1911.11.08
3.052 στίχοι · 22.890 λέξεις · 221 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 161.
Τῆς 8ης Νοεμβρίου 1911.
(Τρίτη, ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατ’ αὐτῶν;
§2Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ μεταθέσεως τοῦ Σχολάρχου οἱ κύριοι Βινιεράτος, Ἰγγλέσης, Χαριτᾶτος καὶ ἐγὼ διεμαρτυρήθημεν ὅτι ἐγένετο παρανομία, κατόπιν δ’ ἐξεφράσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὰς εὐχαριστίας μας, διότι ἱκανοποίησε τὸν κ. Βαλλιᾶνον. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά, διότι πολλάκις παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰ Πρακτικὰ δὲν διακρατοῦνται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω καὶ ἔχω τὸ ἀτύχημα νὰ παραπονοῦμαι κατ’ αὐτῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ὁ κ. Φορέστης κατὰ λάθος παραλειφθείς.
§4Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς λαβὼν πρῶτος τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἄσσου τῆς Κορίνθου εἶπον, ὡς τοῦτο πιστοῦται ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου, ὅτι κατόπιν τῆς διαβεβαιώσεως τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ἀνεμένομεν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ νομομηχανικοῦ, ἵνα βεβαιωθῶμεν περὶ τοῦ μεγέθους τῆς ἐπελθούσης συνεπείᾳ τῆς πλημμύρας καταστροφῆς καὶ δυνηθῶμεν νὰ γνωρίσωμεν ποῖα μέτρα πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὀφείλει νὰ λάβῃ. Καταλήγων τὸν λόγον συνέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου κατασκευῆς ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐν Βόχᾳ καὶ ἰδίως τὴν ἀνάγκην τῆς διευθετήσεως τοῦ χειμάρρου Τζαραζάνι, ἵνα προληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι παρόμοια δυστυχήματα. Προσέθηκα δὲ ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου ἐκείνων παραμένουσιν ἄστεγοι καθ’ ὅσον αἱ οἰκίαι αὐτῶν κατέρρευσαν ὡς ἐκ τῆς τελευταίας πλημμύρας καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως. Μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα συνηγόρησεν ἐπίσης ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐπεξετάθη ὅμως καὶ ἐπὶ τῶν δήμων Νεμέας καὶ Σικυῶνος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ γεγονὸς τῶν καταστροφῶν τοῦ Ἄσσου θὰ ἤμην ἀνάξιος νὰ φέρω τὸ ὄνομα ὄχι μόνον τοῦ Βουλευτοῦ ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπου κοινότατον ἔχοντος νοῦν, ἐὰν ἐτόλμων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ν’ ἀμφισβητήσω γεγονὸς τόσῳ σημαντικόν, τὸ ὁποῖον ἄλλως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατέστησα εἰς τὴν Βουλὴν γνωστόν, βεβαιώσας ὅτι κατέρρευσαν οἰκίαι καὶ ὅτι οἱ κάτοικοι ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ περὶ Νεμέας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσω τοῦτον πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι ἐγὼ καταγόμενος ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου ἤμην εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι οὐδεμία οἰκία κατέρρευσεν ἐν Νεμέᾳ, κατέπεσε μόνον βροχὴ ῥαγδαιοτάτη, ὠφέλιμος εἰς τὴν γεωργίαν. Δὲν γνωρίζω ὅμως πῶς καὶ ὑπὸ τίνων κατωρθώθη ὥστε σήμερον τὰ ἄλλα μὲν φύλλα ν’ ἀναγράψωσι περὶ ἐμοῦ ὅτι συνηγόρησα ἁπλῶς ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, χωρὶς νὰ εἴπω τι καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς κατασκευῆς ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐν Βόχᾳ, τὸ δὲ Σκρὶπ νὰ παραλείψῃ ἐντελῶς τὴν ἀγόρευσίν μου, νὰ καταχωρήσῃ δὲ ὁλόκληρον τὴν τῶν κ. Βλάση καὶ Ἀραβαντινοῦ. Ἐν τῇ ἀγορεύσει μάλιστα τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἐπιμελῶς ἀποκρύπτεται τὸ περὶ καταστροφῶν τῆς Νεμέας λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, ἀφήνεται δὲ νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι μόνον περὶ Ἄσσου ὡμίλησε. Μετὰ τὸν κ. Ἀραβαντινὸν τὸ Σκρὶπ ἀναγράφει ἐμὲ ὡς διακόψαντα διὰ νὰ ἀπαντήσω αὐτῷ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν Ἄσσῳ κατέρρευσαν οἰκίαι καὶ ἀνετράπησαν γέφυραι. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, πῶς καὶ ὑπὸ τίνος κατωρθώθη νὰ διαστρεβλωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ ἀγόρευσίς μου ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος «Σκρίπ», ἔχω ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χαρακτηρίσω οἱονδήποτε, ὅστις ἐτόλμησε νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν δημοσιογράφον ἐκεῖνον τοσοῦτον ψευδὲς δημοσίευμα ὡς δειλὸν καὶ ἄνανδρον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ φράσεις δὲν εἶναι προσήκουσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§6Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρακτηρίζω τὴν πρᾶξιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καμμίαν πρᾶξιν δὲν χαρακτηρίζετε. Τὸ δειλὸς καὶ ἄνανδρος δὲν εἶναι φράσεις. Διὰ τῶν φράσεων αὐτῶν δὲν ὑπαινίσσεσθε βεβαίως συνάδελφόν σας.
§8Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω· ὁμιλῶ ἀορίστως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ: ἂν ὑπαινίσσεσθε συνάδελφόν σας, ὀφείλετε ν’ ἀνακαλέσητε.
§10Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἤμην βέβαιος ὅτι εἶναι συνάδελφος δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ τὸν ἀντιμετωπίσω ἐνταῦθα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐλέγετε ὅ,τι εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐὰν ἀνεφέρεσθε πρὸς συνάδελφον, διότι θὰ ἀνεκαλεῖσθε εἰς τὴν τάξιν.
§12Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ, Κύριοι, δημοκοπίαν τοῦ χειρίστου εἴδους....
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τῶν Πρακτικῶν δὲν βλέπω νὰ ἀπευθύνησθε.
§14Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ θὰ καταλήξω· ἀποτελεῖ, λέγω δημοκοπίαν τοῦ χειρίστου εἴδους ἡ καταβληθεῖσα προσπάθεια νὰ καταστῶ ἀντιδημοτικὸς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ὑπερηφανεύομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐξελέγην Βουλευτὴς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου συνηγόρησα πάντοτε θερμῶς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ νομοῦ τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως παρὰ τῇ Κυβερνήσει εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ νομοῦ μας διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀπαιτουμένων Δημοσίων Ἔργων, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι εἶχε στρέψει μέχρι τοῦδε τὴν μέριμναν αὑτῆς εἰς τὸ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ κράτος καὶ τὸ κῦρος τοῦ νόμου καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἀπαραιτήτων νομοθετικῶν μέτρων. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἐν καιρῷ δὲν θέλει παραλείψει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ λέγωνται;
§16Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι εἰς σᾶς, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸ εἶπον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§19ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταλήξω ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι ὅμως ἐγὼ νὰ καταλήξω εἰς τὸ νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρατηρήσεις διὰ τὴν ἀνοχήν μου.
§21ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐξεδήλωσε καμμίαν δυσφορίαν δι’ ὅσα λέγω.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν Πρακτικῶν.
§23ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἠθικόν, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐμοῦ ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ν’ ἀλλοιοῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον αἱ ἀγορεύσεις, ὅπως διαταχθῇ ἡ λεπτομερὴς ἀναγραφὴ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, διὰ νὰ μάθωσιν ὅτι ἔχομεν ἐδῶ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑπερασπιζώμεθα τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι διὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς φενάκης νὰ θέλωμεν νὰ κατακτῶμεν ἐκλογικὸν ἔδαφος. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Βλάσην, ὁ ὁποῖος συνδέεται ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ «Σκρίπ», νὰ βεβαιώσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του ἂν πρῶτος δὲν ὡμίλησα καὶ δὲν ἐτόνισα ὅτι κατεστράφησαν καὶ παρεσύρθησαν οἰκίαι ἐν Ἄσσῳ.
§24Γ. ΒΛΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· δὲν γνωρίζω τίνα ὑπαινίσσεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπαινίσσεται συνάδελφον.
§26Γ. ΒΛΑΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ προέχοντος θέματος θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς. Ἐγὼ εἰς τοιαῦτα σμικρὰ καὶ ἀνάξια τῆς δράσεως τοῦ βουλευτοῦ ζητήματα οὐδέποτε ἐσυνήθισα νὰ διατρίβω οὔτε ἀπὸ χαρακτῆρος, οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἀρετῆς. Τὰς ἀσχημίας ταύτας, αἵτινες ἀληθῶς θ’ ἀπετέλουν ἐσχάτην κακοήθειαν, εἶμαι ἀνίκανος νὰ διανοηθῶ καὶ μετὰ βδελυγμίας ἀποστρέφομαι καὶ ἀπεστράφην πάντοτε, διότι αἱ τοιαῦται ἀσχημίαι μόνον δύνανται νὰ λαμβάνωσι τροφὴν παρὰ τῶν μὴ γνωριζόντων τὸν ὁρισμὸν τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς. Προκειμένου περὶ τῶν ἀγώνων τῶν ἐκλογικῶν πεδίων γνωρίζω νὰ εἶμαι θεματοφύλαξ πιστὸς τῆς ἱερᾶς ἰδέας, ἥτις πρέπει νὰ μένῃ ἀείποτε ὡς ἀλώβητος παρακαταθήκη. Μετὰ τὰ λεχθέντα νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, ἂν ἐγὼ δύναμαι νὰ διανοηθῶ κἂν ν’ ἀδικήσω συνάδελφον, τὸν ὁποῖον ἱκανῶς ἐκτιμῶ, θὰ ἦτο δὲ δι’ ἐμέ ταπεινὸν καὶ ἐγκληματικὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἀνδρωθῆ πλήρως αἱ τοιαῦται περὶ ἀποστολῆς τοῦ βουλευτοῦ ἰδέαι, νὰ ἐνδιατρίβω εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα καὶ νὰ ζητῶ ν’ ἀδικήσω συνάδελφόν μου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται χωρὶς νὰ διορθωθῶσιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἡ ἐν Ἀρεοπόλει «Φιλοπρόοδος Ἀδελφότης» αἰτεῖται διόρθωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ των σχολείου· 2) Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ Θηραῖοι οἰνοπῶλαι διαμαρτύρονται διὰ τὴν κακὴν ἐκτελώνισιν τῶν οἴνων· 3) Ὁ λαὸς Βρασιῶν αἰτεῖται ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἐκ θυέλλης διακοπείσης συγκοινωνίας· 4) Ὁ ἐκ Κρήτης Ν. Πυθαρᾶς αἰτεῖται μηνιαῖον ἐπίδομα 200 δρ. ὅπως μεταβῇ εἰς Παρισίους καὶ περατώσῃ μεταγλώττισιν τοῦ Ὁμήρου ἧς ἤρξατο· 5) Κάτοικοι Καρδίτσης αἰτοῦνται ὅπως διαταχθῇ ὁ ταμίας Τρικκάλων ν’ ἀναστείλῃ τὴν κατάσχεσιν τοῦ θερινοῦ κοινοτικοῦ λιβαδίου Δέσης· 6) Ὁ κατάδικος Κεφαλληνίας Γερ. Κολαΐτης αἰτεῖται ἀπονομὴν Β. Χάριτος· 7) Κατάδικοι Παλαμηδίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀθλιότητα τῶν φυλακῶν· 8) Ἡ Κοινότης Στρέφης αἰτεῖται ἵδρυσιν κτηματικῆς Τραπέζης· 9) Ὁ πρώην ἀρχίατρος τοῦ Ῥωσσικοῦ Νοσοκομείου Λ. Κωτάνωφ αἰτεῖται χρηματικὸν βοήθημα πρὸς περαίωσιν ἐπιστημονικῶν του ἐρευνῶν πρὸς παραγωγὴν ἐμβρυακοῦ κυττάρου· 10) Ἔμποροι Καλαβρύτων αἰτοῦνται παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας· 11) Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς Λεβεντάκης Κωνσταντῆς αἰτεῖται σύστασιν 5 ὀργανωτικῶν ὑπηρεσιῶν μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· 12) Κάτοικοι Γαργαλιάνων καταγγέλλουσι διαφόρους παρανομίας τοῦ Ἀστυν. Σταθμάρχου Θ. Κάπαντη· 13) Οἱ κάτοικοι Δολιανῶν τῆς Κυνουρίας ζητοῦσιν ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας, διακοπείσης ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς μεγάλης γεφύρας ὑπὸ τοῦ χειμάρρου Τάνα. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σιγγούρης καὶ Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νόμου ͵ΒΞϚʹ νόμου περὶ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν πολιτικῶν συντάξεων τῆς ἀκολούθου παραγράφου». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ).
§28Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ περὶ οὗ ἐγένετο λόγος χθές;
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν κατετέθησαν ἀκόμη.
§30Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θέλω νὰ κάμω μίαν μικρὰν εἰσήγησιν μιᾶς προτάσεως νόμου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἀναφορὰς σᾶς καλῶ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὶ ἐνήργησε κατὰ τοῦ Δασάρχου Γορτυνίας μὴ συμμορφωθέντος πρὸς διαταγὰς αὐτοῦ ἀφορώσας τὸ καταστρεφόμενον κοινοτικὸν δάσος τοῦ χωρίου Βλαχόραφτη. Οἱ κ. κ. Δ. Λαζαρῆς καὶ Λ. Κουτσοπέταλος ἐρωτῶσι τίνα μέτρα ἐλήφθησαν περὶ τῆς πλημμύρας τῶν χωρίων Βρανεζίου, Ρωμαίϊκο, Ἀραποχωρίου καὶ λοιπῶν τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, συνεπείᾳ τῆς μὴ κατασκευῆς ἢ τῶν κακῶς κατεσκευασμένων ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων τῆς ἑταιρείας Κωπαΐδος καὶ ἐὰν ἀπέστειλε μηχανικόν, ἵνα ἐξετάσῃ ταῦτα ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης πρὸς σωτηρίαν τῶν χωρίων τούτων. Ὁ κ. Δ. Λαζαρῆς ἐρωτᾷ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ δρόμου Λεβαδείας–Διστόμου, ἀφ’ οὗ δὲν ὑπολείπονται ἢ 2,400 μέτρα. Ἐπίσης καὶ ἐὰν ὑπεβλήθη ἡ μελέτη τοῦ μηχανικοῦ Λεβαδείας ἐπὶ τοῦ τμήματος τοῦ δρόμου Ἀραχώβης–Λεβαδείας ἀπὸ Ζηρορρεύματος μέχρι Χανίων. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἑπομένων δύο ἐρωτήσεων τοῦ κ. Δ. Λαζαρῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀπαντήσει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν. Οἱ κ. κ. Θ. Ψυχαλινὸς καὶ Θ. Πετραλιᾶς ἐρωτῶσι διατί δὲν ἐνηργήθη ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν 1910–1911 τῶν σεισμοπαθῶν Μυρτουντίων, Ἐλίσσης καὶ Ἤλιδος, ἀφοῦ πλησιάζει ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας καὶ οἱ κάτοικοι θέλουσι καταδιωχθῆ πρὸς πληρωμὴν φόρου οὗ ἀπηλλάγησαν.
§32Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ἀναγινώσκει ἀπάντησιν). «Ὁ ἔφορος ἀναφέρει ὅτι ἐπειδὴ αἱ οἰκοδομαὶ αἱ παθοῦσαι ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἀνῳκοδομήθησαν καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς αὐτοψίας ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ δύναται νὰ μορφώσῃ γνώμην περὶ τῶν βλαβῶν τῶν εἰρημένων οἰκοδομῶν ἐζήτησε νὰ σταλῶσιν αὐτῷ καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πᾶσαι αἱ ἔκτοτε συνταχθεῖσαι ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν ἐγκαίρως τὰ σεισμοπαθῆ μέρη καὶ παρέστησαν τὰς γενομένας βλάβας». Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐστάλησαν τινές. Ἐζητήθησαν δὲ καὶ αἱ ὑπόλοιποι, αἵτινες θὰ ἀποσταλῶσι.
§33Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ φόρου, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι δὲν εἶναι δικαιοσύνη αὐτὴ καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι λέγω τοῦτο. Ἔρχεται Ὑπουργὸς καὶ δὴ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει καὶ βεβαιοῖ ἐπισήμως καθυστέρησιν ἐγγράφων καὶ ἀνωμαλίας ὑπηρεσιακὰς. Σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε οἰκίαν, ἀλλ’ ἐρωτᾶτε καὶ τοὺς κατοίκους αὐτούς, ἐὰν ἔχουν νὰ πληρώσουν τὸν φόρον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπηλλάγησαν; Εἶναι λυπηρὸν ὅτι πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ ἐπιλαμβάνεσθε πάντοτε μετά τινος εἰρωνείας.
§34Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰρωνεία, εἶναι ὅτι ἀνεστάλη ἡ καταδίωξις.
§35Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐρωτᾷ διατὶ ὁ σιδηροδρομικὸς σταθμὸς Χαλκίδος εὑρίσκεται ἐν σκότει, οἱ δ’ ἐπιβάται βυθίζονται εἰς τὴν λάσπην, ἐν’ ᾧ ὁ ἠλεκτρικὸς σταθμὸς τῆς πόλεως μόλις 40 μέτρα ἀπέχει. Ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ σταλῇ πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐρωτᾷ ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ τὸ ἐνοίκιον τοῦ Οἰκονομ. Ἐφόρου Καρυστίας. 2) Διατὶ ἀφοῦ τὸ Δημόσιον παρέχει πρὸς ἐνοίκιον ἐφορ. γραφείου δρ. 35 ὁ Ἔφορος τοῦ πρὸς τοῦτο ἐνοικιασθέντος οἴκου 4 δωμάτια κατέχει ὡς κατοικίαν τὸ δὲ 5ον εἰς ὃ εἰσάγει τοὺς ἐπισκέπτας ἐκ τοῦ ὀρνιθῶνος ὡς γραφεῖον αὐτοῦ καὶ δύο γραμματέων.
§37Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι λαμβάνουσι μηνιαίως ποσόν τι διὰ θέρμανσιν, γραφικὰ καὶ ἐνοίκιον, βεβαίως δὲ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Καρυστίας εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἔχῃ κατάλληλα δωμάτια διὰ γραφεῖον καὶ μόλις ἔμαθον ὅσα κατηγγέλθησαν, διέταξα τηλεγραφικῶς ἁρμόδιον ὑπάλληλον νὰ ἐξετάσῃ. Ὁ νόμος δὲν ὁρίζει πόσα δωμάτια δι’ ἑκάστην ἐφορίαν πρέπει νὰ διατίθενται διὰ γραφεῖα, καὶ ἕνεκα τούτου συμβαίνουσι πολλάκις ἄτοπα, διότι ἄνθρωποι ἔχοντες μεγάλην οἰκογένειαν, χρησιμοποιοῦσι περισσότερα δωμάτια ὑπὲρ τῆς κατοικίας των. Βεβαίως κατὰ τοῦτο ὁ νόμος ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως.
§38Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου. Κατὰ τὸν νόμον ΓΞʹ τοῦ ἔτους 1905 καὶ τὸ σχετικὸν Διάταγμα τῆς 31 Ἰανουαρίου 1911. (Ἀναγινώσκει). «Τὰ ἔξοδα ὁρίζονται διὰ γραφεῖον, ἐνοίκιον μηνιαίαν ἐπιχορήγησιν διὰ τὸ ἔτος 1911 τῆς ἐφορίας Καρυστίας δραχμὰς 35 μηνιαίως». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐξόδων, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ὁ ἔφορος Καρυστίας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐργένης, νὰ καταλαμβάνῃ 5 δωμάτια δι’ ἀτομικήν του χρῆσιν καὶ νὰ ἀφήνῃ ἕνα ὀρνιθῶνα διὰ γραφεῖον. Τὸ ἐπίδομα τῶν 35 δραχμῶν, δίδεται δι’ ἔξοδα γραφικῆς ὕλης καὶ ἐνοικίου γραφείου. Ὄχι ὅμως καὶ κατοικίας ἀτομικῆς τοῦ ἐφόρου. Δι’ αὐτὸ κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν αὐτήν, διὰ νὰ διαθέσῃ ὁλόκληρον τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐνοικίασε τὸ δημόσιον διὰ γραφεῖον.
§39Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ δημόσιον δὲν ἐνοικιάζει. Τὸ δημόσιον δίδει.
§40Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ ἄλλο τι. Θὰ παρατηρήσητε, ὅτι τὸ οἴκημα αὐτό, ἐκ 5 δωματίων, τὸ ἔχει ἐνοικιάσει ὁλόκληρον ἀντὶ 18 δραχμῶν τὸν μῆνα μόνον, ἀπέναντι τῶν 35, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ τὸ δημόσιον, ὥστε βλέπετε αἰσχροκερδεῖ ὁ ἔφορος Καρυστίας. Λοιπὸν τοὐλάχιστον νὰ χρησιμοποιῆται ὡς γραφεῖον καὶ ὄχι ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὠφελῆται ἐκ τοῦ ἐνοικίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καταλαμβάνῃ τὸ οἴκημα ὡς κατοικίαν του, καὶ νὰ ἀφήνῃ ὡς γραφεῖον ἓν μικρὸν δωμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εἰσέρχωνται, ὡς εἰς ὀρνιθῶνα.
§41Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διετάχθη ἤδη.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ψυχαλινὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «διατί δὲν διετέθη μέχρι σήμερον εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Μυρτουντίων, Ἐλίσσης καὶ Ἤλιδος ἡ ψηφισθεῖσα πίστωσις». Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 8, 9, 10, 11 καὶ 12 ἀποτελοῦσι θέμα ἐπερωτήσεως, καὶ διὰ τοῦτο μετατίθενται εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γκλαβᾶς καὶ Πετραλιᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας «τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς γονέων μαθητριῶν τοῦ Ἀρσακείου Πατρῶν παραπονεθέντων διὰ τὰ ἀποτελέσματα». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει.
§43Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νὰ ἐγγραφῇ αὔριον, σᾶς παρακαλῶ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γκλαβᾶς καὶ Πετραλιᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «διατί ὁ μηχανικὸς Ἠλείας ἐμποδίζει τοὺς κατοίκους Ἀμαλιάδος νὰ ἐπιδιορθώσωσι τὰς ἐκ σεισμῶν διαρραγείσας οἰκίας των».
§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ αὐτὴ νὰ ἀναγραφῇ αὔριον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ βουλευτὴς κ. Βλάτσιος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «τί ἐνηργήθη ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μεσενικόλα, περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ φόρου ἀμπέλων 1910, ὡς καταστραφείσης τῆς ἐσοδείας ἐκ θεομηνίας».
§47Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θ’ ἀπαντήσω κατωτέρω, ὅπου εἶναι ἡ σχετικὴ ἀναφορά.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ ἀπάντησις. Ὁ βουλευτὴς κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γκρέκα τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος διαμαρτυρομένων ὅτι τυραννοῦνται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου.
§49Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Κλάδης καλεῖται νὰ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν τῶν ἀδελφῶν Δαμίρη.
§51Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύο τηλεγραφήματα ἐκ Ζακύνθου τῶν ἀδελφῶν Δαμίρη μὲ εἰδοποίησαν ὅτι ὑπεβλήθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰ μακροσκελὴς ἐπὶ ἐνεργείας παρανόμου κατ’ αὐτοὺς τοῦ τελώνου Ζακύνθου. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ διὰ νὰ κάμω ἐπερώτησιν, διότι θεωρῶ πολὺ σοβαρὰν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Πρόκειται περὶ παρερμηνείας τῶν τελωνικῶν νόμων, παρερμηνείας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν τελώνην Ζακύνθου καὶ πολὺ φοβοῦμαι—διότι δὲν ἐμελέτησα ἐπισταμένως τὰ ἔγγραφα—ὅτι ἡ παρερμηνεία αὕτη δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰ δύο αὐτὰ τηλεγραφήματα, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντι τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, διότι πρόκειται περὶ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον νομίζω δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκθέσω ἤδη. Ἐπίσημος πρᾶξις ὑγειονομικῆς ἀρχῆς νήσου ἡ ὁποία διοικεῖται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, βεβαιοῦσα τὴν καταστροφὴν σαρδελλῶν παστῶν δὲν ἀναγνωρίζεται ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μεσσενικόλα περὶ ἀπαλλαγῆς φόρου ἀμπέλων τοῦ 1910 ὁ κ. Θλιόπουλος ἔχει τὸ λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§53Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας σχετικῶς μὲ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἠρώτησε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Βλάτσιος, διότι αἱ δοθησόμεναι πληροφορίαι ἴσως θέλουσι μᾶς ἀπαλλάξει τοῦ κόπου νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§54Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 62932 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου ἀπηλλάγησαν κατόπιν ἐκθέσεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἔτος 1910 λόγῳ τῆς ἐκ νόσου καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς αὐτῶν ἅπαντες οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Νευροπόλεως πλὴν τοῦ χωρίου Μεσενικόλα, καθόσον κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἐπελθοῦσα βλάβη ἦτο ἐλάσσων τῶν 50%. Ἐπειδὴ ὅμως τοπικαί τινες ἀρχαί, ὡς ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δήμαρχος βεβαιοῦσι δι’ ἐκθέσεως αὐτῶν τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν εἰς τὰς ἀμπέλους ὁλοκλήρου τοῦ δήμου Νευροπόλεως, χωρὶς νὰ ἐξαιρῶσι τὸ χωρίον Μεσενικόλα, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὴν εἰς τὸ χωρίον τοῦτο ἐπελθοῦσαν βλάβην. Ἐπίσης, ἐπειδὴ παρεστάθη ὅτι ζητεῖται ὁλόκληρος ὁ φόρος τοῦ 1910 ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ 30% θὰ διατάξω νὰ ἐπιστραφῇ τὸ ἐπὶ πλέον τυχὸν εἰσπραχθέν 30%.
§55Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ποιήσωμαι θερμὴν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπί τινος σημείου τῆς ὑπὸ συζήτησιν ὑποθέσεως, ὅπερ θὰ καταδείξῃ τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν εἶχε τὴν πρόνοιαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ὁρίσῃ ὡς μέλη αὐτῶν τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, ἀλλὰ ὥρισεν ἐπιτροπὰς ἐξ ἀντιπροσώπων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἑδρεύουσιν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν, δηλαδὴ ἔρχονται ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ τῆς καταστροφῆς ὁ ἔφορος, ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης καὶ ὁ ταμίας, πρόσωπα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα διαμένουσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ τὸ μέρος τῆς καταστροφῆς πλέον τῶν 15 ὡρῶν. Καὶ ἐρωτᾶται πῶς ἦτο δυνατὸν χωρὶς νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσωσι, ν’ ἀποφανθῶσι συμφώνως μὲ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν; Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου, καὶ ἐπιπολαίως ἐξήτασαν αἱ ἀρχαὶ αὗται, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν προκειμένου μάλιστα περὶ ἑνὸς ἀτυχήματος, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἰς ὁλόκληρον δῆμον νὰ διατάξῃ καὶ ἐξελεγχθῇ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ ἐπιπολαιότης μὲ τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν οἱ δημόσιοι ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι. Διότι ἔχομεν καὶ συγκρουομένας ἐκθέσεις, τὴν πρώτην τῶν ἀρχῶν τῶν ἐπιτοπίων, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦσιν ὅτι ἐγένετο παντελὴς θεομηνία καὶ ὅτι κατεστράφη ἐντελῶς ἡ ἐσοδεία, ἔχομεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἀρχῶν τῆς πρωτευούσης, αἵτινες διαψεύδουσι τοῦτο, καὶ αἵτινες δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι λεπτομερέστερον τὰ συμβάντα· τὸ αὐτὸ δὲ συνέβη καὶ διὰ τὴν πόλιν Τρικκάλων, ὅπου ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἄνω τῶν 1000 οἰκιῶν κατεστράφησαν, καὶ ὅπου συνελθοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι οὐδεμία οἰκία κατεστράφη, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον ὅτι κατεστράφη τὸ ἥμισυ τῶν οἰκιῶν τῆς πόλεως Τρικκάλων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν ἀπήλλαξε κανένα ἐκ τῶν κατόχων καὶ κυρίων τῶν οἰκιῶν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον αὐστηρότερον τὸν ἔλεγχον νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ πῶς μερικοὶ ὑπάλληλοι ἐνεργοῦσιν ἐπιπολαίως ἐπὶ βλάβῃ τῶν πολιτῶν.
§56Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάτσιος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§58Χ. ΒΛΑΤΣΙΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος.
§60Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσαι αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαί, ὅ τε ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δήμαρχος, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον διὰ ψηφίσματός των ἐγνωμοδότησαν ὅτι ἡ καταστροφὴ ἦτο γενικὴ καθ’ ὅλον τὸν δῆμον Νευροπόλεως. Κατόπιν τῆς γνωμοδοτήσεως αὐτῆς ἡ δυνάμει τοῦ σχετικοῦ νόμου συστᾶσα ἐν Καρδίτσῃ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ καταστροφὴ ἐγένετο ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα χωρία τοῦ δήμου Νευροπόλεως πλὴν τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ χωρίου Μεσενικόλα. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, διότι ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, πῶς εἶναι φυσικῶς δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεομηνία εἰς ὅλα τὰ πέριξ ἄλλα χωρία τοῦ δήμου Νευροπόλεως καὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ εἰς τὸ κεντρικώτερον αὐτοῦ χωρίον. Ἀλλ’ ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν σχετικοῦ φακέλου ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ μιᾶς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε κάποιος χωροφύλαξ τοῦ σταθμοῦ Νευροπόλεως καλούμενος Ἀλεξανδρῆς, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ ὅτι ἐν τῷ χωρίῳ Μεσενικόλα ἐλαχίστη ἐπῆλθε ζημία. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἔδωκε μεγαλητέραν πίστιν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ χωροφύλακος, παρὰ εἰς τὴν τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ δημάρχου καὶ οὕτω ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὸ χωρίον Μεσενικόλα θεομηνία ἐν ᾧ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἐπῆλθε τοιαύτη. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἄδικον τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἀναθεωρήσητε τὴν ἀπόφασίν σας, τὴν στηριχθεῖσαν ἐπὶ μὴ ἀληθῶν βεβαιώσεων.
§61Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶπον· ἐδήλωσα ὅτι θὰ ἀναθεωρηθῇ.
§62Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ κάτοικοι Μεσενικόλα καίτοι προσηνέχθησαν νὰ πληρώσωσιν ἐν τούτοις ὁ ταμίας δὲν ἐδέχθη νὰ πληρωθῇ ὀλιγώτερον κατὰ 30%, συμφώνως πρὸς τὸν ἐσχάτως ψηφισθέντα νόμον περὶ ἀνανεώσεως τῶν φόρων.
§63Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐδήλωσα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ τέως ἐργοδηγοῦ Ἰ. Σκάντζικα περὶ ἐπαναφορᾶς του.
§65Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Θερμῶς συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ τέως ἐργοδηγοῦ Ἰ. Σκάντζικα. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε μέχρις ἐλαττώματος τὸν ζῆλον τῆς περιφρουρήσεως τοῦ Δημοσίου συμφέροντος. Μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας παντοῦ ἐξετέλει τὸ καθῆκον του.
§66Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι τιμιώτατος· τὸ γνωρίζω καὶ τὸ βεβαιῶ.
§67Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Καὶ ὅπου ὑπῆρχον ἔργα κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἰδιαίτεραι συνεννοήσεις μεταξὺ ἐργολάβων καὶ προϊσταμένων του κατώρθωνε καὶ τὰ ἐξεσκέπαζε καὶ ἐπιάνετο μετὰ τῶν προϊσταμένων του. Διὰ τοῦτο ὅλοι αὐτοὶ ὁ Κροκιδᾶς ὁ Ῥώτας καὶ οἱ λοιποὶ ἐχρησίμευσαν καὶ τὸν ἐπέταξαν κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν, καθόσον ὁ ἀναφερόμενος ἐπετάχθη ἀδίκως, καὶ νὰ γίνῃ μερικὴ ἀναθεώρησις ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατώτερον προσωπικόν, ὥστε νὰ ἐπανέλθουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν ἀδίκως. Νὰ ἐξετάσητε παρακαλῶ περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἦτο τιμιώτατος.
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ κάμωμεν τώρα νόμον περὶ ἀναθεωρήσεως; ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῇ νομίμως διὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§69Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ νὰ γίνῃ καὶ ἐστὲ βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι θ’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὃν θερμῶς συνιστῶ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης ἐπὶ ἀναφορᾶς περὶ τοῦ τηλεφωνικοῦ γραφείου Ἁγίου Πέτρου Λευκάδος.
§71Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλῶμεν διὰ τὸν τύπον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σουλτάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς καταδίκων Πύλου περὶ μεταγωγῶν.
§73Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς, μόνην παρηγορίαν ἔχουσι τοὺς συγγενεῖς των οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐπισκέπτονται, ἀλλὰ στεροῦνται καὶ ταύτης, ὅταν εὑρίσκωνται καθειργμένοι μακρὰν τῆς κατοικίας των. Ἄλλοτε αἱ μεταγωγαὶ ἐγίνοντο συχνότερον καὶ εὐκολώτερον, ἀλλὰ νῦν κατὰ τὸ καθιερωθὲν σύστημα τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐφορίας τῶν φυλακῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταγωγῆς καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνηθέστατα δὲν λαμβάνει ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ἔπαυσαν αἱ μεταγωγαὶ καὶ οὕτω ἐστερήθησαν οἱ κατάδικοι τῆς μεγάλης παρηγορίας τοῦ νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτοὺς οἱ συγγενεῖς των. Ἴσως ὑπάρχει καὶ ἐμπόδιόν τι ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς, ἀξιοῦντος...
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βέβαια.
§75Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Λοιπὸν τοῦτο δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐγγὺς εἶναι ὁ χρόνος τῆς ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων.
§76Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ χρονικὸν ὅριον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖτε σεῖς, ὥστε νὰ πληροῦται ὁ ὅρος τοῦ ἐγγύς.
§77Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἓν καὶ δύο ἔτη. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ διανύσουν τρία καὶ τέσσαρα ἔτη ἐν τῇ φυλακῇ εἶναι ἄδικον νὰ παραμένωσι μακρὰν τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς των.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καλαβρύτων δικηγόρου Μαλεβίτου καταγγέλλοντος τὸν ἐκεῖ εἰρηνοδίκην καὶ γραμματέα.
§79Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς ὁ δικηγόρος Καλαβρύτων Ἀθανάσιος Μαλεβίτης κατήγγειλε διὰ τηλεγραφήματός του, πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τὸν εἰρηνοδίκην καὶ γραμματέα τοῦ ἐν Καλαβρύτοις Εἰρηνοδικείου διὰ διαφόρους πράξεις, αἱ ὁποῖαι συνεπάγονται τὴν ποινικὴν καταδίωξίν των, ὅτι δηλαδὴ εἰρηνοδίκης καὶ γραμματεὺς ἐκ συστάσεως κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐξηφάνισαν δημόσια ἔγγραφα, παρεποίησαν διάφορα πρακτικὰ πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικῶν ...
§80Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὰ θέλετε τὰ περαιτέρω, θὰ διατάξω ἀμέσως ἀνάκρισιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γαυρίου καὶ Ἄρνης περὶ προαγωγῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§82Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Γαυρίου καὶ Ἄρνης ἀναγνωρίζουν τὴν πατρικὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπευθύνονται πρὸς αὐτήν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ προαγωγῆς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων προέλαβε τὰ αἰτήματα τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἐμπράκτως ἀπέδειξεν αὐτὸ διὰ διαφόρων νομοθετημάτων καὶ διὰ διαφόρων μελετῶν ὑποβληθεισῶν, ὅτι ἔλαβεν αὕτη μέριμναν ἤδη περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτῆς τείνουσι πρὸς θεραπείαν τῶν αἰτημάτων τῶν συμπολιτῶν μας τοῦ δήμου Ἄρνης καὶ Γαυρίου, ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁρμῶνται παρὰ ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος, ὅπως ἴδωσι τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν στοιχειώδη βελτιουμένην καὶ ἀνυψουμένην εἰς τὴν ἁρμόζουσαν θέσιν.
§83Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καίτοι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ συνενῶ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ αὕτη σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου Γαυρίου καὶ Ἄρνης. Ἐλπίζω δὲ ὅτι διὰ τῶν μελλόντων νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλει ληφθῆ πρόνοια σοβαρὰ ὑπὲρ ταύτης καὶ θὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ αἰτήματα πλήρως.
§84Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἠναγκάσθησαν οἱ κάτοικοι Γαυρίου καὶ Ἄρνης νὰ ὑποβάλωσι τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σχολείου τῶν θηλέων, διότι πρὸ ἓξ μηνῶν εἶχον ὑποβάλει καὶ ἄλλην ἀναφοράν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔλαβον τότε τὸν λόγον καὶ ἐξέθηκα τὴν μεγίστην ἀνάγκην τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ σχολείου. Μετέβην μάλιστα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸ ἡμερῶν καὶ ἐζήτησα τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ σχολείου τῶν θηλέων εἰς τὸ χωρίον Μπατσίον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπειδὴ κατὰ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ σχολείου, μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι μὲ τὰ νέα ἐκπαιδευτικὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ, θὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ πράγματος. Μὴ ἔχων νὰ προσθέσω ἕτερόν τι παρακαλῶ καὶ πάλιν περὶ τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γαλανὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Ζακύνθῳ συνδέσμου «Παντοκράτωρ» περὶ τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ κ. Κλάδης. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Αἰγίου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Πταισματοδικείου των.
§86Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Πταισματοδικείου Αἰγιαλείας ἀναφοράν.
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ παρέμβασις, σᾶς συνιστῶ δὲ νὰ ὑποβάλητε σχετικὴν πρότασιν νόμου διὰ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ταύτης ἡ Βουλή.
§88Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Ὑπουργέ.
§89Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου.
§91Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θεωροῦσι, κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἀνασύστασιν ἐπιτακτικὴν καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν. Διὰ τοῦτο θέλομεν σπεύσει λίαν εὐχαρίστως ὅπως ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου.
§92Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ συστάσεως τοῦ Πταισματοδικείου Αἰγιαλείας.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ. Ὑποβάλετε πρότασιν νόμου. Ἡ Βουλὴ θὰ μείνῃ ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Σκεπαρίου ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν κατασκευὴ κλειδαριῶν. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Χριστίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Καστελλίου περὶ τοῦ λιποτάκτου Ἀγγελῆ.
§95Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον τοῦ Αʹ Στρατοδικείου, διότι καταγγέλλεται πρᾶξις διὰ τῆς ὁποίας κηρύσσεται λιποτάκτης, ἤδη δὲ εἶναι ὑπόδικος ἐπὶ λιποταξίᾳ. Λοιπὸν ὁ κ. Β. Ἐπίτροπος πρόκειται νὰ κρίνῃ τὴν ἀναφοράν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς εἰς αὐτοὺς ἀφορώσης νομοθεσίας ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§97Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνταῦθα καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης.
§99Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνοῦσιν ὅλοι οἱ λοιποὶ κ. κ. Πατσουράκος, Θανόπουλος, Σχινᾶς, Πετροπουλάκης καὶ Καρᾶς ἐγγεγραμμένοι νὰ ἀναβληθῇ;
§101ΟΙ ΑΝΩ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Δ. Ζαρμπῆ ὑποπλοιάρχου τοῦ ναυαγήσαντος ἀτμοπλοίου «Λόρδος Βύρων».
§103Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑποβάλλων, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀναφορὰν τοῦ ὑποπλοιάρχου τοῦ ναυαγήσαντος πρό τινος ἀτμοπλοίου «Λόρδος Βύρων» Δημητρίου Ζαρμπῆ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται, λόγῳ τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν θίγει. Θεωρῶ δ’ ἐπιβεβλημένον μοι νὰ τὴν ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ποίαν ἀντίληψιν περὶ τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ ἔχουσιν ἔνιοι τῶν ἐν τῇ ξένῃ Ἑλλήνων τὴν καταγωγὴν προξένων μας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἡμετέρους προξένους ὑπηκόους ὅμως ἄλλων Κρατῶν. Εἶναι γνωστά, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φοβερὰ ναυάγια δύο Ἀνδριακῶν φορτηγῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν πρό τινος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δεινῶς ἐδοκιμάσθη ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς Ἄνδρος, ἡ ὁποία πρωτοστατεῖ ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν εἰς τὴν ναυτικὴν κίνησιν. Τὰ ἀτμόπλοια «Γεώργιος» καὶ «Λόρδος Βύρων» τῶν ἐφοπλιστῶν Πιάγκου καὶ Κούλουθρου ἐναυάγησαν σχεδὸν αὔτανδρα ἐν τῷ ἀτλαντικῷ ὠκεανῷ, καὶ ὁ μὲν «Βύρων» ἐναυάγησεν εἰς τὴν θάλασσαν τῆς Μάγχης καὶ ἐκ τοῦ ναυαγίου ἐπνίγησαν 15 ἐκ τοῦ πληρώματος, ἐσώθησαν δὲ 10, ἐξ ὧν τρεῖς μὲν διέσωσε πλοῖον Ὁλλανδικὸν ἢ Ἀγγλικόν, οὗ δὲν ἔμαθον τὸ ὄνομα, καὶ τοὺς ἀπεβίβασεν εἰς Ἄμστερδαμ, ἑτέρους δὲ ἑπτά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ὑποπλοίαρχος Ζαρμπῆς, ἔσωσε διὰ κινδύνου καὶ τοῦ πλοίου καὶ τῆς ζωῆς καὶ αὐτοῦ καὶ τῶν ναυτῶν του ὁ πλοίαρχος τοῦ Ἀγγλικοῦ ἀτμοπλοίου «Ἄντιγκτον». Τοὺς διασωθέντας ἠθέλησεν οὗτος ν’ ἀποβιβάσῃ εἰς τὸ Ντόβερ, ἀλλὰ λόγῳ τῆς μεγάλης τρικυμίας ἠναγκάσθη ν’ ἀποβιβάσῃ εἰς Ῥότερδαμ, ἀφοῦ παρέσχεν εἰς τούτους πᾶσαν περιποίησιν καὶ περίθαλψιν. Μόλις ἐγνώσθη ὅτι ἀπεβιβάσθησαν οἱ ναυαγοὶ ἐκεῖ, ἀμέσως ὁ Ὁλλανδὸς τὴν καταγωγὴν καὶ πρόξενος Ἕλλην βαρῶνος Λέμαν, ἔσπευσεν ἐπὶ τόπου, παρέλαβε τοὺς ναυαγούς, τοὺς περιεποιήθη μεγάλως, τοὺς ἐξένισε, τοὺς ἐνοσήλευσε καὶ ἐπὶ τέλους ἐδαπάνησε 800 δραχμὰς διὰ τὴν ἐνδυμασίαν αὐτῶν καὶ τροφήν, συγχρόνως δὲ διένειμεν εἰς αὐτοὺς καὶ 900 φράγκα, ὅπως δι’ αὐτῶν μεταβῶσιν εἰς Πρίντεζι, ἵνα ἐκεῖθεν ἔλθωσιν ἐνταῦθα. Ἅμα τῇ ἀφίξει των εἰς Πρίντεζι ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ Ἕλληνος προξένου, τοῦ ὁποίου ἀγνοῶ τὸ ὄνομα. Γνωρίζω μόνον ἐκ πληροφοριῶν ὅτι εἶναι συγχρόνως καὶ πράκτωρ τῆς ἑταιρείας «Γουδῆ».
§104Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πολλῶν ἑταιρειῶν.
§105Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀμέσως, λέγω, οἱ ναυαγοὶ μετέβησαν παρ’ αὐτῷ καὶ τὸν παρεκάλεσαν, ἵνα μεσολαβήσῃ παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ ἢ τῷ πρακτορείῳ, ὅπως ἐκδοθῶσι δι’ αὐτοὺς μέχρι Πειραιῶς εἰσιτήρια εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς. Ποία ἦτο νομίζετε ἡ ἀπάντησις τοῦ προξένου, Κύριοι;—Τίποτε δὲν πράττω διὰ σᾶς, οὔτε θὰ φροντίσω, διότι σεῖς εἶσθε συνήθως δόλιοι ναυαγοί! (Ἐντύπωσις).
§106ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Πῶς λέγεται αὐτός;
§107Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομά του.
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔμμισθος εἶναι;
§109Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀγνοῶ· ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἔμμισθος ὁ πρόξενος εἰς τὸ Πρίντεζι.
§110ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐπεξήγησιν; Πράκτωρ τῆς ἀτμοπλοΐας «Γουδῆ» ἐν Πρίντεζι εἶναι ὁ κ. Γκιόλμαν.
§111Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἕλλην πρόξενος, κύριε συνάδελφε, καὶ πράκτωρ τῆς ἑταιρείας Γουδῆ.
§112ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἕλλην πρόξενος μάλιστα, ὄχι πράκτωρ τῆς ἑταιρείας Γουδῆ.
§113Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω θετικῶς, ὡς εἶπον, ἂν εἶναι ὁ πρόξενος καὶ πράκτωρ τῆς ἑταιρείας Γουδῆ, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ὁ Ἕλλην πρόξενος ἔδωκεν εἰς τοὺς ναυαγοὺς αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ὅτι: σεῖς εἶσθε δόλιοι ναυαγοί, καὶ ὅπως δύνασθε φροντίσατε νὰ ταξιδεύσητε! Οἱ ἀτυχεῖς, ἐννοεῖται ἐταξίδευσαν ὅπως ἠδυνήθησαν καὶ ἦλθον ἐδῶ, εὐχαριστοῦντες μὲν τὰ μέγιστα καὶ εὐγνωμονοῦντες πρὸς τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλλάδα Ὀλλανδὸν τὴν καταγωγὴν πρόξενόν μας ἐν Ῥότερδαμ, τὰ μέγιστα δὲ ὠργισμένοι καὶ ἀγανακτοῦντες ἐναντίον τοῦ προξένου τοῦ γεγεννημένου Ἕλληνος καὶ ὑπηκόου Ἕλληνος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυστυχῶς μόνον τοῦτο τὸ κροῦσμα, Κύριοι, ἐνδεικτικὸν τῆς ἀδιαφορίας καὶ σκαιότητος τινῶν ἐκ τῶν Ἑλλήνων προξένων. Καὶ τὸ ἀτμόπλοιον «Γεώργιος» ἐναυάγησε πρὸ μηνὸς ἐπὶ τῶν ἀκτῶν τῆς Ζιρόνδης καὶ ἐκ τῶν 23 ἀνδρῶν τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἐπνίγησαν μὲν 15 οἱ δὲ λοιποὶ ἐσώθησαν ἡμιθανεῖς διὰ τῶν ὑπερανθρώπων προσπαθειῶν τῶν ἀνδρῶν τῆς ναυαγοσωστικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἅμα τῇ διασώσει των ὁ ἐν Βορδὼ πρόξενος, Ἕλλην πρόξενος, Γάλλος ὅμως τήν τε καταγωγὴν καὶ ὑπηκοότητα, Ῥισσὸν ὀνόματι, παρευθὺς μετέβη ἐπὶ τόπου καὶ παρέσχε μεγάλας περιποιήσεις εἰς τοὺς ναυαγοὺς καὶ πᾶσαν προστασίαν, καθὼς καὶ αἱ ἐπιτόπιαι ἀρχαί, κατόπιν δὲ παρέδωκεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, ἵνα μεταβῶσιν εἰς Μασσαλίαν. Φθάσαντες εἰς Μασσαλίαν ἐζήτησαν προστασίαν παρὰ τοῦ ἐκεῖ ἡμετέρου προξένου Ἕλληνος ὄντος· εἰς ἀπάντησιν ὁ πρόξενος προσηνέχθη πρὸς αὐτοὺς διὰ σκαιοτάτου τρόπου καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἴς τινας τρώγλας, ἵνα κοιμηθῶσι μετὰ ταῦτα δὲ ἐχορήγησεν αὐτοῖς πεντήκοντα μόνον φράγκα δι’ ἔξοδα ταξιδίου πενθημέρου καὶ διατροφῆς των. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει δὲ τοῦ ἐκ τῶν ναυαγῶν ὑποπλοιάρχου Πάγκου, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπογράψῃ καὶ συνάλλαγμα, ἵνα ἐξεύρωσι τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς χρήματα ἀπήντησεν ὁ πρόξενος ὀργίλως ὅτι δὲν ἔχει πίστωσιν καὶ οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Αὐτὰ εἶναι χρονογραφικῶς ἐκτιθέμενα τὰ γενόμενα· ἐξέθηκα ταῦτα, καθ’ ἃς βασίμους πληροφορίας ἔλαβον ἁπλῶς ὡς συνέβησαν. Βλέπετε δὲ οὕτως ἀφ’ ἑνὸς τοὺς πολίτας τῶν ξένων Κρατῶν, ἐπειδὴ προσεφέρθησαν ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν τὰ συμφέροντα τοῦ ἡμετέρου Κράτους, νὰ φέρωνται μετὰ πάσης εὐγενείας καὶ νὰ παρέχωσι τὴν μεγαλητέραν προστασίαν εἰς τοὺς λαμβάνοντας τὴν ἀνάγκην αὐτῶν Ἕλληνας, τινὰς δ’ ἐκ τῶν Ἑλλήνων τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν ὑπηκοότητα προξένων μας νὰ φέρωνται ὡς ἐφέρθησαν, ἤτοι ὡς πολῖται ὄχι Κράτους πεπολιτισμένου ὡς τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ Κράτους, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ὀνομάσω. Ποίαν ἰδέαν λοιπόν, κ. Βουλευταί, περὶ ἐθνισμοῦ καὶ πατρίδος θὰ λάβῃ ὁ ναυαγὸς ὁ Ἕλλην, ὅταν ἐκεῖ ἐν τῇ ξένῃ, ἔνθα ἀναμένει νὰ εὕρῃ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων ἡμῶν περίθαλψιν καὶ προστασίαν, εὑρίσκει σκαιότητα καὶ ἀδιαφορίαν;
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀποστείλῃ τὴν ἀγόρευσίν σας ἐστενογραφημένην εἰς τὸν ἀπουσιάζοντα κ. Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐκτεθέντων.
§115Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ παρακαλέσω ὅπως ἀμειφθῶσι μὲν ἠθικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἐν Ῥότερνταμ καὶ Βορδὼ πρόξενοι ἡμῶν ὡς καὶ οἱ πλοίαρχοι τῶν διασωσάντων τοὺς ναυαγοὺς ἀτμοπλοίων διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς παρασχεθεῖσαν προστασίαν καὶ συνδρομὴν πάνυ προθύμως καὶ φιλανθρώπως, διαταχθῶσι δὲ ἀνακρίσεις, ὅπως ἐὰν βεβαιωθῶσι τὰ γεγονότα (καίτοι εἰσὶ βέβαια) τὰ ὁποῖα κατήγγειλα, τιμωρηθῶσι προσηκόντως οἱ τοιαύτην ἀσύγγνωστον ἀδιαφορίαν καὶ σκαιότητα ἐπιδείξαντες Ἕλληνες πρόξενοι ἐν Μασσαλίᾳ καὶ Βρινδησίῳ.
§116Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐξετέθη καὶ ἐξετυλίχθη ἐν πλάτει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι, ὅτι καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων κατέστη γνωστόν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ Ἑλληνικαὶ ἀντὶ νὰ προβαίνωσι καὶ περιθάλπωσι τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς προστασίας αὐτῶν, ὡς εἶναι προωρισμένοι, ἀπ’ ἐναντίας συμπεριφέρονται πρὸς αὐτοὺς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν τοὺς τιμᾷ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν προξενικῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τόσον παραγνωρίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις τῆς θέσεώς των· ἀφ’ ἑτέρου νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως παράσχῃ ἱκανοποίησίν τινα πρὸς τοὺς ξένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ δὲν εἶχον καὶ τόσην ὑποχρέωσιν, λόγῳ τῆς καταγωγῆς, ὡς ἀλλοεθνεῖς, ἐν τούτοις ἐφάνησαν τόσον εὐεργετικοὶ πρὸς τοὺς ναυαγούς. Νομίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ νόμου προνοήσῃ νὰ ὁρισθῇ ἱκανοποίησίς τις διὰ τοὺς συντελέσαντας καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ συντελῶσιν πρὸς σωτηρίαν τῶν ναυαγῶν, διότι καὶ ἄλλοτε προσέφερον μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς ναυαγοὺς πολλοὺς εἰς τὰ πελάγη καὶ οὐδέποτε ἀντημείφθησαν. Προσέτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσῃ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τὴν προσοχὴν τῶν διαφόρων ἀρχῶν, ὅπως κατὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν πλοίων ἐκ διαφόρων λιμένων μὴ ὦσι φορτωμένα πλέον τοῦ κεκανονισμένου, διότι ἡ τοιαύτη ὑπέρμετρος φόρτωσις γίνεται πολλάκις ἀφορμὴ δυστυχημάτων. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ μέτρον τῆς φορτώσεως κανονίζεται πάντοτε ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὰ ὄργανα τῶν τελωνικῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιφορτισμένα μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οὐδέποτε ἐπιβλέπουσι δεόντως καὶ τοῦτο εἶναι αἰτία τῶν πολλῶν ναυαγίων. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα καὶ θὰ σπεύσωσι νὰ ὑποβάλωσι νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ἠθικήν τινα ἀμοιβὴν εἰς τοὺς σπεύδοντας πρὸς σωτηρίαν ναυαγῶν ναυαγοσώστας.
§117Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ πληρέστατα καὶ ἐγὼ πρὸς ὅσα μετὰ δικαίας ἀγανακτήσεως καὶ πόνου ἐξετέθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι πρὸ δύο ἡμερῶν ἔτυχε ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ βʹ πλοιάρχου τοῦ ναυαγήσαντος ἀτμοπλοίου «Λόρδου Βύρωνος» κ. Ζαρμπῆ, ἐλθόντος εἰς τὴν οἰκίαν μου τὰς συγκινητικὰς ὄντως περιπετείας καὶ τὰ δεινοπαθήματα τῶν ἀτυχῶν ναυαγῶν. Ὁ διασωθεὶς πλοίαρχος ἀφηγούμενος μοι μετὰ δακρύων εὐγνωμοσύνης τὰς πολλαπλᾶς περιθάλψεις καὶ τὴν προθυμοτάτην προστασίαν, ἧς ἔτυχον οἱ διασωθέντες ναυαγοὶ παρ’ ἀλλοδαπῶν προξένων, ἐξέφραζε συγχρόνως πικρότατα παράπονα διὰ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ ἀναλγησίαν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὰς ἐλαφροτέρας λέξεις, τοῦ ἐν Βρινδησίῳ προξένου τῆς Ἑλλάδος. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατεπλάγην διὰ τὴν τοιαύτην ἀσυμπαθῆ διαγωγὴν τοῦ προξένου ἡμῶν ἐν Βρινδησίῳ, οὗτινος καὶ τὸ ὄνομα ἀγνοῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν οἰκτροτάτην ἐντύπωσιν καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ τονίσω πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ ἀντίθεσις τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους ἀλλοεθνῶν προξένων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀχαρακτήριστον ἀδιαφορίαν τῶν ἡμετέρων προξενικῶν ἀρχῶν, ἐν ᾧ τὸ ἀντίθετον περιέμενέ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβῇ. Ὅθεν παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ὁποίου λυποῦμαι, νὰ ἐνεργήσῃ συντόμως τὰ δέοντα, τὸ μὲν πρὸς ἠθικὴν ἀμοιβὴν τοῦ πλοιάρχου καὶ τοῦ πληρώματος τοῦ ξένου ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον διέσωσε τοὺς Ἕλληνας ναυαγούς, τὸ δὲ πρὸς αὐστηρὰν καὶ παραδειγματικὴν τιμωρίαν τοῦ ἐν λόγῳ προξενικοῦ ὑπαλλήλου, λησμονοῦντος πολὺ συχνά, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ὁποῖα στοιχειώδη καθήκοντα ἐπιβάλλει αὐτῷ τὸ ὑψηλὸν προξενικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ξένῃ διαχειρίζεται, καὶ τὸ κοινότατον παντὶ ἀνθρώπῳ συναίσθημα τῆς φιλανθρωπίας καὶ δὴ πρὸς ὁμοεθνεῖς ναυαγούς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βακαλόπουλος, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.
§119Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὁδοποιΐας τοῦ Δήμου Ἀριστομένους πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ μελλούσης νὰ συνδέσῃ τὰ διάφορα χωρία τοῦ δήμου τούτου καὶ ταῦτα πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. (Ἐπιδοκιμασίαι). Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀθλιότης τῆς συγκοινωνίας ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν καὶ μάλιστα εἰς τοὺς ὀρεινοὺς καὶ ἀγροτικοὺς ἡμῶν δήμους. Οἰκτροτάτη εὑρίσκεται εἰς τὸν Δῆμον Ἀριστομένους, ἔνθα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου οὐδεμία σκαπάνη, οὐδὲν πτύον εἰργάσθη πρὸς κατασκευὴν ἢ ἐπιδιόρθωσιν ὁδοῦ, ἕνεκα δὲ τούτου οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώνωσι ὑπερδιπλάσια καὶ ὑπερτριπλάσια διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν προϊόντων των κατὰ τὸ θέρος, τὸν δὲ χειμῶνα εὑρίσκονται τελείως ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμον. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἦτο ἁρμόδιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, γνωρίζομεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ Κράτος, περισπώμενον ἀπὸ παντοίων ἀναγκῶν καὶ ὑποχρεώσεων, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος τοῦ τόπου. Ἕνεκα τούτου δὲ καὶ διότι ἀπηύδησαν διαβουκολούμενοι ὑπὸ ψευδῶν καὶ ἀνεκπληρώτων ὑποσχέσεων οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι ἀπεφάσισαν νὰ ἱδρύσωσιν εἰδικὸν ταμεῖον, αἱ πρόσοδοι τοῦ ὁποίου νὰ ἀποτελεσθῶσιν ἐκ μικρᾶς τινος φορολογίας ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν προϊόντων, καὶ εὐελπιστοῦσιν ὅτι διὰ τοῦ ταμείου τούτου θὰ κατορθώσωσι πολὺ ταχέως νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὴν ὁδὸν ταύτην, ἥτις ὄχι μόνον θέλει σημαντικῶς ὠφελήσει αὐτοὺς ὑλικῶς ἀλλὰ καὶ θὰ τοὺς φέρῃ ἐγγύτερον πρὸς τὸν πολιτισμὸν καὶ πρὸς τὴν πρόοδον, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἡ συγκοινωνία εἶναι ἡ μεγαλητέρα ἀρτηρία ἡ ὁποία φέρει τοὺς λαοὺς εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου καὶ θέλει ψηφίσει αὐτήν· ἤθελον παρακαλέσει μάλιστα τὴν Βουλήν, ἐὰν ἤθελε, νὰ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτὴν κατόπιν εἰς ἐπιτροπήν.
§120Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§121Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον προηγουμένως, ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§125Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της.
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προταχθῇ.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν νὰ συζητήσωμεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ ἐγγραφῇ διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν ἐκ τῶν πρώτων. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852».
§129Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Δευτέρα συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν παρὰ πόδας τοῦ νομοσχεδίου πίνακα τῶν κατ’ ἰδίαν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, προτείνω τὰς ἀκολούθους τροποποιήσεις πρὸς ἔκπτωσιν τοῦ ὁριζομένου ἐν αὐτῷ μισθοῦ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. «Διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ τὸν ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ὁρισθῇ ὁ μισθὸς ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐφεξῆς εἰς δραχμὰς 650 ἀντὶ τῶν 675 καὶ διὰ τοὺς ἐφέτας, ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν, προέδρους καὶ εἰσαγγελεῖς πρωτοδικῶν, νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχ. 500 διὰ τὸ ἔτος 1913 καὶ εἰς δραχ. 525 ἀπὸ τοῦ ἔτους 1914 καὶ ἐφεξῆς ἀντὶ τῶν δραχ. 600». Νομίζω ἤδη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς συμπληρωματικάς τινας παρατηρήσεις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰσηγουμένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὐχὶ τόσον διότι νομίζω ταύτας ἀπαραιτήτους μετὰ τὰς ἀναλυτικὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔκθεσιν, καὶ μετὰ τὰς μακρὰς ἀναπτύξεις, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ πάντων σχεδὸν τῶν ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ μετασχόντος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν ὅτι παρὰ πάσας τὰς τοιαύτας ἀναπτύξεις οἱ ἐνδοιασμοὶ αὐτοῦ κατὰ τοῦ μέτρου τῆς αὐξήσεως δὲν διελύθησαν ἐν πᾶσι. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν, ἡ ἀνάγκη αὕτη παρ’ οὐδενὸς ἠμφεσβητήθη σπουδαίως· ἠμφεσβητήθη μόνον ἡ οἰκονομικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι δὲν εἶναι σύμφορον ἐν τῷ παρόντι, ὡς ἔχουσι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, νὰ προβῶμεν εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, προσθέτοντες νέον βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἠμφεσβητήθη σπουδαίως ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἀνεγνωρίσθη αὕτη ὑπὸ πάντων. Καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀνάγκη, ἡ ὁποία προκύπτει ἐξ ἑαυτῆς καὶ ἐξ ἑαυτῆς δικαιολογεῖται, ἀνάγκη πρὸς τούτοις ἡ ὁποία ἐγένετο αἰσθητὴ πρὸ δεκαετηρίδων παρ’ ἡμῖν καὶ πολλάκις πολλαχῶς διετυπώθη. Πρὸ τριακονταετίας ἤδη περίπου, κατὰ τὸ 1884, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπετύπου τὰς ἰδέας αὐτοῦ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὑποστηρίζων τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, προέβη δὲ καὶ εἰς ἐπεξεργασίαν νομοσχεδίου τοιούτου, ὡς καὶ ἑτέρου ἀφορῶντος τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Μελετῶν δὲ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπὶ εὐρυτέρας βάσεως δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως ἰδίᾳ τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξηκολούθησε πάντοτε ὑποδεικνυομένη πρὸς κρείττονα συγκρότησιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας καὶ ὄχι χάριν τῶν ὑπηρετούντων προσώπων. Ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἔποψιν εἶχεν ἀποβῆ κοινὴ τοῦ ἔθνους εὐχή. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1891, καίτοι ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν φέρουσα πρόγραμμα αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, στενῆς μάλιστα ἀντιλήψεως, στρεφομένης εἰς κατ’ ἰδίαν κονδύλια καὶ ἀποκοπὰς δαπανῶν, δὲν ἐδίστασε νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐξαίρεσιν σχέδιον νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν συνείδησιν δὲ τῆς Βουλῆς ὅλης βεβαίως, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τοῦ ψέξαντος δριμέως τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔχῃ ἰδιάζουσαν σημασίαν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη κατὰ τὸ ἔτος 1891 τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἦτο ὁ τότε καὶ νῦν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Ἀλ. Ζαΐμης. Οὗτος εἰσηγήσατο τὸ νομοσχέδιον, ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἐνθυμοῦμαι ἡ μόνη ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἀντετάχθη κατ’ αὐτοῦ, ἦτο ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξ ὡρισμένων ὑπολογισμῶν, καίτοι ἀφωρμᾶτο ἐκ τῆς καθολικῆς ἀρχῆς τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ πάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐθεώρησεν ἐν τούτοις μᾶλλον ἐπείγουσαν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Κατὰ τούτου τοῦ περιορισμοῦ ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιρρήσεις καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ πρόνοια τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ πάντας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπεκράτησεν ἐν τούτοις ἡ ἐκδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐξαιρετικῶς σημαίνουσα διὰ τοὺς κατέχοντας τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἔπρεπεν ἕνεκα τούτου νὰ ἄρξηται τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως. Ἀτυχῶς ὀλίγος χρόνος ἐπηκολούθησε, μετὰ τὸν ὁποῖον ἄλλη Κυβέρνησις, ἐλαυνομένη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνέμοντο τότε τὴν αἴθουσαν ταύτην, τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρυτάνευσαν εἰς τὴν νομοθετικὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸ 1890–1895, ἀρχῶν κατὰ τὰς ὁποίας ἑκάστη Κυβέρνησις διάδοχος, καθῆκον εἶχε νὰ καταρρίπτῃ τοὐλάχιστον τοὺς δικαστικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσηγήσατο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀνέστειλε τὸν νόμον ἐκεῖνον προσωρινῶς, ἔκτοτε δὲ παρέμεινε καὶ παραμένει εἰσέτι ἐν ἀναστολῇ. Καὶ αἱ προτάσεις αὗται, καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ οἱ νόμοι οὗτοι, ἐγένοντο πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἰδιαίτατα, εἰς χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον πάντες ἐγνωρίζομεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκετο ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας, καὶ τίνα ἦσαν εἰδικώτερον τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτόν, τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα νεώτατος νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1909, ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε καὶ προβιβασμούς, καὶ μεταθέσεις, καὶ παύσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἔχει· δὲν εἶχον ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν τὰ σπουδαιότερα καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐνεστώτως διὰ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους ἀνετέθησαν, καθήκοντα ἀφορῶντα οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἢ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ καὶ ἔκτοτε, κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω νὰ ὑπῆρξεν ἐπίσημος φωνὴ ἁρμοδία εἰς διατύπωσιν καὶ κρίσιν τοιούτων ζητημάτων, δὲν γνωρίζω νὰ ὑπῆρξε περιοδικὸν ἁρμόδιον εἰς ὁμοίας ἀποφάνσεις τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπεστήριξεν ὡς ἀπαραίτητον ἢ ἀπαραιτήτως ἐπιβεβλημένην τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὐδὲν ἄπορον ἄρα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταρρυθμιστικῷ αὐτῆς προγράμματι, τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας, περιέλαβε καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ ἐξηγήσω, διατὶ θεωρῶ εὔλογον καὶ δεδικαιολογημένην τὴν μὴ ἀμφισβήτησιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, παρὰ πάντων τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀκόμη παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὴν ἐπιψήφισιν τούτου. Τί εἶναι ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμφεσβητήθη καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον, κατὰ συμπέρασμα οὐχὶ εὔλογον ἐννοεῖται ἀνεγνωρίσθη μὲν ἡ ἀνάγκη, ἀπεκρούσθη ὅμως παρ’ εὐαρίθμων εὐτυχῶς, ἡ παραδοχὴ καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου; Ἠμφεσβητήθη ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ βάσις, ἡ ἐκ περισσοῦ φερομένη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν, καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη, ἀβεβαίων ὄντων τῶν ὑποδεικνυομένων ἐσόδων, ὅπως ἐκ τῶν λοιπῶν πόρων τοῦ Κράτους ἀνταποκριθῶμεν εἰς κάλυψιν τῶν ἐκ τῆς αὐξήσεως δαπανῶν, καὶ ὅτι τοιοῦτό τι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ παρόντι, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἀποδείξω ἀμφοτέρας τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀβασίμους, καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην. Νὰ ἀποδείξω, ὅτι φόβος τοιοῦτος ἀνεπαρκείας τῶν ὑποδεικνυομένων εἰδικῶν πόρων οὐδεὶς οὐδαμῶς γεννᾶται. Ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως νὰ τονίσω ὡς ἀπότοκον γενικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία δέον κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν καὶ ἀντίληψιν νὰ διέπῃ τὰ περὶ τούτου, ὅτι καὶ ἂν ἀπῃτεῖτο δαπάνη νέα καὶ προσφυγὴ εἰς τοὺς γενικοὺς πόρους τοῦ Κράτους, καὶ φορολογία εἰδικὴ ἂν ἀπῃτεῖτο, ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἐπιβληθῇ, ἔπρεπεν οἱ πόροι ὁπωσδήποτε νὰ ἐξευρεθῶσι, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προσθήκης τῆς δαπάνης ταύτης, σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐπιτύχῃ δι’ ὡρισμένων νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, ἀσφαλῆ καὶ ταχεῖαν καὶ ἀπρόσκοπτον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι αὕτη προσθήκη δαπάνης ἐπιβεβλημένης, τὴν ὁποίαν ἐκ παντὸς τρόπου θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἐπιστημονικήν, ποίαν δημοσιονομικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου δημοσιονομικοῦ ζητήματος τῆς σχέσεως καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ τῶν προϋποθέσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκεῖνα καὶ ταῦτα δέον νὰ καθορίζωνται, ἔχει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας. Ἐὰν τουτέστι θεωρεῖ τὸν βίον τῶν Κρατῶν συμπίπτοντα καθόλου πρὸς τὸν βίον τῶν ἀτόμων, ἅτινα ἀναλόγως τῶν ἐσόδων αὐτῶν κανονίζουσι τὰ ἔξοδά των καὶ ἄνευ ἄλλης τινὸς ἐρεύνης περιορίζουσι ταῦτα ἐφ’ ὅσον καὶ ἐκεῖνα περιορίζονται, ἢ ἐὰν τοὐναντίον φρονεῖ, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ καθορίζωνται πρὸ πάσης περὶ ἐσόδων σκέψεως μέχρι τοῦ ὁρίου καθ’ ὃ εἶναι ταῦτα ἀναγκαῖα ὅπως ζήσῃ τὸ Κράτος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν αὐτοῦ, καὶ αἱ ὁρισθεῖσαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως ταύτης δαπάναι ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐξευρίσκωνται εἰς οἱουσδήποτε πόρους. Ἀλλ’ οἱανδήποτε ἀντίληψιν, οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ ἐπὶ τούτου τοῦ γενικωτέρου ζητήματος, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ὡρισμέναι δαπάναι τοιαύτης σπουδαιότητος καὶ τοιαύτης ἐπιβολῆς, δαπάναι τοσοῦτον στενῶς συνδεόμεναι πρὸς τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους ὡς τοιούτου, ὥστε διὰ τὴν προσθήκην τούτων τὸ ἐρώτημα τίθεται εἰς ἀδυσώπητον δίλημμα οὕτως ἔχον· ἢ πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου καὶ δι’ οἱουδήποτε μέσου οἱ πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τούτων πόροι νὰ εὑρεθῶσιν ἢ πρέπει τὸ Κράτος ν’ ἀποβάλῃ πάντα λόγον ὑπάρξεως. Κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ταχεῖαν, τὴν ἀπρόσκοπτον, τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι δαπάναι τοιαύτης ἐπιβολῆς, εἶναι δαπάναι τοσοῦτον ἐπιτακτικαί, καί τοσοῦτον ἀπαραίτητοι, ὥστε καὶ ἂν εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερείας οἱασδήποτε, καὶ ἂν δὲν εὑρισκόμεθα, ὡς θὰ ἀποδείξω ἀμέσως, εἰς εὐχέρειαν πρὸς κάλυψιν αὐτῶν, πάντως εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξεύρωμεν μέσα πρὸς κάλυψιν αὐτῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδένα θὰ εἶχον δισταγμόν, νὰ ἀναγράψω εἰς νομοσχέδιον τὰς δαπάνας καὶ νὰ παραπέμψω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα εὕρῃ τὰ ἔσοδα. Καὶ αὐτός, καὶ ἐγώ, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλομεν διστάσει ἀκόμη καὶ φόρον εἰδικὸν νὰ ἐπιβάλωμεν μὲ εἰδικὸν προορισμὸν τοιοῦτον καὶ τοιαύτην εἰδικὴν ἀποστολήν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἠθέλομεν ἀνταποκριθῆ τελείως εἰς τὰς λαϊκὰς ἐπιθυμίας, ὅτι ἠθέλομεν ἀνταποκριθῆ τελείως εἰς τὴν λαϊκὴν ἀντίληψιν. Ὄχι διότι ὁ λαὸς θὰ ἐπείθετο εἰς τοῦτο ἐξ ὑπερτέρων δικαιολογητικῶν λόγων, ἐξ ἀνωτέρας τινος ἀντιλήψεως περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Κράτει, ὄχι τόσον διότι ἤθελε πεισθῆ ὅτι ἡ προσήκουσα διαρρύθμισις τῶν τῆς δικαιοσύνης θὰ εἶχεν ἄμεσα ἀποτελέσματα καὶ εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅσον διότι θὰ εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ σημεῖον ἄλλο, μᾶλλον αἰσθητόν, μᾶλλον πρόχειρον καὶ δύναμαι νὰ εἴπω μᾶλλον ἀτομικόν. Θὰ κατενόει ἄριστα ὅτι φορολογία εἰδικὴ κεκλημένη νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας, εἰς ὀρθὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπονομὴν καὶ πάντως εἰς ταχεῖαν τοιαύτην, θὰ εἶχε τὴν ἑξῆς μορφὴν τὴν ἀδιαφιλονείκητον. Θὰ ἐξέφευγεν ἡ φορολογία αὕτη ἐκ τῆς μιᾶς χειρός, ἵνα πολλαπλασία ἀποδοθῇ διὰ τῆς ἑτέρας. Θὰ ὑπεβάλλετο εἰς τοιαύτην φορολογίαν ὁ λαός, ἀλλὰ θὰ ἀπηλλάσσετο συγχρόνως τῆς λαθραίας, τῆς ἀδήλου, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φυσιολογικὸν ὅρον, τῆς ἀδήλου φορολογίας, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐδυναστεύετο διὰ τῆς κακῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, φορολογίας πολὺ δεινοτέρας, πολὺ βαρυτέρας, πολὺ ἐπαχθεστέρας. Θὰ ἀπηλλάσσετο τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν κατέβαλλεν εἰς τὸν ζωοκλέπτην, τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν κατέβαλλε διάδικος γενόμενος ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων εἰς ἀτελευτήτους δικαστικοὺς ἀγῶνας, τῆς φορολογίας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλετο καθ’ ἑκάστην ὑπὸ οἱανδήποτε ἰδιότητα ἐρχόμενος εἰς σχέσιν οἱανδήποτε πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας· θὰ ἀπηλλάσσετο τῆς τοιαύτης φορολογίας. Καὶ ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ τῶν σκέψεων δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω δικαιοτέραν φορολογίαν, μᾶλλον δημοτικήν, μᾶλλον εὐπρόσδεκτον εἰς τὸν λαὸν τῆς ἐμφανοῦς καὶ μετρίας ἐκείνης φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἦτο κεκλημένη νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοιαύτας ἀνάγκας, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν λαόν, τὸν κατ’ ἐξοχὴν δυναστευόμενον, ἐξ ἐκείνης τῆς ἀδήλου, ἀλλ’ ἀπηνοῦς καὶ καταστρεπτικῆς φορολογίας. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν εὑρέθημεν οὐδ’ εὑρισκόμεθα εὐτυχῶς εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναζητήσωμεν ἄλλους πόρους εἰς κάλυψιν τῶν προτεινομένων δαπανῶν. Τὸ πρόβλημα κεῖται ἐνώπιον ἡμῶν οὕτω: Αἱ πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται καὶ ἀνεγράφοντο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πιστώσεις αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐξαίρεσιν ἴσως δὲν ηὐξήθησαν οὐδὲ κατ’ αὐτοὺς τοὺς χρόνους τῆς πολιτειακῆς συνταράξεως τῆς πρὸ δύο ἐτῶν λαβούσης χώραν ἥτις πολλαχῶς ηὔξησε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, αἱ πιστώσεις αὗται καταλλήλως διαρρυθμιζόμεναι, ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι πάσας τὰς πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης ἀνάγκας; Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἐτῶν εἰσφέρει ὁ λαὸς πρὸς τὸ Κράτος ἵνα λάβῃ δικαιοσύνην χωρὶς νὰ λαμβάνῃ. Καὶ σκεπτόμεθα: Ἆρά γε τὸ ποσὸν τοῦτο, αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι δυνατόν, ἄλλως διαρρυθμιζόμεναι ἐντὸς τῶν αὐτῶν ποσοτικῶν ὁρίων, νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς δικαιοσύνης, οὕτως ὥστε ὁ λαὸς δίδων καὶ ἐφεξῆς ὅ,τι ἕως τώρα ἔδιδε, νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην πολὺ κρείττονα καὶ διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχε πρίν; Θὰ ἦσαν ἆρά γε ἱκαναὶ αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, ἄλλως διαρρυθμιζόμεναι ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν καὶ διοικητικήν, θὰ ἦσαν ἱκαναὶ αὐταὶ αὗται καὶ μόναι αὗται νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τοὺς πολίτας δικαιοσύνην ἀσφαλῆ καὶ ταχεῖαν; Τὸ πρόβλημα εὐτυχῶς ἐλύθη κατ’ εὐχήν. Καὶ διατί; Διότι εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν ἡμῖν τὸ παρελθὸν ἦτο τοιαύτη, ὥστε παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν διαρρύθμισιν. Μὲ τὰς αὐτάς, ἐπαναλαμβάνω, πιστώσεις νὰ διαρρυθμίζωμεν τὰ πράγματα νομοθετικῶς καὶ διοικητικῶς ἄλλως, ὥστε ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ βελτίων νὰ ἀποβῇ καὶ ταχεῖα. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκτιμηθῇ τὸ ὅλον πρόγραμμα ἡμῶν, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Διότι τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν προβάλλεται μεμονωμένον. Ἀποτελεῖ ὁλοκληρωτικὸν στοιχεῖον τοῦ ὅλου μεταρρυθμιστικοῦ συστήματος τῶν τῆς δικαιοσύνης πραγμάτων. Ὡς σύνολον ἑπομένως δέον νὰ κριθῇ τοῦτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικήν. Τὸ σύνολον δὲ τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἀνάγεται ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν εἰς ταῦτα τὰ κεφαλαιώδη σημεῖα. Ἀφ’ ἑνὸς ἐπεβάλλομεν δαπάνας, τὰς ὁποίας νομίζομεν ἀπαραιτήτους διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ταχεῖαν καὶ ἀσφαλῆ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομήν, τόσῳ τῆς ποινικῆς ὅσῳ καὶ τῆς πολιτικῆς. Καὶ ἐξ’ ἄλλου, τοῦτο μὲν ἀπεκόψαμεν δαπάνας ἄλλας, τοῦτο δὲ εἰσηγάγομεν νομοθετικὰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπήγαγον αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐξάρω τὸν χαρακτῆρα τῶν τελευταίων τούτων μεταρρυθμίσεων, τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀποκοπῆς τῶν δαπανῶν, τὸν χαρακτῆρα τῆς διὰ τῶν νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Καὶ νὰ τονίσω ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῶν μεταβολῶν τούτων δὲν εἶναι οἰκονομικός, δὲν ὑπηγορεύθη εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐξεύρωμεν τὰ ἀντισταθμίσματα τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἐπεβλήθη ἐξ ἀνωτέρων δικαιολογητικῶν λόγων, ἐξ ἀντιλήψεως διοικητικῆς χρηστότητος, ἐξ ἀντιλήψεως πολιτικῆς ἠθικῆς, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὑπηγορεύθη ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως ἤθελον ἐπιβάλει τὰ μέτρα ταῦτα, ὅσον δήποτε πλοῦτον καὶ ἂν εἶχον τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ ἂν οὐδεμία ἀνάγκη παρίστατο προσφυγῆς εἰς τὰ βαλάντια τῶν πολιτῶν πρὸς κάλυψιν τῶν διὰ τὴν δικαιοσύνην ἀναγκαίων δαπανῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ ὑποδείξω διὰ βραχέων εἰδικώτερον καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπεβάλομεν, καὶ τὰς λοιπὰς μεταρρυθμίσεις τὰς ὁποίας εἰσηγάγομεν, ὅπως ἐν τῷ συνόλῳ κριθῇ τὸ σύστημα ἡμῶν καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅστις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον ὑμῶν, θὰ ἀναγράψῃ τὰς ηὐξημένας δαπάνας διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ θὰ ἀναγράψῃ ἐν πρώτοις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐρημοδικιῶν δαπάνας πλειοτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀναφερομένας προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1911, προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος κατὰ ἓν μόνον ὀκτάμηνον, ἀνεγράφη ποσὸν 150000, τὸ ὁποῖον διὰ τὸ ἔτος 1912 θὰ αὐξηθῇ κατὰ 90000· ἤτοι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου κατὰ τὸ ἔτος 1912 ὁλόκληρον θὰ ἀπαιτηθῶσι δραχ. 240 000. Θὰ ἀναγραφῇ πλὴν τούτου ποσὸν 20000 δραχ. δι’ ἔξοδα τῶν Ἐπιτροπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσχολοῦνται διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν δικαστικῶν κωδίκων, δυνάμει τοῦ περὶ τούτου ψηφισθέντος εἰδικοῦ νόμου. Θὰ ἀναγραφῇ ποσὸν 6,780 ἐπὶ πλέον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, καὶ ποσὸν 7,500 δραχ. διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν παρὰ πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέων. Πλὴν δὲ τούτων καὶ ποσὸν 313,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ τὸ ἔτος 1912 συμφώνως πρὸς τὸ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ ποσὸν τῶν ηὐξημένων δαπανῶν θὰ ἀνέλθῃ, ἵνα μεταχειρισθῶ στρογγύλους ἀριθμούς, περίπου εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 600000. Διὰ τὸ ἔτος 1913 θὰ ἔχωμεν προσθήκην περίπου 200,000 διὰ τοὺς μισθοὺς καὶ προσθήκην ἑτέρων δραχμῶν περίπου 120 χιλιάδων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1914 καὶ ἐφεξῆς. Τὰ ποσὰ ταῦτα θὰ ἀναβιβάσωσιν ἐν γένει μέχρι τοῦ 1914 τὰς ὅλας κατ’ αὔξησιν δαπάνας, περίπου εἰς 900,000 δραχμάς. Ἀλλὰ τὰ νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν πρὸς διαρρύθμισιν τῶν τῆς δικαιοσύνης πραγμάτων καὶ τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν τῶν δαπανῶν τούτων τὴν προσθήκην, ἔσχον ἐξ ἄλλου παρὰ τὸν κύριον αὐτῶν προορισμόν, καὶ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὥστε καλύπτουσιν ἐξ ὁλοκλήρου τῶν δαπανῶν ἐκείνων τὴν προσθήκην. Ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μικρὸν ἔτι τὴν Βουλήν. Θὰ ἴδητε, Κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 ἀναγραφομένας τὰς ἀκολούθους ἐπὶ ἔλαττον πιστώσεις. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν μισθωμάτων τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, τῶν μισθωμάτων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἀναγράφομεν ποσὸν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 44,000 δραχ. ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔτος 1911. Ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἀφορᾷ τὰς ἐπὶ ἔλαττον γινομένας μισθώσεις, ἐκείνας δυστυχῶς μόνον αἵτινες ἔσχον τὴν λῆξίν των ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δύσκολον νὰ φαντασθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τὰ πράγματα, τί ἐγίνετο καὶ τί γίνεται δυστυχῶς ἔτι ἕνεκα τῶν ἀνειλημμένων συμβατικῶν ὑποχρεώσεων μὲ τὰς μισθώσεις τῶν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ τῶν φυλακῶν. Θὰ αἰσθανθῇ δὲ ἀληθῆ ἀγανάκτησιν ἡ Βουλή, μανθάνουσα ὅτι εἰς ὡρισμένην ἐπαρχίαν ὑπάρχει μισθωμένη οἰκία, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται ὡς φυλακὴ τοῦ Κράτους, διὰ μίαν πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν ὁλόκληρον ἀντὶ μηνιαίου μισθώματος πεντακοσίων δρχ. καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, νὰ ἀνέχηται κατάστημα ἐντὸς τῆς φυλακῆς ἐνοικιαζόμενον ὡς ὀψοπωλεῖον, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἑτέρας ἑκατὸν δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἤτοι καταβάλλεται ἐνοίκιον ἑξακοσίων κατ’ οὐσίαν δραχμῶν κατὰ μῆνα διὰ οἰκίαν, ἥτις καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ τῆς παροχῆς τοῦ Κράτους συμπιπτούσης πρὸς τὴν ἀντιπαροχὴν τοῦ πολίτου, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ μισθωθῇ πλέον τῶν ἑκατὸν ἢ ἑκατὸν εἴκοσι δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§132Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς ποίαν ἐπαρχίαν;
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποῖον μέρος;
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν τοῦτο. Συνεχίζων τὰς παρατηρήσεις μου παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἤδη γινόμεναι ἐκπτώσεις τῶν μισθωμάτων μέχρι τοῦ προσήκοντος ὁρίου, εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν νέων ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνονται ἤδη αἱ μισθώσεις, ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπεριστατωμένης διοικητικῆς ἐπιμελείας καὶ ἐκείνης ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξελέγχονται καὶ ἐγκρίνονται αὗται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιμονῆς ἡ ὁποία κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν κατ’ ἐντολὴν τούτου ἐνεργουσῶν ἀρχῶν, ὅπως αἱ νέαι μισθώσεις γίνωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου καὶ τοῦ προσήκοντος, ἐκλίπωσι δὲ αἱ ἄλλοτε παρατηρούμεναι ἀσχημίαι. Καὶ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἐπιμονὴ αὕτη κατεβλήθη καὶ καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου οὐχὶ τόσον ἐκ σκέψεων οἰκονομικῶν, ὅσον ἐξ ὑπαγορεύσεων τῶν ἀπαιτήσεων χρηστῆς διοικήσεως. Ἐκ μόνων λοιπὸν ἐκείνων τῶν μισθώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔληξαν καὶ ἀνενεώθησαν ἤδη, ἄλλαι κατὰ εἴκοσι, ἄλλαι κατὰ τριάκοντα, ἄλλαι κατὰ τεσσαράκοντα ἢ κατὰ πεντήκοντα μία δὲ ἢ δύο κατὰ ἑξήκοντα τοῖς ἑκατὸν ὀλιγώτερον ἢ πρίν, θὰ ἔχωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1912 ἀναγεγραμμένον ἐπὶ ἔλαττον ποσὸν 44,214. Εἰς ἕτερον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 14, νομίζω, τὸ κεφάλαιον δι’ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅπερ περιλαμβάνει ἀνακριτικὰ δικαιώματα, ἀποζημιώσεις μαρτύρων, δικαιώματα χωροφυλάκων, ἀντίτιμον φαρμάκων, ἡμερομίσθια κλπ. γίνεται ἔκπτωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 ποσοῦ 110.500 δραχμῶν. Ὑπὸ ἔκπτωσιν ἐπίσης δραχμῶν 35,000 θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 1912 καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων προτείνεται συγχρόνως καὶ ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος αὐτῶν εἰς ἀπόληψιν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ἐν περιπτώσει μεταθέσεως. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ δὲ ἐκθέσει ὑποδεικνύονται σαφῶς οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν κατάργησιν ταύτην. Λόγοι οὐχὶ τόσον οἰκονομικοί, ὅσον λόγοι ἀνώτεροι σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιμελοῦς τηρήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Διότι συνέβη πλειστάκις καὶ ἐσφαλμέναι ἐκ παραδρομῆς νὰ ὑποβάλλωνται καταστάσεις ἐξόδων, ἀναγκάσασαι τὸν Ὑπουργὸν εἰς ἐξέλεγξιν καὶ περικοπὴν τούτων, πολλαχῶς ἐπιζημίαν διά τε τὴν προϊσταμένην καὶ τὰς ὑπαλλήλους ἀρχάς. Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἂν δὲν καταργηθῇ ὁ νόμος οὗτος περὶ ἀπολήψεως τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1912 ἠθέλομεν ἀναγράψει ἐπὶ ἔλαττον δι’ ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων ποσὸν 35,000. Τοιουτοτρόπως ἐκ τούτων τῶν ἐλαττώσεων καὶ τῆς ἀποκοπῆς τοιούτων δαπανῶν, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς ἐνεστώτως ἐμφανεῖς καὶ ἀπολύτως βεβαίας, ἐπέρχεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1912 ἔκπτωσις 200 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν ἐξόδων τῆς συντηρήσεως ὑποδίκων καὶ καταδίκων, καὶ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον εἶναι προωρισμένον εἰς ὅμοια νὰ ὁδηγήσῃ ἀποτελέσματα, διότι καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πιστώσεως ταύτης γίνονται δυστυχῶς ἀτασθαλίαι, τῶν ὁποίων εἰκόνα βλέπει τις εἰς βούλευμα ἐσχάτως ἐκδοθὲν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν περὶ καταχρήσεων τοῦ Σωφρονιστηρίου Ζακύνθου. Καὶ ἡ διαχείρισις τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπεβλήθη ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς ἔλεγχον, παρὰ πάντα τὸν ἀνιαρὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔφερε τοιαύτη ἐργασία. Ἐγένετο δὲ τοῦτο ὄχι κυρίως διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ὅσῳ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν χρηστῆς διοικήσεως. Θὰ ἔχωμεν ἀναμφισβητήτως σπουδαιοτάτην ἔκπτωσιν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, ἐν τούτοις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν θὰ ἴδητε ἀναγεγραμμένην ἔκπτωσιν καὶ δὲν θὰ ἴδητε ταύτην διὰ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ παράσχῃ εἰς ὑμᾶς τὸ μέτρον καὶ τὸν τόνον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἄλλων ἐκπτώσεων. Ἡ ὑπόνοια μήπως ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου αὐξηθῇ κατὰ τὸ 1912 καὶ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐκ παντὸς τρόπου ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἡ ὑπόνοια αὕτη ἀναγκάζει ἡμᾶς ν’ ἀναγράψωμεν ὅμοιον ποσὸν ἐν τῇ πλήρει βεβαιότητι, ὅτι μέγα μέρος τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ζητηθῶσι, θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐτόνισα ἐνώπιον ὑμῶν, εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε καὶ κατέστησε δυνατὴν τὴν ἀποκοπὴν τῶν δαπανῶν τούτων, τὴν ἐλάττωσιν τῶν πιστώσεων τούτων. Δὲν ἐκράτησαν παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ προσπαθείᾳ ταύτῃ σκέψεις στενῶς καὶ καθαρῶς οἰκονομικαί. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν ὁ ἀνένδοτος εἰς ἐξέλεγξιν τῶν κατ’ ἰδίαν στοιχείων τῶν δαπανῶν, ὁ πολλάκις μικρολόγος, δὲν ὑπηγορεύθη ἐκ πνεύματος ἐξοικονομήσεως ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅσῳ ἐκ λόγων ἀνωτέρας πολιτικῆς σκοπιμότητος. Διότι εἶναι ἀληθῶς περίεργον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται εἰς τὸν ἀπὸ φιλοσοφικῆς ἀντιλήψεως μελετῶντα παρ’ ἡμῖν τοὺς ὅρους τοῦ δημοσίου βίου, καὶ τὰς σχέσεις τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος, ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν κυρίως συμφερόντων. Ἐπὶ τούτων εἶναι τοσοῦτον ὀξεῖα ἡ ἀντίθεσις, ὥστε ἐμφανίζεται ὡς ἀληθὴς ἐχθρότης τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Εἶναι δὲ αὕτη γέννημα πολιτικοῦ βίου ἐλευθέρου μακροῦ, ἀλλὰ καὶ ἱστορικοῦ βίου ἐκ τῶν χρόνων τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐκ πολιτειακῆς ἀνάγκης εἰς ἀντίθεσιν τὸ ἄτομον πρὸς τὸ Κράτος. Ἐκ ταύτης κυρίως τῆς ἀνάγκης ἐδημιουργήθη ἐσωτερική τις ἐχθρότης, φυσικὴ ἄλλως τε καὶ αὐτονόητος. Τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐθεωροῦντο τελείως ἀντιτιθέμενα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου καὶ τὸ ἄτομον εἰθίσθη νὰ βλέπῃ εἰς τὸ Κράτος ἐχθρὸν τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων. Περίεργον δὲ ἀληθῶς εἶναι ὅτι ἡ ἀντίθεσις αὕτη, ἡ ὁποία ὑπῆρξε γέννημα τῆς δουλείας, δὲν ἐξέλιπεν ὑπὸ τὸ νέον πολιτειακὸν καθεστώς. Διότι οἱ ἐφεξῆς ὅροι τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου δὲν ὑπῆρξαν ἐπιτήδειοι ἵνα ἐξαλείψωσι ταύτην καὶ ἐξηκολούθησεν ὑφισταμένη μία λανθάνουσα ἐχθρότης, ἕν ἀγεφύρωτον χάσμα μεταξὺ πολίτου καὶ Κράτους, παρὰ πᾶσαν τὴν προαγωγὴν τοῦ πολίτου εἰς ἀνάπτυξιν καὶ τὴν στοιχείωσιν αὐτοῦ εἰς ἦθος. Παρατηρεῖται δὲ συμβαῖνον τοῦτο τὸ ἀληθῶς παράδοξον καὶ δυσεξήγητον ἄλλως. Πρόσωπα ἀναμφισβητήτου ἠθικῆς καὶ χρηστότητος, τὰ ὁποῖα ὡς τὴν ἐσχάτην τῶν ὕβρεων ἤθελον θεωρήσει τὴν ἀθέτησιν ἰδιωτικῆς ὑποσχέσεως οἱασδήποτε, δὲν διστάζουσι πολλάκις ὄχι μόνον ν’ ἀντιμετωπίσωσιν ἐχθρικῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁμολογήσωσι τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς ἰδιαίτερα παραδείγματα, περιττὰ ἄλλως τε, διὰ νὰ μὴ σκανδαλίσω. Εἶπον τοῦτο μόνον διὰ νὰ δείξω ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν μέριμναν ἡμῶν, ὅπως συντελέσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ἀντιθέσεως ταύτης τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Νὰ φέρωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς συνάντησιν ἐκείνου πρὸς τοῦτο, νὰ δείξωμεν πρὸς τὸν πολίτην, ὅτι τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὰ συμφέροντα τούτου, ὅτι τὸ Κράτος ὑπό τινα ἀντίληψιν ἀποτελεῖ γενικωτέραν παρέκτασιν τοῦ ἀτόμου, τούτου κυρίως τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦν. Καὶ ἠγωνίσθημεν ἐξελέγχοντες καὶ καθαίροντες ἐν τοῖς καθέκαστα τὰ πρὸς τὰς ἐκμισθώσεις σχετιζόμενα ἔγγραφα καὶ τὰ παντὸς εἴδους κονδύλια τῶν δαπανῶν, νὰ τονίσωμεν τὰς ἀντιλήψεις ταύτας καὶ δι’ ἐγκυκλίων καὶ διὰ πειθαρχικῶν καταδιώξεων καὶ δι’ ἐγγράφων, πολλάκις δὲ καὶ δι’ ἀναπτύξεως προφορικῆς πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς τμηματάρχας, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργαζόμεθα, ἀκριβῶς διὰ νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ μικρολόγος ἐπιμονὴ ἐν τῷ κανονισμῷ τῶν τοιούτων ζητημάτων δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς σκέψεως καὶ οἰκονομικῶν ὑπολογισμῶν διὰ νὰ ἐξεύρωμεν μισθοὺς τῶν Δικαστῶν ἢ πόρους τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ προήρχετο ἐξ ἀρχῆς τινος ὑπερτέρας, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε πάντες νὰ κατανοήσωμεν. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, ἐπὶ τὸ ἄλλο σημεῖον, τὸ ἀφορῶν τὴν αὔξησιν τῶν πόρων διὰ τῶν γενομένων νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων. Καὶ ἡ ἐκ τούτων ὅμως προελθοῦσα αὔξησις τῶν πόρων τοῦ Κράτους ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀπετέλει τὸν κύριον ἡμῶν σκοπόν. Δὲν ὑπῆρξεν αὕτη ἀποτέλεσμα ἐξεζητημένης οἰκονομικῆς σκέψεως, ἀλλ’ ἦτο ἀκολουθία τυχαία, δύναμαι νὰ εἴπω, μέτρων νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνομίσαμεν ἐπιβεβλημένα ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκ δικαιολογικῶν λόγων ἀνωτέρων, δικαιολογικῶν λόγων οἱ ὁποῖοι μετὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως ἤθελον ἐπιδράσει εἰς τὴν εἰσήγησιν αὐτῶν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ Κράτους περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν εἰς χρηματικάς, μετὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ ἡμίσεως τῆς ποινῆς, τῆς περιοριζούσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐπιτρέπων τὴν παραίτησιν ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως ἐπὶ καταβολῇ τῶν ἐξόδων, πληροῖ πρωτίστως ἀπαίτησιν δικαιολογητικὴν σπουδαίαν, δευτερευόντως δὲ κυροῖ καὶ μίαν καθολικὴν ἀρχήν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Κράτους διὰ τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἐκ τῆς ἐγκλήσεως τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἀφίσταται ταύτης, ἀφοῦ ἔθετο εἰς κίνησιν τὴν δικαστικὴν μηχανήν, τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ ὑπέβαλε τοῦτο εἰς δαπάνας δι’ ἀδίκημα μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος διωκόμενον, ἄρα μὴ ἀμέσως ἐνδιαφέρον τὴν Πολιτείαν; Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα ἐπιβάλλονται εἰς βάρος τῶν μηνυτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ δόλου ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας ἔθεσαν εἰς κίνησιν τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ θεσμόν, ὁ ὁποῖος πληροῖ θεμελιώδη ἀρχήν, καθολικὴν ἀρχὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὰς συνεπείας τῶν πράξεων αὑτοῦ καὶ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐκ δόλου ἢ βαρείας καὶ ἀδικαιολογήτου ἀμελείας ἐπήνεγκε. Μήπως ἡ καταβολὴ τῶν ἐξόδων, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦνται οἱ καταδικαζόμενοι κατηγορούμενοι, οἱ προσβαλόντες τὴν ἠθικὴν τάξιν καὶ τὸν π. νόμον, δὲν εἶναι ἀπόδοσις τῶν ζημιῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ Κράτος ἐξ ἰδίας αὐτῶν ὑπαιτιότητος; Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἐκ τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς ταῦτα τὰ σημεῖα ἐγένοντο καὶ τοιούτους πληροῦσι σκοπούς, θὰ προκύψωσιν ἐτήσια ἔσοδα ἀνερχόμενα κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἰς 690 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν ἀντελήφθην, ὅτι ἠμφεσβητήθησαν ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπολογισμῶν κονδύλια τινα, ἰδιαίτατα δὲ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν οἱ καταδικαζόμενοι κατηγορούμενοι καὶ τὰ ἔξοδα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ προϋπολογιζομένη αὔξησις εἶναι φαινομενική, διότι αὕτη θὰ εἶναι προσωρινή, ὅταν δ’ ἐκλείψῃ ὁ φόρτος τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, τὸν ὁποῖον τὸ παρελθὸν ἐκληροδότησε, θὰ ἐκλείψωσι καὶ τὰ ἐντεῦθεν ἔσοδα. Ἀλλὰ τὴν αὐτονόητον ταύτην παρατήρησιν προεῖδεν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν εἶχον ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν οἱ ἀντιλέγοντες, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει). Ἡ πρὸς τὰς σκέψεις ταύτας ἀντίρρησις, ἡ ἄλλως ἐκ πρώτης ὄψεως εὔλογος, ὅτι ἡ ἄνω περιγραφεῖσα αὔξησις τῶν ἐσόδων ἔσται προσωρινή, καθ’ ὅσον ἐκλείποντος μετὰ τινα ἔτη τοῦ ὄγκου τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν τε καὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων θὰ μειωθῶσιν αὖθις τινὲς τῶν ἄνω ἀναπτυχθέντων πόρων, καὶ θ’ ἀπομένῃ μόνον ἡ δαπάνη ηὐξημένη ἄνευ ἀντιστοίχων προσόδων, ἡ ἀντίρρησις αὕτη καταπίπτει ἐάν τις ἀναλογισθῇ ὅτι τότε θὰ ἔχωμεν μείωσιν τῶν διὰ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην δαπανῶν, πρὸς δὲ ἐλάττωσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων καὶ ἑπομένως δυνατὸν τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐμμίσθων κλητήρων, οὕτως ὥστε οὐδαμῶς μεταβληθήσονται οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι ὑφ’ οὓς θ’ ἀπονέμηται ὁ μείζων μισθὸς τοῖς δικασταῖς. Εἶναι νομίζω, Κύριοι, ἀνεπίδεκτοι σπουδαίας ἀμφισβητήσεως οἱ λόγοι οὗτοι τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὅταν ἔχωμεν δεδομένον ἐξ αὐτῆς τῆς προσφάτου νομοθεσίας ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐρημοδικιῶν παρέστη ἀνάγκη νὰ διπλασιάσωμεν σχεδὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων προσώπων καὶ νὰ αὐξήσωμεν συνεπῶς τὰς δαπάνας, ἐρωτῶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ πρὸς στιγμὴν ἀμφιβολία ὅτι ὅταν ὁ φόρτος τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἐκλίπῃ, θὰ ἐκλίπῃ καὶ ὁ πρόσθετος οὗτος ἀριθμὸς τῶν κατωτέρων ὀργάνων; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ πλέον ἀμφιβολία, ὅτι ἡ βία καὶ ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων, συνεπείᾳ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀσχολιῶν τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικαστηρίων, θὰ καταστήσῃ εὐχερῆ καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν;
§135Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μετὰ εἴκοσιν ἔτη.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου. Ὑπῆρξαν τινὲς οἱ ὑπολαβόντες, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν σημαίνει καὶ ἐλάττωσιν Δικαστηρίων καὶ ὅτι ἄνευ ἐλαττώσεως Δικαστηρίων ἀδύνατος ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ ἐννοήσω τὸν συλλογισμὸν τοῦτον. Ἐγὼ κατανοῶ καὶ πείθομαι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεξάρτητος. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ προείπω τι, φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι δύναμαι νὰ διατυπώσω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς προσεχοῦς Βουλῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἀρχίσῃ προβαίνουσα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ αὐτῶν τῶν δικαστῶν. Θὰ εὑρεθῇ πιθανώτατα εἰς τὴν εὐχέρειαν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Βουλῆς, νὰ εἰσηγηθῇ τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἓν τμῆμα. Προϊούσης δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν πολιτικήν, θὰ καταστῇ ἐπίσης ἐφικτὴ ἐν μείζονι μέτρῳ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, πρὸ πάντων δὲ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας καὶ ἄλλο τι σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου ἔψεξε, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸν ψηφισθέντα νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὰς κενουμένας θέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν διορίζονται πρωτοδίκαι, ἔκαμεν ὑπολογισμόν τινα στηριζόμενος ἐπὶ ὅλων τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν τοῦ Κράτους καὶ εἶπεν, ὅτι ὑπολογιζομένης τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς μισθοδοσίας τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ πρωτοδίκου ὅταν τὸ ὅλον σύστημα κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον ἐκτελεσθῇ, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Δύο ἀντιρρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐναντίον τούτου, ἐκ ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ μία θὰ ἤρκει νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν σημασίαν, ἀπὸ τὴν νομιζομένην ταύτην ἀνακάλυψιν. Ἔχω τὴν ἀντίρρησιν, ὡς ἐπανειλημμένως εἶπον, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγένετο νόμος, τὸ μέτρον τὸ δι’ ἐκείνου εἰσαχθέν, εἶναι προσωρινόν, σκοποῦν νὰ παράσχῃ μέν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, δικαστὰς ἀνωτέρους εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρωτίστως, ἵνα κατασκευάσῃ τὸ νέον ὑλικόν, ἐκτοπίζον τοὺς νῦν εἰρηνοδίκας, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὸν νέον ὀργανισμόν, τὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παρασκευαζόμενον, ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ πιθανῶς ἐν ἰσχύϊ μετὰ τέσσαρα ἢ πέντε ἔτη. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ἀντιλήψεως ταύτης, διὰ νὰ ἀπομακρύνω πᾶσαν ἀφορμὴν συζητήσεως, ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐπὶ ὑπολογισμοῦ προχείρου, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ἄν ποτε παρέμενον τὰ πράγματα ἄθικτα ὡς ἤδη ἔχουσιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἐχρειάζετο μία τριακονταετία ὁλόκληρος, διὰ νὰ ἀντικατασταθῇ ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀκτὼ ἢ δέκα κατ’ ἀνώτατον ὅρον θέσεις εἰρηνοδικῶν κενοῦνται κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐπιβάρυνσις τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν θὰ ὑφίστατο ὁ προϋπολογισμὸς καθ’ ἕκαστον ἔτος, θὰ ἦτο εἴκοσι χιλιάδες περίπου δραχμαί, διὰ νὰ φθάσῃ μετὰ τριάκοντα ὁλόκληρα ἔτη, εἰς ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμάς. Ἐπεράτωσα, Κύριοι, τὰς πληροφορίας καὶ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῶν εὐαρίθμων ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Περιώρισα δὲ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, καὶ ἐπεχείρησα νὰ ἀντιμετωπίσω τὰς γενομένας ἀντιρρήσεις, στηριχθεὶς εἰς ὑλικὰ καὶ ἁπτὰ σημεῖα, εἰς σημεῖα ἐνεστῶτα καὶ ἄμεσα. Δὲν ἐπεχείρισα νὰ θίξω τὸ παράπαν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπεράσπισιν τοῦ νομοσχεδίου, σημεῖα ἀπωτέρου μέλλοντος, σημεῖα ἀφορῶντα ἔμμεσα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, καίτοι καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα θὰ εἶχον πολὺ μεγαλητέραν σημασίαν. Ἠθέλησα νὰ θίξω ἐκεῖνα μόνον τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι προσιτὰ καὶ εἰς τὸν γυμνὸν καὶ ἄοπλον ὀφθαλμόν, ἀπέφυγα δὲ τὰ μὴ ἐνεστῶτα καὶ μὴ εἰς πάντας ἐμφανῆ. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν εἶπον περὶ τῶν ὅρων καὶ τῶν εὐνοϊκῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ εὑρίσκετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν συμφώνως πρὸς τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἐν ἀποτέρῳ χρόνῳ, ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος ἴδια δικαστικὰ καταστήματα καὶ ἀπαλλαγῇ τῶν ἤδη καταβαλλομένων ἐνοικίων. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω τὸ παράπαν τὰς εὐνοϊκὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θέλουσι παρασκευασθῆ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω οὔτε τὰ ἔμμεσα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τὰ μεγίστης σπουδαιότητος, δὲν ἠθέλησα τουτέστι νὰ ὑπομνήσω ἀκριβῶς εἰς τὸν ἐντριβῆ συνάδελφον ὄχι ποίαν ἀποστολὴν ἰδεολογικήν, ἢ πολιτικήν, ἢ δικαιολογικὴν ἔχει ἡ προσήκουσα λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ποίαν οἰκονομικὴν ἀποστολὴν ἔχει αὕτη, καὶ πόσον στενῶς συνδέεται λειτουργία δικαιοσύνης ἀπρόσκοπτος καὶ ταχεῖα καὶ ἀσφαλὴς πρὸς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, καὶ τίνα ἐξάρτησιν ἔχουσιν ἐκ ταύτης αὐτὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ὅτε εἰσηγούμην τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, κατέληξα εἰπών, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα τείνοντα εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας, δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς μέτρα οἰκονομικά, καὶ ὑπέδειξα ὅτι οὐδεμία ἀπόπειρα πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας θὰ περιεῖχε σπουδαίας ἐλπίδας ἐπιτυχίας, ὅτι οἱαδήποτε μεταρρύθμισις φορολογική, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑποσχεθῇ ἀληθῆ ἀνάρρωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἄνευ τῆς ἀπαραιτήτου ἀναδιοργανώσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας εἰς ἐφαρμογὴν ὀρθὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ εἰς λειτουργίαν πρωτίστως ταχεῖαν. Μὲ ταύτην τὴν ἰδέαν περατῶ καὶ ἤδη τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας. Καὶ ἴσως δὲν φανῶ ὑπερβολικὸς ἂν εἴπω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας ἀναπλαττομένη κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ παρ’ αὐτῆς εἰσαχθὲν σύστημα, παρὰ τὴν ἄλλην αὐτῆς ἀποστολήν, εἶναι προωρισμένη νὰ ἀποτελέσῃ συγχρόνως, συγχωρήσατε τὴν ζωηρὰν διατύπωσιν, τὴν κλινικὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὕρῃ τὴν φυσιολογικήν, ἄρα τὴν ἀσφαλῆ καὶ μόνιμον θεραπείαν αὐτοῦ ὁ αἰώνιος ἡμῶν ἄρρωστος, ὁ ἐκ γενετῆς νοσηλευόμενος ὁ πάντοτε σχεδὸν συμπτωματικῶς, ἄρα ἐμπειρικῶς θεραπευόμενος, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι Κουτούπης καὶ Κουλουμβάκης, παραχωροῦσι τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Δραγούμην.
§138Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§140ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τις ἐνδοιασμόν, ἢ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἐπιφύλαξιν διά τινα τῶν ὑποβληθέντων νομοθετημάτων, ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ βεβαίως τὸ μέλλον θέλει ἀποδείξει ἂν εἶναι εὐνοϊκόν, ὀφείλει βεβαίως πᾶς τις ἡμῶν νὰ ἀνομολογήσῃ, ὅτι ἀξία πολλῆς προσοχῆς, ἀξία δὲ καὶ πολλῶν ἐπαίνων ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις πᾶν ὅ,τι ὑπέβαλεν, ὑπέβαλεν αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει διαγράμματος μελετημένου, κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις, ἀλλὰ βεβαίως ἀποβλέπων, εἰς τὸν σκοπόν, αὐτὸν ἐκεῖνον, ὃν πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος διετύπωσεν. Ὅτι ἐπεδίωξε τὸ ἀγαθόν, ὅτι κατὰ μέγα μέρος θέλει ἐπιτύχει αὐτό, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, καὶ ἐγὼ πρῶτος ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω· ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἐπιδιώκει τι, ὅπερ κατ’ ἀρχὴν οὐδένα ἔχει τὸν ἀντιλέγοντα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι σήμερον τεθειμένον οὕτως ἐνταῦθα, ὥστε πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς ἐξανάγκασιν τοῦ Κράτους νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν σχεδὸν 1,000,000, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν ἡμεῖς, οἵτινες θέλομεν ψηφίσει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὴν ἀναγραφησομένην ἔπειτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσιν, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν, λέγω, ποῖαι εἶναι αἱ δυνάμεις ἡμῶν, ποῖαι εἶναι αἱ δυνάμεις ἐκείνου τοῦ λαοῦ, ὃν ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν, τοῦ λαοῦ, ἀφ’ οὗ ἡμεῖς ἐλάβομεν ἐντολὴν τὰ συμφέροντα μὲν αὐτῷ νὰ ψηφίζωμεν, τὰ δὲ μὴ συμφέροντα νὰ καταψηφίζωμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐφρόντισε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ ἐνταῦθα ταύτην τὴν ἑσπέραν στενοχωρηθείς, ὡς ἀντελήφθην, περισσότερον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, οὗ δὲν ἠδυνήθην ἐγὼ νὰ ἀκροασθῶ, διότι ἤμην ἀπὼν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, ἠναγκάσθη νὰ καταναλώσῃ τὸ μέγα μέρος τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι ὅπως ψηφίσωμεν τὰς ἐπὶ πλέον 915,000 δραχμάς. Καὶ ἐνταῦθα ἔχω διαφωνίαν τινα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Πόθεν συνάγομεν ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς τοῦτο; Συνάγομεν τοῦτο ἐκ τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ ὅτι εἶναι πιθανὴ ἡ εἴσπραξις τῶν 955,000 δραχμῶν. Ἔχει τινὰς ἀμφιβολίας ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἔχει πεποίθησιν. Δέχομαι τὰ πράγματα ὅπως ἐμφανίζει αὐτά. Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἔχωμεν 955,000 δραχμὰς προερχομένας ἐκ τοῦ συνόλου τῶν νομοθετικῶν προβλέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ σπεύσωμεν ἐξ αὐτῶν τὰς 915,000 δραχμάς, νὰ μεταθέσωμεν αὐτὰς ὁλοκλήρους εἰς ἓν τμῆμα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, οἰκονομοῦντες μόνον 30 ἢ 40,000 ἐξ αὐτῶν; Τὸ πρᾶγμα ἤθελε κατανοηθῆ ἂν προέκειτο ἐνταῦθα νὰ ἱδρύσωμεν ὀργανισμόν τινα παράπλευρον, νὰ ἱδρύσωμεν ταμεῖόν τι εἰδικόν, ἀπαραίτητον διὰ τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου, καὶ νὰ προικίσωμεν αὐτὸ δι’ εἰσφορᾶς, ἥτις εἴτε ἐψηφίσθη εἰδικῶς εἴτε ἐξευρέθη ἐκ τῆς προνοίας τῆς ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἀποβαίνει καὶ πρόνοια ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περὶ τοιούτου τινὸς δὲν πρόκειται, Κύριοι. Πρόκειται σήμερον νὰ παραλάβωμεν 915,000 δραχμῶν, καὶ νὰ προορίσωμεν εἰδικῶς αὐτὰς εἰς τὸν σκοπὸν αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἑνὸς τμήματος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἔχομεν σύνολον ὀργανώσεως, καὶ ἀπέναντι τῆς συνολικῆς ταύτης ὀργανώσεως ἔχομεν ἓν σύνολον ταμιακοῦ ἀποθέματος, ὅπερ κατανέμεται εἰς τὴν ὀργάνωσιν ταύτην. Πῶς θέλομεν παραλάβει προνομιακῶς ἐκ τοῦ ταμείου τούτου τὸ κατὰ τὸν ἄνω τρόπον μέλλον νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὸ ποσόν, ὅπως δαπανήσωμεν αὐτὸ εἰς ἓν τμῆμα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους; Τοῦτο δὲν λέγω ὡς λόγον ἀποκρούσεως τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ εἶναι λόγος ὅπως ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν καὶ ἴδωμεν καὶ ἐξετάσωμεν ἂν τοῦτο τὸ προτεινόμενον, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χρήματος, ὅπερ δὲν δύναται ἄλλως ἢ νὰ συγχωνευθῇ ὅλον εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν περιστάσεων, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, μήπως δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν 915,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, αὐξήσεως, ἥτις βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἀξία τῆς εὐνοίας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο κατ’ ἀνάγκην φέρει ἡμᾶς εἰς ἐξέτασιν τοῦ τί γινώσκομεν περὶ τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσῃ τὰ ὀλίγα, ἅτινα θέλω εἴπει, διότι εἶναι καὶ τὸ μόνον στόμα, ὅπερ δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§141Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ περιμένετε ὅμως ἀπάντησιν.
§142Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι βεβαίως· ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς ὡρισμένην πρότασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ προλαμβάνων θὰ εἴπω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πολὺ ὀλίγον στενόχωρος, ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων μου· διότι δὲν θέλω βεβαίως πράξει τίποτε, ὅπερ νὰ στήσῃ τὴν πορείαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ψηφισθῇ· ἀλλὰ θέλω ζητήσει μόνον ὀλιγοήμερον ἀναβολήν, ὅπως τότε λάβω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ λάβω ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι ἡ ὥρα.
§144Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἀποδεικτικὰ ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι, ἐὰν ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ψηφισθῇ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ—καὶ ἔχω τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μετὰ 2–3 ἡμέρας θὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμός....
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοῦτο, μετὰ μικρὸν εἶπον.
§146Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπέθεσα ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με;
§148Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ μικρὸν καὶ θεωρῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ (Γέλωτες). Ἔχων ὑπ’ ὄψει λοιπὸν τὸ ὅριον τὸ ἀνυπέρβλητον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινούμεθα, ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα γένηται ἡ ἐπεξεργασία αὐτοῦ, μελετηθῇ δὲ καὶ ὑφ’ ἡμῶν, καὶ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν λοιπὸν ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τόσας ἡμέρας μόνον, ἐφ’ ὅσας θέλει εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα προσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμόν, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δύο ἀναγνώσεις, κατ’ ἄρθρον εἶναι ἀπίθανον ὅτι θὰ ἔχῃ πολλὰς συζητήσεις, καὶ ἑπομένως τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἐν τάξει τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον, ἣν ἄλλως, ἐὰν ἐπιμείνῃ, βεβαίως καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν θέλει λάβει. Ἀλλ’ ὑποβάλλω πρότασιν, ἧς ἡ δικαιολογία μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ, καὶ εἶναι πολὺ εὔκολος ἡ δικαιολογία. Εὑρισκόμεθα ἐπὶ ἐδάφους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1911, ἐπὶ ἐδάφους ὅπερ προηγγέλθη εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι τὸ σταθερόν· εὑρισκόμεθα δηλαδὴ ἐπὶ ἐδάφους σαλευομένου. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ σαλευομένου ἐδάφους εἷς ἕκαστος ἡμῶν ἀντιλαμβάνεται ἔχων ὑπ’ ὄψει μακρὸν παρελθόν· διότι ὀλίγον ἢ περισσότερον εἷς ἕκαστος ἡμῶν γινώσκει τὸ παρελθὸν τοῦτο τὸ οἰκονομικόν. Εὑρισκόμεθα ἐπὶ ἐδάφους, ὅπερ γραφικώτατα περιέγραψεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κατακρίνας τὸ παρελθὸν τὸ πρόσφατον εἰς ὃ ἀπέβλεπε, καὶ εὐλόγως· διότι ἐνομίσθη, ὅτι ἔχομεν δυνάμεις καὶ προέβημεν εἰς ἀγαθὰς ἀποφάσεις καὶ προβλέψεις καὶ εἰς ἀγαθοὺς νόμους, οἵτινες ὅμως ἀπῄτουν δαπάνας· αἱ δὲ δαπάναι δὲν ἐπετρέπετο νὰ εὑρίσκωσι τὸ Ταμεῖον πάντοτε πλῆρες. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει) «ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ἂν ἠκολουθήσαμεν μεμετρημένην οἰκονομικὴν πορείαν, σπεύσαντες νὰ προεξοφλήσωμεν οὕτω βιαίως τὸ μέλλον καὶ μὴ ἀναβαλόντες ἐπί τινα χρόνον τινὰς δαπάνας, τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἐν τόσῳ στενῷ προϋπολογισμῷ ὅσον ὁ ἡμέτερος, καὶ ἡ παραμικρὰ αἰτία δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὰς καλλίστας τῶν προβλέψεων». Ἔχει καὶ ἄλλα ἡ ἀγόρευσις, ἀλλὰ μοὶ ἀρκοῦσι ταῦτα. Κατὰ ποίαν ὥραν ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ζητεῖται ἡ ἀναγραφὴ 200.000 δραχμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλεται καθ’ ἣν ὥραν τὸ πᾶν περὶ ἡμᾶς εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ ὅλη ἡ προσοχὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅλη ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως περισπᾶται εἰς ἐκείνας τὰς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας δαπάνας, αἵτινες ἂν δὲν ἔχωσιν ἕτοιμον τὸ δημόσιον ταμεῖον ἵνα ἐκτελεσθῶσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ καὶ πάλιν κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν ἀνέτοιμος, ὅπως αἱ μωραὶ παρθένοι, αἵτινες δὲν εἶχον ἔλαιον διὰ τὸν λύχνον αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ παρόν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται βεβαίως κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ ἀναγνωρίσῃ τί σημαίνει ἓν μηδαμινὸν γεγονὸς ἐν τῇ καθόλου κινήσει τῶν εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων, ἐν τῇ καθόλου κινήσει τῶν ἀνατολικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐν οἷς ταλαντευόμεθα, βασανιζόμεθα, ταλαιπωρούμεθα ἐπὶ δεκάδας ὅλας ἐνιαυτῶν. Ἐγὼ δὲ ἀπέναντι τούτου τοῦ ἐνδεχομένου προέβλεψα λίαν μετρίας αὐτὰς τὰς ἀνακοινωθείσας τότε προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ σήμερον δὲν γνωρίζομεν, ἂν πλησίον τῶν προβλέψεων τούτων τῶν μικρῶν ὑπάρχει τι νέον, ὅπερ ἐνθαρρύνει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβαίνῃ εἰς τοιαύτας δαπάνας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι «ἐπιβάλλεται» εἰς αὐτὸν ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐὰν ἔχῃ χρήματα νὰ εἰσαγάγῃ τὴν πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτε ἐλέγετο τοῦτο ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐκείνην τὴν ὥραν «ἐπέβαλλε» τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ὁ κατόπιν ῥοῦς τοῦ λόγου αὐτοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἐπλανήθην, διότι εἶπεν ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην· καὶ οὕτως ἔχω ἐνταῦθα τὴν ὁμολογίαν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ὑπουργικοῦ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι σύμφωνον εἰς τὴν γνώμην ταύτην, τοὐλάχιστον οἱ τέσσαρες οἱ καὶ παρόντες, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐν ταὐτῷ προσωρινῶς καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ὑπολειπόμενος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πιστεύω, ὅτι εἰς τοιαύτας ἐνοχλήσεις δὲν ἔρχεται.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ὁ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας.
§150Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἆ ναί, τὸν ἐλησμόνησα· ἐγὼ εἶμαι συνειθισμένος εἰς τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα. Λοιπὸν ἔχοντες οὕτω τοὺς Ὑπουργοὺς συμφώνους, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσαγάγωσι τὰς 900.000 δραχμὰς εἰς τὴν μερίδα τῶν δαπανῶν διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, ἔχοντες τούτους συμφώνους ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτούς, πῶς κατελείφθη ἡ Βουλὴ εἰς σκότος ἐπὶ τόσον χρόνον, μὴ γνωρίζουσα τὸν σταθερὸν προϋπολογισμόν, ἐπὶ τοῦ σαλευομένου ἐδάφους, ὅπερ περιέγραψα πρὸ ὀλίγου, μὴ γνωρίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον εἰς ὃν ἔχομεν ὅλοι ἐστραμμένην τὴν προσοχὴν ἡμῶν, διότι ἐκεῖθεν ἀναμένομεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν! Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἀστοχήσῃ θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν κατωφέρειαν, ἐὰν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εὐοδωθῶσιν θὰ ἔχωμεν μεγάλας ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ὅτε ἔρχεσθε καὶ λέγετε πρὸς ἡμᾶς· εἰσαγάγετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 900.000 δραχμῶν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ προϋπολογισμός. Καὶ μήπως ἀγνοοῦμεν μόνον τὸν προϋπολογισμόν;
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἐμφανιζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗτος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ καὶ τὸ βάρος τοῦτο, τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι εὐχερές, θὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ὑπέβαλε προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ φέρῃ τοιαῦτα βάρη.
§152Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ δεύτερον δέχομαι νὰ ἐξετάσω· τὸ πρῶτον δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε ὑμεῖς, διότι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ γνωρίζωσιν εἰς τὴν Βουλήν, τίνα βάρη δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὁ προϋπολογισμός.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελε μᾶς ζητήσει νὰ σταματήσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν προϋπολογισμόν, ἔπρεπε νὰ ὑπακούσωμεν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐμπιστεύεται εἰς ἡμᾶς καὶ θέλει νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλασσομένη νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν, δύναται νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ἀπόψε.
§154ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία καὶ δύναται νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ὑπὲρ ὑμῶν γνώμην αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως μόνον τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἔχομεν; ἡμεῖς ἀπὸ μακροῦ χρόνου δὲν γνωρίζομεν τί συμβαίνει εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι οὐδεμία ἐδόθη ἀφορμὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πρόοδον, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κινήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1911, προϋπολογισμοῦ λίαν ἐνδιαφέροντος, ἐνδιαφέροντος πάντας ἡμᾶς, ἐνδιαφέροντος καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ, ὅστις μετὰ τόσης τρυφερότητος προσήγαγεν αὐτὸν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ μήπως γνωρίζομεν ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1910; Ἐγὼ ἐνταῦθα οὐδεμίαν θέλω νὰ προσάψω κατηγορίαν, διότι δὲν γνωρίζομεν αὐτά, διότι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔληξεν ἡ χρῆσις καὶ ἦτο ἀδύνατον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔχω λόγον νὰ εἴπω, ὅτι εἴμεθα ἐν τελείῳ σκότει, εἴμεθα ἐν σκότει, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ διότι δὲν ὑπῆρξε δυνατόν, νὰ εἶναι ἕτοιμος ὁ προϋπολογισμός. Καὶ ὅμως ἡμεῖς ἐν τῷ σκότει εὑρισκόμενοι, ζητούμεθα νὰ δώσωμεν ἐπὶ τῇ πίστει τῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν 900,000 δραχμῶν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εὐθὺς ὡς φωτισθῶμεν, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ οὐδένα ἔχει λόγον, ὅπως ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν τοῦτο οὕτω πραχθῇ, θέλει εἶναι εὐκολωτάτη ἡ ψήφισις ὑπ’ αὐτῆς ἐν γνώσει τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Προβῆτε, ἔστω, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀφήσατε τὸ σύνολον νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ταῦτα λέγω οὕτως, ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ἔχω πρόθεσιν νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καθ’ ἑαυτό, ἀλλ’ αἰσθάνομαι καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν δεσμευμένοι, καθ’ ἃς ὥρας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσωμεν. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχομεν τότε εὐκολίαν νὰ μὴ κυρώσωμεν τὸ νομοσχέδιον· διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐργάζηται λελογισμένως, καὶ μάλιστα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐγκαταλείπῃ εἰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν νομοσχέδια ἔκθετα, μετὰ τῆς ἐπιφυλάξεως ἐὰν τὰ πράγματα δὲν βαίνωσι καλῶς, τότε νὰ μὴ κυρωθῶσιν εἰς νόμους.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου δὲν θὰ γίνῃ σήμερον, διότι θὰ γίνωσι τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε θὰ ἦτο πρόσφορον νὰ γίγῃ ἡ συζήτησις, ὅταν ψηφισθῇ τὸ σύνολον.
§156ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε νὰ κατέλθω τοῦ βήματος καὶ νὰ ἐπαναλάβω πάλιν ταὐτά, ὅταν ψηφισθῇ τὸ σύνολον; Ἐγώ, λέγω ταῦτα τώρα, ὅπως μεταφέρω αὐτὰ εἰς τὴν ἀρχήν. (Ἱλαρότης). Εἰς τὸ κύριον ζήτημα, Κύριοι, οὐδόλως ἤθελον ν’ ἀναμιχθῶ ἐν τῇ συζητήσει τῆς ὑποθέσεως, διότι ἔχω ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· καὶ παραδόξως κατὰ πάσας τὰς περιόδους τῆς Βουλῆς ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, ὡς προετείνετο, καίτοι ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ δικαστὴς ἐπὶ ἔτη μακρὰ καὶ ἔχω καὶ φίλους δικαστὰς καὶ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τοῦ συνόλου τῆς δικαιοσύνης, ὅπως πᾶς ἀγαπῶν τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον ὡς συνάδελφος ἀνδρῶν, οὓς τιμῶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὰς παρελθούσας περιόδους, ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος μετέσχον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ πάντοτε εὑρέθην κατ’ ἀρχὴν μὲν σύμφωνος ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, ἔργῳ δὲ ἀντίθετος εἰς τὴν αὔξησιν. Εὑρέθην ἐνταῦθα κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὕς, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὁ υἱὸς τοῦ Θρασιβούλου Ζαΐμη ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§157ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ τοὺς ἐφέτας.
§158ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τότε ἐδήλωσα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἤμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν κατεψήφισα αὐτήν, καίτοι δὲν ἐκρίνετο ἐπίκαιρος καὶ πλήρης ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόνοια. Ἐπωφεληθεὶς δ’ ἐκ τούτου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὡμίλησα καὶ περὶ τῆς σὺν τῷ χρόνῳ καταργήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου....
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μηδενισμός.
§160ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, μηδενισμός. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέστη τὴν τύχην ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα φύσημα ὁρμῆς κυβερνώντων τυφλουμένων ὑπὸ τοῦ πάθους κατέρριπτε. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μόνον ἀνεστάλη, ἀλλ’ ἀνεστάλη ὑπὸ τοῦ ἀνδρός, οὗτινος ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπαινέσῃ.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπῄνεσα.
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Τρικούπη.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τότε ἐγένετο διαγωνισμὸς καταργήσεων.
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅ,τι ἐπράξαμεν τότε δὲν ἐπράχθη ἐκ πάθους.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς διεφιλονείκησε τοῦτο.
§166ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἐν ἔτει 1899, ἐνεφανίσθη ὅμοιον νομοσχέδιον καὶ πρέπει νὰ σημειώσητε τὸ ἔτος 1899, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἅπαντες οἱ λογαριασμοὶ τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἐκκαθαρισμένοι χάρις εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 καὶ ἠνοίγετο νέον στάδιον ἐνώπιον ἡμῶν. Ἓν μόνον ἀπῃτεῖτο ἀφ’ ἡμῶν, φρόνησις καὶ περίσκεψις. Ὑπέδειξαν εἰς ἡμᾶς οἱ ἱδρύσαντες τὸν ἔλεγχον, νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων πολὺ μεγαλητέραν τῆς προόδου τῶν ἐξόδων καὶ ὥρισαν εἰς ἡμᾶς νηστείαν καὶ ἀναγκοφαγίαν ἐπὶ πέντε ὁλόκληρα ἔτη. Καὶ ὅμως κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος κατὰ τὸ 1899, εἴχομεν πάλιν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ τότε ἀντέλεξα, καίτοι ὢν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε τότε, ὅτι προέβλεψε δαπάνην μόνον 209,000 δραχμῶν. Ἀπέδειξα ὅμως εἰς αὐτόν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν μὲν ἡ δαπάνη ἴσως ἦτο μόνον 209,000, ἀλλ’ ἔπειτα θὰ ἀνεβιβάζετο εἰς 230,000 καὶ κατόπιν εἰς 240,000 δραχμῶν καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ σήμερον ὁ τελευταῖος προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τοῦ 1911, φέρει τὴν προθήκην τῶν μισθῶν εἰς 240,150 δραχμῶν, ἐνῷ ἔκτοτε καὶ ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ δύο. Καὶ σημειώσατε ὅτι αὗται αἱ 240 χιλιάδες δραχμῶν δὲν εἶναι ἡ μόνη προσθήκη, διότι ὅ,τι ἐντεῦθεν ἐξαλείφεται, εἰσάγεται ἀντιστοίχως εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν συντάξεων οὗτινος τὴν ἁλματικὴν πρόοδον ἐξῇρεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πολλὴ περίσκεψις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἄξιον παντὸς ἐπαίνου, ἀλλ’ ἐμφανίζεται εἰς ὥραν καθ’ ἣν φοβοῦμαι, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ποθεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ὅλη πορεία εἶναι, κατ’ ἐμέ, οὐχὶ ὀρθή, διότι οἱ μισθοὶ οἱ σήμερον ὑφιστάμενοι πάντες, ἐκτὸς τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, εἶναι οἱ μισθοὶ τοῦ ἔτους 1859. Ὁ μόνος κλάδος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ δημοσίου, ὅστις ἔτυχεν αὐξήσεως μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, εἶναι ὁ δικαστικός.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὁ μόνος κλάδος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνταγωνιστὴν τὸ δικηγορικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀπορροφᾷ τὰ περισσότερα κέρδη.
§168ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο θέμα τοῦτο. Ἐγὼ δὲν εἶμαι παντελῶς ἐναντίον τῆς αὐξήσεως· ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐργαζομένη ἐπὶ προγράμματος, κηδομένη τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, ἔχουσα τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐν ἑαυτῇ ἁπάσης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ δι’ ὅλους τὰ πράγματα, καὶ ἂν ἴδῃ ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπαρκεῖ ἵνα ἀνακουφίσῃ ὄχι μόνον τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους, τότε μόνον νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐμπρός. Τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἡ ἀνάγκη εὐρυτέρα, ἥτις τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ, ὅταν ἔχωμεν ἠσφαλισμένας προσόδους μεγαλητέρας. Κατ’ ἀνάγκην σκεπτόμενοι περὶ αὐξήσεως μισθῶν ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὴν θέσιν τῶν ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ στρατοῦ, θέσιν ἀφόρητον, μᾶλλον ἀφόρητον θέλω εἴπει ἐγὼ ἢ ὅ,τι εἶναι ἡ θέσις τῶν δικαστῶν, διότι ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐκστομίσει ποτὲ ἐκεῖνο ὅπερ ἐλέχθη καὶ εἶναι καὶ γεγραμμένον ἐνταῦθα, ὅτι ἡ εὐθύτης τῆς Δικαιοσύνης κεῖται κατὰ λόγον ἀντίστροφον...
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τὸ τοιοῦτον. Διαμαρτύρομαι.
§170Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐλέχθη; δὲν ἐλέχθη γενικῶς, ἀλλ’ ὑπηνίχθη· εἴπετε ὅτι κάμπτεται, κάμπτεται δυστυχῶς....
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηρμηνεύθη. Κάμπτεται ὑπὸ τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ!
§172Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τοῦτο.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης νὰ ὑπογράψῃ τοιοῦτον ἔγγραφον.
§174Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἀντιμετωπίσητε ἄλλας ἀνάγκας, κύριε Πρωθυπουργέ, ἅς, ὅπως καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, καὶ ἡμεῖς ἀντεμετωπίσαμεν ἄλλοτε εἴτε ἐν τοῖς πράγμασιν εἴτε ἔξω τῶν πραγμάτων ὄντες. Καὶ τί ἔχετε νὰ εἴπητε εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγόν, ὅστις μετὰ μισθοῦ 140 δρχ. εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ στολάς, ὄχι στολήν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ τρώγῃ εἰς καπηλεῖα, νὰ μὴ ἐμφανίζηται εἰς μέρη, εἰς ἃ ἐμφανιζομένη ἡ στολὴ αὐτοῦ ἤθελε ζημιώσει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀξιωματικῶν; Τί ἠθέλετε εἴπει πρὸς αὐτόν, ἂν ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς: κύριε Πρωθυπουργέ, τὸ ταμεῖον εἶναι πλῆρες, δίδετε 900,000 δραχμὰς εἰς τοὺς δικαστάς· δότε καὶ εἰς ἡμᾶς ἀναλόγως; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται μεγάλη περίσκεψις. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμηκύνω τὸν λόγον, διότι τὰ πράγματα φωνὴν ἀφιέντα διδάσκουσιν ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσοχή, ὅπως πρὶν ἢ ἐξονυχισθῇ ὁ προϋπολογισμός, μηδὲ λεπτὸν νέον ψηφισθῇ διὰ νόμου, ὅπερ, θέλει τεθῆ ἔπειτα ὡς πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§176Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Δραγούμης δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά. Αἱ ὑποχωρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ διαβάθμισις ἢ μᾶλλον τὰ χρονικὰ διαστήματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσε διὰ τὴν τελικὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς πρώτας αὐτοῦ σκέψεις. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ περὶ τούτου εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη δυσαναλογία, μεταξὺ τῶν μισθῶν τοὺς ὁποίους λαμβάνει μία τάξις ὑπαλλήλων ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους λαμβάνουν αἱ λοιπαὶ τάξεις τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο μίαν πρότασιν ἔχω νὰ κάμω διὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ θέσῃ 700 δραχμὰς διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§177Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου, δὲν ψηφίζεται ἀπὸ αὐτῆς τῆς στιγμῆς καὶ ὁ πίναξ, διότι οὗτος θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδίας συζητήσεως. Εἶναι δὲ φυσικὸν νὰ ζητηθῇ ὁ χωρισμὸς τῆς συζητήσεως. Τὸ ἀναφερόμενον λοιπὸν ὅτι οἱ δικαστικοὶ μισθοὶ αὐξάνουν κατὰ τὸν προσαρτώμενον πίνακα δὲν σημαίνει ὅτι ψηφίζομεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης τὸν πίνακα.
§178Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν νὰ μὴ αὐξηθοῦν δυσαναλόγως ὡς ἐν τῷ πίνακι. Ἑπτακόσιαι δραχμαὶ διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἑξακόσιαι διὰ τοὺς λοιποὺς τοὺς ἐν τῷ ά ἄρθρῳ ἀρκοῦν. Νομίζω ὅμως ὅτι ψηφίζεται ἤδη τὸ σχετικὸν τμῆμα τοῦ πίνακος, διότι ψηφιζομένου τοῦ 1 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει: «προσδιοριζόμενος κατὰ τὸν ἐν τέλει τοῦ παρόντος νόμου καταχωριζόμενον πίνακα» ψηφίζεται καὶ τὸ τμῆμα τοῦ πίνακος. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως εἶναι ἀληθὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ψηφίζεται πίναξ, τότε ἤθελον παρακαλέσει νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ πίναξ καὶ διανεμηθῇ κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τυπωμένος εἶναι.
§180Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τυπωμένος εἶναι, ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη ἡ τροπολογία σας.
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ἐλέησον!
§182Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀμήν!
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω γνωστὸν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν πίνακα ἔφερε τὰς ἑξῆς ἀλλοιώσεις: 3) Ἀρεοπαγῖται κατ’ Ἀντεισαγγελεὺς Ἀρ. Πάγου κατὰ τὸ 1914 ἀντὶ 675 δραχ. 650. 4) Ἐφέται καὶ Ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν, πρόεδροι καὶ Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν κατὰ τὸ 1913 500, κατὰ τὸ 1914, 525 ἀντὶ 600. Αὗται αἱ μεταβολαὶ ἐπῆλθον εἰς τὸν πίνακα.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μεταβολῶν αὐτῶν δύνασθε νὰ συζητήσητε. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν ὅπως ὁ πίναξ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τοῦ τέλους καὶ ψηφισθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν νομίζωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅτι θέλουσι νὰ ψηφίσωσιν.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς συναφὴς πρὸς τὸ ἄρθρον.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω πως θὰ ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε. Μετὰ τὸ 1 ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ. Δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως.
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μόνον ὡς compliment τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δύναμαι νὰ ἐκλάβω τὴν ἀπάντησιν μόνον εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἔθιξα πολλὰ σημεῖα, καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἔθιξαν τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔθιξα, ὥστε τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον νὰ ἐπολεμήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἀλλὰ πολὺ περισσότερον καὶ ἴσως καὶ σοβαρώτερον παρ’ ἄλλων συναδέλφων. Ἀλλὰ ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν στιγμὴν τῶν τρυφεροτήτων μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προχθές, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἔλεγχος ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀπηυθύνετο πρὸς αὐτόν, διότι ἐζήτησε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἥτις, ὅπως καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνέπτυξεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ πολὺ ἀκαταλλήλως ἔφερε τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἕν, κύριοι Βουλευταί, τῶν κυριωτέρων ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ὅτι ἐὰν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἐφρόντισεν ὅμως ὅπως διὰ τὴν δικαιοσύνην προκύψωσι τοιοῦτοι πόροι, ὥστε νὰ καλυφθῶσι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως. Τὸ τοιοῦτον πόσον εἶναι σφαλερὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐπετρέπετο αἱ ἐκ κλάδου τινὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας πρόσοδοι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν κατ’ ἐξαιρετικὸν λόγον αὔξησιν τοῦ ἰδίου κλάδου, θὰ ἐπετρέπετο ὅπως τὸ ἔνσημον, τὸ ὁποῖον προσκολλᾶται εἰς τὰ βιβλία τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τοῦ ἐνσήμου τούτου, διατίθηται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν παλαιῶν οἰκονομικῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν νέων· τοῦτο ἀφορᾷ τὴν καταδίκην τοῦ παλαιοῦ συστήματος ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν χαρακτηρίζει νῦν ἡ ὁλοκληρωτικότης, καθ’ ἣν εἰς μίαν μερίδα ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα, ἀδιάφορον ἐκ ποίας πηγῆς προκύπτουν ταῦτα, καὶ εἰς ἄλλην τὰ ἔξοδα διὰ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν δικαιοσύνην παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο αὕτη χωριστὸς κλάδος καὶ ἀπενέμετο, οὕτως εἰπεῖν, ἐργολαβικῶς· αἱ πρόσοδοι τῆς δικαιοσύνης διατίθενται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι καὶ ἐὰν δὲν προέκυπτεν οὐδὲν ἐκ πόρου σχέσιν ἔχοντος πρὸς τὴν δικαιοσύνην, τὸ Κράτος θὰ ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, ἀξίαν τοῦ προορισμοῦ του, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν ὅτι καθόλου δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἡ δικαιολογία τῆς αὐξήσεως ἐξ ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὑπέδειξε πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ πηγῶν ἐχουσῶν σχέσιν μὲ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔθιξε καὶ ἄλλο ζήτημα—ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων ζητημάτων τῆς δημοσιονομίας—ἔθιξε τὸ ζήτημα καθ’ ὃ μία Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλληται εἰς ὡρισμένας δαπάνας ἀσχέτως πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὑποστηρίζει πρὸ παντὸς ὁ διαπρεπὴς Γάλλος οἰκονομολόγος Lerois Beaulieu ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει ὀλίγους ὀπαδοὺς ἡ θεωρία αὕτη, ὑπῆρξαν οἰκονομολόγοι Κρατῶν πλουσίων οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὴν θεωρίαν ταύτην ὡς ὀλεθρίαν.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ ὡρισμένας ἀνάγκας ὄχι.
§191Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ καλύψῃ ὡρισμένας δαπάνας, ἀλλ’ ἔχει συγχρόνως καθῆκον νὰ φροντίσῃ πόθεν θὰ προκύψωσι τὰ τοιαῦτα ἔξοδα· ὅτε δὲ Κράτη πλούσια, τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καταργοῦσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν φόρους, νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωσι μόνον εἰς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, πολὺ περισσότερον ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία δὲν προέβη εἰς καμμίαν κατάργησιν φόρων ἀλλὰ εἰς αὔξησιν φόρων, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία καταργεῖ φόρους. Καὶ ποτὲ δὲν ἔθεσεν ὡς ἀρχὴν τοιαύτην, ὅτι θὰ ψηφισθῶσι πρῶτον τὰ ἔξοδα καὶ εἶτα θὰ κανονισθῶσι τὰ ἔσοδα. Βεβαίως δύναται ἓν Κράτος πλούσιον ὡς ἡ Ἀγγλία νὰ ἐφαρμόσῃ μίαν τοιαύτην πολιτικήν, διότι ἀρκεῖ νὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος κατὰ μίαν δεκάραν εἰς τὴν λίραν καὶ θὰ καλύψῃ ὅλας ἐκείνας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπαιτηθῶσι δι’ οἱανδήποτε αὔξησιν δαπανῶν· ὅταν τὸ κράτος δὲν τολμᾷ νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν τῶν ἐσόδων ἀναλόγως τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἔχει ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰ δύο αὐτὰ κονδύλια, τότε μόνον ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους εἶναι ὑγιής. Εἶναι δυνατὸν καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον νὰ συμβουλεύῃ τις πολλὰ πράγματα, εἶναι εὔκολον νὰ ἀξιοῖ τις εἰς ἕνα, ὅτι πρέπει νὰ κάμνῃ ταξίδια, νὰ μελετήσῃ λαούς, νὰ ἴδῃ ἄλλα μέρη καὶ νὰ σπουδάσῃ, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ τὸ πρὸς τοῦτο εἰσιτήριον θὰ καταλάβῃ ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἶναι τι καλόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ τὰ μέσα νὰ τὸ ἐπιτύχῃ· τούτων οὕτως ἐχόντων θὰ μοῦ εἴπητε ὑπαρχούσης πράγματι ἀνάγκης, δὲν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἐκ τῶν ὑστερημάτων του; Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δικαιοσύνη ἔπρεπε νὰ εἶναι λιμώττουσα· μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ νὰ δώσῃ ἐκ τῶν ὑστερημάτων του. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀνέπτυξα καὶ ἐγὼ ὡς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάγκη δὲν παρίσταται καὶ ὄχι μόνον δὲν παρίσταται ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ κατὰ ὕστατον λόγον διὰ τούτους ἐν σχέσει πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δημοσίους λειτουργούς. Οἱ δικασταὶ δὲν λιμώττουσιν. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλη τάξις δημοσίων λειτουργῶν, διεξάγουσα σπουδαῖα ἔργα· ἡ τάξις αὕτη λιμώττει. Καὶ ἐμνημονεύθη ἐνταῦθα ἡ κατάστασις τοῦ χωροφύλακος· καὶ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἀμείβεται καὶ ἀπόδειξις τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι ὅτι οἱ χωροφύλακες φεύγουσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ πρὸς τὸν δικαστικὸν κλάδον εἶναι ἀθρόοι οἱ προερχόμενοι. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος καλῶς ἀμείβεται ἀναλόγως τοῦ ποιοῦ ἐκ τοῦ ὁποίου τροφοδοτεῖται. Ἀλλ’ ἀφοῦ θίγομεν τὸ ζήτημα τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους δὲν ἔχει τὸ κράτος ἆρά γε μεγαλητέραν ἀνάγκην ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἐχθρὸς ἀπειλεῖ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους; Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀρκετὰ ὅπλα, διότι ἔχει μόνον 100,000 τοιαῦτα, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ εἶναι κατεστραμμένα, Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει 36 μόνον πυροβολαρχίας δὲν δικαιοῦται νὰ προβαίνῃ εἰς ἐτησίαν δαπάνην 1,500,000 ὅταν διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ κεφάλαιον ἐκ 30 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκάλυπτε τὰς ἀνάγκας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Εἶναι ἄλλη ἀνάγκη ἐπιτακτικωτέρα, εἶναι ἀνάγκη τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, εἶναι ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία εἶναι ἀδιάφορος εἰς τὴν ἀσθένειαν τῶν κατοίκων, ὅταν ἑκατοντάδες πληθυσμοῦ διέρχωνται τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους ἐν ἀσθενείᾳ, ὅταν ἑκατοντάδες ἐκπατρίζωνται, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐπιτακτικὴν μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὕτω πως ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς ἡμᾶς, Κύριοι. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ προηγεῖται ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἢ προηγεῖται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Ἐὰν ἔθετον τοιοῦτο ζήτημα ἤθελον λάβει ἀπαραιτήτως τὴν ἀπάντησιν, ὅτι προηγεῖται ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προηγηθῇ αὕτη καὶ ἔπειτα νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς παρέχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καλλιτέρευσις τῆς δικαιοσύνης. Θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ εὐτυχής, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ θὰ ἐπέλθωσι καὶ πρῶτος θὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους παρουσιάσῃ ὀλιγωτέρας οἰκονομίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ θὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι πρέπει νὰ ἰσοφαρίσωσι τὰς δαπάνας εἰς ἄλλους κλάδους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προσέθεσε πρὸς δικαιολογίαν τῶν διαφόρων δαπανῶν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ὁδοιπορικῶν, νομίζω δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀδικία, εἶναι δὲ μᾶλλον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου παρὰ ὑπὲρ αὐτοῦ. Οἱ μετατιθέμενοι ὑπάλληλοι μὴ λαμβάνοντες τὰ ἔξοδα εὑρίσκονται ἐν ἥσσονι μοίρᾳ πρὸς τοὺς προνομιούχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετατίθενται, ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει καὶ ἀπόσπασις ὁ δικαστὴς θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Πολιτείας, διότι μία μετάθεσις εἰς μεμακρυσμένον μέρος εἶναι τιμωρία δι’ ἕνα δικαστήν, ὅστις δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ. Ἀλλὰ μᾶς ἀνέφερεν ὅλα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι προβλεπτικά, εἴπομεν δὲ ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ ἴδωμεν αὐτὰ καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐξήσεως. Τὴν ἑσπέραν ταύτην μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν νόμον περὶ ἐνσήμου.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ προβλέψεις μου τὴν ἑσπέραν ταύτην στηρίζονται εἰς εἰλημμένους νόμους.
§193Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἴχετε ὑπ’ ὄψει καὶ πρόσοδον ἐκ τῆς τοιαύτης πηγῆς.
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ὑπολογίζω διόλου ἂν ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ψηφίσῃ.
§195Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν βεβαίαν αὔξησιν καὶ μένομεν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐλαττώσεως. Εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν μεγαλητέραν δυσκολίαν νὰ ἐλαττώσῃ τὰ πρόσωπα ἀπὸ τὴν δυσκολίαν, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῇ τοῦ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Δικαστηρίων. Ἡ ἐλάττωσις τῶν προσώπων εἶναι δυσκολωτέρα τῆς ἐλαττώσεως τῶν Δικαστηρίων. Καὶ ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν μὴ ἐνδεχομένην αὔξησιν τοῦ ποσοῦ διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν Εἰρηνοδικῶν εἰς πρωτοδίκας, διότι εἶπεν ὅτι ἕως δέκα θέσεις κατ’ ἔτος θὰ αὐξάνωσιν. Ἀλλ’ οἱ νέοι εἰρηνοδῖκαι εἶναι ὅλοι ἐγγράμματοι, οἱ νέοι εἰρηνοδῖκαι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἔχουσι δικαίωμα νὰ γίνωσι πρωτοδῖκαι καὶ εἶναι πολὺ εὔκολον ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος οἱ παλαιοὶ εἰρηνοδῖκαι νὰ ἐξέλθωσι διὰ φυσικοῦ μέσου, οἱ δὲ νέοι διὰ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πρωτοδίκου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, ἐπαναλαμβάνω, πότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ κακὸν αὐτό, διότι ὡς κακὸν πρέπει νὰ τὸ χαρακτηρίσω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας. Τὸ κακὸν αὐτὸ θὰ ἐπέλθῃ μίαν ἡμέραν καὶ ἡ ἐλπίς, ὅτι μία Κυβέρνησις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τοὺς σταματήσῃ, εἶναι πολὺ δύσκολος, διότι εἶναι δύσκολον νὰ καταργηθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος θεραπεύει προσωπικὰς ἀνάγκας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέθεσεν εἰς τὰς τόσας καὶ τόσας δικαιολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀπέναντι τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται περισσότερον. Καὶ λέγω εἰς αὐτόν, ὅτι ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται εἶναι οἱ τραπεζικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται διπλασίως καὶ τριπλασίως ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, δὲν ἕπεται δὲ ἐκ τούτου ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους νὰ προσέλθῃ αὔριον καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην αὔξησιν.
§196Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως τὰ κέρδη τῶν δικηγόρων δὲν ὑπολείπονται τῶν κερδῶν τῶν δικαστῶν, ἐξ ἄλλου ὅμως οἱ δικηγόροι ὀφείλουσι νὰ ἀποταμιεύσωσι, διὰ νὰ ἔχωσιν ἓν κεφάλαιον διὰ τὰ τέκνα των, ἐν ᾧ ἡ Πολιτεία ἐξασφαλίζει τὰ τέκνα τῶν δικαστῶν ὡς καὶ τὸ γῆρας αὐτῶν...
§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως τὰ ἐπιχειρήματα περὶ αὐξήσεως τῶν προσόδων θὰ εἶχον τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ παραλλήλως πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ συνεπαγάγωσιν αὔξησιν ἐσόδων. Ἡ δικαιοσύνη δὲν θὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεκάλεσε τὴν δικαιοσύνην ἕνα αἰώνιον ἄρρωστον.
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπεκάλεσα.
§200Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν παρωμοιώσατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τὸν αἰώνιον ἀσθενῆ ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ἑνὸς μέλους τοῦ Σώματος θὰ χειροτερεύσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ἀπὸ τῆς κλινικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται εἶναι φόβος νὰ περιέλθῃ εἰς τὸν θάνατον.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, εὐφροσύνην, ἀλλὰ καὶ ὑπερηφάνειαν, διότι τόσον καὶ διὰ μακρῶν καὶ διὰ σοφῶν ὡς συνήθως ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος ἀνέπτυξε ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ἡμερῶν ἐπέμεινα, διότι εἶναι ἀναμφίβολον, σφοδρῶς ἀμφιβάλλω ἂν ποτὲ τὸ ἀντίθετον συνέβη, εἶναι ἀναμφίβολον, λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀπαιτῇ μία Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ νομοσχέδιον ἀπαιτοῦν δαπάνας, δαπάνας μάλιστα κολοσσιαίας, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὴν φορὰν ταύτην πρόχειρον ὑπῆρξε τὸ σόφισμα, τὸ σόφισμα ἢ ἡ μὴ κατανόησις, ἡ βαθεῖα κατανόησις τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἄν, λέγουσιν, ἐμπιστεύηται τὴν Κυβέρνησιν ἡ πλειονοψηφία, θέλει ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγκρύπτει μέρος τῆς ὅλης αὐτῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐμπιστεύηται ἡ πλειονοψηφία, κύριοι Βουλευταί, καὶ νὰ μὴ συζητῇ ἡ πλειονοψηφία, πρέπει νὰ συζητῇ ἡ ἀντιπολίτευσις, νὰ ἐξονυχίζῃ καὶ ἐξετάζῃ καὶ ἐρευνᾷ εἰς τὸ βάθος τὰ μέτρα τὰ Κυβερνητικά. Ὅταν δὲ θὰ κατορθώσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ πείσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς θὰ παύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ὀπωσδήποτε ἔχει μελετήσει εἰς τὸ βάθος αὐτῶν τοὺς θεσμοὺς τοὺς κοινοβουλευτικούς, τὸ Κοινοβούλιον δὲν διαιρεῖται εἰς στρατόπεδα ἐχθρῶν, τὸ Κοινοβούλιον εἶνε μὲν διῃρημένον κατὰ κόμματα, ἐν τούτοις ἐν τῇ ὁλότητι αὐτοῦ συμπράττει καὶ συνεργάζεται. Ἄν ἡ πλειονοψηφία, εἶναι ἡ δύναμις ἡ πολιτική, ἡ μειονοψηφία, ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἡ γνώμη ἡ πολιτική, εἶναι τὸ φῶς τὸ πολιτικόν. Πῶς θέλετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας ὅταν δὲν δίδητε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὰ μέσα νὰ διαφωτίσῃ αὐτήν; Ἐμπιστεύεται ἡ πλειονοψηφία τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐμπιστεύεται, διότι ἡ πλειονοψηφία δικαιοῦται καὶ ἴσως πρέπει νὰ μὴ πιστεύῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῆς ἐφ’ ὅσον ταῦτα δὲν τὰ ἔχει ἐπισήμως ἀποδεδειγμένα· καὶ τοιαύτην ἐπίσημον ἀπόδειξιν θὰ εἶχεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν εἶχεν αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Ἀμφιβάλλω, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, σφοδρότατα ἀμφιβάλλω ἄν ποτε ἅπαξ κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβη τοιοῦτό τι, νὰ προσκομισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ἀπαιτοῦν δαπάνας ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀναμφισβητήτως, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήγγειλεν ἀπόψε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤρχισεν ἀσχολούμενος καὶ εἰς μελέτας δημοσιονομικάς. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ νομίζω, ὅτι ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ τὰς νεωτέρας αὐτοῦ μελέτας, διότι ἀναμφιβόλως δὲν συνεπλήρωσεν αὐτάς, ἢ τοὐλάχιστον δὲν τὰς ἔχει διηκριβωμένας ἀκόμη. Δὲν ἐγνώρισε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ποῖον ἐκεῖνος ὁριστικῶς ἔχει ταχθῆ στρατόπεδον, ἄν, τοὔτ’ ἔστι, φρονῇ, ὅτι κατὰ κανόνα πρέπει Κράτος τι νὰ δαπανᾷ ἀναλόγως τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, ἢ ἂν πρέπῃ καὶ νὰ ἀναγράφῃ δαπάνας ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, καίπερ δὲν ἐγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁριστικὴν αὐτοῦ γνώμην, ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπάρχει τις ἐγκύρως ἀποφαινόμενος ἐπὶ τῶν δημοσιονομικῶν ζητημάτων, ὅστις νὰ μὴ διδάσκῃ, ὅτι κατὰ κανόνα αἱ δαπάναι πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὰ ἔσοδα ἑνὸς Κράτους, κατὰ κανόνα μία Κυβέρνησις ὁσάκις προσάγει νομοσχέδιον ἀπαιτοῦν δαπάνας πρέπει νὰ ὑποδεικνύῃ ῥητῶς, σαφῶς καὶ ὡρισμένως πρὸς τὴν Βουλήν, πῶς θέλει καλύψῃ τὰς δαπάνας ἐκείνας. Ἐξαιρέσεις εἶναι ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλονται δαπάναι, ἀνεξαρτήτως τῶν κανόνων τούτων, ἀνεξαρτήτως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ λαοῦ. Ἀναγνωρίζονται βεβαιότατα περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ, μεγάλῳ ἢ μικρῷ καὶ εἰς τοιαύτας περιπτώσεις θέλει προσπαθήσῃ νὰ εὕρῃ τοὺς πόρους τῶν δαπανῶν ἐκείνων ὁποθενδήποτε καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀλλὰ ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐξαιρέσεις, δὲν εἶναι ὁ κανών, ὅστις πρέπει νὰ διέπῃ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἑνὸς Κράτους, καὶ μάλιστα Κράτους, ὅπερ, ὡς τὸ ἡμέτερον, εὑρίσκεται, ὡς εἶπεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, ἐπὶ σαλευομένου ἐδάφους, καὶ μάλιστα Κράτους, ὅπερ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῶν κοινωνικῶν οἰκονομικῶν τὰ δύο πέμπτα κατ’ ἔτος, ἵνα τὸ μεῖζον αὐτῶν μέρος δαπανᾷ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πραγματικότητος, κύριοι Βουλευταί. Εἶναι, λοιπόν, τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν; Ἐὰν δὲν αὐξήσωμεν τοὺς δικαστικοὺς μισθοὺς ἀπειλεῖ κίνδυνός τις τὸ Κράτος; Ἢ καὶ ἄλλως, ἐὰν αὐξήσωμεν τοὺς δικαστικοὺς μισθούς, θὰ παύσῃ νὰ σαλεύηται τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος τοῦ Κράτους εὐθὺς ἀμέσως; Ναί, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐὰν θέλητε, λέγει, νὰ ἀποκτήσητε δικαιοσύνην ἀπρόσκοπτον, δικαιοσύνην ταχεῖαν, δικαιοσύνην ἀσφαλῆ, —νομίζω ὅτι εἶναι αἱ τρεῖς λέξεις, ἃς μετεχειρίσθη—πρέπει νὰ αὐξήσητε τοὺς μισθούς, μὴ ἀποβλέποντες εἰς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, μὴ ἀποβλέποντες εἰς τὴν δύναμιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ ἀποβλέποντες εἰς οὐδὲν ἄλλο. Πρέπει νὰ αὐξήσητε τοὺς δικαστικοὺς μισθούς. Καὶ λοιπόν, λέγομεν ἡμεῖς, ἐὰν δὲν αὐξήσωμεν τοὺς δικαστικοὺς μισθούς, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ἀπρόσκοπτον, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ταχεῖαν, μάλιστα δὲ δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ἀσφαλῆ; Ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε νὰ διπλασιάσωμεν τοὺς δικαστικοὺς μισθούς· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ, ἀπορῶ πῶς εὑρίσκει δικαιολογίαν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μένῃ ἀπὸ πλέον τοῦ ἔτους εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν μένει. Ἀλλὰ ἐλάχιστος εἶναι ὁ παρελθὼν χρόνος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ ζωηρότητος μοναδικῆς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «ἡ Δικαιοσύνη ἡ Ἑλληνικὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος καὶ τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος». Δικηγόρος, καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ ἀναμνησθῶ δόγματος, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅπερ ἀνεκήρυξεν ὁ μεγαλήτερος ἴσως ἱστορικὸς τῶν νεωτέρων χρόνων, καὶ πολιτικὸς δεινός, ὁ Μακώλεϋ, εἰπών, ὅτι κατὰ κανόνα ἀποτυγχάνουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν οἱ ἐπὶ μακρὰ ἔτη εὐδοκίμως ἀσκηθέντες εἰς δικανικὰ ἔργα καὶ καθήκοντα. Διότι φαίνεται, οἱ μὲν δικασταὶ συνηθίζουσι πολὺ νὰ προσκολλῶνται εἰς τοὺς τύπους, οἱ δὲ δικηγόροι ἀσχολοῦνται παρὰ πολὺ εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίζωσιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου μέρους τὴν ὑπόθεσιν. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τὴν ὑπόθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔλεγεν ἡμῖν, ἐὰν κατά τι μέρος αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστῶν, οὕτω μόνον θὰ ἔχητε δικαιοσύνην ταχεῖαν, ἀπρόσκοπτον, ἀσφαλῆ. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο ἦτο ἀληθές, βεβαιότατα πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοί. Ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἡ δικαιοσύνη;
§202Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Θὰ ὑπάρχῃ λόγος τις βελτιώσεως;
§203Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς τῆς ἁπλῆς βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης ἀναμφιβόλως δὲν ἐπιτρέπει δαπάνας τοιαύτας, χωρὶς νὰ καταβληθῇ ἡ ἐλαχίστη προσπάθεια πρὸς οἰκονομίας ἐξ ἀντιθέτου, ὁ λόγος τῆς βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης, τό γε νῦν ἔχον, ὅτε ἐπὶ σαλευομένου εὑρίσκεται τὸ Κράτος πολιτικοῦ ἐδάφους, ὅτε ἀναμένομεν τὴν σύνταξιν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, διὰ τὸν ὁποῖον δαπανῶνται δεκάδες χιλιάδων δραχμῶν, ὅτε δὲν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὅτε εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις ἀπὸ γενικωτέρας καὶ εἰδικῶς ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ὑπὸ περιστάσεις ἐξωτερικάς, διὰ τὰς ὁποίας δικαιολογούμεθα νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ταραχῇ ἀπεριγράπτῳ, βεβαίως ὁ λόγος τῆς βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης σήμερον, ὅτε δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσορροπήσωμεν ὑπὸ τὰς ἐπόψεις ταύτας, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος. Καὶ μάλιστα δέ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, βεβαίως δὲν δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἵνα καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως φέρωμεν μίαν τινὰ ἐχθροπάθειαν μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, καὶ μίαν ἀπογοήτευσιν εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν, καὶ μίαν διαταραχήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ σημαίνῃ αὐστηρὰν προσήλωσιν καὶ προσήκουσαν ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἵνα ἐντελῶς ἀντιληφθῇ ἡ Βουλή, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, ἤρχισεν ἀσχολούμενος καὶ ἐπὶ δημοσιονομικῶν θεμάτων, θὰ προχωρήσω ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τὴν βραχεῖαν, διότι βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπείγομαι νὰ κατέλθω τοῦ θέματος, τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ. Θὰ ἔχῃ καὶ μίαν οἰκονομίαν λέγει πρὸς ἡμᾶς, μίαν οἰκονομίαν ἐκ τῶν ἐνοικίων τῶν διαφόρων δικαστικῶν καταστημάτων καὶ φυλακῶν. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ φυλακῶν. Ἀνεγείρων δικαστικὰ καταστήματα θὰ ἀπαλλάσσῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐνοικίου αὐτῶν, θὰ καταβάλλῃ ὅμως τὸ τοκοχρεολύσιον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θὰ συνομολογηθῶσιν. Ἐν τῷ ἀμέσως δὲ προσεχεῖ χρόνῳ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀσφαλὲς ἀποτέλεσμα; Τίς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἀνεγειρομένων δικαστικῶν καταστημάτων καὶ φυλακῶν καὶ ἀντιλαμβανομένων τῶν κατοίκων μιᾶς πόλεως ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ παύσῃ ἡ ἐνοικίασις ἰδιωτικῶν καταστημάτων, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις ἐνοικίων θὰ εἶναι πλέον ἢ ὑπερβολικαί; Τίς δὲν θέλει σπεύσει νὰ ἐνεργήσῃ ἔτι, ἵνα παύσῃ ἡ μίσθωσις τοῦ οἰκήματός του, ὅπως τὸ ἐνοικιάσῃ; Τίς δὲν θέλει φοβηθῆ νὰ ἐνοικιάσῃ διά τινα ἔστω μόνον χρόνον ὡς δικαστήριον ἢ φυλακὴν τὸ κτίριον αὐτοῦ, ὅπερ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως θὰ καταστήσῃ ἐρείπιον; Τίς θέλει ἀναλάβει τὴν μεγάλην ποσότητα τῶν δαπανῶν, πρὸς βελτίωσιν συνήθως ἀπαιτουμένην, τῶν καταστημάτων ἐκείνων, πρὸς ἐπισκευὴν σπουδαιοτάτην πολλάκις, ὅταν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀνέγερσις δικαστικοῦ καταστήματος ἢ φυλακῆς καὶ θὰ λήξῃ ἀποτόμως ἡ μίσθωσις; Τοῦτο θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον. Ἀλλὰ μᾶς ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς κέρδη ἐκ τῶν φυλακῶν, δυνάμει νόμου, ὅστις, τὸ ἔλεγον καὶ ὅτε συνεζήτουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅστις, κατὰ τρόπον κωμικόν, θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν διὰ νόμου! δυνάμει, λέγω, νόμου, ὅστις τὴν πλήρη αὐτοῦ ἐφαρμογὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ πρὶν παρέλθωσιν ὁλόκληροι δεκαετηρίδες! Καὶ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀνορθώσεως, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, «στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ μέλλοντος ἀναλάβετε εὐφροσύνως καὶ ἐνθουσιωδῶς τὰ βάρη τοῦ παρόντος!». Διότι ἐλπίζει νὰ ἔχῃ κέρδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ 20 ἢ 30 ἔτη, διὰ τοῦτο λέγει πρὸς ἡμᾶς: «τό γε νῦν ἔχον πληρώσατε 1,000,000 δρ. ἐπὶ πλέον!». Ποῖα δὲ τὰ κέρδη αὐτά; Ἔχομεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν φυλακῶν; Διὰ νόμου θὰ ἐφαρμοσθῇ. Γινώσκει τις ἐξ ἡμῶν πόσαι αἱ ἀνεγερθησόμεναι φυλακαί; Πόσαι θὰ εἶναι αἱ θέσεις, οἱ μισθοὶ καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι; Πῶς ἀποφαίνεται ἀσφαλῶς ὅτι θὰ ἔχῃ κέρδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Διὰ ταῦτα λέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀναγγελίαν τῶν πορισμάτων ἐκ τῶν προσφάτων αὐτοῦ δημοσιονομικῶν μελετῶν. Ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν πρὸ ἡμερῶν τῶν περιφήμων ἀντικρυσμάτων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀπάντησις, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ὑπῆρξεν ἀπάντησις, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἐπιβεβαίωσις τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν, διότι οὔτε μίαν λέξιν εἶπεν ἀληθῆ, διὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν, ὅτι διὰ τῶν παραιτήσεων ἀπὸ τῶν ἐγκλήσεων θὰ ἔχῃ προσόδους ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτό τι, ὅτι θὰ ἔχῃ προσόδους ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔχῃ βεβαίως ζημίαν, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ λέξις, θὰ ἔχῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Διότι οὐχὶ μόνον αἱ παραιτήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ κατ’ ἐλάχιστόν τι μέτρον νὰ ὑπερβαίνωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ παραιτήσεων εἶναι ὀλιγώτεραι ἀναμφισβητήτως αἱ καταβαλλόμεναι δαπάναι, διότι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ παραίτησις, θὰ ἐπηκολούθει ἡ δίκη, θὰ ἐπηκολούθει ἡ καταδίκη καὶ ὁ καταδικαζόμενος θὰ εἶχε νὰ καταβάλῃ καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἀποφάσεως, ἥτις γράφεται, ὡς ἔλεγον καὶ προχθές, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου καὶ πληρώνεται ἀντὶ ὀκταδράχμου. Τὰ περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς καὶ ἐκεῖνα ἁπλῶς προσεπάθησε νὰ τὰ βεβαιώσῃ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οὐχὶ μόνον εἰς τὸ μέλλον, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη θὰ ἔχῃ ἔσοδα 160.000 δρ. ἀφοῦ διὰ νὰ ἔχῃ τοσαῦτα ἔσοδα ἀπαιτεῖται νὰ καταδικασθῶσιν 3.000 ψευδεῖς μηνυταὶ κατ’ ἔτος; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ὅτε ἤρχισεν ὁ νόμος ἰσχύων, τοῦ ἔτους 1911 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1912 θὰ καταδικασθῶσιν εἰς καταβολὴν τῶν ἐξόδων 3000 ψευδεῖς μηνυταί; Εἶναι διπλάσιοι οἱ καταδικαζόμενοι; Τί ἀπομένει ἑπομένως ἐκ τῶν ἀντικρυσμάτων ἐκείνων; Οὐδέν, ἀπολύτως οὐδέν· διότι ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐρημοδικιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἐπὶ μίαν στιγμήν, οὔτε σήμερον ἀντελήφθην νὰ ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου θὰ ὑπάρχῃ ἔσοδον. Αἱ ὑποθέσεις, αἵτινες ἐδικάζοντο καὶ θὰ δικάζωνται· ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν ἐγίνοντο πρότερον περισσότεραι ἀναβολαὶ καὶ περισσότεραι ἐρημοδικίαι· τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι ὅσαι ἐδικάζοντο τελεσιδίκως εἰς τὸ παρελθὸν αὐταὶ ἐκεῖναι εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ δικαζόμεναι καὶ σήμερον καὶ αἱ δικασθησόμεναι εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῶσιν ἔκ τινος νόμου ὑποθέσεις· αἱ ὑποθέσεις ὑπάρχουσι, διότι ὑπάρχουσι· καὶ ὑπάρχουσι, διότι ἐγένοντο ἀξιόποινοι πράξεις· λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἴχομεν κατ’ ἔτος μυριάδας ὅλας ἐρημοδικιῶν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀνεκόπτοντο αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις καὶ διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ ἀνακοπὴ ἔπρεπε νὰ καταβληθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐρημοδικίας, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων καὶ οὐχὶ αὔξησιν. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἀντικρύσματα αὐτὰ ἐξανεμίζωνται, ὅταν τὸ ἔδαφος τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν σαλεύηται, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πένηται, ὅταν τὰς δαπάνας τὰς ἄλλας τὰς αὐξάνωμεν κατὰ ἑκατομμύρια, ὅταν ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔδωκε ῥητὴν ὑπόσχεσιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἓν τῶν μελημάτων αὐτῆς θὰ εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν σημαίνει τὴν ὑγείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν στατιστικάς, αἵτινες βεβαιοῦσιν ὅτι εὑρέθησαν σχολεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις οἱ μαθηταὶ ἔπασχον κατὰ 50, 60, 80 καὶ 90% ἐξ ἑλωδῶν πυρετῶν, ὅταν ἔχωμεν τόσας ἐπειγούσας ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνει μέριμναν ἡ Κυβέρνησις, πρόκειται νὰ ἀπολεσθῇ ἡ Ἑλλάς, ἂν ἐπιβραδυνθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ αὔξησις τῶν δικαστικῶν μισθῶν; Δὲν εἶναι ἀνάγκη, βεβαιότατα, καὶ ἀποτελεῖ περιττολογίαν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύξαμεν, ἐπιτρέψατε ὅμως νὰ ἐπαναλάβωμεν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑπῆρξεν ὑπερβολικὴ ἡ πίστις, ἥκιστα πολιτική, πλέον ἢ ἥκιστα κοινοβουλευτικὴ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ὑπῆρξεν ὑπερβολικὴ ἡ αἰσιοδοξία ἡ καταλαβοῦσα ὑμᾶς καὶ εἶναι ἀκατάσχετος ὁ κατήφορος —ὁ Θεὸς νὰ μᾶς διαψεύσῃ— πρὸς οἰκονομικὴν καταστροφήν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐστηρίζοντο ἐπὶ μιᾶς ἰδέας, τὴν ὁποίαν δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ καὶ ἐπὶ μιᾶς οἰκονομικῆς θεωρίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος. Ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία διέπνεε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, ἐὰν δὲν γίνῃ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ὡς προτείνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εὐλόγως ἐξεφράσθη ἡ ἀπορία, πῶς τοιαύτην τινα ἰδέαν ἠδυνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν ὑπῆρξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ μέχρι θαυμασμοῦ συνήγορος τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε κατεφέρθησαν κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ ἐζήτησαν τὴν ἄρσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ἡ δικαιοσύνη ἐκ τῶν ἀναξίων λειτουργῶν αὐτῆς, δὲν ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν πολλάκις παρουσιάζῃ ἡ δικαιοσύνη ἐλλείψεις, βεβαίως αἱ ἐλλείψεις αὗται δὲν εἶναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέπηται νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ ὅτι διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν δικαιοσύνην εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν κατὰ τὸ ½ ἢ κατὰ 30 ἢ 20 ἑκατοστά, ὡς ἂν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν νὰ ἔχωμεν ἄμεσον βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, ὡς ἂν ἦτο δυνατόν ποτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν εἰς τὸ ἁμάρτημα καὶ εἰς τὴν ἀκολασίαν νὰ γίνωσιν ἁγνότεροι περιστερᾶς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπέλθει αὔξησίς τις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν.
§206Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καλλιτέρους δικαστὰς ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας δὲν ἐπιθυμεῖτε διὰ τὸ μέλλον;
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως.
§208Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρχίσωμεν.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εὐχῆς ἔργον βεβαίως θὰ ἦτο νὰ ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν διὰ νὰ εἶναι μᾶλλον προθυμότεροι οἱ δικασταὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, διὰ νὰ μὴ κάμπτωνται, ὅπως λέγει μία φράσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ βίου καὶ πρὸ τῶν ἀτυχιῶν. Ἀλλὰ τότε μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, ἂν ἡ κοινωνικὴ ἡμῶν οἰκονομία ἐπέτρεπε τοῦτο, ἂν μέγιστον μέρος τῶν πολιτῶν δὲν κατετρύχετο ὑπὸ μεγαλητέρων ἀναγκῶν καὶ ἂν καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν οἰκονομικῶς καθ’ ὅμοιον τρόπον. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα καὶ ὀρθῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντελήφθη, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κυρίως οἰκονομικόν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν οἰκονομίας, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην αὔξησιν δαπάνης πρὸς βελτίωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔλυσε τὸ δυσχερὲς αὐτὸ ζήτημα διὰ τῆς ἐπικλήσεως μιᾶς θεωρίας, ὅτι τὰ Κράτη δὲν κανονίζουσι τὰς δαπάνας αὐτῶν ἀναλόγως τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Ἡ τοιαύτη θεωρία οὕτω γενικῶς ῥηθεῖσα δὲν γνωρίζω νὰ ὑποστηρίζεται σοβαρῶς ἀπὸ οἰκονομολόγους τινάς. Καὶ τὰ Κράτη, ὅπως καὶ τὰ ἄτομα ἔχουσι μεγάλας ἀνάγκας καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ αὐξάνωσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν ἀτόμων καὶ τῶν Κρατῶν καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι καὶ τὰ ἄτομα καὶ τὰ Κράτη νὰ φροντίζωσι νὰ προάγωσι τοὺς πόρους αὐτῶν, ὅπως δύνανται νὰ ἱκανοποιῶσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ δεδομένῃ στιγμῇ καὶ τὰ Κράτη καὶ τὰ ἄτομα εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ κανονίζωσι τὰ τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἀναλόγως τῶν ὑπαρχόντων ἐσόδων, εἶναι ὑποχρεωμένα πάντοτε νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνων ἐκ τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσαι καὶ ἀπαραίτητοι νὰ ἀφήνωσι δὲ ἀνικανοποιήτους ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τόσον ἐπείγουσαι καὶ τόσον ἀπαραίτητοι. Κατ’ ἀκολουθίαν γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: εἶναι τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ τόσον ὑπερέχει ἡ ἱκανοποίησις τῆς ἀνάγκης ταύτης ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν; Οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρὸς σήμερον ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, ἐν τούτοις δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως ὅτι οἱ δικασταὶ οὕτω γλίσχρως ἀμείβονται, ὥστε ὑπάρχει κίνδυνος ὅτι θέλει ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν ὑποστῆ μείωσιν ἢ ὑφίσταται μείωσιν ἄνευ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἔχομεν ἀνάγκας ἄλλας μεγίστας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν βλέπομεν νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἱκανοποιήσῃ αὐτάς. Ἀνέφερον οἱ προλαλήσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι τὴν ἐπείγουσαν, τὴν ἀναπόφυκτον, τὴν ἐπιβλητικὴν ἀνάγκην τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, δικαιοῦμαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀνάγκην, διότι δὲν παρῆλθον πολλοὶ μῆνες ἀφ’ ὅτου ἔλαβον ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ὅτι, ἂν μή τι ἄλλο, ἤθελε τουλάχιστον ταχίστην λάβει πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις ὅπως γίνῃ μελέτη πρὸς προπαρασκευὴν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τοῦ νομοῦ ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προερχόμεθα, δυστυχῶς ὅμως μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπισήμου αὐτῆς ὑποσχέσεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτων ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθῆτε τὴν μετανάστευσιν, τὴν κοινωνικὴν αὐτὴν αἱμορραγίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ σήμερον ὁ ἀγρότης καὶ ἡ ὁποία οὐ μόνον ἐξασθενίζει τὴν κοινωνίαν ἀλλὰ καὶ ἐμποδίζει τήν τε οἰκονομικὴν αὐτῆς προαγωγὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ Κράτους, ὅπως πεισθῆτε ὅτι ὑπάρχουσι πολὺ μεγαλύτερα καὶ βαθύτερα δεινά, ἅτινα ἔχουν καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργασθῶμεν ἀποτελεσματικῶς πολὺ πρὶν σκεφθῶμεν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ὅτε ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν τὸ βαρύτατον δασμολόγιον ἡμῶν, ὅτε γνωρίζετε ποίαν στέρησιν τῆς στοιχειωδεστάτης συγκοινωνίας ὑφίστανται οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, ὅτε βλέπετε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερεστάτην θέσιν νὰ προβαίνῃ εἰς κατάσχεσιν τῶν ἐσόδων πρωτευουσῶν νομῶν, ὅπως εἰσπράξῃ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν καὶ νὰ ἐμποδίζῃ οὕτως αὐτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ ἱκανοποιήσωσι στοιχειωδεστάτας ἀνάγκας, πῶς δὲν ἀμφιβάλλετε πάντες ἀνεξαιρέτως περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερε καὶ τὰς μελλούσας αὐξήσεις τῶν πόρων ἐκ τῆς περικοπῆς δαπανῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθουν διὰ τῶν νέων δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν εὐλόγως ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν εἶχον οἰκονομικὸν σκοπὸν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν οἰκονομικὸν σκοπόν. Ἐγὼ δὲν θὰ φροντίσω νὰ κάμω τοὺς ὑπολογισμούς, ὑπολογισμοὺς ἐντελῶς ἀβεβαίους τῶν ἐσόδων τούτων, ἀλλ’ ὅσα δήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἔσοδα ταῦτα, οὐδεμίαν παρέχουσι δικαιολογίαν πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Πρέπει τέλος νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ἀποτελοῦν ἓν ὀργανικὸν σύνολον, δὲν εἶναι κεχωρισμένα ἱδρύματα, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγηται ὅτι ἐπειδὴ διὰ τοῦ Α νομοσχεδίου γίνεται ἐλάττωσις ἐξόδων εἰς ἓν Ὑπουργεῖον δικαιολογεῖται τελείως οἱαδήποτε εἰς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον αὔξησις τῶν δαπανῶν. Μόνον ἡ ἐμφάνισις ὁλοκλήρου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ πλήρως τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἢ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ ἐὰν εἶχε συνδυασθῆ ἀπαραιτήτως καὶ ἀμέσως μὲ μεταρρυθμίσεις δικαστικάς, ὡς ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, αἵτινες μεταρρυθμίσεις ἤθελον ἐπιφέρει ἀναλόγους οἰκονομίας. Ἀλλὰ περὶ τοιούτου τινὸς δὲν πρόκειται. Ἔχομεν λοιπὸν καθαρὰν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντικαθίστανται διὰ τῶν πρωτοδικῶν, καὶ ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων. Καὶ ναὶ μὲν διὰ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην τόσου ἀριθμοῦ εἰρηνοδικῶν, ὡς σήμερον, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ στηρίζωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἐπαρκῶς ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν τὴν ὁποίαν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἄμεσος βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ οἰκονομικὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθὲς ὅσον εἶναι συγχρόνως καὶ μία ἁπλῆ φρασεολογία. Διότι καθ’ ὅμοιον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐπίσης οἰκονομικὴν βελτίωσιν ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ καὶ ἑπομένως ἡ βελτίωσις τῶν ὀργάνων τῆς ἀσφαλείας, ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἑπομένως ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως. Ὅ τι ἰσχύει διὰ τοὺς δικαστάς, ἰσχύει καὶ διὰ τὰ ὄργανα τῆς ἀσφαλείας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αὐτὰ ἀμείβονται γλισχρότατα, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον δὲν ἔχομεν προβῆ ἀκόμη δυστυχῶς εἰς κατάλληλον ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε καὶ μερικὰς φιλοσοφικὰς παρατηρήσεις. Ἀνέφερε τὸ γεγονός, τὸ γνωστὸν ἄλλως τε, τῆς ψυχολογικῆς διαθέσεως τοῦ Ἕλληνος πολίτου πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἥτις προέρχεται ἐκ λόγων ἱστορικῶν. Τοῦτο μοῦ δίδει ἀφορμὴν νὰ προβάλω τὸ ἐρώτημα, ἐὰν διὰ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, διὰ τῆς προνομιακῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι οἰκονομικῶς κατατρύχεται ὁ λαὸς καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐκπατρίζηται καὶ ὅτε ἄλλαι κατηγορίαι ὑπαλλήλων ἀμείβονται γλισχρότατα, θεραπεύεται τὸ κακὸν ἂν γεφυρώνεται ἡ χωρίζουσα τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς πολίτας ἀπόστασις, ἂν οὕτω πως καθίσταται πράγματι τὸ Κράτος ἐπέκτασις τοῦ ἀτόμου;
§210Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καίτοι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ θεωρῶ ἐπιβεβλημένην καὶ δικαίαν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἐν τούτοις συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀφορῶντος τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τινων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι προσγίγνεται μέγα ἀδίκημα εἴς τινας τάξεις τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων καὶ δὴ εἰς τοὺς γραφεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ ὑπογραμματεῖς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἤδη λαμβάνουσι μισθὸν δραχμῶν ἑξήκοντα μηνιαίως, καὶ ὅτι μετὰ ὀκταετίαν περίπου θὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 90 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὁ μισθὸς τῶν 60 δραχμῶν δὲν εἶναι αὐτὸς καὶ μόνον, ἀλλ’ ἔχουσι πρόσοδον ἀπὸ τὰ ἀντιγραφικὰ ἓν ποσὸν 30–40 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀντιγραφικῶν....
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀφήνετε, ἐὰν ψηφισθῇ ἐκεῖνο, ἐκεῖ νὰ ζητήσητε μίαν τοιαύτην μεταβολήν, ἵνα ἱκανοποιήσητε τὰς ἀξιώσεις σας. Ἐὰν ἐκεῖνο δὲν ψηφισθῇ θὰ ἔχωσι καὶ ὅλα τὰ ἀντιγραφικά, ἐὰν δὲ ψηφισθῇ, ἐπιφυλαχθῆτε ἐκεῖ νὰ διατυπώσητε τὴν μεταβολὴν κατὰ τὰς ἀντιλήψεις σας.
§212Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴπω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταπονήσω τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ὥραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν οἰκονομικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Περὶ τῶν ἄλλων γενικωτέρων θεωριῶν περὶ δικαιοσύνης καὶ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, περὶ αὐτῶν δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἀσχολώμεθα. Εἰς τὰς θεωρίας καὶ τοὺς γενικοὺς σκοποὺς νομίζω ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συμπίπτομεν ὅλοι συνήθως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διαφωνοῦμεν προκειμένου περὶ πολιτικῆς, ἡ πολιτικὴ δὲ δὲν καθορίζεται κυρίως ἐκ τῶν σκοπῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὰ οἰκονομικὰ μέσα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὰς διαστάσεις τῶν γνωμῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξεν ὅτι εἶχέ τινα οἰκονομικὴν βάσιν τὸ νομοσχέδιόν του, ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ αὕτη βάσις κατέπεσεν ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως αὐτοῦ. Προσέθηκεν ὅμως ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐγκαταλιπὼν πλέον τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει ὅτι ἠδύνατο νὰ τὰ παρουσιάσῃ εὐπροσώπως εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντίκρυσμα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀναγκαίως θὰ συνεπαγάγῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προσέθηκεν ἑτέρους οἰκονομικοὺς πόρους. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι εἶπεν, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ μείωσιν δαπανῶν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι κατώρθωσεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του νὰ ἐνοικιάσῃ φυλακὰς καὶ δικαστικὰ καταστήματα εἰς τιμὴν πολὺ εὐθηνοτέραν τοῦ παρελθόντος. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε πρόνοιαν, ἵνα μὴ κλέπτηται, ἵνα μὴ καταπλεονεκτῆται τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἰδιώτας, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἰσάγει ἓν ἰδιαίτερον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν μεγαλητέραν δαπάνην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του. Ἀφήνω ὅτι ἡ τοιαύτη δῆθεν αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον ἡ ἐλάττωσις τῶν παραλόγων ἐξόδων αὐτοῦ δὲν εἶναί τι καινόν, οὔτε τι, δι’ ὃ νὰ ἐπαίρηται ὁ κ. Ὑπουργός· αὐτὸ ἐπεδιώχθη καὶ ἐπεζητήθη ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ὀφείλεται δὲ ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν τῶν δαπανῶν εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ ἐκ Λοκρίδος πολιτευτοῦ κ. Εὐταξίου, ὁ ὁποῖος προενόησεν, ὥστε νὰ μὴ ἀφήνηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν πλέον ἡ ἐνοικίασις τῶν φυλακῶν καὶ ἡ ἐνοικίασις τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, ἀλλὰ νὰ γίνηται αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει δημοπρασίας κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν γνωμοδότησιν δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τροποποιήσῃ. Ὥστε πρόκειται περὶ μιᾶς ἐλαττώσεως δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ λαός, καὶ τὴν ἠθέλησεν ὁ λαὸς ὡς ἐλάφρυνσιν ἀπὸ τὰ βάρη, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἔκυπτε μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ δυστυχῶς ἀπὸ τὰ ὁποῖα οὔτε ἀνέκυψεν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ οὔτε πρόκειται νὰ ἀνακύψῃ καὶ ἐπὶ τῆς Ἀνορθώσεως.
§213Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀπεναντίας ἐπεβαρύνθη.
§214Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀνέφερε καὶ δύο ἕτερα ἔσοδα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ταῦτα φανταστικά. Ἀνέφερε τὴν οἰκονομίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν, διότι δὲν θὰ πληρώνωμεν ἐνοίκια, ἀφοῦ θὰ κατασκευασθῶσι δικαστικὰ καταστήματα, ὡς ἐπίσης δὲν θὰ πληρώνωμεν ἐνοίκια διὰ φυλακάς, διότι θὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦται. Ἀλλ’ ὅμως ἀπεδείχθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν, ἀπεδείχθη, λέγω, ὅτι ἡ ἀνέγερσις τῶν τε δικαστικῶν καταστημάτων ὡς καὶ τῶν φυλακῶν θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι θὰ ἀπαιτήσῃ αὔξησιν δαπανῶν. Ἡμεῖς, ἡ ὁμάς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἴχομεν ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων, διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγομεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πρὸς κατασκευὴν δικαστικοῦ μεγάρου νὰ συναφθῇ δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἀπὸ τὸ καταβαλλόμενον μέχρι σήμερον μίσθωμα ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ καὶ κατὰ τοὺς τόκους καὶ κατὰ τὸ χρεολύσιον. Δυστυχῶς ἡ τροπολογία ἡμῶν αὕτη ἀπερρίφθη, διότι προέβλεπεν ὁ κ. Ὑπουργός, προέβλεπεν ἡ πλειονοψηφία ὅτι ἡ τοιαύτη δέσμευσις παρὰ τὰς ἀντιθέτους διαβουκολήσεις θὰ ἐματαίωνε τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων. Ἔχομεν ἑπομένως βεβαιωμένον ὅτι ἡ ἀνέγερσις δικαστικῶν καταστημάτων ὡς καὶ ἡ ἀνέγερσις φυλακῶν θὰ ἀπαιτήσωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τοκοχρεολυτικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θὰ συναφθῶσιν, ἔξοδα πολὺ περισσότερα, παρ’ ὅσα σήμερον προβλέπομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἐνοίκια. Αὐτὰ εἶναι θετικὰ δεδομένα, αὐτὰ δὲ τὰ θετικὰ δεδομένα δὲν τὰ ἀνατρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπετρέπετο δὲ νομίζω εἰς αὐτὸν νὰ σταθῇ ἐπὶ τοιούτων τόσον εὐκόλως ἀποδεικνυομένων ὡς χιμαιρικῶν ἀριθμῶν καὶ ὑπολογισμῶν, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Θὰ ἤθελον ἐπίσης, μὴ ἐκτεινόμενος περαιτέρω, διότι δὲν ἀνετράπησαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤθελον ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέσω εἰς τὴν καρδίαν τῶν κ. Βουλευτῶν τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καυχώμενος ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔστω ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως ζητηθεῖσα ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὅτι δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ὁ Ἕλλην πολίτης ἐφέρετο πρὸς τὸ Κράτος ὡς ἐχθρὸς καὶ διέπραττε καταχρήσεις φρικιαστικάς. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὅλη ἡ κατάστασις τοῦ παρελθόντος παριστᾷ τὸν Ἕλληνα ὡς ἐχθρὸν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἡ ὅλη κατάστασις τοῦ παρελθόντος παριστᾷ τὸ Κράτος ὡς ἐχθρὸν τοῦ Ἕλληνος πολίτου; Καὶ τί ἔκαμε τὸ Κράτος ἢ νὰ ὑπονομεύῃ διαρκῶς τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολίτου, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν, τὴν σωματικὴν αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴν ζωήν; Καὶ πῶς διορθοῦνται ταῦτα; ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερεν ὅτι κατώρθωσεν ὅπως παύσῃ ἡ καταπλεονέκτησις τοῦ δημοσίου ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, ἴσως καὶ ἰδιωτῶν συνδεδεμένων πρὸς τὸν παλαιὸν δημόσιον βίον, διότι καὶ τοῦτο ἀφήνει νὰ ἐννοῆται ὁ ὑπαινιγμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τοῦτο μὲν κατώρθωσεν ὁ νόμος τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὴν ἐπαγγελίαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ κατώρθωνε καὶ τὸ ἄλλο, θὰ κατώρθωνε καὶ τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τῶν λῃστρικῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουσι καὶ τὸν ἄρτον του καὶ τὸν φωτισμόν του, ἐπιβαρύνουσι τὰ πάντα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοζύγισις τῆς πλάστιγγος τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ ἀτόμου, χωρὶς νὰ προνοήσῃ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρθῶσι τὰ βάρη ἀπὸ τοὺς ὤμους τῶν ἀσθενεστέρων. Ὅταν συζητῶμεν νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων προβλέπεται ἀσφαλὴς ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δικαιούμεθα, νομίζω, πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως νὰ ἀντιτάξωμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ποῖα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντικρύσῃ αὐτὰ τὰ μέσα; Μήπως εἶναι ὁ φόρος τοῦ δικαστικοῦ ἐνσήμου, ὁ ὁποῖος πάλιν θὰ βαρύνῃ τοὺς πολίτας ἀδιακρίτως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν ἀντοχῆς; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, διατὶ διαρκῶς ψηφίζομεν αὐξήσεις καὶ δὲν παρουσιάζετε καὶ μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἄρσιν βαρῶν ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ἀσθενεστέρων; Καὶ πῶς δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν δυσπίστως πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν, ὅταν ψηφίζωνται τοιαῦτα μέτρα; Ἐγὼ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ἀρχήν, τὴν γενικὴν εὐχήν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι σοβαρὸν ἔργον νὰ εἴπω ὅτι συμφωνῶ ἢ διαφωνῶ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 2ον).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου.
§216ΑΘ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μεταξὺ τῶν τροποποιήσεων τὰς ὁποίας παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ, ὅτι θὰ συμπεριελαμβάνετο καὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν καὶ ἕτεροι πρὸ ἐμοῦ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφερον, ὥστε νὰ ἀπηλλασσόμην τῆς ἀνάγκης νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἦτο ἔργον ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης διότι παρ’ ὅλην τὴν ἀληθῆ βελτίωσιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἡμῶν κατόπιν τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουδικαστικῶν νόμων, τῶν ἐξ ὅλων τῶν σημείων τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρισθέντων ὡς ἀρίστων, τὸ ἔργον δὲν θὰ ἦτο πλῆρες καὶ πρὸ πάντων ἀσφαλές, ἂν δὲν ἐφροντίζομεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Λέγω ταῦτα, διότι φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτῶν ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀπηλλαγμένοι πάσης οἰκονομικῆς προστριβῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην σύμφωνον πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχω γνώμην, ἀφίσταμαι ἀπ’ αὐτοῦ κατὰ τοῦτο· δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τίνες οἱ λόγοι οἵτινες ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὥστε τὸ προνόμιον τῆς αὐξήσεως νὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς ἔχοντας πενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἐφεξῆς. Μήπως οἱ μήπω συμπληρώσαντες τὴν πενταετίαν δὲν περιβάλλονται διὰ τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων, δὲν ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτῶν ἡ Πολιτεία τὴν αὐτὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ παρατηρητικώτατος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεσύρθη ἀπὸ τὸ κατὰ πλεονασμὸν ἀκουσθὲν λογικοφανὲς ὅμως ἐπιχείρημα ὅτι αἱ βιοτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ ὑπαλλήλου αὐξάνουσι προχωροῦντος τοῦ βίου, καὶ ἐκπληροῦντος τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, ἐρχομένου δηλονότι εἰς γάμον. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω λέγω τοῦτο, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι καὶ ἄλλοι δύνανται ἐνωρίτερον νὰ ἔχωσιν ἐκπληρώσει τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ προορισμὸς ἐκεῖνος δὲν εἶναι παντελῶς ἄμοιρος τοῦ βοηθήματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον κατὰ πολὺ συντελεῖ, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀληθῶς δυσχερεστέρας ἡμέρας τοῦ κατόπιν βίου. Ἀλλὰ διέφυγεν ἆρά γε ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ τῶν νέων δικαστῶν εἶναι προστάται καὶ ὑποστηρικταὶ πολυμελῶν οἰκογενειῶν; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ προσέξῃ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἀρχὴν ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὅτι ὁ δικαστὴς εὐθὺς ὡς εἰσέλθῃ εἰς τὸ δικαστικὸν στάδιον πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀπηλλαγμένος πάσης οἰκονομικῆς ἀνάγκης, διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὡραῖα ἐπιχειρήματα ἅτινα ἠκούσθησαν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τόσον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον καὶ παρὰ τῶν κ. συναδέλφων ἀποκλείονται ἆρά γε διὰ τοὺς μὴ συμπληρώσαντας πενταετῆ δικ. ὑπηρεσίαν; τί ἤθελε συμβῆ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ὁ νέος δικαστής, ὅπως καταφύγῃ καὶ δανεισθῇ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἤθελεν ἀπαλλοτριώσει ἓν μέγα μέρος τοῦ ἐγωϊσμοῦ αὐτοῦ, ποιούμενος οὕτω ἀρχὴν πολὺ κακὴν διὰ τὸ μέλλον. Δι’ ὅλα ταῦτα συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ἐπεκτείνῃ εἰς μέτρον γενικόν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον τῆς παρατηρήσεώς μου. Εὔχομαι δέ, ἵνα οἱ δικασταὶ καὶ διὰ τὴν θυσίαν ἣν ἐποιήσατο τὸ Κράτος, καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν ἣν ἐπεδείξατο, νὰ καταστῶσιν ὅπως ἡ φύσις τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ ὑψίστη αὐτῆς ἀποστολὴ ἀξιοῦσιν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. (Ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαι τῶν κυρίων Ν. Χαριτάτου, Ἰ. Δογάνη καὶ Π. Ἠλιοπούλου καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Ἄρθρον 4. Ἀπορρίπτονται αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τροπολογίαι τοῦ κ. Δ. Βινιεράτου καὶ Φ. Νέγρη καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ὡς ἄρθρον 5 γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προταθέν. Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου δι’ αὔριον, διὰ νὰ συναρμολογηθῶσιν αἱ διάφοροι τροποποιήσεις.
§219Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§220ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΑΝΔʹ νόμου τῆς 31 Μαΐου 1882, περὶ καταχωρίσεως διαταγμάτων ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον, ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.).