1911.10.24
3,981 rows · 31,040 words · 358 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 149
Τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 154 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ ἐκ Βαρυμπόπης Δ. Βλαχάκης καταγγέλλει τὸν νομάρχην καὶ τὸν δημολογιστὴν Φθιώτιδος καὶ τὸν δήμαρχον Μακρυκώμης ὡς λεηλατήσαντας τὸ ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον Μακρυκώμης· 2) Αἴτησιν τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Κορίνθου ζητούντων τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς· 3) Αἴτησιν τοῦ Χρ. Δρίτσα κρατουμένου ἐν ταῖς ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς Κορίνθου· 4) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Σκιαδαρέσης παρακαλεῖ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Λευκάδος τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ψηφισθὲν βοήθημα· 5) Καλλιεργηταὶ τοῦ χωρίου Καραλὰρ αἰτοῦσι σπόρον, ἐκποιουμένου τοῦ χωρίου των καὶ μὴ χορηγουμένου τοιούτου· 6) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀγριδίου τοῦ δήμου Ἀροανίας τῶν Καλαβρύτων καταγγέλλουσι παρανομίας τοῦ δασάρχου· 7) Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς Ν. Φραγκόπουλος ζητεῖ παράτασιν προθεσμίας πρὸς ἀπόκτησιν μερίσματος Μετοχικοῦ ταμείου· 8) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν Π. Παναγόπουλος αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς· 9) Σεισμοπαθεῖς ἐκ Λευκάδος ζητοῦσιν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ψηφισθέντος δι’ αὐτοὺς βοηθήματος· 10) Ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Ῥίου Π. Κοκκώνης αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς· 11) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου Ἰ. Ῥοντζούνης διαμαρτύρεται ὡς μὴ λαβὼν ἀναστολὴν ποινῆς, καίτοι τὸ πιστοποιητικόν του εὑρίσκετο ἐν τάξει· 12) Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν Κερκύρας, ζητούντων τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως καταδιωχθῶσιν οἱ βουλευταὶ Ἄρτης Κ. Καραπᾶνος, Πύρρος Καραπᾶνος καὶ Περικλῆς Καραπᾶνος.
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας περὶ καταθέσεως πίνακος τῶν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἐκπαιδευομένων ἀξιωματικῶν μετὰ σημειώσεως, τίνες ἐκπαιδεύονται δαπάνῃ δημοσίᾳ, καὶ τίνες συντηροῦνται ἐξ ἰδίων, καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον. Παρακαλῶ δέ, ὅπως συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 200000 διὰ τὴν ἀγορὰν γαιανθράκων, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις καὶ δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις.
§3Γ. ΠΩΠ. Θὰ γίνῃ συζήτησις.
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἂς μείνῃ δι’ αὔριον.
§5Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε δι’ αὔριον.
§6ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σχετικῶς μὲ ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριπόλεως κ. Βοζίκη, ζητοῦντος τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων σχολάρχου τινὸς Βαρβεροπούλου, δηλῶ, ὅτι αὔριον τὴν πρωίαν θέλουσι κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Δελακοβίας ζητεῖ τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἐξετυπώθη εἰσέτι.
§7Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν πανελλήνιον ἀγανάκτησιν καὶ ἐξέγερσιν διὰ τὸ σημείωμα ἐκεῖνο τὸ ὑποβληθὲν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συναινέσωσιν εἰς τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46 ἐπερωτήσεώς μου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν ὑπογεγραμμένην ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἐννέα ἑτέρων συναδέλφων μου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, νὰ προταχθῶσιν αἱ ἀναφοραί, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὴν πρότασίν σας.
§9Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη θὰ καταναλώσῃ ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ προηγοῦνται αἱ ἀναφοραί.
§11Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, γινομένης συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ὡμίλησα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Δαζέας περὶ τοῦ νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν νόμου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἀπάντησιν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἐσχηματίσθη, καί, ἐπειδὴ ὁ καιρὸς ἐπείγει, παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ τὴν σχηματίσητε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέπεσεν ἐκείνην τὴν ὥραν νὰ μὴ προεδρεύω καὶ κατὰ συνέπειαν ἀγνοῶ τὸ γεγονός. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλήν, ἂν συναινεῖ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καί, ἂν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ, θὰ τὴν σχηματίσω.
§13ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Συνεπείᾳ τῆς ὑμετέρας ἀπαντήσεως, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας κ. συναδέλφου ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἵνα, ἀφοῦ σήμερον πρόκειται νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν, νὰ συναινέσῃ τοὐλάχιστον, ὅπως ἡ ἡμετέρα ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς ὁρισθῇ πρώτη διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τάξις εἶναι, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων, νὰ προβάλητε τὴν αἴτησίν σας. Ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Βουρνάζου «περὶ τοῦ δασάρχου διατελοῦντος ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου» ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§16ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, ἵνα παραιτηθῶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ συμπολίτου μου κ. Βουρνάζου. Γνωρίζων ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς τὴν διευθέτησιν τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναβάλληται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῆς ἐχούσης τοσαύτην μεγάλην σημασίαν. Διὰ τοῦτο παραιτούμενος ἤδη τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἀναφορᾶς ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν τὸ ζήτημα δὲν διορθωθῇ, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δι’ ἐπερωτήσεως.
§17Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τετάρτην φορὰν ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἀνεγράψαμεν μετὰ τοῦ κ. Σλῆμαν. Εἶναι λυπηρὸν βεβαίως, διότι καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην φορὰν δὲν παρευρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἵνα ἀκούσῃ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλωμεν κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ μὴ παρατείνηται ἐπ’ ἀόριστον χρόνον ἡ ὑπόθεσις αὕτη, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τινὰ διὰ βραχέων σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ διὰ προφορικῶν παραστάσεων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τοῦ δασάρχου Λαρίσης ὑπεβλήθησαν δύο ἀναφοραί, μία ἡ σημερινή, ἥτις εἶναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Βουρνάζου, καὶ ἑτέρα ἡ γενομένη ὑπὸ βιομηχάνων ἐκ τῶν ἐργαζομένων τὴν ξυλείαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ἀναφορᾷ πάντες οἱ βιομήχανοι, ἐπιπλοποιοὶ καὶ ξυλουργοί, παραπονοῦνται ὅτι ὁ δασάρχης Λαρίσης ἀπηγόρευσεν ὡρισμένας θέσεις πρὸς ὑλοτομίαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας ἰδιωτικοῦ κτήματος, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπιστάτης καὶ διευθυντής. Ἐν τῇ πρώτῃ ἀναφορᾷ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, τὸ παράπονον στρέφεται διὰ τοὺς ἰδίους λόγους κατὰ τοῦ δασάρχου, ἀλλ’ ὁ ἀναφερόμενος ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου λέγων ὅτι ὁ δασάρχης αὐτὸς διατελεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἰδιωτικοῦ κτήματος καθαρῶς δασικοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς πόλεως Λαρίσης μετὰ δυσφορίας ἀκούεται ἐν τῇ θέσει, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ ἔργα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, νὰ διατελῇ πρόσωπον ἐπὶ μισθῷ ἁδροτάτῳ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην εἶναι ὑποχρεωμένον, διὰ νὰ ἐξυπηρετῇ συμφέροντα τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, νὰ παραμελῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἀπρεπὲς τοῦ πράγματος κατενοήσαμεν ἐγκαίρως ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, καὶ προφορικῶς πολλάκις ἐκάμαμεν παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὑπεσχέθη ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ διορθωθῇ, διότι κατὰ παράβλεψιν τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο τοῦτο. Ὀφείλω μάλιστα πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσω ὅτι σχεδὸν τοῦ ἐκινήθη ἡ ἀγανάκτησις, διότι παραπλήσιον γεγονὸς ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Ὁ δασάρχης λοιπὸν διατελῶν διευθυντὴς καὶ ἐπιστάτης δασικοῦ κτήματος καὶ τσιφλικίου ἀνήκοντος εἰς τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον καὶ πληρωνόμενος μισθὸν 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἔχει συμφέρον νὰ κατέχῃ καὶ τὴν θέσιν τοῦ δασάρχου ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, νὰ ἐνασκῇ δηλαδὴ δύο καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἄκρον ἀσυμβίβαστα ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ. Συνέπεσε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐξεποίει ξυλείαν κατασχεθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐξεποίει ξυλείαν τοῦ Διαδόχου. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὸν δασάρχην ὡς μεροληπτοῦντα καὶ ὡς ἐκτελοῦντα τὰ καθήκοντά του, ὡς ὁ νόμος ἐπιβάλλει· ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι ὡς νέος ἔντιμος καὶ εἰδικῶς σπουδάσας ἐν Εὐρώπῃ ἔχει τὴν συναίσθησιν καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐργάζηται ὡς πρέπει νὰ ἐργάζηται. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ ἄτοπον παραμένει.
§18Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἐπ’ ἀμοιβῇ;
§19Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἁδροτάτη μάλιστα. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν δὲν μεταβάλλω εἰς ἀξίωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει, ὅπως διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ὅτι θὰ πράξῃ ἔργον, τὸ ὁποῖον σὺν ἄλλαις πράξεσιν αὐτῆς θὰ τὴν τιμήσῃ. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω προσέτι ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη πολλάκις ἐζητήθη διὰ μέσων ἐπιβολῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διορίσῃ τὸν Κύριον αὐτὸν δασάρχην ἐν Λαρίσῃ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην σύστασιν, διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο πρέπον οὐδὲ νόμιμον νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος κατέχει ἰδιωτικὴν θέσιν, μάλιστα ἰδιωτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τῷ παρέσχε πρόσωπον ἱστάμενον πολὺ ὑψηλότερον τῶν ἄλλων πολιτῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ δασάρχου τούτου, διότι ὁ δασάρχης οὗτος ἐν γνώσει ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Διαδόχου διωρίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δραγούμη. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι ἄλλως θὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ὡς πρᾶξιν διενεργηθεῖσαν μεταξὺ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην νὰ ἔχωσι τύχει εἰδικῆς εὐνοίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχε λόγος ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐκφράσῃ ἐλπίδα· ἠδύνατο νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ διορθωθῇ· ἂν μέχρι σήμερον δὲν ἔχει διορθωθῇ, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει, ὅπως ἐξεύρῃ τρόπον τινά, ἵνα μὴ στερηθῇ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ δασάρχου τούτου ὑπηρεσιῶν ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου αἱ κατηγορίαι ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του δὲν εἶναι βάσιμοι.
§21Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Σᾶς προέλαβον εἰς τοὺς ἐπαίνους.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ σύμπραξις τῶν δύο ἰδιοτήτων ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ γεννᾷ ὑπονοίας καὶ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἄλλο πρόσωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ὑπόνοιαι, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει, ὅπως διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ ἤδη καταγίνεται εἰς τοῦτο προσπαθοῦσα νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα μὴ στερηθῇ καὶ ἡ Πολιτεία τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου.
§23Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ τοῦ λόγου, ἐπιθυμῶ ὅμως ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ μετατεθῇ ὁ ἐν λόγῳ δασάρχης, καθόσον γεννᾷ πραγματικῶς σκάνδαλα ἡ παραμονὴ αὐτοῦ ἐκεῖ.
§24Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διατί νὰ μετατεθῇ, ἀφοῦ εἶναι ἄριστος διὰ τὴν Λάρισαν, καὶ νὰ μὴ παυθῇ ἀπὸ τὴν ἄλλην θέσιν: Δὲν τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ τῷ ἀπαγορεύσῃ νὰ ἔχῃ ἄλλην θέσιν;
§25Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἓν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ γίνῃ, ἢ πρέπει νὰ μείνῃ δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἰδιωτικός.
§26Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, τὸ νὰ κατέχῃ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ἰδιωτικὴν θέσιν εἶναι ἄτοπον καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ θέσις ἡ ἰδιωτικὴ ἀντιτίθηται ἐν πολλοῖς πρὸς τὴν δημοσίαν τοιαύτην. Ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἦτο περιττὸν καὶ ἄσκοπον νὰ ἐξακολουθήσῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι θέλει σπεύσει νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἄδικον, ἐὰν ἠρνεῖτό τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἱκανότητα τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων δασολόγων καὶ τῶν ἱκανωτάτων ὑπαλλήλων, τιμῶν ὄντως τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος ἐκτελεῖ τὰ πλεῖστα τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ ὑπάρχων ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τίμιος, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος καὶ στερεῖται τελείας ἀντιλήψεως, ἔχει δὲ τοιαύτην ἐστρεβλωμένην ἰδέαν περὶ τοῦ καθήκοντος, ὥστε νομίζει ὅτι τὸ καθῆκόν του ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ἀδικῇ διαρκῶς τοὺς πολίτας, ἵνα ὠφελῇ δῆθεν τὸ Δημόσιον, καὶ ὁ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ὁ κ. Ἐμμανουήλ. Τοῦτο δὲ γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία καὶ τὰς πλείστας ὑπηρεσίας ἀναθέτει εἰς τὸν ἐν λόγῳ δασολόγον Κοκκίνην, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμέραν εὑρίσκεται εἰς κίνησιν· σήμερον μεταβαίνει πρὸς ἐπιθεώρησιν εἰς Καλαμπάκαν, αὔριον εἰς Καρδίτσαν, μεθαύριον εἰς Δομοκὸν καὶ τρέχει ἀνὰ πᾶσαν τὴν Θεσσαλίαν, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ εἰδικὰς ὑπηρεσίας, ἃς τῷ ἀναθέτει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὸν κύκλον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος διεκρίθη καὶ διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του μόρφωσιν καὶ διὰ τὴν ἐντιμότητά του καὶ εἶναι ἄνθρωπος ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας. Ἐὰν δὲ ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρόκειται ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς θέσεως τοῦ δασάρχου ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δι’ ἄλλου καταλλήλου ἐπιστήμονος δασολόγου. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπιστήμονες δασολόγοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσιν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας κατὰ τὸν νόμον, διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φέρῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται ὀλιγώτερος ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασολόγων ὡς δασαρχῶν διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς ἐπιθεωρητάς. Διότι ἡ αὐτὴ ἐγγύησις ὑπάρχει, ἐὰν ζητήσωμεν τριετῆ ὑπηρεσίαν ἀντὶ τῆς πενταετοῦς τοιαύτης, ἣν ἀπαιτεῖ ὁ ἰσχύων νόμος. Καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει σήμερον δασολόγος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ πενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν δύναμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ διαχειρίζηται ταῦτα εἷς ἀνίκανος ἐπιθεωρητής.
§27Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομίζω ὅτι περιττεύει ἡ συζήτησις, ἐκφράζω μόνον τὴν ἀπορίαν μου διὰ τοῦτο, διότι ἐπὶ ἓξ μῆνας, καθ’ οὓς ἦτο ἀναγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν κατώρθωσε νὰ εὕρῃ λύσιν συμβιβαστικήν, διὰ νὰ μὴ παρουσιάζηται τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ ὑπάρχῃ δημόσιος ὑπάλληλος ἐλέγχων ἔχων θέσιν ἰδιωτικὴν ἐλεγχομένου ἐν τῇ περιφερείᾳ του.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπίσης θεωρῶ πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν περιττήν.
§29Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εὑρέθην ἀναγεγραμμένος εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσω ὁ ἴδιος, καὶ, ἐπειδὴ εὑρέθην ἀναγεγραμμένος ἀπὸ μακροῦ καιροῦ, ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω περὶ τίνος πρόκειται. Ἐξετάσας δ’ ἔφθασα εἰς συμπέρασμα ἐντελῶς ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀποδείξῃ ἡ ἀναφορά. Χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προσώπου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἔχω τόσας ἀρίστας πληροφορίας, ὅσας ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχω νὰ εἴπω μερικοὺς ἀριθμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται ὅτι ὁ ἐν λόγῳ δασάρχης οὐδόλως διενοήθη νὰ ἐμποδίσῃ εἰς ὄφελος ἰδιώτου, τὴν ὑλοτομίαν ἢ τὴν πώλησιν ἀνθράκων. Εἰς τὴν Ἁγυιὰν 2000 ὀκάδες μόνον ἀνθράκων μὲ νομίμους ἀδείας ἐπωλήθησαν πέρυσιν, ἐνῷ ἐφέτος ἐξεδόθησαν ἄδειαι διὰ 15,000. Λέγεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὅτι ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν, ἐνῷ κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς συνέταξα, ἐπέτρεψεν ὑλοτομίαν 700,000 ὀκάδων, ἐνῷ αἱ περυσιναὶ ἄδειαι ἦσαν διὰ 390,000. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι περιώρισε τὸν χρόνον τῆς ὑλοτομίας.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν ἠρύσθητε τὰς πληροφορίας αὐτάς;
§31Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησίν σας, ἐὰν θὰ μοὶ ἐλέγετε καὶ σεῖς πόθεν ἐλάβετε τὰς ἰδικάς σας.
§32Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξ αὐτοψίας.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς μὲ μόνην τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐλαχίστη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη ἀναφερομένων καὶ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν· εἶπον δὲ πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ κατηγορία ἡ ἀπευθυνομένη κατ’ αὐτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, ἀλλ’ ἡ συνύπαρξις ἐλέγχοντος καὶ ἐλεγχομένου εἶναι ἄτοπος.
§34Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς ἐξεδόθησαν ἄδειαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ 2000 στατήρων, κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος ἐξεδόθησαν ἄδειαι διὰ 7,000. Ὥστε βλέπετε ὅτι, ἀντὶ νὰ περιορίσῃ τὴν κατανάλωσιν ἀνθράκων, φαίνεται ὅτι ἐφρόντισε περὶ τῆς θερμάνσεως τῶν κατοίκων καὶ ἐξέδωκε τριπλάσιον ἀριθμὸν ἀδειῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἐνήργησεν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐὰν ἐνδιεφέρετο, θὰ ἔπρεπε νὰ μειώσῃ τὴν κατανάλωσιν τῶν ἀνθράκων, τὰ δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν αὐτός, δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἀνθράκων. Ὁ νόμος δὲ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως λέγει ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ παραγωγή, ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττοῦται ἡ τιμὴ ἑνὸς ἑκάστου πράγματος. Φυσικὸν λοιπὸν ἦτο ἡ ἀξία τῶν ἀνθράκων, οἱ ὁποῖοι θὰ παρήγοντο ἐκ τοῦ ἰδιοκτήτου κτήματος, νὰ μειωθῇ.
§35Α. ΤΑΚΗΣ. Μήπως ἠξεύρετε ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πόσοι ἄνθρακες χρειάζονται κατ’ ἔτος διὰ τὴν Λάρισαν καὶ πόσοι προέρχονται ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Διαδόχου; Ἐὰν δὲν γινώσκητε, σᾶς λέγω ἐγὼ ὅτι, ἐνῷ ἐν Λαρίσῃ ἐξοδεύονται 1–2 ἑκατομμύρια ἀνθράκων, ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Διαδόχου πωλοῦνται 50–100 χιλιάδες ἀνθράκων.
§36Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἡ συνύπαρξις δύο ὑπηρεσιῶν εἶναι ἄτοπος. Ἀλλὰ τότε εἶναι ἄτοπος, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐπήρχοντο ἄτοπα ἀποτελέσματα, δὲν εἶναι δὲ καθόλου ἄτοπον, ἂν ἓν ὄργανον τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιβλέπῃ τὰ δάση καὶ συμβάλλῃ εἰς τὴν καλλιτέρευσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας του δι’ ὅμοιον σκοπὸν εἰς ἰδιωτικὰ δάση. Διαφέρει βεβαίως, ἂν ἡ τοιαύτη τοῦ ἐπέμβασις ἢ ἡ ἀπασχόλησίς του εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων. Νομίζω ὅμως ὅτι καθῆκον τῆς Πολιτείας εἶναι νὰ ἐπιβλέπῃ διὰ τῶν ὀργάνων της καὶ προστατεύῃ τὰ ἰδιωτικὰ δάση, διότι καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσιν ὠφέλειαν, ὅσην καὶ τὰ δημόσια. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν προσέφερε κακὰς ὑπηρεσίας, ἐκτὸς ἄν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ συνάδελφοι τοῦ νομοῦ Λαρίσης ἔχωσιν ἀποδείξεις ὅτι ἡ συνύπαρξις τῶν δύο αὐτῶν ἰδιοτήτων ἀπέβη πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ἡ ἐπέμβασίς των, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πώλησιν τῶν ἀνθράκων, οὐ μόνον δὲν ἀπέληξεν εἰς ὠφέλειαν τοῦ κτήματος, ἀλλά, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τιμή, εἰς ζημίαν.
§37Γ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει Βασιλικὸν Διάταγμα, κύριοι Βουλευταί, τοῦ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον: «τὰ ἰδιωτικὰ δάση διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἐνεργεῖται διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ». Ὁ κ. Ἰωάννης Κοκκίνης, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Λαρίσης ὡμίλησαν μετὰ τόσῳ κολακευτικῶν συστάσεων εἶναι ὁ ἄριστος τῶν δασολόγων τοῦ Κράτους· εἶναι ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη διὰ τῆς μεγάλης φιλοπονίας, τὴν ὁποίαν κατέβαλε. Παρέμεινεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπὶ τριετίαν διὰ διαγωνισμοῦ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ, ἐσπούδασε δὲ μετὰ τόσης ἐπιμελείας καὶ μετὰ τόσης προσοχῆς εἰς τὸν κλάδον τοῦτον, ὥστε ὄντως διακρίνεται μεταξὺ ὅλων τῶν δασολόγων, τὸ δὲ Πολυδένδρι πραγματικῶς ἐμόρφωσεν εἰς πρότυπον δάσους, εἴθε δὲ καὶ ἄλλοι ἰδιῶται νὰ παρεχώρουν τὰ δάση αὐτῶν, ὅπως ἀναπτυχθῇ ἐπὶ τούτων τόσον λαμπρὰ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κοκκίνης ἐξετέλεσε. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὁ ὑπάλληλος οὗτος οὐ μόνον παραμείνῃ ὡς δασολόγος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατορθώσῃ καὶ δυνηθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἰδιωτικῶν δασῶν νὰ ἐργασθῇ, ἐφαρμόζων πᾶν συντελεστικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα ἐπιβάλλει.
§38Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι ἤθελε συμβιβάσει τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὴν ἰδιωτικήν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο, νὰ συστήσῃ εἰς τὸν δασάρχην, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν ἀτελῆ ὑλοτομίαν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς ἐπερωτήσεως.
§40Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Μίαν σύστασιν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σύστασις αὐτή. Μὲ συγχωρεῖτε.
§42Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Σύστασις εἶναι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ἀτελοῦς ὑλοτομίας σύστασις εἶναι;
§44Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δύο λέξεις. Οἱ γεωργοὶ στεροῦνται γεωργικῶν ἐργαλείων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κάμητε αἴτησιν, ἵνα σᾶς ἐγγράψω. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δασάρχης Κοκκίνης, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, μορφωθεὶς εἰδικῶς περὶ τὰ δασολογικὰ ἐν Γερμανίᾳ καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁ ἄριστος πάντων. Ἂν δὲ διατελῶν ἐπ’ ἀδείᾳ ἀνέλαβε καὶ τὴν ἐπιτήρησιν ἰδιωτικοῦ δάσους, δὲν ἔπραξέ τι παράνομον, καθόσον κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν ἡ ἐπιτήρησις ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ· τοὐναντίον μάλιστα ἐξεπλήρωσε καὶ ἐκπληροῖ πάντοτε εὐόρκως καὶ φιλοτίμως τὸ καθῆκόν του καὶ τιμᾷ τὴν ὑπηρεσίαν ὡς παρὰ πάντων ὁμολογεῖται. Ἐνεγράφην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἐξ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν δασικὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου μας, ὅπως ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀποψίλωσιν τῆς Θεσσαλίας, ὑπὲρ τῆς ἀναδασώσεως τῆς ὁποίας τόσον ἐπιμελῶς ἐργάζεται ὁ ὑπάλληλος οὗτος. Κατόπιν ὅμως τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Πολιτεία, ἐν τῇ μερίμνῃ της πρὸς προστασίαν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν δασῶν θέλει πάντως συντρέξει τὸν ὑπάλληλον τοῦτον.
§47Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κινδυνεύει, κύριοι Βουλευταί, νὰ θεωρηθῇ ὅτι οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν τὴν ἀναφοράν, διὰ νὰ ἀναφερθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, ἀλλ’ ὅτι ἦλθον νὰ συκοφαντήσωσι τὸν ἐν λόγῳ δασάρχην. Πρέπει, Κύριοι, νὰ εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ καί, ὅπως πρῶτοι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνωμολογήσαμεν τὴν προσωπικὴν ἱκανότητα τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχομεν καὶ τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ ἐν λόγῳ δασάρχης οὐ μόνον παρανόμως κατέχει τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῷ ὑπερβολικῷ ζήλῳ, τὸν ὁποῖον ἔχει, ἵνα αἱ πρόσοδοι τοῦ κτήματος τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου ἀναπτυχθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἐνῷ ἐπιτρέπει νὰ γίνηται ἡ ὑλοτομία πρὸς παραγωγὴν ἀνθράκων ἀθρόα εἰς τὸ κτῆμα τοῦ Διαδόχου, τοὐναντίον εἰς τοὺς χωρικοὺς δὲν δίδει οὔτε τὴν ἐλαχίστην ἄδειαν, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τοὺς ξυλάνθρακας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτούς, τοὐλάχιστον ἵνα θερμανθῶσιν. Αὐτὸ τοὐλάχιστον δὲν εἶναί τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῶσι· διότι 45,000 ὀκάδες, αἱ ὁποῖαι ἐπετράπησαν ἐφέτος νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ μίαν ἐπαρχίαν; Τί ἄλλο τοῦτο σημαίνει ἢ ὅτι ἀπέναντι τόσου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ὑλοτόμουν οἱ χωρικοὶ αὐτοί, σήμερον δὲν ἔχουσι παρὰ 45,000 ὀκάδας μόνον; Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι τὸ χωρίον Σκλεῖθρον δὲν ἔχει οὔτε μίαν ὀκᾶν, διὰ νὰ παρασκευάσωσιν οἱ χωρικοὶ καὶ αὐτὸ τὸ φαγητόν των ἀκόμη· ἑπομένως πάντα ὅσα λέγονται, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ δασάρχης δὲν παρανομεῖ πρὸς ὄφελος τοῦ κτήματος τοῦ Διαδόχου, ὅλα ταῦτα ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχονται ἀληθείας.
§48Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀποψιλωθῇ ἡ Θεσσαλία· δὲν ἔχει οὔτε ἓν δένδρον.
§49Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ πεντακοσίων ἐτῶν ὑλοτομοῦσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, τὰ δὲ χωρία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτισμένα ἐπὶ τῶν ἀνατολικῶν πλευρῶν τοῦ Πηλίου, δὲν ἀποζῶσιν ἀπὸ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὴν ἀνθρακοποιίαν. Θὰ εἴπῃ λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τόσον μόνον ὑλοτομοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὴν συνείδησιν ὅτι δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον αὐτῶν. Ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον λέγετε ὅτι θὰ ἀποψιλωθῇ ἡ Θεσσαλία, δὲν ἔχεται ἀληθείας.
§50Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεψιλώθη ἤδη.
§51Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχει τόσα δένδρα εἰς τὴν ἀνατολικὴν πλευράν, ὥστε εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς λέγετε αὐτά.
§52Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅσα δὲν ἔχει ἡ Ἠλεία.
§53Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀκριβῶς· ὅσα δὲν ἔχει ἡ Ἠλεία. Ἑπομένως πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι δίκαια, δικαιότατα, πρέπει ἡ Κυβέρνησις ὡς τάχιστα νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, διότι παρατηρῶ ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ πέντε μηνῶν ἤδη καθ’ ἑκάστην πηγανοέρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ παρακαλῶ τὸν Ὑπουργόν, διὰ νὰ θέσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀναβάλλει ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Τελευταίως δὲ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, διότι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ ὡς ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος, ἀπαιτεῖ, ὅπως παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, χαριζόμενος δ’ οὕτως εἰς τὸ πρόσωπον τοῦτο δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεοῦται ὁ κ. Ὑπουργός.
§54Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ πρόσωπον;
§55Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Α. Β. Ὑ. ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαῖον, ἀναγκαιότατον, ὅπως ἀντὶ πάσης θυσίας ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἴτε διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου εἴτε διὰ τὴν ἀπόλυσιν, διότι ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιβάλλει τοῦτο, ἵνα αἱ δύο αὐταὶ ἰδιότητες μὴ συνυπάρχωσιν ἢ θὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος καὶ θὰ μισθοδοτῆται ἐκ τοῦ Δημοσίου, ἢ θὰ εἶναι ὑπάλληλος τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου.
§56Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ὑψηλὸν ὄνομα τοῦ Διαδόχου ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Διότι ἡ Α. Ὑ. ὡς ἰδιώτης ἐφρόντισε καὶ εἶχεν ἕνα καλὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἕνα κατάλληλον ἰδικόν του μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πληρώνει, εἶναι κακόν; Ποῖος εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ; Ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὸν ὑπάλληλον, ἢ ἐκεῖνος, ὅστις τὸν ἐπῆρεν;
§57Α. ΣΛΗΜΑΝ. Πρῶτος ἐγγεγραμμένος, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εὐχαρίστως ἤθελον ἐν τῇ ἀρχῇ νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔκαμνεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμεν ἰδιαιτέρως. Ἀναχωρῶ ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἀρχῆς, καὶ ἔθεσα τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐν ἐν λόγῳ δασάρχου, δὲν ἀμφισβητῶ τὴν μέριμναν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν δασῶν, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο ὑλοτομία ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ περισταλῇ τὸ κακόν, ἀλλ’ ἀναχωρῶ ἀπὸ τῶν ἑξῆς δύο ἀπόψεων. Πρῶτον συμφέρει ναὶ ἢ οὐ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ ἰδιωτικός, δηλαδὴ ἐλέγχων καὶ ἐλεγχόμενος, καὶ δεύτερον συμφέρει ὁλόκληρον τὸ τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι δὲν κατανοοῦσι καλῶς τὸ ζήτημα, νὰ πιστεύωσιν ἀκραδάντως, ὅτι χαριζομένη ἡ Κυβέρνησις εἰς ὑψηλὸν πρόσωπον διατηρεῖ τοῦτον εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἰς τρόπον ὥστε τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ παρὰ τὰ συμφέροντα τῶν ὑψηλῶν προσώπων; Καὶ ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τούτων μόνον κρίνων τὸ ζήτημα θεωρῶ ἐπαρκεῖς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναμένω, βέβαιος δὲ εἶμαι ὅτι ὁ ἴδιος δὲν θέλει ἀνεχθῆ, ὅπως ὁλόκληρον τμῆμα τῆς Ἑλλάδος πιστεύῃ, ὅτι πάντες δὲν εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Τὰς ἰδέας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰς γνωρίζω, διότι τὰς διετύπωσεν ἐν προγράμματι, καὶ δὲν θὰ ἦτο δὲ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελεν ἀνεχθῆ τὴν τοιαύτην κατάστασιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν Κορινθίων φοιτητῶν, κλαπέντων τῶν πρὸς ἐγγραφὴν χρημάτων των ὑπὸ τοῦ κλητῆρος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθ. Μπουντούρη.
§59ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλή, ὅτι πρὸ μηνὸς ἐξηφανίσθη ὁ κλητὴρ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθ. Μπουντούρης. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἱκανὸν νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἐβεβαιοῦτο ὅτι ὁ κλητὴρ ἐκεῖνος ἐλάμβανε τὴν ἄγουσαν εἰς Ἀμερικὴν συναποκομίζων γενναῖον χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον τῷ εἶχον ἐμπιστευθῆ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς διάφοροι φοιτηταὶ ἐκ διαφόρων νομῶν καταγόμενοι, ἰδίως δὲ ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, εἰς πάντας ὑμᾶς, οἵτινες παρηκολουθήσατε τὰ μαθήματα τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι πολλοὶ φοιτηταί, εἴτε διότι δὲν παρευρίσκονται ἐνταῦθα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐγγραφῆς εἴτε διότι προσερχόμενοι εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ νὰ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των, δὲν εὑρίσκουσιν εὐκαιρίαν λόγῳ τῆς ἀθρόας συγκεντρώσεως τῶν φοιτητῶν, ὅτι ἀποστέλλουσι τὰ χρήματα τῆς ἑαυτῶν ἐγγραφῆς ἢ παραδίδουσι τὸ σχετικὸν χαρτόσημον εἰς ἕνα τῶν κλητήρων τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν λαμβάνουσι δὲ τὸ εἰσιτήριόν των ἢ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐξετάσεών των. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Πολλοὶ φοιτηταί, προκειμένου νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐπὶ διδακτορίᾳ ἐξετάσεις κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐζήτησαν τὰ εἰσιτήριά των, ὅτε ἔκπληκτοι παρατηροῦσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος πολύς, διὰ νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, διότι αἱ ἐν τῷ μεταξὺ ἐγγραφαὶ δὲν εἶχον λάβει χώραν. Προσῆλθον οἱ φοιτηταὶ οὗτοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ ἐζήτησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ ἐγένετο εἰς αὐτούς, ὑποβάλλων σχετικὸν νομοσχέδιον ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως λύσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα ἐξέρχεται τῆς δικαιοδοσίας αὑτοῦ καὶ παρέπεμψε τοῦτο εἰς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία παραδόξως ἀπεφάνθη ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνανέωσις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλήρεις ἀποδείξεις. Κατανοεῖ πᾶς τις ὅτι ἡ προσαγωγὴ τοιούτων ἀποδείξεων εἶναι ἀδύνατος, προκειμένου περὶ φοιτητῶν, οἵτινες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσωσιν ὅτι θὰ ἐγίνετο τοιοῦτόν τι ὑπὸ ὑπαλλήλου προσκεκολλημένου εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Πρυτάνεως, μετὰ τοῦ ὁποίου μάλιστα συνδέεται καὶ διὰ πνευματικῆς συγγενείας. Δηλαδὴ ὁ ἐξαφανισθεὶς κλητὴρ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι κουμπάρος τοῦ κ. Πρυτάνεως, καὶ ἑπομένως θὰ ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ στοιχεῖα ἠθικῆς ἀδυναμίας πρὸς περιορισμὸν τῶν ἀποδείξεων ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω λόγων. Ἐν τούτοις οἱ φοιτηταὶ προσεφέρθησαν νὰ βεβαιώσωσι τὰ καταγγελλόμενα γεγονότα εἰς τὸν κ. Πρύτανιν δι’ ἐνόρκου ἐξετάσεως καὶ διὰ τοῦ λόγου τῆς τιμῆς των. Καίτοι δὲ ἔδωκαν τὴν ἔνορκον διαβεβαίωσιν καὶ τὸν λόγον τῆς τιμῆς των, ἐν τούτοις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη. Τὸ ζήτημα ὅμως ἐπείγει, διότι πρόκειται νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι μέγα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατεχράσθη;
§61ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὑπερβαίνει τὰς πέντε χιλιάδας, διότι εἶναι πολλοὶ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει χρήματα, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων νομῶν. Προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, οἱ φοιτηταὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τινας φοιτητὰς ἡ ἀνανέωσις τῶν ἐγγραφῶν· ἄλλως καταδικάζομεν τούτους εἰς ἀπογοήτευσιν καὶ μαρασμόν· ἀρνούμεθα μέτρον τόσῳ ἀγαθὸν καὶ τόσῳ ἐπιβεβλημένον.
§62Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐδόθη σχετικὴ διαταγὴ εἰς τὴν Πρυτανείαν, ὅπως, ἐὰν ἐξακριβώσῃ ὅτι οἱ Κορίνθιοι φοιτηταὶ ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσι καὶ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη βεβαίωσις, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἄνευ ἀνάγκης παρατάσεως προθεσμίας, διότι οἱ φοιτηταὶ αὐτοὶ ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσιν ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν ἐγγραφῶν. Ἐβεβαιώθη ὅτι πολλοὶ φοιτηταὶ κατέβαλον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον εἰς τὸν κλητῆρα καὶ ἔχουσι λάβει ἀποδείξεις, ἀλλ’ ὄπισθεν τῶν φοιτητῶν τούτων παρουσιάσθησαν ἄλλοι φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔδωκαν τὰ χρήματά των εἰς τὸν ἐξαφανισθέντα κλητῆρα καὶ συνεπῶς δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ νὰ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των, οἱ τοιοῦτοι δὲ εἶναι περὶ τοὺς διακοσίους. Ἐρωτῶ· διατί δὲν ἔλαβον αὐτοὶ ἀποδείξεις ἀπὸ τὸν κλητῆρα, ἐνῷ κρατεῖ ἡ συνήθεια νὰ δίδηται ἀπόδειξις λήψεως τοῦ ποσοῦ, καὶ ἔλαβον ἕτεροι τοιαύτας ἀπὸ τὸν κλητῆρα; Εἰς τοῦτο οἱ κύριοι φοιτηταὶ δὲν ἔχουσι τί ν’ ἀπαντήσωσι. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Πολιτεία ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ κατέβαλον τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ὅτι ὁ κλητὴρ συναπεκόμισεν ὅλον τὸ ποσόν.
§63ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ τῶν φοιτητῶν κατέχοντες τοιαύτας ἀποδείξεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἔδωκαν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον ὅτι συνδέεται διὰ κουμπαριᾶς μὲ τὸν κ. Πρύτανιν, ἐὰν δὲ δὲν ἔχωσι τὰς ἀποδείξεις των, δὲν πρέπει νὰ φανῇ ἡ Πολιτεία τόσον αὐστηρά, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι ἐκ συστάσεως οὗτοι δὲν ἔκαμον τὰς ἐγγραφὰς ἐπὶ τῇ ἀβεβαίᾳ καὶ ἀορίστῳ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἠδύναντο ἡμέραν τινὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὰς ἀνανεώσεις των, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μάλιστα τῆς ἐξαφανίσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο φυσικὰ νὰ μαντεύσωσιν. Ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἔχετε, ὅτι ψεύδονται οἱ φοιτηταί, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Πολιτείαν εἶναι νὰ δυσπιστῇ πρὸς τόσους εὐγενεῖς νέους, πρὸς οὓς μετὰ τόσων χρηστῶν ἐλπίδων ἀτενίζει. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως λύσῃ τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σακελλαρίου. Ἀπών. Ὁ κύριος Ἀραβαντινός.
§65Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ καὶ ἡ Σύγκλητος καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς φαίνεται, εἰς 300 φοιτητάς, βεβαίως τὸ πρᾶγμα ὀφείλει νὰ μᾶς κινήσῃ τὴν δυσπιστίαν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὀκτὼ ἕως δέκα Κορινθίων φοιτητῶν.
§66Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὐτῶν διετάχθη νὰ γίνῃ ἡ ἐγγραφή. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος Κανακάρης ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν λόγῳ ἀσθενείας.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Βάρθης. Ἀπών. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§70Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κήπων τῆς Καρυστίας δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν θίγουσι σοβαρώτατον ζήτημα ἀφορῶν ζωτικώτατα συμφέροντα πλείστων γεωργικῶν καὶ κτηματικῶν πληθυσμῶν τῆς χώρας, καὶ ὡς τοιοῦτον παρακαλῶ νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὅλης. Ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κήπων παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν καὶ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς ἀδιακόπους πληρωμὰς πρὸς τὸ Δημόσιον δι’ ἐθνικὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀποπληρώσει πρὸ ἐτῶν πολλῶν, καὶ ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι οἱ εἰσπράκτορες νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτῶν νὰ πληρώσωσιν ἐκ νέου καὶ δι’ ἐνταλμάτων καὶ διὰ κατασχέσεων νὰ τοὺς ἐκβιάζωσι. Ζητοῦσιν ἀκόμη παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης νὰ λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικὴν καὶ ἐπουλώσῃ τὸν πόθον τοῦτον τῶν Δαναΐδων, ὅπως κατέστη διὰ τοὺς Ἕλληνας γεωργοὺς φορολογουμένους ἡ φορολογία αὕτη τῶν ἐθνικῶν γαιῶν.
§71Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ φορολογίας καὶ ὄχι περὶ τιμήματος.
§72Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Λέγω καὶ τονίζω τὸν πίθον τοῦτον τῶν Δαναΐδων, εἰς ὃν ἀδιακόπως καὶ ἐπὶ ἔτη μακρὰ ῥίπτουσι τὸν ἱδρῶτά των οἱ χωρικοί, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι πότε ἐπὶ τέλους θὰ τελειώσῃ ἡ ἀδιάκοπος καὶ εἰς τὰ σκοτεινὰ πληρωμὴ αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Πρὸς πίστωσιν τῶν λεγομένων μου, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπανειλημμένως τῷ ἔγραψα κατὰ τὸ θέρος περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι καὶ σκάνδαλα πλεῖστα εἰς βάρος τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας ἐγένοντο ἐκ τῶν ἀτασθαλιῶν αὐτῶν, πρὸς πίστωσιν, λέγω, τῶν λεγομένων μου φέρω τὸ παραχωρητήριον τοῦτο, ἓν αὐτὸ ἐκ τῶν πολλῶν χιλιάδων παραχωρητηρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἀποπληρωθῶσιν ἐντὸς 18 ἐτησίων δόσεων, ὡς τὸ ἴδιον παραχωρητήριον λέγει. Ἀπὸ τοῦ 1882 ὅμως ἔτους παρῆλθον ἔκτοτε 30 ὅλα ἔτη, καὶ ἐξακολουθοῦσιν οἱ τλήμονες χωρικοὶ νὰ πληρώνωσιν ἀκαταπαύστως.
§73Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν ἐλάμβανον ἀποδείξεις, ὅτε ἐπλήρωνον;
§74Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐλάμβανον, ἀλλ’ εἴτε δὲν τὰς ἐφύλαττον εἴτε ἀπὸ τοὺς ταμιακοὺς καταλόγους δὲν διεγράφοντο, τοὺς ἠνάγκαζον ὅμως νὰ πληρώσωσιν ἐκ νέου οἱ ἁρμόδιοι δι’ ἐνταλμάτων καὶ διὰ κατασχέσεων, τρὶς ἐκτελουμένων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κτήματος.
§75Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ μὴ πληρώσωσιν.
§76Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κατόπιν ἐκβιάσεως πληρώνει τις θέλει καὶ δὲν θέλει. Διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβωσι πρόνοιαν καὶ νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὸ μέγα αὐτὸ κατὰ τῶν γεωργῶν ἀδίκημα.
§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ὁ νόμος περὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1871. Ἔκτοτε ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας ἐξακολουθοῦσι νὰ πληρώνωσιν, ἔχουσι δὲ ἀποπληρώσει τὸ τίμημα, δι’ ὃ ἐξετιμήθησαν αἱ γαῖαι αὐταί, δὶς καὶ τρίς. Οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουσιν ἀρχεῖα, διὰ νὰ φυλάττωσι τὰς ἀποδείξεις. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἅπαξ ἐξετύπωσεν ἕνα κατάλογον, εἰς ὃν ἐνέγραψε τοὺς ὀφειλέτας χωρικοὺς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ στερεοτύπου αὐτοῦ καταλόγου πληρώνουσιν οἱ γεωργοί, διότι οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε εἰς τὰς οἰκονομικὰς Ἐφορίας εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσι πληροφορίας τί ὀφείλει ἕκαστος δηλωτής. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως διαγραφῶσιν οἱ πληρώσαντες ἐκ τῶν χρηματικῶν καταλόγων.
§78Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μόλις ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν ἔλαβε μέτρα, ἵνα τελειώσῃ ἡ ἐκκαθάρισις ὅλων τῶν παραχωρητηρίων, ἥτις καὶ συνετελέσθη ὁλόκληρος. Τὰ παραχωρητήρια ἔχουσιν ἐκκαθαρισθῆ. Συνετελέσθη μόλις πρὸ μηνὸς ἡ ἐργασία αὐτή, ἥτις ἀπῄτει χρόνον πολύν. Θὰ παύσῃ δὲ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριακονταετίαν μαστίζει τοὺς ἀτυχεῖς χωρικούς, ὅσοι πληρώνουσι, διότι πολλοὶ δὲν ἐπλήρωσαν τίποτε. Μετὰ τριακονταετίαν ὁλόκληρον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἵνα λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐντὸς 6 μηνῶν. Ἐλπίζω ὅτι ταχύτερον δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθῶσι τὰ μέτρα αὐτά. Ἀπὸ τοῦδε θὰ παύσῃ τὸ κακόν.
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ποίας βάσεως λογιστικῆς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις;
§80Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ἔχω ἀπεριόριστον ἀγάπην καὶ ἐμπιστοσύνην (ἱλαρότης) καὶ μὲ τὸν ὁποῖον ἀδιακόπως ἀλληλογραφῶ χάριν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν διὰ τὴν διαγραφὴν τῶν πληρωσάντων, θὰ ἀναγραφῇ δέ, ὡς ἔγραψα καὶ ἄλλοτε αὐτῷ, χρυσοῖς γράμμασι τὸ ὄνομά του, ἐὰν ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτό.
§81Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ποίας λογιστικῆς βάσεως ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις;
§82Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκαθαρίσεως, οἱ ταμίαι θὰ παύσωσιν εἰσπράττοντες.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, συζητεῖτε. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Μαυρίκης. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§84Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐντὸς 6 μηνῶν ἐτακτοποίησε τὰ πάντα.
§85Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Αὐτὰ ἐτακτοποιήθησαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν.
§86Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, τὴν ὁποίαν εὑρῆκεν ἑτοίμην, εἶναι ἐργασία πολλῶν ἐτῶν, ἥτις συνετελέσθη διὰ τῶν συνεργείων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἔπραξεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§87Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἄνευ τῶν συνεργείων συνετελέσθη. Αὐτὰ δὲν ἔκαμον τίποτε.
§88Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἄλλου σοβαρωτάτου ζητήματος ἀφορῶντος ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον. Οἱ ταμίαι κατὰ χιλιάδας ἐξέδωκαν ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλόντων ἐτησίας δόσεις, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ὀφείλουσιν οἱ καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα; Ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος πρότερον ὅτι πολλοὶ ὄχι μόνον ἔχουσιν ἀποπληρώσει τὸ ὀφειλόμενον ποσόν, ἀλλὰ δὶς τοῦτο ἐπλήρωσαν, ἄλλοι ἅπαξ καὶ ἄλλοι μέρος αὐτοῦ καὶ ἄλλοι τίποτε. Ποίαν ἐργασίαν ἐποιήσατο ἐπὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργός; Ἔκαμεν ἐργασίαν νὰ ἀνακαλύψῃ ποῖοι οἱ ὀφείλοντες πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ οὗτοι νὰ καταδιωχθῶσιν ὑπὸ τῶν διαφόρων ταμιῶν; Τοὐναντίον ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς ταμίας νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα συλλήβδην κατὰ παντός, ὅστις ἐδήλωσέ ποτε εἴτε αὐτὸς εἴτε ὁ πατήρ του εἴτε ὁ πάππος του. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρώτατον, διότι ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου σχεδὸν τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Οἱ καταδιωκόμενοι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς πολλὰς τάξεις· εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληρώσει πρὸ πολλοῦ καὶ ἐξακολουθοῦσι πληρώνοντες, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πληρώσει τὸ ὅλον, καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πληρώσει τίποτε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ τάξεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι καταζητοῦνται χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν οὔτε ὑπῆρξάν ποτε κάτοχοι δημοσίων κτημάτων. Ἔτυχε κάποτε νὰ δηλώσωσι καὶ οὐδέποτε ἐγένοντο κάτοχοι, διότι ἦσαν ἄλλοι κάτοχοι καὶ καταζητοῦνται ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσάν ποτε, ἀλλὰ καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ οἱ ἔγγονοι αὐτῶν, χωρὶς ποτε νὰ γίνωσι καὶ κάτοχοι οὔτε αὐτοί, οὔτε οἱ πατέρες, οὔτε οἱ πάπποι αὐτῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι φοβερόν, εἶναι ἀπάνθρωπον. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καθαρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς ἑνὸς ἑκάστου καὶ νὰ γνωρίσῃ τίνες ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον. Νὰ καθαρίσῃ τὴν ἄλλην τάξιν, νὰ πληροφορηθῇ δηλαδὴ ἂν οἱ καταζητούμενοι ὑπὸ τῶν ταμιῶν εἰσι καὶ οἱ κάτοχοι τῶν δηλωθέντων κτημάτων, ἄν ὑπῆρξάν ποτε κάτοχοι αὐτοὶ ἢ οἱ πρόγονοι αὐτῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν σὺν τῇ πολυτίμῳ ἐργασίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι ἔκαμεν ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν, νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα καθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτῶν, διότι εἶναι τερατῶδες, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταζητῶνται, συλλαμβάνωνται καὶ φυλακίζωνται πολῖται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἔχουσιν ἐξοφλήσει τοὺς λογαριασμούς των καὶ ἴσως ἔχουσι πληρώσει τὸ διπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὤφειλον. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νομίζω ὅτι ζητοῦσι πάντες, αὐτὸ συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§89Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ προέλθῃ εἰς τὴν προσήκουσαν συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἱεροκηρύκων. Ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις τοιαῦται δώδεκα. Τὸ γεγονὸς εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἄξιον προσοχῆς, ὅσῳ σήμερον τὸ ἐκκλησιαστικὸν χρῆμα χειρίζεται αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι δὲ ζήτημα ὅτι αὕτη μεταξὺ τῶν πρωτίστων αὑτῆς καθηκόντων ἔχει, δηλαδὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ, τὴν μέριμναν ὑπὲρ τοῦ θείου κηρύγματος. Ἡ δὲ πλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἱεροκηρύκων τοσοῦτο μᾶλλον ἐπιβάλλεται, καθόσον στερούμεθα δυστυχῶς ἐφημεριακοῦ διδακτικοῦ κλήρου· ἑπομένως οἱ μόνοι παράγοντες, οἵτινες δύνανται νὰ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ θρησκευτικοῦ φωτισμοῦ τοῦ λαοῦ, εἶναι οἱ ἱεροκήρυκες. Ἀντιτάσσεται εἰς τοῦτο ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν οἱ ὑπάρχοντες τοιοῦτοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ καθήκοντα αὑτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι σκόπιμος ὁ διορισμὸς καὶ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτο μέτρον, ἀναμφισβητήτου ἐπαρκείας, τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ, ἐφηρμόζετο εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι πλεῖσται ἐξ αὐτῶν θὰ ἔμενον κεναί, δεδομένου ὄντος, ὅτι οἱ κατέχοντες αὐτὰς δὲν ἀνταποκρίνονται πάντες μὲ χρησιμότητα ἀναμφισβήτητον εἰς τὰ καθήκοντα καὶ τὴν ἀποστολήν των. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἐλαμπρύνθη διὰ τοῦ θείου κηρύγματος· αὐτὸς ὁ χριστιανισμὸς εἶναι καρπὸς τοῦ κηρύγματος τούτου. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι πᾶσα ἐν γένει Ἐκκλησία τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου μεταξὺ τῶν πρώτων αὑτῆς μελημάτων κατέλεγε τὴν μόρφωσιν ἱεροκηρύκων καὶ τὴν στρατολογίαν ὀργάνων τοῦ θείου λόγου ὑπὲρ τοῦ λαϊκοῦ φωτισμοῦ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος διέδραμον πλείστας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζω ὅτι εἷς ἀπὸ τοὺς πόθους τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ὕπαρξις ἱεροκηρύκων μεταδιδόντων πρὸς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν τὰ φῶτα τῆς θρησκείας. Ἢ μήπως ὑπάρχουσιν οἰκονομικὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα δυσχεραίνουσι τὸν ζητούμενον διορισμόν; Λόγοι τοιοῦτοι δὲν ὑφίστανται βεβαίως, καὶ ἑπομένως ἡ σύστασις τοῦ πολιτικοῦ συλλόγου «ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος» εἶναι ἀξία εὐμενεστάτης προσοχῆς. Κατὰ πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνακοινωθῇ καὶ εἰς ἐμὲ πρὸ μηνῶν, ἤλπιζεν ἡ διοίκησις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ὅτι θὰ εἶχε περίσσευμα περὶ τὰς 800,000 δραχμῶν. Ἦτο ὑπερβολικώτερον αἰσιοδοξοῦσα ἡ ἐλπίς; Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ περίσσευμα αὐτὸ ἤθελεν ἐλαττωθῆ καὶ εἰς τὸ τρίτον καὶ εἰς τὸ τέταρτον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ διορισμὸς 12 ἱεροκηρύκων θέλει ἀπαιτήσει 20 ἕως 30 χιλιάδας δραχμῶν, οὐδεμία δικαιολογία ὑπάρχει περαιτέρω καθυστερήσεως αὐτοῦ. Καὶ ὑποθέτω ὅτι μία ὑπόμνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον θὰ ἦτο ἀρκετὴ πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος τοσοῦτον ἐπιτακτικοῦ.
§90Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν διεβιβάσθη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἡ θέλησις τῆς Πολιτείας, ὅπως γίνῃ ὁ διορισμὸς τῶν ἱεροκηρύκων, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει σπεύσει εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης, ἥτις ἐπείγει.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης μιᾶς ὥρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, διακόπτεται ἡ συζήτησις τῶν ἀναφορῶν δι’ αὔριον καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. τῶν ἐπερωτήσεων.
§92Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν προτίμησιν τῆς συζητήσεως τοῦ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Γρηγορίου γνωρίζει ὅτι ἐπίκεινται συγκρούσεις, αἵτινες πρόκειται νὰ προληφθῶσιν, ἐὰν ἀναπτύξωμεν τὴν ἐπερώτησίν μας περὶ τῶν ὁρίων τῶν νομῶν Ἀρκαδίας καὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας.
§93Γ. ΠΩΠ. Πνευματικαὶ συγκρούσεις.
§94Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔνοπλοι συγκρούσεις, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ἀπεύχομαι νὰ εἶναι οἷον τὸ προγινώσκω. Ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ εἶναι, Κύριοι, ἀναγεγραμμένη ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 17 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ Δευτέραν ἀπέτεινα καὶ παράκλησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ δόντα ἀφορμὴν πρὸς μεταβολὴν τῶν ὁρίων τῶν δύο νομῶν, χρήσιμα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καίτοι παρῆλθον σήμερον αἱ ἓξ ἡμέραι παραχωρούμεναι ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν προσεκόμισε τὰ ἔγγραφα. Ἔγγραφά τινα ἔλαβον ἐξ ἄλλης πηγῆς καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀναπτύξω. Ὁ κ. Γρηγορίου εἶναι ἐν γνώσει τῶν κινδύνων, οὓς διατρέχομεν, ἐκ τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ἐγκρίνει νὰ προταχθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις 46 καὶ 47. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρόταξις τῶν ἐπερωτήσεων 46 καὶ 47).
§96Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ καταγγείλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι καλῇ τῇ πίστει βεβαίως καὶ μετ’ ἀρίστης θελήσεως, ἀλλ’ ἄνευ τῆς δεούσης προσοχῆς προέβη εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς καὶ διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ἀδικήματος σκληροῦ ἀναγνωρισθέντος ὑφ’ ὅλου τοῦ τε ἐπιστημονικοῦ καὶ μὴ κόσμου καὶ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διότι, ἂν ἐμερίμνα νὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν ἐκ προσώπων τῆς περιωπῆς καὶ ἀμεροληψίας ἐκείνων, ἐξ ὧν κατηρτίσθη ἡ τῆς Νομικῆς τοιαύτη, ἀναμφισβητήτως...
§97Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ ὡς πρὸς αὐτό.
§98Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Νὰ μὲ διαδεχθῆτε νὰ τὸ εἴπητε— ...ἀναμφισβητήτως, λέγω, ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης θὰ ἐνεποίει οἵαν ἐντύπωσιν καὶ ἡ τῆς Νομικῆς τοιαύτη, καὶ σήμερον οὐδ’ ἡμεῖς θὰ ἀπησχολούμεθα οὐδ’ ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ γνώμη θὰ συνεταράσσετο καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε σοβαρῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ͵ΓΩΚϚʹ καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ μέρη, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ὅτε κατήρτισε τὴν ἐπιτροπήν, ὡς κατηρτίσθη αὕτη, τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νόμου τούτου, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐπανόρθωοιν τοῦ ἀδικήματος καὶ ὅπερ ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ ἐψήφιζεν, ἐσκεμμένως καὶ προμεμελετημένως ἐστραγγαλίζετο. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι γεγονότα τινὰ ἐκ τῶν ὑστέρων προκύψαντα πλήρη ἀναισχυντίας καὶ συναλλαγῆς τοῦ αἰσχίστου εἴδους δὲν ἠδύνατο ὁ ἀνθρώπινος νοῦς νὰ προΐδῃ οὐδ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ φαντασθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι μεταξὺ τοῦ νῦν καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας Κεφαλλῆνος καὶ τοῦ τέως τοιούτου παρενεβάλλετο συμφέρον μέγα, μῖσος ἄσπονδον, ἔχθρα θανάσιμος. Ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν παγκοίνως γνωστὴν ἀλληλεγγύην καὶ ἀλληλοϋποστήριξιν τῶν ἐκ Κεφαλληνίας Ἑλλήνων.
§99Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ὑποστηρίζουσι τοὺς ἱκανοὺς καὶ ἐντίμους.
§100Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον (θόρυβος).
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὑβριστικόν αὐτό.
§102Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀναδεικνύονται διὰ τῆς ἱκανότητός των.
§103Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ διακόψας ἐν τῷ Ξενοδοχείῳ «Ἀβέρωφ» μὲ διεβεβαίωσε διὰ τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐπίσης ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου κ. Ἰγγλέση.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις νὰ μὴ προκαλῇ.
§105Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἀποκακρύνεσθε τῆς ἀληθείας.
§106Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὐδαμῶς ἀπομακρύνομαι αὐτῆς, ἀλλὰ λέγω μόνην ταύτην ὡς γυμνήν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος παρακαλεῖται νὰ ὁμιλῇ γενικώτερον χωρὶς νὰ θίγῃ πρόσωπα.
§108Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά! (θόρυβος).
§109Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Σεῖς δύνασθε νὰ ἐξακολουθῆτε ὅσον θέλετε· ἡ ἡλικία σᾶς προασπίζει καλῶς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμελῶς νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν Κεφαλλῆνος ἐπιστήμονος. Καὶ ἀντὶ τούτου εἴδομεν μέλη τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἶναι ....
§110Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Μενιδιᾶτες!
§111Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω πολὺ πικρῶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ.
§112Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτωσιν οἱ Κύριοι.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς λείπωσιν αἱ παρατηρήσεις· προστατεύεται ὁ ῥήτωρ ἐπαρκῶς.
§114Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὸ μὲν ἓν μέλος νὰ εἶναι Κεφαλλὴν στενῶς συνδεδεμένος μετὰ τοῦ ἑτέρου τῶν διαδίκων καθηγητῶν καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναστρεφόμενον μετ’ αὐτοῦ.
§115Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἰς ὅποιον συναναστρέφεται μὲ Κεφαλλῆνας τῷ περιποιεῖ τιμήν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτῃ.
§117Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Διὰ τελευταίαν φορὰν καθιστῶ γνωστὸν εἰς τοὺς διακόπτοντάς με ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος ποσῶς νὰ ὑβρίσω μερίδα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἡ ὁποία παρήγαγε τόσα πολύτιμα τέκνα πολυειδῶς εὐεργετήσαντα τὴν πατρίδα, τῆς ὁποίας ἄλλως τε εἶσθε καὶ ἀντιπρόσωποι κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν (εὖγε!), ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ἐπίσης ὅτι ὀλίγον ἐνδιαφέρομαι διὰ τοὺς θυμοὺς αὐτῶν. Θέλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετελέσθη ἐκ συμπολιτῶν τοῦ νῦν καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας, καὶ νὰ πείσῃ αὐτὴν ὅτι τοῦτο ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς κρίσεως αὐτῆς. Τί εὑρίσκετε τὸ μεμπτὸν εἰς τοῦτο; Τὸ δεύτερον μέλος, λέγω, ἦτο καὶ αὐτὸς Κεφαλλὴν σὺν τῇ διαφορᾷ ὅτι συνδέεται διὰ στενῆς συγγενείας καὶ ἀγάπης μεγάλης μετὰ τοῦ αὐτοῦ καθηγητοῦ.
§118Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Συγγένειαν μὲ ποῖον ἔχει; Δὲν πρέπει νὰ λέγητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§119Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω εἰς πρόσωπα. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ περὶ ποίου ὁμιλῶ.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν καταλαμβάνομεν τίποτε.
§121Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μόνον οἱ ἐκ Κεφαλληνίας δὲν καταλαμβάνουσι (γέλωτες). Τὸ τρίτον μέλος ἔχει Ἐπιμελητὴν Κεφαλλῆνα ἐπίσης.
§122Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ ἀπαντήσωμεν.
§123Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ κάμητε.
§124Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐν ἠρεμίᾳ.
§125Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω μετὰ πάσης ἠρεμίας, ἀλλὰ μ’ ἐμποδίζουσι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν ἀγανάκτησίν μου.
§126Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἶσθε ἰατρὸς καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε ἐν ἠρεμίᾳ.
§127Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Σᾶς ἔδωκα μίαν ἀπάντησιν καὶ δὲν θέλω νὰ τὴν ἐπαναλάβω. Τὸ τρίτον, λέγω, μέλος ἔχει Ἐπιμελητὴν τὸν ἐκ Κεφαλληνίας ἐπίσης καταγόμενον Κοσμετᾶτον, ὅστις σύρει αὐτὸ ἀπὸ τῆς ῥινὸς διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔστι δ’ οὗτος ὁ Κοσμετᾶτος ὀφθαλμολόγος ἰατρός, ὁ ὁποῖος θηρεύει καὶ αὐτὸς ἕδραν ἐκτάκτου καθηγητοῦ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, ὅπως προλειάνῃ τὸ ἔδαφος καὶ εἰσπηδήσῃ εἰς τὴν τακτικὴν τοιαύτην, καί, διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, πρέπει νὰ μείνωσι τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσι, διότι δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νῦν καθηγητὴς νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺν ἀκόμη χρόνον εἰς τὴν θέσιν του. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, κύριοι συνάδελφοι, ἀφήνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, εἰς ποίους ἀνθρώπους ἐνέπεσεν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος καὶ διακεκριμένος ἐπιστήμων κ. Γαζέπης. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάρτισιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἤδη θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἐν πρώτοις ἔκθεσις δὲν ὑπεβλήθη ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης προθεσμίας, διότι δὲν πιστεύω σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεδόθη εἰς τὰς ὑπουργικὰς χεῖρας κατὰ τὴν νύκτα τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ἦτο ἔκθεσις οὐδὲ κἂν ὅτι εἶχε τὰ στοιχεῖα τοῦ δημοσίου ἐγγράφου· ἀνέφερεν ἁπλῶς τὰ ὀνόματα τῶν προτεινομένων ἄνευ κἂν ὑπογραφῆς.
§128Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ ὑπογραφαὶ ὑπῆρχον.
§129Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ζητῶ συγγνώμην, κ. Ὑπουργέ· δὲν εἶδον τὸ ἔγγραφον μέχρι τέλους· ἐπλανήθην. Δεύτερον, καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ἔκθεσις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι κριταὶ καὶ κρινόμενοι ἦσαν τὰ αὐτὰ πρόσωπα. Καὶ τρίτον ἐρωτῶ ὑμᾶς οὐσιαστικώτερον· πῶς ἀπετόλμησαν οἱ Κύριοι οὗτοι νὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτον αὔθαδες ἔγγραφον; Καὶ διατί ἐξέλαβον τάχα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἦλθον ἐνταῦθα νὰ προτείνωσιν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τοιαῦτα ὄργια ἐν ταῖς συνεδρίαις τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε λόγῳ τοῦ ὁρμητικοῦ μου χαρακτῆρος δὲν δύναμαι νὰ εὕρω καταλλήλους λέξεις, ἵνα τὰ παραστήσω χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ πάντων τῶν ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφων; Ἢ μοῦ ψηφίζεις τὸν Σπῦρον ἔλεγεν ὁ εἷς, ἢ δὲν ψηφίζω κανένα ἄλλον.
§130Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διαμαρτυρόμεθα καὶ τὰ διαψεύδομεν.
§131Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ ἄλλος φύσει ἀσθενοῦς χαρακτῆρος ὑπεχώρει, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ ἑαυτός του, καὶ ὁ τρίτος ἀνέμενε νὰ λάβῃ ὁδηγίας ἀπὸ τὸν ῥηθέντα Κοσμετάτον. Ἀλλὰ πάντων τὴν ἀναισχυντίαν ὑπερέβη εἷς, ὁ ὁποῖος διέπραξέ τι τερατωδῶς πρωτάκουστον, μετεχειρίσθη δόλον καὶ ἀπάτην, καί, ἐνῷ ἐπιστεύετο ὅτι ἡ ἕδρα τῆς Κλινικῆς Παθολογίας κατείχετο ὑπ’ αὐτοῦ τούτου, αἴφνης κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, χωρὶς οὐδεὶς ἄλλος νὰ ὑποβάλῃ ὑποψηφιότητα, ὑπεβλήθη ἐκ τοῦ ἀνεψιοῦ τοιαύτη, ὅστις καὶ προυτάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§132Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἶναι συκοφαντίαι αὗται.
§133Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι συκοφαντίαι, κύριε συνάδελφε, διότι εἶναι ἐξάδελφος, δὲν εἶναι ἀνεψιός!
§134Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος τούτου θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ αὐτὴν κατ’ εὐθεῖαν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦμαι ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς βοήθειάν μου μετὰ πάσης εἰλικρινείας καὶ πεποιθήσεως καὶ θὰ ἐρωτήσω αὐτόν· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκριθῇ τοιαύτη ἔκθεσις; Εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ μὴ φανῇ ἀντάξιος τῆς ἐπικρατούσης περὶ αὐτοῦ ἰδέας καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους; Καὶ θὰ ἀπαντήσω ἀδιστάκτως βροντοφωνῶν· ὄχι. Καὶ πέπεισμαι ὅτι θὰ ῥίψῃ κατὰ πρόσωπον τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὡς οὖσαν προϊὸν ἀκολασίας καὶ φαυλότητος.
§135Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κύριε Πρόεδρε· πρέπει ν’ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὸν περίβολον, εἰς τὸν ὁποῖον τοιαῦτα ἀκούονται (θόρυβος).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρακαλεῖται νὰ μετριάσῃ τὴν ἔκφρασίν του.
§137Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν δύναμαι, κ. Πρόεδρε, διότι τοιαῦτα εἶναι τὰ γεγονότα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι φράσις, κ. Βουλευτά, μὴ προσήκουσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§139Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πλήρης ἁμαρτιῶν ἤθελον νὰ εἴπω.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκάλεσε τὴν φράσιν.
§141Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὁ ὀργανισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, κατέδειξαν σαφέστατα, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ διδασκαλία χωλαίνει σπουδαίως παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν δύναται πλέον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐστήριξε καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία εἰς αὐτήν. Καὶ λέγω ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία, καθόσον ἀμφότεραι λαμβάνουσι τοὺς ἐπιστήμονας, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀπὸ τοὺς τροφίμους τοῦ Πανεπιστημίου. Τὴν ἐπιρροὴν ταύτην τῆς πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας ἐπὶ τῶν δύο τούτων Πολιτείας καὶ Κοινωνίας κατιδόντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης προσπαθοῦσι καὶ φιλοτιμοῦνται πρὸς ἄλληλα ποῖον νὰ καταστήσῃ τὴν πανεπιστημιακὴν διαδασκαλίαν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελεστέραν καὶ σκοπιμωτέραν. Φιλοτιμοῦνται πρὸς ἄλληλα τὰ Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης ποῖον θ’ ἀποκτήσῃ τοὺς καλλιτέρους καὶ τοὺς πλέον ἐπιστήμονας καθηγητὰς διὰ τὰς πανεπιστημιακὰς ἕδρας. Καὶ λίαν εὐλόγως, Κύριοι, καθόσον οὔτε τὸ λαμπρὸν κτίριον, οὔτε ὁ ὀργανισμός, οὔτε τὰ ἐπιστημονικὰ ἱδρύματα, οὔτε ἡ πληθὺς τῶν ἐργαλείων τῆς ἐρεύνης καὶ τῶν καθηγητικῶν ἑδρῶν κάμνουσι τὸ Πανεπιστήμιον. Τὸ Πανεπιστήμιον κάμνει μόνον ὁ καλὸς καὶ κατάλληλος καθηγητής (Εὖγε, εὖγε). Ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἐκτὸς τῆς ἐπιστημονικῆς αὑτοῦ τελειότητος ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ μεταδίδῃ τὰς γνώσεις αὑτοῦ εὐκρινῶς καὶ εἰς τοὺς ἀκροατὰς (εὖγε), ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεπίληπτος τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ ἦθος, ὅπως ἀποβλέποντες οἱ φοιτηταὶ εἰς ἐκεῖνον γίνωνται καὶ αὐτοὶ βελτίονες ἑαυτῶν καθ’ ἡμέραν, ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ σθεναρὰ φωνὴ ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἀναγκάζει τοὺς φοιτητὰς νὰ προσέρχωνται πρόθυμοι εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν παραδόσεων, ὅπως ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στωμύλον καὶ εὔγλωττον αὐτοῦ στόμα ἐπιστημονικὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας ἡ εὐγλωττία αὐτοῦ ἀνεξιτήλως θὰ ἐμβάλλῃ εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι καθηγηταὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν; Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν ὑπάρχουσι καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι δύνανται πραγματικῶς νὰ παραβληθῶσι μὲ τοὺς καλλιτέρους καθηγητὰς τῶν Γερμανικῶν Πανεπιστημίων, ἀλλ’ οὗτοι εἶναι εὐάριθμοι. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσι. Καὶ διατί τοῦτο; Πῶς εἰσῆλθον αὐτοὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; Εἰσῆλθον, διότι, ὅτε οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ προσεκάλουν τὰς Σχολάς, ὅπως ὑποδείξωσιν ὑποψήφιον διὰ κενωθεῖσάν τινα θέσιν, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τοῦ ὑποψηφίου, ἀλλ’ ἐρρύθμιζον τὰς ἀποφάσεις αὑτῶν ἀπὸ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίζετο ὁ ὑποψήφιος, ἀλλοῖα τῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωκεν. Ἰδοὺ διατί εἰσῆλθον αὐτοὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Καὶ τώρα αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι συνεστήθησαν —καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς—, κληθεῖσαι ὅπως ὁρίσωσι τοὺς μέλλοντας νὰ συμπληρώσωσι τὰς κενωθείσας θέσεις ἕνεκα τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τοῦ θανάτου τινῶν καθηγητῶν, ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ῥυθμιζομένην κατὰ τὸ τέως ἐπικρατοῦν πνεῦμα τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, αἵτινες δεσμευόμεναι ὑπὸ τοῦ τέως ὀργανισμοῦ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παρεκκλίνωσιν ἀπὸ τὰς προτάσεις τῶν καθηγητῶν τῆς σχολῆς, ἐνῷ κατὰ τὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος τώρα ἐψηφίσθη, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ἔργον φρονήσεως, θεωροῦσα ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἰατρικῆς Σχολῆς δὲν ἔλαβε χώραν, μηδόλως νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἠκούσατε ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ὁποία συναλλαγὴ ἐτελέσθη κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης (χειροκροτήματα). Δύναται, κύριοι Βουλευταί, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξερευνῶν μόνον του τοὺς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ἐξετάζον τὰ προσόντα αὐτῶν, ἐὰν εὕρῃ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν ἱκανοὺς νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν, νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ καμμίαν γνωμοδότησιν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς. Ἀλλ’ ἐὰν παρ’ ἐλπίδα δὲν εὑρεθῶσι μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πατρίδι μας, τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα, ἵνα γίνωσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, τότε προτιμότερον χιλιάκις νὰ μὴ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις αὐτάς, ἀλλὰ νὰ ἀναθέσῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων αὐτῶν εἰς καθηγητάς, μὲ μικρὸν ἐπιμίσθιον, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσι συγγενῆ μαθήματα, καὶ τότε μόνον νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις, ὅταν παρουσιασθῶσιν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσιν αὐτάς. Καὶ θὰ παρουσιασθῶσιν ἱκανοί, διότι, ὅταν ἅπαξ πληροφορηθῶσι καὶ οἱ νῦν σπουδάζοντες καὶ οἱ μέλλοντες νὰ σπουδάσωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναρριχηθῶσιν εἰς τὴν ὑψίστην θέσιν τοῦ Πανεπιστημίου παρὰ μόνον δι’ ἐπιστημονικῆς τελειότητος, βεβαίως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἀπὸ τῶν βάθρων τοῦ Πανεπιστημίου θὰ προσπαθήσωσι νὰ γίνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελέστεροι, ἵνα ἀξιωθῶσι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ταύτην τὴν τόσον ἐπίσημον καὶ τὴν τόσον τιμῶσαν τὸν καταλαμβάνοντα αὐτὴν ἐπαξίως. Ἀλλ’ εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν καθηγητῶν τούτων πρέπει νὰ συντελέσῃ σπουδαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις μιμουμένη εἰς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῆς Ἰαπωνίας καὶ τῆς Βουλγαρίας. Ὅτε ἡ Ἰαπωνία ἵδρυσε τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Τόκιο, δὲν εἶχε κανένα κανένα καθηγητήν, ἵνα καταλάβῃ ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλ’ ἀμέσως ἀπέστειλε δεκάδας ὑποτρόφων, ἐκλέξασα αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς πλέον εὐφυεῖς διδάκτορας, καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ τὴν παραγγελίαν ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς εἰδικὰς ἐπιστημονικὰς σπουδάς, ἐκείνας τὰς ὁποίας αὐτοὶ θὰ προτιμήσωσι, καὶ νὰ ἐπανέλθωσι νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας.
§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔστειλε καὶ ἡ ἰδική μας τὸν Σφυρῆν!
§143Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγένετο τοῦτο, καὶ ἐπανῆλθον, καὶ σήμερον τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Τόκιο, τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ δεκάδας μόνον ἐτῶν ὑπάρξεως, δύναται νὰ παραβληθῇ κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν τελειότητα μὲ τὰ Πανεπιστήμια τοῦ Βερολίνου, Λειψίας καὶ Μονάχου, ἐνῷ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον ἀριθμοῦν ὀκτὼ δεκάδας μόνον ἐνιαυτῶν οὐδὲ ἓν μικρὸν λιθάριον προσέθεσεν εἰς τὸ μέγα ἐπιστημονικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ἡ ἀκαταπόνητος φιλοπονία τῶν ἐπιστημόνων, οἵτινες ἐργάζονται εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ἐργαστήρια τῶν Εὐρωπαϊκῶν Πανεπιστημίων. Καὶ ἡ Βουλγαρία μὴ ἔχουσα καθηγητὰς καταλλήλους διὰ τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν ἔκλεισεν αὐτήν, καὶ πρόκειται νὰ τὴν ἀνοίξῃ τότε μόνον, ὅταν ἀποκτήσῃ καταλλήλους καθηγητὰς διὰ τὰς ἕδρας αὐτῆς. Αὐτὸ πρέπει νὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὀφείλομεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ ἀποστείλωμεν ἱκανὸν ἀριθμὸν ὑποτρόφων εἰς Εὐρώπην μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ σπουδάσωσιν εἰδικὰς ἐπιστήμας ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελέστερον, καὶ ἐπανερχομένους νὰ τοὺς διορίσωμεν εἰς τὰς κενὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου. Θὰ παρέλθῃ χρόνος τις, ἀλλ’ ὁ χρόνος αὐτὸς οὐδόλως θὰ βλάψῃ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Πανεπιστημίου, καθόσον τὰ μαθήματα τὰ διδασκόμενα ὑπὸ καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσι συγγενῆ μαθήματα, θὰ ὠφελήσωσι περισσότερον ἀπὸ τοῦ νὰ δοθῶσιν αἱ ἕδραι αὐταὶ εἰς ἀδεξίους καὶ ἀγραμμάτους. Μόνον οὕτω φερόμενοι, Κύριοι, θὰ ἀποκτήσωμεν καθηγητὰς ἀληθεῖς, καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι νὰ περιέπωσι τὴν ἐπιστήμην αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν ὡς ἐπιστήμην, καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι νὰ θεωρῶσιν αὐτὴν ὡς οὐρανίαν θεότητα καὶ οὐχὶ ὡς δάμαλιν, ἡ ὁποία νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτοὺς τὸ γάλα καὶ τὸ βούτυρον. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πράξωμεν τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι μόνον οὕτω θὰ ὑψωθῇ ἡ καταρριφθεῖσα πανεπιστημιακὴ διδασκαλία, μόνον οὕτω θὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδίδωσι τὸ δίκαιον ἐξ ἴσου εἰς ὅλους, μόνον οὕτω θὰ ἐξέλθωσι καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι διδάσκοντες τὰς γνώσεις εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτῶν θὰ προσπαθῶσι διὰ τῆς φλογερᾶς καὶ πατριωτικῆς αὐτῶν διδασκαλίας νὰ ἐξαίρωσι τὸ φρόνημα καὶ νὰ ἀναπτύσσωσι τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ μαθητοῦ, μόνον οὕτω θὰ ἐξέλθωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ πρῶτον διὰ τῶν γνώσεών των ἔλθωσιν ἐπίκουροι καὶ σύμβουλοι εἰς τοὺς συμπολίτας των εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας καὶ περιπετείας τοῦ βίου των, θὰ δυνηθῶσι καὶ διὰ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τοῦ ἤθους αὐτῶν νὰ ἀνυψώσωσι τὸ ἠθικὸν αἴσθημα τῆς κοινωνίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ δρῶσι. Μόνον οὕτω φερόμενοι θὰ θέσωμεν στερεὰς καὶ διαρκεῖς βάσεις ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν ὀρθοποδοῦσα θὰ δυνηθῇ νὰ καταλάβῃ τὴν ἐμπρέπουσαν μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων λαῶν θέσιν. (Χειροκροτήματα).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης. Καθιστῶ δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη.
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Σκάση, διότι ἡνώθησαν αἱ ἐπερωτήσεις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Σκάσην ἔχετε σεῖς.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί;
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Γρηγορίου εἶναι ὑπ’ ἀριθμὸν 46, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως εἶχεν ἐγγραφῆ ὁ κ. Σκάσης, προηγεῖται δὲ αὕτη τῆς 47. Ὁρίστε, κ. Σκάση.
§149Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐσκέφθην πολύ, κ. Βουλευταί, ἂν ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι θὰ παρέλειπον καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ πρὸς τὴν ἐμὴν συνείδησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν μὴ παρερχόμενος τὸ βῆμα τοῦτο ἐξέφερον τὴν ἐμὴν γνώμην. Δὲν ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν μετ’ ἀδόλου χαρᾶς ἐχαιρετίσθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Ζωηρὸν εἰσέτι παραμένει ἐν τῇ μνήμῃ ἡμῶν τὸ συναίσθημα τῆς ἀνακουφίσεως, τὸ ὁποῖον πάντες ᾐσθάνθημεν, ὅτε ἐξηγγέλθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι παύει πλέον ἡ συναλλαγὴ διὰ τῆς νομιμοποιήσεως τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων καὶ τῶν διαφόρων συμβουλίων καὶ γνωμοδοτικῶν ἐπιτροπειῶν. Δὲν παρῆλθε διετία, καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξηγέρθη κατὰ τῶν συμβουλίων τούτων. Πρὸ ὀλίγου ἔτι χρόνου, πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἡ Βουλὴ χειροκροτοῦσα τὸν ἔντιμον τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν προσκομίζοντα τὸ νομοσχέδιον περὶ κεντρικοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐψήφιζε τὸν νόμον τοῦτον. Ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν συμβουλίων τούτων· ἦτο ἡ πρώτη ἐπίσημος ψυχρολουσία κατὰ τῆς μανίας, ἥτις τοὺς πάντας εἶχε καταλάβει ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἀποκεντρώσεως. Πόσον ἦτο πρακτικὴ καὶ δεδικαιολογημένη ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Βουλῆς τῆς ψηφισάσης τὸν νόμον τοῦτον, δυστυχῶς ἀπέδειξαν πασιφανῶς τὰ λαβόντα χώραν ἐν ταῖς διαφόροις ἐπιτροπείαις ταῖς συσταθείσαις πρὸς ὑπόδειξιν καθηγητῶν διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν, ἰδίᾳ δὲ ἐν ταῖς ἐπιτροπείαις τῆς Φυσικομαθηματικῆς καὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Τὰ γεγονότα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοσοῦτον ἔπληξαν τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἐφ’ ὅσον συνετελέσθησαν ἢ μᾶλλον συνέπραξαν πρὸς ταῦτα ἄνδρες ὑψίστης περιωπῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἀξίας. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἔπληξαν ἔτι μᾶλλον βαθέως τὴν γνώμην τῶν ἐπαϊόντων, τουτέστι τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων. Ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ γνώμη τῶν ἐπαϊόντων, ἡ γνώμη σύμπασα τῆς δημοσιογραφίας, κατεδίκασεν ὁμοφώνως τὸ κριτικὸν τοῦτο τερατούργημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ χρυσώσῃ διὰ τῆς ὑποδείξεως καί τινων καθηγητῶν, οὐχὶ ἀτυχῶς πάντων, τοὺς ὁποίους καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα ἀπήτησε νὰ ἐπανέλθωσι τιμητικῶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ ἐλέγχου, ὅνπερ πάνυ δικαίως ὑφίσταται ἡ ἐπιτροπὴ σήμερον παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἂν παρεμπιπτόντως δὲν ἐμβάλλει ἡμῖν τὴν σκέψιν μὴ τυχὸν δὲν ἐπῆλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἐκ βάθρων καταργήσεως τοιούτων θεσμῶν. Δὲν κατηγορῶ, κ. Βουλευταί, τὴν Κυβέρνησιν, διότι τοιαύτας συνέστησεν ἐπιτροπάς. Καθ’ ὃν χρόνον αἱ ἐπιτροπεῖαι συνιστῶντο δὲν ἦσαν γνωστοὶ οἱ ὑποψήφιοι. Κατηγορῶ ὅμως ἐκεῖνα τῶν μελῶν, ἅτινα κωλυόμενα ἐκ τῶν στοιχειωδεστέρων ἠθικῶν κανόνων ἐν ἐπιγνώσει ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι κριταὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν στενῶν συγγενῶν δὲν ἐδήλωσαν ῥητὴν ἀδυναμίαν πρὸς ἀνάληψιν τοιούτων καθηκόντων, τοὐναντίον μάλιστα εὐχαρίστως ἀπεδέχοντο τὰς εὐθύνας. Κατηγορῶ τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν τούτων δι’ ἣν ἐπέδειξαν ἐπιστημονικὴν ἀνανδρίαν καὶ ἀνακολουθίαν. Εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα θὰ στραφῇ ὁ παρ’ ἐμοῦ ἔλεγχος, διότι, ἂν ταῦτα ἤθελον ἀποδειχθῆ ὡς βάσιμα, πᾶν κῦρος τῆς γνωμοδοτικῆς ταύτης ἐκθέσεως καταπίπτει. Δὲν ὑπάρχει, λέγουσιν οἱ κριταί, ἐν Ἑλλάδι ἐπιστήμων ἱκανός, ἵνα καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας. Δὲν ὑπάρχει ἐπιστήμων ἱκανός, ἵνα ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ καθηγητοῦ τῆς Παιδιατρικῆς. Ἀλλὰ τοιαύτην ἀποφαινόμενοι γνώμην οἱ κριταὶ δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι κατεδίκαζον αὐτοὶ ἑαυτούς, τινὲς τῶν ὁποίων ἐδημοσίευσαν ἐργασίας στηριζομένας ἐπὶ παθολογικῶν ἀνατομικῶν παρατηρήσεων γενομένων ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἔσχιζον διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν χειρῶν τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν, ὅτε τὰ πλεῖστα ἔργα τῶν ὑποψηφίων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπεβράβευσαν κρίνοντες τοὺς ὑποψηφίους ἱκανοὺς νὰ καταλάβωσι τὰς πανεπιστημιακὰς ἕδρας, τὰ πλεῖστα, λέγω, τῶν ἔργων τούτων ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει παθολογικῶν ἀνατομικῶν παρατηρήσεων γενομένων ἐν Ἑλλάδι; Καὶ τότε διατί τοὺς ἐργάτας τῶν ἔργων τούτων, ἢ τοὐλάχιστον, ὡς ἡμεῖς γνωρίζομεν, τοὺς συντελέσαντας ἢ συνεργασθέντας εἰς τὸ παθολογικὸν ἀνατομικὸν μέρος τῶν ἐργασιῶν τούτων, δὲν ἀνεκήρυττον ἱκανούς, ὅπως καταλάβωσι τὴν ἕδραν τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας; Καὶ εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ θεωρηθῇ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἰατρικαὶ ἐργασίαι ὡς ἐπιστημονικὸν ἔχουσαι κῦρος, καθ’ ἣν στιγμὴν διεκηρύττετο τόσον ἐπισήμως, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οὔτε εἷς ὑπάρχει ἱκανὸς ἐπιστήμων νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας, τὴν θεμελιωδεστέραν δηλαδὴ ἕδραν, ἥτις εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἰατρικῆς; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει, λέγουσι, καὶ παιδίατρος. Ἀλλὰ τότε ἐρωτῶ αὐτούς· τί θὰ ἔλθωσι νὰ διδαχθῶσιν ἐνταῦθα οἱ πανέλληνες ἰατροί, ὅταν γνωρίζωσιν ὅτι ἐκ τῶν ἑκατὸν ἀρρώστων, οὓς θὰ κληθῶσι νὰ ἴδωσιν, οἱ πεντήκοντα ἢ ἑξήκοντα εἶναι παιδία; Ἐὰν δὲ αὔριον εἴτε ἡ Σχολὴ εἴτε ἡ Κυβέρνησις προβῶσιν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἑδρῶν τούτων, ἐρωτῶ τοὺς κυρίους κριτάς· μὲ ποῖον κῦρος, μὲ ποίαν αἴγλην ἐπιστημονικὴν θὰ προσέλθῃ ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος νὰ διδάξῃ τὸ μάθημα τοῦτο; Ἢ μήπως ἐλπίζουσιν, ὅτι καὶ πάλιν ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος οὐρανόπεμπτον θὰ ἀποστείλῃ αὐτόν; Καὶ ἐὰν σήμερον δὲν ὑπάρχῃ ὁ σοφὸς παιδίατρος, τὸν ὁποῖον πανταχόθεν ἐρευνήσαντες δὲν ἀνεῦρον, ἐρωτῶ αὐτούς· θὰ γεννηθῇ τάχα αὔριον; Ἀφοῦ δὲ διὰ δύο τοιαύτας θεμελιώδεις ἕδρας τῆς Ἰατρικῆς, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἡ μὲν τὸ καθαρῶς ἐπιστημονικόν, ἡ δὲ τὸ μᾶλλον πρακτικὸν μέρος τῆς ὅλης ἰατρικῆς ἐπιστήμης, διακηρύττεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπιστήμονες ἐν Ἑλλάδι, νομίζετε, Κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο πράγματι ἐπιστημονικὴ ἀνανδρία ἡ γνώμη αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς; Κατηγορῶ ἐπίσης δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι δὲν ἀντέπραξαν κατὰ τῆς προσπαθείας τοῦ τρίτου ἐξ αὐτῶν, ὅπως μεταφυτεύσῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι φυτόν, τέως ἄγνωστον παρ’ ἡμῖν, γεννηθὲν καὶ ἀνδρωθὲν ἐν Ἰταλίᾳ, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐκριζωθέν, τὸ φυτὸν τοῦ νεποτισμοῦ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἐπισταμένως ἠρωτήθη, ἀλλὰ πάντως σκέψις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, ὅπως προσληφθῇ ὡς μέλος τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Ἰατρικὴν καὶ ἕτερος καθηγητὴς ἐκ τῶν νῦν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν πρὸς τὸ ἐρώτημα ἢ πρὸς τὴν σκέψιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὁ σεβαστὸς οὗτος καθηγητὴς ῥητῶς ἐδήλωσε, πρὸς τιμὴν αὐτοῦ, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ μέρος εἰς ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς τῷ ἦτο γνωστόν, καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς ἦτο γνωστόν, ἐπρόκειτο νὰ κριθῶσιν ἔργα τοῦ ἀνεψιοῦ αὐτοῦ.
§150ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Γνωρίζω, ὅτι εἰς οὐδένα ἕτερον ἐκτὸς τῶν τριῶν κριτῶν ἀπετάθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν διορισμὸν αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§151Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐπειδή, κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ὑπὲρ πάντα τιμώμενος ὑπ’ ἐμοῦ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κλονισθῇ τὸ κῦρος τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ἐντεῦθεν λεγομένων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡμέραν τινὰ —διέλαθε τὴν μνήμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας— κατερχόμενοι ὁμοῦ ἐκ Κηφισίας ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ καὶ λόγου γενομένου περὶ κριτῶν ἐδηλώθη ἁπλῶς ἐν τῇ συνομιλίᾳ μας ὅτι ὁ κ. Μακκᾶς δὲν δύναται ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι πρόκειται νὰ εἶναι ὑποψήφιος ὁ ἀνεψιός του.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ υἱός του.
§153Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὁ ἀνεψιός του καὶ ὁ υἱός του· ἐλησμόνησα.
§154Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο πρᾶγμα.
§155Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό, διότι ἦτο σκέψις ἀποβλέπουσα τὸν ἀξιότιμον τοῦτον καθηγητήν, ἐν τούτοις ἡ σκέψις αὕτη διῆλθε διὰ τοῦ νοῦ τῆς Κυβερνήσεως, καί, ἐνῷ διῆλθε διὰ τὸν ἕνα, δὲν διῆλθε διὰ τὸν ἄλλον. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἕτερον σημεῖον, σημεῖον ἀρκούντως σκανδαλῶδες, τὸ ὁποῖον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν, διότι ἔχω πλήρη συνείδησιν, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι προωρισμένον εἰς τοιαύτας ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ, λέγω, πρὸς πλήρη κατανόησιν τῶν πραγμάτων, νὰ θίξω ἐν γενικωτάταις ὅλαις γραμμαῖς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἀφοῦ ἐπετεύχθη, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπεδιώκετο, τουτέστιν ἡ ὑπόδειξις ὡρισμένου ἐπιστήμονος δι’ ὡρισμένην ἕδραν, ἔπρεπε, λέγω, ἐν τῇ στοργῇ, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τούτου, ἵνα ὁ ὑποψήφιος οὗτος ἀσφαλισθῇ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐπισκιάσεως. Καὶ ἐν τῇ στοργῇ ταύτῃ ἠρευνήθη ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἣν σήμερον ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός του κατέχει, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισκιάσῃ τὸν νέον τοῦτον κλινικὸν ἄνδρα. Νὰ ἐπισκιάσῃ, λέγω, τὸν ἐπιστήμονα τοῦτον, ὅστις ὤφειλε νὰ κατέλθῃ ἐνταῦθα περιβεβλημένος τὴν ταινίαν τῆς μονοπωλικῆς σοφίας, ὅστις ὤφειλε νὰ κατέλθῃ ἐνταῦθα, ἀφοῦ προηγουμένως ἐδηλοῦτο διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ τῇ δούλῃ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ ἀντικρύσῃ αὐτὸν ὡς καθηγητὴν τῆς Κλινικῆς. Καθηγητὴς δὲ τῆς Κλινικῆς σημαίνει, κύριοι Βουλευταί, τὸ κορύφωμα τῆς πολυδαιδάλου ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Καὶ εὑρέθη ὅτι ὁ ἀνήρ, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐπισκιάσῃ τοῦτον κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἦτο ὁ Χριστομᾶνος. Ἐν τῇ στοργῇ λοιπὸν ταύτῃ ἔδει τὸ ἐμπόδιον τοῦτο νὰ τεθῇ ἐκποδὼν καὶ ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐπίπλων τοῦ ἰδίου αὐτῶν οἴκου διὰ μιᾶς κρίσεως λέγουσιν ὅτι ὁ Χριστομᾶνος εἶναι εἰδικὸς διὰ τὴν Γενικὴν Πειραματικὴν Παθολογίαν. Ἀδιαφοροῦσιν, ὅτι ὁ Χριστομᾶνος ἀπὸ ἕνδεκα ἐτῶν ἐν ταῖς κλινικαῖς ἀνατρεφόμενος διδάσκει κλινικὰ μαθήματα, ὅσας δὲ ἐδημοσίευσε πραγματείας ἔχουσι βάσιν κλινικὰς παρατηρήσεις, διότι τὸ μέρος τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας τὸ περιλαμβανόμενον ἐν ταῖς κλινικαῖς παρατηρήσεσιν εἶναι ἀναπόσπαστον, ὅπως αὗται ἐνέχωσιν οἱονδήποτε ἐπιστημονικὸν κῦρος. Καὶ λέγουσιν εἰς τὸν Χριστομᾶνον· σὲ κρίνομεν ἱκανὸν νὰ γίνῃς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν σὲ κρίνομεν ὅμως ἱκανὸν νὰ ἔχῃς συνείδησιν τοῦ μαθήματος, τὸ ὁποῖον εἶσαι ἱκανὸς νὰ διδάξῃς.
§156Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐν τούτοις ἔμεινεν ηὐχαριστημένος.
§157Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐγώ, Κύριοι, ἂν ἔθιξα πρόσωπα, μετὰ λύπης μου ἔθιξα ταῦτα, ἀλλὰ τὸ ἔπραξα ἐφ’ ὅσον μοὶ ἐχρησίμευε τοῦτο πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐπιχειρημάτων μου. Δὲν ἐννοῶ νὰ εἰσέλθω, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις, ἀλλὰ κρίνω ἐξ ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις παρέχει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις περὶ αὐτῶν ἠσχολήθη, στοιχεῖα ἀρκοῦντα πρὸς εὐσυνείδητον ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Καὶ λέγουσιν εἰς τὸν Χριστομᾶνον, ἐπαναλαμβάνω· δὲν εἶσαι ἁρμόδιος σὺ ὁ παρ’ ἡμῖν κρινόμενος ἐπαξίως καθηγητὴς νὰ ἔχῃς ἰδίαν συνείδησιν τῶν γνώσεών σου, τοῦ μαθήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διδάξῃς. Σὲ καταδικάζομεν νὰ διδάξῃς Γενικὴν Πειραματικὴν Παθολογίαν, σὲ καταδικάζομεν νὰ κλεισθῇς εἰς τὸ ἐργαστήριον. Εὐτυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ τὸν κλείσωσι καὶ εἰς μοναστήριον! Εἶναι ἑπομένως ἐπιστημονικῶς ἀνακόλουθον, νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι εἷς καὶ μόνος ἀνὴρ ἀδιαφόρως δύναται νὰ διδάξῃ εἴτε τὴν Κλινικὴν Παθολογίαν, εἴτε τὴν Εἰδικὴν Νοσολογίαν, εἴτε τὴν Γενικὴν Παθολογίαν, διότι Πειραματικὴν τὴν φορὰν ταύτην ὥρισεν ὁ νόμος τὴν Γενικὴν Παθολογίαν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως τοῦ πράγματος διαμαρτύρομαι ἐπισήμως πάσῃ δυνάμει. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, δὲν θέλω νὰ κατέλθω τοῦ βήματος καὶ νὰ ἀφήσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐξήγγειλα, ὅτι διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι εἷς καὶ μόνος ἀνὴρ δύναται νὰ διδάξῃ ἀδιαφόρως εἴτε τὴν Εἰδικὴν Νοσολογίαν, εἴτε τὴν Κλινικὴν Παθολογίαν, εἴτε τὴν Γενικὴν Πειραματικὴν Παθολογίαν. Καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος τούτου ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἔξοχος ἐπιστήμων, στενὸς δὲ φίλος τοῦ ἐλεγχομένου κριτοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγόρησε τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν, ὅτι ἐψήφισε τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γενούης, τὸν ἔντιμον κύριον Λιβιεράτον, ὡς καθηγητὴν τῆς Γενικῆς Παθολογίας, ἀκριβῶς ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτὸν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἕδραν ταύτην, διότι ὁμολογουμένως ἀποδεχόμενος τὴν ἕδραν τῆς Γενικῆς Παθολογίας, ἐνῷ ἦτο κλινικός, θὰ ἦτο ἀδύνατον εὐόρκως καὶ σκοπίμως νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἀνατεθέντα εἰς αὐτὸν καθήκοντα. Καὶ ἐνῷ κατηγορήθη ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ διὰ τοῦτο, ὁπότε δὲν ὑπῆρχεν ἕδρα κενὴ Κλινικῆς, ἵνα τὸν ὑποδείξῃ διὰ ταύτην, ἔρχεται σήμερον ὁ ἴδιος ὁ κατακρίνας τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν διὰ τοιοῦτον πραξικόπημα, ἔρχεται, λέγω, νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον πρᾶγμα διὰ τῆς τοποθετήσεως τοῦ ὑποψηφίου Χριστομάνου, τοῦ ὑποβαλόντος ὑποψηφιότητα εἰς τὴν Εἰδικὴν Νοσολογίαν καὶ ἀποκλεισθέντος νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην εἰς τὴν Κλινικὴν διὰ τοὺς γνωστοὺς εἰς ὑμᾶς λόγους· ἔρχεται, λέγω, αὐτὸς ὁ κ. Λιβιεράτος νὰ ἀντιγράψῃ τὴν Σχολήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος τόσον δριμέως κατέκρινεν. Οὕτω λοιπὸν ἐνεργήσαντες οἱ κριταὶ οὐ μόνον δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς ἐλπίδας τῆς παρούσης Βουλῆς, ἥτις τοιαύτην στοργὴν καὶ μέριμναν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπεδείξατο, ἀλλὰ καὶ ἀπερισκέπτως, ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, φερόμενοι κατέρριψαν διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν πᾶσαν ἐλπίδα ἀναστηλώσεως τοῦ γοήτρου αὐτοῦ.
§158Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλάβετε γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως, κ. Βουλευτά; Διότι ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθη.
§159Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τὰ συμπεράσματα τῆς ἐκθέσεως, ἅτινα ἐδημοσιεύθησαν, ἀναφέρουσιν ὡρισμένα γεγονότα καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς, ἐφ’ ὧν κρίνω.
§160Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅλος ὁ κόσμος τὰ γνωρίζει.
§161Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλως τε καὶ ἀνάγκη, ὅπως λάβω γνῶσιν τοῦ κυρίου σώματος τῆς ἐκθέσεως τῶν κριτῶν.
§162Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοῦ σώματος τοῦ ἐγκλήματος.
§163Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔκθεσις;
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ἓν τμῆμα.
§165Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Τότε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ λάβωμεν γνῶσιν.
§166Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς ἐπίσημον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως δὲν ἔχομεν.
§167Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἰατροί, οἵτινες δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἄνευ τῆς ἐκθέσεως.
§168Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐστήριξα ἐπὶ τοῦ μικροῦ ἐκείνου ἀποσπάσματος τῆς ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον προσεκομίσθη ἐνταῦθα κατὰ τὴν τελευταίαν προθεσμίαν τὴν τασσομένην ὑπὸ τοῦ νόμου. Φρονῶ δὲ ὅτι ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων ἐκείνων δύναται πᾶς τις νὰ στηρίξῃ τὰς γενικὰς ταύτας σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ κύριον σῶμα τῆς ἐκθέσεως—καὶ αὐτὸ μοὶ ὑπέμνησεν ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη ἢ δὲν περιῆλθε τοὐλάχιστον εἰς γνῶσιν ἡμῶν, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἐγκαίρως.
§169Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὑπάρχουσι πληροφορίαι ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη.
§170Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τὸ κύριον σῶμα τῆς ἐκθέσεως δὲν ὑπεβλήθη ἐγκαίρως καὶ δὲν περιῆλθεν εἰσέτι εἰς γνῶσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ κυρίως κατὰ τῆς πράξεως ταύτης διαμαρτύρομαι καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀποτελεῖ στοιχεῖον πλήρους ἀκυρότητος τῆς ἐκθέσεως ταύτης...
§171Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως εἶναι.
§172Θ. ΣΚΑΣΗΣ. .. διότι ὁ νόμος οὐδέποτε ὑπενόει τὸ πόρισμα μόνον ἐμπροθέσμως νὰ ὑποβληθῇ, καὶ ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐπενόει, ἀλλὰ ῥητῶς ἀνέγραφεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις θὰ περιελάμβανε τὰς κρίσεις περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων καὶ ἔτασσε προθεσμίαν πρὸς τοῦτο. Ἀφοῦ δὲ τὸ κύριον σῶμα τῆς ἐκθέσεως διέμεινεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ἀπίθανον, καὶ πᾶς τις δικαιοῦται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπέστη ἀλλοιώσεις.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σῆψιν.
§174Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Σῆψιν καὶ ἀποσύνθεσιν. Τὸ κύριον δηλαδὴ μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ καθωδήγει αὐτὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, πρῶτον ἐπὶ τῶν ἑδρῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπεδείχθησαν οἱ πλείονες ὑποψήφιοι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Δεύτερον ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ ἀλλοίωσιν ἀναλόγως τῆς ἐντυπώσεως, ἣν τοῦτο παρήγαγε παρὰ τῇ συνειδήσει τῶν ἐπαϊόντων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρχον πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Τοῦτο κυρίως τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως ἀπῄτει ὁ νόμος, ὅτε ἀνέγραφεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ ἐντὸς τριῶν μηνῶν, οὐχὶ δὲ ἓν ῥάκος, διότι ῥάκος εἶναι τὸ ὑποβληθὲν σημείωμα κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλήν. Τοιαύτην ἑπομένως ἔκθεσιν ἐκπροθέσμως ὑποβληθεῖσαν, ἐπιβεβαρημένην δὲ ὑπὸ τοιούτων ἁμαρτιῶν οὐδέποτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ποτὲ λάβει ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Διὰ τὸ κριτικὸν τοῦτο τερατούργημα ἡ μόνη ἁρμόζουσα θέσις εἶναι ὁ κάλαθος τῶν ἀχρήστων (Χειροκροτήματα).
§175Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, βεβαίως ἀτόπως τὸ ζήτημα θὰ ἐφέρετο ἀπόψε ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ τοὐναντίον, ὡς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, δὲν πρόκειται ποσῶς νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἀκατάλληλον, διὰ νὰ κρίνῃ τοιαῦτα ἔργα καὶ μετρῇ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον περιέμενέ τις ἀπὸ ὅλον τὸν θόρυβον τὸν γενόμενον ὅπως δημιουργηθῇ νέον Πανεπιστήμιον κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν, ἐκεῖνο ἀκριβῶς δὲν ἐπετεύχθη. Ἡ λαϊκὴ ὀργὴ ἐξεδηλώθη περισσότερον πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ, ἀδιάφορον διὰ τίνος. Καὶ παρατηρεῖται, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀγαθὸν τὸ προσδοκώμενον δὲν ἐπῆλθεν. Ἡ ἀρετή, τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος περιέμενε νὰ ἴδῃ ἐγκαθισταμένην εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν φαίνεται ποσῶς ἐκεῖ. Εἰς τὴν ζῳοφόρον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐζωγραφημένη ἡ Θεὰ Ἀρετή· εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὑπῆρχεν ἡ εὐκαιρία νὰ τοποθετήσῃ ταύτην ἐκεῖ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐλπὶς αὕτη ἀπεδείχθη ἐντελῶς φρούδη. Ὅτε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς προσηγόρευε τοὺς νέους καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἔλεγε κατενθουσιασμένος ἐκ τοῦ ἐπελθόντος ἀποτελέσματος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀρχίζει μία νέα ἐποχὴ διὰ τὴν παιδείαν. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ψάλλων ὕμνον εἰς τὴν νέαν περίοδον· «Πλοῦτος καθηγητῶν, ἀδόλως καὶ κατ’ ἀξίαν ἐκλεγομένων κτλ.» Καὶ εἶτα· «ἐξελέγητε ὡς νέον αἷμα, ὑγιές, θερμουργόν, εὐγενὲς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ κτλ.». Καὶ προσέθετεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· «οἱ νέοι καθηγηταὶ θὰ πράξωσι τὸ κατὰ δύναμιν, ἵνα δώσωσιν εἰς τὴν νεολαίαν τὰ μέσα πλήρους μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ διαπλάσωσι τοὺς χαρακτῆρας αὐτῶν κλ.» Ταῦτα ἐτόνιζεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Βεβαίως εἶναι ὑπερβολὴ καὶ σωβινισμὸς νὰ λέγωμεν ἡμεῖς οἱ νᾶνοι εἰς τὴν ἐπιστήμην ὅτι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον ἔχει γίγαντας δυναμένους νὰ παραβληθῶσι μὲ τοὺς καθηγητὰς τῶν Εὐρωπαϊκῶν Πανεπιστημίων. Τοῦτο εἶναι ὑπερβολή, ἔχει ὅμως τὸ Πανεπιστήμιόν μας ἀναλογίαν πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν κίνησιν τοῦ τόπου μας μέ τινας καλοὺς καὶ ἄλλους μὴ καθηγητάς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν εἶναι ἡ μόρφωσις ἡ πρὸς τὸ ἐπιστημονικὸν κέντρον αὐτοῦ ἀναλογοῦσα, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει, εἶναι ἡ ἀρετή, καὶ τὴν ἀρετὴν ἐπεδίωκεν ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου. Τοῦτο ἐπετεύχθη διὰ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ἡ κριτικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν; Ὁλόκληρος ἡ κοινωνία διατελεῖ ἐντελῶς ὑπὸ τὴν ἀντίθετον ἐντύπωσιν, ὅτι ἀκριβῶς περὶ τούτου δὲν ἐλήφθη ἡ ἐλαχίστη μέριμνα, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἄνευ ζημίας τοῦ κυρίου ζητήματος. Ἑπομένως οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ διεψεύσθησαν, ἐνῷ ἀκόμη ἦτο νωπὴ ἡ ἠχὼ αὐτῶν. Ἀρεσκόμεθα πάντοτε νὰ κατηγορῶμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς ἐποχὴν φαυλοκρατίας....
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπομεν διὰ τοὺς καθηγητὰς τῆς νομικῆς σχολῆς.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· ὄχι τῆς ἰατρικῆς.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ ὁποῖοι δὲν διωρίσθησαν ἀκόμη.
§179Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐλέγχω τὸν διορισμόν.
§180Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λοιπὸν πῶς δὲν ἠκολουθήσαμεν τὴν ἀρετήν;
§181Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγένετο κάτι τι, τὸ ὁποῖον καὶ οἱ προηγούμενοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ ὀνομάσω τέχνασμα, καὶ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφέθη νὰ πιστευθῇ ὅτι ἡ θέσις τῆς Παθολογικῆς Κλινικῆς ἦτο προωρισμένη διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ ὅτι εἰς τὴν θέσιν ταύτην διωρίσθη, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς τῶν λοιπῶν ὑποψηφίων νὰ θέσῃ ὑποψηφιότητα διὰ τὴν θέσιν ταύτην. Τὸ κακὸν διωρθώθη βραδύτερον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξεμάνη ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἤρξατο ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲν ἠδύνατο ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ μεταβάλῃ τὰς ἐπιτροπάς, ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ἓν ἄλλο μέτρον, καὶ εἰς παρόμοιον μέτρον προέβη προκειμένου περὶ ἄλλης σχολῆς. Τὸ τέχνασμα λοιπὸν ἀπέτυχε, καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς ἤρξατο κάτι τι, τὸ ὁποῖον δικαιοῦμαι νὰ τὸ ἀποκαλέσω συναλλαγήν. Μεταξὺ τῶν κριτῶν ὑπῆρχεν εἷς ἐνδιαφερόμενος δι’ ἑαυτὸν καὶ ἕτερος ἐνδιαφερόμενος διὰ συγγενῆ του. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν εἰς αὐτοὺς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωσιν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, ὡς εὐφυέστατα ἔλεγεν ὁμιλῶν περὶ ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων ὁ κ. Μέρμηγκας, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προτείνωσιν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, ὤφειλον, λέγω, νὰ ἀπόσχωσιν. Ἂν αὐτοὶ δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἔπρεπε νὰ ὑποδειχθῇ εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ καθῆκον τοῦτο. Ὅτε ἐψηφίζομεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπηνέσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι συμπεριέλαβεν εἰς αὐτὸν διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ καθηγηταὶ μέχρι τοῦ τετάρτου βαθμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κρίνωσι τοὺς συγγενεῖς αὐτῶν. Ἂν λοιπὸν ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια, ὅπως ἐξαιρῆται εἷς καὶ μόνος ἀπὸ μίαν ὁλόκληρον σχολὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ 15 καὶ 20 καθηγητάς, ἄν, λέγω, ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἐξαιρεθῇ εἷς καὶ μόνος, ὅπως μὴ οὗτος ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν καθηγητῶν τῆς σχολῆς, δὲν νομίζετε τερατῶδες εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν καὶ μόνον καθηγητῶν, δὲν νομίζετε τερατῶδες, ὅτε εἶναι δύο ὑποψήφιοι, ὥστε οἱ δύο νὰ δυνηθῶσι νὰ διανείμωσιν ὅλας τὰς θέσεις, ἀφοῦ ἐξησφάλιζον τὴν γνώμην καὶ τοῦ συναδέλφου αὐτῶν ὑπὲρ ἑαυτῶν; Δὲν ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤθελον νὰ κρίνωσι συγγενεῖς καὶ ἑαυτούς; καί, ἂν αὐτοὶ δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ τοῦτο εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις; Ἂν οἱ Κύριοι ἤθελον νὰ διεκδικήσωσι τὸ γέρας, ἔπρεπε νὰ κατέλθωσιν ἀπὸ τοῦ θώκου τοῦ Ἑλλανοδίκου εἰς τὸν στίβον, καί, ἂν δὲν ἤθελον αὐτοὶ νὰ πράξωσι τοῦτο, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς τοῦτο, καί, ὅτε τοῦτο δὲν ἔπραξαν, ἔρχεται ἡ κοινὴ γνώμη νὰ τοῖς ὑποδείξῃ, ὅπως ἐξέλθωσιν ἀπὸ τῆς κρύπτης ὡς κατῃσχυμμένοι. Καὶ συνέβη, Κύριοι, ἡ μεγάλη αὐτὴ συναλλαγή, διότι δὲν πρόκειται νὰ κριθῶσιν οἱ δύο, τοὺς ὁποίους ἐγὼ περισσότερον ἀνέφερα μέχρι τοῦδε· ὁ κυριώτερος μοχλὸς τοῦ ἀνοσιουργήματος εἶναι ἐκεῖνος ἀκριβῶς, περὶ τοῦ ὁποίου ὀλίγα ἐλέχθησαν ἀπὸ ὅλους· οἱ δύο, ἔλαβον ἁπλῶς ἓν κόκκαλον, καὶ ἔμεινεν ἡ μερὶς τοῦ λέοντος διὰ τὸν ἄλλον, ὅστις ἀποτελεῖ μέλος μιᾶς κλίκας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὁ καθηγητὴς Σκλαβοῦνος, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, διατελεῖ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑτέρας ἐν τῇ ἰατρικῇ σχολῇ κλίκας. Καὶ ὅτε ἡ Βουλὴ ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ καθηγητὰς αὐτὴ αὕτη καὶ δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν σχολήν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι τοῦ ἑνὸς τμήματος τῆς ἰατρικῆς σχολῆς ἡγεῖτο ὁ κ. Σκλαβοῦνος, καὶ αὐτὸς ἔδωκε δύο θέσεις εἰς τοὺς δύο, διὰ νὰ λάβῃ ὅλας τὰς ἄλλας διὰ φίλους του. Καὶ δὲν ἐφρόντισε μόνον περὶ τούτου· ἐφρόντισε καὶ διὰ τὸ μέλλον ἀκόμη ὁ Κύριος αὐτός, διότι ἐφρόντισε νὰ μείνωσι θέσεις κεναί· ἐφρόντισεν ὄχι μόνον νὰ προτείνῃ ἕνα, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ καὶ μίαν ἕδραν κενήν, ὅπως λάβῃ ταύτην συγγενὴς τοῦ προταθέντος. Καὶ ἐφρόντισεν, ὅπως καὶ ἄλλαι ἕδραι ἀκόμη μείνωσι κεναὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βραδύτερον θὰ συμπληρώσωσι τὰς σπουδάς των ἢ θὰ ἐκδώσωσι κάποιον σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσχηματίσθη ἀκόμη εἰς τὴν νεαράν των φαντασίαν. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ τέχνασμα ἀνεκαλύφθη καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφοβούμεθα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἴσως δύναται νὰ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κάμνουσα ἄλλο τι, ὥστε νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν ἐπηρεάσθη. Οὕτω χωρὶς νὰ ζημιώσῃ καὶ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ἡ ἑταιρεία ἡ ἱδρυμένη ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ δύο κριταὶ οἱ περισσότερον κατηγορηθέντες ἔχουσι πολὺ ὀλίγον λάβει μέρος, θὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Εἶναι δυνατὸν ὁ προταθεὶς ἀνεψιὸς νὰ μὴ διορισθῇ καὶ νὰ διορισθῇ ὁ θεῖος, ἀλλὰ μὴ ἀποδεχόμενος τὴν θέσιν ταύτην δύναται νὰ ἀφήσῃ τὴν θέσιν κενήν, καὶ δὲν θὰ εἶναι κανεὶς ἐξ ἡμῶν τόσον ἀφελής, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ ποῖος θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην βραδύτερον διὰ τῆς σχολῆς. Δημιουργεῖται μία σχολή.
§182Γ. ΠΩΠ. Ἡ σχολὴ τῶν θείων.
§183Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὲ δύο τμήματα, τοῦ ἑνὸς τῶν ὁποίων προΐσταται ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτοῦ θὰ φθάσῃ βεβαίως μέχρι τοῦ σημείου νὰ διορίσῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προέτεινεν ἡ ἐπιτροπή. Εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις σῴζουσα τὰ προσχήματα δὲν διορίσῃ αὐτόν, δὲν νομίζετε ὅτι τὸ τέχνασμα αὐτὸ δύναται κάλλιστα νὰ ἐπιτύχῃ; Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ μία ἄλλη παρατυπία, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην σημασίαν. Ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μόνον τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως ἔμεινεν εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα ἡ ἐπιτροπὴ χωρὶς νὰ εἶχε συμπληρώσει τὴν ἔκθεσίν της. Ἂν ἔλειπεν ἡ ἀντιγραφή, ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ ὀλίγας ὥρας ἡ ὑποβολή, διότι, ὁσονδήποτε μακρὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκθεσις, δὲν θὰ ἀπῃτεῖτο μακρὸς χρόνος πρὸς ἀντιγραφήν, ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα πρὶν ἢ συμπληρώσῃ τελείως καὶ μέχρι τῆς τελευταίας λέξεως ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν. Ποῖον τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ; Πολὺ μέγα. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι συμβουλευτικὴ ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δύναται αὕτη νὰ μὴ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν, ἀφοῦ τὸ ἔγγραφον δὲν ἔχει νομικὴν ἀξίαν, ὥστε νὰ ὑποχρεῶται ἢ νὰ μὴ ὑποχρεῶται νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ἔγγραφον ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ σκοπίμως δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της οὐδὲ συνέταξεν αὐτήν, διότι θὰ ἐχρειάζετο πολὺς μακρὸς χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀλλοιωθῇ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως ἀναλόγως τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ παρῆγεν. Ἡ Κυβέρνησις ἀμερολήπτως κρίνουσα ἂν πρέπει νὰ διορίσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ἤ, ἄλλως, συνεπὴς πρὸς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ταύτην, ἴσως νὰ θεωρήσῃ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοιαύτην περὶ προσώπου τινός, ὥστε νὰ θεωρήσῃ τὸν οὕτω κρινόμενον καλλίτερον ἐκείνου, δι’ ὃν συμπεραίνει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ· ἀλλὰ δὲν νομίζετε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ τῆς κρίσεως αὐτῆς, κρίσεως γενομένης κατόπιν βολιδοσκοπήσεων τῶν πραγμάτων ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀμηχανίαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς δυσκολίαν, εἰς ἣν δὲν θὰ περιήρχετο εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν μετὰ τοῦ συμπεράσματος ὑπεβάλλετο καὶ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως;
§184Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε τὰ τελούμενα εἰς τὰ παρασκήνια.
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέτωμεν ὅτι δὲν διετέλει ἐν γνώσει τῶν τελουμένων, καὶ ἡμεῖς κρίνομεν ἐπὶ τῶν γεγονότων.
§186Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σεῖς γνωμοδοτεῖτε παραπλεύρως τῆς ἐπιτροπῆς.
§187Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ μεγαλοποιεῖτε τὰ πράγματα.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε ὑπάρχουσι πράγματα.
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μεγαλοποιῶ τίποτε, κύριε συνάδελφε.
§190Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὁ ἀνεψιός, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε, εἶναι ἐξάδελφος (γέλωτες). Οὔτε αὐτὸ δὲν ἠξεύρετε. Νὰ μᾶς εἴπητε ἂν ἐξέλεξαν ἀναξίους· αὐτὸ δὲν μᾶς εἴπετε.
§191Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ λυπηρὸν κατόπιν ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως εἶναι ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ περιμένωμεν κανὲν ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὴν σχολήν. Κατ’ οὐδένα λόγον δυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπιτροπήν, παραπέμψῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν σχολήν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον δὲ δίκαιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μόνον πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν χωρὶς νὰ εἰσχωρήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑποχρεώσεις καὶ παλαιοὺς λογαριασμοὺς μὲ τὸ παρελθόν, διότι ἐλπίζομεν πάντως ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι τοὐλάχιστον ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τῶν δεσμῶν, τῶν ὑποχρεώσεων, τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς φιλίας, τοῦ πάθους τοῦ παρελθόντος. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὅλας τὰς συστάσεις τῶν ἐπιτροπῶν ῥίψῃ εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων καὶ ἀκριβῶς ἐκείνους νὰ μὴ διορίσῃ, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει ἡ ἐπιτροπή.
§192Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χαρίσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς, διότι ἐκ μικροῦ παθήματος τοῦ λαιμοῦ πρὸ ὀλίγου ἐπελθόντος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐντείνω περισσότερον τὴν φωνήν μου. Εἰς τὰς τόσον ζωηρῶς καὶ κάπως ὁρμητικῶς διεξαχθείσας ἐνταῦθα συζητήσεις ἐκεῖνος ὁ ἔλεγχος, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ κανονικῶς ἀσκούμενος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἢ μὴ ἐκλογὴν τῶν κριτῶν τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐκλήθησαν, ὅπως γνωμοδοτήσωσι διὰ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἅτινα ὤφειλον νὰ προτιμηθῶσι πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχω ἀπολύτως ἀντίθετον γνώμην τῆς γνώμης ἐκείνης, ἥτις πρὸ μικροῦ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἐντεῦθεν ἐξηνέχθη. Δύναμαι ἀκόμη μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θεωρῶ τὸ ἔργον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν ἔργον ἔντιμον, ἔργον εὐσυνείδητον καθ’ ὅλα, ἔργον δυνάμενον νὰ ἀνθέξῃ εἰς οἱανδήποτε κριτικήν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς οἱανδήποτε ἀνάλυσιν. Εἶναι δ’ ἀκόμη ἐπαινετώτερον τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ἦτο δυσχερέστατον νὰ ἐπιτελεσθῇ. Ἐπρόκειτο νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα ὄχι μόνον ἀρτίως ἐπιστημονικῶς συγκεκροτημένα, ὄχι μόνον ἔχοντα χαρακτῆρα ἤθους ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ἀλλὰ καὶ ξένα πρὸς τὰ συμφέροντα, ξένα πρὸς τὰς γνωστὰς διχονοίας, πρὸς τὰς γνωστὰς ἔριδας, αἵτινες ἀπὸ δύο ἐτῶν ἐλάμβανον χώραν καθ’ ἑκάστην μεταξὺ ἡμῶν, πρόσωπα δυνάμενα νὰ ἀσκήσωσι τοιοῦτον κῦρος καὶ τοιοῦτον γόητρον ἐπὶ πάντων, ὥστε ἡ κρίσις αὐτῶν νὰ θεωρηθῇ δικαία, ἀμερόληπτος καὶ ἐπιστημονική. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ὤφειλον νὰ ὦσιν ἐλάχιστα ἕνεκα τούτου. Καὶ αὕτη ἀκριβῶς ἀκόμη ἡ ὀλιγότης τῶν προσώπων ἐδυσχέρανε περισσότερον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἕκαστον τῶν προσώπων τούτων ὤφειλε νὰ ἔχῃ εἰδικότητα διὰ μίαν ἐκ τῶν κενῶν ἑδρῶν καὶ γενικὴν μόρφωσιν διὰ τὰς λοιπάς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅλας τὰς δυσχερείας ταύτας ὑπερέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, διότι κατὰ τῶν ἐκλεγέντων προσώπων— καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ πρὸ παντός—οὐδεμία ἀντίρρησις προῆλθεν ἐκ μέρους οἱουδήποτε ἐνδιαφερομένου, ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ἡ δὲ ἐντύπωσις ὑπῆρξε πρὸς πάντας ἀγαθή. Καὶ δὲν ἠδύνατο, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπάρξῃ διαφορετικὴ ἡ ἀντίληψις, διότι ἐξελέγη ὅ,τι ἄξιον ἐκ τοῦ ἐντιμοτέρου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐκ τοῦ διαπρεπεστέρου τῶν ἐντοπίων ἐπιστημόνων ἐν τῇ ξένῃ, ἐκ τοῦ ὑγιεστέρου μέρους ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διὰ τοὺς εἰδικοὺς κλάδους, ἐκ τοῦ ἐπιστημονικωτέρου τῶν ἱσταμένων ἔξω τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὥστε τὸ πᾶν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἐπιστήμην καὶ τίποτε νὰ μὴ κλονίζῃ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀμερολήπτου κρίσεως. Ἐξελέχθησαν πρόσωπα, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ὁποῖα οὐδένα εἶχον ὑποψήφιον συγγενῆ, ὡς γνωστόν, διότι ἐλέχθη ἐντεῦθεν καὶ ἐπανελήφθη ὅτι ὑπῆρχε γνωστὸς ὁ ἀνεψιὸς ἢ ἐξάδελφος τοῦ βουλευτοῦ κ. Λιβιεράτου. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ὁ κ. Σ. Λιβιερᾶτος ἦτο ἄξιος νὰ καταλάβῃ ἐπιστημονικὴν ἕδραν, ἠδύνατο νὰ διορισθῇ ὑπ’ αὐτῆς· διότι ὁ Σ. Λιβιερᾶτος ἐδίδαξεν εἰς ξένα Πανεπιστήμια καὶ παρουσίαζε σπουδαῖα ἔργα, ἤτοι ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ νόμου. Ἀπορῶ ἐπίσης πῶς ἠκούσθη ἐντεῦθεν ὅτι ἀκόμη ἦσαν κριταὶ οἱ ὑποψήφιοι ἐν ταῖς διαφόροις ἐπιτροπαῖς, διότι ὀφείλω νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπόφασιν τὸν μὲν κριτὴν Π. Λιβιερᾶτον νὰ διορίσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Κλινικῆς Παθολογίας, τοῦτο δὲ καὶ ἐκοινολογήθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἀφοῦ ἠρωτήθη ὁ κ. Λιβιερᾶτος καὶ ἀπεδέχθη, τὸν δὲ κριτὴν Μαρῆν Γερουλᾶνον νὰ διορίσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Χειρουργικῆς Παθολογίας, καὶ τοῦτο δὲ διεκοίνωσε διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἀφοῦ πρῶτον ἔλαβε τὴν συναίνεσιν τοῦ κ. Γερουλάνου. Καὶ ὅτε, Κύριοι, οἱ κριταὶ οὗτοι δὲν ἦσαν ὑποψήφιοι, ὡς ἐπανελήφθη, ἐρωτῶ· κατὰ τί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἐνταῦθα παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦ γοήτρου τῶν καθηγητῶν τούτων διετυπώθησαν; Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ὑπεβλήθη ἆρά γε ἔνστασίς τις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους οἱουδήποτε πολίτου κατὰ τοῦ ἀνωμάλου αὐτοῦ διορισμοῦ; Καὶ ἦλθον νὰ εἴπωσιν ὅτι ὁ κ. Σκλαβοῦνος εἶναι ἀρχηγὸς μιᾶς κλίκας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ! Καὶ ποῦ εἶναι οἱ πατριῶται οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέφεραν ταῦτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δυναμένην νὰ μὴ γνωρίζῃ ἴσως αὐτά; Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνακριβές· ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς κριτής, ἐθεωρεῖτο ἔξω τῶν κλικῶν, οὗτος ἦτο ὁ Σκλαβοῦνος. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπαναλαμβάνω, ὑφ’ οἱουδήποτε τῶν διαμαρτυρομένων κυρίων Βουλευτῶν οἱαδήποτε νύξις ἐδίδετο περὶ τούτου, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράξει τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν ταῦτα, ἅπερ λέγομεν οἱ μὲν καὶ ἀκούομεν ἡμεῖς οἱ ἕτεροι.
§193Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ γραφεῖόν σας, ὅτι ὁ Σκλαβοῦνος εἶναι παμφίλτατος μὲ τοὺς ἀπολυθέντας καθηγητάς.
§194ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, διατί εἶπον ὅτι τὸ ἔργον τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἔργον ἔντιμον, ἔργον εὐσυνείδητον δυνάμενον νὰ ἀνθέξῃ καθ’ οἱασδήποτε ἐπικρίσεως. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὑπὸ κυρίου συναδέλφου προλαλήσαντος· καὶ εἶσθε ηὐχαριστημένος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς κρίσεως τῶν διαφόρων τούτων καθηγητῶν; Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καθ’ ὃ μέρος ἐγὼ ἐμελέτησα τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν— καὶ τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Νομικῆς Σχολῆς—τὸ μέρος τοῦτο εὗρον ἄρτιον καὶ ἐπιστημονικῶς εὐσυνείδητον.
§195Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, τοῦτο θὰ συζητηθῇ κατ’ ἄλλην ἡμέραν.
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό.
§197Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μήνυσις ἐναντίον τῶν τριῶν κριτῶν. Ὁ ὑποψήφιος Βουρνάζος μεταβὰς ἐκεῖ εὗρε συγγράμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον εἰμὴ μόνον ἐν τῷ κιβωτίῳ ἄθικτα, ἐβεβαίωσε διὰ μαρτύρων τὸ ἀλύμαντον τῶν σφραγίδων καὶ ἐπέδωκε μήνυσιν.
§198Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὰ ἕτερα μέρη τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ μικροῦ, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ μελετηθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, μὴ οὔσης εἰδικῆς εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῶν ἐπιστημῶν, τοὺς ὁποίους ἔθιγον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μελετηθῶσιν εἰς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, ὅτε μάλιστα εἶναι ἀνάγκη καὶ συμπληρωτικῶν πληροφοριῶν καὶ ἐρευνῶν ἰδιαιτέρων πρὸς τοῦτο. Φοβοῦμαι δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους μετὰ πολλῆς χαρᾶς εἶδον τόσον προχείρους καὶ τόσον πλουσίους εἰς παντοδαπὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως σπεύδουσι πολὺ εἰς τὰς κρίσεις των ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μόνον ξηρὰ συμπεράσματα· διότι εἶναι γνωστὸν ἐν τῷ κόσμῳ ὅτι εἰς τὰς κρίσεις ἐπὶ τῶν ξηρῶν συμπερασμάτων πολλάκις ἐπλανήθησαν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ ταῦτα δὲν περιέμενον νὰ ἴδωσι τὰς αἰτίας καὶ τὰς αἰτιολογίας τῶν κρίσεων, ἀλλ’ ἐβασίσθησαν μόνον εἰς τὴν πρόχειρον ἔρευναν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβάλωμεν τὴν ἀγαθὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν ἐστηρίξαμεν ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν δι’ ἀγαθὴν κρίσιν. Ἐκτός, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ἐλέγχου τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κανονικῶς οὐδεὶς ἕτερος ἔλεγχος δύναται νὰ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν διορισμὸν τῶν διαφόρων καθηγητῶν, πλὴν τοῦ ἐλέγχου διὰ τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς σχολῆς, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ πάντοτε εἶναι διατεθειμένη νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐὰν προκληθῇ πρὸς τοῦτο. Καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκηθῇ ἔλεγχος διὰ τὰς λοιπὰς σχολάς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδένα διορισμὸν προῆλθεν ἀκόμη. Ἡ δὲ ἐνασχόλησις ἡ ἐντεῦθεν γενομένη πρὸς ἐξερεύνησιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ πολιτικὴν τακτικήν, ἥτις ὀνομάζεται αὐτόχρημα τυραννία τῆς σκέψεως.
§199Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι ὅσοι ἕως τώρα ὡμίλησαν εἶναι φίλοι σας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς τυραννῶσι καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. (Γέλωτες).
§200Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ διορισμοῦ καὶ παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον ὑμῶν μὲ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, θὰ εἴπῃ εἰς ὑμᾶς τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ἔχει δὲ ἀκόμη τὴν τόλμην νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ πείσῃ ὑμᾶς ὅτι δικαίως προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Καὶ ἔχει τὴν τόλμην ταύτην, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐλπίζῃ τοῦτο, διότι κατὰ τὸ μικρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤσκησε τὴν ἐξουσίαν, ἔδειξεν ὅτι οὐδέποτε παρεσύρθη τυφλῶς οὔτε ὑπὸ τῶν κρίσεων οὔτε ὑπὸ τῶν ἀποφάσεων οὐδενός. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἤθελε καταβάλει ἐπιμέλειαν καὶ ἐνασχόλησιν, ἦτο εἰς αὐτὴν καὶ φυσικῶς καὶ λογικῶς ἀδύνατον νὰ ἀποκτήσῃ εἰδικὰς γνώσεις ἐπιστημονικάς, διὰ νὰ ἐνασκήσῃ ἴδιον ἔλεγχον ἐπὶ ὅλων τῶν ὑποψηφίων τῶν διαφόρων κλάδων τῶν διαφόρων σχολῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀντίληψιν πλήρη ὅτι πάντοτε ὑπάρχει στάδιον καὶ ἰδίας μελέτης καὶ ἰδίας κρίσεως ἐπὶ ἄλλων τινῶν σημείων διὰ τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν τῆς σκέψεως ἕνεκα τῆς ἀνθρωπίνης ἀτελείας, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπῆρξε καὶ πλάνη ἐκ διαφόρων αἰτιῶν, καὶ εὐχαριστεῖ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους διὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ἀπαλλάξῃ αὐτὰς ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ χαρακτηριστικὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην σχετικῶς μὲ τὰς κρίσεις τῶν ἐπιτροπῶν, διότι δίδεται ἐκ τῶν παρατηρήσεων τούτων ἀφορμὴ εἰς αὐτήν, ὅπως ἐνασχοληθῇ ἐπὶ πλειοτέρων σημείων, προτοῦ λάβῃ τὴν ἀπόφασίν της. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, νὰ πιστεύσητε ὅτι θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν λησμονεῖ ὅτι ὅλων αὑτῆς τῶν πράξεων, καὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀφ’ ἑαυτῆς αὕτη λαμβάνει, καὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας λαμβάνει κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι τὴν ὅλην εὐθύνην καὶ τὸ ὅλον βάρος τῶν πράξεων αὐτῆς φέρει αὐτὴ καὶ μόνη, καὶ οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς ἄλλους ὤμους, ὅσον δήποτε καὶ ἂν οἱ ὦμοι οὗτοι εἶναι στιβαροί, τὸ βάρος τῶν πράξεων αὐτῆς, ἔχει δὲ νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις ταῦτα λέγουσα ἀπόδειξιν πλήρη τῶν ἔργων αὑτῆς, τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς.
§201Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ὅτι οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν ἐσκόπουν, ὅπως ἐπερωτήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, εὑρίσκω δὲ τοὐναντίον ἐπὶ πλέον, ὅτι ἦτο εὐθετώτατος ὁ χρόνος, ὅπως γένηται ἡ τοιαύτη συζήτησις. Κατὰ τὸν νόμον πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς κρίσεως ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν καθηγητῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐπηρωτᾶτο ἡ Κυβέρνησις διὰ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἔχει ὁπωσδήποτε ἐπιρροὴν ἐπὶ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἠλέγχετο αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς δημοσία ἀρχὴ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐλειτούργησεν, εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶχε θέσιν ἡ σύστασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ἐξενέγκω γνώμην ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προεκρίθησαν ὑπὸ τῆς Ἰατρικῆς ἐπιτροπῆς, ἔδει τῳόντι νὰ προκριθῶσι, καὶ ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρελείφθησαν, δικαίως παρελείφθησαν. Κηρύσσω ἐμαυτὸν τελείως ἀναρμόδιον πρὸς τοῦτο μὴ ἔχων τὰς ἀπαιτουμένας εἰδικὰς γνώσεις· ἀλλά, καὶ ἐὰν τοιαύτας εἶχον, πάλιν δὲν θὰ ἐτόλμων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ ἄνευ ἐπισταμένης μελέτης τοῦ ζητήματος καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως νὰ προέλθω καὶ νὰ κρίνω τὰς γνώμας τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο κανονικὸς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργησεν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως συσταθεῖσα ἰατρικὴ ἐπιτροπή. Δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, διὰ νὰ περιλάβῃ ἐντὸς τῶν ἐπιτροπῶν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἔκρινον κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, ὅτε δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔλαβον μέρος εἰς ταύτην, ἐνῷ ἔδει νὰ ἐξαιρεθῶσιν. Ὁ κ. Γερουλᾶνος, τοῦ ὁποίου τὴν ἔξοχον ἀξίαν οὐδεὶς Ἕλλην δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὁ κ. Γερουλᾶνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν ἀπὸ δεκαετίας νὰ τιμᾷ τοὺς πανεπιστημιακοὺς θώκους, ὁ κ. Γερουλᾶνος, λέγω, ἅμα γενόμενος κριτὴς καὶ ἀποδεχθεὶς τὴν θέσιν ταύτην ὤφειλε νὰ μὴ ὑποβάλῃ ὑποψηφιότητα.
§202Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ὑπέβαλεν.
§203Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκρίθη καὶ ὑπέγραψε τὴν ἔκθεσιν. Τοῦτο ἀρκεῖ.
§204Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὔτε ἐκρίθη· προτιμητέος θεωρεῖται ὅλων τῶν ἄλλων.
§205Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ποῖος εἰδικὸς τὸν ἔκρινεν;
§206Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§207Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, τὴν διάθεσιν νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κριτοῦ κ. Γερουλάνου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς γνωρίζω, καὶ τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὴν ὑπερτάτην ἐπιστημονικὴν ἀξίαν καὶ τὸ ἁδρὸν τοῦ ἤθους καὶ τοῦ χαρακτῆρος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀντικρούσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προβάλλουσιν ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος, ὢν ὑποψήφιος καὶ μέλλων νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἄλλων, ἐξεβιάσθη ὑφ’ ἑτέρου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, διότι λαμβάνω τὴν πειστικωτάτην ἀπάντησιν, ὅτι οὐδείς, ὅσῳ δίκαιος καὶ εὐθὺς καὶ σοφὸς καὶ ἂν εἶναι, δύναται νὰ ἐξαρθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἄνευ παρεξηγήσεως καὶ ὑπονοίας νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως.
§208Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο ὑποψήφιος.
§209Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Προυτάθη.
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἔχετε τὴν πληροφορίαν τὴν δοθεῖσαν τόσον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος ἠρωτήθη ἂν δέχεται τὴν ἕδραν τῆς Χειρουργικῆς Παθολογίας καὶ ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται καὶ ἐδηλώθη εἰς αὐτὸν ὅτι θέλει διορισθῆ, καὶ ὅτε αὐτὸ ἐδημοσιεύθη, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ φύγητε ἀπὸ τὰς ὑπονοίας ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος εἶχε καμμίαν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ εἰς συναλλαγήν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ γνώμην τῶν δύο ἄλλων κριτῶν, διότι ἐγνώριζον καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος θὰ διορισθῇ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Γερουλᾶνον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ κ. Γερουλᾶνος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀποφασισμένον νὰ διορισθῇ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὴν ὁ νόμος, καὶ θέλει γίνει ὁ διορισμὸς αὐτοῦ πρότερον παντὸς ἄλλου διορισμοῦ.
§211Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδωκε τὸν λόγον του ὅτι οὐδεὶς θὰ διορισθῇ ἀπ’ εὐθείας.
§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον καὶ εἰς σᾶς.
§213Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος δὲν διωρίσθη οὔτε θὰ διορισθῇ.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ· ἤλθετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ σᾶς εἶπον ὅτι θὰ διορισθῇ ὁ κ. Γερουλᾶνος;
§215Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας....
§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὸ ἐρώτημά μου;
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Στενογράφον νὰ παύσῃ γράφων τὰς διακοπάς, νὰ μὴ γράφῃ τίποτε ἄλλο παρ’ ὅ,τι λέγει ὁ ῥήτωρ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§218Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, πρῶτος εἶπον ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος ἔπρεπεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ τιμᾷ τὸ Πανεπιστήμιον· ἑπομένως ὑπ’ οὐδενὸς θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ ὅτι εἶπον ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος δὲν κρίνεται οὔτε ὑπ’ ἐμοῦ οὔτε ὑπὸ τῆς κοινωνίας συμπάσης ἄξιος νὰ καταλάβῃ τὴν πανεπιστημιακὴν ἕδραν. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ἀναφέρω ὅτι ὅλαι αἱ τάξεις τῶν ἐνδιαφερομένων βοῶσιν ἐναντίον τῆς συνθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, βοῶσι καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Γερουλᾶνος καὶ μὴ ὑποβαλὼν ὑποψηφιότητα ἀλλὰ κριθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύνατο νὰ ἐκβιασθῇ καὶ ὅτι τῳόντι ἐξεβιάσθη ὑπὸ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἁπλῆ τυπικὴ παράλειψις ἡ συμμετοχὴ τοῦ κ. Γερουλάνου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὑπῆρξε βαρὺ παράπτωμα κατὰ τῆς εὐπρεπείας ἡ συμμετοχὴ τοῦ κ. Λιβιεράτου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ὁ κ. Λιβιεράτος μίαν καὶ στοιχειώδη ὑποχρέωσιν εἶχεν εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν θέσιν τοῦ κριτοῦ, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπένειμεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ δηλώσῃ ἂν δέχεται τὴν πανεπιστημιακὴν ἕδραν ἢ μὴ δεχόμενος ταύτην ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς ὅλους τοὺς ὑποψηφίους διὰ τὴν ἕδραν ταύτην. Καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἴσως τὸ μόνον ἀτύχημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐκάλεσε τὸν κ. Λιβιεράτον νὰ δηλώσῃ σαφῶς ὁποία θὰ εἶναι ἡ στάσις αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Λιβιεράτος, ὁ ὁποῖος πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεκλείοντο, ὅπως γνωματεύωσιν ἐν ταῖς σχολαῖς τὰ μέλη τὰ συνδεόμενα διὰ συγγενείας μέχρι τετάρτου βαθμοῦ μετὰ τοῦ ὑποψηφίου, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ προέτεινεν ὑποψήφιον συνδεόμενον μετ’ αὐτοῦ διὰ συγγενείας τετάρτου βαθμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξίαν τοῦ νέου Λιβιεράτου, τοῦ προτεινομένου, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀγαθωτάτη περὶ αὐτοῦ κρατεῖ γνώμη, ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν τοῦ Λιβιεράτου, ὅπως παύσῃ νὰ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἐξεδήλωσε τὴν τοιαύτην αὑτοῦ πρόθεσιν ὁ ἐξάδελφός του; Καὶ εἴδομεν ἐπίσης τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι ὁ νέος Λιβιεράτος ὑπέβαλε τὴν ὑποψηφιότητα τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία ὑφ’ ὅλων ἐθεωρήθη ἀνατρεπτική. Νομίζετε μετὰ ταῦτα ὅτι ἡ κρίσις τοιαύτης ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι, νομίζετε, λέγω, ὅτι ἡ κρίσις τοιαύτης ἐπιτροπῆς δύναται νὰ εὕρῃ δικαίαν ἠχὼ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει; Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν κυρίως τὴν ἐκκαθάρισιν; Ἡ κοινωνία δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ εἰσέρχωνται οἱ ἄριστοι, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται ἐπίσης, καὶ ἴσως περισσότερον, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰσέρχωνται διὰ τῆς τιμίας καὶ νομίμου ὁδοῦ. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ δικαιουμένη οἱονδήποτε νὰ διορίσῃ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην, θὰ θεωρήσῃ ὡς ῥάκος τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ἀναλαμβάνουσα δὲ τὴν εὐθύνην δύναται καὶ αὐτοὺς τοὺς προταθέντας νὰ διορίσῃ, ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐνδείκνυνται νὰ διορισθῶσιν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ὅτι τὴν τοιαύτην κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς θεωρεῖ ὡς ῥάκος. Θλίβομαι, Κύριοι, διότι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἴσως λυπήσω πρόσωπον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχω μεγίστην προσωπικὴν εὐγνωμοσύνην, πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ὁ χαρακτὴρ νομίζω ὅτι ὑπῆρξε πάντοτε ἁδρότατος καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία ἀδιαφιλονείκητος. Ἐπίσης θλίβομαι ὅτι λυπῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Κεφαλληνίας, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αὗται εἶναι ἀνώτεραι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος πλήρη καὶ ἀπερίφραστον τὴν ἀλήθειαν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατάπληξιν μοὶ ἐπροξένησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀνέμενε νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ παραβάσεων τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν τῆς ἰατρικῆς Σχολῆς, παραβάσεων καὶ τοῦ γραπτοῦ καὶ τοῦ ἀγράφου νόμου, ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν δικολαβικὰς ἐνστάσεις ἀναβολῆς ἐπὶ τῆς συζητήσεως. Δὲν ὑπάρχει, λέγει, βάσις ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, διότι καλῶς ἐξελέγησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἀπόδειξιν δὲ ὅτι καλῶς ἐξελέγησαν μᾶς ἀνέφερε τὸ γεγονός, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν μετέβη πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὑτοῦ κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς, ὡσανεὶ ἡμεῖς εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ καταλλήλου τῶν προσώπων. Δὲν εὐθύνεται, λέγει, ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν συμμετοχὴν τοῦ κ. Λιβιεράτου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐνῷ ἦτο ὑποψήφιος καὶ ὑπὸ κρίσιν εἷς συγγενής του τετάρτου βαθμοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις δικαιουμένη νὰ διορίσῃ ἀπ’ εὐθείας τὸν συγγενῆ του αὐτόν, τ. ἔ. τὸν κ. Σπ. Λιβιεράτον, μὴ συμπεριλαβοῦσα αὐτὸν εἰς τοὺς οὕτω πως διοριστέους κατὰ τὴν γενομένην πρὸ καιροῦ ἀνακοίνωσιν, εἶχεν ἐμμέσως δηλώσει ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον ἐννοεῖ νὰ διορίσῃ αὐτόν. Εἶναι τοῦτο λογικόν; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν...
§221Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι.
§222Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἴπετε.
§223Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤδη ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ θεωρήσῃ κατάλληλον τὸν κ. Λιβιεράτον διὰ τακτικὴν καθηγητικὴν ἕδραν.
§225Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχον ὑποψήφιοι συγγενεῖς τῶν κριτῶν. Ὁ μόνος συγγενὴς τῶν κριτῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸς εἰς ἡμᾶς, ἦτο ὁ κ. Σπυρ. Λιβιερᾶτος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἠδύνατο νὰ διορισθῇ, ἔχων τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα, ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ὁ κ. Λιβιεράτος νὰ μὴ σκανδαλισθῇ καὶ τὸν εἰσαγάγῃ μόνος του, διότι ἠδύνατο νὰ τὸν εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Λιβιεράτος, τὸ ἔπραξεν εὐσυνειδήτως, διότι ἐγνώριζεν ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔπραττε, θὰ τὸ ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο κατάλληλος.
§226Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι λογικὸν αὐτό;
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι καὶ τοῦτο ἔστω συλλογισμός; Διότι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ ἀπ’ εὐθείας τὸν κ. Σ. Λιβιερᾶτον, ἄρα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Λιβιεράτον νὰ κρίνῃ αὐτόν;
§228ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παράσχω μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς διευκολύνῃ τὸ ἐλεγκτικόν σας ἔργον. Ὁ κ. Λιβιεράτος κληθεὶς ὅπως ἀποτελέσῃ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρακληθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν θέσιν ταύτην, μοὶ προέβαλε τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐμφανισθῶσι διὰ τὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ εἶναι καὶ ὁ ἐξάδελφός του κ. Σ. Λιβιεράτος ἐν Γενούῃ, ἑπομένως θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ λάβῃ ἐκεῖνος μέρος μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κριτικῆς. Εἰς τὸν κ. Λιβιερᾶτον εἶπον, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς του θέσεως, εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ὁ κ. Λιβιεράτος θὰ ντροπιάσῃ τὴν ἐπιστημονικήν του θέσιν ἐρχόμενος νὰ προτείνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο ἱκανός. Δίδω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, διότι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ πῶς ἀκριβῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, νὰ ἠξεύρῃ ποῦ ἀληθῶς ἀνήκουσιν αἱ εὐθῦναι, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον νὰ στρέφηται ἡ ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ κ. Λιβιεράτου ὅτι ἐδέχθη τὴν ἐντολήν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐπίεσεν αὐτόν. Εἶναι δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστῇ τὰς εὐθύνας δι’ αὐτό. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καθ’ ὅλα τελεία. Εἶναι ἀνθρώπινον ἔργον κατ’ ἐμέ. Ἐγὼ δὲν τὴν κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμήν, οὔτε τὴν ἐπικρίνω διὰ τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον λέγω, ὅτι εἶναι ἀνθρώπινον ἔργον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κρίνω, ἀφοῦ δὲν τὴν ἀνέγνωσα; Ἄλλοι δυνατὸν νὰ τὴν ἀνέγνωσαν καὶ νὰ τὴν κρίνωσιν· ἐγὼ δὲν τὴν ἠξεύρω ἀκόμη· πάντως ὅμως ὅ,τι θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἔλθῃ ὑπ’ εὐθύνην ἀκεραίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν κωλύεται νὰ ζητήσῃ καὶ ἄλλοθεν τὰ φῶτά της καὶ ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὅ,τι ὡς πόρισμα θὰ παρουσιασθῇ μετὰ τὴν μελέτην αὐτήν, θὰ εὐθύνῃ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§229Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σημαίνει πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο γνωστὸν ἤδη, ὅτι δηλαδὴ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ ἔργον τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ κ. Λιβιεράτου εἶναι συνυπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις.
§230Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§231Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἦτο γνωστὸν ἤδη, ἀφοῦ πασίγνωστος εἶναι ἡ ὑποψηφιότης τοῦ κ. Σπ. Λιβιεράτου καὶ ἡ στενὴ συγγένεια αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Παν. Λιβιεράτον.
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φύγῃ ἡ εὐθύνη ἀπὸ τὸν κ. Λιβιεράτον καὶ νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἔφερεν ἔνστασιν μὴ συμμετοχῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπέκρουσεν.
§233Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης κανένα πολίτην ἐκτελοῦντα δημοσίαν λειτουργίαν ἡ συγκατάθεσις τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς δι’ οἱανδήποτε παράβασιν τῶν νόμων. Ἐξακολουθῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει βάσις ἐλέγχου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Γερουλᾶνον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἤδη δηλώσει, ὅτι θέλει διορίσει αὐτὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι ὅτι δὲν διώρισε τὸν κ. Γερουλᾶνον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§234Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει;
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν εἴχετε διορίσει τὸν κ. Γερουλᾶνον, ἡ γνώμη αὐτοῦ κατὰ τεκμήριον γενικὸν καὶ ἀνθρώπινον δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀμερόληπτος.
§236Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ διορίσῃ τὸν κ. Γερουλᾶνον.
§237Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ. Καὶ ἐὰν εἶχεν ἀπόφασιν νὰ τὸν διορίσῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸν εἶχε διορίσει, ἦτο ἐξαιρετέος.
§238Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν διορίσῃ.
§239Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ δὲ ἦλθε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρώσεως τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐδήλωσε καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι ἀναφορικῶς εἰς τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δύναται νὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις γενικῶς οἱονδήποτε διδάξαντα εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔστω καὶ μὴ διατελέσαντα καθηγητήν, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του μόνον καὶ μόνον τὸν κ. Μενάρδον.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἔδωκα αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν;
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§242Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μνήμη σας σᾶς ἐγκατέλιπεν.
§243Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δυνατόν· ἀλλὰ πιθανὸν νὰ σᾶς ἐγκατέλιπε, ἡ ἰδική σας.
§244Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυνατόν· ἀλλ’ ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω ὅτι σᾶς ἐγκατέλιπε σᾶς.
§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνθρώπινον εἶναι νὰ σᾶς ἐγκατέλιπε σᾶς.
§246Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀσφαλῶς σᾶς ἐγκατέλιπεν ἡ μνήμη σας, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐθεώρουν ὅτι δὲν ὑπῆρχε κώλυμα, ἐὰν διωρίζετο ὁ κ. Λιβιεράτος, καὶ ἐξακολουθῶ πιστεύων αὐτό. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Λιβιεράτου (διάλογοι).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κανονικὴν συζήτησιν, κανονικὴ δὲ συζήτησις’ εἶναι ἄνευ διακοπῶν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ῥήτωρ. Εἰς τὰς διακοπὰς ἔχει μέρος καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι δὲν θέλω ἐπιτρέψει τοιαύτας, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των, διὰ νὰ λάβωμεν τὸν τύπον τῆς αἰθούσης Κοινοβουλίου.
§248ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα παρεξήγησις, ὅτι ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφεώρα τοὺς μὴ διατελέσαντας τακτικοὺς καθηγητὰς ἢ ἐκτάκτους. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Γερουλᾶνος διετέλεσε τακτικὸς καθηγητὴς ἢ ἔκτακτος, οὐδ’ ἐφρόντισα νὰ μάθω, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει δευτερεύουσαν σημασίαν, διότι τὸ προέχον εἶναι ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. Γερουλᾶνος, ἀφοῦ δὲν εἶχε διορισθῆ καθηγητὴς καὶ ἐνδιεφέρετο διὰ μίαν τῶν κενῶν ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς. Πρὸς τούτοις ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· πῶς δὲν ὑπάρχει βάσις ἐλέγχου, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς ἐστάλη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἐνῷ, αὐστηρῶς ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή; Διότι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἔδει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς συστάσεώς της νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐγγράφως ἔκθεσιν περιέχουσαν ἀνάλυσιν τῶν ἔργων καὶ ἐκτίμησιν τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ διδακτικῆς ἱκανότητος ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων, ὡς καὶ ἰδίαν γνώμην περὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν προτιμητέου· ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔλαβε μόνον μίαν σημείωσιν τῶν προτεινομένων καθηγητῶν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καμμίαν ἔκθεσιν, ἀναλυτικὴν τῶν ἔργων καὶ ἐκτιμητικὴν τῆς ἀξίας τῶν ὑποψηφίων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκπροθέσμως καὶ παρανόμως βεβαίως ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἔδει, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, νὰ μὴ γίνῃ δεκτή, οὐδὲ νὰ ἀποσταλῇ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ λεπτομερής, ἡ βραδέως ὑποβληθεῖσα καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἵνα μὴ πληρωθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα μὲ τὸ δηλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν νὰ ἐνεστάλαξε μετὰ τὴν γενομένην ἐπίθεσιν εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία πρῶτον ἔλαβε τὰς ἀποφάσεις της καὶ ἔπειτα ἐσκέφθη νὰ τὰς δικαιολογήσῃ.
§249ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συνέταξε πρῶτον τὸ διατακτικὸν καὶ ἔπειτα τὸ αἰτιολογικόν.
§250Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅτε ἐνεγράφην διὰ τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν, δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ προβῶ εἰς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προετιθέμην καὶ προτίθεμαι μόνον νὰ ἐλέγξω τὴν ἐνέργειαν τῶν μελῶν τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, ἀφοῦ οὗτοι ἤσκησαν δημόσιον λειτούργημα. Ἀπεφάσισα δὲ νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον παρὰ τὴν διάθεσίν μου, ὅπως μὴ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος, διότι ἡ πρότασις καὶ ἡ ἐνέργεια ἐν γένει τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς ὑπῆρξεν ἓν ῥάπισμα ἐναντίον τοῦ δημοσίου φρονήματος, τοῦ τελευταίως ἐξεγερθέντος καὶ ἀνυψωθέντος δημοσίου φρονήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ νέον καθεστὼς ὁλόκληρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, τοῦ δημοσίου φρονήματος, τὸ ὁποῖον τέλος πάντων ἐξηγέρθη καθ’ ὅλων τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ παρελθόντος, στηριχθὲν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν ἐβαίνομεν κατὰ κρημνῶν, τοῦτο ἐγίνετο οὐχὶ μόνον καὶ κυρίως διότι δὲν εἴχομεν καλοὺς νόμους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διότι οἱ νόμοι δὲν ἐτηροῦντο, διότι ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ νόμου κατώρθωνον νὰ ὑπερισχύωσι συμφέροντα συγγενικά, συμφέροντα φιλικά, συμφέροντα ὑποστηριζόμενα ὑπὸ διαφόρων φατριῶν καὶ νὰ παραλύωσιν οὕτω τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη σύσσωμος καὶ ἠξίωσε νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως οἱ νόμοι γίνωσι σεβαστοί, ὅπως ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι ἐπικρατέστερος τοῦ ἀτομικοῦ καὶ μὴ νομίμως ἀνεγνωρισμένου συμφέροντος. Διὰ τοῦτο ἡ κοινὴ γνώμη ἠξίωσε νὰ ἐξασφαλισθῶσι μὲν ἀφ’ ἑνὸς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν πολιτικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καθαρισθῶσιν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἀπὸ τοὺς ἀνικάνους καὶ ἀναξίους ὑπαλλήλους, οἵτινες διηυκόλυνον τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων. Ἡ τοιαύτη ἀξίωσις ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὁλοκληρωτικῶς, διότι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ πλέον ὅτι, ἂν δὲν εἴχομεν ἀνάλογον ἐπιστημονικὴν κίνησιν εἰς τὸν τόπον μας, τοῦτο δὲν προήρχετο κυρίως ἐκ τοῦ ὅτι οἱ πανεπιστημιακοὶ καθηγηταὶ δὲν ἦσαν μεγάλοι ἐπιστήμονες, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταλάβει τὰς καθηγητικὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἐθεωροῦντο ἡ ἐπίδοσις ἡ εὐσυνείδητος εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἡ ἀκάματος μελέτη καὶ ἔρευνα καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἰδιοφυΐα ὡς τὰ μόνα ἐφόδια πρὸς κατάληψιν ἀνωτέρας ἀκαδημαϊκῆς θέσεως, εἰς μείζονα δὲ βαθμὸν ἴσχυον οἱ συγγενικοὶ δεσμοί, οἱ φιλικοὶ καὶ οἱοιδήποτε ἄλλοι συμφεροντολογικοὶ δεσμοί. Διὰ τοῦτο ἠξίωσεν ἡ κοινὴ γνώμη ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ Πανεπιστήμιον, πλὴν τῶν ἀνικάνων, καὶ ἀπὸ τοὺς καθηγητὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας αὐτῶν ἐθεωροῦντο, καὶ δικαίως, ὡς ἀναξίως κατέχοντες καθηγητικὰς θέσεις. Ἡ ἀξίωσις δὲ αὕτη ἐκυρώθη καὶ διὰ τοῦ τελευταίου πανεπιστημιακοῦ νόμου, διὰ πλείστων διατάξεων τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀμερόληπτος κρίσις τῶν καθηγητῶν πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅπως οἱ πραγματικῶς καὶ ἐπιτυχῶς ἐπιδιδόμενοι εἰς τὴν ἐπιστήμην ἀμείβωνται. Ἀπέναντι τοιαύτης κοινῆς συνειδήσεως καὶ ἀντιλήψεως ἦλθεν ἡ κριτικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς καὶ εἶπε· «δι’ ἐμὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι χάρτης ἄγραφος. Ἀπέναντι τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος, ἀπέναντι τοῦ νόμου ἀνώτερον εἶναι τὸ συγγενικόν μου συμφέρον, ἀνώτερον εἶναι τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον». Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἰδιαιτέρως, ὡς εἷς ἐκ τῶν ἀγωνισθέντων, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, πρὸς μετατροπὴν τοῦ δημοσίου φρονήματος, ὅπως χάριν τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ, χάριν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤλπισεν εἰς καλλίτερον μέλλον, ῥιφθῇ ἡ ἔκθεσις εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, καὶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις διορίσῃ ὑπευθύνως καὶ ὑπ’ εὐθύνην της τοὺς καθηγητάς. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς. Πιθανὸν ἐκ τῶν προτεινομένων νὰ εἶναι πολλοὶ καὶ ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι, ὅπως καταλάβωσιν ἀνωτέραν ἀκαδημαϊκὴν θέσιν, τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασίαν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, συναισθανομένη πόθεν ἔχει τὴν προέλευσίν της καὶ ποῦ στηρίζεται, θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀξίωσίν μου ταύτην, ἥτις εἶναι καὶ ἀξίωσις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἐν γένει.
§251Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τί νὰ κάμῃ; Δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε διὰ τοὺς μὴ ὑποβαλόντας αἴτησιν.
§252Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν ὑποβαλόντων ἔχει δικαίωμα.
§253Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τέλος δέ, καίτοι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ προσώπων, αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τοῦτο μόνον· ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος θέσιν τινὰ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτισαν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἔκθεσις δὲν ἀποπνέει εὐοσμίαν.
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ, ἀνταποκρινόμενος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ συμπληρώσῃ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ συμπληρώσῃ αὐτὰ καὶ διὰ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἀπὸ ὅλας τὰς πηγάς, τὰς ὁποίας αὐτὴ νομίζει καταλλήλους. Ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι εὐτυχής, ἐὰν τοιαῦτα φῶτα θέλωσι νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὴν καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν καὶ μέλλουσι νὰ ἀγορεύσωσιν ἐναντίον τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις εὐτυχής, ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εὐαρεστηθῶσι διὰ σημειώματος ἁπλουστάτου νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς αὐτὴν τὴν γνώμην των περὶ τοῦ τίς εἶναι διοριστέος ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ διάφορον τρόπον καὶ κατὰ διάφορον ἀντίληψιν παρὰ τὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ εἶμαι εὐγνώμων. (Χειροκροτήματα).
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι δὲν θὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§257Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅ,τι εἶπον καὶ ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι δὲν ἦλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ κρίνω οὐσιαστικῶς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν καλῶς προτείνει τὸν Α. καὶ κακῶς ἀπορρίπτει τὸν Β. Πρῶτον μὲν δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν, ἵνα τὴν κρίνωμεν συνολικῶς, δεύτερον δὲ οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἀναγνωρίζω εἰς ἐμαυτὸν κρίσεως προκειμένου περὶ ἰατρῶν. Ἠπόρησα δὲ μὲ τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθυνθέντος πρὸς Βουλευτὰς ἥκιστα ἁρμοδίους καὶ ζητήσαντος νὰ ὑποδείξωσι τοὺς κατὰ τὴν κρίσιν των καλλιτέρους νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν καθηγητῶν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι δὲν θέλω νὰ κρίνω κατ’ οὐσίαν τὴν ἔκθεσιν, ἀνῆλθον ὅμως εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μου δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη. Εἰς τοὺς ζοφεροὺς χρόνους τοῦ μεσαίωνος, κύριοι Βουλευταί, ὅτε εἰς τὸν θρόνον τῶν Παπῶν ἀνήρχοντο ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην αἱ οἰκογένειαι τῶν Βοργιῶν, τῶν Μεδίκων, τῶν Φαρνέζε, τῶν Περέττε, ἐβλέπομεν τὸ φαινόμενον ὅτι ἀπὸ τὰ ὄρη καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἰταλίας, ἀπὸ τὰς ὄχθας τοῦ Λιγυστικοῦ πελάγους καὶ τοῦ Ἀδρίου, ἀπὸ τὴν Γένουαν καὶ τὴν Βενετίαν συνέρρεον εἰς Ῥώμην οἱ συγγενεῖς τῶν Παπῶν καὶ ἀνεδεικνύοντο καὶ ἀνελάμβανον ἀξιώματα καρδιναλίων καὶ πριγκίπων καὶ δουκῶν οἱ τέως βοσκοὶ καὶ οἱ τέως ἁλιεῖς, μόνον καὶ μόνον διότι ἦσαν ἀγαπητοὶ ἀνεψιοὶ καὶ ἐξάδελφοι τῶν νέων Παπῶν. Καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὁ αἰὼν οὗτος ὡς αἰὼν νεπωτισμοῦ. Ἀλλ’ ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ συνείδησις αὐτοῦ τούτου τοῦ μεσαίωνος, καὶ αἱ παπικαὶ βοῦλλαι ἔθεσαν τέρμα εἰς τὸν νεπωτισμόν, περιελήφθησαν δ’ ἔκτοτε εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους διατάξεις ἀπαγορευτικαί, καθιστῶσαι μάλιστα καὶ ποινικὸν κολασμὸν ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν μετεχόντων εἰς ἀποφάσεις καὶ κρίσεις πρὸς ἀνάληψιν ἀξιωμάτων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρονται ἢ διαγωνίζονται συγγενεῖς αὐτῶν ὡρισμένου βαθμοῦ. Δὲν θέλω νὰ φέρω τυπικὸν λόγον ἢ κατηγορητήριον κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι παρέβησαν ῥητῶς τὸ ἄρθρον 463 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι μήπω διορισθέντες καθηγηταὶ δὲν ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§258Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Αὐτὸ λείπει, νὰ τοὺς ῥίψουν καὶ εἰς τὰς φυλακὰς. (Γέλωτες).
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κυρώνει ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ὀργανικὸς νόμος τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι ἀπαίτησις ἠθική, εἶναι κοινὴ ἠθική, γενικὴ ἠθικὴ ἀρχή, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι συγχρόνως δικαστὴς καὶ δικαζόμενος τὸ ἴδιον πρόσωπον, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι δικαστὴς εἰς τὰς ἰδίας του ὑποθέσεις. Τὸ καλούμενον φαῦλον παρελθὸν μὲ τὴν ὅλην ὀλιγαρχικὴν σύνθεσιν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία τὸ ἐχαρακτήριζεν, εἶχεν ἐπιπνεύσει καὶ ἐπὶ τῶν ἱδρυμάτων τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ εἶχεν εἰσαγάγει τὰς ὀλιγαρχικὰς μεθόδους τῆς ὑποστηρίξεως τῶν υἱῶν καὶ ἀνεψιῶν καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ ἐκβάλῃ τὴν ὀλιγαρχίαν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον καὶ ἀπὸ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐζήτησε νὰ τὴν ἐκβάλῃ καὶ ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλὰ σήμερον τί βλέπομεν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τοῦ δημοσίου βίου ἡ ἐπανάστασις, ἔρχεται καὶ τὸ ἐγκαθιδρύει ἡ Ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τῆς μετοχῆς αὐτῶν εἰς τὰ ἔργα τῆς κρίσεως, διὰ τῆς ἀποφάσεώς των ἐπανερχόμεθα πλησίστιοι πάλιν εἰς τὸ καθεστὼς τῆς ὀλιγαρχίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικωτέρα σημασία, ἡ ὁποία μὲ κάμνει νὰ διαμαρτύρωμαι ὄχι ὡς Βουλευτὴς πλέον, ἀλλ’ ὡς πολίτης ἁπλοῦς, συμμετασχὼν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, κατὰ τοῦ τελεσθέντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν, ὅπως δοθῇ οἱαδήποτε σημασία εἰς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κατεδίκασεν ὡς ἀνήθικον ἡ νέα ἠθική, ἡ ἠθικὴ τῆς ἀνορθώσεως. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὑτῆς μετὰ μεγάλου ἱπποτισμοῦ ἠθέλησε....
§260Γ. ΠΩΠ. Νεπωτισμοῦ!;...
§261Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπνωτισμοῦ...
§262Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. ... Ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὰ τελεσθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῶν τελεσθέντων ὅτι αὐτὸς ἐν γνώσει παρέσυρε τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Κεφαλληνίας, διὰ νὰ δεχθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ὡς κριτὴς εἰς ζήτημα, εἰς ὃ ἐξῃρεῖτο κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του καὶ τὴν ἠθικήν. Καὶ εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι θὰ διορίσῃ καὶ τὸν ἀνεψιὸν καὶ ὅντινα ἄλλον ἤθελε προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἡ ἀγανάκτησις, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξεδηλώθη παρ’ ἀνδρῶν ὄχι ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διατεθειμένων. Οἱ πλείονες τῶν ἀγορευσάντων πρὸ ἐμοῦ ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν φίλων της τὴν ἀγανάκτησιν, ἂν ὄχι τὴν ἰδικήν μας, δὲν συμμερίζεται ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκπροσωπῇ εἰς μίαν χώραν τὴν ἠθικήν, πῶς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τῷ ἐπιτρέπεται νὰ καλύψῃ τὰ τελεσθέντα;
§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκτείνετε τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἐπανορθώσω. Τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν γνωρίζω· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κρίνω ἀπὸ τοῦδε;
§264Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρείδετε ὅ,τι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι δὲν κρίνω κατ’ οὐσίαν τὴν ἔκθεσιν. Ἀλλὰ κρίνω καὶ κατακρίνω τοῦτο. Εἴπετε ὅτι σεῖς ἐν γνώσει ἐδέχθητε ἀνθρώπους ἐξαιρέτους κατὰ νόμον νὰ κρίνωσιν ἄλλους ὑποψηφίους. Τοῦτο βαρύνει ὑμᾶς, διότι ἀναλαμβάνοντες ἐξ ἱπποτισμοῦ τὴν εὐθύνην τῆς διαγωγῆς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δίδετε κῦρος εἰς κάτι, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ κανόνες τὸ κατακρίνουσιν.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω, τί θέλετε νὰ κάμω;
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δίδετε κῦρος εἰς τὰς μεθόδους τοῦ παρελθόντος. Τί ἄλλο ἦσαν αἱ μέθοδοι τοῦ παρελθόντος; Εἶσθε λοιπὸν καὶ σεῖς ὀπαδοὶ τῆς ὀλιγαρχίας, ἥτις διεῖπε τὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον ἡμῶν. Λυποῦμαι κατάκαρδα, διότι ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ σύμπτωμα, τὸ ὁποῖον δεικνύει ὅτι ἡ κοινωνία μας εἶναι τόσον βαθέως μεμολυσμένη ἀπὸ τὸ μόλυσμα τῆς ὀλιγαρχίας, ὥστε οἱ ἐπιφανέστεροι τῶν ἐπιστημόνων, οἱ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ δεικνύωνται ἔχοντες ἱκανὴν ἀρετὴν ἢ ἀρετὴν ἴσην πρὸς τὴν ἐπιστημονικήν των κατάρτισιν.
§267Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔχουσιν ἀρετήν.
§268Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι λοιπόν, Κύριοι, καὶ τὴν διαμαρτυρίαν μου διὰ τὰ γενόμενα ἠθέλησα νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εὔχομαι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Σώματος νὰ δώσῃ παράδειγμα σήμερον, ὅτε ἐμφανίζεται ἓν τοιοῦτον σύμπτωμα γενικῆς κοινωνικῆς ἀσθενείας, ὅτι ἐννοεῖ νὰ κτυπήσῃ τὸ σύμπτωμα, ὄχι διότι θὰ θεραπεύσῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰς ὀλιγαρχικὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχουσαι, ἀλλὰ διότι θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀρχίσῃ ἡ θεραπεία τῆς κοινωνίας ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τοῦ ὀλιγαρχισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει διεισδύσει πανταχοῦ. Δὲν θεραπεύονται διὰ νόμων τοιαῦτα νοσήματα· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσι διὰ νόμων τὰ τοιαῦτα ἀνοσιουργήματα. Τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ ὁ νομοθέτης πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νεπωτισμοῦ, εἶναι ὁ διαγωνισμός. Ἀλλὰ βλέπομεν ὅτι καὶ εἰς τοιούτους διαγωνισμοὺς δὲν ἐπιτυγχάνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§269Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ;
§270Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μόνον τότε θὰ διορθωθῶσι τὰ πράγματα, ὅταν πεισθῇ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ παρελθόντος κατήντησεν εἰς τοιαύτην ἀσθένειαν χαρακτῆρος, ὥστε νὰ ἀνέχηται ἐπὶ μακρὰ ἔτη τοιαύτας ἀδικίας, ὅταν πεισθῇ ἡ κοινωνία διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ ἐποχὴ τοῦ νεποτισμοῦ παρῆλθε καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ τιμωρεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν ὅτι εἶναι δυνατὸν σήμερον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς δημοσίας των ὑπηρεσίας, ἔστω καὶ μὴ ὄντες δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ θέσωσιν ὑπογραφὴν ὑπὸ πρότασιν πρὸς διορισμὸν τῶν ἑαυτῶν των καὶ τῶν ἀνεψιῶν των. (Χειροκροτήματα).
§271Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου σημείου τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν ζητήματος ἐσκόπουν νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ εἰς ἄλλο μὲ ἄγει κατ’ ἀνάγκην ἡ ἐξέλιξις τῆς συζητήσεως καὶ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν ἦτο χρήσιμον νὰ συζητήσῃ τις περὶ τοῦ ἐκπροθέσμου ἢ μὴ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως οὔτε περὶ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, τῆς προχείρου ἢ τῆς κατακριτικῆς. Δὲν εὑρίσκω ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ πρὸ τούτου, εἶχον διατυπώσει ἀλλοίας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἰδέας, εὑρίσκω δὲ καὶ ἤδη ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν γενομένων ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς χειριζομένη τὸ ζήτημα, δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὴν πρέπουσαν διεύθυνσιν, ὥστε νὰ παρεμποδίσῃ νὰ φθάσωμεν εἰς ὅσα ἄτοπα ἐξετυλίχθησαν. Μία ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ ἀνάγκη ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ Πανεπιστήμιον ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ ἐπὶ δεκαετηρίδας κρατήσαντος νεπωτισμοῦ. Ἐθεωρήθη δὲ ὅτι μόνον κατὰ ἕνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις πλήρης, ἐὰν τὴν εὐθύνην ἀμέριστον τῆς συμπληρώσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἀνελάμβανεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις δὲν συνεπλήρωσε τὸ ἔργον· Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ἐπαγγελλομένη τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Καὶ ἀληθῶς κακῶς εἶχον τὰ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐδέοντο ἀνορθώσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία τὴν διακρίνει, δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην τῆς ἀνορθώσεως τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἐνόμισε κατάλληλον νὰ ἔχῃ ὡς προπύργιον καὶ μίαν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὴν γνώμην νὰ προτάσσῃ, ὅταν θέλῃ, καὶ νὰ δύναται νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἐλέγχοντας αὐτὴν δι’ ἀτυχεῖς διορισμοὺς ὅτι εἰς τοῦτο εἶχε καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§272Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν τὸ λέγει αὐτό.
§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ λέγει τώρα, ἀλλὰ τὸ προπαρεσκεύαζεν.
§274Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ εἶπον αἱ δηλώσεις ῥητῶς.
§275Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Γνωρίζομεν τὴν σημασίαν τῶν λεχθέντων καὶ λεχθησομένων καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν κάμνουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἡ κοινωνία ἀνέμενε καὶ ἀναμένει μετὰ πεποιθήσεως ἀκόμη τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ ἐν προκειμένῳ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἤδη ἔχομεν μίαν ἔκθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐλέχθησαν τόσα ἀπὸ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε οὐδὲν νὰ μένῃ εἰς ἡμᾶς νὰ προσθέσωμεν. Ἐλέχθησαν δηλαδὴ καὶ ἀπεκαλύφθησαν τόσα ὑπ’ αὐτῶν περὶ τῆς δράσεως τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅσα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι. Ἄν τὰ λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀκριβῆ, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ἐλέχθησαν ἐντὸς αὐτῆς, ὡς ἐπίσης μοὶ εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς λεγόμενα, ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀπετέλεσαν σκάνδαλον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἔχομεν ἐξεγηγερμένην τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐξεγηγερμένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπευθύνου. Λέγω ταῦτα, διότι καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ἀνόρθωσιν. Νομίζω δὲ ὅτι ἔχω καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐνισχύσω τὴν ἐπὶ τῆς ἀνορθώσεως πεποίθησιν τῆς κοινωνίας, νὰ μὴ παραβλάψω δὲ καὶ οὐσιαστικῶς τὸ ἔργον. Βεβαίως νομικὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἔκθεσιν, ἔχει ὅμως ἠθικὴν τοιαύτην νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς ἠθικῆς ταύτης ὑποχρεώσεως, νὰ ἀφήσωμεν δ’ αὐτὴν ἐλευθέραν, καὶ ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀφεθῇ, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ ἀφεθῇ, νὰ διορίσῃ ἐκ τῶν ἐπιστημόνων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτὴ θεωρεῖ καταλλήλους διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ.
§276ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει ὁ νόμος.
§277Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι· μὴ στηρίζεσθε εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε προέβαινεν εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν, ἤθελε τὰς τυχὸν παραλείψεις της ἢ τὰς τυχὸν συναλλαγάς της νὰ τὰς καλύψῃ ὑπὸ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἑαυτὴν ἀνεύθυνον διὰ πράξεις, δι’ ἃς αὐτὴ καὶ μόνη ἦτο ὑπεύθυνος. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ὅτι τὴν θεωρεῖ ἀπηλλαγμένην τῆς ἠθικῆς αὐτῆς ὑποχρεώσεως, πρὸ πάντων τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἀμεσώτερον συνδεομένην πρὸς τὰς ἀνορθωτικὰς ἰδέας, διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τοῦτο, θὰ δύναται ἡ κοινωνία νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δεχομένη τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τὰς αὐτὰς περὶ ἀνορθώσεως ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δεχομένη τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐννοεῖ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τοὺς αὐτοὺς τρόπους ἐπιδιώξεως ἀνορθώσεως, τοὺς ὁποίους καθώρισε καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ταύτης τῆς μομφῆς ἐγὼ θέλω νὰ ἀπαλλάξω τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῆς κοινῆς συνειδήσεως.
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ἐπιζητεῖται νὰ παρασταθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐξ ἐπιθυμίας πρὸς ἀποφυγὴν τῶν εὐθυνῶν εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη ὅτι ἐπιτροπὴ κριτικὴ θὰ ἀπεφαίνετο περὶ τῶν ἐπιστημονικῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων. Δὲν εἶναι ἐν τούτοις πολιτικὴ δειλία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προυκάλεσε τὴν εἰσήγησιν ἐκ μέρους αὐτῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, νομίζω δὲ ὅτι δικαιοῦμαι μετά τινος ὑπερηφανείας νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὅλη ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρουσιάζει αὐτὴν δειλήν, ὅσον ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησεν ὅτι, προκειμένου νὰ συμπληρώσῃ πάσας τὰς κενὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν καταλληλοτέρων προσώπων, ἂν μὴ διέγραφε διὰ τοῦ νόμου τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν διέγραψεν, ἂν μὴ δηλαδὴ ἐγκαθίδρυε προηγουμένως μίαν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπήν, μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔκρινον περὶ τῶν ἐπιστημονικῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων, μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸν ὁριστικὸν διορισμὸν τῶν προσώπων. Κατὰ τί, παρακαλῶ, μία τοιαύτη διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη ἡ πρόνοια νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τί περιώρισε τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως; Ἠθέλετε λοιπὸν πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠρύετο ἐκ διαφόρων πηγῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιστημονικὰ προσόντα τῶν ὑποψηφίων, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ κρίνῃ αὐτὴ αὐτοτελῶς, ἠθέλετε, λέγω, νὰ ἔχητε τὴν Κυβέρνησιν ζητοῦσαν ἐπὶ τῶν παρασκηνίων ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας, καὶ θεωρεῖτε ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ ἐν πλήρει φωτὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κρίσις τῆς κοινωνίας, καὶ τῶν ἐπαϊόντων ἰδίως, ἐπὶ πέντε ὁλοκλήρους ἡμέρας, πρὶν ἢ αὕτη προβῇ εἰς τὸ ἔργον της; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας σᾶς εἶπε, καὶ ἀπηυθύνθη ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς: ἂς ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τοῦ νόμου —βεβαίως τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ ἔννοιά του—πάσης ὑποχρεώσεως, ὅπως λάβῃ καὶ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δηλαδὴ ἂς ἔλθῃ ἡ Βουλή, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, νὰ ἀκυρώσῃ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης τὴν γενομένην ἔκθεσιν τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ λάβῃς ταύτην ὑπ’ ὄψιν καθόλου· πρόβαινε ἄνευ τινὸς φωτὸς ἐπισήμου εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σοὶ ἀνετέθη. Καὶ ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐνέργειαν καὶ τοιαύτην ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἐκεῖνος τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς; Θέλει, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀληθῶς ὑφιστάμενον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θορύβου τοῦ ἐγερθέντος κατὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει λέγω, νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ θορύβου τοῦ ἀνευθύνου, τοῦ ἐσπευσμένου, τοῦ μὴ περιμένοντος τουλάχιστον νὰ ἴδῃ πῶς ἐδικαιολόγησεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν κρίσιν της, νὰ ἔλθῃ νὰ συμπράξῃ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξηγέρθησαν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πλεῖστοι εἶναι φίλοι της, νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ ὑπεύθυνος Ἀρχὴ νὰ συμπράξῃ μετ’ ἐκείνων, ὅπως ἐκμηδενίσῃ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐκμηδενίσῃ ἓν ἔργον, τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ὁποίου κανεὶς δὲν εἶναι ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, διότι τὸ ἔργον δὲν εἶδεν ἀκόμη τὸ φῶς; Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ δώσωμεν λόγον τοῦ τί θὰ πράξωμεν, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν τὸ ἐπράξαμεν, ἐνῷ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι πλήρως ὑπεύθυνος δι’ ὅ,τι ἤθελε πράξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποκλείει ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐνδεχομένας πλάνας, διότι εἶναι ἀνθρώπινον ἔργον, δὲν δύναται μ’ ὅλα ταῦτα νὰ παραγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη, ἦτο καὶ φυσικὸν νὰ ἐγερθῇ, διότι ἀτυχῶς 8 κενὰς θέσεις διεξεδίκουν 103 ὑποψήφιοι, λαμπροὶ βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἠθέλετε, ἀφοῦ δι’ ὀκτὼ κενὰς ἕδρας παρουσιάσθησαν 103 ὑποψήφιοι, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν σοφῶς ἐζήτησεν ὁ νόμος διὰ τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν τουλάχιστον, ἀφοῦ εἴχομεν 103 ἐπιστήμονας διακεκριμένους, τολμῶντας νὰ ἀξιώσωσιν ὅτι εἶναι κατάλληλοι νὰ καταλάβωσι τὰς ὀκτὼ κενὰς ἕδρας, ἠθέλετε, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἀκόμη ταύτην ὑπηγόρευεν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἠθέλετε νὰ μὴ ἐγερθῇ θόρυβος κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, ἠθέλετε νὰ μὴ ἀκουσθῶσιν αἱ κραυγαί, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν; (χειροκροτήματα). Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ἐπιφυλάττω τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅ,τι δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω, καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, εἶναι ὅτι προτοῦ νὰ ἴδω τὸ ἔργον, ἂν δύναμαι νὰ ἔχω προκατάληψίν τινα περὶ τοῦ ἔργου, ἡ προκατάληψις δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι ἀγαθή. Δὲν δύναμαι πρὶν ἴδω τὸ ἔργον καὶ πρὶν ἀκούσω τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἀμερόληπτον κρίσιν τῶν ἐπαϊόντων, τὴν ἐμπεριστατωμένην καὶ τὴν οὐχὶ διὰ θορύβου, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἄγωμαι ἐκ τῆς προκαταλήψεως ὅτι τὸ ἔργον ὑπῆρξεν ἐπιστημονικὸν καὶ ἠθικόν, διότι στηρίζομαι ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξίας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔχω προκατάληψίν τινα, αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ἀγαθὴ προκατάληψις, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, εἰμὴ μόνον ὅταν τοῦτο δημοσιευόμενον κατασταθῇ κοινὸν κτῆμα καὶ δυνηθῇ ἕκαστος ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συζητήσῃ. Πρὸ ὀλίγου μάλιστα ἀνταποκρινόμενος εἰς εἰσήγησιν γενομένην ὑπό τινος τῶν ῥητόρων προὐκάλεσα ὅλους ἐκείνους, ὅσοι νομίζουσιν ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει καλῶς, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τί χωλαίνει τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἂν ἐγίνετο ἡ συμπλήρωσις τῶν ἑδρῶν, θὰ ἀνταπεκρίνετο κατὰ τὸν ἄριστον τρόπον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου. Τοῦτο δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν παρὰ τῶν ἐπικρινόντων, νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὸ ὅτι ὁ κ. Παναγιώτης Λιβιεράτος εἶναι ἐξάδελφος τοῦ Σπυρίδωνος Λιβιεράτου καὶ νὰ ἐξηγήσωσιν εἰς ποῖα σημεῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπλανήθη ἢ ἔπταισεν. Ἂν ὑπέχῃ τις εὐθύνην διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὸν ἔντιμον καθηγητὴν τὸν τιμῶντα τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα ἐν τῇ ξένῃ, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὸ βάρος τοῦ νὰ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς προβάλλων αὐτὸς καθ’ ἑαυτοῦ λόγον ἐξαιρέσεως. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ὡς πρὸς τὸ λοιπὸν αὐτῆς μέρος μεταβαλλομένη μάλιστα ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐπερώτησιν πλέον ἀπευθυνομένην ἀμέσως διὰ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τοῦτο τὸ ἔργον θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ὑμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν παρ’ ὅλον τὸν ἐγερθέντα θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ περιμένηται, διότι ἀφορμᾶται ἀπὸ τόσων κέντρων, τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργεια ἐν προκειμένῳ εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι ἐνέργεια ἀνθρώπων πιστευόντων ἀληθῶς ὅτι ἠδικήθησαν, τῶν 95, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἔξω, παρ’ ὅλον τὸν θόρυβον καὶ παρ’ ὅλην τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι κατέλαβε μέρος τι τῆς κοινωνίας—μὴ ὁμιλῶμεν περὶ ὅλης τῆς κοινωνίας—διὰ τὰ ἀνακοινωθέντα συμπεράσματα τῆς ἐκθέσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς ἡ μέχρι σήμερον καὶ αὐτὴ ἡ μέχρι τέλους ἐνέργεια ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι θὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ὅλους τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει τὸ ἔργον, ὅταν σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ μὴ παρεκκλίνῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν καὶ σταθερὰν λεωφόρον, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν εἰς πᾶν ζήτημα, ἕνα ἔχουσα γνώμονα εἰς πᾶσαν πρᾶξίν της, ποῖον τὸ κοινὸν συμφέρον, ποῖον τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν σκέψεων τούτων περιμένει καὶ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας.
§280Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὡς ὅταν τις πεσὼν ἀπὸ ὕψους καὶ καταληφθεὶς ὑπὸ ζάλης καὶ θάμβους ἀπορῇ καὶ δὲν ἀναγνωρίζῃ τὰ πέριξ, οὕτω καὶ ἐγὼ πεσὼν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ ὕψους, ἐφ’ οὗ εὑρισκόμην καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου κατεσκόπουν τὰ πάντα ὑπὸ πνεῦμα ἀνορθωτικόν, παρίσταμαι ἐνώπιον ὑμῶν διαπορῶν καὶ ἐκπεπληγμένος. Εἷς καὶ ἐγὼ τῶν πολλῶν στύλων τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησα νὰ βαστάσω τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐστέγαζεν, ὡς ἐφανταζόμην τὸ ὄνομα φιλελεύθερος, καί, ὅτε ἐξετέθην ὡς ὑποψήφιος, εἰς τοῦτο ἀπέβλεπον πρὸ πάντων, ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ πνεύματος τοῦ φιλελευθέρου. Ὅτε συνετελεῖτο ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συζητήσω μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι τιτρώσκεται τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα, ὅταν γίνηται διάκρισις ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἐδίδαξαν ἐν ξένῳ Πανεπιστημίῳ καὶ ὅτι καὶ ὁ ἐν Ἑλλάδι ζῶν, ὁ ἐργαζόμενος ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν οὐρανόν, δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ μετρήσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἀνάστημα πρὸς πάντα. Ταῦτα ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀντέτεινε λέγων ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὰς κορυφάς. Ἀντεῖπον τότε· μὴ ἀποβλέπετε μόνον εἰς τὸ ὕψος τῆς κορυφῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς βάσεως. Ἀθηναῖος λόγιος ἐξέδωκεν ἐπ’ ἐσχάτων βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεταί τι λίαν σημαντικόν, ὅτι δηλ. ὅσοι ἐπιζητοῦσι τὰς κορυφὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν ὅτι ὑπάρχουσι καὶ κολοκυθοκορφάδες. Οὕτω καὶ σεῖς, ζητοῦντες τὰς κορυφάς, ἐδρέψατε κολοκυθοκορφάδες. Εἴδετε ποῦ ἤγαγεν ὑμᾶς μέχρι τοῦδε ἡ ἄγρα τῶν κορυφῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω ἐκ τῶν προτέρων τὴν φρίκην, ἥτις μὲ κατέχει ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παράσχῃ τὴν ἔγκρισίν της εἰς ἔργον τοιοῦτον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἐξανέστη. Μόνον τὸ ἱστορικὸν ἀφηγοῦμαι. Ὑπὸ μορφὴν προσωρινῆς διατάξεως ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν τότε πρότασις, τῆς ὁποίας τὸ κύριον στήριγμα ἦτο ὅτι ὁ χρόνος ὁ πρὸς ἐκλογὴν τῶν καθηγητῶν ἀπαιτούμενος θὰ ἦτο μακρός, καθ’ ὃν αἱ ἕδραι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνωσι κεναί. Καὶ οὕτως ἐτέθη ἡ διάταξις ὅτι ἠδύναντο νὰ διορισθῶσι καθηγηταὶ ἄνευ κρίσεως ἐπιτροπῆς οἱ συγγράψαντες ἔργα ἐπιστημονικῆς ἀξίας ἀνεγνωρισμένης καὶ διδάξαντες ἐν ἀλλοδαπῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Ἐγὼ τότε ἐζήτησα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις μόνον διὰ τοὺς καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι τοὐλάχιστον ὑπηρετοῦσιν ὡς τακτικοὶ ἢ ἔκτακτοι ἐν ξένῳ Πανεπιστημίῳ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μὲ ἐβεβαίωσε τότε ἐπὶ τῷ λόγῳ του ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου ἢ περὶ διορισμοῦ τοῦ κ. Μενάρδου τῆς Ὀξφόρδης. Εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι φήμη διατρέχει περὶ τοῦ κ. Λιβιεράτου ὅτι ἐσκόπει νὰ εἰσαγάγῃ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸν ἀνεψιόν του ἢ ἐξάδελφόν του· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβε τὴν διαβεβαίωσίν του ὅτι οὐδεὶς ἕτερος πλὴν τοῦ κ. Μενάρδου ἀπὸ ἐξωτερικὸν Πανεπιστήμιον θὰ κληθῇ. Μετ’ ὀλίγας μόλις ἡμέρας εἶδον ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὴν εἴδησιν τοῦ διορισμοῦ νέων καθηγητῶν ἄνευ κρίσεως, καὶ τότε οὐχὶ πλέον ὡς Βουλευτὴς φιλελεύθερος ἀλλ’ ὡς πολίτης ἔσπευσα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ οὗ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἐδηλώθη εἰς τοὺς περὶ οὗ πρόκειται ἐπιστήμονας ὅτι μέλλουσι νὰ διορισθῶσιν. Ἑτέρωθεν δ’ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ παρέσχε νέαν βεβαίωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διώρισεν οὔτε θὰ διορίσῃ τινὰ πρὸ τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ τότε εὑρέθην εἰς θέσιν ἐκτάκτως περίεργον, ἐνῷ ἐλάμβανον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ὡς ὑποψήφιον, ἀλλὰ διὰ ποίαν ἕδραν; Δι’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἤδη πληρώσει, προσενεγκοῦσα αὐτὴν εἰς τὸν κριτὴν τῆς ἐπιτροπῆς! Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικρίνω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγκαίρως ὑπέδειξα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἔχων ὑπ’ ὄψει δημοσίευμά τι τοῦ κ. Λιβιεράτου, ὅτι τὸν συγγράψαντα τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ διορίσωσιν ὡς κριτήν. Ὅταν συγγράφῃ τις καὶ παραδίδῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἔκθεσιν τοιαύτην, ἐν ᾗ ἀναγράφει, ὅτι «αἱ Σύγκλητοι τῶν σχολῶν δύνανται πλὴν τῶν ἄλλων τελῶν νὰ ὁρίσωσιν εἰδικοὺς φόρους διὰ τὰς ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις ἀσκήσεις, οἵτινες φόροι δέον ἐγκρίνεσθαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ», ὅταν τὸ ἔντυπον τοῦτο ἀναγράφῃ ὅτι μέλος τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου εἶναι καὶ ὁ «Διευθυντὴς τῆς Φαρμακευτικῆς σχολῆς», ὅταν λέγῃ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑφηγητῶν ἐκλέγουσι δύο ἀντιπροσώπους, οἵτινες θέλουσι συμμετέχει τῶν συνεδριάσεων τῆς γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Καθηγητῶν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πρυτάνεως», ὅταν τοιαῦτά τις δημοσιεύῃ...
§281Γ. ΠΩΠ. Ποῖος;
§282Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Λιβιεράτος, ὁ διορισθεὶς μέλος τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ταῦτα ὑπέδειξα ἐγὼ τότε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ εἶπον· δύνασθε νὰ διορίσητε μέλος τοιαύτης ἐπιτροπῆς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τοιαῦτα;
§283Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου τί λέγει;
§284Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. «Περὶ τῶν φόρων». Ἀλλὰ τί νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ ἄλλου διορισθέντος, ὅστις ἤδη, καθ’ ἃ ἐβεβαιώθη, εἶχεν ἐρωτηθῆ καὶ εἶχε δηλώσει ὅτι δέχεται νὰ διορισθῇ, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν διωρίσθη καὶ δὲν θὰ διορισθῇ; Καὶ ἤδη βλέπομεν τὸν εἰδικὸν αὐτὸν κριτήν, τὸν εἰσηγητὴν διὰ τὴν κρίσιν περὶ τῶν ὑποψηφίων τῆς Χειρουργικῆς Παθολογίας, κριθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως καταλάβῃ τὴν ἕδραν ἐκείνης, δι’ ἣν εἶχεν ὁρισθῇ ὡς κριτής, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κἂν ἕτερος εἰδικὸς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἑδρῶν καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Χειρουργικῆς Παθολογίας· ὁ εἰδικὸς εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς. Ἔκρινεν ὁ εἰδικὸς ἢ δὲν ἔκρινεν; ἐὰν ἔκρινε, τότε κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ κρίνῃ καὶ ἑαυτόν, ἀφοῦ διεξεδίκει τὴν ἕδραν ταύτην· ἐὰν δὲν ἔκρινε, τότε δὲν ὑπάρχει κρίσις (χειροκροτήματα). Τί γίνεται λοιπόν; Πῶς λέγεται ἡ πρᾶξις αὕτη, ὅταν μία κριτικὴ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνηται ὅτι κατάλληλος ὅπως καταλάβῃ τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἕδραν εἶναι οὐχί τις ἐκ τῶν ὑποψηφίων, ἀλλ’ ὁ κριτής, ὁ εἰδικὸς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης! Ἐάν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνομίσατε ὅτι ἡ στήριξις ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἀπόλυτος, δὲν ἐσκέφθητε ὀρθῶς. Ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα οἱ στῦλοι τοῦ οἰκοδομήματος, θὰ γίνωμεν ἀπόστολοι, ὅπως διακηρύξωμεν τὴν σαθρότητα αὐτοῦ, ἀφοῦ προωρίζετο νὰ στεγάσῃ τοιαῦτα ἀνόσια ἔργα. Τί νομιμώτερον τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ ἐπιστήμονος, τοῦ λέγοντος «ἀφήσατέ με νὰ κατέλθω εἰς τὸν στίβον, ὅπως ἐκεῖ ἴδω τὸν ἀντίπαλόν μου, ἀλλὰ μὴ μοῦ δεσμεύετε τὰς χεῖρας, ἀφήσατέ με νὰ παλαίσω ἐν τῇ κονίστρᾳ πρὸς αὐτόν, μὴ μὲ ἀποκλείετε ἀπὸ τὴν κρίσιν»;
§285Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ὑπέστητε τὴν κρίσιν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι σεῖς ἀνεγνωρίσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἀπ’ εὐθείας τοὺς καθηγητάς· ὅτε δὲ ἤλθετε πρός με καὶ μοὶ ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σᾶς εἶπον ὡρισμένως ὅτι δυνατὸν νὰ πλανῶμαι, δυνατὸν νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν ἕδραν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου εἶναι ὁ κ. Γερουλάνος. Διὰ τὴν ἕδραν αὐτὴν ἐγίναμεν κριταὶ ἡμεῖς, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως.
§286Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶχον τὸν λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδεὶς θὰ διωρίζετο ἄνευ κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν δοθεῖσάν μοι βεβαίωσιν ταύτην ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγὼ κατῆλθον τοῦ βήματος καὶ παρῃτήθην τοῦ λόγου· ἄλλως θὰ ἔπειθον τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ παράσχῃ τοιαύτην ἀπεριόριστον δικαιοδοσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἔπεισα αὐτὴν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ αὐτὸ ζήτημα ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅταν ἐπὶ τοιαύτῃ κατηγορηματικῇ δηλώσει ὁ Βουλευτὴς κατέρχεται τοῦ βήματος, ἡ δήλωσις αὕτη βεβαίως γίνεται πρὸς ὅλην τὴν Βουλήν. Ἡ δήλωσις δὲ αὕτη ἐπανελήφθη εἰς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπανελθόντος ἐκ τῆς Ἑσπερίας.
§287Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπαναλέγω καὶ πάλιν ὅτι δὶς καὶ τρὶς καὶ εἰκοσάκις σᾶς εἶπον· δὲν θὰ ἐκδώσω τοιοῦτον Διάταγμα, οὐδένα διορισμὸν θὰ δημοσιεύσω πρὶν κριθῆτε καὶ σεῖς.
§288Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὑπὸ τίνος; καὶ διὰ ποίαν ἕδραν; Ὑπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου καὶ διὰ τὴν ἕδραν, ἣν ὑμεῖς ἔχετε ἤδη δωρήσει εἰς αὐτόν! Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἡ κατάπληξίς μου ὑπῆρξε πολλή, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη προῆλθεν ἐκ τοῦ κόμματος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ φιλελεύθερα ἰδεώδη καὶ ὅπερ ὤφειλε νὰ διακρίνῃ πραγματικὴ τάσις πρὸς ἀνάπτυξιν φιλελευθέρου πνεύματος καὶ πρὸς γενικὴν παροχὴν τοῦ δικαιώματος, ὅπως πᾶς τις κρινόμενος ἀκούσῃ περὶ αὐτοῦ κρίσιν ἠτιολογημένην. Τοῦτο ἠρνήθητε ἤδη εἰς ἡμᾶς, διότι δὲν λέγεται κρίσις ἡ ἐκφερομένη ὑπὸ τοῦ διεκδικοῦντος τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἕδραν. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ πεῖρα ἡ ἐμὴ εἶναι πολὺ μικρὰ ἀπέναντι τῆς ὑμετέρας, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ὀνομάσω τὰ πράγματα ταῦτα πρωτοφανῆ. Εἶναι ζήτημα ἂν ἄλλοτέ ποτε παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα τοιοῦτον καθ’ ὃ Ἕλληνες κριταὶ ἐκμεταλλεύονται τὴν ἑαυτῶν θέσιν ὡς πραγματογνωμόνων, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὰ ἴδια συμφέροντα. Καὶ ἤδη ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν συνάδελφον κ. Λιβιερᾶτον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔσχον τότε διαλογικὴν συζήτησιν, ὅτε, θέλων νὰ ψέξῃ τὴν νοσηρὰν τάχα αὐτοπεποίθησιν ἡμῶν, ἔλεγεν· «...ἂν εἴδομεν οἱ ἐν Ἑλλάδι—καλλίτερον θὰ ἔλεγεν ἂν εἴδετε, διότι τοῦτο βεβαίως ἐνόει—τὸ ἀνάστημα ἡμῶν φωτιζόμενον διὰ πλαγίων ἀκτίνων...». Λοιπόν, κύριε συνάδελφε, ἐὰν τοιαῦτα φῶτα, οἷα παρέσχετε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, μέλλητε νὰ μεταλαμπαδεύσητε εἰς τὴν Ἑλλάδα, φῶτα προερχόμενα ἀπὸ σκοτίου πηγῆς, μάθετε παρ’ ἐμοῦ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐν Ἑλλάδι, ἀποβλέπομεν εἰς μίαν ἰδιότητα, ἣν περὶ πολλοῦ ποιούμεθα, εἰς τὸν ἀνδρισμόν, ὅστις ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ γίνωμεν δικασταὶ ἐπὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν ὑποθέσεων καὶ ὅστις ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιζητῶμεν τὸ γέρας τῆς πάλης κατερχόμενοι εἰς τὴν κονίστραν. Εἰς τὴν δικαίαν ἡμῶν ταύτην ἀπαίτησιν εὕρομεν ἐχθρὰν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καὶ ἐν τούτῳ ἠδύνατο ἴσως νὰ φανῇ ὡς πράττουσά τι ἐπαινετόν, ἅτε περιφρονοῦσα δῆθεν τὴν ἀπαίτησιν τῶν ἰδίων αὐτῆς φίλων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἐπιβάλλεται πολλὴ προσοχή· ἀφοῦ τοιαύτη ἀδικία καὶ ἀνελεύθερος συμπεριφορὰ δεικνύεται πρὸς Βουλευτὰς φιλελευθέρους, ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί μέλλει νὰ συμβῇ πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον πολίτην.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 καὶ ¼. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Βαλσαμάκης.
§291ΑΝ. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐφρόνουν ὅτι πράγματι ἐνασκεῖται ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν διαφόρων ἀγορεύσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπείσθην ὅτι μετετοπίσθη ὅλως τὸ ζήτημα, ὅτι οὐδόλως πρόκειται περὶ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἔλεγχος μετέστη εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ καὶ ἔκρινε τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἑδρῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἔλεγχος δὲ κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐστρέφετο κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῶν διαφόρων ῥητόρων ὅτι ἀλλοῖα εἶχεν ἐλαττήρια ἢ τὰ πραγματικὰ ἐπιστημονικὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ διὰ τὴν ἐξενεχθεῖσαν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν γνώμην μου φρονῶ ὅτι διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, διότι, διὰ νὰ κρίνῃ τις τὰ πρόσωπα εἴτε αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὡς κατάλληλα, εἴτε ἄλλα, ἀπαιτεῖται βεβαίως εἰδικότης, ἰδιαίτεραι γνώσεις, ὅπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφανθῇ. Πλὴν ὅμως τούτου, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὑπάρχωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας γνώσεις, φρονῶ, ὅτι ὅλως εἶναι ζήτημα πραγματικόν, ὅτι εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύμπτωσις ὅλων τῶν γνωμῶν. Ἄλλη μὲν θὰ εἶναι ἡ κρίσις τοῦ ἑνὸς περὶ τοῦ Α καὶ ἄλλη θὰ εἶναι ἡ τοῦ ἄλλου. Προκειμένου δὲ νὰ ἐξελέγξωσι συγγράμματα ἰδιαιτέρου κλάδου τῆς ἐπιστήμης δὲν νομίζω ὅτι πάντες οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ θὰ μορφώσωσι τὴν αὐτὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, περὶ τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως ἐν σχέσει μὲ ἄλλο πρόσωπον, μὲ ἄλλον συγγραφέα. Ἕνεκα τούτου ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νομίζω ὅτι ὅλως μάταιος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος θὰ εἶναι ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ παροῦσα συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Πολὺ περισσότερον εἰς τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, συντείνει καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνεπιφυλάκτως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂν ὑπάρχωσι πρόσωπα ἀξιοῦντα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα, ὅτι ἔχουσι τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποδειχθέντων ἢ καὶ ἀνωτέραν, εἶναι δυνατόν ποτε τὰ πρόσωπα ταῦτα νὰ ὁμολογήσωσιν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τῆς κοινωνίας ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ἀνώτεροι τούτων; Θὰ ἀντιστρατεύηται τοὐλάχιστον ἡ ὁμολογία των αὕτη κατὰ τὴν γνωστὴν παροιμίαν «ἕκαστος δύο πήρας φέρει κτλ». Δὲν μοὶ προξενεῖ δὲ ἐντύπωσιν ἂν παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ ἐλέγχοντες δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν, πειρώμενοι ὅμως νὰ παραστήσωσιν ὅτι τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρόσωπα, ἂν ὄχι ὅτι στεροῦνται τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὅπως καταλάβωσι τὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἴσως στεροῦνται ἢ ἔχουσιν ὀλιγώτερα προσόντα τῶν ἀγορευόντων. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ πρόσωπα ὑποστηρίζοντα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ των ταῦτα, μήπως ἆρα οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι τὰς ἰδίας αὐτῶν κρίσεις, τὰς ἰδίας αὐτῶν συμπαθείας, τὰς ἰδίας πεποιθήσεις περὶ ἄλλων προσώπων ἢ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποδειχθέντων; Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐπαναλαμβάνω, ἐθεώρησα ὅτι εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ συζήτησις θέλει καταλήξει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὰς πεποιθήσεις, αἵτινες ἔχουσιν ἑδραιωθῆ εἰς τὰς συνειδήσεις πολλῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ σύμπτωσις τῆς γνώμης καὶ τῆς κρίσεως ὅλων ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων νὰ καταλήξῃ. Καὶ τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ ἐνασκουμένου ἐλέγχου εἰς τοῦτο περιορίζεται, ἐκτείνονται ὅμως οἱ κύριοι ἀγορηταὶ καὶ πλέον, καὶ ἀποδίδουσι μεροληψίαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλέγχουσι τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι διὰ τῆς ἐπιθέσεώς των δὲν ὑπέβαλον τὴν καθαράν, τὴν εὐσυνείδητον αὐτῶν κρίσιν. Ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐὰν ἐτύγχανον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπρόκειτο νὰ κρίνω ἔργον ἢ πράξεις προσώπου, μετὰ τοῦ ὁποίου φιλικῶς ἢ ἐχθρικῶς διάκειμαι, θὰ ἀπεσυρόμην, δὲν θὰ ἐλάμβανον μέρος, ὄχι βεβαίως διότι ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ τὸν χαρακτῆρα τὸν εὐθύν, δὲν ἔχω αὐτοπεποίθησιν, δὲν θὰ εἶχον τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἀξιοῖ ὅτι ἔχει, ἀλλὰ διότι καλῶς γνωρίζω τὰ πράγματα ἐνταῦθα πῶς ἔχουσι, καλῶς γνωρίζω ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ κακισθῇ ὑπὸ τῶν ἀντίθετον ἐχόντων συμφέρον. Ἔχω καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀξίωσιν, ὡς καὶ εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὅτι τὰς πράξεις καὶ πατρὸς καὶ ἀδελφοῦ ἀκόμη ἀμερολήπτως ἤθελον κρίνει, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι γνωρίζω τὰ πράγματα, ὅτι γνωρίζω, τὴν τάσιν, ἥτις ἀείποτε ἐπιδεικνύεται εἰς τὸ νὰ μεμφώμεθα τὰς πράξεις τῶν ἄλλων, οὕτως ὥστε, ἂν δὲν ἔχωμεν ἄλλο τι νὰ εἴπωμεν προκειμένου περὶ τῆς γνώμης ἄλλων, θὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς ἔχθραν ἢ φιλίαν. Καλῶς γνωρίζω τὰς ἀντιζηλίας τὰς ἐπαγγελματικάς, αἵτινες ὑφίστανται, τὰ συμφέροντα, τὴν συμπάθειαν καὶ ἀντιπάθειαν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων μορφοῦται ἡ πεποίθησις τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἢ κινεῖται τὸ ἐλατήριον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἀγανακτήσεως κατὰ τῶν προσώπων τῶν κρινάντων. Ἀλλά, καὶ ἂν ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δηλῶ, πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει διεκείμην φιλικῶς ἢ ἐχθρικῶς πρὸς ἕν πρόσωπον, δὲν θὰ ἐλάμβανον διὰ τοὺς προρρηθέντας λόγους μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, τί θὰ ἐλέγετε, παρακαλῶ, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἠδύναντο νὰ ἀρνηθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἀφοῦ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἐδήλωσεν αὐτοῖς ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ σκεφθῶσι τὸν λόγον τοῦ κωλύματος; Καὶ δὲν ἤθελεν ἐπιδράσει ποσῶς ὁ τοιοῦτος λόγος εἰς τὸ νὰ τοὺς πειθαναγκάσῃ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§292Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος.
§293Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος.
§294Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἠθικὸς νόμος.
§295ΑΝ. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ εἰδικὸς νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν ῥητὴν τοιαύτην διάταξιν καθιεροῖ. Ἄν ὅμως ἀνατρέξητε ὑμεῖς εἰς τὰς γενικὰς τοῦ νόμου διατάξεις καὶ εὕρητε ὡς κώλυμα νὰ λάβῃ συγγενὴς μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, θὰ σᾶς ἀπαντήσω· πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, κύριε συνάδελφε; Ὄχι· πρόκειται περὶ κρίσεως, πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἔχει εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις δύναται κατὰ τὴν κρίσιν της νὰ σεβασθῇ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται καὶ νὰ ἀπορρίψῃ ταύτην. Ἀλλὰ σᾶς ἐπανελαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι, καὶ ἂν ὁ νόμος τυπικῶς ἀπαγορεύῃ τὸ τοιοῦτον, θὰ ἔχητε τὸ θάρρος ὑμεῖς νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως;
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ εἶχον ὅλοι τὸ θάρρος, διότι θὰ ἤμην ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§297ΑΝ. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ καταλήξω, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς λέγω· θὰ ἔχητε ὑμεῖς τὸ θάρρος εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν σᾶς προσάπτει ὁ κ. Πρόεδρος, νὰ ἀρνηθῆτε, ἢ ἀποβλέποντες εἰς τὴν οὐσίαν θὰ ἀπεδέχεσθε, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς γνώμης καὶ οὐχὶ περὶ ἀποφάσεως;
§298Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος.
§299Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, κ. Ἀνδρέου.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε καὶ μὴ ἀπαντᾶτε.
§301Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι· θὰ ἀπαντῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δέχομαι διακοπάς.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ.
§303Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ ἔλλειψις θάρρους εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῆτε θὰ ἀπεδείκνυε σχολαστικότητα περὶ τοὺς τύπους μέχρι τῶν ἄκρων. Ἐνασχολούμεθα πολὺ περὶ τοὺς τύπους, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον μέλημα τὸ ἰδικόν μας· προτιμότερον νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀνορθώσεως καὶ ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ διὰ τοῦτο ἐτόνισα ἐξ ἀρχῆς, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν ἠλέγξατε τὴν Κυβέρνησιν, διότι, διὰ νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἀπῃτεῖτο νὰ ἐπιρρίψητε μομφὰς κατὰ τῶν προταθέντων καθηγητῶν πρὶν ἔτι διορισθῶσιν.
§304Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἐζήτησε κανεὶς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως.
§305Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου καὶ νομίζω ὅτι μόνον ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς ἐνασκεῖται ἐν αὐτῇ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἠλέγξατε ἐπ’ ἀρκετὸν τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν οὐσίαν ὅμως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐτόλμησε νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ἂν ἀκόμη εἶχε προσωπικὰς ἀπαιτήσεις, ὅπως καταλάβῃ τὴν θέσιν, ἥτις καταλαμβάνεται ὑπὸ τῶν προταθέντων ἴσως. Οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ κακίσῃ τὰ προταθέντα πρόσωπα.
§306Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐπεφυλάχθημεν.
§307Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἀκολουθῶ, κύριε Σκάση. Οὐδεὶς ἐνόησεν ἢ ἠθέλησεν ἢ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ κ. Γερουλάνου· οὐδεὶς ἐμέμφθη τὰ συγγράμματα τοῦ κ. Σ. Λιβιεράτου. Ἀλλά, Κύριοι, κατεχόμεθα ὅλοι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα ἡμεῖς αὐτοὶ ἢ τὰ προσφιλῆ ἡμῖν πρόσωπα καταλάβωσι τὰς ἕδρας ἐκείνας. Δὲν εἶναι καλὸν ἐκ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαφημίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διεκδικῶμεν τὴν θέσιν αὐτήν. Ἄλλος εἶναι ὁ δρόμος ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο καὶ νὰ μᾶς καταστήσῃ περιζητήτους διὰ καθηγεσίαν. Καὶ ἀτυχῶς ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς συζητήσεως καὶ τοῦ διεξαχθέντος ἐλέγχου παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥήτορες, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἴδια δικαιώματα ὑποστηρίζοντες καὶ ἀξιώσεις, ἀλλ’ ὑποστηρίζοντες κατὰ τὰς πεποιθήσεις των ἄλλα πρόσωπα τῶν προταθέντων, καὶ ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς οὖσαν ἀποτέλεσμα νεπωτισμοῦ, ὡς ἐὰν ὁ πατὴρ τοῦ Λιβιεράτου ἢ τοῦ Γερουλάνου ἦτο καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὡς ἐὰν αὐτὸς ἐζήτησε θέσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὡς ἐὰν ἠθέλησε νὰ μεταβιβάσῃ τὴν θέσιν καὶ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῇ τὸν υἱόν του ἢ τὸν ἔγγονόν του, καὶ λοιπά. Ἀτυχῶς τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει ἐν προκειμένῳ.
§308Γ. ΠΩΠ. Ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς;
§309Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀτυχῶς. Διότι θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ βλέπω διαδοχικῶς, πάντως ὅμως ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀξίαν, νὰ περιέρχωνται αἱ θέσεις αὗται. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν διαφόρων ῥητόρων ἀντανακλᾷ εἰς ἑαυτούς, διότι, ἐὰν συμπαραβάλωμεν τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις, θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶχον ἀξιώσεις τέκνα προϋπαρξάντων καθηγητῶν νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ἐκείνας, δι’ ὃ μεγάλως οὗτοι θορυβοῦσι καὶ συζητοῦσιν. Ἠθέλησεν ὁ ῥήτωρ ὁ ἐν ἀρχῇ τῆς προκειμένης συζητήσεως ὁμιλήσας, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, θὰ ἐτυφλώθη —συγγνώμην διὰ τὴν ἔκφρασιν— καθότι θὰ ἀποτελῇ ἡ παρουσία Κεφαλλήνων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δοκὸν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἠθέλησε, λέγω, νὰ καταφερθῇ καὶ κατεφέρθη κατὰ τῶν Κεφαλλήνων ὅτι οὗτοι ἀπετέλεσαν τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Μὴ ἔχετε νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν ἱκανότητα τούτων, κύριοι συνάδελφοι; Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ ἐποίησε μεγίστην ἐντύπωσιν. Διατί, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι Κεφαλλῆνες, καὶ ὑπάρχουσι, Κύριοι, ἔξω τοῦ Πανεπιστημίου τοιοῦτοι καὶ μὴ ἔχοντες θέσιν σήμερον, διατί, λέγω, νὰ μὴ καταλάβωσι θέσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀφοῦ εἶναι πρὸς τοῦτο ἱκανοί; Μήπως ἆρά γε δὲν εἶναι Ἕλληνες; Ἢ μήπως ὑπάρχει ἀλλοῦ τὸ μονοπώλιον τῆς καθηγεσίας; Ἐν τούτοις διὰ νὰ καταλήξω, Κύριοι, καὶ νὰ μὴ βασανίζω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, δὲν εὑρίσκω ποῖος ὁ πρακτικὸς λόγος τοῦ ἐνασκηθέντος ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος οὗτος δὲν ἀφεώρα τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πάντες ὡμολόγησαν· ἀφεώρα τὰς πράξεις αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ πράξεις αὗται τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἀρκούντως διεσαφηνίσθησαν, καὶ ἐπισήμως μάλιστα, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν δηλώσεών του ἐδήλωσεν ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Γερουλάνος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ, εἶχεν ἤδη διορισθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν θέσιν, καὶ ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ὑποδειχθῇ, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι, καὶ νομίζω ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου ἦσαν σαφεῖς καὶ ἔλυσαν πᾶσαν ἀμφισβήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν κ. Λιβιεράτον, οὗτος ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου εἶπεν ὅτι δὲν εὑρίσκει καλὸν νὰ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θεωρεῖ καλλίτερον διὰ πᾶσαν παρεξήγησιν νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου ἦτο κατηγορηματική, καὶ συνεπῶς φρονῶ ὅτι καλῶς ἔπραξε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν κρίσιν του καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του.
§310Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἔχω Κύριοι, λόγους οὔτε νὰ συμπαθῶ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ἀντιπαθῶ, οὔτε πρὸς τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίσαντα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν κριτῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸς τοὺς προταθέντας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν λαμβάνω τὸν λόγον, τοῦτο ὀφείλεται, διότι φρονῶ ἐκ πεποιθήσεως ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον δὲν εἶναι ἁπλοῦν σχολεῖον, ἀλλὰ εἶναι ἡ πνευματικὴ κολυμβήθρα ἢ μᾶλλον ἡ ἐθνικὴ κολυμβήθρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ βαπτίζονται τὰ τέκνα τῶν πανελλήνων. Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως κινούμενος ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐξηντλήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν πέρα τοῦ δέοντος. Ὅτε, Κύριοι, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τῆς καταρτίσεως ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνελάμβανον τὴν ἠθικὴν τρόπον τινὰ ὑπόδειξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν ὑποψηφίων, ἐὰν ἡ μνήμη μου δὲν μὲ ἀπατᾷ, ὑπῆρξα κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, τοῦτο δ’ ἀπέρρεεν ἀπὸ πεποιθήσεως, ὅτι σχεδὸν πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ ἐδημιουργήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεπον ἢ εἰς τὸ νὰ ὑποδεικνύωσι πρόσωπα εὐνοούμενα ἢ εἰς τὸ νὰ καλύπτωσι τὴν συναλλαγὴν τῶν ὑπευθύνων κυβερνητῶν τῆς χώρας. Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως ἀναχωρῶν ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, Κύριοι, ὅτι ὑπῆρξα εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον ἀντιδρασάντων εἰς τὴν σκέψιν τῆς ὑποδείξεως ἢ μᾶλλον τῆς νομοθετήσεως ἐπιτροπειῶν. Ἐκινήθην δὲ καὶ ὑφ’ ἑτέρας σκέψεως, ὅτι κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν διευθέτησιν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος τῆς γνώμης αὐτῶν, διὰ νὰ ἀναλάβωσιν ἀμέριστον τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των. Ἐν τούτοις αἱ ἐπιτροπαὶ ἐνομιμοποιήθησαν, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα.
§311Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰ ἀποτελέσματα.
§312Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐὰν βεβαίως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴν ὅτι δύνασαι νὰ εἶσαι κριτής, ἀνεξαρτήτως ἂν ὁ συγγενής σου ὑπέβαλεν ὑποψηφιότητα, ἄν, λέγω, ἐλέχθη ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, τὸν καὶ κριτὴν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, βεβαίως ἐπέβαλλεν ὁ ἠθικὸς νόμος νὰ ἀπόσχῃ μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, γραπτοὶ νόμοι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄγραφοι νόμοι· ὑπάρχουσι γραπτοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι τιθέμενοι ἐν ἐφαρμογῇ ὑποβάλλουσι τὰς κοινωνίας καὶ τοὺς λαοὺς εἰς ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄγραφοι νόμοι, πρὸ τῶν ὁποίων οἱ γραπτοὶ νόμοι ὀρρωδοῦσι καὶ ὑποχωροῦσι καθ’ ὅλα, ἔχουσι διατάξεις ἰσχυροτέρας τῶν πρώτων, ὥστε εἰς πάντα εὔθικτον ἔχοντα τὴν φιλοτιμίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ τηρῇ τούτους ἀπαρεγκλίτως, διότι τότε καὶ μόνον τότε ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὑτῶν εἴτε ὡς δημόσιοι λειτουργοὶ εἴτε καὶ ὡς πολῖται. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἔντιμος καθ’ ὅλα Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν συμμετέσχε τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο. Δὲν θέλω ἐγώ, Κύριοι, νὰ πιστεύσω—καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Λιβιεράτου—ὅτι ἡ ὑπόδειξις τοῦ ἀνεψιοῦ ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐγένετο μόνον διὰ νὰ κολακευθῇ ἡ ἀδυναμία τοῦ ἑτέρου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ κ. Λιβιεράτου, ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι πάντες ἐκληρονομήσαμεν τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας· δυνατὸν τὰ μέλη τὰ ἕτερα τῆς ἐπιτροπῆς θέλοντά πως νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν συγγενικὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας—καὶ τολμῶ νὰ τὸ πιστεύσω—νὰ ὑπῆρξαν οἱ εἰσηγηταὶ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως. Δὲν θέλω ὅμως νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ προταθεὶς ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἐπιστήμων, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τοὺς πόθους τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἀσφαλῶς ἀναιρεῖ τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῆς ἔτι. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω πρὸς τιμὴν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας συναπτὰς αἱ ἐκθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τοὺς κυρίους καθηγητὰς τοὺς ὑποδειχθέντας ἐσχίζοντο καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν συνετάσσοντο ἄλλαι. Ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, ἀναντιλέκτως τοῦτο προδίδει ὅτι ὑπῆρχε δυσαρμονία μέχρι τινὸς ἕως ὅτου πάντα τὰ συμφέροντα, πᾶσαι αἱ σκέψεις συνηντήθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ τότε καὶ μόνον τότε ἐλήφθησαν ὁριστικαὶ ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχεται τὸ ἐρώτημα· ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην; Βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως εἶναι ἀναφαίρετον. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις λίαν ἀκαίρως εἰσῆλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ ἔλεγον δὲ πρὸς τοὺς ἀνακινήσαντας τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἔπρεπε προγενεστέρως νὰ ἀφήσωμεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τὰς σκέψεις αὑτῆς τὰς ἀποκρυσταλλώσῃ εἰς πραγματικότητα, διότι τότε καὶ μόνον τότε θὰ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ κύκλῳ τοῦ ἐλέγχου. Ἔπρεπε προγενεστέρως νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὐτή, νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, νὰ μελετήσωσι ταύτην ἐμπεριστατωμένως καὶ φωτεινῶς καὶ μετὰ μελέτην πραγματικὴν νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν καὶ νὰ εἴπωσι τὰ καθόλου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω ἤδη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅπως καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποφασίσῃ νὰ διορίσῃ τοὺς προταθέντας ἢ μὴ καθηγητάς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποφασίσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἕδρας τὰς ὑποδειχθείσας, τὰς κενὰς ἢ μή, πρέπει ἀφεύκτως νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὴν ἕδραν τῆς παιδιατρικῆς, διότι ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ Κυκλάδων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅταν εἰς τοὺς ἔξω Ἕλληνας καὶ ἔσω τοιαύτη ἰδέα ὑπάρχῃ, ὅτι εἶναι κενὴ ἡ ἕδρα τῆς παιδιατρικῆς, ἔχομεν δὲ δεδομένον ὅτι 60% εἶναι οἱ ἀσθενεῖς παῖδες, τότε λέγετε πρὸς τοὺς ἰατρούς· πηγαίνετε νὰ σπουδάσητε εἰς τὴν Εὐρώπην. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντιληφθῆ ὅτι ἔχει μειωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶς φοιτητῶν καὶ δὴ τῶν ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος. Ἂν οὗτοι μεταβαίνουσιν εἰς ξένα Πανεπιστήμια, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὰ φῶτα αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἔχει κλονισθῆ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον καὶ διότι ἀπὸ διετίας περίπου χηρεύουσι πλεῖσται ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν διστάζω συγχρόνως νὰ ὑποβάλω τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἰατρικῆς Ὀφθαλμολογίας. Τὸ λέγω ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἀπὸ μελέτης, ὅτι Βουλευτὴς ἔχων τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπῆρξε καθηγητὴς ἐν τῇ Ὀφθαλμολογίᾳ, ἀλλὰ καὶ οὗτος προεγράφη, ὡς καὶ ἄλλοι 22, καὶ διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐκεῖνος, δι’ ὃν εἶχεν ἀποφανθῆ ἡ Ἰατρικὴ ὁλομέλεια ὅτι ἐτύγχανε λίαν ἀνεπαρκής. Ὁ προγραφεὶς καθηγητὴς εἶναι ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος. Ἐξ ἑνὸς βιβλίου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου βλέπω ὅτι ὑπηρέτησε 12 ἔτη συναπτὰ ἐν αὐτῷ, καθ’ ἃ εἰσῆλθον εἰς αὐτὸ 35.000 ἀσθενεῖς, ἐφ’ ὧν ἐγένοντο 5.500 ἕως 6.000 ἐγχειρήσεις. Δὲν διστάζω ἐπίσης πρὸς τιμὴν αὐτοῦ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ προγενέστερα ἔτη ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἀσθενῶν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου παρείχοντο ἐτησίως 4.000 ἕως 5.000 δρ., ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἀνῆλθον εἰς 15,000. Εἶναι ἀναντίλεκτον ὅτι ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του πράγματι ἐτίμησε τὴν ἐπιστήμην καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν. Ταῦτα ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, ἥτις σοβαρῶς μᾶς ἀπησχόλησε. Πρῶτον ἐγὼ θὰ ἀναμείνω τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως καί, ἂν αἱ σκέψεις μου δὲν συναντῶνται πρὸς τάς σκέψεις αὐτῆς διὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον διορισθῆ, τότε ἐπιφυλάσσομαι, ἵνα δριμύτερον ἐλέγξω ταύτην.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§314Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§316Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ συζήτησις ἀποδεικνύεται κάτι τι, τὸ ὁποῖον πολὺ μὲ λυπεῖ· ὅτι δηλαδὴ ἐπισήμως ἡ Βουλὴ μεταβάλλεται εἰς αἴθουσαν συναλλαγῆς, Διότι, ὅταν ἐντεῦθεν ἕκαστος Βουλευτής, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγῃ, ὅτι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα ἔχουσι τὰ προσόντα νὰ διορισθῶσι καθηγηταί, βεβαίως ἐπαναφέρομεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ καταδικάσωμεν, διότι μόνον κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο μετέβαινον οἱ Βουλευταὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἔλεγον κρυφά· αὐτὰ θέλω, αὐτὰ δὲν θέλω. Αὐτὸ τὸ κάμνομεν τώρα ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι πολὺ ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως καὶ ἥτις ἀνεβλήθη διὰ σήμερον, ἀπεσιωπήθη, χωρὶς νὰ γίνῃ οὐδὲ κἂν λόγος ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ πρότασίς μου εἶχεν ἄλλην ἀφορμήν· εἴπατέ την ἀκαδημαϊκὴν ἢ τοπικὴν ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως θέλετε· εἴπατέ την. Κάποιος τὴν εἶπε μὴ σοβαράν· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι τὸ σημεῖον, ἐν ᾧ ἔθηκα τὸ ζήτημα, καθιστᾷ τὴν πρότασιν πολὺ σοβαράν, καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἀνεπτύσσετο ἡ ἐπερώτησις περὶ τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοὺς καθηγητάς, εἶχε θέσιν ἡ συζήτησις ἡ γενομένη ἀπόψε, ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔφυγεν ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ συζήτησις καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προσόντων τῶν διορισθησομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ θὰ ἠδίκουν τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤθελον ἐπιχειρήσει νὰ πείσω αὐτὴν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Θὰ κρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀγνοοῦμεν ἂν ὑφίσταται. Ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις, δὲν θὰ γίνῃ, οὔτε ὅταν θὰ δημοσιευθῇ καὶ θὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις διὰ πράξεως κυβερνητικῆς ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τότε καὶ μόνον δύναται νὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις. Λυποῦμαι δέ, διότι δὲν ἀπέκρουσε τὴν συζήτησιν προηγουμένως ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν περιορίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις διώρισε τὰς ἐπιτροπάς, τὰς ὁποίας διώρισε. Πέρα τούτου οὐδεμίαν θέσιν εἶχεν ἡ συζήτησις. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ναὶ μὲν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν ἐμποδίζει τὸν διορισμὸν οὔτε λύει τὸ ζήτημα ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἔθιξα, ἀλλ’ εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι προσκρούει. Ὑποθέσατε πέντε ἢ δέκα Βουλευτάς, τοὺς ὁποίους διορίζει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ προηγουμένῃ μάλιστα ἀποζημιώσει, ἐπὶ νενομοθετημένῃ ἀποζημιώσει, προβλεπομένῃ ὑπὸ τοῦ νόμου, τοὺς ὁποίους διώρισε μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ προτείνωσιν ἀξίους ὑπαλλήλους ἐμμίσθους δημοσίους. Ὅτε ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ ἤθελον λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ θὰ ἔκρινον τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθησαν τῇ Κυβερνήσει. Δὲν θὰ ἦσαν Βουλευταὶ ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ παράγοντες τῆς Κυβερνήσεως κρινόμενοι. Τὸ θεωρεῖτε ἐπουσιῶδες τὸ ζήτημα; Νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρώτατον, διότι ὑποθέσατε ὅτι αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ ἀποτελοῦσιν ἀριθμὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως· πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐλεγχομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ συνυπευθύνους Βουλευτὰς εἰς πράξεις ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ προκαλῆται συζήτησις καὶ ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμμετέχωσιν οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναπόσπαστοι παράγοντες ἐν τῇ ἐλεγχομένῃ πράξει τῆς Κυβερνήσεως; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξα ἐγώ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα ἤδη, διότι ἐνόμισα ὅτι ἐπανερχομένης τῆς Βουλῆς εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἔδει νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτερον. Τώρα ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν προσκρούει εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς ὁδηγὸς εἰς τὸ μέλλον. Ἂς τὸ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἔχει ὀρθῶς ἡ γνώμη μου· ἀρκεῖ. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς φέρει εὐθύνην διὰ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν αὕτη δὲν πολιτεύηται καλῶς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀπομακρύνῃ ἀφ’ ἑαυτῆς ἀλλάσσουσα γνώμην. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πέντε ἢ ἓξ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἤθελον κριθῆ κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κρινομένης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ μετέχωσι τῆς συζητήσεως μετέχοντες καὶ τῆς εὐθύνης; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ὅτι ὑπῆρξαν Ἑπτανήσιοι Βουλευταὶ καὶ δὴ Κεφαλλῆνες, οἱ ὁποῖοι ἐφαντάσθησαν ὅτι κάμνων τὴν πρότασιν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἦτο δυνατόν ποτε νὰ θίξω τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν Κεφαλλήνων. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ τὸ κάμωσιν ἀτομικόν. Τοιαῦτα ζητήματα δὲν λύονται οὕτω. Δι’ αὐτὸ παρεπονέθην, ἴσως μὲ τρόπον ὀλίγον ζωηρόν, κατὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κρινόμενος εἶναι συμπολίτης τοῦ κριτοῦ, εἶπεν ὅτι εἶναι Κεφαλλήν, καὶ διεμαρτυρήθην ἀκριβῶς διότι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὁ τοπικὸς χαρακτήρ.
§317Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐὰν εἷς ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἰατρῶν προσκληθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, π. χ. τοῦ Κακουργιοδικείου...
§318Γ. ΠΩΠ. Θὰ πεθάνῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Κακουργιοδικείου! (Ἱλαρότης).
§319Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐὰν προσκληθῇ ὡς πραγματογνώμων— σεῖς γνωρίζετε ὅτι οἱ πραγματογνώμονες ὁρκίζονται—ἐὰν ἐγὼ αὐτὸς ὡς πραγματογνώμων ἰατρὸς ὁρκισθῶ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἵνα διεξαγάγω ἰατρικὴν πραγματογνωμοσύνην, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ κατόπιν ἀμειφθῶ, νομίζετε ὅτι ἔχασα τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ;
§320Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτά. Ἐκεῖ μαρτυρεῖ τις ὡς εἰδικός. Τὸ Δικαστήριον δὲν εἶναι Βουλή.
§321Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔχουσι σχέσιν, διότι ἀνέλαβον δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
§322Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν νόμου περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καί, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, ἀνέπτυξα ταύτην διὰ μακρῶν. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἐπάναγκες, ὅπως, προκειμένης συζητήσεως περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἑδρῶν τούτων διὰ τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸν τοῦ ἐλέγχου ὡς ἄλλοι προαγορεύσαντες, παρὰ νὰ ἀκολουθήσω ἄλλην τινὰ ὁδὸν καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ διαφωτίσω, ὡς ἐπεζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐπιστολῆς ἢ ἄλλου τρόπου περὶ τοῦ ποίους θεωρῶ καταλλήλους διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν. Καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω, θὰ τὰς ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος, θέλει δὲ εἶσθαι σκόπιμον, ἵνα καὶ ἐκ μέρους ἄλλων συναδέλφων, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ συζήτησις, γίνῃ τοῦτο, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θέλει εὐχαρίστως ἀκούσει τὰς συστάσεις καὶ θέλει κρίνει περὶ τούτων. Ἡ πρότασις τοῦ νόμου ὑπεβλήθη τότε ὑπ’ ἐμοῦ καί, ὅτε συνεζητοῦμεν ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, εἶπον πρὸς αὐτὸν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐθεώρουν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις περὶ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν κριτῶν. Καὶ ἔλεγον τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὴν νομικὴν σχολὴν βεβαίως δὲν ἔχετε καμμίαν ἀνάγκην, ὅπως καταρτίσητε κριτικὴν ἐπιτροπείαν, διότι ὑμεῖς αὐτοί, τὸ Ὑπουργικὸν δηλονότι Συμβούλιον, εἶσθε ἁρμόδιοι περισσότερον παντὸς ἄλλου νὰ κρίνητε τοὺς ὑποψηφίους, καί, ἂν δὲν θέλητε ὡς Ὑπουργός, ἔχετε τοὺς ἀπείρους δικαστάς, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰατρικὴν καὶ φυσικομαθηματικὴν σχολὴν καὶ τὰς λοιπάς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκτὸς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐξεύρητε πρόσωπα μὴ ἐπιζητοῦντα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ἀνώτερον ἐκπαιδευτικόν μας ἵδρυμα καὶ συνεπῶς ἐντελῶς ἀνεπηρέαστον. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν μὲν προσφύγητε εἰς τὴν ξένην, ἵνα διορίσητε ξένους κριτάς, καθηγητὰς δηλαδὴ ἀλλοδαπῶν Πανεπιστημίων, θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀνωφελές, διότι δὲν θὰ ἐγνώριζον τὴν γλῶσσαν καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκτιμήσωσι τὰ ἑλληνικὰ ἔργα, ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ προσφύγητε εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπηρετοῦντας Ἕλληνας καθηγητὰς καὶ ἀληθῶς τιμῶντας τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, εἶναι ζήτημα καὶ πάλιν ἂν ἡ γνώμη αὐτῶν θεωρηθῇ ἀνεπηρέαστος, ἢ ἂν δὲν ἤθελε παρεξηγηθῆ ἡ κρίσις των λόγῳ τῶν πιέσεων καὶ τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα. Καὶ ἔλεγον τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι προκειμένου νὰ κριθῶσιν οἱ μέλλοντες καθηγηταὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κρίσις αὕτη ἀληθῶς θὰ διήγειρε διαμαρτυρίας, ἀλλ’ ὄχι τόσον ἐντόνους, διότι θὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους καὶ Κυβέρνησιν μάλιστα προερχομένην ὡς συνέχειαν τῆς ἐπαναστάσεως. Εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐνεργήσασα τὴν ἐκκαθάρισιν, ἐλιποψύχησε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, ἔστω καὶ δι’ ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεμένετο, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν θὰ ἦτο ὅσον ἔφθασε μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς παρεξηγήσεις καὶ ἀδικίας, συνεπλήρωσε μονομερῶς θέσεις τινὰς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὰς παρεξηγήσεις. Δι’ ὅλα ταῦτα εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸν ἀπ’ εὐθείας διορισμὸν τῶν καθηγητῶν. Ἂν εἶχε νὰ προσκρούσῃ εἰς τὸ καθαρῶς ἐπιστημονικὸν μέρος τῆς κρίσεως τῶν ὑποψηφίων, εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ εὑρίσκω τὴν Κυβέρνησιν ἀναρμοδίαν ὡς πρὸς τοῦτο. Καθότι δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὸ πῶς θὰ διαφωτισθῇ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος ὑπὸ τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ ἥτις θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Κράτους, τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ οἱ κριταὶ δύνανται νὰ διαστρέψωσι τὰ ζητήματα, ὅτε προκειμένου διὰ καθαρῶς ἐπιστημονικῶν θεμάτων μὴ ἀποκρυσταλλωμένων ἀτυχῶς εἰς ἀληθείας καὶ ἀξιώματα, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν γνώμην των καὶ τὴν κρίσιν των· πῶς δηλονότι οἱ μὴ εἰδικοὶ Ὑπουργοὶ θὰ διατελῶσιν ἤδη εἰς καλλιτέραν θέσιν, ὅπως ἐκτιμήσωσιν ἄγνωστα πρὸς αὐτοὺς ἐπιστημονικὰ ζητήματα καὶ πῶς θὰ ἀμυνθῶσιν οἱ τυχὸν ἀδικούμενοι ὑποψήφιοι ἐκ τῆς διαστροφῆς τῶν θεμάτων των. Μήπως διότι θὰ δημοσιευθῶσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως; Δι’ ἐμὲ πάντα ταῦτα δὲν τυγχάνουσιν εὐχερῶς κατανοητά. Τέλος πάντων ἡ γνώμη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχον, τοῦ νὰ μὴ καταρτισθῶσι κριτικαὶ ἐπιτροπεῖαι, δὲν ἐπεκράτησε, καὶ συμπεριελήφθησαν αὗται ἐν τῷ νόμῳ. Διὰ τοὺς κριτάς, οἵτινες ἀπεφάσισαν συμφώνως πρὸς τὴν πρόχειρον ἔκθεσιν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι περὶ ἄλλου τινὸς δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπεβλήθη, καὶ δὲν δυνάμεθα, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ἔργων καὶ περὶ τοῦ πῶς ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κρίνωμεν, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προτείνονται ὡς διοριστέα καὶ ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῆς, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐτηρήθη τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν περιστάσεων, διότι ἔπρεπε νὰ παρακολουθῇ ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος τοῦ πανεπιστημιακοῦ· πρόκειται δηλονότι περὶ τῆς δυσπιστίας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν πολλῶν ὑποψηφίων, καὶ διὰ τούτους τοὺς λόγους εἶχον τὴν τρανὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ὁ ἐκ τῶν μελῶν τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ἀληθῶς διαπρεπὴς ἐπιστήμων, ὁπότε προυτάθη, ἵνα ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιτροπείας καὶ ἀληθῶς ἐτιμήθη διὰ τῆς προσκλήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβῃ μέρος, ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ῥητῶς, ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Παθολογικῆς Κλινικῆς καὶ θὰ δεχθῇ ὡς μέλος μόνον τῆς κριτικῆς ἐπιτροπείας, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὸν προσεκάλει πρὸς τοῦτο, καὶ βεβαίως θὰ καταβάλω, ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ, πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα προκειμένου περὶ τοῦ ἐξαδέλφου μου ἀποφανθῶ ἀνεπηρεάστως, ἂν ἦτο δυνατόν, ἀλλὰ τὴν θέσιν τῆς Κλινικῆς Παθολογίας δὲν ἀποδέχομαι, τὸ δηλῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε, καὶ τότε, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, οὐδὲ θὰ ἠκούομεν τὴν ἐπίκρισιν καὶ τὰς μεμψιμοιρίας ὅτι δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις ἐκζητοῦντες τὴν ἕδραν τῆς Κλινικῆς Παθολογίας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε διορισθῆ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας, δὲν θὰ ὑπῆρχον, Κύριοι, αἱ αἰτιάσεις καὶ αἱ μομφαὶ καὶ ὁ θόρυβος ὁ τόσον πολύς, ὅστις προυκλήθη, καὶ ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ δηλώσῃ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, μόλις κατηρτίσθη ἡ κριτικὴ ἐπιτροπεία, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ εὑρίσκηται ἐν τάξει.
§323Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐδήλωσε τὸ ἐναντίον.
§324Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὸ Διάταγμα τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται ὅτι· διορίζομεν κριτὰς τοὺς κ. Παναγ. Λιβιεράτον καθηγητὴν τῆς Παθολογικῆς Κλινικῆς—βεβαίως τὸ Διάταγμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναφέρῃ τὸν τίτλον τοῦ καθηγητοῦ τοῦ ἐν Γενούῃ—καθὼς καὶ τὸν ἕτερον τῶν κριτῶν κ. Γερουλάνον καθηγητὴν τῆς Χειρουργικῆς Παθολογίας. (Αἴσθησις).
§325Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸς εἶναι διορισμός!
§326Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης φρονῶ ὅτι ὤφειλε νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ κρίνῃ ἔστω καὶ περὶ συγγενοῦς του, διότι τότε δὲν θὰ ἀπέκλειε τοὺς ἄλλους νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις, ὡς εὐλόγως παραπονοῦνται σήμερον. Ἐκτὸς τούτου ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τῆς Παθολογικῆς Κλινικῆς ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὤφειλε νὰ δηλώσῃ κώλυμα, καθόσον παρευρίσκετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἔλαβεν ἀσφαλῶς μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, καθ’ ἣν ἐψηφίσαμεν, ὅτι οἱ καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δὲν δύνανται νὰ προτείνωσι τοὺς συγγενεῖς αὑτῶν μέχρι τετάρτου βαθμοῦ. Ἂν τὸ τοιοῦτον εἴπομεν ὅτι ἰσχύει προκειμένου περὶ προτάσεως ἐκ μέρους τῆς Σχολῆς ὁλοκλήρου τῶν καθηγητῶν, κατὰ μείζονα λόγον ἔδει νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔπρεπε νὰ εἴπῃ κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν αἴτησιν καὶ ὑποψηφιότητα διὰ τὴν ἕδραν τῆς Παθολογικῆς Κλινικῆς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κριθῇ καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἁρμοδίου, καθότι, ὡς γνωστόν, ἡ τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπετελέσθη ἀπὸ ἕνα ἀνατόμον, ἕνα χειρουργὸν καὶ ἕνα παθολόγον κλινικόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἡ κρίσις θὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνεπηρέαστος καὶ ἀμερόληπτος; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι πράγματι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδήλωσε κώλυμα, ἐκρίθη ὑπὸ ἁρμοδίου κριτοῦ ὁ ἐξάδελφος αὐτοῦ, ὅτε ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ ἀνατόμου καὶ ὑπὸ τοῦ χειρουργοῦ; Βλέπετε ὅτι ἔπεσεν ὁ κλῆρος πάλιν εἰς τὸν ἴδιον τὸν μετὰ συγγενείας μετ’ αὐτοῦ συνδεόμενον. Ὅθεν ἐθεώρουν ὅτι ὤφειλε χάριν τοῦ ἑαυτοῦ γοήτρου καὶ χάριν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὅλοι, ὅτε ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας περὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ ὀργανισμοῦ μετὰ θέρμης καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον, ὅλοι δ’ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴπομεν· ἰδοὺ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εὕρομεν τὸν ὀργανωτὴν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς, γενικὴ δὲ ἰδέα ἐπεκράτει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τούτου, ὤφειλε, λέγω, ἔχων ὑπ’ ὄψει ταῦτα ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας νὰ δηλώσῃ κώλυμα πρὸς ἀποφυγὴν τῶν παρεξηγήσεων καὶ τοῦ γενομένου σήμερον θορύβου.
§327Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὸ ἐδήλωσε πάντοτε, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν ἕδραν.
§328Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι καὶ εἰς ἄλλο ζήτημα, κύριοι Βουλευταί. Ταῦτα λέγων δὲν θέλω τι ἄλλο νὰ ὑπονοήσω παρὰ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα ἐκ τῶν προτέρων προτοῦ γίνῃ ὁ διορισμὸς τῶν καθηγητῶν καὶ νὰ προληφθῶσι τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐκ τῆς παραδοχῆς τῶν προκειμένων ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν κριτῶν καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν καταλλήλων προσώπων ἐκ τῶν εἰδικῶν εἰς τὰς διαφόρους ἕδρας. Διότι, ὅπως εἶπον τότε συζητουμένου τοῦ πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου, οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑστεροβουλίας καὶ μόνον ἐκ τῆς ἰδέας, ὅπως ἴδωμεν τὸ Πανεπιστήμιον ἀνυψούμενον καὶ ἐν τῷ γοήτρῳ του, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποβάλει καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε καταπέσει, συνεζητήσαμεν τότε. Καθότι ἐβλέπομεν προκειμένου περὶ ἀνυψώσεως τῆς Σχολῆς καὶ δὴ τῆς Ἰατρικῆς ἡμεῖς οἱ ζῶντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτι ἐπιστήμονες φέροντες τὸν τίτλον τὸν ἀληθῶς μέγαν τοῦ ἐπιστήμονος, ὅστις πρέπει νὰ ἐπίσταται, νὰ γνωρίζῃ δηλ., καὶ ὄχι τοῦ διπλωματούχου, νὰ καταρρίπτωσι τὸν πράγματι ὑψηλὸν αὐτῶν τίτλον, καὶ οἱ μὲν ὡς ἰατροὶ νὰ προσκολλῶνται εἰς τοὺς τελευταίους κομματαρχίσκους, ἵνα τοῖς παρέχηται παρὰ τῶν ἀρχῶν ἡ σύνταξις τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων ἀντὶ διδράχμου καὶ νὰ πωλῶσι τὴν συνείδησιν αὑτῶν, δι’ ἄλλους δὲ νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα, ἵνα οἱ πολιτευόμενοι ἐνεργῶσι καὶ τοῖς δίδηται ἓν πταῖσμα, διὰ νὰ ἀπολαύσωσι τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμάς, ἐνῷ οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς τὰ μικρὰ ἰδίως κέντρα ἔχουσιν ἄλλον κυρίως καθ’ ἡμᾶς σκοπόν, σκοπὸν ἐκπολιτιστικόν· ὁ ἰατρὸς ἐν τῷ χωρίῳ του δὲν εἶναι μόνον θεραπευτής, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ φύσις τὸ ἔργον της τὸ προστατεύει ἐπαρκῶς, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἔργον ἐκπολιτιστοῦ, διότι εἶναι ὑπέρτερος εἰς γνώσεις καὶ μόρφωσιν τοῦ ἱερέως, τοῦ δημοδιδασκάλου καὶ τῶν ἄλλων αὑτοῦ συμπολιτῶν. Τοῦτο αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τηρῆται καὶ ὑπὸ τῶν δικηγόρων τῶν τοποθετουμένων εἰς Εἰρηνοδικεῖα, τῶν διδακτόρων τῆς Φιλολογίας τῶν ὑπηρετούντων ὡς Ἑλληνοδιδασκάλων εἰς χωρία κτλ., ἐπειδὴ οὕτω πως δύναται νὰ διαφωτισθῇ ὁ λαὸς καὶ νὰ μορφωθῇ, ἀφοῦ, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ καλοὶ νόμοι, ἄνευ χρηστῶν πολιτῶν καὶ μάλιστα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἰθυνούσας τάξεις, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν. Δὲν εἶναι θέαμα αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν συνηθίσει, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε τὸ Πανεπιστήμιον τέλος πάντων νὰ ἀνυψωθῇ, νὰ συγκαλέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφερον μίαν κατάστασιν ὑγιᾶ ἀληθῶς, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ νόμων, ἀλλὰ διὰ τῶν καταλλήλων προσώπων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα καὶ λέγω ὅτι, ἂν ἡ κριτικὴ ἐπιτροπή, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων φρονεῖτε ὅτι ἀπεφάνθη καλῶς, προβαίνω εἰς μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καλέσῃ δηλ. τοὺς προταθέντας προτοῦ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν καὶ νὰ τοῖς εἴπῃ· σᾶς προκαλῶ ὡς νέους καὶ φιλοτίμους ἐπιστήμονας ἐπὶ λόγῳ τιμῆς νὰ δηλώσητε, ἂν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰδικὸς διὰ τὴν ἕδραν, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ἂν τὰς σπουδὰς ὑμῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐποιήσατε διὰ τὸν κλάδον, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον διορίζεσθε. Ἔχω ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θὰ δηλώσωσιν ὅτι πράγματι δὲν εἶναι διὰ τὴν ἕδραν, ἣν πρόκειται νὰ καταλάβωσι. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρώην καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἵνα φθάσῃ τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασε, μετετίθεντο οἱ καθηγηταὶ ὡς οἱ τελωνοφύλακες ἀπὸ τῆς Ἀνατομίας εἰς τὴν Παθολογίαν, ἀπὸ τῆς Παθολογίας εἰς τὴν Φαρμακολογίαν καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ τοιουτοτρόπως ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν δυστυχῶς κατωρθώθη, ὥστε νὰ καταλαμβάνωσι προσωρινῶς τὰς ἕδρας, ἵνα ἐπανακύψωσιν αἱ κλίκαι, καὶ οὕτως ὑποδεικνύωνται ὑπὸ τῶν Σχολῶν οἱ αἰώνιοι εὐνοούμενοι καὶ ὄχι οἱ ἐνδεδειγμένοι. Ὡς πρὸς τὰς μὴ πληρουμένας ἕδρας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς λόγῳ δῆθεν ἐλλείψεως καταλλήλων προσώπων ἐφιστῶ σοβαρῶς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐξετάσῃ ἂν πράγματι λ. χ. ἡ ἕδρα τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας δὲν ἔχει τὸν ἀντάξιον νὰ τὴν ἀναδεχθῇ· διότι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε τὴν ζωήν του, τὴν περιουσίαν του, τιμήσας τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην ἐν τῇ ξένῃ, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ ἐργάζηται εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Ἀνατομείου ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν, ὁ ὁποῖος παρουσίασεν ἐργασίας ἐν τῇ Γερμανίᾳ οὐκ ὀλίγας καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐκρίθη ἱκανός.
§329ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§330Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ Μελισσηνός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν, οἱ ὁποῖοι ἀποκτῶσι τὸ ῥεκὸρ τῆς ταχύτητος καὶ εὐκαμψίας τῆς σπονδυλικῆς στήλης, ὅταν ἐπίκειται πρότασις τῆς Σχολῆς πρὸς ὑπόδειξιν καθηγητοῦ· εἶναι ἐπιστήμων Γερμανός. Παρουσιάζεται ἡ ἕδρα τῶν παιδικῶν νοσημάτων· δὲν ὑπάρχει ὁ κατάλληλος. Διατί νομίζετε; Διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Σχολὴ νὰ ὑποδείξῃ αὐτή. Δι’ αὐτὸ ὠργανώσαμεν τὸ Πανεπιστήμιον.
§331ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον κρίνετε διὰ τὴν ἕδραν ταύτην κατάλληλον;
§332Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω γνώμην περὶ αὐτοῦ.
§333ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἐπικρίνετε λοιπὸν τοὺς ἄλλους; Ὀφείλετε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, ἵνα βοηθήσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα.
§334Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ ὑφηγητὴς Παπαπαναγιώτου καὶ ἄλλοι Ἕλληνες παιδίατροι οὐχὶ μειονεκτοῦντες. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν ὁ κατάλληλος, ὑπάρχει ἐν Βιέννῃ ὁ κ. Γαλάτης. Ἂς βολιδοσκοπηθῇ. Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τῆς ἕδρας τῆς Ἰατροδικαστικῆς. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπειδὴ ἔχει πολλὴν τὴν ἁρμοδιότητα προκειμένου περὶ τῆς ἕδρας ταύτης, διότι συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν Νομικὴν ἐπιστήμην, νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ὁ προτεινόμενος εἶναι κατάλληλος, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοῦ συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων κ. Παπαδὰμ τὴν ἀγόρευσιν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε διὰ μακρῶν περὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατροδικαστικῆς. Πρέπει νὰ εἶναι χημικός, νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς συναφεῖς κλάδους τῆς ἰατρικῆς, καθὼς καὶ νομικά, ἵνα θεωρηθῇ ἄριστος. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἑδρῶν τούτων, νομίζω ὅτι, ἂν δὲν εὑρίσκωνται οἱ κατάλληλοι, πρέπει νὰ ἀποστείλωμεν ἰατροὺς εἰς Εὐρώπην, ὅπως καταστῶσιν εἰδικοὶ καὶ οὕτως ἀποκτήσωμεν ἰατροδικαστάς, ἵνα μὴ βλέπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ Δικαστήρια, αἱ ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν νὰ ἀπορρίπτωνται ὡς ἄχρηστα φύλλα. Οὐδὲν ἄλλο ἐφόδιον φέρουσιν ἐκ μορφώσεως ἰατροδικαστικῆς παρὰ πῶς νὰ συντάσσωσι τὰς ἐκθέσεις των κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ ἀργυρίου ἢ τοῦ κόμματος! Διὰ τοῦτο καταλήγων λέγω προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι δὲν ἔκρινεν αὕτη ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν πραγμάτων. Ἀληθῶς δὲν δύναταί τις νὰ καταλογίσῃ εἰς αὐτὴν οὔτε ἐγκλήματα οὔτε σφάλματα θανάσιμα, ὡς κατεβλήθη προσπάθεια νὰ παρασταθῇ, ἀλλὰ δὲν φαίνεται ἐργασθεῖσα κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Βουλῆς, ἰδίως τῆς σημερινῆς, ἡ ὁποία ψηφίζουσα τοὺς πανεπιστημιακοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὸν νόμον περὶ πληρώσεως τῶν ἑδρῶν εἶχεν ἄλλας ἀξιώσεις. Καὶ ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Καῖσαρ προκειμένου περὶ τῶν συζύγων.
§335Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ τῆς ἰδικῆς του συζύγου.
§336Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω περὶ τῆς ἰδικῆς του, ἀφοῦ μοῦ διέφυγεν ἡ λέξις, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς συζύγου του δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἀποδέχηται αὐτὴν ὡς τοιαύτην.
§337Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἤμην ἀκόμη παῖς, ἤκουον τὴν ἀκόλουθον παροιμίαν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι· «ἂς τρώῃ ὅπου τρώει καὶ ἂς λέῃ ὅπου λέει». Δηλαδὴ ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅ,τι θέλομεν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀπαδοὶ καὶ φίλοι, ἂς τρῶνε. Οὔτε βεβαίως πιστεύω ὅτι ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης θέλει προκύψει πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Τὰ πράγματα ἔχουσι προαποφασισθῆ καὶ μόνον οἱ ἐξακολουθοῦντες νὰ εἶναι ἀφελεῖς πιστεύουσιν εἰς κρίσεις ἐπιτροπῶν καὶ εἰς ἀποφάσεις Κυβερνήσεων. Διότι, ὅτε, Κύριοι, προχθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξα εἰς πρόσφατον παρελθὸν θερμὸς θιασώτης καὶ φίλος μετὰ φανατισμοῦ.........
§338ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ἠλλάξατε;
§339Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐρωτήσητε αὐτὸν περὶ τούτου.
§340Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπλανήθη ὁ ἄνθρωπος!
§341Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὁ τρόπος τῆς ἐρωτήσεως μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω, ὅτι ὀλίγοι ἐξ ὑμῶν δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς ἐμέ. (ἱλαρότης).
§342ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως!
§343Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Βεβαίως καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, εἴτε ὡς ἐπιστήμων, εἴτε ὡς πολιτευόμενος, εἴτε ὡς ἄτομον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ἄν ποτε ἐγὼ ἐζήτησα οἱονδήποτε ῥουσφέτι παρ’ αὐτοῦ, παρὰ μόνον προέβην εἰς συστάσεις, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ γενικῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Συνεπῶς θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Βουλευτάς, τῶν ὁποίων τὸ πνεῦμα σπινθηρίζει, φαίνεται, ὅπως καταναλίσκωσιν αὐτὸ εἰς ἄλλα σοβαρώτερα, σπουδαιότερα ζουμερώτερα καὶ φανατικώτερα πράγματα. Ὅτε λοιπὸν ἠρώτων προχθὲς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ τί ἔγιναν οἱ καταγγελθέντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευταί, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν ἑταιρείαν τῶν κοραλλίων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀπήντησεν· ἡ ὑπόθεσις ἐστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Καὶ πάλιν ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς ὑπερωκεανείου ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐξεσκέπασα; Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν· ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις.
§344Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἶναι καὶ σχετικὴ ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν κοραλλίων.
§345Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑπῆρξεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆκον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἵτινες ὄντως ἐπίστευον ὅτι ἐκλήθημεν καὶ ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα διὰ τὴν Ἀνόρθωσιν. Ἐν τούτοις πολλὰ σημεῖα μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν ὄνειρον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐπραγματοποιήθη καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ πραγματοποιηθῇ. Βεβαίως οἱ λόγοι μου εἶναι πικροί, καὶ τὴν ἐξέγερσίν σας εὑρίσκω εὔλογον, εὔχομαι δὲ λίαν προσεχῆ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ διαψευσθῶ. Καὶ κατόπιν αὐτῆς τῆς παρεκβάσεως εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ εἶναί τις εἰλικρινής, δὲν δύναται νὰ ἀδικήσῃ τὴν Κυβέρνησιν· εὑρίσκομαι μάλιστα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἶμαι θερμὸς αὐτῆς συνήγορος. Ὅτε δι’ ὀκτὼ ἕδρας ὑπέβαλον 113 αἰτήσεις, ὅπως καταλάβωσι ταύτας, τί σημαίνει τοῦτο; Τοῦτο σημαίνει ἀναίδειαν καὶ ἀναισθησίαν τοῦ χειρίστου εἴδους, καὶ πολὺ δικαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι αἱ ἡγέτιδες τάξεις πλέουσι πρὸς τὴν ἀποσύνθεσιν· πολὺ δικαίως, μὲ τὴν διαφορὰν καὶ παρατήρησιν ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς πολλὰ σημεῖα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰ πράγματα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ πλήξῃ, ὡς ὤφειλε, τὴν ὀργιάζουσαν ὀλιγαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται ὅλα τὰ σημερινὰ κακὰ τῆς πατρίδος μας, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐνισχύει καὶ θωπεύει αὐτήν· ἀντὶ νὰ διαλύσῃ τὰς κλίκας, αἵτινες διέφθειραν τὸ πολίτευμα καὶ τὸν λαόν, δημιουργεῖ τοιαύτας ἐκ τῶν παλαιῶν στοιχείων· ἀντὶ νὰ περιστείλῃ, ὡς ἀνέμενον ἐγώ, τὰς ὑπερβασίας τῆς Αὐλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, συνταγματοποιεῖ αὐτάς. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ πιστεύσω καὶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι σοβαρῶς γίνεται ἐργασία ἀνορθώσεως. Ἀλλὰ τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. Βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές, ὅπως ἐπιρρίπτῃ τις ἅπασαν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατόπιν συγκινήσεως τῆς Βουλῆς ἀπεφασίσθη ἡ ἐκλογὴ ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ προτείνῃ τὰ διορισθησόμενα πρόσωπα. Καὶ ἐκλέγεται τριμελὴς τοιαύτη ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ ἐπιστήμονας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — διότι ἀρέσκομαι πρὸς αὐτὸν νὰ ἀποτείνωμαι —, ἐρωτῶ δὲ καὶ τοὺς ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐνδιαφερομένους καὶ τοὺς διαφωνοῦντας πρὸς ἐμὲ νὰ μοὶ εἴπωσι· μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς πόσοι ἦσαν ὑποψήφιοι τῆς Κλινικῆς Παθολογίας; Σιγή.
§346Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Δέκα.
§347Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ποῖοι;
§348Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐὰν θέλητε, τοὺς ὀνομάζω, ἀλλὰ δὲν τὸ θεωρῶ σκόπιμον.
§349Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δηλαδὴ ποῖοι ἦσαν ὑποψήφιοι διὰ τὴν ἕδραν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεδείχθη ὁ ἐξάδελφος τοῦ κ. Λιβιεράτου; Οὐδείς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως· καὶ διατί; Βλέπω τὴν πλειονοψηφίαν σιγῶσαν καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὡσαύτως. Λοιπὸν οὐδείς, καὶ τοῦτο διότι ὁ παρακαθήμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας καὶ τέως καθηγητὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἦτο ἐνδεδειγμένος καὶ ἐδέχθη τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ τὴν τελευταίαν ἀκριβῶς ἡμέραν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἔληγεν ἡ προθεσμία τῶν αἰτήσεων, τὴν ἑνδεκάτην ἀκριβῶς ὥραν παρῃτεῖτο καὶ ὑπεδείκνυε τὸν ἐξάδελφον αὑτοῦ διὰ τὴν θέσιν αὐτήν.
§350Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἦσαν 40 ὑποψήφιοι τῆς Παθολογίας· ἔχετε κακὰς πληροφορίας.
§351Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οὐδείς. Καὶ ἀποτείνομαι καὶ πάλιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγω αὐτῷ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε καὶ ἐξηγέρθη κατὰ τῶν πολιτευομένων τοῦ παρελθόντος, καὶ μεθυσμένος σᾶς προσεκάλεσε νὰ ἔλθητε ἐδῶ, οὐχὶ διὰ νὰ προσλάβητε Ὑπουργὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀναστηλωθῇ τὸ κράτος τοῦ νόμου. Σᾶς προσεκάλεσεν, ὅπως ἀναστηλώσητε τὸ κράτος τῆς ἠθικῆς. Παρ’ ὅλην τὴν ἀντίθετον γνώμην μερικῶν οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νόμοι εἶναι θαυμάσιοι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ὅτι δὲν ἦτο ἡ ἔλλειψις νόμων, ἡ ὁποία μᾶς περιήγαγεν εἰς ὃ σημεῖον περιήλθομεν, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χαρακτήρων καὶ χρηστῶν πολιτικῶν ἠθῶν. Γενικὴ σαπίλα ὑπῆρχεν, ὡς πολὺ ἀληθῶς εἴπετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ἡγέτιδας τάξεις. Πρὸς ἐκείνας ὠφείλετε νὰ στρέψητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην γίνηται τόση συζήτησις καὶ τόσα καὶ τοιαῦτα δημιουργῶνται ζητήματα, τὰ ὁποῖα πάντως δὲν θὰ ἔχωσιν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Καὶ ἔρχεται ἄλλος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ σᾶς λέγει· μάλιστα, εἶναι ἱκανός· τὸ ὁμολογῶ, ἀλλά, διὰ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι κατ’ οὐσίαν ἱκανός, ὀφείλει νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν κονίστραν, εἰς τὴν πάλην. Τοῦτο ὅμως δὲν τὸ ἐπράξατε. Καὶ ἀκόμη, ἐνῷ εἴχομεν καθηγητὴν τὸν κ. Λιβιερᾶτον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, τὴν τελευταίαν ἀκριβῶς ὥραν προτείνουσι τὸν ἐξάδελφον κ. Λιβιερᾶτον ὡς καθηγητήν. Διισχυρίζεται ὅτι εἶναι κορυφή, ἀλλ’ ἔχω πικρὰν πεῖραν κατὰ τίνα τρόπον ἀποκτῶνται τὰ διπλώματα ἐν Εὐρώπῃ, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δημιουργοῦνται αἱ κορυφαί. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ γράψητε πρὸς τὸν διδάσκαλόν σας καὶ νὰ τῷ εἴπητε· διδάσκαλέ μου, πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντός μου. Καὶ ὁ διδάσκαλος δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν, προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ σᾶς δώσῃ ὅσα θέλετε πιστοποιητικά.
§352Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀπ’ ἐκεῖ ἤλθετε καὶ τοῦ λόγου σας;
§353Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἰς τὴν πετεινοειδῆ αὐτὴν ἐρώτησιν βεβαίως δὲν ἤθελον ἀπαντήσει, ἐὰν τὸ ἀξίωμά σας δὲν μοὶ τὸ ἐπέβαλλεν. Ἀπαντῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυκλάδων, ὅτι ναί, ἐκεῖθεν ἔρχομαι καὶ ἐκεῖ ἐσπούδασα.
§354Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν εἶναι σωστὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι τὸ Πανεπιστήμιον τὸ ἰδικόν μας ζητεῖ μὲ κάθε τρόπον ἱκανοὺς ἐπιστήμονας, ὥστε νὰ φθάσῃ καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν περιωπὴν τῶν ξένων Πανεπιστημίων. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἀπὸ τὸν λαόν, ὅτι δὲν ἔκαμε καλὰ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἥρπαζεν αὐτοὺς τοὺς ἐπὶ τετραετίαν καὶ πενταετίαν διδάξαντας, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἱκανοί, ὅτε εἰσῆλθον, ἐξελθόντες ἐξ αὐτοῦ εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἂν εἶσθε σεῖς ἐπιστήμων εἰς τὴν Ἰατρικήν, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐπιστήμων εἰς τὴν ἰδίαν μου ἐπιστήμην.
§355Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μὲ ἠρωτήσατε, ἂν ἦλθον καὶ ἐγὼ ἐκεῖθεν, καὶ σᾶς ἀπήντησα ναί. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, δὲν θέλω νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις σήμερον διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Μαμάη, ὅπως προχθὲς συνέβη μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐξακολουθῶ τὸν λόγον. Λοιπὸν ἔδοξεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ καὶ περαιτέρω. Ὁ κ. Χριστομᾶνος ὑπέβαλεν ὑποψηφιότητα διὰ τὴν ἕδραν τῆς Εἰδικῆς Νοσολογίας, καὶ προτείνεται διὰ τὴν Γενικὴν Παθολογίαν. Καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε, ὄχι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν εἰδικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὁ Κύριος αὐτὸς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοιαῦτα ἔργα ἐπιστημονικά, οὕτως ὥστε νὰ διεκδικῇ μίαν τοιαύτην πανεπιστημιακὴν ἕδραν. Θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως ὅτι ἔχει πεῖραν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πεῖραν ἔχουσι καὶ οἱ νοσοκόμοι. Ἡ ἐπιστημονικὴ ὅμως πεῖρα εἶναι προϊόν διανοητικῆς ἐργασίας, καὶ μόνη αὐτὴ ἔχει σπουδαιότητα. Πᾶσα ἄλλη προσομοιάζει μὲ τὴν τῶν νοσοκόμων. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι τὰ πράγματα ὁμιλοῦσι. Μένουσι καὶ ἄλλο· κλάδοι κενοί, μένει τῆς Παιδιατρικῆς, λέγεται δὲ καὶ πιστεύεται, τὸ πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ θέσις αὕτη προορίζεται διὰ τὸν νεαρὸν κ. Μακκᾶν. Θὰ δοθῇ καιρός, διότι εἶναι καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰς ἡγέτιδας τάξεις, πρὸς τὸν ἐπιστήμονα νὰ καταρτισθῇ, οὕτως ὥστε νὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὸς ἄνευ ἀνταγωνιστοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρώτησε πρὸ ὀλίγου κατελθόντα συνάδελφον τίνα νὰ προτείνῃ διὰ τὴν θέσιν τῆς Παιδιατρικῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο· ἐὰν φρονῆτε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλων ἐπιστημονικῶν κορυφῶν, ὅπως παρασκευάσωμεν μεγάλους ἐπιστήμονας, τοῦτο εἶναι πλάνη, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι γνωρίζετε καὶ πιστεύετε, ὅτι εἷς, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ καταστῇ καλὸς ἐπιστήμων, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπολύτως μιᾶς ἐπιστημονικῆς κορυφῆς, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐν Εὐρώπῃ δὲν παρουσιάζονται εὐκόλως ἐπιστημονικαὶ κορυφαί. Μέσα εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς αὐτὸ τὸ Παρίσι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἐκεῖ, δὲν θὰ συναντήσητε παρὰ 2–3 ἐπιστημονικὰς κορυφάς.
§356Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι δά! Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§357Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ζυγαριὰν ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ζυγίσω. Μέσα εἰς τὸ Παρίσι δὲν θὰ εὕρητε ἢ 2–3 πραγματικὰς κορυφάς. Δὲν ἐννοῶ καθηγητάς, περὶ τῶν ὁποίων, ἐπειδὴ εἶναι ξένοι, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ὅσα γνωρίζω, ἀλλὰ ἐννοῶ καθηγητὰς ἀναδειχθέντας διὰ σοβαρῶν ἔργων καὶ ἐπιστημονικῆς δράσεως ἀνεγνωρισμένης. Εἰς δὲ τὴν Ἑλβετίαν εἷς. Ὑπάρχουσι καὶ ὅρια, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα στοιχειώδης ἀνατροφὴ δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ὑπερπηδήσω, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει λόγος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κουράζω τὴν Βουλήν, καθόσον, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, οὐδεμίαν θὰ ἔχωσι ἐπιρροὴν τὰ λεγόμενά μου ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις καλῶς θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τὸ συμφέρον αὑτῆς καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους νὰ ματαιώσῃ μίαν ἀπόπειραν, τῆς ὁποίας τὸ θράσος τριπλασιάζει τὸν ῥύπον τῆς γενομένης ἐκκαθαρίσεως.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν προσεχῆ δὲ Πέμπτην θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεως καὶ θὰ ἐπακολουθήσωσιν αἱ δύο ἄλλαι αἱ ἀφορῶσαι τὸ Πανεπιστήμιον. Αὔριον, Κύριοι, τὴν 4 καὶ ½, ἐὰν δὲν εἶναι ἀπαρτία, θὰ ματαιωθῇ ἡ συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός).