1911.12.05
2,370 rows · 17,660 words · 268 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 184.
τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1911.
(Δευτέρα, ὥρα 4 καὶ 25′)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἡ Κρητικὴ Συνέλευσις δι’ ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐνεχείρισε πρός με, ὡς Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου διατάσσεται ἡ ἀνάγνωσις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸν ἐξοχώτατον Πρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις Βουλῆς. Ἐξοχώτατε Ἡ παροῦσα Κρητικὴ Συνέλευσις πραγματοποιοῦσα τὴν ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν ἐπικρατήσασαν παρὰ τῷ Κρητικῷ λαῷ καὶ τοῖς πολιτευομένοις αὐτοῦ γνώμην περὶ συμμετοχῆς καὶ τῆς Κρήτης εἰς τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὸν ἐλεύθερον Ἑλληνισμὸν συνέδριον, δι’ οὗ μέτρου τίθεται τὸ ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενον καὶ ἐπιζητούμενον ὁριστικὸν τέρμα εἰς κατάστασιν, ἥτις ὑπὸ τῆς προηγουμένης ἡμῶν Συνελεύσεως ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐπικίνδυνος, ἐψήφισε τὴν ἀποστολήν, συμφώνως πρὸς τὸ ἐπισυνημμένον ψήφισμα, ἀντιπροσώπων της, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσι τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου. Οἱ δεσμοὶ οἱ συνδέοντες τὴν Κρήτην μετὰ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου δὲν εἶναι μόνον οἱ διὰ τῆς κοινότητος τῆς φυλῆς καὶ τῆς ταυτότητος τοῦ αἵματος, οἱ ἁπλῶς ἐθνικοί. Εἶναι δεσμοὶ φιλοτεχνηθέντες καὶ καθιερωθέντες ὑπὸ τοῦ συνεχοῦς καὶ μακροῦ χρόνου τῶν παθημάτων καὶ τῶν θυσιῶν, ἀδιάσπαστοι καὶ αἰώνιοι ἀμφοτέρωθεν ἀνακηρυχθέντες. Ἡ ἱερότης καὶ τὸ πραγματικὸν αὐτῶν ἀνεκηρύχθη ἐπανειλημμένως, γενομένης τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ 1898, ὁπότε τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς Κρήτην πρίγκιψ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ὡς Ὕπατος Ἁρμοστὴς αὐτῆς. Τῷ 1906 ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὴν εὐημερίαν τῆς Κρήτης καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὰς Προστάτιδας Μ. Δυνάμεις τὸν Ἁρμοστήν της. Τῷ δὲ 1908, ἀνακηρυχθείσης τῆς ἑνώσεως ὑπὸ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ καταλυθείσης τῆς Ἁρμοστείας, αἱ Προστάτιδες Μ. Δυνάμεις ὑπεσχέθησαν διὰ τῆς διακοινώσεώς των τῆς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους τὴν μετ’ εὐμενείας συζήτησιν τοῦ ἡμετέρου ἐθνικοῦ ζητήματος. Οἱ ἀναφερόμενοι, κύριε Πρόεδρε, τίτλοι δὲν εἶναι ἁπλῶς αἰσθηματικοὶ καὶ ὑποκειμενικοί, ἀλλ’ ἐνέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων καὶ ἀναδεικνύουσι τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἐπιβολήν των. Ἑπομένως πεποίθαμεν ὅτι πράξασα οὕτως ἡ Κρητικὴ Συνέλευσις ἐπεσφράγισε τὴν ἀδιάλυτον ἐθνικὴν ἀλληλεγγύην, τὴν πολλαχῶς διὰ τῶν πραγμάτων ἐπὶ πολλὰς ἤδη δεκαετηρίδας ἐκδηλωθεῖσαν καὶ ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ συνεδρίου οὐ μόνον δὲν θὰ διστάσητε εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δικαιοτάτου καὶ ἐθνικωτάτου τούτου μέτρου, ἀλλ’ ὅτι καὶ μετ’ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης θέλετε συνοδεύσει τὴν πατριωτικὴν ταύτην ἀπόφασιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Δέξασθε τὸν ἀδελφικὸν ἡμῶν ἀσπασμὸν καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς διακεκριμένης ἡμῶν ὑπολήψεως. Ἐν Χανίοις 1 Δεκεμβρίου 1911. Ὁ παρεδρεύων Ἀντιπρόεδρος Γ. Παπαμαστοράκης Οἱ Γραμματεῖς Μ. Ζωγραφάκης Στ. Ῥωσογιάννης (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§3Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, συγχρόνως δὲ νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπομνήματος τῆς Κρητικῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως.
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ ἀμέσως προσεχὴς συνεδρίασις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δύναται νὰ ὁρισθῇ πρὸς συζήτησιν.
§5Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς καὶ ἄλλοτε ἐδηλώσαμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ κανονίσῃ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὰ ὅρια τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ἑπομένως ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀποδεχόμεθα τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁρισθεῖσαν ἡμέραν.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ κανονικὸν εἶναι, ἂν δὲν ἐκδηλωθῇ ἐπιθυμία ταχυτέρας συζητήσεως, νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς συνεδρίασις τοῦ ἐλέγχου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ὅπως τὴν προσεχῆ Πέμπτην γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος ἐγγράφου;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί τὴν προσεχῆ Πέμπτην, κύριε Πρόεδρε; Τὰ γεγονότα τὰ τελούμενα, τὰ ὁποῖα δηλοῦσι παράβασιν πασῶν τῶν εὐχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πάντων τῶν πόθων τῶν Ἑλλήνων ἐπιβάλλουσι συζήτησιν ἄμεσον. Τί παραπέμπετε...
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπεδιώχθησαν Ἕλληνες Βουλευταὶ ὡς λῃστοπειραταί.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Μακεδόνες ἐν Ἀθήναις αἰτοῦνται διορισμὸν ὑποτρόφων ἐκ τοῦ Βελλιείου κληροδοτήματος· 2) Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Εὐπαλίου ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ περὶ κοινοτήτων νομοσχέδιον περὶ τῶν λιβαδίων. 3) Διάφοροι δημοδιδάσκαλοι αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων καὶ ἀποδοχὴν τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν των. 4) Κάτοικοι Ζαβέρδης αἰτοῦνται ἵδρυσιν ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ. 5) Ὑαλέμποροι Λαρίσης αἰτοῦνται ἄρσιν τοῦ προνομίου τοῦ κ. Δ. Ἀργυροπούλου. 6) Ἁμαξηλάται Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων. 7) Κάτοικοι Καλαβρύτων αἰτοῦνται τὴν διατήρησιν καθηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς ἐν τῷ γυμνασίῳ των. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Σκάσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΤΝΔʹ (3354) περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Νοσοκομεῖον Ἀνδρέου Συγγροῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χρυσοστάλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ βαθμοῦ ἀξιωματικῶν ἐν ἀποστρατείᾳ». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χηνιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Πετροπουλάκης, Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης, Τρ. Παπαδὰμ καὶ Ἰ. Ἀκρίδας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΛΒʹ τοῦ 1911 «περὶ συστάσεως τμήματος ἐργασίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ζωγλοπίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων». Ἅπαντα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις τινὲς ἀδειῶν πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῶσιν;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χορηγοῦνται ἄδειαι: 1) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Β. Γρίβαν 25 ἡμερῶν· 2) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Γ. Μπένον 2 μηνῶν. 3) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἰ. Τερζάκην 12 ἡμερῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Α. Λούτζη κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ὁ κ. Μαμάης.
§15Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐμείναμεν εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ὁ ἀστυνόμος, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν ὅτι ὁ συρόμενος εἶναι ὑπάλληλός μου, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ μέχρις ἐκεῖ. Ἐκλήθη λοιπὸν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νὰ δώσῃ τὸ πιστόλιον εἰς τὴν Ἀρχήν. Τὸ ἔδωκεν. Ἐνόμιζον ὅτι αὐτὸ θὰ ἤρκει, ὥστε ν’ ἀφήσωσι τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκόν του, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἔσυραν αὐτὸν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ ἐκεῖ τὸν ἔδειραν. Κατόπιν ἐκλήθην ἐγώ, ἀνεκρίθην καὶ ἐνόμιζον ὅτι τέλος πάντων ἐτελείωσε τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ τίποτε. Ἐνόμισα ὅτι μὲ τὸ ξύλο, ὅπου τῷ ἔδωκαν, ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις αὐτή, τῷ ἔδωκαν δέ, σημειώσατε, ξύλο γερό, διότι ἐπὶ δύο μῆνας περιεπάτει ὁ ἄνθρωπος μὲ ἕν πλευρόν. Πρὸ πέντε ἡμερῶν τὸν ἐδίκασαν ἐρήμην πέντε μῆνας, καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξακολουθεῖ, διὰ νὰ σκεπάσωσι τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι συνήθη.
§17Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Αὐτὰ τὰ συνήθη δὲν θὰ παύσωσιν; Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ κατηγορήσω τινά. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ἀναφέρονται πάντες οἱ πολῖται. Οἱ Ὑπουργοὶ μένοντες εἰς τὰ γραφεῖά των δὲν δύνανται νὰ ἠξεύρωσιν πάντα. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ λέγωμεν ἐδῶ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν δικάσωσι κατ’ ἀντιμολίαν, νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸ πιστόλι μου καὶ νὰ κατασταθῶσι προσεκτικὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅπως μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ ὅριά των.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐρωτᾷ «ἂν εἰσεπράχθη τὸ δάνειον τῶν 110,000,000, περὶ οὗ πρὸ μηνῶν ἐκυρώθη ἡ σχετικὴ σύμβασις, ποῦ δὲ εἶναι καὶ πῶς διετέθη τὸ προϊόν αὐτοῦ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». Ἀναβάλλεται ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κύριοι Ντολιόπουλος, Δαζέας καὶ Κοκκέβης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν διδασκαλισσῶν Γαργαλιάνων περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ των.
§19Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νομοσχεδίων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναπτύξεως τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, διότι προνοεῖ ἓν τῶν νομοσχεδίων περὶ ἐξισώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν διδασκαλισσῶν καὶ δημοδιδασκάλων.
§20Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀφοῦ ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐρωτᾷ «διατί μένει κενὴ ἐπὶ τρίμηνον ἡ θέσις Ἑλληνοδιδασκάλου ἐν τῷ σχολείῳ Κορώνης».
§22Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δι’ ἔλλειψιν δημοδιδασκάλων.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἐρωτᾷ «τί ἐνηργήθη πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐν Δίβρῃ ἰδιοκτητῶν οἰκοπέδων παρὰ τὴν ὁδὸν Πύργου–Δίβρης–Καλαβρύτων»;
§24Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχει φάκελος σχετικός.
§25Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς ἀποζημίωσιν, διετάχθη ὁ νομάρχης καὶ ὁ νομομηχανικὸς νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις, ἀλλ’ ἐχάθη, φαίνεται, ὁ φάκελος. Εἶναι παραπονούμενοι πλέον τῶν 100. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διαταχθῇ νὰ γίνῃ νέα ἐκτίμησις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἐρωτᾷ «τίνα μέτρα ἐλήφθησαν ἐπὶ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκιμμαίων περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ Ἀργυράδος–Ξηροπηγάδου–Λατομείου Βρεττοῦ».
§27Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὸν μηχανικόν, διὰ νὰ κάμῃ μελέτην καὶ προϋπολογισμόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§29ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀνεγνώσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Παλαμᾶς ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 445 φύλλῳ τοῦ «Νουμᾶ»;
§30Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον διόλου γνῶσιν τοῦ ἄρθρου. Παρακαλῶ, ἂν τὸ ἔχητε, νὰ μοὶ τὸ δώσητε.
§31ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτε ἐψηφίζομεν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, ἐν τῇ ὁποίᾳ συντάσσονται τὸ πολίτευμα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα· πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται»· ἐνθυμεῖσθε, λέγω, τότε τὰς θρασείας ὕβρεις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ἐναντίον ὡρισμένων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· ὡσαύτως ἐνθυμεῖσθε καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ψηφίσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ τιμωρίας ἐκείνου, ὅστις ἤθελε προβῆ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν παραφθορᾶς. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ σημερινοῦ ἄρθρου καταδεικνύεται ὁποίας ἐχίδνας τρέφει αὐτὸ τὸ Κράτος ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Ἀκούσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ «Νουμᾶ». (Ἀναγινώσκει) «..... Εἶναι σὰ μιὰ γυναῖκα νὰ παραδίνεται κτηνώδικα στὸν ἄντρα...». Προχωρῶν περαιτέρω γράφει τόσας αἰσχρότητας, ὥστε νὰ ἐρυθριᾷ καὶ νὰ ἀηδιάζῃ τις καὶ νὰ αἰσχύνεται νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ἔκφυλος κατέχει τόσον ὑψηλὴν θέσιν, καὶ ἀπολαμβάνει τοσούτων ἀγαθῶν καὶ ἐκ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων καὶ ἐκ τῶν Ἀνακτόρων, ὥστε νὰ σκέπτηται τις καθ’ ἑαυτόν: Ἆρά γε εἶναι Κράτος αὐτό; Ἆρά γε τὸ Κράτος αὐτὸ ἐκυβερνᾶτο καὶ κυβερνᾶται παρ’ Ἑλλήνων ἢ μὴ παρ’ ἐχθρῶν παντὸς Ἑλληνικοῦ; Ἆρά γε τὸ Κράτος αὐτὸ κατοικεῖται παρ’ Ἑλλήνων, ἢ μὴ παρ’ ἐκφύλων προσβαλλόντων καὶ ἀτιμαζόντων καὶ αὐτὸ τὸ ἔνδοξον ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρουσι; Καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τις δίκαιον οὕτω σκεπτόμενος; Ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἁδρότατα ὑπ’ αὐτοῦ μισθοδοτούμενος ὑβρίζει καὶ χλευάζει καὶ μυκτηρίζει πᾶν καὶ πάντα, μετὰ τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῦ ἐκπεφυλισμένων καὶ διεφθαρμένων μαλλιαρῶν συνδεόμενος πρὸς τὸ Κράτος αὐτό, καὶ ὑπογράφεται Κωστῆς Παλαμᾶς ἀναιδέστατα, καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ τὸν ἀνέχεται, καὶ τὸν καμαρώνει ἴσως ὥς τινα ἐξοχότητα. Τί αἶσχος!
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σημειώσατε ὅτι εἶμαι ἐν τάξει. Τότε εἴπομεν ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως εἰς πάντα. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠξίωσε τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ νὰ μὴ κάμνωμεν παραφθορὰν τῆς γλώσσης εἰς τὰ δημόσια δηλ. ἔγγραφα.
§33ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε αὐτὸ τὸ ἐπιδοκιμάζετε! Τί αἶσχος! Πολὺ καλά! Νὰ μὲ ἐγγράψητε δι’ ἐπερώτησιν δι’ αὐτὸ εἰδικῶς, κ. Πρόεδρε.
§34Γ. ΠΩΠ. Εἰς τοὺς ὑπαλλήλους εἴπομεν ὅτι ἀπαγορεύεται γενικῶς ἡ χρῆσις τῆς μαλλιαρῆς γλώσσης.
§35ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ τῷ ἀποδείξω ἐγὼ ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὑπέρ, ὅτι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν μαλλιαρῶν!
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Κοντογιάννη.
§37Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ συμπολίτης μου λοχαγὸς μετὰ τεσσάρων ἄλλων παραπονοῦνται ὅτι ἠδικήθησαν διὰ τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος νόμου περὶ συντάξεων. Εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν διάταξιν περιλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ οἱ πέντε λοχαγοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὸν βαθμόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπολαύουσιν οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν των καὶ ἤδη ἐξαιτοῦνται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ δι’ αὐτοὺς ἢ εἰς νόμον ἢ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς των. Παρακαλοῦσιν, ἵνα δεχθῇ τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀπονομῆς τέλος πάντων καὶ εἰς αὐτοὺς τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, ἵνα ἀμειφθῶσιν ἠθικῶς.
§38Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως.
§39ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Θὰ συνηγορήσω ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Βάρθη περὶ παραδοχῆς τῆς αἰτήσεως, διότι εὑρίσκω αὐτὴν δικαιοτάτην. Δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον τίποτε. Πρόκειται μόνον περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς, τῆς ὁποίας ἔτυχον καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Αὐτοὶ λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου καὶ μόνον τὸν βαθμόν των ζητοῦσι νὰ λάβωσιν ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ τὸν ἔχωσι πρὸς ἀνάμνησιν.
§40Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐκ παραλείψεως προῆλθε ἡ διαφορὰ αὕτη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, καὶ, ἐνῷ ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς τοὺς ἀποστρατευομένους καὶ ἀποστρατευθέντας ἀπὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου 1910, δὲν συμπεριελήφθησαν καὶ οἱ λοχαγοί, καὶ οὕτως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν βαθμοφόρων. Ἀφοῦ ἑπομένως οὐδεμία ζημία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καλὸν νομίζω ὡς μέτρον ἰσότητος νὰ ὑποβληθῇ συμπληρωτικὸν σχέδιον νόμου διὰ τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ νόμου.
§41ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εἶναι καὶ ὁ Γεώργιος Κρητικός.
§42Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Παρετήρησα ὅτι ἐκτὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξεπλάγη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. λοχαγοῦ, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω δικαιοτάτην.
§43Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διόλου δὲν ἐξεπλάγην.
§44Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκπλαγῶσι καὶ οἱ ἕτεροι, διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν καὶ ψηφισθὲν ἤδη τῶν συντάξεων δὲν ἦτο παρὰ ἓν κομβολόγιον προσωπικῶν ἀπαιτήσεων καὶ οὐδὲν ἕτερον· τὸ γνωρίζει ἄριστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ· καλλίτερον, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσωνται.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι δὲν ἐξεπλάγην.
§46Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐξεπλάγητε, κύριε Ὑπουργέ.
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐκπλήσσομαι!
§48Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν νὰ διορθωθῇ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ συντάξεων δι’ ὡρισμένους ἀξιωματικούς· διότι ἐνῷ ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἐξαιρετικῶς περὶ τῶν λοχαγῶν. Βεβαίως ἡ διάκρισις αὕτη ἐγένετο ἐξ ἀγνοίας, ἀλλὰ παρουσιάζει ἕν ἄδικον ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων βαθμοφόρων, καὶ δι’ αὐτό εἰμι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον αὐτὸ εἰς 4–5 συμπολίτας μου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος.
§50ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις ποιοῦμαι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φορέστης παρακαλεῖ ν’ ἀνακοινώσω ὅτι καὶ ὁ κ. Γ. Κρητικὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἐρωτᾷ: «Διατί, ἀφοῦ προεκηρύχθη τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἐν Τεμένῃ (Αἰγίου) δημοπρασία σχολείου θηλέων καὶ ἐνεκρίθη ἡ οἰκία Α. Λαΐου, ἐγένετο δὲ καὶ συμβόλαιον, δι’ οὗ ὑπεχρεοῦτο οὗτος νὰ ἔχῃ ἕτοιμον τὸ σχολεῖον τῇ 1ῃ Ἰουλίου, καὶ τῇ 13 Ἰουλίου παρελήφθη ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ σχολείου ἀρρένων Τεμένης ἀποστείλαντος τῷ κ. ἐπιθεωρητῇ πρωτόκολλον παραλαβῆς, ἐν τούτοις οὗτος εἰς οὐδεμίαν διαταγὴν περὶ ἐγκαταστάσεως προέβη μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καίτοι διεμαρτυρήθη ὁ κ. Λάϊος. 2) Ἐπ’ ὀνόματι τίνος ἐξεδόθησαν ἐντάλματα ἀπὸ Ἰουλίου μέχρι Σεπτεμβρίου. 3) Ἄν δύναται νὰ μὴ πληρώσῃ τοῦτον κατόπιν τοῦ συμβολαίου ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ὁπότε παρελήφθη τοῦτο ἁρμοδίως. 4) Τίνα μέτρα θὰ ληφθῶσι κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅστις ἐκθέτει διὰ τῆς αὐθαιρέτου στάσεως τὸ Δημόσιον εἰς εὐθύνας ἀποζημιώσεων εἴτε πρὸς τὸν ἕνα, εἰς ὃν ὀφείλεται ἐκ τῆς συμβάσεως ἐνοίκιον ἀπὸ Ἰουλίου μέχρι Σεπτεμβρίου, εἴτε εἰς τὸν ἄλλαν, οὗ τοῦ οἰκήματος ἐγένετο χρῆσις».
§52ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον.
§53Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως. Ἐπανερχόμεθα ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐρωτήσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐρωτῶντος: «ἂν εἰσεπράχθη τὸ δάνειον τῶν 110,000,000, περὶ οὗ πρὸ μηνῶν ἐκηρύχθη ἡ σχετικὴ σύμβασις, ποῦ δὲ εἶναι καὶ πῶς διετέθη τὸ προϊὸν αὐτοῦ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται, ἐὰν εἶναι ἕτοιμος, ν’ ἀπαντήσῃ.
§55Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν εὐλογωτάτην ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ θὰ εἶχε παρασχεθῆ ἤδη πλήρης ἱκανοποίησις, ἐὰν εἶχεν ὑποβληθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1912. Ἀλλὰ πᾶς τις νοεῖ ὅτι προκειμένου νὰ καταρτισθῇ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς ὡς ὁ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, μέλλων νὰ περιλάβῃ οὐσιώδη σημεῖα τοῦ προγράμματος τοῦ κυβερνητικοῦ, μέλλων νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἔπρεπε πρῶτον νὰ συνταχθῶσιν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, νὰ μελετηθῶσιν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς αὐτῶν ἀποτελέσμασι καὶ νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀντεσταθμίζοντο αἱ ἐκ τούτων δημιουργούμεναι χρηματικαὶ ὑποχρεώσεις, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν ἐγένετο, ὅτε ἐδέησε ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, ἵνα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξοικονομήσωμεν τὰ πρὸς ταύτην ἀπαιτούμενα χρηματικὰ κεφάλαια. Ἐβράδυνα τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912, ἀκριβῶς ὅπως δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαθεσίμων πόρων τοῦ Κράτους λύσῃ τὰ γεννώμενα ζητήματα, καὶ δυνηθῆτε οὕτω νὰ κρίνητε τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ ὑποβληθῇ λίαν προσεχῶς.
§56Γ. ΠΩΠ. Καὶ πότε θὰ συζητηθῇ; Τῷ 1914;
§57Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀπαντῶ νῦν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατ., τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς συμβάσεως τῆς γενομένης κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1911 περιεκόψατε εἰς 110 ἑκατομ., τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεδόθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1911 ἐν Παρισίοις καὶ Λονδίνῳ καὶ ἐξεδόθη ἐπιτυχῶς, καθ’ ὃν χρόνον δάνειον ἄλλης Δυνάμεως ἐκδοθὲν συγχρόνων ἀπετύγχανεν. Ἦτο τοῦτο τὸ πρῶτον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐξέδιδεν ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς πίστει, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως καὶ τῆς ἐγγυήσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπέτυχεν ἐν τούτοις ἀνώτερον ποσοστὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὡρίζετο ἐν τῇ συμβάσει, ὅπερ ἀνώτερον ποσοστὸν διετέθη ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1911. Ἡ πραγματοποίησις τῶν 110 ἑκατομ. ἀπέφερε, πρὸς 84, 92,400,000 φρ., τῶν ὁποίων ἡ τελευταία δόσις κατεβλήθη ἡμῖν τῇ 14 Αὐγούστου 1910. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἔξοδα προμηθείας καὶ ἔξοδα χαρτοσήμου, ἀνῆλθον εἰς 4,806,000, καὶ οὕτω τὸ δάνειον ἀπέφερε καθαρὸν ποσὸν 87,593,000 φράγκων. Ἐκ τούτων ἀπεδόθησαν 40 ἑκατομ. δραχμῶν, τὰ ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς, ἀπέμεινε δὲ καθαρὸν κεφάλαιον 47,593,000. Ἡ προκαταβολὴ ἔδωκε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν αὐτῆς 37,156,000 δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν κατεβλήθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου 17 ἑκατομ., μετὰ δὲ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ἐξωφλήθη κυμαῖνον χρέος ἐντόκων γραμματίων 8,781,000. Τὸ καθαρὸν ὑπόλοιπον τῆς προκαταβολῆς εἶναι 11,275,000 δραχ. Ὅθεν τὸ καθαρὸν ὑπόλοιπον τοῦ ὅλου δανείου ἀνέρχεται εἰς 58,958,000 δραχ., τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ δημοσίῳ Ταμείῳ. Ἀλλ’ ὅμως μετὰ τὴν ἐξόφλησιν πάντων τῶν ἐκκρεμῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1909 Προϋπολογισμῶν προερχομένων τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ δημοσίῳ Ταμείῳ κεφάλαιον δὲν εἶναι 58,958,000, ἀλλ’ εἶναι ἀνώτερον. Ὑπάρχει κατατεθειμένον σήμερον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ ἀνοικτῷ ἐντόκῳ λογαριασμῷ ποσὸν 9,129,000 δραχ. Ὑπάρχει κατατεθειμένον ἐπὶ προθεσμίᾳ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν ἄλλαις ἐνταῦθα Τραπέζαις ποσὸν 17,923,000 δραχμῶν.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ ποίῳ τόκῳ;
§59Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀπὸ 3 καὶ ¼ μέχρι 3 καὶ ¾%. Ὑπάρχει πλὴν τούτων παρὰ τῇ ἐν Παρισίοις «Comptoir d’ Escompte» κατατεθειμένον ποσὸν 45,050,000 δραχ. Τὸ ὅλον τῶν καταθέσεων τούτων ἀνέρχεται εἰς 71,702,000 δραχ. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τοῦ καθαροῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου κατὰ 12,700,000 δραχ. Ἀλλά, ἵνα ἀντιληφθῆτε τὴν πραγματικὴν τοῦ δημοσίου Ταμείου θέσιν, πρέπει νὰ γινώσκητε ὅτι ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἐνήργησε πληρωμὰς οὐχὶ εὐκαταφρονήτους. Οὕτω π. χ. μολονότι δὲν συνήφθη τὸ Θεσσαλικὸν δάνειον ἠρξάμεθα καταβάλλοντες ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου. Οὕτως ἠρξάμεθα καὶ περὶ τοῦ...
§60Γ. ΠΩΠ. Μὲ 1 καὶ ⅓%.
§61Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὰ κεφάλαια τὰ διαθέσιμα τοῦ δημοσίου Ταμείου εἶναι τοκισμένα πρὸς 3 καὶ ¾%.
§62Γ. ΠΩΠ. Ἐκ τοῦ δανείου;
§63Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα.
§64Γ. ΠΩΠ. Καὶ πόσον πληρώνουσι τόκον;
§65Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐτόκισε χρήματα πρὸς 3½ ἢ 3 καὶ ¾, οὔτε πρὸς 2% οὔτε πρὸς 1%, διότι δὲν εἶχε τίποτε νὰ τοκίσῃ (χειροκροτήματα). Κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο ἡ συζήτησις τοῦ δανείου, καὶ ἔλεγον ὅτι δὲν ἤθελον νὰ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον, τοῦτο ἀκριβῶς διὰ τὴν ζημίαν, ἣν θὰ ὑφιστάμεθα ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου, ὃν θὰ ἀπελαμβάνομεν, καὶ ἐκείνου, ὅνπερ θὰ κατεβάλλομεν, τότε οἱ ἀντιλέγοντες ἔλεγον ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστῶμεν τοιαύτην ζημίαν καὶ ἔλεγον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα βαρύνουσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ σκέπτωνται πόσον θὰ ἐβάρυνον αὐτόν.
§66Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἐλάβετε, χωρὶς νὰ ἔχητε ὑποχρέωσιν νὰ τὰ λάβητε.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴχομεν ὑποχρέωσιν.
§68Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Περὶ τούτου ὅμως πλατύτερον θὰ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1912, ὅτε θὰ ἴδητε ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι οἱ πόροι τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἵνα ἀντιληφθῆτε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ δημοσίου Ταμείου, τὸ ὁποῖον ἔχει διαθέσιμα ἐν ἐντόκῳ καταθέσει ὄχι τὰ τοῦ δανείου κεφάλαια, ἀλλὰ ποσὸν ἀνώτερον αὐτῶν, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ὄχι μόνον προκαταβάλλομεν δαπάνας, ἃς ἄλλοτε οὐδέποτε ἠδυνάμεθα νὰ προκαταβάλλωμεν, ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια εἰς πίστωσιν ἡμῶν. Ἔχομεν εἰς πίστωσιν ἡμῶν ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1911 ὑπὲρ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Οὕτω τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀνέρχονται νῦν εἰς 78,000,000. Εἶναι δηλαδὴ κατὰ 19 ἑκατομμύρια μέχρι τοῦδε ἀνώτερα τοῦ καθαροῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου. Ταῦτα δὲ εἶναι ἀληθῶς διαθέσιμα, εἶναι ὅμως ἀνεξάρτητα πρὸς τὰ ὑπάρχοντα ἐν τοῖς δημοσίοις Ταμείοις, δι’ ὧν διενεργεῖται ἡ τρέχουσα ταμιακὴ ὑπηρεσία. Ταῦτα εἶναι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα ἐν Τραπέζαις, ἀνεξάρτητα τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν πραγματικῶν τούτων ἀριθμῶν δύνασθε νὰ κρίνητε, Κύριοι, πῶς διεχειρίσθη τοὺς πόρους τοῦ Κράτους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἂν ἐπαγγελλομένη τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν, ἵνα ἐπ’ αὐτῆς στηρίξῃ τὰς ἐπιλοίπους μεταρρυθμίσεις, εἶναι εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ ὅσα ὑπεσχέθη. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε, Κύριοι· δὲν εἶπε διὰ τὰ 17,000000· εἶπε ῥητῶς καὶ σαφῶς «εἰς διαφόρους Τραπέζας». Εἰς ποίας Τραπέζας, κ. Ὑπουργέ; Περὶ τούτου σᾶς ἠρώτησα· καὶ τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐρώτησίς μου, ἡ σαφής, ἡ ὡρισμένη, ἡ ἀποκλειστική· δὲν εἶχε σκοπὸν ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τὰς πομφόλυγας, οὔτε εἶχε σκοπὸν ν’ ἀκούσωμεν πῶς καλυπτομένων τῶν ἐλλειμμάτων αὐξάνουσι τὰ κεφάλαια. Εἰς ποίας ὡρισμένας Τραπέζας ἔχετε καταθέσει τὸ προϊὸν τοῦ δανείου; Ἐπὶ τούτου σᾶς προκαλῶ ν’ ἀπαντήσητε.
§70Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο σαφής· ὅταν διαθέτω διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τὰ ἔχομεν κατατεθειμένα.
§71ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶχον δικαίωμα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μάθω ῥητῶς ποῦ ἔχουσι διατεθῆ τὰ 17.000.000, διότι, κ. Ὑπουργέ, λέγεται, κατ’ ἀνακοινώσεις σας, ὅτι διετέθησαν ἐν Τουρκίᾳ. (Θόρυβος). Ἡ εὐθύνη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι εἰς ἐμὲ ἀδιάφορος, οὔτε λέγω ὅτι διατρέχουσι τὰ 17.000.000 κίνδυνον. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω καὶ νὰ σᾶς ἐλέγξω, ἂν διεθέσατε 17.000.000 πρὸς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, διότι τοῦτο συνδέω πρὸς τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ συνδέω πρὸς διαφόρους ἀνακοινώσεις καὶ ἰδίως πρὸς τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Δίλλων, κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεσθε εἰς συνεννόησιν καὶ σύμπραξιν ἐπί τινων ζητημάτων μετὰ τῆς Τουρκίας.
§72Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπατᾶται. Ὡμίλησα ἐν τῇ συνεντεύξει, τὴν ὁποίαν περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔσχον, ὡμίλησα περὶ τῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν αὕτη παρέσχε κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν εἰς ἕτερα πιστωτικὰ ἡμέτερα ἱδρύματα. Τὰ καταβληθέντα προήρχοντο ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδεμίαν δ’ εἶχον σχέσιν πρὸς τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου.
§73ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ ῥητῶς ποῦ καὶ πῶς ἔχουσι διατεθῆ τὰ 17 ἑκατομμύρια. (Θόρυβος). Μὴ θορυβεῖτε, Κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις διεκφεύγῃ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, διότι θὰ καταπλαγῆτε, ὅταν συζητήσωμεν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρὸς τὸ παρὸν τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαντᾷ παρὰ μόνον μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐγὼ ζητῶ πολιτικὴν καὶ οὐχὶ οἰκονομικὴν εὐθύνην.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιώτης ἐρωτᾷ «ἂν ἐλήφθη μέριμνα περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ Θηβῶν–Καπαρελίου τοῦ δήμου Πλαταιῶν».
§75Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἐγνωμοδότησε περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Σπηλιώτης ἐρωτᾷ «διατί ὁ καθηγητὴς τοῦ ἐν Θήβαις Γυμνασίου κ. Γιοτσαλίτης παραμένει μακρὰν τῆς θέσεώς του καί, ἂν οὗτος παρῃτήθη ἢ ἀπελύθη, διατί δὲν διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ἕτερος καί, ἂν διωρίσθη, διατί δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του».
§77Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. Γιοτσαλίτης ἀπελύθη.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιώτης ἐρωτᾷ «ἂν ἐλήφθησαν ἢ θὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν Φαγᾶ καὶ Πιρνερῆ».
§79Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διετάχθη ἡ μελέτη περὶ τῆς ἀποξηράνσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ἐρωτᾷ «1) Διατί διεκόπη ἡ κατασκευὴ τῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς Καινουρίου– Κεφαλοβρύσου, τμήματος τῆς γραμμῆς Ἀγρινίου–Κεφαλοβρύσου, ὅπερ εἶναι κέντρον τοῦ ἐμπορίου 12 δήμων· 2) Ἂν θὰ κατασκευασθῇ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμὴ Κεφαλοβρύσου– Προυσοῦ, τμῆμα τῆς τοῦ Ἀγρινίου–Καρπενισίου γραμμῆς. 3) Διατί δὲν συνιστῶνται τηλέφωνα εἰς Παραβόλαν καὶ εἰς τὰ κεφαλοχώρια Ζακωνίνων–Προστοβᾶς καὶ εἰς τὸ χωρίον Ζελίχοβαν ἅτινά εἰσιν ἀπαραίτητα».
§81Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐζήτησα περὶ τούτων πληροφορίας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ἐρωτᾷ ἐπίσης «4) Διατί δὲν ἐπισπεύδεται ἡ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν Ἀγρινίου–Καλυβίων καὶ Ἀγρινίου–Ζαπαντίου· 5) Διατί δὲν συμπληροῦται ἡ ὁδὸς Ἀγρινίου–Καινουρίου, τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Καρπενισίου, δι’ ἣν χρειάζονται 3–4 χιλ. δραχ. 6) Διατί δὲν κατασκευάζεται ἡ ὁδὸς Παραβόλας–Προστοβᾶς· 7) Διατί δὲν ἀποπερατοῦται ἡ ὁδὸς Κεφαλοβρύσου–Μπερίκου. 8) Διατί δὲν κατασκευάζεται ὁδὸς βατὴ Κεφαλοβρύσου–Χρυσοβίτσης.
§83Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐμελετήθη, ἀλλὰ μὴ ὑπαρχόντων κεφαλαίων δὲν διετάχθη ἡ ἐπισκευή.
§84Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ, ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· «Διατί δὲν ἐπισπεύδεται ἡ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν Ἀγρινίου–Καλυβίων καὶ Ἀγρινίου–Ζαπαντίου, 2) διατί δὲν συμπληροῦται ἡ ὁδὸς Ἀγρινίου–Καινουρίου, τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Καρπενισίου, δι’ ἣν χρειάζονται 3–4 χιλ. δραχμῶν, 3) διατί δὲν κατασκευάζεται ἡ ὁδὸς Παραβόλας– Προστοβᾶς, 4) διατί δὲν ἀποπερατοῦται ἡ ὁδὸς Κεφαλοβρύσου–Μπερίκου, 5) διατί δὲν κατασκευάζεται ὁδὸς βατὴ Κεφαλοβρύσου–Χρυσοβίτσης». Συμβαίνει τὸ ἑξῆς· γνωρίζω ὅτι ἐχορηγήθησαν πιστώσεις περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν αὐτῶν Ἀγρινίου–Καλυβίων καὶ Ἀγρινίου–Ζαπαντίου. Εἶχον γράψει καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ θέρος ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν αὐτῶν, ἰδίως τῶν Καλυβίων ἐπειγόντως, καθόσον διασχίζει τὴν πεδιάδα καὶ δι’ αὐτῆς μετακομίζονται πάντα τὰ προϊόντα. Ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Ἀγρινίῳ πρό τινος χρόνου, δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ἐδόθησαν προσφοραὶ ἐλλείψει ἐργολάβων. Ἔπρεπεν αἱ μειοδοσίαι νὰ γίνωσιν εἰς διάφορα μέρη. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον τμῆμα ὁδοῦ, οὗτινος ἐπείγει ἡ κατασκευή, τὸ τοῦ Ἀγρινίου–Καινουρίου, ὅπερ εἶναι τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Παραβόλας–Προυσοῦ–Καρπενισίου καὶ ὅπερ ἐγκατελείφθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Πρόκειται δὲ περὶ δαπάνης 3000–4000 δραχμῶν, καὶ διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς θὰ διευκολυνθῇ ἡ συγκοινωνία τριῶν ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν.
§85Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ ὁδὸς Παραβόλας–Καρπενισίου δὲν εἶναι οὔτε ἐθνικὴ οὔτε δημοσία ὁδός.
§86Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν τμημάτων αὐτῶν δυσχεραίνεται μεγάλως ἡ συγκοινωνία τριῶν ἐπαρχιῶν. Κύριε Παπαθανασιάδη, νὰ ἑνώσητε καὶ ὑμεῖς τὰς συστάσεις σας, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη ἀφορᾷ περισσότερον τὴν ἐπαρχίαν σας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ἐρωτᾷ «διατί ἐξετοπίσθη ὁ σταθμάρχης Μπερίκου (Τριχωνίας) καὶ ἀποσπασματάρχης τριῶν δήμων Μ. Μαχαιρᾶς, πατάξας τὴν ζωοκλοπὴν καὶ πᾶν ἄτακτον στοιχεῖον καὶ παγιώσας τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς τρεῖς δήμους Παμφίας, Ἀμβρακίας καὶ Παρευηνίων. Ἐπίσης διατί οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη διὰ τὰ ἕλη Τριχωνίας καλύπτοντα ἀπεράντους ἐκτάσεις καὶ καθιστῶντα νοσηρὰ τὰ πέριξ τῶν λιμνῶν Τριχωνίδος καὶ Λυσιμαχίας μέρη.
§88Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπεσχέθην νὰ ἐξετάσω τὰ ἕλη τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῶσι πάντα ταυτοχρόνως. Διετάχθη νὰ συσταθῇ συνεργεῖον καὶ θὰ γίνῃ ἡ μελέτη.
§89Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μηνὸς τῇ ἀδείᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔκαμα γνωστὸν εἰς τοὺς συμπολίτας μου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι τὰ ἕλη ταῦτα πρέπει ν’ ἀποξηρανθῶσι, καί, ἐνῷ καὶ νόμος ἐψηφίσθη καὶ οἱ κάτοικοι ἀναμένουσιν ἐνέργειάν τινα, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ γνωσθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τούτου, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγὼ ἀνεκοίνωσα ἐσφαλμένας ἐπαγγελίας.
§90Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἐπληροφόρησα τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ὑπάλληλοι, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ δημόσια ἔργα, διότι δυστυχῶς ὁ ἀριθμός, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ μικρότερος ἀπὸ τὸν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄλλοτε, δὲν συνεπληρώθη. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἀριθμοῦ θὰ διαθέσω τόσους, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ μελέται. Εἶπον προσέτι ὅτι, ἐπειδὴ ἀληθῶς ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπάρχουσιν ἕλη μεγάλων ἐκτάσεων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἀφήνουσιν ἀνεκμεταλλεύτους μεγάλας ἐκτάσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν ζημιοῦσι σπουδαίως, θὰ συστήσω συνεργεῖα, διὰ νὰ μελετήσωσι τὰ ἕλη ταῦτα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑποβάλῃ μελέτην ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι τὸν χειμῶνα τὸ ἕλος τὸ ἰδικόν σας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοπογραφηθῇ, διότι καταλαμβάνουσι μεγάλην ἔκτασιν τὰ ὕδατα. Ἐν τοσούτῳ γίνεται τὸ συνεργεῖον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «διατί δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης τσιφλικίων τῶν χωρίων Σελλάδων, Μπανίου, Λίμνης, Μεγάρχης, Γλυκορρίζου καὶ Συκιὲς κλ., ὡς ἐγένετο διὰ τὰ κτήματα Μουφὶτ–Βέη». Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσῃ. Ὁ κ. Μεϊτάνης ἐπ’ ἀναφορᾶς Λαπαθῶν καὶ Καλλιφωνίας ὑπὲρ τοῦ εἰρηνοδίκου Καλαβρύτων.
§92Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤμην παρών, ἐγένετο κατηγορία κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Καλαβρύτων. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω ἐκ διαφόρων δήμων, αἱ κατηγορίαι αὗται εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι, καὶ δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι τοιοῦτον καλὸν εἰρηνοδίκην ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἔχει πολὺν καιρὸν νὰ ἴδῃ. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ εἶναι δραστήριος καὶ δίκαιος, καὶ οὐδεμία κατηγορία οὔτε κατακραυγὴ ἐναντίον του ἔχει ἐκδηλωθῆ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ψευδεῖς κατηγορίας, αἵτινες πρό τινων ἡμερῶν ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας «1) Διατί δὲν διωρίσθη ὑποδιδάσκαλος ἐν χωρίῳ Σεκλίτσα, τοῦ τέως τοιούτου παραπεμφθέντος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, 2) διατί δὲν προήχθη τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου Μπότσι, 3) διατί δὲν διετάχθη ἡ ἐπισκευὴ τοῦ σχολείου Βρεστενίτσης, 4) διατί δὲν διετάχθη ἡ κατασκευὴ διδακτηρίου ἐν Θεοδωριάνοις, 5) διατί δὲν διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς ἐν τῷ Γυμνασίῳ Ἄρτης, 6) διατί δὲν ἐκανονίσθησαν αἱ ὧραι φοιτήσεως διὰ τὸν χειμῶνα ἀπὸ τῆς 9 π. μ. ἐν τοῖς σχολείοις».
§95Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος τὸ ἴδιον. Ὁ κ. Παπακυριακόπουλος, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§97Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου Πυργίων αἰτουμένων νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας ὑποχρεωτικὸν δι’ ἅπαν τὸ Κράτος καθ’ ὑπόδειγμα τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντος καὶ εἰς ἄλλα μέρη πεπολιτισμένα χριστιανικά. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔχει ὑπογραφῆ ἀπὸ τὸν κλῆρον τῆς πόλεως Πύργου, ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐπιτρόπους τοῦ ναοῦ τῆς πόλεως Πύργου, ἀπὸ τοὺς προέδρους τῶν συλλόγων καὶ σωματείων καὶ ἀπὸ 400 περίπου ἐπαγγελματίας φορολογουμένους, νομίζω δ’ ὅτι θὰ ἦτο εὐεργετικὴ ἀνάπαυλα διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας, καὶ μάλιστα διὰ τὸ κατώτερον προσωπικόν, ὅπερ θὰ ἐκκλησιάζηται κατὰ Κυριακὴν καὶ θὰ διδάσκωνται εἰς τὰ σχολεῖα τοῦ λαοῦ τὰ στοιχειώδη. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἡ κυριακὴ ἀργία διὰ τῶν ἠκρωτηριασμένων ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐπαύετο καὶ αὐτὴ ἡ κατ’ ὄνομα ὑπόστασίς της. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑποβάλλεται καὶ δι’ ὑπομνήματος ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτρόπων τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ. Ὑποβάλλω ἑτέραν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου Σκουροχωριτῶν αἰτουμένων ἵνα ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ καὶ προβῇ εἰς διαβήματα, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἵδρυσιν τῆς σταφιδικῆς Τραπέζης, ἤδη μάλιστα, ὅτε μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐκτοκισμοῦ οἱ δανεισταὶ ἀρνοῦνται νὰ δώσωσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων. Μόνον διὰ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀνακουφισθῶσιν οἱ ταλαίπωροι παραγωγοί, καὶ διότι θὰ πληρώνωσιν ὀλιγώτερον τόκον, καὶ διότι θ’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν διαφόρων τοκογλύφων καὶ τῶν σταφιδοαποθηκαρίων, τὴν εἰκόνα τῶν ὁποίων σᾶς ἐζωγράφισε προχθὲς μὲ τὰ ζωηρότερα χρώματα ὁ συνάδελφος κ. Κατσιμπίρης.
§98Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως· πρέπει νὰ τὸ ἐπισπεύσῃ, ἵνα γίνῃ.
§99Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ διακανονισμὸς τῶν χρεῶν, καὶ τονίζω τοῦτο, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον ζήτημα ἀγροτικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, λίαν προσεχῶς φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχωμεν ζήτημα κοινωνικὸν ἐν Πελοποννήσῳ. Τὴν παράκλησιν ταύτην περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπευθύνουσι καὶ οἱ συμπολῖταί μου κάτοικοι Μπαρμπασαίνης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μάλιστα ν’ ἀνασταλῶσιν οἱ πλειστηριασμοὶ μέχρι τῆς ἱδρύσεως Τραπέζης καὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν των. Ἐπίσης πολλοὶ συμπολῖταί μου ἕλκοντες τὴν καταγωγὴν ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἐγκαθεσταμένοι ἐν Πύργῳ παρακαλοῦσιν ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συγκατατεθῇ νὰ παρεκτείνῃ τὴν ὁδὸν Πύργου–Δίβρης μέχρι Τριποτάμων. Ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη, διότι πρόκειται περὶ 15 μόλις χιλιομέτρων ἀποστάσεως. Νομίζω ὅτι αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δικαιοῦνται ν’ ἀξιώσωσι τὴν μέριμναν ταύτην, ἡ μὲν μία διότι καταβάλλει τοὺς μεγαλειτέρους φόρους πληρώνουσα ἐξαγωγικὸν τέλος ἐπὶ 100,000,000 ἀκαθαρίστου σταφιδοκάρπου πρὸς 20 δρχ. τὸ χιλιόλιτρον, ἡ δὲ ἐπαρχία Καλαβρύτων, διότι καὶ φόρους πληρώνει καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας ἐπρωτοστάτησε καταβαλοῦσα βαρὺν φόρον καὶ εἰς αἷμα καὶ εἰς χρῆμα, οὐδεὶς δὲ ἀγνοεῖ ὅτι ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ ὑψώθη τὸ λάβαρον τῆς ἀνεξαρτησίας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§101Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κατὰ συμφωνίαν μὲ τὸν Πρόεδρον κ. Τσιριμῶκον θὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 56 ἐπερώτησις ἀφορῶσα τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ 15 ἡμερῶν ἐρώτημα, δι’ οὗ παρεκάλουν τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσωσιν ἔγγραφα ἀφορῶντα διαφόρους ἀνακρίσεις ἐνεργηθείσας ἐν Κερκύρᾳ καὶ Λευκάδι. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν κατέθεσαν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, διὰ τοῦτο ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ἥτις θὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐπερωτήσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσσεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 56 ἐπερώτησις. Ὁ κ. Βάρθης ἐπερωτᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν.
§103Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὄχι τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§104Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὄχι· ἀκριβῶς ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ζητήσει νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις ἐν Λευκάδι κατὰ τοῦ ἐπιτηρητοῦ τῶν ἁλυκῶν, ὑμεῖς ὅμως μέχρις ὥρας δὲν κατεθέσατε τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§105Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πότε ἐγένοντο;
§106Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρὸ ἓξ μηνῶν.
§107Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αἱ ἁλυκαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§108Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§109Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ δὲν θὰ μὲ διδάξητε ὑμεῖς τί ὑπάγεται εἰς ἐμέ!
§110Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τέλος πάντων ὤφειλε νὰ φροντίσῃ ἡ ὑμετέρα ὑπηρεσία καὶ ν’ ἀποστείλῃ τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας· ἄλλως τε εἴμεθα συνηθισμένοι μὲ τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀφεώρα, ὡς ἐνόμιζον τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀπὸ σήμερον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀφορᾷ δὲ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς κατὰ τοῦ ὑγειονόμου Κερκύρας ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις. Οὕτως εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ ὑπιάτρου Παπακώστα ὑγειονόμου Κερκύρας· καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι ταῦτα κατετέθησαν πρὸ 4 ἡμερῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀφίσταται τῆς ἀληθείας. Οὕτως ἄλλοτε, ὅτε ἐζητήθη σχετικὸν βοήθημα διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς Λευκάδος, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τοῦτο, μᾶς ἐπληροφόρησε δὲ κατόπιν ὅτι ἀπεστάλη τὸ βοήθημα, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἀπεστάλη τίποτε εἰς τὴν Λευκάδα· ἀλλὰ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ δημάρχου κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ νέα, ὅπως προβῇ εἰς νέαν ἐξέτασιν τῆς βλάβης τῶν οἰκιῶν ἐν Λευκάδι. Ἐκ τούτων ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι, καίτοι ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεσχέθη ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, δὲν τὰ κατέθεσε. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Προέρχεται δὲ κυρίως ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες φέρουσι τὰς εὐθύνας τῆς ἐνεργηθείσης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνακρίσεως, ὥστε οὐδεμίαν νὰ παρέχῃ ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς αὐτῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ὑπίατρος Παπακώστας ἐν Κερκύρᾳ εὑρισκόμενος κατηγγέλθη ὅτι δὲν ἐνήργησε, συμφώνως πρὸς τὰ νόμιμα, ἀπολύμανσιν ἀτμοπλοίου ἐκ μέρους χολεροβλήτου προερχομένου. Ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντὶ νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς ἕνα τῶν ἀνωτέρων του ἰατρῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διέταξε τὸν γραμματέα τῆς Νομαρχίας Κερκύρας φίλα φρονοῦντα πρὸς τὸν κ. Παπακώσταν. Ἡ ἀνάκρισις, ὡς εἰκός, οὐδὲν ἔσχεν ἀποτέλεσμα, ἑτέρα δὲ ἀνάκρισις ἐνεργηθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Κερκύρας ἔφερεν εἰς φῶς, ὡς γνωρίζω, ἀρκετὰ στοιχεῖα ἐπιβαρυντικά. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἀπευθύνω καταγγελίαν, ἐζήτησα δὲ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀποσταλῇ ἀξιωματικός, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διότι ὁ ὑγειονόμος Κερκύρας εἶναι στρατιωτικὸς ὑπίατρος, καί, ἂν ἀποδειχθῇ ὑπεύθυνος πάντων τῶν καταγγελλομένων, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς συμβούλιον. Ἀναμένω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δικαιολογήσῃ διὰ ποίους λόγους δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα τετράκις μέχρις ὥρας.
§111Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται ὅτι ἀπουσίαζεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτε ἐδίδομεν ἀπάντησιν, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται πῶς, ἐνῷ προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς ἰδικήν μου ἐπιβεβαίωσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, εἶπεν ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διὰ νὰ μάθῃ ἂν τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ κ. Βουλευτής, χωρὶς ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀπάντησιν, διατείνεται ὅτι οὔτε τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν οὔτε εἶπον ἀλήθειαν, ἀλλὰ μόνον εἶπον ὀλίγα τινά, χωρὶς νὰ ἐκτελέσω τι. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς βαίνει καὶ περαιτέρω καί, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἐρώτησις κἄν, διατείνεται ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς Λευκάδος δὲν ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα, ὡς ἐβεβαίωσε καὶ ἄλλος συνάδελφος, ἀλλ’ ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήταζεν, ἤθελε μάθει ὅτι ὁ φάκελος τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαιώσαμεν αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἀπεστάλη, ἀπεστάλη. Ἀλλ’ εἶχον ἀπαντήσει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ὑπ’ ἐμοῦ εἶχε καταρτισθῆ δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος, καὶ ὅτι ὤφειλον ἄλλα πρόσωπα νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ καταρτίσει τῆς ἐπιτροπῆς, καί, ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος ἦτο ὁ καταλληλότερος, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον, καὶ κατηρτίσθη ἄλλη ἐπιτροπή. Πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ πάντα ταῦτα καὶ ἀγνοῶν ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ἐγὼ δὲν γνωρίζω.
§112Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκ δευτέρου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε, καὶ ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν συνεχώρει, θὰ ἤμην ἐγώ. Ἄριστα θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι διέκρινα εἰς αὐτὸν ἀείποτε ἀρίστην ἰσχυρὰν μνήμην, ὅτι μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγὼ καὶ τὸν ἠρώτησα διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ βοηθήματος εἰς τοὺς Λευκαδίους καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι πρὸ πολλοῦ ἀπεστάλη, πρᾶγμα λησμονημένον, καὶ θὰ ἐνθυμῆται καλῶς τὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ διαμειφθέντα. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι πρᾶγμα λησμονημένον. Ὄχι μόνον δὲν ἀπεστάλησαν, ἀλλὰ σήμερον συνεστάθη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξετάζει, ὅπως διανεμηθῇ τὸ βοήθημα.
§113Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἠκούσατε οὔτε τί εἶπον.
§114Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἤκουσα λαμπρά· ὑμεῖς θέλετε νὰ διορθώσητε τὸ σφάλμα σας, καὶ ὑπεπέσατε εἰς ἄλλο σφάλμα μεγαλύτερον, θέλοντες νὰ διορθώσητε τὸ πρῶτον. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὡς Ὑπουργός, ἵνα μὴ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ ἐκφραζώμεθα δριμέως περὶ Ὑπουργῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα διὰ τὴν ἀνάκρισιν τοῦ Παπακώστα, ἐνθυμεῖσθε καὶ θὰ ἐνθυμῶνται καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἴπετε ὑμεῖς ὅτι τὰ κατεθέσατε πρὸ 4 ἡμερῶν. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκονται ταῦτα; Μετέβην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου, μετέβην παρὰ τῷ διεκπεραιωτῇ, οὐδὲν ἔγγραφον ὅμως κατετέθη παρ’ ὑμῶν ὄχι τότε, ἀλλὰ οὔτε τώρα, καίτοι παρῆλθον 20 ἡμέραι. Ἢ λοιπὸν ἐξηφανίσθησαν ἢ δὲν τὰ κατεθέσατε ὑμεῖς λαμβάνοντες ὑπὸ τὴν προστασίαν σας τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράγματι ἐγκλημάτησαν ἐν Κερκύρᾳ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα· ἢ ὑμεῖς θέλετε νὰ προφυλάξητε τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, ἢ ἐκλάπησαν, καὶ τότε ὀφείλετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀμείλικτον τιμωρίαν τοῦ ὑπευθύνου. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλητε, ν’ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἐρωτημάτων. Ἀναλαμβάνετε ὑπὸ τὴν προστασίαν σας τοὺς ἐγκληματίας ὑπαλλήλους, ἢ ὑμεῖς εἶσθε ὁ ἐγκληματήσας;
§115Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀπήντησα δύο φοράς, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ μὲ ἐννοήσητε.
§116Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει μέγα μέρος τῆς γεωργικῆς ἡμῶν τάξεως, ἐνδιαφέρει ἁπαξάπαντας τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς. Ἡ ἐμὴ δ’ ἐρώτησις ἦτο αὕτη: Τίνα μέτρα σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ὅπως διασπάσῃ τὸν οἰκονομικὸν συνασπισμόν, ὅστις κατηρτίσθη ἐν τῇ βιομηχανίᾳ τῆς σαπωνοποιίας καὶ τῆς πυρηνελαιουργίας. Δὲν θὰ λανθάνῃ ἴσως τὴν Βουλὴν ὅτι δυνάμει συμβολαίων, καταρτισθέντων μεταξὺ τῆς ἑταιρείας Σπυράκη καὶ συντροφίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ πάντων τῶν βιομηχάνων σαπωνοποιίας καὶ πυρηνελαιουργίας ἀφ’ ἑτέρου, κατηρτίσθη σύμβασις, δι’ ἧς οἱ βιομήχανοι οὗτοι ἀνέθηκαν τὴν συνολικὴν ἀγορὰν τῶν ἐλαιοπυρήνων εἰς τὴν ἑταιρείαν Σπυράκη καὶ συντροφίας. Ἐκ τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου καθίσταται καταφανὲς ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς τρὰστ τῶν εἰρημένων βιομηχάνων, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν τὴν ὑποτίμησιν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων. Ἐν γένει περὶ τῶν τρὰστ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καθ’ ἑαυτὰ ὑπό τινας περιστάσεις δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι καταρτιζόμενα ἐπὶ τῇ ὑποθέσει μεταξὺ βιομηχάνων ἑνὸς ὡρισμένου εἴδους βιομηχανίας, ὅταν δηλ. ἔχωσι σκοπὸν νὰ κανονίσωσι τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων τῆς σχετικῆς βιομηχανίας, ὅταν ἔχωσι σκοπὸν νὰ φέρωσι τάξιν εἰς τὰς σχέσεις παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων. Σήμερον ὅμως προκειμένου περὶ τῆς βιομηχανίας τῆς σαπωνοποιίας καὶ πυρηνελαιουργίας τοιοῦτόν τι δὲν σκοπεῖται· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖται ὑπὸ τοῦ συσταθέντος τράστ, εἶναι ἡ ὑποτίμησις τῶν ἐλαιοπυρήνων, δηλ. τῆς πρώτης ὕλης. Ἡ τοιαύτη ὑποτίμησις πλήττει, καιριώτατα τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωσι καὶ αὐτοὶ ἕνα ἀντίρροπον οἰκονομικὸν συνασπισμόν, ὅστις νὰ περιορίσῃ τὰς πλεονεκτικὰς καὶ καταδυναστικὰς διαθέσεις τοῦ τρὰστ τῶν σαπωνοβιομηχάνων. Πράγματι δ’ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ τρὰστ αὐτοῦ ἐπῆλθεν ὑποτίμησις τῶν ἐλαιοπυρήνων κατὰ 70%.
§117ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτὸ τὸ τράστ;
§118Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ Αὔγουστον. Ἂς μὴ εἴπῃ τις ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεγάλης παραγωγῆς τῶν ἐλαιῶν ὑπεβιβάσθη ἡ τιμὴ ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι, ἂν τοῦτο συντρέχει ἔν τινι μέτρῳ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι τόσον ἀφελής, ὥστε νὰ νομίσῃ ὅτι εἰς τὸ τράστ κυρίως δὲν ὀφείλεται ἡ μεγάλη ἡ κατὰ 70% ὑποτίμησις, οὕτως ὥστε ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, ἐνῷ οἱ ἐλαιοπυρῆνες ἐτιμῶντο πρὸς 0,10 κατ’ ὀκᾶν, ἐφέτος νὰ ἀγοράζωνται πρὸς 3 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δηλαδὴ ἐπὶ τιμῇ μόλις ὑπερβαινούσῃ τὸ ὅριον τοῦ τέλους τοῦ ἐξαγωγικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἰς τοὺς ἐλαιοπυρῆνας, προκειμένου νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
§119ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Πόσοι μετέχουσι τοῦ τράστ;
§120Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πάντες οἱ Ἕλληνες βιομήχανοι, πλὴν ἴσως ἑνός. Ἔχω ἐδῶ κατάλογον 19 συμβολαίων, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα συμβόλαια, ὡς γνωρίζω. Πρόκειται δὲ προφανῶς περὶ τράστ, διότι διαιρεῖται ἡ ὅλη ἐπιχείρησις τῆς ἀγορᾶς τῶν πυρήνων εἰς διακοσιοστά, καὶ εἶναι ὑπόχρεοι ἀναγκαστικῶς οἱ ἑταῖροι νὰ ἀγοράζωσιν ὅλην τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς αὐτοὺς ποσότητα πυρήνων ἀπὸ τοὺς Σπυράκην καὶ συντροφίαν, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἐπιφέρωσιν ἀκόμη μεγαλειτέραν ὑποτίμησιν, ἔχουσι συμφωνήσει ὅτι δύνανται νὰ διαθέσωσιν ὄχι μόνον προϊόντα ἐντοπίας παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικῆς, ἐξ Ἀλβανίας καὶ Ἠπείρου, καθὸ ἀπολαύοντος ἀτελείας τοῦ ἐλαιοπυρῆνος. Ἀπηύθυνα λοιπὸν ἐρώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τί σκέπτεται νὰ πράξῃ πρὸς προστασίαν τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν. Κατ’ ἐμὲ ἓν ἐκ τῶν μέσων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο τοῦτο: Ἐπειδὴ διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συνασπισμοῦ τῶν βιομηχάνων ἐκλείπει ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμὸς ὁ δυνάμενος νὰ ἐπιφέρῃ ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἦτο δίκαιον, ὅπως καταργουμένου τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἀνοιχθῇ ἡ διεθνὴς ἀγορὰ εἰς τοὺς ἐξ Ἑλλάδος ἐξαγομένους ἐλαιοπυρῆνας. Τὸ ἐξαγωγικὸν τοῦτο τέλος ὑφίσταται ἐπὶ 40 ἤδη ἔτη. Ἐὰν ἠθέλησαν νὰ προστατεύσωσι τὴν βιομηχανίαν τοῦ σάπωνος, ἰδοὺ ὅτι ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν τὴν ἐπροστάτευσαν, ὥστε ἡ βιομηχανία ἐκείνη ν’ ἀνδρωθῇ καὶ νὰ δύναται νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν βιομηχανίαν. Σήμερον ὅμως, ἀφοῦ ἠνδρώθη καὶ θέλει καταπλεονεκτοῦσα καὶ καταδυναστεύουσα τοὺς ἐλαιοπαραγωγοὺς νὰ προβαίνῃ εἰς συνασπισμούς, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἀκόμη μεγαλειτέραν μείωσιν τῶν τιμῶν τῶν ἐλαιοπυρήνων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο μέγα ἀδίκημα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς, ἐὰν ἐξηκολούθει αὕτη διατηροῦσα τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος, ὥστε ν’ ἀποκλείῃ τοὺς ἐξ Ἑλλάδος ἐλαιοπυρῆνας τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ παράσχῃ τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν παρέσχεν ὑφιστάμενον ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν, καὶ σήμερον οἱ βιομήχανοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν προστασίαν ταύτην, ἡ ὁποία πλέον ἔπαυσε νὰ ἔχῃ σκοπόν, ἐπιφέρουσιν ἀκόμη μεγαλειτέραν μείωσιν τῶν τιμῶν, καὶ τοιουτοτρόπως καταδυναστεύουσι καὶ πλήττουσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν.
§121Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ ζητοῦσι πάντες οἱ κτηματικοὶ σύλλογοι.
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι, εἶχον σκοπόν, ἵνα ἐκθέτων ὅσα ἐξέθεσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐρωτήσω αὐτὴν καὶ μάθω τί σκέπτεται νὰ κάμῃ, διότι, ἂν ἐγώ, τοὐλάχιστον ἠρωτώμην, θὰ προέτεινον τὴν κατάργησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους, ἥτις νομίζω ὅτι καὶ οὐδεμίαν μείωσιν θὰ σημάνῃ εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, ἀφοῦ δὲν ἐξάγονται ἐλαιοπυρῆνες καὶ οὐδὲν κερδίζει ἐξ αὐτῶν τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐμὴ ἐρώτησις ἦτο ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀπὸ πλείστων ἡμερῶν, ἐν τούτοις ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θεωρηθέντος ὡς ἁρμοδιωτέρου ν’ ἀπαντήσῃ, δὲν κατωρθώθη οὐδεμίαν νὰ λάβω ἀπάντησιν. Δὲν κατωρθώθη δ’ ὡς ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ οὐδὲ ν’ ἀναπτύξω κἂν τὸ πρᾶγμα, καὶ λάβῃ οὕτω γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις περὶ τίνος πρόκειται, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν μόνη μοὶ ἀπέμεινεν ἡ ὁδός, ὅπως ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί δὲν μοὶ ἀπήντησε. Γνωρίζω ὅτι αἱ ἀσχολίαι του πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι μεγάλαι, καὶ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ αὐτοῦ διότι δὲν ἀπήντησεν ἀκόμη, ἀλλ’ εἶμαι ηὐχαριστημένος, διότι ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐπερωτήσεως κατώρθωσα νὰ ἐκθέσω ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ μὴ χάνωμεν δὲ καιρόν, ἔχω διατυπώσει καὶ πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ δι’ ἧς προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους.
§123Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω ὑμῖν χάριτας, διότι ἐφέρατε τὸ ζήτημα. Καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912 ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταργήσῃ σχεδὸν τὸν δασμὸν καὶ θὰ διατηρηθῇ μόνον ἐλάχιστον τὸ ποσοστόν.
§124Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς ἐκφράζω καὶ ἐγὼ τὰς εὐχαριστίας τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν διὰ τὰς δηλώσεις σας.
§125Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι θυσία, διότι ἐξ αὐτοῦ οὐδὲν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον.
§126Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦτο ἡ θυσία δὲν εἶναι μεγάλη.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάσης· ὁ κ. Χαντζάρης· ὁ κ. Κουρκουμέλης. Ἀπόντες. Ὁ κ. Σακελλάριος.
§128Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ἐγὼ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος θὰ περιορισθῶ εἰς μίαν σύστασιν. Πρὸ τοῦ 1875, ὅτε ἡ σαπωνοποιία ἦτο μικρὰ βιομηχανία καὶ εὑρίσκετο ἐν τοῖς σπαργάνοις, οἱ κύριοι σαπωνοποιοὶ ἐζήτουν τότε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προστατεύσῃ αὐτοὺς διὰ δασμοῦ· πράγματι δ’ ἐτέθη δασμὸς δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Μετὰ ταῦτα, ὅτε ἠνδρώθη ἡ βιομηχανία καὶ οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐγένοντο ἑκατομμυριοῦχοι, κατελήφθησαν ὑπὸ αἰσθήματος ἀπληστίας καὶ ἐγένοντο ἁρπακτικοί. Ἠθέλησαν λοιπὸν διὰ τοῦ τρὰστ αὐτοῦ νὰ πιέσωσι τὴν ἐλαιοπαραγωγὴν καὶ πρὸς τοῦτο προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ υἱοθετήσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ εἰσαχθῇ ἐγκαίρως, διότι κατεστράφη ἡ ἐλαιοπαραγωγὴ ἕνεκα τῶν ἁρπακτικῶν αὐτῶν διαθέσεων τῶν κυρίων βιομηχάνων.
§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§130Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ἤρχισαν ἀπὸ πάσας τὰς ἐπαρχίας νὰ παραπονῶνται, ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ὑπάρχει πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σοβαρὸν τὸ ζήτημα, νὰ δυνηθῆτε νὰ διαφωτίσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἑξῆς δύο σπουδαίων ζητημάτων. Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς βιομηχανίας, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ἐργάτας πολλούς, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἀντιπαθείας μεταξὺ πάντων τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐλαίας καὶ παράγουσιν ἐλαιοπυρῆνας. Λοιπὸν πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μίαν σαφῆ γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἠξεύρωμεν πόσα ἐργοστάσια ὑπάρχουσιν ἐλαιοπυρήνων, καὶ ἂν διὰ τῶν συμβολαίων τῶν γενομένων συνεβλήθησαν πάντα ἢ ἔμεινάν τινα καὶ ἐκτὸς τοῦ τρὰστ, καὶ ἂν κατόπιν τοῦ τρὰστ ὑπετιμήθη ἡ ἀξία τῶν πυρήνων ἀνεξαρτήτως τῆς μεγάλης ἢ μικρᾶς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου. Ἐν Ζακύνθῳ ὑπάρχουσι τρία ἐργοστάσια ἐλαιοπυρήνων, ἀλλ’ ἀντιμέτωπος αὐτῶν εἶναι ἅπας ὁ πληθυσμὸς ὁ ἐλαιοπαραγωγικός, καὶ ἔλαβον παρὰ διαφόρων συμπολιτῶν μου ἀνωνύμους ἐπιστολὰς ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἐργοστασίων. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν γνώμην. Ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι δύο διαμαχόμενα μέρη· τὸ ἓν σᾶς λέγει ὅτι, ἂν μὲ πολεμήσητε, θὰ ἔλθωσιν ἐκ Βουλγαρίας προϊόντα τῶν πυρήνων, τὸ δ’ ἕτερον, τὸ καὶ πλειονοψηφοῦν, διότι περιλαμβάνει ὁλόκληρον σχεδὸν τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἵσταται ἀντίθετον, διότι δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀπορρίπτῃ τοὺς ἐλαιοπυρῆνάς του. Θέλω λοιπὸν νὰ σχηματίσω πεποίθησιν, διότι ἐγὼ ἐννοῶ νὰ προστατευθῶσιν οἱ χωρικοί, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι, καὶ μικρὰν ποσότητα ἐλαιοπυρήνων καὶ ἂν παράγωσι, δὲν πρέπει νὰ τὴν χάνωσιν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§132Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅπως μὴ ἀναβάλω ἐπὶ πλέον τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σχετικῶς μὲ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἐζήτησα ἐπανειλημμένως νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδείκνυον ποῦ καὶ πῶς διετέθησαν περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν κατετέθη. Συνεπῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅπως καὶ ἄνευ τούτων ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ καὶ μάθω, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλή, ἵνα ἀνερευνήσῃ ποῦ καὶ πῶς διετέθησαν τὰ 30 ἑκατομμύρια ὑπὸ τῶν πρῴην Κυβερνήσεων. Τὸ σχέδιον τῆς ἐγκαταστάσεως διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, πρῶτον ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἀφίξεως αὐτῶν ἐνταῦθα μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεώς των, καὶ δεύτερον ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐγκαταστάσεως εἰς τὴν θέσιν μέχρι σήμερον. Καὶ μέχρι μὲν τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν ἐδαπανήθησαν περὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια. Ἐπὶ τῶν 10 τούτων ἑκατομμυρίων οὐδεμία ὑπάρχει συζήτησις, οὐδὲν δικαιολογητικόν, οὐδεὶς γνωρίζει ἀκριβῶς πῶς διετέθησαν. Μόνον γνωρίζαμεν ὑπὸ τίνων διετέθησαν. Καί, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τίνων διετέθησαν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σχηματίσωμεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῶν δὲν ὑπῆρξε καλή. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πῶς διετέθησαν τὰ 10 ἑκατομμύρια, εἶμαι ὑπόχρεος νὰ ἔλθω εἰς τὸ δεύτερον μέρος, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρι σήμερον. Ἡ διαχείρισις τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δὲ τῶν λοιπῶν ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ τμήματος τοῦ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου ὑπέβαλεν ἔκθεσιν συνοπτικήν, διὰ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖ τὰ 14 περίπου ἑκατομμύρια ποῦ καὶ πῶς διετέθησαν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ τις σαφῆ ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, καθόσον ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν διαφόρων δαπανῶν δὲν ἀναγράφονται λεπτομερῶς, ἀλλὰ κεφαλαιωδῶς. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπὶ τῆς δαπάνης τῶν 14 τούτων ἑκατομμυρίων δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἐπανειλημμένως. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος, ἵνα ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερομένων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων ἀντελήφθην, κατὰ τὴν ἐπὶ τόπου παρατήρησίν μου, ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ πρῶτον ἡ μεγαλειτέρα κατάχρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶναι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν οἴκων. Κατεσκευάσθησαν περίπου 3254 οἶκοι. Ἕκαστος τούτων κατὰ μέσον ὅρον ἐστοίχισε περίπου περὶ τὰς 1200 δραχμάς. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι λίαν σκανδαλῶδες, διότι αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν, εἶναι ἐλεειναὶ καὶ τρισάθλιαι. Ἑκάστη τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τοὺς ἀκριβεστέρους ὑπολογισμοὺς νὰ στοιχίσῃ περισσότερον τῶν 800 δραχμῶν. Ὀκτακόσιαι δραχμαὶ θὰ ἦσαν πολλαὶ δι’ ἕνα εὐσυνείδητον ἐργολάβον. Ἀφήνω ὅτι κατὰ τὰ διάμεσα διαστήματα ὁ ἐργολάβος Καρκῖσκος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει, ἵνα περίπου μὲ 900 δραχμὰς κατασκευάσῃ ἑκάστην τῶν οἰκιῶν τούτων, κατωρθώθη διὰ τῶν πλαγίων μέσων νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, διὰ νὰ γίνῃ δευτέρα δημοπρασία καὶ στοιχίσῃ 1200 δραχμὰς ἑκάστη οἰκία. Ἂν ὑπολογίσωμεν λοιπὸν ὅτι δι’ ἑκάστην τῶν οἰκιῶν τούτων ἐγένετο ὑπερβολὴ κατὰ 400 δραχμάς, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι 1,300,000 ἐδαπανήθησαν ἀσκόπως, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν οἰκιῶν τούτων. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, διότι, ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ κατεσκεύασαν τὰς οἰκίας, θὰ ἴδῃ ὅτι ἦσαν ἄνθρωποι πτωχοί, οἱ ὁποῖοι περισυνελέγησαν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον κατώρθωσαν νὰ ἔχωσι 200 καὶ 300 χιλιάδας δραχμῶν ἕκαστος. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει σαφῶς καὶ ἀριδήλως ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις μεγάλαι, καὶ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ στραφῇ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περὶ τοῦ τίς ἦτο ὁ μηχανικὸς καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀμελείας αὐτῶν ἐζημίωσαν τὸ Δημόσιον κατὰ 1,500,000 περίπου. Εἰς τοῦτο πταίει ἀδιαφιλονεικήτως ὁ νομομηχανικὸς Διαμαντόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῶν οἰκιῶν τούτων, καὶ ὁ ὁποῖος ἀνεμίχθη σκανδαλωδέστατα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν εἰρημένων οἰκιῶν, διότι, ἐνῷ ὑπῆρχεν ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἀνελάμβανε νὰ μεταφέρῃ λίθους, ἵνα κτισθῶσιν αἱ οἰκίαι, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ φανῇ εὐνοϊκός, κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ ὅρους τοιούτους, ὥστε ν’ ἀπαιτῇ ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ μεταφερθῶσι πάντες οἱ λίθοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐχρησίμευον διὰ τὴν κατασκευὴν 1200 οἰκιῶν. Τοῦτο ἐγένετο, ἵνα μὴ προσέλθῃ νὰ διαγωνισθῇ ὁ ἐργολάβος ἐκεῖνος, νὰ δώσῃ δὲ οὕτως εἰς τοὺς ἐργολάβους, τοὺς ὁποίους εἶχε, τὴν μεταφορὰν τῶν λίθων, καὶ νὰ ζημιωθῇ οὕτω τὸ Δημόσιον. Καὶ ἐνῷ ὑπεσχέθη ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν θ’ ἀνεγείρῃ τὴν πόλιν, αὐτὸς μόνον ἐντὸς δύο ἐτῶν κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν πόλιν ἐκείνην. Συνεπῶς ὁ νομομηχανικὸς οὗτος ὑπέχει μεγίστην εὐθύνην, διότι ἐξηπάτησε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ οὕτως ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον 1,400,000 ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν οἰκιῶν τούτων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Μήπως αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι παρελήφθησαν, ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰ συμβόλαια; Ἦσαν καλαί; Ἄλλαι δὲν εἶχον παράθυρα, ἄλλαι δὲν εἶχον ἐπαλειφθῆ, ἄλλαι δὲν εἶχον καλῶς σκεπασθῆ, καὶ μολαταῦτα παρελήφθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο ὁ νομομηχανικὸς οὗτος, καὶ ἐντεῦθεν κατωρθώθη αἱ ἡμίσειαι τῶν οἰκιῶν νὰ κινδυνεύωσι νὰ ἐρειπιωθῶσιν.
§133Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν.
§134Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην ἡ ὑπηρεσία, διότι κατώρθωσεν ὁ Διαμαντόπουλος νὰ παραπείσῃ τοὺς προϊσταμένους του πάντοτε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος μηχανικός. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐσχημάτισα τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· ἔχων τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν Βόλῳ δίδων αὐτὸς τὰ σχέδια τῶν λιμενικῶν ἔργων κατώρθωσε νὰ ζημιώσῃ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην περὶ τὰς 90 χιλιάδας δραχμῶν, διότι μετέβαλε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἐργολάβου τοῦ εὐνοουμένου του τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου. Ἔχω τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ αὐτὸς μηχανικὸς ἐπετήρησε τὴν κατασκευὴν γεφύρας ἡ ὁποία, κατέπεσε. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὸ μέγαρον τῶν Δικαστηρίων ἐν Βόλῳ κατώρθωσε νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον πρὸς 30 δραχμάς, ἐνῷ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος τὸ ἔλαβε, τὸ ἔδωκε πρὸς 12 εἰς ἄλλον. Καὶ ὅπου ἐπεστάτησε διὰ τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν, αἱ γέφυραι κατέπεσαν, καί, ὁπουδήποτε καὶ ἂν τὸν συναντήσητε, θὰ τὸν εὕρητε ὅτι δὲν ἐξετέλεσε πιστῶς τὸ ἔργον αὐτοῦ. Τὸ μόνον δὲ γεγονὸς ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν οἰκιῶν ἐγένετο κακῶς, καὶ ἀντὶ 1200 δραχμῶν ἑκάστη, τοῦτο τὸ γεγονὸς μὲ πείθει ὅτι ἐγένετο παραίτιος ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον 1,400,000, καὶ ἑπομένως ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, καί, ἂν εὕρῃ ὅτι ἀληθῶς ὁ μηχανικὸς οὗτος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του εὐσυνειδήτως, νὰ τιμωρηθῇ, ἀδιαφόρως πρὸς τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐπίσης, ἐὰν ἐξήταζεν ἡ Κυβέρνησις, θ’ ἀνεύρισκεν ὅτι κατὰ χιλίους τρόπους ἐγένετο ἐκμετάλλευσις τῶν δυστυχῶν προσφύγων καὶ κατὰ τὴν παροχὴν τοῦ σπόρου, ὁ ὁποῖος ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς ἢ ἐλλιπὴς κατὰ τὸ βάρος ἢ ἀναμεμιγμένος μὲ ἄμμον, καὶ κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐργαλείων, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἐστοίχιζον 20 δραχμάς, τοῖς ἐδίδοντο ἀντὶ 50, καὶ εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ ὁποῖα δὲν ἤξιζον περισσότερον τῶν 500 δραχμῶν καὶ τοῖς ἐδίδοντο ἀντὶ 700. Αὐτὰ δύνανται νὰ βεβαιώσωσι πάντες ὅσοι ἦσαν ἐγγὺς τῶν πραγμάτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπίσης νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη νὰ κτισθῇ ἡ Ἀγχίαλος, εὐθύνην, διότι ἔκτισε τὴν πόλιν ἐντὸς ἕλους, διὰ νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον. Ὅπως μὴ ἀναβιβάζῃ οὗτος τὰ ὑλικὰ πρὸς τὰ ὑψηλότερα μέρη, ὑπεχρεώθησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κτίσωσι τὰς οἰκίας των ἐντὸς ἕλους, καὶ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τί κακὸν ἐγένετο εἰς τὸν συνοικισμὸν τοῦτον. Οἱ πλεῖστοι ἀπέθανον ἀπὸ ἑλώδεις πυρετούς, ὅπως καὶ σήμερον, ὅταν θελήσῃ τις νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀγχίαλον, θὰ εὕρῃ μόνον σκελετούς, διότι τίνα ζωὴν δύναται νὰ ἔχῃ εἷς συνοικισμός, ὅταν εὑρίσκηται ἐντὸς ἕλους; Ἐννοεῖται ὅτι ἕνεκα τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν τόσον εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, ὅσον καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ διευθύνοντες τὰ ἔργα δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν νὰ στείλωσι τὸν σπόρον καὶ τὰ ἐργαλεῖα καὶ ἕνεκα τῆς μὴ παραχωρήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁρισθεισῶν γαιῶν, διότι κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ δώσωσιν 70 καὶ 80 στρέμματα καὶ ἔδωκαν 7 καὶ 10 στρέμματα, ἵνα ζήσωσιν ὁλόκληροι οἰκογένειαι, τὰς ὁποίας ἤδη ἐπὶ 4 ἔτη ἐγκατέλειψαν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διὰ ταῦτα ἄλλοι ἀπέθανον ἀπὸ τὴν πεῖναν, ἄλλοι ἐπώλησαν τὰ ἔπιπλά των, ἄλλοι ἐπώλησαν ὅ,τι πολύτιμον εἶχον, ἄλλοι παρεφρόνησαν ἐκ τῶν στερήσεων καὶ ἐν γένει οἱ συνοικισμοὶ αὐτοὶ παρουσιάζουσι μίαν μαύρην εἰκόνα ἀπελπισίας. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, καίτοι παρῆλθον ἓξ μῆνες ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη τὸ δάνειον τῶν 3,000,000, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ πλήρης ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν· ν’ ἀγοράζῃ τὰς γαίας καὶ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τὰς ἡμισείας ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ ζήσωσι καὶ μὴ ἀπολεσθῶσιν εἰς μάτην 30,000 ψυχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ συγχρόνως νὰ λείψῃ ἡ ἠθικὴ προσβολὴ ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ παράσχῃ τὴν ὀφειλομένην φιλοξενίαν εἰς 30,000 ἐκπατρισθέντων ἀδελφῶν ἡμῶν. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ 10,000 δραχμῶν εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν καὶ νὰ δυνηθῶσι πάντες οὗτοι νὰ μείνωσιν εἰς τὰς πόλεις καὶ νὰ ζήσωσι καλλίτερον ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ ἀφροντισία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀβελτερία καὶ αἱ καταχρήσεις αἱ διάφοροι ἔφεραν τὸ ἀποτέλεσμα ὥστε, ἀντὶ νὰ λάβῃ ἑκάστη οἰκογένεια 10,000 δραχμῶν, κατωρθώθη νὰ μείνωσιν εἰς ἐντελῶς ἀθλίαν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θλίβηταί τις καὶ νὰ συμπονῇ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐφέρομεν ἐδῶ, ἵνα τοῖς παράσχωμεν τὸν τάφον, ὁ ὁποῖος δὲν τοῖς ἀνήκει. Ἐν τέλει θὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν νὰ παρασχεθῶσι καὶ δάνειά τινα εἰς αὐτούς, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐργασθῶσι τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσιν, ἵνα ζήσωσιν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετ’ ἐμοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τιμωρίας τῶν ὑπευθύνων, τῶν δραστῶν τῶν διαφόρων καταχρήσεων, οἱ ὁποῖοι πράγματι περιήγαγον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοὺς συνοικισμούς. Δι’ αὐτὸ θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀνερευνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ δικαιολογητικὰ πάντα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικαιολογητικῶν τούτων τιμωρήσῃ τοὺς κλέπτας καὶ καταχραστάς, τιμωρήσῃ δὲ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες εἶναι αἴτιοι τῆς καταστάσεως αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ νομομηχανικός, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμον λόγον. Διότι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκαλέσαμεν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ὅτε τοὺς εἴδομεν κινδυνεύοντας, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν αὐτῶν, διότι τὸ νὰ μὴ πράξωμεν τοῦτο δὲν συνιστᾷ τὸ Κράτος ἡμῶν. Τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουσιν οἱ πρόσφυγες, γυμνόποδες, πειναλέοι, συντετριμμένοι, νηστικοί, μὲ συντετριμμένον τὸ ἠθικόν, μὲ συντετριμμένον τὸν πατριωτισμόν, καταλήγει εἰς τὸ ν’ ἀπέρχωνται τῆς μητρὸς Ἑλλάδος καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπεδιώχθησαν, τοῦτο δὲ φέρει τραῦμα καίριον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος (Εὖγε! εὖγε!).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του «διὰ τίνα λόγον ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Ξανθόπουλος εἶναι καὶ διευθυντὴς τῶν ἐν Μανωλάδι κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου ἐπὶ ἁδρῷ μισθῷ, ἁμάξῃ κλπ».
§136Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. «Διὰ τίνα λόγον ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Πατρῶν Ξανθόπουλος εἶναι καὶ διευθυντὴς τῶν ἐν Μανωλάδι κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου ἐπὶ ἁδρῷ μισθῷ, ἁμάξῃ κλπ.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§137Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§138Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀνέμενον βεβαίως τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως μοὶ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις καὶ τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὸ θέμα ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ τύχω τῆς τιμῆς ταύτης, ὅσον καὶ ἂν περιμένω. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ξανθόπουλος συγχρόνως ὡς διευθυντὴς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Πατρῶν εἶναι ἐπιστάτης τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου.
§139Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Αὐτὸ σᾶς ἐκπλήττει;
§140Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον μὲ ἐκπλήσσει, καθόσον γνωρίζετε ὅτι μισθοδοτεῖται ὑπὸ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου ἀντὶ 500 δραχ. κατὰ μῆνα, ὅτι μεταβαίνει ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἐν τοῖς κτήμασι τοῦ Διαδόχου ἐπιστατῶν συμφώνως βέβαια πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, διότι μισθοδοτεῖται, καὶ συγχρόνως εἶναι μεμισθωμένη ἐπὶ τούτῳ ἅμαξα, ἵνα τὸν μεταφέρῃ, ἡ ὁποία βεβαίως καὶ αὐτὴ ἔχει τὰς δαπάνας αὑτῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως μὲ ἐκπλήττει, εἶναι καὶ τοῦτο, περὶ οὗ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν δικαιολογίαν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ, διότι ἄριστα τὸ γνωρίζει κατόπιν πολλῶν καταγγελιῶν, ὅτι συνάπτει συμβόλαια μετὰ τῶν χωρικῶν ἐν ὀνόματι τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου. Κατώρθωσεν—ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις—ἐπὶ τῆς τελευταίας ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον στηριζόμενος νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν παρέργως ἐκείνην· ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἐφ’ ὅσον μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, ἁδρότερον, ἐφ’ ὅσον ἔχει παρὰ τῆς Α. Β. Ὑ. καὶ ἅμαξαν, ὅτι θὰ προσέξῃ περισσότερον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος.
§141Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν παράπονον ὑπάρχει τοῦ τόπου, κύριε συνάδελφε.
§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ παραπόνων. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω καὶ γνωρίζετε.
§143Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μόνον ὅταν ὁμιλῇ ὁ κ. Ἠλιόπουλος, οὐδεὶς τὸν διακόπτει.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁμιλεῖ ὁ κύριος Βουλευτής.
§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν· διὰ τί τὸν πληρώνει τὸ Κράτος; Τὸν πληρώνει, διὰ νὰ ἐκπληροῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡς διευθυντὴς τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Πατρῶν ἢ ὄχι; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ κάμῃ ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν, πῶς παρὰ πάντα νόμον καὶ παρὰ πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν ἐπετρέψατε ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα διασύρεται καὶ τὸ ὄνομα τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ παραξενεύει περισσότερον, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλῶν μηνῶν γνωρίζει τοῦτο καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ν’ ἀνέχηται τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἐρωτῶ ὡσαύτως τὴν Κυβέρνησιν· εἰς ποίαν ἐκ τῶν δύο ὑπηρεσιῶν θὰ εἶναι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀφωσιωμένος; Μέσος ὅρος δὲν χωρεῖ, κύριοι συνάδελφοι· ἢ τῷ Θεῷ θὰ δουλεύῃ ἢ τῷ μαμωνᾷ· ἢ θὰ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸν προώρισε τοῦτο συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἢ θὰ ἔχῃ πᾶσαν τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ἐστραμμένην εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζῃ συμφέροντα ξένα πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πάντας ἡμᾶς καὶ ὡς Βουλευτάς, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτας Ἕλληνας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν μέσον τι δὲν χωρεῖ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τριῶν μηνῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ μέχρι τοῦδε; Τώρα δύναταί τις, Κύριοι, ν’ ἀντιτάξῃ, ὅτι καὶ πολλὰ ἄλλα ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀγρὸν ἠγόρασε! Βεβαίως οὐδόλως ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοῦτο· ἐνδιαφέρει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τῷ παρέσχε τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἵνα φροντίζῃ διὰ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ· ἂν θὰ φροντίζῃ, ἢ ἂν φροντίζει ἢ οὐ διὰ ταῦτα, ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν μόνον νὰ καταγγείλωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα μανθάνων ταῦτα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πράξῃ ὅ,τι δεῖ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τονίσω καὶ τοῦτο: ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀκόμη, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ συζήτησις αὕτη; Δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἀναγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησις, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν αὐτῆς, χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ ὑψηλοῦ προσώπου ἐκείνου νὰ ἔχῃ προβῆ εἰς τὰ δέοντα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δηλονότι ἐγὼ ἐνέγραψα τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸ ταύτης ἀκόμη, ἀφοῦ ἦτο ἐξ ἐπισήμων καταγγελιῶν ἐγγράφων εἰς αὐτὴν γνωστόν; Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: ἐκτίθεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἢ δὲν ἐκτίθεται, ὅτι μισθοδοτεῖ, χρησιμοποιεῖ τουτέστι, διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κτημάτων Αὐτοῦ δημόσιον ὑπάλληλον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ πιέζῃ ἀνετώτερον καὶ ἄνευ κινδύνου μηνύσεων καὶ τῶν παρομαρτούντων ταύτῃ ἀπέναντι τῶν συμφερόντων ἄλλων ἐκεῖ ἰδιωτῶν, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν παραπονοῦνται; Ἐκτίθεται, λέγω, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὅτε σήμερον ἀναγκαζόμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσωμεν ὅτι κακῶς ποιοῦσα ἔχει ὑπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἰδιωτικὴν Αὑτῆς, τὴν ἐποπτείαν τουτέστι τῶν κτημάτων της, δημόσιον ὑπάλληλον; Ἀλλὰ καὶ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ποία εἶναι; Δὲν ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι καὶ αὐτὴ αὕτη θὰ ἐκτεθῇ ἀπέναντι τοῦ ὑψηλοῦ ἐκείνου προσώπου ἐργαζομένη ὅπως ἐργάζεται δι’ οὓς λόγους δι’ ὀλίγων θὰ εἴπω κατωτέρω; Ἀλλὰ θὰ τονισθῇ ἴσως καὶ ἀπὸ τοῦ φανεροῦ, ἴσως καὶ κατ’ ἰδίαν, ὑπό τινων ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι: «ἀλλὰ δὲν τολμᾷ!» Καὶ ἴσως θὰ τονίσῃ ἐν τῇ συνειδήσει του ἰδιαιτέρως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν: δὲν ἔχομεν τὸ στίγμα τῆς ὁδοῦ Σταδίου καὶ δὲν τολμῶμεν νὰ τὸ ἄρωμεν ἐκεῖθεν, ἐνῷ ἔχει χαρακτηρισθῆ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ σήμερον ἀκόμη χαρακτηρίζεται ὡς ἄγος τῆς ὡραίας ἡμῶν πρωτευούσης; Ἀλλὰ δὲν τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις! Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἴσως δὲν ἔχει καὶ πολὺ ἄδικον νὰ μὴ τολμᾷ! Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ πυγμή σου λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Τὴν μεταχειρίζεσαι πάντοτε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ ἀκριβῶς ὅταν καὶ ὅπου δὲν πρέπει, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει πολὺ ταχέως νὰ δώσῃς λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὁπόση συζήτησις, ὁποῖον πεῖσμα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀνεπτύχθη μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας δι’ ὁμοίας φύσεως ὑπόθεσιν μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν; Ἐλησμονήσατε, Κύριοι, τὴν συζήτησιν τὴν ζωηροτάτην, ἡ ὁποία κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο προκειμένου περὶ τοῦ δασάρχου Λαρίσης, ὁ ὁποῖος συγχρόνως ἦτο καὶ ἐπιστάτης τῶν κτημάτων τοῦ Διαδόχου ἐν Πολυδενδρίῳ; Καὶ δὲν διεμαρτύροντο οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐτόνιζον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐτόνιζον ἀκόμη παρὰ τὸ καθῆκον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, αὐτῶν ὡς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτάξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ ἀμέσως τὴν παρανομίαν, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐκείνη ἀφεώρα τόσον ὑψηλὸν πρόσωπον; Ἱκέτευσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπίεσαν τὴν Κυβέρνησιν, πᾶν μέσον μετεχειρίσθησαν, διὰ νὰ δεήσῃ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν, ὅτι θὰ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τὸν κύριον δασάρχην! — Ἐπὶ τῇ βάσει ἀγνώστου μοι λογικῆς κλίμακος ὁμιλεῖ! Προέβη λοιπόν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάσημον ἐκείνην δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς τὸ νὰ γελάσῃ τις εἰς βάρος τῆς δηλώσεως ἐκείνης, ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ δασάρχου, διότι δὲν τολμᾷ ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅπως μετέρχηται καὶ τὸ δεύτερον ἐπάγγελμα τοῦ ἐπιστάτου τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου. Ἰδοὺ ἡ πυγμὴ μεταβαλλομένη καὶ αὖθις, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὑδροκολοκύνθην. Γίνεται ἡ πυγμὴ ὑδροκολοκύνθη πρὸ τοῦ ἰσχυροῦ. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχεται αὐτόματον τὸ ἐρώτημα, κύριοι συνάδελφοι· ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐν γνώσει; Ἔρχεται, λέγω, τὸ ἐρώτημα αὐτόματον· διετέλει ἆρά γε ἐν γνώσει τούτου ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος ἢ ὄχι; Γνωρίζει τουτέστιν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ὅτι ὁ ἐπιστάτης τῶν κτημάτων του εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως; Γνωρίζει ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μισθοδοτεῖται ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερόν του ταμεῖον, ὅτι οὗτος μισθοδοτεῖται καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου;
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ γνωρίζει.
§147Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν τὸ γνωρίζῃ, ἔρχεται νὰ γίνῃ πιστευτὴ ἡ περιφρόνησις τῶν Κυρίων αὐτῶν πρὸς τὸ Κράτος, εἰς ἐνίσχυσιν δὲ τούτου ἔρχεται ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν Θεσσαλῶν συναδέλφων, τὰς ὁποίας προανέφερα· ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν, λέγω, κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐγεννήθη πεῖσμα ὑψηλὰ ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον ἐπέδρασε καὶ ἐπὶ τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ δὲ τοῦ πείσματος ἐκείνου κρατεῖ τὸν ὑπάλληλον τὸν μισθοδοτούμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀνορθώσεως, μισθοδοτούμενον δηλονότι ὑπὸ τοῦ Κράτους. Τὸν θέλει ἐπιστάτην λόγῳ τοῦ πείσματος, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη εἰς αὐτὴν κατ’ ἐπίδρασιν. Τί ἐξ ἄλλου ὅμως φανερώνει τοῦτο; Φανερώνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ν’ ἀντιτάξῃ πεῖσμα εἰς τὸ πεῖσμα, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ, ἀλλ’ ἀντιτάσσει ὅμως τοιοῦτον, ὅταν εἶναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ἤθελον νὰ ἴδω τὴν ἀνόρθωσιν, νὰ ἴδω τὴν πυγμὴν αὐτὴν τὴν διάσημον νὰ ἐφαρμόζῃ πανταχοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐτόνισε τοσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, «ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἡ κεφαλὴ ἐν τῷ Κράτει, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀνορθώσεως εἶμαι ἐγώ, ἡ πυγμή». Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα· μὴ ἆρά γε δὲν εἶναι ἐν γνώσει ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος; Ἐὰν δὲν εἶναι ἐν γνώσει, τότε τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτερον, διότι ἀπὸ σκοποῦ πλέον ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀκροᾶται τὰς κατηγορίας ταύτας, τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον ὡς ἐν γνώσει παραβαίνοντα τὸν νόμον καὶ ὡς ἐκ πείσματος ἐπιμένοντα εἰς διατήρησιν τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπιστάτου τῶν κτημάτων του. Ἐδῶ εἶναι ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος δὲν γνωρίζῃ τοῦτο, τότε τὸ πράττει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκθέσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τίνα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Στέμματος; Τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ κρατῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὑψηλὰ τὸ γόητρον τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τόσον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅσον καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν Αὐτῆς. Διὰ τίνας δὲ λόγους εἰδικῶς παρ’ ἡμῖν ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ τὸ γόητρον τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Διότι δὲν ἐλησμόνησε κανεὶς ἐξ ἡμῶν τί ὑπέστη καὶ πόσον βαρύνει τὴν θέσιν Αὐτῆς εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ πόλεμος τοῦ 1897.
§148Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸν ὁποῖον ἡ Βασιλεία ἐδημιούργησεν!
§149Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡσαύτως ποία εἶναι ἡ θέσις εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπίσης ἑτέρου μέλους τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίσης δὲν ἀγνοεῖ ἡ Κυβέρνησις ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν λοιπῶν πριγκίπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐσχάτως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅπως ἀνέλθῃ ὁ ἐκ Κρήτης Ἑωσφόρος εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον. Ἰδοὺ εἷς λόγος ἐπὶ πλέον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις προσπαθῇ νὰ διατηρῇ τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας ἄθικτον ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως δυναμένης νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν ἔστω καὶ ἑνὸς πολίτου καὶ οὐχὶ ὁλοκλήρου διαμερίσματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐν συνειδήσει νὰ μοὶ εἴπητε· ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐτόνισα, εἶναι ἀληθῆ ἢ ὄχι; Ἐὰν εἶναι ἀληθῆ, ἐν συνειδήσει ὡσαύτως ἐρωτῶ· τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου; Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀφοῦ ἐνεγράφη ἐπερώτησις, ἵνα ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τοσούτου χρόνου; Ἔχω δικαίωμα νὰ καταλήξω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισα πρὸ ὀλίγου, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ ἐκθέτῃ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὴν ἀξίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου, εἰς τὴν ἄρσιν τῆς παρανομίας αὐτῆς, τόσον χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὡς διοικεῖται κατήντησε τὸ κόρημα τῶν Κρατῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅσον καὶ χάριν τοῦ ὑψηλοῦ προσώπου, διὰ τὸ ὁποῖον δίδεται ἀφορμή, καὶ ἐκ ταύτης τῆς αἰτίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης γνωστοτέρας τοιαύτης, νὰ διασύρηται οὐχὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους ἡμῶν.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατόπιν γνωστῆς ἐπιστολῆς διαβιβασθείσης πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐδηλοῦτο ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὅπως ἀποκατασταθῶσιν οἱ χωρικοὶ εἰς τὰ κτήματα τῆς Μανωλάδος, τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος διευθυντὴν τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Πατρῶν κ. Ξανθόπουλον ἐπέτρεπεν, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ τὴν ἐπιστασίαν τῶν κτημάτων τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδόχου μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν ὅπως χρησιμοποιήσῃ καὶ τὴν νέαν ταύτην ὑπηρεσίαν του εἰς τὸ νὰ συντελέσῃ, ὅπως κατὰ τὰς ὑπὸ τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδόχου ἐκφρασθείσας ἐπιθυμίας λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος. Ἐγνώσθη ἐπίσης πρό τινος χρόνου ὅτι ἡ Α.Β.Υ. ὁ Διάδοχος ἐπισκεφθεὶς τὸ κτῆμά του ἐδήλωσεν εἰς τοὺς ἐκεῖ χωρικοὺς τῆς Μανωλάδος ὅτι εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀποκαταστήσῃ αὐτοὺς ἰδιοκτήτας ἐπὶ ὅροις ἐπιεικεστέροις. Μετὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸ 15 καὶ πλέον ἡμερῶν δι’ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ φέρω, ἀνεκάλεσε τὴν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δοθεῖσαν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὸν κ. Ξανθόπουλον, διότι αὕτη διὰ προσωρινὴν αἰτίαν δοθεῖσαν τότε δὲν ἦτο φυσικὸν ν’ ἀποτελέσῃ μόνιμον καθεστώς, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο ἐξ ἴσου ἐπιτυχῶς ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς ἀμφότερα τὰ καθήκοντα ὁ κ. Ξανθόπουλος, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μονιμοποιηθῇ τὸ καθεστὼς τοῦτο. Ταῦτα ἦσαν ὅσα εἶχον ν’ ἀπαιτήσω εἰς τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν καὶ ὄχι εἰς τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§151Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀνεκλήθη;
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀνεκλήθη προσωρινῶς μέχρις ὅτου κλείσῃ ἡ Βουλή.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐλέγξητε τὴν μέλλουσαν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν φαντάζεσθε ὅτι ἔχει.
§155Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι δὲν φαντάζομαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατηγορῶ καὶ καταγγέλλω, τὸ καταγγέλλω ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βρατσᾶνος εἶναι παρών; Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἀντίρρησιν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἄν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δὲν θὰ εἰσέλθωμεν.
§157Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑπάρχει.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βρατσᾶνος παραιτεῖται τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§159Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§160Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡμεῖς δὲν παραιτούμεθα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Μιχαλέας, καὶ ἑπομένως θὰ συζητήσωμεν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βρατσᾶνος.
§162Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶχον ἐγγράψει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐπερώτησίν μου πρὸ δύο περίπου μηνῶν ἐν τῇ μερίμνῃ μου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τῶν Ψαρῶν, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει θέσιν ἡ ἐπερώτησις. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς διὰ τὴν ὑγιεινὴν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Καλλιθέας, ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀγνοῶ ἀπὸ ποῦ πρέπει ν’ ἀρχίσω καὶ ποῦ πρέπει νὰ τελειώσω. Προκειμένου περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς Καλλιθέας δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ προάστειον αὐτὸ τρομοκρατεῖται. Κάτωθι τοῦ λόφου τοῦ Ἀστεροσκοπείου ὑπάρχουσιν ἄντρα, εἰς τὰ ὁποῖα διαιτῶνται χασισοπόται, καὶ ἡ ζωὴ τῶν κατοικούντων παρὰ τὴν Καλλιθέαν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρώτου τυχόντος. Πρὸ 7 ἕως 8 ἡμερῶν ἐπιστρέφων ἐκ τῆς νυκτερινῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς παρ’ ὀλίγον νὰ πέσω θῦμα μιᾶς ἐνέδρας ἥτις μοὶ εἶχε γίνει. Ἀνέφερον τὸ πρᾶγμα ὅπου ἔδει, καὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον τοῦ οἰκείου τμήματος καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ συνέστησα, ὅπως, εἰ δυνατόν, τοποθετηθῇ ἐκεῖ χωροφύλαξ ἀποσπώμενος ἀπὸ τὴν Καλλιθέαν, διότι ἀπέχει ὁ συνοικισμὸς αὐτὸς περὶ τὰ 600 μέτρα περίπου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πρόκειται νὰ γίνῃ ἀστυνομικὸς σταθμὸς ἐκεῖ ἅμα ὡς ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδόμησις τῆς Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς, ἥτις πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ διὰ τοῦ κληροδοτήματος Χαροκόπου. Ἐν τούτοις μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔγινε τίποτε. Διὰ νὰ καταστήσω ἀκόμη ἐντονώτερον τὸ πρᾶγμα, θ’ ἀναφέρω γεγονός, ὅπερ θὰ προξενήσῃ κατάπληξιν καὶ εἶναι ἀρκετὰ χαρακτηριστικὸν τῆς καταστάσεως τῆς ἐκτεθείσης. Πρὸ τεσσάρων μηνῶν περίπου ὑπῆρχε λατομεῖόν τι, καὶ φαίνεται, τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ λατομείου μετεχειρίσθη βαμβακοπυρίτιδα· καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνηρχόμην μὲ τὸν συρμὸν τὸν τροχιοδρομικὸν μία δόνησις ἰσχυρὰ συνεκλόνισε τὸ ἔδαφος καὶ πελώριος ὀγκόλιθος ἀποσπασθεὶς ἔπεσεν εἰς τὸ τραῖνον, διέτρησε τὴν ὀροφὴν τῆς ἁμάξης καὶ ἐτραυμάτισε τρεῖς ἐπιβάτας. Τὸ πρᾶγμα ὁμολογῶ ὅτι ἔκαμε κατάπληξιν γενικήν, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν.
§163Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶσθε ὑμεῖς ἐκεῖ, ὅτε ὁ πελώριος λίθος διέτρησε τὴν ὀροφὴν τῆς ἁμάξης;
§164Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα· ἤμην ἐκεῖ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ν’ ἀποσπασθῇ εἷς χωροφύλαξ, διότι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ κάμω καὶ δήλωσιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος ὅτι κατὰ τὰς νυκτερινὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωμαι ἐλλείψει ἀσφαλείας. Ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐπερώτησίν μου ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς μιᾶς παρανομίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ὑπέχει εὐθύνην ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· εἶναι προγενεστέρα, πρὶν σχηματισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὁ νόμος ͵ΓΡΨΕʹ περὶ Χωροφυλακῆς καθώριζε τὰ καθήκοντα ἑνὸς ἑκάστου ἐν τῷ ἀρχηγείῳ τῆς Χωροφυλακῆς, ὥριζε δ’ ὅτι τὸν ἀρχηγὸν κωλυόμενον ἀντικαθιστᾷ ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἦλθε κατόπιν ὁ νόμος ͵ΓΠΟΖʹ περὶ Χωροφυλακῆς, ὅστις σιωπᾷ περὶ τοῦ ἀντικαταστάτου τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅταν εἶναι ξένου ὅπλου, ὅταν εἶναι ὑποστράτηγος ἢ ἀντισυνταγματάρχης, καὶ κατόπιν ἐξεδόθη κατὰ τὸν Ἰούνιον Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ ὁρίζεται ὅτι τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς κωλυόμενον ἀντικαθιστᾷ ὁ ὑπαρχηγός, ἐνῷ ὁ νόμος ͵ΓΡΨΕʹ δὲν ὥριζε τοῦτο, ἀλλὰ τὸν ἀντικαθίστα ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ὁ μὲν ἀντισυνταγματάρχης ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐτέθη πρὸ τινος εἰς διαθεσιμότητα, ὡς ὤφειλεν, ἀλλά, διὰ νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῶν τύπων, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ Διάταγμα ἢ ὁ νόμος. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἐπερώτησίς μου περὶ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§165ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ τὴν πρώτην ἐπερώτησιν σχετικῶς μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν Καλλιθέας θέλω ἐξετάσει.
§166Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τὸ ἕλος Ψαρῶν;
§167ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διὰ τοῦτο ἔλαβον πρόνοιαν ἤδη νὰ συμπεριληφθῇ μεταξὺ τῶν ἑλῶν, τὰ ὁποῖα διὰ νόμου θέλουσιν ὁρισθῆ, ὅπως ἀποξηρανθῶσι. Διὰ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ὡς πρὸς δὲ τὴν τρίτην εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1906 καθώριζεν ὅτι τὸν ἀρχηγὸν κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν τεσσάρων ἐπιθεωρητῶν, ἀλλά, ὅτε ἔλεγε ταῦτα ὁ νόμος, δὲν ὑπῆρχεν ὑπαρχηγὸς καθοριζόμενος ἐν τῷ νόμῳ. Κατόπιν ἐψηφίσθη νεώτερος νόμος τοῦ 1900, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ λαμβάνεται ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, τότε ὁ ἀρχαιότερος τῶν συνταγματαρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς αὐτοδικαίως ἀποκαθίσταται εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπαρχηγοῦ. Ὅτε δὲ τοῦτο ἐγένετο καὶ δὲν ἐπανελήφθη ἡ διάταξις ὅτι τὸν ἀρχηγὸν κωλυόμενον ἀναπληροῖ εἷς τῶν ἐπιθεωρητῶν, αὐτὴ ἡ διάταξις μαρτυρεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς ὅτι τὸν ἀρχηγὸν κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ ὑπαρχηγός, διότι οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἢ καθῆκον ἔχει παρὰ μόνον ν’ ἀναπληροῖ τὸν ἀρχηγόν. Ἐφ’ ὅσον εἶναι ὁ ἀρχηγός, ὁ ὑπαρχηγὸς εἶναι οἱονεὶ εἰς διαθεσιμότητα, διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ τοῦτον κωλυόμενον, ὥστε τὸ Διάταγμα τὸ κατόπιν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, ὅστις, ἀφοῦ καθώριζε, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ, τὸν ἀντικαταστάτην τοῦ ἀρχηγοῦ κωλυομένου. Κατηργήθη λοιπὸν ἀσφαλῶς ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1906, δικαίως δ’ ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, ὅπερ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεσχέθην ὅτι θὰ ἔδιδον τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν τοῦ ἐγγράφου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸ μικροῦ. Τὸ ἔγγραφον φέρει ἀριθμὸν 2699 τῆς 5ης Νοεμβρίου τοῦ 1911.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9 ἐπερωτήσεως.
§170Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου. Ὑπάρχει εἷς φόρος ὀνομαζόμενος ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ῥητίνης. Ὁ φόρος οὗτος οὐδεμίαν θεωρητικὴν βάσιν ἔχει οὔτε φορολογικήν, διότι οὐδὲν εἰσπράττεται. Μόνον ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν καταπίεσιν τῶν κατοίκων, διότι ἐνοικιάζεται, χωρὶς οὐδὲν τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ τροποποιηθῇ ἡ φορολογία αὕτη, βεβαίως θὰ καταπιέζηται ἡ Βουλὴ ὑφ’ ἡμῶν ὁμιλούντων καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ θὰ παρακαλέσω ν’ ἀρθῇ.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυζωγόπουλος· ὁ κ. Μερλόπουλος. Ἀπόντες.
§172Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις νόμου ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ, ἵνα κανονισθῇ ὁ φόρος διὰ νόμου, διότι εἶναι δυσβάστακτον, σκληρὸν νὰ φορολογῆται ἡ ἐργασία καὶ ὄχι τὸ εἰσόδημα.
§173Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑπεσχέθη ὅτι θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ῥύθμισιν τοῦ ζητήματος. Καὶ ἄλλοτε εἶχον ὁμιλήσει οἱ κύριοι Ἀραβαντινὸς καὶ Χριστόπουλος καὶ παρεκάλεσαν πρὸς τοῦτο, διότι ἡ ῥητινοσυλλογὴ γίνεται ὑπὸ τῶν πενεστέρων τάξεων, καὶ φορολογεῖται αὐστηρῶς.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 10 διαγράφεται, ἀπουσιαζόντων τῶν ἐρωτώντων. Ἐπίσης καὶ ἡ κατωτέρω. Ὁ κ. Βάρθης ἐρωτᾷ «διατί μετεφέρθη ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου Λευκίμμης».
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπήντησα.
§176Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης μοι ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Λευκίμμης τῆς Κερκύρας ἔμαθον ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἥτις εὑρίσκετο εἰς τὸν κεντρικώτερον συνοικισμὸν τοῦ χωρίου Λευκίμμης, μετεφέρθη συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τοῦ εἰρηνοδίκου εἰς συνοικισμὸν ἀπόκεντρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ὃν διεβίβασα τὰ παράπονα ταῦτα, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους του διὰ τὰς γεωγραφικάς των γνώσεις μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ δῆμος φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα Λευκίμμης ὡς καὶ τὸ χωρίον τὸ ἐκ πέντε συνοικισμῶν ἀποτελούμενον.
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ὑπέπεσα εἰς λάθος.
§178Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Γνωρίζω λεπτομερέστερον ὑμῶν τὰ πράγματα. Ἐὰν δὲν τὰ ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ ὑπάλληλοί του, ὤφειλεν ὁ εἰσαγγελεὺς Κερκύρας, ὅστις ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν τοῦ εἰρηνοδίκου, νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὑπὸ τὸ ὄνομα Λευκίμμης φέρονται 5 χωρία, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεῦθεν τῆς ὁδοῦ τῆς διασχιζούσης τὴν Κέρκυραν μέχρι τοῦ νοτίου ἄκρου. Πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὕρῃ τοὺς ὑπευθύνους καὶ τοὺς τιμωρήσῃ αὐστηρῶς. Συγχρόνως δὲ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκ τοῦ χωρίου Μελίκι, ὅπου μετεφέρθη, εἰς Ῥηγγλάδας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κεντρικώτερον χωρίον καὶ τὸ πλησιέστερον πρὸς τὴν πόλιν.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἀνεύρισκον τὸν ὑπεύθυνον, ἐὰν ὑπῆρχε παράβασις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, συνεπῶς οὔτε εὐθύνη οὔτε ὑπεύθυνος. Ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν μετεφέρθη ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἀλλ’ ἀπὸ συνοικισμοῦ εἰς συνοικισμὸν τοῦ αὐτοῦ χωρίου. Περὶ τούτων ἔχω μακρὰν καὶ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τοῦ κ. εἰσαγγελέως.
§180Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οἱ συνοικισμοὶ ὅμως ἀπέχουσιν ὥρας ὁλοκλήρους. Διὰ τοῦτο εἶναι ὑπεύθυνος ὁ εἰσαγγελεὺς δίδων πρὸς ὑμᾶς ψευδεῖς πληροφορίας.
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν ἔχομεν νομίμους ὑποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Εἰρηνοδικεῖον Λευκίμμης εἰς ὡρισμένον χωρίον. Ἔχομεν Εἰρηνοδικεῖον Λευκίμμης καὶ οὐχὶ κατ’ ἰδίαν χωρίου Λευκίμμης.
§182Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει πρωτεύουσαν ὁ δῆμος;
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λευκίμμη εἶναι καὶ ἡ πρωτεύουσά του ἀποτελουμένη ἐκ 5 συνοικισμῶν ἀπεχόντων ἀλλήλων.
§184Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς τὸν κεντρικώτερον συνοικισμόν; Ἔπειτα πρέπει νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν τὸ ἐνοίκιον εἶναι αἰτία τῆς μεταφορᾶς, ὅτι ἔχω ἐπιστολήν, δι’ ἧς ὑπόσχεταί τις δωρεὰν παροχὴν οἰκήματος εἰς τὸ χωρίον, ὅπου εὑρίσκετο τὸ Εἰρηνοδικεῖον.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐν τῷ μισθωτηρίῳ συμβολαίῳ ὑπάρχῃ λόγος λύσεως τῆς γενομένης μισθώσεως, θὰ λυθῇ διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον.
§186Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τοὺς θριάμβους, τοὺς ὁποίους κατήγαγεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπόψε καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του περὶ δανείου καὶ διὰ τῆς ὑποσχέσεως ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργήσῃ τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν τῶν ἐλαιοπυρήνων, ἐπεθύμουν νὰ μὴ τὸν ἐλύπουν, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἐδῶ, διὰ νὰ λυπηθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι μοὶ εἶναι ἀρκετὴ ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομὴν ὡς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι πρόκειται περὶ νομικοῦ ζητήματος. Ἀρκούντως ἀναπληροῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὼν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις διὰ πάσας τὰς ὑπερβασίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἐφ’ ὅσον ἔρχονται εἰς γνῶσιν αὐτῆς, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὴν μὴ ἀνόρθωσιν τῶν ἐκ τῶν ὑπερβασιῶν κακῶν αὐτῶν. Δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις ὅτι καὶ τὰ περισσεύματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέρχονται ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους πρωτίστως, καὶ αὐτοὺς πρέπει νὰ προστατεύωμεν. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ μεγάλω; τὴν προσοχήν, ὅταν πρόκειται διὰ παρερμηνείας τῶν νόμων θιγούσας τὰ τῶν ἐμπόρων συμφέροντα, διότι οἱ ἔμποροι συντηροῦσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ αὐτοὶ θὰ πραγματοποιήσωσι τὰ περισσεύματα καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ ἐμπόρου, τοῦ βιομηχάνου καὶ τοῦ γεωργοῦ θὰ στηριχθῇ. Γνωρίζετε πάντες, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι γίνονται παρερμηνεῖαι τῶν τελωνειακῶν νόμων, καί, ἐφ’ ὅσον αἱ παρερμηνεῖαι γίνονται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους μόνον, δὲν εἶναι τόσον μέγα τὸ κακόν· ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικυρώνει τὰς παρερμηνείας ταύτας, τότε τὸ κακὸν εἶναι μέγιστον. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κυρίου ζητήματος, ἓν παράδειγμα, τοῦ ὁποίου θὰ ἔχητε πικρὰν πεῖραν. Ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς διαμετακομίσεως. Ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὴν μίαν κλεῖδα πρέπει νὰ κρατῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ τελωνείου καὶ τὴν ἄλλην ὁ ἔμπορος, δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἐμπιστεύονται εἰς τοὺς ἐμπόρους ν’ ἀνοίγωσι, διὰ νὰ ἐξάγωσι πρᾶγμά τι, καὶ κατόπιν τὴν ἰδίαν ὥραν κάμνουσι δήλωσιν καταναλώσεως, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ οἱ ὑπάλληλοι κάμνουσιν ἀπόφασιν ἐναντίον των ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, καὶ ἔχομεν τοιαύτας ἀποφάσεις ἀπείρους, ἀποδεικνυούσας ὄχι καλὴν πίστιν τῶν ἁρμοδίων. Οἱ ἔμποροι ἀδελφοὶ Δαμίρη εἶχον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως ἐν τῷ τελωνείῳ Ζακύνθου 651 βαρέλια σαρδελλῶν. Εἶχον εἰσαχθῆ ἀπὸ τοῦ 1909, κατηναλώθησαν 454 καὶ ἔμειναν 205. Αὐτά, ληγούσης τῆς προθεσμίας, ἔπρεπε νὰ τὰ καταναλώσωσιν. Ἐννοεῖται ὅτι ὡς ἐκ τῆς παραμονῆς των ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἡ ποιότης εἶχε χειροτερεύσει ὀλίγον, ἐπειδὴ δ’ ἔληγε καὶ ἡ προθεσμία, τὰ ἐφόρτωσαν εἰς ἓν τρεχαντῆρι «Ἅγιος Γεώργιος» τοῦ πλοιάρχου Χαϊκάλη, ἵνα πωληθῶσιν εἰς διαφόρους λιμένας. Τὰ ἐξήγαγον λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ ἔφερον 14 εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, 3 εἰς τὴν Πύλον, εἰς τὸ Γύθειον. Ὁ τελευταῖος σταθμὸς τῆς πωλήσεως ἦσαν τὰ Κύθηρα, ἀπ’ ἐδῶ δ’ ἀρχίζει τὸ σκάνδαλον οὕτως εἰπεῖν. Ὁ πλοίαρχος ἐζήτησεν ἄδειαν ἀναχωρήσεως διὰ τὸ Ἐξωτερικὸν ἀπὸ τὸν τελώνην Κυθήρων, διὰ νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς Κρήτην, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἔδωκεν ἐγγυολυτήριον, διότι εἶχεν ἐγγύησιν. Κατὰ τὸν νόμον τὸ ἐγγυολυτήριον καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ τὰ διεβίβασεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ τελωνείου Κυθήρων εἰς τὸν τελώνην Ζακύνθου, διὰ νὰ λύσῃ τὸν ἔμπορον Δαμίρην ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν, διότι ἐξήχθησαν αἱ σαρδέλλαι εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ δὲν ἔμειναν εἰς τὸ Ἐσωτερικόν. Τὰ βαρέλια αὐτὰ ἐν ὅλῳ 181 ἐκομίσθησαν εἰς τὰ Χανία, ἀλλά, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑγειονομείου Χανίων, τὰ εὗρον ὅτι δὲν ἦσαν πρὸς κατανάλωσιν —καὶ κατὰ τοῦτο φαίνεται πολὺ προσεκτικωτέρα ἀπὸ τὰς ἰδικάς μας ὑγειονομικὰς Ἀρχὰς ἡ τῶν Χανίων— καὶ διέταξαν τὴν καταστροφήν των.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὴν Ζάκυνθον κατηναλώθησαν, βλέπετε....
§188Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διότι ἐπλεόνασαν ἐκεῖ, δυνατὸν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐχάλασαν· ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μεταξὺ ὑπαλλήλων, διότι καὶ ἡ μία ὑπηρεσία καὶ ἡ ἄλλη ἐνεργεῖ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ἐκεῖ λοιπὸν τὰ ἐξηφάνισαν, τὰ κατέστρεψαν, διότι ἦσαν ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, καὶ ἔδωκεν ὁ ὑγειονόμος Χανίων ἐπίσημον πιστοποιητικὸν τῆς ὑγειονομικῆς Ἀρχῆς, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ὁ Χαϊκάλης ὁ πλοίαρχος ἔφερεν ἀπὸ τὰ Κύθηρα, αὐτὰ κατεστράφησαν. Ὁ τελώνης Ζακύνθου, ἅμα εἶδε τὸ ἔγγραφον τοῦ τελώνου Κυθήρων, εἶπε «μπᾶ καὶ ποῦ ἐξεφύτρωσεν αὐτὸς ὡς δυνάμενος νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν!». Τοῦτο δέ, διότι ὁ τελώνης Κυθήρων δὲν ἔχει γραφεῖον διαμετακομίσεως καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐγκύρως ἐγγυολυτήριον, ἀλλ’ ἔπρεπεν ὁ πλοίαρχος Χαϊκάλης νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλον λιμένα νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἁρμοδίως. Ἠρώτησε λοιπὸν ὁ τελώνης Ζακύνθου τὸ Ὑπουργεῖον τί νὰ κάμῃ, τὸ δ’ Ὑπουργεῖον εἶπε: «νὰ τὸν κηρύξῃς λαθρέμπορον καὶ πρέπει νὰ προσέξῃς νὰ εἰσπράξῃς». Καὶ πράγματι ἐξέδωκεν ὁ τελώνης ἀπόφασιν κατὰ τῶν ἀδελφῶν Δαμίρη καὶ τοῖς καταλογίζει. Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ ἔστειλαν διαμαρτυρίας καὶ εἰδοποίησαν καὶ ἐμὲ καὶ μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ λάβω γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται. Μετέβην, ἵνα ἴδω τί λέγει τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἐντεῦθεν ὁ τμηματάρχης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ ὅλον τὸν φάκελον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔμαθον ὅσα σᾶς ἐξιστόρησα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσελκύσωσι καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς.
§189Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν;
§190Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἀρκετὰ σαφῶς ὡμίλησα, κύριε συνάδελφε, ὥστε νὰ μὴ μὲ ἐρωτᾶτε ἂν μέμφομαι τὴν Κυβέρνησιν. Παρεπονέθην, διότι παρεπονέθησαν συμπολῖταί μου κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εὑρίσκω πολὺ νόμιμον, καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ὅταν ἡμεῖς φέρωμεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπερβασίας τῶν ὑπαλλήλων, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι χαίρει ἡ Κυβέρνησις διότι τὸ πράττομεν, ἔφθασαν δὲ οἱ πολῖται εἰς τοιοῦτον σημεῖον διαπαιδαγωγήσεως, ὥστε ν’ ἀπευθύνωνται οἱ ἴδιοι πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, νὰ γράφωσιν ἐπιστολὰς πρὸς αὐτούς, ὅπερ εἶναι πολὺ παρήγορον, διότι συνησθάνθησαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι ν’ ἀναφέρωνται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω πόσας ἐπιστολὰς λαμβάνει καὶ ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καθ’ ἑκάστην. Ἂν δὲ κάμνωμεν παράπονα, ἔχομεν δίκαιον, καὶ εἴδομεν πολλάκις ὅτι ἀνακαλύπτονται τὰ λάθη τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπανορθοῦνται, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦσι τὴν ἀνόρθωσιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ὑπάλληλοι τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς ἀνορθώσεως καὶ τὴν πολεμοῦσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι δυστυχῶς καὶ μερικοὶ στενοκέφαλοι, οἱ ὁποῖοι παρερμηνεύοντες τὴν ἀποστολήν των καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως θέλουσι νὰ φαίνωνται πλέον ἀνορθωτικοὶ τῆς ἀνορθώσεως καὶ κάμνουσι τοιαύτας παρερμηνείας τῶν νόμων.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§192Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶχον, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑπομονήν, ἵνα ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς συμπεριφορᾶς δικαστικοῦ ἐν Βόλῳ. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγκασθῶ ν’ ἀναμείνω τὴν σειράν της. Ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἐνῷ διαψεύδεται ἐκ μέρους δικηγορικοῦ συλλόγου Βουλευτής, ἔπρεπε νὰ λάβῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸν λόγον, χαρακτηριζομένου τοῦ πράγματος ὡς προσωπικοῦ, ἵνα ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου εἴπῃ τὰς σκέψεις καὶ γνώμας ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος. Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις δὲν μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ προτιμηθῇ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, καὶ ἀναγκάζομαι ἤδη, ἐλθούσης τῆς σειρᾶς της, νὰ λάβω τὸν λόγον. Λυποῦμαι ὅτι δὲν παρίστανται καὶ οἱ λοιποὶ ἐγγεγραμμένοι συνάδελφοι, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἡ σειρά της. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξήνεγκα τὴν γνώμην ὅτι τότε καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐκαθαρίζετο καὶ ὁ κλάδος οὗτος καὶ οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τοῦ ὕψους καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ δικαστικοῦ νὰ ἐκβληθῶσι τῶν δικαστικῶν τάξεων. Τότε εἰς διακοπὴν συναδέλφου τινὸς εἶπον ὅτι ἐν Βόλῳ ὑπάρχει δικαστικός, ὅστις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ.
§193ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς;
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος;
§195ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ κ. Ψωμάκης. (Διαμαρτυρίαι).
§196Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι. Διετύπωσα δὲ τότε ὡρισμένας κατηγορίας κατὰ τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§198Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ τὸν ὀνομάσω. Διετύπωσα ὡρισμένην κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι συμφύρεται μετ’ ἀσέμνων γυναικῶν. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, ἐξήγειρεν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι τοῦτο μὲν τὸν ἐρεθισμὸν ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν τάξεων, τῶν οὐδεμίαν ἐχουσῶν πρὸς τοὺς δικαστὰς συνάφειαν καὶ σχέσιν, τοῦτο δὲ τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος διετύπωσε ταύτην εἰς τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο τότε τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώσθη διὰ πρώτην φορὰν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου.
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ἐννοεῖτε διὰ πρώτην φοράν;
§200Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλων νὰ διαψεύσῃ συνάδελφον, νὰ διαψεύσῃ Βουλευτὴν πανηγυρικώτερον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου ἐζήτησε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον ὑπὸ τοῦ Προεδρείου πρὸς τὴν Βουλήν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε ὁσάκις ζητεῖται ἀπὸ Ὑπουργὸν ἢ ἀπὸ Βουλευτὴν ἀναγινώσκονται τὰ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενα ἔγγραφα.
§202Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς δίδει εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως κρατῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἀπηυθύνετο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεγνώσθη πρὸς τοὺς Βουλευτάς.
§204Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦτο δι’ ἐμὲ ὑπῆρξε τὸ παράδοξον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα, ὡς ἂν μὴ ἤρκει ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§205Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀναγνωσθῇ, διότι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου.
§206Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος. Διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ παραπονοῦμαι, διότι ἐκ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τοῦτο ἀναγνωσθῇ, ὅπερ συνήθως δὲν γίνεται, διέγνωσα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, ὄχι· περὶ αὐτοῦ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις διαψεύσεως.
§208Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦτο εἶναι μία ἱκανοποίησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐμέ.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§210Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Βόλου λυποῦμαι ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον προέβη εἰς τοῦτο. Ἴσως προέβη ἐκ λόγων ἀγνοίας, ἴσως ἐκ λόγων κακῆς ἀντιλήψεως. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐν Βόλῳ ὑπηρετοῦσι 5 δικασταί, ὑπηρετεῖ ὁ κ. Χατζησαράντης ὡς πρόεδρος, ὁ κ. Καμάρας, ὁ κ. Ψωμάκης καὶ ὁ κ. Ἀληφέρης. Διετύπωσα ὡρισμένην κατηγορίαν κατὰ δικαστοῦ, ἢ μᾶλλον ἐμέμφθην τὴν ζωὴν τὴν ἰδιωτικὴν τοῦ δικαστοῦ Ἀληφέρη.
§211ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶναι νέος ὁ κ. Ἀληφέρης;
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νέος καὶ σφριγῶν.
§213Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ σφριγῶν.
§214ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ;
§215Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς δικαστήν, εἴτε νέος εἶναι εἴτε γέρων, νὰ καταβιβάσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ μέχρι σημείου μὴ ἐπιτρεπομένου.
§216ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναμιχθῶ διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτὴν εἰς ἐπερώτησιν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι οὐδέποτε ὁ Βόλος ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ Δικαστήριον συγκεκροτημένον ὡς εἶναι τὸ σημερινὸν ἀπὸ δικαστὰς πρώτης τάξεως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§217ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω τοὺς ἄλλους δικαστάς, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον τοῦ Βόλου περιλαμβάνει καὶ τὸν κ. Ψωμάκην, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δικαιολογεῖται ἡ περὶ τούτου γνώμη σας. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§218Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρὸς οὐδένα ἐκ τῶν δικαστῶν συνδέομαι οὔτε γνωρίζω αὐτούς.
§219ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί καταφέρεσθε τότε κατὰ τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ;
§220ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ· δι’ ἐλατήρια προσωπικά.
§221Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δύνασθε ν’ ἀποδείξητε ἂν ἔχω ἐγὼ τὴν ἐλαχίστην σχέσιν πρὸς τὸν δικαστὴν αὐτόν, ἢ ἂν καὶ ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸν τόπον μου. Ἐὰν ἐγὼ λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ, τότε ἔχομεν τὸ κριτήριον τῆς κοινῆς γνώμης, οὐδὲ δύναταί τις νὰ καταχρᾶται τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, διότι ἄνωθεν τούτου ὑπάρχει τὸ κριτήριον τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ ὁποῖον σέβεται καὶ φοβεῖται ὁ πολιτευόμενος. Ἂν ἐγὼ κατηγορῶ τὸν δικαστὴν τοῦτον διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην....
§222ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη;
§223Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον ὅτι συμφύρεται μετ’ ἀσέμνων γυναικῶν. Ἂν ἐγὼ καταγγέλλω ψευδῆ, ὑπάρχει ἡ κοινὴ γνώμη νὰ τὸ κρίνῃ, εἶναι καὶ οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἴπωσιν ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, εἶναι ἀληθῆ ἢ ψευδῆ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν Καρδίτσης.
§224Δ. ΚΟΥΚΟΥΛΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ Καρδίτσης.
§225Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ κατήγγειλα, διὰ νὰ δοθῇ ἓν μάθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τὸ δικαστικὸν γόητρον. Τὸν δικαστὴν θέλω νὰ καταρρίπτῃ τὸ γόητρον τὸ δικαστικὸν ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, οὔτε ἔπρεπεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος νὰ μὲ διαψεύσῃ.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ κάμητε μίαν πρότασιν νὰ διαψευσθῇ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου.
§227Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἵστανται πάντοτε εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς των.
§228Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον. Ἂν θέλητε νὰ ἐρωτήσητε, κατὰ βάθος μὲ λυπεῖ, διότι μὲ ἠνάγκασεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου νὰ ὀνομάσω τοὺς καταγγελλομένους.
§229ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι κακὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον καταγγέλλετε.
§230Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλοίμονον διὰ τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου κλονίζεται ἡ πεποίθησις τοῦ κοινοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ ὤφειλον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὗτος ἂς κάμῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ ἂν ἐλύπησα δικαστικοὺς ἢ δικηγόρους, τοὺς ὁποίους ἀγαπῶ, ἀλλὰ τὸ ἔπραξα, διότι ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ διερμηνεύσω ἐντεῦθεν ὄχι γνώμην ἰδικήν μου, ἀλλὰ γνώμην τῶν συμπολιτῶν μου.
§231Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς μία παρατήρησις αὐτοῦ μοὶ προξενεῖ ἰδιαιτέραν προσοχήν· ἡ παρατήρησις, καθ’ ἣν ἐνόμισε προσῆκον ν’ ἀποφύγῃ ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ δικαστοῦ, καθ’ οὗ αἱ αἰτιάσεις, διότι φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αἰτιάσεις τοιαῦται νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λέγωνται τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ὀρθόν. Ἀλλά, ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθές, εἶναι ἔτι ἀληθέστερον καὶ πλέον ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ φέρωνται ἀόριστοι αἰτιάσεις ἐναντίον τοῦ συνόλου τῶν δικαστῶν, ἐναντίον τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε νὰ ἐκπληρώσῃ ἀρτίως τὰ ἴδια αὐτοῦ καθήκοντα καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐξόχως τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ὀφείλει χάριτας εἰς αὐτόν, ὤφειλεν, ἐὰν ἠδύνατο, ὡρισμένας αἰτιάσεις καθ’ ὡρισμένων δικαστῶν εἴτε πρὸς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην Ἀρχὴν εἴτε πρὸς ἐμὲ νὰ διαβιβάσῃ· θὰ παρεῖχε τότε ὑπηρεσίαν σπουδαιοτάτην, θὰ ἔβλεπε δὲ ὡς πάντοτε ἄμεσον τὴν ἐνέργειαν, ταχεῖαν καὶ ἐξικνουμένην μέχρι τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῆς αὐστηρότητος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισε καλὸν ὁμιλῶν ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως νὰ παρενείρῃ αἰτιάσεις κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὅτε ἠναγκάσθην νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον ἀόριστοι αἰτιάσεις νὰ στρέφωνται καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἄνευ ὡρισμένων ἀποδείξεων, καὶ ἄνευ κατηγοριῶν ὡρισμένων ὑποβεβλημένων εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ὑπομνήσω τὰ πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Βουλευτήν, διὰ νὰ ὑποδείξω ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ παράπονα κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Βόλου δὲν εἶναι βάσιμα. Καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι εἶναι οἱ φυσικοὶ συνήγοροι καὶ οἱ φυσικοὶ κατήγοροι τῶν δικαστῶν πρὸς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς. Εἶναι οἱ φυσικοὶ κατήγοροι· ἂν δὲν ἀσκοῦσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἢ οὔ, ἐγὼ ἔχω διάφορον ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντίληψιν. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Πατρῶν ἤσκησε τὸ δικαίωμά του τοῦτο μετὰ σθένους τιμῶντος αὐτόν, ἐναντίον ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ καταγγελίας, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς φῶς γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι καὶ συνεπείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς τὸ λεγόμενον ὅτι μόνον ἵνα ἐπαινέσωσιν οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ὁμιλοῦσιν. Ὁμιλοῦσι, καὶ διὰ νὰ ψέξωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ψόγος ἐκείνων ὑπῆρξε παρ’ ἐμοὶ εὐπρόσδεκτος καὶ ἐνέργεια ταχίστη ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπίσης εὐπρόσδεκτοι εἶναι καὶ ἐκεῖναι αἱ ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν ἀδίκως διασυρθεῖσαν δικαστικὴν ὑπόληψιν. Ἦτο λοιπὸν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς δικαιοδοσίας του, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ προσήκοντος ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου, ὁ ὁποῖος ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὴν Βουλήν. Ἦτο δ’ ἐνδεδειγμένον ν’ ἀναγνωσθῇ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ πρὸς τὴν Βουλήν ἀπηυθύνθη. Τώρα παραπονεῖται ὁ κύριος Βουλευτὴς κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὸν ὁποῖον οὔτε δικαίωμα οὔτε ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ ἐκπροσωπήσω καὶ νὰ ὑπερασπίσω οὔτε ὑποθέτω ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀμύνης. Ἀλλ’ ἐνόμισε καλὸν νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλο τι ὁ κ. Βουλευτής, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπρεπές, ὡς οὐχὶ προσῆκον ν’ ἀπευθύνῃ αἰτιάσεις καθ’ ὡρισμένου δικαστοῦ, χωρὶς νὰ εἴπῃ τι ὡρισμένως. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονὸς ὅτι ἀντίθετοι γνῶμαι ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, τοὐλάχιστον τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι, διεβιβάσθησαν. Διότι ἐγὼ θὰ παραμείνω, ὅπως ὀφείλω νὰ παραμείνω, πάντοτε δικαστὴς μεταξὺ τῶν διεστώτων, καὶ θ’ ἀναμείνω τὴν προσήκουσαν προσφυγήν, ἵνα διὰ τῆς προσηκούσης ὁδοῦ ἐξακριβώσω τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ διεβιβάσθησαν καὶ πολλαὶ αἰτιάσεις προσωπικαὶ καὶ πολλαὶ ἀοριστολογίαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τις, καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῶ εἰς τοιαύτας ἀοριστολογίας, διὰ νὰ θέσω εἰς κίνησιν τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχὴν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἢ κατὰ τρόπον ποινικὸν ἢ κατὰ τρόπον διοικητικῆς ἐνεργείας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν θέλῃ ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην οἱανδήποτε, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τοῦτο τὸ μέσον· ἂς μὲ καταστήσῃ ἐνήμερον ὡρισμένων γεγονότων, ὡρισμένων πράξεων, ἃς μοὶ παράσχῃ τὰ μέσα, καὶ ἐγὼ ἄνευ εὐθύνης αὐτοῦ δύναμαι νὰ ἐνεργήσω. Διότι εἶναι ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κανενὸς ἡ συνείδησις νὰ στέρξῃ τοιαύτην κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου διαπόμπευσιν. Καθιστῶ δ’ ὑμῖν γνωστὸν ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως προσφυγὴ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐναντίον δικαστικοῦ προσώπου παρέμεινεν ἀνενέργητος.
§232Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ ἔκαμον καταγγελίαν καὶ οὐδεμίαν ἐνέργειαν εἶδον.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε κανὲν μέρος, κύριε Βουλευτὰ εἰς τὴν συζήτησιν.
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴδετε, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδητε. Λάβετε τὸν φάκελον, διὰ νὰ ἴδητε τὰς ἀπαντήσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ νὰ συμφωνῇ πάντοτε μὲ τὰς ἰδέας τῶν μηνυτῶν. Δὲν θέλω ν’ ἀρνηθῶ ὅτι εἶσθε ἐν καλῇ πίστει. Ἔχετε τὰς πεποιθήσεις σας, ἀλλὰ μὴ αἰτιᾶσθε τὰς Ἀρχάς, ἐὰν τὰ πορίσματα τῶν ἀνακρίσεων δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἰδέας σας.
§235Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§237Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δύο λέξεις.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἰσέλθητε εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως. Δὲν θὰ δημιουργήσωμεν ἄλλην ἐπερώτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς.
§239Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν κατετέθη ὁ φάκελος.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ φακέλου.
§241Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός;
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ὡμίλησε. Κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτής. Νὰ ζητήσητε διὰ νέας ἐπερωτήσεως τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου.
§243Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος, ἐὰν ἐγνώριζε τοὺς δικαστὰς Βόλου, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶπεν ὅτι δὲν τοὺς γνωρίζει, ἐάν, λέγω, ἔζη ἐν Βόλῳ καὶ συνεβίου μετ’ αὐτῶν, ὅπως συμβιοῦμεν οἱ ἄλλοι δικηγόροι ἐν Βόλῳ, θὰ ἐγνώριζεν ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατήγγειλε — καὶ κατήγγειλε διὰ πρᾶξιν ὡρισμένην, ὅτι συμφύρεται μετ’ ἀσέμνων γυναικῶν, — εἶναι ἐκ τῶν σεμνοτέρων νέων καὶ τῶν καλλιτέρων δικαστῶν, τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτος. Καὶ ὡς μέλος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ ὡς πολίτης δὲν δύναμαι παρὰ νὰ διατρανώσω ὅτι ὁ κύριος Ἀληφέρης εἶναι εἷς τῶν σεμνοτέρων δικαστῶν τοῦ Βόλου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν δύναμαι νὰ μὴ βροντοφωνήσω ἐντεῦθεν ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος τοῦ Βόλου διεκρίθη πάντοτε ἐπὶ αὐστηρότητι κατὰ τῶν πρσώπων τῶν δικαστῶν· εἶναι ὁ σύλλογος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε διὰ παρεκτροπὴν πραγματικῶς δικαστικὴν ἔκαμε δικαιοστάσιον ἐπὶ ἕξ μῆνας καὶ κατώρθωσε νὰ μεταθέσῃ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεξετράπησαν. Δὲν εἶναι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαυσάν ποτε θυμιάματα εἰς πρόσωπα δικαστῶν ἢ προέδρων.
§244Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν εἶναι ὁ Ἀληφέρης, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἦτο συμφοιτητής μου γνωρίζω, εἶναι τύπος σεμνοῦ νέου.
§245Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Αὐτὰ ἔκρινα ἀπαραίτητον νὰ εἴπω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον.
§246Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅλοι σεμνοὶ νέοι εἶναι. Ἀφήσατε δά!
§247Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὡς συνάδελφος καὶ ὡς καλὸς φίλος λέγω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον νὰ προσέχῃ, νὰ μὴ δίδῃ ἀκρόασιν εἰς ἀδεσπότους σπερμολογίας. Εἶναι βεβαίως θῦμα, θῦμα κακῶν εἰσηγήσεων, τῶν ὁποίων αὐτὸς ἐγένετο ὄργανον, διὰ νὰ διαπομπευθῇ εἷς δικαστής, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται, εἶναι ἐκ τῶν σεμνοτέρων.
§248Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐγὼ περισσότερον· θὰ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται, δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῶσιν.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἰδίαν ἀντίληψιν γεγονότων.
§250Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτοῦ διαφωνοῦμεν, καὶ δὲν θὰ ἐπέμενον, ἐὰν δὲν εἶχον ἰδίαν ἀντίληψιν. Τώρα τοῦτο μόνον δύνασθε νὰ μεμφθῆτε ἐμοῦ: ἆρά γε εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ τοιαύτη κατηγορία ἡ ἀποδιδομένη ὑπ’ ἐμοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ μίαν τοιαύτην ἀοριστίαν, κατὰ τὴν γνώμην σας, κύριε Ὑπουργέ, κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου; Ἐγώ, ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, κατὰ βάθος λέγω ναί, διότι σᾶς εἶπον ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποῖος εἶναι, πόθεν εἶναι καὶ τίνα ἐργασίαν κάμνει καὶ τί ἐπιβάλλον ἔχει· μὲ ἐνδιαφέρει ἁπλῶς ὅτι τὸ γόητρον τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνεπιστεύθη αὐτῷ, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐν γένει διαγωγὴν αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν νομίζῃ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι συμβιβάζεται, ἂς τὸ νομίζῃ.
§251Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ποίαν διαγωγήν;
§252Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Θέλετε καὶ πάλιν νὰ σᾶς εἴπω τὴν διαγωγήν; Σᾶς εἶπον ὡρισμένα· εἶπον ὅτι συμφύρεται μὲ ἀσέμνους γυναῖκας.
§253Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀντιλαμβανόμεθα τοῦ πράγματος τούτου, ὅτι διαφέρει διαγωγὴ χρονία καὶ διαγωγὴ στιγμιαία, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιδίδεταί τις εἰς παράπτωμα τυχαῖον. Εἶναι δὲ φρικῶδες τὸ νὰ παρουσιάζωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς ἀνθρώπους ὡς τοιούτους ἐπὶ τῇ βάσει παρεκτροπῆς ἔστω τοιαύτης.
§254Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, καὶ μὴ ἐπιμένετε, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ. Δηλῶ ὅμως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι αὔριον τὴν πρωίαν θὰ εἶμαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§255Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§256Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν εἶναι σοβαρότης νὰ λέγωνται ἐδῶ αὐτά.
§257Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν πταίω ἐγώ. Σᾶς εἶπον ὅτι τυχαίως καὶ ἀπροόπτως συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Σᾶς εἶπον ὅτι τυχαίως ὅλως καὶ ἀπροόπτως ἐπῆλθεν ἡ συζήτησις, οὐχὶ δὲ προμεμελετημένως. Εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴπω, δὲν ἕπεται δ’ ἐκ τούτου ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ προκαλέσητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττω τώρα, ἠναγκάσθην νὰ τὸ πράξω προκαλούμενος καὶ ἀμυνόμενος ὑπὲρ ἐμαυτοῦ.
§258Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καλλίτερον παντὸς ἄλλου πῶς φέρονται οἱ δικασταὶ τοῦ ἐν Βόλῳ Δικαστηρίου. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐν λόγῳ δικαστὴν οὐδέποτε ἤκουσα παράπονον κατ’ αὐτοῦ, αἱ πληροφορίαι μου δὲ εἶναι ὅτι εἶναι ἀνὴρ σεμνός.
§259Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δύο λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, οὐχ ἧττον δικαιοῦμαι νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ὁ δικαστής, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπηρέτησεν ἐν Λαμίᾳ, καὶ ὑπῆρξε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς σεμνοῦ, ἱκανοῦ καὶ ἀξιοπρεποῦς δικαστοῦ, εἶναι δ’ ἐκ τῶν ὀλίγων νέων δικαστῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας. Ἐνόμισα, ὅτε ὑπεβάλλετο ἡ ἐπερώτησις, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τρομερῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἀναξία τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εὑρίσκω ὅτι ἤξιζε τὸν κόπον ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὅσα ἤκουσε, καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ἢ προέρχονται ἐξ ἐσφαλμένης ἰδίας ἀντιλήψεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἢ θὰ εἶναι ἀπόρροια τῶν προσωπικῶν ἀντιπαθειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπέφερεν ὁ δικαστὴς ἀσχολούμενος εἰς ἔργα ἀνακριτικά. Ὁ κ. δικαστὴς ὡς ἀνακριτὴς θὰ ἐψύχρανεν ἴσως καὶ πολιτικοὺς καὶ προσωπικοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν νομίζω δ’ ὅτι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι εἶναι εἰς περιωπὴν τοιαύτην, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, καθότι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι Πατρῶν, Ἠλείας κλπ. φροντίζουσι νὰ καταγγέλλωσι τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Πατσουράκος ἀναβάλλει τὴν ἐπερώτησίν του. Ὁ κ. Ἰ. Γραμματίκας ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπομνήματος τοῦ Β. Παπαβασιλείου.
§261Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Β. Παπαβασιλείου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ, ὅπως τῷ ἀπονενηθῇ σύνταξις, καθόσον κατὰ τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886 ὑπηρέτησεν ὡς ἐπίκουρος ἀνθυπίατρος δόκιμος, ἔλαβε δὲ διαφόρους πληγὰς ἰδίως εἰς τὸν πόδα, ἐκ τῶν ὁποίων κατέστη ἀνίκανος εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη μετὰ τοῦ συνημμένου πιστοποιητικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν, ἥτις συσκεφθεῖσα ὑποβάλλει νῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελφοι, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὸν κατὰ τὸ 1906 ψηφισθέντα νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ λαβόντες μέρος κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 καὶ τραυματισθέντες εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τῶν πληγῶν κατέστησαν ἀνίκανοι διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός των λαμβάνουσι σύνταξιν ἀνάλογον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος εἶναι περιοριστικός, ἀφορᾷ δηλαδὴ τοὺς παθόντας κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, δὲν ἀφορᾷ δὲ καὶ τοὺς παθόντας κατὰ τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, ἐν τούτοις εἶναι πασίδηλον, Κύριοι, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο, ὅπως ἀμείψῃ τοὺς ὁπωσδήποτε προσενεγκόντας ὑπηρεσίας τῇ πατρίδι κατὰ τὸν πόλεμον, παθόντας δὲ κατὰ τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ καταστῶσιν ἀνίκανοι εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός των. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τοῦ 1906 πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν παθόντων κατὰ τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, ἀφοῦ ἄλλως τε τοιοῦτοι εὐτυχῶς εἶναι ὀλίγοι. Ἀπομένει μόνον ἓν ζήτημα σκοτεινόν, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ πιστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦτο δ’ εἶναι ἂν ὁ ἀναφερόμενος ἰατρὸς Β. Παπαβασιλείου κατέστη τοσοῦτον ἀνίκανος, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὗτος ν’ ἀσκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ. Τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε ἠδύνατο οὔτε εἶναι ἁρμοδία νὰ πιστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὅμως κατέστη τοιοῦτος, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ παραγκωνισθῇ οὗτος ἀπὸ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον προσάγει, ἔλαβε μέρος εἰς πάσας τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, τεθεὶς εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρὸς καὶ ἐπιδειξάμενος τοιοῦτον ζῆλον καὶ αὐταπάρνησιν, ὥστε ἐπέσπασε τὸν θαυμασμὸν τῶν ἀνωτέρων του. Φρονεῖ ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, ἂν πράγματι ὁ ἀναφερόμενος κατέστη ἄχρηστος διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του ἐκ τῶν τραυμάτων, ἐπιβάλλεται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ εὐεργέτημα καὶ νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῇ ἀστόργως ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἷς τίμιος καὶ γενναῖος στρατιώτης ἐκπληρώσας εὐόρκως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του.
§262Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Θερμῶς συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἰατρὸν Β. Παπαβασιλείου, ὅστις ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν, ἣν εἶχεν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἐπὶ ἁδρῷ μισθῷ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, ὁπότε καὶ ἐτραυματίσθη σοβαρῶς κατὰ τὸν πόδα. Γνωρίζω αὐτὸν προσωπικῶς, τοιοῦτον χαρακτῆρα δ’ ἔχει, ὥστε, καίτοι μὲ γνωρίζει, δὲν ἦλθε νὰ μὲ παρακαλέσῃ, ὅπως συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς του, ἧς ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συγκαταλέξῃ καὶ αὐτὸν μετὰ τῶν λοιπῶν τραυματισθέντων κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Εἶναι πολὺ δίκαιον νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τοῦ 1906 καὶ εἰς αὐτόν.
§263Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εὕρω τὰς θερμοτέρας λέξεις, ἵνα συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην· ἐνῷ ὁ ἀναφερόμενος οὗτος συνδέεται μετ’ ἐμοῦ στενώτατα, ἐχρειάσθη ἐγὼ νὰ τὸν συμβουλεύσω καὶ νὰ τῷ ἐπιβάλω νὰ προσφύγῃ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ὑπερηφάνειά του δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ ζητήσῃ ἀμοιβὴν τῶν ὑπηρεσιῶν του. Θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ὄχι μόνον ἐτραυματίσθη ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του, ἀλλ’ ὑπὸ περιστάσεις τιμώσας τὴν ἀνδρείαν του. Φαίνεται δὲ ὅτι τὸ συναίσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἀνδρείας εἶναι οἰκογενειακὸν εἰς αὐτούς, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὅτι ἔχει καὶ ἀδελφὸν νεώτερον, ὅστις ἀπὸ ἐφέδρου ἰατροῦ ἐγένετο μόνιμος ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ἐπιδειχθείσῃ κατὰ τὸν πόλεμον 1897, μετὰ δὲ ταῦτα διέμεινεν ἐπὶ τριετίαν ὅλην ἐν Μακεδονίᾳ δι’ ἐθνικοὺς σκοποὺς καὶ ἐπέστρεψεν ἐκεῖθεν ἀποκομίζων ῥευματισμούς.
§264Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔπρεπε πράγματι νὰ ἐβλέπετε τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν ἀνδρείαν αὐτοῦ κατὰ τὸ 1897, ἐκτὸς τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος.
§265Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ διαβιβάσωσι τὰς παρακλήσεις τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τροποποιοῦντος τὸν νόμον τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων εἶπεν ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τὸ ἀφορῶν τὸν κ. Παπαβασιλείου χρήζει ἰδιαιτέρας νομοθετικῆς ἐρεύνης, καὶ ἐπεφυλάχθη πρὸς τοῦτο καὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῇ σχετικὴν τροπολογίαν μου.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπεβεβαίου ὅσα οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶπον.
§267Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἄλλο τι εἰμὴ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ἰατροῦ Παπαβασιλείου.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου πληρωμῆς ἐργατικῶν ἡμερομισθίων ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 5′).