1911.11.12
2,534 rows · 18,563 words · 317 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 165.
Τῆς 12ης Νοεμβρίου 1911
(Σάββατον ὥρα 5 καὶ 5′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Θὰ δώσω σημείωσιν ὅπως διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά, διότι δὲν διετυπώθη καλῶς ἡ παρατήρησίς μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἤθελον παρακαλέσῃ, ὅταν δίδεται ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας νὰ τίθηται ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγχειρίζεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἔνστασις αὕτη συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἶναι παράλειψις.
§4Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐρχόμεθα ἀπὸ τὰς 4 καὶ περιμένομεν νὰ ἔλθωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὰς 5 μ. μ. Εἰς τὰς 8½ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀνθρωπίνως νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας μας καὶ εἰς τὰ παιδιά μας. Ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας εἶναι ἐκ τῶν ἀτόπων τὰ ὁποῖα κάμνουσιν ἐντύπωσιν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κορίνθου ἐπιδοκιμάζει τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως·
§6ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κορίνθου ἐπιδοκιμάζει τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἄλλος ἐμπορικὸς σύλλογος ἀναφερθῇ πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ἀνακοινώσω.
§8Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀποδοκιμασία. 2) Κάτοικοι Σκουροχωρίου αἰτοῦνται νὰ τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ τιμήματα ἀφοῦ παραιτηθῶσι τῶν γαιῶν αἵτινες τοῖς παρεχωρήθησαν. 3) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τρικκάλων αἰτεῖται τὴν σύστασιν Τελωνείου· 4) Γονεῖς ἐκ Μαζεΐκων αἰτοῦνται διορισμὸν καὶ 4ου Ἑλληνοδιδασκάλου· 5) Κάτοικοι Ματσουκιοῦ τῆς Ἄρτης ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τοῦ προστίμου ὅπερ τοῖς ἐπεβλήθη διότι δὲν προσήγαγον τὰ ζῶα των πρὸς ἐπίταξιν· 6) Οἱ ἔμποροι Πατρῶν αἰτοῦνται τὸν διὰ νόμου καθορισμὸν τῶν φαρμάκων ἅπερ τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ πωλῶσι· 7) Κάτοικοι, Λετρίνων, Ράμεσι, Ἠλείας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου καὶ παρ’ αὐτοῖς· 8) Κάτοικοι Κατσιμάτικα, Μαλλιαρὴ, Συκιά ζητοῦσι σύστασιν ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ ἐν Χανίοις Κουταμᾶς·
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ὅπως προβῇ εἰς καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ζερβουδάκη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ἀπάτῃ.
§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐξαιρετικῶς κατεπειγούσης φύσεως ἤθελον παρακαλέσῃ νὰ διαταχθῇ ἡ ἄμεσος τύπωσις καὶ διανομὴ πρὸς τοὺς κ. βουλευτὰς καὶ νὰ παρακληθῇ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ὅπως ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετάχθη ἀμέσως ἡ ἐκτύπωσις καὶ διανομή, παρεκλήθη δὲ νὰ συνέλθῃ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἀμέσως, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ ὅπως χορηγηθῶσι κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ἄδειαι εἰς τοὺς αἰτησαμένους ταύτας κ. κ. Βουλευτάς;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι: 1) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Γ. Παπακυριακόπουλον 20 ἡμερῶν. 2) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σ. Φορέστην 1 μηνός. 3) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Λ. Παπαφώτην 40 ἡμερῶν. 4) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Γιοδογιάννην 1 μηνός. 5) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ε. Γεωργιάδην 40 ἡμερῶν. 6) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Β. Κυρέλλον 25 ἡμερῶν, καὶ 7) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Δ. Κουκουλέτσον 1 μηνός. Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Παπαδὰμ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ θήρας. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ρακτιβὰν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ προτάσεως νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. (Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σκιαδαρέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν δι’ ἧς ὁρίζεται ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς μέτρον συμβατικῶν τόκων τὸ 9 τοῖς ἑκατόν. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαβυλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. (Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἀναφορῶν καὶ τῶν Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Σ. Καβαλλιεράτος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί ἐγένετο ἐπὶ πρὸ 9 περίπου μηνῶν δοθείσης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ γραφεῖον τοῦ νομομηχανικοῦ Κεφαλληνίας διὰ τὴν μελέτην τῆς ἐπὶ τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Σάμης.
§14Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διέταξα πρό τινων ἡμερῶν, ὅπως συγκεντρωθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅλαι αἱ μελέται αἵτινες ἀφορῶσι τοὺς διαφόρους χειμάρρους καὶ τὰ ἕλη, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν ἀνάγκην ἀποξηράνσεως. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ μελέτη τοῦ ποταμοῦ τῆς Σάμης. Τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀποσταλὲν πρὸς τὸν νομομηχανικὸν Κεφαλληνίας τὸ ὑπομιμνῆσκον τὴν σχετικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἐντονώτατον καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ γίνῃ ὅτι πρέπει.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Καβαλλιεράτος καὶ Βάρθης ἐρωτῶσι διατί δὲν ἐγένετο ἡ μελέτη τῆς κατασκευῆς σχολείων χωρίων τοῦ δήμου Σαμαίων.
§16Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην κατασκευῆς πολλῶν σχολείων, ἴσως 200. Συλλέγω τὰς μελέτας, ἵνα ἴδω ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 2.000.000 περίπου, τὰ ὁποῖα θὰ καταστῇ ἴσως δυνατὸν νὰ διατεθῶσι πόσα θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατασκευάσωμεν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μετ’ ἐλαχίστας ἡμέρας θὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς μελέτας. Βεβαίως δὲν θὰ παροραθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα σχολεῖα, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην ἐπαναλαμβάνω 200, δὲν εἰξεύρω δὲ ἂν καὶ πόσα θὰ κατασκευασθῶσιν ἐν Κεφαλληνίᾳ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἐρωτᾷ τίνος λόγοι ἐμποδίζουσι τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γυμνασίου Λαρίσσης.
§18Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μία θέσις ἀσυμπλήρωτος καθηγητοῦ ὑπῆρχεν ἥτις συνεπληρώθη διορισθέντος τοῦ καθηγητοῦ κ. Γ. Πατρόκλου.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω αἱ ἐρωτήσεις αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μείνωσιν τελευταῖαι ὡς πρὸς τὴν σειράν, ἵνα ἀπαντήσω ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἀποστείλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τοῦ τέλους τῆς ὥρας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀφήνομεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5 ἐρώτησιν. Ὁ κ. Κλάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τί ἀπεφάσισεν διὰ τοὺς δευτεροετεῖς φοιτητὰς τῆς Φαρμακευτικῆς.
§21Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οἱ φοιτηταὶ τῆς Φαρμακευτικῆς οἱ ἀποφοιτήσαντες τῶν γυμνασίων ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ πανεπιστημιακοῦ νόμου καὶ ἐξασκηθέντες εἰς φαρμακεῖον ἐπὶ 1 ἔτος αἰτοῦνται, ὅπως ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ 2 ἔτος τῶν ἀκαδημαϊκῶν σπουδῶν, διότι αὐτοὶ τὸ 1 ἔτος κατηνάλωσαν εἰς ἐξάσκησιν εἰς φαρμακεῖον, ὡς ἀπῄτει ὁ παλαιὸς ὀργανισμός, ἀγνοοῦντες τὸν νέον ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ. Τὸ αἴτημα αὐτῶν εἶναι δίκαιον καὶ πρέπει νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ δεύτερον ἔτος. Διὸ θέλω σπεύσει νὰ λάβω πρόνοιαν πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συριόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐὰν εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων ἐκληροδοτήθησαν οἰκίαι ἐν Πύργῳ ὑπό τινος Γιούρδα κλπ.
§23Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐζητήθη ἄλλοτε ἀπὸ τὸν Νομάρχην Ἀχαΐας ὅπως δοθῶσιν 2,400 δρ. διὰ τὸν δῆμον Λετρίνων. Ὁ συνάδελφός μου κ. Ρέπουλης ἔδωκε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐπ’ ἰδίᾳ εὐθύνῃ. Πλὴν τοῦ ἐγγράφου ὅπερ ταῦτα ἀναφέρει δὲν ὑπάρχει ἄλλο σχετικὸν διὰ τὴν αἴτησιν τοῦ συναδέλφου.
§24Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν δύο πιστώσεις ληφθεῖσαι πρὸ τοῦ 1911;
§25Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἐρωτᾷ· «Διατὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 3797 τῆς 20 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγκριθεῖσα ὑπ’ ἀριθμὸν 123 ἐ. ἔ. γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων περὶ ἀμέσου κατεδαφίσεως τοῦ ἑτοιμορρόπου νεοδμήτου δημοτικοῦ σχολείου Βυζηκίου, ὡς ἐπικινδύνου εἰς τὴν ζωὴν τῶν μαθητῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§27Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διετάχθη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ἡ κατεδάφισις τοῦ σχολείου Βιζηκίου ὡς ἑτοιμορρόπου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐκοινοποιήθη κατὰ τὸν νόμον παρὰ τοῦ μηχανικοῦ πρὸς τὸν ἐργολάβον. Ὁ νόμος λέγει τὰ ἑξῆς: Πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ κοινοποιηθῇ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ εἰς τὸν ἐργολάβον καὶ ἐντὸς προθεσμίας 5 ἡμερῶν ὁ ἐργολάβος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἐνστάσεις, αἱ δὲ ἐνστάσεις πρέπει νὰ ἐκδικασθῶσι πάλιν παρὰ τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, ὅταν δὲ ἀπορριφθῶσιν, τότε θὰ διαταχθῇ τελειωτικῶς ἡ κατεδάφισις. Ἐστάλη λοιπὸν εἰς τὸν μηχανικὸν Ἀρκαδίας εἰς τὰς 20 Ἀπριλίου.
§28Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὰς 20 Ἀπριλίου;
§29Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. .. καὶ ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ἐργολάβον, κατόπιν ἐπεστράφη εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων μὲ τὰς ἐνστάσεις τοῦ ἐργολάβου, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, μετὰ τὴν ἀπόφασιν θὰ ἐλαμβάνοντο τὰ νόμιμα μέτρα καὶ τότε θὰ ἐκρίνετο ἂν ἔπρεπε νὰ κατεδαφισθῇ ἢ ὄχι τὸ σχολεῖον. Δυστυχῶς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἕνεκα παρερμηνείας σχετικοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη σχετικῶς μὲ τὰ διδακτήρια. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τῆς Παιδείας ἐπέστρεψε ταύτην καὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. Ἤδη ἐκάλεσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, διότι δὲν ἔμαθον ὅτι δὲν ἐξεδικάσθη, ἐτιμώρησα τὸν ὑπάλληλον τὸν ὑπαίτιον τῆς βραδύτητος καὶ κατόπιν εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ συμβούλιον.
§30Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἀνεγίγνωσκον μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, ἐν τῇ ὁποίᾳ μοὶ παρεπονοῦντο διὰ τὴν κατάστασιν σχολείου τινός, ὅτε ἔλαβον αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν, δι’ ἧς μοὶ καθίστων γνωστὸν ὅτι πρόκειται περὶ ἑτοιμορρόπου οἰκίας. Παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ διαταχθῇ, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἡ κατεδάφισις, διότι εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ κινδυνεύῃ ἡ ζωὴ 100 μαθητῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γραμματίκας ἐρωτᾷ τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων κατὰ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ δημολογιστοῦ Φθιώτιδος.
§32Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἐμὲ κατηγγέλθη δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος παρά τινος λοχαγοῦ Βλαχάνη, ὅτι ὁ νομάρχης καὶ ὁ δημολογιστὴς Φθιώτιδος ἐδολιεύθησαν καταθέσεις τινὰς γενομένας εἰς αὐτοὺς παρά τινος ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἐθεώρησα, Κύριοι, ὅτι μία τοιαύτη κατηγορία κατ’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, δὲν ὤφειλε νὰ ἀφεθῇ ἀνεξέταστος καὶ ἀπέστειλα ἀμέσως τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὅπως ἄρῃ ἀπ’ αὐτῶν ἀβάσιμον, ὡς εὔχομαι καὶ πιστεύω κατηγορίαν, ἢ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἔνοχοι νὰ τιμωρηθῶσιν.
§33Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶναι γνωστὸς ὁ νομάρχης καὶ εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐφήρμοσε μέχρι σήμερον τὸν νόμον ΦΜʹ, ὅστις ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ διὰ τὰς τηλεγραφικὰς βοηθείας διὰ Β. Διατάγματος τῆς 1ης Ἰουλίου ἐ. ἔ.
§35Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὔριον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ περὶ τηλεφωνικοῦ γραφείου Ἁγίου Πέτρου τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων Λευκάδος ὁ κ. Σκιαδαρέσης.
§37Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἦλθον, κύριε Ὑπουργέ, ἀντιπρόσωπος, ἔσπευσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, μετέβην εἰς τὴν γενικὴν διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι Β. Διάταγμα πρὸ ἐτῶν δημοσιευθὲν δὲν ἐξετελεῖτο καὶ ἑπομένως ἡ σπουδαιοτάτη ἀνάγκη, τῆς ὁποίας ἔλαβε γνῶσιν πρὸ ἐτῶν, ὡς εἶπον, ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ὁποία ἐπέβαλλε τὴν ἵδρυσιν τηλεγραφικοῦ γραφείου ἐν Ἁγίῳ Πέτρῳ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων, δὲν ἐπληροῦτο. Ἀφοῦ ἐπανειλημμένως μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν γενικὴν διεύθυνσιν ἔκρινα ὅτι μοὶ ἐπιβάλλετο περὶ τὸ τέλος ἤδη τοῦ ἔτους νὰ ἀναφερθῶ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκπληρώσω μέχρι κεραίας τὸ καθῆκόν μου πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Ἀναφέρομαι ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ὑφίσταται τὸ Β. Διάταγμα πρὸ δύο ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι μοὶ ἐδόθη ὑπόσχεσις ὑπὸ τοῦ ἐπ’ ἀδείᾳ τελοῦντος κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, οἵτινες μοὶ ὡμολόγησαν, ὅτι ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως, τοῦ τηλεφωνείου καὶ ὅτι θὰ σπεύσωσι νὰ τὸ ἱδρύσωσιν εὐθὺς ὡς διατεθῶσι πιστώσεις πρὸς τοῦτο καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καίτοι μῆνες παρῆλθον πολλοί, καίτοι ἐγένετο ἐγκατάστασις ἄλλων τηλεφωνικῶν γραφείων, τῶν ὁποίων τὰ Β. Διατάγματα ἐξεδόθησαν πολὺ μεταγενεστέρως, ἐν τούτοις τὸ τηλεφωνικὸν γραφεῖον Ἁγίου Πέτρου ἀκόμη δὲν ἐγκατεστάθη! Καὶ ὅμως εἶναι μεγάλη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγκαταστάσεως ταύτης καὶ μικρὰ ἡ δαπάνη. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀνάγκη, διότι ὁ Ἅγιος Πέτρος εἶναι τὸ κέντρον ὅλων τῶν ὀρεινῶν χωρίων τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ἅτινα δὲν ἑνοῦνται μετὰ τῆς πρωτευούσης οὔτε δι’ ὁδῶν βατῶν οὔτε κἄν δι’ ἀτραπῶν! Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε εἰς τοὺς λόγους μου, κύριε Ὑπουργέ, ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν εἰδικὸν χάρτην, ὅστις κρέμαται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἴδητε ὅτι ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας νήσους σημειοῦνται τόσαι διὰ γραμμῶν ὁδοί, ἡ Λευκὰς παραμένει κατάλευκος, ὡσεὶ ἵνα μὴ διαψεύσῃ τὸ ὄνομά της, καὶ τοῦτο διότι ἐπὶ τῆς νήσου ταύτης ὁδοὶ σχεδὸν δὲν ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ μικρὰ ἡ δαπάνη, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐγκατάστασιν, διότι ὁ Ἅγιος Πέτρος ὑπέρκειται τῆς κωμοπόλεως Βασιλικῆς καὶ ἡ κατ’ εὐθεῖαν ἀπόστασις δὲν εἶναι οὐδὲ ἡμισείας ὥρας καὶ ἑπομένως ἐλάχιστον σύρμα ἀρκεῖ ὅπως συνδεθῶσι τὰ μέρη ταῦτα ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς μετάβασιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο, ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 2½ ὡρῶν, διότι ὁ ἅγιος Πέτρος κεῖται εἰς ὕψωμα καὶ μόνον διὰ καμπῶν μεγάλων δύναταί τις νὰ μεταβῇ ἐκ Βασιλικῆς εἰς αὐτόν. Κατόπιν τῆς γενομένης ἀναπτύξεως, καὶ τῶν ἐπανειλημμένων ὑποσχέσεων, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐδόθησαν ἐκ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζετε, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ δώσετε ἤδη ἐντολὴν ἵνα γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος· ἀπών. Ὁ κ. Γαλανὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Ζακύνθῳ συνδέσμου «Παντοκράτωρ» περὶ τῆς Κυριακῆς ἀργίας.
§39Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω ἰδιάζουσαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Ζακύνθῳ συλλόγου ὁ «Παντοκράτωρ», ἐξαιτουμένου τὴν καθολίκευσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ νόμος οὗτος ἠδύνατο ν’ ἀναδειχθῇ ὁ κράτιστος ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως ἐψηφίσθησαν, ἐὰν διὰ καταλλήλου συντάξεως καὶ λειτουργίας αὐτοῦ ἀπέβαινε παράγων ἠθικῆς διαπλάσεως ἐν τῇ οἰκογενείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ, διαπλάσεως ἀπαραιτήτου καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀπομένει ὄνειρον ἀρτιωτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἀνόρθωσις πάσης ἐν γένει τῆς Πολιτείας.
§40Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀφήσατε τὴν ἀνόρθωσιν.
§41Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἀνορθώσεως διὰ τοὺς ἐννοοῦντας ἀνόρθωσιν. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἐν τῇ συνθέσει τοῦ σχετικοῦ νόμου παρεισήχθησαν πλεῖσται ἐξαιρέσεις, αἵτινες ἐστραγγάλισαν καὶ παρεμόρφωσαν τὸν κοινωφελῆ καὶ ἱερὸν θεσμόν. Εἰς τὴν πλημμέλειαν δὲ ταύτην προσετέθη καὶ ἑτέρα· ἡ ἐφαρμογὴ δηλαδὴ τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας καὶ ὡς ἔχει ἐν τῇ πενιχρότητι αὐτοῦ, ἐξηρτήθη ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῶν κατὰ τόποις δημοτικῶν συμβουλίων, τῶν ὁποίων συνήθως ἡ σύνθεσις καθὼς ἐπανειλημμένως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι ἀπαύγασμα ψήφου ἐπιμελοῦς, αἱ δὲ γνῶμαι καὶ αἱ κρίσεις ὄχι σπανίως ἀντιτίθενται εἰς τοιαύτας εὐγενεῖς ἐπιθυμίας καὶ βουλήσεως τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ λαοῦ. Τοιουτοτρόπως ἀντὶ θεσμοῦ δυναμένου νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς οἰκογενειακά, κοινωνικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ συμφέροντα μέγιστα μᾶς κατεσκεύασαν νόμον ἄστοχον, ἐφ’ οὗ, ἀντὶ κοινωνικῆς ἐποικοδομήσεως καὶ εὐεργητικότητος, ἔχομεν μᾶλλον ἀφορμὰς σκανδάλων. Τὸ δὲ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ μᾶλλον σοβαρόν, καθόσον πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Κυριακῆς ἀργίας καὶ ἡ κατάστασις αὐτοῦ ἐν κοινωνίᾳ καὶ λαῷ τινι ἐνδεικνύει καὶ προσδιορίζει τὴν θέσιν αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Θρησκείας, τῆς οἰκογενείας, τοῦ πολιτισμοῦ καὶ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν σκοπῶν τοῦ βίου. Ὅτε θὰ ἔλθῃ ὁ καιρός, καθ’ ὃν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ σχετικοῦ νόμου, θὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ θέματος τούτου ὑφ’ ὅλας ταύτας τὰς ἀπόψεις. Ἀρκοῦμαι νὰ τονίσω τώρα ὅτι ἀκριβῶς οἱ λαοί, οἱ διακρινόμενοι ἐν τῇ πρωτοπορείᾳ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ δι’ ἀκμὴν καὶ ἄνθησιν αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων τηροῦσι μετὰ πλείστης προσοχῆς καὶ ἀληθοῦς θρησκευτικοῦ ζήλου τὸν ἐν λόγῳ θεσμόν. Σᾶς ἀναφέρω τὴν Ἀμερικήν. Ἐν ἔτει 1895, κατὰ τὴν παγκόσμιον ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου, ὑπεβλήθη ὑπὸ πλείστων ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων ὅπως ἡ ἔκθεσις ἐκείνη μένῃ ἐξαιρετικῶς ἀνοικτὴ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς Κυριακῆς διὰ νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτὴν οἱ μὴ δυνάμενοι εἰς ἡμέρας ἄλλας, καὶ μὴ παραβλαβῶσι σπουδαιότατα οἰκονομικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐξηρτῶντο ἐκ τῆς τύχης αὐτῆς. Ἡ σχετικὴ πρότασις ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἀλλὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὰ ἐπιδιωκόμενα καὶ προβαλλόμενα συμφέροντα, παμψηφεὶ σχεδὸν ἀπέρριψε τὴν πρότασιν καὶ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ Κυριακὴ ἀργία ἀποτελεῖ θεσμὸν ἀπαραβίαστον, ὅτι Κράτη παραβιάσαντα τὴν ἠθικὴν τάξιν, ἀπώλεσαν, ὁμοῦ μὲ ταύτην, καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις των. Ἐν ᾧ, ἀπ’ ἐναντίας, πολιτεῖαι, τηρήσασαι ἀπαρασαλεύτους τοὺς ἠθικούς των νόμους, ὄχι μόνον δὲν ἐζημίωσαν, ἀλλὰ καὶ προήγαγον, μετὰ τῶν ἠθικῶν, καὶ τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικάς των ἐπιδόσεις. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἐν Ζακύνθῳ συλλόγου «Παντοκράτωρος»· ἐλπίζω δὲ ὅτι, ὁπόταν ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ σχέδιον μεταρρυθμίσεως τοῦ νῦν θεσμοῦ τῆς Κυριακῆς ἀργίας, θὰ βελτιώσωμεν καὶ θὰ ὀργανώσωμεν αὐτὸν οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐκπολιτιστικὸς παράγων καὶ στοιχεῖον ἐξυψώσεως ὄχι μόνον τοῦ ἠθικοθρησκευτικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ καθόλου πνευματικοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§43Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πολλαὶ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας δὲν εἶναι καλῶς τεθειμέναι ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἔφερον παράδειγμα τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων. Ἀντὶ νὰ κάμῃ καλὸν ἔκαμε κακὸν ἔν τισιν ὁ νόμος, διότι τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων περὶ τῆς ἱερότητος τῆς Κυριακῆς ἐθεωρήθη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ οὕτως εἰπεῖν κατηργημένον, καὶ ἐθεσπίσθη ὅτι ἀλλοῦ δύνανται νὰ ἀναπαύωνται τὴν Κυριακὴν καὶ ἀλλοῦ δὲν δύνανται.
§44Γ. ΠΩΠ. Ἠμπορεῖτε νὰ ζήσητε τὰς Κυριακὰς χωρὶς ἐφημερίδα;
§45Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ περὶ διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων διάταξις. Τοιαύτην ἰδέαν εἶχε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διότι ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ὑπεστήριξε τὸν κ. Τσαγκάρην ἄλλοτε κατηγορούμενον. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ καὶ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν τὴν δίδει ἡ ἀναφορὰ τοῦ συλλόγου τῶν συμπολιτῶν μου «Παντοκράτορος», καὶ ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολοῦμεν τὴν Βουλὴν τώρα.
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§48Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων τὰ ὁποῖα ἄλλοτε οὕτως καὶ ἄλλοτε ἄλλως ἀποφαίνονται περὶ τῆς τηρήσεως αὐτῆς. Τὸ ζήτημα τῆς καθολικότητος τῆς Κυριακῆς ἀργίας πρέπει νὰ τεθῇ ἐκτὸς συζητήσεως. Τὸ ἀπόκτημα τοῦτο τὸ λαϊκὸν τῆς ἀνορθώσεως, καὶ τονίζω τὴν τελευταίαν λέξιν μεθ’ ὅλην τὴν δυσφορίαν τὴν ἀπό τινος ἐκδηλουμένην, δι’ αὐτὴν ὑπὸ εὐαρίθμων συναδέλφων διὰ νὰ ἔχῃ βάσιν καὶ εὐδοκιμήσῃ πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς καθολικότητα. Τόσον Κύριοι, τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ πολίτου θεωρεῖται σπουδαῖον ἀλλαχοῦ ὥστε ὑπάρχει σύνταγμα Εὐρωπαϊκὸν ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἡμεῖς δὲν τὸ ἐπράξαμεν τοῦτο ἀλλ’ ὑπὸ τὰς εὐλογίας τῶν ἐργατῶν τὸ καθιερώσαμεν διὰ νόμου. Δυστυχῶς ἐτέθη ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ τὸ σπέρμα τῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ. Ἡ λειτουργία τοῦ νόμου ἐξηρτήθη ἀπὸ τὰ δημ. συμβούλια. Ἀλλ’ εἰς τοιοῦτον θεσμὸν δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τὰ τοπικὰ συμφέροντα ὁμάδων οἷα εἶναι τὰ ἐκπροσωπούμενα διὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ τὸν καθιερώσῃ γενικῶς ἐκτὸς ἐξαιρέσεων τὰς ὁποίας συμφέροντα κοινωνικὰ μεγάλα τοῦ Κράτους θὰ ὑπηγόρευον, ἄλλως ἐὰν θέσωμεν εἰς τὸ μέσον τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ὁ εἷς θὰ ζητῇ τοῦτο καὶ ὁ ἕτερος τὸ ἄλλο καὶ θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου σήμερον ἐφθάσαμεν ὥστε τινὲς λέγουσι νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον, διότι ἠκούσθη καὶ τοιοῦτόν τι δυστυχῶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Συνιστῶ λοιπὸν τῶν ζητούντων τὴν γενικὴν καθιέρωσιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ ἐγγράφως, μὴ δυνηθεὶς νὰ παραστῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Κλάδη, ὡς ἑξῆς. «Διὰ τὴν κατάσχεσιν τῶν προσόδων τοῦ δήμου Ζακυνθίων. Αὕτη ἐγένετο κατόπιν τοῦ ληφθέντος γενικοῦ μέτρου κατὰ τῶν δυστροπούντων εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν δήμου. Ἐκ τῆς κατασχέσεως ταύτης ὁ ταμίας διετάχθη καὶ ἐξήρεσε τὸ πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν τοκοχρεολυσίου καὶ τὸ εἰς τὸν ἐργολάβον τοῦ φωτισμοῦ ἀπαιτούμενον ποσόν».
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Βρασίων ὁ κ. Γρηγορίου.
§51Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἴπομεν καὶ χθὲς νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρδίτσης περὶ κατασχέσεως τοῦ λειβαδίου «Δέσης» ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν ἀνακοινῶ διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη κατόπιν αὐτῆς νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον. (Ἀναγινώσκει). «Οἱ κάτοικοι Καρδίτσης αἰτοῦνται ὅπως διαταχθῇ ὁ ταμίας Τρικκάλων ν’ ἀναστείλῃ τὴν κατάσχεσιν τοῦ θερινοῦ κοινοτικοῦ λειβαδίου Δέσης». «Ἀφοῦ ἡ κοινότης Δέσης δὲν ἔχει νομίμως ὀργανωθῇ καὶ ἀφοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων λαμβάνεται πρόνοια καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον διαρρυθμίζονται τὰ τῶν κοινοτήτων, θέλομεν ἀναστείλλει ἐπὶ ἑξάμηνον τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τοῦ λειβαδίου ἐκ φόρου τοῦ ὁποίου καὶ τὸ χρέος τοῦτο κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνάγεται εἰς χρήσεις ὑπαγομένας εἰς ἀνανέωσιν, τοιαύτη δὲ καὶ ἐκ τῆς ἀνοργανώτου τῆς κοινότητος δὲν δύναται νὰ γίνῃ».
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Στρέφι περὶ ἱδρύσεως κτηματικῆς Τραπέζης ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§55Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου ἐκ Βαρβασαίνης νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ἤδη ὑποβάλλουσιν οἱ συμπολῖταί μου. Εἶναι τὸ ἀληθὲς ὡς καὶ πάλιν εἶπον πρὸ ἡμερῶν ὅτι συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ συμβατικοῦ τόκου πρὸς 9% οἱ δανεισταὶ ἐνόμισαν ὅτι τοῦτο ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ συμφέροντά των, καὶ συνεπῶς πᾶσα δόσις ἐκ μέρους αὐτῶν ἐσταμάτησε πρὸς τοὺς κτηματίας καὶ δὴ πρὸς τὸν κόσμον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, θὰ ἦτο λοιπὸν εὐχῆς ἔργον ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐξεύρῃ τρόπον διεξόδου, καὶ οὐδεὶς ἄλλος τρόπος εἶναι ὁ μᾶλλον δόκιμος καὶ ὁ μᾶλλον συντελεστικὸς πρὸς εὐόδωσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ κτηματικοῦ κόσμου ἢ ἡ σύστασις μιᾶς Κτηματικῆς Τραπέζης. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι δύνανται οἱ κτηματίαι αὐτοὶ νὰ ἀποτείνωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Τράπεζαν ἢ οἱονδήποτε ἄλλο χρηματιστικὸν προνομιοῦχον ἵδρυμα. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι πρὸς συνομολόγησιν πιστώσεων ἀπὸ μέρους τῶν διαφόρων Τραπεζῶν ἀπέναντι μικροκτηματιῶν, πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσι 2, 3 καὶ 4 πιστωταί. Οἱ συμπολῖταί μου τόσον οἱ ἐκ Βαρβασαίνης πρὸ ἡμερῶν, ὅσον καὶ ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Στρέφι ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κράτους τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης χρηματιστικῆς μὲ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε ὅτι δύνανται νὰ συνομολογῶσι δάνεια τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ πάλιν μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι δύναται τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο νὰ εἶναι προνομιοῦχον κατὰ πάσης προσόδου ἀπορρεούσης ἀπὸ μέρους τῶν κτημάτων αὐτῶν ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπέλθει ἡ καλλιέργεια αὐτῶν Ἀπετάθην δι’ ἰδιαιτέρας συστάσεως πρὸς τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ὄντως μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ συνάδελφος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μελετᾷ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς τοιούτου ἱδρύματος, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχει ἤδη ἑταιρεία προσέλθει πρὸς συνομολόγησιν ἐκ ποσοῦ 30,000,000. Ἔχω δ’ ἐλπίδας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ὑψηλῇ αὐτῆς μερίμνῃ τῇ οὐσιαστικῇ ὑπὲρ τοῦ κτηματικοῦ κόσμου θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ὑπὲρ αὐτῶν.
§56Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος εἶχε φροντίσει ποτὲ ὑπὲρ τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου καὶ εἶχεν ἱδρύσει τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀτυχῶς ὅμως αὕτη παρεδόθη εἰς τὸ Κόμμα καὶ τὴν ὀχλοκρατίαν καὶ δὲν ἀπέφερε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέμενον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Οὔτε τὸ Κράτος ἔλαβε τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν περὶ προστασίας αὐτῆς. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κεβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν ταύτην πρὸς ἵδρυσιν Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἕως ὅτου ἱδρυθῇ τοιαύτη Κτηματικὴ Τράπεζα πρὸς προστασίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καλὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἐπειγόντως νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κτηματίας.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς ὁ κ. Δογάνης. Ἀπών. Ὁ κ. Βουρλούμης. Ἀπών. Ὁ κ. Πετραλιᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Καφεντζόπουλος.
§58Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἀπησχόλησε καὶ πρὸ ἡμερῶν τὴν Βουλὴν καὶ ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπ’ αὐτοῦ σκέψεις μου καὶ ἠλπίζομεν πάντες ὅτι θὰ εἴχομεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πράγματι εὑρίσκηται εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς Ἑταιρείαν τινὰ πρὸς σύστασιν Κτηματικῆς Τραπέζης, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται. Δυστυχῶς ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε τὴν ἑσπέραν ταύτην δήλωσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ καθησυχάσῃ τοὺς συμπολίτας μας καὶ ἀκριβῶς διὰ τὴν ἀπουσίαν ταύτην παρεῖλκεν εὐτελῶς ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος. Δὲν παραλείπω ὅμως νὰ τονίσω καὶ πάλιν ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης θὰ ἀνακουφίσῃ οὐ μόνον τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀναμένει ἐκ ταύτης ὡς ἀπὸ μηχανῆς Θεοῦ τὴν θεραπείαν τόσων καὶ τόσων συμφερόντων της.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 ἀναφορὰ διαγράφεται. Ἐπὶ καταγγελίας κατοίκων Γαργαλιάνων κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Θ. Κάππου ὁ κ. Ντολιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§60Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μεγάλην κατάπληξιν, κύριοι Βουλευταί, μοὶ ἐπροξένησεν ἡ πρὸ 3 ἡμερῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀνακοινωθεῖσα ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων, τῶν καὶ ἰδιαιτέρων συμπολιτῶν μου, περὶ δῆθεν ἀστυνομικῆς παραβάσεως τοῦ ἐκεῖ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου κ. Θ. Κάππου, ἐνῷ πράγματι δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων, ἀλλὰ περὶ προσωπικῆς ἀναφορᾶς συνδημότου μου τινός, ὁ ὁποῖος ἐκ προσωπικῶν ἐλατηρίων ἑλκυνόμενος ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐπιδιώκων μᾶλλον περὶ τὸ ὄνομά του θόρυβον.
§61Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δώδεκα ἔτη εἶναι τώρα ποῦ ἀκούομεν διὰ τὸν Κάππον!
§62Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκούσητε, κύριε Βάρθη. Ὁ καταγγέλλων, ἐνοικιαστὴς ὢν τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων κατήγγειλε τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην Κάπον ὅτι παρεμποδίζει δῆθεν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων ἐπὶ τῇ βλάβῃ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη καταγγελία εἶναι αὐτόχρημα κωμική, διότι, ὡς ἀσφαλῶς γνωρίζω, πρόκειται περὶ τῆς ἑξῆς ἀφορμῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀπέστειλε ταύτην. Πρὸ μηνὸς τυφλός τις ἐπαίτης γέρων καὶ Κρὴς τὴν καταγωγὴν περιεφέρετο ἀνὰ τὴν πλατεῖαν Γαργαλιάνων καὶ παίζων τὴν Κρητικήν του λύραν περιέφερε δίσκον τινα ζητῶν τοὺς ὀβολοὺς τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως ἐξοικονομήσῃ τὸν τῆς ἡμέρας ἄρτον. Ἀτυχῶς ὁ καταγγέλλων ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε δικαίωμα καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὀλίγων κερμάτων, τῶν κατὰ τὸν ἐκτεθέντα τρόπον συλλεγομένων, νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, χαρακτηρίσας τὸ τοιοῦτον ὡς Δημόσιον Θέαμα. Φυσικόν, λογικὸν καὶ νόμιμον ἦτο νὰ ἀπαγορεύσῃ ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης τὴν τοιαύτην εἴσπραξιν, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν ὁ ἐν λόγῳ ἐνοικιαστής. Ἡ τοιαύτη καταγγελία νομίζω ὅτι μόνον τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ κατὰ τοῦ καταγγέλλοντος, καὶ οὐχὶ τὴν τιμωρίαν κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ νόμου στηριζόμενος ἀπηγόρευσε τὴν τοιαύτην εἴσπραξιν. Καὶ ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βάρθην.
§63Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ οὔτε τὸν γνωρίζω τὸν Κύριον τοῦτον οὐδὲ ἐξ ὄψεως.
§64Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ καταγγέλλων ἐν τῇ ἀναφορᾷ του ὑπαινίσσεται ὅτι ὁ σταθμάρχης οὗτος καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἔνθα διέμεινε διάπραξε διαφόρους παρανομίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω τὰ ἀποκυήματα ταῦτα τῆς φαντασίας του καὶ νὰ τὰ διαψεύσω ὡς ἀνακριβῆ.
§65Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τὸν κ. Κάππον, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οὗτος ἐντιμότατα ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του.
§66Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸ θὰ ὑποστηρίξω. Ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ τούτου σταθμάρχου εἶναι αἱ ἐκθέσεις τῶν κατὰ διαφόρους τόπους προϊσταμένων του Ἀρχῶν, αἵτινες ἀναγνωρίζουσαι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον καὶ ἀφοσίωσίν του, ὅπως εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν, τοῦ Νομάρχου Πατρῶν καὶ διαφόρων Μοιράρχων, προτείνουσιν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν προαγωγὴν του λόγῳ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ πολυετὲς διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του μὲ κίνδυνον πολλάκις τῆς ζωῆς του κατώρθωσεν ἐνεργῶν δραστηρίως αὐτὸς ὁ ἴδιος τῇ βοηθείᾳ τῶν ὀργάνων του νὰ συλλάβῃ ἢ φονεύσῃ ἀρκετοὺς φυγοδίκους καὶ λῃστοφυγοδίκους ὅπως τὸν Ἀβραμέαν, τὸν Ποῦλον, τὸν Καράμπελαν καὶ τόσους ἄλλους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκθέσεων ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἱκανοποίησιν, διὰ τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Κάππος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐστάλη ἡ κατηγορία αὕτη, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἡ πόλις Γαργαλιάνων ὀφείλει εὐγνωμοσύνην, διότι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατῆλθεν ἐκεῖ κατώρθωσε διὰ τῆς δραστηρίας αὐτοῦ ἐνεργείας, ὥστε οὐδεὶς φυγόδικος ἢ φυγόποινος νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ.
§67Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον τὰ ὅσα ἐξέθηκα, κ. Βουλευταί, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πάντα πολίτην νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς ἐντίμου ὀργάνου τῆς Πολιτείας. Τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν ἠθικῶς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἕνα τοιοῦτον ἐνωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀληθῶς σέμνωμα τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς.
§68Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀποστείλω τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν ἁρμόδιον ἀστυνόμον, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἂν ἡ ἀνάκρισις καταλήξῃ εἰς τὸ ὅτι ὁ σταθμάρχης δὲν εἶναι ὅπως καταγγέλλεται ἀπὸ τὸν πολίτην, ἔχει καλῶς, ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ πράγματι τοιοῦτος, θὰ τὸν τιμωρήσω.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Καβαλλιεράτος ἐρωτᾷ διατί ὑπηρετεῖ ὡς ἐπιστάτης τοῦ φανοῦ Διχαλίων Σάμης ἄνθρωπος ἀνίκανος κλπ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιστάτης διωρίσθη πρὸ ὀλίγου χρόνου ὑπ’ ἐμοῦ κατόπιν ἀναφορᾶς του ὅτι ἔχει ὅλα τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα, ὅτι διετέλεσεν ἐπὶ 5 ἔτη πλοίαρχος, ἐπισυνῆψε δὲ τὸ δίπλωμα τῆς πλοιαρχίας του καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου ὅτι ἔχει τοιαύτην ὑπηρεσίαν ὑπερπενταετῆ. Παρεπέμφθη ἡ αἴτησίς του εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἐξήτασεν αὐτὸν καὶ εὑρέθη ἀρτιμελής, ὑγιὴς καὶ οὐδεμίαν βλάβην τῆς ὁράσεως φέρει. Ἐπισυνήφθη πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἡλικίας του ὅτι ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1861, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ὁ ἄγων τὸ 50 τῆς ἡλικίας ἔτος εἶναι ἄχρηστος ἄνθρωπος. Εἰδικώτερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἔχω νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἄνθρωποι τοιαύτης περίπου ἡλικίας εἶναι οἱ διοριζόμενοι, διότι αὐτοὶ εἶναι ἓν εἶδος ἀπομάχων τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ὁμιλεῖ τὸ πιστοποιητικὸν ἂν ἡ ἀκοή του εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν, ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι δὲν χρησιμεύει ἡ ὀξεῖα ἀκοὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν.
§70Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἴσως ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὰ προσόντα τῆς φύσεως. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, πιστεύσατέ με, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ψευσθῶ.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ψεύδους, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς ἀντιλήψεως.
§72Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συλλυπηθῶ τὴν ἐξαταστικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἀντίληψίν της, διότι ὁ ἄνθρωπος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Δὲν δύναται νὰ κινηθῇ. Ὁ φανὸς Διχαλίου ἀπέχει ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν περὶ τὰς 2½ ὥρας, σημειωτέον δὲ ὅτι τὸν δρόμον αὐτὸν πρέπει νὰ βαδίσῃ διὰ ποδός, εἶναι δ’ ἀνίκανος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, ἑπομένως δὲν μένει εἰς τὸν φανόν.
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε παρακαλῶ ἡ κατηγορία θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του.
§74Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν μένῃ ἢ ὄχι εἰς τὸν φανόν, ἀλλὰ λέγω ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τῷ ἀνετέθη.
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω καὶ πάλιν κατόπιν τῆς νέας σας κατηγορίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐνεχειρίσθη παραίτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ζερβουδάκη, τοιουτοτρόπως δὲ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς παύων ὢν βουλευτὴς καὶ συνεπῶς ἡ καταδίωξις εἶναι ἀκώλυτος περιττευούσης τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§78Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσυπογράφω ἀνεπιφυλάκτως εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ντολιόπουλος.
§79Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργηθῶσι ταχέως αἱ ἀνακρίσεις καὶ νὰ κομισθῇ τὸ συμπέρασμα.
§80Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἄν τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου τῶν θεαμάτων εἶναι ἀληθῆ, ὄχι μόνον ἀποτελοῦσι παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ἐκθέτουσιν εἰς κίνδυνον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν σύντονον ἐνέργειαν ἀνακρίσεων τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἰς τὴν ἀναφορὰν λέγει ὅτι ταῦτα ἐγένοντο ὅπως ἱκανοποιηθῇ τοπικὴ ἰσχύουσα πολιτική, καὶ πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ κόσμου ὅτι ὑπάρχει σήμερον ἰσχύουσα τοπικὴ πολιτική.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δολιανῶν περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἐκ θυέλλης καταστραφείσης συγκοινωνίας ὁ κ. Πέρρος.
§82Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ξυλουργῶν καὶ οἰκοδόμων Λαμίας ὁ κ. Συγγούρης.
§84Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἕν μόνον παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως διατάξητε τὸν Νομάρχην Φθιώτιδος καὶ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἐργάτας.
§85ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§86Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν ἐστάλη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε νὰ ἐγγραφῆτε, ὅπως ἀγορεύητε, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐκράτησα.
§88Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν Λαμίαν νὰ γίνῃ πίναξ τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρήγγειλε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Νόμος ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Παγκαπνεργατικοῦ Συλλόγου Βόλου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Ἀπών. Ὁ κ. Συγγούρης. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Σχινᾶς ἐπὶ διαμαρτυρίας τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Βόλου δι’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ Βουλευτοῦ περὶ μελῶν τοῦ δικαστηρίου. Δὲν εἶναι παρών. Ὁ κ. Χρυσοχοΐδης. Ὁ κ. Ν. Παπαϊωάννου. Ὁ κ. Κλάδης.
§90Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ὡμίλει ὁ κ. Σχινᾶς, θὰ ὡμίλουν καὶ ἐγώ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης. Διαγράφεται. Ὁ κ. Κάβουρας ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐξ Ἀριστομένους Δ. Γεωργακοπούλου περὶ βοηθήματος φονευθέντος υἱοῦ του εὐζώνου ἐν ὑπηρεσίᾳ.
§92Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελον παρακαλέσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ὁ αἰτῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τῷ χορηγηθῇ, εἰ δυνατόν, βοήθημά τι, διότι ὁ υἱός του εὔζωνος ὢν ἐφονεύθη εἰς συμπλοκὴν μετὰ λῃστῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι πλέον ἐνδιαφέρουσα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αὔριον. Ὁ κ. Φ. Βακαλόπουλος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§95Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὰ φιλάνθρωπα αὐτοῦ αἰσθήματα ὑπὲρ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ, ὅστις ἀπώλεσε τὸν υἱόν του, τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας του.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§97Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις ποιοῦμαι καὶ ἐγώ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Μαυρίκης.
§99Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Τὰς αὐτὰς ὡσαύτως συστάσεις ποιοῦμαι.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας διακόπτεται ἡ συζήτησις τῶν ἀναφορῶν, ἀναβαλλομένων τῶν λοιπῶν διὰ τὴν αὔριον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, νὰ μεταθέσωμεν τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς τετάρτης καὶ ἡμισείας ἢ τῆς πέμπτης εἰς τὴν τρίτην καὶ ἡμίσειαν μετὰ μεσημβρίαν. Ὑπάρχει ἐλπὶς οὕτως ὅτι μέχρι τῆς ἐνάτης καὶ ἡμισείας θὰ ἐργασθῶμεν κατὰ τρόπον ἀρκετόν, ὥστε νὰ λήγῃ ἐκεῖ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁρίσωμεν τὴν τρίτην καὶ ἡμίσειαν;
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται ἀπὸ αὔριον ὥρα ἐνάρξεως ἡ τρίτη καὶ ἡμίσεια, θ’ ἀρχίζωμεν δὲ εἰς τὰς τέσσαρας ἀκριβῶς.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δύσκολον, νομίζω, νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τὰς τρεῖς, Κύριοι, νὰ ἐργαζώμεθα ἕως τὰς 9 καὶ νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα μετὰ τὸ γεῦμα.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς δηλώσεώς μου ὅτι εἰς τὰς τέσσαρας θ’ ἀρχίζωμεν, ἐννοῶ ὅτι μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ἀπὸ τῆς ὁριζομένης θὰ ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις, ἐὰν δὲν προσέλθῃ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς Βουλευτῶν.
§109Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὡς θὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἐψηφίσθη πρὸ δύο ἐτῶν νόμος περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνορίας κατὰ κώμας καὶ κατὰ χωρία. Ὅπως ἐπέλθῃ ἡ κατάταξις τῶν ἐνοριῶν ὀφείλει ὁ οἰκεῖος Νομάρχης μετ’ ἀπόφασιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ ὁποῖος διὰ Βασ. Διατάγματος θέλει κανονίσει ταύτας. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν δήμων καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἔσπευσαν ὅπως συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον καὶ συνέτρεξαν τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τούτου. Ἀτυχῶς ὅμως συμβούλιά τινα δημοτικὰ ἠπείθησαν πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἐνῷ πρὸ ἑνὸς ἔτους διετάχθησαν νὰ συντρέξωσι τὴν ἐκτέλεσιν δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ὅπως συμμορφωθῶσι πρὸς τοῦτο. Μεταξὺ τούτων δυστυχῶς συγκαταλέγεται καὶ ὁ δῆμος Ἀθηναίων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἠθικὰ πρόσωπα ἐν τῇ Πολιτείᾳ νὰ θέτωσι τὸ ἀνάστημα αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἀπέναντι τοῦ νόμου, καὶ νὰ ἀρνοῦνται ὑπακοὴν πρὸς αὐτόν, πρὸ παντὸς δὲ εἰς τὸν νόμον τοῦτον τοῦ ὁποίου τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα ἐλπίζω ταχέως νὰ ἴδῃ ἡ Πολιτεία ἐὰν καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν προθεσμίαν τινὰ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ προσκληθῶσι ταῦτα καὶ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν, ἐὰν δὲ δὲν ποιήσωνται τοῦτο, τότε νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἄλλα σώματα ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχοντα καὶ εἰς ἄλλας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι νὰ μᾶς ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις τῆς κατατάξεως τῶν ἐνοριῶν. Τοιοῦτον τινὰ σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος θέλει πείσει ὑμᾶς ὅπως ταχέως προβῆτε εἰς ψήφισιν αὐτοῦ.
§110Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἀπόψε.
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Χωρὶς νὰ τὸ ἴδωμεν, Κύριε;
§112Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Χημείου εἶχε καὶ θύματα τοῦ καθήκοντος ἅτινα ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου ἐρρίφθησαν εἰς τὸ μέσον τοῦ πυρὸς πρὸς καταστολὴν αὐτοῦ, καὶ εὗρον τὸν θάνατον. Ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν θυμάτων διάφοροι ἐκ φιλανθρωπίας κινούμενοι προσέφερον χρηματικόν τι ποσόν, πρὸς διάθεσιν τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε σχέδιον νόμου ὅπερ εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42 ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Παρακαλῶ ὅπως συναινέσῃ ἡ Βουλὴ καὶ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, προσέτι δὲ διορθωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὄνομα τῆς χήρας Ἑλένης Κ. Ζαΐμη, καὶ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἵνα ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων γίνηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§113ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἀληθῶς ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ μόνην τὴν διαφορὰν τῆς διορθώσεως τοῦ ὀνόματος τῆς χήρας ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑλένη.
§114Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ ἄρσεως μιᾶς παρεξηγήσεως, κύριε Πρόεδρε, διότι ὑπάρχει μία χήρα καὶ εἷς πατήρ, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσιν ἀμφότεροι τὸ ποσὸν αὐτό. Πρόκειται δέ περὶ τῆς χήρας καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος κληρονομικῶν δικαιωμάτων εἰς τὸν πατέρα.
§115ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ποσὸν θὰ δοθῇ εἰς τὴν χήραν ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑλένη Ζαΐμη.
§116Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τὸν πατέρα;
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους. Εἶναι ὑπάλληλος καὶ εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 42 νομοσχέδιον. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν ἀρχήν;
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα...
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§121Γ. ΠΩΠ. Σὺν τῇ τροποποιήσει κύριε Πρόεδρε;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μετὰ τῆς τροποποιήσεως «Ἑλένη χήρα Ζαΐμη». Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν». Ὁ κ. Ἀκρίδας παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§123Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί, χθές, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἰσάγεται καινόν τι καὶ ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Καὶ ταῦτα ἔλεγον διὰ τοὺς μὴ νομικούς. Καὶ ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ ἔχομεν πλείστας ὅσας διατάξεις καὶ ἐν τῷ ἐμπορικῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ καὶ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ παρεμφερεῖς πρὸς αὐτάς. Τὸ μόνον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον προστίθεται εἶναι ἡ ποινικὴ εὐθύνη. Σημειωτέον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατ’ ἀρχήν, διότι ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἀντιρρήσεις μου. Ἀλλ’ ἤθελον προσθέσῃ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν πρότασίν μου, νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ ἄλλων περιπτώσεων. Ἡ γνώμη δέ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προτείνω δὲν εἶναι πρωτότυπος, διότι ἐπὶ τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων ἠσχολήθησαν καὶ τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πρωτίστως ἡ προστασία τῶν κεφαλαίων. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι κινητὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι τὴν παραγωγὴν καὶ τὰ ὁποῖα κινοῦνται καὶ δίδονται ἐπὶ ποδὸς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀσφαλείας, ἄνευ οὐδενὸς ἐγγράφου. Ὁμιλῶ περὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἀγορὰν ἐγχωρίων προϊόντων, γῆς πρὸ πάντων καὶ ζῴων. Κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀγορᾶς τῶν προϊόντων οἱ διάφοροι ἔμποροι περιερχόμενοι τὰ μέρη τῆς παραγωγῆς προϊόντων δίδουσι τοὺς ἀρραβῶνας ἀγοράζοντες καρποὺς καὶ μὴ λαμβάνοντες οὐδὲν ἔγγραφον, οὐδεμίαν ἀπόδειξιν, καθότι ταῦτα διέπει ἡ καλὴ πίστις ἐξ ὑπερτάτου κοινωνικοῦ συμφέροντος. Εἰς τὸ Ἀγρίνιον λ. χ. κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον δίδονται εἰς τοὺς παραγωγοὺς καπνοῦ ἑκατοντάδες χιλ. δραχμῶν ἐπὶ ποδός. Καὶ μέχρις ἐσχάτων μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας οἱ παραγωγεῖς ἐξεπλήρουν τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ὅμως ἔτους, ἀφοῦ ἡ κακὴ πίστις εἰσεχώρησε παντοῦ, εἰσεχώρησε καὶ ἐνταῦθα. Ὑπῆρξαν κρούσματα τοιαῦτα ἐπικίνδυνα τείνοντα νὰ φυγαδεύσωσι τὴν πίστιν, τὴν πίστιν τὴν τηρουμένην ἀπαρεγκλίτως μέχρι τοῦδε ἀπὸ μέρους τῶν παραγωγῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον ἐφέτος ἡ μεγαλητέρα ἐμπορικὴ ἑταιρεία, ὁ ἐμπορικὸς οἶκος ὁ ἐκπροσωπῶν μέχρις ἐσχάτων καὶ τὴν Ἀθηναϊκὴν Τράπεζαν ἐν Ἀγρινίῳ, ὁ ὁποῖος ἀγοράζει ὅλα σχεδὸν τὰ καπνὰ καὶ τὰ ἀποστέλλει εἰς τὴν Αἴγυπτον εἰς τὰ μεγαλήτερα ἐκεῖσε καταστήματα, εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ ἕνα παραγωγὸν 800 ὀκάδας καπνοῦ ἀντὶ δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν καὶ ἔδωκε 200 δραχμὰς ἀπέναντι τοῦ τιμήματος. Μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας, δόλῳ χρήματος, ὁ παραγωγὸς οὗτος μετέβη εἰς τὴν ἑταιρείαν μὲ τὴν πρόφασιν δῆθεν ὅτι προτίθεται ν’ ἀγοράσῃ ἓν ἀροτριῶν κτῆνος καὶ ἐζήτησε καὶ ἄλλας 400 ἀκόμη δραχμὰς ὡς ἀρραβῶνα. Ἡ ἑταιρεία καλῇ τῇ πίστει ἔδωκε τὰς 400 ἀκόμη δραχμὰς καὶ τὰ περιτυλίγματα πρὸς δεματοποίησιν τοῦ καπνοῦ, ὥστε ἀπέναντι τῶν 800 δραχ. ἔδωκεν 600 δραχμάς. Ὁ παραγωγὸς ὅμως οὗτος, ἀφοῦ ἔλαβε τὰ χρήματα δολίως πείσας τὴν ἑταιρείαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς ἐν συμφερούσῃ τιμῇ ἀροτριῶντος κτήνους ἐθεώρησε καλὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ περιτυλίγματα, νὰ συσκευάσῃ τὸν καπνὸν καὶ νὰ τὸν πωλήσῃ εἰς ἕτερον ἀντὶ 90 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν. Ἡ ἑταιρεία δὲ μοὶ ἐζήτησε γνώμην, ἐὰν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν ἐπὶ ἀπάτῃ. Κατὰ τὰς κρατούσας διατάξεις καὶ κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων τὰ τοιαῦτα ζητήματα εἶναι ζητήματα πολιτικῆς διαφορᾶς. Ἐν τούτοις ὑπέβαλε μήνυσιν πρὸς ἐκφοβισμόν. Ἔχω καὶ ἕτερον παράδειγμα, προκειμένου περὶ ἀγορᾶς καπνοῦ, ὅπερ περιττὸν νὰ ἐκθέσω. Διὰ τοῦτο φέρω σχετικὴν τροπολογίαν. Πρόκειται περὶ τιμωρίας τοῦ δόλου, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον ἔχει τοιαύτην βάσιν. Νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ τιμωρία τοῦ δόλου δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπος, πρόκειται δέ, ὡς εἶπον, περὶ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι καὶ προάγουσι τὴν παραγωγήν. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὰς λέξεις «ψευδεῖς δικαιοπραξίας» εἰς τὸ ἄρθρον 1ον προτείνω νὰ προστεθῇ «ἢ ἀθετεῖ δολίως συμβάσεις ἀγορᾶς ἐγχωρίων προϊόντων γῆς καὶ ζῴων πρὸς ἐμπορίαν πωληθέντων καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν ἀρραβῶνα δὲν παραδίδει ταῦτα καίπερ συμπεφωνημένου τοῦ τιμήματος». Δὲν συμβαίνει τοῦτο, Κύριοι, εἰς τὴν ἀγορὰν προϊόντων καπνοῦ, σταφίδος καὶ σιτηρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἀγορᾶς ποιμνίων, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὕρῃ ὁ ἔμπορος τὸν ποιμένα συμφωνεῖ μετ’ αὐτοῦ δίδει τὸν ἀρραβῶνα. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλέχθη ὅτι δι’ αὐτοῦ ματαιοῦται ὁ σκοπός, ὃν προέθετο ὁ περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου καὶ τῆς τοκογλυφίας νόμος. Ἐν τῇ συζητήσει τότε δὲν ἔλαβον μέρος, ἀλλὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ διευκολυνθῶσι τὰ μικρὰ δάνεια καὶ διὰ τοῦτο εἶχον ὑποβάλλει τὴν σχετικὴν τροπολογίαν. Βεβαιωθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἰς τὸν τόπον μου, ὅπου τοὐλάχιστον εἶναι τὸ κέντρον τῆς συναλλαγῆς τῆς ὅλης Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος τὰ δάνεια περιωρίσθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ συναλλαγαὶ δυσχεραίνονται τὰ μέγιστα. Πρόσφατον παράδειγμα ἔχω τὸ ἑξῆς. Προχθὲς εἷς βιοπαλαιστὴς βυρσοδέψης ἦλθε νὰ τοῦ συντάξω ἓν γραμμάτιον. Ἐπώλησε τὰ δέρματα τὰ κατειργασμένα πρὸς τοὺς σανδαλοποιοὺς καὶ ἔλαβε γραμμάτιον 370 δραχμῶν διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἄλλα. Κατέφυγεν εἰς ὅλους τοὺς ἔχοντας χρήματα καὶ δὲν ἠθέλησε οὐδεὶς νὰ τοῦ δώσῃ 362 δραχμὰς διὰ νὰ ὠφεληθῇ 8 ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ἄφηνε καὶ 20 καὶ 25 δραχμάς, διότι ἐπρόκειτο νὰ σταματήσῃ τὰς ἐργασίας του, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμων νὰ δεχθῶσι τὸ γραμμάτιον. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι καταθλιπτικὸν διὰ τοὺς ὀφειλέτας καὶ δὲν θὰ ἐνισχύσῃ τὴν τοκογλυφίαν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ ἕκαστος θὰ κανονίζῃ τὰ πράγματά του συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐφεξῆς. Δι’ αὐτὸ ἐκηρύχθην καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν νὰ φέρω τὰς ἀντιρρήσεις μου.
§124Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἅμα τῇ ἀναγνώσει τοῦ νομοσχεδίου ἐσχημάτισα ὅλως διαφορετικὴν ἐντύπωσιν ἐκείνης τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις διαφόρων ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων φοβηθεὶς μή, οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς, διεξῆλθον τὰς διαφόρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπανέλαβον καὶ πάλιν τὴν μελέτην καὶ ἐβασανίσθην νὰ πεισθῶ ἂν οἱ καταφερθέντες τοσοῦτον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκοντο ἐν πεπλανημένῃ ἀντιλήψει ἢ μήπως ἐγὼ ἐσχημάτισα κακὴν ἀντίληψιν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς ἐπανειλλημμένας μελέτας, κύριοι Βουλευταί, ἐσχημάτισα τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρόκειται περὶ καταπιέσεως τῶν ὀφειλετῶν ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς καὶ κυρίως καὶ πραγματικῶς περὶ προστασίας τῶν ὀφειλετῶν, τῶν ἐντίμων ὀφειλετῶν. Φοβοῦμαι δὲ μάλιστα μήπως τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν δανειστῶν δὲν εἶναι ἀρκετὰ καὶ λυσιτελῆ, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ οὐσιωδέστατος καὶ ἐπωφελέστατος σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἶναι Κύριοι, ἀναμφισβήτητον ὅτι καίτοι σήμερον ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπάρχει μεγίστη ἀφθονία χρημάτων, καὶ ἐν τοῖς χωρίοις ἀκόμη, ἐν τούτοις τὰ κεφάλαια ταῦτα μένουσι νεκρὰ πρὸς ζημίαν καὶ τῶν ἐμπορευομένων καὶ τοῦ ἐμπορίου γενικῶς, καὶ πρὸς ζημίαν τῶν κτηματιῶν, τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὅστις καθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν τοῦ ἔτους ἔχει ἀνάγκην ὀλίγων χρημάτων ἵνα ἐξοικονομίσῃ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας του, ἵνα προβῇ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Ὅτι δὲ τὰ πλεῖστα τῶν κτημάτων μένουσιν ἀκαλλιέργητα, εἶναι βεβαιωμένον διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ μικρὸν δάνειον ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ μικροκτηματίου. Καὶ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ἂν καὶ ὑπάρχει πληθὺς κεφαλαίων καὶ οἱ ἔχοντες ταῦτα θέλουσιν χάριν τοῦ συμφέροντός των πρὸ πάντων νὰ δανείσωσι, ὑπάρχουσι δὲ καὶ οἱ πρόθυμοι νὰ δανεισθῶσιν, ἐν τούτοις οὐδὲν δάνειον γίνεται. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Δὲν πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τὰ μέσα τὰ θεραπευτικὰ αὐτῆς; Εἶναι ἀναμφισβήτητον Κύριοι, ὅτι συναλλαγαὶ δὲν γίνονται διότι δὲν προστατεύεται τὸ κεφάλαιον ὡς ἔδει νὰ προστατευθῇ δὲν προστατεύεται ὁ ἔντιμος δανειστής, οὐχὶ ὁ ἐκβιαστὴς δανειστής, ὡς πρέπει νὰ προστατευθῇ. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀναμφισβητήσῃ ὅτι μέχρι πρό τινος ὑπῆρχον τοκογλύφοι αἰσχρότατοι, οἵτινες ἐβασάνιζαν τὸν λαόν, ἐπληρώθησαν ἐπανειλλημένως μὲ 20 καὶ 30 τοῖς ἑκατὸν ἔλαβον δὶς τὰ κεφάλαιά των καὶ πάλιν ἐζήτουν νὰ πληρωθῶσι, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπετύγχανον διότι συνέβαινεν οἱ ὀφειλέται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀποδείξεις. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἐξαιρέσεων, σήμερον γενικῶς προκειμένου νὰ λάβωμεν νομοθετικὰ μέτρα ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἐντίμων δανειστῶν περὶ τῶν ἐντίμων ὀφειλετῶν. Αἰτία λοιπὸν εἶναι ἡ κακὴ πίστις τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐκ δευτέρου ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς προστασίας τῶν κεφαλαίων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰδικῶς καὶ ἐν γένει διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπιδιώκεται ἡ δημιουργία τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαιούχων πρὸς διάθεσιν τῶν κεφαλαίων. Ὅταν δὲ ὑπάρχει πίστις Κύριοι, τότε θὰ δύνανται νὰ διατίθενται εὐκόλως τὰ κεφάλαια, τότε θὰ δύναται ὁ λαὸς ὁ πτωχὸς ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζωνται δῆθεν, Κύριοι τινὲς καὶ κόπτονται νὰ εὑρίσκῃ κεφάλαια μὲ μετριώτατον τόκον ἵνα ἐξοικονομῇ τὰς ἀνάγκας του ἵνα καλλιεργῇ τὰ κτήματά του. Τότε δὲ καὶ μόνον ὅταν ἑδραιωθῇ ἡ πίστις θὰ ἔχωμεν καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐζήτησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Γκλαβᾶς καὶ ἐτόνισεν ἐπανειλλημμένως καὶ ἐγγράφως, τότε θὰ ἔχωμεν καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν τότε θὰ ἔχωμεν καὶ κεφάλαια διὰ τοὺς καλλιεργητάς. Διότι ποῖος εἶναι ὁ μωρός, ὅστις θὰ φέρῃ τὰ κεφάλαιά του καὶ θὰ δεχθῇ νὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις; Εἶναι βεβαιωμένον Κύριοι σήμερον, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἰδιῶται δὲν διαθέτουσιν τὰ κεφάλαια αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, οὔτε αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ δεκαετίας διαθέτει κεφάλαια πρὸς τοὺς παραγωγὺς πρὸς τὸν πτωχὸν λαόν, οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις περιβάλλεται διὰ τοσούτων προνομίων.
§125Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὰ διαθέτει ἐκτὸς τοῦ Κράτους μὲ μεγαλύτερον κέρδος.
§126Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὅταν θὰ ὑπάρξῃ ἡ πίστις θὰ τὰ διαθέτῃ καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ὥστε, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἠδύνατό τις νὰ μεμφθῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ τοῦ μεμφθῇ μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως χαρακτηρίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν δανειστῶν ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὅτι εἶναι κυρίως ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τοῦ ἐντίμου ὀφειλέτου τοῦ ἔχοντος ἀνάγκην νὰ εὕρῃ χρήματα. Καὶ ὑποστηρίζω Κύριοι ταῦτα διότι φοβοῦμαι μὴ ἴσως οἱ δανεισταὶ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων τούτων, ἅτινα δὲν θεωρῶ ἀρκούντως λυσιτελῆ, δὲν θὰ θελήσουσι καὶ πάλιν νὰ διαθέσωσι τὰ κεφάλαιά των καὶ νὰ κυκλοφορήσῃ τὸ κεφάλαιον ὡς πρέπει νὰ κυκλοφορήσῃ διότι ἐπαναλαμβάνω τὰ μέτρα ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην μου δέν εἶναι ἐπαρκῆ. Οὐχ ἧττον ὅμως προκειμένου περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου τοιοῦτον ἔχοντος σκοπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἀπορῶ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς τοιούτου νομοσχεδίου πῶς εὑρέθησαν, ἔντιμοι συνάδελφοι, νὰ εἶναι κεκηρυγμένοι κατὰ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τοῦ τοιούτου σκοποῦ, τοῦ ἐπιδιωκομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅστις σκοπὸς εἶναι ἡ ἑδραίωσις τῆς πίστεως. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἰδέαν, βασιζόμενος εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐξετάζων κατ’ οὐσίαν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν προστατεύεται ὁ δανειστής, δὲν τοῦ παρέχεται οὐδεμία προστασία οὐσιαστικὴ καὶ πραγματικὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔπρεπε νὰ τοῦ παρέχηται. Καὶ ἐν ὀλίγοις, Κύριοι, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ περισσότερα δικαιώματα ἀπολαμβάνει ὁ δανειστής, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον ἐκ τῶν διατάξεων τῶν κειμένων νόμων; Διὰ τοῦ αʹ ἄρθρου, Κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου λέγοντος τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Ὅστις ἐπὶ σκοπῷ βλάβης τῶν δανειστῶν αὐτοῦ βοηθεῖ δι’ οἱωνδήποτε ἀπατηλῶν πράξεων τινα ἐκ τούτων ἢ συνομολογεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ ἰδικίτερα περιουσιακὰ ὠφελήματα μετὰ τὴν ἀρχικὴν σύστασιν κτλ. διὰ τοῦ αʹ ἄρθρου λέγω οὐδεμία προστασία πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ μεγαλητέρα παρέχεται εἰς τοὺς δανειστάς. Διότι διὰ μὲν τοὺς ἐμπόρους ὀφειλέτας, καθότι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τοὺς ἐμπόρους, καὶ τοὺς μὴ ἐμπόρους, οὐδὲν μέτρον νεώτερον λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου· περὶ τῶν ἐμπόρων προνοοῦσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου καὶ τοῦ Ποινικοῦ νόμου, διατάξεις αἱ πραγματευόμεναι περὶ ἁπλῆς καὶ δολίας χρεωκοπίας, διὰ δὲ τοὺς μὴ ἐμπόρους ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα οὐσιαστικώτερον.
§127Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, διότι τὸ νομοσχέδιον προϋποθέτει δολίαν ἐνέργειαν πρὸς βλάβην τῶν δανειστῶν γινομένην. Δὲν πρόκειται περὶ στάσεως πληρωμῶν. Αὐτὰ ἄλλως τε ἐκτίθενται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει.
§128Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ ἐξετάζω οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα καὶ σᾶς λέγω, ὅτι δυνατὸν ὁ ἔμπορος καὶ μὴ εὑρισκόμενος εἰς ἐλάττωσιν περιουσίας, ἂν ἀρνηθῇ πληρωμὴν ἀπαιτήσεώς τινος, νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ μὴ ἐμπόρου, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ οὗτος οἱονδήποτε δανειστὴν εἰς βλάβην τῶν λοιπῶν, πῶς θὰ τὸν ὑποστηρίξῃ; Θὰ τοῦ δώσῃ δικαιώματα ἐμπράγματα κλπ. ἐπὶ ἀκινήτων καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δύναται ἄλλος δανειστὴς νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀπαίτησίν του· ἀλλ’ ὁ δανειστὴς οὗτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προλάβῃ τοιαύτην κατάχρησιν εἴτε ζητῶν πρὸ τοῦ δανείου ὑποθήκην, εἴτε ἐγγράφων κατόπιν προσημείωσιν, ὥστε τί περισσότερα δικαιώματα οὐσιαστικὰ παρέχονται τῷ δανειστῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου; Πῶς λοιπὸν προστατεύεται ὁ δανειστὴς ἐναντίον τοῦ ὀφειλέτου; Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει «ὁ ἀπαλλοτριῶν ὁπωσδήποτε ταῦτα ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος κλπ.».
§129Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε συνάδελφε, νὰ ἀκούσωμεν, διότι ἡ διάταξις αὐτὴ μὲ σκανδαλίζει.
§130Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν πραγματικὴν ἀξίαν ἔχει.
§131Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι κύρωσις ὑπαρχούσης ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ Δικαίῳ ἑτέρας διατάξεως. Ἀπορῶ πῶς συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὕτως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέλωμεν νὰ παράσχωμεν νομοθετικὴν πρόνοιαν ὑπὲρ ἀνθρώπων θελόντων νὰ δολιευθῶσιν. Ἐννοῶ νομοθετικὴν διάταξιν προστατεύουσαν τὸν μὴ δυνάμενον νὰ πληρώσῃ ὀφειλέτην, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν δόλιον ὀφειλέτην εἶναι πρᾶγμα πρωτάκουστον.
§132Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἐδανείσθην δραχμὰς χιλίας ἀντὶ 800. Ἔρχομαι κατόπιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλήσω τὴν ἀπαίτησιν ἀντὶ πεντακοσίων δραχμῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι δόλος;
§133Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καθόλου δὲν εἶναι τοῦτο δόλος.
§134Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο δόλος.
§135Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε τί ἐννοεῖ τὸ «ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος»;
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεταὶ διακοπαὶ ἐγένοντο. Ποχωρήσατε, κύριε Κάβουρα.
§137Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριοι συνάδελφοι, «ὅστις βλάπτει, καταστρέφει ἢ καθιστᾷ ἄνευ ἀξίας ἴδια αὑτοῦ πράγματα κινητὰ εἴτε ἀκίνητα κλπ.» παρατηρῶ ὅτι οὐδὲν νέον προστίθεται ἐπὶ τῶν κειμένων μέχρι σήμερον σχετικῶν διατάξεων. Ὑπάρχουσι σήμερον διατάξεις αὐστηρότεραι, διὰ τῶν ὁποίων αὐστηρότερον τιμωρεῖται ὁ ὀφειλέτης καὶ ἀπαγγέλλεται κατ’ αὐτοῦ συγχρόνως καὶ προσωπικὴ κράτησις. Διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 191 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐν τοῖς ἄρθροις 964 κλπ. τῆς Πολ. Δικονομίας ἀναγράφεται ὅτι τιμωρεῖται ὁ ὑφαιρῶν κατασχεθέντα διὰ φυλακίσεως καὶ μέχρις ἑνὸς ἔτους καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως συνεπείᾳ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, ὅστις ἠλάττωσε τὴν ἀξίαν τῶν κατασχεθέντων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς εἰκονικότητος, Κύριοι, ὀλίγα. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι διὰ τῆς κρατήσεως ἢ τῆς φυλακίσεως, ἐὰν τὸ ποσὸν ὑπερβαίνῃ τὰς 500 δραχμάς, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐμποδίζει τοὺς ὀφειλέτας νὰ κάμωσι τὰς εἰκονικότητας, τὰς ὁποίας ἔκαμον μέχρι σήμερον, ἡ διάταξις αὕτη σπουδαίως ὠφελεῖ τοὺς ὀφειλέτας. Διότι μέχρι σήμερον τί ἐγένετο; Πάντες οἱ ὀφειλέται, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἔκαμον εἰκονικὰ συμβόλαια, εἶναι ἀναμφισβήτητον τοῦτο, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς εἰκονικότητος θὰ κατώρθωνον νὰ καταχρασθῶσι τὰ χρήματα τὰ ὀφειλόμενα δὲν ἐπλήρωνον συνεπῶς ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ διεξῆγον δικαστικοὺς ἀγῶνας, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐδαπάνων εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ εἰς δικηγόρους ποσὰ διπλάσια τῆς ἀπαιτήσεως, ἀποδεικνυομένης εἶτα τῆς εἰκονικότητος ἠναγκάζοντο στενοχωρούμενοι νὰ πληρώσωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ δι’ ἀπαίτησιν π. χ. 300 δραχμῶν μόνον ἐπλήρωνον χιλιάδας, εἰς ὃ ποσὸν ἀνήρχετο κατόπιν ἡ ἀπαίτησις. Ἂν δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι μετὰ τὴν ἐναντίον τῶν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως, τὰς χιλιάδας εἰς ἃς ἀνῆλθεν αὕτη τότε ἐξεποιεῖτο ὁλόκληρος ἡ περιουσία τῶν, ἐνῷ, ἐὰν ἔλειπεν ἡ εἰκονικότης, θὰ ἐπλήρωνον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ θὰ ἀπέβαινεν εἰς ὄφελος αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ ἐξεπατρίζοντο διὰ τὴν ἐκποίησιν ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας. Ὥστε ἡ διάταξις αὕτη ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα ἐὰν ἦτο ἀρκετὴ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ὀφειλέτας νὰ προβαίνωσιν εἰς εἰκονικότητας.
§138Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰκονικὴ ἦτο καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔκοπτον πέραν τοῦ Τιβέρεως.
§139Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω δι’ ἐλαχίστων διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ ἀρχῆς νομοσχεδίου, καὶ τὴν ἑτέραν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγγέλλεται προσωπικὴ κράτησις. Πότε ἀπαγγέλλεται προσωπικὴ κράτησις καὶ κατὰ τίνος ὀφειλέτου, καὶ τίνα σχέσιν ἔχει ἡ προσωπικὴ κράτησις ἡ ἀπαγγελλομένη σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν καταργηθεῖσαν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ὁποίαν τοσάκις καὶ ἐπανειλημμένως ἐπεκαλέσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ στηριχθῶσιν ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Ἡ προσωπικὴ κράτησις ἡ καταργηθεῖσα εἶναι μέσον ἐκτελέσεως καὶ ἀπηγγέλλετο κατὰ τῶν ὀφειλετῶν οὐχὶ μόνον τῶν κακῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τῶν καλῆς πίστεως. Ἀπηγγέλλετο καὶ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ ἐξοφλήσωσι τὸ χρέος των. Ἀλλὰ σήμερον προσωπικὴ κράτησις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀπαγγέλλεται κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, κατὰ τῶν ἐντίμων δηλαδὴ κατὰ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ· αὐτὴ ἀπαγγέλλεται κατὰ τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν, οἵτινες ἔχουσι πραγματικῶς μὲν τὰ μέσα νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ δυστροποῦσι, καὶ καλούμενοι δὲν τολμῶσι νὰ προσέλθωσι νὰ δώσωσιν ὅρκον διαβεβαιωτικὸν, ὅτι δὲν ἔχουσι περιουσίαν. Ἀλλὰ θέλετε τοὺς τοιούτους ὀφειλέτας τοὺς ὀλίγους νὰ προστατεύσητε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ἐνῷ ὑπάρχουσι διατάξεις ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦσιν ὅλους τοὺς ἄλλους καταχραστάς; Οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται εἶναι καταχρασταί, καί διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιδιώκοντος. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀξιέπαινος καὶ θὰ ἠδυνάμην διὰ μακροτέρων νὰ πείσω τὴν Βουλὴν τελείως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετοὶ ῥήτορες νὰ ὁμιλήσωσι καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοχοΐδης εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§141Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσωσιν ὅσοι εἶναι κατά. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης; Ἀπών. Ὁ κ. Κουτούπης; Ἀπών. Οἱ κ. κ. Βελλόπουλος, Μάρκου καὶ Ῥούσσης εἶναι ἐπίσης ὑπέρ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος;
§143Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει δύο ἀρχάς. Ἐὰν τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα θέτετε παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ δανειστοῦ, εἶναι εἰρηνικά, δὲν ἔχω λόγον νὰ εἶμαι ἐναντίον.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰρηνικά.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὲρ εἶσθε ἢ κατά;
§146Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ μὲ ἀκούσετε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ἀντιλέγων.
§148Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν μίαν ἀρχὴν εἶμαι ἀντιλέγων. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὡς διετυπώθη ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι προεξοφλεῖ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§150Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λέγει ὅτι ἀποτελεῖ τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα...
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ τμῆμα αὐτό.
§152Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι τὰ ἄλλα ὅπλα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ δανειστής, εἶναι ἱκανά, ὥστε νὰ περιττεύωσι νέα ὅπλα.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ καταστήσωμεν εἰρηνικά.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευταί. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ νὰ μὴ λάβωσιν οἱ ῥήτορες τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀφοῦ εἶναι ὑπέρ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κ. Χρυσοχοΐδης διαγράφεται. Ἐπίσης ὁ κ. Ἀναστασιάδης, ὁ κ. Ρούσσης, ὁ κ. Μάρκου. Οἱ κ. κ. Κουτούπης, Βελλόπουλος. Γκλαβᾶς ἀπουσιάζουσιν. Ὁ κ. Δαζέας;
§157Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι θεωρῶ πως παρασφαλούσας τὰς αἰτιολογικὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν εἰς ἀναλόγως σφαλερὰ συνεπῶς πορίσματα. Εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ Εὐαγγελικὸν δόγμα ὅτι ὀφείλονται τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Εἶπον ὅτι θεωρῶ κατά τι τὰς αἰτιολογικὰς βάσεις παρασφαλούσας, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ νόμος περὶ τοκογλυφίας ἐν παραδείγματι, ὡς ἀντιστάθισμα τοῦ ὁποίου τίθεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δὲν ἐψηφίσθη ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον χάριν τῶν ὀφειλετῶν. Ἐὰν παρέχεται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ βοήθημά τι πρὸς τοὺς ὀφειλέτας θεωρῶ ὅτι τὸ παρεχόμενον εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ ὠφελήματος τοῦ γενικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ὁ νόμος ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς, ὑπὲρ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον παρέχει ἐναντίον τῆς τοκογλυφίας, ἥτις δύναται νὰ ἀποσυνθέτῃ τὴν κοινωνίαν σχηματίζουσα ἐν αὐτῇ τέλματα καὶ ἀναρχισμοῦ καὶ μηδενισμοῦ. Καὶ τῶν τοιούτων ἀγαθῶν ὠφελημάτων ἅπερ ὁ περὶ τοκογλυφίας νόμος ἀποδίδει εἰς τὴν κοινωνίαν, τίνες ἀπολαμβάνουσιν ἐπὶ μᾶλλον οἱ δανεισταὶ ἢ οἱ ὀφειλέται; Οἱ εὐδαιμονοῦντες ἐν τῷ Κράτει δανεισταὶ ἢ οἱ δυστυχοῦντες καὶ πτωχοὶ ὀφειλέται; Δὲν νομίζω ἀπολύτως ὀρθὸν νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι ἐγένετο χάριν τῶν ὀφειλετῶν καὶ μόνον ὁ νόμος τῆς τοκογλυφίας. Ἀλλ’ ἐπίσης εὑρίσκω σφαλερὸν καὶ τὸ ἕτερον στήριγμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι, ἀφοῦ τοιοῦτον δῆθεν ἀποκλειστικὸν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου βοήθημα παρεσχέθη εἰς τοὺς ὀφειλέτας, πρέπει νὰ ὁπλίσωμεν ἀντιστοίχως διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ τὸν ἀπομείναντα ἄοπλον δανειστήν. Ἀλλὰ τί λείπει ἀπ’ αὐτὸν ὥστε νὰ δύναται νὰ φάγῃ καὶ τὸ καταπέτασμα τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ. Δὲν δύναται νὰ εἰσδύσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἄσυλον, νὰ θραύσῃ τὰς θύρας, νὰ θραύσῃ τὰ κιβώτια καὶ ἑρμάρια, νὰ ἐρευνήσῃ πανταχοῦ; Τίς δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ δανειστοῦ, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ὅπως ῥίψῃ ἀστέγους τοὺς ὀφειλέτας αὐτοῦ εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ἂν ἀκόμη ἀσθενοῦντες πρόκειται νὰ ἀποθάνωσι; Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν τὰ ὑπὸ τῶν καθεστώτων νόμων παρεχόμενα ἀναγκαστικὰ μέτρα εἰς τοὺς δανειστάς, ἔρχεται κατόπιν, ὡς χεὶρ Βριάρεω ἡ παυλιανή του ἀγωγή, ἢ περὶ ἀκυρότητος τῶν εἰκονικῶν πράξεων, δι’ ὧν δύναται νὰ ἀναλάβῃ πᾶν ὅτι ὁ ὀφειλέτης αὐτοῦ ἐπεχείρησέ ποτε νὰ κρύψῃ ἢ διαφυλάξῃ. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ἐπίσης ὀρθὴ καὶ ἡ ἑτέρα δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἶναι ἄοπλος ὁ δανειστὴς ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ τοῦ δώσωμεν ἓν ὅπλον. Τοὐναντίον θεωρῶ πάνοπλον τὸν δανειστὴν ἱστάμενον ἀπέναντι τοῦ ὀφειλέτου αὐτοῦ. Φρονῶ ἄλλως τε τὸ νέον ὅπλον δι’ οὗ ὁπλίζομεν τὸν δανειστὴν τὸ καθιστῶμεν, ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, αἰχμηρὸν καὶ δηλητηριῶδες, ὥστε νὰ νύσσῃ καὶ τὴν ζωήν, τοῦ ὀφειλέτου καὶ τὸ μέλλον τῆς οἰκογενείας του, καὶ τὴν τιμήν τῶν τέκνων του. Ἀλλὰ πρωτίστως ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ἐν τούτοις διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν πρωτίστως νὰ καταστήσωμεν τὸν δανειστὴν ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ δικαίου, ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς, ἀπέναντι τῆς κοινωνικῆς εὐκοσμίας. Ναί, πρέπει νὰ καταστήσωμεν πρῶτον αὐτὸν ἐν τάξει, διά νὰ τῷ δώσωμεν εἶτα τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ καὶ εἰς τὰ ἄδυτα ἀκόμη τῆς ψυχῆς τοῦ ὀφειλέτου. Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ ἀγνοῇ, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν χιλιάδες θυμάτων σήμερον, ὑπάρχουσι χιλιάδες ἀδίκων θυμάτων τῶν ἀνοικτιρμόνων δανειστῶν; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι διὰ μικρὸν ὀφειλόμενον χρηματικὸν ποσόν, χιλιάδες ὑπάρχουσι πολῖται Ἕλληνες, οἵτινες ἀπώλεσαν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν αὐτῶν, περιελθοῦσαν εἰς τὰς χεῖρας τῶν δανειστῶν αὐτῶν; Πόσοι δὲν λιμώττουσι σήμερον στερηθέντες τῶν περιουσιῶν αὐτῶν διὰ μικρὸν χρηματικὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον ὤφειλον; Τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὸ κενόν, τῶν δικονομικῶν μας διατάξεων, οὗτινος ἐπωφελούμενοι κατωρθοῦσι πολλοὶ δανεισταὶ διὰ μικρᾶς ἀπαιτήσεις νὰ λαμβάνωσιν εἰς τὴν κατοχὴν των μεγάλας περιουσίας, διὰ τῆς μεθόδου τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τῶν ποικίλων ἀπατηλῶν μέσων ἅπερ μετέρχονται, πλανῶντες τοὺς ὀφειλέτας. Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, ἔχομεν ἕνα δανειστήν, ὅστις κατώρθωσε δι’ ἀθεμίτων μέσων, ἐν πλειστηριασμῷ νὰ λάβῃ, διὰ μίαν ἀπαίτησιν τὴν ὁποίαν ἔχει 1000 δραχ. νὰ λάβῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν του ὅλην τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου ἐκ 10,000, πῶς θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοιοῦτον δανειστὴν καὶ περαιτέρω ἀκόμη νὰ προχωρήσῃ καταδιώκων τὸν ἀπογυμνωθέντα ὀφειλέτην; Λάβετε πρόνοιαν, ἵνα πρῶτον καταστήσητε τὸν δανειστὴν συνεπῆ πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ τὸ δίκαιον, ἐξασφαλίσατε πρῶτον τὴν εἰς ἰσαξίαν καὶ δικαίαν τιμὴν ἐν τοῖς πλειστηριασμοῦ ἐκποίησιν τῶν πραγμάτων τοῦ ὀφειλέτου, καὶ τότε, τοὐλάχιστον, θὰ ἠδύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν ὀφειλέτην διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς φυλακίσεως, ὅπως φανερώσῃ καὶ ὅτι ἄλλο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κρύψῃ εἰς τὰ θυλάκιά του διὰ τὸν ἄρτον του.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἀποκρύψεως;
§159Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὄχι· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει πρωτίστως ἢ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ δι’ ἄλλου τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ὁσάκις μεγάλαι περιουσίαι, περιέρχονται εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν δανειστῶν ἀντὶ μικροῦ τιμήματος, εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ποιῶνται χρῆσιν τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς περιέρχονται;
§161Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Διότι ἠπάτησαν τὸν ὀφειλέτην.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν Ποινικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος τὸν προστατεύει.
§163Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὁ Ποινικὸς νόμος δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὀφειλέτας τοὺς καταστραφέντας ὡς ἄνω εἶπον.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἄνευ στενοχωριῶν καὶ τραγικοτήτων. Αὐτά, τὰ ὁποῖα μοῦ λέγετε, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὅσον θέλετε τραγικά, ἀλλὰ ὑπάρχει νόμος, ὅστις προστατεύει ἀπ’ αὐτῶν· ἂν ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, ἂν δὲν προεκλήθησαν αἱ ἀρχαί, δὲν δύναται τοῦτο νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τραγικοποιῶμεν τὰ πράγματα δὲν σημαίνει ὅτι ἐμφανίζομεν τίποτε νέον.
§165Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Συγγνώμην ἐὰν ὑπῆρξα πολὺ τραγικός.
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δολία ἀπομάκρυνσις τῶν θελόντων νὰ πλειοδοτήσωσιν εἰς τὸν πλειστηριασμὸν προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν νόμον καὶ ἀπὸ τὸν Ἀστικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀκυροῖ τοὺς πλειστηριασμούς. Λοιπὸν ἔχει ὁ ὀφειλέτης ἐπαρκῆ ἐφόδια ἀπὸ μέρους τῆς κειμένης νομοθεσίας. Τώρα λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ: εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἀποκρύψεως τῶν περιουσιῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ πλήξῃ τὴν ἀπόκρυψιν τῶν περιουσιῶν, τὸν δόλον;
§167Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δανειστὴς ἀπομακρύνων διὰ δόλου τοὺς μέλλοντας νὰ πλειοδοτήσωσι, κατορθώνει νὰ μένῃ μόνος ἐν τῷ πλειστηριασμῷ, εἶναι ἡ σπανιωτέρα· ἀλλ’ ἡ περίπτωσις ἡ συνηθεστάτη εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δανειστὴς κάμνει τὸν ὀφειλέτην νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς ὑπερθεματιστὰς καὶ νὰ ἐφησυχάζῃ, διὰ μυρίων ὑποσχέσεων, ἢ ὁρίζεται ὁ πλειστηριασμὸς εἰς ἐποχὴν ἀκατάλληλον, ἢ ὑπὸ ὅρους βαρεῖς, περὶ ὧν βεβαίως οὔτε ὁ Ποινικὸς Νόμος προβλέπει, οὔτε οἱ πολιτικοὶ Νόμοι εἶναι ἐπαρκεῖς. Αὐτὰ εἶναι τὰ συνήθως συμβαίνοντα, αὐτὰ γνωρίζει ἐκ πείρας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι εἰς τοιούτους δανειστὰς θέλετε νὰ δώσητε περισσότερα προνόμια, βεβαίως ἀπελπίζεται, διότι γνωρίζει πλεῖστα θύματα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πολλοὺς δυστυχεῖς ὀφειλέτας στερηθέντας τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, διὰ τῶν ἀθεμίτων μέσων, ἅπερ οἱ δανεισταὶ μετῆλθον. Ἀλλ’ ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, ὁ οὐρανὸς τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, καυχᾶσθε ὅτι αἰθριάζῃ νῦν ἀπὸ τοὺς ἀστέρας τοὺς ὁποίους διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ταύτης ἐπροσθέσατε εἰς τὸ στερέωμα αὐτοῦ, ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὐλάχιστον, ὡς νέφος ἀμαυρὸν θέλει καλύψει τοὺς ἀστέρας Σας, ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἀληθοῦς ἀξίας τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, ὁσάκις τοὐλάχιστον αὕτη περιέρχεται εἰς χεῖρας τῶν δανειστῶν.
§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰς πάρωμεν ὀπίσω. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸ Σύνταγμα.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης.
§170ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα, Κύριε Ὑπουργέ, ἀφ’ ἑνὸς ἡ προτασσομένη τοῦ νομοσχεδίου αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνάγκη ἵνα σᾶς ὑπομνήσω δήλωσίν τινα, τὴν ὁποίαν εἴχατε κάμει κατόπιν σχετικῆς παρατηρήσεώς μου κατὰ τὴν 9 παρελθόντος Ἰουλίου, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδίας. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἡ προτασσομένη τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀναγκαίαν συμπλήρωσιν κλπ. Παρὰ ταῦτα ὅμως, δυστυχῶς, διὰ τοὺς ὀφειλέτας τῆς Ἑπτανήσου οὐδεμία εἰσέτι ἐλήφθη φροντίς, καίτοι ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ὑμῶν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐζήτησα ἐπιμόνως, ὑπερθεματίσας τῶν συστάσεων ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸν τόκον τὸν συμβατικὸν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὸν καταβιβάσητε εἰς 9% ὡς ἐδέχθητε καὶ διὰ τὸ λοιπὸν Κράτος. Καὶ τοῦτο, διότι ὅτε συνεζητήσατε τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὡρίζετο ἀρχικῶς ὁ συμβατικὸς τόκος εἰς 10% εἴχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ μέτρον τοῦ συμβατικοῦ τόκου εἶναι 10%· συνεπῶς, ἐθέσατε ἐν αὐτῷ διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλ’ εἶναι ἄδικον τοῦτο μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου εἰς τὸ ἐπίλοιπον Κράτος.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν;
§172ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔχω βεβαίως· ἀλλ’ ἔχω συγχρόνως νὰ παρατηρήσω καὶ τὰ ἑξῆς: Ὅτι, ἂν οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι θελήσωσι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων νὰ ψηφίσωσι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον προφασιζόμενοι ὅτι προηγουμένως ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὀφειλετῶν πῶς ἐπιτρέπεται καὶ ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα οὐχὶ διότι ἐλήφθησαν τὰ μέτρα ταῦτα, ἀλλὰ διότι ἁπλῶς ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ λάβητε ταῦτα. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς ψηφίσωμεν τοιαῦτα καταπιεστικὰ μέτρα μόνον διότι μᾶς ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ ὑπεβάλατε νομοσχέδιον κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ θὰ περιωρίζετο ὁ τόκος εἰς 9% καὶ μάλιστα ἐνῷ εἰσέτι δὲν ὑπεβάλατε τοῦτο, μολονότι παρῆλθεν ἤδη καὶ ὁ Νοέμβριος;
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, σεῖς, ἂν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε μίαν τροπολογίαν νὰ τὴν συζητήσωμεν. Παρακαλῶ κάμετε νὰ μὲ διευκολύνητε.
§174ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα, τὴν ἔχω ἤδη ἑτοίμην.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἤμην πρόχειρος εἰς τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντα.
§176ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω τὴν τροπολογίαν καὶ ὄχι τὸ νομοσχέδιον.
§177Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τοσοῦτον γενικευθείσης τῆς συζητήσεως, νομίζω ὑποχρέωσίν μου νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει δύο βάσεις καὶ παρουσιάζει δύο σημεῖα ἄξια ἰδιαιτέρας ἐρεύνης. Τὸ ἓν συνίσταται εἰς τὴν μεταρρύθμισιν ἰσχυούσης ἤδη διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τὸ ἄλλο ἀφορᾷ εἰς τὴν καθιέρωσιν διαδικαστικοῦ συστήματος, ὡρισμένον σκοπὸν ἐπιδιώκοντος, δηλ. ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν παροχὴν εἰς τὸν δανειστὴν μέσων διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ὀφειλέτου, τοῦ δίδοντος ὅρκον, ἀπὸ πάσης καταδιώξεως, ἐφ’ ὅσον ἤθελε βεβαιώσει ὅτι δὲν ἔχει περιουσίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἐνασκηθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις τοῦ δανειστοῦ. Τὸ πρῶτον σημεῖον δηλ. ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 404 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ἑαυτήν, εἶναι ἐπικροτήσιμος, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι δι’ αὐτῆς δὲν θὰ τεθῶσι τοσαῦται περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τοῦ προτεινομένου νέου ἄρθρου 404, αἱ ὁποῖαι νὰ δεσμεύουν τὴν συναλλακτικὴν κίνησιν τοῦ ὀφειλέτου. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐδέχθη, ἐπεκτείνει πάρα πολὺ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 404. Ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ τιμωρήσητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ δολίων καταφανῶς πράξεων ἐπιδιώκει νὰ βλάψῃ τοὺς δανειστάς, οὐδὲν θὰ ἔχετε τὸν ἀντιλέγοντα. Ἐπίσης ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ βλάβης τοῦ δανειστοῦ δι’ εἰκονικῆς πράξεως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐκτείνεται διὰ τῆς φρασεολογίας, τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 404 καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν συναλλαγή τις τοῦ ὀφειλέτου δὲν παρουσιάζει ἀντίκρυσμα τῆς ἀνταλλακτικῆς πράξεως ἰσότιμον καὶ ἀξιόχρεον, δίδετε μίαν τόσῳ μεγάλην ἔκτασιν ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὸν ἑξῆς κίνδυνον: ἢ νὰ καταντήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀνεφάρμοστον, διότι ἑκάστοτε πρέπει ὁ δικαστὴς νὰ ἐξακριβώσῃ αὐτὸ τὸ ἰσότιμον καὶ ἀξιόχρεον τοῦ συναλλάγματος, ἢ θὰ μειώσητε τὴν συναλλακτικὴν ἱκανότητα τοῦ ὀφειλέτου. Ὑπῆρχεν, ὡς γνωρίζετε, μία διάταξις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔμπορος ἠμποδίζετο νὰ ἐπιχειρήσῃ πρᾶξιν ἀμφοτεροβαρῆ, ὅταν τὸ ἀντάλλαγμα δὲν ἦτο ἰσότιμον τοῦ δοθέντος καὶ δὴ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἐκδηλουμένης ἐν περιπτώσει πτωχεύσεώς του. Αὐτὴ ἡ διάταξις μετερρυθμίσθη τελευταῖον, καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι δὲν θὰ ἦτο ἀσφαλὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόραζεν ἀπὸ ἔμπορον ὑποκείμενον ἀνθρωπίνως εἰς πτώχευσιν.
§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι ἐν τῷ ἄρθρῳ;
§179Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιτυγχάνετε ἴσως τὴν καθαρωτέραν καὶ σαφεστέραν διατύπωσιν. Ἀλλ’ ἀναμφιβόλως δὲν ἐπιτυγχάνετε τὸ ἑξῆς: δὲν ἐπιτυγχάνετε τὴν καλλυτέραν λύσιν ἐπὶ μιᾶς περιπτώσεως, ἡ ὁποία πολὺ κακῶς θεωρεῖται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἀξιόποινος. Τὸ ἰσχύον ἄρθρον 404 προϋποθέτει ἠλαττωμένην τὴν κατάστασιν τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, δὲν λαμβάνετε τοῦτο ὡς βάσιν, ἀλλὰ τὸν δόλον, δηλ. τὴν πρόθεσιν τῆς καταστρατηγήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν. Ἐρωτῶ ὅμως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῦ εὑρίσκετε δολίαν τὴν συμπεριφορὰν ὡρισμένου ὀφειλέτου....
§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθητε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος.
§181Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν εἰς ἕνα τῶν δανειστῶν, τὸν ζητοῦντα, παρέχει ὁ ὀφειλέτης ὑποθήκην ἐνῷ εἰς τὸ ἄλλον δὲν παρέχει....
§182Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δικαστὴς θὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει δόλος.
§183Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρετε ὡρισμένας περιπτώσεις. Διὰ τοῦτο εἶπον ἀρχικῶς ὅτι διὰ τῆς φρασεολογίας του, παρὰ τὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δίδεται μία τοιαύτη ἔκτασις τῆς ἰσχύος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ὥστε ἢ θὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἢ τοὐναντίον θὰ ἐπεκταθῇ ἀπὸ δικαστήν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὴν περιωπὴν τοῦ καταλλήλου ἑρμηνευτοῦ τοῦ ἄρθρου 404. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 404. Ἀφοῦ δὲ τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει τὸ προτεινόμενον ἄρθρον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναί τις ἀντίθετος, διότι ἡ ἐνίσχυσις τῆς καλῆς πίστεως εἶναι πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον πάντων, εἶναι συμφέρον, πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναταί τις νὰ ἀντισταθῇ καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ πολεμήσῃ. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ διαδικαστικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον ἐν πρώτοις παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ τμῆμα τοῦτο τοῦ διαδικαστικοῦ δικαίου παρεμβάλλεται ἄνευ μεγάλης ἀνάγκης, ἐνῷ θὰ ἦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ μετὰ τοῦ ὅλου ἀνοργανωτικοῦ νομοσχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅπερ μελετᾶται ἤδη ὑπὸ τῆς συστάσεως πρὸς τοῦτο ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ κάμνει νὰ εἶμαι ἐνδοιαστικὸς ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι τοῦτο, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἐκβιασμοῦ τοῦ ὀφειλέτου, ὅπως διὰ παντὸς τρόπου παράσχῃ τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεως πρὸς τὸν δανειστήν, ἰδίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ ἐκβιασμοῦ τῆς συνειδήσεως τοῦ ὀφειλέτου, πρὸς δόσιν τοῦ βεβαιωτικοῦ ὅρκου τοῦ νομοσχεδίου.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε εἶσθε καὶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως καὶ τοῦ ὅρκου;
§185Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν βεβαιωτικὸν ὅρκον δὲν ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν παρὰ τὸ Γερμανικὸν Δίκαιον. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἰσχύει.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὅρκος ἰσχύει παντοῦ.
§187Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ βεβαιωτικὸς ὅρκος δὲν ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ.
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αὐτὴ ἠθικολογικὴ βάσις εἶναι. Δικαιοῦται ὁ δανειστὴς νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὀφειλέτου.
§189Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπὲρ τῆς γνώμης μου τὸ δεδομένον τῆς πείρας ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, τοῦ ὁποίου αἱ συναλλαγαὶ ἀνθοῦσιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελε κανεὶς θέσει κατὰ μέρος αὐτὴν τὴν ἰδεολογίαν ὅπως τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, πρέπει νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῆς ἀπειλουμένης προσωπικῆς κρατήσεως ἀνηλίκων καὶ γυναικῶν.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια καὶ εἴπομεν ὅτι θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§191Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἑπομένως, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ τὸ τροποποιήσωμεν.
§193Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. 2) αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου δικαστηρίων ἐν Τριπόλει». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). 3) βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 198 κοὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§195Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁμοφώνως ἀπεδέξατο αὐτὸ κατά τε τὰς βάσεις καὶ τὰς λεπτομερείας, ὑπέδειξε δὲ μόνον βελτιώσεις τινάς, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλήν. Τὰ δύο πρῶτα ἐδάφια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἁπλῆ ἐπανάληψις τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 198 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, μὲ τὴν ἑξῆς μόνον προσθήκην, ὅτι ὡς πρὸς τὸν διάδικον τὸν καταδικαζόμενον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἡ ἀπόφασις ἐκτελεῖται παραχρῆμα ἢ κατὰ τὴν ἐκ συμφώνου ὑπὸ τῶν μερῶν χορηγηθεῖσαν προθεσμίαν. Τὴν προσθήκην ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ δευτερευούσης σημασίας, διότι κατὰ τὴν καθιερουμένην ἤδη διαδικασίαν ἡ αἴτησις εἰσάγεται πρὸς τὸν Πρόεδρον ἀποφαινόμενον πολλάκις καὶ ἄνευ κλητεύσεως τοῦ διαδίκου. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ἀξίων λόγου ἐξόδων. Ἐφρόντισε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἵνα εἰς τὸ σχετικὸν ἐδάφιον, ὅπερ εἶναι τὸ τρίτον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προσθέσῃ καὶ τὴν μνείαν ὅτι ὁ αἰτῶν καταθέτει καὶ τὰ τέλη τῆς προεδρικῆς ἢ εἰρηνοδικειακῆς πράξεως. Ἕνεκα τούτου φρονεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι τὰ δύο πρῶτα ἐδάφια παρέλκουσι, καὶ δύναται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, τοῦτο δὲ παρουσιάζει καὶ τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα. Ἐὰν ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 198 δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς προθεσμίας διότι τὸ ἐδάφιον λέγει ὅτι: «ἡ παραχωρηθεῖσα νέα προθεσμία ἄρχεται, ἂν καὶ ἡ παραχώρησις ἔγινε πρότερον, ἀφ’ ἧς παρῆλθεν ἡ πρώτη προθεσμία, καὶ τελειώνει κατὰ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 193 ἀριθ. 1 ὡρισμένα». Δύναται λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι ἡ νέα προθεσμία ἄρχεται πάντοτε ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεκράτησε μὲν μέχρι σήμερον, ὑπάρχει ὅμως φόβος νὰ ὑποστηριχθῇ, ἐὰν ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις ὑπὸ τὴν νέαν ταύτην διαδικασίαν. Διὰ τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ διότι ἡ μνεία τῶν ἐξόδων λόγῳ τοῦ ἀσημάντου παρέλκει, ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι τὰ δύο πρῶτα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 198 πρέπει νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν, νὰ προστεθῶσι δὲ ἁπλῶς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τὰ ἕτερα ἐδάφια μετὰ τῆς ὡς ἄνω μνείας ὅτι ὁ αἰτῶν προκαταβάλλει καὶ τὰ τέλη τῆς προεδρικῆς ἢ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἀποφάσεως. Προσέτι ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν διόρθωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐν ἑτέρῳ σημείῳ τὸ νομοσχέδιον λέγει: «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου δὲν συγχωρεῖται ἔνδικον μέσον· ἀλλ’ ἀπορριφθείσης τῆς αἰτήσεως δύναται οὐδὲν ἧττον τὸ δικαστήριον, δικάζον ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, νὰ παρεκτείνῃ αὐτὸ τὴν προθεσμίαν». Ἔχει ἐπίσης καὶ διάταξιν ὅτι δὲν συγχωροῦνται παρὰ δύο μόνον αἰτήσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον. Ἑπομένως ἐὰν μὲν ἀπορριφθῇ ἡ δευτέρα αἴτησις, τὸ δικαστήριον δύναται νὰ χορηγήσῃ προθεσμίαν, ἐὰν ὅμως γίνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα αἴτησις, ἀλλ’ ὁ χρόνος ὁ παρασχεθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκὴς τὸ δικαστήριον δὲν δύναται πλέον νὰ δώσῃ προθεσμίαν, ἴσως δὲ αὐστηροτέρα τοῦ ἄρθρου ἑρμηνεία δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ἐὰν ἐν μέρει μόνον ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ αἴτησις ὑπὸ τοῦ Προέδρου κωλύεται τὸ Δικαστήριον νὰ χορηγήσῃ νέαν προθεσμίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως αὐτὸ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας καὶ ἄνευ ἰδίας προδικασίας χορηγήσῃ ἰδίαν προθεσμίαν, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἤθελον γείνει δεκταὶ δύο αἰτήσεις, ἐφόσον εὑρίσκει τοῦτο σκόπιμον. Τὴν προσθήκην ταύτην προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 1. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρετήρησα ὁ ὑποφαινόμενος καὶ τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἀντελήφθην μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕτερον κενὸν δεόμενον θεραπείας. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου εἶναι ἀνέκκλητος, ὁ πρόεδρος ὅμως ἀποφαίνεται ἄνευ ὑποχρεωτικῆς κλητεύσεως τῶν διαδίκων καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον ἡ αἴτησις νὰ εἶναι ἢ ἐκπρόθεσμος ἢ ἄκυρος. Ἡ περὶ τούτου κρίσις πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον.
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὸ Δικαστήριον.
§197Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ αἴτησις ὑπὸ τοῦ προέδρου δὲν φαίνεται ὅτι τὸ δικαστήριον δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν. Καὶ διὰ τὸ σαφέστερον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ τοῦτο. Ἵνα μὴ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα ὑποβάλλω καὶ τὰς ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων παρατηρήσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἐπὶ τοῦ β.ʹ ἄρθρου νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς διασάφησις. Ἐκεῖ ἔνθα λέγεται «Κατὰ τὰς συνήθεις» διατυπώσεις νὰ τεθῇ ἀντ’ αὐτοῦ «διὰ κλήσεως». Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχω τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν, ὅτι ἐν αὐτῷ ὁρίζεται ἡ τύχη τῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων· ἀλλ’ αἱ αἰτήσεις αὗται εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ἤδη εἰσαχθῆ πρὸς συζήτησιν εἴτε νὰ διατελῶσιν ὑπὸ διάσκεψιν εἴτε νὰ ἐξεδόθη πρωτόδικος ἀπόφασις καὶ νὰ εἶναι ἐκκρεμὴς ἔφεσις. Θὰ περιληφθῶσι καὶ αὗται ἐν τῇ μεταβατικῇ διατάξει, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ παραπεμπόμεναι εἰς τὸν Πρόεδρον.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις ἐννοεῖ, τῶν μὴ εἰσαχθεισῶν πρὸς συζήτησιν.
§199Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τότε παρακαλῶ νὰ δηλωθῇ ῥητῶς, διατυπουμένου τοῦ ἄρθρου εἴτε ὑπὸ τὴν μίαν ἔννοιαν εἴτε ὑπὸ τὴν ἄλλην, διότι ἐκκρεμεῖς δύναται νὰ θεωρηθῶσι μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ α.ʹ ἄρθρου ἔχω νὰ φέρω τὰς ἀκολούθους ἐξηγήσεις. Ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ προσθήκη ἡ γενομένη εἰς τὸ ἐδάφιον πρῶτον, καθ’ ἣν «ἡ περὶ τῶν ἐξόδων ἀπόφασις ἐκτελεῖται παραχρῆμα ἢ κατὰ τὴν ἐκ συμφώνου ὑπὸ τῶν μερῶν χορηγηθεῖσαν προθεσμίαν» εἶναι περιττή. Νομίζω ὅτι περιττὴ δὲν εἶναι διότι καὶ κατὰ τὸ ἤδη ἰσχῦον δίκαιον καὶ κατὰ τὰ ἤδη ἰσχύοντα κείμενα, ἔχουσι γεννηθῆ ἀμφιβολίαι ἂν αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τοιαύτης ὕλης, αἰτήσεων παρατάσεων καὶ καθεξῆς, ἐὰν εἶναι ἐνεστώτως ἐκτελεσταὶ διὰ τὰ ἐπιδικαζόμενα ἔξοδα. Ἐνόμισα ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ταύτης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν δυσχέρειαν ταύτην κατὰ τὸ προσῆκον. Εἶναι ἀναγκαία λοιπὸν ἡ διάταξις ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ἑρμηνευτικὴ τοῦ ἑπομένου ἐδαφίου, διότι οὐδεμία τροπολογία γίνεται ἐν τούτῳ εἰς τὰ κείμενα τὰ ὑπάρχοντα. Ἡ ὑποβαλλομένη προσθήκη εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον ὅπως καταβάλλει ὁ ποιούμενος τὴν αἴτησιν συγχρόνως καὶ τὰ τέλη τῆς σχετικῆς πράξεως, εἶναι διάταξις τελείως παρέλκουσα, διότι ἔχομεν πληρεστέραν διάταξιν τὴν τοῦ ἄρθρου 208, ἡ ὁποία προβλέπει τοῦτο· θὰ ἦτο δὲ ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθῇ ἑρμηνευτικὴ δυσχέρεια ἐὰν ἠθέλομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ φέρωμεν τὴν προσθήκην ταύτην. Ἀξία λόγου εἶναι ἡ παρατήρησις καὶ προσθήκη ἡ ἄλλη, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον εἰς περίστασιν, ὡς κεῖται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος ἤθελεν ἀπορρίψῃ τὴν ἑτέραν ἢ ἀμφοτέρας τὰς αἰτήσεις ὑπάρχει δικαίωμα προσφυγῆς εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως τοῦτο χορηγήσῃ παράτασιν προθεσμίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος ἤθελε καὶ ἅπαξ καὶ ἐκ δευτέρου ἀποφήνηται δεκτὴν τὴν αἴτησιν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα πάλιν τὸ δικαστήριον νὰ δώσῃ νέαν παράτασιν προθεσμίας. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶμαι ὀλίγον διστακτικός. Ἡ τοιαύτη τροποποίησις τῆς διατάξεως θέλει δώσει τροφὴν εἰς ἀτελεύτητον παρέλκυσιν τῶν δεινῶν. Γνωρίζομεν ἐν τῇ πρακτικῇ τί γίνεται διὰ τῶν ἐπανειλλημένων αἰτήσεων παρατάσεως προθεσμίας. Τὴν ἀποτροπὴν καὶ τούτου προτίθεται τὸ νομοσχέδιον· νομίζω δὲ ὅτι δι’ αὐτοῦ παρέχεται στάδιον ὅπως ἐπαρκῶς προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ διαδίκου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ διάδικος, ὁ θέλων νὰ ἀποδείξῃ τὰ πραγματικὰ γεγονότα τῆς δίκης θὰ ἔχῃ πρῶτον μίαν προθεσμίαν τῆς ἀποφάσεως· ἐὰν ἐκ τῶν πραγμάτων τῶν ἐπακολουθούντων ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ταχθεῖσα προθεσμία, δύναται ὁ διάδικος νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δώσωσι παράτασιν προθεσμίας. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη θὰ κανονισθῇ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνεφάνησαν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἐνδέχεται καὶ ἡ δευτέρα προθεσμία νὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκής· δικαιοῦται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ διάδικος νὰ καταφύγῃ καὶ αὖθις εἰς τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ λάβῃ καὶ δευτέραν παράτασιν, τρίτην ταύτην προθεσμίαν. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν. Ὅταν ἔχωμεν τὸν διάδικον ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἅπαξ προθεσμίαν παρὰ τοῦ δικαστηρίου, ἔλαβε δευτέραν καὶ εἶτα τρίτην ἀπὸ τὸν πρόεδρον καὶ εἰρηνοδίκην ὑπὸ πάσας τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν εἰς τοῦτο. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ καὶ τοῦτο.
§201Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὴν ἑξῆς περίπτωσιν, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ φέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ πρακτικῇ συμβαίνει τὸ ἑξῆς· ὑπαρχούσης προθεσμίας δὲν συμφωνοῦσιν οἱ διάδικοι εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς διεξαγωγῆς εἰς ἑπομένην ἡμέραν· παρουσιάζεται κώλυμα ἀνυπέρβλητον εἰς τὸν εἰσηγητὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων. Θὰ παρεκάλουν νὰ προστεθῇ σχετικὴ διάταξις ὅτι δύναται ὁ εἰσηγητὴς νὰ ὁρίσῃ ἑτέραν ἡμέραν.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα ὅτι δύναται ὁ εἰσηγητὴς νὰ ὁρίσῃ καὶ μὴ συμφωνούντων τῶν διαδίκων.
§203Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Αἱ ἤδη ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις παρατάσεως προθεσμίας τί θὰ γίνωσι;
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἰσήχθησαν καὶ δὲν ἐξεδικάσθησαν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν νέαν διαδικασίαν. Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 3ον.
§205Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ αἰτῶν ὑποχρεοῦται εἰς τὴν προκαταβολὴν τῶν ἐξόδων, ἄλλως δικάζεται ἐρήμην ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἐλαττώνει τὰ ὑπάρχοντα ἤδη, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ ἐκ τῶν διαδίκων κοινοποιῶν αἴτησιν περὶ παρατάσεως προθεσμίας, ἥτις πρέπει νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὸ εἰδικὸν βιβλίον, δὲν θὰ τὴν καταχωρίσῃ, διότι δὲν ἔχει οὐδὲν συμφέρον νὰ σπεύσῃ νὰ τὴν καταχωρήσῃ, ἀφοῦ δὲν καταγγέλλεται οὐδεμία ποινὴ διὰ τὴν μὴ καταχώρησιν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰ βιβλία, θὰ ζητήσῃ δὲ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ ὁ πρόεδρος, καὶ θὰ προκαταβάλῃ αὐτός, ἀφοῦ ὁ πρόεδρος δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ καλέσῃ τὸν αἰτοῦντα. Ἡ ἀπόφασις θὰ γραφῇ ἐπὶ χαρτοσήμου τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῇ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων νὰ καταβάλῃ ὁ ἐπισπεύδων.
§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γίνεται εἰς ὅλας τὰς δίκας, θὰ δικασθῇ ἐρήμην. Τὸ ἄρθρον 208 τίθησι τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῶν ὑποχρέων πρὸς καταβολὴν καὶ ἐπάγεται: εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρὸς καταβολὴν ὑπόχρεως δὲν καταβάλῃ δικάζεται ἐρήμην.
§207Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ τὸ μάθῃ ὁ διάδικος ὅτι δικάζεται;
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μετελθὼν τὸ ἔνδικον θὰ ὑπάγῃ νὰ προκαταβάλῃ.
§209Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιβαρύνεται οὕτω ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις;
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιβαρύνεται ἐπ’ ὠφελείᾳ του, δηλαδὴ θὰ ἐπιβαρύνεται καὶ θὰ δικάζεται ὁ ἄλλος ἐρήμην. Πρέπει νὰ ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 208.
§211Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἐπίσης νὰ εἴπω, ὅπερ καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐτόνισεν, ὅτι τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου πρώτου «ἡ παραχωρηθεῖσα νέα προθεσμία ἄρχεται ἂν καὶ ἡ παραχώρησις ἔγινε πρότερον, ἀφ’ ἧς παρῆλθεν ἡ πρώτη προθεσμία, καὶ τελειώνει κατὰ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 193 ἀριθ. 1 ὡρισμένα», ἐνδέχεται νὰ γεννήσῃ περιπλοκάς τινας. Καλὸν εἶναι διὰ τῶν δηλώσεων ἡμῶν νὰ διασαφισθῇ τοῦτο ὅτι δὲν ἐννοεῖτε νὰ μεταβάλητε τὴν ἔννοιαν τὴν ὑπάρχουσαν μέχρι τοῦδε....
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτον ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν πελατῶν αὐτῶν οἱ δικηγόροι προτείνουσιν ἐπικουρικὰς αἰτήσεις περὶ παρατάσεως προθεσμίας.
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές· ὅ,τι γίνεται ἤδη. Ἐφιλονεικήθη μὲν ἂν αἱ ἐπικουρικαὶ αὗται ἐκτάσεις εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ εἰσάγωνται καὶ ἐλύθη ὑπὲρ τῆς ἐπικουρικότητος. Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπικουρικαὶ δὲν δύνανται νὰ προχωρήσωσι προτοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐπικουρικότητος.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ἐπίσης ὅτι πρέπει νὰ ἀφίσωμεν ἐλευθερίαν εἰς τὸ Δικαστήριον ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραδοχὴν τρίτης αἰτήσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσι στρεψόδικοι αἰτήσεις περὶ παρατάσεως προθεσμίας· ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ τὰ Δικαστήρια δὲν προσέχουσιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς προθεσμίας τῆς ἀνηκούσης. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν, διὰ σπουδαιότερα ζητήματα, πρέπει νὰ ἀφίσωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ στάδιον ἐλεύθερον τῆς κρίσεως διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας διεξάγονται δὶς καὶ τρὶς ἀκύρως αἱ ἀποδείξεις, ἰδίως δι’ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διεξήχθησαν μαρτυρικαὶ ἀποδείξεις ἐν τῇ Ἀμερικῇ καὶ ἠκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τρεῖς φοράς...
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κίνδυνον τρέχετε ἐκ τῆς ἀκυρώσεως;
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῆλθον αἱ προθεσμίαι...
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι ἐπαναλαμβάνονται.
§219Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε διορία ὅμως.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§221Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ σημειωθῶσιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς τὸ Δικαστήριον ἔχετε ἐμπιστοσύνην διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ ἀφίνωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ κρίνῃ; Λοιπὸν ὑποβάλλω τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαλλείφονται αἱ λέξεις· «ἐὰν ἀπορριφθείσης τῆς αἰτήσεως....»
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἐὰν πρόκειται νὰ κρατήσῃ αὐτὴ ἡ γνώμη, ἔχομεν τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα.
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ εἰς τὸ ἄρθρον 2 «ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρέλιπε νὰ ὁρίσῃ τόπον καὶ χρόνον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἀποδείξεως» νὰ προστεθῇ «ἢ πραγματογνωμοσύνης», καὶ μετὰ τὸ «νὰ διορίσῃ εἰσηγητὴν» νὰ προστεθῇ «ἢ πραγματογνώμονα», καὶ μετὰ τὸ «ὁ διορισμὸς εἰσηγητοῦ» «ἢ πραγματογνώμονος».
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ μάλιστα, μάλιστα, Εἶναι παραδρομὴ αὐτή.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου ἐδώκατε καμμίαν τροπολογίαν;
§226Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἀφέθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Ἐρωτῶ ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥακτιβὰν νὰ προστεθῇ «εἰς τὸ Δικαστήριον ὁμοίως ἀνήκει ἡ τελευταία κρίσις περὶ τοῦ ἐμπροθέσμου καὶ τοῦ κύρους τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως» παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Ἐρωτῶ ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥακτιβὰν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροπολογήθη. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§229Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅταν τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἐδέχθητε τροπολογίαν τινά;
§231Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου «ἢ πραγματογνώμονα».
§232Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρέλειπε νὰ ὁρίσῃ τόπον καὶ χρόνον διεξαγωγῆς τῆς ἀποδείξεως ἢ νὰ διορίσῃ εἰσηγητὴν ἢ πραγματογνώμονα ἢ καθίσταται μεταγενεστέρως ἀναγκαῖος ὁ διορισμὸς εἰσηγητοῦ ἢ πραγματογνώμονος ἢ ἡ ἀντικατάστασις τῶν διορισθέντων τοιούτων....»
§233Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Μιχαλακόπουλε, πῶς θὰ κριθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναγκαῖος ὁ διορισμὸς πραγματογνώμονος; Δὲν εἶναι δυνατόν.
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ναί.
§235Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§236Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ἔχει τὸν ἑξῆς κίνδυνον καὶ δι’ αὐτὸ δὲν περιελήφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀντικατάστασις τῶν πραγματογνωμόνων μὴ ἐμφανιζομένων γίνεται ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν. Ἑπομένως δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ περιληφθῇ ἐνταῦθα διάταξις περὶ ἀντικαταστάσεως πραγματογνωμόνων.
§237Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διορισμοῦ. Εἰς περίστασιν τὴν ὁποίαν παρέλειπε τὸ Δικαστήριον.
§238Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Μάλιστα.
§239Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκδίδεται μία ἀπόφασις καὶ δὲν διορίζει πραγματογνώμονας.
§240Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐὰν παρέλιπεν.
§241Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρέλιπεν. Μάλιστα. Γενικῶς. Ἡ ἀντικατάστασις εἶναι ὅταν εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἐξαιρέσεως.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε εἰς τὸ δεύτερον μέρος «ἢ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ διορησθέντος εἰσηγητοῦ» νὰ τεθῇ καὶ «ἢ πραγματογνώμονος;»
§243Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐδῶ θὰ ἀφαιρεθῇ. Μόνον ἅπαξ προστίθεται.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος μόνον. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει διὰ τὴν σαφήνειαν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τὴν ἀντικατάστασιν τῆς τελευταίας φράσεως «κατὰ τὰς συνήθεις διατυπώσεις διὰ τῆς φράσεως «διὰ κλήσεως».
§245Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὅρος «κατὰ τὰς συνήθεις διατυπώσεις» εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω τεχνικὸς ὅρος ὑφιστάμενος εἰς τὸν κώδικα τῆς δικονομίας. Εἶναι σαφέστατος.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§247Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχω μίαν προσθήκην.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν φράσιν «ἐπὶ τῶν ἤδη ἐκκρεμῶν αἰτήσεων» ἡ φράσις «μήπω εἰσαχθεισῶν».
§249Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῇ. Τῶν ἐκκρεμῶν, τῶν ὑπὸ διάσκεψιν, ἐννοεῖται.
§250Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει λόγον νὰ τεθῇ «τῶν μήπω εἰσαχθεισῶν». Εἶναι φανερόν. Αὐταὶ εἶναι ἐκκρεμεῖς.
§251Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αἱ μὴ κοινοποιηθεῖσαι.
§252Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ μὴ κοινοποιηθεῖσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ μέλλοντος. Ἐκκρεμεῖς εἶναι ἐκεῖναι ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἤρχισεν ἡ διαδικασία ἡ διάφορος.
§253Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκοινοποιήθησαν μὲν ἀλλὰ δὲν ἤρχισαν.
§254Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκοινοποιήθησαν ἀλλὰ δὲν ἤρχισεν ἡ ἐγγραφή.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου διότι ἐγένοντο τροπολογίαι. Ὁ κ. Καβαλλιεράτος ἔχει τὸν λόγον.
§257Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον Πρόεδρον καὶ διὰ τοῦ κ. Προέδρου τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς τῶν καταδίκων».
§258Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε αὐτὸ νὰ τελειώσωμεν τὸ ἄλλο ποῦ δὲν ἔχει συζήτησιν καμμίαν;
§259Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Τὸ περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς τῶν καταδίκων.
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶδον ἀκόμη!
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωσι δέκα τὴν πρότασιν.
§262Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ παράκλησις ὑποβάλλεται ἀπὸ ἕνα, κύριε Πρόεδρε. Παράκλησιν κάμνομεν.
§263Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διενεμήθη ἀκόμη. Πρέπει νὰ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις.
§264Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τότε νὰ ἀναγραφῇ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἔλθῃ τὴν Τρίτην ἐκ τῶν πρώτων.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 251 § 2 τῆς ποιν. δικονομίας» Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν.
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τροπολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ἐὰν ὄχι τότε νὰ ἑτοιμάσωμεν ἡμεῖς τροπολογίαν. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω: τί θὰ γίνῃ διὰ τὰ ἤδη ἐκκρεμῆ;
§267Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν κείμενον νόμον τοῦ 1910 ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι παραγράφονται αὐτὰ μετὰ τρία ἔτη. Ὥστε αὐτὰ θὰ παραγραφῶσιν ὅλα.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναντιρρήτως.
§269Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑπόχρεος, νὰ δηλώσω, ὅτι ψηφίζω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἤκουσα ἀκόμη μίαν σκέψιν, μίαν αἰτιολογίαν, ἓν ἐπιχείρημα, οἷον δήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὅπως δικαιολογηθῇ διατί ἐξαιρεῖται ἡ ἀνθρωποκτονία, διατί ἐξαιρεῖται ἡ ἀναίρεσις, εἶδος ἀνθρωποκτονίας, ὡς ἔλεγον προχθές, καὶ δὲν ἐξαιρεῖται ἡ ἐκβίασις, δὲν ἐξαιρεῖται ἡ πλαστογραφία, δὲν ἐξαιρεῖται ἡ ναυταπάτη, καὶ δὲν ἐξαιρεῖται πλῆθος ἄλλων ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδειξις εἶναι δυσχερεστάτη. Ὅταν, λοιπὸν δὲν ἤκουσα μίαν σκέψιν, ἓν ἐπιχείρημα, μίαν δικαιολογίαν, δικαιοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ἀκόμη νὰ προβαίνω εἰς τὰς σκέψεις μου καὶ τὰς ὑποψίας· δικαιοῦμαι νὰ ὑποθέτω, ὅτι ἐπιδιώκει ὡρισμένον σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἀποδείξεων τῶν ἀποδοχῶν τῆς Στρατιωτικῆς καὶ Ναυτικῆς ἀλλοδαπῆς ἀποστολῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Τρίτη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852».
§271Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§272Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§274Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς θειώσεως τῶν καπνοφυτειῶν». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τεῦχ. Βʹ)
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,000 ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου τῆς χρήσεως 1901. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φυγοδικίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Κλάδης.
§276Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐρημοδικιῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ συντελέσῃ μόνον διὰ τὴν ταχεῖαν τῶν ὑποθέσεων διεκπεραίωσιν ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ διαπαιδαγωγικὸν διὰ τὸν λαόν, τοὐτέστι θὰ κάμῃ ὥστε οἱ Ἕλληνες νὰ σκέπτωνται ἂν πρέπῃ νὰ διαπράττωσι κολασίμους πράξεις ἐκλιπόντος τοῦ μέσου τῆς διαιωνίσεως τῆς δίκης διὰ τῆς ἐρημοδικίας. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἰδίως διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται κατὰ τῆς ἑνώσεως τῶν φυγοδίκων εἶναι πολὺ ὠφέλιμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ κάμω μίαν δήλωσιν προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἄρθρον 5 τῆς ἐπιτροπῆς, λυποῦμαι διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπλειοδότησεν ἀκόμη...
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκυρότητες.
§278Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀκυρότητες. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἤθελε τηρηθῆ καὶ ἤθελε θεωρηθῆ θεμελιώδης, νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου κρίσιν...
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καιρὸν νὰ τὸ καταδικάσητε.
§280Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ καταδικάζω διότι βλέπω ὅτι προσκρούει πρὸς ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν φυγοδίκων, ὅταν παρέλθῃ ἀρκετὸς ὁ χρόνος, ὅταν γίνῃ ἡ ἐρήμην ἀπόφασις ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος, ὅλα τὰ μέτρα αὐτὰ κατὰ τῶν φυγοδίκων τὰ παραδέχομαι· ἀλλὰ νὰ καταδικάζηται εἰς πολιτικὸν θάνατον, ὁ φυγόδικος, διότι ἐφυγοδίκησε καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ κάμῃ συμβόλαιον περὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας αὐτοῦ τὸ εὑρίσκω σκληρὸν καὶ μὴ ἐπιστημονικόν. Καὶ βεβαίως ὄχι μόνον θυσιάζω ὅλα τὰ καλὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι διαπαιδαγωγικὸν διὰ τὸν λαόν, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου, διότι θεωρῶ ὑπέρτατον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι αὐτὸς ἐγκλημάτησεν. Τὸ νὰ κρυφθῇ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ αὐτὸς διατί κρύπτεται τοῦτο εἶναι ζήτημα χαρακτῆρος μορφώσεως καὶ ζήτημα κλίματος εἰς τὸ ὁποῖον ζῇ· νὰ ἀπαγορεύσωμεν ὅμως νὰ κάμῃ σύμβασιν καὶ νὰ ἀφήσῃ ἑπομένως τὰ παιδιά του καὶ τὴν οἰκογένειάν του μετέωρα, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐὰν τεθῇ ἡ διάταξις νὰ μὴ δύναται νὰ κάμνῃ σύμβασιν ἀπαλλοτριώσεως τῆς περιουσίας του, ὁ φυγόδικος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκτελέσῃ πρᾶξιν χαρακτηρισθεῖσαν ὡς κολάσιμον τότε κηρύσσομαι δριμύτατα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
§281Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὑπάρχῃ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ κινήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ προκείμενον, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι τὰ ἀποτελέσματα τούτου εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου θὰ γίνωσιν αἰσθητὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατὰ τὴν γνώμην μου πρακτικώτερον καὶ ὠφελιμώτερον νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Καθ’ ὃν χρόνον μετὰ 80ετῆ ἐλεύθερον βίον δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς νὰ δώσῃ κυρίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν εὐνομουμένην Πολιτείαν νὰ δώσῃ, λέγω, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν, νομοσχέδιον ὡς τὸ προκείμενον ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα καὶ πρακτικὴν ἀξίαν.
§282ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί δὲν ἐδόθη ἡ δημοσία τάξις;
§283Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐάν, λέγω, ὑπάρχει νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα θὰ γίνωσιν αἰσθητὰ ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς δημοσιεύσεώς του εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν, διότι ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς δημοσιεύσεώς του τὸ πλεῖστον ἢ νὰ μὴ εἴπω ὅλον τὸ πλῆθος τῶν 35,000 φυγοποίνων καὶ 10,000 φυγοδίκων οἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν στατιστικὴν τῆς ἐπιτροπῆς, θέλουσι προσέλθῃ ἑκουσίως εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐννόμου τάξεως θὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ βελτίωσις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τῶν ἠθῶν. Ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζεται εἰς μίαν Πολιτείαν ἐντελῶς ἔκρυθμος καὶ ἔκνομος ἡ κατάστασις, ὅταν παρουσιάζεται τοιαύτη εἰκὼν, καθ’ ἣν χιλιάδες ἄνθρωποι ἐκτὸς τοῦ νόμου τεθέντες περιέρχονται τὰ ὄρη καὶ πεδιάδας τῆς Ἑλλάδος ἀπειλοῦντες ὅλα τὰ συντηρητικὰ καὶ παραγωγικὰ στοιχεῖα τοῦ τόπου, δὲν δύναται νὰ μὴ εἴπῃ τις ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους δὲν δύναται ἤ, νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν καὶ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς καθόλου καταστάσεως. Εἴθισται πολλάκις οἱ νομοθετοῦντες ἢ ψέγοντες τὰ νομοσχέδια νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ περιβάλλοντος ἐντελῶς ἀλλοίου ἐκείνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ζῇ ὁ ἐργατικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκφέρουσιν ἀλλοίας κρίσεις. Εἴθισται οἱ ἄνθρωποι τῆς πρωτευούσης ν’ ἀποφαίνωνται περὶ μιᾶς καταστάσεως ἐν γένει διοικητικῆς χωρὶς νὰ γνωρίζωσι πῶς ζῇ ὁ ἀγροτικὸς καὶ ἀστικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει ὑπὲρ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεως μιᾶς Πολιτείας. Εἴθισται πολλάκις οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ μὴ γνωρίζουσι ποία βελτίωσις ἐπέρχεται ἐκ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ ποία ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Καὶ ὅταν οἱ ἀγρόται δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐξοχὰς νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματα αὐτῶν, ὅταν οἱ μάρτυρες δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσι διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, ὅταν ὅλα τὰ διάφορα ἐπαγγελματικὰ στοιχεῖα δὲν ἔχουσι τὴν ἐλευθέραν κίνησιν καὶ ἡσυχίαν, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἐλευθερία εἰς τὸ Κράτος καὶ δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἔλλειψις ἀκόμη τάξεως ὀλίγον ἀπεχούσης τῆς ἀναρχίας; Καὶ συζητοῦμεν καθ’ ἑκάστην περὶ ἀγροτικῶν νομοσχεδίων, περὶ ἀναπτύξεως τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας χωρὶς νὰ ἀναλογιζώμεθα, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀνάπτυξις Γεωργίας ἄνευ ἀγροτικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι πλεῖστα ἀδικήματα καὶ δὴ σοβαρώτερα τελοῦνται παρ’ ἀνθρώπων ἐν φυγοδικίᾳ εὑρισκομένων. Ἤδη δὲ μετὰ τὰ νομοθετικὰ μέτρα ἅτινα ἔλαβεν ἡ Πολιτεία, μετὰ τὸν νόμον δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ προσωρινὴ ἀποφυλάκισις τῶν κατηγορουμένων δι’ ἐγγυήσεις τὸν νόμον τῆς περιστολῆς τῶν ἀναβολῶν τῶν δικῶν καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν τῶν ὑποδίκων οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχει ἡ φυγοδικία ἐκ τοῦ φόβου δῆθεν τῆς μακρᾶς προφυλακίσεως. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἡ πολιτεία ὅταν εὑρέθη κατὰ τὸ παρελθὸν πρὸ καταστάσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία ἠνάγκασεν αὐτὴν νὰ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα κατ’ ἀναλόγων περιστάσεων, διὰ νομοθετικῶν μέτρων δὲν ἐβελτίωσε καὶ ἐθεράπευσε τὴν παρουσιασθεῖσαν ἀνάγκην; Ὅταν εὑρέθη ἡ Πολιτεία εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποχρεώνῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας νὰ καταδιώκωσι τοὺς μὴ προσερχομένους εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν φυγοστράτους, δὲν λησμονεῖτε ὅτι δὲν ὤκνησεν νὰ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἵνα προσέρχωνται οἱ καλούμενοι ἐγκαίρως καὶ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας;
§284Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δέν εἶναι ἀνάλογον.
§285Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἶναι ἀνάλογον. Ὅταν ἡ Πολιτεία ἔρχεται καὶ νομοθετεῖ ἰδιώνυμον ἀδίκημα κατὰ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ καὶ κατὰ τῆς φυγοδικίας; Λέγω οἱ νόμοι δὲν διδάσκονται μόνον ἐκ τῶν βιβλίων, οὔτε νομοθέται καλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρύονται τὰς ἰδέας αὐτῶν ἐξ αὐτῶν καὶ μόνον. Οἱ νόμοι προώρισται νὰ μένωσιν, ὅταν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας καὶ προσαρμόζωνται πρὸς τὰ πράγματα, ὡς ἔλεγον οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Νόμοι, οἵτινες μεταφέρονται ἵνα μεταφυτευθῶσιν εἰς ἐδάφη, ὅπου εἶναι ἄγνωστον ἄν καρποφορήσωσιν, εἶναι ἐπιζήμιοι καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ἀλλὰ νόμοι τοιοῦτοι, τῶν ὁποίων τὰ ὠφελιμώτατα ἀποτελέσματα θὰ αἰσθανθῇ ταχέως ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία, εἶναι ἄξιοι πάσης ὑποστηρίξεως. Διότι ἂν οἱ ἔχοντες ἀντίθετον ἰδέαν μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἴδωσι πῶς ζῇ ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός, πῶς μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας καλλιεργεῖ τὴν γῆν καὶ πῶς βλέπει πρὸ αὐτοῦ διαρκῶς τὴν φυγοδικίαν, βεβαίως θὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, διότι τοῦτο θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὰς καθόλου κοινωνικὰς σχέσεις, θέλει δὲ μεγάλως συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ θέλει ἔχει ἐπίδρασιν ἔτι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ ἔθνους καὶ θέλει αὐξήσῃ ἡ παραγωγικὴ δραστηριότης τῶν πολιτῶν διὰ τῆς εἰρηνικῆς συμβιώσεως τῶν ἐν κοινωνίᾳ διατελούντων. Καὶ ὑπῆρξεν ἀντίρρησίς τις ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκυρῶνται αἱ πράξεις τοῦ φυγοδίκου, ἀλλ’ ὅτι ὁ φυγόδικος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ πᾶσαν πρᾶξιν. Ἡ βελτίωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ ἀκυρότης τῆς πράξεως ἀνατρέχει εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀδικήματος νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμος καὶ ὠφέλιμος, διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἡ πρᾶξις κηρύσσεται ἄκυρος ἀπὸ τῆς φυγοδικίας δὲν θὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβούμεθα. Ἀλλὰ μήπως ἡ πολιτεία κηρύσσει τὰς πράξεις ἀκύρους τοῦ φυγοδίκου; Μήπως ἡ πολιτεία δὲν ἐπιβάλλει τὸ ἴδιον διὰ τὸν πτωχεύσαντα ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, καὶ δὲν λέγει εἰς αὐτόν, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως πᾶσα του πρᾶξις εἶναι ἄκυρος;
§286Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ· ἐκεῖ τὸ κάμνη διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς δανειστάς, ἐδῶ τὸν φυγόδικον.
§287Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀκόμη καλλίτερον διότι εὑρίσκει ἡ πολιτεία ἀναγκαῖον νὰ προστατεύσῃ καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν τῶν φυγοδίκων· ἑπομένως τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ λάβῃ προστατευτικὰ μέτρα; Ὅσοι ἐδικηγόρησαν, ὅσοι ἀνεμίχθησαν εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις γνωρίζουσι τὰ ἑξῆς, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοῦ ἐγκλήματος τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπακολουθήσῃ εἶναι ἡ εἰκονικὴ μεταβίβασις τῆς περιουσίας τοῦ δράστου ἥτις γίνεται πολλάκις εἰς δυσπίστους ἐκδοχεῖς, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν.
§288Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν περὶ κακοπίστων ὀφειλετῶν λαμβάνει μέριμναν δι’ ὅλα αὐτά.
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἓν σημεῖον.
§290Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑπάρχει δόλος.
§291Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταδικάζετε τὸ νομοσχέδιον.
§292Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σφάλλεσθε.
§293Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα. Ἄλλη περίπτωσις ἡ μία καὶ ἄλλη ἡ ἄλλη. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ τροποποίησις τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἔγεινεν καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ τὴν δεχθῇ, δηλαδὴ φυγόδικος νὰ θεωρεῖται καὶ ἐκεῖνος ὅστις κατηγορεῖται διὰ πλημμέλημα.
§294Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λεπτομέρεια.
§295Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἴσως ἀκουσθῶσιν ἀντιρρήσεις ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἴσως εἴπωσίν τινες ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν αὐστηρόν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ προβάλωσιν ἀντιρρήσεις νὰ εἴπω ὅτι πολὺ ὀλίγον γνωρίζουσι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ τὸ πῶς ζῇ ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωσιν μίαν περιοδείαν εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔβλεπον ὅτι οἱ διάφοροι βασιλεῖς τῶν πεδιάδων καὶ τῶν ὀρέων περιέρχονται τὰ διάφορα μέρη ἐλευθέρως καὶ ἀνενοχλήτως διασκεδάζοντες καὶ προπίνοντες ὑπὲρ τῆς ἀτιμωρησίας τοῦ ἐγκλήματος. Ψηφίζοντες ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζετε τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν προστασίαν τῆς ζωῆς ἐξασφαλίζετε τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν καὶ πατάσσετε τὸ ἔγκλημα. Ἐπέστη ἡ ὥρα ἵνα λείψῃ ἡ φυγοδικία καὶ τὴν πτῶσιν τοῦ Βασιλείου τῆς φυγοδικίας θὰ σημάνῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§296Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ συγχωρήσῃ ἂν καὶ ἐπὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων λαμβάνω τὸν λόγον.
§297Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς θεωρῶ ἁρμοδιώτατον.
§298Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα περιέλαβε τόσα πολλὰ ζητήματα ὑψίστου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὥστε ἐπιτρέπεται καὶ εἰς μὴ νομικὸν νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ σπουδὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταργήσῃ τὸ ἔγκλημα φθάνει μέχρι ὑπερβολῆς. Αἱ ποιναὶ κατὰ τῆς φυγοδικίας, βεβαίως εἶναι μέτρον ὀρθὸν κατόπιν τῶν ἄλλων μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ ὁποῖα ἐψήφισε ἡ Βουλή, ὡς εἶναι τὸ μέτρον κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν δικῶν, τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει κ. τ. λ. Ἀλλὰ τὸ μέγα κακὸν τῆς φυγοδικίας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν ἢ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὰς ἐλλείψεις αὐτῆς. Εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν ποινὰς κατὰ τῶν φυγοδίκων, διότι ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι δεικνύουσιν οἱ τοιοῦτοι ἀσέβειαν καὶ ἀπείθειαν πρὸς τὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, μὴ προσερχόμενοι ἐνώπιον αὐτῆς, ἐνώπιον τῶν ὀργάνων της, ὅπως δώσωσιν λόγον τῶν πράξεών των. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, καὶ αἱ ποιναὶ κατὰ τῶν φυγοδίκων εἶναι ὀρθαί, ἀλλὰ καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι παρατείνουσι τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐγκλημάτων, θὰ εἶναι περισσότερον ὀρθαί. Ὁ ἀποφεύγων νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, ὅπως δώσῃ λόγον ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως κυριώτερον πράττει τοῦτο, διότι φοβεῖται ὅτι θὰ παραταθῇ ἡ ὑποδικία του πέραν τοῦ λογικοῦ χρόνου. Ἐδῶ ἔγκειται τὸ αἴτιον τῆς παρατάσεως τῆς φυγοδικίας καὶ θὰ ἤθελον συγχρόνως μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει κατὰ τῶν φυγοδίκων, νὰ προτείνῃ καὶ μέτρα κατὰ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι παρατείνουν τὴν φυγοδικίαν. Καὶ θὰ μοὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ παράβασιν καθήκοντος τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐψηφίσαμεν διάφορα μέτρα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ....
§299Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς;
§300Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. ..... νὰ τῷ εἴπω, ὅτι αἱ τοιαῦται διατάξεις εἶναι νεκρὸν γράμμα, διότι οὔτε ὄρεξιν ἔχουσιν, οὔτε χρόνον οἱ ἀποτελοῦντες τὰ ἀνώτατα συμβούλια, ὥστε νὰ ἐξετάζωσιν ἑκάστην ὑπόθεσιν ὑποδικίας κατὰ πόσον παρετάθη ἢ δὲν παρετάθη ἐπὶ πολύ.
§301Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουσι πλείονες καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις πειθαρχικῆς διώξεως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν ἐτιμωρήθη, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ περαιώσῃ ἀπόφασιν ὑποδίκου. Δικαστήριον συνέδρων ἐτιμωρήθη ὁλόκληρον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἐφαρμόζονται ἀγρίως, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἀμειλίκτως αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ καὶ ἐναντίον τοιούτων παραβάσεων, τὰς ὁποίας ἤδη θίγετε.
§302Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα λόγον ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς φυγοδίκους νὰ μὴ προσέρχωνται; δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν πολίτην, ἀφ’ οὗ συμβαίνει τοῦτο εἰς τοιαύτην κλίμακα ὥστε ὁλόκληρα Δικαστήρια ἐτιμωρήθησαν. Δὲν νομίζετε ὅτι κοινωνία ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ θεμιζόμενον καθῆκον τῆς Δικαιοσύνης;
§303Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην.
§304Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, στηρίζετε τὴν πεποίθησίν σας εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς, θὰ ἤμην συμφωνότατος μαζύ σας. Ἀλλὰ δυστυχῶς μόνον οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι οὐχὶ δὲ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι ἀσφαλὴς ὅτι αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν Ὑπουργοὺς ὁμοίους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐγνωρίσαμεν.
§305Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Θὰ ἔχωμεν Δικαστήρια καλά.
§306Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο συμβαίνει νὰ μὴ πιστεύωσιν ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία σύμπασα.
§307Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντίθετον συμβαίνει.
§308Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἤθελον παραλλήλως πρὸς τὰς διατάξεις κατὰ τῶν φυγοδίκων νὰ ὑπάρχωσι καὶ διατάξεις κατὰ τῶν δικαστῶν, εἰς τὴν ἀμέλειαν τῶν ὁποίων ὀφείλεται ἡ φυγοδικία. Ἡ φυγοδικία βεβαίως φέρει πολλὰ κακὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ πολὺ πολὺ ὀρθῶς τονίζει ὡς σπουδαῖα ταῦτα, ὡς τὸ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῆς ἐργασίας πολλῶν ἱκανῶν πρὸς ταύτην κτλ. Ἀναμφιβόλως ἡ φυγοδικία εἶναι μία ἀφορμὴ πρὸς τὸ ἔγκλημα· ἀλλ’ ἐὰν ὡς τοιαύτη ἡ φυγοδικία ἦτο ἐλάττωμα, θὰ ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ. Καὶ θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς φυγοδικίας ἡ Πολιτεία δὲν θὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας της τὸν ἔνοχον καὶ ὁ ἔνοχος, σήμερον μάλιστα ὅτε τὰ μέσα τῆς φυγαδεύσεως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἶναι τόσον εὔκολα, δύναται νὰ φύγῃ καὶ νὰ μὴ εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προτείνομεν ποῦ θὰ ἀγάγουν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν καὶ διὰ πρᾶξιν τιμωρουμένην δι’ εἱρκτῆς, δικαιοῦται ὁ προσελευσόμενος νὰ ζητήσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει τὴν ἀπόλυσίν του; Δὲν βλέπω διὰ τὰ ἐγκλήματα τὰ τιμωρούμενα καὶ δι’ εἱρκτῆς, κατὰ τί ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἐλαττώσῃ τὴν φυγοδικίαν, καὶ πολλῷ δὲ μᾶλλον διὰ τὰ ἄλλα ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ σοβαρώτερα τὰ τιμωρούμενα διὰ μεγαλειτέρων ποινῶν. Ἀλλὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται διὰ προσκαίρων δεσμῶν καὶ διὰ βαρυτέρων ποινῶν, νομίζετε πῶς δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσιν τοὺς διαπράττοντας ταῦτα ὅταν ἀπειλεῖται ποινὴ φυγοδικίας ἕξ μηνῶν κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ διαπράξας ἔγκλημα τιμωρούμενον διὰ προσκαίρων δεσμῶν, δι’ ἰσοβίων δεσμῶν, διὰ θανάτου βεβαίως δὲν θὰ φοβηθῇ τὴν ἑξάμηνον ποινὴν τῆς φυγοδικίας, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψει ὅτι αὐτὴ θὰ ἑνωθῇ μετὰ τῶν ἄλλων, ὁ δ’ Ἕλλην πρὸ παντὸς τὰ ἐγγὺς φοβεῖται. Τὰ μακρότερον δὲν τὸν φοβίζουν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς τοιαύτης ψυχολογίας, τοῦ Ἕλληνος σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα: δώσατε εἰς οἱονδήποτε Ἕλληνα νὰ ὑπογράψῃ συνδρομὴν συγγράμματος ἢ βιβλίου μεγάλης ἔστω ἀξίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ μετὰ ἓν ἔτος. Ὅλοι θὰ ὑπογράψωσιν εὐκόλως.
§309Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν πληρώνουν.
§310Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι νομίζει ὅτι μετὰ ἓν ἔτος θὰ εἶναι πλούσιος. Δώσατε τὸ βιβλίον καὶ ζητήσατε τὸ ἀντίτιμον ἀμέσως, θὰ ἔχητε βεβαίαν τὴν ἄρνησιν, διότι ὁ κίνδυνος εἶναι ἄμεσος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ κίνδυνος τοῦ ἀπωτάτου μέλλοντος ὀλίγην ἐπίδρασιν δύναται νὰ ἔχῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπίδρασιν. Τὰ ἀγαθὰ τοῦ νομοσχεδίου, λοιπὸν τὰ εὑρίσκω προβληματικά, ἐνῷ τὰ κακὰ τὰ εὑρίσκω βέβαια. Καὶ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἕν τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ὅταν ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, ἡ πρόνοια κατὰ τῶν ἀποδιδρασκόντων ἀπὸ τὰς φυλακάς.
§311Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ δεκτή. Μὴ ἀσχολεῖσθε.
§312Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πολλοὶ ποινικολόγοι εὑρίσκουσιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ κατ’ αὐτῶν νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναί. Ἀλλὰ μίαν φορὰν ποῦ ἔχει τὰ μέσα ἡ Πολιτεία νὰ τοὺς κρατῇ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ τοὺς κρατῇ καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἀποδράσεις τῶν φυλακῶν συμβαίνουσι πολὺ συχνά. Ἐάν τις ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, τὴν ὁποίαν ἔχει χάσει, πολὺ περισσότερον δικαίωμα ἔχει ἄλλος νὰ μὴ θέλῃ νὰ χάσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, τὴν ὁποίαν ἤδη κατέχει. Ὁ τιμωρούμενος, ὁ ἐγκληματίας, ὁ ἐκτίνων τὴν ποινήν του, αὐτὸς γνωρίζει ὅτι ἀπαραιτήτως ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα θὰ μείνῃ ἐν τῇ φυλακῇ. Ὁ ὑπόδικος ὅμως ἢ ἔχει τὴν βεβαιότητα ὅτι εἶναι ἀθῶος ἢ ἔχει τὴν ἐλπίδα, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἀθῶος, διὰ τῶν διαφόρων μέσων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐπιτρέπει ἡ Πολιτεία καὶ ἑπομένως ἔχει πολὺ μεγαλείτερον δικαίωμα τοῦ ἐν τῇ φυλακῇ καθειργμένου, νὰ φανῇ ἀσεβὴς καὶ ἀπειθὴς πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ νόμου. Ποία θὰ εἶναι ἡ ἐπίδρασις τοῦ νόμου ἐπὶ τῶν φυγοδίκων; Τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ φυγοδικῶν θὰ ἀθωωθῇ διὰ τὸ ἔγκλημα; Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι θὰ τιμωρηθῇ, διότι δὲν ὑπήκουσε εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὸ δικαίωμά του νὰ μὴ θελήσῃ νὰ φυλακισθῇ, διότι ἡ δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος ἢ γενικῶς ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνεπαρκής, νὰ τὸν εἰσαγάγῃ ἀμέσως εἰς δίκην; Δύναται ποτὲ νὰ θεωρηθῇ λογικὸν αὐτὸ νὰ τιμωρηθῇ εἷς ἄνθρωπος, διότι βεβαιότατος περὶ τῆς ἀθωότητός του δὲν ἠθέλησε νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ μείνῃ καὶ μίαν ἔστω ἡμέραν εἰς τὰς φυλακάς, ὅταν μάλιστα γνωρίζῃ πόσον διαρκεῖ ἡ ὑποδικία; Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕνα δυστυχῆ δημοδιδάσκαλον συκοφαντηθέντα διὰ μίαν ὑπόθεσιν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε ἐννέα ὁλοκλήρους μῆνας εἰς τὴν φυλακήν, δι’ ἔγκλημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε διαπράξῃ· δὲν θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ κατεδικάζετο διότι ἐφυγοδίκησε θέλων νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του; Ἀλλὰ θὰ εἴπητε ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ὅτι δύναται νὰ ἀθωωθῇ ὁ φυγόδικος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠθωώθη διὰ τὸ κύριον ἔγκλημα. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει πάντες θὰ μείνουν φυγόδικοι, διὰ νὰ ἔχουν ἓν ἐπιχείρημα ἐπιπλέον ὑπὲρ τῆς ἀθῳότητός των. Ἡ πρόσκλησις εἰς τὰς φυλακὰς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο οὕτως εἰπεῖν μία ὁμολογία τοῦ κατηγορουμένου ὅτι εἶνε ἔνοχος καὶ ἡ φυγοδικία θὰ ἦτο κατὰ τὴν κρίσιν του πάντοτε ἓν τεκμήριον ὅτι ἀθῷος ὤν, δὲν ἐφοβήθη τὰς ποινὰς τῆς φυγοδικίας, διότι βέβαιος ὢν ὅτι θὰ ἠθῳοῦτο διὰ τὸ κύριον ἔγκλημα, ἦτο ἐπίσης βέβαιος ὅτι θὰ ἠθῳοῦτο διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς φυγοδικίας. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλα κακά, τὰ ὁποῖα εἶναι θετικά. Ποινὴ κατὰ τῆς ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας, τῆς περιουσίας εἶναι λογική. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ποινὴ κατὰ τῆς περιουσίας ἀποβαίνει οὐχὶ πρὸς ὄφελος τῆς Πολιτείας ἢ τοῦ ἀδικηθέντος, ἡ ποινὴ αὐτὴ εἶναι ἐκδίκησις, δὲν εἶναι τιμωρία, αἱ ποιναὶ δὲ αἱ ὁποῖαι τίθενται διὰ τοῦ ἄρθρου 6ου θὰ φέρωσιν θετικὰς ζημίας εἰς βάρος τῶν καταδίκων καὶ τῆς κοινωνίας ἄνευ ὠφελείας τινός. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ κυριώτατον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ τὸ ἀναπτύξωσι διὰ μακρῶν, ἀλλὰ νομίζω δὲ ὅτι δὲν ἔχει τις ἀνάγκην μεγάλης εὐγλωττίας διὰ νὰ ἀποδείξῃ ποῖα εἶναι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθουν. Δὲν νομίζουσιν ὅτι αἱ ἀκυρότητες διαφόρων δικαιοπραξιῶν ἢ θὰ συμβαίνουν ἢ θὰ προτείνεται λόγῳ στρεψοδικίας; Καὶ τίς θὰ τολμᾷ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συνάψῃ μίαν δικαιοπραξίαν μὲ ἕνα ἄνθρωπον, ἀγνοῶν ἂν οὗτος εἶναι ὑπόδικος; Καὶ μόνον ἐὰν ἐπισυνάπτωνται πιστοποιητικὰ ὅλων τῶν εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους τότε θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι συνάπτει μίαν δικαιοπραξίαν ἀκαταμάχητον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶναι ὑπόδικος, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις στρεψοδικίας. Ἔχομεν ὅμως τὰ ἄρθρα 8, 9, 10 καὶ 11. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ διελάμβανον ποινὰς ἐναντίον τῶν ὑποθαλπόντων φυγοδίκους. Βεβαίως ἡ λῃστεία καὶ ἡ ἐγκληματικότης ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ φυγοδικία δύνανται νὰ εἶναι ἐλεύθεραι, χάρις εἰς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν παρ’ ἰδιωτῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν γνωρίζει κανεὶς ποίους πρέπει νὰ κατηγορήσῃ περισσότερον, τοὺς ὑποθάλποντας τοὺς φυγοδίκους ἢ τὴν ἐν γένει ὀργάνωσιν τῆς Πολιτείας, τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀτόμων περὶ τῆς προστασίας αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· Οἱ χωρικοὶ βεβαίως ὑποθάλπουν τοὺς φυγοδίκους, ἀλλ’ εἰς τοῦτο ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ φόβου, μὴ πάθωσί τι πολὺ μεγαλείτερον. Ἡ προστασία τὴν ὁποίαν παρέχουσιν οἱ διάφοροι ποιμένες πρὸ πάντων, δὲν εἶναι ἐκ θελήσεως ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης ἢ πολλάκις καὶ ἐκ προστασίας, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον περιθάλπουν καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχουν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν τὸ κακὸν αὐτὸ ἔχει λάβει διαστάσεις ἐν Ἑλλάδι μᾶλλον πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Ἕλληνος ἢ μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη δὲν θὰ καταστείλῃ τὴν τοιαύτην περίθαλψιν τῶν φυγοδίκων. Ἀλλὰ δὲν νομίζητε ὅτι τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ποινὰς εἰς δημοσίους ἢ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, διότι εἶναι συνεργοὶ φυγοδικίας ἢ διότι δὲν ὑπέδειξαν τὴν σύλληψιν φυγοδίκων, δύνανται νὰ ἐμβάλουν εἰς κίνδυνον ὅλα αὐτὰ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συκοφαντηθῶσιν ἀπὸ τὸν πρῶτον χωροφύλακα, ὁ ὅπος δύναται νὰ ἀποδώσῃ, τὴν ἀνεπάρκειάν του εἰς τὴν τοιαύτην προστασίαν τὴν ὁποίαν παρέχουσιν αἱ δημόσιοι ἀρχαί; Εἶναι γνωστὸν πῶς ὁ χωροφύλαξ περιέρχεται τὰ διάφορα μέρη καὶ πῶς μεταχειρίζεται κάθε πάρεδρον, δήμαρχον καὶ ἄλλον. Νομίζει ὅτι αὐτὸς ἔχει καθῆκον νὰ μείνῃ ἥσυχος καὶ οἱ ἄλλοι νὰ τοῦ παρουσιάσουν τὸν φυγόδικον, καὶ θὰ ἔχῃ πάντα λόγον νὰ συκοφαντῇ τοὺς ὑπαλλήλους ὡς ἀντιπράττοντας εἰς τὸ ἔργον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ περιθάλποντας τοὺς φυγοδίκους, τοὺς ὁποίους θὰ συνελάμβανον οὗτοι ἄνευ τῆς ἐν λόγῳ προστασίας. Ἔχω, Κύριοι, πρόσφατον παράδειγμα δημάρχου τοῦ νομοῦ μας, καταδικασθέντος ἐσχάτως ἐπὶ περιθάλψει φυγοδίκου κατόπιν καταγγελίας ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἔλθῃ εἰς προσωπικὴν διένεξιν καὶ κατώρθωσεν ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός, διαστρέφων τὰ πράγματα, ὥστε ὁ δήμαρχος νὰ τιμωρηθῇ διὰ μηνιαίας φυλακίσεως καὶ οἱ δικασταὶ νομίζοντες ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ δείξωσιν ὅτι σήμερον ἐξέλιπεν ἡ δύναμις τοῦ δημάρχου καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τρομοκρατηθοῦν οἱ ἰσχυροί, κατεδίκασαν τὸν συκοφαντηθέντα ἀπὸ τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἔρριψαν αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς δι’ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον καθόλου δὲν ἔπραξε καὶ τὸ ὁποῖον καθόλου δὲν ἀπεδείχθη, διότι ἀπέναντι δύο μαρτύρων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς ἀντέταξεν σειρὰν ὁλόκληρον μαρτύρων ὅτι τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦταν ἀληθῆ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦτο συχνὰ θὰ ἐπαναλαμβάνηται καὶ ἡ δικαιοσύνη πολὺ εὔκολα δύναται νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς αὐστηροτέρας διατάξεις κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, πρὸ πάντων ὅταν πρόκειται περὶ τῶν δῆθεν ἰσχυρῶν τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ καταδίκη τῶν ὑπαλλήλων περὶ ὧν τὸ ἄρθρον μὲ κάμνει νὰ προσθέσω ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκεται ἐν τῷ μεγαλειτέρῳ κινδύνῳ διότι ἐπαναλαμβάνω κάθε ὑπάλληλος δύναται νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του, διότι θὰ γείνῃ ὄργανον συκοφαντίας. Εἶναι τὸ μᾶλλον δυσαπόδεικτον πρᾶγμα, ὅταν πρόκειται περὶ ὑποθάλψεως ἑνὸς φυγοδίκου». Εὐκολώτατον δύναται νὰ χαλκευθῇ μία τοιαύτη συκοφαντία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει συνέπειαν μικράν τινα φυλάκισιν, ἡ ὁποία παρέρχεται, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ἀπόλυσιν, καὶ ἡ ἀπόλυσις ἑνὸς νομίμου ὑπαλλήλου λόγῳ μιᾶς τοιαύτης πράξεως ἰσοδυναμεῖ μὲ θάνατον διότι ὅταν χάσῃ τὴν θέσιν του, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀνακτήσῃ, δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸς τιμωρεῖται σχεδὸν διὰ θανάτου;
§313Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Τότε πῶς δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ φυγόδικοι;
§314Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ τοὺς κόψωμεν, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν θέλητε νὰ κάμωμεν ἓν γενικὸν μέτρον καταργήσεως τῆς φυγοδικίας, νὰ βάλωμεν τοὺς νόμους τοῦ Δράκοντος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ εἴπωμεν: διότι πᾶς φυγόδικος δεικνύειν ἀσέβειαν πρὸς τὴν Πολιτείαν θανατοῦται.
§315Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου τιμωροῦσι πάντας τοὺς πολίτας. Ἀμύνεσθε ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν πρόκειται νὰ διαπράξῃ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος τὸ ἔγκλημα, εἶναι ἄξιος τῆς τιμωρίας αὐτῆς;
§316Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχομεν τοιαύτας ποινάς, τὰς ὁποίας ὅμως ἐπιβάλλει εἰς τὸν ὑπάλληλον τὸ συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τοῦ συμβουλίου θὰ κρίνῃ ἀνάξιον τὸν περιθάλψαντα φυγοδίκους ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἀφήνομεν μόνον τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δύναται, καὶ πολὺ ὀρθῶς, νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν θέσιν ἡ ὁποία τοῦ ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δίδομεν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς μίαν ἄλλην ὁμάδα ἀνθρώπων νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὸ Ὑπούργημα τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ζῇ. Μία συκοφαντία δύναται νὰ ῥίψῃ αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ ἡ συκοφαντία ἴσως δὲν πείσῃ καὶ τὸ συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ὁ ὑπάλληλος, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἔνοχος, διότι ἐὰν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἔπεισε τὸ δικαστήριον περὶ τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του περὶ τούτου, ἥτις δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ἐκ τῆς ἄλλης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διαγωγῆς του. Ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν σήμερον παύει νὰ εἶναι μόνιμος διότι εἶναι δυνατὸν νὰ χαλκευθῇ μία τοιαύτη συκοφαντία καὶ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Ἔχομεν τὰς ἄλλας διατάξεις περὶ ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι οὐδεὶς μέχρι σήμερον εἶναι ἰσόβιος. Μέχρι σήμερον ἦσαν οἱ δικασταὶ τοιοῦτοι· ἀλλὰ καὶ οὗτοι ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει ἄνωθεν αὐτῶν ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τοὺς τιμωρήσῃ καὶ δι’ ἀπολύσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὴν θέσωμεν ἐν κινδύνῳ δι’ ἄλλων διατάξεων, καὶ ἡ προκείμενη διάταξις εἶναι κίνδυνος διὰ τὴν ἰσοβιότητα τῶν ὑπαλλήλων. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι τὰ καλὰ τὰ ὁποῖα προσδοκῶνται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι εἶναι λαμπρόν, διότι οὐδεὶς ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ φυγόδικος δὲν πρέπει νὰ τιμωρῆται, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας, τῆς καταστάσεως τῆς Δημοσίου ἀσφαλείας, δὲν θὰ ἐπέλθουν. Καὶ ἄγεταί τις εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως εἶναι ὀρθόν, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς περισσότερα δυσάρεστα παρὰ εὐχάριστα. Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχῃ τὰ εὐχάριστά του, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ περισσότερα δυσάρεστα. Ἀλλά, διὰ νὰ τελειώσω, ἐὰν νομίζωμεν ὅτι ἁπλῶς ἡ φυγοδικία ἐνισχύει τὴν πρὸς τὰ ὄρη ἄγουσαν, τὴν πρὸς τὸ ἔγκλημα, τὴν διάπραξιν καὶ ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων, δὲν νομίζετε ὅτι σήμερον, ὅταν ὁ αὐτὸς φυγόδικος δι’ ἔγκλημα μικρὸν ἔχῃ ἓν ἐλατήριον νὰ γίνῃ λῃστὴς ἢ ἐν γένει κακοποιὸν στοιχεῖον, τὴν στιγμὴν ποῦ θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ φυγοδικία ὡς ἰδιώνυμον ἔγκλημα θὰ τιμωρῆται, δὲν νομίζετε ὅτι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἅπαξ φυγόδικος, καὶ ἑπομένως ἀξιοτιμώρητος, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δύναται εὐκολώτερον νὰ ἀκολουθήσῃ παρ’ ὅ,τι μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης τὴν κακὴν ὁδόν, ἢ δὲν νομίζετε ὅτι ὁ φόβος τῆς τοιαύτης τιμωρίας τῆς βεβαίας σήμερον, ὅταν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὅτι δύναται νὰ ἐνησχύτῃ τὴν μετανάστευσιν; Δι’ ἐλαχίστας ἀφορμὰς οἱ ἀμφιταλαντευόμενοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πάτριον γῆν ἢ ὄχι, ἐὰν ἔχωσι καὶ ἓν ἐπὶ πλέον δεδομένον ὑπὲρ τῆς ἀναχωρήσεως λαμβάνουσι τὴν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν ἄγουσαν. Ἡ στρατιωτικὴ θητεία, ἄλλοι μικροὶ λογαριασμοὶ διὰ τοὺς ἀμφιταλαντευομένους εἶναι μεγάλαι ἐνισχύσεις· προστιθεμένης καὶ τῆς περιπτώσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου διαγραφομένης, τὸ κακὸν θὰ ἐπιταθῇ. Ὁ ὁρισμὸς τῆς φυγοδικίας ὡς ἰδιωνύμου ἐγκλήματος φοβοῦμαι ὅτι θὰ εἶναι ἐνίσχυσις διὰ τοὺς δι’ οἱονδήποτε λόγον γινομένους φυγοδίκους νὰ λαμβάνωσι τὴν πρὸς τὴν ξένην ἄγουσαν.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγκινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ.).