1911.10.20
2,359 rows · 17,908 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 146.
Τῆς 20ῆς Ὀκτωβρίου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 129 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκεν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμη.
§2Γ. ΠΩΠ. Τί ἐρώτημα;
§3Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ ἐρώτησις παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀπάντησις.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῇ ἀπὸ 11 τρέχοντος αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ κ. Δραγούμη ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ διαπραχθεῖσαν δολοφονίαν τοῦ Μητροπολίτου Γρεβενῶν Αἰμιλιανοῦ. Τὸ πτῶμα εὑρέθη ἠκρωτηριασμένον φρικωδῶς ἐν χαράδρᾳ τινὶ δάσους παρὰ τὴν Πηγαδίτσαν, ἔνθα εἶχεν ἀπαχθῆ ὁ Μητροπολίτης—μετὰ τοῦ διακόνου καὶ τοῦ φύλακος αὐτοῦ δολοφονηθέντων ὡσαύτως—καθ’ ὃν χρόνον τῇ 1ῃ Ὀκτωβρίου Σαββάτῳ μ. μ. μετέβαινον ἐκ τοῦ χωρίου Σνιχόβου εἰς τὸ χωρίον Κριτάδες. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε περιελθουσῶν τῷ Ὑπουργείῳ πληροφοριῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παράσχω ἐξῃκριβωμένας καὶ ἀσφαλεῖς, ὡς ἔχω καθῆκον, πληροφορίας περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς καὶ τῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθη τὸ ἀποτρόπαιον ἔγκλημα, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τῶν ἐργατῶν αὐτοῦ ὡρισμένως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψεν ἐνδεδειγμένα καὶ προσήκοντα ἐν τῷ ζητήματι διαβήματα».
§5Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον.
§7Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε, νὰ μοὶ ἀποδείξητε τὴν διάταξιν καὶ εὐχαρίστως.
§9Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι λέγει, ἐὰν ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις δὲν κριθῇ ἐπαρκὴς παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται οὗτος νὰ ζητήσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν ὡς ἀνωτέρω ὁριζόμενον τρόπον συμπληρωματικὰς πληροφορίας.
§11Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει· «Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιτρέπεται συζήτησις μόνον μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐρώτησιν Βουλευτοῦ, τοῦ τελευταίου μὴ δυναμένου νὰ παρατείνῃ τὸν λόγον πέρα τῶν δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγγνώμην· ὁρίστε.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν διὰ τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν, μετὰ παρακλήσεως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὰ δέκα λεπτὰ ἡ ἀνάγνωσις, ἣν ἀναγκάζομαι ἐκ νέου νὰ ἐκτελέσω, διότι δὲν ἠκούσθη ἡ γενομένη ἤδη οὐδὲ ὑπ’ ἐμοῦ καλῶς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ ἀπὸ 11 τρέχοντος αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ διαπραχθεῖσαν δολοφονίαν τοῦ Μητροπολίτου Γρεβενῶν Αἰμιλιανοῦ. Τὸ πτῶμα εὑρέθη ἠκρωτηριασμένον φρικωδῶς ἐν χαράδρᾳ τινὶ δάσους παρὰ τὴν Πηγαδίτσαν, ἔνθα εἶχεν ἀπαχθῆ ὁ Μητροπολίτης —μετὰ τοῦ διακόνου καὶ τοῦ φύλακος αὐτοῦ δολοφονηθέντων ὡσαύτως — καθ’ ὃν χρόνον τῇ 1ῃ Ὀκτωβρίου Σαββάτῳ μετὰ μεσημβρίαν μετέβαινεν ἐκ τοῦ χωρίου Ζνιχόβου εἰς τὸ χωρίον Κριτάδες. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε περιελθουσῶν τῷ Ὑπουργείῳ πληροφοριῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παράσχω ἐξῃκριβωμένας καὶ ἀσφαλεῖς, ὡς ἔχω καθῆκον, πληροφορίας περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς καὶ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθη τὸ ἀποτρόπαιον ἔγκλημα, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τῶν ἐργατῶν αὐτοῦ ὡρισμένως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψεν ἐνδεδειγμένα καὶ προσήκοντα ἐν τῷ ζητήματι διαβήματα». Ταῦτα τὰ τελευταῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἀπάντησιν, ἀκριβῶς εἰπεῖν, εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν ἐρώτησιν. Ἡ ἐρώτησις ὡς διετυπώθη ἔχει ἐν ἑαυτῇ καὶ χαρακτῆρα συστάσεως, ἤτοι τὸ τελευταῖον μέρος τὸ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δ’ ἐρώτησις ἔλαβεν ἀπάντησιν, ἥτις δὲν ἦτο φαίνεται δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ διαφωτιστικὴ περισσότερον· καί, ἐπειδὴ ἐζήτησα τὰς δυνατὰς μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν πληροφορίας, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι ἐπαρκῶς διαφωτιστικαὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔξωθεν ἔχουσιν ἤδη τοιαύτην γνῶσιν τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων εἰδήσεων, ὥστε ἔφθασαν νὰ αἰσθανθῶσι τὴν ἀνάγκην, πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς ἀληθείας τῆς ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τῶν εἰδήσεων τῆς πηγῆς τῆς χριστιανικῆς, πρὸς ἐμπέδωσιν, λέγω, τῆς ἀληθείας νὰ εὑρεθῇ ἐντεῦθεν τρόπος ἀποδείξεως ἐκείνου, ὅπερ πάντες ἡμεῖς συνοίδαμεν καὶ γιγνώσκομεν ὅτι ἐτελέσθη. Καὶ ὁμολογῶν ὅτι ἐν τούτῳ εἶναι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δύσκολον νὰ προβῇ εἰς οἱασδήποτε δηλώσεις διακρινούσας τὸ ἀκριβὲς ἀπὸ τοῦ μὴ ἀκριβοῦς, δὲν θέλω νὰ στενοχωρήσω αὐτόν, ἀναγκασθέντα ἤδη, ἕνεκα δημοσιεύσεων ἐν Ἀθήναις, —ἄλλως ἐγκύρων, κατὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησαν εἰς πάντας—, ἀναγκασθέντα νὰ δηλώσῃ ὅτι αἱ δημοσιεύσεις αὗται δὲν προέρχονται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ θέλω συστήσει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἂν τυχὸν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας δὲν ἐνήργησέ τι —καὶ δὲν φαίνεται ὅτι ἐνήργησε—, θέλω συστήσει νὰ ἐξετάσῃ μήπως εἰς χεῖρας αὐτοῦ κεῖται ἡ εὐκολία νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια δι’ ἀνακρίσεως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Γνωρίζει βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν οἱ ξένοι ἐγκληματοῦντες ὡς λῃσταὶ εἰς τὴν ὅμορον χώραν καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται ἐν Ἑλλάδι. Τούτου οὕτως ἔχοντος καὶ τοῦ ἐγκλήματος —λῃστρικοῦ καθ’ αὑτὸ ἐγκλήματος— τελεσθέντος ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ καὶ παρὰ τὰ σύνορα τὰ Ἑλληνικά, ἐνδείκνυται δοτέα ἡ ἄδεια ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως ἐγκλήματος, ὅπερ εἶναι τιμωρητέον ἐν Ἑλλάδι. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου αὕτη προσετέθη εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν ἐν ἔτει 1887 τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντος ἐπὶ Ὑπουργείου Τρικούπη, οὗτινος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἁρμόδιος ὑπέγραψεν ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπάρχει ὑπογεγραμμένος ὑπὸ τὸν νόμον. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο ἐνταῦθα ἐνομοθετήθη ἡ διάταξις αὕτη, ὅπως τὰ λῃστρικὰ κακουργήματα τὰ γινόμενα εἰς τὴν γείτονα χώραν κατασταθῇ δυνατὸν νὰ εὑρίσκωσιν ἐνταῦθα τιμωρίαν πρὸς παρηγορίαν ἐκείνων, οἵτινες πάσχουσιν ὄπισθεν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, διότι κατ’ ἐκείνων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐστρέφοντο τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, δυστυχῶς δ’ ἐνίοτε καὶ ὑπὸ ὁμοφύλων τελούμενα. Καὶ ὑπάρχουσι παραδείγματα καταδιώξεως καὶ τιμωρίας τοιούτων λῃστῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καίτοι ἡ λῃστεία ἐγένετο ὑπὸ ἀλλοδαπῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατὰ ἀλλοδαπῶν μέν, ἀλλ’ ἡμετέρων ὁμοφύλων. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν τὰ ἐγκλήματα τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν γείτονα χώραν διαπραττόμενα τιμωροῦνται ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἔχων τὴν διάταξιν ταύτην ὑπ’ ὄψει νὰ θελήσῃ νὰ ἐκλάβῃ τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγόμενα ὡς ῥητὴν καταγγελίαν φερομένην κατὰ τῶν κακουργησάντων καὶ θελήσῃ νὰ ἐπιτρέψῃ ἀνάκρισιν κατὰ τῶν κακούργων.
§14Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν ἀγνώστων.
§15Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τῶν ἀγνώστων· διότι πρέπει νὰ εὕρωμεν αὐτοὺς διὰ τῆς ἀνακρίσεως, οἵτινες ἄλλως εἶναι ἐκεῖνοι, περὶ ὧν ὁμιλοῦσιν ἐν ταῖς ἀνακοινώσεσιν αὐτῶν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ τῶν ὀρθοδόξων ἀρχηγοὶ ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ. Νὰ ἐπιτρέψῃ, λέγω, τὴν ἀνάκρισιν, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τῇ εἰδικῇ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἄδεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεως. Καὶ θέλω ἀναγνώσει τὴν διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι δὲν εἶναι βεβαίως πρόχειρος εἰς ὅλους (ἀναγινώσκει): «Ξένοι τιμωροῦνται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ κατὰ τοὺς ἐγχωρίους νόμους ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραχθέντων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων»...παράγραφος τρίτη, «ὅτε ἔπραξαν λῃστείαν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ, ἐὰν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγκρίνῃ νὰ παραγγείλῃ ἐπὶ τούτῳ ἀνάκρισιν. Ἡ τιμώρησις αὕτη τότε μόνον γίνεται, ὅταν οἱ ἔνοχοι παραδοθῶσιν ἢ συλληφθῶσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ». Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὅπως διαταχθῇ ἀνάκρισις, νὰ εἶναι ἐνταῦθα οἱ ἔνοχοι· ὅταν συλληφθῶσι, τότε θὰ ἀπαγγελθῇ ἡ κατηγορία, ἧς τὴν ἀπόδειξιν θὰ παρασκευάσῃ ἡ δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω. Περαίνων λέγω, ὅτι διὰ τοῦ κακουργήματος τούτου εἰς τὰ μυχαίτατα ἐτραυματίσθη ἡ Ἑλληνικὴ καρδία καὶ θέλει αἰσθάνεσθαι πόνον ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μνήμῃ πρέπει νὰ ἔχωμεν βαθέως ἐρριζωμένην τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὅπως μὴ παραμεληθῇ τὸ καθῆκον τὸ Ἑλληνικὸν κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα προμηθείας γαιανθράκων εἰς ἀπάντησιν τῆς αἰτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Βάρθη.
§17Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μόνον; Εἴχομεν ζητήσει καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν πυριτίδων.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν παρῆλθον ἕξ ἡμέραι. Εἶναι ἀρκετὰ αὐτά. Εἶναι ὀγκώδης φάκελος καὶ θὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἕως ὅτου ἔλθωσι καὶ ἐκεῖνα.
§19Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν, κύριε Πρόεδρε. Ἠρώτησα ἁπλῶς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 2) Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ἰ. Μπουρνιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης ἄρθρου ἐν τῷ νόμῳ ΧΜΑʹ τοῦ 1861 περὶ λιμένος Καρύστου». 3) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Θεοδωρίδης ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸν «περὶ φυγοδικίας νόμον· (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς, Τεῦχ. Βʹ). 4) Ἐπιτροπὴ Πτελεοῦ διαμαρτύρεται, διότι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς λιμενικῶν ἔργων εἰς Σούρπην δι’ εἰσπράξεων τοῦ λιμένος· 5) Γεωργός τις ἐκ Μπαλταλὰρ διαμαρτύρεται, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀρνεῖται νὰ τῷ χορηγήσῃ σπόρον· 6) Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τριγέας εὐχαριστοῦσι δι’ ὑποβληθέντα νομοσχέδια δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· 7) Ὁ ἐξ Ἀγχιάλου Χρῆστος Βασιλείου ἀγωνισθεὶς ὡς ἐθελοντὴς εὔζωνος κατὰ τὰ 1877, 1886 καὶ 1897 καὶ νῦν πρόσφυξ ἐπικαλεῖται βοήθειαν· 8) Οἱ Λ. Καράμπελας, Τ. Σκαμβούγερας καὶ Ἀλ. Δράμαλης αἰτοῦνται τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ νέου περὶ μεταλλείων νόμου καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ· 9) Φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς αἰτοῦνται, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως ἐπιτρέπηται ἡ ἐξάσκησις εἰς διδακτορικὰ φροντιστήρια πρὸς εἰδίκευσιν καὶ τέλειον καταρτισμόν, ὄντος ἄνευ τούτου ἀδυνάτου· 10) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σκέρνα διαμαρτύρονται, διότι ἐπετράπη ἡ ὑλοτομία τοῦ παρὰ τὸ χωρίον των δάσους· 11) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου Π. Ῥουτσούνης διαμαρτύρεται ὅτι, καίτοι ὑπέβαλε πάντα τὰ δικαιολογητικά, δὲν ἔλαβεν ἀναστολήν· 12) Ἡ ἐν Ἀθήναις φαρμακευτικὴ ἑταιρεία ζητεῖ, ὅπως μεταβιβάζωσι τὰ φαρμακεῖα οἱ κληρονόμοι τῶν φαρμακοποιῶν εἰς ὅντινα θέλουσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Πρώτη ἀναφορὰ τοῦ Ν. Βουρνάζου περὶ τοῦ δασάρχου διατελοῦντος ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Ἀ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§21ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἀναβάλει πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἑβδομάδων τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνεται ἡ αὐτὴ παράκλησις.
§23Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ δασάρχου Λαρίσης, ὁ ὁποῖος ταυτοχρόνως εἶναι ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος.
§24Γ. ΠΩΠ. Ποῦ;
§25Α. ΣΛΗΜΑΝ. Κτήματός τινος εὑρισκομένου εἰς τὴν περιφέρειαν Λαρίσης.
§26Γ. ΠΩΠ. Τίνος κτήματος;
§27Α. ΣΛΗΜΑΝ. Τὸ εἶπον καὶ προχθές. Δὲν κωλύομαι νὰ τὸ εἴπω ἐκ νέου. Τῆς Α. Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου. Ἐπειδὴ ὅμως ἀκούω ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι καὶ τόσον τερπνόν, προτιμῶ καὶ δηλῶ, διὰ νὰ μὴ χωρήσῃ οἱαδήποτε παρεξήγησις, ὅτι ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἐὰν νομίζῃ τῳόντι ἡ Κυβέρνησις ὅτι δύναται νὰ διευθετηθῇ τὸ ζήτημα δι’ ἑτέρου τρόπου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν. Ἐὰν τὴν δευτέραν δὲν ἐκλείψῃ ὁ λόγος, τότε συζητεῖτε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν Κορινθίων φοιτητῶν, κλαπέντων τῶν πρὸς ἐγγραφὴν χρημάτων των ὑπὸ τοῦ κλητῆρος τοῦ Πανεπιστημίου Θ. Βουδούρη, ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη. Ἐπ’ ἀναφορᾶς ὑπολοχαγῶν, ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ὁ κ. Βάρθης ἔχει τὸν λόγον.
§33Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀναβάλλεται, διότι ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ χωρίου Κήπου τῆς Καρυστίας.
§35Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ δὲ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων εἶναι σπουδαιότατον, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Παξῶν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§37Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Ἀ. Κύρκου, Γ. Πετροπούλου, Ἀ. Τζοάννου, ζητούντων βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ὁ κ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον. Ὁ κ. Συγγούρης διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Ξηροχωρίου ζητούντων παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§39Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, θέλω μόνον νὰ παρακαλέσω μίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται κἂν νὰ υἱοθετήσῃ εἴτε τὴν πρότασιν αὐτήν, ἣν ἐγὼ προχθὲς ὑπέβαλον, εἴτε ἂν θὰ φέρῃ ἄλλο νομοσχέδιον ἰδικόν του, διότι, ἐπειδὴ ἐγγίζει ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας—ἀφ’ ἧς καὶ πέραν ἄρξεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου —, θὰ ἄρξωνται οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
§41Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν ἀφήνετε, κύριε Δαζέα; Πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ.
§42Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ πρῶτον ἄκουσμα τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Χρυσοστάλης, διέγνωσε δυσφορίαν τινὰ καὶ ἀποδοκιμασίαν ἀπὸ μέρους τινῶν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν κατὰ τῆς προτάσεις αὐτῆς, εἶπον δέ τινες ὅτι πρέπει οἱ ἔμποροι νὰ διαγράψωσι τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἐθεώρησα, Κύριοι, χάριν ἀκριβῶς τῶν ἐχόντων ἐναντίαν γνώμην, ἀναγκαῖον νὰ εἴπω λέξεις τινάς, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τούτων εἰς βαθυτέραν ἔρευναν καὶ μελέτην τοῦ ζητήματος. Νομίζω ὅτι συντρέχουσι λόγοι καὶ ἀπὸ νομοθετικῆς ἀκόμη περισκέψεως ἐπιβάλλοντες τὴν λῆψιν μέτρου ἀναλόγου πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Χρυσοστάλης. Πρωτίστως ἔχει ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ἡ Βουλὴ βεβαίως, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ συντόμων παραγραφῶν, σχεδὸν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ ὀνομάζομεν κατάστασιν ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν κατὰ δεύτερον λόγον τὰς καινοτομίας τὰς δικονομικάς, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ἐπηγγέλθη ἄλλας νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ὁποίων δὲ πλεῖσται ἐγένοντο καὶ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ αἵτινες πᾶσαι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ συντελεσθῶσι κατὰ κεραίαν ὡς ἐπηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αἵτινες ὅμως ἐκράτησαν εἰς ἀμφιβολίαν τὸν κόσμον, διότι ἀκόμη αἱ καινοτομίαι ἐκεῖναι ἐπηγγέλλοντο μεταρρυθμίσεις καὶ ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας προσέτι τοῦ εἰρηνοδίκου, μέχρι τίνος ποσοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ δικάζῃ. Ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων, ἅπερ κινδυνεύουσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, εἶναι τὸ καινοφανὲς αὐτοῦ, τῶν συνεπειῶν τοῦ ὁποίου δὲν ἔσχε πλήρη ἀντίληψιν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὐδὲ εἶχε τὴν προσήκουσαν πεῖραν, ὥστε ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κατανοήσῃ τὰ παρομαρτοῦντα τὴν σημασίαν τῆς συντόμου παραγραφῆς, μὴ ὢν ἐξῳκειωμένος πρὸς τοιαύτην τινὰ νομοθεσίαν, ἔχων δὲ τὴν συνείδησιν καὶ τὴν παλαιὰν αὐτοῦ πεῖραν, καθ’ ἣν μίαν αὐτοῦ ἀπαίτησιν ἠδύνατο νὰ τὴν παραδώσῃ καὶ εἰς τρίτην καὶ εἰς τετάρτην γενεάν. Δὲν ἠδυνήθη διὰ τοῦτο ὁ λαὸς εὐθὺς νὰ ἐννοήσῃ τὴν σημασίαν τῆς συντόμου παραγραφῆς, διὰ νὰ προνοήσῃ καὶ ἐπιμεληθῇ καὶ ἐγκαίρως ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ταχυτέραν ἐξομάλυνσιν τῶν διαφορῶν του. Ἐπὶ τούτοις φρονῶ ὅτι εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Πολιτείαν, ἥτις καθιέρωσε πολὺ σοφῶς τὸ νέον σύστημα τῶν συντόμων παραγραφῶν, ὅτι εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένον, λέγω, διὰ πρώτην φορὰν νὰ μεριμνήσῃ πρὸς προστασίαν τῶν δικαίων ἐκείνων, ἅπερ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐτέθησάν πως ἐν κινδύνῳ ἀπροόπτῳ. Νομίζω ἀκόμη ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν καλῆς πίστεως ὀφειλετῶν θέλει προστατεύσει μία τοιαύτη οἵα ἡ ἐπιζητουμένη πρόνοια τῆς Πολιτείας, λέγω δὲ μόνον τῶν καλῆς πίστεως ὀφειλετῶν, διότι οἱ κακῆς πίστεως ὀφειλέται προστατεύονται ὑπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Μενίππου, «Οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος»· ἀλλὰ κατὰ τῶν καλῆς πίστεως ὀφειλετῶν πάντως, ἐὰν μὴ δοθῇ παράτασίς της, θέλουσιν ἐγερθῆ αἱ κατ’ αὐτῶν ἀγωγαί, καὶ ἑπομένως θέλουσιν οὗτοι ὑποστῆ κατ’ ἀνάγκην καὶ τῶν δικαστικῶν δαπανῶν τὴν ζημίαν. Διὰ τῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ὅμως θέλει παρασχεθῆ καὶ εἰς αὐτοὺς εὐκαιρία, ὥστε νὰ σπεύσωσι καὶ ἐκκαθαρίσωσι τὰς διαφοράς των. Καὶ ἐντεῦθεν δείκνυται ἐπίσης ἡ ἀνάγκη νὰ δοθῇ μικρὰ προθεσμία, καὶ φρονῶ ὅτι μία τοιαύτη πρόνοια θέλει προστατεύσει τὰ συμφέροντα πάντων καὶ αὐτῶν τῶν καλῆς πίστεως ὀφειλετῶν. Διὰ τοὺς λόγους δὲ τούτους εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προυτάθη, καὶ ἐλπίζω ὅτι, ὡς προσήκει, ἡ Βουλὴ θέλει δώσει μείζονα προσοχὴν εἰς τοῦτο, καὶ ὑπὲρ πάντα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ ἀναφορὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτής, εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν σπουδαῖον, ὑπὸ ἔποψιν ἀρχῆς καὶ σπουδαῖον ἐξ ἴσου ἢ καὶ πλειότερον ὑπὸ ἔποψιν μορφῆς καὶ ἐκτάσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐξήτασα ἀκόμη τὸ ζήτημα, διότι ἐσχάτως ὑπεβλήθησαν αἱ προτάσεις νόμου, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνηθῶσιν ὑπὸ ἔποψιν ἀρχῆς, ὑπὸ ἔποψιν μορφῆς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐκτάσεως. Ἴσως θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ συσταθῇ ἐπιτροπή τις, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι πᾶσαι αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις· νομίζω δὲ ὅτι αὐταὶ εἶναι δύο ἢ τρεῖς τὸν ἀριθμόν, ἀλλ’ ἐγκυμονοῦνται καὶ ἄλλαι ὑπὸ διάφορον μορφὴν καὶ ὑπὸ ἄλλην διατύπωσιν. Δι’ αὐτὸ δέον νὰ συγκεντρωθῶσιν ἅπασαι καὶ σταλῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἔλεγχον· ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μελετήσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα καὶ θὰ εἶμαι εἰς θέσιν, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν, νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν.
§45Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησε περὶ ἐπιτροπῶν· παρακαλῶ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Πετρομανιάτης ἔχει τὸν λόγον.
§47Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον, ἡμέραν ἀναφορῶν, δὲν γίνεται περὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου, ἀλλὰ γίνεται, διότι ὁ κ. Χρυσοστάλης βουλευτὴς Εὐβοίας ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ξηροχωρίου, ζητούντων παράτασιν τῆς προθεσμίας τῶν πρὸς παραγραφὴν χρεῶν. Ἐγὼ σήμερον δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἓν μόνον ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ νομοῦ μου παρόμοια τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἀναγγέλλεται ὅτι πολλὰ συμφέροντα κοινωνικὰ κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσιν εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε λάβει ἐγκαίρως νομοθετικόν τι μέτρον. Παρακαλῶ, ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ εἰς τοῦτο.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Καρδίτσης, ὅπως διακανονισθῶσιν αἱ κολληγικαὶ σχέσεις, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σχινᾶς.
§49Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ ὑποστηρίξω διὰ μακρῶν τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου ἐν Καρδίτσῃ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς Θεσσαλίας τὸ ἀναμένει μετὰ πάσης ἀγωνίας. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα ὑποβληθῇ ὁ διακανονισμὸς αὐτὸς πρὸς ἄρσιν πολλῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς βάρος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε πλειστάκις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν ὅτι θέλει ὑποβάλει τὸν τοιοῦτον διακανονισμὸν ἐντὸς τοῦ παρόντος μηνός.
§50Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§51Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δύο λόγοι, ἐξ ἴσου σοβαροί, συνεπείᾳ συλλαλητηρίου γενομένου ἐκ μέρους τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Καρδίτσης, ὅστις καὶ διεβίβασε τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν πρὸς τὴν Βουλήν, μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς εὑρίσκεται ἐν ἐξεγέρσει, διότι οἱ ἰδιοκτῆται μὴ σεβόμενοι τοὺς νόμους, καὶ τούτους καταπατοῦντες ἀσυστόλως ἀναγκάζουσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ προκαταβολικῶς τοὺς καλλιεργητὰς νὰ συντάσσωσι, παρὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον τῶν σπειρομένων γαιῶν, συμβόλαια, δι’ ὧν νὰ ὑποχρεῶνται νὰ καταβάλωσιν αὐτοὶ καὶ μόνον — οἱ καλλιεργηταὶ — ὁλόκληρον τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Συνετάγησαν μάλιστα καὶ τοιούτου εἴδους συμβόλαια ἐν Καρδίτσῃ.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος χαρακτηρίζει τὰ συμβόλαια ταῦτα ἄκυρα.
§53Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὰ θεωρεῖ ἄκυρα, ἀλλὰ μὴ νομίζετε ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀδύνατοι καὶ οἱ πτωχοὶ κολλῆγαι θὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ θὰ ζητήσωσι τὴν ἀκυρότητα αὐτῶν καὶ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Θὰ ὑποκύψωσιν ὅπως ὑπέκυψαν καὶ πέρυσιν ἐπὶ ὁμοίας διαφορᾶς, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος ἐξηγέρθη θόρυβος καὶ μακρὰ συζήτησις διεξήχθη ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὸ αὐτὸ χωρίον Καραλάρ· πέρυσι, λέγω, ὅτε ὁ σκληροτράχηλος ἐκεῖνος ἰδιοκτήτης παρὰ τὸ δίκαιον καὶ παρὰ τὴν στοιχειώδη φιλανθρωπίαν ἐν μέσῳ χειμῶνος ἀρνούμενος νὰ δώσῃ σπόρον καὶ ἀπαγορεύων τὴν βοσκὴν τῶν ποιμνίων αὐτῶν ἐζήτει ὑπερακοντίζων τὴν ἀγριότητα τῶν Ὀττεντότων νὰ ἐκδιώξῃ αὐτοὺς ἐκ τοῦ χωρίου. Εἷς δὲ λόγος ἰσχυρός, διὰ τὸν ὁποῖον θέλουσιν ὑποκύψει καὶ ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ, ἂν μὴ ἀμέσως, νὰ δεχθῶσι τὸ ἔγκυρον τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου, εἶναι τοῦτο καὶ μόνον, νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀρνούμενοι οἱ ἰδιοκτῆται νὰ παράσχωσι σπόρον παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, καὶ ἐννοεῖτε διατί· διὰ τὴν ἀδυναμίαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Δὲν δίδουσι σπόρον, εἰμὴ ἂν καταβάλωσι τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, θὰ εἴπωσιν οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ οἱ ἀτυχεῖς, ἵνα μὴ περιπέσωσιν εἰς τὴν δυσμένειαν, θέλουσιν ὑποκύψει. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑτέρου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ καπνοῦ γενικὴν ἐξέγερσιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης ὑπάρχουσι περὶ τὰς 3,000 πρωτόκολλα, δι’ ὧν ἄνθρωποι πτωχοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε πρὸς πεντήκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν νὰ πωλήσωσι τὸν καπνόν, θὰ ἀναγκάζωνται εἰς πληρωμὴν διὰ τῶν πρωτοκόλλων εἰς πρόστιμον πολλάκις ἄνω τῶν 800 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου καὶ τῆς πλημμελοῦς ἐξελέγξεως τῆς γινομένης ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἰδιαιτέρως δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλλάξωσι τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς τῶν προστίμων εὑρίσκουσα λύσιν τινά, διότι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἤθελε συναινέσει, ἀφοῦ ἄλλως ἐκ τῶν ἐνταλμάτων εἰσπράττεται ὅλως ἀνελπίστως διὰ τὸ ἰσοσκελὲς τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τὸ 1,500,000 δραχμῶν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντόπουλος.
§55ΕΥΘ. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαποστόλου. Ἀπών. Ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§57Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ συμπολῖταί μου συνῆλθον ἐν Καρδίτσῃ εἰς πάνδημον συλλαλητήριον καὶ ἀπέτειναν πρὸς τὴν Βουλὴν εὐχάς, τὸ μὲν ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς κρατούσης ἐν Θεσσαλίᾳ κολληγικῆς σχέσεως, τὸ δὲ ὅπως ἀρθῇ τὸ ἄδικον μέτρον τὸ ἐπελθὸν ἐκ τῶν αὐστηροτάτων ἀσκόπων διατάξεων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ κολληγικὴ κατάστασις προυκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἡ λύσις αὐτῆς ὑπῆρξεν ἓν τῶν κυριωτέρων μελημάτων της. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐπιληφθεῖσα τῆς μελέτης καὶ λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ζητήματος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ φέρῃ τὸ ἀναγκαῖον νομοθετικὸν μέτρον πρὸς διακανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, διότι οἱ ἰδιοκτῆται ἐξακολουθοῦσι τὴν αὐτὴν τακτικήν των πιέζοντες τοὺς χωρικοὺς καὶ μεταχειριζόμενοι διάφορα ἐκβιαστικὰ μέτρα ἐναντίον τῶν χωρικῶν. Προσκαλούμενοι νὰ δώσωσι σπόρον εἰς τοὺς κολλήγας, ἤτοι νὰ ἐκτελέσωσιν ἣν ἔχουσιν ἐκ τῆς κολληγικῆς συμβάσεως ὑποχρέωσιν, ἀρνοῦνται καὶ τοὺς παραπέμπουσιν ἄλλοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλοτε εἰς τοὺς Βουλευτὰς Θεσσαλίας. Καὶ πράττουσι ταῦτα, ἵνα ἐκβιάσωσι καὶ ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν σύνταξιν συμβολαίων δουλικωτάτων. Καὶ ἔλεγον ἄλλοτε, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δεκάτης, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι δὲν θὰ ἤρκει ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐτηρήθη διὰ τὰς αἰσχροκερδεῖς συμβάσεις, διὰ τὰς μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν σχέσεις, ἀλλ’ ὅτι καὶ ποιναὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι καθ’ ἣν περίπτωσιν οἱ ἰδιοκτῆται θὰ καταστρατηγήσωσι τὴν σύμβασιν, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἁπλοϊκότητα τῶν κολληγῶν. Τὰ πράγματα ἤρξαντο νὰ ἐπιβεβαιώνωσι τὸν λόγον τῆς προτάσεώς μου, διότι τὰς περισσοτέρας πιέσεις ἐνεργοῦσιν ἤδη κατὰ τῶν χωρικῶν, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν καταδολίευσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θελησάσης νὰ διακρίνῃ κατὰ ποσοστὸν τὴν φορολογίαν μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, καὶ ζητοῦσι νὰ πληρώνωσιν ἐξ ἴσου τὴν φορολογίαν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ὥρισε ποσοστὸν φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς 7%, τοῦ δὲ τῶν κολληγῶν πρὸς 4½%. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη πρὸ ὀλίγου ὅτι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν τῶν συμβάσεων τούτων ὡς αἰσχροκερδῶν. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον; Διὰ τῶν Δικαστηρίων; Ἀλλ’ ἔχουσι τὰ ὑλικὰ πρὸς τοῦτο μέσα καὶ τολμῶσιν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι τοῦτο, ἐφ’ ὅσον οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουσι πλεῖστα ὅσα μέσα ἐκβιαστικὰ κατ’ αὐτῶν; Ἔρχεται ὁ χρόνος τῆς καλλιεργείας καὶ δὲν τοῖς δίδουσιν ἀγρούς, προτιμῶντες νὰ ἀφήνωσιν αὐτοὺς ἀκαλλιεργήτους, ἵνα ἐκβιάζωσι τοὺς χωρικούς, οἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πείνης ὑποκύπτουσι κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς θελήσεις τοῦ αὐθέντου, ὡς τὸν ὀνομάζουσι. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ κολλήγου καὶ ἰδιοκτήτου ἐν Θεσαλίᾳ.
§58Γ. ΠΩΠ. Περιμένετε.
§59Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, δὲν ἔχω λόγους ν’ ἀμφιβάλλω, διότι δὲν εἶδον μεγαλειτέραν μέριμναν διὰ τοὺς κολλήγας τῆς Θεσσαλίας ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος ἐκείνης, ἣν ἐπεδείξατο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἧς δὲν ὑπῆρξα φίλος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔδειξε τὰ πρῶτα δείγματα τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πληθυσμῶν, καὶ συνεπῶς δικαιοῦμαι καὶ πρέπει νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της καὶ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν της ἡ Κυβέρνησις ἡ δείξασα ὅτι ἔχει καθαρῶς γεωργικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα τὰ πείθοντά με νὰ εὐελπιστῶ καὶ περιμένω πολλὰ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀνορθώσεως. Εἶχον τὴν τιμὴν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν νὰ παρακαθίσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὁσάκις ἠγείρετο φωνὴ ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, οὐδέποτε οὔτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὔτε ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἐδόθη καὶ ἡ ἐλαχίστη προσοχή, διότι εἰς ἄλλα ἐνόουν νὰ ἀσχολῶνται. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ βῆμα, Κύριοι, σήμερον μὲ ἔφεραν ἰδίᾳ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου κατὰ τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ προκυψάντων ἀδικημάτων κατ’ αὐτῶν. Ὡς τυγχάνει γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἐν Θεσσαλίᾳ τελευταῖον ἤρξατο εἰς μεγάλην κλίμακα ἀσκουμένη ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, ἀλλά, ἀντὶ ἡ Πολιτεία νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν προαγωγὴν ταύτην, τοὐναντίον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἐπαναστάσεως ἐψηφίσθη νόμος παρουσιάζων πλεῖστα προσκόμματα καὶ τείνων νὰ καταπνίξῃ τὴν παραγωγὴν ἐν τῇ αὐστηρότητι τῶν διαφόρων διατυπώσεων, ἃς ἔχει ἀναγράψει. Ὅτε συνίστων εἰς συμπολίτας μου νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, μοὶ ἀπήντων ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ. Ἐπ’ ἐσχάτων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης, ὅπου τὸ πλεῖστον τῆς παραγωγῆς ἀσκεῖται, συνετάχθησαν πλέον τῶν 1000 πρωτοκόλλων ἐκ παραλείψεως τῶν οἰκείων οἰκονομικῶν ἀρχῶν. Διότι, ὡς γνωστόν, οἱ δηλώσαντες καπνοπαραγωγοὶ ἐχρεώθησαν μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσαν, ἀλλά, ὅτε ἐπώλησαν πρὸς τοὺς ἐμπόρους τὸν καπνόν, δὲν κατώρθωσαν οἱ ὑπάλληλοι, καίτοι ἐζήτησαν οὗτοι οἱ παραγωγοὶ ἀπὸ ἀνεπάρκειαν, λόγῳ ἀριθμοῦ, νὰ τοὺς ξεχρεώσωσι, καὶ φέρονται χρεωμένοι ὡς κατέχοντες τὸ ποσόν, ὅπερ εἶχον, ἐνῷ δὲν κατέχουσι τοῦτο, οὔτε κατηνάλωσαν πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ὡς πωλήσαντες αὐτὸ εἰς ἐμπόρους. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου γνωρίζει ὅτι εἶναι ἄδικα τὰ πρωτόκολλα καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι γνωρίζει ὅτι δὲν δύνανται οἱ παραγωγοὶ νὰ καταναλώσωσι πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν τὸν καπνὸν τοῦτον, ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ τὸ εἶδος σαρρῆ, τὸ ὁποῖον δὲν καπνίζεται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐξάγεται ὅλον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ Ὑπουργεῖον, γνωρίζον ταῦτα, βεβαίως θ’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς διοικητικῶς παντὸς προστίμου, ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ἡ ποινικὴ καταδίωξις; πῶς θὰ δικαιολογηθῶσιν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ὅταν θὰ προσάγηται ἐνώπιον αὐτῶν μία πρᾶξις ἐπίσημος, δι’ ἧς θὰ βεβαιοῦται ὅτι λείπει ὁ καπνὸς καὶ ὅτι ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς Ἐφορίας φέρεται χρεωμένος; Ὁ παραγωγὸς θὰ διαμαρτύρηται ὅτι ἐπώλησε τὸν καπνὸν εἰς τὸν ἔμπορον, ἀλλὰ θὰ πιστεύσῃ τοῦτον τὸ Δικαστήριον ἀπέναντι τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ νομοθέτημα διορθοῦν τὰ πράγματα, ὅπως συνέβη καὶ εἰς τὸ παρελθόν, προκειμένου περὶ τῶν παρουσιασθεισῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καί, ὅτε συνετάχθη πληθὺς πρωτοκόλλων καὶ ἐκινδύνευον πληθὺς ἐμπόρων νὰ καταδιωχθῶσιν, ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια τροποποιοῦσα τὸν νόμον.
§60Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐμὲ ἐπὶ τὸ βῆμα ἔφερεν ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Καρδίτσης, ἡ ὁποία περιέχει δύο αἰτήσεις, πρῶτον τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου διακανονιστικοῦ τῶν κολληγικῶν σχέσεων καὶ δεύτερον τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν προστίμων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ὁ ἔφορος Καρδίτσης ἐπὶ παραβάσει τῶν περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων θὰ κάμω τὰς αὐτὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον καὶ οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοί μου, ὅπως σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, διότι, ὅπως περιῆλθον τὰ πράγματα ἕνεκα τῆς διαμάχης, ἥτις ἀνεπτύχθη μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, κατόπιν τῶν γενομένων ἀπὸ διετίας καὶ ἐντεῦθεν ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσιν οἱ κολλῆγαι, καθότι καθημερινῶς ὑφίστανται διαφόρους καταπιέσεις παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν ἰδίως ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν καταπιεστικῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς ἐπιβολῆς προστίμου εἰς 500 κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Ὁ νόμος οὗτος ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταπολεμηθῇ ἡ λαθρεμπορία τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πλὴν τῶν ἄλλων διατάξεων, τὰς ὁποίας καθώρισε, ὑπάρχει καὶ διάταξις καθ’ ἣν οἱ καπνοπαραγγωγοὶ ὀφείλουσι μέχρι τοῦ τέλου’ Νοεμβρίου ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς τοῦ καπνοῦ νὰ ὑποβάλωσ’ δηλώσεις κατοχῆς καπνοῦ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἢ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὁρίζοντες ἐν αὐταῖς, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ τὸ κατὰ προσέγγισιν ποσὸν τοῦ καπνοῦ. Συνεπείᾳ τοιούτων δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ὁ ἔφορος διέταξε τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ καπνοῦ κατὰ μῆνα Αὔγουστον, καὶ κατεδείχθη ὅτι ὑπὲρ τὰ 500 ἄτομα δὲν κατεῖχον τὸν δηλωθέντα καπνόν. Ἕνεκα τούτου συνετάχθησαν κατ’ αὐτῶν πρωτόκολλα, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ καταδιώξεως τῆς λαθρεμπορίας τοῦ καπνοῦ ἐπεβλήθη πρόστιμον εἰς ἕκαστον ποικίλλον ἀπὸ 500 μέχρι 5000 δραχμῶν, καὶ τὸ ὅλον ποσὸν ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ποινὴ διὰ τὸ ἔλλειμμα εἶναι τὸ ἡμιόλιον τοῦ φόρου τοῦ καταναλισκομένου ἐν τῷ Κράτει καπνοῦ. Συνέβη δὲ τοῦτο, διότι οἱ παραγωγοί, πωλήσαντες τὸν δηλωθέντα ὑπ’ αὐτῶν καπνὸν εἰς τοὺς καπνεμπόρους, εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ Αὔγουστον, μὴ ἔχοντες αὐτόν, διότι ἔχοντες δεδηλωμένον τὸν καπνὸν κατὰ ποιότητας ἐπώλουν αὐτὸν εἰς διαφόρους ἀγοραστάς, καὶ ὁ πρῶτος ἀγοραστὴς ἐλάμβανε τὴν δήλωσιν, διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ λάβῃ παρὰ τῆς Ἐφορίας ἄδειαν μεταφορᾶς χωρὶς νὰ ἐπιστρέψῃ ταύτην εἰς τὸν πωλητήν, ἤτοι, διὰ νὰ ἐξηγοῦμαι καλλίτερον, ὁ πρῶτος ἀγοραστὴς ἐλάμβανε τὴν δήλωσιν, ἐνήργει τὴν δέουσαν ὑποχρέωσιν ἐν τῇ Ἐφορίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἀγορασθέντος καπνοῦ, καὶ ἐλάμβανε τὴν ἄδειαν μεταφορᾶς, χωρὶς νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸν παραγωγόν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ διὰ τὸν ἀγοραστὴν τοῦ ὑπολοίπου καπνοῦ. Ὅτε δ’ ἐπωλήθη καὶ ὁ ὑπολειπόμενος καπνὸς εἰς ἄλλον ἔμπορον, οὗτος ἐνδιαφερόμενος μᾶλλον διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ καπνοῦ καὶ ὄχι διὰ τὸ συμφέρον τοῦ πωλητοῦ ἠγόραζε τὸν καπνὸν ἄνευ τῆς λήψεως ἀδείας μεταφορᾶς, καὶ διὰ νὰ εἶναι ἐν τάξει ἔστελλε τρίτον πρόσωπον νὰ δηλώσῃ ὅτι κατέχει εἰς τὴν ἀποθήκην του τόσον καπνόν, ὅσον περίσσευμα εἶχεν ὁ ἔμπορος ἐκ τῆς μὴ λήψεως ἀδείας μεταφορᾶς, καὶ τὸ τρίτον τοῦτο πρόσωπον ἐπιστοῦτο κατόπιν μὲ τὸν δηλωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ καπνὸν διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ἐμπόρου λήψεως ἀδείας μεταφορᾶς τοῦ οὕτω δηλωθέντος καπνοῦ, καὶ οὕτως εὑρέθησαν οἱ μὲν ἔμποροι ἐν τάξει, οἱ δὲ παραγωγοὶ ἐλλειμματίαι, καὶ συνεπείᾳ τοιούτων ἐλλειμμάτων ἐπεβλήθη τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε εἶναι ἀδύνατον ὡς ἐκ τῆς πενίας των νὰ πληρώσωσιν. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπαλλακτικῆς ἀποφάσεως, ἣν τυχὸν θὰ τύχωσι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοιαύτη πρέπει νὰ εἶναι, διότι εἶναι ἄδολος ἡ ἔλλειψις τοῦ καπνοῦ, θὰ ἔχωσι καὶ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεώς των. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος οὗτος, καὶ φρονοῦντες ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσωμεν πρὸς τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου παρομοίαν πρὸς τὸν ψηφισθέντα νόμον κατὰ τὸ ἔτος 1892, διότι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον μῆνα αὐτοῦ ἐγένετο νόμος ὑποχρεώσας τοὺς παραγωγοὺς νὰ ὑποβάλωσι δηλώσεις κατοχῆς τοῦ ὑπ’ αὐτῶν συγκομισθέντος καὶ κατεχομένου καπνοῦ, ἀλλὰ κατεδείχθη οὗτος καταπιεστικὸς καὶ μετὰ παρέλευσιν 6 μηνῶν ἕτερος νόμος ἀπήλλαξε τοὺς παραγωγοὺς τῶν παραγωγικῶν καπνοῦ ἐπαρχιῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως ταύτης. Ἂν ἐπιβάλλεται τοῦτο διὰ τὰς παραγωγικὰς καπνοῦ ἄλλας ἐπαρχίας, κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης τῆς Θεσσαλίας, διότι ὁ ἐν αὐτῇ παραγόμενος καπνὸς ὢν κατὰ τὸ πλεῖστον σαρρῆς δὲν εἶναι καταναλώσιμος ἐν Ἑλλάδι. Ὑποβάλλων ὅθεν τὴν πρότασιν ταύτην νόμου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ καταδιώξεως τῆς λαθρεμπορίας τοῦ καπνοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπαρχίας τὰς παραγωγικὰς καπνοῦ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ ταύτην. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τεῦχος Βʹ).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐποίκων ὁμογενῶν Νέας Φιλιππουπόλεως παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Πανᾶ.
§62Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἀναφορὰ ἡ ὑποβαλλομένη ὑπὸ τῶν κατοίκων Νέας Φιλιππουπόλεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἀλλ’ ἡ τριακοστή, ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου Πανᾶ, ὅστις εἶναι διευθυντὴς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο, ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι ἀπότομος καὶ αὐθαίρετος, ἡ δὲ κοινὴ φήμη διαλαλεῖ ὅτι διέπραξε διαφόρους κλοπὰς κατὰ τὴν διανομὴν τῶν χρημάτων εἰς τοὺς πρόσφυγας, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὑπάρχει δεδικασμένον, δὲν δύναμαι νὰ κατηγορήσω τοῦτον ὡς κλέπτην, δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ πρόσφυγες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν ἀναφοράν, μεταβάντες ὅπως λάβωσι πληροφορίας παρὰ τοῦ Πανᾶ, πάντες ἀπεπέμφθησαν καὶ ἐξυλοκοπήθησαν ἐνώπιον ἐμοῦ καὶ ἄλλων μαρτύρων. Μετέβην ἐγὼ νὰ ζητήσω πληροφορίας παρ’ αὐτοῦ, καὶ εἰς ἀπάντησιν μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ πληροφορίας εἰς πολιτευομένους· τότε τῷ εἶπον ὅτι ἔρχομαι ὡς δικηγόρος, ὄχι ὡς Βουλευτής, καὶ μὲ ἀπέπεμψε πάλιν.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς δὲν τὸν ἐξυλοκόπησες;
§64Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐσεβάσθην τὴν ἡλικίαν του καὶ τὴν λευκήν του γενειάδα, ἡ ὁποία εἶναι διπλασία τῆς γενειάδος τοῦ κ. Χωνιάδου. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἀποτόμου συμπεριφορᾶς πρὸς ἐμὲ τὴν αὐτὴν συμπεριφορὰν ἐξακολουθεῖ νὰ τηρῇ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς γεωργούς, καὶ τοὺς ἐποίκους καὶ τοὺς ἐγχωρίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι πληροφορίας, καὶ δι’ ἑνὸς ξύλου τοὺς τρέπει εἰς ἄτακτον φυγήν. Τὸν ἔχουσι φοβηθῆ τοσοῦτον καὶ ἔρχονται εἰς ἐμέ ζητοῦντες πληροφορίας.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπω ὅτι εἶναι γερὸς γέρος.
§66Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Εἶναι τρελλὸς γέρος. Ὑπάρχει καὶ ὁριστικὸν βούλευμα λέγον ὅτι ὅλως αὐθαιρέτως ἐνήργησεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ βούλευμα τοῦτο κατέθηκα εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα κ. Καφαντάρην καὶ μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν προσβληθέντων καὶ ὑβρισθέντων συμπολιτῶν μου νὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς παραδειγματικῶς.
§67Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν ἐκπλήττομαι, κύριοι Βουλευταί, δι’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀνέφερε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Πανᾶ, ἐκπλήττομαι πολὺ περισσότερον, διότι ἡ Πολιτεία ἀνέχεται μέχρι σήμερον ὑπάλληλον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι καταχραστής.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις;
§69Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπάρχουσι βουλεύματα πλεῖστα ὅσα, τὰ ὁποῖα παύουσι πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κ. Βουλευταί, κατήγγειλα πρό τινος χρόνου ἐνώπιόν σας τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, κατήγγειλα ὡρισμένα γεγονότα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνείχετο ὁ ἐν λόγῳ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐνηργήθη ἀνάκρισις. Βοᾷ κατ’ αὐτοῦ ὁλόκληρος ὁ κόσμος τῶν προσφύγων, ὄχι μόνον τῶν προσφύγων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, εἰς τὰ μάτια τῶν ὁποίων ὑπέπεσαν καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι φθάνουσι μέχρι φρικιασμοῦ πραγματικοῦ. Κατηγγέλθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔχω ἐπερώτησιν περὶ τούτου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω ζητήσει τὸν λόγον διατί, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη ὅτι ἤθελε συστήσει ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ πάντα ὅσα καταγγέλλονται, μέχρι σήμερον δὲν συνεστάθη τοιαύτη.
§70Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπὸ πότε;
§71Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελε συσταθῆ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἤθελον ἔλθει εἰς φῶς αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ ἱεροῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον διετέθη διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου βοᾷ ὁλόκληρος ὁ Θεσσαλικὸς γεωργικὸς κόσμος διὰ τὰς πολλάς του καταχρήσεις, ὡς τάχιστα ἀποπέμψῃ αὐτόν, διότι μένοντος αὐτοῦ ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε οἱ πρόσφυγες νὰ ἐγκατασταθῶσιν ὡς πρέπει, ἐφ’ ὅσον λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ ἐγκαταστάσεως νέας αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν τούτῳ εἶναι δυνατὸν αἱ καταχρήσεις νὰ ἔλθωσιν εἰς φῶς. Εἶναι ἔγκλημα, εἶναι ἀσυνειδησία νὰ μένῃ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐφ’ ὅσον τοιαῦται κατηγορίαι ἐναντίον αὐτοῦ διατυποῦνται ὡρισμένως ὑπὸ τῶν κατοίκων.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων τῶν ποινικῶν φυλακῶν Τριπόλεως, αἰτούντων χάριν, ὁ κ. Γρηγορίου.
§73Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προκειμένου νόμου, διότι ὅπως οὗτος ἐφαρμόζεται καὶ ἰδίως ὑπὸ τὸν ὅρον μὴ ὑπάρξεως οὐδεμιᾶς προτέρας ποινῆς καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὁλοψηφίας τοῦ Δικαστηρίου οὐδένα ἀπολύτως ἐκπληροῖ σκοπόν. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ἥτις εἶναι καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ εὕρῃ ἕνα ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐφαρμόζηται ἐξ ἴσου καὶ οὐχὶ ἀνίσως εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, διότι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁρίζον ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, κατηργήθη. Τὸ Δικαστήριον, φέρ’ εἰπεῖν, τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐν Τριπόλει, τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐμφορεῖται ἀληθῶς ὑπὸ ἀνθρωποφάγων ἐνστίκτων καὶ ἀπέρριψε πάσας σχεδὸν τὰς αἰτήσεις δυστυχῶν καταδίκων. Τὸ πλέον δὲ δυσάρεστον εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συντελεῖ εἰς τὴν ἀνθρωποφαγίαν ταύτην χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ. Μὴ ἐκπλήσσεται ὁ κ. Ὑπουργός, διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὅτι ὁ νῦν πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, διακεκριμένος καθ’ ὅλα δικαστής, προεδρεύων ἄλλοτε ἐν Τριπόλει, ἐξήντλησε τὴν αὐστηρότητα αὑτοῦ κατά τινων δυστυχῶν κατηγορουμένων Ἀργείων, μόνον καὶ μόνον διότι ἔτυχε νὰ εὑρίσκηται συγχρόνως μετ’ αὐτῶν ἐν Τριπόλει ὁ πολιτευτὴς Ἀργολίδος κ. Γ. Πολυγένης καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπέστη τὴν ἐπίδρασιν τοῦ πολιτευτοῦ τούτου. Βεβαιῶ αὐτόν, ὅτι θὰ πράξῃ ἔργον εὐσπλαγχνίας πρὸς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ, ἂν ἐγκρίνῃ τοὐλάχιστον τὰς αἰτήσεις αὐτῶν περὶ μεταθέσεως εἰς ἄλλας φυλακὰς τοῦ Κράτους, ὅπως δυνηθῶσι καὶ κριθῶσιν ὑπὸ ἀνθρωπινωτέρων Δικαστηρίων.
§74ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὁ νόμος περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν καὶ καθ’ ὃν χρόνον συνεζητῆτο τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ χάριτος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν, ὅπως χαρισθῇ τὸ τρίτον τῆς ποινῆς εἰς πάντας τοὺς καταδίκους εἰς οἱανδήποτε χρονικὴν περίοδον φυλακίσεως, εἱρκτῆς ἢ δεσμῶν καὶ ἂν κατεδικάσθησαν, μηδὲ τῶν εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντων ἐξαιρουμένων, οἵτινες θ’ ἀπελύοντο μετὰ τὴν ἔκτισιν εἴκοσι ἐτῶν δεσμῶν. Ἀντετάχθη εἰς τοῦτο, ὅτι περιορίζονται αἱ προνομίαι τοῦ Βασιλέως καὶ ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλή, ὅπως τὸ ἀναθεωρήσῃ. Οὕτως ἔδοξε τῇ Βουλῇ, καὶ ἀπερρίφθη τὸ σχέδιον ψηφίσματος. Κατόπιν προσήχθη τὸ σχέδιον νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει, ἵνα φέρῃ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ δι’ ἄλλου μέσου, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι ἄντικρυς ἀντικείμενον πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, διὰ τῶν τροποποιήσεων ὅμως, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ σχέδιον τοῦτο, κατέστη σχεδὸν ἄχρηστον καὶ ἀνωφελές, διότι οὔτε τὸ εἰκοστὸν τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ λάβωσι χάριν, δὲν θὰ λάβῃ ἀναστολήν, ὡς ἔχει ὁ νόμος οὗτος. Εἰς τοῦτο θέλουσι συντρέξει πλεῖστοι λόγοι, διότι ἐκτὸς τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ νόμος, ὅτι δηλαδὴ τότε μόνον δύναται νὰ δοθῇ ἀναστολὴ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς, ἂν δὲν ἔχῃ ὑποπέσει ὁποτεδήποτε εἰς οἱονδήποτε ἄλλο πλημμέλημα, εἶναι καὶ ἡ προκατάληψις, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε εἶναι ἀντίθετοι πρὸς πᾶσαν ἐπιείκειαν εἴτε ὑπὲρ κατηγορουμένου εἴτε ὑπὲρ καταδίκου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι, εἴτε διότι δὲν εἶχε τὰ πιστοποιητικὰ ἐν τάξει εἷς τῶν αἰτησαμένων τὴν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς του, εἴτε διότι εἶχεν ὑποπέσει πρὸ εἰκοσαετίας εἰς ἓν πλημμέλημα ἢ καὶ ἁπλῶς διὰ τὸ ἔτσι θέλω, ἀπορρίπτεται ἡ αἴτησις. Θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δεχθῇ, ὅπως τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, ἐφαρμοσθῇ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, δηλαδὴ ἔστω καὶ ἂν εἶχον ὑποπέσει εἰς ἄλλα ἀδικήματα οἱ αἰτοῦντες ἀναστολὴν κατάδικοι, πρὸ ἢ μετὰ τὴν εἴσοδόν των εἰς τὰς φυλακάς, νὰ δοθῇ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναστολῆς καὶ εἰς αὐτούς, διότι τὸ μέτρον τοῦτο θὰ ἐφαρμοσθῇ νῦν τὸ πρῶτον. Ἂν ὑπῆρχεν ἐφηρμοσμένον εἰς τὸ παρελθὸν καὶ προετείνετο ἤδη ἀναστολὴ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους, θὰ ἦτο ἄδικον καὶ παράνομον, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ καταδικασθεὶς ὅτι, ἂν δείξῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην συμπεριφορὰν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἢ ἂν θὰ εἶχεν ὑποπέσει εἰς τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπολαύσῃ τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ. Ἐπὶ πλέον δὲ τὰ διάφορα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα αἰτοῦνται, εἶναι μέγιστον βάρος διὰ τοὺς πτωχοὺς καταδίκους. Οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουσιν ἐνδύματα, εἶναι γυμνοὶ ἐντὸς τῶν φυλακῶν, εἶναι ἄσιτοι, ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι, καὶ αὐταὶ αἱ 20 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ πιστοποιητικά, εἶναι μέγα πρᾶγμα δι’ αὐτούς. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅπως ὑποβάλω πρότασιν νόμου τροποποιοῦσαν τὸν ψηφισθέντα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Αἰγίνης, διότι δὲν τοῖς ἐδόθη ἀναστολὴ ποινῆς, ὁ κύριος Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§76Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀρκετοὶ ἀκροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν κατὰ τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ μὴ πελαγώσωμεν, διότι τὰ Γραφεῖα τῆς Βουλῆς θὰ πλημμυρήσωσιν ἀπὸ ἀναφορὰς καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορῶν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν πάντες οἱ Βουλευταί, ὅσοι θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δεχθῇ τροποποίησιν τοῦ νόμου, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ πεισθῇ ὅτι ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεως ὁ νόμος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀφορμή, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθημεν, διὰ νὰ κάμωμεν διαφόρους προτάσεις διὰ τοὺς φυλακισμένους, ἦτο ὅτι μέσα εἰς τὸν γενικὸν συγκλονισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἰς τὴν γενικὴν ἀφύπνισιν τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τοὺς ἀτυχεῖς φυλακισμένους, εἴτε διότι ἀποδεδειγμένως ἡμάρτησαν, διότι ἦσαν κακοῦ χαρακτῆρος, κακῶν ἕξεων, κακῆς μορφώσεως καὶ ὑπέπεσον εἰς ἁμαρτήματα διάφορα, εἴτε ἐκ πλάνης τῆς δικαιοσύνης κατεδικάσθησαν—σπανίως καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦτο—, εἴτε διότι κατεδιώχθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους ἐμπαθεῖς καὶ κατεδικάσθησαν πλέον τοῦ δέοντος καὶ ἑπομένως ἦσαν ἄξιοι νὰ τύχωσι προστασίας τινός. Ἀλλά, ὅτε ὑπεβάλομεν τὴν τοιαύτην πρότασιν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ γενικὸν κανόνα ἐθεωροῦντο βελτιωθέντες ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡς ἔχοντες πολλὰ ἔτη ἐν αὐταῖς. Οὐδὲν τούτου φυσικώτερον, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν 8, 10 ἢ 15 ἔτη ἐν ταῖς φυλακαῖς, πρέπει τέλος πάντων νὰ ὑποτεθῇ ὅτι διωρθώθησαν καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν δι’ ἀθρόων βασιλικῶν χαρίτων νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος, διότι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶν τὸ τοιοῦτον ἐπιζήμιον ἢ ἐπικίνδυνον, ὑπεβλήθη ἡ σχετικὴ πρότασις. Δὲν ἐσκοποῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀρτίως κατεδικάσθησαν εἰς μικρὰς ποινάς, διότι ἡ συσχέτισις αὐτῶν μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδικασθῇ εἰς βαρείας ποινάς, ἡ συσχέτισις τῆς μιᾶς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς μὲ τὴν ἄλλην ἐπέφερε πολὺ κακὸν ἀποτέλεσμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδικασθῆ καὶ εἶχον διανύσει πολλὰ ἔτη εἰς τὰς φυλακάς. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ μετερρύθμισε καθ’ ὃν τρόπον ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν (καὶ μάλιστα ἀτομικῶς τὸ ἀπέκρουε) καὶ εἶπεν, ἢ αὐτὸ ἢ τίποτε, ἡ Βουλὴ εὑρέθη εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ μὴ δοθῇ εἰς τοὺς καταδίκους καμμία ἀναστολὴ τῆς ποινῆς ἢ νὰ δεχθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς μίαν βάσιν, καὶ κατόπιν ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ τροποποιήσεις ἢ νὰ ἀρχίσῃ ἓν καλόν, ἔστω καὶ εἰς ὀλίγον ἀριθμόν, καὶ τὸ ἐδέχθημεν καὶ ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ συσχέτισις τῶν βαρειῶν ποινῶν μετὰ τῶν μικρῶν καὶ προσφάτως ἐπιβληθεισῶν ποινῶν ἐπέφερε κακὸν εἰς τὸν νόμον, πρὸς τούτοις τὸ κακὸν τοῦτο ηὐξήθη διὰ τῶν ἑρμηνειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν. Ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ εἰς ἀντίληψιν αὐτοῦ τὴν ὑπέροχον—ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξάρσεως ἀπὸ ἐμέ, διότι εἶναι γνωστὴ τοῖς πᾶσι—, νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς τὰς ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν, ὑπερέβη τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ κάμῃ εἰς τοὺς δικαστὰς συστάσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ τὰ ὑπερέβη ἔν τισι σημείοις μόνον, ὄχι εἰς ὅλα. Εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ διὰ τοὺς δικαστὰς τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὥρισαν χρόνον ἀναστολῆς, ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν παρεπονέθη κατ’ αὐτῶν, ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ φόβος μήπως δειλιάσωσιν οἱ δικασταὶ καὶ δειχθῶσιν ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηροί. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ζακύνθου ἐν παραδείγματι ἐζήτησε πιστοποιητικὸν ἀπὸ τοὺς καταδίκους ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἐναντίον αὐτῶν βούλευμα παῦον πρὸς καιρόν, μὴ προσαγομένου δὲ τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου ἔλεγεν, ὅτι ἡ αἴτησις εἶναι ἀπαράδεκτος ὑπ’ αὐτοῦ. Δὲν ἔλεγεν, ὅτι τὸ Δικαστήριον δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν, ἀλλ’ ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐδέχετο ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ Δικαστήριον.
§77Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, εἶναι παράβασις καθήκοντος.
§78Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ τοιοῦτον ἔγγραφον ἀνέγνωσα εἰς τὰς φυλακὰς Ζακύνθου τοιχοκολλημένον. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ σπουδαιότερον. Δὲν δίδεται ἀναστολὴ ποινῆς, ἐὰν ὁ κατάδικος κατεδικάσθη εἰς παρωχημένην ἐποχήν, ἔστω καὶ διὰ πλημμέλημά τι ἐλαφρόν. Ἐὰν λοιπὸν ἔχωμεν εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντα καὶ παραμείναντα ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἔχοντα δὲ πιστοποιητικόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραμένῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς λόγῳ ἀσθενείας δεινῆς, ἐὰν ἔτυχε πρὸ τῆς καταδίκης του, πρὸ τῆς εἰσόδου του εἰς τὰς φυλακὰς νὰ καταστῇ ἔνοχος μικροῦ τινος πλημμελήματος, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀναστολήν! Καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ὁ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθείς, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαίρεσις — καὶ εἶναι ἐξαίρεσις τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ —, ἀποκλείεται τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὰς ἀφορμάς, τὰς ὁποίας ἔλαβε, θὰ σκεφθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ προβῇ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐξ ἡμῶν νὰ προέλθῃ ἡ πρότασις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καί τι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν προκειμένῳ. Ἔχω μίαν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς ἀνάκλησιν, καὶ ἔχω βεβαίως ἐγὼ τὸ θάρρος νὰ γίνω μηνυτὴς ἐν ἀνάγκῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραφομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω ὅλον τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, καθόσον ὀφείλω νὰ γράψω πρότερον πρὸς τοὺς ἐν αὐτῇ ἀναφερομένους, ἵνα βεβαιωθῶ ἂν εἶναι πράγματι αὐτοί, διότι ἐνδέχεται κατάδικός τις ἄλλος γνωρίζων ὅτι ἔχω συμπολίτας εἰς τὰς ἐν Αἰγίνῃ φυλακάς, οὓς ἐπεσκέφθην, νὰ μετεχειρίσθη τὰ ὀνόματά των. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι κάποιος Κύριος ἰδιοποιούμενος μάλιστα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικηγόρου κατὰ τὴν ἐπιστολὴν καὶ ἔχων ἕν «Ἐθνικὸν Γραφεῖον» μετέβη εἰς Αἴγιναν καὶ τοῦ ἐπῆρε χιλίας δραχμάς.
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν τούτου καὶ διέταξα ἀμέσως ἀνάκρισιν.
§80Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον τοῦτο πρότερον, δὲν ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει, ζητῶ μάλιστα συγγνώμην, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν σᾶς ἠρώτησα πρότερον περὶ τοῦ τοιούτου.
§81Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἴσως δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προχθὲς τονίσας εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἴς τινα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι γνωστοῦ ὄντος ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ τίνας συνθήκας κατεδικάσθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ τίνας συνθήκας διεβίωσαν ἐν ταῖς φυλακαῖς θὰ ἦτο ἀσφαλῶς ἐπικίνδυνον νὰ προβῇ εἰς ἀναστολὴν τῆς ποινῆς τῶν καταδίκων, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἰσχυρίζεται ὅτι ἀντέστη καὶ τότε. Δὲν ἔλαβεν ὅμως καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τούτου διδομένου οὐδεμίαν στιγμὴν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ καθίσῃ ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ ὑπουργικοῦ· ἐὰν δὲν ἐδέχετο τὸ σχέδιον νόμου, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου μέτρου. Ἀλλά, διὰ νὰ εἰσέλθω εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς καταδίκου διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀναφέρω (ἀναγινώσκει): «Σᾶς ἀποστέλλομεν αἴτησίν μας, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα τὴν ἀναγνώσῃ εἰς τοὺς πατέρας τοῦ ἔθνους, οἵτινες ἐψήφισαν τὸν νόμον περὶ ἀναστολῆς. Λοιπὸν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ Δικαστήριον ἀπέρριψε τὰς αἰτήσεις μας, διότι.... εἴμεθα ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι καὶ ἄποροι. Τὸ λέγομεν δὲ τοῦτο, κ. Βουλευτά, μὲ θάρρος, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἀποτεινόμεθα εἰς ἄνθρωπον ἀντιπροσωπεύοντα ἐν πλήρει συναισθήσει τὸ ἔθνος. Εἴχομεν λοιπὸν πιστοποιητικὰ τῆς ἐπιστασίας τῶν φυλακῶν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον, πιστοποιητικὰ τῶν εἰσαγγελέων τοῦ τόπου μας ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε εἴχομεν ἐγκληματήσει, εἴχομεν συμπληρώσει καὶ πλέον τῶν ¾ τῆς ποινῆς μας, καὶ ἐν τούτοις μᾶς ἀπέρριψαν τὰς αἰτήσεις μας. Δὲν ἐξηγεῖται λοιπὸν τὸ πρᾶγμα διαφορετικά, εἰμὴ διότι εἴμεθα ἄποροι, δυστυχεῖς καὶ ἀπροστάτευτοι... Ἄρα ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἔγινε διὰ τοὺς εὐπόρους καὶ διὰ τοὺς ἰσχυροὺς πολιτικοὺς καὶ διὰ τοὺς ψευτοανορθωτάς.....» Σᾶς παρακαλοῦμεν ὅθεν.... Μετὰ σεβασμοῦ κ. λ.π.» Ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἐπιστολῆς, διὰ νὰ γνωσθῇ πόσον ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἰδέα, ὅτι παρὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὑπάρχουσι πολῖται μὲ τοιαύτας ἰδέας, ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν ταύτην, διὰ νὰ σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ πόσον θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὴ ἡ τοιαύτη ἰδέα διὰ τὴν τυφλὴν θεάν, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητῇ, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ἀπό τινος ἐκλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ ὡς ὄντα ἀνήκοντα εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ὄχι ὡς ἀπόκληροι, ὅπως ἐθεωροῦντο. Πρὸ παντὸς λοιπὸν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν τυφλὴν αὐτὴν θεάν, ἡ ὁποία καταντᾷ νὰ εἶναι καὶ ἀνάπηρος ἔστω καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ὀλίγων πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν φοβεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου τῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία περιώρισε τοὺς δικαστὰς μέχρι τοσούτου, ὥστε φοβούμενοι νὰ ἐκδίδωσιν ἐλαχίστας μόνον ἀποφάσεις ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως, ὅτι δύναται νὰ κατασταθῇ πιστευτόν, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ὅτι ἐγώ, διότι ἀνήκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἰσχύω παρ’ αὐτῇ, ἔλαβον εἰς τὴν μερίδα μου πέντε ἀπολύσεις, ἐνῷ ὁ ἄλλος ὁ μὴ ἰσχύων οὐδεμίαν ἔλαβε τοιαύτην; Καί, ἂν δὲν εἶναι πρὸς στιγμὴν βέβαιον τοῦτο, τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι κατὰ μέρος δὲν δύναται νὰ εἶναι καὶ ἀληθές;
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ αἰτήσεις τῶν συμπολιτῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπερρίφθησαν ὅλαι.
§83Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον. Ἀλλά, ἀφοῦ τὸ μεταξὺ τῆς πράξεως καὶ τῆς καταδίκης διάστημα λαμβάνεται ὡς χρόνος διὰ τὴν παραγραφὴν ἑνὸς ἐγκλήματος, πῶς ἔρχεται τὸ Δικαστήριον καὶ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν του πρᾶξιν, ἥτις ἐγένετο πρὸ τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς, πρὸ εἰκοσαετίας, καὶ πρᾶξιν ἐλαφρὰν μάλιστα, ἔστω καὶ μίαν ἁπλῆν ἀπειλὴν ἢ καὶ ἓν ῥάπισμα, ἀπορρίπτει τὴν αἴτησιν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παραβιάζεται καὶ τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐτόνισεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, τὸ ἄρθρον 3ον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι πάντες οἱ πολῖται πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι ἐν τῷ νόμῳ· παραβιάζεται καὶ τὸ ἄρθρον 23ον ὡσαύτως τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς ᾐτιολογημένη. Καὶ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθετήσαντος τὸ εἰρημένον ἄρθρον; Εἶναι σύμφωνος, λέγω, πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς ἠτιολογημένη ἡ ἀπόφασις, ὅταν ἔρχηται ἓν Δικαστήριον καὶ λέγῃ, ἀπορρίπτω τὴν αἴτησίν σας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο σᾶς κατεδίκασεν ἐπιεικῶς; Καὶ τί εἶναι τὸ Δικαστήριον αὐτὸ ἀπέναντι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὴν ποινήν; Εἶναι Δικαστήριον ἀνώτερον; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ μία περιφρόνησις πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία τέλος πάντων ὑπέβαλεν ἓν μέτρον διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον καὶ ἐψήφισε τοιοῦτόν τι, ὄχι βεβαίως ἵνα παραλύσῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἐν ταῖς φιλελευθέροις αὑτῆς ἀρχαῖς ἔπραξεν ὅ,τι πράττουσι καὶ τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα τῶν Κρατῶν; Ταῦτα τὰ ὀλίγα εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν του, δίδων τὴν ἐπιβαλλομένην προσοχὴν εἰς σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ ἴσως ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης σχετικὸν πρὸς τὴν συζήτησιν.
§84Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θέλω καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπασχολήσει ὀλίγον καὶ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκομαι εἰς δυσχερῆ θέσιν ἐρχόμενος νὰ παραπονεθῶ κατὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγησάμεθα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸν ὁποῖον ἐκυρώσαμεν διὰ τῆς ψήφου μας. Καὶ ἐν τούτοις τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἄρτι ψηφισθέντα ἐρχόμεθα σήμερον νὰ κατηγορήσωμεν. Βεβαίως τούτου ἕνεκα γεννᾶται ἐν ἡμῖν δυσχέρεια ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδοκιμάσωμεν καὶ νὰ κατηγορήσωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις. Ἐν τούτοις, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἠπατήθημεν ψηφίζοντες τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἡ ἀπάτη ἡμῶν συνέβη, διότι τὸ νομοσχέδιον παρεξέκλινε τελείως τῆς βάσεως τῆς ἀρχικῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ ἐθέσαμεν, διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων τροπολογιῶν, αἵτινες δίκην Παρθίων βελῶν ἐρρίπτοντο ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, καὶ αἵτινες τέλος ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ αὐτῶν. Ἤδη, ὅπως εἶναι σήμερον τοὐλάχιστον διεσκευασμένος ὁ νόμος, εἶναι ἓν δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς καταδίκους. Ἀλλεπάλληλοι ἀναφοραί, ἐπιστολαὶ δὲ ἀποσταλεῖσαι πρὸς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ἐκφράζουσι παράπονα τῶν καταδίκων, τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις ἀθρόαι ἀπορρίπτονται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, οὔτε εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῶ ὅτι συμβαίνουσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου παρανομίαι. Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσιν, ἀλλά, καὶ ἂν συμβαίνωσι, δὲν μὲ ἀνησυχοῦσι παντάπασιν αἱ παρανομίαι, διότι τὰς παρανομίας ἐκείνας εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς πατάξῃ ἐκεῖνος, ὅστις ἐφορεύει ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δυνατὸν τὰς παρανομίας νὰ τὰς ἄρῃ ὁ ἐφορεύων ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ πολίτης νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν ποτε ὁ δικαστὴς νὰ παρανομήσῃ ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ἀλλὰ τὸν ἐφαρμόζει αὐστηρῶς, τὸν ἐφαρμόζει μετὰ ποιᾶς τινος κατὰ τοῦ νόμου δυσμενείας. Μέσον θεραπείας καὶ φάρμακον ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως μετ’ εὐμενείας καὶ πάλιν ἀκροασθῇ καὶ κρίνῃ καὶ ψηφίσῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔστω καὶ ἀργὰ θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα τὸ δῶρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς καταδίκους, τὸ δῶρον ἐκεῖνο γίνῃ πραγματικόν, γίνῃ βέβαιον, καὶ οὐχὶ δῶρον ἄδωρον, ὅπως τοὐλάχιστον εἶναι σήμερον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαπαναγιώτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἀπών. Ὁ κ. Συγγούρης. Ἀπών. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, δηλαδὴ εἶναι ἀναφορὰ τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Καλαμῶν, ὅπως ὁ περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν νόμος ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς αὐτούς. Πρῶτος τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρέας. Ἀπών. Ὁ κ. Ν. Πετροπουλάκης.
§86ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτε ἡ Βουλὴ παρέπεμψε δύο προτάσεις νόμων πρὸς μελέτην εἰς ἐπιτροπὴν σχετικὰς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριελαμβάνοντο κατὰ τὸ πλεῖστον Βουλευταὶ ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Ἐτόνισα τὴν λέξιν ἐξασκοῦντες, διότι κατ’ ἐμὴν γνώμην μόνον οἱ ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου καὶ δὴ εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶσι τὸ πρᾶγμα ἀκριβῶς διότι γνωρίζουσι πῶς ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη καὶ πῶς ἐπιβάλλεται ἡ ποινή. Ἐπηκολούθησεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, μακρὰ συζήτησις πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀναστολὴ τῆς ποινῆς εἰς τοὺς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καταδικασθέντας, χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ συνενοήθησαν μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα γνωρίσωσι ποίας σκέψεις ἔχει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, καὶ πράγματι ἀνεκοίνωσαν ἡμῖν ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἐσκέφθημεν, ἐμελετήσαμεν ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα καὶ κατελήξαμεν εἰς μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις τυπωθεῖσα διενεμήθη πρὸς ὅλους ὑμᾶς. Καίτοι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς εἶπον ποῖαι εἶναι αἱ γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ αὐτὰς κυρίως ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεώς μας, ἐν τούτοις μόλις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέγνω τὴν διανεμηθεῖσαν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν αὐτὴν πολὺ ἐλευθερίαν, καὶ ὑπέβαλεν ἰδίαν πρότασιν ἀρχικῶς πολὺ περιοριστικήν, καὶ εἶτα δευτέραν ἧττον περιοριστικήν, πάντως ὅμως σχεδὸν ἀνατρέπουσαν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη πρὸ παντός, πῶς νὰ ἐκλείψωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν οἱ τραυματισμοὶ καὶ αἱ ἄλλαι ἐγκληματικαὶ πράξεις, καὶ πῶς ὁ κατάδικος ἐξερχόμενος ἐκ τῶν φυλακῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ἀδικοπραγήσῃ. Πρὸς ἐπιτυχίαν τούτων ἐκανόνισεν, ὅτι ὁ ὑποπεσὼν κατάδικος μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ καὶ ὅταν ἐξέλθῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐπισύρουσαν μικρὰν ποινήν, ἐὰν μὲν εὑρίσκεται ἐν ταῖς φυλακαῖς νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς, ἐὰν δ’ εὑρίσκηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ λόγῳ τῆς ἀναστολῆς νὰ ἐκτίνῃ οὐ μόνον τὴν διὰ τὸ νέον ἔγκλημα ποινήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνασταλεῖσαν. Διὰ τούτων ἀρκούντως ἐπροστατεύετο καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἡσυχία ἐν ταῖς φυλακαῖς κατὰ τὴν γνώμην μας. Συνάμα δ’ ἐσκέφθη εἰς τίνα θὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς καὶ ὑπὸ τίνας προϋποθέσεις. Μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατέληξε νὰ ἀναθέσῃ τὴν κρίσιν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἦτο περιωρισμένη, διότι θὰ ἔκρινε μόνον, ἂν ὁ κατάδικος ὑπέστη τὴν ὁρισθεῖσαν διὰ τῆς προτάσεως νόμου ποινήν. Διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντος νομοσχεδίου οὐ μόνον δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἡσυχία ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι οὐδεμία πρόσθετος τιμωρία ἐπίκειται εἰς τὸν ἐξελθόντα κατάδικον διὰ τὸ ἐκτελεσθησόμενον ὑπ’ αὐτοῦ ἔγκλημα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπονομὴ τοῦ εὐεργετήματος ἀφέθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν κρίσιν τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἀναφέρετε τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου.
§88ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι· συγκρίνω τὸν ψηφισθέντα νόμον μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης συγκρίσεως θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ παράπονα τῶν καταδίκων, δι’ ἃ αἱ ὑπὸ συζήτησιν ἀναφοραί, εἶναι βάσιμα καὶ δὲν θὰ ὑφίσταντο, ἂν ἐψηφίζετο ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς. Δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἡ ἀπονομὴ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς ἀφέθη γενικῶς εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀντίληψιν τῶν κυρίων πλημμελειοδικῶν. Ὁ κατάδικος προσάγει ὅλην τὴν σωρείαν τῶν ἀπαιτουμένων πιστοποιητικῶν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπέστη ποινὴν πρὶν εἰσέλθῃ εἰς τὰς φυλακὰς, ὅτι ἐπεδείξατο καλὴν διαγωγὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ὅμως ἡ αἴτησίς του ἀπορρίπτεται, διότι οἱ δικασταὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐξετάζοντες καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως δὲν εὑρίσκουσι τὸν κατάδικον ἄξιον τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς. Τοιαύτας ἀποφάσεις ἔχομεν πλείστας, καὶ διὰ τοῦτο τὰ παράπονα τῶν καταδίκων. Κατὰ τὴν ἀρχικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἦσαν ἐπιεικέστερα καὶ ἀπένεμον τὸ εὐεργέτημα εἰς καταδίκους, οἵτινες, ἐὰν ἐζήτουν τοῦτο σήμερον, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐλάμβανον αὐτό. Πολλοὶ δὲ τῶν καταδίκων ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι τοῦ εὐεργετήματος οὐ μόνον λόγῳ τῆς ἀβεβαιότητος ἂν θὰ τύχωσι τούτου, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶχον τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας νὰ προμηθευθῶσι τὰ ἀναρίθμητα ἀπαιτούμενα πιστοποιητικά. Αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις προέρχονται ὡς ἐκ τῆς διαφόρου ἀντιλήψεως τῶν δικαστῶν, διότι περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἀντίληψις, ἐνῷ, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως δὲν θὰ εἴχαμεν τὰ ὑποβαλλόμενα παράπονα, διότι τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ θὰ ἦτο περιωρισμένον καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων θὰ ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀξίωσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἠξίου νὰ ἀπονεμηθῶσι χάριτες, ἃς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπέκρουσεν. Ἀναφέρω χωρὶς νὰ βεβαιώσω γεγονός, τὸ ὁποῖον συνάδελφος χθὲς ἢ προχθὲς μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰς Πλημμελειοδικεῖόν τι ὑπεβλήθη αἴτησις καταδίκου, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη. Μετὰ πάροδον δέκα ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἑτέρα αἴτησις ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ καταδίκου καὶ ἐγένετο δεκτή.
§89Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Πῶς γίνεται αὐτό; Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν.
§90ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι μοὶ τὸ ἀνήγγειλε συνάδελφος ἐν τῇ αἰθούσῃ εὑρισκόμενος.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀποτελεῖ παράβασιν, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπητε.
§92ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἀναφέρω τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἔπραξε τοῦτο, διότι γνωρίζω ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ οὔτε βεβαιῶ τὸ γεγονός, τὸ ἀναφέρω μόνον ὡς πληροφορίαν συναδέλφου.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἀκριβές. Ἐὰν εἶναι ἀκριβές, ἀποτελεῖ παράβασιν, ἐπαναλαμβάνω.
§94ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν ἐψηφίζετο ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας περιωρίζετο τὸ δικαίωμα τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐξετάσῃ ἕν καὶ μόνον γεγονός, ἂν ὁ καταδικασμένος ὑπέστη καταδίκην διὰ πρᾶξιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν τὰ παράπονα τῶν καταδίκων οὔτε καὶ ἡμεῖς θὰ ἀνηρχόμεθα ἐν τῷ βήματι τούτῳ καὶ θὰ ἀπησχολούμεθα ὑποστηρίζοντες τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μας. Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται ἀνένδοτος εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ χάριτας εἰς τοὺς καταδίκους, ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τοιαύτας διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ, τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς, ἀλλὰ τὸ δῶρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ δώσῃ, ἐματαιώθη διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δίκαιον ἤθελεν εἶναι, ἂν τὸ δῶρον αὐτὸ μὴ τὸ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς καταδίκους. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ τὴν ἀκόλουθον παράκλησιν: Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συγκινηθῇ ἀπὸ τὰ παράπονα τῶν καταδίκων καὶ φέρῃ τροποποίησίν τινα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τοὺς καταδικασθέντας εἰς ἰσόβια δεσμά, καὶ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸν νόμον, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐὰν ἐκτίσωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς εἰκοσαετῆ εἱρκτήν, νομίζω ὅτι ἀρκετὰ τιμωροῦνται. Ἡ ἐπιτροπὴ προέβλεπε περὶ τούτων, διότι ἐθεώρει ἀρκετὴν τὴν τιμωρίαν τῆς εἰκοσαετοῦς φυλακίσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ δίκαιον εἶναι, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φανῆτε ὀλίγον ἐπιεικὴς εἰς τοὺς καταδίκους αὐτούς, καὶ νὰ ὑποβάλητε μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου, διότι δὲν προφθάνομεν νὰ ἀναγινώσκωμεν ἐπιστολὰς συμπολιτῶν μας καταδίκων καὶ νὰ ἀπαντῶμεν εἰς ταύτας ἐν σχέσει μὲ τὰ παράπονα ὄχι πλέον καθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν.
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ἀπαντᾶτε.
§96ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὴ ἀπαντῶμεν, διότι εἶναι συμπολῖταί μας, καὶ ὑμεῖς, ἐὰν δὲν ἦσθε Ὑπουργός, ἀλλ’ ἁπλοῦς Βουλευτής, βεβαίως θὰ ἐκάμνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνομεν ἡμεῖς.
§97Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἔχουσι σημασίαν αἱ ἐπιστολαί.
§98ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐπιστολῶν, κ. Κλάδη. Πρόκειται περὶ τῶν παραπόνων τῶν καταδίκων. Αἱ ἐπιστολαὶ δὲν ἔχουσι βέβαια καμμίαν ἀξίαν. Δίκαιον ὅθεν εἶναι νὰ θεραπεύσητε τὰ παράπονα ταῦτα διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ἥτις νὰ εἶναι ἐπιεικής, ἀφοῦ ἡ ἐπιείκεια εἶναι θεῖον δῶρον, κ. Ὑπουργέ.
§99Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θεῖον!
§100ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ναί, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆσθε τοῦτο.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον. Συνεχίζεται καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 18 ἀναφορά, ἡ ὁποία ἔχει τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον.
§102Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἐγώ;
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπαναλάβητε τὰ ἴδια;
§104Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται περὶ εἰδικοῦ θέματος.
§105Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι τὸ ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν δὲν ἐλάμβανον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἀπὸ τὰ θύματα ἐκεῖνα τῶν φυλακῶν Ῥίου. Ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ὅτι Κράτος, τοῦ ὁποίου θεμελιώδης βάσις δὲν εἶναι ἡ ἰσότης τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μελῶν, Κράτος τὸ ὁποῖον ἀποδιώκει ἀπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τὴν ἰσότητα, εἶναι Κράτος τιμαριούχων καὶ δυναστευομένων, εἶναι Κράτος ἐκμεταλλευτῶν καὶ δυναστευομένων, εἶναι κοινωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ δικαιοσύνη εἶναι ψευδὴς καὶ ἀπατηλή. Ψευδὴς καὶ ἀπατηλὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν περίφημον ἐκείνην νύκτα ἐψηφίσατε, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διετέλει ἐν ἀπολύτῳ ἐκνευρισμῷ. Ὅτε λέγομεν, Κύριοι, εἰς τὸν Α κατάδικον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐπὶ σειρὰν πολλῶν ἐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς· ὑποβάλετε τὴν αἴτησίν σας πρὸς τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν, λάβετε πιστοποιητικὸν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, λάβετε τοιοῦτον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, λάβετε πιστοποιητικὸν τοῦ μητρῴου τοῦ ποινικοῦ βιβλίου, λάβετε ἀντίγραφον τῶν Πρακτικῶν τῆς δίκης, αἴ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰρωνεύεσθε τὴν δυστυχίαν τῶν θυμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῶν κρατουσῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν καὶ λόγῳ τῆς κρατούσης καταστάσεως ἐν τῇ δικαιοσύνῃ ἐρρίφθησαν, Κύριοι, εἰς τὰς φυλακάς, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι πολλαὶ ἔντιμοι ὑπάρξεις ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὸν α ἢ τὸν β λόγον. Δὲν ἦτο ἡ σκέψις τοῦ νομοθέτου, ἵνα ὡς δῶρον δώσῃ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς· ἦτο ἐνδεδειγμένη λύσις λόγῳ τῆς κρατούσης καταστάσεως ἐν ταῖς φυλακαῖς· διότι πάντες ἐπιστεύσαμεν ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ πλέον διαβιοῦντες ἐδηλητηριάζοντο μὲ τὸ μικρόβιον τῆς ἐγκληματικότητος καὶ ἐξερχόμενοι εἰς τὴν κοινωνίαν ἐξήρχοντο ἐπικινδυνωδέστεροι διὰ τὴν κοινωνίαν τὴν ἐντίμως δρῶσαν καὶ πράττουσαν. Δὲν ἦτο δῶρον λοιπόν, ἀλλ’ ἦτο ἐνδεδειγμένη λύσις ἐκ τῆς κρατούσης καταστάσεως ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλὰ διὰ ποίους ἔγινε, Κύριοι ὁ νόμος; Ἔλεγεν ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πάντες πρέπει νὰ προσέχωμεν εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μήπως πέσῃ ἓν θῦμα, ὁ Νόμος. Καὶ ὅμως τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἔρριψαν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι συνεπείᾳ τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου νὰ περιφρουρῶσι καὶ νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτόν. Ἀλλὰ διὰ ποίους τέλος πάντων ἐγένετο, Κύριοι, ὁ Νόμος αὐτός; Διὰ τοὺς ἐγκληματήσαντας ἐν ταῖς φυλακαῖς; Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν προτοῦ καταδικασθῶσι; Διὰ τὴν ἀπόφασιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἤθελε παραχωρηθῆ τὸ εὐεργέτημα τοῦ ἑνὸς τετάρτου; Ἀλλὰ τέλος πάντων διὰ ποίους; Ἢ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγκλημάτησαν οὐδὲ διὰ πρᾶξιν πταισματικήν; Θὰ ἦτο παράλογον, ἂν ἐπιστεύετο ἀπὸ μέρους τοῦ νομοθέτου, ὅτι δημιουργουμένου τοῦ νομοσχεδίου εἰς νόμον τοῦ Κράτους καὶ τιθεμένου τούτου εἰς ἐφαρμογὴν δὲν θὰ παρείχετο τὸ εὐεργέτημα τοῦ ἑνὸς τετάρτου καὶ εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ διαγωγὴ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἀλλὰ καὶ ὁ πρότερος αὐτοῦ βίος ὑπῆρξε καθόλου ἄμεμπτος. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν, χθὲς μάλιστα, ὑπέβαλον ἐγὼ αὐτὸς αἴτησιν γυναικὸς εἰς τὸ ἐνταῦθα Πλημμελειοδικεῖον διὰ τὴν παροχὴν τοῦ εὐεργετήματος τοῦ ἑνὸς τετάρτου, καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ φόνῳ ἐκείνου, ὅστις ἀφήρεσεν ἀπ’ αὐτῆς πᾶν ὅ,τι πολύτιμον εἶχε, καὶ ὅμως τὸ Δικαστήριον ἐν τῇ τελευταίᾳ στιγμῇ ἀφῆσαν τελευταίαν τὴν αἴτησιν ταύτην ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως οὐδὲ τῆς παραμικροτέρας τοιαύτης ἐξῆλθεν ἐκ τῆς δῆθεν διασκέψεως ἀποτόμως καὶ αὐθαιρέτως λέγον «ἀπορρίπτω ὡς καλῶς δικασθεῖσαν». Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλετε διὰ τῆς τόσης ἰταμότητος νὰ ἐξελέγξητε ἀπόφασιν ἀνωτέρου Δικαστηρίου, σεῖς ἔχοντες δικαίωμα νὰ δικάζητε μέχρι πέντε ἐτῶν; Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλετε νὰ ἐξελέγξητε ἀπόφασιν τοῦ λαϊκοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν; Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι παράλογος ὁ νομοθέτης, ἐὰν ἐπίστευσε πρὸς στιγμὴν ὅτι καὶ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν κατεδικάσθη, δὲν πρέπει νὰ ἀπολαύσῃ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ ¼. Δυνατόν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὀφθαλμὸς ὑμῶν νὰ ἐφορᾷ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τῆς κινήσεως καὶ ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης· δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παίζουσι πρόσωπον ὑπερασπιστοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μέρος τοῦ δικαστικοῦ κόσμου συνηθισμένον μὲ τὰς παλαιὰς μεθόδους καὶ ἕξεις, ζυμωμένον μὲ προσωπικοὺς δεσμοὺς καὶ εὐγνωμοσύνην λόγῳ τῆς ἀμοιβῆς τῆς ὁποίας ἔτυχον ἀπὸ μέρους τῶν προστατευσάντων αὐτούς, παρατηρεῖ μὲ βλέμμα ὄχι εὐμενές, δὲν τὸ πράττουσιν ὅμως δι’ αὐτούς, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς, διὰ τὴν νέαν πολιτικὴν κατάστασιν ἐν τῷ τόπῳ. Ἐδικάσθη ἐπιεικῶς, τονίζουσι δικασταί, διότι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς εἴμεθα κατώτεροι, σὲ ἐδίκασεν ὀλιγώτερον τοῦ δέοντος. Καὶ ὅτε ἔρχεται τὸ ἓν Δικαστήριον τὸ κατώτερον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτέρου Δικαστηρίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει ἢ οὐ δυσαρμονία ἐν τῇ κινήσει τῆς Δικαιοσύνης; Θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἰρωνευώμεθα τὴν δυστυχίαν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν θυμάτων, τὰ ὁποῖα ἂν τυχὸν ἐγκλημάτησαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἔκτοτε κακὴν κατάστασιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν Δικαιοσύνην, εἰς τοῦτο πταίουσιν οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν. Οἱ περισσότεροι τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκομένων εἶναι θύματα τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἐξωθούμενοι ἀπὸ ἀσυνειδήτους πολιτικοὺς διέπραττον ἐγκληματικὰς πράξεις μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ καταστήσωσιν ἕρμαιον τὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ ἀποδώσωσι τούτους εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς κοινωνίας. Ὅτε λοιπὸν μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἀπεφάσισε τὸ Κράτος νὰ ἀνατρέψῃ πᾶσαν σεσαθρωμένην ἰδέαν καὶ πᾶν σαπρὸν σύστημα, ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ εἰρωνευθῆτε τὴν δυστυχίαν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν θυμάτων; Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ φιλανθρωπία εἶναι ὅρος κοινωνικὸς ἀπαραίτητος.
§106Γ. ΠΩΠ. Πάντοτε.
§107Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης σὲ ἐγνώρισα ὡς δικανικόν, σὲ ἐγνώρισα ὡς ῥυθμιστὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ βελτιώσει αὐτῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ὡς φιλάνθρωπον δὲν σὲ ἐγνώρισα· ἐπιθυμῶ νὰ σὲ γνωρίσω. (Χειροκροτήματα).
§108Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐγενίκευσε τὴν συζήτησιν, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς ὡρισμένου καταδίκου, τοῦ Ν. Μακροδημήτρη κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου καὶ παραπονουμένου διότι ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου Ζακύνθου ἀπέρριψε τὴν αἴτησίν του περὶ ἀποφυλακίσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἂν καὶ ὡμίλησα καὶ ἐγὼ γενικῶς ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι, ἐνῷ ἐζητήσαμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἀναφορᾶς ὡρισμένου καταδίκου, ἐγενικεύθη τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ κἂν τὸ ὄνομά του. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐναντίον ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει αὐτοὺς νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ κάμωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Γκλαβᾶς, φιλάνθρωπον, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸς τροποποίησιν τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ νόμου νὰ κάμωσιν ὅ,τι θέλουσι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεμφώμεθα τὰ Δικαστήρια καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι οἱ Ἕλληνες ὅλοι δὲν εἶναι ἴσοι. Ἂν ἓν Δικαστήριον ἑρμηνεύει ἕνα νόμον οὕτω πως καὶ ἄλλο Δικαστήριον ἄλλως πως, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι ἴσοι. Ὥστε δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐναντίον Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα οὕτως ἢ ἄλλως ἔκριναν, ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ νόμου ἔμειναν ἐλεύθερα. Ἡμεῖς ἐδώκαμεν δικαίωμα εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ δίδωσιν ἀναβολὴν ἀνεξελέγκτως κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν. Τὸ μόνον, ὅπερ δέον νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ ἐντείνωμεν τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν εἰς τὸ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις μας καὶ νὰ δεχθῇ τὰς παρακλήσεις μας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὰ Δικαστήρια ὁ προλαλήσας, τὰ ὁποῖα μετά τινα ἐκδίκασιν τῶν πλημμελημάτων ἐπιλαμβάνονται τῶν αἰτήσεων τῶν αἰτούντων ἀναστολήν, γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι μετὰ μεγάλης προθυμίας καὶ προσοχῆς ἐπιλαμβάνονται καὶ αὐτῶν, χωρὶς νὰ φαίνωνται ὅτι εἶναι κουρασμένοι. Ἀλλά, ἐὰν νομίσωσιν ἐν τῷ δικαιώματί των ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωσιν ἀναστολήν, δὲν δύναταί τις νὰ τοὺς μεμφθῇ διὰ τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δυνάμεθα νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ κάμωσιν ὅτι, θέλουσι, πρὸ παντὸς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν 10 ἢ 15 χρόνια εἰς τὰς φυλακάς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασίμης. Ἀπών. Ὁ κ. Φουρίδης. Ἀπών. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνεργατῶν Βόλου ὁ κύριος Γ. Σχινᾶς.
§110Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως μοὶ χαρίσωσι τὴν προσοχήν των ἐπὶ σπουδαιοτάτου ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἐν Βόλῳ εὐδοκίμως δρῶν καπνεργατικὸς σύλλογος. Ὁ σύλλογος οὗτος ὑπέβαλεν ὑπόμνημα σοβαρὸν περὶ λήψεως νομοθετικῶν μέτρων πρὸς ἐπιστημονικὴν καλλιέργειαν καὶ προστασίαν τοῦ καπνοῦ ἀπὸ πάσης δυσφημήσεως εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, δι’ ἀπαγορεύσεως τῆς νοθείας τῶν καπνῶν, τῆς καλῆς συσκευασίας καὶ ἐπεξεργασίας αὐτῶν. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπό τινος ἤρχισεν ἡ καπνοφυτεία νὰ λαμβάνῃ μεγάλας διαστάσεις εἰς τὸν τόπον μας. Ἀπὸ δεκαετηρίδος καὶ ἐντεῦθεν ἔφθασεν ἀπὸ παραγωγῆς 500.000 καὶ 800.000 ὀκάδων εἰς 7.000.000 καὶ 8.000.000 ὀκάδας. Ἐξ αὐτοῦ εὔκολον εἶναι νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ὁ δημόσιος πλοῦτος ηὔξησε καὶ ὅτι μεγίστη ἀνακούφισις προσεγένετο εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ ἀγροτικὰς τάξεις καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ληφθῶσι συντόνως ὅλα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ παραγωγὴ ἀπὸ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μέχρι σήμερον ἡ Πολιτεία, ὅπως καὶ εἰς πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς καπνοπαραγωγῆς οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχήν. Τουτέστι δὲν ἔλαβε τὰ νομοθετικὰ μέτρα, δι’ ὧν νὰ διδάξῃ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φυτεύηται σύμφωνα μὲ τοὺς ἐπιστημονικοὺς ὅρους ὁ καπνός. Δὲν ἐδίδαξε τοὺς χωρικοὺς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λιπαίνωσι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν, ἵνα ἡ ἀπόδοσις εἶναι μεγαλειτέρα, οὔτε ἐπίσης ἐφρόντισε νὰ δώσῃ σπορὰν καλῆς ποιότητος καπνοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἴτε εἰς τὴν Ξάνθην ἢ Καβάλλαν ἢ Μικρὰν Ἀσίαν. Ἑπομένως ἡ καπνοπαραγωγὴ ἀφέθη εἰς τὴν τύχην αὐτῆς καὶ ὅ,τι ἐγένετο μέχρι σήμερον τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Ἀλλ’ ἀπό τινος ἤρχισε σπουδαῖον κίνδυνον νὰ διατρέχῃ ἡ καπνοφυτεία, καὶ εἰς τὸν κίνδυνον τοῦτον καλεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅπως δώσῃ μεγίστην προσοχήν, ἵνα ἄρῃ αὐτόν, καὶ δυνηθῇ οὕτως ἡ καπνοπαραγωγή, τοῦτο μὲν νὰ προοδεύσῃ, τοῦτο δὲ ὅπως ἡ ποιότης τῆς φυτείας γίνῃ καλλιτέρα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Μέγας κίνδυνος ἐν πρώτοις προβάλλει, κύριοι Βουλευταί, ὁ τῆς νοθεύσεως τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἐπεξεργασία τῶν καπνῶν, ὁσάκις συντελεῖται ἀπὸ μέρους τῶν γεωργῶν, δὲν γίνεται οἵα πρέπει νὰ γίνηται, διότι δὲν ἐδιδάχθησαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων δὲν δίδεται ἡ προσοχὴ ἡ ὀφειλομένη, ἵνα ἡ συσκευασία αὐτῶν γίνῃ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁποία γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ φυτεύονται εὐδοκίμως καπνά. Τουτέστι κατὰ τὴν συγκομιδὴν καὶ συσκευὴν τὰ φύλλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπορρίπτωνται, δὲν ἀποβάλλονται, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα τοποθετοῦνται καὶ τὰ βεβλαμμένα, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ποιότης τῶν καπνῶν μολύνεται καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἀρίστη, οἵα δύναται νὰ γίνῃ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ πολλοὶ ἔμποροι, οἵτινες ἔχουσι κηρύξει ἐναντίον τῆς ἐν Ἑλλάδι καπνοπαραγωγῆς ὡρισμένως πόλεμον ἐξοντώσεως. Ὑπάρχουσι μερικαὶ ξέναι ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι Ἀρμενικαί, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται τόσον ἐκ τῆς Εὐρώπης, ὅσον πρωτίστως ἐκ τῆς Αἰγύπτου καὶ ἀγοράζουσι καπνὰ μὴ συσκευασμένα καλῶς καὶ νοθεύουσιν αὐτὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἡ ποιότης νὰ ἀποβαίνῃ καλή, καὶ τὰ ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Αἴγυπτον, οὕτω δὲ εἶναι ἀδύνατον ἐκεῖ νὰ προτιμηθῶσι, τὰ Ἑλληνικὰ καπνὰ ἀπὸ τῶν τῆς Ξάνθης, Καβάλλας καὶ Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ προτιμηθῶσι καὶ συνεπῶς προτιμωμένων τῶν ξένων ἀγορῶν ἡ ζήτησις τῶν Ἑλληνικῶν θὰ μετριασθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ ἡ τιμὴ των κατὰ συνέπειαν θὰ ἐκπέσῃ, καὶ οὕτως οἱ μὴ καπνοπαραγωγοὶ θὰ πωλῶσι τὸ προϊόν των καὶ εἰς τιμὴν μὴ συμφέρουσαν, ἡ καπνοπαραγωγὴ θὰ ὑστερήσῃ, χιλιάδες δὲ χειρῶν καπνεργατῶν θὰ στερηθῶσι τοῦ ἄρτου αὐτῶν. Τὸ ὅτι δὲ ἡ κακὴ συσκευασία τῶν καπνῶν ἐπιφέρει μεγίστην βλάβην τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει εὐγλώττως τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ εἰς τὴν Γερμανίαν εἰσήγοντο 600.000 ὀκάδες καπνοῦ πρότερον, τώρα δὲν εἰσάγεται οὔτε μία ὀκᾶ, διότι ἀπεκλείσθη ἕνεκεν τῆς κακῆς ποιότητος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἡ παραγωγὴ δύναται νὰ βλαβῇ καὶ ὑστερήσῃ, ἀλλ’ ὁ μεγαλείτερος κίνδυνος ἐγκυμονεῖται ἐν τούτῳ, ὅτι κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν καπνῶν τούτων χιλιάδες ἐν ὅλῳ ἐργατῶν εἶναι ἀπησχολημένοι ὡς ἐν Βόλῳ, Καρδίτσῃ, Ἀγρινίῳ, Ἄργει. Ἡ τάξις αὕτη μέλλει νὰ στερηθῇ καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἐὰν ἡ ἐπεξεργασία δὲν γίνηται ὡς πρέπει, καὶ ἡ παραγωγὴ δὲν πολλαπλασιάζηται. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή, οἱ καπνεργάται θὰ πεινάσωσιν, ὁπότε ὄχι μόνον αὐτοὶ θὰ ὑποφέρωσιν, ἀλλὰ θὰ ἀπειλῆται ἑκάστοτε καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία τάξις. Πέποιθα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπὸ σοβαρὰν σημείωσιν ταῦτα καὶ θέλει μετακαλέσει τοὺς εἰδικούς.
§111ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ἔφερα.
§112Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχομεν καὶ ἐν Βόλῳ ἐργάτας τοιούτους, οὓς δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε. Ἐπίσης συνιστῶ, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον κομίσῃ καὶ σπόρον καλῆς ποιότητος, διότι, ὡς ἔμαθον πρό τινος, εἰς τὸ κτῆμα Δήλεσι ἐκαλλιέργησεν ἐφέτος ὁ ἐπιστάτης τοῦ κτήματος τούτου 200 ὀκάδας καπνοῦ μυρωδάτου, τὰς ὁποίας ἐπώλησε πρὸς 8 δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ σπόρος βελτιωθῇ καὶ ἡ συσκευασία γίνῃ καλλιτέρα, καὶ ἡ παραγωγὴ θὰ εἶναι ἀνάλογος. Τὸ ἔδαφος ἡμῶν ὡς μεσημβρινώτερον εὐνοεῖ περισσότερον τὸν καπνὸν ἢ τὸ τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Ῥωσίας, τῶν ὁποίων τὰ καπνὰ προτιμῶνται εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Αἰγύπτου, διότι ἡ συσκευασία των εἶναι καλλιτέρα. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐπιτακτικὴ ἐπιβάλλει νὰ μετακληθῶσιν εἰδικοί, ἵνα διδάξωσι τοὺς χωρικούς, νὰ συσταθῶσι σταθμοὶ ἐν Λαρίσῃ, Ἁλμυρῷ, Φαρσάλοις κ.λ.π., οἵτινες νὰ διδάσκωσιν ὑποδειγματικῶς τὴν καλλιέργειαν τὴν ἐπιστημονικὴν τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν πρακτικὴν τοιαύτην. Συγχρόνως πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια καὶ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἑδρεύουσα εἰς 4 ἢ 5 τελωνεῖα, ἐξ ὧν ἐξέρχονται καπνά, καὶ ἀποτελουμένη ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, καπνεμπόρους καὶ καπνεργάτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ καπνὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ τόπου ἡμῶν, καί, ἂν μὲν εὑρίσκωσι ταῦτα ὅτι εἶναι καλῶς συσκευασμένα καὶ ὄχι νοθευμένα, τότε νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν, ἂν δὲ τοὐναντίον, τότε νὰ κατακρατῶσι ταῦτα ἢ νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν κάτοχον αὐτῶν βαρύτατον πρόστιμον. Εἶναι τοῦτο μέτρον ἀπαραίτητον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ μέλλον τοῦ τόπου ἡμῶν ἀνήκει, κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ πολλῶν ἄλλων εἰδικωτέρων, εἰς τὰ καπνὰ καὶ τὸν βάμβακα. Πολὺ δὲ περισσότερον θέλουσι τὰ προϊόντα ταῦτα διαδοθῆ εὐθὺς ὡς τὰ ὑδραυλικὰ ἤθελον ἐκτελεσθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ. Τότε, ἂν ἡ Θεσσαλία ἐπιδοθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν βάμβακα καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν καπνόν, τότε θὰ κατασταθῇ δυνατὸν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ νὰ ἐργάζωνται χιλιάδες οἰκογενειῶν, καὶ ἐκεῖ ὅπου σήμερον ὑπάρχει ἡ δυστυχία, θὰ βασιλεύῃ ἡ εὐτυχία. Ἀλλὰ πρὸς ταῦτα πρέπει νὰ ἴδωσιν οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῆς Θεσσαλίας, ὅτι λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Κράτους πρόνοια μελετημένη καὶ σοβαρά, οὕτως ὥστε τὰ καπνά, τὰ ὁποῖα παράγουσι, νὰ μὴ τὰ πωλῶσι πρὸς ὀγδοήκοντα λεπτὰ καὶ μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν, ὡς σήμερον, ἀλλ’ εἰς τὴν τιμὴν τῶν τριῶν καὶ τεσσάρων δραχμῶν. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι δυνατὸν ὁ δημόσιος πλοῦτος νὰ αὐξηθῇ, οἱ παραγωγοὶ νὰ ὠφεληθῶσι περισσότερον καὶ ἰδίως νὰ δοθῇ ἄρτος εἰς τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι, ὡς σήμερον βαδίζουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀνέτως νὰ ζήσωσιν. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο θέλετε δώσει μεγάλην προσοχήν, διότι εἶναι μελετημένον καὶ σοβαρὸν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, καὶ ἰδίως διότι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὰς ἐντίμους ἐργατικὰς χεῖρας, αἱ ὁποῖαι δὲν ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν οὔτε θέσεις ἀργομίσθους οὔτε ἄλλας παροχὰς ἢ ἀξιώματα ἢ τιμάς, ἀλλὰ ζητοῦσι μόνον προστασίαν νομοθετικὴν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐντίμου αὑτῶν ἐργασίας, ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ἵνα δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς μόνον τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶσι νὰ εὐημερήσωσιν εἰς τὸ ἐπίπονον στάδιον τῆς ἐντίμου αὐτῶν ἐργασίας, καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ ἀσφαλῶς αὐξάνει, προοδεύει καὶ τὸν εὐγενῆ προορισμὸν αὑτοῦ ἐπιτελεῖ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαξίρης.
§114Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ ὑπόμνημα τῶν καπνεργατῶν Βόλου, ἔχει ὅλως ἐξαιρετικὴν σημασίαν, διότι πρόκειται περὶ τῆς νοθείας τῶν ἐξερχομένων προϊόντων. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει μέγαν ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας, νομίζω δὲ σκοπιμώτατον ἡ συζήτησις αὐτοῦ νὰ ἀναβληθῇ, ἵνα λάβῃ γενικώτερον χαρακτῆρα, παρίσταται δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Οἱαδήποτε μέριμνα καὶ ἂν καταβληθῇ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καπνοπαραγωγῆς καὶ τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν ληφθῇ παράλληλος ἐνέργεια πρὸς ἐξεύρεσιν νέων ἀγορῶν, ἐν αἷς νὰ γίνωνται δεκτὰ τὰ προϊόντα μας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι τοῦδε, εἶναι ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸ ἐπιδιωκόμενον· ὄχι μόνον ἀγοραὶ δὲν ἠνοίχθησαν, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ μᾶς ἐκλείσθησαν, ὀφείλεται δὲ τοῦτο εἰς τὴν αἰσχροκέρδειαν ἐμπόρων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεψαν εἰς τὸ ἄμεσον κέρδος, χωρὶς νὰ θελήσωσι νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ ἀντικτύπου, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἔχει μία τοιαύτη κακὴ ἐνέργεια. Ἐὰν ὅλοι ἐκεῖνοι δὲν τὸ ἐσκέφθησαν, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ σκεφθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ οὕτως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Θεσσαλίας δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τὸν καιρὸν νὰ ἀναπτύξωσι τὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ μᾶς προλάβῃ διὰ τῆς ὑποσχέσεως προσεχοῦς εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ τοῦ θέματος τούτου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης.
§116Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ κληθῶσιν ἐργάται πρῶτον διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ καὶ δεύτερον διὰ τὴν συσκευὴν αὐτοῦ.
§117ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ἐκλήθησαν ἤδη εἰδικοὶ συσκευασταί.
§118Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Καὶ ἰδίως νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν ποιότητα τοῦ σπόρου. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν, εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς κατὰ τοῦ δασάρχου Αἰγείρας κτλ.
§120Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἷς συμπολίτης μου εἶχε τέσσαρας πλατάνους ἐντὸς τοῦ κήπου του περιφραγμένας. Καθὼς γνωρίζετε, ὁ ἔχων δένδρα πρὸς ὑλοτομίαν εἰς μέρος περιπεφραγμένον ὑποβάλλει αἴτησιν καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, ὅτι τὰ δένδρα εὑρίσκονται ἐντὸς περιπεφραγμένου μέρους. Ὅτε ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις, διεβιβάσθη εἰς τὸν δασάρχην, οὗτος δέ, μὴ ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἀστυνομεύοντα, ἵνα οὗτος γνωμοδοτήσῃ κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβὲς τὸ πιστοποιητικόν. Ὁ ἀστυνομεύων ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀκριβὲς τὸ πιστοποιητικόν, καὶ ὁ δασάρχης τότε ἐπέτρεψε τὴν ὑλοτομίαν. Μετὰ καιρόν, ὅτε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸ σπίτι του, ἐκάλεσε τὸν δασάρχην πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ σφράγισιν τῆς ξυλείας, ἀλλά, ὅτε ἐκάλεσε τὸν δασάρχην νὰ προβῇ εἰς τὴν σφράγισιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ξυλείας, ὁ δασάρχης — καὶ ἦτο ἄλλος, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε μετατεθῆ — προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν τῆς ξυλείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐκόπη ἐκεῖθεν, ὅθεν προυνόει τὸ πιστοποιητικόν, καὶ συγχρόνως προβαίνει εἰς τὸν πλειστηριασμὸν τῆς ξυλείας. Ὁ δυστυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος εὑρέθη πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ὥστε ἠναγκάσθη αὐτὸς νὰ πλειοδοτήσῃ εἰς τὸν πλειστηριασμὸν νὰ ἀγοράσῃ τὴν ἰδίαν του περιουσίαν, ἵνα μὴ μείνῃ ἄστεγος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, διότι δυστυχῶς αἱ Ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐγκληματικῶς φερόμεναι πρὸς τὰς δυστυχεῖς αὐτὰς ὑπάρξεις.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§122Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλεπάλληλα, κ. Βουλευταί, τηλεγραφήματα διαβιβάζονται παρὰ διαφόρων πολιτῶν Ἠλείων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ὑπέρμετρον, τὴν ἀπάνθρωπον αὐστηρότητα τῶν ἐκεῖ Δικαστηρίων. Τελευταίως καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἠναγκάσθη διὰ ψηφίσματός του νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς κ. δικαστὰς ἀνθρωπινωτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζει ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πύργου κατεδίκασεν ἓν νήπιον, Παναγόπουλον, μόλις ἐννεαετές, εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν.
§123Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν Παναγόπουλον ἀπὸ τὰ Ὀλύμπια.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἦτο κανένα σπανό.
§125Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἠλείαν δὲν ἔχομεν ἀγροτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ τείνουσιν ἐκεῖ ἀφ’ ἑνὸς ἡ Μανωλὰς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ μεταβάλωσι τὴν Ἠλείαν εἰς ἓν τσιφλίκιον, καὶ θὰ φθάσωμεν ἴσως ἴσως νὰ ἔχωμεν ἀγροτικὸν ζήτημα πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν ὑπάρχον ἐν Θεσσαλίᾳ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ῥετεντοῦ τοῦ δήμου Ὠλένης τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας ἀπηύθυναν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης καταγγέλλομεν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας παράνομον διαταγὴν ἀνακριτοῦ Ἠλείας κ. Τζάντα, προφυλακίσαντος ὁλόκληρον χωρίον Ῥετεντοῦ, οὐδὲν ἀδίκημα διαπράξαν, καὶ μόνον διότι διετέλει ἐν διαστάσει μετὰ τῶν ἀξιούντων δικαιώματα τῶν κτημάτων τῶν μηνυτῶν. Διαγωγὴ ἀνακριτοῦ βουληθέντος λύῃ διαφορὰς πολιτικὰς διὰ τῆς ποινικῆς δικαιοδοσίας του, ἐξωθεῖ ἡμᾶς ἀποξενωθῶμεν περιουσιῶν μας ἐναντίον παντὸς δικαίου καὶ ἠθικῆς. Συνεπείᾳ διαταγῆς του μηνυταί μας ὑπὸ κουστωδίαν χωροφυλάκων μετέβησαν εἰς ἔρημον κατοίκων χωρίον μας καὶ διαρρήξαντες οἰκίας μας προέβησαν κατάσχεσιν ἀραβοσίτου μας οὐ μόνον παραχθέντος ἐξ ἐπιδίκων κτημάτων, ἀλλὰ καὶ τοιούτου ἀγορασθέντος πρὸς διατροφὴν τῶν οἰκογενειῶν μας. Πρὸ τῆς τοιαύτης ἀχαρακτηρίστου διαγωγῆς ἀνακριτοῦ Τζάντα διαμαρτυρόμενοι ἐνώπιον ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐκλιπαροῦμεν παρ’ αὐτῆς δικαιοσύνην. Εὐπειθέστατοι κάτοικοι τοῦ χωρίου Ῥετεντοῦ προφυλακισμένοι 35 ἐν ὅλῳ ἐπὶ δύο μῆνας».
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστειλα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν.
§127Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως τοὐλάχιστον περατωθῇ ταχέως ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ἵνα ἀποκτήσωσι τὸ δίκαιόν των οἱ ἄνθρωποι. Ἐπὶ δύο μῆνας ὁλόκληρον χωρίον ἔχει κλεισθῆ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα καὶ ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς δικαιοσύνης οἱ πτωχοὶ οὗτοι γεωργοί.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἠδίκησεν, ὁλόκληρον νὰ κλεισθῇ καὶ δύο καὶ τρεῖς.
§129Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ γυναῖκες.
§131Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, πειθόμενος ὅτι πρόκειται περὶ φιλονόμων καὶ φιλησύχων πολιτῶν, πτωχῶν γεωργῶν, νὰ συστήσητε τὴν ταχεῖαν περαίωσιν.
§132Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καί, εἰ δυνατόν, νὰ παραγγελθῇ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι αἱ καθημερινῶς καταγγελλόμεναι πρὸς ἡμᾶς πράξεις εἶναι τοιαύτης βαρβαρότητος καὶ τοιαύτης ἀπανθρωπίας, ὥστε καταντῶσιν ἀπίστευτοι. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν τῇ αὐστηρᾷ αὐτῆς μορφῇ πολλάκις εἶναι αὐθαίρετος καὶ βασανιστικὴ διὰ τοὺς πολίτας. Τελευταῖον παραδόξως εἶναι τόσον ἐκνευρισμένοι, ὥστε εἰς τὴν πρώτην σύστασίν τινος νομίζουσιν ὅτι θέλει νὰ ἀσκήσῃ ὁ α ἢ ὁ β ἐπίδρασιν, καὶ ἀμέσως ὁ συνιστώμενος ὑπὸ τοῦ α ἢ τοῦ β πολίτου συλλαμβάνεται καὶ κλείεται εἰς τὰς φυλακάς.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λείψωσιν αἱ συστάσεις.
§134Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἠθικοποιήθημεν δυστυχῶς τόσον, οὔτε οἱ δικασταί μας εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, ὥστε οἱ πολῖται νὰ εὑρίσκωσι τὸ δίκαιόν των, ὁσάκις ἀπευθύνονται πρὸς αὐτούς. Θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως νὰ σταλῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐξετάσῃ διὰ τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς Καλάβρυτα, συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπεστάλη ἐκεῖθεν καὶ ἐλάβετε γνῶσιν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας.
§136Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν ἀναμιγνύομαι, διότι τὸ τηλεγράφημα ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμέ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης ἡ προσφυγὴ δι’ ἀναφορᾶς εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον τὸ ἀναφέρεσθαι σκοπὸν δὲν ἔχει πάντοτε τὴν διόρθωσιν ἀτόπων γενομένων, ἀφοῦ μάλιστα ἀκόμη δὲν εἶπε τὴν τελευταίαν αὑτῆς λέξιν ἡ δικαιοσύνη, δὲν θὰ καταγίνω κἂν εἰς τὸ νὰ ἐξετάσω ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔκρινε μέχρι τοῦδε ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, διότι τοῦτο δὲν εἶναι δικαίωμά μου οὔτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἐπὶ ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν ἀπαγορεύονται αἱ ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ ἀναφοραὶ ἔχουσι καὶ γενικώτερον σκοπόν, νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν πραγμάτων, πῶς γίνονται ταῦτα ὑπὸ εἰδικάς τινας περιστάσεις, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἐξάγῃ συμπεράσματα ἂν πρόκειται νὰ διορθώσῃ νομοθετικῶς ἕν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον, ὅπως εἰς τὸ μέλλον μὴ συμβῇ εἰς ὁμοίαν περίστασιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐν προκειμένῳ συμβαίνει ἀδικία τις εἰς τοὺς πολίτας, ὅπως ἀναφέρεται ἐν τῷ τηλεγραφήματι· ἓν μόνον παρατηρῶ, καὶ εἰς τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ εὔρυθμον τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἐνοχῆς ἢ ὄχι, πρέπει νὰ τὸ ῥυθμίζῃ ὁ ἐπόπτης ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ὁ Ὑπουργὸς δηλαδὴ καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅταν κάτοικοι χωρίου ὁλοκλήρου κατηγορῶνται δι’ ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον, λέγω, εἰς τὰς ἐκεῖ Ἀρχὰς νὰ βαδίσωσι κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅστις ὄχι νὰ παραλύῃ ἢ νὰ ματαιώνῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς. Ὅταν πρόκειται περὶ κατηγορουμένων 40 ἢ 100, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ διορίζηται εἷς εἰδικὸς ἀνακριτής, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παρατείνηται ἡ προφυλάκισις αὐτῶν, κατηγορουμένων ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι.
§137Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Διατί κατηγοροῦνται;
§138Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατηγοροῦνται ἐπὶ στάσει· οὕτω πως βεβαίως θὰ ἔχῃ χαρακτηρίσει τὴν πρᾶξιν τὸ κατηγορητήριον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἀνακριτὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὥστε νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα προφυλακίσεως. Οἱ κάτοικοι εἶναι κολλῆγαι χωρίου ὁλοκλήρου. Πληρώνουσι δὲ ὡρισμένον ποσὸν εἰς ἰδιοκτήτην τῶν γαιῶν αὐτῶν. Ὁ ἰδιοκτήτης ἐπέδωκε μήνυσιν ὅτι ὡρκίσθησαν νὰ τῷ πληρώσωσι τὸ τέλος αὐτό, καί, ἐνῷ μετέβη νὰ εἰσπράξῃ, αὐτοὶ ἀντέστησαν κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπειλήσαντες, κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν του, καὶ τὴν ζωήν του, καὶ ἴσως καὶ τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μήνυσις καὶ τὸ κατηγορητήριον. Συνελήφθησαν πρὸ δύο μηνῶν καὶ ἐκλείσθησαν εἰς τὰς φυλακάς, ὁ δὲ ἀνακριτής, ἐπειδὴ ὄντως εἶναι λίαν ἀπησχολημένος ἐπὶ πολλῶν ὑποθέσεων, μεταβαίνει κάθε 15 ἡμέρας μίαν φοράν, ἐξετάζει μάρτυρας τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, οἱ κατηγορούμενοι παραπονοῦνται ὅτι οἱ μηνυταὶ ἔχουσι συμφέρον, διότι διευκολύνεται ἡ πολιτικὴ ὑπόθεσις, ὑποβάλλουσιν αἰτήσεις καὶ ὑπομνήματα καὶ προτείνουσι σωρείαν νέων μαρτύρων, ἂν δὲ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ἔχουσι προταθῆ διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι κατάφωρος καὶ δύναται νὰ ἀποδειχθῇ, ὥστε νὰ ἐκδοθῇ ἓν βούλευμα, πλείονες τῶν 100 μαρτύρων, καὶ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην. Τὸ μέτρον αὐτὸ νομίζω ὅτι ἔχετε δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσητε, καὶ ἂν εἶναι ἀκριβές, ὅπως ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἀναγράφεται, νὰ λάβητε οἷα μέτρα νομίζετε κατάλληλα καὶ οἷα ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν περιστάσεων. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐνέργειαν ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς καὶ οὐχὶ νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος οὔτε ἡ ὥρα εἶναι οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς ὑμᾶς νὰ ἐπεμβῆτε· μετὰ τὸ ὁριστικὸν πέρας τότε βεβαίως θὰ ἐπεμβῶμεν καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατὰ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ὑπόθεσιν.
§139Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀρνηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην πρότασιν νόμου, ἥτις καὶ δικαία εἶναι καὶ μόνον ὠφέλειαν δύναται νὰ φέρῃ μεγίστην εἴς τε τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς καπνεργάτας, θὰ προσκομίσῃ δὲ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος μεγίστας ὠφελείας, ὄντος γνωστοῦ ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ καπνοῦ εἶναι μετὰ τὸν οἶνον τὸ πρωτεῦον ἐν τῷ Κράτει προϊόν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ζητούντων ἐπαναφορὰν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1911 περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῆς, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γρηγορίου.
§141Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου.
§142Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τοὺς σπουδαστάς, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ζημιοῦται τίποτε τὸ Δημόσιον. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον ἐπὶ τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς, διότι πιστεύω, ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ προβῶσιν εἰς τὴν σκληρὰν ἀπόφασιν ν’ ἀπορρίψωσι ταύτην.
§143ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον τῇ παρακλήσει πολλῶν φοιτητῶν, ἀλλὰ σὺν τῇ ἀναφορᾷ ὑπεβλήθη καὶ πρότασις νόμου ὑπὸ πολλῶν κυρίων συναδέλφων περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ σκόπιμον τὴν ὑποβληθεῖσαν ταύτην πρότασιν νόμου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δεχθῇ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ψηφισθῇ ἐν τοῖς πρώτοις, καθόσον μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ παντελῶς τὸ Δημόσιον, τοὐναντίον μάλιστα θὰ εἰσπράξῃ καὶ τέλη.
§144Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θ’ ἀφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀδικηθῶσιν αὐτὰ τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα τίς οἶδε μετὰ πόσων στενοχωριῶν κατώρθωσαν νὰ προσέλθωσιν ἐνταῦθα, ἕνεκα ὅμως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου λόγου δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν των ἐγκαίρως.
§145Ε. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ ὅμως καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποφασίσωσιν ὑπὲρ τῆς δικαίας ταύτης αἰτήσεως τῶν φοιτητῶν, ἀποδεχόμενοι τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν ἐξηντλήθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§147Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπεβλήθησαν, κύριοι Βουλευταί, διάφοροι ἐπερωτήσεις πρὸς ἐμέ. Πρῶτον τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κυρίων Παπαναστασίου καὶ Βοζίκη, οἱ ὁποῖοι ἐπερωτῶσι τὸν Ὑπουργὸν τίνα ἀπόφασιν ἔλαβεν ἐπὶ αἰτήσεων τοῦ γυμνασιάρχου τοῦ Γυμνασίου Τριπόλεως περὶ διαιρέσεως μιᾶς τάξεως τοῦ ἐν λόγῳ Γυμνασίου. Ἑτέρα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Σλῆμαν, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν διαμειφθέντων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς. Ἑτέρα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Πατσουράκου, ἐπερωτῶντος τὸν Ὑπουργὸν τίνα προσόντα εἶχεν ὁ διορισθεὶς καθηγητὴς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας κ. Μενάρδος, εἰς τί Πανεπιστήμιον ἐδίδασκε τὴν αὐτὴν ὕλην καὶ τίνα ἔργα ἐπιστημονικῆς ἀξίας συνέταξε καὶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἐπίσης ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κουλουμβάκη, ζητοῦντος νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος τῆς ὑποθέσεως τοῦ καθηγητοῦ κ. Δαμβέργη. Σχετικῶς μὲ τὴν πρώτην ἐπερώτησιν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις τοῦ γυμνασιάρχου Τριπόλεως περὶ διαιρέσεως τῆς Αʹ τάξεως, διότι ἡ τάξις αὕτη περιλαμβάνει περισσοτέρους μαθητὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν νόμον ὀφείλουσι νὰ φοιτῶσιν εἰς ἓν τμῆμα. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι δικαία, ἀλλ’ ἐπειδή, ἵνα διαιρεθῇ μία τάξις, πρέπει νὰ προστεθῇ εἷς καθηγητής, ἐπειδὴ δὲ εἶναι πολλοὶ οἱ γυμνασιάρχαι καὶ σχολάρχαι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου ζητοῦσι τὴν διαίρεσιν εἰς τμήματα, προκειμένου δὲ νὰ δοθῇ καταφατικὴ ἀπάντησις πρέπει νὰ περιληφθῇ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καταρτίζεται πίναξ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου περιληφθῇ ἡ πίστωσις.
§148Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἄνδρον συμβαίνει τὸ αὐτό. Ἔφυγεν ὁ σχολάρχης, ἵνα ἔλθῃ ἐδῶ νὰ διδαχθῇ, καὶ ἔμειναν οὕτω 280 παιδιὰ ἄνευ σχολάρχου.
§149Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν σχολάρχην αὐτόν, κ. Βουλευτά, δὲν εἶναι δυνατόν, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ ἀναπληρώσωμεν ὅλους τοὺς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ διδαχθῶσιν εἰς τὸ ἐνταῦθα σχολεῖον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἑνὸς τοιούτου ἀριθμοῦ καὶ ἑνὸς τοιούτου χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐξεύρωμεν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα, ἐδείχθησαν ἱκανοὶ ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἀπελθόντας σχολάρχας.
§150Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι τόσον μέγας, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ὑπάρχοντος τοῦ διδασκάλου νὰ διδαχθῶσιν οὗτοι.
§151Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι μεγαλείτερος τοῦ ἐν τῷ νόμῳ ὁριζομένου, ἡ διαίρεσις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ.
§152Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, ὅταν γυμναστικὴ τις τάξις περιλαμβάνῃ μαθητὰς πλείονας τῶν 40, πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τμήματα. Ἡ πρώτη τάξις τοῦ Γυμνασίου Τριπόλεως περιλαμβάνει πλείονας τῶν ἑκατὸν μαθητάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διδασκαλία, ἐὰν δὲν διαιρεθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε τὴν εὐταξίαν νὰ διατηρήσωσιν εἰς τὴν τάξιν οὔτε νὰ μεταδώσωσι τὰ διδασκόμενα εἰς τοὺς μαθητάς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φροντίσητε περὶ τῆς τοποθετήσεως ἑνὸς ἔτι καθηγητοῦ, ἵνα κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ διαίρεσις τῆς τάξεως, διότι ἄλλως καὶ ἡ διδασκαλία ἀποβαίνει ἄκαρπος.
§153Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἐν Τριπόλει Γυμνασίου εἶναι τοιαύτη, οὔτε ἠρνήθην καὶ τὴν θεραπείαν τῆς καταστάσεως, ἀλλ’ εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ θεραπεύσωμεν ταύτην, καθότι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Ὅταν μετὰ ἕνα μῆνα, ὅτε θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, θὰ τεθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἐν αὐτῷ, τότε θέλει πληρωθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη.
§154Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμότερον νὰ διορισθῇ καθηγητὴς καὶ νὰ τὸν πληρώνωσιν οἱ μαθηταί.
§155Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἑτέρας ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὸν σχετικὸν φάκελον. Ἐπὶ τῆς τρίτης ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς κ. Σλῆμαν καταθέτω ἔγγραφά τινα, θέλω δὲ συμπληρώσει ταῦτα αὔριον, διότι δυστυχῶς ὁ οἰκεῖος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ φακέλου τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τὰ συμπληροῦντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω.
§156Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας καταθέσητε τὰ συμπληρωματικὰ ταῦτα ἔγγραφα, ἵνα δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ τὴν σχετικὴν ἐπερώτησιν.
§157Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς αὔριον ἑσπέρας θὰ κατατεθῶσιν. Ἡ τετάρτη ἐπερώτησις ἀναφέρεται, Κύριοι, εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ καθηγητοῦ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας κ. Μενάρδου. «Τίνα προσόντα εἶχε», λέγει ἡ ἐπερώτησις, «ἵνα διορισθῇ καθηγητὴς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας ὁ κ. Μενάρδος». Ὁ κ. Μενάρδος, Κύριοι, εἶναι καθηγητὴς τακτικὸς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης ἐν Ἀγγλίᾳ.
§158Γ. ΠΩΠ. Repetiteur.
§159Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω ὑμῖν, Κύριοι, τὸν μηχανισμὸν τῶν Πανεπιστημίων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Μενάρδος εἶναι τακτικὸς καθηγητής. Ἐν Ὀξφόρδῃ ὑπάρχουσι καθιδρύματα τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως δύο εἰδῶν, τὰ λεγόμενα Colleges καὶ τὰ Πανεπιστήμια. Τὰ Colleges εἶναι ἱδρύματα τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἀνώτερα τοῦ Γυμνασίου, κατώτερα τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὑπὲρ ταῦτα κεῖται τὸ Πανεπιστήμιον. Εἰς τὰ Colleges οἱ καθηγηταὶ διορίζονται μονίμως ὑπὸ τοῦ Κράτους, εἰς δὲ τὰ Πανεπιστήμια πάντες οἱ καθηγηταὶ διορίζονται ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον, οἱ καθηγηταὶ δὲ οὗτοι ἀνήκουσι καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀκόμη καὶ εἰς τὰ γράμματα καὶ εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι μεταξὺ τῶν καθηγητῶν εἶναι καὶ ὁ μέγας πολιτευτὴς Μπάλφουρ, ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος Daily-Mail καὶ ἄλλοι πολλοὶ τοιοῦτοι, διορίζονται δὲ οὗτοι δι’ ὡρισμένον χρόνον, 4–5 ἔτη, ἀνανεοῦται δὲ πάλιν ὁ διορισμὸς οὗτος μετὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Τὰ μαθήματα ἐν Ὀξφόρδῃ διαρκοῦσιν 21 ἑβδομάδας κατ’ ἔτος, διαιροῦνται δὲ εἰς τρία τμήματα ὀνομαζόμενα termes· ἕκαστος καθηγητὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διδάξῃ 7 μαθήματα εἰς 14 ἐκ τῶν 21 τούτων ἑβδομάδων, ἤτοι εἰς δύο termes. Ὁ κ. Μενάρδος διδάσκει ἐκεῖ τὴν Ἑλληνικὴν φιλολογίαν ἐν γένει.
§160Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν νεωτέραν.
§161Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἅπτεται δὲ περισσότερον τοῦ τμήματος τοῦ ὀνομαζομένου Βυζαντιακοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποφασίσασα νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ Πανεπιστήμιον ἔκρινε σκόπιμον νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν κ. Μενάρδον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν ταύτην, ἐὰν ἦτο ἤγουν διατεθειμένος καλούμενος ἐνταῦθα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὁ κ. Μενάρδος ἀπήντησεν εὐγνωμονῶν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο, προσέθηκεν ὅμως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν ὅτι ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Ὀξφόρδης πρὸς διδασκαλίαν τῆς Ἑλληνικῆς φιλολογίας εἶναι ἀναγκαία σημαντικῶς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν οἱ λόγοι οὗτοι, ὅτι ἀληθῶς ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐθνικῶς ἀναγκαία, καὶ δὲν ἠθέλησε βεβαίως νὰ ἀποστερήσῃ τὸν κ. Μενάρδον τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Ὀξφόρδης παρουσίας του. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔβλεπεν ὅτι καὶ ἀνάγκη τῆς ἐνταῦθα παρουσίας του ἦτο, ἐσκέφθη, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τοῦτον κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· νὰ διορίσῃ τὸν κ. Μενάρδον καθηγητὴν ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ, νὰ δώσῃ ὅμως εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Ὀξφόρδης.
§162Γ. ΠΩΠ. Χρειάζεται ἰδιαίτερος νόμος διὰ τοῦτο.
§163Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχομεν.
§164Γ. ΠΩΠ. Εἶναι μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ ἰθαγενείας.
§165Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. Μενάρδος ὀφείλει νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐνταῦθα διδαχὴ εἶναι ἀπαραίτητος, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ μῆνες οὗτοι εἶναι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Μετὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα οἱ φοιτηταὶ ἐν Ἑλλάδι ἕνεκα τῶν μεγάλων θερινῶν διακοπῶν ἀπέρχονται. Ὥστε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὰ μαθήματα ταῦτα νὰ τὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Ὀξφόρδης κατὰ τὸ διάστημα τὸ μετὰ τὸ Πάσχα, θὰ ἦτο βεβαίως μία οἰκονομία. Θὰ ἐστερούμεθα ἴσως ἐλαχίστως τῆς διδασκαλίας τοῦ κ. Μενάρδου, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη, ὡς εἶπον, νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Ὀξφόρδης. Πρότερον δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχε νόμος ἐπιτρέπων τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ τώρα ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μετακαλῇ καὶ νὰ διορίζῃ προσωρινῶς καθηγητὰς Ἕλληνας ἐξ ἄλλου Πανεπιστημίου, ὅπως διδάσκωσιν ἐνταῦθα. Εἶναι τὸ ἄρθρον 8.
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸν ἐγένετο ἡ διάταξις αὕτη.
§167Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ διορίσῃ τοῦτον ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ, ὑπῆρχε κενὴ ἕδρα ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Μιστριώτου, ὁ κ. Μενάρδος διωρίσθη εἰς τὴν ἕδραν ταύτην.
§168Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ προηγουμένη παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τί λέγει;
§169Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἄλλη παράγραφος ἀφορῶσα ἄλλην ἐντελῶς περίπτωσιν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς γνωρίσω ὅτι καὶ τὰς δύο περιπτώσεις τὰς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει. Κατὰ τοῦτο εἶδον τὴν ἐπερώτησίν σας· ὑποθέτω ὅτι δίδω ἐγὼ τὴν ἑρμηνείαν τὴν καταλληλοτέραν εἰς τὸ πρᾶγμα, διότι ὁ τελευταῖος νόμος ὁ ψηφισθείς, ὁ νόμος περὶ τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν λέγει «ὁ διδάξας τὴν ἰδίαν ὕλην», ὡς ἡ ἐπερώτησις διατείνεται.
§170Γ. ΠΩΠ. Ἔχει γίνει σύμβασις μετὰ τοῦ κ. Μενάρδου;
§171Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Ἔχει γίνει σύμβασις· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ὁ νόμος λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρεῖται τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης». Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὕλης ἀπολύτως. Περὶ αὐτῆς ὁμιλεῖ μόνον ὁ ὀργανισμός. Φυσικά, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὸν διορίσῃ ἡ Σχολὴ ἢ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὸν ὀργανισμόν, ὤφειλε νὰ διδάσκῃ τὴν αὐτὴν ὕλην. Σημειώσατε ἀκόμη ὅτι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀδιαίρετος, καὶ ὅτι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῷ ἰδικῷ μας δὲν ὑπῆρχε τμῆμα μεσαιωνικόν, νομίμως διωρίσθη εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας. Διότι δύναται νὰ διορισθῇ τις καθηγητής, ὅπως καὶ τώρα γίνεται, τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας, νὰ διδάσκῃ δὲ καὶ ἓν τμῆμα τῆς Μέσης Ἑλληνικῆς φιλολογίας, τὸ ὁποῖον προσιδιάζει πρὸς τὰς γνώσεις του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δὲν ἐγένετο τίποτε παρὰ τὸν νόμον. Ὁ κ. συνάδελφος ζητεῖ νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν καὶ τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω ὅτι ἡ Α. Υ. ὁ ἀντιβασιλεὺς δὲν ἠξίωσε τοῦτο· ἐδέχθη, ὅπως γίνηται προφορικῶς εἰς Αὐτὸν ἡ εἰσήγησις καὶ προέβη εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διορισμοῦ. Τὰ ἔργα τοῦ κ. Μενάρδου εἶναι διάφορα. Θὰ τὰ ἀπαριθμήσω καὶ θὰ σᾶς τὰ ὑποβάλω, διὰ νὰ τὰ ἴδητε. (Ἀναγινώσκει τίτλον ἔργου τοῦ κ. Μενάρδου) «Εἶναι διατριβὴ εἰς ἀρχαίαν γλῶσσαν βραβευθεῖσα ἐν Παρισίοις καὶ διάφοραι ἄλλαι μελέται, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι σπουδαῖαι. Ἄλλως τε γνωρίζει ἡ Βουλὴ τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Μενάρδου καὶ πᾶς τις εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἔχει πλήρη τὰ προσόντα νὰ καταλάβῃ μίαν τοιαύτην ἕδραν.
§172Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τῶν συγγραμμάτων τοῦ κ. Μενάρδου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§173Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς παραστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ κάμωμεν ἐνώπιον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ διατυπώσωμεν τὰς παραστάσεις τῶν συμπολιτῶν μας τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ζητοῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεταβάλλῃ τὰ ὅρια τῆς Ἀρκαδίας. Μᾶς διεβεβαιώσατε ὅτι τὰ πράγματα θὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν ἀπὸ 80ετίας.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, διότι ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ἀλλὰ νὰ συνεννοηθῶ καὶ μὲ τὸν Ὑπουργόν.
§175Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι μὴ τυχὸν εὑρεθῶμεν πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, διότι συνεπείᾳ τηλεγραφήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ νομάρχαι Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ Ἀρκαδίας μετέβησαν νὰ μεταβάλωσι τὰ ὅρια. Ἰδοὺ πῶς ἔχω τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «Νομάρχην Τρίπολιν. Μεταβῆτε προσεχῆ Δευτέραν 17 τρέχ. μηνὸς μετὰ νομομηχανικοῦ καὶ ἀντιπροσώπου δήμου Κορυθίου, κληθησομένων παρ’ ὑμῶν ἐγγράφως τούτων εἰς Ἀχλαδόκαμπον, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ νομάρχου καὶ νομομηχανικοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ἀντιπροσώπου δήμου Ὑσιῶν προβῆτε εἰς ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀμφισβητουμένων ὁρίων τῶν δήμων Κορυθίου καὶ Ὑσιῶν καὶ συντάξητε τὸ προσῆκον πρωτόκολλον». Ἐπὶ 5755 ἀναφορᾶς σας. Ὁ Ὑπουργὸς Ἐ. Ῥέπουλης».
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς ἡ ἀσθένεια τοῦ Ὑπουργοῦ...
§177Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀσθένεια δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ ἐκδίδῃ τοιαῦτα τηλεγραφήματα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἀνεβάλλετο διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἡ ἐπερώτησις, ἀλλὰ νὰ ἀνελαμβάνετε τὴν φροντίδα νὰ ἴδητε τὸν Ὑπουργόν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσωμεν, νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας.
§179Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐγγραφῆ διὰ δύο ἐπερωτήσεις.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προτιμηθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Κουλουμβάκη, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§181ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδένα ἔχω λόγον ἐγὼ νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἄλλως τε γνωστότατον εἶναι εἰς ἡμᾶς ὅτι ὡς καὶ κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σπανιώτατα θὰ φαίνηται εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ Κυπαρίσσιον εἶναι παράλιος κωμόπολις ἐν τῇ Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ, ἀποκεκλεισμένον πάσης συγκοινωνίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετοῦσιν ὅμως εἷς τελωνοφύλαξ, ὅστις ὀνομάζεται Κατσούλης. Ὁ τελωνοφύλαξ οὗτος κατηγγέλθη πρὸς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ ἐπανειλημμένως ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τούτοις ἤρκεσεν ἁπλῆ τις προανάκρισις, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέλαβε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν ὁ γραμματεὺς ἑνὸς Εἰρηνοδικείου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ὅστις ἐξήτασε τὸν τελωνοφύλακα καὶ δύο ἢ τρεῖς χωροφύλακας, ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ ἀποκεκλεισμένον ἐκεῖνο μέρος, καὶ ὑποθέτω νὰ μὴ ἔχῃ τις ἀμφιβολίαν ποῖαι πιθανώτατα θὰ εἶναι αἱ σχέσεις μεταξὺ τελωνοφύλακος καὶ χωροφυλάκων, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἄγνωστον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἐπῆλθεν, εἶναι ὅτι συμμαχῶν ὁ τελωνοφύλαξ ἐκεῖνος ἤδη, ὁ καυχώμενος διὰ τὴν μεγάλην περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποκτήσει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του, μετὰ τῶν χωροφυλάκων ἔχει καταστῆ μία μάστιξ ἀληθὴς διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅστις, βεβαιωθῆτε, εἶναι Ἑλληνικός. Πρὸ ἡμερῶν εὑρίσκετο ἐνταῦθα εἷς τῶν καλλιτέρων ἐκεῖ πολιτῶν, ἐργατικὸς ἄνθρωπος καὶ οἰκογενειάρχης, φοβούμενος νὰ ἐπανέλθῃ πλησίον τῆς οἰκογενείας του, διότι ἦτο ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ τελωνοφύλακος ἐκείνου. Εὔχομαι εἰς τὸν Θεὸν νὰ εἶναι τὸ μόνον παράδειγμα τὸ παρουσιαζόμενον κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἐφαρμόζονται πάντες οἱ νόμοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι σημαντικὸν παράδειγμα, διότι εἶναι ἐνδεικτικὸν ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ὄργανά τινα τῆς Πολιτείας, θεωρούμενα κατώτερα, νὰ πλουτῶσιν ἀνευθύνως καὶ νὰ παρανομῶσιν ἀσυστόλως καὶ νὰ περιφρονῶσι πάντα νόμον καὶ πᾶσαν ἠθικήν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἄλλη ἐπερώτησίς σας εἶναι τελευταία, κύριε Βουλευτά.
§183Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§184ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς προτιμηθῇ καὶ ἐκείνη, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, διὰ νὰ τελειώσωμεν. Οἱ ἄλλοι ἐπερωτῶντες δὲν φαίνονται ἐπειγόμενοι.
§185Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἡ ἰδική μου ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καί, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει, ἀναβάλλομεν.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀσθενής.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του «διὰ τοὺς κριτὰς τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς Φυσικομαθηματικῆς σχολῆς».
§188Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ ἰδική μου ἐπερώτησις τῆς τοῦ κ. Κουλουμβάκη;
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προηγηθῆτε.
§190Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐγὼ βεβαίως ἐπ’ αὐτῆς.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πατσουράκε, ἀναβάλετε, σᾶς παρακαλῶ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀκουσθῆτε, πρέπει νὰ ἀναβάλητε.
§193Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§194Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐγγίζοντος τοῦ τέρματος τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς Συνόδου, εἶχον τὴν τιμὴν μεθ’ ἑνὸς ἑτέρου συγκαδέλφου, τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν μίαν πρότασιν, ἥτις, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐξεπροσώπει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς σχεδὸν συμπάσης, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον οἱ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν αὐτῷ διδάξαντες καθηγηταί, καὶ ἐκκαθαρισθέντες οὐχὶ πάντες εὐλόγως καὶ δικαίως, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἀλόγως καὶ ἄνευ αἰτιῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτῶν ἱκανότητα καὶ τὴν εὐπρέπειαν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των. Ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου πρὸς ἐξυπηρέτησιν γενικωτάτων συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πείθοντα πάντα ὅτι ἀπὸ ἁγνῆς, ἁγνοτάτης ἠγόμην προθέσεως. Ἐγὼ δὲ ὁ ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτὴς δὲν ἐδίστασα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἔπρεπε τὴν εὐθύνην τοῦ ἔργου τούτου νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐξεδήλουν πρὸς αὐτὴν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις Ἑλληνική, προκειμένου περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, νὰ μὴ αἰσθάνηται ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς βαθείας συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον πρεπόντως καὶ ὠφελίμως διὰ τὸν τόπον. Ἡ ὑπόνοιά μου εἶναι ὅτι ἐθεωρήθη, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους κανόνας κοινοβουλευτικῆς ὑπερηφανείας, προσκροῦον τὸ νὰ γένηται δεκτὴ ὡς εἶχεν ἡ πρότασις ἡ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ἀδιάφορον ἂν καὶ παριστάμενος καὶ ἀγορεύων κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ὁ ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτὴς ἔτυχε τῶν ἐπαίνων καὶ τῶν ἐπευφημιῶν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη, καὶ διὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε, καὶ ὑπέστη μίαν διαστροφὴν—ὡς φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀποδείξωσι τὰ ἀποτελέσματα— ἡ πρότασις ἐκείνη, ὥστε τὸ ἔργον κυρίως νὰ ἀναλάβωσι κριταί, εἰδικοὶ δῆθεν ἐπιστήμονες, ἵνα καλυφθῇ ἡ εὐθύνη πράξεων καὶ συναλλαγῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐπίκειται ἐπερώτησις γενικωτέρα, ὅταν θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τὰ τελικά. Τό γε νῦν ἔχον ἡ ἐπερώτησίς μου κυρίως στρέφεται περὶ τοῦτο· ἂν ἐπέχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, διότι διώρισε τοὺς κριτὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους διώρισεν. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, διατί, προκειμένου νὰ διορίσῃ κριτάς, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τῶν ἐπιστημόνων τῶν ἱκανῶν νὰ διδάξωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πάντας τοὺς κλάδους τῆς Χημείας, τῆς Φυσικῆς, τῶν Μαθηματικῶν, τῆς Ἀστρονομίας, τῆς Βοτανικῆς, διώρισεν ἕνα μαθηματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου πᾶσαι αἱ πληροφορίαι συμπίπτουσιν ὅτι εἶναι ὑπεροχὴ ἐπιστημονικὴ εἰς τὰ μαθηματικά, εἰς τὰ μαθηματικὰ ὅμως καὶ μόνον εἰς τὰ μαθηματικά, ὡς διετυμπανίσθη ἤδη ἡ ἀνδρικὴ αὐτοῦ τούτου δήλωσις, ἐπιστήμονα δέ, ὅστις οὐδέποτε ἔζησεν ἐν Ἑλλάδι, ὅστις οὔτε γνωρίζει τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἐπιστήμονας κατὰ τὴν ἱκανότητα τὴν ἐπιστημονικήν, κατὰ τὴν ἱκανότητα τὴν διδακτικὴν καὶ κατὰ τὸ ἦθος, ὅστις οὔτε εἶχε καιρὸν νὰ λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας ταύτας περὶ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐκρίνοντο ἱκανοὶ νὰ διδάξωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Δεύτερον κριτὴν διώρισε τὸν ὑπάλληλον μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Πιθανὸν ὁ νέος ἐκεῖνος—ἀγνοῶ ἂν εἶναι καὶ νέος· αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ νέου— νὰ εἶναι καλὸς ἐπιστήμων, ὡς λέγουσιν οἱ πρὸς αὐτὸν στενώτερον συνδεόμενοι, εἰς τὴν βιομηχανικὴν χημείαν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὑπάλληλος ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετεῖχε καὶ ὀγκωδῶς συμμετέχει ὑποψήφιος καθηγητής. Ὑπάλληλος δηλαδὴ ὁ κριτὴς τοῦ κρινομένου, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ μεγάλη ἐπερώτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐνδιαφερόμενοι ὑποψήφιοι καθηγηταὶ ὑπέβαλον ὑπομνήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶπον· ἕνεκα τούτων καὶ ἐκείνων τῶν λόγων ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν διωρίσατε, τοῦτον καὶ ἐκεῖνον θέλει προτείνει διὰ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ. Ἔχει λοιπὸν ἢ δὲν ἔχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διορίζει κριτὰς ἕνα ἐπιστήμονα οὐδέποτε ζήσαντα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε γνωρίσαντα τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἐπιστήμονας καὶ ἕνα ὑπάλληλον μιᾶς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, ἕνα ἔντιμον ἴσως ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ διορισθῶσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἠδύναντο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ παύσωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπαναστατικήν; Ἐάν, λέγω πρὸς αὐτήν, δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος, δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεσθε εἰς αὐτήν, ἀλλὰ ἀναθέτει ταύτην εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἀγνοοῦντα τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς ἕνα ὑπάλληλον ἰδιωτικόν....
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι προκαταβολικὸς ἔλεγχος τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι προκαταβολικὸς ἔλεγχος τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη, φαίνεται, νὰ ἀποτείνω καὶ ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς μίαν παράκλησιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι τοιαύτη ἡ ἀντίληψίς μου, ὅπως ἀρχίσητε νὰ παρακολουθῆτε προσεκτικώτερον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, εἶναι διότι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὸ Κράτος νὰ ἐμπιστεύηται πράξεις τοιαύτας εἰς ἀνθρώπους ἀγνοοῦντας παρ’ ἡμῖν τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα, καὶ εἰς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων ἡ συντήρησις ἡ ὑλική, ἡ προκοπὴ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἐξουσίας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ κρίνωσιν. Ὁ ἔλεγχος ἡμῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθύνεται ἐπὶ προσβολῇ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, τῆς σκοπιμότητος ἑνὸς τοιούτου ἔργου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ ὑπάτῳ ἐθνικῷ διδακτηρίῳ. Ἀλλ’ εἶναι αἱ μέθοδοι αἱ ἀχαλινώτως φημισθεῖσαι, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος καταρρίπτεται εἰς παράστασιν· εἶναι Κράτος ἐκεῖνο πλέον, τὸ ὁποῖον κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ πρώτου τυχόντος ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου; Ὁ ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθύνεται, διότι διώρισε κριτάς, οὓς ἀνέφερα, καθὼς καὶ διὰ τὰς ἄλλας Σχολάς, τῶν ὁποίων ἡ γνωμοδότησις, ναί, δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο αὐστηρότερος εἶναι ὁ ἔλεγχος ἡμῶν, διότι ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον οἱ κριταὶ ἐκεῖνοι ἔλαβον ὑποσχέσεις ῥητάς, ἀνακοινωθείσας εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον, ὅτι θὰ διορισθῶσι καθηγηταί, καὶ ἔχουσι συγγενεῖς αὐτῶν στενωτάτους ὑποψηφίους καθηγητάς, καὶ κρίνουσιν οἱ δύο κριταὶ περὶ τοῦ τρίτου, καὶ κρίνουσιν οἱ δύο κριταὶ περὶ τοῦ στενωτάτου συγγενοῦς τοῦ ἄλλου τρίτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔλεγχος σήμερον καὶ εἶναι ὁ ἔλεγχος ὁ τιμῶν τὸν ἀγῶνα τὸν ἀντιπολιτευτικόν, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν σήμερον, διότι δὲν ἐπιτιθέμεθα ἐξ ἐνέδρας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀναμένομεν τὰ γεγονότα καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ἵνα ἐλέγξωμεν ὑμᾶς, διότι δὲν ἀποσκοποῦμεν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐλέγχου καὶ μόνου, ἀλλ’ ἀποσκοποῦμεν εἰς τὸ νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι παρεκτροπῶν, αἱ ὁποῖαι καταρρίπτουσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Πολιτείας, ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα, θέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοὐλάχιστον κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῶν τοιούτων κριτῶν αἱ γνωμοδοτήσεις ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀποτελέσματα ὠφέλιμα καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις θὰ ἦτο διὰ τὴν Κυβέρνησιν δεινοτέρα. Οὕτω διεξάγομεν τὸν ἀγῶνα ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω θὰ διεξάγωμεν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι σφάλμα ἡμῶν· λυπούμεθα ἡμεῖς πλειότερον παντὸς ἄλλου, διότι τοιοῦτον ἔλεγχον διεξάγοντες δὲν κατορθοῦμεν νὰ σᾶς σταματήσωμεν εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν φέρεσθε, διὰ νὰ συντρίψητε ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὸ κῦρος τῶν θεσμῶν, τὸ κῦρος τοῦ Κράτους, καὶ διὰ νὰ καταρρίψητε πάντα ταῦτα εἰς τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, ὅπου, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ διδάξωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἰς πάντα τὰ κέντρα, τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικά, εἶναι ἤδη κοινὸν μυστικὸν ὅτι συναλλαγαὶ διαπράττονται καὶ κόμματα συγκροτοῦνται καὶ παρασκηνιακαὶ ἐνέργειαι πλέον ἢ κατακριτέαι διεξάγονται, διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ὁ καταρτισμὸς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τὰς μεθόδους τῆς ἀνορθώσεως, μεθόδους συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπηχθάνετο καὶ τὸ ἁμαρτωλότερον παρελθόν, διότι οὐδείς ποτε ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἁμαρτωλὸς τόσον πολύ, ὥστε νὰ ἔστερξε καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μὴ καυτηριάσῃ, καὶ νὰ κατακρίνῃ συναλλαγὴν τόσον ἀπαισίαν καὶ τόσον ἐθνικῶς ἐπιβλαβῆ.
§198Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κύριος συνάδελφος ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς μὴ ἐμπεριεχομένης ἄλλως εἰς τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν του, προσεπάθησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἤδη λήξασα, συζήτησιν ἀναγομένην εἰς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἐκλογὴν τῶν καθηγητῶν αὐτοπροσώπως, ἀλλ’ ἐζήτησε πρότασιν γνωμοδοτήσεως ἐπιστημονικῆς παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Λέγω δὲ ὅτι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἔληξε, διότι μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἡ Βουλὴ ἀπεδέξατο ἣν ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξε γνώμην καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἐπιτροπή, εἶδε δὲ τὴν Βουλὴν τὰς τοιαύτας σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὰς ἐγκρίνῃ διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς. Ὥστε περιττεύει πᾶσα ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀπάντησις. Ἀλλά, ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην συνέμιξε καὶ μετ’ ἄλλης ἀπευθυνομένης κατὰ τοῦ ἔργου τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἀπαντήσῃ σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτην ἐπερώτησιν, προτοῦ ἤγουν συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, προτοῦ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀνέθεσε τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, λάβῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ παρουσιασθῇ ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ μὲ πλήρη τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Τότε θὰ ἔλθῃ, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ἡ μεγάλη ἐπερώτησις. Ἀλλ’ ἐν τῇ μεγάλῃ ταύτῃ ἐπερωτήσει θὰ ἴδῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς ἔμβλημα τῆς πολιτικῆς της ἔχει νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον εἰς αὐτὴν ἀνέθηκε, θὰ ἴδῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, τὴν ὁποίαν παρέσχε πρὸς αὐτὴν ἡ Βουλὴ ἀναθέσασα εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἀπόφασιν περὶ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν.
§199ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν).