1911.10.22
3,382 rows · 25,359 words · 362 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 148.
Τῆς 22ας Ὀκτωβρίου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.
προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κυρίου Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 129 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Κάτοικοι Ἀγουλινίτσης αἰτοῦνται ἀπομάκρυνσιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Βώλακος, κατηγορουμένου ἐπ’ ἀδικήμασι καὶ καταχρήσεσι· 2) Κάτοικοι Ἀμαλιάδος αἰτοῦνται νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ διαγραφῆς χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον οἱ δηλώσαντες καὶ μὴ κατέχοντες ἐθνικὰς γαίας· 3) Κάτοικοι Ἄνω Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ὑλοτομία τοῦ 10′ ἀπέχοντος τοῦ χωρίου των δάσους· 4) Κάτοικοι τῆς Ἀμαλιάδος ἀπαλλαγέντες τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, ὡς παθόντες κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1909 ἐκ σεισμοῦ, διαμαρτύρονται ὅτι καταδιώκονται διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν χαρισθέντων· 5) Ὁ Εὐθ. Μαρόπουλος διαμαρτύρεται, διότι ἀναφορά του πρὸς τὸ Οἰκονομικὸν συμβούλιον δὲν ἐνηργήθη· 6) Ὁ σύνδεσμος τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ κανονισμοῦ ὡρῶν ἐργασίας, μισθοῦ, συντάξεως κλπ.· 7) Κάτοικοι Ἴσαρι καὶ ἄλλων χωρίων τοῦ δήμου Λυκοσούρας διαμαρτύρονται ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου δὲν κατεσκεύασαν ἀνάλογον σταθμὸν καὶ ἀποθήκην ἐμπορευμάτων ἐν τῇ πόλει των· 8) Ὁ λαὸς Βονίτσης αἰτεῖται, ὅπως σταλῇ εἷς λόχος ἐκ τοῦ μήπω στρατωνισθέντος εἰς Λευκάδα τάγματος· 9) Κάτοικοι τοῦ χωρίου Βαρβασαίνης αἰτοῦνται σύστασιν Σταφιδικῆς Τραπέζης· 10) Κάτοικοι Γιαννάδων τῆς Κερκύρας αἰτοῦνται ἀποστολὴν βοηθειῶν πρὸς περιστολὴν τῆς εὐφλογίας· 11) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαμηδείου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τοῦ νόμου τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς· 12) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Ναυπάκτου «Ἑρμῆς» αἰτεῖται παράδοσιν τῆς προθεσμίας πρὸς παραγραφὴν τῶν παλαιῶν χρεῶν· Ὑποβάλλονται αἱ κάτωθι τροπολογίαι· Τοῦ κ. Γ. Κορομηλᾶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΚʹ (3920)· Τοῦ κυρίου Ν. Ξηροῦ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΨΚʹ (3920)· Τοῦ κ. Σ. Ἰγγλέσση ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους»· Τοῦ κ. Ἰ. Μανέτα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ· Ὑποβάλλονται προσέτι αἱ κάτωθι προτάσεις νόμου· Τοῦ κ. Δ. Χηνιάδου περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 132 τοῦ ͵ΓΥΓʹ νόμου καὶ τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἐτῶν 1909, 1910 καὶ 1911· Τοῦ κ. Γ. Σπυροπούλου περὶ προσαγωγῆς τῶν τίτλων τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας· Καὶ τῶν κ. κ. Π. Ἠλιοπούλου, Δ. Κάραλη, Ε. Κουλουμβάκη, Γ. Παρασκευοπούλου, Θ. Κουτούπη καὶ Π. Ἀποστολίδου «περὶ προσθήκης τελευταίας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893». Θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς, Τεῦχ. Βʹ).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§3Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε· ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ.
§5Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα εἴπω κατὰ τὴν ἰδέαν μου ζήτημά τι, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Σῶμα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§7Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν· πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος αὐτὸν τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§9Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Λιβιεράτου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ, ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἐναντιωθῇ εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ὑπεράνω τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπεράνω πάσης συζητήσεως.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§11Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὑμᾶς ὅτι μετά τινος δέους καὶ συστολῆς ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προτίθεμαι νὰ θίξω, καθόσον δὲν ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου. Οὐχ ἧττον, ἐὰν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι τόσον σαφές, ὥστε νὰ λύῃ τὸ ζήτημα — καὶ δὲν τὸ λύει βεβαίως —, ὑπεράνω τοῦ γράμματος εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, εἶναι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα εἰς ὅλα τὰ Κράτη χρησιμεύουσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὸ γράμμα τῶν πολιτευμάτων. Καὶ ἐπειδὴ πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται τοιοῦτον ζήτημα μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος — τοὐλάχιστον ἐξ ὅσων ἐγὼ γνωρίζω πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται τοιοῦτον ζήτημα —, δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι μετὰ δέους καὶ συστολῆς ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θὰ τὸ περιορίσω ἐκεῖ ὅπου πρέπει, καὶ δὲν θὰ θελήσω νὰ τὸ ἐπεκτείνω εἰς ἄλλα σημεῖα. Ὁ κ. Λιβιεράτος, κατὰ τὰ γνωστὰ εἰς ὅλους, ἀναλαβὼν νὰ γίνῃ μέλος τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν διοριστέων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξησφάλισε δι’ ἑαυτόν, δηλαδὴ τῷ προσεφέρθη ὡς τιμὴ ἡ καθηγετικὴ ἕδρα. Ἑπομένως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς μέλλων ἢ καὶ ὡς ἤδη τυγχάνων καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέρχηται καὶ συζητῇ καὶ ψηφίζῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὑποθέτωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀπαγορεύεται διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, οὐχ ἧττον τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπῃ τοῦτο. Ὅταν εἷς πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ διορισθῇ καθηγητής, καὶ τῷ ἔχῃ προσφερθῇ ἡ ἕδρα, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δημιουργῇ, κατασκευάζῃ καθηγητάς, ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ, διότι κωλύεται νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν συνελεγχόμενος μὲ αὐτήν. Καὶ δὲν τὸν εἶδον μὲν λαμβάνοντα μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, οὐχ ἧττον ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ βλέπω ὅτι ἐψήφισε χθές. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τοῦ τοιούτου ζητήματος, ἂν ὄχι δι’ ἑρμηνείας τοιαύτης ἢ τοιαύτης συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάμω, πάντως ὅμως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύῃ τὰ ζητήματα ταῦτα τόσον γρήγορα, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται μεταξὺ τῆς μιᾶς ἰδιότητος καὶ τῆς ἄλλης σύγχυσις, εὐκταῖον δὲ θὰ ἦτο νὰ μὴ διορίζωνται κριταὶ Βουλευταί.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι πρότασις ἐκ τοῦ πολιτεύματος, εἶναι πρότασις ἀφορῶσα τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, καὶ πρέπει κατὰ τὸν Κανονισμὸν παραχρῆμα νὰ συζητηθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἔχομεν ἄλλην ἐργασίαν.
§15Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος.
§16Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐνῷ δὲν εἶναι καθηγητὴς ὁ κ. Λιβιερᾶτος, ἀπορῶ πῶς ἄνθρωποι ἔχοντες τὸν κοινὸν νοῦν, καὶ νομικοὶ μάλιστα, λέγουσι τοιαῦτα πράγματα. Ὁ κ. Λιβιερᾶτος δὲν εἶναι καθηγητής, οὐδέποτε ἐδέχθη τὴν θέσιν οὔτε διωρίσθη.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπῆρε μισθὸν 500 δραχμῶν, καὶ κατέστη ἀσυμβίβαστος ἡ θέσις του.
§18Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καθόλου.
§19Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνῷ εἶναι πολιτευόμενος, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ καθόλου νὰ γίνῃ μέλος κριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι κανονική· ἦλθεν ὑπὸ τὸν τύπον μᾶλλον ἀντιρρήσεως κατὰ τῶν Πρακτικῶν, ὑποθέτω, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ἐψήφισεν ὁ κ. Λιβιεράτος, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐφρόνει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ περατωμένη, ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ Πρακτικά, ὅτι καλῶς ἐψήφισε χθὲς ὁ κ. Λιβιεράτος, ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, οὐδ’ ὑπέπεσεν εἰς καμμίαν τῶν ἀνικανοτήτων ἢ κανὲν τῶν ἀσυμβιβάστων τῶν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος διαγεγραμμένων.
§21Γ. ΠΩΠ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κύριε Πρόεδρε, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐπέτρεψεν ἡ Βουλή, ἵνα συνάδελφος ἡμῶν ἀνακοινώσῃ ἐπείγουσαν κατὰ τὴν γνώμην του ὑπόθεσιν, ἄρχεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναλόγως τῆς σημασίας τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, ἐπρόκειτο δὲ περὶ θέματος οὐσιωδεστάτου, τοῦ θέματος τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος.
§22Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ Σῶμα πρὸ μηνῶν πολλῶν κατηρτίσθη.
§23Γ. ΠΩΠ. Τὸ Σῶμα ἑκάστοτε καταρτίζεται, καὶ ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς συναδέλφου, ὅστις ἀπόλλυσι τὰ δικαιώματα τῆς ἀντιπροσωπείας δι’ ἀποδοχῆς θέσεως δημοσίας, ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, διότι πρὸ τῆς ἐρεύνης τούτου εἶναι πιθανὸν καὶ ἡμεῖς, οἱ οὕτως ὁμιλοῦντες νὰ εὑρεθῶμεν διαφωνοῦντες πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ζακύνθου, καθόσον δὲν γνωρίζομεν τὰς λεπτομερείας. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἠνοίχθη ἡ συζήτησις, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἀποτόμως· ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ Βουλή, ὡς ἐτέθη ἤδη τὸ ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ὁ κ. Λιβιεράτος καλῶς ἢ κακῶς παρίσταται ἐνταῦθα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ κάμῃ ἀνακοίνωσίν τινα, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀντικανονικήν. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐπιτρέψω τὴν περαιτέρω συζήτησιν.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνίσταμαι ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν παρίσταται ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ψηφίζει. Ἐπ’ αὐτοῦ ζητῶ τὸν λόγον...
§26ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς ὅσους θέλουσι νὰ ἀγορεύσωσιν, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ σοβαρότης τῶν συζητήσεων αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ διαταράττηται. Δὲν ἠμπορεῖ δὲ παρὰ νὰ διαταράττηται, ὅτε ἐγείρεται συζήτησις, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἂν πρέπει νὰ ψηφίζῃ ὁ Βουλευτὴς Λιβιεράτος, ὁ ὁποῖος δὲν διωρίσθη καθηγητὴς οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ θέσιν οὔτε περιέπεσεν εἰς ἄλλην τινὰ ποινήν. Οἱ ἐπιμένοντες νὰ ὁμιλήσωσι θέλουσι νὰ γεννήσωσι σκάνδαλον· τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, καὶ ἂς ὁρίσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὁμιλήσωσιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§28Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις περιωρίσθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος τῆς παραστάσεως, ὑπέβαλον δ’ ἐπερώτησιν σχετικὴν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἄν τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ, ἄν τις εἶναι Βουλευτής, εἶναι συζήτησις ἀφορῶσα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος καὶ τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ προτάσσεται πάσης ἄλλης, καὶ κανονικῶς προκαλεῖται εἰς οἱανδήποτε στιγμήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μὴ παρασυρθῶμεν ἐκ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως τοῦ συναδέλφου ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ νὰ κρίνωμεν συνταγματικῶς τὸ ζήτημα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ συζητηθῇ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἐπηρεάζομαι ἀπὸ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἀσυμβίβαστον. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις. Ἐπειδὴ δὲ βλέπω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν γίνεται ἁπλῶς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν πρέπει νὰ παρίσταται ὁ κ. Λιβιεράτος ἢ δὲν πρέπει νὰ παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ γίνεται ἐν σχέσει πρὸς τὰ μέλη καὶ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διορισθείσης νὰ γνωματεύσῃ περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει παρασταθῆ ὡς σκανδαλῶδες, διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ πρὸς τοῦτο κατάλληλος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ ἀσυμβίβαστον νὰ συναινέσωσιν εἰς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, παρακαλῶ δὲ προσωπικῶς δι’ ἐμαυτόν, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, νὰ μοὶ γίνῃ ἡ χάρις ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι νομίζω ὅτι τὰ θέματα ταῦτα δέον νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ οὐχὶ προχείρως.
§30Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ γίνῃ συζήτησις τὴν προσεχῆ Δευτέραν, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ σημειωθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑποβολῆς ταύτης.
§31Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν προσεχῆ Δευτέραν εἶναι ὡρισμέναι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερωτήσεις τινές, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθῶσι σχετικῶς μὲ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσε νὰ καταθέσω, τὴν αἴτησιν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐκπληρώσω, διότι ἡ ἔκθεσις ἡ λεπτομερὴς ἐφ’ ὅλων τῶν ἔργων θὰ ὑποβληθῇ ἀπόψε, ὥστε προτοῦ σταλῇ εἰς τὸ τυπογραφεῖον, διὰ νὰ τυπωθῇ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἔκθεσιν τὴν ἑξῆς· εἶναι περιληπτική, ἀναφέρει δηλαδὴ πῶς ἐπελήφθη τῶν ἔργων τῆς κρίσεως καὶ τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων τούτων κανόνων, τοὺς ὁποίους ἔθηκε, διὰ νὰ κρίνῃ, καὶ λέγει καὶ τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προεκρίθησαν, δὲν ἀναφέρει ὅμως τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ διατί προετιμήθησαν τῶν ἄλλων. Ἡ ἔκθεσις ἡ ἀναφέρουσα ταῦτα δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἀπόψε.
§32Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ ἔκθεσις ὑπεβλήθη ἐν μέρει, διὰ νὰ ὑποβληθῇ τὸ ὑπόλοιπον βραδύτερον, παρακαλῶ δὲ τοῦτο νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδού, Κύριοι, ὅτι φθάνομεν εἰς συμβιβασμόν, ὅπως μὴ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις. Καὶ φθάνομεν εἰς συμβιβασμόν, διότι... πάντοτε χρειάζεται ἔντασίς τις ἐκ μέρους μας. Ἐπιβεβλημένον ἦτο νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως ἂν εἴμεθα προπαρεσκευασμένοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ζητήματος τόσῳ σπουδαίου καὶ σοβαροῦ καὶ ἀπαιτοῦντος ἀναλύσεις πολλῶν ἄλλων ζητημάτων. Ἀλλ’ εἰς τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, καθὼς πάντοτε, διηγέρθησαν νεῦρα, ἐνῷ καὶ ἡμεῖς θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συνομολογήσωμεν ὅτι καὶ δι’ ἡμᾶς ἀκόμη θὰ ἀπῃτεῖτο προπαρασκευή τις διὰ τὸ ζήτημα. Λέγω τοῦτο, διὰ ν’ ἀποδείξω μίαν ἔτι πρὸς ταῖς μυρίαις φοράν, ὅτι μὲ νεῦρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζωνται Σώματα πολυμελῆ καὶ δὴ πολιτικά. Λοιπὸν συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως καλὸν θὰ εἶναι ὁ Κύριος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, νὰ ἀπέχῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί, κ. Κουλουμβάκη;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συνέχεια τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ σχεδίου τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἔχει τις τὸν λόγον:
§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγώ.
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶν νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς βʹ παραγράφου, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§38Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 36 διαγράφεται.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ ὑπόλοιπον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἐτροποποιήθη, μὲ τὴν διαγραφὴν τῆς τελευταίας παραγράφου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 37, 38, 39, 40 καὶ 41. Ἄρθρον 42ον (ἀναγινώσκεται).
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προβλέπῃ ὁ Κανονισμὸς περὶ τούτου, διὰ νὰ γίνῃ σύλληψις;
§42Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῖος θὰ τὸν συλλάβῃ;
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπ’ αὐτοφώρῳ εἶναι.
§44Γ. ΠΩΠ. Τὸ λέγει ὁ Ποινικὸς Νόμος.
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ Ποινικὸς Νόμος, ὅτι μὲ τὴν ὕβριν συλλαμβάνεταί τις.
§46Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσῃ, παρακαλῶ, μίαν ἐξήγησιν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 42, διότι εἶναι σπουδαιότερον ὅλων τῶν προηγουμένων. Ἔνοχος ὕβρεως πρὸς τὴν Βουλὴν ἢ πρὸς οἱονδήποτε μέλος αὐτῆς θὰ εἶναι ὁ Βουλευτής;
§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§48Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 42 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 43ον (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 44ον (ἀναγινώσκεται).
§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ παλαιοῦ.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβάλλεται τὸ ἄρθρον.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τρόπος πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον αἱ τροπολογίαι ψηφίζονται, κύριε Γκλαβᾶ.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὸς λόγος καὶ νὰ πεισθῇ, ἀλλὰ ὄχι νὰ τὸν ἐμποδίσητε· ὑπάρχει μία πρότασις ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον· ὑπάρχει ἄλλη ὅτι δὲν ἔχει καλῶς. Πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν. Νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ παραβάσεως, ὅταν ψηφίζεται Κανονισμός;!
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§56Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Λέγει τὸ ἄρθρον 29 ὅτι «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν, ὑπὸ δύο δὲ Βουλευτῶν πᾶσα πρότασις, ἧς ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἢ ὅτι παραβιάζονται διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.»
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον ἄρθρον συζητεῖτε;
§58Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο καὶ προτείνω, ἵνα τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 ἄλλων Βουλευτῶν, ἐκτὸς ὅταν πρόκειται περὶ προτάσεως, ἧς ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἢ ὅτι παραβιάζονται διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτε καὶ ὑφ’ ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ αὕτη».
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§60Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ συζητηθῇ ἡ πρότασις. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη; Ἐτυπώθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον μόνον ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων. Τί εἶναι αὐτά;
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων θεσμῶν, τῶν διεπόντων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ κανονίζων τὴν σειρὰν τῶν ἀντικειμένων τῆς συζητήσεως, δηλαδὴ ὁ θεσμὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐπὶ τῆς ἀνορθωτικῆς περιόδου τῆς Βουλῆς, ἐπείσθην ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ὁ ὀλιγώτερον γινόμενος σεβαστὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ δηλαδὴ πρὸς διεξαγωγὴν πεφωτισμένης συζητήσεως, πρὸς διεξαγωγὴν συζητήσεως μετὰ προπαρασκευὴν τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τηρῆται ἀκριβῶς ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἡ Κυβέρνησις πολλάκις ἰδίως, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ζητεῖ καὶ ἐπιτυγχάνει αὐθαιρέτως τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, τῶν Βουλευτῶν μὴ ἐχόντων γνῶσιν αὐτῶν. Δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολὴ ἂν εἴπω ὅτι μέγα μέρος τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρὸ τῶν διακοπῶν, ἐψηφίσθησαν χωρὶς οἱ Βουλευταὶ νὰ ἔχωσί τινα αὐτῶν.
§62Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθησαν.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ τηρουμένου πάντοτε τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὸν τρόπον τῆς μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ. Ἡ κατὰ τύπους νόμιμος, ἀλλὰ καὶ ἀντικανονικὴ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἡ ἐμποδίζουσα τὴν πεφωτισμένην συζήτησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν μεταβολὴν ἢ εἰς τὴν ἀπόρριψιν νομοσχεδίου τινός, δύναται νὰ γίνῃ κατὰ δύο τρόπους, ἢ προτασσομένης ἢ ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δι’ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἀντικειμένου τινὸς αὐτῆς δὲν ἔχομεν οὐδ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀντιτάξωμεν μέσον τι, καθόσον ἡ Κυβέρνησις κατὰ κανόνα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων. Ἑπομένως, ἐὰν ἐναντιῶται ἡ Κυβέρνησις, ἥτις κανονίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, δὲν δύναται νὰ γίνῃ μὲν ἀναβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δι’ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἀντικειμένου τινός, δύναται ὅμως νὰ γίνῃ μεταβολὴ διὰ τῆς προτάξεως ἀντικειμένου τινὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τοῦ μέσου τούτου δὲ κυρίως κάμνει συνήθως κατάχρησιν ἡ Κυβέρνησις εἰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι παρόντες ἀρκετοὶ Βουλευταί. Συμβαίνει πολλάκις νὰ ἀναβιβάζωνται ἀπὸ τοῦ βάθους τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ὅτι θὰ συνεζητοῦντο. Νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς ἡ πρόταξις τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀδύνατον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιβάλλῃται ἡ ἐπίσπευσις τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου τινὸς ἢ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προέλαβε νὰ κανονίσῃ ἀναλόγως τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ δυσχερανθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ πρόταξις νομοσχεδίων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι νομίμως συγκεκροτημένη ἡ Βουλή, νὰ προτάσσῃ αὐθαιρέτως νομοσχέδια καὶ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν ἄνευ συζητήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ προτάξεως ἀντικειμένου τινὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν ἀντιλέγωσι δύο Βουλευταί, νὰ γίνηται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδέποτε ὑπάρχει κίνδυνος ὅτι θέλει ματαιωθῇ ποτε ἡ πρόταξις νομοσχεδίου τινός, ὅταν αὕτη εἶναι πράγματι ἀναγκαία καὶ τὴν δέχηται ἡ Βουλὴ νομίμως συγκεκροτημένη, ἐξ ἄλλου δὲ θὰ ὑπάρχῃ μικρὸν κώλυμα, ὅπερ θὰ ἐμποδίζῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάσσῃ ἀπροόπτως νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προπαρασκευασθῇ νὰ συζητήσωσιν οἱ Βουλευταί. Νομίζω ὅτι ἐτέθησαν ἀρκετοὶ φραγμοί, ἀφορῶντες τὴν κίνησιν τῆς μειονοψηφίας, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ τεθῶσι καί τινες φραγμοί, δεσμεύοντες τὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διαπραττομένην αὐθαιρεσίαν. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις πρέπει κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ὁρίζηται ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἡμέραν, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν οὐδὲ συμβιβάζεται οὐσιαστικῶς πρὸς τὸν Κανονισμὸν νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια, προτασσόμενα σωρηδόν. Τοῦ μέτρου τούτου ἐγένετο μεγάλη κατάχρησις. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ μικρός τις φραγμός. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι στηριζόμενοι εἰς τὴν καλὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὅσῳ καλὴν διάθεσιν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔρχονται στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ὁ καλλίτερος κυβερνήτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸν πειρασμὸν τῆς αὐθαιρέτου διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς ἐκ τῆς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἕνεκεν αὐτῆς τῆς αὐθαιρέτου διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἠναγκάσθησαν ἀρκετοὶ Βουλευταὶ καὶ ἐκ τῶν φίλων αὐτῆς νὰ ἀνταλλάξωσι σκέψεις περὶ λήψεως σοβαρῶν μέτρων, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διεξάγωνται εὐπρεπέστερον. Διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲν πρόκειται νὰ δεσμευθῇ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλὰ κυρίως νὰ ὑψωθῇ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου.
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι ἡ πρότασίς σας;
§65ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ὅτι ἀπόφασις περὶ προτάξεως ἀντικειμένου τινὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν ἀντιλέγωσι δύο Βουλευταί, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ εἰμὴ διὰ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Ἡμερησία Διάταξις συνετάσσετο πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν πρὶν ἢ ἔλθωσι τὰ ἐν αὐτῇ ἀναγραφόμενα νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη μία μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὅτε ὅμως ἡ Ἡμερησία Διάταξις συντάσσεται τὴν παραμονὴν καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ὀλίγας ὥρας καὶ πολλάκις ὀλίγας στιγμὰς πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τοὐλάχιστον πρόνοια, ὅπως μὴ ἐπέρχηται μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν μεταβολὴν αὐτῆς. Ἐννοεῖτε πάντες τὸ σοβαρὸν τοῦ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ σκεφθῶσι πόσον εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα ὑπομιμνήσκω πόση ἐγένετο κατάχρησις κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς κατὰ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ὅσον καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν βλέπομεν νομοσχέδια ἀναγραφόμενα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, τὰ ὁποῖα ἀναβάλλονται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, τοῦτο δ’ ἔφερε τὸ ἑξῆς κακόν, ὡς ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής· εἰς τὴν πληθώραν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, ὁ Βουλευτὴς ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι προπαρεσκευασμένος ἐντελῶς καὶ ἕτοιμος καθ’ ὅλα, διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον δι’ οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀναγραφομένων νομοσχεδίων, ἐκ τῶν 40 ἢ 50 ἢ 100, ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἀναγνώσῃ τὸν ὄγκον τῶν νομοσχεδίων. Θὰ ἔχητε παρατηρήσει δὲ εἰς ποίαν ταραχὴν εὑρίσκεται ὁ Βουλευτής, ὅταν προτάσσωνται νομοσχέδια, ἄλλοτε μὲν ἐρευνῶν εἰς τὸ γραφεῖόν του, διὰ νὰ εὕρῃ τὰ νομοσχέδια, ἄλλοτε δὲ καλῶν τοὺς κλητῆρας, ὅπως φέρωσιν εἰς αὐτὸν τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια. Τόσον ἡ πρόταξις, ὅσον καὶ ἡ ἀναβολὴ τῶν νομοσχεδίων φέρουσι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν πρὸς ἀναβολὴν εὐχέρειαν, θὰ ἦτο μάλιστα φρόνιμον νὰ μὴ ἐγνωστοποιοῦντο εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ὀλίγας ὥρας, ἀλλὰ πρὸ ἡμερῶν καὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μάλιστα. Διὰ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, δύναται νὰ ὁρίζηται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν ἢ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἢ μετὰ δέκα ἡμέρας, οὔτε δὲ ἡ παραπομπὴ ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἔχει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου Συντάγματος σημασίαν, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις γίνεται κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ καὶ τρίτην γίνεται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, συζητεῖ καὶ ψηφίζει αὐτὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ παραπέμπει αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα συζητηθῇ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην κατ’ ἄρθρον. Ἐπέρχεται μόνον τὸ κακὸν ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον λάβει τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Λάβετε τὰς Ἡμερησίας Διατάξεις ὅλων τῶν ἡμερῶν ἀφ’ ὅτου ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἴδητε σειρὰν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀναβάλλονται, ἵνα μίαν ἡμέραν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν νομοσχέδιον μεγίστης σημασίας καὶ κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ νομοσχέδιον π. χ. περὶ φυλακῶν, τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἔμαθεν ἡ Βουλὴ πρὸ μικροῦ χρόνου, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν χωρὶς σχεδὸν νὰ συζητηθῇ, διότι δὲν ἦσαν προπαρεσκευασμένοι οἱ Βουλευταί. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προσαχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος διακόψῃ πᾶσαν συζήτησιν, διότι ἡ συζήτησις θὰ εἶναι κατ’ ἄρθρον. Ὅπως προληφθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ φραγμός, ἐὰν δὲ ὁ προτεινόμενος ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ φαίνηται πολὺ βαρύς, δύναται νὰ τεθῇ ἄλλος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἄτοπον νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πολλάκις οὔτε ἁπλῶς γνῶσιν. Διότι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ εἶναι ἕτοιμος εἰς πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν θέματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθῶσι. Δύναται τὴν παραμονὴν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἐπεῖγον νομοσχέδιόν τι, νὰ δηλώσῃ ὅτι τὴν ἑπομένην θὰ τὸ συζητήσῃ, διότι οὕτω θὰ δίδηται εἰκοσιτετράωρος προθεσμία εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἑτοιμασθῶσι, θὰ πληροφορῶνται δὲ οἱ Βουλευταὶ καὶ παρίστανται εἰς τὴν συζήτησιν, διότι τὸ ἀντίθετον ἄγει εἰς πολὺ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐψηφίσθησαν οὐκ ὀλίγα νομοσχέδια προταχθέντα αἰτήσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὴν μίαν ἢ μίαν καὶ τέταρτον μετὰ μεσημβρίαν, ὁπότε ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐξαντληθῆ ἀπὸ τῆς δεκάτης πρωϊνῆς. Οὕτω δὲ οἱ Βουλευταὶ μὴ περιμένοντες ὅτι νομοσχέδια οἱασδήποτε σημασίας θὰ ἐψηφίζοντο κατὰ τὴν πρώτην μ. μ. ὥραν καὶ καλούμενοι ἀφελέστατα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι ἦσαν καταπεπονημένοι. Οὐχ ὀλίγα δὲ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν καὶ κατὰ τὴν τετάρτην πρωϊνὴν ὥραν. Καὶ δὲν λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ ἐργάζηται κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ ἐργάζηται ἐπὶ νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων ἔχει λάβει γνῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ οἱ μὴ δυνάμενοι λόγῳ ἡλικίας ἢ ἀσθενείας νὰ παρίστανται κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἰς τὰς συνεδριάσεις θὰ δύνανται ἐξαιρετικῶς νὰ παρίστανται καὶ κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς εἰς τὴν συνεδρίασιν. Ὅτε γνωρίζομεν τίνι τρόπῳ ψηφίζεται πληθώρα νομοσχεδίων, καὶ ἔχομεν παράδειγμα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀναβολῆς καὶ προτάξεως, ἀφοῦ μάλιστα κατόπιν τῶν μέτρων τῶν ληφθέντων κατὰ τῆς μειονοψηφίας εἶναι ἀνάγκη μέτρων καὶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Διότι τὰ μέτρα κατὰ τῆς μειονοψηφίας πολεμοῦνται κατὰ διαφόρους τρόπους, διὰ τῆς παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν, διὰ τῶν ὁλονυκτιῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν πιέσεων τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τίνα τρόπον δύναταί τις νὰ ἀντιταχθῇ καὶ νὰ τὰς ἐξουδετερώσῃ; Ἓν μέτρον ὑπάρχει, ὁ Κανονισμός, καὶ ὅτε σήμερον συζητοῦμεν αὐτὸν καὶ θέλομεν νὰ κανονίζωμεν τὰς ἐργασίας μας εἰς τὸ μέλλον, ὅπως πληρέστερον ἐκπληρῶται ὁ σκοπὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὅπως τεθῇ φραγμὸς διὰ τοῦ μέτρου τούτου, διότι ἐγένοντο καταχρήσεις ὑφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς παρούσης.
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅσοι, κύριοι συνάδελφοι, παρέστησαν κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ λήξαντος κατὰ τὸ θέρος πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἀνάμνησιν ὅτι περὶ ὥραν 7 ἢ 7½ πρωϊνήν, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐν τῷ συνόλῳ τὸ νομοσχέδιον τότε, νῦν δὲ νόμος τοῦ Κράτους περὶ γεωργικῆς ὑπηρεσίας, ἐζήτησε μετὰ σπουδῆς καὶ ἐντάσεως τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γόντικας. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ πολεμικὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὥστε θὰ ἐνθυμῆσθε ὅσοι παρευρέθητε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅτι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν κ. Γόντικαν· «δὲν τὰ ἐλέγετε πρότερον τὰ σημαντικώτατα ταῦτα, κύριε συνάδελφε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα μὴ δημοσιευθῇ ὁ νόμος». Ὁ νόμος ἐν τούτοις ἐδημοσιεύθη καὶ ἰσχύει ἤδη ὡς νόμος τοῦ Κράτους! Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ μὴ ἔχητε τὴν ἀνάμνησιν ὅτι πολλάκις περὶ ὥραν 3ην καὶ 4ην πρωϊνὴν ἀνεβάλλοντο νομοσχέδια καὶ προετιμῶντο νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διατηρῆτε τὴν ἀνάμνησιν ὅτι συζητούσης τῆς Βουλῆς ἐπ’ ἀναφορῶν ἀπὸ τῆς δεκάτης πρωϊνῆς μέχρι τῆς μιᾶς μετὰ μεσημβρίαν καὶ προκειμένου νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐλέγετο· «ἂς ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια ἀπὸ τῆς μιᾶς μέχρι τῆς μιᾶς καὶ δέκα λεπτῶν μετὰ μεσημβρίαν». Κατωρθώνομεν δὲ οὕτω νὰ ψηφίζωμεν 10 ἢ καὶ 15 πολλάκις νομοσχέδια. «Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ 64ον»· ἐψηφίζετο τὸ 64ον. «Παρακαλῶ τὸ 77ον»· ἐψηφίζετο τὸ 77ον. «Παρακαλῶ τὸ 46ον»· ἐψηφίζετο τὸ 46ον.
§68Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρουσία πόσων Βουλευτῶν;
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐργασία Κοινοβουλίου αὕτη. Εἶναι, ἐπὶ τὸ ἁπλοελληνικώτερον, ξεφούρνισμα νόμων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπόθησε τὸ ἔθνος καὶ ἐπεδίωξεν ἡ ἐπανάστασις. Εἶναι ἐργασία, ἡ ὁποία βεβαιότατα δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς σκέψεις περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ μὴ τῆς ἐπιτυχίας τῆς Ἐπαναστάσεως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ τὴν φορὰν ταύτην ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Παπαναστασίου, καθόσον κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ πάντοτε, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι πρότασις σοβαρωτάτη, πρότασις ἀφορῶσα τὴν σκοπιμότητα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ μέλλον. Εἶμαι δὲ ἐντελῶς σύμφωνος καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Κουτούπη ὅτι καὶ περὶ ἀναβολῆς βεβαιότατα πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν τὸ ἄρθρον ἐτροποποιεῖτο κατὰ τὸν ὑποδειχθέντα τρόπον ὡς ἑξῆς, θὰ ἐπετυγχάνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ: «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν». Ἔστω, ἀλλὰ νὰ προστεθῇ περαιτέρω· «ἀλλ’ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους δύο Βουλευτῶν ἐνεργεῖται ὀνομαστικὴ κλῆσις». Ἐπειδὴ δὲ ἠθέλησα καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ εἶμαι ὑποχωρητικὸς κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, προτείνω τοῦτο νὰ γίνεται ἔστω κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Κατ’ αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀναβάλῃ καὶ ποῖα πρέπει νὰ προτάξῃ. Διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι προχωρούσης τῆς συνεδριάσεως καὶ μάλιστα, καθὼς εἴθισται παρ’ ἡμῖν, νὰ προχωρῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ ἀπείρου τοῦ χρόνου, ἤθελον νὰ εἴπω, ἐκ τῆς καταπονήσεως καὶ τῆς οἰκτρότητος, κατ’ ἀκολουθίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι δὲν θὰ κατώρθου ἴσως νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει εἰς ὥρας μεταμεσονυκτίους. Ἂς πράττῃ τοῦτο κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Προσερχομένη ἐνταῦθα ἔχει ὑπ’ ὄψει ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀναβάλῃ, ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ προτάξῃ. Θὰ τὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, τότε ἡ πρότασις θὰ γίνῃ ἀμέσως δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους δύο Βουλευτῶν, νὰ ἐνεργῆται ἡ ψηφοφορία, οἱ Βουλευταὶ θὰ εἶναι παρόντες, τοιουτοτρόπως δὲ ἀσφαλίζεται καὶ ἡ ἀπαρτία, ἀκόμη τοιουτοτρόπως ἀποφεύγομεν καὶ ἐκείνην τὴν καταδολίευσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκρίθη ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν τόσον σθεναρῶς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπογράφωσιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς. Διότι ἐλέχθη χθές, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται Βουλευταί, νὰ ὑπογράφωσι καὶ ν’ ἀποχωρῶσιν. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τοιαύτη πρότασίς μου, δὲν θ’ ἀποχωρῶσι πλέον, διότι θὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναβολὴν ἢ πρόταξιν, νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις καὶ νὰ ἐνεργηθῇ ψηφοφορία. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπέρχεται σφιγκτὸς σύνδεσμος μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, μία ἀλληλουχία, ἥτις θὰ δίδῃ σκοπιμότητα εἰς ὅλας τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§70Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐλήφθη συνταγματικὴ πρόνοια, ὅπως τὰ νομοσχέδια ἐπεξεργάζωνται ὑπὸ ἐπιτροπῶν, καὶ ὅλα τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς παρούσης τοὐλάχιστον Βουλῆς ψηφισθέντα νομοσχέδια ὑπέστησαν τὸν τύπον αὐτόν. Οὐχ ἧττον ὅμως ὑπάρχει εὔλογος ἀφορμή, ὅπως μεταρρυθμισθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως μὴ γίνηται ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Ὅθεν πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐνδεχομένων ἐκείνων κινδύνων, καλὸν εἶναι νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου ἡ Βουλή, ὅπως μὴ ἐπέρχωνται αἰφνίδιαι μεταβολαὶ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὡς καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ἀποδεχομένη δὲ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν αὐτῶν ἀσφαλίζει ἀπὸ τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τοῦ νὰ ψηφίζωμεν κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον παρέστησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§71Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Συνομολογῶ, Κύριοι, μετὰ τῶν προαγορευσάντων ὅτι πολλάκις ἐψηφίσθησαν βεβιασμένως νομοσχέδια, ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἓν ἄλλο ζήτημα· δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 44, ἀφοῦ τίθεται τοῦτο εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 29 ἄνευ τροποποιήσεώς τινος; Φρονῶ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν κατελύθη ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, Κύριοι. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὑφίσταται, ζητεῖται δὲ ἡ τροποποίησις ὡρισμένων αὐτοῦ διατάξεων. Αἱ διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ τροποποίησις ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀναγράφεται ἐν τῷ σχεδίῳ, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Κανονισμοῦ· ὑποδεικνύει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς τροποποιητέας διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ὑπάρχει πρότασις ὑποβεβλημένη συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ ταύτῃ τῇ στιγμῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι θὰ ζητηθῇ ἡ τροποποίησις καὶ ἄλλων ἄρθρων, μὴ περιλαμβανομένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα μένουσιν ὡς ἔχουσι, καὶ οὕτω θὰ ζητῶμεν ἐπὶ ματαίῳ· ὅθεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἂς λυθῇ ἅπαξ διὰ παντός, ἵνα παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἐὰν δέ τις φρονῇ ὅτι διάταξίς τις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ δὲν ἔχει καλῶς, δύναται, συμμορφούμενος πρὸς τὸ ἄρθρον 34, νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον πρότασιν, τηρῶν τὰς προσηκούσας διατυπώσεις, καὶ τότε θὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλή. Προτείνω λοιπόν, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπαγορευθῇ καὶ κηρυχθῇ ἀπαράδεκτος.
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ζητῶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 29 εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δέον πᾶσα πρότασις, ἧς ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ Ἡμερησία Διάταξις νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δύο Βουλευτῶν. Ζητῶ δέ, ὅπως ἡ τοιαύτη πρότασις ὑποστηρίζηται ὑφ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Καθ’ ἣν στιγμὴν πᾶς πολίτης δύναται νὰ καταγγέλλῃ πᾶσαν πρᾶξιν παράνομον μονομερῶς, θὰ εἶναι βεβαίως οὐτοπία σκέψεως ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ ζητῇ νὰ ἔχῃ συνήγορον, διὰ νὰ καταγγείλῃ τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος παραβαίνει μίαν οἱανδήποτε διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Τί ὀλιγώτερον εἶναι ὁ Κανονισμὸς τοῦ νόμου, ἢ μᾶλλον τί περισσότερον εἶναι ὁ νόμος τοῦ Κανονισμοῦ; Μία εἶναι ἡ διαφορά, ὅτι ὁ μὲν νόμος ψηφίζεται τρίς, ὁ δὲ Κανονισμὸς ἅπαξ. Ἄλλως τε δ’ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἀναγκάζομεν πάντα Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν γνώμην, εἴτε ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῆς συμπολιτεύσεως εἴτε μή, νὰ τεθῇ εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν μερίδα μετὰ φανατισμοῦ, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς μελλούσας παραβάσεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προκληθῆ ἀπὸ μέρους τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Προέδρου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ μέρος αὐτό, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος ζηλοτύπως ἔχεται τοῦ ἔργου του καὶ δὲν θέλει τὴν μεταβολὴν αὐτῶν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετρέας.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ὡς ὑποβάλλεται ὁ Κανονισμός, τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ ἄρθρα αὐτῆς.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. Πετρέας, διότι ὑποβάλλομεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Κανονισμόν. Ἄν δὲ πρέπει νὰ μετατεθῇ σήμερον ἄρθρον ἢ ὄχι, βεβαίως ἀπομένει εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ τὸ ζητήσωσιν, ὅπως καὶ τοῦ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου δὲν προτείνεται ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ μόνον τὴν μετάθεσιν. Ἐν τούτοις σιωπηρῶς ἐδέχθημεν τοῦτο, ὅπου ὑπάρχει ἀντίρρησις, διότι ἄλλως θὰ ἐχάνομεν πολὺ περισσότερον χρόνον. Ἀποβλέποντες λοιπὸν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων μόνον παρὰ εἰς τὸν τύπον εἴμεθα σύμφωνοι. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ χάνωμεν τὸν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ πλέον.
§76Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τότε ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἔχω ἔγγραφον πρότασιν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις τοῦ κ. Γκλαβᾶ). Ἄρθρον 45ον. Τίθεται τὸ ἄρθρον 30. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45). Ἄρθρον 46ον. Τίθεται τὸ ἄρθρον 33· οἱ παραδεχόμενοι τὴν μετάθεσιν τούτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 47, ἤτοι τὸ ἄρθρον 35 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ). Ἄρθρον 48ον.
§78ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ δοθῇ ἐξήγησις εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία προστίθεται ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἡ ὁποία λέγει· «Πᾶσα πρότασις ἀπορριφθεῖσα ἅπαξ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου». Ἐννοεῖτε πρότασιν νόμου ἢ μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ ἢ ἄλλην πρότασιν σχετιζομένην μὲ τὴν ἄλλην ἐργασίαν;
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρότασιν νόμου.
§80ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι κάτι περιττόν, διότι ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις.
§81Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις, ἀλλ’ ὑπὸ διάφορον διατύπωσιν. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων δὲν ἐπανέρχεται».
§82ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «νόμου».
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 48 μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «νόμου» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 49ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 49 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 50). Ἄρθρον 51ον (ἀναγινώσκεται).
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν μόνον. Νομίζω ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς γʹ περιπτώσεως δὲν εἶναι ἐντελῶς κοινοβουλευτική, «Κυρία Ἡμερησία Διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας», διότι κυρία Ἡμερησία Διάταξις εἶναι καὶ ἡ τοῦ ἐλέγχου. Πρέπει νὰ τεθῇ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων καὶ νομοθετικὴ Ἡμερησία Διάταξις.
§85Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ διάταξις ἔχει «Κυρία Ἡμερησία Διάταξις (τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας κτλ) ἐν παρενθέσει.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δίδετε μίαν ὑπέροχον θέσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀπέναντι τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων.
§87Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ἔργον.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἐξ ἴσου κύριον ἔργον καὶ ὁ ἔλεγχος· ἐγὼ μάλιστα ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι σπουδαιότερον.
§89Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὰς ὀνομασίας, τὰς ὁποίας ἀκολουθοῦσι παντοῦ, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ὅμως τὰς μακρὰς συζητήσεις, δέχομαι νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «κυρία».
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖ ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος τὴν πεῖραν, ἐδῶ ὅμως βαίνομεν καλπάζοντες εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν προλήψεων, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τοὺς νέους Κανονισμοὺς καὶ τὰ νέα Συντάγματα.
§91Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ, ἔνθα λέγεται· αʹ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων», νὰ προστεθῇ «ἔνθα ἐγγράφονται καὶ αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς· ὅπερ περιείχετο εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ.
§92Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε ὅλον τὸν Κανονισμόν, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν συζητοῦνται μετὰ τῶν ἐπερωτήσεων.
§93ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀσκούσης τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς καθήκοντα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ σχέδια νόμων, τὰ προερχόμενα ἐκ πρωτοβουλίας κυβερνητικῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ προτάσεις νόμων αἱ προερχόμεναι ἐκ πρωτοβουλίας κοινοβουλευτικῆς, κατὰ τὸν ὅρον τὸν ἐπικρατήσαντα εἰς τοὺς Κανονισμοὺς ξένων Βουλῶν. Φρονῶ ὅτι καὶ μετὰ τὸν χωρισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἰς δύο, εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικὴν καὶ εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπερωτήσεων, δὲν κατωρθώθη νὰ συζητῶνται προτάσεις νόμου εἰμὴ ἐλάχισται καὶ σχεδὸν μόνον τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ διαφόρων συνδυασμῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων Βουλευτῶν. Θὰ ἦτο καλόν, νομίζω, πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου καὶ ἵνα κατορθώνηται νὰ συζητῶνται καὶ προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἔχουσι σημασίαν ἰδιάζουσαν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρῶσι τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον βʹ παράγραφος, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὁρίζῃ μίαν ἡμέραν ἑκάστης ἑβδομάδος πρὸς συζήτησιν προτάσεων νόμων».
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου εἶναι ὀρθή. Τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἑκάστην Παρασκευὴν διαθέτει διὰ τὴν συζήτησιν προτάσεων νόμου ἢ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος ἢ προερχομένων ἐκ πρωτοβουλίας βουλευτικῆς.
§95Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου, ἥτις εἶναι σκοπιμωτάτη, προσήκει μᾶλλον εἰς τὸ ἄρθρον 52, ἔνθα δύναται νὰ τεθῇ ἐν τέλει προστιθεμένου κώλου μετὰ τὸ «καλοῦνται συνεδριάσεις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου», καθ’ ὃ «εἰς τὰς συνεδριάσεις ταύτας ἐξαντλουμένων τῶν ἐπερωτήσεων ἢ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν προτάσεων νόμου». Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀντὶ νὰ εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ συζητῇ τὰς προτάσεις νόμου, ἀφοῦ πάντως ὑποτίθεται ὅτι αἱ ἡμέραι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καταναλίσκονται εἰς ἐπερωτήσεις καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ προϋπολογίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἂν περισσεύσῃ χρόνος, νὰ διατίθηται εἰς τὰς προτάσεις νόμου.
§96ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§97ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε κατὰ τρόπον πρακτικὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην τοποθετουμένην ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 51ον μὲ ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «κυρία» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 52ον.
§99Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, κύριοι Βουλευταί, τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνεργεῖται ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως, συνήθως ἡ Βουλὴ δὲν ἀπασχολεῖται εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει περισσεύσῃ χρόνος τις, οὗτος πρέπει νὰ διατίθηται μόνον εἰς τὰς προτάσεις νόμου. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὰς λέξεις «αἱ συνεδριάσεις, καθ’ ἃς προηγεῖται ἡ συζήτησις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, καλοῦνται συνεδριάσεις «κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου» τεθῇ· «κατὰ τὰς ἐν λόγῳ συνεδριάσεις ἐξαντλουμένων τῶν ἐπερωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν προτάσεων νόμου.
§100Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ συζητήσητε περὶ τούτου, θὰ εὑρίσκετε θέσιν εἰς τὸ ἄρθρον 59, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι «κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερωτήσεων ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν κυρίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§101Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· τὴν συζητοῦμεν ἐκεῖ.
§102Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁρίζεται, ὅτι πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων ὁρίζονται δύο ἡμέραι τὴν ἑβδομάδα, ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ κακὴ συνήθεια, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εὑρίσκουσι τὰς ἡμέρας ταύτας ὡς καταλλήλους, ὅπως εἰσάγωσι νομοσχέδια.
§103Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἀναφορῶν, νὰ μὴ γίνηται εἰσήγησις νομοσχεδίων· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλάκις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατὰ τοιαύτας ἡμέρας ἐπερωτήσεων κατηνάλωσαν τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως εἰσηγούμενοι σειρὰν μακρὰν νομοσχεδίων.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἅπαξ μόνον συνέβη τοῦτο· οὔτε εἶναι νὰ γίνηται λόγος. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπείγουσα αἰτία, δὲν θὰ ζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια εἰς οἱανδήποτε συνεδρίασιν;
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπείγουσα αἰτία, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδιά του, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἔλεγχον.
§106ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἷς τῶν ἐπιλέκτων φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀπουσιάζων, μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος μίαν πρότασιν, περὶ ἧς κηρύσσομαι καὶ ἐγώ, τὴν ἑξῆς: μετὰ τὰς λέξεις «ἡ Δευτέρα καὶ Πέμπτη» νὰ προστεθῇ «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Περιόδου ὁ Πρόεδρος καταρτίζει τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σώματος ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν ἐπιτροπείαν αὐτοῦ ἐξ 6 ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνερχομένη καθ’ ἕκαστον Σάββατον καὶ Τετάρτην καταρτίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως· ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συνεδριάσῃ δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν καταρτίζει ὁ Πρόεδρος». Ἡ πρότασις, ἐπαναλαμβάνω, ὑποστηριζομένη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὅστις τὴν ἐγκρίνω, ἔχει καταρτισθῆ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἀρίστων φίλων τῆς Κυβερνήσεως, Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 52ον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ τὰ ἄρθρα 53, 54 καὶ 55 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 56).
§108Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν δύο πρώτων παραγράφων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου πρὶν ψηφίσωμεν αὐτό. Τὸ ἄρθρον 56ον ἐν ταῖς δύο πρώταις παραγράφοις αὐτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «τὸ παραχωρούμενον εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν χρονικὸν διάστημα τόσον διὰ τὴν σύστασιν ἀναφορᾶς τινος ἢ ὑποβολὴν τοιαύτης, ὅσον καὶ διὰ τὰς ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων δηλώσεις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5′ τῆς ὥρας». Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀναφορὰ εἶναι τὸ τελευταῖον μέσον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποτελεσματικώτερον συνήθως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικούμενοι ἢ πιεζόμενοι καταφεύγουσιν εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν δύο πρώτων παραγράφων τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιδιώκεται ἡ ἐξουδετέρωσις τοῦ σκοποῦ τῶν ἀναφορῶν, διότι οὔτε διὰ νὰ ἀναγνώσητε μίαν ἀναφορὰν ἢ ἀναπτύξητε μίαν περίολον ἀναφορᾶς ἀρκοῦσι τὰ 5′ τῆς ὥρας.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη ἐπιφέρει προσθήκην χρόνου ὑπὲρ τῶν ἀναφορῶν κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς εἶναι ὡρισμένον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ καθ’ ἃς ἤδη δὲν ὑπάρχει δικαίωμα πρὸς ἄλλην ἐργασίαν.
§110Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς νὰ λάβῃ πάλιν τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσῃ ἐλευθέρως, ἀνεξαρτήτως τῶν πέντε τούτων λεπτῶν.
§111Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§112Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται μόνον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀναφορᾶς.
§113Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγουσιν, ὅτι κατὰ τὰς συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁρίσει ἡ Βουλὴ διὰ τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὁ Βουλευτὴς νὰ καταναλίσκῃ πέντε λεπτὰ διὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς ἀναφορᾶς, ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς, δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς.
§114Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχει ἀνάγκην ἐπεξηγήσεως τὸ ἄρθρον. Σήμερον δὲν δικαιοῦται ὁ Βουλευτὴς νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς, παρὰ μόνον κατὰ τὰς δύο ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Διὰ τῆς τιθεμένης διατάξεως περὶ ἀναφορῶν προκειμένου ἐπεκτείνεται τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἰς ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ συστήσῃ ἀναφορὰν ἢ νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αὐτοπροσώπως εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο περιορίζεται εἰς μίαν ὥραν καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, ὁ δὲ Βουλευτὴς δικαιοῦται 5′ λεπτὰ τῆς ὥρας ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀναφορᾶς αὑτοῦ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἀναφορὰν εὐρύτερον, μεταφέρεται αὕτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ τὴν ἀναπτύσσει.
§115Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν μεταβάλλει εἰς μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως,
§116Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων προτάσσεται καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ἐξαντλουμένη ἐντὸς μιᾶς ὥρας· ἡ Ἡμερησία Διάταξις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου συζητεῖται δύο ἡμέρας καθ’ ἑβδομάδα, κατὰ Δευτέραν καὶ Πέμπτην.
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶμεν, ἐπειδὴ εἶναι δυσνόητον τὸ μέρος. Τὸ ἄρθρον 51 λέγει· «Πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ συντάσσονται αʹ) Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, βʹ) Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων καὶ γʹ) Κυρία Ἡμερησία Διάταξις (τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας κλπ.)». Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 53, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ λέγει τὸ ἑξῆς: Τίθεται μέρος τοῦ ἄρθρου 21 διασκευαζόμενον ὡς ἑξῆς· «Ἐὰν Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐξ ἀναφορᾶς ἀνακοινωθείσης εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ εἰσαγάγῃ ὁ ἴδιος ἀναφορὰν καὶ ἀναπτύξῃ αὐτήν, εἰδοποιεῖ περὶ τούτου τὸν Πρόεδρον ἐγγράφως, ὅστις δίδει αὐτῷ τὸν λόγον κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς του ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ περὶ τούτων Ἡμερησίᾳ Διατάξει». Τώρα ἔρχεται τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι καθ’ ἑκάστην δύναται νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις ἀναφορῶν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ μόνον 5 λεπτὰ τῆς ὥρας ἐπ’ αὐτῆς. Ὑποθέσατε ὅτι τὰ 5 λεπτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἢ παρῆλθεν ἡ ὥρα ἡ καθοριζομένη.
§118Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν.
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐλέγχου ἰδιαιτέρα Ἡμερησία Διάταξις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν;
§120Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ μεταβάλληται ἡ ἀναφορὰ εἰς ἐπερώτησιν;
§122Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐλέγχου θὰ προηγῆται καὶ πάλιν ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἐπὶ μίαν ὥραν, μετὰ ταῦτα δὲ θ’ ἀρχίζῃ ὁ ἔλεγχος.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πλέον εἶναι ἀπεριόριστος ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θέλει ὁμιλεῖ ὁ Βουλευτής;
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως· τὸ λέγει παρακάτω.
§125Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διασαφηνίσῃ τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑξῆς περίοδον τοῦ ἄρθρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καταθέσῃ δηλώσεις ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων, μόνον 5 λεπτῶν διάστημα ἔχει ὁ Βουλευτής, ἵνα ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα;
§126Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
§127Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπαρκεῖ.
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα ἐπὶ 5 λεπτὰ νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο ἐπαρκὴς ἢ οὔ. Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπαρκής, ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ὁμιλεῖ ὅσον θέλει.
§129Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου πρὸς ἄρσιν θορύβου καὶ παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις γίνονται, ἤθελον παρακαλέσει ἐκεῖ ὅπου λέγει· «Ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει ὅτι ἐρώτησίς τις» νὰ τεθῇ ἐν παρενθέσει «ἐν ἐξαιρετικαῖς περιστάσεσι καὶ μὴ ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει». Διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι Βουλευτής τις ἐρχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν λαμβάνει ἓν τηλεγράφημα περὶ σοβαροῦ γεγονότος καὶ ἀνησυχεῖ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ δύναται νὰ γίνῃ μία ἐρώτησις ἄνευ συζητήσεως καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ γίνηται ὁ θόρυβος ἐκεῖνος, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§130Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ἡ διάταξις, ἡ καθιερουμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον, διότι ἐξυπηρετεῖ ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ὑπάρχει ὅμως ὁ ἑξῆς κίνδυνος, τὸν ὁποῖον κατέστησε καταφανῆ ἡ γενομένη συζήτησις. Εἶναι δυνατὸν ὁ Βουλευτής, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς νὰ μετατρέπῃ ταύτην εἰς ἐπερώτησιν, ἐνῷ κυρίως εἶναι σύστασις, καὶ νὰ ἐξαντλῆται τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τῶν δύο ἡμερῶν, χωρὶς νὰ γίνηται πράγματι ἔλεγχος. Διὰ τοῦτο νομίζω ὀρθὸν ἐν τῇ σχηματιζομένῃ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου αὐτοδικαίως νὰ προηγῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ ἕπωνται αἱ ἀναφοραί.
§131Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τηρῶ τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ἡ ἐπερώτησις, εἴτε ἐξ ἀναφορᾶς προέρχεται εἴτε ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης ἀφορμῆς, ἀναγράφεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς.
§132Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θὰ παρουσιάζηται ὡς ἐπερώτησις ἡ ἀναφορά, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἂν θὰ ἐπερωτήσῃ ὁ Βουλευτής.
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε αὐτὴν τὴν κατάχρησιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 56ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57) Ἄρθρον 58ον (ἀναγινώσκεται).
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ἤδη ἐπανειλημμένως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τὸ λέγω κατὰ πᾶσαν διδομένην εὐκαιρίαν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ μέγιστον δικαίωμα ἑνὸς ἐλευθέρου λαοῦ. Ἂν ἔλειπε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, δὲν θὰ διεξήγοντο οἱ ἀγῶνες, οἵτινες διεξήχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἀπὸ πάσης θέσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκεῖνοι οἱ ἀγῶνες, οἵτινες παρεσκεύασαν τὴν ἐπανάστασιν, οἵτινες παρεσκεύασαν τὴν χαραυγὴν μιᾶς νέας ἡμέρας πολιτικοῦ βίου διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐὰν ἐπέτυχον. Ἀλλά, εἴτε ἐπέτυχον εἴτε δὲν ἐπέτυχον, ὑπῆρξαν ἀγῶνες εὐγενεῖς, ἀγῶνες μεγάλοι. Ὑπῆρξαν οἱ ἀγῶνες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους συνεχίζομεν ἁπλῶς, ἂν σκοπίμως καὶ ἐπιτυχῶς συνεχίζωμεν αὐτούς. Ὑπῆρξαν ἀγῶνες ἀποδεικνύοντες τὴν ῥώμην τῆς φυλῆς, τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐπὶ αἰῶνας ὑπὸ μαύρην δουλείαν, λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔζησε πολιτικῶς παραπαίων. Ἀδιάφορον ἂν ἔσχε τὸ δυστύχημα, τοιούτους ἀγῶνας διεξαγαγών, τοιαύτην ῥώμην καὶ ἀρετὴν ἐπιδείξας, νὰ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀγώνων ἐκείνων, καὶ νὰ τὸν ὑβρίσῃ κατὰ τρόπον καθ’ ὁλοκληρίαν ἀσύγγνωστον.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑβρίζομεν ἡμεῖς ἑκυτοὺς πρίν, καὶ τώρα ἐπαύσαμεν νὰ ὑβρίζωμεν.
§137ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδέποτε. Ἔχει διαφορὰν ἀπερίγραπτον, διαφορὰν ἀνυπολόγιστον ὁ ἀγὼν πρὸς βελτίωσιν μιᾶς πολιτικῆς καταστάσεως ἀπὸ τὴν ἐκφερομένην.... —εἶπον ἤδη τὸν χαρακτηρισμόν—ἀπὸ τὴν ἐκφερομένην βλασφημίαν, λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην, ὄχι πλέον καθ’ ἑνὸς πολιτικοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἱστορίας αὐτοῦ καὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ. Τὸ πολιτικὸν καθεστὼς βεβαίως ἦτο κατακριτέον, βεβαίως πάντες τὸ κατεκρίναμεν, βεβαίως πάντες ἠγωνίσθημεν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἠδυνήθημεν νὰ ἀγωνισθῶμεν κατ’ αὐτοῦ, ἠθελήσαμεν νὰ ἀγωνισθῶμεν, ἐνικήσαμεν αὐτό, διότι εἴμεθα λαὸς εὔρωστος ἠθικῶς, λαὸς ἐνάρετος, λαὸς αἰσθανόμενος τιμὴν διὰ τὴν δόξαν τοῦ παρελθόντος καὶ συναισθανόμενος βεβαίως τὴν δύναμιν νὰ βαδίσῃ πρὸς τὸ μέλλον. Βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, νὰ λεγώμεθα ὅτι εἴμεθα Βουλευταὶ ἀνορθωτικοί, ἐὰν ἔλειπεν ἡ ὁμὰς τῶν Ἰαπώνων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεξήγαγον ἀγῶνας κοινοβουλευτικοὺς ἀπαραδειγματίστους. Βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἐὰν ἔλειπον οἱ ἀγῶνες ἑνὸς κόμματος μεγάλου ἀπὸ τοῦ 1884–1909, ἀγῶνες οἱ ὁποῖοι κατέκρινον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν σπατάλην, τὴν μεγαλομανίαν, τὴν διαφήμισιν μεγάλων κατορθωμάτων, τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τότε. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ἀνορθωτικὸν τότε κόμμα, κατὰ τοὺς αὐτοὺς τρόπους ἐργαζόμενον ἐλοιδόρει τοὺς ὀπαδοὺς τῆς λατρείας πρὸς τὴν Ἱστορίαν τοῦ ἔθνους, τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ μέλλον αὐτοῦ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κατὰ τὸ 1884 ἠκούοντο αἱ κραυγαὶ «ἐσωτερικὴ πολιτική, ἐσωτερικὴ πολιτικὴ» καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κατὰ τὸ 1911 ἀκούεται ἡ «πολιτικὴ τῆς εἰρήνης», ἡ «πολιτικὴ τῆς ἀμύνης», ἡ «πολιτικὴ τοῦ συναισθήματος τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας». Καὶ ἔπειτα λέγουσι πρὸς ἡμᾶς νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπονοίας ὅτι ζητεῖται διὰ τῆς μεθόδου ταύτης νὰ περιφρονήσωμεν τὴν ἡμετέραν Ἱστορίαν καὶ δόξαν, διὰ τῆς μεθόδου ταύτης νὰ περιέλθωμεν εἰς ἀποκαρδίωσιν, εἰς ἀπόγνωσιν, εἰς ἠθικὴν κατάπτωσιν, ὅπως οὕτως ἀτονήσωμεν νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ μέλλον. Τοιαύτας ἐγὼ ἔχων ἰδέας περὶ τῆς σημασίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου βεβαίως ἀντιτίθεμαι εἰς τὰς διατάξεις τὰς τεθείσας κατὰ τὸ 1909 καὶ ἐπαναλαμβανομένας καὶ σήμερον αὐτολεξεί. Ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις δὲν εἶναι ὑπόθεσις μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ· ἡ ἐπερώτησις εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπόθεσις παρανομίας, ὑπόθεσις βλάβης ἐθνικῆς, ὑπόθεσις ἐνδιαφέρουσα τὸ ἔθνος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑπόθεσις ἐνδιαφέρουσα τὸν ἐπερωτῶντα Βουλευτὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν μόνον; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ Κοινοβούλιον τοιαύτην διάταξιν, ἥτις προῆλθεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς προθέσεως καὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ συμφέροντος Ὑπουργῶν, οἵτινες, Ὑπουργοὶ ὄντες, ἔτρεμον μήπως ἀπευθυνθῇ κατ’ αὐτῶν ἐπερώτησις; Καὶ συνέβαινε νὰ παρέχωσι περισσότερα ῥουσφέτια εἰς ἀπειλοῦντας ἐπερώτησιν ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς παρὰ εἰς τοὺς ἐκλεκτοτέρους φίλους τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει Βουλευτής, ὅστις διὰ τῆς μεθόδου ταύτης, διὰ τῆς ἀπειλῆς ἐπερωτήσεως, κατώρθου νὰ εἶναι ὁ μᾶλλον εὐνοούμενος τοιούτων τινῶν Ὑπουργῶν. Εἶπον περὶ τῶν ἀγώνων τῶν μεγάλων, οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν τὴν σημερινὴν κατάστασιν, περὶ τῶν ἀγώνων τῆς Ἰαπωνικῆς ὁμάδος, ἥτις ἀπετελεῖτο, νομίζω, ἀπὸ ἓξ ἢ ἑπτά (ἀναγινώσκει): «Γενικὴ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ, ἐὰν αἰτήσωσι τοῦτο ἐγγράφως δέκα Βουλευταί». Ὑποθέσατε, ὅτι ἐπηρώτα εἷς Βουλευτὴς κόμματος, εἷς Βουλευτής, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς ἀγανακτήσεως διὰ παράνομόν τινα πρᾶξιν καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐπερώτησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐφοβεῖτο, κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπεθύμει. Οἱ παλαιότεροι συνάδελφοι δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητῶσιν, ὅτι συνέβη εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπερωτήσωσι παρὰ τὴν γνώμην, τὴν διαμαρτυρίαν τὴν αὐστηρὰν πολλάκις, τοῦ ἀρχηγοῦ των. Ὑποθέσατε λοιπὸν ἐπερωτῶντα ἕνα τοιοῦτον Βουλευτήν· ἡ ὁμὰς τῶν Ἰαπώνων δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, διότι ἀπετελεῖτο ἐξ ἑπτὰ μόνον Βουλευτῶν. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν; δὲν εἶναι διάταξις ἀνελευθέρα; Ἐπερωτᾷ ὁ Βουλευτὴς περὶ τῆς ὑποθέσεως, τῷ ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργὸς κατὰ ἕνα τινὰ τρόπον, ἴσως ἴσως συμφωνήσας μάλιστα μετὰ τοῦ ἐπερωτῶντος Βουλευτοῦ πῶς θὰ ἐπερωτηθῇ καὶ πῶς θὰ ἀπαντήσῃ, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα τέλος πάντων ἔφθασε μέχρι τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς παρανομίας, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἐλέγχου καταπαύει. Θὰ μᾶς ἀπαντήσωσιν ἴσως ἀφελέστατα· «εἰς μίαν ἄλλην ἡμέραν δύναται ἄλλος τις Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν». Ἀλλὰ «καιρὸς παντὶ πράγματι», καὶ τὸ ῥητὸν τοῦτο ἔχει πολλὴν ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τὰς κοινοβουλευτικάς. Συμβαίνει πολλάκις μάλιστα ὅ,τι πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ λεχθῇ αὔριον νὰ μὴ πρέπῃ νὰ λεχθῇ μεθαύριον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἀναπτυσσομένης ἐπερωτήσεως, δέον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον πᾶς Βουλευτής, τοσοῦτο δὲ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, θὰ ὑπάρχῃ μία ἀντίφασις ἐν τῷ Κανονισμῷ παντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἀνεγράφη ἤδη διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 53, κατὰ τὴν ὁποίαν «Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἡ ὑποβαλλομένη κατὰ δεκαπενθήμερον ἐγγράφεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων τὴν ἀμέσως ἑπομένην τῇ ὑποβολῇ, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον». Δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχει συνέπεια εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ λογικὴ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, νὰ ἐπιτραπῇ γενικὴ συζήτησις ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς καὶ νὰ προσπαθῇ κατὰ πάντα τρόπον καὶ μὲ ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ μὲ ὅλους τοὺς φραγμοὺς νὰ ἐμποδίσῃ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων; Ἡ ἀντίθεσις εἶναι κατάδηλος, κύριοι Βουλευταί· δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρνηθῇ τις ἐξ ὑμῶν.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς δυσφορίας, ἀλλὰ μὲ ἔφερεν εἰς τοῦτο ἡ ἀνάγκη νὰ δώσω ἀπάντησίν τινα εἰς ὅσα καὶ σήμερον ἐλέχθησαν κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ τὰ λεχθέντα πρὸ δύο ἤδη ἡμερῶν· διότι ὅσα εἶπον τότε, ἀναγκασθεὶς νὰ τὰ εἴπω, ἐζητήθη νὰ διαβληθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα ὕβριν καὶ καταφρόνησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως, Κύριοι, διαμαρτύρομαι. Ὅ,τι εἶπον προχθὲς καὶ ὅ,τι ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον εἶναι τοῦτο, ὅτι δημαγωγοῦντες ἑκάστοτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ καπηλευόμενοι ἑκάστοτε τὸν πατριωτισμόν, διὰ νὰ παραστήσωμεν εἰς αὐτὸν ὅτι εἶναι λαὸς περιούσιος, ὁ ὁποῖος δὲν ὁμοιάζει μὲ κανένα ἄλλον πεπολιτισμένον λαόν, κατηντήσαμεν νὰ πείσωμεν αὐτόν, ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς προόδου καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἁμίλλης δὲν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἐπικρατήσῃ, νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἴδια ὅπλα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ ἄλλοι λαοί, κατωρθώσαμεν νὰ τὸν πείσωμεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὀργανώσεως ἐσωτερικῆς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην εὐνομίας πολιτικῆς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὀργανώσεως στρατιωτικῆς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· ἐθεωροῦντο ὅτι ταῦτα εἶναι περιττά, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡς περιούσιος λαός, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μιμηθῇ τοὺς ἄλλους λαούς, διὰ ἀκολουθήσῃ αὐτοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς προόδου· πάντα ταῦτα κατωρθώσαμεν νὰ πείσωμεν τὸν λαὸν ὅτι ἦσαν περιττά. Συγχρόνως ἀφήσαμεν αὐτὸν νὰ ἐπαναπαύηται, ὅτι, ἐὰν τῷ λείψωσιν ὅλα τὰ ἄλλα ἐφόδια, δύναται ὅμως κρατῶν εἰς τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας τὰς παρελθούσας δόξας του νὰ προσέρχηται ἑκάστοτε πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐργασθέντες ἐγένοντο ἰσχυροί, διὰ νὰ ζητῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὡς ἐπαιτείαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν του, ὅπως ὑπερασπίζῃ τὰ δίκαιά του. Κατὰ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς διεμαρτυρήθην· εἶπον ὅτι, ζητοῦντες νὰ παραστήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς περιούσιον, καὶ κολακεύοντες αὐτὸν καὶ καπηλευόμενοι τὸν πατριωτισμὸν κατηντήσαμεν νὰ φέρωμεν αὐτὸν εἰς θέσιν, ὥστε πρὸ διετίας νὰ καταστῇ ἐξουθένωμα τῶν λαῶν. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου κατὰ τοῦ μανδαρινισμοῦ καὶ τῆς προγονοπληξίας, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔφθασε νὰ φονεύσῃ παρ’ ἡμῖν τὸ ἀρχαῖον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐδόξασε τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, ἐπικαλεῖται μόνον τὰς παλαιὰς περγαμηνάς, διὰ νὰ περιαγάγῃ τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας εἰς τοὺς ἰσχυρούς, νομίζετε, λέγω, ὅτι, ὅτε διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑβρίζω τὸν λαόν; Ὁ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχων τὴν ὑγιᾶ αἰσιοδοξίαν ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ καταδημαγωγῇ αὐτόν, μὴ ἀποκρύπτων τὰ ἐθνικὰ ἐλαττώματα, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζων τὰς μεγάλας αὐτοῦ ἀρετάς· ὁ ἀναγνωρίζων ὅτι ἡ διαφθορά, ἡ ὁποία ἐλυμάνθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει καταλάβει μόνον τὰς ἡγέτιδας τάξεις, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἀδιάφθορον τὴν μεγάλην ὁμάδα, τὸν λαόν· ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὑβρίζων τὸν λαόν, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθεῖτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον εἰς τὴν καταφρόνησιν τούτου πρὸ διετίας, νὰ ἐπιδιώκητε τὴν συνέχισιν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ἐξέγερσιν, τὴν πρὸ διετίας; (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§139Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξηγήσητε διατί εἶναι προσωπικόν.
§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Διότι ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του καὶ ἐπιδεικνύων ἐμὲ διὰ τῆς χειρός του εἶπε· «σεῖς συνεχίζοντες τὸν αὐτὸν τρόπον τῆς σκέψεως πράττετε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιήγαγον τὸν λαὸν ἐκεῖ, ὅπου περιήγαγον αὐτόν». Εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς οἱ δημαγωγοί, οἵτινες μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς ὀγδόης Αὐγούστου ἐλθόντες ἐνταῦθα ἀντετάχθημεν κατὰ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπεδοκίμασεν ἡ συνείδησις ἡμῶν, ἐνῷ ὁ σήμερον Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέπραττε μετὰ τῶν κομμάτων καὶ ὑπεσχέθη εἰς τὰ κόμματα νὰ ψηφίσῃ τὸν Πρόεδρον αὐτῶν, καὶ κατώρθωσε νὰ κληθῇ πρὸ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ὁ ὑποψήφιος τῶν κομμάτων; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιτασσόμενοι εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, οἵτινες ἐφέραμεν αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηται; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ δημαγωγοῦντες τὸν λαόν, οἵτινες ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνα ἄπελπιν, ἀγῶνα ἀπεγνωσμένον, ἀγῶνα ὅμως τιμητικὸν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν, ἵνα ἐξαγάγωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἀπὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους διαβουκολούμενος καὶ ἐξαπατώμενος κατὰ πᾶσαν ἡμέραν; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ δημαγωγοῦντες τὸν λαόν, οἱ ἀντιτασσόμενοι ἐναντίον τῆς πλάνης ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ; Εἴμεθα ὄντως ἡμεῖς, οἱ θέλοντες νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν λαὸν εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους τόσον ἀξιεπαίνως καὶ τόσον εἰς τὸ τέλος νικηφόρως κατήγαγεν, εἰς τοὺς ἀγῶνας, οἵτινες ἔφεραν τὴν ἐπανάστασιν, εἰς τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βαθμηδὸν μὲν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἀλλὰ σταθερῶς καὶ ἀσφαλῶς ἦγον αὐτὸν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τὴν πραγματικήν, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν λόγων, εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ὑποσχέσεων, καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν εἰς τὴν παράλυσιν τὴν οἰκονομικήν, τέλος δὲ εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ἀποσκυβαλισμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὡς ἐπίλεκτος φίλος τοῦ λεγομένου κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὡμολόγησε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς οἱ δημαγωγοῦντες, οἵτινες ἀντιτασσόμεθα ἐναντίον τῆς καθολικῆς ταύτης πλάνης, οἵτινες ἔχομεν ὅλον τὸ θάρρος χθεσινοὶ Βουλευταὶ νὰ λέγωμεν πρὸς τὸν λαὸν νὰ μὴ πείθηται εἰς παραπλανήσεις καὶ ὑποσχέσεις, ἀλλὰ νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα; Καὶ εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ μὴ δημαγωγὸς ὁ ἐπιζητῶν πᾶσαν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπισπάσῃ χειροκροτήματα, διότι ὑπόσχεται, ὑπόσχεται, ὑπόσχεται, διαρκῶς ὑπόσχεται, ἐνῷ οὐδὲν ἄλλο πράττει, εἰμὴ μόνον νὰ ἄγῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῶν οἰκονομικῶν του δυνάμεων; Ὅτι τις λέγηται Μεσσίας καὶ Ἀνορθωτὴς καὶ ἔχει ὄπισθεν αὑτοῦ τὴν τῆς Βουλῆς παμψηφίαν, ὅταν ἔχῃ τὴν Βουλὴν πρόθυμον καὶ τὰ ἀκροατήρια, διὰ νὰ τὸν χειροκροτῶσι μετὰ φανατισμοῦ, εὔκολον εἶναι νὰ ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ λέγῃ λόγους κενούς. Εὔκολον εἶναι νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐπαιτείας. Ὅτε ὅμως ἔλεγε τοῦτο, ἔπρεπε νὰ παύσῃ νὰ εἶναι κυβερνήτης σήμερον, διότι ὅλη ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ εἶναι πολιτικὴ ἐπαιτείας καὶ αἰτήσεως ἐλεημοσύνης, διότι ὑπερέβη ἤδη αὐτὸς πάντα τὰ ὅρια τῆς στάσεως τῆς ἐπιψόγου, διότι ἄγει τὸ Κράτος εἰς τὸν ἔσχατον ἐξευτελισμόν, οὐχὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑλικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστιν πρὸς τὰς ἠθικάς του δυνάμεις. Ποῖα εἶναι τὰ κατορθώματα τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ τὸν τόπον, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζηται τοιαύτην γλῶσσαν; Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· ἦλθε κατὰ Φεβρουάριον μῆνα καὶ εἶπεν ὅτι οὐδὲ ἐσκέφθη νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, διότι, ἐὰν συνωμολόγει αὐτό, θὰ ἤρχιζε κρίσις οἰκονομικὴ εἰς τὸν τόπον τόσον ἐπικίνδυνος, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ προϋπολογίσῃ τις τὰς συνεπείας. Καὶ ἐρωτῶ καὶ αὖθις· ἦλθεν ἢ δὲν ἦλθε μετὰ δύο μόλις μῆνας μὲ σύμβασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνωμολόγει τὸ δάνειον; Προχωρῶ. Ἐδήλωσεν ἢ δὲν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ στηρίξῃ ἅπασαν τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ εἰς τὰ δύο φορολογικὰ νομοσχέδια; Ναὶ ἢ ὄχι; Ποῦ εἶναι τὰ δύο αὐτὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἄνευ τῶν ὁποίων, ὡς εἶπε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηθῇ ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ; Ποῦ εἶναι; Περιῆλθεν εἰς ἀδιέξοδον, εἰς ἀδυναμίαν νὰ συντάξῃ Β. Διατάγματα, διότι οἱ νόμοι ἦσαν τερατώδεις. Ἦλθε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ ναυτικόν, καὶ εἰσήγαγεν οὐχὶ ἁπλῶς τὸν κομματισμόν, ἀλλὰ τὸν φατριασμὸν τὸν ἀχαλίνωτον, τὸν ἀνθρωποφάγον, τὸν καταπατοῦντα πάντας τοὺς νόμους, πᾶσαν ἠθικήν, πᾶν πρόσχημα. Ἦλθε νὰ στηρίξῃ πολιτικὴν γεωργικήν, καὶ δὲν ἔφερε παρὰ Ὑπουργὸν τὸν κ. Μπενάκην, διὰ νὰ πληρώσῃ ἓν μέγαρον τῆς ὁδοῦ Σταδίου μὲ ὑπαλλήλους. Ποῦ εἶναι ἡ γεωργικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ἦλθε νὰ ἀνορθώσῃ τὰ τῆς Παιδείας, καὶ ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀτελεύτητα νομοσχέδια καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ παρὰ τὸ Πανεπιστημιακόν, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα σήμερον πρὸ τοῦ ἄγους, τοῦ ἄγους τῶν ἐπιτροπειῶν.
§142Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς ὑπεδείχθησαν τὸν Ἰούλιον ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπογεγραμμένα καὶ ἕτοιμα, εἶπον δὲ τότε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἴδωσι καὶ οἱ εἰδικοί, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν τὰ εἶχον ἴδει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ταῦτα εἶναι ἕτοιμα καὶ θὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια δὲν ἦσαν ἕτοιμα, δὲν ἐπέτρεπεν ἡ πολιτικὴ εὐσχημοσύνη νὰ ἀπαγγείλητε μακρὸν εἰσηγητήριον λόγον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ εἰσηγητήριος λόγος ἔπρεπε νὰ ἀπαγγελθῇ, ὅτε θὰ κατετίθεντο τὰ νομοσχέδια.
§144Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐλέχθη πρὸς ὑμᾶς, ὅτε κατέθηκα τὰ νομοσχέδια περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὰ συμφυῆ μετ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ συζητήσωμεν.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤκουσε τὸν μακρὸν εἰσηγητήριον λόγον. Τοῦτο εἶναι τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀντίθετον πρὸς τὴν πολιτικὴν εὐσχημοσύνην. Ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως, διὰ νὰ ἐνδυναμώσῃ τὸ ἔθνος. Διὰ νὰ παύσωσιν αἱ οἰκτρότητες τῆς ἀψόγου στάσεως. Ἔπαυσε τὸ μποϋκοτάζ; Ἐλύθη τὸ Κρητικὸν ζήτημα; Ἔπαυσαν αἱ σφαγαὶ τῶν Ἑλλήνων ἱεραρχῶν; Ἔπαυσαν αἱ ἀτιμώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἔπαυσε νὰ εἶναι ἔγκλειστος ὁ Ἐθνάρχης εἰς τὰ Πατριαρχεῖα, ὁ ἀληθὴς Βασιλεὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους;
§146Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τρέμει ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς ἰδέας ὅτι θὰ ἔλθωσιν οἱ Κρῆτες Βουλευταί.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἠνόρθωσε, λέγουσι, τὴν Δικαιοσύνην, διότι κατέστησεν αὐτὴν ἀνεξάρτητον! Καὶ τολμῶσι τοιαύτης Κυβερνήσεως ὑπερασπισταὶ νὰ λέγωσιν ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης ἐξησφαλίσθη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἔτος καὶ πλέον πρὶν ἔλθῃ αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης εἶχε συντελεσθῆ. Μετὰ ταῦτα δὲν ἐγένετο τίποτε ἄλλο παρὰ σειρὰ συναλλακτικῶν πράξεων, τὰς ὁποίας βεβαίως τὸ ἁμαρτωλότερον παρελθὸν θὰ ἀποτροπιάζηται. Ἀλλ’ εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία τὰ μικρὰ ἐκεῖνα νομοσχέδια, τὰ ἁρπαζόμενα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, τὰ ἀντιγραφόμενα ἀπὸ διάφορα παλαιὰ σχέδια, εὑρισκόμενα εἰς τὰ διάφορα συρτάρια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ πλείστων ἐτῶν; Ἔθηκε μίαν λέξιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν νόμον περὶ διαθηκῶν; Ὄχι. Τὸ περὶ ἐρημοδικιῶν εἶναι τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, τὸ περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν εἶναι τοῦ κ. Πεταλᾶ, τὸ περὶ δικονομικῶν ἀκυροτήτων εἶναι τοῦ κ. Ῥακτιβάν. Ἢ μήπως εἶναι νομοθέτημα ἡ κατάργησις τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου; «Ὁ Ἀναστασιανὸς νόμος καταργεῖται», μέγα νομοθέτημα! Ἡ κατάργησις τοῦ Βελιανείου δόγματος μέγα νομοθέτημα! (ἱλαρότης). Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὰ κατορθώματα τῆς ἀνορθώσεως εἰς τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὰ τῆς Παιδείας, εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἀνόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, εἰς τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; Ποῦ εὑρίσκει ἐν ἑαυτῇ, ἐν τῇ συνειδήσει της τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγῃ πρὸς ἡμᾶς ὅτι δημαγωγοῦμεν; Ἡμεῖς δημαγωγοῦμεν, παλαίοντες ἐναντίον ἐκείνων, τῶν ὁποίων πᾶς λόγος, πᾶσα πρᾶξις, πᾶσα κίνησις, πᾶς σπασμὸς, πᾶσα νευρικότης, πᾶσα σταγὼν ἱδρῶτος, ὃν χύνουσι κατὰ ὀκάδας, σπαρασσόμενοι καὶ πελιδνοὶ ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ δημαγωγία ἀπαραδειγμάτιστος δημαγωγία, τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὀλίγου ὁ ἀνανήφων Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ καυτηριάσῃ, θὰ συντρίψῃ, καὶ βεβαίως θὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν προσήκοντα εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐμπαιγμοῦ καὶ τῆς ἀπάτης!
§148Γ. ΠΩΠ. Εἶναι καιρός, φρονῶ, πρὸς τὸ συμφέρον πάντων ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες σήμερον ἀποτελεῖτε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ παύσῃ ἡ μέθοδος αὕτη τῆς ἀνακινήσεως πολιτικῶν ζητημάτων ἀκαίρως καὶ τῆς διαγραφῆς τῶν ὁρίων τῶν πολιτικῶν τούτων ζητημάτων κατὰ τὴν ἀρέσκειαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται ἑκάστοτε ταῦτα διὰ ποικιλοτρόπου παρεμβολῆς καὶ ὅστις εἶναι Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ χθὲς ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος περὶ ἐξουθενώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ διαβλέπων ὅτι ἡ πρόθεσις αὐτοῦ ἦτο νὰ ἀνεύρῃ καὶ προκαλέσῃ ἀκριβῶς τὸ ἐπιστέγασμα ἐκεῖνο τῶν αἰωνίων χειροκροτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπακολουθοῦσι τὰς ἀγορεύσεις του καὶ μεταδίδονται ὡς διαρκὴς θρίαμβος ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω καὶ ἀφῆκα τὴν συζήτησιν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου τὴν ἔθηκε. Διότι ἐσκέφθην ὅτι Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐλευθέρου Κράτους ἀποκαλῶν ἐξουθένωμα τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου προΐσταται, ἀνομολογεῖ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ εἶναι προϊὸν λαοῦ ἐξουθενωθέντος καὶ δεικνύει ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησίς του δὲν δύναται νὰ παρίσταται διεθνῶς ἢ ὡς ἐξουθένωμα τῶν Κυβερνήσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει μίαν συνεχῆ καὶ ἀδιάσπαστον μέθοδον ἐποικοδομήσεως ἐπαγγελιῶν πρὸς τὸν λαόν. Στρέφεται πρὸς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ τρέμει ἐνώπιον τοῦ παρόντος καὶ ἀποδειλιᾷ ἐνατενίζων τὸ μέλλον. Ὑπάρχουσι μόνον οἱ ἐλλοχῶντες καὶ ὑπάρχει ἡ ἀθλιότης τοῦ παρελθόντος, μὲ τὴν διεκτραγῴδησιν τοῦ ὁποίου τέρπεσθε, μεγαλαυχεῖτε καὶ χειροκροτεῖτε, χωρὶς νὰ βλέπωμεν οὔτε νὰ θέλωμεν νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν ἀθλιότητα, ἥτις, ἂν δὲν ἐξεδηλώθη ἀθρόως, θὰ ἐκδηλωθῇ τάχιστα, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὸ συναίσθημα καὶ πάντες ὑμεῖς ἔχετε ἐν τῇ ψυχῇ σας, διότι πάντες εἶσθε Ἕλληνες καὶ πάντων ἡ ψυχὴ πάλλεται καὶ ἀγωνιᾷ πρὸ τοῦ θεάματος τοῦ ἔθνους, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου παρίσταται ἀνίσχυρον τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ ἔστω καὶ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ὑποστήριξιν. Ὁμιλοῦμεν περὶ Ἀνορθώσεως καὶ ἀγῶνος ἀνορθωτικοῦ καὶ νομίζομεν εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος τοῦτο νὰ ζήσῃ καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν ἠθικήν, ὑλικήν, καὶ οἰκονομικὴν ἄνευ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους ὡς ἀδιασπάστου μέρους τοῦ ἔθνους. Τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν εἶναι αὐτοτελής τις ὀργανισμός. Ὅσον δύναται νὰ ζήσῃ μέλος τι τοῦ σώματος ἡμῶν ἄνευ τοῦ ὅλου, ἄλλο τόσον δύναται νὰ ζήσῃ τὸ Κράτος τοῦτο ἄνευ τῆς πίστεως ὅτι ἀποτελεῖ μέρος, ἔστω καὶ ἐλάχιστον, μὴ ἔχον ἐν ἑαυτῷ τὴν δύναμιν τῆς κινήσεως, ἄλλοθι ἔχον τὸ κέντρον τῶν νεύρων, τὰ ὁποῖα κινοῦσιν αὐτό, μέρος τοῦ ὅλου ἔθνους. Δὲν δύναται τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ ζήσῃ οὕτω, καὶ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἔστω, δίχως νὰ εἶναι τὸ φέουδον ἢ ἡ ἐπαρχία ξένης τινὸς ἐπιβολῆς. (Χειροκροτήματα). Φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀνορθωτικὸς ἀγών, ὡς συνεχῶς λόγοις διαφημίζεται, ἡ μετάκλησις ἔνθεν κἀκεῖθεν ξένων ἀγνοούντων καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν Ἱστορίαν καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας ἡμῶν, ἵνα ἀναδιοργανώσωσιν αὐτήν; Τοιαύτην ὀργάνωσιν δὲν ἀναμένει κἄν ὁ κόσμος νὰ εὕρῃ ἀπὸ τὴν Ἀνόρθωσιν. Τὴν εἶχεν ἀνεύρει αἰῶνας πρότερον ὁ Μολλιέρος γράφων τὸν «Ἀρχοντοχωριάτην» του. (Ἱλαρότης). Οὕτω καὶ ἡμεῖς ὡς ὁ ἀρχοντοχωριάτης ἐκεῖνος μετακαλοῦμεν διὰ κάθε τι καὶ ἕνα ὀργανωτὴν τῆς μορφώσεώς μας, τῆς διαπλάσεώς μας καὶ τῆς ἐνισχύσεώς μας, φανταζόμενοι ὅτι ἀνορθούμεθα ἐνώπιον τῆς κοινωνίας τῶν Κρατῶν τῆς γῆς. Βεβαίως ἴσως, ἂν δὲν προκαλοῦμεν εἰσέτι τὸν γέλωτα, ὡς προκαλεῖ τοῦ μεγάλου κωμῳδοῦ τὸ ἔργον, θὰ τὸν προκαλέσομεν ὅμως τάχιστα, διότι ὑπὸ τὴν ἀοριστίαν τῆς Ἀνορθώσεως συγγράφετε ἁπλῶς πολιτειακὴν κωμῳδίαν. (Εὖγε, Εὖγε). Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὴ Ἀνόρθωσις καὶ ὀργάνωσις μὲ Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας μέλη παρίστανται ὡς ἐμπορεύματα πολιτικὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν, ἔτοιμα νὰ ἀπέλθωσι πρὸς ἄλλα μέρη, προσδοκῶντα νὰ κενωθῶσι πρεσβεῖαι, διὰ νὰ ἀναλάβωσιν αὐτάς, μὴ ἔχοντα οὕτως ἐν ἑαυτοῖς τὸ συναίσθημα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης; Ἀνόρθωσις δι’ ὀργανωτῶν, Ἀνόρθωσις Ὑπουργῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν ὑπῆρξεν ὁ πόθος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ ἐπαναστατήσαντος λαοῦ; Τοιαύτης Ἀνορθώσεως τὸν θρίαμβον ἀνῆλθε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διακηρύξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἔλεγε χθὲς καὶ ἐπανέλαβε σήμερον ὅτι εἶναι δημαγωγοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ θελήσωσι νὰ εἴπωσί τι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τούτου, λαοῦ ἀξίου ἀληθῶς θρήνου διὰ τὰ ἀτυχήματά του, διότι ὅλοι οἱ πόθοι καὶ πᾶσαι αἱ ὁρμαὶ αὐτοῦ φαίνονται καταλυόμεναι, ἀφιστάμεναι, ἐξατμιζόμεναι ὑπὸ ἀοράτου δυνάμεως, ἥτις οὐδὲν ἀφήνει νὰ βλαστήσῃ καὶ ἀποδώσῃ καρποὺς ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἐνῷ δ’ οὕτως ἐξαπατᾶται ὁ λαός, ὁμιλεῖ καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εἰς τὰ κλισὲ ἀποτυπούμενα ἑκατοντάκις ἐπὶ δανεισμῷ ἢ ἐπὶ ἐπαναλήψει ἢ ἐλλείψει καλλιτέρων, ὁμιλεῖ καὶ ἐπαναλαμβάνει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ἀγορεύων εἰς τὸ γεῦμα τῆς Κηφισίας περὶ τῶν κορυφῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων ὡς τῶν μόνων βλαβεισῶν καὶ διαφθαρεισῶν, καθότι μόνον ἐκεῖ ἔγκειται τὸ κακόν, ὁ δὲ λαὸς πᾶς εἶναι ἁγνός, προσθέτων οὕτως εἰς τὴν ὕβριν καὶ τὴν δημοκοπίαν. Ὅσον ὁ λαὸς εἶναι ἁγνός, τόσον ἁγναὶ καὶ αἱ κορυφαί. Διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι πάντες εἶσθε τῆς διαφθορᾶς προϊόντα, διότι εἶσθε κοινωνικαὶ κορυφαί, καὶ ἐξ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸ παρελθόν, ἀπηρτίσθη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπετελέσθη τὸ συνέδριον, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Ἐπανάστασις καὶ ὁ λαός, τοῦ ὁποίου σεῖς εἶσθε ἀντιπρόσωποι. Εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια. Δὲν δημοκοποῦσιν οἱ στρεφόμενοι ἐναντίον Κυβερνήσεως κατορθωσάσης ἔτι λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῆς λογικωτάτης ἄλλως τε μετὰ τοιοῦτον κλονισμόν, ἐλλείψεως διαυγείας ἐν τῇ κρίσει τῆς ἐπαναστατησάσης δημοσίας γνώμης, νὰ ἔχῃ τὴν ἀρνητικὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Βεβαίως πάντες μετὰ δικαίας ἀγανακτήσεως ἀποκρούομεν πᾶσαν ἔννοιαν ὑποταγῆς εἰς τὰς μεθόδους ἐκείνας τοῦ παρελθόντος, αἵτινες ἐγκαθίδρυον ἐν πάσῃ ἐπαρχίᾳ καὶ μικρὸν κομματαρχίσκον ἐπὶ τῇ γνώσει ὅτι ἡ συναλλαγὴ δὲν ἐξεπέμπετο ἐκ τῶν μικρῶν ἐκείνων, ἀλλ’ ἄνωθεν, καὶ ἔφθανεν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια· καὶ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πολιτικοὶ ὑπῆρξαν συνήθως τὰ θύματα, πρὸς τὰ ὁποῖα διωχετεύθη ἐντεῦθεν ἡ διαφθορά. Διότι καὶ εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια δὲν παρίσταντο οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὀλιγαρχούντων. Πρώτην φορὰν ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ παρίστανται, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐδιώκοντο, διότι, ὁσάκις ὑπῆρχε δύναμις λαϊκὴ εἰσκομίζουσα ἐνταῦθα τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἐπήρχετο ἡ χεὶρ ἐκείνη, ἡ ὁποία διήρπαζε καὶ ἔρριπτεν αὐτὴν εἰς τοὺς ἀνέμους, ὅπως δεκάκις ἔρριψε τοιαύτας Κυβερνήσεις. Καὶ ἐνῷ ἔχει τοιαύτην λαϊκὴν δύναμιν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔρχεται καὶ ἀνακηρύσσει ὅτι ὁ λαὸς οὗτος ὑπῆρξε τὸ ἐξουθένωμα, διότι ἐξηκολούθει τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαιτείας οὐχὶ ὁ λαὸς, ἀλλ’ αἱ διὰ τῆς ὀλιγαρχίας καταρτιζόμεναι Κυβερνήσεις. Ἔκαμεν ἄριστα καὶ ἀπῆλθεν, ἵνα ἀναπαυθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀσχοληθῇ πρὸς ἄλλας ἐργασίας τοῦ ἔθνους, διότι ὄντως ἑκάστη στιγμὴ τῶν ἡμερῶν τούτων εἶναι στιγμὴ πραγματικῆς ἀγωνίας. Ποῖον ὅμως παρελθὸν πρὸ διετίας κατήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τί μετὰ διετίαν ἔχομεν; Τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκρινε τὴν Ἑλλάδα ἱκανὴν νὰ παράσχῃ, ὡς εἶπον προηγουμένως, τὴν ἠθικὴν ἔστω αὑτῆς ἀρωγήν; Τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἐκυβερνώμεθα διὰ τῆς μεθόδου ἐπαιτείας πρὸς τοὺς ἰσχυρούς; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων καὶ γνωρίζοντας ἀναμφισβητήτως ἐν τῇ κοινῇ εὐθύνῃ, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσι, τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐπράξατε πλέον τοῦ παρελθόντος ἐκείνου; Ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε σεῖς φωνὴν κἂν προστασίας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν; Ἐτολμήθη ποτὲ νὰ λεχθῇ ἀπὸ ἄλλην Κυβέρνησιν, ὡς θριαμβευτικῶς διαφημίζετε σεῖς, ὅτι, ἐὰν ὁ Κρητικὸς λαὸς ἐσκόπει νὰ φέρῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του μέχρι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, θὰ ἀπεμάκρυνεν αὐτοὺς καὶ διὰ τῆς λόγχης; Ἐτολμήθη δὲ νὰ λεχθῇ τοῦτο κατὰ τὸ παρελθόν, ὁπότε καὶ δὲν ὑπῆρχε κἂν ἡ ῥητή, ἡ δεδηλωμένη τῶν Δυνάμεων βεβαίωσις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ δεικνύῃ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Κρήτην; Ἐνῷ δὲ ἀπὸ τοῦ 1908 καὶ ἐντεῦθεν τοιαύτην εἴχομεν περὶ Κρήτης ἐπίσημον διαπίστευσιν, ὑποχρεώσασαν τὸ Κράτος ἡμῶν, ἵνα περὶ τῆς Κρήτης ἐνδιαφέρηται ὡς περὶ Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, ἐμφανίζεται δημοσίᾳ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἀποκαλοῦσα προδότας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν ψυχήν, ἥτις διαπνέει τὸν Κρητικὸν λαόν, ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξουθένωμα, ἀλλ’ ὅτι δύναται εἰς πᾶσαν στιγμήν, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν εὐθετωτάτην νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ δικαιώματα. Καὶ ἆρά γε ἦτο ἐπιτετραμμένον προχθές, ἀνακινουμένου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ ὁποίου ἑκάστη μικρὰ γωνία ἀνυψώθη διὰ τοῦ μαρτυρίου αἰώνων, ἀναπολουμένου τοῦ μαρτυρίου τοῦ τραγικοῦ ἑνὸς ἱεράρχου καὶ ὅτε τοῦ ἐπισήμου ἐγγράφου ἀνομολογοῦντος ὅτι εἴχομεν δικαίωμα ὡς Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῶμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν ἱκανοποίησιν, ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Ἕλληνα Πρωθυπουργὸν ἐκπροσωποῦντα Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν καὶ οὐχὶ Κυβέρνησιν διεθνῶς ἐξουθενωθεῖσαν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν; Ὑπέδειξεν ἐν τῇ ταραχῇ του ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ πρεσβυτέρου τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦ τόσον εὐλαβοῦς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων, τοῦ σχεδὸν μὴ ἀφήνοντος ἵνα ἀσαφῶς καθορισθῶσιν αἱ ἔννοιαι τῶν φράσεων αὑτοῦ, ὅταν πρόκειται περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιτιμηθῇ ἴσως ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τοῦ γένους; Καὶ ἀνῆλθε βαρυθυμῶν καὶ καμπτόμενος ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐντυπώσεως ἐκείνης ὁ γηραιὸς ἀνήρ, ὅστις μετὰ τῶν ἄλλων ἀνδρῶν τοῦ παρελθόντος ἀφιέρωσε τὰς ὑποχρεώσεις, ἂν ὄχι τὰ αἰσθήματα αὑτοῦ, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει πρὸς τὴν παλαίσασαν διὰ τὴν μεγάλην πατρίδα οἰκογένειάν του, ἤρχετο βαρύθυμος καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ συνεζήτει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἂν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τῷ ἐπετρέπει νὰ ἀναφέρῃ ἐνώπιον τοῦ περιβόλου τούτου τὸ ὄνομα τοῦ κρεουργηθέντος ἀγρίως ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἔθνους ἡμῶν...
§149Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ σφάλμα ἦτο ἰδικόν μου· ὁ κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως οὐδὲν μοὶ εἶπεν.
§150Γ. ΠΩΠ. Θαυμάζω ἀληθῶς τὴν αὐτοθυσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ τὸν ἀφήσω εἰς τὴν αὐτοθυσίαν ταύτην. Εἶδον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤκουσα αὐτοῦ ἀναφωνοῦντος· «δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὁμιλήσῃ». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλά, καὶ ἂν συνέβαινεν ἐξ ὑπερμέτρου εὐλαβείας πρὸς τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, διακόπτων με ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος, ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ στιγμαί, καθ’ ἃς ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ξηρὸν γράμμα ἀνίσταται ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ πρὸς τὸ ἔθνος δὲν ἠδυνάμεθα λόγῳ τῆς μεθόδου τῆς Ἀνορθώσεως νὰ τείνωμεν χεῖρα ἀρωγόν, νὰ τείνωμεν τουλάχιστον τὴν φωνὴν ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ καὶ ὄχι διὰ τῶν θρηνωδῶν ἐκείνων ἱκεσιῶν καὶ διὰ τῶν ἐπιμνημοσύνων τελετῶν, αἵτινες, ὁσάκις δὲν παρακολουθοῦνται ἀπὸ ἐργασίας, δὲν παρουσιάζουσιν ἔθνη ἠνδρωμένα, ἀλλὰ παρουσιάζουσιν ἔθνη γεγηρακότα καί τι πλέον· ἔθνη τὰ ὁποῖα ζῶντα διὰ τῆς ἐπαιτείας ἐπιδεικνύουσιν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας περὶ αὐτῶν κανὲν ἐνδιαφέρον ἀηδῶς τὰ ῥάκη καὶ τὰ ἕλκη ἑνὸς λαοῦ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια. (Χειροκροτήματα). Ὅτε ἔχομεν, κύριοι Βουλευταί, τοιαύτην τὴν ἀντίληψιν τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ γενικωτάτης ἐθνικῆς ἐπόψεως καὶ ὅτε ἔχετε πάντες ἐνώπιον ὑμῶν τὴν εἰκόνα τῶν ἔργων τῶν κυβερνητικῶν, δὲν θέλω κἂν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τῆς ἐσωτερικῆς Ἀνορθώσεως. Εἶναι καιρὸς πάντες ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ συσκεφθῶμεν ἂν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς λεγομένης ἀψόγου στάσεως νὰ συνεχίσωμεν καὶ τὸν ἐσωτερικὸν ἡμῶν πολιτικὸν βίον. Δι’ ἐμὲ τουλάχιστον οὐδέποτε θὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται ὡς πεποίθησις ἀκράδαντος ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκλείψῃ τὸ Κράτος τοῦτο, ἐὰν δὲν θεωρῇ ἑαυτὸ μέλος ἀναπόσπαστον τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἔθνους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§151Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑπῆρξα ἐγώ, Κύριοι, ἡ ἀφορμή, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρελθοῦσαν νύκτα νὰ δρέψῃ χειροκροτήματα, ὡς χαρακτηρίσας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐν πλήρει δικαίῳ κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς τὸν λαμπρότερον λαὸν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε διὰ τὴν γνώμην μου αὐτὴν νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ ἐμὲ ὡς δημαγωγόν, τὰ δὲ σημερινὰ ὑπουργικὰ ὄργανα εὑρόντα τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν καὶ ἔχοντα ἀφορμὴν ἐναντίον μου ἐξέχυσαν ὅλον τὸ δηλητήριον κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ τάχα, Κύριοι, ὁ τοιοῦτος θρίαμβος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο περιττός, ἵνα προστεθῇ εἰς τόσους ἄλλους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θριάμβους; Ἐλέγομεν ἡμεῖς χθὲς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἀντὶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του πρὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην, θὰ ἦτο μυριάκις προτιμότερον νὰ στρέψῃ ταύτην πρὸς τὰ παρασκήνια, ἔνθα τελοῦνται καὶ ἀπεργάζονται ὅλαι αἱ πολιτικαὶ φαυλότητες, ἐκεῖ ἔνθα σφυρηλατοῦνται καὶ χαλκεύονται ὅλα τὰ δεσμὰ τοῦ ἔθνους, ἐκεῖ ἔνθα φθείρεται καὶ διαφθείρεται τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἡ ἡμετέρα φυλὴ καὶ τὸ ἡμέτερον ἔθνος κατέστη τὸ ἐξουθένωμα τῶν ἐθνῶν. Λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην, ἵνα θέσω αὐτῷ τὸ ἐρώτημα: τί ἐνήργησεν, ὅπως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν οἰκτίρει καὶ ἐλεεινολογεῖ καὶ τὴν ὁποίαν παρέλαβεν; Οὐδέν, ἀπολύτως οὐδέν. Μόνον ἐπιδιώκει καὶ ζητεῖ διὰ τῆς ἰσχύος, μὲ τὴν ὁποίαν τὸν περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, νὰ θερμάνῃ καὶ προστατεύῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὰ μέγιστα, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιέλθῃ εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι εἴμεθα ἐξουθένωμα τῶν ἐθνῶν, ὅτι ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, τὴν ἰδίαν στιγμὴν διὰ τῶν πράξεών του διαψεύδει τοὺς λόγους του. Οὐδὲν βεβαίως ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ ὅτι οἱ λαοὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται νυχθημερόν, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ἤθελε συντελέσει ἡ ἐργασία ἑνὸς λαοῦ, ἂν οἱ ἡγέται αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄξιοι, ὅπως ὁδηγήσωσι τὸν λαὸν αὐτὸν εἰς τὴν ἀκμὴν καὶ εἰς τὴν πρόοδον. Ἐδήλωσα, κύριοι Βουλευταί, ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ πᾶσαν προσπάθειαν, παρὰ πᾶσαν θυσίαν, παρὰ πᾶσαν ἐργασίαν εἶναι προωρισμένος νὰ σήπηται καὶ νὰ ἐργάζηται διὰ μίαν ὡρισμένην τάξιν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀδιάφορος παρατηρητής, παρατηρῶν τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς ἡμετέρας χώρας, θὰ ἀνεύρῃ παντοῦ καὶ πάντοτε ἓν κώλυμα, μίαν δύναμιν, ἥτις ἀνατρέπει καὶ ἐκμηδενίζει πᾶσαν ἐνέργειαν. Θὰ ἴδωμεν ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι οἱ ἄλλοι δὲν ἐπέτυχον. Ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀποκτήσῃ ποτὲ στόλον, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀποκτήσῃ ποτὲ στρατόν, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐπιτύχητε τοῦτο, βεβαίως πάντες ἡμεῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐνίοτε στρέφετε τὰ βέλη, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ γίνωμεν φίλοι σας. (Διάλογοι). Ἀποροῦσι καὶ ἐξίστανται, θορυβοῦσι καὶ ἀποδοκιμάζουσι καὶ ἐνίοτε ὑβρίζουσι σιωπηλῶς τινα τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας πῶς καὶ διατί τέλος πάντων καὶ ἡμεῖς δὲν συνομολογοῦμεν εἰς ὅσα λέγονται ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν, διότι ὑπῆρξαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ εἴμεθα φίλοι τῆς ἰδέας, καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐννοοῦμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως θηρεύωμεν χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίας ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων, τὰ χειροκροτήματα τῆς συνειδήσεώς μας εἶναι ἱκανὰ καὶ αὐτὰ μόνα καὶ μόνα ταῦτα μᾶς ἐλαύνουσιν, ἵνα ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες χθὲς μὲ διέκοπτον, καὶ σεβόμενος τὴν Βουλὴν δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐρωτήσω ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, διότι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία παρένθεσις, δὲν ἀρκεῖ, ὑποθέτω, εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος νὰ ἀναδιοργανώσῃ ἓν ἔθνος, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην καὶ βοηθῶν, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ κατ’ ἐξοχὴν τῶν χαρακτήρων καὶ τῶν ἱκανῶν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ εὐνοηθῇ ὑπὸ τῆς τύχης καὶ νὰ προικισθῇ μὲ ἐξαιρετικὴν διάνοιαν, ἔχει ἀνάγκην, λέγω, ἐκλογῆς καταλλήλων προσώπων. Ἔχει τοιαῦτα πρόσωπα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ναὶ καὶ ὄχι.
§152ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀπὸ τὸν Ἄρην νὰ τὰ φέρῃ;
§153Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λαμπρά! Βεβαίως δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, μεθ’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρ’ ὅλην αὑτοῦ τὴν εὐφυΐαν θὰ κατανοήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μας. Θὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἐν μέρει περιστοιχίζεται ὑπὸ κολάκων, ῥᾳδιούργων καὶ ἐπιτηδείων, οἵτινες ἀπὸ σκοποῦ πρὸς ἴδια ὀφέλη ὠθοῦσιν αὐτὸν ἀπὸ ὀλισθήματος εἰς ὀλίσθημα. Ἐρωτῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἐνήργησεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηγγέλθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ Βουλευτοῦ παρακαθημένου ὅτι Βουλευταὶ ἠθέλησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν ἑταιρείαν τῶν κοραλλίων;
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐστάλη εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§155Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς οὐδὲν ἐνήργησεν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτε ἐγὼ πρὸ μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλα τὰ αἴσχη τῆς Ὑπερωκεανείου ἑταιρείας, τί ἐγένετο;
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις.
§157Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τοιαύτην ἀπάντησιν περιέμενον· καὶ θὰ ἐνεργῶνται.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δικαστικαὶ ἀνακρίσεις.
§159Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἰδού, κύριε Πρωθυπουργέ, ποῦ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ ἀνόρθωσις.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῦ δηλαδή;
§161Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐδῶ ἀκριβῶς· οὐδὲν ἐνηργήσατε καὶ οὐδὲν θὰ ἐνεργήσητε, καίτοι παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι καί, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, τὰ πράγματα μένουσιν ὅπως εἶχον πρότερον καὶ ἡμεῖς καλὰ καὶ αὐτοὶ καλλίτερα. (Ἱλαρότης). Ἀλλὰ πείθεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς ἔχοντας θεωρίαν ἐπισκόπου καὶ καρδίαν μυλωνᾶ, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὰ ἀποτελέσματα σήμερον ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ χθὲς ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ θερμοτάτης χειραψίας ἐχαιρέτιζε καὶ θερμῶς συνεζήτει μετὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐνταῦθα, ὅπως καταλάβῃ περιφανῆ θέσιν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει, καὶ ὅστις ποιούμενος κατάχρησιν τῆς δυνάμεως, τῆς ἰσχύος, τῆς εὐνοίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ὑπέδειξεν ὡς ὑποψήφιον καθηγητὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτήν, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν τόσοι ἄλλοι ἦσαν ὑποψήφιοι.
§162Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διατί ὑβρίζετε ἀπόντα συνάδελφόν σας, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ ὑπέδειξεν ὡς καθηγητὴν ἐπιστήμονα, τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ὅμοιος ἐν Ἑλλάδι;
§163Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐδολοφόνησεν ἄλλους.
§164Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν ἐδολοφόνησε κανένα. Εἶναι ἐντροπὴ σεῖς νὰ ὑβρίζητε ἀπόντα συνάδελφον καὶ ἐπιστήμονα, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ ὁποῖος ὑπέδειξε καθηγητήν, τοῦ ὁποίου ὅμοιος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι κανείς.
§165Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλῆτε οὕτω περὶ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις ὡς κριτοῦ ἔχει κῦρος καὶ εἰς Εὐρωπαϊκὰ Πανεπιστήμια.
§166Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δι’ ὀκτὼ θέσεις ἦσαν 103 ὑποψήφιοι.
§167Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ Θεὸς οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ ἀναλαμβάνῃ νὰ διορίσῃ τὸν ἀνεψιόν του.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ· δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§169Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα.
§170ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν ἄλλην ἡμέραν.
§171Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὡς καθηγητής, καὶ ὡς Βουλευτὴς ἀφῆκε τὴν θέσιν του καὶ ἦλθε καὶ ἐζώσθη τὸ ξίφος.
§172Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἐπληγώθην.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Μιχαλέα.
§174Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἐντελῶς περιττά. Ἡ πλειονοψηφία ἐξαγριοῦται, διότι φρονεῖ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις στρέφεται κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὕτω νὰ ἀπολεσθῶσι τὰ ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς ἰσχύος λάφυρα. Ἀλλ’ ὅταν τις, κύριοι Βουλευταί, δύναται νὰ εἰσέρχηται ἐκ τῆς θύρας, δὲν εἰσέρχεται ἐκ τοῦ παραθύρου, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται ἐκ τοῦ παραθύρου, γνωρίζετε πῶς χαρακτηρίζεται. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι τὴν τελευταίαν ἀκριβῶς ἡμέραν τὴν 11ην ὥραν τῆς πρωίας ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐκάλεσε τὸ ἔθνος, παραιτεῖται καὶ ὑποδεικνύει τὸν ἀνεψιόν του.
§175Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἦτο χρέος του νὰ τὸν ὑποδείξῃ.
§176Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ βλέπετε ὅσοι θέλετε νὰ βλέπητε καὶ νὰ ἀκούητε πῶς ἀντιλαμβάνονται τὰ πράγματα καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως ἄνθρωποι. Χαρακτηρίζουσιν ὡς ὕβριν ὅ,τι εἶναι ἀλήθεια πικρά. Ἰδοὺ πῶς ἀντιλαμβάνονται καὶ ἐννοοῦσι τὴν ἀνόρθωσιν οἱ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὄχι, ὄχι· δὲν θὰ ἀφήσωμεν τὴν πατρίδα μας εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἵτινες ἀποκαλοῦνται ἔξυπνοι, καὶ λέγονται ἔξυπνοι, ἐκείνων οἵτινες δύνανται νὰ θησαυρίζωσι καὶ ἀποκτῶσιν ἀξιώματα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον. Ὄχι· δὲν θὰ ἀφήσωμεν τὴν πατρίδα μας εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀναισχυντίαν, τὴν εὐτέλειαν, νὰ εἶναι φίλοι τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, δὲν θ’ ἀφήσωμεν νὰ πέσῃ εἰς χεῖρας αὐτῶν τῶν κοράκων τῆς Ἀνορθώσεως. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς δημαγωγοὶ οἱ παρερχόμενοι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ προσπαθοῦντες μὲ πάντα τρόπον καὶ κάθε μέσον, ὅπως συγκρατήσωμεν τὰ ὀλισθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιπίπτει ἡ Κυβέρνησις. Ὁμολογῶ ὅτι ἴσως ἡ στενὴ ἡμῶν διάνοια δὲν δύναται νὰ ἀντικρύσῃ τὴν κυβερνητικήν, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ὕπαρξις ἐπὶ τῆς γῆς, ἥτις νὰ μὴ δύναται νὰ προσθέσῃ κάτι ἔστω καὶ εἰς τὸν λέοντα. Καὶ ὅταν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τοὺς ὁποίους ἐχαρακτηρίσατε ὡς δημαγωγούς, οὕτως ὁμιλῶμεν, δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνητε ὡς προερχομένους ἐκ λόγων Ἀντιπολιτεύσεως τοὺς λόγους μας. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἴδητε ὅτι τὰ ὑφ’ ἡμῶν λεχθέντα εἶναι ἀληθέστατα, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ ἡ ἰδία κατάστασις ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ μάθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι οἱ ἄνθρακες εἰς χείρονα κατάστασιν ἢ τῶν παρελθόντων ἐτῶν εὑρίσκονται. Ἐγὼ μίαν καὶ μόνην σύστασιν εἶχον νὰ κάμω καὶ πρὸς τοὺς ἐμπίστους φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐκεῖνοι μὲν νὰ μὴ ἀποδοκιμάζωσιν ὁσάκις ὁ ἀγορεύων ἔχει τὸ σθένος καὶ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἀποκαλύπτῃ τὰ γεγονότα, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιδιώξῃ ἄλλας νὰ δρέψῃ δάφνας καὶ νὰ μὴ ἐπαίρηται εἰς τὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νίκας αὑτοῦ, νὰ μὴ λησμονῇ δὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ Καπιτωλίου μέχρι τῆς Ταρπηίας ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι παρὰ ἓν μόνον βῆμα.
§177Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω πόθεν νὰ ἀρχίσω καὶ ποῦ νὰ τελειώσω μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν σύγχυσιν τῶν θεμάτων· ἐνῷ εἴχομεν ἄλλο ζήτημα, ὠλισθήσαμεν εἰς ἄλλο· διότι ἐγράφη ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὕβρισε δῆθεν τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτεροι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἠκολούθουν, καὶ ὄχι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἠσπάσθημεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ μᾶς προέτειναν, ἔρχονται καὶ καταγγέλλουσιν, ὅτι ὁ καθήμενος εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζον. Πότε ἠπατῶντο; τότε, ὅτε μᾶς ὑπεδείκνυον τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἢ τώρα; Ἐὰν ἠπατῶντο τότε καὶ λέγωσι τ’ ἀληθῆ τώρα, ἡμεῖς λέγομεν ὅτι εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ τοῖς ἐπιτάσσεται νὰ ἀκούσωσι καὶ αὐτοὶ ἡμᾶς τοὺς περισσοτέρους, καὶ ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, δὲν ἀπατῶνται εἰς τὴν δευτέραν των γνώμην, τότε νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡμεῖς θὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν. Καὶ ἄλλος συνάδελφος χθὲς εἶπεν ὅτι κατεπατήθησαν τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ· εἶναι πολὺ μικρὸς τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καταπατήσῃ τοῦ λαοῦ τὰ δικαιώματα, παρισταμένων ἡμῶν ἐνταῦθα, καὶ τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν βῆμα πρὸς βῆμα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἤγαγον ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐν γένει διορθώσεως τῶν κακῶς ἐν τῷ τόπῳ ἐχόντων, μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χειρίζονται καλλίτερον ἐμοῦ τὸν λόγον, καὶ ἐὰν ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν ἐδῶ, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔχομεν συμφέρον νὰ σιγήσωμεν, νὰ προστατεύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ βοηθήσωμεν αὐτήν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς νομίζει, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν εἶναι τώρα ἐν ἀληθείᾳ, τότε εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον. Νὰ μάθῃ λοιπὸν ἕκαστος τῶν ῥητόρων ὅτι ἔχομεν τὸ συναίσθημα ὅτι πᾶσα προσβολὴ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι προσβολὴ καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν αὐτόν. Ἐγὼ δὲν ἀντιπροσωπεύω μόνον τὸν λαόν, ἀλλ’ εἶμαι αὐτὸς ὁ λαός, διότι γνωρίζω καὶ αἰσθάνομαι τί λέγει ὁ λαὸς καὶ τί αἰσθάνεται καὶ τί ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Βουλευτὴς διὰ λόγους, εἶμαι Βουλευτὴς δι’ ἔργα, καί, ὁπόταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, εἶμαι πρόθυμος ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ συζητήσω μεθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐπὶ ὅλων τῶν σημείων τῆς καταστάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις τοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτῆς. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει ἀδιστάκτως ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ὡς ἐπιθυμοῦσιν οἱ συμπολῖταί μας, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ, ἵνα εἴμεθα πειθήνια ὄργανα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ, ὄχι διὰ νὰ λέγωμεν ναί, ὅταν λέγῃ ὁ κ. Βενιζέλος ναί, ἀλλὰ νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν βοηθήσωμεν, ὅπως ἐξελέγχοντες πᾶν κακῶς κείμενον διορθώσωμεν αὐτό. Τὸ αὐτὸ πράττετε καὶ σεῖς, ἀλλὰ εἰς μίαν ἔκτασιν, ἡ ὁποία φθάνει τὸ ἀπροχώρητον, διότι θέλετε νὰ ἔχητε τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς καταγγέλλει ὡς ἀντιπολιτευομένους. Καὶ ἐρωτῶ· σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι διατί εἶσθε ἀντιπολιτευόμενοι, ἀφοῦ διὰ τὸ αὐτὸ ἐκλήθητε; καὶ ποῖον ἀντιπολιτευόμεθα; τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἡ θέλησις εἶναι ὁ κ. Βενιζέλος; Ἐγὼ δὲν σᾶς βλέπω ἀντιπολιτευομένους εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ἀλλὰ τέλος πάντων λόγῳ τῆς μεγίστης ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ τόπος μας, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ εὐνομία, εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσωσιν οἱ θόρυβοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσιν ἔξωθι τῆς Βουλῆς τὴν ἀγανάκτησιν, ἐξ ἧς εὑρίσκεται καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς θέσιν νὰ θυμώνῃ, τὸν ὁποῖον τελευτῶν παρακαλῶ νὰ μὴ πράττῃ τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνή μου θὰ εἰσακουσθῇ, καὶ ὅτι μετὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτά, ἀλλὰ θὰ γίνηται ἡ συζήτησις ἐν ὁμονοίᾳ ζηλευτῇ πρὸς τὸ καλὸν τῆς πατρίδος (χειροκροτήματα ζωηρά). Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.
§178Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἢ νὰ εἴπω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ συζήτησις εἶναι τόσον σοβαρά, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀρχίσῃ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ τελειώσῃ μὲ τὸν κ. Μαμάνην!
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶπον, κύριοι Βουλευταί, καὶ προχθὲς ἀγορεύων, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διευκολύνει τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Συνελεύσει, τείνει καὶ εἰς τὸ νὰ συγκρατῇ τὰ δικαιώματα, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ 58ῳ τοῦ Κανονισμοῦ πρόκειται περὶ τοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἀσκῆται οὗτος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί εἶναι ὁ ἔλεγχος, κύριοι Βουλευταί; Ὁ ἔλεγχος εἶναι ὁ περιορισμὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ὑπερβασιῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, ὡς ἔχει τεθῆ ἐνταῦθα, εἶναι ἆρά γε καὶ τοῦτο φιλελεύθερον; «Κατὰ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν λαμβάνει τὸν λόγον εἷς τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν Βουλευτῶν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς καὶ εἷς τῶν ἀντιλεγόντων, ἀμφότεροι δ’ ὅμως δὲν δύνανται νὰ παρατείνωσι τὸν λόγον πλέον τῶν 15′ τῆς ὥρας ἕκαστος». Ἀλλ’ εἶναι ἔλεγχος αὐτός, κύριοι Βουλευταί, τῶν κυβερνητικῶν πράξεων;
§180Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατί τὸ παρεξηγεῖτε; Δὲν ἀφορᾷ αὐτό· δὲν παρηκολουθήσατε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν ἀναγράφεται ὅτι τῇ προτάσει δέκα Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀναστάσεως νὰ μεταβάλῃ τὴν τάξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν κρίνῃ ἐπείγουσαν τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεώς τινος. Ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος ὁρίζονται τὰ 15′ λεπτά, προκειμένου δηλαδὴ περὶ μεταβολῆς τῆς τάξεως.
§181Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δηλαδή, προκειμένου νὰ ἐπερωτήσῃ τις τὴν Κυβέρνησιν, τί γίνεται;
§182Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀπεριόριστος ὁ ἔλεγχος.
§183Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 58 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 59ον (ἀναγινώσκεται).
§185Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ κύριοι Καφετζόπουλος καὶ Θεοδωρόπουλος ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν. Ἀποδέχομαι, ἵνα μετὰ τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον, προστεθῇ· «προτασσομένων τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει προτάσεων νόμου».
§186Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μένει ἡ λέξις «κυρία»;
§187Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι: «τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας».
§188Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀποκλείεται ὅτι καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἡμέρας δύνανται νὰ ψηφισθῶσι προτάσεις νόμου;
§189Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν προτάσσονται.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 59 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ «κυρία» θ’ ἀπαλειφθῇ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 60όν (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 60 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 61–68). Ἄρθρον 69ον (ἀναγινώσκεται).
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει): «Τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως συζήτησιν». Εἶναι πρόσφατοι αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν διὰ μακροτάτων, ὅπως μὴ γίνηται μετὰ σπουδῆς ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων. Ἐπιμένων εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην νομίζω ὅτι πᾶσα διάταξις καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀποβλέπουσα εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, πρέπει νὰ εἶναι παραδεκτὴ ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὥστε καὶ δι’ ὑπερβολικῶν ἀκόμη διατάξεων ἐπί τινα χρόνον νὰ συνηθίσωμεν νὰ συζητῶμεν μετὰ ψυχραιμίας καὶ μετὰ ἐπιμελείας, ἀλλὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπὶ περισσότερον χρόνον τὰ νομοθετήματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ φράσις: «ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως συζήτησιν» δέον ν’ ἀπαλειφθῇ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἂς ἐφαρμόσωμεν τοιουτοτρόπως τοιαύτας διατάξεις, ἔστω ὑπερβολικάς, ἐπὶ ἕν, δύο, τρία ἔτη, καὶ ἔπειτα, βραδύτερον, ἂς καταρτίσωμεν ἄλλας διατάξεις· ἂς ἀποκτήσωμεν ὅμως τὴν ἕξιν νὰ συζητῶμεν πρεπόντως τὰ νομοθετήματα, μετὰ ταῦτα δ’ ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν γοργότερον τρόπον.
§194Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι διάταξις περιεχομένη εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν.
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤδη ὅμως εἴπομεν νὰ βαδίσωμεν νέαν ὁδόν.
§196Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ δυσχεράνωμεν τὴν συζήτησιν;
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἔστω, ἂς δυσχεράνωμεν τὴν συζήτησιν, ἵνα συνηθίσωμεν, λέγω, νὰ συζητῶμεν ὅπως πρέπει, διότι δὲν ἦτο κατάστασις ἡ συζήτησις αὕτη τῶν νομοσχεδίων.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 69 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 70όν (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται ὡσαύτως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 70). Ἄρθρον 71ον (ἀναγινώσκεται).
§199Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας νὰ σβεσθῇ αὐτὴ ἡ προσθήκη, διότι εἶναι καὶ ἀντικοινοβουλευτική. Δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ θέτῃ αὐτὸς τὰ ζητήματα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ.
§200Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ εἶναι συντεταγμένη διὰ φράσεων ἀπρεπῶν, ναί, ἀλλ’ ἡ φράσις «ἢ μὴ σχετιζομένη πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα» νὰ διαγραφῇ, διότι εἶναι ὑπερβολικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ κρίνῃ αὐτὸς καὶ μόνος ἂν σχετίζεται πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα ἢ ὄχι.
§201Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι συντεταγμέναι ὑβριστικῶς καὶ δι’ ἀπρεπῶν φράσεων, οὐδὲν δὲ ἀποφασίζει ὁ Πρόεδρος μόνος, διότι ὁ Βουλευτής, ἂν ἔχῃ τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι δι’ ἀπρεπῶν φράσεων συντεταγμένη, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Ἡ φράσις «ἢ μὴ σχετιζομένη πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα» ἀπαλείφεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 71 κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Προέδρου κ. Τσιριμώκου).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 72ον (ἀναγινώσκεται).
§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§204Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς οὐσιώδους ἔχω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖ περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· περὶ ἑνὸς ἄλλου πράγματος δὲν ἐλήφθη πρόνοια· συζητοῦνται τὰ ἔσοδα καὶ ψηφίζονται, καὶ κατόπιν ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐξόδων. Εἶναι βεβαίως ἓν πολὺ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ τοὺς πολιτειολόγους καὶ τοὺς οἰκονομολόγους, τί πρέπει νὰ ψηφίζωνται πρῶτον, τὰ ἔσοδα ἢ τὰ ἔξοδα. Ἡ Πολιτεία ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὡρισμένα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν καὶ κατόπιν θὰ ψηφίσῃ τὰ ἔξοδα ἢ θὰ σκεφθῇ ἄλλως, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ αὐταὶ ἐκδηλοῦνται διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὅτε, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ὁρίσῃ τὰς διαφόρους ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, τότε ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κανονίσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξε τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμός. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐξόδων συζήτησις εἶναι τυπικὴ πλέον, διότι προϋποτίθεται ὅτι μία Κυβέρνησις πρέπει νὰ παρουσιάσῃ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐν τῇ συζητήσει τῶν ἐσόδων περιλαμβάνεται καὶ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο εἶναι ὀρθόν, ὅπως κατὰ ἓν στάδιον τῆς συζητήσεως ἡ συζήτησις λάβῃ γενικὸν χαρακτῆρα, καὶ βεβαίως, ὅταν προηγῶνται τὰ ἔσοδα, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐσόδων νὰ ἀναβάλληται καὶ τούτων ἡ ψήφισις, ὅπως γίνῃ αὕτη κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων; Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθωσι περικοπαὶ δαπανῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ τόσα ἔσοδα, ὅσα ἐζήτησεν, ὅτε ὑπέβαλλε τὸν Προϋπολογισμόν, ἤ, ὅταν ψηφισθῶσι περισσότερα ἔξοδα, νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος, ὅπως ἐξεύρῃ τοὺς τακτικοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καλύψῃ τὰ ψηφισθέντα ἔξοδα. Θὰ προέτεινον λοιπόν, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐσόδων γίνηται κατ’ αὐτὴν τὴν σειράν, ἡ ψήφισις ὅμως τῶν ἐσόδων νὰ γίνηται βραδύτερον μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφίσεως τῶν ἐξόδων, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ αὐξηθῶσιν ἢ νὰ μειωθῶσι τὰ ἔσοδα.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθησαν τὰ ἔσοδα· ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὑπέβαλεν ἰσοσκελῆ, προϊούσης ὅμως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἰσοσκέλεια ἐκείνη διεταράχθη· τίποτε δὲν κωλύει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ψηφισθῇ αὔξησις ἑνὸς φόρου ἢ ἐξεύρεσις νέου πόρου, διὰ νὰ καλυφθῶσι τὰ ἔξοδα.
§206Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία εἰς τὴν καθόλου συζήτησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.
§207Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 72 δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 60 κατὰ τοῦτο· ὁ προϋπολογισμὸς τῶν Ὑπουργείων ψηφίζεται χωριστὰ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας, ἀλλὰ πάντως ἐπέρχεται καὶ χωριστὴ ψήφισις τῶν Ὑπουργείων. Νομίζω ὅτι ἁρμονικώτερον θὰ εἶχεν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 72 πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἔλεγε· συζήτησις τῶν ἐσόδων, τῆς ψηφίσεως δυναμένης νὰ γίνηται εἰς ἄλλην ἡμέραν μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων· δεύτερον συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶτα τῶν Ναυτικῶν, ἡ αὐτὴ δὲ εἰδίκευσις νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὸ τρίτον καὶ τέταρτον ἐδάφιον, διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀθροιστικῶς, ὡς ἔσχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐγένετο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1911.
§208Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐψηφίζοντο χωριστά. Ἡ διάταξις εἶναι τοῦ Συντάγματος.
§209Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§211Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο, κύριοι Βουλευταί, καλλίτερον νὰ διερρυθμίζετο τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα· ἐπὶ πλέον εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναγραφῇ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἄλλο νομοσχέδιον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θὰ ἀναγράφηται παρὰ μόνον ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐφεξῆς ὁ ἀναγκαῖος χρόνος εἰς τὴν ἐμβριθῆ καὶ ἐσκεμμένην συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι νὰ διεξάγηται αὕτη ἐσπευσμένως καὶ ἀβρόχοις ποσὶ κατὰ τὰς ἡμέρας καὶ μεταμεσονυκτίους ὥρας τῆς λήξεως τῆς Συνόδου· διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἐμοῦ.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως ἔχει, φαίνεται ὅτι ὅλων τῶν Ὑπουργείων οἱ προϋπολογισμοὶ θὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι μαζί.
§213Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι διατετυπωμένον καλῶς καὶ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε καλῶς.
§214Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὸ ἑξῆς. Λέγει: «Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων συζητεῖται καὶ ψηφίζεται ἐφάπαξ κατὰ τὰ ἑξῆς τέσσαρα τμήματα». Ἔχετε ὁρίσει τὰ κεφάλαια ἐδῶ καὶ λέγετε: «Αʹ) Συζήτησις τῶν ἐσόδων· Βʹ) Συζήτησις τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν». Φαίνεται ὅτι ὅλα θὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι διὰ μιᾶς.
§215Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι· θὰ ψηφισθῶσι καθ’ Ὑπουργεῖον ἰδιαιτέρως.
§216Γ. ΠΩΠ. Ἡ φρασεολογία νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§217Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 72 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν δεκάτην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§222Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπειδὴ εἶχον ἐπιστολὰς ἐκ Λευκάδος, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν......
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο κανονικόν.
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§225Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δι’ ἐκείνας τὰς πέντε χιλιάδας πρόκειται δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἴχετε ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ δώσητε, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐπέμψατε πρὸς διανομήν. Εἶχεν ὑποσχεθῆ ἡ Κυβέρνησις πέντε χιλιάδας διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς, παρῆλθον 4–5 μῆνες, καὶ ἀκόμη δὲν ἐδόθησαν.
§226ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ κρατήσω σημείωσιν, διὰ νὰ ἐξετάσω.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 73ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 78–88). Ἄρθρον 89ον (ἀναγινώσκεται).
§228Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἀντὶ τῆς φράσεως «ἡ δὲ Ἐπιμελητεία μετὰ θεώρησιν ὑπὸ τοῦ Ἐπιμελητοῦ δίδει τὴν ἀγόρευσιν πρὸς τύπωσιν» νὰ τεθῇ «ἡ δὲ Διεύθυνσις μετὰ θεώρησιν δίδει τὴν ἀγόρευσιν πρὸς τύπωσιν».
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 89 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 90). Ἄρθρον 91ον (ἀναγινώσκεται).
§230Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἐναντίον τοῦ ἄρθρου. Παρακαλῶ μόνον, ἐὰν ἦτον δυνατόν, νὰ τυπωθῶσιν οἱ ἤδη ψηφισθέντες νόμοι.
§231Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκδίδονται εἰς ἴδιον τεῦχος.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 91 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 92ον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 92, ὡς καὶ τὸ 93 καὶ 94, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 95).
§233Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν ἀρχῇ ὡς ἐπικεφαλὶς νὰ τεθῇ· «Τίθεται τὸ ἄρθρον 63 τροποποιούμενον ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 95 κλπ.». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 95 οὕτω τροποποιηθὲν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 96). Ἀντὶ ἑνὸς Συντάκτου, ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ Γραμματέως αʹ τάξεως καὶ ἑνὸς Βοηθοῦ τοῦ Συντάκτου ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ Γραμματέως βʹ τάξεως νὰ τεθῇ· «Εἷς Συντάκτης αʹ τάξεως ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ Γραμματέως αʹ τάξεως καὶ εἷς Συντάκτης βʹ τάξεως ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ Γραμματέως βʹ τάξεως».
§234Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶναι ἡ δαπάνη ὁμοία;
§235Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περίπου.
§236Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μετὰ τόσας συνταγματικὰς θεωρίας ἀναπτυχθείσας σχετικῶς μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ σᾶς φέρω καὶ ἐγώ, ἀλλ’ εἰς πολὺ ταπεινὸν ζήτημα, τὸ τοῦ χρήματος· ἴσως μάλιστα προκαλέσω καὶ μειδίαμα, διότι πολὺ συχνὰ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτων ἀναξίων λόγου ζητημάτων.
§237Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἶσθε ἄξιος συγχαρητηρίων. Προσφέρετε ὑπηρεσίας ἐκ τῆς εἰδικότητός σας.
§238Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν χρειάζεται εἰδικότης. Ἀρκεῖ ἡ γνῶσις τῶν τεσσάρων πράξεων τῆς ἀριθμητικῆς καὶ ὀλίγη ἐπιμονή. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ κατάστασις θὰ καλλιτερεύσῃ μὲ τὸν νέον Κανονισμόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι θὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου. Παρατηρεῖ τις μίαν προθυμίαν ἑκάστου Προέδρου Βουλῆς νὰ συνδέσῃ τὴν προεδρίαν του μὲ ἕνα νέον Κανονισμόν, ἀλλὰ κατὰ περίεργον σύμπτωσιν παρατηρεῖται πάντοτε καὶ τάσις, ὅπως καὶ προσωπικοῦ προσθήκη ἐπέλθῃ, καὶ λαμβάνεται μάλιστα πρόνοια, ὅπως μὴ φανῇ ὅτι γίνεται ἡ προσθήκη, ἀλλὰ δι’ ἀναλύσεως τοῦ προσωπικοῦ εἰς ἕνα νέον καλοῦπι παρουσιασθῇ ἄλλος ἀριθμός, ἄλλα προσόντα, ἄλλαι δαπάναι χωρὶς νὰ φαίνωνται. Καί, ἐὰν δὲν ἔχῃ τις τὴν ἐπιμέλειαν ἢ μᾶλλον καὶ τὴν κακίαν πρὸς ἀνακάλυψιν τοιούτων δαπανῶν, θὰ παρήρχοντο ἀπαρατήρητοι. Ἐγὼ εἶχον τὴν κακίαν νὰ ἀνατρέξω εἰς παλαιοὺς Κανονισμοὺς καὶ νὰ φθάσω εἰς θλιβερὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν κρίσιν μου. Τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀπησχολεῖτο ὑπὸ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἤλθομεν νὰ διορθώσωμεν, εἶχε 18 ὑπαλλήλους καὶ 13 ὑπηρέτας, προσωπικὸν ἐν συνόλῳ 31, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία διέθετε κατὰ μῆνα 5175 δραχ. Ἡμεῖς ἐλθόντες ἐνταῦθα ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως αὐξήσωμεν τὸ προσωπικόν, καὶ τὸ ηὐξήσαμεν εἰς 24 ὑπαλλήλους καὶ 23 ὑπηρέτας καὶ ἐφθάσαμεν εἰς 47, μὲ μηνιαίαν δαπάνην δρ. 6480. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τότε, ὅτε πάλιν ἔλαβον τὸν λόγον, ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης, ὑπῆρχε μία δικαιολογία τῆς αὐξήσεως, καὶ δικαιολογία βάσιμος, ὅτι ὁ διπλοῦς ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐπέβαλλε διπλοῦν ἀριθμὸν ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, ὥστε νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ δαπάνη ἐν μέρει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ὁλικὴ δαπάνη ἀνήρχετο εἰς 6480, ἤτοι εἰς 1300 μηνιαίως ἐπὶ πλέον. Ὁ Κανονισμὸς δὲν εὑρέθη ἐπαρκής, καὶ ἰδοὺ ἔχομεν καὶ νέον Κανονισμόν, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποστῇ ἡ Πολιτεία πρόσθετον θυσίαν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται ἐκ προσωπικοῦ 45 εἰς δρ. 7100 μηνιαίως. Λοιπὸν ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἐποχὴν τῆς λεγομένης φαυλοκρατίας ἐδαπανῶντο 5135, ἵνα ἐπὶ τῆς ἀνορθώσεως ἀπαιτῶνται 7100, ἐλαχίστη πράγματι ποσότης, 2000 κατὰ μῆνα, ἑπομένως 24,000 κατ’ ἔτος! Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἀνατρέξω εἰς ἕνα παλαιότερον Κανονισμόν, ὅτε ἴσχυε τὸ ῥουσφέτι ἀκρότατον. Ἦσαν 16 ὑπάλληλοι, 6 ἀντιγραφεῖς καὶ 17 κλητῆρες· τότε τὸ ῥουσφετολόγι εἶχε τὸ μέρος του εἰς τὸ κατώτερον προσωπικόν. Δὲν ἠξεύρω ποία μετοβολὴ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μεταξὺ τοῦ σωτηρίου ἔτους 1911 καὶ τοῦ μὴ σωτηρίου 1880, εἰς τὸν Κανονισμὸν τοῦ ὁποίου ἀνέτρεξα. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τότε ἐδαπανῶντο 5000. Τὸ Κράτος μεγαλώνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, αἱ ὑποχρεώσεις του, οἱ ὑπάλληλοι, ἡ ἀσφάλεια κ.τ.λ... Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν αὐξάνουσι καὶ αἱ γλῶσσαι τῶν Βουλευτῶν, διότι δὲν ἕπεται ὅτι διὰ τοῦ χρόνου μανθάνομεν νὰ λέγωμεν περισσότερα. Νομίζω ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἦσαν λαλίστεροι τῶν νῦν Βουλευτῶν. Ὑποθέτω ὅτι, μολονότι ἐδιπλασιάσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, τὸ ποσὸν τῶν φράσεων, τῶν λέξεων, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν θὰ ἦσαν τόσον πολλαί, ὥστε αἱ δαπάναι νὰ βαίνωσιν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς λεγομένας ἐντεῦθεν λέξεις. Παρατηρῶ ἀφ’ ἑνὸς προσθήκην εἰς ἕνα Ἀρχειοφύλακα, εἰς ἕνα Γραμματέα τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς ἕνα Βοηθὸν τοῦ Διευθυντοῦ.
§239Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι τωριναὶ μεταβολαί, ἀλλὰ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὡς ἡ τοῦ Γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀντὶ τοῦ Ἐφόρου προστίθεται Ἀρχειοφύλαξ.
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εὑρέθην εἰς δυσχέρειαν νὰ εὕρω ἐκ παραλλήλου τὰς θέσεις τῶν παλαιῶν Κανονισμῶν πρὸς τὰς τῶν νέων· ὁπωσδήποτε καταβιβάζω τὴν αὔξησιν τῶν προσώπων ἀπὸ 7 εἰς 5. Ὑπάρχει αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ καὶ αὔξησις ἐπερχομένη ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1911 ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους τὸ προσωπικὸν ηὐξήθη σημαντικῶς ἐν σχέσει πρὸς οἱανδήποτε ἐποχήν, ἐνῷ οὐδεμία δικαιολογία ὑπῆρχε, διότι αἱ συνθῆκαι διὰ τὴν νομοθεσίαν καὶ τὸν ἔλεγχον ἦσαν αὐταὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις. Τὸ αὐτὸ κτίριον, τὰ αὐτὰ καθίσματα, καί, ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ μέλλον, καὶ δι’ ἀριθμὸν Βουλευτῶν μικρότερον ἀπὸ ὅ,τι κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, διότι, ὡς ἐνθυμούμεθα ὅλοι, ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν ἦτο ἄλλοτε πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ 175, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν.
§241Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ μετὰ τὸ νέον Σύνταγμα περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς διὰ τὴν ἀπαρτίαν· ἑπομένως δὲν χρειάζεται τόσον προσωπικόν.
§242Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔλειψαν αἱ κωλυσιεργίαι, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον ἐργασίαν πολὺ μεγάλην. Δὲν ἀρκεῖ δὲ τοῦτο· ἐπέρχεται καὶ αὔξησις μισθοδοσίας εἰς τὸ προσωπικόν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ ἄλλου ἄρθρου, διότι τοῦτο εἶναι σχετικόν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν οὐχὶ μόνον εἰς αὔξησιν προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὔξησιν μισθοδοσίας. Τὸ νὰ δύναται ἓν Κράτος νὰ ἀμείβῃ καλῶς τοὺς ὑπαλλήλους του εἶναι λαμπρόν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν Πολιτείαν, εἶναι ἡ ἰσότης πρὸς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους. Διὰ τοῦ Κανονισμοῦ δημιουργοῦνται θέσεις ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι καθήκοντα ἐκ παραλλήλου πρὸς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχει ἡ διάκρισις, ὥστε ὑπάλληλοι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ νὰ λαμβάνωσιν ἄλλον μισθὸν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ ὁμοιόβαθμοι αὐτῶν. Βλέπομεν Γραφέα αʹ τάξεως λαμβάνοντα 140 δρ. καθ’ ὃν χρόνον γνωρίζομεν ὅτι οἱ γραφεῖς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου λαμβάνουσιν 120 δρ.
§243Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτοὶ μόνον.
§244Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι.
§245Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κανείς.
§246Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἴδωμεν.
§247Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ μόνον ἐνθυμοῦμαι. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἕκαστος εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξῃ περισσότερον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐγγὺς αὐτοῦ, καὶ θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ πρόθυμος, ηὐχαριστημένος καθ’ ὅλα ἀπὸ τὴν ὑπαλληλίαν τῆς Βουλῆς, νὰ ἴδω τὴν θέσιν αὐτῶν βελτιουμένην. Ἔχει ἡ Βουλὴ σήμερον ἓν μέσον, χωρὶς νὰ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ κάμῃ μίαν παροχὴν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προσφέρει τὸ σχέδιον τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπεν· εἶναι καλὸν οἱ ὑπάλληλοι νὰ γίνωσι μόνιμοι μετὰ μίαν δεκαετίαν. Δὲν βλέπω τί χρειάζεται ἡ δεκκετία, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ κάμῃ τὸ μέγα δῶρον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτῆς νὰ τοῖς χαρίσῃ τὴν ἰσοβιότητα.
§248Γ. ΠΩΠ. Ἄλλος Κανονισμὸς θὰ τὴν ἀνατρέψῃ.
§249Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι δύσκολον, κύριε συνάδελφε, εἷς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν εὕρῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, μόλις ἀρχίσῃ τὰ καθήκοντά του νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποκεφάλισιν τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρῃ ἐδῶ. Εἶναι πολὺ ψυχολογικὴ ἡ ἰδέα. Ὅλοι ὅσοι θὰ μείνωσι καὶ θὰ ὑπηρετήσωσι μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς θὰ μείνωσι τόσον ηὐχαριστημένοι, ὥστε δὲν θὰ τοὺς θυσιάσωσιν. Ἐλπίζομεν ἄλλως τε ὅτι θὰ ἐπικρατήσωσιν εἰς τὸ μέλλον διάφοροι σκέψεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θετικῶς ἔχομεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς μονίμους καὶ οὐχὶ νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν μονιμότητα ἐκ τῆς δεκκετοῦς ὑπηρεσίας. Παρατηρῶ καὶ ἄλλο, ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης συνέστησα ἀναφορὰν κλητήρων ζητούντων νὰ τοῖς δοθῇ σύνταξις. Ὅλοι οἱ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους λαμβάνουσι σύνταξιν· ἄλλαι Πολιτεῖαι ἐφρόντισαν καὶ περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐργάτας, καὶ εἶναι ἑπομένως ἀπολύτως εὔλογον καὶ ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ σύνταξις καὶ εἰς τοὺς κλητῆρας, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι ἡ ἀνισότης. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς λοιποὺς κλητῆρας. Οἱ κλητῆρες τῶν Ὑπουργείων ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παραλλήλως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ὁμοιοβάθμους αὐτῶν, διότι, ὅταν μένωσιν εἰς τὸν δρόμον ἐνωρὶς γηράσκοντες ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἄνευ πόρου ζωῆς, ἐνῷ λαμβάνουσι καὶ μισθὸν ὀλιγώτερον, 70 δρ., δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε σύνταξιν εἰς τοὺς ὁμοιοβάθμους, οἱ ὁποῖοι πρὸς τούτοις λαμβάνουσι καὶ 90 δρ. κατὰ μῆνα. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ εἶχεν εἰδοποιήσει τὴν Βουλὴν ὅτι μία τοιαύτη δαπάνη θὰ ἐπήρχετο, διότι εἶναι καιρός, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἀκατάσχετον αὔξησιν. Διὰ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀπείρων ὑπαλλήλων κατήντησεν ὁ Ἑλληνικὸς Προϋπολογισμὸς νὰ εἶναι μισθολόγιον καὶ τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι λυπηρόν, εἶναι ὅτι τὸ κακόν, ἀντὶ νὰ ἀναχαιτισθῇ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐπεκτείνεται ἐπιφόβως.
§250Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβεβλημένον ἀναμφισβητήτως εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀφορῶντος τοὺς θησαυροὺς τῶν φιλελευθέρων αἰσθημάτων τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζομεν, ἀφειδῶς ἐσκορπίσθησαν. Ἤδη ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχομεν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν. Ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε νὰ εἶναι κεχωρισμένον τὸ πρῶτον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τὸ δεύτερον μέρος, καὶ θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ἂν τοῦτο ἀπετέλει ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νόμου, διότι συνδέεται μὲ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν θὰ εἰσέλθω ὅμως εἰς τὰς λεπτομερείας τὰς οἰκονομικάς, εἰς τὰς ὁποίας εἰσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος. Προκειμένου περὶ οἰκονομικοῦ θέματος βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἀσυνεπὴς πρὸς ἑαυτήν, ἐὰν δὲν ἐξηκολούθει καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῷ ἀφορῶντι τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει προκειμένου περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς της. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι, ὅτι δὲν προσετέθη καὶ ἀντίστοιχός τις φορολογία, ὅπως συγκαλύψῃ καὶ τὰς νέας δαπάνας! (Ἱλαρότης). Μὲ φέρει ἤδη ἐπὶ τὸ βῆμα ἄλλο τι, καὶ ἴσως ἡ μεγάλη μου στοργὴ πρὸς τὸ βιβλίον μοὶ γεννᾷ τὴν σκέψιν μήπως μέσῳ τῶν ἄλλων δαπανῶν πρόκειται καὶ περὶ δαπάνης τινός, ἥτις ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι ἄσκοπος προκειμένου περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν βιβλίων. Ἡ δαπάνη φαίνεται ὅτι εἶναι ἐπαρκής, ὡς γίνεται, ἴσως δέ, καὶ ἂν αὐξήσῃ σκοπίμως, προκειμένου περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲν θὰ διαμαρτυρηθῶ. Διότι πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς φυλάξεως περιουσίας μεγάλης, καὶ ἡ αὔξησις μιᾶς δαπάνης 40 ἢ 50 δραχμῶν μηνιαίως εἰς ἀντίκρυσιν τῆς φυλάξεως ἑνὸς δημοσίου θησαυροῦ εἶναι μηδαμινή. Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ὄντως κόσμημα πνευματικὸν καὶ φιλολογικὸν τοῦ νεωτέρου Κράτους, εἶναι δὲ ἡ πρώτη ἐν τῇ Ἀνατολῇ Βιβλιοθήκη καὶ ἀναμφισβητήτως, ἂν δὲν εἶναι ἀνωτέρα, βεβαίως ἔρχεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην, διὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρα ἑκατομμύρια καὶ μέγισται φροντίδες συνεχεῖς ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων ἔχουσι καταβληθῆ. Διὰ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς θὰ προεκάλουν τὴν προσοχὴν ἁπάντων, τὴν φιλόβιβλον μέριμναν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποτελοῦνται ἐκ προσώπων συνδεομένων στενῶς μὲ τὴν στοργὴν πρὸς τὸ βιβλίον. Καὶ ὅτε ἐπρόκειτο πρὸ μικροῦ νὰ εὑρυνθῇ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς μὲ εὗρε πρόθυμον συνήγορον ἡ τοιαύτη δαπάνη, διότι ἀληθὴς πλοῦτος ἀνερχόμενος εἰς ἑκατομμύρια δραχμῶν εὑρίσκεται ἐν ὑγροῖς ὑπογείοις φθειρόμενος, καταστρεφόμενος, ἡ δὲ ἀπώλεια ἐκ τούτου εἶναι μεγίστη. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ συντηρήσωμεν μὲ τὰ μικρὰ μέσα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τὸν πλοῦτον, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν πνευματικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν ἰδιάζουσαν αὐτονομίαν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ ὅλου ἱδρύματος τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς περιελήφθη καὶ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς εἰς τὸ καθόλου προσωπικὸν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἢ κυρίως εἰπεῖν τοῦ Γραφείου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἀπὸ τῆς προηγουμένης προεδρίας μετεπέσαμεν εἰς τοῦτο, ἂν οὐχὶ τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ τὸ οὐχὶ σύνηθες εἰς τὰ κρατοῦντα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις· μετετρέψαμεν δηλαδὴ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς εἰς Γραφεῖον Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦτο δ’ ἀτυχῶς τηρεῖται καὶ νῦν, ἂν οὐχὶ ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ, ἀλλὰ κυρίως ἐν τῷ αὐτῷ ἐπιπέδῳ. Θὰ παρεκάλουν συνεπῶς, ὅπως, εἰ δυνατόν, χωρίσωμεν ἐντελῶς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης, διότι ἐν τῷ κεφαλαίῳ 12 τοῦ νέου Κανονισμοῦ γίνεται ἐντελὴς καὶ πλήρης σύγχυσις τῶν δύο Γραφείων. Καὶ βλέπομεν ἐπὶ παραδείγματι ὅτι εἷς Διευθυντὴς ἐπὶ βαθμῷ Τμηματάρχου βʹ τάξεως εἶναι προϊστάμενος ὅλων τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος ἀναμφισβητήτως.
§251Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§252Γ. ΠΩΠ. Λοιπόν, ἀφοῦ ἔχετε καὶ σεῖς τὴν ἐνδιάθετον αὐτὴν γνώμην, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ὑπὸ ἄλλου Προέδρου, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ.
§253Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν χρειάζεται συζήτησις, διότι δὲν τὸ ἐσκέφθην ποτέ.
§254Γ. ΠΩΠ. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἂν ἀνευρεθῇ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ὑπέρμετρος ζῆλος, δέον νὰ τὸν ἀποδώσητε εἰς τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον καὶ τὴν ὑπέρμετρον μέριμναν διὰ τὴν Βιβλιοθήκην. Συγχρόνως δὲ ἐφ’ ὅσον ἐρευνᾷ τις, βλέπει ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μεταθέτῃ ἐναλλὰξ τοὺς ὑπαλλήλους.
§255Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὔτε αὐτό.
§256Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ φαίνεται ἐκ τοῦ ὅλου.
§257Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, διότι λέγει «τῶν ὑπαλλήλων τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς». Εἶναι καθωρισμένον ἐντελῶς τὸ ἄρθρον.
§258Γ. ΠΩΠ. Εἰς ἄλλο ἄρθρον κατωτέρω λέγεται «καὶ τῆς Βιβλιοθήκης», ἀλλ’ εἶμαι εὐτυχής, διότι εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ διευκρινισθῶσι σαφέστερον ταῦτα.
§259Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι λέγοντες Γραφεῖα τῆς Βουλῆς δὲν ἐννοοῦμεν καὶ τῆς Βιβλιοθήκης.
§260Γ. ΠΩΠ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἴσως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τίθεται ὁ θεμέλιος λίθος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μετακομίσεως βιβλίων πολυτίμων, ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ζήτημα καθαρᾶς ἐντιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι πᾶς ὑπάλληλος ἐνταῦθα προσλαμβανόμενος θὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ἐντιμότητος, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τῆς εἰδικότητος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ μέρους αὐτοῦ θὰ ἤθελον, ὅπως καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης ἀποχωρισθῶσιν ἐντελῶς ἀπὸ τοὺς λοιποὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς. Οἱ κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἶναι μόνον τρεῖς. Ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ σεῖς κανονίζετε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐναλλάσσωνται μὲ τοὺς ἑκάστοτε εἰσερχομένους νέους, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἀπομακρυνθῶσι καί τινες, διότι συνεπλήρωσαν τὴν ἡλικίαν τῶν ἑξήκοντα ἐτῶν Τοῦτο δὲ εἶναι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἐπόψεως χρήσιμον, ὡς εἶναι καὶ ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ὅταν ἐπιβάλλωμεν εὐθύνας εἰς τὸν Διευθυντήν, πρέπει νὰ δώσωμεν ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς αὐτόν, ὅπως ἔχῃ ἰδίαν ἀπόλυτον εὐθύνην καὶ λόγῳ τῆς γνώσεως καὶ λόγῳ τῆς ἐντιμότητος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὴν φύλαξιν. Ἀλλὰ συγχρόνως θὰ χρησιμοποιηθῶσι, καὶ διὰ νὰ μεταφέρωσι τὰ βιβλία ἀπὸ τῶν ὑπογείων εἰς τὸ νέον ἵδρυμα. Μὴ λησμονεῖτε δὲ πόσον ὑπῆρξε χρήσιμος προκειμένου περὶ τῆς μεταφορᾶς τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ Βαλλιάνειον ἵδρυμα ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ, ὡς ὁ κ. Γ. Κωνσταντινίδης, ὁ τέως Ἔφορος τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ὅστις διὰ τῆς ἐξευρέσεως προσωπικοῦ καταλλήλου κατώρθωσε νὰ ἐξοικονομήσῃ περὶ τὰς 140.000 δραχ. διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν βιβλίων εἰς τὴν Βαλλιάνειον Βιβλιοθήκην. Διὰ πάντα ταῦτα ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ἀπόλυτον αὐτονομίαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον τοιαύτην, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Μέχρι τοῦδε παρενετίθετο μεταξὺ τοῦ Προέδρου καὶ τῆς Βιβλιοθήκης ὁ Ἔφορος ὁ ἐκλεγόμενος ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν Ἔφοροι, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελήθησαν τῆς θέσεως ταύτης πρὸς συμπλήρωσιν μόνον τῶν ἀναγνωστικῶν γνώσεων αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ διὰ πάντας, ὅτι ὑπῆρξαν ἓν προπύργιον πρὸς διατήρησιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐκπληροῦσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐμπνέοντες καὶ ἐμπιστοσύνην ἐντιμότητος, ἀλλὰ καὶ καθαρὰν ἐμπιστοσύνην ἐπιστημονικότητος. Ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ θέσις ὅλου τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται ἁπλῶς ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἐξαρτηθῇ ἀπολύτως ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἐκ τῆς Ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς πενταμελοῦς, ἡ ὁποία ὀρθότατα καὶ πρακτικώτατα ἀντικαθιστᾷ ὕπαρξιν μονοπροσώπου Ἐφορίας. Νὰ δώσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ εἷς Ἔφορος, εἰς τοὺς πέντε. Τὸ πολυμελὲς τοῦ Σώματος τουλάχιστον θὰ ἐνισχύσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, χωρὶς νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, περὶ τῶν ὁποίων ἄλλως τε ὑμεῖς, ὁ Πρόεδρος, λίαν δικαίως καὶ εὐλόγως ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰ διαφυλάξητε, καὶ διευθύνων νὰ μὴ εὑρίσκητε ἀντιρρήσεις, ὑπαρχουσῶν ἐντὸς τοῦ ἱδρύματος τῆς Βουλῆς αὐτοκεφάλων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἀσεβοῦσαι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀσεβοῦσι πρὸς τὸ πρόσωπον πάντων ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλόν, ὅπως ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς περιορισθῇ ἁπλῶς μέχρι τοῦ σημείου τῶν ποινῶν τῆς πειθαρχίας. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, προκειμένου περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφήσωμεν ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅπως ἀπολύῃ καὶ διορίζῃ. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ἄρθρου θὰ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ ἀποτελεῖ ἐντελῶς κεχωρισμένον μέρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μὴ ἐπιμείνωσι, διότι οὕτω θὰ ἀπαλλάξωσιν ἑαυτοὺς ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν θὰ τοῖς παράσχωσι παρὰ ὠφελήματά τινα ἠθικά, ἤ, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ποτὲ ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος ἤθελε καταρασθῆ ἡμᾶς καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν κομματισμόν, ὠφελήματά τινα κομματικὰ καὶ κομματικά τινα βάρη! (Ἱλαρότης). Ἀλλὰ πλὴν τούτων θὰ ἦτο σκόπιμον, ὅπως καὶ προκειμένου περὶ τῆς προτάσεως προβιβασμοῦ κλητήρων, Διευθυντῶν καὶ οἱωνδήποτε ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης παρεμβαίνῃ ἡ ἐπιτροπή, καὶ οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰμὴ μόνον τὸ τοῦ προστίμου, ἤ, ἔστω καὶ ἂν ἠθέλετε ἀκόμη, καὶ μιᾶς προσωρινῆς παύσεως, μὴ ἀποτελούσης ὅμως ἀφορμήν, ὅπως ἐν δευτέρᾳ ἢ τρίτῃ ποινῇ ἀπολυθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω. Νομίζων δέ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ παρεμβῇ καὶ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐξ ἁγνοτάτης ὁρμώμενος ἀρχῆς, θὰ θελήσῃ ἀκριβῶς νὰ ἴδῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ τιθέμενον φραγμὸν ἀνυπέρβλητον εἰς τὴν ὁπωσδήποτε παρέμβασιν τοῦ Προέδρου εἰς τὸ ἔργον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ θὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας ταύτας.
§261Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπαντῶ πρῶτον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας. Φαίνεται μὴ ἀνατρέξας εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν καὶ φαίνεται μὴ γνωρίζων ἀκριβῶς τὰ τῆς διευθύνσεως τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς, διότι καταλογίζει εἰς ἡμᾶς τὸ πρῶτον αὔξησιν δαπανῶν καὶ μισθολογίου, ἐνῷ ἡ σημερινὴ τακτοποίησις τῶν ὑπαλλήλων ἐγένετο τοιαύτη, ὥστε οἱ μισθοὶ αὐτῶν ἀκριβῶς νὰ ὑποβιβασθῶσι καὶ νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Ἐν ἔτει 1896 π. Χ. Προέδρου ὄντος ἀνδρὸς λίαν συνετοῦ καὶ λίαν σεβαστοῦ, ὁ ὁποῖος τότε μάλιστα εἰσήγαγε πολλὰς τροποποιήσεις εἰς τὸν Κανονισμόν, τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, ὁ μισθὸς τοῦ Συντάκτου τῶν Πρακτικῶν ἦτο 280 δραχμαί, σήμερον δὲ ὁ μισθὸς τοῦ Συντάκτου τῶν Πρακτικῶν ὑποβιβάζεται εἰς 240 δραχμάς. Ὁ μισθὸς τοῦ Διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων ἦτο δραχ. 270, σήμερον δὲ ὑποβιβάζεται εἰς δραχμὰς 190, ἐξομοιουμένου πρὸς Γραμματέα δευτέρας τάξεως. Τοῦ Λογιστοῦ ὁ μισθὸς ἦτο 240 δραχ., ὑπεβιβάσθη δὲ εἰς 190 δραχμάς. Ἀρχικλητῆρες ἦσαν δύο, εἷς τῶν ἐκτάκτων κλητήρων καὶ εἷς τῶν τακτικῶν, μὲ μισθὸν 120 δραχμῶν ἕκαστος· σήμερον διατηροῦμεν ἕνα Ἀρχικλητῆρα μὲ τὸν αὐτὸν μισθόν. Ὁ ὑποβαλλόμενος Κανονισμὸς ἔκαμε τακτοποίησιν τῶν διαφόρων θέσεων καὶ ἐκανόνισε τοὺς μισθοὺς ἀναλόγως πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων. Ἐξαιρετικὴν δὲ κατέβαλον μέριμναν, ὅπως ἐξομοιώσω καὶ κατὰ βαθμὸν καὶ κατὰ μισθὸν τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς τῶν Ὑπουργείων· ἐὰν δὲ παρατηρήσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχει μόνον μία αὔξησις, ὡς πρὸς τοὺς Γραφεῖς πρώτης τάξεως, 20 δραχμῶν, ἀλλ’ αὕτη ἦτο ἐπιβεβλημένη ἐκ τῆς ἀνάγκης, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν τῶν ἄλλων. Ὁ εἷς εἶναι ὁ Βοηθὸς τοῦ Συντάκτου τῶν Πρακτικῶν, ὁ ἕτερος ὁ Βοηθὸς τοῦ Ἐπιμελητοῦ. Ἐὰν ἐγνωρίζετε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐπιμελητοῦ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βοηθοῦ του, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀπὸ πρωίας μέχρι ἑσπέρας καὶ ἀπὸ ἑσπέρας μέχρι πρωίας, οὐδεμίαν θὰ ἐφέρετε ἀντίρρησιν.
§262Γ. ΠΩΠ. Τοῦ κ. Καλλιγεροπούλου; Οὗτος ὁμολογουμένως ἐργάζεται ὑπερανθρώπως· εἶναι ἥρως τῆς ἐργασίας.
§263Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ὁ κ. Καλλιγερόπουλος καὶ ὁ κ. Μανωλόπουλος, δύο ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ τυφλωθῶσιν ἐκ τῆς πολλῆς ἐργασίας. Ὑπάρχει διαφορά τις δαπάνης, ἀλλ’ αὕτη ὑπάρχει, διότι ἐνίσχυσα τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον δι’ ἑνὸς Στενογράφου Αʹ τάξεως. Καὶ ὀνομάζω ποῖον Στενογράφον, τὸν Στεφανίδην, ἐπανερχόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθη ἕνεκα παθήσεώς του. Εἶναι ὁ ἱκανώτερος τῶν Στενογράφων, τὸ λέγω δὲ χωρὶς νὰ κακοφανῇ τῶν ἄλλων συναδέλφων του. Προσθέτω δὲ ἀντὶ τῶν δύο Δοκίμων δύο Στενογράφους Δʹ τάξεως. Ἐνίσχυσα τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον, ἵνα ἔχωμεν τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων ἐκδιδομένην καθ’ ἑβδομάδα, ὡς ἔχομεν αὐτὴν σήμερον. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀφήνωμεν τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ σηπόμενα ἐπὶ ἔτη εἰς τὰ χρονοδούλαπα, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ ν’ ἀπαλείψητε τὰς αὐξήσεις τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ πρόοδος ἀπαιτεῖ νὰ ὀπισθοδρομῶμεν κατὰ τοὺς μισθοὺς καὶ ὀπισθοδρομῶμεν ἐν πάσῃ κινήσει, ἵνα οἰκονομήσωμεν ὀλίγα κέρματα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, κάμετέ το. Ὁ ὑποβληθησόμενος προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς τοῦ 1912 θὰ δείξῃ, ἂν διέπει ἡμᾶς πνεῦμα οἰκονομίας ἐν πᾶσιν.
§264Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι αὔξησις δὲν γίνεται τοῦ ὑπάρχοντος καὶ λειτουργοῦντος σήμερον Προϋπολογισμοῦ;
§265Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μόνον εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον.
§266Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ προκάτοχός σας ἐζήτησε διαφόρους αὐξήσεις, τὰς ὁποίας παρέσχε τότε ἡ Βουλή, ἔδιδε δὲ τότε ὡς λόγον ὅτι αἱ διάφοροι αὐξήσεις ἐπεβάλλοντο, διότι ἡ Βουλὴ ἦτο διπλῆ, καὶ ὅτι θὰ ἦσαν ἐφήμεροι, μόνον δηλαδὴ διὰ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
§267Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Εἰς ὅλους τοὺς Κανονισμοὺς τοῦ παρελθόντος ὑπῆρχε προσωπικὸν ἐκτάκτων κλητήρων, ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἀπελύετο ἅμα ἀπήρχετο ἡ Βουλή· τὸ προσωπικὸν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τὸ κατήργησα, διότι εἶναι προσωπικόν, τὸ ὁποῖον μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προετίμησα νὰ ἔχωμεν ἕνα ἢ δύο κλητῆρας ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη τακτικῶν κλητήρων, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἔκτακτον προσωπικόν. Ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μικροτέρα ἐκ τῆς προσθήκης δύο τακτικῶν κλητήρων ἢ τῆς προσθήκης 10–12 ἐκτάκτων κλητήρων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον κατὰ τὸ παρελθόν.
§268Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μνημονεύονται καὶ οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν.
§269ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπελογίσατε ἴσως ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἢ δύο προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος.
§270Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν· οἱ διάφοροι Πρόεδροι διεκρίνοντο οἱ μὲν ἐπὶ οἰκονομίᾳ, οἱ δὲ ἐπὶ σπατάλῃ· τοὺς γνωρίζετε.
§271Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα· τοὺς γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν διακρινομένων ἐπὶ σπατάλῃ, ὅπως καὶ σεῖς. Ἐγὼ κατήρτισα τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας· ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία κανονικῶς ἄνευ τῆς προσθήκης ταύτης. Ἂν ὑμεῖς ἔχητε διάφορον ἀντίληψιν, παρακαλῶ νὰ κατονομάσητε τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Προστίθεται Ἀρχειοφύλαξ καὶ ἀπολύεται ὁ Ἔφορος. Ὁ Ἀρχειοφύλαξ θὰ λαμβάνῃ 190 δραχμάς, ὁ Ἔφορος ἐλάμβανε 240· ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐπισκεφθῆτε τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἴδητε ὅτι παρ’ ὅλην τὴν θέλησιν τῶν τεταγμένων ἐκεῖ ὑπαλλήλων, καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἐργασίαν τὴν ὑπεράνθρωπον τοῦ διεκπεραιωτοῦ, δὲν ὑφίσταται Ἀρχεῖον. Δὲν θέλω τὸν Ἀρχειοφύλακα, ὡς τὸν φαντάζεσθε, ἵνα λαμβάνῃ τὸν μισθόν· θέλω τὸν Ἀρχειοφύλακα ἐργαζόμενον. Ἀλλά, ἂν μοὶ εἴπητε ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἐργάζηται, θὰ σᾶς ἀπαντήσω· τότε νὰ ζητήσητε τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως ἢ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου. Ἐν τῷ παρόντι ὁ εἰσηγούμενος τὴν προσθήκην τῆς θέσεως δίδει τὸ παράδειγμα τῆς ἐργασίας ἀπὸ τῆς πρωίας εὑρισκόμενος ἐν τῷ Γραφείῳ του, ἐργαζόμενος μετὰ τῶν ὑπαλλήλων του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ψαρῶν, ἐχώρισα τὴν Βιβλιοθήκην ἀπὸ τὰ Γραφεῖα τῆς Βουλῆς ἐν τῇ διαχειρίσει, ὅτε δ’ εἰσηγούμην τὸν Κανονισμόν, ἔλεγον ὅτι ἐπεθύμουν τὸν Διευθυντὴν τῆς Βιβλιοθήκης, τὸν ἐργατικὸν ἄνδρα καὶ ἐπιμελῆ, ὑπεύθυνον διαχειριστὴν καὶ ὑπεύθυνον διὰ τὴν περιουσίαν τῆς Βιβλιοθήκης. Λέγων τοῦτο ἀκριβῶς διέκρινα τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸς τὸν προϊστάμενον τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, ἐπεθύμουν ὅμως κεχωρισμένην τὴν διαχείρισιν τῆς Βιβλιοθήκης ἀπὸ τῶν λοιπῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, διοργάνωσιν ὑπηρεσίας καὶ ἐποπτείαν τοιαύτην, ὥστε ἐν πάσῃ στιγμῇ, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκλείψει ὁ Α ἢ ὁ Β ὑπάλληλος, νὰ δύναται ἡ ὑπηρεσία οὕτω πως ὀργανουμένη ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Βιβλιοθήκης. Παρετήρησα ὅτι ἐπέρχεται ἀνωμαλία ἐν γένει ἐν τῇ διοικήσει τοῦ προσωπικοῦ ἄνευ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου καὶ ἄνευ τῆς ἐξαρτήσεως ἀπὸ τοῦ Προέδρου. Διὰ τοῦτο εἰσηγήθην, ὅπως καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης ὑπάγωνται ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου. Αὐτὸ δέ, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθην, δὲν εἶναι καινοφανές. Εἶπον καὶ τότε ὅτι ἁπανταχοῦ, ὅπου οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης θεωροῦνται ὡς πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, διαφέροντες τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ Πρόεδρος ὁ ἔχων ὅλον τὸ κῦρος, ὡς ἀπὸ τοῦ Σώματος προερχόμενος, τιθέμενος ὑπεράνω καὶ τῶν συναδέλφων του, ἀσκεῖ πᾶσαν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ σᾶς ἀνέγνωσα τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος διορίζει, ἀπολύει, προάγει πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, ἀπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος, ἄνευ παρεμβάσεως οὐδενός. Αὐτὴ δὲ ἡ δυσπιστία ἡ ἐκδηλουμένη πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου, διὰ ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἄσκησις τοιαύτης ἐξουσίας εἰς μίαν ἄλλην ἐπιτροπήν, ἢ εἰς ἓν ἄλλο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον προέρχεται πάλιν καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶναι δυσπιστία μὴ δεδικαιολογημένη. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι διστάζετε ν’ ἀναθέσητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προερχόμενον ἀπὸ τὴν Βουλήν, πῶς ἀναθέτετε εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ Προέδρου, διότι αὐτὸς διορίζει κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς; Ἢ πῶς ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν παρεμβολὴν τοῦ προσώπου τοῦ Ἐφόρου, ὅστις ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου; Πῶς σεῖς φέρεσθε δυσπίστως πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου, πρὸς τὸ ὁποῖον πάντες ἀπέβλεψαν καὶ περιέβαλον δι’ ἐμπιστοσύνης, καὶ δὲν σᾶς γεννᾶται δυσπιστία διὰ πρόσωπον ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιβάλληται διὰ τοῦ αὐτοῦ κύρους καὶ τῆς αὐτῆς ἐμπιστοσύνης; Τί ζητεῖτε παρεμβολὴν προσώπων, ὅτε βλέπετε τὸν εἰσηγητὴν προερχόμενον εἰς διάταξιν ἐξασφαλίζουσαν ἀκριβῶς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἔχουσιν ὅλοι ἤδη δεκαετίαν συμπληρώσει καὶ οὕτως ἐξασφαλίζονται τελείως; Θέλετε τὴν δεκαετίαν νὰ τὴν μειώσητε; Μειώσατέ την. Ἂν ἐγὼ δὲν τὴν ἐμείωσα, τὸ ἔκαμα ἀπὸ προνοίας ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ προνοίας ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ αὔριον, ἐπερχομένης μεταβολῆς, ἡ ὁποία κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ν’ ἀνατρέψῃ τὸν Κανονισμὸν πρόρριζα, διότι ἤθελε τοῦτο στενοχωρηθῆ ἐντὸς ὁρίων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπέτρεπον εἰς αὐτὸ νὰ διαβιώσῃ. Τιθεμένης ἐν τῇ διατάξει τῆς δεκαετίας, σώζονται καὶ ἀσφαλίζονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων ἀπέκτησαν δικαιώματά τινα ὡς προσενεγκόντες ἐπὶ δέκα ὅλα ἔτη πρὸς τὸ Δημόσιον τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν. Δὲν σώζεται τὸ ὅλον, ἀλλὰ σώζεται τὸ κατὰ τεκμήριον ὑγιέστερον μέρος, ἐνῷ, ἐὰν δὲν θέσητε μακρὸν ὁπωσδήποτε χρονικὸν ὅριον, ὁρίσητε δὲ ἀπὸ τοῦδε μονιμότητα δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ἀναγκαίως ἡ ἐπερχομένη μεταβολὴ θέλει σαρώσει καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τούτους. Θέλετε νὰ μειώσητε τὸ ὅριον; Μειώσατέ το· Θὰ μὲ εὕρητε πρόθυμον, διότι ἐγὼ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ἔν τε τῇ Βιβλιοθήκῃ καὶ τῇ Βουλῇ. Ἂν περὶ κλητήρων δὲν ἐτήρησα διάκρισιν, τὸ ἔπραξα, διότι συνεχώνευσα πᾶσαν τὴν δαπάνην τὴν ὑπηρετικὴν καὶ τῶν δύο ἱδρυμάτων τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης, παρετήρησα δὲ μελετῶν καὶ συντάττων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος ὅτι ἐκ τῆς συγχωνεύσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία σπουδαία, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν εἰς οὐδὲν συμβάλλει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος εἶπε, διότι ὡς φύλακες καὶ φρουροὶ εἶναι τεταγμένοι εἰδικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης, τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ἵδρυμα ἐν συνόλῳ, καὶ ἡ καθαρειότης τοῦ ἑνὸς ἱδρύματος νὰ συμβαδίζῃ μετὰ τοῦ ἄλλου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ χωριστὴ ὑπηρεσία οὔτε διὰ τὴν καθαρειότητα οὔτε διὰ τὸν φωτισμὸν οὔτε διὰ τὰ γραφικά. Ἡ διαχείρισις ἡ ἑνιαία θέλει δώσει οἰκονομίαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Αὕτη εἶναι ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμον καὶ ταῦτα εἶναι τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς τροποποιήσεις αὑτοῦ, νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ὅσα εἶπον, καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θέλει ἐπέλθει βελτίωσις καὶ τῶν τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς.
§272Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον διότι μὴ γνωρίζων ἂν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θέλω νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῆς μελέτης καὶ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο Κανονισμῶν ἐπείσθην ὅτι ἐπέρχεται αὔξησις καὶ θέσεων καὶ μισθῶν, θέλω καταψηφίσει τὸ ἄρθρον καὶ τὰ ἑπόμενα αὐτοῦ. Ἐπίσης ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν παρέλκυσιν τὴν ἐμποδίζουσαν ὥστε νὰ ἀπολαύσωσι τῆς μονιμότητος ἅπαντες οἱ ἤδη ὄντες ὑπάλληλοι, τίποτε δὲν δικαιολογεῖ τὸν περιορισμόν, ὅπως συγκεκριμένως ἀπολαύσωσι τῆς ἰσοβιότητος μόνον οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἔχοντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἔχοντες συμπληρώσει δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἀποτελοῦσι τὸ ὑγιέστερον μέρος τοῦ προσωπικοῦ. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ καὶ οἱ μὴ ἔχοντες συμπληρώσει δεκαετίαν δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑγιῶν στοιχείων, πρέπει ἀμέσως νὰ ἀπολυθῶσιν, ἐὰν ὅμως εἶναι καὶ οὗτοι ἱκανοί, ἀπαραιτήτως καὶ οὗτοι πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν μονιμότητα.
§273Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ ἐδικαιολόγει τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ στηριζόμενος ἐπὶ τὴν ἀνεπάρκειαν. Ἀλλὰ τὴν ἀνεπάρκειαν προβάλλουσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν διαφόρων ἐποχῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν αὔξησιν προσωπικοῦ, οὔτε δὲ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὰ διάφορα Γραφεῖα καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τὸν ὄγκον τῶν ἀνενεργήτων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Ἀρχεῖα καὶ τὰ διάφορα Γραφεῖα· εἶναι δὲ τόσον ἐπιτήδειοι οἱ ὑπάλληλοι, ἵνα ἐπιτύχωσιν αὔξησιν, ὥστε νὰ πείσωσιν οὐ μόνον τοὺς ἀδαεῖς Βουλευτὰς εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελον μεταβῆ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τοὺς εἰδικοὺς Ὑπουργούς. Λέγεται πάντοτε ὅτι εἶναι ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ κακόν; Καὶ διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια ἐργασίας; Διότι τὸ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιχείρημα δύναται νὰ προτείνῃ πᾶς τις εἰς πᾶσαν αὔξησιν. Καὶ ὅτε ἔχομεν δεδομένον ὅτι ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδικαιολογήθη διὰ τὴν μικρὰν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε πρὸ ὀλίγων μηνῶν λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν πλάνῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀντιληφθῇ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ θεραπεύσῃ αὐτήν, ἀλλὰ νὰ καταλίπῃ ταύτην, ἵνα ὁ διάδοχος αὐτοῦ ἀναλάβῃ τὴν θεραπείαν αὐτῆς.
§274Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐζήτησε μετὰ ταῦτα ὁ κ. Στράτος αὔξησιν κατὰ δύο Στενογράφους;
§275Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρόεδρος: Τί θὰ γίνῃ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν θέλετε νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις; Ὄχι, καθόλου· δὲν θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἡ κατάστασις αὕτη· θέλομεν νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη, ἐὰν ὑπῆρχε μεγαλειτέρα ἐπιμέλεια, δὲν θὰ ὑπῆρχε. Καὶ μὴ λέγετε τὴν μίαν ἡμέραν ὅτι ἡ μὴ ἔγκαιρος ἐκτύπωσις τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ θεώρησιν τούτων ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν Στενογράφων. Ἀλλὰ τί προτείνετε σχετικῶς μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου; Προτείνετε τὴν αὔξησιν ἑνὸς καὶ μόνου Στενογράφου. Ἡ λοιπὴ αὔξησις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ λόγῳ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, νὰ ἐκδίδηται ἐγκαίρως ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων. Ἡ αὔξησις ἡ μία δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὰς λοιπὰς αὐξήσεις. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ περιμείνωμεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ἐπέρχονται οἰκονομίαι. Ἀφήνω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὸ προσωπικόν, διότι ἐπέρχεται οἰκονομία ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, δηλαδή: σᾶς ἐχάρισα κἄτι τι, δώσατέ μοι τὸ ἀντάλλαγμα. Τοῦτο εἶναι τὸ φοβερὸν καὶ τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται πάντοτε, ὅτι ὁσάκις μία ὑπηρεσία θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν προσθέτει εἰκονικὰς δαπάνας καὶ ἔπειτα προσφέρεται νὰ ἀφαιρέσῃ ταύτας, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἄλλας δαπάνας τῆς προσθήκης προσωπικοῦ. Καὶ μνημονεύω μίαν ὑπηρεσίαν, τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγων ἐτῶν προσέθεσε 500 ναύτας, ἵνα ἔπειτα προτείνῃ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 500 ναυτῶν καὶ τὴν οἰκονομίαν 500,000 δρχ. καὶ ζητήσῃ ὡς ἀντάλλαγμα 30–40 ἀξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἀπῃτεῖτο δαπάνη 80–90,000 δρχ., καὶ ἰδοὺ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἰκονομήσαντες 400.000 δρχ. Λοιπὸν δὲν ἕπεται ὅτι, διότι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς μερικὰ κονδύλια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συμβῇ ἴσως, ἐπειδὴ ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν Προέδρου ἔσπευσε νὰ ἐπιπλώσῃ καλῶς τὰ Γραφεῖα καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπιπλώσεως, ἢ διότι δαπάνη τις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ πάλιν, δὲν ἕπεται, λέγω, ἐκ τῶν λόγων τούτων ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας οὐδόλως δικαιολογοῦσιν αἱ φαινομενικαὶ αὐταὶ οἰκονομίαι. Μοὶ ἐνθυμίζουσι δὲ αὐταὶ αἱ οὕτως εἰπεῖν οἰκονομίαι, αἱ δικαιολογοῦσαι τὰς δαπάνας τῆς αὐξήσεως, τοὺς καταχραστὰς ἐκείνους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν εὑρίσκωνται ὅτι ἔχουσιν ἔλλειμμά τι, προσπαθοῦσι νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα μὲ τὸ τυχὸν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγεννήθη μόνον του, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς ἄλλην κατάχρησιν.
§276Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὡραία παρομοίωσις! Εὐχαριστοῦμεν.
§277Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν κάμνω καμμίαν κατάκρισιν· θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ζητῆται αὐτὴ ἡ ἐξίσωσις δύο ἀνομοίων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι δὲν σπεύδει νὰ προτείνῃ τὴν μονιμοποίησιν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, μὴ παρασύρῃ ὅλους βραδύτερον τὸ ῥεῦμα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιττὴ καὶ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, διότι μία Κυβέρνησις, ὅταν θέλῃ, δύναται καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων νὰ παύσῃ, οὔτε δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ τοὺς σώσῃ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσῃ ἕν συμβούλιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀπολυθῶσι πάντες λόγῳ διαφόρων παραβάσεων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, εἶναι ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς γίνωσι μόνιμοι, οὐδεὶς θὰ τολμᾷ νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, διότι θὰ ὑπάρχῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται τότε ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία θὰ ἐμποδίσῃ τὸ τοιοῦτον μέτρον καὶ θὰ ἐντρέπηται ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ ἔναρξιν τῶν καθηκόντων του μὲ μίαν τοιαύτην ἀποκεφάλισιν τόσων ὑπαλλήλων. Θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προέβαινε καὶ περαιτέρω, εἰς τὴν δικαιολογίαν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὄχι μόνον τῶν Στενογράφων, διότι καὶ ἐκείνη ἡ αὔξησις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Μᾶς ἐμνημόνευσε τὸν Ἀρχειοφύλακα, καὶ ἤκουσα συνάδελφόν μου νὰ λέγῃ ὅτι χωρὶς ἀρχειοφύλακα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Βουλή. Δὲν πιστεύω μέχρι σήμερον νὰ ἔμεινεν ἄνευ Ἀρχειοφύλακος ἡ Βουλή. Ποῖος ἐξετέλει μέχρι σήμερον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν δὲν γνωρίζω, διότι τὸ προσωπικὸν ἐκανονίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μοὶ ἐχρειάσθη πολὺς κόπος νὰ παραβάλλω τὸ προσωπικὸν τοῦ συζητουμένου Κανονισμοῦ καὶ τὸ τοῦ ἰσχύοντος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές, εἶναι ὅτι κατὰ τὴν λεπτομερῆ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκράτησα, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀπέχει καθόλου τῆς ἀληθείας, ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι 7000 ἀπέναντι 5175 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ 1908 καὶ 6380 τοῦ τροποποιουμένου σήμερον, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὴν ῥητὴν δήλωσιν τοῦ τότε Προέδρου ὅτι τὸ προσωπικὸν αὐτὸ θὰ ἦτο ἔκτακτον λόγῳ τῆς διπλῆς Βουλῆς.
§278Γ. ΠΩΠ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω. Ἐλπίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπιτύχω ἐγώ, θὰ τὸ ἐπιτύχῃ τὸ κῦρος τῆς θέσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀγορεύω. Θὰ ἐπιμείνω ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν οἱ λόγοι μου νὰ ἔχωσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὄχι διότι θέλω νὰ ἀφαιρέσω τὰ δικαιώματα τὰ καθαρῶς πειθαρχικὰ τοῦ Προέδρου. Ἐγώ, ὅστις εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακολουθῶ τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς, γνωρίζω ὅτι δὲν ἦσαν ὀλίγαι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως ἦτο ἀδύνατος ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου, ἠπειλήθησαν νὰ ἀπολυθῶσιν ὑπὸ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§279Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀπελύθησαν.
§280Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀπελύθησαν ἀκριβῶς, διότι παρενέβη εἷς Ἔφορος, ὁ ὁποῖος ἔτυχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ εἶναι Ἔφορος εὐλαβούμενος τὸ βιβλίον καὶ ὄχι τὴν τύχην τῆς θέσεως τοῦ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον ἐπροστάτευεν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑποθέτετε ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα ἀξιώματος προεδρικοῦ καὶ ἀξιοπρεπείας καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ προεδρικὸν ἀξίωμα, βεβαίως δὲν θὰ θελήσω διὰ τοιαύτης τινὸς ἀντιρρήσεως νὰ μειώσω τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὀφειλομένην ὑπὸ πάσης τῆς Βουλῆς καὶ παντὸς πολίτου εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος ἡμῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω, ἡ σπατάλη τοῦ δημοσίου θησαυροῦ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐμέ, νὰ θεωρηθῶ ὅτι συμπράττω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σπατάλην τοῦ Κράτους καὶ ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ ἔνοχος. Ποία ἆρά γε θὰ εἶναι ἡ οἰκονομία τῶν τριῶν αὐτῶν κλητήρων διὰ τῶν συνδυασμῶν αὐτῶν τῶν μαθηματικῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ; Οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καλύπτῃ τοὺς κινδύνους τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, εὐθύνης δὲ μεγίστης, διότι πολλάκις ἐξ ἑνὸς τομιδίου, ἐνθυλακωμένου ἐντὸς τῆς στολῆς τοῦ κλητῆρος, δύνασθε νὰ ἀπολέσητε πολύτιμον πνευματικὴν περιουσίαν ἀποτιμωμένην καὶ εἰς χρῆμα. Χρειάζεται δὲ μία Βιβλιοθήκη εἰδικότητα ὑπαλλήλων καὶ κλητήρων, ἴσως δὲ πρὸ πάντων κλητήρων, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ τὰ βιβλία ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει τὴν ἀνεύρεσιν τῶν βιβλίων, καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔρωτα πρὸς τὰ βιβλία, ἔρχεται δὲ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτά. Ἐφ’ ὅσον συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν πάντα τὰ ἄλλα νὰ τύχωσιν εὐμενοῦς ἀποδοχῆς, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει — ἂς θεωρηθῇ ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἰδιοτροπίας ἑνὸς συναδέλφου πολλάκις δυσαρεστήσαντος ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀπέναντι ἀκριβῶς τῶν δυσαρεσκειῶν ἔχοντος καὶ εὔλογον λόγον ἵνα ζητήσῃ μίαν σπατάλην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους — ἵνα τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς — ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε νὰ ὑφίσταται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἀπόλυτον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς — μείνῃ κεχωρισμένον. Ἂς μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν ἀπὸ τοῦ νῦν ἀρχὴν πρὸς τοιαύτην μέθοδον, ὥστε νὰ μετατίθηται εἷς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τἀνάπαλιν κατ’ ἀρέσκειαν τοῦ Προέδρου, δι’ οὓς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§281Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοῦτο γίνεται.
§282Γ. ΠΩΠ. Παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· λέγετε ὅτι: «Ἐπιτρέπεται ἡ τοποθέτησις ὑπαλλήλου εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν ἐξ ἑνὸς Γραφείου εἰς ἕτερον». Ἑπομένως νὰ ἀπαλείψητε τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν.
§283Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
§284Γ. ΠΩΠ. Καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν θελήσητε, ἐὰν εἶσθε σύμφωνος, νὰ διορίσητε καὶ τρεῖς–τέσσαρας–πέντε—ὅσους νομίζει ἡ οἰκονομική σας ἐπιφύλαξις ἢ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς — κλητῆρας ταύτης, ἀλλ’ ἀπολύτως ἀνήκοντας εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ ἀκόμη, ἐπειδή, προκειμένου περὶ τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς — δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἀποκρύπτωμεν μερικὰ πράγματα — γίνεται πίεσις τοιαύτη καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς...
§285Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδεμία.
§286Γ. ΠΩΠ. Ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἴσως δὲ νὰ γίνῃ καὶ κατὰ τὸ μέλλον, διότι τὸ μέλλον μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὸ παρελθόν, καθ’ ὃν τρόπον δημιουργοῦμεν τὸ παρόν. Διὰ νὰ μὴ δώσωμεν λοιπὸν ἀφορμὴν εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα οἱ κλητῆρες αὐτοί, τοὐλάχιστον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς — σᾶς ὁμιλῶ μὲ εἰλικρινῆ πόθον καὶ στοργὴν χάριν αὐτῆς τῆς παμμεγίστης περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος — ἀληθῶς εἶναι πνευματικὸν ἀγλάϊσμα τοῦ Κράτους ἡμῶν ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, εἶναι ἴσως ὑπερτέρα καὶ αὐτῆς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἐθνικῆς ὑπὸ ἔποψιν πλούτου βιβλίων — χάριν αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀσκήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ νῦν, διότι πρόκειται νὰ μεταφερθῇ ἡ Βιβλιοθήκη, καὶ χάριν τῆς τηρήσεως τῆς ἐγγυήσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ἀκεραίου καὶ ἀσφαλοῦς, θὰ ἤθελον νὰ προετείνοντο οἱ κλητῆρες αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ ἰδίου Διευθυντοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἑκάστοτε τὴν διεύθυνσιν τῆς Βιβλιοθήκης. Τέλος οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ὁρισθῇ ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας διωρίσθησαν ὑπάλληλοι καὶ κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης, ἀπέκτησαν δικαιώματα μονιμότητος, ὄχι διότι ἀποδίδω σημασίαν τινὰ εἰς τὴν μονιμότητα κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τίθεται αὕτη εἰς τὸν Κανονισμόν. Εἶναι πιθανὸν ὑπὸ ἄλλου Κανονισμοῦ καὶ ὑπὸ ἄλλου Προέδρου, ἀδιάφορον εἰς ποίαν ἀνήκοντος πολιτικὴν μερίδα, ἴσως καὶ εἰς τὴν παροῦσαν, ν’ ἀρθῇ ἡ ἰσοβιότης ἡ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εἰσαγομένη. Ἀλλὰ δι’ ἐκείνους εἰδικῶς τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους χάριν τῆς ἰδέας τῆς συντηρήσεως τῶν βιβλίων θὰ θέσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτήν, οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ θίξῃ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς πρόκειται νὰ μυσταγωγήσῃ τὸν πνευματικὸν βίον ἐκείνων τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀγάπην πρὸς τὰ βιβλία.
§287Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ πρώτη ἐπίσημος πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ζητήσῃ ποσὸν 17,000 δραχμῶν, κατ’ ἀξίωσιν τοῦ τότε Προέδρου, πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ἐκτάκτων τότε. Ἤδη ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἔκαμεν ἕνα ὑπολογισμόν, ὅτι ἡ αὔξησις ἤδη τῶν δαπανῶν εἶναι 2,000 δραχ. κατὰ μῆνα, τουτέστιν 24,000 κατ’ ἔτος. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἂν ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης ταύτης εἶναι μεταξὺ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Βουλῆς πρὸς τὸν ψηφιζόμενον ἤδη, τουτέστιν ἂν αἱ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 24,000, ἢ μήπως πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς ταύτας καὶ αἱ 17,000, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν ἐν τῇ πρώτῃ πράξει τῇ ἐπισήμῳ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶναι ὅτι, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, σπατάλη ἐπέρχεται, διότι, εἴτε περὶ 24,000 σὺν 17,000 πρόκειται εἴτε περὶ 7,000 μόνον, πάντως σπατάλη ἐπέρχεται ἐκ προσωπικῶν δαπανῶν ἐναντίον τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν λαόν.
§288Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην ὀρθῶς, κύριοι συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες ἔφεραν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ πλέον δαπάνην καθιερουμένην διὰ τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ. Ὡς ἴσως θὰ ἀντελήφθητε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπέμενον νὰ ἀπαλειφθῇ πᾶσα περιττὴ δαπάνη ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἀπολύτως ἀναγκαία, πάντοτε ὅμως ἔπρεπε νὰ εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ μὴ ἀπαραιτήτου τῆς δαπάνης ἢ τοῦ ἀσκόπου αὐτῆς. Ἀτυχῶς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐκ Λακωνίας συνάδελφος δὲν κατωνόμασε τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τῆς Βουλῆς, οἵτινες δυνατὸν νὰ ὦσιν οὐχὶ ἀπολύτως χρήσιμοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς.
§289Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὠνόμασα· εἶπον ὅτι οἱ προστιθέμενοι εἶναι περιττοί.
§290Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ναί· οἱ προστιθέμενοι εἶναι περιττοί, ἀλλὰ διὰ ποίαν ὑπηρεσίαν; καὶ διατί διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἶναι περιττοί;
§291Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ ἐνεργῆται ἡ ὑπηρεσία ὅπως ἐνεργεῖται.
§292Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀόριστον. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὑπάλληλόν τινα ἐκ τῶν ἐν τῷ Κανονισμῷ καθοριζομένων, ὅστις νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν μὴ ἀπολύτως χρήσιμον ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ἠδυνάμην μὲ ὅλην τὴν στοργήν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ὁ ἕτερος ἐκ Ψαρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν μέσῳ πολλῶν χαριτολογημάτων, διὰ τῶν ὁποίων συνηθίζει νὰ ἀρτύῃ τὰς ἀγορεύσεις αὐτοῦ, προσεπάθησεν, εἶναι ἀληθές, νὰ ἐπιτύχῃ τι, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, προσεπάθησε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τελείαν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἐκ συμπαθείας καὶ στοργῆς πρὸς τὰς Βιβλιοθήκας, τῶν ὁποίων εἶναι ὁ τακτικὸς πελάτης, καὶ πρὸς τὰ βιβλία προέβη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰς ἀπολύτους κοινοβουλευτικὰς καὶ συνταγματολογικὰς αὐτοῦ δοξασίας καὶ ἀρχάς· ἔδειξε μάλιστα μεγίστην στοργὴν πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ εἰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας πολλὰ παράπονα ἀκούονται ἐκ πολλῶν σημείων καὶ τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τῆς ἀποκεντρώσεως αὐτῆς καὶ κατὰ διαφόρων ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς αὐτοὶ ἀνεθέσαμεν ἐξουσίαν τινά.
§293Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἐγκατέλειψε τὴν ἰδέαν αὐτήν.
§294Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν τὴν ἐγκατέλειψε. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς δύναται νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, χωρὶς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων.
§295Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων μάλιστα. Πάντοτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὸ veto.
§296Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόν, καὶ ἂς ἀφήσωμεν καὶ γωνίαν τινά, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀποκεντρωτικὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ ἂς ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐξουσίαν τινὰ ἐφ’ ὅλων τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο καὶ πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἶναι πλέον εὐάρμοστον, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θὰ μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ προβῶμεν καὶ εἰς σύγκρισίν τινα περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν διαφόρων θεσμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης ἀπόψεως νομίζω ὅτι τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἡ γνώμη δὲν εἶναι κατὰ πάντα ὀρθή. Συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί, τὰ διάφορα ἱδρύματα, ἐφ’ ὅσον ἀποδίδετε εἰς αὐτὰ ἰδιαιτέραν τινὰ ἀνεξαρτησίαν, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐξελίσσωνται εἰς τόσον αὐθύπαρκτα ἱδρύματα καὶ νὰ παραγνωρίζωσι, καὶ δὲν τὸ λέγω τοῦτο διὰ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, νὰ παραγνωρίζωσι τὴν ἐξάρτησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος ἢ ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ ὑποστάσει αὐτῶν. Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως θὰ ἐπεθύμουν πάντοτε ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν καὶ ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἶναι Βιβλιοθήκη ἀπολύτως τῶν Βουλευτῶν, ὅτι δὲν εἶναί τι ἀνεξάρτητον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοποὺς ἄλλους, ἢ φιλολογικοὺς ὑψηλοὺς ἢ ἄλλους πνευματικούς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος, ἀλλὰ νὰ τελῇ πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποκλειστικὸν καὶ μόνον σκοπόν, τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ μόνον τῶν Βουλευτῶν.
§297Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§298Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς ἔχει αὐτὸν τὸν προορισμὸν καὶ μόνον· αἱ ἄλλαι Βιβλιοθῆκαι ἔχουσιν ἄλλον προορισμόν. Εἶναι μόνον Βιβλιοθήκη τῶν Βουλευτῶν καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τελείαν ἀνεξαρτησίαν, φοβοῦμαι μήπως εἰς τὸ τέλος καταντήσῃ νὰ εἶναι Βιβλιοθήκη παντὸς ἔστω φιλοβίβλου, παντὸς ἔστω ἐφιεμένου νὰ ἐντρυφήσῃ εἰς τοὺς θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἐγκλείει, νὰ μὴ εἶναι ὅμως κατ’ ἐλάχιστον Βιβλιοθήκη τῶν Βουλευτῶν. Τοῦτο εἶναι μία χάρις, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ κοινόν, δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρέωσις. Κατὰ τὴν γνώμην καὶ κρίσιν μου ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ μόνον, καὶ δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου ἀντίρρησις. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς νομίζω ὅτι ἐν τέλει κατέληξεν εἰς ἓν σύστημα, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐχθρὸς ἀμείλικτος, εἰς τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον ἐν εἴδει χάριτος ἐπὶ τέλους καὶ κατὰ τρόπον τινὰ προσόμοιον τῆς συναλλαγῆς, ὅπως τῷ χαρίσῃ τρεῖς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἀποκλειστικῶς νὰ ἔχωσιν ἀφοσιωθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
§299Γ. ΠΩΠ. Καὶ μοὶ τοὺς ἐχάρισε κατ’ ἰδίαν.
§300Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τότε ἐπῆλθεν ἡ συναλλαγή, καὶ ἄνευ τῆς συνηγορίας μου, ἣν ἐσκόπουν, καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι, παρὰ μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν κατηυθύνθησαν ἐν τέλει πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰ βέλη, διότι δὲν ὤθησε τὴν πρόνοιαν αὑτοῦ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἀπὸ τοῦδε τοὺς πάντας νὰ μονιμοποιήσῃ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας μοὶ φαίνεται κἄπως μακρόν, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ὅμως τινά, ἂν καθιερωθῇ πενταετία.
§301Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν πενταετίαν τὴν δέχομαι.
§302Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τότε ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ταύτας καὶ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, κατέρχομαι τοῦ βήματος, δηλῶν ὅτι θὰ ψηφίσω τὸν Κανονισμόν.
§303Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δι’ ὀλίγων τινῶν. Κληθεὶς νὰ ὑποδείξω τὰς περιττὰς δαπάνας δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω τὰς περιττὰς θέσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἀνάγκην δημιουργίας θέσεων, διότι ἐγὼ δὲν προέτεινα τὴν κατάργησιν θέσεων, προέτεινα τὴν μὴ αὔξησιν τῶν θέσεων. Προτείνων τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καθῆκον νὰ ὑποδείξῃ διὰ ποῖον λόγον ηὔξησεν αὐτάς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος προέτεινε τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων, καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἥτις κατήρτισε τὸν Κανονισμόν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποδείξωσι τὴν ἀνάγκην τῶν θέσεων τούτων καὶ ἔκαμαν κακῶς νὰ μὴ ὑποδείξωσι τὴν ἀνάγκην αὐτῶν, διότι τὸ τοιοῦτον μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἤθελον τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, χωρὶς νὰ τελῇ ἡ Βουλὴ εἰς γνῶσιν περὶ τούτου. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς, ἂν ἦτο εἰς γνῶσιν ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς μὲ 2.000 δρ. ἐτησίως.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§305Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ, παρακαλῶ, μετὰ τὴν φράσιν «εἷς Διευθυντὴς προϊστάμενος ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς», «πλὴν τῶν τῆς Βιβλιοθήκης».
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 96 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 97ον (ἀναγινώσκεται).
§307Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν αʹ παράγραφον ἀντὶ τῆς φράσεως «ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον» νὰ τεθῇ «ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον»· εἰς δὲ τὴν βʹ παράγραφον νὰ τεθῇ ἀντὶ τῆς φράσεως «ἢ ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος» ἡ φράσις «ἢ ἐπὶ διετίαν ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος»· εἰς τὴν δʹ παράγραφον μετὰ τὴν λέξιν «Ἀρχειοφύλαξ» νὰ τεθῇ «ἢ Συντάκτης βʹ τάξεως τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν», καὶ ἀντὶ τῆς φράσεως «τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ» νὰ τεθῇ «Σχολῆς τινος τοῦ ἡμετέρου»· εἰς τὴν εʹ παράγραφον μετὰ τὴν φράσιν «τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου» νὰ προστεθῇ «ἢ ὁ κεκτημένος τὰ προσόντα Ἀρχειοφύλακος», καὶ τὸ «ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον ὡς διορθωτὴς» νὰ μεταβληθῇ «ἐπὶ πενταετίαν τοὐλάχιστον». Προσέτι μοὶ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι δέον, ὅπου τίθεται Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, νὰ τεθῇ καὶ Ἐθνικοῦ.
§308Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὀρθότερον εἶναι νὰ τεθῇ «τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου».
§309Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα· «τοῦ ἡμετέρου ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου» νὰ τεθῇ εἰς ὅλας τὰς παραγράφους ἀντὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ καὶ Ἐθνικοῦ.
§310Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πανεπιστημίου εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§311Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὄχι· εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἔλθῃ τις ἀπὸ τὴν Βολιβίαν, ἀπὸ ἓν ἀνάξιον Πανεπιστήμιον.
§312Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προκειμένου περὶ τῶν Βοηθῶν τῶν Γραφείων νὰ διαγραφῇ ἡ πρώτη περίοδος ὁλόκληρος, διότι περιττεύει, καὶ νὰ τεθῇ· «Βοηθοὶ τῶν Γραφείων κ.τ.λ.» ὡς ἔχει, μέχρι τῆς φράσεως «ἐν τῇ Βουλῇ», νὰ τεθῇ δὲ ἀντὶ «οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ», «οἱ ἐπὶ διετίαν φοιτήσαντες ἔν τινι τῶν σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου». Προκειμένου περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Στενογράφων νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς» καὶ νὰ τεθῇ ἀντὶ «ἐκ δύο Στενογράφων αʹ τάξεως», «ἐκ τριῶν Στενογράφων αʹ τάξεως», διότι προκειμένου περὶ διαγωνισμοῦ Στενογράφων μοὶ παρεστάθη ὅτι ἡ πλειονότης τῶν κριτῶν πρέπει νὰ εἶναι Στενογράφοι. Ἐν τέλει νὰ προστεθῇ παράγραφος ὡς ἑξῆς· «ὁ Διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς παραλαμβάνει καὶ παραδίδει δι’ ἀπογραφῆς πάντα τὰ ὑλικὰ τοῦ Βουλευτηρίου, πλὴν τῶν τῆς Βιβλιοθήκης, ὑπεύθυνος ὢν προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός». Προσέτι προστίθεται ἐδάφιον, καθ’ ὃ τὸν Διευθυντὴν κωλυόμενον ἢ ἀπόντα ἀναπληροῖ ὁ Διεκπεραιωτής.
§313Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον αἱ τὴν στιγμὴν ταύτην προταθεῖσαι τροποποιήσεις τακτοποιοῦσι τὰ πράγματα. Μοὶ κάμνει ὅμως ἐντύπωσιν διατί ὡς προσὸν τοῦ Διεκπεραιωτοῦ ἀπαιτεῖται τριετὴς δικηγορία. Οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι ἔχουσιν ὡς προσόντα προηγουμένην ὑπηρεσίαν ἢ δίπλωμα Σχολῆς. Δὲν ἐννοῶ τώρα πῶς ἐσχάτως οἱ δικηγόροι ἀπέκτησαν ἰδιοφυΐαν διὰ τὴν διεκπεραίωσιν ἐγγράφων. Ἴσως ἐκ τῆς διεκπεραιώσεως τῶν δικογράφων. Ἔπειτα ὡς προσὸν διὰ τὸν Συντάκτην ἐτέθη τὸ νὰ εἶναι συντάκτης τακτικὸς ἡμερησίας ἐφημερίδος. Τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ Πρόεδρος. Ἔπειτα Βοηθὸς τοῦ Ἐπιμελητοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς θὰ διορίζηται ὁ ἔχων ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου ἢ ἐπὶ διετίαν φοιτήσας εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν. Διατί αὐτό;
§314Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι πρόκειται περὶ διορθώσεως ἐντύπων.
§315Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ Πανεπιστήμιον θὰ μάθωσιν ὀρθογραφίαν, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὴν διόρθωσιν; Ἄλλως τε ἐκεῖ μανθάνουσι τὴν γλῶσσαν τοῦ Πλάτωνος, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀγορεύομεν. Ἐκ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ὁμοιομορφία.
§316Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν συμφωνῶ καθόλου πρὸς τὴν γνώμην σας. Διὰ τοὺς ἤδη ὑπαλλήλους ὅμως ὑπάρχει διάταξις ὅτι θεωροῦνται ἔχοντες τὰ προσόντα.
§317Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ τοὺς δικηγόρους δὲν θὰ εἴπω τίποτε, διότι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως. Ἐν τῷ ἐπαγγέλματί των ἀποκτῶσι πεῖραν ἱκανὴν διὰ πᾶσαν ἐργασίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ διὰ τοὺς συντάκτας τῶν ἐφημερίδων, ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατελέσω δημοσιογράφος, σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι τακτικὸς συντάκτης ἐφημερίδος εἶναι ἀνώτερος τμηματάρχου καὶ πάσης θέσεως, ἕνεκα τῆς πείρας, ἣν ἀποκτᾷ ἐπὶ πάντων τῶν πραγμάτων.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 97ον (Ψηφίζεται τὸ 97 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 98).
§319Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 9 νὰ τεθῇ εἷς Ἀποθηκάριος Βιβλιοθήκης ἐπὶ βαθμῷ....
§320Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπουργικοῦ Γραφέως αʹ τάξεως.... Εἶναι ἐσφαλμένον.
§321Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ χωρισθῶσιν οἱ κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης;
§322Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφ’ ἧς διορισθῶσι, δὲν θὰ μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν.
§323Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Γραφεῖς γʹ τάξεως νὰ διορίζωνται καὶ οἱ προϋπηρετήσαντες.
§324Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δύνανται νὰ διορισθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θέσις τοιαύτη. Ζητεῖτε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης;
§325Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ ΚΑΙ Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπεβάλομεν πρότασιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 98 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην γενομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου κ. Ἰ. Τσιριμώκου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 99).
§326Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν θὰ ἤρκει ἐνταῦθα τὸ πιστοποιητικὸν ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν στρατιωτικήν του ὑποχρέωσιν, πλὴν ἐὰν ἀπηλλάγη διὰ λόγους ἀνικανότητος;
§327Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οἱ δυνάμενοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διάταξιν τῆς μονιμότητος μέχρις ὅτου συμπληρώσωσι τὴν δεκαετίαν.
§328Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Μέρμηγκα δέχομαι. (Ψηφίζεται τὸ 99 μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Μέρμηγκα καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 100).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 100όν (ἀναγινώσκεται).
§330Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Διὰ τοὺς καθαριστὰς ἐλήφθη μέτρον;
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται κονδύλιον διὰ τὴν καθαρειότητα, καὶ ἐκεῖθεν πληρώνονται οἱ καθαρισταί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 100 ὡς ἔχει).
§332Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ δεκαετία νὰ γίνῃ πενταετία. Ἄρθρον 101ον (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 101, ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 102ον (ἀναγινώσκεται).
§333Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρακολουθήσω τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἤρξαντο λειτουργοῦσαι κατόπιν τῆς μεταβολῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ θέσις δὲ τοῦ Γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν παρέχει εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος κατέχει ταύτην σήμερον καὶ ὁ ὁποῖος εὐδοκίμως ὑπηρέτησεν ἐν αὐτῇ, μεγάλην ἐργασίαν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἐργασία τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ δὲν μοὶ φαίνεται νὰ εἶναι πολὺ κατωτέρα τῆς νέας θέσεως τῆς δημιουργουμένης διὰ τοῦ νέου Κανονισμοῦ, καὶ εὑρίσκω μίαν δυσαρμονίαν ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ μισθοῦ τοῦ νέου Ἀρχειοφύλακος πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ Γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο δικηγόρος καὶ ἐλάμβανεν ἄλλοτε πολὺ μεγαλείτερον μισθὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει σήμερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἁρμονία μεταξὺ τῶν μισθῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 102 ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ 103).
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 107ον (ἀναγινώσκεται).
§335Γ. ΠΩΠ. Ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, διότι δὲν ἔχει καὶ σοβαρότητα.
§336Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 104, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 105).
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 106ον (ἀναγινώσκεται).
§338Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ὁ Διευθυντὴς Βιβιοφύλαξ», «προΐσταται τῶν Γραφείων τῆς Βιβλιοθήκης καὶ εἶναι ὑπεύθυνος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 106, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὸ 107).
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 108ον (ἀναγινώσκεται).
§340Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σαφηνισθῇ, ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις κατὰ τίνα τρόπον ζητεῖται; Ὅπως ζητεῖται καὶ ἡ τοῦ Κράτους; Διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ μίαν δαπάνην καὶ κατόπιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.
§341Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθ’ ὅμοιον τρόπον, προκειμένου περὶ ἐπειγούσης δαπάνης καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς· ἄλλως θὰ εἰσάγηται ἡ πρότασις εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐγκρίνηται, καὶ κατόπιν θὰ εἰσάγηται νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 108 ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 109–111).
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 112ον (ἀναγινώσκεται).
§343Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀντὶ «Ἀκροτελεύτιοι διατάξεις» νὰ τεθῇ «Γενικαὶ διατάξεις», τὸ δὲ ἄρθρον 112 νὰ διαγραφῇ, διότι εἶναι περιττόν, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὡς ἔχει.
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἄρθρον 112 τὸ ἄρθρον 95 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 113ον (ἀναγινώσκεται).
§345Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ διαγραφῇ αὐτό.
§346Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί; Εἶναι καλόν.
§347ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος, καθ’ ἣν οἱ μὴ δηλώσαντες θεωροῦνται κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις, εἶναι πολὺ αὐστηρά. Ἐγὼ κατοικῶ εἰς Ἀθήνας καὶ δύναμαι νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι εἶναι πολὺ αὐστηρὰ δι’ ἐκεῖνον τὸν Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐξ ἀπειρίας δὲν ἤθελε κάμει τὴν δήλωσιν.
§348ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπειρία εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐπιτρέπεται;
§349Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ δηλώνωσι «καλούμενοι», μὴ τυχὸν διαφύγῃ κανενός.
§350Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
§351ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ τοῖς στέλληται μία εἰδοποίησις. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη).
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 114ον (ἀναγινώσκεται).
§353Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ «ἢ δελτία τῶν διαφόρων Ὑπουργείων», διότι δυνατὸν νὰ ἐκδώσωσι καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα δελτία.
§354Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα, νὰ τεθῇ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 114 ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 115). Εἰς τὴν αʹ μεταβατικὴν διάταξιν νὰ προστεθῇ: «προσέτι δὲ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους 1911 καὶ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 94 τοῦ τροποποιουμένου Κανονισμοῦ ἐξουσίαν».
§355Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐν τῇ γʹ μεταβατικῇ διατάξει ἀναγράφεται ὅτι «αἱ καταργούμεναι διὰ τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ θέσεις τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ τῶν ἐκτάκτων κλητήρων καὶ ὑπηρετῶν, δύνανται νὰ διατηρηθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1911». Οὐδὲν ὀρθότερον τούτου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν καθ’ ἣν στιγμὴν διατηροῦνται αὐτοὶ νὰ μὴ προστεθῶσιν οἱ ἄλλοι.
§356Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περὶ ἑνὸς τακτικοῦ ὑπαλλήλου πρόκειται. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις).
§357Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πρὸ τοῦ συνόλου ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τοὺς ἀποχωροῦντας.
§358Γ. ΠΩΠ. Διὰ τοὺς γέροντας· θὰ τοὺς πετάξωμεν εἰς τὸν δρόμον; Αὐτὸ εἶναι τραγικόν.
§359Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοῖς δίδομεν 40 δραχμάς.
§360Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὀλίγα.
§361Γ. ΠΩΠ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. 50 δραχμάς. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).