1911.06.23
3,253 rows · 24,631 words · 262 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 121.
Τῆς 23ης Ἰουνίου 1911.
(Πέμπτη).
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 11 καὶ 5′ π. μ. παρόντων 123 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ἐπιτροπὴ τῆς ἐν Λεβαδείᾳ συνεργατικῆς ἀδελφότητος τῶν Στενημαχιτῶν αἰτεῖται ἵδρυσιν συνοικισμοῦ κληθησομένου «Νέα Στενήμαχος»· 2) Ὁ ἐκ Τριπόλεως Ἰ. Μαρμαρίδης καταγγέλλει τὸν γραμματέα τῆς Νομαρχίας Ν. Καστέρην, ὡς γενόμενον ὄργανον τοῦ πολιτευομένου Ἰ. Καλούτση· 3) Οἱ ἱερεῖς Χαλανδρίου ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ «περὶ ἐνοριῶν νόμου»· 4) Οἱ Ἀ. Μαστρογιαννόπουλος καὶ Δ. Οἰκονομόπουλος τελειόφοιτοι τῆς φιλολογίας ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως»· 5) Οἱ ἐνορῖται τοῦ χωρίου Πλάκα τοῦ δήμου Θορικίων καταγγέλλουσι τὸν ἐφημέριον αὐτῶν διὰ διαφόρους παρανομίας· 6) Ὁ λαογράφος Θ. Κληρονόμος αἰτεῖται χορήγημα 1500 δραχμῶν πρὸς ἔκδοσιν πολυτίμου ἐθνικῆς συλλογῆς του· 7) Πολλοὶ πολῖται ἐν διαφόροις τοῦ Κράτους ἐπαρχίαις κατοικοῦντες ζητοῦσι πρόταξιν τοῦ «περὶ συμβατικοῦ τόκου» νομοσχεδίου· 8) Κάτοικοι Μεσινικόλα ζητοῦσι νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κοπὴ καυσοξύλων· Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Νικ. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ Βαλλιανείου γεωργικῆς Σχολῆς»· Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ἀ. Χριστίδης ὑποβάλλει τροπολογίας· αʹ ἐπὶ τοῦ βʹ κεφαλαίου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν τοῦ ἀφορῶντος τὴν βεβαίωσιν τούτου καὶ βʹ τροπολογίαν ἐφ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν»· Οἱ βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κύριοι Π. Πολυχρονιάδης, Ν. Συριόπουλος καὶ Γ. Λαμπρινόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης ἐδαφίου ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΨΚʹ ἀναγραφῆς πιστώσεως καὶ διὰ τὰς παραληφθείσας σχολὰς ἀπόρων παίδων Πύργου καὶ Αἰγίου ἀνὰ δραχμὰς χιλίας δι’ ἑκάστην»· Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Θεμιστ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως δρ. 3942 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Γρανίτσης τοῦ δήμου Ὑαίας»· Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Β. Κυρέλλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν». Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν προτάσεων νόμων Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχομεν ἀναφορὰς σήμερον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προταχθῶσιν αἱ προτάσεις νόμων καὶ κατόπιν αἱ ἀναφοραί.
§4Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λαρίσης κ. Σχινᾶς εἶχεν ὑποβάλει ἐρώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἡ διεξαγομένη περί τινος ὑποθέσεως ἐν Βόλῳ. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἐκκρεμοῦς, τὸ μόνον δέ, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ μετὰ πάσης ἐνδελεχείας ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της· τοῦτο καὶ μόνον δύναμαι ἐν τῷ παρόντι νὰ ἀνακοινώσω.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δασῶν νόμου».
§6Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ νόμου τούτου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ τὴν μελετήσῃ.
§7Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσχε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ μορφώσῃ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, ἀποβαίνει περίεργος καὶ ἀδικαιολόγητος, διότι καὶ χρόνον ἱκανὸν εἶχεν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως νόμου ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ αὐτὸ καὶ ἔδει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἓν τοιοῦτον πολιτειακὸν καὶ κοινωνικὸν ζήτημα συγκρατοῦν ὁλοκλήρους συνοικισμοὺς ἐν ἐξεγέρσει. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου καὶ συμπολίτης μου συνάδελφος καὶ ἐγὼ κατεδείξαμεν τρανῶς τὴν ἐπὶ τῶν δασῶν κυριότητα τῶν κοινοτήτων καὶ τὴν σκοπιμότητα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συντηρήσεως καὶ διαχειρίσεως αὐτῶν, τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς κυριότητος αὐτῶν εἰς τὰς κοινότητας. Τὸ Δημόσιον ἀγόμενον ἀπὸ τῆς ἀλλαχοῦ κρατησάσης ἰδέας τῆς ἐθνικοποιήσεως τῶν δασῶν, παρορῶν τὰ καταφανῆ δίκαια τῶν κοινοτήτων ἐνοσφίσθη τὰ κοινοτικὰ δάση καὶ τὰ διαχειρίζεται ἤδη ὡς ἴδια. Ἀλλ’ ἡ διαχείρισίς του ἀπεδείχθη πλημμελὴς καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πρόοδον τῆς δασικῆς παραγωγῆς, καὶ κινδυνεύει ὅλη ἡ ὀροσειρὰ τῶν Ἀγράφων καὶ τῆς Πίνδου ν’ ἀποψιλωθῇ, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δασῶν τούτων εἰσὶ προστατευτικὰ τοῦ ἐδάφους καὶ προωρισμένα διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῶν συνοικισμῶν ἐκείνων. Καὶ ἐνῷ ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκμετάλλευσις οὐδὲν τούτων λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἡ θέσις τῶν συνοικισμῶν ἐκείνων καθίσταται προβληματική· καὶ ἕνεκα καὶ τοῦ λόγου τούτου παρατηρεῖται ἡ ἐξέγερσις τῶν κοινοτήτων κατὰ τῆς τελουμένης ἀδικίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀφαιρούσης τὴν περιουσίαν των. Δὲν θέλω ἀσχοληθῆ ἀναπτύσσων καὶ πάλιν σήμερον τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ γεννηθὲν δασικὸν ζήτημα, ὅπερ, ὡς προεῖπον, διὰ μακρῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συζητουμένης προτάσεως νόμου, ἀλλὰ θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου ὄχι μόνον θ’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ὅπου ἀνήκει, ἀποκαθισταμένης οὕτω τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἡ δασικὴ παραγωγὴ θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς συντηρητικωτέρας ὑπὸ τῶν κοινοτήτων διαχειρίσεως τῶν δασῶν, καὶ θ’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, ἐν τῇ διὰ τὰς ἀνάγκας των χρήσει τῶν δασῶν, τῆς πιέσεως, ἣν σήμερον ὑφίστανται.
§8Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἡ ἀναβολὴ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου 1911, εἶναι ὑπεβεβλημένον πρὸ πέντε μηνῶν καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὰ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν. Ἔπρεπε δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ζητῇ τὴν ἀναβολήν, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἢ νὰ προτείνῃ τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν κοινοτήτων, διότι, καὶ πρὶν ἢ ἐξαγγείλῃ τὸ πρόγραμμά της ἡ Κυβέρνησις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔλαβεν ὁ ἴδιος ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπεσχέθη ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως θὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοῦτο, καὶ ῥητὴν δήλωσιν ἔκαμεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας ὅτι θ’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον, ἐν Τρικκάλοις δὲ ῥητῶς ὅτι θὰ μεριμνήσῃ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας τὰ δάση. Ὅτε λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη πρὸ ἓξ μηνῶν, καὶ ὅτε εἰσήχθη πρὸ πέντε μηνῶν τὸ νομοσχέδιον, δὲν δικαιολογεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητῶν τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ ζητήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ Θεσσαλικαὶ κοινότητες ἔχουσι πανηγυρικῶς τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτῶν.
§9Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ζήτημα διαθέσεως περιουσίας τοῦ Δημοσίου εἶναι ζήτημα κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας. Παρακαλῶ νὰ φεισθῆτε ὀλίγον τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς· νὰ μὴ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ζητεῖ ἀναβολήν.
§10Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἀορίστως ἀναβολήν;
§11Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀναβολήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν· ὁ κ. Βαβυλόπουλος καὶ ἄλλοι.
§13Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί.
§14Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἀναβολήν. Νομίζω, κ. Βαβυλόπουλε, ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου νὰ ἐπιμείνητε νὰ ὁμιλήσητε, ἀφοῦ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν.
§15Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἀπαγορεύεται ἡ συζήτησις.
§16Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὄχι βεβαίως· ἀλλ’ εἶναι μάταιον.
§17Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητήσας τὴν ἀναβολὴν συγχρόνως ὑπεδήλωσεν ὅτι δὲν προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§18Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τὴν κυβερνητικήν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ φέρῃ μεμελετημένον τι.
§19Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τοιαύτη, διότι τὸ δικαίωμα αἱ κοινότητες τὸ ἔχουν δυνάμει τοῦ νόμου.
§20Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν ἔχω μορφώσει γνώμην.
§21Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ ἔχητε μορφώσει γνώμην.
§22Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τοῦ ἄρθρου 1, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραχωρηθῶσι τὰ δάση. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα ᾠκειοποιήθη τὸ Δημόσιον ὡς ἐθνικά, εἶναι κοινοτικά, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὰς κοινότητας, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ζητεῖται, σκοπεῖται μᾶλλον ἡ ἄρσις τῆς διακρίσεως τῶν ἐθνικῶν δασῶν...
§23Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διατί, κύριε Βαβυλόπουλε, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι θέλει νὰ παρουσιάσῃ ἰδίαν μελέτην, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν ἀναβολήν; Καταπονεῖτε τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ.
§24Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1911, οὐδὲν δ’ ἕτερον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶχε καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον ἰδικόν της. Ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ εἴπῃ παραπομπὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§25ΑΛ. ΓΙΑΝ. ΤΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ ἀκούσῃ εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα.
§26Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως. Δύναται νὰ μὲ ὠφελήσῃ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα. Δὲν εἶπον ὅτι ἀρνοῦμαι νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα· εἶπον ὅτι ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ μικρὰν ἀναβολήν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμελέτησεν ἀκόμη τὸ ζήτημα.
§27Α. ΓΙΑΝ. ΤΑΚΗΣ. Κατεστράφησαν τὰ δάση Θεσσαλίας ἀπὸ τοὺς Μακεδόνας ὑλοτόμους, αἱ δὲ κοινότητες δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δάσος νὰ ξυλευθῶσι. Πότε; Ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, καὶ ὁ ὁποῖος μετ’ ἐμοῦ ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπε τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ προγράμματός του· ὅτε δὲ ἦλθεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκήρυξεν ὅτι θ’ ἀποδώσῃ τὰ δάση.
§28Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν κοινότητα Καστανιᾶς δὲν ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῶν δασῶν· εἰς ἄλλα πρόσωπα, εἰς τὸν Βασιλέα, ἀναγνωρίζεται!
§29ΑΛ. ΓΙΑΝ. ΤΑΚΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν παρανόμως πρὸ ἐτῶν. Πῶς θέλετε νὰ πληρώσωσιν οἱ χωρικοὶ φόρον, ὅτε τοῖς ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην.
§30Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γινόμενοι εἰσηγηταὶ καὶ ἀμυνόμενοι, κύριοι Βουλευταί, τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δασῶν νόμου» δὲν ὡρμήθημεν βεβαίως ἐξ ἄλλων λόγων εἰμὴ μόνον ὅπως ὑπερασπίσωμεν τὰ καταπατούμενα δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὃν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν βλέπομεν συρόμενον ἐν τοῖς Δικαστηρίοις διὰ τὴν ἐλαχίστην ἀφορμήν, καὶ ἐνῷ μόλις πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν πρότασιν νόμου καὶ συνῄνεσεν εἰς τὴν πρόταξιν αὐτῆς, μετ’ ἀπορίας βλέπομεν σήμερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβαίνῃ εἰς δηλώσεις περὶ ἀναβολῆς τῆς προτάσεως νόμου, ἥτις ἐνέχει μεγάλην σπουδαιότητα, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂν καὶ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὠθήσαντες τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς προτάσεως νόμου.
§31Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, κύριε Βουλευτά;
§32Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ λόγοι ἀκριβῶς τῆς συστηματικῆς καταπολεμήσεως τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων καὶ διότι οὗτοι μόλις πρό τινων ἡμερῶν ἠθέλησαν νὰ φέρωσιν ἀντιρρήσεις καὶ ν’ ἀμυνθῶσι κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ τῶν σπειρομένων ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὅπερ σημαίνει ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§33Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί νὰ μὴ ὑποκύψωσιν;
§34Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· νομίζω ὅμως ὅτι οὗτος εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος, κύριε συνάδελφε. (Ἀντιρρήσεις).
§35Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν εἴμεθα διῃρημένοι.
§36Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅτε προβαίνει μία Κυβέρνησις εἰς δήλωσιν περὶ ἀναβολῆς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πολλάκις μέχρι τοῦδε κατέδειξεν ὅτι ὑποκύπτει εἰς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διστάζει καὶ πάλιν νὰ ὑποκύψῃ, τοῦτο τί σημαίνει, κ. συνάδελφε, καὶ ἀφοῦ μόλις πρὸ 8 ἡμερῶν συνῄνησεν εἰς τὴν πρόταξιν;
§37Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διότι αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀληθέστατα.
§38Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἔχετε πεπλανημένην γνώμην, κ. συνάδελφε. Ἠθελήσαμεν, Κύριοι, διὰ τῆς προτάσεως νόμου οὐχὶ βεβαίως νὰ ὑπερασπίσωμεν —διότι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑπερασπίσωμεν— τὰ καταπατούμενα, ὡς εἶπον, δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἐπὶ τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα διὰ μέσου τῶν μακρῶν αἰώνων τῆς δουλείας διέσωσε δι’ ἀγώνων ἐκεῖνος, ἀλλὰ διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς Ἱστορίας, πρὶν ἢ ἔτι κατακτηθῇ ἡ Κωνσταντινούπολις, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1432 καὶ μέχρι τοῦ 1835, ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὑπερασπίζων ἀκριβῶς αὐτὰ ταῦτα τὰ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καταπατούμενα δικαιώματα, αὐτὴν ταύτην τὴν μόνην περιουσίαν αὑτοῦ κατώρθωσεν ἐπὶ Σουλεϊμὰν τοῦ ὑπερηφάνου νὰ συνομολογήσῃ συνθήκην, καὶ συνθήκην τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθῶσι τὰ δάση αὐτῶν ὡς κοινοτικά, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς σήμερον ἀγανακτοῦντες ἐκ τῶν καταπατήσεων τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἐρχόμεθα διὰ μιᾶς προτάσεως νόμου νὰ ὑπερασπίσωμεν ἀκριβῶς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἀφοῦ τελευταῖον ἀφῃρέθησαν καὶ τὰ καυσόξυλα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, διότι καὶ δι’ αὐτὰ τὰ καυσόξυλα σύρονται εἰς τὰ Δικαστήρια, καταδικάζονται εἰς πρόστιμον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ζῶντες ἐν τοῖς ἀγόνοις ἐκείνοις τόποις δὲν δύνανται εἰμὴ μόλις καὶ μετὰ βίας, μεταβαίνοντες ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον εἴτε ὡς ἁπλοῖ ἀγωγιάται εἴτε ἄλλως ἐργαζόμενοι, νὰ προσπορισθῶσι τὰ πρὸς τὰ ζῆν ἀναγκαῖα. Καὶ πῶς ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν συναινεῖ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ προορισμὸν ἔχοντος νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ ὑπερασπίσῃ τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἀπὸ τὸ ψῦχος, τὸ ὁποῖον τὸν δέρει! Διὰ τοῦτο, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δειχθῇ ἡ Κυβέρνησις — καὶ ἡ Κυβέρνησις μάλιστα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Ἀνορθώσεως, ὡς ὀνομάζεται—τόσον σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπος πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πένεται, ἀλλὰ καὶ ὁ ὁποῖος κινδυνεύει ἀπὸ τὸ ψῦχος νὰ πάθῃ λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν καυσοξύλων.
§39Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Δύο λέξεις μόνον, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω. Ἀπὸ δεκαετίας ἤδη ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν δασῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολὺ δίκαιον νὰ λέγῃ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν κοινοτικῶν δασῶν εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν αὐτή. Ἐν τούτοις ὅμως ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐφ’ ἑνὸς ζητήματος οὐσιώδους. Ἡ διαφωνία αὕτη μεταξὺ κοινοτήτων καὶ Κυβερνήσεως ἐπῆλθεν ἕνεκα παρερμηνείας τοῦ Τουρκικοῦ νόμου καὶ τῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρερμηνείας γεννηθείσης ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ γνωρίζει ἐκ συμπτώσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι πραγματικῶς ἐπὶ παρερμηνείας τῆς συνθήκης στηρίζεται ὅλη αὐτὴ ἡ γνώμη τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι βεβαίως, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ δοθῇ ἀναβολή, θὰ δοθῇ, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ, νὰ λάβῃ καὶ γνώμας ἀνθρώπων γνωριζόντων τὰ πράγματα, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχουσιν ἐκ συμπτώσεως πεπλανημένην γνώμην καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ περὶ τῶν τουρκικῶν νόμων. Θὰ παρακαλέσωμεν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ ἴδιον νομοσχέδιον κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τὴν φιλόνομον. Ἐν τούτοις νὰ μὴ παραλείψῃ νὰ συμβουλευθῇ καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ δώσωσι τὰς γνώμας αὑτῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσι καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ τουρκικοῦ νόμου.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πότε;
§41Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς κρίνῃ ἀναγκαῖον. Νὰ ζητήσῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐκ συμπτώσεως, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς ἐννοίας τῆς τε συνθήκης καὶ τοῦ τουρκικοῦ νόμου.
§42Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν καὶ ὑπέγραψα τὴν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ δασῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, νομίζω ἐν τούτοις ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἀντικείμενον κἂν νομοθετικῆς προνοίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἑρμηνείας ὀρθῆς τῶν ὑφεστώτων νόμων.
§43ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας.
§44Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἄλλας, ἀλλὰ κυρίως τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοριάλωτος χώρα, δὲν κατεκτήθη διὰ πολέμου, ἀλλὰ παρεχωρήθη διὰ συνθήκης, ἥτις καὶ προνόησε περὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὰ περὶ τίτλων ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς τοιούτους δ’ ἀναφέρει φιρμάνια, ταπία, χοτζέτια καὶ ἐν γένει τοὺς τρόπους τῆς κτήσεως κυριότητος κατὰ τὸν Τουρκικὸν νόμον, καὶ παραπέμπει εἰς τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπὲρ τῶν νομικῶν προσώπων ἐν Τουρκίᾳ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκδοθῶσι ταπία. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκδοθῶσι ταπία, αἱ κοινότητες ἐν γένει, χριστιανικαὶ καὶ ὀθωμανικαί, ἀλλὰ κυρίως αἱ χριστιανικαί, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαφερόμεθα, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τίτλους ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν. Ἑπομένως κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐπὶ ἀκινήτων ἰδιοκτησίας των δι’ ἄλλων ἀποδεικτικῶν μέσων, πλὴν φιρμανίων, χοτζετίων καὶ ταπίων, ἤτοι ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις κυριότητος εἰς τὴν διὰ μακροχρονίου κατοχῆς παραγραφὴν στηριζομένης, ἂν καὶ ἡ παραγραφή, κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, ὡς πρὸς τὰ φυσικὰ πρόσωπα δὲν εἶναι τίτλος πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰδιοκτησίας, δι’ ἣν ἀπαραίτητος ἡ κτῆσις φιρμανίου, ταπίου ἢ χοτζετίου. Ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ συνθήκη λοιπόν, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ποιεῖται εἰδικῶς μνείαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου, ὡς τίτλου ἰδιοκτησίας, καὶ εὐλόγως, ὡς σᾶς εἶπον, διότι ὁ Ὀθωμανικὸς νόμος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς κτήσεως τῶν νομικῶν προσώπων, εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα δὲ ἀναμφισβητήτως ὑπάγονται αἱ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ἐπ’ ὀνόματί των τίτλους ἰδιοκτησίας. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τέως, νῦν δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, προσκαλεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1835, ὁ ὁποῖος ἐτέθη μὲ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βαυαρικῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν δασῶν καὶ λέγει: «Κύριοι, θὰ φέρητε ἐγγράφους τίτλους ἰδιοκτησίας· ὅστις ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δὲν προσκομίσῃ τοιοῦτον τίτλον ἰδιοκτησίας ἐκπίπτει τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπὶ τῶν δασῶν κυριότητός του. Εὐλόγως ἡ βαυαρικὴ ἀντίληψις τοιαύτην ἔδωκε κατεύθυνσιν εἰς τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ἰσχύων διὰ τὴν δοριάλωτον Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀνεξάρτητον Κράτος δικαίῳ πολέμου, πλὴν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ Εὐβοίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο Ἑλληνικαὶ διὰ συνθήκης, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁρμᾶται ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν, νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Διὰ τὴν Θεσσαλίαν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ ὑπηρεσία: φέρετέ μοι ἐγγράφους τίτλους ἰδιοκτησίας, διὰ νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ἐπὶ τῶν δασῶν κυριότητα τῶν κοινοτήτων. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν δασῶν δὲν δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν κοινοτικῶν δασῶν ὁμοιομόρφως διά τε τὴν ἄλλην Ἑλλάδα καὶ τὴν Θεσσαλίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νομολογία τῶν δικαστηρίων ἐδέχθη ὅτι προκειμένου περὶ νομικῶν προσώπων συνεστώτων ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ ἔγγραφος ὀθωμανικὸς τίτλος ἰδιοκτησίας, ἤτοι ταπίον, φιρμάνι ἢ χοτζέτι, διότι ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἀδυναμία ἐκ τοῦ νόμου πηγάζουσα. Συγχρόνως δὲ ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὀθωμανικῆς νομοθεσίας θὰ διδαχθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὴν νομοθεσίαν ταύτην ἡ ἔκδοσις ταπίων, χοτζετίων ἢ φιρμανίων ὡς τίτλοι ἰδιοκτησίας τῶν κοινοτήτων, ἐν τούτοις ἡ διὰ τῆς μακροχρονίου διακατοχῆς κυριότης αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν ἦτο σεβαστὴ καὶ ἀνεγνωρίζετο. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν, ἐφαρμόζουσα τοὺς κειμένους νόμους, ἐφαρμόζουσα τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν ὀθωμανικὸν νόμον θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ πόρισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὥστε, καὶ ἂν ταχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, θὰ ταχθῶ, διότι τὴν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἧς οὐδὲ θέλω οὐδὲ δύναμαι ν’ ἀντιδράσω τελεσφόρως, θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ τμήματος εἰς τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν καὶ λύσιν τοῦ ζητήματος (εὖγε).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον.
§46Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη νόμου ἦτο ἔργον κυβερνητικῆς προνοίας καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν δασῶν, ἠναγκάσθημεν ὅμως νὰ ὑποβάλωμεν τὴν τοιαύτην πρότασιν, διότι ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μετεχειρίσθη τοιαύτας πιέσεις, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετάζω καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι πρὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν ἠγέρθησαν δίκαι μεταξὺ κοινοτήτων καὶ Δημοσίου, δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἴδῃ πόσοι δικηγόροι ἐσιτίζοντο, δι’ αὐτὸ δὲ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ νὰ λήξῃ ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, ἡ ὁποία πιέζει καὶ τὸ Δημόσιον βλάπτει.
§47Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκ δύο δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἰδίως ἐκ τοῦ ἑνὸς τὸ Δημόσιον ἔλαβε διπλάσιον φόρον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§49Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 48,000 διὰ τὴν κατασκευὴν λιθοδμήτων βάθρων μετὰ σιδηροῦ ζεύγματος ἐπὶ τοῦ σταθμοῦ Βωβοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἄρτης–Κοπραίνης κατασκευασθησομένης γεφύρας»· 2) «περὶ ἐγκρίσεως συμπληρωματικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης συμπληρωματικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἔργων ὁδοποιίας, ὧν ἕκαστον ἀπαιτεῖ δαπάνην μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνωτέραν τῶν δρ. 1000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δρ. 16,397,59» καὶ 3) «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 412,000 ἐν ὅλῳ πρὸς κατασκευὴν κτιρίων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης». Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Πτελεατῶν καὶ Ἀμαλιάδος διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης καὶ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, οἰκονομικῶς καὶ δασικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Δημητριάδος καὶ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου». Διὰ νὰ τηρήσωμεν μίαν τάξιν χάριν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, σᾶς λέγω, ὅτι αἱ μακραὶ εἰσηγήσεις καὶ αἱ συζητήσεις δὲν φέρουσι τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Γνωρίζετε ἐκ πείρας, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ γίνεται καὶ δεκτόν. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δηλώσωσιν ἂν θὰ γίνωσι δεκταὶ αἱ προτάσεις νόμων. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τί λέγουσιν;
§51Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις αὕτη νόμου, τοῦτο δὲν σημαίνει ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διότι τὰ ζητήματα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἶναι καθαρῶς κυβερνητικὰ ζητήματα.
§52Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§53Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§54ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὶν συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε νὰ συγκεντρώσῃ.
§55Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω δὲ ὅτι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσητε, εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ ἰδικά μας.
§56Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ προταχθῇ πρότασις νόμου, θὰ ἐπέλθῃ ἐμφύλιος πόλεμος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§58Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἴσως τινὲς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐνδιαφερόμενοι ἐκ πόνου πρὸς τὰ τοπικὰ συμφέροντα, θὰ ἐζήτουν τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτούς. Ἡ πεῖρα ὅμως ἔχει διδάξει ἐμὲ καὶ καλλίτερον ὑμᾶς...
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον.
§60Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. ... ὅτι, ὅταν ἔρχωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς σταματᾷ. Ἤθελον συστήσει πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, χάριν τῆς γενικωτέρας συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τῶν κυβερνητικῶν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἐπείγουσαν· ἄλλως θὰ ματαιωθῇ πᾶσα ἐπείγουσα ἐργασία. Ὑπὸ τοιαύτης ἰδέας ἐμπνεόμενος ποιοῦμαι τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ οἱ ἁρμόδιοι δύνανται νὰ κανονίσωσιν· ἄλλως θὰ γίνῃ Βαβυλωνία.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι Βαβυλωνία, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῶσι μὲ τὴν σειράν.
§62Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ σχεδίου νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν.) Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΨΚʹ περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν τοῦ Κράτους εἰς δημοσυντήρητά τινα Γυμνάσια κ.τ.λ. ἐδαφίου πρὸς ἀναγραφὴν πιστώσεως καὶ διὰ τὸ Γυμνάσιον Πύργου ποσοῦ ἐκ 12.000 δραχμῶν ἐτησίως».
§64ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη νόμου εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι ὑπάρχει νόμος προνοῶν περὶ χορηγίας τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Πύργου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συζητουμένου τοῦ νῦν νόμου ͵ΓΨΚʹ «περὶ παροχῆς βοηθημάτων εἰς ἱδρύματά τινα», ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο πρότασις, ὅπως προστεθῇ καὶ τὸ Γυμνάσιον Πύργου, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη, διότι ὁ νόμος προνοεῖ περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν νόμου ἔβλεπον τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἔβλεπον ὅτι ἔχει ἐγγραφῆ πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου.
§65Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διεγράφη ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἡ πίστωσις. Ἡ πρότασις νόμου περὶ τοῦ Γυμνασίου Πύργου ὑπεβλήθη ἐκ μέρους μου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐνῷ τὸ Γυμνάσιον Πύργου ἱδρύθη δι’ εἰδικοῦ νόμου, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον παρέλειψε τὴν πίστωσιν διὰ τὸ Γυμνάσιον αὐτό. Μετέβην εἰς τὸν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου καὶ συνεζήτησα τὸ ζήτημα, μοὶ εἶπε δ’ ὅτι, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ νέα πρότασις νόμου, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ παραλειφθῇ τὸ Γυμνάσιον Πύργου.
§66ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι σοβαρόν, ὅτι, ἐὰν μία ὑπηρεσία παρανόμως ἀρνῆται νὰ ἐγγράψῃ πίστωσιν ἐπιβαλλομένην διὰ τοῦ νόμου, νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ νόμον εἰς τὴν Βουλήν; Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἐγένετο πρὸς ἕνα σκοπόν, διὰ ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγγράφωνται διάφορα βοηθήματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ παρελθὸν νόμος εἶπεν, ὅτι ὅσα ἱδρύματα χρήζουσι τοιαύτης ἐπικουρίας πρέπει νὰ ὁρισθῶσι διὰ νόμου, ὡρίσθησαν δὲ διὰ νόμου τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προνοεῖ οὐδεὶς νόμος. Περὶ τοῦ Γυμνασίου Πύργου προνοεῖ εἰδικὸς νόμος.
§67Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἰς τὸ μέλλον δὲν γίνῃ ἡ παράλειψις αὐτή, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συζητῶμεν.
§68ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει συνταχθῆ καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἐγγραφὴν τῆς πιστώσεως.
§69Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγγραφῆ ἡ πίστωσις, καὶ διεγράφη ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§70ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κακῶς διεγράφη.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν πρότασιν, κ. Λαμπρινόπουλε;
§72Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει ὅτι ὑπάρχει πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, τὴν ἀποσύρω.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις νόμου ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάρρῳ Νέδοντι καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ᾼΩΝΕʹ τοῦ 1890, ᾼϠΙΔʹ τοῦ 1891, ͵ΓΣΛΑʹ τοῦ 1907 καὶ ͵ΓΣΝΘʹ τοῦ 1908 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάρρῳ Νέδοντι». Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός;
§74ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης» (Νησίου).
§76ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, διότι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ γίνωσι τροποποιήσεις τινὲς ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ ὅτι παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τρόπου τινὸς πωλήσεως σταφιδοκάρπου».
§78Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 7 πρότασιν νόμου «περὶ ἐκποιήσεως ἐκκλησιαστικῶν λιβαδίων διαλελυμένων Μονῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ναυπακτίας» ἀναβάλλω, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστου.
§80ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Δύστου ἔχει καταρτισθῆ πλήρης μελέτη. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης αὐτῆς, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προέβαινεν εἰς ἀπόφασιν μέτρων γενικῶν περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν καὶ ἑλῶν, πάντως ἡ μελέτη παρέχει βάσιν, ὅπως λάβῃ εἰδικὸν μέτρον πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι τὸ εἰδικὸν τοῦτο μέτρον εἶναι προσῆκον νὰ ῥυθμίζηται ὑπὸ πρωτοβουλίας Βουλευτοῦ, διότι, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ διὰ συμβάσεως εἰς ἑταιρείαν τὴν ἀποξήρανσιν, ὁρίζει δὲ καὶ τοὺς ὅρους τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ πορίσματα τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι ὀρθά· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ στέρξωμεν εἰς τὰ πορίσματα αὐτά, προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, καὶ περὶ παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας θὰ παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μορφώσῃ ἰδίαν γνώμην στηριζομένην ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς μελέτης τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης, δὲν νομίζω δὲ ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ πρότασις αὕτη, δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις περὶ τόσῳ σοβαροῦ ζητήματος, κανονιζομένου ὑπὸ Βουλευτοῦ μὴ δυναμένου νὰ γνωρίζῃ ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα τῆς ἐπισήμου μελέτης, μήτε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅσα πράγματα ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου.
§81Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη μὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον νόμου, παρομοίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ 1864, ἀπὸ τὴν ἐποχήν, ὁπότε ἀπεξηράνθη ἡ λίμνη Κωπαΐς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης ἐκείνης ἐγένετο καὶ ἡ πρότασίς μου αὕτη, εἶναι δὲ συντεταγμένη ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ Βουλευταὶ τοῦ 1864, ὅτε ἐγένετο νόμος περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Κατόπιν εἶπον—οἱ Βουλευταὶ οἱ τότε— τῇ τότε Κυβερνήσει τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι λίμναι εἰς τὸ Κράτος καὶ δέονται ἀποξηράνσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰσήκουσε τῆς δικαίας προτάσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἔκαμε νόμον, δι’ οὗ ἐπετρέπετο εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ δίδωσι λίμνας εἰς ἑταιρείας πρὸς ἀποξήρανσιν.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ αὐτῆς ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Κοντοσταύλου λέγοντος ὅτι τὴν διεκδικεῖ ὡς ἰδιοκτησίαν, καὶ ὅτι ἔχει τοὺς τίτλους, οὓς ἐπρόκειτο νὰ προσαγάγῃ. Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι πρέπει τὸ πρᾶγμα νὰ ἐξετασθῇ μετὰ ἠρεμίας.
§83Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ βραδύτερον θὰ ἀπαντήσω· ἤδη θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπερ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν κεφαλήν μου μόνον, εἶναι νομοθέτημα ἀπορρεῦσαν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐκ τῶν προπατόρων ἡμῶν Βουλευτῶν. Δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ λίμνας πρὸς ἀποξήρανσιν κατόπιν ἀποφάσεώς της ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀλλὰ θέτει καὶ περιορισμόν, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Δραγούμη εἶχον κάμει πρότασιν καὶ ἐστάλη μηχανικὸς καὶ ἐγένετο ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ σχεδιαγράμματα καὶ τὰ πάντα ἦσαν ἕτοιμα. Οὐδένα δ’ ἔχω λόγον νὰ μὴ πιστεύσω εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων ἔργων της θὰ εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν καὶ τῶν ἑλῶν καὶ ὅτι θὰ ἀποξηράνῃ καὶ αὐτὴν τὴν λίμνην Δύστον, διότι, ἀφοῦ ἀπὸ μηχανικῆς ἀπόψεως εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποξήρανσις αὐτῆς, τὸ δὲ ἀποκαλυφθησόμενον καὶ ἀποξηρανθησόμενον ἐκ τῶν ἤδη ὑδάτων ἔδαφός της πολλαπλασίως θὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας τῆς ἀποξηράνσεως, οὐδεὶς λόγος ἐπιτρέπει ν’ ἀμφιβάλωμεν ὅτι αὕτη θ’ ἀποξηρανθῇ.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκ δύο πραγμάτων ἐξαρτᾶται, ἐκ τοῦ πορίσματος τῶν μελετῶν μας καὶ ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας.
§85Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἔστω· ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ λίμνη Δύστος ἀνήκει εἰς τὸν Κοντόσταυλον, δὲν εἶναι ὅμως ὅλη ἰδιοκτησία τοῦ Κοντοσταύλου. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τῆς λίμνης παράκεινται αἱ γαῖαι τοῦ Κοντοσταύλου, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶναι γαῖαι τῶν πέριξ χωρίων, τὰς ὁποίας ἔχουσι καταλάβει τὰ ὕδατα τῆς λίμνης. Ἄρα ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἦτο ἀναληθής. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη καὶ νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διότι θέλω νὰ δώσω ἓν ὅπλον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, θέλω νὰ τὸ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὅπλον αὐτό, ὅπως μεθαύριον, ὁπόταν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἀνὰ τὸ Κράτος ἀποξήρανσις ἑλῶν, λιμνῶν καὶ τελμάτων, συμπεριληφθῇ ἐκ τῶν πρώτων καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Δύστου, νὰ δύναται δὲ ν’ ἀπαλλοτριώνῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς γαίας τῆς λίμνης Δύστου, ὡς ἀπηλλοτρίωσεν ἡ τοῦ 1864 Κυβέρνησις Κουμουνδούρου τὰς γαίας, ἃς περιελάμβανεν ἡ λίμνη Κωπαΐς. Δι’ αὐτὸ θέλω τὸ ὅπλον αὐτὸ νὰ τὸ λάβητε εἰς χεῖράς σας, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἐξορκίζω νὰ τὸ πράξητε καὶ νὰ ἐγκρίνητε τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεώς μου ταύτης.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐξορκισμοῦ, ἀλλὰ μελέτης.
§87Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς λίμνης Δύστου εἶναι πολὺ σοβαρὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς αὐτὸ καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὴν ὑγείαν εἰς ὑπερτριάκοντα χιλιάδας ψυχῶν, προσέτι δὲ νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἡ λίμνη αὐτὴ ἔχει ἀποξηρανθῆ κατὰ τὸ 400 π. Χ. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος προτάσεως νόμου ὁ περὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ τῆς Εὐβοίας ἀσχολούμενος γυμνασιάρχης κ. Παπαβασιλείου ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ καλέσῃ καὶ μοὶ δώσῃ ἀντίγραφον πλακὸς εὑρισκομένης ἐνταῦθα καὶ εὑρεθείσης ἐν Ἐρετρίᾳ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἀπόλλωνος, μεταφερθείσης δὲ ἐν Χαλκίδι εἴς τι οἰκόπεδον κατὰ τὸ 1862 καὶ ἐκεῖθεν ἐνταῦθα εἰς τὸ Μουσεῖον, χρονολογεῖται δὲ ἡ ἀποξήρανσις ἀπὸ τοῦ ἔτους 400 π. Χ., ὅτε εἶχε συμβληθῆ τὸ Κράτος τῶν Ἐρετριέων, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο ἡ λίμνη Δύστος, μετά τινος Χαιρεφάνους ἐργολάβου καὶ ἐπετεύχθη ἡ ἀποξήρανσις. Τὸ κείμενον ὁλόκληρον τῆς πλακὸς ταύτης, ἧς ἀντίγραφον καταθέτω, μοὶ ἔχει δοθῆ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, ἔχει δὲ μεταφρασθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Παπαβασιλείου, καὶ νομίζω ὅτι σπουδαίαν ὑπηρεσίαν προσφέρω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον περὶ τῆς λίμνης Δύστου, ἐὰν τὴν ἀναγνώσω καὶ τὴν καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον πρὸς ἐκτύπωσιν. (Ἀναγινώσκει περικοπάς τινας ἐκ ταύτης). Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ 400 περίπου π. Χ. πόσην φροντίδα ἐλάμβανεν ἡ Πολιτεία περὶ τοῦ ἕλους τούτου, τὸ ὁποῖον μαστίζει ὑπὲρ τὰς 30.000 ψυχῶν τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας.
§88Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τί στοιχίζει ἡ ἀποξήρανσις;
§89Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Κατὰ τὸν γενόμενον προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀντύπα περὶ τὰς 400.000 ἢ 450.000 δραχμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ 9.000 στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκποιούμενα μὲ ἐτησίας δόσεις συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ ἐθνικῶν γαιῶν ἔχουσιν ἀπόδοσιν 2.700.000. Εἶναι μία πλουτοπαραγωγὸς δύναμις, ἓν πολὺ σοβαρὸν ἔσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Διεκδικεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν κύριον Κοντόσταυλον οὔτε τοῦτο ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· ἡμᾶς ἐνδιαφέρει ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν ὑγείαν μας, ἀδιάφορον ἂν τὴν ἀποξηράνει ἡ Κυβέρνησις ἢ ξένος τις. Πρὸ παντὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ κάτοικοι δὲν φροντίζουσι νὰ ἁρπάσωσι περιουσίαν ξένην· μόνον τὴν ἀπόκτησιν τῆς ὑγείας των θέλουσι, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ μεριμνήσῃ, πολλῷ μᾶλλον ἀφοῦ πρόκειται περὶ τόσον ἐπικερδοῦς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποξηράνσεως.
§90Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ οἱ συμπολῖταί μου κατατυραννοῦνται ἤδη ἀπὸ τὴν δυσοσμίαν, τοὺς κώνωπας καὶ τοὺς ἑλώδεις πυρετοὺς τῆς λίμνης Δύστου, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ δηλώσῃ, ἀφοῦ προβάλλονται ἤδη ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας, ὡς εἶχε τὸ θάρρος ὁ κ. Κοντόσταυλος νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ λίμνη Δύστος ἦν ἰδιοκτησία του, νὰ δηλώσῃ, λέγω, αὕτη τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θὰ ἀφήσῃ αὕτη νὰ κατατυραννώμεθα καὶ νὰ εἴμεθα διαρκῶς ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θράσος....
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θράσος εἶναι ὑβριστικὴ λέξις.
§92Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τὸ θάρρος, ἔστω. Τί θὰ γίνωμεν; Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παραστάσεις μας; Θὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ὑγείας μας, ἀποξηραίνουσα τὴν λίμνην ταύτην; ἢ θὰ μᾶς ἀφήσῃ εἰς τὴν κακομοιριασμένην τύχην μας; Θὰ ληφθῶμεν τέλος ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ γενικὸν ἀποστράγγισμα τῶν λιμνῶν τοῦ Κράτους;
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί ὄχι;
§94Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ νὰ μοὶ εἴπητε, νὰ ἡσυχάσουν οἱ συμπολῖταί μου, μαζί σας.
§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξεταστέον.
§96Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ διάφοροι ἰδιοκτῆται—ἂς παραδεχθῶμεν τοιούτους, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσιν εἴτε ὁ Κοντόσταυλος εἴτε οἱ χωρικοὶ οἱ πέριξ τῆς λίμνης παροικοῦντες—δὲν θέλουσι νὰ ἀποστραγγισθῇ ἡ λίμνη Δύστος. Θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κράτος τί λέγει ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, ἢ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀποστράγγισιν;
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ Κράτος τὰ δικαιώματα τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου λόγῳ δημοσίου συμφέροντος καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί θὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτήν.
§98Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὡραῖα! Αὐτὸ ἤθελον νὰ ἠξεύρω, διότι τὸ ζήτημα τοῦ πόσον θὰ πληρώσωμεν διὰ τὰς ἀπαλλοτριωθησομένας γαίας εἶναι καθωρισμένον δυνάμει νόμων καὶ ἐξαρτᾶται ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῆς τελευταίας πενταετίας, ἃ ἤδη ἀπολαμβάνουσιν οἱ δῆθεν ἰδιοκτῆται, εἰκονικοὶ τοιοῦτοι καὶ ἅρπαγες, κάτοχοι τῆς λίμνης Δύστου.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστου» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒϠΝΘʹ τῆς 19 Μαΐου, 10 Ἰουνίου 1903 περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι». (Γίνεται ἐπίσης δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ διαθέσεως δραχ. 14,956.20 τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Θεσπιέων (πρώην Θέρμου) πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑδραγωγείου Παραβόλας καὶ κατασκευὴν γεφύρας ἐν τῷ χωρίῳ Σιτομένων τοῦ αὐτοῦ δήμου ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρημίτσης». (Ὁμοίως γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου Ἀμφιλοχίας». (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΧΜΖʹ τοῦ 1888 «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου». (Ψηφίζεται ἐπίσης εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ πρότασις νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τῆς 3 Αὐγούστου 1861». Ὡσαύτως γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς διοικητικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος».
§100Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη. Νὰ σημειωθῇ, παρακαλῶ, εἰς τὰ Πρακτικά.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ εἰς βʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ ἀνασταλτικῆς ἰσχύος τῆς ἀνακοπῆς κατὰ προσκλήσεων πρὸς πληρωμὴν μεταλλαγῶν περιελθουσῶν δυνάμει τοῦ ᾼΦΙʹ νόμου εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας». (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ εἰς βʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἀχιλλοπουλείου Νοσοκομείου ἐν Βόλῳ»).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ εἰδικοῦ ταμείου ὁδοποιίας τοῦ δήμου Ἀλαγονίας».
§103ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἴθε νὰ τὸ ἔκαμνον ὅλοι οἱ δῆμοι. (Ψηφίζεται ἡ πρότασις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΥΒʹ τῆς 5 Ἀπριλίου τοῦ 1896 «περὶ ἀμέσων φόρων τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου».
§105Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΙΓʹ νόμου τοῦ 1894 «περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ, ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ νόμου τοῦ 1908». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τοῦ χωρίου Λεπενοῦς τοῦ δήμου Στράτου τοῦ λιβαδίου Βοϊδολίβαδο».
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐκπλαγῆτε ὅτι ὁ ὑποβαλὼν πρότασιν νόμου θὰ ζητήσῃ ὁ ἴδιος τὴν μὴ ψήφισίν της. Ἀλλ’ ὀφείλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξήγησιν τῆς ὑποβολῆς ταύτης καὶ τῆς αἰτήσεώς μου, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Τὸ Δημόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ βοσκῶν, ἐφαρμοζομένου εἰς τοὺς νομοὺς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἔχει παραχωρήσει, ὡς εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένον, τὰ ἐθνικὰ λιβάδια εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τῶν δήμων. Μεταξὺ τῶν λιβαδίων τούτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν παρακεχωρημένα, ἦτο καὶ τὸ ἀναφερόμενον εἰς πρότασιν νόμου. Δυστυχῶς ἀπὸ δεκαπενταετίας διάφοροι ἰδιῶται, μέλη τῆς κοινότητος Λεπενοῦς, προέβησαν εἰς καταπάτησιν τοῦ ἐθνικοῦ λιβαδίου Βοϊδολίβαδο καὶ προέβησαν εἰς καλλιέργειαν ἐπὶ τοῦ λιβαδίου. Τὸ Δημόσιον ἤγειρε δικαστικὸν ἀγῶνα κατὰ τούτων καὶ ἐξέβαλεν αὐτοὺς ἐκεῖθεν, ἀλλ’ ἐκβαλὸν τοὺς ἰδιώτας ἀπὸ τῆς κατοχῆς αὐτοῦ παρεκράτησεν εἰς τὴν νομὴν αὐτοῦ τὸ λιβάδιον καὶ ἐστέρησε τὴν κοινότητα τούτου. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ διοικητικῶς, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ διατάξεσιν. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἓν ἀτύχημα, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ 1899 καὶ ἐντεῦθεν διαρκῶς ὁ βουλευτὴς Βάλτου ἐλέγετο Νικόλαος Στράτος, ὑπῆρχε δὲ ὁ κίνδυνος ὅτι ὁ ἐκλεκτὸς τῆς ἐπαρχίας ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ, προστατεύων τὰ θύματα τῆς κοινότητος, ὅτι ἐγένετο ἀφορμὴ ἴσως εἰς ἁρπαγὴν τοῦ λιβαδίου ὑπὲρ τῆς κοινότητος. Ἐκ τούτου οὐδέποτε ἐπεχειρήθη ἡ διοικητικὴ λύσις τοῦ ζητήματος καὶ ἐζητήθη ἡ νομοθετικὴ λύσις, ἵνα ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης τῆς τυχὸν κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς κατηγορίας ὅτι ἔπραξε τὸ δίκαιον ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ πιεζόμενος. Πρὸς τοῦτο, μὴ ζητῶν καὶ σήμερον τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα συναινέσῃ νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ν’ ἀποτελεσθῇ οὐχὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της κατὰ Ὀκτώβριον, ὅταν θὰ ἔχωμεν τὴν συνέχειαν τοῦ ἔργου ἡμῶν, καὶ ἂν τότε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἀμερολήπτως ἐξετάζουσα τὰ πράγματα βεβαιώσῃ ὅτι πρόκειται περὶ δικαίου πράγματος, τότε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, συναινοῦντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ἐκεῖ ὅπου ἀνήκει.
§109Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ποίαν ἔκτασιν ἔχει;
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐκτάσεως 1500 στρεμμάτων ἀπαραιτήτων διὰ τὴν βοσκὴν τῶν μεγάλων ζώων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως δώσῃ τὴν λύσιν ταύτην εἰς τὸ ζήτημα. (Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἡ πρότασις αὕτη νόμου, ὅπως ἐξετασθῇ).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων».
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ν’ ἀναβληθῇ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 24 πρότασις νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ.», διότι ἐψηφίσθη νόμος. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐτησίου βοηθήματος τῇ σηροτροφικῇ ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου».
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναβληθῇ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὑπάρχει πρότασις ὑπὸ πλειόνων τῶν δέκα Βουλευτῶν «περὶ προτάξεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 προτάσεως νόμου». Ἡ Κυβέρνησις δέχεται τὴν πρόταξιν;
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 προτάσεως νόμου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΤΚʹ τῆς 27 Ἰουλίου 1895 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ΤϞΑʹ τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὸ «περὶ δωρεάν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θρᾴκης, Μακεδονίας κλπ. φοιτητῶν». Ἐψηφίσθη νόμος περὶ αὐτοῦ· ἑπομένως διαγράφεται. Τὸ «περὶ προσθήκης § 5 εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ περὶ φόρου οἰνοπνεύματος». Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον· συνεπῶς ἡ πρότασις ἀποσύρεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 404 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ συμβατικοῦ τόκου». Ἀποσύρεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν καὶ τελμάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ ἄρθρου 121 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἀποσύρεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς παντὸς φόρου καὶ πάσης διατυπώσεως τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα (σούμαν) ἐκ προϊόντων αὑτῶν, δι’ ἀμβύκων μικρᾶς χωρητικότητος». Ἀποσύρεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3397) περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καὶ βάμβακος». Ἀποσύρεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμων». Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν «πρότασις νόμου περὶ «τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ τῆς 7 Αὐγούστου». Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ διαθηκῶν νόμου διὰ τὰς ἐν ἀλλοδαπῇ συντασσομένας πράξεις διαθέσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι κειμένων ἀκινήτων». Ἀναβάλλεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐπιβληθεισῶν ποινῶν». Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10, ἐδ. γʹ, τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ΧΝΒʹ νόμου».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς «προτάσεως νόμου περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 273, 280, 331 καὶ 333 τοῦ ποινικοῦ νόμου».
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τούτου ὑπάρχει νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον. Ὥστε δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὡς τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. (Ἀναβάλλεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν». Ἀποσύρεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ». Ἀναβάλλεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης». Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ διαθεσιμότητος ἀντισυνταγματαρχῶν καὶ ταγματαρχῶν τῶν διαφόρων ὅπλων». Ἀποσύρεται ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ καταβληθέντος φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ χρησιμοποιηθέντος πρὸς κατασκευὴν ὕδατος Κολωνίας κατὰ τὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ». Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ νόμου ͵ΒΡΖʹ τοῦ 1893 περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων». Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ ἀναστάσεως ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΤΚʹ τῆς 27 Ἰουλίου 1895 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ͵ΤϞΑʹ τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856»).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρκεταὶ ἐκ τῶν προτάσεων νόμων ἐψηφίσθησαν εἴτε καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν· ὥστε, ἐὰν θέλητε, τὰς ἐπιλοίπους νὰ τὰς ἀφήσωμεν, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι ἠθέλομεν προχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ τὰς μελετήσωσι.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἀνθρακασβεστίου.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§130ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ χθὲς ὑποβληθὲν περὶ τῆς δαπάνης διὰ τὸ σχέδιον τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς γʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ»).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ ἐγχωρίου ἀνθρακασβεστίου». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§133Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὸ περὶ φυλακῶν καὶ φυλακισμένων, κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο μηνῶν ἔχει εἰσαχθῆ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 54 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, «περὶ χορηγίας πιστώσεως 2,853,622, καὶ 30», δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Τὸ ἀπόγευμα ὅμως θὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ καὶ διανεμηθῆ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Κεφαλληνίας». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§135ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, προκειμένου μάλιστα περὶ ψηφίσεως εἰς αʹ ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου τελείως ὑπηρεσιακοῦ, διὰ νὰ κινηθῇ τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΥΚΖʹ περὶ ὁδοποιΐας». Πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ διευκολύνσεως τῆς κινήσεως τοῦ ταμείου.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΥΚΖʹ (ἀριθ. 3427) τῆς 20 Νοεμβρίου 1909 περὶ ὁδοποιΐας». (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41 «περὶ μετακλήσεως ὀργανωτῶν τῆς Χωροφυλακῆς» εἶναι εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ὀργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς». (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§140ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 42 καὶ 43.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΗʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3218) περὶ ἀγροφυλακῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἔχομεν καὶ δύο νομοσχέδια διὰ τὴν ἀρχήν, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 59 καὶ 60.
§142Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι αὐτά· προτάσεις νόμων νὰ ψηφισθῶσι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν προτάσεις νόμων; Νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων 59 καὶ 60 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπάς.
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ καταμετρήσεως καὶ ἀνακαταμετρήσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων διατάξεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θὰ καταρτισθῇ καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιτροπή. Παρακαλῶ ἤδη τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ ἀναγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὡς κατεπειγόντων τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων καὶ ψηφίσεώς των κατ’ ἀρχήν· τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 412.000 ἐν ὅλῳ πρὸς κατασκευὴν κτιρίων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης».
§146Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί κτίρια εἶναι αὐτά;
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 48.000 διὰ τὴν κατασκευὴν λιθοδμήτων βάθρων μετὰ σιδηροῦ ζεύγματος τῆς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βωβοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἄρτης–Κοπραίνης κατασκευασθησομένης γεφύρας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως συμπληρωματικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης συμπληρωματικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἔργων ὁδοποιΐας, ὧν ἕκαστον ἀπαιτεῖ δαπάνην μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνωτέραν τῶν δρ. 1000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δρ. 16.797.59». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τώρα προτάσεις νόμων τὰς ὑπ’ ἀριθ. 58 καὶ 59.
§148Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δι’ αὐτῶν πρόκειται νὰ δοθῇ προνόμιον ἀνοικτόν· κάποιος θέλει νὰ κάμῃ ἐφεύρεσιν καὶ ζητεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ τῷ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὴν κάμῃ, ὁπόταν θέλῃ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος ὑπὲρ αὐτοῦ.
§150Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τῷ ἔχει δοθῆ.
§151Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι τερατούργημα· ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ δεχθῇ, κάμνει τερατούργημα.
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ προτάξεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν προτάσεων νόμων «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν» καὶ «περὶ παροχῆς προνομίου κατασκευῆς βιομηχανικοῦ προϊόντος ἐκ χλωρᾶς σταφίδος». (Αἱ προτάσεις αὗται ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως). Ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου» ἀπετελέσθη ἐκ τῶν κυρίων Π. Μερλοπούλου, Δ. Κάβουρα, Ἀ. Πετρομανιάτου, Ἀ. Περρωτῆ, Φ. Βακαλοπούλου, Ἀθ. Παπαχελᾶ, Π. Φλέσσα, Θ. Κουτσομητοπούλου καὶ Μ. Δαζέα. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παραχωρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ λιβαδίου «Βοϊδολίβαδο» εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τοῦ δήμου Στράτου ἀπετελέσθη ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων· Ἰ. Μπακοπούλου, Ἀ. Θεοδωρίδου, Δ. Γκλαβᾶ, Δ. Κλάδη, Θρ. Πετμεζᾶ, Ν. Πετροπουλάκη, Θ. Παπαϊωάννου, Κ. Παπακυρίτση καὶ Ἀλ. Διομήδους. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἡ νομοθετική, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἐπερώτησίς τις, ἀφορῶσα ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ, θὰ παρακαλέσω νὰ προηγηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἡ νομοθετική.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καμμία ἐπερώτησις;
§157Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, προτασσομένης τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐπὶ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἔστειλεν ἐκ Λιβόρνου ὁ κυβερνήτης τοῦ θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ», πλοίαρχος Ἰω. Δαμιανὸς καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν κ. Κυρ. Μαυρομιχάλην, δημοσιευθέντος εἰς τὸ «Ἐμπρός».
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ὥστε ἡ Βουλὴ δέχεται μετὰ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Νομοθετικὴν Διάταξιν.
§159Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Εἶναι ἐπερώτησις ὄντως; Διότι, ἐὰν δὲν εἶναι ἐπερώτησις...
§160Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐπερώτησις. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος.
§161Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι εἶναι ἐπερώτησις.
§162Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν δύναται νὰ κανονίσῃ.
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ προκειμένου περὶ ζητήματος συγκινοῦντος τὴν κοινὴν γνώμην δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συναινέσω.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν διακόπτομεν καὶ ἀρχίζομεν;
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς Ἡμερησίας νομοθετικῆς Διατάξεως καὶ ἐπανερχόμεθα πάλιν, ἵνα ἀκολουθήσῃ ἡ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κουτούπη ὀλίγον πρὸ τῆς διακοπῆς.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων, μετὰ ταῦτα δὲ εἰς τὴν τῶν ἐπερωτήσεων;
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος». Ὁ κ. Δεμερτζῆς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τὸν λόγον.
§169Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ πλεῖστα, σχεδὸν πάντα τὰ Κράτη ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἄλλα μὲν ἀντικατέστησαν, ἄλλα δὲ τείνουσι νὰ ἀντικαταστήσωσι τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων δι’ ἑνὸς ἑνιαίου φόρου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προέβησαν εἰς τὴν τοιαύτην ἀντικατάστασιν τῶν ἀμέσων φόρων διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἰσὶ πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι, ἐκ τῶν ὁποίων δύο εἰσὶν οἱ κύριοι. Ὁ πρῶτος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ κυριώτερος, τῆς τοιαύτης ἀντικαταστάσεως ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἠσπάσθη ἡ πεῖρα τῶν ἐθνῶν, ὅπως φορολογῆται οὐχὶ τὸ ἀκάθαρτον εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Ἀλλ’ ὅμως διὰ τῶν κατ’ ἰδίαν ἀμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι πλήττουσιν ὡρισμένον εἰσόδημα, προερχόμενον ἐξ ὡρισμένης πηγῆς, καθίστατο ἀδύνατον νὰ φορολογῆται τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου, οὐχὶ διότι ἐνδεχομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα, τὸ προερχόμενον ἐξ ὡρισμένης πηγῆς, ἀλλὰ διότι ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ φορολογούμενος, ὁ ἔχων ἐξ ὡρισμένης πηγῆς ὡρισμένον εἰσόδημα, ἦτο ἐνδεχόμενον τὸ εἰσόδημα τοῦτο νὰ τὸ ὤφειλεν ἐξ ἄλλης αἰτίας. Ἑπομένως μόνον διὰ τοῦ φόρου τούτου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ δικαία φορολογία ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου, συνεισφέροντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ὅπερ καὶ μόνον παριστᾷ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ ἀτόμου. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑπῆρξε καὶ ὁ κυριώτερος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ὁ κυριώτερος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ὅπως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνιαίου φόρου εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς καλουμένης προοδευτικῆς φορολογίας. Διεγνώσθη ὅτι ἕνεκα τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία κατὰ τὴν τελευταίαν ἑκαντονταετηρίδα εἶναι ἡ κυρία πηγὴ τοῦ πλούτου τῶν διαφόρων ταμείων τῶν Κρατῶν, ἡ ὁποία κυρίως διὰ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης πλήττει ἐξ ἴσου καὶ τὸν εὔπορον καὶ τὸν ἄπορον, ὑπῆρχε προφανὴς δυσαναλογία φορολογίας μεταξὺ τῶν εὐπόρων καὶ τῶν ἀπόρων τάξεων, ὑπῆρχε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, προοδευτικὴ δυσανάλογος φορολογία εἰς βάρος τῶν ἀπόρων τάξεων, δύνασθε δὲ νὰ ἀναλογισθῆτε ὁπόσον ηὔξανεν ἡ τοιαύτη δυσανάλογος φορολογία μεταξὺ τῶν εὐπόρων καὶ τῶν ἀπόρων τάξεων, ἐφ’ ὅσον ηὔξανον καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε κατὰ τὴν τελευταίαν ἑκατονταετηρίδα καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀλλ’ ἰδίως ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν ἡ ἄμεσος πολιτικὴ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Τούτου ἕνεκεν εἰσήχθη, συστηματοποιηθεῖσα, ἡ προοδευτικὴ φορολογία διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ λεγομένου φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Λέγω δ’ ὅτι ἐσυστηματοποιήθη ἡ προοδευτικὴ φορολογία, διότι δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν ὅτι καὶ εἰς τὰ νεώτερα Κράτη, προτοῦ εἰσαχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὑπῆρχεν εἰσηγμένη ἤδη ἀτελῶς καὶ ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἡ προοδευτικὴ φορολογία. Ἀληθῶς ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ δυσαναλογία μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας εἶναι καταπληκτική, διότι σχεδὸν εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἡ ἔμμεσος φορολογία εἶναι τόσον μεγάλη, ὅπως ἐν Ἑλλάδι, ἐνταῦθα, λέγω, ἐπεβάλλετο ὡς πρώτη μέριμνα ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἀνακαίνισις τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς προοδευτικῆς φορολογίας τῶν εἰσοδημάτων, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ φορολογικὴ δικαιοσύνη καὶ ἀναλογία φορολογίας μεταξὺ τῶν εὐπόρων τάξεων καὶ τῶν ἀπόρων, αἵτινες πολλὰ συνεισφέρουσαι δὲν ἦσαν μέχρι τοῦδε τὸ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας στοργῆς καὶ μερίμνης τῆς Πολιτείας. Πρὸς πραγμάτωσιν δὲ τῆς τοιαύτης φορολογικῆς δικαιοσύνης ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ὁποίαν θέσιν κατέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐν τῷ ὅλῳ συστήματι τῶν ἀμέσων φόρων ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ νὰ διασαφηνισθῶσιν αἱ ὡρισμέναι πλάναι, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι περὶ τοῦ φόρου τούτου τοῦ εἰσοδήματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ συντόμως νὰ ἐκθέσω πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος εἰς τὰ διάφορα Κράτη τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καὶ ἑπομένως νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τίνος βάσεως ἐστηρίχθη τὸ Ἑλληνικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν καὶ ὅπερ κυρίως σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν τῶν εἰσοδημάτων. Ὑπάρχει ἡ πρόληψις ὅτι ἐξ ὅλων τῶν φόρων τοῦ εἰσοδήματος τῶν νεωτέρων Κρατῶν ὁ ἀγγλικὸς φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ὁ ὁποῖος πλήττει τὰς εὐπόρους τάξεις κατὰ προοδευτικὴν κλίμακα, ἵνα ἐπιφέρει τὴν ἀναλογίαν, τὴν κλονιζομένην ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἐμμέσων φόρων. Οὐδὲν τούτου ἀναληθέστερον. Ὁ ἀγγλικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δὲν εἶναι κυρίως φόρος ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος. Ὁ ἀγγλικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι φόρος ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν εἰσοδημάτων. Δὲν ἐξευρίσκεται τὸ καθολικὸν εἰσόδημα τοῦ Ἄγγλου φορολογουμένου, ἵνα φορολογηθῇ προοδευτικῶς, ἀλλ’ ἐξευρίσκεται τὸ εἰσόδημα τὸ ἐξ ἑκάστης πηγῆς προερχόμενον, καὶ αὐτὸ φορολογεῖται κατ’ ἰδίαν. Παραδείγματος χάριν ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν θὰ ἐξευρεθῇ ὁπόσον ἔχει ὁ φορολογούμενος εἰσόδημα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἐκ τῆς ἀστικῆς κτήσεώς του ἢ ἐκ πάσης ἄλλης κτήσεως, ἵνα φορολογηθῇ ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ κατὰ προοδευτικὴν κλίμακα, ἀλλὰ φορολογεῖ ἰδιαιτέρως τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος τὸ εἰσόδημα τῆς ἀκινήτου κτήσεως, ἰδιαιτέρως τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας ἢ ἐξ ἀγροτικῶν ἢ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ σύνολον τῶν διαφόρων τούτων φορολογιῶν τῶν εἰσηγμένων διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ φορολογουμένου Ἄγγλου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἀγγλικὸν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὸν ἐν Ἑλλάδι, διότι δὲν ἐξευρίσκεται τὸ καθολικὸν εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου, δὲν γίνεται, ὡς εἴδομεν, πρόσθεσις τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων τοῦ φορολογουμένου, διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἡ προοδευτικὴ φορολογία, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει ζωηρὰ κίνησις πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ φόρου τούτου, ἵνα εἰσαχθῇ ἡ προοδευτικὴ φορολογία. Οἱ Ἄγγλοι ὅμως κυβερνῆται ἀποβλέποντες εἰς τὴν σκοπιμότητα ἀνθίστανται κατὰ τῆς προοδευτικῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, διότι ἡ εἰσαγωγὴ ταύτης προϋποθέτει τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος, ἑπομένως κατάργησιν τῆς ἀγγλικῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος παρ’ ἐκείνου, παρὰ τῷ ὁποίῳ γεννᾶται τὸ εἰσόδημα (παρὰ τοῦ μισθωτοῦ διὰ λογαριασμὸν τοῦ κυρίου, παρὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐντολέων), ἥτις ἀρχὴ νομίζουσιν ὅτι ἐξασφαλίζει περισσότερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς προοδευτικῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ἕτερος ἐκ τῶν κυρίων λόγων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπολύτως νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν Ἑλλάδι, εἶναι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν σήμερον, ὡς ἐκ τούτου δὲ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἀναδημιουργίαν τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων ἐν Ἑλλάδι φόρων. Ὁ ἀγγλικὸς ὅμως νόμος προϋποθέτει κατάργησιν ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἑπομένως πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ σήμερον, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης στατιστικῆς νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀναδημιουργίαν ὁλοκλήρου συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων δι’ εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος κατὰ τὸ ἀγγλικὸν σύστημα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἐκ στατιστικῶν τὴν πιθανὴν αὐτοῦ ἀπόδοσιν; Ἐπίσης δὲν δυνάμεθα οὐδὲν ν’ ἀντλήσωμεν καὶ ἐκ τοῦ γερμανικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ εἰς διαφόρους γερμανικὰς χώρας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ γερμανικὸς νόμος περὶ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἐκ διαφόρων ἄλλων νόμων, οἵτινες εἶχον καθιερώσει τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν ἐν μέτρῳ τινί, εἶναι ἀναμφισβήτητον, λέγω, ὅτι ὁ γερμανικὸς νόμος περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος εἶναι τὸ πρότυπον τῆς προοδευτικῆς φορολογίας. Ἐν Πρωσσίᾳ καὶ εἰς τὰς πλείστας χώρας τῆς Γερμανίας εἷς ὑπάρχει νόμος, ἀντικαταστήσας τοὺς ἀμέσους φόρους, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἀγγλικὸν νόμον ἐν Γερμανίᾳ εὑρίσκεται τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Ἐν Πρωσσίᾳ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐν Γερμανίᾳ χώρας ἐξευρίσκεται τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς προερχόμενον, εἴτε ἐκ διαφόρων κτήσεων εἴτε ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος εἴτε ἄλλως πως, καὶ σχηματίζεται τὸ ἄθροισμα, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, δηλαδὴ δὲν αὐξάνει μαθηματικῶς ὁ φόρος ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ προοδευτικῶς, ἤτοι τὸ διπλάσιον τοῦ εἰσοδήματος φορολογεῖται πλέον ἢ διπλασίως, τό τε τριπλάσιον φορολογεῖται σχεδὸν πενταπλασίως ἀναλόγως τῆς κλίμακος, ἡ ὁποία εἶναι καθιερωμένη ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τελειότερον, συνεπληρώθη ἐν Γερμανίᾳ δι’ ἑτέρου φόρου, τοῦ συμπληρωτικοῦ λεγομένου ἢ φόρου ἐπὶ τῆς περιουσίας. Ἐπειδὴ ἐν τῷ φόρῳ τοῦ εἰσοδήματος ἐτέθη ὡρισμένον ποσοστὸν καταβλητέου φόρου, τὸ αὐτὸ δι’ ὅλα τὰ εἰσοδήματα, καὶ ἐπειδὴ τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῆς ἀκινήτου καὶ κινητῆς περιουσίας ἔπρεπε δικαίως ὡς διαρκῆ εἰσοδήματα νὰ φορολογηθῶσι διὰ μείζονος ποσοστοῦ ἢ τὰ ἐξ ἁπλῆς ἐργασίας προερχόμενα, διὰ τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ εἰσήχθη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὁ ἐπιπρόσθετος φόρος, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν ἀνισότητα μεταγενεστέρως τὴν κατέστρεψε, διότι ἔπληξε δι’ ἐπιπροσθέτου ποσοστοῦ τὰ εἰσοδήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας. Ἀλλὰ τὸ γερμανικὸν τοῦτο σύστημα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν Ἑλλάδι, διότι καὶ ὁ φόρος αὐτὸς προϋποθέτει τελείαν καταστροφὴν ὅλου τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων· εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀγγλικοῦ συστήματος. Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς μέλλουσα νὰ εἰσαγάγῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στρέψῃ τὰ βλέμματα αὑτῆς, διὰ νὰ λάβῃ τὸ ἁρμόζον φορολογικὸν σύστημα, εἰμὴ πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἢ τὴν Γαλλίαν. Πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἐστράφη ἡ Ἑλλὰς προκειμένου περὶ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου συζητεῖται ἡ κατάργησις, τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος πρὸ διετίας. Ὁ νομοθέτης πρὸ διετίας ἐσκέφθη ὅτι τῷ ἀποκλείεται μόνον νὰ καταργήσῃ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἀκινήτου κτήσεως, τὰ εἰσοδήματα τὰ ἐκ τῆς ἐγγείου προσόδου, ἀλλὰ διὰ πάντα τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα εἴτε ἐκ κινητῶν κεφαλαίων εἴτε ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πηγῆς εἰσήγαγε κατ’ οὐσίαν τμηματικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, πλήττοντα ὡς εἰσόδημα πᾶν εἰσόδημα, ὅπερ εἴτε δὲν ἐφορολογεῖτο εἴτε ἐφορολογεῖτο ἀνεπαρκῶς. Ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος, ὁ ὁποῖος διελάμβανε πολλὰς ἀληθείας καὶ εἰσῆγε φορολογικὴν δικαιοσύνην εἰς τὸ ὅλον σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων, εἶχε τὸ κεφαλαιῶδες ἐλάττωμα, ὅτι δὲν εἰσῆγε τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν κατὰ τὸ ἁρμόζον μέτρον, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἐξευρίσκετο τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, ἐξαιρουμένων ἐκ τοῦ ἀθροίσματος τῶν εἰσοδημάτων τῶν προερχομένων ἐξ ἐγγείου κτήσεως καὶ ἄλλων τινῶν. Ἆρα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρίσκηται τὸ καθολικὸν καθαρὸν εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἁρμόζουσα προοδευτικὴ φορολογία. Ἐπιβαλλομένης ἄρα κυρίως τῆς εἰσαγωγῆς τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐν ἀρχῇ ἐξέθηκα, ὀρθότατα προυτάθη ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τούτου διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν συστήματος. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, προσομοιάζει πολὺ πρὸς τὸ γαλλικὸν σύστημα τὸ εὑρισκόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἐν Γαλλίᾳ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ἡ νομοθεσία τῆς ἀμέσου φορολογίας ἦτο εἰς λαβυρινθώδη κατάστασιν, ἔνθα οὐδεμία συστηματοποίησις ὑπῆρχε καὶ ὅπου ἁπλῶς ὑπῆρχον ἄμεσοι φόροι λίαν παραγωγικοί, ἀλλὰ δημοσιονομικῶς ἀτελέστατοι, ἐν Γαλλίᾳ κατεῖδον ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ἐπανέλθῃ ἀναδημιουργία τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἐν Γαλλίᾳ πρώτην ἤδη φορὰν εἰσάγεται ἡ προοδευτικὴ τοῦ εἰσοδήματος φορολογία, διότι ὑπῆρχον ἀνέκαθεν φόροι ἰσχύοντες ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπραγματοποίησαν πάντοτε ἐν μέτρῳ τινὶ τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐσκέφθησαν, προκειμένου νὰ ἀντικαταστήσωσιν ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, νὰ εἰσαγάγωσι μικτὸν σύστημα, ἐσκέφθησαν νὰ ἐπωφεληθῶσι καὶ ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ καὶ ἐκ τοῦ γαλλικοῦ συστήματος. Πρῶτον ὑποβάλλουσιν εἰς ἰδιαιτέραν φορολογίαν ἓν ἕκαστον τῶν εἰσοδημάτων, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, μετὰ ταῦτα δέ, ἵνα εἰσαγάγωσι τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν, ἀθροίζουσι τὰ διάφορα εἰσοδήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν αὐτὸν φορολογούμενον καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου αὐτῶν θέτουσι τὸν συμπληρωματικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τὸν ὁμοιάζοντα πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν φόρον. Ἡμεῖς μὴ δυνάμενοι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, νὰ προβῶμεν εἰς ἀντικατάστασιν ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ πράξωμεν παρὰ νὰ ἀσπασθῶμεν τὸ δεύτερον μέρος τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος, ὅπερ εἰσάγει τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν τῶν εἰσοδημάτων. Τοιουτοτρόπως πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ εἰσάγον τὸν συμπληρωτικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Πρὸς βεβαίωσιν δὲ τοῦ φόρου τούτου τοῦ συμπληρωτικοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας τοῦ φορολογουμένου, ὡς παρέχον τελείαν ἀπόδειξιν, ἀποκλειομένης πάσης οἱασδήποτε ἀνταποδείξεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι ἡ συνεργασία τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τῆς εὐμενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς συνετελεσθεῖσα ταχύτατα ἀπέβη κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καρποφόρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει κατ’ ἀρχὴν νὰ διατηρήσῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ διαψευσθῶσιν αἱ προβλέψεις αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, παρέσχε δὲ τοιουτοτρόπως τὴν εὐκαιρίαν συνεργασίας ἀποβάσης λίαν λυσιτελοῦς.
§170Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβάλετε ἀκόμη πολλὰ εἰσοδήματα εἰς φορολογίαν; Ὑπερθεματισμὸς ἔγινε μεταξὺ ἐπιτροπῆς καὶ Ὑπουργοῦ.
§171Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θεωρήσασα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ διαπνέηται ὑπὸ τῆς στενοκαρδίας ἐκείνης, ἡ ὁποία συνήθως καταλαμβάνει τοὺς Ὑπουργούς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἐπιτροπῶν νομοσχεδίων, καὶ ὑπολαμβάνουσα ὅτι ἡ βεβαίωσις ὡρισμένου φόρου δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, μετὰ μακρὰν σύσκεψιν κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ εἰσοδήματος καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, τὸν προταθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν φέρεται ὅτι τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας ἀποτελεῖ τελείαν ἀπόδειξιν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ φορολογουμένου καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁρμωμένη πρῶτον μὲν ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ δίδῃ εἰς ἡμᾶς τελείαν ἔνδειξιν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, διότι εἰς πάσας τὰς τάξεις δὲν παρατηρεῖται ἡ αὐτὴ ἀνάγκη πρὸς καταβολὴν ἐνοικίου καὶ ὅτι ἄλλαι τάξεις καταβάλλουσι μεῖζον ἐνοίκιον ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων των, τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δυνάμεων, ἄλλαι δ’ ὀλιγώτερον, ἐνόμισεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν διὰ τοῦ ἐνοικίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀληθοῦς εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς καὶ ἐξ ἑτέρου λόγου πρὸς προστασίαν κυρίως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐσκέφθη ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἔπρεπε νὰ ἐξευρίσκηται καὶ βεβαιοῦται τὸ εἰσόδημα διὰ τοιούτων τρόπων, ὥστε ὁ φόρος νὰ εἶναι πραγματικῶς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ἐὰν περιωριζόμεθα εἰς τὴν βεβαίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου, ὡς παρέχοντος τελείαν ἀπόδειξιν, δὲν θὰ εἴχομεν ἄρτιον φόρον εἰσοδήματος, ἀφοῦ, ὡς εἶναι κατάδηλον, τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας δὲν ἐνδεικνύει ἀσφκλῶς τὸ εἰσόδημα. Ἐνόμισεν ἄρα ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ἀπόλυτον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας τοῦ φορολογουμένου καὶ ἀπεδέχθη ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεδέχθη. Εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως ἡ ἐπιτροπὴ προσέκρουσε κυρίως εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς ἔρευναν, οἵα ἔρευνα συντελεῖται ἀπολύτως μόνον ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν μέτρῳ δέ τινι, ἀλλ’ ἀρκετὰ δραστικῶς, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, λέγω, εἰσαγόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἐρεύνης ὄχι μόνον ἤθελε καταστῆ φόρος ἀντιδημοτικός, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ νομοθέτης εἰσάγων νέον φόρον, ἀλλὰ συγχρόνως ἤθελεν ἀποβῆ καὶ καταθλιπτικός, ἕνεκα τῆς μὴ μορφώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους καὶ ἕνεκα τῆς μὴ ἐξασκήσεως αὐτῶν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοιούτων φόρων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισε καλὸν νὰ διαιρέσῃ τὰ εἰσοδήματα εἰς δύο μεγάλας ὁμοταξίας, διότι ἐσκέφθη ὅτι ὁ λόγος οὗτος τῆς ἀντιδημοτικότητος καὶ καταθλιπτικότητος τῆς ἐρεύνης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν μόνον διὰ τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀσφαλῆ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἑπομένως ἡ ἐνέργεια τῆς ἀρχῆς πρὸς βεβαίωσιν θὰ ἔφερεν εἰς ἀληθῆ καὶ ἐπαχθῆ ἔρευναν. Τοιαῦται δὲ τάξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὰ εἰσοδήματα αὑτῶν οὐχὶ ἐξ ἀντιστοίχου κεφαλαίου, ἀλλ’ ἐξ ἐργασίας οἱασδήποτε εἴτε βιομηχανικῆς εἴτε ἐμπορικῆς εἴτε ἄλλης ἐλευθέρας. Ἐσκέφθη δὲ ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμον προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος οὗτος κατὰ πρώτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι νὰ εἰσαχθῇ διὰ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐρευνητικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ διὰ πάντα τὰ λοιπὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πηγῆς εἴτε ἐκ κινητῆς εἴτε ἐξ ἀκινήτου περιουσίας εἴτε ἐκ μισθῶν καὶ λοιπῶν ἀπολήψεων, εἴτε ἐξ ἀγροτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, διὰ πάντα τὰ λοιπὰ ταῦτα εἰσοδήματα ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείσῃ πᾶσαν ἔρευναν παρὰ τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ταχθῆ, ὅπως πιστοποιῶσι τὰ εἰσοδήματα ταῦτα. Ἀληθῶς δὲ ἐλάχιστα εἶναι τὰ εἰσοδήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ πιστοποιηθῶσιν ἐπισήμως καὶ δημοσίως ὡς προερχόμενα ἐξ ὡρισμένης περιουσίας. Ἀναντιρρήτως εἶναι δυνατὸν νὰ πιστοποιηθῶσι καὶ κατ’ ἀσφαλῆ τρόπον πρῶτον τὰ πλεῖστα εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἐγγείου κτήσεως. Καὶ διὰ τῶν φορολογικῶν καταλόγων καὶ διὰ τῶν συνήθων μεταβιβαστικῶν μέσων εἶναι δυνατὸν νὰ πιστοποιηθῇ ὅτι εἰσόδημά τι ἀνήκει εἰς ὡρισμένον φορολογούμενον. Ἐπίσημα γεγονότα ὡς ὁ θάνατος, ἡ ἐξ ἀδιαθέτου ἢ ἐκ διαθήκης διαδοχή, δὲν εἶναι δυνατὸν εὐχερῶς νὰ διαφύγωσι τὴν πιστοποίησιν ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, οὐδὲ εἶναι εὐχερὲς νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι ἡ πιστοποίησις τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν προσβάλλει τὸ ἀπόρρητον τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε προβάλλεται ὡς φάσμα κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τούτου ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅτι πρέπει ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ συλλεχθῶσι τοιαῦτα ἐπίσημα στοιχεῖα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου εἶναι ἀνώτερον τῆς ἐνδείξεως τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας αὐτοῦ, τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ, ὅπως φορολογήσῃ οὐχὶ πλέον τὸ εἰσόδημα τὸ ἐνδεικνυόμενον ἐκ τῆς ἐνδείξεως τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ τὸ ἐξευρεθὲν ἀληθὲς εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Δὲν ἐδίστασε τούτου ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προτείνῃ ὅτι πρέπει τὸ Κράτος ἐν ᾗ περιπτώσει βεβαιωθῇ τοιοῦτον εἰσόδημα δι’ ἐπισήμων καὶ ἀναμφισβητήτων γεγονότων νὰ προβῇ εἰς τὴν φορολόγησιν τοῦ τοιούτου εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θέλουσα νὰ εἰσαγάγῃ ἀληθῆ φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, προέβη καὶ ἔτι περαιτέρω. Εἶπε, προκειμένου περὶ τοιαύτης περιουσίας, ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἐξ ἐργασίας ἢ ἐμπορικῆς ἢ βιομηχανικῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἐλευθέρας ἐργασίας ἢ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ περιουσίας καὶ εἰσοδήματος προερχομένου ἐξ ἄλλης οἱασδήποτε πηγῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδαμῶς μετέχει ἡ ἐργασία, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπον εἰς τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ δι’ ἠπίου μὲν ἀλλὰ πάντοτε δι’ ἀληθοῦς τρόπου τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ τοιούτου εἰσοδήματος. Οὕτω δὲ σκεφθεῖσα ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη ὅτι διὰ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ τὸν φορολογούμενον νὰ δηλώσῃ ἐνόρκως ἂν κέκτηται καὶ ἄλλην περιουσίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς γνῶσιν τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, ἀλλὰ μετὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἄλλη ἔρευνα, μόνον δὲ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐψευδόρκησε νὰ δίδῃ λόγον εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τοιούτου τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ διαφύγωσι πολλὰ εἰσοδήματα προερχόμενα ἰδίως ἐξ ἀγροτικῶν ἐκμεταλλεύσεων, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς πολλὰς περιπτώσεις νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῶν Ἀρχῶν τῶν βεβαιουσῶν τὸ εἰσόδημα, θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπίσης νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐκ χρεογράφων καὶ ἄλλων τίτλων. Ἔχει δὲ τὴν πεποίθησιν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι μικρὸν θὰ ἦτο τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ διέφευγεν ἕνεκα ἀποκρύψεως τῶν τοιούτων εἰσοδημάτων, διότι ὁ φόρος οὗτος, τιθέμενος εἰς εἰσοδήματα ὑπὲρ ὡρισμένον ποσόν, θὰ ἔπληττε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἀποκρύψουν τὴν περιουσίαν αὑτῶν. Ἀλλὰ δοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ τὸ δικαίωμα τῆς πιστοποιήσεως μείζονος εἰσοδήματος τοῦ ἐνδεικνυομένου ὑπὸ τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας καὶ προτείνουσα τὴν φορολόγησιν αὐτοῦ ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον ἐκ στοιχειώδους δικαιοσύνης, ὅπως προστατεύσῃ καὶ τὸν φορολογούμενον, προτείνασα ὅπως ἐπιτραπῇ ἀνταπόδειξις κατὰ τῆς ἐνδείξεως τοῦ ἐνοικίου, ἐπιτρέψασα δηλαδὴ εἰς τὸν φορολογούμενον ὅπως εἴπῃ εἰς τὰς Ἀρχάς, ὅτι ἐνδείκνυται μὲν ὅτι ἔχω τόσον εἰσόδημα ἐκ τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ τὸ ἀληθές μου εἰσόδημα εἶναι ὀλιγώτερον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου τοῦ ὀλιγωτέρου ἐπιθέσατε τὸν φόρον. Διὰ τὴν βεβαίωσιν ὅμως τῶν εἰσοδημάτων, τῶν προερχομένων ἐξ οἱασδήποτε ἐργασίας εἴτε ἐμπορικῆς εἴτε βιομηχανικῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἐλευθέρας ἐργασίας, ἡ ἐπιτροπὴ διέστη οὐσιωδῶς. Ὑπῆρξε γνώμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ὁ φόρος οὗτος εἰσαχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀπεριορίστου ἐρεύνης τῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἀπέκρουσεν ἡ ἐπιτροπή, ὄχι διότι νομίζει ἢ ἐνόμιζε μέγα μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἀπόρρητον τῆς ἐργασίας, εἴτε τῆς ἐμπορικῆς εἴτε τῆς βιομηχανικῆς, ἀπαγορεύει τὴν τοιαύτην ἔρευναν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ στηρίζηταί ποτε ἐμπόριον ἢ βιομηχανία ἐπὶ ψευδοῦς προϋποθέσεως καὶ βάσεως, ἀλλὰ διότι κυρίως ἡ θέσις καὶ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον νὰ δοθῇ εἰς τὰς Ἀρχὰς τοιαύτη ἀπεριόριστος διακριτικὴ ἐξουσία. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἕνεκα κυρίως τοῦ λόγου τούτου, ὅτι δὲν εἴμεθα διοικητικῶς καὶ δημοσιονομικῶς παρεσκευασμένοι νὰ εἰσαγάγωμεν σήμερον τὴν τοιαύτην ἔρευναν, ἀπεφάνθη ὅτι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ἀφεθῇ, ὅπως δεχθῇ οἱονδήποτε ἐξωτερικὸν γνώρισμα καὶ ἔνδειξιν θέλει ἀνεύρει, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ βεβαιοῦται ὁ συμπληρωτικὸς φόρος τῶν τοιούτων εἰσοδημάτων. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρύψω ὅτι τάσσομαι ἀπροκαλύπτως ὑπὲρ τοῦ ἰταλικοῦ συστήματος εὐδοκιμοῦντος ἐν Ἰταλίᾳ ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ ἀποδόντος τοὺς ἀγλαωτάτους καρποὺς οἰκονομικῶς. Ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ὑφίσταται ἔρευνα τοιαύτη ἀπολύτως. Ἐν Ἰταλίᾳ οὐδὲν στοιχεῖον εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ φορολογούμενος νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν πρὸς βεβαίωσιν τοῦ εἰσοδήματός του, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι κρίνουσι περὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, ἐπιτροπαὶ ἀποτελούμεναι οὐχὶ ἀπὸ πρωτοδίκας καὶ οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ γραμματεῖς, ἀπὸ πρόσωπα δηλαδὴ ἀκατάλληλα νὰ βεβαιώσουν τὰ εἰσοδήματα τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἀποτελούμεναι ἐξ ἐπαγγελματιῶν, ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ἀκριβῆ κατανομὴν τοῦ φόρου. Ἡ τοιαύτη δὲ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς, σχηματιζομένη κατ’ ἐλευθέραν ἐκτίμησιν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἐξωτερικῶν σημείων, ἅτινα πολλάκις πλανῶσι, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι εἶναι ἡ καλλιτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἔνδειξις τοῦ εἰσοδήματος.
§172Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως ἡ ἐπιτροπή, γίνεται μία δήλωσις.
§173Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον. Ἡ δήλωσις εἶναι προαιρετική. Ὁ ὑπάλληλος τῆς Ἀρχῆς ἔχει δικαίωμα ἐν Ἰταλίᾳ καὶ νὰ ἐπισκέπτηται τὰ καταστήματα καὶ ἐργοστάσια, ἀλλὰ δὲν θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι προσβάλλεται τὸ ἀπόρρητον τῆς ἐργασίας, ὅταν εἰσέλθῃ ὁ ὑπάλληλος εἰς τὸ κατάστημα καὶ ἐργοστάσιον, ἵνα ἴδῃ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν, ἂν ἔχει ὁ φορολογούμενος πολλὰ ἐμπορεύματα καὶ μηχανάς· δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ θεωρήσωμεν τοῦτο ὡς ἔρευναν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν Ἰταλίᾳ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ φορολογούμενος νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δύναται κάλλιστα νὰ εἴπῃ: «Κάμετε ὅ,τι θέλετε», καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν βεβαιώσῃ καλῶς τὸ εἰσόδημα, ἔχει δικαίωμα προσφυγῆς εἰς δύο εἰσέτι ἐπιτροπάς, οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐρεύνης.
§174ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ ποίων συνιστῶνται ἐν Ἰταλίᾳ αἱ ἐπιτροπαί;
§175Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν συνιστῶνται ἐξ ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν· θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἂν θέλωμεν ἐν Ἑλλάδι πραγματικῶς νὰ ἱδρύσωμεν τοιαύτας ἐπιτροπάς, βεβαίως δὲν θὰ πλεονάζωσιν ἐν αὐταῖς οἱ πρωτοδίκαι καὶ οἱ ἐφέται, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ δώσωμεν φορολογικὴν αὐτοδιοίκησιν, νὰ διαπαιδαγωγήσωμεν τὸν φορολογούμενον, κάμνοντες αὐτὸν ν’ ἀντιληφθῇ ὅτι ὁ φόρος δὲν ἐπιβάλλεται αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς Α ἢ τῆς Β Οἰκονομικῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ὁμοίων αὐτοῦ· οἱ ὅμοιοί του ὁρίζουσι πόσον εἰσόδημα ἔχει καὶ τί πρέπει νὰ καταβάλῃ ὡς φόρον.
§176ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, ὅταν γίνεται ἐπιτροπή, εἶναι εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἷς τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπαρχίας καὶ εἷς τῶν μᾶλλον φορολογουμένων πολιτῶν. Αὐτὸ κάμνουσιν εἰς Ῥωμουνίαν καὶ εἶναι τὸ τελειότερον.
§177Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχῃ καὶ δημόσιος ὑπάλληλος· δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ φορολογικὴ διοίκησις ἄνευ τῆς συμμετοχῆς οἱουδήποτε δημοσίου ὑπαλλήλου, πρέπει νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, ἀλλὰ νὰ εἶναι τοιαύτη ἡ συμμετοχὴ τῆς τάξεως τῶν φορολογουμένων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ φορολογία ἐτέθη αὐθαιρέτως.
§178ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ λύωσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐξ ἕξεως τὰ πάντα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§179Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπίσης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστηρίχθη καὶ ἕτερον σύστημα βεβαιώσεως τῶν τοιούτων εἰσοδημάτων, τῶν προερχομένων ἐξ ἐργασίας ἐμπορικῆς ἢ βιομηχανικῆς ἢ ἄλλης ἐλευθέρας ἐργασίας. Μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐσκέφθη, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶναι συμπληρωτικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διὰ τὸν λόγον ὅτι πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς κυρίας βάσεως, ἐπὶ τοῦ κυρίου φόρου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Βεβαίως ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἀναχρονισμὸς ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δι’ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ἄν ὑπάρχει ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχει κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ μὲ τόσας ὑποδιαιρέσεις καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νενομοθετημένος, ὥστε μικρὸν ἀπέχει τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλ’ ὁ φόρος ὁ Ἑλληνικὸς ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι τέλειος ἀναχρονισμὸς καὶ δὲν περιποιεῖ καμμίαν τιμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅτι ἔχει τοιοῦτον φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Κατ’ ἀρχὴν τὰ ἐπιτηδεύματα τότε μόνον εἶχον δικαιολογικὴν βάσιν, ὅτε τὸ ἐμπόριον ἐνηργεῖτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων κεφαλαίων καὶ τοιαύτης πίστεως διεθνοῦς, οἵα ὑπάρχει σήμερον, ἀλλ’ ὅτε τὰ ἐπαγγέλματα ἐνησκοῦντο ἐντὸς ὡρισμένων περιοχῶν, ἐντὸς ὡρισμένων πόλεων, ὅπου ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑποτεθῇ ποῖον εἶναι τὸ πιθανὸν εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοιοῦτόν τι, σήμερον, ὁπότε τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία διαθέτουσι τοσαῦτα κεφάλαια, ὅτε ἀρκεῖ μόνη ἡ διεθνὴς πίστις τοῦ ἐμπόρου ἢ τοῦ βιομηχάνου, ἵνα προσκομίσῃ εἰς αὐτὸν ἄπειρα κέρδη καὶ ἄπειρον πλοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογήσητε μὲ 200 δραχμὰς κατ’ ἔτος βιομήχανον, χάριν τοῦ ὁποίου ὅλοι ἡμεῖς φορολογούμεθα ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ κερδίζῃ 100 καὶ 200 χιλιάδας δραχμῶν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐνῷ, κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαγγέλματα ἐν Ἑλλάδι, ὑπάρχουσιν ἐργασίαι, κυρίως βιομηχανικαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἀσύδοτοι, ἐντελῶς ἀφορολόγητοι, ἐξ ἄλλου μέρους πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουσι τάξεις ἐμπόρων, αἱ ὁποῖαι πληρώνουν δυσανάλογον φόρον ἐπιτηδεύματος πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ πληρώνωσι. Διὰ τοῦτο παρίσταται ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Εἶναι ἀδύνατον ἐν Ἑλλάδι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ἂν θέλωμεν νὰ συμμετέχωσιν ὅλοι εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τὸ ⅓ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει βεβαίως τὸ ἐπιτήδευμα ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι σχεδὸν ἀσύδοτον ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς λοιποὺς ἀμέσους φόρους, καὶ νὰ εἶναι μάλιστα ἀσύδοτον τὸ μέγιστον μέρος, καὶ ἐκεῖνο ἀκριβῶς, διὰ τὸ ὁποῖον μεγάλας δαπάνας ὑπέχει τὸ Κράτος καὶ ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος τῆς ἀνισότητος καὶ ἀνεπαρκείας τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καίπερ γενικῶς ἀναγνωριζόμενος, δὲν ὑπῆρξε διὰ τὴν κρίσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπικουρικῶς ἐτάχθην καὶ ἐγώ, ὁ ἐπαρκὴς λόγος διὰ νὰ μὴ στηριχθῇ ὁ φόρος ὁ συμπληρωτικὸς τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ μόνου τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Διότι, ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας πόσα χρήματα θὰ εἰσπράξωμεν ἐφέτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε συμπληροῦντες τὸν κύριον φόρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐστηρίζετο ὁ ἐπικουρικός, νὰ καταστήσωμεν παραγωγικὸν ὄχι μόνον τὸν κύριον, ἀλλὰ καὶ τὸν συμπληρωτικὸν τοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ἀναχωροῦσα ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, καθ’ ὃν τρόπον θεωρητικῶς καὶ μόνον δικαιολογεῖται, ἐκπροσωπεῖ ἕν ὡρισμένον ποσοστὸν τῆς προσόδου τοῦ ἐπαγγελματίου, ἀναχωροῦσα ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης, λέγω, προέτεινε πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως καθορίσῃ ὁποῖον ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος ἀντιπροσωπεύει νῦν τὸ ἐπιτήδευμα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐξεύρῃ διὰ πολλαπλασιασμοῦ τὸ εἰσόδημα τοῦ τοιούτου ἐπαγγελματίου. Προέτεινε δὲ τοῦτο, ὄχι διότι δὲν ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ἀνισότητες, ἐγνώριζε τοῦτο καὶ ἀπεξεδέχετο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ταχύτατα θὰ ἐξωμάλυνε τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀσθενέστατα φορολογοῦνται· ὑπεδείχθη δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει ὅτι προσωρινῶς μέχρι τῆς βελτιώσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου συστήματος, δὲν ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ εὕρῃ συντελεστὰς τοὺς αὐτοὺς δι’ ὅλα τὰ ἐπιτηδεύματα, ἀλλὰ, ἂν νομίζῃ ὅτι ἡ βιομηχανία δὲν πλήττεται ἐπαρκῶς, θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ συντελεστὴν μεγαλύτερον, ἂν νομίζῃ δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι τὸ ἐμπόριον πλήττεται δυσαναλόγως, ἂς εὕρῃ συντελεστὴν μικρότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ μειονοψηφία προέτεινε τρόπον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν κρίσιν μου ἤθελε φέρει εἰς βεβαίωσιν ἀσφαλῆ τοῦ φόρου τοῦ συμπληρωτικοῦ, τοιουτοτρόπως δέ, προστιθεμένου τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐξευρισκομένου ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ ἐπιτηδεύματος πρὸς ὅλα τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πηγῆς θ’ ἀπετελεῖτο τὸ εἰσόδημα τοῦ τοιούτου ἐπαγγελματίου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς θὰ ἐφορολογεῖτο ἀνίσως, ἀλλὰ βεβαίως κατόπιν θὰ ἐφορολογεῖτο δικαίως καὶ λογικῶς μετὰ τὴν ἐπιβαλλομένην διαρρύθμισιν τοῦ κυρίου φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐστηρίζετο ὁ τοιοῦτος συμπληρωτικὸς φόρος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν συμπεράσματι προέτεινε διὰ μὲν τὰ εἰσοδήματα τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς ἐμπορικῆς, βιομηχανικῆς ἢ ἄλλης ἐλευθέρας ἐργασίας, διὰ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἐνοίκιον ὡς πρώτη ἔνδειξις, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀποκλείηται εἰς τὸ Κράτος ἡ ἀπόδειξις τοῦ μείζονος τοῦ εἰσοδήματος· ὡσαύτως δὲ συγχρόνως προέτεινε καὶ εὐτυχῶς ἐγένετο ἀποδεκτὸν τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χάριν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ νὰ ἐμβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν σκοποῦμεν νὰ εἰσπράττωμεν χρήματα ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν ἐνδείξεων καὶ αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀληθείας, προέτεινε, λέγω, ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη, ὅπως καὶ ὁ φορολογούμενος διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ εἰσόδημα αὐτοῦ εἶναι μικρότερον τῆς ἐνδείξεως δύναται νὰ καταρρίψῃ τὸ ἐκ τῆς ἐνδείξεως προερχόμενον τεκμήριον καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὰς Ἀρχάς: ναὶ μὲν κατοικῶ εἰς τοιοῦτον οἴκημα, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημά μου εἶναι πολὺ μικρότερον ἢ ὅσον συνάγεται ἐκ τοῦ ἐνοικίου κατ’ ἔνδειξιν. Διὰ τὰ λοιπὰ εἰσοδήματα, τὰ προερχόμενα ἐξ ἐργασίας ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς, ἡ μὲν πλειονοψηφία ὑπέδειξε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ νὰ θέσῃ οἱασδήποτε ἐπιπροσθέτους ἐνδείξεις, μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν ἔνδειξιν τῆς κατοικίας, ἡ δὲ μειονοψηφία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Διὰ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου θὰ εἶναι πολλῷ μείζων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προσεδόκα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἰσῆγε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Θὰ εἶναι δὲ μείζων κυρίως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι αἱ μὲν τάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι σήμερον πρόκειται νὰ φορολογηθῶσι περισσότερον ἕνεκα μειζόνων εἰσοδημάτων ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύονται ὑπὸ τῆς ἐνδείξεως τῆς κατοικίας, εἶναι μέγισται ἐν Ἑλλάδι αἱ μὴ φορολογούμεναι διὰ προοδευτικῆς φορολογίας, καὶ ὅτι αἱ τάξεις τῶν ὑπὲρ τὰς οἰκονομικὰς αὑτῶν δυνάμεις οἰκούντων εἶναι ἐλάχισται καὶ κυρίως εἶναι αἱ τάξεις ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ διαφορὰ τοῦ ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας εἰκαζομένου εἰσοδήματος ἀπὸ τὸ ἀληθὲς αὐτῶν εἰσόδημα εἶναι τόσον μικρά, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ φέρῃ καμμίαν σημαντικὴν ἀλλοίωσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ὅλον εἰσόδημα τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μικρότερον τῶν 500,000,000, διότι τοῦτο εἶναι ἡ ἐλαχίστη ἀναλογία πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη—καὶ δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι τὸ εἰσόδημα ἐν Ἑλλάδι, καίτοι αὕτη εἶναι τὸ κέντρον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ συρρέουσι πολλὰ κεφάλαια, ὅτι εἶναι μικρότερον τῶν ἄλλων Κρατῶν—, ἂν λάβωμεν δ’ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλην ἀναντίρρητον ἀλήθειαν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ εἰσοδήματα τὰ ὑπὲρ τὰς 5000 δραχμῶν ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ συνόλου, θὰ ἔχητε ἀναντίρρητον ἐξαγόμενον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι θὰ φορολογηθῶσι τοὐλάχιστον 120,000,000 διὰ τοῦ φόρου τούτου, ἂν δέ, ὡς θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργός, κατέλθῃ τὸ ὅριον τῶν ἐξαιρουμένων εἰσοδημάτων ἐκ 5000 δραχμῶν εἰς 4000, τότε.....
§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν εὑρεθῇ κανεὶς νὰ εἴπῃ νὰ κατέλθῃ τὸ ὅριον 5000 εἰς 4000, θὰ τὸ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§181Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. ..... τότε βεβαίως τὰ φορολογητέα ἑκατομμύρια εἶναι ἄνω τῶν 150. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κλῖμαξ ἀρχίζει ἀπὸ μηδὲν ἕως τρία, ἑπομένως λάβωμεν τὸ 1½ ὡς μέσον ὅρον, θὰ ἔχωμεν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου 2,250,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προϋπελόγισεν 1,000,000, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τῷ παρέχει 2,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἐνδείξεως τῆς κατοικίας τοῦ φορολογουμένου ἄνευ οἱασδήποτε ἀνταποδείξεως εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ Κράτους, ἔφερε καὶ προσθέτους τινὰς ἐνδείξεις, ηὔξανε τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας τῶν συντηρούντων ἐπαύλεις, αὐτοκίνητα καὶ στάβλους. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς φόρον εἰσοδήματος αἱ τοιαῦται ἐνδείξεις οὐδεμίαν ἀξίαν θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ἀξίαν, ἀλλὰ θὰ ἀπέβαινον καὶ πρὸς βλάβην τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔνδειξιν τῆς ἐπαύλεως νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἔνδειξις ἀποτελεῖ οὐχὶ ἀσφαλῆ ἀπόδειξιν πλούτου διὰ πάσας τὰς τάξεις, ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι καταπληκτικῶς αὐξάνει προοδευτικῶς ὁ φόρος, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι προστιθέμενον τὸ ἐνοίκιον φέρει ἐνίοτε εἰς διπλασιασμὸν τοῦ καταβλητέου φόρου, νομίζω ὅτι θ’ ἀποτελέσῃ προφανῆ ἀδικίαν ἡ τοιαύτη ἐπαύξησις τοῦ ἐνοικίου διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐπαύλεων. Ναὶ μὲν νῦν, ὅτε ἐπιτρέπεται κατ’ ἀνταπόδειξιν εἰς τὸν φορολογούμενον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ εἰσόδημά του εἶναι μικρότερον τοῦ ἐνδεικνυομένου ἐκ τῶν διαφόρων ἐνοικίων, τὸ ἄτοπον καθίσταται πολὺ μικρότερον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι προσήκει εἰς φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος νὰ προστεθῶσιν ἐπιπρόσθετοι ἐνδείξεις. Πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ φορολογῶμεν τὸν ἀέρα τῆς ἐξοχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν εἰς αὐτὸν τῆς ἐκθέσεως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πολλὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, ὅπερ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ταύτην κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Διαφωνῶ προσωπικῶς μὴ δυνάμενος πλέον νὰ ἐκπροσωπήσω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Νομίζω ὅτι ἡ προσαύξησις ἡ διπλῆ εἴς τινα ἐπιτηδεύματα καὶ ἡ ἁπλῆ εἰς ἄλλα, ἡ προσαύξησις διὰ τῆς προσθήκης μέρους τοῦ ἐνοικίου τοῦ τόπου, ἔνθα ἐνεργεῖται ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, δὲν ἔχει ἀσφαλῆ τὴν βάσιν ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι εἰς ὅλους εἶναι ἡ ἴση καὶ δικαία. Ναὶ μὲν διὰ τὴν βιομηχανίαν, ἥτις ἀποδεδειγμένως φορολογεῖται ὀλιγώτερον τοῦ προσήκοντος, ὑπάρχει διπλῆ ἔνδειξις, προστίθεται εἰς τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας καὶ ποσοστὸν τοῦ ἐνοικίου τούτου, ὡσαύτως δὲ καὶ ποσοστὸν τοῦ τόπου, ἔνθα ἐνασκεῖται ἡ βιομηχανία, ἐνῷ δι’ ἄλλας τάξεις δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα εἰσοδήματα οὕτως ἀποδεικνυόμενα οὐδὲν ἀποδεικνύουσι. Βεβαίως θὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος χρήματα. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὁ ἐπαγγελματίας ὁ τοιοῦτος θὰ καταβάλῃ 250 ἕως 300 δραχμὰς δι’ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας καὶ ὅτι ὁ μέσος ὅρος ἐνοικίου μεγάλου καταστήματος ἐν Ἀθήναις εἶναι 700 ἕως 800 δραχμαί, θὰ ἔχωμεν 500 δραχμὰς καὶ μὲ ὡρισμένην ἐπαύξησιν τῆς κατοικίας θὰ ἔχωμεν ἐνοίκιον 600 μέχρις 700 δραχμῶν καὶ ἐπὶ τοιούτου ἐνοικίου θὰ καταβάλῃ ὁ ἔμπορος ἢ ὁ βιομήχανος πολλάκις 500 μέχρι 1000 δραχμῶν ὡς πρόσθετον φόρον. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος φόρος δὲν θὰ εἶναι πλέον φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ αὔξησις ἀψυχολόγητος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Θὰ προετίμων νὰ εὑρεθῇ ἕτερος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ, παρὰ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἄνισος οὗτος τρόπος τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Διὰ τῶν προσθέτων ἐνδείξεων τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου πλήττονται ἐξ ἴσου ὅλα τὰ σημαντικὰ ἐπαγγέλματα. Ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὡρισμένα ἐπαγγέλματα διαφέρουσιν οὐσιωδῶς ἄλλων ἐπαγγελμάτων ὡς πρὸς τὰ κέρδη. Διότι τὸ νομοσχέδιον ναὶ μὲν πλήττει ἐξ ἴσου τὸ ἐμπόριον τὸ χονδρικὸν καὶ τὸ λιανικόν, εἶναι ὅμως βέβαιον ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ λιανικὸν ἐμπόριον δὲν προοδεύει, ἐνῷ τὸ χονδρικὸν εὐδοκιμεῖ, καὶ ὅμως πλήττονται διὰ τοῦ αὐτοῦ φόρου. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπάντησις ὅτι διὰ τὰ εἰκαζόμενα τοιαῦτα εἰσοδήματα ἐπιτρέπεται ἡ ἀνταπόδειξις. Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐξουσία τοῦ Κράτους διὰ παντὸς τρόπου θὰ δικαιοῦται νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐπαγγέλματος εἰσοδήματος. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ τοιοῦτον σύστημα, καθ’ ὃ οἱ ἔμποροι ἢ οἱ βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι προσβάλλουσι τὸν φόρον τὸν πρόσθετον, πρέπει νὰ δέχωνται παντὸς εἴδους ἔρευναν. Διότι θὰ θέσωμεν τὸν ἔμπορον καὶ τὸν βιομήχανον πρὸ τοῦ διλήμματος ν’ ἀποδεχθῇ τὸ τεκμαιρόμενον εἰσόδημα ἐκ τῶν διαφόρων ἐνοικίων ἢ τὴν ἀπόλυτον ἔρευναν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ ἔμπορος θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, καὶ ἐὰν εἶναι ἄδικος καὶ δὲν θὰ δεχθῇ τὴν ἔρευναν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν αὐτὸν πρὸ τοιούτου διλήμματος. Ἐπίσης διαφωνῶ εἰς τὰς ἑξῆς λεπτομερείας πρὸς τὸ σύστημα τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ὡρισμένῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου φέρει ὅτι ὡς εἰσόδημα λογίζεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπομένει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τόσον περιοριστικῶς καθορισμὸς τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Τὰ χρέη τοῦ φορολογουμένου πρέπει ν’ ἀφαιρῶνται.
§182Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως θ’ ἀφαιρῶνται, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν θὰ ὑπολογίζηται τὸ εἰσόδημα.
§183Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τέλος ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου συντελουμένη κατὰ πρῶτον λόγον ὑπὸ τοῦ ἐφόρου πρέπει ν’ ἀποφευχθῇ. Πρέπει ἡ πρώτη βεβαίωσις νὰ προέρχηται οὐχὶ ἐκ τοιούτων ὀργάνων τῆς οἰκονομικῆς καὶ φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ ἐναπόκειται νὰ κάμῃ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ φόρου ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις πρέπει νὰ γίνηται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐμπνέῃ πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀκριβῶς προσεπάθησε νὰ ἐξεύρῃ τὸ εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Ὡς συνάγεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ πρώτη βεβαίωσις μένει ἀνεξέλεγκτος εἰς χεῖρας τοῦ ἐφόρου, καὶ μόνον ἐὰν θέλῃ τις νὰ ποιήσηται ἔνστασιν κατὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐφόρου, τότε μόνον θὰ τρέξῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἀποδοκιμάζω τὸν καταρτισμὸν τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ μέλους, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς τάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Τὸ δικαστικὸν μέλος τί γνωρίζει; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸν πρῶτον τυχόντα πρωτοδίκην, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς Ἀθήνας καὶ οὐδόλως γνωρίζει περὶ τῶν ἐδῶ οἰκονομικῶν συνθηκῶν, νὰ τὸν θέσωμεν νὰ κρίνῃ ποῖον εἰσόδημα, ποίαν περιουσίαν ἔχετε; Δὲν πρέπει νὰ διαπνεώμεθα ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ὁ ἔφορος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως τὰ προστατεύει, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀριθμητικόν, οὐχὶ ὅμως πάντοτε πολιτικῶς ἠθικόν. Οὐδένα πρέπει νὰ ἐκπλήττῃ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ οὕτω διαρρυθμισθεὶς φόρος τοῦ εἰσοδήματος καὶ κατόπιν τῶν συστάσεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατόπιν τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ἐπέφερε, δὲν ἐλήφθη πιστῶς ἔκ τινος τῶν κρατούντων εἰς τὰ δυτικὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης· διότι οὐδαμοῦ ἀνευρίσκεται τοιοῦτον πρότυπον. Ἐπὶ ἄλλων βάσεων στηρίζεται ὁ ἀγγλικός, ἐπὶ ἄλλων ὁ γερμανικός, διαφέρουσι δὲ ὡσαύτως ὁ ἰταλικὸς καὶ ὁ μέλλων νὰ εἰσαχθῇ ἐν Γαλλίᾳ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἡ ἐπιτροπὴ προσεπάθησε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, νὰ προσαρμόσῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ τοῦ ὅλου συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀναδιοργανωθῶσι καὶ μεταρρυθμισθῶσι καὶ ἀντικατασταθῶσι κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Εἶχε ὑπ’ ὄψει, ἀσπαζομένη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι μόνον ὅπως ἐπιτύχῃ ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους μείζονα ἀπόδοσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτεινομένης ἀρχῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ὅπως διὰ τῆς μείζονος ἀποδόσεως τοῦ ἀμέσου τούτου φόρου προστατεύσῃ καὶ ἀνακουφίσῃ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες τὸ πᾶν σχεδὸν συνεισφέρουσι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία μέριμνα κυβερνητικὴ συνήθως ἐλαμβάνετο. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος θ’ ἀντικαταστήσῃ, ὡς φρονοῦν οἱ ἰδεολόγοι, τοὺς ἐμμέσους φόρους εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ἀλλαχοῦ. Οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἀνάγκη τῶν νεωτέρων ἐθνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἡ ἄμυνα κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ νεώτερον Κράτος, ἐπιβάλλουσιν ἀναποτρέπτως τὴν ἔμμεσον φορολογίαν. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι μόνον διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων προήχθη τὸ νεώτερον Κράτος καὶ προήγαγε τὴν εὐημερίαν τῶν ἐθνῶν. Ἡ εὐημερία σήμερον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς εὐημερίας, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανε τὸ Κράτος καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν οἱ ἔμμεσοι φόροι, διότι μόνον διὰ τῶν ἀφθόνων μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι σήμερον τὰ Κράτη, ηὐξήθη ἡ παραγωγή, ἐξηυτελίσθησαν αἱ τιμαὶ καὶ ἐξησφαλίσθη ἡ ἀνενόχλητος δρᾶσις καὶ προαγωγὴ τῶν ἀτόμων. Ἀλλ’ οἱ ἔμμεσοι φόροι τότε μόνον εἶναι δεδικαιολογημένοι καὶ ἠθικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς, ὅτε τὸ Κράτος κατέβαλε πᾶσαν τὴν προσπάθειαν αὑτοῦ, ὅπως ἐξαντλήσῃ τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων, διὰ τῶν ὁποίων πλήττονται μόνον οἱ ἔχοντες καὶ ἀπαλλάσσονται οἱ μὴ ἔχοντες, ἐνῷ τοὐναντίον διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων πλήττονται ἐξ ἴσου σχεδὸν καὶ οἱ οὐδὲν κεκτημένοι. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως ἡ ὅλη φορολογικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἠσχολήθη πῶς νὰ εὑρίσκῃ εὐχερέστερον χρήματα, λαμβάνουσα ταῦτα ἐκ τῶν στερήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὴ προβλέπουσα ὅπως λάβῃ ταῦτα ἐκ τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον ἔτι οὐδὲν σχεδὸν καταβάλλουσιν ἐν Ἑλλάδι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε ἐδίστασε νὰ δεχθῇ νέα βάρη. Ἐντὸς μιᾶς τριακονταετίας εἶδε τὸ δημόσιον αὑτοῦ χρέος ἀνερχόμενον εἰς ὑπὲρ τὰ 800 ἑκ., τὸν δὲ Προϋπολογισμὸν πολλαπλασιαζόμενον. Καὶ ὑπέστη τὰς θυσίας ταύτας κυρίως ὄχι πρὸς αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ πρὸς ἄμυναν κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν αὑτοῦ ἐχθρῶν, καὶ τὰς ὑπέστη ἀγογγύστως, διότι ᾐσθάνετο ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ συντήρησίς του καὶ ὄχι μόνον τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους ἐπέβαλλον τὴν ἄμυναν ταύτην. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤρξατο ἐξαντλούμενος οἰκονομικῶς, ὅτι ὑφίσταται μὲν σπουδαίας θυσίας καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστῇ ἐν τῷ μέλλοντι πλείονας τοιαύτας, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον βλέπει ὅτι τὰ χρήματα αὐτοῦ δαπανῶνται μετὰ σκοπιμότητος, ἐφ’ ὅσον πεισθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατέχηται ὑπὸ τῆς νευροπαθείας, ἡ ὁποία καταλαμβάνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δαπανῶσιν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὑτῶν, ὑπὸ τῆς νευροπαθείας ἐκείνης, ἡ ὁποία καταλαμβάνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν ὅτι αἱ δαπάναι αὐτῶν θὰ τοὺς φέρωσιν εἰς ἄμεσον καταστροφήν. Ἐφ’ ὅσον πείθεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι λέγεται πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ἀλήθεια, ἐφ’ ὅσον πείθεται ὅτι οἱ διευθύνοντες τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους ἐπιδιώκουσι τὸ ἐφικτὸν γενέσθαι, τότε ὄχι μόνον τὰ ζητούμενα βάρη ἀλλὰ καὶ ἕτερα θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ, ὄχι διότι εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ὁμαλῇ ἐξελίξει νὰ δώσῃ περισσότερα ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι θὰ προβῇ εἰς τὰ ἔσχατα τῆς ἐθελοθυσίας ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας πάντοτε διετέλεσε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ πράξῃ μόνον ἐφ’ ὅσον πείθεται ὅτι τὰ βάρη ἐπιβάλλονται μετὰ σκοπιμότητος καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἐφικτοῦ. Καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ἀκολουθήσῃ οὐχὶ τὴν ὁδὸν τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων, αἵτινες πάντοτε ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐβάδισαν ἄνευ σκοποῦ, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραχωρήσῃ πρὸς αὐτὸν τὸν προτεινόμενον φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος προτείνεται ὄχι μόνον ὡς φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ κυρίως ὡς φόρος προωρισμένος νὰ ἀνακουφίσῃ τὰς τάξεις ἐκείνας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνακούφισις ἐπιβάλλεται, διότι βαρυνόμεναι ὑπερμέτρως οὐδέποτε ἐγένοντο ἀντικείμενον μερίμνης τῆς Πολιτείας. Ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ ἀναγεννωμένην τὴν Ἑλλάδα διοικητικῶς καὶ πολιτειακῶς, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἀναγέννησιν, ἔχουσα πρὸ παντὸς ὡς γνώμονα ὅτι μόνον ὁ οἰκονομικῶς ἰσχυρὸς εἶναι καὶ πολιτικῶς ἰσχυρός, ὅτι οὐδείς ποτε ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις του, ἀλλ’ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν εἶναί τις μικρὸς καὶ ἀδύνατος, ἐὰν πράττῃ συμφώνως πρὸς τὰς δυνάμεις του καὶ ἐντείνῃ αὐτάς, δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ γενναῖα, ἔχων πεποίθησιν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰσέρχεται αὕτη εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, προτασσομένης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 15 ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κουτούπη ἐπὶ τηλεγραφήματος σταλέντος ἐκ Λιβόρνου ὑπὸ τοῦ κυβερνήτου τοῦ «Ἀβέρωφ» πλοιάρχου κ. Ἰ. Δαμιανοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν κ. Κυρ. Μαυρομιχάλην καὶ δημοσιευθέντος εἰς τὸ «Ἐμπρός». Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ ἀρκετοῦ χρόνου ἐνεγράφην, ὅπως ἐπερωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τί ἐνήργησε κατόπιν ἑνὸς τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ κυβερνήτης τοῦ Θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καθελκύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Θωρηκτοῦ ἐν Λιβόρνῳ. Λυποῦμαι, διότι ἡ ἐπισώρευσις πολλῶν ἐπερωτήσεων δὲν μοὶ ἔδωκε τὸν χρόνον, ὅπως πρότερον ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι θὰ ἐθεωρούμην μάντις κακῶν. Ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τούτου, ἀλλ’ ὑπείκων εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ Προεδρείου, διότι ὁ καιρὸς εἶχε παρέλθει, δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ἄλλως θὰ ἐπείθετο ἡ Βουλὴ ὅτι τηλεπάθειά τις σχετικὴ μὲ τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα μὲ ὤθει νὰ εἴπω ὅσα ἤθελον εἴπει ὡς μέλλοντα νὰ γίνουν. Ἐπιτρεψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὄχι κατόπιν τοῦ γεγονότος θὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὑπαίτιον, καὶ δὲν θὰ εἶμαι κατ’ αὐτοῦ χαιρέκακος ἢ δὲν θὰ ῥίψω κατ’ αὐτοῦ μετὰ τὸ γεγονὸς τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τὸ «οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις». Ὡς γνωρίζετε, ὁ κυβερνήτης τοῦ «Ἀβέρωφ» κ. Δαμιανὸς ἐνόμισεν ὀρθόν, ὅτε καθειλκύσθη τὸ Θωρηκτόν μας, νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγράφημα πρὸς πολιτικὸν ἀρχηγὸν τῆς χώρας ταύτης, ὑπὸ τὸν ὁποῖον διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ νὰ συγχαρῇ αὐτόν, διότι εἰς αὐτὸν ὠφείλετο ἡ παραγγελία τῆς μεγάλης αὐτῆς πολεμικῆς μονάδος ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν τῷ πολεμικῷ. Ἐνόμισεν ὅτι εὗρε κατάλληλον εὐκαιρίαν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὸ πολιτικὸν συμφέρον τοῦ πολιτικοῦ του φίλου εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ὡς Ἕλλην νὰ χαρῇ καὶ ὄχι ὡς ὀπαδὸς τοῦ πολιτικοῦ του ἀρχηγοῦ, τὴν στιγμὴν μάλιστα, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας μετά τινος δυσαρεσκείας ἀποβλέπει. Δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγράφημα πρὸς τοὺς συγγενεῖς τοῦ μεγάλου ἐκείνου Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκων ἔκρινε καλὸν νὰ ἀφιερώσῃ μέγα μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ὅπως ἐνδυναμώσῃ τὴν χώραν ἡμῶν κατὰ θάλασσαν, δὲν ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ στείλῃ συγχαρητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὴν κοινότητα τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅπου ὁ μέγας πολίτης διεβίωσεν, ἐπλούτησε καὶ ἐδοξάσθη, δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ συγχαρῇ τὸν ἐθνικὸν στόλον, ὁ ὁποῖος τὰ μέγιστα συνετέλεσεν, ὅπως κατασκευασθῇ τὸ πλοῖον αὐτό, ἀλλ’ ἕνα καὶ μόνον ἐθεώρησεν ὑπαίτιον οὕτως εἰπεῖν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου τούτου, τὸν πολιτικόν του ἀρχηγόν. Ἀνεμνήσθη ἡμερῶν εὐχαρίστων δι’ αὐτόν, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ συγχαίρων τὸν πολιτικόν του ἀρχηγὸν ἀμέσως ἠθέλησε νὰ δείξῃ εἰς τὸν κόσμον ὅτι εἰς αὐτὸν τοῦτον ὠφείλετο ἡ παραγγελία τοῦ θωρηκτοῦ, διότι αὐτὸς ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζωμεν ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἡ παραγγελία ἑνὸς πλοίου μὲ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ. Σημασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἔχει ἡ ἐξεύρεσις τῶν πόρων πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ. Δικαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐθεώρει δημιουργὸν τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως κατὰ τὸ 1887 τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, ὅστις βεβαίως δὲν κατέβαλεν ἐξ ἰδίων τὸ χρῆμα, ἀλλὰ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν κατώρθωσε νὰ προικίσῃ τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικὸν μὲ τρεῖς θαυμασίας μονάδας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι αὐτὸς πρῶτος συνέβαλεν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ διοικῇ μεγάλας ναυτικὰς μονάδας, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν μέτρῳ πάντοτε τῶν οἰκονομικῶν της δυνάμεων νὰ παρακολουθῇ τὰ ἄλλα ναυτικὰ Κράτη. Πρέπει ὅμως νὰ λεχθῇ ὅτι οὔτε διὰ τὴν παραγγελίαν ἁπλῶς δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις Μαυρομιχάλη νὰ ζητῇ τὰ συγχαρητήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι πρὸς τοῦτο ἐξηναγκάσθη. Ἀντέταξε δὲ ὁ κ. Δαμιανὸς ὅλην τὴν στενοκεφαλιάν, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ὅπως μὴ ἀγοράσωμεν τὸ θωρηκτόν, ἀντιτάσσων τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ πλοῖον αὐτό, ἂν ἦτο καλόν, θὰ ἔσπευδε νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἡ Τουρκία καὶ ἀντετάχθη εἰς αὐτὸν ὅτι, ἂν ὁ αὐτὸς συλλογισμὸς ἐγίνετο ἐν Τουρκίᾳ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγορασθῇ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, διότι δὲν τὸ ἠγόραζεν ἡ Ἑλλάς, καὶ μὲ τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν τὸν θαυμάσιον ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὸ ἀγοράζῃ κανείς. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἐξηναγκάσθη ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ διὰ μεγάλης βίας νὰ ἀγοράσῃ τὸ πλοῖον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν αὐτός, εἶναι ὅτι ἀνέβαλε τὴν ἀγορὰν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας καὶ ὅτι ἐπῆλθε χρονοτριβὴ εἰς τὴν προετοιμασίαν τοῦ πλοίου. Βεβαίως μᾶς εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ μάθωμεν ποῖος ὡς Ὑπουργὸς καὶ ποία εἶναι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ὡς τοιούτου, ἐπειδὴ ὅμως ἐπηκολούθησαν γεγονότα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρός, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε καὶ τὸ δυστύχημα. Τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν χαρακτηρίζει μεγίστη δειλία χαρακτηριστικωτάτη καὶ τὸ ἀναποφάσιστον, δειλία φθάνουσα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε, ὅτε τὴν ἑσπέραν τοῦ δυστυχήματος ἐκείνου τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀντιτορπιλλικῶν κατὰ τῶν θωρηκτῶν ἐζήτει ὁ διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου νὰ σταλῶσι διάφορα ἀντικείμενα εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἔλεγε τρέμων: «θὰ τηλεφωνῇ ὁ διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πιεζόμενος ὑπὸ τοῦ Τυπάλδου θέλοντος νὰ ἐξαπατήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς ἐπαναστάτας τροφαί». Τοιοῦτος εἶναι ὁ τρόμος, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὸν ἄνδρα. Τὸ κύριον ὅμως χαρακτηριστικόν του, εἰς τὸ ὁποῖον εἶμαι βεβαιότατος ὅτι ὀφείλεται τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα, εἶναι ὅτι εἶναι οἰνοπότης εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἀποκαλῆται εἰς τὸ ναυτικὸν ὁ καπετὰν οὖζος.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχουν οὐδεμίαν θέσιν αὐτὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ἀποδίδωνται τοιοῦτοι χαρακτηρισμοὶ εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ.
§187Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠμπορεῖ τις νὰ ὁμιλῇ περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, ἀλλὰ μόνον πρόσωπα δημόσια δὲν δύναταί τις νὰ ἐλέγχῃ κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν θέτει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ κυβερνήτης κάμνει τοιαύτην κατάχρησιν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ὥστε κλεισμένος εἰς τὸ δωμάτιόν του περιέρχεται εἰς κατάστασιν πλήρους χαυνώσεως, καὶ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἔχουν ἀντιληφθῆ πλεῖστοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι συνυπηρέτησαν μετ’ αὐτοῦ. Πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ἐμπιστευθῇ ἡ ἀποστολὴ αὕτη, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον κατ’ ἄλλην ἀποστολὴν αὐτοῦ ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλος. Ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ κυβέρνησις τοῦ «Μιαούλη», ὅτε ἔπλευσεν εἰς Ἀμερικήν, ὅτε συνέβησαν ἐπὶ τοῦ πλοίου τὰ μᾶλλον δυσάρεστα γεγονότα. Ἐνώπιόν του ἀλληλερραπίσθησαν δύο ἀξιωματικοί, καὶ ὁ κυβερνήτης αὐτὸς ἐστάθη ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ λάβῃ τὸ παραμικρὸν μέτρον ἐναντίον αὐτῶν περιοριστικόν, νομίσας ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἡ λαβοῦσα χώραν ἐνώπιον πάντων ἠδύνατο νὰ μείνῃ μυστική. Εἶναι γνωστὰ ποῖα ἄλλα ἐπεισόδια ἔλαβον χώραν καὶ ποία ἦτο ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτε μετέβη εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἀγγλίας ὁ κυβερνήτης τοῦ «Μιαούλη».
§188Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος τὸν ἐπέβαλεν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν;
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἦτο πολὺ δυσάρεστον νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου· δὲν τὸν ἐπέβαλον, ἀλλ’ ἐπεβλήθη. Ἐπειδὴ ἀπεφασίσθη τότε ἀπαραιτήτως νὰ εἶναι εἷς πλοίαρχος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν μίαν λατρείαν πρὸς ὡρισμένα ἐξωτερικὰ δείγματα, ἔπρεπεν ἀπαραιτήτως νὰ εἶναι εἷς πλοίαρχος Ὑπουργός. Πῶς ἐγένετο Ὑπουργὸς ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δυσάρεστον νὰ ἐκθέσω· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει μὴ ἐκτελέσας διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἦτο ὑπόχρεος, καὶ διαθέσας μετὰ μεγίστης δειλίας τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἐστάλη ἐκ Ναυστάθμου χάριν τῆς τάξεως, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, ἐγένετο Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἐλυπήθη ὑπερβολικά, διότι εἰς αὐτὸν ἔτυχε τὸ βάρος αὐτὸ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Πῶς δὲ διεχειρίσθη τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατ’ ἄλλην ἑσπέραν ἐπὶ ἄλλου θέματος σχετικοῦ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις βεβαίως δὲν εἶναι ὑπαίτιος διότι ἡ κυβέρνησις τοῦ θωρηκτοῦ ἀνετέθη εἰς αὐτόν, καθόσον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διώρισεν αὐτὸν κυβερνήτην. Ἡ παροῦσα βεβαίως θὰ εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν νὰ ἀνακαλέσῃ κυβερνήτην, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν συνέχειαν τῆς ἐποπτείας τῆς κατασκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ· Θὰ ἠδύνατο τις βεβαίως τότε πολὺ δικαίως νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν προέβαινεν εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίαν δικαιολογίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπίσης μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτὸς ἴσως ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ κυβερνήτου εἰς τὴν Ἀκροναυπλίαν, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο ἴσως εὔκολον, καθόσον τὸ θωρηκτὸν εἶχεν ἐκπλεύσει καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι μεγάλη δυσκολία ὑπάρχει νὰ ἀνακληθῇ εἷς κυβερνήτης καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκεται εἴτε ἐν πλῷ εἴτε ἔχει παρουσιασθῆ εἰς τὰς Ἀρχάς, παρὰ ταῖς ὁποίαις μετέβη νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰς ἑορτάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μεγάλου γεγονότος ἐν Ἀγγλίᾳ. Βεβαίως πρέπει νὰ περιμείνωμεν, ὅπως ἴδωμεν τὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ πεισθῶμεν κατὰ πόσον ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν κυβερνήτην. Ἐξ ὅλων ὅμως τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν γεγονότων πρέπει νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ εὐθύνη πίπτει ἀκεραία ἐπὶ τὸν κυβερνήτην. Τὸ θωρηκτὸν εὑρίσκετο εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ λιμένος, εἰσήρχετο εἰς τὸν λιμένα, καὶ ὁ κυβερνήτης ὀφείλει τότε νὰ εἶναι ἐπὶ τῆς γεφύρας, καὶ αὐτὸς μόνος διευθύνων εἴτε ἔχει πλοηγὸν εἴτε δὲν ἔχει αὐτὸς εὐθύνεται. Μὴ νομίσητε ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης ἐπαφιέμενος εἰς τὸν πλοηγόν. Ὁ πλοηγὸς παρέχει τὴν ὑπηρεσίαν του ὅσον τῷ εἶναι δυνατόν· πέρα τούτου δὲν εὐθύνεται. Δὲν ὑπῆρχε πλοηγός, ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρχεν, ἡ εὐθύνη δὲν θὰ ἦτο μικροτέρα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη συρροὴ γεγονότων, ὥστε εἷς κυβερνήτης νὰ εἶναι δεδικαιολογημένος, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δι’ ἓν δυστύχημα οἱονδήποτε ὁ κυβερνήτης εἶναι ὑπεύθυνος. Ἀλλ’ εἶναι ὁλόκληρος ἡ ψυχολογία τοῦ ἀνδρὸς τοιαύτη, νὰ μὴ συνεννοῆται μὲ οὐδένα, νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον τῷ ἀποδίδουσιν, ὅτι εἶναι Μέτερνιχ, ὀφείλεται εἰς τὸ νὰ εἶναι πάντοτε ἀνειλικρινής, νὰ λέγῃ ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκέπτεται, καὶ νὰ μὴ συνεννοῆται μὲ οὐδένα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τάσσονται μετ’ αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν οἱασδήποτε ἀποστολῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη δυσκολία εἰς τὴν ἀντικατάστασίν του, διότι δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς οἱ πλοίαρχοι ἔμειναν μόνον τρεῖς εἰς τὸ Β. Ναυτικόν· ὁ πρῶτος εἶναι διοικητὴς τῆς μοίρας, ὁ ἕτερος παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, δὲν ἔμενε δ’ ἄλλος πλοίαρχος, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου, καὶ ἐπαναλέγω ὅτι, ἐπειδὴ νομίζομεν ὅτι τὰ γαλόνια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσι τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος πρὸς διεξαγωγὴν μιᾶς ὑπηρεσίας, ἐστάλη αὐτὸς ὡς πλοίαρχος. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐγένετο· τὸ κακὸν ἐγένετο, διότι ἐστάλη αὐτὸς κυβερνήτης. Ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ δυσάρεστόν τι· ἐὰν δὲν συνέβαινε τοῦτο, θὰ συνέβαινον πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν θὰ περιήρχοντο εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ θὰ περιήρχοντο εἰς γνῶσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μανθάνουσι πάντα, ὅσα συμβαίνουσιν εἰς τὸ Β. Ναυτικόν. Ἀλλά, ἀφοῦ συνέβη, ἡ βαρύτης τοῦ κακοῦ συνέτρεξεν εἰς τὸ νὰ σχηματισθῇ κόμμα εἰς τὸ Β. Ναυτικὸν καὶ τὸ κόμμα ἐκεῖνο θέλει νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλα πρόσωπα· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ ἦτο εὐτυχής, ἂν εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας εἶχε τοιούτους βοηθούς, οἵους ἔχει νῦν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν.
§190Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλέχθη ὅτι ηὐτοκτόνησε.
§191Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ τὸν θεωρήσω ἱκανὸν διὰ τοιαύτην γενναίαν ἀπόφασιν. Τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὑπαρχούσας εἶναι ἀσήμαντον, εἶναι βεβαίως μία μεγάλη ζημία, καὶ ἡ ζημία εἶναι ἐκείνη, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ἴσως ἀρχίσῃ νὰ αἰσθάνηται ὀλιγωτέραν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον. Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ κατώτεροι ἐπιβαίνοντες πλοίων μικροτάτων, τῶν ἀντιτορπιλλικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ταξιδεύσωσιν εἰμὴ μόνον ἐν καλοκαιρίᾳ, ὡδήγησαν αὐτὰ ἐν καιρῷ χειμῶνος ὑπὸ τὰς δυσμενεστέρας τῶν συνθηκῶν. Εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν πᾶν ἄλλο παρὰ ἀνεπάρκεια τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἦτο ἀφορμὴ ὥστε νὰ συμβῇ τὸ δυστύχημα αὐτό, οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἀγύμναστον τοῦ πληρώματος, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ πληρώματος εἶναι τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνέβη τὸ δυστύχημα. Τὸ θωρηκτὸν «Γεώργιος Ἀβέρωφ» φέρει δύναμιν μάχης, οὐχὶ γυμνασίων. Κατὰ τὸν πολυτελῆ ἰταλικὸν ὀργανισμὸν ἡ δύναμις τοῦ θωρηκτοῦ εἶναι 690 ἄνδρες καὶ τὸ πλοῖον φέρει 630 ἄνδρας. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ναυάρχου Τῶφνελ δι’ ἐκτέλεσιν ἑλιγμῶν ἀρκοῦσι τὰ ¾ τῆς δυνάμεως αὐτῆς, διὰ μάχην δὲ χρειάζονται ἐπὶ πλέον 50 ἄνδρες, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὸ πυροβολικόν, τὰ διάφορα μηχανήματα καὶ ἀναπτύξωσι τὴν κολοσσιαίαν ἐκείνην δύναμιν τῶν 24 μιλίων, ὅτε χρειάζονται καὶ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ περισσότεροι.
§192ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει πληροφορία, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὁ κυβερνήτης εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἀνωμαλίᾳ πρὸς τὸ ἐπιτελεῖον. Ὑμεῖς, ὅστις διακρίνεσθε διὰ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν παρρησίαν τῆς γνώμης, ἔπρεπε νὰ τονίσητε χαρακτηριστικῶς τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸ ἡμέτερον ναυτικόν, τὸ ὁποῖον διακρίνεται διὰ τοὺς ἀρίστους ἄνδρας, τοὺς ὁποίους περικλείει, οὐδὲν ἀτυχῶς ἴχνος πειθαρχίας ὑπάρχει.
§193Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν βασιλεύει εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἡ ἀναρχία· ἡ ἀναρχία δύναται νὰ βασιλεύῃ μόνον εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διευθύνονται ἀπὸ τὸ πρόσωπον αὐτό· δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἴπωμεν τοῦτο διὰ πάσας τὰς ὑπηρεσίας.
§194Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ αὐτή;
§195Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ ὁμιλεῖτε πολὺ γενικῶς. Ἐὰν ἐννοῆτε τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν θέλητε νὰ μάθητε ἂν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μετέρχεται τὴν αὐτὴν τακτικήν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει, διότι τὰ τοῦ ναυτικοῦ σήμερον διοικοῦνται πολὺ καλλίτερον ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχήν. Ἀλλὰ τὸ γενόμενον οὐκ ἀπογίγνεται. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναβολῆς νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν, ἵνα μὴ τὸ δυστύχημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ αἰσθανθῇ, τῷ χρησιμεύσῃ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑλικῶν αὐτοῦ συμφερόντων, νὰ λαμβάνῃ ἀποδοχὰς μεγαλειτέρας ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ἐφ’ ὅσον θὰ μείνῃ ἀκόμη εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ βαθμοῦ πλοιάρχου, δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἕτερον ἀξιωματικὸν ἐκ τῶν ἀνωτέρων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἡ ἀπελπισία, ἡ ὁποία παρετηρήθη εἴς τινας, καθόσον τὸ μεμονωμένον αὐτὸ γεγονὸς οὐδὲν τὸ σχετικὸν ἔχει πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Εἶναι γνωστοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀξίαν· μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ ὑπάρχουσιν ἱκανοί, οἱ ὁποῖοι δεδομένης περιστάσεως θὰ ὁδηγήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν.
§196Π. ΓΚΙΝΗΣ. Εἴπετε, κύριε Βουλευτά, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπέστειλε τὸν πλοίαρχον Δαμιανόν, ἦτο ἠναγκασμένη, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος πλοίαρχος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ἦτο τελείως ἀδικαιολόγητος, ἂν τὸν ἀνεκάλει, ἂν κυβερνήτην εὑρισκόμενον ἐκεῖ κατὰ τὴν ναυπήγησιν τοῦ πλοίου ἀντικαθίστα μετὰ τὴν παραλαβήν· ὅτε ὅμως ἐστάλη διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ναυπηγήσεως τοῦ σκάφους, ὑπῆρχον ἕτεροι πλοίαρχοι· ὑπῆρχεν ὁ πλοίαρχος κ. Σαχτούρης, ἐγώ, ὁ κ. Κουντουριώτης. Ἑπομένως ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Δαμιανοῦ ἦτο ἐκλογὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι ἀναγκαστική.
§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· καὶ ἐγὼ ἐδικαιολόγησα τὴν μὴ ἀντικατάστασίν του.
§198Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀσφαλῶς ἔπρεπεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, ἡ ὁποία ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ στέρξῃ εὐχαρίστως.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἦτο ἐγγεγραμμένος καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἐπερωτήσεως: «Ἐπὶ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἔστειλεν ἐκ Λιβόρνου ὁ κυβερνήτης τοῦ Θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» πλοίαρχος Ἰωάννης Δαμιανὸς καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν κ. Κυριακούλην Μαυρομιχάλην καὶ δημοσιευθέντος εἰς τὸ «Ἐμπρός»». Ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ τὴν ἐξέτασιν ὁλοκλήρου τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος.
§200Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θὰ δεχθῇ εὐχαρίστως πᾶσαν συζήτησιν περὶ σπουδαίας ἐπερωτήσεως. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε, ὅπως ἀπαγγείλω μομφὴν κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα.
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δεχθῆτε τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§203Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§204Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποκρούω, Κύριοι, πάσῃ δυνάμει τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας. Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία πολλάκις νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο πρόθυμος ὅπως δεχθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο μὲ τὴν πρόθεσιν ἐλέγχου τῆς πολιτείας αὐτῆς, πάντοτε, ἐπαναλαμβάνω, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἐπικαίρου ἐπασχολοῦντος τὴν δημοσίαν συνείδησιν. Ἐν προκειμένῳ, ὅτε σήμερον ἐζήτησα νὰ προταχθῇ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐδέχθην, ὅπως ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ἡ σχετιζομένη πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κυβερνήτου τοῦ «Ἀβέρωφ», καὶ ἡ ὁποία ἦτο φυσικὸν νὰ περιέχῃ καὶ ἔλεγχον ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα, γίνῃ σήμερον, διακοπτομένης μάλιστα τῆς συζητήσεως· ἀφοῦ δὲ ὑπάρχουσι Βουλευταὶ καὶ ἄνευ ἄλλων πληροφοριῶν πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ἢ μέλλω νὰ ἀνακοινώσω κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἕτοιμοι νὰ ἀσκήσωσιν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προτείνωσι ψῆφον μομφῆς κατ’ αὐτῆς, ὅπως ἐδηλώθη ἤδη ὑπ’ ἄλλου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας καὶ τοῦτο, διότι πάντες οἱ ὁμιλήσαντες εἶναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ, βεβαίως θὰ δεχθῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως. Μεθ’ ὅσα δὲ μάλιστα ἐλέχθησαν τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὸ τῶν δύο Βουλευτῶν ἐκ Λακωνίας καὶ ἰδίως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δι’ ὅσων εἶπεν ἐζήτησε νὰ κατεξευτελίσῃ καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, πᾶν ἄλλο ἢ συμφέρον τοῦ ναυτικοῦ θὰ ἦτο νὰ μείνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Δύναται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι τὸ ναυτικὸν οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ, ἔστω καὶ ἂν αὕτη ἀκόμη συνεχίζετο μὲ τὸν αὐτὸν τόνον καὶ τὴν αὐτὴν διάθεσιν τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, δὲν ἔχει ἐπαναλαμβάνω νὰ ζημιωθῇ τι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ κοινὴ γνώμη, διότι θὰ ἀκούσῃ αὕτη καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα θὰ ἐπανακτήσῃ τὰς διαστάσεις τὰς φυσικάς, ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀκριβῶς ἔχει, ὅταν δὲν παρεμβαίνῃ ἡ νευρικότης, ἡ φυσικὴ ἄλλως τε, τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος περιέπει τὸ ναυτικὸν μετὰ τόσης στοργῆς καὶ μετὰ τόσης ἀγάπης. Ὅταν λοιπὸν παραστήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ πράγματα μὲ τὰς φυσικὰς διαστάσεις, ὅταν δοθῶσιν ἀπαντήσεις πρὸς ὅλας τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν γενικῶς κατὰ τοῦ ναυτικοῦ, τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι παρ’ ὅλην τὴν θλῖψιν, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα—καὶ δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ κάμωμεν—διὰ τὸ ἀτύχημα αὐτὸ τὸ ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ μικρότερον παρ’ ὅσον ἀρχικῶς ὑπετέθη, τότε, λέγω, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἄλλην ὄψιν θὰ λάβωσι τὰ πράγματα, διότι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι δι’ ἕν ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη τοῦ κόσμου. Οὐδὲν λοιπὸν ἔχει νὰ πάθῃ τὸ ναυτικὸν ἐκ τῆς συζητήσεως· τίνα δὲ θὰ ὑφίστατο ζημίαν, ἐὰν διεκόπτετο εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ συζήτησις καὶ ἀφήνετο νὰ ἐξευτελίσωμεν τὴν Πολιτείαν, νὰ ἐξευτελίσωμεν αὐτὸ τὸ ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ καλλίτερον παρ’ ὅσον φρονοῦσι καὶ πιστεύουσι μερικοί, τοῦτο δύναται νὰ νοήσῃ πᾶς τις;
§206Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν καὶ ἡ Βουλή.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ παύσῃ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς συζήτησις μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι οὐδένα ἔχει σκοπὸν αὕτη.
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή.
§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐτέθη προσωπικὸν ζήτημα καὶ θέλω νὰ ὁμιλήσω.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
§211Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς ἤλεγξεν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος μετὰ τὸν κ. Κουλουμβάκην καὶ νὰ ἀκολουθήσητε τὴν σειράν. Θέτω ὑπὸ ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§213Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ μὴ ὁμιλήσητε. Εἶσθε ἐκ τῶν κοινοβουλευτικωτέρων Βουλευτῶν ἀληθῶς, διότι ἔχετε τὴν ἐμπειρίαν τοῦ παρελθόντος. Γνωρίζετε καλῶς ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ζήτημα τίθεται οὕτως ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ζήτημα νὰ σταματήσῃ. Λοιπὸν ἀφήσατε.
§216Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀδιάφορον. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φοβοῦμαι μήπως θέλετε καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§218Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγώ.
§219Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ κάμῃ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τὴν ἀναβολήν;
§221Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐγὼ δύο λεπτὰ θέλω.
§222Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§223Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πᾶν ἄλλο θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, ἢ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν καὶ μάλιστα ἐν τῇ ἐκτάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγεται, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγεται. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, θὰ ἦτο μία συζήτησις ὅλων ἡμῶν, ὅπως τονώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἔχει ἀρχίσει τὴν ἐκπλήρωσιν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁλοψύχως ἔχει ἀρχίσει νὰ ἐκτελῇ, ὅπως μίαν ὥραν πρότερον ἔλθῃ ἐνταῦθα τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον συνδέομεν τόσας ἐλπίδας, ἀπὸ τῆς ὄψεως τοῦ ὁποίου ἀναμένομεν τόσην παρηγορίαν. Τοιαύτην καὶ μόνην συζήτησιν ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, καὶ ταύτην ἐπιθυμῶν οὐδεμίαν συναισθάνομαι εἰς ἐμαυτὸν εὐθύνην, διότι ἀντὶ ν’ ἀναμείνωμεν τὰ γεγονότα καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ γεγονότων, ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη, προεκλήθη συζήτησις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμμάχων αὐτῆς, ὅπως ὅλα τὰ γεγονότα ταῦτα ἐντοπισθῶσιν εἰς ἓν πρόσωπον, Οὔτε ἐσκόπουν, δηλώσας ὅτι θ’ ἀπαγγείλω μομφήν, οὔτε σκοπῶ, ἐὰν θὰ ἔλθω εἰς θέσιν ν’ ἀπαγγείλω τὴν μομφήν, ὅπως ἢ πλειοδοτήσω ἢ μειοδοτήσω εἰς τὰς κατὰ τοῦ ὡρισμένου ἐκείνου προσώπου μομφάς. Θὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν ἐντὸς στενωτάτων ὁρίων καὶ ἐντὸς γεγονότων. Ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον ἐδήλωσα ἤδη καὶ δηλῶ ἐπαναληπτικῶς, νομίζω, ὅτι ἡ μόνη συζήτησις, ἥτις θὰ προσῆκε, θὰ ἦτο ἐκείνη, ἥτις θὰ εἶχε σκοπὸν νὰ τονώσῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, ὅπως τὸ ταχύτερον ἔλθῃ παρ’ ἡμῖν τὸ παμπόθητον πλοῖον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγγελθῇ κατ’ ἐμοῦ οἱαδήποτε μομφή, οἱαδήποτε ἀνακολουθία, ἐὰν συνενώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιθυμίαν μου, ὅπως σταματήσῃ ἕως ἐδῶ ἡ συζήτησις. Ταῦτα, ἐὰν βεβαίως ἔχῃ τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγώ, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Ναυτικὸν οὔτε ἡ ὑπόθεσις ἡ συζητουμένη ἔχουσι νὰ πάθωσιν οἱανδήποτε παρεκτροπήν, οἱανδήποτε μείωσιν καταστάσεως, ἐὰν ἡ συζήτησις σταματήσῃ ἕως ἐδῶ. Διότι κατὰ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προβάλω καὶ ἐγὼ μίαν γνώμην, προβάλλω ταύτην καὶ λέγω ὅτι ἡ συζήτησις ὑπῆρξε τοιαύτη καὶ διεξήχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὥστε οὐδεὶς ἔχει νὰ πάθῃ οἱανδήποτε μείωσιν καταστάσεως, ἐὰν σταματήσῃ ἡ συζήτησις.
§224Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἐπερωτήσας τὴν Κυβέρνησιν συμφώνως μὲ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει πρὸ μακροῦ χρόνου. Ἠθέλησα ὄχι νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν κυβερνήτην, ἀλλὰ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἀνεκάλεσε τὸν κυβερνήτην. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ν’ ἀναγνωρίσω τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις μέχρις ὡρισμένου σημείου ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν κυβερνήτην· ἡ δυσκολία ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν ἑορτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀφοῦ ἐξέλιπε τὸ γεγονός, αὐτὸς εἶναι εἷς λόγος νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάκλησιν ἐπὶ πλέον τοῦ κυβερνήτου. Ἐὰν ὅμως ἤθελον νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν διὰ μίαν της πρᾶξιν, παράλειψιν ἢ ἐνέργειαν ἄνευ προβλέψεως, δὲν νομίζω ὅτι τὸ καθῆκόν μου εἶναι νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὁτιδήποτε, διαστρέφων τὰ γεγονότα. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὑπῆρξα ὄχι εὐχάριστος διὰ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὀφείλω νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἐλέγξω καὶ νὰ τὴν ἐπαινέσω ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἐπαινέσω. Καὶ ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δίδω εἰς αὐτήν, οὔτε ἐζήτησα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καταδιώξῃ τὸν κυβερνήτην κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας προσφέρομαι νὰ δώσω. Ὡμίλησα διὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κυβερνήτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀνάρμοστον δι’ ἕνα κυβερνήτην πλοίου. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο. Συνεπῶς δὲν ἦλθον ἐνταῦθα νὰ καταγγείλω μίαν πρᾶξιν, τῆς ὁποίας μόνον ἐγὼ ἔχω μίαν προσωπικὴν ἀντίληψιν. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτήν. Συνεπῶς δικαίως ἔλαβον τὸν λόγον. Τὸ ἄλλο ζήτημα εἶναι ζήτημα παρεμπῖπτον. Βεβαίως κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ λάβωμεν, θὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην, ἂν εἶναι ὑπαίτιος ἢ ὄχι ὁ κυβερνήτης. Ἀπόδειξις ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ κυβερνήτου. Τὰ γεγονότα τὰ γνωρίζομεν. Ἂν ἐγὼ τὰ κατήγγειλα, τὰ κατήγγειλα, διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ἀπόφασιν, διὰ νὰ μὴ συμβῶσι καὶ ἄλλα δυσάρεστα ἐκ τῆς παραμονῆς τοῦ προσώπου ἐκείνου. Μήπως θέλετε νὰ φέρω τὸν λογαριασμὸν τῶν οἰνοπωλείων περὶ τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματοδῶν ποτῶν; Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Νομίζω ὅτι εἶμαι πληρέστατα ἐν τάξει. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἀγορευσάντων τις εἶπεν ὅτι οἱ σύμμαχοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκλήθησαν εἰς συζήτησιν, δηλῶ ὅτι οὐδεμία συνεννόησις ὑπάρχει. Ἐγὼ ἐκανόνισα τὴν τακτικήν μου, ὅπως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὴν κανονίσω, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὴν ἐλέγξω, καὶ ἐπαινῶν τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὴν ἐπαινέσω. Καὶ δὲν θὰ δυσκολευθῶ νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπαινέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν δι’ ὡρισμένα γεγονότα.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ λεχθέντα, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, τοῦ τρίτου λαβόντος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἦσαν ἐπαρκῆ, ὅπως μὴ ἐπιμείνω νὰ συνεχισθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον· διότι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἀποτελοῦσιν ἀνάκλησιν τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει, ὅτε ἐζήτει τὸν λόγον, διὰ νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ τελευταῖοι λόγοι του ἀποτελοῦσιν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως.
§226Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως προέβην εἰς ὅσα εἶπον, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς σήμερον.
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας τοῦ δευτέρου λαβόντος τὸν λόγον, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων του, χωρὶς ἂν ὄχι νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ θεωρήσω πιθανῶς ἀναγκαίαν ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ἐπεισοδίου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω σχετικῶς πρὸς τὸ συμβὰν τοῦτο. Θὰ προσθέσω ὅτι καὶ μόνα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, τοῦ πρώτου, θὰ ἦσαν ἀρκετὰ νὰ μὲ φέρωσιν εἰς τὸ βῆμα, διότι, ὅσα ἀνέφερεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κυβερνήτου τοῦ ἀτυχήσαντος πλοίου, μολονότι δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ συνδέσῃ πρὸς εὐθύνην ἰδικήν μου, διότι εὗρον αὐτὸν κυβερνήτην τοῦ «Ἀβέρωφ» ἐπιστατοῦντα κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πλοίου, καὶ ἀναγνωρίζει ἐπιεικῶς κρίνων ὅτι δὲν θὰ ἦτο προσῆκον νὰ τὸν ἀνακαλέσω ἐγώ, κρίνω, λέγω, ὅτι, ἂν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη εἶναι ἀκριβῆ, ἐὰν ἀληθῶς ὁ πλοίαρχος κ. Δαμιανός, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα τὸν «Ἀβέρωφ», κατεῖχε κατὰ τὴν κοινὴν ἀναγνώρισιν ὄχι βεβαίως τῶν μὴ ἐπαϊόντων, ἀλλὰ τοῦ ναυτικοῦ κόσμου, τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸν παραχωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἡ εὐθύνη μου θὰ ἦτο βαρυτάτη, διότι δὲν ἔσπευσα ἅμα ἀναλαβὼν τὴν ἀρχὴν νὰ ἀνακαλέσω αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ ἐπιστασίαν καὶ ἐπίβλεψιν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου καὶ διότι καὶ βραδύτερον, ὅτε συνετελέσθη ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ, διώρισα αὐτὸν κυβερνήτην, ὡς ἦτο φυσικόν, ἀφοῦ ἐνέκρινα τὴν ἐνέργειάν του κατὰ τὸ στάδιον τῆς κατασκευῆς, ὅπως ὁδηγήσῃ τὸ πλοῖον κατὰ τὰς ἑορτὰς τῆς στέψεως τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀκολούθως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἕνεκα τούτου θὰ μὲ δικαιολογήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐμμένω, ὅπως ὁμιλήσω, ἵνα ἀποκρούσω τὰς κατηγορίας, αἵτινες εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἐκφέρονται, καὶ εἴτε συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἀγορευσάντων εἴτε ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν ἀπευθύνονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μὲ δικαιολογήσῃ, λέγω, ἡ Βουλή, ἂν διὰ βραχυτάτων ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας, αἵτινες ἐξηνέχθησαν. Καὶ πρῶτον κατὰ σειρὰν ἐπερωτῶμαι, διατί, λαβὼν γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ὁ πλοίαρχος κ. Δαμιανὸς συνέχαιρε τὸν κ. Μαυρομιχάλην διὰ τὸ πλοῖον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόκτησις ἐθεωρεῖτο συνδεδεμένη πρὸς ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη, διατί δὲν τὸν ἀνεκάλεσα ἔκτοτε. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ μὴ ἀνεχθῶ οὐδεμίαν ἀντιπειθαρχικὴν πρᾶξιν εἴτε ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς εἴτε ἐν τῷ τῆς θαλάσσης, ἔκρινον, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, νὰ ἐκτιμήσω ἐπιεικῶς, σκεπτόμενος ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀπηυθύνετο ἰδιωτικῶς πρὸς τὸν κ. Μαυρομιχάλην, χωρὶς ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἀποστέλλοντος ἀξιωματικοῦ νὰ ἔγκειται ἡ δημοσίευσις, ἥτις κατ’ ἐμὴν γνώμην ἐγένετο καταχρηστικῶς ἐκ μέρους τῶν περὶ τὸν λαβόντα τὸ τηλεγράφημα, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ λαβὼν τὸ τηλεγράφημα τὸ ἔδωκεν ὁ ἴδιος πρὸς δημοσίευσιν. Ἀφοῦ δὲ καταχρηστικῶς τὸ τηλεγράφημα ἔφθασε μέχρι τῶν ἐφημερίδων, ἔκρινα ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Δαμιανοῦ ἀποτελοῦντος μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε παραγγείλει τὸ πλοῖον αὐτό, δὲν ἦτο πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ἐκ μέρους μου τὴν κίνησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, διότι τοιαύτη ἐνέργειά μου θὰ ἐκρίνετο, καὶ δικαίως, ὡς ὑπεράγαν αὐστηρά. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω, διατί τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Δαμιανοῦ δὲν προυκάλεσε τὴν κίνησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπ’ ἐμοῦ. Οὕτω κρίνων τὰ πράγματα δὲν θέλω νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τοῦ γεγονότος ὅτι, ὅτε τὸ τηλεγράφημα ἐλήφθη, τὸ πλοῖον ἦτο ἤδη ἐν πλῷ. Ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰς ἄλλας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουτούπη κατὰ τοῦ κυβερνήτου τοῦ «Ἀβέρωφ», αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἀληθῆ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατηγορεῖται αὕτη ὅτι ἐνεπιστεύθη τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου εἰς ἄνδρα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἐν τῷ ναυτικῷ εἶναι τοιαύτη, οἵα εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Κουτούπη. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ κρίσις τοῦ κ. Κουτούπη διὰ τὸν τέως κυβερνήτην τοῦ «Ἀβέρωφ» εἶναι κρίσις ὑπεράγαν αὐστηρά. Ἡ ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπηρεσία τοῦ πλοιάρχου Δαμιανοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ Δαμιανὸς κατέχει οὐχὶ ἁπλῶς λόγῳ βαθμοῦ, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπηρεσιῶν του μίαν ἐκ τῶν καλλιτέρων θέσεων ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ ναυτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς τὴν σημείωσιν ὅλου τοῦ ὑπηρεσιακοῦ βίου τοῦ πλοιάρχου Δαμιανοῦ....
§228Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἐπεισόδιον τοῦ «Μιαούλη»;
§229Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§230Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ἐξ αὐτῶν.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ πλοίαρχος Δαμιανὸς πρέπει νὰ ἀναφέρω, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ ἔτος 1898 πρὸ 13 ἤδη ἐτῶν, ἁπλοῦς πλωτάρχης ὢν καὶ διωρισμένος ὡς ὕπαρχος τῶν «Ψαρῶν», διετέλεσεν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ὡς κυβερνῶν ὕπαρχος τοῦ θωρηκτοῦ. Εἶναι δὲ τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῖν παράδειγμα ἀναθέσεως τῆς ὑπευθύνου πραγματικῆς κυβερνήσεως ἑνὸς ἐκ τῶν θωρηκτῶν εἰς ἀξιωματικὸν ἔχοντα βαθμὸν ἁπλῶς πλωτάρχου. Κυβερνῶν ὡς ὕπαρχος τὸ θωρηκτὸν τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1899 προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900, παραμένων πάντοτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πλοίου ἐπὶ σειρὰν πλέον τῶν δύο ἐτῶν, διωρίσθη ὁριστικῶς κυβερνήτης τῶν Ψαρῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὸ πλοῖον τὰ «Ψαρά»....
§234Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπλευσαν καθόλου τὰ Ψαρά;
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔπλευσαν λαβόντα μέρος εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς Μασσαλίας. Ἀλλ’ ἓν ἔτος βραδύτερον ἐδέησε νὰ γίνῃ ἐκπαιδευτικὸς πλοῦς τῶν δοκίμων διὰ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη», τοῦ ὁποίου κυβερνήτης ἦτο πάλιν ὁ πλοίαρχος Δαμιανός, τότε ἀντιπλοίαρχος. Τὸ πλοῖον λοιπὸν τοῦτο κυβερνώμενον ἀπὸ τὸν ἀντιπλοίαρχον Δαμιανόν, ἀφοῦ ἔπλευσεν εἰς πολλοὺς λιμένας τῆς Μεσογείου, ἐξῆλθε τῶν Ἡρακλείων στηλῶν, ἔφθασεν εἰς τὴν Μαδέραν, ἔπλευσεν εἰς τὰς Καναρίους νήσους, τὸ Πράσινον ἀκρωτήριον, τὰς Ἀντίλλας, τὴν Νέαν Ὑόρκην καὶ ἐπεσκέφθη ὅλους σχεδὸν τοὺς λιμένας τῆς Ἀγγλίας, τὰ βόρεια τῆς Γαλλίας, τὴν Ἱσπανίαν, τὴν Πορτογαλλίαν, τὰς νοτίους ἀκτὰς τῆς Γαλλίας καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ πλοῦν ἑπτὰ καὶ ἡμίσεος μηνῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον διάστημα διέδραμεν ἀπόστασιν 13.500 μιλλίων ναυτικῶν. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς τὸ πλοῖον «Ναύαρχος Μιαούλης» οὐδὲν ἀτύχημα θαλάσσιον συνέβη. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι ἀπεφασίσθη ν’ ἀναθέσω εἰς τὸν πλοίαρχον Δαμιανὸν τὴν διοίκησιν τοῦ νέου πλοίου διότι πλὴν τούτων τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζον, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου καὶ ὅτι ἐπεστάτησε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου τούτου καὶ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιστασία ἐγένετο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις προυκάλεσε τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν ὑπῆρξε περίστασις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς κατασκευῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅπως ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς, διηνεκὴς ἀλληλογραφία, σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, διημείβετο ἐπὶ πλείστων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἠγείροντο μεταξὺ τῶν ναυπηγείων καὶ τῆς ἀποστολῆς, δὲν ὑπῆρξε περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐνέργεια τοῦ Δαμιανοῦ νὰ μὴ ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἦτο φυσικόν, ὅτε συνεπληρώθη ἡ κατασκευή, ὅτε τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ πλοιάρχου Δαμιανοῦ διαρκούσης τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτε τοιαύτας εἶχον τὰς ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς παρελθούσης δράσεως τοῦ κ. Δαμιανοῦ καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, ἦτο φυσικὸν εἰς τοῦτον ν’ ἀναθέσω τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ, διότι, ἐὰν ἄλλως ἔπραττον, βεβαίως θὰ προυκάλουν τὴν δικαίαν ἐπίκρισιν ὅλων τῶν ἀμερολήπτων κριτῶν. Μοὶ παρέχεται προσέτι ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ πληροφορία ὅτι, ὁ πλοίαρχος κ. Δαμιανὸς κατὰ τὸ ἔτος 1900, διετέλεσε καὶ μοίραρχος, προσθέτω δ’ ὅτι μεταξὺ τῶν πλοιάρχων, τοὺς ὁποίους εἶχον νὰ διαθέσω, ὁ μὲν κ. Γκίνης ἦτο βουλευτής, ὁ κ. Κουντουριώτης μοίραρχος, ὁ κ. Σαχτούρης ἀπεστρατεύθη, δὲν εἶχον λοιπὸν ἄλλον πλοίαρχον. Μετὰ τοιοῦτο παρελθὸν τοῦ κ. Δαμιανοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ παρακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου ἐννοεῖτε ποία θὰ ἦτο ἡ εὐθύνη μου, ἂν δὲν διώριζον τὸν κ. Δαμιανόν, ἀλλ’ ἠρχόμην τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ὡς ἀμοιβὴν διὰ τοὺς κόπους, εἰς οὓς ὑπεβλήθη παρακολουθῶν τὴν κατασκευὴν κατὰ τρόπον προκαλέσαντα τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως, προέβαινον εἰς τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ καὶ ἀπέστελλον ἕνα τῶν κατωτέρου βαθμοῦ ἀξιωματικῶν, ὅπως κυβερνήσῃ τὸ πλοῖον. Φαντασθῆτε, ἂν συνέβαινε τὸ ἀτύχημα ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ποῦ θὰ εὑρίσκετο ἡ ἀγχόνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν θελόντων νὰ μὲ ἐπικρίνωσι, θὰ ἦτο ἀρκούντως ὑψηλή, διὰ νὰ μὲ κρεμάσωσι. Δι’ ὅσων ἤδη εἶπον ἀπήντησα ἐπαρκῶς εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ δευτέρου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ βεβαίως μὲ ἔπληξαν βαθύτατα, καὶ μὲ ἔπληξαν βαθύτατα, ὄχι διότι καταγγέλλουσι γεγονότα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον λόγον τινὰ νὰ αἰσθάνωμαι ἐμαυτὸν ἐν ὑπαιτιότητι, ἀλλὰ διότι μὲ ἀοριστολογίαν πλήρη ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω μὲ ὅλην τὴν καλὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον τὸν ὁμιλήσαντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς προερχομένας ἀπὸ ἀκαθάρτους πηγάς, ἐπὶ τῇ βάσει, λέγω, τοιούτων πληροφοριῶν ἀδεσπότων, ἀνεπισήμων, προερχομένων, ὡς ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω, παρ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισα εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ἀπὸ ἀκαθάρτους πηγάς, καὶ τὸ εἰκάζω συνδυάζων τὸ γεγονὸς μὲ ἄλλην δίκην ἐν τῷ ναυτικῷ, ἡ ὁποία συνεζητήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἦλθε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο ὁ προσήκων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ὡμίλησε περὶ κλίκας, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὡμίλησε περὶ ὑπαλλήλων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι λωποδύται· ἀλλ’ εἶχε κακὴν ἀντίληψιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύνανται νὰ διεξάγωνται συζητήσεις ἀπὸ κοινοβουλευτικοῦ βήματος, νομίζων ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἀορίστων κατηγοριῶν δύναται ν’ ἀμφισβητῇ τὴν τιμὴν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουν ἁπλῶς τὸ ξίφος καὶ τὰς ἐπωμίδας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου σήμερον, φανταζόμενος ὅτι τὴν ἀτοπίαν τοῦ πράγματος ἐξαλείφει ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν δι’ ὅσα καταμαρτυρεῖ τόσον ἀορίστως κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ὁ παλληκαρισμὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι δι’ ἕνα Κρῆτα πάντοτε προκαλεῖ ἰδιαιτέραν συμπάθειαν, ὁ παλληκαρισμὸς αὐτός, ἰδιαίτατα εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἦτο ὁ προσήκων καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὸς καὶ μόνος νὰ καλύψῃ καὶ νὰ ἄρῃ ὅλον τὸ ἄτοπον τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον ἀξιωματικῶν ἀνωνύμως γενομένης καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κατηγοριῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶς μιᾶς ὑβριστικῆς ἐκφράσεως.
§236Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν πιστεύω νὰ χρησιμεύσῃ, διότι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζω τὴν καλήν σας πίστιν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε ἑκάστοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναγνωρίζω συγχρόνως ὅτι ὁμιλεῖτε μετὰ πάθους, τὸ ὁποῖον σᾶς παραφέρει· ὅσον δὲ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ καλή σας πίστις, ἐπὶ τοσοῦτον θύετε εἰς τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα σᾶς ὠθοῦν, καὶ ὁμιλεῖτε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ προσήκων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ συγχρόνως, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, πλὴν τῆς κατηγορίας αὐτῆς, τῆς ἐπὶ λωποδυσίᾳ κατ’ ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὡμίλησε καὶ περὶ κλίκας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ καὶ ὡμίλησε προφανῶς ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ κατέχον ἰδιαιτέρας ἐμπιστευτικὰς θέσεις πλησίον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅτι οἱ κατέχοντες θέσιν ἐμπιστευτικὴν παρά τινι Ὑπουργῷ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι κλίκα, αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ σχετίζηται εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἀτιμωτικῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παραγάγῃ μία λέξις τοσοῦτον, καὶ δικαίως, ἠτιμασμένη ἐν τῇ κοινῇ ἀντιλήψει. Ἀλλ’ εἶναι ἀπρόσφορος ἡ λέξις διὰ κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργόν, ἔχοντα παροῦσαν μάλιστα τὴν Βουλήν, δεχόμενον πάντα, ὁ ὁποῖος ἤθελε τῷ καταγγείλει κάτι, δὲν θέλω δὲ διὰ τούτου νὰ διαψεύσω τὸν κ. Βουλευτήν, εἰπόντα ὅτι ἦλθε μίαν ἡμέραν καὶ μοὶ εἶπε κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἦλθε μίαν φορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ εἶπε κάτι, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδὲν τῷ ἀπήντησα, διότι εἰς τὴν ἀοριστολογίαν, μεθ’ ἧς μοὶ ἐγένετο ἡ σύστασις, οὐδὲν βεβαίως εἶχον ν’ ἀπαντήσω. Δύνανται δέ, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἰδιαιτέρως ἐμπιστευτικὸν προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, δύνανται μάλιστα νὰ μὴ εἶναι ἀρεστοὶ εἰς πολλούς· ἀλλ’ ἔχουσιν ἓν πλεονέκτημα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὅτι εἶναι τῆς τελείας ἐμπιστοσύνης τῆς ἰδικῆς μου.
§238Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὸ ζήτημα ἀνεστράφη. Πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ «Ἀβέρωφ» καὶ οὐχὶ περὶ τῆς συνηγορίας προσώπων.
§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο μόνον εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἐπειδὴ παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν δύο ἄλλων καὶ ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας φέρει εἰς τὸ μέσον τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ἐπισυμβὰν ἀτύχημα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπ’ αὐτῆς.
§240Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χωρὶς νὰ καταγγελθῶσι.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περίπου ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, ὑπ’ ἀριθ. 2, ἐγράφησαν δὲ καὶ δύναμαι νὰ ἔχω αὐτὰ ὑπ’ ὄψει. Καὶ ὁ κ. Κουτούπης εἶπεν ὅτι διώρισα τὸν μὴ κατάλληλον, διὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ὁ κ. Μιχαλέας εἶπεν ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ στείλω τὸ πλοῖον εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἔπαθε τὸ πλοῖον καὶ ἑπομένως ἐντεῦθεν ὑπάρχει εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τῶν αὐτῶν κύκλων ἢ τῶν ἐγγὺς πρὸς αὐτοὺς κειμένων ἐλέχθη καὶ ἄλλο, ὅτι τὸ πλοῖον ἔπαθε, διότι τὸ προσωπικὸν ἦτο ἀνεπαρκές, ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι καὶ τὸ πλοῖον ἔπαθε, διότι ὁ κυβερνήτης μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του εὑρίσκετο ἐν διαστάσει. Νομίζω ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναμαι καὶ ὀφείλω διὰ βραχυτάτων ν’ ἀπαντήσω. Ὅτε ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς πρόσκλησιν ὅπως μετάσχῃ τῶν ἑορτῶν ἐπὶ τῇ στέψει τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας διὰ τῆς ἀποστολῆς πλοίου εἰς τὴν μεγάλην ἐπιθεώρησιν, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ, ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ μετάσχῃ τῶν ἑορτῶν τούτων καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδεδειγμένον ἦτο νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Ἑλλὰς κατὰ θάλασσαν διὰ τῆς κρείττονος μονάδος τοῦ ναυτικοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἐνόμιζον, Κύριοι, καὶ νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῆς διεθνοῦς ἁβρότητος, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον εἰς τὴν μικρὰν Ἑλλάδα νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὴν γενομένην πρὸς αὐτὴν πρόσκλησιν, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ διὰ τῆς ἀποστολῆς ἑνὸς πλοίου εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς στέψεως τοῦ Βασιλέως μιᾶς τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, ἀνεξαρτήτως, λέγω, αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀντελαμβανόμην ὡς ὑφισταμένην δι’ ἡμᾶς, ἔκρινον ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἔνδειξις πτωχαλαζονείας διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα, ἐὰν εἰς τὴν ναυτικὴν αὐτὴν ἑορτὴν ἐδείκνυε καὶ τὸ μικρὸν αὑτῆς ἀνάστημα διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ψευδῆ τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ναυτικῆς Ἑλλάδος ἐν συγκρίσει πρὸς ὅλην τὴν ναυτικὴν ὑπόστασιν τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι παρὰ τὰ πλοῖα τῶν μεγάλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσωπεύοντο ἐκεῖ, καὶ παρὰ τὰ πλοῖα τῶν μικρῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀντεπροσωπεύθησαν εἰς τὰς ἑορτάς, ἡ ναυτικὴ Ἑλλὰς δὲν εἶχε δικαίωμα, ἂν μὴ εἶχε καὶ ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἀντιπροσωπευθῇ, ἐδικαιοῦτο δὲ καὶ ὤφειλε νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἀπὸ τὴν καλλιτέραν μονάδα, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ πολεμικὸν ἡμῶν, διότι ὅσον καὶ ἂν αὐτὸ ἦτο μεγαλείτερον ἀπὸ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα τέως εἴχομεν, δὲν διατελεῖ, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω, ἐν δυσαναλογίᾳ πρὸς τὴν ναυτικὴν ἐν συνόλῳ ὑπόστασιν τοῦ μικροῦ ἡμῶν Κράτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου εἰς τὴν κατηγορίαν, διατί νὰ σταλῇ τὸ πλοῖον εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ διατί νὰ σταλῇ εἰδικῶς ὁ «Ἀβέρωφ». Ὅλως πάρεργον εἶναι δι’ ἐμὲ ὅτι τὰ πυρομαχικὰ τοῦ «Ἀβέρωφ» δὲν εἶχον παραδοθῆ εἰσέτι καὶ ὅτι ἡ μετάβασις τοῦ πλοίου ἐκεῖ συνεδέετο καὶ πρὸς τὴν παραλαβὴν τῶν πυρομαχικῶν αὐτοῦ, τῶν ὁποίων ἡ ἀποστολὴ θὰ ἐστοίχιζε πολλὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι, ἂν ἀπεφάσισα τὴν ἀποστολὴν τοῦ «Ἀβέρωφ», εἶχον καὶ ἄλλον λόγον νὰ τὸ πράξω. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, πρὶν ἢ κατέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν ἡμῶν καὶ ἀφοῦ κατῆλθε διὰ τῆς ὑποβολῆς ἰδίας ἐπισήμου ἐκθέσεως, μοὶ ὑπέβαλεν ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς στέψεως, ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν γνωστὴν αὐτῇ πρόσκλησιν τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπεθύμει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτόν, μεταβαίνοντα ἰδιαιτέρως, διότι τὴν διοίκησιν τοῦ πλοίου ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ μόνον μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἐνταῦθα, διὰ λόγους εὐνοήτους, τοῦ μὴ θίξαι τὴν Ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν, μοὶ εἶπε, λέγω, δι’ ἐκθέσεως ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ τῷ ἐπιτραπῇ, ὅπως μεταβῇ καὶ ἐκεῖνος ἐκεῖ, παραλάβῃ τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου μετὰ τὰς ἑορτὰς τῆς στέψεως καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸ ἐπὶ τέσσαρας ἑβδομάδας εἰς τοὺς διαφόρους ναυστάθμους τῆς Ἀγγλίας κατόπιν ἀδείας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπιδείξῃ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πλοίου ὅλα ἐκεῖνα τὰ τελειοποιημένα μέσα τοῦ πολεμικοῦ τῆς Ἀγγλίας, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπετέλουν διὰ τοὺς ἡμετέρους ἀξιωματικοὺς μάθημα ἀξιόλογον. Καὶ διὰ τοῦτον ἄρα τὸν λόγον ἔκρινα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ στείλω τὸ πλοῖον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ τὸ πλοῖον, δύναται νὰ ἀνευρεθῇ ἡ εὐθύνη βεβαίως εἰς τὸ ὅτι ἐξέλεξα κακὸν κυβερνήτην, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ σημείου ἀπήντησα ἤδη. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἀνευρεθῇ ἡ εὐθύνη καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον, εἰς τὸ ὅτι ἀπέστειλα τὸ πλοῖον μὲ πλήρωμα ἀνεπαρκές. Καὶ ἂν ἀληθῶς ἀνεπαρκὲς ἦτο τὸ πλήρωμα, θὰ ἠδυνάμην βεβαίως νὰ ἀπαντήσω ὅτι οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ πληρώματος. Ἐὰν εἶχε μάλιστα διπλάσιον καὶ τριπλάσιον πλήρωμα καὶ ἦτο βαθυτέρα ἡ ἴσαλος γραμμή, θὰ ὑπέφερε πολὺ περισσότερον τὸ πλοῖον παρ’ ὅ,τι σήμερον, διότι τὸ δυστύχημα συνέβη ἐκ τούτου, ὅτι ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ τὸ ὡδήγησε κακῶς, ὥστε νὰ προσκρούσῃ ἐπὶ ὑφάλων. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ κατέλθω εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία ἐπιρρίπτεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω νὰ ἀπαντήσω ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπεδείχθη ὅλη ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ὁ πλοίαρχος κ. Δαμιανὸς δι’ ἐγγράφου του ὑπὸ χρονολογίαν 4 Μαρτίου, ὅτε ἐγένετο ἡ συνεννόησις περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πληρώματος διὰ τὴν κάθοδον εἰς Ἑλλάδα τοῦ «Ἀβέρωφ», ἀναφέρει τὰ τοῦ πληρώματος καὶ λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τούτων ἕνεκα φρονῶ ὅτι τὸ πλήρωμα δὲν πρέπει νὰ ᾖ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ναύτας ἔλαττον τῶν 4 σειρῶν, ἤτοι οὐχὶ ἔλαττον τῶν 56 πυροβολητῶν, 48 ναυτῶν καταστρώματος, 32 θωρακιτῶν, 8 ὁπλιτῶν, 16 οἰακιστῶν, 8 τορπιλλητῶν καὶ 26 ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματιῶν, 16 ναυτῶν μηχανικῶν καὶ 80 θερμαστῶν. Ὄσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς πλὴν τῶν ἀρχικελευστῶν καὶ κελευστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ὑπόλογοι δέον νὰ ἐξοικειωθῶσιν ὅσον ἔνεστι ταχύτερον εἰς τὸ ὑλικὸν αὐτῶν καὶ τούτου ἕνεκα ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπιβῶσιν, ὁ ἐν τῷ προσωρινῷ ὀργανισμῷ ἀναφερόμενος ἀριθμὸς ὑποκελευστῶν καὶ διόπων δύναται νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ πλὴν τοῦ τῶν ὑποκελευστῶν πυροβολητῶν καὶ τῶν ὑποκελευστῶν μηχανικῶν, ὧν ὁ ἀριθμὸς δέον νὰ προσεγγίζῃ τοῦ τῆς προσωρινῆς ὀργανικῆς δυνάμεως». Ἐνῷ λοιπὸν ὁ πλοίαρχος, ὁ ὑπεύθυνος κυβερνήτης, ἔκρινεν ὅτι μὲ πλήρωμα 280 ναυτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀσφαλῶς, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ὑπῆρχε περίσσεια ναυτῶν, τὸ Ὑπουργεῖον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται, ὅτι δὲν ἐφωδίασε τὸ πλοῖον μὲ ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ναυτῶν, ἔστειλεν ἀντὶ τῶν 280 ναυτῶν τῶν ζητουμένων, 428 ναυτῶν δύναμιν, δηλαδὴ κατὰ 50% ἀνωτέραν τῆς αἰτηθείσης. Σημειωτέον ἀκόμη ὅτι ἐζητήθησαν 16 ναῦται μηχανικοὶ καὶ 80 θερμασταί, ἤτοι 96 ναῦται μηχανικοὶ καὶ θερμασταί, ἀπέστειλα δὲ 134 ναύτας μηχανικοὺς καὶ θερμαστὰς ἀντὶ τῶν 96 τῶν ζητηθέντων. Εἶναι δὲ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις τοῦ πλοίου εἰς θερμαστὰς καὶ ναύτας μηχανικοὺς πόση νομίζετε; 142 ἀνδρῶν. Τὸ πλοῖον δέ, εἰς πλοῦν ἁπλοῦν μεταβαῖνον, εἶχε πλήρωμα 134 ναυτῶν μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν, ἐνῷ ἐν πολέμῳ δὲν ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρων τῶν 142, μόλις δηλαδὴ 8 ὀλιγώτεροι τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως· εἶναι δὲ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις τοῦ πλοίου τούτου, κρινομένη ἐκ τῆς ὁμοίας συνθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ πλοίου τοῦ Ἰταλικοῦ, ἀνδρῶν 686, ἤτοι ἀξιωματικῶν 32 καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν 654, τὸ ὅλον 686. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἑνὸς πλοίου οὐδέποτε εὑρίσκεται ἐπ’ αὐτοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Εἶναι ἀδύνατον, εἶναι ἀνόητον, εἶναι δαπανηρὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς καὶ ἐν καιρῷ τῆς εἰρήνης τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἡ ὁποία χρειάζεται εἰς τὸ πλοῖον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκπεμφθῇ εἰς πόλεμον. Ἔχω δὲ ἔκθεσιν ἐπίσημον τοῦ ναυάρχου Τῶφνελ πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του δι’ Ἀγγλίαν, ὁπότε ἐζήτησε νὰ καταρτισθῇ μία μοῖρα, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ «Ἀβέρωφ» θὰ ὑπεδέχετο τὸν «Ἀβέρωφ» καὶ θὰ ἔπλεε μετ’ αὐτοῦ εἶτα εἰς ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν, ἀναφέροντος ὅτι ἡ δύναμις τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων τούτων ἐκπλεόντων δι’ ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν ἔπρεπε νὰ ἀνέρχηται εἰς τὰ ⅘ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, δηλαδὴ κατ’ ἀναλογίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντὶ τῶν 686 τὰ ⅗ θὰ ἦσαν 400 περίπου οἱ ὀφείλοντες νὰ ἐπιβαίνωσιν ἐπὶ τοῦ «Ἀβέρωφ». Καὶ ὅμως ἐπέβαιναν ἐπ’ αὐτοῦ, Κύριοι, 556 καὶ 30 ἀξιωματικοί, 586 ἐν ὅλῳ. Οἱ ἀξιωματικοὶ δέ, Κύριοι, ἦσαν 30, ἐνῷ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις εἶναι 32 ἀξιωματικοί, ἔλειπον δηλ. 2 ἀξιωματικοί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἐπέβαινον τοῦ πλοίου πέντε ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργοστασίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον κατασκευάσει τὰς μηχανάς, τοὺς λέβητας, τὸν ἀσύρματον τηλέγραφον, αὐτοὶ διευθύνοντες πάντα ταῦτα, διότι ἦσαν ὑπεύθυνοι δι’ αὐτὰ ἐφ’ ἱκανὸν ἀκόμη χρόνον, καὶ οὗτοι ἦσαν ἀξιωματικοί. Πλὴν τούτων δὲ τῶν πέντε ὑπῆρχον ὡς εἶπον, ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ 30 ἀξιωματικοὶ ἀπέναντι τῶν 32, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις. Εἰδικώτερον, ὅπως εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ἐπέβαινον 134 θερμασταὶ καὶ ναῦται μηχανικοί, ἐνῷ ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοὶ ἐπέβαινον 38 ἀπέναντι 32, οὓς ἀπαιτεῖ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις, ἤτοι ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοὶ ἐπέβαινον ἕξ περισσότεροι παρὰ τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν. Ταῦτα, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τὴν διάστασιν, ἡ ὁποία λέγεται ὅτι ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου καὶ τοῦ ἐπιτελείου, δηλῶ, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἐπίσημον ἔκθεσιν, οὐδεμίαν ἐπίσημον πληροφορίαν οὔτε ἀνεπίσημον ἄλλην παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας ἀναγινώσκων ἐφημερίδα τινὰ ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶναι δὲ περιττὸν καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθω, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχεν ἐνδεχομένη διάστασις μεταξὺ τοῦ κυβερνήτου καὶ τοῦ ἐπιτελείου μὲ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα, διότι τὸ ἀτύχημα ἐγένετο καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κυβερνήτης εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς γεφύρας καὶ ἐκυβέρνα αὐτὸς τοῦτο, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὰς ἔριδας, τὰς ὁποίας τυχὸν εἶχε μὲ τὸ ἐπιτελεῖόν του τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὡδήγει τὸ πλοῖον. Κατηγορήθην ὅμως ἀκόμη, Κύριοι, ὡς ὑπαίτιος διὰ τὸ δυστύχημα, ἐμμέσως, ὄχι ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ τέλος πάντων τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μιχαλέα, κατηγορήθην, λέγω, διότι, ὅτε συνέβη τὸ ἄλλο ἀτύχημα τῶν ἀντιτορπιλλικῶν, δὲν ἐδείχθην αὐστηρὸς ὅσον ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, καὶ εἰκάζω ἐντεῦθεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συναχθῇ τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐὰν ἐκείνους τοὺς ἐτιμώρουν ὅσον ἔπρεπε, βεβαίως ὁ πλοίαρχος Δαμιανὸς θὰ ἦτο προσεκτικώτερος καὶ θὰ ἀπεφεύγομεν τὸ νέον δυστύχημα. Ἔχω τὸ καθῆκον, Κύριοι, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, μολονότι κατὰ τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς συγκρούσεως τῶν ἀντιτορπιλλικῶν, καὶ ἡ ἐμὴ διάθεσις ἦτο νὰ δειχθῶ αὐστηρός, εὑρέθην ἐνώπιον ἐκθέσεως τοῦ ναυάρχου ἀρχηγοῦ τῆς ἀγγλικῆς ἀποστολῆς ἐνεργήσαντος ἀνακρίσεις καὶ κατανέμοντος τὰς εὐθύνας καὶ λέγοντος ἐν τέλει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἱκανοποιητικὸν νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἅμα τῇ ἐπελθούσῃ συγκρούσει ἐλήφθη πᾶν ὑπὸ τῶν ναυτικῶν κανόνων ἐπιβαλλόμενον μέτρον καὶ ὅτι λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν πασῶν τῶν περιστάσεων, θεωρῶ ὅτι ἐπιείκειά τις πρέπει νὰ δειχθῇ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀποθαρρυνθῶσι καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοί, καὶ ὅτι αὐστηρὰ ἐπιτίμησις θὰ ἦτο ἡ προσήκουσα τιμωρία πρὸς πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι ὁμοίων ἀτυχημάτων».
§242Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τοῦ μοιράρχου εἶναι ἢ τοῦ Ἄγγλου;
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦ Ἄγγλου. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι, ὅτε ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην. Σήμερον ἔχω νὰ ἀνακοινώσω ὅτι κατ’ ἐπίσημον ἔκθεσιν διαβιβασθεῖσάν μοι διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Βασιλικῆς Πρεσβείας, ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῷ ἐπελθόντι ἀτυχήματι βαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου τον κυβερνήτην τοῦ «Ἀβέρωφ». Ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, ἅμα ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, νὰ ἀνακαλέσω τὸν πλοίαρχον κ. Δαμιανὸν καὶ νὰ διατάξω νὰ παραδοθῇ ἡ κυβέρνησις τοῦ πλοίου εἰς τὸν ὕπαρχον αὐτοῦ. Διέταξα συγχρόνως τὸν κ. πρέσβυν, ὅστις εὑρίσκεται ἐν Δέβενπορτ, ὅπου μετέβη καὶ ἐπιτοπίως νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαίαν διοικητικὴν ἐξέτασιν, διὰ νὰ μὲ ἐφοδιάσῃ μὲ κατάλογον τῶν ὀνομάτων ὅλων ἐκείνων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δύνανται, μετακαλούμενα ἐνταῦθα, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν κρίνω ἀναγκαίαν νὰ διατάξω, ὅπως ἐξακριβωθῇ, ἀνεξαρτήτως τῆς διοικητικῆς ἐξετάσεως, ἡ ὁποία ἔγινεν ἤδη καὶ τῆς ὁποίας τὸ πόρισμα θὰ ἔχωμεν ταχυδρομικῶς, ὅπως ἐξακριβωθῇ, λέγω, ἂν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ζητηθῶσι καὶ ποινικαὶ εὐθῦναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ναυτικοῦ ποινικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνατεθεῖσα εἰς ἕνα κυβερνήτην ἀποστολὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε διεξαχθῇ καλῶς, ὁρίζει ὅτι ὁ κυβερνήτης οὗτος εἰσάγεται εἰς τὸ ναυτοδικεῖον καὶ καταδικάζεται εἰς στέρησιν τοῦ δικαιώματος διοικήσεως ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐζήτησα λοιπόν, ὅπως ἐφοδιασθῶ μὲ τὰ ὀνόματα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀφείλω νὰ καλέσω ἐνταῦθα, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκρισις. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι βεβαία ὅτι πᾶσα εὐθύνη, ἡ ὁποία ἤθελον ἀποδειχθῇ ἐν προκειμένῳ, θέλει συνοδευθῇ μὲ τὰς ἀναγκαίας κυρώσεις. Ἀλλ’ ἂν ταύτας τὰς πληροφορίας δίδω, ἂν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐν προκειμένῳ οὐδὲ τὸ παραμικρὸν κακῶς ἐγένετο ἢ ἠμελήθη νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς πρόληψιν τοῦ ἀτυχήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, ἔχω, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὅπως ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀτυχήματος τούτου, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἔξω αὐτῆς, εἴτε ἐν τῇ ἀγορᾷ εἴτε διὰ τῶν θεωρουμένων συνήθως ὡς ἐκπροσωπούντων τὴν κοινὴν γνώμην, ἐπιδιώκηται ὁ ἐκφαυλισμὸς τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι καλύπτοντες τὰ σαπρὰ ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμέν τι· τοὐναντίον εἰς πᾶσαν περίστασιν καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν μου βίον ὑπεστήριξα ὅτι πᾶν σαπρὸν ἐν Πολιτείᾳ τινὶ πρέπει νὰ ἐκκόπτηται, νὰ καυτηριάζηται καὶ νὰ θεραπεύηται καὶ ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀποκρύπτηται τὸ κακόν. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο λέγων, τοῦτο κηρύττων, ἀπὸ τοιούτων ἀρχῶν ῥυθμίζων τὴν πολιτείαν μου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα εἰς τὸν «Ἀβέρωφ» εἶναι λυπηρόν, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως καταλαμβανώμεθα εἴτε ὑπὸ αἰσχύνης διὰ τὸ ἀτύχημα τοῦτο εἴτε ὑπὸ ἀποθαρρύνσεως καὶ ἀπογοητεύσεως, διότι ἔφθασε νὰ λεχθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι μετὰ τὸ ἐπελθὸν αὐτὸ ἀτύχημα οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὅπως ἡ Ἑλλὰς μεριμνᾷ καὶ περὶ τῆς θαλασσίας αὑτῆς δυνάμεως. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ὑπερβολαί, εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω, τερατώδεις ὑπερβολαί. Τὰ ἀτυχήματα συμβαίνουσιν εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ τοῦ κόσμου, μεγάλα, σοβαρά. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς καταστροφὰς φρικαλέας, τὰς ὁποίας ἐνθυμούμεθα ὅλοι, καθ’ ἃς θωρηκτὰ πρώτης τάξεως ἐβυθίσθησαν αὔτανδρα.
§244Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐλάμβανον χώραν γυμνάσια ἐν τῷ ὠκεανῷ ἐν μέσῳ θυέλλης.
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ διακοπὴ ἄλλην σημασίαν δὲν ἔχει παρὰ ταύτην, ὅτι, διότι δὲν ἐγίνοντο γυμνάσια καθ’ ἣν στιγμὴν συνέβη τὸ ἀτύχημα, ἡ εὐθύνη τοῦ κυβερνήτου, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα τὸ πλοῖον, εἶναι μεγάλη, εἶναι σοβαρά, εἶναι τρομερά, ἂν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας· ἀλλ’ εἶπον ἤδη ὅτι ἡ εὐθύνη αὕτη θὰ ἐξετασθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, θὰ ἐπέλθωσιν αἱ ἀναγκαῖαι κυρώσεις, καὶ τότε θὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ κυβερνήτου τοῦ «Ἀβέρωφ», προσωπικῶς, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κατεξευτελίζηται ὁλόκληρον τὸ ναυτικὸν καὶ νὰ ἐρχώμεθα δημοσίᾳ νὰ ἀπολοφυρώμεθα διότι τάχα ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει καθ’ ὅλου ναυτικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἶναι κακὸν νὰ δίδῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ χρῆμα αὑτοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, διότι ὑπέστη ἀτύχημα ἐκ σοβαρωτάτου, ἂν θέλητε, ἁμαρτήματος τοῦ κυβερνήτου τὸ πολεμικὸν ναυτικόν; Ταῦτα, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ὑπερβολαὶ καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη εὐρύτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρ’ ὅλην τὴν θλῖψιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται διὰ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα, οὐδαμῶς ἀποθαρρύνεται διὰ τὸ μέλλον τοῦ ναυτικοῦ μας, οὔτε ὑπὸ ἀπογοητεύσεως πρόκειται νὰ καταληφθῇ, οὔτε ὑπάρχει λόγος νὰ καταληφθῇ. Αἱ σπασμωδικαὶ αὗται ἐκδηλώσεις νευροπαθείας δὲν εἶναι ἐνδείξεις ὑγιοῦς ὀργανισμοῦ, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι αἱ σπασμωδικαὶ αὗται ἐνδείξεις προέρχονται ἐξ ὡρισμένων ἀτόμων, ὅτι δὲ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος μαθὼν τὴν πρώτην στιγμὴν ὅτι ὁ «Ἀβέρωφ» κατεστράφη ἐπαρουσίασε τὸ θέαμα ἑνὸς πενθοῦντος καὶ θρηνοῦντος λαοῦ, ἀξίου πάσης τιμῆς καὶ εὐλαβείας, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς ψυχικὰς καὶ σωματικὰς δυνάμεις ὑγιεῖς, μόλις ἔμαθεν ὅτι τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀθεράπευτον, ὅτι δὲν μένομεν ἄνευ τῆς μονάδος αὐτῆς τῆς ἐξαιρετικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι μετὰ ἕξ ἑβδομάδας θὰ ἔχωμεν πάλιν τὸ πλοῖόν μας, ὁ λαὸς οὗτος κατέστη ἤρεμος καὶ δὲν στενοχωρεῖται ὑπερμέτρως. Καὶ δὲν φρονῶ, ὅτι δι’ ἓν ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ ναυτικόν μας, πρέπει νὰ χάσωμεν ὅλας τὰς ἐλπίδας μας, οὐχὶ ἁπλῶς τὴν ἐλπίδα ἀλλὰ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μὲ τὴν ἐξυγίασιν τὴν γενικὴν θὰ ἐξυγιασθῶσι καὶ τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἔχουσι κατὰ πάντα ἄριστα (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς ἀκροατηρίοις). Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι τὸ ναυτικὸν ἡμῶν θέλει γίνει σὺν τῷ χρόνῳ, ταχέως μᾶλλον παρὰ ἀργά, ἄξιον ἐντελῶς τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει παρ’ αὐτοῦ ἡ πατρίς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐγειρόμενοι). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§247ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐγειρόμενοι). Νὰ διαλύσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί.
§249ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§250Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι Βουλευταί, νὰ συνεννοηθῶμεν. (Πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀπέρχονται τῆς αἰθούσης).
§252ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεπάθησε κατὰ πάντα τρόπον, ὥστε οὔτε μία λέξις νὰ μὴ διαφύγῃ τοῦ στόματος αὐτοῦ μὴ προσήκουσα. Ἐκεῖνο ὅμως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτακτική, ἀνάγκη ἀναπόφευκτος νὰ ἀποσταλῇ εἰς Ἀγγλίαν τὸ νεότευκτον ἐκεῖνο πλοῖον (διαμαρτυρίαι). Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, ἐσχηματίσατε ἀμέσως γνώμην καὶ ἀντίληψιν τί θέλω νὰ εἴπω; Τέλος πάντων ἠκούσατε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος ὑμῶν, δὲν ἔχετε ὅμως δικαίωμα νὰ ἀρνηθῆτε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα λέγομεν ταύτας μετὰ τοσαύτης προσοχῆς, μετὰ τοσαύτης στενοχωρίας, ὅπως μὴ εἴπωμέν τι πρὸ παντὸς διὰ τὴν Κυβέρνησιν δυσάρεστον. Δὲν εὑρίσκω, εἶπον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, ὅπως ἀποσταλῇ τὸ νεότευκτον ἐκεῖνο πλοῖον εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§253Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο νὰ ἀποσταλῇ;
§254ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω μάλιστα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν αἱ ἑξῆς σκέψεις: Ἀνετίθετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμῶν πλοῖον τριπλασίου μεγέθους περίπου ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον διῴκουν, πλοῖον δὲ ἄλλης κατασκευῆς. Οἱ μηχανικοὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν μηχανῶν διαφόρων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ κ. Δαμιανὸς ἦτο κατὰ τὸ 1898 κυβερνήτης ἄλλου θωρηκτοῦ, θωρηκτοῦ τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀπὸ δεκαετίας. Βεβαίως ἦσαν οἱ μηχανικοὶ ἡμῶν καὶ οἱ θερμασταὶ ἡμῶν εἰς τὰ θωρηκτά, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ἀλλὰ θωρηκτά, τῶν ὁποίων τριπλάσιον μέγεθος ἔχει τὸ σήμερον καὶ ἄλλης κατασκευῆς μηχανάς...
§255ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὔτε διπλάσιον δὲν εἶναι.
§256ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὑπερδιπλάσιον. 10,800 τόννων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέβαλεν ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιμέλειαν ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως σταθμίσῃ τὰ πράγματα. Ὑπαρχόντων δὲ τῶν λόγων τούτων καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἀναποφεύκτου ἀνάγκης δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ τὸ πλοῖον εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα βεβαίως δὲν ἀπευθύνω μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι παρέβη νόμον τινὰ ἢ καθῆκόν τι. Ἐκεῖνο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐξηναγκάσθην νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἀπόψε, εἶναι ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὸ πρᾶγμα ἡ Κυβέρνησις μὲ ἐντεταμένην προσοχήν, δὲν ἐστάθμισε τὰ πράγματα, δὲν συνέκρινε τὰ πράγματα πρὸς τὸ παρελθόν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπέμποντο νὰ χειρισθῶσι πλοῖον πολὺ μεγαλείτερον καὶ πολὺ διάφορον τῶν ἄλλων.
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις, παρακαλῶ. Τὸ πλοῖον, Κύριοι, δὲν τὸ ἐκάμομεν, ἵνα τὸ φυλάξωμεν εἰς κανὲν μουσεῖον· τὸ ἐκάμομεν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς διαφόρους ἀνάγκας, ὅτε δὲ τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν δὲν ἐδίστασε νὰ φέρῃ ἄλλα πλοῖα ἐκεῖθεν ὅπου κατεσκευάσθησαν, ὅτε κατεσκευάσθησαν τὰ τρία θωρηκτά, ὅπως τὸ ναυτικόν μας ἔφερε τὰ ἀντιτορπιλλικά, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσθησαν, ὅπως τὸ πλήρωμα τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἔφερε τὸ πλοῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τετραήμερον πλοῦν, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ διστάσω νὰ τὸ στείλω εἰς μακρότερον πλοῦν, καὶ βλέπετε ὅτι ὁ μακρὸς πλοῦς διεξήχθη αἰσίως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπῆλθε τὸ ἀτύχημα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου κ. Δαμιανοῦ. (Ἀναγινώσκει)...... Ὥστε βλέπετε ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ διὰ τὸν πλοῦν δαπάνη ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον ἀσκήσεως· διατί νὰ μὴ γίνῃ ὁ πλοῦς αὐτὸς ὀλίγον μακρότερος, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ κατορθώσῃ τὸ πλοῖον νὰ παραλάβῃ ὅλα τὰ πυρομαχικά, τὰ ὁποῖα διὰ πολὺ μεγάλων ναύλων ὠφείλομεν νὰ μεταφέρωμεν;
§258Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ πλοιάρχου κ. Δαμιανοῦ.
§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§260Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πρέπει νὰ παραμείνωμεν. (Θόρυβος).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, παρακαλῶ, ἵνα ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἀναβάλλεται δὲ ἡ συνεδρίασις καὶ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Δευτέραν).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Π. Καμπάνη, Γ. Γαϊτάνου καὶ Λ. Ἐμπειρίκου ὑποβάλλεται προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἐμ. Κυταριόλου ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὑπὸ τῆς βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμύλων ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις αὐτῆς, τυποθησωμένη πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς αὔριον παραμένει οἵα καὶ σήμερον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.)