| 117 | Εἰς τὸν κ. Κ. Καζαντζῆν | 10 | ἡμερῶν | |
| 118 | Εἰς τὸν κ. Κ. Καλαντζόπουλον | 10 | » | |
| 119 | Εἰς τὸν κ. Κ. Ῥεβελιώτην | 1 | μηνός | |
| 120 | Εἰς τὸν κ. Ἰ. Μαλλιαρόπουλον | 15 | ἡμερῶν | |
| 121 | Εἰς τὸν κ. Σ. Ψύχαν | 30 | » | |
| 122 | Εἰς τὸν κ. Β. Πουλιάσην | 1 | μηνός | |
| 123 | Εἰς τὸν κ. Ν. Σπηλιώτην | 20 | ἡμερῶν | |
| 124 | Εἰς τὸν κ. Ἀ. Παπαχελᾶν | 20 | » | |
| 125 | Εἰς τὸν κ. Γ. Ζούκαν | 1 | μηνός | |
| 126 | Εἰς τὸν κ. Κ. Πανουτσόπουλον | 15 | ἡμερῶν | |
| 127 | Εἰς τὸν κ. Ἀ. Τάκην | 30 | » | |
| 128 | Εἰς τὸν κ. Δ. Βάχλαν | 1 | μηνός | |
| 129 | Εἰς τὸν κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶν | 1 | » | |
| 130 | Εἰς τὸν κ. Φ. Βακαλόπουλον | 20 | ἡμερῶν |
1911.11.26
4,543 rows · 36,052 words · 1 table · 197 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 177.
Τῆς 26ης Νοεμβρίου 1911.
(Σάββατον, ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ.μ.)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἡ ἐπικύρωσις τῶν Πρακτικῶν ἀναβάλλεται μέχρις ὅτου διανεμηθῶσι ταῦτα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ ἐκ Πατρῶν Λ. Δροσόπουλος αἰτεῖται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. 2) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρδίτσης ζητεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ ἀτελείας τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ σίτου νομοσχέδιον. 3) Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀριστομένους αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν προτάσεως νόμου τοῦ κ. Βακαλοπούλου περὶ ταμείου ὁδοποιίας τοῦ δήμου των. 4) Κάτοικοι Λαρίσης αἰτοῦνται ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως φόρου ἀροτριώντων ἐπὶ τρίμηνον. 5) Ὁ Παγκαπνεργατικὸς Σύλλογος Βόλου αἰτεῖται, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια τῆς ἐπιτροπῆς. 6) Κάτοικοι Αἰτωλικοῦ κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ περὶ κοινοτήτων νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὰ λιβάδια. 7) Κάτοικοι Μουσούρων κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων ὡς πρὸς τὰ λιβάδια. 8) Ἡ κοινότης Συβίλης τοῦ δήμου Αἰτωλικοῦ κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων ὡς πρὸς τὰ λιβάδια. 9) Ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Π. Λιβαδᾶς ζητεῖ βοήθημα. 10) Οἱ κάτοικοι Καλουδίου τοῦ δήμου Παμφίας τῆς Τριχωνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῶσι πάντα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνόρθωσιν. 11) Οἱ κάτοικοι Δερβεκίτσης τῆς Τριχωνίας παρακαλοῦσιν ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποδιδασκάλων. 12) Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ἀ. Σκιαδαρέσης αἰτεῖται, ὅπως περιληφθῇ μεταξὺ τῶν ἀποξηρανθησομένων ἑλῶν καὶ τὸ ἕλος Ἁγίου Ἀντωνίου τῆς Λευκάδος. 13) Ἡ Συνέλευσις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν πρὸς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων. 14) Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀριστομένους τῆς Μεσσήνης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ εἰδικοῦ ταμείου. 15) Κάτοικοι Πύργου καὶ Ἀνδρινάκι Κύμης αἰτοῦνται ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν πρὸ τοῦ 1910. 16) Σιδηρωταὶ αἰτοῦνται ἐπιβολὴν φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς ἔχοντας σιδηρωτικὰς μηχανάς. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Οἰκονόμου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξελέγξεως τῶν αἰτήσεων ἀδείας μεταλλευτικῶν ἐρευνῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Καφετζόπουλος ὑποβάλλει 1) πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 913, 970, § 2, καὶ 985, § 2 § 4, τοῦ ͵ΓΝΦΔʹ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως· 2) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Δικαῖος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἐ. Σουλτάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χρυσοστάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ͵ΓΩΜʹ τοῦ 1911. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπούσδρας, Ἀ. Βαβυλόπουλος, Ν. Γαρδικιώτης, Δ. Κουκουλέτσος, Β. Γρίβας, Ἀ. Θανόπουλος, Γ. Σπυρόπουλος, Δ. Θεοδοσόπουλος, Κ. Παπακυρίτσης, Ε. Μαντόπουλος, Π. Ζωγλοπίτης, Ἀ. Παπαποστόλου, Χρ. Βλάτσιος, Χρ. Καρᾶς, Ἰ. Κωτίκας, Κ. Σταμούλης, Γ. Καθάριος, Ν. Γιουβρῆς, Δ. Τάγιας, Γ. Ῥάμμος, Λ. Περιστέρης, Ἀ. Τάκης καὶ Γ. Ζούκας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν κτημάτων μετὰ τῶν ἐν αὐτοῖς ἐγκατεστημένων κατοίκων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 985 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀ. Σκιαδαρέσης καὶ Κ. Κατηφόρης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων. Θέλουσιν ἅπαντα ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Βάρθη ἀπαντᾷ ἐγγράφως ὡς ἑξῆς: «Κατόπιν μηνύσεως τοῦ Μηνᾶ Γλένη κατὰ τοῦ ἐπιτηρητοῦ τῆς ἁλυκῆς τῆς πόλεως Λευκάδος Γ. Τζαννετάκη, ἐνηργήθη κατ’ αὐτοῦ ποινικὴ ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ Λευκάδος ἀνακριτοῦ, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν συμφωνῆσαν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 595 ἐ. ἔ. βουλεύματος αὐτοῦ ἀπεφήνατο ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Γ. Τζαννετάκη. Τὸ ἀπαλλακτικὸν τοῦτο βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν ἐπεκυρώθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 625 ἐ. ἔ. βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Πάτρας Ἐφετῶν. Πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας, ὁ δὲ φάκελος εὕρηται εἰς τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν Ἀρχήν».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κύριοι Βουλευταὶ ζητοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουσιν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, οἱ πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν λόγῳ ἀσθενείας ἐν ταῖς οἰκογενείαις των. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως χορηγήσωμεν 10 τοιαύτας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ χορηγηθῶσιν εἰς 10 συναδέλφους ὀλιγοήμεροι ἄδειαι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Χορηγοῦνται οὕτως αἱ κάτωθι ἄδειαι.
| Εἰς τὸν κ. Κ. Καζαντζῆν | 10 | ἡμερῶν |
| Εἰς τὸν κ. Κ. Καλαντζόπουλον | 10 | » |
| Εἰς τὸν κ. Κ. Ῥεβελιώτην | 1 | μηνός |
| Εἰς τὸν κ. Ἰ. Μαλλιαρόπουλον | 15 | ἡμερῶν |
| Εἰς τὸν κ. Σ. Ψύχαν | 30 | » |
| Εἰς τὸν κ. Β. Πουλιάσην | 1 | μηνός |
| Εἰς τὸν κ. Ν. Σπηλιώτην | 20 | ἡμερῶν |
| Εἰς τὸν κ. Ἀ. Παπαχελᾶν | 20 | » |
| Εἰς τὸν κ. Γ. Ζούκαν | 1 | μηνός |
| Εἰς τὸν κ. Κ. Πανουτσόπουλον | 15 | ἡμερῶν |
| Εἰς τὸν κ. Ἀ. Τάκην | 30 | » |
| Εἰς τὸν κ. Δ. Βάχλαν | 1 | μηνός |
| Εἰς τὸν κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶν | 1 | » |
| Εἰς τὸν κ. Φ. Βακαλόπουλον | 20 | ἡμερῶν |
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἀρχιμανδρίτου Γονέμη τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σκιαδαρέσης.
§7Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἶναι ἡ δεκάτη τετάρτη ἀναφορὰ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Γονέμη ἡ παροῦσα, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δεκάτη τετάρτη ἀναφορὰ κατόπιν τόσων ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀλληλοδιαδόχως πρὸς πάσας τὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον Κερκύρας–Παξῶν καὶ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην, ὡς πρόεδρον αὐτῆς, καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν ἀντιβασιλέα ἀκόμη Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Ἐξηντλήθη ἡ ἱεραρχία· ἡ τελευταία βαθμὶς εἶναι αὕτη. Δὲν θὰ ῥήξῃ πλέον κραυγὴν ὁ ἀρχιμανδρίτης, θὰ ἐξακολουθῇ ἐπαιτῶν καὶ σύρων τὸ ῥάσον αὐτοῦ εἰς τὰς ὁδούς, ἵνα πορίζηται τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ἀφοῦ πᾶσαι αἱ θύραι εἶναι κλεισταὶ δι’ αὐτὸν καὶ πάντα τὰ ὦτα εἶναι κωφά. Καὶ ἠξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται; Οὐχὶ περὶ κοινοῦ τινος ἱερέως, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ῥάσον, ἁπλῶς διὰ νὰ ζῇ. Πρόκειται περὶ κληρικοῦ μεμορφωμένου, περὶ τοῦ κληρικοῦ Ἀλεξάνδρου Γονέμη, ὁ ὁποῖος διακούσας ἐν τῇ Ἱερατικῇ σχολῇ Κερκύρας τὰ ἱερατικὰ μαθήματα καὶ ἐξελθὼν αὐτῆς μὲ τὸν βαθμὸν ἄριστα, μετέβη καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθετο ὁ διαθέτης ὁ ἱδρύσας τὴν σχολὴν αὐτήν, ἀφοῦ προεχειρίσθη εἰς ἱερέα καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν ὑπόδουλον χώραν διδάσκων ἐπὶ 13ετίαν ὁλόκληρον τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα καὶ ἐπὶ 12ετίαν ἱερατεύων ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν διωγμῶν καὶ κατὰ τὸ 1910 ἠναγκάσθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πάτριον διωκόμενος ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κληρικὸς οὗτος, ὁ ἄμεμπτος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὁ τέλειος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς μορφώσεως, ἦλθεν εἰς τὴν πάτριον ζητῶν οὐδὲν ἕτερον, εἰμὴ εἴς τινα γωνίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς γῆς ἐφημερίαν τινά, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του καὶ πορίζηται ἁπλῶς τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, διὰ νὰ ζῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη τὸ δεύτερον ἔτος καὶ ἐν τούτοις εἰσέτι δὲν εὑρέθη ἡ ἐφημερία αὕτη διὰ τὸν κληρικὸν αὐτόν. Δὲν ἐζήτησεν οὔτε ἐπιζήλους θέσεις οὔτε ἁδροὺς μισθούς, δὲν ἐζήτησε ν’ ἀποζῇ ἄεργος· ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῇ ἡ ἐφημερία ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ καρποὶ τῶν μόχθων του νὰ προσδώσωσιν ἐπὶ τέλους τοὺς καρποὺς τοῦ νὰ διδάσκῃ ὡς ἐδίδαξεν εἰς τὴν ὑπόδουλον χώραν, διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ ὠφέλιμος νὰ γίνῃ καὶ εὐπρεπῶς νὰ ζῇ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον. Ἁπλῶς τὴν ξηρὰν ἀλήθειαν σᾶς ἀναφέρω διὰ τοῦ στόματός μου, ἀφοῦ διὰ τῶν ἀναφορῶν, διὰ ξηροῦ γράμματος δὲν ἠκούσθη. Ἐλπίζω ὅτι θέλω εἰσακουσθῆ ἤδη, ὅτε ἀποτείνομαι πρὸ παντὸς εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸν Σεβ. Μητροπολίτην ἢ εἰς ἕνα Ἐπίσκοπον.
§9Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἡ σύστασίς μου δὲν ἀπευθύνεται οὔτε πρὸς ὑμᾶς, οὔτε εἰς τὴν Κέρκυραν, οὔτε εἰς τοὺς Παξούς, οὔτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὔτε πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον. Ἡ σύστασίς μου ἀπευθύνεται εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν κλίμακα τῶν Ἀρχῶν, ὅπως ὁ δυνάμενος, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν, συντελέσῃ εἰς τοποθέτησιν αὐτοῦ. Φρονῶ δ’ ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον μία σύστασις θὰ εἶναι ἀρκετὴ εἰς τὸν ταλαίπωρον κληρικόν.
§10Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἀναφορὰ ἐστάλη εἰς τὸν Σεβ. Μητροπολίτην καὶ θὰ τὴν εὕρητε ἐκεῖ.
§11Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἀπὸ ὑμᾶς ἐστάλη ἡ ἀναφορά, οὔτε ἀναπτύσσων πάντα ὅσα ἀνέπτυξα προεθέμην νὰ ἐλέγξω τὴν ἀδράνειαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο ἁπλῶς ἀναφέρομαι, ὅπως ἀναφέρεται καὶ ὁ ἱερεύς. Θέλω μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, διὰ νὰ ἐξαναγκάσω τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως ἐπιληφθῶσι τῶν καθηκόντων αὐτῶν, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀφήνηται εἷς κληρικός, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸν κλῆρον καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, ν’ ἀφήνηται, λέγω, συρόμενος εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ οὔτε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Σᾶς ἐρωτῶ· ἐπὶ τέλους αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀφήνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, τί πρέπει νὰ πράξῃ, διὰ νὰ ζήσῃ; Εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ἐπανέλθῃ; Ἀδύνατον, διότι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται. Ἐν τῷ Κράτει νὰ ζήσῃ; Δὲν δύναται, διότι οὐδὲν ἔργον δύναται νὰ μετέλθῃ.
§12Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἂς ἀφήσῃ τὰ ῥάσα ἵνα ἐργασθῇ.
§13Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ζητοῦμεν νὰ μορφώσωμεν κληρικούς, κληρικὸν ἕτοιμον καὶ μεμορφωμένον πρέπει νὰ ἐξαναγκάσωμεν νὰ ἀποβάλῃ τὸ ῥάσον, τότε, κύριοι συνάδελφοι....
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Κ. Μαλασπίνας. Ἀπόντες. Ὁ κ. Γ. Φικιώρης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Γεράνων περὶ παρερμηνείας τοῦ περὶ δασῶν νόμου. Ἀπών. Ὁ κ. Κ. Γόντικας. Ἀπών. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§15Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§17Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἁπλῶς θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται τρίτην ἤδη φορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οἱ κάτοικοι Λακωνίας παρεπονέθησαν, ὅτι παρεμβάλλονται πλεῖστα ἐμπόδια εἰς τὴν ξύλευσιν ἐκ τῶν κήπων. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τῆς λέξεως «δάσος» προκύπτει τοῦτο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· πρὸ πολλοῦ ἀπαγορεύεται νὰ κόπτωσι ξύλα οὐχὶ ἀπὸ δάσος, ἀλλ’ ἀπὸ κήπους, ἀπὸ αὐλάς, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον οἱ κάτοικοι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου λαμβάνοντες τὴν σχετικὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ ἐφόρου. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ὅτι οἱ δυστυχεῖς χωρικοί, διὰ νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τὰ νότια μέρη τῆς Λακωνίας εἰς τὴν Σπάρτην, ἵνα λάβωσιν ἄδειαν ξυλεύσεως, θὰ χάσωσι τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἐὰν εὑρίσκηται ἐκεῖ ὁ ἔφορος. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι δυνάμει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου δύναται νὰ προκύψῃ ἓν κακόν, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδεὶς κόπτει ξύλα ἐκ τοῦ δάσους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κτήματός του. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς αὐτούς. Εἶναι κακόν, τὸ ὁποῖον πολὺ τοὺς βασκανίζει. Ἐὰν λάβητε δ’ ὑπ’ ὄψιν τοὺς κατοίκους ἰδιαιτέρως τῆς Μάνης, ὅπου τὰ βαλανιδόδενδρα δὲν παράγουσι καρπόν, ἀλλ’ ἐλάχιστον ποσόν, οἱ κάτοικοι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κόπτωσι τὰ δένδρα ταῦτα ὅπως παράγωσιν ἄνθρακας, εὑρίσκουσι δὲ εἰς τὴν τοιαύτην παραγωγὴν μίαν ἐπιχείρησιν ἐπικερδῆ, διότι τὰ δένδρα των εἶναι ἄχρηστα· διὰ τῆς τοιαύτης ὅμως χρησιμοποιήσεως τῆς ἰδιωτικῆς των περιουσίας ὑπόκεινται εἰς τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους;
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι βεβαίως, ἀλλ’ ἐπέρχεται τοῦτο τὸ κακόν.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν βεβαίως, καὶ εἰς τὴν αὐλήν των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ κόπτωσι ξύλα τοῦτο εἶναι τερατῶδες.
§22Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχει δάσος· εἶναι ὅμως ἀπέραντα δάση ἀπὸ βαλανιδέας ἰδιόκτητα καὶ ἀπὸ ἄλλα καρποφόρα δένδρα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς, ἐπειδὴ ἐξέπεσε τὸ προϊὸν αὐτῶν, κατέστησαν ἄχρηστα, ὥστε οἱ κάτοικοι οὔτε ἐλάχιστον ποσὸν δὲν παράγουσι καὶ δι’ αὐτὸ τὰ κόπτουσι, διὰ τὴν τοιαύτην δὲ χρησιμοποίησιν τῆς περιουσίας των ὑπόκεινται εἰς ποινάς. Σχετικῶς ὅμως πρὸς τὴν τοιαύτην αὐστηρὰν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα αὐτά, τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἐχαρακτήρισαν ἓν χωρίον τοῦ δήμου Γερονθρῶν ὡς ἔχον ἀρχαιότητας καὶ ἐκ τούτου δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ἐκεῖ ἡ ξύλευσις. Εἶναι πολὺ αὐστηρὰ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Βεβαίως οἱ κάτοικοι αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσι τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας περὶ προστασίας τῶν δασῶν, ἀλλ’ εἰς μέρη, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι πολὺ ἀπὸ τὰ ὄρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δάση, ἡ τοιαύτη αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου πιέζει τοὺς κατοίκους χωρὶς νὰ φέρῃ οὐδὲν ἀγαθόν. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τούτου.
§23ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἔχει ἐξηγηθῆ τὸ θέμα τοῦτο πλήρως πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐν τούτοις συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν σύστασίν μου, ὅπως ἑρμηνευθῇ κατὰ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα ὁ νόμος, ἰδίᾳ δὲ διοικητικῶς δοθῶσιν ὁδηγίαι εἰς τὰ ἁρμόδια δασικὰ ὄργανα νὰ ἐφαρμόζωσι κατὰ τὸν κανόνα τῆς λογικῆς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δασῶν νόμου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅτι ὑπάρχει λογικὴ ἐπιτρέπουσα π.χ. εἰς τοὺς ἀνθρακοπαραγωγεῖς νὰ ὁρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων πόσην ποσότητα ἀνθράκων θὰ παραγάγωσι, πόσα φορτία θὰ μεταφέρωσιν ἑκάστην ῥητὴν ἡμέραν καὶ νὰ ὁρίζηται ἀκόμη καὶ τὸ βάρος τοῦ φορτίου 90 ὀκάδας, ὡρισμένως 90 ὀκάδας, ἀδιάφορον ἐὰν μεταφέρωσιν 70 ὀκάδας· δι’ 90 θὰ πληρώσωσι. Τὸ ἄλλο δὲ τὸ χειρότερον ἀκόμη εἶναι νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς κῆποι μόνον οἱ λαχανόκηποι, πᾶσαι δ’ αἱ ἄλλαι δασικαὶ κτήσεις ὡς δάση. Εἶναι πράγματα περίεργα αὐτά, ἅτινα ὑποθέτω ὅτι καὶ διοικητικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ καθορισθῇ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως κῆπος, τὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν ὅτι ὡς κῆπος πρέπει νὰ χαρακτηρίζηται (ἀναγινώσκει): «χῶρος γῆς συνήθως περίφρακτος διὰ τοίχου, φράκτου, αἱμασιᾶς κλπ., ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐν πυκνότητι καλλιεργοῦνται ὀπωροφόρα ἰδίως δένδρα, λαχανικά, φυτά» — ὥστε δὲν χαρακτηρίζει μόνον τοὺς λαχανοκήπους — «ὡς καὶ ἄνθη, εἴτε τὰ ἐκ τούτων προϊόντα χρησιμοποιηθῶσι πρὸς πώλησιν ἢ τροφὴν εἴτε διατηροῦνται πρὸς ἁπλῆν τέρψιν εἴτε πρὸς σπουδὴν εἴτε καὶ διὰ λόγους ὑγείας κλπ. καὶ ὁ χῶρος οὗτος δύναται νὰ ᾖ μείζων ἢ ἐλάσσων ἐντὸς πόλεων ἢ κωμῶν ἢ καὶ πέρα τούτων». Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης ἐξεδόθη ἐγκύκλιος, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ ἄρῃ μέρος τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται πάντοτε, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς δὲν σέβονται ἐπαρκῶς τὰ δάση.
§25Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔδωκε πέρυσιν ἑρμηνείαν πραγματικὴν εἰς τὸν νόμον, καὶ ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἐφήρμοζε τὸν νόμον μὲ τοιαύτην εὐκολίαν, ὥστε δὲν ὑπῆρχε παράπονον. Πρό τινος μετετέθη ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος καὶ ἦλθεν ἄλλος, καὶ τώρα ἂν εἷς πολίτης πρόκειται νὰ μεταφέρῃ 10,000 ὀκάδας ἀνθράκων ἀπὸ Λακωνίας εἰς Πειραιᾶ, ζητεῖ νὰ τὰ ζυγίσῃ ὁ χωροφύλαξ, ὁ τελωνοφύλαξ, νὰ ἔχῃ ἄδειαν 10,000 ὀκάδων ἀκριβῶς, καὶ ἄλλας διατυπώσεις, αἵτινες καθιστῶσιν ἀδύνατον τὸ ἐμπόριον. Συνεπῶς παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἑρμηνεία καὶ δι’ αὐτό.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Κόλια.
§27Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας διαλαμβάνει ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἐμερίμνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ἐδόθη ἡ πρέπουσα λύσις καὶ εὐχαριστῶ αὐτόν, παραιτοῦμαι δὲ τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τῆς ἀναφορᾶς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χηνιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τροπαίων περὶ τοῦ παρανόμου διορισμοῦ τοῦ διδασκάλου Θ. Στασινοπούλου.
§29Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Οὐδεμία παράβασις ἐγένετο καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσυρθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυζωγόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Στρέφης ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως.
§31Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κοινότης Στρέφης διὰ τῆς εἰσαγομένης ἀναφορᾶς ζητεῖ τὴν ῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 980 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁ δανειστής, ἅμα ἐκπληρώσῃ τὰς τοῦ ὑπερθεματιστοῦ ὑποχρεώσεις, δύναται λαμβάνων περίληψιν τῆς κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως καὶ κοινοποιῶν ταύτην εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βιαίαν ἔξωσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ πλειστηριασθέντος. Τοιουτοτρόπως διὰ τῶν περιλήψεων τῶν πλειστηριασμῶν πλεῖσται περιουσίαι κατεκυρώθησαν ἀντὶ εὐτελεστάτου τιμήματος καὶ τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθησαν οἱ ὀφειλέται ν’ ἀποσυρθῶσι τῆς κατοχῆς καὶ νὰ στερηθῶσι τῆς μόνης περιουσίας, ἣν ἀπέκτησαν δι’ ἱδρῶτος καὶ στεναγμῶν. Ζητεῖται λοιπὸν ἡ ῥύθμισις τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ δευτέρα αἴτησις, ἥτις ἀφορᾷ τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀφίενται εἰς τὸν γεωργὸν 30 κοιλὰ σίτου ἐν περιπτώσει κατασχέσεως· ἐν τούτοις, καίτοι προστατεύεται ὁ γεωργός, οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται διὰ τοὺς σταφιδοκτηματίας. Ὁ σταφιδοκτηματίας, ὅστις ἐργάζεται καὶ αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα του καὶ ἡ σύζυγός του καὶ ἅπασα ἡ οἰκογένειά του, πρέπει, νομίζω, ν’ ἀπολαύσῃ καὶ αὐτὸς τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ νόμος εἰς τοὺς γεωργούς, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει καταστρατηγοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου καὶ αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἥτις θεωρεῖ ἀκατάσχετον τὸ προϊόν τῆς ἐργασίας. Ὁ δανειστὴς ἐνεργῶν κατάσχεσιν τῆς περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, ἰδίως τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐνεργεῖ κατάσχεσιν περιουσίας, ἥτις ἀνήκει καὶ εἰς τὴν σύζυγον τοῦ ὀφειλέτου. Κατὰ τίνα λοιπὸν ἀρχὴν τοῦ Δικαίου ἐνεργεῖ κατάσχεσιν τοιαύτης περιουσίας, ἥτις δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ὀφειλέτην του; Δύναται νὰ κατασχεθῇ προσωπικὴ ἐργασία; Εἶναι, νομίζω, πολὺ λογικὴ ἡ παρατήρησις αὕτη, καὶ πρὸς τοῦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ κύριοι Μιχαλακόπουλος καὶ Βουρλούμης εἰσήγαγον τροποποίησιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι νὰ τροποποιηθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ θεωρῆται ἀκατάσχετον ἓν ποσοστὸν τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, δηλ. νὰ ἀφήνωνται τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἐπὶ ἐκποιήσεως τοῦ ἀκινήτου. Εἶναι δικαίωμα, ὅπερ προσαρμόζεται καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας. Τρίτον, ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ ἑξῆς. Διὰ νὰ κατάσχῃ τις κινητὴν περιουσίαν, ἤτοι διὰ νὰ κατάσχῃ σταφιδόκαρπον, ἀπαιτοῦνται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 60 δραχμαί, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται δι’ 20 δραχ. ἀπαίτησιν. Ζητοῦσι λοιπὸν ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία νὰ καταργηθῇ, περιοριζομένων τῶν ἐξόδων, καὶ εὐτυχῶς συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κασίμη ὁπωσδήποτε ἐξῳκονομήθη τοῦτο, διότι, ἐγγραφομένου τοῦ δανειστικοῦ συμβολαίου εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, δύναται τοῦτο ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν κατάσχεσιν. Αὐτὰς τὰς παρακλήσεις ἔχω νὰ διαβιβάσω ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου καὶ φρονῶ ὅτι, τροποποιουμένων τῶν διατάξεων αὐτῶν, θὰ ἐπέλθῃ ἐμμέσως καὶ ὁ τρόπος τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ δανειστῶν καὶ ὀφειλετῶν. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ δανειστής, ὅστις ἔδωκε χρήματα πρὸς καλλιέργειαν, θὰ λαμβάνῃ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει, καὶ θὰ μένῃ κάτι εἰς τὸν ὀφειλέτην, φυσικώτατα ἐκεῖνος ὁ ἀδυσώπητος τοκογλύφος, ὅστις ἐδάνεισε μὲ Σαϋλώκειον τόκον, θὰ ὑποκύψῃ εἰς συμβιβασμὸν λογικόν, καὶ τοιουτοτρόπως λύεται ἐμμέσως καὶ τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον στενάζει καὶ φωνάζει ὁλόκληρος ὁ γεωργικὸς πληθυσμός.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ εὑρίσκωσι νὰ δανείζωνται.
§33Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικώτατα, διότι, ὅταν ὁ δανειστής, ὅστις παρέχει κτηματικὸν δάνειον, γνωρίζει ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἔχῃ τὴν πολυδαίδαλον ἐκείνην διαδικασίαν καὶ ὅτι, ἐγγραφομένου τοῦ δανείου εἰς τὰ βιβλία, θὰ περιττεύῃ ἡ κατάσχεσις, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ φοβερὰ πάλη μεταξὺ ὀφειλετῶν καὶ δανειστῶν. Αἱ πλεῖσται τῶν κατασχέσεων γίνονται διὰ κτηματικὰ δάνεια. Αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις νομίζω ὅτι θὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους τροποποιήσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουρλούμη καὶ Μιχαλακοπούλου, ὡς ἐπίσης θέλει προτάξει τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ τροποποίησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τῆς Πολ. Δικονομίας, δι’ ἧς προτείνεται τὸ ἀκατάσχετον τοῦ ¼ ἐπὶ 1000 ἐνετικῶν λίτρων σταφιδοκάρπου ἀφιεμένου ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος.
§35Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀπών.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον· δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
§37Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Δ. Φωκᾶ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σχινᾶς.
§39Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Καταγγέλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι παρὰ τὸ Σκοπευτήριον τῆς Καλλιθέας πρόκειται νὰ πωληθῇ εἷς λόφος ἀντὶ 85,000 δραχ., ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο καταγγέλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς καὶ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§40Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑπάρχει μία ἑταιρεία ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν ἐκεῖνον, ὃν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχουσιν αἱ ἑταιρεῖαι, εὐεργετικὸν τουτέστιν! Ἀνοικοδομεῖ λοιπὸν αὕτη οἰκίας, ἃς μεταπωλεῖ εἰς ἰδιώτας, διευκολύνουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ἀγοράν. Ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη ἑταιρεία μὲ συμβούλιον, μὲ πρόεδρον συμβουλίου, χωρὶς οὐδέποτε νὰ ἔχῃ συνέλευσιν, χωρὶς οὐδεὶς νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν ἐπισήμων τῶν σημερινῶν καὶ τοῦ παρελθόντος ἂν ὑπάρχει τοιαύτη ἑταιρεία καὶ ἂν λειτουργεῖ ὑπὸ θεσμοὺς καὶ ὑπὸ νόμους. Καὶ ὅ,τι μὲν ἐγένετο, Κύριοι, εἰς τὸ παρελθὸν εἴπομεν καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι περιέπεσεν εἰς λήθην ἤ, ἐὰν θέλωσί τινες, εἰς τὴν ἀφάνειαν.
§41Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ποίου εἴδους ἑταιρεία εἶναι αὐτή;
§42Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἑταιρεία ἀνώνυμος σχεδόν. Δυστυχῶς, κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε ὅτι δὲν εἶμαι εἰδικὸς περὶ τὰ νομικὰ καὶ διὰ τοῦτο νομικὸν ὁρισμὸν δὲν δύναμαι νὰ δώσω. Ἡ ἑταιρεία λέγεται «Καλλιθέα». Ὑπὸ τὴν προσωπίδα τοῦ εὐεργέτου τελοῦνται πάντα τὰ ἀνήκουστα, τὰ ἀπερίγραπτα καὶ τὰ μὴ λεγόμενα. Ἡ ἑταιρεία αὕτη διαχειρίζεται ἐκτάσεις ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου· ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος μιᾶς τοιαύτης σπείρας, δίκαιον δὲν ὑπάρχει οὔτε καὶ δικαιοσύνη. Ἡ ἑταιρεία αὕτη τῆς συλλογῆς καὶ τῆς ἀποθησαυρίσεως ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐξακολουθεῖ τὸ εὐεργετικὸν αὑτῆς ἔργον! Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνορθώσεως ἐνομίσαμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν βουλιμίαν τῶν οἰκοπεδοφάγων καὶ σφετεριστῶν, καὶ διὰ τοῦτο καταγγέλλομεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει πρόεδρον συμβουλίου, συμβούλιον, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ ἴχνος ἐποπτείας τῆς ἐπισήμου Ἀρχῆς, ἡ ἑταιρεία, λέγω, αὕτη προτίθεται νὰ πωλήσῃ τὸν λόφον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὄπισθεν τοῦ Σκοπευτηρίου. Τὸ κωμικὸν δὲ ἢ τὸ θλιβερὸν ἢ τὸ ἀχαρακτήριστον εἶναι ὅτι χωρὶς οὐδένα νὰ παρουσιάζῃ τίτλον ἰδιοκτησίας εἰμὴ τὸν τίτλον τοῦ χρυσοκαθάρου, ἐπιδιώκει τὴν πώλησιν τοῦ λόφου τούτου, πρὸς τίνας; πρὸς ἕν Σῶμα ἢ μίαν Ἀρχὴν τῶν Δυτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μίαν Σχολὴν ἐν Πειραιεῖ, τοῦ Λεοντίου Λυκείου, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται ὑπὸ διαφόρων ἐπισήμων προσώπων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ δι’ εὐνοήτους σκοπούς. Καὶ θ’ ἀγοράσωσι τὴν θέσιν ἐκείνην, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν σπεύσῃ νὰ ματαιώσῃ τὰ σχέδια τῆς χρηματιστικῆς σπείρας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Δ. Κάβουρας ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδιδασκάλων Μεσσήνης.
§44Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὰς θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, θὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ὑποδιδασκάλων· πλὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς λαβὼν ἀφορμὴν δὲν παραλείπω καὶ πάλιν νὰ εἴπω ὅτι δίκαιον εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ κλάδου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ποικιλοτρόπως ἐφάνη ὠφέλιμος εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἰδίως τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Εἶναι δὲ δικαιότατα τὰ αἰτήματά των, διότι οἱ ὑποδιδάσκαλοι ζητοῦσι μικρὰν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν καὶ ἀπονομὴν συντάξεως. Εἶναι δὲ δυνατόν, νομίζω, καταλλήλως μορφούμενοι οἱ ὑποδιδάσκαλοι εἰς τὰς σχολὰς νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοι διὰ γεωπονικὰ καὶ διάφορα ἄλλα μαθήματα τοῦ κλάδου τούτου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἂν δὲν ἔλαβεν ἤδη, τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑποδιδασκάλων.
§45Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑποδιδασκάλων, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν· ἰδίᾳ δ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς συντάξεως τῶν ὑποδιδασκάλων, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι δικαιότατον, διότι οἱ ὑποδιδάσκαλοι δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο,εἰμὴ ἵνα ἐν δεδομένῳ χρόνῳ ἀπολαμβάνωσιν ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, διὸ καὶ ἔχω ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑποβάλει πρότασιν νόμου, ἥτις καὶ ἐψηφίσθη, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§46Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπὸ πάντων εἶναι ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ κλάδος αὐτὸς προσφέρει πράγματι μεγίστην καὶ σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν· μισθοδοτεῖται, ὡς γνωρίζετε, ἐλάχιστα· ὡς ἐργάται πλέον, ὄχι ὡς ἀνεπτυγμένοι. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματά των, ν’ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των καὶ ν’ ἀπονεμηθῇ καὶ μικρὰ σύνταξις, διότι εἶναι ὁ μόνος κλάδος, ὁ ὁποῖος στερεῖται, ἐνῷ καταβάλλει. Δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διαπνέεται ἀπὸ ἀγαθὰ αἰσθήματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια σύντονος.
§47Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Γνωρίζω καλῶς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πολλάκις παρακληθεὶς δι’ ὑπομνημάτων τῶν ὑποδιδασκάλων τοῦ Κράτους ἐδείχθη πάντοτε εὐμενής, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ προνοῶσι περὶ αὐτῶν.
§48Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰς συμπαθείας ὅλης τῆς Βουλῆς βεβαίως ἀπολαμβάνει ὁ κλάδος τῶν ὑποδιδασκάλων καὶ ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ φανῇ ὅσον τὸ δυνατὸν εὔνους πρὸς τὰ αἰτήματά των. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις συμμεριζομένη τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς θέλει σπεύσει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματά των.
§49Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συνενῶ τὰς συστάσεις μου μετὰ τῶν προαγορευσάντων ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐκπληρωθῶσι δεόντως τὰ αἰτήματα τῶν ὑποδιδασκάλων, τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ὄψεως, ἰδίως δὲ τὸ περὶ συντάξεων εὑρίσκω δεδικαιολογημένον. Εἶναι κακὴ ἐξαίρεσις νὰ ὑπάρχωσι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἄνευ συντάξεως.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματα τῶν δημοδιδασκάλων πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§51Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ προθυμία, ὅπως προσφέρωσι πάντες τὰς συστάσεις των ὑπὲρ τοῦ ὑποδιδασκαλικοῦ κλάδου, ἀποδεικνύει τὴν ὁμόθυμον εὔνοιαν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ σῶμα αὐτῶν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ συστήσω ἰδικιτέρως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι οἱ ὑποδιδάσκαλοι εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι τόσην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ διδασκαλικὸν σῶμα καὶ τὸ σπουδαιότερον αὐτῶν ἀναπτύσσουσι τοὺς παῖδας τοῦ λαοῦ, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ μορφωθῶσι, καὶ δέον ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν. Ἀντλῶ δὲ τὴν γνώμην ἐξ αὐτῆς τῆς προθυμίας τῶν ὑποδιδασκάλων ὅτι πολὺ εὐχαρίστως θὰ δεχθῶσιν, ὅπως συσταθῇ ἰδιαίτερον διδασκαλεῖον δι’ αὐτούς, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ διαμορφῶνται καταλληλότερον πρὸς τὸν προορισμόν των. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ ἀκόμη, ὅπως αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των καὶ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς αὐτούς.
§52Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κάμνω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν.
§53Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι λυπηρὰ ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας διὰ τοὺς ὑποδιδασκάλους, ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι προσέφεραν καὶ προσφέρουσι σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν. Αὐτοὶ λέγουσιν «ἀφήνομεν κάτι τι, διὰ νὰ τὸ ἔχωμεν κατὰ τὸ γῆράς μας» καὶ ἡ Πολιτεία λέγει «δὲν τὸ δέχομαι» καὶ ὅτι «γηράσκοντες εἶσθε ὑπόχρεοι ν’ ἀποθάνητε τὸν ἐξ ἀσιτείας θάνατον». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἑτοίμην ὅλην ἐργασίαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας.
§54Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ ἐδόθη ἐπανειλημμένως εὐκαιρία νὰ ὑποστηρίξω ὅτι οὐσιωδεστέρας δαπάνας τῆς Πολιτείας τῆς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τῆς διὰ τὴν καλλιτέρευσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν θεωρῶ ἄλλας. Πολλοὶ τῶν ὑποδιδασκάλων ὑπηρέτησαν ὡς διδάσκαλοι, ἀπολυθέντες δ’ ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλουν, ἔχασαν τὴν ὑπηρεσίαν των ὡς δημοδιδασκάλων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσαν καὶ ποσόν. Προκειμένης τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα, παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ συζητήσῃ πλέον ἐνδιαφέρον θέμα. Ἀπαραιτήτως ὅμως πρέπει νὰ χορηγηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς ὑποδιδασκάλους καὶ ἐν γένει νὰ καλλιτερεύσῃ ἡ θέσις των, διότι οὗτοι ἀδικοῦνται σχετικῶς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέχουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§56Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅτε ὑπέβαλον ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας, συνέστησα αὐτῷ, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ κλάδου τῶν ὑποδιδασκάλων. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ σήμερον, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι οὗτοι ὁμοιάζουσι πρὸς τοὺς φρουροὺς στρατιώτας τοὺς ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῶν φρουρίων καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπηρετοῦντας, ὡς ζῶντες μακρὰν τῶν πόλεων καὶ ὑφιστάμενοι παντοειδεῖς στερήσεις. Αὐτοὶ προσφέρουσι τὰς μεγαλειτέρας ἐκδουλεύσεις εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, καὶ διὰ τοῦτο δίκαιον εἶναι καὶ συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτῶν πρόνοια ὑφ’ ἡμῶν καὶ περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἰτημάτων των καὶ περὶ τῆς ἐν γένει βελτιώσεως τοῦ κλάδου των.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἀναβάλλεται, διότι ὁ κ. Δαζέας ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἄλλης ἀναφορᾶς.
§58Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ, ἵνα παρίσταται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης ἀναφορᾶς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§60Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἀναφορὰν δικαιοτάτην, ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακεμπόρων ζητούντων δύο τινά, ἕν, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντως πραγματοποιήσιμον, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τοῦ διατεθειμένου διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ἕτερον συνδεόμενον μὲ τὴν νομοθετικὴν τῆς Βουλῆς ἐργασίαν. Τὸ πρῶτον αἴτημα τῶν ἀναφερομένων εἶναι ἡ ἀναστολὴ τοῦ διοικητικοῦ διωγμοῦ, ὅστις ἐνεργεῖται ἐναντίον των κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἰδίως ἡμέρας, διότι, ὡς λέγουσιν, ἤδη τὸ πρῶτον ἤρξατο ἐπιζητουμένη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ φαρμακεμπορείων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων τῆς νομοθεσίας τοῦ ἔτους 1835, ἥτις εὐλόγως δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶχε πλέον καταργηθῆ δι’ ἀχρησίας. Διότι οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν αἱ ἀπαγορευτικαὶ αὐτῆς διατάξεις ἐναντίον τῶν ἐπιστημόνων φαρμακεμπόρων, τῶν ἐχόντων φαρμακεμπορεῖα, ἢ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν συστηματικῶς καὶ αὐστηρῶς, ἡ δὲ κοινὴ ἀντίληψις καὶ ἡ φαρμακευτικὴ τοιαύτη ἐθεώρησεν ἀνέκαθεν καὶ θεωρεῖ τὰ φαρμακεῖα τὰ διευθυνόμενα ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν ὡς ἰσοδύναμα πρὸς φαρμακεῖα. Εἶπον ὅτι ἡ φαρμακευτικὴ ἀντίληψις, δηλαδὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ κόσμου τῶν ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, ἐξομοιοῖ τὰ τοιαῦτα φαρμακεμπορεῖα πρὸς φαρμακεῖα. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν κίνησιν τὴν γενομένην πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως ἀναγνωρισθῇ καὶ νομοθετικῶς ἡ τοιαύτη ἀφομοίωσις. Ἡ κίνησις αὕτη ἀναφέρεται ἐκτενῶς καὶ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῶν ἀναφερομένων συμπολιτῶν μου. Ὅλως δ’ ἐξαιρετικὰ γεγονότα, συμπεσόντα κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῶν Βουλῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν ἀνάλογα νομοσχέδια, ἠμπόδισαν τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου ἀφομοιοῦντος τὰ φαρμακεμπορεῖα, τὰ διευθυνόμενα ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, πρὸς τὰ φαρμακεῖα. Ἀπεκρούσθησαν βεβαίως τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ ὡς προσβάλλοντα κεκτημένα δικαιώματα ἢ μᾶλλον συμφέροντα ὀλίγων ἀνθρώπων τῶν ἰδιοκτητῶν φαρμακείων, οἱ ὁποῖοι εἶχον βεβαίως τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ὑποστηρίξωσι τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ κοινὸν συμφέρον δὲν ἐξυπηρετεῖται διὰ προστασίας αὐτῶν τῶν μεμονωμένων συμφερόντων· τὸ κοινὸν συμφέρον ἐξυπηρετεῖται διὰ τῆς προστασίας τῶν ἤδη φαρμακεμπόρων, ἐφ’ ὅσον οἱ φαρμακέμποροι οὗτοι εἶναι καὶ ἐπιστήμονες. Ἐὰν ἐζητεῖτο, ὅπως τὰ φάρμακα πωλῶνται ὑπὸ παντός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἱκανότητα τὴν συναλλακτικήν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐμπορικὰς πράξεις, ἐγὼ βεβαίως θὰ ἤμην ἀπολύτως ἀντίθετος αὐτῆς πρὸς τοιαύτην τινὰ αἴτησιν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ φαρμακεμπορείων διευθυνομένων ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, τὸ κοινὸν συμφέρον κατ’ οὐδὲν βλάπτεται ἐκ τῆς τοιαύτης ἀφομοιώσεως τῶν τοιούτων φαρμακεμπορείων πρὸς τὰ ἤδη φαρμακεῖα. Εἶπον ὅτι δύο σημεῖα θίγει ἡ ἀναφορὰ αὕτη, πρῶτον τὸ σημεῖον τῆς ἀναστολῆς αὐτοῦ τοῦ διοικητικοῦ διωγμοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται τώρα, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ, διδομένων τῶν καταλλήλων διαταγῶν, καὶ δεύτερον τὸ ἄλλο σημεῖον τῆς νομοθετικῆς ἐξισώσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ τὰ πράγματα μονίμως εἰς τὴν θέσιν των, ὀφείλει τοὐλάχιστον ἀκολουθοῦσα κατὰ τοῦτο τὸ παρελθὸν ν’ ἀνεχθῇ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν βλάπτει τὸ κοινὸν συμφέρον, καὶ ἡ ὁποία, ἐὰν ἤθελε μεταβληθῆ, θὰ μετεβάλλετο πρὸς τὸ συμφέρον ὀλίγων ἀνθρώπων καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Οἱ ἀναφερόμενοι λέγουσι προσέτι ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις εὐμενῶς ἔχει διατεθῆ πρὸς τὴν περὶ ἀφομοιώσεως τῶν εἰρημένων φαρμακεμπορείων πρὸς τὰ φαρμακεῖα αἴτησίν των. Ἐλπίζω ὅτι, διδομένης τώρα ἀφορμῆς διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ αἰτήματά των εἴτε κατὰ τὴν μίαν κατεύθυνσιν τὴν ἀμέσως, ὡς εἶπον, πραγματοποιήσιμον, εἴτε κατὰ τὴν ἄλλην τὴν μέλλουσαν νὰ ἐξασφαλίσῃ μονιμοποίησιν καταστάσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ τόσον ἀπροσδιόριστος καὶ ἀνώμαλος.
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτροπή τις ἐκ φαρμακεμπόρων καὶ φαρμακοποιῶν, ἡ ὁποία εἶπε πρὸς ἐμὲ ὅτι θὰ ηὔχετο νὰ ἴδῃ διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ψηφιζόμενον σχέδιον νόμου ἢ ψηφιζομένην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ παρείχετο δικαίωμα εἰς τοὺς φαρμακεμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐν τοῖς φαρμακεμπορείοις ἰατροὺς ἐπιστήμονας νὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελέσεως συνταγῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι νομίζων ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀντεπροσώπευεν ὅλον τὸν φαρμακευτικὸν κόσμον, ὅπως ὠνόμασεν αὐτὸν ὁ κ. Χρυσοστάλης προχθές, νομίζων λέγω ὅτι ἀντεπροσώπευεν ὅλους τοὺς φαρμακεμπόρους καὶ φαρμακοποιούς, εἶπον εἰς αὐτὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καιρὸν ἵνα μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἴδιον μέτρον δὲν ἔχει. Ἐὰν ὅμως ὅλοι εἶσθε σύμφωνοι ὅτι μέτρον τι τοιοῦτον ἤθελεν εἶναι λυσιτελὲς διὰ τὰ συμφέροντά σας, δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συστήσῃ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν τῇ Βουλῇ τοιαύτην τινὰ πρότασιν, ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ εὕρισκε καμμίαν ἀντίρρησιν παρ’ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε κάλλιον τί ὀφείλει νὰ γένηται διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου ὑμῶν. Τοῦτο ἐγένετο γνωστὸν διὰ τοῦ τύπου. Ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἤρξατο ὅλος ὁ κόσμος τῶν φαρμακοποιῶν ἐξεγειρόμενος ἐπὶ τῇ σκέψει καὶ μόνῃ ὅτι θὰ ἠδύνατο τοῦτο νὰ τεθῇ ἐν τῇ προτάσει νόμου, ἢ νὰ ὑποστηριχθῇ ὡς σχέδιον κυβερνητικὸν τοῦ νὰ δύνανται δηλαδὴ τὰ φαρμακεμπορεῖα, τὰ ὁποῖα διευθύνονται παρ’ ἐπιστημόνων ἰατρῶν νὰ ἐκτελῶσι συνταγάς. Ἐπαρουσιάσθη μάλιστα εἰς ἐμὲ χθὲς ἐπιτροπὴ φαρμακοποιῶν ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσιν ἐδῶ τὸ Συμβούλιον τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶπον ῥητῶς ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ συμφέρον τῶν φαρμακοποιῶν, καὶ ὑπεστήριξαν ὅτι, καὶ ψηφιζομένου τοιούτου νομοσχεδίου δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον· προσέθηκαν δὲ ὅτι θὰ ηὔχοντο νὰ ἴδωσι ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ πρὸ καιροῦ πολλοῦ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας. Εἶπον εἰς αὐτοὺς ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη διαφωνία, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἢ νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ συναγάγῃ ὅ,τι εἶναι συμφέρον εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπόσχομαι, εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὁπωσδήποτε περιφρουρεῖ περισσότερον τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος διατάγματος τοῦ 1835 τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Οἱ φαρμακοποιοὶ ἔμειναν σύμφωνοι, διότι μοὶ εἶπον ὅτι ἀντὶ τῆς ἀρνητικῆς ἐκείνης τοῦ Διατάγματος διατάξεως τοὐλάχιστον τίθεται μία θετικὴ διάταξις, ἡ ὁποία γνωρίζει εἰς τὸ κοινὸν ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται καὶ ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται, ὥστε νὰ δύναται καὶ ἡ διοίκησις ἐπιλαμβανομένη τοῦ ζητήματος νὰ κρίνῃ συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ὑπόσχομαι εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ ὡς ἔχει.
§62Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὄχι ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὡς εἶναι ἡ βʹ αὐτῆς παράγραφος.
§63Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Περὶ δὲ τοῦ ἑτέρου, Κύριοι, σήμερον δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἵνα σκεφθῶμεν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ηὔχετο νὰ ὑπάρχῃ χρόνος πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ χρόνος, δὲν θὰ θεωρήσῃ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη θὰ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προτιμήσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τῶν διοικητικῶν μέτρων, θὰ ἐξετάσω ἵνα ἴδω τί συμβαίνει ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν αἱ συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι συμφέρον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς διοικήσεως.
§64Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, Κύριοι, τοὺς λόγους καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ζήτημα τὸ Φαρμακευτικὸν πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνεκινήθη καὶ εἰς τὰς προηγουμένας Βουλὰς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ λυθῇ, διότι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ποικίλα καὶ πολλαπλᾶ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα παρεμποδίζουν πάντοτε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πράξῃ χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Τριῶν εἰδῶν φαρμακεῖα, εἶναι, Κύριοι, εἰς τὸ Βασίλειον ἡμῶν, εἶναι φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας ἐκπληροῦσι τὸ ἔργον αὐτῶν, εἶναι καὶ ἄλλα φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται φαρμακεμπορεῖα, διευθυνόμενα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, καὶ τὰ ὁποῖα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰ ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένα φαρμακεῖα, διότι τὰ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀνεγνωρισμένα φαρμακεῖα ἐκτελοῦσιν ἀκριβῶς τὰς συνταγὰς τὰς ἰατρικάς. Τὰ φαρμακεμπορεῖα δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα καὶ δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐκτελῶσι συνταγὰς. Καὶ ὅμως εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἐν ταῖς ὁποίαις ὑπάρχουσι τοιαῦτα φαρμακεμπορεῖα διευθυνόμενα ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, ἐκτελοῦσιν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔργον τῆς ἐκτελέσεως τῶν συνταγῶν, τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦσι καὶ τὰ φαρμακεῖα τὰ ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δύο τούτων εἰδῶν τῶν φαρμακείων—διότι καὶ τὰ δεύτερα ταῦτα, καίτοι εἶναι φαρμακεμπορεῖα, εἶναι ἀκριβῶς φαρμακεῖα, διότι ἐκτελοῦσι συνταγὰς ἰατρικὰς παρὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ τοῦτο κατέστη ἕν ἔθιμον, κατέστη μία συνήθεια, καὶ τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἶναι ὠφέλιμα εἰς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα—ἐκτός, λέγω, τῶν δύο τούτων εἰδῶν, ὑπάρχει καὶ ἄλλο εἶδος φαρμακεμπορείων, τὰ ὁποῖα δὲν διευθύνονται ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, διευθύνονται ὑπὸ ὑπηρετῶν, ὑπὸ τοιούτων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐχρημάτισάν ποτε εἴς τι φαρμακεῖον, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἕξιν νὰ ἐκτελῶσι συνταγὰς ἄνευ συνειδήσεως καὶ ἄνευ εὐθύνης τινός. Τοιαῦτα φαρμακεμπορεῖα ὑπάρχουσιν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος διευθυνόμενα ὑπὸ ἀνεπιστημόνων φαρμακοποιῶν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ὀνόματος ἑνὸς φαρμακοποιοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν εἶναι καὶ ὁ πράγματι διευθύνων. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον τοιαῦτα φαρμακεῖα τῆς τελευταίας τάξεως νὰ διατηρῶνται εἰς τὸ Κράτος. Ὡς πρὸς τὰ φαρμακεμπορεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰς πόλεις καὶ διευθύνονται ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ λόγῳ τῆς συνηθείας καὶ διότι διευθύνονται ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν νὰ ἀφομοιώσῃ αὐτὰ μὲ τὰ φαρμακεῖα, νὰ ἀπαγορευθῇ δὲ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἱδρύωνται νέα φαρμακεμπορεῖα ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα. Ὅταν τοῦτο κατορθωθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας λύεται ἀμέσως τὸ φαρμακευτικὸν ζήτημα, διότι ἐφ’ ὅσον διατηροῦνται φαρμακεμπορεῖα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἢ ν’ ἀφήνωμεν τὸν νόμον νὰ σιγᾷ καὶ νὰ μὴ τὰ καταδιώκωμεν, ἢ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Πολιτεία γενικῶς νὰ λάβῃ μίαν προστασίαν ὑπὲρ αὐτῶν, ἢ νὰ μὴ καταδιώκωνται.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ δι’ αὔριον.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ «ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν διαφορῶν, περὶ πληρωμῆς ἐργατικῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων». (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται ταῦτα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας κ. κ. Ν. Χαριτᾶτος, Ὅθ. Τετενές, Δ. Βινιερᾶτος, Ἀ. Βαλσαμάκης καὶ Ν. Ῥαυτόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ «ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας ἐν Ἰθάκῃ». Ἡ πρότασις αὕτη θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἀπὸ τοῦδε ὅπως καταρτίσω ἐπιτροπὴν καὶ παραπέμψω εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ καταρτίζεται ἐκ τῶν κ. κ. Ὅθ. Τετενέ, Ν. Χαριτάτου, Ν. Ῥαυτοπούλου, Π. Πολυχρονιάδου, Ν. Δελακοβία, Ε. Σουλτάνη, Ἀ. Σκιαδαρέση, Δ. Πολυζωγοπούλου καὶ Ν. Βάρθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§71ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μὴ σπεύδετε, διότι θὰ πάθητε ὅ,τι ἐπάθετε καὶ χθές. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 5000 πρὸς συνδρομὴν παθόντων ἐκ σεισμοῦ κατοίκων τῶν χωρίων Σκλείθρου καὶ Ἀληφακλὰρ τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης τελευταίας παραγράφου εἰς τὸν νόμον ͵ΓϠΙΗʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3918) τῆς 12 Αὐγούστου 1911. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓϠΛΒʹ νόμου τοῦ 1911 περὶ συστάσεως τμήματος ἐργασίας καὶ κοινωνικῆς προνοίας καὶ τοῦ ͵ΓΨΚΔʹ τοῦ 1910 περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας».
§75Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν, τάσσεται δὲ προθεσμία πενθήμερος εἰς αὐτὴν ὅπως προσαγάγῃ τὸ πόρισμα. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν Δήμων.» Ὁ κ. Πὼπ καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§77Γ. ΠΩΠ. Ἔλεγον χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ προσεπάθησα νὰ ἀποδείξω τοῦτο δι’ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ τῶν ἐπισήμων στατιστικῶν καὶ ἐπὶ τῶν στατιστικῶν ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη καὶ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῆς νέας μεταρρυθμίσεως δημιουργοῦμεν μικροοργανισμοὺς διοικητικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν οἰκονομικὴν αὐτάρκειαν. Ἀπέδειξα διὰ τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων, ὅτι ἑκάστη κοινότης θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀξιοθρήνητον τέρμα καὶ ὅτι μετὰ τὴν δαπάνην ἡ ὁποία θὰ ἐξαντλήσῃ πάντα τὰ ἔσοδα αὐτῶν, δαπάνην δι’ ἀναγκαίας ὑποχρεώσεις θὰ ἀπομένῃ ἔλλειμμα εἴκοσι δραχμῶν διὰ τοῦ ὁποίου ἐλλείμματος θὰ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καλύψωσι ἐπίσης ὑποχρεωτικὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἑξῆς: τὴν ὕδρευσιν καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ νεοσυστάτου αὐτοῦ δήμου, τὴν πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὴν πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τὸν δαμαλισμὸν τῶν κατοίκων, τὴν περίφραξιν καὶ συντήρησιν νεκροταφείων, τὴν ἐθνικὴν ἑορτὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην ἡ ὁποία τυχὸν διὰ νόμου θὰ βαρύνῃ τοὺς δήμους. Πῶς θὰ γίνῃ τὸ θαῦμα τοῦτο δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ κατανοήσω. Εὔχομαι εἰλικρινῶς νὰ θαυματουργήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ θαυματουργήσῃ καὶ ἡ αἰσιοδοξία τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, εὗρεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσι κοινότητες ὡς μονάδες νέαι διοικητικαί, ὡς θεμέλια τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος, ἄνευ χρημάτων. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐγὼ ἐπλειοδότησα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥύθμισιν τῶν ἐσόδων τῶν μικρῶν δήμων. Ἐπλειοδότησα διότι ἤθελον οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ ν’ ἀναφέρωνται εἰς δήμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι κοινότητες τῶν 300 μόνον κατοίκων, ἀλλὰ πολὺ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ μέχρι τῶν 500 ἴσως, βάσεις ἑπομένως διοικητικαὶ ἑδραιότεραι κατὰ πολύ, καὶ ἔχουσαι ἀναμφισβητήτως σχολεῖον, καὶ ἑπομένως αὐτοδικαίως καὶ ὑποχρεωτικῶς κηρυσσόμεναι κοινότητες. Ἔπραξα δὲ τοῦτο κυρίως ὑπερτιμῶν ὑπὲρ τὴν ἐπιτροπὴν κατ’ ἄτομον τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Ἐγὼ ὑπελόγισα πρὸς δύο καὶ ἡμίσειαν δραχμὰς κατ’ ἄτομον, ἡ ἐπιτροπὴ ὑπελόγισε πρὸς δύο καὶ 20/00. Δὲν γνωρίζω ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἦτο ἄλλοτε δήμαρχος ἐπὶ τῆς λεγομένης «φαυλοκρατίας» καὶ ἐπέδρασε καὶ οὗτος ὅπως συντριβῶσι τὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντες ἐξ ἐπαρχιῶν κατάγεσθε, καὶ ἐπειδὴ πάντες ἐπεσκέφθημεν τὰ χωρία θὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς τοὺς ἐκεῖθεν ἐρχομένους, ἰδιαίτατα δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ πλείονα δὲν θὰ ἔχωσιν ἴσως ἐπισκεφθῆ Ἑλληνικὰ χωρία, εἶναι δυνατὰ αὐτὰ τὰ πράγματα; Θὰ δημιουργηθῶσιν ὑπὲρ τοὺς 900 μικροοργανισμοὶ διοικητικοὶ ἀποτελοῦντες νῦν συνοικισμοὺς κωμοπόλεων καὶ εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατον οἱ ἄμεσοι φόροι νὰ ἀναλογίσωσι πέραν τῆς μιᾶς δραχμῆς κατ’ ἄτομον. Καὶ οὕτω οἱ ἀριθμοὶ ὁμολογοῦσιν ὅτι ἡ κοινότης δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ ἄνευ ἀναζητήσεως νέων τριπλασίων ἐσόδων τῶν μὲ πᾶσαν αἰσιοδοξίαν καὶ ἀφθονίαν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Μᾶς εἶπε συγχρόνως ἡ ἐπιτροπή, διασκευάσασα τὸ νομοσχέδιον, μᾶς εἶπε καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου της, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν συμβῇ τοιοῦτό τι, τότε δὲν ἔχουσι νὰ πράξωσιν ἄλλο τι οἱ δῆμοι εἰμὴ νὰ συγκροτήσωσι ἓν εἶδος οἰκονομικοῦ συσσιτίου, κατὰ τὴν εὔθυμον ἐκδοχὴν τῆς συγκεντρώσεως τῶν δυνάμεων τριῶν ἢ τεσσάρων ἀπόρων κοινοτήτων ἵνα συγκομίσωσι τὸν πλοῦτον. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον σύστημα τὸ διοικητικὸν τοῦτο συνοικέσιον θὰ συντελεσθῇ. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐκ τῶν κατὰ βίον συνοικεσίων ὅτι ὑπάρχει λαϊκὸν λόγιον τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δὲν παράγεται ὁ πλοῦτος ὅταν «ἡ γδύμνια ὑπανδρεύεται τὴν πτώχειαν», ὅτι δὲν κάμει τίποτε «ὁ κρυωμένος τοῦ παγωμένου». Θὰ ἔχετε τέσσαρα, πέντε ἐλλείμματα ἐκ 400 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσι νὰ συμπράξωσι. Καὶ διὰ τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῶν ἐφαντάσθητε νὰ ἀποτελέσητε πλοῦτον καὶ εὐημερίαν κοινοτικήν! Δὲν γνωρίζω ἂν τοιοῦτόν τι συμβαίνει ἐν Βυρτεμβέργῃ, ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ τῇ Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ὅ,τι συμβαίνει, εἰς τὰ κοινὰ θυλάκια τῶν ἀνθρώπων καὶ κατ’ ἄτομον συμβαίνει καὶ καθ’ ὁμάδας, συμβαίνει καὶ κατὰ δήμους, συμβαίνει καὶ κατὰ Πολιτείας. Οἱ ἀριθμοὶ οἱ προσμετρούμενοι διὰ τοῦ χρήματος δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν. Εἶναι βεβαίως μέθοδος εἰδικῆς ἀεροθεραπείας τῶν ἐλλειμμάτων ὅτε τοὺς γενικοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τολμῶμεν νὰ παρουσιάζωμεν παρέχοντας πλεόνασμα εἰς ἀριθμούς. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸν καθ’ ἡμέραν βίον τῶν μικροοργανισμῶν αὐτῶν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι διὰ φανταστικῶν ἀριθμῶν. Δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ ἔχωσι τὴν ἀφέλειαν εἴτε ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φαντασθῶσιν ὅτι οἱ πλουσιώτεροι δῆμοι τοῦ μέλλοντος θὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς γύρω πτωχούς: «Ἔλθετε μετ’ ἐμοῦ ἵνα μοιρασθῶμεν τὸν πλοῦτον· εἶσθε πτωχοί, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀνελάβομεν καὶ κάποιαν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, καὶ σᾶς καλοῦμεν, ἔλθετε μεθ’ ἡμῶν ἵνα συμπήξωμεν μίαν κοινότητα, ἂν δὲ ὑπάρχῃ περίσσευμά τι εἰς ἡμᾶς θὰ ἐρχώμεθα νὰ βοηθῶμεν σᾶς τοὺς ἐνδεεῖς». Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ φανταστικοῦ ἐδάφους πλέουσιν ἐντὸς νεφέλης χρυσῶν ὀνείρων καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ἀφοῦ δὲ ἐδημιούργησαν σαθρὰν βάσιν κοινότητος εἶπον: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ προοδεύσωμεν ἐπὶ πλέον, πρέπει νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ πλούτη τὰ ὁποῖα θὰ ἐκχύνωνται εἰς χειμάρρους, οἱ ὁποῖοι θὰ δροσίζωσιν αὐχμηρὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας κατέστησαν ἐρήμους οἱ παμφάγοι δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι κατεβρόχθισαν τὰ πάντα· εἶναι ἀνάγκη εἰς τὰ πλούτη αὐτὰ νὰ δώσωμεν καὶ μορφὴν μᾶλλον συνεταιρικήν». Εἴδετε ποτὲ ἑταιρείας συνεταιριζομένας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χρεῶν των; Τοῦτο θὰ συμβαίνῃ σήμερον. Καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εὕρητε ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συνεταιρικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ ἀνεπτύχθη ἰδιαίτατα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν κοινότητα τῶν Ἀμπελακίων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὀργάνωσις ἐκείνη ἦτο κἄτι συμφυὲς πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἐσκέφθησαν νὰ λάβωσι διδάγματα καὶ ἔξωθεν, ἀπὸ τὰ διάφορα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Καὶ εἶπον διασκεπτόμενοι οἱ διασκευασταὶ τῶν κοινοτήτων: Εἶναι ἀνάγκη νὰ ζῶσιν ὡς εὐρωπαῖοι οἱ χωρικοί μας συνεταιριζόμενοι καὶ συγκροτοῦντες νέας μορφάς, συνεργατικὰς ἑνώσεις παραγωγῆς, ἀμοιβαίου κέρδους καὶ μικτοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὅλα δὲ ταῦτα τὰ τριπλᾶ θαυματουργήματα τῆς ἐπιστήμης διαπλαττόμενα ἐπὶ τῶν ἐλλειμμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἀφήνῃ ἡ διοίκησις τῶν διαφόρων κοινοτήτων! Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργοῦμεν τὰ θεμέλια καὶ τὰς βάσεις τῆς νέας διοικητικῆς ὀργανώσεως ἐρχόμενοι νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ τὴν διοικητικὴν ἀναμόρφωσιν τῆς χώρας. Εἶναι τοῦτο τὸ ἐπιστέγασμα τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ νέα πολιτικὰ ἤθη καὶ ὑλικὴν εὐδαιμονίαν εἰς τὸν τόπον! Καὶ ποία εἶναι ἡ ὑλικὴ εὐδαιμονία, τὸ λέγουν οἱ ἀριθμοί. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ πολιτικὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα θὰ προσδώσῃ τοιαύτη διαρρύθμισις τῶν πραγμάτων τὸ λέγει ἡ παρατήρησις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐν μέσῳ χωρικῶν οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Θέλουν νὰ καταλύσουν ἐντελῶς τὸν κομματισμὸν καὶ νὰ ἔλθωσι τὰ νέα ἁγνὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ ἀντὶ τούτου θὰ δημιουργήσωσιν 2757 νέους κομματάρχας τοπικοὺς καὶ θὰ δημιουργήσωσιν ἀντιπάλους πρὸς ἐκείνους ἄλλους τόσους δηλ. περὶ τὰς 5500 ἀνθρώπων ἀνταγωνιζομένων εἰς τὰ διάφορα χωρία διὰ τὴν θέσιν ἰδιαίτατα τοῦ παρέδρου, ἥτις παρέχει τὴν ἄνεσιν τῶν ἐξόδων τῆς παραστάσεως δι’ ὧν θὰ ἐμφανίζωνται μεγαλοπρεπέστερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των. Καὶ καταλύοντες τὸ ὄνομα τοῦ δημάρχου, νομίζομεν ὅτι κατελύσαμεν ἐντελῶς πλέον τὸ φημιζόμενον «φαῦλον αὐτὸ παρελθόν» καὶ φανταζόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλάβῃ ὁ ἀγράμματος χωρικός, ὁ μὴ γνωρίζων πολλάκις ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν, νὰ διεκπεραιοῖ τὰς διοικητικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἢ νὰ διαχειρίζηται τὴν περιουσίαν τὴν ὁποίαν τῷ ἐνεπιστεύθησαν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, τὴν περιουσίαν τὴν ὁποίαν πρέπει δι’ ὅλως νέων ἐφευρέσεων νὰ συγκεντρώσωσιν, ἵνα μορφώσωσι κοινότητα δυναμένην νὰ ζήσῃ, φανταζόμεθα λέγω ὅτι θὰ εὕρωμεν τὸ ἰδεῶδες πλέον πρόσωπον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο θὰ σκέπτηται εἰμὴ μόνον πῶς νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν κοινῶν τῆς χώρας τ’ ἀγαθὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ μικρᾶς γενετείρας. Καὶ θὰ ἴδωμεν τὰ μίση ἐξεγειρόμενα, καὶ θὰ ἴδωμεν χωρία τὰ ὁποῖα παρ’ ὅλον τὸν κομματισμὸν τὸν προσωπικόν, ἔχουσιν εἰσέτι ἐν ἑαυτοῖς ἄνεσίν τινα καὶ ψυχικὴν ἐλευθερίαν ἐν τῷ τρόπῳ τοῦ βουλεύεσθαι, νὰ χωρισθῶσιν εἰς δύο στρατόπεδα, θὰ ἴδωμεν δήμους εἰς τοὺς ὁποίους οἱ δημόται οἱ ὑπάρχοντες λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων αὐτῶν καὶ λόγῳ τῆς μεταναστεύσεως δὲν εἶναι περισσότεροι τῶν 60, οἱ δημόται ἐκεῖνοι νὰ εἶναι διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα, ἔχοντες τοὺς δέκα ὑποψηφίους, τοὺς μὲν εἰς τὸ ἕν τοὺς δὲ εἰς τὸ ἄλλο καὶ εἰς μέσον τρίτον κόμμα τοὺς ἀνεξαρτήτους, τοὺς ἀνορθωτὰς τῆς κοινότητος, δηλαδὴ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι νὰ καταλύσωσι τὸ φαῦλον παρελθόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήκουν οἱ 10 ἄλλοι ἀντίπαλοί των καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐντὸς 60 ἀνθρώπων 15 ὑποψηφίους ἐκλογεῖς ἀντιπροσωπεύοντας τρία ἐν τῇ κοινότητι κόμματα.
§78Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ νὰ τοὺς εὕρητε καὶ τοὺς 60;
§79Γ. ΠΩΠ. Ὁμιλῶ περὶ κοινοτήτων, αἵτινες θὰ ἔχωσι τουλάχιστον 800 κατοίκους. Πρόκειται ἀκόμη περὶ κοινότητος, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἄνεσίν τινα, ἡ ὁποία εἶναι αὐτάρκης οἰκονομικῶς καὶ νομικῶς ἀκόμη, διότι ἔχει κοινοτικὴν περιουσίαν. Ἐκ τῆς κοινότητος αὐτῆς, ἐκ τῶν 800 ἴσως οἱ 60 θὰ ἔχουν δικαίωμα ψήφου ἢ ἐκλογῆς, διότι τοὺς ἄλλους ἐφρόντισεν ἡ Πολιτεία νὰ τοὺς ἀποστείλῃ μακρὰν τοῦ Κράτους ἡμῶν, νὰ τοὺς ἀποστείλῃ νὰ ζῶσι λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἀναγκῶν διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη ὁ τόπος οὗτος, νὰ ζῶσι μακρὰν τῆς ἑστίας αὐτῶν, καὶ θὰ ἔχωμεν τοιουτοτρόπως ἐντὸς 60 ἐκλογέων 15 ὑποψηφίους, δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς οἰκογενείας διαμαχομένας πρὸς διαρπαγὴν τῆς ἐξουσίας. Εἶναι τοῦτο τὰ νέα πολιτικὰ ἤθη καὶ γνωρίζετε πάντες —καὶ ἐγὼ εἰς μικρὸν δῆμον πολιτεύομαι—ὅτι ὅσον μικρότερος εἶναι ὁ δῆμος ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἐμπάθεια εἶναι μεγαλειτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον τὰ μίση λόγῳ τῆς μικρᾶς φιλοδοξίας αὐξάνονται εἰς ἐμπάθειαν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικράν τινα μόρφωσιν θέλουσιν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς μὴ ἔχοντας μόρφωσιν καὶ διαφθείρουσιν αὐτούς, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἴδωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ἔχουσαν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἀκριβεῖς 16.000 ὑποψηφίους, οἵτινες θὰ εἶναι ὑποψήφιοι ἐπιτυχόντες, καὶ 16.000 οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ὑποψήφιοι ἐκ τῆς ἑτέρας μερίδος, καὶ 16.000, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ ὑποψήφιοι οἱ ἀνεξάρτητοι τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος εἰς τὰς κοινότητας ἐκείνας, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον μιᾶς Ἑλλάδος ἐχούσης κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν 45.000 ὑποψηφίους, ἵνα καταλάβωσι τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα τὰ ἐλλείμματα τῆς κοινότητος ἐπιφυλάσσουσιν εἰς τὸν πτωχὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ τὰ νέα πολιτικὰ ἤθη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐσκέφθη ν’ ἀναστήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θεμελιώσῃ τὸ ἀρραγὲς αὐτὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ οἰκοδομήσῃ τὸ μέγα ἀνορθωτικὸν ἔργον τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας νὰ ἐξέλθῃ τις μακρὰν αὐτῆς ταύτης τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ δήμου Ἀθηναίων; Ἔρχεται νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τοὺς μὲν μικρούς, τοὺς ἐλαχίστους δήμους, πρόκειται νὰ παραδώσῃ εἰς ἀφάνειαν, ἀναγκάσῃ δὲ τὸν λαόν, ἵνα ἀλληλομαχόμενος διὰ τὴν κατάληψιν μικρᾶς ἐξουσίας καὶ μικρῶν τινῶν λαφύρων μεταστρέψῃ τὴν προσοχὴν ἀπὸ τοῦ μέρους ἐκείνου, πρὸς τὸ ὁποῖον πάντες ἔπρεπε νὰ ἔχωσι συγκεντρωμένην τὴν ψυχήν. Ἐνισχύει τὸν τοπικισμὸν ὑπὸ τὴν χειρίστην αὐτοῦ μορφὴν ὁ νέος θεσμός, ὄχι τὸν τοπικισμὸν τῆς ἑστίας καὶ τῶν βωμῶν, τὸν τοπικισμὸν τὸν ἀναπτύσσοντα τὸν ἐγωισμὸν καὶ τὸ προσωπικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ ἐξέλθωμεν μακρὰν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἵνα γνωρίσωμεν ποία εἶναι τῶν κοινοτήτων ἡ θέσις; Ἐδῶ, ἐν τῷ δήμῳ Ἀττικῆς, ἡμεῖς οἱ ζῶντες ἐν τῷ τόπῳ γνωρίζομεν ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ χωρισθῇ ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἀπὸ ὑπαρχούσας ἤδη κοινότητας, π.χ. τῆς Κηφισίας, τοῦ Ἀμαρουσίου, τοῦ Χαλανδρίου, αἵτινες αὐτοδικαίως θὰ γίνωσι κοινότητες καὶ θ’ ἀποτελέσωσιν ἰδίους δήμους, διότι ἔχουσι 400, 500, 600 ἐκλογεῖς ἑκάστη ἐξ αὐτῶν, ὅταν χωρισθῶσι, λέγω, αἱ κοινότητες αὗται ἀπὸ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δυνηθῶσι νὰ ζήσωσιν ἢ θὰ ληφθῇ ἀνάγκη νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαιρετικῶς αἱ εἰρημέναι κοινότητες θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων; Ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἐρωτήσῃ τί εἰσφέρουσιν αἱ κοινότητες αὐταὶ ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τί ὁ δῆμος ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων αὐτῶν; Ἢ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμός, θ’ ἀρχίσωμεν νέαν σειρὰν νόμων, καὶ θὰ χωρίσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς Ἑλλάδα δημάρχων καὶ δημοτικῶν παρέδρων καὶ εἰς Ἑλλάδα, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως; Καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ ἀφαιρέσητε τὴν αὐτοδιοίκησιν ἀπὸ τὴν Κηφισίαν, Ἀμαρούσιον καὶ Χαλάνδριον; Ἀλλὰ καὶ μὲ ποίαν ὑλικὴν δύναμιν θὰ δυνηθῆτε νὰ παράσχητε αὐτοδιοίκησιν εἰς τὰς μικρὰς αὐτὰς κωμοπόλεις, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι θὰ συντριβῶσιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους; Τί νομίζετε ὅτι θὰ συμβῇ μὲ τὰς κωμοπόλεις αὐτάς; Ἑκάστη ἐξ αὐτῶν δὲν εἰσφέρει εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ποσὸν μεῖζον τῶν 50–60 δραχ. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων δαπανᾷ διὰ τὰς κοινότητας ταύτας; 155.000 δρ. ἐτησίως. Ποῖος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὰς 150.000 δρ. εἰς τὰς τρεῖς κοινότητας, τὰς ἐγγὺς ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἱδρυθῶσιν; Ἢ θὰ ἀφήσωμεν τὴν Κηφισίαν νὰ χαθῇ, τὴν Κηφισίαν, ἥτις εἶναι ἓν τῶν ὡραιοτέρων προαστείων τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον τιμᾷ ἀληθῶς τὸν τόπον ἡμῶν; Ἀλλὰ γνωρίζω ἐγὼ τί θὰ συμβῇ. Εἶναι ὁ κίνδυνος τοιοῦτος, ὥστε δὲν θὰ τολμήσωσι ν’ ἀποσπάσωσι τὰ χωρία αὐτὰ ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, διότι ἐκτὸς τῆς συμφορᾶς, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσι, δὲν θὰ δύνανται νὰ εἰσάγωσι τὰ εἴδη αὑτῶν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, διότι θὰ εἶναι κεχωρισμένα ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηναίων καὶ θὰ ὑπάγωνται εἰς διαπύλια τέλη.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ διαπύλια τέλη καταργοῦνται.
§81Γ. ΠΩΠ. Δὲν καταργοῦνται τὰ διαπύλια τέλη. Τὰ διαπύλια τέλη θὰ ῥυθμισθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, ἵνα παχύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ θὰ εὑρίσκωνται Ὑπουργοὶ ἔχοντες τὴν ἀντοχὴν τῆς ἀντιλήψεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ εὑρίσκωσι μεθόδους νὰ δαπανῶσιν ἐπωφελῶς τὰ νέα ταῦτα κεφάλαια. Τοιουτοτρόπως, κύριοι συνάδελφοι, εἴδομεν ὁποία ἔσται ἡ κατάστασις τῶν δήμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸν μικρότερον ἀριθμὸν εἰς πρόσωπα, ἀλλὰ τὸν μέγιστον ἀριθμὸν εἰς ἐμφάνισιν. Ἴδωμεν νῦν τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ μὲ ἕνα δῆμον τῆς ἀνωτάτης κλίμακος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοτικὴν αὐτοῦ Ἀρχήν, μὲ ἕνα δῆμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀκτὼ ἕως ἐννέα χιλιάδας κατοίκων, ἕνα εὔπορον καὶ πλούσιον δῆμον, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται καὶ οὗτος εἰς κοινότητα. Καὶ ἔχω ἐνώπιόν μου μίαν τοιαύτην στατιστικήν. Ὁ δῆμος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, εἶναι δῆμος ἀνήκων εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀντὶ ἄλλου δήμου τοῦτον προετίμησα, ἵνα παρουσιάσω. Εἶναι ὁ δῆμος Ἀργείων. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐκ τῶν πλουσιωτέρων μικρῶν δήμων ὁ δῆμος Ἀργείων· ἀλλ’ ἐκ τοῦ δήμου Ἀργείων διὰ τῆς νέας διαιρέσεως θ’ ἀποσπασθῶσι τέσσαρα χωρία. Τὰ χωρία ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποσπῶνται τοῦ δήμου Ἀργείων, θὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ μέρους τῶν χρεῶν τοῦ δήμου Ἀργείων, τὰ χρέη δὲ ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 20.000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἑπομένως κατ’ ἀναλογίαν πληθυσμοῦ, κατ’ ἀναλογίαν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ἐκ μέρους τοῦ δήμου Ἀργείων ἐκ τῶν δανείων τούτων πρὸς κατασκευὴν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν εὐημερίαν τῶν χωρίων, θὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ ταῦτα νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ἐτησίου τοκοχρεολυσίου. Καὶ οὕτω, Κύριοι, ἔχομεν τὰς τέσσαρας ταύτας κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἀποσπῶνται τοῦ Ἄργους, ἐκτεθειμένας εἰς πάντα ταῦτα τὰ βάρη. Αἱ κοινότητες αὗται εἰς τὸ Ἄργος εἰσέφερον, λέγουσι τοὐλάχιστον οἱ ἀπολογισμοί, 9.000 δραχμῶν ἐτησίως καὶ ἐπλήρωνεν ὁ δῆμος Ἀργείων ἢ μᾶλλον ἡ πόλις τοῦ Ἄργους ἑτέρας 5000 δραχ. δι’ αὐτάς. Σήμερον θ’ ἀποχωρισθῶσι καὶ θὰ μείνωσι μὲ τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀμέσων φόρων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θέλω νὰ παρουσιάσω, ὅτι εἶναι 9.000 δραχμῶν. Αἱ 9.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι διανεμόμεναι εἰς τὰ τέσσαρα χωρία θ’ ἀναλογήσωσι περὶ τὰς 2.500 εἰς ἕκαστον, ἀρκοῦσι δι’ αὐτά; Ἀλλ’ ἐκ τῶν 9.000 δρ. μοιραίως θ’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ 6.000 καὶ θὰ μείνωσι τὰ τέσσαρα χωρία μὲ τὰς τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν; Ἂς φορολογήσωσι τοὺς κατοίκους των· ἐμμέσους φόρους δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀμέσους ἂς ἐπιβάλωσιν. Ἀλλ’ εἴδομεν ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι ηὐξήθησαν, ὁ δ’ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων ἠλαττώθη ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ χωρικὸς αὐτὸς ὁ πληρώνων τὸν ἄρτον αὑτοῦ ἀκριβότερον ἢ ὅσον πληρώνει ὁ χωρικὸς ἄλλου Κράτους, τὸ λεπτότερον ἔδεσμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ νέον ἄμεσόν τινα φόρον; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρόκειται περὶ καταδίκης τῶν χωρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ εἶναι ἐγγύτερον πρὸς τὰς πόλεις, ἔχουσιν εὐημερίαν τινά, ἔχουσι μόρφωσιν, ἔχουσι συγκοινωνίαν. Τὰ χωρία ταῦτα καταστρέφονται καὶ παραδίδονται εἰς τὴν πολιτικὴν διαπάλην, ἡ ὁποία πρὸς στιγμὴν θὰ ἐμποδίσῃ αὐτὰ ν’ ἀνακαλύψωσι τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, ὅταν παρέλθῃ ἡ παραζάλη, θὰ ἴδωσιν ὅτι ἐρρίφθησαν κατ’ ἀνέμων πᾶσαι αἱ εὐγενεῖς φροντίδες ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι πάντα τὰ χωρία ἐκεῖνα ἔπρεπε νὰ συμβαδίζωσι πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸν πολιτισμὸν παραλλήλως πρὸς τὰ κέντρα καὶ τὰς πόλεις. Τοιουτοτρόπως θὰ μείνωσιν ὀλίγαι πόλεις ἱκαναὶ νὰ ζήσωσιν ὡς δῆμοι, ἀλλ’ ἐλάχιστοι θὰ εἶναι οἱ ὀργανισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποσπώμενοι τῶν πόλεων θὰ δυνηθῶσι νὰ βιώσωσιν, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Εἴδετε τί θὰ γίνῃ, ὅταν ἀποσπασθῶσιν αἱ κοινότητες ἐκ τῶν μεγαλειτέρων πόλεων καὶ τῆς πρωτευούσης, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ διάμεσον τῶν βιούντων τὸν βίον τῶν πόλεων καὶ τὸν βίον τὸν ἀγροτικόν. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν κοινότητας. Ἡ κοινότης εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτοφυές, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ αὐτοφυοῦς αὐτοῦ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὸν βίον αὐτοῦ ὡς Κράτους ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς κοινότητος. Ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας αἱ γνώσεις φθάνουσι μέχρι τῶν τελευταίων ἐργασιῶν τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἰδιαιτέρως ἐν Γαλλίᾳ, εἶπεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δεκτὸν ὡς ἐπιστημονικὴ ἀρχὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐπιστημονική, διότι τὸ Κράτος ἔχει τὴν δύναμιν καὶ τὸν νόμον, ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὡς αὐτοφυές, νὰ κανονίσῃ συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἕξεις τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τοῦτο ὡς ἀρχήν, διότι, ἂν ἤθελε δεχθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔφθανεν ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχεν ἡ γνώμη τοῦ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη καὶ αὐτοῦ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἀρχὴν δηλονότι, καθ’ ἣν αἱ κοινότητες πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι καὶ νὰ κανονισθῶσι μετὰ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ταυτοχρόνως εἶναι ἀνάγκη νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων, αἱ δὲ κοινότητες νὰ παραμείνωσι συνδεδεμέναι ἀδιαρρήκτως μετὰ τοῦ ὅλου κέντρου. Ν’ ἀποκτήσωσι μὲν αὐτάρκειαν, ἀλλὰ ν’ ἀποτελέσωσι μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ κέντρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ φανῇ χρήσιμον εἰς αὐτάς. Διότι ὁ λαὸς δὲν ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τῶν δημάρχων ὡς δημάρχων, ἀλλ’ ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τοῦ συστήματος. Διότι καὶ οἱ δήμαρχοι δὲν ἐπλάσθησαν ἐξ ἰδιαιτέρας μάζης, ἡ ὁποία διαπλάσσει πρόσωπα, ἀλλ’ ἐκ μάζης ἀνθρώπων, ἀπὸ τῆς ὁποίας πάντες ἀποτελούμεθα, τῆς μάζης τῆς διαπλασθείσης ἐπὶ 80 συναπτὰ ἔτη· δὲν ἐζήτησεν ὁ λαός, λέγω, τὴν κατάλυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τῆς παντοκρατορίας τῶν δημάρχων καὶ πρὸ παντὸς τὴν κατάλυσιν τῆς ἰσχύος τοῦ κέντρου ἐπὶ τῶν δημάρχων, καὶ τὴν διάπλασιν τῆς κοινότητος, ἀλλὰ πάντοτε διάφορον πρὸς τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 ἠθέλησε νὰ θέσῃ ὡς βάσιν, ὄχι εἰς τὸ ἀχρεῖον σημερινὸν κατασκεύασμα, ἀλλ’ εἰς θεσμὸν σύμφωνον πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀλληλένδετον πρὸς τὴν πρόοδον καὶ αὐτοδιοίκησιν. Καὶ ἆρά γε αἱ κοινότητες δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ τῆς πολυτελείας αὐτῆς, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ποσὸν 2,790,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ δίδωνται ἀπὸ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ, εἰς παραστάσεις παρέδρων καὶ δημάρχων; 2,700,000 δραχμῶν νὰ δίδωνται εἰς ἐνοίκια καὶ εἰς μισθολόγια ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον δαπανᾷ ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους; Εἶναι τόσον χρῆμα ἐνταῦθα, εἶναι τόσος χρυσὸς ἐνταῦθα, διὰ νὰ σπαταλῶμεν ἀλογίστως; Ποῦ βλέπετε τὸν ποταμὸν τοῦ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς κατέκλυσε, ὥστε νὰ ζητῆτε ἐπὶ πλέον δαπάνην 2,700,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν δήμων; Αἱ κοινότητες αἱ Ἑλληνικαὶ αἱ ἑδραιωμέναι ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς μέχρι σήμερον, αἱ ὁποῖαι ἀφῆκαν ἴχνη ἀνεξίτηλα, διεφθάρησαν ἐν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου. Καὶ ἦτο τοῦτο φυσικὸν μετὰ τὴν νέαν ὁριστικὴν διάπλασιν αὐτῶν καὶ τὴν μεταστροφὴν αὐτῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ κέντρου. Καὶ ἐπῆλθεν οὕτως ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ διαρπαγὴ καὶ εἴδομεν τοιουτοτρόπως τὰς ἑλληνικὰς κοινότητας μὴ δυναμένας ν’ ἀποκτήσωσι περιουσίαν. Μία ἀτυχὴς διατύπωσις τοῦ ἀρχικοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν αἱ κοινότητες κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἰδίαν περιουσίαν, ἐγένετο ἡ συμφορά, ἡ ἀρχὴ τῆς συμφορᾶς, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν εἰς τὴν διαρπαγήν, εἰς τὴν σπατάλην τῆς περιουσίας τῶν κοινοτήτων, εἰς τὴν δημιουργίαν ἢ τὸν θάνατον αὐτῶν, κατὰ τὰς ὀρέξεις τῆς ἑκάστοτε διοικήσεως. Ἐνθυμοῦνται οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας τὴν κοινότητα τοῦ Κισσοῦ, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἑτέραν τινά, ἣν δὲν ἐνθυμοῦμαι ἤδη, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν καὶ ἀπέθανον, διότι ἡ διοίκησις εἶπεν ὅτι αὗται ἢ ἔχουσι περιουσίαν καὶ συνεπῶς δύνανται νὰ ζήσωσιν, ἢ δὲν ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ τερματίσωσι τὴν ὕπαρξίν των. Ἀπέθνησκον αἱ κοινότητες, διηρπάζετο καὶ ἀπερροφᾶτο ἡ περιουσία αὐτῶν ὑπὸ τοῦ κέντρου καὶ τῶν δήμων. Καὶ τί ἔπταιεν εἰς τοῦτο; Μὴ ἔλειπεν ὁ πάρεδρος καὶ τὸ πενταμελὲς συμβούλιον; Οὐδὲν τούτων, Κύριοι· ἔλειπε μόνον νομοθεσία, ἡ ὁποία θὰ μετέβαλλε τὴν κοινότητα εἰς ὀργανισμὸν καὶ θὰ διερρύθμιζε τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτῶν. Εἰς τὴν Ἀττικὴν ὑπάρχουσι κοινότητες, ἡ κοινότης Μπραχαμίου, ἡ κοινότης Ἀμαρουσίου, ἡ κοινότης Κηφισίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, συμφώνως πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου γνῶσιν ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης, ἔχουσιν εἰσοδήματα 300,000 δραχμῶν. Τί ἐγένοντο αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα; Οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι τῆς κοινότητος, συρόμενοι ὑπὸ διαφόρων γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων, προέβαινον εἰς σύναψιν διαφόρων ἐπισφαλῶν δανείων, οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἦσαν καὶ ἀγαθοί, ἔκαμνον διάφορα δάνεια χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ἂν θὰ τὰ λάβωσιν. Οὕτω χωρὶς νὰ θέλωσιν ἴσως κακῶς διεχειρίζοντο τὴν κοινοτικὴν περιουσίαν. Ἡ σπατάλη ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε κακῶς νὰ διαχειρισθῇ, ἡ δεξιότης καὶ λαθροχειρία τοῦ ἐγγραμμάτου ἐκείνου, τοῦ ἐπικινδύνου ἐγγραμμάτου, τοῦ ἡμιμαθοῦς, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβαίνῃ ἵνα μετέλθῃ τὰ χρέη τοῦ γραμματέως εἰς τὰς διαφόρους κοινότητας, θὰ ἔσυρεν ἑκατοντάδας κοινοτήτων εἰς τὰ Δικαστήρια ἑκάστοτε καὶ θὰ ἐνεφανίζετο ἡ Ἑλλὰς ὅτι ἀπετελεῖτο ἀπὸ λῃστοσυμμορίαν ὁλόκληρον, ἡ ὁποία κλέπτει τὰ χρήματα τῆς κοινότητος, καὶ τότε θὰ ἐφηρμόζετο ὁ πόρος ὁ ἐκ τῶν προστίμων τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ κοινότητες πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ὡς κοινότητες· νὰ ὑπάρξωσιν ὄχι ὡς ὀργανισμὸς καὶ βάσις διοικητική, ἀλλὰ νὰ ὑπάρξωσιν ὡς ὀργανισμὸς ἐσωτερικὸς τοῦ οἴκου, τοῦ κατ’ ἰδίαν, τῶν ὁμάδων τῶν πολιτῶν καὶ τῶν συνοικισμῶν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἄνθρωποι μεμορφωμένοι φαντάζονται ὅτι εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔκαμνον τοιοῦτόν τι, διότι, ἂν τὸ ἐπετύγχανε, δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τῶν τόμων τούτων, οὔτε τῆς ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Βυρτεμβέργην καὶ τὴν Σαξωνίαν καὶ τὰ διάφορα κέντρα τῆς Εὐρώπης, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ πῶς φέρεται ὁ φὸν ἐκεῖνος ὁ Γερμανός, ἵνα κανονίσῃ πρὸς τὰς ἕξεις ἐκείνου τὸν βίον ἀγραμμάτου βλαχοποιμένος.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ αὐτὸ πρόκειται νὰ πράξῃ.
§83Γ. ΠΩΠ. Ἂν πρόκειται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ῥυθμίσῃ αὐτὸ κατὰ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων ὑποβληθὲν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐζήτησα καὶ ἔλαβον, ἵνα ἴδω ἂν μὲ βοηθεῖ ἡ μνήμη, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄλλως ἐφρόνει κατὰ βάσιν, ὅτε κατὰ τὸ 1909 εἰσηγεῖτο δι’ ἄλλου Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον τῆς ἐπεξεργασίας του κανονίζον τὰ τῶν κοινοτήτων. Καὶ ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἴδῃ ὅτι ἐντελῶς διάφορον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσάγει νῦν, καὶ ἐντελῶς διάφορον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ἡ ἐπιτροπή, καὶ ὅτι προσέτι ἐκεῖνο ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰ διδάγματα τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐξεπροσώπει ἡ ἐργασία ἐκείνη τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος τότε τὸ νομοσχέδιον κ. Ἀθανασίου Εὐταξίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ τῆς πρώτης ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, λέγει ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς λειτουργίαν κοινοτικοῦ θεσμοῦ. Ἔχει βεβαίως ἐλλείψεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ αὗται διά τινος συζητήσεως ἐπανορθοῦνται. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπεξεργαζομένου θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ἀκριβῶς, ὅπως, συγχωνευομένων τῶν δήμων, ὑπαρχούσης πάντοτε τῆς παρεμβάσεως τοῦ κέντρου, ὡς ἐξουσίας ἐνεργούσης, ὡς ἐξουσίας ἀσκούσης τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, τὸν ἔλεγχον καὶ τὸν προληπτικὸν πολλάκις, ἀλλὰ πάντοτε τὸν ἔλεγχον τῆς ποινικῆς καὶ τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης τῶν παρεκτρεπομένων μελῶν τῆς κοινότητος, διαπλασθῶσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ν’ ἀποτελέσωσιν ὀργανικῶς τὰ κύτταρα τῆς ζωῆς ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, ζωῆς μὴ ὑστερούσης πολὺ καὶ εἰς πολιτισμὸν καὶ εἰς ἠθικὴν διάπλασιν ὁλοκλήρου τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ δὲν γίνεται τοῦτο διότι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἦτο εἷς· νὰ ἐξαλειφθῇ ὁ κίνδυνος τῆς ὑπάρξεως τῶν δημάρχων. Ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νὰ καταργηθῶσιν ὡς ἄτομα, διότι εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε πρὸς τὰς μεθόδους ἀπέβλεψεν, ἀλλ’ ἀπέβλεψε πάντοτε εἰς τὰ πρόσωπα, καὶ προσωπικὸν εἶναι τὸ ζήτημα. Κατεστράφησαν οἱ δῆμοι; Οἱ δήμαρχοι πταίουσι καὶ δὲν πταίουσιν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἑκάστοτε! Πταίει τὸ σύστημα ὄχι ὡς σύστημα, διότι εἶναι τὸ λαμπρότερον κατὰ βάσιν καὶ ἀρχήν· πταίει ἡ διαρρύθμισις τοῦ συστήματος, ἡ ὁποία ἀπὸ ἐξαχρειώσεως εἰς ἐξαχρείωσιν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ θεωρῶνται οἱ δήμαρχοι ὡς λῃσταὶ καὶ τυραννίσκοι. Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ πρόσωπα, διότι ἀρκετὰ ἐπλανήταμεν τὸν λαὸν λέγοντες ὅτι μόνον τὰ πρόσωπα πταίουσιν ἐν παντί. Πταίουσιν αἱ μέθοδοι αἱ πολιτικαί, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦνται, τὰς μεθόδους δὲ ταύτας διατηρεῖ πλήρεις καὶ ἀκεραίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Λέγει ὅτι παρέχει αὐτοδιοίκησιν καὶ δὲν τὴν παρέχει. Καὶ δὲν τὴν παρέχει ὄχι ἀπὸ εὐνοίας τινὸς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τῶν κοινοτήτων, ἀλλ’ ἀπὸ σκοποῦ τοῦ νὰ θέσῃ καὶ τοὺς μικροὺς τούτους τοὺς νέους κομματάρχας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Θέλετε κοινότητας, ἀλλὰ θέλετε συγχρόνως 2757 προϋπολογισμούς σύροντες τὴν κοινότητα πρὸς τὸ κέντρον. Ἡ ἀνόρθωσις καὶ τοῦτο ἐπιδιώκει λέγουσα εἰς τὸ ἄρθρον 97 ὅτι οὐδὲν δάνειον συνομολογεῖται οὔτε ἄφεσις χρέους γίνεται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι αὐτοδιοίκησις τοῦτο; Καὶ προχωρεῖ «ἀλλὰ διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑποβαλλομένη ἔνστασις δέον νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τριῶν συμβούλων» καὶ τότε μεταπίπτει ἡ δικαιοδοσία εἰς τὸν Νομάρχην καὶ ὁ Νομάρχης ἀποφαίνεται. Καὶ εἶναι αὐτοδιοίκησις αὐτή, ὅτε ἀφήνετε εἰς τοὺς δήμους, τὴν κοινότητα, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐμφανίσητε ὡς ὄργανον αὐτοδιοικήσεως, τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτωσι τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ μόνον τῇ ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου; Θέλετε νὰ τοῖς ἀφήσητε τὸ δικαίωμα, ἵνα ἔχωσι τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν 15 ἢ 20 δραχμῶν νὰ διαχειρίζωνται κατὰ βούλησιν, διότι πᾶσαν ἄλλην διαχείρισιν τῆς κοινότητος ὑπάγετε εἰς τὴν θέλησιν τῆς διοικήσεως τῆς κεντρικῆς, τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ. Ἂν θέλητε νὰ εἶσθε συνεπεῖς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας σας, ὀφείλετε τοὐλάχιστον νὰ χωρίσητε ἀπολύτως τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῆς διοικήσεως, ἀπὸ τὸν θεσμὸν τὸν δημοτικόν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τοῦτο ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μὴ θέλετε δὲ τὴν πλάνην αὐτοῦ περὶ τὴν διατύπωσιν τῶν πραγμάτων — διότι δὲν ἔχει τὴν μόρφωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ—νὰ μεταβάλητε ὑμεῖς εἰς γνώμην καὶ πεποίθησιν τοῦ λαοῦ· ὁ λαὸς ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῆς κηδεμονίας τοῦ κέντρου, καὶ τὴν κηδεμονίαν ταύτην ἔρχεσθε σεῖς οἱ δημιουργοὶ τῶν νέων 2870 κομματαρχῶν νὰ παρουσιάσητε ὑπὸ τὴν χειροτέραν μορφήν, τὴν στενωτέραν, τῆς κηδεμονίας τοῦ κέντρου ἐπὶ τῶν μονάδων αὐτῶν. Αἱ κοινότητες σήμερον ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς μεθόδου τῆς συγκροτήσεώς των σὺν τῇ ὑπάρξει τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται πᾶσα ἐπιστήμη, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν πρὸ πάντων ἐπιβάλλει ἡ πεῖρα καὶ ἡ γνῶσις τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, θὰ καθίσταντο ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἀληθεῖς κοινότητες πλήρεις ζωῆς, κοινότητες ἀποβλέπουσαι πρὸς τὸ κέντρον οὐχὶ πλέον ὡς πρὸς κηδεμόνα, ἀλλ’ ὡς πρὸς σύντροφον, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἀντιλήπτορα τῶν μεγάλων πολιτειακῶν καὶ πολιτικῶν θεμάτων· θὰ ἦταν κοινότητες οὐχὶ ἀγωνιζόμεναι τὸν ἀγῶνα τῆς ἀναδείξεως κομματαρχίσκων τῆς συνεννοήσεως ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ κέντρου διὰ τοῦ Νομάρχου ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἦσαν αἱ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκαυχῶντο, ὡς καυχῶνται αἱ κοινότητες ἄλλων Κρατῶν, διὰ τὸν ὡραῖον ναόν, τὸν ὁποῖον ἤγειραν, διὰ τὸ νέον σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, διὰ τὰς ξενίας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται προσκυνηταὶ τοῦ ἀρχαίου κόσμου· τοιαύτας κοινότητας ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ μάλιστα γινώσκει ὅτι τέκνα αὐτῆς ἐκ μικρῶν ἕλκοντα τὴν καταγωγὴν εἰς ξένας χώρας δι’ ἔργων μακρῶν ἀντλοῦντα τὴν περιουσίαν αὑτῶν ἀποστέλλουσιν εἰς τὰς μικράς των πατρίδας κεφάλαια ἐπὶ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος θεσμοῦ, τοῦ παλαιοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν ἀπορροφώμενα καὶ ἐξαντλούμενα. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν κοινότητας πρώτης τάξεως ἀληθῶς οὐχὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ σημερινὸν καθεστώς, ἀλλ’ ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς κοινότητας ξένων Κρατῶν, αἵτινες εἶναι μὲν αὐτοφυεῖς, ἀλλὰ καὶ διὰ νομικῆς ζωῆς ἀποζῶσι, νὰ μορφώσωμεν κοινότητας πλουσίας, αἵτινες ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τῶν εὐγενῶν ἐκείνων τέκνων των τὰς πλουσιωτάτας δωρεάς, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως ἐδόθησαν, ἀλλ’ ἐξητμίσθησαν καὶ κατεπόθησαν ὑπὲρ σκοπῶν ἀνιέρων, ἐνῷ ὑπὲρ ἱερωτάτων καὶ ἁγιωτάτων ἐδόθησαν. Τοῦτο δὲ ἵνα γίνῃ, δὲν ἀπῃτεῖτο τοῦτο τὸ νομοσχέδιον· οὔτε ἦτο ἀνάγκη καὶ τοσούτου θορύβου ἀπῃτεῖτο περισσοτέρα πεποίθησις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἑαυτήν, τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὡς ἐπιστημονικὴν καὶ ὡς πραγματικὴν ἀλήθειαν, οὐχὶ δὲ ὡς δεῖγμα ὑπερανθρώπου τινὸς ἀσχολίας πρὸς δημιουργίαν ἀκαταβλήτου τινὸς φρουρίου αὐτοδιοικήσεως, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τῶν πάντων, ἵνα πλανηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ συζητῶσιν ἐπαρκῶς, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ γινώσκωσι τὰς λεπτομερείας τῶν διαφόρων νομοθετημάτων. Ἡ κοινότης οὕτω διὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς περιουσίας ἀπὸ ἐράνων καὶ ἀπὸ εἰσφορῶν, ἐράνων τότε προθύμως διδομένων, ἀπὸ εἰσφορῶν τῶν ἔξω ἰδιαίτατα εὑρισκομένων, θὰ ἐγίνετο τάχιστα οἰκονομικῶς τοὐλάχιστον ἰσχυροτάτη. Ἡ διοίκησις οὐδὲν θὰ εἶχεν ἐπ’ αὐτῆς. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον σήμερον καταπνίγει πᾶσαν ἀπόφασιν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον· θὰ ὑπῆρχεν ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ πλήρης, θὰ ὑπῆρχεν ἡ συγκέντρωσις κατὰ τὴν πρώτην πρὸ τοῦ Πάσχα Κυριακήν, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ πενιχρῶν τινων χωρικῶν ἐρχομένων ἴσως νὰ ἐρευνήσωσιν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῶν Βαΐων τὴν συμφορὰν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία ἀπέμεινεν εἰς τὴν κοινότητα, ἀλλὰ θὰ εὕρισκεν ἀντιπροσώπους τῆς κοινότητος ἀδιαφοροῦντας πρὸς τὸ κόμμα καὶ τὰ ἀξιώματα, εἰσερχομένους ἐντὸς περιλάμπρου ναοῦ καὶ ἐξερχομένους εἶτα νὰ λογοδοτήσωσι πρὸς τοὺς φίλους αὑτῶν ἐν μέσῳ ὡραίων δενδροφύτων παραδείσων καὶ κηπαρίων· θὰ εὕρισκε χωρικοὺς ἔχοντας πλήρη τὴν ἔννοιαν τοῦ καλλωπισμοῦ τῆς πόλεώς των, ἀντιλαμβανομένους εὐρύτερον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν εἰς διαμόρφωσιν κοινωνικῶν ἀνθρώπων, ἀνθρωπίνως ζώντων καὶ κοινωνικῶς. Τοῦτο δὲ δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλα πράγματα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ νῦν, τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον συνεπεξειργάσθη μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ κ. Εὐταξίου, ἔχει εἰκοσάδα τινὰ ἄρθρων ἁπλουστάτων, ἀναφερομένων ἰδιαίτατα εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος, διότι περὶ τούτου συνέπραξεν, εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων τῆς κοινότητος, εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς κοινότητος ἀπὸ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἑπομένως ἀπὸ τῆς διοικήσεως, καί, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν, εἰς τὸν πλήρη χωρισμὸν πλέον, εἰς τὴν πλήρη αὐτοδιοίκησιν, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὸν ἀπόλυτον δεσμὸν τοῦ ἐλέγχου τοῦ δικαστικοῦ ὑπὸ τοῦ Κράτους, τῆς ποινικῆς διακρίσεως καὶ τῆς ἀστικῆς διακρίσεως ὑφ’ οἱουδήποτε μὲν μέλους, ἀλλὰ μέλους δυναμένου νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀγωγήν, οὐχὶ ἁπλῶς καταγγελίαν, ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἀστικὴν ἀγωγὴν ὑπὲρ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινότητος, πάντα δὲ ταῦτα ἀπὸ τοῦ κέντρου μόνον διοικητικῶς ἐξαρτώμενα, ὡς ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 νὰ ἴδῃ ἐκτυλισσομένην τὴν μορφὴν τῶν συγχρόνων Ἑλληνικῶν δήμων, ὡς εἶναι πανταχοῦ οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βάσιν τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος τοῦ 1833, ὁ θελήσας οὐχὶ νὰ χωρίσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς μικρὰς ὁμάδας ἀντιμαχομένων περὶ τὰ μικρά, ἀλλὰ νὰ ἑνώσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς εὐγενεῖς συναγωνιστὰς καὶ συνεργάτας ὑπὲρ κοινοῦ ἔργου, συμπήξεως Κράτους, Κράτους ἐλευθέρου, τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον ἀνεπτύσσετο πρὸς θεσμοὺς φιλελευθερωτέρους, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ προήγετο. Καὶ ὅταν ἴδωμεν τῆς κοινότητος, καθ’ ὃν τρόπον μορφοῦται, τὴν θέσιν, θὰ ἴδωμεν πῶς θὰ γίνωνται αἱ διάφοροι αὐταὶ ἐργασίαι. Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωμεν καὶ νέας παραγωγικὰς θέσεις· ἡ ἐργασία τῶν νομαρχῶν καθίσταται καταπληκτική· ἡ ἐργασία τῶν εἰρηνοδικῶν εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον· βεβαίως δέ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οἱ εἰρηνοδίκαι ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὁλόκληρον τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἡ γενναιοδωρία τῆς ἀνορθώσεως ἔδωκε πρὸς τοὺς ἄλλους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ διὰ τὴν διεξαγωγὴν πασῶν αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ ἴδωμεν καὶ χαριέστατα πράγματα. Ἕως τώρα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατηγορεῖτο ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ ὑπηρεσίαν. Ὁ νομοθέτης ἐφρόντισε νὰ εὕρῃ καὶ εἰς αὐτὸ ἐργασίαν· ἴσως θὰ ἴδωμεν ἐκ τοῦ νομοθετήματος αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θὰ ἴδωμεν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, διότι πολλὰς παραγωγικὰς θέσεις θὰ δημιουργήσωμεν. Λέγει τὸ ἄρθρον 56 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κλπ.....» Φαντάζεσθε 2757 ἐκκλήσεις τοιαύτας ῥιπτομένας εἰς τὸ σχεδὸν παῦσαν πλέον νὰ εἶναι ἀκόμη Πρυτανεῖον, ὅπως ἐθεωρεῖτο μέχρι τοῦδε, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ βεβαρημένον ὑπὸ τόσης ἐργασίας καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν σπουδαιοτάτην ἔρευναν, σπουδαιοτάτην δικαστικῶς διοικητικὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Κράτους, νὰ ἔχῃ ἐτησίως 2,757 προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμούς. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις τοῦ θεσμοῦ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μικροὺς ὀργανισμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινότητας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πόλεις. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ περὶ πάντων σκέπτεται καὶ περὶ πάντων μεριμνᾷ, ἀφήνει, ἵνα διὰ τὰς κοινότητας ταύτας ἐντελῶς εἰς τὰ τυφλὰ συζητήσωμεν τὸ σπουδαιότερον τῶν θεμάτων. Τί θὰ γίνῃ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις; Ποῖος θὰ καταβάλλῃ δι’ αὐτὴν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον; Ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἔχει ἐν νῷ τὸ θέμα τοῦτο· ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλα ἐν νῷ· δὲν ἀνευρέθη εἰσέτι ὁ Ἥφαιστος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξαγάγῃ τὴν Ἀθηνᾶν αὐτὴν τῆς Ἀνορθώσεως ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διός, τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ πάντα ἵστανται ἐν νεφελώματι, ἀλλὰ τὸ νεφέλωμα αὐτὸ δὲν πραγματοποιεῖται. Ποῦ εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἐμμέσων φόρων; Θὰ μείνωσιν οἱ ἔμμεσοι φόροι εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους ὅπως ἔχουσι σήμερον; Ἀλλὰ τότε θὰ συντηρηθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετέφερον τὰ πράγματά των εἰς τὰς πόλεις, μετὰ τῶν ὁποίων νῦν συμπράττουσι, καὶ τῶν ὁποίων αὔριον θὰ εἶναι φόρου ὑποτελεῖς; Δὲν θὰ διατηρηθῶσιν οἱ ἔμμεσοι φόροι; Ἀλλὰ ποῖος θὰ πληρώνῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωνον κατὰ μέγα μέρος σήμερον οἱ δῆμοι παρ’ ὅλα τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἄφηνον εἰς τὸ Κράτος; Θὰ τὰ πληρώσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Αὐτοῦ Μακαριότητος τοῦ ἀπόντος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ; Ποῖος θὰ πληρώσῃ; Καὶ ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τῶν νέων αὐτῶν δαπανῶν; Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ περίφημον ἐκεῖνο ψήφισμα ἐφρόντισε καὶ ἐτέθη τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον λέγει: «Μέχρι τῆς ψηφίσεως νόμου οἰκονομικοῦ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὸ ἀναθεωρηθὲν ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, ἰσχύουσιν οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὑφιστάμενοι ἐπὶ τούτου νόμοι». Ἄρα αὔριον μετὰ 15 ἡμέρας, ἅτε θὰ τελειώσῃ, ὁπότε θέλετε νὰ τελειώσῃ ἡ Βουλή, διότι ἐγὼ εἶμαι αἰσιοδοξότατος ὅτι θὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἡμῶν, ὅτι θὰ τὸ συνεχίσωμεν ἐπὶ πολὺ μακρότερον παρ’ ὅ,τι νομίζουσί τινες ἀπαισιοδοξοῦντες διὰ τὸ ἔργον ἡμῶν, αὔριον, λέγω, ἐφ’ ὅσον δὲν εἰσάγεται ὁ οἰκονομικὸς νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ συνεπῶς αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος τούτου ἐπέχουσι θέσιν συνταγματικῆς διατάξεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι θὰ χωρίσωμεν τοὺς δήμους, τοὺς μικρούς, τὰ χωρία τὰ μικρὰ ἀπὸ τοὺς μεγάλους δήμους καὶ θὰ ὑπαγάγωμεν ἐκείνους εἰς τὴν πολυτέλειαν τῶν μεγάλων πόλεων; Καὶ ποῦ εἶναι, ἠρώτα καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης, ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός σας τέλος πάντων, τοῦ ὁποίου συναφὴς εἶναι τοιοῦτος οἰκονομικὸς νόμος, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἐπαρκεῖ πρὸς τοῦτο; Ἐγὼ εὗρον ἐλλείμματα 7.000.000 εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς αἰσιοδοξότατος εὗρε 2.000.000 περίσσευμα. Ἀλλά, ὅσον καὶ ἂν εἶναι αἰσιόδοξος, ἦλθε καὶ εἶπε: προσέξατε, Κύριοι, ἔχει περίσσευμα καὶ ἀντέχει ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλ’ ὄχι μέχρι τοιούτου βαθμοῦ. Ποῦ βαίνομεν; Ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός σας; Εἶναι ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λέγῃ τις ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου. Διότι εἰς οὐδὲν στάδιον τοῦ φαύλου παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ἐνασμενίζεσθε νὰ ἐπικαλῆσθε πάντοτε καταρώμενοι αὐτό, δύνασθε νὰ εὕρητε τὸ θέαμα τῆς παρούσης Βουλῆς, Βουλῆς ἀγνοούσης παντελῶς τὸν Προϋπολογισμόν, τὸ οἰκονομικὸν δηλαδὴ ἔρεισμα ἑνὸς τόπου, καὶ προβαινούσης εἰς ψήφισιν νομοσχεδίων ἀνατρεπόντων ἄρδην τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ. Οὐδέποτε δὲ ἐθεάθη τὸ θέαμα τοῦτο νὰ συζητῶμεν νομοσχέδια περὶ δικηγόρων, νομοσχέδια περὶ ἀλεύρων, νομοσχέδια περὶ ὑδάτων, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν συζήτησιν, νὰ μὴ γνωρίζωμεν κἂν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Πότε θὰ ὑποβληθῇ καὶ πότε θὰ τὸν συζητήσητε; Καὶ ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις καθ’ ὃν τρόπον διεξήγετο μέχρι σήμερον, εἰς οὐδὲν ἀφεώρα εἰμὴ μόνον νὰ παρέχηται καιρὸς καὶ νὰ πληρῶμεν δι’ ἐλπίδας τοὺς ἔξωθεν ἀναμένοντας τὸ ἔργον τῆς Ἀνορθώσεως καὶ οὐδὲν ἄλλο βλέποντας, εἰμὴ μόνον ὁμιλοῦντας ὅτι θὰ μείνῃ στεῖρον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα ὁμάς τις, ἡ εὐγενὴς ὁμὰς τῶν φίλων μου κοινωνιολόγων, ἡ ὁποία κωλυσιεργοῦσα δὲν ἐπέτρεψε κατὰ μέγα μέρος τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀνορθώσεως! Ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός; Καὶ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην μου ταύτην τὴν στιγμὴν ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς φυλακάς, καθ’ ὃ οἱ φυλακισμένοι, διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα των, συζητοῦσι περὶ τῆς ἐπανορθωτικῆς ποινῆς καὶ χίλια δύο ἄλλα καὶ τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται κοινῶς πριόνι, ἡ ἄνευ δηλαδὴ ἀποτελέσματος, ἀλλὰ διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα, συζήτησις, ἡ ἔχουσα στεῖραν τὴν προέλευσιν καὶ ἄγονον τὸ ἀποτέλεσμα. Πριόνι τοιούτων ἐγκλείστων καὶ φυλακισμένων διαπράττομεν ἡμεῖς ἐδῶ ἤδη ἀπὸ ἔτους, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τῆς ἐξαντλήσεως τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς Βουλῆς, χωρὶς εἰσέτι νὰ εἶναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὁ οἰκονομικὸς νόμος τοῦ Κράτους, ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ἂν πιστεύσωμεν εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ ἡμῶν δὲν θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν λόγῳ σκοπιμότητος πέρα τοῦ Δεκεμβρίου, ἐὰν μᾶς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐντὸς 20 καὶ μόνον ἡμερῶν νὰ παραπέμψωμεν αὐτὸν εἰς ἐπιτροπήν, ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτῆς νὰ τὸν μελετήσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμά της ὅσον τάχιον ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ θὰ τὸν ψηφίσωμεν, ψηφίζοντες ἐν τῷ μεταξὺ διαστήματι, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐπεξεργάζηται τοῦτον ἡ ἐπιτροπή, ὑψίστης σημασίας ὀργανικὰ νομοσχέδια, ἤτοι τὸν ὀργανισμὸν τῶν κοινοτήτων, τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Εἶναι ἔργα σοβαρὰ πάντα ταῦτα, καὶ δὲν νομίζετε ὅτι δικαίως ἐλέχθη καὶ δικαίως κρίνεται ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κἄν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πριονίου κατὰ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν, ἵνα γίνηται συζήτησις καὶ ἵνα παρέρχωνται αἱ ὧραι καὶ αἱ στιγμαὶ ἐκείνων, οἵτινες πιστεύουσιν εἰς τοῦτο; Τοιουτοτρόπως δὲν γνωρίζομεν τί θὰ γίνωσιν οἱ ἔμμεσοι τῶν δήμων φόροι, δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ γίνῃ εἰσήγησις νέου νομοθετήματος. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν σχετικήν του ἔκθεσιν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον εἰδικοῦ νομοσχεδίου». Θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον Βουλὴν σοβαρῶς ἐργαζομένην, σοβαρῶς μελετῶσαν βεβαίως ὀφείλει ν’ ἀπασχολήσῃ τοὐλάχιστον ἐπὶ μῆνας εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν τοσοῦτον σημαντικοῦ θέματος συνδεομένου πρὸς ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν φορολογικὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν δήμων καὶ τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζομεν συνεπῶς τί θὰ συμβῇ, δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο. Γνωρίζομεν μόνον ὅτι συζητοῦμεν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ μὲν ἐφαρμογὴ θὰ ἐπιφέρῃ ἐκ θεμελίων ἀνατροπὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, τοῦ κοινωνικοῦ ἐδάφους, τοῦ πολιτικοῦ ἐδάφους πάντων τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἡ δὲ μὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θ’ ἀποτελέσῃ τὴν μόνην συγγνώμην, διότι ἔφθασε μέχρις ἡμῶν, ἔφθασε μέχρι τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ συνεζήτησεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ διότι συνεζητήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ἤδη τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἐκανόνισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ τῶν δήμων, τῶν νέων δήμων τοῦ Κράτους, ἦτο φυσικὸν νὰ σκεφθῇ τί θὰ ἔκαμνε καὶ μὲ τοὺς δημάρχους, τί θὰ γίνωσιν αἱ μεγάλαι πόλεις ἐδῶ. Ὁ νομοθέτης εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν ἐδῶ καὶ ἀνατρέπει πάσας τὰς ἀρχὰς καὶ σκέψεις περὶ τῶν δημάρχων. Οἱ δήμαρχοι τῶν μεγάλων πόλεων εἶναι ὄντα ἁγνά· αὐτὰ θὰ μείνωσιν. Ὁ θεσμὸς αὐτῶν εἶναι ἁγνός· οἱ δήμαρχοι τῶν μικρῶν δήμων εἶναι οἱ μεγάλοι ἐγκληματίαι, οἱ δὲ δήμαρχοι τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὰ μεγάλα στοιχεῖα τῶν μεγάλων ὁμάδων, τῶν κομμάτων, εἶναι ἁγνά, πρὸ ὀλίγου ἐξῆλθον ἀπὸ τὸ μοναστήριον παρθένοι μὲ λευκὰς ἐμπροσθέλλας. Καὶ μένουσι, καὶ οὕτω χωρίζεται τὸ Κράτος εἰς Κράτος φαῦλον καὶ φοβερόν, οἷον εἶναι τὸ τῆς ὑπαίθρου χώρας, τὸ ὁποῖον καταλύεται, καὶ εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν συνέπραξε μὲ τὴν Φαυλοκρατίαν, εἰς Κράτος τῶν πρωτευουσῶν καὶ τῶν πόλεων. Δὲν πταίουσιν οἱ δήμαρχοι, ἀλλὰ πταίει ὁ θεσμός, διότι οἷον πατριωτισμὸν ἔχει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ λαὸς δέ, ὁ ὁποῖος ἐξέλεξεν ἡμᾶς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἤδη εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν οἱ ἐκλεχθέντες ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὡς δημοτικοὶ ἄρχοντες ἔχουσι νὰ παρουσιάσωσιν οἱονδήποτε πλεονέκτημα. Ἔρχονται οἱ δήμαρχοι καὶ παραμένουσιν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτῶν. Εἶναι ἀνάγκη νεωτερισμῶν, διότι ἡ ἀνόρθωσις εἶναι ἐμπορικὸν κατάστημα νεωτερισμοῦ. Πρέπει νὰ παρέχῃ εἰς τὸν λαὸν τὰς προθήκας της πλήρεις εἰδῶν νεωτερισμοῦ, ἀδιάφορον ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαντάζεται, περιέχονται ἐν συμβιβάσει νομοθετικῇ μὲ ἀντοχὴν καὶ στερεότητα μεταξίνου ὑφάσματος, ἐνῷ εἶναι ἁπλῶς ἐστοιβασμένον ἀχύρινον ὕφασμα. Αἱ προθῆκαι πρέπει νὰ λάμψωσι καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ πυροτεχνημάτων κυβερνώμεθα πολιτικῶς καὶ τοιουτοτρόπως λέγομεν ἰδοὺ ὁ μέγας νεωτερισμὸς ὑπέρ τῶν δήμων. Παραμένουσι μερικὰ πράγματα, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην ν’ αὐξήσωμεν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν ὑπῆρχέ τι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοὺς ζῶντας εἰς πόλεις μεγάλας, καὶ ζῆτε πάντες, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὰς μεγίστας δυσχερείας εἰς διάπλασιν συμπλεκτικοῦ σώματος δημοτικῶν ἀρχόντων καταλλήλων, ἦτο ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ ἐκλογαὶ ταυτοχρόνως, τῶν δημάρχων μετὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἦτο συγχρόνως ὁ χλωριακὸς ἀριθμὸς τῶν ἀποτελούντων τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ εἰσβολὴ ἐντὸς τοῦ Συμβουλίου στοιχείων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω ἂν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς Συμβούλια, ὄχι ὅμως Δημοτικά. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ σκέπτεται ὅτι ἐν τῷ Κράτει τούτῳ δὲν ὑπάρχει λειψανδρία, ὥστε ἐκ πάντων τῶν σημείων, ὡς ἐπὶ Δράκοντος, ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν συμβούλων ὄχι εἰς 18, ὄχι εἰς 28, ἀλλ’ εἰς 38. Τριάκοντα ὀκτὼ δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῶσί ποτε ἀπὸ ἕνα εὐφυᾶ Δήμαρχον; 360 Βουλευταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῶσιν ἀπὸ ἕνα εὐφυᾶ καὶ ἐπιδέξιον κυβερνήτην, ὁ ὁποῖος τυχὸν δὲν θὰ τηρῇ τὰς ἐπαγγελίας αὑτοῦ; Ἀδύνατον, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι 360. Λοιπὸν 38 ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἐξευρέθη ἑπομένως τὸ συμβουλευτικὸν τοῦτο σῶμα καὶ ἱδρύθη ὁ δῆμος. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοιά τις, ὅτι ὁ δήμαρχος εἶχεν ἐναντίας τάσεις, ἵνα παραβῇ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, καὶ εὑρέθη τὸ μεγαλούργημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, τὸ μεγαλούργημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ συμπροεδρεύῃ μετὰ τοῦ δημάρχου, ἡ ὁποία θὰ συνεργάζηται μετὰ τοῦ δημάρχου, ἡ ὁποία θὰ συντρώγῃ μετὰ τοῦ δημάρχου καὶ θὰ συγχωνεύῃ μετὰ τοῦ δημάρχου.
§84Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι καὶ ἀλλαχοῦ;
§85Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πρωτότυπος ἐφεύρεσις.
§87Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι πρωτότυπος. Ἐὰν ἦτο πρωτότυπος, δὲν θὰ τὴν εἰρωνευόμην. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ πάσης προθυμίας υἱοθετεῖ ταῦτα, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἀντίθετος ἐκ διαμέτρου πρὸς τὴν ἱστορίαν της. Καὶ ταῦτα εἶναι τὰ υἱοθετηθέντα. Υἱοθέτησε τὸν θεσμὸν τοῦτον τὸν Ἰταλικόν, τὸ Ῥωμουνικὸν Κράτος λέγει ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Τὸ παραδέχομαι, παραδέχομαι τὸ παγκόσμιον τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὃν μετέφερον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἠθέλησε νὰ μεταφέρῃ καὶ ἄλλα τινά, ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπιτροπή, καὶ ὡς ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἔφερε καὶ ἄλλα τινὰ ἰδίως διὰ τοὺς μικροὺς δήμους. Εἶπεν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ ὑπάρχῃ καὶ μειονοψηφία, διότι, ἐννοεῖται, εἰς χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουσιν 25 ἐκλογεῖς, τραγικὸν εἶναι νὰ μὴ ἐκπροσωπῆται καὶ ἡ μειονοψηφία, διότι τότε πῶς θὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὰ Κράτη, πῶς θὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν Κράτος, ἔχομεν Κυβερνήσεις ἀνακαλύψεως καὶ ἐπιζητήσεως συνταγματικῶν ἔνθεν κἀκεῖθεν διδαγμάτων; Καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη διὰ τὰς μεγάλας πόλεις τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἔζησα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἀναστρεφόμενος πολὺ μετ’ ἀνθρώπων περὶ τὰ κοινὰ καὶ περὶ τὰ δημοτικὰ ἀσχολουμένων, καὶ ἡ παρατήρησις ἡ ἐμὴ εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἥκιστα διεβίου μετὰ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦσιν, ἵνα καταλάβωσιν ἀξίωμα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Δὲν ὑπάρχει, ὄχι κατὰ πλειονοψηφίαν, τὸ ὁμολογῶ, κατὰ μειονοψηφίαν, δὲν ὑπάρχει χειρότερόν τι ὂν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, κατὰ μειονοψηφίαν τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Διὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων τῶν διαφόρων μικρῶν ἐπαρχιῶν κατελύθη ἐντελῶς ἡ ἔννοια ἡ εὐεργετικὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ νόμου τοῦ 1855 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου κατελύθησαν ἐντελῶς αἱ ἀνθήσασαι καὶ ὑπάρξασαι κοινότητες, διὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐγένετο ἀντικείμενον ἀνταλλαγῆς καὶ συναλλαγῆς ἡ θέσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο νὰ ἐκπαιδεύσωσιν ἠθικῶς, νὰ διαπλάσωσι ψυχικῶς, νὰ μορφώσωσι πνευματικῶς τὰ ἴδια αὐτῶν τέκνα. Ἀλλ’ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον θὰ ἔχωσιν, οἱ πέντε ἐξ αὐτῶν, τὴν περιφρούρησιν τοῦ Δημάρχου. Ἀλλὰ εἶναι ἀστεῖον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἔννοιαν μεταξὺ δημοτικοῦ συμβουλίου ὡς συμβουλευτικοῦ σώματος καὶ μεταξὺ τοῦ δημάρχου ὡς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ὕπαρξις μιᾶς παραφυάδος, ἑνὸς τυφλοῦ ὄντος, ὅπερ θὰ γίνῃ ταχέως χωνεῦον τυφλὸν ἔντερον τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ, τῶν πέντε αὐτῶν ἀνθρώπων. Θὰ κάμωσι τί; Ποῖα τὰ καθήκοντα τῶν πέντε αὐτῶν ἀνθρώπων; Θ’ ἀποφασίζωσιν ἐξ ὀνόματος τῶν δημάρχων καὶ ὁ δήμαρχος θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ πενταμελοῦς αὐτοῦ συμβουλίου; Θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ μεταβάλλωσιν εἰς ἀνεύθυνον ἀρχὴν τὸν δήμαρχον, εἰς βασιλέα μὲ συμβουλευτικὸν σῶμα τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ πενταμελὲς ἐκεῖνο καὶ θὰ ἔχωμεν τὸν δήμαρχον ἀνεύθυνον ἄρχοντα, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου κρούοντα τὸν κώδωνα, ὅταν θὰ γίνηται λόγος περὶ αὐτοῦ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἵνα μὴ θιχθῇ τὸ ἀνεύθυνον καὶ καταλυθῇ ὁ νέος πολιτειακὸς θεσμὸς τῶν δήμων; Τί εἶναι οἱ πέντε αὐτοὶ ἄνδρες οἵτινες θὰ συγκεντρώσωσιν ἐν ἑαυτοῖς πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων; Θὰ σᾶς εἴπω τί εἶναι. Θὰ εἶναι τὰ κύρια καὶ ἀπόλυτα ὄργανα τοῦ δημάρχου. Καί, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχωμεν τὸν δήμαρχον ἐκλεγόμενον διὰ μέσου ἐκλογῆς, βεβαίως θὰ κινδυνεύῃ οὗτος κάτι, διότι ἴσως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ δημάρχου νὰ ἔχῃ καταρτισθῇ. Ἀλλὰ τίνα καταρτισμὸν θὰ ἔχῃ, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ θαυμάσιον τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς ἀποτέλεσμα; Τότε θὰ ἴδωμεν τὸν δήμαρχον περιφερόμενον ὑπὸ τὴν συνοδείαν τῶν πέντε αὐτῶν συμβούλων, τῶν πέντε αὐτῶν χωροφυλάκων, τοὺς ὁποίους θὰ διατάσσῃ καὶ οἵτινες θὰ ἐκτελῶσιν ὑπευθύνως ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης, καὶ οἱ ἀνεύθυνοι αὐτοὶ θὰ συγκαλύπτωσι τὸν ὑπεύθυνον δήμαρχον. Ἰδοὺ τὸ μεγαλούργημα τὸ νέον τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔρχεται νὰ κανονίσῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀγροτικῶν δήμων. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τῶν Δημάρχων καὶ εἶναι θεωρίαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς οὐχὶ ἀφορῶσαι τὴν πολιτειακὴν ὄψιν τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἀφορῶσαι τὴν οὐσιαστικὴν ἔννοιαν τοῦ πράγματος; Δὲν εἶναι ἱκανὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῶν μεγαλοπόλεων, ὁ μόνος μορφωμένος καὶ ἰδιαίτατα πολιτικῶς διαπαιδαγωγημένος, δὲν εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀνεύρῃ τὸν ἄρχοντα αὐτοῦ, ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἱκανὸς ὁ λαὸς ὁ χθὲς ἐπαναστατήσας ν’ ἀνεύρῃ ἐκεῖνον, ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ διευθύνῃ τὰ δημοτικὰ του πράγματα, καὶ εἶναι ἱκανοὶ οἱ 15, οἱ 18, οἱ 30 ἐκεῖνοι πολῖται, οἵτινες διὰ τοῦ ἰσχυροτάτου πάντοτε ἴσως θὰ ἐκλέγωνται, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ μειονοψηφήσωσι — φέρομαι νὰ εἴπω, διότι ἐν τοῖς δημοτικοῖς συμβούλοις ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἄνθρωποι ἔντιμοι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ οἱ πολλαχῶς παραιτηθέντες ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσωσιν ἁγνόν τι —, εἶναι ἱκανώτεροι οἱ δημοτικοὶ οὗτοι σύμβουλοι ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ ἐκλέγωσι τὸν ἄρχοντα αὐτοῦ; Ἢ μήπως ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον, ὥστε πάντα, τὸν ὁποῖον βλέπομεν κατέχοντα ἄφθονα τοῦ πλούτου τὰ δικαιώματα, νὰ τὸν θεωρῶμεν ἄξιον, ἵνα καὶ τὸ Κράτος τοῦτο ἐκπροσωπῇ ὁπουδήποτε, καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἔξω αὐτοῦ; Ἐὰν θέλωμεν, ἵνα τοὺς κατέχοντας τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα ἐγκαθιστῶμεν δημάρχους, ἀμαθεῖς καὶ ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα καὶ ἔχοντας τὴν μόνην φιλοδοξίαν οὐχὶ διὰ τῆς ἀξίας, ἀλλὰ διὰ παροχῶν καὶ τῆς χρυσῆς αὐτῶν ἐμφανίσεως νὰ κατακτῶσιν ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν ἀποκάλυψιν τῶν ἐχόντων εὐκαμψίαν τῆς ὀσφύος, χωρὶς νὰ λησμονῶσιν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πλούσιοι, ἐφ’ ὅσον ἀνέρχονται ὑψηλότερα καὶ δὲν εἶναι περιβεβλημένοι δι’ ὅσων ἀπαιτεῖ ἡ ἐμφάνισις ἡ κοσμία ἡ πολιτική, ἐμφανίζουσι θέαμα πιθήκων, οἵτινες δὲν ἐπιδεικνύουσι τὰ εὐπρεπέστερα αὐτῶν μέλη πρὸς τοὺς βλέποντας αὐτοὺς ἐκ τῶν κάτω νὰ ἀνέρχωνται ὑψηλά, ἐὰν θέλητε νὰ ἐγκαταστήσητε δημάρχους τοὺς πλουσίους ἐκείνους, οἵτινες θὰ δύνανται ἀντὶ χιλιάδων δραχμῶν νὰ ἐξαγοράζωσι 5 ἢ 6 συμβούλους καὶ ἔχοντες τὸν συνεταιρισμὸν τὸν ἐκ προοιμίων μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ ἐκλέγῃ αὐτούς, τῆς πενταμελοῦς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἔχωσιν ἐν τῷ συμβουλίῳ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν εὐχερῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ συγκρατήσωσι, τότε ἔχει καλῶς. Καὶ εἶναι ὀρθοτάτη ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐν τῷ θέματι τούτῳ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς ἐξανέστη ἡ συνείδησις αὐτοῦ, καὶ τοῦτο, διότι διεῖδεν ὅτι ἐπρόκειτο ὄχι πλέον περὶ νομοθεσίας ἀφορώσης θεσμοὺς ὡρισμένους, ἀλλὰ περὶ νομοθεσίας ἀφορώσης πρόσωπα ὡρισμένα, τῶν ὁποίων ζητεῖται διὰ τῆς Βουλῆς ὄχι ἀνδρικῶς ἐν διαμαρτυρίᾳ καὶ λόγῳ, ἀλλ’ ἀνανδρότατα ἐμμέσως ἡ κατάλυσις. Λέγω τοῦτο δι’ ἐκείνους, οἵτινες οὐχὶ ἀπὸ πλάνης, ἀλλ’ ἀπὸ σκέψεως, ἰδέας καὶ πεποιθήσεως ἀφωρμῶντο ἐκ τῆς ἰδέας τῆς δημιουργίας ἐμμέσου ἐκλογῆς δημάρχων, διότι ὑπῆρχον καὶ οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ οἱ ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος πιστεύοντες ἐκ κακῆς τῶν πραγμάτων ἐρεύνης, καὶ ἐρεύνης οὐχὶ τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, ἀλλὰ τῶν ἀλλαχοῦ, ὅτι ἐσώθη ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐξευρέσει τῶν δημάρχων ἐκλέγουσα αὐτοὺς οὐχὶ θελήσει τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ.
§88Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ καταργηθῶσιν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐκλέγωνται οὕτω.
§89Γ. ΠΩΠ. Τοιοῦτον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς γενικωτάτας γραμμὰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνέλυσα διὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ συζήτησιν. Βεβαίως δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, διότι ἴσως δοθῶσιν εἰς ἡμᾶς ἐξηγήσεις καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις θὰ διεξαχθῇ καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν συνδρομὴν πάντων τῶν δυναμένων νὰ συνεισφέρωσι τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων αὐτῶν τὰς γνώμας, ἵνα καὶ οἱ πλανώμενοι διδαχθῶμεν καὶ ἴδωμεν ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τοιοῦτον δημιούργημα. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἔχομεν τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ν’ ἀγωνισθῶμεν φρονοῦντες ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὴν πραγματικὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὅπως ἴδῃ δημιουργουμένας οὐχὶ κοινότητας διοικητικάς, οὐχὶ κοινότητας ὡς ἠθέλησε νὰ τὰς διαπλάσῃ ἡ Κυβέρνησις δημιουργήσασα 2757 κομματάρχας, ἀλλὰ κοινότητας ἀνθούσας μετὰ δήμων μεγάλων, συγχωνευομένων τῶν μικρῶν, κοινότητας εὐημερούσας καὶ δήμους ἐπιτελοῦντας ὄχι μόνον τὴν ἐντολὴν αὐτῶν τὴν ἐσωτερικὴν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Πολιτείας, δήμους ὠφελοῦντας κατὰ τόπους καὶ πολιτειακῶς, δήμους ἔχοντας τὴν ἀποστολήν, ἵνα ἀποβῶσι τὰ κέντρα ἐκεῖνα τὰ φωτεινά, πρὸς τὰ ὁποῖα θὰ στρέφηται ὁ νοῦς τῶν πανταχοῦ μικρῶν κοινοτήτων ὡς πρὸς κέντρα ἀποτελοῦντα μέρη τῆς ἀκτῖνος, ἑκάστης ἀκτῖνος, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποτελεῖται ὁ φωτοστέφανος, τὸ σύνολον, πρὸς τὸ ὁποῖον πάντοτε οἱ ὀφθαλμοὶ ὀφείλουσι νὰ εἶναι ἐστραμμένοι ἀπὸ τοῦ μικροτέρου χωρίου μέχρι τοῦ ἐπισημοτέρου κέντρου, πρὸς τὸν φωτοστέφανον ἐκεῖνον τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Ποία δὲ εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, παρατηρεῖτε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν προγονοπληξίαν! Ἡ ἐθνικὴ ἑορτὴ εἶναι δι’ ἑορτασμὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἑορτὴ δὲν ἀποτελεῖ διατάραξιν τῆς ἁρμονίας καὶ τῆς εἰρηνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς! Διὰ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἑορτὴν δὲν ῥίπτεται ἓν ψιχίον ἄρτου ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ δήμου, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ παρεξέλθωμεν, καὶ ἡμεῖς βαίνομεν εἰς ὁδὸν ἐσωτερικῆς ἀναπλάσεως· ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν οὔτε προγονοπληξίαν, ἀλλὰ νὰ μανθάνωμεν τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν, τί εἰς τὴν Ἀγγλίαν! Ἀγγλοπληξίαν δύνασθε νὰ ἔχητε· προγονοπληξίαν οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πρέπει νὰ ἔχῃ! Καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητεῖται, καὶ ἂν δὲν ἐπιζητῆται ἐκ προθέσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιζητῆται οὕτως, ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰσηγητὴς αὐτοῦ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος κ. Ἐμμ. Ῥέπουλης, καὶ ἂν δὲν ἐπιζητῆται ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἄγει εἰς τὸν τοπικισμόν, δημιουργίαν μικρῶν ὁμίλων, ἀλληλομαχομένων Ἑλλήνων πολιτῶν ἀποστρεφόντων τὸ βλέμμα ἀπὸ τοῦ κέντρου, ἵνα ἀποστρέψωσιν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ μεγάλου ἐκείνου κέντρου, ἀπὸ τοῦ στεφάνου ἐκείνου τοῦ χρυσάκτινος, ὁ ὁποῖος καὶ μόνος ὀφείλει νὰ περιέχῃ πᾶσαν ἰδέαν καὶ τὴν ὑστάτην πνοὴν τοῦ Κράτους ἡμῶν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαξίρης παραχωρεῖ τὴν θέσιν του εἰς τὸν κ. Δεμερτζῆν.
§91Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ζητῶ παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, διότι, καίτοι εἶσθε καταβεβλημένοι ἐκ τῆς συζητήσεως, λαμβάνω ἐν τούτοις τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, καὶ ἐπιθυμῶ ν’ ἀντικρούσω αὐτὸν οὐχὶ εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του, διότι οὐδὲν ἐπιχείρημα ἔφερε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀντικρούσω αὐτόν, διότι ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γνώμην ἄλλοτε ἐξενεχθεῖσαν, χωρὶς οὐδαμῶς νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, ὅτι ἀντὶ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν εἰς τοὺς εὐρυτέρους λεγομένους δήμους, ὁμοῦ μετὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν κοινοτήτων, ὡς προσώπων τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐνόμιζον ὅτι καὶ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδιαίτατα ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον πλήρη τὴν εὐθύνην, τὴν μείζονα εὐθύνην, διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀπροκαλύπτως προήσπισα ἀποδεχθεὶς τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εὐρέως ἦτο διαδεδομένη ἡ ἰδέα τῆς εὐρύνσεως καὶ συγχωνεύσεως τῶν ὑφισταμένων 450 δήμων. Εἶναι δ’ εὔλογον ὅτι ἐγεννήθη ἡ ἰδέα αὕτη ἐκ τῆς ἐντελοῦς ἀποτυχίας τοῦ σημερινοῦ συστήματος, προκληθεῖσα ἐκ τοῦ λόγου κυρίως ὅτι οἱ προτείνοντες τὸν εὐρύτερον δῆμον πεπλανημένως ἐνόμισαν ὅτι οὐχὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνεπάρκεια τῶν ὑφισταμένων δήμων, καὶ ἑπομένως ἡ ἀτελὴς ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα προήσπιζον, οὐχὶ ἡ ἀψυχολόγητος βάσις τοῦ σημερινοῦ δήμου, ἀλλ’ ἡ σμικρότης αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς ἀποτυχίας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θίγομεν τοιαῦτα ζητήματα, ἐφ’ ὅσον ζητοῦμεν εὐρυτέρους δήμους, πρέπει νὰ καθορίσωμεν ταῦτα σαφῶς, πρέπει σαφῶς νὰ καθορίσωμεν τὸν κύκλον καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν εὐρυτέρων δήμων. Τί ζητεῖται διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ εὐρυτέρου δήμου; Λογικῶς τρεῖς προορισμοὶ τοῦ εὐρυτέρου δήμου δύνανται νὰ τεθῶσιν ὡς βάσεις τῆς συζητήσεως· ἢ ὅτι ἡ διοίκησις, οὐχὶ ἡ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἡ σημερινὴ νομοθεσία ἀναθέτει εἰς τοὺς δημάρχους, ἐχώλαινε μέχρι τοῦδε, καὶ ἔδει νὰ ἐξευρεθῇ ὁ εὐρύτερος δῆμος, ἵνα τὰ συμφέροντα ταῦτα προασπίζωνται κάλλιον, ἢ δεύτερον ὅτι τὰ τοπικὰ συμφέροντα δὲν ἠδύναντο νὰ προαχθῶσι διὰ τῶν ὑφισταμένων νῦν δήμων καὶ ἐζητεῖτο ἡ εὔρυνσις τούτων, ἢ ὅτι τέλος ἕνεκα τῆς στενότητος τῶν ὑφισταμένων δήμων δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐπιτυχής, καλὴ καὶ δικαία ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχόντων, οὕτως ὥστε κάλλιον νὰ ἐκπληροῦται ὁ προορισμὸς τῶν δήμων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ τῶν τριῶν τούτων ἐπόψεων θὰ ἦτο ὀλεθριωτάτη ἡ δημιουργία εὐρυτέρων δήμων ἐν Ἑλλάδι. Καὶ λαμβάνω τὴν πρώτην ὑπόθεσιν, ὅτι θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον ἄν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελοῦσιν οἱ δήμαρχοι ὡς ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως, ἀνετίθεντο εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπεξέτεινε τὴν δικαιοδοσίαν αὑτοῦ οὐχὶ ἐπὶ ἑνὸς δήμου, ἀλλ’ ἐπὶ πλειόνων ἢ τοῦ εὐρυτέρου δήμου, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν. Ἀλλά, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, τὰ καθήκοντα ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα, καθήκοντα ληξιαρχικά, καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τυπικὴν συμμετοχὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν φορολογικῶν νόμων ἢ εἰς τὴν στρατολογίαν.
§92Γ. ΠΩΠ. Τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου;
§93Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα. Φαντασθῆτε λοιπόν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν εὐρύτερον δῆμον ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὰ καθήκοντα ταῦτα, τὰ στοιχειώδη καὶ τὰ συνδεόμενα ἀναποσπάστως πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ κατάγηται ἐξ αὐτῆς τῆς κοινότητος καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰ στοιχειώδη ταῦτα καθήκοντα. Ἀλλ’ οὔτε λόγοι οἰκονομίας θὰ συνέτεινον νὰ δημιουργήσωμεν τὸ πρόσωπον τοῦτο τοῦ δημάρχου τοῦ εὐρυτέρου δήμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετέλει τὰ στοιχειώδη ταῦτα καθήκοντα. Διότι, ὡς ἂν ὑποθέσητε ὅτι εἰς δημάρχους εὐρυτέρου δήμου ἀνετίθεντο τὰ καθήκοντα ταῦτα, οὗτοι θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀσκήσωσι τὰ καθήκοντα ταῦτα, ἐὰν δὲν προσέτρεχον εἰς ἰδιαιτέρους ὑπαλλήλους τῶν κοινοτήτων, τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸν εὐρύτερον δῆμον, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς τοιοῦτον δήμαρχον εὐρυτέρου δήμου, ἐξικνουμένου καὶ μέχρις ἐπαρχίας, νὰ γνωρίζῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, ὡς συμπράττοντος εἰς τήν στρατολογίαν καὶ εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ εἰς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ ὡς συμπράττοντος τυπικῶς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων.
§94ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων πῶς τὰ γνωρίζει;
§95Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ δημιουργήσωμεν τοιοῦτο πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ν’ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα ταῦτα. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι οὔτε οἰκονομία οὔτε ἐλάφρυνσίς τις θὰ ἐπέλθῃ, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ προστρέχῃ εἰς ἰδιαιτέρους ὑπαλλήλους τῶν κατ’ ἰδίαν κοινοτήτων, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του ταῦτα ἄνευ ζημίας, ἕνεκεν ἀτελοῦς γνώσεως τῶν τοπικῶν συνθηκῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρονται τὰ καθήκοντα ταῦτα.
§96Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων ἐκ τῆς συγχωνεύσεως εἰς ἕνα δῆμον; Ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις.
§97Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶπον ὅτι, ἐὰν δημιουργήσωμεν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ν’ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὡς ὀργάνων τῆς διοικήσεως, θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τοῦτο νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἕτερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν βοηθῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πάντων τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δήμαρχος τοῦ εὐρυτέρου δήμου, περιλαμβάνοντος πλείονας τῶν σημερινῶν δήμων, νὰ γνωρίζῃ καὶ ἐκτελῇ.
§98Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς κατορθώνουσι σήμερον οἱ δήμαρχοι νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς ὅλα αὐτά;
§99Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῶν παρέδρων των.
§100Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἄλλως καὶ τὸ τοιοῦτον πρόσωπον θὰ ἔπρεπε ν’ ἀμείβηται, διότι δὲν φαντάζομαι φιλοδοξίαν, ἡ ὁποία θὰ συνετέλει, ὥστε οἱ τοιοῦτοι δήμαρχοι, ἔχοντες εἰς βάρος αὐτῶν μόνον τὰ στοιχειώδη ταῦτα καθήκοντα, νὰ παρέχωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἀμισθί, ἐνῷ οἱ πρόεδροι τῶν ἱδρυομένων κοινοτήτων, προϊστάμενοι τῶν τοπικῶν συμφερόντων, θὰ ἐκτελῶσι καὶ ταῦτα ἀμισθί. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ εὐρυτέρου δήμου, δὲν εἶναι βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι εἰς τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, εἰς τὰς δαπάνας τῶν δημάρχων, ὡς ὀργάνων τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ ἕτερον, τὸ ἐπιχείρημα τῆς μείζονος προαγωγῆς τῶν τοπικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι σφαλερώτατον. Βεβαίως πάντες οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἵδρυσιν τοῦ εὐρυτέρου δήμου ὑποστηρίζουσι συγχρόνως ὅτι πρέπει ἡ κοινότης νὰ δημιουργηθῇ ὡς πρόσωπον νομικόν, καί τινες μὲν ἐξ αὐτῶν ὑποστηρίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ὡς πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου, καὶ ἕτεροι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν οὗτος, ὡς πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις τῆς κοινότητος, εἴτε ὡς προσώπου τοῦ δημοσίου δικαίου εἴτε ὡς προσώπου τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, μίαν καὶ μόνην ἔννοιαν ἔχει, ὅπως ἡ κοινότης αὕτη προαγάγῃ τὰ στενῶς τοπικὰ συμφέροντα αὐτῆς, τὰ τοπικὰ συμφέροντα τοῦ χωρίου, ὅπως ἡ κοινότης αὐτὴ προαγάγῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δι’ εἰδικῶν νόμων δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τῆς μερίμνης αὐτῆς καὶ στενῶς συνδέονται πρὸς τὴν κοινότητα. Ἀλλ’ ὅτε τοιαύτη ἔννοια ἀποδίδεται ὑπὸ πάντων εἰς τὴν τοιαύτην κοινότητα, εἴτε ὡς πρόσωπον τοῦ δημοσίου εἴτε ὡς πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ὑποστηρίζω ὅτι ὁ εὐρύτερος δῆμος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ εἰς οὐδὲν δύναται νὰ συντείνῃ. Διότι δὲν ὑπάρχουσι, Κύριοι, τοιαῦτα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προαγάγῃ ὁ εὐρύτερος δῆμος. Πλὴν τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν κοινότητα, πλὴν τῶν συμφερόντων τῆς στενῶς περιωρισμένης κοινότητος, τῆς ὁμάδος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διαβιοῦσιν ἐπὶ ὡρισμένης ἐδαφικῆς περιφερείας, ὑπάρχουσιν ἄλλα μεγάλα τοπικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱκανοποιήσῃ ὁ εὐρύτερος οὗτος δῆμος. Ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τῆς κατασκευῆς διαφόρων τεχνητῶν ἔργων, ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τῆς εὐποιΐας καὶ τῆς καθολικωτέρας μερίμνης περὶ τῆς ὑγείας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ τοῦ εὐρυτέρου τούτου δήμου, οὐ μόνον διότι ἡ ἔκτασις αὐτῶν θὰ ἦτο μικρά, ἀλλὰ διότι κυρίως οἱ πόροι αὐτῶν δὲν θὰ ἐπήρκουν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀπαιτούντων μείζονας δαπάνας. Ἂν ἐδημιουργοῦμεν λοιπὸν τὸν εὐρύτερον δῆμον εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ κατελήγομεν, παρ’ ὅτι θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὸν μεγαλείτερον συνοικισμὸν τοῦ τοιούτου δήμου νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνει ἐν τῷ σημερινῷ δήμῳ ὁ ἰσχυρότερος συνοικισμὸς ἀπέναντι τοῦ μικροτέρου, νὰ καταπιέζῃ δηλαδὴ καὶ νὰ ἐκμεταλλεύεται ὁ ἰσχυρότερος τὸν ἀσθενέστερον. Διότι, ὅταν ὑπάρχῃ εἴτε ἔλλειψις ἀντικειμένου εὐρυτέρας μερίμνης, εἴτε ἔλλειψις πόρων τοῦ μεγαλειτέρου δήμου, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸν εὐρύτερον τοῦτον προορισμόν, κατ’ ἀνάγκην οἱ πόροι τοῦ δήμου τούτου θὰ διετίθεντο ὑπὲρ σκοπῶν ἀφορώντων μόνον τὸ κέντρον τῆς δυνάμεως τοῦ δήμου καὶ θὰ ὑπεβάλλομεν τὴν κοινότητα, τὴν μικράν, τὴν ὁποίαν συγχρόνως θὰ ἐδημιουργοῦμεν εἴτε ὡς πρόσωπον τοῦ τοῦ Δημοσίου, εἴτε ὡς πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, εἰς διπλῆν φορολογίαν, θὰ εἰσέφερεν αὕτη εἴτε ἐθελουσίως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν, εἴτε ὑποχρεωτικῶς δυνάμει τοῦ νόμου, πρῶτον διὰ τὰ ἴδια αὑτῆς τοπικὰ συμφέροντα, καὶ δεύτερον ὑπὲρ τοῦ εὐρυτέρου δήμου, τοῦ οὐδένα δυναμένου νὰ ἐπιτελέσῃ προορισμόν, ἀφοῦ ἄλλως ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις περιῆλθον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κράτους. Τὰ γενικώτερα συμφέροντα, Κύριοι, τὰ τοπικά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ἐν παρόδῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, παρὰ μόνον διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ νομοῦ ὡς νομικοῦ προσώπου. Ὄχι μόνον αἱ συνθῆκαι αἱ ἱστορικαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθησαν οἱ σημερινοὶ νομοί, τοὺς ὁποίους δυσχερῶς θὰ ἠδυνάμεθα ἤδη νὰ καταργήσωμεν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τῆς χώρας καὶ συγχρόνως τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ διδόμενοι εἰς τὸ δημόσιον, εἶναι ἐπαχθέστατοι ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους ἄλλων ἐθνῶν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀναμένηται μεγίστη αὔξησις τῆς φορολογίας ὑπὲρ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν—δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι ἀπολύτως ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐπαχθεῖς, διότι συγκριτικῶς οἱ ἄμεσοι φόροι ἴσως εἶναι ὀλιγώτερον ἐπαχθεῖς πολλῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ Δημόσιον ἐν Ἑλλάδι, εἶναι μέγιστον καὶ δὲν καταλείπει τίποτε ὑπὲρ τῶν δήμων, ἐνῷ ὅλοι οἱ φόροι π. χ. ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, οἱ ἀποδιδόμενοι εἰς τὸ δημόσιον ἀνέρχονται μόνον εἰς 4%, ὁ δὲ Γάλλος πολίτης πληρώνει τοὐλάχιστον ἄλλα 8% ὑπὲρ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ νομοῦ καὶ τοῦ δήμου, ἐν Ἑλλάδι συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίστροφον, ἐν Ἑλλάδι τὸ μέγιστον μέρος λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τῶν τοιούτων ἀμέσων φόρων, εἰς δὲ τοὺς δήμους ἀποδίδεται ἐλάχιστον—ὅλα ταῦτα νομίζω ὅτι ἐπιβάλλουσι τὴν δημιουργίαν τοῦ νομοῦ ὡς νομικοῦ προσώπου, μεριμνῶντος περὶ τῶν γενικωτέρων τοπικῶν ἀναγκῶν ἐπίσης δὲ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ δημιουργία νομικοῦ προσώπου μικροτέρου τοῦ νομοῦ, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν Ἑλλάδι, διότι οἱ πόροι τοῦ τοιούτου νομικοῦ προσώπου θὰ ἦσαν σχετικῶς ἐλάχιστοι, τὰ δὲ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργα δυσαναλόγως μεγαλείτερα τῶν πόρων αὐτῶν· ὅταν δὲ δημιουργῶμεν νομικὰ πρόσωπα μὲ πόρους μὴ ἀνταποκρινομένους εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῶν, εἴμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι ὅτι τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα βεβαίως θ’ ἀποτύχωσι τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, δημιουργήσωμεν τὸν νομὸν ὡς νομικὸν πρόσωπον, ὅταν ἕνεκεν τῆς ἀλληλεγγύης τῶν διαφόρων πόλεων καὶ τῶν μεγαλειτέρων συνοικισμῶν ἑνὸς νομοῦ, οἵτινες θὰ συνεισφέρωσι κατ’ ἀνάγκην πλειότερα ὑπὲρ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπαίθρου χώρας, κατορθώσωμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ γενικώτερα ταῦτα τοπικὰ συμφέροντα τοῦ νομοῦ, πρὸς τί ἡ ὕπαρξις τοῦ εὐρυτέρου τούτου δήμου; Ἐγὼ οὐδένα, Κύριοι, ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω. Ἕνα μόνον ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω, τὴν εὐρυτέραν ἀγροτικὴν ὁδοποιίαν, ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ γίνῃ διὰ τοῦ συνασπισμοῦ τῶν διαφόρων κοινοτήτων· ἀλλ’ ἡ ἀγροτικὴ διάμεσος ὁδοποιία δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖος λόγος διὰ νὰ προβῶμεν εἰς νέαν διοικητικὴν ὀργάνωσιν, ἵνα ἐκπληρωθῇ τόσον σχετικῶς δευτερεύων σκοπός, δυνάμενος νὰ ἐκπληρωθῇ διὰ τοῦ συνασπισμοῦ τῶν κοινοτήτων, ἐνῷ ὅλα τὰ ἄλλα τοπικὰ συμφέροντα ἀντιτίθενται πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ τοιούτου εὐρυτέρου δήμου. Τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη, εἶναι ὅτι, ἕνεκα τῆς εὐρύνσεως τοῦ δήμου, θὰ προέλθωσι καλλίτεραι δημοτικαὶ ἀρχαί. Ἀλλ’ ὅταν οὐδεὶς σκοπὸς ἐπιβάλλῃ τὸν εὐρύτερον δῆμον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι αἱ ἐκ τοιούτου εὐρυτέρου δήμου μέλλουσαι νὰ προέλθωσιν ἀρχαὶ θὰ ἐκλεχθῶσιν ἀδολώτερον καὶ τιμιώτερον; Ὅταν ὁ πολίτης οὐδὲν συμφέρον συνδέῃ πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἄρχοντος τοῦ εὐρυτέρου δήμου, οὐδένα δυναμένου νὰ ἐπιτελέσῃ προορισμόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἐκλέξῃ καὶ τὸν καλλίτερον ἄρχοντα; Νομίζω ὅτι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡ ἰδέα τοῦ εὐρυτέρου δήμου εἶναι ἀπορριπτέα. Ἂν ἔβλεπον καὶ ἂν ἐπειθόμην, ἀλλὰ δι’ ἐπιχειρημάτων καὶ ὄχι διὰ τῆς ἀναφορᾶς ξένων γνωμῶν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ δημιουργία τοῦ εὐρυτέρου δήμου, θὰ ὑπεστήριζον πρῶτος τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νέων Ψαρῶν συνάδελφος, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως ἐτόνισε καὶ ἐμέμφθη τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημάρχων εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους ὁ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν συνάδελφος βεβαίως ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διεπνέετο ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος....
§101Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως καὶ τὴν συγχαίρω.
§102Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν μοῦ ἀρκεῖ μόνον ἡ διαβεβαίωσις αὐτοῦ καὶ τὰ συγχαρητήριά του. Θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπιχειρήματά μου καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἴδῃ αὐτὴ ἐκ ποίου συνειδότος ὁρμῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, ἀλλὰ θ’ ἀποδείξω δι’ ὀλίγων ἀνακόλουθον τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ μόνη ἀντίρρησις κατὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶναι, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀνίκανα νὰ ἐκλέξωσι τὸν δήμαρχον. Καὶ δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὡς ἀποδεδειγμένον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναληθέστατον, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀνίκανα νὰ ἐκλέξωσι τὸν δήμαρχον. Ἀλλὰ τότε πᾶς ὁ συζητῶν ἐν καλῇ πίστει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὀφείλει νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· ἂν τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀνίκανα νὰ ἐκλέξωσι τὸν δήμαρχον, πῶς εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐκλέξωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει καὶ ὁ δήμαρχος; Ἐπισταμένως ἐμελέτησα, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν εἶδον οὐδεμίαν πρᾶξιν τοῦ δημάρχου, τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιχειρῇ μόνος αὐτὸς ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς δημαρχικῆς ἐπιτροπῆς. Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, διακηρύσσωμεν, ὅτι ὁ πρῶτος ἐν τοῖς ἴσοις δὲν συμφέρει νὰ ἐκλεγῇ ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, πῶς ἐρχόμεθα ἐνταῦθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶναι μὲν ἀνίκανον νὰ ἐκλέξῃ τὸν δήμαρχον, ἀλλ’ εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐκλέξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμπράττουσι μετὰ τοῦ δημάρχου, ὧν ἄνευ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργήσῃ τι ὁ δήμαρχος, καὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνώτεροι τοῦ δημάρχου;
§103Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ ἀπεμπολήσωμεν λοιπόν, τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
§104Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ παραδίδων τὴν γνώμην μου εἰς τὰς διακοπὰς αἵτινες προέρχονται ἐκεῖθεν, διότι περισσότερον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαιοήλιδος βουλευτοῦ κήδομαι καὶ σέβομαι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς γνώμας μου. Ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὸ ἄμεσον τῆς ἐκλογῆς καὶ δεχθῇ τὴν κεντρικὴν ἰδέαν τοῦ Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς συλλογικῆς διοικήσεως τῶν ἀστικῶν δήμων — διότι τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς δημαρχικῆς ἐπιτροπῆς — ὀφείλει νὰ δεχθῇ, ὅτι καὶ τὴν ἐπιτροπὴν θὰ ἐκλέγῃ ἀπ’ εὐθείας ὁ λαός, ὁπότε θὰ ἤμην σύμφωνος ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συμβιβάζεται καὶ ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν συλλογικῶς νὰ διοικηθῇ ὁ δῆμος, ἀφ’ οὗ ἅπασα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὁ δήμαρχος δηλαδὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπή, θὰ ἐκλέγεται παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ θὰ εἶναι ἰσότιμος. Ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν τὴν γνώμην περὶ ἀνεπαρκείας τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῶ ἀνεπάρκειαν τῶν δημοτικῶν συμβουλίων διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημάρχου καὶ πλήρη αὐτοῦ ἐπάρκειαν διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτρόπων. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν καθιερώσωμεν τὸ ἄμεσον τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν δήμαρχον, τὸ ἔμμεσον δὲ διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν δημαρχικὴν ἐπιτροπήν, θὰ δώσωμεν μόνον φενάκην, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἰσορροπία δυνάμεων, διότι ὁ δήμαρχος ἀρυόμενος τὸ κῦρος αὑτοῦ ἐκ τοῦ λαοῦ, ἢ θὰ ὑποτάξῃ τὸ συμβούλιον εἰς τὰς διαθέσεις του, ἢ θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συνεργασθῇ μετὰ συμβουλίου μὴ ἀσπαζομένου τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλὰ λέγω ὅτι καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου εἶναι τὰ τελευταῖον προστατευθησόμενα. Εἶναι χιλιάκις προτιμότερον νὰ ἀφήσωμεν τὸ σαθρὸν καθεστὼς παρὰ νὰ νοθεύσωμεν ἔτι μᾶλλον αὐτὸ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δήμων. Ἐὰν δὲν τολμᾶτε νὰ ἀνακαινίσητε τοὺς δήμους εἰσάγοντες τὸ σύστημα τῆς γνησίας συλλογικῆς διοικήσεως, ἀφήσατε καλλίτερον τὸ καθεστὼς τὸ ἀπόλυτον. (Χειροκροτήματα).
§105Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη δὲν ἀφῆκε νόσον χρονίαν ἢ σοβαρὰν τὴν ὁποίαν νὰ μὴ θεραπεύσῃ. Ὅλα κατὰ τὴν θεωρίαν θεραπεύονται, ἐλάχιστα ὅμως εἰς τὴν πρᾶξιν· ὅτι δὲ συμβαίνει εἰς τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην εἰς ἀποτελέσματα θεραπευτικὰ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως, παρόμοια θὰ ἔχωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ πάθους καὶ φανατισμοῦ καὶ ἐν μέρει μετ’ ὀργῆς ὑπεραμύνεται τῶν πνευματικῶν αὑτῆς προϊόντων, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῇ εἴπω, ὅτι τὰ πνευματικὰ αὐτῆς προϊόντα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ γνώσεις τὰς ὁποίας ἤντλησαν ἀπὸ τὰ διάφορα εἰδικὰ βιβλία· ὅ τι δ’ ὅμως ἐν τῷ βιβλίῳ φαίνεται σαφές, ὅ τι ἐν τῇ θεωρίᾳ φαίνεται ἐπωφελὲς καὶ ἐφαρμόσιμον, ἐν τῇ πράξει συνηθέστατα ἀποτυγχάνει, ἂν σὺν τῇ θεωρίᾳ δὲν συντρέχῃ καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πεῖρα. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προβάλω εἶναι τὸ ἑξῆς: ποῖοι οἱ λόγοι καὶ ποῖα τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ὤθησαν ἀφ’ ἑνὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ νὰ ἐπιθυμῇ τὴν κατάλυσιν τῶν δήμων, καὶ ποῖα αἴτια ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλύσῃ τὸν θεσμὸν αὐτόν; Δύο τινά, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ εἶναι τὰ αἴτια, ἅτινα προεκάλεσαν τὴν κατάργησιν τῶν δήμων, ἡ ἀδυναμία τούτων ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἀπαραιτήτους αὐτῶν οἰκονομικὰς ἀπαιτήσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πλημμελὴς καὶ κακοῦργος ἐποπτεία τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ἦτο, Κύριοι, δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀλλοῖα ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, καθὼς οἱ δῆμοι διῳκοῦντο. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, πρό τινων ἐτῶν ὅτι εἰς μίαν τῶν μεγάλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος παρέστην μάρτυς ἑνὸς ἐπεισοδίου χαρακτηριστικοῦ. Ὑπῆρξεν εἷς Νομάρχης ἔντιμος καὶ εὐθύς, —πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὴν ἐποχήν μας—ὁ Νομάρχης αὐτὸς ἐπεσκέφθη τὰ διάφορα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ὡς εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου καὶ καθῆκον, ὅπως ἐξελέγξῃ αὐτά. Ἑνὸς φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος διευθυντὴς ὑπῆρξεν εἷς ἐπιστήμων δυνατός, ἀλλὰ δυνατὸς ἀπὸ κομματικῆς ἀπόψεως. Ὁ Νομάρχης ἐζήτησε νὰ ἐξελέγξῃ τὰ βιβλία τοῦ ἱδρύματος. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν εἶδεν ὅτι ὑπῆρχον μεγάλα χάσματα κατὰ τὰ εἰωθότα, ἀπέτεινε παρατηρήσεις τινὰς κατὰ τὸν ἐμπρέποντα τρόπον καὶ ἐζήτησε τὴν σφράγισιν τῶν βιβλίων, ἀπῆλθε δὲ διευθυνόμενος ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργόν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ πέλεκυς τοῦ νόμου θὰ ἐπιπέσῃ βαρὺς κατὰ τοῦ καταχραστοῦ. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ κ. τότε Ὑπουργὸς ἤκουσε μετὰ κατανύξεως καὶ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος τοῦ παρουσίασεν ἁπτὰς ἀποδείξεις, γεγονότα ἐγκληματικά, καταχρήσεις φανεράς —ῥεμοῦλα γενικὴ καὶ διαρπαγή— καὶ ἡ ἀπάντησις ποία ἦτο; Παρέλειψα ὅμως νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Νομάρχης ἐζήτησε τὴν σφράγισιν τῶν βιβλίων, ὁ διευθυντὴς αὐτὸς εἶπε πρὸς τὸν Νομάρχην, «πήγαινε, διότι σὲ βγάζω ἔξω μὲ κλωτσαῖς», λοιπὸν ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ποία ἦτο; «Κύριε Νομάρχα, ἢ νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὰς ἡμετέρας παραγγελίας καὶ θελήσεις ἢ νὰ ὑποβάλητε τὴν παραίτησίν σας». Ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἑστία τοῦ κακοῦ καὶ πόθεν ἡ χρεοκοπία τοῦ θεσμοῦ. Ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἑκουσίως, ἀρεσκόμεθα νὰ πλανώμεθα καὶ πιστεύωμεν ὅτι καταργοῦντες τοὺς δήμους νέαν ζωὴν ἐμβάλλομεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ὡσὰν νὰ μὴ εἶναι τὰ ἴδια πρόσωπα, οἱ ἴδιοι μπεχληβάνιδες, οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβωσι τὰ νέα ἀξιώματα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἡμέρας καταναλίσκει, ὅπως δημιουργήσῃ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ νομίζει αὐτὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετ’ αὐτοῦ, ὅτι δι’ αὐτῶν θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνόρθωσιν. Καὶ πιστεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἐὰν γίνῃ ἡ κατάλυσις τῶν δημάρχων, τὰ πάντα ἔχουσι καλῶς καὶ διαβλέπουσιν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ δήμου τὴν πηγὴν παντὸς κακοῦ. Ὄχι, Κύριοι, τίποτε δύνασθε ν’ ἀλλάξητε ὅσον θέλετε τὸ ὄνομα, ἐφ’ ὅσον τὰ πρόσωπα παραμένουσι τὰ ἴδια, ἐφ’ ὅσον λειτουργοῦσιν αἱ ἴδιαι μέθοδοι τοῦ παρελθόντος δὲν θὰ κάμετε τίποτ’ ἄλλο παρὰ «ἄλλαξεν ὁ Μανωληὸς καὶ ἔβαλε τὰ ῥοῦχα ἀλλοιῶς».
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ.
§107Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡ ἐπιτυχία, κύριε συνάδελφε, ὅστις μὲ διακόπτεις, τῆς Ἀνορθώσεως δὲν ἔγκειται εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δήμων, οὔτε εἰς τὰ μπαλώματα τὰ νομοθετικά, ἀλλ’ ἔγκειται εἰς τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν, καὶ τὴν ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ· θὰ τὸν διαπλάσωμεν δὲ ὅταν τὸ Κράτος, οἱ ἰθύνοντες, εἶναι τὸ ὑπόδειγμα τῆς νομιμοφροσύνης. Ὅταν ἔρχεσθε, κύριε συνάδελφε τῆς Ἀνορθώσεως, καὶ παρέχετε τὴν ἐμπιστοσύνην σας εἰς Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἀσυστόλως καταπατεῖ τοὺς νόμους, τί ἄλλο κάμνετε παρὰ νὰ πιστεύῃ ὁ λαὸς ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον τὸ παρελθόν, καὶ ὅτι οἱ νόμοι μόνον διὰ τὸν λαὸν θεσπίζονται καὶ δι’ αὐτὸν λειτουργοῦσιν, οἱ δὲ μεγάλοι καὶ τρανοὶ δύνανται νὰ πράξωσιν ἀτιμωρητὶ ὅ τι θέλουν. Καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ Κυβερνῆται μιᾶς χώρας καὶ οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι δὲν ὑπακούουσιν εἰς τοὺς νόμους, ἀλλὰ παραβιάζουσιν αὐτούς, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδὲν θὰ ἐπιτύχῃ. Αὐτὸ διδάσκει ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ζωή. Καὶ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, εἶναι γνωστόν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας, ὅτι ὁ δῆμος δὲν εἶναι ἢ ἓν μικρογραφίᾳ ἀπεικόνισμα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν παραλυσίᾳ, δὲν δύναται ἢ μοιραίως καὶ ἀναποδράστως καὶ ὁ δῆμος νὰ εἶναι τὸ ἴδιον. Τώρα διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θεραπεύεται τὸ κακόν; Περὶ αὐτοῦ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω γνώμην, διότι συνήθισα, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, μικρὰν ἐμπιστοσύνην νὰ ἔχω εἰς τὰ τῆς θεωρίας πορίσματα· μοὶ ἀρέσκει νὰ θέτω τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, μοὶ ἀρέσκει νὰ βασίζωμαι εἰς τὴν πρᾶξιν, διότι πολλάκις εἶδον, ὅτι τὰ τῆς θεωρίας ἀπέτυχον ἢ μικρὸν ὠφέλησαν. Ἔρχομαι τώρα νὰ παρατηρήσω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος καὶ φίλτατος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς πλαγίως ἤλεγξεν, ἥτις προτείνει ὅπως ἡ ἐκλογὴ τῶν δημάρχων γίνεται ἐμμέσως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐνταῦθα καὶ ὁ φιλομειδὴς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ παραλληλίζοντες τὰ δύο ταῦτα δυνηθῶμεν νὰ διαφωτίσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δώσωμεν ἐπ’ αὐτῶν ψῆφον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει· εἶναι τοῦτο τοῦ συρμοῦ· ἀλλὰ τέλος πάντων, φαίνεται ὅτι φρονοῦσι τινές, ὅτι ὁ λαὸς δὲν γνωρίζει νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ, ὁ λαὸς κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἄρχοντα αὐτοῦ, ἀλλ’ οἱ ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ νὰ ἐκλέγωσι τὸν μοναδικὸν ἄρχοντα. Ἡ ἡλικία μου καὶ ἡ πεῖρά μου καὶ τὰ μυστήρια τῆς ζωῆς μὲ ἐδίδαξαν ἀρκετά, μὲ ἐδίδαξαν, ὅτι ὅσον τις εἰς ἀνώτερον κοινωνικὸν ἐπίπεδον ἀνέρχεται ἐπὶ τοσοῦτον κατὰ κανόνα καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα καθίσταται ἀποπνικτική, ἀπαισία καὶ χυδαία. Ἂς ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον! Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ διαρπαγή, ἡ ἀκολασία, πανταχόθεν θὰ εἰσβάλωσιν. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν. Διότι ἡ διοίκησις τῶν δήμων καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν θὰ παραδοθῇ εἰς χρηματιστάς. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Θεάνθρωπος «μὴ ῥίπτετε τὰ ἅγια τοῖς κυσὶ» καὶ τὸ ἕτερον ὅτι: εὐκολώτερον εἶναι τὴν κάμηλον διελθεῖν διὰ τῆς ὀπῆς βελόνης ἢ τὸν πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, 30, 32, 35 συμβούλους γαντοφορεμένους, κολλαροφοροῦντας καὶ μυρόεντας, καθημένους ὡς ἐπισκόπους, ὡς καρδιναλίους, καὶ ἐκλέγοντας τὸν δήμαρχον. Καὶ θὰ ἰδῆτε ἐκεῖ τὸ δόγμα τοῦ «ἁρπάζειν», ἐκεῖ δὲν θὰ μένῃ λίθος ἐπὶ λίθου, διότι ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θὰ ἁρπάζουν, θὰ διαφθείρουν καὶ θὰ διαφθείρωνται. Θὰ ἐγκαθιδρυθῇ τέλος συναλλαγὴ ἀπαισία. Ὅλα τὰ ἔθνη, Κύριοι, ὅλα τὰ Κράτη ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅσα ἐδυστύχησαν, εἰς τὴν πλουτοκρατίαν ὀφείλουσι τοῦτο. Καὶ αὐτὴ ἡ Ῥώμη ἡ κοσμοκράτειρα εἶχε τὸν θεσμὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον προτείνουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ἐπιτροπῆς, τουτέστι εἶχε περιέλθει ἡ διοίκησις εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων, τῶν πτωχῶν ὅμως τῷ πνεύματι, ταλλαρούχων. Καὶ βεβαίως τὸ πνεῦμα, ἡ διάνοια καὶ οἱ νόμοι ἐπὶ μακρὸν ἀντιπαλαίουσιν, ἀνθίστανται κατὰ τῆς ὀλιγαρχικῆς πλουτοκρατίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύνανται ἐπὶ πολύ, διότι ἡ παντοδυναμία τοῦ χρυσίου τέλος ὑπερισχύει διαφοροτρόπως. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκρουσθῇ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον, διότι, ἄλλως, ἀλλοίμονον εἰς τὸν τόπον! Ὅταν, Κύριοι, οἱ δήμαρχοι ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν πολιτῶν, διισχυρίσθησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι γνησία. Ἀλλὰ θὰ εἶναι λοιπὸν γνησία καθ’ ὃν τρόπον οὗτοι ὑποδεικνύουσιν; Ἀγνοοῦσι τάχα ὅτι, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ πρότασίς των, ὅτι ἀντὶ παντὸς μέσου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας θὰ ἐπιδιώκωσι τὸν τίτλον τοῦ συμβούλου παντὸς εἴδους ἀνθρωπάρια, μὲ μοναδικὴν φιλοδοξίαν ὅπως κατὰ 99)00 ἀχρείως καὶ χυδαίως ἐκμεταλλεύωνται. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ παρατηρήσω διὰ σήμερον, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν ἀκούσω καὶ τοὺς θιασώτας τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι τοῦτο· ὅτι ἀνεῦρον κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἔρχεται ὡς ἀντίφασις μὲ τὴν σήμερον ἀπόφασίν του. Τὸ ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀφήνω τοῦτον νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπει νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον (χειροκροτήματα).
§108Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ οὐσιώδη τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θεωρῶ μάταιον νὰ μακρηγορήσω καὶ ἕνεκα τούτου ἀναγκάζομαι νὰ θυσιάσω τὰς γνώμας μου καὶ τὰς πεποιθήσεις μου εἰς τὸν βωμὸν τῆς Ἀνορθώσεως. Τοῦτο δὲ πράττω ὄχι μόνον διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ οἱ συμπολῖταί μου ἀγνοοῦντες τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ γινομένου νόμου τοῦ Κράτους εἶναι γενικῶς ὑπὲρ αὐτοῦ κεκηρυγμένοι. Εἶπον καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν τὴν ῥιζικωτέραν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐκ πεποιθήσεως εἶμαι ὑπὲρ τῆς συγχωνεύσεως τῶν μικρῶν Δήμων καὶ τῆς κατ’ ἰδίαν ὀργανώσεως τῶν Κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ τοὐλάχιστον.
§109Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἄρδην τὸ ἤδη ἐν ἰσχύϊ δημοτικὸν καθεστώς, νομίζω, ὅτι ἀπόλυτος παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ἐν πάσῃ δυνατῇ λεπτομερείᾳ δύο τινά, ταῦτα· πρῶτον. Τὴν γένεσιν καὶ τὸν θεμελιώδη σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἱδρύθη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ὁ δημοτικὸς θεσμός, καὶ δεύτερον, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους οὗτος ἐξέπεσε παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τονίζω τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσι τὰ δύο ταῦτα, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τόσον οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον, ὅσον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, παρεγνώρισαν τὸν θεμελιώδη σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ τούτου, δι’ οὗ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐδὲν ἄλλο ἐπεδιώχθη, εἰμὴ ἡ δημιουργία Κράτους ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἵνα ἀνθίσταται ἐν ὀνόματι τοῦ Λαοῦ κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ Κέντρου καὶ τῆς φυσικῆς ῥοπῆς τῶν ἰσχυόντων, ὅπως ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις αὑτῶν εἰς τοὺς ἀδυνάτους, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χρόνον διατηρῶνται ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἐξετάζω, Κύριοι, τὸν θεσμὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι καθαρῶς ἑλληνικός, καθαρῶς ἐπιχώριος. Ἐν ἔτει 1550 πρὸ Χριστοῦ... Ἐν ἔτει 1550 πρὸ Χριστοῦ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ πόλει Κέκροψ, ὁ Αἰγύπτιος, ἐλθὼν εὗρε τοὺς κατοίκους διεσπαρμένους τῇδε κἀκεῖσε, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνοχῆς, καὶ συνέστησε μὲν τὸ κέντρον, τοῦ ὁποίου αὐτὸς ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς, κτίσας καὶ τὴν Ἀκρόπολιν, ἥτις ἀπ’ αὐτοῦ ὠνομάσθη Κεκροπία, ἀλλ’ αὐτὸς πρῶτος ἵδρυσε τοὺς 12 δήμους ἐν Ἀττικῇ προστήσας καὶ ἕνα ἄρχοντα ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τοῦ δημάρχου, ἵνα οὗτος ἀνθίσταται κατ’ αὐτοῦ τοῦ κέντρου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐξεπροσώπει. Ἐρχόμεθα μετὰ ταῦτα εἰς τὸν Θησέα, τὸν βασιλέα ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως ὁ μόνος ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ δημοκρατικὸς βασιλεύς. Οὗτος ἀπὸ ἄλλων ἀρχῶν ἀναχωρῶν συνέπτυξε τοὺς 12 δήμους τῆς Ἀττικῆς εἰς ἕνα δῆμον ἱδρύσας κοινὸν ἀρχεῖον αὐτῶν. Αὐτὸς οὗτος ἀπὸ δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἀναχωρῶν προέστησε τὸν δήμαρχον, ἵνα ἀνθίσταται κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ κέντρου, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο ἐξεπροσωπεῖτο παρ’ αὐτοῦ. Μετὰ ταῦτα ὁ Σόλων, ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος νομοθέτης, ἐν ἔτει 600 πρὸ Χριστοῦ κατήργησε τοὺς δήμους καὶ τοὺς δημάρχους ἐν Ἀττικῇ καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἵδρυσε τὰς ναυκραρίας καὶ τοὺς ναυκράρους ὁρίσας τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 48. Ἀλλὰ τί ἦσαν αἱ ναυκραρίαι καὶ οἱ ναύκραροι; Ὁ Ἀριστοτέλης τὸ μαρτυρεῖ λέγων ὅτι οἱ ναύκραροι ἐν Ἀθήναις οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἢ οἱ παρ’ ἡμῖν δήμαρχοι μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἤλλαξε τὴν ὀνομασίαν αὐτῶν, καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν κατέστησε τοιαῦτα, ὥστε νὰ πρόσκεινται οἱ δῆμοι μᾶλλον πρὸς τὴν Πολιτείαν ἢ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Μετὰ ἕνα αἰῶνα ὁ διάσημος τύραννος τῆς Σικυῶνος Κλεισθένης κατήργησε τοὺς ναυκράρους καὶ τὰς ναυκραρίας καὶ ἐπανέφερε τοὺς δημάρχους ὁρίσας τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 100 καὶ κατόπιν εἰς 150 προστήσας ἑκάστου δήμου ἕνα δήμαρχον, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἵνα φροντίζῃ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν πολλῶν, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἀνθίσταται κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ κέντρου. Ἀλλ’ ἐν Σπάρτῃ μή τι ἄλλο ἆρά γε συνέβη; Ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της δὲν ἔχει τὰς ὠβάς; Ἀλλὰ τί ἦσαν αἱ ὠβαὶ καὶ δὲν ἦσαν δῆμοι; ἤ τί ἦσαν οἱ ὠβάρχαι καὶ δὲν ἦσαν δήμαρχοι; Ἀπόδειξις καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ἡ ὁποία γράφει «ὠβὰ Ἀμυκλαίων»· ὡσαύτως σαφεστάτη ἀπόδειξις εἶναι καὶ τὸ τῆς ῥήτρας τοῦ Λυκούργου, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὸ ὁριστικὸν πολιτειακὸν σύστημα ἐν Σπάρτῃ, καὶ αὐτὸς οὗτος παρεδέχθη τὰς ὠβάς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, τοῦτο—«Ὠβὰς ὠβάξαντα καὶ φυλὰς φυλάξαντα τριάκοντα γερωχίαν σὺν ἀρχαγέταις καταστήσαντα». Καὶ ἐν Ἀθήναις λοιπὸν ἀλλὰ καὶ ἐν Σπάρτῃ βλέπετε ὅτι ὁ θεσμὸς ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τοῦ Ἕλληνος ὡς πεπολιτισμένου ἐμφανίζεται καὶ ὁ δημοτικὸς θεσμὸς μετὰ τῶν προστατῶν του, τῶν δημάρχων. Λοιπὸν εἶναι καθαρὸς ἑλληνικὸς ὁ θεσμός, καθαρὸς ἐπιχώριος ὁ θεσμός, ἔχω τὴν γνώμην ἐσχηματισμένην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης. Ἀλλ’ ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἔφθασεν εἰς τοιαύτην ἀκμὴν ἐξ ἀφορμῆς καὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἰς τὴν Ῥώμην, διότι ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν ἐμφανῆ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν λόγον τῆς ἱδρύσεως καὶ τῆς συστάσεως τοῦ θεσμοῦ, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν κατάργησιν. Τίς ἆρά γε ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς δημαρχίας προτοῦ ἔλθωμεν εἰς τὴν σύστασιν αὐτῆς; Σκοπὸς ἐν Ῥώμῃ αὐτῆς ἦτο ἡ ὕπαρξις μιᾶς δυνάμεως, ἡ ὁποία νὰ ἀνθίσταται κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς τὸ ὅτι ὅταν ἔφυγον ἐκ Ῥώμης οἱ Πληβεῖοι καὶ μετέβησαν νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὸ ἱερὸν ὄρος, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποφέρωσι τὴν τυραννίαν τῶν Πατρικίων, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὅταν ἐπανέκαμψαν κατόπιν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οὔτε οἱ πλούσιοι δύνανται νὰ ζήσωσιν ἄνευ τῶν πενήτων καὶ οὔτε οἱ πένητες ἄνευ τῶν πλουσίων, εἶναι ἀληθὲς ὅτι μόνον διὰ τοῦ ἱστορικοῦ μύθου τοῦ Μ. Ἀγρίππα, τῆς κοιλίας καὶ τῶν μελῶν, ἐπείσθησαν, καὶ ἐπανέκαμψαν εἰς τὴν Ῥώμην. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὡσαύτως ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὸ σωτήριον 493 π. χ. ἱδρύθη τὸ πρῶτον ἐν Ῥώμῃ ὁ δημαρχικὸς θεσμός, ἱδρύθη τὸ ἀξίωμα τοῦ Δημάρχου, ὅστις ἐκλήθη Tribunus plebis. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δεικνύει αὐτὴ ἡ λέξις μόνον, ἀλλ’ ὡπλίσθησαν συγχρόνως καὶ διὰ ῥοπάλου ἰσχυροτάτου, ἵνα καταφέρωσι τοῦτο κατὰ τῆς κεφαλῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐτόλμων τυχὸν νὰ θίξωσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν πληβείων, τὸ ῥόπαλον δὲ ἐκεῖνο εἶναι, ὡς θὰ γινώσκετε βεβαίως πάντες, τὸ veto, τὸ διάσημον καὶ ἱστορικώτατον καταστὰν veto. Τίς λοιπὸν ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς δημαρχίας ἐν Ῥώμῃ; ἵνα ὁ λαὸς ἐκπροσωπούμενος ὑπὸ μιᾶς ἀρχῆς ἀνθίσταται κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ κέντρου, θέτων τελείαν καὶ παῦλαν εἰς τὰς τυχὸν αὐθαιρεσίας καὶ ὀρέξεις τῶν ὀλίγων, ὅπως θίξωσι τὰς ἐλευθερίας τῶν πολλῶν. Ἀλλὰ σὺν τοῖς δημάρχοις δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἱδρύθησαν καὶ οἱ ἀγορανόμοι. Τί δὲ ἦσαν οἱ ἀγορανόμοι; Ἐσκέφθησαν οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, ἀναχωροῦντες ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἀρχῆς, ἀπὸ τῆς ἀληθοῦς ἀγάπης πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἀπὸ τῆς ἀληθοῦς ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν λευκὴν ἐκείνην θεάν, ἐσκέφθησαν ὅτι πάντα ταῦτα δὲν θὰ ἐπήρκουν εἰς ἕνα δήμαρχον, διὰ νὰ δύναται νὰ ἀνθίσταται ἀποτελεσματικῶς κατὰ τῶν ἰσχυόντων ἐν τῷ Κράτει, καὶ παρ’ αὐτῷ ἔθεντο βοηθοὺς τοὺς ἀγορανόμους, τί δὲ ἦσαν οὗτοι, τί ἦσαν οἱ ἀγορανόμοι; Οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ὅ τι παρ’ ἡμῖν οἱ ἀστυνόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως, ἐπὶ τῶν ὑδραγωγείων τῆς πόλεως, ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ὠνίων, εἶχον καὶ τὴν δύναμιν ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσωσι τοὺς δημάρχους κατὰ πάσης τυχὸν ἐπιθέσεως ἀποτελεσματικῆς. Καὶ εἶχον μὲν οἱ ἀνώτατοι ἄρχοντες ἐν Ῥώμῃ τοὺς ῥαβδούχους αὑτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφερον καὶ πελέκεις, ἀλλ’ ἦσαν πολλῷ ἰσχυρότεροι οἱ δήμαρχοι ἀκολουθούμενοι, ὁσάκις ἐλαμβάνετο ἀνάγκη, ἀπὸ τοὺς ἀγορανόμους καὶ τὰ ὄργανα αὐτῶν, διὰ νὰ συντρίψωσι τὰς κεφαλὰς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἐδεικνύοντο ἔχοντες ὀρέξεις καὶ διαθέσεις σκοπούσας νὰ καταργήσωσιν ἔστω καὶ πολλοστημόριον τῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τὸν λαὸν καὶ μόνον τὸν λαόν. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἆρά γε ἡ τοσαύτη δύναμις τῶν δημάρχων ἐν Ῥώμῃ; Δὲν ἀγνοοῦμεν βεβαίως ὅτι ὁ Γάϊος Μάρκος ὁ ὑπὸ τὸ προσωπωνύμιον Κοριολανός, ὅταν κατελήφθη ὑπὸ σιτοδείας ἡ Ῥώμη καὶ ἡ Πολιτεία μετέφερεν ἐκ Σικελίας σῖτον διὰ τὸν πενόμενον λαόν, εἶπεν ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ: — ἢ σῖτον ἢ δημάρχους —. Ἀλλὰ ποῖα ἦσαν ἆρά γε τὰ ἀποτελέσματα; Ὅτι ἐκλήθη νὰ ἀπολογηθῇ ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἦτο, διότι δὲν παρουσιάσθη νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅτι κατεδικάσθη ἐρήμην εἰς θάνατον. Φυγὰς αὐτὸς μετέβη εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἐστράφη κατὰ τῆς πατρίδος αὑτοῦ ἑνωθεὶς μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν πάντες. Τί ἄλλο ἔπραξαν ἆρά γε οὐσιαστικὸν διὰ νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι οἱ δήμαρχοι οὐδὲν ἄλλο ἦσαν εἰμὴ ἡ ἰσχὺς τοῦ λαοῦ, ἡ ἕνα καὶ μόνον ἐπιδιώκουσα σκοπόν, ἵνα ἀνθίσταται κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ κέντρου, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὡς διεφθαρμένον πάντοτε ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ; Τὸν ὕπατον Μενίνιον, διότι δὲν ἐβοήθησε τοὺς Φαβίους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐξορισθῆ τῆς Ῥώμης ὡς ἐχθροὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, ἐναντίον τῶν γενικῶν τῆς πατρίδος συμφερόντων, τὸν ἐκάλεσαν εἰς ἀπολογίαν καὶ κατεδικάσθη, διότι δὲν παρουσιάσθη, ἐρήμην εἰς θάνατον καὶ ἔφυγε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῆς Ῥώμης. Αὐτὸς ἦτο ὁ δήμαρχος, αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία κατὰ φυσικὸν λόγον ἔλαβεν αὐτὸν παρ’ ἡμῶν, διότι εἴμεθα ἀρχαιότεροι καὶ φυσικῶς καὶ ἀπὸ ἀρχαιοτέρων χρόνων εἴχομεν τὸν θεσμόν. Ἀλλὰ θέλετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἴδωμεν καὶ ποία εἶναι ἡ ἀξία ἀκόμη τοῦ ἀξιώματος καὶ δι’ ἄλλων ἱστορικῶν ἀποδείξεων; Ἰδοὺ· οἱ πάντες γινώσκομεν τὸν πανίσχυρον Ὀκταβιανὸν Αὔγουστον, τὸν Αὐτοκράτορα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ὅλων τῶν ἀξιωμάτων, διὰ τῶν ὁποίων περιεβλήθη ἕνεκα τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ διὰ τὰς πολλαπλᾶς αὑτοῦ πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας, ὅταν ἐλήφθη ἀνάγκη νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Ῥώμης διὰ τὴν Ἀνατολήν, ἵνα ἀμείψῃ τοὺς συμπολεμήσαντας μετὰ τῶν Ῥωμαίων κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὅπως καὶ τοὺς ἤμειψεν, μόνην στενοχωρίαν ἔσχε ὅτι θὰ κατέλειπε πρὸς στιγμὴν καὶ τὸ μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκαλεῖτο παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις tribunitia potestas· δὲν ἐστενοχωρήθη τόσον διὰ τὴν προσωνυμίαν τοῦ Αὐγούστου, ἡ ὁποία ἀπεδίδετο μόνον εἰς τοὺς θεούς, ἐστενοχωρήθη μᾶλλον, διότι φεύγων, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἐκ τῆς Ῥώμης δὲν ἐπετρέπετο νὰ κατέχῃ καὶ τὴν tribunitiam potestatem. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀξία τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου, ὥστε ὅταν καὶ αὐτὸς ὁ Αὐτοκράτωρ ὁ πανίσχυρος τὸ περιεβλήθη, μετὰ δυσφορίας ἔφερε τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπ’ αὐτοῦ, διότι ἐνόμιζεν ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον ἰσοφάριζε πρὸς πάντα τὰ ἄλλα ἀξιώματα καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ, Κύριοι, παρὰ τοῖς Ἕλλησιν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς. Ἀλλ’ ἤδη ἐξεταστέον, τί ἆρά γε εἶναι ὁ δῆμος παρ’ ἡμῖν; Παρὰ πᾶσι τοῖς Κράτεσι τοῖς συγκεκροτημένοις εἶναι γνωστὸν ὅτι, πλὴν τῶν γενικῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι γενικὴν ἔκτασιν καὶ συνεπῶς χρήζουσι γενικῆς προνοίας τῆς Πολιτείας, ὑπάρχουσι καὶ τοπικαὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι περιωρισμένην τὴν ἔκτασιν τὴν τοπικήν, συνεπῶς χρήζουσαι τοπικῆς προνοίας, χρήζουσαι τοπικῆς μερίμνης κατὰ φυσικὸν λόγον. Παρίσταται λοιπὸν φυσικῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως τοπικῶν τμημάτων, εἴτε ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τῶν δήμων εἴτε καὶ ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τῶν κοινοτήτων, ὡς θέλει νὰ ὀνομάσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν διαίρεσιν αὐτῶν εἰς μικρότερα τμήματα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θέλουσα νὰ παίξῃ μᾶλλον μὲ τὰς λέξεις παρὰ σοβαρῶς σκεπτομένη, ὅπως ἐνθυμεῖσθε ἔπραξε καὶ ἄλλοτε κατὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ὠνόμασεν οὕτω μὴ θελήσασα νὰ τὸ ὀνομάσῃ τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, περὶ τὰς λέξεις ἀγωνιζομένη, ἐν γνώσει δὲ ὅτι ζημιοῦμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διὰ τῆς μεταβολῆς καὶ τῶν πραγμάτων σὺν ταῖς λέξεσιν. Ἀλλὰ τί συνιστᾷ ἆρά γε ὁ δῆμος, Κύριοι; Γνωρίζομεν βεβαίως ὅτι συνιστᾷ νομικὸν πρόσωπον, ἰδίων ἀρχῶν πρὸς τοῦτο καθισταμένων, τὸ μὲν διοικητικῶν, τὸ δὲ νομοθετικῶν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι ἆρά γε ἀπέναντι τῶν δήμων τὸ ἔργον τῆς Πολιτείας; Εἶναι βεβαίως ἡ ὀργάνωσις τῶν δήμων καὶ σὺν τούτῳ εἶναι ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν δήμων πρὸς τὴν Πολιτείαν· ἀλλὰ ὁ κανονισμὸς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ὁ κανονισμὸς τῶν ἀναγκῶν δύο πλατειῶν ἢ τριῶν, ὁ κανονισμὸς τῶν ἀναγκῶν πέντε κρηνῶν ἢ ὀκτὼ καὶ ἐν γένει ἡ διαχείρισις ἀνήκει εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους αὐτοὺς καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Πολιτεία, διότι οὔτε κἂν γινώσκει· καί, ἂν θὰ ἐπέμβῃ, ὡς θὰ ἀποδείξωμεν ἐν τοῖς κατόπιν, ἐπὶ κακῷ πάντοτε τῆς τοπικῆς ἐκείνης ἐκτάσεως θὰ ἐπέμβῃ... Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο εἶναι καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος, τοῦ διέπεσθαι τὰ κοινὰ κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ συνόλου. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐνῷ φαινομενικῶς ἄγει εὐθὺ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καταλήγει εἰς τὸν ἀντίθετον. Ἡ γνώμη λοιπὸν ἡμῶν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μακρὰν ἡ Πολιτεία, ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πλήρης αὐτοδιοίκησις εἰς τοὺς δήμους. Δὲν ἀμφισβητεῖ βεβαίως οὐδεὶς ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρξωσιν οἱ ἀντιδοξοῦντες, ὅτι ἡ αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων οὐδὲν ἄλλο σημαίνει εἰ μὴ τὴν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Πολιτείας, εἰ μὴ τὴν παράδοσιν τῶν δημοτικῶν πραγμάτων εἰς τὸν φατριασμὸν καὶ εἰς τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς ὑπομνήσω ὅτι ἐν πᾶσιν ὁ φατριασμὸς δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἄλλου τινός, εἰ μὴ πλημμελοῦς πολιτικῆς ἀγωγῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ νόσημα τοπικόν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ νόσημα γενικόν, τὸ ὁποῖον προσβάλλει ἐξ ἴσου καὶ τὰ δημοτικά, ἀλλὰ καὶ τὰ δημόσια. Ἡ ἐπέμβασις δὲ τῆς Βουλῆς, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει, εἰ μὴ ἐκμηδένισιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ δήμου· ἐξαφανίζει τοὺς δήμους καὶ δὲν πράττει οὐδὲν ἄλλο, εἰ μὴ νὰ μεταβάλῃ αὐτοὺς εἰς ἁπλοῦν διοικητικὸν τμῆμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν μακρὰν τὴν Πολιτείαν, συμφωνεῖ δέ, νομίζω, μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ Βουλή. Ἐγὼ θέλω νὰ καταλήξω εἰς τὰ αἴτια τῆς διαφθορᾶς τοῦ θεσμοῦ, καὶ θὰ καταλήξω. Ἡ ἀνικανότης λοιπὸν τῶν δήμων δὲν ἀποδεικνύει ἄλλο τι, εἰ μὴ γενικὴν ἀνικανότητα τῆς διοικήσεως, γενικὴν κατάπτωσιν τῆς διοικήσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἀνικανότης τῶν δήμων ἐκπηγάζει. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡ διοίκησις αὐτῶν ἐπὶ ¾ αἰῶνος ἀντὶ καλοῦ ἐπήνεγκε κακὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιζητῆται διὰ χειροκροτημάτων ἡ κατάργησις τοῦ ἁγίου τούτου θεσμοῦ, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο σημαίνει, εἰ μὴ τὴν στραγγάλισιν τοῦ ἑτέρου ποδὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τίνα δικαιώματα εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμφώνως πρὸς τὸ 44ον ἄρθρον τοῦ Δημοτικοῦ νόμου, εἶχον πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς οὓς ἀποδίδει πάντα τὰ παρ’ ἡμῖν κακὰ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπή; Τὰ πάντα ἐπήγαζον ἐκ τοῦ δήμου, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, διότι εἶχον τὴν ὅλην διοίκησιν, τὴν ὅλην διαχείρισιν, πᾶσαν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ πάντων τῶν δημοτικῶν λειτουργημάτων. Ἀλλὰ πόσοι ἐξ ἡμῶν ἆρά γε ἀγνοοῦσι πῶς παρίσταντο ἀξιοπρεπῶς ἐν ἀρχῇ οἱ δήμαρχοι, πῶς ἐξεπροσώπουν τὸν λαὸν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ θεσμοῦ καὶ πρὸ παντὸς ἀκόμη πῶς ἐπενέβαινεν ἡ Πολιτεία διὰ νὰ τὸν φέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς ἀντεπροσώπευον τὸν λαὸν οἱ δήμαρχοι τῶν παλαιῶν πόλεων. Ὅλοι γνωρίζομεν ποίαν γοητείαν ἤσκησαν οἱ δήμαρχοι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὁσάκις εὑρίσκοντο ἀπέναντι μιᾶς αὐθαιρεσίας εἴτε ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ ἐφόρου, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ ἀποσπασματάρχου καὶ ποίαν ἐπίδρασιν εἶχεν ἡ ἐμφάνισις ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτοῦ παντὸς δημάρχου. Ἀλλ’ ἤδη ἐξεταστέον τίνες συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημοτικοῦ μέχρι τοσούτου ὥστε νὰ ἐπιζητηθῇ δικαίως καὶ διὰ χειροκροτημάτων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἀντισταθῶσι πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ πέσῃ ὁ θεσμὸς αὐτός, διότι μὲ συμφέρει πολιτικῶς, ἀλλὰ δὲν ἐξετάζω τοῦτο, θὰ ἐξετάσω ἐὰν συμφέρει ὁ θεσμὸς εἰς τὴν χώραν καὶ ὄχι ἡ ἀπώλεια τῶν 100 ψηφοφόρων.
§110Γ. ΠΩΠ. Οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀποπλανηθῆ.
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τίνες ἆρά γε ἦταν οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν ἑνὸς ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ μέχρι τοσούτου. Μίαν καὶ μόνην ἔχει τὴν πηγήν, τὰς Αὐλὰς τῶν βασιλευόντων, καὶ τοῦτο, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τυφλούμενοι ὑπὸ τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον κάθηνται νομίζουσι πανταχοῦ ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἐλλοχεύοντες κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν ἐν τῷ δικαιώματι τῆς κληρονομικότητος συμφώνως πρὸς τὸ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον τάσσει αὐτοὺς προϊσταμένους πάσης ἀρχῆς ἐν τῷ Κράτει. Νομίζουσιν ὅτι πᾶσα ἐλευθερία ἀποδιδομένη εἰς λαὸν δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τῆς δυνάμεως αὐτῶν. Ἐκεῖθεν τὸ πρῶτον πηγάζει ἡ ἀφορμὴ καὶ ἡ αἰτία. Καὶ δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως πόσον ἐπεζήτησαν νὰ ἐξευτελίσωσι τοὺς δημάρχους, ὅταν οὗτοι ἐκλήθησαν εἰς τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου. Παρουσίασαν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ γυμνοὺς καὶ ἀνικάνους διὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσωσιν. Καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶχέ τις τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, σοῦ ἀφαιρῶ τοὺς δημάρχους, διότι δὲν εἶχε διαφθαρῆ μέχρι τοσούτου ἡ ἰδέα περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ δημάρχου. Τίνες λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ἀρχικοῦ ἀξιώματος; Δὲν πρόκειται περὶ τῶν δημάρχων, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν. Ἐγὼ ὑπερασπίζω τὸ ἀξίωμα, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὡς ἱστορικῶς ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι ἐπιχώριος ὁ θεσμός, ἀλλὰ καὶ διότι ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ προσβάλωσι τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Δεύτεροι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ δημάρχου ἦσαν, ὡς πάντες γνωρίζομεν, οἱ κυβερνῆται ἡμῶν. Πᾶσαν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν κατηνάλωσαν, πᾶν μέσον μετεχειρίσθησαν, θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον, ὑλικὸν καὶ μή, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἠθικὸν καὶ μή, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωξαν αἱ κυβερνήσεις, εἰμή, πῶς νὰ διαφθείρωσι τοὺς δημάρχους, ἢ μᾶλλον τὸν λαόν, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πάσῃ θυσίᾳ ἐπεδίωξαν. Διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσι τὴν ἰσχὺν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρίσταντο ὡς μορμολύκεια, ἐὰν ἵσταντο εἰς τὴν θέσιν των ἀπέναντι τῶν ἀνικάνων κυβερνητῶν καὶ τῶν περὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεζήτουν τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσιν οἱ κυβερνῆται δημάρχους ἱκανοὺς νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν θέλησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ, καὶ μετεχειρίσθησαν πᾶν μέσον, ἵνα διαφθείρωσι τὸν λαὸν διὰ τῶν δημάρχων, ὅπως καταρρίψωσιν αὐτοὺς ἐκλέγοντες ὅσον τὸ δυνατὸν τοὺς μᾶλλον ἀνηθίκους, τοὺς μᾶλλον ἀγραμμάτους. Καὶ δὲν θέλω βεβαίως νὰ τονίσω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν γραμμάτων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν χαρακτῆρα τοῦ δημάρχου· πολλάκις ἢ συνηθέστερον ἀποδεικνύεται δυστυχῶς τὸ ἐναντίον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι οἱ δύο, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημάρχου, ἦσαν οἱ κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἐξήντλησαν πᾶν μέσον διὰ νὰ διαφθείρωσι τὸν θεσμὸν ἀφαιρέσαντες τὴν ἀστυνομίαν ἥτις ἦτο δύναμις ἰσχυροτάτη, εἶτα ἐν γένει τὴν διαχείρισιν, διὰ τῆς πιέσεως δὲ νὰ καταστήσωσιν αὐτοὺς ὄργανα φαῦλα τῶν ὀρέξεων καὶ τῶν διαθέσεων αὐτῶν. Καὶ ἤδη ἔρχεται αὐτόματον τὸ ἐρώτημα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ θεσμὸς τῶν δημάρχων, ἢ οὔ; Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν ἔντιμον διακόψαντά με ὅτι ἴσως εἶμαι ὁ μόνος ἔχων ἄμεσον συμφέρον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ δημαρχικὸς θεσμός, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, εἰς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου λέγομεν ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὰς θελήσεις, ἀλλὰ προσπαθοῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν ἕτερον πόδα τοῦ σώματος τῶν ἐλευθεριῶν του. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχωσι δήμαρχοι;
§112Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πῶς θὰ δικαιολογῶνται μερικὰ ἔξοδα παραστάσεως;
§113Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σεῖς ἓν καὶ μόνον μορμολύκειον ἔχετε, εἰς τὸ ὁποῖον προσεκολλήθητε ὡς ὄστρακον κατὰ τοῦ δημαρχικοῦ θεσμοῦ.
§114Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. 11,000 δρ. εἶχεν ὡς ἔξοδα παραστάσεως, ὁ δήμαρχος Ἀρεοπόλεως κατὰ τὸ 1905 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 20,000.
§115Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸν δήμαρχον Ἀεροπόλεως ὑπεστήριζεν ὁ Μαυρομιχάλης.
§116Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λάβετε τὴν καλωσύνην καὶ ἴδετε τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ δήμου Πειραιῶς, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ὁποῖον στῖγμα διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν ἀποτελοῦσι τὰ κονδύλια τῶν ἐξόδων παραστάσεως τῶν δημάρχων.
§117ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ θὰ διακόψωμεν, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ φθάσητε εἰς ὡρισμένην περίοδον τοῦ λόγου σας κατάλληλον πρὸς διακοπήν.
§118Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ δημαρχικὸς θεσμός, ὡς ἐγὼ τὸν ἐννοῶ καὶ ὄχι ὅπως ὁ κ. συνάδελφος; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ναί. Πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν οἱ δήμαρχοι, ἀλλὰ δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, ἐκεῖνον δηλονότι δι’ ὃν ἱδρύθη ὁ θεσμός, διὰ νὰ ἀνθίστανται δηλαδὴ κατὰ τῆς φαυλότητος τοῦ κέντρου, κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ ἀτασθαλιῶν τῶν κρατούντων παρ’ ἡμῖν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν δεκάτην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πατσουρᾶκος καλεῖται ὅπως συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§121Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἔλεγον ὅτι αἰτία τῆς καταπτώσεως τοῦ θεσμοῦ ἦτο τὸ κέντρον, καὶ ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἠρώτησα καὶ ἐγὼ ἐμαυτόν, πρέπει νὰ πέσουν λοιπὸν οἱ δήμαρχοι; Δημάρχους δέ, ἐπαναλαμβάνω, λέγων, ἐννοῶ τὸν θεσμὸν καὶ οὐχὶ τὰ ἄτομα. Πρέπει νὰ πέσωσιν οἱ δήμαρχοι; Ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι συμφώνως πρὸς τὸν θεμελιώδη σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ οἱ δήμαρχοι θὰ εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀντιτάσηται ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ κέντρου, κατὰ τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν ἰσχυόντων. Ἀλλὰ θὰ ἀντιταχθῇ ἴσως: τὸ θέλει ὁ λαός. Ναί, τὸ θέλει ὁ λαός, λέγω καὶ ἐγώ, διότι ὄντως, ὡς ἀπεγυμνώθη πανταχόθεν καὶ κατὰ πάντα τρόπον ὁ θεσμός, εἶχον μεταβληθῆ αὐτοὶ οὗτοι — καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦνται καὶ οἱ ἴδιοι — εἰς τυραννίσκους, οἱ ὁποῖοι οὐδένα ἄλλον ἐξεπροσώπουν σκοπὸν καὶ οὐδένα ἄλλον εἶχον λόγον, εἰμὴ νὰ συντελῶσι καὶ αὐτοὶ τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν περαιτέρω διαφθορὰν καὶ τοῦ κέντρου. Ἀλλ’ ἔρχεται αὐτόματος καὶ πάλιν ἡ ἐρώτησις: διατί τὸ θέλει ὁ λαός; Διότι ἐξέπεσεν ὁ θεσμός, ἀφ’ οὗ ἀπεγυμνώθη, ὡς προηγουμένως εἶπον, ἐξέπεσε μέχρι τοσούτου, ὥστε δικαίως νὰ ζητῇ ὁ λαὸς τὴν πτῶσιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν γνωρίζει οὔτε τὸν σκοπὸν οὐδὲ καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο θεσμός, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ μέχρι σήμερον. Τίνες δὲ ποδηγετοῦσι τοὺς λαούς; Ποδηγετοῦσι τοὺς λαοὺς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι λοιπὸν τοῦ λαοῦ δὲν ὀφείλουσι, δὲν ἔχουσι τὸ καθῆκον, δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξωσι καὶ νὰ γνωρίσωσιν εἰς τὸν λαόν, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ, ποῖος ὁ θεμελιώδης σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ; Δὲν ἔχομεν τὸ καθῆκον ἡμεῖς νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν λαόν, νὰ τὸν ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἤδη ἐπιζητῶν καθ’ ὃν τρόπον ἐπιζητεῖ, ἐνισχύων τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ θεσμοῦ.
§122Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ λέγουν οἱ δήμαρχοι, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἀκούει ὁ κόσμος.
§123Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι τόσον δὲν γνωρίζει ὁ λαός, ὅσον καὶ τὰ 9/10 τῶν δημάρχων τὸν σκοπὸν ἴσως τοῦ θεσμοῦ καὶ τὸν λόγον τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ. Ἴσως οἱ δήμαρχοι, ὅπως τοὺς ἀπεγύμνωσε τὸ Κράτος, ὅπως συνετέλεσεν εἰς τὴν διαφθορὰν αὐτῶν τὸ Κράτος, νὰ ἐπιζητῶσι τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ, διὰ τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν, ἀλλὰ τὸν θεμελιώδη σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ, τὸν ἀγνοοῦσι τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν. Δὲν πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς νὰ γνωρίσωμεν εἰς τὸν λαόν, τίς ὁ σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ καὶ ὅτι ἡ διατήρησις αὐτοῦ ἐπιβάλλεται, ὅτι τοὐναντίον ἡ κατάργησις αὐτοῦ οὐδὲν ἄλλο σημαίνει, εἰμὴ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἑτέρου τῶν ποδῶν τοῦ σώματος τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ; Τὸ θέλει ὁ λαός, λέγετε: Ναί λέγομεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ οἱ λαοὶ θέλουσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅ,τι βλέπουσιν. Τί βλέπει λοιπὸν ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικός; Ἕν ῥάκος ἑνὸς θεσμοῦ, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν καὶ τὸν ὑψηλὸν σκοπὸν ἀγνοεῖ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, βλέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ ῥάκη ἑνὸς θεσμοῦ, θεσμοῦ ἀρτίου, θεσμοῦ ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ αὐτὰς ταύτας τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ καὶ ἀφαιρουμένης τῆς βάσεως ἀφαιρεῖται μέγα μέρος ἂν ὄχι τὸ ὅλον τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πόθεν ἡ πηγὴ τοῦ θεσμοῦ; Πόθεν ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως παρ’ ἡμῖν, ἵνα μεταφυτευθῇ δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ θεσμὸς οὗτος; Ὁ θεσμὸς τὴν πηγὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀρχὴν ἔχει ἐκ Κρήτης· Ἀλλ’ ἴσως οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπελόγισαν ἢ μᾶλλον δὲν ἐγνώρισαν ἴσως σαφῶς κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς ἐκεῖ τεθεὶς εἰς ἐφαρμογὴν ἐπέτυχεν. Ἴσως θὰ ἠγνόουν ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ νομῷ Χανίων, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξελέγετο ἀντιπρόσωπος ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν πέντε κοινότησιν, ἐν πέντε δήμοις, ὅπως τὸ θέλομεν ἡμεῖς νὰ ὀνομάζωμεν, Ὀρθουνίου, Μεσκλῶν, Λάκκων καὶ Σκαφιδακίων, οὐδὲ κἂν ἐπεχειρήθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ, οὐδ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς Χανίοις. Ἀγνοοῦσιν ἴσως, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀγνοῇ βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐν Προσγιάλῳ τῆς Κρήτης συνετρίβησαν δι’ ἀλλεπαλλήλων κτυπημάτων αἱ κεφαλαὶ τῶν ἐκλεγέντων, συμπλακέντων πρὸς ἀλλήλους. Ἐν Κρήτῃ ὁ θεσμὸς ἀπὸ πολλοῦ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, ἀλλ’ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ἐδοκιμάσθη καὶ ἐν Κρήτῃ θέλομεν νὰ μεταφυτεύσωμεν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Τώρα ἐὰν ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ στηριχθῇ ἴσως εἰς ἄλλους λόγους καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν εὐθὺς ἀμέσως. Τί λοιπὸν πρέπει νὰ πράξωμεν ἡμεῖς ὡς ἐκπροσωποῦντες τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ; Διότι δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀμφισβητήσῃ τις εἰς ἡμᾶς ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκπροσωποῦμεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τοῦ πραγματικοῦ λαοῦ, τοῦ φυσικοῦ λαοῦ, τοῦ ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἀποστείλαντος ἡμᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἡμεῖς; Πρέπει, διότι ἐν τῷ προσώπῳ τῶν δημάρχων ἀπέτυχεν εἷς θεσμὸς ἄρτιος, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ φονεύσωμεν τὸν θεσμὸν ἢ μή τι ἄλλο πρέπει νὰ πράξωμεν; Πρέπει νὰ φονεύσωμεν τὸν θεσμὸν ἢ πρέπει νὰ τὸν διορθώσωμεν; Ἡ γνώμη μου εἶναι σαφής, ῥητή, ἀπερίφραστος. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς σκοπὸν ἔχει τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ κατὰ πάσης τυχὸν αὐθαιρεσίας τοῦ κέντρου καθῆκον ἔχομεν νὰ φροντίσωμεν οὐχὶ πλέον περὶ τῆς ἐκλείψεως τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ βέλτιον. Διαρρυθμίσατε, λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, τὴν βάσιν, διορθώσατε τὸν θεσμὸν καὶ ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ πράξητε ἔργον ἅγιον, ἔργον συμφέρον καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς δήμους ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν ἀκόμη. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐφόσον ἔχετε τὴν Πολιτείαν—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—φαύλην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένητε ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἡ Πολιτεία εἶναι διεφθαρμένη· δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ κατὰ φυσικὸν λόγον νὰ διαφθαρῶσι, καὶ ἂν δὲν ἦσαν τοιοῦτοι, καὶ οἱ δήμαρχοι, ἀλλὰ προσέτι καὶ οἱ δῆμοι, ὄχι δὲ μόνον οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ δῆμοι, ἀλλὰ καὶ πᾶς θεσμὸς ὁ ἀφορῶν καὶ δήμους καὶ δημάρχους. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριοι Βουλευταί; εἰς τί ἆρά γε ἔπταισεν ὁ θεσμὸς αὐτός, γνωστοῦ ὄντος καὶ δεδομένου ὅτι ἡ Πολιτεία διὰ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς μετεχειρίσθη πᾶν μέσον θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον, ἵνα διαφθαρῇ ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος, εἰς τί ἔπταισε, λέγω, ὁ θεσμός, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι; Ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία ἐπαναλαμβάνω, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι εἰς οἵαν θέσιν εἶναι, νομίζετε ὅτι τὰ μέλη τῆς Πολιτείας δὲν θὰ ἐξακολουθοῦν, νὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνα φαῦλα; Ἐφόσον λοιπὸν ἔχετε τὴν Πολιτείαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθεν ἡ διαφθορὰ τοῦ θεσμοῦ, μὴ ὑγιᾶ, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ ἀσπασθῆτε τὴν ἰδέαν τοῦ παρὰ φύσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ τὰ τμήματα τῆς Πολιτείας, τὰ ἐξαρτώμενα ἐξ αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὰ ἔχητε καὶ ἐκεῖνα ἐξ ἴσου διεφθαρμένα καὶ ἀντὶ νὰ ἔχητε 450 τυραννίσκους, θὰ ἔχητε 5.000 καὶ πλέον, ἐφόσον θὰ ἱδρύσητε 2.000 καὶ πλέον κοινότητας. Ἀλλὰ τί ἦσαν ἆρά γε οἱ δήμαρχοι μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν; ἴσως θὰ ἐρωτήσῃ τις. Ἡ αὐτοτελὴς ἐνέργεια τοῦ δήμου προϋποθέτει κατὰ φυσικὸν λόγον καὶ ἰδίας ἀρχὰς δημοτικὰς καὶ ἰδίους δημοτικοὺς λειτουργούς. Ἡ ἀνωτάτη λοιπὸν ἀρχὴ τοῦ δήμου, ὁ δήμαρχος τουτέστιν, εἶναι ἀρχὴ φυσικῶς ἐπιβεβλημένη. Ὡς ἐκπροσωπεῖ τὸν ὅλον δῆμον ἐν παντί, πανταχοῦ ἀλλὰ καὶ πάντοτε ὁ δήμαρχος, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 40, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, διαρρυθμίζει δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον πολὺ δικαίως, εἶναι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὅλης δημοτικῆς διοικήσεως. Συνεπῶς, δεδομένου ὄντος ὅτι οὗτος δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὅλη ἡ λειτουργία καὶ ὅλος ὁ δῆμος νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Δεδομένου δὲ ὄντος ὅτι ὁ δήμαρχος ἐκπροσωπεῖ τὸν ὅλον δῆμον, πόθεν πρέπει νὰ προέρχηται ἡ ἀρχὴ αὐτή; Ἐκ τοῦ λαοῦ βεβαίως. Ἀλλ’ ἀμέσως, ἢ ἐμμέσως; Διὰ σφαιριδίων, ἢ διὰ ψηφοδελτίων; Ταῦτα τὰ δύο ζητήματα γεννῶνται εὐθὺς ἀμέσως. Τίς ἐξ ὑμῶν, ἀφήνων κατὰ μέρος τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, τίς ἐξ ὑμῶν δὲν αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν, ἐξετάζων ἑαυτὸν οὐχὶ ὡς ἐκπροσωποῦντα ἀριθμόν τινα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκπροσωποῦντα τὸν ὅλον λαόν, τίς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἐν συνειδήσει νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ δήμαρχος ὡς ἐκπροσωπῶν τὸν ὅλον δῆμον, πρέπει νὰ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅλου δήμου; Συνεπῶς τὸ ἄμεσον τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἐπιβεβλημένον. Ἤδη ἔρχεται τὸ ἕτερον ἐρώτημα: ψηφοδέλτια πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν ἢ σφαιρίδια; Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὡσαύτως ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον εἶναι μέσον ἐκλογῆς δεδοκιμασμένον. Τί πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη; Ἐὰν ἐπέτυχεν ἢ ἀπέτυχεν. Ἐὰν ἀπέτυχε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀποκρουστέον, ἐὰν ἐπέτυχεν, ἂς ἐπανέλθωμεν. Βεβαίως οἱ γηραιότεροι ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζωσιν, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ἐκ παραδόσεως γνωρίζω, ὅτι καταχρήσεις πλεῖσται ἐγένοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πᾶν ἄλλο νὰ ἐκπροσωπῶσιν οἱ δήμαρχοι ἢ τὸν ὅλον δῆμον. Ἐπιβάλλεται κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην ἡ ἐκλογή, διότι θὰ εἶναι καὶ γνησιωτέρα, ἡ διὰ σφαιριδίων. Πῶς δὲ ὑμεῖς θὰ ἐπιβάλλητε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δημάρχων τὸ ψηφοδέλτιον, ἀφοῦ ὑμεῖς αὐτοὶ ἐψηφίσατε καὶ προνόμιον προχθὲς εὑρεσιτεχνίας δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εὗρε κάλπην κατάλληλον διὰ τὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν;
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη, θὰ ψηφισθῇ.
§125ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ κάλπη διὰ τῆς ὁποίας θὰ παύσῃ πᾶσα εἰς τὸ μέλλον καλπονόθευσις τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου τί ἆρά γε προηγεῖται; Προηγεῖται τὸ ζήτημα: πρέπει νὰ ὑπάρξωσι κοινότητες; Ναί, λέγω ἐγώ, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κοινότητες, διότι οἱ γηραιότεροι καὶ οἱ σωφρονέστεροι κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ δύνανται καὶ τὰ πάθη τὰ ἀναπτυσσόμενα νὰ μετριάζωσι, θὰ δύνανται καὶ περισσότερον παντὸς ἄλλου σωφρόνως νὰ διεξάγωσι τὰς ὑποθέσεις τῆς κοινότητος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ γεννᾶται καὶ ἡ ἅμιλλα μεταξὺ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς κοινότητος, τίς ἐξ αὐτῶν θὰ παρουσιάζηται περισσότερον εὐπροσώπως, ἐὰν ἔχωσι τὴν δύναμιν, διότι θὰ ἀποδειχθῇ κατόπιν ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι δύναμιν καὶ ἑπομένως αἱ κοινότητες, αἱ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι προωρισμέναι νὰ ἀποθάνωσι τὸν ἐκ φθίσεως θάνατον. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ πάλιν τὸ ἐρώτημα, θὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων; Ὄχι, λέγω ἐγώ. Ποῦ στηρίζονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ; Φέρουσιν ὡς παράδειγμα ἴσως τὰς ἀρχαίας Πολιτείας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναί τις ἴσως ἀνιστόρητος, διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι, ὅτι τουτέστι θὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911, διότι ἐπέτυχον αἱ κοινότητες παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησι. Πᾶν ἄλλο ἢ ἐπέτυχον αἱ κοινότητες ἐκεῖναι. Διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ τῶν κοινοτήτων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος γενικῶς, ὁμιλῶ περὶ τῶν κοινοτήτων τοῦ Κράτους τῶν Ἐλευθερολακώνων. Τὸ Κράτος τῶν Ἐλευθερολακώνων λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο ἐξεπροσώπει ἐπὶ Χριστοῦ, εἰμὴ κοινότητας, ἀποτελουμένας ἐκ μιᾶς πόλεως μετὰ τῶν περιχώρων. Ἀλλ’ ἡ αἰτία τῆς μὴ ἀποτελέσεως συμπαγοῦς Κράτους, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ πάσης τυχὸν ἐξωτερικῆς ἐπιδράσεως, ἦτο ὁ θεσμὸς οὗτος. Διότι ἐφόσον ἡ κοινότης εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν αὐτοτελής, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ τῆς μεγάλης ἰδέας τοῦ κέντρου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ πάντοτε παρ’ ἡμῖν, ἐφόσον τουλάχιστον δὲν ἔχομεν ἀποκατασταθῆ ἐθνικῶς τελείως. Αἰτία τῆς πτώσεως τοῦ Κράτους ἐκείνου ἀλλὰ καὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ τοῦ δοξάσαντος τὰς πόλεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ μὴ δεχθοῦν τὸν Ῥωμαϊκὸν ζυγὸν καὶ νὰ μὴ πληρώσουν φόρους εἰς τοὺς Ῥωμαίους, ἦτο ὅτι δὲν ἀπετέλεσαν αἱ κοινότητες ἓν Κράτος συμπαγές. Ἔχομεν ἐπίσης καὶ τὰς κοινότητας τῶν Σαβνιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατεβροχθίσθησαν ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων, μόνον καὶ μόνον διότι μὴ ἔχοντες κέντρον συμπαγὲς δὲν ἠδύναντο νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῶν Ῥωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν κράτος συμπαγές. Ἡ κοινότης εἶναι προωρισμένη νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν λαόν, τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικὸν ἀπὸ τῆς μεγάλης ἰδέας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν μεταφυτεύῃ τὸ Κράτος εἰς πᾶσαν νέαν γενεάν. Παραδέχομαι αὐτοδιοίκησιν τῶν κοινοτήτων ἀλλ’ ὑπὸ ἐπιτήρησιν αὐστηράν, ὑπὸ ἀντίληψιν αὐστηρὰν ἀλλὰ καὶ ἁγνήν. Μᾶς ὁμιλοῦσιν ἐπίσης διὰ τὰς κοινότητας ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ ἀνισόρροπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχυρίζετο τοιοῦτόν τι, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἄλλοι λόγοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἀνθῶσιν αἱ κοινότητες ἐκεῖναι καὶ ἄλλους λόγους εἶχον νὰ προοδεύσωσι, διότι ἔχουσι τὸ κράτος ἀντίθετον αὐτῶν καὶ ὑποχρεωμέναι νὰ ἐνεργῶσιν ἐν κρυπτῷ συντελοῦσιν εἰς τὴν παγίωσιν ἐθνικωτάτων σκοπῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πόθεν αἱ κοινότητες θὰ ἀντλήσωσι τὰς ζωϊκὰς ἐκείνας ἰκμάδας, ἵνα ὄχι προοδεύσωσιν ἀλλ’ ἵνα διατηρηθῶσιν; Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι τὰς δαπάνας τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος συμφώνως πρὸς τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησεν ὅτι συγχρόνως ἔχομεν ἐψηφισμένον καὶ ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου λέγομεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μέχρι τῆς ψηφίσεως νόμου οἰκονομικοῦ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως συμφώνως πρὸς τὸ ἀναθεωρηθὲν ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, θὰ ἰσχύωσιν οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὑφιστάμενοι ἐπὶ τούτῳ νόμοι. Αὐτὸ λέγει τὸ ψήφισμα, τουτέστι τὰς δαπάνας τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ καταβάλλωσιν οἱ Δῆμοι καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ αἱ κοινότητες κατ’ ἀναλογίαν. Καὶ ὅταν ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἓν χωρίον ἢ ἀπὸ δύο, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποτελέσει τὴν κοινότητα, τὰς δαπάνας τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, τί θὰ ἀπομείνῃ εἰς αὐτά, ὄχι ἵνα προοδεύσωσιν, ἀλλ’ ἵνα διατηρηθῶσιν; Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις περὶ Ἑλλάδος ὅσα καὶ περὶ Ἰαπωνίας, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις περὶ χωρίων Ἑλληνικῶν ὅσα καὶ περὶ τῶν χωρίων τῆς Τριπολίτιδος, ἵνα μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ τοιαύτη ἰδέα, νὰ διατηρηθῶσιν αἱ κοινότητες ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως πόσον θὰ ἐπιβαρυνθῇ; θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 5.000.000 δραχμῶν. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, εὗρε τέλος πάντων ἡ Ἀνόρθωσις κανένα Πακτωλὸν χρυσίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καλύπτῃ ὅλα τὰ κενὰ τῆς σπατάλης, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς ὁδοῦ τῆς σπατάλης, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ; Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι χρειάζεται κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον ὀλίγον νερὸ εἰς τὸ κρασὶ τῆς Ἀνορθώσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ βάρη αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι ὑποθέτει κανεὶς ἐξ ὑμῶν ὅτι δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν, οὔτε ὅτι εὑρέθη κανὲν μεταλλεῖον ἢ κανὲν χρυσωρυχεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμπληρῶμεν τὰ κενά. Ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου φαινομενικῶς εἶναι καλός, διότι θέλει νὰ καταρρίψῃ ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, εἰμὴ εἰς τὴν κατάπτωσιν καὶ τὴν διαφθορὰν τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ οὐσιαστικῶς διαπράττομεν ἔγκλημα, ὄχι μόνον, ὡς εἶπον προηγουμένως, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν θυλακίων αὐτοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπεμβαίνομεν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς χαρακτηρίσῃ πολὺ γρήγορα ἔτι χείρονας τῶν βαλαντιοτόμων. Μετὰ τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀνασκοπήσω ἐλάχιστα σημεῖα τόσον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως ὅσον καὶ ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐχὶ διότι συζητεῖται τοῦτο τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν συζητεῖται ἐκεῖνο, ἀλλὰ διότι τοῦτο δι’ ἐμὲ ἐκπροσωπεῖ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναιρεῖ ὅσα ἐλέχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐὰν πρόκειται τοιοῦτόν τι, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ θεωρήσω ὡς μὴ λεχθέντα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπαγορεύεται τοιαύτη σκέψις. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις: ὁ λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Βουλήν, ὁ ὁποῖος ἔθηκε τὸ ζήτημα, ὡς ἔθηκεν αὐτό. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει). «....Τὸ μᾶλλον δὲ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς συγκεντρωτικῆς διοικήσεως τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων τοῦτο κυρίως ὑπῆρξεν· ὅτι ἐκ τῆς δεσμεύσεως τῆς αὐτενεργίας τῶν πολιτῶν εἰς τὰ πράγματα τῆς ἰδιαιτέρας των πατρίδος, εἰς τὰ πράγματα τοῦ Δήμου, τῆς κοινότητος, ἠτόνησεν ὁ κοινωνικὸς ἡμῶν ὀργανισμός, ἠτόνησε καὶ ὁ πολιτικὸς ὀργανισμός, στερηθεὶς τὴν κανονικὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματός του. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης κοινωνικῆς ἀνατροφῆς εἶναι ὅτι πᾶσα εὐθύνη, διὰ πᾶσαν οἱανδήποτε καὶ ἐξ οἱωνδήποτε αἰτίων καὶ ὁπουδήποτε τῆς χώρας κακὴν πραγμάτων κατάστασιν, ῥίπτεται ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἐπὶ τὰς Βουλάς, ἐξ ὧν αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται. Ἀλλ’ οὔτε αἱ Κυβερνήσεις, οὔτε αἱ Βουλαί, οὔτε καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ δύναται νὰ ἀνθέξῃ ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων εὐθυνῶν καὶ νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὸ μέγεθος τοιούτων ἀξιώσεων». Ὥστε οὔτε αἱ Κυβερνήσεις αὐταί, οὔτε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔπταιον καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξίκετο μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἀναγκαστικῶς ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτῶ, τίνες εἶναι οἱ αἴτιοι, ὥστε νὰ ζητῆται διὰ τοιούτου μέσου ἡ κατάργησις αὐτοῦ; Ἀφοῦ δὲν ἔπταιον αἱ Κυβερνήσεις διὰ τὴν διαφθοράν τοῦ θεσμοῦ, μήπως ἔπταισεν ὁ ἄψυχος θεσμός; Μήπως ἔπταισεν αὐτὸς ὁ ἄψυχος νόμος ἢ ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε εἰς ἐμέ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ἀποκλειομένου τοῦ πρώτου, ὅτι τοιαύτην ὕβριν δὲν ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ τῆς Ἀνορθώσεως! Καταρρίπτω τὸν θεσμὸν αὐτόν, διότι διέφθειρε τὸν θεσμόν, διότι διέφθειρε καὶ σὲ τὸν λαόν, ἀλλ’ ὁ παραίτιος εἶσαι σύ. Εἰς ἐμὲ ἐπιτρέψατε νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Προχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει (ἀναγινώσκει) «ὁ τοπικὸς πατριωτισμὸς παράγει καὶ προάγει τὸν ἐθνικὸν πατριωτισμόν. Ὁ βωμὸς καὶ ἡ ἑστία τοῦ χωρίου δίδουν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ μεγάλου βωμοῦ τῆς μεγάλης πατρίδος». Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ὅτι ὁ τοπικὸς πατριωτισμὸς οὔτε παράγει, οὔτε προάγει τὸν ἐθνικὸν πατριωτισμόν, διότι ὁ τοπικὸς πατριωτισμὸς εἶναι τοπικός, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔκτασιν, ἣν θὰ ἔχῃ ὁ ἐθνικός. Τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸ Κράτος, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προάγῃ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐθνισμοῦ παρὰ τῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ σκεφθῇ, ὅπως ἔδει ἴσως νὰ σκεφθῇ. Καὶ προχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις ἐν Ἑλλάδι ἔσχε τύχην ἀνάρμοστον καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν καὶ πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας». Καὶ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, διότι ἡ τοπικὴ διαίρεσις εἶναι ἐπιβεβλημένη, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι τὴν συνέταξαν τότε εἶχον τὸ καθῆκον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τοπικοῦ ἐκείνου τμήματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἕνα δῆμον, διότι δὲν δύναμαι νὰ νοήσω ἐγώ, ὅτι ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ὁ νομοθέτης ὅτι εἶναι δυνατόν, ἓν τμῆμα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος νὰ τὸ προσαρτήσῃ εἰς ἄλλην γείτονα χώραν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα καὶ αἱ ἀνάγκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὔτε ἡμεῖς νὰ θέλωμεν νὰ ἀποτελέσωμεν μέρος ἐκείνων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐκεῖνοι νὰ θέλωσιν ἴσως νὰ ἀποτελέσωσι μέρος ἡμῶν, διότι ἡμεῖς ἔχομεν διάφορα ἤθη καὶ ἔθιμα ἐκείνων, ἐκεῖνοι δὲ ἔχουσι τόπον καὶ ἔκτασιν εὔφορον, ἐκ τῆς ὁποίας ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν μόνον νὰ ἀπολαμβάνωμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς προχωρῶν λέγει· (ἀναγινώσκει). «Ηὐξήθησαν οἱ πλόκαμοι διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κέντρον ἐξεμύζα τὸ αἷμα τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ηὐξήθησαν οἱ πλόκαμοι, οἵτινες ἐξεμύζων τοὺς δήμους ἔκτοτε τοσοῦτον, ὥστε κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν Συνέλευσιν τοῦ 1862, ὅτε περὶ τὸ τέλος αὐτῆς ἐγένετο λόγος περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ δημοτικοῦ, βοὴ ἀντήχει εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην ἐναντίον τῶν δημάρχων». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1862 βοὴ ἀντηχεῖ κατὰ τῶν δημάρχων, διατί λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀτελείας τοῦ θεσμοῦ, καὶ δὲν ἔρχεσθε σεῖς ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911 νὰ φροντίσητε νὰ διορθώσητε τὸν θεσμόν, ἀφοῦ ἡ βάσις αὐτοῦ εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ θέλετε ἄρδην νὰ τὸν ἀνατρέψητε καὶ νὰ τὸν φονεύσητε.
§126Γ. ΠΩΠ. Καὶ νὰ τὸν πολλαπλασιάσητε.
§127Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐσιαστικῶς βεβαίως.
§128ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε, διατί ἐμποδίζετε τὴν κατάργησιν τῶν δημάρχων; Ὁ κ. Πὼπ βεβαίως εὑρίσκεται ἐν τάξει λέγων τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. Πατσουρᾶκος, ἐφόσον διαμαρτύρεται κατὰ τῆς καταργήσεως τῶν δημάρχων, πρέπει νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν.
§129Γ. ΠΩΠ. Πολλαπλασιάζετε τὴν μέθοδον, δὲν πολλαπλασιάζετε τὰ πρόσωπα.
§130Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρειδόμεθα ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι καὶ ὀρθὴ καὶ ἀγαθή· βεβαίως θὰ δεχθῶμεν κατ’ ἀνάγκην, ὅπως καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἐπράξατε ὅ τι ἐπράξατε, ἴσως εἴπετε ὅ,τι εἴπετε, ἴσως καὶ ἐπιμείνητε εἰς ὅ,τι ἐπιμείνητε.
§131ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ συζήτησις εἶναι διαφωτιστικὸς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§132Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἀφοῦ δὲν πταίει ὁ θεσμός, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι πταίει τὸ ἄψυχον, διατὶ δὲν φροντίζετε νὰ μεταρρυθμίσητε τὸν θεσμὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ περιορισθῶσι τὰ κακὰ αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον νὰ ἀρθῶσι τὰ κακὰ αὐτοῦ καὶ νὰ περιορισθῶσιν οἱ ἄρχοντες ἐκεῖνοι εἰς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῶν ἔργον ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ τῆς Πολιτείας; Ἐδῶ ἔγκειται ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅτι ἡμεῖς ἀναγνωρίζοντες τὸν σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ ὡς ἀγαθὸν ἐπιζητοῦμεν οὐχὶ τὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου παραμονὴν ὑφ’ οἷας συνθήκας καὶ ὅρους εἶναι σήμερον, ἀλλὰ τὴν διαρρύθμισιν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ οὐχὶ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, διότι ἐπιβάλλεται στοιχειωδῶς ἡ διατήρησίς του. Τίνα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα προτείνομεν, τὰ ἠκούσατε καὶ θὰ τὰ ἀκούσητε κατόπιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προχωρῶν λέγει (ἀναγινώσκει). «Καὶ ἐφθάσαμεν νὰ βλέπωμεν κόμματα καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τὸ μέχρι τοῦδε, ἅτινα ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν νὰ καυχῶνται, ὅτι εἶχον νὰ ἐπιδεικνύωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν τοὺς περισσοτέρους δημάρχους. Καὶ ἐφθάσαμεν νὰ ἀκούωμεν νὰ ἀνακοινῶνται διὰ τοῦ τύπου μεταστάσεις δημάρχων». Ἀληθέστατον αὐτό. Ἡ διαφθορὰ τῆς Πολιτείας εἶχε τὰ μεγαλείτερα ὄργανα μεταξὺ τῶν δημάρχων. Μήπως οἱ συνδυασμοὶ δὲν κατηρτίζοντο διὰ τῶν δημάρχων, καλουμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς χώρας εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου; Ἀλλὰ διατί ἆρά γε συνέβαινε τοῦτο; Ὅταν ἐρωτήσῃ τις εἰλικρινῶς, ἡ ἀπάντησις ἔρχεται ἁπλούστατα ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι ἡ Πολιτεία ἦτο διεφθαρμένη!
§133Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διότι αὐτοὶ ἀπετέλουν τὴν Πολιτείαν.
§134Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν ἀποτελοῦμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ πάντες πρέπει νὰ ἐκλίπωμεν.
§135Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Νὰ ἀλλάξῃ ἡ βάσις.
§136ΙΩΑΝ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Πολιτεία ἦτο διεφθαρμένη κατὰ φυσικὸν λόγον εἰργάσθη, ὅπως εἰργάσθη, ἵνα καταρτίσῃ τοὺς δημάρχους οὕτως ὥστε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὄργανα φαῦλα αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον δικαίως ἰσχυρίζεται ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὕτη ἀκριβῶς εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑμεῖς ἐρείδεσθε. Ἡμεῖς ὅμως ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία ἦτο ὡς εἶναι διεφθαρμένη, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς, ὅπως κατήντησαν οὐχὶ ἕνεκα τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτά, κατ’ ἀντίστροφον λόγον ἐκείνου ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενος ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως...
§137Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Πόθεν ἐγένετο ἡ Πολιτεία;
§138Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Πολιτεία ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν θέλησιν αὐτῆς, διαπράττουν τὰ ὄργια τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὑμεῖς καλλίτερον ἐμοῦ ὡς γηραιότερος. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἔπταιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔστελλον τοιούτους ἀντιπροσώπους, διότι τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία ἀπέπνιγε καὶ κατέστρεφε τὰς ὀρθὰς αὐτῶν σκέψεις, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπετέλουν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς. Καὶ διὰ ποῖον λόγον ὁ λαὸς ἐπαναστατήσας ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα;
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ καταργήσωμεν τοὺς δημάρχους.
§140Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ καλά, εἰς τὰς λέξεις εἴμεθα συμφωνότατοι, εἰς τὴν οὐσίαν ἐπίσης, ἀλλ’ εἰς τὴν βάσιν δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ἐν τῇ βάσει ὑμεῖς λέγετε ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμός, καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ὁ θεσμός. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἀλλὰ δεδομένου ἢ δοθησομένου ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν θὰ εἶναι ὑγιής, ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῶν κοινοτήτων, παρακαλῶ; Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δημιουργηθησομένων 2,222 δήμων; Διὰ μεταβολῆς τῶν λέξεως δὲν μεταβάλλονται αἱ Πολιτεῖαι, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς μίαν Βουλήν, ἐκπροσωποῦσαν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, νὰ μὴ θίξῃ τὸ παράπαν τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ζητοῦσιν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νὰ περικόψωσιν, ἂν μὴ νὰ καταργήσωσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Προχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τονίζει: «Καθιστῶντες δὲ τοιαύτην διοίκησιν, τὰς λεπτομερείας τῆς ὁποίας θέλετε ἴδει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τὰς ὁποίας δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναπτύξω τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μακροσκελέστατον, ἀποτελούμενον ἐξ 173 ἄρθρων, καὶ δὲν θὰ μοὶ ἤρκει ὁλόκληρος ἡ ὥρα τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς διακοπῆς, ὅπως εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας — καθιστῶντες τοιαύτην διοίκησιν εἰς τοὺς δήμους, μηδὲν ἔχουσαν τὸ προσόμοιον πρὸς τὴν νῦν, καθιστῶμεν ἀσφαλεστάτην καὶ αὐστηροτάτην ἐγγύησιν τῆς διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ὁρίζοντες τὸν Πρόεδρον ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Διότι ἐλλείπουσι πλέον καὶ οἱ μισθοί, ἐλλείπει πλέον καὶ ἡ ἐλευθερία ἐκείνη εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐξόδων παραστάσεως, ἐλλείπει καὶ ἐλευθερία περὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ λοιπά». Ἀλλὰ πταίει ἆρά γε καὶ εἰς τοῦτο ὁ θεσμός; Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὁρίζῃ ὁ δήμαρχος τὰ ἔξοδα τῆς παραστάσεως τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι καὶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον πρὸ ὀλίγου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας δὲν τοῦ τὸ ἀφαιρεῖτε; Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ τὸ ἀφαιρέσωμεν αὐτό; Πρέπει νὰ καταργήσωμεν λοιπὸν διὰ τοῦτο τὸν θεσμόν; Πρέπει νὰ φονεύσωμεν τὸν τραυματίαν, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν τῆς πληγῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἰαθῇ; Ἐγὼ — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, κ. Βουλευταί, — τοιοῦτον μέσον θεραπείας δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προχωρῶν περαιτέρω εἶπε: «Τί δὲ ἦτο τάχα — κατὰ κανόνα — ὁ Νομάρχης, ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς τῆς διοικήσεως εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν; Ξένος πρὸς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο νὰ κρίνῃ τὰς ἀνάγκας, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν; Ἀλλ’ ὅσον ξένος πρὸς τοὺς δήμους, τόσον οἰκεῖος πρὸς τὰς ἀνάγκας ἐκείνων, οἵτινες τὸν διώρισαν, ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτὰς εἰς βάρος τοῦ δήμου. Καὶ ἢ προέτασσε τὴν σκιάν του ὁ κύριος Νομάρχης, ἵνα πτοῇ ἐκβιαστικῶς τὴν δημαρχικὴν Ἀρχήν, ἢ προέτασσε τὴν αὐτὴν σκιάν, ἵνα καλύπτῃ τὰς καταχρήσεις πρὸ τοῦ νόμου, τὰς τελουμένας ὑπὸ εὐνοουμένων καὶ προστατευομένων (χειροκροτήματα)». Δίκαια βεβαίως καὶ τὰ χειροκροτήματα τότε, διότι ὀρθὰ ἔλεγεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Βεβαιότατα. Συμφωνότατος. Ἀλλὰ σὺν τῇ προσθήκῃ ταύτῃ: ὅτι ἀνεγνώριζεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ταῦτα εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔπταιεν ὁ δῆμος ἢ ὁ δήμαρχος μόνος, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως ὁ Νομάρχης, ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ κέντρον. Καταργήσατε λοιπὸν τὰ μέσα ταῦτα, ἀφαιρέσατε τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀπὸ τοὺς δημάρχους ἢ ἀφαιρέσατε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ταῦτα ἀπὸ τοῦ κέντρου.... Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἐπιμένετε, τίς ἔπταιεν εἰς τοῦτο; Ἡ Πολιτεία ἢ ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος ἐξεβιάζετο ἀπὸ τὸν νομάρχην ὡς ἐκπροσωποῦντα τὴν δύναμιν τοῦ κέντρου; Νὰ ὁμιλῶμεν συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ νομάρχου ἐξεβίαζε τὸν δήμαρχον, ἢ ὁ δήμαρχος τὴν Πολιτείαν;
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ δήμαρχος ἦτο ὁ πατὴρ καὶ ὁ δημιουργὸς τῆς Πολιτείας.
§142Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ αὐτὸς ἐξεβίαζε. Διέφθειρεν.
§143Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριοι, διαφωνοῦμεν εἰς τὴν λογικὴν βάσιν πλέον.
§144Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι καὶ οἱ δύο πταίουσιν.
§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δεχθῶμεν λοιπὸν ὅτι ἔπταιεν ἡ Πολιτεία. Ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐν συνειδήσει· ἐξυγιάσθη ἆρά γε ἡ Πολιτεία μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ, θὰ εἶναι ὑγιές; Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἐξυγιάσθη, τὸ πᾶν εἶναι ἐν τάξει, ἐὰν δὲν ἐξυγιάσθη πολλαπλασιάζονται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ ὡς βάσιν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἐν τῇ λέξει καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς πράγμασι. Καὶ περαιτέρω λέγει ὁ κύριος Ὑπουργός. «Ἐκεῖ ὅμως ὅπου σήμερον ἐπιτρέπομεν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τοὺς δήμους, ἐπιτρέπομεν ταύτην μόνον κατὰ πρόκλησιν αὐτῶν τῶν δημοτῶν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον οὐδεμία ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν κύρωσιν ἄλλης Ἀρχῆς, πλὴν περιπτώσεων ὡρισμένων, αἵτινες ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ φανῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκτείνονται, τοὐναντίον μάλιστα, καὶ καθ’ ἃς προκαλεῖται ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων δημοτῶν ἢ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· ἀνήκετε καὶ ὑμεῖς εἰς κόμμα; Ἀνήκετε εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Οἱ δημόται, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκπροσωπῶσι τὰς ἀρχάς σας, δὲν θὰ εἶναι ἆρά γε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπείκοντες εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ θὰ πράττωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραττον μέχρι σήμερον οἱ ἄλλοι; Θὰ ἀναβαπτισθῶσι λοιπὸν οἱ συμπολῖται ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς χθὲς ἀνῆκον εἰς τοὺς ἄλλους καὶ σήμερον εἰς ὑμᾶς, εἰς τὰς λέξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀγαθὰ πνεύματα ἀπὸ φθοροποιῶν τοιούτων; Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀμφισβητῶ τὸ τοιοῦτον.
§146Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει.
§147Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις δὲν τοὺς καταργεῖτε τοὺς δημάρχους. Καταργεῖτε τοὺς ἀδυνάτους. Τοὺς καϋμένους τοὺς δημάρχους τοὺς ἰσχυρούς, ἄπαγε. Προχωρῶν περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: «Οὕτω λοιπὸν καθορίσαντες τὰ τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιακῶν, τοὺς ὠνομάσαμεν δὲ ἐπαρχιακοὺς περιελθόντες εἰς πολλὴν δυσχέρειαν διὰ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐδανείσθην ἐκ τοῦ Κρητικοῦ νόμου....». Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τῷ εἴπω ὅτι τὸ δάνειον ἦτο θαλασσοδάνειον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ὁ θεσμὸς καὶ ἐν Κρήτῃ ἀπέτυχεν.
§148Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Διατί δὲν ἔχει ἀποτύχει εἰς τὰ ἄλλα Κράτη;
§149Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὰ δυστυχῆ τὰ ἄλλα Κράτη!
§150ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδαμοῦ τοιοῦτον σύστημα ὑπάρχει.
§151Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἀλλαχοῦ.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδαμοῦ, οὐδαμοῦ.
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: «Καὶ ἐπειδὴ ἐθίχθη τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἴσως περισσότερον τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὰς ὁποίας ὁρίζεται ὅτι «δῆμοι ἔχοντες κάτω τῶν 500 κατοίκων δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀρχόντων διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ἀρκεῖ τὰ ⅔ τῶν ἐκλογέων τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν κατάλογον τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου ἐκείνου νὰ ὑπογράψωσι τὴν πρᾶξιν». Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν δῆμον τὸν Παραταινάριον τῆς Λαγείας. Τὰ ⅔ τῶν δημοτῶν θὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς Γύθειον, ὅπου εἶναι συμβολαιογραφεῖον, ἵνα συντάξωσι πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ζητῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει οἱονδήποτε ἄρθρον, εἰς δεκάωρον ἀπόστασιν δηλαδή, ἵνα αἰτῶσιν ὅ,τι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ζητεῖ; Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβούλων, διότι ἀρκετὰ νομίζω ὅτι ἐλέχθησαν. Οὐδεμία ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Εἶναι δυνατὸν δι’ ὀλιγωτέρων νὰ γίγνηται ἡ ἐργασία, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀγαθὴ θέλησις εἰς τὰς κοινότητας, ὅπως θὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλῶς. Ἄλλο ἐκεῖ ὅπου ἤδη ὑπάρχει, διότι ἡ κοινότης ἀποτελεῖ ὡς γνωστὸν κοινωνικὸν σωματεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ πρόοδος καὶ ἡ προαγωγὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν θέλησιν ὀλίγων ἀτόμων, ἐκεῖ ὅπου ἤνθησαν μέχρι τοῦδε αἱ κοινότητες θὰ ἀνθήσωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, καίτοι διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἐμβολιασθῶσι διὰ τοῦ ἰοῦ τῆς διαφθορᾶς καὶ αὗται παρὰ τοῦ κέντρου, ὥστε νὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται, ἀντὶ τῆς ἐξυγιάσεως τουτέστι τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν κοινοτήτων, φοβοῦμαι ὅτι θὰ διαφθαρῶσι καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοσαῦτα εἰς τὸ ἐνεργητικόν των καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὑλικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχωρῶν περαιτέρω λέγει (ἀναγινώσκει) «μοὶ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μέλλοντες νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν σχέδιον νόμου, μεταρρυθμίζον κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις ἡμῶν ἔν τισι τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος παρὰ πᾶσαν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τῶν συντακτῶν αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς κατέστη ὄργανον εἰς τὰς χεῖρας τῶν δημάρχων, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων γνησιωτέραν καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, θὰ ὑποβάλωμεν ἐν ταυτῷ καὶ σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ σώματος ἐφίππου χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον προορισμὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας». Ἐπιτρέψατε νὰ ἀμφισβητήσω τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐφ’ ὅσον λέγετε, ὅτι δίδετε ἀπόλυτον αὐτοδιοίκησιν εἰς τοὺς δήμους, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ σῶμα χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἀγροφυλακήν. Νομίζω ὅτι ὑπεβάλετε τοιοῦτό τι νομοσχέδιον κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήθη κατὰ 400 ἄνδρας ἡ χωροφυλακὴ συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ περιφρουρήσῃ τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ. Ἐπιζητεῖται ἡ βοήθεια τοῦ κέντρου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ διὰ νομοθετήματος νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφίππων χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, γνωστῆς δὲ οὔσης τῆς ἀποστολῆς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀνατρέπονται ἄρδην αἱ ἀρχαὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ πολλαπλασιάζονται αἱ πληγαὶ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ λαοῦ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀνορθώσεως. Προχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: «Ὅταν ἡ τοπικὴ διοίκησις εἰλικρινῶς καὶ τιμίως...». Ὅταν εἰλικρινῶς καὶ τιμίως εἰργάζετο ἡ Πολιτεία καὶ οἱ δῆμοι, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν δήμων; Πῶς θὰ ἐργασθῶσιν αἱ κοινότητες εἰλικρινῶς καὶ τιμίως; Μήπως τὸ κέντρον δὲν θὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ ἐπὶ τῷ ἰδίῳ συμφέροντι, ὥστε νὰ μὴ ἐργάζωνται εἰλικρινῶς καὶ τιμίως; Ἐὰν ὡς βάσις τοῦτο χρησιμεύσῃ, κατὰ φυσικὸν λόγον δὲν εἶχεν ὁ θεσμὸς νὰ βλάψῃ εἰς οὐδέν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ «εἰλικρινῶς καὶ τιμίως» δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκόψωσι καὶ αἱ κοινότητες. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου συμφωνῶ, εἶναι τὸ τέλος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν (ἀναγινώσκει): «...Τί πληρώνει ὁ Λαὸς μὴ εἰσερχόμενον εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀλλ’ ἐξερχόμενον ὅμως ἐκ τῶν θυλακίων αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐλλείψεων τὰς ὁποίας ἠρίθμησα, καὶ αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλονται εἰς τὴν ἀμεριμνησίαν τῆς Πολιτείας». Παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἦτο ὁ πταίστης, καὶ τοῦτο μὲ ἐξαναγκάζει νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι εἰλικρινῶς εἶπεν ἐν τῷ τέλει τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξυγιάσθη ἡ Πολιτεία, τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχωμεν, καὶ ἴσως μετὰ βεβαιότητος χείρονα τῶν ἤδη ὑπαρχόντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμιλεῖ καὶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1833 καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐνῷ τοιουτοτρόπως δὲν ἔχαιρε πᾶς δημότης τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἡ ἐκλογὴ τοῦ δημάρχου χαρακτηρισθέντος καὶ «ὡς ὑπαλλήλου τοῦ βασιλέως» ἐξηρτήθη ἐκ τῆς προτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως δικαιουμένης νὰ διορίζῃ τὸν ἐκλεκτὸν αὐτῆς μεταξὺ τῶν τριῶν προτεινομένων ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου κ.λ.π.» Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει οὐδένα λόγον ἡ σύγκρισις τῆς σημερινῆς καταστάσεως μὲ τὴν τοῦ 1833, διότι εἷς τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν διὰ τὴν κατάπτωσιν τῆς Δυναστείας ἦτο ἡ κατάπτωσις τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ μᾶλλον τοῦτο συνετέλεσε πλέον τοῦ ἡμίσεως εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Δυναστείας. Παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ κηδεμονία παρεμποδίζει πᾶσαν ἐλευθέραν κίνησιν καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ δημοτικοῦ βίου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολῖται δικαιοῦνται νὰ μετέχωσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος». Εἶχεν ὑπ’ ὄψει πάντοτε τὸν νόμον τοῦ 1833 τῆς Βαυαρικῆς Δυναστείας οὔσης ἀκόμη ἐν τῇ ἀρχῇ. Κηδεμονία ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπολυταρχική, ὡς ἦτο ἐν ἰσχύϊ μέχρι σήμερον, καὶ ἀπολυταρχικὴ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν διαφθορὰν καὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας τοῦ δήμου ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν καὶ ἐπιζητοῦσι τὴν κατάργησιν τῶν δημάρχων. Διότι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δημάρχων οὐχὶ ὅμως καὶ τοῦ θεσμοῦ, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ, ἐπιβάλλεται καὶ ἡ μὴ κατάργησις τῶν δημάρχων, ἀλλ’ ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εἶπον. Ἐπίσης λέγει (ἀναγινώσκει) «εἰς πολλοὺς μικροὺς δήμους εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀνάπτυξις καὶ διατήρησις ζωηρᾶς συμφωνίας καὶ δραστηριότητος ὡς πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν καταστάσεως, κ.λ.π.». Σύμφωνος εἰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅσον ὀλιγώτεροι ἄνθρωποι κατοικοῦσιν εἰς ἕνα τόπον, τόσον πολλοὶ σατανάδες κατοικοῦσιν ἐν αὐτῷ (ἀναγινώσκει). «Σύμφωνος εἶναι ὁ ἀνὴρ αὐτὸς εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ διατήρησις ζωηρᾶς συμφωνίας ὡς πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν καταστάσεως, οὔτε δύνανται εὐχαρίστως οἱ δημόται νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς δημοτικὰς ὑποθέσεις». Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι ἔν τισι τῶν δήμων τοὐλάχιστον τῆς Κρήτης δὲν ἔλαβον μέρος, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ἄμεσον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκίνει αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα. Λοιπὸν τὸ «οὔτε δύνανται εὐχαρίστως νὰ μετάσχωσι κλπ.». ἆρά γε ἐννοεῖ τὴν σημασίαν τὴν πραγματικὴν «τοῦ οὔτε δύνανται εὐχαρίστως»; Βλέπετε, ὅτι ἡ σοφία τοῦ ἀνδρὸς ἀναγνωρίζεται ἴσως κάλλιον ἡμῶν μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι καυχώμεθα, ὅτι ἀποτελοῦμεν τοῦ φιλελευθέρου πλέον Ἑλληνικοῦ λαοῦ φαινόμενον περισσότερον ἀδιαφιλονείκητον φαίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τῶν ἑξῆς λέξεων (ἀναγινώσκει). «Ἡ διαίρεσις ἑνὸς πολυαρίθμου μέρους εἰς πλείονας δήμους ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, καθὼς καὶ ἡ ἕνωσις πλειόνων μερῶν ἐχόντων τοὐλάχιστον 300 ψυχὰς εἰς ἕνα δῆμον. Διότι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἤθελε διασχισθῆ βιαίως ὁ σκοπὸς τῆς κοινῆς διοικήσεως, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἤθελον ἑνωθῆ βιαίως καὶ παρὰ φύσιν συμφέροντα πάντη ἀλλότρια». Ἀλλὰ καὶ ὁ βίαιος χωρισμὸς πῶς θὰ ἐπιτελεσθῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐὰν τὸ ψηφίσωμεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν; Καὶ ὁ βίαιος χωρισμὸς δὲν τρομάζει ὑμᾶς; οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιμείνητε εἰς ψήφισιν αὐτοῦ; Δὲν ὑπολογίζετε ὅτι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐξετράφη ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, βιαίως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπασθῇ τῆς ἰδέας αὐτῆς, χωρὶς νὰ ὑποστῇ κλονισμόν; Ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ θεσμοῦ, διὰ τῆς καλλιεργείας κατὰ μικρὸν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μεταφυτεύσητε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, νὰ παρασκευάσητέ τι ἄμεινον, ἂν ὄχι διὰ τὸ παρόν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον. Δὲν ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οὔτε ἐπ’ ἄπειρον θὰ εἶσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν γνωρίζω καλῶς ἢ κακῶς, γένοιτο ἢ μὴ γένοιτο, ἢ ἂν πεσόντες δὲν θὰ ἐπανέλθητε αὔριον ἢ μεθαύριον. Ἦτο δυνατὸν νὰ συνειθίσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ μὴ ὑποστῇ τὸν βίαιον κλονισμόν, τὸν ὁποῖον ἀναφέρετε ἐνταῦθα. «Καὶ εἶχον μὲν ὑπ’ ὄψει αἱ ὁδηγίαι ἐκεῖναι τὴν τότε ἐρήμωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἶχον ἐν ταυτῷ ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τοὺς δήμους χωρίων ἔδει νὰ ὑπολογίζηται καὶ ἡ χωρίζουσα ταῦτα ἀπόστασις, καὶ ἡ ἔκτασις, ἣν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ δῆμος, ἐπὶ πᾶσι δὲ τὸ «νὰ δύνανται νὰ κατορθωθοῦν σχέσεις κοινωνίας» μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τοὺς δήμους πληθυσμῶν, καὶ «νὰ ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν μελῶν τούτων δεσμοὶ πηγάζοντες ἀπὸ κοινὰ συμφέροντα ἢ ἀπὸ σχέσεις συγγενείας». Αἱ σχέσεις καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς συγγενείας ἐξέλιπον σήμερον; «Καὶ ἐξ ἄλλου περικλειόμενοι ὑπὸ τοῦ κλοιοῦ τῆς διοικητικῆς οὐχὶ ἐποπτείας καὶ κηδεμονίας, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ὑποτελείας, κατ’ ἀνάγκην ἔφθινον, φυσικώτατον δὲ ὅτι, ὑπὸ τοιούτους πολιτειακοὺς ὅρους, ἐμαραίνετο καὶ τὸ δημοτικὸν ἐνδιαφέρον ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πολιτῶν». Καὶ πάλιν δέχεσθε ὅτι οἱ πολῖται ἦσαν παραίτιοι τῆς φθίσεως, ὑφ’ ἧς εἶχε καταληφθῆ ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος. Ὅταν ἡ Πολιτεία μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ μεταχειριζομένη πᾶν μέσον πρὸς τοῦτο ἠθικὸν ἢ μή, ὑλικὸν ἢ μή, προβαίνει, τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωσι τοιαῦτα. Ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαφθορᾶς τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ σεῖς δέχεσθε ταῦτα, ἀφοῦ λέγετε σεῖς, οἱ εἰσηγούμενοι τοιαῦτα, ὅτι παραίτιοι εἶναι οἱ πολῖται, πῶς ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, ἀφοῦ δὲν πταίει οὗτος, ἀφοῦ παραδέχεσθε ἀκόμη ὅτι δὲν πταίουσιν οὔτε οἱ δήμαρχοι; «Ποία εἶχε δημιουργηθῆ κατάστασις εἰς τοὺς δήμους τοὺς τελοῦνται μεταξὺ τῆς μεγάλης βίας καὶ μεγάλης αὐθαιρεσίας τοῦ Κέντρου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐξ ἄλλου τῆς βίας καὶ αὐθαιρεσίας τῶν κατὰ τόπους φατριῶν, θὰ ἤρκουν νὰ μαρτυρήσωσι γεγονότα τινὰ μεταξὺ πολλῶν παρομοίων, ἅτινα εἴχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ σημειώσωμεν, μελετῶντες τὴν ἐπίσημον δημοτικὴν ἱστορίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεικονίζονται κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ τονίσω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἱερεμιάδες ἦσαν ἐντελῶς περιτταί, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν καὶ παραδεδεγμένον καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν εἰσηγητῶν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὅτι ἦσαν γνωσταὶ καὶ αἱ μέθοδοι καὶ οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι αἴτιοι τῆς διαφθορᾶς τοῦ θεσμοῦ. Ἦσαν περιτταὶ αἱ ἱερεμιάδες αὐταί, ὅταν ἦτο γνωστόν, ὅτι ἡ Πολιτεία πταίει καὶ ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ ἐξυγιασθῇ, ἵνα ἐξυγιασθῶσι καὶ τὰ μέρη αὐτῆς. Ἡ Πολιτεία εἶναι τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον εἶναι διεφθαρμένον, δὲν δύναταί τις νὰ ἀναμένῃ καὶ τὰ μέλη αὐτῆς νὰ εἶναι ὑγιᾶ. «Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εὗρε τοὺς δήμους ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862. Ποία καθολικὴ γνώμη εἶχε μορφωθῆ περὶ τῶν δημάρχων ἐνδείκνυται εἰς τὰς πρὸς ψήφισιν τοῦ νέου περὶ δημαιρεσιῶν νόμου συζητήσεις τῆς συνελεύσεως τοῦ 1864». Ἀλλὰ τίς ἠρνήθη ἢ ἠμφεσβήτησε τοιοῦτόν τι, ὅτι ὄντως καὶ ἐκεῖνοι συνετέλουν εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν τῆς Πολιτείας; Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία ἆρά γε ἐγένετο ὄργανον τῶν δημάρχων ἢ οὗτοι τῆς Πολιτείας; Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλάβῃ τις διὰ μυριοστὴν φορὰν αὐτό, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Πολιτεία εἰργάσθη ἐπὶ πολλὰς δεκάδας ἐτῶν, διὰ νὰ τοὺς καταστήσῃ φαῦλα ὄργανα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἔπταιον οἱ δήμαρχοι καὶ ὄχι ἡ Πολιτεία καὶ ὅτι δὲν θὰ πταίῃ ἡ Πολιτεία καὶ ὅταν ἀντὶ καλοῦ, κακοῦ θὰ γίνωμεν πρόξενοι εἰς τὸ μέλλον ἐκτὸς τῶν ἄλλων ζημιῶν. «Οἱ ὑποψήφιοι δήμαρχοι ἐγένοντο—λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς— οἱ σημαιοφόροι τοῦ κόμματος καὶ τὸ κόμμα ἐκλέγει, οὐχὶ ἡ ἐλευθέρα γνώμη τοῦ λαοῦ. Ἐν τῇ κομματικῇ δὲ πλοκῇ τῶν δημοτικῶν πραγμάτων, οἱαιδήποτε ἂν ἦσαν αἱ προθέσεις τῶν πολιτευομένων, ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτὰ νὰ ἀποφύγωσι τὸ ῥεῦμα τῆς κομματικῆς φθορᾶς καὶ διαφθορᾶς».
§154Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἦτο εἷς φαῦλος κύκλος καὶ τὸ κέντρον καὶ ἡ δημαρχία.
§155Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἄλλοι ἦσαν οἱ θῦται καὶ ἄλλα τὰ θύματα. Ἀλλὰ τίνες ἦσαν θῦται καὶ ὄχι ἡ πολιτεία ἐκπροσωπουμένη ὑφ’ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἀτόμων καὶ τίνες τὰ θύματα καὶ ὄχι ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἔπταισεν ὁ θεσμός, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα τοιαύτην ἀρχήν; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι αἰτία δὲν ἦτο ἄλλος τις, δὲν ἦτο ὁ ἑσμός, ὡς συνειθίζετε νὰ λέγητε τῶν βλαχοδημάρχων, οἵτινες δὲν ἦσαν οὐδὲν ἄλλο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἢ μαργιονέτες τοῦ διεφθαρμένου κέντρου.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνδρείκελλα.
§157Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλὰ τὰ ἀνδρείκελλα πταίουν ἢ ὁ ἀνδρεικελλοπαίκτης; Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁμιλεῖτε περὶ ὑποψηφίων δημάρχων, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἀγωνίζεσθε νὰ πράξητε; Δὲν ἀγωνίζεσθε πρὸς δημιουργίαν κομμάτων; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ ἀμφισβητῆτε καὶ ἔν τισι τὴν καλὴν ἡμῶν πρόθεσιν, ὅταν θέλοντες νὰ καταρρίψητε τοὺς δημάρχους, θέλετε νὰ καταρρίψητε τὰ παλαιὰ εἴδωλα, ἵνα ἱδρύσητε νέα. Ἄριστον θὰ ἦτο ἡ κατάρριψις τῶν εἰδώλων, ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγητε τὴν λατρείαν τοῦ ἀληθινοῦ θεοῦ τῆς Ἀνορθώσεως, ὄχι νέων εἰδώλων ἐπὶ τοῦ βάθρου τῶν παλαιῶν, καὶ μάλιστα ἐπηυξημένων καὶ βελτιωμένων καὶ τριπλασίων τὸν ἀριθμόν.
§158Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Σεῖς δὲν ἐλατρεύετε τὰ εἴδωλα;
§159Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πάντως σεῖς πλειότερον ἐμοῦ, διότι ἐζήσατε πλείονα ἔτη. Προχωρῶν περαιτέρω λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν «καὶ τὸ συναίσθημα τοῦ κοινοτικοῦ καὶ δημοτικοῦ συμφέροντος ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἕλληνος πολίτου ἐξησθένησε καὶ ἐξηφανίσθη καὶ διὰ τὴν εὐρύτητα τῆς δημοτικῆς περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδαμῶς ὑπολογίζεται τὸ μικρότερον χωρίον καὶ οἱ μικροὶ ἐν γένει συνοικισμοὶ ἀπέναντι τοῦ Κέντρου, ἤτοι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξαφανίζεται καὶ ἡ ἐποπτεία τοῦ ἐκλογέως ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν αὑτοῦ πραγμάτων, μειοῦται ἄρα ἐκ τῆς τοιαύτης αἰτίας καὶ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ». Εἰς αὐτὸ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔχω μερικὰς ἀντιρρήσεις. Λέγετε ὑμεῖς, ὅτι τὸ κέντρον ἐκράτει πάντα δι’ ἑαυτὸ καὶ οὐδὲν ἔδιδεν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ δήμου, καίτοι ἐλάμβανε καὶ ἀπὸ τὰ μικρότερα μέρη. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς πόλεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐφαρμόζεται ὁ κανὼν αὐτός, διότι ὅπου εἶναι αἱ μεγαλουπόλεις καὶ τὰ πέριξ χωρία εἶδον καὶ αὐτὰ ἡμέρας ἀγαθάς, ἀλλ’ ὅπου οἱ μικροὶ δῆμοι, ἐκεῖ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδὲν ἔργον εἶδον συντελεσθὲν οὔτε ἐν τῷ κέντρῳ. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι ἀφ’ οὗ ἀπεγυμνώθη τελείως ὁ δήμαρχος πάσης δυνάμεως, ἀφ’ οὗ κατέστη ὄργανον ὑποτελὲς εἰς τὴν Πολιτείαν, τὴν μὴ ὑγιᾶ, δὲν τῷ ἀπέμεινεν οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ἐλάχιστα ψυχία ἐπὶ τῆς πανδαισίας τῶν ὁποίων λαμβάνει μέρος αὐτὸς καὶ οἱ ὀλίγοι περὶ αὐτόν, δὲν ὑπάρχει δὲ περίσσευμα ὄχι διὰ τὰ πέριξ τοῦ κέντρου, ἀλλ’ οὔτε καὶ δι’ αὐτὸ τὸ κέντρον. Καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ οἰκτροῦ θεάματος τῆς ὑπάρξεως δήμων καὶ πρωτευουσῶν δήμων, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται καὶ φρεάτων πρὸς ἄντλησιν ποσίμου ὕδατος καὶ στεροῦνται μιᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἀπαλλάσσῃ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχουσι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ ἐνταῦθα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι, ὅτι ὤφειλε περισσότερον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχει ἐκτραφῆ ἐν Ἑλλάδι καὶ γνωρίζει τὰ καθ’ ἡμᾶς καθ’ ἅπασαν τὴν γραμμήν, καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐδανείζετο ἄλλοθεν τὰ φῶτα, διότι πανταχοῦ τὰ δάνεια αὐτὰ δὲν ἦσαν οὐδὲν ἄλλο, ἐπαναλαμβάνω, εἰ μὴ «θαλασσοδάνεια», τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ στοιχίσωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς χρῆμα, ἀλλὰ καὶ εἰς κατάπτωσιν ἠθικήν. Ἐγὼ ὑπολογίζω ἐπὶ τῶν συμβησομένων ἐν τῷ τόπῳ μου πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων καὶ συμπεραίνω ὅτι θὰ ἔχωμεν τοιαύτας συγκρούσεις καὶ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εὔχομαι νὰ ἐξέλθω ἐγὼ ἠπατημένος, διότι ὁ Ἕλλην φύσει εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι φιλόδοξος· τούτου δεδομένου ὄντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἐν στενῷ κύκλῳ, ἐν περιωρισμένῳ τόπῳ, ἐν περιωρισμένῳ χώρῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσιν ἀντιζηλίαι καὶ οἰκογενειακαί, ἀλλὰ καὶ ἀτομικαὶ—ἀφαιρῶ τὰ μεγαλείτερα κέντρα, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἀντιζηλίαι καὶ ἐπιστημονικαί—, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀπολήξωσι καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν ἀποτελέσματα οἷα ἐν τῷ Προσιγιάλῳ τῆς Κρήτης, ὁπόθεν ἐν τοῖς πλείστοις καὶ τὰ φῶτα (ἀναγινώσκει). «Εὐχερέστερον» — προχωρῶν λέγει ὁ κ. Ὑπουργός — «θὰ ἦτο δι’ οἱονδήποτε σχέδιον μεταρρυθμίσεως ἐξ ἀπομιμήσεως τῶν ἀλλαχοῦ λειτουργούντων παρομοίων θεσμῶν· σοφῶς ὅμως ἔχει ῥηθῇ ὅτι τὰ δάνεια τῶν θεσμῶν πάντοτε εἶναι ἐπικίνδυνα». Ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δάνειον τοῦ θεσμοῦ λέγων μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ὁμολογήσῃ τις καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἂς ἀφήσωμεν ἐπὶ τέλους τὰ δάνεια ἐκ Γαλλίας ἢ ἐξ Ἀγγλίας ἢ ἐκ Γερμανίας ἢ ἔστω καὶ ἐκ Κρήτης, ὅπου εἶναι καὶ ἐκεῖ Ἕλληνες. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ δάνεια κατὰ μέρος καὶ ἂς θέσωμεν ὡς βάσιν τῆς διορθώσεως πλέον τοῦ θεσμοῦ τὰ κρατοῦντα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, τὰ ἤθη αὐτοῦ τὰ ἔθιμα αὐτοῦ, τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι καὶ μόνοι γνωρίζουσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρωτήθησαν ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου. Εἴδετε τὰς γνώμας τῶν δημάρχων παρελαυνούσας ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων· ἂν τὰς παρηκολουθήσατε, θὰ εἴδετε τὰς πλείστας ἐξ αὐτῶν γεγραμμένας ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ μετὰ πολλοῦ πόνου, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέληξεν ὁ θεσμὸς καὶ τοῦ ὁποίου ὄργανον ὄντως φαῦλον ἐγένοντο ἐκεῖνοι. Ἤδη, ἂν παρακολουθήσωμεν τὴν γνώμην ἐκείνην καὶ τῶν ἀντιφρονούντων καὶ ἀντιδοξούντων ἐκείνοις, πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν δάνεια φῶτα, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶς μόνον ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ χάρτου, ἐν τῇ πράξει δυστυχῶς ὄχι· (ἀναγινώσκει): «Ἐπιχειροῦντες τὴν δημοτικὴν μεταρρύθμισιν πρὸ παντὸς διεκρίναμεν τοὺς δήμους εἰς ἀστικοὺς καὶ εἰς ἐπαρχιακούς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διαιρῶν τοὺς δήμους εἰς ἀστικοὺς καὶ εἰς ἐπαρχιακοὺς περιέπεσε κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς σφάλμα σοβαρότατον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον τὸν ἑξῆς: ἔπταισεν ὁ θεσμὸς μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται ἡ ὁλοσχερὴς αὐτοῦ κατάργησις, ὡς ἀπέδειξαν τὰ χειροκροτήματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὡς ἀποδεικνύει καὶ αὐτὴ ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς βεβαιοῦμεν, ἔπταισεν ὁ θεσμὸς καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη ὄχι τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ τῆς καταργήσεως; Καταργήσατε αὐτὸν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Διατί αἱ ἐξαιρέσεις μεταξὺ ἀστικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν δήμων; Διατί προνόμια εἰς τούτους, εἰς τοὺς ὁποίους πᾶν ἄλλο μάλιστα ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ἢ προνόμια, γνωστοῦ ὄντος, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ δακτυλοδεικτούμεναι, ὅτι κυρίως, οἱ δῆμοι τῶν πρωτευουσῶν ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς διαφθορᾶς τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς διαφθορᾶς τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡμᾶς. Τί ἐγίνετο ἐν ταῖς διαφόροις πόλεσι ταῖς μεγάλαις τῆς Ἑλλάδος, τί ἐγίνετο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν γνωρίζει, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶ ἐγὼ οὔτε δι’ ἐλαχίστων· ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐνθυμοῦνται οἱ νεμόμενοι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐξουσίας ἐπὶ ὁλόκληρον τετραετίαν, ἐνθυμοῦνται τὰς διαφόρους συνοικίας ὁρίζοντες κέντρα, ἐν τοῖς ὁποίοις συνέρχονται οἱ πιστοὶ ὁδηγούμενοι παρὰ τῶν ἐπὶ τούτῳ εἰδικῶν εἰς τὴν σύναξιν, εἰς τὴν πανδαισίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας συγκεντρούμενοι ἐκκινοῦσι διὰ τὸ κέντρον, τὸ ὁποῖον συνήθως εἶναι ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου. Ἀφοῦ προηγουμένως κατέστησαν τοιοῦτον διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε, ὥστε πᾶσα ἀρχὴ νὰ εἶναι ἐναντία τῆς συνειδήσεώς των, διότι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει των, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν ἵσταται ὁ ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος τὴν αὔριον θὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς διὰ πᾶσαν παρεκτραπήν, διὰ πᾶν παράπτωμα καὶ διὰ πᾶν ἔγκλημα ὡς ἀτυχῶς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἰς τίνας ἐκ τῶν δήμων ἐγίνοντο αἱ ἐξωνήσεις τῶν συνειδήσεων περισσότερον; Εἰς τίνας ἐκ τῶν δήμων ἐγίνετο ἡ ἐξαγορὰ τῶν πολιτῶν κλειομένων ἐντὸς περιτειχισμάτων; Εἰς τίνας δήμους ἐδυσφημεῖτο καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ὑπόστασις τοῦ ἀτόμου περισσότερον, τοὺς ἀστικοὺς ἢ τοὺς ἐπαρχιακούς; Ποῦ ἐγένοντο τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ αὐτῆς τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς μέχρι καὶ τοῦ πέρατος τῆς ψηφοφορίας, εἰς τὰς πόλεις ἢ εἰς τὰ χωρία; Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος ἐν συνειδήσει θὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου. Τούτου λοιπὸν δεδομένου καὶ ἀναμφισβητήτου ὄντος, εἰς τί ἆρά γε χρειάζεται ἡ διάκρισις τῶν ἀστικῶν ἀπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων; Πρὸς τί ἐδώσατε τὰ προνόμια εἰς τοὺς ἀστικοὺς, ἐνῷ ἀφαιρεῖτε πᾶσαν ζωτικὴν ἰκμάδα ἀπὸ τοὺς ἐπαρχιακούς, ἀπὸ τοὺς μᾶλλον ἁγνούς, ἀπὸ τοὺς μᾶλλον εἰς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἀφωσιωμένους; Καὶ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ δήμου ἐγένετο καὶ ἡ διαρπαγὴ αὐτοῦ ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις, τόσον ἐν τοῖς μεγάλοις ὅσον καὶ ἐν τοῖς μικροῖς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐρωτῶ, οἱ φόνοι καὶ αἱ ἐξωνήσεις ποῦ ἐγένοντο κατὰ τὰ 9/10 ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ ἐν τοῖς χωρίοις; Ἰδοὺ εἷς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κατακρίνει τις τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν εἰς ἀστικοὺς καὶ ἐπαρχιακούς. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἀναχωρῶν, ἐθεώρησεν ὀρθὴν τὴν διαίρεσιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι χωροῦσιν ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς Ἕλληνος εἰς τὸ παθητικὸν βεβαίως τῆς Ἀνορθώσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καλλίτερον θὰ ἔπραττεν, ἐὰν ἐθεώρει περιττὴν τὴν διαίρεσιν ταύτην. Χωρήσας ὁ κ. Ὑπουργὸς περαιτέρω εἶπεν εἰς ἡμᾶς εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον. «Βάσις τοῦ συστήματος ἡμῶν εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχή, ὅτι πᾶσα κοινότης δικαιοῦται νὰ κανονίζῃ τὰ τοπικὰ αὑτῆς πράγματα καθὼς αὐτὴ βούλεται· ὅτι οὐδεμία ὀφείλει νὰ δουλεύῃ εἰς ἄλλην· ὅτι πολὺ ὀλιγώτερον ὀφείλει νὰ δουλεύῃ εἰς τοπάρχην». Γνωστοῦ, ἐννοεῖται, ὄντος ὅτι τὸν τοπάρχην τὸν ἐδημιούργησε τὸ κέντρον. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ νέα διαίρεσις δὲν θὰ πολλαπλασιάσῃ τοὺς τοπάρχας; Ἡ Πολιτεία εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐδημιούργησε τοὺς τοπάρχας. Τούτου λοιπὸν δεδομένου ὄντος δὲν θὰ ἔχωμεν πολλαπλασιασμὸν τοπαρχῶν;
§160ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἱστορία ἐδημιούργησε τοὺς τοπάρχας.
§161Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ὅπως εἴδετε, κύριε συνάδελφε, ἠσχολήθην εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἴσως προχωρήσας μέχρι τοῦ 1550 π. Χ. Ἀλλὰ νοῶ τὴν λέξιν τοπάρχης, ὡς τὴν νοεῖ ἡ Κυβέρνησις.
§162ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ οὕτως τὴν ἐννοῶ καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἱστορία τὸν ἐδημιούργησεν.
§163Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸν τοπάρχην, ὑπὸ τὴν κακὴν αὐτοῦ ἔννοιαν καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἀγαθήν, τὸν ἐδημιούργησεν ἡ Πολιτεία. Ἤδη λοιπὸν ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐφόσον ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν της, εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, πολλαπλασιάζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν τοπαρχῶν.
§164Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰ συμπεράσματά σας βασίζονται ἐπὶ ἐσφαλμένης βάσεως.
§165Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ κοινοτήτων, ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ κοινότητες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἤνθησαν, ἀνθοῦσι καὶ θὰ ἀνθῶσι βεβαίως ἐπ’ ἄπειρον. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῶν συστησάντων τὴν κοινότητα τῆς Βαμβακοῦς, ἥτις χρησιμεύει ὡς πρότυπον πασῶν τῶν ἄλλων. (Ἀναγινώσκει): «Ὅλοι παραπονούμεθα ὅτι οἱ Κυβερνῆταί μας δὲν φροντίζουσιν ὅσον πρέπει διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος καὶ ὅλοι εὐχαριστούμεθα νὰ ζωγραφίζωμεν τὴν κατάστασίν μας μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι οὐδὲν δικαιολογεῖ καὶ τὴν ἰδικήν μας ἀδράνειαν. Συνηθίσαμεν νὰ τὰ περιμένωμεν ὅλα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ εἶναι καὶ μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνον μὲ τὴν καλὴν θέλησιν δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνωσιν. Αὐτὴ ἡ σκέψις μᾶς παρεκίνησε νὰ σκεφθῶμεν, διὰ τίνος τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν καταστροφὴν τοῦ χωρίου μας καὶ ἐκ τῆς ἀθρόας μεταναστεύσεως εἰς Ἀμερικὴν κλπ.» Ἠκούσατε πῶς σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἢ μᾶλλον πῶς ἐσκέφθησαν, ἵνα δημιουργήσωσι τὴν κοινότητα αὐτῶν, ἥτις ἔφθασε μέχρι τοῦδε εἰς τόσην ἀκμήν, ὥστε νὰ ἔχῃ δαπανήσει μέχρι τοῦδε εἰς ἀγαθοεργοὺς σκοποὺς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν! Ἀνθοῦσι καὶ θὰ ἀνθῶσιν αἱ κοινότητες ἐκεῖναι μόναι, ἐν αἷς εὑρέθησαν 5 ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶπον, διατί νὰ τὰ περιμένωμεν ὅλα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Κυβέρνησις φροντίζει καὶ ἀσχολεῖται περὶ αὐτῶν, ὅσον ἀσχολεῖται καὶ ἡ Σινικὴ Κυβέρνησις; Ἀνεχώρησαν ἀπὸ ὀρθῆς βάσεως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ συνέπηξαν τὴν κοινότητα αὐτῶν, ἡ ὁποία ἀνθεῖ μέχρι τοῦδε, ὥστε τὰ καταστατικὰ αὐτῆς νὰ ἐπιζητῶνται παρ’ ὅλων τῶν χωρίων, τῶν βουλομένων νὰ συμπήξωσι κοινότητας, ἀλλὰ κοινότητας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀναμένωσιν οὐδὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τοὐναντίον μάλιστα κοινότητας αἱ ὁποῖαι νὰ ἀποκτῶσι καὶ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ μέσα, διὰ νὰ ἀντιστρατεύωνται κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πάντα λόγον ἔχει νὰ διαφθείρῃ ταύτας καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς.
§166Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Αὐτὸ ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον.
§167Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ εἶπον ὅτι τὸ πληρεξούσιον συμβόλαιον τῶν κατοίκων τῆς Βαμβακοῦς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ποῖαι κοινότητες εἶναι προωρισμέναι νὰ ἀνθῶσι καὶ κατὰ τίνα τρόπον. Τὸ Κράτος θὰ χρησιμεύσῃ πολὺ ταχέως, καὶ νὰ τὸ ἐνθυμῆσθε, εἰς τὸ νὰ διαφθαρῶσι καὶ αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἤδη προαχθῆ εἰς τόσον σημεῖον ἀνθηρότητος καὶ ἀκμῆς, ὥστε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πρότυπα εἰς πάντα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ ἀποτελέσωσι κοινότητας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀγαθῶν τῶν ὁποίων θέλουσι νὰ γίνωσι πρόξενοι εἰς τὸν τόπον των. (Ἀναγινώσκει): «Ἐκ τούτων ἀγόμενοι ἐπεζητήσαμεν τὴν κατὰ πόλιν καὶ χωρίον σύστασιν ἰδίου δήμου». Ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας μου εἶναι τὸ Γύθειον. Δύο κῶμαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσωσι κοινότητας κεχωρισμένας ἀπὸ τῆς πόλεως τοῦ Γυθείου. Εἰς τί δὲ νομίζετε ὅτι καταδικάζονται αἱ κοινότητες ἐκεῖναι; Εἰς θάνατον ἀσφαλῆ! Διότι θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῶν τὰ ὑλικὰ μέσα, καθόσον εἶχαν ἑκάστη ἓν δημοτικὸν σχολεῖον πλῆρες, εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐξαρκέσῃ βεβαίως καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ ὅτι θέλει περιέλθει εἰς τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν ἀνθηρότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη εὑρίσκεται καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ κοινότης ὑποκαθίσταται εἰς τὴν θέσιν τοῦ δήμου, ἀφήνομεν δὲ τὸ ὄνομα τοῦ δήμου, μόνον διὰ τὸ ἐξ αὐτοῦ παράγωγον ὄνομα τοῦ δημότου καὶ δι’ ἄλλας ἐξ αὐτοῦ ὀνομασίας συνυφασμένας πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν». Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἡ λέξις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐχειροκρότησε, διότι τῷ ὄντι, ὡς ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἔθιγεν ἡμᾶς εἰς τὰ καιριώτατα καὶ αὐτὴ ἡ λέξις δῆμος, ἀλλ’ ὑπὸ Μανδραγόρου ὑπνωτισμένους ὄντας.
§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθεύδειν!
§169Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον, ἐὰν ἐκαθεύδομεν ὑπὸ Μανδραγόρᾳ, ἀλλ’ ἤμεθα ὑπνωτισμένοι ὑπὸ Μανδραγόρου (γέλωτες). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀναλύσω καὶ ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι καὶ νὰ τονισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ ἐθέσαμεν τὰς βάσεις τῶν ἀντιρρήσεων ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ περάνωμεν ὅ,τι ταχύτερον τὸν λόγον, ἐὰν ὄντως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ, ὡς δὲν εὐχόμεθα, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, καίτοι ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν θὰ ἦτο νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, μέχρις οὗ θὰ εἰσηγεῖτο ἐπὶ ἄλλων βάσεων νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ συνῇδε καὶ πρὸς τὰ ἤθη καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὅμως νὰ ἀντιπαρέλθῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τονίζει μὲν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναιρεῖ ὅμως ἐν τῇ πράξει. Ὡς βάσιν τουτέστι τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἔθετο τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν κοινοτήτων ἀπὸ τοῦ κέντρου, ἵνα ἀφήσῃ ταύτας ἐλευθέρας ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως τοῦ κέντρου. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις εἰς τὸ ἄρθρον 12 λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Εἰς χωρία ἔχοντα ἰδίαν κοινοτικὴν περιουσίαν καὶ ἱδρυόμενα εἰς δήμους χαρακτηρίζεται ἡ περιουσία αὕτη ὡς δημοτική, ἐπιφυλασσομένων πάντων τῶν κατὰ τὸ κατωτέρω ἄρθρον δικαιωμάτων ὡς καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς ὑφισταμένων τυχὸν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου». Βλέπετε ὅτι τὸ δημόσιον ἐπιφυλάσσει πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κοινοτήτων, καὶ ἡ πρώτη ἀπόδειξις αὐτοῦ εἶναι τὸ περίφημον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ ἐδώκαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέψαμεν νὰ ἐξακολουθῇ, ἐνῷ ἐψηφίσθη ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τούτῳ, νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ ἀφαιρῇ δηλαδὴ ἀπὸ τῶν κοινοτήτων πᾶσαν ζωτικὴν ἰκμάδα, κατὰ τοιοῦτον δὲ μάλιστα τρόπον, ὥστε νὰ τὰς προορίζῃ νὰ ἀποθάνωσι τὸν ἐκ φθίσεως θάνατον. Καὶ τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὕτω πως σκεπτομένη ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι σκέπτεται δι’ ὀλίγον μόνον χρόνον νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν, καὶ ὅτι οὐδὲ ἐνδιαφέρεται κἂν διὰ τὸ μέλλον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἔθετο ὡς βάσιν τοῦ προγράμματος αὑτῆς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Γνωστοῦ δὲ ὄντος τοῦ μέλλοντος τῶν κοινοτήτων, πῶς στηρίζει τὴν βάσιν τῆς ὑπάρξεως αὑτῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καίτοι οὐδεμίαν τοῦτο ἔχει ἀξίαν—διότι καὶ χθὲς ὡς βάσις τῆς ὑπάρξεως αὑτῆς ἐτέθη καὶ τὸ περὶ πιτυραλεύρων— ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον συνέδεσε τὴν τύχην της μὲ τὸ περὶ κοινοτήτων νομοσχέδιον; Γνωστοῦ λοιπὸν ὄντος ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων διὰ γνωστοὺς οἰκονομικοὺς λόγους εἶναι προωρισμένον νὰ ἀποθάνῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, δὲν ὑπολογίζει ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἓν ῥάκος θεσμοῦ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ὁ ἤδη ἐρρακωμένος θεσμὸς εἶναί τι, τὸ ὁποῖον καταπνίγει τὸ πρῶτον. Δὲν πρέπει νὰ ἀριθμήσω τὰς ἐπεμβάσεις τοῦ Δημοσίου, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τύχην ἐκ Κρήτης ἐπανερχόμενος καὶ ἐν τῷ λοιμοκαθαρτηρίῳ ἐπὶ δύο ἡμερονύκτια διαμείνας νὰ μελετήσω εἰς τὸ ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχέδιον μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐκεῖ κρατήσαντα ἢ τὰ ἐκεῖ κρατοῦντα σὺν τῇ προσθήκῃ ὅτι οὐχὶ τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου ὑπέστησαν τὴν κάθαρσιν ἐν Ἁγίῳ Γεωργίῳ. Καὶ ἤδη ἔρχεται αὐτόματον τὸ ἐρώτημα: τί ζητεῖτε λοιπὸν σεῖς καὶ ἀπασχολεῖτε ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ὡς βάσιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἡμῶν προγράμματος ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων; τί ζητεῖτε ὑμεῖς; ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν τὸ ἐτονίσαμεν πρὸ ὀλίγου· θέλομεν τὰς κοινότητας· ἀνεπτύξαμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν ταύτας, ἀλλὰ θέλομεν καὶ δήμους εὐρεῖς καὶ δημάρχους ἰσχυρούς, δημάρχους ἰσχυροὺς οὐχὶ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑλικῶν μέσων τῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ περὶ τὴν διάπλασιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν κοινοτήτων ἁπασῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσωσι τὸν δῆμον· θέλομεν δημάρχους ἰσχυρούς, ἵνα ἀντιτάσσωμεν αὐτοὺς κατὰ τῆς φαυλότητος τοῦ κέντρου, ἵνα ἀντιτάσσωμεν αὐτοὺς κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, οἱ ὁποῖοι πάντα λόγον, ἔχουσι διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν, τῶν ἐφόρων καὶ τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀποσπασματαρχῶν, νὰ δεσμεύωσι καὶ καταπολεμῶσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς θελήσεις ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν. Ἡ γνώμη ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐκπροσωπούντων ἔστω καὶ πολλοστημόριον τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, εἶναι σαφὴς καὶ ἀπερίφραστος. Γνωστοῦ ὄντος ὅτι αἱ κοινότητες ἀποτελοῦσι σῶμα νομικόν, ἐνῷ οἱ δῆμοι ἀποτελοῦσι σῶμα πολιτικόν, ἡμεῖς ἐπιβάλλεται νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐ μόνον δὲν θέλομεν νὰ περιορισθῇ, οὐ μόνον δὲν θέλομεν νὰ ἐξευτελισθῇ ὁ θεσμός, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ εὐρυνθῇ, νὰ ἀνυψωθῇ μέχρι τοσούτου, ὥστε ἀνακτῶν καὶ τὰ ἀπολεσθέντα ἀκόμη, οἷα εἶναι ἡ ἀγορανομία, ὡς ἐτόνισα ἀγορεύων ἐν ἀρχῇ, νὰ καταστῇ ὁ θεσμὸς οἷος ἦτο ἀπὸ τοῦ θεμελιώδους σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συνέστη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον, νὰ καταστῇ τοιοῦτος δηλονότι, ὥστε νὰ συντελέσῃ ὄντως ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῆς Πολιτείας αὐτῆς ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§171Σ. ΣΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς καὶ ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§173Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς συντόμευσιν τῆς συζητήσεως ἐννοῶ χρήσιμον νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου σχετικῶς μὲ τὴν σύστασιν τῶν κοινοτήτων καὶ τὰ σχολεῖα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§175Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ κυρία αἰτία τοῦ ναυαγίου τοῦ οἰκτροῦ τοῦ θεσμοῦ τῶν δημάρχων εἶναι οἱ δήμαρχοι, τοὐναντίον φρονῶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι τὰ θύματα καὶ διάφοροι ἄλλαι αἰτίαι ἐπέδρασαν ἐπ’ αὐτῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἐξευτελίσωσι καὶ αὐτοὺς καὶ τὸν θεσμόν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε οἱ πολέμιοι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἀρνηθῶσι, τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: εἶναι νεκρὸς ὁ θεσμὸς ἢ εἶναι τραυματίας; Τινὲς ἰσχυρίσθησαν ὅτι εἶναι τραυματίας, ἡ κοινὴ ὅμως συνείδησις, καὶ ὑποθέτω καὶ τὰ ⅘ τῆς Βουλῆς, φρονοῦσιν ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι νεκρός, εἴτε διότι ἔπταισεν ἡ Πολιτεία, εἴτε διότι ἔπταισαν οἱ δήμαρχοι, εἴτε διότι ἔπταισαν καὶ οἱ δύο ὁμοῦ, εἴτε διότι ἔπταισεν ὁ κόσμος ὅλος· καὶ ὄντως κατάκειται νεκρός. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ κοινὴ συνείδησις τὸν ἀναγνωρίζει ὡς τοιοῦτον, μέλλει νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ ἡμεῖς μέλλομεν νὰ ψάλλωμεν τὸν ἐπικήδειον αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἔψαλον καὶ πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐψάλαμεν τὸν ἐπικήδειον τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστᾷ τὸν νεκρὸν θεσμόν· αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη τὸ σχέδιον αὐτὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δικαίωμα τῆς Βουλῆς καὶ καθῆκον αὐτῆς ἦτο νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καί, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτας, νὰ τὰς διορθώσῃ, ἂν δὲ δὲν ἔχῃ, νὰ τὸ ψηφίσῃ ὡς ἔχει. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι οὐδὲν νομοθέτημα δύναται νὰ ἐξέλθῃ τέλειον ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου· πάντα τὰ νομοθετήματα τὰ διορθοῖ καὶ τὰ συμπληροῖ ὁ χρόνος. Δοθέντος λοιπὸν τούτου, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀτέλειαί τινές, βεβαίως πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, προκειμένου λόγου νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸν ἀπελθόντα ἤδη θεσμόν, καὶ λέγω πρέπει, νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτό, ὡς ἔχει, ἔστω καὶ μὲ τὰς ἀτελείας αὐτάς, διότι τοῦτο ζητεῖ τὸ Πανελλήνιον ὁλόκληρον, τοῦτο ζητεῖ ὁ κόσμος ὅλος, τοῦτο ζητοῦσιν οἱ Βουλευταί, τοῦτο ζητοῦσιν οἱ πάντες. Ἔψεξαν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οἱ κατ’ αὐτοῦ ὁμιλήσαντες διοικητικῶς, οἰκονομικῶς κατὰ τοῦτον καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, κατὰ πολλοὺς τρόπους· δικαίωμα βεβαίως ἦτο τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν ψεξάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ τὸ ψέξωσιν. Εἶπον ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν δημάρχων εἶναι ἀναγκαῖος, διότι κρατεῖ ἡ δύναμις, καὶ ἡ δύναμις αὐτὴ ἀντιτάσσεται εἰς τὸ κέντρον· καὶ λέγομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ λέγει ἡ κοινὴ συνείδησις: ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν δύναμιν θέλομεν νὰ ἐξασθενήσωμεν, διότι αὐτὴν μέχρι τοῦδε τὸ κέντρον, ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τῶν δημάρχων, μετεχειρίζετο ἐναντίον τοῦ λαοῦ. Αὐτὴ ἡ δύναμις θέλομεν νὰ ἐκλείψῃ καὶ θὰ ἐκλείψῃ, διότι τοῦτο ζητοῦσι τὰ 9/10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς λαμπρῶς ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὅλον τὸ Κράτος τὸ καθώρισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ ἕκαστος συνοικισμός, κατὰ φύσιν βεβαίως περιοριζόμενος, ἰδίαν κοινότητα. Ἡ κοινότης εἶναι ἓν πρᾶγμα ὡς εἶναι ἡ οἰκογένεια. Ἡ οἰκογένεια λοιπὸν νὰ ῥυθμίζῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν, ἡ οἰκογένεια νὰ εἰσφέρῃ δι’ ἑαυτὴν καὶ ὄχι διὰ τὸν ἄλλον κόσμον. Λέγουσιν οἱ κατήγοροι τῆς διοικητικῆς ταύτης διαιρέσεως, διατὶ ἆρά γε δὲν διαιρεῖτε καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν; Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν διαιροῦνται μόνον αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν· διότι λέγει μὲν τὸ νομοσχέδιον ὅτι αἱ ἔχουσαι ἄνω τῶν 5.000 κατοίκων πόλεις δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι δῆμον, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ψηφίσωσι τὰ ⅚, ὥστε ἀναγκαστικῶς θὰ γίνωσι δῆμοι μόνον αἱ πρωτεύουσαι τῶν Νομῶν. Οἱ δῆμοι οὗτοι πρέπει νὰ διατηρηθῶσι, διότι καὶ λόγῳ τῆς στενότητος τοῦ ἀριθμοῦ καὶ λόγῳ τῶν φιλοδοξιῶν, αἵτινες θὰ παρουσιασθῶσιν, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἔριδες, ὥστε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι εἰς τὰς κοινότητας ἤδη προβαίνομεν δοκιμαστικῶς. Πολὺ δικαίως ἐν τούτοις αἱ πόλεις τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν θὰ ἀπαρτίσωσιν ἴδιον δῆμον. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰς κοινότητας. Πόσαι κοινότητες θὰ σχηματισθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. εἰσηγητοῦ; Τινὲς τῶν ὁμιλησάντων, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς Ὑπουργὸς λέγει διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, πολὺ ἐσφαλμένως κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι θέλουσι σχηματισθῆ κοινότητες 2,700. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν θέλουσι σχηματισθῆ τοσαῦται, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσχημάτισεν αὐτὰς ἐκ τῶν συνοικισμῶν, τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν κάτω τῶν 300 ψυχῶν, οἱ ὁποῖοι συνοικισμοὶ εἶναι 1,700 κατὰ στατιστικὴν ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ἀναφερομένην ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐσχημάτισε Δήμους 500 καὶ τοῦτο ἀναγκαίως ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν εἰς 2,700 δήμους.
§176Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι τόσαι θὰ σχηματισθῶσι. Λέγω ὅτι δύνανται νὰ σχηματισθῶσιν.
§177Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Εὐχερέστερον εἶναι τοῦτο, ἐφ’ ὅσον 300 κάτοικοι ἑκάστης κοινότητος ἀποτελοῦσι συνοικισμόν. Λοιπὸν 800 συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔλαττον τῶν 100 κατοίκων. Ὅπως λέγετε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, 100 κάτοικοι εἶναι 20 οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσι μόναι των. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τοὺς συνοικισμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι μόνοι των, ἀσφαλῶς θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν νὰ προστεθῶσιν εἰς ἄλλους συνοικισμοὺς καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ εἶναι ὀλιγώτεραι αἱ κοινότητες, ἑπομένως ὀλιγώτερα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Καὶ τότε θὰ ἔχωμεν, Κύριοι, μόνον 2,200 κοινότητας. Αἱ κοινότητες αὐταί, πῶς θὰ διοικηθοῦν; Ἀσφαλῶς διὰ συμβουλίων ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, τὰ συμβούλια θὰ ἀπαρτίζωνται κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον. Ἐγὼ προτείνω εἰς ἕκαστον χωρίον νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς πέντε τὸν ἕνα, ἵνα μείνουν τέσσαρες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ εἷς, αὐτοδικαίως νὰ εἶναι ὁ ἐφημέριος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καλῶς εἶναι συντεταγμένον τὸ συμβούλιον καὶ ὀρθῶς θὰ διοικῆται ἡ κοινότης· φρονῶ δὲ πεποιθότως ὅτι ὅσαι φιλοδοξίαι καὶ ἂν ὑπάρχουν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε θὰ ἱκανοποιήσῃ πάσας τὰς φιλοδοξίας καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσίς τις. Τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου ποῖον εἶναι; Τινὲς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι οἵτινες ἀσχολοῦνται περὶ τὰ οἰκονομικά, ἀνεβίβασαν τὰς δαπάνας εἰς 4,000,000–6,000,000. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ πέραν τῶν 150 δρχ., γραμματεὺς δ’ αὐτοῦ θὰ χρησιμεύῃ ὁ διδάσκαλος μὲ 90 δρχ. κατὰ μῆνα. 150 λοιπὸν ὁ πρόεδρος καὶ 120, ἔστω, ὁ γραμματεὺς μᾶς κάμνουν 270, δέκα δρ. τὸ κατάστημα καὶ 240 τὰ ἔξοδα τοῦ κλητῆρος, γραφικῆς ὕλης κλπ. ἀναβιβάζουν τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500 δρχ. Δοθέντος δὲ ὅτι θὰ ἔχωμεν 2,200 κοινότητας, τὰ ἔξοδα θὰ ἀνέλθουν, τὸ πολύ, εἰς 1,400,000. Ἐξετάσωμεν τώρα, τί λαμβάνουν οἱ δήμαρχοι τῶν ἀγροτικῶν δήμων; Βεβαίως δὲν ἔχομεν στατιστικήν, πάντες ὅμως γνωρίζομεν, διότι πάντες ἀνεμίχθημεν εἰς τὰ πολιτικά, ὅτι δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ὁ ἔσχατος τῶν δήμων τρίτης τάξεως λαμβάνει 1,000, ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν καὶ 3–4000 δι’ ἕκαστον δῆμον δευτέρας τάξεως, ἔχομεν 5,000 μέσον ὅρον διὰ τοὺς δήμους τρίτης καὶ δευτέρας τάξεως, ἔχοντες δὲ 400 τοιούτους δήμους, εὑρίσκομεν σύνολον 2,000,000 τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε σεῖς, τότε τί θὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινότης, ἀφοῦ ὅσα θὰ λαμβάνῃ, θὰ τὰ ἐξοδεύῃ διὰ μισθούς; Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς ὅτι ὅσα θὰ λαμβάνῃ, θὰ τὰ ἐξοδεύῃ διὰ μισθούς, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἄμεσοι φόροι ἐκτὸς τῆς κοινοτικῆς περιουσίας ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον ἄτομον ἀπὸ τρεῖς δρχ., δοθέντος δὲ ὅτι 300 θὰ εἶναι ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἀτόμων, ἔχομεν 900 δρχ. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ ἔσοδα, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἐράνους, οἱ δὲ ἔρανοι θὰ ἐπιβληθῶσιν οἰκείᾳ βουλήσει. Συνεπῶς, Κύριοι, φρονῶ ὅτι αἱ κοινότητες θὰ εὐδοκιμήσουν ἄριστα. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μὲ κατέπληξεν, εἶναι τοῦτο· ὁ κ. Ὑπουργὸς κατεπλάγη προχθὲς διὰ δύο τινά, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ψηφοδέλτιον καὶ τὸ ἔμμεσον ἢ ἄμεσον τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον εἶναι ἀποκρουστέον, καὶ εἶναι ἀποκρουστέον, ἐν τούτοις ἐδέχθη μίαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν τὸ υἱοθετεῖ.
§178Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι ἐπικαλοῦμαι τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον. Εἶπον δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας διὰ ψηφοδελτίων, συνεζητήθη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲ εὗρον ἐγὼ ὡς προκριτέον τὸ σύστημα αὐτό, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ μειονοψηφίαι, ἐξ ἄλλου ὅμως ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς εἰσέτι. Πάντως δὲν τὸ ἀποκρούω κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ αὕτη ἐπιμείνῃ, θὰ τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐμμέσου τῆς ἐκλογῆς.
§179Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίαν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐδοκιμάσθη, ἡ δὲ ἀνάμνησίς της εἶναι κακίστη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων κακῶν, ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία καθίσταται ψηφοφορία φανερά. Εἰς μίαν δὲ στενὴν κοινωνίαν, οἵα ἡ κοινότης, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τοῦτο καὶ μόνον νὰ γεννήσῃ σκάνδαλα καὶ νὰ ναυαγήσῃ ὁ θεσμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ψηφοδελτίου.
§180Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν Βουλήν.
§181Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἀκούσῃ. Ἐὰν δὲν ἀκούσῃ, διαφέρει. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς. Ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, Κύριοι, σημαίνει καταστροφὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογέως πλήρη. Δὲν ἐδόθη δὲ εἰς ἡμᾶς κανὲν δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἄρχοντά του. Ἄμεσος ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ ἐκλογή, διότι ἄλλως τε τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν ἀποκρούει ἡ κοινὴ συνείδησις, ἀποκρούει ἡ πρᾶξις. Ὅτε δὲ διὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς δημοδιδασκάλου τοσαῦτα γίνονται ἐν τοῖς δημοτικοῖς συμβουλίοις, ὅσα πάντες γνωρίζετε, ἐπιτρέπεται, οὐδ’ ἡ σκέψις κἄν, ἵνα εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἀνατεθῇ ἡ ὑπόδειξις τῶν ἀρχόντων τῆς πόλεως;
§182Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἰσάγομεν τὸ σύστημα τῆς δωροδοκίας, κύριε συνάδελφε.
§183Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Κύριοι, δὲν μᾶς ἔδωκε κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἄρχοντά του. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οὕτω διαρρυθμιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ἀσφαλῶς ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ πάσας τὰς ἀγαθὰς ἐλπίδας θὰ δικαιολογήσῃ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
§185Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί εἴπετε; Ἔχω τὸν λόγον.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε.
§187Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν ζητῶ τώρα.
§188Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐδήλουν ἐγὼ ὅτι ἐπειδὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, εἴμεθα διατεθειμένοι μετὰ τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐννοῇ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, φυσικὰ θὰ ἀκούσωμεν αὐτόν.
§189Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ καθέκαστα, κύριε Ὑπουργέ, καθόλου. Θὰ ὁμιλήσω ὀλίγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Πολὺ ἐσκέφθην, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ἂν ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ἐπιμεμελημένη καὶ μεγάλη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐδόθη καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν πρὸ πολλοῦ, καὶ τὴν Βουλὴν ἀπασχολεῖ ἤδη, θέλει χρησιμεύσει ὡς βάσις μελέτης ἀρτιωτέρας καὶ πλέον συντελεστικῆς διὰ τὴν Πολιτείαν, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ποιήσωμαι καὶ ἐγὼ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει. Εἶπον ὅτι φρονῶ ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὑπάρχει ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τοιούτου νομοσχεδίου, διότι τοῦτο βλέπω ἐκ τῆς διπλῆς βάσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τί ἄλλο σημαίνει, κύριοι Βουλευταί, τὸ νὰ χωρίζῃ τὸ νομοσχέδιον τοὺς δήμους εἰς δύο τάξεις καὶ νὰ διατηρῇ τοὺς δήμους τοὺς ἀστικούς, νὰ καταλύῃ δὲ τοὺς δήμους τούς, ὡς τοὺς ὀνομάζει τὸ νομοσχέδιον, ἐπαρχιακούς; Καὶ ἐὰν εἶχε πεποίθησιν περὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ ἔργου του ὁ κύριος Ὑπουργός, καὶ ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι τὸ ἔργον αὐτοῦ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, ἤθελε σκεφθῆ νὰ χωρίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς δήμους τοῦ Κράτους εἰς δήμους ἀστικούς, τῶν ὁποίων τοὺς ἄρχοντας νὰ ἐκλέγωσιν ἀπ’ εὐθείας οἱ δημόται, καὶ εἰς δήμους ἐπαρχιακοὺς τῶν ὁποίων τὸν ἄρχοντα νὰ μὴ ἐκλέγωσιν ἀμέσως οἱ ἐκλογεῖς, ἀλλὰ νὰ ἐκλέγηται καὶ ὑποδεικνύηται ἐμμέσως καὶ ἐνιαυσίως; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, τὴν κοινότητα, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ, ἀποκαλεῖ — καὶ δικαίως ἀποκαλεῖ—ἔμβρυον πολιτικόν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην θεωρεῖ τὴν κοινότητα ὁ κ. Ὑπουργός, δίδει δικαιώματα, οἷα δὲν δίδει οὐδ’ εἰς τοὺς ἀνεπτυγμένους καὶ εἰς τοὺς ὡρίμους ἄνδρας. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀστικὸς ἡμῶν νόμος ἀπαγορεύει τὴν διαχείρισιν καὶ δὲν ἐμπιστεύεται διαχείρισιν εἰς τοὺς ἀνηλίκους. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται κἂν καὶ περὶ ἀνηλίκου· πρόκειται περὶ ἐμβρύου· καὶ εἰς τὸ ἔμβρυον αὐτὸ ὄχι μόνον δίδομεν δικαιώματα διαχειρίσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπομεν καὶ ἐπόπτην οὐδένα ἐπὶ τοῦ ἐμβρύου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν εἶδε τὸ φῶς. Ἀλλ’ ἤγειρον θόρυβον καὶ ἄλλοτε καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρὸ πολλοῦ πρὸ τούτου κατὰ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, τῶν ὑπαρξάντων, τῶν ὑπαρχόντων, καὶ τῶν ὑπαρξόντων δημάρχων, καὶ συνεσώρευσαν ἐπ’ αὐτῶν πᾶσαν ὕβριν καὶ πᾶσαν συκοφαντίαν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἀπὸ χρόνου πολλοῦ ἤρξατο· ἐξεδηλώθη ἐνεργότερον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους. Μία ὑπῆρξεν ἡ τακτική, νὰ καταρρίψωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην πᾶσαν κορυφήν, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ὅτι τοῦτο εἶναι ζημία μεγάλη καὶ ἀνεπανόρθωτος τοῦ τόπου. Καὶ ὕβρισαν σκαιῶς πᾶσαν πολιτικὴν κορυφὴν τοῦ τόπου, καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐξευτελίσωσι πάσας τὰς κορυφὰς τοῦ τόπου, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου εἶναι κεφάλαιον, καὶ κεφάλαιον μέγιστον διὰ τὸν τόπον, ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων εἶναι ἔλλειψις κεφαλαίων τοῦ τόπου. Καὶ οὕτω κατώρθωσαν διὰ τοιούτων ὕβρεων νὰ ἀναγκάσωσι τὰς κορυφὰς τοῦ τόπου νὰ ἀπόσχωσι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν γνωρίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἀντικατέστησαν τούτους ἐκ τῶν νέων ἀνδρῶν. Καὶ ἐνῷ κατώρθωσαν νὰ πράξωσι τοῦτο, εὕρισκον προσκόμματα διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὰ προσκόμματα ταῦτα ἔβλεπον καὶ ἐν τῇ ὑπάρξει τῶν τοπικῶν ἐπιρροῶν.
§190Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θαυμάσια.
§191Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶπον λοιπόν: ἐκποδὼν καὶ αὐτοί, θὰ φονεύσωμεν καὶ τούτους. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ μεταβολῆς θεσμοῦ χάριν τοῦ δυστυχισμένου λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπικαλούμεθα ὁσάκις ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ καὶ τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἐγνωρίσαμεν καὶ οὐδέποτε ἐπονέσαμεν. Καὶ ἐξεστράτευσαν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφιλοδόξησαν ἀπὸ ἐτῶν νὰ καταλάβωσι τὸ ἐπίζηλον ὄντως ἀξίωμα τοῦ δημάρχου, καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν, διότι δὲν εἶχον τὴν ἀγάπην τῶν συμπολιτῶν των. Ἐξεστράτευσαν καὶ ἐνέβαλον ἰδέας φιλοδοξίας εἰς ὅλους τοὺς ἐπιτρόπους τῶν ἐκκλησιῶν τῶν χωρίων, ἵνα δι’ αὐτῶν καταρτίσωσι τὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου συμβούλια τῶν κοινοτήτων. Καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες, τίνες θὰ γίνωσι σύμβουλοι καὶ διαχειρισταὶ τῶν κοινοτικῶν χρημάτων εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας; Θὰ γίνωσιν οἱ ὑπάρχοντες ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν. Καὶ γνωρίζετε, τίνες διαχειρίζονται τὰ τῶν ἐκκλησιῶν! Γνωρίζετε ὅτι τὸ πλεῖστον αὐτῶν, τὰ 9)10, ἐπεδίωξαν, παρεκάλεσαν, προσελιπάρησαν, διὰ νὰ καταλάβωσι τὸ ἀξίωμα αὐτό. Καὶ ὅτε τοιαύτην ἔχετε εἰκόνα ἐνώπιον ὑμῶν τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τῆς ἐντίμου διαχειρίσεως τοιούτων συμβούλων ἄνευ ἐποπτείας τῶν χρημάτων τῶν κοινοτικῶν; Ἀλλ’ ἐνέβαλον ἐπιδίωξιν φιλοδοξίας εἰς τοὺς ἀγαθοὺς ἐκείνους χωρικούς, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ μόνον εἰς τὴν ἐργασίαν των. Καὶ δὲν σᾶς τρομάζουσιν αἱ συνέπειαι τοιαύτης καταστάσεως; Δὲν γνωρίζω ποῖον δὲν τρομάζουσιν, ἀλλὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως τὸν τρομάζουσι, διότι γνωρίζει ὡς καὶ ἐγὼ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἔζησεν ἐν αὐτῇ, περιώδευσε πολλάκις τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶδεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστασιν αὐτῆς καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν τί θὰ συμβῇ; Δὲν θὰ διαταραχθῇ ἡ ἡσυχία τῶν πολιτῶν ἐκείνων εἰς τὰς μικρὰς κωμοπόλεις, εἰς τὰ μικρὰ ἐκεῖνα χωρία, τὰ ἀποτελούμενα ἀπὸ 50, ἀπὸ 60, ἀπὸ 80 καὶ ἀπὸ 100 οἰκογενείας, ὅταν δίδετε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα καὶ ἐμπνέετε εἰς αὐτοὺς τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἐπιδιώξωσιν ἀρχὴν ἐν τῷ τόπῳ των; Καὶ δὲν θὰ χωρισθῶσιν εἰς τὸ χωρίον εἰς δύο στρατόπεδα, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος; Καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τῆς ἀνησυχίας πλήρης διατάραξις τῆς τάξεως, καὶ δὲν θὰ διακινδυνεύσῃ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐκ τοῦ λόγου τούτου; Καὶ θὰ ἐρωτήσω, ποῖος θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος ἐν τῷ τόπῳ, διὰ νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν; Ἰσότης πανταχοῦ μεταξὺ τῶν χωρικῶν, οὐδεὶς θὰ σεβασθῇ τὰ πρωτεῖα τοῦ ἄλλου, ἕκαστος θὰ θεωρῆται ἴσος ἀπέναντι τοῦ ἄλλου. Τίς λοιπόν, ὅταν εὑρεθῶμεν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς διαμάχης, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως, τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέμβῃ καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν; Ἀλλὰ δὲν σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῖον Λαβύρινθον καὶ ποῖον σκόπελον θὰ συναντήσῃ εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν κοινοτήτων τῶν χωρίων ἐκείνων; Δὲν σκέπτεται ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν κοινοτήτων ἔχουσι δημιουργηθῆ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Βασιλείου καὶ ὅτι δὲν ἔχουσιν ὅρια; Καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι τὰ κτήματα ἑκάστου χωρίου γειτονικοῦ πρὸς τὸ ἄλλο εἶναι ἀνάμικτα καὶ τί ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἐντεῦθεν ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς βοσκῆς τῶν ζώων ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτοῖς; Δὲν θὰ γίνωσιν ἀφορμὴ διασαλεύσεως τῆς τάξεως καθ’ ἑκάστην, ἀφοῦ ἐπὶ 75 ἔτη ἔχοντες τὴν διαίρεσιν τῶν ὁρίων τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐν τούτοις οὐδαμῶς ἀπεφύγομεν τὰς συγκρούσεις, ἔριδες δὲ καὶ ἀλλεπάλληλοι συγκρούσεις πολλάκις ἐγένοντο; Ἀλλὰ καὶ πότε θὰ χωρισθῶσι καὶ πῶς τὰ ὅρια, καὶ πῶς θὰ καθορισθῶσι ἐν τῷ δικαίῳ μεταξὺ τῶν χωρίων; Ὅταν δὲ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, δὲν εἶναι συνέπεια ἄμεσος ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν ἔριδες, φιλονεικίαι καὶ ἐγκλήματα λόγῳ τῶν ἐρίδων αὐτῶν; Ἀλλὰ ποῖα εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ προτερήματα τοῦ Ἕλληνος πολίτου; Ἔχει ὁ Ἕλλην πολίτης προτερήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἴσως λαὸς ἔχει ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ Ἕλλην πολίτης εἶναι φιλότιμος, εἰσέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν ἔρημος καὶ ἀπροστάτευτος καὶ μεριμνᾷ, ὥστε νὰ ἀναδεικνύεται· αὐτὸς δὲ πολλάκις, ὁ ἔρημος καὶ ἀπροστάτευτος ὀρφανός, μεγαλουργεῖ ἐν τῇ βιοτικῇ πάλῃ, ἀλλ’ ὡς πολίτης εἶναι ἐλαττωματίας. Πάντες ἐπιθυμοῦμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν μεγάλην, πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ συνεισφέρωμεν δι’ αὐτήν, ἀλλ’ ἐκτὸς ἡμῶν αὐτῶν, τὰ πάντα χάριν τοῦ ἀτομισμοῦ θέλομεν νὰ παραλύσωσιν, ὅταν φθάσωσιν εἰς ἡμᾶς, ἐνῷ θέλομεν αὐστηρότατα νὰ ἐφαρμοσθῶσι διὰ τοὺς ἄλλους. Τί πράττει τὸ νομοσχέδιον; Ἐνισχύει τὸν ἐγωϊσμὸν τοῦ πολίτου, τοῦ χωρικοῦ, διότι ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ σκέπτεται μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, δεσμεύει αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ σκεφθῇ εἰς εὐρύτερον κύκλον διὰ τὸν δῆμον, καὶ ἐκεῖθεν νὰ διδαχθῇ νὰ σκεφθῇ διὰ τὴν Πολιτείαν. Τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον παντὶ σθένει ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν διὰ νὰ τὸ ἐλαττώσωμεν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῇ, τὸ ἐνισχύομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἐξαγνίζονται λέγουσι τὰ πολιτικὰ ἤθη, πῶς; Διατί; Οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Οὐδὲν ἐπιχείρημα ἤκουσα τοιοῦτο ὁπωσδήποτε σοβαρόν, διότι εἶπον, ὅτι θὰ ἐκλείψωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαφθείρουσι τὰ τῶν ἐκλογῶν, διότι δὲν θὰ εἶναι αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι αἱ τοπικαί, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι συνδυασμοὺς καὶ φέρουν ἀποτέλεσμα κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν ὑπάρχῃ πολίτης Ἕλλην ἀγαπώμενος καὶ σεβόμενος ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν του, τίποτε δὲν θὰ ἐμποδίσῃ νὰ διευθύνῃ τὰς θελήσεις τῶν συμπολιτῶν του, ἐφ’ ὅσον ἀπολαμβάνει τῆς εὐνοίας καὶ ἐκτιμήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει συμβῆ. Αἱ μικραὶ ἐκεῖναι κοινότητες, εἰς τὰς ὁποίας τὸ νέον νομοσχέδιον θὰ γεννήσῃ τὸ μῖσος καὶ τὸ πάθος, θὰ χωρισθῶσι πρὸς ἀλλήλας, θὰ χωρισθῶσιν εἰς 2 καὶ πλέον στρατόπεδα καὶ θὰ γεννηθῇ ἐν αὐταῖς ἄγριος καὶ ἀσύμφορος κομματισμός. Καὶ τίς ἀγνοεῖ ὅτι καὶ οἱ δήμαρχοι μέχρι τοῦδε ἐκ πολλῶν περιστάσεων ἐφάνησαν ἀνίκανοι τελείως νὰ διαθέτωσιν ἐκλογεῖς των. Οἱ δήμαρχοι, ἐνόμισάν τινες ὅτι λόγῳ τῆς ἰδιότητός των εἶναι οἱ ἀγελάρχαι οἱ διευθύνοντες ὡς ἀγέλην τοὺς πολίτας πρὸς τὴν στροῦγκαν. Πλανῶνται ὅμως οὗτοι οἰκτρῶς. Ἐφ’ ὅσον ὁ δήμαρχος δὲν ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται ὁ λαός, εἶναι μηδέν, εἶναι ἐκλογεὺς ἁπλοῦς. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα ὅτι δήμαρχός τις ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι ἀνῆκε κατὰ μὲν τὰς ἐκλογὰς τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1910 εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, κατὰ δὲ τὰς τοῦ Νοεμβρίου εἰς ἐμέ, ἀλλὰ κατὰ μὲν τὰς πρώτας ἰσοψηφίσαμεν σχεδόν, κατὰ δὲ τὰς τοῦ Νοεμβρίου ἐμειονοψηφίσαμεν 300 ψήφους. Θέλετε νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς, εἰς τὸ 1887 ἢ εἰς τὸ 1890; Εἰς τὸν νομὸν, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος, ἐκ τῶν 33 δημάρχων οἱ 28 ἦσαν ἐναντίον ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀντιπάλων μας οὐδεὶς ἐσώθη.
§192ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπόδειξις τῆς δημοτικότητος, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ δήμαρχοι.
§193Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχουσιν, ὅταν ἀντιστρατεύωνται εἰς τὰς θελήσεις τοῦ λαοῦ. Μὴ σᾶς τρομάζῃ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει. Λέγεται ὅτι ἐδημιουργήθη ἕν περιβάλλον ἀποτελούμενον ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὕβρισαν χυδαίως, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πράγματι κορυφαὶ ἐν τῷ τόπῳ. Διότι οἱ δήμαρχοι, καὶ οἱ ὑπάρξαντες καὶ οἱ ὑπάρχοντες καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ὑπάρξωσι, δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἢ οἱ πρῶτοι πολῖται τοῦ τόπου. Καὶ θὰ ὦσιν εἰς περιωπὴν καὶ ἂν ὑβρίσητε ἢ κατηγορήσητε αὐτοὺς, δὲν θὰ ἀπολέσωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν συμπολιτῶν των, ὅσοι εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης καὶ ὑπολήψεως. Καὶ τοιαύτη ἐδημιουργήθη κατάστασις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ καταρριφθῇ πᾶσα ὑπεροχὴ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὥστε καὶ αὐταὶ αἱ λέξεις ἀπώλεσαν τὴν σημασίαν των. Ἤκουσα πρώην δήμαρχον, ὁ ὁποῖος μόνος ἐπὶ 40 ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ νομοῦ μου ἔφθασε μέχρι τοῦ Κακουργιοδικείου δι’ ἔγκλημα περὶ τὴν διαχείρισιν, ἤκουσα αὐτόν, ὅταν Συνταγματάρχης τις τῆς Ἐπαναστάσεως διήρχετο ἐκ Τριπόλεως καὶ ἐκλήθη νὰ τὸν προσφωνήσῃ, νὰ βροντοφωνῇ καὶ αὐτὸς κατὰ τῆς φαυλοκρατίας. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν οἱ περισσότεροι ἐπαναστατήσαντες. Δὲν πιστεύω τίμιοι ἄνθρωποι καὶ χρηστοὶ καὶ σεβόμενοι ἑαυτοὺς νὰ ὑβρίζωσιν ἀνθρώπους, ἀπόντας, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μάλιστα ἐν χρηστότητι καὶ ἠθικῇ. Καὶ εὑρέθησαν τοιοῦτοι νὰ σχηματίσωσι κοινὴν γνώμην καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ἐντεῦθεν φερομένην, ἵνα ὑποστηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τότε, ὅταν μοὶ ἦλθεν ἡ πληροφορία, εἶδον μετ’ ὀλίγον τὸν κύριον αὐτὸν καὶ ἠρώτησα· σὺ περὶ φαυλοκρατίας ὁμιλεῖς; σὺ εἶσαι ὁ κραυγάζων: κάτω ἡ φαυλοκρατία; Καὶ ἵστασαι ἀκόμη εἰς τοὺς πόδας σου ὄρθιος; Καὶ ἀπεχώρησεν ἄνευ διαμαρτυρίας. Ἐπεθύμουν οἱ γενικῶς καὶ ἐν συνόλῳ ἀποκαλοῦντες φαύλους, λῃστάς, κακούργους, νὰ κατονομάζωσι πρόσωπα καὶ πράγματα. Διότι μὴ καὶ ὅτε συνεζητοῦντο τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια δὲν ἠκούσαμεν ὅτι ὁ δικαστικὸς κόσμος εἶναι φαῦλος καὶ ἐλεεινός, καὶ ὅτε συνεζητοῦντο τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὅμοια δὲν ἀπεδίδοντο ἰδιότητες καὶ ὅτε συνεζητοῦντο τὰ διοικητικὰ ἢ οἰκονομικὰ νομοσχέδια δὲν ἀποδίδοντο τοιαῦτα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς σχετικούς; Ἀλλ’ οἱ τοιαῦτα λέγοντες δὲν ἐξυπηρετοῦσιν οὔτε τὴν πατρίδα, οὔτε τὴν Βουλήν, οὔτε τὴν κοινωνίαν. Οὕτω καὶ ἤδη οἱ δήμαρχοι εἶναι κλέπται, λῃσταί, λωποδύται. Ὁμολογῶ ὅτι ἐν τῷ νομῷ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, πλὴν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον, οἱ δήμαρχοι πένονται. Γνωρίζω δημάρχους διοικήσαντας τοὺς δήμους ἐπὶ 20 ἢ 30 συναπτὰ ἔτη νὰ στεροῦνται τοῦ ἄρτου των. Εἶχον περιουσίαν, ἀνῆκον εἰς οἰκογενείας, τὰς πρώτας ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἐν τούτοις ἀπώλεσαν περιουσίας καὶ ἐπτώχευσαν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ὅταν θνήσκωσιν οἱ πατέρες, παραιτοῦνται τῆς κληρονομίας. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν τοιαύτη σταυροφορία γίνεται κατὰ τῶν κορυφῶν τοῦ τόπου· ὑπῆρξε καὶ ἄλλη ἐποχὴ ἀπομεμακρυσμένη, καθ’ ἣν ἐπίκραναν μέγαν πολιτικὸν ἄνδρα τοῦ τόπου ὑπηρετήσαντα τὴν πατρίδα καὶ τὸν ἔστειλαν εἰς τὸν τάφον δηλητηριάσαντες αὐτὸν ὡς κλέπτην καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ παρῃτοῦντο τὴν ἑπομένην τῆς κληρονομίας τῆς πατρικῆς. Τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων παρατηρῶν καὶ μελετῶν τις τὴν ἱστορίαν του βλέπει. Τίνα τὸ πάλαι δὲν ἐπίκραναν οἱ συμπολῖται ἡμῶν; Τοῦτο αὐτὸ καὶ ἤδη· ἀλλὰ μέχρις ὁρίων, Κύριοι. Μήπως εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παραβλέπουσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν, παραβλέπουσι τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τιμῆς, παραβαίνουσι τοὺς νόμους; Καὶ δὲν ἔχομεν τοιούτους ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης; Δὲν εἶναι ἤδη ὑπὸ καταδίωξιν πολλοί; Δὲν κατεδιώχθησαν ἐξ αὐτῆς τῆς ἀριστοκρατίας τῆς Πολιτείας, τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἄνθρωποι καὶ δὲν ἀπεδείχθησαν καὶ ἐξ αὐτῶν ἀνίκανοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσεβάσθησαν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχον; Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς κανένα, ὅταν ἀποδεικνύωνται ὀλίγοι τινες παραβάται καθηκόντων ἢ καὶ ἐγκληματίαι ἀκόμη, νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ ὅλου καὶ νὰ καταδικάζῃ τὸ ὅλον; Καὶ ἤκουσα πολλοὺς τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης νὰ κατονομάζωσι πρόσωπα δημάρχων καὶ ν’ ἀποκαλῶσιν αὐτοὺς κλέπτας· καὶ ἐρωτῶ αὐτοὺς ἐντεῦθεν, τί ἔπραξαν ἵνα ἐπανορθώσωσι τὸ δίκαιον, τὸ καταστραφὲν ὑπ’ ἐκείνων, τὸ ἁρπαγὲν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν; Κατήγγειλαν αὐτοὺς εἰς τὴν Δικαστικὴν ἀρχήν; Καί, ἐὰν δὲν κατήγγειλαν αὐτοὺς εἰς τὴν Δικαστικὴν ἀρχήν, ἵνα δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, τῶν τυχὸν ἐγκληματικῶν, πῶς τολμῶσι νὰ ἐκφέρωσιν ὕβρεις ἐντεῦθεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς; Αὐτοὶ παρέλειψαν καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον. Καὶ ἐγεννήθη ὁ θόρυβος αὐτὸς ἐκ τοιούτων αἰτίων καὶ ἐξηναγκάσθη κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὥστε οὐχὶ ὅπως ἄλλοτε ὁ συνάδελφός του καὶ ἔντιμος συμπολίτης μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν μιᾷ ὥρᾳ νὰ κόψῃ 13 κεφαλάς, ἀλλ’ ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ κόψῃ 450 κεφαλάς.
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δέκα τέσσαρας.
§195Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τοὺς ἔκοψεν ὁ νόμος.
§196Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ δὲν ἔχω ὄρεξιν, διότι ἔχω τὴν γνώμην τὴν ἀσφαλῆ, ὅτι αἱ κοινότητες, τοὐλάχιστον τῶν ὀρεινῶν δήμων, εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ ὑπάρξωσι καὶ νὰ ζήσωσιν. Ἀλλὰ θὰ δημιουργηθῶσι κοινότητες δυνάμει τοῦ νόμου καὶ θὰ ἐκλεχθῶσι καὶ τὰ συμβούλια καὶ αἱ ἀρχαί, ἀλλ’ ὅταν χρειασθῇ κατὰ τὸ μέσον τοῦ ἔτους, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐκ τῶν κοινοτήτων αὐτῶν, οὐδένα θὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις αὐτὰς ὁ κ. Ὑπουργός; Γελᾷ ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι γνωρίζει, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι του ὑπάρχουσι δύο κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἐρημοῦνται κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἔτους. Καὶ ποῦ θὰ εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἡ Στρατιωτικὴ ἢ ἡ Δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει; Ἀλλὰ πρόκειται περὶ δύο, περὶ 5, περὶ 15; Τὸ νομοσχέδιον συγχέει τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ δήμου· τὸ τοιοῦτον, κύριε Ὑπουργέ, μὲ τρομάζει, καὶ μὲ τρομάζει διὰ δύο λόγους, διότι βλέπω δύο κινδύνους ἐν τῇ περιουσίᾳ τῇ κοινοτικῇ, τὸν ἕνα ἐκ μέρους τῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλεχθῶσι, τῶν ἐπιτρόπων, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον, τὸν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ τοῦ κράτους, διότι ἄν, ὅ μὴ γένοιτο κατ’ ἐμέ, γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, οἱ διάδοχοι ὑμῶν θὰ ἐρευνῶσι καὶ θὰ βλέπωσι τί ἔσοδα ἔχει ἡ κοινότης Ἄλφα, ἐκ τοιαύτης δ’ ἐρεύνης θὰ εὑρεθῇ μία κοινότης, ἡ ὁποία διὰ τὸν Ἄλφα ἢ Βῆτα λόγον θὰ εὐημερῇ καὶ θὰ ἔχῃ προσόδους, καὶ ἡ ὄρεξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θ’ ἀναπτυχθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε θὰ εὕρῃ τρόπον νὰ θέσῃ χεῖρα, ὅπως εὗρον τρόπον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέσωσι χεῖρα κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν δημοτικὴν περιουσίαν καὶ ν’ ἀφαιρέσωσι μεγάλα ποσὰ ἐκεῖθεν. Ἐνθυμοῦμαι τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐποιήσατο κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ σᾶς ἔφερε τὸ παράδειγμα, ὅτι ἤκουσεν, ἰδίοις ὠσίν, ὅτι πάρεδρός τις ἐζήτει ὄρνιθα ἀπὸ χήραν τινὰ δυστυχισμένην, ἡ ὁποία προσελιπάρει αὐτὸν νὰ τῇ δώσῃ πιστοποιητικόν. Τὸ τοιοῦτον ἄκουσμα ἴσως θὰ προὐξένησεν ἐντύπωσιν εἴς τινας ἢ εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι τὴν κατάστασιν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλῶς τὰ συμβαίνοντα, οὐχὶ ἔκπληξιν διὰ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἔκπληξιν διὰ τὴν ἄγνοιαν τοῦ πράγματος προκαλεῖ καὶ σκέψεις πολλὰς διὰ τὰ συμβούλια τὰ ὁποῖα προετοιμάζει τὸ νομοσχέδιον. Ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἔχουν δίκαιον νὰ ζητῶσι τὸν χωρισμὸν τῶν κοινοτήτων ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων. Καὶ ὑπάρχουσι δῆμοι, ὡς οἱ σταφιδοφόροι, ἕκαστον χωρίον τῶν ὁποίων πληρώνει ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, καὶ πληρώνουσι πολλὰ χωρία ἀρκετὰ καὶ σοβαρά, καὶ ἴσως τὸ χρῆμα ἐκεῖνο δὲν καταναλίσκεται κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον πληρώνει ἀλλαχοῦ. Ἠδύναντο νὰ θεραπεύσωσι τὸ τοιοῦτον ἀδίκημα διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου περὶ δήμων. Ἀλλ’ ὡμίλησαν περὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἀπορροφῶσιν ἅπαν τὸ ἔσοδον τοῦ δήμου, καὶ εἶπεν ἰδίᾳ ὁ ἔντιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτής, ὅτι αἱ ἀνθοῦσαι σήμερον κοινότητες Κηφισσίας, Ἀμαρουσίου καὶ Χαλανδρίου, αἱ ὁποῖαι ὠφελοῦνται χωρὶς νὰ πληρώνουν ἐκ τοῦ κέντρου, θέλουσι δυστυχήσει. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω παράδειγμα ὅτι αἱ πρωτεύουσαι, αἱ πόλεις, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλουσι παύσει νὰ ὑπάρχωσιν. Καὶ τίνες δὲν γνωρίζετε ἐκ τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πύργου ἔχει τὴν περιοχὴν καὶ τὰ κτήματα αὐτῆς ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν στενῶν τῆς πόλεως, ἐν ὁρίοις, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς χωρία, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος θὰ περιέλθῃ οὐχὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι πρόσοδον μεγίστην. Τί θὰ γίνῃ ὅμως ἡ πόλις, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσα ἔτη ἐβασανίσθη καὶ ἐκοπίασε νὰ ζήσῃ καὶ ἔζησεν; Τί θὰ γίνῃ ὅμως ἡ πόλις ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τῆς ὁποίας πλεῖστοι ἐγκατεστάθησαν καὶ ᾠκοδόμησαν μέγαρα καὶ ἐξασκοῦσιν ἐπαγγέλματα; Δὲν θὰ χαθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλη αὐτὴ ἡ περιουσία; Τοῦτο αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, τοῦτο συμβαίνει εἰς πολλὰς ἄλλας πόλεις. Μεριμνήσατε λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει δύναμις, νὰ μὴ ἐπέλθουν αὐτὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον βλέπω ὅτι θὰ ἐπέλθουν, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Μὴ παρασύρεσθε ἐκ τῶν φωνασκιῶν τῶν προερχομένων ὅθεν δήποτε, διότι αἱ φωνασκίαι προέρχονται, ὡς γνωστόν, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφιλοδόξησαν τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου καὶ οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ τύχωσι τῆς τιμῆς ταύτης παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Προέρχονται καὶ ἐξ ἄλλων τάξεων οὐχὶ διὰ λόγους γενικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ διὰ λόγους ἀκριβῶς προσωπικοῦ συμφέροντος. Εἶχον τὴν μεγάλην εὐτυχίαν νὰ τιμηθῶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ἐκλεχθεὶς δήμαρχος. Αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας διῆλθον μοὶ ἔχουν χαράξει τὴν ἀνάμνησιν πρὸς τὸν τόπον μου καὶ ἐὰν ὑπῆρξα ποτὲ ἱκανὸς νὰ παράσχω ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον μου, τότε καὶ μόνον εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ παράσχω πραγματικὰς ὑπηρεσίας. Εὐτυχῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς διοικεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐζήλευον οὐχὶ πόλεις Ἑλληνικαί, ἀλλ’ Εὐρωπαϊκαί. Ἀκούω μετ’ ἀγανακτήσεως παραπονουμένους τοὺς πάντας ὅτι δὲν ἔχομεν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν. Καὶ διατὶ δὲν ἔχετε; Ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μου τοιαύτη ἀγροτικὴ ἀσφάλεια, ὥστε οὐδέποτε ἠγέρθη, οὔτε θὰ ἐγερθῇ, παράπονον. Ὑπάρχει τοιαύτη ἀσφάλεια ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, ὥστε ἐπὶ 25 ἔτη ὁλόκληρα τὸ ἀδίκημα τῆς κλοπῆς ἢ τοῦ τραυματισμοῦ δὲν ἠκούσθη. Μιμηθῆτε λοιπὸν αὐτοὺς καὶ ἐνθυμηθῆτε τὸν νόμον καὶ μεταβῆτε σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ γίνητε δήμαρχοι, νὰ ὑπηρετήσητε τὸν τόπον σας καὶ νὰ θυσιάσητε τοὺς τύπους χάριν τῆς οὐσίας, προαγάγετε τὸν τόπον σας καὶ προσφέρατε εἰς αὐτὸν τὰς ὑψηλοτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΓϠΛΒʹ νόμου τοῦ 1911 περὶ συστάσεως τμήματος ἐργασίας καὶ κοινωνικῆς προνοίας καὶ τοῦ ΓΨΚΔʹ νόμου τοῦ 1910 περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας» κατηρτίσθη ἐκ τῶν ἑξῆς: τῶν κ. κ. Μ. Νεγροπόντη, Γ. Τσαξίρη, Ι. Μπουρνιᾶ, Σ. Θεοδωροπούλου, Ν. Ξηροῦ, Γ. Παρασκευοπούλου, Θρ. Πετμεζᾶ. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τεχνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν δασῶν». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Συνεναίσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μ. μεσονύκτ.)