1911.10.19
3,793 rows · 29,149 words · 320 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 145.
Τῆς 19ης Ὀκτωβρίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.
προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 131 Βουλευτῶν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος «Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν ἱεροκηρύκων· 2) Ἐπιτροπὴ τοῦ χωρίου «Γούρα» ζητεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος· 3) Κάτοικοι διαφόρων χωρίων τοῦ δήμου Οἰχαλίας ζητοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ τρόπος τῆς χορηγίας ἀδειῶν ὑλοτομίας ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον· 4) Κάτοικοι τοῦ χωρίου Τεμένης ζητοῦσι νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ ταχυδρομικοῦ των γραφείου εἰς τὸν δημοδιδάσκαλόν των κ. Ἀντ. Ἀντωνίου· 5) Ὁ Παν. Θ. Μαραγκόπουλος αἰτεῖται ἐκκαθάρισιν τῆς διαχειρίσεώς του, ὅτε διετέλει τῷ 1891 ταμίας Γόρτυνος· 6) Ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ἀποθανόντος ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς Γ. Πολυζωΐδου, ὑπηρετήσαντος ἐπὶ 25 ἔτη, ζητοῦσι σύνταξιν· 7) Οἱ ἐν Καλάμαις πολιτοκρατούμενοι, πτωχεύσαντες ἔμποροι, αἰτοῦνται ἀποφυλάκισιν· 8) Κάτοικοι Τούρας αἰτοῦνται, ὅπως ὑπαχθῇ τὸ χωρίον των διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος· 9) Ὁ «Κυνηγετικὸς σύλλογος» Πύργου ζητεῖ, ὅπως τὸ τέλος τῆς ἀδείας ὑποβιβασθῆ εἰς δρ. 10, ἡ δὲ θήρα ἐπιτρέπεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των μέχρι 1 Μαΐου· Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας· Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Δ. Βινιεράτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀμφότερα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα, Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς Τεῦχ. Βʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται):
§2Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος). Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον πρῶτον νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν πρώτην περίοδον, νὰ διαγραφῇ δὲ καὶ ἡ λέξις «πάραυτα». Ἡ δευτέρα περίοδος ἀπαλείφεται.
§3ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, εἶχεν ἀξίαν τινὰ ἡ γνώμη μου, θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Σώματος ἡμῶν, συντάκτην τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχεδίου Κανονισμοῦ, νὰ δεχθῇ τὰ εἰλικρινῆ μου συγχαρητήρια, διότι ἀληθῶς κατήρτισεν ἔργον ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, ἔργον ἀπὸ περιωπῆς καὶ μελέτης τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ προϊόν πολλῆς πείρας, τῆς ὁποίας εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἶναι κάτοχος. Ἔχω ὅμως νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου, θὰ παρακαλέσω δὲ πάντας, νὰ πιστεύσητε, ὅτι θεωρῶ, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, ἀνόσιον νὰ συζητῇ τις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐμπνέει ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει τις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διότι πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, ἔχει ὅσην σημασίαν καὶ τὸ πολίτευμα, πρέπει δὲ νὰ τίθηται ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἡμῶν ὑπεράνω, πολὺ ὑπεράνω, παντὸς ἄλλου νόμου, διότι εἶναι ὁ μηχανισμὸς ἐκεῖνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει λειτουργεῖ ἡ μεγίστη εἰς τὰ Κράτος δύναμις, ἡ δύναμις τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Πιστεύω, ὅτι κρίσις τις, τὴν ὁποίαν διατρέχει εἰς πολλὰ Κράτη τοῦ κόσμου τὸ πολίτευμα, τὸ κοινοβουλευτικόν, κυρίως ὀφείλεται ἢ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἢ εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τῶν Κανονισμῶν, κυριώτατα δὲ εἰς τὸ ὅτι οἱ ἰθύνοντες τὰ Κοινοβούλια δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ θέλουσι. Καὶ οὕτω παρουσιάζονται τὰ μυρία καὶ γνωστὰ ἄτοπα: ἀντὶ τῆς σοβαρᾶς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων, μουρμουρισμοί, προκαλοῦντες πολλάκις τὸν γέλωτα, πάντοτε τὸν οἶκτον, εἰκονικαὶ ἀπαρτίαι, συζητήσεις ἐπὶ ὥρας μακράς, κατὰ τὰς ὁποίας παρουσιάζεται ἀξιοθρήνητον τὸ θέαμα τῶν Κοινοβουλίων, συζητήσεις ἐλαχίστων Βουλευτῶν, μία κατάστασις ἀπὸ πάσης, λέγω, ἀπόψεως ἀξιοθρήνητος, κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ λαὸς παντὸς Κράτους κοινοβουλευτικοῦ, βλέπει ἀπὸ τῶν θεωρείων, μανθάνει διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἕνεκα τῆς ὁποίας σχηματίζει τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ὑπάτη ἐκείνη δύναμις τοῦ Κράτους, ἡ ἀντιπροσωπεία ἡ λαϊκή, ἡ ἐντεταλμένη νὰ θέσῃ τοὺς κανόνας τοῦ βίου του, εἶναι μία συνάθροισις ἀνθρώπων ἀφελῶν, περὶ οὐδενὸς λαμβανόντων τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, φροντιζόντων μόνον πῶς νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα καὶ νὰ ἱκανοποιήσωσι τοὺς ἰδίους αὑτῶν σκοπούς, τὰς ἰδίας αὑτῶν βλέψεις. Ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω, διότι οἱ ἰθύνοντες τὰ Κοινοβούλια δὲν ἀρκοῦνται εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ Βουλή, δὲν ἀρκοῦνται λ. χ. εἰς 5 νόμους, ἀλλὰ θέλουσιν 105. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἰσερχόμενοι, εἴτε ἐπιτυχῶς κατὰ πάντα εἴτε ἐπιτυχῶς ἔν τισιν, εἴτε ἀνεπιτυχῶς ἐν πᾶσιν, ἀδιάφορον, εἰς μίαν νέαν περίοδον πολιτικοῦ βίου, μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ μετ’ ἰδιαζούσης ἐπιστασίας πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ θέσωμεν τοὺς πρώτους κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους εὐκόσμως καὶ σκοπίμως θὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀφετηρίαι τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ σχεδίου, ἔχω διατυπώσει αὐτὸ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ὅμοιον πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἤδη τροποποίησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ νομίζω πληρέστερον ὡς ἑξῆς: «κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων δὲν ἠγέρθησαν ἐνστάσεις ἀκυρότητος ἢ τῶν ὁποίων ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος Δικαστηρίου, προσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κατὰ τὸ Β. Διάταγμα συγκλήσεως τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἢ καὶ μετὰ ταύτην, ὁρκίζονται κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναλαμβάνουσι παραχρῆμα τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἑαυτῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων». Νομίζω, ὅτι εἶναι πληρέστερον.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων δὲν ἠγέρθη ἔνστασις;
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη.
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἐκλογαὶ καθ’ ὧν οὐδεμία ἔνστασις.
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιμένετε, διότι εἶχον καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι τροποποίησις τοῦ ἄρθρου κατὰ τρόπον ὅμοιον καὶ πληρέστερον. Ἡ ἀντίρρησις ἦτο ἡ ἑξῆς. Δὲν δύναταί τις παρὰ νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ λειτουργοῦντος κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ἐλέγχωνται καὶ ἐπικυρῶνται ἢ ἀκυρῶνται αἱ ἐκλογαὶ πρὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν συγκαλεῖται κατὰ τὸ Β. Διάταγμα ἡ Βουλή. Διότι, ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφεθῇ ἄδεια εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο νὰ ἐξακολουθῇ τὰς δίκας τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταστῇ πολὺ κινδυνῶδες, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν νὰ καταρτισθῇ ἐπίτηδες μία τεχνητή, προσωρινῶς ἔστω, πλειονοψηφία. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν εἴχομεν ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὡς εἶχε διατυπωθῆ. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἐκλείπει διὰ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν κατήρτισα, τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι σαφῶς ἐνδείκνυται ὅτι ὁ νόμος, ὅστις θὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὴν σχετικὴν συνταγματικὴν διάταξιν, θὰ ἀπαιτῇ παρὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, ὅπως περατώνῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συγκαλεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις εἶναι πληρεστέρα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι θὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἄρθρου καὶ θὰ μείνῃ ἡ πρώτη «Οἱ ἐκλεγέντες Βουλευταὶ ἀναλαμβάνουσι πάραυτα τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ἀφοῦ ὀμόσωσι τὸν ἐν ἄρθρῳ 64 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον». Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ διασάφησις, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ Διάταγμα....
§10Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Θὰ ῥυθμισθῇ διὰ νόμου.
§11ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ πληρεστέραν τὴν διάταξιν;
§12Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περιττεύει.
§13ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν ἀναγινώσκω, ἵνα ἀκούσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς: «Οἱ ἐκλεχθέντες Βουλευταί, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων δὲν ἠγέρθησαν ἐνστάσεις ἀκυρότητος, ἢ τῶν ὁποίων ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος Δικαστηρίου...», — διότι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, δὲν θὰ προσέρχωνται βεβαίως —, «προσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κατὰ τὸ Β. Διάταγμα συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἢ καὶ μετὰ ταύτην, ὁρκίζονται κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναλαμβάνουσι παραχρῆμα τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἑαυτῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων». Ἀπομένει πλέον εἰς τὸν νόμον μόνον τοῦτο τὸ σημεῖον νὰ ὁρίσῃ, ὅτι αἱ δίκαι τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου θὰ διεξαχθῶσι πᾶσαι καὶ θὰ ἀκυρωθῶσιν ἢ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συγκαλεῖται ἡ Βουλή, συμφώνως πρὸς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διότι τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καθόσον εἶναι ἔργον τοῦ ὀργανικοῦ νόμου. Ἀλλά, ὡς εἶναι διεσκευασμένη ὑπ’ ἐμοῦ ἡ διάταξις, ἐνδείκνυται τοῦτο. Παραλείπω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι πιθανὸν νὰ μὴ λάβω ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω αὐτάς, καθόσον πιθανώτατα θεωρῶ ὅτι ἄλλοι τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ προτείνωσι διορθώσεις, καθόσον θὰ κριθῇ ἀναγκαῖον εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ σχεδίου τούτου, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς σκέψεις μού τινας ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου.
§14Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Φεύγετε ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον;
§15ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι! ἐπ’ αὐτοῦ θὰ φέρω κεφαλαιώδεις τινὰς παρατηρήσεις. Εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ ἔργον τὸ ἐλεγκτικὸν τῆς Βουλῆς εἶναι τῆς αὐτῆς, ἂν μὴ μείζονος, σημασίας πρὸς τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν. Τὸ ἔργον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς διὰ τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικά, τὰ Κράτη τὰ φιλελεύθερα. Διότι ἔχοντες τὸ δικαίωμα, οἱ παραπονούμενοι διὰ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐλέγχωσιν αὐτὴν δημοσίᾳ, εὑρίσκουσι καὶ παρηγορίαν εἰς τοῦτο καὶ ἱκανοποίησιν καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι ταχέως θὰ κατορθώσωσι νὰ ἀνατρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἐμπνέει εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην. Εἶναι ἡ ἀνακουφιστικὴ βαλβίς, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη, ἥτις παρεμποδίζει τὰς συνωμοσίας, τὴν κυρίως νοσηρὰν κατάστασιν τῶν ἀπολυταρχικῶν Κρατῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεωρίας ἀκόμη, ἀπὸ περιωπῆς ἂν ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πεισθῇ τις ὅτι τὸ ἔργον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι σπουδαιότερον τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ, διότι πάντοτε οἱ κείμενοι νόμοι εἶναι περισσότεροι καὶ σπουδαιότεροι ἐκείνων, οἵτινες τίθενται κατὰ μίαν τινὰ Σύνοδον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ μίαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ θέτει ὀλίγους τινὰς νόμους, ἀλλ’ ὅλους τοὺς ἄλλους νόμους, τοὺς περισσοτέρους καὶ σπουδαιοτέρους, τοὺς ἐφαρμόζει διηνεκῶς ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ἔργον λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἐρευνᾷ καὶ ἐξελέγχει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, εἶναι σπουδαιότερον τοῦ ἔργου, κατὰ τὸ ὁποῖον τίθενται ὀλίγοι τινὲς νόμοι. Ὅτε τὸ πρῶτον, κύριοι Βουλευταί, εἶπον τοῦτο, ἐθεωρήθη ὡς τι πρωτότυπον, ὥς τι καὶ ὀλίγον παράδοξον ἀκόμη. Ἐν τούτοις ἔχω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνώμην ἑνὸς ἐκ τῶν μεγίστων πολιτειολόγων, ἑνὸς τῶν ὑπὲρ πάντα ἄλλον φιλοσοφήσαντος ἐπὶ τῶν πολιτευμάτων, τοῦ Ἄγγλου πολιτειολόγου Βάγιοτ, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τέλους ὑπάρχει πρὸς τούτοις ἡ νομοθετικὴ λειτουργία, ἧς παιδαριῶδες θὰ ἦτο νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν σπουδαιότητα, ἀλλ’ ἧς ἡ σπουδαιότης, κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι βεβαίως τοσοῦτον μεγάλη, ὅση ἡ τῆς λειτουργίας τῆς περιλαμβανούσης τὴν γενικὴν Κυβέρνησιν ἢ μᾶλλον τῆς λειτουργίας, ἥτις καθίστησι τὴν Βουλὴν ἑστίαν πολιτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὸν τόπον». Ἀλλὰ πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις θέλουσαι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην των εἰς τὰς Βουλάς, πολλάκις δὲ Κυβερνήσεις ἀποτελούμεναι ἀπὸ ἀνθρώπους διανοητικῶς ἐλλιπεῖς, ἐνίοτε καὶ ἀναπήρους, μετὰ δυσφορίας ἀπέβλεψαν πρὸς τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, διότι ἐλεγχόμενοι θὰ ἀπεδεικνύοντο καὶ ποίας διανοητικῆς δυνάμεως εἶναι καὶ πῶς κυβερνῶσι τὴν χώραν, καὶ πῶς ἐφαρμόζουσι τοὺς νόμους. Διὰ τοῦτο πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀποτελοῦνται ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους, ἢ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἡ προσωποποίησις τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ, μετὰ δυσφορίας ἀπέβλεπον πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις καὶ μίαν ὥραν πρότερον ἐπεθύμουν νὰ ἐπιβάλωσιν τὰς θελήσεις των χωρὶς νὰ δίδωσι λόγον πρός τινα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες ἔλαβον διατύπωσιν ὁριστικὴν κατὰ τὸ 1909 ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως, ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀνθρώπων, οἵτινες, τὰ εὐγενέστερα ἔχοντες ἰδεώδη ἔχουσιν ἕξεις καὶ ἀντιλήψεις παγιωθείσας εἰς τὸν στρατῶνα, ὅπου ὑπάρχουσιν οἱ ἐπιτακτικῶς διατάσσοντες καὶ οἱ τυφλῶς ὑποτασσόμενοι, δὲν εἶναι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἵτινες προσήκουσιν εἰς πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, εἰς πολίτευμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς τοῦτο πρέπει νὰ διαγιγνώσκηται κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἡ νομιμοφροσύνη καὶ ἡ ἱκανότης τῶν κυβερνώντων τὸν τόπον. Νομίζω, κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι καὶ ὀλίγαι εἶναι αἱ δύο ἡμέραι αἱ ἀφιερούμεναι διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ ὑπερβολικοὶ εἶναι οἱ ἄλλοι περιορισμοί. Περιορίζεται ἡ συζήτησις, κατὰ κανόνα, μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ Ὑπουργοῦ, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως, ἥτις ἐνδιαφέρει ἀποκλειστικῶς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἐπερωτῶντα. Αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι θέματα παραβάσεως τῶν νόμων. Ἐκεῖ ὅπου πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει ἐνδιαφέρον διὰ πάντα πολίτην καὶ πολὺ περισσότερον δι’ ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον; Δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δεκάτη οὔτε ἡ ἑκατοστὴ φορά, καθ’ ἣν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐπανελάβομεν καὶ ἐτονίσαμεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν, ὅτι ἄλλοτέ ποτε αἱ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐχειρίζοντο ἐνταῦθα, ἐθεωροῦντο ὑποθέσεις ἐν τῷ συνόλῳ οἰκογενειακαί, εἰς δὲ τὰ καθ’ ἕκαστα ἐθεωροῦντο ὑποθέσεις ἐνδιαφέρουσαι ἓν ὅλον κόμμα ἢ τὰ κόμματα τὰ τοπικὰ τῶν πολιτικῶν τιμαριούχων τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, ἂν ἀληθῶς ἀποσκοπῶμεν εἰς τὴν ἐμπέδωσιν νέου πολιτικοῦ βίου, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀντιλαμβανόμενοι, ὅτι αἱ ὑποθέσεις, αἵτινες συζητοῦνται ἐνταῦθα, εἶναι ὑποθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ εἶναι παντελῶς ἄτοπον, ὁλοκλήρως ἔκτροπον, ἀντικοινοβουλευτικὸν καταφώρως τὸ νὰ περιορίζηται ὁ ἔλεγχος διὰ παραβάσεις νόμων μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ Ὑπουργοῦ. Μόνον διὰ τὸ Θέαμα πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται, μόνον διὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἐνδιαφέρει τὸν Βουλευτὴν καὶ τὸν Ὑπουργόν. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐξετάζω τὰς διατάξεις τὰς διατυπουμένας ἐν τῷ σχεδίῳ τὰς ἀφορώσας τὴν τήρησιν τῆς πειθαρχίας εἰς τὸ Σῶμα. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοιούτων διατάξεων, διότι ἐν τῇ συνειδήσει μου πιστεύω ὅτι ἡ εὐκοσμία καὶ ἡ εὐπρέπεια εἰς τὴν συζήτησιν εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀσφαλίζει τὴν σκοπιμότητα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, τὴν εὐρυθμίαν τῶν ἐργασιῶν Σώματος πολυμελοῦς, πολιτικοῦ μάλιστα. Τὸ πιστεύω καὶ τὸ ἐτήρησα καὶ ἔχω ἐν τῇ συνειδήσει μου σταθερῶς ἐντετυπωμένον, ὅτι δὲν ὑπῆρξε προσπάθεια, τὴν ὁποίαν δὲν κατέβαλλον, ὅπως μὴ παρουσιασθῶ πλειστάκις τὸ θῦμα αὐθαιρεσιῶν, τὰ μάλιστα κατακριτέων. Ἀλλὰ θέλοντες νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εὐρυθμίαν, τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐπρέπειαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ προσήκουσα ἀφετηρία εἶναι αὕτη: πῶς θὰ δώσωμεν περισσότερα δικαιώματα εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Διότι ἡ πλειονοψηφία ἔχει δικαίωμα ἀπόλυτον, ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν· ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ παρουσιαζόμενον ἐνώπιον μιᾶς Βουλῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ λύσῃ ἡ πλειονοψηφία; Βεβαίως πρέπει νὰ φροντίζωμεν μήπως φθάσωμεν πέρα τῶν προσηκόντων ὁρίων, μήπως φθάσωμεν εἰς τὴν ἀκολασίαν τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι ἡ τελευταία σκέψις. Ἡ πρώτη σκέψις πρέπει νὰ εἶναι πῶς θὰ δώσωμεν δικαιώματα εἰς τὴν μειονοψηφίαν, διότι ἐπαναλέγω καὶ τονίζω, μὲ ὅσην δύναμιν ἔχω, ἡ πλειονοψηφία ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας, τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, τὴν δύναμιν τὴν ἀκαταμάχητον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην. Ἔχομεν ὅμως παρανοήσεις καὶ πλάνας ἀσυγγνώστους, ἕνεκα τῆς καταχρήσεως ἥτις, ἀληθῶς, παλλάκις, ἐπαρουσιάσθη κατὰ τὸ παρελθόν· ἐκτὸς πολλῶν ἐνστάσεων ἀπαρτίας ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεως ἀπαρτίας κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν εἶναι πρᾶξις ἐπίμεμπτος. Ἡ πρᾶξις, ἡ σκοποῦσα νὰ ἐξακριβώσῃ, ἂν τηρῆται τὸ πολίτευμα ἂν οἱ νόμοι τίθενται ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος Βουλευτῶν καὶ ὄχι ὑπὸ συμφεροντολογούσης καθ’ ἑαυτὴν μικρᾶς τινὸς ὁμάδος, ἡ πρᾶξις αὕτη κατήντησε νὰ θεωρῆται κατ’ ἀρχὴν ἐπίμεμπτος. Καὶ βλέπετε διάταξιν ἐν τῷ κανονισμῷ, νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ὀνόματα, νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα, ὡς νὰ πράττωσι ἔγκλημα οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ θέλοντες ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν νομιμοφροσύνην, τὴν εὐκοσμίαν, τὴν ἐντροπὴν εἰς τὸ σῶμα τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἡ πρᾶξις, λοιπόν, τῆς ὑποβολῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, κατ’ ἀρχήν, εἶναι πρᾶξις τιμητικὴ ἐξόχως, καὶ εἶναι πολὺ δυνατὸν νὰ περιπέσῃ εἰς κατάχρησιν. Ποῖος λοιπὸν ὁ λόγος, προκειμένου περὶ τοιαύτης πράξεως, ν’ ἀπαιτῆται ὅπως ὑποβάληται ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας ἐγγράφως ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν; Δὲν ἀρκοῦσι τρεῖς; Ἔχετε σήμερον ἐν τῇ σημερινῇ Βουλῇ συνησπισμένους πέντε Βουλευτάς, ὁμονοοῦντας κατὰ πᾶσαν περίστασιν, καὶ εὑρισκομένους κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ; Ποῖος εἶναι ὁ λόγος κατὰ τὸν ὁποῖον, εἰς προσομοίας περιστάσεις, ἀπαιτεῖται πρότασις ὑποβαλλομένη ἐγγράφως ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, καὶ ἄλλοτε ὑπὸ δέκα πέντε Βουλευτῶν; Ἀλλὰ φθάνω εἰς τὸ σπουδαιότερον μέρος, εἰς τὰς παρεκτροπὰς τῶν Βουλευτῶν. Ἀκούω πολλάκις, παραδόξως, λεγόμενον ὅτι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν κατήντησε νὰ μὴ ἔχῃ σημασίαν. Οὐδὲν τούτου ἀναληθέστερον. Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν εἶναι τιμωρία βαρεῖα, βαρυτάτη διὰ πάντα φιλότιμον Βουλευτήν, ἀλλ’ ὅταν γίνεται δικαίως· ὅταν γίνεται ἀδίκως, ὅταν γίνεται κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅταν γίνεται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες δίδουσι τὸ παράδειγμα τῆς ἀπρεποῦς τραχύτητος καὶ τῶν παρεκτροπῶν καὶ τῆς ἀκοσμίας, βεβαίως οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Πολλάκις μάλιστα καταντᾷ νὰ εἶναι τιμητική. Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν κατὰ τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖται νὰ ψηφισθῶσιν ἀσυζητητεὶ σπουδαιότατα νομοσχέδια, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς 10ης πρωϊνῆς, ἡ ἀνάκλησις τότε εἰς τὴν τάξιν εἶναι πρᾶξις οὐ μόνον ἐπίμεμπτος, ἀλλὰ καὶ παράλογος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν ἐξεγέρσει νεύρων οἱ ἄνθρωποι οἱ πολεμοῦντες καὶ ἀγωνιζόμενοι μετ’ ὑπερανθρώπου δυνάμεως νὰ συγκρατήσωσι τὰς ἀκολασίας κυβερνητῶν, οἵτινες πρὸ οὐδεμιᾶς σταματῶσιν αὐθαιρεσίας. Πῶς θὰ εἶναι, καὶ φυσικῶς δυνατόν, νὰ μὴ ἀναμένῃ τις καὶ παρεκτροπήν, παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦσι τριάκοντα ὁλονυκτίας, ἀγωνιζόμενοι καὶ παλαίοντες ἀπὸ πρωΐας μέχρι πρωΐας; Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν γίνεται ὑπὸ Προέδρου σοβαρῶς παραινοῦντος καὶ ἀξιοπρεπῶς διευθύνοντος τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος ἐν συνεννοήσει, ἔστω, μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὅμως οὐδέποτε θὰ θέσῃ εἰς δοκιμασίαν τὴν συνείδησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις οὐδέποτε φέρεται ἰταμῶς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν Βουλευτοῦ, ἐν μέσῳ Σώματος μεγαλοπρεποῦς, Βουλευτοῦ παραφερομένου, ἀτακτοῦντος, εἶναι πλῆγμα μέγα, πλῆγμα ὀδυνηρότατον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθανθῇ ὀδυνηρῶς καὶ ὁ ἀναιδέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά, βλέπετε, καὶ οἱ Κανονισμοὶ εἶναι ἔργον τῶν ἰθυνόντων, καὶ σπανίως βλέπει τις εἰς αὐτοὺς νὰ ῥυθμίζωνται τὰ δικαιώματα αὐτῶν· κατὰ τὸ πλεῖστον βλέπει τις διατυπουμένας ὑποχρεώσεις ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν. Ὁ Βουλευτὴς ὁ παρεκτραπεὶς θὰ πάθῃ τοῦτο, θὰ πάθῃ ἐκεῖνο, θὰ πάθῃ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ὁ παρεκτραπεὶς τί θὰ πάθῃ; Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ παρεκτραπεὶς τί θὰ πάθῃ; Τί θὰ πάθῃ ὁ Πρωθυπουργός, φέρ’ εἰπεῖν, ἂν ὑπάρξῃ Πρωθυπουργὸς τοιοῦτος, τὰ πάντα δὲ εἶναι πιθανὰ εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, τί θὰ πάθῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ νομίζων ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ σαρκάζων τοὺς Βουλευτάς, ὅταν ἀγορεύωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἴδιος εἶναι ὁ κανὼν ὁ τεθειμένος εἰς τὰ σχέδια τῶν Κανονισμῶν; Ἐπῄνεσα, ἐν πάσῃ συνειδήσει, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον· ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν ὁποίαν πάσχει τι ὁ Πρόεδρος, ὁ Πρωθυπουργός, ὅστις παραβαίνει τοὺς στοιχειωδεστέρους κανόνας τῆς καλῆς ἀνατροφῆς;
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ δύναμις τῆς πλειονοψηφίας.
§17ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ δύναμις τῆς πλειονοψηφίας ἀναμφιβόλως τὸ μέγιστον δικαίωμα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ δώσῃ δικαιώματα καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν καὶ ὄχι ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ νὰ θέτῃ τὴν μειονοψηφίαν ἐν διαρκεῖ ἀγωνίᾳ, ἔχουσαν νὰ παλαίῃ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν διευθύνει ἄνθρωπος ὡς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον περιέγραψα, ἄν ποτε ἤθελε παρουσιασθῇ τοιοῦτον οἰκτρότατον θέαμα, νὰ ὑπάρξῃ κυβερνήτης στερούμενος καλῆς ἀνατροφῆς! Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπερβολικαί, κατὰ ταῦτα, διατάξεις εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον Κανονισμοῦ. Ἴσως ὑπάρχει καὶ διάταξίς τις μὴ συμβιβαζομένη πρὸς τὸ πολίτευμα, διότι ἐπιφέρει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετά τινος ἀγανακτήσεως, ἐπαινετῆς τὰ μάλιστα, ἀπέκρουσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ἡμῶν. Ἀναγινώσκω τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 32: «Ὁ Βουλευτής, ὅστις ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ ἐπιμένων ἐν τῇ παρεκτροπῇ προυκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, λογίζεται ἀπὼν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν. Οὔτε εἰς τὰ Ἐπίσημα οὔτε εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ ἀναγράφονται οἱ λόγοι του, οὔτε ἀναγινωσκομένου τοῦ καταλόγου ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομά του. Ἐὰν καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς προκαλῇ ἀταξίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐξακολουθῇ θορυβῶν, ὁ Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλήν, ἄν, ἡ κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἀπόφασις, πρέπει νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποσταλῇ πρὸς τοιχοκόλλησιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων τῆς περιφερείας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ συζητήσεως καὶ δι’ ἀναστάσεως». Σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν λέγωμεν ἡ Βουλή, ἐννοοῦμεν ἢ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν πλειονοψηφίαν; Καὶ ὅταν λέγωμεν ἡ πλειονοψηφία, ἐννοοῦμεν ἢ δὲν ἐννοοῦμεν τὸν Πρωθυπουργόν; Καὶ ὅταν λέγωμεν ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ συζητήσεως καὶ δι’ ἀναστάσεως ἐννοοῦμεν ἢ δὲν ἐννοοῦμεν τι παντελῶς ἀνυπόστατον; Ἀπεφάνθη ποτέ, πλὴν σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων, ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Καὶ θὰ δημοσιεύηται εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου ὅ,τι ἂν θέλῃ ἡ πλειονοψηφία ἄνευ συζητήσεως, χωρὶς νὰ ἀπολογηθῇ! Καταλύομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγνωρίσει ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεφάνη εἰς τὸν κόσμον, ἀφ’ ὅτου ἀκόμη εὑρίσκετο ἐν τῷ Παραδείσῳ. Ὁ Θεὸς ἐζήτησεν ἀπολογίαν ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Ἀδιάφορον ἂν ἐγίνωσκεν ὡς Θεὸς τὴν πρᾶξιν αὐτῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ ταῦτα θὰ προσῆκε τοὐλάχιστον ἡ ἑξῆς προσθήκη: «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ συζητήσεως καὶ δι’ ἀναστάσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῶν ἡγουμένων τῶν πολιτικῶν μερίδων, προσκαλουμένων εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Προέδρου, συνδημοσιευομένη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως αὐτολεξεί. Μετὰ ταῦτα ἡ δημοσίευσις εἶναι ὑποχρεωτική. Μὴ παρόντων τυχὸν ἡγετῶν πολιτικῶν μερίδων δημοσιεύεται ἡ ἐξήγησις τοῦ παρεκτραπέντος Βουλευτοῦ, προκαλουμένου τοῦτο, μόνον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ μετὰ τὴν περὶ δημοσιεύσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς». Ὑπάρχει τι τούτου λογικώτερον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐρωτῶνται οἱ ἡγούμενοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ ἔχοντες τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἱκανότητα καὶ τὴν κατ’ ἐξοχὴν πεῖραν, ἵνα εἴπωσιν ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἀνεκλήθη ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν τάξιν, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀπολογίαν, τοὐλάχιστον ἡ πιθανὴ συνηγορία διὰ τὸν καταδικαζόμενον; Διότι, ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ὡς ἔχει, θὰ ἠδύνατο εὐχερέστατα μία πλειονοψηφία μεγάλη μάλιστα, μία πλειονοψηφία διευθυνομένη ὑπὸ αὐθαιρέτων ἀνθρώπων, αὐτόχρημα νὰ στιγματίζῃ Βουλευτάς, οἵτινες ἐκπληροῦσιν ἱερώτατα καθήκοντα καὶ προσφέρουσιν ὑψίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα των. Ἀλλ’ ἔχω ἀντίρρησιν καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης διατάξεως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Συντάγματος ἀκόμη: «Οὔτε εἰς τὰ Ἐπίσημα οὔτε εἰς τὰ Στενογραφημένα Πρακτικὰ ἀναγράφονται οἱ λόγοι του». Ἐπὶ τούτου, λέγω, θὰ εἶχον πρῶτον ἐλαφράν τινα ἀντίρρησιν, μήπως δὲν εἶναι προσῆκον νὰ στερήσωμεν τὴν ἱστορίαν ἑνὸς στοιχείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐβάσιζε τὴν γνώμην της καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν της περὶ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τοιαῦτά τινα ἐγίνοντο ἔν τινι Κοινοβουλίῳ. Ἀλλ’ ἀποτόμως διαφωνῶ εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν: «Οὔτε ἀναγινωσκομένου τοῦ καταλόγου ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομά του». Τί διαφέρει τοῦτο τῆς ἀποπομπῆς; Μὲ ἀγανάκτησιν ἀπέκρουσε τὴν ἀποπομπὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὲ ἀγανάκτησιν, ἐπαναλέγω, τιμῶσαν αὐτόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀποπομπή; Καὶ θὰ ἠρώτων ἀκόμη: μὲ ποῖον δικαίωμα ἡ Βουλὴ στερεῖ τὴν ψῆφόν του τὸν Βουλευτήν, ἀφοῦ ἐκείνη δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ; Τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ ὁ Βουλευτὴς δίδει εἰς αὐτὸν τὸ πολίτευμα κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὁρίζει. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀποτομώτατα ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις αὕτη. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στερήσῃ τινὰ δικαίωμα, ὅπερ δὲν παρέσχεν εἰς αὐτόν. Παρατηρήσεις τινάς, ἄλλας, εἰς τὰς λεπτομερείας ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δι’ ὀλιγίστων νὰ ἀναπτύξω. Ἓν μόνον προσθέτω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ εἴς τινας αὐτοῦ διατάξεις δὲν μοὶ φαίνεται συμβιβαζόμενον πρὸς αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἴσως διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὁλοψύχως φιλελεύθερος ἀνήρ, εἶναι ἀνήρ, ὅστις ἐθεμελίωσε τὸ στάδιον αὑτοῦ καὶ ἐφιλοδόξησε τὴν ἀνάδειξιν αὑτοῦ εἰς τοὺς φιλελευθέρους κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας. Ἀλλὰ τὸν ἔφεραν αἱ περιστάσεις, ἐβίασαν, ἐπίεσαν τὴν φιλοπατρίαν αὐτοῦ αἱ περιστάσεις νὰ συνεργασθῇ μετ’ ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπεκλήθησαν ὑπὸ ἄλλων ἐν τιμᾷ, διότι δὲν ἀπεκάλεσαν αὐτοὶ ἑαυτούς — φιλελευθέρους, οἵτινες, ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦσι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι εἶναι φιλελεύθεροι, δὲν τὸ κατορθώνουσιν, οὔτε θὰ τὸ κατορθώσωσι ποτέ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι σκοπιμώτερον δύναται νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, ἐὰν ἐντοπισθῇ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Λοιπὸν ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§19Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶχε τὸ ἄρθρον διατυπωθῆ ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς προτάσεως αὐτοῦ, βεβαίως ἦτο κατακριτέον· ἀλλ’ ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου θὰ συμφωνήσω εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὴν σύστασιν ἀντὶ τῆς λέξεως «οἱ ἐκλεγέντες» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «οἱ ἀνακηρυχθέντες», διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ τίς ὁ νομίμως ἐκλεγεὶς Βουλευτής. Οἱ νομίμως ἐκλεγέντες, ἢ μᾶλλον οἱ πλειονοψηφοῦντες, ἀνακηρύσσονται ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου· ἀντὶ λοιπὸν τοῦ «ἐκλεγέντες» καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ «ἀνακηρυχθέντες». Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Κουλουμβάκη προταθέν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἀναλαμβάνουσι τὰ καθήκοντά των, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἔνστασις....
§20ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Δὲν μὲ ἐνοήσατε· δὲν εἶπον αὐτό.
§21ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ θυμώνητε!
§22ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον τρεῖς φορὰς τώρα.
§23ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δώσατέ μοι, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κουλουμβάκης, διότι θέλω νὰ τῷ δείξω ὅτι κάτι ἀντελήφθην. Νομίζω ὅτι ἀντελήφθην ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἔνστασις ἀκυρότητος, δύνανται νὰ ἀναλαμβάνωσι τὰ καθήκοντά των.
§24Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή.
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, δὲν ἔρχεσθε εἰς τὴν αὐτὴν σημασίαν;
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή.
§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον εἰσηγητὴν νὰ δεχθῇ ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐκλεγέντες» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀνακηρυχθέντες».
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ μερικὰ ἄλλα ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ τελείως ἀνελεύθερα καὶ ἀκατάλληλα διὰ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
§30Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ παρατήρησις αὐτοῦ ἀποδεικνύει ἓν πρᾶγμα, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σχεδόν τι πρωθύστερον, δηλ. ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ Σύνταγμα.
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἔλθῃ ὁ νόμος· δι’ αὐτὸ ἀφῃρέσαμεν τὴν δευτέραν πρότασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροποποιήθη).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§33Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου.
§34Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν ἐγκατέλειψεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ 3ον).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω παρατήρησιν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, παρατήρησιν κοινοβουλευτικήν, ὑψίστης κατ’ ἐμὲ σημασίας. Εἶπον καὶ τότε, εἶπον καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπαρτίαν, ὅτι θεμελιώδης ἀρχὴ κοινοβουλευτικὴ εἶναι ὅτι κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Πᾶσα παράβασις τῆς ἀρχῆς ταύτης, προκειμένου νὰ διακριβωθῇ ἂν κυβερνᾷ ἢ ὄχι ἡ πλειονοψηφία, εἶναι ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς θεμελιωδεστάτης, ἐπαναλαμβάνω, κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς. Ἐθέσαμεν ὄντως εἰς τὸ ἄρθρον 56 τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ παρόντος τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ἐθέσαμεν, ὅπως διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐγένετο πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐγένετο τοῦτο δι’ οὓς προηγουμένως λόγους εἶπον, διὰ νὰ κατορθώνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς ὄχι ὅ,τι δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ὅ,τι ἐκείνη ἀπαιτεῖ. Ἀδιάφορον ὅμως· δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ διάταξις ἐτέθη πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, καὶ ὄχι πρὸς κατάλυσιν τῆς θεμελιωδεστάτης ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Ἑπομένως, κατὰ πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν θὰ πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Σώματος, κατὰ πᾶσαν τοιαύτην περίστασιν, ἡ Κυβέρνησις πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ παρατάσσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου πλέον ἑνός, διότι ἀντιθέτως δὲν θὰ ἐξακριβωθῇ ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν θὰ ἀποδειχθῇ ἑπομένως εἰς τὸ ἔθνος ὅτι κυβερνᾶται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ αὐτὸ ζήτημα προκαλεῖ ἡ διάταξις, ἡ συζητουμένη, διότι ἔχει ἤδη λεχθῆ ὑπὸ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου νὰ εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν. Ἐρχομένη λοιπὸν μία Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς ἔναντι τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ἔχει ἢ δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν, τιθεμένου τοῦ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν ἐμπιστευομένην αὐτήν; Ἐὰν εἴπητε τὸ ἐναντίον, δύνασθε πλέον νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἀπομένει τὸ πολίτευμα ἄθικτον παρ’ ἡμῖν; Ὅτι ἀληθῶς ὑπήρξαμεν Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ὅτι ἀληθῶς δὲν ἐθίξαμεν τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἀληθῶς δὲν κατεπατήσαμεν, δὲν ἐστραγγαλίσαμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; Ὅτι ἀληθῶς δὲν κατεστήσαμεν εὐχερέστατον, ὥστε μία ὀλιγαρχία ἀνθρώπων, χειριζομένη τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν, εἰς τὸ διάστημα ὁλοκλήρου ἔτους, συμμαζευόντων αὐτήν, ἀπολυόντων αὐτήν, νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον κατ’ οἰκείαν βούλησιν αὐθαίρετον; Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα ἀκόμη παρουσιάζει σπουδαιότατον κίνδυνον ἡ διάταξις αὕτη ἡ κατ’ ἐμέ, παντελῶς ἔκτροπος καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαράδεκτος. Ὑποθέσατε τὴν Βουλὴν κατατετμημένην εἰς διάφορα κόμματα. Τὸ ὁπωσδήποτε πλειονοψηφοῦν κόμμα θὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον, τὸν ὁποῖον θὰ καταψηφίσῃ ὅλη ἡ Βουλὴ ἡ λοιπή. Καὶ ἐκεῖνος θὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἐκλεκτὸς τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωσι καταψηφίσει τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς! Ὅτι δὲ τοιοῦτόν τι προβλέπει αὐτὴ αὕτη ἡ συζητουμένη διάταξις, φαίνεται, ὑποθέτω, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν φράσεων αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Προεδρείου ἐκλέγονται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· ἡ διαλογὴ τῶν ψηφοδελτίων ἐνεργεῖται παραχρῆμα ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ὑπὸ τεσσάρων ψηφολεκτῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ ἐκ διαφόρων πολιτικῶν ὁμάδων». Ὑποθέτει καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τέσσαρες πολιτικαὶ μερίδες εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ δὲ ἡ μία θὰ ἔχῃ τὸ ⅓, ἑκάστη τῶν ἄλλων θὰ ἔχῃ ὀλιγώτερον τοῦ ¼. Ὁ κ. Πρόεδρος, λοιπόν, ἐκεῖνος, λέγω, εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ δυνάμενος μετὰ κύρους νὰ διευθύνῃ τὴν Βουλήν; Νομίζετε ὅτι εἶναι ζητήματα ἁπλᾶ ταῦτα; Καὶ νομίζετε, ὅτι θέτοντες τοιαύτην διάταξιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψητε πλέον εἰς τὴν ἐπὶ μακρὸν ἰσχὺν Κανονισμοῦ τοιούτου, ὅστις καὶ τὸ πολίτευμα καταλύει, καὶ θὰ ἀναβιβάζῃ εἰς τὴν ἕδραν τὴν προεδρικὴν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγωσιν ἐπὶ ἑκατὸν πεντήκοντα Βουλευτῶν οἱ τεσσαράκοντα; Δύναταί τις ἀφελῶς νὰ συζητῇ καὶ νὰ ἀκούῃ ἐπὶ τοιούτων τινῶν θεμάτων, ὅτε ἠσκήθη εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ τὴν παραβίασιν, καὶ τὴν καταρράκωσιν διαφόρων πολιτευμάτων· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ παγιωθῇ βίος πολιτικὸς στερεὸς καὶ εὔκοσμος εἰς τὴν χώραν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στέρξῃ ποτὲ τοιαύτην διάταξιν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου πρέπει νὰ ἀπαιτῆται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐγὼ καταθέτω τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 4, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ὑπῆρξε διαμαρτυρία ἡ προσήκουσα ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης.
§37Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπιφυλασσόμενος, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁμιλήσω γενικώτερον ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 32, δὲν δύναμαι νὰ ἀντιπαρέλθω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ εἰρημένον ἄρθρον ἐν τῷ προτέρῳ Κανονισμῷ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 9ῳ· ὅτι: ὁ Πρόεδρος οἱ Ἀντιπρόεδροι, ὁ Κοσμήτωρ καὶ οἱ Γραμματεῖς πρέπει νὰ ἐκλέγωνται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· διότι δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος ἐγένετο διὰ τὴν ἀπαρτίαν πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ μόνον, ἐνῷ προκειμένης τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, πλὴν τῶν ἄλλων, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ἡμῖν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει καὶ σπουδαιοτάτην πολιτικὴν σημασίαν. Διότι ποῖον τεκμήριον θὰ ἔχῃ τὸ Στέμμα, ἵνα καλέσῃ τὸν Α ἀρχηγὸν μιᾶς κομματικῆς μερίδος διὰ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν; Ποῦ θὰ στηριχθῇ; Καὶ ἐλησμονήσατε τί ἐγίνετο, κύριοι, εἰς τὸ παρελθόν; ἐλησμονήσατε πῶς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν μερίδων ἠμφεσβήτουν τὸν Α ἢ τὸν Β ἐπιτυχόντα Βουλευτήν, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν ἰδικήν των πολιτικὴν μερίδα; Ποῖον λοιπὸν θὰ εἶναι τὸ τεκμήριον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον στηριζόμενον τὸ Στέμμα θὰ καλέσῃ τὴν Α ὁμάδα, διὰ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; Ἀλλά, πλὴν τούτου, φαντασθῆτε μίαν μειονοψηφίαν ἐρχομένην ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκλέγουσαν τὸν Πρόεδρον, τὴν δὲ ἑπομένην ἡμέραν ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἐρχομένην ἑτέραν ὁμάδα, μείζονα ἐκείνης, καὶ ἐκλέγουσαν δεύτερον, ἀποπέμπουσαν δὲ τὸν πρῶτον Πρόεδρον! Φαντασθῆτε τί τραγέλαφον θὰ ἔχωμεν καὶ πόσον τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι πλέον κωμικὸν εἰς βάρος ἑνὸς Κοινοβουλίου βεβαίως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἐν τῷ πρὶν Κανονισμῷ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε προκύπτει τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐτονίσαμεν.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Ἡ παράκλησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, διότι τοῦτο θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα, νομίζω δέ, ὅτι παρῃτήθημεν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἀναθεωρῶμεν τὸ Σύνταγμα ἀπό τινος χρόνου. Εἴμεθα πλέον ἁπλῆ Βουλή. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο ἐκανονίσθη, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ σήμερον δὲν ἔχουσι τὸν τόπον των αἱ συζητήσεις αὗται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, καὶ τότε εἴπομεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ ⅓ ὡς ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ διὰ τὴν ἀπαρτίαν καὶ σήμερον αὐτὰ ἐπαναλαμβάνομεν.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Διὰ νὰ καταστῶ ἐντελῶς ἀκριβὴς ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ συζητεῖ ἡ Βουλή, παρόντων τοῦ ⅓ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλά, διότι ἐτέθη ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ διευκολύνουσα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι κατελύθη ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἱδρύεται ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα καὶ ἡ διάταξις αὕτη.
§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἢ δὲν εἶναι;
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος: «αὐτὴ εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς;» Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀπόφασις, ἀλλ’ εἶναι μία τις ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις πρῶτον ὅτι εἰς πάντα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαί, αἵτινες ἀναγινώσκονται κατὰ γράμμα καὶ ἐφαρμόζονται κατὰ τὸ γράμμα αὐτῶν μεμονωμένως καὶ αὐστηρότατα, ἀλλ’ εἶναι αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαὶ αἱ λαμβανόμεναι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν καὶ παρέχουσαι τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτεύματος, τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ὅπως πολλάκις ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὰς ἐργασίας ἡμῶν, τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ καταλύεται ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὑπόστασις τοῦ πολιτεύματος, ὅταν δὲν ἔχητε ἀποδεδειγμένον, ὅταν προκαλῆσθε, ὅτι τυγχάνετε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας, τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς λαϊκῆς. Ὅταν τοῦτο καταλύσητε, καταρρέει ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τότε πλέον θίγετε τὰ θεμέλια αὐτοῦ. Δὲν ὑπήρξαμεν ἑπομένως τότε, λέγω, Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ἀλλὰ Συνέλευσις Συντακτική, ἀπορρέουσα ἀπὸ μιᾶς λαϊκῆς ἐπαναστάσεως, ἵνα ἱδρύσῃ τὸ Κράτος μιᾶς ὀλιγαρχίας, εἴτε αὐλικῆς, ἀδιάφορον, εἴτε κοινοβουλευτικῆς. Δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς Βουλῆς, ἡ πρᾶξις τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας ἡ ἀποδεικνύουσα ὅτι δὲν κατελύθη τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον, τὸ λέγω διὰ μυριοστὴν φοράν, κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Τεσσαράκοντα Βουλευταί, ὑπαρχόντων ἑκατὸν πεντήκοντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν λέγοντες ὅτι ἔχομεν πολίτευμα κοινοβουλευτικόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς μία πρᾶξις τῆς Βουλῆς, πρᾶξις λύουσα τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν ζήτημα, πρᾶξις ἀποδεικνύουσα ποῖον ὑπάρχει πολίτευμα, ποία εἶναι ἡ μορφή, ἡ ὑπόστασις τοῦ πολιτεύματος τούτου.
§42Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν περιέμενον ποτὲ τοιαύτην ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι, ὡς φαίνεται, θὰ ἔπαθε σύγχυσιν, διότι ἴσως δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἔχων ὑφ’ ἑαυτὸν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲν συνέβη τοῦτο, βεβαιωθῆτε, Κύριοι—καὶ μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἐλευθεροστομίαν—, ὅτι τότε μᾶς ἠπάτησε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπέναντι ἑνὸς λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἐκπροσωπήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἐκλέξῃ Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος νὰ προΐσταται αὐτοῦ, ἐνῷ δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φαίνεται ὅτι τὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν πρὸ ὀλίγου, δὲν ἐθεώρησε σχετικὴν πρὸς τὸ ἄρθρον 56ον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, τί λέγει τὸ ἄρθρον 56ον; «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν ¼ τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας». Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ὁ ἔντιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου εἶπεν· ἐρωτῶ περὶ ἀποφάσεως, κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται; Ἀπολύτως ὄχι.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε ἐγίνετο ψηφοφορία ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτύγχανεν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν τοὐλάχιστον ἴσου πλέον ἑνός, πρὸς τὸ ἥμισυ παρῃτεῖτο. Ποία εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἥτις ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῇ; Καὶ ὅμως παρῃτεῖτο, διότι ἔπρεπε νὰ ἀποδεικνύῃ ὅτι ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρχε διάταξις, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, καὶ ὅμως παρῃτοῦντο αἱ Κυβερνήσεις τηροῦσαι τὸ πνεῦμα τοῦ συνόλου τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Τοῦτο τὸ πνεῦμα ἐπιβάλλεται νῦν νὰ καταστῇ γράμμα ῥητόν, πρὸ παντὸς δὲ νὰ μὴ φαίνηται παραβιαζόμενον ὑπὸ διατάξεων ὡς ἡ συζητουμένη, ἀκριβῶς διότι ἐτέθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Παρῃτοῦντο, εἶπον, αἱ Κυβερνήσεις· ἀλλὰ παρῃτοῦντο αἱ Κυβερνήσεις αἱ σεβόμεναι τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, μόνον δὲ Κυβερνήσεις ἀσεβοῦσαι πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καταπατοῦσαι αὐτάς, μόνον τοιαῦται Κυβερνήσεις θέτουσι καὶ ὑποστηρίζουσι τοιαύτας διατάξεις.
§44Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Βουλή, κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναται—λέγει τὸ ἄρθρον—νὰ συζητήσῃ οὔτε νὰ ἀποφασίσῃ τι. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ συζητήσεως οὔτε περὶ ἀποφάσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἀκριβῶς θεμελιῶδες μέρος αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοθετήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχῃ νὰ στηριχθῇ τις εἰς τὸ ἄρθρον 56ον τοῦ Συντάγματος. Διὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, ποῖον θὰ εἶναι τὸ τεκμήριον ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενον τὸ Στέμμα θὰ καλέσῃ τὸν Α νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν αὔριον; Τὸ τεκμήριον δὲν θὰ εἶναι αἱ δημοσιεύσεις εἰς τὰς φίλα φρονούσας ἐφημερίδας περὶ τοῦ Α. ἀνήκοντος εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα ἢ περὶ τοῦ Β. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ προσέξωσι πολύ, διότι πρόκειται ὄχι περὶ τῆς συγχύσεως, τὴν ὁποίαν ἔπαθεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ διαφθορᾶς τοῦ πολιτεύματος προτοῦ τεθῇ ἀκόμη εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ σκοποῦ.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις κυρίως διὰ τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα περιέχει ἐγγυήσεις περιφρουρούσας τὴν λῆψιν ἀποφάσεων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αὗται δὲ ἀναγκαίως θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἥτις προφανῶς ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· δὲν ἕπεται ὅμως, ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν τῶν ἐγγυήσεων ἐν τῷ Συντάγματι, ἀπαγόρευσις θεσπίσεως ἄλλων, αὐστηροτέρων ἐγγυήσεων διὰ τῶν Κανονισμῶν τῆς Βουλῆς. Οἱ Κανονισμοὶ τῶν Βουλῶν βρίθουσι διατάξεων, κανονιζουσῶν τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν κατὰ τρόπον αὐστηρότερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν κανονίζεται ἐν τοῖς Συντάγμασι. Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ περὶ τῶν ἀφορωσῶν τὰ δημόσια δίκαια συνταγματικῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ἔχουσι μόνον τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τοιούτων ἐγγυήσεων. Ὡς ἐκ τούτου, τυπικῶς, ὀρθῶς ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσιαστικὴν αὐτῆς ὄψιν φαίνεται καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι εἶναι σόλοικον νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐντελῶς καθ’ ὅμοιον τρόπον, καθ’ ὃν λαμβάνονται καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ μειονοψηφία νὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος τότε δὲν θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν εἶναι ὁ Πρόεδρος νὰ ἐκλέγηται μὲν τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν ἀπαρτίᾳ, διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν Βουλευτῶν, πάντως ὅμως νὰ συγκεντροῖ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων Βουλευτῶν.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος μετὰ τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Κουλουμβάκη ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέγηται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Καὶ θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος ἀγόμενος ὄχι ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ἐξ ἧς ἤχθη καὶ ὁ συνάδελφος, φρονῶν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου δέον ν’ ἀποτελῇ πάντοτε ζήτημα πολιτικὸν κανονίζον καὶ ῥυθμίζον τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον θὰ ηὐχόμην ἡ τοιαύτη ἀντίληψις νὰ παρήρχετο καὶ νὰ ἀνεγνωρίζετο, ὅτι ὁ Πρόεδρος δέον νὰ προέρχηται παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἣν καὶ ἐκπροσωπεῖ, καὶ ὄχι παρὰ τοῦ κυβερνητικοῦ κόμματος. Καὶ τοιαύτην ὅμως ὀνειρευόμενος τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἐθεώρουν ἐπιβαλλόμενον, ὅπως οὗτος ἐκλέγηται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καθόσον ἡ Βουλὴ ἐκλέγουσα τὸν Πρόεδρον αὐτῆς βεβαίως προβαίνει εἰς τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων αὐτῆς, εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἥτις δέον νὰ περιβάλληται διὰ μείζονος κύρους, τοῦθ’ ὅπερ βεβαίως ἀποκτᾷ ὁ Πρόεδρος, ὅταν προέρχεται ἐκ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Τὸ τοιοῦτον ὅμως ἔδει νὰ κανονίσωμεν, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τότε δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ παρεκκλίνωμεν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔταξε τὸ ἄρθρον 56. Ψηφίσαντες ὅμως τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ καταλήξαντες εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ λαμβάνηται ὅπως ἐκεῖ ἐψηφίσαμεν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἐναντίαν ἀπόφασιν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διότι καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος συνεπείᾳ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐπετεύχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἔθηκε τὸ Σύνταγμα διὰ πᾶσαν συνέλευσιν καὶ ἀπόφασιν. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, ἀδιστάκτως φρονῶ ὅτι θὰ ἀπετέλει τὴν ἀτυχεστέραν λύσιν, ἂν ἡμεῖς πρῶτοι δὲν ἐσεβόμεθα τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἃς ἐθεσπίσαμεν προβαίνοντες εἰς τὴν παραβίασιν αὐτῶν. Διὸ κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου.
§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε· νομίζω ὅμως ὅτι προσβάλλει τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ἂν γίνεται τοιαύτη συζήτησις.
§49Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, διότι, ἐὰν ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ μὲ τὸ ⅓ τῶν Βουλευτῶν, ἀναμφιβόλως καὶ ὁ Πρόεδρος θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἄλλως θὰ πέσῃ. Τὸ ἐπιχείρημα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ἀποφάσεις λαμβάνει ἡ Βουλὴ μετὰ τὸν καταρτισμόν της, ὡς δεικνύει τὸ κεφάλαιον 2. Πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἀποτελεῖ ἀπόφασιν, ἀλλὰ πρᾶξιν τῆς Βουλῆς.
§50ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὅμως λύσις πολιτικοῦ ζητήματος.
§51Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ἂν δηλ. εἶναι πάντοτε σκόπιμον ὁ Πρόεδρος νὰ ἐκλέγηται διὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀληθεύῃ πάντοτε. Οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διέβλεψαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, φαίνονται κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι σημασίαν ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα ὥστε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου νὰ θεωρῆται ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα δυστυχῶς θὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι τὸ ὑποβοηθεῖ καὶ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός. Ἐφ’ ὅσον συμβαίνει τοιοῦτόν τι ἔχει συμφέρον ἡ πλειονοψηφία ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου νὰ συγκεντρώσῃ τὸν μεγαλείτερον ἀριθμόν, ἐὰν δὲ πέσῃ ὁ Πρόεδρος εἰς τὴν ἄλλην ἐκλογήν, θὰ πέσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§52Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λακωνίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν παρίσταται ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἐνταῦθα, ὅπως ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρόν της, οὐδεὶς λόγος περὶ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ γεννᾶται, διότι, ἐὰν ὡρισμένον κόμμα ἔχῃ μείζονα ἀριθμὸν Βουλευτῶν, θὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρόν του. Διὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν γεννᾶται ζήτημα. Ἔρχεται ἡ περίπτωσις τῆς μὴ ὑπάρξεως πολλῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τί συνέβαινε κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ὅτε τὸ κατώτατον ὅριον τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο νὰ ἦτο παρόν, ἦτο οἱ ἡμίσεις πλέον ἑνός, ὁ δὲ Πρόεδρος, ἵνα ἐκλεγῇ ἐλάμβανε τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων.
§53ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι θὰ παρῃτεῖτο ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις.
§54Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί;
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέτετε ὅτι παρίστανται οἱ ἡμίσεις πλέον ἑνός.
§56Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· 39. Κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα χαρίζομεν ἄλλον ἕνα Βουλευτὴν διὰ τὸν Πρόεδρον. Ἐπὶ ἀριθμοῦ 150 Βουλευτῶν μὲ ἀπαρτίαν ἐκ 50 Βουλευτῶν, κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα, πρέπει νὰ λάβῃ ὁ Πρόεδρος τὰ ⅓, δηλαδὴ 40.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρῃτεῖτο ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου δὲν θὰ ἐπαρουσίαζε πλειονοψηφίαν.
§58Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Καὶ τώρα θὰ συμβῇ τὸ αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις θὰ παραιτηθῇ μὴ τυγχάνουσα τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον Σύνταγμα, ἵνα ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἐχρειάζετο τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ἐξελέγετο διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀπαρτίας πλέον ἑνός. Καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἰδία διάταξις στερεοτύπως. Ἐὰν ἐν τῷ σχεδίῳ δὲν προσέθετον τὴν δευτέραν περίοδον «κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος», προκειμένου περὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορὰ ἀπὸ τὴν παλαιὰν διατύπωσιν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν εἶναι ματαία.
§59Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ ἀπόψε λοιπὸν θεωρητικῆς δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπασχολήσεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4ου. (Ψηφίζεται τὸ 4ον ἄρθρον. Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5ον).
§61Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5ον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ἂν μὴ οὐσιαστικῶς, γραμματικῶς εἶναι πολὺ σόλοικον. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτως: «Ὁ καταρτισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγγέλλεται εἰς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τοῦ Προέδρου».
§62Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πολὺ καλά· τὸ δέχομαι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5 οὕτω διατετυπωμένον, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 8).
§63Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, νὰ προστεθῇ, τῶν πλειόνων, διότι συμβαίνει νὰ εἶναι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐννεαμελεῖς ἢ ἑπταμελεῖς καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα: πότε τὸ ἥμισυ. Ἵνα ἀποφύγωμεν τοῦτο, νὰ θέσωμεν: ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πλειόνων. (Ψηφίζεται οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 8ον, ὡς καὶ τὸ 9ον, 10ον, 11ον, 12ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 13ον).
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκομεν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, πρέπει νὰ διορθωθῇ, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξε μεγάλας δυσχερείας.
§65Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐτέθη διάταξις γενική, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ συνεδριάζουσιν, ἐὰν ἀποτελῶνται ἐξ ἀριθμοῦ μεγαλειτέρου τῶν 9 διὰ τῆς παρουσίας τοῦ τρίτου.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐδάφια διαγράφονται. Μένει μόνον τὸ πρῶτον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 14).
§67Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἀναπτύσσω ἀπὸ τοῦ βήματος μερικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀνέπτυσσον πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸν ὑπὸ συζήτησιν Κανονισμόν, ἐὰν οἱ συγκροτήσαντες ταύτην ἤθελον θεωρήσει ὅτι προσῆκον ἦτο νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ὁ ἔφορος τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τόσῳ ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως. Γνωρίζω ὅτι κατηργήθησαν θεσμοὶ ναυαγήσαντες, ἀλλὰ νὰ καταργηθῇ θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν ἐπιτυχών, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτυχία εἶναι τοσοῦτον ἐπιφανεστέρα, καθόσον ἦτο ἡ μόνη ἐν μέσῳ ναυαγίου ὅλων τῶν ἄλλων θεσμῶν, μοὶ φαίνεται πρωτάκουστον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν κοινοβουλευτικῶν χρόνων. Τὸ ἔργον τῆς ὑπάρξεως τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἶναι ἔργον ἐφόρου, ἡ συντήρησις αὐτῆς ἡ μέχρι τοῦδε, ἡ λειτουργία αὐτῆς, ἡ τυγχάνουσα κοινοῦ ἐπαίνου, ὄχι μόνον παρὰ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῆς λοιπῆς κοινωνίας, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον προέκοψε καὶ ἤνθισεν ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς ἐφορίας. Ὀφείλω νὰ τονίσω, ὄχι ὑπὲρ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως προέστην τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως προέστησαν αὐτῆς, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἡ συνείδησις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ὠργίαζεν ἡ κομματικὴ συναλλαγὴ καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἦσαν ἡμερόβιοι, μόνον εἰς τὸν περίβολον τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ὑπῆρχεν ἱερόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ εἰσερχόμενος ἐν μέσῳ τῆς φωνῆς, τὴν ὁποίαν ἄφιναν τὰ βιβλία, ἐγίνετο ἄλλος τις παρὰ τοὺς λοιποὺς τοὺς ὀργιάζοντας. Καὶ εἶναι μοναδικὸν παράδειγμα, ὅτι ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς ἐφορίας ὑπῆρξαν ὑπάλληλοι τῆς βιβλιοθήκης, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 30 ἔτη, ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν καὶ δεκαπενταετίαν, χωρὶς νὰ τούς προστατεύῃ κανεὶς νόμος, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς χρηστῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ χρηστότης αὕτη ἔπρεπε νὰ περιβάλῃ τὸν θεσμὸν τῆς ἐφορίας μὲ κάτι τι τὸ ἀπαραβίαστον, καὶ ὅτι ἐχρειάζετο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, περισσοτέρα εὐλάβεια, προκειμένου περὶ καταργήσεως θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι σήμερον, ἐπαρουσίασε μόνον σειρὰν ἐπιτυχιῶν. Ὅτι ἐν τῇ ἐφορείᾳ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἠδύναντο νὰ προέλθωσι βελτιώσεις τινές, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐσκόπουν, περὶ τὸ τέλος τῆς ἐμῆς ἀρχῆς, χρησιμοποιῶν τὴν πεῖραν μου τὴν ἕως τότε, νὰ ὑποβάλω Κανονισμὸν ὁρίζοντα σκοπιμώτερον τὰ ἔργα τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς· μὴ μεριμνῶν δὲ περὶ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον δὲν ἐζήτησα, τὸ ὁποῖον μοὶ προσηνέχθη, καὶ δυνάμενος νὰ εἴπω ὅτι ἀνήκω εἰς τοὺς ἄνδρας, οἵτινες δὲν ἐπιζητοῦν ἀξιώματα, ὀφείλω νὰ ὑπεραπολογηθῶ τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ νέα ὀργάνωσις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν ἐφορείαν τῆς βιβλιοθήκης, νὰ παρουσιάσῃ τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, τὴν εὐλάβειαν ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἀνέκαθεν μέχρι σήμερον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων τοῦ ἐφόρου. Ἀπόδειξις ὅτι ὑπὸ τοὺς διαφόρους Προέδρους τῆς Βουλῆς ὅλον τὸ προσωπικὸν περίπου σαρώνεται, ἐνῷ ὑπὸ τοὺς ἐφόρους τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἀπόλυτος εὐλάβεια ἐτηρήθη πρὸς πάντας τοὺς ὑπηρετοῦντας, οἱ δὲ ἀντικατασταθέντες ἀντικατεστάθησαν μόνον ὅταν ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Γνωρίζω ὅτι αὐτὸς ὁ διευθύνων τὴν Βιβλιοθήκην ἀπὸ 35 ἐτῶν εὑρέθη εἰς στιγμὰς κρισίμους, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο ἐκτετοπισμένος· τὸν ἔσωσεν ὅμως ἡ ἐφορεία τῆς Βιβλιοθήκης. Καθ’ ὃν τρόπον διαρρυθμίζεται ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων ὑπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ὁ βόας, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς κατατρώγῃ ὅλους. Οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν Προεδρείαν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτευόμενοι ἐκ τῶν ἐχόντων ἐπιτακτικωτέρας τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν· ἐνῷ οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐφορείαν, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι εἶναι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμπίπτουσι τόσον εἰς τὸν πειρασμὸν τῶν τοιούτων μεταβολῶν. Ἄλλως, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τόσας ἐργασίας, περὶ τὰς ὁποίας νὰ ἀσχοληθῇ, καὶ ὀφείλει μόνον μὲ ταύτας ν’ ἀσχοληθῇ, χρησιμοποιῶν ὑπὲρ αὐτῶν τὰς ὥρας του ὅλας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ μέριμνα αὐτοῦ μὲ τὰς ἐργασίας τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ ἤδη δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς τακτικάς του ἐργασίας, σᾶς τὸ ἀποδεικνύει προχείρως ἓν ἐπεισόδιον γενόμενον περὶ τὸ τέλος τῶν παρελθουσῶν ἐργασιῶν μας κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον. Εἶχε ψηφισθῆ πίστωσίς τις, ποσόν τι πρὸς κατανομὴν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Τοὺς ὑπαλλήλους τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς τοὺς ὑπέμνησεν ὁ κ. Βοζίκης, ἐγὼ καὶ ἄλλοι τινές. Ἀπεφάσισεν οὕτω ἡ Βουλή· δὲν ἐγράφη ὅμως οὕτω ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, καὶ κατὰ τὴν διανομὴν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲν συνέβη ἐκ προαιρέσεως, ἀλλὰ ἀπὸ περίσσειάν τινα ἐργασίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προσέξῃ εἰς τὸ διαπραχθὲν ἀδίκημα. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι, Πρόεδρος θέλων νὰ ἐργασθῇ, ἔχει ἀρκετὸν ὑλικόν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀσχοληθῇ καὶ δύναται νὰ ἀφήσῃ τὴν φροντίδα περὶ τῆς βιβλιοθήκης εἰς τὴν ἐφορείαν τῆς βιβλιοθήκης, ἡ ὁποία εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἐφορείας ὀφείλει τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ἀκμὴν αὐτῆς. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄξιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀποφάσεως ἡ κατάργησις θεσμοῦ, ὅστις ἐξετέλεσε λαμπρότατα τὴν ἀποστολήν του, θεσμοῦ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τι, ἐνῷ ἐναντίον ἄλλων θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθῶσι καὶ πολλὰ καὶ βαρύτατα.
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ ἤδη Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἰσῆλθε τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρηκολούθησε δὲ τὰ πολιτικὰ πράγματα ὀλίγον. Ἡμεῖς παρακολουθοῦντες τὰ πολιτικὰ πράγματα περισσότερον ἐκ τοῦ ἐγγύς, γνωρίζομεν τὴν ἱστορίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβές, ὅτι παρεσχέθησαν ἀφορμαί, αἵτινες κατέστησαν τὸν θεσμὸν ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον! Ἐμολύνθη ὁ θεσμὸς τῆς ἱστορίας τῆς Βιβλιοθήκης, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Τιμ. Φιλήμονος, ὑπὸ τῆς κομματικῆς ἐπιρροῆς καὶ κατ’ οὐδὲν ὑστέρει ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν κομματικῶν ἀναγκῶν παντὸς ἄλλου πολιτικοῦ ἀξιώματος. Ἄν ἐσκέφθη ὁ ἤδη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ συνεργασθεῖσα μετ’ αὐτοῦ ἐπιτροπὴ, ὅτι πρέπει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν θεσμόν, τὸν κρατοῦντα, δι’ ἄλλου θεσμοῦ, δὲν ἀπέβλεψε βεβαίως εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐντίμου συναδέλφου τοῦ κατέχοντος τὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου σήμερον, διότι, κατ’ ἐξαίρεσιν, εὔφημον μνείαν ἐποιήσατο αὐτοῦ ὁρίσασα διὰ μεταβατικῆς διατάξεως ὅτι ἐπαφίεται αὐτῷ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀσκῶν τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξουσία. Οὔτε εἰς τὰ πρόσωπα τῶν προκατόχων αὐτοῦ ἐφόρων ἀπέβλεψαν. Ἄν ἐσκέφθη ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μεταβάλῃ τὸν θεσμὸν ἐσκέφθη, ὅπως μεταβάλῃ τοῦτον κατὰ τρόπον ὥστε οἱ καλούμενοι νὰ ἐφορεύωσι τοῦ λοιποῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἔχωσι σχέσιν μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Βιβλιοθήκης, νὰ ἀσκῶσι πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἤσκει ὁ Ἔφορος τῆς ἐποπτείας, τῆς ἐπιτηρήσεως, τῆς ἀγορᾶς τῶν βιβλίων, τῆς προτάσεως γνωμῶν νὰ τὴν ἀσκῶσι πλείονες ἀνθ’ ἑνός, ἐκλεγόμενοι βεβαίως μεταξὺ τῶν ἀρίστων, μεταξὺ τῶν νεωτέρων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ θέλησιν καὶ μόρφωσιν ἔχουσιν ἱκανήν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπιτηρῶσι καὶ ἐποπτεύωσι πράγματι τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Κατέστησα δὲ ὑπεύθυνον διὰ τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν ἐκεῖνον ἀκριβῶς περὶ τοῦ ὁποίου εὐφήμως ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν διευθυντὴν τῆς Βιβλιοθήκης, ὑπεύθυνον διαχειριστὴν ὡς δημόσιον ὑπάλληλον, διότι εἶναι πρωτάκουστον νὰ ὑπάρχῃ διαχείρισις δημοσίου χρήματος χωρὶς ὑπεύθυνον διαχειριστήν. Τὰ ἔξοδα τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς διαχειρίζονται δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπέχοντες πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως, ὁ δὲ Πρόεδρος μόνον θεωρεῖ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ ἐποπτεύει τὴν διαχείρισιν. Τὴν αὐτὴν εὐθύνην τοῦ διευθυντοῦ τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου, ἐπιζητῶ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων τῆς Βιβλιοθήκης. Ἀλλ’ ἐπιζητῶ, διὰ τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ Σώματος, καὶ τὴν ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι πρωτοφανὲς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ δύναται νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Νὰ δύνανται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ κλείωσι τὴν θύραν τοῦ Ἀναγνωστηρίου ἐναντίον τῆς διαταγῆς τοῦ Προέδρου, διότι δὲν θέλουσι νὰ ὑπακούσωσι εἰς αὐτὸν ἢ διότι ἔχουσιν ἐντολὴν νὰ μὴ ὑπακούσωσιν ἢ διότι θέλουσι νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὴν ἐντολὴν ἑτέρας ἀρχῆς, τοῦ Ἐφόρου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος καὶ τὸ κῦρος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τοῦτο δὲν εἶναι οὐδαμῶς ὀρθόν. Διὰ τοῦτο ἡ μεσάζουσα αὐτὴ ἀρχὴ ἐκλιπόντος τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον συνέστη, ἐκλιπόντος τοῦ προσώπου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνέστη, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἡ ἰδιαιτέρα καὶ αὐτοκέφαλος αὐτὴ ἀρχή. Ἐν Ἰταλίᾳ, ἡ ὁποία ἔχει τὸν νεώτερον κανονισμόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθημεν, ὑπάρχει ἀκριβῶς καὶ τὸ προτεινόμενον σύστημα. Ὁ Πρόεδρος διορίζει ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν, ἅμα ἐκλεγῇ, εἶναι δὲ τὰ μέλη αὐτῆς βοηθοὶ καὶ συμπράκτορες, ἐφορεύοντες τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ ἐπιτηροῦντες τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς. Οὐδαμοῦ ἐσκέφθησαν νὰ στήσωσιν νέον ἄρχοντα ἀνεξάρτητον ἐκτὸς τοῦ Προέδρου ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὴν κατάργησιν, εἶμαι δὲ διατεθειμένος οὐδεμίαν τροπολογίαν ἐν τούτῳ ν’ ἀποδεχθῶ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17) Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§70ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δεχθῇ ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἀνάγνωσιν ὡρισμένων ἐγγράφων εἰς τὸν Συντάκτην τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν ἢ εἰς ἄλλον ὑπάλληλον. Ἡ ἀνάγνωσις εἶναι τυπική, καὶ διὰ τοῦτο διανέμονται εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὰ Πρακτικά· ἑπομένως νομίζομεν ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις.
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ, ὁ Πρόεδρος δύναται «ἐκτάκτως».
§72Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§73Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶνε ἐντελῶς περιττόν.
§74Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχουσι ἔγγραφα καὶ ὑπομνήματα μακροσκελέστατα, τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ γραμματεὺς νὰ καταπονῆται ἐπὶ τοσοῦτον· τότε δύναται ὁ Πρόεδρος ν’ ἀναθέσῃ τοῦτο εἰς ὑπάλληλον. Δὲν θὰ γίνηται βεβαίως χρῆσις αὐτοῦ συνεχής· ἂς προστεθῇ τὸ «ἐκτάκτως». (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «ἐκτάκτως». τὸ 19, 20 καὶ 21) Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§75Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 22 λέγει. «Ἡ συνεδρίασις ἄρχεται διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Πρακτικῶν...», Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἀναγνωθῶσι Πρακτικὰ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ τελευταία παράγραφος τί θέλει συμβῆ;
§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θ’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις διὰ τῶν ἀνακοινώσεων. Ἂν τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἕτοιμα νὰ ἀναγνωσθῶσι θὰ προβαίνῃ ὁ Πρόεδρος εἰς τὰς ἀνακοινώσεις. Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει διάταξις παλαιά, ἡ ὁποία διατηρεῖται, ὅτι ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν. Ὁ Πρόεδρος καταλαμβάνων τὴν ἕδραν θὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν· ἂν εἶναι ἕτοιμα τὰ Πρακτικὰ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα· ἂν δὲν εἶναι θὰ ἀρχίσῃ ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων.
§77Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἄρχεται λοιπὸν ἡ συνεδρίασις, συνεχίζεται. Ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς ἐνάρξεως ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Παλαιοῦ Κανονισμοῦ λέγει «ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως· ἤδη ἀντὶ νὰ ἀναγνωσθῇ κατάλογος ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά· ἑπομένως ἡ ἐργασία ἄρχεται διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Πρακτικῶν.
§79Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Συνεχίζεται.
§80Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὅλοι παρατηροῦμεν. Ἐν ᾧ ὁρίζομεν ὡς ὥραν ἐνάρξεως τὴν 4ην ὥραν ἡ συνεδρίασις ἄρχεται μετὰ μίαν ὥραν. Νὰ ὁρίσωμεν λοιπὸν μίαν ὥραν διὰ νὰ ἐρχώμεθα τακτικῶς.
§81Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς.
§82Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς· εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ. Νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ πέρα τῆς ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς ὡρισμένης.
§83Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος). Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 23.
§84Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «ἅμα τῇ κηρύξει τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν».
§85Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπευθυνομένας συστάσεις. Κατὰ τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Βουλὴ ἔχει δύο δικαιώματα, νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ ἐλέγχῃ· ἡ Βουλὴ δὲν μετέχει ποσῶς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Συντρέχει μόνον κατὰ τοῦτο ὅτι παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§86Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος). Ἐπὶ τίνος ἄρθρου ὁμιλεῖτε;
§87Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22.
§88Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Συζητεῖται τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νέου κανονισμοῦ, καὶ ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς πραγματεύεσθε ἀναγράφεται εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ ἐν ἰσχύϊ.
§89Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§90Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀθανασάκη εἶναι πολὺ ὀρθή. Κατάλογος δὲν θὰ ἀναγινώσκηται. Ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ, ὅτι διὰ νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις θὰ βεβαιωθῇ ὁ Πρόεδρος, ὅτι ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός, καὶ κατὰ τὸ 19 ἄρθρον, ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ.
§91Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε ν’ ἀναγνωσθῇ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἔχει οὕτω· «ἅμα τῇ κηρύξει τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν.»
§93Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄς τεθῇ οὕτω· «Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 22 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πατσουράκου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 23.
§94Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἔκφρασις κύριε Πρόεδρε, «Τὸ Προεδρεῖον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώνῃ ἂν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα· θὰ ἐπεθύμουν μίαν ἄλλην ἔκφρασιν.
§95Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ αὐτό.
§96Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τί προτείνετε;
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ διαγραφῇ τὸ πρῶτον κῶλον.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§99Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λοιπὸν τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ ἐξακριβώνῃ ἂν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ....
§100Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἰδοὺ πῶς νομίζω, ὅτι δύναται νὰ διασκευασθῇ· «Τὸ Προεδρεῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώνῃ, ἂν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκεται δὲ ὁ κατάλογος μόνον, ἂν ζητηθῇ τοῦτο ἐγγράφως ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν».
§101ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «Ὀφείλει πάντοτε νὰ ἐξακριβώνῃ».
§102Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ἡ διάταξις αὕτη ἀντεγράφη ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ Κανονισμοῦ. Ἐν ἐκείνῳ ἀναγράφεται: «Τὸ Προεδρεῖον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώνῃ ἂν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐκτὸς ἂν ζητηθῇ τοῦτο ἐγγράφως ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν». Ἐδῶ ἔχομεν ὑπὸ 5 Βουλευτῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένετο ἡ διατύπωσις, διότι αὕτη ἐκρίθη εὐστοχωτέρα· ὅλαι δέ, καὶ αἱ ἤδη ὑποβαλλόμεναι διατυπώσεις, καταλήγουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως ἂς μείνῃ ὡς ἔχει, διότι οὐσιαστικῶς οὐδεμίαν βλέπω διαφοράν.
§103Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε καθεστὼς ὑπῆρχε σταθμὸς τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Τώρα, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν εἷς Βουλευτής, παρ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, λόγῳ ἀνάγκης, νὰ ἔλθῃ ἡμίσειαν ἢ μίαν ὥραν βραδύτερον, δύναται—καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ ἀρχίσῃ τὴν Συνεδρίασιν μὲ δύο Βουλευτάς—δύναται ὁ Πρόεδρος ὅταν βεβαιωθῇ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ ἀρχίσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ τεθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀθανασάκης, ὅτι μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἐὰν δὲν γίνῃ ἀπαρτία νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§104Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοῦ κ. Ἀθανασάκη ἀπεδέχθην τὴν παρατήρησιν, διότι ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον.
§106Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ: «Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας, ἀπὸ τῆς τεταγμένης ὥρας, δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν». Τοιουτοτρόπως περιττεύει ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἄρθρου καὶ τίθεται αὐτό.
§107ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη δύο λέξεων προσδιορίζει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ διατυπώσωμεν: «Τὸ Προεδρεῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώνῃ ἂν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀναγινώσκῃ τὸν κατάλογον».
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§109Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως ἄρχεται μετ’ ἀπαρτίαν ἐξηκριβωμένην.
§110Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπως τὸ διετύπωσεν ὁ κ. Πετμεζᾶς, γεννᾶται πλέον ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Προέδρου.
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ζητῶ τὴν προσθήκην, ἀλλὰ τὴν ἀφαίρεσιν. Τὸ ὀρθότερον, καὶ γραμματικῶς καὶ συντακτικῶς, θὰ ἦτο τοῦτο: «Τὸ Προεδρεῖον ἐξακριβώνει ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐὰν ζητηθῇ ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀπαρτίας ἐγγράφως ὑπὸ 5 Βουλευτῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος».
§112Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἀρχίζῃ τὴν συνεδρίασιν μὲ δύο Βουλευτάς.
§113Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμολογουμένως συνεχάρην τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς ἀφῄρεσε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πλαστογραφῶνται τὰ Πρακτικὰ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Πρέπει ἀκριβῶς τὴν σήμερον νὰ φροντίσωμεν ὅπως μὴ ἀναγκάζωμεν τὸν Πρόεδρον νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαῦτα πράγματα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν ἐν Ἰταλίᾳ προέβησαν εἰς τὴν διάταξιν, εἰς ἣν προέβησαν, ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ ἀποφύγωσι τοιαύτας πλαστογραφίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται δυστυχῶς καὶ ἐνταῦθα, τοῦτο δὲ κατορθώνομεν καὶ διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ κ. Πατσουράκου. Εἴτε δεχθῶμεν τὴν μίαν ἔκφρασιν εἴτε τὴν ἄλλην, νομίζω ὅτι πράττομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πράξωμεν, μιμούμενοι, κατὰ τοῦτο, τοὺς Ἰταλούς. Ἐὰν ἄλλο ζητήσωμεν, θέλομεν περιπέσει πάλιν εἰς τὰ σφάλματα τὰ τι παλαιά, διὰ τὰ ὁποῖα ἀγνοῶ ἐὰν πᾶς τις ἤθελε ποτὲ δεχθῆ νὰ εἶναι Πρόεδρος ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§114Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς τετάρτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου λέγεται: «Καὶ διατάσσει τὴν δημοσίευσιν τῶν ὀνομάτων». Ἡ δημοσίευσις θὰ γίνεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως;
§115Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, δὲν ἀναφέρει δὲ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δύναται νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις διὰ παντὸς δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου.
§116Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν ἄλλως τε πρόκειται νὰ μὴ γίνῃ γνωστὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο, τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§117Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ φροντὶς ὅλων ἡμῶν στρέφεται πῶς ν’ ἀποφύγωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβαινε διαρκῶς μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ τὴν ἀναγγελίαν ψευδοῦς ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ὑπάρξεως ἀπαρτίας. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ περιπέσωμεν καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἄτοπον, νὰ ἐπισημοποιήσωμεν δι’ εἰδικῆς διατάξεως ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ ἀρχίζῃ τὴν συνεδρίασιν μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας. Νομίζω ὅτι συμβιβάζονται τὰ πράγματα ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυπώσωμεν ὡς ἑξῆς: «Τὸ Προεδρεῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώνῃ ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἢ ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ. Διατάσσεται δὲ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἐὰν τοῦτο ζητηθῇ ἐγγράφως ὑπὸ 5 Βουλευτῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ». Δὲν ἀντιτίθεται δὲ ἡ τοιαύτη διατύπωσις πρὸς τὴν ἄλλην καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἔνστασις ἀπαρτίας πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Πρακτικῶν, διότι, ἐν συνεχείᾳ, δύναται νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον: «Ἔνστασις ἀπαρτίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν». Εἰς τὴν πρώτην περίοδον ἀναγράφομεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν δικαιοῦται, ἐρχομένης τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζεται ἡ συνεδρίασις, νὰ διατάσσῃ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ ἐξακριβώσῃ ὑπευθύνως ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, ὑπάρχει ἀπαρτία. Ὅταν δὲ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο, ἀπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ ἀμφισβητήσωσιν αὐτὸ καὶ νὰ βεβαιώσωσι τὸ ἐναντίον, τότε ὑπέχει ὑποχρέωσιν ὁ Πρόεδρος νὰ διατάξῃ τὴν δι’ ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου ἐξακρίβωσιν. Δὲν βλέπω ἀντίθεσίν τινα εἰς τὰς δύο αὐτὰς διατάξεις δυναμένας τελείως νὰ συμβιβασθῶσιν καὶ συνυπάρξωσι.
§118Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ὑποθέτω ὅτι δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον 23 διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως. «Ἐάν, μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς τεταγμένης πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, τὸ Προεδρεῖον δὲν πεισθῇ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας, ματαιοῖ τὴν συνεδρίασιν». Θὰ παρακαλέσω νὰ παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ταύτην διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
§119Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ εἰς τὸ μέσον τῆς συνεδριάσεως;
§120Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸ μέσον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας.
§121Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπαφίεται ἡ ἐκτίμησις τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας, ἂν ζητηθῇ δὲ ἐγγράφως ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας κτλ».
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου....
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδή;
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. «Ἄν μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ἀπὸ τῆς τεταγμένης πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὥρας τὸ Προεδρεῖον δὲν πεισθῇ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας, ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις.»
§125Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, ἤτοι ἐξέτασις τῆς ἀπαρτίας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως· τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι δι’ ἐνστάσεως ὑποβαλλομένης ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν. Διὰ τῆς λύσεως ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου ἐδώσατε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἐξετάζῃ αὐτεπαγγέλτως. Μετὰ τὴν ἔναρξιν ὁ Πρόεδρος ἐξ ἐπαγγέλματος δύναται νὰ ἐξετάζῃ;
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προδήλως.
§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ σημειωθῇ. Ἂν δὲ ὑπάρχουν πέντε διαφωνοῦντες πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ προέδρου, τότε ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. Ὥστε εἴμεθα πάντες σύμφωνοι. Δὲν βλέπω τί ἀπομένει, ἵνα δεχθῆτε καὶ τὴν δευτέραν πρότασιν τοῦ κ. Πατσουράκου. Ἀπομένει ὅμως τοῦτο: ἐξεταστέον, ἂν ὁ Πρόεδρος ἔχει ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας, πῶς θὰ ἄρῃ τὴν ἀμφιβολίαν του, διὰ τῶν ὀφθαλμῶν ἢ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου;
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποχρέωσιν δὲν ἔχει νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἔχει δικαίωμα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου). Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§130Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ συζήτησις τῶν ἀναφορῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 γίνεται καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἔχουν ὁρισθῇ δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη. Ἀλλὰ πολλαὶ τῶν ἀναφορῶν δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ἐπερωτήσεις. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ὁρίζῃ, ἐὰν θέλῃ, ἡ ἀναφορὰ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει νὰ συζητηθῇ κατὰ τὰς συνήθεις ἡμέρας συζητήσεως ἢ τὰς ἡμέρας τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ διατυπωθῇ τοῦτο εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς ἑξῆς προσθήκης, κατὰ συνέχειαν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 24. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Πρόεδρος. Μᾶς εἶπεν ὁ Πρόεδρος ὅτι δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ κάμῃ ἔπειτα ἐπερώτησιν ἀλλ’ εἶναι διπλῆ ἐργασία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλήν.
§131ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀρθά!
§132Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος.). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἰδιαιτέρως μοὶ προέβαλε τὴν παρατήρησιν ταύτην. Παρετήρησα ὅμως εἰς αὐτὸν ὅτι, προκειμένου περὶ συζητήσεως τῶν ἀναφορῶν, ἔχει ληφθῇ ἡ τοιαύτη πρόνοια. Ἐν ἄρθρῳ 57 τοῦ συζητουμένου σχεδίου ἀναγράφεται: «Ὁ ὑποβαλὼν Βουλευτὴς ἐρώτησιν ἢ αἴτησιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων ἢ ἀναφορῶν ἢ συστήσας ἐνέργιάν τινα ἐπὶ ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς, ἐὰν δὲν εὗρε τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πληροφορίας ἢ τὰς δηλώσεις τούτου ἐπαρκεῖς, δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐπερώτησιν κ. λ. π.»
§133Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διπλῆ ἐργασία.
§134Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος.). Ἐπὶ πάσης ἀναφορᾶς θὰ δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ἐπερώτησιν. Ἄλλως τε δὲν ἔχει θέσιν ἡ παρατήρησίς σας ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ.
§135Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐσκόπουν διὰ τῆς προτάσεώς μου νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ δύο συζητήσεων. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Προέδρου θὰ συζητηθῇ ἡ ἀναφορὰ πρῶτον κατὰ τὴν συνήθη συνεδρίασιν καὶ ἐπειδὴ τότε βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα πρέπει νὰ εἴπῃ, θὰ ἐπιμείνῃ νὰ συζητήσῃ ταῦτα εἰς ἐπερώτησιν.
§136Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε τόσην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, νὰ διακρίνετε, ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς εἶναι διάφορος τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συστήσητε ἀναφοράν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἀναγκαίως θὰ ἐπερωτήσητε. Ἐὰν θέλητε νὰ καταφύγητε εἰς ἐπερώτησιν θὰ ζητήσητε νὰ ἐγγραφῆτε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἥτις εἶναι ἄσχετος τῆς τῶν ἀναφορῶν. Ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ συγχέωμεν τὰς δύο Ἡμερησίας διατάξεις, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν κυκεῶνα τοῦ παλαιοῦ κανονισμοῦ.
§137Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ δὲν ἀφορῶσι συστάσεις, ὡς ἡ προχθεσινὴ τοῦ κ. Μαμάη.
§138Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αἱ τοιαῦται δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ὡς ἐπερωτήσεις.
§139Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας ἢ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀναφέρεσθαι, νὰ ἀπαλείψῃ ἐκ τοῦ ἄρθρου τὸ «ἢ ἐντολῇ τούτου εἰς τῶν γραμματέων».
§140Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 24 διαγραφέντος τοῦ «ἢ ἐντολῇ τούτου εἰς τῶν γραμματέων, τὸ ἄρθρον 25 καὶ ἀναγιγνώσκεται τὸ 26ον).
§141Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον ὡσαύτως νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς διατύπωσιν ἀπὸ συντακτικῆς μᾶλλον ἀπόψεως, «ἀντὶ ἀλλοίας παρὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξενεχθεῖσαν» «ἀλλοίας τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐξενεχθείσης». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 26 οὕτω διατετυπωμένον καὶ ἀναγιγνώσκεται τὸ 27ον).
§142Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν ὅπως ἀκούωνται ὁσάκις ζητοῦσι τὸν λόγον παρὰ τοῦ Προέδρου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ οὔτε ὑποτίθεται ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ κάμωσι κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ὅπως διακόπτωσι συζητήσεις ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀκμὴν αὐτῶν, διότι ἤθελον κρίνει ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ζημιοῖ αὐτοὺς καὶ ἡ διακοπὴ τοὺς ὠφελεῖ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα πολιτικῆς ἀνατροφῆς καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἱστορία ἀπέδειξεν τοιοῦτόν τι. Τουλάχιστον ἐγώ, κατὰ τὸν βραχὺν χρόνον ὃν ἔχω ἐνταῦθα, δὲν ἀντελήφθην τοιοῦτόν τι. Οὔτε δύναταί τις νὰ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα, ἔστω καὶ διαρκούσης τῆς συζητήσεως, νὰ ὑποβάλλωσι νομοσχέδια ἢ δηλώσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐκτίμησίν των ἔχουσιν σπουδαιότητα. Ἕν πρᾶγμα ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον προβῆ εἰς δηλώσεις σπουδαίας σημασίας, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὅπως μὴ ἡ Βουλὴ ἢ ἡ κοινὴ γνώμη μείνῃ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν Ὑπουργικῶν δηλώσεων, ὅταν μάλιστα αὗται δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἢ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἔστω καὶ ὀλίγων Βουλευτῶν, δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα. Τοιοῦτόν τι δὲν γνωρίζω ἂν περιέχωσιν ἄλλοι Κανονισμοὶ διότι δὲν εἶμαι ἐντριβὴς εἰς τὰ τῶν Κανονισμῶν· γνωρίζω ὅμως τί συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν ἔνθα αἱ δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν συνεπάγονται συζητήσεις. Ἀκριβῶς δὲ αἱ μεγαλείτεραι δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνεπάγονται τὰς σπουδαιοτέρας τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ. Θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ τελευταίου Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἡμῶν ἐπηκολούθησαν δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔμειναν ἄνευ ἀπαντήσεως, διότι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὁ Βουλευτὴς Ψαρῶν, ἀποπειραθεὶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἠμποδίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐπωφελήθη ἄλλης εὐκαιρίας, ἴσως καὶ παραβιάζων τὸν Κανονισμόν, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν δηλώσεων. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ προβαίνουσιν εἰς δηλώσεις, αἵτινες κατὰ τὴν ἐκτίμησιν 5 Βουλευτῶν ἐνδιαφέρουσι τὴν Βουλήν, νὰ γίνεται συζήτησις, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις ἄμεσος, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἰς ἄλλας ἡμέρας δύναται νὰ γίνῃ συνέχεια τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι κατόπιν τῶν δηλώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἐπερωτήσεις. Ἴσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν δηλώσεων νὰ μὴ θελήσωσι νὰ θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὥστε νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα κατόπιν τῶν δηλώσεων. Θὰ ἐπρότεινον λοιπόν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν κατόπιν τοιούτων δηλώσεων ἐὰν 5 τοὐλάχιστον Βουλευταὶ ἤθελον ζητήσει ὅπως ἐπακολουθήσῃ συζήτησις, ἡ συζήτησις νὰ γίνηται. Κατάχρησις τῆς τοιαύτης διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς νομοσχεδίου ὑπό τινος τῶν Ὑπουργῶν, θέλει ἐπέλθει συζήτησις, καθόσον τὰς λεπτομερείας τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή. Ἐὰν ὅμως, Ὑπουργός, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, προβαίνῃ εἰς δηλώσεις, μὴ ἐχούσας σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ὀρθόν, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν Ὑπουργικῶν λόγων χωρὶς νὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι ἀντιρρήσεις. Δὲν εἶναι ὀρθόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη νὰ μένωσιν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν μόνον τῶν ὑπουργικῶν λόγων χωρὶς νὰ παρακολουθῶνται καὶ αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι ἀντιρρήσεις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκει): «ἐὰν κατόπιν δηλώσεως Ὑπουργῶν, δέκα Βουλευταὶ ἤθελον ζητήσει τὴν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων συζήτησιν, ἡ συζήτησις αὕτη προηγεῖται παντὸς ἄλλου θέματος».
§143Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ κατάχρησις ἐγίνετο μέχρι τοῦδε διὰ τῆς μεθόδου τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως. Μετὰ τὰς τοιαύτας δηλώσεις ἐλύετο ἡ συνεδρίασις. Διὰ τῆς τροπολογίας δέ, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, τὸ ἄτοπον τοῦτο δὲν προλαμβάνεται· θὰ βελτιωθῇ διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὰ ἤθη νὰ τὸ κανονίσωσι, διότι καὶ ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου, τί θὰ γίνῃ; Ζητοῦσι πέντε Βουλευταὶ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις· ὁ Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν καὶ ἔπειτα λέγει, «λύεται ἡ συνεδρίασις».
§144ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ναί, ἀπολύτως δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν. Περιστέλλεται ὅμως ἱκανῶς, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν θὰ δύναται νὰ ἀποκρούσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων. Εἰς τὸ μέλλον πᾶσα Κυβέρνησις δὲν θὰ δύναται νὰ ἀποκρούσῃ τὴν συζήτησιν, ἄνευ μειώσεως τοῦ κύρους της. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις.
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συμπληρῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, προσθέτω ὅτι τοσαύτη ὑπάρχει ἀνάγκη προσθήκης τῆς διατάξεως ταύτης, ὥστε θὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς, τί συνέβη ἐσχάτως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε σειρὰν νομοσχεδίων καὶ νομίζω, ὅτι οὐχὶ ἀσκόπως μετὰ τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργός, διελύθη ἡ συνεδρίασις διὰ λόγον ὑπάρχοντα καὶ πρὸ τῆς συνεδριάσεως. Εἶχε τότε ἀποβιώσει ὁ συνάδελφος Χαροκόπος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο γνωστὸν εἰς ἐμὲ πρὶν νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ μὴ διατελῇ ἐν γνώσει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§146Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε γνῶσιν ἐπίσημον. Ἐν τοῖς διαδρόμοις τῆς Βουλῆς ἤκουσα ὅτι ἀπέθανεν ὁ συνάδελφος Χαροκόπος. Ἔστειλα ἀμέσως ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς εἰς τὸν οἶκον τοῦ μακαρίτου Χαροκόπου καὶ ἐζήτησα πληροφορίας, ὅταν δὲ ὁ ὑπάλληλος ἐπανελθὼν ἐβεβαίωσε τὸ ἄγγελμα, προέβην ἀμέσως εἰς ἐπίσημον ἀναγγελίαν τούτου πρὸς τὴν Βουλήν.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύσω τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἶναι ὅτι ἔμεινεν ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι σκοπίμως διελύθη ἡ συνεδρίασις εἰς ὡρισμένην στιγμήν, ὅπως διατελῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§148Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἄλλην φορὰν ὑπέβαλε νομοσχέδια ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τούτοις, καίτοι ἐσχημάτισεν ἡ Βουλὴ ἄλλην ἐντύπωσιν, ἐν τούτοις τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Διατί παίρνετε τὸ ἕνα καὶ δὲν παίρνετε τὸ ἄλλο.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί θὰ ἐγένετο ἐὰν δὲν ἐλύετο ἡ συνεδρίασις; Συζήτησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι δὲν ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός.
§150Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων δύναται νὰ γίνῃ. Ἐγὼ ἐπεκαλέσθην μίαν διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικωτέρου τῶν ἐθνῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπακολουθοῦσι σπουδαῖαι συζητήσεις, λαμβάνουσι δὲ μέρος οἱ ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν κομμάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδεὶς θὰ εἶναι ἀνόητος νὰ εἰσέλθῃ εἰς συζήτησιν, διότι ὁ Πρόεδρος θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐὰν προκύψωσι δηλώσεις τοιαῦται, ὥστε κατὰ τὴν ἐκτίμησιν πέντε Βουλευτῶν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, ἡ συζήτησις εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ. Ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἔλαβε τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχων καὶ οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ κάμῃ δηλώσεις, προέβη εἰς τοιαύτας. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τις τῶν Βουλευτῶν τὸν λόγον ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ ἐλέγξῃ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα;
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτούπη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 28. Τίθεται τὸ ἄρθρον 25 ὡς ἔχει. Μετὰ τὴν πρώτην περίοδον καὶ μετὰ τὴν λέξιν «τοῦ Προέδρου» προστίθενται «ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἵστανται βλέποντες πρὸς τὸ Προεδρεῖον».
§152Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ τῆς φράσεως «ἵστανται βλέποντες πρὸς τὸ Προεδρεῖον» νὰ τεθῇ μόνον «βλέποντες πρὸς τὸ Προεδρεῖον».
§153Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προτείνω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν τῆς προσθήκης: «ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύνανται νὰ βλέπωσι καὶ πρὸς τὸ «Προεδρεῖον», ἢ νὰ τεθῇ «δικαιοῦνται νὰ βλέπωσι καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον» ἢ νὰ τεθῇ «ἐπιτρέπεται νὰ βλέπωσι καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον». Ἰδοὺ διατί· διότι ὑπάρχουσι θέσεις ἀπὸ τῶν ὁποίων λαλοῦντες οἱ Βουλευταὶ καὶ βλέποντες πρὸς τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ καθίστανται ἀκουστοί. Ἡ θέσις αἴφνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, νῦν, εἰς τὴν ὁποίαν συνήθως κάθηνται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ἐπιβάλλει νὰ βλέπωσι μᾶλλον πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀκούωνται. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰ πάντα ἱκανοποιεῖ ἡ προσθήκη τροποποιουμένη οὕτως: ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπιτρέπεται νὰ βλέπωσι καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον» ἢ ἄλλως νὰ ἀπαλειφθῇ τελείως.
§154Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ἡ διάταξις ἐτέθη διὰ ν’ ἀναγκάζωνται οἱ ὁμιλοῦντες ὅταν, λόγῳ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουσι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως ν’ ἀκούωνται, ν’ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος. Οὐδεὶς ἐκβιάζεται σεβόμενος τὸν Κανονισμόν, δὲν ὑπάρχουσι δὲ πρόσωπα, ἐλπίζω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀσεβήσῃ πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν ἐγὼ εἶμαι Πρόεδρος θὰ παρακαλέσω οἷος δήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν οἱ ἀγορεύοντες Βουλευταὶ ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν· Βουλὴ δὲν εἶναι τὸ Προεδρεῖον. Καὶ βεβαίως ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ εἶναι καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας πολλοὶ Βουλευταὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωσι τὸν λόγον ὅπως εἴπωσι λέξεις τινὰς ἢ ζητήσωσι διασαφήσεις τινάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ μὴ εἶναι ἠναγκασμένοι, διὰ τὴν ἀπαγγελίαν ὀλίγων λέξεων, νὰ ἀναβαίνωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος· εἶναι δὲ καὶ πολλοὶ τοὺς ὁποίους ἡ φωνὴ δὲν τοὺς βοηθεῖ ὥστε ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀκούωνται καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀκούωνται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ ἀκούωνται καὶ ἀπὸ τοὺς στενογράφους.
§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις. Εἶναι δὲ πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ὁμιλοῦσι διὰ τὴν ἱστορίαν ὥστε νὰ τὰ γράψωσιν οἱ στενογράφοι, ἀλλ’ ὁμιλοῦσι διὰ τὴν Βουλὴν καὶ πρέπει μᾶλλον ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιλαμβάνηται, παρὰ οἱ στενογράφοι. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ αὐτό.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§160Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι ὅτι πρέπει τὰ λεγόμενα πρὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποθησαυρίζωνται ὑπὸ τῶν στενογράφων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῇ ὁ Βουλευτὴς νὰ ὁμιλῇ στρεφόμενος πρὸς τὸ Προεδρεῖον «εἰ δυνατὸν» οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένος, νὰ μὴ θεωρῆται παράβασις ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§162Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὔτε ἂν μείνῃ ἡ διάταξις θὰ σωθῇ ἡ Πατρὶς οὔτε ἂν ἀπαλειφθῇ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον τῶν λεπτομερειῶν τόσον ὥστε νὰ νομίζῃ τις ὅτι ἐνταῦθα εὑρίσκονται μαθηταὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις αὕτη, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, μοὶ ὑπενθυμίζει τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται ὅτι ὁ λοχίας ἔλεγε πρὸς τὸν στρατιώτην: κατὰ τὸ σκόρδον καὶ κατὰ τὸ κρομμύδι! Ὁ Ἕλλην Βουλευτὴς ἔχει ἀσφαλῶς τὴν συναίσθησιν εἰς ποῖον σημεῖον πρέπει νὰ ἵσταται. Ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐντείνῃ προφανῶς τὸ πνεῦμά του, τὴν στάσιν του, τὴν ῥητορικήν του θέσιν εἰς μέλος τι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι πολλάκις ἀποτεινόμεθα διὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ οἱ Ὑπουργοί, ἐνίοτε, ἀπασχολοῦνται εἰς διάφορα γενικώτερα ζητήματα εἴτε εἰς μικροεπεισόδια εἴτε εἰς οἰκογενειακά. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ Ἕλλην Βουλευτὴς ἔχει συναίσθησιν εἰς ποῖον σημεῖον πρέπει νὰ ἵσταται.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 28 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§164Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπάλειψιν ἐδέχθη;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὅπως ἔχει. Ἄρθρον 29. (Ἀναγινώσκεται).
§166Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§167Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Δὲν εἶναι ὑπὸ ψήφισιν. Μένει ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον 26.
§168Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἔχει. Ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω μίαν μικρὰν προσθήκην. Ἀφήσατε νὰ ἀκούσητε, κύριε Πρόεδρε, καὶ κατόπιν, ἐὰν θέλετε, τὸ διαγράφετε. Μὲ ἔφερεν ἀκριβῶς εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ συζήτησις ἄλλη διεξαχθεῖσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Καὶ ἐκεῖ συνεζητήθη, ἂν πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ὁ γραπτὸς λόγος. Ἐπειδὴ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους, μὴ χειριζομένους καλῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἀπὸ τὰ διαμερίσματα τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζομεν, θὰ παρεκάλουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 26 καὶ ἡ φράσις ὅτι: «ἐπιτρέπεται καὶ γραπτῶς νὰ ὁμιλῇ τις».
§169Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ τελειώσωμεν, προβάλλω μίαν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου εἰς τὴν συζήτησιν. Ὅσα ἄρθρα μένουσιν ὅπως ἔχουσιν εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν καὶ μεταφέρονται μόνον κατὰ τάξιν χωρὶς νὰ μεταβληθῶσι κατ’ οὐσίαν, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§170ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅλα εἶναι ὑπὸ συζήτησιν.
§171Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Πρόεδρος). Δὲν εἶναι ὅλα ὑπὸ συζήτησιν. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων εἶναι ἡ συζήτησις. Μεταβάλλεται μόνον ὁ ἀριθμός. Δὲν θίγεται τὸ ἄρθρον, θίγεται ὁ ἀριθμός, ἀντὶ νὰ εἶναι 26, εἶναι 29.
§172ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι 26. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀντιπρότασις.
§173Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμός, κύριε Πρόεδρε, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν ἴσως–ἴσως εἶναι ὁ μόνος ἐξ ὅλων τῶν Κανονισμῶν τῶν Κρατῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Κανονισμὸν τῆς Γερμανικῆς Βουλῆς. Ἀπαρτίζεται ἀπὸ 124 ἄρθρα· ὁ ἰδικός μας ἀπὸ 120. Καλὸν εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ τὴν προσθήκην αὐτήν. Τοῦτο θὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ὅπου συνεζητήθη, ὅπως χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ὁμιλοῦσι, εἰς τοὺς ἀλλοεθνεῖς, νὰ ἀπαγγέλλωσι γραπτῶς τὸν λόγον των. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ Ἰταλικὸς Κανονισμὸς ἐπιτρέπει τοῦτο. Ὁ Γερμανικὸς εἰς τὸ ἄρθρον 45 ἀκριβῶς λέγει ὅτι: «ὁ γραπτὸς λόγος ἀπαγορεύεται. Ἐπιτρέπεται μόνον εἰς ἐκείνους οἵτινες εἰς τὴν Γερμανικὴν γλῶσσαν δὲν εἶναι δυνατοί».
§174ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶσθε βέβαιος ὅτι ὅσοι θὰ ἀπαγγέλλωσι λόγους θὰ τοὺς ἔχωσι γράψει οἱ ἴδιοι;
§175Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Τὸ Σύνταγμά μας ἔδωκεν ὑμῖν εὐρυτάτην ἐξουσίαν ὡς νομοθετικὸν Σῶμα.
§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε ἕνα ἑκατομμυριοῦχον, ἀγνοοῦντα γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, δὲν φρονεῖτε τότε ὅτι θὰ μᾶς ἔλθῃ ἐδῶ νὰ μᾶς ἀπαγγέλλῃ ὁλοκλήρους ἀγορεύσεις;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§178Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναπτύσσω διατί φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ καλὸν εἶναι νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα· ἐὰν ἡ ἡμετέρα Βουλὴ δεχθῇ νὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον, θὰ δώσωμεν καλὸν παράδειγμα ἴσως καὶ μᾶς μιμηθῇ ἡ γείτων ἐπικράτεια ὅτε θὰ διευκολύνομεν τοὺς Βουλευτάς μας οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὴν Ὀθωμανικὴν γλῶσσαν. Βλέπετε ὅτι καὶ ἄλλος Κανονισμὸς παρέχει τὴν εὐκολίαν ταύτην. Φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἀναλογιζομένη τὴν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ εἰς ἄλλους ἀδελφούς, θὰ στέρξῃ νὰ προστεθῇ, εἴτε εἰς τὸ ἄρθρον 29 εἴτε εἰς τὸ 30, καὶ ἡ φράσις ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ γραπτῶς νὰ ὁμιλῇ τις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 30. (Ἀναγινώσκεται):
§180Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι τὸ ἄρθρον ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν. Μία μόνη διαφορὰ ὑπάρχει: ἀπηλείφθη ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου ἡ φράσις «προσωπικὰ κατὰ τῶν συναδέλφων των». Ἀφήρεσα τοῦτο, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ἐξ ἴσου ἀναξιοπρεπὲς εἶναι νὰ ἀπευθύνωνται ὕβρεις καθ’ οἱουδήποτε προσώπου.
§181Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν ἀπευθύνεται ἐπίκρισις καθ’ ὁμάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὕβρις. Π. χ. ἐὰν εἴπῃ τις ὅτι ἡ διαγωγὴ αὕτη δὲν εἶναι ἔντιμος, πρὸς πρόσωπον, εἶναι ὕβρις, ἀλλὰ καθ’ ὁμάδος δὲν εἶναι.
§182ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μία παρατήρησιν θὰ κάμω σχετικῶς μὲ τὴν λέξιν «ὕβρις». Ἡ λέξις «ὕβρις» εἶναι ὄντως ὅρος περιεκτικός. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἀφῄρεσε τὸν περιορισμὸν «ὕβρεις πρὸς συναδέλφους» καὶ ἔθεσε τὴν γενικωτέραν φράσιν «ὕβρεις». Νὰ ἐπιτρέψῃ ὅμως ἡ Βουλὴ εἰς ἐμὲ νὰ φρονῶ ὅτι καὶ ἡ λέξις «ὕβρις» εἶναι ὑπό τινα ἔποψιν περιοριστικὴ καὶ ἔχει χρείαν ἐπεκτάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν, δὲν εἶναι μόνον τὸ νὰ μὴ ἐκφέρωνται ὕβρεις κατὰ προσώπων· τὸ ζήτημα νομίζω εἶναι ζήτημα εὐπρεπείας, ὅτι δηλαδὴ ὁ ὁμιλῶν πρέπει νὰ διατηρῇ τὴν εὐπρέπειαν ἐκείνην καὶ τὸν σεβασμόν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ πρὸς τὸ Σῶμα ὁλόκληρον. Ὑποθέσατε, Κύριοι, πρᾶγμα ἀπίθανον, διότι δέον νὰ προβλέπωνται καὶ τὰ ἀπίθανα, ὅτι εἷς, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἀποφασίζει, ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, νὰ μεταχειρισθῇ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐρυθριῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ὥστε νὰ νομίζῃ τις ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἄλλο τι κατάστημα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ τῷ εἴπῃ σὲ ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν; Θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ οὗτος ἴσως δὲν ὕβρισα τινά· εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκφράσεώς μου· οὕτω συνηθίζω ἐγώ· τοιαύτας μεταχειρίζομαι ἐκφράσεις, ἀδιάφορον ἂν σεῖς στενοχωρεῖσθε, ἂν προσβάληται ἡ ἠθική. Συμφέρει τοιαύτη ἐλευθερία; Νομίζω λοιπὸν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις «ἐκτρέπονται εἰς ὕβρεις» διὰ τῆς φράσεως «ἐκτρέπονται τῆς εὐπρεπείας», ὁ ὁποῖος εἶναι ὅρος γενικώτερος. Ὅστις δὲν εἶναι εὐπρεπὴς δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§183Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχω ὡς δεδομένον ὅτι τελευταίως, ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἤλεγξα, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ καυστικώτερόν πως, πρώην Ὑπουργόν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος διὰ κωδωνοκρουσίας ἰσχυροτάτης μοὶ διέκοψε τὴν ὁμιλίαν καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν σοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζῃς ἐν ὀνόματι τῆς ἀσυλίας. Βεβαίως, ἐν μέσῳ τοῦ δαιμονιώδους ἐκείνου θορύβου, ὁ ῥήτωρ ἐσίγησεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ προλάβωμεν, κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτας παρεξηγήσεις, διότι Κανονισμοὶ δὲν θὰ γίνωνται πάντοτε, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ τεθῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται ὕβρεις κατὰ προσώπων....
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡρισμένων.
§185Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔστω. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπεξέτεινον ἐπὶ πλέον τὸν ὅρον «ὕβρεις κατὰ συναδέλφων», διότι δύναται εἷς τῶν κ. κ. Προέδρων στηριζόμενος ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς πλειονοψηφίας νὰ διακόπτῃ ἕνα ῥήτορα, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ Α ἢ Β, μετὰ τοῦ ὁποίου κατὰ συγκυρίαν ὁ κ. Πρόεδρος διατελεῖ ἐν συγγενείᾳ. Βεβαίως ὁ ῥήτωρ θὰ διαμαρτυρηθῇ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Πρόεδρος θὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καί, φυσικά, ὁ μὲν ῥήτωρ θὰ κατέλθῃ, ὁ δὲ Πρόεδρος θὰ κατέλθῃ πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ θὰ ἀνέλθῃ πάλιν ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ νὰ μὴ γεννῶνται λοιπὸν παρεξηγήσεις καὶ διὰ νὰ μὴ προσκρούσωμεν καὶ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀσυλίας ἀκόμη, τολμῶ εἰπεῖν, διότι ἡ ἔκφρασις, καυστική πως, ἐκλαμβάνεται ὡς ὑβριστική, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατυπώσῃ τὴν φράσιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται ὕβρεις κατὰ συναδέλφων. Ἐλέγχω ἕνα ὑπάλληλον, τὸν δημόσιόν του βίον, καὶ τοῦ λέγω ὅτι εἶναι κλέπτης· εἶναι ὕβρις αὐτό;
§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἅμα εἶναι διεφθαρμένος θὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἂς μὲ ἀνακαλέσουν χιλίας φορὰς εἰς τὴν τάξιν.
§187Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τελωνειακὸς ὑπάλληλος ἀνακαλύπτεται ἐνεργῶν λαθρεμπόριον· ἂν τὸν ἀποκαλέσω λαθρέμπορον θὰ εἴπῃ ὁ Πρόεδρος: ὑβρίζεις, διότι, ἂν τὸ εἴπω καὶ δὲν εἶμαι ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, φέρω τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξυβρίσεως καὶ συνεπῶς παραπέμπομαι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐνῷ ἐνταῦθα μὲ προστατεύει ἡ ἀσυλία· οὐχ ἧττον, δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ὕβρισα, καὶ συνεπῶς, ἐγὼ τυγχάνω ὑβριστής. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, εἰ δυνατόν, νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον, τὸ πολὺ προσεχές, παρεξηγήσεις τοιαύτας, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ Πρόεδροι θὰ παρεξηγῶνται καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ χαρακτηρίζωνται ὡς ὑβρισταί.
§188Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δύναται νὰ ἐλεγχθῇ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος διὰ πᾶσαν κακὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν διέπραξε, χωρὶς νὰ ὑβρισθῇ. Δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ πᾶσαν ἐγκληματικὴν διαγωγὴν οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, χωρὶς νὰ ἀπευθύνῃ καὶ ὕβρεις.
§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ τὸν εἴπωμεν, ἀξιότιμον κύριον κλέπτην; Ὁ ἔντιμος κύριος διεφθαρμένος;
§190Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι νὰ μὴ ἐκτρέπεται εἰς ὕβρεις ὁ Βουλευτής, δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ τὸ δυνατὸν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο ἀπαραίτητον εἶναι, ὅπως προστεθῇ «κατὰ συναδέλφων». Ἂν θελήσῃ τις νὰ κάμῃ χρῆσιν φράσεώς τινος βαρείας ἐκ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ προσώπου ἀπόντος, τοῦτο δὲν δύναται νὰ φέρῃ διατάραξιν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ὁ Βουλευτὴς φέρει τὴν εὐθύνην τῶν λεγομένων του· δὲν δύναται ὅμως νὰ λεχθῇ τοῦτο καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκτρέπεται εἰς ὕβρεις κατὰ παρόντων, διότι ὁ παρὼν θὰ διακόψῃ καὶ θὰ ἐπέλθῃ θόρυβος, ὅστις θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Τὸ ἄλλο, τὸ νὰ μὴ ἐκτρέπηται εἰς ὕβρεις καθ’ οἱουδήποτε, θά δίδῃ λαβὴν εἰς καταχρήσεις, διότι θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν κατηγορίαν καθ’ ὡρισμένου ὀργάνου τῆς ἐξουσίας, ὡς ὕβριν. Θὰ ἐρωτήσω δ’ ὑμᾶς, ἂν δὲν θὰ ἠδύνατο εἷς Πρόεδρος, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἦτο οὗτος φίλος τῆς πλειονοψηφίας νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ φράσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὴν φράσιν περὶ ἐλλοχευόντων ὡς ὕβρεις κατὰ τοῦ προσώπου τῶν πρώην κυβερνητῶν τῆς χώρας, ἂν δὲν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς ὡς ὑβριζομένους, ὁσάκις γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως αὐτῆς. Ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ παραστῶμεν εἰς τὸ θέαμα, ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὰ πρόσωπα μέν, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει νὰ φανῇ ἐπιεικής, νὰ χαρίζηται, ὁσάκις γίνεται χρῆσις αὐστηρῶν λέξεων, εἰς ἄλλα δέ, ὄχι, ὁπότε νομίζω, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι τοιαῦτα ζητήματα μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν καὶ τοῦ Προέδρου, ὥστε, ἀντὶ τῆς εὐκοσμίας νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀκοσμία, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Πρόεδρος θέλων νὰ προφυλάξῃ πρόσωπα ἀπὸ τὴν ὑποτιθεμένην ὕβριν, θὰ προκαλέσῃ τὰς αἰτιάσεις τῶν κ. Βουλευτῶν κατ’ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταλήξωσιν εἰς ὕβριν.
§191Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀποδεχόμεθα τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «ὕβρεις κατὰ προσώπων ὡρισμένων».
§192Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ἀναγράφει περιστάσεις καθ’ ἃς δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος νὰ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν. Τοιουτοτρόπως λέγει «οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος...». Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο πληρέστερον τὸ ἄρθρον, ἂν προσετίθετο ἡ ὑποχρέωσις πρὸς τοὺς Βουλευτὰς νὰ φέρωνται εὐλαβῶς πρὸς τὸν Πρόεδρον; Τοῦτο οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαντᾷ, διότι ἴσως ὅταν συνετάχθη ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐνεδείκνυετο τότε ἡ ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα δεικνύει ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ ἐδάφιον βʹ. πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀνευλαβῶς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἢ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους των ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος....» κλπ.
§193ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ κρίνει;
§194Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ Πρόεδρος, ὁ Βουλευτής.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης.
§196Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ, ἡ δὲ τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι «ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ὕβρεις κατὰ προσώπων ὡρισμένων» δὲν εἶναι σκόπιμος. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 27 εἶναι νὰ παρεμποδίσῃ τὴν μεταξὺ συναδέλφων ὕβριν καὶ διάστασιν· ἂν θελήσωμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ πρᾶγμα, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ὕβρεων κατὰ προσώπων ὡρισμένων, νομίζω, ὅτι θὰ περιορίσωμεν πολὺ τὸν ἔλεγχον. Καὶ ἐπὶ παραδείγματι· ὁμιλῶ περί τινος δικαστοῦ καὶ λέγω ὅτι ἀναισχύντως παρέβη ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, περὶ τῆς ὁποίας τὸν ἐλέγχω, τὸ καθῆκόν του δύναται κάλλιστα ὁ Πρόεδρος νὰ θεωρήσῃ τοῦτο ὡς ὕβριν. Ὁμιλῶ περί τινος Νομάρχου καὶ λέγω ὅτι ὁ Νομάρχης οὗτος διέπραξε κλοπὴν ἀναίσχυντον. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις, δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ὕβρισα ὡρισμένον πρόσωπον.
§197Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις κατωτέρω «ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος».
§198Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν συναδέλφων του.
§199Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Γενικῶς.
§200Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐγώ, καίτοι ἐπὶ τόσα ἔτη ὢν Βουλευτής, δὲν ὑπέπεσα εἰς τὸ παράπτωμα νὰ ὑβρίσω κανένα. Φρονῶ ὅμως ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης.
§201Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ 30ον ἄρθρον καὶ τὸ 32ον πρέπει ἀπὸ κοινοῦ νὰ συζητηθῶσι, διότι ἀφορῶσι δικαιοδοσίαν τοῦ Προέδρου ἐν τῇ εὐκοσμίᾳ τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§202Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἀποδέχομαι νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχε.
§203Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Πρὸς Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλλιτέρα μεταρρύθμισις, διότι ὑβρίζοντο πρόσωπα.
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάγονται αὐτοὶ εἰς τοὺς τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος.
§205Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ καὶ θὰ στέρξῃ εἰς τὴν προταθεῖσαν μεταβολήν. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἄλλος τις λόγος νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ λόγος νὰ ἀναγραφῇ ἡ εὐκοσμία καὶ ἡ εὐπρέπεια περὶ τὴν γλῶσσαν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀσχολίαν ἡμῶν.
§206Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ παραδώσωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Συμπολιτεύσεως.
§207Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατί οἱ κ. συνάδελφοι φρονοῦσιν ὅτι ὁ ἔλεγχος προσώπων, ὁ ἔλεγχος ὑπαλλήλων ἢ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται γίνῃ παρὰ μόνον δι’ ὕβρεων.
§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶπε τοιοῦτον τι· καθεὶς εἰξεύρει νὰ τιμᾷ τὴν γλῶσσαν του. Δὲν θὰ τὸν κρίνητε σεῖς.
§209Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὅταν κατ’ ἀρχὴν δέχεσθε ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν σᾶς εἶναι ἀναγκαῖον ἐπιχείρημα εἰς τὴν ὁμιλίαν σας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀντιτείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως. Ἄν ὑπάρχῃ ὁ φρονῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἢ δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ, παρὰ μόνον προσφεύγων εἰς τὰ ὕβρεις κατ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις.
§210Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καλὰ εἶπεν εἷς τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε καὶ τὸ ὑβρεόμετρον.
§211Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς προάγεταί τις εἰς αὐστηρὰς κρίσεις περί τινος τοῦ ὁποίου ἐλέγχει τὰ ἔργα· ἀλλὰ στοιχειώδης εὐπρέπεια, στοιχειώδης γνῶσις, τόσον πλουσίας γλώσσης, τῷ ὑπαγορεύει φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρουσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ εἴπῃ, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶναι ὕβρεις. Ἤκουσα, ἐν παραδείγματι, τοῦ κ. συναδέλφου ἐρωτῶντος πρότερον πῶς θὰ εἴπητε περὶ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναισχύντως παρεβίασε τὸν νόμον; Θὰ εἴπῃ οὕτω π. χ. ὁ δικαστὴς παρεβίασε τὸν νόμον μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰς στοιχειώδεις ὑπαγορεύσεις τῆς αἰδοῦς (διαμαρτυρίαι). Παρακαλῶ, Κύριοι.
§212Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.
§213Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν κεῖνται ἐν τῇ ἐννοίᾳ, κεῖνται ἐν τῇ λέξει. Ἂν εἴπητε ὅτι ἐπελάθετο τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἂν εἴπητε ὅτι εἶναι ἀνήθικος· καὶ ἐν τούτοις κατ’ ἔννοιαν συμπίπτουσιν. Ἡ εὐκοσμία λοιπὸν τῶν συζητήσεων, τοῦτο κυρίως θέλει ἀποκλείσῃ, τὰς ὕβρεις. Ἠκούσαμεν πολλῶν κυρίων ῥητόρων οἱ ὁποῖοι ὅταν ἐπιτίθενται εἶναι καυστικώτατοι, καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε μίαν ἀπρεπῆ λέξιν καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι μόνον αὐτοὶ οἱ ῥήτορες ἀκούονται. Ἠκούσαμεν καὶ ῥητόρων, ἂς εἴπωμεν εἰς τὸ παρελθὸν ἵνα μὴ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν συγχρόνων συναδέλφων, ἠκούσαμεν, ἀπαγγελθείσας ἀγορεύσεις περιεχούσας ὕβρεις καὶ ἐτέθημεν ἐν ἐπιφυλάξει περὶ τῆς εὐπρεπείας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰς εἶπον. Ἔχω τὴν γνώμην λοιπὸν ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου.
§214Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῶσι πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς συναδέλφους οἱ ξένοι, οἱ τρίτοι, διότι τὸ ὑβρίζειν ἀπόντας εἶναι προστυχώτερον. Οἱ συνάδελφοι εἶναι παρόντες καὶ δύνανται νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτούς, ἐνῷ οἱ ξένοι δὲν δύνανται οὔτε διὰ μηνύσεως πολλάκις. Ἀκριβῶς δὲ ἐγὼ γνωρίζω καὶ ἐξ ἰδίας κοινοβουλευτικῆς πείρας καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν, ὅτι ὁ Πρόεδρος οὐδέποτε ἔκρινε αὐστηρῶς τοὺς λόγους τοῦ Βουλευτοῦ, ὑπὸ ἔποψιν ἐξυβρίσεως εἴτε συναδέλφου εἴτε τρίτου. Πολλάκις παρετήρησα ὅτι Βουλευταὶ ὑβρίζουσι συναδέλφους, καὶ τρίτους καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένους καὶ διὰ λέξεων καὶ διὰ σχημάτων· ἐν τούτοις τὸ Προεδρεῖον εἰς πάντα ὑπῆρξε ἐπιεικέστατον. Οὐδένα Βουλευτὴν νομίζω ἱκανὸν ἀπὸ σκοποῦ νὰ θελήσῃ νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς τρίτους, δι’ ὕβρεων διὰ νὰ πράξωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν ταύτην.
§215ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι παρεξήγησις ὑπάρχει ἀπὸ ἀγαθωτάτης ὁρμωμένη προαιρέσεως. Διότι, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ἐλαχίστη, ὅτι τὸ ὑβρίζειν εἶναι πρᾶξις χυδαιοτάτη, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ ὑβριστικῶς ὁμιλῶν εἶναι ῥήτωρ ἀδαέστατος καὶ πρὸ παντὸς δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Εἶναι ἀναμφίβολα ταῦτα· ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα εἶναι ἀναμφίβολα, ἐπαναλέγω, νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Ἀσχολούμεθα Κύριοι νὰ καταρτίσωμεν τὸν Κανονισμὸν τοῦ Σώματος, κατὰ ποῖόν τινα τρόπον δηλαδὴ θὰ θέσωμεν διατάξεις ἐπιτυχεῖς, ἵνα προσαρμοσθῇ καταλλήλως, ὥστε νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἐργασίαι τοῦ Σώματος ἐπωφελέστεραι. Δὲν νομίζω, ὅτι συντάσσομεν Κανονισμὸν καλῆς συμπεριφορᾶς· τοῦτο εἶναι δεδομένον, πρέπει τουλάχιστον νὰ εἶναι δεδομένον, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν ἔχει καλὴν συμπεριφοράν· ἕκαστος δὲ ἐξ ἡμῶν νομίζω ὅτι παραβαίνων τοὺς κανόνας τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς, εὐθὺς ἀμέσως ὑφίσταται καὶ τὴν τιμωρίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, ἐπικαλοῦμαι ἐντεταμένην τὴν προσοχὴν ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ μάλιστα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, «Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλευτικῶν του καθηκόντων». Ἐνταῦθα ἔχετε οὐχὶ μόνον ἀπαγόρευσιν ἀλλὰ καὶ τιμωρίαν, διὰ μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν καὶ γινώσκομεν πάντες ὡς ὕβριν καὶ ὁ ποινικὸς νόμος χαρακτηρίζει ὡς πρᾶξιν. Ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, διατὶ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν καὶ ἀπαγορεύσωμεν, ὡς τὴν ἐξύβρισιν, καὶ τὴν συκοφαντίαν; Ἐξακολουθοῦντες τὴν αὐτὴν σειρὰν σκέψεων νὰ τιμωρήσωμεν καὶ τὴν ψευδῆ καταμήνυσιν; Τὸ πρᾶγμα νομίζω ὅτι εἶναι κατάδηλον.
§216Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἡ ὕβρις καταφαίνεται ἀμέσως ὅτι εἶναι ὕβρις, προϋποθέτει δὲ ἄμεσον καὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου. Ἑπομένως αὐτὴν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν διότι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὴν ἀντιληφθῶμεν· ἐνῷ διὰ τὴν συκοφαντίαν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ διαδικασία.
§217ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται τὰ ζητήματα. Ἡ διαδικασία δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Πρόκειται περὶ τῆς νομικῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε σᾶς ἀπαντῶ τοῦτο· τί θὰ ἐκώλυε κατὰ τὴν αὐτὴν σειρὰν τῶν σκέψεων ὁ κύριος Πρόεδρος νὰ κρατήσῃ σημείωσιν τῆς καταγγελλομένης ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ πράξεως καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ διαδικασία περὶ τῆς ὁποίας εἴπατε;
§218Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι διάφορος ἡ εὐθύνη ἡ ἠθική, ἡ πειθαρχική, τῆς ἐσωτερικῆς εὐταξίας, ἀπὸ τὴν ποινικὴν εὐθύνην, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν φέρει ὁ Βουλευτὴς ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἐὰν δὲν φέρῃ ποινικὴν εὐθύνην κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν σημαίνει ὅτι δὲν φέρει εὐθύνην καὶ διὰ τὴν ὀφειλομένην εὐκοσμίαν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος.
§219ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ σᾶς ἀναγινώσκω καὶ αὖθις τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν «Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται».
§220ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακριτικῶς ἐννοεῖται.
§221ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «Οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται». Ὑποθέτω ὅτι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχουσιν ἐξετασθῆ τὰ ζητήματα ταῦτα. Εἰς τὸ Σύνταγμα ἀναγράφεται πῶς ἡ Βουλὴ ἐξασκεῖ τὰ καθήκοντά της, ὅτι ἡ Βουλὴ καταρτίζει τὸν Κανονισμὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά της· ἀλλὰ πρέπει νὰ τηρηθῇ καὶ ἡ μία διάταξις καὶ ἡ ἄλλη.
§222Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Διατί ἐπιμένετε ἀφοῦ ἐδέχθην νὰ τεθῇ τὸ «κατὰ συναδέλφων».
§223ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδέχθητε τὸ κατὰ συναδέλφων ἀλλὰ βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἑπομένη διάταξις «οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος πρὸς τοὺς συναδέλφους...»
§224Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§225ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως ναί, διότι ἄλλως τὸ δῶρόν σας θὰ εἶναι πλέον ἢ ἄδωρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως ἢ οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος πρὸς τοὺς συναδέλφους. Καθ’ ὅσον ἄλλως ὑποχωρεῖτε εἰς τὸ ὀλιγώτερον καὶ λαμβάνετε τὸ πολὺ περισσότερον. Οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος, οἱ ὑβρισταί, δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὑπὸ συμπάσης τῆς Βουλῆς ὑφ’ ὅλου τοῦ κόσμου ἢ ὅτι εἶναι ἄνθρωποι χυδαιότατοι καὶ θὰ εὕρωσιν εὐθὺς ἀμέσως ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ τούτῳ τὴν προσήκουσαν τιμωρίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ μὴ εὕρωσι τὴν τιμωρίαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν συνειδήσει. Ἀλλὰ νὰ μὴ παρεξηγῶμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ νὰ συντάξωμεν Κανονισμὸν καλῆς συμπεριφορᾶς. Νομίζω, ὅτι δὲν προσήκει τοιαύτη τις ἐργασία εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, οὐδ’ εἶναι ὁ προορισμὸς τῶν πολιτικῶν Σωμάτων νὰ συντάσσωσι τοιούτου εἴδους Κανονισμούς.
§226Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ σκοπιμωτέρα τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐπροέτεινεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν. Ἡ πεῖρα, ἡ μικρὰ μὲν ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πικρά, μὲ διδάσκει νὰ δέχωμαι τοῦτο καθόσον, ἐνταῦθα ἠκούσθησαν ὕβρεις βαρεῖαι, βαρύταται, κατὰ προσώπων ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκομένων, καὶ αἱ ὕβρεις αὗται βεβαίως προσβάλλουν ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Εἶναι λυπηρὸν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, κατὰ προσώπων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων μὴ δυναμένων δὲ νὰ λογοδοτήσωσιν ἐπὶ τῶν πράξεων αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται αὐτοῖς, νὰ ἐκτοξεύωνται κατ’ αὐτῶν καὶ ὕβρεις. Ἦτο μέτρον λοιπὸν σκοπιμότητος καὶ σωφροσύνης νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν τιμὴν οἱουδήποτε προσώπου, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὸ πρόσωπον τοῦτο δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο καὶ μάλιστα μετὰ τὰς συζητήσεις ἀκριβῶς, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἠπόρησα πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδέχθη νὰ τεθῇ τὸ «συναδέλφων» καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «καθ’ ὡρισμένων προσώπων», διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἀποδεικνύει ὅτι ὑπεστηρίχθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαγορευθῶσιν αἱ ὕβρεις κατὰ τῶν συναδέλφων καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «καθ’ ὡρισμένων προσώπων», ὡς ἐὰν αἱ Βουλαὶ ἐπέτρεπον τὰς ὕβρεις κατὰ τρίτων. Καὶ προστρέχων τις, ὅπως ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα τηροῦνται, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ὑβρίζωμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν, ὄχι ὅμως καὶ πάντα μὴ εὑρισκόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀφ’ οὗ πᾶσα ὑπὲρ αὐτῶν τεθεῖσα προστατευτικὴ διάταξις πρόκειται ν’ ἀπαλειφθῇ μετὰ τὰς ἀκουσθείσας ἀντιρρήσεις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις οὐ μόνον τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων, ἀλλά, κατὰ μείζονα λόγον, καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων.
§227Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι, δὲν ἀπεμακρύνθην τὸ παράπαν τῶν ἀρχικῶν μου σκέψεων καὶ εἶμαι κατ’ οὐσίαν συμφωνότατος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ διότι ἀποδίδω εἰς τὴν φράσιν τῆς δευτέρας παραγράφου τὴν ἔννοιαν ὅτι, οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος καὶ τὴν ἔκφρασιν ἐν γένει, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὸν περιορισμὸν τῶν ὕβρεων ὡς πρὸς τοὺς συναδέλφους, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδέχομαι τοῦτο.
§228Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ εὐπρέπεια τῶν συζητήσεων εἶναί τι συμφυὲς πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ θὰ διέπῃ τὴν ἡμετέραν χώραν. Ὥστε ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα εὐπρεπεῖς ἐν τῇ συζητήσει, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ, οὐδεὶς δὲ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἀκόμη, δηλαδὴ ἐν τῷ παρελθόντι τὸ πρὸ τῆς συζητήσεως ταύτης περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐδείχθη καθ’ ὅσον γνωρίζω ἀπρεπής.........
§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς καὶ πρώην.
§230Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο ἀνάγκη, ἐὰν δὲν γίνωσι δεκταὶ αἱ παρατηρήσεις σας, νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἑξῆς προσθήκη: «καὶ οἱ τραχεῖς περὶ τὴν στάσιν καὶ τὴν παράστασιν ἐν γένει».
§231Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι λοιπὸν αὐτονόητον, ὅτι ἡ εὐπρέπεια διέπει καὶ θὰ διέπῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόμισε σκόπιμον μίαν φράσιν τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τὴν ἐπεκτείνῃ κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ οὐδένα τὸν ἀντιλέγοντα. Θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ἔχῃ τὸν ἀντιλέγοντα μόνον, ἐφ’ ὅσον ἠδύνατο νὰ νοηθῇ ὅτι ὡς ἐξύβρισις ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἐπίθεσις κατὰ μιᾶς ὁλοκλήρου ὁμάδος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπίθεσις, ἡ ὁποία θὰ ἐξήρχετο τῶν ὁρίων μιᾶς ἁβρᾶς ἐπιθέσεως. Τοιοῦτόν τι θὰ ἦτο βεβαίως πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ εἰσηγούμενος τὴν πρότασιν, ἠθέλησεν, οὔτε κανεὶς ἄλλος ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ. Ἡ εὐπρέπεια ἐπιβάλλει νὰ μὴ ὑβρίζῃ τις τοὺς ἀπόντας. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἕνα ῥήτορα τοῦ νὰ εἴπῃ ὅ,τι σκέπτεται καὶ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ πᾶς δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὴν κατάχρησιν τῆς ἀσυλίας, ἡ ὁποία μᾶς περιβάλλει, καὶ πᾶς τις ὀφείλει νὰ κατακρίνῃ ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἐξέλθει τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου «ἀπαγορεύονται αἱ ὕβρεις», ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ ὕβρεις καὶ κατὰ συναδέλφων καὶ καθ’ ὡρισμένων προσώπων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπαγορεύονται ἐκφράσεις, ἀφορῶσαι τὸν χαρακτηρισμὸν ὁπωσδήποτε πολιτικῆς ὁμάδος ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη δύναται νὰ μὴ εἶναι ἡ προσηκόντως ἁβρά, ἐνῷ δικαιολογεῖται πολλάκις ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας κινήσεως τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεων. Ἡ φράσις, ὅπως ἤδη ἐτέθη, πρέπει νὰ μείνῃ ἐν τῷ Κανονισμῷ, διότι ἐκφράζει τὸν κοινὸν ἡμῶν πόθον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ κ. Λαγοπάτη, ἡ ὁποία ἐξαίρει τὴν συμπεριφοράν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρῇ πᾶν μέλος τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώνει τὴν ἑνότητα τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸν ἀνώτερον πάντων τῶν συναδέλφων, πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πάντες ἐσεβάσθησαν ἐνταῦθα, καὶ τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα. Ὅταν ὀφείλωμεν νὰ σεβώμεθα πάντα συνάδελφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πολλῷ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα τὸν Πρόεδρον. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ—καὶ θὰ τονισθῇ, ἐὰν τεθῇ τοιοῦτόν τι—ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἐσεβάσθη τὸν Πρόεδρον, ἐνῷ ἡ Βουλὴ πάντοτε ἐσεβάσθη τὸν Πρόεδρον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν διατύπωσιν δέχομαι τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ ἐδεχόμην δὲ ποτὲ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δικαίωμα τοῦ Προέδρου τὸ νὰ ἐλέγξῃ τὸ ὕφος τοῦ ῥήτορος, ἐὰν εἶναι τραχὺ ἢ ὄχι. Θὰ ἐδίδετο ἓν δικαίωμα εἰς τόν Πρόεδρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πολὺ ἐπικίνδυνον. Ἀρκετὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν ῥήτορα νὰ ὑβρίσῃ εἴτε πρόσωπα παρόντα, εἴτε πόσωπα ἀπόντα. Αἱ ὕβρεις κατὰ προσώπων εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ πᾶς ἄνθρωπος, ἐνῷ ἡ τραχύτης εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται πᾶς τις νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν τοιοῦτόν τι.
§232Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, σύμφωνος ἄνευ μεταβολῆς τῆς ἐννοίας νὰ παραμείνῃ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 27 ὡς ἔχει ἐν τῷ παλαιῷ Κανονισμῷ, δηλαδὴ ἄνευ τῆς ἀπαλείψεως τῶν λέξεων «κατὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν», διότι ἡ ἔννοια αὕτη, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ σχέδιον, προκύπτει ἐκ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Ἐκ τῆς φράσεως «οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι καὶ οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος» συνάγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν καὶ τὸν ποιούμενον χρῆσιν τραχέος ὕφους, προκειμένου περὶ μὴ Βουλευτῶν, περὶ προσώπων μὴ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκομένων. Ἀπέναντι τῶν δηλώσεων τούτων θὰ εἶχον νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις· πρῶτον θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ νέου σχεδίου μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ μετὰ προσθήκης καθοριζούσης ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ ὕβρεις, αἱ κατὰ τῶν προσώπων στρεφόμεναι, ἵνα μὴ διανοιχθῇ εὐρὺ τὸ στάδιον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Προεδρείου περὶ τοῦ ἂν φράσις τις ἢ κρίσις γενική, ἔστω καὶ τραχεῖα, ἀφορῶσα εἴτε θεσμοὺς εἴτε ὁμάδας εἴτε συστήματα, εἶναι ὑβριστική, ἐνῷ δὲν ἔχει παντάπασι τὸν τοιοῦτον χαρακτῆρα, οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ ἀνακαλῆται εἰς τὴν τάξιν ὁ Βουλευτής, διότι μετεχειρίσθη τραχεῖαν φράσιν, προκειμένου περὶ ὁμάδων ἢ θεσμῶν, ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Ὥστε θὰ ἐπεθύμουν νὰ καθωρίζετο εἰς τὸ ἄρθρον 32 ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ ὕβρεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς πρόσωπα ἄνευ τῆς διακρίσεως τοῦ ἂν ἐκτοξεύονται κατὰ συναδέλφων ἢ κατὰ προσώπων ἐκτὸς τῆς αἰθούσης εὑρισκομένων, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνηται διάκρισις καὶ νὰ φαίνηται ὅτι παρέχεται προστασία κατὰ τῶν ὕβρεων, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς μόνους τοὺς Βουλευτὰς καὶ ὅτι δὲν παρέχεται ἡ αὐτὴ προστασία κατὰ παντὸς Ἕλληνος πολίτου. Ἡ ἀντίθετος ἀντίληψις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ κειμένου Κανονισμοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι προστατεύει ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἀνανδρίαν, διότι ἡ ἀσυλία, τῆς ὁποίας γίνεται κατάχρησις πρὸς ἐκτόξευσιν ὕβρεων προσωπικῶν, δηλαδὴ ἀοριστολογιῶν ἐναντίον προσώπων συγκεκριμένων, δὲν εἶναι ἀσυλία ἀξία τῆς προστασίας τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς μία ἀνανδρία, ἀξία τῆς πειθαρχικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προεδρείου. Δὲν εἶμαι σύμφωνος κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 62 ἀναντιρρήτως ζητεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸν Βουλευτὴν κατὰ τῶν τυχὸν ἐπεμβάσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ ὅμως καὶ κατὰ τῶν πειθαρχικῶν μέτρων αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος. Τοῦτο δεικνύει καὶ ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἂν ὅμως ταῦτα δέχομαι καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 27 ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου 30, ὡς προυτάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τοῦ καθορισμοῦ ὅτι ὕβρεις ἐννοοῦμεν τὰς προσωπικάς, δὲν εἶμαι παντάπασι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου· θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ κειμένου Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον: «οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος προσκαλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις ἢ νὰ ἀναιρέσωσι τὰ λεχθέντα· ἐὰν δὲ ἀρνηθῶσιν, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν», νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς. Πρέπει δὲ νὰ ἀπαλειφθῇ, ὄχι διότι δὲν ἀποδίδει ὅ,τι κεῖται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τρόπου συζητήσεως, δηλ. τῆς καλῆς ἀνατροφῆς, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς προσωποποιεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ὥστε παροιμιακῶς πλέον νὰ λέγηται ὅτι μία φράσις, ἐὰν εἶναι εὐγενὴς καὶ ἁβρά, εἶναι κοινοβουλευτική, ἐὰν δὲ δὲν εἶναι εὐγενής, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι κοινοβουλευτική, ὄχι λοιπὸν διότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων διδάσκει τὸ μέτρον τῆς εὐγενείας καὶ τῆς λεπτότητος καὶ τῆς ἁβρότητος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ κατίσχυσε καὶ εἰς προλαβούσας Βουλὰς τὸ δόγμα ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι μέλος τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος. Ἂν εἶπον ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 62 αὐτοῦ, δὲν κεῖται παρὰ μόνον ἡ προστασία τοῦ Βουλευτοῦ κατέναντι τῶν πιέσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδεχομένως δύναται νὰ τὸν ἐκθέσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δὲν κεῖται δ’ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος ἡ προστασία τοῦ Βουλευτοῦ ἀπέναντι τῶν πιέσεων αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐν τούτοις ἡ ἀντίληψις αὕτη τροποποιεῖται ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δόγματος τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἑνότητος τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ Προεδρείου καὶ Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τὸ δόγμα τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν, τὸ μὴ κανονικὸν διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, δικαιολογεῖ τὴν Βουλὴν καὶ ὀφείλει νὰ δικαιολογῇ τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὦσι δύσπιστοι ἀπέναντι πάσης ἐπεκτάσεως ἢ ἀπέναντι πάσης ἑρμηνείας ἐπεκτατικῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προεδρείου. Νομίζω ὅτι ἓν μέγα μέρος τῶν αἰτίων τῆς οὐχὶ εὐρύθμου διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Βουλαῖς καὶ ἐν τῇ παρούσῃ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν αἰτίων, τὸ σπουδαιότερον, ὑπῆρξεν ἀκριβῶς καὶ ἡ ἀντίληψις ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι μέλος τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, ἀντίληψις ἡ ὁποία ἐδικαιολόγησεν ὑπερβασίας ἐν πολλοῖς τοῦ Προέδρου, αἵτινες πάλιν εἶχον ὡς ἀντανάκλασιν προσβολὰς κατὰ τοῦ Προεδρείου ἐκτοξευθείσας ἐκ μέρους Βουλευτῶν. Ὅτε ὑπάρχει τοιαύτη ἀντίληψις περὶ τοῦ Προεδρείου δικαιολογοῦσα τὰς ὑπερβασίας, ὑπερβασίας αἱ ὁποῖαι συνέβησαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν καὶ αἱ ὁποῖαι εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ μὴ συμβαίνωσιν εἰς τὸ μέλλον, θὰ προετίμων νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Καὶ θὰ ἐνόμιζον ὅτι, ἀντὶ νὰ θεσπίζωμεν Κανονισμοὺς καὶ νὰ ἀναμένωμεν ἀπὸ Κανονισμοὺς τὴν διόρθωσιν τοῦ τρόπου τῶν συζητήσεων, θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον, πολὺ σκοπιμώτερον, πολὺ εἰλικρινέστερον νὰ ἐργαζώμεθα, ὅπως σπάσῃ πλέον τὸ δόγμα τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ Προεδρείου καὶ Κυβερνήσεως καὶ ὅπως ἐγκαθιδρυθῇ τὸ δόγμα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ μέλος τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ, τοῦτο θὰ σημάνῃ μεγάλην μεταρρύθμισιν εἰς τὰ ἤθη τὰ κοινοβουλευτικά, τοῦτο θὰ ὀχυρώσῃ τὸν Πρόεδρον μὲ ὅλον τὸ κῦρος, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ πλέον τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὰς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι περιττὸν καὶ νὰ εἶναι διατετυπωμέναι εἰς τὰ ἄρθρα, τὰς ἐννοίας τῆς εὐπρεπείας, τῆς ἁβρότητος, τῆς εὐγενείας εἰς τὰς συζητήσεις. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ, τότε βεβαίως ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν πολύ, ἐνῷ μόνον διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν σπουδαῖα πράγματα.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων τῶν γενομένων ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσωπικὰς ὕβρεις». Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ὅπερ λέγει: «Οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος» νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος», φράσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς παρεξηγήσεις, ὅτι τάχα καὶ οἱ περὶ ὡρισμένων νομοθετημάτων ἢ καὶ ἕξεων πολιτικῶν ὁμιλοῦντες δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τραχεῖς, διότι εἶναι οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ πολλάκις νὰ μεταχειρισθῇ τοιαύτας ἐκφράσεις τραχείας, ἀλλ’ ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι μόνον προσωπικαὶ ὕβρεις καὶ ἡ ἀνάρμοστος συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς συναδέλφους πρέπει νὰ κολασθῶσι. Νομίζω ὅτι μὲ τοιαύτην τροποποίησιν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν γενομένην διόρθωσιν ἐπιμένετε;
§238Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ἀρκῇ εἰς τὸ πρῶτον μέρος ἡ ἀνάκλησις, χωρὶς νὰ χρειάζηται καὶ δευτέρα;
§239Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Θὰ εἶναι συνέπεια.
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λέγω τοῦτο, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπίκρισις τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἐξύβρισις εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὅτι δὲν ἐννοεῖ προσωπικὴν ὕβριν καὶ θὰ στραφῇ ὕστερον εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως.
§242ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§243Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν προσήκει εἰς Κανονισμὸν Κοινοβουλίου νὰ γίνηται λόγος περὶ ὕβρεων, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ προέτεινον νὰ ἀπηλείφετο τελείως τὸ αʹ ἐδάφιον, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει παντὸς εἴδους παρεκτροπὴν τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐν τῇ παρεκτροπῇ ταύτῃ περιέχεται καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ὕβρεως. Διατί νὰ κατονομάσωμεν ἐν Κανονισμῷ κανονίζοντι τὰς ἐργασίας ἐθνικοῦ συνεδρίου τὴν ὕβριν ὡς τρόπον διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων, ὅτε ἔχομεν τὸ βʹ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἀναρμόστου συμπεριφορᾶς τοῦ Βουλευτοῦ; Εἰς τὴν ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν φυσικῷ τῷ λόγῳ περιέχεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς ὕβρεως. Ἐὰν ὑπάρξῃ Βουλευτὴς ὑβρίσας, ἀρκετὰ εἶναι τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Βουλὴν συνεργαζομένην μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ θέσῃ τὸν Βουλευτὴν εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἀναγραφῇ ἡ παρεκτροπὴ εἰς τὰ Πρακτικά. Διατί νὰ ἀναφέρωμεν τὴν ὕβριν, ὅτε ἔχομεν τὴν ἀνάρμοστον συμπεριφοράν; Τὴν τακτικὴν ταύτην ἀκολουθοῦντες νομίζω ὅτι δὲν ἐκθέτομεν εἰς κινδύνους τὰς συζητήσεις τὰς μελλούσας ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι ἀπορριπτέα.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§245Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴπομεν: ὕβρεις προσωπικάς. Ἤθελον νὰ μάθω ποῖαι εἶναι μὴ προσωπικαί.
§246Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ὕβρις.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§248Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι καὶ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν τοὐλάχιστον, δὲν αἴρει τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς θεσμοθετήσεως τοιαύτης διατάξεως· εἶναι ἄπορον μάλιστα, πῶς πολλοὶ καὶ ἔγκριτοι συνάδελφοι, βεβαίως ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος ὑπὲρ τῆς εὐκοσμίας τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τοσούτου ζήλου ὑπερημύνθησαν τῆς διατάξεως ταύτης, ὥστε πᾶς ὁ ἀκούων ξένος ἤθελε πιστεύσει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἶχε μεταβληθῆ εἰς μίαν αἴθουσαν ὑβρεολογίου καὶ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα πρὸς ἀποτροπὴν τοιαύτης καταστάσεως καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀντίληψις φρονῶ ὅτι εἶναι ἀντιθέτως ἄντικρυς καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου συγκρινομένη μάλιστα καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν ἄλλων Κοινοβουλίων, οὐδὲ ἔχω ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω προσώπων ὑψίστην κατεχόντων θέσιν, τὰ ὁποῖα ἀπεριφράστως πολλάκις ἠλέγχθησαν, κατεκρίθησαν καὶ ὑβρίσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ, οὐχ ἧττον ὅμως εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ὑπὸ ἔποψιν συζητήσεων εἶναι ἡ πλέον εὔσχημος ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας Βουλὰς καὶ πρὸς τὰ τελούμενα εἰς ἄλλας Βουλάς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν δὲ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἴδωμεν ὅτι οὔτε τοιαύτη κρίσις ἐπεκράτει περὶ τῶν ἐντεῦθεν λεγομένων οὔτε ἐθεωροῦντο ταῦτα ὡς ὕβρεις. Διότι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κορυφὴ πολιτική, ὁ ἀείμνηστος καὶ μειλίχιος Κουμουνδοῦρος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀντίπαλόν του Χαρίλαον Τρικούπην, εἶπεν, ὅτε ἐκεῖνος μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ὑπερβασίαν, ὅτι κάμνει χρῆσιν κακοήχου λέξεως πρὸς ἔκφρασιν κακοήθους νοήματος. Καὶ ἐν τούτοις οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὔτε ἡ Βουλὴ ἅπασα ἐθεώρησε τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν ὡς ὕβριν. Ὁ ἀείμνηστος πληρεξούσιος εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862 Σαρίπολος, ἀπαντῶν εἰς ἔγκριτον μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν· «ἦλθες ἐνταῦθα νὰ μᾶς ἐπιδείξῃς τὴν ἡμιμάθειάν σου», καὶ ἐν τούτοις οὔτε ἡ ἔκφρασις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ὕβρις. Μήπως ὁ Ἰακωβᾶτος δὲν εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας «εἶσαι ἀγράμματος»; Καὶ ἐν τούτοις οὔτε ἡ ἔκφρασις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ὕβρις, ἂν καὶ ἠδύνατο δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὕβρις. Ἀλλά, λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ὑπεραμυνόμενοι τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ· εἶναι δίκαιον ἡ αἴθουσα αὐτὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς αἴθουσαν ὑβρεολογίου; Πρῶτον φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀδίκως ὑβριζόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον πάσχει τι, διότι θὰ ἔχῃ προθύμους συνηγόρους τοσούτους καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτός, ὥστε ἡ κατ’ αὐτοῦ ὕβρις νὰ χρησιμεύσῃ τοὐναντίον ὡς αἰτία καὶ εὐκαιρία, διὰ νὰ ἀναδειχθῇ ἡ ἐντιμότης του εἴτε ἡ ἱκανότης αὐτοῦ, τοὐναντίον μάλιστα διὰ τὸν οὕτως ὑβριζόμενον δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ ὕβρις ἀντανακλᾷ πάντοτε κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δικαίως δύνανται νὰ χαρακτηρίζωνται ὑβριστικῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι καὶ αὐτὰ μετέρχονται τρόπον ὑβριστικὸν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ὑπηρεσιῶν των. Καὶ λέγω ταῦτα ἐγώ, ὅστις τὸ τέταρτον εἰσῆλθον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πολλάκις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔλαβον τὸν λόγον, οὐδέποτε ὅμως εἴτε ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἴτε ὑπὸ τινος τῶν συναδέλφων ἐχαρακτηρίσθην ὡς ὑβριστής. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀτενίζουσι μᾶλλον εἰς τὴν μικρὰν ζημίαν, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν τοιούτων ὑβριστικῶν ἐκφράσεων καθ’ οἱουδήποτε προσώπου καὶ οὐχὶ εἰς τὴν μεγίστην ὠφέλειαν, ἥτις πάντοτε ἐπέρχεται, ὅταν εἶναι ἐλεύθερον τὸ βῆμα εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὑπευθύνων. Ἐὰν ἀτενίσωμεν καὶ ὑπολογίσωμεν ἐπακριβῶς τὴν ὠφέλειαν ταύτην ἀπέναντι τῆς μικρᾶς ζημίας, πάντως δὲν θὰ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐκφραζομένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλά, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέσωμεν (ἀναγινώσκει) «εἰς ὕβρεις προσωπικάς», προλαμβάνομεν τὰ πάντα, διότι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ χαρακτηρίσωμεν μίαν πρᾶξιν δι’ οἱωνδήποτε βαρέων χαρακτηρισμῶν, χωρὶς νὰ ὑβρίσωμεν τὸ πρόσωπον. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσον δύσκολον τοῦτο, χρειάζεται τόση εὐστροφία εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ὥστε δὲν εἶναι ὑπερβολή, ἐὰν εἴπω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Εἶναι ἀδύνατον εἰς Βουλευτὴν ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ θέλοντα νὰ ἐλέγξῃ ὑπάλληλον κακῶς διαχειριζόμενον τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμῃ ἀκριβῶς χρῆσιν ἐκείνων τῶν λέξεων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱ λόγοι αὐτοῦ ὡς ἀποβλέποντες εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Ἀλλὰ μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πάντοτε τὴν ἐγγύησιν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι πάντοτε οἷος εἶναι ὁ σήμερον, ὅστις καὶ εὐρεῖαν ἀντίληψιν ἔχει καὶ συνείδησιν τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων αὐτοῦ καὶ ὅστις κεκτημένος κοινοβουλευτικὴν πεῖραν δύναται νὰ διαγνώσῃ ἂν ἐλέγχων τις προβαίνει ἐκ προθέσεως ὑβριστικῆς κατὰ τοῦ προσώπου εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ μὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην Πρόεδρος, ὅστις νὰ προβῇ μέχρι τοιαύτης στενῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἐλέγξῃ πρᾶξιν μιᾶς Ἀρχῆς; Ὅτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοιούτων κινδύνων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον πρὸ τῆς ἰδέας τοῦ κινδύνου, ὅστις δύναται νὰ προέλθῃ ἕνεκα καταχρήσεως δικαιώματος τοιούτου ἐξ οἱουδήποτε μέλους οἱασδήποτε Βουλῆς νὰ προβῶμεν σχεδὸν εἰς ἀναίρεσιν τοιούτου δικαιώματος παραβαίνοντες κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐν τούτῳ δὲν ἔχω σύμφωνον τὴν γνώμην μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προγορεύσαντος Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας· τίς δύναται νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν οἱανδήποτε ἔκφρασιν εἰς τὸν ἀγορεύοντα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱ λόγοι του ὡς ὕβρεις προσωπικαί; Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς ἄρθρον, διότι εἶναι δυνατόν, ἐνῷ θέλομεν νὰ προλάβωμεν μικρὰν ζημίαν, νὰ προκαλέσωμεν πολὺ μεγαλειτέραν βλάβην.
§249Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διετύπου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τελευταίως διετύπωσε, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἀφῆκε πρῶτον τοὺς ἀριστεῖς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐκτοξεύσωσι, καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, ὕβρεις καὶ προπηλακισμοὺς ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὕβρεως εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως καὶ ἰδιοσυγκρασίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς νομίζετε ὡς μομφὴν ἁπλῆν ἐγὼ τὸ νομίζω ὡς βαρυτάτην ὕβριν. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἄλλοτε ἔλεγεν ἐδῶ ὁ ὑπ’ ἀριθ. 1, 2, 3. Ἠρίθμει ποίους; Ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἔχομεν οὔτε εὐστροφίαν οὔτε εὐγλωττίαν, ἀλλ’ ἔχομεν κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον μᾶς κάμνει ἴσους, ἂν ὄχι ἀνωτέρους, πρὸς πάντα καθήμενον ἐνταῦθα. Αὐτὸ τὸ ἐθεώρησα ὡς ὕβριν, ἐν τούτοις δὲν ὕβρισα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ σεβασμοῦ ὡμίλησα, καὶ τοῦτο διότι ἐνόμισα ὅτι εἶναι ἄξιος παντὸς σεβασμοῦ. Ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ τῆς ὑπούλου ἐκείνης τακτικῆς καὶ τοῦ ἐπιτετηδευμένου ἐκείνου λεκτικοῦ καθ’ ἡμῶν διηύθυνον τὰς ἐκφράσεις τὰς ὄντως τραχείας καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἄξιοι καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ πανδαισία τῶν συμβάσεων, ἐχειροκρότουν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον δὲ κάθηνται παρὰ τὴν πυρὰν καὶ ἀπολαμβάνουσι τὴν λείαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ ὄντως ἔχω πλεῖστα παράσημα, τὰ μόνα τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν ζωήν μου, νὰ ἀνακληθῶ εἰς τὴν τάξιν, θὰ ηὐχόμην δέ, ὅπως ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς εἶχεν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἵνα ἀναγραφῇ τὸ ὄνομά μου καὶ τοιχοκολληθῇ εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ νομοῦ μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν σύμπασαν, τὴν ὑπάρχουσαν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξεύρῃ διὰ παντὸς μέσου καὶ τρόπου τι πρακτικώτερον, τὶ ὠφελιμώτερον, τὶ οὐσιαστικώτερον, καὶ ἂς μὴ προσπαθῇ διὰ τῶν λέξεων καὶ τῶν σοφισμάτων νὰ καλύψῃ ὅ,τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ. Ἄλλως δώσατε εἰς τὸν Πρόεδρον ἐξουσίαν ἀστυνόμου καταδιώξεως, ὅπως μεταφέρῃ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ σθένος νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὰς Κεντρικὰς Ἐνωμοτίας.
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προέτεινον, ὅπως τὸ ἄρθρον 30 τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: Τίθεται τὸ ἄρθρον 27 ὡς ἔχει». Νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παλαιόν, τὸ ὁποῖον δὲν προκάλεσε δυσχερείας. Δὲν ἔχει κανεὶς τὴν διάθεσιν νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀκόμη δὲ περισσότερον ὅταν πρόκειται περὶ ἐλέγχου δημοσίων ἀνδρῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27 ὡς ἔχει ἐν τῷ παλαιῷ Κανονισμῷ).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§252Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ὅλην τὴν παρεξήγησιν, ἥτις δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀντιπολιτευτικῆς ἴσως διαθέσεως εἰς τὰς ἐκφρασθησομένας ὑπ’ ἐμοῦ σκέψεις ἀναφορικῶς πρὸς τὰ κατὰ τῶν Βουλευτῶν προτεινόμενα μέτρα, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω—ὡς ἀνήκων ἄλλως τε εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων—ἐλευθέρως τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμας μου. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω τὴν ζωηρὰν κατάπληξιν, ἥτις μὲ κατέλαβε καὶ μὲ κατέχει ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς διανομῆς τοῦ παρόντος σχεδίου καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐν αὐτῷ περιλαμβανομένης αὐστηρᾶς διατάξεως τῶν ποινῶν τῶν παρεκτρεπομένων Βουλευτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον παρατηρῶ νὰ γίνεται σοβαρὰ σκέψις περὶ λήψεως ἐκτάκτων μέτρων πρὸς πρόληψιν τῶν θορύβων καὶ ταραχῶν. Καὶ τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι ὁ νῦν ἰσχύων Κανονισμὸς περιέχει κατ’ ἐμὲ λίαν αὐστηρὰ μέτρα διὰ τοὺς παρεκτρεπομένους, ἅτινα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ποιναὶ βαρύταται διὰ πάντα φιλότιμον ἄνθρωπον, καὶ ἰδίᾳ διὰ τὸν Ἕλληνα Βουλευτήν, ὃν χαρακτηρίζει κοσμιότης καὶ συναίσθησις καθήκοντος, ἐκτὸς πλέον ἂν ἔχῃ ἀπέναντί του Πρόεδρον ὀξύθυμον καὶ προκαλοῦντα τὰς ἀντεγκλήσεις. Δὲν ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ συσσωρεύσῃ ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ τόσα ἐάν, ἐὰν τουτέστι ἐξακολουθῇ ὁ Βουλευτὴς θορυβῶν, ἐὰν ὑβρίζων, ὡς καὶ τόσα ἄλλα, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων ἐξελθόντων ἐκ ταβερνείων, ἢ καταγομένων ἐξ ἀγρίων τόπων. Καί, ἐὰν αὐτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ συσσωρεύσῃ, πολλῷ μᾶλλον τὰς βαρυτάτας αὐτὰς ποινάς, τοῦ νὰ θεωρῆται π. χ. ἀπὼν ὁ ὑποτιθέμενος ταραξίας Βουλευτής, νὰ μὴ ἐκφωνῆται τὸ ὄνομά του καὶ τὸ χείριστον πάντων νὰ μὴ ἀναγράφωνται οἱ λόγοι του εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα καὶ τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἄλλως ἐκτιμῶ τὴν εὐρυμάθειαν καὶ τὴν πεῖραν, νὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Διότι οἱ λόγοι τῶν Βουλευτῶν δὲν ἐκφωνοῦνται κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, οὔτε γράφονται εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸς ῥεκλάμαν καὶ ἐπίδειξιν τοῦ ἑκάστοτε ἀγορεύοντος, ἀλλὰ γράφονται πρὸς διαφώτισιν καὶ μελέτην τῶν μελλουσῶν γενεῶν. Ἀποτελοῦσι κειμήλιον δυσεύρετον διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν τὸν Βουλευτὴν ἔστω καὶ τοῦ ἀσημάντου λόγου, ἐξ οὗ κάτι χρήσιμον δυνατὸν νὰ προσπορισθῇ. Οὐδεὶς δὲ θ’ ἀρνηθῇ ὅτι παρὰ τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, πρὸς ἃς κυρίως ἀποβλέπουσιν οἱ περιορισμοί, ἐξέρχονται πολλάκις κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς παραφορᾶς ἀλήθειαι μεγάλαι καὶ γνῶμαι σοφαί, ἃς μὴ δυνάμεναι νὰ ἐπιβάλλωσι κατ’ ἄλλον τρόπον καταφεύγουσιν εἰς τὸν ἧττον εὐπρεπῆ τοῦτον τρόπον, ὅστις τὰς δικαιολογεῖ πολλάκις, τὰς ἀνυψώνει καὶ τὰς ἐπιβάλλει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἕνεκα τούτου θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς αὐστηρᾶς ταύτης διατάξεως, ἥτις προτίθεται νὰ καταπνίξῃ τὴν αὐτοβουλίαν καὶ τὴν αὐτενέργειαν τῶν κ. Βουλευτῶν.
§253Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰ ἄλλα Κοινοβούλια ὑπάρχουσι μεγαλείτεροι περιορισμοί.
§254Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταλήξω, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐκεῖ. Μὴ δίδετε ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅτι οἱ ἐκτοξευθέντες πρὸ ἡμερῶν ὑπαινιγμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη, περὶ αὐταρχικῶν καὶ μοναρχικῶν τάσεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, στηρίζονται ἐπὶ ἀληθοῦς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων.
§255ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπαινιγμούς; Καθόλου· πρότασιν μομφῆς καθαράν.
§256Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὺς θεωρῶ ὑπαινιγμούς. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὅτι οἱ ἐκτοξευθέντες πρὸ ἡμερῶν ὑπαινιγμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας περὶ τάσεων αὐταρχικῶν καὶ μοναρχικῶν στηρίζονται ἐπὶ μὴ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελίσωμεν διὰ τοιούτων περιορισμῶν τὸ Σῶμα, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ.
§257ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐν Κρήτῃ ἔδειξε τόσην μετριοπάθειαν ποῦ ἦτο νὰ τὸν φιλήσῃ κανείς.
§258ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τοὺς Βουλευτὰς εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν καὶ κρίσιν τοῦ λαοῦ, ὅστις παρακολουθεῖ αὐτούς, ὡς καὶ τὰς ἀταξίας αὐτῶν, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ πληροφορῆται ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ἀγγελίας τῶν ἑκάστοτε Προέδρων τὰς τοιχοκολληθησομένας ἐν ταῖς θύραις τῶν Δημαρχείων τοῦ νομοῦ, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ πληροφορίας ἐνοικιάσεων δημοσίων καταστημάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω καὶ ἄλλο ζήτημα. Μοὶ παρετήρησε προηγουμένως ὅτι εἰς τὰ ξένα Κοινοβούλια ὑπάρχουσι περιορισμοὶ αὐστηρότεροι. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο· ἀπ’ ἐναντίας ὑπερθεματίζω, διότι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τοιοῦτοι περιορισμοί, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι διάφορα ζητήματα καὶ φρονήματα, ἅτινα κρατοῦσιν εἰς ἀδιάλλακτον μῖσος τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτά. Οἱ μὲν κηρύσσονται ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν καὶ ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας, ἄλλοι ἔχουσι φρονήματα συντηρητικά, ἄλλοι δημοκρατικά, ἕτεροι φιλοβασιλικά, καί, ἂν τυχὸν δὲν ὑπῆρχον αὐτοὶ οἱ περιορισμοί, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῶν τοιούτων Κοινοβουλίων. Εἰς ἡμᾶς εὐτυχῶς....
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς θὰ ἦτο, ἂν ὑπῆρχεν αὐτό, τὸ ὁποῖον φαντάζεσθε.
§260ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ εἶναι προσωπολατρεία.
§261ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανῶς δι’ ὑμᾶς νὰ ἔγκειται εἰς τοὺς ἐργάτας ἡ προσωπολατρεία, δι’ ἡμᾶς ὅμως ἔγκειται εἰς τὴν ἀναζωπύρησιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἰδεωδῶν, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ ὄχι ἀποκλειστικῶς καθ’ ὑμᾶς εἰς τοὺς ἐργάτας.
§262ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διὰ τῶν προσώπων θὰ ἐπιτευχθῶσιν ἢ διὰ τῶν ἰδεῶν;
§263ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῶν ἰδεῶν.
§264ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν.
§265ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τοιαύτην Ἀχίλλειον πανοπλίαν εἰς τὰς ἑκάστοτε πλειονοψηφίας τοῦ μέλλοντος τὰς ἐλαστικοῦ χαρακτῆρος, ἐννοεῖται, αἱ ὁποῖαι θὰ προσπαθῶσιν εἰς κάθε στιγμὴν νὰ καταπνίξωσι κάθε πατριωτικὴν φωνήν. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι χάρις εἰς τὰς ἐλευθέρας ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ 32ου ἄρθρου, ἀλλὰ θὰ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον 30ὸν ὡς εἶχε, διὰ νὰ μὴ ἀμαυρώσῃ τὰς μέχρι τοῦδε λευκὰς σελίδας αὐτῆς.
§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ γίνῃ, κύριε Ντολιόπουλε, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀμαυρωθῇ τίποτε.
§267Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπευθύνομαι καὶ πάλιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ εἰλικρινῶς ἂν ἡ § 2 δὲν στρέφεται καὶ δὲν ἀποβλέπει πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρακάθηνται εὐτυχῶς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ.
§268ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι.
§269Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ποῖος εἶπε τὸ «ὄχι»; Εἰς σέ, ὁ ὁποῖος θέλεις νὰ μὲ διαψεύσῃς, σοὶ ἐπιτρέπεται μόνον νὰ χειροκροτῇς ἢ νὰ σιγᾷς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶσαι. Ἡ βʹ παράγραφος, κύριοι Βουλευταί, ἀποβλέπει πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι θαυμασιώτερον παρὰ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε δώσει, ἀναδρομικὴν δύναμιν πρὸς τὸν σημερινὸν Κανονισμόν, διότι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐφέρετε εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγεγραμμένους ὅλους, ὅσοι ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακληθῶμεν ὑπὸ τῶν διαφόρων Προέδρων εἰς τὴν τάξιν, τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀφορμάς, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς ἀνεκαλέσατε, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εἴμεθα παμψηφεὶ καὶ πάλιν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ δι’ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ ἀνακληθῶσιν εἰς τὴν τάξιν μὲ τοὺς ῥητοὺς λόγους καὶ τὴν συμφωνίαν νὰ ἀνακληθῶσι δι’ οὓς λόγους καὶ ἡμεῖς ἀνεκλήθημεν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ μὴ εἴπω πάντοτε, συνηθέστατα ἡ τραχύτης τῆς ἐκφράσεως εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγανακτήσεως, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκρήξεως, τὴν ὁποίαν ἔκρηξιν προκαλεῖ ἡ ἀλήθεια, προκαλεῖ τὸ δίκαιον. Ὅταν ἐρχώμεθα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ καταγγέλλωμεν ὡρισμένα γεγονότα, ὡρισμένα πρόσωπα, ὡρισμένας καταχρήσεις, ἡ πλειονοψηφία καὶ ὁ ἡγέτης αὐτῆς, ἂν μὲν ἀντιλαμβάνωνται τὸ πρᾶγμα, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται, ἐνεργοῦσιν ὅπως ἐνεργοῦσιν· ἂν δὲ ἔχωσι τὰς πληροφορίας των, αἱ ὁποῖαι πάντοτε εἶναι ἐκ καθαρῶν πηγῶν, ἐνεργοῦσι, κατὰ τὰς πληροφορίας των, ἡμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχομεν οὔτε ἀντίληψιν, οὔτε πατριωτισμόν, οὔτε ὀξυδέρκειαν, οὔτε κἂν καὶ φιλοτιμίαν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μία τοιαύτη διάταξις ἥρμοζεν ὄχι εἰς Βουλήν, ἀλλ’ εἰς Νηπιαγωγεῖον, ἡ δὲ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ στέρξῃ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ μίαν τοιαύτην διάταξιν, ἡ Βουλὴ αὐτή, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι Βουλή, ἀλλὰ Βουλή, ὄχι ὅπως ἐγὼ τὴν ἐφαντάσθην, ὅπως κάθε ἄνδρας ὄχι ἀρσενικός, ἀλλὰ ἄνδρας τὴν φαντάζεται. Καὶ λέγει, κύριοι Βουλευταί τὸ ἄρθρον... (ἀναγινώσκει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου). Δὲν φρονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αὐτὰ τὰ γραφόμενα εἶναι ἀπολυταρχικὰ κατὰ τρόπον ἀπίστευτον; Διὰ τίνα λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ εὕρωσι μίαν ἄλλην βαρυτέραν τιμωρίαν νὰ ἐπιβάλωσι πρὸς τοὺς παρεκτρεπομένους Βουλευτάς, καὶ θὰ ἔβλεπεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε προχθὲς καὶ μοὶ εἶπε τί μὲ μέλει, θὰ ἔβλεπε ποῖοι εἶναι οἱ πραγματικῶς μετὰ πίστεως πατριωτισμοῦ ὁμιλοῦντες καὶ ποῖοι εἶναι οἱ μπεχλιβάνηδες καὶ οἱ χαμαιλέοντες. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἐννοεῖ διὰ τῶν φράσεων ὅτι θὰ ἀναγράφηται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἀποστέλληται πρὸς τοιχοκόλλησιν; Θὰ ἀναγράφωνται καὶ τὰ αἴτια;
§270ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἀποτέλεσμα.
§271Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἂν σᾶς καταγγείλω καὶ σᾶς εἴπω πῶς ἀπέκτησεν ὁ ἄλλος τὴν κολοσσιαίαν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, θὰ τὸ ἀναγράψητε καὶ αὐτὸ ἢ ὄχι; Σιγᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ σιγή του εἶναι ἡ ἀπάντησις. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Αὐτὸ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν.
§272Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέσον· πιθανὸν νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς ἄλλα, ὅταν μᾶς ἐμποδίσωσιν.
§273Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡμεῖς ἐπευχόμεθα νὰ μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ μεταμεληθῶσιν οἱ συγγραφεῖς τοῦ συγγράμματος τούτου. Δηλοῦμεν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡμᾶς οὐδείς, ἀπολύτως οὐδείς, θὰ μᾶς παρεμποδίσῃ, ὅπως καταγγέλλωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κάθε τιτλοῦχον ποταπόν, χυδαῖον καὶ ἐλεεινόν.
§274Ν. ΒΡΑΪΛΑΣ ΒΑΡΘΗΣ. Κηρύσσομαι, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ πάσης τροπολογίας, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσαι αἱ τροπολογίαι οὐδὲν ἕτερον σκοποῦσιν εἰμὴ νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κυρίως ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη ὑπάρχουσι πολὺ σοβαρώτεραι ποιναί, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν τάξιν. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Πρόεδρος δὲν ἀνήκει εἰς ὁμάδας, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Ὁ Πρόεδρος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς καταλάβῃ τὴν προεδρικὴν ἕδραν, εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπει, νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν κανόνων αὐτοῦ· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ὁ Πρόεδρος ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν ὁμάδα καὶ εἰς ἓν ἀποβλέπει, νὰ φαίνηται ἀρεστὸς εἰς τὴν ὁμάδα, εἰς τὸ νὰ καταπνίγῃ πᾶσαν φωνὴν διαμαρτυρίας προερχομένην ἐκ τῆς ἀντιθέτου μερίδος.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς περιώρισε τὸν λόγον, οὐδ’ ἐξεφράσθη καμμία μομφὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε.
§276Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐκφράζω ἐγὼ μόνος. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ ὑπάρχει διαφορὰ φρονημάτων, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας κ. συνάδελφος. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι σοσιαλισταί, βασιλόφρονες, ἐκεῖ ὑπάρχουσιν οἱ ἄκροι σοσιαλισταί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταλύσωσι τὴν ἰδέαν τῆς οἰκογενείας, θέλουσι νὰ καταλύσωσι τὴν θρησκείαν, θέλουσι νὰ καταλύσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν· ἐκεῖ τὰ πάθη εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεπτυγμένα, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν Κανονισμὸν διὰ μέσων αὐστηροτέρων νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν. Παρ’ ἡμῖν τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλωμεν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον αὐτόν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι πᾶσαι αἱ ἔριδες, αἵτινες πρέκυψαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προῆλθον ἀφ’ ἑνὸς ἐξ αἰτίας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐξ αἰτίας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελε νὰ τηρήσῃ τὸν Κανονισμὸν κατὰ πάντα, προσέβαλε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀφ’ ἡμῶν παρανόμως καὶ ἐξ αὐτοῦ προέκυψαν θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς πάντας ὑπὸ τίνων προτερημάτων πρέπει νὰ περιβάλληται καὶ ὑπὸ τίνων ἰδεῶν πρέπει νὰ ἐμφορῆται ὁ Πρόεδρος, ὅπως εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταστήσῃ τὰς γνώμας του σεβαστὰς εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ εἶναι ἀμερόληπτος, ἀφατρίαστος, νὰ εἶναι εὐθύς, νὰ ἔχῃ θάρρος ὑπὲρ τὸ στρατιωτικόν, καὶ ἐν τῇ Ἱστορίᾳ εὑρίσκομεν πληθὺν τοιούτων παραδειγμάτων. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Κάρολος Αʹ συνεκρούσθη πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὁ Πρόεδρος, ἔδωκε δείγματα θάρρους ὑπερανθρώπου. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἱστορίαν, θὰ ἀνεύρωμεν Πρόεδρον, ὅστις εἰς ὕψος ἀνῆλθεν. Ὅτε τὸ πλῆθος εἰσώρμησεν εἰς τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον, προήδρευε κατὰ τὴν Συμβατικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1895 ὁ Boissy d’ Anglas. Πανταχόθεν εἰσέβαλε τὸ πλῆθος, οὗτος δ’ ἐπὶ ἕξ ὥρας παρέμεινεν ἐπὶ τῆς προεδρικῆς ἕδρας μὴ θέλων νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας ἐνόσῳ ὁ ὄχλος δὲν ἤθελεν ἀποχωρήσει. Ὅτε δ’ ἐπαρουσίασαν εἰς αὐτὸν τὴν κεφαλὴν τοῦ Βουλευτοῦ Ferraud, τὸν ὁποῖον ἀπεκεφάλισαν οἱ εἰσορμήσαντες, οὗτος ἠγέρθη καὶ ἐχαιρέτισε μετ’ εὐλαβείας. Ἐὰν ἐνεφορεῖτο ὁ Πρόεδρος ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Βουλευτής, ὅστις νὰ μὴ ὑπακούσῃ εἰς τὰ κελεύσματα αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἆρά γε δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ Πρόεδρος τοιοῦτος; Εἴδομεν κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῶν Ἀγγλικῶν Βουλῶν ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων· εἴδομεν τὸν Πρόεδρον ἐν μέσῳ τοῦ σάλου καὶ τοῦ κλυδωνισμοῦ νὰ ἵσταται ἀτάραχος καὶ εἰς ἓν νὰ ἐφορᾷ, εἰς τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, παρατηρῶν τοὺς Ὑπουργούς, παρατηρῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναπτυχθῇ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὅταν ἀναπτύξῃ τὰ αἰσθήματά του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ Βουλευτής, ὅστις θὰ ἀπειθήσῃ εἰς τὰ κελεύσματά του. (Εὖγε). Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οὐδεμία τροπολογία δέον νὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῇ Γαλλικῇ ἐπαναστάσει ὅμοιον παράδειγμα τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ καθ’ ὃν τρόπον ἐπιφέρεται σήμερον. Ὁ Βουλευτὴς Mory εἶπε διά τινα ὁμάδα παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅτι αὕτη ἀσκεῖ τὸ θάρρος τῆς αἰσχύνης. Τότε σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἐγερθεῖσα ἀπῄτει τὴν ἀποβολὴν αὐτοῦ. Πλὴν ἠγέρθη τότε ὁ Μιραμπὼ καὶ εἶπεν ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλλῃ Βουλευτήν· ὁ Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτοῦ. Τοιαῦτα εἶναι τὰ παραδείγματα ἐκ τῆς Ἱστορίας. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Πρόεδρον ὡς ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ, ἀφ’ ἑτέρου τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος δὲν ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ φέρωμεν τροπολογίαν τοιαύτην. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἀνήκῃ εἰς μίαν φατρίαν καὶ θελήσῃ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὁμάδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς; Ἡ ὁμὰς τῶν ἀντιπολιτευομένων θὰ καταφύγῃ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ μεταφέρῃ τὸν πόλεμον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὡς συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου μὴ θελήσαντες οἱ Βασιλεῖς νὰ συγκαλέσωσι τὰς Γενικὰς Συνόδους ἠνάγκασαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπου ἐπὶ δύο αἰῶνας κραταιουμένη κατώρθωσε νὰ καταρρίψῃ τέλος τὸν Βασιλέα. Θὰ ἐπακολουθήσωσι διωγμοὶ καὶ καταπιέσεις, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον διεκρίθη πάντοτε διὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας τὸ ἐμπνέον τοῦτο, θὰ μετατραπῇ εἰς μίαν αἴθουσαν, ὅπου θὰ ἀσκῆται ἡ μᾶλλον ἐπαίσχυντος ἀπολυταρχία. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὁμάδα τὴν κυβερνητικὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι ὀλέθρια.
§277Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ πάντες γνωρίζομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συνένωσις ἀνθρώπων ἐχόντων ἀντιθέτους γνώμας πρὸς ἀλλήλους, ἐχόντων ἀντιθέτους πολιτικὰ ἰδέας καὶ ἀρχὰς θὰ ἦγεν ἀσφαλῶς εἰς θορυβώδη ἀναρχίαν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μία δύναμις, ἵνα συγκρατήσῃ ἕκαστον ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὑτοῦ. Ἡ δύναμις λοιπὸν ἐκείνη ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Συνελεύσει, ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, εἶναι ὁ Κανονισμός. Ἐντεῦθεν ἐπήγασε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ τὰς ἐκλογὰς αὐτῆς, καὶ τὸ ὁποῖον κακῶς ἐν τῷ Συντάγματι ἐδώκαμεν εἰς ἄλλας Ἀρχάς, ἐντεῦθεν ἐπήγασε τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, ἐντεῦθεν ἐπήγασε τὸ δικαίωμα τοῦ αὐτοβούλως κανονίζειν τὰ ἑαυτῆς πράγματα τὴν Βουλήν. Τὰς γνώμας ταύτας ἔχοντες καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐν ἔτει 1845 ἐψήφισαν τὸν πρῶτον Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς μόλις ἀπέκτησαν τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα. Ὁ Κανονισμὸς ἐκεῖνος δὲν μετεβλήθη παρὰ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐν ἔτει 1865 κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἐψηφίσθη ὁ μέχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ Κανονισμός. Ἐπῆλθον ἔκτοτε ἄλλαι πολλαὶ τροποποιήσεις εἰς διάφορα ἄρθρα χάριν τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν, ἀλλ’ ἀνατροπὴ τοιαύτη εἰς ὅλον τὸν Κανονισμόν, ἡ ὁποία εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔπρεπε καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἔν τισιν ἕνεκα τῶν τροποποιήσεων τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνατροπὴ αὕτη πρώτην φορὰν τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ βεβαίως οὔτε πεῖραν οὔτε φιλελεύθερον φρόνημα εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸν Κανονισμόν, δὲν δύναται ὅμως καὶ πάλιν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐν πολλοῖς τὰ τῶν ἄρθρων τούτων, ἐν οἷς καὶ τὰ 32ον καὶ 33ον, ἐπήγασαν ἀπὸ πᾶν ἄλλο ἢ ἀπὸ φιλελευθέρους ἀρχάς. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο καὶ τὸ ὑποστηρίζω, διότι εἰς τὸ τέλος ἀκόμη τῆς δευτέρας περιόδου λέγεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ συζητήσεως καὶ δι’ ἀναστάσεως ἐπερχομένης τῆς τιμωρίας, τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, εἰς τὸν Α ἢ Β παρεκτρεπόμενον κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου Βουλευτήν. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι μία Βουλὴ κατὰ τὰ εἰωθότα δι’ ἀναστάσεως ἀποφαινομένη θὰ ἀποπέμψῃ ἕνα Βουλευτὴν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης; Ἀλλὰ καὶ ποῦ στηριζόμενος, θὰ μοὶ εἴπῃ τις, λέγετε ὅτι ἀποπέμπεται ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ Βουλευτής; Ἀλλὰ προχωρῶν τις τί βλέπει εἰς τὴν τρίτην παράγραφον; «Εἰς τὸν παρεκτραπέντα Βουλευτήν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Πρόεδρος ἀπαγγείλῃ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δίδεται ὁ λόγος μέχρι λύσεως τῆς συνεδριάσεως». Καὶ πόθεν ἠρύσθητε σεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο; Εἰς τίνα ἀνήκει τὸ δικαίωμα τοῦτο; Τί εἶναι ὁ Βουλευτής; Εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος κυρίαρχος. Σεῖς δὲ ἐν τίνι δικαιώματι σφετερίζεσθε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἐκεῖνον, τὸν καὶ μόνον κυρίαρχον; Οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε πρὸς τοῦτο. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρὸ ὀλίγου ἐτόνισα ὅτι, καίτοι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ φιλελευθέρους ἀρχὰς εἰς τὸν ἐκπονήσαντα τὸν παρόντα Κανονισμὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις δὲν ἐνεφιλοχώρησαν ξέναι ἐπιδράσεις ἄσχετοι πρὸς τὰ ἐνταῦθα κρατοῦντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς μᾶς ὑπέμνησεν ὅτι ἐπεβλήθησαν ἀλλαχοῦ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πολὺ αὐστηρότεραι ποιναὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ παρόντι σχεδίῳ. Καὶ μᾶς ἀνέφερε τὴν Γαλλίαν, μᾶς ἀνέφερε τὴν Ἀγγλίαν, μᾶς ἀνέφερε καὶ τὴν Αὐστρίαν. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προκγορεύσας Βουλευτὴς Κερκύρας, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουσι διάφοροι πολιτικαὶ ὁμάδες ἔχουσαι οὐ μόνον ἀντιθέτους ἀρχὰς ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς καθ’ ὅλου ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἀρχὰς ἀντιθέτους ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οὐδαμοῦ συναντῶνται, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ἂν ὑπάρχουσι τοιαῦται ὁμάδες ἀντιτιθέμεναι ὡς πρὸς πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν, πᾶσαι ὅμως συναντῶνται ἐπὶ τὸ αὐτό, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ¾ εἶναι ὑπὸ δουλείαν. Ἐξ ἄλλου τί εἶναι ὁ Πρόεδρος, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, παρ’ ἡμῖν; Τί ἄλλο εἶναι ἢ διεκπεραιωτής, κατὰ τὰ καινὰ δαιμόνια μάλιστα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Καὶ λησμονεῖτε, ὅτε μόλις πρό τινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε δημοσίᾳ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς ἐχειροκροτήσατε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως; Βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν τὸ εἶπε πιστεύων τοῦτο· ἠθέλησεν ἴσως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νὰ συγκαλύψῃ προπηλακισμὸν παρ’ Ὑπουργοῦ ἀποδοθέντα εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἡμεῖς πάντες τὰ γνωρίζομεν, ἠθέλησε, λέγω, νὰ καλύψῃ τοῦτον καὶ εἶπεν· «ἀλλοίμονον ἄλλως τε, ἂν τοιαῦται ἀρχαὶ ἐμφιλοχωρήσωσι καὶ κατασταθῶσι σεβασταὶ παρ’ ἡμῖν». Ἀλλά, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Βάρθης, ἔχει ἆρά γε παρ’ ἡμῖν ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἴπομεν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ κατασταθῶσι σεβασταὶ αἱ παρακελεύσεις καὶ τὰ κελεύσματα ἐν ἀνάγκῃ αὐτοῦ; Ποῦ τὸ ἤρεμον τοῦ Προέδρου παρ’ ἡμῖν; Ποῦ τὸ ἀφατρίαστον τοῦ Προέδρου παρ’ ἡμῖν; Ποῦ ἡ ἔλλειψις τοῦ ὀξυθύμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην ἕδραν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κατέχῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλληται καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτηριστικοῦ; Μᾶς ὡμίλησε περὶ Προέδρων εἰς ἄλλας Βουλάς. Ἀλλ’ οἱ Πρόεδροι εἰς ἄλλας Βουλὰς δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν δύναμιν τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν δύναμιν τῆς ἐν τῇ Ἀρχῇ Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκπροσωποῦσι τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν δύναμιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ Brisson ἐν Γαλλίᾳ, ἀπὸ δεκαπενταετίας Προέδρου. Βεβαίως εἶναι πρέπον ὁ κατέχων τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην θέσιν νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ καθιστᾷ σεβαστὰς τὰς διαταγάς, τὰς παρακελεύσεις καὶ τὰ κελεύσματα αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἔχει ἐνώπιόν του χαρακτῆρα Ἑλληνικόν, ὁ ὁποῖος πιθανὸν ἐν στιγμῇ ἀγανακτήσεως καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ νὰ παρεκτραπῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ Βουλευτὴς γνωρίζει ὅτι ἔχει Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεως αὐτοῦ ἵσταται ἐν τῇ συνειδήσει του, βεβαίως θὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰ κελεύσματα αὐτοῦ, βεβαίως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι παρεξετράπη, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν αὐτοῦ πάνυ εὐχαρίστως, ὅταν γνωρίζῃ ὅμως ὅτι οὐδεμία μεροληψία, οὐδὲν φατριαστικὸν μέσον ἐμφιλοχωρεῖ εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰ κελεύσματα αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν παράγραφον δευτέραν ἀναγράφεται: «Ὁ Βουλευτής, ὅστις ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ ἐπιμένων ἐν τῇ παρεκτροπῇ προυκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, λογίζεται ἀπὼν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν». Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ αὐτό, ἵνα τονίσω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἄγαν ἐπικίνδυνον ὅπλον δι’ ἕνα Πρόεδρον, —βεβαίως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω διὰ τὸν νῦν τοιοῦτον ὅτι ἵσταται, ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του—, ἀλλὰ δι’ ἕνα Πρόεδρον τῆς αὔριον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἴσως ὀξύθυμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὄργανον τῆς φατρίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπροσωπῇ ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, εἶναι ἐπικίνδυνον, λέγω, ὅπλον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοί, κύριοι Βουλευταί, θὰ μετανοήσωμεν, ἐὰν δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προτάσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, θὰ παρακαλέσω δὲ ὑμᾶς νὰ ζυγίσητε καλῶς ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, ὅτι ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε ὅτι μὴ δεχόμενοι τὰς δεούσας καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου τροποποιήσεις, οὐ μόνον ὑμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, μήπως γένησθε—ψηφίζοντες τοιαύτην πρότασιν—πρόξενοι ζημίας, εἰ μή τι ἄλλο, εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκπροσωποῦν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ εἶναι τὸ μόνον κυρίαρχον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§278Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ σχεδίου ὁ Βουλευτὴς λογίζεται ἀπὼν καὶ ὡς πρὸς τὴν ψηφοφορίαν; δηλαδὴ δὲν ψηφίζει;
§279Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὔτε ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομά του.
§280Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τοῦ Γερμανικοῦ Ῥάϊχσταγ τὸν Κανονισμόν, ἐπειδὴ θεωρεῖται ἐνδεχόμενον καὶ ἡ ψῆφος ἑνὸς Βουλευτοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τύχην ἑνὸς μέτρου νομοθετικοῦ, τὴν ἔκβασιν μιᾶς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως, ἡ ψηφοφορία ἐνδεχομένως ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίαν. Ἐδῶ ἐννοοῦμεν νὰ ἀποκλείωνται οἱ Βουλευταὶ παντελῶς καὶ ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν αἱ ψῆφοι αὐτῶν ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσιν εἰς τὴν τύχην τῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον καὶ παρακαλῶ νὰ στέρξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς σχετικὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου.
§281Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ ἔντιμος καὶ φιλεύθερος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν παγίδα τῆς αὐθυποβολῆς. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνέλαβε τὴν σύνταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τούτου ἐλησμόνησε πρὸς στιγμὴν τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ ἐκράτει καὶ ἐπρυτάνευεν ἐν τῇ σκέψει αὐτοῦ, ὅτι θὰ ἦτο διαρκὴς καὶ μόνιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι πράγματι ἔργον αὐτοῦ, διότι πάντα τὰ λοιπὰ μέλη εἶναι ἄλλα μὲν μετ’ ἐπιφυλάξεως, ἄλλα ἐπιφυλακτικὰ καὶ ἄλλος ἐπιφυλαττόμενος, ἤτοι εἴτε ὑπῆρξαν εἴτε ἔλαβον μέρος τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τὸ προϊὸν τοῦτο τῆς πνευματικῆς ἐργασίας εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας τῆς πολυτίμου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ οιουδήποτε νομοσχεδίου ἢ ὅταν ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, βεβαίως πρὸς στιγμὴν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἀνήκομεν εἰς ἐκείνην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα, διότι, ἂν σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὰς τάξεις τῆς συμπολιτεύσεως, δύναται ἡ μοῖρα τῶν πραγμάτων —εἶναι ὁ ἀναλλοίωτος νόμος— αὔριον νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ὑπάρχωσι μέτρα τοιαῦτα εἰς τοὺς Κανονισμούς, ὥστε τὸ ἔργον τῶν Κοινοβουλίων νὰ διεξάγῃ ὡς καλὸς ῥυθμιστὴς πρὸ παντὸς ἡ μειονοψηφία, διότι, ὅταν παρὰ τῆς μειονοψηφίας, Κύριοι ἀφαιρέσωμεν τὸ ὅπλον τοῦ ἀμύνεσθαι καὶ τὸ ὅπλον τοῦ ἐκφέρειν γνώμην καὶ ψῆφον, βεβαίως δὲν δημιουργοῦμεν ἄλλο τι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ ψευδοκοινοβουλευτισμὸν ἢ μᾶλλον ἀπολυταρχίαν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἂν καὶ ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἔχει Κανονισμὸν τοιαύτης μορφῆς ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 32, δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἡ Δούμα ἀκόμη ἔχει τοιοῦτον Κανονισμὸν μὲ τοιαύτας ἀνελευθέρους διατάξεις. Λέγει τὸ ἄρθρον 32· «Λογίζεται ἀπὼν ὁ Βουλευτὴς καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν». Ἄρα ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει γνώμην, ἄρα ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει ψῆφον. Καὶ τί περισσότερον πράττετε ἢ νὰ λέγητε εἰς τὸν χωροφύλακα «πάρτον καὶ βγάλτον ἔξω»; Θὰ εὕρισκε βεβαίως μεγαλειτέραν ἀντίδρασιν, ἐὰν διετυποῦτο τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν ὡς ἄλλοτε ὁ τέως Πρόεδρος μᾶς ἠπείλησεν ὅτι θὰ τὸ διετύπου, ὅτι θὰ ἐβλέπομεν τὴν χεῖρα τοῦ χωροφύλακος τιθεμένην ἐπὶ τῆς ὠμοπλάτης μας καὶ ἐκσφενδονίζουσαν ἡμᾶς μακρὰν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπου μᾶς ἀπέστειλεν ἡ λαϊκὴ μεγαλειότης. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, δὲν ἔχωμεν γνώμην, ὅταν δὲν ἔχωμεν ψῆφον, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς —δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ τῆς αὔριον καὶ μεθαύριον— γίνηται τυφλὸν καὶ πειθήνιον ὄργανον τῶν διαθέσεων τῆς πλειονοψηφίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς· καταλύομεν τὸν ἕτερον τῶν ῥυθμιστῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἢ ὄχι; Ὅταν μία πλειονοψηφία θέλῃ νὰ παραλύσῃ ἀπολύτως τὴν μειονοψηφίαν, βεβαίως θὰ μετέλθῃ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον τοῦτο παρέχει πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐφθάσαμεν, Κύριοι, εἰς ἐποχὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκπροσωπεῖ τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀρετῆς. Πρὸ παντὸς εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ ἐκληρονομήσαμεν τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας. Πρὸ παντὸς οἱ Πρόεδροι αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τῶν πλειονοψηφιῶν, διότι οἱ Πρόεδροι ἴσως ἔγιναν καὶ Ὑπουργοί, ἢ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔγιναν Πρόεδροι, συνεπῶς οἱ Πρόεδροι εἶναι ἀναπόσπαστα μέλη τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ὅτε λοιπὸν δὲν ἔχομεν Προέδρους ἱσταμένους εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεων αὑτῶν, ὅτε ἔχομεν δεδομένον ὅτι οἱ Πρόεδροι ὑπῆρξαν φατριασταὶ τοῦ αἰσχίστου εἴδους, διέκοψαν συνεδριάσεις, ἔλυσαν συνεδριάσεις, βεβαίως ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε καχύποπτος εἰς πᾶσαν ἀνακαίνισιν τείνουσαν εἰς παράλυσιν τοῦ ἑτέρου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν τονίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος μεθ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν, ὅπως παρουσιάσῃ Κανονισμὸν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τέλειον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἀναλλοίωτον νόμον τῆς ὑποβολῆς. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί,—ὡς μοναδικὸν σᾶς φέρω παράδειγμα — συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς Στυμφαλίας καὶ ἡ αἴθουσα αὕτη εἶχε μεταβληθῆ εἰς χρηματιστήριον, τραπεζῖται ἐντεῦθεν, τραπεζῖται ἐκεῖθεν παρηκολούθουν τὴν συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀνεβίβαζον καὶ κατεβίβαζον τὰ χρεόγραφα ἀναλόγως τῷ διεξαγομένων συζητήσεων, τίς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἠδύνατο ἡ μορφὴ τοῦ Καίσαρος νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν ψυχῶν τῶν εἰσηγητῶν τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν πλειονοψηφιῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ νευματίζωσι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ καταστήσῃ ἀκλόνητον τὴν πλειονοψηφίαν καὶ οὕτω πως τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ καὶ οὕτω πως αἱ Ἀθῆναι νὰ παραδοθῶσιν εἰς χεῖρας ὀλίγων τραπεζιτῶν; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ὅταν θεσπίζωμεν, καὶ μάλιστα Κανονισμούς, ἀποβλέπομεν εἰς τὸ μέλλον καὶ μόνον ἀπὸ αὐτὸ ἐμπνεόμεθα, προκειμένου νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου προκαλεῖ καὶ τὴν διαπόμπευσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ. Συνέρχεται ἡ πλειονοψηφία, ἀποφασίζει διὰ τοῦ Προέδρου, καταγγέλλεται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὁ Α ἢ ὁ Β Βουλευτής.
§282Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καλλιτέραν ῥεκλάμαν δὲν θέλει.
§283Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ῥεκλάμα. Ἐὰν τὸ θεωρῆτε ῥεκλάμαν, διαφέρει. Ἐγὼ δὲ οὔτε ἀνεκλήθην ποτὲ εἰς τὴν τάξιν. Ἡ μικρά μου πολιτικὴ ζωὴ προδίδει ὅτι ποτὲ ὁ Πρόεδρος δὲν ἔκρουσε τὸν κώδωνα μεθ’ ὅλην τὴν ὁρμητικότητα τοῦ χαρακτῆρός μου, ὁμολογῶ. Ἀλλ’ ἔχομεν, τονίζω, καὶ τὴν διαπόμπευσιν, καὶ μοὶ ὑπενθυμίζει, ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὰ κατασχετήρια, Κύριοι, τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν ληστοφυγοδίκων. Εἶναι ἡ πρώτη, Κύριοι, ἐντύπωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι, ὅταν δημοσιεύωνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιχοκολλῶνται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται πλέον περὶ Βουλευτῶν, ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, περὶ ληστοφυγοδίκων. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅτι πρόκειται περὶ ῥεκλάμας. Τοιαύτας ῥεκλάμας νὰ ἀπεύχωνται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ· εἶναι ἐπονείδιστος στιγματισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει σοβαρῶς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τύχης παντὸς πολιτευομένου, διότι ἀσφαλῶς ἡ πολιτικὴ δημοκοπία θὰ μαίνηται περὶ τὸν ἀντιπρόσωπον, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν τάξιν ἀνεκάλεσεν ἡ αὐθαιρεσία ἑνὸς Προέδρου. Εἶναι δευτερευούσης σημασίας, Κύριοι, ἢ μᾶλλον ὄχι ἄξιον λόγου νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἡ πλειονοψηφία διὰ τῆς αὐθαιρεσίας θὰ καταδικάσῃ καὶ εἰς ἀσιτίαν τὴν μειονοψηφίαν, διότι, ὅτε λέγει ὅτι δὲν παρίσταται κατὰ τὰς συνεδριάσεις ὁ ἀνακαλούμενος, συνῳδὰ τῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς, καταδικάζετε, Κύριοι, τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, καὶ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ φύγῃ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν της πατρίδα. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα συνέδρια παρατηροῦνται διατάξεις αὐστηρότεραι τῶν διατυπουμένων ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Ἀλλὰ τί αὐστηρότερον παρὰ ὅ,τι διαγράφεται ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ; Τί λέγετε πρὸς τὸν Βουλευτήν; Ἔξελθε, δὲν ἔχεις θέσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὲν ἔχεις γνώμην. Γίνεται τι περισσότερον τούτου εἰς ἄλλας Βουλάς; Εἴδομεν ἀσχημίαν τινὰ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ ὡς εἰς ἄλλα Κράτη; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Αὐστριακὴν Βουλὴν Βουλευτὴς ἐξεσφενδόνησε βιβλία κατὰ Ὑπουργοῦ καί, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς ἔκαμε παρατηρήσεις διατί τὸν ἐκτύπησε διὰ τῶν κωδίκων, ἠθέλησα, λέγει, νὰ ἐπιφέρω ἐπικοινωνίαν τοῦ μυαλοῦ σου μετὰ τῶν βιβλίων! Τοιαῦται, Κύριοι, παρεκτροπαὶ καὶ τοιαῦται ἀταξίαι, τοὐλάχιστον ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, δὲν παρετηρήθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δυνατὸν νὰ ἐξεμεταλλεύθη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὰ παρασκήνια, δυνατὸν νὰ ὠφελήθησαν οἱ περιστοιχίζοντες τοὺς ἑκάστοτε κυβερνήτας τῆς χώρας, δυνατὸν νὰ ἐπλούτησαν εἰς βάρος τοῦ τόπου· ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τουλάχιστον ἐτήρουν τὰ προσχήματα τῆς ἁβρότητος τῆς κοινοβουλευτικῆς. Πέπεισμαι ὅθεν ἀδιστάκτως καὶ παρακαλῶ πρὸ παντὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν φιλελευθέρων ἐν ὀνόματι τῶν ἐλευθέρων αὐτοῦ σκέψεων καὶ τῶν φιλελευθέρων αὐτοῦ αἰσθημάτων, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον πρὸ παντὸς ἀντιπροσωπεύομεν, νὰ διαγράφῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ ἀφήσῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει, μὲ τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν καὶ μὲ τὴν ἀδιάσειστον τοιαύτην ὅτι οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ δυνατὸν νὰ παρεκτρέπωνται πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ πάντως ἡ ἄσκησις τοῦ καθήκοντος καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν δὲν παρεκκλίνουσιν αὐτοὺς τόσον, ὥστε νὰ ἐκτραχηλίζωνται μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε νὰ προκαλῆται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀσχημία, ἡ ὁποία προατηρεῖται εἰς ἄλλα Κράτη.
§284Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ μέσῳ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Πολλαὶ ὑπερβολαὶ ἠκούσθησαν καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὄχι ὅμως μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ὁ Βουλευτὴς ἀνακαλούμενος εἰς τὴν τάξιν νὰ θεωρῆται ἀπών, διότι νομίζω ὅτι τὸ νὰ παύσῃ ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ, ἡ ἰδιότης τοῦ βουλεύεσθαι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου κρίσιν. Τὸ νὰ δημοσιεύηται ἡ ἀνάκλησις δὲν τὸ θεωρῶ ὑπερβολὴν οὔτε ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἐν γένει. Διότι μία Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἡ Ἐφημερὶς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ τοιχοκολληθῶσι παντοῦ, δὲν δύναταί τις νὰ ἐμποδίσῃ τὴν τοιχοκόλλησιν, διότι τοῦτο εἶναι μέτρον διοικητικόν, ἀλλὰ νὰ ἐπέρχηται ὁ πολιτικὸς θάνατος, οὕτως εἰπεῖν, νὰ μὴ ὑφίσταται ὁ Βουλευτής, τοῦτο μόνον ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ προταθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ. Νὰ ἀποπέμπηται ἢ νὰ καταδιώκηται ὁ Βουλευτής, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, διότι τότε τοιαύτη διάταξις οὖσα ἐν τῷ Συντάγματι ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι ἀπορρέει ἀπὸ τὸν λαόν, ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ ἐκφέρῃ γνώμην νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος θὰ ἀρχίσῃ: «ἐὰν μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς προκαλῶν ἀταξίαν...», δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνάκλησιν. Πολὺ κακῶς κάμνουσιν οἱ συνάδελφοι νὰ παραπονῶνται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 30 ὁ Βουλευτὴς παρακαλεῖται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, καὶ κατόπιν λαμβάνονται τὰ μέτρα ταῦτα, ἔρχονται ὡς δευτέρα τιμωρία μετὰ τὴν ἐπιμονήν του, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ μία περίπτωσις, διότι ἀντιτίθεται πλέον εἰς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα καὶ ἀντεπεξέρχεται ἐναντίον τῆς προόδου τῆς ἐργασίας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ παραπονῶνται οἱ κύριοι συνάδελφοι διὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ μέτρον τοῦ νὰ θεωρῆται ἀπὼν ὁ Βουλευτής, νὰ μὴ ψηφίζῃ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρήσω αὐτὸ πολὺ ὑπερβολικόν, διότι τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καθὼς καὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν δίδεται ὁ λόγος εἰς τὸν Βουλευτήν. Ἔπειτα πρέπει νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ζῶμεν εἰς θερμὸν κλῖμα καὶ ἑπομένως εἴμεθα ὀξύθυμοι, συμβαίνει δὲ κάποτε ὅλοι οἱ ὀξύθυμοι ἄνθρωποι νὰ εἶναι οἱ καλλίτεροι· θυμώνουσι μέν, ἀλλὰ πίπτουσιν ἀμέσως, τοὺς βλέπετε δὲ νὰ εἶναι ’σὰν ἀρνάκια καὶ νὰ ἔχωσι τὰ καλλίτερα αἰσθήματα καὶ τὰς καλλιτέρας ἰδέας. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὑπῆρξαν πολιτικοὶ τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὀξύθυμοι, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτῶν ἦτο πολύτιμος καὶ σοφαὶ αἱ ἰδέαι των, δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ τοὺς θέσωμεν ἐκποδών, διότι ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὠργίσθησαν καὶ κατόπιν ἀνωμολόγησαν τὸ λάθος των καὶ ἐγένοντο κρείττονες ἑαυτῶν.
§285Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ συμφωνήσω, κ. Πρόεδρε, πρός τινα σημεῖα μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας καὶ θὰ ἑνώσω τὰς εὐχάς μου, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ δεχθῇ τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Διαμαρτύρομαι καὶ ἐγὼ κατὰ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτής, ὅστις ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ ἐπιμένει ἐν τῇ παρεκτροπῇ, λογίζεται ἀπὼν ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, Βουλευτοῦ παρόντος καὶ λογιζομένου ἀπόντος, εἶναι ἀκατανόητον. Πλὴν τούτου φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ γίνεται δεκτὸν καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατόπιν ὑπολογισμοῦ, ὅτι ὁπωσδήποτε ὁ Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ἀποβάλληται ἐκ τῆς Βουλῆς, φρονῶ ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀνακολουθίᾳ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν ὁ Βουλευτὴς λογίζεται ἀπών, καθόσον καὶ τοῦτο οὐδὲν ἕτερον κατ’ οὐσίαν ἀποτελεῖ ἢ ἀποβολήν. Ἐνῷ δὲ εἰς τὰς Βουλὰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἐφαρμόζεται ἡ ἀποβολὴ αὕτη, ἐπιβάλλεται ὡς τελευταῖον καταφύγιον, ἡμεῖς κατ’ οὐσίαν δεχόμενοι ταύτην δὲν τὴν ἐπιβάλλομεν ὡς τελευταῖον μέτρον, διότι ὡς τοιοῦτον διὰ τοῦ συζητουμένου Κανονισμοῦ προτείνεται ἡ δημοσίευσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς διατάξεως. Πλὴν ὅμως τούτου, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νὰ θεωρῆται ὁ Βουλευτὴς ἀπών, ἐπέρχεται καὶ τὸ ἄτοπον ὅτι οὗτος ὡς ἀπὼν ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου δυνάμει τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ πνεύματι τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἐνυπάρχει ἡ ἔννοια τοῦ νὰ ἐπιβάλληται ἐν τῷ θέματι τούτῳ χρηματικὴ ποινή. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, τὴν ἀναγραφὴν δηλαδὴ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὡς τελευταῖον καταφύγιον, κηρύσσομαι ὑπέρ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἀναγράφηται, δέον νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη, ἐξ αὐτῆς δὲ νὰ προκύπτωσι τὰ αἴτια, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀνεκλήθη ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν τάξιν. Κατὰ τὰ λοιπά, φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ ἡ φράσις τῆς τελευταίας παραγράφου, ἥτις ἀναφέρει ὅτι «δὲν δίδεται ὁ λόγος εἰς τὸν Βουλευτήν», διότι τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον, ἀποτελεῖ δ’ ἐπὶ πλέον στέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ὑποβάλλω τὰς τροπολογίας μου καὶ εὔχομαι νὰ γίνωσι δεκταί.
§286Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς παρούσης Συνόδου οὐδέποτε ἐδόθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἐφαρμογὴν μέτρων, οἷα τὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην προτεινόμενα. Ἐδέχθημεν πολλῶν συναδέλφων παρεκτροπάς, εἴδομεν νὰ ἀκουσθῶσιν ὕβρεις, οὐδέποτε ὅμως παρεξετράπη Βουλευτὴς καὶ οὐδέποτε διεσαλεύθη ἡ τάξις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι τὰ προτεινόμενα μέτρα ὑπὸ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Λέγω ταῦτα, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅτι πάντες οἱ ἀσπαζόμενοι τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁμιλοῦσι στρεφόμενοι ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλή, ὡς κυρίαρχον Σῶμα δικαιούμενον νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως τῶν συνεδριάσεων, δικαιοῦται νὰ τιμωρῇ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρεκτρέπεται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὰς ἐργασίας του. Ἀλλ’ ὅμως οὐδαμῶς προτίθεμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, διότι νομίζω, ὅτι λίαν εὐχερῶς παραχωρεῖται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως κολάζῃ τὸν παρεκτρεπόμενον Βουλευτὴν διὰ τοῦ ἐξαιρετικοῦ μέτρου τούτου καὶ συγχρόνως διὰ συντομωτάτης διαδικασίας. Κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι, ὅτε ἤθελε λάβει τὴν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ νὰ κολάσῃ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον ἢ δι’ ἁπλῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν τρόπον τὸν Βουλευτήν, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον ἡ ἀπόφασις νὰ λαμβάνηται δι’ ἀναστάσεως. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἕτερον, πλὴν τῆς Ἑλλάδος, Κράτος, ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ προέρχηται ἐκ τῶν τάξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἶναι πάντοτε τὸ κατ’ ἐξοχὴν κυβερνητικὸν ὄργανον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ κυβερνητικὸν τοῦτο ὄργανον, τὸ κατ’ ἀνάγκην μὴ πάντοτε ἀμερόληπτον, θὰ θέσῃ τὰ ζητήματα καὶ θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Ὑποθέσατε δὲ Βουλὴν συνεδριάζουσαν προφανῶς οὐχὶ ἐν ἀπαρτίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσιν 20 ἕως 30 Βουλευταί, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ παράπτωμά τι, τὸ ὁποῖον νομίζει αὐτὸς εἴτε ὑβριστικὸν εἴτε ἀντιπειθαρχικόν, προκαλεῖ δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν καὶ λαμβάνεται ἀπόφασις διὰ 20 Βουλευτῶν καὶ ἀποπέμπεται τῆς αἰθούσης ὁ Βουλευτής, εἰσηγουμένου τοῦ πιθανὸν μεροληπτοῦντος ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας Προέδρου. Νομίζετε ὅτι ἡ διαδικασία αὕτη εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Βουλευτοῦ; Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἡ ἀποπομπὴ τοῦ Βουλευτοῦ ἢ ἡ ποινὴ τοῦ νὰ μὴ θεωρηθῇ παρὼν ὁ Βουλευτὴς κατὰ μίαν συνεδρίασιν δὲν εἶναι δραστικὸν μέτρον, ἐὰν τῳόντι ὑπῆρξε βαρὺ παράπτωμα κατὰ τῆς τάξεως, τῆς πειθαρχίας, ἢ ἐὰν κατέστη δυσχερὴς ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἡ ἐλαφρὰ αὕτη ποινὴ δὲν θὰ δώσῃ ποτὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ λελογισμένως ἂν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐξαιρετικὴν ἀπόφασιν, ὅπως κολάσῃ δι’ ἐξαιρετικοῦ μέτρου τὸν Βουλευτήν. Μόνον ἐὰν ἡ ποινὴ ἦτο βαρυτέρα, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ψηφίσῃ ἐπιπολαίως, δὲν θὰ ψηφίσῃ ἀγομένη εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ψηφίσῃ διότι πραγματικῶς συνέβη τοιοῦτον παράπτωμα κατὰ τῆς πειθαρχίας, ὥστε νὰ παρίσταται ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, κανονίζον τὰς ἐργασίας της, ἀποπέμψῃ διὰ μακρότερον χρόνον τοῦ Βουλευτηρίου τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὑποπέσει εἰς παράπτωμα βαρὺ κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὅπως λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις αὗται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελε προβῆ ἡ Βουλὴ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, πρέπει ὁ κολασμὸς νὰ εἶναι πολὺ βαρύτερος, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ λαμβάνῃ μετὰ ὡρίμου σκέψιν καὶ μετὰ προφανῆ ἀνάγκην τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν.
§287Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς, Κύριοι, ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων κατὰ τῆς προκειμένης διατάξεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς ἄλλα Κοινοβούλια οἱ Πρόεδροι ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν ὁλότητα αὐτῆς πληρέστερον ἢ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι σχεδὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως ὁ Πρόεδρος καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἀπέφυγε νὰ ἐκπροσωπήσῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἐξ ἧς προέρχεται, προσεπάθησε δὲ πάντοτε νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Λέγουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι ὅπου ὁ Πρόεδρος εἶναι τὸ ἰδανικὸν τοῦ Προέδρου, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐκεῖ βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Βουλευτὴς νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Προέδρου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐκεῖ, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουσιν αἱ τοιούτου εἴδους ποιναὶ καὶ διατάξεις. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη λόγῳ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τοῦ προσώπου τοῦ Προέδρου, διατί ἐτέθησαν αἱ διατάξεις ἐν τοῖς Κανονισμοῖς τῶν Κοινοβουλίων ἐκείνων; Ἀκριβῶς ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχωσι τοιούτου εἴδους ποιναί, διότι ἤρκει ἡ ἐπιβολὴ τοῦ προσώπου ἡ ἀσκουμένη, διὰ νὰ τηρῆται ἡ πειθαρχία καὶ ἡ τάξις. Λέγουσιν ὅτι ὑπάρχουσι διαφοραὶ ἰδεῶν ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑφιστάμεναι ῥιζικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ ἄλλης Βουλῆς ἄγουσιν εἰς ἀγῶνας, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὰς διαφόρους γνώμας, δὲν εἶναι τυχοδιῶκται ἢ ἀλῆται, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι παλαισταὶ τοῦ βήματος εὐγενεῖς, ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πρὸς ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, πᾶσα δὲ παρεκτροπὴ ἀγωνιζομένου ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας κρίνεται ἐπιεικέστερον τῆς παρεκτροπῆς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκ προσωπικοῦ πάθους ἐπιτίθεται κατὰ ἑτέρου προσώπου καὶ συναδέλφου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀντιθέτου. Ἐνόμισα καταρτίζων τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ μόχθου, ὅτι ἐπέτυχον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιτίθενται πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα καὶ αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐπήρχετο ἀσφαλῶς. Διότι, ἐὰν ἀνεγνώσητε τὰς διατάξεις τῶν Κανονισμῶν τῶν ἄλλων φιλελευθέρων Κρατῶν, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Βελγίου, καὶ ἔχω ὅλας τὰς διατάξεις ἐνταῦθα κατὰ σειράν, ἐὰν μόνον τὰς ἀναγνώσῃ τις ἐκ τῶν προαγορευσάντων, θὰ αἰσθανθῇ τρόμον. Ἀποβολὴ μιᾶς ἑβδομάδος, δύο ἑβδομάδων, ἑνὸς μηνός. Ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ αὐτῷ· ἐγκλείεται ἀκόμη ὁ Βουλευτὴς εἰς τὸ φυλακεῖον τῆς Βουλῆς, ἐὰν θελήσῃ βιαίως νὰ εἰσέλθῃ. Τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ὑπάρχουσαι εἰς τοὺς Κανονισμοὺς ἄλλων Κρατῶν, καὶ Κρατῶν ὡς ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία. Ἀλλά, καὶ ὅτε ἐτίθεντο ἐκεῖ αἱ διατάξεις αὗται, οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι τίθενται πρὸς καταπίεσιν μιᾶς μερίδος. Ἐτέθησαν αἱ διατάξεις καὶ ἐκεῖ, ὅπως τηρηθῇ ἡ τάξις, ἡ εὐκοσμία καὶ ἡ πειθαρχία ἐν ταῖς συζητήσεσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται σήμερον τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ποῖαι δὲ ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ πότε; Παρεξετράπη ὁ Βουλευτής; Ὁ Πρόεδρος ἀνακαλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἀνάκλησιν δὲν θέλῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἐπιμένῃ, δηλαδὴ μὴ εὐλαβούμενος τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου καὶ τὸ Σῶμα ὁλόκληρον ἐξακολουθῇ ὑβρίζων, τότε τί ἐπακολουθεῖ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου; Τὸν καλεῖ καὶ αὖθις ὁ Πρόεδρος, ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς του, καὶ λέγει πρὸς τὸν παρεκτραπέντα Βουλευτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ προσῆκε μόνον εἰς ὑβριστὴν ἐξ ἐπαγγέλματος, ὅτι, κύριε Βουλευτά, παρεκτρέπεσθε ἐκ τρίτου καὶ καλεῖσθε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις, νὰ δικαιολογηθῆτε. Ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐκαιρίαν ὁ Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐνόει νὰ ὑβρίσῃ ἢ ὅτι παρέχει αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, ὄχι ὁ Πρόεδρος πλέον, ἀποφαίνεται διὰ ψηφοφορίας ὅτι εὑρίσκει ἐπαρκῆ τὴν δικαιολογίαν ἢ ὄχι. Καὶ εἴπατέ μοι τίς Βουλευτής ποτε ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέξατο ταύτας ὡς ἐπαρκεῖς; Τίς ποτε ἠθέλησε νὰ ἀνακαλέσῃ ὕβριν ἀπευθυνθεῖσαν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπευφήμησεν εἰς τὴν ἀνάκλησιν, διότι πάντοτε ἐπεδίωξε νὰ ἀποφύγῃ τὴν μομφὴν κατὰ συναδέλφων; Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτής, ἐν τῷ ἐρεθισμῷ, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εὑρίσκηται, ἢ ἐν τῷ πείσματι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ κατέχηται, οὐδεμίαν ἐξήγησιν θέλῃ νὰ παράσχῃ, δὲν θέλῃ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ὕβριν καὶ ὑβρίζῃ ἐκ νέου, ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος; Τότε ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος παραγγέλλει τὴν ἀναγραφὴν ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχονται αἱ συνέπειαι. Ἀλλὰ σπουδαιολογοῦντες λέγετε ὅτι δὲν παρεσχέθη ὅλη ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ μὴ ὑποστῇ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν; Δὲν τῷ παρεσχέθη ἡ εὐκαιρία, ἂν ἐν ἀρχῇ δὲν εἶχε τὴν ψυχραιμίαν, ἐν τῷ μεταξὺ ν’ ἀνακτήσῃ αὐτήν; Καὶ δὲν μαρτυρεῖ, ὅτι μόνον κακὴ πίστις καὶ κακὴ πρόθεσις ὑπάρχει εἰς αὐτόν, ἂν ἐξακολουθῇ παρεκτρεπόμενος μέχρι τοιούτου σημείου; Ὅταν λοιπὸν καταστῇ ἀφόρητος καὶ ἐγείρῃ τὴν μῆνιν τῆς Βουλῆς καὶ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων, τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ τοῦ παρεκτραπέντος Βουλευτοῦ; Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς καταπιέσεως τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλὰ καὶ ποῦ ἠκούσθη ὅτι ἡ μειονοψηφία ἢ ὁ εἷς παρεκτρεπόμενος πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ κατατυραννήσῃ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα; Καὶ τίνος εἴδους ἐλευθερία εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐπισείετε ὡς μορμολύκειον, ὅταν ἀξιοῦτε διὰ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς νὰ τυραννῆτε τοὺς ἄλλους; Ἡ ἐλευθερία μίαν ἔχει βάσιν· τὸν ἀμοιβαῖον σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε νομίσει τις ὅτι ἐν ὀνόματι αὐτῆς πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τῆς θρασύτητος, νὰ δεσμεύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὰ προσβάλῃ παύει νὰ εἶναι ἐλευθερία, εἶναι ἐλευθερία μασκαρεμμένη, ἡ ὁποία οὐδεμιᾶς προστασίας εἶναι ἀξία. Ὡραία ἀντίληψις τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας! Ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ σᾶς ὑβρίζω ὅλους· ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ λέγω ὅ,τι θέλω, σεῖς ὅμως δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα ἐπ’ ἐμοῦ καὶ δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ θέσητε φραγμὸν εἰς τὴν γλῶσσάν μου τὴν ἀκάθαρτον! Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο δεκτὰ εἰς ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον, δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀμφισβητηθῶσιν....
§288Γ. ΠΩΠ. Ἐδῶ ἐγένοντο αὐτά;
§289Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ παραδειγμάτων νὰ στηριχθῆτε.
§290Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐγένοντο καὶ ἐὰν δὲν διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ γίνωσι, διατί ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ἐκ τῶν ἀπειλουμένων ποινῶν; Καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις, δὲν συμβαίνουσι συνήθως, δὲν εἶναι συχναὶ τοιαῦται σκηναί, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη ν’ ἀπαλείψῃ τὰς διατάξεις, διότι ἀπὸ ἀγαθῆς προθέσεως κεῖνται, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι θὰ γίνῃ κατάχρησις τῶν διατάξεων πρὸς ἐπιβολὴν ποινῶν.
§291Γ. ΠΩΠ. Ὅλαι αἱ ἀνελεύθεροι διατάξεις ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως τίθενται, κατόπιν ὅμως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν φαίνονται.
§292Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι τοσοῦτον ἀνελεύθεροι αἱ διατάξεις, ὥστε, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν δημοψήφισμα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, βεβαιῶ ὅτι τὰ 9/10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ αὐστηροτέρων διατάξεων πρὸς κολασμὸν τῶν ἀσχημοσυνῶν! (χειροκροτήματα).
§293Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κάθε ἄλλο.
§294Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκείνη ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐνέχει σπουδαιότητα, εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπό τινος συναδέλφου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τοῦ Βουλευτοῦ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀλλαχοῦ ἀποβάλλεται ὁ ταραξίας Βουλευτής. Τοιαύτην διάταξιν ἐκρίναμεν ἡμεῖς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἀνελεύθερον ἐλλείψει καὶ σοβαρῶν ἀφορμῶν ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ὑποβληθείσης ἤδη τῆς ἀντιρρήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ ἀποτέλεσμα ψηφοφορίας διὰ τοιαύτης χρήσεως τοῦ δικαιώματος ἀπὸ μέρους τῆς πλειονοψηφίας ἢ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μετριασθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἀναγραφῆς ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν νὰ μὴ δίδηται ὁ λόγος εἰς τὸν παρεκτραπέντα Βουλευτήν, ἀλλὰ νὰ δικαιοῦται οὗτος νὰ παραμένῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§295Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν κοπιάζετε νὰ τὸν βγάλετε ἐκ τῆς αἰθούσης;
§296Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε; Διότι νομίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν.
§297Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ· νὰ τελειώσω τὴν τροποποίησιν. Εἰς τὴν βʹ παράγραφον λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βουλευτής, ὅστις ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ ἐπιμένων ἐν τῇ παρεκτροπῇ προυκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, λογίζεται ἀπὼν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν, οὔτε εἰς τὰ Ἐπίσημα οὔτε εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ ἀναγράφονται οἱ λόγοι του, οὔτε ἀναγινωσκομένου τοῦ καταλόγου ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομά του». Ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ περίοδος θὰ τεθῇ ἐκποδών· θ’ ἀπομείνῃ λοιπὸν ὡς ποινὴ τὸ ὅτι θὰ παύσῃ ἔχων φωνήν, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ ὑβρεολόγιον ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος συνάδελφος, ὅστις μετὰ τόσας ἐπικλήσεις καὶ παρακλήσεις θὰ ἐξηκολούθει ὑβρίζων.
§298Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἂν ἔχητε Πρόεδρον ὑβριστὴν μᾶλλον αὐτοῦ τοῦ ὑβρίζοντος, τί θὰ γίνηται μὲ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον;
§299Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μεριμνᾶτε πολὺ καὶ πάντοτε περὶ τοῦ Προέδρου, ἐνῷ οὐδέποτε ἠθελήσατε νὰ σκεφθῆτε περὶ μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς λοιπὸν ἐκείνης θὰ παύσῃ μὲν ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, θὰ ἔχῃ ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῇ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν δικαίωμα ἀναιρεῖται τῆς μειονοψηφίας, παρισταμένης συσσώμου καὶ ἐν ὁλότητι, εἴτε κατ’ ἀριθμὸν εἶναι τόση, ὅση σήμερον παρίσταται, εἴτε αὔριον εἶναι μείζων, ὡς θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐν τῷ μέλλοντι.
§300Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§301Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ.
§302Γ. ΠΩΠ. Βλέπετε ὅτι παρακολουθῶ ὡς ἀκροατὴς ἁπλοῦς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν μίαν μικρὰν ἀπορίαν νὰ μοὶ διευκρινίσητε. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει ὡρισμένος Βουλευτής, καὶ ὁ Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς κόμμα—γνωρίζετε δ’ ἐκ τοῦ παρελθόντας καὶ τῆς ἐν γένει κομματικῆς διαμάχης ὅτι συμμετέχουσι τῶν ἐλαττωμάτων μελῶν τινων καὶ αὐτὰ τὰ κόμματα—καὶ αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς θελήσῃ νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ποία θὰ εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἥτις θὰ τῷ ἀπαγορεύσῃ τοῦτο;
§303Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τότε ὁ Πρόεδρος θὰ πράξῃ ὅ,τι πράττει γινομένου θορύβου.
§304Γ. ΠΩΠ. Θὰ διακόψῃ;
§305Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἐνοήσατε.
§306Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βουλευτὴς καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτό.
§307Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τότε ἀναιρεῖτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε καὶ ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὑπάρχουσι οἱ κατὰ τοιοῦτον τρόπον θορυβοῦντες ταραξίαι.
§308Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τροποποιήσωμεν πάλιν τὸν Κανονισμόν.
§309Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρξῃ ταραξίας, ὁ ὁποῖος θὰ διαταράσσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ εὑρεθῇ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ αὐστηρότερα μέτρα, καὶ θὰ διακόψῃ ὁ Πρόεδρος τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁ φρούραρχος ν’ ἀποβάλῃ τὸν ταραξίαν.
§310Γ. ΠΩΠ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται; Αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν ἠθέλομεν.
§311Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι φιλελεύθεροι, εἴπατέ το καθαρά.
§312Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Γεννᾶτε ζητήματα μὴ ὑπάρχοντα.
§313Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν ἀρχῶν δὲν προέρχεται ἐξ Ἑλλάδος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὑπὸ τοῦ βήματος περὶ εἰσόδου φρουράρχου ἐντὸς τῆς Βουλῆς! Καὶ λέγονται ταῦτα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν καὶ ἔχομεν λόγους μέχρι τοῦδε νὰ τρέφωμεν σεβασμόν!
§314Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι περισσότερον φιλελεύθερος ὅλων σας. Τὸ λέγω δὲ ἀκριβῶς ἐγώ, κατὰ τοῦ ὁποίου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἠγέρθη παράπονον ἀπὸ τῆς μερίδος ταύτης.
§315Γ. ΠΩΠ. Τοὐναντίον.
§316Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαιότατα.
§317Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω, διότι προσεπάθησα μέχρι τοῦδε νὰ καταδηλώσω κατὰ ποῖον τρόπον ἐννοῶ νὰ διευθύνω τὰς συνεδριάσεις, ἀλλ’ ὅτε μοὶ γεννᾶτε ζητήματα, τί θὰ συμβῇ, ἂν ἐν μέλλοντι συμβῶσι παρεκτροπαὶ ἀνήκουστοι, τί θὰ κάμῃ ἡ μέλλουσα πλειονοψηφία, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἡ μέλλουσα πλειονοψηφία ἀμυνομένη θὰ λάβῃ τὰ ἀνάλογα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν καὶ ἀλλαχοῦ. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦ νῦν τοιαῦτα μέτρα δὲν ἠσκήθησαν ὑπὸ τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, καὶ αἱ πλειονοψηφίαι δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀμυνθῶσι κατὰ τὸ ἴδιον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠμύνθησαν ἀλλαχοῦ. Περιορισθῶμεν λοιπὸν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, ὑποθέτω δὲ ὅτι οὕτω πως τιθεμένου τοῦ ἄρθρου, ἀφαιρουμένης δηλ. τῆς πρώτης περιόδου τῆς βʹ παραγράφου, δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ ἀντιρρήσεων καὶ περαιτέρω συζητήσεων.
§318ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῆς προτάσεως, μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ἐπανέλθω εἰς σημεῖά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ὑποδείξω τροποποιήσεις τοῦ ἄρθρου, εἰς τὰ σημεῖα δηλαδή, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον συμφώνως μὲ τὰς συστάσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις καὶ ἄλλων συναδέλφων. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐπιτροπή, διατυποῦντες τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν προέβαινον εἰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ σκοπὸν εἶχον νὰ θέσωσιν ἓν ἔδαφος συζητήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγώ, μολονότι ἤθελον νὰ σχηματίσω γνώμην ἐκ τῆς συζητήσεως, ὑπέγραψα τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι ὑπογράφω φιλελεύθερον σχέδιον, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἕτερον ἤθελεν ἢ νὰ καθιερώσῃ ἓν μέτρον ἔκτακτον. Καθόσον οὐδέποτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἐφαρμόσῃ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐναντίον οἱουδήποτε Βουλευτοῦ παρεκτρεπομένου. Νομίζω προσέτι ὅτι καὶ ἡ τελευταία παράγραφος δυσκόλως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο ἐφαρμοζομένη νὰ προκαλέσῃ θόρυβον ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος τούτου, ἤτοι ἐκ μόνης τῆς προσπαθείας πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτὸν τὸν ἐνδοιασμόν μου, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλέγω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, εἶναι ἓν ἔκτακτον μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, ἀνάγκῃ ἡ ὁποία θὰ ἐδικαιολόγει καὶ τὴν ἀποβολὴν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς Βουλευτὴς θὰ ἤθελε νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του ἐναντίον ὁλοκλήρου Σώματος. Ὁ εἷς Βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει βεβαίως τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁ εἷς Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του ἀπέναντι τῆς θελήσεως ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§319Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε ἴσως ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐτόνισα ὅτι αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι αὗται δὲν προέρχονται βεβαίως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ ἐτόνισα καὶ ἤδη τονίζω ὅτι ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν τὸν ἰδεώδη διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον Πρόεδρον. Ἠκούσατε ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς ἄλλον. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰσηγούμενος τοιαῦτα μέτρα καὶ ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσῃ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν ἐνώπιον ἡμῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὸ βάθος τῆς γνώμης αὑτοῦ. Σᾶς ἐλέγομεν καὶ ἤδη σᾶς τονίζομεν ὅτι γνωρίζετε σεῖς καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν Ἕλληνα, γνωρίζετε δὲ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τοιαῦται ἰδέαι καὶ ὅτι οὔτε θὰ εὑρεθῇ Πρόεδρος νὰ ἐφαρμόσῃ τοιαύτην διάταξιν, διότι τὸ πεδίον δὲν θὰ μείνῃ ἐδῶ, ἀλλὰ θὰ μεταφερθῇ εἰς ἕτερον σημεῖον. Τίς Πρόεδρος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀποβάλῃ Βουλευτὴν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ δὲν θὰ συντριβῇ ἡ κεφαλή του κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἠθελήσατε νὰ φέρητε ἔξωθεν καὶ νὰ μεταφυτεύσητε ἐνταῦθα; Σεῖς εἶσθε οἱ φιλελεύθεροι, οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε νὰ καταπατήσητε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ θέσωμεν εἰς ἐφαρμογήν; Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 62ον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει ὅτι Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων· ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἐγκληματῇ, καὶ ὅτε δὲν ἔχει οὐδεὶς τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, ἔρχεσθε ἤδη νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Καὶ τίνες εἶσθε σεῖς; Τίνες εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι φέρετε τοιαύτας προτάσεις ἔχοντες μεθ’ ὑμῶν καὶ τὸν φιλελεύθερον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν ἐλησμόνησε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ; Ἔχομεν ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ ἄρθρον 65ον τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της· ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἀνῆλθον μόνος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐτόνισα ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ ἐξαλείψῃ τὴν προστεθεῖσαν παράγραφον «καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας»; Ἐλησμονήσατε ὅτι εἴχετε πρόσφατον παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ λόγχη ἤγγιζε τὰ στήθη Βουλευτῶν καὶ τοὺς ἠνάγκαζε νὰ ψηφίζωσιν; Μᾶς ὑπέμνησεν ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος τί γίνεται ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Πρόεδρος ἵσταται τόσον ὑψηλά, εἶναι τόσον ὑψηλόφρων, τόσον ἀμερόληπτος, ὥστε νὰ ἀνακαλῇ καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν τάξιν, ὡς ἐγένετο πρό τινος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν τὸν Πρωθυπουργόν. Τοιοῦτον ἰδεώδη Πρόεδρον ἀπεκτήσαμεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νῦν κ. Προέδρου, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ ἰδέας καὶ ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν ἐφαρμογῇ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα; Ὑπάρχουσι καὶ μείζονες καὶ πλείονες τοῦ ἑνὸς λόγοι παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις ἐκεῖναι; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν διάταξιν ταύτην, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσιν ἐθνικότητες, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσιν ἀπ’ ἀλλήλων καὶ κατὰ τὸ σπουδαιότερον συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης Ἕλλην. Ὑπάρχουσι διάφοροι λαοί, ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διαφόρους βλέψεις, καὶ ἐθνικὰς ἀκόμη ἐρριζωμένας ἐν τῇ ψυχῇ αὑτῶν. Τί χωρίζει ἡμᾶς ἀπ’ ἀλλήλων; Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι διαφοραὶ γνωμῶν, διαστάσεις ἰδεῶν, ἀλλ’ ὅλοι αἰσθανόμεθα ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ὅτι ἔχομεν ἓν καθῆκον, ἐν τῷ ὁποίῳ πάντες συγκεντροῦμεν τὰς σκέψεις καὶ τὴν ψυχὴν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου αἱ διατάξεις ἐκεῖναι διατί δὲν μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος ποῦ καὶ πότε ἐφηρμόσθησαν, αἱ διατάξεις αἱ τόσον αὐστηραὶ ἐν τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνέφερεν; Ἐφηρμόσθησαν βεβαίως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐξεδιώχθη ὁ Manuel ἐκ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἡ καταδίωξις ἐκείνη ἀπεθράσυνε τοὺς βασιλόφρονας νὰ καταδιώξωσι μετ’ ὀλίγον καὶ τὸν Τύπον· ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ τὸ περαιτέρω, ὅτι αὐτὸ μετὰ διετίαν μόλις ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς κατακρημνίσεως ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς δυναστείας ἐκείνης ἐν Γαλλίᾳ. Τολμήσατε λοιπὸν καὶ σεῖς νὰ προχωρήσητε περαιτέρω, ἵνα ἴδητε τὸ ἀνάστημά σας, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε καὶ ἀπὸ σκοποῦ τὸ πράττετε, ἵνα κρημνίσητε ὅ,τι ἔχει μείνει ὄρθιον ἐν τῷ Κράτει τούτῳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ὑπολογίζετε, Κύριοι, τὰς συνεπείας; Ἐνθυμεῖσθε ὅ,τι πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, «ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἀντιστῇ νομίζων ὅτι ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του συμφώνως πρὸς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκε κατὰ τὸ 64 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁρκίζηται τὸν ὅρκον ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά του, ἐάν, ἔστω πλανώμενος, ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παρεκτροπήν του, ὄχι βεβαίως, διότι θὰ εἶναι ἠλίθιος ἢ μωρὸς ἢ παράφρων, ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του συμφώνως πρὸς τὸν συνταγματικὸν χάρτην, τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς εἶναι εἷς ὑπηρέτης, τί θὰ γίνῃ μετὰ τοῦτο; Ἐὰν ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῦ, τίνα μέτρα θὰ ληφθῶσι, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὁ λησμονῶν τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος; θὰ λάβωμεν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποπεμφθῇ ἐκ τῆς αἰθούσης. Τὸ ἓν παρακολουθεῖ τὸ ἕτερον· τὸ ἓν ἐπιφέρει τὸ ἕτερον. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τίνα θὰ εἶναι; Κατὰ τίνος Θὰ ἐκσπάσωσι; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι πρέπει βεβαίως οἱ παρεκτρεπόμενοι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀφείλουσι νὰ τρέμωσι πρὸ τῆς ἐπιβολῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι νὰ ἐφαρμόζωσι τὸν Κανονισμόν! Ἀλλὰ διατί δὲν τρέμετε, Κύριοι, σεῖς ἐξ ἴσου, ὅταν αὔριον θὰ εἶσθε ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ ἐὰν σκέπτησθε αὔριον νὰ ἀποπέμψητε τὸν Α Βουλευτήν, ὅτε θὰ ἀποπεμφθῆτε πὺξ καὶ λὰξ κατόπιν ἐκ τῶν βαθμίδων τῆς αἰθούσης ταύτης; Τί, ἀφοῦ δὲν κωλύει νὰ ἀποπέμψητε ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἔχητε πρὸς τοῦτο, τί θὰ κωλύσῃ τὸν ἄλλον αὔριον νὰ ἀποπέμψῃ σᾶς ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἔστω καὶ παρὰ τὴν λογικήν, συμφώνως πρὸς τοὺς Κανονισμούς, τοὺς ὁποίους θέλετε σήμερον νὰ ψηφίσωμεν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου διατί σφετερίζεσθε δικαιώματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχετε οὔτε ἐντολὴν οὔτε δικαίωμα νὰ ἐπεμβῆτε; Τί εἶναι ὁ Βουλευτής, κύριοι συνάδελφοι; Εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς ἑνὸς τμήματος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ ἐν παντὶ καὶ πάντοτε ὅλον τὸ Κράτος. Πῶς σφετερίζεσθε σεῖς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ, εἰμὴ εἷς καὶ μόνον, ὁ κυρίαρχος αὐτοῦ, ὁ λαός; Καὶ τίνες εἶσθε σεῖς, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν κυρίαρχον ἐκεῖνον λαόν; Δὲν ἀφαιροῦμεν, τονίζει καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ καὶ πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, λησμονῶν τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Καὶ λησμονεῖ ὅτι καὶ ἄλλοτε παρεκάθισεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὐδὲν παράδειγμα ἔχει, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενος νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τοιοῦτον ἀνελεύθερον Κανονισμόν. Δὲν ἀφαιροῦμεν, λέγει, τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου· ὑποχωροῦμεν πρὸς χάριν σας.— Δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς κανένα χάριν, Κύριοι, νὰ ὑποχωρήσητε σᾶς παρακαλοῦμεν, νὰ ὑποχωρήσητε χάριν οὐχὶ ἡμῶν, ἀλλ’ ὑμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῆτε τὰς συνεπείας αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσητε, εἰς πολὺ προσεχὲς μέλλον. Δὲν ἀφαιροῦμεν, λέγει, τὴν ψῆφον, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιτρέπομεν νὰ εἶναι παρὼν καίπερ παρών! δηλαδὴ τὸν ὑποβάλλομεν εἰς νεκροφάνειαν! Καὶ δέχεσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς τόσον μωρὸς καὶ τόσον παράφρων, ὥστε νὰ ἐμμείνῃ ἐν μιᾷ κατωφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀπὸ χρηστοῦ του συνειδότος θὰ ἐξετίθετο ἐκ τοῦ πείσματος, τὸ ὁποῖον τῷ ἐγέννησαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν Κανονισμὸν ἐπ’ αὐτοῦ; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα Βουλευτῶν, δὲν εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα τοῦ προσώπου τοῦ Προέδρου. Ἐφ’ ὅσον καὶ ἡμεῖς δὲν ἀποκτήσωμεν τὸν ἰδεώδη ἐκεῖνον Πρόεδρον, τοῦ ὁποίου πᾶσα συμβουλή, πᾶσα παραίνεσις, πᾶσα προσταγὴ ἀκόμη νὰ εἶναι σεβαστή, μὴ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖσθε ἤδη πρὸς ἐπιψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀποτελουμένη ἐκ 360 ἐν ὅλῳ Βουλευτῶν μόλις ταύτην τὴν ὥραν ἀποτελεῖται ἐκ 35. Θὰ θελήσητε νὰ ψηφίσητε τὸν Κανονισμὸν αὐτὸν ἀπόψε; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ἑαυτῆς, ὅταν ἀπουσιάζῃ καὶ εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἀκόμη. Ἀλλ’ ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εὑρέθησαν εἷς ἢ δύο συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐν τῷ πείσματι τῷ γεννηθέντι ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν εἴτε δι’ ἄλλον λόγον παρεξετράπησαν, ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἵσταται εἰς τὴν θέσιν του, ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν εὐχάριστον καὶ δι’ ἑαυτοὺς πρωτίστως ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Βουλὴν θέσιν νὰ ἀνακαλέσωσιν ὅ,τι εἶπον, μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς τὴν γλῶσσαν ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχετε τοιοῦτον, καὶ οὔτε θὰ ἔχητε, μὴ τολμᾶτε νὰ φέρησθε σεῖς ἐπὶ τοῦ χείλους τοῦ κρημνοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς πολὺ ταχέως θὰ μετανοήσητε.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 40′ τῆς νυκτός).