| 1936 | Ὁ παράγων | 200 | κοιλὰ θὰ φορολ. διὰ τὰ | 160 | καὶ θὰ πληρώσῃ | 8 | κοιλά, ἤτοι | 8% | ἐπὶ 100 κοιλ. παραγωγῆς μεῖον τοῦ σπόρου | |
| 1937 | » | 300 | » » » | 240 | » » | 12 | » » | 6% | » | |
| 1938 | » | 400 | » » » | 320 | » » | 16 | » » | 5,33% | » | |
| 1939 | » | 500 | » » » | 400 | » » | 20 | » » | 5% | » | |
| 1940 | » | 600 | » » » | 480 | » » | 24 | » » | 4.80% | » | |
| 1941 | » | 700 | » » » | 560 | » » | 28 | » » | 4.66% | » | |
| 1942 | » | 800 | » » » | 640 | » » | 32 | » » | 4.57% | » | |
| 1943 | » | 900 | » » » | 720 | » » | 36 | » » | 4.50% | » | |
| 1944 | » | 1000 | » » » | 800 | » » | 40 | » » | 4.44% | » |
1911.06.29
3.424 στίχοι · 25.855 λέξεις · 1 πίνακας · 289 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 126.
Τῆς 29ης Ἰουνίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 5 καὶ 50′ μ. μ. παρόντων 125 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἡ ἐν Ἀθήναις συντεχνία τῶν ἀρτοποιῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμου· 2) Ὁ λοχαγὸς τοῦ οἰκονομικοῦ Χρῖστος Κοντογιάννης ἀποστρατευόμενος μετ’ ὀλίγον, ὡς ὑπηρετήσας ὡς ἀξιωματικὸς 27 ἔτη, ζητεῖ προαγωγήν· 3) Οἱ ἐν Πάτραις μαχαιροποιοὶ καὶ χαλκεῖς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα δασμολογικὰ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανίας των· 4) Οἱ ἱερεῖς Τσαγκαράδας ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 5) Οἱ κάτοικοι Σκουροχωρίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ὑπὸ δήλωσιν πωλήσεων σταφιδοκάρπου· 6) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἄσπρα Σπίτια καταγγέλλουσι τὸν ὑποδιδάσκαλον Δ. Ποῦλον ὡς δηλοῦντα ψευδῆ ἀριθμὸν μαθητῶν, ὅπως μὴ προαχθῇ τὸ σχολεῖόν των· 7) Αἴτησιν τῶν ἀμπελοκτημόνων Μεγαρέων. Ὁ κ. Χ. Πετρέας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, ἐδ. εʹ, τοῦ νόμου ͵ΓΧΙϚʹ (ἀριθ. 3616) τῆς 11 Μαρτίου 1910 περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἑορτῶν. Οἱ κύριοι Δ. Λαζαρῆς καὶ Π. Λαγοπάτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Καποδιστριακοῦ νομοσχεδίου· (Ὄρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ.) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Εἰς οὐδένα θὰ δώσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ αἴτησις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§2Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἔχομεν ἑτοίμην καὶ ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Δ. Κλάδη, Δ. Οἰκονόμου, Β. Σηλυβρίδου, Π. Ἀγγελίδου, Ἀ. Σλῆμαν, Β. Κυρέλου, Ἀ. Χριστίδου, Ἰ. Παπαθανασιάδου, Ἀ. Κοκκέβη καὶ Δ. Κάβουρα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μάλιστα· ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§4Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπεβλήθη νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ἀβερωφείου γεωργικῆς σχολῆς ἐν Λαρίσῃ»· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν συνεζητήθη ἀκόμη καὶ ζητεῖται νὰ κηρυχθῇ ἐπείγουσα ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ σχολὴ ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον νὰ λειτουργήσῃ. Παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν πρὸ 15 ἡμερῶν, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβληθῇ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ταχεῖαν σύγκλησιν καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου ἢ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ μίαν σύντομον προθεσμίαν, διότι, ὅτε ὡρίσθη ἡ ἐπιτροπή, δὲν ὡρίσθη καὶ ἡ προθεσμία.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐντὸς δύο ἡμερῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐζήτησα τὴν ἄδειαν, ὅπως τάξω εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς προθεσμίαν τριήμερον, χθὲς δὲ ἐκοινοποίησα καὶ ἐγκύκλιον.
§7Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν λιμενικῶν νόμων, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐξετυπώθη οὔτε ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ προληφθῶσι πολλαὶ καταχρήσεις καὶ μάλιστα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκομίσθησαν ἀκόμη ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον, διότι ἔχει παρὰ πολλὴν ἐργασίαν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§9Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον. Ἰδοὺ καὶ αἴτησις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§11Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοὺς πέρυσιν ἐπιτυχόντας ὑπαξιωματικοὺς κατὰ τὸν δικγωνισμὸν καλέσῃ διὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι τὰς δοκιμαστικὰς τοῦ σώματος καὶ τὰς κλητηρίους, ἐπειδὴ ἠδικήθησαν.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐνεφανίσθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως. Δηλῶ ὅτι θὰ προσέλθωσιν ἐκ νέου. Τὸ μόνον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, εἶναι νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ τις· τὰς ἐξετάσεις ὅμως ὅλας θὰ τὰς ὑποστῶσιν.
§13Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αἱ κλητήριοι ἐξετάσεις εἶναι ἐντελῶς τυχηραί. Τὰς γνωρίζω, διότι τὰς ὑπέστην καὶ ἐγώ, ὡς καὶ αἱ δοκιμαστικαί. Νὰ ὑποστῶσι μόνον τὰς εἰσιτηρίους, διότι ἠδικήθησαν.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀδικία δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τῶν ἀνεγειρομένων ἤδη στρατώνων, τοῦ ἀνεγειρομένου στρατιωτικοῦ νοσοκομείου ἐν Λαρίσῃ καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως».
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης συντελεσθῶσιν οἱ ἀρξάμενοι στρατῶνες καὶ κτίριόν τι ἐν Λαρίσῃ μετὰ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου, ὡς ἔλλειψις δὲ τῶν οἰκοδομουμένων στρατώνων ἀναφέρεται ἡ ἔλλειψις Διοικητηρίου. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως στρατώνων, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκείνοις ὑπῆρχε δαπάνη διὰ Διοικητήρια· ἀλλ’ οἱ προϋπολογισμοὶ πρὸς ἀνέγερσιν Διοικητηρίων ἀνήρχοντο εἰς 300.000 δρ. δι’ ἕκαστον Διοικητήριον, εἶμαι δὲ εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ διαγραφῶσι τὰ Διοικητήρια ἐκ τῶν καταλόγων, διότι δὲν μᾶς παρεστάθη ἐν τῇ Βουλῇ ποῖον προορισμὸν εἶχον. Ἐνομίζομεν ὅτι ἦσαν γραφεῖα τῶν συνταγματαρχῶν, ἐνῷ κατόπιν ἐμάθομεν ὅτι ἐν τοῖς Διοικητηρίοις θέλουσι κατοικεῖ καὶ οἱ ἄγαμοι ἀξιωματικοί, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς εἶναι μικρὸς καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώνωσιν ἐνοίκιον. Διὰ τοῦτο ἐγκρίνω τώρα καὶ ἐγὼ τὰ Διοικητήρια. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συντέλεσις τῶν στρατώνων, διότι ἐν Τριπόλει ἐδαπανήθησαν ἑκατοστύες ὅλαι χιλιάδων δρ. πρὸς οἰκοδομὴν στρατώνων καί, ἀφοῦ ἀνυψώθησαν τὰ κτίρια εἰς ἀρκετὸν ὕψος μέχρι τῆς στέγης, διεκόπη ἡ ἐργασία πρὸς στεγασμὸν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ στρατωνίζηται τὸ σύνταγμα εἰς ἰδιωτικὸν οἴκημα καὶ πληρώνει ὁ δῆμος Τριπόλεως διὰ τὰ γραφεῖα τοῦ συντάγματος καὶ τὸν στρατωνισμὸν τοῦ συντάγματος 13.000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἐνῷ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου ἔχουσι κατασχεθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καίτοι ὁ δῆμος πληρώνει τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ Ὑπουργεῖον κατέσχε τοὺς πόρους τοῦ δήμου. Οἱ τοῖχοι τῶν κτιρίων τῶν στρατώνων ἔχουσι συντελεσθῆ, ἀλλὰ λείπει ἡ στέγη ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν κατηρτίσθησαν τὰ σχέδια τοῦ στεγάσματος ὑπὸ τοῦ τμήματος τοῦ Μηχανικοῦ. Ἐρευνήσας δὲ ἔμαθον ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ τοῦ στεγάσματος τῶν στρατώνων ἡ ἔλλειψις τοῦ σχεδίου, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρημάτων. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν συντέλεσιν τῶν στρατώνων, ἵνα ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ δῆμος τῶν ἐνοικίων.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις περὶ ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀπαιτήσει δαπάνην ἄνω τῶν 10.000 δρ., ὑπάρχει πολὺ καλῶς. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ζητεῖται, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς· καὶ προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων θὰ ἠδύνατό τις νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τήρησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀφοῦ τυπικῶς συζητεῖ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τοῦτο, μὴ δυναμένη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἀπ’ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων, νομίζω ὅτι εἶναι καιρός, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν καὶ παύσῃ ἡ πολυτελὴς ἵδρυσις διαφόρων κτιρίων, παύσωσι δὲ καὶ οἱ παραλληλισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς δαπάνης κτιρίων ἐν Ἑλλάδι πρὸς κτίρια ἀλλαχοῦ. Ὑπεστηρίχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι δαπάνη 4 δραχ. κατ’ ἄτομον διὰ τοὺς στρατῶνας δὲν εἶναι δαπάνη μεγάλη, καθόσον οἱ Ἄγγλοι δαπανῶσιν 26 δραχ. καὶ οἱ Γάλλοι μεγαλείτερα ποσά. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι πρόχειροι, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγένετο παραλληλισμὸς τῆς δαπάνης, ἵνα δικαιολογηθῇ. Ὁπωσδήποτε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται σπατάλη τῶν ἱερῶν τούτων χρημάτων διὰ κτίρια, χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἄλλους σκοπούς, μᾶλλον ἐπείγοντας. Γνωρίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέστειλεν ἐσχάτως τὴν πολυτέλειαν, ἀλλὰ βεβαίως διὰ τὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἐν τούτοις θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ συστήσω, ὅπως παύσῃ ἡ πολυτέλεια τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτων κτιρίων.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ ἔτους περίπου, Κύριοι, συνεταξίδευον μεθ’ ἑνὸς τῶν ἐργολάβων, ὅστις εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἑνὸς στρατῶνος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε πόσον ᾤκτιρεν οὗτος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι κατασκευάζει τοιούτους στρατῶνας. Δὲν εἶναι ἁπλῶς πολυτέλεια τὸ παρατηρούμενον· εἶναι πρᾶξις ἀκαταλόγιστος. Κατασκευάζομεν στρατῶνας, ὡς ἐὰν ἔρρεεν ὁ χρυσὸς εἰς τὰς ὁδούς, ὡς ἐὰν ἡ χώρα αὕτη εἶχε κτηματολογικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους παρατηρεῖ τις εἰς τὴν Σκωτίαν ἢ τὴν Σκανδιναυίαν, φρούρια αὐτόχρημα δι’ αἰῶνας αἰώνων. Διὰ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ στραγγαλίσῃ καὶ σχέδια καὶ ὅρους καὶ συμφωνίας, ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσιν ὀλιγώτερα, διότι θὰ δαπανηθῶσιν 20.000.000 ὁλόκληρα, ἐνῷ, ὡς μοὶ ἔλεγεν ὁ ἐργολάβος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι μηχανικὸς διακεκριμένος καὶ ἔχει θεωρητικὴν μόρφωσιν καὶ πεῖραν οὐ τὴν τυχοῦσαν, θὰ ἦτο δυνατὸν μὲ τὸ τρίτον τῆς δαπάνης νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ ἀξιολογώτατα.
§20Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ μηχανικοῦ σώματος, περὶ τὴν οἰκοδομήν, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν οἰκοπέδων. Πρό τινων ἡμερῶν μετέβην εἰς Ἄρταν δι’ εἰδικήν τινα ὑπόθεσιν καὶ ἐπεσκέφθην κατὰ φυσικὸν λόγον τὰ ἔργα αὐτά. Ὁ μὲν ἀμυντικὸς στρατὼν τῆς Ἄρτης εἶναι μέγαρον πολυτελές, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέσυρε τὴν προσοχήν μου, εἶναι ὅτι παραπλεύρως αὐτοῦ ᾠκοδομήθη πολυτελὲς μέγαρον δι’ ἀποθήκην ὑλικοῦ πολέμου, μ’ ἐπληροφόρησαν δ’ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πολυτέλεια, ὥστε ἐξεπλάγη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον εἶναι ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αὗται ἀνηγέρθησαν εἰς μέρος περίοπτον, ἵνα ἀποτελῶσι στόχον εἰς τὰ πυροβόλα τῶν Τούρκων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπέναντι τῶν στρατώνων. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀποθῆκαι κατωτέρω, μὲ ἐβεβαίωσε δὲ ἄνθρωπος τῆς Ἄρτης ὅτι ἐν καιρῷ χειμῶνος πλημμυροῦσι τὰ πέριξ μέρη, ὥστε ἡ συγκοινωνία μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἀδύνατος. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἔργων τοῦ παρελθόντος. Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ συμβῶσι τὰ τοιαῦτα.
§21Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς μὲ τὰς ἀποθήκας καὶ τοὺς στρατῶνας, διότι καὶ οἱ δύο προλαλήσαντες συνάδελφοι δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐπειδὴ εἶναι στρατιωτικά. Οἱ στρατῶνες εἶναι πραγματικῶς πολυτελεῖς, ἀλλ’ εἶναι στερεώτατοι, θὰ εἶναι δὲ αἰώνιοι. Ἐὰν ἐγίνετο μικροτέρα δαπάνη, θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐτησίας ἐπισκευῆς. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας ὅτι τὸ κλῖμα τὸ ἰδικόν μας δὲν ἀπαιτεῖ τὴν στερεότητα αὐτήν, διότι δὲν πρόκειται περὶ Σκωτίας ἢ Σκανδιναυίας. Ἐγὼ θὰ τὸν πληροφορήσω ὅτι τὰ κλίματα τὰ ἰδικά μας εἶναι πολὺ ἀγριώτερα ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς Σκωτίας, ἐὰν δὲ μετέβαινεν εἰς Κέρκυραν νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς στρατῶνας, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ τοῖχος τοῦ Διοικητηρίου καὶ τῶν ἄλλων στρατώνων ἔχει πάχος τριῶν μέτρων. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνατὸν νὰ ψέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἰργάσθη περισσότερον πάσης ἄλλης, εὔχομαι δὲ νὰ ἐργασθῇ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περὶ τοῦ στρατεύματος ὡς εἰργάσθη ἐκείνη.
§22Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι τῶν ἐργολάβων, καλὸν θὰ ἦτο βεβαίως νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔχει ἐκτεθῆ εἰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἐργολάβων, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ περιορισθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν αἱ δαπάναι. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν κηρυχθέντα κατεπείγοντα συναινέσει τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς νομοσχέδια παραπεμφθέντα συγχρόνως καὶ εἰς ἐπιτροπήν: 1) «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 1500 εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως 1910»· 2) «Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δρ. 14.400 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1911, πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεως τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐν Ναυπλίῳ δικαστικοῦ μεγάρου»· 3) «Περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως ἐκ δρ. 28.000 πρὸς πληρωμὴν ἀμοιβῶν τοῦ διενεργηθησομένου κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1911 διαγωνισμοῦ πρὸς σύνταξιν μελετῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀθήναις»· 4) «Περὶ ἐγκρίσεως συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν συμπληρωτικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἔργων ὁδοποιίας, ὧν ἕκαστος ἀπαιτεῖ δαπάνην μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνωτέραν τῶν 10.000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δρ. 16.397.59· 5) «Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 48.000 διὰ τὴν κατασκευὴν λιθοδμήτων βάθρων μετὰ σιδηροῦ ζεύγματος τῆς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βωβοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἄρτης–Κοπραίνης κατασκευασθησομένης γεφύρας»· καὶ 6) «Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 412.000 ἐν ὅλῳ πρὸς κατασκευὴν κτιρίων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης». Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια 1) «περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ἐκπαιδεύσεως» καὶ 2) «περὶ τῆς τροφοδοτικῆς μερίδος ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ»). Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπέμπονται εἰς ἐπιτροπὴν καταρτισθεῖσαν ἐκ τῶν ἑξῆς: Τῶν κυρίων Π. Γκίνη, Ἰ. Λεωνίδα, Δ. Κουλουμπάρδου, Θ. Κουτούπη, Ἰ. Κουντουριώτου, Π. Γρυπάρη, Π. Μανωλίτση, Θ. Κοντομιχάλου, Ν. Ῥαφτοπούλου καὶ Ἀθ. Σωτηριάδου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων». Τοῦτο ἀνεγράφη χθὲς ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῇ συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ζητήσῃ τὸν λόγον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἀναβάλω.
§24Ν. ΚΑΡΑΛΗΣ. Συνέπεσεν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ μὲ κάμουν Πρόεδρον· ἐδήλωσα εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ὅτι δὲν ἔχω εἴδησιν τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπέμενον νὰ συνεδριάσουν καὶ διὰ τοῦτο ὑπέγραψα μετ’ ἐπιφυλάξεως τὴν ἔκθεσίν των, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἰδέαν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προτείνει ὡρισμένην τροπολογίαν· ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἀποφανθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν γʹ συζήτησιν.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂν ὑπάρχωσι τροπολογίαι, νὰ ὑποβληθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰς ἴδωμεν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἵνα διευκολύνηται ἡ συζήτησις, ὅπως οἱ ἔχοντες τροπολογίας νὰ ὑποβάλωσι, νὰ τὰς ὑποβάλωσιν ἐγγράφως πρὸ τῆς γʹ συζητήσεως. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χρ. Κορύλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας». Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ν. Ῥούσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους νόμων». Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ) Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§28ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἂν συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ταμείου ὁδοποιΐας», θὰ παρεκάλουν νὰ προταχθῇ.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον νομοσχέδιον, διότι ὁδοὶ δημόσιαι, αἱ ὁποῖαι στοιχίζουσιν ἑκατομμύρια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατεστράφησαν. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ἀντιληφθῆτε τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ Ναυπλίου–Τριπόλεως, ἡ ὁποία στοιχίζει 2.000.000 δραχμῶν, θέλετε θλιβῆ δι’ αὐτήν. Ἐπίσης εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εἶναι καὶ ἡ ὁδὸς Τριπόλεως–Σπάρτης καὶ Τριπόλεως–Καλαμῶν.
§30ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτον νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις.
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του ὁ κ. Ὑπουργός. Νὰ προχωρήσωμεν κατὰ σειρὰν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§32Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται αὔριον. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1906 καὶ ͵ΓΦΜΘʹ τοῦ 1910 περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§34Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, διότι ἐτροποποίησε τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν σχέδιον περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης καὶ εἰς τὴν δικαιολογικὴν ἔκθεσιν ἔθηκεν ὅλους τοὺς λόγους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀρχικῶς ὑπεβλήθη. Καὶ οἱ λόγοι τῆς πειθαρχίας καὶ οἱ λόγοι τῆς ἐχεμυθίας καὶ ἡ ἱκανότης τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἄλλων ὑπαλλήλων εἰς ὑπηρεσίαν ἤδη ὠργανωμένην εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τροποποιῶν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον μετ’ εἰλικρινείας, ἥτις πράγματι τὸν τιμᾷ, δέχεται ταῦτα. Ἄν καὶ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ συνίστων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπεδείκνυε τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πειθόμενος φέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις μιμούμενος τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ.
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἰσχυρισμῶν σας, τοὺς παραδεχόμεθα· δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι πρέπει νὰ προσαρμοζώμεθα πρὸς τὰς ὑποδείξεις τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος.
§36Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι ἀνεμόμυλος καὶ νὰ στρέφηται πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου, ὁ ὁποῖος φυσᾷ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θὰ παρετήρουν μόνον εἰς μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία διαλαμβάνει τὸ προσωπικὸν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς ἄνευ ψήφου, μάχιμος ἀξιωματικὸς τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ. Εἶναι ἕν ζήτημα πολὺ σπουδαῖον τοῦτο καὶ ἂς πρόκειται περὶ ἑνὸς μόνον προσώπου. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ὑπηρετῶσιν εἰς γραφικὰς ὑπηρεσίας, νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν καλαμαράδων μαχίμων ἀξιωματικῶν ὅσον εἶναι δυνατόν. Ὁ μάχιμος ἀξιωματικὸς γραμματεὺς μιᾶς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει κανένα λόγον τοσούτῳ μᾶλλον παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὑπάρχουσι δύο οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί, εἷς λοχαγὸς καὶ εἷς ὑπολοχαγὸς ἱκανώτατοι καὶ ἐπαρκέστατοι νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραμματέως.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ γίνῃ ἀπόσπασις. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι προσωρινή, διότι μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1912 καταργεῖται.
§38Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποιοῦμαι γενικῶς τὴν σύστασιν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων εἰς ὑπηρεσίας γραφείων, πρέπει νὰ μειωθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον, διότι, καὶ ἂν γίνεται δι’ ἀποσπάσεως καὶ δὲν πραγματοποιοῦνται δαπάναι, πάντως ὅμως ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν μαχίμων εἶναι πρὸς ζημίαν αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἐτηρήθη ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως δύο ὑπηρεσιῶν, τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐκτελέσεως. Δυστυχῶς ἀφορᾷ τοῦτο γενικωτέραν διαρρύθμισιν τοῦ σώματος, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ κάμῃ τις λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ σύστημα οἱ χθὲς ἐλεγχόμενοι αὔριον νὰ εἶναι ἐλέγχοντες, συχνὰ θὰ συμβαίνῃ ὥστε κακουργήματα νὰ καλύπτωνται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακὴν ἰδέαν ἔχουσι περὶ τῆς συναδελφότητος καὶ οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος, ἵνα βαστάζωσι τὰ βάρη ἀλλήλων, ἵνα οἱ μὲν καλύπτωσι τοὺς δέ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ δοθῇ ἡ ἐξήγησις ὅτι ἡ ἀναστολὴ δὲν θὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ δασαρχεῖον Βυτίνης.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη· εἶναι σαφὴς καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἡ ἀναστολὴ δὲν ἀφορᾷ τὸ δασαρχεῖον Βυτίνης.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ ὁρισθῶσιν ὁ τρόπος τῆς ὑλοτομίας καὶ ἡ διάθεσις τῶν καυσοξύλων· ἀλλὰ τοῦτο θ’ ἀποβῇ λίαν καταπιεστικὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ὑλοτομίας καυσοξύλων εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσι. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατοικοῦσι 1200 μέτρα ὑπὲρ τὴν θάλασσαν, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν τῆς ὑλοτομίας ἀπὸ τοὺς δασοφύλακας ἢ τοὺς μαθητάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασοφυλάκων. Θὰ καταδικάσητε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν διὰ τοῦ ψύχους θάνατον.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδεμία θὰ γίνῃ κατάχρησις, οὐδεμία καταπίεσις.
§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας οὐδεμία θὰ γίνῃ κατάχρησις, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ κατὰ τόπους δασάρχαι οὐδένα ἄλλον ἔχουσι προορισμὸν ἢ πῶς νὰ καθιστῶσι τὸ Δημόσιον κύριον μεγαλειτέρων ἐκτάσεων δασῶν. Ὅλοι οἱ πρώην τμηματάρχαι ἐπὶ τῶν δασῶν ὑπελόγιζον τὰς ἐκτάσεις τῶν δασῶν εἰς ἑκατομμύρια, διότι ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν δασαρχῶν, οἱ ὁποῖοι πᾶσαν δασικὴν ἔκτασιν κατελόγιζον εἰς τὰ δάση τοῦ Δημοσίου. Τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τριπόλεως δὲν ἀσχολεῖται ἢ εἰς δασικὰς παραβάσεις, διότι οἱ δασοφύλακες πάντα, ὅστις εἰς τὸ φόρτωμα τῶν ξηρῶν κλάδων, τὸ ὁποῖον εἰσάγει εἰς τὴν πόλιν, ἔχει καὶ ἓν χλωρὸ κλαρί, τὸν εἰσάγουσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶσα κατάχρησις τοιαύτη δύναται νὰ προληφθῇ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§47ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν Ἑλλάδι σήμερον εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἂν ἅπαντες πάσχωσιν οἱ δασικοὶ πληθυσμοί, πάσχουσιν ἐκ τῶν δασοφυλάκων. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ ἐκ δασικῶν περιφερειῶν, γνωρίζω δὲ καὶ ἐπανειλημμένως παρεπονέθην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι ἀκριβῶς δὲν ἔχουσι καθορισθῆ μέχρι τοῦδε τὰ δικαιώματα τῶν δασοφυλάκων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν πολιτῶν, ἕκαστος δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν πρὸς τοὺς πολίτας κανονίζει ταῦτα ὅπως θέλει. Ἐὰν ἔλθῃ σήμερον τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ταῦτα, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ εἴμεθα περισσότερον ἐξησφαλισμένοι ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ δασοφύλακος, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος;
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἰδέαν εἰς τὸ δασικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν. Δὲν ὑπάρχει σπιθαμὴ γῆς, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ προαχθῆ εἰς δασικὴν περιφέρειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἔχωμεν δάση ἐν Ἑλλάδι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν ὁρισθῶσι κατὰ τόπους ἐπιτροπαὶ ἐκ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἵνα ὁρίσωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διασωθῶσι καὶ διατηρηθῶσιν ὡς δάση, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ φυλαχθῶσιν ἐκεῖνα καὶ νὰ διατηρηθῶσι, πάντως ὅμως νὰ ὁρισθῶσιν ὡρισμένα μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα νὰ ξυλεύωνται οἱ κατὰ τόπους πληθυσμοί, διὰ νὰ δύνανται νὰ θερμαίνωνται τὸν χειμῶνα. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην βεβαίως τῶν δασῶν μόνον διὰ τοὺς ἀπογόνους μας· πρέπει νὰ φροντίζωμεν καὶ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ συγχρόνου πληθυσμοῦ.
§49Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Τὸ ζήτημα βεβαίως σχετίζεται μὲ τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν δασῶν, ζήτημα σπουδαιότατον διὰ τὴν Ἑλλάδα, φρονῶ ὅμως ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξασφαλισθῇ τελείως ἡ διαχείρισις, ζήτημα πρὸ πάντων δαπάνης μεγάλης, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρέπει νὰ ληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ πᾶσα πρόνοια, ἵνα μὴ καταπιέζωνται οἱ χωρικοὶ πληθυσμοί. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, ὥστε νὰ παρέχηται εὐκολία κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας νὰ προμηθεύωνται οὗτοι τὰ καυσόξυλα τὰ χρήσιμα πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀνάγκας.
§50Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἵνα διευκολύνῃ τοὺς κατοίκους, τῶν ὀρεινῶν ἰδίως μερῶν, πρὸς ἀπόκτησιν τῶν καυσοξύλων των· διότι δυστυχῶς τὰ ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας πολὺ καταπιέζουσιν αὐτούς. Πρό τινων δ’ ἔτι ἡμερῶν ἐστάλη τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι ὡρισμένων χωρίων ὅτι ἀπηγορεύθη ἐντελῶς ἡ ξύλευσις εἰς αὐτούς. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς ἡ διάταξις σκοπὸν ἔχει νὰ ἄρῃ ἁπάσας τὰς ὑφισταμένας ἤδη ἀνωμαλίας καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως διὰ Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου, ὥστε νὰ μὴ ἀνακαλῆται καθ’ ἑκάστην, κανονισθῶσι πᾶσαι αὗται αἱ περιπτώσεις. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 2–6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§52Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὡς τύραννοι πρέπει νὰ θεωρῶνται οἱ δασοφύλακες· ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κύριον Μπακόπουλον τί ὑποφέρουσιν οἱ πολῖται ἐν Ἀρκαδίᾳ ἀπὸ αὐτούς. Τὰ αὐτὰ πάσχουσιν ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐρχόμεθα νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ ὄργανα ταῦτα καὶ νὰ ὁρίσωμεν καὶ μισθοὺς διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς Σχολῆς. Βεβαίως, ἐὰν εἶναι ἄποροι, νὰ τοῖς χορηγηθῇ μία ἀμοιβή, ἀλλὰ νὰ χορηγήσωμεν μισθοὺς εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετὰ 8 μῆνας ἐξερχόμενα τῆς Σχολῆς θὰ λάβωσι μισθούς, τοὺς ὁποίους οὔτε οἱ ἰατροὶ ἔχουσι, δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθόν. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῶσιν οἱ μισθοὶ οὗτοι μόνον εἰς τοὺς ἀποδεδειγμένους ἀπόρους....
§53ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν καὶ ἡ ὑπηρεσία των αὕτη ἀντικατέστησε τὴν ὑπηρεσίαν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἠμείβοντο πολὺ περισσότερον. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§55Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἐπὶ τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τοὺς δασοφύλακας βʹ καὶ γʹ τάξεως, διότι, ἐνῷ αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία τῶν ἀγροφυλάκων αʹ τάξεως δικαίως ἀπὸ 100 δραχ. εἰς 120, ἡ μισθοδοσία τῶν δασοφυλάκων βʹ καὶ γʹ τάξεως παραμένει ὡς ἔχει, δηλαδὴ 70 καὶ 80 δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν μου ταύτην.
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Νέγρη προτείνοντος ὅπως ὁ ἱματισμὸς καὶ ὁπλισμὸς χορηγῆται εἰς τοὺς δασοφύλακας δωρεάν. Ἡ τροπολογία αὕτη θὰ γίνῃ δεκτή, ἀποτελεῖ δὲ ἀξία λόγου δωρεάν, καὶ νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους λαμβάνομεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς συστάσεως ὑμῶν.
§57Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τοῦ Διατάγματος.
§60Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 9ον οὐδὲν ἔχει στήριγμα εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει ὅτι οἱ ὑπάρχοντες δασοφύλακες δὲν ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντά των, διότι ἦσαν προελεύσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία καθίστα δυσχερῆ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, διότι δὲν προήρχοντο ἐκ τάξεων συνηθισμένων εἰς στερήσεις καὶ κακουχίας, αἵτινες συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασοφύλακος, λαμβάνεται δὲ πρόνοια ὅπως βελτιωθῇ τὸ ποιὸν τῶν δασοφυλάκων. Παραδόξως ὅμως ἐκτὸς τῆς προνοίας περὶ βελτιώσεως τῶν τοιούτων δασοφυλάκων λαμβάνεται ἀναιτιολογήτως ὁμοία πρόνοια πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ἀριθμοῦ, ἐπαύξησιν ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι κατὰ 20 ἀγροφύλακας καὶ 130 δασοφύλακας ἐπὶ πλέον τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς δαπάνης ἐντελῶς ἀσκόπου. Ἐὰν τὸ λάθος τῆς λειτουργίας τῆς δασοφυλακῆς ἔγκειται εἰς τὸ ποιὸν τῶν δασοφυλάκων, βεβαίως δὲν διορθώνεται διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρακαλῶ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§62Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἀποκρούω ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτηθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ καταταχθῶσι πάντες. Θὰ καταταχθῶσιν ὅση εἶναι ἡ πίστωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§64Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ ζήτημα συστήματος. Εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι δάση ἐκμεταλλεύσιμα, ὅπως ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ὀλεθριώτατον. Δὲν ἐμπνέουσι καμμίαν πεποίθησιν οἱ Κύριοι αὐτοί· δὲν σώζονται τὰ δάση, καὶ δὲν θὰ σώζωνται, ἐφ’ ὅσον δὲν μεταβληθῇ ἐντελῶς τὸ σύστημα τῆς συντηρήσεως αὐτῶν. Τὰ δάση ἀναντιρρήτως ἀπεδείχθη εἰς τὴν Πελοπόννησον, τοὐλάχιστον εἰς τὰ μέρη τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, συντηροῦνται καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἐφ’ ὅσον ἀφίενται εἰς τὰς κοινότητας. Φυσικὸς ἐπιμελητὴς τῶν δασῶν, φυσικὸς ἰδιοκτήτης μάλιστα κατὰ παραχώρησιν τοῦ Δημοσίου ὀφείλουσι νὰ εἶναι αἱ κοινότητες. Γνωρίζομεν ἐκ πείρας ὅτι, ὅπου αἱ κοινότητες ἔχουσι δάση, ἐκεῖ καὶ συντηροῦνται, ἐκεῖ καὶ προάγονται. Ὅπου τὰ δάση ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, θεωροῦνται κατὰ τὴν παράδοξον ψυχολογικὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ἕλλην ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ πολίτου. Θεωρεῖται ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ καταστροφὴ αὐτῶν. Θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγεῖτο τοιοῦτον μέτρον σύμφωνον καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων. Ἐὰν πρόκειται νὰ πλάσωμεν κοινότητας, ὀφείλομεν νὰ προικοδοτήσωμεν αὐτὰς μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ περιουσιακά, τὰ ὁποῖα, ὅταν τὰ ἐξυπηρετῶσιν αἱ κοινότητες, τὰ ἐξυπηρετοῦσι καλλίτερον παρ’ ὅ,τι τὰ ἐξυπηρετεῖ τὸ Δημόσιον. Καὶ τὸ μέγα συμφέρον τὸ ἐθνικὸν εἶναι τοῦτο, διότι εἶναι πανθομολογούμενον ὅτι ὅπου ὑπῆρχον δάση ἀνήκοντα εἰς κοινότητας ταῦτα καὶ ἀνεδασώθησαν ὑπὸ τούτων· ἐνῷ τοὐναντίον ὅπου ὑπῆρχον δάση ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον τὸ Δημόσιον ἔδωκεν ἀφορμήν, ἵνα καταστραφῶσι ταῦτα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὴ δὲν ἦτο ἡ διέξοδος ὅπως τὰ δάση συντηρηθῶσι—ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἀποκλείει, προκειμένου περὶ δασῶν ἐκτάσεως ἀνωτέρας χιλιάδων τινῶν στρεμμάτων, τὴν ἐπιβολὴν ὑποχρεώσεων εἰς τὰς κοινότητας ὅπως φυλάττωσι τὰ δάση ταῦτα διὰ δασοκόμων ἐχόντων τὴν προέλευσιν αὑτῶν ἐπὶ ταῖς ἐγγυήσεσι τοῦ Κράτους, μόνον δὲ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν—, δι’ αὐτούς, λέγω, τοὺς λόγους, κηρύσσομαι κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§65Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ διόλου, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὸν προαγορεύσαντα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀγροφυλάκων.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόσοι εἶναι;
§67Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐπακριβῶς. Ὁ σκοπὸς τῆς ἀναγραφῆς ἀριθμοῦ περισσοτέρων δασοφυλάκων καὶ ἀγροφυλάκων εἶναι ὅπως μείνῃ ἐλευθέρα καὶ δράσῃ ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Ἡ μέχρι τοῦδε σχολὴ ἱδρύθη, ἵνα διδάσκωνται οἱ δασοφύλακες καὶ ἀγροφύλακες εἰδικὴν δασολογίαν, ὅπως ὑπεβλήθη καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστάλησαν ὑπότροφοι εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα σπουδάσωσι δασολογίαν, ὑπάρχει δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ αὐτοῦ. Ἂν δὲ οἱ δασοφύλακες καὶ οἱ ἀγροφύλακες ἀπέτυχον, εἶναι ὅτι τούτους τοὺς εἶχον ἀναλάβει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὰ δάση, διότι δὲν ἐγνώριζον, καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, ὥστε οἱ δασοφύλακες καὶ οἱ ἀγροφύλακες νὰ ἔχωσι πολὺ περισσοτέρας γνώσεις ἀπὸ τοὺς δασολόγους καὶ τοὺς διευθυντὰς τῶν δασῶν. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ἄτοπον εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ, διότι οἱ δασοφύλακες θὰ διδάσκωνται ἀπὸ διδασκάλους μεμορφωμένως δασικῶς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν ἐξ Εὐρώπης. Ὥστε πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς δαπάνης πραγματικῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἡ ἀναδάσωσις τῶν δασῶν καὶ ἡ ἐπαύξησις αὐτῶν θὰ συντελέσωσι τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, πανθομολογουμένου ὄντος καὶ ἀποδεδειγμένου ὅτι ταῦτα σχηματίζονται πρὸ παντὸς ἐκ τῆς ἀποψιλώσεως τῶν δασῶν. Λοιπὸν θὰ εἶναι ἡ ἐσχάτη ματαιοπονία, ἐὰν φροντίζωμεν ἀφ’ ἑνὸς ὑπὲρ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, δὲν λάβωμεν δὲ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἀναδασώσεως τῶν δασῶν, ἰδίᾳ δὲ ὑπὲρ τῆς μορφώσεως προσωπικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀνατεθῶσιν πᾶσαι αὐταὶ αἱ φροντίδες περὶ τῶν δασῶν, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§68Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ὄχι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία θέλει νὰ δοθῇ εἰς αὐτό. Πρόκειται περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς δάση, καὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται ὡς τοιαῦτα. Διότι εἶναι βεβαιωμένον τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ χωροφύλακες δὲν μεταβαίνουν εἰς τὸ μέρος τῶν δασῶν, ἵνα τὰ ἐπιβλέπωσιν, ἀλλ’ ὅταν εἰς πόλιν συναντῶσι κανένα χωρικὸν μὲ ξύλα, ἐκεῖ τὸν ἐξετάζουσιν ἂν ἔχει ἢ οὐ διπλότυπον, καὶ, ἂν δὲν ἔχῃ, τότε τὸν συλλαμβάνουσι καὶ τὸν ὁδηγοῦσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, βεβαίως, διὰ νὰ ὑπάρξωσι δάση, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αὐξηθῶσιν, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἐκμεταλλευθῶμεν ταῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προτείνει. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ πρὸ παντὸς τὸν νομόν μας ἀπὸ τὴν δασικὴν λεγομένην ὑπηρεσίαν.
§69Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου.
§70ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Διὰ τὸ νομοσχέδιον εἶμαι σύμφωνος· ἐπειδὴ ὅμως ἐλέχθησαν ὅλα αὐτά, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν νομόν μας, διότι συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην πρωτόκολλα ἐπὶ πρωτοκόλλων εἰς μέρη ὅπου δὲν ὑπάρχουσι δάση.
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, δὲν νομίζω δ’ ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἡ ἀπάντησις ὅτι θὰ εἶναι τοῦτο ζήτημα ἀναγραφῆς πιστώσεως, διότι πρῶτον ἀγνοεῖ τις ποῖος θὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, 1913 καὶ 1914. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται περὶ θεραπείας ἀνάγκης τινὸς ἐπειγούσης, διατί ἀπὸ τοῦδε νὰ εἶναι πάντως εὐκολώτερον ν’ ἀναγράφηται ἡ δαπάνη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος, βεβαίως εἶναι δυσκολώτερον νὰ ὑπάρξῃ δαπάνη, ἐνῷ, ἂν ὑπάρχῃ ὁ νόμος, εἶναι διπλασίως, ἴσως δεκαπλασίως, εὐκολώτερον. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἔλθουν ὑπότροφοι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἔλθουν ὀργανωταί, διατί ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔχωμεν τόσας θέσεις; Νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου καὶ δέον νὰ γίνῃ δεκτή.
§72Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης, ἥτις καθ’ ἑκάστην γίνεται, εἰς τρόπον ὥστε τὰ ἐν Ἑλλάδι δάση μόνον κατ’ ὄνομα ὑφίστανται ὡς τοιαῦτα, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν οὐ μόνον περὶ τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος καθιεροῦται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ περὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ καὶ ὁποιουδήποτε καθιερουμένου δι’ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται ἡ φύλαξις τῶν δασῶν. Δυστυχῶς ὅμως ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε μέχρι τοῦδε ἐλήφθησαν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν, ἀπέβησαν μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσαν εἰμὴ μόνον ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν καταπίεσιν καὶ κατάθλιψιν τῶν χωρικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οἰκοῦσι πλησίον δασικῶν ἐκτάσεων. Ἀφ’ ἧς συνεστήθη, Κύριοι, ἡ γεωργικὴ σχολὴ Βυτίνης ὅλοι οἱ ἐξελθόντες τῆς σχολῆς ἐκείνης ἀπέβησαν χειρότεροι τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης χωροφυλάκων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ φύλαξις.
§73Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέβησαν, διότι εἶχον ἀνατεθῆ εἰς χεῖρας ἀλλοτρίας.
§74Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἀπέβησαν, διότι ἦσαν μᾶλλον προπεπαιδευμένοι, διότι τὰ πρῶτα διδάγματα τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν ἔλαβον ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας. Ἤδη Κύριοι, οἱ πάντες θὰ ηὐχόμεθα νὰ ἐβλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀνορθώσεως φέρουσαν μέτρα οὐχὶ περὶ φυλάξεως πλέον τῶν δασῶν, ἀλλὰ περὶ ἀναδασώσεως τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν σήμερον γῆ ξηρά, διότι σήμερον ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν νὰ φυλάξωμεν δάση ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ ἴδιον σύστημα τὸ διέπον ἡμᾶς μέχρι τοῦδε, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τελείαν καταστροφήν, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ δασική τις ἔκτασις ἐν Ἑλλάδι. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐνεδείκνυντο πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ὑποβάλῃ πρὸ τῆς Βουλῆς; Ἦτο σκέψις, καὶ σκέψις πηγάζουσα ἐκ τῶν ἑαυτῆς σκέψεων, ἐνδεικνυμένη ἐκ τῆς πείρας· καὶ παρετηρήθη ὅτι ὅπου ὑπάρχουσι δάση πλησίον κοινοτήτων, πλησίον χωρίων, καὶ ὅπου τὰ χωρία καὶ αἱ κοινότητες ἠθέλησαν νὰ φυλάξωσι τὰ δάση, μόνον ἐκεῖ σώζονται καὶ ἀποτελοῦσιν ὄασιν δασικὴν ἐν Ἑλλάδι. Ὑπῆρχε λοιπὸν τρόπος νὰ ἀνατεθῶσι καὶ νὰ παραχωρηθῶσι τὰ δάση εἰς τὰς κοινότητας, καὶ τότε μόνον θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν αἱ δασικαὶ ἐκτάσεις, νὰ ἀναδασωθῶσιν οἱ τόποι καὶ δυνηθῇ τὸ Κράτος ὀψέποτε ἀποβλέψῃ πλέον εἰς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπανέλθωσι, νὰ λάβῃ μέτρα περὶ δασοφυλάκων καὶ ἀρχιφυλάκων. Καὶ ἠκούσθησαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μόνον καὶ μόνον ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς σχολῆς Βυτίνης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅπως ὅπως. Ἀλλὰ θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ὄφελος θὰ παραγάγῃ εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον προετάθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§75Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἶπον, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον ἐκ τῆς σχολῆς Βυτίνης δασοφύλακες, ἀπὸ τότε ἤρξατο ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν, ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τῆς σχολῆς Βυτίνης εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτῶν. Δὲν εὑρίσκω τοῦτο ἀκριβές. Ἐξ ἐναντίας, ἀφ’ ἧς ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία εἰς τοὺς ἀποφοίτους τῆς σχολῆς Βυτίνης, ὡς ἐπληροφορήθην, παρουσιάζεται καὶ βελτίωσις εἰς τὰ δάση καὶ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 1½ ἑκατομμύριον. Τώρα, ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, δὲν τὸ γνωρίζω· μοὶ τὸ ἐβεβαίωσεν ὅμως πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.
§76Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅτι ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δείγματα ἔστωσαν τὰ δάση τῆς Βυτίνης καὶ τοῦ Φενεοῦ, τὸ ὁποῖα εἶναι πρώτης τάξεως.
§78Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Πρῶτον τὰ δάση καταστρέφονται, διότι οἱ κατὰ καιροὺς δασάρχαι ἐλάμβανον πρόνοιαν νὰ ἀναθέτωσι τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν εἰς πρόσωπα τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης των, εἰς ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἐλαμβάνετο δὲ πρόνοια, ἵνα πᾶν στοιχεῖον, τὸ ὅποιον ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὰ κέντρα, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρῆται αὐστηρῶς τὸ δάσος. Οὕτως ἐπεδιώχθη ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν καὶ ἡ ἀργυρολογία τῶν δασαρχῶν, ἀτυχῶς δὲ τὴν ἰδιοτελῆ αὐτὴν ἀργυρολογίαν τὴν εἶχον ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖ ἦτο ἡ ἕδρα! Ἀφ’ ἧς οἱ ἀπόφοιτοι τῆς σχολῆς τῆς Βυτίνης ἀνέλαβον ὑπηρεσίαν εἰς τὰ δάση, τὸ καθῆκόν των ἐξεπλήρωσαν ὅσον ἦτο αὐτοῖς ἐφικτόν. Εὑρίσκω δὲ δικαίαν τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δασοφυλάκων, ἄδικον δὲ νὰ μὴ αὐξηθῇ καὶ ἡ τῶν ἀρχιφυλάκων· διότι ὡς ἔχει, μὲ 70 καὶ 80 δραχμάς, δὲν ἐπαρκεῖ οὔτε τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον νὰ ἀπολαμβάνωσι· δι’ τι ἅμα ὡς ἀφαιρεθῶσι τὰ τῆς συντάξεως δραχ. 6,30, διὰ τὸν ἱματισμὸν 15 δραχμαὶ καὶ 10 δραχμαὶ διὰ τὸ οἴκημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, εἰς τὸν ἑβδομήκοντα δραχμῶν δασοφύλακα ὑπολείπονται 38 δραχμαί. Τί θὰ κάμῃ ὁ δασοφύλαξ αὐτὸς μὲ τὰς 38 δραχμάς; Νὰ φάγῃ; Δὲν τῷ ἐπαρκῶσιν οὔτε διὰ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των. Ἐκεῖνο δέ, ὅπερ καὶ σκοπιμώτερον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτοὺς δωρεὰν ὁ ἱματισμός. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «οἱ δασοφύλακες...». Νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἀπαλειφομένων τῶν λέξεων «δύνανται νὰ ἀπολυθῶσιν ...».
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατί νὰ ἐξομοιωθῶσι;
§80Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἰδοὺ διατί, κύριε Πρόεδρε. Διότι ἐδῶ ὑποθάλπεται ἡ συναλλαγή.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποία συναλλαγή; Τοῦ προϊσταμένου μιᾶς ὑπηρεσίας ἡ διαταγὴ πρὸς τὰ ὄργανά του συναλλαγὴν θὰ τὴν ὀνομάσητε καὶ αὐτήν;
§82Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ εἶναι δι’ ὅλους; Ὅλοι θὰ ἀπολυθῶσι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ;
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσοι ἀξίζουσιν. Ὄχι ὅλοι. Αὐτοὶ θὰ εἶναι ἓν κέντρον, διὰ νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖον θὰ τιμωρηθῶσι μὲ πειθαρχικὰς ποινάς, δὲν θὰ ἔλθωσι.
§84Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ μείνῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ μείνῃ. Καλὸν νὰ τὸν ἔχωμεν τόσον περιωρισμένον πολὺ τὸν Ὑπουργόν.
§86Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καλῶς. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ διάταξις, ὡς εἶπον, ὥστε νὰ μὴ σπεύδωσιν οἱ δασοφύλακες νὰ προσφεύγωσιν εἰς μέσα, νὰ ὁμιλήσωσι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν βελτιωθῶσιν, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὀρθά. Ἀλλ’ ἐὰν βελτιωθῶσιν, ὅπως ἡμεῖς ὑπελογίζομεν, θὰ κάμωσιν αὐτοὶ τὸ καθῆκόν των.
§88Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐὰν ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁπωσδήποτε δὲν θὰ εἶναι κακή.
§89Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς διαφυλάξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν εἶναι τὸ μέγιστον. Φρονῶ ὅμως ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἐπιλαμβάνεται σκοπίμως τῆς λύσεως αὐτοῦ ἢ μᾶλλον ἀκολουθεῖ τὴν πεπατημένην, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ὅλοι οἱ μέχρι σήμερον Ὑπουργοὶ ἀποφεύγοντες νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων καὶ τὴν ἐπίλυσιν αὐτοῦ. Τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων εἶναι νὰ ἀποχωρισθῶσι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, αἱ δασικαὶ ἐκτάσεις, διότι προνοοῦμεν περὶ ἀριθμοῦ φυλάκων, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν τὸ ἔδαφος, ἐνῷ εἴμεθα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐδάφους τοῦ δασικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαφυλάξωμεν. Ἐνόσῳ λοιπὸν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία δὲν ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ σπουδαιοτάτου, τοῦ καθορισμοῦ τῶν δασικῶν ἐκτάσεων, ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δέον νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν φύλαξιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον συγχρόνως δὲν λαμβάνει μέριμναν περὶ ἀνιδρύσεως φυλακείων ἐντὸς τῶν δασῶν καὶ περὶ τῶν ἄλλων τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐνδείκνυνται διὰ τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διαφύλαξιν τῶν δασῶν, φρονῶ ὅτι πᾶσα ἄλλη δαπάνη ἀπὸ τοῦδε οὐ μόνον εἶναι ἄσκοπος, ἀλλ’ ἀποτρέπει καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον λαμβανόμενον, ἀποτρέπει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος αὐτοῦ περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπον. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, καθόσον, ἐὰν ἡ δαπάνη αὐτὴ διετίθετο εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ἄλλον, τοῦ καθορισμοῦ τῶν δασικῶν ἐκτάσεων καὶ τῆς λήψεως ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀναντιρρήτως ἔχουσιν ἀνάγκην δαπάνης, βεβαίως ἀσφαλέστερον καὶ ταχύτερον θὰ ἠρχόμεθα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, τῆς διαφυλάξεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχειρίσεως ἀφ’ ἑτέρου τῶν δασῶν. Διότι, παρακαλῶ, τί μέλλει νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ δάση ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν δασοφυλάκων; Λυποῦμαι, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρών.
§90Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τί ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα μέχρι σήμερον; Ὅτι εἶναι ἀνεπαρκεῖς οἱ δασοφύλακες, διότι αἱ ἐκτάσεις εἶναι πολὺ μεγάλαι. Λοιπὸν θέλομεν μεγαλείτερον ἀριθμὸν δασοφυλάκων, διὰ νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἐκτάσεις τῆς φυλάξεως, διὰ νὰ μὴ συμβαίνωσι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον μέχρι σήμερον. Ποῖα; Τοῦ νὰ μὴ δύναται ὁ δασοφύλαξ νὰ ἴδῃ τί συμβαίνει εἰς τὰ δάση καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἱκανῶν μαρτυριῶν νὰ κάμνῃ τὰς μηνύσεις, τὰς ὁποίας κάμνει. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ἡ ἔκτασις; Διότι ἡ ἔκτασις εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν ἐπαρκοῦσιν αὐτοί. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν δασοφυλάκων, μετὰ δέκα ἔτη θὰ εὕρωμεν δάση;
§91Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι πρωτότυπον! Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζομεν τὴν ἔκτασιν τῶν δασῶν, νὰ διορίσωμεν ἕνα ἀπεριόριστον ἀριθμὸν δασοφυλάκων, διὰ νὰ περιλάβῃ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Ἑλλάδος!
§92Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Γνωρίζομεν τοῦτο, ὅτι ἔχουσι δέκα ἑκατομμύρια στρέμματα νὰ φυλάξωσι καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς.
§93Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλα δάση ἢ εἶναι θαμνώδεις ἐκτάσεις;
§94Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Φυλάττουσι καὶ ταύτας.
§95Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τὰ δάση περιλαμβάνονται καὶ ὅλαι αἱ δασικαὶ ἐκτάσεις. Ἐὰν ἐγίνετο ἔκθεσις, θὰ ἐβλέπετε ὅτι εἶναι 2 ἑκατομμύρια στρεμμάτων καὶ ἀρκεῖ τὸ προσωπικόν, διότι σήμερον εἰς τὴν φύλαξιν περιλαμβάνονται καὶ ἄλλαι ἐκτάσεις. Αὐτὸ δὲ τὸ σύστημα δὲν τὸ βλέπω ὀρθόν. Καὶ μὲ τοῦτο νομίζετε ὅτι θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις; Ἐνόσῳ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν οἰκοδομοῦνται ἐντὸς τῶν δασῶν φυλακεῖα....
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἐδήλωσεν ἤδη ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἰς προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γίνωσι φυλακεῖα ἐντὸς τῶν δασῶν.
§97Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Αὐτό, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ προηγηθῇ, διότι ἄλλως ἡ δαπάνη εἶναι ἄσκοπος κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ἐὰν δὲν προηγηθῇ ἡ καταμέτρησις τῶν δασῶν καὶ ἡ οἰκοδομὴ φυλακείων καὶ ἡ κατασκευὴ ὁδῶν, πᾶσα δαπάνη εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος καὶ ματαία κατὰ τὴν γνώμην μου.
§98Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα πολλοὺς τῶν προλαλησάντων νὰ διατυπῶσι τὴν γνώμην ὅτι τὰ δάση δέον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας καὶ ὅτι οὕτω πως εἶναι δυνατὸν τὰ δάση ὄχι μόνον νὰ σωθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ν’ αὐξηθῶσι καὶ ἀποδώσωσι πλοῦτον τοιοῦτον, οἷον ἀναμένει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· ἀνέπτυξαν δὲ καὶ τὰ ἐπιχειρήματά των οἱ κύριοι Βουλευταὶ περὶ τῆς ἰδέας ἢ μᾶλλον τῆς πεποιθήσεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ἐν σχέσει μὲ τὰ δάση, ἐφ’ ὅσον ταῦτα θεωροῦνται καὶ εἶναι τοῦ Δημοσίου. Ἐντεῦθεν δὲ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἐζήτησαν οἱ Θεσσαλοὶ ἀντιπρόσωποι κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πολιτείας διὰ τὰ δάση των· ἐζήτησαν δηλ. πρὸ ἡμερῶν νὰ προταχθῇ ἓν νομοσχέδιόν των δασικόν, δι’ οὗ μάλιστα δὲν ἀξιοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσαν, ὡς ἐλέχθη ἀνωτέρω, πολλοὶ Βουλευταί, ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ ἀρθῇ μία μεγάλη ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἀνεγνωρισμένα ὑπὸ τῆς Τουρκίας ὡς κοινοτικὰ δάση.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἄλλου θὰ ὁμιλήσωμεν, κύριε Πρόεδρε; Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ ῥήτωρ.
§100ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μὴ ἀνησυχεῖτε· τὰ λεγόμενα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὸ θέμα, εἰς ὃ θὰ καταλήξω ἀμέσως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε κατ’ ἀρχὴν δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῶν δασοφυλάκων.
§102ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Νομίζω ὅτι, πολλάκις ὁμιλήσας, κατέδειξα ὅτι γνωρίζω τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ εἶναι περίεργον διατί ἀνησυχεῖτε. Ἀνάγκη ὑφίσταται νὰ εἴπω αὐτά, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν μου.
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς; θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν χρειάζεται ὁ ἀριθμός;
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ ὁρισθῶσι δασοφύλακες, νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας τὰ δάση!
§105Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ῥίψωσιν ἓν βλέμμα εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν, θὰ ἴδωσιν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν, τὸ ἀνεμένομεν κατόπιν τῆς ἐπαναστάσεως, ὡς ἔργον δικαιοσύνης, διότι δὲν ὑπάρχει φανερωτέρα ἀδικία ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἀσκεῖ τὸ Κράτος κατὰ τῶν κοινοτήτων Θεσσαλίας διὰ τὰ δάση των, τὰ ὁποῖα τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἀνεγνώριζε μὲν ὡς ἀνήκοντα κατὰ διοίκησιν καὶ διαχείρισιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν κοινοτήτων ἤτοι ὡς κοινοτικά, καθ’ ἣν οἱ ἰσχύοντες ἤδη ἀποδίδουσι χαρακτηρισμὸν κοινότητος καὶ περιουσίας αὐτῆς, τὸ Ἑλληνικὸν ὅμως ἀμφισβητεῖ τὰ δίκαια τῶν κοινοτήτων, καὶ ἐκνόμως καὶ βίᾳ καθημερινῶς ἀποξενώνει αὐτὰς καὶ καταλαμβάνει τὰ δάση των· θὰ ἴδωσι πρὸς τούτοις ὅτι, ἂν ἐκτελεσθῇ ἡ εὔλογος καὶ νόμιμος ἀξίωσις τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου περιέλθωσιν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν κοινοτήτων τὰ Θεσσαλικὰ δάση, ἤθελε προκύψει μία μεγάλη οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν καὶ θὰ ἀπεδίδετο ἅμα ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰς κοινότητας, ἄμεσος δὲ συνέπεια τούτου θὰ ἦτο ὅτι θὰ ἤμεθα ἀπηλλαγμένοι σήμερον τῆς συζητήσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δασικῶν ὑπαλλήλων, συνεπαγομένης νέα βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, διότι δέον νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἀνέπτυξα καὶ ὅπως περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν δασικὸν νομοσχέδιον καὶ σχετισθῇ μὲ τὸ ψηφισθησόμενον τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως κοινοτήτων κλπ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι προκειμένου περὶ δαπανῶν πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ αὐστηροὶ καὶ νὰ βασανίσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς δαπάνας. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ δασοκόμοι πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως δὲν ἀμείβονται ἐπαρκῶς. Εἶναι βεβαιωμένον, κύριοι Βουλευταί, καὶ πάντες γνωρίζομεν, τοὐλάχιστον οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι τῳόντι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζῶσιν, ὡς ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, δι’ ἀδήλων πόρων εἰς βάρος καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τοῦ δασικοῦ πλούτου· συνεπῶς ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν των κατὰ ποιότητα καὶ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ πλημμέλεια περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν, δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δασικῶν ὑπαλλήλων ὑπαίτιος, ἀλλὰ τὸ ποιὸν αὐτῶν. Ὅθεν δύο σκέψεις ἔχομεν νὰ κάμωμεν· ἢ πρέπει νὰ ἀμείψωμεν αὐτοὺς γενναίως, διότι ἡ διαχείρισις, ἥτις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς αὐτούς, εἶναι σοβαρά, ὅτε δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ δεκαδράχμου αὐξήσεως καὶ ἐνδυμασίας τινῶν ἐξ αὐτῶν, διότι ἡ τοιαύτη ἀπόφασίς μας δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν αὐτῶν, καθόσον διὰ τῆς σμικρᾶς ταύτης αὐξήσεως δὲν δίδομεν αὐτοῖς τοὺς πραγματικοὺς πόρους εἰς συντήρησίν των, ἢ πρέπει, λέγω, νὰ διπλασιάσωμεν τὸν μισθὸν αὐτῶν, νὰ παρακολουθήσωμεν δὲ αὐτοὺς μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μὲ βλέμμα τοιοῦτον, οὗ ἔχει ἀνάγκην ἡ διαχείρισίς των, ὥστε νὰ ἀποβάλωμεν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδειχθῶσιν ἀνίκανοι, ἀδιόρθωτοι καὶ ἀσύμφοροι εἰς ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι ἡ μικρὰ οἰκονομικὴ βελτίωσίς των, ἡ ὁποία γίνεται, ἀποβαίνει καθ’ ὁλοκληρίαν χαμένη· εἷς δασοκόμος, ὅστις λαμβάνει 90 δραχμάς, ἐὰν λάβῃ καὶ 10 δραχμὰς ἀκόμη, δὲν βελτιοῦται κατὰ ποιὸν ποσῶς· εἶναι ὡς νὰ ῥίπτωμεν μίαν πέτραν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἑπομένως φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν αὐτῶν, διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, ἀνάγκη νὰ διπλασιάσῃ τὸν μισθὸν αὐτῶν, ἄλλως δὲν κάμνομεν τίποτε. Καταλήγων λοιπόν, Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ συζητούμενον ἄρθρον ὡς ἀνωφελές, εἰδικῶς δὲ ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ἀπεφάνθησαν ὅτι τὰ δάση δέον νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας, ὡς αὗται μάλιστα πρόκειται νὰ ὀργανωθῶσι, διότι φρονῶ ὅτι τοῦτο συμφέρει πολὺ εἴς τε τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν χώραν, καθόσον τὰ δάση τιθέμενα κατὰ πρῶτον λόγον ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ διαχείρισιν τῶν κοινοτήτων καὶ κατ’ ἐφεδρείαν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας, θὰ προκόψωσι καὶ θὰ παραγάγωσιν ἱκανὸν πλοῦτον.
§106Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχμὰς 60.000 τοῦ πρὸς τὸ εἰδικὸν ἀρχαιολογικὸν ταμεῖον χορηγουμένου ποσοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος λαχείου». Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910 συνεστάθη ταμεῖον ἀρχαιολογικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ καταγίνηται εἰς ὅλας τὰς ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐδόθη ποσοστόν τι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὐπρεπές. Δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἔχει ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς καταλήψεως κτημάτων ἰδιωτικῶν δι’ ἀρχαιολογικοὺς σκοπούς, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος κατ’ ἔτος νὰ πληρώνῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀρκετὸν ποσὸν λόγῳ ἀποζημιώσεως, σήμερον δὲ δίδονται αἱ 60.000 δραχμαὶ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§107Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διὰ τὸ παρόν;
§108Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ ὑπάρχῃ τὸ ποσὸν αὐτό, διὰ νὰ ἐπαρκῇ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ ταμείου.
§109Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑξήκοντα χιλιάδες δραχμῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ταμείου τοῦ ἀρχαιολογικοῦ δι’ ἕκαστον ἔτος;
§110Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Δίδονται 60.000 δραχ. δι’ ἀποζημίωσιν γηπέδων καὶ οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνονται διὰ ἀρχαιολογικοὺς σκοπούς. Διατί νὰ δίδωνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δικαστικοῦ καὶ νὰ μὴ δίδωνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦτο;
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο καιρὸς καὶ τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας;
§112Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι κατάλληλος τώρα ἡ στιγμή. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§113Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ὑπαχθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, θὰ γίνηται καλλιτέρα ἡ ὑπηρεσία.
§114Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ λεγόμενα ὑφ’ ὑμῶν ἔχουσι βάσιν τινά, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα, ὅπως συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τυπωθήσεται πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ δασῶν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§116Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ μισθοδοσία τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 9. Οἱ μισθοὶ 120, 100 καὶ 70 δραχμαὶ ἀπονεμόμεναι εἰς κατωτέρους ὑπαλλήλους πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ μάλιστα προκειμένου διά τινας ὑπαλλήλους, οἵτινες εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν, διὰ νὰ φανῶσιν ἂν εἶναι χρήσιμοι. Δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ μισθοδοσία τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ προβλέπεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας μετά τινα χρόνον ὑπηρεσίας, αὔξησις μάλιστα χωροῦσα κατὰ δύο πενταετίας. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω δύο παρατηρήσεις. Πρῶτον παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ἄρχεται μετὰ μίαν πενταετίαν καὶ γίνεται αὔξησις κατὰ δραχμὰς δέκα, καὶ μετὰ ἑτέραν πενταετίαν κατὰ δραχμὰς πάλιν δέκα διὰ τοὺς δασοφύλακας πρώτης τάξεως, ἐνῷ, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελεῖ, διαφέρουσι δὲ ἀπ’ ἀλλήλων οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μόνον κατὰ βαθμὸν καὶ συνεπῶς κατὰ μισθοδοσίαν. Τὴν διάκρισιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν νομίζω ὀρθήν.
§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ δασοφύλαξ δευτέρας τάξεως ἔχει ἐνώπιόν του τὴν προαγωγήν καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρκετόν;
§118Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο. Διότι ἀκριβῶς ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν προαγωγὴν ὁ ὑπάλληλος, ἀλλὰ προαγωγὴν ἀμφίβολον, διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία, ἐρχομένη εἰς ἐπικουρίαν, ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας κατὰ δέκα δραχμάς, δηλαδὴ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μετὰ πενταετίαν αὐξάνηται ὁ μισθὸς τοῦ ὑπαλλήλου κατὰ δέκα δραχμὰς καὶ μετὰ δευτέραν δὲ πενταετίαν πάλιν κατὰ δέκα δραχμάς, εἶναι συμπλήρωμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπεδείχθη μὲν ἱκανός, ὑπάρχει δὲ ἄλλη κατάλληλος ἕνεκα κενώσεως θέσεως περίστασις, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προαγωγήν του, καὶ ἑπομένως τὴν αὔξησιν μισθοῦ. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἰσάγεται νῦν τὸ πρῶτον· εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι νόμοι ἔχουσι καθορίσει, προκειμένου περὶ ἄλλης κατηγορίας ὑπαλλήλων, καὶ ἐκεῖ ὅπου καθιερώθη τὸ μέτρον τοῦτο δὲν καθιερώθη ὡς μέτρον ἀνῆκον εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχοντος δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ ἢ νὰ μὴ αὐξήσῃ, κατ’ οἰκείαν κρίσιν, τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὡς ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας, χωροῦσα αὐτοδικαίως καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς. Ἔχομεν δὲ καὶ ἑτέραν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους νόμους τοὺς καθιεροῦντας τοιαύτην περιοδικὴν αὔξησιν, ἔχομεν διάταξιν ἐξασφαλίζουσαν ἐντελῶς τὸ Δημόσιον ἀπέναντι ὑπαλλήλων ἀνικάνων καὶ μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των, ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτοι ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας. Τοιαύτην διάταξιν ἔχει καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δὲν εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἀπέναντι κινδύνου νὰ δώσωμεν αὔξησιν κατόπιν μιᾶς πενταετίας εἰς ὑπαλλήλους τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀδόκιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπολύσῃ αὐτούς, τοὐναντίον δὲ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τοιαύτην, ἐὰν παραμείνῃ ὁ ὑπάλληλος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καὶ χρήσιμος καὶ δόκιμος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω. Πρῶτον ἵνα τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως χωρῇ αὐτοδικαίως καὶ μὴ εἶναι δυνητικόν, καὶ δεύτερον νὰ μὴ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας εἰς τοὺς δασοφύλακας πρώτης τάξεως ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν, διότι πάντες τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦσιν. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, συμπληρουμένων τῶν θέσεων τῶν εἴκοσιν ἀρχιφυλάκων πρώτης τάξεως, οἱ ἑπόμενοι πεντήκοντα φύλακες δευτέρας τάξεως δὲν θὰ ἔχωσιν ἐλπίδα προαγωγῆς ἐπὶ δεκαετηρίδας, εὔλογον θὰ εἶναι νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ αὔξησις. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τοὺς ἄλλους τοὺς τριακοσίους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐλπίδα νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς θεωρῶ καλὸν νὰ ἀπονεμηθῇ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη, γενομένη δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§120Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς καθιεροῦνται δύο ὑπηρεσίαι πρὸς προαγωγήν, ἐξ ὧν ἡ μία εἶναι ἡ διετής. Ἀλλὰ καθιεροῦται οὕτω μέγα ἄτοπον, διότι οἱ νῦν ἀπολυθησόμενοι ἐμαθήτευσαν ἐπὶ διετίαν δι’ ἰδίων ἐξόδων, ἐνῷ οἱ ἄλλοι πρόκειται νὰ μαθητεύσωσιν ἐπὶ ἑξάμηνον καὶ ἀνεξόδως. Αὐτοὺς τοὺς δύο δὲν πρέπει νὰ ἐξισώσωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα ἡ διετὴς ὑπηρεσία.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ κρίνῃ, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ προαγωγή των. Ψηφίζεται τὸ 9ον ἄρθρον τροπολογημένον, τὸ 10, 11 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 12).
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 ἡ φράσις «χωρὶς νὰ γεννᾶται ἐντεῦθεν οἱαδήποτε ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου» ἐντελῶς παρέλκει.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις.
§124Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περισταλῇ ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ ἄρθρον εἰς τὸν δασάρχην καὶ ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν, διότι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου, θὰ προηγηθῇ πρότασις τοῦ οἰκείου δασάρχου ἢ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ γνωμοδότησις τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἀπολύουσα τὸν ὑπάλληλον. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως πρὸς παῦσιν. Δύνανται εἰδικώτερον νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ περιπτώσεις τῆς ἀπολύσεως διότι δύναται ὁ δασάρχης νὰ ἀνεχθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δασοφύλακα ἢ ὑπάλληλον ὑπερεξηκοντούτη ἢ ἀνίκανον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ἢ ὑποπεσόντα εἰς παράβασιν τῶν ἄρθρων 22, 23 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἢ ἐγκαταλείψαντα τὴν θέσιν του ἐπὶ 50 ἡμέρας.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ὁ δασάρχης δὲν ἐξασκήσῃ καλῶς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῷ δίδομεν διὰ τοῦ νόμου, εἶναι φυσικὸν ὅτι θὰ στραφῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία. Ἀλλὰ συμφωνότερον πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποκεντρώσεως εἶναι νὰ προέρχωνται αἱ προτάσεις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀμεσώτερον γνωρίζουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§126Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω ὡρισμένως, ἀλλ’ ἐνδεικτικῶς νὰ ὁρισθῶσιν αἱ περιπτώσεις τῆς ἀπολύσεως, ὥστε νὰ μὴ ἀφίεται εὐρεῖα ἐξουσία εἰς τὸν δασάρχην ἢ ἐπιθεωρητήν.
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου, περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ ὁρισθῶσι πειθαρχικαὶ ποιναὶ διὰ τοὺς παρανομοῦντας ὑπαλλήλους ἐν γένει.
§128Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ συνταχθῇ πειθαρχικὸς κῶδιξ διὰ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 12 τροποποιούμενον, τὸ 13 καὶ 14).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ· καὶ πᾶσα ἐναντία τῷ παρόντι νόμῳ διάταξις καταργεῖται.
§130Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ἀξία παντὸς ἐπαίνου ἡ Κυβέρνησις θελήσασα νὰ συγκροτήσῃ σῶμα δασοφυλάκων, ὥστε νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς πληθυσμοὺς μερικῶν βασάνων. Ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω τινὰ ἀφορῶντα καὶ τὴν Σχολὴν τῆς Βυτίνης...
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου δὲν δύνασθε νὰ παρενείρητε συζήτησιν ἐπὶ ἐψηφισμένων ἤδη ἄρθρων.
§132Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 17 εἶναι ὅτι τὸ τριακοντάδραχμον θὰ δίδηται εἰς τοὺς πτωχούς;
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις, διότι αὐτὸ παρέχεται ὡς ἀντάλλαγμα ὑπηρεσιῶν παρασχεθεισῶν. (Ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§134ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς». Ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. (Προτάσσεται συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Οἰκονόμου.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κορομηλᾶς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων μέχρις ὁριστικότητος τῶν οἰκείων φορολογικῶν καταλόγων»· 2) «Περὶ ἐξακολουθήσεως καὶ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου»· 3) «Περὶ συστάσεως τελωνειακῆς ἀστυνομίας»· 4) «Περὶ προαγωγῆς καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων» καὶ 5) «Περὶ ἀφομοιώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν τελωνῶν αʹ τάξεως καὶ τῶν ἐλεγκτῶν». Ὁ κ. Κορομηλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§137Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ προσωρινῆς δηλώσεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων μέχρι τῆς ὁριστικότητος τῶν οἰκείων φορολογικῶν καταλόγων. Οἱ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν ἀνασυντάσσονται κατὰ πενταετίαν, οἱ δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τριετίαν, οὐδέποτε ὅμως ἐγένετο δυνατὸν ὅπως ἐγκαίρως ὦσιν οἱ κατάλογοι ἕτοιμοι, πάντοτε δ’ ἐπήρχετο μεγίστη δυσχέρεια εἰς τοὺς φορολογουμένους ἀδυνατοῦντας νὰ καταβάλλωσι τὸν φόρον, διότι οἱ κατάλογοι δὲν εἶχον κυρωθῆ, οἱ δὲ φορολογούμενοι πολλάκις ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους συνέβη νὰ πληρώσωσι δύο φόρους. Ἵνα ἀρθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο κατὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων τοῦ 1912, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, καθ’ ὃ οἱ ὑφιστάμενοι κατάλογοι θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς καταβολὴν τοῦ φόρου μέχρις οὗ γίνῃ ἡ ἐκδίκασις τῶν νέων καταλόγων. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ δασμολογίου. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν εἶχεν ἀκόμη συνεδριάσει, καίτοι ὁ νόμος ἔλεγεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἔχῃ περατώσει τὸ ἔργον της μέχρι τέλους τοῦ 1910. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα πρὸς σύγκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεδόθη ἓξ μῆνας μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶχε φροντίσει νὰ συγκαλέσῃ αὐτήν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προέβη ἀμέσως εἰς τοῦτο, κατέτμησε τὴν ἐργασίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰσηγητῶν καὶ ἡ ἐργασία ἤρχισε γινομένη, ἀλλά, ὅπως ὑφίσταται ἡ ἐπιτροπή, δὲν δύναται ταχέως νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἡ διάρκειά της καὶ τίθεται ὅπως ἐντὸς 12 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἀλλά, ἵνα ἐπιτευχθῇ τὸ ἔργον αὐτῆς, ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπαλλήλων, περὶ ὧν ἀκριβῶς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχει δὲ ποσὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 ἐκ δραχμ. 10.000, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδαπανήθη, διότι δὲν εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶται ἐν Γυθείῳ παρὰ τὸ τελωνεῖον, ἀποταμιευτικὸν κατάστημα, διότι ἔρχονται πλοῖα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἀπ’ εὐθείας. Ἐπίσης ἱδρύεται ἀποταμιευτικὸν κατάστημα καὶ ἐν Κέᾳ διὰ τὸ ὀρυκτὸν ἔλαιον, ἐπειδὴ πλεῖστα πλοῖα προσεγγίζουσιν εἰς τὴν Κέαν καὶ ἀνθρακεύουσι καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτοῦ. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀφομοιώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν τελωνῶν αʹ τάξεως ὡς καὶ τῶν ἐλεγκτῶν». Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας», ἤτοι περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς τελωνοφυλακῆς διὰ σώματος καλλίτερον κατηρτισμένου. Κατὰ τὸ 1900 ἡ Κυβέρνησις εἶχε μετακαλέσει Ἰταλόν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς τελωνοφυλακῆς καὶ συντάξῃ ὀργανισμόν. Εἰσήχθη τότε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη. Ἐνῷ δὲ τὰ τελωνιακὰ ἔσοδα ηὐξάνοντο ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ὑφιστάμενον σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς διαρκῶς ἠλαττοῦτο. Κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν τῆς τελωνοφυλακῆς ὤφειλον νὰ ὑπάρχουν 520 τελωνοφύλακες καὶ νὰ δαπανῶνται κατ’ ἔτος 533.000. Τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, ὅτε τὰ τελωνεῖα ἀπέδιδον μόνον 20–25.000.000 ἐτησίως. Ἔκτοτε ηὐξήθησαν οἱ δασμοὶ καὶ κατ’ ἔτος αὐξάνουν. Ἐφ’ ὅσον δ’ αὐξάνομεν τοὺς δασμούς, κατὰ τοσοῦτον ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι σκόπιμον καὶ χρήσιμον διὰ τὸ Κράτος νὰ ἐλαττῶται ἡ δαπάνη διὰ τὴν προφύλαξιν τοῦ δασμολογίου καὶ οὕτως ἀπὸ 533.000 δραχμῶν ἐφθάσαμεν νὰ δαπανῶμεν 400.000, 350.000, 300.000 δραχμῶν. Ἐὰν εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1900 ὠργανωμένην τὴν τελωνοφυλακήν, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην νὰ προβαίνωμεν εἰς αὔξησιν δασμῶν. Ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπάρχει νομοσχέδιον, ψηφισθὲν πέρυσι, φροντίζον μονομερῶς περὶ τοῦ πράγματος καὶ ἱδρύον ἕνα μόνον λόχον τελωνοφυλακῆς, δηλ. ἀντὶ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τελωνοφυλάκων, ὅστις ἀπῃτεῖτο, συνεκρότει σῶμα πολὺ μικρότερον, ἐνῷ συγχρόνως ἠμπόδιζε τὴν στρατολογίαν τῆς κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν τῆς τελωνοφυλακῆς. Τὸ νομοσχέδιον κατέστη ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἐβασίζετο πρὸ πάντων ἐπὶ τῆς μετακλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἠρνήθη νὰ ἔλθῃ. Οὕτως εὑρέθημεν πρὸ καταστάσεως πραγματικῶς ἀφορήτου. Ἡ τελωνοφυλακή, μὴ δυναμένη νὰ ἔχῃ νέους ἄνδρας, διαρκῶς ἠλαττοῦτο τὸν ἀριθμόν, ὁ τρόπος δὲ τῆς στρατολογίας ἦτο τοσοῦτον ἐλεεινός, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις ἐτόλμα νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμόν των. Ὁ νέος νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ κατέρρεον ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὸ δασμολόγιον. Μόλις ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησα ἀμέσως ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ τμηματάρχου τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ εἰδικωτάτου διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ἐκ τοῦ τμηματάρχου τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μετὰ πολύμηνον ἐργασίαν κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται ἴδιον σῶμα στρατιωτικὸν τελωνοφυλακῆς διαιρούμενον εἰς σῶμα ξηρᾶς καὶ σῶμα θαλάσσης. Ἐδόθη ἰδιαιτέρα φροντίς, ἵνα ἀναπτυχθῇ ἡ κατὰ θάλασσαν καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐν τῷ συνόλῳ τὸ σῶμα θὰ ἔχῃ 520 ἄνδρας, ἐκ τῶν ὁποίων 228 εἶναι ὁπλῖται τῆς ξηρᾶς καὶ 290 τῆς θαλάσσης. Ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμοφόρων εἶναι ὀλίγος, σχετικῶς, διότι εἶναι μόνον 12 ἀξιωματικοὶ διὰ τὸ σῶμα τῆς ξηρᾶς καὶ 6 διὰ τὸ σῶμα τῆς θαλάσσης. Λαμβάνεται ἐπίσης πρόνοια περὶ μετακλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ του. Ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν ἡ δαπάνη ὤφειλε νὰ εἶναι 533.000, ἀλλά, καθὼς εἶπον, τὸ σῶμα διαρκῶς ἠλαττοῦτο καὶ ἐφθάσαμεν νὰ δαπανῶμεν μόνον 384,000. Ἀντὶ τούτων σήμερον ἡ δαπάνη θὰ εἶναι 723.000 σὺν τῇ συντηρήσει τῶν ἀτμοπλοίων, ἐπίσης δὲ ποσὸν 155.000 διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελωνείων. Ὥστε ἡ ὅλη δαπάνη θὰ εἶναι 850.000, αὔξησις δηλ. 386.000 δρ. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις ὄχι μόνον τῶν τελωνείων ἀλλὰ καὶ τῶν μονοπωλίων θὰ ὑπερβῇ τὰ 3.000.000 καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ αὔξησις αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως εἰς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βαρύνουσιν ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης. (Χειροκροτήματα).
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν, διὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνω νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχὴν καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. (Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια, κηρυσσόμενα κατεπείγοντα, καὶ παραπέμπονται εἰς Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Ἰγγλέσης, Ν. Χαριτᾶτος, Π. Λεβιεράτος, Π. Πετροπουλάκης, Ἀ. Μουγκροῦτσος, Γ. Παπακυριακόπουλος, Λ. Μαβίλης, Σ. Γρανίτσας, Δ. Γαλαβᾶς καὶ Ἀ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου βοηθήματος τῷ Ζωολογικῷ κήπῳ». Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατήρτισα τὰς ἑξῆς ἐπιτροπάς. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως τελωνειακῆς ἀστυνομίας» θὰ εἶναι μέλη οἱ κύριοι Ἐ. Κουλουμβάκης, Ἰ. Πατσουράκος, Θ. Κουτούπης, Χ. Βοζίκης, Ἐ. Λαμπρακάκης, Ἀ. Μιχαλακόπουλος. Δ. Γκλαβᾶς, Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης καὶ Ἰ. Τσιριμῶκος. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων δὲ «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων μέχρις ὁριστικότητος τῶν οἰκείων φορολογικῶν καταλόγων», «περὶ ἐξακολουθήσεως καὶ πέρατος τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου» καὶ «περὶ προαγωγῆς καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων» οἱ κύριοι Ν. Πετροπουλάκης, Θρ. Πετμεζᾶς, Ἰ. Τσιγκόλης, Σ. Σῖμος, Ἰ. Μπακόπουλος, Βασ. Κυρέλλος, Ν. Σπηλιώτης, Ἀλέξ. Φωτήλας καὶ Π. Ἡλιόπουλος». Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὅπως εἰς τὰς ἀνωτέρω ἐπιτροπὰς ὁρισθῇ ἵνα ἐντὸς προθεσμίας τριῶν ἡμερῶν ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω νομοσχεδίων.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 6 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 26 Ἰουνίου). Ὁ κ. Μ. Φωτιάδης ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ταμειακοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν». Ὁ κ. Μπούσδρας ἔχει τὸν λόγον.
§143Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν, τὸν ὁποῖον προτείνει τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης ἐφηρμόσθη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου, ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ ἔτους 1880. Τοσαύτη ὅμως ἦτο ἡ κατ’ αὐτοῦ καταφορὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠναγκάζοντο νὰ ἐγγράφωσιν ἐν τοῖς προγράμμασιν αὑτῶν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης ὡς τὸν πρώτιστον τῶν ὅρων. Ὅτε δὲ κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1880 τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ἀνέλαβεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὸ πρῶτον ἔργον, ὅπερ ὑπὸ τὰς ἐπευφημίας ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἐπετεύχθη, ἦτο ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐθεωρήθη τόσον μέγα, ὅσον μεγάλαι καὶ φοβεραὶ ἦσαν αἱ καταθλίψεις τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μετὰ τριάκοντα καὶ πλέον ἔτη ἐλευθέρου ἀπὸ τῆς δεκάτης βίου ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως ἐνόμισε σκόπιμον, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸν θεσμὸν τῆς δεκάτης ὄχι ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τούτου, ἀλλ’ ὑπὸ ἑτέραν προσωνυμίαν, ὑπὸ τὴν προσωνυμίαν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρκῶς ἐξετίμα τὴν ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους καταδίκην τοῦ θεσμοῦ τῆς δεκάτης, τῆς ὁποίας ἡ κατάργησις οὐ μόνον ἀνύψωσε τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν τίτλον τοῦ σωτῆρος, δύναμαι νὰ εἴπω, προσέδωκεν αὐτῷ, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐτόλμα εὐλαβούμενος ἑαυτὸν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ ἐπαράτου καὶ καταδίκου τούτου θεσμοῦ τῆς δεκάτης. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεῖδε τὰ διδάγματα ταῦτα τῆς πολιτικῆς πείρας, δὲν συνεβουλεύθη παντάπασι τὸ παρελθόν, καίτοι τοῦτο εἶναι ὁ ἄριστος σύμβουλος τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρέλειψε μόνον τὸ δίδαγμα τοῦτο· παρέλειψε καὶ ἑτέρας συμβουλάς, τὰς συμβουλὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δίδει εἰς τὸν μύστην αὐτῆς, διότι εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ εἶναι ἀπαράδεκτον, τὸ μὲν διότι ἀντιστρατεύεται εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ φόρου, τὸ δὲ διότι ἐπιβάλλει φόρον κοὶ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ ὡρισμένης τάξεως ἐργατῶν. Τὸ νομοσχέδιον φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, τὴν πρόσοδον δηλαδὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦσιν ἀρχικά τινα στοιχεῖα κεφαλαίων, διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων κατηρτίσθη αὕτη· ἑπομένως φορολογεῖ καὶ τὰ κεφάλαια τῆς πτωχῆς τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Πολιτεία ἔναντι τῆς παρεχομένης προστασίας δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ μετὰ τῶν ἄλλων συντελεστῶν τῆς παραγωγῆς, τοῦ κεφαλαίου, τῆς ἐργασίας καὶ τῆς γῆς, τὴν ἀνάλογον μερίδα ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι αὕτη παράγεται ἐτησίως διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν συντελεστῶν τῆς παραγωγῆς, δὲν δικαιοῦται ὅμως αὕτη ποτὲ νὰ λαμβάνῃ μερίδα οὔτε ἐκ τῶν κεφαλαίων, διότι ταῦτα ὡς προϋπάρχοντα τοῦ ἔτους ἐφορολογήθησαν κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν αὐτῶν, οὔτε τὴν μερίδα, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἐὰν τὸ ἐναντίον ἡ Πολιτεία ἤθελεν ἐπιζητεῖ, ὡς συμβαίνει ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ἐπιζητούμενον δὲν εἶναι πλέον φόρος, ἀλλ’ εἶναι ἁρπαγή, τὴν ὁποίαν διαπράττει ἡ Πολιτεία μὲ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς.
§144Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὥστε πᾶς φόρος εἶναι ἁρπαγή; Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἶναι 8% καὶ 10%.
§145Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ὁ κ. συνάδελφος συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου;
§146Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος παρηκολούθει τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σκέψεών μου, δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἵνα παραχθῇ, εἶπον, ἡ καθαρὰ πρόσοδος, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνυπάρξωσι τέσσαρες συντελεσταί: ἡ ἐργασία, τὸ κεφάλαιον, ἡ γῆ καὶ ἡ Πολιτεία. Ἕκαστος ἐκ τῶν συντελεστῶν τούτων δικαιοῦται νὰ λάβῃ μερίδα ἐκ τοῦ παραχθησομένου προϊόντος. Καὶ εἶπον ὅτι, ὅταν ἡ Πολιτεία δὲν περιορίζηται εἰς τὴν μερίδα, ἡ ὁποία ἀναλογεῖ εἰς αὐτήν, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ λάβῃ τὴν μερίδα, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν ἐργασίαν, τοῦτο, τὸ καθ’ ὑπέρβασιν ἐπιζητούμενον, δὲν εἶναι πλέον φόρος, ἀλλ’ εἶναι ἁρπαγή. Ὅταν εἶναι τέσσαρες συνεταῖροι καὶ ὁ εἷς ἁρπάζῃ τὴν μερίδα, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τοὺς ἄλλους τρεῖς, ὁ συνεταῖρος ἐκεῖνος εἶναι ἅρπαξ. Ὁ φόρος λοιπόν, ὅστις εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία παρέχει εἰς τὴν παραγωγήν, δέον νὰ εἶναι ἀνάλογος μόνον εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, τηρουμένης καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν ἀπαραμειώτου τῆς ἠθικῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ τῆς ἰδέας τῆς ἰσότητος, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ὁποίας ὁ πολλὰ μὲν κερδίζων, ὡς πολλῆς ἀπολαύων προστασίας, πολλὰ δέον καὶ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν Πολιτείαν, τοὐναντίον δὲ ὁ ὀλίγα κερδίζων. Ἐὰν κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κεφαλαιοῦχα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα σὺν τῇ ἐπιμελείᾳ καταβάλλει ὁ παραγωγὸς πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἐτησίου πλούτου, θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου· ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο, ὡς γίνεται φανερὸν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ, οὔτε τὴν φιλοπονίαν τοῦ παραγωγοῦ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς καταβαλλομένας ὑπ’ αὐτοῦ δαπάνας, πῶς δύνασαι, κύριε συνάδελφε, νὰ εἴπῃς ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι δίκαιος; Οὐδὲ θεραπεύεται ἡ ἀδικία αὕτη διὰ τῆς ἐκ τῆς φορολογίας ἐξαιρέσεως ποσοῦ τινος, τὸ μὲν διότι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη εἶναι γενική, δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν δαπάνην καὶ τὴν ἐπιμέλειαν ἑκάστου παραγωγοῦ, τὸ δὲ διότι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη λόγῳ τῆς σμικρότητος αὐτῆς οὐδόλως συντομεύει τὴν ἀπόστασιν ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλ’ ἴσως ἤθελέ τις εἴπει ὅτι προκειμένου περὶ γεωργικῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι δύσκολον, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ ἐξευρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐπάναγκες εἶναι, ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ ἀντιθέσεις τῶν νόμων ἢ τῶν νομοσχεδίων πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ἐνδεικνύουσι τὴν μεταρρύθμισιν μὲν τῶν νόμων, τὴν ἀπόρριψιν δὲ τῶν νομοσχεδίων. Ἡ σκέψις ἄλλως τε αὕτη, ἐπιβλητικὴ λόγῳ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς, ἐπήνεγκε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης παντοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅπου ἴσχυσεν αὕτη. Ἐὰν τὸν φόρον τοῦτον, ὅστις βαρύνει τὰς πτωχὰς γεωργικὰς τάξεις, συγκρίνωμεν πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις βαρύνει τὰς εὐπόρους καὶ πλουσίας τάξεις, θέλομεν ἴδει καὶ τὴν μεγάλην φορολογικὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι πρὸ ὀλίγου μόλις χρόνου τὴν ἰσότητα τῆς φορολογίας διὰ συνταγματικῆς περιεβάλομεν διατάξεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον, ὡς εἶπον πρόσοδον, δηλαδὴ καὶ τὰ κεφάλαια τῶν πτωχῶν γεωργῶν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον βαρύνει, ὡς εἶπον, τὰς πλουσίας τάξεις, φορολογεῖ μόνον τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φορολογεῖ τοὺς πτωχοὺς πρὸς 5% ἐπὶ τῆς ἀκαθρίστου προσόδου, ἐὰν δὲ τὸ ποσοστὸν τοῦτο ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, θέλομεν εὕρει ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φορολογεῖ τὰς πτωχὰς τάξεις, τὰς γεωργικάς, τοὐλάχιστον πρὸς 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος φορολογεῖ τοὺς πλουσίους πρὸς 1% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου τὸ ἀφορολόγητον ποσὸν τῶν μὲν πτωχῶν εἶναι 20% ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, τῶν δὲ πλουσίων 5000 δραχμῶν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐντεῦθεν γίνεται φανερόν, ὁπόσον ἄνισος ἐπιβάλλεται ἡ κατανομὴ τῶν φόρων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα ἐκείνης, ἥτις Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως ἐπονομασθεῖσα πολλάκις καὶ ἄνευ διακοπῆς ὑπέσχετο εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐκ τῶν βαρῶν ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν τάξεων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαπράττει καὶ ἑτέραν ἀδικίαν φρικτοτέραν τῆς εἰρημένης, διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐπιβάλλει φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ ὡρισμένης τάξεως ἐργατῶν, τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἵτινες μὴ ἔχοντες ἰδίαν γῆν καλλιεργοῦσι ξένην τοιαύτην. Ἐν Θεσσαλίᾳ, Κύριοι, ὑπάρχει τάξις γεωργῶν, ἥτις, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, οὔτε καλύβην οὔτε σπιθαμὴν γῆς ἔχει, ἀλλ’ ἀποζῇ ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν αὕτη καταβάλλει ἐπὶ ξένης γῆς. Ἡ θέσις τῶν γεωργῶν τούτων πρὸς τὴν γῆν δὲν ἦτο ἐπὶ Τουρκοκρατίας τοιαύτη, ὁποία εἶναι σήμερον, διότι ἡ θέσις αὐτῶν τότε, καίτοι πλήρης ἦτο ἡ πολιτικὴ δουλεία, ὡμοίαζεν, ὡς καὶ ὁ ἀείμνηστος Οἰκονομίδης, ὁ σοφὸς καθηγητής, ἀποφαίνεται, πρὸς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐμφύτευσιν, ἐνῷ σήμερον κατήντησε νὰ θεωρῆται μίσθωσις ἐργασίας, ἐφ’ ἧς μάλιστα τὰ Δικαστήρια δὲν διστάζουσι νὰ ἐφαρμόζωσι καὶ τὸν νόμον περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν. Κατήντησεν οὕτως ἡ τάξις αὕτη ἕνεκα τῆς ἀντιλήψεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, Πολιτεία τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῆς καταδυναστεύσεως τῶν ἀσθενῶν. Οἱ πτωχοὶ λοιπὸν οὗτοι γεωργοὶ ἐκμισθοῦσι τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐργασίαν, καθ’ ἣν τρόπον ἐκμισθοῦσιν αὐτὴν οἱ ἐργάται τῶν πόλεων, οἱ ἐργάται τῶν ἐργοστασίων· ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ὅτι ὁ μισθὸς τῶν μὲν ἐργατῶν τῆς γῆς συνήθως εἶναι εἰς εἶδος, ἐνῷ τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων πάντοτε σχεδὸν παρέχεται εἰς χρῆμα. Ὁ μισθὸς μάλιστα τῶν ἐργατῶν τῆς γῆς εἶναι πολὺ μικρότερος τοῦ μισθοῦ τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων, διότι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια τοῦ γεωργοῦ συνεργάζεται ἐτησίως, ὁ ἡμερήσιος μισθὸς τοῦ γεωργοῦ οὐδέποτε ὑπερβαίνει τὴν μίαν δραχμήν, ἐνῷ ὁ μισθὸς ὁ ἡμερήσιος τοῦ ἐργάτου τῶν πόλεων φθάνει πολλάκις καὶ τὰς 5 δραχμάς. Δὲν ἀπολαμβάνουσι δὲ οἱ ἐργάται τῆς γῆς καὶ τόσης προστασίας, ὅσης ἀπολαμβάνουσιν οἱ ἐργάται τῶν πόλεων, διότι οἱ ἐργάται τῶν πόλεων μένοντες εἰς τὰς πόλεις καὶ ἀσφάλειαν μεγαλειτέραν ἔχουσι καὶ ἀπολαύσεις περισσοτέρας. Ἐκτὸς τούτου οἱ ἐργάται τῶν πόλεων ἔχουσι πολὺ εὐθηνοτέραν τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων αὐτῶν· δι’ αὐτοὺς ἀληθῶς παρέχεται ἡ ἐκπαίδευσις τῶν τέκνων αὐτῶν δωρεάν, ἐνῷ διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς γῆς ἡ ἐκπαίδευσις τῶν τέκνων αὐτῶν εἶναι δαπανηροτάτη, μολονότι ἀναγράφεται διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἀντίθετος. Εἶναι εὐνόητον τοῦτο καὶ μὲ ἀπαλλάσσει πάσης ἄλλης ἐξηγήσεως. Ὅπως λοιπὸν ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου τῶν πόλεων δὲν φορολογεῖται, τοιουτοτρόπως δίκαιον εἶναι ὅπως μὴ φορολογηθῇ καὶ ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου τῆς γῆς.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἴδιον φρονεῖτε ὅτι εἶναι ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου τῶν πόλεων, ὅταν τὸ Κράτος λαμβάνῃ ἀπὸ αὐτὸν 35% ἐπὶ τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον τρώγει;
§148Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὁ δασμὸς τοῦ σίτου, κύριε Πρόεδρε, μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὠφελεῖ τοὺς γεωργούς. Ἂν νομίζητε ὅτι ὠφελεῖ τοὺς παραγωγούς, ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν αἴτησιν νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀπαλλάξητε τὸν σῖτον ἀπὸ τοῦ δασμοῦ. Ὅπως λοιπόν, εἶπον, ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου τῶν πόλεων δὲν φορολογεῖται, τοιουτοτρόπως δίκαιον εἶναι, ὅπως μὴ φορολογῆται καὶ ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου τῆς γῆς. Ἡ ἰδέα τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, διὰ συνταγματικῆς περιεβάλομεν διατάξεως, ἀπαιτεῖ τὴν ἐκ τοῦ προτεινομένου μέτρου ἀπαλλαγὴν τῶν γεωργῶν τούτων. Τὴν δικαίαν ταύτην ἀξίωσιν ἀνεγνώρισε καὶ ἡ πρώτη Κυβέρνησις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία, καίτοι οὐδαμῶς ἐδεσμεύετο διὰ προηγουμένων ἐπαγγελιῶν, εἰσηγησαμένη τὸν νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον δὲν κατήργησεν ἐντελῶς, ἀλλὰ διετήρησεν αὐτόν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τσιφλικιούχους, ἀπήλλαξε τοὺς γεωργοὺς ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης. Ὥστε ἡ ἀξίωσις ἡμῶν αὕτη δὲν εἶναι πρωτότυπος, ὅταν λάβητε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι τ’ ἄλλα Κράτη ὑπὸ τὰς αὐτὰς εὑρεθέντα συνθήκας τὸ αὐτὸ ἔπραξαν. Ἡ Ῥωμουνία, φέρ’ εἰπεῖν, τῆς ὁποίας τὰ γεωργικὰ πράγματα ἄριστα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τετενὲς γνωρίζει, ἀπήλλαξεν ὄχι μόνον τοὺς κολλήγας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τοκοχρεολυτικῶν δόσεων, ὡς εἶναι παρ’ ἡμῖν οἱ ἀγορασταὶ τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων.
§149ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμέ, σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι ἡ Ῥωμουνία σήμερον δίδει πρὸς τὸν γεωργὸν καὶ πάντα τὰ μέσα πρὸς καλλιτέραν καλλιεργίαν τῶν ἀγρῶν αὐτῆς, ὅταν παρουσιάζηται ἀνάγκη ἐπείγουσα. Ἡ Ῥωμουνία κάμνει καὶ κάτι ἄλλο· ἀπαλλάσσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, τῷ παρέχει δὲ καὶ Τράπεζαν, ἵνα εὑρίσκῃ χρήματα.
§150Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, οἵτινες συνηγοροῦσιν εἰς τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἄλλοι λόγοι τὸ αὐτὸ φέρουσιν ἀποτέλεσμα. Καὶ πρῶτον ὁ φόρος αὐτός, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θέλει δώσει τὰ προσδοκώμενα ἴσως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελέσματα, δηλαδὴ τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καθόσον τὸ πολυάριθμον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, θ’ ἀπορροφήσῃ ὄχι μόνον τὸ πλεῖστον τοῦ φόρου, ἀλλὰ τὸ ὅλον αὐτοῦ. Κατά τινα στατιστικὴν πληροφορίαν τοῦ ἔτους 1880, ὅτε μακρὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγένετο συζήτησις, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπασχολουμένων εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῆς δεκάτης ἀνήρχετο εἰς 11000.
§151Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σὺν τῷ φόρῳ τῶν ζώων, ὁ ὁποῖος ἀπησχόλει τοὺς περισσοτέρους.
§152Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Δὲν γίνεται τοιαύτη διάκρισις. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν ὑποθέτω ποτὲ ὅτι προήρχετο ἕνεκα σπατάλης τινὸς τῶν τότε ἐνοικιαστῶν, ἀλλ’ ἦτο τόσον μέγας, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων τὸν ἐπέβαλλε. Δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι τὸ σημερινὸν Δημόσιον θὰ ἀποδειχθῇ φειδωλότερον τῶν τότε ἐνοικιαστῶν εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν διαφόρων βεβαιωτῶν. Ἄν εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν προστεθῇ ὁ ἀριθμός, ὅστις θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς τὴν Ἄρταν, ὁ ἀριθμὸς τῶν βεβαιωτῶν, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἁλώνια ἀπέχουσιν ἀλλήλων, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 12000. Ὑπολογιζομένης δὲ τῆς ἡμερησίας ἀντιμισθίας ἑκάστου τούτων πρὸς 3 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον ἐπὶ πέντε περίπου μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ καρποὶ οἵ τε πρώϊμοι καὶ οἱ ὄψιμοι θὰ εὑρίσκωνται ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ὁ ἀριθμὸς τῶν βεβαιωτῶν θὰ ἀπορροφήσῃ ὄχι μόνον τὸ πλεῖστον τοῦ φόρου, ἀλλά, μετὰ βεβαιότητος δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ ὅλον αὐτοῦ. Δεύτερον δὲ ὁ φόρος οὗτος μὴ ὢν πάγιος ὡς ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, ἐξαρτωμένης καὶ ταύτης ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὰς Κυβερνήσεις σταθερὰς καὶ διαρκεῖς σκέψεις περὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν πραγμάτων. Ἔπειτα ὁ φόρος οὗτος, εἴτε δι’ ἐνοικιαστῶν εἴτε διὰ βεβαιωτῶν βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται, θὰ εἶναι πολὺ καταθλιπτικὸς διὰ τὸν λαόν, διότι, ἵνα φορολογηθῇ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῶσι καὶ ἐξακριβωθῶσιν ἅπαντα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα παράγει ὁ γεωργός. Πρὸ παντὸς ὅμως ὁ φόρος οὗτος θὰ παρεμποδίζῃ τὰς βελτιώσεις τῆς καλλιεργείας, διότι οὐδεὶς θ’ ἀποφασίζῃ νὰ καταβάλῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ αὔξησιν αὐτῆς κεφάλαια, ἅτινα θέλουσι φορολογηθῆ. Οὕτως ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως διὰ τῆς φορολογίας ταύτης θέλει ἀποκλείσει ἐκ τῆς χώρας τὴν βαθμιαίαν μετάβασιν αὐτῆς εἰς τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, ἡ ὁποία δέον νὰ εἶναι τὸ ἰδανικὸν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων καὶ ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῶν βεβαιωτῶν, διότι οἱ δημόσιοι οὗτοι ὑπηρέται συνήθως ἢ θὰ κλέπτωσι τὸ Δημόσιον ἢ θὰ χαρίζωνται εἰς τοὺς φίλους αὑτῶν, ὅταν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ μισθὸς αὐτῶν δὲν θὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀπαιτῇ ἡ εὐσυνείδητος ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Ἀλλὰ προβάλλουν τὴν Κρήτην καὶ τὴν Κύπρον, ἔνθα εὐδοκίμως, ὡς λέγουσιν οὗτοι, λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῆς δεκάτης, διότι τὰ ἄλλα Κράτη, οὐδὲ τῶν Βαλκανικῶν ἐξαιρουμένων, κατήργησαν, ὡς εἶπον, τὴν δεκάτην πλὴν τῆς Τουρκίας, καίτοι σκέψις ἐγένετο καὶ ἐν αὐτῇ, μετὰ τὴν ἔναρξιν μάλιστα τῆς συνταγματικῆς ζωῆς, ὅπως τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα τῆς δεκάτης ὡς ἀπεχθὲς μεταβληθῇ. Ἐὰν αἱ νῆσοι αὗται τῆς Ἀνατολῆς ἐφημίζοντο ὡς μεγάλαι παραγωγικαὶ χῶραι, ὡς ἡ Ἀργεντινή, ἡ Αἴγυπτος, ὁ Καναδᾶς καὶ ἄλλα μέρη, εἶχον δὲ καὶ ἐπάρκειαν οἰκονομικήν, θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτὰς ὡς ὑπόδειγμα, καίτοι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς προώρισται νὰ καταστῇ ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὸ πρότυπον Βασίλειον.
§153Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐν Κύπρῳ, ἥτις εἶναι τὸ ⅑ περίπου τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἔκτασιν, ὁ φόρος οὗτος τῶν δημητριακῶν καρπῶν δίδει περίπου 2.000.000 δρ. κατ’ ἔτος.
§154Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Εἰς τὸ Δημόσιον;
§155Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα· καὶ συνεπῶς δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε πόσον μέγα εἶναι τὸ ποσὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται. Ἑπομένως εἶναι παραγωγὸς δημητριακῶν καρπῶν ἡ Κύπρος.
§156Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Αἱ διάφοροι στατιστικαὶ τῶν χωρῶν δὲν ἀναγράφουσι τὴν Κύπρον ὡς σιτοπαραγωγὸν χώραν.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι εἶναι μικρὰ χώρα.
§158Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία δὲν εἶναι μεγαλειτέρα.
§159Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Σᾶς δίδω ἐπισήμους πληροφορίας. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὴν Κύπρον, ἥτις εἶναι μικροτέρα τῆς Ἑλλάδος, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀποφέρει περὶ τὰ 2.000.000 δρ. κατ’ ἔτος. Ὥστε ἀντικρούω τὸ ἐπιχείρημά σας, ὅτι ἡ Κύπρος δὲν εἶναι χώρα παραγωγικὴ δημητριακῶν καρπῶν.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Κύπριοι εἶναι ηὐχαριστημένοι ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας;
§161Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα. Ὅτε ἠθέλησεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸν φόρον εἰς χρῆμα, οἱ Κύπριοι μετὰ δυσφορίας τὸν κατέβαλλον καὶ τότε ἠναγκάσθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ μετατρέψῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως καὶ τὸν εἰσπράττει εἰς εἶδος.
§162Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρέλιπε ν’ ἀναφέρῃ τὴν μεγάλην εὐχαρίστησιν τῶν Κυπρίων ἐκ τοῦ θεσμοῦ τούτου τῆς δεκάτης. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλά, ἐὰν εἶναι ἀληθής, θὰ ἦσαν ηὐχαριστημένοι καὶ οἱ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν βιοῦντες λαοί, Μακεδόνες, Θρᾷκες κλπ., ἔνθα λειτουργεῖ, ὡς εἶπον, ἡ δεκάτη· οὗτοι ὅμως δὲν εἶναι ηὐχαριστημένοι, ὡς καλῶς γνωρίζω. Διατί οἱ Κύπριοι ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν; Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ χῶραι αὗται, ἡ Κρήτη καὶ ἡ Κύπρος, οὔτε μεγάλαι χῶραι παραγωγικαὶ εἶναι οὔτε ἐπάρκειαν οἰκονομικὴν ἔχουσιν, εἰς τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην ἴσως καὶ ὁ θεσμὸς τῆς δεκάτης νὰ συνετέλεσε κατὰ πολύ, διότι ὁ φόρος οὗτος παρεμποδίζων, ὡς εἶπον, τὰς βελτιώσεις τῆς καλλιεργείας νεκρώνει τὴν παραγωγήν, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως νὰ ἐπικαλῆται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν της τὸ φορολογικὸν σύστημα τούτων τῶν νήσων, καίτοι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς δεκάτης ἐκεῖ μὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἐνταῦθα δὲ πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς συγκομιδῆς.
§163Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ποῦ εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς;
§164Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Εἰς τὴν Κρήτην.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ ἐλαίου μόνον εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς.
§166Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ Κρήτη εἶχε φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ἀπέδιδεν ὀλίγα καὶ ὁ λαὸς τῆς νήσου ἐδυσφόρησεν ἅμα ὡς ἐπεβλήθη. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς δεκάτης αὕτη ἀπέδωκε βαθμηδὸν περισσότερα, μολονότι δὲ ἡ νῆσος ἔχει μικρὰν παραγωγήν, τὸ Δημόσιον εἰσπράττει νῦν περὶ τὰς 400.000 δραχμῶν.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ὁ φόρος τῆς δεκάτης πάντοτε ἐν Κρήτῃ. Ἅμα τῇ ἐγκαταστάσει τοῦ αὐτονόμου καθεστῶτος μετετράπη εἰς φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐφηρμόσθη ἐπὶ διετίαν καὶ ἐγένετο ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, περιορισθέντος τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου εἰς 6% ἄνευ τινὸς ἀπαλλαγῆς, καὶ λειτουργεῖ ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ ἔτους 1832.
§168Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅπως συμπληρώσω τὴν ἀναίρεσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τοῦ ὅτι οἱ φορολογούμενοι διὰ τῆς δεκάτης μένουσιν ηὐχαριστημένοι, θ’ ἀναφέρω τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, χάρις εἰς τὴν ἔγκριτον ἐφημερίδα «Ἀθῆναι», ἥτις ἐδημοσίευσε τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἔγραφεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄλλοτε ὅτι: «Τὸ ἐπαχθὲς σύστημα τῆς δεκάτης». Τὸ ἐπαχθές! ἑπομένως πῶς οἱ Κύπριοι εἶναι ηὐχαριστημένοι, ἀφοῦ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης εἶναι ἐπαχθές;
§169Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ περικοπὴ αὕτη εἶναι περικεκομμένη, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινής. Ὅσα ἔγραφον τότε τὰ ἔγραφον εἰρωνευόμενος τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι εἴμεθα πάρα πολὺ πεπολιτισμένον Κράτος, ἵνα ἀνεχθῶμεν τὸ ἐπαχθὲς πρόσωπον τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τὸν φόρον τῆς δεκάτης, ὅτι εἴμεθα τόσον πεπολιτισμένοι, τόσον προηγμένοι εἰς πολιτισμόν, ὥστε ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον κατέκρινα ἀπολύτως. Ὅλα δὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, τὸ ἐπαχθὲς πρόσωπον τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τὸ τῆς βαρβαρότητος τῶν προτέρων χρόνων ἀνεφέροντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διετείνετο ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσαγάγῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἵνα ἀπελευθερώσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ἐπαχθοῦς αὐτοῦ συστήματος. Δὲν ἔχουσι καθόλου τὰ ὑπ’ ἐμοῦ γραφέντα τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐφημερὶς ἡ ἀναδημοσιεύσασα ταῦτα ἀνειλικρινῶς λέγει ὅτι ἔχουσιν. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσητε μετὰ τοῦτο, λάβετε τὸ σύγγραμμά μου καὶ ἀναγνώσατέ το.
§170Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἡ περικοπὴ αὕτη ἀναγράφεται ὑπὸ ἐγκρίτου ἐφημερίδος· οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
§171Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Παρήγγειλα εἰς τὴν Βιβλιοθήκην καὶ θὰ σᾶς φέρουν ἀμέσως τὸ πρωτότυπον.
§172Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ καταναλώσω τὸν χρόνον οὐδὲ νὰ φέρω ὡς ἐπιχείρημα αὐτὸ καὶ μόνον, δι’ αὐτὸ θὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν.
§173Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀλλ’ ὄχι ἐπὶ τοιούτου κειμένου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πρωτοτύπου.
§174Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς φόρου καὶ τοῦ ἄλλου;
§175Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Προβάλλουν προσέτι τὸν δασμὸν τοῦ σίτου· λέγουν ὅτι ἡ Πολιτεία προστατεύει τὴν σιτοπαραγωγήν, καὶ μάλιστα τῆς Θεσσαλίας, διὰ βαρυτάτης φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἔξωθι εἰσαγομένου, ἀπέναντι δὲ τῆς προστασίας ταύτης δίκαιον εἶναι, ὡς λέγουσιν οὗτοι, ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸν προτεινόμενον φόρον. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου εἶναι προστατευτικὸς τοῦ ἐγχωρίου; Ἡμεῖς, ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ πλουτῶμεν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἄρῃ τὴν προστασίαν ταύτην (ἱλαρότης), καίτοι θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ προστασία αὕτη δὲν ἐκτείνεται εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς ἑκατὸν περίπου τσιφλικιούχους, οἱ ὁποῖοι παράγουσι τὰ 9)10 περίπου τοῦ ὅλου θεσσαλικοῦ σίτου. Ὀφείλει συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἰλικρινῶς πονῇ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ μάλιστα τὸν πτωχόν, νὰ καταστήσῃ εὐθηνότερον τὸν ἄρτον αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν πλούτη παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ὅπως ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς, χωρὶς οὗτος νὰ ζημιωθῇ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπῃ καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν πατρίδα.
§176Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἐντοπίζετε τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας; Ἕλληνες εἴμεθα ὅλοι.
§177Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἐὰν ὅμως ὁ δασμὸς τοῦ σίτου δὲν εἶναι προστατευτικός, ἀλλ’ εἶναι ταμιευτικός, διατί ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως συκοφαντεῖ τὸν γεωργικὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ μάλιστα τῆς Θεσσαλίας; Ἐξ ὅλων τούτων, Κύριοι, γίνεται φανερὸν ὅτι οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνάγκης πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀθεράπευτον.
§178Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Τῆς φορολογικῆς ἰσότητος.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§180Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Μὲ διέκοψαν πολλάκις προχθὲς ἀγορεύοντα. Ὅτε μὲ διεκόπτετε, ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Σᾶς ἀνταποδίδω τὰ ἴσα ὡς Μανιάτης. (Γέλωτες).
§181Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Κύριε Βουλευτά, ἕκαστος φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων· ἑπομένως, ἐὰν μὲν σᾶς διέκοψα ἐγώ, μαρυρτήσατε περὶ τούτου, ἐὰν δὲ δὲν σᾶς διέκοψα, διατί μὲ διακόπτετε σεῖς;
§182Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται. Εἰς τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀνακαλύψω ποῖος μὲ διέκοπτε.
§183Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Σοὶ λέγω τότε ὅτι ἢ δὲν ἀντελήφθης ἢ δὲν εἶσαι εἰλικρινής. Οὔτε τὸ ἐπιχείρημα, λέγω, τῆς ἀνάγκης πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀθεράπευτον, διότι εἴτε ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων, τροποποιούμενος κατά τι, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς λόγῳ τῆς συνηθείας αὐτοῦ προτιμᾷ, εἴτε στρεμματικὴ φορολογία, εἴτε φορολογία τῶν σπειρομένων διὰ δηλώσεως τῶν φορολογουμένων ἤθελε τεθῆ, καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§184Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μόνον διὰ προσωπικοῦ φόρου.
§185Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῆς ὁποίας μέλος ἀπετέλουν, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἰς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης περὶ τῆς φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν διὰ δηλώσεως τῶν φορολογουμένων, ἀντέταξε τὴν ἀνειλικρίνειαν τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβεβαιώσω τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου. Ἀλλά, ἐὰν μὲν ἀληθεύῃ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατ’ ἀνάγκην ἕπεται ὅτι καὶ οἱ βεβαιωταί, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, δὲν θὰ εἶναι εἰλικρινεῖς ἐκτελεσταὶ τοῦ καθήκοντος αὑτῶν, διότι καὶ οὗτοι ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ προέρχωνται, ἐὰν δὲ δὲν ἀληθεύῃ, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συκοφαντεῖ τὸν γεωργικὸν λαόν; Οὐδὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖ τις, εἶναι ἡ ἔμμονος ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως σφραγίσῃ τοὺς καρποὺς τοῦ ἐργαζομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ· δὲν ὑπάρχει, λέγω, ἄλλο ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου εἰμὴ μόνον ἡ ἀμετάτρεπτος διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποδουλώσῃ τοὺς Ἕλληνας παραγωγούς. Θὰ προέτρεπον ὅμως τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως μὴ παρίδῃ τὰς σοφὰς συμβουλὰς τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ πρὸς τοὺς νέους Ἡγεμόνας, τὰς ὁποίας ἄλλως τε οὗτος πιστῶς ἐκτελεῖ ἐν τοῖς λοιποῖς νομοθετήμασιν αὑτοῦ, θὰ προέτρεπον, λέγω, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι, ὅταν πείθωνται ὑπὸ τῆς πείρας ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς οὐ μόνον δὲν ἐβελτιώθη ἡ τύχη αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐχειροτέρευσεν αὕτη, ἀλλάσσουσι κύριον, θὰ προέτρεπον, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως προτοῦ παγιώσῃ τὴν θέσιν του εἰς τὸν τόπον τοῦτον μὴ μεταβάλῃ τὴν φορολογίαν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§186Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγγραφῆ πρὸ μακροῦ χρόνου.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηρῶ τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν βλέπω.
§188Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἐγγραφῆ, κύριε Πρόεδρε.
§189Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὸν κύριον Τετενὲν εἶμαι ἐγώ. Ἀρχίζετε ἐκ τῶν κάτω ἢ ἐκ τῶν ἄνω;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως ἀπουσιάζετε καὶ ἐξεφωνήθη τὸ ὄνομά σας; Εἶσθε πράγματι ἐγγεγραμμένος, ἀλλ’ εἶναι μία διαγραφή. Ὁρίσατε.
§191Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὡς εἰσηγητής, κύριοι συνάδελφοι, τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμειονοψήφησα καὶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ φορολογία αὕτη. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης, διότι φρονῶ ὅτι εἰσόδημα, οἷον τὸ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν εἰσφοράν, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶν εἰσόδημα ἐν τῷ τόπῳ ὑποβάλλεται χάριν τῆς Πολιτείας. Ἀνεξαρτήτως τῆς προστασίας ἢ μὴ προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ προστατευτικοῦ φόρου τοῦ τελωνιακοῦ, εἴτε ὑπάρχει δηλαδὴ οὗτος εἴτε δὲν ὑπάρχει, νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα ἡ Πολιτεία καταστῇ ἐπαρκὴς καὶ ἐπιτελέσῃ τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους προώρισται. Ἡ ἱστορία τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς γνωστή, καὶ δὲν θὰ ἀναδράμω εἰς αὐτήν. Ἐκ τῆς ἱστορίας ὅμως ταύτης πρέπει νὰ ἀντλήσωμεν τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα διαμορφώσωμεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνηθειῶν ἡμῶν καὶ τῶν ἠθῶν ἡμῶν καὶ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐκτησάμεθα. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ φόρος οὗτος ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ, μακρὰ ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πλεῖστοι ὅσοι ῥήτορες παρήλασαν, οἱ μὲν ὑπὲρ τῆς φορολογίας ταύτης ταχθέντες, οἱ δὲ κατ’ αὐτῆς. Καὶ ἦσαν ἔγκριτοι ῥήτορες καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, διότι θερμῶς ὑπεστήριξαν τὴν δεκάτην κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ 1880 καὶ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ ἀείμνηστος Παπαμιχαλόπουλος καὶ ὁ ἀείμνηστος Ζηνόπουλος, ἀλλὰ καὶ σφοδρῶς κατέκριναν τὴν φορολογίαν τῆς δεκάτης ἐπίσης ἔξοχοι ῥήτορες, οἷοι ὁ ἀείμνηστος Σωτηρόπουλος καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἄλλοι, καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς καταργήσεως ἀείμνηστος Τρικούπης. «Ἐπάρατον» ἀπεκάλεσαν τὴν δεκάτην οἱ μέν, «ἁγίαν» ἀπεκάλεσαν τὴν δεκάτην οἱ δέ.
§192Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος μόνον.
§193Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁ Κουμουνδοῦρος μετὰ μεγάλου σθένους ὑπερήσπισε τὴν φορολογίαν, ὄχι βέβαια στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐδάφους, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ καθαρῶς ταμιευτικοῦ, διότι ἐκινδύνευε νὰ στερηθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ χώρα ἑνὸς ἐσόδου 4,000,000 δραχ. Κατὰ τὴν συζήτησιν λοιπόν, λέγω, ταύτην τρία κυρίως ἐξήρθησαν θεμελιώδη ἐλαττώματα τῆς φορολογίας ταύτης: ἡ ἀνισότης αὐτῆς, τὸ πολυδάπανον καὶ καταθλιπτικὸν τῆς εἰσπράξεως καὶ ἡ παρακώλυσις τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας τῆς παραγωγῆς, δι’ ἐντατικῆς μεθόδου. Ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπιστήμων οἰκονομολόγος, ἐγκύψας εἰς τὰς οἰκονομικὰς μελέτας δὲν θὰ προσεπάθει νὰ διορθώσῃ προτείνων τὴν ἀναβίωσιν τῆς φορολογίας ταύτης καὶ τὰ τρία ταύτης ἐλαττώματα. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων ἐλαττωμάτων μόνον τὸ τῆς παρεμποδίσεως τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι θεραπεύεται διὰ τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν ἐντατικὴν λεγομένην καλλιέργειαν· τὰ ἄλλα δύο ὅμως ἐλαττώματα, τὰ θεμελιώδη, τὸ τῆς ἀνισότητος τῆς φορολογίας, καὶ τὸ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, δὲν θεραπεύονται ποσῶς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη, καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην καταχωρίζεται ὁ ἑξῆς πίναξ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπὶ δέκα παραγωγῶν, ἀνίσως παραγόντων, ἡ φορολογία εἶναι ἀντιστρόφως προοδευτική, δηλαδὴ ὁ παραγωγὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄγονον γῆν καὶ σπείρων ἓν παράγει δύο, φορολογεῖται πρὸς 8%, ἐνῷ ὁ ἔχων γόνιμον γῆν καὶ παράγων ἐπὶ ἑνὸς δέκα φορολογεῖται πρὸς 4,44%. Ἰδοὺ ὁ πίναξ. Ἐπὶ σπορᾶς 100 κοιλῶν δημητριακῶν καρπῶν. (Καὶ μέσον φορολογικὸν ποσοστὸν 5%).
| Ὁ παράγων | 200 | κοιλὰ θὰ φορολ. διὰ τὰ | 160 | καὶ θὰ πληρώσῃ | 8 | κοιλά, ἤτοι | 8% | ἐπὶ 100 κοιλ. παραγωγῆς μεῖον τοῦ σπόρου |
| » | 300 | » » » | 240 | » » | 12 | » » | 6% | » |
| » | 400 | » » » | 320 | » » | 16 | » » | 5,33% | » |
| » | 500 | » » » | 400 | » » | 20 | » » | 5% | » |
| » | 600 | » » » | 480 | » » | 24 | » » | 4.80% | » |
| » | 700 | » » » | 560 | » » | 28 | » » | 4.66% | » |
| » | 800 | » » » | 640 | » » | 32 | » » | 4.57% | » |
| » | 900 | » » » | 720 | » » | 36 | » » | 4.50% | » |
| » | 1000 | » » » | 800 | » » | 40 | » » | 4.44% | » |
§194Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἰδίως εἰς τὴν Ἀττικήν.
§195Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι δὲν στηρίζεται ἡ φορολογία αὕτη ἐπὶ ἐπιστημονικῆς βάσεως. Ἀντὶ νὰ φορολογῆται ὁ παράγων τὰ πλείονα φορολογεῖται ὁ παράγων τὰ ἐλάσσονα. Δὲν θεραπεύεται λοιπὸν τὸ κεφαλαιῶδες τοῦτο ἐλάττωμα. Ἀλλὰ μὴ θεραπεύεται καὶ τὸ ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως· διότι ἡ δυσφορία, τὴν ὁποίαν εἶχε γεννήσει ἡ δεκάτη, βεβαίως δὲν προήρχετο ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ φόρου, ἀλλὰ προήρχετο ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφαρμόζετο, ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ὁ φόρος.
§196Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐκάματε, ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ διὰ τὸν ἄλλον καὶ τὸν τρίτον τῶν παραγωγῶν; Αὐτὸ μόνον.
§197Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Θὰ ἔλθω, κύριε συνάδελφε, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπαλληλικὸν τὸ Ἑλληνικὸν μετεβλήθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐφηρμόσθη ἡ δεκάτη, καὶ ἂν ἐφαρμοζομένη ἐκ νέου ἡ φορολογία αὕτη θὰ εἶναι ἠπιωτέρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως· ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι εἰσπράττονται, ἐξακολουθεῖ, νομίζω, νὰ εἶναι ἐπίσης καταθλιπτικός, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ δὲν ἔχω ἐγὼ τουλάχιστον τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐφαρμοζομένου τοῦ συστήματος τῆς δι’ ἐνοικιαστῶν ἢ βεβαιωτῶν εἰσπράξεως θὰ ἔχωμεν ὀλιγώτερα παράπονα καὶ ὅτι ὁ φόρος θὰ εἶναι ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸς ἀπὸ ὅ,τι ἦτο κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου, σᾶς πληροφορῶ ὅτι τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατήρτισα, κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει σπορᾶς 100 κοιλῶν, ἀφῄρεσα δὲ ἐξ ἑκάστης παραγωγῆς τὸν σπόρον, διὰ νὰ εὕρω ποία εἶναι ἡ φορολογία δι’ ἕκαστον παραγωγὸν ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ, ἀφαιρουμένου τοῦ σπόρου· δὲν ἐπέμεινα, δὲν ἦτο ἀνάγκη ἄλλως τε νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰ ἔξοδα, διότι ἡ φορολογία μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς σπορᾶς εἶναι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἔξοδα ἔχει καὶ ὁ μέν, ἔξοδα ἔχει καὶ ὁ δέ, ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖ. Ἔχω, Κύριοι, ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δύναται νὰ προοδεύσῃ, νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα φόρον ἀσφαλῆ καὶ οὐχὶ καταθλιπτικὸν διὰ τὸν φορολογούμενον, ἐὰν υἱοθετήσωμεν τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως διὰ τῶν δηλώσεων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται διὰ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ φόρος βεβαιοῦται διὰ δηλώσεως κατὰ τὴν σπορὰν καὶ διὰ δηλώσεως κατὰ τὴν συγκομιδήν, θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν κατάθλιψιν καὶ θὰ ἔχωμεν μίαν προοδευτικὴν φορολογίαν σὺν τῷ χρόνῳ, ἡ ὁποία, εἶμαι βέβαιος, θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἀπὸ τοὺς οὐσιωδεστέρους πόρους τοῦ Κράτους. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὀρρωδεῖ πρὸ τῆς καινοτομίας ταύτης, ἰσχυριζομένη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Ἕλληνες φορολογούμενοι, ὅταν ἀφεθῶσιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν συνείδησιν, νὰ δηλώσωσιν ἐπακριβῶς τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατί ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχουσα τοιαύτην γνώμην ἐλησμόνησε πληθὺν φόρων, τοὺς ὁποίους τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον βεβαιοῖ καὶ εἰσπράττει διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ περισσότεροι τῶν ἀμέσων φόρων εἰσπράττονται διὰ δηλώσεως, καὶ ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν, καὶ ὁ καταργηθεὶς φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπαναφέρωμεν, καὶ ὁ τῶν περιβολίων καὶ ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὁ τῶν ζώων· διὰ τὸν φόρον μάλιστα τῶν ζώων ἔχομεν τὸ σύστημα τῶν μηνυτῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν εἶπεν ὅτι «προώδευσεν ὁ φόρος οὗτος διὰ τὴν διδομένην ἀμοιβὴν εἰς τοὺς μηνυτὰς ἀδηλώτων». Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο ἀπόδειξις ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εὐδοκιμεῖ. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰσηγούμενος κατὰ τὸ 1892 τὴν κωδικοποίησιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἔγραφε, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶχεν ἐλαχίστας καθυστερήσεις δηλώσεων, διότι ἐκ τῶν ἀπαριθμήσεων, αἵτινες ἐγένοντο μετὰ τὰς δηλώσεις καὶ ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο πόσοι ἐδήλωσαν καὶ πόσοι δὲν ἐδήλωσαν, ἀπεδεικνύετο ἐπίσης καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποκρυβέντων ζώων. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς λοιπὸν ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπογεγραμμένης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἀποδεικνύεται ὅτι κατὰ τὸ 1889 οἱ μὴ δηλώσαντες ἢ οἱ ἐλλιπῶς δηλώσαντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἦσαν 4½%· ἀπεκρύβησαν δηλαδὴ 8983 κτήνη ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ φορολογηθέντων 211.800. Τῷ 1890 ἀπεκρύβησαν 10209 κτήνη ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ 204.650 κτηνῶν καὶ τῷ 1891 ἀπεκρύβησαν 14310 κτήνη ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ 202.850 κτηνῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀπόκρυψις δὲν ὑπερέβη τὰ 7% καὶ δικαίως ἐπέκρινα τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ὁ Ἕλλην φορολογούμενος εἶναι ἀνειλικρινής. Ὁ Ἕλλην φορολογούμενος ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε μεγάλην πειθαρχίαν. Φορολογεῖται μετὰ μεγάλης, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀνεκτικότητος, διότι ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχει λαὸς φορολογούμενος ἀλλαχοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔστεργεν εἰς τοιαύτην ἀπηνῆ φορολογίαν. Δὲν βλέπω διατί διστάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτύχῃ τὴν γνῶσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἑκάστης περιφερείας. Ὅταν γνωρίσωμεν τί θὰ σπείρωμεν, καὶ ὅταν μάθωμεν τί ἐν τῇ συγκομιδῇ θὰ ἀποκομίσωμεν, τότε θὰ γνωρίσωμεν ποία ἀναλογία ὑπάρχει μεταξὺ σπορᾶς καὶ συγκομιδῆς, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀσφαλὲς δεδομένον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀρχῶν τὰς ὁποίας μάλιστα ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα ἠθελήσαμεν καὶ συνταγματικῶς νὰ καθιερώσωμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 3. Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς χάριν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνειλικρινὴς ὁ φορολογούμενος καὶ παραγωγὸς ἀποκρύπτων τὸ εἰσόδημά του μέχρις 20%. Ἀλλά, καὶ ἂν ἕκαστος τῶν φορολογουμένων ἀποκρύψῃ 20%, πάλιν τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ κέρδος, ἐκ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων.
§198Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ ἀποκρύψῃ 20%, θὰ ἀποκρύψῃ κολοσσιαῖον ποσόν, θὰ ἀποκρύψῃ 200 κοιλὰ ἐπὶ χιλίων, πρᾶγμα ἀδύνατον.
§199Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ φθάσω, Κύριοι, ὑπολογίζων τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως εἰς τὰ μυθώδη ποσά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερε κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δαπάνην τῶν βεβαιωτῶν. Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς. Διακοπτόμενος πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι θὰ χρειασθῶσι δι’ ἕκαστον χωρίον δύο τουλάχιστον βεβαιωταί. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελευταίας ἡμῶν ἀπογραφῆς οἱ συνοικισμοὶ οἱ Ἑλληνικοὶ εἶναι 5079. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τοὺς συνοικισμοὺς τούτους, διότι ὅλοι δὲν παράγουσι δημητριακοὺς καρπούς. Ἔχομεν ὅμως τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1880, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται ὅτι 3300 χωρία παράγουσι δημητριακοὺς καρπούς. Ἐὰν δι’ αὐτὰ τὰ 3300 χωρία χρειασθῶσι δύο βεβαιωταὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θέλομεν 6600 βεβαιωτάς, καὶ ἂν πληρώσωμεν αὐτοὺς ὄχι πρὸς 4 δραχμάς, ὡς ὑπελόγισεν ὁ ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος καὶ ὅπως προβλέπει καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρὸς 2 δραχμάς, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι μισθὸς μέγας αἱ δύο δραχμαί, θέλομεν δι’ 60 μόνον ἡμερομίσθια, καὶ ὄχι διὰ πέντε μῆνας, ὡς ὑπελόγισεν ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπούσδρας, 792.000 δραχμῶν. Ἡ δαπάνη αὕτη ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἀξίαν 160 000 κοιλῶν περίπου δημητριακῶν καρπῶν, ὑπολογιζομένου τοῦ κοιλοῦ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 5 δραχμῶν κατὰ μέσον ὅρον. Αὐτὰ τὰ 160.000 κοιλὰ ἀποτελοῦσιν 20% τῆς ἐτησίας προσόδου, ἣν προϋπολογίζει τὸ Δημόσιον εἰς 800 χιλιάδας κοιλῶν.
§200Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ περιλαμβάνει καὶ τὸν φόρον τῶν γαιῶν. Εἶναι ὁ πίναξ Α, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὸν φόρον τῶν γαιῶν, καὶ ὁ πίναξ Β, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ὑπολογίζεται ὅτι διαφεύγουσι 40%. Ἐν Πρωσσίᾳ, ὅπου ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν πρόσοδον τῶν γαιῶν, τὴν πρόσοδον δηλαδὴ τῶν πολιτῶν τῶν ἐχόντων πρόσοδον 900 μάρκων, καὶ ἐκεῖ ὑπολογίζεται ὅτι διαφεύγουσιν 25%, μολονότι ἐκεῖ αἱ ἐπιτροπαὶ μεταβαίνουσιν εἰς ἕκαστον χωρίον καὶ ὑποβάλλουσι διαρκῶς τὸν φορολογούμενον εἰς ἀνάκρισιν, ὡς ἐκ τούτου δὲ οἱ φορολογούμενοι εἶναι ἠναγκασμένοι διαρκῶς νὰ κάμνωσιν ἐνστάσεις. Ἐκεῖ προβαίνουσιν εἰς αὐστηροτάτας ἀνακρίσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, φθάνουσι δὲ μέχρι τῶν ἐλαχίστων λεπτομερειῶν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ἐδῶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν φορολογούμενον ὅπως ἐρωτῶσιν αὐτὸν ἐν Γερμανίᾳ πόσας ὀκάδας ξηρὰ ξύλα ἔλαβε καὶ ἂν δὲν εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἐρωτήσωσι τὸν γείτονά του. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δημιουργεῖται ἓν σύστημα κατασκόπων ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου φορολογουμένου.
§201ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἀπαίσιον.
§202Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡμεῖς ἀκόμη δὲν εἴμεθα προπαρεσκευασμένοι διὰ τοιοῦτον σύστημα.
§203Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Πρωσσίᾳ δὲν πρόκειται ἡ ἀνάκρισις νὰ ἠξεύρῃ τὴν ὅλην καθαρὰν πρόσοδον;
§204Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα.
§205Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως πάντες γνωρίζομεν τὰς δυσχερείας πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξευρέσεως τῆς παραγωγῆς δὲν ὑπάρχει φόβος.
§206Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον τὴν διακοπήν σας, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἶμαι παρεσκευασμένος, διὰ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐλλιπῶν δηλώσεων τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ εἰσοδηματιῶν· νομίζω ὅμως ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ δήλωσις ἐτησίου καθαροῦ εἰσοδήματος πρὸς δήλωσιν παραγωγῆς ὡρισμένου προϊόντος, ὅταν μάλιστα δηλωθῇ καὶ ἡ σπορὰ αὐτοῦ προκαταβολικῶς. Ἄλλως τε ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Πρωσσίᾳ δὲν θὰ ἔχωσι βεβαίως δρακοντείους διατάξεις, οἵας ἔχετε περιλάβει ὑμεῖς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἐχούσας οὕτως: «Ἀπαγορεύεται πᾶσα μεταφορὰ καρπῶν ἐκ τοῦ ἁλωνίου πρὸ τῆς μετρήσεως αὐτῶν, τῆς ἐκδόσεως τοῦ οἰκείου διπλοτύπου καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῶν ἀντιστοιχούντων εἰς τὸν φόρον καρπῶν. Πᾶσα κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης μεταφορὰ ἐπάγεται τὴν ἄμεσον ὑπὸ παντὸς δημοσίου ὀργάνου διοικητικὴν κατάσχεσιν τῶν μετενεχθέντων καρπῶν καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δήμευσιν εἰς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ νοηθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ Πρωσσίᾳ;
§207ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι οὔτε ἐνταῦθα θὰ ὑπάρξῃ.
§208Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Καὶ ὅταν διὰ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν προσωρινὴν φορολογίαν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πληροφορῆται ὁ φορολογούμενος ὅτι: «Πᾶς ὁ μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλώσας τὰ κτήνη τὰ πρὸς ἀροτρίασιν χρησιμοποιηθέντα καταγγέλλεται ὑπὸ οἱουδήποτε καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ πταισματοδίκου μὲ πρόστιμον ἴσον μὲ τὸν ἁπλοῦν δημόσιον φόρον» καὶ ὅτι «τὸ πρόστιμον ἀποδίδεται εἰς τὸν μηνυτήν», ὅταν, λέγω, ὁ φορολογούμενος ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τοιαύτας δρακοντείους διατάξεις, θ’ ἀποτολμήσῃ ποτὲ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, διὰ νὰ ὑποκλέψῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον ὀλίγας δραχμὰς ἐπὶ κινδύνῳ δημεύσεως τοῦ προϊόντος του; Ὅταν, ὁ φορολογούμενος ἔχῃ τὸν φόβον ὅτι θὰ πληρώσῃ πολλαπλάσια, καὶ ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ ὁ γείτων αὐτοῦ δύναται νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν ὡς ἀποκρύψαντα, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ποτὲ ἡ ἀπόκρυψις εἰς 40%, ὅπως φαντάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Μήπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου, μήπως ὁ φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, αὐτοβούλως καὶ αὐτομάτως πολλάκις καταβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου; Οἱ δημητριακοὶ καρποὶ θὰ ἁλωνισθῶσι, θὰ λιχνισθῶσι, θὰ ἀποτελέσωσιν ὄγκον καὶ θὰ μεταφερθῶσιν· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἀποκρύψῃ τούτους ὁ παραγωγός. Ἐὰν εἶχε ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῶν δήμων, καὶ ἐδίδετο, ὡς ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας, ἕν μικρὸν ποσοστὸν εἰς τὰς κοινότητας, τότε θὰ εἴχετε ἀσφαλεῖς βεβαιώσεις προσεγγιζούσας κατὰ πολὺ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι, καὶ ἂν εἰς 20% φθάσῃ ἡ ἀπόκρυψις, πάλιν τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ κέρδος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς κολοσσιαίας δαπάνης τῶν βεβαιωτῶν. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετ’ ἀπορίας βλέπω πολλοὺς ἐκ τῶν Πελοποννησίων συναδέλφων μετ’ ἀγαλλιάσεως προσδεχομένους καὶ τὴν φορολογίαν καὶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἀγνοοῦσιν ἴσως οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι καταβάλλουσι μείζονα φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ οἱ Θεσσαλοί. Νομίζομεν ἡμεῖς οἱ Πελοποννήσιοι ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν πρόκειται νὰ φορολογηθῇ μόνον ἡ Θεσσαλία· πλανώμεθα ὅμως, διότι, ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1880, θὰ εὕρητε ὅτι ἡ μὲν Πελοπόννησος παρῆγε τότε 6.753.000 κοιλὰ δημητριακῶν, ἐνῷ ἡ Θεσσαλία παρῆγε 6.544.000, καὶ ἐὰν προσέξητε ἀκόμη εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ ἴδητε ὅτι ἐν Πελοποννήσῳ ἐβεβαιοῦτο ποσὸν 1.025.000 δρ., ἐνῷ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐβεβαιοῦτο ποσὸν 956.000 δρ. κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905. Κτήνη δὲ εἶχον τότε ἡ μὲν Στερεὰ 50.733, ἡ Πελοπόννησος 95.751 καὶ ἡ Θεσσαλία 49.349 μόνον. Ὡς ἔχει δὲ διαρρυθμισθῆ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ φόρος εἶναι δυσβάστακτος διὰ τὴν Πελοπόννησον κυρίως, διότι ἡ παραγωγὴ δημητριακῶν κατὰ κτῆνος ἔχει ὡς ἑξῆς, ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῶν πρωτοκόλλων τοῦ 1880. Εἰς τὴν περιφέρειαν Τρικκάλων παρήγοντο 220 κοιλὰ κατὰ κτῆνος καὶ κατὰ μέγιστον ὅρον, 160 δὲ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Εἰς τὴν Καρδίτσαν παρήγοντο 180 κοιλὰ κατὰ κτῆνος κατ’ ἀνώτατον ὅρον καὶ 110 κατ’ ἐλάχιστον, εἰς τὸν δῆμον Φαρσάλων 230 κατ’ ἀνώτατον ὅρον, δυνατὸν ὅμως ἡ παραγωγὴ νὰ ὑπερβαίνῃ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ φόρος φθάνει μόνον μέχρι 220 κοιλῶν, ἠμπορεῖ δὲ νὰ εἶναι καὶ παραγωγὴ μεγαλειτέρα κατὰ κτῆνος. Προχθὲς ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λαρίσης ἔφερε λογαριασμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον μὲ ἓν μόνον κτῆνος δύναται νὰ παραχθῇ ποσὸν τριακοσίων κοιλῶν.
§209Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ ἓν ζεῦγος.
§210Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἀττικὴν ἔχομεν ἀνωτέραν παραγωγὴν 106 κοιλὰ καὶ κατωτέραν 17 κοιλά, εἰς τὰ Καλάβρυτα ἔχομεν 97 κοιλὰ κατ’ ἀνώτατον ὅρον, εἰς τὴν Τριταίαν 102 κατ’ ἀνώτατον καὶ μέχρι 14 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Εἰς τὰ Μαζέϊκα 130 καὶ 90, εἰς τοὺς δήμους Ἠλείας 140 καὶ 30, εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων 67 καὶ 47. Περισσότερον λοιπὸν θὰ θίξῃ ἡ φορολογία τὴν Πελοπόννησον ἢ τὴν Θεσσαλίαν.
§211Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία.
§212Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὅταν ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὅσον μικροτέρα ἡ ἀπόδοσις τῆς γῆς, τόσον μεγαλείτερος ὁ φόρος. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων, θὰ ἴδητε ὅτι ἐν Πελοποννήσῳ ἐπὶ 30 χωρίων τὰ δύο θὰ ἔχουν τὸν ἀνώτατον ὅρον καὶ τὰ 28 τὸν κατώτατον ὅρον. Ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν. Διὰ νὰ ἔχουν διπλάσιον ἀριθμὸν κτηνῶν, σημαίνει ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι μικροτέρα.
§213Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ συγκρίνητε τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν δηλωτῶν, διότι αἱ οἰκογένειαι αἱ γεωργικαὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ κτήνη ἔχουν σημασίαν, ὄχι ὁ ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν. Ἐν Πελοποννήσῳ αἱ οἰκογένειαι εἶναι πλειότεραι.
§214Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ παραγωγῆς κατὰ κτῆνος· ὄχι περὶ οἰκογενειῶν.
§215Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐὰν ἔχητε 30.000 κτήνη, ἔχετε οἰκογενείας περίπου 22–23.000· ἐν Πελοποννήσῳ, ἐὰν ἔχητε 30.000 κτήνη, ἔχετε οἰκογενείας 24.000.
§216Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Καθὼς γνωρίζετε, εἰς τὴν Πελοπόννησον μόνον τὰ ὀρεινὰ μέρη ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καλλιεργοῦν καὶ δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἐπὶ τῇ βάσει ἐπίσης τῶν πρωτοκόλλων τοῦ 1880 ἀριθμοὺς τῆς παραγωγῆς τῆς Πελοποννήσου κατ’ ἐπαρχίαν, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ κυρίως καλλιεργοῦν. Ἡ ἐπαρχία Μαντινείας π. χ. ἔχει τὴν μεγαλειτέραν παραγωγήν, δηλ. 1.032.000 κοιλῶν. Ἐκ τῆς Ἀττικῆς ἡ ἐπαρχία Θηβῶν ἔχει παραγωγὴν 486.000 κοιλῶν, ἐνῷ ἡ Ἀττικὴ ἔχει μόνον 277.000· ἡ Λεβάδεια 239 χιλ. Ἐπίσης εἰς Ἀκαρνανίαν ἡ Εὐρυτανία ἔχει τὸ μεγαλείτερον ποσὸν παραγωγῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ὅλην παραγωγήν, ἐφ’ ἧς βασίζει τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὑρίσκεται μακρὰν τῆς ἀληθείας, ὅταν ὑπολογίζῃ ἐπὶ 20.000.000 κοιλῶν. Κατὰ τὸ 1875 ἐβεβαιώθη φόρος ἐπὶ 11.232.000 κοιλῶν. Τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1880 βεβαιοῦν παραγωγὴν ἐν ὅλῳ δημητριακῶν καρπῶν 18.900.000 κοιλῶν, δηλ. περίπου 19.000.000 κοιλῶν, περιλαμβανομένης καὶ τῆς Θεσσαλικῆς ἐκτάσεως, ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω διατί δὲν περιελήφθη. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι, μολονότι ἐν Πελοποννήσῳ ἕνεκα τῆς καλλιεργείας τῆς σταφιδαμπέλου ἠλαττώθη ἕν τινι μέτρῳ ἡ παραγωγή, δὲν θὰ εἶναί τις μακρὰν τῆς ἀληθείας, ἂν ὑπολογίσῃ παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν ἐξ 20.000.000 κοιλῶν. Ὑπολογιζομένου ὅτι θὰ ἀποκρυβῶσι τὰ 20%, πάλιν θὰ ἔχωμεν φορολογήσιμον ποσὸν 16.000.000 κοιλῶν.
§217Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπὶ τίνος ποσοῦ;
§218Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῶν 20.000.000.
§219Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπολογίζω οὕτω.
§220Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Οὕτως ὑπολογίζετε εἰς τὴν αἰτιολογικήν σας ἔκθεσιν, καὶ λέγω ὅτι φρονῶ ὅτι εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Ὁπωσδήποτε, εἴτε διὰ τῶν δηλώσεων εἴτε διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς δέχεσθε, πάντως ἐπὶ 15–16.000.000 κοιλῶν ὑπολογίζετε. Τὸ σύστημα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω ὑμῖν, εἶναι τὸ σύστημα τῆς διὰ δηλώσεων βεβαιώσεως, ὅπερ δύναται νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπιβολὴν προοδευτικῆς φορολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγικότητος ἑκάστου κτήματος, παραγωγικότητος τὴν ὁποίαν θὰ ἔχητε ἀσφαλῆ, ὅταν ὑπάρξῃ δήλωσις τῆς σπορᾶς καὶ τῆς συγκομιδῆς. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει τὸ τριπλοῦν τοῦ σπόρου, δέον νὰ φορολογῆται πρὸς 3% μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ σπόρου κτῆμα, τὸ ὁποῖον παράγει τὸ τετραπλοῦν τοῦ σπόρου, δέον νὰ φορολογῆται πρὸς 4% καὶ οὕτω καθεξῆς κατὰ κλίμακα τοιαύτην, μέχρις ἑνὸς ὁρίου, ὥστε ἡ μᾶλλον ἄγονος γῆ νὰ πληρώνῃ ὀλίγον καὶ ἡ γόνιμος περισσότερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοσιονομικὴ ἀρχή, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσητε, διὰ νὰ καταστήσητε τὴν φορολογίαν δικαίαν, ἀλλὰ καὶ βιώσιμον. Διότι φόρος, ὅστις, ἐναντίον πάσης ἐπιστημονικῆς ἀρχῆς, θίγει περισσότερον τὴν μικρὰν παραγωγήν, τὴν ἄγονον γῆν, καὶ ἐλαφρότερον τὴν μεγάλην παραγωγήν, τὴν γόνιμον γῆν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει καὶ δὲν εἶναι βιώσιμος.
§221Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ὀρθότερον τοῦτο, ἀλλὰ δυσχερέστερον εἰς τὴν ἐφαρμογήν.
§222Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ ἔχωμεν δύο ἐπαληθεύσεις καὶ ὁ φορολογούμενος θὰ εἶναι ἐν διαρκεῖ κινήσει.
§223Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁ φορολογούμενος οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐνόχλησιν, διότι δὲν ὑπολαμβάνω ὡς ἐνόχλησιν τὴν ὑπογραφὴν μιᾶς δηλώσεως κατὰ τὴν σπορὰν καὶ μιᾶς δηλώσεως κατὰ τὴν συγκομιδήν. Ἄλλως τε τὴν μέθοδον ταύτην τῆς βεβαιώσεως υἱοθετεῖτε ἐν τῷ ἄρθρῳ 5ῳ τοῦ νομοσχεδίου σας. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν μεγάλην καλλιέργειαν, ὅπου οἱ κίνδυνοι ἀποκρύψεως εἶναι σοβαρώτεροι, διατί δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν μικράν;
§224Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διότι ὁ καλλιεργῶν ἐντατικῶς μᾶς ὑποβάλλει τὰ βιβλία του.
§225Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Καὶ ὁ μικρὸς καλλιεργητὴς θὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὴν δήλωσίν του. Μεταξὺ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων καὶ τοῦ τῶν βεβαιωτῶν, ὅπερ ὁρίζετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς οὐσιώδης διαφορά, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων ὅ,τι ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ φορολογουμένου θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ διὰ τῶν βεβαιωτῶν ἢ ἐνοικιαστῶν θὰ εἰσπράξητε ἐλάσσονα, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, τῶν ὅσα ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε μὲ κατάθλιψιν μεγάλην καὶ δαπάνην εἰσπράξεως ἀντικειμένην εἰς πᾶσαν ἐπιστημονικὴν καὶ δημοσιονομικὴν ἀρχήν. Δὲν βλέπω διατί θὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν βεβαίωσιν εἰς τὸν ἀγροφύλακα, τὸν πάρεδρον καὶ τὸν ὑποδιδάσκαλον καὶ δὲν θὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τὴν κοινοτικὴν ἐπιτροπὴν ἢ τὸν δήμαρχον ἢ τὰς οἰκονομικὰς Ἀρχάς, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον τῆς ἐπαληθεύσεως σπορᾶς καὶ συγκομιδῆς, διότι, ὅταν γίνηται δήλωσις τῆς σπορᾶς, θὰ ἔχητε χρόνον μέχρι τῆς συγκομιδῆς νὰ ἐπαληθεύσητε αὐτήν, κάμνοντες ἄλλως τε κατὰ τόπον δοκιμάς.
§226Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διὰ νὰ κάμω δοκιμάς, πρέπει νὰ ὑποθέσω ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἐψεύσθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ ποσοστόν.
§227Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ὅταν συλλάβητε τοὺς ψευσθέντας κατά τι ποσοστὸν καὶ τοὺς τιμωρήσητε, τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν θὰ ψευσθῇ κανείς. Ποῖος φόρος εἰσεπράχθη ἀκωλύτως, ὅταν ὁ φορολογούμενος δὲν ἔχῃ τὸν φόβον τοῦ νόμου;
§228Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐτιμωροῦντο οἱ ψευδῶς δηλοῦντες τὰ ἀροτριῶντα, καὶ ὅμως κατ’ ἔτος ἐψεύδοντο.
§229Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μόνον κατὰ 4½%· ἐγὼ σᾶς ὑπολογίζω ἀπόκρυψιν 20%.
§230Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ἀροτριῶν κτῆνος εἶναι καταφανὲς καὶ τὸ ψεῦδος τοῦ φορολογουμένου εἶναι εἰς τὸ νὰ φορολογηθοῦν ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅσα ἔχει.
§231Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατί τὸ κτῆνος, ὁ ὄνος ἢ ὁ βοῦς, δύναται νὰ κρυφθῇ δυσχερέστερον ἢ ὁ σῖτος· τὸ ἐναντίον φρονῶ ἀληθέστερον.
§232Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ δυνηθῇ νὰ κρύψῃ ἐλάχιστον πολλοστημόριον τῆς παραγωγῆς.
§233Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμφισβητῶν τὰ πάντα εἶναι διατεθειμένος νὰ διαψεύσῃ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν βεβαιωτῶν, οἵτινες θὰ χρειασθοῦν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, καὶ θὰ δώσω ἀριθμὸν ἀναμφισβήτητον, προκύπτοντα ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης κατὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου. Τότε ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ φόρος εἰσεπράττετο διὰ 1066 ἐνοικιαστῶν διαθετόντων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 4000 πρόσωπα μόνον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Σημειώσατε δ’ ὅτι οἱ ἐνοικιασταί, οἱ διαθέτοντες ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης των, συγγενεῖς των, συνεταίρους των κλπ., δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ στείλωσι δύο καὶ τρεῖς βεβαιωτὰς κατὰ χωρίον, ἀλλ’ ἕνα, ἦσαν δὲ οἱ ἐνοικιασταὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κομματάρχαι τῆς ἐποχῆς, τοὺς ὁποίους ἔτρεμον οἱ φορολογούμενοι. Ἐνθυμοῦμαι μεῖραξ ἔτι ὢν ἐν Ἠλείᾳ πῶς ἔτρεμον οἱ χωρικοὶ τὸν σφραγιστήν, καὶ ὑπὸ τὴν παιδικὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν διατελῶν ἀκόμη σᾶς ἱκετεύω νὰ δεχθῆτε ἄλλο σύστημα βεβαιώσεως. Ἀρκεσθῆτε εἰς ὀλιγώτερον φόρον, ἀντὶ 4.000.000 εἰς 3.000.000 ἢ καὶ 2.000.000, ἀλλὰ ῥυθμίσατε τὸν φόρον, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἀνεκτός, νὰ εἶναι βιώσιμος, διότι ἄλλως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ προχωρήσητε πέρα τῶν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν. Βεβαίως ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ πλειονοψηφία νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι πάντες σχεδὸν ἐλάβομεν ἐντολὴν ἐν λευκῷ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἔχομεν ἐν ταὐτῷ ὑποχρέωσιν, ὅταν αἰσθανώμεθα ὅτι παρορῶνται τὰ διδάγματα τῆς πείρας, νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτήν: «Ἐὰν θέλητε νὰ θεμελιώσητε ἀσφαλῆ φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν, πρέπει νὰ μελετήσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ φόρου, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη μέχρις οὗ μετὰ κραυγῶν χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως κατηργήθη». Εἶναι εὔκολον ν’ ἀνευρίσκωμεν ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ προβλέπωμεν ἀπόκρυψιν 40% ἐκ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, ἀλλὰ σᾶς ἔδωκα ἐπισήμους πληροφορίας ἐξ ἐκθέσεως ὑπογεγραμμένης ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη ὅτι οἱ ἐλλιπῶς δηλοῦντες τὰ ἀροτριῶντα κτήνη οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 7% καὶ εἶναι εὐχερέστερον νὰ κρυβῇ εἷς βοῦς, εἷς ἵππος, εἷς ὄνος παρὰ ἓν κοιλὸν σίτου. Δύνασθε νὰ λάβητε οἱασδήποτε προφυλάξεις, νὰ θεσπίσητε οἱασδήποτε ποινικὰς διατάξεις πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ φόρου, —εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία δὲν εἶναι λίαν φειδωλὴ εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις — μὴ ἐπαναφέρετε ὅμως εἰς τὸν παραγωγέα δημητριακῶν καρπῶν τὸ φάσμα τοῦ σπαχῆ· ἀφήσατέ τον ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ, τὸν ὁποῖον δεικνύει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ζητήσατε ἄλλους φόρους ὀλιγώτερον ἀπεχθεῖς ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος των καὶ στηρίξατε αὐτοὺς ἐπὶ βάσεων ὑγιῶν, ἐπὶ τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης, διότι ἄλλως ὁ φόρος, ὃν ζητεῖτε, δὲν θὰ εἶναι βιώσιμος καὶ θὰ τὸν καταργήσητε ὑμεῖς αὐτοὶ ταχέως, ὡς ἐκ τῆς δυσφορίας, ἣν θέλει προκαλέσει καὶ διὰ τὴν ἀνισότητα αὐτοῦ τὴν κατάφωρον, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, καὶ διὰ τὸ καταθλιπτικὸν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως (χειροκροτήματα).
§234Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρμένων γαιῶν διὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ ἐφεξῆς καὶ περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων διὰ τὸ ἔτος 1911. Μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἠκολουθήσαμεν πάντες τοὺς παρελάσαντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀνακοινοῦντας πολλὰς στατιστικὰς πληροφορίας καὶ συγκρίσεις διαφόρων φορολογιῶν. Ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ δύο φόρων, ὅπως ἀποφανθῶμεν τίς ὁ ἧττον ἐπαχθής, ἢ πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ πολλῶν φόρων, ἵνα εὕρωμεν τίς ὁ ταμιευτικώτερος; Πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων, καὶ λέγω νέων φόρων καὶ οὐχὶ φόρου, διότι πρόκειται περὶ δύο φόρων, τῆς δεκάτης διὰ τὸ 1912 καὶ ἐφεξῆς, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων διὰ τὸ ἔτος 1911. Ἐξεταστέον λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ἂν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς νέους τούτους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἢ οὔ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὴν ὅτι τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, ὑπὸ τὸ ὁποῖον στεγάζεται καὶ συζητεῖ ἡ Βουλή, ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ παλλάδιον τὸ χρησιμεῦον ὡς προσκύνημα παντὸς ἀνθρώπου γεννηθέντος ὑπὸ ἐλεύθερον οὐρανὸν ὁπουδήποτε τῆς γῆς, ἰδίως δὲ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ προσκύνημα παντὸς Ἕλληνος, διότι προορισμὸν ἔχει τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ παρεξετράπη τοῦ προορισμοῦ του καὶ μετεβλήθη εἰς φορολογικὸν ἐργαστήριον καὶ διὰ τοῦτο μερὶς τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ ἐλιθοβόλησεν αὐτό. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οἱ συνεδριάσαντες εἰς τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν εἰς οὐδὲν ἄλλο κατεγίνοντο ἢ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν καὶ ἐπιβολὴν φόρων πρὸς συντέλεσιν καὶ διατήρησιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡσανεὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προώριστο νὰ δουλεύῃ διὰ τὸ ἰσοζύγιον ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμία μέριμνα λαμβάνει περὶ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἣν ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Βεβαίως καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὡς καὶ ὑμεῖς, ἤκουσα ἐπαγγελίας, καὶ ἀπὸ μέρους ἀρχηγῶν κομμάτων καὶ ἀπὸ μέρους πολλῶν πολιτευομένων, προγραμμάτων ἰδίως κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Πάντα τὰ προγράμματα ταῦτα ὡς κεφαλαιῶδες στοιχεῖον εἶχον τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἑκάστοτε πάροδον τῶν ἐκλογῶν, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργίαν καὶ τὴν παραγωγήν, ἐπεβάλομεν φόρους εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ χρησιμεύωσιν εἰς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, εἰς βελτίωσιν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Οἱ φόροι ὅμως αὐτοὶ μένουσι, χωρὶς οὐδεμία πρόνοια νὰ ληφθῇ περὶ τῶν ἐπαγγελθέντων. Οὕτως δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὄχι τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκπροσωπήσασαν τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς διαμορφώσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς παλιγγενεσίας μέχρι σήμερον, ἐν τίνι δικαιώματι ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρον εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ἔχει μεταβληθῆ εἰς λίμνας καὶ χειμάρρους, χωρὶς οὐδεμίαν πρόνοιαν νὰ λάβῃ τὸ Κράτος πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, πρὸς διαρρύθμισιν τῶν χειμάρρων καὶ ἐν γένει πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς; Ἐρωτῶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κράτος τί παρέχει πρὸς τὰς γεωργικὰς τάξεις, ὅπως ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν διὰ φορολογίας τὴν ἀμοιβὴν τῶν ὑπηρεσιῶν της πρὸς τὰς γεωργικὰς τάξεις; Πάντες ἡμεῖς οἱ ζῶντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις γνωρίζομεν ὅτι, ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν παρουσιασθῇ τὸ Κράτος πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, πάντοτε ὡς πολέμιος τῆς γεωργικῆς τάξεως θὰ ἐμφανισθῇ· εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, εἴτε τῆς δικαστικῆς, εἴτε τῆς οἰκονομικῆς ἐξουσίας πάντοτε θὰ καταπιέσῃ τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς καὶ πρὸς ἀνταμοιβὴν τῶν τοιούτων καταπιέσεων ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον οὐχὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἢ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐργασίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθως οὐδεμίαν λαμβάνουσιν ἀνταμοιβὴν ἐκ τῆς συγκομιδῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζομεν ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν οἱ γεωργοὶ οὔτε τὸν σπόρον, τὸν ὁποῖον σπείρουσι, δὲν συλλέγουσι κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θερισμοῦ. Καὶ ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην ἂς μὲ διαψεύσῃ. Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος οἱ γεωργοὶ εἶναι ηὐχαριστημένοι ἐκ τῆς παραγωγῆς, διότι τέλος πάντων αἱ καιρικαὶ περιστάσεις ἐπέτρεψαν νὰ συλλέξωσι καρποὺς ἱκανοποιοῦντας ὁπωσδήποτε τὴν ἐργασίαν των.
§235ΝΙΚ. ΑΒΕΡΩΦ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης ἔχει ἀπόδοσιν τὸ ἓν πέμπτον.
§236Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ἄλλας περισσοτέραν.
§237ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην, νομίζω ὅτι κατ’ οὐσίαν ἀπερρίφθη καὶ ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ταχθείσης πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην ψήφισιν κατὰ τύπους ἐγένετο δεκτόν.
§238ΕΥΣ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν καὶ ἐγώ.
§239ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνέστη κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνίσταται ἐξ εἴκοσιν ἕξ συναδέλφων, μετὰ πολύμηνον δὲ μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἕνδεκα καὶ μόνον συναδέλφων. Ἐκ τῶν ἕνδεκα τούτων συναδέλφων οἱ πέντε ὑπέγραψαν μὲ ἐπιφύλαξιν, οἱ ἕξ ἐδέχθησαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐν οἷς καὶ ὁ συμπολίτης μου κ. Πολίτης, τὸν ὁποῖον ἤκουσα πρὸ ἡμερῶν διαμαρτυρόμενον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγοντα ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπαλλαγὴ αὐξηθῇ κατὰ πολύ, ἀπὸ εἴκοσι δηλαδὴ τοῖς ἑκατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς ἑξήκοντα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὥστε καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ εισηγητοῦ πρέπει νὰ μετατεθῇ εἰς τοὺς μετ’ ἐπιφυλάξεως ὑπογράψαντας τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, Ἄρα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν αὐτῆς οὐδὲ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔκθεσιν. Διότι ἔχομεν ἕξ κατὰ καὶ πέντε ὑπέρ, ἐν οἷς ὁ κ. Τετενὲς ἐξ Ἑπτανήσου καταγόμενος, τοὺς συμπολίτας τοῦ ὁποίου δὲν πλήσσει τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως δὲν ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ τῆς γνώμης τοῦ κ. Τετενὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἑπτανήσου νὰ ἀναφέρω ἱστορικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων· οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι, ἐμφορούμενοι τῶν αἰσθημάτων τοῦ γενναιόφρονος ἐκείνου λαοῦ, ὑφ’ οὗ ἐκλέγονται, ἐτήρησαν ἀπόλυτον οὐδετερότητα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οἱ φόροι ἐκεῖνοι δὲν ἔπλησσον τοὺς συμπολίτας των, τοὺς ὁποίους ἐξεπροσώπουν ἐν τῇ Βουλῇ. Τῆς αὐτῆς καταγωγῆς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Ἑπτανήσιοι, οἱ συνεδρεύοντες ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐνόμιζον ὅτι τὴν αὐτὴν γενναιοφροσύνην ἤθελον δείξει καὶ δὲν ἠμιλλῶντο τίς νὰ ὑπερθεματίσῃ ὑπὲρ τοῦ φόρου τούτου τοῦ μὴ πλήσσοντος τοὺς συμπολίτας του, διότι εἰς τὴν πατρίδα μου λέγουν ἓν γνωμικόν: χίλιες ῥαβδιὲς σὲ ξένη ῥάχη δὲν πονοῦν. Ἐὰν ἔπλησσεν ὁ φόρος οὗτος τοὺς ἐντίμους καὶ γενναίους πολίτας τῆς Ἑπτανήσου, τότε βεβαίως ἠδύναντο μετὰ συνειδήσεως νὰ ἀντικρούσωσι τοὺς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§240ΣΠ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν ἀνεμίχθημεν,
§241Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὁ φόρος τοῦ σίτου δὲν βλάπτει τὴν Ἑπτάνησον; Καὶ ἐν τούτοις ἀγογγύστως τὸν ὑποφέρει.
§242ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ διὰ τοῦτο ὁ φόρος ἄλλου μέρους τῆς Ἑλλάδος; Ἡμεῖς ἀποκρούομεν ἀπολύτως τοὺς φόρους αὐτοὺς ὡς πλήττοντας τοὺς συμπολίτας μας ἀμέσως. Πολλάκις ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀφομοιωθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν εἶναι προτιμότερον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τοῦ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος νὰ νομοθετηθῇ δι’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, ἐὰν δὲ τἀνάπαλιν, νὰ νομοθετηθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἰσχῦον. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ πληρώσωμεν ὑπερδιπλάσιον φορολογικὸν ποσοστὸν τοῦ πληρωνομένου ἀπὸ τοὺς Ἑπτανησίους ὡς φόρον ἐξαγωγῆς, διὰ νὰ λυτρωθῶμεν τέλος πάντων ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν διαφόρων βεβαιωτῶν τῶν ἀμέσων φόρων, ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν εἰσπρακτόρων. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης, Κύριοι, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν, εἶναι φόρος τῆς πρωτογενοῦς ἐποχῆς, ὅλως ἀρχέγονος. Ἡ ὀνομασία αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ ἐπὶ πολλὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπολαύουσι τῆς ἀμερίστου ὑπολήψεως καὶ ἐκτιμήσεως τῆς Βουλῆς, συντελοῦντα δὲ νῦν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν τόσον ἐνθουσιωδῶς ὑποστηρίζετε. Οὕτω καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀμφότεροι κατὰ καιροὺς ὡς εἰσηγηταὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ὀνομασίαν ταύτην ἔδωκαν εἰς τὸν φόρον αὐτόν, ὃν πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιβάλητε. Καὶ κατεδικάσθη ὁ φόρος αὐτὸς ὑπὸ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐ μόνον ὡς ἀρχέγονος, ἀλλὰ κυρίως καὶ ὡς καταπιεστικὸς καὶ βάρβαρος. Καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλεσθε ὅτι θέλετε νὰ εἰσαγάγητε νέας ἰδέας, σεῖς, οἱ ὁποῖοι διακηρύσσετε ὅτι ἀποτελεῖτε τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων —ἐπαγωγὸς ὀνομασία καὶ πολὺ ἑλκυστική —, σεῖς, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦτε ὅτι θὰ ἀνορθώσητε τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι θὰ καταργήσητε τὴν φαυλοκρατίαν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ συνταγματικῶς ἐμονιμοποιήσατε, θὰ ἐπαναφέρητε τὸν ἀρχέγονον καὶ καταπιεστικὸν αὐτὸν φόρον τῆς δεκάτης, θὰ παραδώσητε τὴν γεωργικὴν τάξιν, τὴν μόνην σχεδὸν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς παραγωγικὴν ἐργασίαν, εἰς τοὺς ὄνυχας τοῦ σπαχῆ καὶ τοῦ χαβαλέ; Ἀλλὰ τοῦτο θὰ μοὶ δώσῃ τὸ δικαίωμα, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὴν ὀνομασίαν τῶν φιλελευθέρων τὴν ἐλάβετε κατ’ εὐφημισμόν, καθ’ ὃ σύστημα οἱ χωρικοὶ ὠνόμασαν τὸ ξεῖδι γλυκάδι. Ἀπὸ τοῦ 1895, ὅτε ἔλαβον τὸ πρῶτον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω ψήφῳ τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, συνεζητήθη ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ὅσον δημοτικὸς ἐθεωρήθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅτε ἀντικατέστησε τὴν ἐπάρατον φορολογίαν τῆς δεκάτης, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπαχθὴς ἐθεωρεῖτο κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, διότι τὰ πάντα ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ γηράσκουσιν. Ἐγήρασε καὶ ὁ φόρος ἐκεῖνος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤρχισε νὰ δυσφορῇ ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τοῦ τοιούτου φόρου. Ἐπροτάθη ἐπανειλημμένως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλ’ ἀντετάχθη τὸ ἄδικον τῆς μεταπτώσεως τοῦ φόρου ἐκ τῶν ἀγροτικῶν εἰς τὰς ἀστικὰς τάξεις. Κατήντησεν ἐν τούτοις καὶ ὁ φόρος τοῦ σίτου ηὐξήθη εἰς διπλασίαν κλίμακα καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ παραμείνῃ. Ἐπροτάθη ὑπὸ ἄλλου συναδέλφου, ἐκλιπόντος, ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ τὸ μονοπώλιον ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων διετηρήθη καὶ ὅτε ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τῆς ἐπαναστάσεως ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐζήτησεν ὑπὸ τῆς τότε οἱονεὶ Βουλῆς νὰ ψηφισθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπελόγιζεν εἰσπράξεις 4,500,000 δραχμῶν, κατήργει συγχρόνως τοὺς ἄμβυκας. Ἐπειδὴ ὁ φόρος αὐτὸς καὶ ἡ κατάργησις ἰδίως τῶν ἀμβύκων ἔπληττε τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου καὶ ἐβάρυνε τοὺς γεωργούς, ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις νὰ δώσωμεν ἀντιστάθμισμα καὶ αὐτὸ ἦτο ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὁ ὁποῖος ὑπελογίζετο εἰς 800,000 δραχμῶν, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ὑπολογίζεται εἰς 2,200,000 καὶ οὕτως ἀπηλλάσσομεν τοὺς γεωργοὺς φόρου 3.000,000 καὶ ἐλαμβάνομεν παρ’ αὐτῶν 4,500,000. Τοιαύτη σύμβασις ἐγένετο μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Βουλῆς. Τοῦτο ἀνέφερα πρὸ δύο ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφεσβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου. Ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, Κύριοι, ζητήσας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων ἀρχίσῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπρόκειτο νὰ ἄρξηται καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ 1911, ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον, προειπὼν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τῷ 1911 δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος Ὑπουργός, θὰ εἶναι ἄλλος, καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ὄντως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὁ διάδοχος τότε αὐτῆς σεβαστὸς πολιτευτὴς Ἀττικῆς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ θέλω ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀπαντῶν ἐγὼ εἶπον: «Καὶ τί ἐνδιαφέρει τὰς γεωργικὰς τάξεις διὰ τὰ ἰσοζύγια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου σεῖς ἐπαναφέρετε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐν ᾧ διατηρεῖται καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος; Ὁποίαν μέριμναν καταβάλλετε πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργικῆς ἐκείνης τάξεως; Δεῖξατέ μοι ἓν δεῖγμα ταύτης. Ἐνισχύσατε τὴν παραγωγήν; Ἀπηλλάξατε τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ὀργάνων καὶ ὑπηρετῶν τῆς δημοσίας δυνάμεως; Κατεστήσατε αὐτοὺς ἀνθρώπους ἐλευθέρους, ὅπως ζητήσητε παρ’ αὐτῶν φορολογίαν; Ἐφ’ ὅσον ἡ γεωργικὴ τάξις διατελεῖ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε φορολογίαν ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης». Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπέρριψε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἡ ὑφισταμένη Βουλὴ συνίσταται ἐκ 362 Βουλευτῶν. Ἐψήφισαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν 144 Βουλευταὶ ἐκ τῶν 362· ἐκ τούτων 117 εἶπον ναί.
§243Κ. ΜΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἐψηφίσθη συνταγματικῶς;
§244Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τύπους εἶπον ναί, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν δὲν ἐψηφίσθη. Ἐκ τῶν 117 οἱ 32 εἶναι ἐξ Ἑπτανήσου, τοὺς συμπολίτας τῶν ὁποίων, ὡς εἶπον, δὲν πλήσσει ὁ φόρος αὐτός. 85 λοιπὸν μόνον Βουλευταὶ ἐξ ἐκείνων, τοὺς συμπολίτας τῶν ὁποίων πλήσσει ὁ φόρος αὐτός, ἐδέχθησαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατὰ συνέπειαν ἐγένετο μὲν κατὰ τύπους δεκτόν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν διὰ τῶν 85 Βουλευτῶν εἰς Βουλὴν ἀποτελουμένην ἐκ 362 τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπερρίφθη. Δὲν δύνασθε λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε πρὸς ψήφισιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ὅτι ἡ δημοσία γνώμη εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, τί πρὸς ἐμέ, τί πρὸς τὴν γεωργικὴν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀπηλλάσσετο τῆς φορολογίας 10% ἢ 20%, ἂν ὁ φόρος αὐτὸς εἰσπράττεται ἢ βεβαιοῦται δι’ ἐνοικιάσεως ἢ διὰ βεβαιωτῶν ἢ διὰ δηλώσεων; Ὅλα αὐτὰ τὰ συστήματα ἐλειτούργησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ κατεδικάσθησαν, κατελύθησαν δι’ εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἴχομεν, Κύριοι, τοὺς ἐνοικιαστάς, τοὺς ὁποίους προτιμῶ τοῦ συστήματος τῶν βεβαιωτῶν, ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν κατ’ αὐτῶν. Βλέπω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἐγὼ λέγων τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ἀγάλλεται. Πλανᾶται, διότι ἐγὼ ἀποκρούω ἐν γένει τὸν φόρον. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δύο νομοσχεδίων τῶν φερόντων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ πρώτου νομοσχεδίου τοῦ παραδοθέντος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τοῦ δευτέρου, τοῦ ὁποίου τὴν γένεσιν χρονολογικῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνακαλύψω, ἂν τουτέστι τοῦτο συνετάχθη μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ πρὸ τῆς ἐκθέσεως, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν δύο ἀναφέρεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Σημαίνει λοιπὸν ὅτι καὶ τὰ δύο ἦσαν ἕτοιμα, καὶ εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον ἐκείνου, ἐν ᾧ συνεδρίαζεν ἡ ἐπιτροπή, ἐγένετο ὑπερθεματισμὸς μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Συνέβη τουτέστι τὸ αὐτό, ὅπερ ἀπεκαλύφθη καὶ εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὅπου εἷς συνάδελφος ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν εἶπεν ὅτι ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρῶν ὡς ἀπηλλαγμένον τὸ εἰσόδημα τῶν 4,000 καὶ ὄχι τῶν 5,000 δραχμῶν! Τοῦτο ἀληθῶς εἶναι τὸ κατόρθωμα τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἂν εὑρεθῇ εἷς Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ μὴ φορολογήσωμεν τὸ ἐκ 3,000 δραχμῶν εἰσόδημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἴπῃ ναί!
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἶσθε ἄδικος καὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ.
§246Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω τὸν Βουλευτὴν φορολόγον. Λοιπὸν τί πρὸς ἐμὲ καὶ τί πρὸς τὴν γεωργικὴν τάξιν ἡ ποσότης τῶν ἀπαλλακτέων τῆς φορολογίας δημητριακῶν καρπῶν; Ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τὴν φαντασίαν ὅσων ἐξ ὑμῶν δὲν ἐζήσατε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ δὲν γνωρίζετε τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῦσιν οἱ χωρικοί, ὡς ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν των, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναλογισθῆτε ἕνα πτωχὸν γεωργόν, οἰκογενειάρχην παράγοντα ποσότητα ὁπωσδήποτε μικρὰν μὴ δίδουσαν τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οὔτε εἰς τὸν βεβαιωτήν, οὔτε εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, οὔτε εἰς τὸν ἀγοραστὴν —δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ποίας ἄλλας ὀνομασίας ἔχει τὸ πολυποίκιλον ἐκεῖνο προσωπικὸν τῆς βεβαιώσεως—νὰ φορολογῇ τὴν ποσότητα ἐκείνην. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ βεβαιωθῇ ἡ ποσότης καὶ ἐντεῦθεν ἄρχονται αἱ καταπιέσεις. Ὁ βεβαιωτὴς θὰ μεταβῇ νὰ καταμετρήσῃ τὸν καρπὸν τοῦ πτωχοῦ ἐκείνου οἰκογενειάρχου. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἱστάμενον τὸν βεβαιωτὴν μὲ τὰ δεφτέρια του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸν ἀγοραστὴν μὲ τὸν σάκκον χαίνοντα, ὅπως παραλάβῃ τὸν φόρον, παραλλήλως δὲ τὰ ἄλλα βεβαιωτικὰ τοῦ φόρου πρόσωπα, τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον, τὸν ἱερέα, τὸν διδάσκαλον, τὸν ἀγροφύλακα καὶ ὅλην ἐκείνην τὴν κουστωδίαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον πρὸς βεβαίωσιν τῆς φορολογίας αὐτῆς, τὸν ἱερέα τὸν καταγγελθέντα εἰς τὸν ἀρχιερέα, διότι ἀφῆκεν ἄταφον πένητα ἰδιώτην, διότι ζῶν αὐτὸς δὲν ἐπλήρωνεν εἰς αὐτὸν τὰ παπαδικά του δικαιώματα, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ μεταβαίνῃ ἀμισθὶ καὶ νὰ παρίσταται ὡς μάρτυς πρὸς βεβαίωσιν τῶν καρπῶν ἐπὶ τῷ φόβῳ ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ αἱ πολυποίκιλοι ποιναί, τὰς ὁποίας ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε λαμβανόντων μέρος εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς φορολογίας αὐτῆς. Φαντασθῆτε λοιπὸν τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον γεωργὸν ἀπέναντι τοιαύτης κουστωδίας εὑρισκόμενον καὶ πρὸς ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς παλαίοντα, διότι θὰ προσπαθῶσι νὰ ἁρπάσωσι παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: ἐγὼ ἐπιβάλλω ποινὰς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἅμα ἀρνηθῇ ὁ βεβαιωτὴς νὰ μεταβῇ ἀμέσως πρὸς καταμέτρησιν τοῦ καρποῦ αὐτοῦ, ἐὰν ὁ βεβαιωτὴς δὲν δείξῃ ὅτι ἔχει ἀγγλικὴν ἀνατροφὴν καὶ μὲ τὴν πλάστιγγα τῆς Θέμιδος δὲν προχωρῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἐκείνων. Ἀλλὰ τότε πρέπει δι’ ἕκαστον φορολογούμενον νὰ ἔχητε καὶ ἕνα βεβαιωτὴν καὶ ἕνα ἀγοραστὴν εὐσυνείδητον καὶ ἄξιον ὑπολήψεως. Δύνασθε νὰ εὕρητε τοιούτους βεβαιωτὰς μὲ ἡμερομίσθιον ἀπὸ 2 μέχρι 4 δραχμῶν; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀκριβέστατοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κασίμη, ὅστις σᾶς ἀπέδειξε δι’ ἀριθμῶν ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ νὰ λάβητε θὰ δώσητε χρήματα διὰ τὸ πολυπληθέστατον ἐκεῖνο προσωπικὸν τῆς βεβαιώσεως, διὰ τὰς Ἁρπυίας ἐκείνας; Διότι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ βεβαιωταὶ εἶναι Ἅρπυιαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ζητήσωσι νὰ ζήσωσιν εἰς βάρος τῆς γεωργικῆς τάξεως. Ἀλλὰ λέγουσί τινες ὅτι εἶναι προτιμότεροι οἱ ἐνοικιασταί, δηλαδὴ πάντως ἀπὸ τὴν Σκύλλαν μεταβαίνομεν εἰς τὴν Χάρυβδιν, ἀπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἰς τοὺς βεβαιωτὰς καὶ τἀνάπαλιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατά τι εἶναι προτιμότερος ὁ ἐνοικιαστής, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς προσερχόμενος ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ βεβαιῶν οἱαδήποτε γεγονότα θὰ θεωρηθῇ ὡς ὕποπτος, ἀφοῦ καὶ συμφέρον ἔχει νὰ βεβαιώσῃ ὡς ἐβεβαίωσε, καὶ ἐξ ἰδιοτελείας τὸ πράττει καὶ ἐκ πλεονεξίας προσφεύγει εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ὁ βεβαιωτὴς εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ κατὰ τὰ κρατοῦντα παρὰ τοῖς προϊσταμένοις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν πᾶς παραπονούμενος κατὰ τοῦ ὀργάνου τοῦ ὑπαγομένου ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ προϊσταμένου εἶναι ἀναξιόπιστος, διότι ὀφείλει αὐτὸς ὁ προϊστάμενος ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του νὰ δίδῃ πίστιν εἰς τὰ ὄργανά του. Αὐταὶ εἶναι λέξεις στερεότυποι ὅλων τῶν προϊσταμένων τῶν δημοσίων γραφείων, οἵτινες εἰς τὰς παραστάσεις ἀπαντῶσι! — Νὰ μὴ πιστεύσω τὸ ὄργανόν μου; Ὁ πολίτης δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ταύτην εἶναι παρίας! Καὶ θέλετε νὰ παραδώσητε τὸν ἀγρότην εἰς τοιούτους βεβαιωτάς; Ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἡ φέρουσα τὴν ὑπογραφήν σας, κύριε Ὑπουργέ, βεβαιοῖ ὅτι οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους δὲν ἔχομεν σήμερον, προβάλλετε δὲ ὅτι προτιμᾶτε τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐνοικιάσεως βεβαιώσεως τῆς φορολογίας αὐτῆς, διότι ἡ ὀργάνωσις τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ἱκανή, δὲν εἶναι ἀξία ἐμπιστοσύνης, τότε πῶς θὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν τοιούτου εἴδους βεβαίωσιν σημαντικῆς φορολογίας; Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι καμμίαν σημασίαν δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν ποσότητα, ἥτις ἀπαλλάσσεται τῆς φορολογίας, ἔστω καὶ ἂν αὕτη δὲν εἶναι 10 ἢ 20, ἀλλὰ καὶ 60 καὶ 90 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Καὶ ὅσοι ἀπαλλάσσονται θὰ καταπιέζωνται πάντες. Ὁμιλῶ, ἐννοεῖται, περὶ ἐκείνης τῆς τάξεως, περὶ τῶν πτωχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδαμοῦ θὰ εὑρίσκωσιν ἀντιλήπτορα πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσιν ὡς ἀντιλήπτορες τῶν διαφόρων χωρικῶν, δημαρχικοὶ πάρεδροι, διδάσκαλοι, ἱερεῖς, ὅλοι λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ θὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰ φανερὰ ἢ κεκρυμμένα ἐκ τῆς βεβαιώσεως ταύτης ὑλικὰ ὀφέλη. Καὶ ἀπαγορεύεται μὲν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ συνεταιρισμὸς μετὰ τοῦ ἀγοραστοῦ τῶν τοιούτων προσώπων, τῶν λαμβανόντων δηλαδὴ μέρος εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι διὰ σιωπηρῶν συμβάσεων θὰ γίνωνται συνεταιρισμοί, ὅπως ἐγίνοντο εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχὴν τῶν ἐνοικιαστῶν. Παρουσιάζετο δηλαδὴ τότε ὁ προύχων ἢ ὁ πάρεδρος εἰς τὸν χωρικὸν ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ προστάτου καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτόν· δῶσέ τῳ αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, ἵνα λείψωμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν· οὕτως ἐλάμβανεν ὁ ἐνοικιαστὴς τὰ περισσότερα ἀπὸ τὸν φορολογούμενον. Ἀλλὰ ποίαν ἰδέαν νῦν ἔχετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν — καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων — περὶ τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς ἑλληνικῆς γῆς; Δὲν γνωρίζω ἐπακριβῶς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ νῦν γινόμενα, διότι ἀπὸ 22 ἐτῶν δὲν περιῆλθον τὴν χώραν ἐκείνην. Ἀλλὰ τότε ἐπεσκέφθην ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, εἶδον τὸν λαὸν ἐκεῖ δυστυχοῦντα, εἶδον τότε αὐτὸν θρηνοῦντα, διότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἡ ἐσοδεία του εἶχε καταστραφῆ ἐκ τοῦ λιβὸς καὶ τῶν ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων. Ὅτε εὑρισκόμην εἰς χωρίον τι, ἠρώτησα· διατί τέλος πάντων ἡ κατάστασις αὕτη τῶν πεδιάδων; Αὐταὶ ὁμοιάζουσι πρὸς Σαχάραν. Καὶ ἔμαθον ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ὁ λαὸς ἐκεῖ πρὸς τὴν γῆν. Ἐξενίσθην ἐν καταλύματι πλουσίου τινός, καὶ ἐκεῖ εὗρον Βουλευτήν τινα περιποιούμενον ἡμᾶς. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε λόγῳ ἁβροφροσύνης διὰ τὰς περιποιήσεις αὐτοῦ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶμεν μὲ τὸν ἐφέτην τότε μακαρίτην Ἀραβαντινόν, τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτε ἠρωτήσαμεν ποῦ κατοικεῖ, ἵνα τὸν ἐπισκεφθῶμεν, μᾶς εἶπον ὅτι κατοικίαν δὲν εἶχεν! (Ὁ βουλευτής!), ἀλλὰ κατῴκει εἰς τὸ κονάκι τοῦ γαιοκτήμονος! Καὶ θέλετε νὰ φορολογήσητε αὐτὸν τὸν λαόν, τὸν μὴ ἔχοντα κατοικίαν; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἐν τίνι δικαιώματι; Τίνα μέριμναν ἔλαβεν ἡ Πολιτεία ἢ τί κατέβαλε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς ὑποστήριξιν τούτων; Ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείᾳ, καίτοι 700 μέτρα ὑπὲρ τὴν θάλασσαν κειμένη, πᾶσαι αἱ παραγωγικαὶ γαῖαι ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς λίμνας καὶ εἰς χειμάρρους καὶ βλέπετε τοὺς γεωργοὺς ἀναγκαζομένους νὰ καλλιεργῶσι τὰ ὄρη διὰ τῆς ἀξίνης. Ἐπὶ 15 ἔτη κραυγάζω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ληφθῶσι μέτρα καὶ οὐδεὶς μοὶ ἠρνήθη· πάντες μὲ ἐβεβαίωσαν μετὰ προθυμίας ὅτι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τούτων καὶ τελμάτων, καὶ ὅμως οὐδὲν ἐγένετο. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέλει ἀναγράψει πίστωσιν πρὸς μελέτην διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ἤδη ἐγγίζει ὁ Αὔγουστος καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη. Κατόπιν θὰ ἀρχίσουν συχναὶ βροχαὶ καὶ αἱ πλήμμυραι καὶ τότε εἶναι ἀδύνατος ἡ μελέτη. Καὶ οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων προσφέρονται νὰ εἰσφέρωσιν ὅσα χρήματα χρειάζονται πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ γίνηταί τι. Τὸ μόνον, ὅπερ βλέπομεν, εἶναι φόροι καὶ πάλιν φόροι. Καὶ θὰ σᾶς ἀπευθυνθῇ ἡ ἐρώτησις, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία πλειστάκις ἀπηυθύνθη εἰς ἐμὲ ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων μου, τί κάμνετε ἐκεῖ ποῦ πηγαίνετε, εἰς τί μᾶς φαίνεσθε χρήσιμοι; Ὁποία ἔσται ἡ ἀπάντησίς σας; Ἐπιβάλλομεν φόρους ἀπὸ τὸ ἕν μέρος, αὐξάνομεν τὰς δαπάνας ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅμως μὲ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἔχω ἔλλειμμα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πῶς θέλετε ἐξ ἰδίων μου νὰ συμπληρώσω τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Ὅσα ἑκατομμύρια ἴδια καὶ ἂν ἔχω, δὲν τὰ ἔχω πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἀντὶ καθ’ ἑκάστην νὰ φέρητε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὰς δαπάνας κατὰ ἑκατομμύρια, ἔπρεπε νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ὅπως καταστήσῃ ἁπλουστέραν τὴν διοίκησιν, ταχυτέραν τὴν λύσιν τῶν αἰτήσεων τῶν διαφόρων πολιτῶν καὶ ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει ταύτῃ νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἑκατομμυρίων καὶ τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα νὰ τὰ διαθέσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως καὶ ὄχι νὰ ζητῇ φόρους ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θερίζουσιν ὅσα σπείρουσιν. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου, ἀντὶ νὰ διοικώμεθα ὡς ἓν μικρὸν Κράτος, οἷον εἴμεθα, θέλομεν νὰ διοικηθῶμεν ὅπως διοικεῖται ἡ Ἀγγλία. Δὲν θέλομεν νὰ συναισθανθῶμεν τὴν σμικρότητα ἡμῶν καὶ νὰ ζήσωμεν ὡς ἓν Κράτος οἰκοκυρικόν.
§247Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μήπως ἐζήσαμεν καλῶς μέχρι τοῦδε;
§248Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προσείχετε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, θὰ ἠκούετε ὅτι εἶπον τὰς ἐπαγγελίας περὶ μεταβολῆς τῆς διοικήσεως τὰς ἔχω ἀκούσει πλειστάκις ἐνταῦθα. Ἐὰν νομίζητε ὅτι θὰ διορθωθῇ ἡ διοίκησις, διότι εἰς ἔφορος γίνονται δύο, ἀπατᾶσθε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀντὶ μιᾶς βδέλλας, θὰ ἔχητε δύο βδέλλας νὰ ἐκμυζῶσι τὸ αἷμα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, καὶ βδέλλας μᾶλλον πειναλέας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, Κύριοι. Ἡ διοίκησις θέλει ἐπιτήρησιν καὶ ἡ ἐπιτήρησις αὕτη δέον νὰ εἶναι πάλιν ἀξία λόγου.
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐγένετο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§250Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα εἶναι ποῦ θὰ χάνωνται αἱ ὑποθέσεις τῶν πτωχῶν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ τὰ πρωτόκολλα αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην δικαιολογίαν, κύριοι Βουλευταί, προβάλλουσιν ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Λέγεται δηλαδὴ ὅτι τοῦτο δὲν προῆλθε μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ἀφῃρέθη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ γεωργοὶ δέον νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ βάρη αὐτά; Ὅτι πληρώνομεν εἰσαγωγικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου 35%.
§251Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 45%.
§252Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν διόρθωσιν. Λοιπὸν 45%, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τίς θὰ πληρώνῃ τὰ 45% αὐτά, παρακαλῶ; Μήπως ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν μαρκησίους, δοῦκας, λόρδους, ὥστε νὰ πληρώνωσιν ἐκεῖνοι φόρον χάριν τῶν γεωργῶν; Γεωργοὺς ἐκπροσωποῦμεν, καὶ οἱ γεωργοὶ οὗτοι ἀγοράζουσι πρὸς τροφήν των τὸν σῖτον ἐκ Ῥωσίας καὶ πληρώνομεν διὰ τὸν σῖτον 45% καὶ τώρα τὸν ἀναβιβάζομεν εἰς 50% μὲ τὸν ζητούμενον φόρον. Καταργήσατε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν φόρον τοῦτον, ὡς πολὺ σαφῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπούσδρας. Ὁ φόρος αὐτός, Κύριοι, ἀπεκρούσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτε ἤμην Βουλευτής, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1905, ὅτε δὲν ἤμην Βουλευτής. Καὶ ἡμιλλῶντο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐκείνου ἐν τῇ προσπαθείᾳ, ὅπως ἐπιφέρωσι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ἔλεγεν ὁ εἷς: Ἐγὼ ἐπλούτισα τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ 6 ἑκατομμύρια· καὶ ὁ ἄλλος ἔλεγε: Ναί, ἀλλὰ τὸν ἐπλούτισες διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς ἰδικῆς μου. Ἄν θέλητε, Κύριοι, νὰ καταστήσητε εὐθηνὸν τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ, καταργήσατε τὸν εἰσαγωγικὸν τοῦ σίτου φόρον τῶν 45%.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐφίστων τὴν προσοχήν σας, κύριε Μπακόπουλε, ἐπὶ μιᾶς ἀνακριβείας. Φαντάζεσθε ὅτι ἡ φορολογία αὕτη θὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου;
§254Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§255ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε οὐδὲν ἔχω νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§256Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐρωτᾷ: Φαντάζεσθε ὅτι ἡ φορολογία αὕτη θὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου; Ὁ γεωργὸς δὲν εἶναι τραπεζίτης, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα ὑπολογίσῃ τί τῷ στοιχίζει ὁ δημητριακὸς καρπός. Ὁ γεωργὸς παράγει δημητριακὸν καρπὸν διὰ τῆς ἐργασίας του, καί, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, θὰ πωλήσῃ μέρος τοῦ σίτου του, ἡ τιμὴ δ’ αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ πωλητής.
§257Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἡ τιμὴ τοῦ σίτου κανονίζεται ἀναλόγως τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς.
§258Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον ὁ χωρικὸς τώρα θὰ πωλήσῃ πρὸς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τὸν αὐτὸν σῖτον ὁ αὐτὸς χωρικὸς θὰ τὸν ἀγοράσῃ πρὸς 40 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν μετ’ ὀλίγον. Μὲ ἐρωτᾷ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂν φαντάζομαι ὅτι ἡ φορολογία αὕτη θὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου. Καὶ ἀπαντῶ καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ὁ γεωργὸς δὲν εἶναι τραπεζίτης, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν παγκόσμιον παραγωγήν, ἥτις κανονίζει τὴν τιμήν, διότι ὁ ἐν Ἑλλάδι παραγόμενος σῖτος εἶναι κόκκος ἄμμου ἐν τῇ θαλάσσῃ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Ἑλλὰς ἔπαθε σιτοδείαν καὶ ἐν τούτοις ἡ τιμὴ τοῦ σίτου δὲν ηὔξησε, διότι ἡ παγκόσμιος ἀγορὰ εἶχε κανονίσει τὴν τιμὴν πολὺ χαμηλήν. Ὁπωσδήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα ἡ αἰτουμένη φορολογία βεβαίως δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν εὐθηνίαν τοῦ ἄρτου. Ὥστε καὶ ἡ δευτέρα βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀστήρικτος. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μελετήσασα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατώρθωσε καὶ ἓν ἄλλο κατόρθωμα· ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ σανὸς εἶναι μέγα εἰσόδημα καὶ ἐν τούτοις δὲν φορολογεῖται. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, δείξατέ μοι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ φορολογηθῇ ὁ σανός; Θὰ πηγαίνῃ ὁ βεβαιωτὴς νὰ τὸν ζυγίζῃ; Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ σανός, ὅταν ζυγισθῇ, καταστρέφεται. Φορολογεῖτε εἶτα τὴν ρόβην, ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ φορολογῆται; Ἀλλὰ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσαν ὅτι ἐν Κύπρῳ ὁ λαὸς εὐλογεῖ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν νόμον τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης. Συνάδελφός μου καθήμενος πλησίον μου μοὶ ἔδωκε τὸ περιοδικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀκούσατε τί λέγει ὁμιλοῦν περὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ὡς ἰσχύει ἐν Κύπρῳ (ἀναγινώσκει): «Πάντες οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι ἀληθὲς ὅτι προσκρούουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν Κύπρῳ ὁ λαὸς τὸν εἰσπράκτορα τὸν λέγει «ἁρπάχτορα», διότι τοιοῦτος φαίνεται εἰς τὴν ἀντίληψίν του. Καὶ τὸν φόρον τῆς δεκάτης μετὰ ἰδιαζούσης δυσφορίας ἔφερε πάντοτε ὁ φορολογούμενος γεωργός. Ἐχαρακτηρίσθη ὡς «ἡ βάρβαρος καὶ ἀπαισία δεκάτη μεθ’ ὅλας τὰς βελτιώσεις καὶ μεταρρυθμίσεις». Ἀλλαχοῦ πάλιν λέγει τὸ περιοδικόν (ἀναγινώσκει): «Αἱ σκέψεις περὶ τῆς δεκάτης....στρέφονται οὐχὶ περὶ τὴν ἄνευ ὅρων κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἀλλὰ περὶ τὴν κατάλληλον ἀντικατάστασιν αὐτῆς. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1880 ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων ἔλεγεν ὁ φιλέλλην σὲρ Κάρολος Δίλκε: «Ὁ Τρικούπης κατήργησε τὴν δεκάτην ἐν Ἑλλάδι· ἂς ἐλπίζωμεν ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ καταργήσῃ ταύτην ἐν Κύπρῳ». Τῷ 1882 ἐγένετο ψήφισμα, ἐν τῷ ὁποίῳ σὺν τοῖς ἄλλοις ζητεῖται γενικῶς μὲν ἡ μεταρρύθμισις τῆς φορολογίας, ἀλλὰ κυρίως τῆς δεκάτης». Καὶ ἀνέφερε τὸ περιοδικὸν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ φόρος ἐξαγωγικός. Ὁ Ἅμιλτων, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὴν Τράπεζαν ἐν Κύπρῳ, ἐπισκεφθεὶς τὸν Λίβανον καὶ ἰδὼν τὴν πρόοδον, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκεῖ, ἠρώτησεν εἰς τί πρέπει ν’ ἀποδοθῇ αὕτη· ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Λιβάνου ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καλλιεργοῦσι τὴν γῆν καὶ προοδεύουσιν.
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐδῶ ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης προώδευσεν ἡ γεωργία, κύριε Μπακόπουλε; Ὄχι μόνον δὲν προώδευσεν, ἀλλ’ οὐδὲ ηὔξησε κἂν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ δασμοῦ ἡ παραγωγή.
§260Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κάμνετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐρωτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι δὲν ἔχω προχείρους στατιστικὰς πληροφορίας εἰς χεῖράς μου. Μὲ ἠρωτήσατε ἂν ηὔξησεν ἡ παραγωγή; Πῶς νὰ τὸ γνωρίζω ἐγώ; Γνωρίζω ὅτι οἱ συμπολῖταί μου ἀπέρχονται καθ’ ὁμάδας εἰς τὴν Ἀμερικήν, διότι ἡ γῆ των ἔπαυσε νὰ παράγῃ. Ὅτε πρό τινος ἀπεπειρώμην νὰ ἐμποδίσω συμπολίτας μου ἀγαπητοὺς νὰ λάβωσι τὴν ἄγουσαν εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἠξεύρετε τίνα ἀπάντησιν ἔλαβον; Ὄτι δὲν δύνανται πλέον νὰ ζήσωσιν εἰς τὴν πατρίδα των, διότι αἱ γαῖαί των ἔπαυσαν νὰ παράγωσι δημητριακοὺς καρπούς· τὸ προϊόν τῆς ἀμπέλου, ὅταν εὐτυχῇ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει, ὅταν ἔχῃ ἀξίαν, δὲν ἔχουσι προϊόν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ πεφιλημένοι μου ἀπῆλθον εἰς Ἀμερικήν.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὴ σοβαρά, ἡ ὁποία δὲν θὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑδραίων οἰκονομικῶν βάσεων;
§262Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πεῖρα μὲ διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ φόροι εἰσάγονται εἰς τὸν πίθον τῶν Δαναΐδων· ὅλοι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευήν, τὴν ἄλλην πρὸς βελτίωσιν τῆς χώρας, ἐξατμίζονται ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Προτρέπω λοιπὸν τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων προτρέπω ἐπίσης καὶ τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, καὶ χωρὶς νὰ ἔχω δικαίωμα, διότι δὲν ἀνήκω εἰς αὐτό, νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἀπὸ κόμματος φιλελευθέρων θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κόμμα τυραννικώτατον, μεταβαλλομένης, ὡς εἶπον, τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων, ὅπως τὸ ξεῖδι μετεβλήθη εἰς γλυκάδι, καὶ ὅσην γλυκαντικὴν δύναμιν ἔχει τὸ ξεῖδι, τόσην σημασίαν θὰ ἔχῃ καὶ ἡ προσωνυμία φιλελεύθερος, ἣν προσελάβετε. (Χειροκροτήματα).
§263Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὡμίλησε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον πληρέστατα συμμερισθῆ, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Κυβερνήσεως τοῦ παρελθόντος, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Κυβερνήσεως ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, αἵτινες ἓν καὶ μόνον ἐγνώριζον, πῶς νὰ φορολογῶσι μέχρις αἵματος τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πῶς νὰ λεηλατῶσι τὸ βαλλάντιον αὐτοῦ, καὶ πῶς νὰ μὴ ἀνταποδίδωσιν ἀνταλλάγματα, ἀνάλογα πρὸς τὰ βάρη, ἀνάλογα τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸν ὑπέβαλλον. Καὶ ἤθελον εἶπει πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν τοῦ παρελθόντος, σκεπτομένην ὅπως ἐκεῖναι ἐσκέπτοντο, ἤθελον εἶπει, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον· «Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλητε οὐδ’ ὀβολὸν φόρου εἰς τὰς τάξεις τὰς γεωργικάς, ἐφ’ ὅσον δὲν μεριμνᾶτε περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν. Βελτιώσατε τὴν στοιχειώδη πρὸ παντὸς δικαιοσύνην, τὴν δικαιοσύνην τὴν λαϊκήν, τὴν δικαιοσύνην τὴν ἀπονεμομένην διὰ τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας αἱ ἀτέλειαι πάντες γνωρίζομεν πόσον δύνανται νὰ ζημιώσουν τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν· δώσατε ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως, τῆς ὁποίας οἱ ἀγροὶ ἔπαυσαν πρὸ πολλοῦ ἀνήκοντες εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν καὶ περιῆλθον εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποιμένων, εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κτηνοτρόφων, εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀγροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ φύλακες τῶν κτημάτων μετεβλήθησαν εἰς ἀποκλειστικοὺς νομεῖς καὶ καρπωτὰς αὐτῶν, ἱδρύσατε καταστήματα πιστωτικά, παρέχοντα εἰς τοὺς γεωργοὺς κεφάλαια ἐπὶ τόκῳ μετρίῳ, καὶ ἀπολυτρώσατε οὕτως αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους αἱμάσσουν, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δεινοπαθοῦν. Ἐὰν δὲ ποιήσητε πάντα ταῦτα, τότε καὶ μόνον ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε παρὰ τῶν γεωργῶν φόρους, διότι ὁ φόρος οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Πολιτεία παρὰ τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας αὕτη παρέχει πρὸς αὐτόν. Τοιαύτην γλῶσσαν ἤθελον μεταχειρισθῆ πρὸς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἐρχομένην νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων ἔχω τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον καὶ θὰ ἦτο αὐθαίρετον, ἐὰν μετήρχετο κανεὶς τοιαύτην γλῶσσαν. Διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη κατέβαλε καὶ καταβάλλει νυχθημερὸν πᾶσαν ἀνθρωπίνως δυνατὴν προσπάθειαν, οὐ μόνον ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν γενικὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, καθ’ ἣν ἔλαβεν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐντολὴν διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τῆς 28 Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ ἵνα βελτιώσῃ, κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ θεραπεύσῃ καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤθελον λησμονήσει τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, ἤθελον ζητήσει παρ’ αὐτῶν τὴν ἄδειαν νὰ τοῖς τὰ ὑπενθυμίσω. Τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν εἶναι ἀρτιώτερον τοῦ ἄλλου, τὸ ἓν σοφώτερον τοῦ ἑτέρου, ἄλλο τι βεβαίως δὲν ἐπιδιώκουσιν εἰμὴ τὴν παροχὴν ἐνημέρου καὶ εὐθυδίκου δικαιοσύνης· ἰδίως ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου ὁ πρωτοδίκης, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μία μεγάλη, μία πολύτιμος ὑπηρεσία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην, τὴν δικαιοσύνην τοῦ γεωργικοῦ κόσμου, προκειμένου περὶ χώρας κατ’ ἐξοχὴν γεωργικῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε καὶ νομοσχέδια, προβλέποντα περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ προβλέποντα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὅστις θ’ ἀποδώσῃ τοὺς ἀγροὺς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν, καὶ θ’ ἀφαιρέσῃ τούτους ἀπὸ τοὺς ἅρπαγας καὶ ἀπὸ τοὺς κακοποιούς. Ἡ Κυβέρνησις προσφάτως ἀκόμη ὑπέβαλε νομοσχέδιον, θέτον τὰς βάσεις ἱδρύσεως γεωργικῶν Τραπεζῶν, ἡ σύστασις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ τὸν διακαέστερον πόθον παντὸς γεωργοῦ, καὶ θὰ παρέχουν εἰς τοὺς γεωργοὺς κεφάλαια μὲ μικροὺς τόκους. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ὑποσχέσεων τοῦ ὁποίου οὐδένα ἀπολύτως ἔχομεν λόγον νὰ δυσπιστῶμεν, ὑπεσχέθη καὶ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, διὰ τῶν ὁποίων ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ δώσῃ εἰς τὴν καλλιέργειαν ἐκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων γῆς, κατακλυζομένων νῦν ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἀποδώσῃ καὶ τὴν ὑγείαν εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἀποξηραινομένων τῶν ὑπονομευόντων ταύτην ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πάντα ταῦτα ὑπεσχέθη, καὶ τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς ἐπραγματοποίησεν ἐν μέρει διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν καταλλήλων νομοσχεδίων ἡ Κυβέρνησις, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ παντὸς νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖ αὕτη ἀνταλλάγματα παρὰ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν. Ἀλλὰ τασσόμενος, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, καθὼς δὲν θὰ ἀρνηθῶ καὶ τὰ προτερήματά του. Θὰ εἴπω τὰ πάντα μετὰ τοῦ θάρρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς νεωτέρους πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας. Προτέρημα ἀναμφισβήτητον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐλαστικότης αὐτοῦ, ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πληρώνῃ ὁ γεωργὸς τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον θὰ παράγῃ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον θὰ αὐξάνῃ ὁ φόρος, ἐφ’ ὅσον θ’ αὐξάνῃ τὸ εἰσόδημα, καὶ θὰ ἐλαττοῦται, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐλαττοῦται τὸ εἰσόδημα. Τοῦτο τὸ προτέρημα ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, ἀποβαίνει ἀληθὴς εὐεργεσία εἰς τοὺς γεωργούς. Δεύτερον προτέρημα τοῦ νομοσχεδίου φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ ἐπίκαιρον τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Ζητεῖται ὁ φόρος ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτοι δύνανται νὰ τὸν δώσωσι καὶ εὐχαρίστως τὸν δίδουν, ἐντεῦθεν δὲ ἀποφεύγουσι καὶ τὰς συνεπείας τῆς ὑπερημερίας, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ περισσότεροι ὑπέκειντο ὑπὸ τὸ κρατοῦν μέχρι σήμερον φορολογικὸν καθεστώς· ἀποφεύγουσι, λέγω, τὰς συνεπείας τῆς ὑπερημερίας, ἤτοι τὴν καταβολὴν προστίμου, τὴν καταβολὴν τόκων, ἀποφεύγουσι τὸ φάσμα τοῦ χωροφύλακος, τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ, καταδίωξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἑκατοντάδες συμπολιτῶν μας, οἱ λεγόμενοι ἐνταλματίαι, ἐξοστρακίζονται ἐκ τῆς ἀγορᾶς φεύγοντες τὴν χεῖρα τοῦ χωροφύλακος, ἐρχομένου νὰ στερήσῃ αὐτοὺς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπίσης δύο κυρίως. Εἶναι ὅτι ἀφ’ ἑνὸς φορολογεῖ τὴν ἀνεκκαθάριστον πρόσοδον τοῦ γεωργοῦ, καὶ ἐξ ἄλλου καθιστᾷ σύστημα βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως δαπανηρὸν μὲν διὰ τὸ Κράτος, ὀχληρὸν δὲ καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸν γεωργόν. Θεωρῶ ὅμως τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ναὶ μὲν οὐσιώδη, ἀλλὰ καὶ θεραπεύσιμα, καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἐλαττωμάτων τούτων θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀσχοληθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ, διότι δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἵνα καταστήσωμεν τὸν φόρον ἀληθῶς δίκαιον, ἀληθῶς ἴσον καὶ δημοκρατικὸν κατὰ τὰς εἰλικρινεῖς περὶ τούτου βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ πρώτου νομοσχεδίου μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ δευτέρου ἀντιληφθεὶς ἀμφότερα τὰ ἐλαττώματα τοῦ πρώτου νομοσχεδίου κατέβαλε φιλοτίμους προσπαθείας, ὅπως θεραπεύσῃ αὐτά. Ἐντεῦθεν δὲ αἱ περισσότεραι ἐκπτώσεις καὶ ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας καθιέρωσεν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ βαδίσῃ γενναιότερον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν σεβαστὸν ἀρχηγόν μου κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐνισχύσῃ καὶ τὸν βοηθήσῃ πρὸς τοῦτο. Πρέπει νὰ βαδίσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ φορολογηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὸ κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ἐργασία. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ συμπολίτης μου κ. Θεοδωρίδης, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόρος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ πλήττῃ ἐν μέρει τὸ κεφάλαιον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ πλήττῃ ἐν μέρει τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τοῦ φορολογουμένου. Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πρέπει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νὰ διαφυλάξωμεν καὶ τοῦ ὁποίου πρέπει πολὺ νὰ φεισθῶμεν, εἶναι ἀληθῶς τὸ κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ. Διότι τὸ κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ εἶναι ἡ πηγὴ παντὸς πλούτου, διότι τὸ κεφάλαιον τοῦ γεωργοῦ δὲν εἶναι κεφάλαιον ἰδικόν του, εἶναι κεφάλαιον δάνειον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη μὲ τόκον τοκογλυφικώτατον, μὲ τόκον αἰσχρότατον. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποῖος τόκος γεωργικὸς λυμαίνεται τὰς ἐπαρχίας σας. Ἀλλὰ τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, ἐξ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προέρχωμαι, λυμαίνεται ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὁ ἀπαίσιος τόκος τῶν δύο ἕως τρία, ἐκεῖνος δηλαδή, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ γεωργοὶ λαμβάνουσι κατὰ Νοέμβριον καὶ ἀργότερον δύο κοιλὰ σίτου ἢ ἄλλου καρποῦ, ἵνα καταβάλωσι τρία κατὰ Μάϊον, ἵνα πληρώσωσι δηλαδὴ τόκον ἀνερχόμενον κατ’ ἀκριβεῖς μαθηματικοὺς ὑπολογισμοὺς εἰς 150%. Τὸ τοιοῦτον κεφάλαιον θὰ ἐπεθύμουν καὶ θὰ ἱκέτευον τὴν Κυβέρνησιν ὄχι νὰ φορολογήσῃ, ἀλλὰ νὰ προστατεύσῃ, καὶ θὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς πᾶσαν γεωργικὴν πρόσοδον μόλις τὸ ⅓ αὐτῆς ἐκπροσωπεῖ τὸ καθαρὸν κέρδος, τὰ δὲ ἕτερα ⅔ ἐκπροσωποῦσι τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τοῦ γεωργοῦ καὶ τῶν τέκνων του καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας, τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, τῆς σπορᾶς, τοῦ θερισμοῦ καὶ τῆς συγκομιδῆς. Ἐὰν λέγω, τοῦτο λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θελήσῃ νὰ πλήξῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὸ κεφάλαιον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, διότι οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ πιστεύω εἰς τὰ λαοκρατικὰ αἰσθήματα τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ φορολογῇ μόνον τὰ 50% ἑκάστης γεωργικῆς προσόδου, τὰ δὲ λοιπὰ 50% ν’ ἀφήνῃ ἀφορολόγητα.
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ φορολογήσωμεν τὰ 50%, ἀλλὰ πρὸς 10%.
§265Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε οὐδεμίαν φέρομεν κατ’ οὐσίαν μεταβολήν.
§266Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μένει 10% τὸ καθαρὸν εἰσόδημα;
§267ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ποσοστὸν κατήντησε νὰ εἶναι ἐλάχιστον.
§268Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀλλαχοῦ εἶναι 10%.
§269Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ 50% ἐπιβάλλεται ὡς δίκαιον καὶ εὔλογον μέτρον. Δεύτερον ἐλάτωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι εἶπον, τὸ ὀχληρὸν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, τὸ δαπανηρὸν διὰ τὸ Κράτος, τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὸν γεωργόν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπῆρξε σκοπιμωτάτη ἡ πρόνοια τοῦ ἐντίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοὺς ἀπαισίους σπαχῆδες, τὰς ἀπαισιωτέρας σφραγιδάς των, τὰς ἀπαισιωτάτας ἀναμνήσεις των. Ἀλλ’ ἔχω λόγους νὰ διστάζω πολύ, ἀποβλέπων εἰς τὸ ποιὸν τῶν βεβαιωτῶν, ἔχω λόγους νὰ φοβῶμαι μήπως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν βεβαιωτῶν εὕρωμεν σπαχῆδες δευτέρας ἐκδόσεως, διότι τὸ ὑλικόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνωνται οἱ βεβαιωταί, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἀνατίθηται εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπηρεσία αὕτη, καὶ τὸ γλίσχρον τοῦ ἡμερομισθίου δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελοῦσιν ἐπαρκῆ ἐχέγγυα ἀκριβοδικαίου ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Ἀλλά, καὶ ἂν φαντασθῆτε ὅτι οἱ βεβαιωταὶ μετεβλήθησαν πρὸς στιγμὴν εἰς ἀγγέλους, ὅτι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ καταπιέσωσι τὸν γεωργόν, ὅτι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ σφετερισθῶσι τὰ τοῦ Δημοσίου, ἔρχεται αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα νὰ προσθέσῃ κινδύνους δεινοτάτους, κινδύνους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τοὺς ὁποίους ζωηρότερον θὰ ἀντιληφθῶμεν, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν φυσικὴν τῶν πραγμάτων ἐξέλιξιν. Ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ λιχνίσῃ ὁ γεωργὸς τοὺς ἐν τῷ ἁλωνίῳ καρποὺς αὐτοῦ· διὰ νὰ λιχνίσῃ τοὺς καρπούς, πρέπει νὰ φυσήσῃ ἄνεμος, εὐθὺς δὲ ὡς φυσήσῃ ἄνεμος ἐπωφελοῦνται τούτου πάντες οἱ γεωργοὶ καὶ λικνίζουσι ταυτοχρόνως τοὺς καρπούς των. Ἀλλ’ ἐνῷ ταυτοχρόνως θὰ ἑτοιμάσωσι τοὺς καρπούς των, ἵνα ἐκ τοῦ ἁλωνίου μετακομίσωσιν αὐτοὺς εἰς τοὺς οἴκους των, δὲν θὰ δυνηθῶσι πάντες ταυτοχρόνως καὶ νὰ τοὺς ἀποθηκεύσωσι. Διότι θὰ ἀναμείνωσι τὸν βεβαιωτήν. Καὶ ὁ ἔχων τὸ δεύτερον ἁλώνιον θὰ περιμένῃ τὴν καταμέτρησιν τοῦ πρώτου, ὁ ἔχων τὸ τρίτον τὴν καταμέτρησιν τοῦ δευτέρου κλπ. καὶ θὰ παρέλθουν μία καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέραι, θὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος ἴσως ἑβδομάς, καθ’ ἣν θὰ εἶναι ἐκτεθειμένος ἐπὶ τοῦ ἁλωνίου ὁ καρπὸς τοῦ γεωργοῦ, ὁ κόπος, ὁ μόχθος, ὁ στεναγμός, ἡ ἀγωνία καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ εἰς τοὺς κινδύνους τῶν διαφόρων καιρικῶν μεταβολῶν. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα τίς δύναται νὰ προΐδῃ τί δύναται νὰ συμβῇ; Καὶ ὁτιδήποτε καὶ ἂν συμβῇ εἰς βάρος τοῦ γεωργοῦ καὶ ἐὰν ὑετὸς παρασύρῃ τοὺς καρποὺς τοῦ γεωργοῦ, τοῦτο δὲν θὰ βαρύνῃ τὴν Πολιτείαν καὶ δὲν θὰ δώσῃ εἰς τὸν γεωργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ δίκαια παράπονα, διότι εἰς τοὺς τόσους κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι φύσει ἐκτεθειμένον τὸ προϊόν αὐτοῦ, ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ προσθέσῃ ἕνα ἐπὶ πλέον, ὁ ὁποῖος ἴσως θὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος; Τὰ ἀποτελέσματα δύνασθε κάλλιστα νὰ ἀποφύγητε διὰ τοῦ θαυμασίου ἀληθῶς συστήματος τῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δυσπιστίαν τινὰ πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν δηλωτῶν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἐντιμότερος καὶ ἐναρετώτερος πολίτης τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Ἕλλην πολίτης.
§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς τὸ Κράτος. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, δὲν θεωρεῖ ὅτι διαπράττει ἀδίκημα, ἢ μᾶλλον θεωρεῖ ὅτι διαπράττει κατόρθωμα, ἐὰν ἐξαγάγῃ τί ἐκ τοῦ τελωνείου λαθρεμπορικῶς. Δὲν τὸ εἶπον διὰ τοὺς γεωργούς· τὸ εἶπον διὰ τὰς καλλιτέρας τάξεις.
§271Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τῶν γεωργῶν, δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων τάξεων. Πρόκειται περὶ τοῦ κυρίως λαοῦ, ὅστις δὲν ἔχει εὐτυχῶς εἰσέτι διαφθαρῆ. Ὡς εὐστόχως ἄλλοτε εἴπετε, αἱ ἐξοχαὶ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦσαν κατὰ τὸ παρελθὸν διεφθαρμέναι.
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Δυστυχῶς, ἐπειδὴ ὑπήρξαμεν δοῦλοι ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας, ἔχομεν μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὁ ἐχθρὸς καὶ ἑπομένως τὴν ἰδέαν ὅτι ὁσάκις κατορθώσωμεν νὰ καταπλεονεκτήσωμεν τοῦ Κράτους, ἰδίως εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, δὲν κάμνομεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄτιμον, ὅτι δὲν κάμνομεν πρᾶξιν, ἡ ὁποία μᾶς ὑποβιβάζει ἠθικῶς. Διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζω ὅλας τὰς ἀρετὰς τοῦ λαοῦ, ἀναγνωρίζω ὅμως καὶ τοῦτο τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης δυστυχῶς ἀληθές, καὶ διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ νομίζω ὅτι ἐκπίπτει ἠθικῶς ὁ λαός, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δύναται νὰ καταπλεονεκτήσῃ τοῦ Δημοσίου, τὸ κάμνει, χωρὶς νὰ νομίζῃ ὅτι κάμνει κακόν.
§273Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο, διότι τὸ Κράτος οὐδέποτε ἐφέρθη ὡς πατήρ.
§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς. Καὶ τοῦτο.
§275Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Τὸ κακὸν παράδειγμα τῶν ἀρχόντων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέφθειρεν ἴσως ἐν μέρει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δώσατε εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην ἄρχοντας εἰς πᾶσαν ἱεραρχίαν τῆς ἰδικῆς σας ἠθικῆς περιωπῆς, διὰ νὰ ἴδητε ἀναλάμπουσαν τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐντιμότητα. Καὶ εἶναι καιρὸς σεῖς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας νὰ δώσητε τὸ δίδαγμα πρὸς τὸν λαὸν ὅτι αἱ σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ εἶναι τόσον αὐθόρμητοι καὶ τόσον ὑποχρεωτικαί, ὅσον αἱ σχέσεις προσκυνητοῦ πρὸς τὸν βωμὸν τῆς ἐκκλησίας.
§276Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον ἐλάττωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Εἶναι ἐλάττωμα παντὸς ἡ διάθεσις νὰ μὴ πληρώνῃ τὴν φορολογίαν. Καὶ ἐκεῖ ὅπου τόσον ἐκτιμᾶται ἡ καλὴ πίστις, ἡ φιλαλήθεια, ὑπάρχει τάσις πρὸς διαφυγὴν τῆς φορολογίας. Μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἀγγλίας εἶπον ὅτι διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος οἱ Ἄγγλοι συνήθισαν ὅλοι νὰ δίδωσι ψευδεῖς ὅρκους. Ἡ διαφυγὴ ἀπὸ τοῦ δασμολογίου τοῦ τελωνιακοῦ ὑπάρχει πάντοτε. Ἐν Ἀμερικῇ εἶναι τρομακτικὴ ἐπίσης. Ὑπάρχει πάντοτε ἡ τάσις τοῦ φορολογουμένου νὰ διαφύγῃ τὴν φορολογίαν. Ἑπομένως μὴ στηρίζεσθε ἐπὶ τοιούτων παραδειγμάτων. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπαναπαυθῶσιν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ φορολογουμένου.
§277Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπαναπαυθῆτε εἰς τὴν καλὴν μόνον πίστιν τοῦ φορολογουμένου, κύριε Ὑπουργέ. Θὰ ἔχητε καὶ ἔλεγχον τῆς καλῆς του πίστεως καὶ τὸν ἔλεγχον θὰ ἐνασκῇ ἐφ’ ἑκάστης δηλώσεως ἡ ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος, τὴν ὁποίαν θὰ ἐγκαταστήσωμεν εἰς ἕκαστον χωρίον, ἀφοῦ ἡ κατάργησις τῶν δήμων καὶ ἡ ἐγκατάστασις τῶν κοινοτήτων ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματός μας. Θὰ ἐξελέγγηται ἑκάστη δήλωσις φορολογουμένου ἀπὸ τὰ μέλη τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὅταν εἰς αὐτὴν ἐπισείσητε τὸ φάσμα τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς ἐπὶ τέλους εὐθύνης, καὶ ὅταν εἰς αὐτοὺς εἴπητε ὅτι ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ ἀποκρύπτουν μηδὲ κόκκον τοῦ παραγομένου καρποῦ, διότι ἐκτὸς τοῦ κοινοτικοῦ ταμείου θὰ λαμβάνωσι καὶ αὐτοὶ ἕν ποσοστὸν τοῦ φόρου, φαντάζεσθε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ ἀποκρύψουν τὴν ἀλήθειαν; Καὶ ἐμπιστεύεσθε περισσότερον τοὺς ἀγροφύλακας καὶ χωροφύλακας, ἐξ ὧν θὰ λαμβάνωνται οἱ βεβαιωταί, ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἑνὸς χωρίου, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον θ’ ἀποτελοῦν τὴν κοινοτικὴν ἐπιτροπὴν αὐτοῦ; Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ κατάχρησίς τις μὲ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, ἡ κατάχρησις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ τεραστίου ποσοῦ τῶν ἐξόδων, τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς συντήρησιν τῶν βεβαιωτῶν καὶ τῆς κουστωδίας των;
§278Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1889 ἤμην ἐγὼ ἐνοικιαστής. Λοιπὸν ἐπλήρωνον αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι 24% καὶ ἔλεγεν ὁ γεωργός: «δὲν τὸ κλέβω τὸ ζευγάρι μου». Ἔρχομαι εἰς τοὺς λόγους σας ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι τίμιος.
§279Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Καὶ θὰ γίνῃ τιμιώτερος καὶ ἠθικώτερος, ἐὰν ἐμπιστευθῶμεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα. Τῆς εὐκαιρίας ταύτης εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπωφεληθῇ ὁ λαὸς καὶ δὴ ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἠθικώτερον καὶ τὸν ἁγνότερον τῆς Ἑλλάδος κόσμον, ἵνα ἀποδείξῃ ἅπαξ ἔτι τὴν ἀρετήν του. Δεχθῆτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὰς βελτιώσεις, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω, ἀφήσατε ἀφορολόγητον 50% ἐξ ἑκάστης γεωργικῆς προσόδου, προσχωρήσατε εἰς τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἐγκαταστήσητε τὸν ἁγιώτερον καὶ δικαιότερον φόρον ἀπὸ ὅσους εἶχέ ποτε ἡ Ἑλλάς. Βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ προκαλέσητε ῥαγδαῖα τὰ χειροκροτήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως δικαίως προυκαλέσατε τὰ χειροκροτήματα αὐτοῦ διὰ τῆς μέχρι σήμερον θαυμασίας πολιτείας σας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§280Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γράψωσιν αἱ ἐφημερίδες χειροκροτήματα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἰω. Τσιριμώκου καὶ Ν. Φραγκίστα ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν». Ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως δραχ. 3942 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος τοῦ δήμου Ὑαίας». Ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας ἐκρηκτικῶν ὑλῶν κλπ.». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰω. Τσιριμώκου ὑποβάλλονται τροπολογίαι εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Ὁμοίως τροπολογίαι εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων κλπ.». Ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως ἑνὸς τοπογράφου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων ἔργων». Ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν κυρίων Ἐμ. Ῥέπουλη καὶ Λ. Κορομηλᾶ ὑποβάλλεται νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς ἐτησίως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως πρὸς περίθαλψιν προσφύγων». Ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβληθεισῶν ποινῶν». Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἰ. Γρυπάρη ὑποβάλλεται νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κλπ. πιστώσεως διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ μεγάρου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας». Ἀνακοινοῦται πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως κλπ. τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους καταναλισκομένων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν κλπ.». Πάντα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Ὄθ. Τετενὲς αἰτεῖται δίμηνον ἄδειαν διὰ τὸ Ἐξωτερικόν, χάριν ἐπειγουσῶν ἰδιωτικῶν του ὑποθέσεων. Ἡ Βουλὴ παρέχει τὴν ἄδειαν;
§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§283Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§284Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι ἑορτή.
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλεται ἡ γνώμη ὅπως μὴ ἐπανέλθωμεν....
§286ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ συνοδευθῇ αὐτὴ ἡ γνώμη μὲ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐξακολουθήσῃ καὶ αὔριον, καὶ μόνον ὅταν περατωθῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλα μέτρα, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων 18 μετὰ τοῦτο, κατὰ σειράν, ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, δηλ. τὰ ἑξῆς: «Περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν»· «Περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος»· «Περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς γεωργικῆς στατιστικῆς» κλπ.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον τῇ 10 π. μ. ἀκριβῶς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8.35′ μ. μ.).