1911.11.21
2.964 στίχοι · 22.600 λέξεις · 166 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 172
Τῆς 21ης Νοεμβρίου 1911.
(Δευτέρα, ὥρᾳ 4 καὶ 10′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ἡ Ἐλισάβετ Βλαχάκη, πρόεδρος τοῦ συλλόγου «Ἁγία Φιλοθέη», διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας μὴ ἐπιτρέψαντος συναυλίαν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Συλλόγου τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων. 2) Παρόδιοι κάτοικοι τῆς ὁδοῦ Πατρῶν–Πύργου αἰτοῦνται ἐπισκευὴν ταύτης. 3) Κολλῆγοι Μασχουλαρίου αἰτοῦνται διακανονισμὸν τῶν πρὸς ἰδιοκτήτας σχέσεών των. 4) Κολλῆγοι ἐκ Πύργου Ματαράγκας αἰτοῦνται διακανονισμὸν σχέσεών των πρὸς ἰδιοκτήτας. 5) Κολλῆγοι ἐκ Πατρίνου αἰτοῦνται διακανονισμὸν σχέσεών των πρὸς ἰδιοκτήτας. 6) Ὁ Γ. Γιαννακὸς αἰτεῖται ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐξελέγξῃ προκαταβολήν του. 7) Ἡ ἐν Ἀθήναις Πανελλήνιος Φαρμακ. Ἑταιρεία διαμαρτύρεται κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ περὶ πωλήσεως φαρμάκων. 8) Κάτοικοι Κορίνθου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν ὑελουργίας δι’ ἐλαιοπυρῆνας. 9) Κάτοικοι Αἰγίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ πωλήσεως φαρμάκων. 10) Ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ κοινότητος αἰτεῖται ἀναστολὴν ἀδίκου παύσεως προξένου. 11) Κάτοικοι Διαβολιτσίου αἰτοῦνται ἀποστολὴν μηχανικοῦ πρὸς τοποθέτησιν κρηνῶν ἐπὶ πηγῆς. 12) Ἀρχιμανδρίτης Ἀλέξ. Γ. Γονέμης ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ ἀποκαταστάσεώς του. 13) Ὁ ἐν Ἀμβέρσῃ πρόξενος αἰτεῖται ἀναστολὴν τῆς παύσεώς του μέχρι παραδόσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς Πρεσβείας. 14) Ἔμποροι Αἰγίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ πωλήσεως φαρμάκων. 15) Ὁ σύλλογος φαρμακοποιῶν Χαλκίδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐλευθέραν πώλησιν φαρμάκων. 16) Ὁ καπνεργατικὸς σύλλογος Καρδίτσης αἰτεῖται κανονισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας. 17) Ὁ κατάδικος Σωφρονιστηρίου Κερκύρας Ἀντ. Φωκᾶς αἰτεῖται ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του. 18) Κατάδικοι Παλαμηδίου αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῶν. 19) Ἐμποροϋπάλληλοι αἰτοῦνται ἐφαρμογὴν τῆς Κυριακῆς ἀργίας καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν. 20) Ὁ ὑποδιδάσκαλος Μυροβρύσεως Ν. Δασπηλιώτης διαμαρτύρεται, διότι ὁ δήμαρχος Ἐρινεῶν δὲν ἐκδίδει ἔνταλμα μισθοδοσίας του. 21) Πρόσφυγες ἐκ Καρδίτσης αἰτοῦνται ἐγκατάστασιν. 22) Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Βονίτσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ κοινοτήτων νομοσχεδίου. 23) Κάτοικοι Ξηροχωρίου αἰτοῦνται παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας. 24) Ὁ ἐξ Ἀλιβερίου Γ. Κόλλιας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐνοικίασιν οἰκίας του δι’ ἑλλην. σχολεῖον. 25) Γονεῖς μαθητῶν τοῦ Βʹ ἑλλην. σχολείου Βόλου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἔλλειψιν σχολάρχου. 26) Τὸ κοινοτ. συμβούλιον Καλαρρυτῶν διαμαρτύρεται δι’ ἐπιβολὴν προστίμου διὰ μὴ ἐπίταξιν ζώων. 27) Ὁ δικηγορικὸς Σύλλογος Γυθείου θεωρεῖ ἀνυπόστατα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη λεχθέντα περὶ πρωτοδίκου Τάντα. Πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ζητοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας.
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπουσιάζουσι πολλοί, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ παρασχεθῶσιν ἄδειαι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπεβλήθησαν αἱ αἰτήσεις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ φαίνεται ἐκ τῶν Πρακτικῶν ἀποδεχθεῖσα, ὅπως σήμερον ἀναβληθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐζήτησα νὰ παρακληθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐγγεγραμμένοι ἵνα λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ν’ ἀναβάλωσι ταύτας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποβαλόντες ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις παρεκλήθησαν ν’ ἀναβάλωσι τὴν ἐπὶ τούτων συζήτησιν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§6Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν χρόνον πλείονα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι, ὡς γνωστόν, αἱ ἡμέραι τοῦ ἐλέγχου εἶναι παρακεχωρημέναι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραιτηθῶμεν πάντες οἱ ἐντεῦθεν καὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐπερωτήσεων.
§7ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ διευκολύνῃ πολὺ τὴν ἐργασίαν, ἐλπίζω δέ, ὅτι καὶ πάντες οἱ Κύριοι οἱ ἐγγεγραμμένοι θὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου.
§8ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ παραιτηθῶσιν, ὡς καὶ ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ πάσης ἀναφορᾶς, ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως, δι’ ἣν εἶμαι ἐγγεγραμμένος. Θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ πρώτη συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων, διότι ἐπιθυμῶ κατὰ πάντα τρόπον σήμερον, αὔριον καὶ μεθαύριον νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἀποδειχθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄν, ὅπερ δὲν πιστεύω, σκοπῇ ἀληθῶς νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀναμφιβόλως δὲν σκοπεῖ νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ.
§9Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Συναδέλφους θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ προηγηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀναφορῶν.
§10Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ ὑπουργοὶ ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ οὐδεμία συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων κατόπιν τῆς προχθεσινῆς ἀποφάσεως τοῦ σώματος, καὶ δὲν ἐφέρομεν τὰς ἀπαντήσεις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῶσι λοιπὸν οἱ κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πλήρης συμφωνία, διότι ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀναφορῶν, ἐάν τις θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§15Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε, νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις νόμου....
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνῷ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν κύριοι συνάδελφοι δεικνύουσι τόσην προθυμίαν, ὅπως βοηθήσωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν δὲν ἀνέμενον νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως τοιαῦται προτάσεις. Ἀποκρούω πᾶσαν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τρίτου νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων ὁ κ. Ῥέπουλης.
§18ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ, κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω, καίτοι εὑρισκόμενος ἀκόμη ἐν ἀδείᾳ ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν καθηκόντων, ποίας ἔχομεν γνώμας ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον. Διότι, ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐχούσης τῆς Βουλῆς ὑπ’ ὄψει ἐκ παραλλήλου τὸ νομοσχέδιον, τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν, καίτοι ὑπάρχουσι διαφωνίαι ἐπὶ παρατηρήσεων καὶ τροποποιήσεων τῆς ἐπιτροπῆς, θίγουσαι θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὁ ζῆλος καὶ ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ φιλοτιμία, ἀλλὰ καὶ ἡ διερευνητικότης τοῦ πνεύματος, μεθ’ ἧς εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή, προσόντα ἅτινα καταδηλοῦνται ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἐκθέσει, ἅτινα δὲ προκαλοῦσι τὸν δίκαιον ἔπαινον τῆς Βουλῆς πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἰδιαιτέρως δὲ πρὸς τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῆς, καὶ ἰδιαίτατα πρὸς τὸν γενικὸν εἰσηγητὴν ἔντιμον ἐκ Σπετσῶν συνάδελφον κύριον Διομήδην. Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐδικαίωσε τὰς προσδοκίας ἡμῶν, διότι δὲν ἐλησμόνησε, πιστεύω, ἡ Βουλή, ὅτι εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτήν, ἐπεκαλούμην ὑπὲρ τὴν ψῆφον, τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς, δηλῶν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος θεσμὸς τοιαύτης σημασίας, ἦτο, διότι ὤφειλε νὰ εἶναι, διατεθειμένη νὰ συμμορφωθῇ πρὸς πᾶσαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελε πορισθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ἀσφαλεστέραν ἐκείνης, ἣν εἶχεν ἴσως διαμορφώσει πρὸ τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ οὕτω διεξαχθὲν ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἀληθῶς διαφωτιστικωτάτη ἐξέτασις πάντων τῶν θεμάτων, ὅσα θίγει τὸ νομοσχέδιον, συνετέλεσαν μᾶλλον εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπί τινων σημείων τοῦ νομοσχεδίου, γνώμην τὴν ὁποίαν δὲν συμμερίζεται ἡ ἐπιτροπή, τοὐλάχιστον ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως. Ἐκ τῶν τροποποιήσεων τῆς ἐπιτροπῆς τέσσαρες εἶναι κυρίως αἱ θίγουσαι θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου: πρώτη ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διάκρισιν μεταξὺ δήμων καὶ κοινοτήτων, δευτέρα ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διάταξιν, τὴν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ψηφοφορίας, τρίτη ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διάταξιν τὴν περὶ τοῦ ἐμμέσου ἢ ἀμέσου τῆς ἐκλογῆς τῶν δημάρχων τῶν ἀστικῶν δήμων, καὶ τετάρτη ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διάταξιν τὴν καθορίζουσαν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀστικῶν δήμων καὶ τοῦ κέντρου, τὴν ἔκτασιν τουτέστι τῆς ἐποπτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὅλης διοικήσεως τῶν δήμων. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκείνην τουτέστι, δι’ ἧς ἐπαυξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν διατηρουμένων δήμων, καθ’ ὃν ὁρισμὸν δίδει αὕτη — διότι, ὡς θὰ παρατηρήσῃ ἡ Βουλή, τὸ νομοσχέδιον τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν ὀνομάζει δήμους ἀδιακρίτως καὶ τὰς κοινότητας, ἁπλῶς δὲ διακρίνει αὐτοὺς εἰς ἀστικοὺς καὶ ἐπαρχιακούς, ἐν ᾧ ἡ ἐπιτροπὴ προτιμᾷ ἀντὶ τοῦ ὀνόματος δῆμος, τὸ ὄνομα κοινότης, καίτοι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα σύμφωνος πρὸς τὴν οὐσίαν, πρόκειται δὲ ἁπλῶς περὶ ἀδυναμίας πρὸς μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὁμολογήσω, ὅτι βλέπω κοινὴν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην λοιπὸν τροποποίησιν, δι’ ἧς ἐπεκτείνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιακῶν, ὡς παρ’ ἡμῶν χαρακτηρίζονται, λυποῦμαι, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ προτεινομένη ὑπ’ αὐτῆς τροποποίησις. Κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος, ἀποτελοῦσι δήμους πρῶτον, αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν, δεύτερον αἱ πόλεις αἱ ἔχουσαι ἄνω τῶν 10,000 κατοίκων, τρίτον δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι δήμους καὶ πόλεις ἔχουσαι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 5.000 κατοίκων, ἐὰν ζητήσωσι τοῦτο τὰ ⅗ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἐγκριθῇ δὲ ἡ τοιαύτη αἴτησις κατόπιν ἐρεύνης, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεκτείνει τὸν ἀριθμὸν τῶν δήμων, ὁρίζουσα ὅτι δήμους ἀποτελοῦν ὄχι μόνον αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ αἱ πόλεις αἱ ἀποτελούμεναι ὑπὸ ἀριθμοῦ κατοίκων ἄνω τῶν 10,000, ἀλλὰ ὑποχρεωτικῶς καὶ αἱ πόλεις αἱ κατοικούμεναι ὑπὸ ἀριθμοῦ κατοίκων ἄνω τῶν 5,000, πρὸς ταύταις δέ, ὅτι δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι δήμους ἀδιακρίτως πληθυσμοῦ καὶ πᾶσαι αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ δικαιολογία τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι: «Διότι αἱ πόλεις αὗται ἀποτελοῦσαι κέντρον συμφερόντων εὐρυτέρων, οὖσαι ἕδραι δημοσίων ἀρχῶν, συγκεντροῦσαι ἐν γένει μείζονα ζωὴν καὶ κίνησιν ἔχουσιν ἀνάγκην μᾶλλον συγκεντρωμένης ἰσχύος ἐν τῇ διοικήσει ἢ αἱ ἁπλαῖ κοινότητες. Ἡ διοίκησις αὐτῶν εἶναι πολυπλοκωτέρα, τὰ οἰκονομικὰ μέσα περισσότερα καὶ οἱ ἐπιδιωκόμενοι σκοποὶ σπουδαιότεροι καὶ πολυσχιδέστεροι.» Ἡ δικαιολογία, ὁμολογῶ, δὲν μοὶ ἐφάνη ἐπαρκής, διότι ἀκριβῶς ἡμεῖς ἐπιφυλάσσομεν καὶ εἰς τοὺς κατοίκους, πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τῶν πόλεων ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι τοιαῦτα στοιχεῖα, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύνανται νὰ ἀπαρτίσωσι δήμους· ἀλλὰ ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἶναι τοιαῦται πόλεις αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν κάτω τῶν 5,000 κατοίκων, γνωριζόμεθα δὲ ἀρκετὰ καλῶς, γνωρίζομεν τὴν χώραν ἡμῶν ἐπίσης ἀρκετὰ καλῶς, καὶ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ὑπάρχουν πολυσχιδῆ καὶ μεγάλα συμφέροντα εἰς πόλεις ἐχούσας ἀριθμὸν κατοίκων κάτω τῶν πέντε καὶ τεσσάρων καὶ τριῶν χιλιάδων, μόνον καὶ μόνον διότι αὗται ηὐτύχησαν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν. Λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν λόγων ἕνεκα τῶν ὁποίων καταλύεται ἡ ἐξουσία τοῦ δημάρχου φοβούμεθα ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν διατηρήσει αὐτὴν καὶ εἰς ὅσας πόλεις προτείνει ἡ ἐπιτροπή, θὰ διετηροῦμεν ἴσως ἀριθμὸν φωλεῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἤθελε συσπειρωθῆ ὁ φατριασμός, ἱκανὸς νὰ καταπνίξῃ τὸ σύνολον τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα· διότι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν δημάρχων ὅσοι θὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν· ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἀναλογισθῆ τις, τὰ ἔχοντα ἐνδιαφέρον κόμματα—καὶ ἐὰν θέλητε μήτε τοῦ κρατοῦντος κόμματος ἐξαιρουμένου—θὰ φροντίσωσι, πῶς νὰ μὴ ἀφήσωσι νὰ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας ἄλλα χωρία καὶ κωμοπόλεις, αἵτινες ἄλλως θὰ ἀποτελέσωσιν ἰδίας κοινότητας, εἶναι δὲ ἱκανὴ ἡ δύναμις καὶ ἡ πονηρία καὶ αἱ ποικίλαι μέθοδοι τοῦ κόμματος νὰ καταπνίξωσι πᾶσαν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, νὰ καταπνίξωσι τὸν πόθον αὐτῶν, νὰ ἐξαναγκάσωσι τὰς κωμοπόλεις ἐκείνας νὰ μείνωσι προσδεδεμέναι εἰς τὸ ἅρμα τῶν δημάρχων τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ εἶναι; Νὰ ἔχητε εἰς πάσας τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν δημάρχους, νὰ δύνανται οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι νὰ συγκρατήσωσι καὶ ἄλλας πρὸς ἑαυτὰς κωμοπόλεις, δυναμένας ἄλλως νὰ ἀποτελέσωσιν ἰδίας κοινότητας, οὕτω δὲ μετὰ πάροδον μιᾶς μόνον περιόδου νὰ ἴδητε ἐκπνέοντα αὐτὸν τὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἄλλως —ἔχομεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς τὴν πεποίθησιν—θὰ ἱδρυθῇ πλήρης ζωῆς καὶ θὰ μεταδώσῃ πλήρη ζωὴν εἰς τὸν κατὰ κοινότητας βίον τῆς χώρας. Ἴσως θὰ μοὶ ἀπηυθύνετο τὸ ἐρώτημα, ἂν δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ διατηρηθῶσιν ἐπίσης φωλεαὶ φατριασμοῦ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἀφοῦ οὕτω χαρακτηρίζω τὰς δημαρχίας, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν οἱ δήμαρχοι. Γνωρίζομεν ὅμως πάντες ὅτι ἄλλαι εἶναι αἱ συνθῆκαι αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ ὑφ’ ἃς ἐκλέγονται αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα· πλὴν δὲ τῶν λόγων τῶν ἄλλων, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν διατήρησιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀστικούς, οὓς λόγους καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἀρχικῶς παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι δύναται νὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ἐπίσης καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ὑφίστανται ἐξ ἄλλου καὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ὑφιστάμενοι εἰς τοὺς μικρᾶς περιοχῆς δήμους. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα ἡγεῖται τοὐλάχιστον ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἀλλ’ εἰς τὰ μικρὰ κέντρα ἡγεῖται ἡ Γνώμη τοῦ κόμματος· πλεῖστα δὲ ἔχομεν παραδείγματα καθ’ ἃ εἰς οὐδεμίαν ἴσως πρωτεύουσαν Νομοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ—τοὐλάχιστον μεθ’ ὅσης εὐχερείας εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τοὺς ἄλλους δήμους—ὁ ἐκλεκτὸς τῆς φατρίας, ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ κόμματος, πολλάκις δὲ εἴδομεν συντριβόμενα εἰς δημοτικὰς ἐκλογὰς πανίσχυρα κόμματα, ὅταν ἠθέλησαν νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν Κοινὴν γνώμην ὑποστηρίζοντα ὑποψηφίους παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τὴν Λαϊκήν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι ἐκ τοιαύτης προνοίας νὰ ἀποκρούσωμεν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Δευτέρα θεμελιώδης τροποποίησις εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας. Προτείνουσα τὸ ψηφοδέλτιον ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ὅτι: «Ἔχει δὲ ὑπὲρ αὐτῆς ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ὅτι εἶναι ἁπλουστέρα ἐν τῇ διαχειρίσει, καθιστᾷ ἐν πολλοῖς μᾶλλον ἀνεπηρέαστον τὴν ψῆφον τοῦ ἐκλογέως, δυναμένου κατ’ ἰδίαν νὰ καταρτίσῃ τὸ ψηφοδέλτιόν του, χωρὶς νὰ ὑπόκειται κατὰ τὴν πρὸ τῶν καλπῶν διάβασιν πρὸς ψήφισιν, εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων, χωρὶς κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ψηφίσεως διερχόμενος πρὸ τῶν καλπῶν σωρείας ὅλης ὑποψηφίων νὰ ἔχῃ νὰ κρίνῃ περὶ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀναλόγως». Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ κρίνωμεν ἀπολύτως περὶ τῶν πλημμελειῶν τοῦ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῆς διὰ ψηφοδελτίων ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς πλημμελείας καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τῆς ἐκλογῆς διὰ σφαιριδίων, δὲν γνωρίζω πρὸς ποῖον σύστημα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκλίνωμεν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως προτείνοντες αὐτὸ ὡς ἀπηλλαγμένον ἐξ ὁλοκλήρου τῶν πλημμελειῶν τοῦ ἑτέρου· διότι ἀμφότερα ἔχουσι τὰς πλημμελείας των. Ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἶχε πολὺ σκεφθῆ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μόνον τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας παρουσιάζει εἰς τὴν διοίκησιν ἡ ἐκλογή, ἡ διὰ σφαιριδίων — ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω καὶ τὸ δαπανηρὸν — ἠθέλομεν ἐμμείνει εἰς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προετείναμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ σκέψις ἥτις κατέστησεν ἡμᾶς διστακτικοὺς ὡς πρὸς τὴν προτίμησιν τοῦ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῆς διὰ ψηφοδελτίων, προήρχετο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν, ἐπιθυμίας ἥτις σημαίνει συνείδησιν ἀνάγκης, ὅπως εἰς τὰς κοινότητας ἐκπροσωπῆται κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ μειονοψηφία. Ἴσως δὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐθύνην τῆς προτιμήσεως τῆς διὰ σφαιριδίων ἐκλογῆς ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ φέρει ὁ εἰσηγησάμενος αὐτό, ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Ἡ ἱστορία τῆς ἐκλογῆς διὰ ψηφοδελτίων δὲν εἶναι ἄγνωστος ἐν Ἑλλάδι, διότι ὑπῆρχε τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἐδῶ.
§19Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγένοντο καταχρήσεις πολλαί.
§20Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν κοινοτήτων ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀπέτυχεν οἰκτρότατα.
§21Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀνεγνωρισμένον καὶ διὰ νεωτέρων ἀκόμη νόμων, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ἐντεῦθεν εἰσήχθη καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν. Ἐγὼ δὲ εἶχον ἐμπνευσθῆ πολλοὺς φόβους οὐχὶ τόσον ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ψηφοδελτίων, διότι δὲν θέλω παρίδει τὴν διαφορὰν τῆς μορφώσεως τῆς νῦν ἀπὸ τῆς τότε, καὶ τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ἐν γένει συνθηκῶν τῶν νῦν πρὸς τὰς τότε, εἶχον ἐμπνευσθῆ μείζονας φόβους μοι ἐδόθη δὲ ἡ ἀφορμὴ καὶ ἄλλοτε, οὐχὶ δὲ ἅπαξ μόνον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἡ ὁποία γίνεται σήμερον εἶναι καθαρῶς εἰκονική. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι δέον νὰ προτιμηθῇ τὸ σύστημα τῶν ψηφοδελτίων, σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον δὲν ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲ ἀπέτρεψεν ἡμᾶς μόνον ὁ φόβος τῶν καταχρήσεων, ἐὰν ἡ Βουλή, λέγω, θεωρῇ ὅτι δέον νὰ προτιμηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ συνίστων εἰς αὐτὴν μεγαλειτέραν πρόνοιαν πρὸς τὸν καταρτισμὸν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, διότι ὡς καθορίζεται ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργῆται ἐκλογὴ, φοβοῦμαι ὅτι αἱ καταχρήσεις θὰ εἶναι πολλῷ πλείονες ἐκείνων, αἵτινες συμβαίνουσι διὰ τοῦ συστήματος τῶν σφαιριδίων.
§22Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν καθορισθῇ.
§23Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πράγματι δὲν εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς διὰ ψηφοδελτίων ἐκλογῆς τὸ πηγάζον ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγγραμμάτων ἐκλογέων πρὸς τοὺς ἀγραμμάτους. Βεβαίως εἶναι καὶ τοῦτο ἐπιχείρημα σοβαρόν, διότι ἐὰν ἠθέλομεν εὐτυχήσει νὰ ἔχωμεν ἀναλογίαν 70 καὶ 80% ἐγγραμμάτων ἀπέναντι τῶν ἀγραμμάτων, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ ψηφοδέλτιον, κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν σύστημα, τουτέστι νὰ εἰσέρχηται ὁ ἐκλογεὺς εἰς τμῆμα τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ ἐγγράφῃ ἐκεῖ κατ’ ἰδίαν τὰ ὀνόματα τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀναλογίαν ἐγγραμμάτων, καὶ πάλιν λέγω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προτιμηθῇ τὸ σύστημα τῆς διὰ ψηφοδελτίων ἐκλογῆς μετ’ ὀλιγωτέρων ἐνδοιασμῶν, ἐὰν ἦσαν ὀλίγον διάφορα τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη· ὑπελόγισα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγραμμάτων ἀπὸ τῆς ἡλικίας καθ’ ἣν ἔχει τις ψῆφον μέχρι τοῦ 90 ἔτους, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 90 ἔτους, εὑρίσκω δὲ κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1907, ὅτι οἱ ἀγράμματοι συμποσοῦνται εἰς 303234, οἱ δὲ ἐγγράμματοι εἰς 378266, τουτέστιν ἔχομεν 55 καὶ ½ περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐγγραμμάτους.
§24Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγγράφονται πολλοὶ ὡς ἐγγράμματοι, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γράψωσι σειρὰν ὀνομάτων ὑποψηφίων.
§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων εἶναι αὕτη ἡ ἀναλογία, κύριε Ὑπουργέ;
§26Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 90 τῆς ἡλικίας των. Ἐξάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν ἀριθμῶν τούτων, ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις ἀριθμὸς ἐκ τοῦ τῆς ἡλικίας 21 μὴ ἐχόντων ψῆφον, καὶ ἂν συμβαίνῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μ. Μπουφίδης, πολλοὶ ἀγράμματοι νὰ ἐγγράφωνται ὡς ἐγγράμματοι, καὶ πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγραμμάτων κυμαίνεται εἰς 50%, διότι ἂν εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχετε 76 καὶ 70% ἐγγραμμάτων, ἂν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔχετε 48%...
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκλογέων;
§28Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν κατοίκων. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος μὲ προέλαβε σημαίνει ὅτι, εἰς τὴν Ἰταλίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγραμμάτων ἐκλογέων εἶναι μικρότερος, δεδομένου ὅτι τὸ 48% εἶναι ἐπὶ τοῦ συνόλου, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἡλικίαι τῶν παίδων, τῶν μὴ δυναμένων νὰ γνωρίζουν γράμματα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἀλλαχοῦ ἔχομεν ἀναλογίαν ἐγγραμμάτων καὶ 50% κατωτέραν. Τὰ ἤθη ὅμως τὰ κρατοῦντα ἀλλαχοῦ εἶναι πολὺ διάφορα. Τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν, ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἀποτελεῖ ἐν Γαλλίᾳ ὁ δήμαρχος καὶ οἱ πάρεδροι, δύναται ὅμως τοῦτο νὰ γίνῃ παρ’ ἡμῖν; Οἱ φόβοι λοιπὸν οἱ ἐκ τῶν πολιτικῶν ἠθῶν κατέστησαν ἡμᾶς διστακτικοὺς εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῶμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ σύστημα τῆς διὰ ψηφοδελτίων ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει καὶ τὰ πλεονεκτήματά του, ἰδιαίτατα δὲ τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀποκρούομεν τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Τρίτη τροπολογία θεμελιώδης τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δημάρχων τῶν ἀστικῶν δήμων. Δικαιολογοῦσα τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, ἡ ἐπιτροπὴ λέγει: «Τὴν σπουδαιοτέραν διάκρισιν μεταξὺ κοινοτήτων καὶ δή«μων κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκει ἡ πλειονοψηφία τῆς «ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς τοῦ κοινοτικοῦ «ἄρχοντος. Οὐδένα ὅμως κύριον λόγον εὑρίσκει συμβάλλοντα «ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς εἰς τοὺς λεγο«μένους ἀστικοὺς δήμους. Διότι καὶ εἰς τούτους τὰ αὐτὰ «συντρέχουσιν αἴτια, ἂν μὴ πλείονα, ὑπὲρ ἀλλαγῆς τῆς πη«γῆς ἐξ ἧς ἀπορρέει ὁ δημοτικὸς ἄρχων, ἵνα καὶ εἰς τὰς πό«λεις καταλυθῇ ἐξουσία, ἥτις ἐκ καταγωγῆς καθιστᾷ ἐνδε«χομένως τὸν δήμαρχον ὑπὲρ τὸ προσῆκον μέτρον ἰσχυρόν, «περιφρονητὴν ἐνίοτε τῶν δικαιωμάτων καὶ ἀληθῶν συμ«φερόντων τοῦ τόπου.» Δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ ἐκδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασα διὰ τὸ τολμηρὸν, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μεταρρυθμίσεως.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα!
§30Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἐνταῦθα τὸ σύστημα τὸ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, θὰ τὸ ἠνόουν, θὰ ἠνόουν πᾶσαν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, τὸν ὁποῖον προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐὰν ἤθελεν ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὸς ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Διότι ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δημάρχου καὶ τὸ μεταβιβάζει εἰς περιωρισμένον κύκλον, ἐκλεκτῶν μὲν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως κύκλος ὄχι μόνον δὲν δύναται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ ἐκλέγῃ τὸν Δήμαρχον ἐκτὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ!
§31Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τοιοῦτο σύστημα.
§32ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Φοβοῦμαι, λέγω, μήπως τὸ σύστημα τοῦτο ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνελεύθερον, διότι πράγματι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Δὲν εὑρίσκεται δὲ ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὰ καθοριζόμενα διὰ τὰς κοινότητας, διότι, ἐνῷ εἰς τὸν ἀγρότην λέγομεν· θὰ ἐκλέξῃς ἀριθμόν τινα συμβούλων ἄνευ δημάρχου, οἵτινες αὐτοὶ θὰ ἐκλέγουν μεταξὺ των τὸν πρόεδρον, ὅστις θὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς ὁλομελείας, εἰς τὸν ἀστὸν λέγομεν· θὰ ἐκλέξῃς μόνον 20–30–40 ἐκλέκτορας, οἵτινες αὐτοὶ θὰ ὁρίσωσι τὸν δήμαρχον, τὸν ὁποῖον σὺ οὐδόλως θὰ γνωρίζῃς ἐκ τῶν προτέρων, ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι! Δηλ. καθιστῶμεν δήμαρχον τοιουτοτρόπως τελείως ἀνεύθυνον ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, καθιστῶμεν δὲ ὅμιλον ἐκλεκτόρων τοσοῦτον στενὸν ὅσον, ἀπορῶ εἰλικρινῶς, πῶς ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπή, ὅσον δὲν δέχεται οὔτε ὁ ἀρχικὸς περὶ δήμων νόμος, ὁ καταστατικὸς δημοτικὸς νόμος· διότι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἄφηνε μὲν εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὴν ἐκλογὴν 3 ὑποψηφίων, ἐξ ὧν διώριζεν ἕνα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, συγκεντρωτικῶς, πολὺ συγκεντρωτικώτερον, κατὰ τοῦτο ἐννοεῖται, τοῦ συστήματος τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἄφηνε δημαιρεσιακὴν συνέλευσιν (τὴν ἀποτελουμένην ἐκ μόνον τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἀλλὰ πλὴν τούτων ὥριζε καὶ ἴσον ἀριθμὸν ἐκλογέων, οὕτως ὥστε ἴσως ἦτο εὐρύτερος ὁ κύκλος, τὸν ὁποῖον ὥριζεν ὁ ἀρχικὸς ἡμῶν νόμος ἀπὸ τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον καθορίζει ἡ τροποποίησις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκλογὴν τοῦ δημάρχου.
§33Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ μικρὰν πλειονοψηφίαν ἐδέχθη τοῦτο ἡ ἐπιτροπή.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός· μὴ διακόπτετε.
§35ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂν ὅμως δὲν δεχώμεθα τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, ὁποῖον προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἢ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν σύστημα ἐκλογῆς κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, δηλαδὴ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἔμμεσον ἐκλογὴν μὲ τὸν περιορισμὸν ὅτι ὁ μέλλων νὰ ἐκλέγηται δήμαρχος θὰ εἶναι ἐκ τῶν μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα εἰς τοῦτο παρέχει αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της, χωρὶς μὲν νὰ λέγῃ τι, ἀλλ’ ἴσως δὲν πλανῶμαι εἰκάζων σκέψεις τινὰς αὐτῆς ἐκ τοῦ πορίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπολήξει. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ εἶχον ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσω βεβαίως κατὰ τὴν περαιτέρω συζήτησιν, διότι δὲν προκαλῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν διαλογικὴν συζήτησιν περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἐμπιστεύεται ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ ἐκλογὴ τοῦ δημάρχου γίνηται ἐκ τῶν μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Διότι ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ σοβαρῶς καὶ εὐσυνειδήτως ἐχομένη τῆς φροντίδος μὴ τυχὸν κακοτυχήσῃ δῆμός τις ἔν τινι ἐκλογῇ, ὥστε νὰ εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἔχῃ δήμαρχον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐνῷ οὐδεὶς ἴσως θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ ἦτο ἱκανὸς ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν, φοβουμένη, λέγω, τοῦτο, ἀποκλείει τὸ αἱρετὸν ἐκ μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ οὕτω σκεπτομένη, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁμολογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν πιστεύει ὅτι θὰ ἐκλέγωνται δημοτικοὶ σύμβουλοι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ, ἂν θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ εἰσαχθῇ ἡ διαχείρισις τοιούτου δικαιώματος. Ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν συμβούλων, ἂν ἠθέλετε δεχθῆ ὅτι ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐξ αὐτῶν δέον νὰ ἐκλέγηται ὁ δήμαρχος, ποῦ ἠθέλετε φθάσει; Εἰς τὸ ὅτι ἕκαστος φιλοδοξῶν τὴν δημαρχίαν, θὰ ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς ὡρισμένου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων δημοτικῶν συμβούλων, πράττων ὅ,τι πράττει πρὸς ἐκλογὴν αὐτοῦ, ἵνα ἐκλέγωνται οἱ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριζόμενοι σὺν αὐτῷ· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι, ὅτε θὰ ἐφθάνομεν νὰ ἔχωμεν ὡρισμένον ἀριθμὸν δημοτικῶν συμβούλων ἐνδεδειγμένων ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐκλέξωσιν ὡρισμένον μεταξὺ αὐτῶν ὑποψήφιον δήμαρχον, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι θὰ ἐβλέπομεν τὰς ὁμάδας αὐτὰς τῶν συμβούλων παραδεδομένας εἰς ὅλας τὰς ῥαδιουργίας καὶ ὅλας τὰς μεθόδους τῆς ὑφαρπαγῆς τῆς ψήφου, πράγματα περὶ τῶν ὁποίων καὶ εἰς κύκλους ὄχι πολιτικοὺς ἔχομεν γνῶσιν ὅτι συμβαίνουσι. Διότι, ἂν προκειμένου νὰ ἐκλέγηται πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἔχομεν παραδείγματα ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους δὲν κατορθοῦται τοῦτο, οὔτε ἐπὶ ἔτος οὔτε ἐπὶ ἔτη, τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ προκειμένου νὰ ἐκλέγηται ὁ δήμαρχος; Ἡ κομματικὴ ἐνέργεια θὰ εἶναι ἀκόμη εὐχερεστέρα διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἄλλως δηλῶ ὅτι ἀποδεχόμεθα, τῆς κατὰ τμήματα ἐκλογῆς τῶν συμβούλων, διότι καθισταμένης στενωτέρας τῆς περιφερείας τῆς ἐκλογῆς, διευκολύνεται παντὸς εἴδους ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλογέων, διευκολύνεται ἡ καλλιέργεια τῶν σχέσεων τῶν δυναμένων νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐκλογὴν συμβούλων, μὴ θεωρουμένων ἴσως ἐπαρκῶν, μὴ δυναμένων ὑπὸ εὐρυτέρου ἐκλογικοῦ συλλόγου νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀντιπροσωπεύσωσι τὸν δῆμον. Βεβαίως εἶναι πιθανὸν νὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ἕξεις, σχέσεις, συνήθειαι, δεσμοὶ συμφερόντων πολλαπλῶν, δημιουργηθέντες καὶ καλλιεργηθέντες καὶ σφυρηλατηθέντες ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῶσι καὶ διαλυθῶσιν ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει οἱουδήποτε νεωτεριστικοῦ νόμου. Ὁ νόμος οὗτος, ἂν ἐξέλθῃ νόμος ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, θὰ σαρώσῃ τοὺς καθεστῶτας νόμους, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σαρώσῃ ἀμέσως καὶ τὰ δημιουργήματα τῶν καθεστώτων νόμων. Αἱ ἕξεις καὶ αἱ μέθοδοι, αἵτινες θὰ διέπωσι τὴν ἐκλογὴν εἰς τοὺς μεγάλους δήμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφέρωσιν ἀμέσως ἐξ ὁλοκλήρου τῶν μεθόδων, ὑφ’ ἃς ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαὶ ἄλλοτε. Σήμερον ὅμως, ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω τὸν ὑποψήφιον δήμαρχον ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, εἰσαγομένου αὐτοῦ τοῦ συστήματος σήμερον δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι βέβαιος, οὔτε περὶ τοῦ ἂν ὁ ἐκλεχθησόμενος ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων θὰ εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλει καὶ στέργει ἡ λαϊκὴ γνώμη, οὔτε ὅτι, μετὰ τὰ ἁμαρτήματα τὰ γινόμενα κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν συμβούλων, δὲν θὰ ἐπακολουθῶσιν ἄλλα δεινότερα διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημάρχου ὑπὸ τῶν συμβουλίων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, θεωροῦμεν ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι δὲν εἶναι συμφέρον ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους, οὐχὶ καθ’ ὃ σύστημα προτείνει ἡ ἐπιτροπή, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνεκτὸν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ οὐδὲ καθ’ ὃ σύστημα κρατεῖ ἀλλοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῶμεν, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα. Πρέπει ἄλλως τε νὰ εἴμεθα καὶ ὀλίγον συντηρητικοὶ εἰς τὸ ἔργον τὸ μεταρρυθμιστικόν. Εἰσάγομεν ἤδη ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἐξ ὁλοκλήρου καθεστὼς ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Κράτος τοῦτο, καινοτομοῦμεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἀστικῶν δήμων κατὰ τρόπον περιορίζοντα τὴν ἐξουσίαν τῶν δημάρχων, δυνάμεθα, νομίζω, ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τὴν ἐξασφαλίζουσαν τοὺς δήμους ἀπὸ τῶν καταχρήσεων τοῦ δημάρχου, καταχρήσεων, αἵτινες καθίστων αὐτόν, ὁποῖον τὸν εἰκονίζει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποῖον δὲ εἰκονίζει ζωηρότερον ἡ ἔκθεσις τοῦ πρώτου εἰσηγησαμένου τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ. Ὀφείλομεν, Κύριοι, ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς πείρας τῆς ἐφαρμογῆς τούτων πρὸς πᾶσαν ἄλλην περαιτέρω μεταρρύθμισιν. Τετάρτην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῆς ἄλλης θεμελιώδους ἐπίσης τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κέντρου ἐπὶ τῶν δήμων. Ἀποροῦσα δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή, πῶς ἐνῷ ἀφήνομεν εἰς τὰς κοινότητας, πλήρη αὐτοδιοίκησιν, διατηροῦμεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ ἡμῶν νομοσχεδίου τὴν ἐποπτείαν τοῦ κέντρου ἐπὶ τῶν ἀστικῶν δήμων, ἀναγράφει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). «Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν ᾧ ὀρθῶς διαμορφώνει τὰ ὄργανα τοῦ κυρίως δήμου συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω, ἀφήνει κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύουσαν τὴν κειμένην δημοτικὴν νομοθεσίαν. Δύο τουτέστι θὰ ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν ἐν ἐφαρμογῇ συστήματα αὐτοδιοικήσεως, τὸ μὲν ἐπὶ εὐρειῶν βάσεων ἐρειδόμενον —τὸ τῶν κοινοτήτων —τὸ δὲ ἐπὶ στενῶν καὶ πεπαλαιωμένων— τὸ τῶν δήμων— πανταχοῦ ὅμως ἀναγνωρίζεται, ὅτι δύναται ἴσως νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ σκόπιμον τῆς ἀπονομῆς εὐρείας αὐτοδιοικήσεως εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἕνεκα τοῦ ἐν πολλοῖς ἀπαιδεύτου ἔτι αὐτῶν καὶ τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ ὁρίζοντός των, οὐδόλως ὅμως δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις διοικητικῆς κηδεμονίας ἐπὶ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν». Τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐπιτροπῆς ὀρθόν, ὀρθότατον κατὰ θεωρίαν, ὄχι δὲ καινοφανές, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ὅσον φαίνεται ὀρθὸν ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ. Ἀφήνοντες ἡμεῖς εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους πλήρη αὐτοδιοίκησιν καὶ σχεδὸν καταλύοντες πλὴν ὡρισμένων περιπτώσεων, τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κέντρου, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἀκριβῶς τὸ στενὸν τῆς δημοτικῆς περιφερείας τῶν ἀγροτικῶν δήμων, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὡς πρὸς τοῦτο δύο πλεονεκτήματα, πρῶτον τὸ τῆς σμικρότητος τῶν συμφερόντων, ὅσα διαχειρίζεται ἡ δημοτικὴ ἀρχή, δεύτερον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τὸ τῆς ἀμέσου ἐποπτείας πάντων τῶν δημοτῶν, πάντων τῶν ἀποτελούντων τὴν κοινότητα ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινοτικῶν αὐτῶν χρημάτων. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δυσχερεστέρα ἀσυγκρίτως εἶναι ἡ διαφυγὴ καταχρήσεως γινομένης ὑπὸ ἀρχῆς τινὸς τοπικῆς ἐν στενῇ περιφερείᾳ παρ’ ὅσον ἐν εὐρείᾳ. Πλὴν δὲ τούτου, ὡς εἶπον, ἐκεῖ μὲν πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως ὀλίγων τινῶν χιλιάδων ἢ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, εἰς δὲ τοὺς ἀστικοὺς δήμους περὶ διαχειρίσεως ἑκατομμυρίων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεώρησα, ὅτι ἔδει νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐποπτεία, ἣν ἀσκεῖ τὸ κέντρον, μολονότι ἐκτίθεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ποία εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἠσκήθη μέχρι τοῦδε ἡ κηδεμονία τοῦ κέντρου ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δήμων. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ σύνολον θεσμοθεσίας αὐτοδιοικήσεως, ἀποτελεῖ, ὡς εἶπον, τὸν θεμέλιον λίθον, ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἀπαρχήν, θεσπίζον τὴν πρώτην μονάδα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἥτις θὰ ἐκταθῇ, θὰ φθάσῃ, μέχρι τοῦ νομοῦ, διὰ νόμων, δι’ ὧν θὰ συμπληρωθῇ τὸ καθεστὼς τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν θὰ ἔχωμεν τοὺς νομοὺς ὡς νομικὰ πρόσωπα μετὰ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ Νομαρχιακῶν ἴσως Ἐπιτροπῶν, τότε θὰ εἶναι δυνατόν, νὰ σκεφθῶμεν πεαὶ πλήρους αὐτοδιοικήσεως καὶ τῶν ἀστικῶν δήμων καὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῆς νῦν ἀσκουμένης κηδεμονίας τοῦ κέντρου. Σήμερον ἡ πλήρης αὐτοδιοίκησις εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀστικοὺς τοὺς τόσον μεγάλα, διαχειριζομένους συμφέροντα δύνανται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς μεταμέλειαν, θὰ ἔφθανε δὲ ἡ τοιαύτη μεταμέλεια, ἥτις θὰ ἦτο ἐπὶ τέλους ἡ ἐλαχίστη τῶν πληρωμῶν, θὰ ἔφθανε νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν τύχην ἐν γένει τῶν θεσμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Διότι ἀφήνοντες πλήρη αὐτοδιοίκησιν εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους, θὰ κινδυνεύσητε νὰ ἴδητε εἰς τὸ μέλλον μὴ ὑφιστάμενον ἄλλον ἔλεγχον, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν Νομόν, δὲν ἔχομεν νομαρχιακὰ συμβούλια, δὲν ἔχομεν ἄλλην τινὰ ἐξουσίαν ἱκανὴν νὰ ἐφορεύῃ ἐπαρκῶς, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἀγαθὴν διαχείρισιν. Ἂν δὲ ἠθέλομεν ἀκούσει, ὅτι ἐσπαταλήθησαν καὶ διετέθησαν κακῶς κάκιστα ἑκατοντάδες χιλιάδων δρ. ἢ ἑκατομμύρια, τοιοῦτον γεγονὸς ἓν καὶ μόνον θὰ ἦτο ὀβούζιον κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι. Οὗτος ὁ λόγος ὤθησεν ἡμᾶς εἰς τὴν διατήρησιν τῆς κρατούσης νομοθεσίας ἐπὶ τῶν ἀστικῶν δήμων, οὐχὶ διότι ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ τοιαύτη κηδεμονία, ἀλλὰ διότι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἄλλως θέλουσι καθορισθῆ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον τὰ τῆς ἐποπτείας τῶν δήμων ἐσκέφθημεν ὅτι ἤδη μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἡ τοιαύτη νομοθεσία, ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἡ κηδεμονία τοῦ Κέντρου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου προκαλῶ ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τῶν ἄλλων τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, διότι δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν πείσματα, ἀλλ’ ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἵνα πείσωμεν καὶ ἵνα πεισθῶμεν. Βεβαίως θὰ ἦσαν ἀνάξιοι τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ θέσις τοῦ Κυβερνήτου, ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ ἀπεπειρῶντο νὰ εἰσηγηθῶσι τοιαῦτα ῥιζικὰ μεταρρυθμιστικὰ μέτρα ἕτοιμοι νὰ τὰ ἐγκαταλείψωσιν εἰς τὴν πρώτην ἀντίδρασιν ἢ ἕτοιμοι νὰ μεταπεισθῶσι. Βεβαίως δὲ εἰσηγούμενοι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ ἀκραδάντου πεποιθήσεως εἰσάγομεν τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν· ἀλλ’ ἂν ἐπιμένωμεν πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, ἐπιθυμοῦμεν ὅμως ἐξ ἄλλου τὸν ὅσον οἷόν τε ἀρτιώτερον καταρτισμὸν τοῦ νομοθετήματος, τοῦ μέλλοντος νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Πρὸς τὸν τοιοῦτον δὲ καταρτισμὸν τοῦ νομοθετήματος ἐπικαλοῦμαι τὴν μετὰ καλῆς πίστεως συζήτησιν τῆς Βουλῆς, δεῖγμα τῆς ὁποίας τρανὸν καὶ περιφανὲς παρέχουσιν αἱ συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ οὐ μὲ πείσεις, κἂν μὲ πείσῃς, εἶναι ξένον πρὸς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἰδιοσυγκρασίαν. Θέλομεν νὰ πεισθῶμεν, ἐπικαλούμεθα δὲ συζήτησιν ἀπαθῆ καὶ καλῆς πίστεως καὶ αὐτὴν ἀπεκδεχόμεθα παρὰ τῆς Βουλῆς.
§36Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ εἶναι κακῆς πίστεως ἡ συζήτησις.
§37Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διότι διὰ τῆς προστασίας τοῦ δήμου, τῆς κοινότητος, τῆς δημοτικῆς ἐν γένει ἐλευθερίας προστατεύεται καὶ ἐνισχύεται ἡ ὅλη πολιτικὴ ἡμῶν ἐλευθερία σαλευομένη ἄλλως καὶ μὴ δυναμένη νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἐκείνης. (Χειροκροτήματα).
§38Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ δημοσιευθῇ αὔριον ὁ λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διανεμηθῇ πρὸς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτάς, διότι ἐπελήφθη οὗτος ὅλων τῶν οὐσιωδῶν σημείων τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων.
§39Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι περίεργον ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσεν ἐπὶ ὀγδοήκοντα καὶ πλέον ἔτη διοικηθεῖσα, καθ’ ὃν τρόπον διῳκήθη, τρόπον ἀντιβαίνοντα οὐχὶ μόνον πρὸς τὰς παραδεδεγμένας ἀρχὰς ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τῆς ὑφηλίου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος ἡμῶν, εἶναι, λέγω, περίεργον ὅτι διοικηθεῖσα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ Ἑλλάς, κατώρθωσε νὰ ἐπιπλεύσῃ τῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα κατέλιπε τοιαύτη διοίκησις. Ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ἀξιοθαύμαστον, ὅτι μετὰ τοιαύτην διοίκησιν, διοίκησιν ἁρμόζουσαν εἰς ἀπολυταρχικὸν Κράτος, διοίκησιν καταστείλασαν πᾶσαν πνοὴν ἀληθοῦς ἐλευθερίας, διοίκησιν μεταβαλοῦσαν τὸν ἐλεύθερον πολίτην εἰς δοῦλον καὶ τὸν δημότην εἰς ἀνδράποδον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος ἀφυπνίσθη, μόνος κατέλυσε τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ἡ τοιαύτη διοίκησις.
§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι τόσον τραγικά. Τὰ λέγετε πολὺ ἐπὶ τὸ ποιητικώτερον.
§41Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δύνασθε ἔπειτα ν’ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ κάμητε τὴν ἐποποιΐαν τοῦ συστήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε ὑμεῖς. Τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὄχι ἡ ἔνοχος πρόθεσις τῶν διοικησασῶν τάξεων, ὅπως μαράνωσι λαὸν ἐλεύθερον, ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις διοικητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐξηνδραπόδιζε τελείως τὸν ἐλεύθερον πολίτην, διοικητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον παρέδωκεν ἕρμαιον εἰς τὸ Κράτος πᾶσαν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ἐντελῶς ἀνεξασφάλιστον τὸν πολίτην ἀπέναντι τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τὸν ὑπάλληλον ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἐξαρτήσεως ὅλης τῆς διοικήσεως ἐκ τοῦ κέντρου, καὶ ἡ ἀφόρητος αὐτοῦ κηδεμονία ἐφ’ ὅλων τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως, συνεπέφερε τὴν ἄνευ γνώσεως τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας διοίκησιν αὐτῆς ἐκ τῶν ὑπουργικῶν γραφείων, ἦτο δ’ ἑπόμενον, ὅτι τοιαύτη διοίκησις ἀγνοοῦσα τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐδημιούργησε τὴν ἐγωϊστικὴν καὶ ὑπερφίαλον διοίκησιν τοῦ κέντρου. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα, τὸ ὑποθάλπον κατ’ ἀνάγκην τὴν βουλευτοκρατίαν, παρέσχε πλουσιωτάτην τροφὴν εἰς τὴν κακοδιοίκησιν, διότι τὸ κέντρον, μὴ ἔχον δεσμοὺς ἐκ τῶν νόμων, συγχρόνως δὲ αἰσθανόμενον πλήρη τὴν δύναμιν αὑτοῦ καὶ ὑπεῖκον κατὰ κανόνα εἰς τὴν βουλευτοκρατίαν, διῴκησε κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνελεύθερον, κατὰ τρόπον μὴ συνᾴδοντα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν, καὶ ἐν γένει τῶν νομίμων τῶν πολιτῶν συμφερόντων. Τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς ἐπαναστάσεως, κατέλυσε κατὰ μέγα μέρος ἡ ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως προελθοῦσα Βουλή, ἥτις εἰσήγαγεν εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως τὴν ἀποκέντρωσιν, καὶ οὕτω κατέστησαν ἀνεξάρτητοι καὶ μὴ ἐπηρεαζόμενοι οἱ διάφοροι τῆς διοικήσεως κλάδοι. Ἀπεκεντρώθησαν αἱ διάφοροι ἐξουσίαι, τοιουτοτρόπως δὲ τὸ κέντρον δὲν ἔχει πλέον τὴν δύναμιν ἀπέναντι τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τοῦδε, ἀπελυτρώθη δὲ ἡ Ἑλλὰς καὶ κατωρθώσαμεν μετὰ ὀγδοηκονταετῆ βίον νὰ ἴδωμεν διοίκησιν, κατωρθώσαμεν νὰ ἴδωμεν Κυβέρνησιν μὴ περισπωμένην εἰς ἀλλότρια καὶ μικρὰ ἔργα, εἴδομεν ἐπὶ τέλους τὴν Ἑλλάδα εἰσερχομένην εἰς τὴν χορείαν τῶν χρηστῶν καὶ ἐντίμων Κρατῶν. Εἴδομεν δικαιοσύνην καὶ διοίκησιν. Ἀλλ’ ἡ συντελεσθεῖσα ἀποκέντρωσις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως θὰ ἦτο μηδέν, ἂν δὲν συνεπληροῦτο διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν κατωτέρων μονάδων τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ἂν δὲν συνεπληροῦτο διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων. Τοῦτο κύριον καὶ πρῶτον σκοπὸν ἔχει τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον ν’ ἀσκήσῃ ἀληθῶς βαθυτάτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς χώρας, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁμοῦ μετὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν περὶ ἀποκεντρώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, θ’ ἀποτελέσῃ τὸν καταστατικὸν χάρτην ὁλοκλήρου τῆς νέας Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Διότι νομίζω, ὅτι ἡ χρεοκοπία τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν συστήματος δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν δημοτικοῦ φρονήματος, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ προθυμίαν τοῦ Ἕλληνος δημότου, ὅπως συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῶν τοπικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν, ἀλλ’ ὀφείλεται κυρίως εἰς τὰ ἑξῆς γεγονότα. Πρῶτον, ὅτι ἐδημιουργήθη ὡς βάσις τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως σύνολόν τι ἐντελῶς τεχνητὸν καὶ ἀψυχολόγητον, δεύτερον, ὅτι ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις ἐξηρτήθη ἐντελῶς ἐκ τῆς ἐποπτείας καὶ κηδεμονίας τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, καὶ τέλος, διότι ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων ἐγένετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐντελῶς τὰ τοπικὰ συμφέροντα. Ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων θεμάτων, ἐπιθυμῶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ φέρω τὸν λόγον. Τὴν γενικῶς παραδεδεγμένην ἀρχήν, ὅτι σύνολον προσώπων, διαβιοῦν ἐπὶ ὡρισμένης ἐδαφικῆς περιφερείας, ἐφ’ ὅσον τὸ σύνολον τοῦτο δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς τοπικὰς αὑτοῦ ἀνάγκας, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως μόνον καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως ἑτέρας τοιαύτης ὁμάδος διοικήσῃ τὰ ἴδια, τὴν ἀρχὴν ταύτην παρεγνώρισεν ἐντελῶς ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐδημιούργησεν ὡς κατωτάτην μονάδα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως οὐχὶ τοιοῦτο σύνολον ἀτόμων, ἀλλ’ ἄθροισμα πολλῶν τοιούτων συνόλων, οὕτω δ’ ἀνετέθη εἰς τὴν τεχνητὴν ταύτην ὁμάδα νὰ ἐπιδιώξῃ κοινὰ συμφέροντα, ἐνῷ τὰ συμφέροντα τῆς ὁμάδος ταύτης ἦσαν συμφέροντα ἀντιστρατευόμενα πρὸς ἄλληλα. Τούτου ἕνεκα ἐξέλιπε τελείως ὁ ζῆλος τῶν δημοτῶν, διότι ὁ δημότης ὁ συνεισφέρων ὑπὲρ τῶν τοπικῶν αὑτοῦ ἀναγκῶ, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως βλέπῃ τὰς συνεισφορὰς αὑτοῦ καὶ τοὺς φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται, δαπανωμένους ὑπὲρ τῶν τοπικῶν αὑτοῦ ἀναγκῶν. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν ἔβλεπον συνήθως παρ’ ἡμῖν οἱ δημόται, διότι ἡ συνήθης πάλη καὶ ὁ ἀγὼν τῶν ἀτόμων μετεφέρθη καθολοκληρίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων συνοικισμῶν καὶ χωρίων τοῦ αὐτοῦ δήμου, ἐβλέπομεν δὲ συνοικισμοὺς τοῦ αὐτοῦ δήμου παλαίοντας πρὸς ἀλλήλους, ἦτο δ’ ἑπόμενον, ὅτι τὸ γέρας τῆς νίκης ἀνῆκε πάντοτε εἰς τὸν ἰσχυρότερον. Ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας παρέστημεν μάρτυρες τοιούτων Ὁμηρικῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, μαχῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων κοινοτήτων, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ παλαίουσαι ὁμάδες ἦσαν ἰσόπαλοι, τὸ πρᾶγμα καθίστατο ἀντιληπτόν, ἀλλ’ ὑπῆρχον ἄπειροι ὁμάδες ἐν τῷ Κράτει, ἄπειροι συνοικισμοί, μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς ἐστέναζον ὑπὸ τὸ βάρος καὶ τὴν πίεσιν τῶν μεγάλων ὁμάδων. Ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἀφόρητον κατάστασιν τῶν μικροτέρων ὁμάδων, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀντιληφθῶμεν, διότι ἡ φωνὴ αὐτῶν οὐδέποτε ἐξικνεῖτο μέχρις ἡμῶν. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τίθεται ὡς ἀρχή, ὅτι ἑκάστη τοιαύτη ὁμάς, ἀποτελουμένη ἐκ 300 κατοίκων καὶ ἔχουσα σχολεῖον, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον δῆμον. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ, ἂν πρέπει τοιαύτη ὁμὰς 300 κατοίκων καὶ ἔχουσα σχολεῖον, ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον δῆμον, θὰ στραφῇ περὶ δύο μόνον οὐσιώδη καὶ κύρια ζητήματα. Πρῶτον, ἂν ἡ ἀνάπτυξις τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἐπίδοσις αὐτῶν ἐν τῷ πολιτισμῷ εἶναι τοσαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοιαύτην ὁμάδα 300 κατοίκων ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον δῆμον, ἰδίαν κοινότητα. Δεύτερον δέ, ἂν ἡ οἰκονομικὴ ἐπάρκεια τῶν τοιούτων κοινοτήτων εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένη, ὥστε νὰ δύναται νὰ δημιουργηθῶσιν αἱ τοιαῦται κοινότητες καὶ νὰ καταστῶσιν ἱκαναὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπληροῖ ὁ σημερινὸς δῆμος. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐὰν λόγῳ τῆς μικρότητος τῶν τοιούτων κοινοτήτων εἶναι πιθανὸν νὰ ἐξαφθῶσι τὰ κομματικὰ πάθη, μήπως δηλαδὴ ἡ τοιαύτη μικρὰ ὁμὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ διοικήσωσι ταύτην. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, ὅπως, λαβὼν πρῶτος τὸν λόγον ἀντικρούσω ἐκ τῶν προτέρων τὰ φερόμενα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκθέσω ἐπ’ αὐτοῦ τὰς γνώμας μου καὶ εἴπω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων εἶναι ἱκανὸν ὅπως ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν νέαν ὁμάδα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλὰ προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ζητήματος, ἐὰν ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος ἐν τῷ πολιτισμῷ τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον προηγμένη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ δημιουργία τῶν νέων δήμων, πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ δήμου, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, εἴτε τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, εἴτε τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία εἰς τὸν σημερινὸν δῆμον. Ἐνῷ, Κύριοι Βουλευταί, εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν, τουτέστιν εἰς τὴν διοίκησιν ὡρισμένων συμφερόντων καὶ δημοσίων λειτουργιῶν διὰ προσώπων μὴ ἐχόντων δημόσιον χαρακτῆρα, ἀλλὰ ἐκλεγομένων ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν πολιτῶν, ἔχουσιν ἀνατεθῆ πολὺ εὐρύτερα καθήκοντα, ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία περιώρισεν αὐτὰ εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀγροφυλακὴ καὶ ἡ μέριμνα περὶ τῶν ναῶν ἀνατίθεται εἰς τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, εἰς τὴν κατωτάτην ὁμάδα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐν Ἑλλάδι, εἰς τοὺς δήμους δηλονότι, διὰ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας οὐδὲν ἐκ τῶν τοιούτων καθηκόντων ἀνατίθεται, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία πρὸ καιροῦ ἀφῃρέθη ἀπὸ τῶν δήμων. Γνωρίζετε, ὅτι καὶ πρὸ τῆς τελευταίας συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ἐπιβαλλούσης εἰς τὸ Κράτος τὰς δαπάνας τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἡ μέριμνα καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δὲν βαρύνει πλέον τοὺς δήμους καὶ τέλος καὶ ἡ ἀγροφυλακὴ δὲν εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῶν δήμων, διεπομένη ὑπὸ τοῦ νεωτέρου περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου, ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖ τελείως τὴν μέριμναν περὶ τῆς ἀγροφυλακῆς ἀπὸ τῶν συμβουλίων τῶν δήμων καὶ ἀναθέτει ταύτην εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἰδιώτας. Καὶ περὶ τῶν ἐνοριῶν οὐδεμία ἐπιβάλλεται εἰς τὰς κοινότητας μέριμνα, οὐδὲ περὶ τῶν ζητημάτων τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς δῆμος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοπικὰ συμφέροντα τὰ κοινά, οὐδένα ἄλλον ἔχει προορισμὸν — ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων — ἢ μόνον τὴν μέριμναν περὶ τῶν στενῶν τοπικῶν συμφερόντων, τὴν μέριμναν περὶ τῆς ἀγροτικῆς ὁδοποιΐας, ἐν γένει δὲ τὴν μέριμναν περὶ τῆς συντηρήσεως καὶ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τοῦ χωρίου, ἐφ’ οὗ κεῖται ὁ συνοικισμός, καὶ περὶ στοιχειωδῶν ἔργων ἐξυγιάνσεως. Ὅτε λοιπόν, Κύριοι, τοιαύτην ἔχομεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινότητα σήμερον, τοιοῦτον τὸν Ἑλληνικὸν δῆμον, εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι προηγμένος ἐπὶ τοσοῦτον ὁ πολιτισμὸς ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς σχηματισθησομένους μικροὺς δήμους τῶν 300 κατοίκων ἡ μέριμνα περὶ τῶν στενῶν τοπικῶν συμφερόντων. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν στιμὴν ταύτην εὑρίσκεται εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον· 50% τῶν ἀρρένων κατοίκων τοῦ Βασιλείου γνωρίζουν γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν δὲν λάβωμεν τὴν σημερινὴν στατιστικήν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λεχθῇ ὅτι οἱ σήμερον διδασκόμενοι εἶναι οἱ πλειότεροι καὶ ὅτι ἡ ἡλικία ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ κληθῇ νὰ διοικήσῃ τοὺς δήμους δὲν θὰ γνωρίζῃ γράμματα καὶ γραφήν, ἐὰν λάβωμεν τὴν στατιστικὴν πρὸ τριακονταετίας, θὰ ἴδωμεν ὅτι πρὸ 10ετίας ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρχον 30% ἐγγράμματοι ἐκ τῶν ἀρρένων· Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εἰς θέσιν νὰ ἀποτελῶσιν ἐπιτροπάς, νὰ δώσωσι διοίκησιν διὰ τὰ στενῶς τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, ἀφοῦ ἔχομεν ὡς δεδομένον ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου γνωρίζει ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν; Ἀλλὰ παρὰ πολλῶν συνομολογεῖται, ὅτι εἶναι μὲν δυνατὸν αἱ τοιαῦται κοινότητες τῶν 300 κατοίκων νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν τοπικῶν αὐτῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀρχαὶ αἱ μέλλουσαι νὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν τοιούτων κοινοτήτων νὰ ἐξασκήσωσι τὰ καθήκοντα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς δημάρχους, ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ τοιούτου ἐπιχειρήματος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν τοιούτων μικρῶν κοινοτήτων νὰ ἐξασκήσωσι τὰ διοικητικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπιβάλλει ὁ νόμος, δὲν χρειάζεται ἄλλη ἀντίκρουσις, ἢ νὰ ἀριθμηθῶσι τὰ τοιαῦτα καθήκοντα. Ἡ σημερινὴ νομοθεσία δὲν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημάρχους εἰμὴ μόνον νὰ εἶναι στοιχειωδῶς ληξίαρχοι, νὰ ἐκδίδωσι πιστοποιητικὰ περὶ τῆς ταυτότητος, περὶ τῆς ἰθαγενείας καὶ τὰ τοιαῦτα· ἐπίσης δὲν ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς παρὰ τυπικὴν ἐντελῶς συμμετοχὴν εἰς τὰ στρατολογικά, καὶ ἐντελῶς ἐπίσης τυπικὴν συμμετοχὴν εἰς τὰς δηλώσεις κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῶν φόρων. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκτελέσωσι τὰ τοιαῦτα στοιχειώδη καθήκοντα; Ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς δῆμον 300 κατοίκων νὰ ἀναθέσωμεν τὴν μέριμναν περὶ τῆς ἀστυνομίας, νὰ ἀναθέσωμεν τὴν μέριμναν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, πᾶσα ἀντίρρησις θὰ ἦτο εὐλογωτάτη. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα δὲν ὑφίστανται κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα ἀντίρρησις ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ κατὰ τῆς δημιουργίας τῶν τοιούτων μικρῶν κοινοτήτων, εἶναι ἡ ἀντίρρησις περὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν ἐπαρκείας. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ καθορισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι διὰ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως πρόκειται ἐξ ἐπαρκῶν ἤδη δήμων νὰ δημιουργήσωμεν ἀνεπαρκεῖς κοινότητας. Οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τελείως ἀνεπαρκεῖς οἰκονομικῶς· ἐκ τῶν 445 δήμων τῆς Ἑλλάδος οἱ 195 ὑπῆρξαν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἔλαβον παρὰ τοῦ Κράτους χορήγημα, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους αὐτῶν διοικήσεως καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης ἐκ τῶν 445 δήμων τῆς Ἑλλάδος οἱ 420 ἔχουσιν ἐξ ἀμέσων φόρων τόσα μόνον ἔσοδα, ὅσα νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωσι τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις δήμους τινὰς τῆς Θεσσαλίας, ὡς καὶ δήμους τινὰς τῶν σταφιδοφόρων νομῶν τῆς Ἀχαϊοήλιδος καὶ τῆς Μεσσηνίας, ὅλοι οἱ ἄλλοι δῆμοι δὲν ἔχουσιν ἐξ ἀμέσων φόρων, εἴτε εἰσπραττομένων εἴτε μή, τόσα ἔσοδα, ὅσα θὰ ἤρκουν ἵνα ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἑπομένως μέχρι σήμερον εἰσέπραττον ἐξ ἀμέσων φόρων ὀλιγώτερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦντο νὰ καταβάλλωσι διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ τεθῇ ζήτημα περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπαρκείας τῶν μελλουσῶν νὰ σχηματισθῶσι κοινοτήτων ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ὅτι ἐπαρκεῖς δήμους εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλωμεν εἰς ἀνεπαρκεῖς, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, σχεδὸν ἅπαντες οἱ δῆμοι εἶναι ἀνεπαρκεῖς ἐξ ἀμέσων φόρων, οἱ ἡμίσεις δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, καὶ δὲν ἠδύναντο μέχρι σήμερον νὰ καλύψωσι τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς διοικήσεώς των; Ἀλλὰ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀνεπαρκεῖς οἱ σημερινοὶ δῆμοι, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ προβῶμεν εἰς νέαν διοικητικὴν ὀργάνωσιν αὐτῶν, κωλυόμενοι ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ὑφισταμένων ἤδη δήμων. Θὰ ἦτο δὲ ἀστεῖον νὰ ζητῇ τις παρὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὀργανώσῃ τοὺς δήμους τούτους, ὅπως καταστήσῃ καὶ τὰς νέας κοινότητας ἐπαρκεῖς. Βεβαίως θὰ ἦσαν ἐπαρκέστεραί πως αἱ νέαι κοινότητες, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐχάριζεν εἰς τοὺς δήμους, ἀναλαβὸν τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ 5,500.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας πληρώνουσι μέχρι σήμερον οὗτοι, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὑποθέτω ὅμως, καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι παντάπασιν εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὴν δωρεὰν ταύτην εἰς τοὺς δήμους, διότι ἐὰν κάμῃ τοιαύτην δωρεὰν εἰς τοὺς δήμους, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀνεύρῃ πόρους 5,500.000 δραχμῶν, ὅπως καλύψῃ τὴν δωρεὰν ταύτην, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἄνευ ἐπαχθεστάτης ἐμμέσου φορολογίας, καὶ μάλιστα φορολογίας ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ κυριολεξία δὲν εἶναι δωρεὰ, ἀλλὰ εἶναι μία θυσία αὕτη.
§43Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ποιήσῃ τὴν θυσίαν ταύτην ὑπὲρ τῶν δήμων, διότι πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἴτε ἐξ ἀμέσων εἴτε ἐξ ἐμμέσων φόρων νὰ εὕρῃ τὸ Κράτος σήμερον 5½–6 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὴν θυσίαν ταύτην, θὰ ἦτο δὲ ἀστεῖον καθ’ ἣν στιγμὴν ζητοῦμεν ἐπιμόνως ὅπως ἐλαττωθῶσιν οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι καὶ τὸν ἔχοντα καὶ τὸν μὴ ἔχοντα, θὰ ἦτο ἀστεῖον, λέγω, ἐὰν ἐθέτομεν φορολογίαν 5½ ἑκατομμυρίων ἔμμεσον, ὅπως κάμωμεν τὴν θυσίαν ταύτην πρὸς τοὺς δήμους. Ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ καὶ ἐξ ἀμέσων φόρων, εἶναι δὲ στοιχειωδῶς λογικόν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον λαμβάνει ἐκ τῶν δήμων, νὰ τὰ λαμβάνῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Κράτους, διότι ἡ Συνταγματικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶχε τυπικὴν μόνον ἔννοιαν, εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχῃ λογαριασμοὺς μετὰ τῶν δήμων, καὶ ὅτι δὲν θὰ ὑποδουλώνῃ ἐν τῷ μέλλοντι τοὺς δήμους δι’ ἀφορήτων λογαριασμῶν· ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπὸ κανένα δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπως λάβῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἐκ τῶν σημερινῶν πόρων τῶν δήμων, νὰ λάβῃ διὰ συνδυασμοῦ τινος τόσον μέρος, ὥστε νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι δὲ εὐχερέστατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα, ἀρκεῖ νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι οἱ εὐπορώτεροι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος θὰ ἐπιτρέψῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, θὰ ὑποστῶσι καὶ τὴν μεγαλειτέραν θυσίαν, ἵνα τοιουτοτρόπως εἰς τοὺς μικροτέρους δήμους, τοὺς ὁποίους θὰ σχηματίσωμεν, ἀφεθῶσι τοὐλάχιστον τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξ ἅπαντος τὸ Κράτος, τὸ σχηματίζον τὴν μονάδα ταύτην τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὅταν δὲ τὸ Κράτος καταλίπῃ εἰς τοὺς τοιούτους μικροὺς δήμους ἢ κοινότητας τὰ στοιχειώδη ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὑτῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἀδικεῖ τοὺς νέους δήμους ἢ τὰς κοινότητας, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, καὶ σήμερον ὅλοι αὐτοὶ οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος δὲν εἰσπράττουσιν ἐξ ἀμέσων φόρων οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι δὲ εὐχερέστατον, ὡς εἶπον, νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως δὲν θὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὰς μικρὰς κοινότητας, διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφίνον αὐτὰς διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὰ ὁποῖα μόλις ἀνέρχονται διὰ χιλίας μικρὰς κοινότητας τῶν 300 μέχρι 500 κατοίκων εἰς 600.000 κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι εὐχερέστατον, λέγω, νὰ εὕρῃ ταῦτα, ἐπιβαρῦνον τοὺς μεγαλειτέρους δήμους, τοῦτο δὲ εἶναι δικαιότερον διότι, ὅπως μεταξὺ τῶν ἀτόμων ἐπιβάλλεται ἡ προοδευτικὴ φορολογία, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη προοδευτικὴ φορολογία καὶ μεταξὺ αὐτῶν, διότι οἱ μείζονες δῆμοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καρποῦνται καὶ περισσότερον τὰ ἀγαθὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ μείζονες δῆμοι καὶ κυρίως αἱ πρωτεύουσαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συγκεντροῦσιν ὁλόκληρον τὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι δίκαιον ὁ δημότης ἐν τῇ πρωτευούσῃ νομοῦ, νὰ πληρώνῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τὸ αὐτὸ μαθηματικῶς ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ κάτοικος τῆς ἐσχάτης γωνίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἀπορωτέρου δήμου τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δίκαιον καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει πᾶσα φορολογία, δίδει εἰς τοὺς μεγάλους δήμους τὸ δικαίωμα εὐρυτέρας φορολογίας πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν, ἑπομένως οἱ μεγάλοι δῆμοι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι πλείονα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν κατ’ ἐξοχὴν ταύτην δημοτικὴν λειτουργίαν. Ἑπομένως μεθ’ ὅσα εἶπον, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς ἐπαρκείας τῶν νέων κοινοτήτων, τίθεται ὡς ἑξῆς: Εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν πόρων τοὺς ὁποίους θὰ ἔχῃ μία κοινότης 300 κατοίκων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς φορολογίας, νὰ ἀνταποκριθῇ αὕτη εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῆς; Διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξασφαλισθῇ τίποτε πλέον ὑπὲρ αὐτῶν, ἀφοῦ οἱ σημερινοὶ δῆμοι κατὰ κανόνα οὐδὲν πλέον τούτου ἔχουσι, τοιουτοτρόπως ὥστε, ἡ εὐδοκίμησις τῶν νέων δήμων νὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ἐθελοθυσίας τῶν κατοίκων τῶν δήμων, ὅπως προαγάγωσι τὰ τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τελείως θὰ ἐπαρκῶσιν αἱ μέλλουσαι κοινότητες τῶν 300 κατοίκων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, διότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι εἰς ἄμεσον δημοτικὸν φόρον κατ’ ἄτομον πληρώνει ὁ Ἕλλην κατὰ μέσον ὅρον 2 δρ. κατὰ κεφαλήν. Ναὶ μὲν ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι οἱ συνεισπραττόμενοι καὶ μὴ καὶ τὰ λοιπὰ ἔσοδα τῶν δήμων ἀνέρχονται εἰς 7.500.000 δραχμὰς, ὅλα δὲ τὰ ἔσοδα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἀνέρχονται εἰς 9.000.000 καὶ πλέον, ἀλλ’ ἡ κατανομὴ τῶν φόρων εἰς δήμους ἐπαρχιακοὺς καὶ εἰς δήμους ἀστικοὺς φέρει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους οἱ μὲν ἔμμεσοι φόροι βαρύνουσι τὸ ἄτομον κατὰ 1.30 κατὰ κεφαλὴν, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι 2.00 δραχ., κατ’ ἐλάχιστον κατὰ κεφαλὴν. Ἑπομένως ἡ τοιαύτη κοινότης ἐκ 300 κατοίκων θὰ εἶχεν ἐξησφαλισμένας κατὰ μέσον ὅρον 600 δραχ. ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ 400 δραχ. ἐξ ἐμμέσων φόρων καὶ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἑπομένως θὰ εἶχεν ἐξησφαλισμένον τὸ ποσὸν τῶν 1000 δραχ. Ἀλλὰ καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ μικροὶ συνοικισμοὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποδώσωσι πολὺ ὀλιγώτερα τῶν μεγάλων συνοικισμῶν εἰς ἀμέσους φόρους, καὶ ὅτι ἐνδεχόμενον τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 2 δρ. νὰ ὑποβιβασθῇ μόνον εἰς μίαν δραχμὴν ἐξ ἀμέσων φόρων, ἀμέσως θὰ ἔχωμεν 300 δρ. καὶ ἑτέρας 400 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων θὰ ἔχωμεν δηλ. ἐν ὅλῳ 700 δρ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὁποίαν θέσιν θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς διατηρήσεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Δυστυχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν παρεσχέθη πρὸς ἡμᾶς καὶ ὁ οἰκονομικὸς νόμος τῶν κοινοτήτων, δηλ. ὁ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ κανονίζῃ τὴν σχέσιν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δήμους τὴν οἰκονομικήν. Βεβαίως δὲν εἶναι εὐχερὲς τὸ ζήτημα τῆς μερικῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, δὲν εἶναι εὐχερὲς πρωτίστως ἕνεκα δημοσιονομικῶν λόγων, ἀλλὰ κυρίως ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, διότι θὰ ἐπέλθῃ τελεία ἀνισότης ἐν τῷ ἐμπορίῳ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων τὸν φόρον τῶν ἐμπορευμάτων, μετὰ τῶν δήμων τῶν μὴ ἐχόντων τὸν φόρον τοῦτον.
§44ΕΥΣ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἓν χωρίον 15 οἰκιῶν νὰ ἔχῃ φόρον ὠνίων;
§45Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τὰς μικρὰς κοινότητας δὲν τὸ φρονῶ.
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι πλεῖστοι ὅσοι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελῶνται ἀπὸ τοιαῦτα χωρία.
§47Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας, πάλιν ὑπάρχει πλήρης ἐπάρκεια διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Οἱανδήποτε ἑπομένως στάσιν καὶ θέσιν καὶ ἂν λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς διατηρήσεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δηλαδὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε καταργήσει τὸν φόρον τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 3,000,000, πάλιν, λέγω, θὰ ὑπάρξῃ πλήρης οἰκονομικὴ ἐπάρκεια τῶν τοιούτων μικρῶν κοινοτήτων, διότι καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἐμπορευμάτων θὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον ποσὸν 500 δραχ. ἐξ ἀμέσων φόρων εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μικρῶν κοινοτήτων, ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι μετριώτατα ὑπολογισμένον καὶ τὸ ὁποῖον, εἶναι ἀνώτερον τῶν στοιχειωδῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τῶν τοιούτων κοινοτήτων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἀνέπτυξα, ἀποδεικνύονται ἀβάσιμοι οἱ φόβοι ὅτι αἱ μικραὶ κοινότητες τῶν 300 κατοίκων δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν οἰκονομικῶς, ὅτι δηλ. δὲν θὰ ἔχωσι τὰ στοιχειώδη ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῶν, οὐδὲ ἀπέκρυψα ἐξ ἄλλου τὴν ἀλήθειαν, ὅτι αἱ κοινότητες αὗται, αἱ τῶν πάντων σήμερον στερούμεναι, θὰ προαγάγωσι τὰ τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα μόναι διὰ νέας φορολογίας, τὴν ὁποίαν μόναι κυριαρχικῶς θὰ ἐπιβάλλωσιν. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν βάσιν, ἡ ὁποία καθιεροῖ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν βάσιν θεωρῶ ὡς τὴν κυρίαν, ἡ ὁποία καὶ μόνη θὰ ἤρκει, καὶ ἂν οὐδὲν ἐλαμβάνετο μέτρον ὅπως μετασχηματισθοῦν οἱ δῆμοι καὶ ἂν οὐδὲν ἐλαμβάνετο μέτρον ὅπως οἱ δῆμοι διοικηθῶσι διὰ συστήματος ἐκλογῆς τῶν ἀρχῶν, ἀλλοίου ἀπὸ τὸ ὑπάρχον σήμερον, θὰ ἤρκει, λέγω, ὅπως ἐπιφέρῃ ἀνυπολόγιστα ἀγαθὰ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν τοπικῶν συμφερόντων. Ἔρχομαι εἰς τὴν βάσιν τὴν καθιεροῦσαν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δήμων ἀπὸ τῆς κηδεμονίας τῶν προϊσταμένων διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ εὑρίσκομαι συμφωνότατος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καταλύει ἐντελῶς τὴν ἀφόρητον ταύτην κηδεμονίαν. Ἐνῷ παντοῦ, Κύριοι, ὅπου ὑπάρχει φιλελεύθερον πνεῦμα, ὅπου ὑπάρχει πραγματικὴ ἐλευθερία, τὴν ἐλευθερίαν ταύτην διδάσκονται οἱ πολῖται, ὅταν καλοῦνται νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ στενῶς τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐδιδάχθησαν ποτὲ οἱ πολῖται τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν. Ἡ κηδεμονία τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἐλαχίστης πράξεως τῆς κατωτάτης ὁμάδος, — τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως — εἶναι τοιαύτη, ὥστε τοὺς δήμους νὰ μὴ τοὺς διοικῶσι πραγματικῶς αἱ τοπικαὶ ἀρχαί, ἀλλὰ τὰ ἀνώτερα ὄργανα τῆς διοικήσεως. Τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων εἶναι μετατεθειμένον σήμερον εἰς τὰς ἀμέσως προϊσταμένας διοικητικὰς ἀρχάς, αἱ δὲ ἀποφάσεις τῶν συμβουλίων εἶναι τρόπον τινὰ εἰσηγήσεις πρὸς τὰ ἀνώτερα ὄργανα τῆς διοικήσεως, οὐδεμία δὲ ἀπόφασις δύναται νὰ ληφθῇ παρὰ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ὅπως ἐγκριθῇ παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, τοῦ νομάρχου, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀθλία κατάστασις ἐπέφερε τελείως τὴν ἐξάρτησιν τῶν δήμων, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἐξάρτησιν τῶν προσώπων τῶν διοικούντων τὸν δῆμον καὶ εἶμαι ἀκλονήτως πεπεισμένος, ὅτι αἰτία τῆς δημιουργίας τῶν δημάρχων ὑπὸ τὴν ἀπαισιωτέραν αὐτῶν μορφὴν δὲν ὑπῆρξε τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς, δὲν ὑπῆρξε ἡ ἀψυχολόγητος βάσις τοῦ σημερινοῦ δήμου, ἀλλ’ ὑπῆρξε πρωτίστως ἡ τελεία ἐξάρτησις τῶν ἀρχῶν τοῦ δήμου ἐκ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν. Καὶ ὁ τιμιώτερος καὶ ἐξ ἀγαθοτάτων προθέσεων ἐμπνεόμενος δήμαρχος ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτελέσῃ τι, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ τὸ στοιχειῶδες αὑτοῦ καθῆκον, ἐὰν δὲν παρεδίδετο δέσμιος εἰς τὴν βουλευτοκρατίαν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ διοικήσῃ τὸν ἴδιον δῆμον. Εἶναι δὲ προφανές, ὅτι ὁ τοιοῦτος δήμαρχος, φερόμενος κατ’ ἀνάγκην πρὸς τὴν βουλευτοκρατίαν, ὁ τοιοῦτος δήμαρχος, ἀναμιγνυόμενος ἐνεργῶς εἰς τὴν πολιτικήν, μετεβάλλετο μαθηματικῶς πάντοτε, ἀπὸ καλοῦ εἰς κακὸν δήμαρχον· φερόμενος δὲ μοιραίως εἰς τὴν συναλλαγήν, ἐτρέπετο ἕνεκα τῆς παρεχομένης εἰς αὐτὸν προστασίας εἰς ὑπερβασίας, κατεχρᾶτο τὸ δημόσιον χρῆμα, ἐξεμεταλλεύετο δὲ διὰ παντὸς μέσου τὴν θέσιν του, ἐνόθευε τὸ πολιτικὸν φρόνημα τῆς χώρας καὶ καθίστατο ἡ ὀλεθριωτέρα πληγή, τὴν ὁποίαν εἶδέ ποτε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω, Κύριοι, λόγους ἵνα χαιρετίσω τὴν τοιαύτην ἀρχὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Θέσατε περιορισμούς, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι θίγουσι γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ προεξοφλοῦσι τὸ μέλλον τῶν κοινοτήτων, ἀλλ’ ἀποδώσατε κατὰ κανόνα τὴν ἐλευθερίαν εἰς αὐτάς, τὴν ὁποίαν ἐστερήθησαν ἐπὶ ὀγδοήκοντα ἔτη. Καταστήσατε αὐτὰς κυριάρχους νὰ ἀποφασίζωσι περὶ τῶν ἀναγκῶν αὑτῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν δὲν θίγουσι γενικώτερα συμφέροντα. Ἐξασκήσατε ἀπηνέστατον ἔλεγχον ἐκ τῶν ὑστέρων ἐλέγχοντες αὐτοὺς ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ χρήματος τῶν δήμων. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖτε ἀληθῆ αὐτοδιοίκησιν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ὁ τόπος, τοιουτοτρόπως θὰ προαγάγητε τὸν λαὸν καὶ θὰ τὸν διδάξητε ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰ γενικώτερα συμφέροντα οὐχὶ ὡς ξένα, ἀλλὰ ὡς ἴδια συμφέροντα. Ἔρχομαι, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν τρίτην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι ἐπὶ πλέον εἰς ὅσα περιλαμβάνουσι καὶ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ διοίκησις ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Δημάρχου καὶ παραδίδεται εἰς συμβούλιον· τὴν τοιαύτην διοίκησιν τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων ἔχουσι πανταχοῦ δεχθῆ, ὅπου εἶναι ἐπὶ τὸ φιλελεύθερον ἐξησφαλισμένη ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνεῖ τελείως τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχῶν εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους. Δὲν ὑπέθετον ποτέ, Κύριοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ πρὸς ἡμᾶς νέος διοικητικὸς ὀργανισμὸς τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς ὁ ὀργανισμὸς οὗτος νὰ διαπνέηται ὑπὸ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ὑφ’ ἑνὸς ἑνιαίου πνεύματος. Δὲν ὑπέθετον ποτὲ ὅτι θὰ ἐγίνετο ὁ χωρισμὸς τῆς διοικήσεως τῶν ἀστικῶν δήμων, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ὑπέθετον, ὅτι τὸν τύπον τοῦ δημάρχου, τὸν ὁποῖον καταλύομεν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ἠθέλομεν διατηρήσει εἰς 20 καὶ πλέον πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ὀφείλω δὲ νὰ ποιήσωμαι τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, ὄχι μόνον χάριν τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ὀφείλω, λέγω, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν ὀνόματι τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου θεωροῦσιν ὡς διακινδυνευομένας. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν φέρεται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ τῶν δημάρχων εἰς τὰς πόλεις, ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦσιν αὗται ἀπέναντι τῆς ὑπαίθρου χώρας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι καὶ ὁ κυριώτερος λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδικαιολόγει ἡμᾶς νὰ θεσπίσωμεν τὴν ἄμεσον μὲν ἴσως ἐκλογὴν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν καὶ τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ κάτοικος ἐπαρχιακοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου αἱ ἀνάγκαι εἶναι στοιχειώδεις, τοῦ ὁποίου αἱ ἀνάγκαι δὲν ἐξικνοῦνται πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκογενείας, νομίζετε ὅτι ὁ κάτοικος οὗτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποδείξῃ τὸν πρῶτον ἄρχοντα τοῦ δήμου καὶ ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποδείξῃ αὐτὸν ὁ κάτοικος τῆς πόλεως, τῆς ἐχούσης πολυσχιδεῖς ἀνάγκας; Ἐγὼ ἀπεναντίας φρονῶ ὅτι ὁ κάτοικος πόλεως ἐχούσης τοιαύτας ἀνάγκας εὑρίσκεται ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ ν’ ἀνεύρῃ τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν, ὅπως διοικήσῃ δήμους, τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ ἀνέρχονται πολλάκις εἰς ἑκατομμύρια ὅλα δραχμῶν, ἐνῷ ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου τοῦ ἔχοντος στοιχειώδεις ἀνάγκας, εἶναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ ἐκλέξῃ ὡς ἄρχοντα αὑτοῦ τὸν ἱκανώτερον καὶ τὸν τιμιώτερον δημότην. Ἀλλὰ προβάλλουσι, Κύριοι, ἐναντίον τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν δημάρχων εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ λέγουσιν ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἐκλέγηται ὁ Δήμαρχος παρὰ τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς εἶναι ἐλεύθερος ἢ ἀνεπηρέαστος εἰς τὰς γνώμας του καὶ διότι οὐδέποτε τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐξήρθησαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δύναταί τις ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ πρώτου ἄρχοντος τοῦ δήμου. Ἀλλ’ οἱ προβάλλοντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἀγνοοῦσιν ἢ προσποιοῦνται ὅτι ἀγνοοῦσιν, ὅτι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐξελέγησαν ἀληθῆ καὶ ἁγνὰ δημοτικὰ συμβούλια, καὶ ὅτι ἡ δύναμις αὐτῶν ὑπῆρξε μηδαμινή, καὶ ὅτι ταῦτα ἕνεκα τῆς παντοδυναμίας τοῦ δημάρχου, ἀπορρέοντος ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τὰ συμβούλια, λέγω, ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἁπλῆν σκιάν.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ σωστά.
§49Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἦτο ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς σύμβουλος, ἵνα προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ὁ δημότης, ὅστις οὐδὲν προσεδόκα ἴδιον ἐκ τῆς τοιαύτης αὑτοῦ ἐκλογῆς. Ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν τοῖς συμβουλίοις τούτοις ἦτο ἁπλῆ σκιὰ πρὸ τῆς παντοδυναμίας τοῦ δημάρχου. Ἀλλ’ ὅταν ὁρίσωμεν ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέγῃ ἡ πόλις, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσι τὸν πρῶτον ἄρχοντα, ὅταν ἡ κεντρικὴ δύναμις μετατεθῇ ἀπὸ τοῦ δημάρχου εἰς τὰ συμβούλια, νομίζετε ὅτι θὰ προκρίνωνται τοιαῦτα πρόσωπα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐγίνοντο δημοτικοὶ σύμβουλοι; Ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, διότι εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ὑπάρχει ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ τοῦ δημάρχου, εἰς οὐδὲν Κράτος οἱ δήμαρχοι ἐκλέγονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ· θὰ ἦτο ἀπαίσιον διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀπέναντι ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς ὑφηλίου, τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀνίκανα νὰ ἐκλέξωσι τὸν πρῶτον ἄρχοντα.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§51Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἠθέλησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δωροδοκῶνται τὰ συμβούλια, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πιέζωνται, ὅπως ὑποδεικνύωσιν ἑκάστοτε τὸν δήμαρχον. Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲ συμφέρον πρὸς δωροδοκίαν θὰ ὑφίσταται, ὅταν ὁ δήμαρχος καὶ διὰ τῆς λοιπῆς νομοθεσίας δὲν θὰ εἶναι πλέον ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀσύδοτος καὶ δεσπότης τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Οὐδέποτε συμβούλια ἐδωροδοκήθησαν ἐν Ἑλλάδι. Οὔτε ἓν παράδειγμα τοιοῦτον ὑπάρχει. Ἀλλὰ καὶ δὲν νομίζετε ὅτι συνέβαινον δωροδοκίαι μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τοῦ πρώτου ἄρχοντος τοῦ δήμου; Δὲν πιστεύετε ὅτι μέχρι σήμερον γίνεται ἡ δωροδοκία, ἡ ἀπαισιωτέρα δωροδοκία, εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ἔνθα καταβάλλονται ὑπέρογκα ποσὰ ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν δημάρχων; Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀπέσχον πάντοτε, ὅπως ἐπιδιώξωσι τὴν θέσιν τῶν δημάρχων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν προσεδόκων ἐκ τοῦ τοιούτου ἀξιώματος. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες δήμαρχοι ὑπῆρξαν τοιοῦτοι καὶ ὅτι πάντων τῶν δημάρχων τῆς Ἑλλάδος σκοπὸς ἦτο ἡ ἐπιδίωξις ἰδίων συμφερόντων, ὑπάρχουσιν ὅμως ἐλάχισται αἱ τιμητικαὶ ἐξαιρέσεις. Ἀλλὰ κατὰ κανόνα εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους ὁ κύριος προορισμὸς τῶν δημάρχων ὑπῆρξεν ὁ ἴδιος αὐτῶν πλουτισμός. Ἕνεκα δὲ τούτου ὑπεβάλλοντο εἰς ὑπερόγκους δαπάνας, εἰς θυσίαν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἐκλογήν, ἢ τὴν ἐκ νέου ἐκλογὴν αὑτῶν. Ὅταν ἔχητε πρὸ ὑμῶν τοιαῦτα ἀναντίρρητα δεδομένα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, διότι δῆθεν πρόκειται νὰ δωροδοκηθῶσι τὰ δημοτικὰ Συμβούλια; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον προβλέπον καὶ διαβλέπον ὅτι ἡ καταπληκτικὴ δύναμις τοῦ δημάρχου ἔδει νὰ μειωθῇ, ὅτι ἔδει ὁ δήμαρχος ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀσύδοτος καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτην ἐξουσίαν οἵαν εἶχεν ἐν τῷ παρελθόντι, προβλέπον ταῦτα καὶ διαβλέπον, ἐγκατέστησε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλά, Κύριοι, μετὰ τὴν ἐπιδιωκομένην διατήρησιν τοῦ ἀμέσου τρόπου τῆς ἐκλογῆς ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ ἢ φενάκην καὶ ἁπλῆν φενάκην καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ζημιώσῃ ἀντὶ νὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων. Ὅταν ἔχωμεν δήμαρχον ἀπορρέοντα ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὅταν ἔχωμεν δήμαρχον τοιοῦτον, παντοδύναμον, τί θὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ τασσομένη παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ; Ὁ δήμαρχος ἢ θὰ ἔχῃ συστηματικῶς ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἐπιτροπὴν ἢ κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι τοιαύτη ἡ προσωπικότης τοῦ δημάρχου, ἐκλεγομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ ἄρχων οὗτος εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργασθῇ ἐν πνεύματι ὁμονοίας μετὰ τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὸν δήμαρχον ὑποδουλώνοντα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπήν. Θὰ ἔχωμεν τούτου ἕνεκα αὐτὸν ἐπὶ πλέον ἀσύδοτον ἐν τῷ μέλλοντι. Ἂν τὸν ἔχωμεν ἐχθρὸν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ προαχθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν Δήμων. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ἡ Βουλὴ διαβλέπῃ ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τοῦ Δημάρχου πρέπει νὰ διατηρηθῇ, νὰ καταλύσῃ ἐντελῶς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανὰ ὅπως πείσωσι τὴν Βουλὴν ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς διὰ τοὺς ἀστικοὺς δήμους, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἄσχετα ἴσως πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐπὶ τοσοῦτον κυριαρχικά, ὥστε νὰ ἀναγκάζωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν δημάρχων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ αὕτη, προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, κατέλυσεν ἐντελῶς τὴν ἰδίαν αὑτῆς προσωπικὴν ἐπιρροήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἴκοσι ἕως τριάκοντα δυνάμεις, αὐτὰς καὶ μόνας, νὰ ἐπηρεάζωσι τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος: Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ὁλόκληροι συνδυασμοὶ ἐξελέγησαν δι’ ἑκατοντάδων μόνον ψήφων; Ποῖος δὲν ὑποθέτει ὅτι οἱ Δήμαρχοι τῶν πόλεων διαθέτοντες 10.000.000 προϋπολογισμοὺς ὅτι οἱ τοιοῦτοι Δήμαρχοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ νοθεύωσιν ὁλόκληρον τὸ πολιτικὸν φρόνημα τῆς χώρας; Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, τὸ φιλελεύθερον κόμμα, νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ διατηρήσῃ τὰς προσωπικὰς αὐτὰς ἐπιρροάς, ἐναντίον τῶν ὁποίων πρῶτοι ἡμεῖς ἐβάλομεν τὸν λίθον προκειμένου περὶ τῶν προσωπικῶν ἡμῶν συμφερόντων; Ἐπιτρέπεται νὰ μὴ βάλωμεν πρῶτοι ἡμεῖς τὸν λίθον κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν νομίζητε ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὑπὲρ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, δὲν εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἰσχυρά, ὥστε νὰ πείσουν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἔμμεσον, ἐάν, λέγω, διστάζητε περὶ τοῦ πρακτέου, ὀφείλετε νὰ ἀποδεχθῆτε τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς. Οὐδεμία ἄλλη Βουλὴ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ οὐδεμία ἄλλη Βουλὴ μέχρι τῆς ἐκρήξεως νέας ἴσως ἐπαναστάσεως θὰ εἶναι εἰς θέσιν τὸ ἄμεσον τῆς ἐκλογῆς νὰ μετατρέψῃ εἰς ἔμμεσον· ἐν ᾧ πᾶσα Βουλὴ εἰς πᾶσαν στιγμὴν θὰ εἶναι εἰς θέσιν τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ἀπετύγχανε, νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς ἄμεσον καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σημερινὸν σύστημα. Ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι θὰ θεσπίσῃ ἕνα γενικὸν τρόπον ἐκλογῆς τῶν δημάρχων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ οὐδὲν ἐπιδιώξασα ἴδιον τέλος, ἡ Βουλὴ αὕτη εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαχεν ὁ μέγας κλῆρος νὰ ψηφίσῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, δὲν θὰ θελήσῃ κατακερματίζουσα αὐτό, νὰ διατηρήσῃ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου εἰς τὰς πόλεις ἐπὶ θυσίᾳ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων καὶ πρὸς ἐκμηδένισιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. (Χειροκροτήματα).
§52Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἤλπιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα ἤθελε σπεύσει νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, διότι τοῦτο κατ’ ἐμὲ προέχει πολὺ ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρὶν ἀκόμη γνωρίσῃ, ἂν εἶναι εὔκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον ἀλλὰ διὰ λόγον οἰκονομικόν. Κύριοι, τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχονται εἰς 7,300,000. Ἐξ αὐτῶν μέχρι τῆς σήμερον ἡ Κυβέρνησις κατέβαλλεν ὡς ἔγγιστα 2,000,000 ἔστω καὶ 2,300,000, ὥστε τὰ 5,000,000 λαμβάνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν Δήμων. Ἤδη βλέπομεν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι οἱ ἄμεσοι δημοτικοὶ φόροι θέλουσι παραμείνει εἰς τοὺς δήμους. Περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων βεβαίως εἶναι φανερὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῶσιν εἰς τὴν κοινότητα, διότι καθίσταται ἐνόχλησις, ἡ ὁποία ἤδη εἶναι βαρεῖα διὰ τοὺς δήμους, θὰ εἶναι δὲ ἀνυπόφορος διὰ τὰς κοινότητας. Εἶναι ἀναμφίβολον λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραιτουμένη τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων, μὴ δυναμένη δὲ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἢ ἓν μικρὸν ποσόν, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, βεβαίως θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσῃ ἂν ὄχι τὰ 5,000,000 τοὐλάχιστον τὰ 4,000,000 ἀπὸ νέους φόρους. Κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον εἶχον τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἴχομεν περισσεύματα καὶ διεψεύσθην καὶ ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Τὰ περισσεύματα ταῦτα θὰ φανῶσι τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ θὰ φανῶ ἐγὼ μόνος εἰπὼν τὰ ἀκριβῆ. Ἀλλά, Κύριοι, ἔχω τὸ θάρρος καὶ σήμερον ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνήγγειλα τὰ περισσεύματα, νὰ ἐρωτήσω ἤδη ποῦ βαίνομεν, ἐὰν καθημερινῶς τὰ ἔξοδα αὐξάνωσι κατὰ ἑκατομμύρια. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι φανεραί· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τούτου (ἂν καὶ δὲν τὸν ἔχομεν εἰσέτι ὑπ’ ὄψει) βεβαίως θὰ ἔλθῃ ηὐξημένος κατὰ ἑκατομμύρια· εἶναι ἀναμφίβολον ἐπίσης, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν θὰ ἔλθῃ ηὐξημένος· τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἀνήγγειλεν αὐξήσεις σπουδαίας. Ὅταν ἀνήγγειλα περισσεύματα, ἔστω καὶ τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοσαύτας νέας δαπάνας. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται βεβαίως νὰ ἀπαιτήσῃ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, πρὶν ἀκόμη γνωρίσωμεν, πῶς θὰ καλύψωμεν ταῦτα. Ἦτο λοιπὸν ἀπαραίτητον, πρὶν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, πόθεν θὰ εὕρῃ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον καὶ ἤλπιζον ὅτι θὰ ἔβλεπον τὸν προϋπολογισμὸν ὑποβαλλόμενον, ἂν ὄχι πρότερον, τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἴδομεν. Καὶ ταῦτα μέν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος, ἐλπίζω δὲ ὅτι πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ὁριστικῆς τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν ἔχει τὸν προϋπολογισμόν, ὅπως δυνηθῶμεν τοὐλάχιστον πρὸ τῆς τελευταίας συζητήσεως νὰ ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς, κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῶμεν τὰ νέα ταῦτα βάρη. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ὀλίγας τινὰς θέλω εἴπει λέξεις γενικῶς ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης τῆς ῥιζικῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰ δημοτικά μας πράγματα. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἐνθουσιασμὸν τῆς Κυβερνήσεως δὲν αἰσθάνομαι ἐγὼ αὐτός. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, φαίνεται ὡς ἂν εἰ διὰ τῆς νέας δημοτικῆς διοικήσεως μέλλομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, ὅτι θέλομεν ἔχει δημοτικὴν διοίκησιν τὴν ἁγνοτέραν, ὅτι ὁ μέχρι τοῦδε ἁπλοῦς ἀγρότης θέλει γίνει ἀφιλοκερδής, ἄρχων δημοτικὸς ἀφωσιωμένος εἰς τὸ καθῆκόν του. Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ταῦτα ἐλπίζητε, ψηφίσατε ἀμέσως. Ὁμολογῶ ὅτι τὴν πεποίθησιν ταύτην πρὸς τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον δὲν τὴν ἔχω. Τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἔχω πολὺ μεγαλειτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, Κύριοι, ὅταν ἡ Κοινὴ Γνώμη δὲν ἄγηται ἀπὸ τὴν δημοκοπίαν, καὶ εἰς τοιαῦτα ζητήματα βεβαίως ἡ δημοκοπία δὲν χωρεῖ. Καὶ διὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης δὲν ἐννοῶ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν τόπον, ἐντύπωσιν ἀληθῶς ἐνθουσιώδη—τοῦτο δὲν τὸ ἀρνοῦμαι—καὶ βεβαίως ἐὰν ἐσκεπτόμην τὰ ἐκλογικά μου συμφέροντα δὲν θὰ ὡμίλουν ὅπως ὁμιλῶ· τοσαύτη εἶναι ἡ ἐπιθυμία ὅλων τῶν ἐκλογέων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ εἶναι, νομίζω, ἄλλα τὰ καθήκοντα ἡμῶν καὶ δὲν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν μήτε τὰ ἐκλογικά μας συμφέροντα, μήτε πῶς θὰ φανῶμεν εὐχάριστοι εἰς τοὺς μὲν ἢ τοὺς δέ. Μόνον καθῆκον ἔχομεν νὰ προτείνωμεν τὰ συμφέροντα εἰς τὸν τόπον καὶ ὄχι τὰ εὐχάριστα. Πρὶν ἢ λοιπὸν παρουσιασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδεὶς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐσκέπτετο περὶ αὐτοῦ. Ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔβλεπε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν δημοτικῶν ἡμῶν πραγμάτων· ἔβλεπε τὴν ἀνάγκην, διότι οἱ δήμαρχοι εἶχον καταντήσει νὰ εἶναι ἁπλῶς δοῦλοι, τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, καὶ εἶχον καταντήσει δοῦλοι διότι εἶχε κατορθώσει τὸ κέντρον νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δήμους κατὰ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἐκεῖνον τὸν γλίσχρον μισθὸν τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ λάβωσιν οἱ δήμαρχοι καὶ νὰ δώσωσι καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν λάβωσι, παρὰ ἐὰν ὑπετάσσοντο εἰς τὰ νεύματα τοῦ κέντρου. Ταῦτα εἶχεν ἀντιληφθῆ ὅλος ὁ κόσμος καὶ ἔβλεπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο τὸ ἔκτροπον διὰ τοῦ Συντάγματος κατελύθη· τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ἤδη, ὅτι δὲν ἔχουσιν οἱ δῆμοι νὰ ὑποστῶσι τὰς δαπάνας τῆς παιδείας· ὥστε παύει πλέον ἡ ἐπέμβασις τοῦ κέντρου εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι πλέον νὰ ἀποδώσωσιν οὗτοι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ βεβαίως ὤφειλον νὰ σκεφθῶσι καὶ περί τινων ἄλλων μεταρρυθμίσεων πρὸς περιστολὴν τῆς πολιτικῆς ἀκολασίας τῆς διοικήσεως τοῦ κέντρου, ἐπεμβαίνοντος πολλάκις καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶχε λόγον νὰ ἐπέμβῃ· διότι ὅταν ὁ νόμος ὁ δημοτικός, ὁ παλαιός, λέγῃ ῥητῶς, ὅτι οἱ δῆμοι διοικοῦσι τὰ πράγματα αὑτῶν ἀνεξαρτήτως, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν σχετίσῃ τις τὴν λέξιν «ἀνεξαρτήτως» μὲ τὰς λέξεις «ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν» βεβαίως θὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ λέξεις «ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν» δὲν σημαίνουν τίποτε ἄλλο εἰμὴ, ὅτι θὰ ἐπιβλέπῃ τὸ Κράτος, ὅπως ἡ διοίκησις τῶν δήμων γίνεται συμφώνως τῷ νόμῳ· ἄλλην ἔννοιαν βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ δώσῃ εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, αἵτινες δυστυχῶς παρεβιάζοντο δι’ ἐπεμβάσεως ἀσυστόλου, ὥστε διοίκησις ἀνεξάρτητος τῶν δήμων ἀνεγράφετο μὲν εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλά, παρακαλῶ, τὸ νέον νομοσχέδιον τί προβλέπει διὰ τῶν διατάξεων αὑτοῦ; Προβλέπει περιστολὴν τῆς τυχὸν πολιτικῆς ἀκολασίας τοῦ κέντρου; Οὐχί. Φροντίζει δῆθεν περὶ ἀνεξαρτήτου διοικήσεως τῶν δήμων, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν πάλιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν κοινοτικῶν πραγμάτων τηρῶνται οἱ νόμοι. Κατὰ τί διαφέρουν αἱ διατάξεις αὗται τῶν παλαιῶν. Ὁμολογουμένως ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν τὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν τοῦ παρελθόντος, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ καταχρῶνται αἱ Κυβερνήσεις τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ χείρονα εἰσέτι, ὡς θὰ ἴδωμεν περαιτέρω. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην· τί ἐζήτει ἐκείνη; Ἐζήτει ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ δῆμοι εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν τὰς οἰκονομικάς, νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ δῆμοι. Διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης θὰ κατωρθώνετο καί τι ἄλλο, θὰ καθίστατο εὐκολωτέρα ἡ εὕρεσις καταλλήλων προσώπων, ἀφοῦ θὰ περιωρίζετο καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ συνέβαινε καὶ ἄλλο ἀγαθόν. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν μέγαν, ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος. Ποτὲ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Καὶ διατί; Διότι διὰ τοῦ ὄγκου αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ διεκδικήσῃ τὰ νόμιμα αὐτοῦ δικαιώματα. Αὐξανομένου ὅθεν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δήμων, οὗτοι θὰ ἐνισχύοντο καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποκρούσωσι πᾶσαν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως· ὅσον τοὐναντίον πολλαπλασιάζητε τοὺς δήμους, τόσον θὰ ἔχητε ὄργανα ὑποχείρια εἰς τὸ κέντρον, τρέμοντα τὸν χωροφύλακα καὶ τὸν ἐνωματάρχην, δηλαδὴ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω ἡ δῆθεν παρεχομένη ἀνεξαρτησία ἀποδεικνύεται εἰκονική. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ κοινωνία· μὲ τὴν ἀντίληψιν δὲ ταύτην τάσσομαι ἀνεπιφυλάκτως καὶ τάσσομαι τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον προσβλέπω μετὰ δειλίας εἰς τὸ μέλλον τῶν κοινοτήτων. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διηγηθῶ ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη. Εὑρέθην εἰς χωρίον τι μικρὸν ὀνόματι «Καμάρι» τοῦ Αἰγίου. Συνωμίλουν ἐκεῖ μετὰ παρέδρου, ὅτε πλησιάζει αὐτὸν μία γραῖα καὶ λέγει: Κύριε πάρεδρε, νὰ μοὶ δώσῃς πιστοποιητικόν, ὅτι ὁ υἱός μου εἶναι μονογενὴς καὶ ὀρφανός· ὁ δὲ πάρεδρος ἀπήντησεν εἰς τὴν γραῖαν «καὶ ποῦ εἶναι ἡ κόττα» στρεφόμενος δὲ πρὸς ἐμὲ εἶπε «δὲν εἶναι δίκαιον;» Κύριοι, μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προετοιμάζετε πρέπει νὰ ἑτοιμάσουν ὅλα τὰ χωρία κόττες. Περὶ τούτου νὰ μὴ ἔχητε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ποτὲ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ ἀγρότης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζηται ἀφιλοκερδῶς καὶ νὰ μὴ πιέζῃ τὸν συμπολίτην του, μὴ ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι πράττει τι κακόν, ἀλλὰ νομίζων δίκαιον, ἀφοῦ ἐργάζεται ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν του νὰ πληρώνηται καὶ ὑπ’ αὐτῶν· ἐὰν ἄλλην ἀμοιβὴν δὲν ἔχει, θὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ τὴν πληρωμήν, τὴν πληρωμὴν δὲ ταύτην θὰ τὴν εὕρῃ εἴτε κατ’ εὐθεῖαν, πιέζων ὡς παρέστησα, εἴτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων δημοτικῶν, θὰ τὴν εὕρῃ παντοιοτρόπως, μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Θὰ συμβῇ καί τι ἄλλο. Σήμερον ὁ δήμαρχος ὁσάκις εὑρίσκεται πρὸ παρεκτροπῶν ἐνωμοτάρχου ἢ χωροφύλακος ἐπεμβαίνει καὶ ἐπιβάλλεται συνήθως διὰ τοῦ ἀξιώματός του, ἀλλὰ παρακαλῶ ποίαν ἐπιβολὴν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἁπλοῦς ἀγρότης γενόμενος σύμβουλος, ὅπως ἐπιβληθῇ ἔστω καὶ εἰς τὸν χωροφύλακα; Οὐδεμίαν! Πίεσιν λοιπὸν θὰ ἔχωμεν τῶν πολιτῶν καὶ ἀπὸ τῶν χωροφυλάκων καὶ ἀπὸ τῶν συμβούλων. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ τὰ δεινοπαθήματα τὰ ἀναμένοντα τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί θὰ πάθωσι καὶ οἱ δυστυχεῖς σύμβουλοι καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ῥίψω βλέμμα εἰς ὅσα συμβαίνουσι ἐνταῦθα εἰς τὴν Ἀττικὴν μὲ τὰς κοινότητας. Βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ πλεῖσται κοινότητες τῷ ὄντι φροντίζουσι περὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν μετ’ ἀφοσιώσεως πλήρους καὶ μόλον τοῦτο ὅλαι καταδιώκονται. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐπιτροπὴ κοινοτικὴ ἡ ὁποία δὲν καταδιώκεται, καὶ ἅπασαι αἱ ἐπιτροπαὶ διατρέχουσι τὸν κίνδυνον, καίτοι θυσιάζουσαι πᾶσαν τὴν δραστηριότητα αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακάς· τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ εἰσῆλθον. Καὶ διατί τοῦτο; Διότι ὡς ἁπλοῖ ἀγρόται δὲν ἐγνώριζον τοὺς τύπους κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινοτικῶν πραγμάτων, καὶ ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ μὴ κάμωσι παρατυπίας, ὥστε ὄχι μόνον οἱ ἄλλοι πολῖται θὰ καταπιέζωνται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς σύμβουλοι θὰ καταδιωχθῶσιν ἐλεεινῶς, εἴτε εὐσυνειδήτως διοικῶσιν εἴτε καὶ ἰδιοτελῶς. Κύριοι, αὐτὰ εἶναι τὰ σπουδαιότερα, τὰ ὁποῖα προβλέπω ὅτι θὰ συμβῶσι. Καὶ θὰ μοὶ ἀντείπητε ἴσως, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ αἱ κοινότητες εὐημεροῦν καὶ προοδεύουν, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν ὑπάρχουσαν ἡ διοίκησις ὅλων τῶν κοινοτήτων εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ὥστε ἐὰν εὑρίσκετε ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι καλῶς ὡς πρὸς τὰς κοινότητας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἄμεσος συνέπεια εἶναι, ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι καλῶς καὶ ὡς πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς, τὰς ἐπιβλεπούσας τὰς κοινότητας.
§53Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἀπέτυχον.
§54Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἴδω τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως εὐοδούμενον, ἐρωτῶ, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπροτίμησε νὰ προτάξῃ τούτου τοῦ ζητήματος ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαιότερoν, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος ὑποδεικνύει, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, διότι τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα νομοσχέδια περὶ τούτου, βεβαίως δὲν λύουσι τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ ὑποδείξω πόσον ὁ λαὸς εἶναι ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν αὐτοδιοίκησιν τὴν ὁποίαν τοῦ προσφέρομεν ὡς δῶρον πολύτιμον. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἀττικήν, διότι ὀφείλω νὰ περιορισθῶ, ὁμιλῶν περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, ἐδῶ εἰς τὴν Ἀττικὴν οἱ συμπολῖταί μου μὲ παρεκάλεσαν μυριάκις νὰ φροντίσω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, «διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῆς»· αὗται εἶναι αἱ λέξεις των.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παντοῦ. Ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἀττικήν.
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βλέπετε, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν λέγομεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις ἀντιθέτως χορηγεῖ αὐτοδιοίκησιν εἰς τὸν ἀγρότην, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων δυσαρέστων συνεπειῶν, ἃς ἐξέθεσα, θὰ φέρῃ καὶ τὴν διχόνοιαν εἰς αὐτὰ τὰ χωρία. Κακὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε ταῦτα, ἀλλὰ αἱ πρωτεύουσαι μόνον, κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ μαράνῃ πᾶσαν ζωὴν ἐν τοῖς χωρίοις. Εἶπον ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔτυχεν ὑποδοχῆς ἐνθουσιώδους ἐν τοῖς χωρίοις, διότι δυστυχῶς δὲν ἀντιλαμβάνονται τῶν συνεπειῶν. Μὴ δυνάμενος ὅθεν νὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν συμπολιτῶν μου, δὲν θὰ καταψηφίσω αὐτό· δηλῶ ὅμως, ὅτι θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον τῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ τροπολογίαι θὰ ψηφισθῶσι εἰς τὰς ἄλλας ἀναγνώσεις.
§58ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅσοι ἔχουσι νὰ φέρωσιν οἱανδήποτε τροποποίησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, νὰ φέρωσιν αὐτὴν πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως.
§59Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ ὁποία πότε θὰ γίνῃ;
§60Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λέγων πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, ἐννοῶ διὰ τούτου ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἴδωμεν ποίας τροπολογίας θὰ προτείνωσιν οἱ κ. Βουλευταί. Διότι προκειμένου περὶ τοιούτου πολυσχιδοῦς νομοσχεδίου, θίγοντος πολλὰς σκέψεις καὶ συμφέροντα, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐνώπιον τροποποιήσεων κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι οἱαδήποτε τροποποίησις, ἔστω καὶ καθαρῶς λεκτική, ἥτις θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν θὰ γίνῃ δεκτὴ ὑφ’ ἡμῶν, διότι φοβούμεθα μήπως αἱ τοιαῦται τροποποιήσεις φέρωσι πράγματα, καθόσον ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐλάχισται τροπολογίαι ἀνέτρεψαν νόμους καὶ κατέστησαν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν δυσχερεστάτην. Τὰς τροπολογίας θὰ τὰς ἔχῃ τυπωμένας ἡ Βουλὴ καὶ θὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της.
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει ὄχι ἁπλῶς νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις αὔριον, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἡμέρα τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ εἶναι Τετάρτη, ἂν εἶναι δυνατόν.
§62ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατί;
§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην σήμερον, ὅτι δὲν ἐμελέτησαν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν εἶχεν ὁρισθῆ ἀκριβῶς ἡ ἡμέρα.
§64ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε νὰ μεταθέσωμεν τὴν ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τῆς Πέμπτης εἰς τὴν Τετάρτην, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν Πέμπτην διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§65Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα κανονισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἀλλὰ τυπικῶς ὑπάρχει. Ἂν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ ὑποβάλλητε πρότασιν μεταβάλλουσαν τὸν Κανονισμόν, νὰ ψηφισθῇ ταύτην τὴν στιγμήν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶναι δυνατόν, διότι ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ προαπαιτεῖ πρότασιν, ἔκθεσιν καὶ δύο ἀναγνώσεις.
§67Γ. ΠΩΠ. Γίνεται αὐτό, διότι δὲν εἶναι σπουδαία μεταβολή.
§68ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὡς γίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν σημαίνει ἡ ἀπώλεια μιᾶς ἡμέρας, ὥστε, ἂν νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν διὰ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς μεταφορὰν τῆς συζητήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τῆς Πέμπτης εἰς τὴν Τετάρτην, ὅπως τὴν Πέμπτην γίνῃ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὴν Παρασκευήν.
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα, συντεταγμένα ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μελετηθῶσιν εἰς μίαν ἢ δύο ἢ πέντε ἢ δέκα ἡμέρας. Ἐκεῖνος, ὅστις δὲν εἶναι μεμελετημένος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τοῦδε, εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ παρασκευασθῇ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι ἄλλως ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ κατὰ πάντα τρόπον ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῶσιν ἄλλως τὰ πράγματα. Ἐπιθυμεῖτε τὴν μεταρρύθμισιν αὐτήν; Ἐμπρὸς νὰ σᾶς ἴδωμεν εἰς τὸ ἔργον, ὄχι μὲ τοὺς λόγους· ἀρκετοὺς λόγους ἤκουσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίζεται ἡ δευτέρα συζήτησις τὴν Παρασκευήν. Ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 1–12 τοῦ νομοσχεδίου).
§71Γ. ΠΩΠ. Πέραν αὐτοῦ δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο ἐννοεῖται.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, θὰ προχωρήσωμεν.
§73Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἡμεῖς παρέσχομεν ὅλας τὰς δυνατὰς εὐκολίας, ὅσας ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἡ συζήτησις ἀποβῇ ταχίστη καὶ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐν συνόλῳ. Ἀλλὰ, ἂν πρόκειται νὰ συνεχίσωμεν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν συνεδρίασιν, θὰ παρακαλέσω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, διότι δὲν ὑποθέτω νὰ ἐπείγῃ τόσον τὸ περὶ φυγοδικίας καὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τελειώσῃ ἡ ψήφισις. Ἄν ὑπάρχῃ ὥρα, θὰ ἐργασθῶμεν καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§75Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τελειώσῃ ἡ ψήφισις. (Ψηφίζονται εἶτα καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φυγοδικίας» (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας βοηθήματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου θανόντων πυροσβεστῶν Π. Δ. Καραγιαννίδου, Π. Τσαβλῆ καὶ Κ. Ζαΐμη».
§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀνανεώσεων τῶν ἐγγραφῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον). Συζήτησις προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΜʹ τοῦ 1911 περὶ ἀναστολῆς καὶ μετατροπῆς τῶν μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος ἐπιβεβλημένων ποινῶν».
§80Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, ἀπολύτως σύμφωνος εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελον μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ἣν περίπτωσιν εὕρῃ ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ τοιαύτη μεταβολή, μεταβολήν, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ὁδηγῆσαν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν φιλανθρωπίαν, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, ὅτι πολλάκις ἐντὸς τῶν φυλακῶν κατὰ τὸ παρελθὸν χρονικὸν διάστημα ἐπεβάλλοντο ποιναὶ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο κατὰ τρόπον ἀφήνοντα ἀμφιβολίαν καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ διεξαγωγὴ τῶν μαρτυριῶν εἰς τὸ κρατητήριον, εἰς ὃ εἰσήγοντο. Ἑπομένως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ ποιναί, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς κρατουμένους κατὰ τὸ στάδιον τῆς φυλακίσεως αὐτῶν, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ δίμηνον, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει, ἀφ’ ἧς στιγμῆς πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος. Τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ μορφῆς σωφρονιστικῆς καὶ ἐπανορθωτικῆς. Πρόκειται περὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, διότι εἶναι δικαιωτάτη, καθόσον ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ἔχουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ τύχωσι τοῦ φιλανθρωπικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος, καὶ μόλα ταῦτα, διότι ἔχουσι καταδικασθῆ εἰς μιᾶς μόνον ἡμέρας φυλάκισιν, θὰ στερηθῶσιν ἑνὸς εὐεργετήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐκτυπωθῇ. Κατὰ τὰ ἄλλα ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Βινιεράτου, Φουρίδου καὶ Πολυζωγοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται ὡς ἄρθρον μόνον νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον μόνον.—«Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΓΩΜʹ τοῦ 1911 δὲν ἀπαιτεῖται νὰ λαμβάνηται ἡ περὶ ἀναστολῆς ἀπόφασις δι’ ὁμοψηφίας τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου. Προτέρα καταδίκη δὲν κωλύει τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως, ἂν ἡ καταδίκη ἐκείνη ἀφορᾷ ποινὴν ἀστυνομικὴν, ἢ, ἂν ἀφορᾷ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν πρὸ τῆς νέας ἐπιβληθεῖσαν καὶ ἀπὸ τῆς ἀποτίσεως τῆς ὁποίας παρῆλθεν ὁ νόμιμος πρὸς παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος χρόνος. Οἱ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντες ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΓΩΜʹ τοῦ 1911, ἂν ἀπέτισαν εἰκοσιπέντε ἔτη τῆς καταγνωσθείσης ποινῆς ἢ εἴκοσιν ἔτη ἐκ ταύτης, ἂν ἦσαν ἀνήλικοι κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταδίκης. Αἱ δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΩΜʹ τοῦ 1911 ἀπορριφθεῖσαι ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων περὶ ἀναστολῆς αἰτήσεις πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου, ἐπιμελείᾳ τῶν καταδίκων ἢ τοῦ εἰσαγγελέως, ὅπως κριθῶσι καὶ ὑπὸ τὰς διὰ τοῦ παρόντος νόμου θεσπιζομένας μεταρρυθμίσεις».
§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴν τὴν ἀποδέχομαι καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Βινιεράτου, Φουρίδου καὶ Πολυζωγοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἡ ἔκτισις ποινῆς εἰς τοὺς εἰς ἰσόβια δεσμά, εἶναι πολὺ μεγάλη.
§85Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι μία, εἴτε ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν εἴτε ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀπονεμομένη. Θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου.
§86Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ καταλληλοτάτη στιγμὴ νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ μέγα πρόβλημα τῶν φυλακῶν, προκειμένου περὶ τῶν πασχόντων ἀπὸ νοσήματα κολλητικὰ καὶ ἀνίατα. Πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τοὺς ὑγιεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ δώσητε χάριν. Ἂν εἶναι δυνατὸν οἱ πάσχοντες ἐκ τοιούτων νοσημάτων νὰ ἐξέρχωνται τῆς φυλακῆς, ἂν ἐξέτισαν τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς των. Αὐτοὶ θὰ δώσωσι λόγον μετ’ ὀλίγον πρὸς τὸν Θεόν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ὑποβάλλει τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. (Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις διατί εἰσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς Ἐρεύνης ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ φακέλου τῶν πρακτικῶν τῆς μικτῆς Ἑλληνοτουρκικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς συσταθείσης δυνάμει τοῦ 9 ἄρθρου τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως κλπ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις ἐπὶ διαφόρων ἔργων ἐκτελεσθέντων ἐν τῷ λιμένι Κατακώλου καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Desiré-Michel. Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις, διατὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνήργησε τὰ δέοντα κατὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης τοῦ Συγγροῦ περὶ ἀνικάνων δι’ ἐργασίαν ὑπαλλήλων. Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις, διατὶ βραδύνει ἡ κατασκευὴ τῆς Ὁδοῦ Καρυμπότης Ἀγᾶ. Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις, διατὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν δὲν κατέθεσαν ἔγγραφα αἰτηθέντα περὶ φόρου ἐλαίου καὶ ἐλαιῶν. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις, διατὶ δὲν ἐστάλησαν βοηθήματα, εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Ἀγυιᾶς. Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις διατὶ δὲν προήχθησαν ὑπαξιωματικοὶ παρασχόντες ὑπηρεσίας ἐκτὸς τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διαγράφεται ἡ ἐπερώτησις, διατί ὁ Νομάρχης Ἀρκαδίας ἐχαρακτήρισε τὸν Δῆμον Μεγαλοπόλεως ὡς ἄπορον. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις διὰ παρανόμους διορισμοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὡς καὶ προαγωγάς. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἐνήργησε τίποτε κατὰ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Ἀγ. Νικολάου τοῦ δήμου Μελιτίνης Χρήστου Ῥήγα διὰ διαφόρους παρανόμους πράξεις). Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς Καλοτύχου.
§89Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Δημήτριος Καλότυχος πρῴην γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀπολυθεὶς δὲ κατὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὁποίου αἰτεῖται τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν ἣν κατεῖχε, καὶ ἐν αὐτῇ ἐκτίθησι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀδίκως ἀπελύθη καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψει. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου διεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν, ἥτις συσκεφθεῖσα ἐπανειλημμένως ἐπ’ αὐτοῦ ἀνέθεσε πρὸς ἐμὲ τὴν εἰσήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀληθείας τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ ἐκτιθεμένων λόγων, ἀφεῖσα πλήρη ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ μου ταύτῃ. Συμμορφούμενος πρὸς τὴν δοθεῖσάν μοι ἐντολήν, ἀπετάθην, ὡς ἦτο ἑπόμενον, εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, παρὰ τῆς ὁποίας ὡς ἁρμοδιωτέρας, ἐζήτησα πληροφορίας ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, περὶ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ δράσεως, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα καθ’ ὃ ὑπηρέτησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὡς διευθύνων τὸ γραφεῖον τῶν κληροδοτημάτων καὶ περὶ τῶν λόγων τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν· ὁμοφώνως δ’ ἅπαντες οἱ ἁρμόδιοι τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου μὲ ἐπληροφόρησαν ὅτι ὁ ὑπάλληλος Καλότυχος, ὡς διευθύνων προσωρινῶς τὸ γραφεῖον τῶν κληροδοτημάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἐπεδείξατο ἀρίστην διαγωγήν. Ἐκ τούτων καὶ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἐκθέσεων, ἃς ἐξήτασα, περὶ τῆς ἐνεργείας του ἐπὶ διαφόρων κληροδοτημάτων ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ παράπονά του, τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκτιθέμενα, εἶναι κατὰ πάντα ἀληθῆ, ὅτι τὸ γραφεῖον τῶν κληροδοτημάτων τὸ παρέλαβεν εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, ὅτι πολλὰ ἐκ τῶν κληροδοτημάτων εἶχον παραγραφῆ, ὅτι πολλὰ δὲ τούτων ἐβαρύνοντο διὰ παρανόμων ὑποτροφιῶν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν γραφείων τῶν κληροδοτημάτων, ἔσπευσε νὰ θέση τέρμα εἰς τὰς παρανομίας αὐτάς, ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτόν, ὅτι πολλαὶ μὲν τοιαῦται ὑποτροφίαι ἀνεστάλησαν, πολλαὶ δ’ ἠκυρώθησαν, καὶ πολλὰ κληροδοτήματα ἕτοιμα διὰ νὰ παραγραφῶσι περιεσώθησαν, καὶ οἱ διὰ τούτων βαρυνόμενοι ὑπεχρεώθησαν ἢ νὰ καταβάλωσι ταῦτα εἰς ὁλόκληρον, ἢ νὰ καταβάλωσι ταῦτα συμβιβαστικῶς. Τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων Καρτάλη, Βαρβαρήγου, Ἀλεξανδράκη καὶ ἄλλων, ὠφελήθη σημαντικῶς. Ἐσχάτως κατεβλήθησαν 2,000 λίραι συμβιβαστικῶς ὑπό τινος τῶν διὰ κληροδοτήματος ὑπὲρ τοῦ Κράτους βεβαρημένων, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἐκεῖνος ἀποτελεῖ ἀληθῶς πραξικόπημα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις τὸν συνωμολόγησεν, διότι ἂν κατέβαλεν αὕτη περισσοτέραν μέριμναν, τὸ κληροδότημα θὰ κατεβάλλετο ὁλόκληρον. Ὁπωσδήποτε ὅμως κατεβλήθησαν 2,000 λίραι ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριακονταετίαν ὅλην ἔμενε νεκρόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ἤδη παραγεγραμμένον, ἐὰν μὴ ὁ ὑπάλληλος Καλότυχος ἔσπευδε νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης καὶ ἑτέραν ἀναφοράν, σχετικὴν πρὸς τὸ θέμα, διαπεμφθεῖσαν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δομενῶν τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, οἵτινες παραπονοῦνται ὅτι πρὸ τριακονταετίας περίπου, ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Δημοπούλου, κληροδοτοῦντος ὡρισμένον κληροδότημα πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐκεῖ Σχολείου Δομενῶν, δὲν ἐξετελέσθη ἔκτοτε τὸ κληροδότημα τοῦτο, ὅπερ, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, καθ’ ἃ ἠδυνήθη τουλάχιστον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀντιληφθῇ, τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Τί ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ; Τετράκις ὁ διευθύνων τὸ γραφεῖον τῶν κληροδοτημάτων ὑπάλληλος, ὁ ἀναφερόμενος δηλαδὴ Καλότυχος, ἀπετάθη πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας περὶ τῆς ἐνεργείας του διὰ τὸ κληροδότημα τοῦ Δημοπούλου. Παρ’ ὅλας ὅμως τὰς διαταγάς, τὰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ὁ τότε Νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἔκαμεν. Τέλος, ὅταν ὁ Νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος μετετέθη ἐκεῖθεν καὶ ἀντεκατεστάθη δι’ ἄλλου, διὰ τοῦ νῦν Νομάρχου Ἀττικῆς κ. Δασίου, τὸ Ὑπουργεῖον διὰ πέμπτην φορὰν ἀπηύθυνεν ἔντονον ἔγγραφον πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος καὶ ἐζήτησε νὰ τὸ πληροφορήσῃ, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος Δημοπούλου, καὶ δὴ ἂν ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ διὰ τοῦ κληροδοτήματος βεβαρημένου, ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης ἀπήντησεν ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τοῦ τοιούτου κληροδοτήματος καὶ ὅτι διὰ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγήν, ὅπως παρηγγέλλετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του αὐτὴν ταύτην τὴν διαθήκην, διὰ νὰ ἴδῃ, ποῖος εἶναι ὁ βεβαρημένος. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔσπευσε νὰ ἀποστείλῃ τὸν σχετικὸν φάκελον τοῦ κληροδοτήματος εἰς τὸν κ. Νομάρχην. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ὑπάλληλος μετέβη εἰς τὸν τότε Ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς αὐτὸν τὸν φάκελον τοῦ κληροδοτήματος Δημοπούλου, καὶ νὰ δώσῃ πρὸς ὑπογραφὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος, ὁ τότε Ὑπουργὸς μελετήσας τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον καταχωρίζεται ἐν τῷ ὑπομνήματι πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, μελετήσας, λέγω, τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχε μονογραφηθῆ καὶ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου, οὐ μόνον δὲν τὸ ὑπέγραψεν, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ ἀπέρριψε, τοσαύτη δὲ ἦτο ἡ ἀγανάκτησίς του, κύριοι συνάδελφοι, ὥστε τὸ κατεξέσχισε, τὸν δὲ φάκελον τοῦ κληροδοτήματος ἐνέκλεισεν εἰς τὸ Γραφεῖον του.
§90Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργός;
§91Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἷς Ὑπουργός· δὲν γνωρίζω ποῖος. Τὸ ἔγγραφον δὲ ἐκεῖνο εὑρίσκεται ἤδη καὶ εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς κατεξεσχισμένον καὶ ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου.
§92Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο αὐτό;
§93Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀναφέρεται ἐν τῷ ὑπομνήματι, καὶ ἑπομένως δύνασθε, ἐὰν τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, νὰ ἴδητε καὶ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὴν ἐποχὴν καὶ ὅλα. Συνέβη πρὸ δύο ἐτῶν· ἂς ὁρίσωμεν χρονικὴν περίοδον, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ καμμία παρεξήγησις. Θὰ παρείλκυε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς εἶχεν ὡς ἰδιαίτερον γραμματέα αὐτοῦ τὸν υἱὸν τοῦ βεβαρημένου διὰ τοῦ κληροδοτήματος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ βεβαρημένου διὰ τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἰσχυρίζεται, καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ του ἐκεῖνοι περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐξεβιάσθη ὑπὸ τοῦ ἀναφερομένου ὑπαλλήλου, τοῦ Καλοτύχου, ἀπαιτοῦντος ὅπως ὁ Δημόπουλος, ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ συστήσῃ τοῦτον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ προαχθῇ εἰς ἀνωτέραν θέσιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν κατεῖχεν, ὑποσχόμενος οὗτος ὡς ἀντάλλαγμα, ἵνα θάψῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ γραφείου τῶν κληροδοτημάτων τὸν φάκελον τοῦ κληροδοτήματος Δημοπούλου καὶ τοιουτοτρόπως ὠφεληθῇ ὁ πατὴρ τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως, παραγραφομένου τοῦ κληροδοτήματος, ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι δὲν φαίνονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πιστευτοί, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἠδύνατο ἁπλοῦς ὑπάλληλος, ἐχέφρων δὲ πρὸ παντός, νὰ θελήσῃ νὰ ἐκβιάσῃ κατὰ τοσοῦτον αὐθάδη τρόπον τὸν ἰδιαίτερον τοῦ Ὑπουργοῦ γραμματέα καὶ ἰδιαίτερον αὐτοῦ συμπολίτην καὶ φίλον, τοσαύτην παρ’ αὐτῷ κεκτημένον ἰσχύν, χωρὶς νὰ ἐπισύρῃ τὴν δικαίαν κατ’ αὐτοῦ ἀγανάκτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ δὴ ἐν παραμοναῖς ἐκκαθαρίσεως, ὁπότε θὰ ἐκρίνετο ἡ πολιτεία τῶν ὑπαλλήλων. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἦτο παράφρων ὁ ὑπάλληλος, διὰ νὰ νομίζῃ ὅτι θὰ ἠδύνατο κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐκβιάσῃ τὸν πανίσχυρον γραμματέα τοῦ πανισχυροτέρου προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ἀντίθετον εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ συνέβη, καὶ βεβαίως συνέβη. Δηλαδὴ ὁ τότε κ. Ὑπουργός, θέλων ἴσως νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα καὶ εἰς τὸν πατέρα του, τὸν βεβαρημένον διὰ τοῦ κληροδοτήματος, ἠρνήθη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σχετικοῦ ἐγγράφου πρὸς τὸν Νομάρχην περὶ ἐκτελέσεως τοῦ κληροδοτήματος, ἵνα ὠφελήσῃ τὴν οἰκογένειαν Δημοπούλου. Τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι, ὅτι τὸ κληροδότημα Δημοπούλου σήμερον εἶναι ἀνύπαρκτον, διότι ἔσπευσεν ὁ βεβαρημένος διὰ τοῦ κληροδοτήματος ἀμέσως, ὡς ἐπληροφορήθη τὴν ἐπικειμένην ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου ἢ τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν περιουσίαν του καὶ ἑπομένως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἂν θελήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τι ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος ἐκείνου, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ, διότι ὁ βεβαρημένος εὕρηται ἤδη ἄνευ περιουσίας. Τοιουτοτρόπως τὸ κληροδότημα ἐκεῖνο ἐσώθη διὰ τὸν βεβαρημένον, καὶ ἀπωλέσθη διὰ τοὺς κατοίκους Δομενῶν· τὸ θῦμα ὅμως ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας ὑπῆρξεν ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἀναφερόμενος, ὅστις ἐτόλμησε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον του ἀπέναντι ἑνὸς ἰσχυροῦ καὶ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐν πλήρει συνειδήσει κρίνουσα, συνιστᾷ ἐνθέρμως εἰς τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἀληθῶς τυγχάνει θῦμα τῆς ἐνεργείας του καὶ τοῦ ζήλου του περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας του. Δὲν γνωρίζω, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἄλλη ὑπηρεσία του κατὰ τὸ παρελθόν.
§94Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμπρά.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λαμπροτάτη.
§96Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὕτη διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, δυνάμεθα δὲ νὰ διαβεβαιώσωμεν τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία του ἐν τῷ γραφείῳ τῶν κληροδοτημάτων εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄψογος καὶ λίαν ἐπαινετή· τοῦτο δ’ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀπολύσεώς του. Καταλήγων, Κύριοι, τρέφω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐτέθη διὰ παντὸς τέρμα εἰς τὴν ἔκτροπον τοῦ παρελθόντος κατάστασιν καὶ ὅτι τὰ δίκαια τοῦ πολίτου θὰ ὦσιν ἐφεξῆς σεβαστὰ καθ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἀντιτάσσωνται. Δὲν δύναται δὲ νὰ νοηθῇ εὔκοσμος Πολιτεία, ἂν μὴ ἐπανορθοῖ τὰ ὑπ’ αὐτῆς διαπραχθέντα ἀδικήματα.
§97Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, μικρὰν προσοχὴν εἰς τὰς λέξεις μου, ὅσον ἀτέχνως καὶ ἂν λεχθῶσιν αὗται, ἐπικαλοῦμαι ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. ὑπουργῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου ἀδικηθέντος, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ πράγματος, ὁ ἀναδιορισμὸς τοῦ ἀπολυθέντος ὑπαλλήλου, νὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο· πρόκειται περὶ ζητήματος λίαν σοβαροῦ, σκανδαλώδους πολιτικοῦ. Ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὸ ὑπόμνημα τοῦ παραπονουμένου ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου εὐτυχῶς τὰ παράπονα εὗρον ἠχὼ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, πρὸς τιμὴν βεβαίως τοῦ ὑπαλλήλου, ἀξιεπαίνως ἐργασθεῖσαν καὶ διατυπώσασαν τὴν γνώμην της διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγου κατελθόντος τοῦ βήματος κ. εἰσηγητοῦ αὐτῆς, θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν παραμένει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ δέον νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ ὑπάλληλος, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον εἰς τὸ ὁποῖον ἰδιαζόντως πρέπει νὰ προκληθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα γνωσθῇ, ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς νέαν ὁδόν. Πρόκειται περὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλην ὥραν βεβαίως θέλει ἀπασχοληθῆ ἡ Βουλὴ καὶ ἐσκεπτόμην καὶ δι’ ἐπερωτήσεως ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ ἤθελον πράξει τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ταύτης λήγουσι λίαν προσεχῶς. Πρόκειται περὶ μιᾶς πηγῆς, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς πηγὴ διαφθορᾶς, πρόκειται περὶ πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας παρανομίαι ἤνθισαν καὶ ἀπειλοῦσι πολλοὺς καὶ διαφόρους κινδύνους. Ἦτο ἀνάγκη καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, ὁλόκληρος ἡ κοινωνία τῶν διαπραχθέντων εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, τῶν κληροδοτημάτων. Πολλὰ λέγονται καὶ πολλὰ ψιθυρίζονται, πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἐγράφησαν, ἴσως ἐλάχιστα ἀπέναντι τῆς πραγματικότητος, ἀλλὰ ψιθυρίζονται καὶ μεταβιβάζονται ἀπὸ στόματος εἰς στόμα καὶ ἔχουσι πείσει ὅλην τὴν κοινωνίαν, ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεων σφοδρῶν, τῶν ὁποίων μέτοχοι εἶναι οἱ ἑκάστοτε ἰσχυροί. Ἕνεκα τῶν διαδόσεων τούτων ἀπεφασίσθη πρὸ ἐτῶν ἡ ἵδρυσις ἰδίου τμήματος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τοῦ τμήματος τοῦ λεγομένου τῶν κληροδοτημάτων, ἔπεσε δὲ ὁ κλῆρος εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτόν, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλον τὸ ὄνομά του, δὲν ἦτο καλότυχος, ἦτο κακότυχος. Εἶχε τὴν ἐλαφρότητα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εὐτυχία εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ὡς τοῦτο ἐβεβαιώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατόπιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη μετὰ ἔρευναν τῶν πραγμάτων, ὡς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος εἰσηγητὴς αὐτῆς. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ εὐτυχία ἔγκειται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, ἐνῷ ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος εὑρίσκεται ἡ κακοτυχία, διότι ἔπεσε θῦμα τοῦ καθήκοντος.
§98Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§99Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τόσον, ὅσον περὶ τῆς γενικωτέρας ἐρεύνης τοῦ ζητήματος καὶ οὕτω δέον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα· εἶναι ἀληθὴς ἡ δρᾶσις τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου; εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θεραπεύσῃ τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν; Ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατέγινεν εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὴν ἔρευναν τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων καὶ ἐν τῇ ἐρεύνῃ αὐτοῦ ἀνεκάλυψε πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δυστυχῶς, εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ εὗρε πολλὰ ἐμπόδια. Ἐπὶ δέκα ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη ὁ ὑπάλληλος οὗτος ὑπηρέτησε τὸ Κράτος ἐντίμως καὶ σήμερον ἐν τούτοις πένεται. Ἐκτελέσας οὗτος τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐντίμως, ὡς εἶπον, ὠφέλησε τὸ Κράτος πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Περὶ τῶν κληροδοτημάτων, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῶσιν εἰς τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν ὅσα πρέπει νὰ λεχθῶσι. Εἶναι ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδείξῃ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ κληροδοτήματα, πῶς γίνεται χρῆσις τούτων καὶ ἂν ἔχει ὁ Λαὸς δίκαιον νὰ ἐξεγείρηται, ὡς ἐξεγείρεται, κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ ἂν πρέπει νὰ ἐξευρίσκωνται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ποιοῦνται καλὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ἔχει πᾶς τις ὑποχρέωσιν νὰ καταγγέλλῃ πᾶν ὅ,τι γνωρίζει ἀναφορικῶς πρὸς τὴν μὴ καλὴν χρῆσιν τῶν κληροδοτημάτων.
§100Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν πᾶς τις ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ τὰ καταγγείλῃ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι στέλλονται πρὸς σπουδὴν κοράσια ἀντὶ ἀρρένων;
§101Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ τοῦτο, διότι τὸ Δημόσιον ἔχει συνάψει συμβόλαια μετὰ τῶν δικαιουμένων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἔχητε ὡρισμένα γεγονότα νὰ καταγγείλητε, δύνασθε νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, κληροδότημα ἐκ σπουδαίου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 35 ἔτη συναπτὰ παρέμεινεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἄθικτον καὶ ἀνέπαφον. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι διάφορα ἔγγραφα ἀποδεικτικὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κληροδοτήματος τούτου δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸν σχετικὸν φάκελον πλέον, ἀλλὰ εὑρίσκοντο διεσκορπισμένα εἰς διάφορα μέρη. Ἡ ἐπιμέλεια δὲ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου συνετέλεσεν, ὥστε τὰ διάφορα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικτικὰ τοῦ κληροδοτήματος, νὰ μαζευθῶσιν, εἰς ἕνα καὶ πλήρη φάκελον καὶ νὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ὅτε ἐπηκολούθησεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας· ἐλήφθη μέριμνα ὅπως ὁ βεβαρημένος διὰ τοῦ κληροδοτήματος δεσμευθῇ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ δυνάμει τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας, ἥτις ἐπηκολούθησεν, ἐνεγράφη προσημείωσις εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ βεβαρημένου. Εὐθὺς ὡς ἐνεγράφη ἡ προσημείωσις, ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Πρόκειται περὶ ποσοῦ 400,000 δραχμῶν.
§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρόκειται περὶ ποσοῦ 2,000 λιρῶν.
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπέστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἠρώτα, ἂν συμφέρει νὰ συμβιβασθῶσι μὲ 2,000 λίρας, τὰς ὁποίας προσέφερον οἱ ὑπόχρεοι. Καὶ τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην τὴν ἔκαμεν ὁ ὑπάλληλος αὐτός, διότι ἐπὶ 35 ἔτη εἶχον πάθει εὐρωτίασιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν ὅτι δὲν συμφέρει ὁ συμβιβασμὸς αὐτός, δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, διότι τὸ κληροδότημα εἶναι ἀποδεδειγμένον, οἱ βεβαρημένοι ἔχουσι περιουσίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον τὸ Δημόσιον. Αὐτὰ ἔλεγε τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὸ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀποσταλέν. Καὶ οὕτω ἐσταμάτησεν ἐκεῖ ἡ ὑπόθεσις.
§105ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
§106Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μετά τινας ἡμέρας, ἤτοι τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης συνετελέσθη ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς μὲ τὰς δύο χιλιάδας λίρας, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω τὰς 2,000 αὐτὰς λίρας ὠφελήθη τὸ Κράτος καὶ ἡ ὠφέλεια αὕτη ὀφείλεται εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τριάκοντα πέντε ἔτη οὐδὲν ἐγένετο καὶ μόνον ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὅταν ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν, ἀνεκάλυψε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου καὶ ἔλαβε τοῦτο τὰς 2,000 λίρας, ἤτοι 40,000 δραχμῶν. Ἄλλο κληροδότημα εἶναι τὸ τοῦ ἐκ Θήρας Βαρβαρήγου. Τὸ κληροδότημα τοῦτο ἀπώλετο, ἀπετελεῖτο δὲ ἐξ 700,000 δραχμῶν. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀφ’ ἧς ἀπεβίωσεν ὁ ἀείμνηστος διαθέτης, ἐπὶ μακρὰ ἔτη οὐδὲν ἔγγραφον ἐφαίνετο, οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο, οὐδεμία ἔρευνα πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Οὗτος ὅμως ὁ ὑπάλληλος, ἔχων ἄλλως τε ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, εἶδε τὴν διαθήκην καὶ τοὺς λόγους αὐτῆς, ἠρεύνησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ χάρις εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἀνεκαλύφθη τὸ κληροδότημα, πλὴν δυστυχῶς ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παραγραφῆ. Πάντα τὰ ἀδικήματα εἶχον διαπραχθῆ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦτο· πλαστογραφίαι, ἀπάται, κλοπαὶ καὶ πάντα τὰ ἀδικήματα τοῦ Ποινικοῦ νόμου. Ἐν τούτοις εἶχον παραγραφῆ. Δυστυχῶς ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶχε διορισθῆ μετὰ τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς καὶ εἰς οὐδὲν ὠφέλει ἡ ἀνακάλυψις τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Ἄλλο κληροδότημα, Κύριοι, εἶναι τὸ τοῦ Ἀλεξανδράκη. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸ κληροδότημα τοῦτο οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια, οὐδεμία ἔρευνα, εἰς τὴν ἐργατικότητα δὲ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ὀφείλεται καὶ ἡ ἀνακάλυψις αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἄλλοι λόγοι γενικώτεροι καὶ σπουδαιότεροι ὑπάρχουσιν... Ἐκ τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν τὸ Δημόσιον μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἐπεβαρύνετο, καταβάλλον ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρηματικὰ ποσὰ εἰς διαφόρους υἱοὺς πολιτευομένων, προστατευομένους πολιτευομένων κτλ. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος μὴ σκεφθεὶς ὡς ἐσκέφθησαν οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς προκάτοχοι αὐτοῦ, ἐνήργησεν ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακῶς ἐλάμβανον τὰ κληροδοτήματα, διότι ὑπάρχει νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ μὴ προβιβαζόμενος ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν ἐστερεῖτο τοῦ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος βοηθήματος καὶ οὐδεμία προσοχὴ ἐλαμβάνετο· ὑπῆρχον μαθηταὶ οἱ ὁποῖοι καὶ δύο καὶ τρία ἔτη ἔμενον ἐν τῇ ἰδίᾳ τάξει, οὐχ ἧττον ὅμως ἐξηκολούθουν λαμβάνοντες τὸ μηνιαῖόν των βοήθημα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἔπαυσε νὰ δίδῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος εἰς υἱοὺς ἰσχυρῶν, οἱ δὲ ἰσχυροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς παρανόμου λήψεως χρημάτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, συνηνώθησαν καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν τὴν ἔστρεψαν κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ, ἵνα τὴν συντρίψωσιν, ὅπερ καὶ κατώρθωσαν. Οὕτω δὲ τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται ὅσα πλέον δὲν πληρώνει εἰς τοὺς διαφόρους ἰσχυρούς, ἀλλ’ ὠφελεῖται καὶ τῶν μισθῶν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους κατέβαλε διὰ τὴν σύνταξίν του, τὰ καρποῦται ἕνεκα τῆς ἀπολύσεώς του. Ὑπάρχει κληροδότημα ἔτι σπουδαιότερον, ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὴν ἀπόλυσίν του, τὸ κληροδότημα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής, κληροδότημα περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, κληροδότημα διὰ τὸ ὁποῖον ἐγράφησαν πολλὰ τὰ ἐγκλήματα διὰ παραβάσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τῆς στοιχειώδους ἠθικῆς τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς. Καὶ θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀκόμη νὰ ἐπιζητήσῃ νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς, ἀδιάφορον ἂν ὁ ὑπάλληλος οὗτος θὰ ἐπανέλθῃ ἢ ὄχι· πρέπει καὶ δικαστικῶς...
§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὀφείλει νὰ ἐπανέλθῃ.
§108Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν διατελῶ ἐν ἀγανακτήσει μόνον διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ἀλλὰ διατελῶ ἐν ἀγανακτήσει διὰ τὴν εὐρύτητα τοῦ ζητήματος, διὰ τὴν πολιτικότητα οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὸ ἠθικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ εἰδικῶς, ἐφόσον εἶμαι ὑπόχρεως νὰ σταματήσω εἰς τὸ κληροδότημα τοῦτο καθὼς καὶ εἰς τὰ προηγούμενα, θὰ ἐδικαιούμην νομίζω νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, νὰ διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη καὶ ἐνώπιον ἀνωτέρου δικαστηρίου, ἂν ὑπάρχει παράβασις νόμου, ὅτε πρέπει οὗτος νὰ παραπεμφῇ διὰ νὰ δοθῇ ἓν δίδαγμα. Ἐὰν ὅλα ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, καὶ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πάντα ἀληθῆ, ἐὰν ἀποδειχθῶσι περιτράνως πάντα ταῦτα, ἐὰν ἐδικαιολόγουν ὅτι ἀδίκως ἀπελύθη ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἀκριβῶς διότι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του προσκρούσας εἰς τοὺς ἰσχυρούς, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι διατεθειμένη νὰ δημιουργήσῃ θέσιν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ, δι’ αὐτόν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθῃ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του εὐόρκως. Ἔχετε καὶ ἄλλην ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξητε, ἔχετε ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν ἠθικήν, νὰ ἀποδείξητε εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἂν συνέπεσέ τις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς νὰ πάθῃ ἀδίκως, ὅτι ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπανορθοῖ τὸ ἁμάρτημα τοῦτο καὶ ζητεῖ συγγνώμην. Ἡ ἀπόφασίς σας αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ ὡς δίδαγμα εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἂν ὑπάρχουν οἱ ἀδικοῦντες ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐπανορθοῦντες τὸ ἀδίκημα. Ἂν σεῖς εἶσθε πεπεισμένοι ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχουσι, ἂν τὰ πράγματα καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς πείθει, δύναται εἷς τῶν συναδέλφων σας νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν κατεχόμενος ὑπὸ ἀγανακτήσεως νὰ ἀξιώσῃ νὰ παραδεχθῆτε ὅπως ἐν σώματι ἐπιβληθῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανορθώσῃ ἀτόπημα ἐπελθὸν εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦτον ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων.
§109Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς περὶ οὗ ἡ προκειμένη συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ μᾶς ἐνθαρρύνῃ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου ὁ ὁποῖος ἠδικήθη, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὸν κ. εἰσηγητὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα κ. συνάδελφον, καὶ δέον νὰ πεισθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία πρὸς τὴν ὁποίαν προσέφυγε καὶ ἐζήτησε τὸ δίκαιόν του ὁ ἀδικηθείς, ὅτι πράγματι ἠδικήθη. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀδικίᾳ ὑπάρχουσι καὶ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ τὸ πῶς αὐτὴ συμπεριεφέρετο ἀπέναντι τῶν ἐκπληρούντων τὸ καθῆκον των. Δὲν ἠθέλησεν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἔλθῃ ἡ πολιτικὴ μερὶς εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀνῆκε, ἵνα ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, προσῆλθεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῆς δικαιοσύνην, ἵνα τῷ ἀποδοθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀδίκως καὶ χάριν τῆς Πολιτείας ἀπώλεσε, δηλ. τὴν θέσιν του. Δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν προαγορευσάντων παρὰ εἰς τὴν αἰτίαν ἐκείνην καὶ μόνην, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσίν του. Ἦτο δὲ φυσικόν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν πάντοτε τῶν διαχειριζομένων τοιαῦτα ὑψηλὰ ἀξιώματα, νὰ προκαλέσῃ τὴν μῆνιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς του καὶ νὰ συμπεριλάβῃ αὐτόν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο ἐκ τοῦ νόμου ἵνα τὸν ἀπολύσῃ, διότι εἶχεν ὑπηρεσίαν πλέον τῶν 15 ἐτῶν, μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Δημοπούλου, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ ἦτο ἐνδιαφερόμενος καὶ ὁ μέλλων νὰ πληρώσῃ.
§110Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργός;
§111Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος. Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα, ὡς θὰ ἴδητε, αἱ ὑπογραφαί, κύριε συνάδελφε. Μάλιστα προσθέτω ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπὸ τῶν κατοίκων Δομενῶν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ 3–4 μηνῶν εἰς τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι ἐζήτουν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἀφεώρα τὴν κοινότητά των. Ὁ ἀείμνηστος Δημόπουλος, ἀποθανὼν εἰς τὰ 1874 ἐν Βραΐλᾳ, ἀφῆκε κληροδότημά τι ὑπὲρ τοῦ τόπου του καὶ πρὸς ἀνέγερσιν καὶ συντήρησιν Σχολείου. Τὸ κληροδότημα αὐτὸ ἐπὶ 35 ἔτη παρέμεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ γίνῃ καμμία ἐνέργεια. Ὅτε ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν του, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἴδωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε πρὸς Νομάρχας, Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, ὅπως ἐνεργήσωσι κατὰ τῶν μὴ συμμορφουμένων πρὸς τὰς διατάξεις τῶν διαθετῶν καὶ διὰ παρανόμους πράξεις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίβλεψιν τῶν κληροδοτημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπωλέσθησαν πλέον τῶν 500,000 δραχμῶν ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων, συνέτυχε τότε, κατὰ τὴν ἐνέργειαν πρὸς προστασίαν τῶν κληροδοτημάτων, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἐξερευνήσεως καὶ τὸ κληροδότημα τοῦ Δημοπούλου, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλέγω, ἐνδιεφέρετο ἀμέσως ὁ ἰδιαίτερος Γραμματεὺς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αὐτὸς οὗτος, ὡς ἐδείχθη. Ἀφοῦ ἐξήτασε τὰ τοῦ κληροδοτήματος καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, τὴν Νομαρχίαν Ἀχαϊοήλιδος, καὶ τῆς ὁποίας τότε προΐστατο ὁ ἤδη Νομάρχης Ἀττικῆς κ. Δάσιος. Ἡ νομαρχία ἀπήντησε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅτι: «ἀπηυθύνθημεν πρὸς τὸν δήμαρχον Κερπινῆς καὶ ἀπήντησεν ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει τῶν προηγουμένων ἐγγράφων καὶ ἐνεργειῶν, ὅπως μᾶς ἀναφέρετε ἵνα προστατεύσωμεν τὸ κληροδότημα». Ἐπειδὴ παρεγράφετο τὸ δικαίωμα τῆς κοινότητος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπρόκειτο νὰ ἀπολεσθῇ. Τότε ὁ ὑπάλληλος Καλότυχος συνέταξεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸ ὁποῖον παρουσίασε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ κατὰ τὴν τάξιν τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὑπεβλήθη κατ’ ἀρχὴν πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα, τὸ ὁποῖον καὶ βλέπετε μονογεγραμμένον παρ’ αὐτοῦ, ἄρα ἡ ὑπηρεσία τὸ ἐνέκρινεν ἄνευ ἀντιλογίας, ὡς ὤφειλε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέφερε (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἀπριλίου 1910. Πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπὸ 20 Μαρτίου ἐ. ἔ. ὑμετέραν ἀναφορὰν ὑπ’ ἀριθμὸν 2091 ἀποστέλλομεν ὑμῖν τὸ διὰ ταύτης ζητηθὲν ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58 καὶ ἀπὸ 28 Μαΐου 1874 διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημοπούλου, γενομένης ἐν Βραΐλᾳ, δημοσιευθείσης δὲ καὶ καταστάσης κυρίας ἐνώπιον τοῦ ἐν Βραΐλᾳ προξενικοῦ Δικαστηρίου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῇ 11 Ἰουνίου 1874. Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 240 ἀπὸ 4 Ἰανουαρίου 1909 πρὸς ὑμᾶς διαταγῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ περιεχομένων, τοῦ ἀπὸ 15 Μαΐου ἰδίου ἔτους ὑπ’ ἀριθμὸν 7652 ἐγγράφου ἡμῶν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον καὶ ἑπτὰ (7) εἰσέτι ἄλλων ὑπομνηστικῶν πρὸς ὑμᾶς διαταγῶν ἐπιστεύομεν, κύριε Νομάρχα,—ὑπετίθετο ὅτι θὰ ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς—λίαν εὐλόγως, ὅτι θὰ εἶχε περατωθῆ ἤδη ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἢ τοὐλάχιστον θὰ εἶχον ληφθῆ πάντα τὰ νόμιμα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης ταύτης ἢ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ κληροδοτήματος, οὐδὲ ἐνομίζομεν ποτὲ ὅτι μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου καὶ μετὰ τὴν διαμοιβὴν τόσης ἀλληλογραφίας θὰ ἐζήτει τώρα τὰ πρῶτα καὶ ἀπαραίτητα στοιχεῖα πρὸς ἐνέργειαν ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Τούτου γενομένου ἐντελλόμεθα ὑμῖν, κύριε Νομάρχα, ἵνα εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν ἡ παροῦσα ἐνεργήσητε τὰ καθ’ ὑμᾶς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, καταγγείλητε δὲ συγχρόνως εἰς τὴν ἁρμοδίαν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν Κερπινῆς ἐξαιτούμενοι νὰ ἀπαγγελθῇ κατ’ αὐτῆς κατηγορία «ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος καὶ πάσῃ ἄλλῃ παρανομίᾳ, ἥτις ἤθελεν ἔλθει εἰς φῶς κατὰ τὴν πορείαν τῆς διαδικασίας». Διότι δὲν νομίζομεν ὅτι διαφεύγει τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν, κύριε Νομάρχα, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη ἴσως πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδιωτικῶν συμφερόντων ἐπὶ τριάκοντα καὶ ἕξ ἔτη ἤδη προβάλλουσα ἄλλους ἄλλοτε λόγους, παρελκύει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μέχρις οὗ παραγραφῇ, ἐπιλήσμων γενομένη τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων πρὸς τὸν τόπον, οὗτινος ἐτάχθη κηδεμὼν καὶ προστάτης». Ὁ Ὑπουργὸς (ἀντίγραφον ἐκ πρωτοτύπου μὴ ὑπογραφέντος). Ὁ ὑπάλληλος, ἀφοῦ συνέταξε τὸ ἔγγραφον, μετέβη, ὅπως εἶπον προηγουμένως, εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα, μονογραφεῖ τὸ ἔγγραφον καὶ μετέβη εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ νὰ ὑπογράψῃ αὐτό. Μόλις τὸ παρουσίασεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν λέγει εὐλαβῶς, ἐπειδὴ ἐγνώριζε καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του: Κύριε Ὑπουργέ, συνετάξαμεν πλέον ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊόλιδος, διὰ νὰ προστατευθῇ τὸ κληροδότημα τοῦ Δημοπούλου. — Ποῖος σοῦ εἶπε νὰ τολμήσῃς νὰ φέρῃς τὸ ἔγγραφον ἐνώπιόν μου; Φέρε το ἐδῶ. Καὶ μόλις τὸ ἔλαβε, τὸ ἔσχισεν. (Δεικνύει ἔγγραφον ἐσχισμένον), Τὸ σχίσιμον αὐτό, ὡς παρατηρεῖτε, ὀφείλεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ.
§112Γ. ΠΩΠ. Εἶναι μονογεγραμμένον;
§113Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀπὸ τὸν γενικὸν γραμματέα. Καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐθεώρησε καλόν, ὅπως εἶχε σχισθῇ νὰ τὸ παραλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ, ὡς τὸ βλέπετε. Μετέβη κατόπιν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπαλλήλου ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ λέγει: — Δὲν σοῦ εἶπα, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀφορᾷ προσωπικῶς ἡμᾶς, ἀφορᾷ τὸν πατέρα μου, καὶ συνεπῶς δὲν ὤφειλες νὰ τολμήσῃς καὶ ἐνεργήσῃς ἐπ’ αὐτῆς; Πῶς ἐτόλμησες, τοῦ λέγει, καὶ προσήγαγες τοιοῦτον ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπροστατεύετο ἡ περιουσία; Δὲν σοῦ εἶπον ἐγώ, ὅτι θὰ φᾶς τὸ κεφάλι σου; Ἀπαντᾷ ὁ ὑπάλληλος: Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι τοῦτο μοῦ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκόν μου. Μετὰ ταῦτα ἀποστέλλει ὁ Ὑπουργὸς καὶ λαμβάνει τὴν δικογραφίαν ἐκ τοῦ γραφείου τῶν κληροδοτημάτων, τὴν κλείει εἰς τὸ συρτάρι του καὶ ἔμενεν ἐκεῖ. Μετὰ τοῦτο, ὡς ἦτο ἑπόμενον, δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐνέργεια, ὅπως προστατευθῇ τὸ κληροδότημα. Τὰ δὲ ἐπακόλουθα ἦσαν, ὅτι οἱ κληρονόμοι Δημοπούλου μετεβίβασαν τὴν περιουσίαν των εἰς ἄλλους, καὶ οὕτω πως τὸ κληροδότημα ἀπωλέσθη.
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ μεταβίβασις τῆς περιουσίας τῶν Δημοπούλων πότε χρονολογεῖται; Μετὰ τὰ γεγονότα;
§115Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μετὰ τὰ λαβόντα χώραν γεγονότα. Εἶτα ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριελήφθη βεβαίως καὶ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ μείνῃ ὡς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐκρίθη ὡς ἀνεπαρκής, ἀνεπαρκὴς ἀληθῶς, ἀφοῦ χάρις εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲν ἠδυνήθη νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Μὴ νομίσητε ἐξ αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ ζημίας ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Τί ζημία νομίζετε, ὅτι ἐγίνετο εἰς τὸ Κράτος προκειμένου περὶ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων ἢ μᾶλλον τῆς ἀφέσεως αὐτῶν εἰς τὴν τύχην των, διὰ νὰ προστατευθῶσιν ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ οἱ εὐνοούμενοι τῶν Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας; Τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον ἵνα διὰ τὰ σχολεῖα καὶ τὰ ἄλλα ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν κληροδοτημάτων θὰ ἐξυπηρετοῦντο, ἐξοδεύῃ αὐτὸ ἀντὶ τῶν κληροδοτημάτων, ὅπως ἐγίνετο ἐπὶ τοῦ σχολείου τούτου, ὅπως εἰς τοῦ Ἀλεξανδράκη τῶν Καλαμῶν ἐπλήρωνε κατ’ ἔτος τὸ Κράτος 7,000 δρ. ὅπως τοῦ Βαρβαρρήγου κλπ.
§116Γ. ΠΩΠ. Τοῦ Βαρβάκη.
§117Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Μήπως ἐχάθη ἔκτοτε ἡ δικογραφία;
§118Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὑφίσταται ἡ δικογραφία ὑφίσταται ὁ φάκελος, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν, ἀφοῦ ἡ περιουσία μετεβιβάσθη. Τούτων οὕτως ἐχόντων ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς γνώμην καὶ ἀπόφασιν περὶ τοῦ ἀδικήματος ὄχι μόνον τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεγένετο εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὑπηρετήσαντα εὐόρκως τὴν χώραν ἐπὶ 18 καὶ πλέον ἔτη, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἠθικοῦ τραυματισμοῦ, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως ὑπέστη, θὰ ἐπαναφέρῃ λέγω τοῦτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταχέως, καὶ ἀμείψῃ ὑπάλληλον, ὅστις ἔπεσε θῦμα τῆς πιστῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός του καὶ ἀνταποκριθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκω εἰς τὰ πρόσωπα πάντων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν οὕτω διαμαρτυρομένων διὰ τὸ μέγα ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς ὑπάλληλον ἐντίμως ἐργασθέντα διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
§119Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. (Θόρυβος).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί, κύριε Βουλευτά;
§121Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἡμέρα νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα. Εἶναι σοβαρά.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ χωρίζωμεν τὰ ζητήματα. Ἄλλο τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσιν οἱ συνάδελφοι, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ἀδικηθεὶς πολίτης ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ὁ Πρόεδρος συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν διεβίβασεν αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν ὅπου ἔδει, καὶ ὥρισεν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀξιότιμα καὶ σεβαστὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ διαρκὴς ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§125Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐξήτασε λεπτομερέστερον τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ὁ εἰσηγητὴς ταύτης ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁμόφωνον γνώμην αὐτῆς καὶ συνέστησεν, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία συστήσῃ εἰς τὴν εὐμένειαν τῆς Κυβερνήσεως τὸν ὑπάλληλον αὐτόν. Ὑποθέτω ὅτι κατόπιν τῶν λεχθέντων καὶ ἀναπτυχθέντων καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ὁμοφώνως ἀποφασίσῃ καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς ἐπαναφέρουσα καὶ ἱκανοποιοῦσα τὸν ὑπάλληλον.
§126Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι εὐρύτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς.
§127Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Περαίνω τὴν ἀγόρευσίν μου μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§128Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀγνοῶ, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ποίαν πίεσιν, ὑπὸ ποίαν κατάθλιψιν εὑρίσκεται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εὑρισκόμενος μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος, εὑρισκόμενος μεταξὺ τῶν Ἰαπωνικῶν ἀναμνήσεων καὶ τῶν ἀνορθωτικῶν καθηκόντων. Ὅτε τὸ πρῶτον, πρότερον ἴσως παντὸς ἄλλου, ἔλαβον γνῶσιν τῆς συζητουμένης ὑποθέσεως, ἔγραψα αὐτὴν μεταξὺ τῶν κεφαλαίων τῆς καθηκοντολογίας μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐσκόπουν, ἐὰν ἡ πρώτη Συνέλευσις ἐκηρύσσετο Συντακτική, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς ψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος καὶ πᾶς ἄλλος ὑπουργός, ὅστις ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὁμοίως παραβάτης τῶν δημοσίων καθηκόντων του νὰ ἐστερεῖτο ἰσοβίως τῶν ἐν γένει πολιτικῶν καθηκόντων του.
§129Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ τὴν καταστήσωμεν τώρα Συντακτικήν.
§130Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἐθεώρησα παιδαριώδεις καὶ ἐπιπολαίας καὶ ἀμελετήτους πάσας τὰς προτάσεις ἐκείνων, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι μία ἐπανάστασις τοῦ 1909 ἢ τοῦ 1910 θὰ ἐκαλεῖτο νὰ κόψῃ κεφαλάς, ἀλλὰ βεβαίως κατόπιν σαθροῦ, βδελυροῦ, μακροῦ πολιτικοῦ βίου, ἦτο ἀναξία τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς μία ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἥτις θὰ ἐπέτρεπε τὸν πολιτικὸν βίον, ἥτις θὰ ἐπέτρεπε τὴν δρᾶσιν εἰς Ὑπουργούς, ὡς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἀπέλυσε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὅστις ἐξεπλήρωσε πλέον ἢ τὸ καθῆκόν του, ὅστις ἐθυσίασε μέρος τοῦ βίου του εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων του πρὸς ὠφέλειαν ἀνυπολόγιστον ἠθικὴν τοῦ Κράτους καὶ οἰκονομικὴν κατὰ 2,000,000 δραχμῶν. Τὸ σχέδιον τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ συνάδελφος κ. Λαμπρινόπουλος πρὸ ὀλίγου, εἶναι μονογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Γεν. Γραμματέως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ γνησιότης αὐτοῦ τουτέστιν εἶναι ἀναμφίβολος. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέλθω δι’ ἐλαχίστων εἰς ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Γόντικας, προκειμένου περὶ τοῦ κληροδοτήματος Καρτάλη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἠρώτα τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, ἐὰν δίκη ἐγειρομένη ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἐπιτυχίαν, ἢ συμφέρει ὁ συμβιβασμός, καὶ ἀπήντα ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§131Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἦτο ὁ Γλαράκης.
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἐνάρετος Γλαράκης, ὁ ἄτεγκτος Γλαράκης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς, διότι ἐπήρχετο παραγραφή, διεσταυροῦντο δὲ τὰ ἔγγραφα, διότι εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐγνώριζε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συνετελέσθη ὁ συμβιβασμός. Τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἀπηύθυνεν ὁ ἄτεγκτος Γλαράκης τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέγραψε τὸ συμβιβαστικὸν συμβόλαιον. Ἐπανειλημμένα ἦσαν καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποσταλέντα πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐγένετο. Καὶ ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος κατώρθωσε νὰ διαπλεύσῃ, νὰ διαπλεύσῃ καὶ ἐκεῖνος καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ θεωρηθῇ ὁ ἀπαραίτητος Νομάρχης τῆς πρωτευούσης.
§133Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποῖος ἦτο Νομάρχης;
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ νῦν Ἀττικοβιωτίας. Ἐπανειλημμένα ἦσαν τὰ ἔγγραφα τῆς Εἰσαγγελίας πρὸς τὸν Νομάρχην Κυκλάδων, πότε καὶ ἐκεῖνος ἀπήντησεν; Ἀπήντησεν, ὅτε ἀνήγγειλεν, ὅτι συνεπληρώθη ἡ παραγραφή. Κατὰ ποῖον δὲ τρόπον νομίζετε διετίθεντο τὰ κληροδοτήματα; Προεκηρύσσετο διαγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἐκ Σπετσῶν π. χ. καταγομένων μαθητῶν τῆς βʹ τάξεως τοῦ Βαρβακείου, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν βʹ τάξιν τοῦ Γυμνασίου τοῦ Βαρβακείου ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἄλλοι μαθηταὶ ἐκ Σπετσῶν. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον προεκηρύσσοντο διαγωνισμοί, ἐτυποῦτο δὲ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἡ προκήρυξις καὶ πολλάκις ἐκυκλοφόρει τὸ φύλλον μετὰ τρεῖς μῆνας.
§135Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἐκυκλοφόρει.
§136Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον νομίζετε, ὅτι ἀπενέμοντο τὰ κληροδοτήματα; Ἀπενέμοντο μέχρι περατώσεως τῶν σπουδῶν, δηλαδὴ ἐφ’ ὅρου ζωῆς, διότι ἠδύνατό τις νὰ μείνῃ αἰωνίως φοιτητής, διὰ νὰ μὴ στερηθῇ τοῦ κληροδοτήματος. Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τί θέλετε νὰ πράξω; Νὰ φέρητε νόμον νὰ ἀκυρώσητε ὅλα τὰ συμβόλαια ὡς συνταχθέντα ἐκ συμπαιγνίας. Εἶναι στοιχειώδης λογικὴ τοῦτο καὶ στοιχειώδης ὑπηρεσία πρὸς τὸν νόμον, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὡς ὄργανον ἀτόμων ἀποτελούντων συμπαιγνίαν. Τὰ δικαστήρια πιθανῶς δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀκυρώσωσι τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωσι τὰ δικαστήρια ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται ἡ συμπαιγνία καὶ ὑπάρχουσι κεκτημένα δικαιώματα.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ θεωρήσωμεν τὴν ἀπόδειξιν γενομένην; Τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι τὴν ἀπόδειξιν.
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι τὴν ἀπόδειξιν, διότι τὰ δικαστήρια ἐπιζητοῦσιν ὡρισμένας ἀποδείξεις καθ’ ὡρισμένας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διεξαγομένας. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ κρίνει ἀπὸ περιωπῆς. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσῃ τοιαῦτα τινά. Ἡ Βουλὴ κρίνει κατὰ τὴν πεποίθησίν της. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι πεπεισμένος ἀπολύτως, ὅτι πάντα τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα —δὲν ἐξαιρῶ οὐδὲ ἕν— ἐγένοντο ἐκ συμπαιγνίας, ἐγένοντο δόλια, ἐγένοντο ἕνεκεν εὐνοίας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀνομολογήτων, ἀκατονομάστων σκοπῶν κομματικῶν. Διότι, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει ἕνα Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ βλέπω ἕνα του ἰδιαίτερον γραμματέα ὑπότροφον, τὸν ἕτερόν του γραμματέα ὑπότροφον, τὸν πρῶτον ἐξάδελφόν του ὑπότροφον, σειρὰν ὑποτρόφων τοιούτων, ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσω ἀποδείξεις κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ νὰ ζητήσω ἔκδοσιν προδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία νὰ διατάσσῃ ἀποδείξεις καὶ ποίας καὶ ἂν ἐπιτρέπεται μαρτυρικὴ ἀπόδειξις ἢ οὔ; Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα κατὰ τὴν πεποίθησίν μου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀναφερομένου ὑπαλλήλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνομολογήσῃ τις, ὅτι ἀνηθικώτερον καὶ ἀναισχυντότερον δὲν ἀπελύθη ὑπάλληλος, νομίζω δὲ ὅτι εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον, οὐχὶ μόνον νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν ὁ ἄρτος, οὐχὶ μόνον νὰ ἀποδοθῇ ἡ ὑπόληψις, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἓν μάθημα μέγα, μάθημα, ὅτι ἡ νέα Ἑλληνικὴ πολιτεία ἤρξατο βαθέως συναισθανομένη τὰ πολιτικά της καθήκοντα καὶ τὰ ἠθικά της χρέη.
§139Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητεῖτε νὰ δοθῇ ἓν μάθημα. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκεται νὰ δοθῇ τὸ μάθημα τοῦτο, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀπετέλει ἀναίρεσιν τῶν θεμελιωδεστέρων ἀρχῶν μιᾶς εὐνομουμένης πολιτείας, διότι ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει κατηγορίας μὴ ἀποδειχθείσης, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει κατηγοριῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὁμολογία, ὅτι οὔτε ἂν ἐπιζητηθῇ ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀπόδειξις, δὲν θὰ καταστῇ αὕτη δυνατή, ἐπιζητεῖτε, ὅπως δυνάμει ἠθικῶν ἀποδείξεων ἀναλάβωμεν ἔργα δικαιοσύνης, καὶ ἀνατρέποντες τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἀκυρώσωμεν συμβόλαια ἰσχύοντα. Ἀλλὰ ἐὰν ἐδεχόμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τοιαύτην ὁδόν, δὲν θὰ ὑφίστατο ἀρχή, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τὸ πολίτευμα ἡμῶν θὰ ἦτο ἐλεύθερον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα δοθῇ κατεύθυνσις εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Περὶ τίνος πρόκειται; Μὴ τυχὸν ἐπερωτᾶται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ νῦν; Ὄχι βεβαίως. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πολίτου, ὁ ὁποῖος ἠξίου ὅτι ἠδικήθη, καὶ ἐπιζητεῖ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ τόπου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐρευνῶν, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ οἰκεία ἐπιτροπή, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν, φρονεῖ ὅτι ὁ πολίτης ἠδικήθη. Ἀποτέλεσμα, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοῦτο, ποῖον θὰ εἶναι; Ὄχι βέβαια νὰ δημιουργηθῇ μία θέσις, διὰ νὰ διορίσωμεν τὸν πολίτην τοῦτον; Ἀλλ’ ἀποτέλεσμα, ἐὰν τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ἐὰν ῥητῶς ἐξεδηλοῦτο ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅπως κάμῃ σύστασιν διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ὅταν ἐκενοῦτο ἡ κατάλληλος θέσις, θὰ προετείνετο νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν.
§140Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ θάνατον.
§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· τί θὰ γίνωσιν ὅλα τὰ καταγγελθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὰ ὁποῖα, ὑποτιθεμένου ὅτι θὰ ἦταν ἀληθῆ, θὰ ἦσαν φρικιαστικά; Τί θὰ γίνῃ κατὰ τῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἀποδίδεται καθ’ ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ἐπιφανῆ θέσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, καθ’ ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ; Νομίζω, ὅτι οἱ ἔχοντες πεποίθησιν περὶ τῆς βασιμότητος τῶν κατηγοριῶν, δέον νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των καὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην αἴτησιν ἀδείας ὅπως γίνῃ δικαστικὴ καταδίωξις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου. Τούτου γενομένου ἐπέρχεται ἡ ἐνέργεια ἡ κανονικὴ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῇ ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ ἐξέλθῃ ἡ δημοσία συνείδησις καὶ ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς ἀνακουφισμένη, διότι θὰ κολασθῶσι τυχὸν παρεκτροπαὶ ἢ διότι θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὑπόληψις ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησεν ἀνωτέραν πολιτικὴν θέσιν καὶ τὸν ὁποῖον καταγγέλλομεν ἤδη, χωρὶς νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ μέσα τῆς ἀμύνης.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μόνος ἐγὼ δὲν ἀρκεῖ, ὅπως κινήσω τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδίωξιν, ὅστις ἄλλος θέλει ἂς συμπράξῃ μετ’ ἐμοῦ.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προσέθετον, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους προκαλῶ, ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν καταγγελίαν, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τὴν προσεχῆ ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι σήμερον ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ κριθῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθωμεν.
§145Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄλλο τὸ θέμα καὶ ἀλλοῦ κατελήξαμεν. Ἐπρόκειτο περὶ παραπόνων πολίτου ἤδη, ὅστις παρεπονεῖτο, ὅτι ἠδικήθη παρὰ τῆς Πολιτείας, ἠπόρησα δέ, διότι συνέδεσε τὸ παράπονον τοῦ πολίτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἢ ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν ν’ ἀπευθύνῃ κατηγορητήριον κατὰ πρώην Ὑπουργοῦ. Τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ καλῶ ὡς τελείαν ἀποφυγὴν τοῦ νὰ δοθῇ ἀπάντησις ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν περὶ τοῦ τί θὰ πράξῃ διὰ τὸν ἀδικηθέντα ὑπάλληλον. Σήμερον πρόκειται, ἂν τὸ παράπονον τοῦ πολίτου εἶναι βάσιμον ἢ μή, τί δὲ θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν, εἶναι δικαίωμα αὐτῆς ἀπεριόριστον τοῦ νὰ νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ διορισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἢ ἐξεταστική, ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ παραπόνου τοῦ ἀδικηθέντος πολίτου, καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἀπεφήνατο καὶ ἐδέχθη, ὅτι ὁ πολίτης αὐτὸς λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν προσήνεγκεν εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀπελύθη καὶ εὑρίσκεται ἤδη εἰς τοὺς δρόμους. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ζητῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ πρώην. Ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἠδικήθη καὶ θέλει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγένετο αὐτῷ ἢ ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ ἀδίκου καὶ νομίζει ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἀπολύσας αὐτὸν ἔπραξε καλῶς; Τὴν γνώμην ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν ἔχῃ τοιαύτην. Διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τί θὰ γίνῃ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ παραπόνου τοῦ ἀπολυθέντος ὑπαλλήλου. Τί θὰ γίνῃ;
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι θὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἂν ἡ Βουλή, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, ἂν διατυπωθῇ τοιαύτη σύστασις.
§147Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξεφράσθη ἡ Βουλή.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ θ’ ἀποφανθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ ἀντιθέτως.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλεγον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ δυσκολευθῶσι τὰ Δικαστήρια νὰ εὕρωσι τὰς ἀποδείξεις, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδ’ εἰς τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωσι τὴν ἀπόδειξιν τοῦ δόλου καὶ τῆς συμπαιγνίας, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει μία συνέλευσις Ἐθνική, μία διπλῆ Βουλή, μία λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία βεβαίως θὰ θεωρήσῃ ἀνάξιον ἑαυτῆς νὰ ἐπιζητήσῃ τὰς ἀποδείξεις ἑνὸς γεγονότος κατὰ τοὺς τυπικοὺς τρόπους, τοὺς διαγραφομένους ἐν τῇ Δικονομίᾳ.
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦτο πολιτικὴ ἀναρχία, ἂν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλή.
§151Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδαμῶς. Θὰ ἦτο ἡ ὀρθότης τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ, ἡ εὐθύτης τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως ἐκείνης, ἥτις θὰ ἐπείθετο ἐκ τῶν προσαγομένων ἀποδείξεων ἀκραδάντως, ὅτι συνετελέσθη ἓν ἀδίκημα. Θὰ εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς αὐτὰ τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῆτε ὑμεῖς, παλαιὸς καὶ δεξιώτατος χειριστὴς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, ὅτι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, κατὰ τὰς ἐπιταγὰς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁ ποινικὸς δικαστὴς δὲν ἀρκεῖται ἁπλῶς εἰς τὰς τυπικὰς ἀποδείξεις, ἀλλά, ὅταν πείθηται, ὅτι οὕτως ἢ οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ἀποφαίνεται κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῆτε, ὅτι ἡ Ποιν. Δικονομία ἀναγράφει τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα καὶ λέγει «ἰδίως εἰσὶ ταῦτα» καὶ ἀφήνει νὰ συμπεράνῃ πᾶς τις, ὅτι ὑπάρχουσι πάντα τὰ ἄλλα ἀποδεικτικὰ μέσα, ἐκ τῶν ὁποίων σχηματίζει ὁ δικαστὴς πεποίθησιν. Ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρέπῃ νὰ πείθηται ὁ ποινικὸς δικαστής, κατὰ μείζονα λόγον μία λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία, μία Βουλή, μία Συνέλευσις, ὅταν σχηματίζῃ πεποίθησιν πρέπει ν’ ἀποφαίνηται κατηγορηματικῶς. Ἀλλά, ἂν θέλωμεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀδυνατοῦμεν νὰ καθαρίσωμεν ἕνεκα λόγων πραγματικῶν τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, διὰ τὸν καθαρισμὸν τῆς ὁποίας ἐκλήθητε ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ γλῶσσα ἡ προσήκουσα, ἡ γλῶσσα ἡ πράγματι ἀνορθωτική. Ἡ γλῶσσα ὅμως, τὴν ὁποίαν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἤκουεν εἰς τὸ παρελθόν, εἶναι ἡ γλῶσσα ἑπομένως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουσι τὸ παρελθόν. Καὶ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς, προκειμένου περὶ τοῦ θύματος τῆς Πολιτείας: νὰ ἐνδειχθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνωμεν, καί, ἂν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, θὰ διορίσωμεν αὐτόν, ἄλλως θ’ ἀναμείνωμεν νὰ κενωθῇ ἡ θέσις. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ θῦμα θὰ εἶναι θῦμα, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν θὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι ἤλθετε ν’ ἀνορθώσητε τὰ τῆς Πολιτείας. Ἤλθετε νὰ συνεχίσητε τὸ παρελθόν, νὰ διατηρήσητε τοὺς ὑποτρόφους, τὴν αὐτὴν διαχείρησιν τῶν κληροδοτημάτων, τὴν αὐτὴν πολιτικήν, τὰς αὐτὰς κομματικὰς μεθόδους, τὴν αὐτὴν σαπρίαν εἰς τὸ Κράτος τοῦτο.
§152Γ. ΠΩΠ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε. Ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκεν εἰς τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν εἶναι ἀναμφισβητήτως σύμφωνος καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ φρονῶ, καὶ σκέπτομαι διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα σαφέστερον, καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ἀλεξάκης, θὰ ἐπεθύμουν δηλονότι νὰ μείνῃ συναφὴς ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου πρὸς ἀναμφισβητήτως ἀδικηθέντα ὑπάλληλον πρὸς ἄλλο μέρος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ αὕτη, διότι θὰ ἦτο ἀναγκαία ἡ σύμπραξις καὶ φίλων τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐφ’ ὅσον ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ γνῶσιν εἶναι μειονέκτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὀφείλει νὰ καταστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναμφισβήτητα διὰ τοῦ κύρους αὐτοῦ, ὡς ἀσκοῦντος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τόσου ζήλου ἐργασθεῖσα, ζήλου ἀξίου ὑποθέσεως σπουδαίας πρὸ παντὸς ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως, διότι εἶναι τραῦμα κοινωνικὸν πρὸ πάντων ὄχι μόνον τραῦμα πολιτικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξετέθη ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τοῦ ὁποίου θῦμα ὑπῆρξεν ὑπάλληλος ἔντιμος, μόνον διότι ἦτο ἔντιμος. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν τὴν διευκρίνισιν ταύτην ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὐθὺς κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον δὲν θὰ ἀναμείνωμεν, ἵνα γίνῃ πρότασις παραπομπῆς Ὑπουργοῦ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἀλλὰ θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μᾶς εἴπῃ ἄν, ἀφ’ οὗ ἐξακριβώσῃ ἂν εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, ἂν θὰ εἰσαγάγῃ νόμον, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως ἐπανορθωθῇ τὸ γενόμενον εἰς τὸν ὑπάλληλον ἀδίκημα, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον θῦμα ἐμφανές, ὄχι κἂν δικαστικῆς πλάνης, ἀλλὰ κακοήθους ἐκμεταλλεύσεως, ὡς τοὐλάχιστον ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι λέγω, ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς δρόμους ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς μομφῆς, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν, ὅταν ἔχῃ τὴν Βουλὴν σύσσωμον νὰ φέρῃ πρότασιν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, ὄχι μόνον ἵνα κερδίζῃ τὸν ἄρτον του, ἀλλὰ τιμῆς ἕνεκεν.
§153Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνεγράφησαν, Κύριοι, μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, ὅπως ἐκθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐξήτασε ἀναφορὰν πολίτου παραπονουμένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀδίκῳ ἀπολύσει. Καὶ ἐνεγράφη ὁ κ. εἰσηγητὴς καὶ ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρίσκει, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη ἦτο δικαία καὶ ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ ἐπανέλθῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τὴν τοιαύτην συζήτησιν τὴν ἐννοῶ.
§154Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐνεγράφην, οὔτε ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ· ὁ Κανονισμὸς τὸ ὁρίζει.
§155Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐνεγράφητε, διότι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἶσθε ὑπόχρεως νὰ πράξητε τοῦτο. Καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐννοῶ τὴν συζήτησιν, ἐννοῶ ἀκόμη τὴν συζήτησιν τὴν στρεφομένην περὶ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐννοῶ ἀκόμη καὶ ποιάν τινα ὀξύτητα περὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν αἰτίων τούτων στρεφομένην κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν πρᾶξιν τὴν πολιτειακὴν ἐνήργησαν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ συζήτησις αὕτη ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις καὶ δὲν δύναμαι ἀληθῶς νὰ ἐννοήσω, πῶς προῆλθε μέχρις αὐτοῦ. Ἐρωτᾶται ὁ Ὑπουργὸς πρῶτον: ν’ ἀπαντήσῃ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία τοιαύτη ἐρώτησις κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐγγεγραμμένη! Ἐπερωτᾶται ὁ Ὑπουργὸς ἐξ ἄλλου, διατὶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ὑπάλληλον, χωρὶς ἐννοεῖται νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐπερώτησις πρὸς τοῦτο καὶ καταλήγει ὅλον τὸ ζήτημα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾧ ὑποθέτω, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤνοιξαν τὸ ζήτημα τοῦτο, πλήρη γνῶσιν τοῦ ζητήματος ἔχοντες, κατ’ ἄλλου ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθυνθῶσι καὶ ἄλλο ἤθελον νὰ εἴπωσιν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ εἰς τυπικοὺς λόγους τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἅπαξ τοῦ ζητήματος ἐλθόντος ὀφείλω νὰ εἴπω, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν διατηρεῖ καμμίαν ἄλλην ἀνάμνησιν, ἀλλ’ ὅταν ἀνέρχηται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἔχει τὴν ἀνάμνησιν τοῦ καθήκοντος καὶ μόνον τοῦ καθήκοντος. Παρουσιάσθη, Κύριοι, εἰς ἐμὲ πρὸ μηνῶν ὁ πολίτης οὗτος, ὁ ἀπολυθεὶς Καλότυχος, ἔφερεν ἀναφορὰν καὶ μοὶ ἐξέθηκε προφορικῶς, ὅ τι καὶ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἀνέγραφεν, ὅτι ἀπελύθη ἀδίκως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Εἶπον εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὅτι θὰ ἐξετάσω τὴν ἀναφοράν, διὰ νὰ ἴδω ἂν πραγματικῶς συνέβη ἀδίκημά τι εἰς αὐτόν. Πλέον τούτου, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, διότι ὤφειλον πραγματικῶς νὰ πεισθῶ, ὤφειλον νὰ ἔχω στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ μὲ πείθωσιν, ὅτι συνέβη ἀδίκημα καὶ κατόπιν νὰ ἐρευνήσω, ἂν εἶχον θέσιν τινα κενήν, ἵνα ἐπανορθώσω τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Τὶ ἔλεγεν ὁ ὡς ἀδικηθεὶς φερόμενος καὶ τί λέγει ἀκόμη ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς; Ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἰργάσθη διὰ νὰ σώσῃ τὸ κληροδότημα, ἂς ἐπαναλάβω τὸ ὄνομα ἀφοῦ ἐλέχθη, τοῦ Καρτάλη καὶ τοῦ Δημοπούλου. Ἔσπευσα νὰ παραλάβω τοὺς φακέλους τῶν κληροδοτημάτων τούτων, διὰ νὰ ἴδω τί προέκυπτεν ἐξ αὐτῶν, ἀληθῶς δὲ προκύπτει, ὅτι ἐγένετο εἷς συμβιβασμὸς διὰ τὸ κληροδότημα Καρτάλη καὶ πράγματι ἐσώθη τι δι’ αὐτοῦ· διὰ τὸ ἄλλο δὲ κληροδότημα προκύπτει, ἐκεῖνο ὅπερ ἐλέχθη ἐνταῦθα. Τίποτε ἄλλο ἐκ τῶν δύο φακέλων δὲν ἐξάγεται. Δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐνήργησέ τι ὁ ὑπάλληλος ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν Ὑπουργόν, οὔτε ἐνέργεια τοῦ ὑπαλλήλου, τὴν ὁποίαν ἐμέμφθη ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὁποία νὰ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης προέρχεται ἡ ἀπόλυσις. Ὤφειλον ἄρα νὰ εὕρω ἄλλα διοικητικὰ στοιχεῖα καὶ πρὸς τοῦτο ἐκάλεσα τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἠρώτησα αὐτούς: Διατί ἀπελύθη ὁ ὑπάλληλος οὗτος; Καὶ οἱ ὑπάλληλοι μοὶ ἀπήντησαν ὅτι δὲν γνωρίζουν τοὺς λόγους, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν ἀπέλυσε. Εἴχετε τότε τὴν ἀξίωσιν νὰ καλέσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ τὸ θέσω ὑπὸ ἀνάκρισιν καὶ νὰ εἴπω πρὸς αὐτό, διατί ἀπελύσατε τὸν ὑπάλληλον τοῦτον; Ἐὰν ἐπεθυμεῖτε τὸ ἄλλως σόλοικον τοῦτο, σχεδὸν καὶ τοῦτο ἐγένετο, διότι ἰδικιτέρως πρός τινα τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενα μέλη ἀπετάθην ἐρωτήσας καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διατὶ ἐπαύθη ὁ Καλότυχος καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο «διὰ παραπτώματα περὶ τὰ κληροδοτήματα».
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ παραπτώματα;
§157Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ λεχθοῦν ὑποχρεωτικῶς, ποῖα τὰ παραπτώματα, πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως δὲν εἶναι τοῦτο δυνατὸν γενέσθαι.
§158Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἀνανδρία νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἀπελύθη διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δὲν λέγονται.
§159Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, φαίνεται ὅτι δὲν γνωρίζετε τὸν νόμον περὶ ἐκκαθαρίσεως. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀπολογίας, οὐδὲ ν’ ἀφήσῃ ἐπισήμως δικαιολογίαν τῆς ἀπολύσεως.
§160Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἄνθρωπος ἄνευ ἀπολογίας καὶ ἂν δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ παραπτώματα.
§161Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν μὲ παρακολουθεῖτε, φαίνεται. Ὅταν, Κύριοι, τίποτε δὲν προκύπτει ἐκ τῆς δικογραφίας ἀποδεικνῦον τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀπολυθέντος, ὅτι ἕνεκα διαφωνίας πρὸς ἄδικον ἐνέργειαν τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ ἀπελύθη, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐκ τῆς ὅλης ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως ἐγγράφων καὶ μαρτύρων ἐπίσης καταδείκνυται, ὅτι ὁ ὑπάλληλος εἰς οὐδὲν περιέπεσε σφάλμα, ὥστε ν’ ἀπολυθῇ ἡ δ’ ἀπάντησις ἡ ἰδιαιτέρως δοθεῖσα τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδαμοῦ στηρίζεται ἐν τοῖς στοιχείοις ἐκείνοις ἅτινα δύναμαι νὰ ἐξετάσω καὶ ἅτινα ἐπιμελῶς ἐξήτασα, δὲν συνάγεται μὲν ὅ,τι διατείνεται ὁ Καλότυχος θετικῶς, ἀλλ’ ἀρνητικῶς πιθανολογεῖται, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἦτο μὴ δεδικαιολογημένη. Τοῦτο δὲ ὡς συμπέρασμα ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς: Ἐφ’ ὅσον θετικῶς δὲν παρουσιάζονται παραπτώματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπελύθη ὁ ὑπάλληλος, δύναται ἀρνητικῶς νὰ μορφωθῇ ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ὑπέπεσεν εἰς οὐδὲν παράπτωμα δικαιολογοῦν τὴν ἀπόλυσιν, καὶ νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἀφήνων κατὰ μέρος τὴν ἄλμην ἄποψιν, ὡς ἀδύνατον νὰ ἐξελεγχθῇ, ἤτοι τὰς ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων Ὑπουργικὰς ἐνεργείας. Τὴν οὕτως ἀποδεικνυομένην ἄδικον ἀπόλυσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται, ἔχει ἡ Πολιτεία τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανορθώσῃ, ἐφ’ ὅσον ἐξ ἐρεύνης, ἣν θὰ κάμῃ, πεισθῇ ὅτι τὸ σεμνὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅσον καὶ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ συντρέχουσι τοιαύτην ἀπόφασιν, πρὸ παντὸς δὲ ὑπάρξῃ καὶ θέσις κενή. Τοιαύτη δὲ πρὸ τῶν ἄλλων λόγων θέσις δὲν ὑπῆρξεν.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχετε θάρρος.
§163Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας). Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε περὶ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἔχω θάρρος, ὅταν τίποτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο. Γνωρίζει τις ἐξ ὑμῶν ὅτι ὑπῆρχε θέσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ δὲν διώρισα τὸν Καλότυχον; Ὅτι ἐπλήρωσα θέσιν γραμματέως πρώτης τάξεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ὁ Καλότυχος, καὶ δὲν τὸν διώρισα; Γνωρίζετε δὲ πῶς προσλαμβάνονται οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας· διὰ διαγωνισμοῦ. Διὰ νὰ διορισθῇ δέ τις ἔξωθεν καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ, δέον νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος. Ἀλλὰ νομίζετε μεθ’ ὅσα εἶπον, ὅτι δέον νὰ ἐξετασθῶσι πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Καλότυχου, ὅτι ὤφειλον νὰ φέρω νόμον εἰδικὸν διὰ νὰ διορίσω τὸν Καλότυχον; Νομίζω, ὅτι ὄχι! Ἐξ ὅλων δὲ αὐτῶν, Κύριοι, καταφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ μέρος καθ’ ὃ δύναται ἐμμέσως νὰ ἐλέγχηται ὁ Ὑπουργός, κατὰ τὸ μέρος αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία εὐθύνη διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ παραμένει μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἂν πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ συμφέροντος τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὑπάρξῃ εὐκαιρία, θὰ ἀποδοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δέον νὰ ἀποδοθῇ. Ὑποθέτω νὰ ἔπειτα, Κύριοι, πάντα ὅτι τίποτε δὲν παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅπερ ἦτο καθῆκον της καὶ ὅτι δὲν ἀνεμνήσθην παλαιῶν μεθόδων καὶ παλαιῶν συνδέσμων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Φ. Νέγρης, Α. Παπαναστασίου, Λ. Ῥοῦφος, Ν. Δελακοβίας, Π. Ἀποστολίδης, Γ. Τσαξίρης, Γ. Λυμπερόπουλος, Δ. Βινιεράτος, Β. Ἀντωνόπουλος, Ὄθ. Τετενές, Σ. Θεοδωρόπουλος, Χρ. Πετρέας, Θ. Μιχαλόπουλος, Ν. Συριόπουλος, Κ. Γόντικας, Α. Ῥοντήρης, Ι. Καλαντζόπουλος καὶ Σ. Καβαλιερᾶτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 20οῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς κύριος Μ. Σφακιανάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς 2 § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΓΧΚΒʹ (3422) περὶ ὑποθηκῶν. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρεκάλουν, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταλλευτικῶν ἀδειῶν. Νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα αὐτὸ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.)