσοφικὴν ὄψιν τῶν πραγμάτων τούτων ἀκολουθεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς σήμερον νὰ ἐφαρμόσωμεν ὀργανισμοὺς ἐλαχίστους, ὀργανισμοὺς πρὸς τὸ παρελθὸν ἐπανερχομένους. Μία εἶναι τοῦ κόσμου ἡ κατεύθυνσις, ἡ κατεύθυνσις ἐκ τῶν μικρῶν πρὸς τὰ μεγάλα, ἐκ τῆς ὀρδῆς πρὸς τὸ ἔθνος, ἐκ τοῦ ἔθνους κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐν τῷ μέλλοντι—ἐφ’ ὅσον ἐνδυναμοῦνται καὶ κρατύνονται διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας οἱ δύο παμμέγιστοι οὗτοι ὅροι τῆς κοινωνικῆς εὐσταθείας, καὶ ἐπέρχεται ὁσημέραι συνεπῶς ἡ ἐξομοίωσις ἁπάντων τῶν ἀνθρώπων—κατὰ πιθανότητα, λέγω, ἢ μᾶλλον βεβαιότητα ἡ κατεύθυνσις πρὸς καταρτισμὸν μιᾶς καὶ μόνης οἰκογενείας ἀδιαιρέτου, ἥτις κοινὰς ἔχουσα τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς τῶν ἀτόμων θ’ ἀποβλέπῃ μόνον πρὸς τὴν εὐημερίαν τούτων.
§407Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν ποίμνιον καὶ εἷς ποιμήν!
§408Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εὔχομαι νὰ εἶσθε ὁ ποιμενάρχης (γέλωτες). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξέλιξις ἡ ἱστορική. Δεύτερος λόγος, ὡς εἶπον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, εἶναι ὅτι οὐδόλως νομίζω ὅτι ἐνέχεται ὁ δημαρχικὸς θεσμὸς εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας. Ἡ ἐπελθοῦσα στάσις τῆς 15 Αὐγούστου 1909, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πάντοτε συνήθισα νὰ μὴ καλῶ ἐπανάστασιν ἀλλὰ στάσιν, μὴ ὁρμωμένη ὑπὸ οὐδενὸς ἑτέρου ἱεροῦ σκοποῦ εἰμὴ ὑπὸ τῶν προσωπικῶν πόθων καὶ προσωπικῶν βλέψεων τῶν ἀρχηγῶν αὐτῆς, ἡ στάσις ἐκείνη ἡ ἀπατήσασα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸν ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις μία τῶν ἀφορμῶν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ θεσμοῦ τῶν δημάρχων. Αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν, πλεῖστα ὅσα ἐξέφερεν ἐναντίον τῶν ἀτυχῶν δημάρχων, ἐναντίον τῶν τυραννίσκων ἐκείνων, τῶν σημαιοφόρων τοῦ κόμματος, ὡς ἔλεγεν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ πράγματι νὰ ἐξετάσῃ ποῖα τὰ αἴτια καὶ αἱ ἀφορμαί, αἵτινες ἐπέφερον τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ τόπου, ἐκεῖνος, ὅστις, ὡς ἐγώ, θέλει μετὰ μεγίστης ἐπιμελείας πράξει τοῦτο, θέλει πεισθῇ ὅτι οὐδόλως ἐνέχεται, οὔτε ὁ πολιτικὸς κομματισμὸς οὔτε οἱ ἡγέται τῶν κομμάτων οὔτε ἄλλη Ἀρχή, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ ἀφορμή, ἀφορμὴ βαθύτερον ἔχουσα τὰς ῥίζας καὶ ἥτις ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Τὸ πολίτευμα ἡμῶν βασιλευομένης δημοκρατίας πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν παραδίδει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, στηριζόμενον ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐτέθησαν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Γαλλικὴ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1879 λέγει ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι καὶ πᾶσα ἰσχὺς πηγάζουσιν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἐπὶ τῆς δημιουργηθείσης ταύτης ἰδέας ἑδραζόμενοι δυνάμεθα σήμερον ν’ ἀνεύρωμεν τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς ἐπελθούσης κακοδαιμονίας. Τὸ Κοινοβούλιον, εὑρισκόμενον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀντιμέτωπον πρὸς τὸν μοναρχικὸν παράγοντα, ἠθέλησε σὺν τῷ χρόνῳ ἅπασαν τὴν ἐξουσίαν νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ. Πᾶσα διοίκησις, πᾶσα οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, ἡ δικαστικὴ αὐτὴ ἐξουσία τέλος συνεκεντρώθησαν εἰς χεῖρας τῆς πανισχύρου ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ὁ Βουλευτὴς κατέστη πανίσχυρος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σὺν τῷ χρόνῳ καθίστανται ἐπαχθέστατοι τύραννοι, καὶ τὸ Κοινοβούλιον μεταβάλλεται εἰς ἐπαχθεστάτην ὀλιγαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιστῇ. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη καὶ πραγματικὴ ἀφορμὴ τῆς ἐπελθούσης κακοδαιμονίας, οὐδόλως δὲ ἐνέχονται εἰς τοῦτο οἱ ἀτυχεῖς δήμαρχοι, διότι οἱ δήμαρχοι οὐδεμίαν ἀσκοῦσιν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ κύπτουσι τὸν αὐχένα πρὸ τῆς συγκεντρώσεως τῆς παμμεγίστης ταύτης δυνάμεως, καὶ τὰ πάντα, ἀλλ’ ἰδίως οὗτοι, καθίστανται ἀθύρματα εἰς χεῖρας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐξ αὐτῆς τῆς θεμελιώδους ἰδέας ὅτι πᾶσα ἰσχὺς πηγάζει ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας γεννᾶται ἡ παμμεγίστη αὐτὴ δύναμις, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τὴν παράλυσιν εἰς πάντας τοὺς κλάδους, εἰς πάντας τοὺς ὀργανισμούς. Ἀλλὰ τοῦτο, ὅπερ παρετηρήθη παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναί τι πρωτοφανές· γενικῶς εἰς ἅπαντα τὰ ἔθνη παρετηρήθη τοῦτο, πανταχοῦ δὲ τὰ Κοινοβούλια προσεπάθησαν ἅπασαν τὴν ἐξουσίαν νὰ συγκεντρώσωσιν ἐν ἑαυτοῖς. Διὰ τῶν τελευταῖον ψηφισθέντων ἀποκεντρωτικῶν νόμων ἐμφαίνεται τάσις τις πρὸς περιορισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἡ τάσις αὕτη ὑπερέβη τὸ θεμιτὸν ὅριον, οὕτω δὲ καταλήγομεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀσύμφορον σημεῖον, ὥστε καθισταμένου ἤδη τοῦ Βουλευτοῦ ἀνικάνου, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀντίδρασιν καὶ σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἴδωμεν αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον ἀρχόμενον τοῦ ἀγῶνος πρὸς πᾶσαν ἐξουσίαν, ὅπως ὑφαρπάσῃ ἀπ’ αὐτῆς τὴν δύναμιν καὶ συγκεντρώσῃ πάλιν ὄχι μόνον ὅ,τι διὰ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ ἀποκεντρισμοῦ τοῦ ἀφῃρέθη ἀδίκως, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι νομίζει ὅτι τῷ ἀνήκει καὶ δὲν ὤφειλον νὰ τοῦ ἀφαιρέσωσι, διὰ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον κυρίαρχον ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Εἶπον ὅτι τρεῖς κυρίως εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀντιδρῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τοὺς φυσικοὺς νόμους, τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διδασκόμεθα ἐκ τῆς Ἱστορίας, τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διδασκόμεθα ἐκ τῆς πείρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι νομίζω ὅτι οὐδόλως οἱ δήμαρχοι ἐνέχονται διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κακοδαιμονίαν καὶ τρίτον, διότι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι συνεκεντρώθησαν ἐν τῷ Κράτει καὶ τῇ πρωτευούσῃ, καθιστῶσαι καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν πρωτεύουσαν ἐπικίνδυνα διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ὅλου ἔθνους. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Κράτους δὲν παρουσιάζεται ἤδη τὸ πρῶτον. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ Γαλλικοῦ ἔθνους, θ’ ἀνεύρωμεν, κυρίως δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἐγέννησε τοὺς μεγαλειτέρους χαρακτῆρας, ἥτις ἐκ τοῦ αἵματος καὶ τῆς τέφρας τῶν ἐρειπίων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἀναβιώσασα ἔφερε τὴν Γαλλίαν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε μόνη νὰ παλαίσῃ καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, κατὰ τῶν Γερμανῶν, τῶν Ἄγγλων, τῶν Ἰταλῶν, καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν Κρατῶν, ἅτινα προσεπάθησαν διὰ παντὸς μέσου νὰ κατασβέσωσι τὴν δᾷδα τῆς πυρκαϊᾶς τῆς ἐλευθερίας, ἰδίως, λέγω, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν θαυμασίαν ἐκείνην ἐποχήν, θ’ ἀνεύρωμεν ὅτι ἐκεῖ κυρίως ἐγένετο τὸ ὕψιστον τοῦτο ζήτημα τῆς ὑπερβολικῆς ἐπιβολῆς τῆς πρωτευούσης. Ἐν τῇ θαυμασίᾳ ἐκείνῃ πόλει, ἥτις ἐγέννησε καὶ ἐξέθρεψε τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, μεταξὺ τῶν δύο παμμεγίστων καὶ ἰσχυροτάτων φατριῶν, μεταξὺ τῶν Γερονδίνων καὶ τῶν Ἰακωβίνων, ἀνευρίσκομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὰ πάθη εἶχον φθάσει εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν αὐτοὶ οἱ Γάλλοι διαιρεθέντες εἰς βασιλικοὺς καὶ δημοκρατικοὺς ἐσφάζοντο ὡς νὰ ἦταν ἀντίπαλοι, ὡς ν’ ἀνῆκον εἰς ἀλλοθρήσκους ἐχθρικὰς φυλάς, ἀνευρίσκομεν, λέγω, τὸ ζήτημα τῆς ἐπαχθοῦς ἐπιβολῆς τῆς πρωτευούσης ἐγειρόμενον ἐν τῷ μέσῳ τῶν παθῶν καὶ τῶν αἱμάτων. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Γερόνδης θεωρούμενοι μετριοπαθέστεροι τῶν Ἰακωβίνων, τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ὅρους, ἠθέλησαν ν’ ἀποφύγωσι πλέον τὴν φοβερὰν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἤσκει ἡ πρωτεύουσα, ἥτις, ὡς λέγει ὁ ἱστορικὸς Thiers ἐν τῇ θαυμασίᾳ ἀφηγήσει τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῇ πάντα τὰ ὑπέροχα τέκνα τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἐπαναστατικά, ἅτινα ἀποβαίνουσιν ἐπικίνδυνα εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ καταφεύγουσιν οἱ φιλόδοξοι, εἰς οὓς δὲν ἐξαρκεῖ ὁ στενὸς τῶν ἐπαρχιῶν ὁρίζων, εἰς αὐτὴν οἱ ὑπέροχοι, εἰς αὐτὴν οἱ μᾶλλον ποταποί, ἐν αὐτῇ τὸ ὕψος, ἐν αὐτῇ τὸ βάθος, πᾶν στοιχεῖον τέλος προόδου, ἀλλὰ καὶ ἀνατροπῆς. Ὑπὸ τοῦ ὄχλου τῶν Παρισίων, τοῦ μηδεμίαν ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὸν ἐργατικὸν κόσμον, τὸν εὐγενῆ λαόν, ὑπὸ τοῦ ὄχλου τοῦ ἀμειβομένου διά τινων κερμάτων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ὄρους, καταδυναστευόμενοι οἱ Βουλευταὶ τῆς Γερόνδης, ἐζήτησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς ἄλλην πόλιν, ὅπως ἱδρύσωσιν ἐκεῖ Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ δυνηθῶσι πλέον ἐλευθέρως νὰ παρασκευάσωσι τὴν πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῆς μόλις ἀναγεννωμένης δημοκρατίας.
§409Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε καὶ τότε ἀνόρθωσις;
§410Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὡς ὑπῆρχον καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Θεοδωρόπουλοι, οἱ ὁποῖοι ἕδρων ὡς δρᾶτε ὑμεῖς σήμερον. Ἀπέναντι τῆς μεγάλης αὐτῆς συγκεντρωτικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους, τοῦ συγκεντροῦντος πάσας τὰς ἐξουσίας, δέον νὰ συστήσωμεν ὀργανισμοὺς ἰσχυρούς, ὀργανισμοὺς δυναμένους ν’ ἀντιστῶσι κατ’ αὐτοῦ, τοιοῦτοι δὲ ὀργανισμοὶ δὲν εἶναι οἱ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποδεικνυόμενοι, δὲν εἶναι αἱ κοινότητες μὲ τοὺς 300 κατοίκους, ἀλλ’ οἱ δῆμοι οἱ ἰσχυροί, οἱ δῆμοι μὲ τὰς 5–6,000 κατοίκων, οἱ ἔχοντες πλήρη τὰ οἰκονομικὰ μέσα ὅπως τελέσωσι πραγματικὰς προόδους, τεινούσας εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ ἔθνους, δὲν εἶναι αἱ κοινότητες αἱ ἀνίσχυροι καὶ ἀνίκανοι νὰ ἐπιτελέσωσι σκοπόν τινα, ἀλλ’ οἱ δῆμοι οἱ ἰσχυροί. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων παρουσιάζει πλεῖστα ὅσα ἐλαττώματα· οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῶσι τὰ πνεύματα ἐν τόσῳ στενῷ κύκλῳ, ἐνῷ τοὐναντίον εἰς τὸν δῆμον τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουσι τὴν ὑπερτάτην ἐκείνην ἀνάπτυξιν, τὴν ἐπιζητοῦσαν μεγαλείτερα ὅρια, καὶ ἥτις παρορμᾷ ταῦτα πρὸς τὰ μεγαλείτερα κέντρα, πρὸς τὰς μεγάλας πόλεις, πρὸς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, εἰς τὸν δῆμον, λέγω, θὰ δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ ν’ ἀποβῶσιν ἐπωφελεῖς παράγοντες διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν κοινὴν πρόοδον. Καὶ εἶπον πρὸς ἡμᾶς οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρελθόντες ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ εἶπον εἰς ἡμᾶς ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διοικητικοῦ τούτου συστήματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν τί θέλει ἡ κοινὴ γνώμη, ἡμεῖς γνωρίζομεν ποῖος γεννᾷ τὰ συναισθήματα τῆς κοινῆς γνώμης, ἡμεῖς γνωρίζομεν ποῖοι δίδουσι τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ἐν Ἑλλάδι. Ὁ πληθυσμὸς ὁλόκληρος παρ’ ἡμῖν ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐφημερίδων, ὁ δὲ τύπος οὕτως ἐξασκεῖ τὴν μεγαλειτέραν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἰς τὸν τύπον ὀφείλεται καὶ μόνον ἡ ὀρθὴ κατεύθυνσις τῶν πραγμάτων τῆς ἐπαναστάσεως. Μόνος ὁ τύπος ἔδειξε τὰ πράγματι τρωτά, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ὁ ἐξεγερθεὶς κατόπιν Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κτυπήσῃ. Μόνος ὁ τύπος ἔδειξεν ὅτι ἡ παμμεγίστη ἐκείνη συγκέντρωσις τῶν δυνάμεων εἰς χεῖρας τοῦ Κοινοβουλίου ἦτο ἡ κυρία αἰτία τῆς καταστάσεως, ὅτι μόνον ἡ κατάστασις ἡ ἀναδεικνύουσα πάντα Βουλευτὴν καὶ τύραννον ἦτο ὑπαίτιος τῆς κακοδαιμονίας, ὅτι αὕτη καὶ μόνη τέλος ἐπέφερε τὴν καταστροφὴν διὰ τῆς μεταπτώσεως πάσης δυνάμεως καὶ πάσης ἐξουσίας εἰς χεῖρας τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως περὶ κοινοτήτων οὐδένα σκοπὸν προώρισται νὰ ἐπιτελέσῃ, εἶπον δὲ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τοῦτο δέον νὰ τύχῃ καταψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς θεωροῦντες ἐπιβεβλημένον καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, πᾶν ὅ,τι δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ τι πρὸς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, ἐνομίσαμεν καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, καίτοι ἡ ὥρα εἶναι τόσον προκεχωρημένη, ν’ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ βῆμα ἐκ δευτέρου καὶ ὑποδείξωμεν τὰ κακὰ ταῦτα, νὰ ὑποδείξωμεν ὅτι ὁ δημαρχικὸς θεσμὸς οὐδόλως συνέβαλεν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν κακοδαιμονίαν, νὰ ὑποδείξωμεν τέλος ὅτι πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν ὀργανισμοὺς ἰσχυρούς, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὴν πανίσχυρον δύναμιν, ἡ ὁποία συγκεντροῦται ὁσημέραι εἰς τὸ Κράτος, ὅπως νικηφόρως ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῆς τυραννίας καὶ τῆς ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία αὐξάνεται καὶ κρατύνεται ὁσημέραι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν συγχρόνων ἐθνῶν.
§411ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι, ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη μέχρις ἐξαντλήσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μακρηγορήσω. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὕψιστον καθῆκον εἶναι τὸ τῆς πατρίδος συμφέρον. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ἀλλὰ καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐὰν γένηται νόμος τοῦ Κράτους, εἶναι προωρισμένον ὄχι ν’ ἀποτύχῃ, διότι τοῦτο θὰ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένον νὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ φαντασθῇ τις ἐξ ὑμῶν. Κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐτέθη ἡ βάσις τῆς διαστάσεως τῶν γνωμῶν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἄρδην τὸ ἐν ἰσχύϊ δημοτικὸν καθεστώς. Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν ν’ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου, τὰς ὁποίας, ἀπεκόμισα ἐκ τῆς μακρᾶς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ πρὶν ἢ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, Κύριοι, νὰ ἀναπτύξω εἰς ὑμᾶς ἐν κεφαλαίοις τὰς βάσεις τῆς διαστάσεως τῶν γνωμῶν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θὰ τὰς ἀναπτύξω βεβαίως ὅπως σᾶς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς ἐμὲ ἐν κεφαλαίοις. Εἶπον λοιπὸν εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὅτι ὁ ὑπὸ συζήτησιν θεσμὸς εἶναι θεσμὸς καθαρῶς Ἑλληνικός, θεσμὸς γνησίως Ἑλληνικός. Δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι ἐτόνισα ὅτι ἡ λέξις δῆμος καὶ ἡ λέξις δήμαρχος τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθησαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔδαφος, ἐν τῷ ὁποίῳ κατοικοῦμεν σήμερον καὶ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐτόνισα, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1550 πρὸ Χριστοῦ, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν εἰς τὸν πολιτισμὸν ἡ χώρα ἡμῶν, ἐνεφανίσθη ὁ πρῶτος δῆμος καὶ ὁ πρῶτος δήμαρχος. Δὲν ἐλησμονήσατε καὶ ἠκούσατε —εἶμαι βέβαιος—, διότι δὲν ἦτο τόσον προκεχωρημένη ἡ ὥρα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποθέτω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κ. συναδέλφων δὲν θ’ ἀνεπαύοντο μακαρίως, ὥστε ἀσφαλῶς θὰ ἤκουσαν —ὅτι Κέκροψ ὁ Αἰγύπτιος, ὁ καὶ πρῶτος οἰκοδομήσας καὶ ὀχυρώσας τὴν Ἀκρόπολιν, ἵδρυσε τοὺς πρώτους δήμους ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, τῇ Ἀττικῇ, δώδεκα τὸν ἀριθμόν, προστήσας ἑκάστου ἐξ αὐτῶν ἕνα ἄρχοντα ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τοῦ δημάρχου, δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, ἵνα ἐκπροσωπῶν γνησίως τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ ἀντιστρατεύηται πρὸς τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν πίεσιν τοῦ Κράτους, ἣν βλέπομεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀσκουμένην ὑφ’ ὑμῶν καθ’ ἡμῶν· ἀσκουμένην ὑφ’ ὑμῶν καθ’ ἡμῶν, διότι, ἐνῷ ἡ ὥρα εἶναι 4η μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀναγκάζετε ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀναπτύσσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἐνῷ οὐδεὶς πρὸς τοῦτο ὑπῆρχε λόγος, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ὑποβληθῆ καὶ εἶναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου· ἐὰν ὄντως λοιπὸν σοβαρῶς ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγῃ καὶ τὴν πίεσιν τὴν ἀσκουμένην καθ’ ἡμῶν καὶ καθ’ ἑαυτῆς, ἀλλὰ καὶ τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ἀναγκαζομένων ἐν τοιαύταις ὥραις νὰ συζητῶμεν περὶ τόσῳ σπουδαίου νομοθετήματος, περὶ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ἀνατρέπεται ἐκ θεμελίων, ἀνατρέπεται ἐκ βάθρων ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ καὶ τὸ ὄνομα καὶ τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τῆς χώρας ταύτης. Ἐπέπρωτο ἀληθῶς, Κύριοι, ἐν ἔτει ἀνορθωτικῷ 1911 νὰ ζητῆται ἡ κατάργησις αὐτοῦ, χειροκροτοῦντος ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ, καὶ δικαίως, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, καὶ τοὺς ὁποίους δι’ ἐλαχίστων καὶ πάλιν ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ θ’ ἀναγκασθῶ ν’ ἀναπτύξω. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἠκούσατε ὡσαύτως, ὅτι δὲν γνωρίζετε ἐν πρώτοις ὅτι ὁ Σόλων εἶναι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων νομοθετῶν τῆς ἀρχαιότητος, εἶναι εἷς ἐκ τῶν νομοθετῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσι καὶ σήμερον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὄντως θέλουσι νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως θεσμῶν ἐχόντων τὰς βάσεις στερεωτάτας, ὡς πρότυπον· ὁ νομοθέτης λοιπὸν ἐκεῖνος δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι ἐτόνισα εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτι κατήργησε μὲν τοὺς δήμους, κατήργησε τοὺς δημάρχους, ἀλλ’ ἀντικατέστησε τούτους διὰ τῶν ναυκραρῶν καὶ τῶν ναυκραριῶν δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἵνα καὶ πάλιν ἐκπροσωπῆται ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ ὡς ἀντιστρατευομένη εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἵνα ἔτι μᾶλλον πρόσκειται εἰς τὸ Κράτος, ἵνα εἶναι μᾶλλον ἀποκλίνουσα πρὸς τὸ Κράτος, αὐξήσας τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἀπὸ 12 εἰς 48· δὲν ἐλησμονήσατε ὡσαύτως ὅτι σᾶς ἐτόνισα ὅτι πρὸ αὐτοῦ εἷς μέγας βασιλεύς, εἷς ἀπόλυτος μονάρχης ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἐθεώρησε φυσικῶς ἐπιβεβλημένον νὰ σκεφθῇ ὅτι, καίπερ ὢν μονάρχης, ἔδει, διὰ νὰ εἶναι τὸ Κράτος αὐτοῦ ἐν τάξει, νὰ ἔχῃ ἀντιμετώπους αὐτοῦ ἄλλους ἄρχοντας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκπροσωπῶσι τὴν δύναμιν ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνίαν ἄμεσον, δὲν ἐλησμονήσατε, λέγω, ὅτι ὁ Θησεὺς πράττων τὸ ἐναντίον τοῦ ὅ,τι πράττει ἡ Ἀνόρθωσις ἐν ἔτει 1911, μετὰ τοσαῦτα ἔτη, ὡς νὰ δύνασθε ν’ ἀνορθώσητε, συνῴκισε τοὺς δώδεκα δήμους εἰς ἕνα, προστήσας αὐτοῦ ἕνα δήμαρχον διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐτόνισα. Εἶναι φυσικόν, Κύριοι, εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ Κράτους νὰ εὑρίσκηται ὁ ἀντιμέτωπος αὐτοῦ, ἵνα ἀμύνηται, ἵνα ἀντιστρατεύηται κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ βλέπετε ὅτι εἷς βασιλεὺς ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἀναγνωρίσας καὶ βαδίσας συμφώνως πρὸς τὴν φύσιν ἔταξεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ εἷς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀντεπροσώπευε τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν. Παρηκολουθήσατε ὡσαύτως καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ, ὅτι βαίνει ἀπὸ τοῦ μικροῦ πρὸς τὸ μεῖζον καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ μείζονος πρὸς τὸ μικρόν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ φυσικὴ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ. Ἡμεῖς τοὐναντίον πράττομεν σήμερον, ἀκολουθοῦμεν τὸ παρὰ φύσιν· ἡμεῖς τουτέστι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀντιστρατευόμεθα πρὸς τὴν φύσιν· ὡς βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἔθεσθε τὸ παρὰ φύσιν. Δὲν ἐλησμονήσατε ὡσαύτως, Κύριοι, ὅτι ἐτόνισα εἰς ὑμᾶς ὅτι ἐκεῖ ὅπου δύναταί τις καὶ ἔδει σήμερον νὰ στηριχθῇ, καὶ στηρίζονται καὶ πάντα τὰ ἔθνη, διὰ νὰ γνωρίσωσι τὸν σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ, εἶναι ἐκεῖ ὅπου οἱ θεσμοὶ παρουσιάζουσι τὴν πραγματικὴν αὐτῶν μορφήν, ἡ ὁποία εἶναι διδακτικωτάτη δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄντως θέλουσι νὰ ἱδρύσωσι θεσμούς, προωρισμένους νὰ προσφέρωσιν ὄντως ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ μεταφυτευθῶσιν, ὄχι παρ’ ἡμῖν, παρὰ τοῖς ὁποίοις ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι φυσικός. Εἶναι ἡ Ῥώμη. Γνωρίζετε βεβαίως ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ γνωρίζετε ἐξ ὅσων καὶ ἐγώ, ἐλαχίστων, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, ἀνέπτυξα ὅτι σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ἦτο, ἵνα ἀντεπεξέρχηται, ἵνα ἀντιστρατεύηται, ἵνα ἀμύνηται κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀλίγων, ἦτο εἰς τὰς χεῖρας τῶν πατρικίων. Ὁ tribunus plebis ἐν Ῥώμῃ οὐδὲν ἄλλο ἐξεπροσώπει εἰμὴ τὴν θέλησιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνίσχυρος ἀντεστρατεύετο κατὰ τῆς ἰσχύος τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν τὸ Κράτος ἐν Ῥώμῃ. Ἀλλ’ ὁ λαὸς ἐκεῖνος σκεπτόμενος ὀρθῶς, σκεπτόμενος σοφῶς δὲν ἐφρόντισε τίνι τρόπῳ θὰ περιορίσῃ τὴν δύναμιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ πραγματικῶς κύριοι. Διότι ἐν ἑνὶ Κράτει δὲν νομίζω ὅτι θὰ λησμονήσῃ τις ἐξ ἡμῶν ὅτι εἶναι εἷς κυρίαρχος, ὁ λαός, καὶ πᾶσα δύναμις ἀπορρέουσα ἀπὸ ἐκεῖνον αὐτὴ ἀπετέλει τὴν ἀληθῆ κυριαρχίαν. Ὁ λαὸς λοιπὸν σοφῶς σκεπτόμενος ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τοιαύτην ἐξουσίαν, ὥστε ν’ ἀντιστρατεύηται ἀποτελεσματικῶς κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς λοιπὸν ὁ πραγματικὸς τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς, ἰδίᾳ δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν πρῶτοι τὸν θεσμὸν τῶν δήμων αὐτὸ εἶχον ὑπ’ ὄψει. Ἰδοὺ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἵδρυσαν οἱ σοφοὶ τοῦ 1833 τὸν θεσμὸν τῶν δήμων καὶ τῶν δημάρχων. Δύναταί τις ἐξ ἡμῶν νὰ τονίσῃ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ὀθνεῖος; Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ὡς ἀπέδειξα, ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι γνήσιος ἑλληνικός, διότι ἡ πρώτη ἐμφάνισις αὐτοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1550 π. χ. δὲν θὰ ἀγνοῆτε ὅτι ἡ Ἱστορία ἡμῶν καὶ τῆς Ῥώμης εἶναι τοσοῦτον συγκεχυμένη ὄχι μόνον ἔν τισιν, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς, ὥστε νὰ εἶναι ἠναγκασμένος τις νὰ θεωρῇ ὅτι πάντα τὰ παρ’ ἐκείνοις οὐδαμόθεν ἄλλοθεν εἶχον τὴν πηγὴν ἢ ἐκ τῆς χώρας ταύτης. Ὁ θεσμὸς τῆς δημαρχίας, καίπερ φαίνεται ἱδρυθεὶς ἐν Ῥώμῃ, ἐν τούτοις εἶναι ἀναμφήριστον ὅτι τὸ παράδειγμα ἐλήφθη ἐντεῦθεν. Πάντως λοιπὸν ὁ θεσμὸς αὐτός, γνήσιος ὢν ἑλληνικός, πρέπει νὰ διατηρῆται παρ’ ἡμῖν δι’ αὐτὸν καὶ μόνον ἔστω δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν τί εἶπεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς εἰσηγητικῆς του ἐκθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκάκισεν, ἀλλὰ καὶ τόσον οἱ παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡσαύτως ἐμέμφθησαν. Ὁ δημοτικὸς νόμος περὶ συστάσεως τῶν δήμων, περὶ σχηματισμοῦ καὶ διαιρέσεως τῶν δήμων εἶναι τῆς 27ης Δεκεμβρίου τοῦ 1833. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, τὸ ἐστήριξαν εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ ἔθνους ἡμῶν σκεφθέντες εἰλικρινῶς. Δὲν ἐσκέφθη ὁ πρῶτος Βασιλεὺς Ἕλλην ὡς Μονάρχης, ἀλλ’ ἐσκέφθη ὡς Ἕλλην γνήσιος καὶ ἐπέβαλε τὰς γνώμας αὑτοῦ εἰς τοὺς σοφοὺς αὐτοὺς ἄνδρας, ἀπὸ τῶν ὁποίων πᾶν ὅ,τι ἐπῆλθεν εἴτε ἐν τῇ διοικήσει εἴτε ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει εἶναι καὶ θὰ εἶναι σοφόν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι πρότυπον καὶ ὑπογραμμός, ἐὰν ὄντως θελήσωμεν ἄξιοι ὄντες τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς σκέψεις ἐκείνων. Αἱ σκέψεις τοῦ Ὄθωνος δὲν ἦσαν σκέψεις Μονάρχου σκοποῦντος νὰ διοικήσῃ Κράτος Βαυαρῶν, ἀλλ’ ἦσαν ἀνδρὸς σκέψεις, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ συνδέσῃ τὴν τύχην αὑτοῦ, τὸν βίον αὑτοῦ καὶ τῶν ἀπογόνων αὑτοῦ πρὸς τὴν χώραν ταύτην, ἦτο σκέψις Ἕλληνος γνησίου γινώσκοντος ἄριστα τὴν Ἱστορίαν τοῦ Κράτους τούτου, γινώσκοντος τὴν ἐξέλιξιν τοῦ βίου ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς μέχρι τῆς νῦν τῆς φυλῆς ταύτης. Ἐγίνωσκε βεβαίως αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν σοφοὶ ὡς Ἕλληνες σκεπτόμενοι ὅτι ἡ κοινότης, ὅπου εἶναι προωρισμένη ν’ ἀναπτυχθῇ, θ’ ἀναπτυχθῇ καθ’ ἑαυτήν, ὡς θὰ ἀποδείξω κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως. Γνωρίζω εἰς ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ πρότυπον τῶν κοινοτήτων εἶναι κοινότης, τῆς ὁποίας τὸ Καταστατικὸν ἔχει ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα διανεμηθῆ, τὸ τῆς Βαμβακοῦς τῆς Σπάρτης. Ἐὰν μελετήσητε μετὰ προσοχῆς πολλῆς, θὰ ἴδητε ἐν τῷ Καταστατικῷ ἐκείνῳ τί πρωτίστως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, θὰ ἴδητε, λέγω, πῶς ἐσκέφθησαν καὶ ποῦ ἐστηρίχθησαν καὶ συνεπῶς θ’ ἀντιληφθῆτε ποῦ ἐρείδονται αἱ πρόσοδοι αὐτῶν, θὰ νοήσητε ἀσφαλῶς ὅτι ἡ γνώμη ὅτι αἱ κοινότητες αἱ ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους εἶναι προωρισμέναι νὰ ἐπιτύχωσιν, εἶναι πλάνη. Εἶπον λοιπὸν οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι νομοθέται ὅτι βάσεις τῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι κοινότητες ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον σπουδαιότατον τοῦτον ὅτι ἔπρεπε καὶ διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς ἰδέας ἐκείνης, ἥτις ἐκράτει, ὅτε συνέστησαν αὗται, κατὰ τὴν ἐποχὴν δηλονότι τῆς δουλείας. Ἰδοὺ πῶς ἐσκέφθη ὁ σοφὸς Μονάρχης, ἰδοὺ πόθεν ὁρμώμενος εἰσηγήθη τὸν ἐν ἰσχύϊ δημοτικὸν νόμον εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ συμβούλιον αὐτοῦ σοφούς. Λέγει λοιπὸν ὁ δημοτικὸς ἐκεῖνος νόμος τοῦ 1833: «Πρῶτον ὅλον τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος θέλει διαιρεθῆ εἰς δήμους». Ἀπὸ τῆς πρώτης λέξεως δύνασθε νὰ νοήσητε, ἂν εἶχον δίκαιον τονίζων πρὸ ὀλίγου ὅτι δὲν ἤθελον οὐδὲ ν’ ἀναφέρηται ἡ λέξις «κοινότης». Ἐὰν δὲ μελετήσητε τὸν νόμον αὐτόν, θὰ ἴδητε ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς τὴν μεταχειρίζεται. «Ὅλον τὸ Βασίλειον θέλει διαιρεθῆ εἰς δήμους». Ἤθελον ὄχι μόνον ν’ ἀποσπάσωσι καταργοῦντες τὰς κοινότητας τὴν προσοχὴν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς ἰδέας τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐπὶ 400 ἔτη εἶχεν ἐπιφέρει εἰς αὐτοὺς τόσα κακά, ἀλλ’ ἤθελον σὺν τούτῳ νὰ ὑπομνήσωσιν εἰς αὐτούς, ὡς ἐμφαίνουσι καὶ οἱ διάφοροι ἐγκύκλιοι, τὰς ὁποίας ἔπεμπον πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτῶν ὑπαλλήλους, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπικεφαλίς, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, ἔγραφεν, «Ὄθων ἐλέῳ Θεοῦ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος», ἤθελον, λέγω, νὰ ὑπομιμνήσκωσι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἰς αὐτοὺς ὅτι μία τῶν βάσεων τῆς ὑποστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἦτο καὶ ἡ προσήλωσις πρὸς τὴν θρησκείαν· ἀλλὰ ἐτόνιζεν εἰς τὰς ἐγκυκλίους αὐτοῦ ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος ἦσαν ὑπηρέται ἑνὸς καὶ μόνου αὐθέντου, ἑνὸς καὶ μόνου κυρίου, τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκπηγάζει πᾶσα δύναμις. Ἠθέλησε νὰ ὑπομιμνήσκῃ καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου προσεκλήθη ν’ ἄρξῃ, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποβάλῃ τὴν ἰδέαν, ἣν εἶχε περὶ τοῦ κατὰ τὴν δουλείαν βίου αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς αὐτὸν καὶ νὰ τῷ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τὴν παλαιὰν αὐτοῦ ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πάντοτε ὡς παράδειγμα καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀντλῇ ὡς ἀπὸ πηγῆς ἀνεξαντλήτου πᾶσαν σκέψιν καὶ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτοῦ. «Ἑκάστου δὲ δήμου—τονίζει ὁ σοφὸς ἐκεῖνος νομοθέτης —θέλει προσδιορισθῆ ἡ περιοχή.—Ἡ περιοχή, οὐχὶ βεβαίως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐφαντάσθησαν οἱ νέοι τοῦ 1911 ἀνορθωτικοὶ νομοθέται, ἀλλ’ ἡ περιοχὴ ἐκείνη εἶχε λόγους σπουδαιοτάτους νὰ ὑπάρχῃ καὶ οἱ τοιοῦτοι λόγοι δὲν νομίζω ὅτι ἀμφισβητεῖ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαῖοι, δὲν νομίζω ὅτι δύναταί τις ἐξ ὑμῶν ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι «ἡ περιοχὴ» ἑκάστου δήμου ἔπρεπε νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ περιεχόμενον ἑκάστου δήμου νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ ἤθη, τὰ αὐτὰ ἔθιμα, τὰς αὐτὰς παραδόσεις, τὰς αὐτάς, δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως, σκέψεις καὶ ἐν τῷ διοικεῖν καὶ ἐν τῷ διοικεῖσθαι καὶ ἐν τῷ ἄρχειν καὶ ἐν τῷ ἄρχεσθαι. Δὲν νομίζω ὅτι δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ περιελαμβάνετο καὶ ἓν χωρίον ἔστω τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος εἰς δῆμον ἐντὸς τῆς ὅλης χώρας, διότι πῶς ἦτο δυνατὸν ἢ πῶς εἶναι καὶ σήμερον ἀκόμη δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν ἤθη καὶ ἔθιμα ἄντικρυς ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὰ τοῦ πλησίον χωρίου, ἔστω καὶ ἐλάχιστον ἀπέχοντος, ἔστω καὶ χωριζομένου, ὡς συμβαίνει ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, διὰ μιᾶς ἐλαίας, τῆς ὁποίας τὸ ἥμισυ ἀνῆκεν εἰς τὴν ὑπὸ δουλείαν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὴν ἐλευθέραν, καὶ σήμερον δὲ τὸ αὐτὸ ὅριον χωρίζει τὴν φορολογουμένην Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἀφορολογήτου Μάνης. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν λαὸς ἀνατραφεὶς ὑπὸ ταῦτα τὰ ἔθιμα, ὑπὸ ταύτας τὰς ὡρισμένας παραδόσεις, ὑπὸ ταύτας τὰς ὡρισμένας γενικὰς σκέψεις ἐν τῷ καθόλου διοικεῖν, ἐν τῷ καθόλου διοικεῖσθαι, ἐν τῷ καθόλου ἄρχειν, ἐν τῷ καθόλου ἄρχεσθαι, δὲν ἦτο δυνατὸν, λέγω, νὰ συζήσῃ, νὰ συντραφῇ, νὰ συνεργασθῇ, νὰ συνηθίσῃ μετὰ τοῦ πλησίον ἐκείνου ἔστω καὶ ἀπέχοντος ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας λαοῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι νομοθέται, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ συμβούλιον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Βασιλέως, ἐτόνισαν ὅτι σὺν τῇ συστάσει τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος ὑπεμίμνησκεν εἰς αὐτοὺς τὴν παρ’ ἀρχαίων καταγωγήν, ὤφειλε νὰ προσδιορισθῇ καὶ «ἡ περιοχὴ» ἑκάστου δήμου. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ φαντασθῇ τις ἐξ ὑμῶν καὶ νῦν ἔτι, ὅτε ὁ πολιτισμὸς σχετικῶς εἰσήχθη καὶ εἰς τὴν τελευταίαν περιοχὴν τοῦ ὅλου Κράτους, ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ ἢ ἦτο δυνατὸν προχθὲς ἀκόμη νὰ συμβιβασθῇ, κατὰ μείζονα λόγον τότε, ὁ κάτοικος τῆς Ὕδρας, ὁ ἐκτραφεὶς ὡς ὁ ἔχων ταῦτα τὰ ὡρισμένα ἤθη καὶ ἔθιμα, πρὸς τὸν τὴν ἀπέναντι ἀκτὴν οἰκοῦντα, καίπερ ἀπέχοντα ὀλίγα μέτρα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς ἐκείνης, ἀλλ’ ἐνδόξου νήσου. Ἰδού, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες ὥρισαν καὶ τὴν περιοχὴν ἑκάστου δήμου, δὲν ἐσκέφθησαν ὡς ὑμεῖς κοσμοπολιτικῶς, τὸ ὁποῖον κοσμοπολιτικῶς σκέπτεσθαι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰ συμφέροντα ὄχι πλέον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, διότι, ἐφ’ ὅσον εἷς λαὸς δὲν ἔχει κατορθώσει εἰσέτι νὰ φέρῃ εἰς πέρας καὶ πολλοστημόριον τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ ἀπέναντι τῆς φυλῆς του, θὰ εἶναι ἄξιος ν’ ἀποθάνῃ, ἐὰν ἄρξηται νὰ σκέπτηται κοσμοπολιτικῶς. Δὲν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ἐπιστήμονα, εἰς ἕνα κοινωνικῶς ἀνεπτυγμένον νὰ σκέπτηται ὡς θέλει καὶ βούλεται εἴτε περὶ τῶν παραδόσεων αὑτοῦ εἴτε περὶ τῆς γλώσσης αὑτοῦ, εἴτε περὶ τῆς θρησκείας αὑτοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ μεταδίδῃ τὸ δηλητήριον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν συνάδελφος, τὸ κοσμοπολιτικὸν δηλητήριον αὑτοῦ νὰ τὸ μεταδίδῃ, λέγω, εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην τῶν παραδόσεων, μετὰ τῶν ὁποίων συνδέεται ἡ γλῶσσα καὶ ἡ θρησκεία αὑτοῦ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κύριος συνάδελφος χωρῶν ὄπισθεν, οὐχὶ προβαίνων —καὶ ἂς κατηγορηθῶ ὅτι πάσχω κατὰ τὴν ἀσεβῆ ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ....προγονοπληξίαν—, οὐχὶ χωρῶν πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀλλὰ πρὸς τὰ ὄπισθεν μέχρι τοῦ 1833 εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὅ,τι εἶπον ἐκεῖνοι, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ σοφόν, διότι τοῦτο εἶναι καὶ τὸ συμφέρον ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ ὡς φυλῆς. Ὁ κοσμοπολιτισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος, ἐὰν εἰσαχθῇ, ὅπερ ἀδύνατον παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, εἶναι προωρισμένος νὰ τῷ ἀνοίξῃ τὸν τάφον, τὸν ὁποῖον ἀπέφυγε διαβιώσας ἐν μέσῳ λαιλάπων καὶ καταιγίδων 4000 ὁλοκλήρων ἐτῶν. Σκέπτεσθε ὅπως θέλετε καὶ βούλεσθε ὑμεῖς, ἀκολουθεῖτε τὰς ἀρχάς σας, περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης ἢ ἰδέας κοσμοπολιτικῆς, οὐδεὶς κωλύει ὑμᾶς, οὐδεὶς ψέγει ὑμᾶς, ἀφήσατε ὅμως τὸν λαὸν τοῦτον νὰ ἐκτρέφηται εἰσέτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων ἰδεῶν, ἀπὸ τῆς βρεφικῆς αὑτοῦ ἡλικίας, τουτέστι νὰ χωρήσῃ ἐν τῇ ψυχῇ καὶ διανοίᾳ αὐτοῦ ὅτι εἶναι προωρισμένος νὰ ἐπιτελέσῃ σπουδαιότατα καθήκοντα ἀπέναντι ἑαυτοῦ καὶ τῆς φυλῆς αὑτοῦ. Θὰ εἶναι δὲ ἀδύνατον φυσικῶς καὶ νὰ τὸ σκεφθῇ τις κἄν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ, ἐὰν ἀφαιρεθῇ καὶ μία ἔστω ἐκ τῶν βάσεων τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, ὁποία εἶναι καὶ ἡ ἰδέα τῶν παραδόσεων καὶ τῆς θρησκείας αὐτοῦ. Εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς ἐμὲ νὰ σκέπτωμαι ὡς θέλω καὶ βούλομαι, εἴτε περὶ θρησκείας εἴτε περὶ γλώσσης εἴτε περὶ ἐπιστήμης εἴτε περὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν κοσμοπολιτικῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς ἐμὲ ἐπὶ ποινῇ προδότου τῶν παραδόσεων τῆς πατρίδος μου, ἐὰν θελήσω καὶ πρὸς στιγμὴν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ εἶμαι διδάσκαλος τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν τῶν πατριωτικῶν, καὶ πρὸς στιγμήν, λέγω, ἐὰν ἤθελον σκεφθῆ ν’ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου τὰς κοσμοπολιτικάς, ἂν εἶχον τοιαύτας, πρὸς τοὺς ἁπλοϊκοὺς συμπολίτας μου, θὰ ἤμην, ἐπαναλαμβάνω, ἄξιος νὰ παραδοθῶ εἰς τὸ ἀνάθεμα τὸ πατριωτικόν, ἐὰν προέβαινον εἰς τόσον ἀσεβῆ καὶ ἀνοσίαν πρᾶξιν. Ἱδρύσατε συλλόγους, εἴτε μαλλιαροὺς εἴτε ἀθεϊστικοὺς εἴτε πολυγαμικοὺς εἴτε ὁμοφυλοφυλικούς, χορεύσατε, χαρῆτε ἐν ταῖς ἰδέαις ὑμῶν καὶ ταῖς γνώμαις καὶ ταῖς ἀρχαῖς· ἀλλ’ οὐδὲν σᾶς χρεωστεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τόσον ἀκόμη σπουδαίαν ἀποστολὴν καὶ τὴν ὁποίαν οὔτε νὰ ἐπιτελέσῃ εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῶν βάσεων τούτων. Προχωροῦντες οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἔλεγον «ἐκτεταμένα δάση....κλπ.» Εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ὡρισμένα σημεῖα τῆς χώρας ἡμῶν, ὅτε ἔγραφε τὴν σοφὴν ταύτην διάταξιν. Εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι καὶ ὁ δημότης Γυθείου καὶ ὁ τοῦ Ἕλους εἶναι Λάκωνες, ἀλλὰ διαφέρουσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐγίνετο τοιοῦτος χωρισμός, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ διαφθείρωσιν ἀλλήλους. Ἠγνόει δὲ ἂν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἢ τὸ βέλτιον, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπάρχει καὶ διαφθορὰ ἐπὶ τὸ βέλτιον. Προχωρῶν ὁ αὐτὸς νομοθέτης τονίζει: «Τὰ ὅρια τῶν δήμων καὶ περιοχῶν κλπ. ἔδει νὰ ὦσι φυσικά...». Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὡρισμένα σημεῖα τῆς χώρας λέγων ὅπου ὑπάρχουσι μόνιμα σήματα. Εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε δὲν ἔθετον τὴν λέξιν, ὅπως ἡμεῖς σήμερον θέτομεν περιορίζοντες εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β συνοικισμόν, ὁρίζοντες τοὺς ἀγροὺς ἐκείνους τοὺς περιτετοιχισμένους καὶ περιέχοντας συκᾶς ἰνδικὰς ἢ ἐλαίας καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, ἀλλὰ τὰ φυσικὰ ὅρια τὰ σύμφωνα πρὸς τὴν διάθεσιν αὐτῶν τὴν ἐσωτερικὴν ἔν τε τῇ ψυχῇ αὐτῶν καὶ τῇ διανοίᾳ αὐτῶν. Δὲν ὑπελόγισε βεβαίως ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ἐὰν θὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ Α ἢ Β συνοικισμοῦ, ὡς ὑπολογίζουσιν οἱ ἀνορθωταὶ τοῦ 1911, συκαῖ ἰνδικαὶ ἢ κάκτοι, ἀλλὰ τὰ μόνιμα φυσικὰ ὅρια. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ ὅτι ὑπῆρχον διαμερίσματα, τὰ ὁποῖα ἀπήλαυσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεγάλης καὶ μακραίωνος δουλείας τὰ μὲν περιωρισμένης, τὰ δὲ ἀκράτου ἐλευθερίας ὡς ἐκ τῆς φυσικῆς συστάσεως τοῦ ἐδάφους αὐτῶν. Τοῦτο λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος καθώρισεν ὡς περιοχὴν τῶν δήμων οὐχὶ μεταβλητά, ἀλλ’ ἀμετάβλητα ὡς ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ ἐδάφους τὰ ὅρια δήμου τινός. Δὲν ἤθελεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος νὰ σκέπτωνται ἄλλως δημόται κατοικοῦντες εἰς ὡρισμένον τόπον καὶ συνδεόμενοι πρὸς αὐτὸν διὰ παραδόσεων ἱστορικῶν, φυσικῶν, οἰκογενειακῶν, ἀτομικῶν. Ἤθελεν ὁ δημότης ὁ τοιοῦτος νὰ εἶναι γνήσιον προϊὸν τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ζήσῃ καὶ νὰ δράσῃ ὄχι μόνον ὡς πολίτης τοῦ ἀπελευθερωθέντος Κράτους, ἀλλὰ καὶ ὡς δημότης ὡρισμένου διαμερίσματος τῆς χώρας, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ὁ δῆμος ἀπετέλει τμῆμα τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς ὡρισμένον μέρος, ἀλλ’ εἶχεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν μου. Ἰδοὺ πῶς ἄλλως ἐσκέπτετο, ἵνα περισυλλέξῃ τὰ διεσκορπισμένα ἐκεῖνα τέκνα του τὸ Κράτος ἀπὸ ἀπόψεως διανοητικῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκέπτωνται, δὲν ἦσαν εἰς τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ σκέπτωνται διανοητικῶς ἐπαρκῶς. Ἰδοὺ πῶς ἐδίδασκεν ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἡ τὴν βάσιν καὶ τὸ θεμέλιον σοφὰ ἔχουσα, ἵνα περισυλλέξῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους καὶ διανοητικῶς καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς νὰ σκέπτωνται καὶ ὡς δημόται, ἀλλὰ καὶ ὡς πολῖται ἀνήκοντες εἰς Κράτος ἐλεύθερον: «Ἡ προεστῶσα πολιτικὴ Ἀρχὴ ὀφείλει νὰ διδάσκῃ καὶ ἐφορᾷ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς διδασκαλίας τοῦ λαοῦ κλπ.». Ἐπέβαλλεν εἰς τὰς Ἀρχὰς νὰ διδάσκωσι τὸν λαὸν εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἀπέναντι τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέλος, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἦτο πολίτης. Προκειμένου περὶ τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ δήμου, προκειμένου περὶ τοῦ δημάρχου δηλονότι, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν σοφῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της καὶ ἡ ἀνόρθωσις (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος εἶναι ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου Ἀρχὴ ἐνεργοῦσα καὶ διεκπεραιοῦσα ὅλας τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις». Βεβαίως διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα καὶ εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τοὺς ὁποίους θ’ ἀναγκασθῶ καὶ αὖθις ν’ ἀναπτύξω, ἔστω καὶ ἐν κεφαλαίοις ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ, βεβαίως ὁ δήμαρχος δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτος, οἷον ὁ νομοθέτης τὸν ὥρισε σοφῶς τότε, διότι ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀναπτύξει, ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ γενέσει εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς αὐτοῦ καὶ σήμερον οἱονεὶ πιστεύων τοῦτο ἔπρεπε νὰ τὸν τάξῃ εἰς πολὺ ὑψηλὴν θέσιν, εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ πιστεύῃ τῳόντι ἐν συνειδήσει ὁ λαὸς ὅτι ἔχει τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ἐθεώρει ἐχθρόν, καὶ τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἔπαυσε νὰ θεωρῇ τοιοῦτο, διότι ὄντως εἶναι τοιοῦτο. Τεθείσης λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, τῆς βάσεως τῆς διαστάσεως τῶν γνωμῶν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νομίζω ἤδη ὅτι πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς καὶ διὰ μίαν φορὰν ἀκόμη τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ἄρχοντος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν εἰς τόσον ὑψηλὴν θέσιν ὁ νομοθέτης. Δὲν θὰ θελήσω νὰ τονίσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἀγορεύων ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφθορὰν τοῦ θεσμοῦ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρωτίστως συνετέλεσεν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὸν σκοπὸν καὶ τὸν λόγον ἀνέπτυξα, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος. Βάσις καὶ θεμέλια λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, τῆς διαφορᾶς τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, τῆς διαφθορᾶς αὐτοῦ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ κατάλυσίς του διὰ χειροκροτημάτων σήμερον, ἡ κατάργησις διὰ τῆς παρούσης Βουλῆς τῆς ἐλθούσης ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦντες τὸ Κράτος καὶ ὧν μεταξὺ ἡμῶν πολλοὶ εἶναι, ἔπρεπε ν’ ἀναβαπτισθῶσι πρωτίστως εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς ἐξυγιάσεως, διότι καὶ τότε ἐτόνισα, καὶ ἤδη τονίζω, ἐὰν τὸ Κράτος ἐξυγιασθῇ, τὰ πάντα εἶναι ἐν τάξει, ὁ θεσμὸς εἶναι εἰς τὴν θέσιν αὑτοῦ, ὁ θεσμὸς εἶναι εἰς τὴν θέσιν του τὴν πραγματικήν. Οὐδὲν ἄλλο δὲ πλέον θὰ μείνῃ εἰμὴ ἡ διδασκαλία παρὰ τῷ λαῷ τοῦ σκοποῦ τοῦ θεσμοῦ, ὡς καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἀνεβίβαζεν εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα ἐκλέγουσα μεταξὺ τῶν ἀνηθικωτέρων καὶ κακουργοτέρων. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ Κράτος εἰργάσθη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀναβιβάσῃ ὅ,τι κακοῦργον καὶ ἀνήθικον ὑπῆρχεν ἐν ἑκάστῳ τόπῳ εἰς τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν εἰσέτι οἱ ἄρχοντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, ἀλλὰ γενικὸς κανὼν εἶναι οὗτος καὶ ὁ κανὼν βεβαίως ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ μᾶς ἀναγκάζει νὰ σκεπτώμεθα, νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνων, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι: Τίς ἔπταισεν εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ θεσμοῦ; Οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους περισυνέλεξε τὸ Κράτος ἀπὸ τὰ κακουργότερα καὶ ἀνηθικώτερα στοιχεῖα, διὰ νὰ τοὺς ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο, ἢ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνεβιβάσθησαν ἐπὶ τούτῳ περισυλλεγόμενοι εἰς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο; Τίνες ἄλλοι εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν νὰ δίδωσι τὸ παράδειγμα εἰς τὸν λαὸν ἐν πᾶσι, πάντοτε καὶ ἁπανταχοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν; Τούτου λοιπὸν δεδομένου ὄντος εἰς τί πταίει ὁ θεσμός, τοῦ ὁποίου τὴν κεφαλὴν ζητοῦμεν ἐπὶ πίνακι χειροκροτοῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ δικαίως τοῦτο, ἀλλὰ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί ζητεῖ; Εἴθε νὰ μὴ πέσῃ, Κύριοι, ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ καταιγὶς καὶ ἡ θύελλα θὰ ἐκσπάσῃ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ἁγίου τούτου θεσμοῦ, διότι γνωστοῦ ὄντος τούτου, ὅτι δὲν διεπαιδαγωγήσατε τὸν λαὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ Κράτος νὰ τὸ θεωρῇ ἴδιον, τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους περιουσίαν του, τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους τιμήν του, ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν τὸν διεπαιδαγωγήσατε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀφαιρέσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντεστρατεύετο κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας ἐκείνου, τὸν ὁποῖον νομίζει ἐχθρὸν μέχρι σήμερον; Πταίει λοιπὸν ὁ θεσμὸς ἢ πταίουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες διέφθειραν τὸν θεσμόν, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀμέτοχοι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Καὶ ἤδη ἔρχεται ἡ ἐρώτησις ἀφ’ ἑαυτῆς: Πρέπει, λοιπόν, νὰ πέσωσιν οἱ δήμαρχοι; Ναί, ναί, λέγω καὶ ἐγώ. Νὰ πέσωσιν οἱ δήμαρχοι, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο τί; Γαῖα πυρὶ μιχθήτω; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ πέσῃ ὁ θεσμὸς ὁ δημαρχικός; Ἰδοὺ τὸ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς πρὸς ὑμᾶς. Ναί: Νὰ πέσωσιν οἱ δήμαρχοι, ἀλλ’ εἰς τί ἔπταισεν ἆρά γε ὁ θεσμὸς οὗτος, ὥστε νὰ ἐπιζητῆται ἡ πτῶσις αὐτῶν κατὰ τοιοῦτον μάλιστα τρόπον; Ἡ βάσις τοῦ θεσμοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται νὰ διατηρηθῇ ὡς γνήσιος ἑλληνικὸς ἀπὸ τοσούτων μάλιστα δεκάδων αἰώνων. Ὁ θεσμὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς ἡμᾶς ὡς γνησίους ἀπογόνους ἐκείνων νὰ διατηρήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον ἢ ὄχι; Ἡ διατήρησις λοιπὸν τοῦ θεσμοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένη διὰ πολλοὺς λόγους, τῶν ὁποίων ὁ σπουδαιότερος εἶναι οὗτος, ὃν ἐτονίσαμεν ὑμῖν ταύτην τὴν στιγμήν. Δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἀποτόμως ἀπὸ ἕνα λαόν, ἐκτὸς ἐὰν τὸν ἐθίσητε προηγουμένως πρὸς τοῦτο, τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ἱερόν, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει κατ’ αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Κράτους, τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται αὐτὴ αὕτη ἡ θέλησίς του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται αὐτὴ αὕτη ἡ ἐκπροσώπησις τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ αὐθαίρετον Κράτος. Ἀλλὰ δὲν πταίει ὁ θεσμός, πταίομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατερρακώσαμεν τὸν θεσμόν. Δεδομένου λοιπὸν τούτου, διατί ἆρά γε ζητοῦμεν τὴν πτῶσιν αὐτοῦ; Ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἆρά γε νὰ σκεφθῶμεν ὅσα ποτὲ ἐσκέφθη ὁ Λουδοβίκος ἐν Γαλλίᾳ, ὁ εἰπὼν τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο «μεθ’ ἡμᾶς ὁ κατακλυσμὸς»; Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ τὴν θέλησιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τοῦτο. Ἡμεῖς τοὐναντίον πρέπει νὰ χρησιμεύσωμεν ὡς ὁδηγὸς αὐτοῦ, πρέπει νὰ ὑποδείξωμεν εἰς αὐτόν, ὡς πράγματι γνήσια τέκνα αὐτοῦ, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἀφαίρεσις τῆς μόνης δυνάμεως, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει τὴν ἀντίστασιν αὐτοῦ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἰσχυρῶν, καὶ τοιοῦτοι ὑπῆρξαν, ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Κράτος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ λαὸς ἐδιδάσκετο ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ καὶ τίνες οἱ λόγοι, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς κατάπτωσιν αὐτοῦ, βεβαίως δὲν θὰ συνεζητοῦμεν ταύτην τὴν στιγμὴν περὶ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Ὁ θεσμὸς εἰς οὐδὲν ἔπταισεν οὔτε διὰ τὴν βλάβην, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τοὺς δήμους οὔτε διὰ τὴν μείζονα τοιαύτην, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ δὲν ὁμολογεῖ σκεπτόμενος ὅτι ὄντως τὰ ἔμψυχα καὶ ἑτεροκίνητα αὐτὰ ὄντα εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσαν, εἰμὴ ὄργανα γενόμενα τῶν ἰσχυρῶν νὰ διαφθείρωσι καὶ τοὺς δήμους ἀλλὰ καὶ τὴν Πολιτείαν. Ἴσως καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ ὑπάρχωσι δήμαρχοι, πρὸ τῶν ὁποίων τρέμουσιν οἱ ἰσχυροί, οὐδ’ αὐτῆς τῆς ἀνορθώσεως ἐξαιρουμένης, ἀλλά, διότι ὑπάρχουσι δύο ἢ τρεῖς τοιοῦτοι, πρέπει ἡ ἀνόρθωσις, παρασυρομένη ὑπὸ τῆς λαίλαπος, νὰ καταργήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον; Ἀλλὰ θὰ εἴπωσί τινες ἐξ ὑμῶν ἴσως: Ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἐνταῦθα, τοῦτο τὸ καθῆκον εἴχομεν, νὰ διδάξωμεν αὐτὸν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, στρέφεται κατὰ τῆς κεφαλῆς του, καὶ ἴσως, ὅταν θὰ τὸ σκεφθῇ, θὰ εἶναι πολὺ ἀργά, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ θύελλα τῆς ὀργῆς αὐτοῦ ἐκσπάσῃ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῷ ἐσερβίρισαν τὸν θεσμὸν τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὰ φῶτα εἶναι γνωστὸν πόθεν ἠρύσθη ἡ ἀνόρθωσις. Ἴσως δὲν θὰ εἶσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν τότε καὶ θὰ σωθῆτε, ὅταν νοήσῃ τί καθ’ ἑαυτοῦ κατὰ συμβουλὴν ὑμῶν ἀπειργάσατο. Ἀλλ’ ἴσως θὰ εἴπῃ τις ἐξ ὑμῶν: Διατί ἐπιμένετε λέγοντες ὅσα λέγετε, εἰς τοιαύτας ὥρας, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι θὰ ψηφισθῇ, ἔστω καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ μέχρι τῆς ἑσπέρας; Ἰδοὺ διατί: Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν εἶναι αἱ σωφρονέστεραι, ἀλλ’ ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἀντίθετον γνώμην· εὑρισκόμεθα δηλονότι οἱ μὲν εἰς τὸ ζενίθ, οἱ δὲ εἰς τὸ ναδίρ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ ζενὶθ τῆς σωφροσύνης, ὑμεῖς δὲ εἰς τὸ ναδίρ.
§412Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εἴμεθα οἱ περισσότεροι.
§413Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ. Τίς λοιπὸν ἐξ ἀμφοτέρων πλανᾶται; Αὐτὸ ὁ χρόνος θ’ ἀποδείξῃ μόνον. Ἡμεῖς μίαν ἀξίωσιν ἔχομεν, ἀναγνωρίζοντες ὑμᾶς ὄντας καταπεπονημένους νὰ ὑποστῆτε τὴν καταπόνησιν νὰ μᾶς ἀκούσητε, ὅσον θέλετε. Ἀλλὰ θὰ μοὶ τονίσητε ὡσαύτως, καὶ πολὺ δικαίως ἴσως: Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ λαὸς τὸ θέλει; Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ὁ λαὸς θέλει ὅ,τι βλέπει. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Πολιτεία συνετέλεσεν, ὥστε νὰ διαφθαρῇ ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος, δικαίως ὁ λαὸς θέλει, διότι θέλει, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅ,τι βλέπει, καὶ νομίζω ὅτι πᾶν ἄλλο ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ἢ ὅ,τι ἐσκέφθημεν, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τῶν δήμων. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ βλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν ἔχῃ πρὸ αὐτοῦ ῥάκη καὶ ἐρείπια; Τί θέλετε, λέγω, νὰ σκεφθῇ; Θὰ ἦτο τὸ ἐξουθένωμα τῶν λαῶν, ὡς τὸν ἀπεκάλεσεν ὁ Πρωθυπουργός του, ἐὰν ἐσκέπτετο ἄλλως. Ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐρείπια πρὸ αὐτοῦ, βεβαίως θὰ ἦτο μωρός, ἐὰν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων ὡς ὁ Ἰερεμίας καθήμενος ὠλοφύρετο. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἐπιμένει μέχρις ἐξαντλήσεως καὶ τῶν ἑαυτῆς καὶ τῶν ἡμετέρων δυνάμεων κατὰ μείζονα λόγον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐν συνειδήσει νὰ μοὶ εἴπητε: Τί ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τόσου χρόνου, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου; Τίς πταίει διὰ τὴν ἐξάντλησιν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων τῶν διισταμένων, ἔστω καὶ κατὰ τὰς γνώμας; Ἀλλ’ ἴσως σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅπως ποτὲ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἐσκέπτετο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πᾶν ἄλλο ἔμελλε νὰ χρησιμεύῃ ἢ ὡς ὑπόδειγμα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία λέγεται Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ἐσκέπτετό ποτε, λέγω, ὁ Κρέων, ὁ ὁποῖος εἶπεν: «Ἀλλ’ ὃν πόλις στήσειε, τοῦδε χρὴ κλύειν καὶ σμικρὰ καὶ δίκαια καὶ τἀναντία». Ἐκεῖνον τουτέστι, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἔθετο ἐπὶ κεφαλῆς, εἰς ἐκείνου τὰς γνώμας ὀφείλει πᾶς τις νὰ ὑπακούῃ καὶ εἰς τὰ μικρὰ καὶ εἰς τὰ δίκαια καὶ εἰς τὰ ἐνάντια. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἀγνοοῦμεν ὅτι εἶχε καὶ υἱόν, τὸν Αἵμονα, ὅστις ὀρθότερον σκεπτόμενος, καίπερ ὢν καθ’ ἡλικίαν νεώτερος, ἔδωκεν εἰς ἐκεῖνον, ὡς ἡμεῖς οἵτινες ὄντες ὀλιγώτεροι κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς ὑμᾶς θὰ δώσωμεν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν, λέγω, καὶ ἐκεῖνος ἔδωκε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ: «Πάτερ, θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας, πάντων ὅσ’ ἐστὶ κτημάτων ὑπέρτατον». Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν οὐχὶ παρασυρόμενοι, ἀλλὰ σωφρόνως σκεπτόμενοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν βάσιν τοῦ θεσμοῦ καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, νὰ φροντίσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ θ’ ἀμυνθῶμεν κατὰ τῆς ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία τείνει ν’ ἀναβιβάσῃ ἐπὶ τοῦ ἰκριώματος τὸν θαυμάσιον αὐτὸν θεσμόν. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ἴσως ἡ Κυβέρνησις τὸ τοῦ Κρέοντος: «οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται;». Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐπὶ κεφαλῆς ὁλοκλήρου τοῦ Πανελληνίου καὶ τοῦ ἔσω, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔξω, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπῶ τὰς γνώμας τῶν 9/10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἢ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβάλλω τὰς γνώμας μου, ἀφοῦ ἄλλως τε ἀναχωρῶ ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος; Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσωμεν τὸ τοῦ Αἵμονος: «Καλῶς ἐρήμης γʹ ἂν σὺ γῆς ἄρχοις μόνος»· ἐφ’ ὅσον, ἔστω καὶ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἔστω καὶ αἰσθανόμενοι τὴν ἀδυναμίαν ἡμῶν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, εἰ μή τι ἄλλο, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τονίζοντες ὅτι κακῶς ἐσκέφθη ἐπιβαλὼν ἔστω εἰς τὴν Ἀνόρθωσιν νὰ καταλύσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅτι κακῶς πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ποδηγετήσωσιν αὐτὸν εἰς τὸ ἐναντίον, ὀφείλουσι νὰ ὑποδείξωσιν εἰς αὐτὸν ὅτι κακῶς θέλει ὅ,τι θέλει, ὅτι κακῶς ζητεῖ ὅ,τι ζητεῖ. Ὀφείλομεν νὰ ὑποδείξωμεν ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἰς αὐτόν, ἔστω καὶ ἐλάχιστοι ἀπέναντι πολλῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι, ὅ,τι πράττει ἡ Ἀνόρθωσις συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, δὲν ἦτο ὀρθόν, δὲν ἦτο σῶφρον. Ὀφείλει ἐκεῖνος νὰ σταθμίσῃ πλέον τὰ καθ’ ἑαυτόν, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἴσως πολὺ ταχέως, ἀναμνησθῇ τῶν λόγων ἡμῶν καὶ ἀποδώσῃ τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Δὲν ἐλησμονήσατε, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ ποίου ἐνθουσιασμοῦ ἀπεδέξατο ἡ Βουλὴ ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ διὰ ποίων χειροκροτημάτων ἐπεκάλυψε πολλὰς περιόδους αὐτῆς, καὶ ἰδίως τὸ τέλος τῆς εἰσηγήσεως τῆς θαυμασίας τῳόντι ὑπὸ ἔποψιν δεινότητος ῥητορικῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας δυσκόλως ἀκούει τις εἰς τὰ Κοινοβούλια, θαυμασίας εἰς ἰδέας, θαυμασίας εἰς ῥητορικὰς ἐξάρσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ περισσότεραι περικοπαὶ χρήζουσιν ὄχι πλέον ἀνασκευῆς, ἀλλὰ διονυχίσεως μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ πρὸ ἡμῶν οὐχὶ πλέον ἡ ἔξαρσις τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἡ οὐσία, νὰ ἐξετασθῇ τουτέστιν ὁ λόγος οὐχὶ ἀπὸ θεωρίας, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ πράξεως. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διότι δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως ὅτι προκειμένου νὰ νομοθετήσῃ τις εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τοῦτο ἀπηλλαγμένος προκαταλήψεως, διότι ἡ προκατάληψις εἶναι ὁ χείριστος σύμβουλος οὐχὶ εἰς πατέρας τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται, οἱ ὁποῖοι βουλεύονται ἐνταῦθα ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους τῶν οἰκογενειαρχῶν, πρέπει, λέγω, ἄνευ προκαταλήψεως νὰ προβῇ εἰς τοσούτῳ μέγα ἔργον. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν παρ’ ὅλον τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, παρ’ ὅλην τὴν καταπόνησιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ἄλλου ἀγορεύων ἀπὸ τόσων ὡρῶν αἰσθάνομαι ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσῃ, ἔστε βέβαιοι, πλέον μόνον ἂν ὑπερτέρα τις δύναμις μὲ ἀναγκάσῃ, νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου, οὐδὲν θὰ μὲ κωλύσῃ νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου, διότι εἰς ἐμὲ ἐργασθέντα εἰδικῶς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, αἱ ὁποῖαι, δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι δὲν προέρχονται οὐδαμόθεν ἄλλοθεν εἰμὴ μόνον ἀπὸ εἰλικρίνειαν καὶ ἀπὸ διάθεσιν ἁγνοτάτην, ἔστω καὶ ἄν κατά τινων τὴν γνώμην εὑρίσκομαι ἐν τῇ πλάνῃ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἔχω ἐνώπιόν μου μέρος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγει (ἀναγινώσκει): «τὸ μᾶλλον δ’ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς συγκεντρωτικῆς διοικήσεως τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων τοῦτο κυρίως ὑπῆρξεν, ὅτι ἐκ τῆς δεσμεύσεως τῆς αὐτενεργείας τῶν πολιτῶν εἰς τὰ πράγματα τῆς ἰδιαιτέρας των πατρίδος ἠτόνησεν ὁ κοινωνικὸς ἡμῶν ὀργανισμός». Ἐκάκισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς εἰσηγήσεώς του τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀγνῶτας δῆθεν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων τοῦ 1833 νομοθέτας, νομίσας, πλανώμενος βεβαιότατα κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα μόνον ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς κατερειπώσεως καὶ τῆς διαφθορᾶς τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργός: «Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἀνατροφῆς εἶναι ὅτι πᾶσα εὐθύνη δι’ οἱανδήποτε κακὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν ῥίπτεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλὰς, ἐξ ὧν αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται. Ἀλλ’ οὔτε αἱ Κυβερνήσεις οὔτε αἱ Βουλαὶ οὔτε καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων εὐθυνῶν καὶ ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸ μέγεθος τοιούτων ἀξιώσεων». Πῶς; Τονίζει ὁ κ. Ῥέπουλης εἰς τὴν περικοπὴν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πταίουσιν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ θεσμοῦ, ἰδοὺ θεμελιώδης βάσις τῆς διαστάσεως αὐτοῦ πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ σχεδίου νόμου καὶ ἐκπροσωποῦντα ἐν τούτῳ τὴν ὅλην Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως. Εἰς ἐμὲ ἐπιτρέψατε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὅτι μόνον αὐτὸ ἔλειπεν εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν λαόν, ν’ ἀκούσῃ δηλονότι ὅτι εἰς πάντα αἴτιος ὑπῆρξεν... αὐτός! Ἐγὼ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, διότι, ἂν δὲν ἔπταισαν αἱ Κυβερνήσεις, βεβαίως ἔπταισεν ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖτε ἐνταῦθα. Τοιαύτην ὕβριν πολὺ βραδέως βεβαίως θὰ νοήσῃ ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀναμένῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος· διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι μόνον ὡς ὕβριν δύναμαι νὰ θεωρήσω τοῦτο, ὅτι δὲν ἔπταιον αἱ Κυβερνήσεις. Οὐδεὶς ἔπταιε, κατὰ συνέπειαν τίς ἔπταιε; Ποῖος ἄλλος; ἐκεῖνος. Ὁ λαὸς δηλαδή! Δίκαιον ἔχουσιν οἱ κυβερνῆται τῆς σήμερον ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ὕβριν ταύτην, καίτοι ἤκουσε καὶ ἄλλας βαρυτέρας ὕβρεις, ὅτι εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ οὐδεὶς ἄλλος συνετέλεσεν εἰμὴ αὐτός! Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου προχωρεῖ τονίζων μὲ ὡραιοτάτην φράσιν, διὰ τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν προσέξῃ τις καλῶς, καταλαμβάνεται ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ λίαν δικαίως, διότι ὁ τόνος, τὸν ὁποῖον φαντάζεταί τις, θὰ ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ συναρπάσῃ, ὥστε, ἂν δὲν προσέξῃ εἰς τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν τούτων, ν’ ἀπατηθῇ ἀσφαλῶς. Ὁμιλῶν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς κοινότητος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν δῆμον, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου κατήργει, ἐτόνιζεν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν πρώτην ἐκείνην κοινὴν τῶν πολιτῶν δρᾶσιν, τὴν ἔχουσαν ἀκτῖνα τὴν ἀκτῖνα τοῦ μικροῦ των χωρίου» —τί ὡραία φράσις, τί ὡραῖαι λέξεις!— «μορφοῦται καὶ διαπλάττεται ὁ πολιτικὸς χαρακτήρ, μορφοῦται ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρ, μορφοῦται καὶ διαπλάττεται αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς φιλοπατρίας». Ἰδοὺ ὡραῖαι λέξεις, ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν μὲ πολλὴν ἀφέλειαν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, διότι δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τίνος παραδείγματος ἠρύσθη ταῦτα. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι ἐκ τοῦ μικροῦ χωρίου γεννῶνται γενικαὶ ἰδέαι περὶ πατρίδος· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ μικρὸς ὀργανισμὸς νὰ ἔχῃ τοιαύτην δύναμιν, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μιᾶς μεγάλης ἰδέας, εἴτε τῆς πατρίδος εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης. Μόνον τὸ κέντρον δύναται τοῦτο, ὄχι μόνον δὲ δύναται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει, διότι φυσικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἡ μικρὰ αὐτὴ κοινότης τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς πατρίδος. Μόνον λοιπὸν τὸ κέντρον ὀφείλει νὰ τὴν καλλιεργήσῃ καὶ τὴν μεταφυτεύσῃ καὶ εἰς τοὺς μικροὺς συνοικισμοὺς καὶ οὐχὶ ν’ ἀναμένῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς μικροοργανισμοὺς ν’ ἀνυψωθῇ, νὰ διδαχθῇ τὴν φιλοπατρίαν καὶ νὰ μεγαλουργήσῃ. Τὸ Κράτος εἶναι ἡ βάσις, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰς μικρὰς ἐκείνας κοινότητας διὰ ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς μεγάλης πατρίδος, καὶ οὐχὶ ἡ μικρὰ ἐκείνη κοινότης νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, ἵνα ἀντλῇ τὸ Κράτος ἐκεῖθεν τὰ παραδείγματα καὶ τὰς ἰδέας περὶ τῆς μεγάλης πατρίδος. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ πλάνη τῶν ἐχόντων ἐναντίαν πρὸς ἡμᾶς γνώμην. Τίνι τρόπῳ θὰ κατορθώσῃ τὸ Κράτος νὰ μεταφυτεύσῃ καὶ καλλιεργήσῃ τὴν ἰδέαν ἐκείνην καὶ εἰς τοὺς μικροτέρους ὀργανισμοὺς τῆς μεγάλης πατρίδος δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὴν στιγμὴν ταύτην ν’ ἀναπτύξω, διότι θὰ τὴν ἀναπτύξω κατωτέρω, ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ τοῦ κέντρου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ συσταθῇ ἡ α ἢ ἡ β κοινότης, περὶ τοῦ σχολείου τουτέστι. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ τονίσω καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ὅτι τὸ κέντρον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ δύναται διὰ τῆς ἱδρύσεως σχολείων καὶ διὰ τῆς τοποθετήσεως διδασκάλων ἀξίων τῆς ἀποστολῆς των νὰ ἐμφυτεύσῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν μικρῶν ἐκείνων νέων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὴν νέαν γενεάν, τὴν ἰδέαν τῆς μεγάλης πατρίδος. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων διὰ τρίτην φορὰν θὰ ἐρωτήσω καὶ ὑμᾶς: Τὸ Κράτος θ’ ἀρυσθῇ τὸ παράδειγμα καὶ θ’ ἀντλήσῃ ἀπὸ τῆς μικρᾶς κοινότητος ἢ ἡ κοινότης παρὰ τοῦ Κράτους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταξὺ τῶν διαφόρων ἄλλων περικοπῶν ἐτόνισε καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἰδικιτέραν ἐντύπωσιν, διότι ἀκριβῶς εἶναι ἓν σημεῖον καὶ τοῦτο τοῦ θεμελίου τῆς διαστάσεως τῶν γνωμῶν ἡμῶν. Προέτειναν, εἶπε, καὶ ἐν ἔτει 1862 τὴν κατάργησιν τῶν δημάρχων καὶ ἠκούσθησαν ἐπευφημίαι μόνον ἐπὶ τούτῳ, ἐπὶ τῷ ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ τῆς καταργήσεως τῶν δημάρχων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπαναλαμβάνεται σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὸ 1862 περὶ τῶν δημάρχων, δὲν ἐσκέφθητε πρωτίστως ὅτι, διὰ νὰ προβῆτε εἰς ὅσα προέβητε, ὠφείλετε νὰ εὕρητε τὸ μέλος τοῦ δημοτικοῦ ὀργανισμοῦ τὸ σεσηπός, τὸ ὁποῖον, τοποθετουμένου τοῦ ὅλου εἰς τὴν χειρουργικὴν κλίνην διὰ τῆς μαχαίρας τῆς χειρουργικῆς, θὰ χειρουργήσητε, ἀλλὰ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, καὶ μόνον ἐκεῖνο, ἵνα τοιουτοτρόπως μὴ ἐπέλθῃ ὁ θάνατος τοῦ ἀσθενοῦς. Ἀλλ’ ἠθελήσατε, ὡς φαίνεται, ν’ ἀποκτείνητε τὸν ἀσθενῆ. Διατί λοιπὸν δὲν περιορίζετε τὴν παντοκρατορίαν τῶν δημάρχων θέτοντες τέρμα εἰς τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων καθίστανται τύραννοι ἀντιστρατευόμενοι καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς θελήσεως τοῦ Κράτους; Ἄν ἡ ἀνόρθωσις ἐνόμιζεν ὅτι ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος δὲν ἔπταιεν, ἀλλ’ ἔπταιον οἱ δήμαρχοι, διατί δὲν περιορίζει τὴν παντοκρατορίαν αὐτῶν ἢ διατί δὲν ἐνήργει δι’ ἄλλων μέσων, σκοπιμώτερον σκεπτομένη, νὰ συνδυάσῃ τὸν περιορισμὸν ἐκείνων πρὸς τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, ἀφοῦ ἡ βάσις αὐτοῦ καὶ ἡ θέλησις ἡμῶν εἶναι ἀγαθή; Δικαίωμα ἐκείνων, ὡς καὶ δικαίωμα ἡμῶν εἶναι νὰ χειροκροτῶμεν τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ὅπως τὴν ἐχειροκρότησαν καὶ τότε, δὲν εἶναι ὅμως δικαίωμα ἡμῶν νὰ μὴ λάβωμεν σοβαρὰν πρόνοιαν περὶ τόσῳ σπουδαίου θεσμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν περαιτέρω ἀπέδωκε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δημάρχων καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν εἰς τὰς διαπάλας τοῦ κόμματος. Διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ μόνον ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ τις ὅτι ἡ διαφθορὰ προῆλθεν ἐκ τοῦ κέντρου, ἐξ ἐκείνων δηλονότι, οἵτινες καὶ τὸν θεσμὸν καὶ τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸν θεσμὸν διέφθειραν. Ἐνθυμοῦμαι ὡσαύτως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγορεύων ἐτόνισεν ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν λέξιν δῆμος ἀφῆκε μόνον, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην μὴ δυνηθεὶς νὰ πράξῃ ἄλλως, πολλοὶ δὲ ἐξ ὑμῶν κραυγάζοντες ἐτόνισαν καὶ αὐτὴ νὰ λείψῃ, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο ἡ λέξις δῆμος νὰ σημαίνῃ ὕβριν, καὶ ὕβριν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρξῃ πλέον. Ἀλλ’ οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι χωροῦσιν εἰς μίαν κατωφέρειαν ἐπὶ τοσοῦτον, ἀσφαλῶς θὰ πάθωσιν ὅ,τι ἔπαθεν ἄλλος λαός, ὁ ὁποῖος ἐν ἠλιθίᾳ παραφορᾷ ἐχώρησε μέχρι τοῦ νὰ καταργήσῃ καὶ τὴν λατρείαν τοῦ ἰθύνοντος τὸν κόσμον καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε ὁποῖον ὑπῆρξε καὶ τὸ τέλος ἐκείνων, διότι, ἐνῷ ὤφειλον, μόλις ἀντελήφθησαν ὅτι ὥδευον ὀλισθηρὰν ὁδὸν νὰ ἐπανέλθωσιν ὅ,τι τάχιστα εἰς τὴν εὐθεῖαν, ἀφ’ ἧς εἶχον ἐκτραπῆ καὶ ἦγον καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ Κράτος αὐτῶν εἰς τὴν καταστροφήν, ἔπραξαν πᾶν τοὐναντίον στιγματισθέντες, ἂν καὶ τοσαῦτα εἶχον διαπράξει πρότερον τὴν εὐθεῖαν ὁδεύοντες. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς πρὸς τούτοις εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ ἱδρύσεως 1224 κοινοτήτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχολείων. Ἐπὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου περὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν κοινοτήτων ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ σχολεῖα, ν’ ἀγορεύσω εἰδικῶς, ὁπότε θὰ ἴδητε, εἶμαι βέβαιος, πόσον πεπλανημένη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Χωρῶν περαιτέρω, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτόνισε τόσα ἐναντίον τοῦ νομάρχου ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν Πολιτείαν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐδέσμευε τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, συνεπῶς παρενεβάλλετο ὡς κώλυμα εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐσκέφθη ὅτι ὁ νομάρχης οὐδὲν ἄλλο ἦτο, οὐδὲ εἶναι, εἰμὴ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ κέντρον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἔχει συμφέρον, ὅπως πράττῃ ὅ,τι ἔπραττε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πράττῃ, τουτέστι νὰ κανονίζῃ τὰ κατὰ τοὺς δήμους καὶ τὰ κατὰ τοὺς δημάρχους κατὰ τὸ ἴδιον συμφέρον, δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω ἄλλο συμφέρον, ἀλλὰ τὸ ἴδιον πολιτικὸν συμφέρον, καίτοι καὶ τοῦτο ἐν πολλοῖς δύναταί τις ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς νὰ ἰσχυρισθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ φαντασθῶμεν μίαν Κυβέρνησιν εὑρισκομένην ἐν τῇ Ἀρχῇ μὴ ἐκπροσωποῦσαν τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι. Γνωστοῦ λοιπὸν ὄντος τούτου, τί ἐχρειάζετο ἆρά γε ὅλη ἐκείνη ἡ ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ νομάρχου, ἀφοῦ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ, αὐτὸ τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν γνωμῶν καὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτοῦ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου; Νομίζω ὅτι παρεσύρθησαν καὶ Ὑπουργὸς καὶ πλειονοψηφία, καὶ ἐκεῖνος μὲν εἶπεν ὅ,τι εἶπεν, ἐκείνη δ’ ἐχειροκρότησεν ὅ,τι ἐκεῖνος εἶπεν. «Ἐκεῖ ὅπου σήμερον ὅμως ἐπιτρέπομεν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, μετὰ τὸν νομάρχην, ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖ, ὅπου θὰ προκληθῇ αὕτη ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν δημοτῶν». Σοβαρώτατον ἐπιχείρημα ἀληθῶς, πάντως ὅμως μετ’ ἐπιφυλάξεως. Προσέξατε αὐτὸ εἰς τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν γίνεται, εἰμὴ μόνον ὅταν προκληθῇ ὑπὸ τῶν δημοτῶν. Ἀλλ’ οἱ δημόται μήτοι εἰς ἄλλο Κράτος ἀνήκουσι; Μήτοι εἰς ἄλλο κόμμα ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἑδρεῦον ἆρά γε ἀνήκουσι; Μήτοι ἆρά γε οἱ δημόται δὲν θ’ ἀνήκωσιν εἰς κόμμα εὑρισκόμενον ἐν τῇ Ἀρχῇ ἢ ἐκτὸς αὐτῆς; Καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἆρά γε δὲν θὰ ὑπακούωσιν εἰς τὰ κελεύσματα αὐτοῦ εἴτε εὑρισκομένου ἐν τῇ Ἀρχῇ ἢ καὶ τἀνάπαλιν; Οἱ δημόται δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προκαλέσωσι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἆρά γε δὲν θὰ εἶναι ὄργανα εἴτε τοῦ ἐν τῇ Ἀρχῇ εἴτε τοῦ ἑτέρου κόμματος; Τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, εἶπον, Κύριοι, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, στρέφεται ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον αὐτῶν τούτων τῶν γνωμῶν τῆς εἰσηγουμένης τοῦτο Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὡσαύτως εἶπε: «προνοοῦμεν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μὴ καταρτίζηται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας». Δὲν θὰ θελήσω βεβαίως ἐγὼ ν’ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διότι ἕτερος προλαλήσας συνάδελφος ἀνέπτυξεν αὐτὸ διὰ μακρῶν καὶ ἴσως καὶ διὰ μακροτέρων τοῦ δέοντος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη συμφώνως πρὸς τὰς νέας ἀρχὰς καὶ τὰς νέας ἰδέας νὰ μετέχῃ εἰς τὴν πανδαισίαν καὶ ἡ μειονοψηφία. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω ἐγὼ ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ ὑπεστήριξεν ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστηρίξει πρότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου· ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἐπιζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν πανδαισίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν, οὕτω δὲ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν οἱ παραπονούμενοι περὶ τὴν διανομὴν τῶν ἑαυτῶν ἄλλως τε. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας ἱδρυομένη μία κοινότης νομίζω ὅτι δὲν εἶναι προωρισμένη ὄχι μόνον νὰ ζήσῃ, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένη νὰ γίνῃ πρόξενος κακοῦ καὶ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Τὸ ἄν καὶ κατὰ πόσον αὕτη ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τοῦ κέντρου βλάπτει καὶ ἑαυτήν, βλάπτει καὶ τὸ κέντρον, βλάπτει καὶ τὸ Κράτος τουτέστι, θὰ τὸ συζητήσωμεν κατωτέρω. Ἀναγινώσκοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν πολλοῖς σημείοις ἔχει ἐπαναλάβει πλειστάκις τὸ θά: Θὰ χρησιμεύσῃ. Θὰ ἴδωμεν. Θὰ ἀντιληφθῶμεν. Θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ καὶ εἰς τὴν περαιτέρω πρόοδον τῶν σκέψεων ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἵνα ἐπεκταθῇ ἔτι μᾶλλον. Τουτέστι δοκιμαὶ καὶ ἀεὶ δοκιμαί! Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται δοκιμαί, κατὰ μείζονα λόγον μάλιστα παρὰ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν μετὰ μίαν ἐπανάστασιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ πάντα ἄλλον σκοπὸν ἢ δι’ ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται σήμερον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται δοκιμαί, λέγω, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον «εἰς τοῦ κασίδι τὸ κεφάλι», διότι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ προδιαγεγραμμένον σχέδιον, ὤφειλε νὰ ἔχῃ κεχαραγμένην ὁδόν, προκειμένου μάλιστα περὶ σχεδίου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἄρδην ἓν καθεστώς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συνήθισεν ὁ λαὸς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Κράτους αὐτοῦ ἕως σήμερον, ἀδιάφορον ἂν τοῦτο διεφθάρη δι’ οὓς λόγους ἐτονίσαμεν καὶ ἀνεπτύξαμεν πρὸ ὀλίγου καὶ προχθὲς διὰ μακρῶν. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ περὶ τῆς κηδεμονίας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δήμων. Βεβαίως λέγομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι κηδεμονία εἶναι φυσικῶς ἐπιβεβλημένη, διότι ἐφ’ ὅσον ὁ δῆμος δὲν εἶναί τι ἐκτὸς τῆς Πολιτείας, ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ ἄμεσον καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τούτου, διότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι ἡ Πολιτεία ἀποτελεῖται ὑπὸ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν δήμων, καὶ οὐδεὶς δῆμος εἶναι ἐκτὸς τῆς Πολιτείας, διὰ τοῦτο δὲ ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιβλέπῃ ἐπ’ αὐτῶν οὐχὶ ἀπολυταρχικῶς. Ἴσως χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα ὅτι ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν ὅ,τι θέλομεν, δηλαδὴ νὰ δώσωμεν ἀκεραίαν, ἄκρατον τὴν αὐτοδιοίκησιν εἰς τὰς κοινότητας. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τονίσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπιδιώκοντες ὅ,τι ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἱδρύοντες τουτέστι μικροοργανισμοὺς προωρισμένους νὰ μὴ δύνανται νὰ ζήσωσι πρωτίστως οἰκονομικῶς, νὰ μὴ ὦσι τουτέστιν οἰκονομικῶς βιώσιμοι, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ συνηθίζωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀπάθειαν πρὸς τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ κέντρῳ. Ἀλλὰ περὶ ταύτης, καὶ τοῦ ἐναντίου ταύτης, τοῦ φανατισμοῦ δηλονότι, θὰ ὁμιλήσωμεν κατωτέρω.
§414Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν ὀλίγον.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§416Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς λείψῃ ἡ θυμηδία.
§418Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν δημάρχων ὡς σημαιοφόρων τοῦ κόμματος. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἴσως καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι τοιοῦτοι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὑμεῖς τί ἀποτελεῖτε; Ποσάκις ἔχομεν ἀκούσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τονίζοντος «τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων» καίτοι πρόκειται περὶ διπλῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔστειλε λαὸς ἐπαναστατήσας, διὰ νὰ βοηθήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ οὐχὶ διὰ ν’ ἀναπτύξῃ, καὶ προσθέσῃ καὶ τέταρτον κόμμα πρὸς τὰ ἄλλα τρία, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πρότερον καὶ τῶν ὁποίων τὰ χάλια κατεδίκασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν δύο δημοψηφισμάτων, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῆς 8 Αὐγούστου καὶ τῆς 28 ἰδίως Νοεμβρίου. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ νομάρχου, ὁμιλεῖ περὶ τῶν δημάρχων ὡς σημαιοφόρων τοῦ κόμματος, δὲν ἤντλησεν ὅμως παραδείγματα στηριζόμενα ἐπὶ βάσεων στερεῶν· τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς, τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν θεμελιοῦσι τὴν ἀρχικῶς κρατοῦσαν γνώμην, καθὼς καὶ τὴν ἡμετέραν, περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν ἐκβιάσεων, τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Βάσις τοῦ συστήματος ἡμῶν, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ ὅτι πᾶσα κοινότης δικαιοῦται νὰ κανονίζῃ τὰ τοπικὰ αὑτῆς πράγματα, καθὼς αὕτη βούλεται, ὅτι οὐδεὶς ὀφείλει νὰ δουλεύῃ εἰς ἄλλον, πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὸν τοπάρχην. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ αὐτοῦ τονίζει κατωτέρω ὅτι ἡ κοινότης δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ γραπτοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι δημιούργημα τῶν φυσικῶν νόμων, ἐξέλιξις τῶν κοινοτικῶν ἀναγκῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὅτι συγχαίρω αὐτῷ διὰ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ ταύτης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ εἰλικρίνεια οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ συγκεφαλαίωσις τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ ν’ ἀποδείξω ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σαθρά, ὅτι εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀσφαλῶς, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, θὰ ἐπιφέρῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Διὰ τοῦ συστήματος ὑμῶν ταυτίζεται ἡ κοινότης μετὰ τοῦ δήμου, οὕτως ὥστε ἡ κοινότης, ἥτις μέχρι τοῦδε εἶχε τὸν περιωρισμένον κύκλον, τὸν ὁποῖον διέγραψαν οἱ νόμοι καὶ τὰ ἔθιμα νὰ ἐκταθῇ καθ’ ἅπαντα τὸν κύκλον τῆς ἀποστολῆς τοῦ δήμου. Οὕτως ἐνισχύεται πᾶσα μικρὰ κοινωνία χωρίου—λέγει ὁ κ. Ὑπουργός—, ἵνα ἀποτελέσῃ ἰδίαν κοινότητα, ἥτις οὕτω θ’ ἀποτελῇ καὶ ἴδιον δῆμον. Τουτέστιν, ἐνῷ ἡ κοινότης εἶναι δημιούργημα τοῦ φυσικοῦ νόμου, ἡμεῖς ἐπιβάλλοντες ἐπ’ αὐτῆς τὸν γραπτὸν νόμον οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν ἢ ἀποσπῶντες αὐτὴν ὡς ἀποσπῶμεν ἓν μέλος τοῦ σώματος ἡμῶν. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐκτὸς ἡμῶν μία χεὶρ ἀποσπασθεῖσα τοῦ σώματος ἡμῶν, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ μία κοινότης ὡς δῆμος, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοὺς λόγους, περὶ τῶν ὁποίων θὰ εἴπωμεν κατωτέρω, νὰ ζήσῃ πρωτίστως ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει μίαν θαυμασίαν συγκριτικὴν μελέτην περὶ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου ἡμῶν, καθ’ ἣν φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε τόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων, ὅτε εἶχε τόσον ἀριθμὸν κατοίκων τὸ Κράτος κατὰ διαφόρους χρονολογικὰς σειράς, καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τούτου λέγει ὅτι ἐν ἔτει 1835 ἐπὶ ἀριθμοῦ κατοίκων 850,000 εἴχομεν 457 δήμους, ἐν ἔτει 1862 ἐπὶ πληθυσμοῦ 1,000,000 εἴχομεν 280 δήμους, ἐν ἔτει 1866 ἐπὶ 1,200,000 εἴχομεν 353, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911 ἐπὶ 2,632,000 ἔχομεν 445 δήμους. Αὐτὸς εἶναι εἷς ἐκ τῶν λόγων, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξέλιξις τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργός, τὴν σύμπτυξιν δηλονότι καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δήμων, καὶ αὕτη τῷ ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις, ἵνα εἰσηγήσηται τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημοτικοῦ καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὕτη, ὡς ἐν τῇ ἀρχῇ ἀγορεύων ἐτόνισα, εἶναι ἱστορική, ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς δηλονότι εἴχομεν δήμους, καὶ κατὰ τὴν ἀρχαίαν δηλαδὴ ἐποχὴν ἐγένετο σύμπτυξις καὶ ἀνάπτυξις τῶν δήμων, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ὅτι οἱ 12 δῆμοι τῆς Ἀττικῆς συνεπτύχθησάν ποτε εἰς ἕνα, ὁ εἷς ἀνεπτύχθη εἰς 100 οἱ 100, ἐγένοντο βραδύτερον 190, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξαφανίζονται, καίτοι δὲ ὑπῆρχον, οὐδαμοῦ φαίνονται δρῶντες. Ὑπῆρχον οἱ δῆμοι, ὅτε ηὐξήθησαν ἐν τῇ Ἀττικῇ μόνον εἰς 190, τουτέστιν ὅτε ἕκαστος συνοικισμὸς ἀπετέλεσεν ἴδιον δῆμον. Ποῦ ὅμως εἶναι ἡ δρᾶσις αὐτῶν μετὰ τοῦτο; Ἱστορικῶς μόνον γνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρχον, ἀλλ’ οὐδαμοῦ φαίνονται. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα διὰ τὴν ἐναντίαν σκέψιν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν δήμων, ὁ χωρισμὸς δηλ. εἰς τόσους μικροὺς ὀργανισμούς, εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ κατέληγεν εἰμὴ μόνον εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῶν δήμων, εἰς τὴν παῦσιν τῆς δράσεως αὐτῶν.
§419Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κοιμῶνται οἱ Βουλευταί.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως εἶναι τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ πράξωσιν.
§421Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ κοιμῶνται δηλ., ὡς πάντοτε. Εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσω ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην συζητοῦντες τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Εἶχε τὸν χρόνον ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἔχῃ ψηφίσει ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐφ’ ὅσον ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ψηφίζωμεν τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδια εἰς τοιαύτας ὥρας καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου· ὅτε, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐνεπλάκη εἰς ὅ,τι αὐτὴ αὕτη παρεσκεύασεν, ἰσχυρίζεσθε δὲ ὅτι εἶσθε καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ εὐπρεποῦς, τοῦ δικαίου καὶ τοῦ λογικοῦ, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ μένωμεν ἐνταῦθα, ἡμεῖς, λέγω, οἱ τόσον ὀλίγοι ἀντιπολιτευόμενοι δὲν δυσφοροῦμεν οὐδὲ στενοχωρούμεθα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μᾶς ἀκούσῃ χωρὶς νὰ στενοχωρῆται.
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι εὐλαβοῦμαι τὰ δικαιώματά σας ὡς καὶ ὑμεῖς δέον νὰ εὐλαβῆσθε τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων.
§423Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑμεῖς δὲν θὰ κανονίζητε πῶς θὰ ἀγορεύσω καὶ πόσον.
§424ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω κἄποιαν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς ἀγορεύοντας ὅτι δέον νὰ εἶναι εὐλαβεῖς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν συναδέλφων των.
§425Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε μόνον ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπητε τοῦτο, ὅταν ἀσεβήσω πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν εἰς τοὺς πίνακας τῶν δήμων ἀπὸ 1000–2000 κατοίκων ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): ἐν τῷ νομῷ «Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος 4, Ἀρκαδίας 4, Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας 3, Λακωνίας 3». Ἀπὸ 1000–2000 οἱ μικρότεροι δηλαδὴ ἐκ τῶν δήμων. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ τρεῖς αὐτοὶ δῆμοι, οἱ μικρότεροι, εἶναι οἱ κομματικώτεροι ὅλων. Εἶναι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν μηδὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογὴν εἰς πάντας τοὺς ὑποψηφίους, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ Λακωνίας συναδέλφων, εἶναι ὁ δῆμος Παραποταμίων, ἐν τῷ ὁποίῳ πάντες οἱ ὑποψήφιοι, διότι τοῦτο ἠθέλησεν ὁ φεουδάρχης, οὐδεμίαν πάντες ἔλαβον ψῆφον. Πταίει λοιπὸν ἡ κοινότης καὶ αὐτὴν θέλετε νὰ δημιουργήσητε καὶ διὰ τὰς μελλούσας ἐκλογάς, τὰς τοπικὰς καὶ τὰς βουλευτικάς; Αὐτὸ εἶναι, διὰ τὸ ὁποῖον διαμαρτυρόμεθα ταύτην τὴν ὥραν. Ἀλλά, ὡς ἔχει σήμερον ἡ δημοτικὴ διαίρεσις, σημαίνει ἐγκατάλειψιν τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῶν δημοτῶν εἰς παντελῆ ἀδιαφορίαν πρὸς τὰς δημοτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας, εἶπεν ὡσαύτως ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπὶ τούτου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ ὁποῖον δύναταί τις βασίμως νὰ εἴπῃ, εἶναι ὅτι οὐδὲν ἐγένετο εἰς οὐδένα δῆμον, πλὴν ἐλαχίστων, ὅτι ἡ δημοτικὴ περιουσία ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δικαίως καὶ ὁ λαὸς καὶ ἡ Βουλὴ καταδικάζει. Οὐδὲν ἐγένετο, οὔτε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμός, ὅτι αἱ πρωτεύουσαι τῶν δήμων ἀπολαύουσι τῶν ἀγαθῶν τῆς διοικήσεως, ἐνῷ τὰ χωρία τὰ ἀτυχῆ μένουσιν ἐγκαταλελειμμένα εἰς τὴν τύχην των. Αὐτὸ ἀκριβῶς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχοντος ὑπ’ ὄψει τοὺς δήμους τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Οὐδὲν ἐγένετο οὐδὲ εἰς τὰς πρωτευούσας, ἀλλ’ ἡ διαχείρισις ἡ καθόλου εἶναι εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, τῶν ὁποίων σήμερον ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν. Ἀλλὰ προσέτι ἡ Κυβέρνησις τονίζει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου περὶ ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων πρὸς τὸ σύνολον τῶν δημοτῶν θεωροῦσα καὶ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα ὑπέρ, ἐνῷ εἶναι ἐναντίον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θεσμοῦ, καὶ λέγει ὅτι ἡ Σκάλα τοῦ Ὠρωποῦ ἔχει 400 κατοίκους, ἐνῷ εἶναι μεγαλείτεροι συνοικισμοὶ τὸ Καπανδρίτι καὶ τὰ Κιούρκα. Ἡ Σκάλα τοῦ Ὠρωποῦ τουτέστιν εἶναι ὁ μικρότερος συνοικισμὸς καὶ ὅμως εἶναι ἡ πρωτεύουσα, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τῶν κοινοτήτων, διότι ἡ Σκάλα τοῦ Ὠρωποῦ εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου. Ἀλλὰ βεβαίως αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἦτο τὸ Καπανδρίτι. Ἔπρεπε καὶ διὰ τὴν Ἱστορίαν αὐτὴν καὶ διὰ τὴν διατήρησιν μόνον τοῦ ὀνόματος τῆς τοποθεσίας καὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως νέου Ὠρωποῦ ἐπὶ τοῦ ἀρχαίου νὰ εἶναι πρωτεύουσα ὁ Ὠρωπός. Ὡσαύτως ἔχομεν εἰς τὴν Ἐλευσῖνα πρωτεύουσαν τὴν Μάνδραν μὲ 3669 κατοίκους, ἐνῷ ἔχομεν τὴν Ἐλευσῖνα κ.τ.λ. Ἐρωτῶ διὰ τὸ ἀντίθετον. Τί θὰ ἦτο προτιμότερον ἡ Μάνδρα νὰ εἶναι πρωτεύουσα ἢ ἡ Ἐλευσίς; Ἔπρεπε διὰ τὸν σοβαρώτατον λόγον τοῦ ὀνόματος αὐτῆς, τῆς τοποθεσίας, τῆς ἀνεγέρσεως νέου συνοικισμοῦ ἐπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἱστορικώτατος καὶ ἐνδοξότατος, νὰ ἦτο πρωτεύουσα ἡ Ἐλευσὶς καὶ οὐχὶ ἡ Μάνδρα.
§426ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἶναι Ἀρβανῖται αὐτοὶ καὶ δὲν πάσχουσιν ἀπὸ προγονοπληξίαν.
§427Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ προγονοπληξία δὲν εἶναι, φίλτατε, ὕβρις. Πᾶς ὁ ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν δὲν σκέπτεται οὔτε φρονίμως οὔτε λογικῶς οὔτε ὀρθῶς. Ἡ προγονοπληξία εἶναι τιμὴ καὶ δὴ τιμὴ μεγίστη· μόνον οἱ ἔκφυλοι ἔχουσι γνώμην ἐναντίαν.
§428Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ὑμεῖς ὁμιλεῖτε.
§429Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπ’ αὐτὴν ὡμίλησε καὶ ὁ κ. συνάδελφος. Ἔχομεν λοιπὸν εἰς τὸν δῆμον Οἰνοῦντος πρωτεύουσαν τὰ Βρέσθενα μὲ 1103 κατοίκους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ Βρέσθενα εἶναι μικρότερα καὶ εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου, ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν δῆμον Οἰνοῦντος καὶ νὰ ἱδρύσωμεν 4 ἕως 5 κοινότητας; Ἀλλὰ τὰ Βρέσθενα εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ τὸ κεντρικώτερον χωρίον τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγένετο πρωτεύουσα· οὐδεμίαν λοιπὸν σημασίαν ἔχει τὸ ὅτι εἶναι μικρότερον ἄλλων. Ἔχομεν ὡσαύτως τὴν Μονεμβασίαν, ἥτις, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἱστορικὸν χωρίον, εἶναι καὶ τὸ ἐπίνειον ὁλοκλήρου τῆς Ἐπιδαύρου, συνεπῶς ἔδει νὰ εἶναι ἡ πρωτεύουσα, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρότερον. Ἐπίσης εἰς τὸ Ἕλος, λέγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἔχομεν πρωτεύουσαν τὴν Ἀπιδιὰν μὲ 650 κατοίκους, ἐνῷ εἶναι τὰ Νιᾶτα μεῖζον μὲ 1204 κατοίκους. Ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἔχει τοῦτο, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὰ μὲν Νιᾶτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διπλασίους κατοίκους, εἶναι εἰς τὸ ἄκρον τοῦ δήμου καὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πρωτεύουσα; Ὡσαύτως ἔχομεν εἰς τὸν δῆμον Ζάρακος τὴν Κρεμαστὴν μὲ 697 κατοίκους, ἐνῷ τὸ Κυπαρίσσιον ἔχει 765 κ.τ.λ. περισσότερον. Ἁπλούστατον· τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι παμμεγίστη· τὸ ἓν εἶναι εἰς τὸ ἓν ἄκρον, τὸ δὲ ἄλλο εἰς τὸ ἄλλο τοῦ δήμου, καὶ δι’ αὐτὸ μάλιστα ἔχομεν καὶ δύο ἐκλογικὰ τμήματα. Ὡσαύτως προκειμένου νὰ γίνωσι δύο δῆμοι ἡ Ἀρεόπολις καὶ τὸ Οἴτυλον, τὸ μὲν ἓν εἶναι ἱστορικὸν χωρίον, ἐνῷ τὸ ἕτερον δὲν εἶναι. Ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ὁ λαὸς νὰ προσέχῃ εἰς τὰ κέντρα, νὰ προσέχῃ δὲ εἰς ἑαυτόν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα γεννῶνται δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτονίσθη καὶ πρὸ μικροῦ, τὸ τῆς ἀπαθείας δηλονότι, καὶ τὸ τοῦ φανατισμοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, προτιμῶ τὸν φανατισμόν, ἔστω καὶ ἂν προβαίνῃ μέχρι καταχρήσεως, ἢ τὴν ἀπάθειαν, διότι ἡ ἀπάθεια θὰ γένηται ἀφορμή, ὥστε μακρὰν τοῦ κέντρου διανοητικῶς εὑρισκόμενος ὁ μικρὸς ἐκεῖνος πληθυσμός, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἱδρυθεὶς ἄλλως τε διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θεσμοῦ, ὡς φαίνεται, δὲν θὰ ἐνδιαφέρηται ποσῶς διὰ τὸ κέντρον. Τούτου λοιπὸν δεδομένου, αἱρετωτέρα εἶναι ἡ κατάχρησις τοῦ φανατισμοῦ ἢ ἡ ἀπάθεια ἡ ἄγουσα εἰς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ σύστημα τοῦτο, τοῦ νὰ εἶναι δηλονότι οἱ μικροὶ συνοικισμοὶ μακρὰν τοῦ κέντρου καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται, εἰ δυνατόν, εἰς οὐδεμίαν ἐπικοινωνίαν, εἶναι παλαιός. Ὁ Πεισίστρατος πρῶτος ἐσκέφθη οὕτω καὶ τὸ ἐφήρμοσεν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι αὐτὸς ἦτο τύραννος, οὔτε ὅτι ὑπὸ τούτου διδαχθέντες οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἔφθασαν μέχρι τοσούτου αὐθαδείας πρὸς τὰς διαθέσεις καὶ τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα τοῦ λαοῦ, ὥστε ν’ ἀναβιβάσωσιν εἰς τὴν θέσιν τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τῆς πόλεως ταύτης τὸν Ἁρμόδιον καὶ τὸν Ἀριστογείτονα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχολείων, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, γνωρίζομεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἔχομεν σχολεῖα κατὰ κώμας καὶ χωρία. Ἔχομεν σχολεῖα, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, 706 πλήρη καὶ 1516 κοινά, δηλ. 2222 ἐν ὅλῳ, τουτέστι θὰ ἱδρυθῶσι καὶ κοινότητες τοσαῦται συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλά, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ὑπομνήσω πρὸς αὐτὸν ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι δημοτικὰ σχολεῖα ἱδρύονται πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ὅπου δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσι μαθηταὶ ἀμφοτέρων τῶν φύλων, τῶν ὁποίων μέσος ὅρος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δύο φύλων δὲν εἶναι μικρότερος τῶν 20 (ἀναγινώσκει): «Ἴδια σχολεῖα θηλέων ἱδρύονται μόνον ὅπου φοιτῶσιν ὑπὲρ τὰ 30 θήλεα, ἀλλὰ καὶ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ σχολεῖον, ἐὰν ὑπάρχωσι μαθηταὶ ἀμφοτέρων τῶν φύλων 25....». Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν τὰ λάθη καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων 1224, θηλέων 623, γραμματεῖα 1571, ἀργοῦσι δέ, ἐλλείψει γραμματιστῶν, γραμματεῖα 213 ἀκόμη, εἰς αὐτὰ δὲ πόσοι φοιτῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τότε θὰ τὰ εἴπωμεν. Ἤδη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἰς κ. Ὑπουργόν, εἶναι τὸ ὅτι ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι τὸ ὅλον 3418 εἶναι τὰ σχολεῖα, 3418 πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι κοινότητες κατὰ φυσικὸν λόγον, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θ’ ἀποτελέσωσιν ἰδίας κοινότητας ἢ θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω, διότι δὲν ἦλθεν ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἤδη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως δῆθεν τῶν ἑξαετῶν κύκλων ἐν τοῖς δημοτικοῖς καὶ γυμνασίοις καταργεῖται ἡ ἐκπαίδευσις εἰς βάρος τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι τὰ φῶτα ἐλήφθησαν ἄλλοθεν, ὅτι τὰ φῶτα ἐλήφθησαν ἐκ Κρήτης. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίζῃ ὅτι τρεῖς νόμοι ἀπέτυχον ἐν Κρήτῃ· ὁ πρῶτος εἶναι ὁ τῶν ἑξαετῶν κύκλων ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, ὁ δεύτερος εἶναι ὁ περὶ στρατολογίας καὶ ὁ τρίτος εἶναι ὁ περὶ κοινοτήτων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς ἐκεῖ, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς δοκιμὴ δευτέρα. Ἤδη ἐξεταστέον διατί ἀπέτυχεν ἐκεῖ καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον βεβαίως εἶναι καταδεδικασμένος ν’ ἀποτύχῃ καὶ ἐνταῦθα. Δὲν ἐφηρμόσθη ἐν Κρήτῃ εἰς πάντα τὰ διαμερίσματα, ἐδαπανήθησαν δὲ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν 180,000 περίπου δραχμῶν, ἀλλὰ δεύτερος λόγος σπουδαιότατος εἶναι ὅτι τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ ἐκεῖ ἐζήτησαν αὐταὶ αὗται αἱ κοινότητες, καὶ ἤδη μάλιστα εἶναι γνωστὸν ὅτι θὰ εἶχε ψηφισθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἶχον καταργηθῇ αἱ κοινότητες, ἐὰν τὰ πράγματα ἦσαν ὁμαλά, ἀλλὰ ἐζήτησαν τοῦτο αἱ κοινοτικαὶ ἀρχαί, διότι —ὅ,τι θὰ γίνῃ καὶ ἐνταῦθα— ἐκτὸς τῶν ἄλλων οἱ γραμματεῖς ἐν ταῖς μικραῖς κοινότησι μετεβλήθησαν εἰς διαχειριστὰς τῆς ὅλης δημαρχικῆς ἐξουσίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φοβούμεθα καὶ ἡμεῖς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι εἶναι καταδεδικασμένος ν’ ἀποτύχῃ ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ ἐνταῦθα. Ἔχω τὴν γνώμην δ’ ὅτι πολὺ ταχέως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, πρὶν ἢ ἀκόμη οὗτος ἐφαρμοσθῇ, διότι συνετάχθη μετὰ τόσης σπουδῆς τοιαύτης καὶ τοσαύτης σπουδαιότητος θεσμός. Κύριε Πρόεδρε, ἐκενώθη ἡ Βουλή. Ἐπὶ τούτῳ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην βεβαίως νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, πρὶν ἢ φθάσω εἰς τὸ τέταρτον αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἐτηρήθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· ἡ τακτικὴ ἡ τηρηθεῖσα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πᾶν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι θέλομεν ὄντως σοβαρῶς νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἕνα θεσμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἄρδην ἓν καθεστώς, εἰς τὸ ὁποῖον συνήθισεν εἷς λαὸς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ βασιλείου μέχρι σήμερον, χωρὶς οὐδεμία νὰ λαμβάνηται διὰ αὐτοῦ σοβαρὰ μέριμνα περιφρουροῦσα τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τὰ πολλαπλᾶ συμφέροντα, τοῦ τε Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε μόνα σὺν τῇ ἐντόνῳ, διαμαρτυρίᾳ μου ἐπὶ τῇ στάσει τῆς πλειονοψηφίας.
§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Συνοικισμοὶ στερούμενοι σχολείων στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀποτελοῦσιν ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ κατοίκων ἰδίαν κοινότητα, ἂν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τυγχάνωσιν ἕδραι δήμων ἢ κέκτηνται ἰδίαν κοινοτικὴν περιουσίαν ἀποδίδουσαν πρόσοδον ἄνω τῶν χιλίων δραχμῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§431Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐζήτησαν νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἐγὼ ἠρνήθην νὰ ὑποβάλω τοιαύτην μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τελειώσωμεν. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι κατάχρησις. Εἶναι πρωΐα πλέον.
§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάματε πολὺ καλά, διότι οὕτω πως ἐνομίσατε ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας.
§433Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μία ὑποχώρησις πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ἄλλην. Δὲν ἠξεύρετε τί σημαίνει Φιλελεύθερος;!
§434ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§435ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἐν τῇ Βουλῇ, μέχρι τοῦ 92ου ἄρθρου, θὰ μείνῃ δὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ διὰ τὴν αὔριον.
§436Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὰ τὰ ἄρθρα περιλαμβάνεται ἡ λεγομένη ὁμοσπονδία; Διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, καθ’ ὃ θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνάσπισις πολλῶν κοινοτήτων, θέλω νὰ κάμω παρατηρήσεις· εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων κεφαλαίων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3).
§437ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 2, 3, καὶ 11 αἰτήσεις καὶ δηλώσεις ἐκλογέων δύνανται νὰ συντάσσωνται καὶ ἐνώπιον συμβολαιογράφων, καταρτιζομένης περὶ τούτου πράξεως ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ὑποβάλλεται εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπαρχίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§438ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§439ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον προστίθεται «ἐντὸς 5 μηνῶν κλπ. διὰ Βασ. Διατάγματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§440ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκεται).
§441ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ «ἐντὸς μηνὸς» νὰ γίνῃ «ἐντὸς τριῶν μηνῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη).
§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§443ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐνταῦθα προστίθεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουρλούμη, μὲ τὴν τροποποίησιν, ἐφ’ ὅσον τὸ ὄνομα δὲν ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7ον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουρλούμη, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον, ὡς ἔχει).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§445Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Μερικοὶ συνοικισμοὶ ἔχουσι τὰς κτηματικάς των περιφερείας μεγάλων ἐκτάσεων ἐκτὸς τῆς περιοχῆς των, καὶ ἀναφέρω δύο χωρία τῆς Κορινθίας, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χιλιάδας στρεμμάτων εἰς ἀπόστασιν ½ ὥρας, αὐτὰς δὲ τὰς ἐκτάσεις θὰ καλλιεργήσωσι κοινότητες, οἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ αὐτὰς τὰς ἐκτάσεις. Ἔχω λοιπὸν ὑποβάλει τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ τὰς καλλιεργῶσιν αἱ κοινότητες ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσι τὰ κτήματα ταῦτα.
§446ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς κοινότητος. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σακελλαρίου καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9ον, ὡς ἔχει).
§447ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10ον (ἀναγινώσκεται).
§448Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει τὴν γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς δύο μηνῶν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἐργασθῇ;
§449ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει ἐδάφιον ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι διὰ Βασ. Διατάγματος δύνανται νὰ παραταθῶσιν αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου τούτου.
§450Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα καὶ αἱ προθεσμίαι θὰ παραταθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον.
§451ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον μετὰ τὰς λέξεις: «αἱ ἐκ νήσων» νὰ προστεθῇ: «καὶ τσιφλικίων».
§452Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν εἶναι πολύ.
§453ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, κ. Βάρθη.
§454Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπίσης τὸ πρόσωπον τοῦ εἰρηνοδίκου νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον, διότι ὀφείλει ἓν ἐκ τῶν 5 μελῶν νὰ ἔχῃ γνώσεις τοπογραφικάς.
§455ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ὁ μηχανικός.
§456Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει κωλύματος τοιούτου, τότε λαμβάνει μέρος ἀντ’ αὐτοῦ ὁ εἰρηνοδίκης. Νομίζω ὅτι ἓν ἐκ τῶν 5 μελῶν ὀφείλει νὰ εἶναι μηχανικός.
§457Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ κάμῃ σχέδια.
§458Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὁροθεσίας καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ τοπογραφικὰς γνώσεις, τῶν ὁποίων στερεῖται ὁ εἰρηνοδίκης.
§459ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὡς πρὸς τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Εἶχε παρατηρηθῆ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον ν’ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν δύο τούτων δήμων οἱ συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τυχὸν ζητήσει ν’ ἀπαρτίσωσιν ἰδίας κοινότητας, τοιοῦτοι δὲ εἶναι ἡ Κηφισία, τὸ Ἀμαρούσιον καὶ τὰ δύο Φάληρα.
§460Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσιν;
§461ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑστερήσωσιν εἰς τὴν πρόοδον, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη. Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν κ. συνάδελφον ὅτι κατὰ πληροφορίας ἐξωδίκους, τὰς ὁποίας ἔχω, οἱ κάτοικοι τοῦ Ν. Φαλήρου εἶχον σκεφθῆ—διάβημα δὲν ἔκαμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπληροφορήθην ὅμως τοῦτο ἐξωδίκως—, εἶχον σκεφθῆ, λέγω, νὰ ζητήσωσι νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύνανται ν’ ἀπαρτίσωσιν ἰδίαν κοινότητα.
§462Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοί.
§463ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ ὑπολογισμοί, εἰς τοὺς ὁποίους προέβησαν, ὑπῆρξαν ἐλάχιστα ἱκανοποιητικοὶ καὶ ἐγκατέλειψαν τὴν ἰδέαν αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μείνῃ τὸ μὲν Νέον Φάληρον εἰς τὸν Πειραιᾶ, τὸ δὲ Παλαιὸν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς καὶ ἡ Κηφισία. Προκειμένου περὶ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους συνοικισμούς, ὡς πρὸς τὸ Ἀμαρούσιον δηλαδὴ καὶ τὸ Χαλάνδριον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαρτίσωσι κοινότητας συνοικισμοὶ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ μέσῳ Κηφισίας καὶ Ἀθηνῶν, διότι δὲν εἶναι εὔλογον τὰ ὅρια τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐπεκτεινόμενα καὶ εἰς Κηφισίαν νὰ διακόπτωνται ἐν τῷ μέσῳ ὑπὸ τῶν ὁρίων ἄλλων κοινοτήτων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι σκοπιμώτερον καὶ ὀρθότερον εἶναι νὰ τεθῇ ἡ διάταξις ὅτι αἱ περιφέρειαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διατηροῦνται.
§464Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ δι’ οὓς λόγους διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, ἀλλ’ ἵνα καὶ δι’ ἐλαχίστων ἐπανέλθω, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἔχει χωριστὰ καὶ διακεκριμένα συμφέροντα ἡ Κηφισία τῶν Ἀθηνῶν; Οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ Κηφισίᾳ κατοικοῦσι καὶ ἐν Ἀθήναις. Θὰ εἶναι δημόται τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ μέλη τῆς κοινότητος Κηφισίας; Καὶ θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Κηφισία εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας δι’ ἑαυτήν; Ἄλλως τε δὲ πρόκειται μόνον περὶ τῆς κατοικίας. Ἡ Κηφισία ἀνήκει πολὺ περισσότερον εἰς τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, παρὰ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, οἵτινες συχνότατα μεταβαίνομεν ἐκεῖ εἴτε πρὸς ἀναψυχὴν εἴτε πρὸς ἐργασίαν; Τὸ Νέον Φάληρον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ κεχωρισμένον τοῦ Πειραιῶς; Πόσοι εἶναι οἱ Πειραιεῖς τῆς μεσαίας τάξεως καὶ τῆς ἀνωτέρας, οἵτινες δὲν συμβαίνει κατὰ πᾶσαν ἡμέραν τοῦ θέρους νὰ εὑρίσκωνται εἰς Φάληρον; Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ὁ Πειραιεὺς καὶ ἄλλο τὸ Νέον Φάληρον; Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα αἱ Ἀθῆναι καὶ ἄλλο τὸ Ἀμαρούσιον; Τὸ ἄτοπον ἀναμφιβόλως θὰ παρουσιασθῇ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ θὰ παρουσιασθῇ ὑπὸ πολλὰς καὶ σπουδαίας μορφάς, ἰδίως δὲ ὑπὸ μορφὰς οἰκονομικὰς σπουδαιοτάτας. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς μὴ προχωρήσωμεν ἐδῶ πλέον.
§465Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ συμφωνήσω πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ὄχι ὡς πρὸς τὰ Φάληρα, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς συνοικισμούς, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἄριστα ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἀφήνοντες εἰς αὐτοὺς πᾶσαν ἐλευθερίαν αὐτοδιοικήσεως.
§466ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ διάταξις αὕτη προκαλεῖ συζήτησιν, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναβάλωμεν ταύτην καὶ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τούτου εἰς τὰς εἰδικὰς διατάξεις.
§467Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ γίνω ἀφορμή, ὅπως διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ ν’ ἀφήσῃ νὰ λάβῃ τελικὴν ἀπόφασιν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν.
§468ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τελευταία συζήτησις εἶναι.
§469Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν ὑπόλοιπον συζήτησιν ἐννοῶ. Συμφωνῶ ὅτι τὸ Φάληρον βεβαίως εἶναι εἷς συνοικισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει μέλλον ἀστικοῦ πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ἡ Κηφισία, τὸ Χαλάνδριον, τὸ Ἀμαρούσιον εἶναι συνοικισμοὶ ἀγροτικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἰδέα ὅτι δύνανται ν’ ἀκμάσωσιν οἱ ἄλλοι συνοικισμοί, τοὺς ὁποίους θὰ κάμῃ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀκμάσωσι καὶ οἱ συνοικισμοὶ οὗτοι.
§470Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κηφισία πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἰδιαιτέραν κοινότητα, εἶναι, ὅπως οἱ πλούσιοι οἱ κατοικοῦντες ἐκεῖ ὑποβληθῶσιν ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς κάποιαν πληρωμήν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν ὑποβάλλονται, καὶ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θέλουσι σήμερον ν’ ἀποσπασθῶσι τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι νὰ μὴ πληρώνωσι.
§471ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ παράγραφος αὕτη θὰ τεθῇ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ εἰς τὰς εἰδικὰς διατάξεις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον 11 συμφώνως πρὸς τὰς προτεινομένας τροπολογίας ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ προστίθενται εἰς τὸ τέλος τῆς βʹ παραγράφου τὰ ἑξῆς· «Ἀλλ’ αἱ οὕτως ἑνωθεῖσαι κοινότητες μένουσι κεχωρισμέναι μέχρι τῶν ἀμέσως ἐνεργουμένων γενικῶν ἐκλογῶν»· προστίθεται δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὸ ἑξῆς ἐδάφιον: «Ἐὰν κοινότης ζητῇ νὰ ἑνωθῇ μετὰ δήμου, ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἑνώσεως παρὰ τούτου δηλοῦται δι’ ἀποφάσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου».
§472Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 11, κύριε Πρόεδρε, λέγεται ὅτι «δύο ἢ πλείονες κοινότητες δύνανται ἑνούμεναι ν’ ἀπαρτίσωσι μίαν κοινότητα, ἐὰν ζητήσῃ τὴν ἕνωσιν δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὰ οἰκεῖα κοινοτικὰ συμβούλια τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῶν ἐκλογέων». Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος πρέπει νὰ τεθῶσι τὰ ⅔, διότι πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὁποίας διαφορὰς καὶ ὁποίας συμπλοκὰς δύναται νὰ προκαλέσῃ τοιαύτη ἀπόφασις, λαμβανομένη διὰ τῆς διαιρέσεως τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς δύο στρατόπεδα ἰσόπαλα.
§473ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων, ἅμα δὲ ἀναγράψητε τὰ ⅔ τῶν ἐκλογέων, θὰ εἶναι τὸ ὅλον τῶν παρόντων· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εὕρητε τὸ ὅλον τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ. Παρακαλῶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «κοινότητος» ἀπὸ τοῦ τετάρτου στίχου μετὰ τὴν λέξιν «ἑκάστη». (Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 12 συμφώνως πρὸς τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προστίθεται § 2 μετὰ τὸ «αἱ περιουσίαι αὗται» καὶ ἡ φράσις «ὡς καὶ αἱ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὰς κοινότητας παραχωρούμεναι». Ἐπίσης μετὰ τὴν 4 § προστίθενται αἱ ἑξῆς: § 5. «Τὸ Δημόσιον διατηρεῖ τὰ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἀνήκοντα αὐτῷ δικαιώματα κυριότητος καὶ νομῆς ἐπὶ τῶν ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν βοσκησίμων τούτων τόπων περιλαμβανομένων ἐθνικῶν δασῶν, πλὴν τῶν ἐξ ἀγριελαιῶν ἀποτελουμένων, καθοριζομένων πρὸ τοῦτο διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ οἰκείου δημοτικοῦ ἢ κοινοτικοῦ συμβουλίου. § 6. Τὸ Δημόσιον δικαιοῦται, ὅπως ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν βοσκησίμων τούτων τόπων ἐκτελέσῃ ὁποτεδήποτε ἔργα ἀναδασώσεως ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς διευθετήσεως χειμάρρων καὶ ἐξασφαλίσεως ἀπὸ πλημμυρῶν. § 7. Αἱ οἰκεῖαι κοινότητες μὴ δικαιούμεναι εἰς ἀποζημίωσιν ἐκ τούτου διατηροῦσι τὴν κυριότητα καὶ νομὴν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς δασώσεως ἀποτελεσθησομένων δασῶν, ἐκμεταλλευόμεναι καὶ διαχειριζόμεναι ταῦτα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27ου. § 7. Τεχνικὰ ἔργα διευθετήσεως χειμάρρων καὶ ἐξασφαλίσεως ἀπὸ πλημμυρῶν ἐκτελοῦνται ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν βοσκησίμων τούτων τόπων διὰ συμπράξεως τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν οἰκείων κοινοτήτων, αἵτινες εὐθύνονται διὰ τὰς ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς στερήσεως τῆς χρήσεως ἀποζημιώσεις.
§475ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι συμβαίνει ἕν ἄτοπον δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου εἶναι περιουσία κτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κράτους, δι’ ἀγώνων κοινῶν, διὰ θυσιῶν κοινῶν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἄτοπον τὰ κτήματα τὰ κοινά, τὰ κτηθέντα μὲ δαπάνας κοινὰς καὶ θυσίας κοινάς, νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὰς ἀνάγκας ὡρισμένων ἀνθρώπων καὶ οὐχὶ τοῦ συνόλου.
§476ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει ἄριστα ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι παραχωρηθῆ κατὰ παράκλησιν, γνωστὸν δὲν εἶναι ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ φθάσῃ νὰ εἶναι ὀλιγώτερος τοῦ φόρου βοσκῆς. Αἱ γαῖαι δ’ αὗται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον διὰ βοσκήν, δεδομένου δ’ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπωλείας οὐσιαστικοῦ τινος δικαιώματος τοῦ Κράτους, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ παραχώρησις, ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς δωρεὰ μεγάλη.
§477ΑΛΕΞ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΣ ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 12, κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν τροπολογίαν ἐν σχέσει πρὸς τὰ δάση.
§478ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ πρόκειται περὶ παραχωρήσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ λύσωμεν ζητήματα ἀμφισβητήσιμα σήμερον μεταξὺ τῶν κοινοτήτων ἐκείνων καὶ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ζητεῖται νὰ παραχωρηθῶσι διὰ νόμου πάντα τὰ δάση, ἐφ’ ὧν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐλογώτατα θὰ ἐζητεῖτο παρὰ τῶν συναδέλφων τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ἡ αὐτὴ παροχή. (Ἀπορριφθείσης εἶτα τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Τάκη ὑποβληθείσης τροπολογίας, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 13).
§479ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 13, ἐδάφιον 2ον διαγράφονται αἱ λέξεις «τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἢ τοῦ δάσους» καὶ προστίθεται μετὰ τὴν λέξιν «περιουσία» ἡ φράσις «ὡς καὶ τῆς κατὰ τὸ 12ον ἄρθρον παραχωρουμένης...». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§480ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1 ἐδαφ. προστίθεται: «λαμβανομένης πάντοτε ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν». Διαγράφεται τὸ 2ον ἐδάφιον. Τὸ ἐδάφ. 3 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Ἀρχῶν συγκροτεῖται καθ’ ἕκαστον νομὸν διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου προτάσει τῶν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν Δικαστήριον ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἑνὸς πρωτοδίκου τοῦ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ νομοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ ὑπηρετούντων ταμιῶν, ἑδρεῦον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ καὶ ἀποφαινόμενον περὶ τῆς εἰς ἑκάστην κοινότητα ἢ δῆμον ἀναλογούσης μερίδος τῶν χρεῶν τοῦ χωρισθέντος δήμου. Τοῦ Δικαστηρίου προεδρεύει ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν». Ἡ αʹ παράγραφος τοῦ ἐδαφ. 4 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ δικάσιμος ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ προέδρου ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Δικαστηρίου καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ ἐδάφιον μένει ὡς ἔχει. Ἐκ τοῦ ἐδαφ. 5 τοῦ ἰδίου ἄρθρου διαγράφεται ἡ πρώτη περίοδος: «δὲν ἀποκλείεται... ἀποφάσεως». Τὰ ἐδάφ. 14 καὶ 15 τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: «Δημοτικαὶ πρόσοδοι παρακεχωρημέναι εἰς ἐγγύησιν πρὸς Τραπέζας ἢ ἑταιρείας δι’ ὑποχρεώσεις τῶν δήμων ἐξακολουθοῦσι νὰ εἰσπράττωνται ἄνευ ἄλλης ἀποφάσεως τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν συμβουλίων περὶ ἀνανεώσεως αὐτῶν μέχρις ἐξοφλήσεως τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς ἀσφάλειαν τῶν ὁποίων παρεχωρήθησαν». Αἱ ἀνωτέρω πρόσοδοι εἰσπραττόμεναι καὶ ἐφεξῆς, κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις, κατατίθενται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, μετ’ ἀφαίρεσιν δὲ τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ἢ τῆς ἄλλης ὑποχρεώσεως ἀποδίδονται εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν κοινότητας καὶ δήμους. Τὰ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων κανονίζονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 57, λαμβανομένων πρὸς τοῖς ἄλλοις ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὅρων τῶν ἐν τῷ 1ῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου τούτου». Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον διαγράφεται.
§481Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀντὶ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῇ ἕδρᾳ, νὰ ὁρισθῇ ὁ πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ κοινότης. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἁρμοδιώτερον.
§482ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεὶς λόγος νὰ μὴ τὸ δεχθῶ. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν καὶ τὰ 26 Πρωτοδικεῖα. Λοιπὸν εἰς τὸ 6ον ἐδάφιον προστίθεται: «ὁλόκληρος δὲ ἡ διαδικασία γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου»· εἰς δὲ τὸ 10ον προστίθεται: «μέχρι τῆς συστάσεως δὲ τούτων ἐνώπιον τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου». (Ἀναγινώσκει): «τοῦ ἀνωτέρω Δικαστηρίου καταβληθησόμενα εἰς αὐτὰς χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἢ ἀστυνομικῶν δαπανῶν....». Αὐτὸ θὰ τροποποιηθῇ. Βεβαίως δὲν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι παρ’ ἑκάστης κοινότητος καὶ χρέη παρελθουσῶν χρήσεων, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θὰ κανονίσῃ ταῦτα δι’ εἰδικοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸ δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν ὡς ἔχει ἐν τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς.
§483Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν μόρφωσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων, καὶ εἶναι ἀτύχημα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται εἰς συζήτησιν καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβλήθη ἤδη καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ τοῦ μέρους τῶν ὀφειλῶν τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὸ εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος τοῦ ἐπακολουθήσαντος τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἔχομεν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Μέχρι τῆς ψηφίσεως νόμου κλπ». Ἐνταῦθα λαμβάνεται πρόνοια μόνον περὶ τῶν ὀφειλῶν τῶν δήμων, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπολύτως λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ τρόπου ἐκείνου, καθ’ ὃν θὰ εἶναι δυνατόν, ὅπως τὸ Δημόσιον παράσχῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν γνῶσιν, τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δὲν θ’ ἀφαιρεθῇ ἐντελῶς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τοὺς Ἑλληνόπαιδας. Τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον καταλύει ἐντελῶς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ ἔρχεται νὰ καταλύσῃ ἐντελῶς καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἔρχεται νὰ καταλύσῃ ταύτην ἐγκαταλείπουσα τοὺς Ἑλληνόπαιδας ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης μορφώσεως πλὴν τῆς πρακτικῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη καὶ κατὰ τὴν πρόχειρον αὐτοῦ μελέτην εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις τοῦ Κράτους. Ἤδη μόλις καὶ μετὰ βίας ἠδύνατο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἀναθάλλοντα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ταύτης ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἀνήρχοντο κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς 1.500.000 περίπου, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔφθασαν κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 500.000 δραχμῶν. Νῦν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὡρίσθη ἑξαετὴς ὁ κύκλος τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅτι τοῦ κύκλου τούτου τὰς δαπάνας θὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸ τὸ Κράτος, ἐμφανιζομένας ἐνώπιον αὐτοῦ πλέον, ἐπιβάλλεται πλέον εἰς ἡμᾶς, ἵνα ὑπολογίσωμεν καλῶς αὐτάς, ἐὰν σοβαρῶς ἐργαζώμεθα καὶ ἐὰν σκεπτώμεθα ἐπὶ βάσεων οἰκονομικῶν νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν περαιτέρω πορείαν τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ὀρθῶς λοιπὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ συζήτησις, ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης, τοῦ ὁποίου πλὴν τῆς οἰκονομολογικῆς μαθήσεως καὶ ἡ ἀντοχὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑφίσταται δεινὴν ἀληθῶς δοκιμασίαν, μετὰ τῆς ἀντοχῆς αὑτοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐκείνης ἡμέρας παρετήρει πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπῆρχέ τι δεινότερον πλὴν τῆς διὰ τοιούτων μεθόδων προσπαθείας δημιουργίας συστήματος δημοτικοῦ νέου, ἀλλὰ συστήματος, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὃν τρόπον ῥυθμίζεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι σύστημα ἁπλοῦν δημοτικόν, ἀλλ’ εἶναι σύστημα ἐκπαιδευτικὸν καὶ εἶναι καὶ συνεπῶς καὶ σύστημα καθαρῶς οἰκονομικόν. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀπὸ τῆς προχθές, κύριοι Βουλευταί, Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ εὕρῃ δῆθεν περίσσευμα ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐμφανίζει ἐντὸς τῶν κυριωτάτων αὑτοῦ σημείων ὡς τακτικὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετρέπετο οὔτε ὁ ἔχων τὴν τελευταίαν μάθησιν ἰδιωτικῆς ἁπλῶς οἰκονομικῆς καταγραφῆς καταστίχων νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσι βάσιν τακτικῆς περιουσίας. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος συζητεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιτροχάδην, ἵνα φθάσῃ μέχρις ἡμῶν καὶ πάλιν ἐπιτροχάδην νὰ συζητηθῇ, ἀναφέρεται ὡς ἔσοδον αὐτὴ αὕτη ἡ πρόσοδος, ὡς ἔσοδον τακτικόν, ἡ πρόσοδος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καταθέσει ἀντὶ 3% ἢ 3¼% ἐπὶ ποικίλαις προθεσμίαις εἰς διαφόρους Τραπέζας καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ μεσίτριαι ὅπως λάβωμεν τὸ βαρὺ τοῦτο δάνειον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν· καὶ ἐνῷ, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ἰσοσκελοῦς τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῶμεν στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς λογιστικῆς ἐπιστήμης, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἀναιτιολογήτως τὸ Κράτος στηριζόμενοι ἐπὶ μιᾶς διατάξεως ψηφίσματος, γνωστοῦ εἰς πάντας πῶς ἐγκριθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ στηρίξωμεν τὸ μέλλον τὸ ἐκπαιδευτικὸν τῆς χώρας ἡμῶν ἐπὶ οἰκονομικῆς βάσεως οὐχὶ πλέον σαθρᾶς καὶ σαλευομένης, ἀλλὰ σχεδὸν ἐντελῶς ἀερώδους, ἐντελῶς ἀσυνδέτου πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν παράστασιν τοῦ Κράτους ἡμῶν· ἔχομεν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ τοιούτου ψευδοῦς 1,750,000 ὡς τακτικοῦ ἐσόδου ἐμφανίζει νέα 3½ ὅλα ἑκατομμύρια δρχ. ὡς ἀνήκοντα εἰς ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιούτου νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν εἴδομεν ἀκόμη καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον ἡμῶν, νόμου τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει κἂν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι δι’ ἄλλου νόμου δὲν ἤρτηται ἐκ τῆς αὐτοβουλίας αὐτῆς ὅπως φθάσῃ ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ μεθόδου ἄλλης ἡ Κυβέρνησις διαρπάζει ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης τῆς ἐθνικῆς 3½ ἑκατομμύρια ὅλα αὐθαιρέτως καὶ προσθέτουσα τὰ 3½ ἑκατομμύρια ταῦτα, τὰ προωρισμένα εἰδικῶς διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς χώρας ἡμῶν, εἰς τὰ δύο ἑκατομμύρια περίπου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὡς τακτικὰ ἔσοδα, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐντελῶς ἐκτάκτων, ἀντικρύζουσα ζημίαν ἄλλην λόγῳ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν καταβάλλει τὸ Κράτος τῆς διπλασίας εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, ἐξ ἧς προέρχονται τὰ δύο ἑκατομμύρια ταῦτα. Ὄταν, λέγω, ἔχωμεν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει δύο ἑκατομμύρια ψευδῶς ὡς τακτικὰ ἔσοδα ἀναγραφησόμενα καὶ 3½ ἑκατομμύρια ἀναγραφόμενα ὡς ἔσοδα ἐκ νόμου μὴ ψηφισθέντος, τοῦ νόμου τοῦ νέου περὶ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ἀμύνης, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι Προϋπολογισμὸς ἐμφανίζων εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς παραστάσεως αὑτοῦ 5½ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ψευδῆ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ βάρος ἕξ ἑκατομμυρίων πλέον δραχμῶν ἐτησίως, ὡς κατ’ ἐλάχιστον ὅριον θ’ ἀνέλθωσι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ποσά; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ τελειώσῃ· ἐπείγεται ὁπωσδήποτε νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους τούτους, καὶ ἴσως ἐν τῇ ψυχῇ αὑτῆς διαμαρτύρεται ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητήσωμεν ὅσα εἶχε καιρὸν πρότερον νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν, νὰ συζητήσῃ ταῦτα καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ταῦτα ὡς νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ τὰ λάβῃ ὡς ἐμπρέπει εἰς Κυβέρνησιν ἔχουσαν τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ἑαυτῆς, ὡς ἐμπρέπει εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ἔχουσι πάντα λόγον νὰ μὴ φαντάζωνται ὅτι δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι εἴτε ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πιέσεως τοῦ ἀριθμοῦ εἴτε ὑπὸ τὸ βάρος κοπώσεως ἀνυπερβλήτου ν’ ἀφήνωσι νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητὶ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζει ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὡς τὸ κορύφωμα τῆς κυβερνητικῆς σοφίας. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ δοθῇ ἡ ψῆφος ὑμῶν, οὕτω συζητούντων, οὕτω θελόντων νὰ φθάσητε εἰς τὸ τέρμα ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ νὰ φθάσῃ μόνον μέχρι τοῦ λαοῦ ἡ ἀπήχησις τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι ἐσκορπίσθησαν ἐνταῦθα ποταμοὶ χρυσοῦ καὶ ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο ῥέει ἐντὸς νέων πλέον ναμάτων πλούτου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καλοῦνται πάντες οἱ πιστοὶ νὰ προσέλθωσι καὶ ἀναβαπτισθῶσι καὶ ἀναγεννηθῶσι μετὰ τῆς ἀναγεννωμένης νέας Ἑλλάδος; Δὲν θέλετε τὸ φῶς τῆς συζητήσεως καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον σπεύδετε, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ σταματήσητε τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ζητεῖτε καὶ αὐτὸ ἀκόμη νὰ ψηφίσητε φανταζόμενοι ὅτι ἡ πάροδος μιᾶς ἢ δύο ἢ τριῶν ὡρῶν κοπώσεως ἑνὸς ἀνθρώπου θὰ δυνηθῇ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν προσπάθειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσιν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς προσπάθειαν οὐχὶ διαφωτίσεως τῆς δημοσίας γνώμης ἀλλ’ ὡς προσπάθειαν ἀντιδράσεως ἐναντίον τοῦ ἔργου ὑμῶν.
§484ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λόγος!
§485Γ. ΠΩΠ. Καὶ λέγει ὁ κ. Βουλευτής: «Τί λόγος!». Ἀντιδρῶμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι μόλις χθὲς εἴδομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανιζόμενον τὸν Προϋπολογισμόν σας, τὸν ἀλληλένδετον πρὸς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς σᾶς ἐφωνάξαμεν: φέρετε τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ κοινοτήτων, διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι σᾶς φωνάζομεν: φέρετε σοβαρὰ νομοθετήματα, ἵνα ψηφίσωμεν, καὶ μὴ μᾶς φέρετε τοῦ ἀτυχοῦς κυρίου Χριστίδου τὰ νομοθετήματα υἱοθετημένα διὰ νὰ τὰ συζητῶμεν. Πότε μᾶς ἐφέρατε νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐσπεύδομεν μετὰ στοργῆς νὰ περιβάλωμεν, μετὰ στοργῆς νὰ μελετήσωμεν καὶ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς ἡμῶν δυνάμεις ἕκαστος νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀναπτύξῃ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας του: Ἀλλ’ ἔρχεσθε ἐνταῦθα δι’ ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἄρδην τὰ θεμέλια τοῦ διοικητικοῦ οἰκοδομήματος τῆς χώρας. Καὶ θέλετε νὰ λάβητε μόλις χθὲς ὑπεβλήθησαν σοβαρώταται τροπολογίαι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε νὰ λάβητε ταῦτα μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν, ἀλλὰ θέλετε νὰ λάβητε αὐτὰ διὰ τῆς κατ’ ἄρθρον ἐπιψηφίσεως μέσῳ Βουλῆς μὴ ἀντιπροσωπευούσης εἰμὴ τὸ ἐλάχιστον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καὶ οἱ 360 φίλοι ὑμῶν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην οὐδέποτε παρέστησαν πέρα τῶν ἀληθῶν μαρτυρίων τῆς ἀνορθώσεως, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ μετὰ τόσου ζήλου καὶ ἐνδιαφέροντος τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ἴσως ἐξ αὐτῶν εἶναι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θ’ ἀξιωθῶσι νὰ τύχωσι τοῦ χρίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξέλθωσι καὶ ἀνταγωνισθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Οἱ 360, οἱ ὁποῖοι—δὲν εἶναι νὰ τὸ λέγῃ τις ὕβρις— οἱ ὁποῖοι ἐπληρώθησαν καλὰ ἀπὸ τοῦ πτωχοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ κατόπιν νὰ ἀπέρχωνται, διὰ νὰ κοιμηθῶσιν εἰς τὰς κλίνας των, ἢ εἰς τὰς ἐπαρχίας των δι’ ἰδιωτικάς των ὑποθέσεις λαβόντες πληρεξουσιότητα ἀπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ ἐπαναστατήσαντος μεταδώσαντες τὴν πληρεξουσιότητα ταύτην πρὸς ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται καὶ εἰσάγει μετ’ αὐτοβουλίας οὐχὶ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἡ ὁποία καθίσταται τυραννικὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν συνδεόμενον πρὸς τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν ταύτην τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ἐν Ἑλλάδι καὶ αὐτὸ τὸ συνδέομεν πρὸς τὴν ὕπαρξιν Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτός, κύριοι συνάδελφοι, ἴσως δὲν εὗρε τὸ καιρὸν νὰ μελετηθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν, ἴσως ἡ ἐπιτροχάδην μελέτη αὐτοῦ ν’ ἀφήσῃ εἴς τινα νὰ φαντασθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ προσεχὲς ἢ κατὰ λίαν μεμακρυσμένον μέλλον νὰ χρητιμεύσῃ ὡς ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναλήψεως τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Μὴ πλανώμεθα· οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσηγηθῇ νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δαπάνην τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη, κύριοι Βουλευταί, τί πρόκειται νὰ γίνωσι τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους; Ποῖος θὰ συντηρήσῃ ταῦτα, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ κοινοτικὸν σύστημα; Θὰ ἐφαρμόζωνται, λέγει τὸ ἄρθρον, οἱ ἰσχύοντες νόμοι. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχύοντες νόμοι καὶ ποῖοι εἶναι οἱ γενικώτεροι ὅροι τῶν δήμων; Τοὺς ὑπάρχοντας 445 δήμους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἰσαρίθμους ζώνας ἐμμέσων φόρων εἰσπράξεως, τοὺς μεταβάλλετε εἰς 2725 νέους δήμους, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ὑφίστανται ὡς τοιοῦτοι, ἔχουσιν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῶσι δημοτικὰ σχολεῖα, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν ἔχουσι κἂν τὴν ὑπόστασιν μορφῆς κοινότητος, δὲν δύνανται νὰ εἶναι κοινότητες, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Ἐπαναλαμβάνω τὰς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διατυπωθείσας γνώμας, ἃς ἐμόρφωσα, καὶ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας συνήγαγον ἐκ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς μελέτης, ἥτις ἄρχεται μετὰ τὸν χωρισμὸν τῶν δήμων εἰς κοινότητας, καὶ ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν, διότι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ὑπ’ οὐδενὸς τῶν ἀγορευσάντων ἀνῃρέθησαν, ἂν δὲ ὑπῆρξεν ἀναίρεσίς τις, αὕτη ἦτο ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἦτο τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοὐναντίον εἶμαι πολὺ γενναῖος εἰς ἀπόδοσιν πρὸς τὰς κοινότητας ἐκείνας, ἵνα αὐξήσωσι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, ἐνῷ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Δεμερτζῆ οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ ἰδικοί μου ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἔπιπτον κατ’ ἄτομον, ἦσαν ὑπερβολικοί. Ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑκάστης κοινότητος καὶ μόλις εἰς ἀντίκρυσμα τῶν δαπανῶν τῶν διοικητικῶν ὀργανισμῶν ἑκάστης νέας διοικητικῆς μονάδος θὰ δυνηθῶσι νὰ χρησιμεύσωσι τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν προστίμων θὰ εἰσπράττωσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσι τὰ σχολεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους; Πρόκειται νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐπιτρέπωνται; Πρόκειται νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ σχολείων ἀνυπάρκτων; Πρόκειται νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐπὶ πιστωτῶν ἀγνώστων, διότι θ’ ἀγνοῶμεν ἂν αὐτὸς ὁ πιστωτὴς εἶναι ὁ δῆμος ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ὁ δῆμος ὡς κοινότης δὲν ἔχει πλέον χρήματα νὰ πληρώσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; Τὸ Κράτος ὡς πιστωτὴς δὲν θὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους: προβῆτε ὑμεῖς, ἵνα διδάξητε τὰ τέκνα τῶν πολιτῶν καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς πληρώσω; Δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς ἵνα πληρώσῃ οὔτε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτόν τι. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ δημοτικαὶ δαπάναι διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καταβάλλονται κυριώτατα διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δήμους. Τί θὰ συμβῇ; Ἔχει τόσας ζώνας τελωνειακὰς νὰ δημιουργήσῃ ἡ Κυβέρνησις χάριν τῶν ἐμμέσων φόρων τῶν δήμων, ὅσαι θὰ εἶναι καὶ αἱ νέαι κοινότητες ἢ ἔχει σκοπὸν ν’ ἀφήσῃ τοὺς ἐμμέσους φόρους ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ἀτυχῶν πολιτῶν, οἵτινες θὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ χωρία ἐντελῶς εἰς τὴν τύχην των. Ὑμεῖς, οἵτινες κατάγεσθε ἐξ Ἠλείας, ὑπολογίσατε τί δύναται νὰ γίνῃ μὲ τὸν δῆμον Λετρίνων σήμερον καθ’ ἣν περίπτωσιν χωρισθῇ ἡ πόλις τοῦ Πύργου ἀπὸ τὰς δύο ἐξοχάς. Ἐρωτήσατε κατὰ τίνα τρόπον διαρρυθμίζονται οἱ ἐκ τῆς σταφίδος δύο φόροι καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ τελευταῖος νόμος, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἢ τὴν πόλιν τοῦ Πύργου ἢ τὰ γύρωθεν χωρία καταρρέοντα ὡς μὴ ἔχοντα ἐν πολλοῖς τὰ τῆς συντηρήσεώς των.
§486Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τρώγουσιν οἱ δήμαρχοι.
§487Γ. ΠΩΠ. Τί θὰ συμβῇ σήμερον, ἐὰν ἐπέλθῃ ὁ χωρισμός; Εἰς ποῖον θὰ ὑπάγωνται τὰ ἐκ τῆς σταφίδος εἰσοδήματα ὑπὲρ τῶν δήμων;
§488Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὰς κοινότητας καὶ εἰς τὴν πόλιν.
§489Γ. ΠΩΠ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος. Ἔπρεπεν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ γνωρίζωσι τὸν νόμον.
§490Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη.
§491Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Βουρλούμης εἰδικῶς ὡς πρὸς ταῦτα ὤφειλε πρῶτον νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ ἴδῃ, ἂν ὁ φόρος αὐτὸς ἐκλείψῃ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων Ἠλείας, τί ἤθελε συμβῆ καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ διανεμηθῶσι. Καὶ μήπως εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διὰ νὰ ἴδητε τὰ σχολεῖα ὑμῶν κεκλεισμένα ἢ νὰ ἴδητε ἐντελῶς καταλυομένην τὴν αὐθυπαρξίαν, τὴν ἄνεσιν, τὴν ζωὴν τῶν θαυμασίων αὐτῶν ἀληθῶς ἐξοχῶν τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Λετρίνων, τῶν ἐξοχῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας κεῖνται τὰ πλεῖστα κτήματα τῶν κατοίκων Πύργου; Εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ φαντασθῶμεν δυνατὴν τὴν ὕπαρξιν ἐπὶ πλέον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν; Εἶναι δυνατὸν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐρχομένη καὶ μὴ θέλουσα ἀντὶ παντὸς ἄλλου μέσου νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἡ ἰδία ὑποδεικνύει, ἐπιβάλλουσι, καὶ πλὴν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἰδία ὑποδεικνύει, αὐταὶ αὗται αἱ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι μεταβολῆς πλέον καὶ ἀνατροπῆς συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι δυνατόν, λέγομεν, ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ καὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην τὴν λαϊκήν, νὰ φαντάζηται ὅτι εἶναι πιθανὸν ἐπὶ πλέον νὰ μείνῃ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς χεῖρας ἡ ρύθμισις τῶν περαιτέρω; Ἢ μήπως σκέπτεται ὅπως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναλαμβάνοντες ἐπιχείρησίν τινα ἐπὶ προθεσμίᾳ, ἐπιχείρησιν καθὼς ἀνέλαβε ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης διὰ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὁ ὑπὸ διαμετακόμισιν κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀδιαφοροῦσιν ἂν τοῦτο θὰ συμβῇ ἢ δὲν θὰ συμβῇ; Εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις ὅτι εἶναι ἄρά γε ἡ Κυβέρνησις ἀδιάφορος δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀφήσῃ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ διαδεχθῶσιν αὐτήν; Βεβαίως δ’ ἐκεῖνοι, ὀψέποτε ἤθελον ζητήσει νὰ συγκομίσωσι τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὑρεθῶσιν ἐνώπιον ὄχι πλέον δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων, ἀλλ’ ἐνώπιον ἀνωμαλιῶν τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ σκέπτωνται, ἂν εἶναι δυνατὸν μετὰ μίαν ἐπανάστασιν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἦλθε καὶ προσέθηκεν εἰς τὴν πρόχειρον, εἰς τὴν ταχέως εὐτυχῶς παρελθοῦσαν κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν ἀνωμαλίαν νέας ἀνωμαλίας ἐκ θεμελίων ἀνατρεπούσας αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους. Ἔλεγε συνάδελφος ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κοινωνιολόγων ὅτι εὔχεται, ἵνα ἴδῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νέαν περίοδον δόξης λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ λόγῳ τῆς μορφῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος συμφώνως πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ ἐκεῖνος νὰ σκεφθῇ ἴσως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν Κράτος τι νὰ προοδεύσῃ, ὅταν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μετὰ μίαν στιγμὴν ἀγωνίας ἔρχηται καὶ καταστρέφῃ ἐντελῶς τὴν δημοτικὴν αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν. Ἔρχονται καὶ λέγουσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· δὲν δύνασαι νὰ ἔχῃς πλέον σχολεῖα, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παρουσιάσωμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων καινοφανές τι ἀντικείμενον, ἀλλὰ τὸ καινοφανὲς τοῦτο ἀντικείμενον εἶναι ἁπλοῦν πυροτέχνημα οὐδεμίαν ἔχον βάσιν ἄλλην πλὴν μιᾶς καὶ μόνης, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ κέντρου καὶ συγκεντρώσῃ ἀνὰ τὰ διάφορα σημεῖα διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τοπικισμοῦ πᾶσαν τὴν προσοχὴν καὶ πᾶσαν τὴν μέριμναν, γνωρίζετε δὲ ὅτι, ὅταν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν οἶκον, δὲν στρέφονται πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων τοῦ οἴκου αὐτῶν, ἀλλὰ διατελῶσι περὶ μικρὰ μεριμνῶντες καὶ τυρβάζοντες, ταχέως θὰ ἴδωσιν ἐκείνους, οἵτινες ἐκλήθησαν μὲ ἐντολήν, ὡς ἐντολοδόχοι, νὰ ἐκπληρῶσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ οἴκου, νὰ γίνωσι τοῦ οἴκου τούτου κυρίαρχοι, καὶ οἱ τέως αὐθένται νὰ ὑποδουλώσωσιν ἑαυτούς, τὴν θέσιν αὐτῶν, τὴν περιουσίαν αὐτῶν, τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, τὴν πρόοδον τῶν ἰδίων καὶ τῶν τέκνων των κατὰ τὰς ὀρέξεις καὶ τὰς διαθέσεις τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν περισπῶντες ἀλλαχόσε τὴν μέριμναν τῶν πολλῶν νὰ κυριαρχήσωσι καὶ ν’ ἀφήσωσιν αὐτοὺς ἀσυνδέτους καὶ μὴ δυναμένους νὰ συνεννοηθῶσι καὶ μὴ δυναμένους ν’ ἀτενίσωσι πρὸς τὸ κέντρον. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐθεώρησα ὑποχρέωσιν, ὅπως καταστήσω εἰς ὑμᾶς γνωστὰς λεπτομερείας τινὰς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφορώσας αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συγχρόνως δ’ ὅπως καταδείξω ὅτι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον ἀφήνει καὶ τοὺς ἐπιμελεστάτους τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τοὺς διαθέρμους φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς οἱ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφοι, εἰς ἀπορίας μεγίστας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθησαν εἰσέτι νὰ συμπληρώσωσι διὰ τῆς μελέτης τῶν νόμων τῶν σχετιζομένων πρὸς τοιοῦτον νομοθέτημα, εἰς ἀπορίας περὶ τῆς τύχης τῶν ἰδίων αὐτῶν συμπολιτῶν, τῶν ἰδίων αὐτῶν δήμων, τῆς ἰδίας αὐτῶν πατρίδος. Ἠθέλησα πρὸ πάντων ν’ ἀποδείξω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐνῷ καταστρέφεται ἄρδην τὸ διοικητικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα δημιουργηθῇ κέντρον κεχωρισμένον ἐντελῶς, ἵνα τοῦτο κυριαρχήσῃ κατὰ τῶν κεχωρισμένων μικρῶν μονάδων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνσπείρεται ἡ ἰδέα τοῦ χωρισμοῦ καὶ τοῦ τοπικισμοῦ ἀπὸ τοῦ κέντρου, ν’ ἀποδείξω ὅτι πλὴν τῆς διοικητικῆς ταύτης ἀναστατώσεως ἐπέρχεται καὶ ἡ πλήρης ἐκπαιδευτικὴ καταστροφὴ τοῦ Κράτους. Τὰς σκέψεις μου δὲ ταύτας στηρίζω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρέθεσεν ἀπὸ τῆς προχθὲς ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§492ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ψαρῶν. Ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προυκάλεσεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶχε τόπον κατ’ ἐμέ, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ ὑπόστασιν πραγματικὴν οἱ ἰσχυρισμοί του. Πάντως ἡ συζήτησις αὕτη θὰ εἶχε τόπον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57, διότι τοῦτο πραγματεύεται τὸ περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ἴδει τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57, δὲν θ’ ἀνησύχει παντάπασι διὰ τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι οὐδὲν βάρος πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν προσήκει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς λαβὼν τώρα τὸν λόγον ἔχῃ ἄλλην γνώμην, δικαίωμά του.
§493Γ. ΠΩΠ. Τὰ ὀφειλόμενα τώρα εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν δήμων τί θὰ γίνωσιν;
§494ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὰ ἐκανονίσθησαν δι’ ἰδίου νόμου.
§495Γ. ΠΩΠ. Ἑπομένως παραμένουσιν ὀφειλέται οἱ δῆμοι.
§496ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι· ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 57 ἄρθρον, θὰ ἐξηγήσω τοῦτο.
§497Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 57 θὰ τὸ ἐξηγήσωμεν;
§498ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐφ’ ὅσον ὁμιλεῖτε περὶ δαπανῶν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, λέγετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε περὶ τοῦ ἂν πρόκειται ἢ ὄχι νὰ χαρισθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας τὰ καθυστερούμενα ἐκ παλαιῶν χρήσεων, περὶ τούτου εἶπον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐξόδων ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δωρεᾶς ἢ μὴ παρελθουσῶν χρήσεων, οὔτε λέγει ὅτι πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τὰ ἔξοδα.
§499Γ. ΠΩΠ. Εἶναι σαφές.
§500ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καθόλου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ εἴπωμεν τί θὰ γίνωσιν αἱ δωρεαί. Ἐγένετο ἤδη ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου ἡ ἀναγνωσθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὰ κατὰ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κοινοτήτων διὰ τὰ καθυστερούμενα τῶν δήμων κανονισθήσονται ὑπὸ ἰδίου νόμου. Τὸ ἄρθρον 57 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ θέματος ὑμῶν.
§501Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν κοινοτήτων.
§502Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ;
§503Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπεσχέθητε ὅτι, ἅμα παραιτηθῶ τῆς ἀγορεύσεώς μου, δὲν θὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄρθρα.
§504ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ἐὰν δὲν ὡμιλεῖτε, ἀλλ’ ὑμεῖς ὡμιλήσατε τρεῖς ὥρας.
§505Γ. ΠΩΠ. Νὰ σταματήσωμεν.
§506ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι (θόρυβος).
§507Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπρότεινον νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τοῦ 57, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον, ἐὰν ἡ ὀλιγάριθμος Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπεζήτει κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις. Ἤδη ὅμως παρακαλῶ νὰ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὀλιγάριθμος Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὰ ἔργα της κολοσσιαίαν πλειονοψηφίαν.
§508Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡμεῖς κωλυσιεργοῦμεν;
§509ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§510ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑμεῖς κωλυσιεργεῖτε.
§511Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. 300 ἄνθρωποι ἀκούομεν ὅλην τὴν νύκτα ὑμᾶς τοὺς τρεῖς. Ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀναγινώσκετε ἱστορίας καὶ φυλλάδας (θόρυβος).
§512Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κωλυσιεργῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω 8 ὥρας, παρῃτήθην;
§513Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν ἔχει περὶ ἐμοῦ ἡ Βουλὴ ὅτι κωλυσιεργῶ;
§514Γ. ΠΩΠ. Κωλυσιεργοῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς!
§515Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κωλυσιεργοῦμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπουσιάσαμεν, ἀλλὰ παρακολουθοῦμεν πάντοτε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἢ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε παρίστανται;
§516Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀπουσιῶν.
§517Γ. ΠΩΠ. Ἐμφανίζεται ὅτι κωλυσιεργοῦσιν οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὡς καθῆκόν των νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουσιν 7 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς;
§518Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, διότι πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, ἡ ὁποία, ὡς βλέπουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μικρά, εἶναι δὲ εἰλημμένη ἐξ ἐπισήμων στατιστικῶν καὶ συμπεπληρωμένη δι’ ἰδίων μελετῶν, θὰ ἴδωμεν περὶ πόσων σχολείων πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν, ὡς ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι 1222 σχολεῖα ἀρρένων, 623 θηλέων καὶ 1571 γραμματεῖα.
§519ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅμως αὐτὸ πρόκειται περὶ τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ κατανεμηθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας ἐκ προκαταβολῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν σχετικὸν τὸ ζήτημα.
§520Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂν ἔχουσι σχέσιν ἢ ὄχι, τὸ ἀντιλαμβάνεσθε καλῶς.
§521Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ νὰ φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ν’ ἀναβῶμεν εἰς τὰ θεωρεῖα, διὰ νὰ σᾶς χειροκροτήσωμεν ἀπ’ ἐκεῖ.
§522Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου ἐλέχθη πρὸς ἡμᾶς ὅτι τὸ κάμνομεν ἐκ λόγων κωλυσιεργικῶν. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω καὶ πάλιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δύο ὁλοκλήρους μῆνας κατηνάλωσα διὰ τὴν μελέτην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἴδητε πῶς εἶναι κατάστικτον, δύο δ’ ὁλόκληρα ἡμερονύκτια εἰς τὸ λοιμοκαθαρτήριον, ἐπανερχόμενος πρό τινος ἐκ τῆς παρὰ πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν κηρυχθείσης χολεροβλήτου Κρήτης, δὲν ἐκοιμήθην ἢ ἐλαχίστας ὥρας, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ποιάν τινα αὐθεντίαν, ἀδιαφοροῦντες δὲ περὶ τῆς ὑγείας μας παραμένομεν νυχθημερόν, διὰ νὰ ψηφίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν καθιστῶντες τελειότερον τὸ νομοσχέδιον. Ἡμᾶς λοιπόν, οἱ ὁποῖοι ἐξαντλοῦμεν τὰς ζωτικωτάτας ἡμῶν δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν διὰ τὰς οἰκογενείας μας, ἔρχεσθε ὑμεῖς καὶ ἀποκαλεῖτε κωλυσιεργοὺς διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ νὰ καταρτίσω, κύριοι Βουλευταί, μόνον αὐτὸν τὸν πίνακα (ἐπιδεικνύει τοιοῦτον), ἐχρειάσθην 12 ὁλοκλήρους ἡμέρας, προσπαθῶν μὲ τὴν γλίσχρον στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ μὲ τὰς ἰδιαιτέρας μελέτας μου νὰ τὸν καταρτίσω τελειότερον καὶ δυνηθῶ νὰ ὁμιλήσω, ἔχων πάντα τὰ στοιχεῖα, ἵνα μὴ καταναλίσκω τὰς ὥρας ἐπὶ ματαίῳ. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἰς τοιαύτας θυσίας ὑποβάλλομεν ἡμᾶς αὐτούς, περὶ τὴν πρωίαν, ἐμοῦ ἀγορεύοντος ὁλόκληρον νύκτα, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ κωλυσιεργίας, πρὸς ἡμᾶς, λέγω, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα 4 ἢ 5 τὸν ἀριθμὸν ἄϋπνοι τελείως, ἐνῷ οἱ φίλοι αὐτοῦ κοιμῶνται μακαριώτατα καὶ ἐκ τῶν 350 φίλων του δὲν ἦσαν παρόντες πλείονες τῶν 50 ἢ 70 ποτέ. Διὰ νὰ ἐκλίπῃ λοιπὸν καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια καὶ διὰ ν’ ἀνακληθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποχωρῶ, καί, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ 57 ἄρθρον, συζητοῦμεν ἐκεῖ. Διαμαρτύρομαι ὅμως συγχρόνως ὅτι κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ ἐκβιαζόμεθα πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, πρωτοστατοῦντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§523ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα οὕτως: «Ἀκίνητα κτήματα ἀνήκοντα εἰς καταργούμενον δῆμον καὶ μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν, ἀνήκουσι κατὰ συγκυριότητα εἰς τὰς ἐκ τοῦ δήμου τούτου ἀποτελεσθησομένας κοινότητας ἢ δήμους καὶ ἐκμισθοῦνται ἐπ’ ὠφελείᾳ τούτων κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 82–84. Τὸ ποσοστὸν τῆς συμμετοχῆς ἑκάστης κοινότητος ἢ δήμου εἰς τὴν ἐκ τούτων ἐτησίαν πρόσοδον ὁρίζεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, μετὰ γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων, εἰρηνοδίκου, οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ταμίου. «Χρηματικὰ κεφάλαια καὶ ἀπαιτήσεις τῶν δήμων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχουσαι κατανέμονται εἰς τὰς ἐκ τούτων ἀποτελεσθησομένας κοινότητας καὶ δήμους κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14». Ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Ζαβιτσάνου ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγχώριος περιουσία κανονίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων ἤδη νόμων, τὰ δὲ εἰσοδήματα αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δήμους δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, περιέρχονται εἰς τὰς ἀποχωριζομένας κοινότητας ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων αὐτῶν». Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι τίθενται ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἄρθρου 15. Δέχεται ταύτας ἡ Βουλή;
§524ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 16–19).
§525ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§526ΑΛ. ΓΙΑΝ. ΤΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 20 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἕκαστος δημότης δικαιοῦται νὰ ἔχῃ βοσκὴν μέχρις 150 μικρῶν καὶ δέκα μεγάλων ζώων δωρεάν, ἀποφάσει τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμόν, διότι θὰ γεννηθῶσιν ἔριδες εἰς τὰ χωρία. Ἂς ὁρίσῃ ὁσονδήποτε θέλει, διότι, ἂν ἐπιτύχῃ τὸ κόμμα τῶν ἐχόντων πρόβατα, θὰ θέλωσι νὰ ὁρισθῇ τὸ ἀνώτερον ὅριον· ἂν δὲ τὸ ἄλλο κόμμα, τὸ κατώτερον. Νὰ ὁρισθῇ ἓν ὅριον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ποιμένας τὰς βοσκάς.
§527Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατωτέρω γίνεται λόγος περὶ καλλιεργητῶν. Προβλέπονται πᾶσαι αἱ περιπτώσεις.
§528Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ διατίμησις εἶναι πολλή, εἶναι διπλασία.
§529Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§530Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Πάντοτε ὅμως ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὸ συμβούλιον. Γίνεται μεγάλη διαμάχη μεταξὺ τῶν κτηνοτρόφων.
§531Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁρίζομεν μίαν δραχμὴν διὰ τὰ διαρκῆ λιβάδια καὶ 50 λεπτὰ διὰ τὰ θερινά. Εἶναι ἡ τιμὴ αὕτη πολὺ εὐθηνή, καὶ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ συμβούλιον νὰ διπλασιάσῃ ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρίσωμεν τὰς βοσκάς.
§532Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Μίαν τελευταίαν παράκλησιν: Νὰ μὴ θιχθῇ διόλου ἡ τελευταία παράγραφος ὅσον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν. Μηδεμία λέξις ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν τελευταίαν παράγραφον, διότι κατελήφθησαν ἀπὸ ξένον κόσμον. Ἐτελείωσε.
§533ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν· θὰ μείνῃ αὐτή.
§534Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτὴς κ. Στράτος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνειργάσθην, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν νὰ καταστρέφηται ἡ περιουσία τῶν κοινοτήτων αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων. Ἀλλ’ ἀνοίγομεν μίαν ἄλλην πύλην εἰς πάντας τοὺς ἐπήλυδας, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ἐκ Τρικκάλων· ἐπιτρέπομεν εἰς πάντα δημότην, ὁ ὁποῖος χθὲς ἀκόμη ἐγκατέστη, ν’ ἀποκτᾷ δωρεὰν τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς, τὸ ὁποῖον μέχρι χθὲς δὲν εἶχε. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν καὶ πολύ, διότι ναὶ μὲν ἀρκετὰ φροντίζομεν διὰ τῶν διατάξεων τούτων νὰ μείνῃ μία περιουσία, ὥστε αἱ κοινότητες νὰ διατηρῶνται, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ὑπὲρ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος καὶ ν’ ἀναβιβάσωμεν τὸ ποσὸν ἀπὸ 50 ἕως 150, διότι ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι πολὺ μικρός, διότι γνωρίζω ὅτι ἕκαστος οἰκογενειάρχης θὰ ἔχῃ 50 πρόβατα, ἐξ ὧν ν’ ἀποζῇ.
§535ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 30 νὰ μεταβληθῇ εἰς 50;
§536Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§537ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 20 ὡς τροποποιεῖται, διατηρουμένης τῆς παραγράφου περὶ Θεσσαλίας καὶ μεταβαλλομένου τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου 30 εἰς 50, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ὁμοίως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἐπίσης, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὰ ἄρθρα 22–24. Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 25–29, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 30). Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§538Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἤμην παρών, ἵνα ὑποστηρίξω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ψηφοφορίας τῶν ἐκλογέων κατὰ τὴν ἐκλογήν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν καθαιρούμενον νόμον περὶ δημαιρεσιῶν ἐν ἄρθρῳ 14, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέας τινὸς διατάξεως, ἀλλ’ ἁπλῶς πρόκειται περὶ νομοθετικῆς κυρώσεως. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁ παλαιὸς δὲν ὥριζε τιμωρίαν τοῦ ἀπέχοντος ἀναιτίως ἐκ τῆς ψηφοφορίας, διὰ τοῦτο ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Θὰ ἦτο ἀναχρονιστικόν, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1833 ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ὅτι πρέπει τὸ ψηφοφορεῖν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικόν, νὰ ἔλθωμεν κατὰ τὸ 1911 καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ νέας τινὸς διατάξεως, ἀλλὰ περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς διατάξεως τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ καταλυομένῳ νόμῳ.
§539ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν φοβεῖσθε καταχρήσεις; Ἐὰν τεθῇ διάταξις ὅτι ἕκαστος ἐκλογεὺς μὴ ψηφίζων τιμωρεῖται, δὲν φαντάζεσθε πόσα πάθη εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ αὕτη;
§540Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γεννᾶται ἓν σπουδαῖον πολιτειακὸν ζήτημα. Εἶναι δυνατὸν εἰς τοιαύτην ὥραν νὰ τὸ συζητήσωμεν;
§541Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Θὰ ἦτο ἀναχρονιστικὸν κατὰ τὸ 1911 ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀντίθετον ταύτης ἀρχήν.
§542ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη).
§543Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀφοῦ βλέπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἐκλεγῇ, τοὐλάχιστον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «ἐκ νέου κατὰ δύο ἔτη συνεχῆ». Ἐπίσης νὰ τεθῇ ἀντὶ τῶν τριῶν, προκειμένου περὶ ἀναδιορισμοῦ τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος, νὰ ὑπάρχῃ ὁμοφωνία τῶν τεσσάρων μελῶν ἐκ τῶν πέντε.
§544ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι λάθος. Τέσσαρα μέλη ἐκ τῶν πέντε· μάλιστα.
§545ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33). Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη).
§546ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 34 νὰ προστεθῇ ἐδάφιον ὡς ἑξῆς: «Εἰς ὅσας κοινότητας δὲν ὁρίζονται ἔξοδα παραστάσεως τοῦ προέδρου, δύνανται τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιτρεπόμενα διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ διατεθῶσιν ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ πρὸς πληρωμὴν εἰδικοῦ γραμματέως, ἐφ’ ὅσον δὲν διορίζεται τοιοῦτος λειτουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως». Τοῦτο γίνεται, ἵνα ὑπάρξῃ πᾶσα πρόνοια ὡς πρὸς τὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον λάβει ἀνάγκην εἰδικοῦ γραμματέως, ὅπως μὴ δύνανται ὅμως νὰ δίδωσιν εἰς αὐτὸν μέγαν μισθόν.
§547ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκεται).
§548Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται, ὅπως ἀναθέσωμεν εἰς τὰ κοινοτικὰ συμβούλια καὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων.
§549ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι πρὶν ἱδρυθῇ τὸ καθεστὼς τὸ νέον, δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὰ κοινοτικὰ συμβούλια τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀφῃρέσαμεν. Δὲν εἶναι πρέπον σήμερον νὰ ἐπιρρίψωμεν καὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων εἰς τὰ κοινοτικὰ συμβούλια.
§550Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐκεῖ, ἔνθα λέγεται «περὶ παραστάσεως τοῦ δήμου», νὰ τεθῇ «περὶ παραστάσεως τῆς κοινότητος».
§551ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§552Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ «δημοτικῆς περιουσίας» καὶ τὸ «δημοτικῶν ὑπαλλήλων» δέον νὰ μεταβληθῶσιν εἰς «κοινοτικῶν ὑπαλλήλων» καὶ «κοινοτικῆς περιουσίας».
§553ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἐτροποποιήθη, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 36, 37 καὶ 38, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 39).
§554ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον: «ἐν ὑποτροπῇ δὲ καὶ δι’ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ συμβούλου» νὰ τεθῇ «ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ προέδρου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καταλάβῃ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐτησίαν περίοδον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἐτροπολογήθη, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 40 καὶ 41, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 42)
§555ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ 4ον ἐδάφιον, ἀντὶ τῶν λέξεων «ἡ ἀπόφασις εἶναι ἔγκυρος», νὰ τεθῇ «τὸ Πρακτικὸν εἶναι ἔγκυρον»· τὸ τελευταῖον δὲ ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ: «πᾶς δημότης δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ κεκυρωμένα ἀντίγραφα τῶν Πρακτικῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 42, ὡς ἐτροποποιήθη).
§556ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται).
§557ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ, παρακαλῶ, ἀντὶ «μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νομάρχου πιστοποίησιν τῆς παραλαβῆς του», «μετὰ τὴν πρὸς τὸν νομάρχην ἀποστολήν». Τὸ δὲ προτελευταῖον ἐδάφιον νὰ γίνῃ: «προκειμένου περὶ διαθέσεως δαπάνης, δύναται τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον κλπ.». Εἰς τὸ τέλος νὰ προστεθῇ: «ἐὰν δὲ ἡ δαπάνη εἶναι ἀνωτέρα τῶν 200 δραχμῶν, δύναται ὁ νομάρχης ν’ ἀποφανθῇ ἀμέσως, ἅμα τῇ παραλαβῇ τῆς ἀποφάσεως». Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον νὰ διαγραφῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον 44 καὶ τὸ ἄρθρον 45, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 46).
§558ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μίαν γραμματικὴν διόρθωσιν. «Κατ’ ἀποφάσεως τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ ψήφισιν τῆς ὁποίας συμμετέσχεν ὁ δημοτικὸς σύμβουλος»· νὰ τεθῇ «ὅστις ὁ ἴδιος ἢ τοῦ ὁποίου συγγενὴς μέχρι 2ου βαθμοῦ κλπ». Εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον, ἐπειδὴ πάλιν ἀναφέρεται ἔκπτωσις ἀξιώματος, νὰ προστεθῇ: «καὶ ἐκπτώσεως ἀξιώματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 46, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ ἄρθρον 47, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 48).
§559ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ 4ον ἐδάφιον «σύμβουλος τιμωρηθεὶς δὶς» νὰ τεθῇ «τιμωρηθεὶς τρὶς» καὶ εἰς τὸ τέλος ἀντὶ «ἀδικαιολογήτως ἅπαξ» νὰ τεθῇ «ἀδικαιολογήτως δίς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὰ ἄρθρα 49, 50 καὶ 51, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 52).
§560ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ 4ον ἐδάφιον, στίχ. 3ον ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου» νὰ τεθῇ «αὐτοῦ»· εἰς δὲ τὸ 9ον ἐδάφιον νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία φράσις: «καὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ συμβούλου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 52, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 53).
§561ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου τὸ τέλος τοῦ γʹ ἐδαφίου, «ἢ εἴς τινα τῶν ἱερέων...», νὰ διαγραφῇ.
§562ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ εἴς τινα διδάσκαλον.
§563Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ γίνῃ κύριος τῆς κοινότητος. Τουλάχιστον νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀντικατάστασίς του, ἂν δὲν εἶναι καλός.
§564ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ὡρίζετο καὶ ποῖος θὰ διορίζῃ τὸν διδάσκαλον.
§565Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ συμβούλιον.
§566ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον λέγει: «δὲν ἰσχύουσιν οἱ ἀνωτέρω περιορισμοί». Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «δυναμένων νὰ διορισθῶσι καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53, ὡς ἐτροποποιήθη· ὁμοίως τὸ 54, 55 καὶ 56).
§567Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΔʹ περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΣΙΒʹ περὶ διοικήσεως δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους».
§568ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8½ μ. μ.)