Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 128

1911.07.01

5.460 στίχοι · 41.064 λέξεις · 1 πίνακας · 347 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.07.01
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α2 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 128.

Τῆς 1 Ἰουλίου 1911

(Παρασκευή)

Προεδρία Ν. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 6 καὶ 10′ μ. μ.

ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Σαμπαλῆ ζητοῦν βοήθημα, ὡς καταστραφέντων τῶν προϊόντων αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀρουραίων· 2) Οἱ κάτοικοι Λασποχωρίου ζητοῦν βοήθημα διὰ τὸν αὐτὸν λόγον· 3) Οἱ κάτοικοι Ἄνω Ὀρφανῶν ὁμοίως· 4) Οἱ κάτοικοι Καϊσλὰρ ὁμοίως· 5) Οἱ κάτοικοι Σοῦπι τῆς Καρδίτσης ὁμοίως· 6) Οἱ ἐν Ἁλμυρῷ πρόσφυγες ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων νομοσχεδίου· 7) Ὁ ἐν Κυπαρισσίᾳ δικηγόρος Σ. Δ. Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τῶν ἀνακοπτόντων φυγοποίνων· 8) Ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος Ναυπλίου παρακαλεῖ, ὅπως τὸ ἐκεῖ τελωνεῖον προαχθῇ εἰς αʹ τάξεως· 9) Ὁ λαὸς Ἀρακυνθίων παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ σούμας πρὸς ἰδίαν χρῆσιν δι’ ἀμβύκων 40 ὀκάδων· 10) Οἱ κάτοικοι Μεσσήνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Φ. Βακαλοπούλου περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου· 11) Ὁ γεωργικὸς σύλλογος Φθιώτιδος παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν. 12) Ὁ λαὸς Δύμης παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Προνομιούχῳ καὶ ἱδρυθῶσιν ἐν Κάτω Ἀχαΐᾳ ἀποθῆκαι σταφιδοκάρπου. 13) Ὁ κατάδικος φυλακῶν Χαλκίδος Δ. Ζαχαριᾶς ζητεῖ ἀπονομὴν Β. χάριτος. 14) Οἱ ἐκ Φθιώτιδος μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν, ὅπως ἀποσυρθῇ πᾶν περὶ «Ἀμοιβαίας» νομοσχέδιον. 15) Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Πτελεατῶν ἐν συλλαλητηρίῳ συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἀνορθωτικόν της ἔργον καὶ ἀποδοκιμάζει πάντα ἀντιδρῶντα. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων» ὡς καὶ ἑτέραν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ἐν τοῖς ἄρθροις 6 καὶ 8». Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Ἠλιόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος». Ἅπαντα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ προτάξεως πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ;

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν». (Ἐρωτωμένη ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρόταξιν καὶ ψηφίζει τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ σύνολον).

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ δραχ. 756,891.87». Ὁ κ. Ἰ. Ἀθηνογένης ἔχει τὸν λόγον.

§5Ι. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, ἣν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως ποιεῖται τὴν παρατήρησιν ὅτι «ἐκ τῶν ζητουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τινὲς μὲν προέρχονται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς κειμένων νόμων, ἄλλαι δὲ ἐκ γενομένων προμηθειῶν καὶ παραγγελιῶν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων καὶ ὅτι ζητοῦνται νῦν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν ἀναληφθεισῶν ἤδη ὑποχρεώσεων». Ἐπιλέγει δὲ ὀρθότατα ἡ ἔκθεσις ὅτι «ὁ τρόπος οὗτος, ὅστις συχνάκις ἐφηρμόζετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀντιβαίνει ὁλοσχερῶς εἰς τὸ πνεῦμα τῶν παρ’ ἡμῖν ἐν ἰσχύι λογιστικῶν διατάξεων» καὶ συνιστᾷ, ὅπως ληφθῇ τάχιστα νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ γένηται ἀνάληψις ὑποχρεώσεων παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρᾶξις ἥτις εἶναι σπουδαιοτέρα σχεδὸν καὶ τῆς πληρωμῆς, ἡ ὁποία μόνη ὑπάγεται παρ’ ἡμῖν εἰς τοσαύτας διατυπώσεις». Ἀνῆλθον, Κύριοι, τὸ βῆμα, ἵνα ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἐὰν ἀποδέχηται τὰς συστάσεις τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς, λάβῃ κατὰ Ὀκτώβριον τὴν προσήκουσαν νομοθετικὴν μέριμναν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι σπουδαιότατον. Ἐγώ, ἀτομικῶς, εἶχον ὑποβάλει τῇ 3 Μαΐου ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τροπολογίαν καθ’ ἣν ἡ ἐξακρίβωσις τῆς νομιμότητος τῶν ὑπὸ τῶν διατακτῶν ἀναλαμβανομένων ὑποχρεώσεων τῶν συνεπαγομένων δαπάνην ἀνετίθετο, συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Ἰταλίᾳ κρατοῦντα, εἰς τὸ Συνέδριον τὸ Ἐλεγκτικόν. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ἦτο ἐπάναγκες νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἠδυνήθην δὲ ἀτυχῶς τότε, ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη τὸ 98 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν μου. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ, ὡς ἐγώ, τὴν γνώμην ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν τοῦ πλήρους προληπτικοῦ ἐλέγχου τῶν δημοσίων δαπανῶν θέλει ἀποβῆ ἐπωφελὴς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δύναται καὶ ὀφείλει, ἀφοῦ καλῶς βασανίσῃ τὰς συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐμὴν πρότασιν, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κατάλληλον νομοθέτημα, δι’ οὗ θέλουσι τεθῆ ἐν ἐφαρμογῇ αἱ ἰδέαι, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω σήμερον πρὸς ὑμᾶς ἐν πάσῃ συντομίᾳ.

§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θίγετε. Εἶναι ἄξιον ὅμως καὶ μελέτης.

§7Ι. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ λέγω ὅτι μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατ’ Ὀκτώβριον, ὑπάρχει χρόνος ἐπαρκὴς πρὸς μελέτην τοῦ πράγματος. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἰς αʹ συζήτησιν. Ψηφίζονται εἶτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια· 1ον) «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911 πιστώσεως διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου τοῦ ἔτους 1911». 2ον) «Περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχ. 60,000 τοῦ πρὸς τὸ εἰδικὸν ἀρχαιολογικὸν ταμεῖον χορηγουμένου ποσοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος Λαχείου». Παραπέμπονται ἀμφότερα ταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ 3ον) «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης».

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως ἑνὸς τοπογράφου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων ἔργων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον).

§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συντάξεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφιζόμενον κατ’ ἀρχὴν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. (Ψηφίζεται συναινέσει τῆς Βουλῆς κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν σχηματισθεῖσαν ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Χαρ. Βοζίκη, Θρασ. Πετμεζᾶ, Ἀ. Πετρομανιάτου, Ἰωάννου Τσιριμώκου καὶ Ἰωάνν. Μπακοπούλου).

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν». Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον.

§11ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ κριθῇ ἀκριβῶς καὶ ὁλοκληρωτικῶς ἄνευ τοῦ συνδυασμοῦ του πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν. Ἂν κατηργήθη ἡ δεκάτη, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνήρχετο εἰς 50–60 ἑκατομμύρια, εἶναι αὐτόχρημα ἔγκλημα ν’ ἀνασυσταθῇ, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπερέβη τὰ 140 ἑκατομμύρια. Ποσοστὸν τῶν ἑκατομ. αὐτῶν ἀνήκει καὶ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν χωρικῶν· καταργεῖται ἡ δεκάτη, ὅτε ὁ χωρικὸς ἐπλήρωνεν ἐπὶ τῆς γενικῆς φορολογίας ὀλίγα· ἀνασυνιστᾶται, ὅτε πληρώνει εἰς τὴν γενικὴν φορολογίαν τετραπλάσια. Ἐζητήθη εἰς τὴν κατάργησιν ἡ ἀνάκτησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ χωρικοῦ, καὶ ὅτε συνήθισεν εἰς ταύτην ἐπιβάλλεται ἡ δουλεία τῆς βεβαιώσεως. Ἡ βεβαίωσις εἶναι ἡ δεκάτη· ἔστω καὶ ἂν 1% ἐπιβληθῇ ὡς φόρος· ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τάχιστα θὰ συνδυασθῇ καὶ πρὸς τὴν αὔξησιν, ὅταν ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς νέας φορολογίας, τὸ ποσὸν ταύτης εἶναι ζήτημα χρόνου. Θέλουν ἰσότητα μεταξὺ ἀστικοῦ καὶ χωρικοῦ, ἀφοῦ κατέβαλον διὰ φορολογίας τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, ἀφοῦ ἐξήντλησαν ὅλα του τὰ κέρδη, ἔρχονται νὰ ἐπιβάλλουν φορολογίαν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι κέρδη, διότι ὁ γεωργὸς δὲν ἔχει κέρδη, ἔχει μόνον τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του, ἀμειβόμενος ὀλιγώτερον, πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ ἐργάτου τῆς πόλεως· ἂν κατεβλήθη οὗτος, πῶς θ’ ἀντίσχῃ ἐκεῖνος; Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ βίος τοῦ χωρικοῦ, τοῦ κυρίως χωρικοῦ, δὲν ἐξυψώθη οἰκονομικῶς. Ἴσως διὰ τῆς συγκοινωνίας ἀνέπτυξε χρείας καὶ κατέστη δυστυχέστερος, ἀλλ’ ἡ παραγωγή του παρέμεινεν ἡ ἰδία· ἔχει νῦν βάρη τέως ἄγνωστα καὶ πλειότερα. Ποῦ θὰ θέσητε τὴν φορολογίαν; Ἰσότης φορολογίας εἶναι μεταξὺ ἰσοδυνάμων. Ἀλλ’ οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι ἰσχυρότεροι τῶν χωρικῶν. Ἀφοῦ δὲν φορολογεῖτε τὴν ἐργασίαν εἰς τὰς πόλεις, κατὰ μείζονα λόγον δὲν πρέπει νὰ φορολογήσητε τὴν ἐργασίαν τοῦ γεωργοῦ. Ἐνδιαφέρει νὰ τεθῶσιν ἐκποδὼν τὰ φορολογικὰ προσκόμματα, ἅπερ ἀπεμάκρυνον ἐκ τῆς ἀγροτικῆς βιομηχανίας ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποπειραθῶσι νὰ καθιερώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν διάνοιαν καὶ δραστηριότητά των, καὶ οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συλλέξωσι τὸ νόμιμον κέρδος τῶν ἐπιχειρήσεών των. Ἅπαντα τὰ ἔθνη τείνουν εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ ἐγγείου φόρου· παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ Πολιτεία οὐδέποτε ἐμερίμνησε πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει φορολογίας ἐπ’ αὐτῆς, διότι θὰ ἐφορολόγει τὸ κεφάλαιον, τὸν ἱδρῶτα τοῦ γεωργοῦ. Ποῦ ἡ προστασία τῆς κινητῆς περιουσίας, ἥτις θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐφαρμογὴν ὀργάνων τελειοτέρων καὶ λιπασμάτων ἰσχυροτέρων; Ποῦ αἱ ἐμπορικαὶ συνθῆκαι πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ τῶν προϊόντων τῆς γεωργίας; Ποῦ ἡ ἀποξήρανσις τῶν τελμάτων, δι’ ἧς καὶ ἡ ἔκτασις τῆς παραγωγικῆς ἐπιφανείας καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς θὰ ηὐξάνετο; Οἱ κοινωνικοὶ μηχανισμοὶ δὲν ἀνανεοῦνται μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν ὅπως τὰ βιομηχανικὰ ἐργαλεῖα. Ἐπὶ τῶν φόρων ἰδίως δὲν πρέπει ν’ ἀνατρέψωμεν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Πασκὰλ τὰς ὑπαρχούσας συνηθείας. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν πειράματα ἀνατομίας ἐπὶ ζώντων σωμάτων, ἔλεγεν ὁ Νέκερ. Διατί νὰ μὴ ἔχωμεν ἕνα Ῥοβέρτον Πήλ, ἐρχόμενον ν’ ἀποδείξῃ εὐγλώττως εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐξανομένης τῆς εὐμαρείας τοῦ ἐργάτου καὶ καθισταμένης τῆς ἐργασίας του πλέον δραστηρίου ἐπιτελεῖται ἔργον φιλανθρωπίας ἐξασφαλίζον εἰς τὴν βιομηχανίαν νέον στοιχεῖον ἐπιτυχίας; Αὐξάνοντες τὴν εὐδαιμονίαν τῶν πολυαρίθμων τάξεων, ἐξασφαλίζοντες διὰ τῆς εὐθηνίας τῆς καθημερινῆς τροφῆς τὴν δύναμιν τοῦ ποιεῖν καθ’ ἑκάστην οἰκονομίαν τινά, καθιερωμένην εἰς ἄλλας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται σήμερον ἐν ὑστερήσει, ἀναβιβάζομεν ἐκ τῶν κατωτάτων στρωμάτων χιλιάδας νέων καταναλωτῶν διὰ τὰ προϊόντα τὰ μέχρι σήμερον εἰς αὐτοὺς ἀπρόσιτα. Ἡ κατάργησις φόρου τινὸς δὲν εἶναι διὰ τὸ Δημόσιον ξηρὰ ἀπώλεια, διότι ἡ οἰκονομία, ἣν ὁ φορολογούμενος πραγματοποιεῖ οὕτως ἐκ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ἀκεραίως ἀπελευθερωθέντος προϊόντος, τῷ ἐπιτρέπει νὰ κάμῃ εὐρυτέραν κατανάλωσιν ἄλλων ἐπιβεβαρημένων προϊόντων· ἐπὶ παραδείγματι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπὶ τῆς σακχάρεως φόρου δὲν θὰ εἶχε μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ηὔξανεν ἐπαισθητῶς τὸ ποσὸν τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καφέ. Ὑπάρχουσι πηγαὶ εἰσφορῶν, αἵτινες διατηροῦσι τὴν γονιμότητά των διὰ τὸ Δημόσιον μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον δι’ αὐτὸ νὰ μὴ ἀντλῇ ἀφθόνως καὶ νὰ μὴ στειρεύῃ οὕτω τοὺς ῥύακας τῆς βιομηχανίας, ἣν αὗται τροφοδοτοῦσιν. Ὑπάρχουσι τρόποι εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἐξ ὧν τὸ Κράτος πρέπει νὰ παραιτηθῇ πρὸς τὸ ἴδιόν του συμφέρον μᾶλλον παρὰ ἐν ὄψει ἱκανοποιήσεως τῶν φορολογουμένων καὶ ἀνακουφίσεως αὐτῶν, καθόσον οἱ τρόποι οὗτοι τῆς εἰσπράξεως παρασύρουσι μεγίστην ἀπώλειαν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, διὰ τῆς ταραχῆς τῶν ὁποίων ῥίπτουσιν εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐργασίας διὰ τῶν λεπτομερῶν καὶ στενοχώρων διατυπώσεων, δι’ ὧν αὗται περιβάλλουσι τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, διὰ τῶν βραδυτήτων, ἃς αὗται ἐπιφέρουσιν εἰς τὴν κίνησιν καὶ λειτουργίαν τῶν συναλλαγῶν. Ἡ τέχνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγε δημοσιολόγος τις Ἄγγλος, συνίσταται νὰ λαμβάνῃ τὸ maximum τοῦ ἀργυρίου, προξενῶν τὸ minimum τῆς δυσαρεσκείας. Πῶς νὰ λησμονήσωμεν τῳόντι ὅτι αἱ μεγάλαι ἐπαναστάσεις δὲν εἶχον ἄλλην καταγωγὴν εἰμὴ τὸ ἐλάττωμα τῆς κατανομῆς καὶ τῆς εἰσπράξεως ἢ τὴν ὑπερβολὴν τῶν φόρων, οἵτινες ἐπεβάρυνον τὸν λαόν; Ὁ πόλεμος τῆς χειραφετήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν κατὰ τὸν προτελευταῖον αἰῶνα δὲν ὑπῆρξεν ἐπιχείρησις ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν φόρων μᾶλλον παρὰ κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας; Ὁ λαὸς δὲν ἐπανεστάτησε τῷ 1789 κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος μᾶλλον παρὰ κατὰ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας; Ἡ ἀκρίβεια τῶν σιτηρῶν ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς κακῆς παραγωγῆς τῷ 1847, ἡ ἐπαυξηθεῖσα ἐκ τῶν προσκομμάτων, ἅπερ ἡ κινητὴ κλῖμαξ ἔθετεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν προωρισμένων νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα, ὑπῆρξε ξένη εἰς τὴν πτῶσιν τῆς μοναρχίας τοῦ Ἰουλίου; Ἐὰν μοὶ ἐπαρουσίαζον ἕνα Προϋπολογισμόν, ἔλεγεν ὁ Μωγέττα, χωρὶς νὰ μοὶ εἴπωσιν εἰς ποῖον ἔθνος ἀνήκει, θὰ ἠδυνάμην ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν ἐν αὐτῷ θεσμῶν νὰ ἐξαγάγω ποῖοι εἶναι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ καὶ οἱ ἀστικοὶ νόμοι, οἵτινες διέπουσι τὸν τόπον τοῦτον. Ἀναμφιβόλως ἡ ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ ἔχει πολλὰς ἀπόψεις, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ πρόοδοι, ἃς αἱ κοινωνίαι πραγματοποιοῦσιν, ἐξασκοῦσι μέγα μέρος εἰς τοὺς προορισμούς των καὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὁ ὅρος τοῦ πλείστου τῶν ἄλλων προόδων. Ἡ πρώτη ἐνασχόλησις παντὸς νομοθέτου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τροποποιῇ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους, πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργασία δὲν εἶναι ὁ ἀρχικὸς καὶ θεῖος νόμος τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς διαταγῆς τῆς θείας προνοίας, ἥτις μᾶς κατεδίκασε νὰ κερδίζωμεν τὸν ἄρτον μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ μετώπου μας; Ὁ ἀληθὴς ἀνεξάντλητος πλοῦτος τοῦ τόπου δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἐργασίαν ἑκάστης ἡμέρας καὶ ἑκάστου τῶν κατοίκων του; Τὴν ἐργασίαν λοιπόν, τὸν μισθὸν καὶ τὸ γεωργικόν, βιομηχανικὸν καὶ ἐμπορικὸν κέρδος πρέπει πρὸ παντὸς νὰ σεβασθῶμεν καὶ νὰ κανονίσωμεν μετὰ προσοχῆς, ν’ ἀναπτύξωμεν, νὰ βοηθήσωμεν καὶ νὰ συνδράμωμεν κατόπιν διὰ καλοῦ συστήματος φορολογίας. Πρέπει ν’ ἀπέχωμεν τοῦ νὰ ταράξωμεν τὴν φειδὼ τοῦ τόπου, νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν μόρφωσιν κεφαλαίου, νὰ στενοχωρήσωμεν καὶ διακινδυνεύσωμεν τὴν παραγωγικήν του δύναμιν. Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει ὅρος τῆς ἐπιστήμης καὶ δημοσιολογίας, τὸν ὁποῖον δὲν ἀθετεῖ καὶ δὲν παραβιάζει τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως καὶ ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Ἑλλάδος τὸ ἄθλιον αὐτὸ σύστημα, λείψανον τῆς δουλείας καὶ βαρβαρότητος, ὅπερ ἐλυμαίνετο τὸ ὡραῖον καὶ γόνιμον ἔδαφος τῆς ὡραίας πατρίδος καὶ ἠσχήμιζε τὸ λαμπρὸν οἰκοδόμημα τῶν ἐλευθεριῶν μας, ἐθεωρήθη ὡς ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς προόδου καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο ἀποδεκατίζεται ἡ ἀκαθάριστος παραγωγὴ βεβαιουμένη ἑκάστοτε δι’ ἐπιστασίας ἢ ἐνοικιάσεως· ὑπ’ αὐτὸ ὁ καλλιεργητὴς δὲν εὑρίσκει ἀποκλειστικὸν συμφέρον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ εἰς τὴν καταβολὴν κεφαλαίου καὶ ἐντονωτέρας φιλοπονίας πρὸς ἐπίτευξιν μεγαλειτέρων ὠφελειῶν, καθόσον τοὺς καρποὺς τοιούτων βελτιώσεων ἀπορροφᾷ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἀποδεκάτωσις· ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, τῆς ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως ἐγγείου φόρου, ἡ ἀγοραία ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας ἐλαττοῦται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπόλλυσιν ὄχι μόνον μέρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ μέρος τῆς περιουσίας του τῆς ἀνταποκρινομένης πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦ μέρους τούτου. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀνῆκεν εἰς ἐποχὰς μᾶλλον ἡμιβαρβάρους, καθ’ ἃς ἡ φύσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν φόρων εἶναι ἄγνωστος, καὶ καθ’ ἃς ἐλλείπει ἡ ἐπιστήμη, ἱκανὴ νὰ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν δικαίαν καὶ κανονικὴν τῶν φόρων ἐπιβολήν. Ἀνήκει τέλος εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δουλείας τῆς πατρίδος καὶ εἶναι ἀναχρονισμός, ὃν ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Τί φορολογεῖται διὰ τῆς δεκάτης; Ὄχι ἡ καθαρὰ ἀλλ’ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Προχθὲς ἐψηφίσαμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ πάλιν ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀναλογικὴν φορολογίαν πρὸς τὸ εἰσόδημα. Ἡ ἀναλογικὴ φορολογία πρὸς τὸ εἰσόδημα εἶναι τὸ κτηθὲν οἰκονομικὸν ἀξίωμα ὑπὲρ τῆς πολιτευμένης ἀνθρωπότητος, τὸ δι’ ἀγώνων αἰώνων κατακτηθὲν ἀναγνωριζόμενον ἐν πᾶσι τοῖς Συντάγμασιν. Ἀνεγράφη, ὄχι διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη, διότι οὐδεὶς πλέον ἀμφισβητεῖ τὴν ἀναλογικὴν πρὸς τὸ εἰσόδημα φορολογίαν, ἀλλ’ ἀνεγράφη καὶ φωτοβόλος κανών, ὃν δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἐπιχειροῦντες ἐπιβολὴν οἱουδήποτε φόρου. Τί εἶναι ἡ δεκάτη; Ὁ κύριος τύπος τῆς φορολογίας, ὁ ἀναιρῶν τελείως τὸν κανόνα: ἀκαθάριστος πρόσοδος δὲν εἶναι εἰσόδημα, διότι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος εἶναι τὸ δαπανηθὲν κεφάλαιον, εἶναι ἡ ἐργασία. Κατὰ ταῦτα φορολογεῖτε τὰ εὔφορα ἔτη καὶ οὐχὶ τὸ εἰσόδημα. Πλήρης ἀνισότης φορολογίας. Κατὰ τὰ ἄφορα ἔτη δὲν φορολογεῖτε πλέον, ἀλλ’ ἐξοντώνετε τὸν γεωργόν. Τὸ μόνον διατυμπανιζόμενον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς δεκάτης εἶναι ὅτι «τότε θὰ πληρώνῃ ὁ γεωργός, ὅταν καὶ καθ’ ὅσον παράγει», ἐνῷ εἰς ἄλλο σύστημα, καὶ ὅταν δὲν παράγῃ, θὰ τὰ πληρώνῃ, εἶναι ἁπλοῦν σόφισμα. Ἡ πλήρης καταστροφὴ ἢ θεομηνία ἡ τελεία, προκαλεῖ τὴν παῦσιν παντὸς οἱουδήποτε φόρου. Ἡ μερικὴ δὲν ἀπαλλάσσει οὐδ’ ἐλαφρύνει τὸν γεωργὸν διὰ τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης. Ἔσπειρα 1 καὶ ἐθέρισα 2· ἐδῶ εἶναι ἀναλόγως μεγαλειτέρα ἡ φορολογία διὰ τῆς δεκάτης, ἂν τὸ ἓν εἶναι τὸ κεφάλαιον δραχμῶν 100, θὰ λάβητε τὸ 7 ὡς φόρον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἂν ὁ σπείρων 1 καὶ θερίζων 2 ἢ 3 χρεωστεῖ τὸ κεφάλαιον τῶν 100 δραχμῶν αὐξανόμενον δι’ 7 δραχμῶν, ἃς ἐλάβετε ὡς φόρον, τὸ δὲ 2 καὶ 3 δὲν εἶναι ἀρκετὰ οὐδὲ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐργάτου εἰς τὸ κατώτατον ὅριον νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὅταν μάλιστα καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ κεφαλαίου δὲν ἐπέλθῃ, συγκεφαλαιωθῇ δὲ αὕτη τὸ ἐρχόμενον ἔτος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καλλιτέρας παραγωγῆς. Ἀπὸ τοῦ πεινῶντος καὶ τὸ ψιχίον ὡς φόρος δὲν εἶναι φορολογία ὑπὲρ τῆς πατρίδος, εἶναι δήμευσις διεγείρουσα καὶ καθιστῶσα ἐχθρὸν τῆς Πολιτείας τὸν γεωργόν. Καὶ ταῦτα πάντα ἀνεξαρτήτως τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως. Ὅταν προστεθῇ καὶ αὕτη, θίγεται πλέον ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ ὠθεῖται ἀκατάσχετος ὁ πληθυσμὸς πρὸς τὴν μετανάστευσιν, ἐξ ἧς μάτην προσπαθεῖτε νὰ τὸν ἀποθαρρύνητε, ἡ δὲ δεκάτη θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐλατήριον μεταναστεύσεως πλειότερον καὶ αὐτῶν τῶν πρακτόρων αὐτῆς. Ἡ Κρήτη ἔχει τὴν δεκάτην, ἀλλὰ πολὺ διάφορος εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δεκάτης ἐκεῖ. Πόσον ὅμως διαφορετικὴ θὰ καταστῇ καὶ ἐκεῖ ἡ δεκάτη, ὅταν σὺν Θεῷ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν σὺν τῇ ἑνώσει τῶν πόθων μεθ’ ἡμῶν ὑποστῶσι καὶ τὰ ἄλλα βάρη τὰ ἐπιβαρύνοντα ἡμᾶς; Ἡ Κρήτη ἔχει Προϋπολογισμὸν 400.000, πληθυσμὸν δὲ 300.000· ἑκάστη μονὰς ἑπομένως ἐκεῖ ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ 1/16 τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἕκαστον ἡμῶν βάρους ἐπὶ τῆς γενικῆς φορολογίας. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.

§12Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ στηριζόμενος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας καὶ σκεφθεὶς ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται καὶ ἐδῶ περὶ ἑνὸς εἰσοδήματος, δὲν ἕπεται διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι προέρχεται ἐκ τῆς γῆς, ὅτι πρέπει νὰ μὴ φορολογῆται. Ἐπέστησα καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν συζήτησιν τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν προσοχήν μου· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα, μεθ’ ὅσου ζήλου καὶ ἂν ἐλέχθησαν ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, ὁμολογῶ ὅτι δὲν μὲ ἔπεισαν νὰ μεταβάλω γνώμην ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο πρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς νὰ μείνῃ ἀφορολόγητον. Ἠκούσαμεν ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας τῆς ἐργασίας καὶ ὅτι εἶναι ἀποτρόπαιον πρᾶγμα νὰ φορολογηθῇ ἡ ἐργασία· καὶ ἐρωτῶ ἂν πᾶσα πρόσοδος φορολογουμένη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐργασίας. Καὶ ἐρωτῶ διατί περισσότερον πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητος ἡ ἀγροτικὴ ἐργασία ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τοῦ λιθοκόπου, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται νύκτα καὶ ἡμέραν μὲ τὸν μοχλὸν ἀνὰ χεῖρας, ἵνα ἐκεῖθεν προσπορίζηται τὸν ἄρτον του; Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἀπαριθμήσω καὶ πόσοι ἄλλοι πτωχοὶ ἐργάται φορολογοῦνται διὰ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας των. Παρεισέφρησε, φρονῶ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, πλάνη, καὶ πλάνη διττὴ διὰ τοὺς ἀντιλέγοντας, ἡ πλάνη ὅτι αἱ γεωργικαὶ πρόσοδοι τῆς γῆς καὶ οἱ μικρογεωργοὶ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Καὶ δεύτερον ὅτι ἡ δυστυχία τῆς γεωργίας προέρχεται ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων αὐτῶν. Καὶ αἱ δύο δὲ εἶναι πλάναι μεγάλαι, διότι ἀκριβῶς δὲν πρόκειται νὰ φορολογηθοῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οἱ μικροϊδιοκτῆται, ἀλλὰ πᾶν εἰσόδημα τῆς γῆς προερχόμενον ἐκ τῆς γεωργίας, εἴτε μεγάλης εἴτε μικρᾶς. Ὅτε ὅμως οὕτως ἔχομεν δεδομένον τὸ ἐναντίον, ἐρωτῶ· διατί πρέπει νὰ ἐξανιστάμεθα κατὰ τοῦ φόρου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει μᾶλλον νὰ φορολογήσῃ τοὺς πλουσίους γαιοκτήμονας; Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ δεύτερον δὲν εἶναι πεπλανημένον; Μήπως ἡ δυστυχία τοῦ γεωργοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀφορμὴν ἔχει τὸ ὅτι φορολογοῦνται οἱ δημητριακοὶ καρποί; Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, καιρὸν οὔτε πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε περὶ τῶν ἀφορμῶν τῆς δυστυχίας τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος· εἶναι ἄπειροι αἱ ἀφορμαί, εἶναι πολλαί, ὄχι δηλ. διότι ἐφορολογεῖτο ἄλλοτε εἴτε μὲ τὴν δεκάτην εἴτε κατόπιν μὲ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ διότι εὑρίσκετο ὑπὸ τοὺς δυσμενεστάτους ὅρους, ἄνευ ὑποστηρίξεως κυβερνητικῆς, θῦμα τοκογλυφίας, ἐπιβαρυνόμενος διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων τῶν τόσον ἀνίσων καὶ δυσβαστάκτων καὶ οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν βίον αὐτοῦ ἀβίωτον καὶ ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ φεύγῃ διὰ τὴν Ἀμερικήν. Ὅλα αὐτὰ προήρχοντο ἆρά γε ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων; Δὲν βλέπω λοιπὸν δεδικαιολογημένην τὴν κατακραυγὴν αὐτήν, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ τῆς γεωργίας διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, περὶ τούτου βεβαίως ἐλέχθησαν πολλὰ τὰ ὀρθὰ καὶ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι διάφοροι γνῶμαι, ἀλλὰ κατόπιν τῆς τροποποιήσεως, ἥτις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλλεται, τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς καὶ δὲν ἔχει νὰ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὴν Βουλήν, διότι δύναται κατόπιν νὰ εὑρεθῇ μέση ὁδός, διὰ τῆς ὁποίας νὰ βεβαιῶται ἀσφαλέστατα καὶ ἄνευ πιέσεων τοῦ φορολογουμένου ὁ φόρος αὐτός. Ὁ διὰ Β. Διατάγματος προσδιορισμὸς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ὡς ὁρίζει ἡ τροποποίησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορᾷ ἐν τούτοις μόνον τὴν γενικὴν εἰς εἶδος, δὲν θίγει δὲ ποσῶς τὴν φορολογίαν τοῦ ἄρθρου 6, δηλαδὴ τὴν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἄρθρον 6 εἶναι ἀνεξάρτητον καὶ θὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ στιγμήν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ προσέξῃ. Λέγω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου εἰς εἶδος, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου σας, τὸ ὁποῖον ὁρᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ ὅτι ἐπὶ τούτου ἔχω τροπολογίαν τινά. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 5; (Ἀναγινώσκει): «Ἐάν τις ἔχῃ μέγα ἀγροτικὸν κτῆμα... κλπ.».

§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πόσα στρέμματα;

§14ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀνέφερε χίλια. Τώρα ἐγένοντο πεντακόσια.

§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ 45 ἐγένετο 55.

§16ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 6: «Ἐν τοῖς μεγάλοις ἀγροτικοῖς κτήμασιν, ἐκτάσεως τοὐλάχιστον 1000 στρεμμάτων, ἔνθα ἀσκεῖται ἐντατικὴ καλλιέργεια εἴτε διὰ φυσικῶν λιπασμάτων, εἴτε δι’ ἐπιμελεστέρας τοῦ ἐδάφους καλλιεργείας καὶ σπορᾶς ἐξ ὑπαμοιβῆς, εἴτε ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου, ὁ φόρος ὁρίζεται εἰς 6% εἰς χρῆμα ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος παντὸς εἴδους καλλιεργείας τοῦ κτήματος». Ἐδῶ λοιπὸν πρόκειται πλέον ἐξαιρετικῶς περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς εἰς ἕνα νόμον περιελήφθη ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια ὡς ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἡ φορολογία, ἄνευ πληρώσεως τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ὁ φορολογούμενος νὰ ὠφεληθῇ ἀπ’ αὐτὸ τὸ εὐεργέτημα, τοῦ νὰ ἴδῃ ἂν προτιμᾷ φορολογουμένην τὴν καθαράν του πρόσοδον καὶ ὄχι τὴν ἀκαθάριστον. Ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια εἶναί τι εὐκταῖον βεβαίως, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τείνωμεν, δὲν εἶναι ὅμως πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδέχηται νομοθετικὸν καθορισμόν. Ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια δὲν προηγεῖται, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅρος· εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν διὰ τῆς φορολογίας τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς φορολογίας θὰ παρακινήσῃ τοὺς ἀνθρώπους νὰ καταβάλλωσι μεγαλειτέρας δαπάνας εἰς τὸ κτῆμα αὐτῶν, διότι ἡ φορολογία τῶν καρπῶν ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ὅτι φορολογεῖ τὰς δαπάνας. Ὅθεν, ἂν εὐκολύνωμεν, ἂν εὐνοήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, θὰ κάμωμεν θαρραλεώτερον τὸν καλλιεργητὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας ἀφαιρετέας πρὸς εὕρεσιν τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος δαπάνας. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο ἄριστα νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν εἰς πάντα θέλοντα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν 6% τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἰς χρῆμα νὰ τὸ πράξῃ συμμορφούμενος μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ὄχι νὰ θέσῃ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας, διότι ἐν πρώτοις ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν εἰς τὸ κτῆμα τοῦ Α ἐγένετο ἐντατικὴ καλλιέργεια; Καὶ μήπως ὁ γεωργὸς ὁ μεταφέρων τὴν κόπρον τῶν ζώων του ἀπὸ τὴν οἰκίαν του εἰς τὸν ἀγρὸν δὲν πράττει ἐντατικὴν καλλιέργειαν ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀφήνει τὰ λιπάσματα καὶ τὰ χάνει; Καὶ ὅμως αὐτός, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀποκλεισθῇ. Οὕτω νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὡς μέτρον γενικὸν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς καθαρᾶς φορολογίας, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ ἄρθρον 6. Ἔπρεπε, λέγω, νὰ μείνῃ ὡς γενικόν, εὐεργέτημα διὰ πάντα θέλοντα νὰ ὑπαχθῇ εἰς αὐτό, ἀρκεῖ νὰ δηλώνῃ ἑκάστοτε τίνα ἔκτασιν θὰ σπείρῃ, καὶ τίνας καρποὺς συνεκόμισε, νὰ τηρηθῶσι δηλ. αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ ἄρθρου. Αὐτὰς τὰς ἐννοῶ περιοριστικὰς διατάξεις ἑνὸς νόμου, «ἐνῷ τὸ ὅστις καλλιεργεῖ ἐντατικῶς» αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ· πρέπει λοιπὸν νὰ λείψῃ. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ ἄρθρον εἰς ὡρισμένον ποσὸν στρεμμάτων. Διατί ὅλοι οἱ πολῖται Ἕλληνες νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τοῦ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ εἰς 6%, ἕκαστος ἀφοῦ πέποιθα ὅτι θὰ προτιμήσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτόν;

§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ ἔχοντες τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν θὰ προτιμήσωσι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει;

§18ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω περὶ τῶν θελόντων νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐρωτῶ διατί νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς ὅλους τοὺς θέλοντας νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν, εἴτε καλλιεργοῦσιν ἤδη ἐντατικῶς, εἴτε θὰ καλλιεργήσωσιν· ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ δὲν θὰ τὸ πράξωσιν. Ἄς μὴ τὸ πράξωσι. Ἐγὼ θέλω νὰ μὴ ἔχωσι τὴν πρὸς τοῦτο ἐξουσίαν μόνον οἱ ἔχοντες χιλιάδας στρεμμάτων καὶ ἀπέναντι αὐτῶν νὰ εἶναι ὁ μικρὸς λαὸς μὲ τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν, οἱονεὶ νέοι πληβεῖοι. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον τῶν ἐξαιρέσεων, διατί εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἰσάγομεν ἕνα νεωτερισμόν, νὰ μὴ εἶναι οὗτος δι’ ὅλους, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν.

§19Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖον προσπαθεῖτε νὰ πείσητε, ἡμᾶς ἢ τὸν κ. Ὑπουργόν;

§20ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκτελῶ καθῆκον λέγων τὴν γνώμην μου. Ὅστις θέλει δύναται νὰ τὴν ἀκούσῃ· ὁ μὴ θέλων εἶναι ἐλεύθερος νὰ πράξῃ τὸ ἀντίθετον.

§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς ἀκούομεν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι οὐδὲν θὰ μεταβάλωμεν.

§22ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διατί δὲν θὰ μεταβληθῇ τίποτε, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ συναινέσῃ, ἀφοῦ ὡς συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας ἀναγνωρίζει οὗτος νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου λειτουργοῦν ἐκ παραλλήλου μὲ τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος; Αὐτὸ ἀκριβῶς συζητῶ. Πῶς δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ θέτει τὴν βάσιν αὐτήν, διατί τὴν θέτει τόσον ἀτελῆ, διατί τὴν θέτει προνομιοῦχον.

§23Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τροπολογίας;

§24ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κ. Ὑπουργέ.

§25Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Περὶ τοῦ τροπολογηθέντος νομοσχεδίου;

§26ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν τὸ μεταβάλλετε αὐτό. Εἰς τὸ διανεμηθὲν τροποποιημένον νομοσχέδιον οὐδεμίαν μεταβολὴν βλέπω ἐν τῷ ἄρθρῳ 6.

§27Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὑπάρχει ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Δύναται νὰ ἐφαρμόζηται κλπ.».

§28Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, δὲν θὰ εἶχε λόγον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ μία ἔκτασις μεγάλη· ἀπαιτεῖ ἔπειτα ἔξοδα πρὸς καταμέτρησιν, καὶ τέλος ἀπαιτεῖ νὰ ὑποβληθῶσι βιβλία καὶ λογαριασμοί.

§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος τὴν σημερινήν.

§30ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποβάλωσι καὶ λογαριασμοὺς καὶ βιβλία, διατί νὰ μὴ ὑποβάλωσιν αὐτά; Ἀπαιτήσατε λογαριασμοὺς καὶ βιβλία, ἀλλὰ μὴ λέγετε ἐντατικὴν καλλιέργειαν.

§31Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τὸ Κράτος, διότι θέλει νὰ ἔχῃ δεκαπλάσιον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων.

§32Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὸ Κράτος τοῦτο.

§33ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, λέγω ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ βεβαίως εἶναι σπουδαῖον· βεβαίως αἱ φορολογίαι εἶναι πάντοτε φευκτέαι, ἀλλὰ προκειμένου λόγου περὶ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκειμένου λόγου περὶ συντηρήσεως τῆς Πολιτείας εἶχον πάντοτε καὶ ἔχω τὴν ἀδιάσειστον γνώμην ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ συνεισφέρωμεν εἰς τὰ βάρη αὐτά· ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίστασιν τὴν εὐτυχῆ τοῦ ν’ ἀρχίσωμεν ἐλαττοῦντες τοὺς φόρους καὶ ἰδίως τοὺς φόρους τῶν πραγμάτων τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι ἐκεῖθεν πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς κατάργησιν φόρων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι προνόμιον οὕτως εἰπεῖν ἀσυδοσίας μιᾶς τάξεως, διότι, ἐὰν σήμερον καταργηθῇ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν — διότι ἕως χθὲς τὸν εἴχομεν καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀκόμη δὲν ἤκουσε, τώρα πρόκειται νὰ παύσῃ —, δὲν βλέπω πῶς ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ ὁ φόρος αὐτὸς προνομιακῶς ὑπὲρ τάξεών τινων καὶ ἀνθρώπων πλουσιωτάτων μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλας περιουσίας καὶ μεγάλα εἰσοδήματα, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς καταργήσεως τῶν φόρων ἀπὸ τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ μέρος τὸ λαϊκόν, τὸ μέρος τῶν ἐμμέσων φόρων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξανέστη ὁ λαός. Διότι γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, πῶς τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα ἡμεῖς ἐδῶ. Ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη ἡ λαϊκὴ ἦτο κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, τῶν φόρων τοῦ σίτου, τῶν φωτιστικῶν εἰδῶν, αὐτῶν τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι καταδυναστεύουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐπὶ ποίῳ δικαιώματι λοιπὸν θὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ εἴπωμεν: «ἀπαλλάσσομεν μίαν τάξιν φορολογουμένων», ἐν οἷς καὶ πολλῶν μεγαλοϊδιοκτητῶν, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἠλαττώσαμεν τὸν φόρον τοῦ σίτου, τοῦ πετρελαίου, τοῦ ἅλατος, τόσους φόρους, οἱ ὁποῖοι βαρύνουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἐκτός, Κύριοι, καὶ ἂν εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἀνόρθωσις μόνον διότι εἶναι ἀνόρθωσις πρέπει νὰ λιμοκτονήσῃ, διότι μὲ ὅσα ἐρρήθησαν ἐνταῦθα τὸ νέον σύστημα, ἡ ἐπανάστασις τίθεται εἰς τὸ δίλημμα τὸ ἑξῆς: ἤ, θέτοντες ἕνα νέον φόρον, ἔστω τὸν δικαιότερον, ν’ ἀκούσητε ὅτι εἶσθε ἀντιλαϊκοί, ὅτι εἶσθε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ καταδυναστεύσητε τὸν κόσμον, ἤ, ἂν δὲν σᾶς ἀρέσῃ αὐτό, λιμοκτονήσατε. Προτιμήσατε ὅ,τι θέλετε. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῶμεν μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ διλήμματος. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ἕν, ἑνιαῖον, πολιτικόν, λαϊκόν, καὶ αὐτὸ ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν· φορολογικὴ ἰσότης· οὔτε περισσότερον οὔτε ὀλιγώτερον. Ψηφίζω λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὡς στηριζομένου εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα, ἀλλὰ συγχρόνως τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διότι δηλ. αὕτη τείνει εἰς ἐξάλειψιν μιᾶς ἀνισότητος διὰ κατὰ προτίμησιν ὑπὲρ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν εἰσαγωγῆς τοῦ ἐντελῶς καθαροῦ εἰσοδήματος φορολογίας, ἣν ἐπιθυμῶ γενικὴν ὑπὲρ παντὸς δηλοῦντος ὅτι θέλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν.

§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν· θὰ τὴν ἀναγνώσω, διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατέ την νὰ τὴν ἀναγνώσω ἐγώ.

§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιμισθίων ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰ ὑποβρύχια καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ μετὰ δώδεκα ἔτη ὑπηρεσίας λαμβάνουσι σύνταξιν. Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία αὕτη, διότι πρόκειται περὶ σπουδαίου πράγματος, ἐπικαλοῦμαι μάλιστα καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Γκίνη, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικός.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ ἐπιμισθίων ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.

§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι σπουδαιοτέρα ἢ χθές. Τὰ ἐξεταστέα σήμερον ζητήματα εἶναι σημαντικώτερα παρὰ χθές. Ἀλλὰ πρὶν φθάσω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν σημαντικωτάτων ζητημάτων ὑπάρχει ὑποχρέωσις, διὰ τὴν ἀρτιότητα τῆς συζητήσεως, νὰ ἀπαντήσωμεν, νὰ ἀνταπαντήσωμεν δηλαδὴ εἰς ἰσχυρισμούς, οἵτινες προυτάθησαν μὲ ἀξιώσεις ἀπαντήσεως. Δὲν θὰ μακρηγορήσω σήμερον, ἀλλὰ θὰ ἀπαριθμήσω τρόπον τινὰ τὰς ἀνταπαντήσεις μου. Ἀντικαθίσταται, Κύριοι, φορολογία ὑπάρχουσα ἢ τίθεται νέα φορολογία ἐπαχθής; Ἀντικαθίσταται, λέγουσιν, ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πόσα ἀπέδιδεν ἡ φορολογία ἐκείνη; Δύο ἑκατομμύρια περίπου. Πόσα ὑπολογίζεται ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ἡ φορολογία αὕτη ἡ νέα; Ὑπὲρ τὰ 4.000.000.

§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸ παρόν.

§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντικαθίσταται λοιπὸν ἡ φορολογία ἢ τίθεται φορολογία νέα, φορολογία ἐπαχθὴς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Αὐτὴ εἶναι ἡ τόλμη, αὐτὸ εἶναι τὸ θάρρος τῶν νέων πολιτικῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως. Ὅταν πληρώνῃς λοιπὸν 2.000.000, εἶναι τὸ αὐτὸ πρὸς τὸ νὰ πληρώνῃς ὑπὲρ τὰ 4.000 000; Ἀλλ’ ἦτο θαυμασία ἡ δικαιολογία τοῦ πράγματος. Ἐπιβάλλεται, λέγει, ὁ φόρος χάριν τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος! Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέας ἐπαχθοῦς φορολογίας λαοῦ βαρέως φορολογουμένου, λαοῦ πενομένου, τὰ λεχθέντα περὶ συνταγματικῶν ἰσοτήτων, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, μόνον θυμηδίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσωσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι τραγικὰ τὰ πράγματα. Ποῖος εἶναι ὁ φόρος ἐκεῖνος, κύριοι Βουλευταί, ὅστις προσαρμόζεται ἐπακριβῶς πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν; Σᾶς ἐρωτῶ· γνωρίζετε σεῖς φόρον τινά; Βεβαίως ὄχι. Διότι πάντες οἱ φόροι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀντίκεινται εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἄλλως ἡ συνταγματικὴ ἰσότης πρὸς τί; Πρὸς τί εἶναι τεθειμένη ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, πρὸς τί εἶναι τεθειμένον ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, πρὸς τί ἔχουσι τεθῇ πάντες οἱ νόμοι; Πρὸς τί ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, πρὸς τί ὑπάρχουσιν ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, πρὸς τί ἀγωνιζόμεθα πάντες ἡμεῖς οἱ δημόσια καθήκοντα ἐκτελοῦντες; Διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν, νομίζω, τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ ποίαν ἔχει σχέσιν τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν πρὸς τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ τόσον ἐπαχθοῦς φόρου; Ἐπικαλούμεθα τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα, διὰ νὰ φορολογήσωμεν τὸν λαόν; Ἡ συνταγματικὴ ὅμως ἰσότης πρέπει νὰ ἐπικαλῆται, μόνον ὅταν πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῇ ὁ λαός.

§41Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπειδὴ πληρώνεις φόρον ἐλαίου καὶ ἔχεις ἀγρούς, διὰ τὴν ἰσότητα νὰ πληρώνῃς καὶ διὰ τὸν ἀγρόν!

§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἀκόμη δὲν θέλουσι νὰ πεισθῶσιν ὅτι ἀγνοοῦσι τελείως τὴν Ἑλλάδα.

§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἀγνοοῦσιν.

§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ σπεύσω εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐκ τῆς γενομένης διακοπῆς. Φαντάζονται ὅτι οἱ παράγοντες ἔλαιον ἐν Ἑλλάδι οὔτε ὀκᾶν παράγουν δημητριακῶν καρπῶν, ὅτι οἱ παράγοντες οἶνον οὔτε ὀκᾶν παράγουν δημητριακῶν καρπῶν!

§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀγοράζοντες τὸν ἄρτον, τὸν ἔξωθεν ἐρχόμενον, παράγουν δημητριακοὺς καρπούς.

§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα ποῦ τὴν βλέπετε εἰς ὅλην τὴν ἔμμεσον φορολογίαν; Ἔχετε περιουσίαν 1.000.000 καὶ εἶσθε εἷς· εἷς τρώγει, εἷς ἐνδύεται, εἷς δαπανᾷ, δι’ ἕνα πληρώνετε φόρους ἐμμέσους. Ἔχετε ἕνα πένητα πολίτην, οἰκογενειάρχην πολυμελοῦς οἰκογενείας, ἐκ 10 ἀτόμων ἀποτελουμένης· δέκα τρώγουσι, δέκα ἐνδύονται, δέκα δαπανῶσι. Ποῦ εἶναι ἡ συνταγματικὴ ἰσότης; Ποῦ τὴν συνήντησαν τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα εἰς ὅλον τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ τὴν ἐπικαλῶνται ὡς δικαιολογίαν μιᾶς τοιαύτης φορολογίας; Ἀλλὰ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄλλο τι: «Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν Προϋπολογισμὸν ἐν ἐλλείμματι καὶ ἂν εἴχομεν Προϋπολογισμὸν ἐν περισσεύματι καὶ τότε ἀκόμη θὰ ἐπεβάλλομεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν».

§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σόλοικον.

§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον εἶναι τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς πρωτάκουστον νὰ λέγηται ὅτι, δίδοντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ περίσσευμα, θὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία· τὸ πρᾶγμα εἶναι, κατ’ ἐπιεικῆ κρίσιν, ἄνω ποταμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαντῶ πρὸς αὐτούς: Καὶ ἂν εἴχετε Προϋπολογισμὸν ἐν ἐλλείμματι, ὅπερ ἔχετε ἄλλως τε, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχετε φθάσει εἰς ἀπόγνωσιν περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐξισώσητε τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντα τὰ ἄλλα ἐπετρέποντο εἰς ὑμᾶς, ὄχι ὅμως νὰ φορολογήσητε τὴν γεωργίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργάζηταί τις διὰ τὴν Ἀνόρθωσιν, διὰ νὰ λησμονῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη φορολογία ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐξαναγκάζονται ἐξ ἐσχάτης πενίας νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν πάτριον γῆν, διὰ νὰ λησμονῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φορολογῇ τὸ εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὸ εἶδος ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ὡς τὸ πράγματι εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης, διὰ νὰ λησμονῇ, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ χώρα εἰς τὸν κόσμον, ἥτις ἔπρεπε νὰ παρέχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν γεωργίαν καὶ ἐναντίον ἀκόμη τῶν συνταγματικῶν ἰσοτήτων, εἶναι ἡ χώρα ἡ Ἑλληνική. Ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτική, Κύριοι, νὰ δώσωμεν θέλγητρον εἰς τὸν γεωργικὸν βίον, ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ πυκνώσωμεν τὰς τάξεις τῶν γεωργῶν, τὰς καθ’ ἑκάστην ἀραιουμένας, ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀστοὺς νὰ πυκνώσωμεν τὰς τάξεις ἐκείνας, διότι, ἂν τὸ πρᾶγμα ἐξακολουθήσῃ ὡς ἀπὸ ἐτῶν ἐξελίσσεται, μετά τινα χρόνον βεβαίως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς οἱ ἀστοὶ νὰ ζήσωμεν. Προυκλήθη, Κύριοι, διαγωνισμὸς διὰ 4 θέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν· πόσοι νομίζετε ὅτι ὑπῆρξαν οἱ ὑποψήφιοι; 570! Δὲν ζῇ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀγνοῶν ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσι 2000 ἴσως ἐπιστήμονες πεινῶντες ἢ σχεδὸν πεινῶντες. Πρέπει νὰ μὴ εἶδέ τις τοὺς πίνακας τῆς ἀπογραφῆς τῆς γενομένης τῷ 1907 τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἀγνοῇ ὅτι ἐπὶ ἐννέα ἕως δέκα Ἑλλήνων ὁ εἷς εἶναι ἔμπορος ἢ βιομήχανος. Ἓν βλέμμα ἐὰν ῥίψητε εἰς τοὺς ἀπογραφικοὺς ἐκείνους πίνακας, θέλετε ἴδει ὅτι ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι 333.000 γεωργοκτηνοτρόφους, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι «γεωπόνοι, γεωργοί, ἀμπελουργοί, καπνοκαλλιεργηταί, δασοκόμοι, δενδροκόμοι, κηπουροί, ἀνθοκόμοι, μισθωταὶ καὶ ἐπιστάται γεωργικῶν κτημάτων, ἁλιεῖς, κυνηγοί, ποιμένες, βουκόλοι, αἰγοβοσκοί, ἱπποτρόφοι, κτηνοτρόφοι, μελισσοτρόφοι», τὸ ὅλον 383.385. Πόσοι εἶναι οἱ ἀσκοῦντες ἀστικὰ ἐπαγγέλματα; 332.501. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ χώρα αὐτὴ ἡ καθ’ ἑκάστην ἐρημοῦσα τοὺς ἀγρούς, ἥτις δὲν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορική, ἥτις διὰ πλεῖστον χρόνον δὲν θὰ εἶναι ἐμπορική, ἥτις δὲν εἶναι βιομηχανική, ἥτις διὰ πλεῖστον χρόνον πάντως δὲν θὰ εἶναι βιομηχανική, ἀλλ’ εἶναι καὶ θὰ εἶναι χώρα κατ’ ἐξοχὴν γεωργοκτηνοτροφική. Ἐκεῖ θὰ ζητήσῃ τὴν σωτηρίαν αὐτῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάρξῃ. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἴχετε ἐλλείμματα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀδυναμία ὑμῶν νὰ ἐξουδετερώσητε τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα, πάντα τὰ ἄλλα ἐπετρέποντο εἰς ὑμᾶς, οὐχὶ ὅμως νὰ βαρύνητε μὲ νέα βάρη τὰς τάξεις τὰς γεωργικάς. Ἀλλ’ ὑπάρχει, ὡς λέγει ἡ Ἀνόρθωσις, ἀνάγκη τῆς φορολογίας, διότι θὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς φυτείας, θὰ ἀναπτύξωμεν τὴν δενδροκομίαν, θὰ δώσωμεν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, θὰ ἱδρύσωμεν πιστωτικὰ ἱδρύματα, θὰ παγιώσωμεν τὴν ἀσφάλειαν, θὰ ἀνορθώσωμεν τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, θὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐκεῖνο, τὸ ἄλλο, πότε; Τουλάχιστον μετὰ τετραετίαν! Διότι τοῦτο ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνορθώσεως· δὲν ἀρκοῦσι 4 ἔτη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Δι’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ θά, θά, θά, τὰ ὁποῖα θὰ φανῶσιν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ ὁρίζοντος, τοὐλάχιστον μετὰ 4 ἔτη, πρὸς τὸ παρὸν πληρώσατε μερικὰ ἑκατομμύρια φόρους! Θεαταὶ λόγων καὶ ἀκροαταὶ πραγμάτων παριστάμεθα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου τούτου. Θεατὴς λόγων καὶ ἀκροατὴς πραγμάτων παρίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ ἑνὸς ἔτους περίπου. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς φορολογίας. Πρόκειται νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν καλλιεργητῶν δημητριακῶν καρπῶν ὅ,τι ἐδώκαμεν πρὸς αὐτοὺς διὰ τῆς προστατευτικῆς φορολογίας τοῦ σίτου! Καὶ ἡ φορολογία ἐκείνη, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχεται μέχρι τοῦ 45%. Τότε διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φορολογεῖ ἄλλας προστασίας ἀνερχομένας εἰς 100 ἢ 200 ἢ καὶ 300 ἴσως τοῖς ἑκατόν; Ὑπάρχει βιομηχανία προστατευτικὴ 300%· διατί δὲν φορολογεῖ ἐκείνην; Ἀλλά, λέγει, δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρω τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου. Τουλάχιστον ἐλαττώσατέ την. Οὔτε αὐτὸ δὲν μοὶ εἶναι δυνατόν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ διότι δὲν δύναται, ὡς λέγει, οὔτε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀγρίαν φορολογίαν ἐκείνην, διὰ τοῦτο πρὸς ἐξίσωσιν ἐπιβάλλει καὶ ἄλλην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω πρὸς σὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω παρὰ σοῦ, λέγω ὅτι, διὰ νὰ εὑρίσκηται εἰς ἐξίσωσιν πρὸς τὸν ἄλλον, ἁρπάζω καὶ παρὰ τοῦ ἄλλου ἐκείνου ὅ,τι ἂν ἔχῃ. Ὁμοιότατα ὡς ὁ Ἀλβανὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἔλεγε: «Τοῦτο σοῦ τὸ παίρνω, ἐκεῖνο μοὶ τὸ δίδεις, τὸ ἄλλο μοὶ τὸ χαρίζεις»! Ἱκανοποιοῦσι τὴν κακεντρέχειαν ἡμῶν, οὐχὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους τὸν ἄρτον εὐθηνότερον, διὰ τοῦτο φορολογοῦσι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουσι δημητριακοὺς καρποὺς διὰ τὴν ἰσότητα τὴν συνταγματικήν! Ἆ! Τὸ Σύνταγμα! Εἶναι παραδειγματικὴ ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ Σύνταγμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως! Ἐπανέρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εἶπον. Εἶναι ἄδικον, λέγουσι, νὰ μὴ πληρώνῃ φόρους ὁ παράγων δημητριακοὺς καρπούς, ὅταν ὑποβάλληται εἰς φορολογίαν ὁ ἐλαιοπαραγωγός. Διότι βλέπετε ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν πανταχοῦ καὶ ἐντελῶς χωριστὰ τὰ παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα, μέχρι σημείου, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι καὶ χάσματα ἴσως μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ! Ὁ παράγων ἔλαιον δὲν παράγει δημητριακοὺς καρπούς! Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ πληρώνων τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὑπάρχει, κύριοι ἀνορθωταί, ποικίλη παραγωγὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ ὠφείλετε νὰ τὸ γνωρίζητε. Ἀλλὰ λέγουσι καὶ ἄλλο: Καταβάλλουσι βαρὺν φόρον οἱ σταφιδοκτήμονες καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πληρώσωσι καὶ οἱ παράγοντες δημητριακοὺς καρπούς. Διὰ τὴν συνταγματικὴν καὶ τοῦτο ἰσότητα! Φορολογήσατε λοιπὸν τοὺς παράγοντας μόνον δημητριακοὺς καρπούς. Καὶ γνωρίζετε ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι; Οἱ τσιφλικιοῦχοι ἢ οἱ κολλῆγαι; Ἀλλὰ πρέπει νὰ φορολογήσητε τὸν κολλήγαν ἐκεῖνον, ἀφοῦ τὸν ἀποσπάσητε τῶν ὀνύχων τοῦ τρομεροῦ, ὡς διαλαλεῖτε, τσιφλικιούχου. Ἀλλά, πρὶν ἢ σκεφθῆτε νὰ τὸν ἀποσπάσητε τῶν ὀνύχων τοῦ τσιφλικιούχου, ἔπρεπε τότε νὰ μὴ παρέχητε πρὸς αὐτὸν τὰ ἐμπαικτικὰ ἐκεῖνα ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα παρέσχετε, διότι ὁ παρέχων τοιαῦτα ψηφίσματα, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέσχετε σεῖς, οὔτε νὰ σκεφθῇ εἶναι ἱκανός, ὅπως ἀπελευθερώσῃ τοὺς κολλήγας, διότι οὐδὲν ἄλλο σκέπτεται ἢ πῶς διὰ τῆς ἀπάτης νὰ ἐξοικονομῇ τὰς περιστάσεις. Ποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα τοῦ δυστυχοῦς κολλήγα, τοῦ ὁποίου τὴν οἰκτρότητα καὶ τὴν ἐλεεινότητα πρὸ μηνῶν ἠκούσατε ἐκτιθεμένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα, ὅταν ἔχητε μίαν οἰκογένειαν παράγουσαν 100 κοιλὰ σίτου ἐτησίως, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 20 ἕως 25 κοιλὰ, τὸν σπόρον, καὶ ἔχετε ἓν εἰσόδημα 450 ἢ 500 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον εἰργάσθη ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά του; Εἰσόδημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φορολογεῖτε, ἢ πρόκειται περὶ φορολογίας ἐργασίας, ἀτελῶς, γλισχρότατα ἀμειβομένης; Ὅταν ἔχητε ἡμερομίσθιον 50 λεπτῶν οἰκογενείας βιούσης ὑπὸ πιέσεις τοῦ ἀπαισίου τσιφλικιούχου ἀγριωτάτας, φορολογεῖτε εἰσόδημα ἢ φορολογεῖτε αἷμα; Αἷμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τόσον ὀλίγον εἰς ὀργανισμὸν τόσον ἐξησθενημένον! Αἷμα φορολογεῖ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως λαοῦ τυραννουμένου καὶ ὄχι εἰσόδημα, ὅπερ εἶναι ἀνύπαρκτον. Ἐπανερχόμεθα καὶ εἰς ζήτημα συνταγματικόν, τοῦ ὁποίου ἡ ὀρθότης μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάρρους καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς τόλμης ἠμφεσβητήθη. Ἐπανέρχομαι, διὰ νὰ ὑποσσηρίξω καὶ σήμερον ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν τοιαύτην νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν, ὅτε πρὸ ἡμερῶν κατεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ναί, μετερρυθμίσθη τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐτέθη ὅτι ἡ ἀπαρτία καὶ διὰ τὴν συζήτησιν καὶ διὰ τὴν ἀπόφασιν ὑπάρχει παρόντος τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν Βουλευτῶν. Εἶναι τοῦτο ἀλήθεια. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, δὲν γεννᾶται ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειονοψηφία τοῦ ὅλου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμφισβητηθῇ, ὅταν λέγῃ τις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «Δὲν εἶσαι Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, διότι δὲν ἔχεις τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς», ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ πολιτεύματος νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ⅓ ψηφίζομεν ἐγκύρως «ναί» διὰ τῶν ⅘ τοῦ ⅓ καὶ ἀποφαινόμεθα ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων καὶ ψηφίζομεν νόμους εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, ἀλλ’ οὐχὶ ὅταν τίθηται ζήτημα πολιτικόν, οὐχὶ ὅταν πρόκειται νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι ἄλλως καταλύεται ἡ κυριωτέρα βάσις τοῦ πολιτεύματος, τοῦ νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Εἶναι διάφορα τὰ ζητήματα. Εἶναι ἐντελῶς διάφορον, ὅταν ψηφίζωμεν ἓν νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὑπῆρξε γενικωτάτη τις ἀρχή, προφανεστάτη τις ἀρχή, ἥτις δὲν ἠμφεσβητήθη χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Μετ’ ἀσφαλείας πολλῆς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνορθώσεως ἀπήντησεν εἰς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθὲν ὅτι, «ὅταν τὸ σύνολον τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας εἶναι τοσοῦτο βεβαρημένον, ὥστε νὰ μὴ ἀντέχῃ εἰς νέα βάρη, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα περὶ νέας φορολογίας, καὶ εἶναι ἀνάξια παντὸς λόγου τὰ λεγόμενα περὶ ἐπαρχιῶν καὶ περὶ τάξεων». Βεβαιότατα, ἐννοεῖ πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, νὰ φορολογῆται περισσότερον ἡ τάξις τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι μεγαλείτερον εἰσόδημα παρὰ αἱ ἔχουσαι μικρότερον. Τοῦτο ἐννοεῖ πᾶς τις. Ἀλλὰ τοῦτο ὀνομάζεται κατανομὴ τῶν φόρων μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Ἄλλο δὲ τὸ ζήτημα τοῦ συνόλου τῶν φόρων ἀπέναντι τοῦ συνόλου τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὸ σύνολον, λέγω ἐγώ, τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς φορολογίας ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἐπιβαρυνθῆ τόσον πολύ, ὥστε νὰ μὴ ἀντέχῃ εἰς νέαν φορολογίαν; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ τεθὲν ὑπ’ ἐμοῦ· ὅτε δὲ πάντες συμφωνοῦμεν ὅτι εἶναι ἐπιβεβαρημένον τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα περὶ νέων φόρων. Καὶ εἶναι ἐντελῶς διάφορον τὸ ζήτημα πῶς ἔπρεπε νὰ ἔχωσι κατανεμηθῆ οἱ ὑπάρχοντες φόροι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατανείμωμεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους. Ἀλλὰ περὶ νέων φόρων δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶπον ὅτι προετάθησαν χθὲς εἰς ἀπάντησίν μου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρισμοὶ παράδοξοι μὲ ἀξιώσεις ἀπαντήσεως. Ἀλλὰ σήμερον συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τροποποιημένον. Τὰ ζητήματα ἐλύθησαν θαυμάσια! Ἦτο ἐνώπιον ἡμῶν καὶ συνεζητήθη εὐρύτατα καὶ πεισματωδέστατα ἓν μέγα ζήτημα. Μία ἐκ τῶν ἀρχῶν, ἐκ τῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἦτο ἀδύνατος ἡ συμφωνία Κυβερνήσεως καὶ πλειονοψηφίας, διὰ τοῦτο τί ζητεῖται; Νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της ἡ Βουλή. Διότι δὲν κατεστάθη δυνατὸν ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο τί ζητεῖται; Νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην της ἡ Βουλή, χωρὶς δὲ καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ποίαν θὰ σχηματίσῃ ὁριστικῶς γνώμην ἡ Κυβέρνησις! Εἰς ἐκεῖνον, ὅστις καὶ στοιχειώδη ἔχει γνῶσιν τῆς ἱστορίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ ἡμᾶς, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο ἀρχὴν καὶ ἀφετηρίαν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ κατανέμῃ τοὺς φόρους καὶ νὰ ἐφορᾷ ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ κυριώτατον κεφάλαιον τοῦ μεγάλου χάρτου τοῦ 1815, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον ἐπίσημον συνταγματικόν, ἂς εἴπωμεν, ἔγγραφον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἡ συνταγματικὴ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐπιβάλλειν καὶ κατανέμειν τοὺς φόρους καὶ ἐπιτηρεῖν ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, καθιερώθη καὶ εἰς τὰς διακηρύξεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου καὶ κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν καὶ κατὰ τὴν Ἀγγλικήν. Τοιαύτην διάταξιν παρέλαβον ὅλα τὰ συντάγματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἡμέτερον. Καὶ ἔχει ἡ διάταξις παρ’ ἡμῖν: «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Χωρίζεται, βλέπετε, ἐν τῇ διατάξει ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ. Δὲν λέγει ἡ συνταγματικὴ διάταξις «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου», ἀλλ’ «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Τί εἶναι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου; Ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ πρὸ παντὸς καὶ ἡ δικονομία τῆς εἰσπράξεως. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπερ ἄλλως τε θὰ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις φέρῃ εἰς ὑποστήριξιν ἀντιθέτου ἐκδοχῆς μίαν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες μετὰ κύρους ἀποφαίνονται ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἤθελον νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον συνταγματικῶς ἀνετέθη εἰς Διάταγμα νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως φόρων. Ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις τὴν πρωίαν, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε νὰ ἀναφέρωμεν περικοπὰς τῶν συγγραφέων ἐκείνων, οἵτινες ἀποφαίνονται, λέγω, μετὰ κύρους περὶ τῶν θεμάτων τούτων. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους, τοῦ κατανέμειν τοὺς φόρους, τοῦ ἐπιτηρεῖν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀνεγνωρίσθη ἀφ’ ὅτου ἀρχίζει ἡ ἱστορία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Οὕτως ἐτέθη ἡ διάταξις εἰς τὰς διακηρύξεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν καὶ Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἐκεῖθεν δὲ ἀπέρρευσεν ἡ διάταξις ἡ συνταγματική, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλα τὰ νεώτερα συντάγματα. Τοῦτο λέγεται ἐκεῖ, εἰς τὸ 14 ἄρθρον π. χ. τῆς διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου τοῦ 1771 κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Δυνάμεθα δὲ καὶ νὰ βεβαιώσωμεν ἀκόμη ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἄλλως ἀποφαινόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἤκουσά που ὑποστηριζόμενον ὅτι ὑπάρχει τι ἐναντίον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ὅτι ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς δημοτικοὺς νόμους νὰ ἐπιβάλληται φορολογία οὐχὶ διὰ νόμου. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ λησμονηθῇ ὅτι ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος ἐτέθη κατὰ τὸ 1833 ἐπὶ μοναρχίας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἀρχῶν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐτέθησαν ὑπὸ ἀπαιδεύτου γραφειοκρατικῆς ὑπηρεσίας οἱ μετέπειτα νόμοι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐθεωρήθησαν πάντα ἐκεῖνα συνταγματικά, οὐδέποτε ἐδίστασέ τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Οὕτως ἀπεφάνθη μάλιστα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρ’ ἡμῖν, καὶ ἔχω πρόχειρον ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ 1906, ὑπ’ ἀριθ’ 224, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντισυνταγματικῶς κεῖνται οἱ νόμοι ἐκεῖνοι καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἐφηρμόσθησαν.

§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡρίσθη ἐλάχιστον καὶ μέγιστον ὅριον ποσοστοῦ φορολογίας, ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ καθορισθῇ τὸ ὅριον, ἀλλὰ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις δὲν ἀνετέθη εἰς Βασ. Διάταγμα. Δὲν δύναταί τις ἑπομένως νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸ ὡς προηγούμενον.

§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθορίζει ὁ νόμος τίνι τρόπῳ βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται.

§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθορίζει ὁ νόμος, διότι εἶπον προηγουμένως ὅτι αἱ διατάξεις τῶν συνταγμάτων ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὰς διατάξεις τῆς διακηρύξεως τῆς Ἀγγλικῆς καὶ Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, εἰς τὰ ἄρθρα δὲ τῶν διακηρύξεων ἐκείνων ῥητῶς λέγεται ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας ὑπάρχει ὄχι μόνον ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτήρησις κατὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν.

§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζήτημα εἶναι ἂν τὰ τοιαῦτα δικαιώματα ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς ἄλλους.

§53ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, κύριε συνάδελφε· εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα μέγιστον, καὶ πρέπει κατὰ τὴν τάξιν αὐτοῦ νὰ ἐξετασθῇ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὑπάρχει φράσις ἐν τῷ Συντάγματι περιττεύουσα, πλεονάζουσα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι κατὰ πλεονασμὸν ἐτέθη τὸ «εἰσπράττεται» τοῦ «ἐπιβάλλεται», διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τις θράσος αὐτόχρημα, διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἐνῷ εἶναι τόσον διάφορος ἡ ἔννοια τῆς ἐπιβολῆς ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς εἰσπράξεως, ἐν τούτοις κατὰ πλεονασμὸν ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ «εἰσπράττεται» τοῦ «ἐπιβάλλεται». Εἶναι τόσον πρόδηλος ἡ διαφορὰ τῶν ἐννοιῶν, ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐπαναλέγω, θράσος ἀπαιτεῖται, ἵνα ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ ἓν ἐτέθη κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ἑτέρου. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις τοῦ ὑπάτου τούτου δικαιώματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικήν; Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θὰ ἔλεγέ τις ὅτι λεπτομερείας τῶν δικαιωμάτων της ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία συνέβη ἐν τῇ πρακτικῇ νὰ μεταβιβάσῃ, τοῦτο δὲ εἰς ἄλλα μὲν Κράτη κατὰ ἐνδεικνυούσας αὐτὸ διατάξεις τῶν Συνταγμάτων των, παρ’ ἡμῖν δὲ κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὕπατον αὐτῆς δικαίωμα, τὸ κυριώτατον αὐτῆς δικαίωμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δικαιοῦται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ τὸ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, ὅταν κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν εἴμεθα κύριοι, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐντολοδόχοι; Θὰ μεταβιβάσωμεν δικαίωμα, ὅπερ δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ἀσκοῦμεν ἐν ὀνόματι ἄλλου, τοῦ λαοῦ; Ποῖον περιεχόμενον θὰ ἔχῃ τὸ Διάταγμα; Προδήλως περιεχόμενον πράξεως νομοθετικῆς, περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ νόμος· ἐπιτακτικῶς κατὰ τὸ πολίτευμα νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ τοιοῦτον περιεχόμενον. Ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν νὰ ὑπάρξωσι Διατάγματα ἔχοντα περιεχόμενον νομοθετικόν; Ὄχι.

§54Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰδικῶς διὰ τοὺς φόρους ὄχι· ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ διατάξεις.

§55Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, πρῶτον διότι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος· τὸ λέγει ῥητῶς ἡ διάταξις: Μόνον νόμος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Δεύτερον διότι παρ’ ἡμῖν κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐπιτρέπει τὸ πολίτευμα νὰ μεταβιβάζῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Δὲν ὑπάρχει τις διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν ἐπιτρέπουσα ἢ καὶ ἁπλῶς δεικνύουσα τοιοῦτό τι. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀνέγνωτε τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεως, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι ἐν τῷ προσχεδίῳ ἐκείνῳ ἐγίνετο λόγος περὶ Διαταγμάτων νομοθετικῶν, περὶ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὑποεπιτροπαὶ δὲ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεπειράθησαν νὰ διατυπώσωσιν ὁμοίας τινὰς διατάξεις, περὶ Διαταγμάτων, λέγω, νομοθετικῶν, περὶ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.

§56Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κανονιστικῶν.

§57ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο. Ἐτέθη «κανονιστικῶν»· τὸ ἐδέχθημεν αὐτό, ἀλλὰ μετὰ συζήτησιν ἐπισταμένην μὲν καὶ μακράν, ἕνεκα τοῦ ἐπιστημονικοῦ διαφέροντος, τὸ ὁποῖον προυκάλει τὸ ζήτημα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρξε διαφορὰ γνωμῶν, κατελήξαμεν πάντες εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι θὰ ἦτο μείωσις τῆς φιλελευθέρας ὑποστάσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐὰν ἐτίθεντο ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν διατάξεις προβλέπουσαι περὶ νομοθετικῶν Διαταγμάτων, περὶ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἀπεκρούσαμεν μετ’ ἀγανακτήσεως μάλιστα, δύναμαι νὰ προσθέσω, καὶ ἐν τούτῳ τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ διωρθώσωμεν παραχρῆμα σχεδιάσματά τινα τῆς ὅλης συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχουσι Συντάγματα, ἅτινα ἐνδεικνύουσιν ἢ καὶ ῥητῶς διαλαμβάνουσιν ὅτι ἐπιτρέπεται ἐκεῖ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβιβάζῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὰ καθέκαστα, ὑπάρχουσι καὶ Συντάγματα ἀκόμη, κατὰ τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐπιτρέπεται εἰς ὡρισμένας τινὰς περιστάσεις καὶ προκειμένου περὶ ὡρισμένων ζητημάτων νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα νομοθετικοῦ περιεχομένου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως καὶ ἐκεῖ, ἵνα κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ ἔχωσιν ἢ δὲν θὰ ἔχωσι κῦρος τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ μόνον ἡ Βουλή. Δὲν ἀπαιτεῖται τουτέστι νόμος, διὰ νὰ κυρωθῶσι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἀλλ’ ἁπλῶς μία πρᾶξις τῆς Βουλῆς, μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα Κρατῶν οὐχὶ κοινοβουλευτικῶν· εἶναι τὸ Σύνταγμα π. χ. τὸ Πρωσσικόν. Παρ’ ἡμῖν λοιπόν, ὅπου δὲν ἔχομεν τοιαύτας διατάξεις, ὅπου δὲν ὑπεστηρίχθησαν οὔτε ἐπιστημονικῶς τοιαῦται γνῶμαι, ὅπου ἀπεκρούσθησαν τοιαῦται γνῶμαι καὶ προσφάτως ἀκόμη ὑπὸ μιᾶς πολυαρίθμου συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, πῶς εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ νὰ σκεφθῇ τις ὅτι ἐπιτρέπεται ἓν τῶν ὑψίστων δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας νὰ μετατεθῇ ὁλόκληρον εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἐκτελεστικήν; Ἀλλὰ τὸ ἔκτροπον τοῦ πράγματος προχωρεῖ· ἡ παραγνώρισις τῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος, ἡ παραγνώρισις τῶν μεγίστων λαϊκῶν δικαιωμάτων, ἡ παραγνώρισις τῶν σπουδαιοτάτων κοινωνικῶν ἀσφαλειῶν, φθάνει μέχρι τοῦ ἀπείρου. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν θὰ περιέχῃ διατάξεις νομοθετικὰς ἀφορώσας φόρους, ἀλλὰ θὰ περιέχῃ καὶ διατάξεις Ποινικοῦ Νόμου. Εἴδετε, Κύριοι, τὸ νῦν προτεινόμενον ἄρθρον 19 τοῦ τροπολογηθέντος νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ μετὰ προηγουμένην σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει καθορισθῆ αʹ) ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσπράξεως ὡς καὶ τῆς διαθέσεως τοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἐπιβαλλομένου φόρου καὶ ἡ πρὸς τοῦτο τηρητέα διαδικασία. βʹ) Αἱ διὰ τὴν παράβασιν ἢ τὴν παράλειψιν τῶν διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου ἀνατεθησομένων καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων εἰς δημοσίους ἢ δημοτικοὺς ἢ ἐκκλησιαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἢ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἢ ἄλλους ἰδιώτας ἐπιβλητέαι ποιναὶ χρηματικαὶ ἢ φυλακίσεως μὴ δυνάμεναι νὰ ὑπερβῶσιν ἐκεῖναι μὲν τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχ., αὗται δὲ τοὺς ἓξ μῆνας, ἐπιφυλαττομένων καὶ τῶν ὁρισμῶν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διὰ πᾶσαν βαρυτέραν παράβασιν».

§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὁ Τσάρος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ 6 μῆνας φυλάκισιν.

§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 7 καὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον «ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν». Ταύτην τὴν διάταξιν περιέχει καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης; Ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα πρῶτον ἱστορικῶς. Ἡ διάταξις αὕτη προέρχεται ἐξ ἑνὸς μεγάλου νομικοῦ ἀξιώματος, διατετυπωμένου εἰς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν διετυπώθη ἡ μεγίστη καὶ σπουδαιοτάτη νομοθεσία τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις ἐκανόνιζε τὰς σχέσεις ὅλου τοῦ μεσαιωνικοῦ κόσμου καὶ ἥτις νομοθεσία ἐνέπνευσε καὶ ῥυθμίζει ἀκόμη πάσας τὰς νεωτέρας νομοθεσίας. Τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο ἔχει οὕτω: «Nullum crimen sine lege, nulla poena sine lege». «Οὐδὲν ἀδίκημα ἄνευ νόμου, οὐδεμία ποινὴ ἄνευ νόμου». Ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τούτου ἀπέρρευσεν ἡ διάταξις αὕτη καὶ ὅσην ἔκτασιν ἔχει τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο, τόσην ἔχει καὶ ἡ διάταξις αὕτη. Ὅταν λέγωμεν «οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου», ἐννοοῦμεν νόμον, ὅστις δίδει καὶ τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος καὶ μετὰ τοῦτο καθορίζει καὶ τὴν ποινήν. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προκαλῶ νὰ προσαχθῇ εἷς συγγραφεύς, εἷς ποινικολόγος, εἷς συνταγματολόγος, ὅστις νὰ λέγῃ τὸ ἀντίθετον. Ἀπὸ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς προχείρως καὶ πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα, Κύριοι, συγγραφεῖς ἡμετέρους. Ἰδοὺ ὁ μακαρίτης Σαρίπολος τί λέγει ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἥτις ἔχει ὁμοιότητα πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. «Ἐπειδὴ ἀδίκημά ἐστιν ἡ πρὸς τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἐκπεφρασμένην γενικὴν θέλησιν παράβασις, ἕπεται ὅτι, ὅπως ὑπάρξῃ τι κοινωνικῶς κακόν (ἀδίκημα), ἀνάγκη ἵνα προηγουμένως ἐξεφράσθη περὶ τούτου ἡ γενικὴ θέλησις (ὁ νόμος). Ἔνθεν ὁ κανών: nulla poena sine lege». Ταῦτα ὁ Σαρίπολος εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Ὁ Σαρίπολος ὡς ἑρμηνευτὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου (ἀναγινώσκει): «Ὅτι δὲ ἡ ποινὴ τότε μόνον σύμφωνός ἐστι τῷ δικαίῳ, ὅτε ὁ νόμος πρὸ τῆς διαπράξεως τοῦ ἐγκλήματος τήν τε πρᾶξιν ὡς ἀξιόποινον ἐχαρακτήρισε καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῇ ἠπείλησε ποινήν, τοῦτο ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἐξηγήθημεν, ῥητῶς δὲ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος ὡς δημόσιον δίκαιον ἐγγυᾶται τοῖς πᾶσι». Τί λέγει ὁ Φλογαΐτης; (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος παρέχει σωτήριον ἐγγύησιν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀπαγορεύεται οὐ μόνον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἢ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομοθετικήν, νὰ ἐκδώσῃ νόμον περὶ τιμωρίας οἱουδήποτε διὰ προλαβοῦσαν τὸν νόμον πρᾶξιν, μὴ χαρακτηριζομένην κολάσιμον ὑπὸ τῶν προϋπαρχόντων ποινικῶν νόμων.» Πρέπει οἱ νόμοι οἱ ποινικοὶ νὰ χαρακτηρίζωσι μίαν πρᾶξιν καὶ νὰ θεωρῶσιν αὐτὴν κολάσιμον. Τελευταῖον καὶ ὁ Κωστῆς ἀκόμη, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὁμοίως διδάσκει. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κύριοι Βουλευταί (ἀναγινώσκει): «Ποινὴ δὲν καταγινώσκεται πλὴν εἰς ἐκείνας μόνον τὰς πράξεις καὶ ἐλλείψεις, κατὰ τῶν ὁποίων νόμος τις ὥρισε προηγουμένως ῥητὴν ποινήν». Λέγει δὲ ὁ Κωστῆς: «Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀδικήματος ἐν τῇ στενωτέρᾳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, ὃν ἀνωτέρω ἐμνημονεύσαμεν, ἕπεται ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς μὲν καταδίκης τινὸς ὡς ἐνόχου ἀδικήματος εἶναι ἡ ὕπαρξις νόμου προνοοῦντος περὶ αὐτοῦ, τῆς δὲ τιμωρίας ἡ διὰ νόμου ἀναγραφὴ τῆς καταγνωστέας ποινῆς. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ συνοψίζει τὸ ἀξίωμα «nullun crimen sine lege, nulla poena sine lege», ὅπερ ὡς θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς νεωτέρας ποινικῆς νομοθεσίας ἀνεγράφη καὶ ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ ἡμετέρου συνταγματικοῦ χάρτου». Ταῦτα λέγουσιν οἱ ἡμέτεροι συγγραφεῖς πάντες, ταῦτα λέγουσι καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, καὶ προκαλῶ, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἕνα συγγραφέα ἡμέτερον ἢ ξένον διδάσκοντα τὰ ἐναντία. Ὅτε δὲ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα διὰ Διατάγματος καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἵνα διὰ Διατάγματος καθορισθῶσιν ἀξιόποινοι πράξεις; Ἐὰν τοιαῦτα γένωνται, ἐγὼ πρῶτος δὲν θὰ διστάσω νὰ εἴπω πρὸς τοὺς φορολογουμένους Ἕλληνας πολίτας, οὐ μόνον νὰ μὴ πληρώσωσι τοὺς φόρους, ἀλλὰ ν’ ἀμυνθῶσι κατ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ θελήσωσι νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν φόρων παρὰ τὸ πολίτευμα καθωρισμένων. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Διατάγματος δίδῃ τὰ στοιχεῖα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Οἱουσδήποτε καὶ ὁσονδήποτε μεγάλους καὶ τρομεροὺς κινδύνους εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅταν εἰς μίαν Κυβέρνησιν παρέχηται τὸ δικαίωμα ἐν λευκῷ νὰ καθορίζῃ τὰ στοιχεῖα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τὴν μικροτέραν περίστασιν, τὴν ἁπλουστέραν πρᾶξιν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς ἀξιόποινον μία Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐνσπείρῃ τὸν τρόμον εἰς μίαν κοινωνίαν. Εἶναι ταῦτα δικαιώματα, Κύριοι, ἐπιτρεπόμενα εἰς μίαν Κιβέρνησιν, εἰς Κράτος φιλελεύθερον, εἰς Κράτος συνταγματικόν; Παραμένει πλέον σκιὰ πολιτεύματος φιλελευθέρου; Ὑπάρχει πλέον πολίτευμα συνταγματικόν, ὅταν τὰ ὕψιστα τῶν δικαιωμάτων, τὰ δικαιώματα τοῦ ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους, τὰ δικαιώματα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀνατίθενται εἰς τὴν ἀπόλυτον κρίσιν μιᾶς Κυβερνήσεως; Ἕν Διάταγμα θ’ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου; Καὶ ὅταν ἔχῃ ἀκόμη τόσην σημαντικότητα ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχηται ὡς τροπολογία κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν; Ποία εἶναι ἡ διάταξις ἡ συνταγματική; Ὅτι τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Πᾶσα διάταξις ἑνὸς νόμου πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει εἰς τὴν πρακτικήν, ἵνα καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν γίνωνται δεκταὶ τροπολογίαι τῶν νομοσχεδίων· τροπολογίαι, συμπληρωματικαὶ φράσεις, διασαφητικαὶ φράσεις, ἑρμηνευτικαὶ φράσεις, φράσεις δίδουσαι πληρέστερον καὶ ἀκριβέστερον τὸ νόημα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν πρακτικὴν νὰ ὑποκαθιστᾷ τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν τῆς τροπολογίας νὰ θέτῃ διατάξεις τόσον σημαντικάς, διατάξεις ἀφορώσας ὕψιστα καὶ μέγιστα δικαιώματα οὐ μόνον τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν. Ἐδῶ, λέγω, ἐγείρονται ζητήματα δικαιοδοσίας τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ θὰ τεθῇ αὕτη ὡς τροπολογία; Ἐκεῖ ὅπου πρόκειται καταδήλως περὶ ὑψίστων δικαιωμάτων περιουσίας, τιμῆς, ἐλευθερίας καὶ ἐκεῖ ὅπου ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν πάντες οἱ συγγραφεῖς, πρόκειται περὶ τροπολογίας; Εἶναι φράσις συμπληρωτική, δίδουσα ἀκριβεστέραν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, παρέχουσα εὐχερεστέραν τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἢ εἶναι ὁλόκληροι διατάξεις περιέχουσαι ζητήματα τόσον μεγάλα, τόσον σημαντικά, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς ἐπικαλούμενος τὸ κῦρος ὁλοκλήρου τῆς ἐπιστήμης, ὁμοφώνως ἀποφαινομένης; Αὗται εἶναι αἱ νέαι μέθοδοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπαναλάβω ἐρωτῶν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί; Τίς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν ὅτι μία ἐκ τῶν μεγάλων αἰτιῶν τῆς ἀγανακτήσεως ἡμῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος ἦτο τὸ ὅτι κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν παρενετίθεντο διατάξεις ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἀλλοιοῦσαι τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, παρεκκλίνουσαι τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, παρέχουσαι δικαιώματα, κατὰ τῶν ὁποίων διεμαρτύρετο ἡ νομικὴ ἢ ἠθικὴ συνείδησις; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐρωτῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι: Καταλύομεν λοιπὸν τὸ παρελθόν, ὅτε ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, διὰ μιᾶς τοιαύτης διατάξεως, νὰ λύωμεν ζητήματα ἀφορῶντα οὐχί, λέγω, συμφέροντα ἁπλῶς ἑνὸς πολίτου, δύο, πέντε, δέκα, ἀλλὰ καθορίζοντα τὰ δικαιώματα τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους; Καταλύομεν τὰς μεθόδους ἐκείνας ἢ ἐπεκτείνομεν αὐτάς; Ἐξαγνίζομεν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος ἢ παρουσιαζόμεθα ἡμεῖς μεγαλωστὶ μεγάλοι νέοι ἁμαρτωλοί; Βεβαιότατα, Κύριοι, ἀναμφιβολώτατα, Κύριοι, ἔπεσεν εἰς ἀδιέξοδον ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν θέλῃ τις νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, νὰ συνδυάσῃ τὰ ἀσυνδύαστα, ἑπόμενον εἶναι νὰ πέσῃ εἰς ἀδιέξοδον. Πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ πράττῃ τις, νὰ πίπτῃ δηλαδὴ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του, οὐχὶ νὰ τὸ λέγῃ μόνον· πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὴ μία Κυβέρνησις νὰ τὸ πράττῃ, νὰ ἵσταται μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἢ νὰ πίπτῃ, ὅταν διαφωνῇ πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ εὑρίσκωνται συνδυασμοί. Εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν ἀνοικονόμητον ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, εὑρισκόμεθα μετ’ αὐτῆς εἰς ἀσυμβίβαστον διάστασιν γνωμῶν; Πῶς θὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα; Νὰ μὴ εἴπωμεν τί σκεπτόμεθα οὔτε ἡμεῖς, οὔτε σεῖς, καὶ ἀφήσατε νὰ οἰκονομήσω ἐγὼ τὰ πράγματα βραδύτερον! Δὲν οἰκονομοῦνται τὰ πράγματα, Κύριοι! Ἰδοὺ δὲ τὰ ἀδιέξοδα ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσητε κἂν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἔρχεται ἀντικανονικῶς, κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, ἀντισυνταγματικῶς. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε τὴν τοιαύτην διάταξιν, διότι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσητε τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν δύνασθε τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους καὶ κανονίζειν τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν, δικαίωμα ἑνὸς ἐλευθέρου λαοῦ, νὰ τὸ μεταβιβάσητε εἰς μίαν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσητε ἄλλο δικαίωμα ἡμῶν, τὸ κανονίζειν ποῖαι εἶναι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις διὰ Β. Διατάγματος νὰ συντάσσῃ κεφάλαια τοῦ Ποινικοῦ Νόμου! Δὲν εἶναι πλέον αὐτὴ ἐλευθέρα Πολιτεία, ὅταν θέτῃ ταῦτα. Τότε θὰ ἤρκει νὰ ἔλθωμεν μίαν ἡμέραν ἐνταῦθα νὰ ἐκδώσωμεν ἕνα νόμον καὶ νὰ εἴπωμεν: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος νὰ συντάξῃ ὅλους τοὺς νόμους, οἵτινες χρειάζονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν!» Ὅλους τοὺς νόμους, διότι γνωρίζετε σπουδαιοτέρους νόμους τῶν φορολογικῶν καὶ τῶν ποινικῶν; Δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντάξῃ νόμους φορολογικούς, νόμους ποινικούς! Ὅταν τοῦτο τῇ παρέχητε, διατί δὲν θὰ ἦτο τὸ αὐτό, ὡς ἐὰν ἐλέγομεν: «Παρέχομεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ συντάξῃ ὅλους τοὺς νόμους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας»; Ἴσως εἴπητε τοῦτο· δὲν θὰ πάθῃ καθ’ ὑμᾶς τίποτε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία αὕτη δὲν θὰ εἶναι ἐλευθέρα, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐλευθέρα Πολιτεία, ἡ ὀνομασία «Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων» ἀποτελεῖ αὐθάδη ἐμπαιγμὸν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§60Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Διὰ τὴν γεωργικὴν τάξιν, κύριοι συνάδελφοι, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις πάντων τῶν ἐθνῶν ἐμερίμνησαν. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐπίσημον Κράτος οὐδέποτε ἐσκέφθη, ὅπως βελτιώσῃ τὴν τύχην αὐτοῦ τοῦ δεινοπαθοῦντος πολίτου, τοῦ λεγομένου γεωργοῦ. Τουναντίον ἐν παντὶ καὶ πάντοτε προσεπάθησεν, ὅπως καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ χείρονα. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς δεκάτης. Εἶναι θεσμός, τὸν ὁποῖον κατεδίκασεν οὐ μόνον ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἥτις πικρὰν περὶ αὐτοῦ ἔχει ἀνάμνησιν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καθόσον καὶ ὁ φόρος οὗτος κατεδικάσθη ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Θὰ ἀσχοληθῶ εἴς τινας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικῶς μὲ τὴν ἐν Κύπρῳ φορολογίαν. Εἶπε δηλονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐν Κύπρῳ ἐπικρατεῖ εὐδοκίμως τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ὅπως μὴ λαμβάνωμεν παραδείγματα ἡμεῖς ἐκ τῆς Κύπρου. Φιλελεύθερον πολίτευμα διατελεῖ ἐν Κρήτῃ καὶ διετέλει καὶ εἰς ἄλλο ἤδη ἐλεύθερον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν πράγματι ἐλευθερόφρονα Ἑπτάνησον. Ἐγένοντο ὅμως ἐπαναστάσεις καὶ ἀπηγχονίσθησαν Ἕλληνες πολῖται ἕως ὅτου δυνηθῶσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φιλελευθέρου αὐτοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ ὅμως ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον ἡ τοιαύτη εὐδοκίμησις τῆς δεκάτης ἐν Κύπρῳ, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς μερικὰς στατιστικὰς πληροφορίας, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐκεῖ Ἄγγλου ἁρμοστοῦ. Θέλω παραβάλει τὰ ἐξαγόμενα αὐτῶν πρὸς τὰ συμβαίνοντα ἐν ἄλλῳ διαμερίσματι τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἐν τῇ δεινοπαθούσῃ Θεσσαλίᾳ, ἐκ τῆς συμπαραβολῆς δὲ ταύτης θέλει πεισθῆ πᾶς τις ὅτι ὁ Ἕλλην γεωργὸς καὶ μὲ τὴν ὑφεστῶσαν φορολογίαν πληρώνει τετραπλάσια τῶν ὅσα πληρώνει ὁ Κύπριος. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν Κύπρον καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Θεσσαλίαν, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ ἕνεκα τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου τοῦ Βόλου εἶναι εὔκολος ἡ ἐξακρίβωσις τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων, ἔχομεν τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: Ἐν Κύπρῳ κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσέπραξεν ἡ διοίκησις λίρας 64.000, ἤτοι δραχμὰς 1.600.000, ἐκ δὲ τῶν τελωνείων λίρας 31.000, δηλαδὴ 800,000 δραχμάς, χωρὶς ὁ Κύπριος πολίτης νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ οὐδένα ἄλλον φόρον. Τονίζω τὴν λέξιν αὐτήν, διότι κατὰ κόρον ἐπανελήφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ὁ Ἕλλην ἀγρότης δὲν φορολογεῖται παντελῶς. Ὁ Κύπριος οὔτε δι’ εἴδη μονοπωλίου πληρώνει οὔτε ἄλλον τινὰ φόρον. Ἐξ ἀντιθέτου ἡ Θεσσαλία πληρώνει μόνον διὰ τελωνιακὰ τέλη 4.000,000, διὰ πετρέλαιον 3.000.000, διὰ φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν 1.300,000· δηλονότι, ἐνῷ ὁ Κύπριος πληρώνει φόρους πρὸς τὸ δημόσιον 2.400.000, ὁ αὐτὸς πληθυσμὸς ὁ γεωργικὸς τῆς Θεσσαλίας πληρώνει πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 8.000,000, δηλαδὴ πληρώνει φόρον τετραπλάσιον. Ἐξ ἀντιθέτου ἡ παραγωγὴ ἐν Κύπρῳ κατὰ τὸ 1899 παρήγαγεν 1.580,000 κοιλῶν σίτου, κριθῆς 2,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ παρήγαγεν 6.000,000 κοιλῶν, ἐνῷ ἡ Θεσσαλία κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα παρήγαγε 4,000,000 κοιλῶν σίτου. Ἀναφέρω πάντα ταῦτα, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ ἐκ τῶν ὑποδούλων μερῶν διδάγματα δὲν χρησιμεύουσι διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου τούτου. Ἂς μὴ παραπονώμεθα πάντες ὅτι δὲν φορολογεῖται ὁ Ἕλλην γεωργός· τοὐναντίον φορολογεῖται καὶ εἰς τετραπλάσια παρ’ ὅ,τι φορολογοῦνται οἱ ὑπόδουλοι ἀδελφοὶ ἡμῶν. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, καθόσον πολλὰ περὶ τοῦ προκειμένου φόρου ἤκουσεν αὕτη· μόνον ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ 4, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀναγκάζομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω.

§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον;

§62Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ μόνη ἐλπὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἶναι, ὅταν ψηφίζηται τὸ σχετικὸν ἄρθρον· δὲν λέγω ὅτι θὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀντιτίθεμαι εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν φόρον καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισα εἰς τὰς δύο ἀναγνώσεις κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρέπει ὅμως νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀντιτίθεμαι δι’ οὓς λόγους ἀντιτίθενται οἱ πλεῖστοι. Πᾶσα φορολογία εἶναι κακὴ καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον οὐδεὶς φόρος νὰ ἐπεβάλλετο. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν ὡς καὶ τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τὴν βάσιν τοῦ φόρου τούτου ἄνευ τροποποιήσεών τινων εὐλόγων καὶ ῥιζικῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέρχονται, καθιστῶσι τὸν φόρον ἀποκρουστέον. Πλεῖστοι ὅσοι ὡμίλησαν κατὰ τῆς φορολογίας τῆς γῆς καὶ ἐχαρακτήρισαν ταύτην, πολὺ δικαίως, ὡς φορολογίαν κατὰ τῆς παραγωγῆς, ὡς ἐμπόδιον, ὡς τιμωρίαν κατὰ τῶν παραγωγῶν τῆς γῆς· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἔχει πᾶσα φορολογία. Ὁ φόρος ὁπωσδήποτε ἐπιβαλλόμενος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τιμωρία, ὡς ἐμπόδιον διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου, τῆς παραγωγῆς κατὰ τοὺς διαφόρους αὐτῆς κλάδους. Βεβαίως ἡ γῆ φορολογεῖται βαρέως καὶ δὲν ἔπρεπε πρὸς αὐτὴν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἤθελε ν’ ἀντλήσῃ μέρος τι πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν κενῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι οὔτε εἰς τὴν βιομηχανίαν θὰ εὕρισκεν ἔδαφος, ὅπως ἀντλήσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, οὐδ’ εἰς ἄλλον τινὰ παραγωγικὸν κλάδον. Ἡ βιομηχανία μας εἶναι ἀσήμαντος, ἡ δὲ ναυτιλία, εἶναι ἀδύνατον νὰ φορολογηθῇ ἐν Ἑλλάδι ἄνευ κινδύνου καταστροφῆς τελείας λόγῳ τοῦ παγκοσμίου ἀνταγωνισμοῦ. Μόνον μία τάξις δύναται νὰ φορολογηθῇ, οἱ κεφαλαιοῦχοι· ἀλλ’ αὕτη εὗρε προστάτας ἐξ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἵτινες ἀντετάχθησαν ἐναντίον τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὅπως κατὰ παντὸς φόρου. Ἐθεωρήθησαν οἱ ζητοῦντες τὴν φορολογίαν τοῦ κεφαλαίου ὡς ἐχθροὶ τοῦ πλούτου, ὡς θέλοντες νὰ καταστρέψωσι τὴν τάξιν τῶν πλουσίων. Ἀλλ’ ἡ φορολογία τῶν δυναμένων νὰ αἴρωσι τὰ βάρη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ μεταστρέψῃ τοὺς πλουσίους εἰς πτωχούς, διότι τοῦτο οὐδεὶς ἐπιδιώκει οὐδ’ ὑποστηρίζει. Τουναντίον, διὰ τῆς δικαίας κατανομῆς τῶν φόρων ἐπιδιώκεται νὰ γίνωσιν ὅλοι πλούσιοι καὶ ὄχι πτωχοί. Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ γίνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον πτωχοὶ καὶ νὰ ὑφίστανται ὀλιγώτερον τὰ δεινὰ τῆς ἀνεχείας. Θὰ ἐδεχόμην τὸν φόρον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπαλλάξει ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πλήσσει μεγάλην κατηγορίαν ἀρκετὰ φορολογουμένην καὶ μὴ δυναμένην ἐπὶ πλέον νὰ φορολογηθῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναβιβάσει τὸ ποσὸν τὸ ἀπαλλακτέον παντὸς φόρου ἀπὸ 20 κοιλῶν εἰς μεγαλείτερον ποσόν· θὰ ἠδύνατο τότε ν’ ἀπαιτήσῃ πολὺ δικαίως τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποτόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, βεβαίως δύναται νὰ ὁρισθῇ, ἀλλ’ ὅσον περισσότερον εἶναι, τόσον καλλίτερον διὰ τὰς φορολογουμένας τάξεις, καὶ τόσον ἀντιθέτως εὐχάριστον διὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ὅστις, ἐφ’ ὅσον αὐξάνονται αἱ ἐξαιρέσεις, θὰ ἔχῃ τὸν φόρον ὀλιγώτερον παραγωγικόν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι ἐξαίρεσις τὰ 20 κοιλὰ ἐπὶ παραγωγῆς μέχρις 70 κοιλῶν, διότι αὐτὰ ἀποτελοῦσι τὸν σπόρον, καὶ τότε, ἐὰν καὶ οὗτος φορολογῆται, θὰ ἠδύνατό τις ὄχι μόνον ν’ ἀποκρούσῃ τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ὡς ἀγριώτατον, καθόσον ἡ Πολιτεία φορολογεῖ δὶς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ φόρος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ψηφισθῇ, ἐὰν γίνῃ μεγαλειτέρα ἡ ἐξαίρεσις. Δὲν θίγω τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καθ’ ὃν τρόπον ἐτροποποιήθη, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἄλλο στοιχεῖον τοῦ φόρου, δυνάμενον ὅμως νὰ ἐξετασθῇ χωριστά. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἠθέλησεν ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν φόρον, λόγῳ τῆς προστασίας, τῆς ὁποίας ἔτυχον οὐχὶ μόνον τὰ μεγάλα, ἀλλὰ καὶ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα. Ἐπαναλέγω ὅτι τὰ μικρὰ εἰσοδήματα ἐπὶ τοσοῦτον κερδίζουσιν ἐκ τῶν προστατευτικῶν φόρων, ἐφ’ ὅσον περισσεύουσιν ἀπὸ τῆς καταναλώσεως πρὸς διατροφὴν καὶ σπόρον καὶ πρὸς πώλησιν καὶ ὄχι δι’ ἓν ἔτος ἀλλὰ διὰ πλείονα. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς τόσου ποσοῦ, τὸ ἐπιχείρημα τῆς προστασίας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς ποσοῦ μὴ ἐπιτρέποντος εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πωλήσῃ, τὸ ζήτημα τῆς προστασίας πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος· ἡ προστασία οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε χθές ὅτι ἡ προστασία, ἐφ’ ὅσον εἶναι μεγαλειτέρα, καὶ εἶναι μεγάλη, ἐπὶ τοσοῦτον εὐεργετεῖ πάντα. Ἐγὼ λέγω τὸ ἀντίθετον· ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ προστασία μεγαλειτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν πωλεῖ. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προστατευτικὸς φόρος δὲν εἶναι 1, ἀλλὰ 3, 4, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν πωλεῖ, ἀλλὰ παράγει, ζημιοῦται. Δὲν ἀδικῶ τοὺς Θεσσαλοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὡρισμένην τάξιν τῆς Θεσσαλίας λέγοντες ὅτι θὰ ἦτο εὐεργετικὴ διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς ἡ κατάργησις τοῦ προστατευτικοῦ φόρου, διότι, καθόσον ἡ τάξις ἐκείνη δὲν πωλεῖ, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀγοράζῃ, βεβαίως πιέζεται ὑπὸ τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα δι’ αὐτήν, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ προστασία. Εἶναι καὶ οὗτος εἷς πρόσθετος λόγος ἐναντίον τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαββανάκος, τοῦ ὁποίου ἐξετίμησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἀγόρευσιν, ἔφερε τὸ ζήτημα κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ πιστεύσητε ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ φορολογία αὐτὴ πίπτουσα εἰς βάρος τῆς Θεσσαλίας. Τὰ ἐπιχειρήματά του θὰ ἦσαν ὀρθά, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὴν Θεσσαλίαν τὴν θεωρεῖ ὡς χώραν ἐντελῶς διάφορον τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν πρόκειται νὰ διαιρέσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς γεωγραφικὰ τμήματα, ἀλλ’ εἰς τάξεις. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ποῖα γεωγραφικὰ τμήματα τῆς Ἑλλάδος ἐπιβαρύνονται, ἀλλὰ ποία τάξις ἀναλόγως τοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον διαθέτουσιν, ἐπιβαρύνονται ἢ δὲν ἐπιβαρύνονται, κατὰ πόσον τὰ βάρη ἐπιτίθενται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρωσι ταῦτα ἢ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιεζόμενοι μέχρι τοῦδε ἀρκετά, δὲν δύνανται νὰ φέρωσι καὶ ἄλλα βάρη. Βεβαίως ἡ Θεσσαλία σήμερον ἡ καλλιεργουμένη εἶναι προνομιακὴ πρὸς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα· ὄχι μόνον δὲν προσφέρει ἐκ τοῦ ἐκ σίτου εἰσοδήματός της εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ κερδίζει καὶ δὴ πολλά· ἐν τούτοις ἐξεταστέον εἶναι τὸ ἄλλο ζήτημα· κατοικεῖται ὑπὸ κατοίκων τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἢ ὄχι;

§65Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ Θεσσαλία πληρώνει φόρον 3.000,000.

§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι καὶ τοῦτο· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῇ πόσον πληρώνει ἡ Θεσσαλία. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαββανάκος λέγει ὅτι ἡ Θεσσαλία παράγει 33,000,000 καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγῃ ὅτι κάποτε ἡ Θεσσαλία εἰσάγει ἔξωθεν σῖτον, διότι εἰσάγει 1,000,000. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν· δὲν ἐξάγει ἡ Θεσσαλία, ἀλλ’ ὑπάρχει ὡρισμένη τάξις Θεσσαλῶν, ἡ ὁποία ἀγοράζει τὸν σῖτον. Οὐδεμία παρηγορία εἶναι διὰ τὸν γεωργὸν ἂν τὸ ἀντίτιμον τοῦ σίτου δὲν τὸ λαμβάνῃ ὁ Ῥῶσος, ἀλλὰ τὸ λαμβάνει ὁ γαιοκτήμων τῆς Θεσσαλίας· συνεπῶς ἐπιμένομεν ὅτι, μολονότι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι ἡ Θεσσαλία ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος ἔχει προνομιοῦχον θέσιν, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἔχει ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὡρισμένη τάξις τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία σήμερον μόλις καλύπτει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ μεταίχμιον τῆς καταστροφῆς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν στερηθῇ καὶ αὐτῆς τῆς μικρᾶς προσόδου, πρέπει δι’ ἕνα λόγον ἐπὶ πλέον ν’ αὐξήσωμεν τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος, καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ὁ φόρος, ὡς θὰ γίνῃ, ὀλιγώτερον παραγωγικός, ἂς ἀναπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις διὰ φορολογίας ἄλλου εἰσοδήματος, ἄλλης κατηγορίας τοῦ αὐτοῦ εἴδους, διότι, πρῶτον, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι Θεσσαλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μὲν τελείως πλούσιοι, παράγουσιν ὅμως δημητριακοὺς καρπούς, ὅπως πωλῶσι, πρέπει νὰ ὑποστῶσι καὶ οὗτοι βάρη τινὰ ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται τοιαῦτα καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες· ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιαύτης κατηγορίας, οὐχὶ δὲ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται τὸν βαρύτατον φόρον τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος φορολογεῖ τὰ 30%. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ἐν Θεσσαλίᾳ εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις δὲν διστάζει νὰ κηρύξῃ κλπ». Καὶ ἐρωτῶ· δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐγκληματικὴ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς τάξεως αὐτῆς, ὅταν, χωρὶς οὐδεμίαν νά κάμνῃ διάκρισιν, φορολογεῖ ὅλους τὸ ἴδιον; Κατὰ τίνα τρόπον λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως μετατοπισθῶσι τὰ βάρη ἀπὸ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἄλλην, ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν ἀπορωτέρων εἰς τὴν τῶν πλουσιωτέρων; Ἐγὼ διαβλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰ τὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἡ ὁποία περιέχει πολλὰ τὰ προνόμια ὑπὲρ τῶν πλουσίων, διότι ὄχι μόνον δὲν γίνεται προσπάθεια ὅπως ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας, τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ὁποίαν ὀρθότατα κατέκρινεν, γίνῃ κάποια τροπολογία, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς νέου φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε καὶ ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ γίνῃ ἀρχή τις, ὅπως ἐπέλθῃ διαρρύθμισις τοιαύτη, ὥστε τὰ βάρη νὰ προσπαθήσῃ νὰ ῥίψῃ ἐπὶ τῶν ὤμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὰ φέρωσι, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἐγὼ θεωρῶ κατακριτέαν τὴν ἀδιαφορίαν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 20 κοιλῶν. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τῶν 60 κοιλῶν, ἔπρεπε πάντως ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν κατὰ 20 κοιλά. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διακόπτων ἀγορεύοντά τινα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐλάχιστον ποσὸν λαμβάνομεν ἀπέναντι τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχομεν. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γνωρίσῃ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι λαμβάνει ἐλάχιστον μέρος τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει. Ἀλλ’ ὅτε ἡ Κυβέρνησις τονίζει τοῦτο καὶ τὸ λαμβάνει ὡς ἐπιχείρημα, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀναλάβῃ, καὶ τὸ δώσῃ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Θὰ ἦτο ἐγκληματικὴ ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀφήνῃ καθ’ ὃν τρόπον πιέζονται ὡρισμέναι τάξεις μὴ ἔχουσαι, ν’ ἀφήνῃ νὰ κερδίζωσιν ἕτεραι τάξεις ἄπειρα ἔχουσαι. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης βεβαίως πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία βαρύνει τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν κερδίζει, ἐπιβαρύνεται μὲ 33%, χωρὶς οὐδόλως νὰ προστατεύηται· ἔπρεπε λοιπὸν πρῶτον νὰ φορολογηθῶσι μὲ 33% οἱ μεγάλοι γαιοκτήμονες καὶ ἔπειτα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ προσθέτου φορολογίας. Οὗτοι ἐκ τοῦ προστατευτικοῦ φόρου κερδίζουσι 33%· νὰ χάσωσι τὸ 33%, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς περαιτέρω φόρον 10% καὶ ἔπειτα νὰ γίνῃ σκέψις περὶ περαιτέρω βαρῶν. Ἡ ἰδέα περὶ προστασίας δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ προκειμένου καὶ περὶ ἐλαιῶν; Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν παράγῃ ἐλαίας, τί θὰ συμβῇ; Βεβαίως ἔχει λόγον ν’ αὐξήσῃ τὴν διάθεσιν τοῦ γεωργοῦ, ἐὰν ἡ παραγωγὴ τῶν δένδρων δὲν ἀπαιτῇ δαπάνας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ προστασία δὲν ἀφορᾷ τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οὐδόλως ἐπροστατεύθησαν διὰ τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ, ἀλλ’ ἐπιέσθησαν. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως ἡ τιθεμένη φορολογία ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τῶν πλουσίων, εἶναι φορολογία ἀκατονόμαστος. Εἰς δύο φόρους, τοὺς ὁποίους προσήγαγεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἐξαιρέσεως εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἀπὸ 4,000 καὶ ἄνω. Ἐζήτησε μάλιστα κατ’ ἀρχὰς 5,000. Εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ὅπως ἀπὸ 5,000 γίνῃ 4,000, ὅπως ἐπίσης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῇ καὶ μίαν ἄλλην ὑπόδειξίν μου, διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι ὑπερήφανος, τὸ 3% τῶν γαιοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὑπεστήριξα ὅτι καὶ ἡ Ῥωμουνία ἔχει τὸ σύστημα αὐτό, καὶ δύναμαι νὰ συγχαρῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν· ἀλλὰ θὰ ἤθελον καὶ κάτι ἀντάλλαγμα, διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπως αὐξάνῃ ἡ φορολογία, ὅπως ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου εἶναι μεγαλειτέρα. Οὐδεμία ὅμως ἐλήφθη πρόνοια εἰς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης αὐξήσεως περὶ προστασίας περὶ εὐεργεσίας ἄλλης τινὸς τάξεως. Καθ’ ὃν χρόνον διὰ τοῦ 3% ἴσως πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ 200–300 χιλιάδας καὶ τὸ 3% ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ πολὺ δεδικαιολογημένως διπλάσιον, δὲν ἐφρόντισεν, ὅπως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ φόρου —διότι ἡ διάταξις θὰ τὸ καταστήσῃ παραγωγικώτερον— δώσῃ εἰς μίαν ἄλλην τάξιν, δώσῃ καὶ εἰς τὴν ἄλλην τάξιν ἓν κομματάκι, πέντε κοιλῶν ἔστω ἢ ἕξ κοιλῶν, εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν μικρῶν παραγωγῶν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἀπαλλάττει ἐκ τῶν σπειρομένων γαιῶν εἴκοσι κοιλά· ἀλλὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ ἀπαλλαγὴ ἡ τῶν 20 κοιλῶν. Βλέπετε λοιπὸν τὴν μέριμναν, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἤδη. Εἰς τὴν μέσην τάξιν καὶ τὴν πλουσίαν λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως ἀπαλλάξῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 4,000 καὶ ἀκόμη τὸν πλουσιώτατον, διότι καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρόσοδον, θὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν 4,000, ἐνῷ διὰ τοὺς σιτοπαραγωγούς, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀπολαμβάνουσιν οὔτε τὰ ἡμερομίσθιά των, αὐτῶν καὶ τῆς οἰκογενείας των, δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ καμμίαν ἀπαλλαγήν, οὔτε τὴν ἐλαχίστην. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι συμπληρωτικός. Δὲν εἶναι καθόλου συμπληρωτικὸς περισσότερον ἀφ’ ὅσον εἶναι ὁ τῶν σπειρομένων γαιῶν, διότι αὐτὸς εἶναι συμπληρωτικὸς διὰ τὴν τάξιν διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ καὶ ἡ τάξις αὐτὴ πληρώνει τὸν φόρον τοῦ εἰσαγομένου σίτου καὶ πρόκειται διὰ τοῦ φόρου τούτου νὰ πληρώσῃ συμπληρωτικὸν φόρον· εἶναι δὲ πολὺ περισσότερον δεδικαιολογημένος ὁ φόρος ὁ συμπληρωτικὸς ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν παρὰ ὁ τοῦ εἰσοδήματος. Ἡ ὀνομασία ὅτι εἶναι συμπληρωτικὸς δὲν δύναται νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ὅλων ἐκείνων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα τὸν χαρακτηρίζουσι. Καὶ ποία γενναιότης τῆς Πολιτείας εἰς τὰ ἀβέβαια ἐκεῖνα κέρδη! Ἅμα τὸ ἐνοίκιον ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν 25,000, ἂς τὸ ὑπολογίσωμεν εἰς 10%, ὥστε νὰ δυνηθῇ χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ πλούσιοι δὲν θὰ πληρώσωσι χιλίας καὶ δύο χιλιάδας, ἀλλὰ ἕξ, ἑπτὰ χιλιάδας! Τί; Ἥμισυ τοῖς ἑκατόν· καὶ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ¼%, εἶναι ἄνισος διὰ τὴν τάξιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι βαρύς, βαρύτατος, ὅπως ἐκ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας θὰ ἀποφέρῃ, ἀπαλλαγῇ ἄλλη τάξις, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τρυφερωτάτην καρδίαν, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ὀχληρότατος. Τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων ἐμάλαξαν τὴν καρδίαν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ τῶν γεωργῶν ὅμως, οἱ ὁποῖοι δὲν κερδίζουσιν οὐδὲ τὸν ἄρτον των, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα. Εἶναι φοβερὸν νὰ ἀνοίγῃ τις τὰ βιβλία τοῦ ἐμπόρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι φοβερὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τις τὸν ἄρτον τοῦ δυστυχοῦς; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως! Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξαιρετικώτατον δεικνύει ἐνδιαφέρον περὶ τῆς τάξεως ἐκείνης ἀκριβῶς, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν προστασίαν της, τῆς τάξεως τῶν εὐπόρων· καὶ μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία αὕτη νὰ ἀποδείξω ματαίους τοὺς φόβους τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἡλιοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐφοβήθη, μὴ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔγινε μονονουχὶ σοσιαλιστής, ὥστε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλας τὰς σοσιαλιστικὰς ἀρχάς. Ἀπήντα τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὡς τὸ πτηνὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, κρύπτει τὴν κεφαλήν, διὰ νὰ μὴ ἴδῃ τὸν κίνδυνον τὸν ἐπερχόμενον, τὸν ὁποῖον ἔβλεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον εἶδε μόνον διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν θαυμασίαν ἐκείνην ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, μὴ πραγματοποιουμένην ὅμως διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε καὶ τοὺς ὁποίους μετέτρεψε κατὰ διαφόρους τρόπους, οὐχὶ ὅμως κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Συντάγματος. Ὥστε ἦσαν ἐντελῶς ἄδικοι οἱ φόβοι ἐκεῖνοι καὶ περιττὴ ἡ μέριμνα τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, οὔτε σοσιαλιστής. Τὰ δύο φορολογικὰ μέτρα δεικνύουσιν ὅτι οὐδεμίαν ἀκριβῶς ἔχει σχέσιν ἡ σκέψις του πρὸς τὰ πράγματα, πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζε, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διότι εἰς ὁλόκληρον τὴν φορολογίαν οὐ μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς γῆς, δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε ἕνα φόρον ἐξυπηρετοῦντα τὰς νέας ταύτας ἰδέας χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι οἱ δύο οὗτοι φόροι. Οἱ δύο οὗτοι φόροι οὐδὲν μεταρρυθμιστικὸν ἔχουσι περὶ προστασίας τῶν ἀδυνάτων καὶ περὶ ἐπιθέσεως τῶν βαρῶν ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἰσχυρῶν· ἀπὸ βελτίωσιν οὐδὲν ἴχνος· οὐδεὶς φόρος εἶναι χειρότερος τῶν φόρων τούτων. Ποία θὰ ἦτο δικαιολογία νὰ μὴ φορολογήσῃ περισσότερον τὰς μεγάλας προσόδους ἐκ τῆς γῆς; Θὰ ἐφοβεῖτο ἆρά γε μὴ ἐλαττωθῇ ἡ πρόσοδος; Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγαθὰ θὰ ἐπήρχοντο, διότι θὰ εἰσήγετο περισσότερος σῖτος ἔξωθεν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀλιγώτερον θὰ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ἐνῷ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τῆς τιμῆς εὐκολωτέρα θὰ καθίστατο ἡ λύσις τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ ὑπάρχοντος φόρου, τελείως ῥυθμιζομένου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ κυριώτερον βῆμα πρὸς λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις ἀκούσασα τόσας καὶ τόσας κατηγορίας κατὰ τῆς βεβαιώσεως—καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς ἐστράφη μόνον πρὸς τὴν βεβαίωσιν, ὄχι ὅτι ἦσαν ἀνάξια ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκρινον τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως· εἶναι σοβαρώτατα, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ προσοχὴ τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἦτο ἀκριβῶς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὴ θέλουσαν νὰ καταστρέψῃ τὴν βάσιν, θὰ ἦτο ἡ αὔξησις τοῦ ἀπαλλακτέου ποσοῦ —, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἀκούσασα καὶ δεχθεῖσα τὰ παράπονα ἠθέλησε νὰ μετατρέψῃ τὸ σύστημα τοῦ φόρου, διότι εὗρεν ὅτι αὐτὸ ἦτο δαπανηρόν, ἂν ὄχι ὅσον οἱ ὑπολογισμοὶ διαφόρων, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ φόρος θὰ ἦτο δαπανηρός, διότι θὰ ἦτο 20–25%, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ φόρος ἦτο ἐντελῶς κατακριτέος, διότι θὰ ἀπορροφᾷ 20–25% ἐκ τῶν ἐσόδων. Ἔστρεψε, λέγω, τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο, ὅπως μὴ λύσῃ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα, ἀλλά, ἀντὶ τῆς βεβαιότητος ὅτι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως ἦτο κακός, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀοριστίαν καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ εἶναι κακός. Μάτην περιέμενον ὅμως τοσοῦτον χρόνον ἀναμένων τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠθέλησα κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν περὶ τούτου· ἀλλ’ ὁ ἐπακολουθήσας θόρυβος κατέστησε τὴν ἐρώτησίν μου οὐχὶ ἀκουστήν· — ποῖοι εἶναι τέλος πάντων οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ φόρου τούτου; Ποῖοι οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῆς δαπάνης τοῦ φόρου τούτου; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε κἂν ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ προσάγεται ἐνώπιον ἡμῶν ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ δαπάναι; Ἀλλ’ ἕτερον κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ φόρου, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς βάσεώς του, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἐπὶ ποίων ἐπιπίπτει, εἶναι κατὰ πόσον ὁ φόρος εἶναι οἰκονομικὸς ἢ ἀντιοικονομικός, κατὰ πόσον εἰς τὴν εἴσπραξίν του εἶναι δαπανηρὸς ἢ μὴ δαπανηρός. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ καταρρίψῃ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀγορευσάντων, δὲν ἐφρόντισε νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της κατὰ πόσον ὁ φόρος εἶναι ἢ δὲν εἶναι δαπανηρός· διότι ποία ἡ παρηγορία, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράττηται διὰ βεβαιωτῶν, διὰ σπαχήδων, καδήδων κτλ., ἀλλὰ θὰ εἰσπράττηται κατὰ ἕνα τρόπον, τὸν ὁποῖον Βασιλικὸν Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ; Μήπως, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη ἡ ἀσχολουμένη καὶ περὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν φόρων πρόκειται κατὰ τοσοῦτον νὰ βελτιωθῇ ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, ὥστε νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν χρόνον, νὰ μᾶς δώσῃ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως; Ἢ πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς στατιστικὰς πληροφορίας; Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν φόρον τοῦτον πρὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς πείρας ἓν βοήθημα πρὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐβελτίωσαν τὸν φόρον, ἀλλὰ τὸν κατέστησαν χειρότερον. Ἀφήνω τὸ συνταγματικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον λαμπρῶς ἀνεπτύχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἢ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου, ἡ δὲ εἴσπραξις εἶναι βεβαίωσις, διότι ὁ φόρος, διὰ νὰ εἰσπραχθῇ, θὰ βεβαιωθῇ· ἔχει δὲ σημασίαν, διότι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως εἶναι φορολογία, ἐπαναλαμβάνω. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν προβαίνομεν εἰς τὴν δαπάνην 20–25%, ὅπως θὰ ἀπαιτήσῃ ὁ προκείμενος φόρος, βεβαίως εἶναι δαπάνη αὐτή, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα κατὰ πόσον πρέπει νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, οἱονδήποτε σκοπὸν βεβαιώσεως καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της, πόσον θὰ στοιχίσῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου, κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος θὰ εἶναι δαπανηρὸς ἢ ὄχι, διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦτο, κατ’ οὐδένα λόγον δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον—καὶ φόρον τόσον σοβαρὸν—χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν κατὰ πόσον θὰ ἐπιτευχθῶσι, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ κ. Ὑπουργός.

§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπ’ ἀριθμὸν 77 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου «περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν», εἶναι δὲ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο «περὶ ἀπαγωγῆς», τὸ ὁποῖον εἶναι συναφές, εἶναι δὲ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἤθελον παρακαλέσει νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα ψηφίζεται εἰς βʹ, διὰ νὰ ἔλθωσι μαζὶ εἰς γʹ καὶ τὰ δύο.

§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ περὶ ζωοκλοπῆς, κύριε Πρόεδρε· ἔχω μάλιστα ἑτοίμην ἀναφορὰν νὰ ἐγχειρίσω εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ προτάξεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». (Ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο). Θὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 10 μ. μ.

§72Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη μία αἴτησις ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυριακῆς ἀργίας». Πρέπει νὰ προταχθῇ.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Σπυρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ 20ὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ σπειρομένων γαιῶν». Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Γ. Συγγούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος». Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Δ. Κουλούμπαρδος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 9 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου», ὡς εἰσάγεται τροποποιημένον. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ν. Φραγκίστας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 27 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ἅπασαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 10 καὶ ½ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δογάνης ἔχει τὸν λόγον.

§75Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατάγομαι ἀποκλειστικῶς ἐξ ἐπαρχίας γεωργικῆς, ἥτις περισσότερον συνησθάνθη τὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐξέγερσιν, ὄχι διότι θεωρεῖ τὸν φόρον βαρύν, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι ἢ μὴ τοιοῦτος, ἀλλὰ διότι ἔχει ἀναμνήσεις ζοφερὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος αὐτὸς ἐλειτούργει μὲ τοὺς λεγομένους σπαχῆδες. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ τρίτον νομοσχέδιον τροποποιημένον, καί, ὡς τοῦτο ὑπεβλήθη, βεβαίως δὲν μοὶ ἐπιτρέπει παράτασιν τῆς συζητήσεως, καθόσον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει κυρίως ἡ ὅλη συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον καθώριζε τρόπον βεβαιώσεως τὸν δι’ ἐνοικιάσεως· τὸ δεύτερον, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνην τὴν ἐκ τῶν σπαχήδων, ἐξεῦρε τρόπον, ὁ ὁποῖος περισσότερον καταπλήσσει καὶ ὁ ὁποῖος περισσότερα ζητήματα θὰ γεννήσῃ εἰς τοὺς φορολογουμένους, τὸν τρόπον τῶν βεβαιωτῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην καὶ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξεύρῃ ἕτερον τρόπον καὶ δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου διὰ τῶν λεγομένων βεβαιωτῶν, διότι θὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλο σπουδαιότερον ζήτημα καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτάς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι ἀπηλλαγμένη αὕτη, τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τόσων καὶ τόσων βεβαιωτῶν ἰδιωτῶν πλέον, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου θὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς κατὰ τὸν ἀριθμόν, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὰ καθήκοντα αὐτά. Θὰ εὑρεθῇ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις πρὸ μιᾶς ἐπιθέσεως ἐκ μέρους ἡμῶν, διότι καὶ εἰς ἡμᾶς θὰ γίνῃ ἐπίθεσις φοβερὰ ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας, διὰ νὰ λάβωσι τὰς θέσεις αὐτάς. Ἀλλὰ περιπλέον θὰ φέρῃ εἰς φῶς ἐν Πελοποννήσῳ ἐκτὸς τῶν σπαχήδων καὶ τοὺς λεγομένους χαβαλέδες. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς βεβαιώσεως καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ εἶναι ἔτι καταθλιπτικώτερος τῶν σπαχήδων, διότι ὁ φορολογούμενος εἶναι ὑποχρεωμένος ἐπὶ 4 ἡμέρας πρὸ τοῦ λιχνίσματος νὰ εἰδοποιῇ τὸν βεβαιωτὴν καὶ νὰ λαμβάνῃ ἔγγραφον ἄδειαν αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο. Τώρα τὸ ζήτημα, ἂν ὁ βεβαιωτὴς εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀντικαθίσταται δι’ ἄλλου βεβαιωτοῦ, εἶναι ἓν ζήτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀτυχὴς φορολογούμενος τρέχει τὸν κίνδυνον καὶ ὁλόκληρον τὸ προϊόν του νὰ χάσῃ. Ἐπίσης εἰς τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἀραβοσίτου πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε ἡ μέτρησις νὰ γίνεται κατὰ τὴν συγκομιδὴν ὁπωσδήποτε, ἔστω καὶ διὰ ζυγίσεως.

§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεσθε διατεθειμένος νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ἐξεύρῃ τὸν κατάλληλον τρόπον βεβαιώσεως. Δὲν λαμβάνετε τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθητε νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ μετ’ ἐμοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλήν;

§77Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Εὐχαρίστως δέχομαι.

§78Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καίτοι δὲν κατάγομαι ἐξ εὐφόρου διαμερίσματος τῆς Ἑλλάδος, διετέλεσα ὅμως ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον καὶ ἐγὼ γαιοκτήμων, ὀλίγα τινὰ ἔχω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κατ’ ἐμὲ λόγοι ὑψίστης ἀνάγκης ἐπιβάλλουσιν εἰδικῶς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀπορῶ δ’ ἀληθῶς πῶς διεξάγεται συζήτησις περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τῆς χώρας. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ κρατήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς· εἶναι προωρισμένον νὰ ῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ψηφισθῇ πρὶν ἢ συμβῇ τοῦτο. Ψηφιζομένου ἄλλως τε τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκπληροῦται τελείως ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε διὰ διαφόρους λόγους, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν διότι ἦτο γυμνὸς καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς πολεμοῦντας τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ στρατός, στόλος, δικαιοσύνη, παιδεία, ἄνευ φορολογίας; Ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν καὶ ἀνασύνταξιν ὅλων τούτων, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ στέρξῃ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην. Οἱ κύριοι ἀντιφρονοῦντες εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ ἰδίᾳ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι καταθλιπτικὸν διὰ τὸν γεωργὸν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους στέργει καὶ φορολογεῖ ὅλα τὰ προϊόντα· χάριν τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς καταβάλλουσιν οἱ μὴ παράγοντες σῖτον 9 λεπτὰ τελωνιακὸν δασμόν· χάριν τῆς σιτοπαραγωγῆς κατὰ τὸ 1905, ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Ῥάλλη, ἔθηκαν πρόσθετον δασμὸν τρίλεπτον, ἐνῷ ὁ ἐγχώριος σῖτος πωλεῖται πρὸς τὴν ἰδίαν τιμήν. Εἰς ἐποχὴν λοιπόν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον προσφέρει φόρους διὰ τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς, ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι δίκαιον καὶ ἡ Θεσσαλία νὰ συνεισφέρῃ τὸν φόρον αὐτόν. Εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐρευνήσω τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δύναμαι πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ φέρω τὰ πορίσματά μου. Πλὴν τῆς Ἑπτανήσου εἰσπράττει τὸ Κράτος περὶ τὰ 2.000.000, ἐκ τῶν φόρων τῶν σύκων· 500,000 ἐκ τοῦ ἐλαίου Λακωνίας, 40· 000 ἐκ τοῦ φόρου ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, 450.000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, 20.000 ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ἐκτὸς τοῦ καθαροῦ κέρδους τῆς Προνομιούχου, 4.000.000, ἐνῷ ἀπὸ τὸν σῖτον οὐδὲν εἰσπράττει. Ὑποθέτω ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα· κατὰ συνέπειαν ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος, ἰδίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἀνέρχεται οὔτε εἰς τὰ ⅔ ἐπὶ τοῦ ἐπιβληθέντος τριλέπτου προσθέτου τελωνιακοῦ δασμοῦ κατὰ τὸ 1905. Αὐτή, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων· κατὰ συνέπειαν, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐκ πορισμάτων ἐξαγομένων ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος προσφέρει, ἐφ’ ὅσον δύναται, εἰς τὸ Κράτος φόρον, εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένον καὶ δίκαιον, ὅπως καὶ ἡ Θεσσαλία φορολογῆται.

§79ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Θεσσαλίας.

§80Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὰ σιτοπαραγωγὰ τμήματα τῆς Ἑλλάδος. Ἓν μόνον ἐξ ἰδίας πείρας ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καί, ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂς τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ζήτημα τῶν βεβαιωτῶν τὸ ἀπέρριψεν, ἂν ἠδυνήθην νὰ συλλάβω τὴν σκέψιν του· ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἓν σύστημα καὶ μόνον εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ καταλληλότερον καὶ τὸ βεβαιῶ ἐξ ἰδίας πείρας, τὸ τῶν δηλώσεων. Εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέσων τῆς εἰσπράξεως, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι τὰ ὀλιγώτερα μειονεκτήματα· τουτέστιν οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν ἔφορον ἢ πρὸς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην τὸ ποσὸν τοῦ σπόρου, τὸν ὁποῖον θὰ σπείρωσιν, ἐκεῖνος δὲ νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν, ὥστε τὰς δηλώσεις νὰ δίδῃ πρὸς τὸν ἔφορον· συγχρόνως δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐπιβάλει πρὸς τὸν σταθμάρχην ἐκεῖνον καὶ ποιάν τινα ἐπίβλεψιν εἰς τὰς σπειρομένας γαίας. Ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, τὰ γνωρίζω καὶ ὑποστηρίζω ἐξ ἰδίας πείρας, διότι πάντως, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καταχρήσεις ἀσφαλῶς, ἀσφαλέστατα θὰ προκύψωσι, διότι ὄχι μόνον ἐπιπρόσθετος δαπάνη θὰ εἶναι ὁ βεβαιωτὴς αὐτός, ἀλλὰ συγχρόνως, ἀνθρώπινον καὶ τοῦτο, ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔρχηται εἰς συμφωνίας μὲ τοὺς παραγωγοὺς καὶ συνεπῶς νὰ προέρχωνται καταχρήσεις ἢ πάντως θὰ εἶναι μικροὶ τυραννίσκοι οἱ βεβαιωταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξεγείρωσι καθ’ ἑκάστην τοὺς καλλιεργητάς. Πάντως ἡ κατάχρησις θὰ ὑπάρχῃ—ἀνθρώπινον ἄλλως τε τοῦτο—, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐξάγω ἐξ ἰδίας πείρας, ἡ κατάχρησις θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα μὲ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύω ἐγώ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, καὶ στρέφων τὸν λόγον μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγω τοῦτο: Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς νὰ δεχθῇ ἐπ’ ἄπειρον τὴν φορολογίαν ταύτην· ἐὰν δὲ στέργῃ καὶ θὰ στέρξῃ ἤδη τοῦτο προθύμως, τὸ πράττει πρὸς ἕνα σκοπόν· ἐὰν δὲ ἡ ἰδιότης μου ὡς Βουλευτοῦ καὶ ἡ θέσις αὕτη δὲν μὲ ἐκώλυε νὰ εἴπω σαφῶς, σαφέστατα τί ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ τὸ ἔλεγον.

§81Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δικαίως καὶ εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ ἡμέρας τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἀπασχολεῖ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ κρατεῖ ἐν συγκινήσει τὴν γεωργικὴν τάξιν τῆς χώρας, διότι πρόκειται νὰ πλήξῃ, ὡς ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, τὴν κυριωτέραν πλουτοπαραγωγὸν πηγὴν τοῦ τόπου, τὴν γεωργίαν. Παρήλασαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πλεῖστοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ἁδρῶν καὶ πειστικῶν ἐπιχειρημάτων κατέδειξαν καὶ τὸ ἄνισον καὶ τὸ ἄδικον τῆς φορολογίας, κατέδειξαν ἅμα καὶ τὸ καταθλιπτικὸν τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐπείσθη εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, φρονοῦσα ὅτι καὶ δικαία καὶ ἐλαφρὰ εἶναι ἡ ἐπιζητουμένη φορολογία καὶ μόνον διαβλέπει ἐλαττώματά τινα εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως· ἐλπίζει δ’ ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία εἰσάγεται σήμερον, θὰ ἐκλείψωσι καὶ ταῦτα, διότι θὰ δοθῇ καιρὸς ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους νὰ διαρρυθμίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως. Δὲν ἤθελον, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δευτερολογία, ὅταν μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ πείσῃ τινά, εἶναι περιττολογία, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ πράξω τοῦτο, διὰ ν’ ἀποκρούσω ἀδίκους ὑπαινιγμούς, οὓς ἔρριψαν προαγορεύσαντες συνάδελφοι, ὅτι δῆθεν ὁ Θεσσαλὸς δὲν συνεισφέρει εἰς τὰ δημόσια βάρη ὅσον οἱ κάτοικοι τῶν τμημάτων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, νομίζοντες ὅτι διὰ τούτων θὰ ἐκφράσωσι τὰ ἀστήρικτα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματά των. Δὲν θὰ παρακολουθήσω εἰς τὴν συζήτησιν τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴν τὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν λαλήσαντα ἐντεῦθεν, διότι δὲν κατώρθωσεν ὁ ἀγορητὴς ἐκεῖνος, μὲ ὅλην τὴν προσπάθειάν του, νὰ φανῇ καλῆς πίστεως, ἐνῷ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὰς συζητήσεις νὰ κυριαρχῇ ἡ καλὴ πίστις καὶ νὰ μὴ προκαταλαμβανώμεθα ἐκ παντὸς τυπικοῦ καὶ προσωπικοῦ συμφέροντος, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διακρίνωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ὁ κ. Βαββανάκος, τὸν ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν διακρίνω μεταξὺ ἡμῶν...

§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπών.

§83Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρών, διὰ νὰ συζητήσω κατ’ ἀντιμολίαν μετ’ αὐτοῦ...ἔλαβεν ὡς βάσιν, ἐκ στατιστικῶν, τὰς ὁποίας προσεκόμισε, φορολογίαν ἐφ’ ὡρισμένου εἴδους προϊόντος, διὰ νὰ συγκρίνῃ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Θεσσαλία, πρὸς τὴν φορολογίαν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Καὶ ὡς τοιαύτην ἐξελέξατο τὴν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀπορία του, νὰ μεταβληθῇ ἐν μιᾷ στιγμῇ ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία εἰς ἐλαιῶνα, διὰ νὰ δύναται ν’ ἀποδίδῃ φόρον ἐξ ἐλαίου ὅσον καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Καὶ λέγω ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ παρουσιασθῇ καλῆς πίστεως, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τί πληρώνει ἡ Θεσσαλία ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἤδη ἰσχύοντος νόμου τοῦ ἀπαλλάξαντος τὸν καλλιεργητὴν καὶ τὸν μικροϊδιοκτήτην πάσης φορολογίας, διότι, ἐνῷ ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου οἱ κολλῆγαι καὶ οἱ μικροϊδιοκτῆται, οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν, καὶ ἂν ἡ Θεσσαλία κατέβαλλεν ἄλλοτε 1,000,000, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη καὶ σήμερον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων νὰ καταβάλλῃ 500,000. Οὔτε θέλω ν’ ἀσχοληθῶ τί πληρώνει ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, οὔτε νὰ σᾶς παραστήσω τί πληρώνει ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων καὶ ἐξ ἄλλων ἐμμέσων φόρων, ὁπότε θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι ὅπως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅτι μόνον 5000 δρ. πληρώνει· οὔτε θὰ ἐπιμείνω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ταῦτα διότι ἀνέκαθεν ὑπῆρξα ἐχθρὸς τοιούτων τυπικῶν διακρίσεων, οὐδὲ ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ διακρίνωμεν τὴν Ἑλληνικὴν χώραν εἰς τμήματα καὶ εἰς ἐπαρχίας, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν τοιαύτην διάκρισιν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τίνες ἐλυμαίνοντο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μέχρι τῆς σήμερον, καὶ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἀναλογίαν ἔχει ἡ Θεσσαλία ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ὄχι μόνον εἰς τὴν συνεισφορὰν τῶν δημοσίων βαρῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν ὠφελημάτων. Καὶ ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἁπλῶς θ’ ἀντικαταστήσῃ ἓν εἶδος φορολογίας. Κατέδειξαν ὅμως οἱ προαγορεύσαντες διὰ τῶν ἰδίων ἀριθμῶν, οὓς προσεκόμισεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἀντικαταστήσῃ φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ νέαν τοιαύτην φορολογίαν, διότι, ἐνῷ μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα εἰσήγετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν 2.000.000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, θὰ εἰσάγωνται ἤδη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περὶ τὰ 4.000,000 πλέον τῆς ἀδήλου ἐκείνης φορολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀκόμη δηλ. περὶ τὰ 2.000.000. Καὶ ἐγὼ ἔκαμον πρόχειρον, ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὴν Θεσσαλίαν, ὑπολογισμὸν καὶ εἶδον ὅτι ἐκεῖ διπλάσιον φόρον θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὅσον προοδεύουσι τὰ Κράτη, τόσον καὶ αἱ ἀνάγκαι πληθύνονται, ἡ θεραπεία δ’ αὐτῶν ἀπαιτεῖ προσόδους. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσω σήμερον, εἶναι τὸ εἶδος τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν. Καὶ εἶπον ἐντεῦθεν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ οἱ συνήγοροι τοῦ νομοσχεδίου ὅτι πῶς δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐπιβάλλεται αὕτη· λησμονοῦσιν ὅμως οἱ συνήγοροι τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅπως ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδης νὰ παραστήσῃ. Καὶ πλανῶνται οἱ συνήγοροι τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν συγχέωσι τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον πρὸς τὴν καθαρὰν ἔγγειον πρόσοδον, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν παραδείγματα ἐκ τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐκεῖ φορολογεῖται ἡ καθαρὰ ἔγγειος πρόσοδος καὶ οὐχὶ πᾶσα ἡ ἐσοδεία. Αὐτὸ συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζεται σήμερον τὸ ἐξαιρετικὸν φαινόμενον εἰς τὴν ἐντελῶς ἀβοήθητον γεωργίαν μας, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐφ’ ὅλης τῆς ἐσοδείας, ὡσανεὶ ἡ γεωργία ἡμῶν ἤκμασε πλέον καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ βαστάσῃ πᾶν βάρος. Ἡ Πρωσσία, ἡ ὁποία μόνον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν ἐδαπάνησεν ἅπαξ περὶ τὰ 100,000,000 μάρκων, δὲν ζητεῖ φόρον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἐγγείου προσόδου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς· καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας γεωργίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα, νὰ φορολογηθῇ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου. Ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ καθαρὰ ἔγγειος πρόσοδος, ἀλλὰ λέγοντες ταῦτα ἐννοοῦμεν ἐκεῖνο τὸ μέρισμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ κεφάλαιον, ἡ γῆ, καὶ ὄχι ἡ λοιπὴ πρόσοδος, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ὅλας τὰς ἄλλας τὰς συντελούσας εἰς τὴν παραγωγὴν δυνάμεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλων νὰ μετριάσῃ τὴν ἐκ τῆς παρασκευαζομένης ἐπαχθοῦς καὶ βαρείας διὰ τὴν γεωργίαν φορολογίας ἐντύπωσιν ἰσχυρίσθη ὅτι αὕτη ζητεῖται παρὰ τῆς Πολιτείας ὡς μέρισμα ὄχι ἐκ τῆς προσόδου, ἀλλ’ ἐκ τῆς τεχνητῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, εἰς τὴν ὁποίαν συνετέλεσε καὶ αὐτὴ ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ προστατευτικοῦ της δασμοῦ. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξατο ἡ συζήτησις, ἠκούσθη ἐντεῦθεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο παρὰ τῶν συνηγόρων τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἠκούσθη ἡ πρωτάκουστος καὶ ἀκατανόητος ἐκείνη οἰκονομικὴ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος πρέπει ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν ὅ,τι παρέχει αὐτῇ ὡς προστασίαν τῶν διαφόρων προστατευτικῶν δασμῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὁποίου εἴδους προστασία ἤθελεν εἶσθαι ἡ τοιαύτη; Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἔφερε καὶ ἕτερον δικαιολογητικὸν λόγον τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἐν λόγῳ φορολογίας, ὅτι πάντες οἱ πολῖται πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἑπομένη τῇ διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθείσῃ ἀρχῇ τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπιβάλῃ καὶ ἐπὶ τῆς γεωργίας φορολογίαν. Ἀλλὰ τὸ ἐπιδιωκόμενον νέον φορολογικὸν σύστημα πᾶν ἄλλο παρουσιάζει ἢ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, διότι ἡ εἰσαγομένη φορολογία, συγκρινομένη κατὰ ποσοστὸν πρὸς ἄλλας παρ’ ἡμῖν φορολογίας, ἀποβαίνει ἄνισος, φορολογουμένης τῆς τάξεως τῶν γεωργῶν μεῖζον πολλῶν ἄλλων ἐπαγγελματικῶν τάξεων καὶ δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός, ὃν ἐπιζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν οἱ ἐκφράσαντες τὴν εὐχὴν τῆς καταργήσεως τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν ἔπραξαν τοῦτο σπουδαίως, διότι γνωρίζουσι καλῶς ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν ὠφελεῖ ὁ προστατευτικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν καλλιεργητήν, τὸν μὴ ἰδιοκτήτην. Πολλὰ ἐπιχειρήματα πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνω· ἀλλ’ ἐγὼ θ’ ἀναφέρω ὑμῖν ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, ἱκανὸν νὰ πείσῃ πάντα περὶ τοῦ εἰλικρινοῦς τῆς εὐχῆς τῶν καλλιεργητῶν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ, τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὸν χρόνον τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἐνῷ οὐδεὶς ἄλλος διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ φόρου τούτου ἢ μόνον ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἀειμνήστου Σιμοπούλου, ν’ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου σίτου, ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ δὴ τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης συνῆλθεν εἰς θορυβῶδες συλλαλητήριον καὶ διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ προστατευτικοῦ ἐκείνου δασμοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος, λέγω, ἐκεῖνο ἐμὲ αὐτὸν βίᾳ μὲ παρέλαβε τὸ πλῆθος καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἵνα συντάξω τὴν διαμαρτυρίαν (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις). Βεβαίως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἐνθυμῶνται καὶ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην προσετέθη καὶ ἡ διαμαρτυρία τῶν ἀλευροβιομηχάνων Πειραιῶς. Ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἀλευροβιομηχάνων παρῆλθον, διότι ἦλθεν ἐκείνη ἡ σατανικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλλονται τὰ πίτυρα εἰς ἄλευρα. Δὲν γνωρίζω ἂν μεταξὺ τῶν διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ἀλλ’ ἓν γνωρίζω, ὅτι προχθὲς ὑπεστήριξε τὴν ὕπαρξιν τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ καὶ οὐδὲν εἶπε περὶ τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων. Ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι προστατεύονται πάντες ἐν γένει οἱ παραγωγοὶ καὶ καλλιεργηταὶ καὶ ἰδιοκτῆται· ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποίαν ἄλλην προστασίαν παρέχει εἰς τὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν ἡ Πολιτεία; Οὐδεμίαν. Ὅπως καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, ἐξέθηκα ἐνώπιόν σας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν προστασίαν παρέχει εἰς αὐτούς, παρ’ ἡμῖν ὑφίσταται σωρεία ἀδικαιολογήτων ἀδήλων φορολογιῶν. Καὶ πρώτη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας, διότι τὸ προϊόν, διὰ νὰ μετακομισθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Βόλου, θὰ πληρώσῃ τέσσαρα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ τοῦτο δι’ ἔλλειψιν συγκοινωνίας, ἐνῷ, ἂν μετακομισθῇ ἐκ Ῥωσίας ὁ σῖτος εἰς τὸν Βόλον, θὰ πληρώσῃ 1½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Ἰδοὺ ἀπέναντι τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Πολιτεία, τίνα, ἄδικον φορολογίαν ὑφίσταται ὁ Θεσσαλὸς παραγωγός. Ἐνῷ οἱ γεωργοὶ δὲν καταβάλλουσι τέλη διὰ τῆς συμβάσεως ἀλλαχοῦ, ἐν Ἑλλάδι καταβάλλουσι σημαντικὰ τοιαῦτα. Ἐνῷ ἀλλαχοῦ ἔχουσιν ἰδέαν δικαιοσύνης, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσι τοιαύτην καί, ὅταν ζητήσῃ τις νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ὅτε ἐπεβλήθη ὁ προστατευτικὸς ἐκεῖνος δασμὸς ἢ μᾶλλον ὅτε ἐζητήθη ἡ αὔξησίς του καὶ ἐπετεύχθη, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ εἰσηγηταί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἔπραξαν τοῦτο χάριν τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένετο χάριν τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς. Εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τότε νὰ παρακάθημαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο, ἕνεκα τῆς σπατάλης τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι τὰ ταμεῖα ἦσαν κενά. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως καὶ οὐχὶ ἡ προστασία τῆς θεσσαλικῆς παραγωγῆς. Ὥστε εἶναι καιρὸς νὰ παύσωμεν ὁμιλοῦντες περὶ παρασχεθείσης προστασίας εἰς τὴν γεωργίαν μας, διότι μέχρι σήμερον οὐδεμία τῶν Κυβερνήσεων ἔδειξε καὶ τὸ ἐλάχιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτῆς. Ἂν καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης, ἐν τούτοις, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀρχὴν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου διὰ δηλώσεων, ἀλλ’ αὕτη νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπω ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φοβεῖται ὅτι θὰ γίνωσι καταχρήσεις. Τουλάχιστον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὁπόθεν περιμένει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ φόρου, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι μεγάλαι καταχρήσεις, διότι ἡ μεγαλειτέρα παραγωγὴ ἀνήκει εἰς τὰς χεῖρας τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν καὶ εἶναι εὔκολον εἷς ὑπάλληλος ἐφοριακὸς εἰς ὁλοκλήρους δήμους ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ νὰ ἐξελέγξῃ τὰ βιβλία τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ εὕρῃ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Τὸ αὐτὸ δὲ δύναται νὰ συμβῇ καὶ διὰ τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας. Ἐλαχίστη θὰ εἶναι ἡ κατάχρησις διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀπέναντι τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐχρειάζετο ἡ Πολιτεία διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν διὰ τοῦ τρόπου τῆς δημιουργίας τῶν βεβαιωτῶν καὶ τῶν ἐκτιμητῶν. Καὶ ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, Κύριοι, διατί διστάζει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως διὰ δηλώσεων καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῖν ἐν λευκῷ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα αὐθαιρέτως καὶ ἀντισυνταγματικῶς αὕτη καθιερώσῃ οἱονδήποτε σύστημα θέλει; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί. Δὲν θέλω νὰ καταπονήσω περισσότερον ὑμᾶς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀντετάχθην κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι σήμερον κατεργαζόμεθα τὴν καταδίκην τῆς γεωργίας καὶ οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εὔχομαι ὅμως, ἵνα αἱ ἰδικαί μας προεικασίαι διαψευσθῶσι καὶ αἱ ἐλπίδες τῆς Κυβερνήσεως ἐπαληθεύσωσιν, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως συμβῇ τὸ ἐναντίον.

§84Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, βεβαίως παραγνωρίζει τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία, εὐθὺς ὡς ἐξηγγέλθη τοῦτο, τὸ κατεδίκασεν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀπείρων ἀναφορῶν, τηλεγραφικῶν καὶ μή, αἵτινες ἐστάλησαν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἔρεισμα ἐπιστημονικόν, καὶ οὐδεὶς ἠδυνήθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης νὰ δικαιολογήσῃ τοῦτο ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ, μηδὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὸς ταῦτα ἡ Βουλὴ πειθομένη εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνός, προκαταληφθεῖσα ἀφ’ ἑτέρου κατά τινων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἀντιφρονοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ προκαταληφθεῖσα σχεδὸν ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου, ἣν προκατάληψιν ἐξεδήλωσαν τόσον εἰς ἰδιαιτέρας συζητήσεις μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν γενομένας, ὅσον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διά τινων Βουλευτῶν, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον, ἐντοπίζοντες αὐτὸ κυριολεκτικῶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ Βουλὴ, λέγω, ἔδειξε καὶ δεικνύει τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν λεπτομερείᾳ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἂν δὲ ἀνῆλθον τὸ δεύτερον ἤδη τὸ βῆμα, πράττω τοῦτο, ἵνα τὸ μὲν ἄρω τὰς παρεξηγήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὸ δὲ καὶ σπουδαιότερον ἀποκρούσω τὰ ἐπιχειρήματα τόσον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιωρίσθησαν κατὰ τὰς χθεσινὰς αὐτῶν ἀγορεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι πολλά, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐλέχθησαν, ἐξετοπίσθησαν ἤδη. Λυποῦμαι πολύ, διότι, καίτοι ἀναγνωρίζω ὅτι ἐν γένει τὰ Κράτη, ὡς καὶ τὸ Ἑλληνικόν, ἀποτελοῦνται ἐξ ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοιαύτην θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οἵαν θέσιν ἔχουσι τὰ μέλη τοῦ σώματος πρὸς τὸν στόμαχον, καὶ ὡς εἶναι ταῦτα ὑποχρεωμένα νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸν στόμαχον, ἵνα συντηρῆται ἐν ζωῇ ὁ ἄνθρωπος, οὕτως εἶναι ὑποχρεωμένη ἑκάστη ἐπαρχία ἑνὸς Κράτους νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ χωρὶς νὰ μεμψιμοιρῇ μηδὲ νὰ σκέπτηται ὁποῖα βάρη φέρει ἄλλη τις ἐπαρχία καὶ ἂν εἶναι σχετικῶς ἴσα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρει αὕτη καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο λόγος, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν Θεσσαλίαν εἰδικῶς ὑπό τινων κυρίων Βουλευτῶν καὶ ἐστηρίχθη ἡ φορολογικὴ ἰσότης, τὴν ὁποίαν δῆθεν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν λαόν, εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν φορολογεῖται ὅπως φορολογοῦνται αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, λυποῦμαι, λέγω, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς φορολογίας τῆς Θεσσαλίας συγκριτικῶς πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Βαββανάκος, ὑποστηρίζων δι’ ἐπιχειρημάτων ἀξίων μὲν λόγου, ἀλλ’ ἀποδεικνυομένων μὴ βασίμων, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν φορολογεῖται, ἀνωμολόγησεν ὅτι τῳόντι ὁ προκείμενος φόρος προώρισται νὰ πλήξῃ κυριολεκτικῶς καὶ πρωτίστως τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ εἶχε δίκαιον εἰς τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων βαρύνει κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ποσοῦ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ τὸ λοιπὸν τοῦ Βασιλείου, ὅπερ σημαίνει ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς γεωργίας ἀνήκει εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ ἄλλο Κράτος. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐκ τῶν στατιστικῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι σήμερον. Οἱ Θεσσαλοὶ ἐκτὸς τοῦ φόρου οἰκοδομῶν πληρώνουσιν ἤδη, μετὰ τὴν γενομένην αὔξησιν, δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, φόρον ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν 8% δημόσιον καὶ 3% δημοτικόν, εἰς τὰς βοσκησίμους δὲ γαίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἄλλαι γαῖαι, καθόσον καὶ αὗται, καὶ ὅταν μισθῶνται καὶ ὅταν βόσκωνται ὑπὸ ζῴων αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, ὑπόκεινται εἰς ἓν ποσὸν φόρου πολὺ ἀρκετόν, καὶ τὸ σύνολον τῶν φορολογουμένων γαιῶν ὑπερβαίνει τὸ 1.500.000 στρεμμάτων. Ἐπλήρωνον φόρον ἀμπέλων, ὡς ἀνέφερεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁ αὐτὸς ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής, διὰ 100,000 στρέμματα, εἰς ὅσας ἀνέρχονται αἱ ἄμπελοι εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τὸν φόρον αὐτὸν ἡ ἐπανάστασις τὸν κατήργησεν· ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ τῶν ἀροτριώντων, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἔλαβεν ἡ Πολιτεία τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἡ Θεσσαλία εἶχεν ἐκ τῶν στεμφύλων καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πάρα πολὺ μέγα. Ἐὰν διὰ τὴν Πολιτείαν εἶναι ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια, διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς ἀμπελοκτήμονας εἶναι πάρα πολὺ μέγα, εἶναι δέκα ἑκατομμύρια, διότι ἑκάστη οἰκογένεια ἐκέρδιζε 50 μέχρις 100 δρχ., ἐπλήρωνεν ὡσαύτως τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, ὁ ὁποῖος ἀνεβιβάζετο εἰς 1.200.000 περίπου. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὺς καὶ ἄλλους φόρους ἀκόμη ἐπλήρωνον οἱ Θεσσαλοί, ἔπραξαν οὗτοι κάτι τι ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅπερ δὲν ἔπραξαν οὐδὲ πράττουσι μέχρι τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, καὶ ἰδίως ἡ Πελοπόννησος· διότι ἡ Θεσσαλία μὲ ὅσους ἐβαρύνετο μέχρι τῆς ὥρας τοὺς πληρώνει, σχεδὸν εἰπεῖν, εἰς ἀκέραιον.

§85Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὅλοι οἱ φόροι κατηργήθησαν. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατηργήθησαν. Τί πληρώνει;

§86Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν πληροφορίαν· ἀλλὰ φαίνεται, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν παρακολουθεῖτε τὴν ὁμιλίαν μου.

§87Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται κἂν διάκρισις ἐπαρχίας ἀπὸ ἐπαρχίαν.

§88Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Παρακαλῶ. Προεκλήθημεν...

§89Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅλοι ἀνήκομεν εἰς τὸ αὐτὸ Κράτος καὶ ὀφείλομεν νὰ συνεισφέρωμεν. Ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, αὐτὸ θὰ ἐξετάσητε.

§90Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐδήλωσα ὅτι μὲ λύπην μου ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω ταῦτα, ἀλλὰ πράττω τοῦτο, διότι ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν πληρώνει φόρους.

§91Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ κακίζω πάντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος χωρίζει τοὺς Ἕλληνας εἰς Θεσσαλοὺς καὶ Πελοποννησίους.

§92Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Μὴ κάμνετε διακρίσεις, κύριε συνάδελφε.

§93Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μήπως φοβεῖσθε ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ μὲ διακόπτετε; Ἔλεγον, λοιπὸν Κύριοι, ὅτι ἡ Θεσσαλία, μὲ ὅσους φόρους ἐβαρύνετο μέχρι τῆς χθὲς καὶ μὲ ὅσους θὰ βαρυνθῇ εἰς τὸ μέλλον, παρουσιάζει τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπλήρωνεν αὐτοὺς τελείως. Ἡ Θεσσαλία δὲν θέλει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. (Διάλογοι καὶ θόρυβος εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια).

§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις ἐπαρχιῶν.

§95Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ῥήτωρ ἀνασκευάζει τὰ ὅσα ἐξηνέχθησαν πρὸ τριῶν ἡμερῶν.

§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ῥήτορα ἀπὸ ὥρας νὰ προχωρήσῃ, διὰ νὰ περατώσῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα. Τί ἄλλο θέλετε;

§98Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ κάμνω μίαν σύγκρισιν, Κύριοι ταμείων τινῶν Θεσσαλίας πρὸς ταμεῖα ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὡς τοῦ τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, ἐξ ἐπισήμου σημειώσεως, ἣν ἔχω ἐδῶ. Εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1909, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1909 μέχρι Ὀκτωβρίου τοῦ 1910, ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 1,220,000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 250,000. Εἰς τὸ ταμεῖον Τρικκάλων 1,343,000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 130.000. Εἰς τὸ ταμεῖον Πατρῶν 3.610.000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 739,400. Εἰς τὸ τοῦ Βόλου 3.144.000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 250,000. Ἔχω ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως ταύτης ἀναλογίαν καθυστερήσεως ἓν πρὸς τρία μεταξὺ τῶν κυριωτέρων ταμείων τῆς Θεσσαλίας, Καρδίτσης, Βόλου, Τρικκάλων καὶ Λαρίσης, καὶ τῶν μεγάλων ταμείων τῆς Πελοποννήσου. Ἂς ἀφήσωμεν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἤτοι ἔχομεν μίαν καθυστέρησιν παρὰ πολὺ μεγάλην. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὴν καθυστέρησιν αὐτὴν ἀφ’ ἑνός, Κύριοι, ἔχομεν καὶ ἐξ ἄλλης ὁδοῦ λῆψιν ἄλλων σπουδαίων ποσοτήτων ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος αὐτοῦ, ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος μὲ εἴκοσιν ἑκατομμύρια μέχρι τοῦ 1905, ὅτε ἐτέθη ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ διὰ τὰ 20 ἑκατομμύρια αὐτά, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὰ ὁποῖα ἐβαρύνθη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ βαρύνηται, ἔχει πολὺ ἐλάχιστον μέρος ἡ Θεσσαλία. Καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω εἰδικῶς ἐπαρχίας τινάς, ὡς τῆς Κερκύρας· αὕτη ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ 1904 ἐκ 269,000, τὸ ἔλαβεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς συνδρομὴν καὶ εἰς ἔλλειμμα, πληρώσασα περὶ τὰς 70.000 μόνον· ἐπίσης ἡ τῆς Ἠλείας ἔλαβε 233,000 καὶ ἐπλήρωσεν ἐλάχιστα· ἡ τῆς Λακεδαίμονος ὡσαύτως ἔλαβε 132,000 καὶ ἐπλήρωσε 43,000 καὶ ἡ τῆς Μαντινείας 138,000 καὶ ἐπλήρωσε 52,000, ἐνῷ αἱ θεσσαλικαὶ ἐπαρχίαι Τρικκάλων, Καλαμπάκας, Λαρίσης, Φαρσάλων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους οὐδόλως ἐβάρυναν, πληρώσασαι τὴν ὅλην δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἀποδεικνύουσιν οἱ σχετικοὶ πίνακες τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῶν βαρῶν. Καὶ ἐρωτᾶται· τίνες ἐπαρχίαι φορολογοῦνται πλειότερον; αἱ καθυστεροῦσαι σημαντικὰ ποσὰ φόρων καὶ συντηροῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσίν των εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἢ αἱ εἰς ἀκέραιον καταβάλλουσαι φόρους καὶ ἐξ ἰδίων συντηροῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, χωρὶς νὰ βαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον; (ἀνυπομονησίαι). Θὰ τὰ εἴπωμεν καλά· μὴ ἀνησυχεῖτε.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε διαίρεσιν τοῦ Κράτους.

§100Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν διαιρεῖται τὸ Κράτος· μὴ φοβεῖσθε. Θέλω νὰ μάθῃ, καὶ πρέπει νὰ μάθῃ, ὁ λαὸς καλῶς τὰ συμβαίνοντα.

§101Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε αὐτὸν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον καὶ νὰ καταγίνητε εἰς τὸ δίκαιον τοῦ φόρου; Ἕλληνες εἴμεθα ὅλοι.

§102Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ εἶπον ἐξ ἀρχῆς.

§103Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἡ Θεσσαλία ἔπαθεν εἰς τὸν πόλεμον, ἐγὼ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας συνηγόρησα καὶ τῇ ἐδόθησαν 7.000.000.

§104Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ φορολογία λοιπὸν τοῦ σίτου, ἡ ὁποία ἐτέθη, κύριοι Βουλευταί, τῷ 1905, ἐτέθη ἕνεκα ἀνάγκης ἀναποφεύκτου οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε, καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλ’ εἰδικῶς καὶ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, τῶν ἐκ καθυστερήσεων πληρωμῶν τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἤδη ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἂν ἡμεῖς, Κύριοι, ἐξ ἀρχῆς ἐκηρύχθημεν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ ἐφθάσαμεν καὶ μέχρι τοῦ σημείου οὐδεμίαν νὰ δεχθῶμεν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἐπράξαμεν τοῦτο οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ, οὐδὲ ἐξ ἀγνοίας, τὴν ὁποίαν ἴσως θέλουσι νὰ μᾶς καταλογίσωσι, τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι πρέπει καὶ χάριν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας πρὸ παντὸς ἡ τάξις αὕτη νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ τῆς γνώμης ἣν ἔχομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ὀφείλει νὰ φανῇ πολὺ φειδωλὴ εἰς τὰς δαπάνας καὶ ν’ ἀναμετρήσῃ καλῶς μήπως ἡ βάσις τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν θέτει, καὶ ἡ δικαιολογία περὶ ἀναδιοργανώσεως ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς προσθήκης διαφόρων νέων θέσεων, μήπως ἡ βάσις αὕτη εἶναι πεπλανημένη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μετεκάλεσε δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ὀργανωτάς, ἂν μετεκάλει εἰδικῶς ὀργανωτὴν διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω ὅτι ἡ Ἑλλὰς μὲ τόσον μικρὸν πληθυσμὸν ἔχει ὑπεραρκετὰ ταμεῖα, 65 περίπου, ἐξ ὧν μερικὰ εἰσπράττουσι 250,000, ἄλλα 280,000 καὶ ἄλλα 300,000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Πρὸς τούτοις εὑρίσκω ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀναδιοργανουμένη ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οἰκονομίαν νὰ φέρῃ καὶ αὔξησιν ἐσόδων. Καὶ μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ χθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι οὐσιαστικόν, ἀλλὰ τυπικόν, διότι διαρρυθμίζεται ὁ φόρος ἁπλῶς. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι Βουλευταί. Οὐσιαστικὸν τελείως εἶναι τὸ νομοσχέδιον, διότι, εἴτε τὸ πρῶτον ἤδη ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία εἴτε διαρρυθμίζεται τὸ κρατοῦν σύστημα, ἡ οὐσία εἶναι ὅτι αὐξάνεται ἡ φορολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον εἶναι οὐσιαστικόν. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον μετὰ μεγάλης τέχνης ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπεν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐξήγγελλε πρὸς τὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ διὰ ζώσης καὶ διὰ τοῦ τύπου ἴσχυεν ἡ φορολογία τῆς γεωργίας τῶν ἀροτριώντων, δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθές, καθόσον αὕτη ἐν σχέσει πρὸς τοὺς πολλοὺς γεωργούς, ἐκτὸς τῆς φορολογίας τῶν μεγαλοκτηματιῶν εἶχε καταργηθῆ· καὶ ἂν ὑπῆρξε προσπάθειά τις, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ, ἀφοῦ δὲν ἐπανῆλθε, καὶ ὅτε ἔκαμε τὴν περιοδείαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχε, δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ σήμερον οἱονεὶ σοφιστικῶς ὅτι ὑπῆρχεν ἡ φορολογία αὕτη. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς κρίσεως τοῦ προγράμματος αὐτῆς, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅσα εἶπε χθές· τότε θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐν τῷ προγράμματι αὑτοῦ περιελαμβάνετο καὶ ἡ φορολογία τῆς γεωργίας καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο· ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὁ λαός, ἔχει ἡ Βουλή, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν καὶ εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἰς τὸ πρόγραμμά της ὑπῆρχεν ἄλλη ἐπαγγελία, ἄμεσος, ὑπῆρχεν ἡ ἐπαγγελία τοῦ νὰ μεταφέρῃ τοὺς φόρους ἀπὸ τοὺς ὤμους τῶν ἀπόρων τάξεων εἰς τὴν τῶν εὐπόρων. Καὶ ἐν τούτοις ἐλησμόνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ δεκάμηνον διευθύνουσα τὰς τύχας τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ ἑξάμηνον εὑρισκομένη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐλησμόνησε, λέγω, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην. Καὶ ἀφοῦ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πολλοὶ ῥήτορες, ἀντιφρονοῦντες εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπενθύμισαν αὐτῇ τὰς ἐπαγγελίας της, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπεχείρησε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἀποθανοῦσαν, ὡς εἶπεν, ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου. Μόλις, χθὲς ἐνεθυμήθη ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἐνῷ ὑποχρέωσιν εἶχεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις της καὶ ψηφίσῃ τὰ ἀπαραίτητα μέτρα, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ καθαρισμένου ἐδάφους, νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ συστήματος φορολογικοῦ ἐπιστημονικοῦ, ἵνα σήμερον γνωρίζῃ καλῶς ἡ Βουλὴ ποίαν πηγὴν πλούτου συμφέρει νὰ φορολογήσῃ, ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην καὶ συμφέρον νὰ φορολογήσῃ τὴν πρώτην, τὴν δημιουργικὴν πηγὴν πλούτου, τὴν γεωργίαν ἢ ἄλλην τοιαύτην πηγὴν οὐχὶ δημιουργικὴν ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπαυξάνουσαν τὸν πλοῦτον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἐνεθυμήθη ἡ Κυβέρνησις παρὰ μόνον χθές. Ἐνεθυμήθη ὅμως τοὺς γεωργούς, διὰ νὰ τοὺς βαρύνῃ μὲ διπλάσιον φόρον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνον. Διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου της καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ ἀπήντησεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας μὲν πλὴν πιστεύοντας ὅτι θέλει ἐπέλθει βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον λόγῳ δαπανῶν διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ λόγῳ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας, δὲν ἀπήντησεν ὅμως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι βαρύτατα θὰ φορολογηθῇ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς καὶ ὅτι ὑπερδιπλασιάζεται ὁ φόρος ἐν σχέσει μὲ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐνεθυμήθη τοὺς γεωργοὺς χάριν τῆς φορολογικῆς ἰσότητος κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἀλλ’ ἐλησμόνησε χάριν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου Συντάγματος νὰ λάβῃ μέτρα ἱκανοποιητικὰ διὰ τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, ὁποία εἶναι καὶ ἡ τάξις τῶν ἀμπελουργῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἀντιπαρῆλθε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἐνδιαφέρει τὴν ἰσότητα τὴν φορολογικήν. Ὅταν σοὶ ἀπαγορεύηται νὰ ὠφελῆσαι ἐκ τῆς περιουσίας σου καὶ ἐργασίας σου 300 ἢ 500 δραχμάς, τοῦτο κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων εἶναι ἰσότης φορολογική, τοῦτο ἐπιτρέπεται, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος· ἡ νομοθετικὴ πρόνοια καὶ σπουδὴ ἔφερε πραγματικῶς τὴν ἰσότητα καὶ ἱκανοποίησε τὰς ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ. Δὲν ἐνεθυμήθη ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ὅστις εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου κατὰ λεπτὰ 7½ κατ’ ὀκᾶν. Δὲν ἐνεθυμήθη, λέγω, τὴν αὔξησιν ἐκ τούτου τῆς τιμῆς τῶν ἀλεύρων, ἡ ὁποία γίνεται διὰ νὰ πλουτήσωσι μερικαὶ τάξεις, οὐδὲ ἐξήτασεν οὐδὲ ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ ἀναλάβῃ ἀπ’ αὐτὰς τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐκ τῆς τεχνητῆς αὐξήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι ἔπραξεν. Ἀπεδέχθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προέκειτο νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἐπωφελὴς εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸν λαὸν νόμος τῆς εἰσαγωγῆς σίτου καὶ ἐξαγωγῆς ἀλεύρων! Προσέθεσεν ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδόλως θὰ βλαφθῇ ἡ γεωργία ἀπὸ τὴν φορολογίαν, διότι οὐδὲν ἄλλο θὰ συνεισφέρῃ αὕτη εἰς τὸ κοινὸν ταμεῖον—τὸν κοινὸν κορβανᾶν, ὡς τὸν ὠνόμασε—παρὰ ποσοστὸν ἐκ τῆς τεχνητῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν κερδίζει ἐκ τοῦ δασμοῦ διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους. Εἶπε μάλιστα ὅτι πάντες οἱ ἀντιφρονοῦντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ ἐπιστημονικόν, τὸ πρωτότυπον διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἀναιρέσωσι, καίτοι εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν νὰ προοδεύωσι καὶ προοδεύουσι καὶ τὰ ὁποῖα προστατεύουσι τῳόντι τὴν γεωργίαν οὐχὶ ὡς ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀνάγκης οἰκονομικῆς ἐθέσαμεν τὸν δασμὸν αὐτόν, καίτοι, λέγω, ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα δίδουσι πραγματικὴν προστασίαν εἰς τὴν γεωργίαν, δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβωσι ποσοστόν τι ἐκ τῆς τεχνητῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν δημητριακῶν, διότι ἐκεῖ στηρίζονται ἐπὶ οἰκονομικῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν χαράσσει ἡ ἐπιστήμη. Καὶ φανεῖ ὅτι κατώρθωσε νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἐξ ἐναντίας ὠφελεῖται σημαντικὰ ἡ γεωργία, στηριζόμενος οὐχὶ ἐπὶ ἀληθῶν ὑπολογισμῶν. Ἐὰν ἐξετάσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ τὴν Θεσσαλίαν ὁλόκληρον, ἣν καὶ θὰ πλήξῃ πρωτίστως ὁ συζητούμενος φόρος, θὰ ἀντιληφθῶσιν ὅτι τῳόντι δὲν ὠφελοῦνται οἱ πολλοὶ γεωργοὶ ἀλλ’ ἐλάχιστοι τοιοῦτοι καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι. Ἡ Θεσσαλία ἡ κατ’ ἐξοχὴν γεωργικὴ χώρα τῆς Ἑλλάδος εἶναι διῃρημένη εἰς πεδινὴν καὶ εἰς ὀρεινήν, ἀποτελεῖται δὲ ἀπὸ 70 δήμους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 35 περίπου εἶναι ὀρεινοί. Καὶ ἐρωτῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας καὶ πάντας τοὺς γνωρίζοντας τὴν Θεσσαλίαν· οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῶν 35 ὀρεινῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἡ γεωργία, κερδίζουσιν ἀπὸ τὸν δασμὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν;

§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἰς τὰ πεδινὰ μέρη τὰ κατοικούμενα ὑπὸ τῶν κολληγῶν κερδίζουσιν;

§106Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων ὅτι οἱ ὀρεινοὶ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ παράγουσι τόσους δημητριακοὺς καρπούς, ὥστε νὰ συντηρῶσι τὰς οἰκογενείας των καὶ νὰ κερδίζωσιν, ἀλλὰ θὰ πιστεύσωσι πάντες ὅτι ζημιοῦνται, διότι εἶναι ἀγορασταί· καὶ ὅταν εἶναι ἀγορασταὶ δημητριακῶν καρπῶν τίς δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ζημιοῦνται ἐκ τοῦ δασμοῦ; Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ὁ ἥμισυς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας ἀναμφιλέκτως ζημιοῦται ἐκ τοῦ δασμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ὅσοι ἔχετε πεῖραν τῶν πραγμάτων, ὅσοι ἀναμιγνύεσθε εἰς τὴν γεωργίαν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου πληθυσμοῦ τοῦ γεωργικοῦ αἱ ἡμίσειαι καὶ πλέον οἰκογένειαι ἀπολαμβάνουσιν ἢ μᾶλλον παράγουσι καρποὺς τόσους, ὥστε νὰ ἐπαρκῶσι διὰ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ διὰ τὸν σπόρον τοῦ ἑπομένου ἔτους; Πάντες, Βουλευταὶ καὶ μή, ὅσοι καταγίνεσθε εἰς ζητήματα ἀγρονομικά, ἀναφέρω δὲ καὶ τὸν κ. Πάππον, ὅστις ἔχει καὶ μελέτην ἀγρονομικὴν ἀξίαν λόγου, παραδέχονται ὅτι μία οἰκογένεια γεωργικὴ ἀποτελουμένη ἐκ πέντε ἀτόμων θέλει τοὐλάχιστον 60 κοιλὰ σίτου ἐτησίως, διὰ νὰ συντηρηθῇ· ἑπομένως, ἐρωτῶ, ὠφελοῦνται αἱ οἰκογένειαι αὗται ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον ὅτι παράγουσι τόσον, ὅσον δύναται νὰ ἐξαρκέσῃ πρὸς συντήρησίν των καὶ διὰ τὸν σπόρον, πρὸς τί ὁ δασμὸς δι’ αὐτάς; Συμπεραίνω ὅθεν, Κύριοι, ἀναντιρρήτως, ὅτι, ἐὰν ὠφελῶνται ἀπὸ τὸν δασμὸν τοῦ σίτου, ὠφελοῦνται ἐλάχιστοι γεωργοὶ καὶ οἱ μεγάλοι κτηματίαι. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καταπίπτει ἄρδην τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς τεχνητῆς ὠφελείας, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει ἤδη τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ ποσοστόν. Αὕτη ἡ ὠφέλεια εἶναι ἰδανικὴ διὰ τοὺς γεωργούς, τοὺς ὁποίους ἤδη φορολογεῖ. Ἀλλ’ ἀκόμη ἐπιπροσέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι καὶ δικαιοσύνης ἔργον εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τούτου, ὅτι καὶ ἀσχέτως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὤφειλε νὰ θέσῃ τοῦτον, διότι εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν· ἔθεσε μίαν λέξιν ἐν τῷ μεταξύ, Κύριοι, διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ πράγματος, ἀλλ’ αἱ ἔννοιαι καὶ αἱ οὐσίαι δὲν μεταβάλλονται διὰ φράσεων. Ἔθηκε τὴν λέξιν εἰσόδημα καὶ ἐνόμισεν ὅτι παρέσυρε τοὺς πάντας, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ φόρου δικαίου, πράγματι περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ τοιούτου ἐπὶ τῆς ἐσοδείας, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἐσοδείας τῆς τάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς δέον πάντες νὰ ὑποστηρίξωμεν, διότι ἐκ τῆς προόδου αὐτῆς ἐπέρχεται ἡ πρόοδος πάντων τῶν λοιπῶν τάξεων καὶ παραγόντων τῆς χώρας. Καὶ εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις φορολογεῖται κατὰ διαφόρους τρόπους, νὰ μὴ φορολογηθῇ καὶ ἡ τάξις αὕτη. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδεμίαν αἴτησιν ὑπέβαλε περὶ τοιαύτης φορολογίας. Διότι ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐμπόρους, ὑποδηματοποιούς, δικηγόρους, ἰατροὺς κλπ. Πάντες δὲ οὗτοι θέλουσι νὰ προοδεύσῃ ὁ γεωργός, καθόσον, ἐὰν ὁ γεωργὸς δὲν τείνῃ τὴν χεῖρα πρὸς αὐτούς, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύνανται νὰ ζήσωσιν. Ἑπομένως ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος δὲν εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀνάγκης οἰκονομικῆς, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ σήμερον προκαλεῖται ὑφ’ ὑμῶν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀναδιοργανώσεως ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς προσθήκης νέων δαπανῶν διὰ νέων θέσεων. Ἐὰν ἦτο φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, θὰ ἐλαμβάνοντο πρὸς ἐφαρμογὴν τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, θὰ ἐλαμβάνοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη συζητοῦνται ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἦτο ὁ φόρος ἐλαφρότατος, θὰ ἐνεκληματίζετο καὶ ὅτε προώδευεν ἡ γεωργία μας μὲ τὰ μέτρα καὶ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη ἡ νῦν Κυβέρνησις διὰ τὴν πρόοδον αὐτῆς, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου, ὥστε νὰ μὴ κλονίσωμεν τὸ βάθρον τῆς Πολιτείας, τὴν γεωργίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα πάντα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ οὐσίαν ἀναγνωρίζων οἱονεὶ τὸ δίκαιον τῶν ἀντιφρονούντων καὶ πολεμίων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οἱ ὁποῖοι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, εἶπον καὶ τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «πρὸς τί ἡ βία νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο τῷ 1912; Διατί νὰ μὴ ἀναβληθῇ τοῦτο μέχρις Ὀκτωβρίου καὶ ἐν τῷ μεταξὺ λάβῃ τὸν καιρὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ μελετήσῃ καλῶς τὰ πράγματα, ἴσως εἰς τὸ παρεμπῖπτον διάστημα συνέλθῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ δασμολογίου καὶ καταλήξῃ εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα, ἴσως συντελεσθῇ καὶ ἡ μελέτη τῆς γενικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ ἐπιτευχθῇ νὰ τεθῶσι βάσεις στερεαὶ καὶ ἐπιστημονικαὶ τῆς φορολογίας, βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην καθημερινῶς νὰ σκεπτώμεθα περὶ φορολογικοῦ συστήματος;». Ἀναγνωρίζων, λέγω, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ δίκαιον τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν τελευταῖον οὐσιαστικῶς ἀπήλειψε τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου.

§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ τούτων παράπονα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§108Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε πολύ, κύριε Πρόεδρε· ἓν νομοσχέδιον ἐξετάζεται ἐν συνόλῳ, κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐξ ὧν πάντες οἱ Βουλευταὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν των. Ἀντιληφθεὶς λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δυσκόλως ἤθελεν ὑπερπηδήσει ἡ Βουλὴ τὸ περὶ βεβαιώσεως μέρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς ἀναπτυχθέντα ἐζήτησε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ὅπερ πράγματι ἔχει δύο ἐννοίας, ἢ ὅτι ἀληθῶς θὰ ἐξεύρῃ, ὡς οἱ φίλοι αὐτῆς ἀπέδειξαν καὶ ὡς οἱ ἀντιφρονοῦντες ὑπέδειξαν, θὰ ἐξεύρῃ τρόπον τῳόντι καλλίτερον βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου, διότι δὲν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν σήμερον νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως καὶ ἡμεῖς ἢ ὅτι δὲν θὰ σκεφθῇ κἂν περὶ ἐξευρέσεως ἄλλου τρόπου, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνον, ὃν ἐξ ἀρχῆς παρουσίασεν ἡμῖν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς τοιαύτης αἰτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ ὅμως πραγματικῶς τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς περιέπεσεν εἰς σφάλμα μέγα αὕτη, διότι ἐζήτησεν ἐπισήμως ὅ,τι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις μέχρι τῆς σήμερον. Ἂν κατηγορήθη τὸ παρελθόν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐγένετο σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ Βουλὴ ἐξεχώρει τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, αὕτη δὲ μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς εἰς τοὺς Βουλευτάς, τοῦτο ἐνηργεῖτο πάντοτε σιωπηρῶς, τηρουμένων τῶν προσχημάτων καὶ μὴ λαμβανομένων ἀποφάσεων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἤδη διὰ τῆς ἀξιώσεώς της θέλει νὰ ὁρίσῃ τοῦτο ἐπισήμως καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς· μεταβιβάσατε εἰς ἐμὲ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔχετε τοῦ νὰ ἐπιβάλλητε φόρον καὶ φόρον βαρύτατον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§109Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν· δὲν θὰ ψηφισθῇ.

§110Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ καὶ ἀντικανονικῶς εἰσάγεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναπόφευκτος ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλουσα εἰς ἡμᾶς ἐν λευκῷ νὰ ἐκχωρήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ἄλλαι Βουλαὶ διὰ πολὺ μικρότερα ζητήματα, δὲν ἐδέχοντο νὰ ἐκχωρήσουν πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ὁ λαός. Ἀνέγνωσα τὰ Πρακτικὰ τοῦ 1880 διὰ τὸ προκείμενον θέμα καὶ ἀνεῦρον μίαν πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη πρὸς τὴν Βουλήν, συζητουμένης συμβάσεως ἀτελείας πρὸς μίαν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ καὶ μὲ ἄλλας ἑταιρείας συμβάσεις ἀτελείας. Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ ἀοίδιμος Θρ. Ζαΐμης καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ λαός, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δώσωμεν καὶ νὰ θεσπίσωμεν τοιοῦτον νόμον, καὶ μὲ ὅλην τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Τρικούπης, δὲν ἔφερεν ἀντίρρησιν πλέον, ἀλλ’ ἐδέχθη ὡς ὀρθὴν καὶ σοφὴν τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς δὲ ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, μετὰ νέον Σύνταγμα, μετὰ μίαν Κυβέρνησιν κόμματος φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐξαγγέλλει ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ εἶναι ἁπάντων Βασιλεὺς ὁ νόμος, ἔπειτα ζητοῦμεν παρὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἰδίως τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἐν λευκῷ νὰ μᾶς ἐκχωρήσουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ κυβερνῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ 6.000.000 δραχ. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ φορολογία, ὡς τίθεται, εἶναι βαρυτάτη καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς 6.000.000, ἀδιαφόρως ἂν ταῦτα θὰ θυλακώσῃ ὅλα τὸ Δημόσιον ἢ οἱ ἐνοικιασταὶ ἢ οἱ βεβαιωταὶ ἢ ἄλλη τις ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ εἴχομεν καθῆκον καὶ τὸ ὕστατον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὸ κατηγορούμενον νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀφήσωμεν πλήρη τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ αὐτήν. Διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ φορολογία θὰ εἶναι ἐπιβλαβεστάτη εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας, καὶ διὰ τὰς τάξεις, καθ’ ὧν καταφέρεται, καὶ ἑπομένως ἀδικία μεγάλη καὶ διὰ τὴν χώραν καὶ διὰ τὰς τάξεις αὐτάς, ἰδίᾳ δὲ καὶ κατ’ ἐξοχήν, καθόσον ἐπιβάλλεται, ἵνα καλυφθῶσι δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, παρὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀναδιοργανώσεως ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ εὐχόμεθα, ὅπως ἡμεῖς μὲν εὑρεθῶμεν ἐν πλάνῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ὠφελήσωσι τὸ Κράτος.

§111ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§112Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς σήμερον διετυπώθη, παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα διὰ Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Ἐπειδὴ ὁ προαγορεύσας κ. συνάδελφος ἔθιξε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς διατυποῦται διὰ τῆς διατάξεως τῆς γενικῆς τοῦ ἄρθρου 19, ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.

§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον δὲν προσβάλλεται ὡς ἀπαράδεκτον, προσβάλλεται ὡρισμένον μόνον μέρος αὐτοῦ. Ὅταν ἔλθωμεν ἐκεῖ, τότε βεβαίως θὰ συζητήσωμεν.

§114Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ διάταξις ἡ γενική, ἡ ὁποία ἀντεκατέστησε τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 7–12, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνιζον καὶ ἐρρύθμιζον τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως, τῆς εἰσπράξεως καὶ διαθέσεως τοῦ εἰσπρακτέου φόρου, ἡ διάταξις αὕτη, ἡ γενική, ἀκριβῶς ἀφορᾷ ὄχι πλέον λεπτομερείας, ὄχι μεμονωμένην διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ αὐτόχρημα τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἄρθρου μεμονωμένου, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει γενικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ σοφισμάτων προσπαθεῖ, ἀφοῦ ὑφαρπάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶτα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19.

§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ φόρου, ἀλλὰ ὁρίζονται καὶ ποιναί, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἐφαρμοστέαι διὰ πᾶσαν παράβασιν ἐκ μέρους τῶν ἐντεταλμένων τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, εἴτε δημοσίων ὑπαλλήλων εἴτε ἰδιωτῶν, κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος, ἡ διάταξις προσεβλήθη ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ποινὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἄλλως ἢ διὰ νόμου. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ νομοθετικὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀφήνουσιν ἀμφιβολίαν ὅτι ἐγκύρως δύναται νὰ ὁρισθῇ ποινὴ ἐπαγγελματικὴ κατὰ προβλεπομένων παραβάσεων, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δύναται νὰ κανονισθῇ εἴτε διὰ Β. Διατάγματος εἴτε καὶ διὰ κανονισμοῦ ἀκόμη ὑπηρεσιακοῦ. Σᾶς ἀναφέρω τὸν νόμον ᾼΓΚΒʹ περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν σιδηροδρόμων, ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, τοῦ ὁποίου ὁρίζονται ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα παράβασις τῶν Β. Διαταγμάτων ἢ τῶν διοικητικῶν κανονισμῶν τῶν κεκυρωμένων κλπ.».

§116Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμος εἶναι αὐτός;

§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νόμος εἶναι καὶ αὐτός, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ψηφίσητε. Διὰ τοῦτο ὁρίζεται ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ παραβῶσι τὰς διατάξεις τῶν ἐκδοθησομένων Διαταγμάτων ἢ καὶ κανονισμῶν τῆς ὑπηρεσίας θὰ τιμωρῶνται μὲ τὴν ποινὴν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου. Ταῦτα ὁρίζονται καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 19. Οἱ μέλλοντες νὰ παραβῶσι τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ὁρίσῃ τὸ Β. Διάταγμα, τιμωροῦνται διὰ ποινῆς, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νόμῳ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1883, οὐδεμία ἀντίρρησις διετυπώθη ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι συνταγματικόν. Ἀλλ’ ὅπως ἐκ ῥιζῶν ἐκκόψω καὶ τὴν τελευταίαν ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν, ἵνα προκαλέσῃ καὶ πάλιν παρελκυσμὸν τῆς συζητήσεως, εἰσηγοῦμαι τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ποινή, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐπιβλητέα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν θὰ εἶναι πλέον ποινὴ ἐπανορθωτική, θὰ εἶναι ποινὴ ἀστυνομική, ποινὴ προστίμου ἁπλῶς ἢ κρατήσεως. Ὑποθέτω δ’ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι διὰ Διατάγματος κατ’ ἐξουσιοδότησιν νόμου δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τὸ περιεχόμενον πταισματικῆς παραβάσεως, ὅταν τοῦτο δύναται νὰ ὁρισθῇ δι’ ἁπλῆς ἀστυνομικῆς διαταγῆς. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ ὄχι μόνον τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερον τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη τὴν στιγμὴν ταύτην, ἵνα ζητηθῇ πάλιν ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ὅπως παρελκυσθῇ ἡ συζήτησις καὶ ὅπως καταπονηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀναγκασθῇ νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον της. Ἔχω καθῆκον κατὰ τοιαύτης τακτικῆς νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐὰν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν μετέρχωνται τοιαῦτα μέσα κωλυσιεργίας καταφώρου, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς των καὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις εἶναι ἕτοιμοι νὰ διαδεχθῶσι τὸ βάρος τῆς Ἀρχῆς, τότε δύνανται νὰ παρασύρωσι τὸ κοινοβουλευτικὸν οἰκοδόμημα, νὰ παραλύωσι τὰ ἔργα διὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἀλλ’ ὅτε αἱ προϋποθέσεις αὗται ἐλλείπουσιν, ὅτε οὔτε ἡ Κυβέρνησις κλονίζεται εἰσέτι οὔτε ὑπάρχει ἕτοιμος ὁ μέλλων νὰ διαδεχθῇ αὐτήν, τότε τοιαύτη τακτικὴ εἶναι τακτική, ἡ ὁποία θὰ ἐπισύρῃ ταχέως τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα παταγώδη ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατελθὼν τοῦ βήματος ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).

§118Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Φεύγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· τρέπεται εἰς φυγήν, διότι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ μὲ ἀντικρύσῃ (διαμαρτυρίαι). Καὶ ἔρχομαι ἐκ τοῦ ἐπιλόγου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς ῥητὴν μομφὴν ὅτι ὑποβάλλοντες τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου ἐσκέφθημεν νὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ὅμως σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως ἀπαραδέκτου δὲν προϋποθέτει καὶ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ταύτην ἐσκόπουν ἁπλῶς νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ πάντων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδιδεν ἐξηγήσεις ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαραδέκτου, σᾶς βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι δὲν ἐπροτιθέμην νὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν. Καὶ μᾶς ἀπέδωκε μομφὴν καὶ κατηγορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲν δικαίωμα εἶχε, διότι εἶναι πρωτοφανὲς αὐτό, Κύριοι, νὰ ἔρχηται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ κατηγορῇ Βουλευτὰς διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεδηλώθησαν, οὐδ’ ἀπόπειρα κἂν ἐγένετο πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ εἶπον εὐθὺς ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὅτι ἐτράπη εἰς φυγήν, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἱκανός... (διαμαρτυρίαι). Ὅτε ὑπέβαλον, κύριοι Βουλευταί, τὴν πρότασιν ἀπαραδέκτου, χωρὶς κἂν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προλαβὼν σχεδὸν ἀνέπτυξε τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἀναπτύξω ἐγὼ τὰ ἐπιχειρήματά μου ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ παρερχόμενος τὴν ἀνακολουθίαν ταύτην θὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν ταύτην. Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου ἀντετάχθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι ἔδει νὰ ὑποβληθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη συνεδέετο ἢ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι τὸ ἄρθρον 19 ἀποτελεῖ μονομερῆ διάταξιν οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ ἐπιμείνω πλέον εἰς τὸ ζήτημα, καθόσον μόνος του ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεκαλέσθη δὲ τὸ ἐπιχείρημα πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς κατὰ παντός, ὅστις ἤθελε καταστῆ ἔνοχος παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ σχετικῷ Διατάγματι. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι εὑρίσκομαι ἀκριβῶς εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ἀντικρούω ἀνακριβείας ἐκστομιζομένας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σᾶς ταράσσει, καὶ σᾶς ταράσσει δικαίως καὶ εὐλόγως, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινός, δὲν θὰ ἐταράσσεσθε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντικρούων τὰς ἀνακριβείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψω εἰς τὸ πρόσωπον· εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀνακριβείας λεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναιρέσω καὶ ἀντικρούσω, μοὶ εἶναι δὲ ἀδιάφορον ὁποθενδήποτε καὶ ἂν αὗται προέρχωνται. Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ ποινῶν, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ ἀνεγράφη εἰς τὸ ἄρθρον 19 ὅτι δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς, βεβαίως δὲν καθίσταται τὸ ἄρθρον 19 ἀπαράδεκτον ὡς ἀντισυνταγματικόν, καθόσον δὲν ἀπαγορεύεται τόσον ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκχώρησις τοιούτων δικαιωμάτων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτοῦ τόσον, ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπονείμῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Διατάγματος ἐφαρμόσῃ ἢ μὴ τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιάσεων, ἢ τὸ σύστημα τῶν βεβαιώσεων, ἢ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων. Πρόκειται περὶ τῆς βάσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Τοῦτο εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ἀπονέμωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ αὐτὸν τὸν φόρον ἀκόμη. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτό, οὐχὶ ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι θέλει τροποποιήσει μεταβάλλων τὴν μορφὴν ἢ τὸν χαρακτῆρα τῶν ποινῶν ἀπὸ ποινῶν ἐπανορθωτικῶν εἰς ποινὰς πταισματικὰς ἢ ἀστυνομικάς, ἐάν, λέγω, θελήσῃ—καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης—νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅπως τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὁρίζωνται αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ Διατάγματος ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ποινάς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ὁρίζηται καὶ τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Οὐδεμία μνεία γίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 περὶ τοῦ συστήματος ἢ τῶν συστημάτων, ἑκάτερον τῶν ὁποίων ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόσει ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καθ’ ἣν ἤθελε πεισθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι πολύ, διότι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ λόγου μου, δὲν γνωρίζω ἂν ἐγὼ ἔδωκα ἀφορμὴν ἢ ἐξ ὑπαιτιότητός μου, τινὲς τῶν συναδέλφων μου ἐξερράγησαν εἰς ἀποδοκιμασίας. Δι’ αὐτὸ ἀδιαφορῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ θὰ τοὺς παρακαλέσω θερμῶς, εἶναι νὰ μὴ ἀποδοκιμάσωσι τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου. Δύνασθε ν’ ἀποδοκιμάσητε ἐμέ, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποδοκιμάσητε τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου. Μὴ ἀπεμπολεῖτε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· μὴ ἀπεμπολεῖτε τὰ νομοθετικὰ δικαιώματα ὑμῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δώσατε ὅσα δύνασθε νὰ δώσητε, περιορισθῆτε ὅσον θέλετε, ἀλλὰ σώσατε, πρὸς Θεοῦ, τὰ θεμελιώδη δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δώσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὰς περιπτώσεις τῆς ποινῆς διὰ Διατάγματος, νὰ ὁρίσῃ τὸ μέγεθος τῶν ποινῶν, νὰ ὁρίσῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν ποινῶν, ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, τηρήσατε τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, σῴζοντες τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.

§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§123Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τῳόντι ἀξία παρατηρήσεως μεγάλης, διότι, ὅταν μὲν εὑρίσκηται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ ἐν ἀριθμῷ ὀπαδῶν αὐτῆς μεγάλῳ, οἱαδήποτε εὐκαιρία καὶ ἂν τῇ δοθῇ, καταλαμβάνει τὸ βῆμα διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ μέμφεται τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἰς τὰ συζητούμενα νομοσχέδια, εἴτε οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν καθαρὰν Ἀντιπολίτευσιν, εἴτε ἀντιφρονοῦσι μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται· ἐξ ἀντιθέτου δέ, ὅταν εὑρίσκηται ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ ἐν μικρῷ ἀριθμῷ ἀποτελουμένῳ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ἀμέσως ἀνοίγει τὰς χεῖρας αὐτῆς ἱκέτιδας καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς: σᾶς παρακαλῶ, τὰ νομοσχέδια εἶναι ὑπηρεσιακά, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂς εἶσθε τριάκοντα δύο, ἂς εἶσθε τεσσαράκοντα, ψηφίσατε, καὶ ψηφίζομεν κατ’ ἐπανάληψιν ἐδῶ νόμους παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τελευταίως ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Τὴν αὐτὴν ἐπανέλαβε καὶ ἀπόψε τακτικὴν ἡ Κυβέρνησις, διότι εὑρέθησαν ἀντιφρονοῦντες εἴκοσι Βουλευταὶ ἐκ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θίγει καιρίως τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων των, τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων, μετὰ τῶν ὁποίων ζῶσι καὶ οὓς πρόκειται νὰ πλήξῃ κατ’ ἐξοχὴν ὁ φόρος οὗτος. Διότι ἐξέφερον ἀντίθετον γνώμην καὶ καθυπέβαλον τὴν Βουλὴν εἰς τινας ὥρας ἐργασίας περισσοτέρας καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα καλλίτερον, κατηγοροῦνται ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: πότε ὑπῆρξε κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴτε ἐκ μέρους ἀντιφρονούντων ἐνταῦθα; Μία καὶ μόνη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔνστασις ὑπεβλήθη μὴ ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ἐπιβεβλημένη, διότι εὑρέθη ὅτι 49 μόνον Βουλευταὶ ἦσαν παρόντες καὶ εἷς Ὑπουργός, καὶ ἐσιώπησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ ἠνέχθη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρασιωπηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα ἐνστάσεως, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐδημοσίευσε τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν, διὰ νὰ καταδειχθῇ ποῖοι εἶναι οἱ κωλυσιεργήσαντες, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέρχονται ἐνταῦθα, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ προσέρχονται καὶ ἐκφέρουσι τὰς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων παρατηρήσεις καὶ γνώμας των, ἀλλὰ τέλος πάντων τὰς γνώμας των, τὰς ὁποίας στηρίζουσιν εἰς λόγους σπουδαίους καὶ εὑρίσκονται ἐν καλῇ πίστει; Ἤμην ὑποχρεωμένος διὰ τὴν τοιαύτην τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἐπιμαρτύρομαι καὶ ὑμῶν, Κύριοι, καὶ τοῦ τύπου καὶ τῶν θεατῶν ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ μομφή, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπόψε πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας Βουλευτάς, ἐκ Τρικκάλων ἰδίως, ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ δὲν εἶχε θέσιν οὐδ’ ἀξίαν τινὰ οὐσιαστικήν· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐμοῦ μόνον, θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ μὲ ἐκλάβῃ καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων, διότι δὲν ἀντεπολιτεύθημεν τὴν Κυβέρνησιν· ἐξ ἐναντίας ἐπὶ ἓξ μῆνας εἴμεθα προσηλωμένοι καὶ ἐβοηθήσαμεν εἰς πολλὰ αὐτήν. Τὴν μομφὴν λοιπὸν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποτείνῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§124Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἄλλως τε διεφωτίσθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐτροποποίησε τὰ νομοσχέδιά της.

§125Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδιον νὰ τὸ ψηφίσῃ ἀσυζητητί. Ἠθέλησε καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ Κυβέρνησις τότε μεταβάλλεται εἰς δικτατωρίαν, ἐρειδομένη εἰς τὸν μέγιστον πατριωτισμόν, ὃν ἐπεδείξατο ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐν εἰλικρινείᾳ ἀπεκάλυψε τὴν ἀντίληψιν ἣν ἔχει ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ διαδεχθῇ ἄλλος τὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀδικήσῃ καὶ τὴν νοημοσύνην τῶν ὀλίγων ἀντιφρονούντων καὶ ἀντιπολιτευομένων αὐτὴν Βουλευτῶν, ἀποδώσας αὐτοῖς ἀντιθέτους σκέψεις καὶ τάσεις. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ μομφὴ αὐτὴ δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτάς, οὔτε εἰς τοὺς ἐκ Τρικκάλων ἀντιπροσώπους τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ καλῶς θὰ ἔκαμνεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτήν, διότι εἶναι ἔργον συνέσεως καὶ ὑπερηφανείας τῶν πολιτευομένων ἀείποτε τὰ λάθη των νὰ ἀναγνωρίζωσιν. Ἄλλως ἡ ἱστορία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κρίνῃ ἂν κωλυσιεργοῦμεν ἡμεῖς ἢ λέγομεν τὴν γνώμην μας, διὰ νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ βελτιώσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἀμελέτητα ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ τοιαῦτα κατεδείχθησαν καὶ σπουδαίως ἐτροποποιήθησαν.

§126Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας. Ἐπειδὴ γνωρίζω ἢ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἰδιάζουσα παραφορά, ἡ ὁποία διακρίνει τὸν κ. Βουλευτήν, γνωστὸν ἄλλως τε εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτάς, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ἀπαντήσω εἰς ταῦτα. Ἡμεῖς ῥυθμίζομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς καλλίτερον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας. Καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδὲν ἄλλο ἐπέδειξεν ἢ ἐπεισόδια. Ἑπομένως δὲν θὰ εἶμαι ἀκατάλληλος, ἐὰν εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἐπεισοδιακοῦ Βουλευτοῦ ἁρμόζει πρὸς αὐτόν.

§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνέπραξαν πάντοτε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαίτατα, ὅτε κατηρτίσθη τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσιν ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητον.

§128Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί.

§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς αὐτοὺς ὅτι μετὰ συμπαθείας πάντοτε ἀποβλέπω πρὸς τὰ αἰτήματα αὐτῶν, πρὸς τοὺς πόθους αὐτῶν τοὺς δικαίους καὶ ἱερούς. Ἤκουσεν ἀκόμη ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν περὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων οὐδὲν ἄλλο εἶπον παρὰ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες συζητοῦσι μακρότερον καὶ ἐπιμονώτερον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἶναι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι οὐχὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ἑπομένως περὶ αὐτῶν ἐλάλησε καὶ περὶ αὐτῶν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κωλυσιεργοῦσιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι κωλυσιεργοῦσιν οἱ κ. συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας. Τοῦτο τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ μόνος ἐκτιμῶν τὰ πράγματα, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους καὶ οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ἐγὼ δὲν ἐκτιμῶ τὰ πράγματα ὡς ἐκτιμᾷ ἐκεῖνος καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον λόγον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν κωλυσιεργός. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω. Εἰς ἀπάντησιν δὲ εἰς τὰς χυδαίας ὕβρεις ἐγὼ ἐσυνήθισα νὰ ἀπαντῶ ὅπως πρέπει μόνον πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μετριάζονται.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§131Γ. ΣΧΙΝΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Μεσσηνίας κύριοι Π. Καράπαυλος, Γ. Ῥάλλης καὶ Ἀ. Ζησιμόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ θήρας». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ «κηλώνων ἵππων, ὄνων κλπ.» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ)

§133Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζω καλῶς πόσον ἀνιαρὰ εἶναι ἡ συζήτησις εἰς τοιαύτας ὥρας, μετὰ τὴν γενομένην μάλιστα διονύχισιν τοῦ θέματος. Πιστεύσατε ὅτι τὸν κάματον, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε σεῖς, τὸν αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ προσπαθήσω, περιορίζων ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς γενικωτάτας γραμμάς, νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατ’ ἀρχὴν κηρύσσομαι ἀδιαλλάκτως ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι περίεργον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θέλων τις νὰ ὁμιλήσῃ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκεται πρὸ δεινῆς δυσχερείας, διότι εὑρίσκεται πρὸ πολλαπλῶν μεταβολῶν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Αἱ πολλαπλαῖ μεταμορφώσεις, ἃς ὑπέστη τὸ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικὸν μέτρον, ἐνεθύμισαν εἰς ἐμὲ τὸν μῦθον τοῦ Αἰσώπου περὶ τῆς σελήνης, ἡ ὁποία ἐζήτει ἀπὸ τὴν μητέρα της νὰ τῇ κατασκευάσῃ φόρεμα, ἡ δὲ μήτηρ της τῇ ἀπήντησε «Τί φόρεμα νὰ σοῦ κάμω, ἐνῷ ἄλλοτε μὲν εἶσαι πανσέληνος, ἄλλοτε δὲ μηνοειδὴς καὶ οὐδέποτε ἔχεις τὸ αὐτὸ σχῆμα;». Παρόμοιόν τι συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν καλὸν θὰ ἦτο ἐάν, καθὼς ἡ σελήνη, ἐπάθαινε καὶ τὴν ὁλικὴν ἔκλειψιν. Διὰ ποίους λόγους κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξαν εὐρύτατα καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνεποίησαν τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Λακωνίας καὶ Ἀρκαδίας, οἱ πολιτικοὶ σύντροφοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνεργάζομαι. Ἐγὼ ἑπομένως θὰ περιορισθῶ νὰ συνοψίσω: Διὰ νὰ κρίνῃ τις ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τριῶν ἀπόψεων δύναται καὶ ὀφείλει νὰ κρίνῃ αὐτό: ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ πόσον τὸ προτεινόμενον φορολογικὸν μέτρον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξυπηρετεῖ τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς, κατὰ πόσον συντελεῖ ἢ παρεμβάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς στενῆς δημοσιονομικῆς. Ἡ πρώτη ἄποψις ἀναλύεται εἰς τὰ ἑξῆς κυρίως· πᾶς φόρος πρέπει νὰ εἶναι γενικός, πρέπει δὲ νὰ εἶναι καὶ προοδευτικός, πάντως ὅμως πρωτίστη ἀπαίτησις τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ ἀφήνηται ἐλεύθερον τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως τοῦ φορολογουμένου, τὸ existenz minimum. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγόμενος φόρος πλήττει ἀκριβῶς τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως τῶν πενεστέρων γεωργικῶν τάξεων. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι φόρος ἀναντιρρήτως ἄδικος. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τουλάχιστον τὴν στοιχειωδεστέραν προϋπόθεσιν παντὸς φορολογικοῦ νόμου, ἐὰν ἄφηνεν ἀφορολόγητον τὸ εἰσόδημα μέχρις 60 κοιλῶν σίτου· τοῦτο ἐὰν ἐγίνετο, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περαιτέρω τὸ μέτρον, ἀλλ’ ὅπως ἔχει ἤδη τὸ νομοσχέδιον θίγονται αὐτὰ τὰ μέσα τῆς ζωῆς, τῆς ὑγείας καὶ συντηρήσεως τῶν πενεστέρων ἀγροτικῶν τάξεων, ἰδίᾳ ἐν Πελοποννήσῳ, καὶ τὸ προτεινόμενον μέτρον καθίσταται δι’ ἡμᾶς ἀμέσως ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἀπορριπτέον. Ἡ ἐλευθέρα ἄφεσις τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τῆς συντηρήσεως τῶν ἀνθρώπων ἀπαιτεῖ ὅπως λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἐλευθέρου μέρους ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας. Τὸ εἰσηγούμενον ὅμως μέτρον οὐδαμῶς ἱκανοποιεῖ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ὑγιοῦς πολιτικῆς οὐδ’ αὐξάνει τὸ ἀφορολόγητον ὅριον ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέκνων. Καὶ ἂν διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος πλήττονται περισσότερον οἱ ἄγαμοι διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, καταδικάζονται εἰς ἀγαμίαν αἱ γεωργικαὶ τάξεις. Οὐδὲ ἔχομεν διαφορὰν ἀντιλήψεων καὶ διαφορὰν σκοπῶν εἰς τοὺς δύο φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ συγχρόνων νομοσχεδίων εἰσηγεῖται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, διὰ νὰ φορολογηθῇ ἓν εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον μένει ἀφορολόγητον, ἐνῷ ὑπερβολικὰ φορολογοῦνται ἕτεραι παραγωγαί, ὡς ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, τῆς ῥητίνης, ἡ ὁποία μάλιστα, ὡς ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπέδειξα, φορολογεῖται καὶ ἀντισυνταγματικῶς. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὀφείλει νὰ φορολογηθῇ ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἰσότης πρὸς τὰς ἄλλας φορολογίας. Ἀνεγνώρισεν οὕτως ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ἄλλων παραγωγῶν ὅτι αὕτη εἶναι ἄδικος, ὅτι ἄλλα προϊόντα ἀδίκως φορολογοῦνται, καὶ ἀποτελεῖ λοιπὸν πραγματοποίησιν δικαιοσύνης ἡ ἐπέκτασις τῆς ἀδικίας ἐκείνης καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, εἶναί τι πρωτότυπον ἀληθῶς τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ φορολογήσωμεν τὴν παραγωγήν, διότι ἡ παραγωγὴ εἶναι ἀφορολόγητος καὶ πρέπει ν’ ἀποκατασταθῇ ἰσότης μεταξὺ τῶν παραγωγῶν διαφόρων εἰδῶν. Εἶναι πρωτότυπος ἡ θεωρία αὕτη, διότι πηγὴ τῆς φορολογίας δὲν εἶναι οὐδέποτε ἡ παραγωγή· πηγὴ τῆς φορολογίας κατὰ τὰ στοιχεῖα τῆς δημοσιονομίας εἶναι τὸ εἰσόδημα, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἶναί τι διάφορον ἡ παραγωγὴ καὶ διάφορον τὸ εἰσόδημα. Ὑπέδειξε δὲ πολὺ ὀρθῶς ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι καταντῶμεν εἰς σολοικισμούς, ἐν ᾗ περιπτώσει θελήσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι θὰ φορολογήσωμεν τὴν παραγωγὴν ὡς παραγωγήν. Ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ κατὰ πόσον τὸ παραγόμενον ἀποτελεῖ εἰσόδημα διὰ τὸν παραγωγόν, ποικιλώταται δὲ εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης αἱ σχέσεις, ἃς ἔδει νὰ ἐρευνήσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ προνοεῖ ἰδιαιτέρως μόνον προκειμένου περὶ τῶν εἰς ἀγροληψίαν δεδομένων κτημάτων. Ἡ τοιαύτη ὅμως μονομερὴς πρόνοια καθιεροῖ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἄλλην ἀδικίαν, καθόσον ἀδικίαν ἀποτελεῖ ἡ ἰδιαιτέρα πρόνοια καὶ ἡ ἰδιαιτέρα προστασία τῆς ἀγροληπτικῆς καλλιεργούντων γαίας πρὸς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἡ μηδαμῶς λῆψις ὑπ’ ὄψιν ὅλων ἐκείνων τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουσι τόσους μόνον δημητριακοὺς καρποὺς ὅσον καταναλίσκουσιν, ἐλάχιστον δὲ παράγουσι ποσὸν διὰ νὰ πωλῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε πάλιν ἐπικαλούμενος τὴν δικαιοσύνην, ἧς εὔκολος εἶναι ἡ ἐπίκλησις ἐν τοῖς λόγοις, νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν παραγωγὸν δημητριακῶν καρπῶν τὸ κέρδος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδίδει εἰς αὐτὸν τὸ Κράτος διὰ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Ἐὰν ἡ ἰδέα αὕτη ἐπρυτάνευεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔδει, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν λόγων του ἐτόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ πλήρης ἰσότης, πρέπει διὰ τῆς φορολογίας νὰ ἀφαιρεθῇ ὁλόκληρον τὸ περὶ οὗ πρόκειται κέρδος καὶ οὐχὶ ν’ ἀφαιρεθῇ μόνον τὸ ⅓ τοῦ κέρδους τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου συνεπείᾳ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὄψις τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καταπίπτει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ δικαιοσύνη αὕτη δὲν ἰσχύει παντάπασι δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν παραγωγῶν, καὶ εἶναι οὗτοι οἱ πολυαριθμότεροι, οἱ ὁποῖοι παράγουσι τόσον μόνον, ὅσον καὶ καταναλίσκουσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι καὶ αὐτοί, διότι παράγουσιν ὅ,τι καταναλίσκουσι, κερδίζουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν παρῆγον, θὰ ἠναγκάζοντο ν’ ἀγοράσωσι πληρώνοντες τὸν σῖτον ὑπερτετιμημένον. Ἡ λογικὴ αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἐφηρμόζετο καὶ εἰς τοὺς ἄλλους φόρους, θὰ μᾶς ἔδιδε τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτίμησιν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν σας. Ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἔχω οἰκίαν καὶ ἑπομένως δὲν πληρώνω φόρον οἰκοδομῶν, ἐὰν ὅμως εἶχον οἰκίαν, θὰ ἐπλήρωνον φόρον οἰκοδομῶν, ἄρα πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ἡ φορολογία τῶν οἰκοδομῶν. Δι’ αὐτῆς τῆς λογικῆς καταντῶσιν ὅλοι οἱ φόροι εἰς κεφαλικοὺς φόρους, καὶ ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ δικαιοσύνην ἢ ἀδικίαν δύναται νὰ τὸ κρίνῃ πλέον ἡ Βουλή. Ὁ εἰσαγόμενος φόρος δὲν εἶναι δίκαιος, ὡς ἀπεπειράθη νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων ἄδικος, εἶναι ἄδικος ἐν συγκρίσει τοῦ γεωργοῦ πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπιτηδευματίας, τοὺς ἀσκοῦντας ἐπιτήδευμα σχετικὸν πρὸς τὴν γεωργίαν. Πρέπει νὰ φαντασθῆτε ὅτι ὁ γεωργὸς ὁ καλλιεργῶν τὸν ἴδιον ἀγρὸν ἢ ὁ γεωργὸς ὁ ἐργοληπτικῶς καλλιεργῶν τὴν γῆν καὶ παράγων δημητριακοὺς καρποὺς ὑπόκειται εἰς φορολογίαν 4½ ἢ 5%, ἐνῷ ὁ ἐπιστάτης, ὅστις δύναται νὰ λαμβάνῃ μέχρι 5000 δραχμῶν μισθὸν ἐτήσιον, ὑπόκειται εἰς φορολογίαν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ 2%. Εἶναι ἄδικος, διότι εἰσάγει τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἐργοληπτικῶς καλλιεργούντων πρὸς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν καλλιεργητῶν, τῶν ὁποίων βρίθει ἡ Πελοπόννησος καὶ τῶν ὁποίων ἡ θέσις εἶναι ἐπαχθεστέρα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἄδικος, διότι οὐδεμίαν πρόολον ἔχει ἡ ἀρχὴ τῆς προοδευτικότητος, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται σήμερον ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον ἑνὸς καλοῦ φόρου, δὲν εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁ φόρος εἶναι ἐντελῶς ἀναλογικός. Εἶναι ἄδικος, διότι δὲν ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ κέρδος ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπελθούσης πρὸς ὄφελος τῶν παραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ εἰσαχθέντος ὑψηλοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, δὲν ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ κέρδος, ἀλλὰ μόνον μέρος αὐτοῦ. Εἶναι ἄδικος ὅμως κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν, καὶ ὑπὲρ τούτου κυρίως ἐνδιαφέρομαι, διότι δὲν ἀφήνει τὰ ἐλάχιστα ποσὰ εἰσοδήματος, εἰς τὸ ὁποῖον συμπίπτουσιν ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον 60 κοιλὰ κατὰ γεωργικὴν οἰκογένειαν ἐλεύθερα φόρου, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ ἄλλου φόρου ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος μέχρι 4000 δραχμῶν, τὸ εἰσόδημα κατὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μένει ἐλεύθερον.

§134Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὸ ὑποτιθέμενον εἰσόδημα.

§135Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐξ ἄλλου, ὅταν ἐξετάζῃ τις τὸν φόρον αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δικαιοσύνης, τῆς πρώτης ὄψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ δημοσιονομία ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάζωνται καὶ νὰ κρίνωνται τὰ φορολογικὰ μέτρα, παρατηρεῖ ὅτι μίαν ἄλλην ἀξίωσιν ἐγκειμένην εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης δὲν πληροῖ ὁ φόρος οὗτος. Δὲν πληροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος, ἥτις ἀπαιτεῖ, ὅπως ὁ νόμος καθορίζῃ ὄχι μόνον τὸ ὑποκείμενον, ὄχι μόνον τὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ὅπως καθορίζῃ ὁ νόμος καὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, ἀπὸ ἀπόψεως τὴν ὁποίαν παραδέχονται ὅλοι οἱ δημοσιονομολόγοι, ὁ φόρος οὗτος δὲν πληροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος· ἡ ἀρχὴ δ’ αὕτη εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε ἐκηρύχθη, Κύριοι, εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν Συνταγμάτων τοῦ Ἄστρους καὶ τῆς Ἐπιδαύρου μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου Συντάγματος. Εἶναι δ’ ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη κεῖται ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Συντάγματος καὶ προκύπτει ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ καὶ καθόσον ἡ σχετικὴ διάταξις ἐλήφθη ἐκ τῆς declaration des droits, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥητῶς ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 14 ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ μετέχειν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἰς τὴν φορολογίαν ἐξικνεῖται μέχρι καὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, καὶ καθόσον συζητηθέντος τοῦ πράγματος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ τὸ 1856 οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφιβολία ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα πρέπει ὁ νόμος νὰ καθορίζῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαμφθῇ ἡ γνώμη, ἣν ὑποστηρίζω, ὅτι δηλ. ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ νὰ ψηφίζωμεν φόρους καὶ νὰ κανονίζωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὑποκείμενα καὶ τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κανονίζωμεν τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ, ἐπιφυλάσσοντες δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ νὰ κανονίσῃ αὐτὴ τὰ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν. Εἶναι βαρεῖα ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ἐπιφυλάσσουσα εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ Διατάγματος κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἐφιστῶ δὲ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἑπομένης παρατηρήσεως, ὅτι ἐν Ἑλλάδι λόγῳ τῆς παραμελήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν, ὧν ἕνεκα παρημελήθη ἡ κριτικὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν οἰκοδομήματος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπληττε καὶ πλήττει καὶ ἔφερε μέχρις ἐπαναστάσεως τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν εἶναι ἡ ὑπάρχουσα φορολογία, ἀλλ’ ὁ αἰσχρὸς τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἦτο γνωστὴ εἰς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ δι’ αὐτὸ περιέλαβον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου διὰ νόμου νὰ κανονίζηται, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐπιβάρυνσις φορολογικὴ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοῦθ’ ὅπερ ἐνέχει κινδύνους ὄχι μόνον ὑλικῆς ζημίας διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀλλ’ ἐνέχει κινδύνους διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν ὑποθέτω δ’ ὅτι χρειάζεται μεγαλειτέρα ἔκθεσις καὶ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος, διότι προσπίπτει καὶ εἰς τὴν στοιχειωδεστέραν ἀντίληψιν ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως εἶναι οὕτω συνδεδεμένοι πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, ὥστε σχεδὸν πάντοτε ἐπηρεάζουσιν αὐτοὺς τούτους τοὺς φορολογικοὺς ὅρους. Ἀπὸ τῆς ἑτέρας ἀπόψεως, τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς, ἐξεταζομένου δηλ. κατὰ πόσον διὰ τοῦ εἰσαγομένου μέτρου ἐπηρεάζεται ἐπωφελῶς ἢ ἐπιβλαβῶς ἡ πολιτικὴ οἰκονομία ἐν τῇ χώρᾳ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ἀπέδειξεν ὅτι, ἤδη ἀπὸ 100 ἐτῶν καὶ πλέον, ἡ ἐπιστήμη ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα περὶ τῶν τοιούτου εἴδους φόρων, ὅτι οἱ τοιούτου εἴδους φόροι ἐμποδίζουσι τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Τὸ εἰσαγόμενον μέτρον, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ τοὺς ὁποίους κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, θὰ ἦτο δὲ πολὺ δυσάρεστον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν καὶ θ’ ἀνακόψῃ τὰς ἀπαρχὰς τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν ἐν Ἑλλάδι, οὕτω δὲ καταδεικνύεται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ὡς ἀσύμφορον εἰς τὴν καθόλου πολιτικὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Ἀπομένει ἤδη πρὸς ἐξέτασιν ἡ τρίτη ὄψις, ἡ καθαρῶς δημοσιονομική, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς φόρος εἶναι καλός, ἐφ’ ὅσον καλύπτει τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς εἰσάγεται, ἀλλά, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἂν καλύπτει τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς εἰσάγεται, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ στοιχεῖον τῶν δαπανῶν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, τὸ στοιχεῖον δὲ τοῦτο δὲν τὸ ἔχομεν, δὲν γνωρίζομεν τί θὰ εἰσπραχθῇ, διότι δὲν γνωρίζομεν τί θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ μας, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ καθαρὸν κέρδος ἐκ τοῦ φόρου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τί θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν δαπανῶν, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀκόμη βεβαία περὶ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, τὸ ὁποῖον θ’ ἀκολουθήσῃ, κατὰ τὴν διαφορὰν δὲ τῶν συστημάτων τούτων διάφοροι θὰ εἶναι καὶ αἱ δαπάναι. Συμπεραίνων ἐντεῦθεν νομίζω ὅτι ἀπὸ πασῶν τῶν ἀπόψεων ἐξεταζόμενος ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν εἶναι προσῆκον νὰ τύχῃ τῆς ἡμετέρας κυρώσεως, πρωτίστως ὅμως δὲν εἶναι προσῆκον νὰ τύχῃ τῆς ἡμετέρας ἐπιψηφίσεως, διότι ὢν ἄδικος καθ’ ἑαυτὸν θὰ ἐπιβαρύνῃ ἀδικώτατα μίαν μεγάλην τάξιν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουν τόσα μόνον, ὅσα ἀρκοῦσιν, ἵνα συντηρηθῶσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὰς οἰκογενείας των, πολλάκις δὲ παράγουν καὶ ὀλιγώτερα. Ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης τοιουτοτρόπως δὲν ἐξυπηρετεῖται. Ἂν ἤδη προκειμένου περὶ ἄλλων ἐργατῶν ἡ ἐπιβολὴ μιᾶς φορολογίας ὅπως ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου ἔχει ἀντικατόπτρισμα τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου, διότι τὸ ἡμερομίσθιον κανονίζεται ἐκ τοῦ σιδηροῦ νόμου τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως τῆς ζωῆς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς τοιοῦτο ἀντικατόπτρισμα δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑπάρχει ἡμερομίσθιον. Τὸ μόνον ἀντίκρυσμα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πτωχὸς γεωργός, εἶναι ἡ μετανάστευσις. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς μὲ πείθουσι νὰ εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίον τοῦ ψηφιζομένου μέτρου. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπιτείνομεν τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν μεγάλης τάξεως τοῦ λαοῦ τῶν ἀπορωτέρων γεωργῶν καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἀσυμφωνίᾳ καὶ πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι παρεσκεύασαν τὴν τελευταίαν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μὲ ἔφεραν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξήγησα εἰς τοὺς συμπολίτας μου, καὶ διὰ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθην, θὰ καταψηφίσω τὸν προτεινόμενον φόρον.

§136Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· ἤκουσα προσέτι καὶ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθὼς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγον ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως, εἶναι ὅτι αἱ ἰδικαί μου ἰδέαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς ὅλας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν, εἶναι αἱ δικαιότεραι, αἱ καλλίτεραι καὶ αἱ μᾶλλον συντελεστικαὶ ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν ὑποτέλειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ὑπὸ τῆς ὁποίας στενοχωρεῖται. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκφράσω χάριτας πρὸς τὸν ἐντιμότατον ἐκ Καρδίτσης συνάδελφον κ. Μπούσδραν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, τὸν ὁποῖον θαυμάζω καὶ διὰ τὸ θάρρος του καὶ διὰ τὰ ἄλλα χαρίσματά του, εἶπεν ἐντεῦθεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατελεῖ φόρου ὑποτελής, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὄχι μόνον τῆς Θεσσαλίας ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς χώρας σφαδάζει ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς πλεονεξίας 300 τσιφλικιούχων. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ τὸ καταψηφίσω οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ καταψηφίζωσι πᾶν μέτρον, ἔστω καὶ καταφανῶς ὠφέλιμον, ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως—ἡ πορεία μου ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἀπέδειξεν—, ἀλλὰ θὰ τὸ καταψηφίσω, διότι εἶμαι τῆς ἀρχῆς ὅτι θὰ εἶναι σφάλμα, θὰ εἶναι ἁμάρτημα, ἔγκλημα, ὡς εἶπεν ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ πράξῃ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ φορολογήσῃ τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δύναται νὰ φορολογῆται ὁ Γάλλος ἐργάτης· ἀλλ’ ὁ Γάλλος εἶναι πλούσιος, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πτωχότατος καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἄρτον του. Θὰ προέτεινον δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ δασμὸς τοῦ σίτου νὰ καταργηθῇ, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσφέρῃ ὅσα ζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καθίσταται ὁ Προϋπολογισμὸς ἰσοσκελής. Πρέπει νὰ εἰσφέρῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι δὲ ἀνακριβὲς τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Πολιτεία οὐδὲν ἀντάλλαγμα παρέχει εἰς τοὺς φορολογουμένους. Εἶναι τελείως ἀνακριβές, διότι, ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Πατσουράκος, τὸν ὁποῖον διακρίνει ὀξυδέρκεια, παρετήρει, θὰ ἔβλεπεν ὅτι 55 ἑκατομμύρια φράγκων παρέχει εἰς πολεμικὴν ἀξίαν τὸ Κράτος εἰς τοὺς πολίτας, διότι 55 ἑκατομμύρια φράγκων θὰ ἐξοδεύσωμεν ἐφέτος διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ἐπίσης παρέχει τὸ Κράτος 35 ἑκατομμύρια φράγκων, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ ὀφείλομεν ἑκόντες ἄκοντες νὰ τὰ πληρώσωμεν, διότι οἱ δανεισταί μας εἶναι ἀδυσώπητοι καὶ οὔτε εἰς ἔνδικα μέσα πρὸς παρέλκυσιν δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν. Τί ἀπομένει διὰ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει ἡ Πολιτεία;

§137Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρέχει αὐτὰ διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο.

§138Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα συζητήσιμον· τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰ παρέχει. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ στρατοῦ καὶ περὶ στόλου ὁ κ. Βουλευτής, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ σᾶς ὑποβάλω, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω μερικὰ πράγματα. Ἔχομεν, κύριοι συνάδελφοι, φθάσει εἰς κατάστασιν οὐχὶ λογικήν, εἰς κατάστασιν ἀφόρητον, ἡ ὁποία ὀλίγον ἀπέχει τῆς ἀπογνώσεως, καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἐσωτερικῶς, Κύριοι, ὁ βίος ἐν Ἑλλάδι κατέστη ἀβίωτος. Οὐδεὶς τόπος, οὐδεμία χώρα ἐν Εὐρώπῃ παρέχει τὸν βίον τόσον ἀκριβόν, ὅσον τὸν πληρώνομεν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ στενοχωρία αὕτη ἐκτὸς τοῦ ὅτι καταστρέφει τὴν ὑγείαν μας καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς τροφῆς μᾶς καθιστᾷ σωματικῶς ἀδυνάτους, ἡ δυσφορία αὕτη καὶ ἠθικῶς μᾶς ἐπηρεάζει. Ἀλλά, ἂν εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη οἰκτρὰ ἐσωτερικῶς, εἶναι οἰκτροτέρα, Κύριοι, ἐξωτερικῶς. Ἡ ἑλληνικὴ ἀξιοπρέπεια, τὸ ἑλληνικὸν γόητρον, ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ καθημερινῶς, Κύριοι, ὑβρίζεται, ἐν πάσῃ στιγμῇ προπηλακιζόμεθα, δὲν μᾶς σέβονται παντελῶς, μᾶς περιυβρίζουσι καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἀχθοφόρου των, τοῦ Κερὴμ ἀγᾶ, εἰς τὸν ὁποῖον δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταπατῇ τὴν ἑλληνικὴν τιμήν. Εἶναι δυνατὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ; Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὴν ἑλληνικὴν ψυχὴν τοιαύτη κατάστασις; Ὄχι βέβαια. Τί πρέπει λοιπόν, Κύριοι, νὰ γίνῃ; Ὑπάρχει διέξοδος.

§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία διέξοδος;

§140ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς καὶ νὰ δείξωμεν ὅτι ἔχομεν θέλησιν, θὰ εὑρεθῇ μία διέξοδος. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν σκεπτόμεθα σοβαρῶς. Στερούμεθα δὲ δυστυχῶς καὶ θελήσεως καὶ ἀποφασιστικότητος. Ὑπάρχει διέξοδος καὶ δὲν ὑπάρχει μία, ὑπάρχουσι δύο, ὅπως ἐξέλθωμεν τῆς ἀφορήτου ταύτης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα. Ὑπάρχει ἡ πρώτη διέξοδος, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὅμως ἀποκρούω. Ἡ διέξοδος αὕτη εἶναι νὰ καταργήσωμεν τὰς πολεμικὰς ἡμῶν δαπάνας· ἀλλ’ ἡ κατάργησις αὕτη εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις παντὸς ἰδανικοῦ, παντὸς ἐθνικοῦ πόθου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως. Εἶναι ἀπὸ τὰ ἀδύνατα σήμερον. Εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν, χωρὶς τὰ πάντα ἄρδην ν’ ἀνατραπῶσιν. Ὑπάρχει τις, κύριοι Βουλευταί, ἔχων ἀντίθετον γνώμην;

§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς, οὐδείς.

§142ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὄχι· ἂν ἔχῃ τις, νὰ τὴν εἴπῃ ἐλευθέρως, διότι ἂς μὴ νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν συνείδησίν μου. Διότι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν γνώμην καὶ τὴν λέγει μετὰ παρρησίας, ἐγὼ τὸν ἐκτιμῶ. Καὶ ἀφοῦ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ἐναντίαν γνώμην, παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας ἡ ἄλλη διέξοδος. Ποία εἶναι ἡ ἄλλη; Ἀφοῦ προήχθημεν εἰς ἀφόρητον κατάστασιν, ἀφοῦ ὁ βίος μας κατέστη ἀβίωτος, ἀφοῦ δεχόμεθα ῥαπίσματα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ποία εἶναι ἡ ἄλλη διέξοδος; Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι εἶναι ἄφευκτον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω.

§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περικοπὴ δαπανῶν.

§144ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Περικοπὴ δαπανῶν εἶναι κατάργησις στρατοῦ. Ὄχι. Εἶναι, Κύριοι, ἡ σύντονος προπαρασκευή μας καὶ ἡ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἢ ὀλιγωτέρου μάλιστα διαστήματος στρατιωτικὴ ἡμῶν δρᾶσις, εἶναι ὁ πόλεμος. Τί; Μήπως σᾶς πτοεῖ τοῦτο; Δυοῖν θάτερον θὰ συμβῇ. Ἢ θὰ νικήσωμεν, καὶ τότε χαρᾶς εὐαγγέλια, ἤ, ὃ μὴ γένοιτο, θὰ ἡττηθῶμεν καὶ τότε θὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων μας, οὐχὶ δὲ ὁ τοῦ διαρκῶς στρατεύεσθαι. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον φιλοπατρίας καὶ αὐταπαρνήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον αἵματος· ἔχει ἀνάγκην καὶ χρημάτων. Μὴ σᾶς τρομάζει, Κύριοι, ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ ἐφθάσαμεν πρέπει νὰ τὸν ἐπιζητῶμεν, διότι εἶναι ἡ μόνη διέξοδος ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, εἰς τὸ ὁποῖον περιήλθομεν.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ζητήματα, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν.

§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Μεϊτάνη, τοιαύτην ὥραν!

§147Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ εὑρεθῇ, κ. Πρόεδρε, μία ὥρα, ὅπως ἀκουσθῶσι καὶ αὐτά. Ἡ σημερινὴ κατάστασις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Τί ζητεῖ, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Τί ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ζητεῖ νὰ τῷ συνεισφέρῃ τόσα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσφέρεται εἰς τοῦτο. Ζητεῖ ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ ἐξαποστείλητε κατὰ τοῦ οἴκου αὐτοῦ οὔτε βεβαιωτάς, οὔτε ἐνοικιαστάς, οὔτε χωροφύλακας, οὔτε ἁλωνοφύλακας, οὔτε ὅλα αὐτὰ τὰ σμήνη τῶν ἀκρίδων τῶν ἀνθρωπομόρφων τῶν μόνον ψυχὴν ἐχόντων τεράτων. Σᾶς ζητεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθητε, νὰ καταβιβάσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου κατὰ 10 λεπτά, τὰ ὁποῖα πληρώνει εἰς τὸ τελωνεῖον· ζητεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα, ἀπὸ τὰς ἐρημοδικίας, ἀπὸ τὰ διάφορα βάσανα, τὰ ὁποῖα ἀπειλεῖται νὰ ὑφίσταται καθημερινῶς διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγόρους. Ἐὰν ἐκπέσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου κατὰ δέκα λεπτά, ὅσος εἶναι ὁ δασμὸς τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος δασμὸς εἰσπράττεται εἰς τὸ τελωνεῖον, ἂν ἀπαλλάξητε τὸν φορολογούμενον λαὸν ἀπὸ αὐτὰς τὰς συμφοράς, ἀπ’ αὐτὰς τὰς δυστυχίας, ἃς ὑφίσταται διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων του, ἥτις συνήθως ἀμφισβητεῖται, διὰ νὰ τὸν καταβασανίζωσι καὶ τὸν ἐκμεταλλεύωνται, λίαν ἀσμένως τότε σᾶς παρέχει τὸ ἰσοζύγιον διὰ προσωπικῆς εἰσφορᾶς ἑπτὰ δραχμῶν ἐτησίως. Τί εἰσπράττετε διὰ τοῦ δεκαλέπτου δασμοῦ τοῦ σίτου, κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ τρώγῃ ὁ λαὸς κατὰ 10 λεπτὰ ἀκριβότερον τὸν ἄρτον του; Δέκα τρία ἑκατομμύρια. Τί ζητεῖτε ἀκόμη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θ’ ἀναστηθῶσιν οἱ σπαχῆδες, οἱ χαβαλέδες καὶ ἡ λοιπὴ ἀκολουθία αὐτῶν; Τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 17.500.000. Κάτω ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτιμα εἴδη τῆς φορολογίας· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὰ τὰ 17.500.000, ἅτινα τῷ ζητεῖτε, διὰ νὰ ἔχητε τὸν Προϋπολογισμόν σας ἰσοσκελῆ, σᾶς τὰ δίδει δι’ ἑπταδράχμου κεφαλικοῦ φόρου. Εἴμεθα 2.500.000✕7=17.500.000, ἤτοι ὅσα ζητεῖτε.

§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κεφαλιάτικο! Χαράτσι!

§149Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν τὸ ὄνομα. Ἀποβλέψατε εἰς τὴν οὐσίαν· ἀποβλέψατε εἰς τὸ πρᾶγμα. Ὁ σπαχῆς, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομοθετεῖτε σήμερον, εἶναι λέξις τουρκική, ὁ χαβαλές, ὅπως ἤκουσα νὰ ὀνομάζητε τὸν βεβαιωτήν, εἶναι ἐπίσης τουρκικὴ λέξις· καὶ τίς γνωρίζει, Κύριοι, ἂν αὐτοὺς τοὺς τουρκικοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ ὅρους δὲν τοὺς παρέλαβεν ἡ Τουρκία ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατέκτησε, καὶ δὲν εἶναι ἑλληνικοὶ ἢ βυζαντηνοί; Θέλω προσπαθήσει, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο οὐχὶ διὰ στατιστικῶν ὑπόπτων, φαντασιωδῶν, ἀλλὰ δι’ ἁπλῶν παραδειγμάτων καταληπτῶν οὐ μόνον εἰς ὑμᾶς ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους πολίτας, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια τοῦ λαοῦ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ τὸ παράπαν ἡ ἰσορροπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρῶτον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς φέρω: Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν πτωχότερον πολίτην. Ποῖος εἶναι οὗτος; Ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὡς τὸν πτωχότερον πολίτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τείνει τὴν χεῖρα, τὸν ἐπαίτην.

§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος εἶναι πλούσιος!

§151Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πλανᾶσθε.

§152Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διότι, Κύριοι, πρέπει καὶ ὁ πτωχὸς αὐτὸς νὰ συνεισφέρῃ, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς συμμετέχει εἰς τὰ τῆς Πολιτείας καὶ ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν αὐτὸς ὁ πτωχὸς καταναλίσκῃ μίαν ὀκᾶν ἄρτου καὶ τῷ εἴπῃ ἡ Πολιτεία: δός μοι δύο λεπτὰ τὴν ἡμέραν, διὰ νὰ σοὶ καταβιβάσω τὸν ἄρτον 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δὲν θὰ ὠφεληθῇ; θὰ ὠφεληθῇ 8 λεπτά, διότι 10 λεπτὰ θὰ ἐκπέσῃ ὁ σῖτος, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δασμὸς καταργηθῇ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι καὶ ὑπερήφανον καὶ φιλάνθρωπον καὶ τὸν πτωχὸν αὐτὸν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸν φορολογήσῃ· ἂς τὸν ἐξαιρέσωμεν αὐτῆς τῆς φορολογίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ 500 εἰς ὁλόκληρον τὸ Βασίλειον νὰ θελήσωσι νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας, ἐγγραφόμενοι εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ὡς ἐπαῖται. Καὶ ἐν τούτοις ἐγὼ εἰς τὸν ὑπολογισμόν, ὃν σᾶς ἔκαμον, ἀφῆκα τριακοσίας ὅλας χιλιάδας ἀφορολογήτων πολιτῶν, διότι ὑπελόγισα τὸν φόρον ἐπὶ 2.500.000, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι ἐπισήμως ὅτι εἴμεθα 2.800.000 κάτοικοι. Ἀφήνω αὐτοὺς καὶ θὰ λάβω ἤδη παράδειγμα ἀπὸ τὰς μεγάλας τάξεις τοῦ λαοῦ· θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἐργατικὰς τάξεις, τοὺς σκάπτοντας τοὺς ἀγρούς, οὐχὶ τοὺς σιτοπαραγωγούς — περὶ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσω ὕστερον —, ἐννοῶ τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ τοὺς ἄλλους ἐργάτας τῆς γῆς· θὰ λάβω παράδειγμα ἀπὸ τοὺς μικροὺς βιομηχάνους, τοὺς ὑποδηματοποιούς, τοὺς ξυλουργούς, τοὺς ῥάπτας, τοὺς κουρεῖς, ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουσι τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν οἰκογένειαν ἑνὸς ὑποδηματοποιοῦ. Ἀπὸ πόσα μέλη θέλετε νὰ ἀπαρτίζηται; ἀπὸ 4–6–8. Δεδόσθω ἀπὸ ἓξ μέλη. Λοιπὸν μία οἰκογένεια ἑνὸς ὑποδηματοποιοῦ ἢ καρραγωγέως ἀποτελουμένη ἐξ ἓξ μελῶν πόσον θὰ φορολογηθῇ; 42 δραχ. Ἡ οἰκογένεια αὕτη, ἐπειδὴ εἶναι ἐργατικὴ οἰκογένεια καὶ δὲν τρέφεται μὲ καρυκεύματα, ἀλλ’ ἡ συνήθης βάσις τῆς τροφῆς της εἶναι τὸ ψωμί, θὰ καταναλώσῃ καθ’ ἡμέραν τὸ ὀλιγώτερον τρεῖς ὀκάδας ἄρτου. Θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἄρτου 30 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, τουτέστιν 108 δραχμὰς τὸ ἔτος. Ἐνῷ λοιπὸν θὰ πληρώσῃ ἐτήσιον φόρον μόνον 42, θὰ ὠφεληθῇ καὶ 66 δραχμάς. Ἄλλο παράδειγμα: Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, ἀφοῦ ὑπέδειξα τοιοῦτον σύστημα, νὰ ἐξαντλήσω ὅλας τὰς τάξεις τὰς λαϊκάς. Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ τάξις τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον. Οἱ γεωργοὶ οὗτοι διαιροῦνται εἰς δύο, εἰς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον δι’ ἰδίαν χρῆσιν, καὶ εἰς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον πρὸς πώλησιν. Ἡ πρώτη τάξις αὐτὴ τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία εἶναι πολυάριθμος, βεβαίως ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ δασμοῦ δὲν θὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ ἔχῃ τὸν ἄρτον της ἐκ τοῦ ἰδίου σίτου, ὃν αὕτη παράγει· θὰ ὠφεληθῇ ὅμως ἐξ ἄλλου καὶ αὐτή, διότι δὲν θὰ πληρώσῃ οὔτε σπειρομένας γαίας οὔτε φόρον ἐπὶ τῶν κτηνῶν. Ἐνῷ λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, θὰ πληρώσῃ αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα ἀπαρτιζομένη 42 δραχμάς, δὲν θὰ πληρώσῃ ὅμως τὸν φόρον τῶν κτηνῶν 50 δραχμάς· ἄρα καὶ αὐτὴ ὠφελεῖται. Ἀλλὰ δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν μόνον, ἔχει τὴν μεγάλην ὠφέλειαν ὅτι ἀνακουφίζεται πλέον, ἀπαλλάσσεται διὰ παντὸς ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐπιδρομεῖς, τὰ διάφορα σμήνη, τὰ ὁποῖα προηγουμένως σᾶς ἀνέφερον. Δὲν μεταβαίνει πλέον εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, δὲν θὰ ἔχῃ μὲ πρωτόκολλα νὰ κάμῃ, δὲν ἔχει πλέον νὰ βεβαιώσῃ φόρους, τοὺς ὁποίους πάντοτε θὰ εὑρεθῇ κάποιος ν’ ἀμφισβητήσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ ψευδορκίας, δὲν θὰ ἴδῃ σπαχῆδες, δὲν θὰ τρομάξῃ εἰς τὴν θέαν τῆς ἄλλοτε ἐπαράτου κόφτρας· θὰ ἔχῃ ἥσυχον πλέον καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν κεφαλὴν αὑτοῦ ἀπὸ αὐτὰς τὰς κατάρας.

§153Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναπτύξητε εἰς τὴν αʹ συζήτησιν, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὸ μελετήσωμεν. Τώρα εἰς τὴν γʹ συζήτησιν πῶς νὰ τὸ μελετήσωμεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;

§154Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτέ. Καὶ τώρα εἶναι καιρός· ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις των.

§155Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὸν ἀγορεύοντα· ἠκούσαμεν τόσας ὥρας τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἰδικούς σας.

§156Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία παράγει σῖτον οὐχὶ δι’ ἰδίαν αὑτῆς χρῆσιν ἀλλὰ πρὸς πώλησιν. Ἡ τάξις αὕτη, Κύριοι, δὲν ἀπαρτίζει παρὰ τὸ 1/50 καὶ ὀλιγώτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι οἱ μεγαλοκτηματίαι τῆς Θεσσαλίας οἱ γνωστοὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τσιφλικιοῦχοι. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε σεῖς, κύριοι Βουλευταί, τί ὀφείλει ὁ πολὺς κόσμος, τὰ 49/50 τοῦ λαοῦ, νὰ πληρώνωσι φόρον ὑποτελείας, νὰ πληρώνωσι τὸν ἄρτον των κατὰ δέκα λεπτὰ ἀκριβότερον, διὰ νὰ πωλῶσιν οἱ ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι κατὰ δέκα λεπτὰ περισσότερον τὸν σῖτόν των; Ποῖος ὁ λόγος, Κύριοι; Διὰ ποῖον λόγον γίνεται αὐτό; Μήπως διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ σιτοπαραγωγή; Ἂν τοῦτο, εἶναι μεγάλη ἀπάτη· διότι ὁ ἔχων γαίας καταλλήλους διὰ παραγωγὴν σίτου δὲν θὰ τὰς ἀφήσῃ χέρσους, διότι ὁ σῖτος θὰ εἶναι εὐθηνότερος, ἀλλά, καὶ εἰς λιβάδια ἂν τὰς μεταβάλῃ, ἡ χώρα δὲν θὰ ζημιωθῇ, διότι θὰ ἀναπτυχθῇ ἡ κτηνοτροφία καὶ δὲν θὰ ἐξάγωμεν περὶ τὰ 20,000,000 δρ. ἐτησίως διὰ σφάγια. Οὔτε καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε ὁ δασμὸς εἶχε σταματήσει ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου. Βεβαίως, Κύριοι, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, οὔτε εἶναι εὐδιάθετος νὰ τὸ ἀποσύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί τὸ θέλει καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ ψηφίσῃ. Τὰ σιτηρά, κύριε Ὑπουργέ, συνεκομίσθησαν πλέον· δὲν θὰ τὰ φορολογήσητε. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος; Θὰ ἔλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον καὶ τότε συζητοῦμεν τὸ πρᾶγμα πλέον ἐπισταμένως καὶ ὄχι ὅπως τώρα βιαστικά. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω καὶ ἐγώ, μελετήσατέ τα· δὲν εἶναι ἀνάξια μελέτης, κύριε Ὑπουργέ. Ὁ λαός, κύριε Ὑπουργέ, θέλει νὰ ἐκπέσητε τὸν ἄρτον του, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ ὁ Προϋπολογισμός σας. Διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὸν τιμὴν νὰ σᾶς προτείνω, αὐτὸ κατορθοῦται. Ἔχετε καμμίαν ἀντίρρησιν; Εἰπατέ την· διότι πιθανὸν νὰ σφάλλωμαι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοι εἴπητε τί θὰ πάθῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτον κίνδυνον, ἐνῷ βλέπω ὅτι πραγματικῶς ὠφελεῖται ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου.

§157Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.

§158Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχω, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐκ Βόλου, ἀξίωσιν ἐπιψηφίσεως. Ἡ πρότασίς μου εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς τις ὅτι εἶναι ἀληθής, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἠθέλησε νὰ τὴν εἴπῃ, διότι ἐφοβήθη ὅτι θὰ ἔκαμνε κακὴν ἐντύπωσιν, ἐπειδὴ ὀνομάζεται κεφαλικὸς φόρος. Εἰς ἐμὲ ὅμως αὐτὰ τὰ μορμολύκεια, αὐτὰ τὰ ζητήματα τῶν δημοκοπιῶν, οὐδεμίαν μοι κάμνουσιν ἐντύπωσιν. Ἐγὼ θὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πραγματοποιηθῇ, θὰ φάγῃ ὁ λαὸς κατὰ δέκα λεπτὰ ὀλιγώτερον τὸ ψωμί του, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ προκαλῶ πάντα ἐναντιοφρονοῦντα ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἐλέγξῃ ταῦτα ὡς ἀβάσιμα, ἂν τῷ εἶναι δυνατόν. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, νὰ δώσητε μεγάλην προσοχήν, διότι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀπαίτησις τοῦ λαοῦ ὅπως ἐλαττώσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου. Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν τὸ ὄνομα τοῦ φόρου, διότι καὶ ἄλλοι φόροι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἔχομεν, οἱ περισσότεροι κεφαλικοὶ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι.

§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δασμὸς τοῦ σίτου βεβαίως εἶναι κεφαλικός.

§160Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁμολογεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι ὁ δασμὸς τοῦ σίτου εἶναι κεφαλικὸς φόρος, διατί διστάζετε νὰ παραδεχθῆτε τὰς 7 δρ. ἐτησίως φόρον κεφαλικόν, ὃν σᾶς προτείνω, ἤτοι 2 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν, καὶ νὰ καταργήσητε τὰ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σίτου, ἀφοῦ οὐσιαστικῶς ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι κεφαλικὸς φόρος; Μήπως διότι σᾶς κάμνει καλλιτέραν ἐντύπωσιν τὸ ὄνομα δασμός; Ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιον· σεῖς ὁ ἴδιος μὲ διεκόψατε καὶ εἴπετε τοῦτο. Τί δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τί κεφαλικὸς φόρος; Εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἁπαξάπαντες τρώγομεν ψωμὶ καὶ μάλιστα, ὅσον εἶναί τις πτωχότερος, τόσον καὶ περισσότερον τρώγει ἄρτον, διότι δὲν ἔχει ἄλλας τροφὰς διὰ νὰ χορτάσῃ καὶ συνεπῶς τόσον περισσότερον κεφαλιάτικο πληρώνει. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία εἰς τοῦτο; Τὸ πρᾶγμα εἶναι κατάδηλον, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ αὐταπατώμεθα. Ἐὰν θέλητε, κύριοι Βουλευταί, ὁ λαὸς νὰ αἰσθανθῇ ἐπωφελῶς τὴν ἐνταῦθα παρουσίαν σας, ἐὰν θέλητε νὰ συνδέσητε τὸ ὄνομά σας μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ καταβιβάσητε τὴν τιμὴν τοῦ σίτου διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ δεκαλέπτου δασμοῦ, διότι εἶναι ἄδικον, Κύριοι, χάριν ὀλιγίστων ἀνθρώπων, καὶ ἀνθρώπων πλουτοκρατῶν μάλιστα, διότι περὶ τῶν τσιφλικιούχων καὶ μόνον πρόκειται, νὰ πληρώνῃ ὁ λαὸς ὁλόκληρος κατὰ δέκα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τὸν ἄρτον του περισσότερον, διὰ νὰ πωλῶσιν ἐκεῖνοι κατὰ δέκα λεπτὰ περισσότερον τὸν σῖτόν των. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι οἱ μέλλοντες ν’ ἀγορεύσωσι θὰ εἶναι συντομώτεροι. Ὁ κύριος Χρυσοχοΐδης ἔχει τὸν λόγον.

§162Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Λόγῳ τῆς ὥρας παραιτοῦμαι. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.

§164Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον, διότι ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ ῥητορικῆς δεινότητος ἐξέθηκε τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ δύνανται πολλοὶ ἐξ ἡμῶν νὰ θεωρήσωσιν ὅτι ἀληθῶς πρᾶγμα δίκαιον γίνεται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὅτι ὅσα διετεινόμην ἐγὼ τοὐναντίον εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ δικαίου. Εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε καὶ μᾶς ἔδωκεν ἀριθμοὺς καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους θέλομεν ἐξετάσει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχομεν γεωργοὺς περὶ τὰς 825 χιλιάδας. Κύριοι, δὲν θέλω ζητήσει πολλὰ χάριν τοῦ γεωργοῦ τούτου. Θέλω ζητήσει δι’ αὐτὸν τριάκοντα λεπτὰ τὴν ἡμέραν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ζήσῃ. 30 λεπτὰ δηλαδὴ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα στοιχίζει ἡ διατροφὴ τῶν ἐγκληματιῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὰ 30 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, Κύριοι, εἶναι 100 δραχμαὶ ὡς ἔγγιστα κατ’ ἔτος. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην δι’ ἕκαστον χωρικόν, ὅπως ζήσῃ, 100 δραχμῶν. Ἑκατὸν δραχμαὶ ἐπὶ 825,000 εἶναι 82,500,000. Καὶ τί πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὥρισε ποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα ἐκ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Τὸ εἰσόδημα τοῦτο εἶναι περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ ταῦτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς τσιφλικιούχους, ἅτινα θέλουσι φορολογηθῆ εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως καὶ βεβαίως φθάνετε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 82 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ὅπως ζήσωσιν αἱ γεωργικαὶ αὗται τάξεις. Καὶ ἐρωτῶ: ὅταν διὰ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν πρόκειται μόνον ν’ ἀπολαύσωσι τὰ τριάκοντα ταῦτα λεπτὰ ὅπως ζήσωσι, τί θέλετε νὰ περικόψωμεν ἐκ τῶν τριάκοντα τούτων λεπτῶν; Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι, ἂν οὐχὶ τόσον εὔγλωττοι, ὅσον οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοὐλάχιστον ἐπίσης πειστικοί. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποδεικνύεται ὅτι ἀπὸ τὸν γεωργὸν τοῦτον τὸν ζῶντα μὲ τὰ 30 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ζητήσωμεν οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον φόρον. Ταῦτα ἀκριβῶς ἔρχονται εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος στηριζόμενος εἰς τὴν ἐπιστήμην. Καὶ ταῦτα μέν, ὅπως ἐξηγήσω διατί εἶμαι ἐναντίον παντὸς φόρου ἐπὶ τῶν γεωργῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδήλωσα, Κύριοι, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους μοὶ ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ εἴπω ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσωσιν, εἶναι πρόθυμοι καὶ ἐκ τῶν 30 αὐτῶν λεπτῶν νὰ δώσωσιν, ὅταν εἶναι ἀνάγκη, καὶ νὰ στερηθῶσι μέρους καὶ αὐτῶν τῶν 30 λεπτῶν· δὲν ζητῶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ δὲν τὸ θέλουσιν, ἀφοῦ ἐννοοῦσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἂν δὲν ζητῶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὴν συνεισφορὰν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ζητῶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὰς καταθλίψεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀναγγέλλει τὸ νομοσχέδιον, εἴτε τὸ πρῶτον, εἴτε τὸ δεύτερον, εἴτε τὸ τρίτον. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον καὶ δεύτερον ἐνώπιον τῶν διαμαρτυριῶν μετετράπη εἰς τὸ τρίτον. Ἀλλὰ ποίαν ἐλπίδα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τοῦ τρίτου τούτου νομοσχεδίου; Μήπως ἐπείσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἅπαντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὰ προηγούμενα νομοσχέδια, ἦσαν καταστρεπτικά; Οὐχί. Τοιοῦτό τι δὲν μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις· μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις: ἀφοῦ δὲν ψηφίζετε τὰς λεπτομερείας ὡς πιεστικάς, ἀφήσατέ με ἐλευθέραν νὰ εὕρω ἄλλους τρόπους εἰσπράξεως, ἀλλὰ δὲν μᾶς ὑπέδειξεν ὅτι θὰ θέση ὅρους ἐλαφροτέρους. Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν μείνῃ μόνος ὁ ὅρος ὅτι οἱ σωροὶ θέλουσι σφραγίζεσθαι καὶ θὰ μένωσιν ἐσφραγισμένοι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, μόνον ὁ ὅρος οὗτος δὲν ὀφείλει νὰ θεωρηθῇ ὡς καταστρεπτικός; Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς δίδει τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ὁ ὅρος οὗτος θὰ ἐξαλειφθῇ, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν χάρτην λευκόν, ὅπως ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει; Οὐχί, Κύριοι. Κύριοι, καίτοι ἀνήκω εἰς ἄλλο κόμμα, οὐδέποτε ἐνόησα ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξα καὶ στηρίζω πολλὰς ἐλπίδας, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ βοηθήσω αὐτὴν νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον θέλουσι βλάψει τὸ ἔθνος, ἀλλὰ θέλουσι βλάψει καὶ αὐτὴν πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Καὶ πολλάκις ἐπλησίασα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς πρὶν ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ συζητήσω διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρουν ὄχι συμφερούσας πρὸς τὸ ἔθνος, δηλαδὴ ἤκουσα τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ τοὺς κεκηρυγμένους. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἠμπόδισε ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα; Οὐχί! Ὅ,τι καὶ ἂν ὑπέδειξα καταστρεπτικόν, δὲν ἐστάθη δυνατόν, ὅπως πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς: Κύριοι, ἐν ἄρθρῳ 3 ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ διανομὴ γίνεται ἐξ ἡμισείας μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ, τὸν σπόρον δὲ δίδει ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἰδιοκτήτης φορολογεῖται μὲ 5%. Ὑπέδειξα ὅτι καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ ἰδιοκτήτης, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν σπόρον, λέγει εἰς τοὺς καλλιεργητὰς δὲν θέλω 50%, θέλω 20%, θέλω 18%, καὶ τὸν ἰδιοκτήτην τοῦτον, ἀντὶ νὰ τὸν φορολογήσῃ μὲ 5%, τὸν φορολογεῖ μὲ 7%. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι τοῦτο δίκαιον; Πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸν καλλιεργητὴν βεβαίως· ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀπονέμωμεν δικαιοσύνην καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας; Μὲ ἠκούσατε χθὲς ὁμιλοῦντα περὶ ἐντατικῆς καλλιεργείας καὶ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττετε σήμερον, ἐπικρύνοντες τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, εἶναι συμφέρον διὰ τὸν τόπον; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει· οὕτως ἀπεφάσισα! Ἀλλ’ ἂν τοιαῦτα ἐπιβάλλετε, τοὐλάχιστον ἀφήσατε τὸν παραγωγὸν ἐλεύθερον νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 5 ἢ νὰ δεχθῇ τοὺς ἄλλους ὅρους τοὺς ἀφορῶντας τὴν μὴ ἐντατικὴν καλλιέργειαν; Ὄχι· ὀφείλουν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τοὺς βαρυτέρους ὅρους, διότι προσπαθοῦσι ν’ ἀναπτύξωσι τὴν καλλιέργειαν πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου! Κύριοι, ἀφοῦ ὅλοι οἱ κόποι αὐτοὶ ἀπέβησαν μάταιοι, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν χάρτην λευκὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι βεβαίως. Τὸ νομοσχέδιον θέλω καταψηφίσει· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι καταψηφίζων τοῦτο αἰσθάνομαι ἀπογοήτευσιν ὅτι ἅπαντες οἱ κόποι, τοὺς ὁποίους κατέβαλον, ὅπως ὑποστηρίξω τοὺς συμπολίτας μου, ἀπέβησαν μάταιοι.

§165Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία ἐὰν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.

§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτείνατε τὴν τροπολογίαν σας εἰς τὸ ἄρθρον 4, καί, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία σας, τότε καταψηφίζετε εἰς τὸ σύνολον.

§167Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μάλιστα.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Σφακιανάκης;

§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παραιτεῖται.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος;

§171Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι κατὰ τοιαύτην ὥραν νὰ συζητήσω λόγῳ κοπώσεως.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§173Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§174Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§175Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν διαρρεύσασαν σχεδὸν εἰπεῖν παννυχίδα κατεπονήθητε τόσον, ὥστε πρέπει πᾶς ἀνερχόμενος ἤδη τὸ βῆμα νὰ φεισθῇ τῆς κοπώσεως ὑμῶν ταύτης καὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ὑπερεντάσεως τοῦ πνεύματος, ὅπως παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, πρὸς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, ὑποχρέωσις ἄλλα κελεύει· διότι νομοσχέδια ὡς τὸ παρόν, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη πρὸς τὸν λαὸν τὸν δυσπραγοῦντα καὶ μεταναστεύοντα, δὲν πρέπει νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητί. Καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψήφισιν αὐτῶν ἐξαντλοῦσα καὶ καταπονοῦσα διανοητικῶς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ οὕτως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει, ἐπιβάλλεται ἡμῖν καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἐντείνοντες τὰς δυνάμεις ἡμῶν ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ δευτερολογοῦντες ἵνα καὶ αὖθις καταδείξωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς γεωργικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως καὶ προστασίας οἰκονομικῆς καὶ οὐχὶ ἐπιβολῆς φόρων. Ἐβαυκαλίσθην ἐπί τινα χρόνον, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἡμῶν κατιδοῦσα τὸ ἄσκοπον, ἄδικον καὶ ἄνισον τῆς ὑπὸ συζήτησιν φορολογίας θ’ ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ηὐχήθην πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύσας, καὶ ἤλπισα ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ψέξω τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίαν ἀπόφασιν καταδεδικασμένην ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως ἀπεδείχθησαν φροῦδαι αἱ ἐλπίδες μου καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δευτερολογήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Μοὶ φαίνεται δέ, Κύριοι, ὅτι δεδικαιολογημένως ἤλπισα, ὅτε εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ σεισάχθειαν καὶ ἐλάφρυνσιν ἀπὸ τῶν δυσβαστάκτων φόρων, καὶ ἡ ἡγηθεῖσα δὲ ἐπανάστασις τοιαῦτα ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεόμεθα καὶ πάντες οἱ σήμερον ἀντιπροσωπεύοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πῶς ἐναντία ἀποφασίζομεν; Ἂς μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, μετὰ πόσης ἀνακουφίσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπετίναξε τὸ παρελθὸν διοικητικὸν καὶ νομοθετικὸν σύστημα, ὅπερ καλοῦμεν ἐνταῦθα φαυλοκρατικὸν καὶ τὸ ὁποῖον περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐσκέπτετο σοβαρῶς καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος, ὅσον περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις, ὅπως ἔχῃ περιθώριον ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸς τροφοδοσίαν τοῦ κόμματος· ἡμεῖς δὲ τείνομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτό, διὰ βοῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀπολακτισθέν. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τάξεως τῶν πολιτῶν, δι’ ἣν ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν γεωργῶν· ἐπιβάλλεται δηλονότι φόρος εἰς τὴν γεωργίαν. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι δύο εἶναι οἱ μεγάλοι πλουτοπαραγωγικοὶ ἄξονες, περὶ οὓς στρέφεται ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη· ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία. Καὶ διὰ μὲν τὴν τελευταίαν οὔτε νὰ σκεφθῶμεν κἂν ἔπρεπεν, ἀφοῦ, διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ, πρέπει ἔξωθεν τὰς πρώτας ὕλας νὰ εἰσάγωμεν· οὕτω δὲ τιμαριωτικῶς προστατεύομεν τάξιν τινὰ ἐκμεταλλευτῶν τῆς ἐθνικῆς ἀδυναμίας πρὸς ἐνίσχυσιν κλάδων βιομηχανικῶν μὴ βιωσίμων, πρὸς αὔξησιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων, ἐν ᾧ οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει εὐδοκιμήσεως καὶ προαγωγῆς. Διὰ δὲ τὴν γεωργίαν, δι’ ἣν ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ ἥτις εἶναι καὶ ἔσται ἡ μόνη ἀπομένουσα ἐν Ἑλλάδι πλουτοπαραγωγικὴ δύναμις, τίνα προστασίαν σκεπτόμεθα ἡμεῖς οἱ καινοτόμοι πολιτικοί; Ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες ν’ ἀναστυλώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἐρείπια τοῦ Κράτους τούτου, τίνα, λέγω, μέτρα λαμβάνομεν διὰ τὴν θεμέλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παραγωγήν, τὴν μοναδικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πλουτοπαραγωγικὴν δύναμιν; Ἐπιβάλλομεν, Κύριοι, καινοτομοῦντες, φόρον εἰς τὴν ἐν σπαργάνοις παρημελημένην ἔγγειον παραγωγήν. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι τοῦτο σκόπιμον καὶ πλουτολογικῶς ὀρθόν, ὅτε θνησιμαίας βιομηχανίας προστατεύομεν, τὴν δὲ κυρίαν καὶ φυσικὴν πηγὴν τοῦ πλούτου διώκομεν καὶ ἐγκαταλείπομεν ἀπροστάτευτον; Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον τὸ ἄσκοπον εἶναι; Ζητοῦμεν, Κύριοι, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος πρὸς τὸν γυμνὸν καὶ ἀνυπόδητον τῆς γῆς ἐργάτην, τὸν γεωργόν, 6 καὶ 7% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, καθ’ ἣν ἐποχὴν συζητοῦμεν εἰς ½% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν κεφαλαίων, εἰσοδήματος ὅπερ οὐδεμίαν προσωπικὴν ἐργασίαν ἀπαιτεῖ, κτηθὲν ἤδη, καὶ οὐδεμίαν ἐπιβάρυνσιν αἰσθανόμενον διὰ τῶν ἄλλων φόρων, ὡς ἰσχυρίζονται πολλοί, ὅπως ἀρθῇ ὁ ὑπὸ συζήτησιν συμπληρωτικὸς φόρος. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι μεγίστην ἀδικίαν διαπράττομεν πρὸς τοὺς πτωχοὺς γεωργούς; Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἄδικος καὶ ἄντικρυς ἄνισος τοιοῦτος φόρος; Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς φάλαγγος ταύτης τῆς κυβερνητικῆς ἔχει ἐναντίαν πρὸς ταῦτα γνώμην. Ὀφείλομεν ὡς ἐκ τούτου πάντες ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τοιούτου φόρου εἰς τὴν ἔγγειον παραγωγὴν καὶ ν’ ἀντιστῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν μέσων, ἅτινα τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα παρέχει εἰς τοὺς ἐντολοδόχους τοῦ λαοῦ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἡ ἀντίστασις πρέπει νὰ εἶναι ἔντονος, καθόσον ἡ γεωργία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ τροφὸς ἡ μοναδικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὡς θεωρεῖται εἰς πάντα τὰ Κράτη τὰ μὴ ἔχοντα ἄλλας πλουτοπαραγωγικὰς πηγὰς ἀξίας λόγου. Καὶ εἶναι προφανῶς ἀφαίμαξις καὶ ἀποστράγγισις τοῦ γεωργοῦ ἡ ἐπιβολὴ τοιούτου φόρου. Ποῖος δ’ ἐξ ἡμῶν θὰ διέπραττε κατὰ τῶν τέκνων του τὸ ἔγκλημα τῆς ἀφαιμάξεως τῆς τροφοῦ των καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς διατροφῆς, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἠξίου παρ’ αὐτῆς ἄφθονον καὶ ἐπαρκὲς καὶ ὑγιὲς γάλα ὑπὲρ τῶν τέκνων του; Ἂς μὴ λησμονῇ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν εὐγενῆ καὶ καινοτόμον Γαλλικὸν λαόν, ὅτε ὑψώθη ἐν τῇ συνειδήσει τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν ὁρμηθεὶς εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ ὅτι ὡς σύνθημα εἶχε νὰ βρυχᾶται «ψωμὶ» πρὸς τὸν Βασιλέα του. Ἐλέχθη, Κύριοι, καὶ ἐπανελήφθη ὅτι λόγοι φορολογικῆς ἰσότητος ὠθοῦσιν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας καὶ ἐτονίσθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ἢ ὡς εἰρωνεία καὶ ἀστεῖον μόνον νὰ θεωρηθῇ, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν βλέπομεν ὅτι ἡ μόνη τάξις, ἥτις πάσχει καὶ μεταναστεύει, εἶναι ἡ γεωργική. Εἶναι ἡ μόνη τάξις, ἥτις αἰσθάνεται τὸ βαρὺ φορτίον τῶν ἐμμέσων φόρων, εἶναι ἡ μόνη τάξις, ἥτις οὐδὲν ὠφελεῖται ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου μὴ παράγουσα πρὸς πώλησιν λόγῳ τῶν ἀτελῶν μέσων καὶ τῆς ἀμεριμνησίας τῶν Κυβερνήσεων ὅπως βελτιώσωσι ταῦτα πρὸς μείζονα παραγωγὴν δι’ ἐπιστημονικωτέρων μεθόδων καὶ παροχῆς κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἔχομεν, προσθέτουσιν, ὑποχρεώσεις ἐθνικὰς καὶ δαπάνας καὶ πρέπει τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ πληρωθῶσι· δὲν εἶναι δὲ ἡ ἐποχὴ νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ γεωργία τῶν φορολογικῶν βαρῶν καὶ πρέπει νὰ συνεισφέρῃ ἔστω καὶ διπλάσια τῶν ὅσα πρότερον· τοῦτο τοὐλάχιστον προϋπολογίζεται κατὰ τοὺς εἰδικούς. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τηρεῖται ἡ αὐτὴ ἰσότης τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου καὶ πρὸς τὰς ἄλλας τάξεις τῶν φορολογουμένων, ἢ συμβαίνει τοῦτο μόνον διὰ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ὑπομένουσαν καὶ μὴ θορυβοῦσαν τάξιν τῶν γεωργῶν; Ἔπρεπεν ἀλλαχοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὰ μέσα τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων καὶ οὐχὶ εἰς τὸν πενόμενον γεωργικὸν πληθυσμόν. Ὑπάρχουν πλεῖσται ἄλλαι πηγαὶ ἀποδόσεως ἐσόδων εἰς τὸ Κράτος καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὰ δημόσια κτήματα τὰ κατεχόμενα ὑπὸ ἰσχυρῶν προσώπων, ἐξαιρετικῶς δὲ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ δημόσια κτήματα τὰ ἰδιοποιηθέντα ὑπὸ προσώπων παρουσιαζομένων νῦν ὡς τσιφλικιούχων. Καὶ ἐνῷ δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου πλούτου ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπεμβῇ ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, τοὐναντίον οὗτος ὡς θεματοφύλαξ, σχεδὸν εἰπεῖν, ἐκείνων, οἵτινες καταχρῶνται τοῦ δημοσίου πλούτου, τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐπειπὼν ὅτι ἡ κατάθεσις αὐτῶν διασαλεύει ἐκ βάθρων τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίαν, ὡσανεὶ τὸ τοιοῦτον ἔβλαπτε τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποβαίνει κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881 καὶ θὰ ἀποκομίσῃ τοὐλάχιστον δέκα ἑκατομμύρια, ἂν ὄχι εἴκοσι καὶ πλέον, ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἷς τοιοῦτος ἔλεγχος. Καὶ ἂν τοιαῦτα ἔκτακτα ἔσοδα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, δὲν θὰ προσέφευγεν εἰς τὸ φορομανικὸν σύστημα. Ἔχομεν δὲ ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι Κυβέρνησις τῆς δυνάμεως καὶ ἐπιβολῆς οἵα τῆς παρούσης ἔχει τὸ σθένος νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν των τοὺς ἅρπαγας τῶν δημοσίων κτημάτων ἐφαρμόζουσα ἀκριβῶς τοὺς νόμους καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881. Καὶ ἀναπτύσσων, Κύριοι, τὴν μνησθεῖσαν ἐπερώτησίν μου ἀνέγνωσα ἐντεῦθεν περικοπὴν ὑπομνήματος πρὸς τὴν τότε Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς Τουρκίας τῶν μουατζελὲ καλουμένων, μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῆς εἰς Βασίλειον, ἐπεβλήθη φόρος εἰδικὸς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ῥωμουνίας, συνιστᾶτο δὲ ὅπως πράξῃ τὸ ἴδιον τοὐλάχιστον, ἂν μὴ γενναιότερον, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοῦ 1883, ἥτις δυστυχῶς, τίς οἶδε πόθεν δελεασθεῖσα, οὐδὲν ἐνήργησεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ πλούτου τοῦ ἀνήκοντος αὐτῇ κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881, ἐνῷ τοὐναντίον δρακόντεια ἐλάμβανε μέτρα κατὰ πάσης διαμαρτυρίας τῶν πτωχῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας δυσμενέστατα διακειμένη πρὸς αὐτούς. Ὅ,τι δὲ τότε δὲν ἐγένετο, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτελέσῃ, ἂν ἀληθῶς κήδηται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν θέλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων νόμων καὶ συμβάσεων.

§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπερώτησιν ἀναπτύσσετε, κύριε Βουλευτά;

§177Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Οὐχί, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ εἶχεν ἔσοδα τὸ Δημόσιον καὶ θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ χάσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ προσφυγῆς εἰς νέας φορολογίας ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπερώτησις ἀλλὰ συμβολὴ εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου διὰ τῶν ἐγκαταλειφθέντων κτημάτων του ἐν Θεσσαλίᾳ.

§178ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἐδήλωσεν ὅτι, καὶ περισσεύματα ἐὰν εἶχε, πάλιν θὰ ἐθεώρει ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν νὰ φέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θεωρεῖ ὅτι εἶναι καὶ ἔργον δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, δὲν γνωρίζω τίνα λόγον ἔχει ἡ τοιούτου εἴδους συζήτησις.

§179Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καίτοι τοῦτο ἰσχυρίζεσθε, ἄλλο εἶναι τὸ τὴν Κυβέρνησιν ὠθῆσαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου αἴτιον. Εἶναι δὲ γεγονὸς ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέγα μὲ τὰς νέας διοικητικὰς πολυτελείας, ἃς εἰσηγάγετε, καὶ ὅτι ἀναπότρεπτος ἀνάγκη ἐνδεικνύει τὴν ἐπιβολὴν φόρου, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐμμένει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ βεβαίως θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐμμένῃ ἐφ’ ὅσον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς παρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην της, ὅπως ἐπιβάλλῃ οἱανδήποτε φορολογίαν θέλει ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ βροντοφωνήσωμεν ἐντεῦθεν χάριν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἄρσιν ἐπηγγέλθημεν πάντες οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον δὲ καὶ προηγουμένως ὅτι εἶναι ἀστεῖον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος σκοπεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ, ὡς διατείνεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μέρος τῶν κερδῶν τῶν ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἀπομενόντων εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἐνῷ εἶναι προφανὲς ποία τάξις πεινᾷ καὶ ποία μεταναστεύει. Τί δ’ ἀντάλλαγμα τοῦ φόρου ἀποκτᾷ ἡ τάξις τῶν γεωργῶν; Ἀναμένομεν καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ ἐπιδείξῃ εἰς ἡμᾶς ἓν ἐκ τῶν μέτρων προαγωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως τῆς γεωργίας, ἓν σπουδαῖον ἀντάλλαγμα, ἀντὶ τοῦ ὁποίου δεδικαιολογημένως θὰ ἠξίου τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι παρέσχε καὶ παρέχει δικαιοσύνην καὶ διοίκησιν ἱκανήν, ὅπως εὐλόγως ἀξιώσῃ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου. Πιστεύομεν ὅμως ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ διδάσκουσι καὶ φωνάζουσιν ὅτι οὐδεμία εἰς ταῦτα ἐπῆλθε ῥιζικὴ βελτίωσις τοὐλάχιστον ἐν τῷ παρόντι καὶ τοῦτο πρὸς ἀπογοήτευσιν, δυστυχῶς διὰ πάντας ἡμᾶς καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἤλπισαν εἰς τὴν νέαν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας μεταβολήν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ ἐντείνῃ τὴν ἀπαγοήτευσιν πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς φορολογίας, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι παραδεδεγμένον καὶ ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογισμὸν οὐδὲν ποσὸν θὰ συνεισφέρῃ, μὴ δυναμένου νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην χάριν αὐτῆς τῆς ἰδέας τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἵνα μὴ παρασταθῇ εἰς τὸν λαὸν ὅτι βαίνομεν τὴν πεπατημένην, ὅπως ἡ Κυβέρνησις φροντίσῃ νὰ περικόψῃ καὶ περιστείλῃ πᾶσαν δαπάνην, προβαίνουσα εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ δυνηθῇ οὕτω ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπιψήφισιν τόσον τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν ὅλως ἀσκόπου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅσον καὶ τοῦ συναφοῦς διὰ τὸ παρὸν μόνον ἔτος φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ ἐκ νεκρῶν ἀναστάντος (γέλωτες), ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ὄντως ἀπορῶ πῶς προσαρτᾶται ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ψηφισθῇ ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ. Εἶναι ἄπορον, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἐν γνώσει τελείᾳ τῶν γεωργικῶν πραγμάτων, δέχεται νὰ ἐπιψηφίσῃ φορολογίαν καταργηθεῖσαν διὰ τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ γεωργοὶ ἀνανεώνουσι τὰ ἀροτριῶντα αὐτῶν κτήνη· θὰ εὑρεθῇ δὲ πρὸ μεγίστης δυσχερείας ὁ γεωργός, ὅταν συμβῇ νὰ γίνῃ ἀπαρίθμησις ἀπὸ τὰς διαφόρους οἰκονομικὰς Ἀρχάς, διότι οἱ πλεῖστοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἔχουσιν ἀνὰ τρία ἢ τέσσαρα ἀροτριῶντα κτήνη, ἐνῷ ἄλλοι ἐπλήρωσαν ἤδη τὸν ὑπάρχοντα δημοτικὸν φόρον δι’ ἓν ἢ δύο κτήνη. Τελευτῶν κύριοι Βουλευταί, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ σᾶς καταπονῶ ἐπὶ θέματος τόσον ἄλλως τε ἀντιληπτοῦ εἰς πάντας, ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅπως χάριν τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ πνεύματος τῆς ἀνακαινίσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν διὰ νέων ὑγιῶν ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιψηφίσητε νομοσχέδιον ἀπόζον τῆς μακαρίᾳ τῇ λήξει πολιτικῆς τῶν φορομπήχτηδων. (Παρατεταμμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).

§180ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἐπίλογος τῆς διαμαρτυρίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, εἶναι ἡ τελευταία διαμαρτυρία κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιμένει παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ πτωχοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ σκλάβου, ὅστις διὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἴδῃ καὶ αὐτὸς ἡμέραν τινὰ εὐτυχῆ, εἶναι, λέγω, ἡ διαμαρτυρία τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ μεταλλικὴ ἠχηρὰ φωνὴ ἀνὰ τὰ θεσσαλικὰ πεδία ἀκόμη ἀντηχεῖ, καὶ ἀντηχεῖ εἰς ὑποσχέσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἤλπισεν ὅτι τέλος πάντων ἦλθεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀποκατασταθῇ. Ἀλλ’ ἀντὶ πάντων τούτων, ἀντὶ τῶν ὑπεσχημένων, ἀντὶ ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔρχεται διὰ μιᾶς οὐχὶ βαρυτάτης μόνον ἀλλὰ καὶ καταθλιπτικῆς φορολογίας νὰ ἀφαιρέσῃ οὐχὶ τὸν ἄρτον, ἀλλὰ νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὸν διὰ μίαν ἔτι φοράν, νὰ γίνῃ διὰ τρίτην φορὰν σκλάβος. Καὶ ὅτε μόλις ᾐσθάνθη ὅτι ἀνέκτησε ὀλίγον τι τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἀνεπόλησε καὶ πάλιν ὅτι ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὑτοῦ θὰ ἔλθῃ ὁ σπαχῆς.

§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ χαβαλές.

§182ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἔχει τὸν χαβαλέν. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ ἡ διαμαρτυρία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ δὲν ἐκανονίσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀφοῦ αἱ παρακλήσεις αὐτῶν δὲν εἰσηκούσθησαν, ἀφοῦ αἱ ἱκεσίαι αὐτῶν δὲν προεκάλεσαν εἰμὴ μόνον τὸν καγχασμὸν πλείστων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐλογάριαζον τὰ δεινὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐλογάριαζον ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτοῦ αὐτὸς οὗτος ὁ ἄρτος του, αὐτὸς ὁ ἱδρὼς τοῦ προσώπου του, δὲν ἔπρεπε μετὰ τοσαύτης ἀδιαφορίας καὶ μετὰ καγχασμῶν νὰ φέρωνται πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ.

§183Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Οὐδεὶς σᾶς ἐκάγχασεν.

§184ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τοιοῦτόν τι παράδειγμα.

§185Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Μὴ λέγετε ἀνακριβείας· οὐδεὶς σᾶς ἠδίκησεν.

§186ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον οὐδεμίαν λέγω ἀνακρίβειαν. Διὰ τοῦτο τελευτῶν ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι παρὰ πᾶν δίκαιον, παρὰ πᾶν ὅσιον, παρὰ πᾶσαν φιλανθρωπίαν, ἐπιβάλλετε τὴν βαρυτέραν τῶν φορολογιῶν εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, καὶ ὅτι ἀπερχόμενοι ταύτην τὴν στιγμὴν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἐπιψηφίζοντες καὶ ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἂς ἀναμνησθῆτε ὅτι δὲν ἐξεπληρώσατε τὸν προορισμὸν ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἤλθομεν ἐδῶ, δηλαδὴ δὲν εἶσθε ὑμεῖς οἱ ἀποκαλούμενοι φιλελεύθεροι.

§187Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἂν δὲν ἠσθανόμην τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι καὶ τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἀπέναντι καὶ ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, ἐὰν εἰς τοῦτο δὲν ἔπταιεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις ἔφερε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μεταβεβλημένον σπουδαίως παρ’ ὅ,τι κατ’ ἀρχὰς τὸ εἰσήγαγεν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ὑποθέτω, εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρέχῃ μέρος τῶν προϊόντων του εἰς τὴν Πολιτείαν, διότι καὶ αὐτὴ ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι αὐτοῦ νὰ ὑπερασπίζῃ τὸ Κράτος ἀπὸ παντὸς ἐξωτερικοῦ κινδύνου καὶ νὰ ὑπέχῃ ὅλας τὰς εὐθύνας ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν ὁ ἔγγειος φόρος εἶναι δικαιότατος. Ἀλλ’ ἤδη ἐξεταστέον· τί ἀπέναντι αὐτοῦ παρέχει ἡ Πολιτεία; Τί πρέπει τουτέστιν ἢ τί ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ πενομένου, καὶ τί ὡς ἀντιστάθμισμα παρέχει εἰς αὐτόν; Εἶναι ὑποχρεωμένη βεβαίως νὰ τῷ παρέχῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων του στρατὸν καὶ στόλον, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τῷ παρέχῃ δικαιοσύνην, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τῷ παρέχῃ ἐκπαίδευσιν, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τῷ ἔχῃ τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν θέσιν της, εἶναι ὑποχρεωμένη, τὸ σπουδαιότερον, νὰ τῷ παρέχῃ ἀσφάλειαν, ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὁποίων δὲν θὰ θελήσω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἵνα καταδείξω ἂν ἐκπληροῖ ὅ,τι ὑποχρεοῦται ἀπέναντι τοῦ λαοῦ· δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω ἂν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐζήτησε τὸ Κράτος, ἂν ἐζήτησεν ἡ Πολιτεία ἐκ τοῦ λαοῦ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει διὰ τὸν στρατόν, ἂν ἐκπληροῖ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸν προορισμόν του. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω συζητῶν καὶ ἀποδεικνύων διὰ τῶν πραγμάτων, ἂν ὄντως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ καὶ λαμβάνει παρὰ τοῦ λαοῦ, τὸ διαθέτει διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στόλου, ὅπως πρέπει. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας τὰ χάλια ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μόλις πρό τινος· δὲν θὰ θελήσω ὡσαύτως νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰς θέσιν ὡς πολίτης Ἕλλην νὰ γνωρίζῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται. Γνωρίζετε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἀπέναντί του ἐν πρώτοις τὸν εἰσπράκτορα ἀκολουθούμενον, ὡς εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου εἶπον, ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας καὶ ὄπισθεν τὸν ἀποσπασματάρχην, ἵνα λάβῃ ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ φορολογουμένου. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν πῶς ὑποδέχεται ὁ λαὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Πολιτείας, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Κράτους, ἐκείνους τουτέστι, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ δέχηται μετὰ χαρᾶς, διότι θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσπράξωσι τὸ περίσσευμα, ἢ τὸ ὑστέρημα, ἔστω, διὰ νὰ τὸ διαθέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ποικίλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν ἄλλα ἔθνη. Ἀλλ’ ἴσως θὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι εὑρίσκεται εἰς εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεών της πρὸ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ προηγουμένως, ὡς προχθὲς ἀκόμη ἐτόνισα, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ λαοῦ ὅ,τι σήμερον τοῦ ζητεῖ, καὶ τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ὑποθέτω καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ γνωρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ πλέον ἀπὸ ὅ,τι βαστάζει μέχρι σήμερον; Δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ πᾶσαν προηγουμένως οἰκονομίαν καὶ κατόπιν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν λαὸν ὅτι μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς οἰκονομίας, διὰ τὰς ὁποίας ἀκριβῶς μὲ ἀπέστειλας ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, ἔχω ἀνάγκας, νὰ πράξῃ, λέγω, ὅλα ταῦτα, καὶ κατόπιν νὰ τοῦ ζητήσῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν ὀρθόν; Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας θέλει ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν· ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θέλει ἥμισυ ἑκατομμύριον· ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν πλὴν τῶν αὐξήσεων τῶν διαφόρων δαπανῶν. Ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, Κύριοι, καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἥμισυ ἑκατομμύριον,—καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν; Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δαπανᾷ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ—, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων; Προχθές, Κύριοι, εἴχετε ἐνώπιόν σας καὶ θὰ τὸ ψηφίσητε ἴσως αὔριον, καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲ δὲν θὰ τὸ προσεῖχον, ἐὰν ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μοὶ τὸ ὑπεδείκνυε, θὰ ψηφίσητε ποσὸν 1500 δραχμῶν—βεβαίως εἶναι ἐλάχιστον, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ φαίνεται ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις προτοῦ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀντισταθμίσματα παρὰ τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ—θὰ ψηφίσητε ἐπαναλαμβάνω, ποσὸν 1500 δραχ. δι’ ἔξοδα μεταβάσεως εἰς τὴν Εὐρώπην καθηγητοῦ τινος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ! Διατί; Ἀναγνώσατε τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου καὶ θὰ ἐκπλαγῆτε, ἵνα μὴ εἴπω τι βαρύτερον. Λοιπὸν ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ζητοῦσα καὶ ἄλλα πλὴν τῶν βαρῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τῶν ὤμων του; Νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι πᾶν ἄλλο εἶναι τὸ τοιοῦτον ἢ περισυλλογή. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις οὔτε πόθεν προῆλθεν οὔτε εἰς τί προώρισται. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἷς λαὸς πρὸ μιᾶς οἰκτρᾶς πολιτικῆς καταστάσεως εὑρισκόμενος, πρὸ ἑνὸς βαράθρου οἰκονομικοῦ πρωτίστως, ἐπανεστάτησε καὶ ἐζήτησε σωτηρίαν· καὶ ὁ σωτὴρ ἐκεῖνος, ἐνῷ ἔρχεται παρακολουθούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ ζητωκραυγάζοντος μετὰ βαΐων καὶ κλάδων, ὡς ἄλλος Μεσσίας, καὶ παρ’ ἡμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λέγωμεν ὅσα λέγομεν, προσθέτει ἐρείπια εἰς τὰ ἐρείπια τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καταστροφῆς. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, καὶ εἶναι ἀκόμη εὐτυχῶς καιρός, ὁ κύριος Μεσσίας νὰ πεισθῇ εἰς τὴν φωνὴν τῆς εἰλικρινείας, καὶ νὰ μὴ προχωρήσῃ περαιτέρω τοὐλάχιστον, εἰς τὸ ὀλισθηρὸν ἔδαφος τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ ἤδη ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀκριβῶς θέμα ἐξετάζοντες αὐτὸ ποῖον ἦτο καὶ ποῖον εἶναι μέχρι σήμερον. Δὲν γνωρίζω ἂν πρέπει κανεὶς ἀπὸ τὰ φαιδρὰ νὰ ἀρχίσῃ ἢ ἀπὸ τὰ σοβαρά. Ἐγὼ θὰ κρίνω προτιμότερον νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὰ φαιδρά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς βιβλίον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐξέδωκε τῷ 1894, ἐν σελίδι 13 γράφει τὰ ἑξῆς: «Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων εἶναι στίγμα..... εἶναι κλοιὸς δουλείας, εἶναι ἀπομεινάριον τῆς τουρκικῆς δεσποτείας, ἥτις ἔμενε καὶ μένει ἀτυχῶς ἔν τισι καὶ νῦν εἰς τὰ ἐδάφη τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου». Καὶ ἐξακολουθῶν ὁ αὐτὸς ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι λέγει τὰ ἑξῆς περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν....

§188Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐκ τοῦ συγγράμματος ἢ ἐξ ἐφημερίδος;

§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκ τοῦ συγγράμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην καὶ ἔχω καὶ ἐνταῦθα ἀντίτυπον εἰς τὴν διάθεσίν σας.

§190Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν δὲν ἐννοῆτε πόσον εἰρωνικὸν εἶναι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε τὸ γραφόμενον...

§191Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§192Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. .. ἐὰν δὲν ἐνοήσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ἡ τότε Κυβέρνησις, διὰ νὰ φέρῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τότε νὰ ἀπαντήσητε.

§193Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναγνώσω ἀπὸ τοῦ ἄλφα ἕως τὸ ὠμέγα, ἵνα πεισθῶ καὶ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεκρούσατε· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς θὰ ἀπαντήσω, ἔστω καὶ ἐὰν συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν. Ἐξακολουθεῖ λοιπὸν ἐν τῇ σελίδι 13 ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς λέγων τάδε: «Ἡ χονδροειδὴς αὕτη ἐργασία ἀποτελεῖ ἀκόμη....».

§194Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Χωρὶς οὐδὲν αὐτοῦ νὰ ἔχῃ προτέρημα. Φυσικά.

§195Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν παρακατιόντες, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ὄψει του, ὅτε ἔγραφεν εἰς τὸ σύγγραμμά του καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα προσέθετεν εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ: «Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ μεταβληθῶμεν; Ἔχομεν συμφωνίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς· ἔχομεν βοηθὸν τὴν συγγνώμην τοῦ τόσον δυσκόλως ἀντιλαμβανομένου καὶ τόσον εὐκόλως λησμονοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸν ἑαυτόν μας».

§196Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἀληθῶς οὕτως ἐζήσαμεν.

§197Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ τοῦ 1894, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ τὴν ἔχῃ καὶ δι’ ἡμᾶς ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἠστεΐζετο, ὅτε ἔλεγε ταῦτα· εἰρωνεύετο τὸν φόρον ἐκεῖνον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προχθὲς ἀγορεύων εἶπεν ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἀβέρωφ» προσετίθετο 120, τὸ πλοῖον θὰ εἶχε βύθισμα περισσότερον· συνεπῶς ἡ πρόσκρουσις θὰ ἦτο σοβαρωτέρα καὶ ἡ ζημία μεγαλειτέρα! Καὶ ἐν τούτοις ἦλθε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ εἰρωνευόμενος ἦλθον νὰ εἴπω ταῦτα. Εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν εὑρίσκεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁσάκις τὸν συμφέρουσι εἶναι σπουδαῖα τὰ λεγόμενα, ὁσάκις δὲν τὸν συμφέρουσι εἶναι εἰρωνεῖαι.

§198Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Τὸ πιστεύετε ὅτι εἶναι σπουδαῖα;

§199Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· τί εἶπε τῷ 1894 κατὰ τῆς δεκάτης, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔρχεται, μετὰ ταξίδιον ἐν Ἀμερικῇ, καὶ ὑποστηρίζει ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911 καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνορθωτικῆς τὴν δεκάτην; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ἦτο καὶ εἶναι ὑπὲρ τῆς δεκάτης; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ χειρότερον διὰ τὸ ἔθνος δυστυχῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παραβιάζεται αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω βεβαίως ἐξετάζων καὶ ἀναλύων ἓν ἕκαστον τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὸ νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω. Παραβιάζεται ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾧ φέρεται ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των». Διὰ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, προσθέτου φόρου, δι’ αὐτὸ δὲ τὸ λέγω, καὶ τὸ τονίζω ἰδιαιτέρως καὶ ἐξαιρετικῶς, ἵνα τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, περὶ προσθέτου φόρου πρόκειται, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισφέρει διὰ τοῦ νέου ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας; Εἶπε καὶ ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις δημοσίᾳ καὶ προχθὲς ἀκόμη ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν ὅτι θὰ ἄρῃ τὰ βάρη ἀπὸ τοὺς ὤμους τοῦ λαοῦ καὶ θὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τοὺς ὤμους τῶν πλουσίων. Ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος δὲν ἀρέσκεται εἰς αὐτὴν τὴν διάκρισιν. Κατὰ βάσιν καὶ κατ’ ἀρχὴν ἔχει δίκαιον, διότι ἡ διαίρεσις τῶν πολιτῶν εἰς τάξεις εἶναι ἐναντίον πάσης ἠθικῆς καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ.

§200Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τάξεων. Δὲν ἀρέσκομαι καὶ ἀποκρούω ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς τὸ νὰ σπείρηται ἡ διχόνοια μέχρις ἔχθρας μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων, αἵτινες εἶναι τάξεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται καὶ ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν ἀγάπῃ καὶ νὰ αἴρῃ πᾶσαν διχόνοιαν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν συμφερόντων καὶ οὐχὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ ἐντείνῃ ταύτην.

§201Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος κατ’ ἀρχὴν καὶ βάσιν. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τοῦτο, καθόσον εἶμαι πολίτης Ἕλλην καὶ ὀφείλω νὰ παρακολουθῶ, ὡς συνταγματικὸς πολίτης, τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πάντες οἱ πολῖται πρέπει νὰ συνεισφέρωσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι δύνανται νὰ συνεισφέρωσι πάντες συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν, ἀλλά, ὅταν δὲν συνεισφέρῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του, τότε ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄντικρυς ἐναντίος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Δὲν θὰ θελήσω βεβαίως νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ συνταγματικῶν θεωριῶν, διότι δὲν εἶναι ἄλλως τε καὶ ἐμὸν ἔργον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν δύναται ἡ μία ἐξουσία νὰ σφετερισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς ἄλλης. Ἄλλη εἶναι ἡ μία ἐργασία τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ ἑτέρου. Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὔτε εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἔχει τὸ δικαίωμα μία Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον ἀδιαφοροῦσα ἂν αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀκολουθεῖ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ λαοῦ. Δυνατὸν νὰ εἶναι Κυβέρνησις ἀριστοκρατικῶν ἀρχῶν, ὀλιγαρχικῶν καὶ ἀπολυταρχικῶν, ἀλλ’ αἱ ἀρχαί της αὗται εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὰς διαθέσεις ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος, καὶ ὅτε εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν ἐσχάτην βαθμίδα τῆς ἀναπτύξεώς του, καὶ τότε ἐν τῇ συνειδήσει του εἶχεν ἀρχάς. Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος θὰ θελήσω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι καὶ προηγουμένως εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον τοῦτο. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, πρὶν δώσητε τὴν ψῆφόν σας, καίτοι γνωρίζω ὅτι θὰ τὴν δώσητε, ὅτι παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα ψηφίζοντες τὸν νόμον καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ θέσητε τὴν χεῖρά σας εἰς τὴν συνείδησίν σας τώρα, διότι νομίζω ὅτι θὰ εἶναι πολὺ ἀργά, ὅταν θὰ μετανοήσητε. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη: ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶμεν; Εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τοιοῦτον φόρον; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς ὑμᾶς, καὶ ἂν δὲν εἶναι γνωστόν, πρέπει νὰ γίνῃ.

§202Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§204Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν δὲν εἶναι γνωστόν, ὀφείλει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ πόλις, ἡ ὁποία παρεῖχε τὸ πρότυπον μιᾶς δημοκρατηθείσης ποτὲ πόλεως, εἶχε τὸν φόρον τῆς δεκάτης, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν ὁ Πεισίστρατος. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄμεσοι διάδοχοι αὐτοῦ, οἱ Πεισιστρατίδαι, κατεβίβασαν τὸν φόρον αὐτὸν εἰς 20%. Οἱ Ἀθηναῖοι τότε ἵδρυσαν ἐν τῷ Εὐξείνῳ πόντῳ ἀποθήκας καὶ ἐλάμβανον τὴν δεκάτην ἀπὸ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο ἐκ τοῦ Ἑλλησπόντου. Σημειώσατε ἐνταῦθα ὅτι ἡ δεκάτη δὲν ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τῶν πλοίων, ἐὰν δὲν ἀφῃροῦντο τὰ ἔξοδα τοῦ πλοῦ. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη ἐγγύτερον. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι καὶ οἱ Ῥωμαῖοι εἶχον τὴν δεκάτην. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε ὡσαύτως ὅτι οἱ δημοσιῶναι, οἱ publicani, λατινιστί, ἦσαν ἡ ἀφορμὴ νὰ στασιάσωσιν οἱ Ἕλληνες κατὰ τῶν Ῥωμαίων. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκολουθεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, ὅστις, ὅτε ἱερεύς τις μετέβη παρ’ αὐτῷ καὶ τὸν ἠρώτησε σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, τῷ ἀπήντησεν ὅτι «τὸν στρατὸν τὸν παρέχουσιν οἱ εὐγενεῖς, τὰς εὐλογίας ὁ κλῆρος καὶ τοὺς φόρους ὁ λαός». Τὰς ἀρχὰς ταύτας ἴσως ἀκολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης, τὸν ὁποῖον ἐν ἔτει 1894 αὐτὸς οὗτος ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀπομεινάριον τῆς τουρκικῆς βαρβαρότητος. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνεβίβασε τὸν Τρικούπην εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν ἀνεβίβασεν. Ἀλλ’ ἤδη εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν Κρήτῃ λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει της ὅτι ἡ δεκάτη εἶναι ἀνάγκη ἀτυχῶς....

§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη.

§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχεν, οὐχὶ νὰ προστεθῇ ἤδη; Φαντάζομαι δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους μετὰ ἕνα αἰῶνα ἐλευθέρου βίου τί θὰ λέγωσιν, ὅταν εὑρίσκηται κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον αὐτόν. Εἶμαι περίεργος νὰ μάθω ποίαν ἰδέαν ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν τῷ νῷ του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν συμπατριωτῶν του ἐν γένει καὶ περὶ τῶν ἐμῶν κατὰ τὸ ἥμισυ. Τί ἆρά γε νὰ σκέπτηται εἷς Κρής, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγῃ· σοὶ ἐπαναφέρω τὴν δεκάτην; Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν ἐν Κύπρῳ συμβάντων. Ἐκείνην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε, εἶναι αὕτη, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς δεκάτης, διὰ νὰ ἴδητε ποίαν γνώμην ἐξήνεγκον, διὰ νὰ κανονίσητε καὶ ὑμεῖς τὴν ψῆφόν σας. Ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος ὁμιλῶν περὶ τῆς δεκάτης ἀπεκάλεσε τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἅγιον, ἱερὸν καὶ δίκαιον. Τὴν ἀγόρευσιν δὲ ταύτην ἐκείνου θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε συνέταξε τὸ νομοσχέδιον. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ δὲ κλπ». Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφιβάλῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι αἱ λέξεις αὗται προήρχοντο ἀπὸ νοῦν τόσον μέγαν ὅσον καὶ ἀπὸ συνείδησιν ἐλαυνομένην πάντοτε ἀπὸ τὸ ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, ἐὰν σᾶς ἀναγνώσω τί ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Μεσσηνέζης τότε περὶ τῆς δεκάτης. Ἰδοὺ τί ἔλεγε (ἀναγινώσκει): «Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἐπαράτου δεκάτης, ἑπομένως ζητῶ τὴν κατάργησιν αὐτῆς». Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν τί εἶπεν ὁ τέως καθηγητὴς τῆς πλουτολογίας κ. Σοῦτσος. Ὁ κ. Σοῦτσος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κατεδίκασε καὶ αὐτὸς τὴν δεκάτην ὡς ἐπάρατον καὶ ἀντιστρατευομένην πρὸς τὰς φιλελευθέρας ἀρχάς. Τώρα, ἂν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων εἰσάγει φορολογίαν ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σούτσου καὶ πρὸς τὰς φιλελευθέρας ἀρχάς, αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλήσας χθές, αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ θελήσω νὰ προσβάλω, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μεροληπτικώτατον καὶ ἰδοὺ οἱ λόγοι. Τὸ νέον νομοσχέδιον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μετεβλήθη εἰς τοὔμπαλιν, κατηργήθη δηλαδὴ ὁ φόρος τοῦ βάμβακος ἐν Λεβαδείᾳ. Εἶναι ἀξιέπαινοι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ βοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διευθύνει τὰ κοινά, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ τῇ εἶναι ἐπωφελής, καὶ ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ ὠφελήσῃ εἰς ψήφους τόσον τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει: (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔκπτωσις αὕτη κλπ.» Ἀκούσατε τώρα τί λέγει περὶ τῶν πωλητῶν: «Ἡ ἔκπτωσις αὐτὴ τῆς τιμῆς.... κλπ.». Αὐτὸ σημειώσατε ὅτι εἶναι καὶ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον. Ἐνῷ λοιπὸν κατηργήθη ὁ φόρος τοῦ βάμβακος, διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου τὸ μέρος αὐτὸ μένει ὡς ἔχει, ἤτοι θὰ πληρώνῃ 6%. Δὲν θέλω νὰ κακίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία βεβαίως, ἐφ’ ὅσον προβάλλεται τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῶν φίλων της, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ μέχρι τέλους, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἐπιβάλλεται ἢ τοὐλάχιστον ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ἐὰν αὐξήσωσι τὸ ποσοστὸν εἰς 6%.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τροπολογίαν;

§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαιότατα καὶ θὰ τὴν ὑποβάλω. Ὑποθέτω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀπαρνηθῇ τὴν προσθήκην ταύτην, διότι δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὅτι δύναται ὁ ἔχων νὰ πληρώσῃ τὰ 6 νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ 8, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι καὶ ἀσφαλέστερα ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι, διότι ἐκ τῶν ἄλλων εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἰσπραχθῶσιν, ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύσωσι περισσότερα. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τοῦ προγράμματος, ἡ μεγάλη, εἶναι ὅτι θέλω ν’ ἀφήσωμεν τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως διὰ Β. Διατάγματος.

§209Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διότι μὲ προκαλεῖ ὁ ῥήτωρ. Θ’ ἀποδείξω ὅτι ὁ βάμβαξ δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν τινά.

§210Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μήπως εἶσθε σεῖς ὁ μόνος Βουλευτὴς Ἀττικῆς; Ἐγὼ κατηγορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον εἶχε τὸν φόρον αὐτόν, εἰς τὸ παρὸν τὸν ἀφαιρεῖ τῇ μεσολαβήσει τινὸς ἢ τινῶν βεβαίως ἐν τῷ μεταξύ. Θέλετε νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας; Ἐπιέσατε τὴν Κυβέρνησιν.

§211Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀνεμίχθη.

§212Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε τὴν ἀλήθειαν· ἄλλως τε δύνασθε ν’ ἀπέλθητε τῆς αἰθούσης.

§213Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Σεῖς ν’ ἀπέλθητε.

§214Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς εἴπετε;

§215Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Σεῖς ν’ ἀπέλθητε καὶ αὐτὰ μὴ τὰ κάμνετε εἰς ἐμένα.

§216Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διατί; Εἶσαι παλληκαρᾶς;

§217Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Μάλιστα καὶ ἂν νομίζῃς ὅτι δύνασαι νὰ μοὶ ἐπιβληθῇς, εἶμαι ἕτοιμος.

§218Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσαι ἀνόητος.

§219Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Εἶσαι σύ (ὁρμᾷ πρὸς τὸ Προεδρεῖον).

§220Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. (Ἁρπάζων τὸ μελανοδοχεῖον τοῦ Προεδρείου...).

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λαζαρῆ, ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας. Ὑβρίσατε πρῶτος.

§222Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ὕβρισα πρῶτος.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Σᾶς προσκαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε.

§224Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀντελήφθητε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἐξέφρασα τὴν φράσιν αὐτήν, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ ἀνακαλέσω.

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προσκαλεῖται ὁ κ. Πατσουράκος ν’ ἀνακαλέσῃ.

§226Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καθ’ ὑποχρέωσιν, κ. Πρόεδρε.

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προχωρήσατε.

§228Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν νὰ δώσωμεν ψῆφον εἰς λευκὸν περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, διότι ὤφειλε νὰ εἴπῃ τοῦτο ἁπλῶς καὶ οὐχὶ νὰ τὸ κρατῇ δι’ ἑαυτήν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, διότι φωρᾶται ἀνίκανος νὰ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ποτὲ τοιοῦτόν τι ἐν λευκῷ. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω ὡσαύτως ὅτι ἠκούσατε ὅτι ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὠργισμένος βεβαίως, εἶπεν ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι κωλυσιεργοῦμεν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ ἤδη· τίς κωλυσιεργεῖ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον; Κωλυσιεργοῦσιν οἱ δύο, οἱ τρεῖς, οἱ πέντε ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τακτικῶς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐκφέροντες τὴν γνώμην των καὶ παρακολουθοῦντες τὰς παννυχίδας περισσότερον παντὸς ἄλλου καὶ μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον πρωτίστως νὰ προσέρχωνται ἢ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι ἐκ 44 Βουλευτῶν Ἀττικῆς μόλις περὶ τοὺς 15 παρακολουθοῦσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.

§229Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.

§230Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τῶν τριακοσίων πεντήκοντα φίλων τῆς Κυβερνήσεως, πότε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἀκόμη, παρέστησαν περισσότεροι τῶν διακοσίων; Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν παρέστησαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως πλείονες τῶν 150; Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, συνδέει τὸ παρὸν νομοσχέδιον πρὸς τὴν τύχην της καὶ τὴν παραμονήν της εἰς τὴν Ἀρχήν. Πόσοι ἐκ τῶν φίλων της εἶναι παρόντες; Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης τῆς κωλυσιεργίας, ἀγνοεῖτε τὴν ἑτέραν κωλυσιεργίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων; Εἰς πόσην ὥραν θὰ ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια, ἂν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρέτεινον τὰς συζητήσεις διὰ μακρῶν καὶ ἀσκόπων ἀγορεύσεων; Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω ἐκεῖνον ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην μειδιᾷ· πόσοι εἶναι παρόντες σήμερον κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις συνδέει τὴν τύχην αὐτῆς; Ἐγὼ φειδόμενος τῆς Βουλῆς δὲν ἀνέγνων ὅσα ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσω, ἀκριβῶς ἵνα λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν του ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν τὰ εἶχε λάβει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ κατηγοροῦσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τακτικώτατα, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ἔπταισαν οἱ 2 ἢ 3 ἢ 5 ἀντιπολιτευόμενοι, ἀντιπολιτευόμενοι πάντοτε ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος. Ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις ὅτι πταίει αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς παρουσιάζει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλουσιν ἐνσυνειδήτως νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀμελέτητα, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητῇ τις ἐξ ὑμῶν καὶ νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι εἶναι μεμελετημένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκουρελιάσθη, συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν, ἐν τῇ συζητήσει. Μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν μὲ τόσας ὑπαχρεώσεις ὤφειλε νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ἄλλως τε ὤφειλε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπέβαλλε τὸ πολιτικὸν συμφέρον, νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὸν Ὀκτώβριον. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους ὀφείλομεν νὰ περιμένωμεν τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ὅμως πρέπει νὰ ἔλθῃ λίαν μεμελετημένον, διὰ νὰ ζητήσωμεν εἶτα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.

§231ΕΥΣΤΡΑΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§232ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Συνεζητήθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ εἰς τὸν νομόν, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀποστείλῃ ἐνταῦθα, καὶ εὑρέθη ἀσύμφορον καὶ ἐπαχθές. Ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ τόσον σπουδαίου οἰκονομικοῦ μέτρου, τὸ μὲν διότι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ ἐντολεῖς μου εἶναι γεωργοί, τὸ δὲ διότι οἰκείως ἔχω πρὸς τὰ οἰκονομικά. Δὲν εἶχον ὅμως τὴν τύχην νὰ μὲ καλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν σειράν μου καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη. Δηλῶ ὅτι φιλελεύθερος ὢν ἀπὸ φύσεως καὶ ἀνατροφῆς κατὰ τύχην ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ἀκολουθήσω τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ ἐντολὴ εἶναι γενικὴ καὶ τὴν ἀκολουθῶ καὶ οὐδεμίαν παρέλειπον ἡμέραν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔρχωμαι ἐνταῦθα. Ἤδη ὅμως εὑρίσκομαι ἄντικρυς δύο ἐντολῶν, μιᾶς γενικῆς καὶ μιᾶς εἰδικῆς, καθ’ ἣν οἱ γεωργοὶ ἐνετείλαντό μοι νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ ὅτι τὰς δύο ταύτας ἐντολὰς θέτω ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν συνείδησίν μου ἀφ’ ἑτέρου, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ ὑποβάλω, δέον νὰ κανονίσω καὶ ἤδη τὴν ψῆφόν μου οὕτως ὥστε νὰ εὑρεθῶ ἐν τῇ ὄψει τῆς ἀποστολῆς μου.

§233Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ δύο λεπτά.

§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ διὰ τὸν βάμβακα;

§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτελείωσεν αὐτό.

§236Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ ἂς φύγῃ.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι φρασεολογία αὐτή, πρὸς Θεοῦ.

§238Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φέρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οὕτω πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις. Προκειμένου περὶ τοῦ βάμβακος δύο λόγοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φορολογίαν. Ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου βάμβακος.

§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία πρότασις περὶ φορολογίας τοῦ βάμβακος· ὅλα αὐτὰ ἑπομένως εἶναι περιττά.

§240Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δὲν ἐξηναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις παρ’ οὐδενός· οὔτε ἦτο δυνατὸν μία τοιαύτη Κυβέρνησις νὰ ἐξαναγκασθῇ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας τινὰς εἰς τὸν βάμβακα.

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι «ναὶ»· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». (Ἐνεργεῖται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κυρίων Μ. Νεγροπόντη καὶ Ε. Μπαρδοπούλου κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικ. Α. Στράτος ΝΠαν. Ἀραβαντινὸς Ο
Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Τερζάκης
Λ. Παπαφώτης Παν. Φραντζῆς
Ἀ. Γρίβας Γεώρ. Παπασπυρόπουλος
Σερ. Ψύχας Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν
Π. Καρασεβδᾶς Γεώρ. Παρασκευόπουλος Ν
Ἐπ. Σουλτάνης Νικ. Κόνδης Ν
Γ. Ποῦλος ΝἈθ. Σωτηριάδης Ν
Ἰ. Φαρμάκης Κωνστ. Οἰκονομόπουλος
Ἀντ. Ῥοντήρης Κωνστ. Καζαντζῆς Ν
Ἀ. Τριγώνης Γερ. Νοταρᾶς Ν
Ἐ. Λαμπρακάκης Δημ. Κούζης
Ἰωάν. Κανναβὸς ΝἈνδρ. Σαρλῆς Ν
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος ΝΔημ. Ῥοῦσος Ν
Ἐ. Σπετσέρης Νικόλ. Δελακοβίας
Ἰ. Τσιγκόλης ΝΝικόλ. Σακελλαρίου Ν
Στεφ. Γρανίτσας ΝΓεώρ. Βλάσης
Γ. Ἰατρίδης ΝΧαρ. Σπηλιόπουλος
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης ΝἈναστ. Βάρβογλης
Ἰωάν. Χριστοδουλιάς Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος
Ἰωάν. Ἀκρίδας ΟἸω. Π. Μανέτας
Θεόφ. Θεοδωρόπουλος Δ. Πλαπούτας
Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἈλ. Παπαναστασίου Ο
Δημ. Καλέργης Ἰωάν. Μπακόπουλος
Ἀθ. Χριστόπουλος Δημ. Χηνιάδης Ν
Γεώρ. Νέζος Δημ. Καρέλας Ν
Ἀθ. Πετρόπουλος ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης
Χαρ. Στασινόπουλος Ἀλ. Ζαΐμης
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Δ. Γκλαβᾶς Ο
Νικ. Τριανταφυλλᾶκος Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
Ἀ. Κατριβᾶνος Δ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΝ
Ἠλ. Φλέσσας Κων. Γόντικας Ν
Ἰωάν. Πολίτης ΝΝ. Κοντογούρης
Παν. Δεληβοριᾶς ΝἸω. Βέρροιος Ν
Σπυρ. Τσαγκάρης ΝΠολ. Πολυχρονιάδης Ν
Θ. Πέρρος ΝΠαν. Ζαΐμης
Χαρ. Βοζίκης Δ. Μάρκου
Ἀντ. Βούτσης Γεώρ. Κατσιμπίρης
Ν. Χαρδούβαλης Σπήλ. Ἀγαπητὸς
Περ. Ἀλεξάκης Ἀ. Φωτήλας Ν
Θεόδ. Γρηγορίου ΝἈ. Χοϊδᾶς Ν
Σπ. Σῖμος ΟΘεόδ. Ψυχαληνὸς
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
Περ. Κ. Καραπᾶνος ΝΒασ. Ἀντωνόπουλος
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς ΟἈ. Καφετζόπουλος
Πύρ. Καραπᾶνος Λ. Φλαμῆς Ο
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Κων. Πανουτσόπουλος Ν
Ἐλ. Βενιζέλος ΝΝικ. Συριόπουλος Ν
Ἐμμ. Μπενάκης Θᾶν. Πετραλιᾶς
Φωκ. Νέγρης ΟΠ. Ἠλιόπουλος Ν
Παν. Χαροκόπος Χρ. Κορύλος
Κ. Ῥακτιβὰν Παν. Βουρλούμης Ν
Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΝικ. Ῥαφτόπουλος Ν
Γ. Ζερβουδάκης Χρ. Μεϊτάνης Ο
Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΔιον. Πολυζωγόπουλος
Π. Λαγοπάτης ΝἸωάν. Δογάνης Ο
Γεώρ. Στρατούλης ΝΓεώρ. Λαμπρινόπουλος Ν
Κ. Μᾶνος ΝΓεώρ. Ἀβέρωφ
Τιμ. Ἠλιόπουλος Νικ. Σταματιάδης
Δ. Βενιζέλος Δημ. Χρυσοστάλης
Μιχ. Γαλανὸς ΝΕὐάγ. Γεωργιάδης
Ἀ. Παναγιωτόπουλος ΝἸω. Μπουρνιᾶς Ν
Γεώρ. Πολίτης ΝΝικ. Ἀβέρωφ Ν
Ἰω. Ἀθανασάκης Γεώρ. Μπένος
Γεώρ. Νικολαΐδης ΝΝικ. Κάραλης Ν
Λουκᾶς Μπέλλος Κωνστ. Χατζηγιάννης
Ἀριστομ. Θεοδωρίδης ΝΔημ. Βάχλας
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης ΝΓεώρ. Κοσόνας Ν
Κωνστ. Δεμερτζῆς Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
Θρ. Πετμεζᾶς ΟΜιχ. Σφακιανάκης Ν
Γεώρ. Καζανόβας ΝΠλούτ. Μαυρίκης
Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης ΝΒασ. Ἀθανασούλας
Γεώρ. Σταμπάδος Κων. Χατζάκος Ν
Θεμ. Μιχαλόπουλος ΝΓεώρ. Γαζέπης Ν
Δημ. Ἀνδρέου ΝΝικ. Πετσάλης Ν
Δημ. Ζαβογιάνης Ἰωάν. Λούντζης
Ἐμ. Κυταριόλος ΝΔιον. Κουλούμπαρδος
Βασ. Κυρέλλος Ἀναστ. Λούντζης
Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ΝΚαῖσαρ Ζέζας
Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κλάδης Ν
Σπ. Παπαχατζῆς ΝΝικ. Παπαδᾶτος
Σάββας Βαρβιτσιώτης ΝΚων. Ζαβιτσᾶνος
Λουκᾶς Κουτσοπέταλος Νικ. Βάρθης
Νικ. Ἀνδρεαδάκης ΝἈναστ. Σκιαδαρέσης Ν
Δημ. Λαζαρῆς ΝΣπυρ. Χατζάρης
Σπ. Θεοδωρόπουλος ΝΠαν. Μανωλίτσης Ν
Ἀθ. Πουλῆς Λ. Κογεβίνας Ν
Νικόλ. Ῥούσης ΝΣπυρ. Βλαντῆς Ν
Εὐθ. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
Χρ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Ἀνδρέας Κρητικὸς Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
Λαυρ. Μαβίλης ΝΔημ. Οἰκονόμου
Κων. Κατηφόρης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
Σπ. Λάσκαρης ΝΝικ. Γεωργιάδης
Βασ. Πουλιάσης Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Ν
Κων. Ἀρβανιτάκης Δημ. Κουκιάδης
Διον. Βινιεράτος Γεώρ. Τσαξίρης
Π. Λιβιεράτος Γεώρ. Σχινᾶς
Σπ. Ἰγγλέσης ΝΓεώρ. Δρίβας
Νικ. Χαριτᾶτος ΝἈλέξ. Κασσαβέτης
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
Πέτρος Βασιλόπουλος Γεώρ. Βλάχος
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Πελ. Ἀγγελίδης Ν
Νικ. Ἀλιβιζᾶτος Κωνστ. Γιαννακόπουλος
Σπ. Φορέστης Φίλ. Ζαρζάμπας
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ΝΧ. Μωραΐτης
Ὄθων Τετενὲς Νικ. Παπαϊωάννου Ν
Γεώρ. Μουσούρης Μιχ. Φωτιάδης Ν
Σωκρ. Ἀν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης
Θεόδ. Κοντομίχαλος Περ. Ἀποστολίδης
Λεων. Ἐμπειρῖκος Λεων. Ἀναγνώστου
Σταμ. Βαφειαδάκης Κωνστ. Ζησόπουλος
Δημ. Μάνθος ΝΧ. Δικαῖος
Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος
Κων. Καλομενόπουλος Παν. Φλέσσας Ν
Τριαντ. Παπαδὰμ ΝΠ. Κασίμης
Θωμᾶς Σκάσης ΝΝ. Παπαλέξης
Ἰάκ. Ἀβάζος Δημ. Κάβουρας Ν
Δημ. Ζαμᾶνος ΝΜ. Δαζέας
Νικ. Καμπάνης ΝἈ. Πετρομανιάτης Ν
Γεώρ. Ἐξαρχόπουλος ΝἈθ. Περρωτὴς
Ἀλέξ. Μαλασπίνας Π. Ἰατρόπουλος Ν
Γεώρ. Γαϊτᾶνος ΝΠ. Καράπαυλος
Ἀντ. Ῥεβίνθης Ἀνδρ. Κοκκέβης
Μᾶρκος Βαλληνδρᾶς Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν
Νικ. Καλβοκορέσης Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν
Κων. Ἀλαβᾶνος Δημ. Κανελλόπουλος Ν
Δημ. Πετσετάκης ΝἈθ. Αἰλιανὸς
Χαρ. Προβελέγγιος ΝἈντ. Ζησιμόπουλος Ν
Ἐμμ. Πατρίκιος Θεμ. Κουτσομητόπουλος
Ἰωάν. Μαμάης Γεώρ. Σπηλιόπουλος Ν
Ἰωάν. Κασδόνης Κωνστ. Γριγγέτας Ν
Ἀντ. Φραγκίσκος Γεώρ. Ῥάλλης
Δημ. Καΐρης Γεώργ. Μποῦτος
Θαλ. Κουτούπης ΟἸωάν. Κουρτάκης
Γεώρ. Φικιώρης Φώτ. Βακαλόπουλος
Κωνστ. Μέρμηγκας Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν
Γεώρ. Οἰκονόμου Μαν. Πιπιλῆς Ν
Εὐστρ. Κουλουμβάκης ΝΠαν. Μερλόπουλος
Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
Νικ. Πετροπουλάκης ΝἸωάν. Λεωνίδας
Γεώργ. Τσοχώνης Πέτρος Γκίνης Ν
Παν. Πετροπουλάκης ΝἈλέξ. Διομήδης Ν
Παν. Κουμάνταρος ΝἈνδρ. Ἀναργύρου
Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
Βασίλ. Μιχαλέας Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ο
Ἰωάν. Βαββανάκος Δημ. Θεοδοσόπουλος Ο
Ἰωάν. Πατσουράκος ΟΠαυσ. Ζωγλοπίτης
Χρ. Πετρέας ΝΓεώρ. Ζούκας Ο
Πέτρος Μαυρομιχάλης Κωνστ. Σταμούλης
Ἰωάν. Κοττίκας Σπυρ. Ματσούκας
Βασίλ. Γρίβας Ῥήγας Χατζηρήγας
Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟἸ. Παπαλουκᾶς
Ν. Γαρδικιώτης ΟἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
Δημ. Μπούσδρας ΟΜιλτ. Σακελλαρίου
Γεώργιος Τάγιας Κ. Λιδωρίκης
Κωνστ. Παπακυρίτσης ΟΘεμ. Παπαϊωάννου Ν
Χρ. Καρᾶς ΟΝ. Ξηρὸς. Ν
Ἀ. Θανόπουλος ΟΝικ. Φραγκίστας Ν
Νικ. Γιουβρῆς Ἰωάν. Γιδογιάννος
Γεώργ. Καθάργιος Νικ. Πολιτόπουλος
Χρ. Βλάτσιος. Κωνστ. Περιβολιώτης
Δημ. Κουκουλέτσος ΟἸωάν. Γιαμαρέλος Ν
Γεώρ. Σπυρόπουλος ΟἈνδρ. Μαρλᾶς
Ἀλέξ. Γιαννουσίου Τάκης Δημ. Δεδούσης
Γεώργ. Ῥάμμος ΟΓεώργ. Συγγούρης Ο
Εὐθ. Μαντόπουλος ΟΣτέφ. Σομμαρίπας
Λάμπρος Περιστέρης Κωνστ. Δημοκωστούλας
Θεμ. Ῥαφαλιᾶς Ἰωάν. Γραμματίκας
Κυρ. Κυριαζόπουλος Ἡρ. Βελλόπουλος Ο
Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ἀθ. Χριστίδης Ν
Παναγ. Βερβενιώτης Γεώργιος Πὼπ
Γεώργ. Καλλίτσης Δημ. Βρατσᾶνος
Ἰωάν. Μᾶνος ΝἘμ. Παγκάρας

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 155, ἐξ ὧν 126 εἶπον ναί, 1 ἠρνήθη καὶ 28 εἶπον ὄχι. Κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Ἄρχεται ἤδη ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Β. Κυρέλλου προτείνουσα νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «σανοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§243Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις τοῦ 3ου ἐδαφίου παντὸς ἄλλου εἴδους κλπ. δημητριακῶν καρπῶν» διὰ τῆς φράσεως «τοῦ σανοῦ (κριθῆς ἢ βρόμης)».

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἀ. Χριστίδου καὶ Π. Βουρλούμη. Ἀποσύρονται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§245Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐνταῦθα τὴν ἔκπτωσιν τὴν μέχρι τῶν ἑκατὸν κοιλῶν αὐξήσῃ εἰς 40 κοιλά. Ἄγομαι εἰς τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις αὕτη, καθόσον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἐπὶ ἐπιμόρτου καλλιεργείας λέγεται ὅτι ἡ ἔκπτωσις θὰ εἶναι 20% διὰ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ἄλλο τόσον διὰ τὸν ἐπίμορτον καλλιεργητήν, οὕτως ὥστε εἰς τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν θὰ ἔχωμεν ἔκπτωσιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς παραγωγῆς 40%. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια.

§246Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἴκοσι τὸ μέρος τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ εἴκοσι τὸ μέρος τοῦ ἰδιοκτήτου.

§247Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα· εἴκοσιν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως. Ἀλλ’ ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς δὲν ἔχει καταβάλει οὔτε σπορὰν οὔτε ἄλλο τι, ἐνῷ ὁ αὐτοκαλλιεργῶν καὶ καταβάλλων αὐτὸς τὴν σπορὰν καὶ παράγων μόνον 100 κοιλὰ θὰ εὑρίσκηται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Συνεπῶς εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς ἀπαλλαγῆς. Τοὐλάχιστον νὰ ὁρισθῇ ὅτι μέχρις 100 κοιλῶν ἡ ἀπαλλαγὴ εἶναι 30–40, δύνασθε δὲ τὴν ἐκ τούτου μείωσιν — διότι πραγματικῶς θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ ποσοστοῦ — νὰ τὴν ἀντικαταστήσητε μὲ μίαν αὔξησιν δικαιοτάτην εἰς τὸ ἄρθρον 6, διότι ἐκεῖ προστίθεται 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας.

§248Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ναί, ἀλλὰ φορολογεῖται καὶ ὁ βάμβαξ εἰς τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν.

§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐπιεικεῖς καὶ ἀρκεταὶ αἱ ἀπαλλαγαί, κύριε Βουλευτά· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη.

§250Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ ἀπαλλαγή. Ἠδύνατο ἐπίσης νὰ αὐξηθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ ἄρθρου 8 ἐπὶ τῶν διαμενόντων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.

§251Γ. ΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ παραγωγῆς μέχρις 100 κοιλῶν εἶναι δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καθιερωθῇ ἡ ἔκπτωσις 30 κοιλῶν σίτου καὶ ἀραβοσίτου, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ὁ ἄρτος τῶν γεωργῶν. Αἱ οἰκογένειαι αὐταὶ τρέφονται μὲ ἀραβόσιτον, ἡ δὲ τροφὴ τοῦ ἀραβοσίτου εἶναι σημεῖον ἐσχάτης ἐνδείας. Ἡ δικαιολογικὴ βάσις δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ εἶδος τῆς σπορᾶς.

§252Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πρόκειται περὶ σίτου, κριθῆς ἢ ἀραβοσίτου, καὶ ἡ ποσότης τῶν 20 κοιλῶν ὑπερβαίνει πολὺ τὸν σπόρον. Καθὼς γνωρίζετε, οἱ καλλιεργηταὶ συνήθως καλλιεργοῦσι δύο εἴδη τοιούτων καρπῶν, ὁπότε θὰ ἔχωσι δύο τοιαύτας ἀπαλλαγάς, θὰ ἔχωσι δηλαδὴ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγὴν 35 κοιλῶν.

§253Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Θεωρῶ δικαίαν τὴν αὔξησιν διὰ δύο λόγους, διότι, ἐὰν παράγῃ τις 75 κοιλά, τότε βεβαίως εἶναι μία αὔξησις, ἐὰν ὅμως ἡ παραγωγὴ εἶναι 70 κοιλά, τότε οὐδεμία αὔξησις ὑπάρχει, διότι, ἂν λάβωμεν τὴν ἀναλογίαν ἕν πρὸς τρία, τότε τὰ 20 κοιλὰ εἶναι ὁ σπόρος. Δὲν τῷ χαρίζομεν τίποτε, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἢ πρέπει νὰ αὐξηθῇ κατὰ 5 κοιλά, δηλαδὴ νὰ γίνῃ 25, ἢ τοὐλάχιστον διὰ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ φορολογηθῇ, νὰ τοῦ ἀφαιρῶνται 20% τῆς γενικῆς ἐκπτώσεως. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει 25 κοιλά.

§254Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ ἐπιτροπή, πόσην μείωσιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου ὑπολογίζετε; Ἔχετε κάμει ὑπολογισμόν;

§255Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ὄχι.

§256Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔκαμα πρόχειρον ὑπολογισμὸν καὶ εὑρῆκα ὅτι δὲν εἶναι πλειότερον τῶν 300,000 δραχμῶν.

§257Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μετὰ πάσης ἐπιμελείας ἐπεξειργάσθημεν τὸ νομοσχέδιον, ὑπεδείξαμεν δὲ μάλιστα καὶ αὔξησιν φορολογικήν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, διότι περιέλαβεν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν περιέλαβεν εἰς τὸ πρῶτον. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας περιέλαβεν ἐπίσης αὔξησιν 1%, ἤτοι ἀπὸ 6 ἐγένοντο 7. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἀφήνομεν ἔκπτωσιν εἰς τοὺς κολλήγας 30% διὰ τὸν σῖτον καὶ 25% διὰ τὰ ἄλλα εἴδη, ὁμοφώνως δὲ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατελήξαμεν πάντες ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀφήσωμεν 25 κοιλὰ εἰς ἕκαστον παραγωγόν.

§258Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι 30%, διότι ἐννοεῖται ὄχι ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐφ’ ἑνὸς μέρους· ὁ χωρικὸς δηλαδὴ ἐργάζεται, ἀλλ’ ἀπολαμβάνει πολὺ ὀλιγώτερον προϊὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἡ αὔξησις εἶναι 30%.

§259Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τὸ ἴδιον λέγομεν καὶ ἡμεῖς.

§260Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι καθόλου τὸ ἴδιον, διότι δὲν ἔχει ὅλην τὴν παραγωγὴν ἰδικήν του. Δὲν δύνασθε νὰ συγκρίνητε παραγωγὴν ἠλαττωμένην πρὸς μείζονα.

§261Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν 70 κοιλά, καταντᾷ νὰ φορολογῶνται τὸν σπόρον, διότι ἀφήνομεν 20 κοιλὰ διὰ σῖτον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον καί, ἐάν τις κάμῃ 70 κοιλά, πάλιν θὰ εἶχε δέκα ἑπτά. Νὰ διαγράψωμεν τότε αὐτὴν τὴν παράγραφον, διότι εἶναι δῶρον ἄδωρον. Εἶναι δὲ καὶ μία ἄλλη ἀδικία, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξητε, καὶ νὰ μείνωσιν αὐτὰ τὰ κοιλὰ εἴκοσιν. Ἐὰν ἔχῃ τρία κτήματα καὶ σπείρῃ κριθήν, σῖτον καὶ ἀραβόσιτον, δύναται νὰ παραγάγῃ 20, 15 καὶ 15, ἤτοι 50· ἕτερος παράγει μόνον ἀραβόσιτον ἢ μόνον σῖτον καὶ παράγει κοιλὰ 50· εἰς αὐτὸν μὲ τὰ 50 ἀφήνομεν ἀφορολόγητα μόνον 15, τὰ ἄλλα δὲ 35 τὰ φορολογοῦμεν· τὸν ἕτερον, ὁ ὁποῖος ἔχει τριῶν εἰδῶν παραγωγήν, δὲν τὸν φορολογοῦμεν διόλου. Ὑπάρχουσι δὲ ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, ὅπως ἡ τῶν Φαρσάλων, εἰς τὰς ὁποίας σπείρεται μόνον σῖτος, εἶναι δὲ καὶ ἕτερα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα σπείρεται μόνον ἀραβόσιτος, δὲν φθάνει δὲ διὰ τὴν τροφήν των καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἀγοράσωσιν ἐπιβαρυνόμενοι καὶ μὲ ἀγώγιον ἀπὸ τῆς θαλάσσης μέχρι τῶν ὀρέων. Νομίζω λοιπὸν δικαιότατον νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ ἀραβοσίτου, ἢ νὰ τὸ κάμωμεν τοὐλάχιστον 25 ἐξ ἑκάστου· ὅταν δὲ εἶναι 25 ἐξ ἑκάστου εἴδους παραγωγῆς, νὰ τὸ κάμωμεν 40 κοιλά.

§262Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν τὸ δέχομαι.

§263Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἶναι ἐλάχιστον τὸ ποσὸν αὐτό. Πρόκειται δὲ περὶ τῶν πενεστέρων τάξεων.

§264Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον.

§265Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις προσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὡρισμένον ποσόν. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν πρέπει νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν. Ἅπαξ σκεφθεῖσα νὰ αὐξήσῃ ἐκ μιᾶς πηγῆς τὸ ἔσοδον τῶν κατοικούντων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῇ μίαν ἀνάλογον μείωσιν ἀπὸ ἕν μέρος.

§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι καλύπτει αὐτὸ τὸ ποσὸν τὴν μείωσιν, κύριε Βουλευτά;

§267Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς. Ἔχομεν 150 χιλιάδας οἰκογενειῶν. Ἐκ τούτων, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ἥμισυ παράγουσι τὰ 70 κοιλὰ—ἐγὼ μένω εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου—ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι 75,000 παράγουσιν ἕως 70 κοιλά, καὶ ἐξαιρεθῶσι κατὰ 10, ἀντὶ εἴκοσι τριάκοντα κοιλά, θὰ ἔχωμεν 750 κοιλὰ ἐξαιρετέα· ἀπὸ 5% ποῦ εἶναι ὁ φόρος 31,000, ἀπὸ ἕξ δραχμὰς 220,000· ὑποθέτω δὲ ὅτι 220,000 θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν κατοικούντων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης αὐξήσεως. Καὶ λέγω τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ αὐξήσητε τὰ εἴκοσιν εἰς τριάκοντα. Ἅμα δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδεμία γίνεται ἐξαίρεσις δι’ αὐτούς, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ εἶναι μὲ τὴν συγκατάθεσιν ὅλων, καὶ ἐκείνων ἀκόμη, ὑποθέτω, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν. Ἀπὸ ἄλλην τινὰ μείωσιν θὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωσι 50–60 χιλιάδας.

§268Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι μεγίστη.

§269Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Διότι εἶναι 220,000. Πάντοτε ἡ αὔξησις θὰ φέρῃ ἕν ποσὸν καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, θὰ παραστήσωμεν τὸν φόρον τότε ὡς δίκαιον.

§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πειράζει. Χαρακτηρίσατέ τον ὡς ἄδικον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν τόσον χρόνον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ ζητῆτε νὰ καταναλίσκεται περισσότερος χρόνος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ἀρξαμένου τοῦ νομοσχεδίου νὰ ψηφίζηται, ὅτι εἶναι βαρύ, δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ προκαλέσωσι μίαν ψηφοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀπορρίψωσι τὸ νομοσχέδιον ἢ νὰ ἀποκλείσωσι μίαν βάσιν αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ κάμῃ οὔτε τὴν ἐλαχίστην μεταβολὴν νομίζω ὅτι προσῆκον εἶναι ἢ νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ προχωρήσωμεν, ἢ νὰ καταψηφισθῇ καὶ πάλιν νὰ τελειώσωμεν· νὰ μὴ ὑποβαλλώμεθα τὴν τελευταίαν στιγμήν, μετὰ τοιαύτην συζήτησιν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, καὶ εἰς ἄλλους κόπους. Τὸ νὰ ἐρχώμεθα τώρα καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι: —ἐὰν δεχθῆτε τοῦτο, τότε δὲν θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι εἶναι βαρὺ—δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρόν. Ἕκαστος ἂς εἴπῃ εἰς τὸν λαὸν ὅ,τι θέλει!

§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἠδύνατο πᾶς τις ἐξ ἡμῶν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, μετὰ τοσαύτην συζήτησιν, δὲν θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις εὐδιάθετος νὰ μεταβάλῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἅπαξ ἀπεφάσισεν, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ὑπολογισμῶν καταρτίσασα τὸ νομοσχέδιόν της. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ φόρος, ὡς εἶπον, εἶναι ἄδικος. Ἐκφράζω διὰ τοῦτο μόνον τὴν εὐχήν, ὅπως κατὰ τὸ φθινόπωρον ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει προοδευτικῆς φορολογίας καὶ συνεπῶς νὰ ἀφήσῃ ἀφορολόγητα τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν φορολογηθῶσιν, ἀναντιρρήτως θὰ ἐπιβαρύνωσι φοβερὰ τὸν λαόν.

§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Τὸ 2 ἄρθρον ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ διορθοῦται ὡς ἑξῆς κατόπιν τῆς μεταβολῆς τοῦ 1 ἄρθρου. Ἄρθρον 2.— «Ἐκ τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον φόρου ὁρίζονται ἐκπτώσεις: αʹ) 20% διὰ τὸν σῖτον καὶ σμιγόν, 15% δὲ διὰ τοὺς λοιποὺς δημητριακοὺς καρπούς, ὡς καὶ τὸν σανόν (κριθῆς ἢ βρώμης), ἐπὶ τοῦ συγκομιζομένου ποσοῦ ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει καὶ ἐν πάσῃ σχέσει καλλιεργείας». Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Μ. Σφακιανάκη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μ. Σφακιανάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Α. Χριστίδου.

§273Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποσύρω. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν νὰ πείσῃ τὸν λαὸν ὅτι εἶναι ὁ φόρος δίκαιος.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Β. Κυρέλλου, καθὼς καὶ ἡ τοῦ κ. Σακελλαρίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καρᾶς.

§275ΧΡ. ΚΑΡΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλωμεν μίαν παράκλησιν διὰ μίαν τάξιν καὶ ἂν θέλῃ ἂς τὴν δεχθῇ. Πρόκειται περὶ τῶν καλλιεργητῶν τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων. Ὡς γνωστόν, αὐτοὶ ἐπὶ τριακονταετίαν εἶναι ὑποχρεωμένοι τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματός των νὰ πληρώνωσι πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς τοκοχρεολύσιον. Πῶς θὰ τοὺς χαρακτηρίσωμεν; Ὡς ἰδιοκτήτας ἢ ὡς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς; Διότι ὑπάρχει διαφορά· οἱ μὲν ἐπίμορτοι θὰ δίδωσι 4%, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται θὰ δίδωσιν 6%. Ἑπομένως παρακαλοῦμεν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν οἱ ἀγορασταὶ τῶν Στεφανοβικείων, διότι ὁ αὐτὸς ὑφίσταται λόγος, καθόσον οὗτοι, ἀντὶ νὰ καταβάλλωσι πρὸς τὸν τσιφλικιοῦχον, ὅπως οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, καταβάλλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον χρεολυτικὰς δόσεις.

§276Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς. Τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπεδεικνύετο ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν γεωργῶν τούτων ἐκ τῆς προκειμένης φορολογίας, εἶχον ἀναπτύξει διὰ μακρῶν. Εἰς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων μου εἶχον ἐπικαλεσθῆ καὶ τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, ἰδίᾳ δὲ τὰ ἐν Ρωμουνίᾳ. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν ὅμως τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ δύο ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὑπέβαλον τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου. Εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἀμφισβητήσεως ταύτης εἶχον δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐγγράφως ἤθελον ἀναιρέσει. Συντομώτατα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω περικοπήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται τί ἀκριβῶς συμβαίνει ἐν Ρωμουνίᾳ (ἀναγινώσκει Ἐφημ. Συζητήσεως τῆς Βουλῆς Περιόδου Ηʹ, Συνόδου Αʹ, σελ. 995, αʹ στήλην, ἀπὸ τρίτον στίχον): «Ὅτε ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖ τοὺς δούλους, ἐσυλλογίσθησαν ὅτι, διὰ νὰ τοὺς καταστήσουν πράγματι ἐλευθέρους, ἔπρεπε νὰ τοῖς δώσωσι καὶ γῆν, ὅση τοῖς ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ ζήσουν. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα—ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος κατὰ τὸ 1880— δὲν ἐσυλλογίσθημεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ μέχρι τοῦ 1871 ὁ περισσότερος γεωργικὸς πληθυσμὸς ἔμενεν ἄνευ ἰδιοκτησίας μέχρις οὗ ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ὑπεχρέωσαν λοιπὸν ἐκεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ δώσουν εἰς ἕκαστον ἀπελεύθερον 55 στρέμματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρώσουν ἐπὶ μετριωτάτῳ τιμήματι ἑνὸς φλωρίου κατὰ στρέμμα (τὸ φλωρίον ἰσοδυναμεῖ πρὸς 12 ἢ 14 δραχ. τὸ στρέμμα) καὶ τοῦτο χρεολυτικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνόσῳ δὲ ἐξακολουθεῖ ἡ πληρωμὴ τῆς χρεολυτικῆς ταύτης δόσεως αἱ γαῖαι ἐκεῖναι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔγγειον φόρον· εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, ὅταν θὰ λήξουν αἱ χρεολυτικαὶ δόσεις, τίνι τρόπῳ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις θέλει προσδιορίσει καὶ αὐτῶν τῶν γαιῶν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι αὐταὶ δὲν ἐνοικιάζονται, ἀλλὰ καλλιεργοῦνται ἀπὸ τοὺς ἰδίους χωρικούς». Ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὁ κ. συνάδελφος πρὸ ὀλίγου. Τὴν ἀξίωσιν ταύτην καὶ ὁ νόμος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὴν ἀνεγνώριζεν ἄλλοτε. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων ἐτηρήθη μὲν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγαλοϊδιοκτήτας, ἀπήλλασσεν ὅμως οὗτος τοὺς καλλιεργητὰς ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ δίκαιον νὰ ἀπαλλαγῶσιν, ἂς κάμῃ τὴν σύστασιν ταύτην δεκτήν, ἄλλως ἂς ἀφομοιώσῃ τοὺς ἀγοραστὰς τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων πρὸς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θὰ ἔδιδον εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον, τὸ δίδουσι σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον.

§277Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον δὲν ἔδιδον τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ γεώμορον, εἰς τὸ Δημόσιον δίδουσιν ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γίνωσι κύριοι τῆς γῆς, δηλαδὴ ἀγοράζουσι τὸ κτῆμα.

§278Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἐγνώριζον. Ἀντίρρησις ἐπὶ ἑκάστης προτάσεως ὑπάρχει καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ κάμητε δεκτὴν τὴν πρότασιν ἢ ὄχι. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ κάμωμεν πρότασιν, ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι οὔτε τοὺς μὲν δύναται νὰ ἀφομοιώσῃ οὔτε τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας, θὰ εἶναι δίκαιον τὸ ποσοστὸν τὸ ἀφορολόγητον νὰ τὸ αὐξήσῃ.

§279Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ οὔτε αὔξησιν φόρου ἐπιθυμῶ οὔτε ἄλλο τίποτε· ἁπλῶς εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσητε. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς κολλήγας. Ὅπως ὅμως ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 5 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 3, εἶναι μόνον εἰς τὸ χαρτὶ γραμμένον. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνωσε τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς κολλήγας, κολλῆγαι δὲ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι ὑπάρχουσιν. Ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὁ πράγματι κύριος τοῦ κτήματος. Ὁ ἰδιοκτήτης ἕνα σκοπὸν ἔχει, νὰ τσεπώσῃ τὸ ἐνοίκιον, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα ἀδιαφορεῖ. Οἱ ἰδιοκτῆται θὰ καταδολιεύωνται τὸν νόμον καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ χωρικοὶ θὰ πληρώνωσιν 9½%.

§280Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Προβλέπει περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον.

§281Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ κάμνω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔκαμον, περὶ ἀπαλλαγῆς ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ ὑπόκεινται εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τῆς συγκομιδῆς καὶ τῆς καλλιεργείας καὶ αἱ δαπάναι αὗται βαρύνουσιν αὐτοὺς καὶ μόνον. Εἶναι ἑπομένως δίκαιον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαμβάνουσι παρὰ τοὺς καρποὺς τῆς ἐργασίας των, νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς, οἱ δὲ ἀπολαμβάνοντες τὸ καθαρὸν εἰσόδημα δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Πιστεύω ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν θὰ εἶναι ἐν τελείᾳ γνώσει τοῦ συστήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ διατελοῦσι. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστηθῆτε, καίτοι γνωρίζω ὅτι πρὸς κέντρα λακτίζω, νὰ δεχθῆτε καὶ τὴν πρότασιν ἡμῶν.

§282Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν θὰ μείνωσιν εἰς τὴν ἱστορίαν, διότι οὔτε οἱ στενογράφοι ἀκούουσιν οὔτε ἄλλος τις. Παρακαλῶ νὰ ἔλθητε ἐγγύτερον.

§284Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐν Ἄρτῃ ὑπάρχουσι χωρία, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης λαμβάνει 30% ἐκ τοῦ παραγομένου ποσοῦ, μένουσι δὲ εἰς χεῖρας τοῦ καλλιεργητοῦ 70%. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως τοῦ ἄρθρου 3, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει:) «Ἄν δὲ ὁ σπόρος καταβάλληται ὁλόκληρος κλπ.».

§285Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν τριάκοντα καὶ κατόπιν θὰ ἀφαιρέσητε 3 Χ 21.

§286Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τριάκοντα τοῖς ἑκατόν.

§287Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἑβδομήκοντα τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ 30% ἀπὸ τὸν ἄλλον.

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κ. Χριστίδου ἀποσύρεται. Ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Συγγούρη ἔχει περιληφθῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποσύρεται. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἤδη τοῦ κ. Νέγρη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Νέγρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν Δ. Μπούσδρα, Ν. Γαρδικιώτου καὶ Κ. Παπακυρίτση. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων Ν. Γαρδικιώτου, Ν. Καρᾶ κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).

§289Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔχω καθῆκον, καίτοι περιμένω διαμαρτυρίας πανταχόθεν, διότι εἶναι καταπεπονημένη ἡ Βουλή, ἔχω καθῆκον, λέγω, νὰ ὑποδείξω ὅτι ἐκ πλάνης αἱ διαβαθμίσεις τῆς φορολογίας δὲν εἶναι ἀνάλογοι καὶ ἴσαι, καὶ ἰδοὺ διατί. Τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ἐκ τοῦ μισθοῦ του θὰ καταβάλληται κλπ...» Τὸ μίσθωμα εἶναι πρόσοδος καθαρά. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς μίαν πρόσοδον τὸ ἥμισυ εἶναι δαπάνη, τὸ δὲ ⅙ εἶναι σπόρος, διὰ τοῦτο ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἑπομένως οὔσης καθαρᾶς τῆς προσόδου ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ τὸ μίσθωμα πρὸς 8%. Ἀφ’ ἑτέρου φορολογεῖται τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν μισθωτὴν πρὸς 4%, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ 30%, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 φορολογεῖται ἡ ἀκαθάριστος πρὸς 5%, ἀφαιρουμένου τοῦ 20, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς 4%. Φορολογεῖται σχεδὸν ὁμοίως ἡ πρόσοδος τοῦ μισθωτοῦ, ὁ ὁποῖος δίδει μίσθωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ⅓. Ὅταν εἰς τὸν ἐπίμορτον καλλιεργητὴν καταβάλλῃ ζημίας ὁ καλλιεργητής, δίδει τὸ ⅓, τὸ λεγόμενον τριτάρι.

§290Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὅταν καταβάλλῃ ὁ καλλιεργητὴς τὴν ζημίαν, τῷ δίδει τὸ ⅓ ὡς μίσθωμα.

§291Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ μοιράσῃ τοὺς καρπούς. Λέγω ὅτι τὸ μίσθωμα κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν σχέσεων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τί θ’ ἀναλογῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος τὸ προσδιορίζει ἐκ τῶν προτέρων, διὰ νὰ εἶναι ὡρισμένον καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποχρεοῦται ὁ μισθωτὴς νὰ μεταβαίνῃ νὰ τὸ λαμβάνῃ ὁ ἴδιος. Ὅταν λοιπὸν δοθῇ τὸ ⅓ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ κτήματος, καταντᾷ, ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος νὰ ἔχῃ τὸ τρίτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἐπ’ ἰδίου κτήματος καλλιεργήσας.

§292Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος.

§293Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Βεβαίως.

§294Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονισθῇ ἡ πρόσοδος. Ἡ ἔκτασις, περὶ τῆς ὁποίας κάμνετε λόγον, εἶναι ἡ ἔκτασις μὲ τὸ τριτάρι. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ὁ μὲν ἰδιοκτήτης φορολογεῖται μὲ 7%, ὁ δὲ καλλιεργητὴς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 20% φορολογεῖται μὲ 4%.

§295Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Δὲν εἶναι ἀναλογία αὐτή. Ὁ καλλιεργητὴς ὁ καλλιεργῶν ἐπὶ ἰδίου κτήματος νὰ πληρώνῃ 7%· διότι ἐπὶ μισθῷ καλλιεργῶν ἔχει πρόσοδον καθαρὰν τὸ 3% δὲν θ’ ἀφαιρεθοῦν μόνον αἱ δαπάναι καὶ ὁ σπόρος, ἀλλὰ καὶ τὸ μίσθωμα. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω αὐτό, ὅτι πρέπει πάντοτε ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον.

§296Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποβλέπω εἰς τίποτε ἀπολύτως. Ἀποβλέπω εἰς τὴν φορολογίαν ἐπ’ ἐκτάσει.

§297Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὥστε, καὶ ἄν ποτε δὲν ἔχῃ καθαρὰν πρόσοδον, οὐδόλως θὰ τὸν φορολογήσητε;

§298Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ συνεζητήθη ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου.

§299Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὥστε, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καθαρὰ πρόσοδος, θὰ τὸν φορολογήσητε.

§300Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως.

§301Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.

§302Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Εἰς τὰ μεγάλα κτήματα γίνεται διάκρισις· εἰς τὰ πρὸς βοσκὴν δι’ αὐτὰ πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης, ἐνῷ δὲν ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε. Ἐδῶ δὲν γίνεται διάκρισις. Ἑπομένως θὰ πληρώνῃ καὶ τὸν φόρον τοῦ 7%.

§303Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ εἷς φόρος μὲ τὸν ἄλλον;

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη ἀποσύρεται, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Συγγούρη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση ἀπορρίπτεται. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαποστόλου μετατίθεται εἰς τὸ 5ον ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§305Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Νὰ διορθωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται πᾶσα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συμφωνία κτλ....).

§306Δ. ΜΑΝΘΟΣ. Πῶς θ’ ἀνατραποῦν συμφωνίαι γενόμεναι πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ; Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἰσχύσῃ τὸ μέτρον τοῦτο· δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν.

§307Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πολὺ καλά. Νὰ διορθωθῇ οὕτω.

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀ. Παπαποστόλου ἀποσύρεται. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀ. Θεοδωρίδου ἀπορρίπτεται, αἱ δὲ τροπολογίαι τῶν κυρίων Χριστίδου καὶ Νέγρη ἀποσύρονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 5 ἄρθρον). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§309Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Γίνεται μεταβολὴ τις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Ὁ φόρος διὰ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν ἀναβιβάζεται εἰς 7%, τὸ δὲ κατώτατον ὅριον τῆς φορολογίας εἶναι 60 λεπτά.

§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἀπορρίπτεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ἀπορριπτομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Νέγρη). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).

§311Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοὐλάχιστον εἰς 8%. Συντρέχουσι σπουδαιότατοι λόγοι ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσοστόν, διότι οἱ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ διαμένοντες καὶ μὴ ἔχοντες μόνιμον ἐγκατάστασιν ὠφελοῦνται ἅπασαν τὴν διαφορὰν τοῦ φόρου· οὕτως ὥστε ἐπὶ 100,000 ὀκάδων σίτου λαμβάνουσι 10,000 δραχμῶν. Ὅταν ζητήσητε παρ’ αὐτῶν ὅσα ζητεῖτε ἤδη, δὲν θὰ πληρώσωσιν οὔτε πολλοστημόριον, ἐνῷ, ἂν εἶχον τὸ κτῆμα εἰς ἕτερον Κράτος, δὲν θὰ ὠφελοῦντο τὸ 8%, τὸ ὁποῖον ὠφελοῦνται διὰ τοῦ δασμοῦ. Μὴ κατοικοῦντες ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔμμεσον φορολογίαν καὶ αὐξάνουσι τὰ εἰσοδήματά των εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅταν μάλιστα ἔχωμεν τοὺς βαρεῖς φόρους τῆς ἐλαιοδεκάτης, καθ’ οὓς πληρώνονται 10% ἐπὶ τῆς ἀνεκκαθαρίστου προσόδου, καὶ τὸν βαρὺν φόρον τῆς σταφίδος, εἶναι δικαιότατον ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ἵνα δυνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μελετῶν τὰ πράγματα, νὰ παράσχῃ ἀνακούφισιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰς ἄλλας τάξεις.

§312Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἐπιβάλωμεν ἀμέσως τοιαύτην φορολογίαν· ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ 3% καὶ βλέπομεν. (Ψηφίζεται τὸ 8 ἄρθρον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).

§313Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη τελευταῖον. Τὸ 2% τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἡ Κυβέρνησις μεταβάλλει εἰς 1½, ὅπερ θὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν, καὶ εἰς ½%, ὅπερ διατίθεται ὑπὲρ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ τὸ ὁποῖον ἵδρυμα θὰ παρέχῃ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς μηχανὰς γεωργικάς, ζῶα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ δίδωνται ἐπὶ πιστώσει, Τὸ ἵδρυμα οὕτως αὐτὸ θ’ ἀποβῇ εὐεργετικὸν διὰ τὴν γεωργίαν.

§314Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω ἐγὼ ἰδικιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτὸ ἦτο πρότασις ἰδική μου. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ 1% ἀντὶ τοῦ ½.

§315Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.

§316Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§317Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀρκετὰ αὐτά.

§318Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν.

§319Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ δημόσιος φόρος ὡρίσθη νὰ εἰσπράττηται ἢ εἰς εἶδος ἢ εἰς χρῆμα· θὰ ἠδύνασθε νὰ ὁρίσητε ὅτι θὰ εἰσπράττηται εἰς χρῆμα καὶ ὁ δημοτικός.

§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ὑποβαλόντων τροπολογίας, ἂν δηλώσω ὅτι ἀποσύρονται πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβεβλημέναι ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς βεβαιώσεως, ὡς ἐκλιπόντων τῶν ἄρθρων. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης καλεῖται νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.

§321Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν, καθ’ ἣν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὰ καθαρῶς μεταγωγικὰ καὶ φορτηγὰ ζῶα, τῶν ὁποίων ἔτυχε νὰ γίνῃ χρῆσις καὶ ὡς ἀροτριώντων.

§322Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὅλοι ἐδήλωσαν ἐφέτος διὰ τὸν δημοτικὸν φόρον· ὥστε οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία.

§323Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Οἱ Λευκάδιοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Στερεὰν δι’ ὀλίγου χρόνου, θὰ πληρώνωσι τὸν βαρὺν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.

§324Χ. ΚΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὅλα τὰ δίχηλα, οἱ βούβαλοι καὶ οἱ βόες εἶχον πάθει ἀπὸ νόσον, ἠναγκάσθησαν δέ, ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ μεταχειρισθῶσι, νὰ ζεύξωσι καὶ ἵππους καὶ ἡμιόνους δι’ ὀλίγον χρόνον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον, ἐπειδὴ ἐπί τινας ἡμέρας ἕνεκα ἀνωτέρας ἀνάγκης ἠναγκάσθησαν νὰ ζεύξωσι τοὺς ἵππους, νὰ πληρώνωσι φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν.

§325Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν.

§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σκιαδαρέση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 11, 12, 13, 14 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15).

§327Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς τροπολογίας μου παρακαλῶ νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ καλλιεργηταί, οἱ ὁποῖοι ἐκ Λευκάδος μεταβαίνουν εἰς τὰ κτήματα τῆς Εὐρυτανίας μὲ τοὺς εἰς Θεσσαλίαν μεταβαίνοντας· νὰ καταβάλλωσι δηλ. τὸν φόρον οἱ κύριοι τῶν κτημάτων, δικαιούμενοι νὰ στρέφωνται, εἶτα κατὰ τῶν καλλιεργητῶν.

§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σκιαδαρέση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 18).

§329Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ διάταξις ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκυρωθῇ ἡ διάταξις συμψηφίζεται τὸ πληρωθέν.

§330Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι πολὺ ὀρθὴ καὶ εὔλογος.

§331Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Νὰ τεθῇ ὅτι ἀποδίδονται τὰ εἰσπραχθέντα.

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ· «τὰ δὲ εἰσπραχθέντα ἀποδίδονται».

§333Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).

§334Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ «ἐφάπαξ» παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ.

§335ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).

§337Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· αἱ ποιναὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ ὁρισθῶσιν;

§338Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου καὶ ὡρίσθη ὅτι αἱ ποιναὶ θὰ εἶναι πταισματικαί, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ἀμφιβολία ὅτι δύνανται νὰ ὁρισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.

§339Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βεβαίως.

§340Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν τὸ σύστημα θὰ εἶναι ἑνιαῖον ἢ διάφορον κατὰ γεωγραφικὰ ὅρια.

§341ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ σύστημα δύναται νὰ εἶναι διάφορον, ἀλλὰ πάντως κατὰ τάξεις κτημάτων, ὄχι κατὰ γεωγραφικὰ ὅρια.

§342ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐλλείπουσι, κύριε Ὑπουργέ, δύο λέξεις ἐνταῦθα, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι εἴχετε δηλώσει ὅτι ἀποδέχεσθε. Νὰ προστεθῇ δηλ. «καὶ Καστάνια τοῦ δήμου Μελιτίνης».

§343Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα νὰ προστεθῶσι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 20).

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Φλαμῆ περὶ προσθήκης ἄρθρου 21.

§345Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, διὰ νὰ τὴν φέρω ὡς πρότασιν νόμου.

§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων).

§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7ῃ πρωινῇ).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 128.
2Τῆς 1 Ἰουλίου 1911
3(Παρασκευή)
4Προεδρία Ν. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 6 καὶ 10′ μ. μ.
6ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125 Βουλευτῶν).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
8τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν:
91) Οἱ κάτοικοι Σαμπαλῆ ζητοῦν βοήθημα, ὡς κατα-
10στραφέντων τῶν προϊόντων αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀρουραίων·
112) Οἱ κάτοικοι Λασποχωρίου ζητοῦν βοήθημα διὰ τὸν
12αὐτὸν λόγον·
133) Οἱ κάτοικοι Ἄνω Ὀρφανῶν ὁμοίως·
144) Οἱ κάτοικοι Καϊσλὰρ ὁμοίως·
155) Οἱ κάτοικοι Σοῦπι τῆς Καρδίτσης ὁμοίως·
166) Οἱ ἐν Ἁλμυρῷ πρόσφυγες ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ
17περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων νομοσχεδίου·
187) Ὁ ἐν Κυπαρισσίᾳ δικηγόρος Σ. Δ. Ἀναγνωστόπου-
19λος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τῶν ἀνακοπτόντων φυγοποίνων·
208) Ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος Ναυπλίου παρακαλεῖ, ὅπως
21τὸ ἐκεῖ τελωνεῖον προαχθῇ εἰς αʹ τάξεως·
229) Ὁ λαὸς Ἀρακυνθίων παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ
23ἡ κατασκευὴ σούμας πρὸς ἰδίαν χρῆσιν δι’ ἀμβύκων 40
24ὀκάδων·
2510) Οἱ κάτοικοι Μεσσήνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ
26ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Φ. Βακαλοπούλου περὶ ὑδραυλικῶν
27ἔργων Παμίσου·
2811) Ὁ γεωργικὸς σύλλογος Φθιώτιδος παρακαλεῖ, ὅπως
29μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσο-
30δήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν.
3112) Ὁ λαὸς Δύμης παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐνερ-
32γήσῃ παρὰ τῇ Προνομιούχῳ καὶ ἱδρυθῶσιν ἐν Κάτω Ἀχαΐᾳ
33ἀποθῆκαι σταφιδοκάρπου.
3413) Ὁ κατάδικος φυλακῶν Χαλκίδος Δ. Ζαχαριᾶς ζητεῖ
35ἀπονομὴν Β. χάριτος.
3614) Οἱ ἐκ Φθιώτιδος μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ζητοῦ-
37σιν, ὅπως ἀποσυρθῇ πᾶν περὶ «Ἀμοιβαίας» νομοσχέδιον.
3815) Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Πτελεατῶν ἐν συλλαλητηρίῳ
39συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἀνορθωτικόν της ἔργον
40καὶ ἀποδοκιμάζει πάντα ἀντιδρῶντα.
41Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Βουρλούμης
42ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαγρα-
43φῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ
44παρελθουσῶν χρήσεων» ὡς καὶ ἑτέραν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
45«περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφει-
46λομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ἐν τοῖς ἄρθροις 6 καὶ 8».
47Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Θ. Παπαϊωάν-
48νου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀρ-
49γανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου».
50Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Ἠλιόπουλος
51ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπλη-
52ρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος».
53Ἅπαντα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
54(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
55Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
56Ἡμερησίαν Διάταξιν
57Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ
58προτάξεως πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύ-
59σεως τῆς πόλεως Καλαμῶν». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προ-
60ταχθῇ;
61§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
62§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
63ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν».
64(Ἐρωτωμένη ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρόταξιν καὶ ψηφίζει
65τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἄρ-
66θρον καὶ κατὰ σύνολον).
67§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
68δίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ
69Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ
70ἔτους 1910 ἐκ δραχ. 756,891.87».
71Ὁ κ. Ἰ. Ἀθηνογένης ἔχει τὸν λόγον.
72§5Ι. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐφιστῶ τὴν προ-
73σοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως,
74ἣν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἐπὶ τοῦ προ-
75κειμένου νομοσχεδίου.
76Ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως ποιεῖται τὴν παρατήρησιν
77ὅτι «ἐκ τῶν ζητουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τι-
78νὲς μὲν προέρχονται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς κειμένων νόμων,
79ἄλλαι δὲ ἐκ γενομένων προμηθειῶν καὶ παραγγελιῶν καθ’
80ὑπέρβασιν τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων καὶ ὅτι ζητοῦνται
81νῦν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν ἀναληφθει-
82σῶν ἤδη ὑποχρεώσεων».
83Ἐπιλέγει δὲ ὀρθότατα ἡ ἔκθεσις ὅτι «ὁ τρόπος οὗτος,
84ὅστις συχνάκις ἐφηρμόζετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀντιβαίνει
85ὁλοσχερῶς εἰς τὸ πνεῦμα τῶν παρ’ ἡμῖν ἐν ἰσχύι λογιστικῶν
86διατάξεων» καὶ συνιστᾷ, ὅπως ληφθῇ τάχιστα νομοθετικὴ
87πρόνοια περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ γένηται ἀνάληψις
88ὑποχρεώσεων παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρᾶξις ἥτις εἶναι σπου-
89δαιοτέρα σχεδὸν καὶ τῆς πληρωμῆς, ἡ ὁποία μόνη ὑπάγε-
90ται παρ’ ἡμῖν εἰς τοσαύτας διατυπώσεις».
91Ἀνῆλθον, Κύριοι, τὸ βῆμα, ἵνα ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ
92Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν,
93ὅπως, ἐὰν ἀποδέχηται τὰς συστάσεις τῆς ῥηθείσης ἐπιτρο-
94πῆς, λάβῃ κατὰ Ὀκτώβριον τὴν προσήκουσαν νομοθετικὴν
95μέριμναν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπερ κατὰ τὴν
96κρίσιν μου εἶναι σπουδαιότατον. Ἐγώ, ἀτομικῶς, εἶχον
97ὑποβάλει τῇ 3 Μαΐου ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βου-
98λῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ
99Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τροπολογίαν καθ’ ἣν ἡ ἐξακρίβω-
100σις τῆς νομιμότητος τῶν ὑπὸ τῶν διατακτῶν ἀναλαμβανο-
101μένων ὑποχρεώσεων τῶν συνεπαγομένων δαπάνην ἀνετί-
102θετο, συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Ἰταλίᾳ κρατοῦντα, εἰς τὸ Συνέ-
103δριον τὸ Ἐλεγκτικόν. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐθεώ-
104ρησεν ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ἦτο ἐπάναγκες νὰ περιλη-
105φθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἠδυνήθην δὲ ἀτυχῶς τότε, ὡς
106ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη τὸ 98 ἄρθρον τοῦ Συντά-
107γματος, νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἐπ’ αὐτοῦ
108τροπολογίαν μου. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ, ὡς ἐγώ,
109τὴν γνώμην ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν τοῦ πλήρους προ-
110ληπτικοῦ ἐλέγχου τῶν δημοσίων δαπανῶν θέλει ἀποβῆ ἐπω-
111φελὴς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δύναται καὶ ὀφείλει,
112ἀφοῦ καλῶς βασανίσῃ τὰς συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
113Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐμὴν πρότασιν, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς
114τὴν Βουλὴν τὸ κατάλληλον νομοθέτημα, δι’ οὗ θέλουσι τεθῆ
115ἐν ἐφαρμογῇ αἱ ἰδέαι, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω σήμε-
116ρον πρὸς ὑμᾶς ἐν πάσῃ συντομίᾳ.
117§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἄξιον πολ-
118λῆς προσοχῆς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θίγετε. Εἶναι ἄξιον ὅμως
119καὶ μελέτης.
120§7Ι. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ λέγω ὅτι μέχρι τῆς
121ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατ’ Ὀκτώβριον,
122ὑπάρχει χρόνος ἐπαρκὴς πρὸς μελέτην τοῦ πράγματος.
123(Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἰς αʹ συζήτησιν.
124Ψηφίζονται εἶτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ
125ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια·
1261ον) «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξό-
127δων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ
128ἔτους 1911 πιστώσεως διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐν Κωνσταντι-
129νουπόλει πρεσβευτικοῦ μεγάρου τοῦ ἔτους 1911».
1302ον) «Περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχ. 60,000 τοῦ πρὸς τὸ
131εἰδικὸν ἀρχαιολογικὸν ταμεῖον χορηγουμένου ποσοῦ ἐκ τῶν
132εἰσπράξεων τοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρ-
133χαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος Λαχείου».
134Παραπέμπονται ἀμφότερα ταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ
135Προϋπολογισμοῦ.
136Καὶ 3ον) «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς
137ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
138Ἀμύνης».
139§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσ-
140λήψεως ἑνὸς τοπογράφου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων
141ἔργων».
142(Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον).
143§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
144καιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
145Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συντάξεως τῶν δικαστικῶν
146ὑπαλλήλων». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφι-
147ζόμενον κατ’ ἀρχὴν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
148(Ψηφίζεται συναινέσει τῆς Βουλῆς κατ’ ἀρχὴν τὸ νομο-
149σχέδιον καὶ παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν σχηματισθεῖσαν ἐκ
150τῶν βουλευτῶν κυρίων Χαρ. Βοζίκη, Θρασ. Πετμεζᾶ, Ἀ.
151Πετρομανιάτου, Ἰωάννου Τσιριμώκου καὶ Ἰωάνν. Μπακο-
152πούλου).
153§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ σχε-
154δίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν
155σπειρομένων γαιῶν».
156Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον.
157§11ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ κριθῇ ἀκρι-
158βῶς καὶ ὁλοκληρωτικῶς ἄνευ τοῦ συνδυασμοῦ του πρὸς τὴν
159ὑπάρχουσαν φορολογίαν.
160Ἂν κατηργήθη ἡ δεκάτη, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνήρχετο
161εἰς 50–60 ἑκατομμύρια, εἶναι αὐτόχρημα ἔγκλημα ν’ ἀνα-
162συσταθῇ, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπερέβη τὰ 140 ἑκατομμύ-
163ρια. Ποσοστὸν τῶν ἑκατομ. αὐτῶν ἀνήκει καὶ εἰς τὴν φορο-
164λογίαν τῶν χωρικῶν· καταργεῖται ἡ δεκάτη, ὅτε ὁ χωρικὸς
165ἐπλήρωνεν ἐπὶ τῆς γενικῆς φορολογίας ὀλίγα· ἀνασυνιστᾶ-
166ται, ὅτε πληρώνει εἰς τὴν γενικὴν φορολογίαν τετραπλά-
167σια. Ἐζητήθη εἰς τὴν κατάργησιν ἡ ἀνάκτησις τῆς ἐλευ-
168θερίας τοῦ χωρικοῦ, καὶ ὅτε συνήθισεν εἰς ταύτην ἐπι-
169βάλλεται ἡ δουλεία τῆς βεβαιώσεως. Ἡ βεβαίωσις εἶναι ἡ
170δεκάτη· ἔστω καὶ ἂν 1% ἐπιβληθῇ ὡς φόρος· ἀλλ’ ἡ βε-
171βαίωσις τάχιστα θὰ συνδυασθῇ καὶ πρὸς τὴν αὔξησιν, ὅταν
172ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς νέας φορολογίας, τὸ ποσὸν ταύτης εἶναι
173ζήτημα χρόνου. Θέλουν ἰσότητα μεταξὺ ἀστικοῦ καὶ χω-
174ρικοῦ, ἀφοῦ κατέβαλον διὰ φορολογίας τοῦ ἀστικοῦ πλη-
175θυσμοῦ, ἀφοῦ ἐξήντλησαν ὅλα του τὰ κέρδη, ἔρχονται νὰ
176ἐπιβάλλουν φορολογίαν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι κέρδη,
177διότι ὁ γεωργὸς δὲν ἔχει κέρδη, ἔχει μόνον τὸ προϊὸν τῆς
178ἐργασίας του, ἀμειβόμενος ὀλιγώτερον, πολὺ ὀλιγώτερον
179τοῦ ἐργάτου τῆς πόλεως· ἂν κατεβλήθη οὗτος, πῶς θ’
180ἀντίσχῃ ἐκεῖνος; Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης πρέ-
181πει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ βίος τοῦ χωρικοῦ, τοῦ κυρίως χωρικοῦ,
182δὲν ἐξυψώθη οἰκονομικῶς. Ἴσως διὰ τῆς συγκοινωνίας ἀνέ-
183πτυξε χρείας καὶ κατέστη δυστυχέστερος, ἀλλ’ ἡ παρα-
184γωγή του παρέμεινεν ἡ ἰδία· ἔχει νῦν βάρη τέως ἄγνωστα
185καὶ πλειότερα. Ποῦ θὰ θέσητε τὴν φορολογίαν; Ἰσότης
186φορολογίας εἶναι μεταξὺ ἰσοδυνάμων. Ἀλλ’ οἱ ἀστικοὶ
187πληθυσμοὶ εἶναι ἰσχυρότεροι τῶν χωρικῶν. Ἀφοῦ δὲν φο-
188ρολογεῖτε τὴν ἐργασίαν εἰς τὰς πόλεις, κατὰ μείζονα λόγον
189δὲν πρέπει νὰ φορολογήσητε τὴν ἐργασίαν τοῦ γεωργοῦ.
190Ἐνδιαφέρει νὰ τεθῶσιν ἐκποδὼν τὰ φορολογικὰ προσκόμ-
191ματα, ἅπερ ἀπεμάκρυνον ἐκ τῆς ἀγροτικῆς βιομηχανίας
192ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποπειραθῶσι νὰ
193καθιερώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν διάνοιαν καὶ δραστηριότητά
194των, καὶ οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συλ-
195λέξωσι τὸ νόμιμον κέρδος τῶν ἐπιχειρήσεών των. Ἅπαντα
196τὰ ἔθνη τείνουν εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ ἐγγείου φόρου· παρ’
197ἡμῖν, ὅπου ἡ Πολιτεία οὐδέποτε ἐμερίμνησε πρὸς προστα-
198σίαν τῆς γεωργίας, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει φορολογίας ἐπ’
199αὐτῆς, διότι θὰ ἐφορολόγει τὸ κεφάλαιον, τὸν ἱδρῶτα τοῦ
200γεωργοῦ. Ποῦ ἡ προστασία τῆς κινητῆς περιουσίας, ἥτις
201θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐφαρμογὴν ὀργάνων τελειοτέρων καὶ λι-
202πασμάτων ἰσχυροτέρων; Ποῦ αἱ ἐμπορικαὶ συνθῆκαι πρὸς
203κατανάλωσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ τῶν προϊόντων τῆς γεωρ-
204γίας; Ποῦ ἡ ἀποξήρανσις τῶν τελμάτων, δι’ ἧς καὶ ἡ ἔκ-
205τασις τῆς παραγωγικῆς ἐπιφανείας καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς
206ἀγροτικῆς παραγωγῆς θὰ ηὐξάνετο; Οἱ κοινωνικοὶ μηχα-
207νισμοὶ δὲν ἀνανεοῦνται μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν ὅπως τὰ βιο-
208μηχανικὰ ἐργαλεῖα. Ἐπὶ τῶν φόρων ἰδίως δὲν πρέπει ν’
209ἀνατρέψωμεν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Πασκὰλ τὰς ὑπαρ-
210χούσας συνηθείας. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν πειράματα ἀνα-
211τομίας ἐπὶ ζώντων σωμάτων, ἔλεγεν ὁ Νέκερ.
212Διατί νὰ μὴ ἔχωμεν ἕνα Ῥοβέρτον Πήλ, ἐρχόμενον ν’
213ἀποδείξῃ εὐγλώττως εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐξανομένης τῆς
214εὐμαρείας τοῦ ἐργάτου καὶ καθισταμένης τῆς ἐργασίας
215του πλέον δραστηρίου ἐπιτελεῖται ἔργον φιλανθρωπίας
216ἐξασφαλίζον εἰς τὴν βιομηχανίαν νέον στοιχεῖον ἐπιτυχίας;
217Αὐξάνοντες τὴν εὐδαιμονίαν τῶν πολυαρίθμων τάξεων, ἐξα-
218σφαλίζοντες διὰ τῆς εὐθηνίας τῆς καθημερινῆς τροφῆς τὴν
219δύναμιν τοῦ ποιεῖν καθ’ ἑκάστην οἰκονομίαν τινά, καθιερω-
220μένην εἰς ἄλλας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται σήμερον
221ἐν ὑστερήσει, ἀναβιβάζομεν ἐκ τῶν κατωτάτων στρωμά-
222των χιλιάδας νέων καταναλωτῶν διὰ τὰ προϊόντα τὰ μέχρι
223σήμερον εἰς αὐτοὺς ἀπρόσιτα. Ἡ κατάργησις φόρου τινὸς
224δὲν εἶναι διὰ τὸ Δημόσιον ξηρὰ ἀπώλεια, διότι ἡ οἰκονο-
225μία, ἣν ὁ φορολογούμενος πραγματοποιεῖ οὕτως ἐκ τῆς ἀπο-
226κτήσεως τοῦ ἀκεραίως ἀπελευθερωθέντος προϊόντος, τῷ ἐπι-
227τρέπει νὰ κάμῃ εὐρυτέραν κατανάλωσιν ἄλλων ἐπιβεβα-
228ρημένων προϊόντων· ἐπὶ παραδείγματι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπὶ
229τῆς σακχάρεως φόρου δὲν θὰ εἶχε μόνον ἀποτέλεσμα τὴν
230ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ηὔξανεν
231ἐπαισθητῶς τὸ ποσὸν τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς
232τοῦ καφέ. Ὑπάρχουσι πηγαὶ εἰσφορῶν, αἵτινες διατηροῦσι
233τὴν γονιμότητά των διὰ τὸ Δημόσιον μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον
234δι’ αὐτὸ νὰ μὴ ἀντλῇ ἀφθόνως καὶ νὰ μὴ στειρεύῃ οὕτω
235τοὺς ῥύακας τῆς βιομηχανίας, ἣν αὗται τροφοδοτοῦσιν. Ὑ-
236πάρχουσι τρόποι εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἐξ ὧν τὸ Κράτος
237πρέπει νὰ παραιτηθῇ πρὸς τὸ ἴδιόν του συμφέρον μᾶλλον
238παρὰ ἐν ὄψει ἱκανοποιήσεως τῶν φορολογουμένων καὶ ἀνα-
239κουφίσεως αὐτῶν, καθόσον οἱ τρόποι οὗτοι τῆς εἰσπράξεως
240παρασύρουσι μεγίστην ἀπώλειαν τῶν οἰκονομικῶν δυνά-
241μεων τοῦ τόπου, διὰ τῆς ταραχῆς τῶν ὁποίων ῥίπτουσιν εἰς
242τὰς γεωργικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐργασίας διὰ τῶν λεπτομε-
243ρῶν καὶ στενοχώρων διατυπώσεων, δι’ ὧν αὗται περιβάλ-
244λουσι τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, διὰ
245τῶν βραδυτήτων, ἃς αὗται ἐπιφέρουσιν εἰς τὴν κίνησιν καὶ
246λειτουργίαν τῶν συναλλαγῶν. Ἡ τέχνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
247Οἰκονομικῶν, ἔλεγε δημοσιολόγος τις Ἄγγλος, συνίσταται
248νὰ λαμβάνῃ τὸ maximum τοῦ ἀργυρίου, προξενῶν τὸ
249minimum τῆς δυσαρεσκείας.
250Πῶς νὰ λησμονήσωμεν τῳόντι ὅτι αἱ μεγάλαι ἐπανα-
251στάσεις δὲν εἶχον ἄλλην καταγωγὴν εἰμὴ τὸ ἐλάττωμα τῆς
252κατανομῆς καὶ τῆς εἰσπράξεως ἢ τὴν ὑπερβολὴν τῶν φό-
253ρων, οἵτινες ἐπεβάρυνον τὸν λαόν;
254Ὁ πόλεμος τῆς χειραφετήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολι-
255τειῶν κατὰ τὸν προτελευταῖον αἰῶνα δὲν ὑπῆρξεν ἐπιχεί-
256ρησις ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν φόρων μᾶλλον παρὰ κατὰ τῶν
257καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας; Ὁ λαὸς δὲν ἐπανεστάτησε τῷ
2581789 κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος μᾶλλον παρὰ κατὰ
259τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας; Ἡ ἀκρίβεια τῶν σιτηρῶν ἡ ἐπελ-
260θοῦσα ἐκ τῆς κακῆς παραγωγῆς τῷ 1847, ἡ ἐπαυξηθεῖσα
261ἐκ τῶν προσκομμάτων, ἅπερ ἡ κινητὴ κλῖμαξ ἔθετεν εἰς
262τὴν εἰσαγωγὴν τῶν προωρισμένων νὰ καλύψωσι τὸ ἔλ-
263λειμμα, ὑπῆρξε ξένη εἰς τὴν πτῶσιν τῆς μοναρχίας τοῦ
264Ἰουλίου; Ἐὰν μοὶ ἐπαρουσίαζον ἕνα Προϋπολογισμόν, ἔλε-
265γεν ὁ Μωγέττα, χωρὶς νὰ μοὶ εἴπωσιν εἰς ποῖον ἔθνος ἀνή-
266κει, θὰ ἠδυνάμην ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν ἐν αὐτῷ θεσμῶν νὰ
267ἐξαγάγω ποῖοι εἶναι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ καὶ οἱ ἀστικοὶ
268νόμοι, οἵτινες διέπουσι τὸν τόπον τοῦτον. Ἀναμφιβόλως ἡ
269ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ ἔχει πολλὰς ἀπόψεις, ἀλλ’ εἶναι
270ἀληθὲς νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ πρόοδοι, ἃς αἱ κοινω-
271νίαι πραγματοποιοῦσιν, ἐξασκοῦσι μέγα μέρος εἰς τοὺς
272προορισμούς των καὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὁ ὅρος
273τοῦ πλείστου τῶν ἄλλων προόδων.
274Ἡ πρώτη ἐνασχόλησις παντὸς νομοθέτου, ὁ ὁποῖος θέλει
275νὰ τροποποιῇ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους, πρέπει νὰ εἶναι ἡ
276ἀνακούφισις τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργασία δὲν εἶναι ὁ ἀρχικὸς
277καὶ θεῖος νόμος τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς δια-
278ταγῆς τῆς θείας προνοίας, ἥτις μᾶς κατεδίκασε νὰ κερδί-
279ζωμεν τὸν ἄρτον μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ μετώπου μας; Ὁ ἀλη-
280θὴς ἀνεξάντλητος πλοῦτος τοῦ τόπου δὲν συνίσταται εἰς
281τὴν ἐργασίαν ἑκάστης ἡμέρας καὶ ἑκάστου τῶν κατοίκων
282του; Τὴν ἐργασίαν λοιπόν, τὸν μισθὸν καὶ τὸ γεωργικόν,
283βιομηχανικὸν καὶ ἐμπορικὸν κέρδος πρέπει πρὸ παντὸς νὰ
284σεβασθῶμεν καὶ νὰ κανονίσωμεν μετὰ προσοχῆς, ν’ ἀναπτύ-
285ξωμεν, νὰ βοηθήσωμεν καὶ νὰ συνδράμωμεν κατόπιν διὰ
286καλοῦ συστήματος φορολογίας. Πρέπει ν’ ἀπέχωμεν τοῦ νὰ
287ταράξωμεν τὴν φειδὼ τοῦ τόπου, νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν μόρ-
288φωσιν κεφαλαίου, νὰ στενοχωρήσωμεν καὶ διακινδυνεύσω-
289μεν τὴν παραγωγικήν του δύναμιν.
290Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
291δὲν ὑπάρχει ὅρος τῆς ἐπιστήμης καὶ δημοσιολογίας, τὸν
292ὁποῖον δὲν ἀθετεῖ καὶ δὲν παραβιάζει τὸ σύστημα τῆς ἀπο-
293δεκατώσεως καὶ ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ προ-
294σώπου τῆς Ἑλλάδος τὸ ἄθλιον αὐτὸ σύστημα, λείψανον τῆς
295δουλείας καὶ βαρβαρότητος, ὅπερ ἐλυμαίνετο τὸ ὡραῖον καὶ
296γόνιμον ἔδαφος τῆς ὡραίας πατρίδος καὶ ἠσχήμιζε τὸ λαμ-
297πρὸν οἰκοδόμημα τῶν ἐλευθεριῶν μας, ἐθεωρήθη ὡς ὁ
298ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς προόδου καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ
299γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο ἀποδεκα-
300τίζεται ἡ ἀκαθάριστος παραγωγὴ βεβαιουμένη ἑκάστοτε
301δι’ ἐπιστασίας ἢ ἐνοικιάσεως· ὑπ’ αὐτὸ ὁ καλλιεργητὴς δὲν
302εὑρίσκει ἀποκλειστικὸν συμφέρον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς
303καλλιεργείας καὶ εἰς τὴν καταβολὴν κεφαλαίου καὶ ἐντο-
304νωτέρας φιλοπονίας πρὸς ἐπίτευξιν μεγαλειτέρων ὠφελειῶν,
305καθόσον τοὺς καρποὺς τοιούτων βελτιώσεων ἀπορροφᾷ κατὰ
306τὸ πλεῖστον ἡ ἀποδεκάτωσις· ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, τῆς
307ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως ἐγγείου φόρου, ἡ ἀγοραία ἀξία
308τῆς ἰδιοκτησίας ἐλαττοῦται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπόλλυσιν
309ὄχι μόνον μέρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ μέρος
310τῆς περιουσίας του τῆς ἀνταποκρινομένης πρὸς τὸ κεφά-
311λαιον τοῦ μέρους τούτου. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀνῆκεν εἰς
312ἐποχὰς μᾶλλον ἡμιβαρβάρους, καθ’ ἃς ἡ φύσις καὶ ὁ σκο-
313πὸς τῶν φόρων εἶναι ἄγνωστος, καὶ καθ’ ἃς ἐλλείπει ἡ
314ἐπιστήμη, ἱκανὴ νὰ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν δικαίαν καὶ κα-
315νονικὴν τῶν φόρων ἐπιβολήν. Ἀνήκει τέλος εἰς τὴν ἐποχὴν
316τῆς δουλείας τῆς πατρίδος καὶ εἶναι ἀναχρονισμός, ὃν ὀφεί-
317λομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Τί φορολογεῖται διὰ τῆς δεκάτης;
318Ὄχι ἡ καθαρὰ ἀλλ’ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Προχθὲς
319ἐψηφίσαμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ πάλιν ἀνεγνωρίσαμεν τὴν
320ἀναλογικὴν φορολογίαν πρὸς τὸ εἰσόδημα. Ἡ ἀναλογικὴ
321φορολογία πρὸς τὸ εἰσόδημα εἶναι τὸ κτηθὲν οἰκονομικὸν
322ἀξίωμα ὑπὲρ τῆς πολιτευμένης ἀνθρωπότητος, τὸ δι’ ἀγώ-
323νων αἰώνων κατακτηθὲν ἀναγνωριζόμενον ἐν πᾶσι τοῖς
324Συντάγμασιν. Ἀνεγράφη, ὄχι διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη, δι-
325ότι οὐδεὶς πλέον ἀμφισβητεῖ τὴν ἀναλογικὴν πρὸς τὸ
326εἰσόδημα φορολογίαν, ἀλλ’ ἀνεγράφη καὶ φωτοβόλος κα-
327νών, ὃν δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἐπιχειροῦντες ἐπιβολὴν
328οἱουδήποτε φόρου. Τί εἶναι ἡ δεκάτη; Ὁ κύριος τύπος τῆς
329φορολογίας, ὁ ἀναιρῶν τελείως τὸν κανόνα: ἀκαθάριστος
330πρόσοδος δὲν εἶναι εἰσόδημα, διότι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος
331εἶναι τὸ δαπανηθὲν κεφάλαιον, εἶναι ἡ ἐργασία. Κατὰ ταῦτα
332φορολογεῖτε τὰ εὔφορα ἔτη καὶ οὐχὶ τὸ εἰσόδημα. Πλήρης
333ἀνισότης φορολογίας. Κατὰ τὰ ἄφορα ἔτη δὲν φορολογεῖτε
334πλέον, ἀλλ’ ἐξοντώνετε τὸν γεωργόν. Τὸ μόνον διατυμπα-
335νιζόμενον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς δεκάτης εἶναι ὅτι «τότε
336θὰ πληρώνῃ ὁ γεωργός, ὅταν καὶ καθ’ ὅσον παράγει», ἐνῷ
337εἰς ἄλλο σύστημα, καὶ ὅταν δὲν παράγῃ, θὰ τὰ πληρώνῃ,
338εἶναι ἁπλοῦν σόφισμα. Ἡ πλήρης καταστροφὴ ἢ θεομηνία
339ἡ τελεία, προκαλεῖ τὴν παῦσιν παντὸς οἱουδήποτε φόρου.
340Ἡ μερικὴ δὲν ἀπαλλάσσει οὐδ’ ἐλαφρύνει τὸν γεωργὸν
341διὰ τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης. Ἔσπειρα 1 καὶ ἐθέ-
342ρισα 2· ἐδῶ εἶναι ἀναλόγως μεγαλειτέρα ἡ φορολογία διὰ
343τῆς δεκάτης, ἂν τὸ ἓν εἶναι τὸ κεφάλαιον δραχμῶν 100,
344θὰ λάβητε τὸ 7 ὡς φόρον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἂν ὁ σπεί-
345ρων 1 καὶ θερίζων 2 ἢ 3 χρεωστεῖ τὸ κεφάλαιον τῶν 100
346δραχμῶν αὐξανόμενον δι’ 7 δραχμῶν, ἃς ἐλάβετε ὡς φόρον,
347τὸ δὲ 2 καὶ 3 δὲν εἶναι ἀρκετὰ οὐδὲ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ
348ἐργάτου εἰς τὸ κατώτατον ὅριον νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὅταν μά-
349λιστα καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ κεφαλαίου δὲν ἐπέλθῃ, συγκεφα-
350λαιωθῇ δὲ αὕτη τὸ ἐρχόμενον ἔτος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καλλιτέ-
351ρας παραγωγῆς. Ἀπὸ τοῦ πεινῶντος καὶ τὸ ψιχίον ὡς φόρος
352δὲν εἶναι φορολογία ὑπὲρ τῆς πατρίδος, εἶναι δήμευσις διε-
353γείρουσα καὶ καθιστῶσα ἐχθρὸν τῆς Πολιτείας τὸν γεωργόν.
354Καὶ ταῦτα πάντα ἀνεξαρτήτως τοῦ συστήματος τῆς βεβαι-
355ώσεως. Ὅταν προστεθῇ καὶ αὕτη, θίγεται πλέον ἡ προσωπικὴ
356ἐλευθερία καὶ ὠθεῖται ἀκατάσχετος ὁ πληθυσμὸς πρὸς τὴν
357μετανάστευσιν, ἐξ ἧς μάτην προσπαθεῖτε νὰ τὸν ἀποθαρρύ-
358νητε, ἡ δὲ δεκάτη θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐλατήριον μεταναστεύ-
359σεως πλειότερον καὶ αὐτῶν τῶν πρακτόρων αὐτῆς. Ἡ Κρήτη
360ἔχει τὴν δεκάτην, ἀλλὰ πολὺ διάφορος εἶναι ἡ ἔννοια τῆς
361δεκάτης ἐκεῖ. Πόσον ὅμως διαφορετικὴ θὰ καταστῇ καὶ
362ἐκεῖ ἡ δεκάτη, ὅταν σὺν Θεῷ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν σὺν τῇ ἑνώ-
363σει τῶν πόθων μεθ’ ἡμῶν ὑποστῶσι καὶ τὰ ἄλλα βάρη τὰ
364ἐπιβαρύνοντα ἡμᾶς; Ἡ Κρήτη ἔχει Προϋπολογισμὸν
365400.000, πληθυσμὸν δὲ 300.000· ἑκάστη μονὰς ἑπομένως
366ἐκεῖ ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ 1/16 τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἕκαστον
367ἡμῶν βάρους ἐπὶ τῆς γενικῆς φορολογίας.
368Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν
369τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
370§12Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ
371νομοσχεδίου ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ στηριζόμε-
372νος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας καὶ σκεφθεὶς
373ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται καὶ ἐδῶ περὶ ἑνὸς εἰσοδήματος, δὲν
374ἕπεται διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι προέρχεται ἐκ τῆς γῆς,
375ὅτι πρέπει νὰ μὴ φορολογῆται. Ἐπέστησα καθ’ ὅλην τὴν μα-
376κρὰν συζήτησιν τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
377τὴν προσοχήν μου· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα, μεθ’ ὅσου ζήλου καὶ
378ἂν ἐλέχθησαν ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, ὁμολογῶ ὅτι δὲν μὲ
379ἔπεισαν νὰ μεταβάλω γνώμην ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο πρέπει
380κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς νὰ μείνῃ ἀφορο-
381λόγητον. Ἠκούσαμεν ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας τῆς
382ἐργασίας καὶ ὅτι εἶναι ἀποτρόπαιον πρᾶγμα νὰ φορολο-
383γηθῇ ἡ ἐργασία· καὶ ἐρωτῶ ἂν πᾶσα πρόσοδος φορολογου-
384μένη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐργασίας. Καὶ ἐρωτῶ διατί
385περισσότερον πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητος ἡ ἀγροτικὴ ἐρ-
386γασία ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τοῦ λιθοκόπου, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται
387νύκτα καὶ ἡμέραν μὲ τὸν μοχλὸν ἀνὰ χεῖρας, ἵνα ἐκεῖθεν
388προσπορίζηται τὸν ἄρτον του; Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πλη-
389ρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἀπαριθμήσω καὶ
390πόσοι ἄλλοι πτωχοὶ ἐργάται φορολογοῦνται διὰ τὸ προϊὸν
391τῆς ἐργασίας των. Παρεισέφρησε, φρονῶ, ἐπὶ τοῦ προκει-
392μένου, Κύριοι, πλάνη, καὶ πλάνη διττὴ διὰ τοὺς ἀντιλέ-
393γοντας, ἡ πλάνη ὅτι αἱ γεωργικαὶ πρόσοδοι τῆς γῆς καὶ οἱ
394μικρογεωργοὶ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Καὶ δεύτερον
395ὅτι ἡ δυστυχία τῆς γεωργίας προέρχεται ἀπὸ τὴν φορολο-
396γίαν τῶν προϊόντων αὐτῶν. Καὶ αἱ δύο δὲ εἶναι πλάναι με-
397γάλαι, διότι ἀκριβῶς δὲν πρόκειται νὰ φορολογηθοῦν διὰ
398τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οἱ μικροϊδιοκτῆται, ἀλλὰ πᾶν εἰσό-
399δημα τῆς γῆς προερχόμενον ἐκ τῆς γεωργίας, εἴτε μεγάλης
400εἴτε μικρᾶς. Ὅτε ὅμως οὕτως ἔχομεν δεδομένον τὸ ἐναν-
401τίον, ἐρωτῶ· διατί πρέπει νὰ ἐξανιστάμεθα κατὰ τοῦ φό-
402ρου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει μᾶλλον νὰ φορολογήσῃ τοὺς
403πλουσίους γαιοκτήμονας; Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ δεύτερον δὲν
404εἶναι πεπλανημένον; Μήπως ἡ δυστυχία τοῦ γεωργοῦ τῆς
405Ἑλλάδος ἀφορμὴν ἔχει τὸ ὅτι φορολογοῦνται οἱ δημητρια-
406κοὶ καρποί;
407Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, καιρὸν οὔτε πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν
408καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε περὶ
409τῶν ἀφορμῶν τῆς δυστυχίας τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλ-
410λάδος· εἶναι ἄπειροι αἱ ἀφορμαί, εἶναι πολλαί, ὄχι δηλ.
411διότι ἐφορολογεῖτο ἄλλοτε εἴτε μὲ τὴν δεκάτην εἴτε κα-
412τόπιν μὲ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ διότι εὑρίσκετο ὑπὸ
413τοὺς δυσμενεστάτους ὅρους, ἄνευ ὑποστηρίξεως κυβερνητι-
414κῆς, θῦμα τοκογλυφίας, ἐπιβαρυνόμενος διὰ τῶν ἐμμέσων
415φόρων τῶν τόσον ἀνίσων καὶ δυσβαστάκτων καὶ οἱ ὁποῖοι
416ἔκαμαν τὸν βίον αὐτοῦ ἀβίωτον καὶ ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ
417φεύγῃ διὰ τὴν Ἀμερικήν. Ὅλα αὐτὰ προήρχοντο ἆρά γε
418ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων; Δὲν βλέπω λοιπὸν
419δεδικαιολογημένην τὴν κατακραυγὴν αὐτήν, ὡς νὰ ἐπρόκειτο
420νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ τῆς γεωργίας διὰ τῆς φορολογίας
421αὐτῆς.
422Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, περὶ
423τούτου βεβαίως ἐλέχθησαν πολλὰ τὰ ὀρθὰ καὶ δύνανται νὰ
424ὑπάρχωσι διάφοροι γνῶμαι, ἀλλὰ κατόπιν τῆς τροποποιή-
425σεως, ἥτις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλλεται, τὸ ζήτημα
426μένει ἐκκρεμὲς καὶ δὲν ἔχει νὰ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὴν Βου-
427λήν, διότι δύναται κατόπιν νὰ εὑρεθῇ μέση ὁδός, διὰ τῆς
428ὁποίας νὰ βεβαιῶται ἀσφαλέστατα καὶ ἄνευ πιέσεων τοῦ
429φορολογουμένου ὁ φόρος αὐτός. Ὁ διὰ Β. Διατάγματος
430προσδιορισμὸς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ὡς
431ὁρίζει ἡ τροποποίησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
432ἀφορᾷ ἐν τούτοις μόνον τὴν γενικὴν εἰς εἶδος, δὲν θίγει δὲ
433ποσῶς τὴν φορολογίαν τοῦ ἄρθρου 6, δηλαδὴ τὴν φορολο-
434γίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἄρθρον 6 εἶ-
435ναι ἀνεξάρτητον καὶ θὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ
436νόμου, διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω μίαν
437τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τού-
438του, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν
439τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ στιγμήν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ προσέ-
440ξῃ. Λέγω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ βεβαίωσις
441τοῦ φόρου εἰς εἶδος, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὁρισθῇ διὰ Β.
442Διατάγματος, εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομο-
443σχεδίου σας, τὸ ὁποῖον ὁρᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσο-
444δήματος καὶ ὅτι ἐπὶ τούτου ἔχω τροπολογίαν τινά. Τί λέ-
445γει τὸ ἄρθρον 5; (Ἀναγινώσκει): «Ἐάν τις ἔχῃ μέγα
446ἀγροτικὸν κτῆμα... κλπ.».
447§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πόσα στρέμματα;
448§14ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀνέφερε χίλια.
449Τώρα ἐγένοντο πεντακόσια.
450§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ 45 ἐγένετο 55.
451§16ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀνάγνωσιν
452τοῦ ἄρθρου 6: «Ἐν τοῖς μεγάλοις ἀγροτικοῖς κτήμασιν,
453ἐκτάσεως τοὐλάχιστον 1000 στρεμμάτων, ἔνθα ἀσκεῖται
454ἐντατικὴ καλλιέργεια εἴτε διὰ φυσικῶν λιπασμάτων, εἴτε
455δι’ ἐπιμελεστέρας τοῦ ἐδάφους καλλιεργείας καὶ σπορᾶς
456ἐξ ὑπαμοιβῆς, εἴτε ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου, ὁ φόρος ὁρί-
457ζεται εἰς 6% εἰς χρῆμα ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος
458παντὸς εἴδους καλλιεργείας τοῦ κτήματος».
459Ἐδῶ λοιπὸν πρόκειται πλέον ἐξαιρετικῶς περὶ φορολο-
460γίας τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν
461δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς εἰς ἕνα νόμον περιελήφθη
462ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια ὡς ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύνα-
463ται νὰ ἰσχύσῃ ἡ φορολογία, ἄνευ πληρώσεως τοῦ ὁποίου
464δὲν δύναται ὁ φορολογούμενος νὰ ὠφεληθῇ ἀπ’ αὐτὸ τὸ
465εὐεργέτημα, τοῦ νὰ ἴδῃ ἂν προτιμᾷ φορολογουμένην τὴν
466καθαράν του πρόσοδον καὶ ὄχι τὴν ἀκαθάριστον. Ἡ ἐντα-
467τικὴ καλλιέργεια εἶναί τι εὐκταῖον βεβαίως, εἰς τὸ ὁποῖον
468πρέπει νὰ τείνωμεν, δὲν εἶναι ὅμως πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νὰ
469ἐπιδέχηται νομοθετικὸν καθορισμόν. Ἡ ἐντατικὴ καλλιέρ-
470γεια δὲν προηγεῖται, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅρος· εἶναί τι, τὸ
471ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν διὰ τῆς φορολογίας τοῦ κα-
472θαροῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ὡς συνέ-
473πειαν τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς
474τῆς φορολογίας θὰ παρακινήσῃ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κατα-
475βάλλωσι μεγαλειτέρας δαπάνας εἰς τὸ κτῆμα αὐτῶν, διότι
476ἡ φορολογία τῶν καρπῶν ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ὅτι φο-
477ρολογεῖ τὰς δαπάνας. Ὅθεν, ἂν εὐκολύνωμεν, ἂν εὐνοήσω-
478μεν τὴν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, θὰ κάμω-
479μεν θαρραλεώτερον τὸν καλλιεργητὴν νὰ προβαίνῃ εἰς
480τοιαύτας ἀφαιρετέας πρὸς εὕρεσιν τοῦ φορολογητέου εἰσο-
481δήματος δαπάνας. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
482γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο ἄριστα νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν
483εἰς πάντα θέλοντα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν
4846% τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἰς χρῆμα νὰ τὸ πράξῃ
485συμμορφούμενος μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ὄχι νὰ
486θέσῃ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας, διότι
487ἐν πρώτοις ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν εἰς
488τὸ κτῆμα τοῦ Α ἐγένετο ἐντατικὴ καλλιέργεια; Καὶ μή-
489πως ὁ γεωργὸς ὁ μεταφέρων τὴν κόπρον τῶν ζώων του ἀπὸ
490τὴν οἰκίαν του εἰς τὸν ἀγρὸν δὲν πράττει ἐντατικὴν καλ-
491λιέργειαν ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀφήνει τὰ λιπάσματα
492καὶ τὰ χάνει; Καὶ ὅμως αὐτός, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον,
493θὰ ἀποκλεισθῇ. Οὕτω νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὡς μέ-
494τρον γενικὸν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς καθαρᾶς φορολογίας,
495τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ ἄρθρον 6. Ἔπρεπε, λέγω, νὰ μείνῃ
496ὡς γενικόν, εὐεργέτημα διὰ πάντα θέλοντα νὰ ὑπαχθῇ εἰς
497αὐτό, ἀρκεῖ νὰ δηλώνῃ ἑκάστοτε τίνα ἔκτασιν θὰ σπείρῃ,
498καὶ τίνας καρποὺς συνεκόμισε, νὰ τηρηθῶσι δηλ. αἱ λοιπαὶ
499διατάξεις τοῦ ἄρθρου. Αὐτὰς τὰς ἐννοῶ περιοριστικὰς
500διατάξεις ἑνὸς νόμου, «ἐνῷ τὸ ὅστις καλλιεργεῖ ἐντατικῶς»
501αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ· πρέπει λοιπὸν νὰ λείψῃ. Ἐπίσης δὲν
502πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ ἄρθρον εἰς ὡρισμένον ποσὸν στρεμ-
503μάτων. Διατί ὅλοι οἱ πολῖται Ἕλληνες νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δι-
504καίωμα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τοῦ νὰ πλη-
505ρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ εἰς 6%,
506ἕκαστος ἀφοῦ πέποιθα ὅτι θὰ προτιμήσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς
507αὐτόν;
508§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ ἔχοντες τὴν
509ἐντατικὴν καλλιέργειαν θὰ προτιμήσωσι τὸ νομοσχέδιον,
510ὅπως ἔχει;
511§18ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω περὶ τῶν θελόντων νὰ
512ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐρωτῶ διατί νὰ μὴ
513ἐπιτρέψωμεν εἰς ὅλους τοὺς θέλοντας νὰ συμμορφωθῶσι μὲ
514τὴν διάταξιν αὐτήν, εἴτε καλλιεργοῦσιν ἤδη ἐντατικῶς,
515εἴτε θὰ καλλιεργήσωσιν· ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ
516αὐτῶν ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ δὲν θὰ τὸ πράξωσιν. Ἄς μὴ
517τὸ πράξωσι. Ἐγὼ θέλω νὰ μὴ ἔχωσι τὴν πρὸς τοῦτο
518ἐξουσίαν μόνον οἱ ἔχοντες χιλιάδας στρεμμάτων καὶ ἀπέ-
519ναντι αὐτῶν νὰ εἶναι ὁ μικρὸς λαὸς μὲ τὴν εἰς εἶδος φορο-
520λογίαν, οἱονεὶ νέοι πληβεῖοι. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον τῶν
521ἐξαιρέσεων, διατί εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἰσάγομεν ἕνα νεω-
522τερισμόν, νὰ μὴ εἶναι οὗτος δι’ ὅλους, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὴν
523ἐξαίρεσιν αὐτήν.
524§19Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖον προσπαθεῖτε νὰ πείσητε,
525ἡμᾶς ἢ τὸν κ. Ὑπουργόν;
526§20ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκτελῶ καθῆκον λέγων τὴν
527γνώμην μου. Ὅστις θέλει δύναται νὰ τὴν ἀκούσῃ· ὁ μὴ θέ-
528λων εἶναι ἐλεύθερος νὰ πράξῃ τὸ ἀντίθετον.
529§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς ἀκούομεν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι
530οὐδὲν θὰ μεταβάλωμεν.
531§22ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διατί δὲν θὰ μεταβληθῇ τίποτε,
532διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ συναινέσῃ, ἀφοῦ ὡς συμφέρον
533τῆς Ἐπικρατείας ἀναγνωρίζει οὗτος νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ
534σύστημα αὐτὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου λειτουργοῦν ἐκ πα-
535ραλλήλου μὲ τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος; Αὐτὸ ἀκριβῶς συ-
536ζητῶ. Πῶς δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ
537θέτει τὴν βάσιν αὐτήν, διατί τὴν θέτει τόσον ἀτελῆ, διατί
538τὴν θέτει προνομιοῦχον.
539§23Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τροπολογίας;
540§24ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου,
541τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κ. Ὑπουργέ.
542§25Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Περὶ τοῦ τροπολογηθέντος νομο-
543σχεδίου;
544§26ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν τὸ μεταβάλλετε αὐτό. Εἰς τὸ
545διανεμηθὲν τροποποιημένον νομοσχέδιον οὐδεμίαν μεταβο-
546λὴν βλέπω ἐν τῷ ἄρθρῳ 6.
547§27Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὑπάρχει ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον λέγει
548(ἀναγινώσκει): «Δύναται νὰ ἐφαρμόζηται κλπ.».
549§28Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορο-
550λογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, δὲν θὰ εἶχε λόγον τὸ νομο-
551σχέδιον, διότι ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ μία
552ἔκτασις μεγάλη· ἀπαιτεῖ ἔπειτα ἔξοδα πρὸς καταμέτρησιν,
553καὶ τέλος ἀπαιτεῖ νὰ ὑποβληθῶσι βιβλία καὶ λογαριασμοί.
554§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος τὴν ση-
555μερινήν.
556§30ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέ-
557γετε· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποβάλωσι
558καὶ λογαριασμοὺς καὶ βιβλία, διατί νὰ μὴ ὑποβάλωσιν
559αὐτά; Ἀπαιτήσατε λογαριασμοὺς καὶ βιβλία, ἀλλὰ μὴ λέ-
560γετε ἐντατικὴν καλλιέργειαν.
561§31Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τὸ Κράτος,
562διότι θέλει νὰ ἔχῃ δεκαπλάσιον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων.
563§32Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν
564εἶναι εὔκολον εἰς τὸ Κράτος τοῦτο.
565§33ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, λέγω ὅτι
566δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν τὸ νο-
567μοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπι-
568βαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ βεβαίως εἶναι σπουδαῖον·
569βεβαίως αἱ φορολογίαι εἶναι πάντοτε φευκτέαι, ἀλλὰ προ-
570κειμένου λόγου περὶ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προ-
571κειμένου λόγου περὶ συντηρήσεως τῆς Πολιτείας εἶχον πάν-
572τοτε καὶ ἔχω τὴν ἀδιάσειστον γνώμην ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ
573συνεισφέρωμεν εἰς τὰ βάρη αὐτά· ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ
574προκειμένου, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίστασιν
575τὴν εὐτυχῆ τοῦ ν’ ἀρχίσωμεν ἐλαττοῦντες τοὺς φόρους καὶ
576ἰδίως τοὺς φόρους τῶν πραγμάτων τῆς πρώτης ἀνάγκης,
577διότι ἐκεῖθεν πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν, δὲν βλέπω πῶς εἶναι
578δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς κατάργησιν φόρων ἄλλων, οἱ
579ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι προνόμιον οὕτως εἰπεῖν ἀσυδοσίας
580μιᾶς τάξεως, διότι, ἐὰν σήμερον καταργηθῇ ὁ φόρος τοῦ
581εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν — διότι ἕως χθὲς τὸν
582εἴχομεν καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀκόμη δὲν ἤκουσε,
583τώρα πρόκειται νὰ παύσῃ —, δὲν βλέπω πῶς ἠμπορεῖ νὰ
584παύσῃ ὁ φόρος αὐτὸς προνομιακῶς ὑπὲρ τάξεών τινων καὶ
585ἀνθρώπων πλουσιωτάτων μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλας
586περιουσίας καὶ μεγάλα εἰσοδήματα, δὲν βλέπω πῶς εἶναι
587δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς καταργήσεως τῶν φόρων ἀπὸ
588τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ μέρος τὸ
589λαϊκόν, τὸ μέρος τῶν ἐμμέσων φόρων, κατὰ τῶν ὁποίων
590ἐξανέστη ὁ λαός. Διότι γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, πῶς τὰ
591πράγματα ἐξειλίχθησαν, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα ἡμεῖς ἐδῶ.
592Ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη ἡ λαϊκὴ ἦτο κατὰ τῶν ἐμμέσων φό-
593ρων, τῶν φόρων τοῦ σίτου, τῶν φωτιστικῶν εἰδῶν, αὐτῶν τῶν
594φόρων, οἱ ὁποῖοι καταδυναστεύουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐπὶ
595ποίῳ δικαιώματι λοιπὸν θὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ εἴπωμεν:
596«ἀπαλλάσσομεν μίαν τάξιν φορολογουμένων», ἐν οἷς καὶ
597πολλῶν μεγαλοϊδιοκτητῶν, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἠλαττώσαμεν τὸν
598φόρον τοῦ σίτου, τοῦ πετρελαίου, τοῦ ἅλατος, τόσους φόρους,
599οἱ ὁποῖοι βαρύνουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἐκτός, Κύριοι, καὶ
600ἂν εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἀνόρθωσις μόνον διότι εἶναι ἀνόρθωσις
601πρέπει νὰ λιμοκτονήσῃ, διότι μὲ ὅσα ἐρρήθησαν ἐνταῦθα
602τὸ νέον σύστημα, ἡ ἐπανάστασις τίθεται εἰς τὸ δίλημμα
603τὸ ἑξῆς: ἤ, θέτοντες ἕνα νέον φόρον, ἔστω τὸν δικαιότε-
604ρον, ν’ ἀκούσητε ὅτι εἶσθε ἀντιλαϊκοί, ὅτι εἶσθε ἄνθρωποι,
605οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ καταδυναστεύσητε τὸν κόσμον, ἤ, ἂν
606δὲν σᾶς ἀρέσῃ αὐτό, λιμοκτονήσατε. Προτιμήσατε ὅ,τι θέ-
607λετε. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν
608ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῶμεν μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ διλήμματος.
609Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ἕν, ἑνιαῖον, πολιτικόν, λαϊκόν, καὶ
610αὐτὸ ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν· φορολογικὴ ἰσότης·
611οὔτε περισσότερον οὔτε ὀλιγώτερον. Ψηφίζω λοιπὸν ὑπὲρ
612τοῦ νομοσχεδίου ὡς στηριζομένου εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσό-
613τητα, ἀλλὰ συγχρόνως τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ ἄρ-
614θρου 6 διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διότι δηλ. αὕτη τείνει εἰς ἐξά-
615λειψιν μιᾶς ἀνισότητος διὰ κατὰ προτίμησιν ὑπὲρ τῶν με-
616γάλων ἰδιοκτητῶν εἰσαγωγῆς τοῦ ἐντελῶς καθαροῦ εἰσο-
617δήματος φορολογίας, ἣν ἐπιθυμῶ γενικὴν ὑπὲρ παντὸς δη-
618λοῦντος ὅτι θέλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν.
619§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν· θὰ τὴν
620ἀναγνώσω, διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι
621ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
622§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατέ την νὰ τὴν ἀναγνώσω ἐγώ.
623§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιμι-
624σθίων ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν
625λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν
626καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσιν
627εἰς τὰ ὑποβρύχια καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ
628Ἀγγλίᾳ μετὰ δώδεκα ἔτη ὑπηρεσίας λαμβάνουσι σύνταξιν.
629Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία αὕτη, διότι πρόκειται
630περὶ σπουδαίου πράγματος, ἐπικαλοῦμαι μάλιστα καὶ τὴν
631μαρτυρίαν τοῦ κ. Γκίνη, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικός.
632§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἐν
633τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ ἐπιμισθίων ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυ-
634τικῷ» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
635§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι
636σπουδαιοτέρα ἢ χθές. Τὰ ἐξεταστέα σήμερον ζητήματα εἶ-
637ναι σημαντικώτερα παρὰ χθές. Ἀλλὰ πρὶν φθάσω εἰς τὴν
638ἐξέτασιν τῶν σημαντικωτάτων ζητημάτων ὑπάρχει ὑπο-
639χρέωσις, διὰ τὴν ἀρτιότητα τῆς συζητήσεως, νὰ ἀπαντή-
640σωμεν, νὰ ἀνταπαντήσωμεν δηλαδὴ εἰς ἰσχυρισμούς, οἵτινες
641προυτάθησαν μὲ ἀξιώσεις ἀπαντήσεως. Δὲν θὰ μακρηγορήσω
642σήμερον, ἀλλὰ θὰ ἀπαριθμήσω τρόπον τινὰ τὰς ἀνταπαν-
643τήσεις μου.
644Ἀντικαθίσταται, Κύριοι, φορολογία ὑπάρχουσα ἢ τίθεται
645νέα φορολογία ἐπαχθής; Ἀντικαθίσταται, λέγουσιν, ἡ φορο-
646λογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πόσα ἀπέδιδεν ἡ φορολογία
647ἐκείνη; Δύο ἑκατομμύρια περίπου. Πόσα ὑπολογίζεται ὅτι
648θὰ ἀποδώσῃ ἡ φορολογία αὕτη ἡ νέα; Ὑπὲρ τὰ 4.000.000.
649§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸ παρόν.
650§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντικαθίσταται λοιπὸν ἡ φο-
651ρολογία ἢ τίθεται φορολογία νέα, φορολογία ἐπαχθὴς διὰ
652τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Αὐτὴ εἶναι ἡ τόλμη, αὐτὸ εἶναι τὸ
653θάρρος τῶν νέων πολιτικῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας εἰσάγει ἡ
654Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως. Ὅταν πληρώνῃς λοιπὸν 2.
655000.000, εἶναι τὸ αὐτὸ πρὸς τὸ νὰ πληρώνῃς ὑπὲρ τὰ 4.000
656000; Ἀλλ’ ἦτο θαυμασία ἡ δικαιολογία τοῦ πράγματος.
657Ἐπιβάλλεται, λέγει, ὁ φόρος χάριν τῆς συνταγματικῆς
658ἰσότητος! Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέας ἐπαχθοῦς φορολο-
659γίας λαοῦ βαρέως φορολογουμένου, λαοῦ πενομένου, τὰ
660λεχθέντα περὶ συνταγματικῶν ἰσοτήτων, κατὰ τὴν διάτα-
661ξιν τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, μόνον θυμηδίαν
662θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσωσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι
663τραγικὰ τὰ πράγματα. Ποῖος εἶναι ὁ φόρος ἐκεῖνος, κύριοι
664Βουλευταί, ὅστις προσαρμόζεται ἐπακριβῶς πρὸς τὴν συν-
665ταγματικὴν διάταξιν; Σᾶς ἐρωτῶ· γνωρίζετε σεῖς φόρον
666τινά; Βεβαίως ὄχι. Διότι πάντες οἱ φόροι κατὰ τὸ μᾶλλον
667ἢ ἧττον ἀντίκεινται εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
668Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἄλλως ἡ συνταγματικὴ ἰσότης πρὸς τί;
669Πρὸς τί εἶναι τεθειμένη ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ
670τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, πρὸς τί εἶναι τεθειμένον ὁλόκλη-
671ρον τὸ Σύνταγμα, πρὸς τί ἔχουσι τεθῇ πάντες οἱ νόμοι; Πρὸς
672τί ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, πρὸς τί ὑπάρχουσιν
673ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, πρὸς τί ἀγωνιζόμεθα πάντες
674ἡμεῖς οἱ δημόσια καθήκοντα ἐκτελοῦντες; Διὰ τὴν ἐξυπη-
675ρέτησιν, νομίζω, τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ ποίαν
676ἔχει σχέσιν τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν πρὸς τὴν ἐπιβολὴν
677ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ τόσον ἐπαχθοῦς φόρου; Ἐπικαλού-
678μεθα τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα, διὰ νὰ φορολογήσωμεν
679τὸν λαόν; Ἡ συνταγματικὴ ὅμως ἰσότης πρέπει νὰ ἐπικα-
680λῆται, μόνον ὅταν πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῇ ὁ λαός.
681§41Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπειδὴ πληρώνεις φόρον ἐλαίου καὶ
682ἔχεις ἀγρούς, διὰ τὴν ἰσότητα νὰ πληρώνῃς καὶ διὰ τὸν
683ἀγρόν!
684§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἀκόμη δὲν θέ-
685λουσι νὰ πεισθῶσιν ὅτι ἀγνοοῦσι τελείως τὴν Ἑλλάδα.
686§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἀγνοοῦσιν.
687§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ σπεύσω εἰς
688τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐκ τῆς γενομένης διακοπῆς. Φαντά-
689ζονται ὅτι οἱ παράγοντες ἔλαιον ἐν Ἑλλάδι οὔτε ὀκᾶν πα-
690ράγουν δημητριακῶν καρπῶν, ὅτι οἱ παράγοντες οἶνον οὔτε
691ὀκᾶν παράγουν δημητριακῶν καρπῶν!
692§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀγοράζοντες τὸν ἄρτον,
693τὸν ἔξωθεν ἐρχόμενον, παράγουν δημητριακοὺς καρπούς.
694§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα
695ποῦ τὴν βλέπετε εἰς ὅλην τὴν ἔμμεσον φορολογίαν; Ἔχετε
696περιουσίαν 1.000.000 καὶ εἶσθε εἷς· εἷς τρώγει, εἷς ἐνδύε-
697ται, εἷς δαπανᾷ, δι’ ἕνα πληρώνετε φόρους ἐμμέσους. Ἔχετε
698ἕνα πένητα πολίτην, οἰκογενειάρχην πολυμελοῦς οἰκογε-
699νείας, ἐκ 10 ἀτόμων ἀποτελουμένης· δέκα τρώγουσι, δέκα
700ἐνδύονται, δέκα δαπανῶσι. Ποῦ εἶναι ἡ συνταγματικὴ ἰσό-
701της; Ποῦ τὴν συνήντησαν τὴν συνταγματικὴν ἰσότητα εἰς
702ὅλον τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ τὴν ἐπικαλῶνται
703ὡς δικαιολογίαν μιᾶς τοιαύτης φορολογίας; Ἀλλὰ λέγουσι
704πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄλλο τι: «Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν Προϋπολο-
705γισμὸν ἐν ἐλλείμματι καὶ ἂν εἴχομεν Προϋπολογισμὸν ἐν
706περισσεύματι καὶ τότε ἀκόμη θὰ ἐπεβάλλομεν τὴν φορο-
707λογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν».
708§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σόλοικον.
709§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον εἶναι τὸ πρᾶγμα ἐν-
710τελῶς πρωτάκουστον νὰ λέγηται ὅτι, δίδοντος τοῦ Προϋ-
711πολογισμοῦ περίσσευμα, θὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία· τὸ
712πρᾶγμα εἶναι, κατ’ ἐπιεικῆ κρίσιν, ἄνω ποταμῶν. Ἀλλ’
713ἐγὼ ἀπαντῶ πρὸς αὐτούς: Καὶ ἂν εἴχετε Προϋπολογισμὸν
714ἐν ἐλλείμματι, ὅπερ ἔχετε ἄλλως τε, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο δυ-
715νατὸν νὰ εἴχετε φθάσει εἰς ἀπόγνωσιν περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐξι-
716σώσητε τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντα τὰ ἄλλα
717ἐπετρέποντο εἰς ὑμᾶς, ὄχι ὅμως νὰ φορολογήσητε τὴν γεωρ-
718γίαν.
719Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργάζηταί τις διὰ τὴν Ἀνόρθωσιν, διὰ
720νὰ λησμονῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη φορολογία ἐπὶ
721ἐκείνων, οἵτινες ἐξαναγκάζονται ἐξ ἐσχάτης πενίας νὰ ἐγκα-
722ταλείπωσι τὴν πάτριον γῆν, διὰ νὰ λησμονῇ ὅτι δὲν εἶναι
723ἐπιτετραμμένον νὰ φορολογῇ τὸ εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγ-
724κης, τὸ εἶδος ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ
725ὀνομασθῇ ὡς τὸ πράγματι εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης, διὰ
726νὰ λησμονῇ, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ χώρα εἰς τὸν κόσμον, ἥτις
727ἔπρεπε νὰ παρέχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν γεωργίαν καὶ
728ἐναντίον ἀκόμη τῶν συνταγματικῶν ἰσοτήτων, εἶναι ἡ
729χώρα ἡ Ἑλληνική. Ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτική, Κύριοι,
730νὰ δώσωμεν θέλγητρον εἰς τὸν γεωργικὸν βίον, ὑπάρχει
731ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ πυκνώσωμεν τὰς τάξεις τῶν γεωρ-
732γῶν, τὰς καθ’ ἑκάστην ἀραιουμένας, ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπι-
733τακτικὴ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀστοὺς νὰ πυκνώσωμεν τὰς τάξεις
734ἐκείνας, διότι, ἂν τὸ πρᾶγμα ἐξακολουθήσῃ ὡς ἀπὸ ἐτῶν
735ἐξελίσσεται, μετά τινα χρόνον βεβαίως δὲν θὰ εἶναι δυνα-
736τὸν ἡμεῖς οἱ ἀστοὶ νὰ ζήσωμεν.
737Προυκλήθη, Κύριοι, διαγωνισμὸς διὰ 4 θέσεις εἰς τὴν
738Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν· πόσοι νομίζετε ὅτι ὑπῆρξαν οἱ
739ὑποψήφιοι; 570! Δὲν ζῇ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀγνοῶν ὅτι ἐν Ἀθή-
740ναις ὑπάρχουσι 2000 ἴσως ἐπιστήμονες πεινῶντες ἢ σχε-
741δὸν πεινῶντες. Πρέπει νὰ μὴ εἶδέ τις τοὺς πίνακας τῆς
742ἀπογραφῆς τῆς γενομένης τῷ 1907 τῶν κατοίκων τοῦ Κρά-
743τους, διὰ νὰ ἀγνοῇ ὅτι ἐπὶ ἐννέα ἕως δέκα Ἑλλήνων ὁ
744εἷς εἶναι ἔμπορος ἢ βιομήχανος. Ἓν βλέμμα ἐὰν ῥίψητε
745εἰς τοὺς ἀπογραφικοὺς ἐκείνους πίνακας, θέλετε ἴδει ὅτι ἔχο-
746μεν ἐν Ἑλλάδι 333.000 γεωργοκτηνοτρόφους, μεταξὺ τῶν
747ὁποίων εἶναι «γεωπόνοι, γεωργοί, ἀμπελουργοί, καπνοκαλ-
748λιεργηταί, δασοκόμοι, δενδροκόμοι, κηπουροί, ἀνθοκόμοι,
749μισθωταὶ καὶ ἐπιστάται γεωργικῶν κτημάτων, ἁλιεῖς, κυ-
750νηγοί, ποιμένες, βουκόλοι, αἰγοβοσκοί, ἱπποτρόφοι, κτηνο-
751τρόφοι, μελισσοτρόφοι», τὸ ὅλον 383.385. Πόσοι εἶναι οἱ
752ἀσκοῦντες ἀστικὰ ἐπαγγέλματα; 332.501. Δὲν εἶναι δυ-
753νατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ χώρα αὐτὴ ἡ καθ’ ἑκάστην ἐρημοῦσα
754τοὺς ἀγρούς, ἥτις δὲν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορική, ἥτις διὰ
755πλεῖστον χρόνον δὲν θὰ εἶναι ἐμπορική, ἥτις δὲν εἶναι βιο-
756μηχανική, ἥτις διὰ πλεῖστον χρόνον πάντως δὲν θὰ εἶναι
757βιομηχανική, ἀλλ’ εἶναι καὶ θὰ εἶναι χώρα κατ’ ἐξοχὴν
758γεωργοκτηνοτροφική. Ἐκεῖ θὰ ζητήσῃ τὴν σωτηρίαν αὐτῆς,
759ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάρξῃ. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἴχετε ἐλλείμ-
760ματα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ
761ἀδυναμία ὑμῶν νὰ ἐξουδετερώσητε τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα,
762πάντα τὰ ἄλλα ἐπετρέποντο εἰς ὑμᾶς, οὐχὶ ὅμως νὰ βαρύ-
763νητε μὲ νέα βάρη τὰς τάξεις τὰς γεωργικάς.
764Ἀλλ’ ὑπάρχει, ὡς λέγει ἡ Ἀνόρθωσις, ἀνάγκη τῆς φορο-
765λογίας, διότι θὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς φυτείας, θὰ ἀναπτύξω-
766μεν τὴν δενδροκομίαν, θὰ δώσωμεν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν,
767θὰ ἱδρύσωμεν πιστωτικὰ ἱδρύματα, θὰ παγιώσωμεν τὴν
768ἀσφάλειαν, θὰ ἀνορθώσωμεν τὰ στρατιωτικὰ πράγματα,
769θὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐκεῖνο, τὸ ἄλλο, πότε; Τουλάχιστον
770μετὰ τετραετίαν! Διότι τοῦτο ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀρχη-
771γὸς τῆς Ἀνορθώσεως· δὲν ἀρκοῦσι 4 ἔτη διὰ τὴν ἐφαρμο-
772γὴν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Δι’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ θά, θά, θά,
773τὰ ὁποῖα θὰ φανῶσιν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ ὁρίζοντος, τοὐ-
774λάχιστον μετὰ 4 ἔτη, πρὸς τὸ παρὸν πληρώσατε μερικὰ
775ἑκατομμύρια φόρους! Θεαταὶ λόγων καὶ ἀκροαταὶ πρα-
776γμάτων παριστάμεθα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ
777Συνεδρίου τούτου. Θεατὴς λόγων καὶ ἀκροατὴς πραγμάτων
778παρίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ ἑνὸς ἔτους περίπου.
779Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς φορολογίας.
780Πρόκειται νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν καλλιεργητῶν δημητριακῶν
781καρπῶν ὅ,τι ἐδώκαμεν πρὸς αὐτοὺς διὰ τῆς προστατευτι-
782κῆς φορολογίας τοῦ σίτου! Καὶ ἡ φορολογία ἐκείνη, λέγει
783ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχεται μέχρι τοῦ 45%.
784Τότε διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φορο-
785λογεῖ ἄλλας προστασίας ἀνερχομένας εἰς 100 ἢ 200 ἢ καὶ
786300 ἴσως τοῖς ἑκατόν; Ὑπάρχει βιομηχανία προστατευ-
787τικὴ 300%· διατί δὲν φορολογεῖ ἐκείνην; Ἀλλά, λέγει,
788δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρω τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου.
789Τουλάχιστον ἐλαττώσατέ την. Οὔτε αὐτὸ δὲν μοὶ εἶναι δυ-
790νατόν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ διότι δὲν δύναται, ὡς
791λέγει, οὔτε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀγρίαν φορολογίαν ἐκείνην,
792διὰ τοῦτο πρὸς ἐξίσωσιν ἐπιβάλλει καὶ ἄλλην εἰς τὸν
793Ἑλληνικὸν λαόν! Διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω πρὸς σὲ τὰ
794χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω παρὰ σοῦ, λέγω ὅτι, διὰ νὰ
795εὑρίσκηται εἰς ἐξίσωσιν πρὸς τὸν ἄλλον, ἁρπάζω καὶ παρὰ
796τοῦ ἄλλου ἐκείνου ὅ,τι ἂν ἔχῃ. Ὁμοιότατα ὡς ὁ Ἀλβανὸς
797ἐκεῖνος, ὅστις ἔλεγε: «Τοῦτο σοῦ τὸ παίρνω, ἐκεῖνο μοὶ
798τὸ δίδεις, τὸ ἄλλο μοὶ τὸ χαρίζεις»! Ἱκανοποιοῦσι τὴν
799κακεντρέχειαν ἡμῶν, οὐχὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγ-
800κας ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τοὺς
801ἄλλους τὸν ἄρτον εὐθηνότερον, διὰ τοῦτο φορολογοῦσι καὶ
802ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουσι δημητριακοὺς καρποὺς διὰ
803τὴν ἰσότητα τὴν συνταγματικήν! Ἆ! Τὸ Σύνταγμα! Εἶ-
804ναι παραδειγματικὴ ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ Σύνταγμα τῆς
805σημερινῆς Κυβερνήσεως!
806Ἐπανέρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εἶ-
807πον. Εἶναι ἄδικον, λέγουσι, νὰ μὴ πληρώνῃ φόρους ὁ παρά-
808γων δημητριακοὺς καρπούς, ὅταν ὑποβάλληται εἰς φορολο-
809γίαν ὁ ἐλαιοπαραγωγός. Διότι βλέπετε ὅτι ἐν Ἑλλάδι
810ἔχομεν πανταχοῦ καὶ ἐντελῶς χωριστὰ τὰ παραγωγικὰ
811ἐπαγγέλματα, μέχρι σημείου, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι καὶ χά-
812σματα ἴσως μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ! Ὁ παράγων
813ἔλαιον δὲν παράγει δημητριακοὺς καρπούς! Αὐτὰ εἶναι τὰ
814ἐπιχειρήματα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ πληρώνων
815τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον
816ἐπιβάλλετε τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὑ-
817πάρχει, κύριοι ἀνορθωταί, ποικίλη παραγωγὴ εἰς ὅλην τὴν
818Ἑλλάδα καὶ ὠφείλετε νὰ τὸ γνωρίζητε. Ἀλλὰ λέγουσι καὶ
819ἄλλο: Καταβάλλουσι βαρὺν φόρον οἱ σταφιδοκτήμονες καὶ
820διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πληρώσωσι καὶ οἱ παράγοντες δημητρι-
821ακοὺς καρπούς. Διὰ τὴν συνταγματικὴν καὶ τοῦτο ἰσότητα!
822Φορολογήσατε λοιπὸν τοὺς παράγοντας μόνον δημητρι-
823ακοὺς καρπούς. Καὶ γνωρίζετε ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι; Οἱ τσι-
824φλικιοῦχοι ἢ οἱ κολλῆγαι; Ἀλλὰ πρέπει νὰ φορολογήσητε
825τὸν κολλήγαν ἐκεῖνον, ἀφοῦ τὸν ἀποσπάσητε τῶν ὀνύχων
826τοῦ τρομεροῦ, ὡς διαλαλεῖτε, τσιφλικιούχου. Ἀλλά, πρὶν ἢ
827σκεφθῆτε νὰ τὸν ἀποσπάσητε τῶν ὀνύχων τοῦ τσιφλικιού-
828χου, ἔπρεπε τότε νὰ μὴ παρέχητε πρὸς αὐτὸν τὰ ἐμπαι-
829κτικὰ ἐκεῖνα ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα παρέσχετε, διότι
830ὁ παρέχων τοιαῦτα ψηφίσματα, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέ-
831σχετε σεῖς, οὔτε νὰ σκεφθῇ εἶναι ἱκανός, ὅπως ἀπελευθε-
832ρώσῃ τοὺς κολλήγας, διότι οὐδὲν ἄλλο σκέπτεται ἢ πῶς διὰ
833τῆς ἀπάτης νὰ ἐξοικονομῇ τὰς περιστάσεις. Ποῖον εἶναι
834τὸ εἰσόδημα τοῦ δυστυχοῦς κολλήγα, τοῦ ὁποίου τὴν
835οἰκτρότητα καὶ τὴν ἐλεεινότητα πρὸ μηνῶν ἠκούσατε ἐκτι-
836θεμένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα,
837ὅταν ἔχητε μίαν οἰκογένειαν παράγουσαν 100 κοιλὰ σίτου
838ἐτησίως, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 20 ἕως 25
839κοιλὰ, τὸν σπόρον, καὶ ἔχετε ἓν εἰσόδημα 450 ἢ 500 δρα-
840χμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον εἰργάσθη ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά του;
841Εἰσόδημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φορολογεῖτε, ἢ πρόκειται
842περὶ φορολογίας ἐργασίας, ἀτελῶς, γλισχρότατα ἀμειβομέ-
843νης; Ὅταν ἔχητε ἡμερομίσθιον 50 λεπτῶν οἰκογενείας βι-
844ούσης ὑπὸ πιέσεις τοῦ ἀπαισίου τσιφλικιούχου ἀγριωτάτας,
845φορολογεῖτε εἰσόδημα ἢ φορολογεῖτε αἷμα; Αἷμα, τὸ ὁποῖον
846ὑπάρχει τόσον ὀλίγον εἰς ὀργανισμὸν τόσον ἐξησθενημένον!
847Αἷμα φορολογεῖ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως λαοῦ τυ-
848ραννουμένου καὶ ὄχι εἰσόδημα, ὅπερ εἶναι ἀνύπαρκτον.
849Ἐπανερχόμεθα καὶ εἰς ζήτημα συνταγματικόν, τοῦ ὁποίου
850ἡ ὀρθότης μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάρρους καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς τόλ-
851μης ἠμφεσβητήθη. Ἐπανέρχομαι, διὰ νὰ ὑποσσηρίξω καὶ
852σήμερον ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν παροῦσαν
853Κυβέρνησιν τοιαύτην νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν, ὅτε πρὸ ἡμε-
854ρῶν κατεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλλη-
855νικοῦ λαοῦ, διότι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς τῆς
856Βουλῆς. Ναί, μετερρυθμίσθη τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγμα-
857τος καὶ ἐτέθη ὅτι ἡ ἀπαρτία καὶ διὰ τὴν συζήτησιν καὶ
858διὰ τὴν ἀπόφασιν ὑπάρχει παρόντος τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν
859Βουλευτῶν. Εἶναι τοῦτο ἀλήθεια. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀμ-
860φισβήτησις, δὲν γεννᾶται ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει
861ὄπισθεν αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν
862ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειονοψηφία τοῦ ὅλου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’
863ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμφισβητηθῇ, ὅταν λέγῃ τις πρὸς
864τὴν Κυβέρνησιν: «Δὲν εἶσαι Κυβέρνησις κοινοβουλευτική,
865διότι δὲν ἔχεις τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν
866ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς», ἡ Κυβέρνησις
867ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ πολιτεύματος νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει
868τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ⅓ ψηφίζομεν ἐγκύρως
869«ναί» διὰ τῶν ⅘ τοῦ ⅓ καὶ ἀποφαινόμεθα ἐπὶ πάντων
870τῶν ζητημάτων καὶ ψηφίζομεν νόμους εἰς πᾶσαν ἄλλην
871περίστασιν, ἀλλ’ οὐχὶ ὅταν τίθηται ζήτημα πολιτικόν, οὐχὶ
872ὅταν πρόκειται νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν
873ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσω-
874πείας, διότι ἄλλως καταλύεται ἡ κυριωτέρα βάσις τοῦ
875πολιτεύματος, τοῦ νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Εἶναι διά-
876φορα τὰ ζητήματα. Εἶναι ἐντελῶς διάφορον, ὅταν ψηφίζω-
877μεν ἓν νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἐμπιστο-
878σύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας.
879Ἀλλ’ ὑπῆρξε γενικωτάτη τις ἀρχή, προφανεστάτη τις
880ἀρχή, ἥτις δὲν ἠμφεσβητήθη χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
881του; Μετ’ ἀσφαλείας πολλῆς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνορθώσεως
882ἀπήντησεν εἰς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθὲν ὅτι, «ὅταν τὸ σύνολον
883τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας εἶναι τοσοῦτο βεβαρημένον,
884ὥστε νὰ μὴ ἀντέχῃ εἰς νέα βάρη, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέ-
885νον νὰ σκεπτώμεθα περὶ νέας φορολογίας, καὶ εἶναι ἀνάξια
886παντὸς λόγου τὰ λεγόμενα περὶ ἐπαρχιῶν καὶ περὶ τά-
887ξεων». Βεβαιότατα, ἐννοεῖ πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, νὰ φορολογῆται
888περισσότερον ἡ τάξις τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐκείνων, οἵτινες
889ἔχουσι μεγαλείτερον εἰσόδημα παρὰ αἱ ἔχουσαι μικρότε-
890ρον. Τοῦτο ἐννοεῖ πᾶς τις. Ἀλλὰ τοῦτο ὀνομάζεται κατα-
891νομὴ τῶν φόρων μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν
892τάξεων. Ἄλλο δὲ τὸ ζήτημα τοῦ συνόλου τῶν φόρων ἀπέ-
893ναντι τοῦ συνόλου τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὸ σύνολον, λέγω
894ἐγώ, τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς φορολο-
895γίας ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἐπιβαρυνθῆ τόσον πολύ, ὥστε νὰ μὴ
896ἀντέχῃ εἰς νέαν φορολογίαν; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ τε-
897θὲν ὑπ’ ἐμοῦ· ὅτε δὲ πάντες συμφωνοῦμεν ὅτι εἶναι ἐπιβε-
898βαρημένον τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, δὲν εἶναι ἐπι-
899τετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα περὶ νέων φόρων. Καὶ εἶναι
900ἐντελῶς διάφορον τὸ ζήτημα πῶς ἔπρεπε νὰ ἔχωσι κατα-
901νεμηθῆ οἱ ὑπάρχοντες φόροι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατανεί-
902μωμεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους.
903Ἀλλὰ περὶ νέων φόρων δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ σκε-
904πτώμεθα.
905Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοὺς ὁποί-
906ους εἶπον ὅτι προετάθησαν χθὲς εἰς ἀπάντησίν μου ὑπὸ τοῦ
907κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρισμοὶ πα-
908ράδοξοι μὲ ἀξιώσεις ἀπαντήσεως.
909Ἀλλὰ σήμερον συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τροποποιημέ-
910νον. Τὰ ζητήματα ἐλύθησαν θαυμάσια! Ἦτο ἐνώπιον
911ἡμῶν καὶ συνεζητήθη εὐρύτατα καὶ πεισματωδέστατα ἓν
912μέγα ζήτημα. Μία ἐκ τῶν ἀρχῶν, ἐκ τῶν βάσεων τοῦ
913νομοσχεδίου εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπρά-
914ξεως τοῦ φόρου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἦτο
915ἀδύνατος ἡ συμφωνία Κυβερνήσεως καὶ πλειονοψηφίας, διὰ
916τοῦτο τί ζητεῖται; Νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της
917ἡ Βουλή. Διότι δὲν κατεστάθη δυνατὸν ἡ γνώμη τῆς Βου-
918λῆς νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως,
919διὰ τοῦτο τί ζητεῖται; Νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην της
920ἡ Βουλή, χωρὶς δὲ καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ποίαν θὰ σχημα-
921τίσῃ ὁριστικῶς γνώμην ἡ Κυβέρνησις! Εἰς ἐκεῖνον, ὅστις
922καὶ στοιχειώδη ἔχει γνῶσιν τῆς ἱστορίας τοῦ κοινοβουλευ-
923τικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ ἡμᾶς, εἶναι
924γνωστὸν ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο ἀρχὴν καὶ ἀφετηρίαν ἔχει
925τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῶν ἀντιπρο-
926σώπων τοῦ λαοῦ, νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ κατανέμῃ
927τοὺς φόρους καὶ νὰ ἐφορᾷ ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Τοῦτο
928εἶναι τὸ κυριώτατον κεφάλαιον τοῦ μεγάλου χάρτου τοῦ
9291815, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον ἐπίσημον συνταγματικόν,
930ἂς εἴπωμεν, ἔγγραφον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἡ συντα-
931γματικὴ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ,
932τοῦ ἐπιβάλλειν καὶ κατανέμειν τοὺς φόρους καὶ ἐπιτηρεῖν
933ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, καθιερώθη καὶ εἰς τὰς διακηρύ-
934ξεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου καὶ
935κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν καὶ κατὰ τὴν Ἀγγλικήν.
936Τοιαύτην διάταξιν παρέλαβον ὅλα τὰ συντάγματα, μεταξὺ
937τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἡμέτερον. Καὶ ἔχει ἡ διάταξις παρ’
938ἡμῖν: «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ
939νόμου». Χωρίζεται, βλέπετε, ἐν τῇ διατάξει ἡ ἐπιβολὴ τοῦ
940φόρου τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ. Δὲν λέγει ἡ συνταγματικὴ
941διάταξις «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου», ἀλλ’ «οὐ-
942δεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Τί
943εἶναι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου; Ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ πρὸ
944παντὸς καὶ ἡ δικονομία τῆς εἰσπράξεως. Θὰ ἐπεθύμουν,
945ὅπερ ἄλλως τε θὰ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ, ἵνα ἡ Κυβέρ-
946νησις φέρῃ εἰς ὑποστήριξιν ἀντιθέτου ἐκδοχῆς μίαν γνώ-
947μην ἐκείνων, οἵτινες μετὰ κύρους ἀποφαίνονται ἐπὶ τῶν
948ζητημάτων τούτων. Ἤθελον νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, κατὰ
949τὸ ὁποῖον συνταγματικῶς ἀνετέθη εἰς Διάταγμα νὰ καθο-
950ρίσῃ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως φόρων. Ἡ
951ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις τὴν πρωίαν,
952βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε νὰ ἀναφέρωμεν
953περικοπὰς τῶν συγγραφέων ἐκείνων, οἵτινες ἀποφαίνονται,
954λέγω, μετὰ κύρους περὶ τῶν θεμάτων τούτων. Ἀλλά, ἐπα-
955ναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ
956ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους, τοῦ κατανέμειν τοὺς φόρους, τοῦ
957ἐπιτηρεῖν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀνεγνωρίσθη ἀφ’
958ὅτου ἀρχίζει ἡ ἱστορία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος.
959Οὕτως ἐτέθη ἡ διάταξις εἰς τὰς διακηρύξεις τῶν δικαιω-
960μάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου κατὰ τὴν Ἀγγλι-
961κὴν καὶ Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἐκεῖθεν δὲ ἀπέρρευσεν ἡ
962διάταξις ἡ συνταγματική, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλα τὰ νεώ-
963τερα συντάγματα. Τοῦτο λέγεται ἐκεῖ, εἰς τὸ 14 ἄρθρον
964π. χ. τῆς διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου
965καὶ τοῦ πολίτου τοῦ 1771 κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστα-
966σιν. Δυνάμεθα δὲ καὶ νὰ βεβαιώσωμεν ἀκόμη ὅτι οὐδεὶς
967ὑπάρχει ἄλλως ἀποφαινόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
968Ἤκουσά που ὑποστηριζόμενον ὅτι ὑπάρχει τι ἐναντίον ἐν
969τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ὅτι ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς δημοτι-
970κοὺς νόμους νὰ ἐπιβάλληται φορολογία οὐχὶ διὰ νόμου.
971Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ λησμονηθῇ ὅτι ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νό-
972μος ἐτέθη κατὰ τὸ 1833 ἐπὶ μοναρχίας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ
973τῶν ἀρχῶν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐτέθησαν ὑπὸ ἀπαιδεύτου
974γραφειοκρατικῆς ὑπηρεσίας οἱ μετέπειτα νόμοι, ἀλλ’ οὐ-
975δέποτε ἐθεωρήθησαν πάντα ἐκεῖνα συνταγματικά, οὐδέποτε
976ἐδίστασέ τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα.
977Οὕτως ἀπεφάνθη μάλιστα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρ’ ἡμῖν,
978καὶ ἔχω πρόχειρον ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ 1906,
979ὑπ’ ἀριθ’ 224, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντισυνταγματικῶς κεῖν-
980ται οἱ νόμοι ἐκεῖνοι καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἐφηρμόσθησαν.
981§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡρίσθη ἐλάχιστον
982καὶ μέγιστον ὅριον ποσοστοῦ φορολογίας, ἐπιτρέπεται δὲ
983εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ καθορισθῇ τὸ ὅριον, ἀλλὰ
984ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις δὲν ἀνετέθη εἰς Βασ. Διά-
985ταγμα. Δὲν δύναταί τις ἑπομένως νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸ ὡς
986προηγούμενον.
987§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθορίζει ὁ νόμος τίνι τρόπῳ βε-
988βαιοῦται καὶ εἰσπράττεται.
989§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθορίζει ὁ νόμος, διότι εἶπον
990προηγουμένως ὅτι αἱ διατάξεις τῶν συνταγμάτων ἀπορρέ-
991ουσιν ἀπὸ τὰς διατάξεις τῆς διακηρύξεως τῆς Ἀγγλικῆς
992καὶ Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀν-
993θρώπου καὶ τοῦ πολίτου, εἰς τὰ ἄρθρα δὲ τῶν διακηρύξεων
994ἐκείνων ῥητῶς λέγεται ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι τῆς λαϊκῆς
995ἀντιπροσωπείας ὑπάρχει ὄχι μόνον ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων,
996ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτήρησις κατὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν.
997§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζήτημα εἶναι ἂν τὰ τοιαῦτα
998δικαιώματα ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς ἄλλους.
999§53ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, κύριε συνά-
1000δελφε· εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα μέγιστον, καὶ πρέπει κατὰ
1001τὴν τάξιν αὐτοῦ νὰ ἐξετασθῇ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, διὰ τοὺς
1002λόγους τούτους ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος «οὐδεὶς φόρος
1003ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου». Καὶ δὲν εἶναι
1004δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὑπάρχει φράσις ἐν τῷ Συντά-
1005γματι περιττεύουσα, πλεονάζουσα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ
1006εἴπῃ τις ὅτι κατὰ πλεονασμὸν ἐτέθη τὸ «εἰσπράττεται»
1007τοῦ «ἐπιβάλλεται», διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τις θράσος αὐτό-
1008χρημα, διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἐνῷ εἶναι τόσον διάφορος ἡ
1009ἔννοια τῆς ἐπιβολῆς ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς εἰσπράξεως, ἐν
1010τούτοις κατὰ πλεονασμὸν ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ «εἰσ-
1011πράττεται» τοῦ «ἐπιβάλλεται». Εἶναι τόσον πρόδηλος ἡ
1012διαφορὰ τῶν ἐννοιῶν, ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐπαναλέγω,
1013θράσος ἀπαιτεῖται, ἵνα ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ ἓν ἐτέθη κατὰ
1014πλεονασμὸν τοῦ ἑτέρου.
1015Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις τοῦ ὑπάτου τούτου
1016δικαιώματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελε-
1017στικήν; Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θὰ ἔλεγέ τις ὅτι λεπτομερείας
1018τῶν δικαιωμάτων της ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία συνέβη ἐν τῇ
1019πρακτικῇ νὰ μεταβιβάσῃ, τοῦτο δὲ εἰς ἄλλα μὲν Κράτη
1020κατὰ ἐνδεικνυούσας αὐτὸ διατάξεις τῶν Συνταγμάτων
1021των, παρ’ ἡμῖν δὲ κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος,
1022ἀλλ’ ὕπατον αὐτῆς δικαίωμα, τὸ κυριώτατον αὐτῆς δι-
1023καίωμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δικαιοῦται ἡ νομο-
1024θετικὴ ἐξουσία νὰ τὸ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικήν,
1025ὅταν κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν εἴμεθα κύριοι, ἀλλ’
1026ἁπλῶς ἐντολοδόχοι; Θὰ μεταβιβάσωμεν δικαίωμα, ὅπερ
1027δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ἀσκοῦμεν ἐν ὀνόματι ἄλλου, τοῦ λαοῦ;
1028Ποῖον περιεχόμενον θὰ ἔχῃ τὸ Διάταγμα; Προδήλως
1029περιεχόμενον πράξεως νομοθετικῆς, περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον
1030ἔπρεπε νὰ ἔχῃ νόμος· ἐπιτακτικῶς κατὰ τὸ πολίτευμα
1031νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ τοιοῦτον περιεχόμενον. Ἐπιτρέπεται
1032κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν νὰ ὑπάρξωσι Διατάγματα ἔχοντα
1033περιεχόμενον νομοθετικόν; Ὄχι.
1034§54Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰδικῶς διὰ τοὺς φόρους ὄχι·
1035ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ διατάξεις.
1036§55Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, πρῶτον διότι
1037εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος· τὸ λέγει
1038ῥητῶς ἡ διάταξις: Μόνον νόμος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ
1039φόρους καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν
1040αὐτῶν. Δεύτερον διότι παρ’ ἡμῖν κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν
1041ἐπιτρέπει τὸ πολίτευμα νὰ μεταβιβάζῃ ἡ νομοθετικὴ
1042ἐξουσία τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Δὲν
1043ὑπάρχει τις διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν ἐπιτρέ-
1044πουσα ἢ καὶ ἁπλῶς δεικνύουσα τοιοῦτό τι. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν
1045ἀνέγνωτε τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν μεταρρυθμί-
1046σεως, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι
1047ἐν τῷ προσχεδίῳ ἐκείνῳ ἐγίνετο λόγος περὶ Διαταγμάτων
1048νομοθετικῶν, περὶ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατ’ ἐντολὴν
1049τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὑποεπιτροπαὶ δὲ τῆς συντα-
1050γματικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεπειράθησαν νὰ διατυπώσωσιν
1051ὁμοίας τινὰς διατάξεις, περὶ Διαταγμάτων, λέγω, νομοθε-
1052τικῶν, περὶ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατ’ ἐντολὴν τῆς
1053νομοθετικῆς ἐξουσίας.
1054§56Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κανονιστικῶν.
1055§57ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο.
1056Ἐτέθη «κανονιστικῶν»· τὸ ἐδέχθημεν αὐτό, ἀλλὰ μετὰ συ-
1057ζήτησιν ἐπισταμένην μὲν καὶ μακράν, ἕνεκα τοῦ ἐπιστη-
1058μονικοῦ διαφέροντος, τὸ ὁποῖον προυκάλει τὸ ζήτημα, ἀλλὰ
1059κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρξε διαφορὰ γνωμῶν, κατελήξα-
1060μεν πάντες εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι θὰ ἦτο μείωσις τῆς
1061φιλελευθέρας ὑποστάσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐὰν ἐτί-
1062θεντο ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν διατάξεις προβλέπουσαι
1063περὶ νομοθετικῶν Διαταγμάτων, περὶ Διαταγμάτων ἐκδι-
1064δομένων κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἀπε-
1065κρούσαμεν μετ’ ἀγανακτήσεως μάλιστα, δύναμαι νὰ προσ-
1066θέσω, καὶ ἐν τούτῳ τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1067διωρθώσωμεν παραχρῆμα σχεδιάσματά τινα τῆς ὅλης
1068συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.
1069Ὑπάρχουσι Συντάγματα, ἅτινα ἐνδεικνύουσιν ἢ καὶ ῥη-
1070τῶς διαλαμβάνουσιν ὅτι ἐπιτρέπεται ἐκεῖ εἰς τὴν νομο-
1071θετικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβιβάζῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὰ
1072καθέκαστα, ὑπάρχουσι καὶ Συντάγματα ἀκόμη, κατὰ τὰ
1073ὁποῖα ῥητῶς ἐπιτρέπεται εἰς ὡρισμένας τινὰς περιστάσεις
1074καὶ προκειμένου περὶ ὡρισμένων ζητημάτων νὰ ἐκδίδῃ
1075Διατάγματα νομοθετικοῦ περιεχομένου ἡ ἐκτελεστικὴ
1076ἐξουσία, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως καὶ ἐκεῖ, ἵνα κατὰ τὴν πρώτην
1077Σύνοδον ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ ἔχωσιν ἢ δὲν θὰ ἔχωσι
1078κῦρος τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ μό-
1079νον ἡ Βουλή.
1080Δὲν ἀπαιτεῖται τουτέστι νόμος, διὰ νὰ κυρωθῶσι τὰ
1081Διατάγματα ἐκεῖνα, ἀλλ’ ἁπλῶς μία πρᾶξις τῆς Βουλῆς,
1082μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα
1083Κρατῶν οὐχὶ κοινοβουλευτικῶν· εἶναι τὸ Σύνταγμα π. χ.
1084τὸ Πρωσσικόν. Παρ’ ἡμῖν λοιπόν, ὅπου δὲν ἔχομεν τοιαύ-
1085τας διατάξεις, ὅπου δὲν ὑπεστηρίχθησαν οὔτε ἐπιστημονι-
1086κῶς τοιαῦται γνῶμαι, ὅπου ἀπεκρούσθησαν τοιαῦται γνῶ-
1087μαι καὶ προσφάτως ἀκόμη ὑπὸ μιᾶς πολυαρίθμου συντα-
1088γματικῆς ἐπιτροπῆς, πῶς εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ νὰ σκε-
1089φθῇ τις ὅτι ἐπιτρέπεται ἓν τῶν ὑψίστων δικαιωμάτων τῆς
1090λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας νὰ μετατεθῇ ὁλόκληρον εἰς τὴν
1091ἐξουσίαν τὴν ἐκτελεστικήν;
1092Ἀλλὰ τὸ ἔκτροπον τοῦ πράγματος προχωρεῖ· ἡ παρα-
1093γνώρισις τῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος, ἡ παραγνώρισις
1094τῶν μεγίστων λαϊκῶν δικαιωμάτων, ἡ παραγνώρισις τῶν
1095σπουδαιοτάτων κοινωνικῶν ἀσφαλειῶν, φθάνει μέχρι τοῦ
1096ἀπείρου. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν θὰ περιέχῃ διατάξεις
1097νομοθετικὰς ἀφορώσας φόρους, ἀλλὰ θὰ περιέχῃ καὶ δια-
1098τάξεις Ποινικοῦ Νόμου. Εἴδετε, Κύριοι, τὸ νῦν προτεινόμε-
1099νον ἄρθρον 19 τοῦ τροπολογηθέντος νομοσχεδίου (ἀναγι-
1100νώσκει):
1101«Διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδιδομένου προτάσει
1102τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ μετὰ προηγουμέ-
1103νην σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
1104θέλει καθορισθῆ αʹ) ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσπρά-
1105ξεως ὡς καὶ τῆς διαθέσεως τοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἐπι-
1106βαλλομένου φόρου καὶ ἡ πρὸς τοῦτο τηρητέα διαδικασία.
1107βʹ) Αἱ διὰ τὴν παράβασιν ἢ τὴν παράλειψιν τῶν διὰ τοῦ
1108Διατάγματος τούτου ἀνατεθησομένων καθηκόντων καὶ ὑπο-
1109χρεώσεων εἰς δημοσίους ἢ δημοτικοὺς ἢ ἐκκλησιαστικοὺς
1110ὑπαλλήλους, ἢ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἢ ἄλλους ἰδιώτας
1111ἐπιβλητέαι ποιναὶ χρηματικαὶ ἢ φυλακίσεως μὴ δυνάμε-
1112ναι νὰ ὑπερβῶσιν ἐκεῖναι μὲν τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχ.,
1113αὗται δὲ τοὺς ἓξ μῆνας, ἐπιφυλαττομένων καὶ τῶν ὁρισμῶν
1114τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διὰ πᾶσαν βαρυτέραν παράβασιν».
1115§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὁ Τσάρος δὲν ἔχει τὸ δι-
1116καίωμα νὰ ἐπιβάλῃ 6 μῆνας φυλάκισιν.
1117§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 7
1118καὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον
1119«ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμέ-
1120νως αὐτήν». Ταύτην τὴν διάταξιν περιέχει καὶ ὁ Ποινι-
1121κὸς Νόμος. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης;
1122Ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα πρῶτον ἱστορικῶς.
1123Ἡ διάταξις αὕτη προέρχεται ἐξ ἑνὸς μεγάλου νομι-
1124κοῦ ἀξιώματος, διατετυπωμένου εἰς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην,
1125εἰς τὴν ὁποίαν διετυπώθη ἡ μεγίστη καὶ σπουδαιοτάτη
1126νομοθεσία τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις ἐκανόνιζε τὰς σχέσεις
1127ὅλου τοῦ μεσαιωνικοῦ κόσμου καὶ ἥτις νομοθεσία ἐνέπνευσε
1128καὶ ῥυθμίζει ἀκόμη πάσας τὰς νεωτέρας νομοθεσίας. Τὸ
1129ἀξίωμα ἐκεῖνο ἔχει οὕτω: «Nullum crimen sine lege,
1130nulla poena sine lege». «Οὐδὲν ἀδίκημα ἄνευ νόμου, οὐδε-
1131μία ποινὴ ἄνευ νόμου». Ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τούτου ἀπέρρευ-
1132σεν ἡ διάταξις αὕτη καὶ ὅσην ἔκτασιν ἔχει τὸ ἀξίωμα
1133ἐκεῖνο, τόσην ἔχει καὶ ἡ διάταξις αὕτη. Ὅταν λέγωμεν
1134«οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου», ἐννοοῦμεν νόμον,
1135ὅστις δίδει καὶ τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος
1136καὶ μετὰ τοῦτο καθορίζει καὶ τὴν ποινήν. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέ-
1137ματος τούτου προκαλῶ νὰ προσαχθῇ εἷς συγγραφεύς, εἷς
1138ποινικολόγος, εἷς συνταγματολόγος, ὅστις νὰ λέγῃ τὸ
1139ἀντίθετον. Ἀπὸ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς προχείρως
1140καὶ πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα, Κύριοι, συγγραφεῖς ἡμετέρους.
1141Ἰδοὺ ὁ μακαρίτης Σαρίπολος τί λέγει ἑρμηνεύων τὴν
1142διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἥτις ἔχει ὁμοιότητα πρὸς
1143τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
1144«Ἐπειδὴ ἀδίκημά ἐστιν ἡ πρὸς τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἐκπεφρα-
1145σμένην γενικὴν θέλησιν παράβασις, ἕπεται ὅτι, ὅπως ὑπάρξῃ
1146τι κοινωνικῶς κακόν (ἀδίκημα), ἀνάγκη ἵνα προηγουμένως
1147ἐξεφράσθη περὶ τούτου ἡ γενικὴ θέλησις (ὁ νόμος). Ἔνθεν
1148ὁ κανών: nulla poena sine lege».
1149Ταῦτα ὁ Σαρίπολος εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ποινικοῦ Δι-
1150καίου. Ὁ Σαρίπολος ὡς ἑρμηνευτὴς τοῦ Συνταγματικοῦ
1151Δικαίου (ἀναγινώσκει): «Ὅτι δὲ ἡ ποινὴ τότε μόνον σύμ-
1152φωνός ἐστι τῷ δικαίῳ, ὅτε ὁ νόμος πρὸ τῆς διαπράξεως
1153τοῦ ἐγκλήματος τήν τε πρᾶξιν ὡς ἀξιόποινον ἐχαρακτήρισε
1154καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῇ ἠπείλησε ποινήν, τοῦτο ἐν τοῖς ἔμπρο-
1155σθεν ἐξηγήθημεν, ῥητῶς δὲ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος
1156ὡς δημόσιον δίκαιον ἐγγυᾶται τοῖς πᾶσι».
1157Τί λέγει ὁ Φλογαΐτης; (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον τοῦτο
1158τοῦ Συντάγματος παρέχει σωτήριον ἐγγύησιν εἰς τὴν προ-
1159σωπικὴν ἐλευθερίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀπαγορεύεται οὐ μό-
1160νον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἢ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ
1161καὶ τὴν νομοθετικήν, νὰ ἐκδώσῃ νόμον περὶ τιμωρίας οἱου-
1162δήποτε διὰ προλαβοῦσαν τὸν νόμον πρᾶξιν, μὴ χαρακτη-
1163ριζομένην κολάσιμον ὑπὸ τῶν προϋπαρχόντων ποινικῶν
1164νόμων.»
1165Πρέπει οἱ νόμοι οἱ ποινικοὶ νὰ χαρακτηρίζωσι μίαν
1166πρᾶξιν καὶ νὰ θεωρῶσιν αὐτὴν κολάσιμον.
1167Τελευταῖον καὶ ὁ Κωστῆς ἀκόμη, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ
1168Ποινικοῦ Νόμου, ὁμοίως διδάσκει. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάτα-
1169ξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κύριοι Βουλευταί (ἀναγινώσκει):
1170«Ποινὴ δὲν καταγινώσκεται πλὴν εἰς ἐκείνας μόνον τὰς
1171πράξεις καὶ ἐλλείψεις, κατὰ τῶν ὁποίων νόμος τις ὥρισε
1172προηγουμένως ῥητὴν ποινήν».
1173Λέγει δὲ ὁ Κωστῆς: «Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀδικήματος
1174ἐν τῇ στενωτέρᾳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, ὃν ἀνωτέρω ἐμνημο-
1175νεύσαμεν, ἕπεται ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς μὲν
1176καταδίκης τινὸς ὡς ἐνόχου ἀδικήματος εἶναι ἡ ὕπαρξις
1177νόμου προνοοῦντος περὶ αὐτοῦ, τῆς δὲ τιμωρίας ἡ διὰ νόμου
1178ἀναγραφὴ τῆς καταγνωστέας ποινῆς. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ
1179συνοψίζει τὸ ἀξίωμα «nullun crimen sine lege, nulla
1180poena sine lege», ὅπερ ὡς θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς νεωτέρας
1181ποινικῆς νομοθεσίας ἀνεγράφη καὶ ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ
1182ἡμετέρου συνταγματικοῦ χάρτου».
1183Ταῦτα λέγουσιν οἱ ἡμέτεροι συγγραφεῖς πάντες, ταῦτα
1184λέγουσι καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, καὶ προκαλῶ, λέγω, τὴν
1185Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἕνα συγγραφέα ἡμέτερον ἢ ξένον δι-
1186δάσκοντα τὰ ἐναντία. Ὅτε δὲ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, πῶς
1187εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα διὰ Διατάγματος καθορι-
1188σθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων,
1189ἵνα διὰ Διατάγματος καθορισθῶσιν ἀξιόποινοι πράξεις;
1190Ἐὰν τοιαῦτα γένωνται, ἐγὼ πρῶτος δὲν θὰ διστάσω νὰ
1191εἴπω πρὸς τοὺς φορολογουμένους Ἕλληνας πολίτας, οὐ μό-
1192νον νὰ μὴ πληρώσωσι τοὺς φόρους, ἀλλὰ ν’ ἀμυνθῶσι κατ’
1193ἐκείνων, οἵτινες θὰ θελήσωσι νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς εἰς
1194τὴν πληρωμὴν φόρων παρὰ τὸ πολίτευμα καθωρισμένων.
1195Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
1196ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Διατάγματος δίδῃ τὰ
1197στοιχεῖα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Οἱουσδήποτε καὶ ὁσον-
1198δήποτε μεγάλους καὶ τρομεροὺς κινδύνους εἶναι δυνατὸν νὰ
1199φαντασθῇ τις, ὅταν εἰς μίαν Κυβέρνησιν παρέχηται τὸ δι-
1200καίωμα ἐν λευκῷ νὰ καθορίζῃ τὰ στοιχεῖα τῶν ἀξιοποίνων
1201πράξεων, τὴν μικροτέραν περίστασιν, τὴν ἁπλουστέραν
1202πρᾶξιν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς ἀξιόποινον
1203μία Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐνσπείρῃ τὸν τρόμον εἰς μίαν κοι-
1204νωνίαν. Εἶναι ταῦτα δικαιώματα, Κύριοι, ἐπιτρεπόμενα
1205εἰς μίαν Κιβέρνησιν, εἰς Κράτος φιλελεύθερον, εἰς Κράτος
1206συνταγματικόν; Παραμένει πλέον σκιὰ πολιτεύματος φι-
1207λελευθέρου; Ὑπάρχει πλέον πολίτευμα συνταγματικόν,
1208ὅταν τὰ ὕψιστα τῶν δικαιωμάτων, τὰ δικαιώματα τοῦ
1209ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους, τὰ δικαιώματα τῆς προσωπικῆς
1210ἐλευθερίας ἀνατίθενται εἰς τὴν ἀπόλυτον κρίσιν μιᾶς Κυ-
1211βερνήσεως; Ἕν Διάταγμα θ’ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον τοῦ
1212Ποινικοῦ Νόμου; Καὶ ὅταν ἔχῃ ἀκόμη τόσην σημαντικό-
1213τητα ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχηται
1214ὡς τροπολογία κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν;
1215Ποία εἶναι ἡ διάταξις ἡ συνταγματική; Ὅτι τὰ
1216νομοσχέδια συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
1217θρον καὶ σύνολον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Πᾶσα διάτα-
1218ξις ἑνὸς νόμου πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς
1219τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπι-
1220βάλλει εἰς τὴν πρακτικήν, ἵνα καὶ κατὰ τὴν δευτέραν
1221καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν γίνωνται δεκταὶ τρο-
1222πολογίαι τῶν νομοσχεδίων· τροπολογίαι, συμπληρωμα-
1223τικαὶ φράσεις, διασαφητικαὶ φράσεις, ἑρμηνευτικαὶ φρά-
1224σεις, φράσεις δίδουσαι πληρέστερον καὶ ἀκριβέστερον τὸ
1225νόημα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν
1226πρακτικὴν νὰ ὑποκαθιστᾷ τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν
1227καὶ ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν τῆς τροπολογίας νὰ θέτῃ διατάξεις
1228τόσον σημαντικάς, διατάξεις ἀφορώσας ὕψιστα καὶ μέγιστα
1229δικαιώματα οὐ μόνον τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτικῶν
1230ἐξουσιῶν. Ἐδῶ, λέγω, ἐγείρονται ζητήματα δικαιοδοσίας
1231τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ θὰ
1232τεθῇ αὕτη ὡς τροπολογία; Ἐκεῖ ὅπου πρόκειται καταδή-
1233λως περὶ ὑψίστων δικαιωμάτων περιουσίας, τιμῆς, ἐλευθε-
1234ρίας καὶ ἐκεῖ ὅπου ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν
1235πάντες οἱ συγγραφεῖς, πρόκειται περὶ τροπολογίας; Εἶναι
1236φράσις συμπληρωτική, δίδουσα ἀκριβεστέραν τὴν ἔννοιαν
1237τοῦ νόμου, παρέχουσα εὐχερεστέραν τὴν ἑρμηνείαν τῶν δια-
1238τάξεων τοῦ νόμου ἢ εἶναι ὁλόκληροι διατάξεις περιέχουσαι
1239ζητήματα τόσον μεγάλα, τόσον σημαντικά, ὡς εἶχον τὴν
1240τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς ἐπικαλούμενος τὸ κῦρος
1241ὁλοκλήρου τῆς ἐπιστήμης, ὁμοφώνως ἀποφαινομένης;
1242Αὗται εἶναι αἱ νέαι μέθοδοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ
1243ἐπαναλάβω ἐρωτῶν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί; Τίς ἀγνοεῖ ἐξ
1244ὑμῶν ὅτι μία ἐκ τῶν μεγάλων αἰτιῶν τῆς ἀγανακτήσεως
1245ἡμῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος ἦτο τὸ ὅτι κατὰ τὴν γʹ ἀνά-
1246γνωσιν παρενετίθεντο διατάξεις ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἀλ-
1247λοιοῦσαι τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, παρεκκλίνουσαι τῆς ἐν-
1248νοίας τῶν νόμων, παρέχουσαι δικαιώματα, κατὰ τῶν ὁποίων
1249διεμαρτύρετο ἡ νομικὴ ἢ ἠθικὴ συνείδησις; Ναὶ ἢ ὄχι;
1250Ἐρωτῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι: Καταλύο-
1251μεν λοιπὸν τὸ παρελθόν, ὅτε ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν
1252γʹ ἀνάγνωσιν, διὰ μιᾶς τοιαύτης διατάξεως, νὰ λύωμεν ζη-
1253τήματα ἀφορῶντα οὐχί, λέγω, συμφέροντα ἁπλῶς ἑνὸς
1254πολίτου, δύο, πέντε, δέκα, ἀλλὰ καθορίζοντα τὰ δικαιώ-
1255ματα τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους; Καταλύομεν
1256τὰς μεθόδους ἐκείνας ἢ ἐπεκτείνομεν αὐτάς; Ἐξαγνίζομεν
1257τὰ ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος ἢ παρουσιαζόμεθα ἡμεῖς
1258μεγαλωστὶ μεγάλοι νέοι ἁμαρτωλοί;
1259Βεβαιότατα, Κύριοι, ἀναμφιβολώτατα, Κύριοι, ἔπεσεν
1260εἰς ἀδιέξοδον ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν θέλῃ τις νὰ ἱκανο-
1261ποιήσῃ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, νὰ συμβιβάσῃ τὰ
1262ἀσυμβίβαστα, νὰ συνδυάσῃ τὰ ἀσυνδύαστα, ἑπόμενον εἶναι
1263νὰ πέσῃ εἰς ἀδιέξοδον.
1264Πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ πράττῃ τις, νὰ πίπτῃ
1265δηλαδὴ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του, οὐχὶ νὰ τὸ λέγῃ μόνον· πρέ-
1266πει νὰ εἶναι ἱκανὴ μία Κυβέρνησις νὰ τὸ πράττῃ, νὰ
1267ἵσταται μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἢ νὰ πίπτῃ, ὅταν δια-
1268φωνῇ πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ εὑρίσκων-
1269ται συνδυασμοί. Εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν ἀνοικονόμητον ἀπέ-
1270ναντι τῆς πλειονοψηφίας, εὑρισκόμεθα μετ’ αὐτῆς εἰς
1271ἀσυμβίβαστον διάστασιν γνωμῶν; Πῶς θὰ συμβιβάσωμεν
1272τὰ πράγματα; Νὰ μὴ εἴπωμεν τί σκεπτόμεθα οὔτε ἡμεῖς,
1273οὔτε σεῖς, καὶ ἀφήσατε νὰ οἰκονομήσω ἐγὼ τὰ πράγματα
1274βραδύτερον! Δὲν οἰκονομοῦνται τὰ πράγματα, Κύριοι! Ἰδοὺ
1275δὲ τὰ ἀδιέξοδα ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἔχετε τὸ δι-
1276καίωμα νὰ συζητήσητε κἂν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης,
1277διότι ἔρχεται ἀντικανονικῶς, κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, ἀν-
1278τισυνταγματικῶς. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε τὴν
1279τοιαύτην διάταξιν, διότι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μετα-
1280βιβάσητε τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς
1281τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν δύνασθε τὸ ὕψιστον δι-
1282καίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν τοὺς φόρους καὶ κανονίζειν τὴν
1283βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν, δικαίωμα ἑνὸς ἐλευθέρου
1284λαοῦ, νὰ τὸ μεταβιβάσητε εἰς μίαν Κυβέρνησιν.
1285Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσητε ἄλλο δι-
1286καίωμα ἡμῶν, τὸ κανονίζειν ποῖαι εἶναι αἱ ἀξιόποινοι
1287πράξεις, εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις διὰ Β. Διατάγματος
1288νὰ συντάσσῃ κεφάλαια τοῦ Ποινικοῦ Νόμου! Δὲν εἶναι
1289πλέον αὐτὴ ἐλευθέρα Πολιτεία, ὅταν θέτῃ ταῦτα. Τότε θὰ
1290ἤρκει νὰ ἔλθωμεν μίαν ἡμέραν ἐνταῦθα νὰ ἐκδώσωμεν ἕνα
1291νόμον καὶ νὰ εἴπωμεν: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1292διὰ Β. Διατάγματος νὰ συντάξῃ ὅλους τοὺς νόμους, οἵτι-
1293νες χρειάζονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν!» Ὅλους
1294τοὺς νόμους, διότι γνωρίζετε σπουδαιοτέρους νόμους τῶν
1295φορολογικῶν καὶ τῶν ποινικῶν; Δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς
1296τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντάξῃ νόμους φορολογικούς, νόμους
1297ποινικούς! Ὅταν τοῦτο τῇ παρέχητε, διατί δὲν θὰ ἦτο τὸ
1298αὐτό, ὡς ἐὰν ἐλέγομεν: «Παρέχομεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα
1299νὰ συντάξῃ ὅλους τοὺς νόμους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας»;
1300Ἴσως εἴπητε τοῦτο· δὲν θὰ πάθῃ καθ’ ὑμᾶς τίποτε ἡ Ἑλλη-
1301νικὴ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία αὕτη δὲν θὰ εἶναι ἐλευ-
1302θέρα, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐλευθέρα Πολιτεία, ἡ ὀνομασία
1303«Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων» ἀποτελεῖ αὐθάδη ἐμπαιγμὸν
1304πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
1305§60Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Διὰ τὴν γεωργικὴν τάξιν, κύριοι
1306συνάδελφοι, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις πάντων τῶν ἐθνῶν ἐμε-
1307ρίμνησαν. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐπίσημον Κράτος οὐδέ-
1308ποτε ἐσκέφθη, ὅπως βελτιώσῃ τὴν τύχην αὐτοῦ τοῦ δεινο-
1309παθοῦντος πολίτου, τοῦ λεγομένου γεωργοῦ. Τουναντίον
1310ἐν παντὶ καὶ πάντοτε προσεπάθησεν, ὅπως καταστήσῃ
1311τὴν θέσιν αὐτοῦ χείρονα. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ
1312θεσμοῦ τῆς δεκάτης. Εἶναι θεσμός, τὸν ὁποῖον κατε-
1313δίκασεν οὐ μόνον ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐθνικὴ συν-
1314είδησις, ἥτις πικρὰν περὶ αὐτοῦ ἔχει ἀνάμνησιν. Δὲν
1315θὰ ἀσχοληθῶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1316καθόσον καὶ ὁ φόρος οὗτος κατεδικάσθη ἐν τῇ κοινῇ συνει-
1317δήσει. Θὰ ἀσχοληθῶ εἴς τινας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας
1318ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικῶς μὲ
1319τὴν ἐν Κύπρῳ φορολογίαν. Εἶπε δηλονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς
1320τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐν Κύπρῳ ἐπικρατεῖ εὐδοκίμως τὸ
1321σύστημα τῆς δεκάτης. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ὅπως μὴ λαμ-
1322βάνωμεν παραδείγματα ἡμεῖς ἐκ τῆς Κύπρου. Φιλελεύθε-
1323ρον πολίτευμα διατελεῖ ἐν Κρήτῃ καὶ διετέλει καὶ εἰς
1324ἄλλο ἤδη ἐλεύθερον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν πράγματι
1325ἐλευθερόφρονα Ἑπτάνησον. Ἐγένοντο ὅμως ἐπαναστάσεις
1326καὶ ἀπηγχονίσθησαν Ἕλληνες πολῖται ἕως ὅτου δυνηθῶ-
1327σι ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φιλελευθέρου αὐτοῦ πολιτεύματος.
1328Ἀφοῦ ὅμως ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον ἡ τοιαύτη εὐδοκίμησις
1329τῆς δεκάτης ἐν Κύπρῳ, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν
1330τῆς Βουλῆς μερικὰς στατιστικὰς πληροφορίας, αἵτινες
1331προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐκεῖ Ἄγγλου ἁρμοστοῦ.
1332Θέλω παραβάλει τὰ ἐξαγόμενα αὐτῶν πρὸς τὰ συμβαί-
1333νοντα ἐν ἄλλῳ διαμερίσματι τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἐν τῇ
1334δεινοπαθούσῃ Θεσσαλίᾳ, ἐκ τῆς συμπαραβολῆς δὲ ταύτης
1335θέλει πεισθῆ πᾶς τις ὅτι ὁ Ἕλλην γεωργὸς καὶ μὲ τὴν
1336ὑφεστῶσαν φορολογίαν πληρώνει τετραπλάσια τῶν ὅσα
1337πληρώνει ὁ Κύπριος. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν
1338Κύπρον καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Θεσσαλίαν, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ
1339ἕνεκα τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου τοῦ Βόλου εἶναι εὔκο-
1340λος ἡ ἐξακρίβωσις τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων, ἔχο-
1341μεν τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: Ἐν Κύπρῳ κατὰ τὸ ἔτος
13421900 εἰσέπραξεν ἡ διοίκησις λίρας 64.000, ἤτοι δραχμὰς
13431.600.000, ἐκ δὲ τῶν τελωνείων λίρας 31.000, δηλαδὴ
1344800,000 δραχμάς, χωρὶς ὁ Κύπριος πολίτης νὰ ἐπιβαρύνη-
1345ται μὲ οὐδένα ἄλλον φόρον. Τονίζω τὴν λέξιν αὐτήν, διότι
1346κατὰ κόρον ἐπανελήφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ὁ Ἕλ-
1347λην ἀγρότης δὲν φορολογεῖται παντελῶς. Ὁ Κύπριος οὔτε
1348δι’ εἴδη μονοπωλίου πληρώνει οὔτε ἄλλον τινὰ φόρον. Ἐξ
1349ἀντιθέτου ἡ Θεσσαλία πληρώνει μόνον διὰ τελωνιακὰ
1350τέλη 4.000,000, διὰ πετρέλαιον 3.000.000, διὰ φόρον
1351ἀροτριώντων κτηνῶν 1.300,000· δηλονότι, ἐνῷ ὁ Κύπριος
1352πληρώνει φόρους πρὸς τὸ δημόσιον 2.400.000, ὁ αὐτὸς
1353πληθυσμὸς ὁ γεωργικὸς τῆς Θεσσαλίας πληρώνει πρὸς τὸ
1354Ἑλληνικὸν Δημόσιον 8.000,000, δηλαδὴ πληρώνει φόρον
1355τετραπλάσιον. Ἐξ ἀντιθέτου ἡ παραγωγὴ ἐν Κύπρῳ
1356κατὰ τὸ 1899 παρήγαγεν 1.580,000 κοιλῶν σίτου, κριθῆς
13572,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ παρήγαγεν 6.000,000 κοιλῶν, ἐνῷ
1358ἡ Θεσσαλία κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα παρήγαγε
13594,000,000 κοιλῶν σίτου.
1360Ἀναφέρω πάντα ταῦτα, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς
1361τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ ἐκ τῶν ὑποδούλων μερῶν διδάγματα δὲν
1362χρησιμεύουσι διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου τούτου. Ἂς μὴ
1363παραπονώμεθα πάντες ὅτι δὲν φορολογεῖται ὁ Ἕλλην γε-
1364ωργός· τοὐναντίον φορολογεῖται καὶ εἰς τετραπλάσια παρ’
1365ὅ,τι φορολογοῦνται οἱ ὑπόδουλοι ἀδελφοὶ ἡμῶν. Δὲν θὰ ἀπα-
1366σχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, καθόσον πολλὰ περὶ τοῦ
1367προκειμένου φόρου ἤκουσεν αὕτη· μόνον ἤθελον νὰ ἐπιστήσω
1368τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς
1369μίαν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ 4, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον
1370καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀναγ-
1371κάζομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω.
1372§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον;
1373§62Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
1374§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ μόνη ἐλπὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἶ-
1375ναι, ὅταν ψηφίζηται τὸ σχετικὸν ἄρθρον· δὲν λέγω ὅτι θὰ
1376γίνῃ δεκτή, ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
1377§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀντιτίθεμαι εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν
1378φόρον καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισα εἰς τὰς δύο ἀναγνώσεις κατ’
1379αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρέπει ὅμως νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀντιτίθεμαι
1380δι’ οὓς λόγους ἀντιτίθενται οἱ πλεῖστοι. Πᾶσα φορολογία
1381εἶναι κακὴ καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον οὐδεὶς φόρος νὰ ἐπε-
1382βάλλετο. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρό-
1383κειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν ὡς καὶ
1384τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει,
1385πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν
1386τὴν βάσιν τοῦ φόρου τούτου ἄνευ τροποποιήσεών τινων εὐ-
1387λόγων καὶ ῥιζικῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέρχονται,
1388καθιστῶσι τὸν φόρον ἀποκρουστέον. Πλεῖστοι ὅσοι ὡμίλη-
1389σαν κατὰ τῆς φορολογίας τῆς γῆς καὶ ἐχαρακτήρισαν ταύ-
1390την, πολὺ δικαίως, ὡς φορολογίαν κατὰ τῆς παραγωγῆς, ὡς
1391ἐμπόδιον, ὡς τιμωρίαν κατὰ τῶν παραγωγῶν τῆς γῆς·
1392ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἔχει πᾶσα φορολογία.
1393Ὁ φόρος ὁπωσδήποτε ἐπιβαλλόμενος δύναται νὰ θεωρηθῇ
1394ὡς τιμωρία, ὡς ἐμπόδιον διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου,
1395τῆς παραγωγῆς κατὰ τοὺς διαφόρους αὐτῆς κλάδους. Βε-
1396βαίως ἡ γῆ φορολογεῖται βαρέως καὶ δὲν ἔπρεπε πρὸς αὐ-
1397τὴν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον
1398ἤθελε ν’ ἀντλήσῃ μέρος τι πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν καὶ
1399τῶν κενῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ
1400παρατηρήσῃ ὅτι οὔτε εἰς τὴν βιομηχανίαν θὰ εὕρισκεν
1401ἔδαφος, ὅπως ἀντλήσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, οὐδ’
1402εἰς ἄλλον τινὰ παραγωγικὸν κλάδον. Ἡ βιομηχανία
1403μας εἶναι ἀσήμαντος, ἡ δὲ ναυτιλία, εἶναι ἀδύνατον
1404νὰ φορολογηθῇ ἐν Ἑλλάδι ἄνευ κινδύνου καταστροφῆς
1405τελείας λόγῳ τοῦ παγκοσμίου ἀνταγωνισμοῦ. Μόνον
1406μία τάξις δύναται νὰ φορολογηθῇ, οἱ κεφαλαιοῦχοι·
1407ἀλλ’ αὕτη εὗρε προστάτας ἐξ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἵτι-
1408νες ἀντετάχθησαν ἐναντίον τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὅπως κατὰ
1409παντὸς φόρου. Ἐθεωρήθησαν οἱ ζητοῦντες τὴν φορολο-
1410γίαν τοῦ κεφαλαίου ὡς ἐχθροὶ τοῦ πλούτου, ὡς θέλοντες
1411νὰ καταστρέψωσι τὴν τάξιν τῶν πλουσίων. Ἀλλ’ ἡ φορολο-
1412γία τῶν δυναμένων νὰ αἴρωσι τὰ βάρη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ
1413μεταστρέψῃ τοὺς πλουσίους εἰς πτωχούς, διότι τοῦτο οὐ-
1414δεὶς ἐπιδιώκει οὐδ’ ὑποστηρίζει. Τουναντίον, διὰ τῆς δι-
1415καίας κατανομῆς τῶν φόρων ἐπιδιώκεται νὰ γίνωσιν ὅλοι
1416πλούσιοι καὶ ὄχι πτωχοί. Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ
1417γίνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον πτωχοὶ καὶ νὰ ὑφί-
1418στανται ὀλιγώτερον τὰ δεινὰ τῆς ἀνεχείας. Θὰ ἐδεχόμην
1419τὸν φόρον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπαλλάξει ἀκριβῶς
1420ἐκεῖνο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πλήσσει μεγάλην κατηγορίαν
1421ἀρκετὰ φορολογουμένην καὶ μὴ δυναμένην ἐπὶ πλέον νὰ
1422φορολογηθῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναβιβάσει τὸ πο-
1423σὸν τὸ ἀπαλλακτέον παντὸς φόρου ἀπὸ 20 κοιλῶν εἰς μεγα-
1424λείτερον ποσόν· θὰ ἠδύνατο τότε ν’ ἀπαιτήσῃ πολὺ δικαίως
1425τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποτόν, τὸ
1426ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, βεβαίως δύναται νὰ ὁρισθῇ,
1427ἀλλ’ ὅσον περισσότερον εἶναι, τόσον καλλίτερον διὰ τὰς
1428φορολογουμένας τάξεις, καὶ τόσον ἀντιθέτως εὐχάριστον
1429διὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ὅστις, ἐφ’ ὅσον αὐξάνονται αἱ
1430ἐξαιρέσεις, θὰ ἔχῃ τὸν φόρον ὀλιγώτερον παραγωγικόν.
1431Διότι δὲν πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι ἐξαίρεσις τὰ 20 κοιλὰ
1432ἐπὶ παραγωγῆς μέχρις 70 κοιλῶν, διότι αὐτὰ ἀποτε-
1433λοῦσι τὸν σπόρον, καὶ τότε, ἐὰν καὶ οὗτος φορολογῆται, θὰ
1434ἠδύνατό τις ὄχι μόνον ν’ ἀποκρούσῃ τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ
1435νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ὡς ἀγριώτατον, καθόσον ἡ Πολιτεία
1436φορολογεῖ δὶς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον.
1437Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ φόρος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρι-
1438χθῇ καὶ ψηφισθῇ, ἐὰν γίνῃ μεγαλειτέρα ἡ ἐξαίρεσις. Δὲν
1439θίγω τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καθ’ ὃν τρό-
1440πον ἐτροποποιήθη, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἄλλο στοιχεῖον
1441τοῦ φόρου, δυνάμενον ὅμως νὰ ἐξετασθῇ χωριστά.
1442Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἠθέλησεν ἀπὸ γενικῆς
1443ἀπόψεως νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν φόρον, λόγῳ τῆς προστασίας,
1444τῆς ὁποίας ἔτυχον οὐχὶ μόνον τὰ μεγάλα, ἀλλὰ καὶ τὰ
1445μικρὰ εἰσοδήματα. Ἐπαναλέγω ὅτι τὰ μικρὰ εἰσοδήματα
1446ἐπὶ τοσοῦτον κερδίζουσιν ἐκ τῶν προστατευτικῶν φόρων, ἐφ’
1447ὅσον περισσεύουσιν ἀπὸ τῆς καταναλώσεως πρὸς διατροφὴν
1448καὶ σπόρον καὶ πρὸς πώλησιν καὶ ὄχι δι’ ἓν ἔτος ἀλλὰ
1449διὰ πλείονα. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον πρό-
1450κειται περὶ ἀπαλλαγῆς τόσου ποσοῦ, τὸ ἐπιχείρημα τῆς
1451προστασίας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς ποσοῦ μὴ
1452ἐπιτρέποντος εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πωλήσῃ, τὸ ζήτημα
1453τῆς προστασίας πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος· ἡ προστασία
1454οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε
1455χθές ὅτι ἡ προστασία, ἐφ’ ὅσον εἶναι μεγαλειτέρα, καὶ εἶ-
1456ναι μεγάλη, ἐπὶ τοσοῦτον εὐεργετεῖ πάντα. Ἐγὼ λέγω τὸ
1457ἀντίθετον· ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ προστασία μεγαλειτέρα, ἐπὶ
1458τοσοῦτον ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν πω-
1459λεῖ. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προστατευτικὸς
1460φόρος δὲν εἶναι 1, ἀλλὰ 3, 4, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ τάξις ἐκείνη,
1461ἡ ὁποία δὲν πωλεῖ, ἀλλὰ παράγει, ζημιοῦται. Δὲν ἀδικῶ
1462τοὺς Θεσσαλοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὡρι-
1463σμένην τάξιν τῆς Θεσσαλίας λέγοντες ὅτι θὰ ἦτο εὐεργε-
1464τικὴ διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς ἡ κατάργησις τοῦ προστατευτι-
1465κοῦ φόρου, διότι, καθόσον ἡ τάξις ἐκείνη δὲν πωλεῖ, ἀλλ’
1466εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀγοράζῃ, βεβαίως πιέζεται ὑπὸ τοῦ
1467προστατευτικοῦ δασμοῦ καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα δι’ αὐτήν,
1468ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ προστασία. Εἶναι καὶ οὗτος εἷς πρόσθε-
1469τος λόγος ἐναντίον τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὁ
1470ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαββανάκος, τοῦ ὁποίου ἐξετίμησα
1471ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἀγόρευσιν, ἔφερε τὸ ζή-
1472τημα κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ πιστεύ-
1473σητε ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ φορολογία αὐτὴ πί-
1474πτουσα εἰς βάρος τῆς Θεσσαλίας. Τὰ ἐπιχειρήματά του θὰ
1475ἦσαν ὀρθά, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὴν Θεσσαλίαν τὴν θεωρεῖ ὡς
1476χώραν ἐντελῶς διάφορον τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Ἀλλ’ εἰς
1477τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν πρόκειται νὰ διαιρέσωμεν
1478τὴν Ἑλλάδα εἰς γεωγραφικὰ τμήματα, ἀλλ’ εἰς τάξεις.
1479Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ποῖα γεωγραφικὰ τμήματα τῆς
1480Ἑλλάδος ἐπιβαρύνονται, ἀλλὰ ποία τάξις ἀναλόγως τοῦ
1481πλούτου, τὸν ὁποῖον διαθέτουσιν, ἐπιβαρύνονται ἢ δὲν ἐπι-
1482βαρύνονται, κατὰ πόσον τὰ βάρη ἐπιτίθενται κατ’ ἐκείνων,
1483οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρωσι ταῦτα ἢ ἐναντίον ἐκεί-
1484νων, οἱ ὁποῖοι πιεζόμενοι μέχρι τοῦδε ἀρκετά, δὲν δύναν-
1485ται νὰ φέρωσι καὶ ἄλλα βάρη. Βεβαίως ἡ Θεσσαλία σή-
1486μερον ἡ καλλιεργουμένη εἶναι προνομιακὴ πρὸς ὅλην τὴν
1487ἄλλην Ἑλλάδα· ὄχι μόνον δὲν προσφέρει ἐκ τοῦ ἐκ σίτου
1488εἰσοδήματός της εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ κερδίζει καὶ δὴ
1489πολλά· ἐν τούτοις ἐξεταστέον εἶναι τὸ ἄλλο ζήτημα· κα-
1490τοικεῖται ὑπὸ κατοίκων τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἢ ὄχι;
1491§65Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ Θεσσαλία πληρώνει φόρον
14923.000,000.
1493§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι καὶ τοῦτο· ἀλλὰ
1494δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῇ πόσον πληρώνει ἡ Θεσσα-
1495λία. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν
1496κατηγορίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαββανάκος λέγει ὅτι ἡ Θεσσαλία
1497παράγει 33,000,000 καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγῃ ὅτι κά-
1498ποτε ἡ Θεσσαλία εἰσάγει ἔξωθεν σῖτον, διότι εἰσάγει
14991,000,000. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ὑπὲρ τῆς
1500ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν· δὲν ἐξάγει ἡ Θεσσα-
1501λία, ἀλλ’ ὑπάρχει ὡρισμένη τάξις Θεσσαλῶν, ἡ ὁποία
1502ἀγοράζει τὸν σῖτον. Οὐδεμία παρηγορία εἶναι διὰ τὸν γεωρ-
1503γὸν ἂν τὸ ἀντίτιμον τοῦ σίτου δὲν τὸ λαμβάνῃ ὁ Ῥῶσος,
1504ἀλλὰ τὸ λαμβάνει ὁ γαιοκτήμων τῆς Θεσσαλίας· συνεπῶς
1505ἐπιμένομεν ὅτι, μολονότι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι
1506ἡ Θεσσαλία ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος
1507ἔχει προνομιοῦχον θέσιν, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἔχει ἡ
1508Θεσσαλία, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὡρισμένη τάξις τῶν κατοίκων
1509τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, εἰς τὴν ἐπι-
1510βολὴν νέων φόρων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ
1511φορολογηθῇ ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία σήμερον μόλις καλύ-
1512πτει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ μεταί-
1513χμιον τῆς καταστροφῆς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν στερηθῇ
1514καὶ αὐτῆς τῆς μικρᾶς προσόδου, πρέπει δι’ ἕνα λόγον ἐπὶ
1515πλέον ν’ αὐξήσωμεν τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει
1516ὁ νόμος, καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ὁ φόρος, ὡς θὰ
1517γίνῃ, ὀλιγώτερον παραγωγικός, ἂς ἀναπληρώσωμεν τὰς ἐλ-
1518λείψεις διὰ φορολογίας ἄλλου εἰσοδήματος, ἄλλης κατηγο-
1519ρίας τοῦ αὐτοῦ εἴδους, διότι, πρῶτον, καὶ εἰς περίπτωσιν
1520κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι Θεσσαλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι
1521μὲν τελείως πλούσιοι, παράγουσιν ὅμως δημητριακοὺς
1522καρπούς, ὅπως πωλῶσι, πρέπει νὰ ὑποστῶσι καὶ οὗτοι βάρη
1523τινὰ ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται τοιαῦτα καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες·
1524ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιαύτης κατηγορίας,
1525οὐχὶ δὲ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία
1526ὑφίσταται τὸν βαρύτατον φόρον τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ,
1527ὁ ὁποῖος φορολογεῖ τὰ 30%. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγο-
1528ρεύων ἐν Θεσσαλίᾳ εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρ-
1529νησις δὲν διστάζει νὰ κηρύξῃ κλπ».
1530Καὶ ἐρωτῶ· δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐγκληματικὴ ἡ στάσις
1531τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς τάξεως αὐτῆς, ὅταν, χωρὶς
1532οὐδεμίαν νά κάμνῃ διάκρισιν, φορολογεῖ ὅλους τὸ ἴδιον; Κατὰ
1533τίνα τρόπον λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως μετατοπισθῶσι τὰ
1534βάρη ἀπὸ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἄλλην, ἀπὸ τῆς τάξεως
1535τῶν ἀπορωτέρων εἰς τὴν τῶν πλουσιωτέρων; Ἐγὼ διαβλέπω
1536εἰς τὸ νομοσχέδιον μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ
1537πολλὰ τὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἡ ὁποία περιέ-
1538χει πολλὰ τὰ προνόμια ὑπὲρ τῶν πλουσίων, διότι ὄχι μό-
1539νον δὲν γίνεται προσπάθεια ὅπως ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης φο-
1540ρολογίας, τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ
1541τὴν ὁποίαν ὀρθότατα κατέκρινεν, γίνῃ κάποια τροπολογία,
1542ἀλλὰ δι’ ἑνὸς νέου φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε καὶ ἔπρεπε
1543νὰ φροντίσῃ νὰ γίνῃ ἀρχή τις, ὅπως ἐπέλθῃ διαρρύθμισις
1544τοιαύτη, ὥστε τὰ βάρη νὰ προσπαθήσῃ νὰ ῥίψῃ ἐπὶ τῶν
1545ὤμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὰ φέρωσι, δὲν τὸ
1546ἔπραξεν. Ἐγὼ θεωρῶ κατακριτέαν τὴν ἀδιαφορίαν τῆς Κυ-
1547βερνήσεως ὅπως μὴ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 20 κοιλῶν. Ἀλλ’
1548εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι
1549δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τῶν 60 κοιλῶν, ἔπρεπε
1550πάντως ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν κατὰ 20 κοιλά. Καὶ ἔλεγεν ὁ
1551κ. Πρωθυπουργός, διακόπτων ἀγορεύοντά τινα ἀπὸ τοῦ βή-
1552ματος τούτου, ὅτι ἐλάχιστον ποσὸν λαμβάνομεν ἀπέναντι
1553τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχομεν. Θὰ ἦτο ἀνάγκη
1554νὰ γνωρίσῃ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι λαμβάνει
1555ἐλάχιστον μέρος τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει.
1556Ἀλλ’ ὅτε ἡ Κυβέρνησις τονίζει τοῦτο καὶ τὸ λαμβάνει
1557ὡς ἐπιχείρημα, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ
1558τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀναλάβῃ, καὶ τὸ δώσῃ
1559πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Θὰ
1560ἦτο ἐγκληματικὴ ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως ν’
1561ἀφήνῃ καθ’ ὃν τρόπον πιέζονται ὡρισμέναι τάξεις μὴ
1562ἔχουσαι, ν’ ἀφήνῃ νὰ κερδίζωσιν ἕτεραι τάξεις ἄπειρα
1563ἔχουσαι. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης βεβαίως πρέπει νὰ
1564συγκρίνωμεν τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία βαρύνει τὰ ἄλλα μέρη
1565τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν κερδίζει, ἐπι-
1566βαρύνεται μὲ 33%, χωρὶς οὐδόλως νὰ προστατεύηται·
1567ἔπρεπε λοιπὸν πρῶτον νὰ φορολογηθῶσι μὲ 33% οἱ μεγά-
1568λοι γαιοκτήμονες καὶ ἔπειτα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ προσ-
1569θέτου φορολογίας. Οὗτοι ἐκ τοῦ προστατευτικοῦ φόρου
1570κερδίζουσι 33%· νὰ χάσωσι τὸ 33%, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ
1571εἰς περαιτέρω φόρον 10% καὶ ἔπειτα νὰ γίνῃ σκέψις περὶ
1572περαιτέρω βαρῶν. Ἡ ἰδέα περὶ προστασίας δὲν δύναται νὰ
1573ὑποστηριχθῇ προκειμένου καὶ περὶ ἐλαιῶν; Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς
1574δὲν παράγῃ ἐλαίας, τί θὰ συμβῇ; Βεβαίως ἔχει λόγον ν’
1575αὐξήσῃ τὴν διάθεσιν τοῦ γεωργοῦ, ἐὰν ἡ παραγωγὴ τῶν
1576δένδρων δὲν ἀπαιτῇ δαπάνας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ
1577προστασία δὲν ἀφορᾷ τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι
1578οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οὐδόλως ἐπροστατεύθησαν διὰ τοῦ προ-
1579στατευτικοῦ δασμοῦ, ἀλλ’ ἐπιέσθησαν. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως ἡ
1580τιθεμένη φορολογία ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τῶν πλουσίων, εἶναι
1581φορολογία ἀκατονόμαστος. Εἰς δύο φόρους, τοὺς ὁποίους προσ-
1582ήγαγεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἐξ-
1583αιρέσεως εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἀπὸ 4,000 καὶ ἄνω.
1584Ἐζήτησε μάλιστα κατ’ ἀρχὰς 5,000. Εἶχε τὴν καλωσύνην
1585ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν
1586μου ὅπως ἀπὸ 5,000 γίνῃ 4,000, ὅπως ἐπίσης εἶχε τὴν
1587καλωσύνην νὰ δεχθῇ καὶ μίαν ἄλλην ὑπόδειξίν μου, διὰ τὴν
1588ὁποίαν εἶμαι ὑπερήφανος, τὸ 3% τῶν γαιοκτημόνων, οἱ
1589ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὑπεστήριξα ὅτι καὶ ἡ
1590Ῥωμουνία ἔχει τὸ σύστημα αὐτό, καὶ δύναμαι νὰ συγχαρῶ
1591διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν· ἀλλὰ θὰ ἤθελον καὶ κάτι
1592ἀντάλλαγμα, διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπως αὐξάνῃ ἡ φορο-
1593λογία, ὅπως ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου εἶναι μεγαλειτέρα.
1594Οὐδεμία ὅμως ἐλήφθη πρόνοια εἰς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύ-
1595της αὐξήσεως περὶ προστασίας περὶ εὐεργεσίας ἄλλης τινὸς
1596τάξεως. Καθ’ ὃν χρόνον διὰ τοῦ 3% ἴσως πρόκειται ἡ Κυβέρ-
1597νησις νὰ εἰσπράξῃ 200–300 χιλιάδας καὶ τὸ 3% ἠδύνατο
1598νὰ τὸ κάμῃ πολὺ δεδικαιολογημένως διπλάσιον, δὲν ἐφρόν-
1599τισεν, ὅπως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ φόρου
1600—διότι ἡ διάταξις θὰ τὸ καταστήσῃ παραγωγικώτερον—
1601δώσῃ εἰς μίαν ἄλλην τάξιν, δώσῃ καὶ εἰς τὴν ἄλλην τά-
1602ξιν ἓν κομματάκι, πέντε κοιλῶν ἔστω ἢ ἕξ κοιλῶν, εἰς τὴν
1603παραγωγὴν τῶν μικρῶν παραγωγῶν.
1604Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἀπαλλάτ-
1605τει ἐκ τῶν σπειρομένων γαιῶν εἴκοσι κοιλά· ἀλλὰ δὲν εἶναι
1606σοβαρὰ ἀπαλλαγὴ ἡ τῶν 20 κοιλῶν. Βλέπετε λοιπὸν τὴν
1607μέριμναν, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἤδη. Εἰς τὴν μέσην τάξιν
1608καὶ τὴν πλουσίαν λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως ἀπαλλάξῃ ὁλό-
1609κληρον τὸ ποσὸν τῶν 4,000 καὶ ἀκόμη τὸν πλουσιώτατον,
1610διότι καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρόσοδον, θὰ
1611ἀπαλλαχθῇ τῶν 4,000, ἐνῷ διὰ τοὺς σιτοπαραγωγούς, δι’
1612ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀπολαμβάνουσιν
1613οὔτε τὰ ἡμερομίσθιά των, αὐτῶν καὶ τῆς οἰκογενείας των,
1614δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ καμμίαν ἀπαλλαγήν,
1615οὔτε τὴν ἐλαχίστην.
1616Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ
1617εἰσοδήματος εἶναι συμπληρωτικός. Δὲν εἶναι καθόλου
1618συμπληρωτικὸς περισσότερον ἀφ’ ὅσον εἶναι ὁ τῶν σπει-
1619ρομένων γαιῶν, διότι αὐτὸς εἶναι συμπληρωτικὸς διὰ τὴν
1620τάξιν διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ καὶ ἡ τάξις αὐτὴ πληρώνει
1621τὸν φόρον τοῦ εἰσαγομένου σίτου καὶ πρόκειται διὰ τοῦ φό-
1622ρου τούτου νὰ πληρώσῃ συμπληρωτικὸν φόρον· εἶναι δὲ
1623πολὺ περισσότερον δεδικαιολογημένος ὁ φόρος ὁ συμπληρω-
1624τικὸς ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν παρὰ ὁ τοῦ εἰσοδή-
1625ματος. Ἡ ὀνομασία ὅτι εἶναι συμπληρωτικὸς δὲν δύναται
1626νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ὅλων ἐκείνων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα τὸν
1627χαρακτηρίζουσι. Καὶ ποία γενναιότης τῆς Πολιτείας εἰς
1628τὰ ἀβέβαια ἐκεῖνα κέρδη! Ἅμα τὸ ἐνοίκιον ὑπερβαίνῃ τὸ
1629ποσὸν τῶν 25,000, ἂς τὸ ὑπολογίσωμεν εἰς 10%, ὥστε
1630νὰ δυνηθῇ χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ πλού-
1631σιοι δὲν θὰ πληρώσωσι χιλίας καὶ δύο χιλιάδας, ἀλλὰ ἕξ,
1632ἑπτὰ χιλιάδας! Τί; Ἥμισυ τοῖς ἑκατόν· καὶ φόρος ἐπὶ τοῦ
1633εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ¼%, εἶναι ἄνισος διὰ τὴν
1634τάξιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι βαρύς, βαρύ-
1635τατος, ὅπως ἐκ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας θὰ ἀποφέρῃ, ἀπαλ-
1636λαγῇ ἄλλη τάξις, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν
1637μέριμναν τῆς Πολιτείας.
1638Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τρυφερω-
1639τάτην καρδίαν, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων,
1640οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι
1641ὀχληρότατος. Τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων ἐμάλαξαν τὴν
1642καρδίαν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ τῶν γεωργῶν ὅμως, οἱ ὁποῖοι
1643δὲν κερδίζουσιν οὐδὲ τὸν ἄρτον των, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα.
1644Εἶναι φοβερὸν νὰ ἀνοίγῃ τις τὰ βιβλία τοῦ ἐμπόρου, ἀλλὰ
1645δὲν εἶναι φοβερὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τις τὸν ἄρτον τοῦ δυστυ-
1646χοῦς; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως!
1647Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ὅτι
1648ἡ Κυβέρνησις ἐξαιρετικώτατον δεικνύει ἐνδιαφέρον περὶ
1649τῆς τάξεως ἐκείνης ἀκριβῶς, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ
1650τὴν προστασίαν της, τῆς τάξεως τῶν εὐπόρων· καὶ μοὶ δί-
1651δεται ἡ εὐκαιρία αὕτη νὰ ἀποδείξω ματαίους τοὺς φόβους
1652τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἡλιοπούλου, ὁ ὁποῖος
1653ἐφοβήθη, μὴ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔγινε μονονουχὶ σοσιαλιστής,
1654ὥστε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλας τὰς σοσιαλιστικὰς ἀρχάς. Ἀπήντα
1655τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὡς τὸ πτη-
1656νὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, κρύπτει τὴν κεφαλήν, διὰ νὰ μὴ ἴδῃ τὸν
1657κίνδυνον τὸν ἐπερχόμενον, τὸν ὁποῖον ἔβλεπεν ὁ κ. Πρωθυ-
1658πουργός, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον εἶδε μόνον διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν
1659θαυμασίαν ἐκείνην ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ
1660Συντάγματος, μὴ πραγματοποιουμένην ὅμως διὰ τῶν φό-
1661ρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε καὶ τοὺς ὁποίους μετέτρεψε κατὰ
1662διαφόρους τρόπους, οὐχὶ ὅμως κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου
1663ἐκείνου τοῦ Συντάγματος. Ὥστε ἦσαν ἐντελῶς ἄδικοι οἱ
1664φόβοι ἐκεῖνοι καὶ περιττὴ ἡ μέριμνα τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ
1665ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, οὔτε
1666σοσιαλιστής. Τὰ δύο φορολογικὰ μέτρα δεικνύουσιν ὅτι
1667οὐδεμίαν ἀκριβῶς ἔχει σχέσιν ἡ σκέψις του πρὸς τὰ πρά-
1668γματα, πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζε, προκειμένου
1669περὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διότι εἰς ὁλόκλη-
1670ρον τὴν φορολογίαν οὐ μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς οἱον-
1671δήποτε μέρος τῆς γῆς, δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε ἕνα φόρον
1672ἐξυπηρετοῦντα τὰς νέας ταύτας ἰδέας χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι
1673οἱ δύο οὗτοι φόροι. Οἱ δύο οὗτοι φόροι οὐδὲν μεταρρυθμι-
1674στικὸν ἔχουσι περὶ προστασίας τῶν ἀδυνάτων καὶ περὶ
1675ἐπιθέσεως τῶν βαρῶν ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἰσχυρῶν· ἀπὸ βελ-
1676τίωσιν οὐδὲν ἴχνος· οὐδεὶς φόρος εἶναι χειρότερος τῶν φόρων
1677τούτων.
1678Ποία θὰ ἦτο δικαιολογία νὰ μὴ φορολογήσῃ περισσό-
1679τερον τὰς μεγάλας προσόδους ἐκ τῆς γῆς; Θὰ ἐφοβεῖτο
1680ἆρά γε μὴ ἐλαττωθῇ ἡ πρόσοδος; Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ
1681συμφέροντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγαθὰ θὰ ἐπήρχοντο,
1682διότι θὰ εἰσήγετο περισσότερος σῖτος ἔξωθεν καὶ ἡ Κυβέρ-
1683νησις ὀλιγώτερον θὰ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸν
1684πρόβλημα, ἐνῷ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τῆς τιμῆς
1685εὐκολωτέρα θὰ καθίστατο ἡ λύσις τοῦ θεσσαλικοῦ ζητή-
1686ματος, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ ὑπάρχοντος φόρου, τελείως ῥυ-
1687θμιζομένου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ κυριώτερον βῆμα
1688πρὸς λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις
1689ἀκούσασα τόσας καὶ τόσας κατηγορίας κατὰ τῆς βεβαιώ-
1690σεως—καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς ἐστράφη
1691μόνον πρὸς τὴν βεβαίωσιν, ὄχι ὅτι ἦσαν ἀνάξια ὅλα τὰ
1692ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκρινον τὸν τρόπον τῆς
1693βεβαιώσεως· εἶναι σοβαρώτατα, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως
1694ἡ προσοχὴ τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἦτο
1695ἀκριβῶς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς
1696τὴν Κυβέρνησιν μὴ θέλουσαν νὰ καταστρέψῃ τὴν βάσιν,
1697θὰ ἦτο ἡ αὔξησις τοῦ ἀπαλλακτέου ποσοῦ —, ἡ Κυβέρνησις,
1698λέγω, ἀκούσασα καὶ δεχθεῖσα τὰ παράπονα ἠθέλησε νὰ
1699μετατρέψῃ τὸ σύστημα τοῦ φόρου, διότι εὗρεν ὅτι αὐτὸ
1700ἦτο δαπανηρόν, ἂν ὄχι ὅσον οἱ ὑπολογισμοὶ διαφόρων, ἀλλ’
1701ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ φόρος θὰ ἦτο δαπανηρός, διότι θὰ
1702ἦτο 20–25%, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ φόρος ἦτο
1703ἐντελῶς κατακριτέος, διότι θὰ ἀπορροφᾷ 20–25% ἐκ
1704τῶν ἐσόδων. Ἔστρεψε, λέγω, τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρ-
1705νησις εἰς τοῦτο, ὅπως μὴ λύσῃ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα, ἀλλά,
1706ἀντὶ τῆς βεβαιότητος ὅτι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως ἦτο
1707κακός, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀοριστίαν καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν
1708θὰ εἶναι κακός. Μάτην περιέμενον ὅμως τοσοῦτον χρόνον
1709ἀναμένων τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠθέλησα
1710κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1711νομικῶν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν περὶ τούτου· ἀλλ’ ὁ ἐπακολουθή-
1712σας θόρυβος κατέστησε τὴν ἐρώτησίν μου οὐχὶ ἀκουστήν·
1713— ποῖοι εἶναι τέλος πάντων οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνή-
1714σεως περὶ τοῦ φόρου τούτου; Ποῖοι οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῆς
1715δαπάνης τοῦ φόρου τούτου; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε κἂν
1716ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ προσ-
1717άγεται ἐνώπιον ἡμῶν ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον, χωρὶς
1718νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ δαπάναι;
1719Ἀλλ’ ἕτερον κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ φόρου,
1720μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς βάσεώς του, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ
1721ζητήματος ἐπὶ ποίων ἐπιπίπτει, εἶναι κατὰ πόσον ὁ φόρος
1722εἶναι οἰκονομικὸς ἢ ἀντιοικονομικός, κατὰ πόσον εἰς τὴν
1723εἴσπραξίν του εἶναι δαπανηρὸς ἢ μὴ δαπανηρός. Καὶ ἡ
1724Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ καταρρίψῃ ὅλα τὰ ἐπιχει-
1725ρήματα τῶν ἀγορευσάντων, δὲν ἐφρόντισε νὰ μᾶς παρου-
1726σιάσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της κατὰ πόσον ὁ φόρος εἶναι ἢ
1727δὲν εἶναι δαπανηρός· διότι ποία ἡ παρηγορία, Κύ-
1728ριοι, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράττηται διὰ βεβαιωτῶν, διὰ σπαχή-
1729δων, καδήδων κτλ., ἀλλὰ θὰ εἰσπράττηται κατὰ ἕνα τρό-
1730πον, τὸν ὁποῖον Βασιλικὸν Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ; Μήπως,
1731Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη ἡ ἀσχολουμένη καὶ περὶ
1732τῶν εἰσπράξεων τῶν φόρων πρόκειται κατὰ τοσοῦτον νὰ
1733βελτιωθῇ ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν
1734ὁποίαν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, ὥστε νὰ ἀφήσωμεν
1735εἰς τὸν χρόνον, νὰ μᾶς δώσῃ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως;
1736Ἢ πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς στατιστικὰς πλη-
1737ροφορίας; Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν φόρον τοῦτον πρὸ τοῦ
1738ἑπομένου ἔτους καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ
1739ἐκ τῆς πείρας ἓν βοήθημα πρὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους.
1740Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης αἱ δηλώσεις τῆς Κυ-
1741βερνήσεως δὲν ἐβελτίωσαν τὸν φόρον, ἀλλὰ τὸν κατέστησαν
1742χειρότερον.
1743Ἀφήνω τὸ συνταγματικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον λαμπρῶς ἀνε-
1744πτύχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οὐδεὶς
1745φόρος ἐπιβάλλεται ἢ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου, ἡ δὲ εἴσπρα-
1746ξις εἶναι βεβαίωσις, διότι ὁ φόρος, διὰ νὰ εἰσπραχθῇ, θὰ βε-
1747βαιωθῇ· ἔχει δὲ σημασίαν, διότι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως
1748εἶναι φορολογία, ἐπαναλαμβάνω. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν
1749ὁποίαν προβαίνομεν εἰς τὴν δαπάνην 20–25%, ὅπως θὰ
1750ἀπαιτήσῃ ὁ προκείμενος φόρος, βεβαίως εἶναι δαπάνη αὐτή,
1751καὶ βεβαίως πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα κατὰ
1752πόσον πρέπει νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του.
1753Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, οἱον-
1754δήποτε σκοπὸν βεβαιώσεως καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ μᾶς παρουσιάσῃ
1755τοὺς ὑπολογισμούς της, πόσον θὰ στοιχίσῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ
1756φόρου τούτου, κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος θὰ εἶναι δαπανη-
1757ρὸς ἢ ὄχι, διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦτο, κατ’
1758οὐδένα λόγον δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1759νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον—καὶ φόρον τόσον σοβαρὸν—χωρὶς
1760νὰ γνωρίζωμεν κατὰ πόσον θὰ ἐπιτευχθῶσι, τοὐλάχιστον
1761ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα,
1762τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
1763§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
1764§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ κ. Ὑπουργός.
1765§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1766καιοσύνης). Ὑπ’ ἀριθμὸν 77 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως
1767εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου «περὶ
1768ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν», εἶναι δὲ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
1769Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο «περὶ ἀπαγωγῆς», τὸ ὁποῖον
1770εἶναι συναφές, εἶναι δὲ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἤθελον παρακα-
1771λέσει νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ τὴν ἐρχο-
1772μένην ἑβδομάδα ψηφίζεται εἰς βʹ, διὰ νὰ ἔλθωσι μαζὶ εἰς
1773γʹ καὶ τὰ δύο.
1774§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ περὶ ζωοκλοπῆς, κύριε Πρόεδρε· ἔχω
1775μάλιστα ἑτοίμην ἀναφορὰν νὰ ἐγχειρίσω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
1776§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
1777Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ προτάξεως τοῦ σχε-
1778δίου νόμου «περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν» παρακα-
1779λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
1780Βουλὴ παρεδέχθη.
1781Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως
1782τῶν περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν διατάξεων τοῦ Ποι-
1783νικοῦ Νόμου».
1784(Ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
1785σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).
1786Θὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 10 μ. μ.
1787§72Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη μία αἴτησις ἐν ἀρχῇ τῆς
1788συνεδριάσεως, διὰ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρια-
1789κῆς ἀργίας». Πρέπει νὰ προταχθῇ.
1790§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Σπυρόπου-
1791λος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ 20ὸν ἄρθρον τοῦ νομο-
1792σχεδίου «περὶ σπειρομένων γαιῶν».
1793Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Γ. Συγγούρης
1794ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπλη-
1795ρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος».
1796Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Δ. Κουλούμπαρδος ὑποβάλλει
1797τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνα-
1798διοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους».
1799Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ν. Ξηρὸς ὑπο-
1800βάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 9 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου
1801«περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου», ὡς
1802εἰσάγεται τροποποιημένον.
1803Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ν. Φραγκίστας
1804ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 27 ἄρθρου τοῦ νομοσχε-
1805δίου «περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου».
1806Ἅπασαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
1807(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
1808Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 10
1809καὶ ½ μ. μ.
1810Μετὰ τὴν διακοπήν.
1811§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
1812δρίασις. Ὁ κ. Δογάνης ἔχει τὸν λόγον.
1813§75Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατάγομαι ἀποκλει-
1814στικῶς ἐξ ἐπαρχίας γεωργικῆς, ἥτις περισσότερον συνη-
1815σθάνθη τὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐξέγερσιν,
1816ὄχι διότι θεωρεῖ τὸν φόρον βαρύν, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι ἢ
1817μὴ τοιοῦτος, ἀλλὰ διότι ἔχει ἀναμνήσεις ζοφερὰς τῆς ἐπο-
1818χῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος αὐτὸς ἐλειτούργει μὲ
1819τοὺς λεγομένους σπαχῆδες. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ τρίτον νο-
1820μοσχέδιον τροποποιημένον, καί, ὡς τοῦτο ὑπεβλήθη, βε-
1821βαίως δὲν μοὶ ἐπιτρέπει παράτασιν τῆς συζητήσεως, καθό-
1822σον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει κυρίως ἡ ὅλη συζήτησις
1823ἡ διεξαχθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώ-
1824σεως τοῦ φόρου. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον καθώριζε τρόπον
1825βεβαιώσεως τὸν δι’ ἐνοικιάσεως· τὸ δεύτερον, διὰ νὰ με-
1826τριάσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνην τὴν ἐκ τῶν σπαχήδων, ἐξεῦρε
1827τρόπον, ὁ ὁποῖος περισσότερον καταπλήσσει καὶ ὁ ὁποῖος
1828περισσότερα ζητήματα θὰ γεννήσῃ εἰς τοὺς φορολογουμέ-
1829νους, τὸν τρόπον τῶν βεβαιωτῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν,
1830Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην
1831καὶ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ προσπα-
1832θήσῃ νὰ ἐξεύρῃ ἕτερον τρόπον καὶ δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ
1833μέτρον αὐτὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου διὰ τῶν λεγομένων
1834βεβαιωτῶν, διότι θὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλο σπουδαιότερον
1835ζήτημα καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτάς,
1836ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι ἀπηλλαγμένη αὕτη, τὸ ζή-
1837τημα τοῦ διορισμοῦ τόσων καὶ τόσων βεβαιωτῶν ἰδιωτῶν
1838πλέον, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου θὰ εἶναι ἀνεπαρ-
1839κεῖς κατὰ τὸν ἀριθμόν, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι
1840καὶ τὰ καθήκοντα αὐτά. Θὰ εὑρεθῇ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις
1841πρὸ μιᾶς ἐπιθέσεως ἐκ μέρους ἡμῶν, διότι καὶ εἰς ἡμᾶς θὰ
1842γίνῃ ἐπίθεσις φοβερὰ ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας, διὰ
1843νὰ λάβωσι τὰς θέσεις αὐτάς. Ἀλλὰ περιπλέον θὰ φέρῃ εἰς
1844φῶς ἐν Πελοποννήσῳ ἐκτὸς τῶν σπαχήδων καὶ τοὺς λεγο-
1845μένους χαβαλέδες. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς βεβαιώσεως καὶ ἐν
1846ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ εἶναι ἔτι καταθλιπτικώτερος τῶν
1847σπαχήδων, διότι ὁ φορολογούμενος εἶναι ὑποχρεωμένος ἐπὶ
18484 ἡμέρας πρὸ τοῦ λιχνίσματος νὰ εἰδοποιῇ τὸν βεβαιωτὴν
1849καὶ νὰ λαμβάνῃ ἔγγραφον ἄδειαν αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι
1850ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο. Τώρα τὸ ζήτημα,
1851ἂν ὁ βεβαιωτὴς εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀντικαθίσταται δι’ ἄλ-
1852λου βεβαιωτοῦ, εἶναι ἓν ζήτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀτυχὴς
1853φορολογούμενος τρέχει τὸν κίνδυνον καὶ ὁλόκληρον τὸ
1854προϊόν του νὰ χάσῃ. Ἐπίσης εἰς τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως
1855τοῦ φόρου τοῦ ἀραβοσίτου πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνη-
1856σις, ὥστε ἡ μέτρησις νὰ γίνεται κατὰ τὴν συγκομιδὴν
1857ὁπωσδήποτε, ἔστω καὶ διὰ ζυγίσεως.
1858§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεσθε διατε-
1859θειμένος νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
1860ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ἐξεύρῃ τὸν κατάλληλον τρόπον βε-
1861βαιώσεως. Δὲν λαμβάνετε τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθητε νὰ
1862συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ μετ’ ἐμοῦ, διὰ νὰ
1863μὴ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλήν;
1864§77Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Εὐχαρίστως δέχομαι.
1865§78Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καίτοι δὲν κατάγομαι ἐξ εὐφόρου δια-
1866μερίσματος τῆς Ἑλλάδος, διετέλεσα ὅμως ἐφ’ ἱκανὸν χρό-
1867νον καὶ ἐγὼ γαιοκτήμων, ὀλίγα τινὰ ἔχω, κύριοι Βου-
1868λευταί, νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κατ’ ἐμὲ
1869λόγοι ὑψίστης ἀνάγκης ἐπιβάλλουσιν εἰδικῶς τὴν τα-
1870χεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀπορῶ δ’
1871ἀληθῶς πῶς διεξάγεται συζήτησις περὶ νομοσχεδίου, τὸ
1872ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρ-
1873ξιν τῆς χώρας. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι τὸ παρὸν νο-
1874μοσχέδιον δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ κρατήσῃ τὴν Κυβέρ-
1875νησιν ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς· εἶναι προωρισμένον νὰ ῥίψῃ τὴν Κυ-
1876βέρνησιν, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ψηφισθῇ πρὶν ἢ συμβῇ τοῦτο.
1877Ψηφιζομένου ἄλλως τε τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκπληροῦ-
1878ται τελείως ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπαναστάσεως.
1879Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε διὰ διαφόρους λόγους,
1880ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν διότι ἦτο γυμνὸς καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ
1881κατὰ θάλασσαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς πολεμοῦντας τὸ παρὸν
1882νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· εἶναι δυ-
1883νατὸν νὰ ἐννοηθῇ στρατός, στόλος, δικαιοσύνη, παιδεία,
1884ἄνευ φορολογίας; Ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀνα-
1885διοργάνωσιν καὶ ἀνασύνταξιν ὅλων τούτων, ἔχει ἀνάγκην
1886χρημάτων, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ στέρξῃ εἰς
1887τὴν φορολογίαν ταύτην. Οἱ κύριοι ἀντιφρονοῦντες εἰς τὸ νο-
1888μοσχέδιον αὐτό, καὶ ἰδίᾳ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνά-
1889δελφοι, ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι κατα-
1890θλιπτικὸν διὰ τὸν γεωργὸν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ μέλλον
1891τῆς χώρας. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁλόκληρον τὸ
1892ἔθνος ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους στέργει καὶ φορολο-
1893γεῖ ὅλα τὰ προϊόντα· χάριν τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς
1894καταβάλλουσιν οἱ μὴ παράγοντες σῖτον 9 λεπτὰ τελωνια-
1895κὸν δασμόν· χάριν τῆς σιτοπαραγωγῆς κατὰ τὸ 1905, ἐπὶ
1896ὑπουργίας τοῦ κ. Ῥάλλη, ἔθηκαν πρόσθετον δασμὸν τρί-
1897λεπτον, ἐνῷ ὁ ἐγχώριος σῖτος πωλεῖται πρὸς τὴν ἰδίαν τι-
1898μήν. Εἰς ἐποχὴν λοιπόν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον
1899προσφέρει φόρους διὰ τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς, ἐσωτερικοὺς
1900καὶ ἐξωτερικούς, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι δίκαιον καὶ ἡ
1901Θεσσαλία νὰ συνεισφέρῃ τὸν φόρον αὐτόν. Εἶχον τὴν ὑπο-
1902μονὴν νὰ ἐρευνήσω τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δύναμαι πρὸς
1903τὴν Βουλὴν νὰ φέρω τὰ πορίσματά μου. Πλὴν τῆς Ἑπτα-
1904νήσου εἰσπράττει τὸ Κράτος περὶ τὰ 2.000.000, ἐκ τῶν
1905φόρων τῶν σύκων· 500,000 ἐκ τοῦ ἐλαίου Λακωνίας, 40·
1906000 ἐκ τοῦ φόρου ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, 450.000 δρα-
1907χμῶν ἐκ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, 20.000 ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφί-
1908δος, ἐκτὸς τοῦ καθαροῦ κέρδους τῆς Προνομιούχου, 4.000.
1909000, ἐνῷ ἀπὸ τὸν σῖτον οὐδὲν εἰσπράττει. Ὑποθέτω ὅτι
1910πάντα ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα· κατὰ συνέπειαν ὁ ἐπιβαλ-
1911λόμενος φόρος, ἰδίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἀνέρχεται οὔτε
1912εἰς τὰ ⅔ ἐπὶ τοῦ ἐπιβληθέντος τριλέπτου προσθέτου τε-
1913λωνιακοῦ δασμοῦ κατὰ τὸ 1905. Αὐτή, κύριοι Βουλευταί,
1914εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων· κατὰ συνέπειαν, ἐπανα-
1915λαμβάνω νὰ εἴπω, ἐκ πορισμάτων ἐξαγομένων ἐξ αὐτοῦ
1916τούτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος προσ-
1917φέρει, ἐφ’ ὅσον δύναται, εἰς τὸ Κράτος φόρον, εἶναι καὶ ἐπι-
1918βεβλημένον καὶ δίκαιον, ὅπως καὶ ἡ Θεσσαλία φορολο-
1919γῆται.
1920§79ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Θεσ-
1921σαλίας.
1922§80Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὰ σιτοπαραγωγὰ τμήματα τῆς Ἑλ-
1923λάδος. Ἓν μόνον ἐξ ἰδίας πείρας ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρ-
1924νησιν καί, ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂς τὸ
1925λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι
1926τὸ ζήτημα τῶν βεβαιωτῶν τὸ ἀπέρριψεν, ἂν ἠδυνήθην νὰ
1927συλλάβω τὴν σκέψιν του· ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἓν σύστημα
1928καὶ μόνον εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ καταλληλότερον καὶ
1929τὸ βεβαιῶ ἐξ ἰδίας πείρας, τὸ τῶν δηλώσεων. Εἶναι ἓν ἐκ
1930τῶν μέσων τῆς εἰσπράξεως, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι τὰ
1931ὀλιγώτερα μειονεκτήματα· τουτέστιν οἱ γεωργικοὶ πληθυ-
1932σμοὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν ἔφορον ἢ πρὸς τὸν ἀστυνομικὸν
1933σταθμάρχην τὸ ποσὸν τοῦ σπόρου, τὸν ὁποῖον θὰ σπείρωσιν,
1934ἐκεῖνος δὲ νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν, ὥστε τὰς δηλώσεις νὰ δίδῃ
1935πρὸς τὸν ἔφορον· συγχρόνως δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐπιβά-
1936λει πρὸς τὸν σταθμάρχην ἐκεῖνον καὶ ποιάν τινα ἐπίβλεψιν
1937εἰς τὰς σπειρομένας γαίας. Ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω
1938νὰ εἴπω, τὰ γνωρίζω καὶ ὑποστηρίζω ἐξ ἰδίας πείρας, διότι
1939πάντως, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καταχρήσεις
1940ἀσφαλῶς, ἀσφαλέστατα θὰ προκύψωσι, διότι ὄχι μόνον
1941ἐπιπρόσθετος δαπάνη θὰ εἶναι ὁ βεβαιωτὴς αὐτός, ἀλλὰ
1942συγχρόνως, ἀνθρώπινον καὶ τοῦτο, ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς δὲν
1943εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔρχηται εἰς συμφωνίας μὲ τοὺς πα-
1944ραγωγοὺς καὶ συνεπῶς νὰ προέρχωνται καταχρήσεις ἢ πάν-
1945τως θὰ εἶναι μικροὶ τυραννίσκοι οἱ βεβαιωταί, οἱ ὁποῖοι θὰ
1946ἐξεγείρωσι καθ’ ἑκάστην τοὺς καλλιεργητάς. Πάντως ἡ κα-
1947τάχρησις θὰ ὑπάρχῃ—ἀνθρώπινον ἄλλως τε τοῦτο—, ἀλλὰ
1948κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐξάγω ἐξ ἰδίας πείρας, ἡ
1949κατάχρησις θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα μὲ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον
1950ὑποδεικνύω ἐγώ.
1951Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, καὶ
1952στρέφων τὸν λόγον μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγω τοῦτο:
1953Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς νὰ δεχθῇ ἐπ’ ἄπειρον τὴν φορο-
1954λογίαν ταύτην· ἐὰν δὲ στέργῃ καὶ θὰ στέρξῃ ἤδη τοῦτο
1955προθύμως, τὸ πράττει πρὸς ἕνα σκοπόν· ἐὰν δὲ ἡ ἰδιότης μου
1956ὡς Βουλευτοῦ καὶ ἡ θέσις αὕτη δὲν μὲ ἐκώλυε νὰ εἴπω σαφῶς,
1957σαφέστατα τί ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ τὸ ἔλεγον.
1958§81Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δικαίως καὶ εὐλόγως, κύριοι Βου-
1959λευταί, ἐπὶ ἡμέρας τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἀπασχο-
1960λεῖ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ κρατεῖ ἐν συγκινήσει
1961τὴν γεωργικὴν τάξιν τῆς χώρας, διότι πρόκειται νὰ πλήξῃ,
1962ὡς ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, τὴν κυριωτέραν πλουτοπαραγωγὸν
1963πηγὴν τοῦ τόπου, τὴν γεωργίαν. Παρήλασαν κατὰ τὰς ἡμέ-
1964ρας ταύτας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πλεῖστοι συνάδελφοι,
1965οἱ ὁποῖοι δι’ ἁδρῶν καὶ πειστικῶν ἐπιχειρημάτων κατέ-
1966δειξαν καὶ τὸ ἄνισον καὶ τὸ ἄδικον τῆς φορολογίας, κατέ-
1967δειξαν ἅμα καὶ τὸ καταθλιπτικὸν τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς
1968εἰσπράξεως. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐπείσθη εἰς τὰ ἐπι-
1969χειρήματα ταῦτα, φρονοῦσα ὅτι καὶ δικαία καὶ ἐλαφρὰ
1970εἶναι ἡ ἐπιζητουμένη φορολογία καὶ μόνον διαβλέπει ἐλατ-
1971τώματά τινα εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπρά-
1972ξεως· ἐλπίζει δ’ ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία
1973εἰσάγεται σήμερον, θὰ ἐκλείψωσι καὶ ταῦτα, διότι θὰ δοθῇ
1974καιρὸς ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ
1975Κράτους νὰ διαρρυθμίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς βε-
1976βαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως.
1977Δὲν ἤθελον, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου
1978τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἔχω
1979τὴν γνώμην ὅτι δευτερολογία, ὅταν μάλιστα δὲν πρόκει-
1980ται νὰ πείσῃ τινά, εἶναι περιττολογία, εἶμαι ὅμως ἠναγ-
1981κασμένος νὰ πράξω τοῦτο, διὰ ν’ ἀποκρούσω ἀδίκους ὑπαι-
1982νιγμούς, οὓς ἔρριψαν προαγορεύσαντες συνάδελφοι, ὅτι δῆθεν
1983ὁ Θεσσαλὸς δὲν συνεισφέρει εἰς τὰ δημόσια βάρη ὅσον οἱ
1984κάτοικοι τῶν τμημάτων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, νομίζοντες
1985ὅτι διὰ τούτων θὰ ἐκφράσωσι τὰ ἀστήρικτα ὑπὲρ τοῦ νομο-
1986σχεδίου ἐπιχειρήματά των. Δὲν θὰ παρακολουθήσω εἰς τὴν
1987συζήτησιν τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴν τὸν πρὸ
1988ὀλίγων ἡμερῶν λαλήσαντα ἐντεῦθεν, διότι δὲν κατώρθωσεν
1989ὁ ἀγορητὴς ἐκεῖνος, μὲ ὅλην τὴν προσπάθειάν του, νὰ
1990φανῇ καλῆς πίστεως, ἐνῷ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὰς συζητή-
1991σεις νὰ κυριαρχῇ ἡ καλὴ πίστις καὶ νὰ μὴ προκαταλαμ-
1992βανώμεθα ἐκ παντὸς τυπικοῦ καὶ προσωπικοῦ συμφέροντος,
1993διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διακρίνωμεν τὴν
1994ἀλήθειαν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ὁ κ. Βαβ-
1995βανάκος, τὸν ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν διακρίνω με-
1996ταξὺ ἡμῶν...
1997§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπών.
1998§83Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρών, διὰ
1999νὰ συζητήσω κατ’ ἀντιμολίαν μετ’ αὐτοῦ...ἔλαβεν ὡς βάσιν,
2000ἐκ στατιστικῶν, τὰς ὁποίας προσεκόμισε, φορολογίαν ἐφ’
2001ὡρισμένου εἴδους προϊόντος, διὰ νὰ συγκρίνῃ τὴν φορολο-
2002γίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Θεσσαλία, πρὸς τὴν φορολο-
2003γίαν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Καὶ ὡς τοιαύτην ἐξελέξατο τὴν ἐπὶ
2004τοῦ ἐλαίου καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, διὰ
2005νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀπορία του, νὰ μεταβληθῇ ἐν μιᾷ στιγμῇ
2006ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία εἰς ἐλαιῶνα, διὰ νὰ δύναται ν’ ἀπο-
2007δίδῃ φόρον ἐξ ἐλαίου ὅσον καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἐντίμου συνα-
2008δέλφου. Καὶ λέγω ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ παρουσιασθῇ κα-
2009λῆς πίστεως, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τί πληρώνει ἡ
2010Θεσσαλία ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ
2011ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἤδη ἰσχύοντος νόμου τοῦ ἀπαλλάξαντος
2012τὸν καλλιεργητὴν καὶ τὸν μικροϊδιοκτήτην πάσης φορολο-
2013γίας, διότι, ἐνῷ ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου οἱ κολλῆγαι καὶ
2014οἱ μικροϊδιοκτῆται, οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἐξακολουθοῦσι
2015νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν, καὶ ἂν ἡ Θεσσαλία κατέ-
2016βαλλεν ἄλλοτε 1,000,000, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη καὶ σήμερον
2017ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων νὰ καταβάλλῃ 500,000.
2018Οὔτε θέλω ν’ ἀσχοληθῶ τί πληρώνει ὁλόκληρος ἡ Θεσσα-
2019λία ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, οὔτε νὰ σᾶς
2020παραστήσω τί πληρώνει ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία ἐκ τοῦ φό-
2021ρου ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων καὶ ἐξ ἄλλων ἐμμέσων
2022φόρων, ὁπότε θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι ὅπως ἠθέλησε νὰ πα-
2023ραστήσῃ ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅτι μόνον 5000 δρ.
2024πληρώνει· οὔτε θὰ ἐπιμείνω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ταῦτα
2025διότι ἀνέκαθεν ὑπῆρξα ἐχθρὸς τοιούτων τυπικῶν διακρί-
2026σεων, οὐδὲ ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ διακρίνωμεν τὴν Ἑλληνι-
2027κὴν χώραν εἰς τμήματα καὶ εἰς ἐπαρχίας, διότι, ἂν θελή-
2028σωμεν νὰ κάμωμεν τοιαύτην διάκρισιν, πρέπει νὰ ἐξετάσω-
2029μεν καὶ τίνες ἐλυμαίνοντο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
2030τους μέχρι τῆς σήμερον, καὶ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἀναλογίαν
2031ἔχει ἡ Θεσσαλία ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ὄχι μόνον
2032εἰς τὴν συνεισφορὰν τῶν δημοσίων βαρῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
2033συμμετοχὴν τῶν ὠφελημάτων.
2034Καὶ ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἁπλῶς
2035θ’ ἀντικαταστήσῃ ἓν εἶδος φορολογίας. Κατέδειξαν ὅμως
2036οἱ προαγορεύσαντες διὰ τῶν ἰδίων ἀριθμῶν, οὓς προσεκό-
2037μισεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι δὲν πρό-
2038κειται μόνον νὰ ἀντικαταστήσῃ φορολογικὸν σύστημα,
2039ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ νέαν τοιαύτην φορολογίαν,
2040διότι, ἐνῷ μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα εἰσήγετο εἰς τὸ δημόσιον
2041ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν 2.000.000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτρι-
2042ώντων, θὰ εἰσάγωνται ἤδη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περὶ τὰ
20434.000,000 πλέον τῆς ἀδήλου ἐκείνης φορολογίας, τὴν ὁποίαν
2044θὰ ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀκόμη δηλ. περὶ τὰ 2.000.
2045000. Καὶ ἐγὼ ἔκαμον πρόχειρον, ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὴν Θεσ-
2046σαλίαν, ὑπολογισμὸν καὶ εἶδον ὅτι ἐκεῖ διπλάσιον φόρον θὰ
2047πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ ὅμως εἶμαι
2048ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
2049δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, διότι ἔχω τὴν γνώμην
2050ὅτι, ὅσον προοδεύουσι τὰ Κράτη, τόσον καὶ αἱ ἀνάγκαι πλη-
2051θύνονται, ἡ θεραπεία δ’ αὐτῶν ἀπαιτεῖ προσόδους. Ἀλλ’
2052ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσω σήμερον, εἶναι τὸ εἶδος τοῦ
2053φόρου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ἐπιβά-
2054λωμεν. Καὶ εἶπον ἐντεῦθεν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ οἱ συνήγοροι
2055τοῦ νομοσχεδίου ὅτι πῶς δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὴν
2056φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς στιγμήν, καθ’
2057ἣν εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐπιβάλλεται αὕτη· λησμονοῦσιν ὅμως
2058οἱ συνήγοροι τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι ἡ
2059κατάλληλος στιγμὴ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν δη-
2060μητριακῶν καρπῶν, ὅπως ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
2061Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδης νὰ παραστήσῃ. Καὶ
2062πλανῶνται οἱ συνήγοροι τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν συγχέωσι τὴν
2063ἀκαθάριστον πρόσοδον πρὸς τὴν καθαρὰν ἔγγειον πρόσοδον,
2064διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν παραδείγματα ἐκ τῶν
2065συμβαινόντων εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα, θὰ
2066ἴδωμεν ὅτι ἐκεῖ φορολογεῖται ἡ καθαρὰ ἔγγειος πρόσοδος
2067καὶ οὐχὶ πᾶσα ἡ ἐσοδεία. Αὐτὸ συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, αὐτὸ
2068συμβαίνει καὶ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ μόνον ἐν Ἑλ-
2069λάδι παρουσιάζεται σήμερον τὸ ἐξαιρετικὸν φαινόμενον εἰς
2070τὴν ἐντελῶς ἀβοήθητον γεωργίαν μας, νὰ θελήσωμεν νὰ
2071ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐφ’ ὅλης τῆς ἐσοδείας, ὡσανεὶ ἡ
2072γεωργία ἡμῶν ἤκμασε πλέον καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον,
2073καθ’ ὃ θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ βαστάσῃ πᾶν βάρος. Ἡ Πρωσσία,
2074ἡ ὁποία μόνον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων
2075ἀγροτῶν ἐδαπάνησεν ἅπαξ περὶ τὰ 100,000,000 μάρκων,
2076δὲν ζητεῖ φόρον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἐγγείου προσόδου,
2077ἀλλ’ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς· καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν
2078ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας γεωργίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀκόμη
2079εἰς τὰ σπάργανα, νὰ φορολογηθῇ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου.
2080Ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὅτι
2081πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ καθαρὰ ἔγγειος πρόσοδος, ἀλλὰ λέ-
2082γοντες ταῦτα ἐννοοῦμεν ἐκεῖνο τὸ μέρισμα, τὸ ὁποῖον λαμ-
2083βάνει τὸ κεφάλαιον, ἡ γῆ, καὶ ὄχι ἡ λοιπὴ πρόσοδος, ἡ
2084ὁποία ἀντιπροσωπεύει ὅλας τὰς ἄλλας τὰς συντελούσας εἰς
2085τὴν παραγωγὴν δυνάμεις.
2086Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλων νὰ μετριάσῃ τὴν
2087ἐκ τῆς παρασκευαζομένης ἐπαχθοῦς καὶ βαρείας διὰ τὴν
2088γεωργίαν φορολογίας ἐντύπωσιν ἰσχυρίσθη ὅτι αὕτη ζη-
2089τεῖται παρὰ τῆς Πολιτείας ὡς μέρισμα ὄχι ἐκ τῆς προσό-
2090δου, ἀλλ’ ἐκ τῆς τεχνητῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου,
2091εἰς τὴν ὁποίαν συνετέλεσε καὶ αὐτὴ ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ
2092προστατευτικοῦ της δασμοῦ. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξατο ἡ συ-
2093ζήτησις, ἠκούσθη ἐντεῦθεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο παρὰ τῶν
2094συνηγόρων τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἠκούσθη
2095ἡ πρωτάκουστος καὶ ἀκατανόητος ἐκείνη οἰκονομικὴ θεω-
2096ρία, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος πρέπει ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν
2097βιομηχανίαν ὅ,τι παρέχει αὐτῇ ὡς προστασίαν τῶν δια-
2098φόρων προστατευτικῶν δασμῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὁποίου
2099εἴδους προστασία ἤθελεν εἶσθαι ἡ τοιαύτη; Ὁ ἀξιότιμος
2100κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἔφερε καὶ
2101ἕτερον δικαιολογητικὸν λόγον τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἐν λόγῳ
2102φορολογίας, ὅτι πάντες οἱ πολῖται πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι
2103ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἑπομένη τῇ διὰ
2104τοῦ Συντάγματος καθιερωθείσῃ ἀρχῇ τῆς ἰσότητος τῶν
2105Ἑλλήνων πολιτῶν δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπιβάλῃ καὶ ἐπὶ
2106τῆς γεωργίας φορολογίαν. Ἀλλὰ τὸ ἐπιδιωκόμενον νέον
2107φορολογικὸν σύστημα πᾶν ἄλλο παρουσιάζει ἢ τὴν ἀρχὴν
2108τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, διότι ἡ εἰσαγομένη
2109φορολογία, συγκρινομένη κατὰ ποσοστὸν πρὸς ἄλλας παρ’
2110ἡμῖν φορολογίας, ἀποβαίνει ἄνισος, φορολογουμένης τῆς
2111τάξεως τῶν γεωργῶν μεῖζον πολλῶν ἄλλων ἐπαγγελματι-
2112κῶν τάξεων καὶ δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός, ὃν ἐπιζητεῖ
2113ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ μὴ
2114ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
2115δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν γεωργι-
2116κῶν πληθυσμῶν οἱ ἐκφράσαντες τὴν εὐχὴν τῆς καταργήσεως
2117τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν ἔπραξαν
2118τοῦτο σπουδαίως, διότι γνωρίζουσι καλῶς ὅτι ὄχι μόνον
2119τὴν ἰδιοκτησίαν ὠφελεῖ ὁ προστατευτικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ
2120σίτου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν καλλιεργητήν, τὸν μὴ ἰδιοκτή-
2121την. Πολλὰ ἐπιχειρήματα πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ
2122τούτου ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνω· ἀλλ’ ἐγὼ
2123θ’ ἀναφέρω ὑμῖν ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, ἱκανὸν νὰ πείσῃ
2124πάντα περὶ τοῦ εἰλικρινοῦς τῆς εὐχῆς τῶν καλλιεργητῶν
2125ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ, τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ
2126γεωργικοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὸν χρόνον τῆς αὐξήσεως τοῦ
2127φόρου τούτου, ἐνῷ οὐδεὶς ἄλλος διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ
2128φόρου τούτου ἢ μόνον ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσα-
2129λίας. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις
2130Θεοτόκη, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἀειμνή-
2131στου Σιμοπούλου, ν’ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξω-
2132τερικοῦ εἰσαγομένου σίτου, ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς
2133Θεσσαλίας καὶ δὴ τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Καρδί-
2134τσης συνῆλθεν εἰς θορυβῶδες συλλαλητήριον καὶ διεμαρτυ-
2135ρήθη κατὰ τοῦ προστατευτικοῦ ἐκείνου δασμοῦ. Κατὰ τὸ
2136ἔτος, λέγω, ἐκεῖνο ἐμὲ αὐτὸν βίᾳ μὲ παρέλαβε τὸ πλῆθος
2137καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἵνα συντάξω τὴν
2138διαμαρτυρίαν (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις). Βεβαίως ὁ κύριος
2139Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸ
2140γεγονὸς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι
2141θὰ τὸ ἐνθυμῶνται καὶ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην προσε-
2142τέθη καὶ ἡ διαμαρτυρία τῶν ἀλευροβιομηχάνων Πειραιῶς.
2143Ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἀλευροβιομηχάνων παρῆλθον, διότι
2144ἦλθεν ἐκείνη ἡ σατανικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλ-
2145λονται τὰ πίτυρα εἰς ἄλευρα. Δὲν γνωρίζω ἂν μεταξὺ
2146τῶν διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ
2147ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ἀλλ’ ἓν γνω-
2148ρίζω, ὅτι προχθὲς ὑπεστήριξε τὴν ὕπαρξιν τοῦ προστα-
2149τευτικοῦ δασμοῦ καὶ οὐδὲν εἶπε περὶ τοῦ δασμοῦ τῶν
2150ἀλεύρων. Ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι
2151προστατεύονται πάντες ἐν γένει οἱ παραγωγοὶ καὶ καλ-
2152λιεργηταὶ καὶ ἰδιοκτῆται· ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποίαν ἄλλην προ-
2153στασίαν παρέχει εἰς τὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν ἡ Πολι-
2154τεία; Οὐδεμίαν. Ὅπως καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, ἐξέ-
2155θηκα ἐνώπιόν σας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ ἡ Πολι-
2156τεία οὐδεμίαν προστασίαν παρέχει εἰς αὐτούς, παρ’
2157ἡμῖν ὑφίσταται σωρεία ἀδικαιολογήτων ἀδήλων φορολο-
2158γιῶν. Καὶ πρώτη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινω-
2159νίας, διότι τὸ προϊόν, διὰ νὰ μετακομισθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν
2160τοῦ Βόλου, θὰ πληρώσῃ τέσσαρα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ
2161τοῦτο δι’ ἔλλειψιν συγκοινωνίας, ἐνῷ, ἂν μετακομισθῇ ἐκ
2162Ῥωσίας ὁ σῖτος εἰς τὸν Βόλον, θὰ πληρώσῃ 1½ λεπτὸν
2163κατ’ ὀκᾶν. Ἰδοὺ ἀπέναντι τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέ-
2164χει ἡ Πολιτεία, τίνα, ἄδικον φορολογίαν ὑφίσταται ὁ Θεσ-
2165σαλὸς παραγωγός. Ἐνῷ οἱ γεωργοὶ δὲν καταβάλλουσι τέλη
2166διὰ τῆς συμβάσεως ἀλλαχοῦ, ἐν Ἑλλάδι καταβάλλουσι
2167σημαντικὰ τοιαῦτα. Ἐνῷ ἀλλαχοῦ ἔχουσιν ἰδέαν δικαιοσύ-
2168νης, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσι τοιαύτην καί, ὅταν ζητήσῃ τις νὰ
2169εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς
2170καλένδας. Ὅτε ἐπεβλήθη ὁ προστατευτικὸς ἐκεῖνος δα-
2171σμὸς ἢ μᾶλλον ὅτε ἐζητήθη ἡ αὔξησίς του καὶ ἐπετεύχθη,
2172οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ εἰσηγηταί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν
2173ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἔπραξαν τοῦτο χάριν τῆς
2174προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγέ-
2175νετο χάριν τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς. Εἶχον τὴν
2176τιμὴν καὶ τότε νὰ παρακάθημαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἠναγ-
2177κάσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐλλείμ-
2178ματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο, ἕνεκα τῆς σπατάλης τῆς
2179προκατόχου Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς
2180τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ
2181λαοῦ, διότι τὰ ταμεῖα ἦσαν κενά. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος
2182τῆς αὐξήσεως καὶ οὐχὶ ἡ προστασία τῆς θεσσαλικῆς πα-
2183ραγωγῆς. Ὥστε εἶναι καιρὸς νὰ παύσωμεν ὁμιλοῦντες περὶ
2184παρασχεθείσης προστασίας εἰς τὴν γεωργίαν μας, διότι
2185μέχρι σήμερον οὐδεμία τῶν Κυβερνήσεων ἔδειξε καὶ τὸ ἐλά-
2186χιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτῆς.
2187Ἂν καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης,
2188ἐν τούτοις, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτο-
2189μερειῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβάλῃ φο-
2190ρολογίαν καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε, εἶμαι ἠναγκασμέ-
2191νος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀρχὴν τῆς βεβαιώσεως καὶ
2192εἰσπράξεως τοῦ φόρου διὰ δηλώσεων, ἀλλ’ αὕτη νὰ καθιε-
2193ρωθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπω ὀλιγώτερον κατα-
2194θλιπτικὸν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιό-
2195τιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φοβεῖται ὅτι θὰ γί-
2196νωσι καταχρήσεις. Τουλάχιστον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὁπόθεν
2197περιμένει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ
2198φόρου, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι
2199μεγάλαι καταχρήσεις, διότι ἡ μεγαλειτέρα παραγωγὴ
2200ἀνήκει εἰς τὰς χεῖρας τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν καὶ εἶναι
2201εὔκολον εἷς ὑπάλληλος ἐφοριακὸς εἰς ὁλοκλήρους δήμους ἐν
2202μηνὶ Ἰουλίῳ νὰ ἐξελέγξῃ τὰ βιβλία τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ
2203νὰ εὕρῃ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Τὸ αὐτὸ δὲ δύναται νὰ
2204συμβῇ καὶ διὰ τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας. Ἐλαχίστη θὰ εἶ-
2205ναι ἡ κατάχρησις διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀπέναντι
2206τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐχρειάζετο ἡ Πολιτεία διὰ
2207τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν διὰ τοῦ τρόπου τῆς δημι-
2208ουργίας τῶν βεβαιωτῶν καὶ τῶν ἐκτιμητῶν. Καὶ ἀφοῦ
2209οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, Κύριοι, διατί διστάζει ἡ Κυ-
2210βέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς τῆς βε-
2211βαιώσεως καὶ εἰσπράξεως διὰ δηλώσεων καὶ ζητεῖ παρ’
2212ἡμῖν ἐν λευκῷ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα αὐθαιρέτως καὶ
2213ἀντισυνταγματικῶς αὕτη καθιερώσῃ οἱονδήποτε σύστημα
2214θέλει;
2215Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί. Δὲν θέλω νὰ
2216καταπονήσω περισσότερον ὑμᾶς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
2217μοσχεδίου. Ἀντετάχθην κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2218δίου μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι σήμερον κατεργαζόμεθα τὴν
2219καταδίκην τῆς γεωργίας καὶ οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντι-
2220πολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εὔχομαι ὅμως, ἵνα αἱ
2221ἰδικαί μας προεικασίαι διαψευσθῶσι καὶ αἱ ἐλπίδες τῆς
2222Κυβερνήσεως ἐπαληθεύσωσιν, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως συμβῇ
2223τὸ ἐναντίον.
2224§84Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ θέλων νὰ
2225δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, βε-
2226βαίως παραγνωρίζει τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν
2227ἐθνικὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία, εὐθὺς ὡς ἐξηγγέλθη τοῦτο, τὸ
2228κατεδίκασεν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀπείρων ἀναφορῶν,
2229τηλεγραφικῶν καὶ μή, αἵτινες ἐστάλησαν ἐξ ὅλων τῶν με-
2230ρῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Τὸ
2231νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἔρεισμα ἐπιστημονικόν, καὶ οὐδεὶς
2232ἠδυνήθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης νὰ δικαιολογήσῃ τοῦτο
2233ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ εἰση-
2234γητοῦ αὐτοῦ, μηδὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
2235Ἀλλὰ πρὸς ταῦτα ἡ Βουλὴ πειθομένη εἰς τὰς εἰσηγήσεις
2236τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνός, προκαταληφθεῖσα ἀφ’ ἑτέρου
2237κατά τινων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι
2238ἀντιφρονοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ προκαταληφθεῖσα σχε-
2239δὸν ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου, ἣν προκα-
2240τάληψιν ἐξεδήλωσαν τόσον εἰς ἰδιαιτέρας συζητήσεις με-
2241ταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν γενομένας, ὅσον ἐν τῇ αἰθούσῃ
2242ταύτῃ διά τινων Βουλευτῶν, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2243του ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον, ἐντοπίζοντες αὐτὸ κυριο-
2244λεκτικῶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ Βουλὴ, λέγω, ἔδειξε καὶ
2245δεικνύει τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν λε-
2246πτομερείᾳ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἂν δὲ ἀνῆλθον τὸ δεύ-
2247τερον ἤδη τὸ βῆμα, πράττω τοῦτο, ἵνα τὸ μὲν ἄρω τὰς
2248παρεξηγήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὸ δὲ καὶ σπουδαιό-
2249τερον ἀποκρούσω τὰ ἐπιχειρήματα τόσον τοῦ κ. Ὑπουρ-
2250γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2251Κυβερνήσεως, τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιωρίσθη-
2252σαν κατὰ τὰς χθεσινὰς αὐτῶν ἀγορεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος
2253τούτου, διότι πολλά, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐλέχθησαν, ἐξετο-
2254πίσθησαν ἤδη.
2255Λυποῦμαι πολύ, διότι, καίτοι ἀναγνωρίζω ὅτι ἐν γένει
2256τὰ Κράτη, ὡς καὶ τὸ Ἑλληνικόν, ἀποτελοῦνται ἐξ ἐπαρ-
2257χιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοιαύτην θέσιν ἐν τῷ Προϋπολο-
2258γισμῷ, οἵαν θέσιν ἔχουσι τὰ μέλη τοῦ σώματος πρὸς τὸν
2259στόμαχον, καὶ ὡς εἶναι ταῦτα ὑποχρεωμένα νὰ συνεισφέ-
2260ρωσιν εἰς τὸν στόμαχον, ἵνα συντηρῆται ἐν ζωῇ ὁ ἄνθρω-
2261πος, οὕτως εἶναι ὑποχρεωμένη ἑκάστη ἐπαρχία ἑνὸς Κρά-
2262τους νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ χωρὶς νὰ
2263μεμψιμοιρῇ μηδὲ νὰ σκέπτηται ὁποῖα βάρη φέρει ἄλλη τις
2264ἐπαρχία καὶ ἂν εἶναι σχετικῶς ἴσα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2265φέρει αὕτη καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο λόγος, οὕ-
2266τως εἰπεῖν, διὰ τὴν Θεσσαλίαν εἰδικῶς ὑπό τινων κυρίων
2267Βουλευτῶν καὶ ἐστηρίχθη ἡ φορολογικὴ ἰσότης, τὴν ὁποίαν
2268δῆθεν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν λαόν, εἰς τὸ ἐπι-
2269χείρημα ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν φορολογεῖται ὅπως φορολο-
2270γοῦνται αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, λυποῦμαι, λέγω, διότι εἶμαι
2271ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς φορολογίας τῆς Θεσ-
2272σαλίας συγκριτικῶς πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
2273Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Βαββανάκος, ὑποστηρί-
2274ζων δι’ ἐπιχειρημάτων ἀξίων μὲν λόγου, ἀλλ’ ἀποδεικνυο-
2275μένων μὴ βασίμων, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν φορολογεῖται, ἀνω-
2276μολόγησεν ὅτι τῳόντι ὁ προκείμενος φόρος προώρισται νὰ
2277πλήξῃ κυριολεκτικῶς καὶ πρωτίστως τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ
2278εἶχε δίκαιον εἰς τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ φόρος
2279τῶν ἀροτριώντων βαρύνει κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ποσοῦ
2280τὴν Θεσσαλίαν, καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ τὸ λοιπὸν τοῦ
2281Βασιλείου, ὅπερ σημαίνει ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς γεωργίας ἀνή-
2282κει εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ ἄλλο Κράτος.
2283Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐκ τῶν στατιστικῶν, τὰς
2284ὁποίας ἔχομεν μέχρι σήμερον. Οἱ Θεσσαλοὶ ἐκτὸς τοῦ φό-
2285ρου οἰκοδομῶν πληρώνουσιν ἤδη, μετὰ τὴν γενομένην αὔ-
2286ξησιν, δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ
2287τὴν ἐπανάστασιν, φόρον ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν 8%
2288δημόσιον καὶ 3% δημοτικόν, εἰς τὰς βοσκησίμους δὲ
2289γαίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἄλλαι γαῖαι, καθόσον καὶ
2290αὗται, καὶ ὅταν μισθῶνται καὶ ὅταν βόσκωνται ὑπὸ ζῴων
2291αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, ὑπόκεινται εἰς ἓν ποσὸν φόρου
2292πολὺ ἀρκετόν, καὶ τὸ σύνολον τῶν φορολογουμένων γαιῶν
2293ὑπερβαίνει τὸ 1.500.000 στρεμμάτων. Ἐπλήρωνον φόρον
2294ἀμπέλων, ὡς ἀνέφερεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁ αὐτὸς ἐκ
2295Λακεδαίμονος Βουλευτής, διὰ 100,000 στρέμματα, εἰς
2296ὅσας ἀνέρχονται αἱ ἄμπελοι εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τὸν
2297φόρον αὐτὸν ἡ ἐπανάστασις τὸν κατήργησεν· ἀλλ’ ἀντ’ αὐ-
2298τοῦ καὶ τοῦ τῶν ἀροτριώντων, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν
2299τιμὴν νὰ εἴπω, ἔλαβεν ἡ Πολιτεία τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον
2300ἡ Θεσσαλία εἶχεν ἐκ τῶν στεμφύλων καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι
2301πάρα πολὺ μέγα. Ἐὰν διὰ τὴν Πολιτείαν εἶναι ἓν ἢ δύο
2302ἑκατομμύρια, διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς ἀμπελοκτήμονας εἶναι
2303πάρα πολὺ μέγα, εἶναι δέκα ἑκατομμύρια, διότι ἑκάστη οἰ-
2304κογένεια ἐκέρδιζε 50 μέχρις 100 δρχ., ἐπλήρωνεν ὡσαύ-
2305τως τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, ὁ ὁποῖος ἀνεβιβάζετο εἰς
23061.200.000 περίπου. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὺς καὶ ἄλλους φόρους
2307ἀκόμη ἐπλήρωνον οἱ Θεσσαλοί, ἔπραξαν οὗτοι κάτι τι
2308ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλ-
2309ληνικῆς Πολιτείας, ὅπερ δὲν ἔπραξαν οὐδὲ πράττουσι μέ-
2310χρι τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, καὶ ἰδίως ἡ Πελοπόν-
2311νησος· διότι ἡ Θεσσαλία μὲ ὅσους ἐβαρύνετο μέχρι τῆς
2312ὥρας τοὺς πληρώνει, σχεδὸν εἰπεῖν, εἰς ἀκέραιον.
2313§85Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὅλοι οἱ φόροι κατηργήθησαν.
2314Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατηργήθησαν. Τί πληρώνει;
2315§86Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν
2316πληροφορίαν· ἀλλὰ φαίνεται, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν παρα-
2317κολουθεῖτε τὴν ὁμιλίαν μου.
2318§87Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται κἂν διά-
2319κρισις ἐπαρχίας ἀπὸ ἐπαρχίαν.
2320§88Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Παρακαλῶ. Προεκλήθημεν...
2321§89Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅλοι ἀνήκομεν εἰς τὸ αὐτὸ
2322Κράτος καὶ ὀφείλομεν νὰ συνεισφέρωμεν. Ἂν δικαίως ἢ
2323ἀδίκως, αὐτὸ θὰ ἐξετάσητε.
2324§90Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐδήλωσα ὅτι μὲ λύπην μου
2325ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω ταῦτα, ἀλλὰ πράττω τοῦτο,
2326διότι ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν καὶ φρο-
2327νοῦσιν ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν πληρώνει φόρους.
2328§91Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ κακίζω πάντα συνάδελφον,
2329ὁ ὁποῖος χωρίζει τοὺς Ἕλληνας εἰς Θεσσαλοὺς καὶ Πελο-
2330ποννησίους.
2331§92Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Μὴ κάμνετε διακρίσεις, κύριε
2332συνάδελφε.
2333§93Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μήπως φοβεῖσθε ἀπόρριψιν τοῦ
2334νομοσχεδίου καὶ μὲ διακόπτετε;
2335Ἔλεγον, λοιπὸν Κύριοι, ὅτι ἡ Θεσσαλία, μὲ ὅσους φό-
2336ρους ἐβαρύνετο μέχρι τῆς χθὲς καὶ μὲ ὅσους θὰ βαρυνθῇ
2337εἰς τὸ μέλλον, παρουσιάζει τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο, ὅτι ὡς
2338ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπλήρωνεν αὐτοὺς τελείως. Ἡ Θεσσαλία
2339δὲν θέλει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. (Διάλογοι καὶ
2340θόρυβος εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια).
2341§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, εἰ δυ-
2342νατόν, νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις ἐπαρχιῶν.
2343§95Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ῥήτωρ ἀνασκευάζει τὰ ὅσα ἐξη-
2344νέχθησαν πρὸ τριῶν ἡμερῶν.
2345§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε.
2346§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ῥήτορα ἀπὸ ὥρας νὰ προ-
2347χωρήσῃ, διὰ νὰ περατώσῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ παρεμπί-
2348πτοντα ζητήματα. Τί ἄλλο θέλετε;
2349§98Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ κάμνω μίαν σύγκρισιν, Κύ-
2350ριοι ταμείων τινῶν Θεσσαλίας πρὸς ταμεῖα ἄλλων ἐπαρχιῶν,
2351ὡς τοῦ τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ,
2352ἐξ ἐπισήμου σημειώσεως, ἣν ἔχω ἐδῶ. Εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο
2353διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1909, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1909 μέ-
2354χρι Ὀκτωβρίου τοῦ 1910, ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 1,220,000
2355καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 250,000. Εἰς τὸ ταμεῖον Τρικ-
2356κάλων 1,343,000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα 130.000. Εἰς
2357τὸ ταμεῖον Πατρῶν 3.610.000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρακτα
2358739,400. Εἰς τὸ τοῦ Βόλου 3.144.000 καὶ ἔμειναν ἀνείσπρα-
2359κτα 250,000. Ἔχω ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως ταύτης
2360ἀναλογίαν καθυστερήσεως ἓν πρὸς τρία μεταξὺ τῶν κυ-
2361ριωτέρων ταμείων τῆς Θεσσαλίας, Καρδίτσης, Βόλου,
2362Τρικκάλων καὶ Λαρίσης, καὶ τῶν μεγάλων ταμείων τῆς
2363Πελοποννήσου. Ἂς ἀφήσωμεν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς
2364Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἤτοι ἔχομεν μίαν
2365καθυστέρησιν παρὰ πολὺ μεγάλην. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὴν
2366καθυστέρησιν αὐτὴν ἀφ’ ἑνός, Κύριοι, ἔχομεν καὶ ἐξ ἄλλης
2367ὁδοῦ λῆψιν ἄλλων σπουδαίων ποσοτήτων ἐσόδων τοῦ Κρά-
2368τους καὶ εἰς βάρος αὐτοῦ, ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης
2369τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβαρύνε-
2370ται τὸ Κράτος μὲ εἴκοσιν ἑκατομμύρια μέχρι τοῦ 1905,
2371ὅτε ἐτέθη ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ διὰ τὰ 20 ἑκα-
2372τομμύρια αὐτά, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὰ ὁποῖα ἐβαρύνθη τὸ
2373δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ βα-
2374ρύνηται, ἔχει πολὺ ἐλάχιστον μέρος ἡ Θεσσαλία. Καὶ θὰ
2375σᾶς ἀναφέρω εἰδικῶς ἐπαρχίας τινάς, ὡς τῆς Κερκύρας·
2376αὕτη ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ
2377τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ 1904 ἐκ 269,000, τὸ
2378ἔλαβεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς συνδρομὴν καὶ εἰς ἔλ-
2379λειμμα, πληρώσασα περὶ τὰς 70.000 μόνον· ἐπίσης ἡ τῆς
2380Ἠλείας ἔλαβε 233,000 καὶ ἐπλήρωσεν ἐλάχιστα· ἡ τῆς
2381Λακεδαίμονος ὡσαύτως ἔλαβε 132,000 καὶ ἐπλήρωσε
238243,000 καὶ ἡ τῆς Μαντινείας 138,000 καὶ ἐπλήρωσε
238352,000, ἐνῷ αἱ θεσσαλικαὶ ἐπαρχίαι Τρικκάλων, Κα-
2384λαμπάκας, Λαρίσης, Φαρσάλων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
2385Κράτους οὐδόλως ἐβάρυναν, πληρώσασαι τὴν ὅλην δα-
2386πάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἀποδεικνύουσιν οἱ
2387σχετικοὶ πίνακες τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
2388Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας
2389ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῶν βαρῶν.
2390Καὶ ἐρωτᾶται· τίνες ἐπαρχίαι φορολογοῦνται πλειότερον;
2391αἱ καθυστεροῦσαι σημαντικὰ ποσὰ φόρων καὶ συντηροῦσαι
2392τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσίν των εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἢ
2393αἱ εἰς ἀκέραιον καταβάλλουσαι φόρους καὶ ἐξ ἰδίων συντη-
2394ροῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, χωρὶς νὰ βαρύνωσι τὸ
2395δημόσιον ταμεῖον; (ἀνυπομονησίαι). Θὰ τὰ εἴπωμεν καλά·
2396μὴ ἀνησυχεῖτε.
2397§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε διαίρεσιν τοῦ Κράτους.
2398§100Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν διαιρεῖται τὸ Κράτος· μὴ
2399φοβεῖσθε. Θέλω νὰ μάθῃ, καὶ πρέπει νὰ μάθῃ, ὁ λαὸς κα-
2400λῶς τὰ συμβαίνοντα.
2401§101Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε αὐτὸν τὸν ἐμφύλιον
2402πόλεμον καὶ νὰ καταγίνητε εἰς τὸ δίκαιον τοῦ φόρου;
2403Ἕλληνες εἴμεθα ὅλοι.
2404§102Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ εἶπον ἐξ ἀρχῆς.
2405§103Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἡ Θεσσαλία ἔπαθεν εἰς
2406τὸν πόλεμον, ἐγὼ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας συνηγόρησα καὶ
2407τῇ ἐδόθησαν 7.000.000.
2408§104Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ φορολογία λοιπὸν τοῦ σίτου,
2409ἡ ὁποία ἐτέθη, κύριοι Βουλευταί, τῷ 1905, ἐτέθη ἕνεκα
2410ἀνάγκης ἀναποφεύκτου οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους, εἰς τὴν
2411ὁποίαν περιῆλθε, καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλ’ εἰδικῶς καὶ ἐκ
2412τῶν ἐλλειμμάτων, τῶν ἐκ καθυστερήσεων πληρωμῶν τῶν
2413δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἤδη ἂς προχωρήσωμεν εἰς
2414τὸ κύριον θέμα.
2415Ἂν ἡμεῖς, Κύριοι, ἐξ ἀρχῆς ἐκηρύχθημεν κατὰ τῆς
2416ἀρχῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ ἐφθάσαμεν καὶ μέχρι
2417τοῦ σημείου οὐδεμίαν νὰ δεχθῶμεν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ
2418γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἐπράξαμεν τοῦτο οὐχὶ βεβαίως ἐξ
2419ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ, οὐδὲ ἐξ ἀγνοίας, τὴν ὁποίαν ἴσως
2420θέλουσι νὰ μᾶς καταλογίσωσι, τῆς καταστάσεως τῶν πρα-
2421γμάτων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι πρέπει
2422καὶ χάριν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ Κράτους
2423καὶ τῆς χώρας πρὸ παντὸς ἡ τάξις αὕτη νὰ ὑποστηριχθῇ,
2424καὶ τῆς γνώμης ἣν ἔχομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ὀφεί-
2425λει νὰ φανῇ πολὺ φειδωλὴ εἰς τὰς δαπάνας καὶ ν’ ἀναμετρήσῃ
2426καλῶς μήπως ἡ βάσις τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν θέτει, καὶ ἡ
2427δικαιολογία περὶ ἀναδιοργανώσεως ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ
2428Κράτους διὰ τῆς προσθήκης διαφόρων νέων θέσεων, μήπως
2429ἡ βάσις αὕτη εἶναι πεπλανημένη. Ἐν τοιαύτῃ περι-
2430πτώσει θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ
2431ὁποία μετεκάλεσε δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ὀργανωτάς, ἂν
2432μετεκάλει εἰδικῶς ὀργανωτὴν διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνι-
2433κοῦ Κράτους, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
2434τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω ὅτι
2435ἡ Ἑλλὰς μὲ τόσον μικρὸν πληθυσμὸν ἔχει ὑπεραρκετὰ
2436ταμεῖα, 65 περίπου, ἐξ ὧν μερικὰ εἰσπράττουσι 250,000,
2437ἄλλα 280,000 καὶ ἄλλα 300,000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
2438Πρὸς τούτοις εὑρίσκω ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀναδιοργανουμένη
2439ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οἰκονομίαν
2440νὰ φέρῃ καὶ αὔξησιν ἐσόδων.
2441Καὶ μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2442Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ χθὲς ὅτι
2443τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι οὐσιαστικόν, ἀλλὰ τυπι-
2444κόν, διότι διαρρυθμίζεται ὁ φόρος ἁπλῶς. Δὲν εἶναι ἀληθὲς
2445τοῦτο, κύριοι Βουλευταί. Οὐσιαστικὸν τελείως εἶναι
2446τὸ νομοσχέδιον, διότι, εἴτε τὸ πρῶτον ἤδη ἐπιβάλλεται ἡ
2447φορολογία εἴτε διαρρυθμίζεται τὸ κρατοῦν σύστημα, ἡ
2448οὐσία εἶναι ὅτι αὐξάνεται ἡ φορολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ
2449λαοῦ καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον εἶναι οὐσιαστικόν.
2450Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον μετὰ μεγάλης τέχνης ὁ ἀξιότιμος
2451Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπεν,
2452ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐξήγγελλε πρὸς τὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα
2453αὑτοῦ διὰ ζώσης καὶ διὰ τοῦ τύπου ἴσχυεν ἡ φορολογία τῆς
2454γεωργίας τῶν ἀροτριώντων, δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθές,
2455καθόσον αὕτη ἐν σχέσει πρὸς τοὺς πολλοὺς γεωργούς, ἐκτὸς
2456τῆς φορολογίας τῶν μεγαλοκτηματιῶν εἶχε καταργηθῆ·
2457καὶ ἂν ὑπῆρξε προσπάθειά τις, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ, ἀφοῦ δὲν
2458ἐπανῆλθε, καὶ ὅτε ἔκαμε τὴν περιοδείαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2459Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχε, δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ σήμε-
2460ρον οἱονεὶ σοφιστικῶς ὅτι ὑπῆρχεν ἡ φορολογία αὕτη.
2461Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς
2462ἑρμηνείας καὶ τῆς κρίσεως τοῦ προγράμματος αὐτῆς, τότε
2463θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅσα εἶπε
2464χθές· τότε θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
2465Κυβερνήσεως ὅτι ἐν τῷ προγράμματι αὑτοῦ περιελαμβά-
2466νετο καὶ ἡ φορολογία τῆς γεωργίας καὶ κατὰ τὸ σύστημα
2467τοῦτο· ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως καὶ τῆς
2468ἑρμηνείας τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὁ λαός,
2469ἔχει ἡ Βουλή, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν καὶ
2470εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχε τὸ προ-
2471κείμενον νομοσχέδιον. Εἰς τὸ πρόγραμμά της ὑπῆρχεν ἄλλη
2472ἐπαγγελία, ἄμεσος, ὑπῆρχεν ἡ ἐπαγγελία τοῦ νὰ μεταφέρῃ
2473τοὺς φόρους ἀπὸ τοὺς ὤμους τῶν ἀπόρων τάξεων εἰς τὴν τῶν
2474εὐπόρων. Καὶ ἐν τούτοις ἐλησμόνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ δε-
2475κάμηνον διευθύνουσα τὰς τύχας τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ ἑξά-
2476μηνον εὑρισκομένη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐλησμόνησε, λέγω,
2477κύριοι Βουλευταί, τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην. Καὶ ἀφοῦ ἀπὸ
2478τῆς θέσεως ταύτης πολλοὶ ῥήτορες, ἀντιφρονοῦντες εἰς τὸ
2479νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπενθύμισαν αὐτῇ τὰς ἐπαγγελίας της,
2480τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπεχείρησε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2481τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἀποθανοῦσαν, ὡς εἶπεν,
2482ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου. Μόλις, χθὲς ἐνεθυ-
2483μήθη ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἐνῷ ὑποχρέωσιν
2484εἶχεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως ἐν τῇ Βουλῇ
2485νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις της καὶ ψηφίσῃ τὰ ἀπαραίτητα
2486μέτρα, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ καθαρισμένου ἐδά-
2487φους, νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ συστήματος φορολογικοῦ ἐπιστη-
2488μονικοῦ, ἵνα σήμερον γνωρίζῃ καλῶς ἡ Βουλὴ ποίαν πηγὴν
2489πλούτου συμφέρει νὰ φορολογήσῃ, ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ
2490ἀνάγκην καὶ συμφέρον νὰ φορολογήσῃ τὴν πρώτην, τὴν
2491δημιουργικὴν πηγὴν πλούτου, τὴν γεωργίαν ἢ ἄλλην τοι-
2492αύτην πηγὴν οὐχὶ δημιουργικὴν ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπαυξάνου-
2493σαν τὸν πλοῦτον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἐνεθυ-
2494μήθη ἡ Κυβέρνησις παρὰ μόνον χθές. Ἐνεθυμήθη ὅμως
2495τοὺς γεωργούς, διὰ νὰ τοὺς βαρύνῃ μὲ διπλάσιον φόρον ἀπὸ
2496ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνον. Διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ
2497κ. Προέδρου της καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
2498ἐνῷ ἀπήντησεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας μὲν πλὴν πιστεύον-
2499τας ὅτι θέλει ἐπέλθει βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον λόγῳ δαπα-
2500νῶν διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ λόγῳ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι
2501γίνονται διὰ τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας, δὲν ἀπήντησεν
2502ὅμως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι βαρύ-
2503τατα θὰ φορολογηθῇ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς καὶ ὅτι ὑπερ-
2504διπλασιάζεται ὁ φόρος ἐν σχέσει μὲ τὸν φόρον τῶν ἀρο-
2505τριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐνεθυμήθη τοὺς γεωργοὺς χάριν τῆς
2506φορολογικῆς ἰσότητος κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2507γός! Ἀλλ’ ἐλησμόνησε χάριν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τοῦ πα-
2508λαιοῦ καὶ τοῦ νέου Συντάγματος νὰ λάβῃ μέτρα ἱκανο-
2509ποιητικὰ διὰ τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, ὁποία εἶναι καὶ ἡ
2510τάξις τῶν ἀμπελουργῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἀντιπαρῆλθε
2511καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν
2512ἐνδιαφέρει τὴν ἰσότητα τὴν φορολογικήν. Ὅταν σοὶ ἀπα-
2513γορεύηται νὰ ὠφελῆσαι ἐκ τῆς περιουσίας σου καὶ ἐργα-
2514σίας σου 300 ἢ 500 δραχμάς, τοῦτο κατὰ τὴν Κυβέρνησιν
2515τῶν φιλελευθέρων εἶναι ἰσότης φορολογική, τοῦτο ἐπιτρέ-
2516πεται, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος· ἡ νομοθετικὴ πρό-
2517νοια καὶ σπουδὴ ἔφερε πραγματικῶς τὴν ἰσότητα καὶ ἱκα-
2518νοποίησε τὰς ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ. Δὲν ἐνεθυμήθη ἡ Κυ-
2519βέρνησις οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν
2520εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ὅστις εἶναι ἀνώ-
2521τερος τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου κατὰ λεπτὰ 7½ κατ’ ὀκᾶν. Δὲν
2522ἐνεθυμήθη, λέγω, τὴν αὔξησιν ἐκ τούτου τῆς τιμῆς τῶν ἀλεύ-
2523ρων, ἡ ὁποία γίνεται διὰ νὰ πλουτήσωσι μερικαὶ τάξεις,
2524οὐδὲ ἐξήτασεν οὐδὲ ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ εὕρῃ τρόπον
2525νὰ ἀναλάβῃ ἀπ’ αὐτὰς τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ κέρδους, τὸ
2526ὁποῖον ἔχουσιν ἐκ τῆς τεχνητῆς αὐξήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕτε-
2527ρόν τι ἔπραξεν. Ἀπεδέχθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερη-
2528σίαν Διάταξιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προέκειτο νὰ
2529ἐπανέλθῃ ὁ ἐπωφελὴς εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸν λαὸν νόμος
2530τῆς εἰσαγωγῆς σίτου καὶ ἐξαγωγῆς ἀλεύρων! Προσέθεσεν
2531ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδόλως θὰ
2532βλαφθῇ ἡ γεωργία ἀπὸ τὴν φορολογίαν, διότι οὐδὲν ἄλλο
2533θὰ συνεισφέρῃ αὕτη εἰς τὸ κοινὸν ταμεῖον—τὸν κοινὸν κορ-
2534βανᾶν, ὡς τὸν ὠνόμασε—παρὰ ποσοστὸν ἐκ τῆς τεχνητῆς
2535αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν κερδίζει ἐκ τοῦ δασμοῦ διὰ τῆς πα-
2536ρεμβάσεως τοῦ Κράτους. Εἶπε μάλιστα ὅτι πάντες οἱ
2537ἀντιφρονοῦντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ ἐπιστημονικόν, τὸ
2538πρωτότυπον διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἀναι-
2539ρέσωσι, καίτοι εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2540γνωρίζουν νὰ προοδεύωσι καὶ προοδεύουσι καὶ τὰ ὁποῖα
2541προστατεύουσι τῳόντι τὴν γεωργίαν οὐχὶ ὡς ἡμεῖς, οἱ
2542ὁποῖοι ἐξ ἀνάγκης οἰκονομικῆς ἐθέσαμεν τὸν δασμὸν αὐτόν,
2543καίτοι, λέγω, ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα δίδουσι πραγματικὴν
2544προστασίαν εἰς τὴν γεωργίαν, δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβωσι πο-
2545σοστόν τι ἐκ τῆς τεχνητῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν δημητρι-
2546ακῶν, διότι ἐκεῖ στηρίζονται ἐπὶ οἰκονομικῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν
2547χαράσσει ἡ ἐπιστήμη. Καὶ φανεῖ ὅτι κατώρθωσε νὰ μᾶς
2548πείσῃ ὅτι ἐξ ἐναντίας ὠφελεῖται σημαντικὰ ἡ γεωργία, στη-
2549ριζόμενος οὐχὶ ἐπὶ ἀληθῶν ὑπολογισμῶν. Ἐὰν ἐξετάσῃ ὁ
2550κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ τὴν Θεσσαλίαν
2551ὁλόκληρον, ἣν καὶ θὰ πλήξῃ πρωτίστως ὁ συζητούμενος φό-
2552ρος, θὰ ἀντιληφθῶσιν ὅτι τῳόντι δὲν ὠφελοῦνται οἱ πολ-
2553λοὶ γεωργοὶ ἀλλ’ ἐλάχιστοι τοιοῦτοι καὶ οἱ μεγαλοκτημα-
2554τίαι. Ἡ Θεσσαλία ἡ κατ’ ἐξοχὴν γεωργικὴ χώρα τῆς Ἑλ-
2555λάδος εἶναι διῃρημένη εἰς πεδινὴν καὶ εἰς ὀρεινήν, ἀποτε-
2556λεῖται δὲ ἀπὸ 70 δήμους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 35 περίπου
2557εἶναι ὀρεινοί. Καὶ ἐρωτῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς ὀρει-
2558νὰς ἐπαρχίας καὶ πάντας τοὺς γνωρίζοντας τὴν Θεσσαλίαν·
2559οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῶν 35 ὀρεινῶν δήμων, εἰς τοὺς
2560ὁποίους ὑπάρχει ἡ γεωργία, κερδίζουσιν ἀπὸ τὸν δασμὸν
2561τῶν δημητριακῶν καρπῶν;
2562§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἰς τὰ πεδινὰ μέρη τὰ
2563κατοικούμενα ὑπὸ τῶν κολληγῶν κερδίζουσιν;
2564§106Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ὁ
2565πιστεύων ὅτι οἱ ὀρεινοὶ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ παράγουσι
2566τόσους δημητριακοὺς καρπούς, ὥστε νὰ συντηρῶσι τὰς
2567οἰκογενείας των καὶ νὰ κερδίζωσιν, ἀλλὰ θὰ πιστεύσωσι
2568πάντες ὅτι ζημιοῦνται, διότι εἶναι ἀγορασταί· καὶ ὅταν
2569εἶναι ἀγορασταὶ δημητριακῶν καρπῶν τίς δύναται νὰ φέρῃ
2570τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ζημιοῦνται ἐκ τοῦ δασμοῦ; Ἰδοὺ
2571λοιπὸν ὅτι ὁ ἥμισυς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας ἀναμφιλέ-
2572κτως ζημιοῦται ἐκ τοῦ δασμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ὅσοι ἔχετε
2573πεῖραν τῶν πραγμάτων, ὅσοι ἀναμιγνύεσθε εἰς τὴν γεωρ-
2574γίαν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου πληθυ-
2575σμοῦ τοῦ γεωργικοῦ αἱ ἡμίσειαι καὶ πλέον οἰκογένειαι ἀπο-
2576λαμβάνουσιν ἢ μᾶλλον παράγουσι καρποὺς τόσους, ὥστε νὰ
2577ἐπαρκῶσι διὰ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ διὰ τὸν σπόρον
2578τοῦ ἑπομένου ἔτους; Πάντες, Βουλευταὶ καὶ μή, ὅσοι κα-
2579ταγίνεσθε εἰς ζητήματα ἀγρονομικά, ἀναφέρω δὲ καὶ τὸν
2580κ. Πάππον, ὅστις ἔχει καὶ μελέτην ἀγρονομικὴν ἀξίαν λό-
2581γου, παραδέχονται ὅτι μία οἰκογένεια γεωργικὴ ἀποτε-
2582λουμένη ἐκ πέντε ἀτόμων θέλει τοὐλάχιστον 60 κοιλὰ σί-
2583του ἐτησίως, διὰ νὰ συντηρηθῇ· ἑπομένως, ἐρωτῶ, ὠφελοῦν-
2584ται αἱ οἰκογένειαι αὗται ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον ὅτι πα-
2585ράγουσι τόσον, ὅσον δύναται νὰ ἐξαρκέσῃ πρὸς συντήρησίν
2586των καὶ διὰ τὸν σπόρον, πρὸς τί ὁ δασμὸς δι’ αὐτάς; Συμ-
2587περαίνω ὅθεν, Κύριοι, ἀναντιρρήτως, ὅτι, ἐὰν ὠφελῶνται
2588ἀπὸ τὸν δασμὸν τοῦ σίτου, ὠφελοῦνται ἐλάχιστοι γεωργοὶ
2589καὶ οἱ μεγάλοι κτηματίαι. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καταπίπτει
2590ἄρδην τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς τεχνη-
2591τῆς ὠφελείας, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει ἤδη τὸ Δημόσιον νὰ
2592λάβῃ ποσοστόν. Αὕτη ἡ ὠφέλεια εἶναι ἰδανικὴ διὰ τοὺς
2593γεωργούς, τοὺς ὁποίους ἤδη φορολογεῖ. Ἀλλ’ ἀκόμη ἐπι-
2594προσέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι καὶ δικαι-
2595οσύνης ἔργον εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τούτου, ὅτι καὶ
2596ἀσχέτως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὤφειλε νὰ θέσῃ
2597τοῦτον, διότι εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπει-
2598ρομένων γαιῶν· ἔθεσε μίαν λέξιν ἐν τῷ μεταξύ, Κύριοι,
2599διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ πράγματος, ἀλλ’ αἱ ἔν-
2600νοιαι καὶ αἱ οὐσίαι δὲν μεταβάλλονται διὰ φράσεων.
2601Ἔθηκε τὴν λέξιν εἰσόδημα καὶ ἐνόμισεν ὅτι παρέσυρε τοὺς
2602πάντας, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ φόρου δικαίου, πρά-
2603γματι περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθὲς
2604τοῦτο, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος,
2605ἀλλὰ τοιούτου ἐπὶ τῆς ἐσοδείας, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἐσοδείας
2606τῆς τάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς δέον πάντες νὰ
2607ὑποστηρίξωμεν, διότι ἐκ τῆς προόδου αὐτῆς ἐπέρχεται ἡ
2608πρόοδος πάντων τῶν λοιπῶν τάξεων καὶ παραγόντων τῆς
2609χώρας. Καὶ εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2610νήσεως ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός,
2611ὅστις φορολογεῖται κατὰ διαφόρους τρόπους, νὰ μὴ φορο-
2612λογηθῇ καὶ ἡ τάξις αὕτη. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2613Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδεμίαν αἴτησιν ὑπέ-
2614βαλε περὶ τοιαύτης φορολογίας. Διότι ἀπὸ ποίους ἀποτε-
2615λεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐμπόρους,
2616ὑποδηματοποιούς, δικηγόρους, ἰατροὺς κλπ. Πάντες δὲ οὗτοι
2617θέλουσι νὰ προοδεύσῃ ὁ γεωργός, καθόσον, ἐὰν ὁ γεωργὸς
2618δὲν τείνῃ τὴν χεῖρα πρὸς αὐτούς, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύναν-
2619ται νὰ ζήσωσιν. Ἑπομένως ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος δὲν
2620εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀνάγκης οἰκονο-
2621μικῆς, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ σήμερον προκαλεῖται
2622ὑφ’ ὑμῶν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀναδιοργανώσεως ὅλων τῶν
2623ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς προσθήκης νέων δαπανῶν διὰ νέων θέ-
2624σεων. Ἐὰν ἦτο φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, θὰ ἐλαμβάνοντο
2625πρὸς ἐφαρμογὴν τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, θὰ ἐλαμβάνοντο
2626ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη συζητοῦνται ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἦτο ὁ
2627φόρος ἐλαφρότατος, θὰ ἐνεκληματίζετο καὶ ὅτε προώ-
2628δευεν ἡ γεωργία μας μὲ τὰ μέτρα καὶ μέσα, τὰ ὁποῖα
2629ἐπηγγέλθη ἡ νῦν Κυβέρνησις διὰ τὴν πρόοδον αὐτῆς, τότε
2630θὰ ἠδυνάμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου,
2631ὥστε νὰ μὴ κλονίσωμεν τὸ βάθρον τῆς Πολιτείας, τὴν γεωρ-
2632γίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα πάντα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2633Κυβερνήσεως, κατ’ οὐσίαν ἀναγνωρίζων οἱονεὶ τὸ δίκαιον
2634τῶν ἀντιφρονούντων καὶ πολεμίων τοῦ νομοσχεδίου τού-
2635του, οἱ ὁποῖοι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, εἶπον καὶ
2636τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «πρὸς τί ἡ βία νὰ ψηφισθῇ
2637»τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, ὡς πρὸς τὸν φό-
2638»ρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐφαρμο-
2639»σθῇ τοῦτο τῷ 1912; Διατί νὰ μὴ ἀναβληθῇ τοῦτο μέ-
2640»χρις Ὀκτωβρίου καὶ ἐν τῷ μεταξὺ λάβῃ τὸν καιρὸν ἡ Κυ-
2641»βέρνησις καὶ μελετήσῃ καλῶς τὰ πράγματα, ἴσως εἰς τὸ
2642»παρεμπῖπτον διάστημα συνέλθῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ
2643»δασμολογίου καὶ καταλήξῃ εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα,
2644»ἴσως συντελεσθῇ καὶ ἡ μελέτη τῆς γενικῆς καταστάσεως
2645»τῆς χώρας καὶ ἐπιτευχθῇ νὰ τεθῶσι βάσεις στερεαὶ καὶ
2646»ἐπιστημονικαὶ τῆς φορολογίας, βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ
2647»ἐξασφαλισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ὥστε
2648»νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην καθημερινῶς νὰ σκεπτώμεθα
2649»περὶ φορολογικοῦ συστήματος;». Ἀναγνωρίζων, λέγω, Κύ-
2650ριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ δίκαιον τῶν ἰσχυ-
2651ρισμῶν ἡμῶν τελευταῖον οὐσιαστικῶς ἀπήλειψε τὰ ἄρθρα,
2652τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ
2653φόρου.
2654§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ τούτων
2655παράπονα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως,
2656οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
2657§108Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε πολύ, κύριε
2658Πρόεδρε· ἓν νομοσχέδιον ἐξετάζεται ἐν συνόλῳ, κατ’ ἀρχὴν
2659καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐξ ὧν πάντες οἱ Βουλευταὶ προ-
2660βαίνουσιν εἰς τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν των. Ἀντιληφθεὶς λοι-
2661πὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δυσκόλως ἤθελεν
2662ὑπερπηδήσει ἡ Βουλὴ τὸ περὶ βεβαιώσεως μέρος τοῦ νομο-
2663σχεδίου καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς ἀναπτυχθέντα ἐζήτησε τὴν τε-
2664λευταίαν στιγμὴν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Δια-
2665τάγματος ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ
2666εἰσπράξεως, ὅπερ πράγματι ἔχει δύο ἐννοίας, ἢ ὅτι ἀληθῶς
2667θὰ ἐξεύρῃ, ὡς οἱ φίλοι αὐτῆς ἀπέδειξαν καὶ ὡς οἱ ἀντιφρο-
2668νοῦντες ὑπέδειξαν, θὰ ἐξεύρῃ τρόπον τῳόντι καλλίτερον
2669βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου, διότι δὲν
2670ἔχει τὴν εὐκαιρίαν σήμερον νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως
2671καὶ ἡμεῖς ἢ ὅτι δὲν θὰ σκεφθῇ κἂν περὶ ἐξευρέσεως ἄλλου
2672τρόπου, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνον, ὃν ἐξ ἀρχῆς παρου-
2673σίασεν ἡμῖν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς τοιαύτης αἰτήσεως
2674τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ ὅμως πραγματικῶς τοιαύτην ἔν-
2675νοιαν ἔχει ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως νομι-
2676κῆς περιέπεσεν εἰς σφάλμα μέγα αὕτη, διότι ἐζήτησεν
2677ἐπισήμως ὅ,τι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις μέχρι τῆς σήμε-
2678ρον. Ἂν κατηγορήθη τὸ παρελθόν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐγέ-
2679νετο σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
2680καὶ ἡ Βουλὴ ἐξεχώρει τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὴν
2681ἐκτελεστικήν, αὕτη δὲ μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς εἰς τοὺς
2682Βουλευτάς, τοῦτο ἐνηργεῖτο πάντοτε σιωπηρῶς, τηρουμένων
2683τῶν προσχημάτων καὶ μὴ λαμβανομένων ἀποφάσεων. Ἀλλ’
2684ἡ Κυβέρνησις ἤδη διὰ τῆς ἀξιώσεώς της θέλει νὰ ὁρίσῃ
2685τοῦτο ἐπισήμως καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς· μεταβιβάσατε εἰς
2686ἐμὲ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔχετε τοῦ νὰ ἐπιβάλλητε φόρον καὶ
2687φόρον βαρύτατον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
2688§109Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν·
2689δὲν θὰ ψηφισθῇ.
2690§110Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ καὶ ἀντι-
2691κανονικῶς εἰσάγεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατὰ τὴν
2692γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη
2693ἀναπόφευκτος ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλουσα εἰς ἡμᾶς
2694ἐν λευκῷ νὰ ἐκχωρήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐξου-
2695σίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ἄλ-
2696λαι Βουλαὶ διὰ πολὺ μικρότερα ζητήματα, δὲν ἐδέ-
2697χοντο νὰ ἐκχωρήσουν πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τὴν ἐξου-
2698σίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ὁ λαός. Ἀνέγνωσα τὰ
2699Πρακτικὰ τοῦ 1880 διὰ τὸ προκείμενον θέμα καὶ ἀνεῦρον
2700μίαν πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη πρὸς τὴν Βου-
2701λήν, συζητουμένης συμβάσεως ἀτελείας πρὸς μίαν ἀτμο-
2702πλοϊκὴν ἑταιρείαν, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου
2703ἐκείνου ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ καὶ μὲ ἄλλας
2704ἑταιρείας συμβάσεις ἀτελείας. Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ
2705ἀοίδιμος Θρ. Ζαΐμης καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀξίω-
2706σις αὕτη ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς,
2707τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ λαός, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν
2708δώσωμεν καὶ νὰ θεσπίσωμεν τοιοῦτον νόμον, καὶ μὲ ὅλην
2709τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Τρικούπης, δὲν ἔφε-
2710ρεν ἀντίρρησιν πλέον, ἀλλ’ ἐδέχθη ὡς ὀρθὴν καὶ σοφὴν
2711τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς δὲ
2712ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, μετὰ νέον Σύνταγμα,
2713μετὰ μίαν Κυβέρνησιν κόμματος φιλελευθέρων, ἡ ὁποία
2714ἐξαγγέλλει ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ εἶναι
2715ἁπάντων Βασιλεὺς ὁ νόμος, ἔπειτα ζητοῦμεν παρὰ τῶν
2716Βουλευτῶν, καὶ ἰδίως τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἐν
2717λευκῷ νὰ μᾶς ἐκχωρήσουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ
2718νὰ κυβερνῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ 6.000.000 δραχ.
2719Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ φορολογία, ὡς τίθεται,
2720εἶναι βαρυτάτη καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πληρώσῃ ὁ
2721Ἑλληνικὸς λαὸς 6.000.000, ἀδιαφόρως ἂν ταῦτα θὰ θυ-
2722λακώσῃ ὅλα τὸ Δημόσιον ἢ οἱ ἐνοικιασταὶ ἢ οἱ βεβαιωταὶ
2723ἢ ἄλλη τις ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις.
2724Δι’ αὐτὸ εἴχομεν καθῆκον καὶ τὸ ὕστατον νὰ διαμαρτυ-
2725ρηθῶμεν διὰ τὸ κατηγορούμενον νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀφή-
2726σωμεν πλήρη τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν
2727πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ αὐτήν. Διότι ἡμεῖς
2728ἔχομεν ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ φορολογία θὰ
2729εἶναι ἐπιβλαβεστάτη εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας, καὶ διὰ
2730τὰς τάξεις, καθ’ ὧν καταφέρεται, καὶ ἑπομένως ἀδικία
2731μεγάλη καὶ διὰ τὴν χώραν καὶ διὰ τὰς τάξεις αὐτάς,
2732ἰδίᾳ δὲ καὶ κατ’ ἐξοχήν, καθόσον ἐπιβάλλεται, ἵνα καλυ-
2733φθῶσι δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ Ἐθνοσυνέλευ-
2734σις, ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, παρὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλλη-
2735νικοῦ λαοῦ, ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀναδιοργανώσεως
2736ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ εὐχόμεθα, ὅπως ἡμεῖς μὲν εὑρεθῶ-
2737μεν ἐν πλάνῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ
2738ἀληθείᾳ καὶ ὠφελήσωσι τὸ Κράτος.
2739§111ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2740§112Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ὑπὸ συ-
2741ζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς σήμερον διετυπώθη, παρέχεται
2742εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα διὰ Διατάγματος νὰ
2743ὁρίσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Ἐπειδὴ ὁ προαγορεύσας κ.
2744συνάδελφος ἔθιξε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ
2745ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς διατυποῦται διὰ
2746τῆς διατάξεως τῆς γενικῆς τοῦ ἄρθρου 19, ἀντίκειται εἰς
2747τὸ Σύνταγμα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ
2748Βουλὴ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
2749§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον δὲν προσβάλ-
2750λεται ὡς ἀπαράδεκτον, προσβάλλεται ὡρισμένον μόνον μέ-
2751ρος αὐτοῦ. Ὅταν ἔλθωμεν ἐκεῖ, τότε βεβαίως θὰ συζητή-
2752σωμεν.
2753§114Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ
2754κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ διάταξις ἡ
2755γενική, ἡ ὁποία ἀντεκατέστησε τὰς διατάξεις τῶν ἄρ-
2756θρων 7–12, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνιζον καὶ ἐρρύθμιζον τὸν τρό-
2757πον τῆς βεβαιώσεως, τῆς εἰσπράξεως καὶ διαθέσεως τοῦ
2758εἰσπρακτέου φόρου, ἡ διάταξις αὕτη, ἡ γενική, ἀκριβῶς
2759ἀφορᾷ ὄχι πλέον λεπτομερείας, ὄχι μεμονωμένην διάταξιν
2760τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ αὐτόχρημα τὴν βά-
2761σιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἄρθρου με-
2762μονωμένου, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει γενικὴν διάταξιν,
2763ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀντί-
2764κειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2765διὰ σοφισμάτων προσπαθεῖ, ἀφοῦ ὑφαρπάσῃ τὴν ψῆφον τῆς
2766Βουλῆς, εἶτα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19.
2767§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, κύ-
2768ριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον ἐξουσιοδοτεῖται
2769ἡ Κυβέρνησις, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ τὰ τῆς
2770διαθέσεως τοῦ φόρου, ἀλλὰ ὁρίζονται καὶ ποιναί, αἱ ὁποῖαι
2771θὰ εἶναι ἐφαρμοστέαι διὰ πᾶσαν παράβασιν ἐκ μέρους τῶν
2772ἐντεταλμένων τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων,
2773εἴτε δημοσίων ὑπαλλήλων εἴτε ἰδιωτῶν, κατὰ τὸ δεύτερον
2774τοῦτο μέρος, ἡ διάταξις προσεβλήθη ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ
2775Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ποινὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ
2776ἄλλως ἢ διὰ νόμου. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ νομοθετικὰ
2777προηγούμενα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀφήνουσιν ἀμφιβολίαν ὅτι
2778ἐγκύρως δύναται νὰ ὁρισθῇ ποινὴ ἐπαγγελματικὴ κατὰ προ-
2779βλεπομένων παραβάσεων, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δύ-
2780ναται νὰ κανονισθῇ εἴτε διὰ Β. Διατάγματος εἴτε καὶ διὰ
2781κανονισμοῦ ἀκόμη ὑπηρεσιακοῦ. Σᾶς ἀναφέρω τὸν νόμον
2782ᾼΓΚΒʹ περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν σιδη-
2783ροδρόμων, ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, τοῦ ὁποίου ὁρίζονται ταῦτα
2784(ἀναγινώσκει): «Πᾶσα παράβασις τῶν Β. Διαταγμάτων ἢ
2785τῶν διοικητικῶν κανονισμῶν τῶν κεκυρωμένων κλπ.».
2786§116Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμος εἶναι αὐτός;
2787§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νόμος εἶναι καὶ αὐτός, τὸν ὁποῖον
2788ζητοῦμεν νὰ ψηφίσητε. Διὰ τοῦτο ὁρίζεται ὅτι οἱ μέλλον-
2789τες νὰ παραβῶσι τὰς διατάξεις τῶν ἐκδοθησομένων Δια-
2790ταγμάτων ἢ καὶ κανονισμῶν τῆς ὑπηρεσίας θὰ τιμωρῶν-
2791ται μὲ τὴν ποινὴν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου. Ταῦτα
2792ὁρίζονται καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 19. Οἱ μέλλοντες νὰ παρα-
2793βῶσι τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ὁρίσῃ τὸ Β. Διάταγμα,
2794τιμωροῦνται διὰ ποινῆς, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν αὐτῷ τούτῳ
2795τῷ νόμῳ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐψηφίσθη κατὰ
2796τὸ ἔτος 1883, οὐδεμία ἀντίρρησις διετυπώθη ὅτι τοῦτο δὲν
2797εἶναι συνταγματικόν. Ἀλλ’ ὅπως ἐκ ῥιζῶν ἐκκόψω καὶ
2798τὴν τελευταίαν ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται κατὰ
2799τὴν γʹ συζήτησιν, ἵνα προκαλέσῃ καὶ πάλιν παρελκυσμὸν
2800τῆς συζητήσεως, εἰσηγοῦμαι τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 19
2801τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ποινή, ἡ ὁποία θὰ
2802εἶναι ἐπιβλητέα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν θὰ εἶναι
2803πλέον ποινὴ ἐπανορθωτική, θὰ εἶναι ποινὴ ἀστυνομική,
2804ποινὴ προστίμου ἁπλῶς ἢ κρατήσεως. Ὑποθέτω δ’ ὅτι δὲν
2805θὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι διὰ Διατάγματος
2806κατ’ ἐξουσιοδότησιν νόμου δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τὸ περιε-
2807χόμενον πταισματικῆς παραβάσεως, ὅταν τοῦτο δύναται
2808νὰ ὁρισθῇ δι’ ἁπλῆς ἀστυνομικῆς διαταγῆς.
2809Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ
2810ὄχι μόνον τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερον τὴν
2811προσοχὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς ἐργασίας
2812ἡμῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη τὴν στιγμὴν
2813ταύτην, ἵνα ζητηθῇ πάλιν ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ὅπως
2814παρελκυσθῇ ἡ συζήτησις καὶ ὅπως καταπονηθῇ ἡ Βουλὴ
2815καὶ ἀναγκασθῇ νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον της. Ἔχω καθῆκον
2816κατὰ τοιαύτης τακτικῆς νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐὰν οἱ ἀπο-
2817τελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν μετέρχωνται τοιαῦτα μέσα
2818κωλυσιεργίας καταφώρου, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι εἰς
2819τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς των καὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις
2820εἶναι ἕτοιμοι νὰ διαδεχθῶσι τὸ βάρος τῆς Ἀρχῆς, τότε δύ-
2821νανται νὰ παρασύρωσι τὸ κοινοβουλευτικὸν οἰκοδόμημα,
2822νὰ παραλύωσι τὰ ἔργα διὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἀλλ’ ὅτε
2823αἱ προϋποθέσεις αὗται ἐλλείπουσιν, ὅτε οὔτε ἡ Κυβέρνη-
2824σις κλονίζεται εἰσέτι οὔτε ὑπάρχει ἕτοιμος ὁ μέλλων νὰ
2825διαδεχθῇ αὐτήν, τότε τοιαύτη τακτικὴ εἶναι τακτική, ἡ
2826ὁποία θὰ ἐπισύρῃ ταχέως τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνι-
2827κοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα παταγώδη ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ
2828τῶν ἀκροατηρίων).
2829(Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατελθὼν τοῦ βήματος ἐξέρχεται
2830τῆς αἰθούσης).
2831§118Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Φεύγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2832βερνήσεως· τρέπεται εἰς φυγήν, διότι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ
2833μὲ ἀντικρύσῃ (διαμαρτυρίαι). Καὶ ἔρχομαι ἐκ τοῦ ἐπιλό-
2834γου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
2835Ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς ῥητὴν μομφὴν ὅτι ὑποβάλλοντες τὴν
2836πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου ἐσκέφθημεν νὰ προκαλέσωμεν
2837ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ὅμως σᾶς βε-
2838βαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως ἀπα-
2839ραδέκτου δὲν προϋποθέτει καὶ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς
2840κλήσεως. Ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ταύτην ἐσκόπουν ἁπλῶς
2841νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ πάντων
2842τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2843ἔδιδεν ἐξηγήσεις ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαραδέκτου,
2844σᾶς βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι δὲν ἐπροτι-
2845θέμην νὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν.
2846Καὶ μᾶς ἀπέδωκε μομφὴν καὶ κατηγορίαν, διὰ τὴν
2847ὁποίαν οὐδὲν δικαίωμα εἶχε, διότι εἶναι πρωτοφανὲς αὐτό,
2848Κύριοι, νὰ ἔρχηται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ
2849κατηγορῇ Βουλευτὰς διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεδηλώ-
2850θησαν, οὐδ’ ἀπόπειρα κἂν ἐγένετο πρὸς πραγματοποίησιν
2851αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ εἶπον εὐθὺς ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὅτι
2852ἐτράπη εἰς φυγήν, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἱκανός... (δια-
2853μαρτυρίαι).
2854Ὅτε ὑπέβαλον, κύριοι Βουλευταί, τὴν πρότασιν ἀπα-
2855ραδέκτου, χωρὶς κἂν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς
2856προτάσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προλαβὼν σχε-
2857δὸν ἀνέπτυξε τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ
2858ἀπαραδέκτου, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἀναπτύξω ἐγὼ τὰ ἐπι-
2859χειρήματά μου ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ
2860παρερχόμενος τὴν ἀνακολουθίαν ταύτην θὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ
2861τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν τὴν στι-
2862γμὴν ταύτην.
2863Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου ἀντετάχθη ἡ
2864ἀντίρρησις ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ἐπὶ τῆς ἀρ-
2865χῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι ἔδει νὰ ὑποβληθῇ καθ’ ἣν
2866στιγμὴν θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
2867μοσχεδίου, καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη συνεδέετο ἢ ἐστηρίζετο
2868ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι τὸ ἄρθρον 19 ἀποτελεῖ μονομερῆ
2869διάταξιν οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομο-
2870σχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπήλ-
2871λαξε τοῦ κόπου νὰ ἐπιμείνω πλέον εἰς τὸ ζήτημα, καθόσον
2872μόνος του ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
2873ἀπαραδέκτου καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
2874τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεκαλέσθη δὲ τὸ ἐπιχείρημα πρὸς ἀπό-
2875κρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου ὅτι ὑπάρχει καὶ
2876ἄλλος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυ-
2877βέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς κατὰ παντός,
2878ὅστις ἤθελε καταστῆ ἔνοχος παραβάσεως τῶν διατάξεων
2879τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ σχετικῷ Διατάγματι. Λυ-
2880ποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι εὑρίσκομαι ἀκριβῶς εἰς
2881τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ἀντικρούω ἀνακριβείας ἐκστομι-
2882ζομένας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα
2883τὸ ὁποῖον σᾶς ταράσσει, καὶ σᾶς ταράσσει δικαίως καὶ εὐ-
2884λόγως, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
2885Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινός, δὲν θὰ ἐταράσ-
2886σεσθε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντικρούων τὰς ἀνακριβείας δὲν εἶναι δυ-
2887νατὸν νὰ ἀποβλέψω εἰς τὸ πρόσωπον· εἶμαι ὑποχρεωμένος
2888ἀνακριβείας λεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναι-
2889ρέσω καὶ ἀντικρούσω, μοὶ εἶναι δὲ ἀδιάφορον ὁποθενδήποτε
2890καὶ ἂν αὗται προέρχωνται. Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευ-
2891ταί, περὶ ποινῶν, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος
2892τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ ἀνεγράφη εἰς τὸ ἄρθρον 19 ὅτι
2893δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποι-
2894νάς, βεβαίως δὲν καθίσταται τὸ ἄρθρον 19 ἀπαράδεκτον
2895ὡς ἀντισυνταγματικόν, καθόσον δὲν ἀπαγορεύεται τόσον
2896ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκχώρησις τοιούτων δικαιωμάτων εἰς τὴν
2897ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτοῦ
2898τόσον, ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ
2899ἀπονείμῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Διατά-
2900γματος ἐφαρμόσῃ ἢ μὴ τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιάσεων, ἢ τὸ
2901σύστημα τῶν βεβαιώσεων, ἢ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων.
2902Πρόκειται περὶ τῆς βάσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Τοῦτο
2903εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ἀπονέμωμεν εἰς τὴν Κυβέρνη-
2904σιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ αὐτὸν τὸν φόρον ἀκόμη.
2905Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ τροπο-
2906ποιήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτό, οὐχὶ ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2907νήσεως ἐδήλωσεν ὅτι θέλει τροποποιήσει μεταβάλλων τὴν
2908μορφὴν ἢ τὸν χαρακτῆρα τῶν ποινῶν ἀπὸ ποινῶν ἐπανορ-
2909θωτικῶν εἰς ποινὰς πταισματικὰς ἢ ἀστυνομικάς, ἐάν,
2910λέγω, θελήσῃ—καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦ-
2911μαι τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης—νομίζω
2912ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅπως τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ
2913κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὁρίζωνται αἱ περιπτώσεις,
2914καθ’ ἃς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ Διατάγματος ἡ Κυβέρ-
2915νησις νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ποινάς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ
2916ὁρίζηται καὶ τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπρά-
2917ξεως τοῦ φόρου. Οὐδεμία μνεία γίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 19
2918περὶ τοῦ συστήματος ἢ τῶν συστημάτων, ἑκάτερον τῶν
2919ὁποίων ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόσει ἐν δεδομένῃ στιγμῇ,
2920καθ’ ἣν ἤθελε πεισθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐφαρμογῆς
2921αὐτοῦ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι πολύ, διότι ἀπὸ τῆς
2922ἀρχῆς τοῦ λόγου μου, δὲν γνωρίζω ἂν ἐγὼ ἔδωκα ἀφορμὴν
2923ἢ ἐξ ὑπαιτιότητός μου, τινὲς τῶν συναδέλφων μου ἐξερρά-
2924γησαν εἰς ἀποδοκιμασίας. Δι’ αὐτὸ ἀδιαφορῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο,
2925τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ θὰ
2926τοὺς παρακαλέσω θερμῶς, εἶναι νὰ μὴ ἀποδοκιμάσωσι τὴν
2927πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου. Δύνασθε ν’ ἀποδοκιμάσητε
2928ἐμέ, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποδοκιμάσητε τὴν πρότασιν τοῦ
2929ἀπαραδέκτου. Μὴ ἀπεμπολεῖτε τὰ δικαιώματα τῆς Βου-
2930λῆς· μὴ ἀπεμπολεῖτε τὰ νομοθετικὰ δικαιώματα ὑμῶν εἰς
2931τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δώσατε ὅσα δύνασθε νὰ δώ-
2932σητε, περιορισθῆτε ὅσον θέλετε, ἀλλὰ σώσατε, πρὸς Θεοῦ,
2933τὰ θεμελιώδη δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δώ-
2934σατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὰς περι-
2935πτώσεις τῆς ποινῆς διὰ Διατάγματος, νὰ ὁρίσῃ τὸ μέγε-
2936θος τῶν ποινῶν, νὰ ὁρίσῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν ποινῶν, ἀλλά,
2937πρὸς Θεοῦ, τηρήσατε τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ
2938συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φό-
2939ρου, σῴζοντες τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
2940§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2941§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2942§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
2943§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2944§123Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ τακτική,
2945τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τῳόντι ἀξία παρα-
2946τηρήσεως μεγάλης, διότι, ὅταν μὲν εὑρίσκηται ἐν τῷ μέσῳ
2947ἡμῶν καὶ ἐν ἀριθμῷ ὀπαδῶν αὐτῆς μεγάλῳ, οἱαδήποτε εὐ-
2948καιρία καὶ ἂν τῇ δοθῇ, καταλαμβάνει τὸ βῆμα διὰ τοῦ
2949Πρωθυπουργοῦ καὶ μέμφεται τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἰς τὰ
2950συζητούμενα νομοσχέδια, εἴτε οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κα-
2951θαρὰν Ἀντιπολίτευσιν, εἴτε ἀντιφρονοῦσι μόνον καὶ μόνον
2952εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται· ἐξ ἀντιθέτου δέ, ὅταν
2953εὑρίσκηται ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ ἐν μικρῷ ἀριθμῷ ἀποτελου-
2954μένῳ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ἀμέσως
2955ἀνοίγει τὰς χεῖρας αὐτῆς ἱκέτιδας καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς:
2956σᾶς παρακαλῶ, τὰ νομοσχέδια εἶναι ὑπηρεσιακά, μὴ ἔχετε
2957καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂς εἶσθε τριάκοντα δύο, ἂς εἶσθε τεσ-
2958σαράκοντα, ψηφίσατε, καὶ ψηφίζομεν κατ’ ἐπανάληψιν
2959ἐδῶ νόμους παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τελευταίως ἐψη-
2960φίσαμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Τὴν αὐτὴν ἐπανέλαβε καὶ ἀπόψε
2961τακτικὴν ἡ Κυβέρνησις, διότι εὑρέθησαν ἀντιφρονοῦντες
2962εἴκοσι Βουλευταὶ ἐκ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν
2963νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θίγει καιρίως τὰ συμφέροντα τῶν
2964ἐντολέων των, τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων, μετὰ τῶν
2965ὁποίων ζῶσι καὶ οὓς πρόκειται νὰ πλήξῃ κατ’ ἐξοχὴν ὁ
2966φόρος οὗτος. Διότι ἐξέφερον ἀντίθετον γνώμην καὶ καθυπέ-
2967βαλον τὴν Βουλὴν εἰς τινας ὥρας ἐργασίας περισσοτέρας
2968καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα καλ-
2969λίτερον, κατηγοροῦνται ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ:
2970πότε ὑπῆρξε κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2971εἴτε ἐκ μέρους ἀντιφρονούντων ἐνταῦθα; Μία καὶ μόνη
2972κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τού-
2973του ἔνστασις ὑπεβλήθη μὴ ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ἐπι-
2974βεβλημένη, διότι εὑρέθη ὅτι 49 μόνον Βουλευταὶ ἦσαν πα-
2975ρόντες καὶ εἷς Ὑπουργός, καὶ ἐσιώπησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες
2976καὶ ἠνέχθη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρασιωπηθῇ τὸ ἀποτέ-
2977λεσμα ἐνστάσεως, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐξετέλεσε τὸ κα-
2978θῆκόν του, δὲν ἐδημοσίευσε τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων Ὑπουρ-
2979γῶν καὶ Βουλευτῶν, διὰ νὰ καταδειχθῇ ποῖοι εἶναι οἱ κω-
2980λυσιεργήσαντες, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέρχονται ἐνταῦθα,
2981ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ προσέρχονται καὶ ἐκφέρουσι τὰς ἐπὶ
2982τῶν νομοσχεδίων παρατηρήσεις καὶ γνώμας των, ἀλλὰ τέ-
2983λος πάντων τὰς γνώμας των, τὰς ὁποίας στηρίζουσιν εἰς
2984λόγους σπουδαίους καὶ εὑρίσκονται ἐν καλῇ πίστει;
2985Ἤμην ὑποχρεωμένος διὰ τὴν τοιαύτην τακτικὴν τῆς
2986Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἐπιμαρτύρομαι καὶ
2987ὑμῶν, Κύριοι, καὶ τοῦ τύπου καὶ τῶν θεατῶν ἀκόμη, οἱ
2988ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ
2989μομφή, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2990σεως ἀπόψε πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ τοὺς ἀντι-
2991φρονοῦντας Βουλευτάς, ἐκ Τρικκάλων ἰδίως, ἦτο ἀδικαιολό-
2992γητος καὶ δὲν εἶχε θέσιν οὐδ’ ἀξίαν τινὰ οὐσιαστικήν·
2993ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐμοῦ μόνον, θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνη-
2994σις νὰ μὲ ἐκλάβῃ καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενον, ἀλλὰ δὲν δύ-
2995ναμαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων, διότι δὲν ἀντεπολι-
2996τεύθημεν τὴν Κυβέρνησιν· ἐξ ἐναντίας ἐπὶ ἓξ μῆνας εἴμεθα
2997προσηλωμένοι καὶ ἐβοηθήσαμεν εἰς πολλὰ αὐτήν. Τὴν μομ-
2998φὴν λοιπὸν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποτείνῃ πρὸς ἡμᾶς
2999ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
3000§124Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἄλλως τε διεφωτίσθη αὐτὴ ἡ
3001Κυβέρνησις καὶ ἐτροποποίησε τὰ νομοσχέδιά της.
3002§125Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνη-
3003σις τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδιον νὰ τὸ ψηφίσῃ ἀσυ-
3004ζητητί. Ἠθέλησε καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ Κυβέρνη-
3005σις τότε μεταβάλλεται εἰς δικτατωρίαν, ἐρειδομένη εἰς τὸν
3006μέγιστον πατριωτισμόν, ὃν ἐπεδείξατο ἡ Βουλή, ἡ ὁποία
3007ἐν εἰλικρινείᾳ ἀπεκάλυψε τὴν ἀντίληψιν ἣν ἔχει ὅτι δὲν εἶ-
3008ναι καιρὸς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς
3009νὰ διαδεχθῇ ἄλλος τὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλησε δὲ ὁ κ. Πρω-
3010θυπουργὸς νὰ ἀδικήσῃ καὶ τὴν νοημοσύνην τῶν ὀλίγων ἀν-
3011τιφρονούντων καὶ ἀντιπολιτευομένων αὐτὴν Βουλευτῶν,
3012ἀποδώσας αὐτοῖς ἀντιθέτους σκέψεις καὶ τάσεις. Δι’ αὐτὸ
3013λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ μομφὴ αὐτὴ δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς
3014ἀντιπολιτευομένους Βουλευτάς, οὔτε εἰς τοὺς ἐκ Τρικκάλων
3015ἀντιπροσώπους τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην ἐπὶ τοῦ
3016προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ καλῶς θὰ ἔκαμνεν ἡ Κυβέρ-
3017νησις νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτήν, διότι εἶναι ἔργον συνέσεως καὶ
3018ὑπερηφανείας τῶν πολιτευομένων ἀείποτε τὰ λάθη των
3019νὰ ἀναγνωρίζωσιν. Ἄλλως ἡ ἱστορία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς
3020λαὸς θὰ κρίνῃ ἂν κωλυσιεργοῦμεν ἡμεῖς ἢ λέγομεν τὴν
3021γνώμην μας, διὰ νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ βελτιώσω-
3022μεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἀμελέτητα ἡ Κυβέρ-
3023νησις, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ τοιαῦτα κατεδείχθησαν καὶ
3024σπουδαίως ἐτροποποιήθησαν.
3025§126Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ.
3026Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας. Ἐπειδὴ γνωρίζω ἢ τοὐλάχιστον
3027ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἰδιάζουσα παραφορά, ἡ ὁποία δια-
3028κρίνει τὸν κ. Βουλευτήν, γνωστὸν ἄλλως τε εἰς τὴν Βουλὴν
3029καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὑπηγόρευσεν εἰς
3030αὐτὸν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτάς, δι’
3031αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ἀπαντήσω εἰς ταῦτα.
3032Ἡμεῖς ῥυθμίζομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς καλλίτερον τοῦ κ. Βου-
3033λευτοῦ ἐκ Λακωνίας. Καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν
3034ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδὲν ἄλλο ἐπέδειξεν
3035ἢ ἐπεισόδια. Ἑπομένως δὲν θὰ εἶμαι ἀκατάλληλος, ἐὰν
3036εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἐπεισοδιακοῦ Βουλευτοῦ
3037ἁρμόζει πρὸς αὐτόν.
3038§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν
3039Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας
3040ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνέπραξαν πάντοτε μετὰ τῆς Κυ-
3041βερνήσεως καὶ ἰδιαίτατα, ὅτε κατηρτίσθη τὸ ψήφισμα
3042ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσιν ὅτι εἶναι ἀπρα-
3043γματοποίητον.
3044§128Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βου-
3045λευταί.
3046§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς αὐτοὺς ὅτι
3047μετὰ συμπαθείας πάντοτε ἀποβλέπω πρὸς τὰ αἰτήματα
3048αὐτῶν, πρὸς τοὺς πόθους αὐτῶν τοὺς δικαίους καὶ ἱερούς.
3049Ἤκουσεν ἀκόμη ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν περὶ
3050τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων οὐδὲν ἄλλο εἶπον παρὰ ὅτι ἐκεῖ-
3051νοι, οἵτινες συζητοῦσι μακρότερον καὶ ἐπιμονώτερον ἐπὶ τοῦ
3052συζητουμένου νομοσχεδίου, εἶναι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι
3053οὐχὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ἑπομένως περὶ αὐτῶν ἐλάλησε
3054καὶ περὶ αὐτῶν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κω-
3055λυσιεργοῦσιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι κωλυσιεργοῦσιν οἱ κ. συνά-
3056δελφοι ἐκ Θεσσαλίας. Τοῦτο τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3057Κυβερνήσεως ὁ μόνος ἐκτιμῶν τὰ πράγματα, ἔπρεπε δὲ
3058νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους
3059καὶ οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ἐγὼ δὲν ἐκτιμῶ
3060τὰ πράγματα ὡς ἐκτιμᾷ ἐκεῖνος καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον
3061λόγον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν κωλυσιεργός. Ταῦτα εἶχον
3062νὰ ἀπαντήσω. Εἰς ἀπάντησιν δὲ εἰς τὰς χυδαίας ὕβρεις ἐγὼ
3063ἐσυνήθισα νὰ ἀπαντῶ ὅπως πρέπει μόνον πρὸς τοὺς ἀν-
3064θρώπους, οἱ ὁποῖοι μετριάζονται.
3065§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.
3066Ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου.
3067Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον παρακαλοῦνται νὰ
3068ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3069Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
3070σχεδίου.
3071§131Γ. ΣΧΙΝΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3072§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Μεσσηνίας κύριοι Π. Κα-
3073ράπαυλος, Γ. Ῥάλλης καὶ Ἀ. Ζησιμόπουλος ὑποβάλλουσι
3074τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ θήρας».
3075Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ «κηλώνων ἵππων,
3076ὄνων κλπ.» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ
3077καὶ διανεμηθῆ).
3078(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ)
3079§133Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζω καλῶς
3080πόσον ἀνιαρὰ εἶναι ἡ συζήτησις εἰς τοιαύτας ὥρας, μετὰ
3081τὴν γενομένην μάλιστα διονύχισιν τοῦ θέματος. Πιστεύ-
3082σατε ὅτι τὸν κάματον, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε σεῖς, τὸν
3083αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ προσπαθήσω, περιορί-
3084ζων ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς γενικωτάτας
3085γραμμάς, νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατ’
3086ἀρχὴν κηρύσσομαι ἀδιαλλάκτως ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
3087Εἶναι περίεργον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θέλων τις νὰ ὁμι-
3088λήσῃ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκεται
3089πρὸ δεινῆς δυσχερείας, διότι εὑρίσκεται πρὸ πολλαπλῶν
3090μεταβολῶν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Αἱ πολλαπλαῖ μεταμορφώσεις,
3091ἃς ὑπέστη τὸ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικὸν μέτρον, ἐνεθύ-
3092μισαν εἰς ἐμὲ τὸν μῦθον τοῦ Αἰσώπου περὶ τῆς σελήνης, ἡ
3093ὁποία ἐζήτει ἀπὸ τὴν μητέρα της νὰ τῇ κατασκευάσῃ
3094φόρεμα, ἡ δὲ μήτηρ της τῇ ἀπήντησε «Τί φόρεμα νὰ σοῦ
3095κάμω, ἐνῷ ἄλλοτε μὲν εἶσαι πανσέληνος, ἄλλοτε δὲ μηνοει-
3096δὴς καὶ οὐδέποτε ἔχεις τὸ αὐτὸ σχῆμα;». Παρόμοιόν τι
3097συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Καὶ μὰ τὴν
3098ἀλήθειαν καλὸν θὰ ἦτο ἐάν, καθὼς ἡ σελήνη, ἐπάθαινε καὶ
3099τὴν ὁλικὴν ἔκλειψιν. Διὰ ποίους λόγους κηρύσσομαι ἐναν-
3100τίον τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξαν εὐρύτατα καὶ δι’ ἐπιχει-
3101ρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνεποίησαν τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν εἰς
3102τὴν Βουλήν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Λακωνίας καὶ Ἀρκα-
3103δίας, οἱ πολιτικοὶ σύντροφοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνεργά-
3104ζομαι. Ἐγὼ ἑπομένως θὰ περιορισθῶ νὰ συνοψίσω: Διὰ
3105νὰ κρίνῃ τις ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον, εἶναι γνωστὸν ὅτι
3106ἀπὸ τριῶν ἀπόψεων δύναται καὶ ὀφείλει νὰ κρίνῃ αὐτό: ἀπὸ
3107τῆς ἀπόψεως τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ πόσον τὸ προτεινόμενον
3108φορολογικὸν μέτρον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξυπηρετεῖ τὴν
3109ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς,
3110κατὰ πόσον συντελεῖ ἢ παρεμβάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν ἀνά-
3111πτυξιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως
3112τῆς στενῆς δημοσιονομικῆς. Ἡ πρώτη ἄποψις ἀναλύεται
3113εἰς τὰ ἑξῆς κυρίως· πᾶς φόρος πρέπει νὰ εἶναι γενικός,
3114πρέπει δὲ νὰ εἶναι καὶ προοδευτικός, πάντως ὅμως πρωτίστη
3115ἀπαίτησις τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ ἀφήνηται ἐλεύθερον
3116τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως τοῦ φορολογουμένου, τὸ
3117existenz minimum. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγόμενος φόρος πλήττει
3118ἀκριβῶς τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως τῶν πενεστέρων
3119γεωργικῶν τάξεων. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι φόρος
3120ἀναντιρρήτως ἄδικος. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐξυπηρε-
3121τεῖ τουλάχιστον τὴν στοιχειωδεστέραν προϋπόθεσιν παντὸς
3122φορολογικοῦ νόμου, ἐὰν ἄφηνεν ἀφορολόγητον τὸ εἰσόδημα
3123μέχρις 60 κοιλῶν σίτου· τοῦτο ἐὰν ἐγίνετο, θὰ ἠδυνάμεθα
3124νὰ συζητήσωμεν περαιτέρω τὸ μέτρον, ἀλλ’ ὅπως ἔχει
3125ἤδη τὸ νομοσχέδιον θίγονται αὐτὰ τὰ μέσα τῆς ζωῆς, τῆς
3126ὑγείας καὶ συντηρήσεως τῶν πενεστέρων ἀγροτικῶν τάξεων,
3127ἰδίᾳ ἐν Πελοποννήσῳ, καὶ τὸ προτεινόμενον μέτρον καθίστα-
3128ται δι’ ἡμᾶς ἀμέσως ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἀπορρι-
3129πτέον. Ἡ ἐλευθέρα ἄφεσις τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τῆς συντη-
3130ρήσεως τῶν ἀνθρώπων ἀπαιτεῖ ὅπως λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν
3131διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἐλευθέρου μέρους ὁ ἀριθμὸς τῶν
3132μελῶν τῆς οἰκογενείας. Τὸ εἰσηγούμενον ὅμως μέτρον οὐ-
3133δαμῶς ἱκανοποιεῖ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ὑγιοῦς πολιτικῆς
3134οὐδ’ αὐξάνει τὸ ἀφορολόγητον ὅριον ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ
3135τῶν τέκνων. Καὶ ἂν διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος πλήτ-
3136τονται περισσότερον οἱ ἄγαμοι διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρο-
3137μένων γαιῶν, καταδικάζονται εἰς ἀγαμίαν αἱ γεωργικαὶ
3138τάξεις. Οὐδὲ ἔχομεν διαφορὰν ἀντιλήψεων καὶ διαφορὰν
3139σκοπῶν εἰς τοὺς δύο φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ
3140συγχρόνων νομοσχεδίων εἰσηγεῖται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3141εἶπεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν
3142σπειρομένων γαιῶν, διὰ νὰ φορολογηθῇ ἓν εἰσόδημα, τὸ
3143ὁποῖον μένει ἀφορολόγητον, ἐνῷ ὑπερβολικὰ φορολογοῦνται
3144ἕτεραι παραγωγαί, ὡς ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου, τῆς στα-
3145φίδος, τῆς ῥητίνης, ἡ ὁποία μάλιστα, ὡς ἄλλοτε ἀπὸ τῆς
3146θέσεως ταύτης ἀπέδειξα, φορολογεῖται καὶ ἀντισυντα-
3147γματικῶς.
3148Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὀφείλει νὰ φορολο-
3149γηθῇ ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ
3150ἰσότης πρὸς τὰς ἄλλας φορολογίας. Ἀνεγνώρισεν οὕτως
3151ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ἄλλων πα-
3152ραγωγῶν ὅτι αὕτη εἶναι ἄδικος, ὅτι ἄλλα προϊόντα ἀδί-
3153κως φορολογοῦνται, καὶ ἀποτελεῖ λοιπὸν πραγματοποίησιν
3154δικαιοσύνης ἡ ἐπέκτασις τῆς ἀδικίας ἐκείνης καὶ εἰς τὴν
3155παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτή-
3156τως τούτου, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐξ
3157Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, εἶναί τι πρω-
3158τότυπον ἀληθῶς τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ φορολογήσωμεν τὴν
3159παραγωγήν, διότι ἡ παραγωγὴ εἶναι ἀφορολόγητος καὶ
3160πρέπει ν’ ἀποκατασταθῇ ἰσότης μεταξὺ τῶν παραγωγῶν
3161διαφόρων εἰδῶν. Εἶναι πρωτότυπος ἡ θεωρία αὕτη, διότι
3162πηγὴ τῆς φορολογίας δὲν εἶναι οὐδέποτε ἡ παραγωγή·
3163πηγὴ τῆς φορολογίας κατὰ τὰ στοιχεῖα τῆς δημοσιονο-
3164μίας εἶναι τὸ εἰσόδημα, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἶναί τι
3165διάφορον ἡ παραγωγὴ καὶ διάφορον τὸ εἰσόδημα. Ὑπέδειξε
3166δὲ πολὺ ὀρθῶς ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι καταν-
3167τῶμεν εἰς σολοικισμούς, ἐν ᾗ περιπτώσει θελήσωμεν νὰ
3168ὑποστηρίξωμεν ὅτι θὰ φορολογήσωμεν τὴν παραγωγὴν ὡς
3169παραγωγήν. Ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ κατὰ πόσον τὸ παραγό-
3170μενον ἀποτελεῖ εἰσόδημα διὰ τὸν παραγωγόν, ποικιλώτα-
3171ται δὲ εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης αἱ σχέσεις, ἃς ἔδει
3172νὰ ἐρευνήσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ
3173Κυβέρνησις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ προνοεῖ ἰδιαιτέρως μό-
3174νον προκειμένου περὶ τῶν εἰς ἀγροληψίαν δεδομένων κτη-
3175μάτων. Ἡ τοιαύτη ὅμως μονομερὴς πρόνοια καθιεροῖ ἀπὸ
3176ἄλλης ἀπόψεως ἄλλην ἀδικίαν, καθόσον ἀδικίαν ἀποτε-
3177λεῖ ἡ ἰδιαιτέρα πρόνοια καὶ ἡ ἰδιαιτέρα προστασία τῆς
3178ἀγροληπτικῆς καλλιεργούντων γαίας πρὸς παραγωγὴν δη-
3179μητριακῶν καρπῶν καὶ ἡ μηδαμῶς λῆψις ὑπ’ ὄψιν ὅλων
3180ἐκείνων τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουσι τόσους μό-
3181νον δημητριακοὺς καρποὺς ὅσον καταναλίσκουσιν, ἐλάχιστον
3182δὲ παράγουσι ποσὸν διὰ νὰ πωλῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3183ἠθέλησε πάλιν ἐπικαλούμενος τὴν δικαιοσύνην, ἧς εὔκολος
3184εἶναι ἡ ἐπίκλησις ἐν τοῖς λόγοις, νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δί-
3185καιον ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν παραγωγὸν δημητριακῶν καρ-
3186πῶν τὸ κέρδος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδίδει εἰς αὐτὸν τὸ
3187Κράτος διὰ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Ἐὰν
3188ἡ ἰδέα αὕτη ἐπρυτάνευεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔδει, διὰ νὰ
3189ὑπάρξῃ ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν λόγων του ἐτό-
3190νισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ νομοσχέδιον
3191τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συν-
3192άδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ ν’
3193ἀποκατασταθῇ πλήρης ἰσότης, πρέπει διὰ τῆς φορολογίας νὰ
3194ἀφαιρεθῇ ὁλόκληρον τὸ περὶ οὗ πρόκειται κέρδος καὶ οὐχὶ
3195ν’ ἀφαιρεθῇ μόνον τὸ ⅓ τοῦ κέρδους τοῦ προκύπτοντος ἐκ
3196τῆς ἐπαυξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου συνεπείᾳ τοῦ εἰσαγω-
3197γικοῦ δασμοῦ. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὄψις τῆς δικαιοσύνης, τὴν
3198ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καταπίπτει. Ἐν
3199πάσῃ περιπτώσει ἡ δικαιοσύνη αὕτη δὲν ἰσχύει παντά-
3200πασι δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν παραγωγῶν, καὶ εἶναι οὗτοι οἱ
3201πολυαριθμότεροι, οἱ ὁποῖοι παράγουσι τόσον μόνον, ὅσον
3202καὶ καταναλίσκουσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι καὶ
3203αὐτοί, διότι παράγουσιν ὅ,τι καταναλίσκουσι, κερδίζουσιν
3204ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν παρῆγον, θὰ ἠναγκάζοντο ν’ ἀγορά-
3205σωσι πληρώνοντες τὸν σῖτον ὑπερτετιμημένον. Ἡ λογικὴ
3206αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἐφηρμόζετο καὶ εἰς τοὺς
3207ἄλλους φόρους, θὰ μᾶς ἔδιδε τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, τοῦ
3208ὁποίου τὴν ἐκτίμησιν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν σας. Ἐπειδὴ
3209ἐγὼ δὲν ἔχω οἰκίαν καὶ ἑπομένως δὲν πληρώνω φόρον οἰ-
3210κοδομῶν, ἐὰν ὅμως εἶχον οἰκίαν, θὰ ἐπλήρωνον φόρον οἰκο-
3211δομῶν, ἄρα πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ἡ φορολογία
3212τῶν οἰκοδομῶν. Δι’ αὐτῆς τῆς λογικῆς καταντῶσιν ὅλοι
3213οἱ φόροι εἰς κεφαλικοὺς φόρους, καὶ ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ δι-
3214καιοσύνην ἢ ἀδικίαν δύναται νὰ τὸ κρίνῃ πλέον ἡ Βουλή.
3215Ὁ εἰσαγόμενος φόρος δὲν εἶναι δίκαιος, ὡς ἀπεπειράθη νὰ
3216παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων
3217ἄδικος, εἶναι ἄδικος ἐν συγκρίσει τοῦ γεωργοῦ πρὸς τοὺς ἄλ-
3218λους ἐπιτηδευματίας, τοὺς ἀσκοῦντας ἐπιτήδευμα σχετικὸν
3219πρὸς τὴν γεωργίαν. Πρέπει νὰ φαντασθῆτε ὅτι ὁ γεωργὸς ὁ
3220καλλιεργῶν τὸν ἴδιον ἀγρὸν ἢ ὁ γεωργὸς ὁ ἐργοληπτικῶς
3221καλλιεργῶν τὴν γῆν καὶ παράγων δημητριακοὺς καρποὺς
3222ὑπόκειται εἰς φορολογίαν 4½ ἢ 5%, ἐνῷ ὁ ἐπιστάτης,
3223ὅστις δύναται νὰ λαμβάνῃ μέχρι 5000 δραχμῶν μισθὸν
3224ἐτήσιον, ὑπόκειται εἰς φορολογίαν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ
32252%. Εἶναι ἄδικος, διότι εἰσάγει τὴν διάκρισιν μεταξὺ
3226τῶν ἐργοληπτικῶς καλλιεργούντων πρὸς παραγωγὴν δη-
3227μητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν καλλιεργη-
3228τῶν, τῶν ὁποίων βρίθει ἡ Πελοπόννησος καὶ τῶν ὁποίων ἡ
3229θέσις εἶναι ἐπαχθεστέρα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἄδι-
3230κος, διότι οὐδεμίαν πρόολον ἔχει ἡ ἀρχὴ τῆς προοδευτι-
3231κότητος, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται σήμερον ὡς ἀπαραίτητον
3232στοιχεῖον ἑνὸς καλοῦ φόρου, δὲν εἰσάγεται διὰ τοῦ νομο-
3233σχεδίου, ἀλλ’ ὁ φόρος εἶναι ἐντελῶς ἀναλογικός. Εἶναι
3234ἄδικος, διότι δὲν ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ κέρδος ἐκ τῆς διαφο-
3235ρᾶς τῆς ἐπελθούσης πρὸς ὄφελος τῶν παραγωγῶν τῆς Ἑλ-
3236λάδος διὰ τοῦ εἰσαχθέντος ὑψηλοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, δὲν
3237ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ κέρδος, ἀλλὰ μόνον μέρος αὐτοῦ.
3238Εἶναι ἄδικος ὅμως κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν, καὶ ὑπὲρ τού-
3239του κυρίως ἐνδιαφέρομαι, διότι δὲν ἀφήνει τὰ ἐλάχιστα
3240ποσὰ εἰσοδήματος, εἰς τὸ ὁποῖον συμπίπτουσιν ὅλοι οἱ ἀγο-
3241ρεύσαντες ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον 60 κοιλὰ κατὰ γεωργι-
3242κὴν οἰκογένειαν ἐλεύθερα φόρου, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ ἄλλου φόρου
3243ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος μέχρι 4000 δραχμῶν, τὸ
3244εἰσόδημα κατὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ
3245κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μένει ἐλεύθερον.
3246§134Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὸ ὑποτιθέμενον εἰσόδημα.
3247§135Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐξ ἄλλου, ὅταν ἐξετάζῃ τις τὸν
3248φόρον αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δικαιοσύνης, τῆς πρώ-
3249της ὄψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ δημοσιονομία ὑποδεικνύει
3250ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάζωνται καὶ νὰ κρίνωνται τὰ
3251φορολογικὰ μέτρα, παρατηρεῖ ὅτι μίαν ἄλλην ἀξίωσιν ἐγ-
3252κειμένην εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης δὲν πληροῖ ὁ φό-
3253ρος οὗτος. Δὲν πληροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος, ἥτις
3254ἀπαιτεῖ, ὅπως ὁ νόμος καθορίζῃ ὄχι μόνον τὸ ὑποκείμε-
3255νον, ὄχι μόνον τὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου,
3256ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ὅπως καθορίζῃ ὁ νόμος καὶ τὴν βεβαίωσιν
3257καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης,
3258ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν
3259χάρτου, ἀπὸ ἀπόψεως τὴν ὁποίαν παραδέχονται ὅλοι οἱ
3260δημοσιονομολόγοι, ὁ φόρος οὗτος δὲν πληροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς
3261νομιμότητος· ἡ ἀρχὴ δ’ αὕτη εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε ἐκη-
3262ρύχθη, Κύριοι, εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ
3263τῶν Συνταγμάτων τοῦ Ἄστρους καὶ τῆς Ἐπιδαύρου μέχρι
3264τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου
3265Συντάγματος. Εἶναι δ’ ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη
3266κεῖται ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Συντάγματος καὶ προκύπτει
3267ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ καὶ καθόσον ἡ σχετικὴ διάταξις
3268ἐλήφθη ἐκ τῆς declaration des droits, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥη-
3269τῶς ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 14 ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν πο-
3270λιτῶν τοῦ μετέχειν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἰς τὴν
3271φορολογίαν ἐξικνεῖται μέχρι καὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς
3272εἰσπράξεως τοῦ φόρου, καὶ καθόσον συζητηθέντος τοῦ πρά-
3273γματος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ
3274τὸ 1856 οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφιβολία ὅτι κατὰ τὸ Σύν-
3275ταγμα πρέπει ὁ νόμος νὰ καθορίζῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς
3276βεβαιώσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων.
3277Κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαμφθῇ ἡ γνώμη, ἣν
3278ὑποστηρίζω, ὅτι δηλ. ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συν-
3279τάγματος, ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀντιπροσωπευτι-
3280κοῦ πολιτεύματος, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ
3281κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ νὰ ψηφίζωμεν φόρους
3282καὶ νὰ κανονίζωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὑποκείμενα καὶ
3283τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κανονίζωμεν τὸν
3284τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ, ἐπιφυ-
3285λάσσοντες δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ νὰ κανο-
3286νίσῃ αὐτὴ τὰ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν. Εἶναι
3287βαρεῖα ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις,
3288ἐπιφυλάσσουσα εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ Δια-
3289τάγματος κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώ-
3290σεως τοῦ φόρου. Ἐφιστῶ δὲ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν
3291τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἑπομένης παρατηρήσεως, ὅτι ἐν Ἑλ-
3292λάδι λόγῳ τῆς παραμελήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν,
3293ὧν ἕνεκα παρημελήθη ἡ κριτικὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ φορο-
3294λογικοῦ ἡμῶν οἰκοδομήματος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπληττε
3295καὶ πλήττει καὶ ἔφερε μέχρις ἐπαναστάσεως τὸν Ἑλληνι-
3296κὸν λαόν, δὲν εἶναι ἡ ὑπάρχουσα φορολογία, ἀλλ’ ὁ αἰσχρὸς
3297τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων.
3298Ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι
3299συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἦτο γνωστὴ εἰς τοὺς
3300ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ
3301δι’ αὐτὸ περιέλαβον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συν-
3302τάγματος εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπρα-
3303ξις τοῦ φόρου διὰ νόμου νὰ κανονίζηται, διὰ νὰ μὴ εἶναι
3304δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐπιβάρυνσις φορολογικὴ ὑπὸ τῆς ἐκτε-
3305λεστικῆς ἐξουσίας, τοῦθ’ ὅπερ ἐνέχει κινδύνους ὄχι μόνον
3306ὑλικῆς ζημίας διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀλλ’ ἐνέχει κιν-
3307δύνους διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν ὑποθέτω
3308δ’ ὅτι χρειάζεται μεγαλειτέρα ἔκθεσις καὶ ἀνάπτυξις τοῦ
3309ζητήματος, διότι προσπίπτει καὶ εἰς τὴν στοιχειωδεστέ-
3310ραν ἀντίληψιν ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ ὁ
3311τρόπος τῆς εἰσπράξεως εἶναι οὕτω συνδεδεμένοι πρὸς τὸν
3312φόρον αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, ὥστε σχεδὸν πάντοτε ἐπηρεά-
3313ζουσιν αὐτοὺς τούτους τοὺς φορολογικοὺς ὅρους.
3314Ἀπὸ τῆς ἑτέρας ἀπόψεως, τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς,
3315ἐξεταζομένου δηλ. κατὰ πόσον διὰ τοῦ εἰσαγομένου μέτρου
3316ἐπηρεάζεται ἐπωφελῶς ἢ ἐπιβλαβῶς ἡ πολιτικὴ οἰκονομία
3317ἐν τῇ χώρᾳ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξήτασε τὸ ζήτημα
3318ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ἀπέδειξεν ὅτι, ἤδη ἀπὸ 100 ἐτῶν
3319καὶ πλέον, ἡ ἐπιστήμη ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμ-
3320περάσματα περὶ τῶν τοιούτου εἴδους φόρων, ὅτι οἱ τοιού-
3321του εἴδους φόροι ἐμποδίζουσι τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας.
3322Τὸ εἰσαγόμενον μέτρον, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πα-
3323παναστασίου καὶ τοὺς ὁποίους κρίνω περιττὸν νὰ ἐπανα-
3324λάβω, θὰ ἦτο δὲ πολὺ δυσάρεστον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν
3325ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ
3326ἐπιχειρήματα, θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν
3327καὶ θ’ ἀνακόψῃ τὰς ἀπαρχὰς τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας,
3328αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν ἐν Ἑλλάδι, οὕτω δὲ καταδεικνύε-
3329ται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ὡς ἀσύμφορον εἰς τὴν
3330καθόλου πολιτικὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου.
3331Ἀπομένει ἤδη πρὸς ἐξέτασιν ἡ τρίτη ὄψις, ἡ καθαρῶς
3332δημοσιονομική, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς φόρος εἶναι καλός,
3333ἐφ’ ὅσον καλύπτει τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς εἰσάγεται, ἀλλά,
3334διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἂν καλύπτει τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς εἰσά-
3335γεται, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ στοιχεῖον τῶν δαπανῶν τῆς
3336βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, τὸ στοιχεῖον δὲ τοῦτο
3337δὲν τὸ ἔχομεν, δὲν γνωρίζομεν τί θὰ εἰσπραχθῇ, διότι δὲν
3338γνωρίζομεν τί θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ μας,
3339ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ καθαρὸν κέρδος ἐκ τοῦ φόρου καὶ δὲν
3340εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τί θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν
3341δαπανῶν, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀκόμη βεβαία
3342περὶ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, τὸ
3343ὁποῖον θ’ ἀκολουθήσῃ, κατὰ τὴν διαφορὰν δὲ τῶν συστη-
3344μάτων τούτων διάφοροι θὰ εἶναι καὶ αἱ δαπάναι. Συμπε-
3345ραίνων ἐντεῦθεν νομίζω ὅτι ἀπὸ πασῶν τῶν ἀπόψεων ἐξε-
3346ταζόμενος ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν εἶναι προσῆκον νὰ
3347τύχῃ τῆς ἡμετέρας κυρώσεως, πρωτίστως ὅμως δὲν εἶναι
3348προσῆκον νὰ τύχῃ τῆς ἡμετέρας ἐπιψηφίσεως, διότι ὢν
3349ἄδικος καθ’ ἑαυτὸν θὰ ἐπιβαρύνῃ ἀδικώτατα μίαν μεγάλην
3350τάξιν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουν τόσα μόνον, ὅσα ἀρ-
3351κοῦσιν, ἵνα συντηρηθῶσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὰς οἰκογενείας
3352των, πολλάκις δὲ παράγουν καὶ ὀλιγώτερα. Ἡ ἰδέα τῆς
3353δικαιοσύνης τοιουτοτρόπως δὲν ἐξυπηρετεῖται.
3354Ἂν ἤδη προκειμένου περὶ ἄλλων ἐργατῶν ἡ ἐπιβολὴ
3355μιᾶς φορολογίας ὅπως ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου ἔχει ἀντι-
3356κατόπτρισμα τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου, διότι τὸ ἡμε-
3357ρομίσθιον κανονίζεται ἐκ τοῦ σιδηροῦ νόμου τῆς ἀνάγκης
3358τῆς συντηρήσεως τῆς ζωῆς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν
3359μικροϊδιοκτητῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς τοιοῦτο ἀντικατό-
3360πτρισμα δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑπάρχει ἡμερομίσθιον. Τὸ
3361μόνον ἀντίκρυσμα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, τὸ
3362ὁποῖον ἔχει ὁ πτωχὸς γεωργός, εἶναι ἡ μετανάστευσις.
3363Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐν γενικωτάταις γραμ-
3364μαῖς μὲ πείθουσι νὰ εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίον τοῦ ψηφιζο-
3365μένου μέτρου. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπιτείνομεν τὴν οἰ-
3366κονομικὴν δυσπραγίαν μεγάλης τάξεως τοῦ λαοῦ τῶν ἀπο-
3367ρωτέρων γεωργῶν καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἀσυμφωνίᾳ καὶ πλή-
3368ρει ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι παρεσκεύασαν τὴν
3369τελευταίαν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἐγὼ ἐπι-
3370θυμῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μὲ ἔφε-
3371ραν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς
3372πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξήγησα εἰς τοὺς συμπολίτας
3373μου, καὶ διὰ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας τῆς δικαιο-
3374σύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθην, θὰ καταψηφίσω τὸν προτεινό-
3375μενον φόρον.
3376§136Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ με-
3377γάλης προσοχῆς ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ
3378ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τοὺς ὑπο-
3379στηρίξαντας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκείνους, οἱ
3380ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· ἤκουσα προσ-
3381έτι καὶ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθὼς καὶ τοῦ
3382κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον
3383ἐξήγαγον ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως, εἶναι ὅτι αἱ ἰδι-
3384καί μου ἰδέαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
3385ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι
3386πρὸς ὅλας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν, εἶναι
3387αἱ δικαιότεραι, αἱ καλλίτεραι καὶ αἱ μᾶλλον συντελεστι-
3388καὶ ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν ὑποτέ-
3389λειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ὑπὸ τῆς ὁποίας στενο-
3390χωρεῖται.
3391Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκφράσω χάριτας πρὸς
3392τὸν ἐντιμότατον ἐκ Καρδίτσης συνάδελφον κ. Μπούσδραν,
3393ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε μίαν μεγάλην ἀλή-
3394θειαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, τὸν ὁποῖον θαυμάζω καὶ
3395διὰ τὸ θάρρος του καὶ διὰ τὰ ἄλλα χαρίσματά του, εἶπεν
3396ἐντεῦθεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατελεῖ φόρου ὑποτελής,
3397ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὄχι μόνον τῆς Θεσσαλίας ἀλλ’ ὁλο-
3398κλήρου τῆς χώρας σφαδάζει ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς πλεονεξίας
3399300 τσιφλικιούχων.
3400Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέ-
3401διον, καὶ θὰ τὸ καταψηφίσω οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, οὐχὶ ἐκ
3402πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀντι-
3403πολιτευομένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ καταψηφίζωσι
3404πᾶν μέτρον, ἔστω καὶ καταφανῶς ὠφέλιμον, ὑποβαλλόμε-
3405νον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως—ἡ πορεία μου ἐν τῇ Βουλῇ τὸ
3406ἀπέδειξεν—, ἀλλὰ θὰ τὸ καταψηφίσω, διότι εἶμαι τῆς ἀρχῆς
3407ὅτι θὰ εἶναι σφάλμα, θὰ εἶναι ἁμάρτημα, ἔγκλημα, ὡς εἶπεν
3408ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ πράξῃ ὁ νομοθέτης ἐκεῖ-
3409νος, ὁ ὁποῖος θὰ φορολογήσῃ τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως
3410τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δύναται νὰ φορολογῆται ὁ
3411Γάλλος ἐργάτης· ἀλλ’ ὁ Γάλλος εἶναι πλούσιος, ἐνῷ ὁ Ἑλ-
3412ληνικὸς λαὸς εἶναι πτωχότατος καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολο-
3413γῆται καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἄρτον του. Θὰ προέτεινον δὲ εἰς
3414τὴν Βουλὴν καὶ ὁ δασμὸς τοῦ σίτου νὰ καταργηθῇ, διότι
3415εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἑλληνικὸς
3416λαὸς ἔχει τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσφέρῃ ὅσα
3417ζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καθίσταται ὁ
3418Προϋπολογισμὸς ἰσοσκελής. Πρέπει νὰ εἰσφέρῃ ὁ Ἑλληνι-
3419κὸς λαὸς διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι δὲ
3420ἀνακριβὲς τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Πολιτεία οὐδὲν ἀντάλ-
3421λαγμα παρέχει εἰς τοὺς φορολογουμένους. Εἶναι τελείως
3422ἀνακριβές, διότι, ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ.
3423Πατσουράκος, τὸν ὁποῖον διακρίνει ὀξυδέρκεια, παρετήρει,
3424θὰ ἔβλεπεν ὅτι 55 ἑκατομμύρια φράγκων παρέχει εἰς πολε-
3425μικὴν ἀξίαν τὸ Κράτος εἰς τοὺς πολίτας, διότι 55 ἑκατομ-
3426μύρια φράγκων θὰ ἐξοδεύσωμεν ἐφέτος διὰ τὸν στρατὸν
3427καὶ τὸν στόλον. Ἐπίσης παρέχει τὸ Κράτος 35 ἑκατομμύ-
3428ρια φράγκων, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ
3429ὀφείλομεν ἑκόντες ἄκοντες νὰ τὰ πληρώσωμεν, διότι οἱ δα-
3430νεισταί μας εἶναι ἀδυσώπητοι καὶ οὔτε εἰς ἔνδικα μέσα
3431πρὸς παρέλκυσιν δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν. Τί ἀπομένει
3432διὰ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει ἡ Πολιτεία;
3433§137Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρέχει αὐτὰ διὰ τὸν στρατὸν
3434καὶ τὸν στόλον, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο.
3435§138Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα συζητήσιμον· τὸ
3436γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰ παρέχει. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα,
3437ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ στρατοῦ καὶ περὶ στόλου ὁ κ. Βου-
3438λευτής, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῆς
3439γνώμης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ σᾶς ὑποβάλω, θεωρῶ κα-
3440θῆκόν μου νὰ ἐκθέσω μερικὰ πράγματα. Ἔχομεν, κύριοι
3441συνάδελφοι, φθάσει εἰς κατάστασιν οὐχὶ λογικήν, εἰς κατά-
3442στασιν ἀφόρητον, ἡ ὁποία ὀλίγον ἀπέχει τῆς ἀπογνώσεως,
3443καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἐσωτερικῶς, Κύριοι, ὁ
3444βίος ἐν Ἑλλάδι κατέστη ἀβίωτος. Οὐδεὶς τόπος, οὐδεμία
3445χώρα ἐν Εὐρώπῃ παρέχει τὸν βίον τόσον ἀκριβόν, ὅσον τὸν
3446πληρώνομεν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ στενοχωρία αὕτη ἐκτὸς τοῦ
3447ὅτι καταστρέφει τὴν ὑγείαν μας καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως
3448ἐπαρκοῦς τροφῆς μᾶς καθιστᾷ σωματικῶς ἀδυνάτους, ἡ
3449δυσφορία αὕτη καὶ ἠθικῶς μᾶς ἐπηρεάζει. Ἀλλά, ἂν εἶναι
3450ἡ κατάστασις αὕτη οἰκτρὰ ἐσωτερικῶς, εἶναι οἰκτροτέρα,
3451Κύριοι, ἐξωτερικῶς. Ἡ ἑλληνικὴ ἀξιοπρέπεια, τὸ ἑλληνι-
3452κὸν γόητρον, ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ καθημερινῶς, Κύριοι, ὑβρί-
3453ζεται, ἐν πάσῃ στιγμῇ προπηλακιζόμεθα, δὲν μᾶς σέβον-
3454ται παντελῶς, μᾶς περιυβρίζουσι καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ
3455ἀχθοφόρου των, τοῦ Κερὴμ ἀγᾶ, εἰς τὸν ὁποῖον δίδουσι τὸ
3456δικαίωμα νὰ καταπατῇ τὴν ἑλληνικὴν τιμήν. Εἶναι δυνα-
3457τὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ; Εἶναι
3458δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὴν ἑλληνικὴν ψυ-
3459χὴν τοιαύτη κατάστασις; Ὄχι βέβαια. Τί πρέπει λοιπόν,
3460Κύριοι, νὰ γίνῃ; Ὑπάρχει διέξοδος.
3461§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία διέξοδος;
3462§140ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα
3463ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς
3464καὶ νὰ δείξωμεν ὅτι ἔχομεν θέλησιν, θὰ εὑρεθῇ μία διέξοδος.
3465Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν σκεπτόμεθα σοβαρῶς. Στερούμεθα
3466δὲ δυστυχῶς καὶ θελήσεως καὶ ἀποφασιστικότητος. Ὑπάρ-
3467χει διέξοδος καὶ δὲν ὑπάρχει μία, ὑπάρχουσι δύο, ὅπως
3468ἐξέλθωμεν τῆς ἀφορήτου ταύτης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν
3469διερχόμεθα. Ὑπάρχει ἡ πρώτη διέξοδος, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
3470ὅμως ἀποκρούω. Ἡ διέξοδος αὕτη εἶναι νὰ καταργήσωμεν
3471τὰς πολεμικὰς ἡμῶν δαπάνας· ἀλλ’ ἡ κατάργησις αὕτη
3472εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις παντὸς ἰδανικοῦ, παντὸς ἐθνικοῦ πό-
3473θου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως.
3474Εἶναι ἀπὸ τὰ ἀδύνατα σήμερον. Εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα
3475δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν, χωρὶς τὰ πάντα ἄρδην
3476ν’ ἀνατραπῶσιν. Ὑπάρχει τις, κύριοι Βουλευταί, ἔχων ἀντί-
3477θετον γνώμην;
3478§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς, οὐδείς.
3479§142ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὄχι· ἂν ἔχῃ τις, νὰ τὴν εἴπῃ ἐλευ-
3480θέρως, διότι ἂς μὴ νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν
3481συνείδησίν μου. Διότι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν γνώμην
3482καὶ τὴν λέγει μετὰ παρρησίας, ἐγὼ τὸν ἐκτιμῶ. Καὶ ἀφοῦ
3483οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ἐναντίαν γνώμην, παρουσιάζεται ἐνώ-
3484πιόν μας ἡ ἄλλη διέξοδος. Ποία εἶναι ἡ ἄλλη; Ἀφοῦ προή-
3485χθημεν εἰς ἀφόρητον κατάστασιν, ἀφοῦ ὁ βίος μας κατέστη
3486ἀβίωτος, ἀφοῦ δεχόμεθα ῥαπίσματα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν
3487νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ποία εἶναι ἡ ἄλλη διέξοδος; Παρακαλῶ,
3488Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι εἶναι ἄφευκτον αὐτό,
3489τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω.
3490§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περικοπὴ δαπανῶν.
3491§144ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Περικοπὴ δαπανῶν εἶναι κατάργη-
3492σις στρατοῦ. Ὄχι. Εἶναι, Κύριοι, ἡ σύντονος προπαρασκευή
3493μας καὶ ἡ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἢ ὀλιγωτέρου μάλιστα δια-
3494στήματος στρατιωτικὴ ἡμῶν δρᾶσις, εἶναι ὁ πόλεμος. Τί;
3495Μήπως σᾶς πτοεῖ τοῦτο; Δυοῖν θάτερον θὰ συμβῇ. Ἢ θὰ
3496νικήσωμεν, καὶ τότε χαρᾶς εὐαγγέλια, ἤ, ὃ μὴ γένοιτο, θὰ
3497ἡττηθῶμεν καὶ τότε θὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ τρό-
3498πος, δι’ οὗ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
3499πόθων μας, οὐχὶ δὲ ὁ τοῦ διαρκῶς στρατεύεσθαι. Ἀλλ’ ὁ
3500πόλεμος δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον φιλοπατρίας καὶ αὐτα-
3501παρνήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον αἵματος· ἔχει ἀνάγκην
3502καὶ χρημάτων. Μὴ σᾶς τρομάζει, Κύριοι, ὁ πόλεμος, τὸν
3503ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ καὶ
3504εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ ἐφθάσαμεν πρέπει νὰ τὸν ἐπιζητῶμεν,
3505διότι εἶναι ἡ μόνη διέξοδος ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, εἰς τὸ ὁποῖον
3506περιήλθομεν.
3507§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν
3508τὰ ζητήματα, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν
3509ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν.
3510§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Μεϊτάνη, τοιαύτην ὥραν!
3511§147Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ εὑρεθῇ, κ. Πρόεδρε, μία
3512ὥρα, ὅπως ἀκουσθῶσι καὶ αὐτά. Ἡ σημερινὴ κατάστασις
3513δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἄπειρον.
3514Τί ζητεῖ, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
3515Τί ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ζητεῖ νὰ τῷ συνεισ-
3516φέρῃ τόσα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋ-
3517πολογισμόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσφέρεται εἰς τοῦτο.
3518Ζητεῖ ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ ἐξαποστείλητε
3519κατὰ τοῦ οἴκου αὐτοῦ οὔτε βεβαιωτάς, οὔτε ἐνοικιαστάς,
3520οὔτε χωροφύλακας, οὔτε ἁλωνοφύλακας, οὔτε ὅλα αὐτὰ τὰ
3521σμήνη τῶν ἀκρίδων τῶν ἀνθρωπομόρφων τῶν μόνον ψυχὴν
3522ἐχόντων τεράτων. Σᾶς ζητεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλ-
3523θητε, νὰ καταβιβάσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου κατὰ 10
3524λεπτά, τὰ ὁποῖα πληρώνει εἰς τὸ τελωνεῖον· ζητεῖ νὰ τὸν
3525ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα, ἀπὸ τὰς ἐρημοδικίας,
3526ἀπὸ τὰ διάφορα βάσανα, τὰ ὁποῖα ἀπειλεῖται νὰ ὑφίστα-
3527ται καθημερινῶς διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς
3528εἰρηνοδίκας καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγόρους. Ἐὰν ἐκπέσητε τὴν
3529τιμὴν τοῦ ἄρτου κατὰ δέκα λεπτά, ὅσος εἶναι ὁ δασμὸς
3530τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος δασμὸς εἰσπράττεται εἰς τὸ τελωνεῖον,
3531ἂν ἀπαλλάξητε τὸν φορολογούμενον λαὸν ἀπὸ αὐτὰς τὰς
3532συμφοράς, ἀπ’ αὐτὰς τὰς δυστυχίας, ἃς ὑφίσταται διὰ τὴν
3533βεβαίωσιν τῶν φόρων του, ἥτις συνήθως ἀμφισβητεῖται, διὰ
3534νὰ τὸν καταβασανίζωσι καὶ τὸν ἐκμεταλλεύωνται, λίαν
3535ἀσμένως τότε σᾶς παρέχει τὸ ἰσοζύγιον διὰ προσωπικῆς
3536εἰσφορᾶς ἑπτὰ δραχμῶν ἐτησίως.
3537Τί εἰσπράττετε διὰ τοῦ δεκαλέπτου δασμοῦ τοῦ σίτου,
3538κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ τρώγῃ ὁ λαὸς κατὰ 10 λεπτὰ ἀκριβό-
3539τερον τὸν ἄρτον του; Δέκα τρία ἑκατομμύρια. Τί ζητεῖτε
3540ἀκόμη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τῶν σπειρομέ-
3541νων γαιῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θ’ ἀναστηθῶσιν οἱ σπαχῆδες,
3542οἱ χαβαλέδες καὶ ἡ λοιπὴ ἀκολουθία αὐτῶν; Τέσσαρα καὶ
3543ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 17.500.000. Κάτω ὅλα
3544αὐτὰ τὰ ἄτιμα εἴδη τῆς φορολογίας· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
3545αὐτὰ τὰ 17.500.000, ἅτινα τῷ ζητεῖτε, διὰ νὰ ἔχητε τὸν
3546Προϋπολογισμόν σας ἰσοσκελῆ, σᾶς τὰ δίδει δι’ ἑπταδράχμου
3547κεφαλικοῦ φόρου. Εἴμεθα 2.500.000✕7=17.500.000,
3548ἤτοι ὅσα ζητεῖτε.
3549§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κεφαλιάτικο! Χαράτσι!
3550§149Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν τὸ ὄνομα.
3551Ἀποβλέψατε εἰς τὴν οὐσίαν· ἀποβλέψατε εἰς τὸ πρᾶγμα.
3552Ὁ σπαχῆς, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομοθετεῖτε σή-
3553μερον, εἶναι λέξις τουρκική, ὁ χαβαλές, ὅπως ἤκουσα νὰ
3554ὀνομάζητε τὸν βεβαιωτήν, εἶναι ἐπίσης τουρκικὴ λέξις· καὶ
3555τίς γνωρίζει, Κύριοι, ἂν αὐτοὺς τοὺς τουρκικοὺς φορολο-
3556γικοὺς νόμους καὶ ὅρους δὲν τοὺς παρέλαβεν ἡ Τουρκία ἀπὸ
3557ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατέκτησε, καὶ δὲν εἶναι ἑλληνικοὶ
3558ἢ βυζαντηνοί;
3559Θέλω προσπαθήσει, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἶμαι βέβαιος
3560ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο οὐχὶ διὰ στατιστικῶν ὑπόπτων,
3561φαντασιωδῶν, ἀλλὰ δι’ ἁπλῶν παραδειγμάτων καταλη-
3562πτῶν οὐ μόνον εἰς ὑμᾶς ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους
3563πολίτας, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια τοῦ λαοῦ διὰ τοῦ συ-
3564στήματος, τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
3565τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ τὸ παράπαν ἡ
3566ἰσορροπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρῶτον παράδειγμα, τὸ
3567ὁποῖον σᾶς φέρω: Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν πτωχότερον
3568πολίτην. Ποῖος εἶναι οὗτος; Ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὡς
3569τὸν πτωχότερον πολίτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τείνει τὴν χεῖρα,
3570τὸν ἐπαίτην.
3571§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος εἶναι πλούσιος!
3572§151Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πλανᾶσθε.
3573§152Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διότι, Κύριοι, πρέπει καὶ ὁ πτωχὸς
3574αὐτὸς νὰ συνεισφέρῃ, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς συμμετέχει εἰς
3575τὰ τῆς Πολιτείας καὶ ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς Πολιτείας.
3576Ἐὰν αὐτὸς ὁ πτωχὸς καταναλίσκῃ μίαν ὀκᾶν ἄρτου καὶ
3577τῷ εἴπῃ ἡ Πολιτεία: δός μοι δύο λεπτὰ τὴν ἡμέραν, διὰ
3578νὰ σοὶ καταβιβάσω τὸν ἄρτον 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δὲν
3579θὰ ὠφεληθῇ; θὰ ὠφεληθῇ 8 λεπτά, διότι 10 λεπτὰ θὰ ἐκ-
3580πέσῃ ὁ σῖτος, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δασμὸς καταργηθῇ.
3581Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι
3582καὶ ὑπερήφανον καὶ φιλάνθρωπον καὶ τὸν πτωχὸν αὐτὸν δὲν
3583θὰ θελήσῃ νὰ τὸν φορολογήσῃ· ἂς τὸν ἐξαιρέσωμεν αὐτῆς
3584τῆς φορολογίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ 500 εἰς ὁλόκληρον
3585τὸ Βασίλειον νὰ θελήσωσι νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας,
3586ἐγγραφόμενοι εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ὡς ἐπαῖται.
3587Καὶ ἐν τούτοις ἐγὼ εἰς τὸν ὑπολογισμόν, ὃν σᾶς ἔκαμον,
3588ἀφῆκα τριακοσίας ὅλας χιλιάδας ἀφορολογήτων πολιτῶν,
3589διότι ὑπελόγισα τὸν φόρον ἐπὶ 2.500.000, ἐνῷ γνωστὸν
3590εἶναι ἐπισήμως ὅτι εἴμεθα 2.800.000 κάτοικοι. Ἀφήνω
3591αὐτοὺς καὶ θὰ λάβω ἤδη παράδειγμα ἀπὸ τὰς μεγάλας
3592τάξεις τοῦ λαοῦ· θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἐργατικὰς τά-
3593ξεις, τοὺς σκάπτοντας τοὺς ἀγρούς, οὐχὶ τοὺς σιτοπαραγω-
3594γούς — περὶ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσω ὕστερον —, ἐννοῶ τοὺς σταφι-
3595δοκτήμονας καὶ τοὺς ἄλλους ἐργάτας τῆς γῆς· θὰ λάβω
3596παράδειγμα ἀπὸ τοὺς μικροὺς βιομηχάνους, τοὺς ὑποδη-
3597ματοποιούς, τοὺς ξυλουργούς, τοὺς ῥάπτας, τοὺς κουρεῖς,
3598ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουσι τὰ ¾ τοῦ
3599Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν οἰκογένειαν
3600ἑνὸς ὑποδηματοποιοῦ. Ἀπὸ πόσα μέλη θέλετε νὰ ἀπαρτί-
3601ζηται; ἀπὸ 4–6–8. Δεδόσθω ἀπὸ ἓξ μέλη. Λοιπὸν μία
3602οἰκογένεια ἑνὸς ὑποδηματοποιοῦ ἢ καρραγωγέως ἀποτελου-
3603μένη ἐξ ἓξ μελῶν πόσον θὰ φορολογηθῇ; 42 δραχ.
3604Ἡ οἰκογένεια αὕτη, ἐπειδὴ εἶναι ἐργατικὴ οἰκογένεια
3605καὶ δὲν τρέφεται μὲ καρυκεύματα, ἀλλ’ ἡ συνήθης βάσις
3606τῆς τροφῆς της εἶναι τὸ ψωμί, θὰ καταναλώσῃ καθ’ ἡμέ-
3607ραν τὸ ὀλιγώτερον τρεῖς ὀκάδας ἄρτου. Θὰ ὠφεληθῇ ἐκ
3608τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἄρτου 30 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, τουτέ-
3609στιν 108 δραχμὰς τὸ ἔτος. Ἐνῷ λοιπὸν θὰ πληρώσῃ ἐτή-
3610σιον φόρον μόνον 42, θὰ ὠφεληθῇ καὶ 66 δραχμάς.
3611Ἄλλο παράδειγμα: Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, ἀφοῦ
3612ὑπέδειξα τοιοῦτον σύστημα, νὰ ἐξαντλήσω ὅλας τὰς τά-
3613ξεις τὰς λαϊκάς. Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ τάξις τῶν γεωρ-
3614γῶν, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον. Οἱ γεωργοὶ οὗτοι διαιροῦνται
3615εἰς δύο, εἰς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον δι’ ἰδίαν
3616χρῆσιν, καὶ εἰς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σῖτον πρὸς
3617πώλησιν. Ἡ πρώτη τάξις αὐτὴ τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία εἶναι
3618πολυάριθμος, βεβαίως ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ δασμοῦ δὲν θὰ
3619ὠφεληθῇ, διότι θὰ ἔχῃ τὸν ἄρτον της ἐκ τοῦ ἰδίου σίτου,
3620ὃν αὕτη παράγει· θὰ ὠφεληθῇ ὅμως ἐξ ἄλλου καὶ αὐτή,
3621διότι δὲν θὰ πληρώσῃ οὔτε σπειρομένας γαίας οὔτε φόρον
3622ἐπὶ τῶν κτηνῶν.
3623Ἐνῷ λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον προη-
3624γουμένως, θὰ πληρώσῃ αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὰ αὐτὰ
3625πρόσωπα ἀπαρτιζομένη 42 δραχμάς, δὲν θὰ πληρώσῃ
3626ὅμως τὸν φόρον τῶν κτηνῶν 50 δραχμάς· ἄρα καὶ αὐτὴ
3627ὠφελεῖται. Ἀλλὰ δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν μόνον,
3628ἔχει τὴν μεγάλην ὠφέλειαν ὅτι ἀνακουφίζεται πλέον,
3629ἀπαλλάσσεται διὰ παντὸς ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐπιδρομεῖς,
3630τὰ διάφορα σμήνη, τὰ ὁποῖα προηγουμένως σᾶς ἀνέφερον.
3631Δὲν μεταβαίνει πλέον εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, δὲν θὰ ἔχῃ μὲ
3632πρωτόκολλα νὰ κάμῃ, δὲν ἔχει πλέον νὰ βεβαιώσῃ φόρους,
3633τοὺς ὁποίους πάντοτε θὰ εὑρεθῇ κάποιος ν’ ἀμφισβητήσῃ,
3634δὲν θὰ ἔχῃ ψευδορκίας, δὲν θὰ ἴδῃ σπαχῆδες, δὲν θὰ τρομάξῃ
3635εἰς τὴν θέαν τῆς ἄλλοτε ἐπαράτου κόφτρας· θὰ ἔχῃ ἥσυ-
3636χον πλέον καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν κεφαλὴν αὑτοῦ
3637ἀπὸ αὐτὰς τὰς κατάρας.
3638§153Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἔπρεπε νὰ τὸ ἀνα-
3639πτύξητε εἰς τὴν αʹ συζήτησιν, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὸ
3640μελετήσωμεν. Τώρα εἰς τὴν γʹ συζήτησιν πῶς νὰ τὸ με-
3641λετήσωμεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
3642§154Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτέ. Καὶ τώρα
3643εἶναι καιρός· ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι
3644τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις των.
3645§155Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὸν ἀγορεύοντα· ἠκού-
3646σαμεν τόσας ὥρας τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἰδικούς σας.
3647§156Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ
3648ὁποία παράγει σῖτον οὐχὶ δι’ ἰδίαν αὑτῆς χρῆσιν ἀλλὰ
3649πρὸς πώλησιν. Ἡ τάξις αὕτη, Κύριοι, δὲν ἀπαρτίζει παρὰ
3650τὸ 1/50 καὶ ὀλιγώτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι οἱ με-
3651γαλοκτηματίαι τῆς Θεσσαλίας οἱ γνωστοὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα
3652τσιφλικιοῦχοι. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε σεῖς, κύριοι Βουλευταί,
3653τί ὀφείλει ὁ πολὺς κόσμος, τὰ 49/50 τοῦ λαοῦ, νὰ πληρώ-
3654νωσι φόρον ὑποτελείας, νὰ πληρώνωσι τὸν ἄρτον των κατὰ
3655δέκα λεπτὰ ἀκριβότερον, διὰ νὰ πωλῶσιν οἱ ἐλάχιστοι
3656ἐκεῖνοι κατὰ δέκα λεπτὰ περισσότερον τὸν σῖτόν των;
3657Ποῖος ὁ λόγος, Κύριοι; Διὰ ποῖον λόγον γίνεται αὐτό;
3658Μήπως διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ σιτοπαραγωγή; Ἂν τοῦτο,
3659εἶναι μεγάλη ἀπάτη· διότι ὁ ἔχων γαίας καταλλήλους διὰ
3660παραγωγὴν σίτου δὲν θὰ τὰς ἀφήσῃ χέρσους, διότι ὁ σῖτος
3661θὰ εἶναι εὐθηνότερος, ἀλλά, καὶ εἰς λιβάδια ἂν τὰς μετα-
3662βάλῃ, ἡ χώρα δὲν θὰ ζημιωθῇ, διότι θὰ ἀναπτυχθῇ ἡ
3663κτηνοτροφία καὶ δὲν θὰ ἐξάγωμεν περὶ τὰ 20,000,000
3664δρ. ἐτησίως διὰ σφάγια. Οὔτε καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε
3665ὁ δασμὸς εἶχε σταματήσει ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου.
3666Βεβαίως, Κύριοι, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας
3667Βουλευτής, δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ψή-
3668φισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, οὔτε
3669εἶναι εὐδιάθετος νὰ τὸ ἀποσύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
3670νομικῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί τὸ θέλει καὶ ἐν περι-
3671πτώσει, καθ’ ἣν τὸ ψηφίσῃ. Τὰ σιτηρά, κύριε Ὑπουργέ,
3672συνεκομίσθησαν πλέον· δὲν θὰ τὰ φορολογήσητε. Διὰ τὸ
3673ἑπόμενον ἔτος; Θὰ ἔλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον καὶ τότε συ-
3674ζητοῦμεν τὸ πρᾶγμα πλέον ἐπισταμένως καὶ ὄχι ὅπως τώρα
3675βιαστικά. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω
3676καὶ ἐγώ, μελετήσατέ τα· δὲν εἶναι ἀνάξια μελέτης, κύριε
3677Ὑπουργέ. Ὁ λαός, κύριε Ὑπουργέ, θέλει νὰ ἐκπέσητε
3678τὸν ἄρτον του, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ ὁ Προϋπολογισμός
3679σας. Διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὸν τιμὴν νὰ
3680σᾶς προτείνω, αὐτὸ κατορθοῦται. Ἔχετε καμμίαν ἀντίρρη-
3681σιν; Εἰπατέ την· διότι πιθανὸν νὰ σφάλλωμαι εἰς τοὺς ὑπο-
3682λογισμούς μου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοι εἴπητε τί θὰ πάθῃ
3683ὁ Προϋπολογισμός. Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτον κίνδυνον, ἐνῷ
3684βλέπω ὅτι πραγματικῶς ὠφελεῖται ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐκπτώ-
3685σεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου.
3686§157Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς
3687τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
3688§158Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχω, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐκ
3689Βόλου, ἀξίωσιν ἐπιψηφίσεως. Ἡ πρότασίς μου εἶναι πρό-
3690τασις, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς τις ὅτι εἶναι ἀληθής,
3691ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἠθέλησε νὰ τὴν εἴπῃ, διότι ἐφοβήθη
3692ὅτι θὰ ἔκαμνε κακὴν ἐντύπωσιν, ἐπειδὴ ὀνομάζεται κεφα-
3693λικὸς φόρος. Εἰς ἐμὲ ὅμως αὐτὰ τὰ μορμολύκεια, αὐτὰ τὰ
3694ζητήματα τῶν δημοκοπιῶν, οὐδεμίαν μοι κάμνουσιν ἐντύ-
3695πωσιν. Ἐγὼ θὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ἐκεῖνο τὸ
3696ὁποῖον φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πραγματοποιηθῇ, θὰ φάγῃ ὁ λαὸς
3697κατὰ δέκα λεπτὰ ὀλιγώτερον τὸ ψωμί του, χωρὶς νὰ δια-
3698ταραχθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ προκαλῶ πάντα ἐναντιο-
3699φρονοῦντα ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἐλέγξῃ ταῦτα ὡς
3700ἀβάσιμα, ἂν τῷ εἶναι δυνατόν.
3701Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
3702αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, νὰ δώσητε μεγάλην προσοχήν,
3703διότι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀπαίτησις τοῦ λαοῦ ὅπως ἐλατ-
3704τώσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου. Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν
3705τὸ ὄνομα τοῦ φόρου, διότι καὶ ἄλλοι φόροι ἐξ ἐκείνων
3706τοὺς ὁποίους ἔχομεν, οἱ περισσότεροι κεφαλικοὶ εἶναι καὶ
3707ἐκεῖνοι.
3708§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δασμὸς τοῦ
3709σίτου βεβαίως εἶναι κεφαλικός.
3710§160Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁμολογεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ,
3711ὅτι ὁ δασμὸς τοῦ σίτου εἶναι κεφαλικὸς φόρος, διατί δι-
3712στάζετε νὰ παραδεχθῆτε τὰς 7 δρ. ἐτησίως φόρον κεφα-
3713λικόν, ὃν σᾶς προτείνω, ἤτοι 2 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν, καὶ νὰ
3714καταργήσητε τὰ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σίτου, ἀφοῦ οὐσια-
3715στικῶς ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι κεφαλικὸς φόρος; Μήπως διότι
3716σᾶς κάμνει καλλιτέραν ἐντύπωσιν τὸ ὄνομα δασμός; Ἀλλὰ
3717εἶναι τὸ ἴδιον· σεῖς ὁ ἴδιος μὲ διεκόψατε καὶ εἴπετε
3718τοῦτο. Τί δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τί κεφαλικὸς φόρος;
3719Εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἁπαξάπαντες τρώγομεν ψωμὶ καὶ
3720μάλιστα, ὅσον εἶναί τις πτωχότερος, τόσον καὶ περισσότε-
3721ρον τρώγει ἄρτον, διότι δὲν ἔχει ἄλλας τροφὰς διὰ νὰ
3722χορτάσῃ καὶ συνεπῶς τόσον περισσότερον κεφαλιάτικο
3723πληρώνει. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία εἰς τοῦτο; Τὸ
3724πρᾶγμα εἶναι κατάδηλον, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ αὐταπα-
3725τώμεθα. Ἐὰν θέλητε, κύριοι Βουλευταί, ὁ λαὸς νὰ αἰσθανθῇ
3726ἐπωφελῶς τὴν ἐνταῦθα παρουσίαν σας, ἐὰν θέλητε νὰ συν-
3727δέσητε τὸ ὄνομά σας μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ
3728καταβιβάσητε τὴν τιμὴν τοῦ σίτου διὰ τῆς καταργήσεως
3729τοῦ δεκαλέπτου δασμοῦ, διότι εἶναι ἄδικον, Κύριοι, χά-
3730ριν ὀλιγίστων ἀνθρώπων, καὶ ἀνθρώπων πλουτοκρατῶν
3731μάλιστα, διότι περὶ τῶν τσιφλικιούχων καὶ μόνον πρό-
3732κειται, νὰ πληρώνῃ ὁ λαὸς ὁλόκληρος κατὰ δέκα λεπτὰ
3733τὴν ὀκᾶν τὸν ἄρτον του περισσότερον, διὰ νὰ πωλῶσιν ἐκεῖ-
3734νοι κατὰ δέκα λεπτὰ περισσότερον τὸν σῖτόν των. (Ζωηρὰ
3735χειροκροτήματα).
3736§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι οἱ μέλλοντες ν’ ἀγορεύσωσι
3737θὰ εἶναι συντομώτεροι. Ὁ κύριος Χρυσοχοΐδης ἔχει τὸν
3738λόγον.
3739§162Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Λόγῳ τῆς ὥρας παραιτοῦμαι.
3740Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
3741§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
3742§164Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον, διότι ἤμην
3743ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
3744Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ ῥη-
3745τορικῆς δεινότητος ἐξέθηκε τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως,
3746ὥστε νὰ δύνανται πολλοὶ ἐξ ἡμῶν νὰ θεωρήσωσιν ὅτι ἀλη-
3747θῶς πρᾶγμα δίκαιον γίνεται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομο-
3748σχεδίου τούτου καὶ ὅτι ὅσα διετεινόμην ἐγὼ τοὐναντίον
3749εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ
3750ἔθνους καὶ τοῦ δικαίου. Εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε
3751καὶ μᾶς ἔδωκεν ἀριθμοὺς καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους θέ-
3752λομεν ἐξετάσει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν
3753ὅτι ἔχομεν γεωργοὺς περὶ τὰς 825 χιλιάδας. Κύριοι, δὲν
3754θέλω ζητήσει πολλὰ χάριν τοῦ γεωργοῦ τούτου. Θέλω ζη-
3755τήσει δι’ αὐτὸν τριάκοντα λεπτὰ τὴν ἡμέραν, ὅπως δυνηθῇ
3756νὰ ζήσῃ. 30 λεπτὰ δηλαδὴ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα στοιχίζει ἡ
3757διατροφὴ τῶν ἐγκληματιῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὰ 30 λε-
3758πτὰ τὴν ἡμέραν, Κύριοι, εἶναι 100 δραχμαὶ ὡς ἔγγιστα
3759κατ’ ἔτος. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην δι’ ἕκαστον χωρικόν,
3760ὅπως ζήσῃ, 100 δραχμῶν. Ἑκατὸν δραχμαὶ ἐπὶ 825,000
3761εἶναι 82,500,000. Καὶ τί πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν;
3762Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὥρισε ποῖον εἶναι τὸ
3763εἰσόδημα ἐκ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Τὸ εἰσόδημα τοῦτο
3764εἶναι περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ ταῦτα
3765ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς τσιφλικιούχους, ἅτινα
3766θέλουσι φορολογηθῆ εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως καὶ βεβαίως
3767φθάνετε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 82 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα
3768εἶναι τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ὅπως ζήσωσιν αἱ γεωργικαὶ
3769αὗται τάξεις. Καὶ ἐρωτῶ: ὅταν διὰ τοῦ εἰσοδήματος αὐ-
3770τῶν πρόκειται μόνον ν’ ἀπολαύσωσι τὰ τριάκοντα ταῦτα
3771λεπτὰ ὅπως ζήσωσι, τί θέλετε νὰ περικόψωμεν ἐκ τῶν
3772τριάκοντα τούτων λεπτῶν; Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐ-
3773τοὶ εἶναι, ἂν οὐχὶ τόσον εὔγλωττοι, ὅσον οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρω-
3774θυπουργοῦ, τοὐλάχιστον ἐπίσης πειστικοί. Μοὶ φαίνεται
3775ὅτι ἀποδεικνύεται ὅτι ἀπὸ τὸν γεωργὸν τοῦτον τὸν ζῶντα
3776μὲ τὰ 30 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ζη-
3777τήσωμεν οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον φόρον. Ταῦτα ἀκριβῶς ἔρχον-
3778ται εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ἀπὸ τοῦ βή-
3779ματος τούτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος στηριζόμενος εἰς τὴν
3780ἐπιστήμην. Καὶ ταῦτα μέν, ὅπως ἐξηγήσω διατί εἶμαι
3781ἐναντίον παντὸς φόρου ἐπὶ τῶν γεωργῶν.
3782Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδήλωσα, Κύριοι, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου
3783Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους
3784μοὶ ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ εἴπω ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ πλη-
3785ρώσωσιν, εἶναι πρόθυμοι καὶ ἐκ τῶν 30 αὐτῶν λεπτῶν νὰ
3786δώσωσιν, ὅταν εἶναι ἀνάγκη, καὶ νὰ στερηθῶσι μέρους καὶ
3787αὐτῶν τῶν 30 λεπτῶν· δὲν ζητῶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν, ἀφοῦ
3788καὶ αὐτοὶ δὲν τὸ θέλουσιν, ἀφοῦ ἐννοοῦσι νὰ συνεισφέρωσιν
3789εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἂν δὲν ζητῶ ν’ ἀπαλ-
3790λαχθῶσιν ἀπὸ τὴν συνεισφορὰν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους,
3791ζητῶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὰς καταθλίψεις ἐκείνας, τὰς
3792ὁποίας ἀναγγέλλει τὸ νομοσχέδιον, εἴτε τὸ πρῶτον, εἴτε τὸ
3793δεύτερον, εἴτε τὸ τρίτον. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον καὶ δεύτερον
3794ἐνώπιον τῶν διαμαρτυριῶν μετετράπη εἰς τὸ τρίτον. Ἀλλὰ
3795ποίαν ἐλπίδα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τοῦ τρίτου τούτου
3796νομοσχεδίου; Μήπως ἐπείσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι
3797ἅπαντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὰ προηγού-
3798μενα νομοσχέδια, ἦσαν καταστρεπτικά; Οὐχί. Τοιοῦτό τι
3799δὲν μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις· μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις: ἀφοῦ
3800δὲν ψηφίζετε τὰς λεπτομερείας ὡς πιεστικάς, ἀφήσατέ με
3801ἐλευθέραν νὰ εὕρω ἄλλους τρόπους εἰσπράξεως, ἀλλὰ δὲν μᾶς
3802ὑπέδειξεν ὅτι θὰ θέση ὅρους ἐλαφροτέρους. Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν
3803μείνῃ μόνος ὁ ὅρος ὅτι οἱ σωροὶ θέλουσι σφραγίζεσθαι καὶ
3804θὰ μένωσιν ἐσφραγισμένοι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, μόνον ὁ ὅρος
3805οὗτος δὲν ὀφείλει νὰ θεωρηθῇ ὡς καταστρεπτικός; Καὶ ἀφοῦ
3806ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς δίδει τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ὁ ὅρος οὗτος
3807θὰ ἐξαλειφθῇ, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν χάρτην λευ-
3808κόν, ὅπως ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει; Οὐχί, Κύριοι.
3809Κύριοι, καίτοι ἀνήκω εἰς ἄλλο κόμμα, οὐδέποτε ἐνόησα
3810ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστή-
3811ριξα καὶ στηρίζω πολλὰς ἐλπίδας, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ βοη-
3812θήσω αὐτὴν νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα οὐ
3813μόνον θέλουσι βλάψει τὸ ἔθνος, ἀλλὰ θέλουσι βλάψει καὶ
3814αὐτὴν πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Καὶ πολλάκις ἐπλησίασα
3815τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς πρὶν ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ συ-
3816ζητήσω διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρουν ὄχι συμφερούσας
3817πρὸς τὸ ἔθνος, δηλαδὴ ἤκουσα τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν
3818ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ τοὺς
3819κεκηρυγμένους. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἠμπό-
3820δισε ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα; Οὐχί! Ὅ,τι καὶ ἂν ὑπέ-
3821δειξα καταστρεπτικόν, δὲν ἐστάθη δυνατόν, ὅπως πείσω
3822τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ.
3823Καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς: Κύριοι, ἐν ἄρθρῳ
38243 ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ διανομὴ
3825γίνεται ἐξ ἡμισείας μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ,
3826τὸν σπόρον δὲ δίδει ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἰδιοκτήτης φορολογεῖ-
3827ται μὲ 5%. Ὑπέδειξα ὅτι καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰς ἐπαρ-
3828χίας καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουσι περιστάσεις,
3829καθ’ ἃς ὁ ἰδιοκτήτης, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν σπόρον, λέγει εἰς
3830τοὺς καλλιεργητὰς δὲν θέλω 50%, θέλω 20%, θέλω
383118%, καὶ τὸν ἰδιοκτήτην τοῦτον, ἀντὶ νὰ τὸν φορολογήσῃ
3832μὲ 5%, τὸν φορολογεῖ μὲ 7%. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶ-
3833ναι τοῦτο δίκαιον; Πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸν καλ-
3834λιεργητὴν βεβαίως· ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀπονέμωμεν δικαιο-
3835σύνην καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας; Μὲ ἠκούσατε χθὲς ὁμι-
3836λοῦντα περὶ ἐντατικῆς καλλιεργείας καὶ ἠρώτησα τὸν κ.
3837Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν
3838ἐντατικὴν καλλιέργειαν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήν-
3839τησεν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττετε σήμερον, ἐπικρύνοντες
3840τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, εἶναι συμφέρον διὰ τὸν τόπον;
3841Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει· οὕτως ἀπεφάσισα! Ἀλλ’ ἂν
3842τοιαῦτα ἐπιβάλλετε, τοὐλάχιστον ἀφήσατε τὸν παραγω-
3843γὸν ἐλεύθερον νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 5 ἢ νὰ δεχθῇ
3844τοὺς ἄλλους ὅρους τοὺς ἀφορῶντας τὴν μὴ ἐντατικὴν καλ-
3845λιέργειαν; Ὄχι· ὀφείλουν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τοὺς βαρυ-
3846τέρους ὅρους, διότι προσπαθοῦσι ν’ ἀναπτύξωσι τὴν καλ-
3847λιέργειαν πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου!
3848Κύριοι, ἀφοῦ ὅλοι οἱ κόποι αὐτοὶ ἀπέβησαν μάταιοι,
3849εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν χάρτην λευ-
3850κὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι βεβαίως. Τὸ νομοσχέδιον
3851θέλω καταψηφίσει· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι καταψηφίζων τοῦτο
3852αἰσθάνομαι ἀπογοήτευσιν ὅτι ἅπαντες οἱ κόποι, τοὺς
3853ὁποίους κατέβαλον, ὅπως ὑποστηρίξω τοὺς συμπολίτας μου,
3854ἀπέβησαν μάταιοι.
3855§165Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
38564, ἡ ὁποία ἐὰν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ κα-
3857ταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
3858§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτείνατε τὴν τροπολογίαν σας εἰς τὸ
3859ἄρθρον 4, καί, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία σας, τότε
3860καταψηφίζετε εἰς τὸ σύνολον.
3861§167Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μάλιστα.
3862§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Σφα-
3863κιανάκης;
3864§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παραιτεῖται.
3865§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος;
3866§171Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι, ἀλλὰ
3867καὶ δὲν δύναμαι κατὰ τοιαύτην ὥραν νὰ συζητήσω λόγῳ
3868κοπώσεως.
3869§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
3870§173Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3871§174Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3872§175Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀλη-
3873θὲς ὅτι κατὰ τὴν διαρρεύσασαν σχεδὸν εἰπεῖν παννυχίδα
3874κατεπονήθητε τόσον, ὥστε πρέπει πᾶς ἀνερχόμενος ἤδη τὸ
3875βῆμα νὰ φεισθῇ τῆς κοπώσεως ὑμῶν ταύτης καὶ τῆς ἰδίας
3876αὑτοῦ ὑπερεντάσεως τοῦ πνεύματος, ὅπως παρακολουθήσῃ
3877τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τοῦ φόρου
3878ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πρὸς τοὺς
3879ἐντολεῖς ἡμῶν, πρὸς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, ὑποχρέωσις
3880ἄλλα κελεύει· διότι νομοσχέδια ὡς τὸ παρόν, προκειμένου
3881νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη πρὸς τὸν λαὸν τὸν δυσπραγοῦντα καὶ
3882μεταναστεύοντα, δὲν πρέπει νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητί.
3883Καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν κατὰ τοι-
3884οῦτον τρόπον ψήφισιν αὐτῶν ἐξαντλοῦσα καὶ καταπονοῦσα
3885διανοητικῶς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν πρὸς ἐπιτυχίαν
3886τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ οὕτως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει,
3887ἐπιβάλλεται ἡμῖν καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἐντείνοντες τὰς δυ-
3888νάμεις ἡμῶν ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ δευτε-
3889ρολογοῦντες ἵνα καὶ αὖθις καταδείξωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
3890γεωργικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως καὶ προστα-
3891σίας οἰκονομικῆς καὶ οὐχὶ ἐπιβολῆς φόρων. Ἐβαυκαλίσθην
3892ἐπί τινα χρόνον, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ
3893Κυβέρνησις τῆς χώρας ἡμῶν κατιδοῦσα τὸ ἄσκοπον, ἄδι-
3894κον καὶ ἄνισον τῆς ὑπὸ συζήτησιν φορολογίας θ’ ἀπέσυρε
3895τὸ νομοσχέδιον, ὡς ηὐχήθην πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύσας, καὶ
3896ἤλπισα ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ψέξω
3897τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίαν ἀπόφασιν καταδεδικασμένην ὑπὸ
3898τοῦ λαοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως ἀπεδείχθησαν φροῦδαι αἱ ἐλπίδες
3899μου καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δευτερολογήσω ἐπὶ τοῦ
3900νομοσχεδίου. Μοὶ φαίνεται δέ, Κύριοι, ὅτι δεδικαιολογημέ-
3901νως ἤλπισα, ὅτε εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ
3902Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἐν
3903τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ σεισάχθειαν καὶ ἐλάφρυν-
3904σιν ἀπὸ τῶν δυσβαστάκτων φόρων, καὶ ἡ ἡγηθεῖσα δὲ
3905ἐπανάστασις τοιαῦτα ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυ-
3906βέρνησις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἐπηγγέλθη ἡ
3907Κυβέρνησις καὶ ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεόμεθα καὶ πάντες οἱ
3908σήμερον ἀντιπροσωπεύοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πῶς
3909ἐναντία ἀποφασίζομεν; Ἂς μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, μετὰ
3910πόσης ἀνακουφίσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπετίναξε τὸ πα-
3911ρελθὸν διοικητικὸν καὶ νομοθετικὸν σύστημα, ὅπερ καλοῦ-
3912μεν ἐνταῦθα φαυλοκρατικὸν καὶ τὸ ὁποῖον περὶ οὐδενὸς
3913ἄλλου ἐσκέπτετο σοβαρῶς καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος, ὅσον
3914περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις, ὅπως
3915ἔχῃ περιθώριον ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸς τροφοδοσίαν τοῦ
3916κόμματος· ἡμεῖς δὲ τείνομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτό, διὰ
3917βοῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀπολακτισθέν.
3918Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τάξεως τῶν πο-
3919λιτῶν, δι’ ἣν ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν
3920γεωργῶν· ἐπιβάλλεται δηλονότι φόρος εἰς τὴν γεωργίαν.
3921Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι δύο εἶναι οἱ μεγάλοι πλουτοπαρα-
3922γωγικοὶ ἄξονες, περὶ οὓς στρέφεται ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπι-
3923στήμη· ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία. Καὶ διὰ μὲν τὴν τε-
3924λευταίαν οὔτε νὰ σκεφθῶμεν κἂν ἔπρεπεν, ἀφοῦ, διὰ νὰ εὐ-
3925δοκιμήσῃ, πρέπει ἔξωθεν τὰς πρώτας ὕλας νὰ εἰσάγωμεν·
3926οὕτω δὲ τιμαριωτικῶς προστατεύομεν τάξιν τινὰ ἐκμεταλ-
3927λευτῶν τῆς ἐθνικῆς ἀδυναμίας πρὸς ἐνίσχυσιν κλάδων βιο-
3928μηχανικῶν μὴ βιωσίμων, πρὸς αὔξησιν τῶν πλουτοπαρα-
3929γωγικῶν δυνάμεων, ἐν ᾧ οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει εὐδοκιμή-
3930σεως καὶ προαγωγῆς. Διὰ δὲ τὴν γεωργίαν, δι’ ἣν ἔπρεπε
3931καὶ πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ ἥτις εἶναι καὶ ἔσται ἡ
3932μόνη ἀπομένουσα ἐν Ἑλλάδι πλουτοπαραγωγικὴ δύναμις,
3933τίνα προστασίαν σκεπτόμεθα ἡμεῖς οἱ καινοτόμοι πολιτι-
3934κοί; Ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες ν’ ἀναστυλώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ
3935ἐρείπια τοῦ Κράτους τούτου, τίνα, λέγω, μέτρα λαμβάνομεν
3936διὰ τὴν θεμέλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παραγωγήν,
3937τὴν μοναδικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πλουτοπαραγωγι-
3938κὴν δύναμιν; Ἐπιβάλλομεν, Κύριοι, καινοτομοῦντες, φόρον
3939εἰς τὴν ἐν σπαργάνοις παρημελημένην ἔγγειον παραγωγήν.
3940Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι τοῦτο σκόπιμον καὶ πλουτολογικῶς ὀρ-
3941θόν, ὅτε θνησιμαίας βιομηχανίας προστατεύομεν, τὴν δὲ
3942κυρίαν καὶ φυσικὴν πηγὴν τοῦ πλούτου διώκομεν καὶ ἐγ-
3943καταλείπομεν ἀπροστάτευτον; Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον τὸ
3944ἄσκοπον εἶναι;
3945Ζητοῦμεν, Κύριοι, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος πρὸς τὸν γυμνὸν
3946καὶ ἀνυπόδητον τῆς γῆς ἐργάτην, τὸν γεωργόν, 6 καὶ 7%
3947ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, καθ’ ἣν ἐποχὴν
3948συζητοῦμεν εἰς ½% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήμα-
3949τος τῶν κεφαλαίων, εἰσοδήματος ὅπερ οὐδεμίαν προσωπι-
3950κὴν ἐργασίαν ἀπαιτεῖ, κτηθὲν ἤδη, καὶ οὐδεμίαν ἐπιβά-
3951ρυνσιν αἰσθανόμενον διὰ τῶν ἄλλων φόρων, ὡς ἰσχυρίζονται
3952πολλοί, ὅπως ἀρθῇ ὁ ὑπὸ συζήτησιν συμπληρωτικὸς φό-
3953ρος. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι μεγίστην ἀδικίαν διαπράττομεν
3954πρὸς τοὺς πτωχοὺς γεωργούς; Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἄδι-
3955κος καὶ ἄντικρυς ἄνισος τοιοῦτος φόρος; Εἶμαι τῆς γνώμης
3956ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς φάλαγγος ταύτης τῆς κυβερνητικῆς ἔχει
3957ἐναντίαν πρὸς ταῦτα γνώμην. Ὀφείλομεν ὡς ἐκ τούτου
3958πάντες ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τοιούτου φόρου εἰς
3959τὴν ἔγγειον παραγωγὴν καὶ ν’ ἀντιστῶμεν εἰς τὴν ἐπι-
3960ψήφισιν αὐτοῦ δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν μέσων, ἅτινα τὸ κοι-
3961νοβουλευτικὸν σύστημα παρέχει εἰς τοὺς ἐντολοδόχους τοῦ
3962λαοῦ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἡ ἀντίστασις πρέπει νὰ εἶναι
3963ἔντονος, καθόσον ἡ γεωργία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ τροφὸς ἡ
3964μοναδικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὡς θεωρεῖται εἰς
3965πάντα τὰ Κράτη τὰ μὴ ἔχοντα ἄλλας πλουτοπαραγωγι-
3966κὰς πηγὰς ἀξίας λόγου. Καὶ εἶναι προφανῶς ἀφαίμαξις καὶ
3967ἀποστράγγισις τοῦ γεωργοῦ ἡ ἐπιβολὴ τοιούτου φόρου.
3968Ποῖος δ’ ἐξ ἡμῶν θὰ διέπραττε κατὰ τῶν τέκνων του τὸ
3969ἔγκλημα τῆς ἀφαιμάξεως τῆς τροφοῦ των καὶ τοῦ περιο-
3970ρισμοῦ τῆς διατροφῆς, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἠξίου παρ’ αὐτῆς
3971ἄφθονον καὶ ἐπαρκὲς καὶ ὑγιὲς γάλα ὑπὲρ τῶν τέκνων του;
3972Ἂς μὴ λησμονῇ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3973σεως τὸν εὐγενῆ καὶ καινοτόμον Γαλλικὸν λαόν, ὅτε ὑψώθη
3974ἐν τῇ συνειδήσει τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν ὁρμηθεὶς εἰς τὴν
3975μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ ἐπιου-
3976σίου ἄρτου καὶ ὅτι ὡς σύνθημα εἶχε νὰ βρυχᾶται «ψωμὶ»
3977πρὸς τὸν Βασιλέα του.
3978Ἐλέχθη, Κύριοι, καὶ ἐπανελήφθη ὅτι λόγοι φορολογικῆς
3979ἰσότητος ὠθοῦσιν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας καὶ ἐτο-
3980νίσθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
3981καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
3982Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ἢ ὡς εἰρωνεία καὶ ἀστεῖον μό-
3983νον νὰ θεωρηθῇ, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν βλέπομεν ὅτι ἡ μόνη
3984τάξις, ἥτις πάσχει καὶ μεταναστεύει, εἶναι ἡ γεωργική.
3985Εἶναι ἡ μόνη τάξις, ἥτις αἰσθάνεται τὸ βαρὺ φορτίον τῶν
3986ἐμμέσων φόρων, εἶναι ἡ μόνη τάξις, ἥτις οὐδὲν ὠφελεῖται
3987ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου μὴ παράγουσα πρὸς
3988πώλησιν λόγῳ τῶν ἀτελῶν μέσων καὶ τῆς ἀμεριμνησίας
3989τῶν Κυβερνήσεων ὅπως βελτιώσωσι ταῦτα πρὸς μείζονα
3990παραγωγὴν δι’ ἐπιστημονικωτέρων μεθόδων καὶ παροχῆς
3991κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἔχομεν, προσθέτουσιν, ὑποχρεώσεις ἐθνι-
3992κὰς καὶ δαπάνας καὶ πρέπει τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3993νὰ πληρωθῶσι· δὲν εἶναι δὲ ἡ ἐποχὴ νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ γεωρ-
3994γία τῶν φορολογικῶν βαρῶν καὶ πρέπει νὰ συνεισφέρῃ ἔστω
3995καὶ διπλάσια τῶν ὅσα πρότερον· τοῦτο τοὐλάχιστον προ-
3996ϋπολογίζεται κατὰ τοὺς εἰδικούς. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περι-
3997πτώσει τηρεῖται ἡ αὐτὴ ἰσότης τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φό-
3998ρου καὶ πρὸς τὰς ἄλλας τάξεις τῶν φορολογουμένων, ἢ
3999συμβαίνει τοῦτο μόνον διὰ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ὑπομένουσαν
4000καὶ μὴ θορυβοῦσαν τάξιν τῶν γεωργῶν; Ἔπρεπεν ἀλλαχοῦ
4001ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὰ
4002μέσα τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων καὶ οὐχὶ εἰς τὸν πε-
4003νόμενον γεωργικὸν πληθυσμόν. Ὑπάρχουν πλεῖσται ἄλλαι
4004πηγαὶ ἀποδόσεως ἐσόδων εἰς τὸ Κράτος καὶ κατ’ ἐξοχὴν
4005τὰ δημόσια κτήματα τὰ κατεχόμενα ὑπὸ ἰσχυρῶν προσώ-
4006πων, ἐξαιρετικῶς δὲ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ δημόσια κτήματα τὰ
4007ἰδιοποιηθέντα ὑπὸ προσώπων παρουσιαζομένων νῦν ὡς τσι-
4008φλικιούχων. Καὶ ἐνῷ δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἐπὶ μόνῳ τῷ
4009σκοπῷ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου πλούτου ἐπέστησα τὴν
4010προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως
4011ἐπεμβῇ ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, τοὐναντίον οὗτος
4012ὡς θεματοφύλαξ, σχεδὸν εἰπεῖν, ἐκείνων, οἵτινες καταχρῶν-
4013ται τοῦ δημοσίου πλούτου, τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ,
4014ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐπειπὼν ὅτι ἡ κατάθε-
4015σις αὐτῶν διασαλεύει ἐκ βάθρων τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτη-
4016σίαν, ὡσανεὶ τὸ τοιοῦτον ἔβλαπτε τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ὑπὲρ
4017αὐτοῦ ἀποβαίνει κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881 καὶ θὰ ἀπο-
4018κομίσῃ τοὐλάχιστον δέκα ἑκατομμύρια, ἂν ὄχι εἴκοσι καὶ
4019πλέον, ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἷς τοιοῦτος ἔλεγχος. Καὶ ἂν
4020τοιαῦτα ἔκτακτα ἔσοδα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευ-
4021θέρων, δὲν θὰ προσέφευγεν εἰς τὸ φορομανικὸν σύστημα.
4022Ἔχομεν δὲ ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι Κυ-
4023βέρνησις τῆς δυνάμεως καὶ ἐπιβολῆς οἵα τῆς παρούσης ἔχει
4024τὸ σθένος νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν των τοὺς ἅρπαγας
4025τῶν δημοσίων κτημάτων ἐφαρμόζουσα ἀκριβῶς τοὺς νό-
4026μους καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881. Καὶ ἀναπτύσσων, Κύ-
4027ριοι, τὴν μνησθεῖσαν ἐπερώτησίν μου ἀνέγνωσα ἐντεῦθεν
4028περικοπὴν ὑπομνήματος πρὸς τὴν τότε Ἑλληνικὴν Κυβέρ-
4029νησιν ὅτι ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς Τουρκίας
4030τῶν μουατζελὲ καλουμένων, μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῆς εἰς
4031Βασίλειον, ἐπεβλήθη φόρος εἰδικὸς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τα-
4032μείου τῆς Ῥωμουνίας, συνιστᾶτο δὲ ὅπως πράξῃ τὸ ἴδιον
4033τοὐλάχιστον, ἂν μὴ γενναιότερον, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
4034νησις τοῦ 1883, ἥτις δυστυχῶς, τίς οἶδε πόθεν δελεασθεῖσα,
4035οὐδὲν ἐνήργησεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ πλούτου τοῦ ἀνή-
4036κοντος αὐτῇ κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1881, ἐνῷ τοὐναντίον
4037δρακόντεια ἐλάμβανε μέτρα κατὰ πάσης διαμαρτυρίας
4038τῶν πτωχῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας δυσμενέστατα δια-
4039κειμένη πρὸς αὐτούς. Ὅ,τι δὲ τότε δὲν ἐγένετο, ἐπιβάλ-
4040λεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτελέσῃ, ἂν ἀλη-
4041θῶς κήδηται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν
4042θέλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων νόμων καὶ συμβάσεων.
4043§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπερώτησιν ἀνα-
4044πτύσσετε, κύριε Βουλευτά;
4045§177Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Οὐχί, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ τὰ
4046μέσα, δι’ ὧν θὰ εἶχεν ἔσοδα τὸ Δημόσιον καὶ θὰ καθίστατο
4047δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ χάσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ
4048προσφυγῆς εἰς νέας φορολογίας ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλλη-
4049νικοῦ λαοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπερώτησις
4050ἀλλὰ συμβολὴ εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου διὰ
4051τῶν ἐγκαταλειφθέντων κτημάτων του ἐν Θεσσαλίᾳ.
4052§178ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἐδή-
4053λωσεν ὅτι, καὶ περισσεύματα ἐὰν εἶχε, πάλιν θὰ ἐθεώρει
4054ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν νὰ φέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
4055σχέδιον, διότι θεωρεῖ ὅτι εἶναι καὶ ἔργον δικαιοσύνης
4056καὶ ἰσότητος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, δὲν γνωρίζω τίνα
4057λόγον ἔχει ἡ τοιούτου εἴδους συζήτησις.
4058§179Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καίτοι τοῦτο ἰσχυρίζεσθε, ἄλλο
4059εἶναι τὸ τὴν Κυβέρνησιν ὠθῆσαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φό-
4060ρου αἴτιον. Εἶναι δὲ γεγονὸς ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ἔλ-
4061λειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέγα μὲ τὰς νέας διοικητικὰς
4062πολυτελείας, ἃς εἰσηγάγετε, καὶ ὅτι ἀναπότρεπτος ἀνάγκη
4063ἐνδεικνύει τὴν ἐπιβολὴν φόρου, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐκ τῶν
4064ἐξόδων τούτων κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐμμένει λοιπὸν
4065ἡ Κυβέρνησις καὶ βεβαίως θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐμμένῃ ἐφ’ ὅσον
4066ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς παρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπι-
4067στοσύνην της, ὅπως ἐπιβάλλῃ οἱανδήποτε φορολογίαν θέλει
4068ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ὀφεί-
4069λομεν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ βροντοφωνή-
4070σωμεν ἐντεῦθεν χάριν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύ-
4071ομεν, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων ἐπὶ
4072τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἄρσιν ἐπηγγέλθημεν πάντες οἱ
4073ἐνταῦθα παρακαθήμενοι μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς Κυβερ-
4074νήσεως. Εἶπον δὲ καὶ προηγουμένως ὅτι εἶναι ἀστεῖον νὰ
4075θεωρηθῇ ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος σκοπεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ, ὡς
4076διατείνεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μέρος τῶν
4077κερδῶν τῶν ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἀπομενόντων εἰς
4078τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἐνῷ εἶναι προφανὲς ποία τάξις πεινᾷ
4079καὶ ποία μεταναστεύει. Τί δ’ ἀντάλλαγμα τοῦ φόρου ἀπο-
4080κτᾷ ἡ τάξις τῶν γεωργῶν; Ἀναμένομεν καὶ ἐκ τῶν δηλώ-
4081σεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ.
4082ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ ἐπιδείξῃ εἰς ἡμᾶς ἓν
4083ἐκ τῶν μέτρων προαγωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως τῆς γεωργίας,
4084ἓν σπουδαῖον ἀντάλλαγμα, ἀντὶ τοῦ ὁποίου δεδικαιολογη-
4085μένως θὰ ἠξίου τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τὸν γεωργικὸν
4086πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι παρέσχε καὶ
4087παρέχει δικαιοσύνην καὶ διοίκησιν ἱκανήν, ὅπως εὐλόγως
4088ἀξιώσῃ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου. Πιστεύομεν ὅμως ὅτι τὰ
4089πράγματα αὐτὰ διδάσκουσι καὶ φωνάζουσιν ὅτι οὐδεμία
4090εἰς ταῦτα ἐπῆλθε ῥιζικὴ βελτίωσις τοὐλάχιστον ἐν τῷ πα-
4091ρόντι καὶ τοῦτο πρὸς ἀπογοήτευσιν, δυστυχῶς διὰ πάντας
4092ἡμᾶς καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἤλπισαν εἰς τὴν νέαν τῶν πρα-
4093γμάτων τῆς χώρας μεταβολήν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ Κυβέρνησις,
4094ὅπως μὴ ἐντείνῃ τὴν ἀπαγοήτευσιν πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ
4095νομοσχέδιον τῆς φορολογίας, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι παρα-
4096δεδεγμένον καὶ ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογι-
4097σμὸν οὐδὲν ποσὸν θὰ συνεισφέρῃ, μὴ δυναμένου νὰ τεθῇ εἰς
4098ἐνέργειαν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην χάριν
4099αὐτῆς τῆς ἰδέας τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἵνα μὴ παρασταθῇ
4100εἰς τὸν λαὸν ὅτι βαίνομεν τὴν πεπατημένην, ὅπως ἡ Κυ-
4101βέρνησις φροντίσῃ νὰ περικόψῃ καὶ περιστείλῃ πᾶσαν δα-
4102πάνην, προβαίνουσα εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τῷ
4103Προϋπολογισμῷ καὶ δυνηθῇ οὕτω ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπιψή-
4104φισιν τόσον τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν ὅλως
4105ἀσκόπου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅσον καὶ τοῦ συναφοῦς διὰ τὸ
4106παρὸν μόνον ἔτος φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ
4107ἐκ νεκρῶν ἀναστάντος (γέλωτες), ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκο-
4108νομικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ὄντως ἀπορῶ πῶς προσαρτᾶται ἡ
4109φορολογία ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ψηφισθῇ ἐν
4110τοιαύτῃ ἐποχῇ. Εἶναι ἄπορον, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἡ
4111παροῦσα Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἐν γνώσει τελείᾳ τῶν
4112γεωργικῶν πραγμάτων, δέχεται νὰ ἐπιψηφίσῃ φορολογίαν
4113καταργηθεῖσαν διὰ τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν ὑπὸ τῆς
4114ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν
4115πάντες οἱ γεωργοὶ ἀνανεώνουσι τὰ ἀροτριῶντα αὐτῶν
4116κτήνη· θὰ εὑρεθῇ δὲ πρὸ μεγίστης δυσχερείας ὁ γεωργός,
4117ὅταν συμβῇ νὰ γίνῃ ἀπαρίθμησις ἀπὸ τὰς διαφόρους οἰ-
4118κονομικὰς Ἀρχάς, διότι οἱ πλεῖστοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύ-
4119την ἔχουσιν ἀνὰ τρία ἢ τέσσαρα ἀροτριῶντα κτήνη, ἐνῷ
4120ἄλλοι ἐπλήρωσαν ἤδη τὸν ὑπάρχοντα δημοτικὸν φόρον δι’
4121ἓν ἢ δύο κτήνη.
4122Τελευτῶν κύριοι Βουλευταί, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ σᾶς κατα-
4123πονῶ ἐπὶ θέματος τόσον ἄλλως τε ἀντιληπτοῦ εἰς πάντας,
4124ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅπως χάριν τῆς ἐπικρατή-
4125σεως τοῦ πνεύματος τῆς ἀνακαινίσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν
4126διὰ νέων ὑγιῶν ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης μὴ
4127ἐπιψηφίσητε νομοσχέδιον ἀπόζον τῆς μακαρίᾳ τῇ λήξει πο-
4128λιτικῆς τῶν φορομπήχτηδων. (Παρατεταμμένα χειροκρο-
4129τήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
4130§180ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὁ
4131ἐπίλογος τῆς διαμαρτυρίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ διὰ τῶν
4132ἀντιπροσώπων του, εἶναι ἡ τελευταία διαμαρτυρία κατὰ
4133τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιμένει
4134παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ πτωχοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, παρὰ
4135τὰς διαμαρτυρίας τοῦ σκλάβου, ὅστις διὰ τῆς Κυβερνήσεως
4136ταύτης ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἴδῃ καὶ αὐτὸς ἡμέραν τινὰ εὐτυχῆ,
4137εἶναι, λέγω, ἡ διαμαρτυρία τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν
4138Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς
4139Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ μεταλλικὴ ἠχηρὰ φωνὴ ἀνὰ τὰ
4140θεσσαλικὰ πεδία ἀκόμη ἀντηχεῖ, καὶ ἀντηχεῖ εἰς ὑποσχέ-
4141σεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἤλπισεν ὅτι τέλος
4142πάντων ἦλθεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀποκατα-
4143σταθῇ. Ἀλλ’ ἀντὶ πάντων τούτων, ἀντὶ τῶν ὑπεσχημέ-
4144νων, ἀντὶ ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν αὐτὸν τὸν
4145ἐπιούσιον ἄρτον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔρχεται διὰ μιᾶς οὐχὶ
4146βαρυτάτης μόνον ἀλλὰ καὶ καταθλιπτικῆς φορολογίας νὰ
4147ἀφαιρέσῃ οὐχὶ τὸν ἄρτον, ἀλλὰ νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὸν διὰ
4148μίαν ἔτι φοράν, νὰ γίνῃ διὰ τρίτην φορὰν σκλάβος. Καὶ
4149ὅτε μόλις ᾐσθάνθη ὅτι ἀνέκτησε ὀλίγον τι τὴν ἐλευθερίαν
4150αὑτοῦ, ἀνεπόλησε καὶ πάλιν ὅτι ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὑτοῦ θὰ
4151ἔλθῃ ὁ σπαχῆς.
4152§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ χαβαλές.
4153§182ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἔχει τὸν χαβαλέν. Βε-
4154βαίως, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ ἡ διαμαρτυρία τῶν ἀντι-
4155προσώπων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ δὲν ἐκανονίσθη ἐν τῷ Κοι-
4156νοβουλίῳ τούτῳ, ἀφοῦ αἱ παρακλήσεις αὐτῶν δὲν εἰσηκού-
4157σθησαν, ἀφοῦ αἱ ἱκεσίαι αὐτῶν δὲν προεκάλεσαν εἰμὴ μό-
4158νον τὸν καγχασμὸν πλείστων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βε-
4159βαίως ἔπρεπε νὰ ἐλογάριαζον τὰ δεινὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ
4160λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐλογάριαζον ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτοῦ
4161αὐτὸς οὗτος ὁ ἄρτος του, αὐτὸς ὁ ἱδρὼς τοῦ προσώπου του,
4162δὲν ἔπρεπε μετὰ τοσαύτης ἀδιαφορίας καὶ μετὰ καγχα-
4163σμῶν νὰ φέρωνται πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Θεσσαλι-
4164κοῦ λαοῦ.
4165§183Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Οὐδεὶς σᾶς ἐκάγχασεν.
4166§184ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τοιοῦτόν τι
4167παράδειγμα.
4168§185Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Μὴ λέγετε ἀνακριβείας· οὐδεὶς σᾶς
4169ἠδίκησεν.
4170§186ΑΛΚΙΒ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλά-
4171χιστον οὐδεμίαν λέγω ἀνακρίβειαν. Διὰ τοῦτο τελευτῶν
4172ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι παρὰ πᾶν δίκαιον, παρὰ
4173πᾶν ὅσιον, παρὰ πᾶσαν φιλανθρωπίαν, ἐπιβάλλετε τὴν βα-
4174ρυτέραν τῶν φορολογιῶν εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, καὶ
4175ὅτι ἀπερχόμενοι ταύτην τὴν στιγμὴν τοῦ Κοινοβουλίου
4176τούτου, ἐπιψηφίζοντες καὶ ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
4177ῥάχεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἂς ἀναμνησθῆτε ὅτι δὲν ἐξεπλη-
4178ρώσατε τὸν προορισμὸν ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἤλθομεν
4179ἐδῶ, δηλαδὴ δὲν εἶσθε ὑμεῖς οἱ ἀποκαλούμενοι φιλελεύ-
4180θεροι.
4181§187Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον ἐκ δευτέρου
4182τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἂν δὲν
4183ἠσθανόμην τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι καὶ τῆς συνειδήσεώς
4184μου καὶ ἀπέναντι καὶ ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, τὸν
4185ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, ἐὰν εἰς τοῦτο δὲν ἔπταιεν ἡ Κυβέρ-
4186νησις, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις ἔφερε τὸ
4187ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μεταβεβλημένον σπουδαίως παρ’
4188ὅ,τι κατ’ ἀρχὰς τὸ εἰσήγαγεν.
4189Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ὑποθέτω, εἶναι διατεθειμένος
4190νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρέχῃ
4191μέρος τῶν προϊόντων του εἰς τὴν Πολιτείαν, διότι καὶ
4192αὐτὴ ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι αὐτοῦ νὰ
4193ὑπερασπίζῃ τὸ Κράτος ἀπὸ παντὸς ἐξωτερικοῦ κινδύνου καὶ
4194νὰ ὑπέχῃ ὅλας τὰς εὐθύνας ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
4195ὁποίας ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Κατ’ ἀρχὴν λοι-
4196πὸν ὁ ἔγγειος φόρος εἶναι δικαιότατος.
4197Ἀλλ’ ἤδη ἐξεταστέον· τί ἀπέναντι αὐτοῦ παρέχει ἡ Πο-
4198λιτεία; Τί πρέπει τουτέστιν ἢ τί ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ
4199Πολιτεία νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ πε-
4200νομένου, καὶ τί ὡς ἀντιστάθμισμα παρέχει εἰς αὐτόν; Εἶ-
4201ναι ὑποχρεωμένη βεβαίως νὰ τῷ παρέχῃ πρὸς ὑποστήρι-
4202ξιν τῶν δικαίων του στρατὸν καὶ στόλον, εἶναι ὑποχρεω-
4203μένη νὰ τῷ παρέχῃ δικαιοσύνην, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τῷ
4204παρέχῃ ἐκπαίδευσιν, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τῷ ἔχῃ τὴν
4205ἐκκλησίαν εἰς τὴν θέσιν της, εἶναι ὑποχρεωμένη, τὸ σπου-
4206δαιότερον, νὰ τῷ παρέχῃ ἀσφάλειαν, ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου
4207τῶν ὁποίων δὲν θὰ θελήσω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἵνα κατα-
4208δείξω ἂν ἐκπληροῖ ὅ,τι ὑποχρεοῦται ἀπέναντι τοῦ λαοῦ·
4209δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω ἂν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἂν
4210ἐζήτησε τὸ Κράτος, ἂν ἐζήτησεν ἡ Πολιτεία ἐκ τοῦ λαοῦ
4211τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει διὰ τὸν στρατόν, ἂν ἐκπλη-
4212ροῖ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸν προορισμόν του. Δὲν θὰ σᾶς ἀπα-
4213σχολήσω συζητῶν καὶ ἀποδεικνύων διὰ τῶν πραγμάτων,
4214ἂν ὄντως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ καὶ λαμβάνει παρὰ
4215τοῦ λαοῦ, τὸ διαθέτει διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στόλου, ὅπως
4216πρέπει. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῆς δι-
4217καιοσύνης, τῆς ὁποίας τὰ χάλια ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος
4218τούτου μόλις πρό τινος· δὲν θὰ θελήσω ὡσαύτως νὰ σᾶς
4219ἀπασχολήσω καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος
4220ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰς θέσιν ὡς πολίτης Ἕλλην νὰ γνωρίζῃ εἰς
4221ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται. Γνωρίζετε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν
4222ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἀπέναντί του ἐν πρώτοις τὸν εἰσπράκτορα
4223ἀκολουθούμενον, ὡς εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου εἶπον, ἀπὸ
4224τοὺς χωροφύλακας καὶ ὄπισθεν τὸν ἀποσπασματάρχην, ἵνα
4225λάβῃ ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ φορολογουμέ-
4226νου. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν πῶς ὑποδέχεται ὁ λαὸς τοὺς
4227ἀντιπροσώπους τῆς Πολιτείας, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
4228Κράτους, ἐκείνους τουτέστι, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ δέχη-
4229ται μετὰ χαρᾶς, διότι θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσ-
4230πράξωσι τὸ περίσσευμα, ἢ τὸ ὑστέρημα, ἔστω, διὰ νὰ τὸ
4231διαθέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, εἰς τὰς ἀνάγ-
4232κας τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον
4233ἔχει ποικίλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν ἄλλα
4234ἔθνη.
4235Ἀλλ’ ἴσως θὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εὑρίσκεται
4236εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι εὑ-
4237ρίσκεται εἰς εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεών της πρὸ
4238τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ
4239προηγουμένως, ὡς προχθὲς ἀκόμη ἐτόνισα, διὰ νὰ ζητήσῃ
4240καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ λαοῦ ὅ,τι σήμερον τοῦ ζητεῖ, καὶ τὸ
4241ὁποῖον, ὑποθέτω, εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ὑποθέτω καὶ
4242αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ γνωρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ βα-
4243στάσῃ πλέον ἀπὸ ὅ,τι βαστάζει μέχρι σήμερον; Δὲν ὤφει-
4244λεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἔπρεπε νὰ
4245κάμῃ πᾶσαν προηγουμένως οἰκονομίαν καὶ κατόπιν νὰ
4246εἴπῃ εἰς τὸν λαὸν ὅτι μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς οἰκονομίας, διὰ
4247τὰς ὁποίας ἀκριβῶς μὲ ἀπέστειλας ἐνταῦθα μετὰ μίαν
4248ἐπανάστασιν, ἔχω ἀνάγκας, νὰ πράξῃ, λέγω, ὅλα ταῦτα,
4249καὶ κατόπιν νὰ τοῦ ζητήσῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν ὀρθόν; Ἔπρεπε
4250νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας
4251θέλει ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸν
4252Προϋπολογισμόν· ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ Συμβούλιον
4253τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θέλει ἥμισυ ἑκατομμύριον·
4254ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν
4255πλὴν τῶν αὐξήσεων τῶν διαφόρων δαπανῶν. Ἀλλ’ ἔχετε
4256ὑπ’ ὄψει σας, Κύριοι, καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ
4257ἥμισυ ἑκατομμύριον,—καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν; Εἰς ἐποχὴν
4258καθ’ ἣν δαπανᾷ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ—, διὰ τὴν ἐπισκευὴν
4259τῶν διαφόρων Ὑπουργείων;
4260Προχθές, Κύριοι, εἴχετε ἐνώπιόν σας καὶ θὰ τὸ ψηφί-
4261σητε ἴσως αὔριον, καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲ δὲν θὰ τὸ προσεῖχον,
4262ἐὰν ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μοὶ τὸ ὑπεδείκνυε, θὰ
4263ψηφίσητε ποσὸν 1500 δραχμῶν—βεβαίως εἶναι ἐλάχιστον,
4264ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ φαίνεται ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ
4265κάμῃ ἡ Κυβέρνησις προτοῦ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητή-
4266σῃ ἀντισταθμίσματα παρὰ τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ
4267κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ—θὰ ψηφίσητε ἐπαναλαμβάνω, πο-
4268σὸν 1500 δραχ. δι’ ἔξοδα μεταβάσεως εἰς τὴν Εὐρώπην καθη-
4269γητοῦ τινος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ! Διατί; Ἀναγνώσατε τὸ
4270σχετικὸν σχέδιον νόμου καὶ θὰ ἐκπλαγῆτε, ἵνα μὴ εἴπω τι
4271βαρύτερον. Λοιπὸν ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν δύναται νὰ δικαι-
4272ολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ζητοῦσα καὶ
4273ἄλλα πλὴν τῶν βαρῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τῶν
4274ὤμων του; Νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι πᾶν ἄλλο εἶναι
4275τὸ τοιοῦτον ἢ περισυλλογή. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Κυβέρ-
4276νησις οὔτε πόθεν προῆλθεν οὔτε εἰς τί προώρισται. Γνωρίζει
4277ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἷς λαὸς πρὸ μιᾶς οἰκτρᾶς πολιτικῆς
4278καταστάσεως εὑρισκόμενος, πρὸ ἑνὸς βαράθρου οἰκονομικοῦ
4279πρωτίστως, ἐπανεστάτησε καὶ ἐζήτησε σωτηρίαν· καὶ ὁ
4280σωτὴρ ἐκεῖνος, ἐνῷ ἔρχεται παρακολουθούμενος ὑπὸ τοῦ
4281λαοῦ ζητωκραυγάζοντος μετὰ βαΐων καὶ κλάδων, ὡς ἄλλος
4282Μεσσίας, καὶ παρ’ ἡμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύομεν ἀπὸ
4283τοῦ βήματος τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην, μᾶς ἔφερεν εἰς
4284τὴν ἀνάγκην νὰ λέγωμεν ὅσα λέγομεν, προσθέτει ἐρείπια
4285εἰς τὰ ἐρείπια τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καταστροφῆς.
4286Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, καὶ εἶναι ἀκόμη εὐτυχῶς καιρός, ὁ
4287κύριος Μεσσίας νὰ πεισθῇ εἰς τὴν φωνὴν τῆς εἰλικρινείας,
4288καὶ νὰ μὴ προχωρήσῃ περαιτέρω τοὐλάχιστον, εἰς τὸ ὀλι-
4289σθηρὸν ἔδαφος τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου.
4290Καὶ ἤδη ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀκριβῶς θέμα
4291ἐξετάζοντες αὐτὸ ποῖον ἦτο καὶ ποῖον εἶναι μέχρι σήμερον.
4292Δὲν γνωρίζω ἂν πρέπει κανεὶς ἀπὸ τὰ φαιδρὰ νὰ ἀρχίσῃ ἢ
4293ἀπὸ τὰ σοβαρά. Ἐγὼ θὰ κρίνω προτιμότερον νὰ ἀρχίσω
4294ἀπὸ τὰ φαιδρά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς βι-
4295βλίον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐξέδωκε τῷ 1894, ἐν σελίδι 13 γρά-
4296φει τὰ ἑξῆς: «Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων εἶναι στίγμα.....
4297εἶναι κλοιὸς δουλείας, εἶναι ἀπομεινάριον τῆς τουρκικῆς δε-
4298σποτείας, ἥτις ἔμενε καὶ μένει ἀτυχῶς ἔν τισι καὶ νῦν εἰς
4299τὰ ἐδάφη τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου».
4300Καὶ ἐξακολουθῶν ὁ αὐτὸς ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4301νομικῶν ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι λέγει τὰ ἑξῆς περὶ ἀροτριών-
4302των κτηνῶν....
4303§188Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐκ τοῦ συγγράμματος ἢ ἐξ ἐφη-
4304μερίδος;
4305§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκ τοῦ συγγράμματος, τὸ ὁποῖον
4306εἶναι καὶ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην καὶ ἔχω καὶ ἐνταῦθα ἀντίτυ-
4307πον εἰς τὴν διάθεσίν σας.
4308§190Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4309Ἐὰν δὲν ἐννοῆτε πόσον εἰρωνικὸν εἶναι ἀπέναντι τῆς Κυ-
4310βερνήσεως τῆς τότε τὸ γραφόμενον...
4311§191Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
4312§192Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ... ἐὰν δὲν ἐνοήσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
4313ἔλεγεν ἡ τότε Κυβέρνησις, διὰ νὰ φέρῃ τὸν φόρον τῶν ἀρο-
4314τριώντων κτηνῶν, τότε νὰ ἀπαντήσητε.
4315§193Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ
4316ἀναγνώσω ἀπὸ τοῦ ἄλφα ἕως τὸ ὠμέγα, ἵνα πεισθῶ καὶ
4317ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος,
4318καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεκρούσατε· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς θὰ ἀπαν-
4319τήσω, ἔστω καὶ ἐὰν συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν. Ἐξακολουθεῖ
4320λοιπὸν ἐν τῇ σελίδι 13 ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς λέγων τάδε:
4321«Ἡ χονδροειδὴς αὕτη ἐργασία ἀποτελεῖ ἀκόμη....».
4322§194Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Χωρὶς οὐδὲν αὐτοῦ νὰ ἔχῃ προτέ-
4323ρημα. Φυσικά.
4324§195Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν παρακατιόντες,
4325κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει, φαίνεται, ὁ κ.
4326Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ὄψει του, ὅτε ἔγραφεν εἰς
4327τὸ σύγγραμμά του καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα προσέθετεν εἰς τὸ
4328τέλος αὐτοῦ: «Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ μεταβληθῶμεν; Ἔχομεν
4329συμφωνίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς· ἔχομεν βοηθὸν τὴν
4330συγγνώμην τοῦ τόσον δυσκόλως ἀντιλαμβανομένου καὶ τό-
4331σον εὐκόλως λησμονοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχομεν ὑπ’
4332ὄψει ἡμῶν τὸν ἑαυτόν μας».
4333§196Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἀληθῶς οὕτως ἐζήσαμεν.
4334§197Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν
4335ἀπὸ τοῦ 1894, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ τὴν ἔχῃ καὶ δι’ ἡμᾶς
4336ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι
4337ἠστεΐζετο, ὅτε ἔλεγε ταῦτα· εἰρωνεύετο τὸν φόρον ἐκεῖνον.
4338Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ ἔντιμος
4339Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προχθὲς ἀγορεύων εἶπεν ὅτι, ἐὰν
4340εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἀβέρωφ» προσετίθετο 120, τὸ πλοῖον
4341θὰ εἶχε βύθισμα περισσότερον· συνεπῶς ἡ πρόσκρουσις θὰ
4342ἦτο σοβαρωτέρα καὶ ἡ ζημία μεγαλειτέρα! Καὶ ἐν τούτοις
4343ἦλθε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ εἰρωνευόμενος ἦλθον νὰ εἴπω ταῦτα.
4344Εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν εὑρίσκεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
4345κονομικῶν. Ὁσάκις τὸν συμφέρουσι εἶναι σπουδαῖα τὰ λε-
4346γόμενα, ὁσάκις δὲν τὸν συμφέρουσι εἶναι εἰρωνεῖαι.
4347§198Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Τὸ πιστεύετε ὅτι εἶναι σπουδαῖα;
4348§199Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· τί εἶπε
4349τῷ 1894 κατὰ τῆς δεκάτης, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔρχεται, μετὰ
4350ταξίδιον ἐν Ἀμερικῇ, καὶ ὑποστηρίζει ἐν ἔτει σωτηρίῳ
43511911 καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνορθωτικῆς τὴν
4352δεκάτην; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ἦτο καὶ εἶναι ὑπὲρ
4353τῆς δεκάτης; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι τόσον τὸ χει-
4354ρότερον δι’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ χειρότερον διὰ τὸ ἔθνος
4355δυστυχῶς.
4356Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
4357μοσχεδίου παραβιάζεται αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Δὲν θὰ
4358σᾶς ἀπασχολήσω βεβαίως ἐξετάζων καὶ ἀναλύων ἓν ἕκα-
4359στον τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
4360παρεβιάσθη. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὸ νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω.
4361Παραβιάζεται ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος,
4362ἐν ᾧ φέρεται ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου
4363καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀνα-
4364λόγως τῶν δυνάμεών των». Διὰ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλ-
4365λεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, προσθέτου φόρου, δι’
4366αὐτὸ δὲ τὸ λέγω, καὶ τὸ τονίζω ἰδιαιτέρως καὶ ἐξαιρετι-
4367κῶς, ἵνα τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, περὶ προσθέτου φόρου πρό-
4368κειται, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισφέρει διὰ τοῦ νέου ἐξ ἴσου
4369πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας; Εἶπε καὶ ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνη-
4370σις δημοσίᾳ καὶ προχθὲς ἀκόμη ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος
4371τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν ὅτι θὰ ἄρῃ τὰ βάρη ἀπὸ τοὺς
4372ὤμους τοῦ λαοῦ καὶ θὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τοὺς ὤμους τῶν πλου-
4373σίων. Ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος δὲν ἀρέσκεται
4374εἰς αὐτὴν τὴν διάκρισιν. Κατὰ βάσιν καὶ κατ’ ἀρχὴν ἔχει
4375δίκαιον, διότι ἡ διαίρεσις τῶν πολιτῶν εἰς τάξεις εἶναι
4376ἐναντίον πάσης ἠθικῆς καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ
4377ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ.
4378§200Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὴν
4379διάκρισιν τῶν τάξεων. Δὲν ἀρέσκομαι καὶ ἀποκρούω ἐξ
4380ὅλης τῆς ψυχῆς τὸ νὰ σπείρηται ἡ διχόνοια μέχρις ἔχθρας
4381μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων, αἵτινες εἶναι τάξεις ἑνὸς
4382καὶ τοῦ αὐτοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται καὶ ὀφείλει νὰ
4383ζῇ ἐν ἀγάπῃ καὶ νὰ αἴρῃ πᾶσαν διχόνοιαν ἐκ τῆς διαφορᾶς
4384τῶν συμφερόντων καὶ οὐχὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ ἐντείνῃ
4385ταύτην.
4386§201Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος κατ’ ἀρχὴν
4387καὶ βάσιν. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τοῦτο, καθόσον
4388εἶμαι πολίτης Ἕλλην καὶ ὀφείλω νὰ παρακολουθῶ, ὡς
4389συνταγματικὸς πολίτης, τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα λέ-
4390γει ὅτι πάντες οἱ πολῖται πρέπει νὰ συνεισφέρωσιν. Ἡ
4391Κυβέρνησις, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι δύνανται νὰ συνεισφέρωσι
4392πάντες συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν
4393νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν, ἀλλά, ὅταν δὲν συνεισφέρῃ ὁ
4394Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του, τότε ὁ νό-
4395μος αὐτὸς εἶναι ἄντικρυς ἐναντίος πρὸς τὸ Σύνταγμα.
4396Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
4397λέγει ὅτι ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος
4398προηγουμένως αὐτήν. Δὲν θὰ θελήσω βεβαίως νὰ ἀσχοληθῶ
4399ἐπὶ συνταγματικῶν θεωριῶν, διότι δὲν εἶναι ἄλλως τε
4400καὶ ἐμὸν ἔργον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ἡ
4401βάσις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.
4402Δὲν δύναται ἡ μία ἐξουσία νὰ σφετερισθῇ τὰ δικαιώματα
4403τῆς ἄλλης. Ἄλλη εἶναι ἡ μία ἐργασία τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλη
4404εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ ἑτέρου. Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 59 τοῦ
4405Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλε-
4406ται οὔτε εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἔχει τὸ δικαίωμα μία
4407Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον ἀδιαφοροῦσα ἂν αἱ ἀρ-
4408χαί, τὰς ὁποίας ἀκολουθεῖ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ,
4409εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ λαοῦ. Δυ-
4410νατὸν νὰ εἶναι Κυβέρνησις ἀριστοκρατικῶν ἀρχῶν, ὀλιγαρ-
4411χικῶν καὶ ἀπολυταρχικῶν, ἀλλ’ αἱ ἀρχαί της αὗται εἶναι
4412ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὰς διαθέσεις ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος,
4413καὶ ὅτε εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν ἐσχάτην βαθμίδα τῆς
4414ἀναπτύξεώς του, καὶ τότε ἐν τῇ συνειδήσει του εἶχεν ἀρ-
4415χάς. Παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ
4416ὁποῖον μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφε-
4417ται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε παρέχεται
4418ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐπὶ
4419τούτου τοῦ ζητήματος θὰ θελήσω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βου-
4420λήν, διότι καὶ προηγουμένως εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον
4421τοῦτο. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὀφεί-
4422λετε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, πρὶν δώσητε τὴν ψῆφόν σας, καίτοι
4423γνωρίζω ὅτι θὰ τὴν δώσητε, ὅτι παραβιάζετε τὸ Σύν-
4424ταγμα ψηφίζοντες τὸν νόμον καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ θέσητε
4425τὴν χεῖρά σας εἰς τὴν συνείδησίν σας τώρα, διότι νομίζω
4426ὅτι θὰ εἶναι πολὺ ἀργά, ὅταν θὰ μετανοήσητε.
4427Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη: ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἀνάλογος
4428πρὸς τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶμεν; Εἶναι ἐπιτετραμ-
4429μένον εἰς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἰσέρχεται εἰς
4430τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τοιοῦτον
4431φόρον; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς ὑμᾶς, καὶ ἂν δὲν εἶναι
4432γνωστόν, πρέπει νὰ γίνῃ.
4433§202Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ
4434νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
4435§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
4436§204Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί,
4437καὶ ἂν δὲν εἶναι γνωστόν, ὀφείλει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶναι
4438γνωστόν, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ πόλις, ἡ ὁποία παρεῖχε τὸ πρό-
4439τυπον μιᾶς δημοκρατηθείσης ποτὲ πόλεως, εἶχε τὸν φόρον
4440τῆς δεκάτης, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν ὁ Πεισίστρα-
4441τος. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄμεσοι διάδοχοι αὐτοῦ, οἱ Πεισιστρατίδαι,
4442κατεβίβασαν τὸν φόρον αὐτὸν εἰς 20%. Οἱ Ἀθηναῖοι τότε
4443ἵδρυσαν ἐν τῷ Εὐξείνῳ πόντῳ ἀποθήκας καὶ ἐλάμβανον τὴν
4444δεκάτην ἀπὸ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο ἐκ τοῦ Ἑλλη-
4445σπόντου. Σημειώσατε ἐνταῦθα ὅτι ἡ δεκάτη δὲν ἀφῃρεῖτο
4446ἀπὸ τῶν πλοίων, ἐὰν δὲν ἀφῃροῦντο τὰ ἔξοδα τοῦ πλοῦ. Ἂς
4447ἔλθωμεν ἤδη ἐγγύτερον. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι καὶ οἱ Ῥωμαῖοι
4448εἶχον τὴν δεκάτην. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε ὡσαύτως ὅτι οἱ
4449δημοσιῶναι, οἱ publicani, λατινιστί, ἦσαν ἡ ἀφορμὴ νὰ στα-
4450σιάσωσιν οἱ Ἕλληνες κατὰ τῶν Ῥωμαίων. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουρ-
4451γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκολουθεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ Λουδοβίκου
4452ΙΔʹ, ὅστις, ὅτε ἱερεύς τις μετέβη παρ’ αὐτῷ καὶ τὸν ἠρώτησε
4453σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, τῷ ἀπήντησεν ὅτι «τὸν
4454στρατὸν τὸν παρέχουσιν οἱ εὐγενεῖς, τὰς εὐλογίας ὁ κλῆρος
4455καὶ τοὺς φόρους ὁ λαός». Τὰς ἀρχὰς ταύτας ἴσως ἀκολουθεῖ
4456ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατόπιν μιᾶς
4457ἐπαναστάσεως θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης,
4458τὸν ὁποῖον ἐν ἔτει 1894 αὐτὸς οὗτος ἐχαρακτήριζεν ὡς
4459ἀπομεινάριον τῆς τουρκικῆς βαρβαρότητος. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ
4460Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ κατάργησις τῆς δεκά-
4461της εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνεβίβασε τὸν Τρικούπην εἰς τὸ
4462σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν ἀνεβίβασεν. Ἀλλ’ ἤδη εὑρίσκο-
4463μαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἔντιμον κ.
4464Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἡ ἐπι-
4465τροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν Κρήτῃ λέγει ἐν τῇ ἐκθέ-
4466σει της ὅτι ἡ δεκάτη εἶναι ἀνάγκη ἀτυχῶς....
4467§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη.
4468§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχεν, οὐχὶ νὰ προστεθῇ
4469ἤδη; Φαντάζομαι δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους μετὰ ἕνα
4470αἰῶνα ἐλευθέρου βίου τί θὰ λέγωσιν, ὅταν εὑρίσκηται κυ-
4471βερνήτης, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον αὐ-
4472τόν. Εἶμαι περίεργος νὰ μάθω ποίαν ἰδέαν ἔχει αὐτὴν
4473τὴν στιγμὴν ἐν τῷ νῷ του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
4474περὶ τῶν συμπατριωτῶν του ἐν γένει καὶ περὶ τῶν ἐμῶν
4475κατὰ τὸ ἥμισυ. Τί ἆρά γε νὰ σκέπτηται εἷς Κρής, ὅταν ὁ
4476κ. Πρωθυπουργὸς λέγῃ· σοὶ ἐπαναφέρω τὴν δεκάτην; Δὲν
4477θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βή-
4478ματος τούτου περὶ τῶν ἐν Κύπρῳ συμβάντων. Ἐκείνην
4479τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ
4480ἀκούσητε, εἶναι αὕτη, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ
4481καθῆκον ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγό-
4482ρευσαν ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς δεκάτης, διὰ νὰ
4483ἴδητε ποίαν γνώμην ἐξήνεγκον, διὰ νὰ κανονίσητε καὶ ὑμεῖς
4484τὴν ψῆφόν σας. Ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος ὁμιλῶν περὶ
4485τῆς δεκάτης ἀπεκάλεσε τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως
4486ἅγιον, ἱερὸν καὶ δίκαιον. Τὴν ἀγόρευσιν δὲ ταύτην ἐκείνου
4487θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε συνέταξε τὸ νομο-
4488σχέδιον. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ δὲ κλπ». Δὲν
4489πιστεύω ν’ ἀμφιβάλῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι αἱ λέξεις αὗται προ-
4490ήρχοντο ἀπὸ νοῦν τόσον μέγαν ὅσον καὶ ἀπὸ συνείδησιν
4491ἐλαυνομένην πάντοτε ἀπὸ τὸ ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
4492Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, ἐὰν σᾶς ἀναγνώσω τί ἔλεγεν ὁ μακα-
4493ρίτης Μεσσηνέζης τότε περὶ τῆς δεκάτης. Ἰδοὺ τί ἔλεγε
4494(ἀναγινώσκει): «Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἐπαράτου δεκάτης,
4495ἑπομένως ζητῶ τὴν κατάργησιν αὐτῆς».
4496Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν τί εἶπεν ὁ τέως καθηγητὴς τῆς
4497πλουτολογίας κ. Σοῦτσος. Ὁ κ. Σοῦτσος ἐν τῷ Πανεπι-
4498στημίῳ κατεδίκασε καὶ αὐτὸς τὴν δεκάτην ὡς ἐπάρατον
4499καὶ ἀντιστρατευομένην πρὸς τὰς φιλελευθέρας ἀρχάς. Τώρα,
4500ἂν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων εἰσάγει φορολογίαν
4501ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σούτσου καὶ πρὸς τὰς
4502φιλελευθέρας ἀρχάς, αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς τὴν συνείδησίν
4503σας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
4504βερνήσεως ὁμιλήσας χθές, αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ θελήσω νὰ προσ-
4505βάλω, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μεροληπτικώτατον καὶ
4506ἰδοὺ οἱ λόγοι. Τὸ νέον νομοσχέδιον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι
4507μετεβλήθη εἰς τοὔμπαλιν, κατηργήθη δηλαδὴ ὁ φόρος τοῦ
4508βάμβακος ἐν Λεβαδείᾳ. Εἶναι ἀξιέπαινοι οἱ ἔντιμοι συνά-
4509δελφοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν
4510εἰς τὸ νὰ βοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διευθύνει τὰ
4511κοινά, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ
4512τῇ εἶναι ἐπωφελής, καὶ ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ ὠφελήσῃ εἰς
4513ψήφους τόσον τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς.
4514Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ
4515ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει:
4516(ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔκπτωσις αὕτη κλπ.» Ἀκούσατε τώρα
4517τί λέγει περὶ τῶν πωλητῶν: «Ἡ ἔκπτωσις αὐτὴ τῆς τι-
4518μῆς.... κλπ.». Αὐτὸ σημειώσατε ὅτι εἶναι καὶ εἰς τὸ προη-
4519γούμενον νομοσχέδιον. Ἐνῷ λοιπὸν κατηργήθη ὁ φόρος τοῦ
4520βάμβακος, διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου τὸ μέρος αὐτὸ μένει
4521ὡς ἔχει, ἤτοι θὰ πληρώνῃ 6%. Δὲν θέλω νὰ κακίσω τὸν
4522κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία
4523βεβαίως, ἐφ’ ὅσον προβάλλεται τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἐμ-
4524πιστοσύνης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῶν φίλων της,
4525ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ μέχρι τέλους, ἀλλ’
4526ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἐπιβάλλεται ἢ τοὐλάχι-
4527στον ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ἐὰν αὐξή-
4528σωσι τὸ ποσοστὸν εἰς 6%.
4529§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τροπολογίαν;
4530§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαιότατα καὶ θὰ τὴν ὑποβάλω.
4531Ὑποθέτω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ
4532Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀπαρνηθῇ τὴν προσθήκην ταύτην, διότι
4533δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὅτι δύναται ὁ ἔχων νὰ πληρώσῃ τὰ 6 νὰ
4534πληρώσῃ καὶ τὰ 8, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι καὶ ἀσφαλέστερα
4535ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι, διότι ἐκ τῶν ἄλλων εἶναι ζήτημα ἂν
4536θὰ εἰσπραχθῶσιν, ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
4537ἐξοδεύσωσι περισσότερα. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τοῦ προγράμματος,
4538ἡ μεγάλη, εἶναι ὅτι θέλω ν’ ἀφήσωμεν τὸν τρόπον τῆς βε-
4539βαιώσεως διὰ Β. Διατάγματος.
4540§209Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διότι μὲ προκα-
4541λεῖ ὁ ῥήτωρ. Θ’ ἀποδείξω ὅτι ὁ βάμβαξ δὲν δύναται νὰ
4542ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν τινά.
4543§210Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μήπως εἶσθε σεῖς ὁ μόνος Βου-
4544λευτὴς Ἀττικῆς; Ἐγὼ κατηγορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
4545Οἰκονομικῶν, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον
4546εἶχε τὸν φόρον αὐτόν, εἰς τὸ παρὸν τὸν ἀφαιρεῖ τῇ μεσολα-
4547βήσει τινὸς ἢ τινῶν βεβαίως ἐν τῷ μεταξύ. Θέλετε νὰ κρυ-
4548πτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας; Ἐπιέσατε τὴν Κυ-
4549βέρνησιν.
4550§211Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀνεμίχθη.
4551§212Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε τὴν ἀλή-
4552θειαν· ἄλλως τε δύνασθε ν’ ἀπέλθητε τῆς αἰθούσης.
4553§213Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Σεῖς ν’ ἀπέλθητε.
4554§214Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς εἴπετε;
4555§215Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Σεῖς ν’ ἀπέλθητε καὶ αὐτὰ μὴ τὰ κάμνετε
4556εἰς ἐμένα.
4557§216Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διατί; Εἶσαι παλληκαρᾶς;
4558§217Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Μάλιστα καὶ ἂν νομίζῃς ὅτι δύνασαι
4559νὰ μοὶ ἐπιβληθῇς, εἶμαι ἕτοιμος.
4560§218Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσαι ἀνόητος.
4561§219Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Εἶσαι σύ (ὁρμᾷ πρὸς τὸ Προεδρεῖον).
4562§220Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. (Ἁρπάζων τὸ μελανοδοχεῖον τοῦ
4563Προεδρείου...).
4564§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λαζαρῆ, ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φρά-
4565σιν σας. Ὑβρίσατε πρῶτος.
4566§222Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ὕβρισα πρῶτος.
4567§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Σᾶς προσ-
4568καλῶ ν’ ἀνακαλέσητε.
4569§224Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀντελήφθητε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ
4570πρῶτος ἐξέφρασα τὴν φράσιν αὐτήν, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ
4571μὴ ἀνακαλέσω.
4572§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προσκαλεῖται ὁ κ. Πατσου-
4573ράκος ν’ ἀνακαλέσῃ.
4574§226Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καθ’ ὑποχρέωσιν, κ. Πρόεδρε.
4575§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προχωρήσατε.
4576§228Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐζήτησε
4577παρ’ ἡμῶν νὰ δώσωμεν ψῆφον εἰς λευκὸν περὶ τοῦ τρόπου
4578τῆς βεβαιώσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι
4579εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, διότι ὤφειλε νὰ εἴπῃ τοῦτο
4580ἁπλῶς καὶ οὐχὶ νὰ τὸ κρατῇ δι’ ἑαυτήν. Ἐπαναλαμβάνω
4581νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς, διότι φωρᾶται
4582ἀνίκανος νὰ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πα-
4583ρὸν νομοσχέδιον, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ ὅτι
4584δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ποτὲ τοιοῦτόν
4585τι ἐν λευκῷ. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω ὡσαύτως ὅτι ἠκούσατε
4586ὅτι ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήμα-
4587τος τούτου, ὠργισμένος βεβαίως, εἶπεν ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντι-
4588πολιτευόμενοι κωλυσιεργοῦμεν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ
4589ἤδη· τίς κωλυσιεργεῖ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς
4590Βουλῆς μέχρι σήμερον; Κωλυσιεργοῦσιν οἱ δύο, οἱ τρεῖς, οἱ
4591πέντε ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τακτι-
4592κῶς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐκφέροντες τὴν γνώμην
4593των καὶ παρακολουθοῦντες τὰς παννυχίδας περισσότερον
4594παντὸς ἄλλου καὶ μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον
4595πρωτίστως νὰ προσέρχωνται ἢ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως;
4596Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι ἐκ 44 Βουλευ-
4597τῶν Ἀττικῆς μόλις περὶ τοὺς 15 παρακολουθοῦσι τὸ ἔρ-
4598γον τῆς Βουλῆς.
4599§229Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
4600§230Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τῶν τριακοσίων πεντή-
4601κοντα φίλων τῆς Κυβερνήσεως, πότε, κατὰ τὴν συζήτησιν
4602τοῦ Συντάγματος ἀκόμη, παρέστησαν περισσότεροι τῶν
4603διακοσίων; Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐν-
4604τεῦθεν παρέστησαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως πλείονες τῶν
4605150; Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, συνδέει τὸ παρὸν νομοσχέδιον
4606πρὸς τὴν τύχην της καὶ τὴν παραμονήν της εἰς τὴν Ἀρχήν.
4607Πόσοι ἐκ τῶν φίλων της εἶναι παρόντες; Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύ-
4608της τῆς κωλυσιεργίας, ἀγνοεῖτε τὴν ἑτέραν κωλυσιεργίαν
4609κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων; Εἰς πόσην ὥραν θὰ
4610ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια, ἂν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως
4611δὲν παρέτεινον τὰς συζητήσεις διὰ μακρῶν καὶ ἀσκόπων
4612ἀγορεύσεων; Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω ἐκεῖ-
4613νον ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην μειδιᾷ· πόσοι
4614εἶναι παρόντες σήμερον κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου
4615αὐτοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις συνδέει τὴν τύχην
4616αὐτῆς;
4617Ἐγὼ φειδόμενος τῆς Βουλῆς δὲν ἀνέγνων ὅσα ἔπρεπε
4618νὰ ἀναγνώσω, ἀκριβῶς ἵνα λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν του ἐκεῖνος, ὁ
4619ὁποῖος δὲν τὰ εἶχε λάβει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται
4620ἐν τῷ ἀδίκῳ κατηγοροῦσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολου-
4621θοῦσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τακτικώτατα, καὶ ὀφείλει
4622νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ἔπταισαν οἱ 2 ἢ 3 ἢ 5 ἀντι-
4623πολιτευόμενοι, ἀντιπολιτευόμενοι πάντοτε ἀπὸ χρηστοῦ συν-
4624ειδότος. Ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις ὅτι
4625πταίει αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς παρουσιάζει νομοσχέδια, τὰ
4626ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλουσιν ἐνσυνειδήτως νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶ-
4627ναι ἀμελέτητα, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητῇ τις ἐξ
4628ὑμῶν καὶ νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι εἶναι μεμελετημένον νομο-
4629σχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκουρελιάσθη,
4630συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν, ἐν τῇ συζητήσει. Μία Κυβέρ-
4631νησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν μὲ τόσας ὑπαχρεώσεις
4632ὤφειλε νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ἄλ-
4633λως τε ὤφειλε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπέβαλλε τὸ
4634πολιτικὸν συμφέρον, νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὸν Ὀκτώβριον.
4635Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
4636περὶ κοινοτήτων συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸ ὑπὸ συ-
4637ζήτησιν νομοσχέδιον. Πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
4638τοῦ Κράτους ὀφείλομεν νὰ περιμένωμεν τὸν χρόνον, καθ’
4639ὃν θὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς διὰ τὸ νομοσχέδιον
4640ἐκεῖνο, ὅπερ ὅμως πρέπει νὰ ἔλθῃ λίαν μεμελετημένον, διὰ
4641νὰ ζητήσωμεν εἶτα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συζη-
4642τουμένου νομοσχεδίου.
4643§231ΕΥΣΤΡΑΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρ-
4644τημα).
4645§232ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Συνεζητήθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ νο-
4646μοσχέδιον αὐτὸ καὶ εἰς τὸν νομόν, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν τι-
4647μὴν νὰ μὲ ἀποστείλῃ ἐνταῦθα, καὶ εὑρέθη ἀσύμφορον καὶ
4648ἐπαχθές. Ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ τόσον
4649σπουδαίου οἰκονομικοῦ μέτρου, τὸ μὲν διότι κατὰ τὸ πλεῖ-
4650στον οἱ ἐντολεῖς μου εἶναι γεωργοί, τὸ δὲ διότι οἰκείως
4651ἔχω πρὸς τὰ οἰκονομικά. Δὲν εἶχον ὅμως τὴν τύχην νὰ μὲ
4652καλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν σειράν μου καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ
4653εἶναι καταπεπονημένη. Δηλῶ ὅτι φιλελεύθερος ὢν ἀπὸ φύ-
4654σεως καὶ ἀνατροφῆς κατὰ τύχην ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ
4655ἀκολουθήσω τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ ἐντολὴ
4656εἶναι γενικὴ καὶ τὴν ἀκολουθῶ καὶ οὐδεμίαν παρέλειπον
4657ἡμέραν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔρχωμαι ἐνταῦθα. Ἤδη ὅμως εὑρίσκο-
4658μαι ἄντικρυς δύο ἐντολῶν, μιᾶς γενικῆς καὶ μιᾶς εἰδικῆς,
4659καθ’ ἣν οἱ γεωργοὶ ἐνετείλαντό μοι νὰ καταψηφίσω τὸ νο-
4660μοσχέδιον. Φρονῶ ὅτι τὰς δύο ταύτας ἐντολὰς θέτω ἀφ’ ἑνὸς
4661καὶ τὴν συνείδησίν μου ἀφ’ ἑτέρου, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς
4662τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ ὑποβάλω, δέον νὰ κα-
4663νονίσω καὶ ἤδη τὴν ψῆφόν μου οὕτως ὥστε νὰ εὑρεθῶ ἐν
4664τῇ ὄψει τῆς ἀποστολῆς μου.
4665§233Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω
4666διὰ δύο λεπτά.
4667§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ διὰ τὸν βάμ-
4668βακα;
4669§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτελείωσεν αὐτό.
4670§236Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ ἂς φύγῃ.
4671§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι φρασεολογία αὐτή, πρὸς Θεοῦ.
4672§238Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φέρονται κατ’ αὐ-
4673τὸν τὸν τρόπον, οὕτω πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις. Προκειμένου περὶ
4674τοῦ βάμβακος δύο λόγοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ
4675ἐπιβάλῃ φορολογίαν. Ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰσα-
4676γωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου βάμβακος.
4677§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία πρότασις περὶ
4678φορολογίας τοῦ βάμβακος· ὅλα αὐτὰ ἑπομένως εἶναι πε-
4679ριττά.
4680§240Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δὲν ἐξηναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις παρ’
4681οὐδενός· οὔτε ἦτο δυνατὸν μία τοιαύτη Κυβέρνησις νὰ ἐξα-
4682ναγκασθῇ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας τι-
4683νὰς εἰς τὸν βάμβακα.
4684§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
4685Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
4686λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
4687Βουλὴ παρεδέχθη.
4688Ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ πα-
4689ραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι «ναὶ»· οἱ
4690μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι».
4691(Ἐνεργεῖται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
4692τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κυρίων Μ. Νεγροπόντη
4693καὶ Ε. Μπαρδοπούλου κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψη-
4694φοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4695Νικ. Α. Στράτος ΝΠαν. Ἀραβαντινὸς Ο
4696Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Τερζάκης
4697Λ. Παπαφώτης Παν. Φραντζῆς
4698Ἀ. Γρίβας Γεώρ. Παπασπυρόπουλος
4699Σερ. Ψύχας Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν
4700Π. Καρασεβδᾶς Γεώρ. Παρασκευόπουλος Ν
4701Ἐπ. Σουλτάνης Νικ. Κόνδης Ν
4702Γ. Ποῦλος ΝἈθ. Σωτηριάδης Ν
4703Ἰ. Φαρμάκης Κωνστ. Οἰκονομόπουλος
4704Ἀντ. Ῥοντήρης Κωνστ. Καζαντζῆς Ν
4705Ἀ. Τριγώνης Γερ. Νοταρᾶς Ν
4706Ἐ. Λαμπρακάκης Δημ. Κούζης
4707Ἰωάν. Κανναβὸς ΝἈνδρ. Σαρλῆς Ν
4708Ἰωάν. Καλαντζόπουλος ΝΔημ. Ῥοῦσος Ν
4709Ἐ. Σπετσέρης Νικόλ. Δελακοβίας
4710Ἰ. Τσιγκόλης ΝΝικόλ. Σακελλαρίου Ν
4711Στεφ. Γρανίτσας ΝΓεώρ. Βλάσης
4712Γ. Ἰατρίδης ΝΧαρ. Σπηλιόπουλος
4713Ἰωάν. Κουρκουμέλης Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
4714Ἰωάν. Παπαθανασιάδης ΝἈναστ. Βάρβογλης
4715Ἰωάν. Χριστοδουλιάς Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος
4716Ἰωάν. Ἀκρίδας ΟἸω. Π. Μανέτας
4717Θεόφ. Θεοδωρόπουλος Δ. Πλαπούτας
4718Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἈλ. Παπαναστασίου Ο
4719Δημ. Καλέργης Ἰωάν. Μπακόπουλος
4720Ἀθ. Χριστόπουλος Δημ. Χηνιάδης Ν
4721Γεώρ. Νέζος Δημ. Καρέλας Ν
4722Ἀθ. Πετρόπουλος ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης
4723Χαρ. Στασινόπουλος Ἀλ. Ζαΐμης
4724Κωνστ. Ῥεβελιώτης Δ. Γκλαβᾶς Ο
4725Νικ. Τριανταφυλλᾶκος Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
4726Ἀ. Κατριβᾶνος Δ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΝ
4727Ἠλ. Φλέσσας Κων. Γόντικας Ν
4728Ἰωάν. Πολίτης ΝΝ. Κοντογούρης
4729Παν. Δεληβοριᾶς ΝἸω. Βέρροιος Ν
4730Σπυρ. Τσαγκάρης ΝΠολ. Πολυχρονιάδης Ν
4731Θ. Πέρρος ΝΠαν. Ζαΐμης
4732Χαρ. Βοζίκης Δ. Μάρκου
4733Ἀντ. Βούτσης Γεώρ. Κατσιμπίρης
4734Ν. Χαρδούβαλης Σπήλ. Ἀγαπητὸς
4735Περ. Ἀλεξάκης Ἀ. Φωτήλας Ν
4736Θεόδ. Γρηγορίου ΝἈ. Χοϊδᾶς Ν
4737Σπ. Σῖμος ΟΘεόδ. Ψυχαληνὸς
4738Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
4739Περ. Κ. Καραπᾶνος ΝΒασ. Ἀντωνόπουλος
4740Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς ΟἈ. Καφετζόπουλος
4741Πύρ. Καραπᾶνος Λ. Φλαμῆς Ο
4742Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Κων. Πανουτσόπουλος Ν
4743Ἐλ. Βενιζέλος ΝΝικ. Συριόπουλος Ν
4744Ἐμμ. Μπενάκης Θᾶν. Πετραλιᾶς
4745Φωκ. Νέγρης ΟΠ. Ἠλιόπουλος Ν
4746Παν. Χαροκόπος Χρ. Κορύλος
4747Κ. Ῥακτιβὰν Παν. Βουρλούμης Ν
4748Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΝικ. Ῥαφτόπουλος Ν
4749Γ. Ζερβουδάκης Χρ. Μεϊτάνης Ο
4750Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΔιον. Πολυζωγόπουλος
4751Π. Λαγοπάτης ΝἸωάν. Δογάνης Ο
4752Γεώρ. Στρατούλης ΝΓεώρ. Λαμπρινόπουλος Ν
4753Κ. Μᾶνος ΝΓεώρ. Ἀβέρωφ
4754Τιμ. Ἠλιόπουλος Νικ. Σταματιάδης
4755Δ. Βενιζέλος Δημ. Χρυσοστάλης
4756Μιχ. Γαλανὸς ΝΕὐάγ. Γεωργιάδης
4757Ἀ. Παναγιωτόπουλος ΝἸω. Μπουρνιᾶς Ν
4758Γεώρ. Πολίτης ΝΝικ. Ἀβέρωφ Ν
4759Ἰω. Ἀθανασάκης Γεώρ. Μπένος
4760Γεώρ. Νικολαΐδης ΝΝικ. Κάραλης Ν
4761Λουκᾶς Μπέλλος Κωνστ. Χατζηγιάννης
4762Ἀριστομ. Θεοδωρίδης ΝΔημ. Βάχλας
4763Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης ΝΓεώρ. Κοσόνας Ν
4764Κωνστ. Δεμερτζῆς Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
4765Θρ. Πετμεζᾶς ΟΜιχ. Σφακιανάκης Ν
4766Γεώρ. Καζανόβας ΝΠλούτ. Μαυρίκης
4767Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης ΝΒασ. Ἀθανασούλας
4768Γεώρ. Σταμπάδος Κων. Χατζάκος Ν
4769Θεμ. Μιχαλόπουλος ΝΓεώρ. Γαζέπης Ν
4770Δημ. Ἀνδρέου ΝΝικ. Πετσάλης Ν
4771Δημ. Ζαβογιάνης Ἰωάν. Λούντζης
4772Ἐμ. Κυταριόλος ΝΔιον. Κουλούμπαρδος
4773Βασ. Κυρέλλος Ἀναστ. Λούντζης
4774Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ΝΚαῖσαρ Ζέζας
4775Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κλάδης Ν
4776Σπ. Παπαχατζῆς ΝΝικ. Παπαδᾶτος
4777Σάββας Βαρβιτσιώτης ΝΚων. Ζαβιτσᾶνος
4778Λουκᾶς Κουτσοπέταλος Νικ. Βάρθης
4779Νικ. Ἀνδρεαδάκης ΝἈναστ. Σκιαδαρέσης Ν
4780Δημ. Λαζαρῆς ΝΣπυρ. Χατζάρης
4781Σπ. Θεοδωρόπουλος ΝΠαν. Μανωλίτσης Ν
4782Ἀθ. Πουλῆς Λ. Κογεβίνας Ν
4783Νικόλ. Ῥούσης ΝΣπυρ. Βλαντῆς Ν
4784Εὐθ. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
4785Χρ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
4786Ἀνδρέας Κρητικὸς Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
4787Λαυρ. Μαβίλης ΝΔημ. Οἰκονόμου
4788Κων. Κατηφόρης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
4789Σπ. Λάσκαρης ΝΝικ. Γεωργιάδης
4790Βασ. Πουλιάσης Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Ν
4791Κων. Ἀρβανιτάκης Δημ. Κουκιάδης
4792Διον. Βινιεράτος Γεώρ. Τσαξίρης
4793Π. Λιβιεράτος Γεώρ. Σχινᾶς
4794Σπ. Ἰγγλέσης ΝΓεώρ. Δρίβας
4795Νικ. Χαριτᾶτος ΝἈλέξ. Κασσαβέτης
4796Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
4797Πέτρος Βασιλόπουλος Γεώρ. Βλάχος
4798Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Πελ. Ἀγγελίδης Ν
4799Νικ. Ἀλιβιζᾶτος Κωνστ. Γιαννακόπουλος
4800Σπ. Φορέστης Φίλ. Ζαρζάμπας
4801Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ΝΧ. Μωραΐτης
4802Ὄθων Τετενὲς Νικ. Παπαϊωάννου Ν
4803Γεώρ. Μουσούρης Μιχ. Φωτιάδης Ν
4804Σωκρ. Ἀν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης
4805Θεόδ. Κοντομίχαλος Περ. Ἀποστολίδης
4806Λεων. Ἐμπειρῖκος Λεων. Ἀναγνώστου
4807Σταμ. Βαφειαδάκης Κωνστ. Ζησόπουλος
4808Δημ. Μάνθος ΝΧ. Δικαῖος
4809Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος
4810Κων. Καλομενόπουλος Παν. Φλέσσας Ν
4811Τριαντ. Παπαδὰμ ΝΠ. Κασίμης
4812Θωμᾶς Σκάσης ΝΝ. Παπαλέξης
4813Ἰάκ. Ἀβάζος Δημ. Κάβουρας Ν
4814Δημ. Ζαμᾶνος ΝΜ. Δαζέας
4815Νικ. Καμπάνης ΝἈ. Πετρομανιάτης Ν
4816Γεώρ. Ἐξαρχόπουλος ΝἈθ. Περρωτὴς
4817Ἀλέξ. Μαλασπίνας Π. Ἰατρόπουλος Ν
4818Γεώρ. Γαϊτᾶνος ΝΠ. Καράπαυλος
4819Ἀντ. Ῥεβίνθης Ἀνδρ. Κοκκέβης
4820Μᾶρκος Βαλληνδρᾶς Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν
4821Νικ. Καλβοκορέσης Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν
4822Κων. Ἀλαβᾶνος Δημ. Κανελλόπουλος Ν
4823Δημ. Πετσετάκης ΝἈθ. Αἰλιανὸς
4824Χαρ. Προβελέγγιος ΝἈντ. Ζησιμόπουλος Ν
4825Ἐμμ. Πατρίκιος Θεμ. Κουτσομητόπουλος
4826Ἰωάν. Μαμάης Γεώρ. Σπηλιόπουλος Ν
4827Ἰωάν. Κασδόνης Κωνστ. Γριγγέτας Ν
4828Ἀντ. Φραγκίσκος Γεώρ. Ῥάλλης
4829Δημ. Καΐρης Γεώργ. Μποῦτος
4830Θαλ. Κουτούπης ΟἸωάν. Κουρτάκης
4831Γεώρ. Φικιώρης Φώτ. Βακαλόπουλος
4832Κωνστ. Μέρμηγκας Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν
4833Γεώρ. Οἰκονόμου Μαν. Πιπιλῆς Ν
4834Εὐστρ. Κουλουμβάκης ΝΠαν. Μερλόπουλος
4835Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
4836Νικ. Πετροπουλάκης ΝἸωάν. Λεωνίδας
4837Γεώργ. Τσοχώνης Πέτρος Γκίνης Ν
4838Παν. Πετροπουλάκης ΝἈλέξ. Διομήδης Ν
4839Παν. Κουμάνταρος ΝἈνδρ. Ἀναργύρου
4840Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
4841Βασίλ. Μιχαλέας Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ο
4842Ἰωάν. Βαββανάκος Δημ. Θεοδοσόπουλος Ο
4843Ἰωάν. Πατσουράκος ΟΠαυσ. Ζωγλοπίτης
4844Χρ. Πετρέας ΝΓεώρ. Ζούκας Ο
4845Πέτρος Μαυρομιχάλης Κωνστ. Σταμούλης
4846Ἰωάν. Κοττίκας Σπυρ. Ματσούκας
4847Βασίλ. Γρίβας Ῥήγας Χατζηρήγας
4848Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟἸ. Παπαλουκᾶς
4849Ν. Γαρδικιώτης ΟἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
4850Δημ. Μπούσδρας ΟΜιλτ. Σακελλαρίου
4851Γεώργιος Τάγιας Κ. Λιδωρίκης
4852Κωνστ. Παπακυρίτσης ΟΘεμ. Παπαϊωάννου Ν
4853Χρ. Καρᾶς ΟΝ. Ξηρὸς. Ν
4854Ἀ. Θανόπουλος ΟΝικ. Φραγκίστας Ν
4855Νικ. Γιουβρῆς Ἰωάν. Γιδογιάννος
4856Γεώργ. Καθάργιος Νικ. Πολιτόπουλος
4857Χρ. Βλάτσιος. Κωνστ. Περιβολιώτης
4858Δημ. Κουκουλέτσος ΟἸωάν. Γιαμαρέλος Ν
4859Γεώρ. Σπυρόπουλος ΟἈνδρ. Μαρλᾶς
4860Ἀλέξ. Γιαννουσίου Τάκης Δημ. Δεδούσης
4861Γεώργ. Ῥάμμος ΟΓεώργ. Συγγούρης Ο
4862Εὐθ. Μαντόπουλος ΟΣτέφ. Σομμαρίπας
4863Λάμπρος Περιστέρης Κωνστ. Δημοκωστούλας
4864Θεμ. Ῥαφαλιᾶς Ἰωάν. Γραμματίκας
4865Κυρ. Κυριαζόπουλος Ἡρ. Βελλόπουλος Ο
4866Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ἀθ. Χριστίδης Ν
4867Παναγ. Βερβενιώτης Γεώργιος Πὼπ
4868Γεώργ. Καλλίτσης Δημ. Βρατσᾶνος
4869Ἰωάν. Μᾶνος ΝἘμ. Παγκάρας
4870§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 155, ἐξ ὧν 126
4871εἶπον ναί, 1 ἠρνήθη καὶ 28 εἶπον ὄχι. Κατὰ συνέπειαν
4872τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
4873Ἄρχεται ἤδη ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
4874Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
4875Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ
4876κυρίου Β. Κυρέλλου προτείνουσα νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «σα-
4877νοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρα-
4878καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
4879δὲν παρεδέχθη.
4880§243Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4881Παρακαλῶ νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις τοῦ 3ου ἐδαφίου
4882παντὸς ἄλλου εἴδους κλπ. δημητριακῶν καρπῶν» διὰ τῆς
4883φράσεως «τοῦ σανοῦ (κριθῆς ἢ βρόμης)».
4884§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρ-
4885θρου τούτου τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἀ. Χριστίδου καὶ Π.
4886Βουρλούμη. Ἀποσύρονται.
4887Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ
4888κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ
4889ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
4890δέχθη.
4891Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
4892§245Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
4893γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐνταῦθα τὴν ἔκπτωσιν τὴν
4894μέχρι τῶν ἑκατὸν κοιλῶν αὐξήσῃ εἰς 40 κοιλά. Ἄ-
4895γομαι εἰς τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ ἡ
4896αὔξησις αὕτη, καθόσον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἐπὶ ἐπιμόρτου καλ-
4897λιεργείας λέγεται ὅτι ἡ ἔκπτωσις θὰ εἶναι 20% διὰ τὸν
4898ἰδιοκτήτην καὶ ἄλλο τόσον διὰ τὸν ἐπίμορτον καλλιεργη-
4899τήν, οὕτως ὥστε εἰς τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν θὰ ἔχω-
4900μεν ἔκπτωσιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς παραγωγῆς 40%.
4901Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια.
4902§246Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἴκοσι τὸ μέρος τοῦ καλλιεργητοῦ
4903καὶ εἴκοσι τὸ μέρος τοῦ ἰδιοκτήτου.
4904§247Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα· εἴκοσιν ἐπὶ τοῦ ἡμί-
4905σεως. Ἀλλ’ ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς δὲν ἔχει καταβάλει
4906οὔτε σπορὰν οὔτε ἄλλο τι, ἐνῷ ὁ αὐτοκαλλιεργῶν καὶ κατα-
4907βάλλων αὐτὸς τὴν σπορὰν καὶ παράγων μόνον 100 κοιλὰ
4908θὰ εὑρίσκηται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Συνεπῶς εἶναι δίκαιον νὰ αὐ-
4909ξηθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς ἀπαλλαγῆς. Τοὐλάχιστον νὰ ὁρισθῇ
4910ὅτι μέχρις 100 κοιλῶν ἡ ἀπαλλαγὴ εἶναι 30–40, δύνασθε
4911δὲ τὴν ἐκ τούτου μείωσιν — διότι πραγματικῶς θὰ ἐπέλθῃ
4912μείωσις τοῦ ποσοστοῦ — νὰ τὴν ἀντικαταστήσητε μὲ μίαν
4913αὔξησιν δικαιοτάτην εἰς τὸ ἄρθρον 6, διότι ἐκεῖ προστίθε-
4914ται 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἐντατικῆς καλ-
4915λιεργείας.
4916§248Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ναί, ἀλλὰ φορολογεῖται καὶ ὁ βάμ-
4917βαξ εἰς τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν.
4918§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐπιεικεῖς καὶ
4919ἀρκεταὶ αἱ ἀπαλλαγαί, κύριε Βουλευτά· δὲν εἶναι δυνατὸν
4920νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη.
4921§250Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ ἀπαλλαγή.
4922Ἠδύνατο ἐπίσης νὰ αὐξηθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ ἄρθρου 8
4923ἐπὶ τῶν διαμενόντων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
4924§251Γ. ΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ παραγωγῆς μέχρις 100 κοιλῶν εἶναι
4925δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καθιερωθῇ ἡ ἔκπτωσις 30 κοι-
4926λῶν σίτου καὶ ἀραβοσίτου, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ὁ ἄρτος τῶν
4927γεωργῶν. Αἱ οἰκογένειαι αὐταὶ τρέφονται μὲ ἀραβόσιτον, ἡ
4928δὲ τροφὴ τοῦ ἀραβοσίτου εἶναι σημεῖον ἐσχάτης ἐνδείας. Ἡ
4929δικαιολογικὴ βάσις δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ εἶδος τῆς
4930σπορᾶς.
4931§252Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πρόκειται περὶ σίτου, κριθῆς ἢ ἀρα-
4932βοσίτου, καὶ ἡ ποσότης τῶν 20 κοιλῶν ὑπερβαίνει πολὺ
4933τὸν σπόρον. Καθὼς γνωρίζετε, οἱ καλλιεργηταὶ συνήθως
4934καλλιεργοῦσι δύο εἴδη τοιούτων καρπῶν, ὁπότε θὰ ἔχωσι
4935δύο τοιαύτας ἀπαλλαγάς, θὰ ἔχωσι δηλαδὴ ὁπωσδήποτε
4936ἀπαλλαγὴν 35 κοιλῶν.
4937§253Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Θεωρῶ δικαίαν τὴν αὔξησιν διὰ δύο λό-
4938γους, διότι, ἐὰν παράγῃ τις 75 κοιλά, τότε βεβαίως εἶναι
4939μία αὔξησις, ἐὰν ὅμως ἡ παραγωγὴ εἶναι 70 κοιλά, τότε
4940οὐδεμία αὔξησις ὑπάρχει, διότι, ἂν λάβωμεν τὴν ἀναλογίαν
4941ἕν πρὸς τρία, τότε τὰ 20 κοιλὰ εἶναι ὁ σπόρος. Δὲν τῷ
4942χαρίζομεν τίποτε, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἢ πρέπει
4943νὰ αὐξηθῇ κατὰ 5 κοιλά, δηλαδὴ νὰ γίνῃ 25, ἢ τοὐλά-
4944χιστον διὰ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ φορολογηθῇ,
4945νὰ τοῦ ἀφαιρῶνται 20% τῆς γενικῆς ἐκπτώσεως. Λοιπὸν
4946ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει 25 κοιλά.
4947§254Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ ἐπι-
4948τροπή, πόσην μείωσιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου ὑπολογί-
4949ζετε; Ἔχετε κάμει ὑπολογισμόν;
4950§255Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ὄχι.
4951§256Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔκαμα πρόχειρον ὑπολογισμὸν καὶ
4952εὑρῆκα ὅτι δὲν εἶναι πλειότερον τῶν 300,000 δραχμῶν.
4953§257Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μετὰ πάσης ἐπιμε-
4954λείας ἐπεξειργάσθημεν τὸ νομοσχέδιον, ὑπεδείξαμεν δὲ μά-
4955λιστα καὶ αὔξησιν φορολογικήν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ.
4956Ὑπουργός, διότι περιέλαβεν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον
4957ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν περιέλαβεν εἰς τὸ πρῶτον. Ὡς πρὸς
4958δὲ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας περιέλαβεν ἐπίσης αὔξησιν
49591%, ἤτοι ἀπὸ 6 ἐγένοντο 7. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἀφήνομεν
4960ἔκπτωσιν εἰς τοὺς κολλήγας 30% διὰ τὸν σῖτον καὶ
496125% διὰ τὰ ἄλλα εἴδη, ὁμοφώνως δὲ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
4962κατελήξαμεν πάντες ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀφήσωμεν 25
4963κοιλὰ εἰς ἕκαστον παραγωγόν.
4964§258Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι 30%, διότι ἐννοεῖται ὄχι
4965ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐφ’ ἑνὸς μέρους· ὁ χωρικὸς
4966δηλαδὴ ἐργάζεται, ἀλλ’ ἀπολαμβάνει πολὺ ὀλιγώτερον
4967προϊὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἡ αὔξησις εἶναι 30%.
4968§259Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τὸ ἴδιον λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
4969§260Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι καθόλου τὸ ἴδιον, διότι δὲν
4970ἔχει ὅλην τὴν παραγωγὴν ἰδικήν του. Δὲν δύνασθε νὰ συγ-
4971κρίνητε παραγωγὴν ἠλαττωμένην πρὸς μείζονα.
4972§261Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι
4973δὲν ἔχουσιν 70 κοιλά, καταντᾷ νὰ φορολογῶνται τὸν σπό-
4974ρον, διότι ἀφήνομεν 20 κοιλὰ διὰ σῖτον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
4975καί, ἐάν τις κάμῃ 70 κοιλά, πάλιν θὰ εἶχε δέκα ἑπτά. Νὰ
4976διαγράψωμεν τότε αὐτὴν τὴν παράγραφον, διότι εἶναι δῶ-
4977ρον ἄδωρον. Εἶναι δὲ καὶ μία ἄλλη ἀδικία, τὴν ὁποίαν θὰ
4978παρακαλέσω νὰ προσέξητε, καὶ νὰ μείνωσιν αὐτὰ τὰ κοιλὰ
4979εἴκοσιν. Ἐὰν ἔχῃ τρία κτήματα καὶ σπείρῃ κριθήν, σῖτον
4980καὶ ἀραβόσιτον, δύναται νὰ παραγάγῃ 20, 15 καὶ 15, ἤτοι
498150· ἕτερος παράγει μόνον ἀραβόσιτον ἢ μόνον σῖτον καὶ πα-
4982ράγει κοιλὰ 50· εἰς αὐτὸν μὲ τὰ 50 ἀφήνομεν ἀφορολό-
4983γητα μόνον 15, τὰ ἄλλα δὲ 35 τὰ φορολογοῦμεν· τὸν
4984ἕτερον, ὁ ὁποῖος ἔχει τριῶν εἰδῶν παραγωγήν, δὲν τὸν φο-
4985ρολογοῦμεν διόλου. Ὑπάρχουσι δὲ ὁλόκληροι ἐπαρχίαι,
4986ὅπως ἡ τῶν Φαρσάλων, εἰς τὰς ὁποίας σπείρεται μόνον
4987σῖτος, εἶναι δὲ καὶ ἕτερα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα σπείρεται μό-
4988νον ἀραβόσιτος, δὲν φθάνει δὲ διὰ τὴν τροφήν των καὶ
4989ἀναγκάζονται νὰ ἀγοράσωσιν ἐπιβαρυνόμενοι καὶ μὲ ἀγώ-
4990γιον ἀπὸ τῆς θαλάσσης μέχρι τῶν ὀρέων. Νομίζω λοιπὸν
4991δικαιότατον νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ ἀραβοσίτου,
4992ἢ νὰ τὸ κάμωμεν τοὐλάχιστον 25 ἐξ ἑκάστου· ὅταν δὲ
4993εἶναι 25 ἐξ ἑκάστου εἴδους παραγωγῆς, νὰ τὸ κάμωμεν
499440 κοιλά.
4995§262Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν τὸ δέχομαι.
4996§263Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἶναι ἐλάχιστον τὸ ποσὸν αὐτό. Πρό-
4997κειται δὲ περὶ τῶν πενεστέρων τάξεων.
4998§264Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον.
4999§265Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις προσήγαγε τὸ
5000νομοσχέδιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὡρισμένον ποσόν. Νομίζω ὅτι
5001ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν πρέπει νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ περισ-
5002σότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν. Ἅπαξ σκε-
5003φθεῖσα νὰ αὐξήσῃ ἐκ μιᾶς πηγῆς τὸ ἔσοδον τῶν κατοικούν-
5004των εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῇ μίαν ἀνά-
5005λογον μείωσιν ἀπὸ ἕν μέρος.
5006§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι καλύπτει αὐτὸ τὸ
5007ποσὸν τὴν μείωσιν, κύριε Βουλευτά;
5008§267Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς. Ἔχομεν 150 χιλιάδας οἰ-
5009κογενειῶν. Ἐκ τούτων, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ἥμισυ
5010παράγουσι τὰ 70 κοιλὰ—ἐγὼ μένω εἰς τὴν βάσιν τοῦ νο-
5011μοσχεδίου—ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι 75,000 παράγουσιν
5012ἕως 70 κοιλά, καὶ ἐξαιρεθῶσι κατὰ 10, ἀντὶ εἴκοσι τριά-
5013κοντα κοιλά, θὰ ἔχωμεν 750 κοιλὰ ἐξαιρετέα· ἀπὸ 5%
5014ποῦ εἶναι ὁ φόρος 31,000, ἀπὸ ἕξ δραχμὰς 220,000· ὑπο-
5015θέτω δὲ ὅτι 220,000 θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν κατοικούν-
5016των εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης αὐξήσεως. Καὶ
5017λέγω τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ αὐξή-
5018σητε τὰ εἴκοσιν εἰς τριάκοντα. Ἅμα δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν
5019ὅτι οὐδεμία γίνεται ἐξαίρεσις δι’ αὐτούς, νομίζω ὅτι ἡ Κυ-
5020βέρνησις τότε θὰ εἶναι μὲ τὴν συγκατάθεσιν ὅλων, καὶ
5021ἐκείνων ἀκόμη, ὑποθέτω, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν. Ἀπὸ ἄλλην
5022τινὰ μείωσιν θὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωσι 50–60 χι-
5023λιάδας.
5024§268Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι μεγίστη.
5025§269Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Διότι εἶναι 220,000. Πάν-
5026τοτε ἡ αὔξησις θὰ φέρῃ ἕν ποσὸν καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω,
5027θὰ παραστήσωμεν τὸν φόρον τότε ὡς δίκαιον.
5028§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πειράζει. Χα-
5029ρακτηρίσατέ τον ὡς ἄδικον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς πα-
5030ρακαλέσω, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν τόσον χρόνον, διὰ νὰ φθά-
5031σωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ ζητῆτε
5032νὰ καταναλίσκεται περισσότερος χρόνος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
5033νομίζουσιν, ἀρξαμένου τοῦ νομοσχεδίου νὰ ψηφίζηται, ὅτι
5034εἶναι βαρύ, δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ προκαλέσωσι μίαν ψηφοφο-
5035ρίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀπορρίψωσι τὸ νομοσχέδιον ἢ νὰ
5036ἀποκλείσωσι μίαν βάσιν αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνη-
5037σις νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ κάμῃ οὔτε τὴν
5038ἐλαχίστην μεταβολὴν νομίζω ὅτι προσῆκον εἶναι ἢ νὰ ψη-
5039φισθῇ καὶ νὰ προχωρήσωμεν, ἢ νὰ καταψηφισθῇ καὶ πάλιν
5040νὰ τελειώσωμεν· νὰ μὴ ὑποβαλλώμεθα τὴν τελευταίαν
5041στιγμήν, μετὰ τοιαύτην συζήτησιν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, καὶ
5042εἰς ἄλλους κόπους. Τὸ νὰ ἐρχώμεθα τώρα καὶ νὰ λέγωμεν
5043ὅτι: —ἐὰν δεχθῆτε τοῦτο, τότε δὲν θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν
5044λαὸν ὅτι εἶναι βαρὺ—δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρόν. Ἕκαστος ἂς
5045εἴπῃ εἰς τὸν λαὸν ὅ,τι θέλει!
5046§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυ-
5047πουργοῦ θὰ ἠδύνατο πᾶς τις ἐξ ἡμῶν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι κατὰ
5048τὴν τελευταίαν στιγμήν, μετὰ τοσαύτην συζήτησιν, δὲν θὰ
5049εἶναι ἡ Κυβέρνησις εὐδιάθετος νὰ μεταβάλῃ ἐκεῖνα, τὰ
5050ὁποῖα ἅπαξ ἀπεφάσισεν, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ὑπολογι-
5051σμῶν καταρτίσασα τὸ νομοσχέδιόν της. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι
5052ὁ φόρος, ὡς εἶπον, εἶναι ἄδικος. Ἐκφράζω διὰ τοῦτο μόνον
5053τὴν εὐχήν, ὅπως κατὰ τὸ φθινόπωρον ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ
5054τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει προοδευτικῆς φορολο-
5055γίας καὶ συνεπῶς νὰ ἀφήσῃ ἀφορολόγητα τὰ εἰσοδήματα,
5056τὰ ὁποῖα, ἐὰν φορολογηθῶσιν, ἀναντιρρήτως θὰ ἐπιβαρύνωσι
5057φοβερὰ τὸν λαόν.
5058§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
5059Τὸ 2 ἄρθρον ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ διορθοῦται ὡς ἑξῆς
5060κατόπιν τῆς μεταβολῆς τοῦ 1 ἄρθρου.
5061Ἄρθρον 2.— «Ἐκ τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον φό-
5062ρου ὁρίζονται ἐκπτώσεις:
5063αʹ) 20% διὰ τὸν σῖτον καὶ σμιγόν, 15% δὲ διὰ τοὺς
5064λοιποὺς δημητριακοὺς καρπούς, ὡς καὶ τὸν σανόν (κριθῆς ἢ
5065βρώμης), ἐπὶ τοῦ συγκομιζομένου ποσοῦ ἐν οἱᾳδήποτε περι-
5066πτώσει καὶ ἐν πάσῃ σχέσει καλλιεργείας».
5067Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Μ. Σφακιανάκη.
5068Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μ. Σφακια-
5069νάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
5070Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5071Τροπολογία τοῦ κ. Α. Χριστίδου.
5072§273Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου
5073τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποσύρω. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέλαβε τὴν
5074εὐθύνην ἀκεραίαν νὰ πείσῃ τὸν λαὸν ὅτι εἶναι ὁ φόρος δίκαιος.
5075§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Β. Κυ-
5076ρέλλου, καθὼς καὶ ἡ τοῦ κ. Σακελλαρίου.
5077Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
5078λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5079Βουλὴ παρεδέχθη.
5080Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
5081Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καρᾶς.
5082§275ΧΡ. ΚΑΡΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
5083Κυβερνήσεως δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, ἀλλὰ θὰ ὑποβά-
5084λωμεν μίαν παράκλησιν διὰ μίαν τάξιν καὶ ἂν θέλῃ ἂς τὴν
5085δεχθῇ. Πρόκειται περὶ τῶν καλλιεργητῶν τῶν Στεφανοβι-
5086κείων κτημάτων. Ὡς γνωστόν, αὐτοὶ ἐπὶ τριακονταετίαν
5087εἶναι ὑποχρεωμένοι τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματός των νὰ πλη-
5088ρώνωσι πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς τοκοχρεολύσιον. Πῶς θὰ τοὺς
5089χαρακτηρίσωμεν; Ὡς ἰδιοκτήτας ἢ ὡς ἐπιμόρτους καλλι-
5090εργητάς; Διότι ὑπάρχει διαφορά· οἱ μὲν ἐπίμορτοι θὰ δί-
5091δωσι 4%, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται θὰ δίδωσιν 6%. Ἑπομένως
5092παρακαλοῦμεν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπι-
5093μόρτων καλλιεργητῶν οἱ ἀγορασταὶ τῶν Στεφανοβικείων,
5094διότι ὁ αὐτὸς ὑφίσταται λόγος, καθόσον οὗτοι, ἀντὶ νὰ κατα-
5095βάλλωσι πρὸς τὸν τσιφλικιοῦχον, ὅπως οἱ ἐπίμορτοι καλλιερ-
5096γηταί, καταβάλλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον χρεολυτικὰς δόσεις.
5097§276Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφο-
5098ρᾷ τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς. Τοὺς λόγους, ἕνεκα
5099τῶν ὁποίων ὑπεδεικνύετο ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν γεωργῶν τού-
5100των ἐκ τῆς προκειμένης φορολογίας, εἶχον ἀναπτύξει διὰ
5101μακρῶν. Εἰς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων μου εἶχον ἐπικαλεσθῆ καὶ
5102τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, ἰδίᾳ δὲ τὰ ἐν Ρωμουνίᾳ. Κατὰ
5103τὴν ἀνάπτυξιν ὅμως τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ δύο ἐκ τῶν
5104κυρίων συναδέλφων ὑπέβαλον τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ ἰσχυ-
5105ρισμοῦ τούτου. Εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἀμφισβητήσεως ταύτης
5106εἶχον δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐγγράφως ἤθελον ἀναι-
5107ρέσει. Συντομώτατα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω
5108περικοπήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται τί ἀκριβῶς συμ-
5109βαίνει ἐν Ρωμουνίᾳ (ἀναγινώσκει Ἐφημ. Συζητήσεως τῆς
5110Βουλῆς Περιόδου Ηʹ, Συνόδου Αʹ, σελ. 995, αʹ στήλην,
5111ἀπὸ τρίτον στίχον): «Ὅτε ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖ τοὺς δού-
5112λους, ἐσυλλογίσθησαν ὅτι, διὰ νὰ τοὺς καταστήσουν πρά-
5113γματι ἐλευθέρους, ἔπρεπε νὰ τοῖς δώσωσι καὶ γῆν, ὅση τοῖς
5114ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ ζήσουν. Μόνον εἰς τὴν Ἑλ-
5115λάδα—ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος κατὰ τὸ 1880—
5116δὲν ἐσυλλογίσθημεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ μέχρι τοῦ 1871
5117ὁ περισσότερος γεωργικὸς πληθυσμὸς ἔμενεν ἄνευ ἰδιοκτη-
5118σίας μέχρις οὗ ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς
5119γῆς. Ὑπεχρέωσαν λοιπὸν ἐκεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ δώσουν
5120εἰς ἕκαστον ἀπελεύθερον 55 στρέμματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον
5121νὰ πληρώσουν ἐπὶ μετριωτάτῳ τιμήματι ἑνὸς φλωρίου
5122κατὰ στρέμμα (τὸ φλωρίον ἰσοδυναμεῖ πρὸς 12 ἢ 14 δραχ.
5123τὸ στρέμμα) καὶ τοῦτο χρεολυτικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνόσῳ
5124δὲ ἐξακολουθεῖ ἡ πληρωμὴ τῆς χρεολυτικῆς ταύτης δό-
5125σεως αἱ γαῖαι ἐκεῖναι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔγγειον φόρον·
5126εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, ὅταν θὰ λήξουν αἱ χρεολυτικαὶ
5127δόσεις, τίνι τρόπῳ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις θέλει προσδιο-
5128ρίσει καὶ αὐτῶν τῶν γαιῶν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι
5129αὐταὶ δὲν ἐνοικιάζονται, ἀλλὰ καλλιεργοῦνται ἀπὸ τοὺς
5130ἰδίους χωρικούς».
5131Ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν σύστασιν,
5132τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὁ κ. συνάδελφος πρὸ ὀλίγου. Τὴν
5133ἀξίωσιν ταύτην καὶ ὁ νόμος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων
5134κτηνῶν τὴν ἀνεγνώριζεν ἄλλοτε. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ
5135φορολογία τῶν ἀροτριώντων ἐτηρήθη μὲν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς
5136μεγαλοϊδιοκτήτας, ἀπήλλασσεν ὅμως οὗτος τοὺς καλλιεργη-
5137τὰς ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ δίκαιον
5138νὰ ἀπαλλαγῶσιν, ἂς κάμῃ τὴν σύστασιν ταύτην δεκτήν,
5139ἄλλως ἂς ἀφομοιώσῃ τοὺς ἀγοραστὰς τῶν Στεφανοβικείων
5140κτημάτων πρὸς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς, διότι ἐκεῖνο,
5141τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θὰ ἔδιδον εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον, τὸ δίδουσι
5142σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον.
5143§277Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5144Εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον δὲν ἔδιδον τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ
5145γεώμορον, εἰς τὸ Δημόσιον δίδουσιν ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου
5146θὰ γίνωσι κύριοι τῆς γῆς, δηλαδὴ ἀγοράζουσι τὸ κτῆμα.
5147§278Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Ὑ-
5148πουργέ, τὸ ἐγνώριζον. Ἀντίρρησις ἐπὶ ἑκάστης προτάσεως
5149ὑπάρχει καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ κάμητε
5150δεκτὴν τὴν πρότασιν ἢ ὄχι. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ κά-
5151μωμεν πρότασιν, ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι οὔτε
5152τοὺς μὲν δύναται νὰ ἀφομοιώσῃ οὔτε τοὺς ἐπιμόρτους καλ-
5153λιεργητὰς νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας, θὰ εἶναι δίκαιον
5154τὸ ποσοστὸν τὸ ἀφορολόγητον νὰ τὸ αὐξήσῃ.
5155§279Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ οὔτε αὔξησιν φόρου ἐπιθυμῶ
5156οὔτε ἄλλο τίποτε· ἁπλῶς εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν, τὴν
5157ὁποίαν θὰ ἀναγνώσητε. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὰ εὐερ-
5158γετήματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς κολλήγας. Ὅπως
5159ὅμως ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 5 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ
5160ἄρθρον 3, εἶναι μόνον εἰς τὸ χαρτὶ γραμμένον. Δὲν γνωρίζω
5161ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνωσε τὴν τροπο-
5162λογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς κολλήγας, κολλῆγαι δὲ μόνον
5163ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι ὑπάρχουσιν. Ὁ ἐνοικιαστὴς εἶ-
5164ναι ὁ πράγματι κύριος τοῦ κτήματος. Ὁ ἰδιοκτήτης ἕνα
5165σκοπὸν ἔχει, νὰ τσεπώσῃ τὸ ἐνοίκιον, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα ἀδια-
5166φορεῖ. Οἱ ἰδιοκτῆται θὰ καταδολιεύωνται τὸν νόμον καὶ ὡς
5167ἐκ τούτου οἱ χωρικοὶ θὰ πληρώνωσιν 9½%.
5168§280Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Προβλέπει περὶ τούτου τὸ νομο-
5169σχέδιον.
5170§281Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ κάμνω τὴν σύστασιν,
5171τὴν ὁποίαν καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔκαμον, περὶ ἀπαλλα-
5172γῆς ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν
5173σπειρομένων γαιῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5174Οἰκονομικῶν ὅτι οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ ὑπόκεινται εἰς
5175ὅλας τὰς δαπάνας τῆς συγκομιδῆς καὶ τῆς καλλιεργείας
5176καὶ αἱ δαπάναι αὗται βαρύνουσιν αὐτοὺς καὶ μόνον. Εἶναι
5177ἑπομένως δίκαιον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπο-
5178λαμβάνουσι παρὰ τοὺς καρποὺς τῆς ἐργασίας των, νὰ ἀπαλ-
5179λαγῶσιν ἐντελῶς, οἱ δὲ ἀπολαμβάνοντες τὸ καθαρὸν εἰσό-
5180δημα δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν
5181σπειρομένων γαιῶν. Πιστεύω ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ληφθῶ-
5182σιν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν θὰ εἶναι ἐν τελείᾳ γνώσει τοῦ συ-
5183στήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ διατε-
5184λοῦσι. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστηθῆτε, καίτοι γνω-
5185ρίζω ὅτι πρὸς κέντρα λακτίζω, νὰ δεχθῆτε καὶ τὴν πρό-
5186τασιν ἡμῶν.
5187§282Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
5188Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
5189§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν θὰ μείνωσιν
5190εἰς τὴν ἱστορίαν, διότι οὔτε οἱ στενογράφοι ἀκούουσιν οὔτε
5191ἄλλος τις. Παρακαλῶ νὰ ἔλθητε ἐγγύτερον.
5192§284Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐν
5193Ἄρτῃ ὑπάρχουσι χωρία, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης λαμβάνει 30%
5194ἐκ τοῦ παραγομένου ποσοῦ, μένουσι δὲ εἰς χεῖρας τοῦ καλ-
5195λιεργητοῦ 70%. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
5196νομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως τοῦ ἄρθρου
51973, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει:) «Ἄν δὲ ὁ σπόρος καταβάλλη-
5198ται ὁλόκληρος κλπ.».
5199§285Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν τριάκοντα
5200καὶ κατόπιν θὰ ἀφαιρέσητε 3 Χ 21.
5201§286Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τριάκοντα τοῖς ἑκατόν.
5202§287Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἑβδομήκοντα τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τὸν ἕνα
5203καὶ 30% ἀπὸ τὸν ἄλλον.
5204§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν
5205λόγον. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ
5206ἄρθρου 3 τοῦ κ. Χριστίδου ἀποσύρεται. Ἡ τροπολογία τοῦ
5207βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Συγγούρη ἔχει περι-
5208ληφθῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, καὶ
5209κατὰ συνέπειαν ἀποσύρεται. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἤδη
5210τοῦ κ. Νέγρη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
5211Νέγρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
5212Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5213Ὑπάρχει τροπολογία τῶν Δ. Μπούσδρα, Ν. Γαρδικιώτου
5214καὶ Κ. Παπακυρίτση.
5215Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
5216ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
5217δέχθη.
5218Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν
5219Τρικκάλων Ν. Γαρδικιώτου, Ν. Καρᾶ κλπ. παρακαλοῦνται
5220νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
5221δέχθη.
5222Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου παρα-
5223καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
5224Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5225Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
5226§289Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔχω καθῆκον, καίτοι περιμένω δια-
5227μαρτυρίας πανταχόθεν, διότι εἶναι καταπεπονημένη ἡ Βουλή,
5228ἔχω καθῆκον, λέγω, νὰ ὑποδείξω ὅτι ἐκ πλάνης αἱ διαβα-
5229θμίσεις τῆς φορολογίας δὲν εἶναι ἀνάλογοι καὶ ἴσαι, καὶ
5230ἰδοὺ διατί. Τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ἐκ τοῦ
5231μισθοῦ του θὰ καταβάλληται κλπ...» Τὸ μίσθωμα εἶναι
5232πρόσοδος καθαρά. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς μίαν
5233πρόσοδον τὸ ἥμισυ εἶναι δαπάνη, τὸ δὲ ⅙ εἶναι σπόρος,
5234διὰ τοῦτο ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἀκαθαρί-
5235στου προσόδου. Ἑπομένως οὔσης καθαρᾶς τῆς προσόδου
5236ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ τὸ μίσθωμα πρὸς 8%. Ἀφ’ ἑτέρου
5237φορολογεῖται τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν μισθωτὴν
5238πρὸς 4%, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ 30%, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον
52391 φορολογεῖται ἡ ἀκαθάριστος πρὸς 5%, ἀφαιρουμένου τοῦ
524020, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς 4%. Φορολογεῖται σχεδὸν
5241ὁμοίως ἡ πρόσοδος τοῦ μισθωτοῦ, ὁ ὁποῖος δίδει μίσθωμα, τὸ
5242ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ⅓.
5243Ὅταν εἰς τὸν ἐπίμορτον καλλιεργητὴν καταβάλλῃ ζημίας
5244ὁ καλλιεργητής, δίδει τὸ ⅓, τὸ λεγόμενον τριτάρι.
5245§290Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὅταν καταβάλλῃ ὁ καλλιεργητὴς
5246τὴν ζημίαν, τῷ δίδει τὸ ⅓ ὡς μίσθωμα.
5247§291Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ μοιράσῃ τοὺς
5248καρπούς. Λέγω ὅτι τὸ μίσθωμα κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει
5249τῶν αὐτῶν σχέσεων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τί θ’ ἀναλογῇ
5250εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος τὸ προσδιορίζει ἐκ τῶν προτέ-
5251ρων, διὰ νὰ εἶναι ὡρισμένον καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποχρεοῦται ὁ μι-
5252σθωτὴς νὰ μεταβαίνῃ νὰ τὸ λαμβάνῃ ὁ ἴδιος. Ὅταν λοιπὸν
5253δοθῇ τὸ ⅓ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ κτήματος, καταντᾷ,
5254ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος νὰ ἔχῃ τὸ τρίτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
5255ἔχει ὁ ἐπ’ ἰδίου κτήματος καλλιεργήσας.
5256§292Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5257Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος.
5258§293Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Βεβαίως.
5259§294Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκει-
5260ται περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονισθῇ ἡ πρόσοδος. Ἡ ἔκτασις,
5261περὶ τῆς ὁποίας κάμνετε λόγον, εἶναι ἡ ἔκτασις μὲ τὸ τρι-
5262τάρι. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ὁ μὲν ἰδιοκτήτης φορολογεῖται
5263μὲ 7%, ὁ δὲ καλλιεργητὴς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 20%
5264φορολογεῖται μὲ 4%.
5265§295Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Δὲν εἶναι ἀναλογία αὐτή. Ὁ καλλιεργη-
5266τὴς ὁ καλλιεργῶν ἐπὶ ἰδίου κτήματος νὰ πληρώνῃ 7%·
5267διότι ἐπὶ μισθῷ καλλιεργῶν ἔχει πρόσοδον καθαρὰν τὸ 3%
5268δὲν θ’ ἀφαιρεθοῦν μόνον αἱ δαπάναι καὶ ὁ σπόρος, ἀλλὰ
5269καὶ τὸ μίσθωμα. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω αὐτό, ὅτι
5270πρέπει πάντοτε ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον.
5271§296Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποβλέπω εἰς τίποτε
5272ἀπολύτως. Ἀποβλέπω εἰς τὴν φορολογίαν ἐπ’ ἐκτάσει.
5273§297Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὥστε, καὶ ἄν ποτε δὲν ἔχῃ καθαρὰν
5274πρόσοδον, οὐδόλως θὰ τὸν φορολογήσητε;
5275§298Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ συνεζητήθη ἐπὶ τοῦ
52764 ἄρθρου.
5277§299Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὥστε, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καθαρὰ πρόσο-
5278δος, θὰ τὸν φορολογήσητε.
5279§300Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως.
5280§301Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
5281§302Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Εἰς τὰ μεγάλα κτήματα γίνεται διάκρισις·
5282εἰς τὰ πρὸς βοσκὴν δι’ αὐτὰ πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης,
5283ἐνῷ δὲν ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε. Ἐδῶ δὲν γίνεται διάκρι-
5284σις. Ἑπομένως θὰ πληρώνῃ καὶ τὸν φόρον τοῦ 7%.
5285§303Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ εἷς φόρος μὲ τὸν
5286ἄλλον;
5287§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία
5288τοῦ κ. Νέγρη ἀποσύρεται, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Συγγούρη. Ἡ
5289τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση ἀπορρίπτεται. Ἡ τροπολο-
5290γία τοῦ κ. Παπαποστόλου μετατίθεται εἰς τὸ 5ον ἄρθρον.
5291(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει).
5292Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
5293§305Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Νὰ διορθωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει):
5294«Ἀπαγορεύεται πᾶσα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συμφωνία
5295κτλ....).
5296§306Δ. ΜΑΝΘΟΣ. Πῶς θ’ ἀνατραποῦν συμφωνίαι γενόμεναι
5297πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ; Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ
5298ἰσχύσῃ τὸ μέτρον τοῦτο· δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἀναδρομικὴν
5299ἰσχύν.
5300§307Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πολὺ καλά. Νὰ διορθωθῇ οὕτω.
5301§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία
5302τοῦ κ. Ἀ. Παπαποστόλου ἀποσύρεται. Ἡ τροπολογία τοῦ
5303κ. Ἀ. Θεοδωρίδου ἀπορρίπτεται, αἱ δὲ τροπολογίαι τῶν
5304κυρίων Χριστίδου καὶ Νέγρη ἀποσύρονται.
5305(Γίνεται δεκτὸν τὸ 5 ἄρθρον).
5306Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
5307§309Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Γίνεται μεταβολὴ τις ἐν τῷ ἄρθρῳ
5308τούτῳ. Ὁ φόρος διὰ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν ἀναβιβά-
5309ζεται εἰς 7%, τὸ δὲ κατώτατον ὅριον τῆς φορολογίας εἶ-
5310ναι 60 λεπτά.
5311§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
5312Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἀπορρίπτεται.
5313(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ
5314κ. Ὑπουργοῦ).
5315Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
5316(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ἀπορριπτομένης τῆς τρο-
5317πολογίας τοῦ κ. Νέγρη).
5318Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
5319§311Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ παρα-
5320καλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοὐλά-
5321χιστον εἰς 8%. Συντρέχουσι σπουδαιότατοι λόγοι ν’ αὐ-
5322ξηθῇ τὸ ποσοστόν, διότι οἱ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ διαμένοντες
5323καὶ μὴ ἔχοντες μόνιμον ἐγκατάστασιν ὠφελοῦνται ἅπασαν
5324τὴν διαφορὰν τοῦ φόρου· οὕτως ὥστε ἐπὶ 100,000 ὀκάδων
5325σίτου λαμβάνουσι 10,000 δραχμῶν. Ὅταν ζητήσητε παρ’
5326αὐτῶν ὅσα ζητεῖτε ἤδη, δὲν θὰ πληρώσωσιν οὔτε πολλοστη-
5327μόριον, ἐνῷ, ἂν εἶχον τὸ κτῆμα εἰς ἕτερον Κράτος, δὲν θὰ
5328ὠφελοῦντο τὸ 8%, τὸ ὁποῖον ὠφελοῦνται διὰ τοῦ δα-
5329σμοῦ. Μὴ κατοικοῦντες ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔμ-
5330μεσον φορολογίαν καὶ αὐξάνουσι τὰ εἰσοδήματά των εἰς βά-
5331ρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅταν μάλιστα ἔχωμεν τοὺς βα-
5332ρεῖς φόρους τῆς ἐλαιοδεκάτης, καθ’ οὓς πληρώνονται 10%
5333ἐπὶ τῆς ἀνεκκαθαρίστου προσόδου, καὶ τὸν βαρὺν φόρον τῆς
5334σταφίδος, εἶναι δικαιότατον ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦτο,
5335ἵνα δυνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μελετῶν τὰ
5336πράγματα, νὰ παράσχῃ ἀνακούφισιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς
5337τὰς ἄλλας τάξεις.
5338§312Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἐπιβά-
5339λωμεν ἀμέσως τοιαύτην φορολογίαν· ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ
53403% καὶ βλέπομεν.
5341(Ψηφίζεται τὸ 8 ἄρθρον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
5342§313Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς
5343τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη τελευταῖον. Τὸ 2%
5344τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἡ Κυβέρνησις μεταβάλλει εἰς 1½,
5345ὅπερ θὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν, καὶ εἰς
5346½%, ὅπερ διατίθεται ὑπὲρ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ
5347δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ τὸ ὁποῖον ἵδρυμα θὰ παρέχῃ εἰς τοὺς
5348καλλιεργητὰς μηχανὰς γεωργικάς, ζῶα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα
5349θὰ δίδωνται ἐπὶ πιστώσει, Τὸ ἵδρυμα οὕτως αὐτὸ θ’ ἀποβῇ
5350εὐεργετικὸν διὰ τὴν γεωργίαν.
5351§314Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω ἐγὼ
5352ἰδικιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτὸ
5353ἦτο πρότασις ἰδική μου. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ 1% ἀντὶ
5354τοῦ ½.
5355§315Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
5356§316Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, παρακαλῶ,
5357κύριε Πρόεδρε.
5358§317Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀρκετὰ αὐτά.
5359§318Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ.
5360Ὑπουργόν.
5361§319Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ δημόσιος φόρος ὡρίσθη νὰ εἰσ-
5362πράττηται ἢ εἰς εἶδος ἢ εἰς χρῆμα· θὰ ἠδύνασθε νὰ ὁρί-
5363σητε ὅτι θὰ εἰσπράττηται εἰς χρῆμα καὶ ὁ δημοτικός.
5364§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακα-
5365λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5366Βουλὴ παρεδέχθη.
5367Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
5368Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώ-
5369μην ὅλων τῶν ὑποβαλόντων τροπολογίας, ἂν δηλώσω
5370ὅτι ἀποσύρονται πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβεβλη-
5371μέναι ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς βε-
5372βαιώσεως, ὡς ἐκλιπόντων τῶν ἄρθρων.
5373(Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10).
5374Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
5375Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση. Ὁ κ. Σκιαδα-
5376ρέσης καλεῖται νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.
5377§321Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν, καθ’
5378ἣν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτη-
5379νῶν τὰ καθαρῶς μεταγωγικὰ καὶ φορτηγὰ ζῶα, τῶν ὁποίων
5380ἔτυχε νὰ γίνῃ χρῆσις καὶ ὡς ἀροτριώντων.
5381§322Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὅλοι ἐδήλωσαν ἐφέτος διὰ τὸν δη-
5382μοτικὸν φόρον· ὥστε οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία.
5383§323Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Οἱ Λευκάδιοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαί-
5384νουσιν εἰς τὴν Στερεὰν δι’ ὀλίγου χρόνου, θὰ πληρώνωσι τὸν
5385βαρὺν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
5386§324Χ. ΚΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκο-
5387νομικῶν ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὅλα τὰ δίχηλα, οἱ βούβα-
5388λοι καὶ οἱ βόες εἶχον πάθει ἀπὸ νόσον, ἠναγκάσθησαν δέ,
5389ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ μεταχειρισθῶσι, νὰ ζεύξωσι
5390καὶ ἵππους καὶ ἡμιόνους δι’ ὀλίγον χρόνον. Νομίζω ὅτι εἶ-
5391ναι ἄδικον, ἐπειδὴ ἐπί τινας ἡμέρας ἕνεκα ἀνωτέρας ἀνάγ-
5392κης ἠναγκάσθησαν νὰ ζεύξωσι τοὺς ἵππους, νὰ πληρώνωσι
5393φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν.
5394§325Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως τοῦ
5395νόμου. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν.
5396§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμε-
5397νοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σκιαδαρέση παρακαλοῦνται νὰ
5398ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5399(Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 11, 12, 13, 14 καὶ ἀναγι-
5400νώσκεται τὸ ἄρθρον 15).
5401§327Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς τροπολο-
5402γίας μου παρακαλῶ νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ καλλιεργηταί, οἱ
5403ὁποῖοι ἐκ Λευκάδος μεταβαίνουν εἰς τὰ κτήματα τῆς Εὐ-
5404ρυτανίας μὲ τοὺς εἰς Θεσσαλίαν μεταβαίνοντας· νὰ καταβάλ-
5405λωσι δηλ. τὸν φόρον οἱ κύριοι τῶν κτημάτων, δικαιούμενοι
5406νὰ στρέφωνται, εἶτα κατὰ τῶν καλλιεργητῶν.
5407§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
5408Σκιαδαρέση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλί-
5409γοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5410(Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17, ἀναγινώσκε-
5411ται δὲ τὸ ἄρθρον 18).
5412§329Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ
5413ἄρθρου τούτου ἡ διάταξις ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκυρωθῇ ἡ
5414διάταξις συμψηφίζεται τὸ πληρωθέν.
5415§330Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλ-
5416φου εἶναι πολὺ ὀρθὴ καὶ εὔλογος.
5417§331Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Νὰ τεθῇ ὅτι ἀποδίδονται τὰ εἰσ-
5418πραχθέντα.
5419§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ·
5420«τὰ δὲ εἰσπραχθέντα ἀποδίδονται».
5421§333Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
5422(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἀναγι-
5423νώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
5424§334Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ «ἐφάπαξ» παρακαλῶ νὰ δια-
5425γραφῇ.
5426§335ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
5427§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
5428(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἀναγι-
5429νώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
5430§337Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· αἱ ποιναὶ διὰ
5431Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ ὁρισθῶσιν;
5432§338Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου καὶ ὡρί-
5433σθη ὅτι αἱ ποιναὶ θὰ εἶναι πταισματικαί, ὥστε νὰ μὴ δύ-
5434ναται νὰ ὑπάρξῃ τις ἀμφιβολία ὅτι δύνανται νὰ ὁρισθῶσι
5435διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
5436§339Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βεβαίως.
5437§340Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δη-
5438λώσῃ, ἂν τὸ σύστημα θὰ εἶναι ἑνιαῖον ἢ διάφορον κατὰ
5439γεωγραφικὰ ὅρια.
5440§341ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ σύστημα δύναται νὰ εἶναι διά-
5441φορον, ἀλλὰ πάντως κατὰ τάξεις κτημάτων, ὄχι κατὰ
5442γεωγραφικὰ ὅρια.
5443§342ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐλλείπουσι, κύριε Ὑπουργέ, δύο λέ-
5444ξεις ἐνταῦθα, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι εἴχετε δηλώσει ὅτι
5445ἀποδέχεσθε. Νὰ προστεθῇ δηλ. «καὶ Καστάνια τοῦ δήμου
5446Μελιτίνης».
5447§343Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα νὰ προστεθῶσι.
5448(Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρ-
5449θρον 20).
5450§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Φλαμῆ περὶ
5451προσθήκης ἄρθρου 21.
5452§345Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, διὰ νὰ τὴν φέρω ὡς πρό-
5453τασιν νόμου.
5454§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακα-
5455λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5456Βουλὴ παρεδέχθη.
5457(Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρα-
5458κτικὰ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων).
5459§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5460(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7ῃ πρωινῇ).