1911.05.31
3,020 rows · 22,861 words · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101.
τῆς 31 Μαΐου 1911
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 6 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν).
Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ Ριζοσπαστικὸς Σύλλογος Ναυπάκτου ἐκφράζει εὐγνωμοσύνην τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος· 2) Ὁ ἐξ Ἀντικυθήρων εἰδικὸς Ἀντιπρόεδρος Γ. Γαλανάκης παρακαλεῖ ὅπως συστηθῇ τῷ τελώνῃ Κυθήρων νὰ μὴ φορολογῇ τὸ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ἔλαιον, ἐκ Κυθήρων εἰσαγόμενον· 3) Ὁ Δ. Καρρᾶς ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης τοῦ υἱοῦ του Σπυρίδωνος ἢ ἀπονομὴν Β. χάριτος· 4) Οἱ κάτοικοι Σκλήθρων ζητοῦσι ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου περὶ ἀμβύκων· 5) Οἱ κάτοικοι Ἀγγελοκάστρου τῆς Σολυγείας αἰτοῦνται ἀπαλλαγὴν φόρου ἀμπέλων· 6) Κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας αἰτοῦνται προαγωγὴν τῶν ἐφίππων χωροφυλάκων Ι. Κανελλίδου, Κ. Μπαγιατάκη καὶ Α. Κωστοπούλου· 7) Οἱ καπνεργάται Ζακύνθου ζητοῦσι φορολογίαν μηχανοποιήτων σιγαρέτων· 8) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρδίτσης κηρύσεται ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων· 9) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαρίσης ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἑταιρεία σιδηροδρόμων Θεσσαλίας ἐξυπηρετεῖ ἄριστα τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας· 10) Ὁ Σύλλογος εἰσαγωγικοῦ Ἐμπορίου Πατρῶν ζητεῖ διακανονισμὸν τῆς πωλήσεως φαρμάκων τῶν ἐμπόρων· 11) Οἱ κάτοικοι Ἁγίου Μάρκου τῆς Κερκύρας αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κερκύρας· 12) Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου Καβασίλων «Ἅγιος Γεώργιος» αἰτεῖται τὴν ἵδρυσιν Ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ ἐν Καβασίλοις, ἀποστολὴν δὲ μηχανικοῦ πρὸς σύνταξιν σχεδίου κατασκευῆς ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν τοῦ Πηνειοῦ· 13) Οἱ κάτοικοι Ἁγίου Κωνσταντίνου τῆς Λοκρίδος παρακαλοῦσιν ὅπως ὁ ναός των καταστῇ ἐνοριακός· 14) Ὁ Σύλλογος «Ἅγιος Γεώργιος» τῆς Ἀραγωζάνης, ζητεῖ ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Καφετζοπούλου περὶ παροχῆς προνομίου ἐφευρέσεως τῆς ζακχαροποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς τὸν κ. Τασσόπουλον. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κλάδης ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινῶν μέτρων. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς μικρῶν ποινῶν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως εἰς χρηματικὰς» καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 331 καὶ 332 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Ὁ κ. Π. Μαυρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας ὡς καὶ ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς. Ὁ κ. Π. Μαυρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβατικοῦ τόκου τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας». Ὁ κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους». Ὁ κ. Μ. Βαλληνδρᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας Νόμου». Πάντα ταῦτα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ). Ἐγκρίνεται μετὰ τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅπως παραχωρηθῇ ἑνὸς μηνὸς ἄδεια ἀπουσίας διὰ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸν βουλευτὴν Λακωνίας κ. Π. Μαυρομιχάλην. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§2ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε. Ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν εἶναι ὀλίγος, καὶ ἐν τούτοις παρατηρῶ ὅτι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν ἀναγράφονται ποσῶς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγίστην σπουδαιότητα, οἷα φέρ’ εἰπεῖν, εἶναι τὰ γεωργικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν τύχην καὶ κατάστασιν ἐν γένει τῶν γεωργικῶν τάξεων. Ἐπίσης παρετήρησα ὅτι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια εὑρίσκονται σχεδὸν εἰς τὸν πυθμένα τῆς Ἡμερησίας διατάξεως, τὸ δὲ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι μέχρι σήμερον ἀκόμη δὲν ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς δὲ μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ἔκθεσιν ταύτην θὰ ὑποβάλῃ τοὐλάχιστον μετὰ 15 ἡμέρας. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων καὶ χρησίμων καὶ τῶν σπουδαίων αὐτῶν νομοσχεδίων, τῶν γεωργικῶν τουτέστι καὶ τῶν φορολογικῶν, ὡς καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι σκόπιμον θὰ ἦτο καὶ χρήσιμον νὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ τῆς 10ης ὥρας τῆς πρωΐας, αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ λυσιτελέστερον.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά.
§4ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ναί. Ἀλλὰ οὕτω δὲν θὰ τελειώσωμεν οὔτε τὸν Ἰούλιον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν».
§6Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι Βουλευταί, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ ὑποβάλω μερικὰς συστάσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπουσιάζοντα τὴν στιγμὴν ταύτην δυστυχῶς. Αἱ συστάσεις μου εἶναι συστάσεις καὶ ἄλλων συναδέλφων καὶ ἀφεώρων τὴν λῆψιν προληπτικῶν μέτρων ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν περιουσιῶν, κατὰ τὸ μεταβατικὸν διάστημα, τὸ μεταξὺ τῆς ἰσχύος τοῦ νῦν δημοτικοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον θὰ καθιερώσῃ ὁ ψηφισθησόμενος δημοτικὸς νόμος. Αἱ συστάσεις μου αὗται ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν σκόπιμοι καὶ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐξέφραζεν οὗτος τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ὑπεβάλλομεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν ἠκούσαμεν ἀκόμη.
§7Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε· ἀκριβῶς ἐδήλωσα προχθὲς ὅτι, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, θὰ προέλθω εἰς δηλώσεις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ θὰ ὑποβάλω τροποποίησιν, συνεννοούμενος πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ψήφισις μέχρι τοῦ Σαββάτου.
§8Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελα νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀναβολήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ (3556) τῆς 11 Φεβρουαρίου 1910 περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου.
§10Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ στρατιωτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει τεθῇ παρ’ ἡμῖν εἰς ἐφαρμογήν, ἐμφανίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 1, διότι ἀναποσπάστως τὰ δύο ἄρθρα εἶναι ἐξεταστέα. Ἐν τούτοις μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6, ὅπερ λέγει· «Αἱ ἕνεκα τοιούτων μεταβολῶν τῆς συνθέσεως ἐπαυξήσεις δαπανῶν ὑπὲρ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνονται δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων». Ὡς εἶναι πᾶσιν ἡμῖν γνωστόν, Κύριοι, αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ζητοῦνται δι’ ἀνάγκας ἐπιβληθείσας ἐκ τῶν πραγμάτων ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ὡς εἷς γενικὸς κανὼν τοῦ λογιστικοῦ μας συστήματος, τὸν ὁποῖον ἐν τούτῳ ἀνατρέπει ἡ διάταξις αὕτη. Πάντες ἐποθήσαμεν καὶ ποθοῦμεν τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι συμβαίνει πολλάκις οἱ ἡγούμενοι ὑπηρεσιῶν τινῶν νὰ καταλαμβάνωνται ὑπὸ ὑπερμέτρου φιλοδοξίας καὶ φιλοτιμίας, ἀλλὰ καὶ ζήλου, εὐλόγου ἔστω ἐν πολλοῖς, ὥστε νὰ προβαίνωσιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἐπακριβῶς καὶ ὅσον πρέπει ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Εἶναι ἑπόμενον καὶ αὐτὴ ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλοτιμία, ὁ ζῆλος, ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὸ καθῆκον νὰ παρασύρωσιν ὅπως δήποτε καὶ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι σημείου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπον ἴσως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Λέγω ταῦτα καὶ ἐγὼ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι βεβαιότατα ἐκαλέσαμεν τὴν ξένην ἀποστολήν, τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, ἐκ τῆς δράσεως, τῆς ὁποίας πάντες εἴμεθα μέχρι τοῦ νῦν ἐνθουσιασμένοι, ὅπως βελτιώσῃ τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἀλλ’ εἴπομεν καὶ θὰ λέγωμεν πρὸς αὐτοὺς πάντοτε, ἵνα πράξωσιν οὐχὶ πᾶν ὅ,τι ἂν ἐκεῖνοι ἔχωσιν ἐν τῷ νῷ καὶ δύνανται νὰ πράξωσιν, ἀλλ’ ὅ,τι ἂν ἐπιτρέπωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἐὰν ὅμως μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται πάντα ταῦτα καὶ νὰ ἐπεκτείνωνται πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι διαγραπτέα. Ἡ Κυβέρνησις συντάσσουσα τὸν προϋπολογισμόν της καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ, ἑπομένως καὶ τὸ σύνολον εἰδικῶς τῆς στρατιωτικῆς της πολιτικῆς, θὰ ἀναγράφῃ ἑκάστοτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μίαν δαπάνην ἀνάλογον πρὸς τὴν δύναμιν τῶν οἰκονομικῶν μας, πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 1 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καί, ἂν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλῃ νὰ γίνωσι καί τινες δαπάναι πέραν τῶν προϋπολογιζομένων, θὰ ζητῆται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, κατὰ τὴν κειμένην διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς εἰδικῆς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἥτις εἶναι δυνατὸν ὑπὸ ἕνα στρατιωτικὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ ζῆλον ὑπέρμετρον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, νὰ παρασύρῃ τὸ Κράτος εἰς δαπάνας μὴ ἐπιτρεπομένας αὐτῷ. Δὲν εὑρίσκω, ἑπομένως, εὔλογον τὴν ἐξαίρεσιν τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, δὲν εὑρίσκω εὔλογον νὰ προβαίνῃ εἰς δαπάνας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ ἀποστολὴ ἡ στρατιωτική, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ Προϋπολογισμός, δὲν εὑρίσκω εὔλογον, νὰ παράσχωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἄδειαν πρὸς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, ὅλοι θέλομεν δαπάνας ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ὑπεράνω καὶ τῶν δυνάμεών μας. Ἀλλὰ τέλος πάντων, αὐτοὶ οἱ πόθοι μας κἄπου πρέπει νὰ σταματήσωσι, διότι νομίζω, τοιαῦται διατάξεις ὅτι δύνανται νὰ μᾶς σύρωσι πέραν τῶν προσηκόντων ὁρίων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ 8 ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
§13Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει σκοπὸν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν ψήφισιν. Θὰ ἀναβάλω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν ἀγόρευσίν μου διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦδε, νὰ δηλώσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει διατάξεις προσωπικάς, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τόσον ταχέως, καθ’ ὅσον μᾶς εὑρίσκει ἐντελῶς ἀπαρασκεύους, λόγῳ τῆς σειρᾶς ἣν εἶχεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ὁλόκληρος ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, ζητήματα μεταθέσεως, προβιβασμοῦ, προσωπικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖοι εἰσεχώρησαν εἰς τὰ τελευταῖα ἄρθρα πρὸς ἱκανοποίησιν ὡρισμένων προσώπων. Δηλῶ λοιπὸν ὅτι θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἤμην ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως. (Γίνεται μετὰ τοῦτο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, καθὼς καὶ τὸ 9). Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
§14ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 10ον παράγραφος 18 λέγεται: (Ἀναγινώσκει) «οὗτοι ἀντικαθίστανται ἐν εἰρήνῃ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένου διὰ τὰς διαχειρίσεις ταύτας χρόνου ὑπηρεσίας» καὶ ἀκολούθως εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον ὁρίζεται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῆς διαχειρίσεως, ἀλλὰ δὲν ὁρίζεται ἐὰν μετὰ ἕνα μῆνα εἶναι δυνατὸν καὶ πάλιν νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὲν ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς διασαφήσεως, ὅτι δηλ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ καὶ αὖθις εἰς αὐτὸν...
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατάχρησις θὰ ἦτο αὐτό.
§16Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατάχρησις θὰ εἶναι, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος δὲν μᾶς ἀπαγορεύει νὰ ὑποπτεύωμεν καταχρήσεις.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω σημείωσιν.
§18Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς γενικωτέραν πλέον παρατήρησιν. Δὲν διστάζω νὰ δηλώσω ὅτι διαφωνῶ ὁλοκλήρως καὶ ῥιζικῶς ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῶν μονίμων ἀνθυπασπιστῶν. Χωρὶς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ κερδίζῃ τι, προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, βλάπτεται δὲ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία σπουδαίως κατὰ τὴν γνώμην μου.
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν γίνεται νέα διάταξις· εἶναι ἁπλῆ ἐπανάληψις τῆς ὑπαρχούσης.
§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ἐὰν εἶναι δυνατόν, δι’ αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῶν μονίμων ἀνθυπασπιστῶν, ἀλλὰ βλάπτεται, λέγω, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία σπουδαίως, παρεμποδίζεται ἡ τελειοτέρα ἐκπαίδευσις ὑπὸ ἔποψιν πρακτικὴν τῶν νέων ἀξιωματικῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν σχολῶν, οἵτινες πολὺ βιάζονται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Τὸ ὅτι δὲν κερδαίνει τὸ ἐλάχιστον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀρκεῖ νὰ πείσῃ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου· ὅτι θίγεται ἡ φιλοτιμία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύεται νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς ἕνα οἱονδήποτε ἀνώτερον βαθμὸν ἀξιωματικοῦ, ἐπίσης καὶ περὶ τούτου πείθει ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ διατί βλάπτεται καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία; Διότι, ὅστις ἐξ ὑμῶν ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατὸν γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι οἱ μᾶλλον ἀποτυγχάνοντες κατὰ κανόνα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων καὶ χρεῶν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ ὑπολοχαγοῦ, εἶναι κατὰ κανόνα ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τύχει εὐρυτέρας θεωρητικῆς μορφώσεως, οἱ κάλλιστοι δὲ βαθμοφόροι εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας εἶναι οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, ἀπὸ τὴν μακρὰν ἐφαρμογήν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν, ὅτι ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ οἱ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοὶ ὅταν τύχῃ νὰ ἔχωσιν ὁπωσδήποτε καὶ μόρφωσίν τινα, καὶ ἔχουσι πάντες σήμερον καὶ νοημοσύνην τινά, εἶναι οἱ κάλλιστοι πάντων, διότι καὶ ἡ πεῖρα ἄλλως τε ἡ καθολική, διδάσκει ὅτι οἱ εὐρυτέρας τυχόντες μορφώσεως καὶ δὲν καταδέχονται κἂν νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας· οἱ δὲ βαθμοὶ ἐκεῖνοι ἀπαιτοῦν ἀπασχόλησιν κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰς λεπτομερείας, δεξιότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, ἂν μὴ εὐσυνείδητον, πάντως ὑποσυνείδητον, μίαν δεξιότητα μηχανικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ὁ νεαρὸς ἀξιωματικός, ὁ ἄρτι ἐξελθὼν τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου, ὁ ἔχων ἀκόμη τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ πλήρη ἐκ τῶν διαφορικῶν ὑπολογισμῶν καὶ τῶν προβλημάτων τῆς μηχανικῆς. Φαντασθῆτε πόσον ὀλιγώτερον θὰ προκόψῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, πόσον ὀλιγώτερον θὰ καταρτισθῇ εἰς τὸ νὰ καταστῇ κατάλληλος ἀξιωματικός, ὅταν καὶ ἐπὶ μᾶλλον ὠθῆται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὸ νὰ βιάζηται πότε ν’ ἀνέλθῃ εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ἑπομένως καὶ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπέρχεται βλάβη καὶ ζημία, διότι δὲν ἔχει τοὺς καλλίστους ἀξιωματικούς, διὰ τοῦ χρόνου γινομένους καλούς, ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγούς, καὶ διότι δὲν παρέχεται ἡ εὐκαιρία εἰς τοὺς θεωρητικῶς κατὰ πάντα κατηρτισμένους ἀξιωματικούς, τοὺς προερχομένους ἐκ τῶν σχολῶν, νὰ ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ ὀνειροπολῶσι τὰς ἀνωτέρας βαθμίδας, τὰς ὁποίας τόσον ταχέως νεώτατοι ἀναβαίνουσι. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, παρεχομένης τῆς εὐκαιρίας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ θεσμὸς περὶ τῶν μονίμων ἀνθυπασπιστῶν ἔπρεπε νὰ λείψῃ ὁλοτελῶς, καὶ περισσότερον νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀνάγκη ἡ στρατιωτική, ὄχι μόνον ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἱκανοποίησις τῆς φιλοτιμίας, ἡ ἀνάγκη, λέγω, ἡ στρατιωτικὴ ἀκόμη, ἵνα καὶ μέχρι τῆς βαθμίδος τοῦ λοχαγοῦ προβιβάζωνται οἱ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον σήμερον εἶναι τελειόφοιτοι τῶν γυμνασίων, εἶναι φοιτηταί, οἵτινες ὡς ἔχοντες καὶ ἐφόδια μακρᾶς πείρας ὡς κατώτεροι ἀξιωματικοὶ εἶναι οἱ κάλλιστοι πάντων κατὰ κανόνα.
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ γίνῃ σκοπιμωτέρα διαρρύθμισις τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἰδίως τοῦ ἄρθρου 8ου, αἵτινες συγκεφαλαιοῦνται εἰς ὀκτὼ ὅλας σελίδας. Ἐκ τούτου καὶ μόνου ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ παρεπέμπετο τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτό, διότι εἶναι ἀτελὲς καὶ ἀσαφές, καὶ νὰ ἐξοβελίσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου παραγράφους ὁλοκλήρους, οἵτινες κακῶς ἔχουσι τεθῇ ἐν αὐτῷ, ἀφοῦ εἶναι ἐπανάληψις διατάξεων ἐν τῷ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ·
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀντιγραφὴ αὐτῶν κατὰ τὸ πλεῖστον.
§23Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἄλλως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου, ὥστε νὰ ἀποδίδεται σαφέστερον τὸ νόημα αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ προκαταβολικῶς νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, ἵνα λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν. Ἐν πρώτοις ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8, ἐν σελίδι 5, θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἀνάγκη εἶναι νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 8 «Πᾶσα τοποθέτησις, μετάθεσις ἢ ἀπόσπασις ἀξιωματικοῦ εἰς οἱανδήποτε θέσιν προβλεπομένην ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων ἢ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν Βασ. Διαταγμάτων ἐνεργεῖται διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ ἡ περὶ τοποθετήσεως, μεταβάσεως ἢ ἀποσπάσεως διαταγὴ αὐτοῦ πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ συμβουλίου». Ἀλλ’ ἐκ τοῦ παρελθόντος γνωρίζομεν ὅτι ἀλλεπάλληλοι δυσχέρειαι ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ ἀνωτέρου συμβουλίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐνεστῶσα, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῇ τὸν νόμον, ἵνα ἀποφύγῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, ἕνεκα τοῦ ἀδυνάτου τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνωτέρου συμβουλίου.
§24Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ ἵδρυσις τοῦ ἐκτάκτου συμβουλίου.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς.
§26Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνάγκη εἶναι νὰ προστεθῇ διάταξις περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν διοικητῶν τῶν μεραρχιῶν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συγκρότησις τοῦ συμβουλίου εἰς πᾶσαν περίπτωσιν.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 7 παράγραφος πρώτη ὑπάρχει τρόπος, ὥστε νὰ καθίσταται εὔκολος ἡ συγκρότησις.
§28Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ διέλαθεν ἡ παράγραφος, περὶ τῆς ὁποίας μοὶ ὁμιλεῖτε· ἀλλ’ ὡς ἔχει διατυπωθῆ, ἔχει ἄλλην ἔννοιαν καὶ ἄλλον σκοπόν, διότι ἡ πρώτη παράγραφος ὁμιλεῖ ἐν γένει περὶ τοποθετήσεως, περὶ μετακινήσεως ἢ ἀποσπάσεως, δὲν ὁμιλεῖ δὲ περὶ τῶν περιπτώσεων τούτων ἡ παράγραφος ἡ ἐν σελίδι 7.
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰς ὀνομάζει διὰ μιᾶς λέξεως, διὰ τῆς λέξεως «μετακίνησις».
§30Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπος ἡ καθιέρωσις τῆς ἀναπληρώσεως τῶν μεράρχων ἐν περιπτώσει κωλύματος αὐτῶν. Εἰς τὴν σελίδα 6 παρατηροῦμεν ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαιτεῖται ἡ πρότασις τοῦ Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν τοποθέτησιν, μετάθεσιν ἢ ἀπόσπασιν ἀξιωματικῶν ἢ ἀνθυπασπιστῶν εἰς τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς θέσεις τῶν ἀντιστρατήγων καὶ ὑποστρατήγων τῶν Διοικητῶν μεραρχιῶν, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, τῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ, τοῦ Διοικητοῦ τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τοῦ Φρουράρχου Ἀθηνῶν κλπ. τοῦτο εἶναι ἐν μέρει εὐλογώτατον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείεται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκλέγῃ τοὺς συνεργάτας του, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ περαιτέρω τὸ νομοσχέδιον καὶ περιλαμβάνει «ὡς μὴ ὑπαγομένας εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν στρατιωτικῶν συμβουλίων τὰς θέσεις τῶν ἀντιστρατήγων, ὑποστρατήγων κλπ». ἤτοι καὶ πλείστας ἄλλας θέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ μὴ ἐξαιρῶνται κατὰ δίκαιον λόγον ἀπὸ τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον. Ἔκαμε τὴν ἐξαίρεσιν τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν ἐκλογὴν τῶν συνεργατῶν αὐτοῦ· καὶ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν εὐλόγως κάμνει καὶ διὰ τὸν φρούραρχον Ἀθηνῶν, διότι ἡ θέσις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν γνώμην τοῦ στρατιωτικοῦ συμβουλίου. Αἱ θέσεις ὅμως τῶν διοικητῶν μεραρχιῶν, αἱ θέσεις τῶν ἀντιστρατήγων, οἱ ὁποῖοι θὰ διοικήσουν τὸν στρατὸν ἐν περιπτώσει πολέμου, πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἀναγκαῖον θὰ ἦτο, ἵνα ἀπητεῖτο ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτέρου συμβουλίου, ἢ τοὐλάχιστον ἡ γνώμη τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι προωρισμένος νὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν ἐν περιπτώσει πολέμου. Δὲν δύναται δὲ ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ προωρισμένος διὰ τοιοῦτον ἐθνικὸν σκοπόν, νὰ γνωρίζῃ πῶς ἔχουσι τὰ τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν προτάσεων πρὸς τοποθέτησιν. Εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις ὁρίζουσα ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἀποσπάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν πρὸς αὔξησιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῶν σωμάτων ἀποσπωμένων, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀποσπώμενοι, ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματα ἐξ ὧν ἐλήφθησαν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἑπομένην παράγραφον ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἡ ἐπάνοδος τῶν ἀποσπωμένων εἰς τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ γίνηται εἰς τὰ σώματα ἐξ ὧν ἀπεσπάσθησαν οὗτοι. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, μολονότι ἔχομεν τρία συντάγματα πυροβολικοῦ, ἔχομεν 11 συνταγματάρχας τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἔχομεν 9 συνταγματάρχας τοῦ μηχανικοῦ, ἐνῷ ἔχομεν μόνον τρία τάγματα τοῦ ὅπλου τούτου, τὸ δὲ παραδοξότερον εἶναι ὅτι τὸ ἐν Λαρίσῃ σύνταγμα πυροβολικοῦ διοικεῖ ταγματάρχης, ὅλοι δὲ οἱ συνταγματάρχαι, — καὶ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, — ἀσχολοῦνται εἰς τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ὀρθὸν θὰ ἦτο ἵνα ὁρισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἐπάνοδος τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν εἰς τὰ σώματα καὶ εἰς τὰ ὅπλα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσιν. Εἰς τὴν σελίδα 7 ὁρίζεται ὅτι· «ἐν περιπτώσει διασαλεύσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, δύναται διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἄνευ προτάσεως τοῦ συμβουλίου νὰ διαταχθῇ ἡ μετάθεσις ἢ ἀπόσπασις διοικητῶν σωμάτων ἢ διευθυντῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων ἢ ὑπηρεσιῶν.» Πρέπει δέ, νομίζω, νὰ προσδιορισθῇ σαφέστερον ἡ περίπτωσις τῆς ἀνάγκης ταύτης, διότι ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ προληπτικὸν τοῦτο μέτρον ἐμπνέει δυσπιστίας. Δὲν ἐννοῶ, ταῦτα λέγων, νὰ μεμφθῶ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν ἢ νὰ ἐκφράσω φόβους ὅτι θέλει κάμει κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἀλλὰ θέλω νὰ προληφθῇ εἰς τὸ μέλλον κίνδυνος καταχρήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ ἐπεθύμουν διὰ τοῦτο νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ τοιαύτη διάταξις τῆς παραγράφου, τῆς ἀφορώσης τὴν ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου μετακίνησιν ἀξιωματικῶν διοικητῶν σωμάτων. Διότι ἡ περίπτωσις διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ εἶναι ἔκφρασις τόσον ἀσαφὴς καὶ τόσον ἀβεβαία, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ μέσον εἰς τὰς χεῖρας Ὑπουργοῦ μὴ σεβομένου τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ θέλοντος νὰ κερδοσκοπήσῃ κομματικῶς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ὥστε νομιμοφανῶς νὰ μετακινῇ τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἀντὶ νὰ ζημιώνῃ διὰ τῆς τοιαύτης μετακινήσεως τοὐναντίον νὰ ὠφελῇ αὐτούς, χαριζόμενος εἰς τοὺς οὕτω μετακινουμένους. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον ἵνα ἡ περίπτωσις προσδιορισθῇ σαφέστερον καὶ ὡς ἑξῆς: «Εἰς περίπτωσιν διασαλεύσεως τῆς τάξεως ἐκδηλουμένης διὰ πράξεων ἀντιπειθαρχικῶν ὁμάδος ἢ ὁμάδων στρατιωτικῶν.»
§31Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τότε πλέον εἶναι στάσις.
§32Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ διὰ πρᾶξιν ἑνὸς καὶ μόνου ὁπλίτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ διασαλεύσεως τῆς πειθαρχίας, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς διὰ τοιούτων ὁμαδικῶν ἐκδηλώσεων διασαλεύσεως τῆς τάξεως, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἴδομεν τοιαῦτα γεγονότα καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἀλλαχοῦ, εἴδομεν τοιαύτας ὁμαδικὰς ἐκδηλώσεις ἐκ μέρους ἀξιωματικῶν. Τότε ἀληθῶς ὑπάρχει ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον, καὶ θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα ἄνευ προτάσεως τοῦ συμβουλίου μετακινήσῃ ἀξιωματικόν. Περαιτέρω, ἐν σελίδι 9, βλέπομεν καθιέρωσιν δικαιώματος, ἥτις εἰς χεῖρας Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μὴ ἔχοντος ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα βαρύνουσιν αὐτόν, δύναται ν’ ἀποβῇ ὀλεθρία διὰ τὸ στράτευμα, διότι καθιερώνει καὶ νομιμοποιεῖ τὴν ἐνδεχομένην αὐθαιρεσίαν καὶ τὰς παρ’ ἀξίαν χαριστικὰς πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ ὑπὲρ ἀξιωματικῶν εὐνοουμένων, ἐνῷ πρὸ πολλοῦ ἤδη τὰ τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἔχουσιν οὕτω προσδιορισθῇ, ὥστε ἡ ἀποκέντρωσις εἰσήχθη εἰς τὸν στρατὸν καὶ παράπονα ἐπὶ ἀδικημάτων ἐν τῇ κρίσει περὶ τῶν προβιβασμῶν δὲν ὑπάρχουσιν, καὶ ἐὰν ὑπάρχωσι, δὲν θεωροῦνται βάσιμα. Ἐν τούτοις ἡ τάξις ἡ κρατοῦσα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμούς, ἀνατρέπεται διὰ τῆς διατάξεως τῆς δευτέρας παραγράφου τῆς σελίδος 9, διότι δίδεται αὐτοτελὲς δικαίωμα προβιβασμοῦ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον· «Εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου συνταχθέντας πίνακας προβιβασμοῦ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐγγράφει τοὺς ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντας ἀξιωματικούς, τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Βασιλοπαίδων ὑπηρετοῦντας καὶ τοὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, τῷ Στρατιωτικῷ Λογιστηρίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις τμηματάρχας ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι κρίνωνται ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἔχοντες τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ ἰδιότητας πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα.» Τοιαύτη διάταξις ἀνατρέπει τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, τῆς ἀφορώσης τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Βασιλοπαίδων, εἴτε ἐν ἄλλῃ τινὶ ὑπηρεσίᾳ ἐκ τῶν καθοριζομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατελοῦντες, δὲν θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν γνώμην τῶς Ἐπιθεωρητῶν καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ συμβουλίου. Τοιαύτη τακτικὴ δὲν θὰ προεκάλει παράπονα, ἐνῷ ἡ ἀντίθετος τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ καὶ καταχρήσεις καὶ θὰ προεκάλει καὶ παράπονα, τὰ ὁποῖα καὶ εὔλογα ἀκόμη ἂν μὴ ἤθελον ὑποτεθῆ, θὰ ἐκρίνοντο ὅμως ὡς εὔλογα ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατεύματος. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω. Ἀλλ’ εἶναι πολλαπλαῖ αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο καταλήγων τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἐντελλομένην παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα συντόμως περατώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, διαρρυθμίζουσα τὸ νομοσχέδιον ὡς θὰ κρίνῃ αὕτη καλόν, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι καὶ κατὰ τὴν τρίτην θὰ ἐξονυχισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅσον εἶναι δυνατόν. Ἑπομένως θεωρῶ περιττὴν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μέρμηγκας ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ εἰδικῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ περικοπῆς τινος, ἥτις ὑπάρχει κατὰ τὸ τέλος τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν: (Ἀναγινώσκει). «Ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ ἡ νενομισμένη θέσις Γενικοῦ Ἀρχιάτρου, προέδρου τῆς Ἀνωτάτης τοῦ στρατοῦ Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς......» Καὶ πρῶτον, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἡ παρεμβολὴ τῆς διατάξεως ταύτης ὑπομιμνήσκει τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατωρθοῦτο ἵνα διὰ τοιαύτης, οἱονεὶ λαθραίας, παρεμβολῆς ψηφίζωνται διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετυγχάνετο τὸ ποθούμενον. Ἀλλ’ ὅπως γίνῃ νέα παροχὴ βαθμοῦ τινος ἢ προσθήκη θέσεως, ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ ἓν τῶν δύο, ἢ ἀνάγκη ὑπηρεσιακή, ἢ λόγος δικαίας ἀμοιβῆς. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπηρεσιακὴ ἵνα ὁ ἀρχίατρος ὀνομασθῇ γενικὸς ἀρχίατρος; Ἢ μήπως ὑπάρχουν λόγοι ἀμοιβῆς δι’ ἐκείνους, οἵτινες διηύθυναν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην μέχρι τοῦδε; Δύνανται οὗτοι νὰ ἔχωσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς Πολιτείας; Ἀνάγκη ὅπως ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους εἰς τοῦτο, ὅτι παρῆλθον αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας κατωρθοῦτο νὰ λαμβάνωνται κατὰ τρόπον τοιοῦτον αἱ παροχαὶ ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἀνάγκη νὰ μάθωσιν οὗτοι ὅτι μία λάμψις ὑπάρχει πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἀποβλέπωσιν οἱ ὑπηρέται τοῦ Κράτους, ἡ λάμψις ἡ ἐκ τῆς προαγωγῆς τοῦ ἔργου καὶ ὄχι ἡ λάμψις ἐκ τῶν γαλονίων καὶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀστὴρ ὅστις πρέπει νὰ ὁδηγῇ τὰ βλέμματα καὶ τὰ βήματα αὐτῶν, εἶναι ὁ ἀστὴρ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος καὶ ὄχι ὁ ἀστὴρ τοῦ περιλαιμίου των. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τοῦ Κράτους, διατρανοῦντες ἐν παντὶ καὶ πάντοτε τὴν ἑαυτῶν ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκαν νὰ περιέλθῃ εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθεν, ἐμπνέονται ἐν τούτοις καὶ πληροῦνται ἐνθέου πυρὸς ἅμα ὡς ἴδωσιν ὑποφώσκοντα τὸν ἀστέρα τοῦ προβιβασμοῦ των. Ποῦ ἐκρύπτετο ἡ τοσαύτη αὐτῶν προθυμία καὶ ἱκανότης, οἵαν ἀνέπτυξαν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ προβιβασμοῦ των; Ἐὰν πολλοστημόριον μόνον τῆς δραστηριότητός των ταύτης κατέβαλλον πρὸς προαγωγὴν τῶν ἑαυτῶν ἔργων, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τῶν ὑπηρεσιῶν ἡμῶν τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν ξενικὴν ὀργάνωσιν καὶ διοίκησιν. Ἡ ὀργὴ ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἐπαυξάνει ἔτι μᾶλλον, ὅταν βλέπωμεν τὴν συστηματικὴν ταύτην ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἀποκλειστικὸν καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει τὴν ἅλωσιν θέσεων. Ὑπῆρξέ τι μέχρι τοῦδε, ὅπερ δὲν ἐχρησιμοποιήθη ὑπὸ τῶν ἐπιμόνων τούτων ἀπαιτητῶν; Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀπαισίας μνήμης παρελθόντος ἡ ἐνέργεια αὐτῶν πᾶσα ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐχρησιμοποιήθη ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ἐζητήθη κατ’ αὐτὴν καὶ ἐπετεύχθη νὰ ψηφισθῶσι νόμοι, μόνον καὶ μόνον πρὸς αὔξησιν θέσεων καὶ βαθμῶν. Ἡμεῖς, ὡς πιστοὶ ὀπαδοὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχομεν καθῆκον νὰ προφυλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πάσης τοιαύτης ἐπιβούλου ἐνεργείας. Ὀλίσθημα τοιοῦτο ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι, μέλλει πάντοτε νὰ φέρῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ὑπῆρξα πάντοτε κῆρυξ διαπρύσιος τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶν ἔθνος σεβόμενον ἑαυτό, ὅπως ἀμείβῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος ἀφιεροῦσι τὴν ἑαυτῶν ζωήν· καὶ δὲν ὑπάρχει τι μᾶλλον ἐθνοκτόνον ἢ τὸ παραβλέπειν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀτόμων. Ὅτε ἄλλοτε ἔγραψα νεκρολογίαν εἰς ἄνδρα ἀποτελέσαντα ἐπιστημονικὴν κορυφὴν ἄλλου Κράτους μεγάλου, καὶ ἐνδόξου ἐσημείωσα ὅτι ὁ πλοῦτος τοῦ Κράτους ἐκείνου εἰς ἄνδρας τοιούτους ὀφείλεται χάρις εἰς τὴν φροντίδα τὴν ἄγρυπνον, μεθ’ ἧς ἡ πατρὶς ἐκείνη σπεύδει, ὅπως πάντοτε τιμᾷ καὶ ἐνθαρρύνῃ πᾶν ἐκλεκτὸν ἑαυτῆς τέκνον. Ὅσον ὅμως ἀφ’ ἑνὸς λυπηρὸν ὅτι παρορᾶται ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς δικαίας ἀμοιβῆς, τοσούτῳ ἀφ’ ἑτέρου λυπηρότερον τὸ θέαμα τῆς προσπαθείας πρὸς ἀμοιβὴν ἀνθρώπων, οἵτινες τὸ ἑαυτῶν ἔργον ὑπεβίβασαν ἀντὶ νὰ προαγάγωσι. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη τῶν ὑπηρεσιῶν ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ξένους ὀργανωτάς. Καίτοι δ’ ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατο ἡ Πατρὶς νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν ἑαυτῆς τέκνων τοὺς δυναμένους νὰ διευθύνωσι τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πάντως, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τοῦτο ἀναγκαῖον, ἔπρεπε, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῶν ξένων διοικητῶν ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς νέας ταύτης θέσεως.
§36Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; Μετέχουν εἰς τὰ γυμνάσια οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί;
§37Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πῶς ὄχι;
§38Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Γίνεται ἐκπαίδευτις ἐκ μέρους τῆς ξένης ἀποστολῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον;
§39Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πρέπει νὰ γίνηται.
§40Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἄλλο ἂν πρέπει.
§41Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἡ ἀγανάκτησις ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, δὲν στρέφεται τοσοῦτον κατ’ αὐτῶν, ὡς ἀτόμων, διότι ταῦτα μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὡς παιδαγωγῶν τῆς νεωτέρας γενεᾶς, τὴν ὁποίαν οὗτοι ποδηγετοῦσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύηται ὑπ’ αὐτῆς ὅτι εἷς ὑπάρχει σκοπὸς καὶ προορισμός, ὁ τῆς ἀποκτήσεως θέσεων καὶ βαθμῶν. Πᾶσα ἰδέα περὶ καθήκοντος καὶ ἐπιστήμης παρορᾶται ὑπ’ αὐτῶν, ὡς παρορᾶται καὶ ἡ μελέτη παντὸς ἄλλου συγγράμματος πλὴν τῆς ἐπετηρίδος τοῦ στρατοῦ, ἐν ᾗ μελετᾶται πότε θὰ κενωθῇ ἑκάστη θέσις. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα, μαρτυροῦν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀδιαφορίας, περὶ ἧς ἄρτι ὡμίλησα. Τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐδώρησα εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ 1ου στρατ. νοσοκομείου σύγγραμμά μου ἐπιστημονικόν, γεγραμμένον ἐν πολλοῖς ἐκ παρατηρήσεων αὐτοῦ τούτου τοῦ νοσοκομείου· μέχρι τοῦ Νοεμβρίου—ὁπότε ἀπεχώρησα τοῦ νοσοκομείου—οὐδεμία σελὶς αὐτοῦ εἶχε κοπῆ. Ταῦτα λέγω, ὅπως τονίσω τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχομεν ὅπως σώσωμεν τὰς γενεὰς τὰς ἐπερχομένας, σταματῶντες τὴν τάσιν αὐτὴν πρὸς τὸ ψηφίζειν τοιαύτας διατάξεις, ἀναξίας μὲν πολλῆς σημασίας κατὰ τὰ λοιπά, ἀλλὰ πάντως ἱκανάς, ὅπως παράσχωσιν ἐντύπωσιν ἀνήκουσαν εἰς ἐποχὴν ἄλλην, παρελθοῦσαν —ἂς τὸ ἐλπίσωμεν—ἀνεπιστρεπτί.
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως δὲν πρόκειται περὶ ἱδρύσεως θέσεων, ἀλλὰ περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μὲ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν θέσεων τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου καὶ τῶν μηχανουργῶν κατ’ ἀνάγκην, διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ διατήρησιν τοῦ νέου ὁπλισμοῦ.
§43Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐνομοθετήθη καὶ ἡ πρόσκλησις τῶν ξένων ὀργανωτῶν καὶ διοικητῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ κατέχουν πραγματικῶς τὰς ἀνωτέρας ταύτας θέσεις. Ἀλλὰ γίνεται ἴσως ὁ συλλογισμός: «Ἄς ἔχουν οἱ κουτόφραγκοι τὴν διοίκησιν, εἰς ἡμᾶς ἀρκεῖ ὅτι παίρνομεν τὰ γαλόνια». Αὐτοὶ ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν καὶ ἡμεῖς τὰ γαλόνια.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ ἀναστολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις προβλέπει αὔξησιν τῶν θέσεων, ὧν ἐπληρώθησαν πολλαὶ καὶ πρὸ τοῦ δέοντος χρόνου.
§45Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ εἶναι ματαιοπονία ἡ πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἀνόρθωσιν, ἐὰν μὴ καταβληθῇ φροντίς, ὅπως τὰ ἀξιώματα δίδωνται μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς ταύτης.
§46Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως πρόκειται περὶ προσωπικῆς διατάξεως καὶ δὲν θὰ ἐλαμβάνετο ἡ ἐξαιρετικὴ πρόνοια, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσώπου στενώτατα συνδεομένου, ἐγγύτατα μάλιστα εὑρισκομένου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ ἰσχυρισμοὶ δὲ ὅτι πρόκειται περὶ ἀρχιμηχανικοῦ καὶ ἀρχιάτρου ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐλήφθη ἐξαιρετικὴ πρόνοια, ὅπως διαλάθῃ τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικῆς διατάξεως.
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶσθε κακῶς πληροφορημένος. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν διάταξιν, ἥτις εἶναι σαφής. Αἱ παρατηρήσεις αἵτινες ἐγένοντο, ὅτι πρόκειται δῆθεν νὰ ὑποκλαπῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ διάταξις, δὲν εἶναι ὀρθαί, διότι ἡ διάταξις εἶναι τόσον σαφεστάτη, ὥστε ἀρκεῖ τις ἁπλῆν ἀνάγνωσιν νὰ γνωρίζῃ, διὰ νὰ ἴδῃ τοῦτο. Προσθέτω δὲ ὅτι εἶσθε κακῶς πληροφορημένος, διότι ὑπαινίττεσθε πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβές. Ὑποπτεύετε, καὶ τοῦτο τὸ ἐξάγω ἀπὸ δημοσίευμα σημερινῆς ἐφημερίδος, ὅτι πρόκειται περὶ προσθήκης νέας θέσεως, ἣν θὰ καταλάβῃ ὁ περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀνοίγῃ τὴν σειρὰν προβιβασμῶν εἰς ὅλην τὴν ἱεραρχίαν τοῦ στρατοῦ.
§48Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει σειράν.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ κατέχων τὴν θέσιν αὐτὴν σήμερον κατὰ τὸν ὀργανισμόν, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν τροποποίησιν, πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν ἀρχιάτρου. Πρόκειται νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ δι’ ὅλα τὰ λοιπά, καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ὡς πρὸς τοῦτον, τὸν κατέχοντα τὴν θέσιν ταύτην, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὀνομάζηται γενικὸς ἀρχίατρος ἀντὶ ἁπλοῦς ἀρχίατρος. Δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἀφορᾷ πρόσωπον, καὶ πάντοτε περὶ προσώπου πρόκειναι, δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεχειρίσθη τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην τῆς ἐξαιρέσεως τῆς ἀναστολῆς ἐπηρεασθεὶς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ, εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ ὑγειονομικοῦ· ἀλλὰ σεῖς ὑπαινίττεσθε ἄλλον ἄνθρωπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου τμηματάρχου ἔχοντος συγγένειαν μετ’ ἐμοῦ. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι αἱ πληροφορίαι σας εἶναι κακαί, διότι δὲν ἀνεγνώσατε ὅλον τὸ ἄρθρον; διότι, ἐὰν τὸ ἀνεγινώσκετε, θὰ ἐβλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κενώσεως θέσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἤδη τμηματάρχου, ὅστις εἶναι ὑπάλληλος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ἔχω πάντα λόγον νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος, πρόκειται εἰς αὐτόν, καταλαμβανόμενον ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μετὰ τινας μῆνας, νὰ δοθῇ ἐξαίρεσίς τις, ἵνα μὴ ἀπομακρυνθῇ τῆς ὑπηρεσίας ὁ τόσον χρήσιμος ὑπάλληλος. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ οἰκονομικοῦ συμφέροντος, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μὴ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς καταλήψεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, δι’ ἀδείας τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ καταλάβῃ θέσιν ἀρχίατρου, πρόκειται νὰ παράσχῃ οἰκονομίαν εἰς τὸ δημόσιον, διότι ἀντὶ νὰ καταληφθῇ ὁ ἀρχίατρος ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπομακρυνθῇ, ὁπότε θὰ προαχθῶσιν οἱ ἄλλοι διὰ καταλήψεως τῆς θέσεως αὐτοῦ, πρόκειται νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ περισσότερον χρόνον.
§50Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Πάντοτε εἰς τὸν στρατὸν δύο εἶναι ἀρχίατροι.
§51Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤκουσα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ δὲν μοὶ φαίνεται παράξενον ἐὰν ἤκουσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πᾶς Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι οἱ τμηματάρχαι αὐτοῦ εἶναι ἱκανώτατοι καὶ ἀναντικατάστατοι.
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§53Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχουσι μίαν ἐπιτηδειότητα οἱ διάφοροι τμηματάρχαι νὰ πείθωσι τοὺς μὴ ἔχοντας πεῖραν Ὑπουργοὺς ὅτι εἶναι ἀναντικατάστατοι καὶ σοφώτατοι. Κατὰ πόσον ὁ γενικὸς ἀρχίατρος εἶναι τόσῳ ἱκανώτατος, ὥστε νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ τὸ μάθῃ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδιωτέρους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἶναι ὅτι ἐξαιρετικὴ διάταξις δὲν δύναται νὰ λαμβάνηται περὶ οὐδενὸς προσώπου, διότι βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλοι οἱ νόμοι, ὅλαι αἱ διατάξεις πρέπει ν’ ἀποτελέσωσιν ἐξαιρέσεις, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ ἓν πρόσωπον. Πᾶσαι αἱ διατάξεις θὰ ἐπηρεάσωσι δικαιώματα. Μήπως ἡ χθὲς ψηφισθεῖσα δὲν ἐπηρέασε δικαιώματα ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν; Ἐμὲ δὲν μὲ ἐπηρέασε, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι τὸ λέγω ὡς παράπονον· ἀλλ’ ἄλλους δὲν ἐπηρέασεν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ὅτι οἱ θέλοντες νὰ ὑπηρετήσωσι θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις αὐτάς. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν διατί λαμβάνετε ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν; Ἀλλ’ ὅτι εἶναι λόγος οἰκονομίας, αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε.
§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ ἔκαμον δι’ αὐτό.
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἦτο λόγος ὅτι ἐπέρχεται οἰκονομία, διότι, μὴ ἐξερχομένου ἑνὸς ἐκ τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ κινηθῇ ὁλόκληρος ἡ σειρά, ἀλλὰ θὰ ἦτο λόγος ν’ αὐξηθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ νὰ μὴ ἀποστρατεύωνται οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ τὸ Κράτος ὑφίσταται τὴν δαπάνην τῆς ἀναπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τῆς παροχῆς συντάξεων εἰς τοὺς ἀποστρατευομένους. Ἡ ἐξαιρετικὴ πρόνοια διὰ τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἶναι ὅτι ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου καταλαμβάνεται ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια ὅπως ὁ νόμος ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του.
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί προσηλώθητε εἰς μίαν διάταξιν;
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ ὅλων ἔχω προσηλωθῆ καὶ αὔριον θὰ ὁμιλήσω.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ λόγος τῆς ἰσχύος ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἶναι, διότι ἔρχεται βραδύτατα πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅπως γίνῃ ἐφέτος τὸ συμβούλιον τῶν Μεράρχων; Πρέπει νὰ ἰσχύῃ ὁ νέος νόμος διὰ νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ προεδρεύῃ αὐτοῦ καὶ ἔχῃ διπλῆν ψῆφον ὁσάκις πρόκειται νὰ καταρτισθῇ τὸ συμβούλιον δι’ ἀρτίου ἀριθμοῦ μελῶν. Δὲν εἶναι ὁ λόγος ὁ μικρός, τὸν ὁποῖον βλέπετε σεῖς.
§59Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω προσωπικὴν τὴν διάταξιν καὶ ὑποστηρίζω ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἡ διάταξις αὐτὴ ἱκανοποιεῖ προσωπικὰς ἀπαιτήσεις. Οὗτοι οἱ ἴδιοι ἐφρόντισαν νὰ πείσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ διαφόρων μέσων καὶ κατώρθωσαν νὰ συνταχθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ὅπως τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ γίνῃ ταξιαρχία συνταγματαρχῶν. Λέγω τοῦτο ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων προσωπικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν ἀνάγκας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἄλλα ἔπρεπε νὰ ὑποδείξουν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν προσωπικῶν αὐτῶν ἀπαιτήσεων.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου, ἥτις δὲν δύναται νὰ καυχᾶται διὰ τὴν σαφήνειαν· λέγεται ἐν ταύτῃ: «αἱ χηρεύουσαι θέσεις ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν ὅπλων καὶ σωμάτων μόνον, καὶ μὴ δυνάμεναι νὰ πληρωθῶσι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τινῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἀμέσως ὑποδεεστέρου βαθμοῦ κλπ». Ὁμολογῶ ὅτι ἐκοπίασα διὰ νὰ ἑρμηνεύσω τὸ πρᾶγμα. Ἐάν, λέγει κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἔχων τὰ προσόντα, ὅπως προαχθῇ καὶ καταλάβῃ τὴν χηρεύουσαν ταύτην θέσιν θεωρεῖται χηρεύουσα ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους βαθμούς, δηλαδὴ ὅλοι οἱ κατώτεροι προάγονται καὶ ἐὰν δὲν προαχθῇ ἐκεῖνος ὅστις θὰ κατελάμβανε τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ὅστις δὲν θὰ τὴν καταλάβῃ, διότι δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Καὶ ἑπομένως συμβαίνει καὶ ἐδῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρότερον εἶπον, συζητῶν ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου, ὅτι βιάζονται, δὲν ἀναμένουσι νὰ ἀποκτήσωσι τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμαγῆς προσόντα καὶ νὰ χηρεύσῃ ἡ θέσις, ἀλλὰ θέλουσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ προαχθῶσι. Καὶ ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμήν, νομίζω, ὅτι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ θύρα πρέπει νὰ κλεισθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἀνάγκη ὡσαύτως εἶναι, τέλος πάντων, ν’ ἀρθῶσι μερικὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα αὐτόχρημα ἐστιγμάτισαν τὴν ἐπανάστασιν, διότι μεταξὺ τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἐστιγμάτισαν τὴν ἐπανάστασιν ἀναμφιβόλως εἶναι καὶ ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας προηγουμένως ἐγένετο λόγος, ὅπως λογίζηται εἰς τὰ ἔτη τῆς συντάξεως τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φοίτησις. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποτελεῖ αὐτόχρημα στίγμα καὶ εἶναι ἀνάγκη μίαν ὥραν ταχύτερον νὰ ἐξαφανισθῇ ἐκ τοῦ μέσου.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀναγινώσκων τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν βλέπει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὔτε περὶ ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος. Παρέχεται δὲ ἡ ἐπαγγελία, ὅτι ταχέως θὰ προσαχθῇ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς νέος ὀργανισμός. Τούτων ὅμως οὕτως ἐχόντων δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς παρατηρήσεις σας, διότι ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν δύναται ν’ ἀπαιτῇ μεταρρυθμίσεις. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διάταξιν ταύτην εἶναι σαφές, ὀρθῶς δὲ τὴν ἐξήγησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας. Ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἔχομεν 12 συνταγματάρχας καὶ 24 ἀντισυνταγματάρχας, ἔχομεν δὲ θέσεις συνταγματαρχῶν κενάς, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν 24 ἀντισυνταγματαρχῶν ἔχει τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται κατὰ νόμον, διὰ νὰ προβιβασθῇ. Ἐὰν εἶχε συμπληρώσει τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ κατελάμβανε τὴν θέσιν τοῦ συνταγματάρχου καὶ θὰ ἐτηρεῖτο ὅλη ἡ ἱεραρχία, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ θέσεις. Μέχρι σήμερον τοῦτο ἐγίνετο, δηλ. ὅπου ὑπῆρχον τοιοῦτοι δυνάμενοι νὰ προαχθῶσι, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ τοῦ ἀμέσως κατωτέρου βαθμοῦ δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα, ἐθεωροῦντο αἱ θέσεις αὗται κεναί, διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμούς, καὶ ἐγίνοντο οἱ προβιβασμοὶ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, καὶ ἐσταμάτων ὅπου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν. Δηλαδή, ἐνῷ θὰ ἔχωμεν 36 συνταγματάρχας καὶ ἀντισυνταγματάρχας, μὴ ὄντος δυνατοῦ νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πέντε θέσεις, θὰ εἴχομεν 7 συνταγματάρχας καὶ 29 ἀντισυνταγματάρχας, ἤτοι 36 ἐν ὅλῳ, ἕως ὅτου συμπληρωθῶσι τὰ κενὰ διὰ τῶν ἀποκτούντων τὰ προσόντα. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐγίνετο κανονικῶς μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ὅτε εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφανθῶ ἐπὶ σχετικῶν αἰτήσεων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν ὅτι δικαιοῦνται νὰ προβιβασθῶσι, διότι εὑρίσκονται εἰς τὸν πίνακα τὸν πρὸς προβιβασμόν, τοῦ συμβουλίου τῶν Μεράρχων, καὶ διότι ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις, ὅταν εὑρέθην πρὸ τοιαύτης αἰτήσεως, ἐμελέτησα τοὺς νόμους καὶ ἡ ἰδική μου πεποίθησις εἶναι ὅτι ὁ νόμος δὲν παρέχει τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρνήθην νὰ ἐφαρμόσω τὸ οὕτως γινόμενον κανονικῶς καὶ τακτικῶς ἀνέκαθεν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐνόμιζον ὅτι οὐδὲ νομοθετικὴν πρόνοιαν ἔπρεπε νὰ λάβω περὶ τοῦ πράγματος, διότι δὲν ἐθεώρουν τὸ πρᾶγμα δεδικαιολογημένον. Ἐπείσθην ὅμως, κατόπιν ἐγγυτέρας μελέτης τοῦ πράγματος, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον, διότι ἄνευ τούτου, ἡ ὑπηρεσία ἠδύνατο νὰ χωλαίνῃ, διότι ἡ ὑπηρεσία ἔχει συμφέρον, ὅπως ὅλοι οἱ βαθμοφόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὑπάρχωσι πάντοτε. Εἰς τὸ παρελθὸν ἐγίνετο τοῦτο: πολλάκις ἀνεβάλλοντο ἐπὶ μακρὸν χρόνον αἱ προαγωγαί. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται σήμερον, ὄχι, ὅπως ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, μόνον διότι εἶναι τὸ συμφέρον τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται καὶ θὰ γίνηται ἐν τῷ μέλλοντι, διότι τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀνάγκην ὡρισμένων μονάδων στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀνάγκην ὡρισμένων στελεχῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν ταῦτα πλήρη καὶ ὄχι κενά, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὁρμώμενοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὁσάκις παρουσιάζονται τοιαῦται ἀνωμαλίαι εἰς τὸν στρατόν, νὰ μὴ σταματῶμεν τὴν προαγωγὴν τῶν ἀνωτέρων, διότι κινδυνεύομεν νὰ ἔχωμεν ἔλλειψιν στελεχῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ὁρίζουσιν οἱ νόμοι. Αὕτη εἶναι ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία μὲ ἤγαγε νὰ ἀρνηθῶ κατηγορηματικῶς νὰ ἐφαρμόσω τὰ πρότερον γινόμενα, νὰ ζητήσω δὲ ὅπως τὸ γινόμενον ἐκτὸς τοῦ νόμου, γίνεται πλέον κατὰ νόμον. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν εἶχον νὰ δώσω.
§62Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι μὴ στρατιωτικός, εἰσῆλθε πολὺ καλὰ καὶ τελείως εἰς τὸ ζήτημα, σαφέστατα δὲ καὶ τὸ ἐδικαιολόγησε. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰατρικὴν ὑπηρεσίαν δέον νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἂν λόγῳ ἱκανότητος θὰ δοθῇ ἡ θέσις ἢ λόγῳ ἀνάγκης πρέπει νὰ δημιουργηθῇ αὕτη. Παρατηρεῖται μία τάσις δυσμενὴς πρὸς πᾶσαν δημιουργίαν θέσεως ὑπηρεσιακῆς, μία τάσις, ἡ ὁποία...
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἡ θέσις. Ἡ θέσις ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ζητεῖται ἀναστολὴ ζητοῦμεν ἐξαίρεσιν δι’ αὐτὰς τὰς δύο θέσεις.
§64Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἡ τάσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδὲν ἄλλο νὰ λέγωμεν, εἰμὴ κατάργησιν πάσης στρατιωτικῆς θέσεως, ἔστω καὶ ἂν ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν φοβοῦμαι νὰ παρεξηγηθῶ ὁμιλῶν ἐπὶ δημιουργίας στρατιωτικῶν θέσεων, διότι, μετὰ τριάκοντα πέντε ἐτῶν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἔχω, δὲν παρεκάλεσα καὶ δὲν ἐπεκαλέσθην οὐδενὸς τὴν εὐμενῆ ἀντίληψιν ἐπὶ τῶν ζητουμένων προχθὲς εὐεργετημάτων ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν, διότι εἶχον ταῦτα ὑπ’ ὄψει, καὶ τὰς διαταγὰς καὶ τὸν νόμον ἐσεβάσθην, καὶ ἂν δὲν ὡμίλησα ἔπραξα τοῦτο διὰ νὰ μὴ παραβλάψω ἄλλους συναδέλφους ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ὅταν τὰ παρουσιαζόμενα μέτρα εἶναι ἀπαραίτητα, ἀποκλείεται πᾶσα συζήτησις ὅτι θὰ δώσωμεν θέσεις εἰς τὸ α ἢ β πρόσωπον, διότι ταῦτα θὰ ἐκλείψωσι ἤ, ἂν ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανά, πάλιν ἡ ὑπηρεσία ἔχει τὰ μέσα νὰ τὰ ἀποκλείσῃ. Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἐνδοιασμὸς διὰ τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε τὰ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, τί γίνεται εἰς κρισίμους περιστάσεις, διὰ νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀνάγκην συμπληρώσεως τῶν προτεινομένων θέσεων. Εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν ἡ ὑπηρεσία διετήρει τὰς δύο θέσεις συνταγματαρχῶν διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ τοσαύτης ἀνάγκης, διότι οὔτε στρατὸς τοσοῦτος ὑπῆρχεν, οὔτε προσπάθεια, οὔτε βλέψεις οἷαι αἱ παρόμοιαι σήμερον ὑπῆρχον. Καὶ κατηργήθη μὲν διὰ μίαν περίοδον ἡ μία ἐκ τούτων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀνεδημιουργήθη εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἐργασία πραγματικωτέρα. Ἡ θέσις λοιπὸν δὲν βαρύνει κατ’ οὐδὲν καὶ νὰ μὴ ἀποβλέψητε εἰς τὴν τυχὸν ὑπάρχουσαν εὐμένειαν ἢ δυσμένειαν τοῦ προσώπου, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ὅτι οἱ προβιβασμοὶ γίνονται ἀθρόοι εἰς βάρος τῶν συνταγματαρχῶν, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ μετὰ τριάκοντα πέντε ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἐκ τῆς σχολῆς ἐξελθών, δὲν ἔφθασα νὰ διοικήσω τάγμα. Μόνον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ ἔφθασα, τὸν δὲ βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου τὸν ἀπέκτησα μόλις ἀπεφάσισα ν’ ἀποσυρθῶ τῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τῆς σχολῆς μόλις πρὸ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν, ἔχουσι βαθμοὺς μεγάλους. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, διότι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι καὶ ὄχι μόνον αἱ στρατιωτικαί, παρουσιάζουσι τοιαῦτα ἅλματα κατὰ δεκαετίαν καὶ κατὰ βαθμόν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν καὶ πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 17 καὶ 20 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀλλὰ λέγω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ὑπολοχαγὸν Φίλιππαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετοῦντα, ἄριστον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ὅμως θὰ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Ἐν τούτοις διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδόλως συγκινεῖσθε. Πρὸ τοιαύτης διαμαρτυρίας δέον ν’ ἀποδοθῇ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις οὐχὶ ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων ἀλλ’ ἐξ εἰλικρινείας ἔφερε τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§65Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δύο τινά, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἐξηνάγκασαν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ὁ διϊσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσιάνου, ὅτι τουτέστιν οἱ προλαλήσαντες ἐβασίσθησαν ἐπὶ θεωριῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχει σαφεῖς καὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, καὶ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, καὶ ἐπὶ τῶν προσώπων καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πληροφοριῶν. Δηλῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ ὅτι αἱ πληροφορίαι του, ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζωμαι οὕτω, εἰσὶ πεπλανημέναι. Ὀφείλω καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν ἱερὰν νὰ γνωρίσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι τὸ πρόσωπον περὶ οὗ πρόκειται, ἐνδέχεται καὶ πιστεύω νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ προσόντα, ἀλλ’ ὄχι τὸ προσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται νὰ ἔχῃ διὰ νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν αὐτήν.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον πρόσωπον εἶναι;
§67Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τοιαύτας λεπτομερείας ὥστε νὰ κατονομάζωμεν πρόσωπα. Ἐγὼ ἔχω καὶ τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου καὶ τὸ λέγω ἂν θέλετε. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ τὸ εἴπω, ἀφοῦ τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον οὔτε ἡ συζήτησις τὸ ἐπιβάλλει, οὔτε τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς, οὔτε τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει νὰ ἀναφέρωμεν τὸ ὄνομα.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα· δὲν εἶναι δυνατὸν χάριν περιεργείας νὰ κατονομάζωνται πρόσωπα.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον προσὸν δὲν ἔχει;
§70Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸ προσὸν διὰ πᾶσαν θέσιν εἶναι ἓν καὶ μόνον. Ἂν ὁ προοριζόμενος διὰ τὴν θέσιν αὐτὴν ἔχει τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα, ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν, ἵνα καθέξῃ τὴν θέσιν αὐτήν.
§71ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ προσόντα;
§72Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν θέλῃ τις νὰ γίνῃ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, προσόντα εἶναι τὸ νὰ ἔχῃ οἰκονομολογικὰς γνώσεις ἢ γνώσεις περὶ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὰ εἶναι τὰ προσόντα· γνώσεις τοιαύτας, οὕτως ὥστε αἱ γνώσεις αὐταὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὸν σεβασμόν, τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τότε καὶ μόνον τότε καὶ τὸ στράτευμα πειθαρχεῖ καὶ προοδεύει καὶ ἀναδεικνύεται καὶ προκόπτει. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχει σαφεῖς πληροφορίας καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐπὶ εἰκοσαετίαν διαμένων ἐν Ἀθήναις καὶ ὡς ἰατρὸς καὶ ὡς στρατιώτης, ἐγνώρισα καὶ πρόσωπα ἐγνώρισα καὶ πράγματα καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὸν ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἰσὶν ἐσφαλμέναι. Διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐπανέλθωμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησε, εἶχε τὴν βεβαιότητα περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἰσχυρισμῶν του, ἀλλὰ δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, μὲ ὅλην τὴν νοημοσύνην, μὲ ὅλην τὴν δεξιότητα, τὴν ὁποίαν κέκτηται, ὅτι ὡς ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ ἀπατᾶται; Καὶ θὰ εὑρεθῶ, Κύριοι, ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσου ζήλου, μετὰ τόσης ὑπερηφανείας, μετὰ τόσης ἐπιμονῆς κτίζει, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ὑποτρίζει, ἂν δὲν λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ νὰ εἶμαι φίλος, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπειδὴ ἕκαστον μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκει ὄχι εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλ’ εἰς ὅλους ἡμᾶς, εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀνήκει εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, καθὼς καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, ὁσάκις γνωρίζομεν ὡρισμένα πρόσωπα ἢ ὡρισμένα πράγματα, καὶ καθῆκον ταυτοχρόνως ἐπιβεβλημένον νὰ ὑποδείξωμεν τὰ τρωτά. Ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιμένῃ εἶναι δικαίωμα αὐτοῦ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂς βεβαιωθῇ ὅμως παρ’ ἐμοῦ ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ νίκη του θὰ εἶναι νίκη ὑλικὴ καὶ ὄχι ἠθική.
§73Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀγαπητὸς καὶ φίλος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας θελήσας νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς ὡς μὴ ἁρμοδίους νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν προσώπων, ὑπέπεσεν εἰς ἄλλο σφάλμα, νὰ ὁμιλήσῃ αὐτὸς περὶ τῶν προσώπων, μὴ ὢν ἰατρός, καὶ μὴ γνωρίζων τὰ πράγματα. Λέγω τοῦτο διότι ἡ προθυμία τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κερκύρας, νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν δὲν τὸν ὠφέλησεν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων, ἀλλὰ περὶ τῆς εὐκολίας μεθ’ ἧς συμπεριλαμβάνονται διατάξεις τινὲς περὶ προσώπων. Ἐγὼ ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ἐξαιρετικὴ διάταξις ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ μόνον περὶ προσώπου, τοῦ ὁποίου ἡ ἱκανότης ἡ ἐπιστημονικὴ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι πρόκειται καὶ νὰ κερδίσῃ τὸ πρόσωπον αὐτό, διότι εὑρίσκεται εἰς μίαν ἐξαιρετικὴν θέσιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραμείνῃ μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὸν στρατόν, δὲν ἦτο μέγα τὸ κακόν. Ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης δίδεται εἰς αὐτὸν καὶ εἷς βαθμὸς περισσότερον. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι διὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος καὶ ὁ διευθυντὴς οἱασδήποτε ἄλλης ὑπηρεσίας, θὰ δύναται νὰ διεξάγῃ τὰ σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας του καὶ ἂν φέρῃ ἕνα βαθμὸν ὀλιγώτερον. Ἡ προαγωγὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὸ ἄτοπον ὅτι δὲν εἶναι γενικὴ δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὸ ναυτικὸν π. χ. δὲν ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς, νὰ προάγωνται, ἡ ὁποία προαγωγὴ ἔχει καὶ ἄλλο κακόν, νὰ ἔχῃ μία ὑπηρεσία περισσοτέρους βαθμοὺς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους χρειάζεται νὰ ἔχῃ. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ἕως ὅτου θὰ συμπληρώσωσι τὰ προσόντα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι ταῦτα, οὔτε εἶναι τόσαι αἱ θέσεις, ὥστε νὰ ληφθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη πρόνοια. Ἀλλὰ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου περὶ προβιβασμῶν, εἰς ἑκάστην συζήτησιν, εἰς ἑκάστην σύνοδον Βουλῆς, οὐδεμία ἄλλη τάσις ὑπάρχει ἢ νὰ ἐφευρίσκηται μέσον περὶ προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἄλλοτε λαμβάνεται πρόνοια νὰ τίθενται ἐκτὸς τῶν στελεχῶν ἀξιωματικοί, πρόνοια ἡ ὁποία δὲν λαμβάνεται διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἴσως διότι ἐκεῖνοι δὲν ἐπεζήτησαν ἄλλοτε νὰ δημιουργῶνται θέσεις ὀργανικαί, καὶ πληρῶνται αὗται διὰ τῆς προαγωγῆς πάλιν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, ἐνῷ διὰ τὸ ναυτικὸν οὔτε τοῦτο ἐγένετο.
§74Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Βεβαίως ὁ ἐκ Λακωνίας ἀγαπητὸς συνάδελφος μὲ παρεξήγησε, καθόσον ἐγὼ δὲν ἐξήτασα τὸ ζήτημα ἀπὸ τῶν ἀτομικῶν προσόντων τὰ ὁποῖα κατέχει ὡρισμένον πρόσωπον. Τὰ προσόντα ταῦτα, ἐὰν τὰ ἀνέφερα, τὸ ἔπραξα, διότι τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν ἐγνώρισα καλῶς ὑπηρετήσαντα ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐξετίμησα τὰ προσόντα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξήτασα τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς προσωπικῆς ἀπόψεως· ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ θέσεως νενομισμένης, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἀνέφερα ὅτι ὀρθὸν εἶναι ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη νὰ ἔχῃ ὡς πρόεδρον ἕνα ἀρχίατρον. Δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ προσώπου.
§75Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, προσωπικῶς ἐκτιμῶ τὸν κ. ἀρχίατρον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία εὑρίσκεται εἰς θέσιν τοιαύτην ὥστε πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἀναλώμασι τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ἐκτετοπισμένοι καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν χρησιμοποιεῖται.....
§76Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἐσπούδασεν ἐν Γερμανίᾳ, εἶναι διωρισμένος ὑγειονόμος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
§77Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Βεβαίως, διότι ἰσχύει τὸ σύστημα τὸ παλαιὸν τῆς διατηρήσεως εἰς τὰς κεντρικὰς θέσεις προσώπων τοιούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἤδη ὅτε ἐπὶ θύραις εὑρίσκεται ἡ χολέρα, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει κεντρικὴ ὑπηρεσία ἱκανή, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἐπαπειλοῦντος ἡμᾶς κινδύνου; Καὶ ἐν τούτοις ὅλοι οἱ σπουδάσαντες δαπάναις τοῦ Κράτους, δαπανήσαντος 25,000 δραχμῶν δι’ ἕκαστον ἐν Γερμανίᾳ, εὑρίσκονται ἐκτετοπισμένοι.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητοῦντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 κηρύσσεται περατωμένη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 11 καὶ τὸ ἄρθρον ἀκροτελεύτιον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§79Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ κατωτέρω νομοσχέδια. Τὸ «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον χρεῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων», πρῶτον οἱ κ. Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν, ἴσως ἀγνοοῦσιν ὅτι εἶναι τὸ δέκατον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἀπὸ τοῦ 1881, τὸ πέμπτον ἀπὸ τοῦ 1900. Πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια δὲν μετέβαλον οὐσιωδῶς τὴν κατάστασιν τῶν ὀφειλετῶν, ἢ τὴν κατάστασιν τοῦ μεγίστου μέρους τῶν ὀφειλετῶν. Διὰ τὴν μεγάλην πλειονότητα αὐτῶν ἡ ἀνανέωσις σχεδὸν δὲν ὑπῆρξεν. Ἐξηκολούθησαν δὲ οἱ ὀφειλέται ζῶντες τὸν αὐτὸν βίον ὡς καὶ πρίν, ὀφείλοντες σχεδὸν ὅλα τὰ παλαιὰ αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη τὰ ὁποῖα ὤφειλον καὶ πρίν, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος προσετίθεντο ὅσα καθυστεροῦντο καθ’ ἑκάστην χρῆσιν. Ὁ ὄγκος τῶν ὀφειλομένων εἶναι παμμέγιστος. Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1900 ὑπελογίσθη ὁ ὄγκος οὗτος εἰς δρ. 153.000.000, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς ἐκ φόρων καὶ ἐξ ἄλλων ὀφειλῶν ἐνυποθήκων ἢ μή! Ὁ νόμος τοῦ 1900 ἀνελάμβανε νὰ κανονίσῃ γενικώτερον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον κανονίσει οἱ πρότερον νόμοι, καὶ ἀπεφάσισε νὰ διαγράψῃ κατὰ τὸ 1900 πάντα τὰ χρέη, τὰ μέχρι τοῦ 1851, νὰ διαγράψῃ δὲ καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1871 ἐκ φόρων προερχόμενα, ἀλλὰ διετήρησε πάντα τὰ χρέη ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1895 καὶ τὰ τῶν πέντε τελευταίων χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1895 ἕως 1900 τὰ ἀφῆκεν ὡς εἶχον. Διὰ τὴν ἀνανέωσιν χρεῶν 25 ὅλων χρήσεων δηλαδὴ τὴν ἐκκαθάρισιν, συγκέντρωσιν, συγκεφαλαίωσιν αὐτῶν, δὲν παρεῖχεν ἄλλας εὐκολίας ἢ εὐκολίας πληρωμῆς κατὰ δόσεις, καὶ εὐκολίας διὰ τὴν προεξόφλησιν. Ὀλίγον μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1900, προσήχθη νέον νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1903 παρατεῖνον τὴν προθεσμίαν τῆς ἀνανεώσεως, καὶ μετὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1907 νέον νομοσχέδιον παρατεῖνον ἐκ νέου τὴν προθεσμίαν. Τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο νόμος. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἐπανειλημμέναι παρατάσεις τοῦ νόμου τοῦ 1900 δεικνύουσι πόσον ἀτελῶς ἐλειτούργησεν οὗτος καὶ πόσον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ δοθῶσιν ἐπανειλημμένως παρατάσεις, ἵνα πραγματικῶς κατορθώσωσι πολλοὶ τῶν πολιτῶν νὰ ἀνανεώσωσι τὰ χρέη των. Εἶναι ἀληθές, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἤλπιζον, ὅτι εἶχον λησμονηθῆ τὰ χρέη των, ἐφοβοῦντο δὲ νὰ προσέλθωσι μήπως ὑπενθυμίσωσιν εἰς τοὺς ταμίας ὅτι ὀφείλουσι καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνανεώσωσι τὰ χρέη 25 χρήσεων, χρέη βαρέα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία ἦτο ἀνεπαρκεστάτη, ὅπως ἐκτελέσῃ πολύπλοκον νόμον, διότι ὁ νόμος ἐπέτασσε τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν συγκέντρωσιν καὶ τὴν συγκεφαλαίωσιν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ἀνανέωσις δὲν ἦτο δυνατή. Ὁ νόμος ἐπιβάλλων ταῦτα δὲν εἶχε καθόλου προΐδει ὅτι ἄνευ ὀργανώσεως ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἄνευ ὀργάνων ἱκανῶν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος νόμος. Ὁ ὄγκος τῶν ἑκατομμυρίων τῶν ὀφειλομένων ἐξ 25 χρήσεων ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπερνικηθῇ καὶ οὕτω τὸ δῶρον ἀπέβαινεν ἄδωρον. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τοσάκις ἐζητήθη ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, διότι ἤθελε νὰ μελετήσῃ τὰς συνθήκας τὰς ὑφισταμένας καὶ κρίνῃ πρῶτον μέχρι τίνος σημείου θὰ διέγραφε τὰ ὀφειλόμενα τῷ Δημοσίῳ χρέη. Δεύτερον δὲ ἤθελε νὰ διοργανώσῃ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία θὰ καθίστα τὴν ἀνανέωσιν πραγματικήν. Νὰ καταστήσῃ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ὥστε ἡ ἀνανέωσις νὰ γίνῃ πραγματική, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἐὰν μὴ θέλωσι, νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ὠφεληθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου. Ἔλαβε βεβαίως ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις φρονεῖ ὅτι νέον σύστημα πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἀπὸ τοῦδε, σύστημα ἐπιδιώξεως ἀνελλιποῦς καταβολῆς τῶν φόρων, σύστημα ἀκριβεστέρας βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὰ αὐτὰ θυλάκια θὰ πληρώσωσι καὶ τὰ ὀφειλόμενα παλαιὰ καὶ τὰ ἀπὸ τοῦδε ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον νέα χρέη καὶ ἑπομένως ἔκρινεν ὅτι ἡ διατήρησις ὀφειλῶν 25 χρήσεων εἶναι βαρυτάτη διὰ τοὺς φορολογουμένους. Ὅθεν ἀπεφάσισεν νὰ διαγράψῃ πάντα τὰ χρέη, τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ ἐνυποθήκων ὀφειλῶν μέχρι τοῦ 1900, καὶ διατηρήσῃ μόνον δέκα ἐτῶν χρέη. Ἔλαβε πλὴν τούτου ὑπ’ ὄψιν ὅτι πολλοὶ τῶν δήμων ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν. Τινὲς τούτων εἶναι τόσον ἄποροι, ὥστε βεβαίως οὐδέποτε θὰ δυνηθῶσι νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα· δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τὸ ἥμισυ τῶν μέχρι τοῦ 1909 ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν δήμων, νὰ διαγράψῃ δὲ ἐντελῶς ὅσα ὀφείλουσιν οἱ ἄποροι δῆμοι μέχρι καὶ τοῦ 1910. Διαγράφονται λοιπὸν ὅλα ὅσα ὀφείλουσιν οἱ ἄποροι δῆμοι, διότι εἶναι ἀνωφελὲς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ νὰ διατηρῇ ἀκόμη ἀλληλογραφίαν μετὰ δήμων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὐδ’ ὀβολὸν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εὐπόρους δήμους, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει πραγματικῶς νὰ καταβληθῶσιν ὅσα δύνανται νὰ καταβληθῶσι, χαρίζει τὰ ἡμίση τῶν ὀφειλομένων, ἀλλ’ ἐννοεῖ τὰ ἄλλα ἡμίση νὰ εἰσπραχθῶσιν ἀνελλιπῶς. Εἰς τοὺς ἰδιώτας ὀφειλέτας τὸ νομοσχέδιον παρέχει ἐκπτώσεις διὰ τοὺς θέλοντας ἢ ἀναγκαζομένους νὰ βεβαιώσωσι τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοῦ 1901 μέχρι τοῦ 1907, ἐκπτώσεις, καὶ ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀνανεώσει, ἐκπτώσεις αἱ ὁποῖαι βαίνουσιν ἀπὸ 10% μέχρι 30%, 10% διὰ τὰ ἀσφαλέστερα χρέη 30% διὰ τὰ ὀλιγώτερον ἀσφαλῆ. Παρέχει εἰς τοὺς δυναμένους νὰ προεξοφλήσωσιν ἀμέσως σὺν τῇ ἀνανεώσει τὰ ὀφειλόμενα ἐκπτώσεις τεινούσας ἀπὸ 20% μέχρι 60%. Ποιεῖται διάκρισιν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς δὲν εὐποροῦσιν, οἱ ὁποῖοι δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνανέωσιν καὶ μὲ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκπτώσεις ὀφείλουσι μέχρι 200 δρ. τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι καὶ μικρὸν φόρον ὀφείλουσι καὶ ὅτι εἶναι ἄποροι, οὕτως ὥστε αἱ δόσεις τῶν τοιούτων ὀφειλῶν νὰ εἶναι μόνον 40 δρ. κατ’ ἔτος. Αἱ ἄλλαι δόσεις, αἱ διὰ χρέη μεγαλείτερα, εἶναι 100 δρ. διὰ δὲ τὰ ἀκόμη μεγαλείτερα εἶναι 500 δρ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας εὐκολίας παρέχει ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ ἀνανεωθῶσι τὰ χρέη, μετὰ τὰς ἐκπτώσεις ταύτας τῆς ἀνανεώσεως καὶ καθορισθῶσιν αἱ δόσεις, τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει εἰς οἱονδήποτε ἔτος τῶν δέκα νὰ προεκτοκίζωσιν οἱ ὀφειλέται τὰς δόσεις των, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ καταβάλωσι πολὺ ἐνωρίτερον μικρότερον ποσόν, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς τοῦ χρέους.
§80Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως;
§81Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁ τόκος εἶναι ἀπὸ 5% μέχρι 8% κατὰ κατηγορίας. Βεβαίως αἱ παρεχόμεναι εὐκολίαι εἶναι μεγάλαι, βεβαίως αἱ παρεχόμεναι ἐκπτώσεις εἶναι σημαντικαί, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ ἐπέλθῃ τέλος ἡ ἐκκαθάρισις, ἐν τῷ ὄγκῳ τῶν ὀφειλῶν, ὥστε νὰ δυνηθῶσι τὰ ἴδια θυλάκια, ἀπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀνελλιπῆ καταβολὴν τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων, νὰ ἀποτίσωσι τὰς παλαιὰς αὑτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλάς. Εἶναι μεγάλαι αἱ εὐκολίαι καὶ μέγα τὸ ποσὸν τῶν ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον χαρίζομεν. Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νόμος, ὅπως ἔχει, παρὰ τὰς εὐκολίας τὰς μεγίστας τὰς ὁποίας δίδει, παρὰ τὰς ἐκπτώσεις τὰς ὁποίας ἀναγράφει, δὲν θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατό τις νὰ προσδοκήσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, δὲν θὰ ἀνακουφίσῃ πραγματικῶς τοὺς πολίτας, ἐὰν δὲν δημιουργηθῇ ὑπηρεσία ἱκανή.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ παρελθόντος.
§83Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. .. ἱκανὴ καὶ νὰ συγκεντρώσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ, νὰ εἰσπράξῃ δὲ προειδοποιοῦσα τὸν πολίτην, προετοιμάζουσα αὐτὸν εἰς πληρωμήν, ὄχι ἀξιοῦσα νὰ ἔλθῃ ὁ πολίτης εἰς τὸ ταμεῖον, πολίτης ὁ ὁποῖος ἢ δὲν θέλει, ἢ φοβεῖται νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν θέλει παλαιὰς πληγὰς νὰ ἀναξέσῃ. Ἄνευ ὑπηρεσίας ἱκανῆς ταμιακῆς, ὑπηρεσίας ἱκανῆς νὰ ὑπερνικήσῃ τὸν ὄγκον αὐτόν, ὁ ὁποῖος παρὰ τὰς παρεχομένας ἐκπτώσεις εἶναι ἀρκετὰ μέγας, ἄνευ εἰσπρακτορικῆς ὑπηρεσίας δεξιᾶς, ἐντεταλμένης ἐγκαίρως νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ χωρία καὶ νὰ εἰσπράττῃ, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος δὲν θὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἔχει καὶ περὶ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ. Δίδονται αὐταὶ αἱ διαγραφαί. Ἀπαλλάσσονται οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ βίον ἀφόρητον, ὁμολογῶ, βίον, τὸν ὁποῖον διεξετραγώδησαν πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, βίον ὁ ὁποῖος καθίστα πλείστους τοὺς Ἕλληνας καταδιωκομένους καὶ μὴ τολμῶντας νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ἔργα των, καὶ ἀπὸ τοῦδε οὗτοι θὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, νὰ κερδίσωσι, νὰ παραγάγωσι, διὰ νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ὀφείλουσιν.
§84Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Νὰ σκεφθῶσι διὰ τὴν πατρίδα.
§85Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δίδονται αἱ εὐκολίαι αὐταί, ἀλλά, ἐὰν δὲν βελτιώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι φόβος μὴ ἐκ νέου ἐπανέλθῃ τὸ κακόν, μὴ ἐκ νέου τὰ ἐτήσια καθυστερήματα ἀνέλθωσιν εἰς τὰ ποσὰ εἰς τὰ ὁποῖα συνεποσώθησαν, μὴ μετά τινα χρόνον, ἔχωμεν νέον ὄγκον ἑκατομμυρίων νὰ χαρίσωμεν. Βεβαίως πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἔχουσι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς ἄλλα Κράτη οἱ πολῖται περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων. Βεβαίως δὲν ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ καταβάλλωσι τοὺς φόρους αὐτῶν, ὅπως ἀλλαχοῦ.
§86Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἄνισος ἡ φορολογία.
§87Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀλλὰ βεβαίως πταίει ἡ ὑπηρεσία, διότι δὲν εἶναι ἱκανὴ οὔτε ἀκριβῶς καὶ δικαίως νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους, οὔτε ἀκόπως νὰ τοὺς εἰσπράξῃ. Ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ ὑπηρεσία νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ ταμεῖον ὁ φορολογούμενος ἵνα καταβάλῃ τοὺς φόρους, ὅταν δὲ στέλλῃ τὸν εἰσπράκτορα ἵνα εἰσπράξῃ, ἔχουσι παρέλθει αἱ προθεσμίαι, ἔχει ὁ ὀφειλέτης ὑποπέσει εἰς ὅλας τὰς ποινὰς τοῦ νόμου, παρίσταται δὲ ὁ εἰσπράκτωρ ὡπλισμένος μὲ ὅλα τὰ ὅπλα τῆς πιέσεως. Τότε μόνον προβαίνει ἡ ὑπηρεσία πρὸς εἴσπραξιν, ὅταν ὁ φορολογούμενος εἶναι ἐκπρόθεσμος καὶ ἔχουσι προστεθῇ τὰ τέλη καὶ ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας καὶ ὁ φορολογούμενος ἔχει νὰ καταβάλλῃ περισσότερα.
§88Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐμφανίζεται μάλιστα ἐνίοτε ὁ φορολογούμενος καὶ τοῦ λέγουν αὔριον.
§89Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλο κακόν. Οἱ εἰσπράκτορες οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὰ χωρία εἶναι οἱ μὲν ἄμισθοι, οἱ δὲ ἔμμισθοι. Οἱ ἔμμισθοι ἔχουσι γλισχρότατον μισθόν, ἀναμένουσι δὲ ἐκ τῶν ποσοστῶν νὰ ζήτωσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ δυσχέρεια τοῦ φορολογουμένου νὰ πληρώσῃ, διότι πάντοτε παρακαίρως καὶ ἀκαίρως μεταβαίνει πρὸς εἴσπραξιν ὁ εἰσπράκτωρ, εἶναι τόση, ὥστε ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος δὲν ἐλπίζει πολλὰ ἐκ τῶν ποσοστῶν, προτιμᾷ δὲ νὰ λαμβάνῃ δῶρα ἵνα μὴ ἐνοχλήσῃ τὸν φορολογούμενον καὶ ἐπανέρχεται ἵνα λάβῃ νέον δῶρον· οὕτω δὲ ὁ φορολογούμενος πληρώνει τὸν εἰσπράκτορα, χωρὶς νὰ ἐξοφλῇ τὴν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλήν του. Τὸ βάρος του εἶναι μεγαλείτερον ἢ ἐὰν ἐπλήρωνε τὸ δημόσιον. Οἱ Ἕλληνες φορολογοῦνται πολὺ βαρύτερον ἢ ὅσον ὁ προϋπολογισμὸς γράφει. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμίσθους εἰσπράκτορας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ αὐτῶν καίτοι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν μοὶ συνέστησαν νὰ διορίσω τοιούτους. Βεβαίως οἱ ἄμισθοι εἰσπράκτορες εἶναι τύραννοι. Εἶναι κακόν, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς ἠνέχθη ἐπὶ τόσον χρόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὅταν μεταβληθῇ ἡ κατάστασις, ὅταν μεταβληθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἔχω τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι πρῶτοι αὐτοὶ οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μοὶ συνέστησαν τοιούτους εἰσπράκτορας, θὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι ἡ κατάργησις αὐτῶν ἀνεκούφισε τὰ χωρία καὶ τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας οὗτοι ἀντιπροσωπεύουσι. Ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας βαίνει καὶ ἡ τῆς ἐφοριακῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἐὰν εἷς φόρος βεβαιοῦται ἐγκαίρως ἢ ἀκαίρως, ὅπως δὲν εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἐγκαίρως ἢ παρακαίρως ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξίς του. Δὲν εἶναι καθόλου ἀδιάφορον, ἐὰν ἡ βεβαίωσις γίνεται τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνεται, καὶ γίνεται ἀκριβῶς. Αἱ μέχρι τοῦδε περὶ τούτου ἀντιλήψεις ἡμῶν εἶναι ἀληθῶς περίεργοι. Ἐὰν ἡ βεβαίωσις γίνῃ ἐσφαλμένως, ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι πρέπει μόνος ὁ πολίτης ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ διορθώσῃ τὸ σφάλμα, ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἀγνοεῖ τοῦτο, ὅταν δὲ τὸ ἀνακαλύπτῃ, ἔχει παρέλθει ἡ προθεσμία, ὑπόκειται εἰς ποινὴν καὶ ἔχει νὰ πληρώσῃ πρόσθετα τέλη καὶ τόκους. Εἶναι παράδοξοι αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Βεβαίως πλεῖσται διατάξεις τῶν φορολογικῶν νόμων πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν. Ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι ἕκαστος φορολογούμενος πρέπει νὰ εἰδοποιῆται πόσα ὀφείλει καὶ πότε ὀφείλει νὰ τὰ καταβάλῃ. Ἀλλαχοῦ τοῦτο εἶναι ἀρχὴ ἀπαράβατος. Οἱ φορολογικοὶ ἡμῶν νόμοι πρέπει, πλὴν τούτου, νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ κατὰ δόσεις καταβολαὶ τῶν φόρων εὐκολύνουσι τὴν εἴσπραξιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ ἀπὸ ἐτῶν ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ μόνη χρησιμότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ εἴπῃ πόσας οἰκονομίας ψευδεῖς ἢ καὶ ἀληθεῖς ἔκαμε, ἀδιαφόρως ἂν διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων κατεπονοῦντο οἱ φορολογούμενοι, νὰ λέγῃ ὅτι κατήργησε θέσεις, ὅτι ὑπηρεσίαν ἀπολύτως ἀνεπαρκῆ τὴν ἐκολόβωσε καὶ τὴν κατέστησεν ἀνεπαρκεστέραν! Αὐτὸ ἦτο συνήθως τὸ τρόπαιον, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκον οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέκαθεν, ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν. Ἀναδιφήσατε τοὺς ὑπάρχοντας ἀπολογισμοὺς καὶ προϋπολογισμούς, φθάσατε μέχρι τοῦ 1879, πρὸ 32 ἐτῶν, ὅταν δὲν εἴχομεν τὴν Θεσσαλίαν, ὅταν ἡ Ἑλλὰς εἶχε 20 χιλιάδας τετραγωνικὰ χιλιόμετρα ὀλιγώτερα, ὅταν εἶχεν ἓν ἑκατομμύριον κατοίκων ὀλιγώτερον, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο μόνον τὸ ⅓ τοῦ νῦν, καὶ θὰ ἴδητε παραδόξως, ὅτι σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἐδαπανῶμεν τότε διὰ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, τὰ αὐτὰ διὰ τὴν ἐφοριακήν, ἐν ᾧ δὲ προήγετο ἡ Ἑλλὰς καὶ ηὐξάνετο ὁ πληθυσμός, καὶ προσετίθεντο φόροι, καὶ προσετίθεντο νέα βάρη, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι διὰ τῆς αὐτῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς φορολογουμένους νὰ καταβάλλωσιν ὅσα ἐζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν. Τὸν κόπον, τὴν ἀγωνίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλομεν τοὺς Ἕλληνας πολίτας, τὰ ἔξοδα, διὰ τῶν ὁποίων τοὺς ἐβαρύνομεν, διὰ νὰ ἔλθωσι νὰ πληρώσωσιν, οὐδέποτε ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν. Δὲν ἐλάβομεν ποτὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πάντοτε ἀπὸ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν ἐξέρχονται τὰ χρήματα τῆς εἰσπράξεως, δηλαδὴ αἱ δαπάναι αὐτῆς. Οὐδέποτε ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ φορολογούμενος δαπανᾷ ἵνα ἔλθῃ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ὅτι χάνει πολύτιμον χρόνον, ὅτι δαπανᾷ ματαίως ἵν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν εἰσπράκτορα, οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ὅτι ἐκ τῶν αὐτῶν θυλακίων ἐξέρχονται τὰ πρὸς τοῦτο χρήματα καὶ ὅτι ἦτο πολὺ προτιμότερον αὐτὸ τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ πλειότερα ὑπὲρ τῆς εἰσπράξεως, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλῃ πολλαπλάσιον βάρος εἰς τοὺς φορολογουμένους, χωρὶς νὰ ἐξοφλῶσι μολοντοῦτο οὗτοι τὰς ὀφειλάς των. Ἡ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς εἰσπρακτορικῆς ὑπηρεσίας γενικὴ οἰκονομία θὰ ἦτο μεγίστη, διότι εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ στέλλῃ ὑπαλλήλους τὸ Κράτος ὅπως ἐγκαίρως εἰδοποιῆται ἕκαστος τῶν πολιτῶν πόσα ἔχει νὰ καταβάλῃ, καὶ πότε πρέπει νὰ τὰ καταβάλῃ, ἢ νὰ ἀξιοῖ ὁ ταμίας νὰ ἔλθῃ ὁ φορολογούμενος εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ, τότε νὰ ἐπιπίπτωσι βαρύταται κατ’ αὐτοῦ αἱ ἐκ τοῦ νόμου ποιναί. Βεβαίως, Κύριοι, αἱ βελτιώσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τοὺς φορολογικοὺς ἡμῶν νόμους, θὰ περιληφθῶσι μετὰ μελέτην ἐπισταμένην, δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη μετὰ βίας καὶ σπουδῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον, ἵνα μὴ νέας ἀνισότητας γεννήσωμεν, θέλοντες νὰ βελτιώσωμεν τὰ κακὰ τοῦ παρελθόντος. Ὅπως ἔχουσιν οἱ νόμοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶμεν ὅτι οἱ Ἕλληνες θὰ παύσωσιν ὀφείλοντες κατ’ ἔτος τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐκ καθυστερήσεως ὀφείλουσιν, ἐὰν ἡμεῖς δὲν προνοήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν ταμιακὴν καὶ τὴν εἰσπρακτορικὴν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε ἡ εἴσπραξις νὰ ἀποβῇ ἄκοπος. Πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον προνοοῦν περὶ τούτου καὶ κανονίζον τὰ τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ βάσεων ὅλως ἀλλοίων, τῶν ὑφισταμένων. Ἀντὶ ἀμίσθων εἰσπρακτόρων ἢ ἀντὶ εἰσπρακτόρων πληρωνομένων γλίσχρως, ὅπως νῦν πληρώνονται, τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ εἰσπράκτορας ἀπολαμβάνοντας μισθοῦ ἀρκετοῦ, ὁ ὁποῖος σὺν τοῖς ποσοστοῖς θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς τοιούτους, ὥστε νὰ μὴ πιέζωσι τοὺς φορολογουμένους. Συγχρόνως δὲ ἐπιβάλλονται προσόντα καὶ διαγωνισμοί, προνοεῖται δὲ πρὸ πάντων οἱ εἰσπράκτορες νὰ μὴ εἶναι ἐντόπιοι. Ἡ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνακούφισις, ἡ ὁποῖα θὰ προέλθῃ εἰς τοὺς φορολογουμένους, θὰ εἶναι μεγάλη, διότι, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσπράττει μέχρι τοῦδε, εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ φορολογούμενοι δίδουσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τῶν παρ’ αὐτῶν τῷ Δημοσίῳ ὀφειλομένων! Ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι θὰ εἰσπράττῃ ἐγκαίρως, διότι θὰ εἰσπράττῃ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνευ προσθέτων τελῶν, καὶ ἄνευ τόκων, εὐκολύνον τοὺς φορολογουμένους, θὰ ἴδῃ τὰ ἔσοδά του βεβαίως αὐξανόμενα, καὶ αὐξανόμενα σημαντικῶς. Ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη, θὰ εἶναι 211,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, τὰ δὲ ἐπὶ πλέον ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ἐκ τούτου θὰ ἀναμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὑπερβαίνουσι πολὺ τὸ ἑκατομμύριον. Παραλλήλως πρὸς τὸ ταμιακὸν νομοσχέδιον ὑποβάλλω νομοσχέδιον ὀργανοῦν τὴν ἐφοριακὴν ὑπηρεσίαν. Ἀνασυνιστῶμεν τὰς ἐφορίας, τὰς ὁποίας πρό τινων ἐτῶν κατηργήσαμεν ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ, ἐπὶ μεγίστῃ ἐλαττώσει τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ μεγίστῃ δυσχερείᾳ τῶν φορολογουμένων, καὶ ἐνισχύομεν ἐπίσης τὰ τῆς Ἑπτανήσου ταμεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμέναι αἱ ἐφοριακαὶ ὑπηρεσίαι, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς τοῦτο. Ὡς εἶπον πρίν, δὲν εἶναι καθόλου ἀδιάφορον τὸ πῶς γίνεται ἡ βεβαίωσις. Ἐκ δὲ τῶν κυριωτάτων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ μὴ προσέχοντες εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ κακῶς βεβαιοῦντες, τιμωροῦνται. Μέγα μέρος τῶν φορολογουμένων πάσχει ἐκ κακῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ μέγα μέρος τῶν φορολογουμένων ἀγνοεῖ ὅτι ἐγένετο κακὴ βεβαίωσις, καί, ὡς εἶπον πρίν, τὸ μανθάνει μόνον, ὅταν τοῦ ζητήσῃ ὁ ταμίας καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιπροσθέτως ὀφείλει. Ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν καὶ ἐκ τοῦ ἐφοριακοῦ τούτου νομοσχεδίου ἀνέρχεται εἰς 140,000 δραχμάς.
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε πρόχειρον τὸν ἀριθμὸν πόσον στοιχίζει τοῖς ἑκατὸν ἡ εἴσπραξις τῶν Δημοσίων ἐσόδων ἐν Ἑλλάδι;
§91Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα· αἱ δαπάναι τῆς δι’ ἐπιδιώξεως, δηλαδὴ τῆς δι’ εἰσπρακτόρων καθαυτὸ εἰσπράξεως ἀνῆλθον τὸ 1910 εἰς 1.24%. Ἡ τῶν ἀμέσων φόρων βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις ἀπῄτησε 2.7%.
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἔχετε παραλληλίσει τὴν δαπάνην αὐτὴν πρὸς ἄλλα Κράτη;
§93Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως. Οἱ τῆς Γαλλίας ἄμεσοι φόροι καὶ οἱ τούτοις ἀφομοιούμενοι λόγου χάριν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1911 εἰς 593,000,000 δρ. αἱ δὲ διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν πιστώσεις προϋπολογίζονται εἰς 34,730,000 φρ. Ἀφοῦ εἶσθε εἰδικὸς ὑπολογίσατε. Ἡ δαπάνη εἶναι 5.85%. Ἐὰν θέλητε νὰ μεταβῶ καὶ εἰς ἄλλους φόρους, σᾶς λέγω ὅτι ἡ Γαλλία ὑπολογίζει κατὰ τὸ 1911 φράγκα 592,840,000 ἐκ τελωνιακῶν δασμῶν καὶ ἄλλων ἐν τοῖς τελωνείοις βεβαιουμένων ἐσόδων, ἡ δὲ δαπάνη πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν ἀναγράφεται εἰς 36,672,000 δηλαδὴ 6,2% ἡμεῖς δὲ ἐδῶ εἰσεπράξαμεν τῷ 1910, 44 ἑκατομμύρια ἐκ τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ ἄλλα 6 ἑκατομμύρια ἐκ φόρων εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις, ἐδαπανήσαμεν δὲ μόνον ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, σχεδὸν ὅσα ἐδαπανῶμεν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1879. Ἐὰν οἱαδήποτε ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις, οἱαδήποτε διαχείρισις, οἱαδήποτε τράπεζα, ἴδῃ διπλασιαζομένας καὶ τριπλασιαζομένας τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ δὲν προνοήσῃ ὅπως αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τῆς εἰσπράξεως, ἡ ἐπιχείρησις αὕτη βεβαίως θὰ χρεοκοπήσῃ.
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε ὑπολογίσει τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται δι’ ἐνοικιάσεις; Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου οὐδεμίαν συνεπάγεται δαπάνην, ἀλλὰ συνεπάγεται ἔσοδον. Ὥστε μὴ κάμνετε τοιαύτας συγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι λεπτομερείας τινας, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσιν αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς.
§95Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. 16,000,000 εἰσπράττονται ταμιακῶς, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐνοικιάσεων. Ἀλλὰ καὶ μήπως αἱ ἐνοικιάσεις δὲν ἔχουσιν εὐθύνας καὶ δυσκολίας; Μήπως αἱ ἐνοικιάσεις δὲν ἐγκαταλείπουσι καθυστερήματα; Μήπως δὲν ἀπαιτοῦσι σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας; Μήπως ὁ ταμίας δὲν πρέπει νὰ ἐξακριβώσῃ, τί θὰ λάβῃ ὡς ἀσφάλειαν ἐκ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ; Ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς παρέχῃ δι’ ἐγγύησιν οἰκίαν 100,000 δραχμῶν, ἥτις ἀξίζει μόνον 5,000 νομίζετε ὅτι ὁ Ταμίας αὐτὸς ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του; Δὲν πρέπει νὰ προσέξῃ μήπως τὸ δημόσιον χάσῃ ἐκ τούτου 95.000 δραχμάς;
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι καὶ τώρα ὁ εἰσπράκτωρ δὲν θὰ καταπιέζῃ;
§97Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἐν ὅσῳ ἔχομεν ἀπαισιοδοξίαν, ἐν ὅσῳ νομίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, οἱονδήποτε μέτρον καὶ ἂν λάβωμεν, βαίνομεν πρὸς ὄλεθρον! (Χειροκροτήματα).
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ὑμῖν τοιοῦτόν τι.
§99Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι ἀληθῶς παράλογον, ἀφοῦ γνωρίζομεν ἐκ τίνος βαθμοῦ βαρβαρότητος ὁ ἄνθρωπος ἀνῆλθεν εἰς τὸν σημερινὸν πολιτισμόν, μόνον περὶ τοῦ Ἕλληνος νὰ ἀπελπίζωμεν.
§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος εἶπε τοιοῦτόν τι; Ἐγὼ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα, διότι σᾶς εἶπον ὅτι εἷς γλίσχρος μισθὸς τοῦ εἰσπράκτορος ἐκ πείρας γνωρίζομεν ὅτι δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ πράττῃ ὅ,τι ἔπραττε καὶ ἀρχικῶς;
§101Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶπον ἤδη ὑμῖν ὅτι ὁ μισθὸς τῶν εἰσπρακτόρων δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅτι ὁ γλίσχρος μισθὸς τῶν 40 δραχμῶν δὲν καθιστᾷ αὐτοὺς πολὺ καλυτέρους τῶν ἀμίσθων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου θὰ ἔχωμεν ἄλλους μὲν τῶν εἰσπρακτόρων πρὸς 110 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ σὺν τοῖς ποσοστοῖς, αἱ μηνιαῖαι αὐτῶν ἀπολαυαὶ θὰ εἶναι ἀνώτεραι τῶν 160 δρ. ἐν μέσῳ ὅρῳ· ἄλλους δὲ πρὸς 80 δραχμάς, καὶ σὺν τοῖς ποσοστοῖς αἱ μηνιαῖαι αὐτῶν ἀπολαυαὶ θὰ εἶναι ἐν μέσῳ ὅρῳ 125 δραχμαί. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, καὶ ἐπιβάλλει εὐθύνας διὰ τοὺς εἰσπράκτορας, ἀναγκάζει δὲ τοὺς ταμίας ὅπως ἐπιτηρῶσιν αὐτούς. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀμείψῃ ἔτι γενναιότερον τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, θὰ ἀμείψῃ αὐτά, ἅμα ὡς ἀντιληφθῇ ὅτι οὕτως ἐπέρχεται ἀνακούφισις εἰς τὸν φορολογούμενον Λαόν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ὁ Ἕλλην καὶ κατώτερον ἀμειβόμενος τῶν Εὐρωπαίων ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων δὲν δύναται εὐόρκως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἔχομεν πλεῖστα τιμῶντα τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα παραδείγματα καὶ ἐν τῷ οἰκονομικῷ κλάδῳ καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ καὶ τῷ διοικητικῷ, ἐν ὅλαις ἐν γένει ταῖς ὑπηρεσίαις. Ἡ ὀργάνωσις καὶ ἐνίσχυσις τῶν ἐφοριακῶν ὑπηρεσιῶν, ὅσον καὶ ἡ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, θὰ συντελέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἄνεσιν τῶν φορολογουμένων. Ἡ αὔξησις δὲ τῶν ἐσόδων καὶ ἐκ μόνον τῶν ἀστικῶν φόρων δύναται νὰ ὑπερβῇ καὶ τὰς 500,000 δραχ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἄλλοτε, συχνότατα, δὲν ἐβεβαιοῦντο οἱ φόροι ἐγκαίρως. Καθυστέρει ἡ βεβαίωσις ἐπὶ μῆνας καὶ ἐπὶ ἔτος, διότι τὸ δημόσιον δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ πρὸς ταύτην ὄργανα, ἠδιαφόρει δ’ ἐντελῶς διὰ τοῦτο καὶ ἐζήτει εἶτα διπλοῦς φόρους ἀπὸ τῶν φορολογουμένων. Ταῦτα τὰ ἄτοπα τὸ νομοσχέδιον θὰ θεραπεύσῃ· θὰ τιμωρῶνται οἱ ὑπάλληλοι διὰ τὴν μὴ ἀκριβῆ βεβαίωσιν καὶ θὰ ἀσφαλίζωνται οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τῶν βασάνων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται σήμερον. Ἕτερον τέλος νομοσχέδιον ὑποβάλλω τὸ «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου», ὅπερ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπὸ καιροῦ ἀναμένει, διότι πάντες γινώσκουσιν ὅτι ἐὰν μὴ ὀργανωθῇ τὸ Γεν. Λογιστήριον, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑγιᾶ οἰκονομικά. Πλὴν τῆς ὠφελείας, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ ὅτι πολλοὶ ὑπόλογοι θὰ ἀναγκασθῶσι νῦν νὰ καταβάλωσιν ὅσα πρότερον δὲν ἐπλήρωσαν, διότι δὲν ἐγίνετο ποτὲ ἔγκαιρος ἔρευνα, θὰ ἀποκτήσωμεν τέλος πάντων τὰ ἀκριβῆ στοιχεῖα, δι’ ὧν θὰ δυνάμεθα νὰ παρακολουθῶμεν τὴν δημοσίαν διαχείρισιν, θ’ ἀποκτήσωμεν τὰ στοιχεῖα δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ στηρίζωμεν ὑγιᾶ οἰκονομικὴν πολιτικήν.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις δι’ αὐτό.
§103Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις δι’ αὐτό. Ἀλλ’ ἴσως ἀγνοεῖτε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1870 ἔπαυσε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τηροῦν καθημερινὸν καὶ καθολικόν. Ἀναφαίνεται καθολικόν τι τῶν ἐτῶν 1881 καὶ 1882, ἀλλὰ διεκόπη τότε ἀμέσως ἡ τήρησίς του, διότι, ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ηὐξήθη τόσον ἡ ὑπηρεσία ἡ λογιστική, ὥστε ἐσταμάτησε πᾶσα ἐργασία. Ἀπὸ τοῦ 1870 δὲν ἔχομεν καθολικὸν καὶ καθημερινόν. Ἡ κατάστασις νῦν εἶναι τοιαύτη, ὥστε βιβλία γενικῶν ληψοδοσιῶν, ἀπὸ δεκαετίας, δὲν ὑπάρχουσιν· ἐπίσης δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἰδιαίτεροι λογαριασμοί, οἱ τηρούμενοι ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὄλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν ὡς τόσον πάρεργον τὸ ζήτημα τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὥστε ἠμέλησαν τὰ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ Γεν. Λογιστήριον ἔχει τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸ τεσσαρακοντίας. Ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας εἶναι τόσος πολύς, τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δημιουργηθῶσιν ἀπὸ τοῦ 1870 εἶναι τόσα πολλά, διότι εἶναι βιβλία καὶ λογαριασμοὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀνοιχθῶσι καὶ κλεισθῶσι κατ’ ἔτος, ὥστε ὅσον καὶ ἂν ἐνισχύσωμεν τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἂν ἀναμένωμεν ὅπως ἄρξηται ἡ τήρησις πάντων τῶν βιβλίων ἀπὸ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἔπαυσαν ταῦτα τηρούμενα, ἡμεῖς δὲ νὰ προχωρῶμεν κατὰ τὸν αὐτὸν ἀσύστατον τρόπον, ὅστις ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἐκράτησεν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν μὴ ἔχοντες ἔλεγχον προϋπολογισμοῦ, νὰ μὴ ἔχωμεν ἀπολογισμούς. Διὰ τοῦτο ἔκρινα σκόπιμον νὰ καταρτίσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου οὕτως ὥστε νὰ ἄρξωνται τὰ νέα βιβλία καὶ ὁ ἔλεγχος ἀπὸ τοῦ 1912, ἄνευ ὑπολοίπων, νὰ μὴ ἀναμείνωμεν δηλαδὴ τὸ ὑπόλοιπον τῆς προτέρας ἐξελέγξεως, διότι τὸ ἄνοιγμα βιβλίων ἄνευ ὑπολοίπων θὰ μᾶς φέρῃ εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσωμεν ὅλους τοὺς τρέχοντας προϋπολογισμοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦδε. Ἄλλο δὲ τμῆμα τοῦ Γεν. Λογιστηρίου μὴ ἀναμιγνυόμενον εἰς τὴν τρέχουσαν ἐξέλεγξιν, θὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀπὸ τοῦ 1880 ἔλεγχον, τερματίζον κατ’ ἔτος τὰ βιβλία, ὅταν δὲ φθάσῃ εἰς τὸ 1912, τότε θὰ μεταφερθῶσι τὰ ὑπόλοιπα εἰς τὰ νῦν ἀνοιγόμενα βιβλία. Ἄλλως, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ βελτιώσωμεν τὴν νῦν ὑφισταμένην ἔκρυθμον κατάστασιν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν διαρκῶς ποῖον εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικὸν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ δαπάνη διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὡς νῦν καταρτίζεται, καὶ τὴν κατάτμησιν αὐτοῦ εἰς δύο τμήματα, ἀνέρχεται μόνον εἰς 48,000 δρ. ἐπὶ πλέον τῶν νῦν δαπανωμένων, ὀφείλω δὲ νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι παραγωγική, θὰ καλυφθῇ ἀμέσως ἐξ ὅσων θὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τῶν ὑπολόγων. Ὑποβάλλω ἄλλο νομοσχέδιον περὶ συμπληρωματικῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας συστάσεις πολλῶν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Θεσσαλίας, δὲν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλλῃ αὐτό, διότι ἤθελε πρότερον νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς διατελοῦσιν οἱ ἐγκαταστάντες πρόσφυγες. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, εὕρομεν τοὺς πρόσφυγας πάσχοντας, πολλοὺς ἐκ τούτων μὴ ἐγκατεστημένους, ἄλλους πεινῶντας, ἄλλους ἀδικηθέντας. Ὅτε πρό τινων ἐτῶν συνετάσσοντο τὰ περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων νομοσχέδια, δὲν ἐφαντάζοντο οἱ συντάκται τῶν νομοσχεδίων ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν προσφύγων ἔμελλε ν’ ἀνέλθῃ εἰς τόσας χιλιάδας, ὅταν δὲ ἀπεδείχθη ὅτι οἱ πρόσφυγες ἦσαν πολλοὶ περισσότεροι ὅσων ὑπελογίζομεν, εὑρέθημεν πρὸ ἀδιεξόδου. Οὔτε χρήματα εἶχε πλέον τὸ Δημόσιον ἵνα ἀγοράσῃ γαίας, οὔτε κἄν εὕρισκε γαίας διαθεσίμους. Πλεῖστοι τῶν προσφύγων δὲν ἔλαβον τὰς γαίας, τὰς ὁποίας τοῖς ὑπεσχέθη τὸ Κράτος καὶ τὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη νὰ κτίσῃ, ἄλλοι ἔλαβον ὀλιγώτερα ὅσων νομίμως ἐδικαιοῦντο. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἶναι ἡ τελευταία ὑπὲρ τῶν προσφύγων δαπάνη, εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῶμεν. Ἀπαιτοῦνται δι’ ὅλα ταῦτα 3,000,000 δραχ. περίπου, αἱ ὁποῖαι θὰ καλυφθῶσι διὰ δανείου συναφθησομένου εἰς βάρος τοῦ γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου. Δὲν Δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τοῦτο, διότι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει ἴδια ἔσοδα, εἶναι δὲ πιθανὸν ὅτι, ἐὰν ὅλοι οἱ πρόσφυγες ἐγκατασταθῶσι, θὰ γίνωσι παραγωγοὶ προϊόντων καὶ ἀντὶ νὰ διατρέφωνται εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποδώσωσιν ὅσα νῦν χορηγοῦνται εἰς αὐτούς. Ἕτερον νομοσχέδιον, εἶναι τὸ «περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου». Προπέρυσιν ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος προέλαβε πολλὰ κακῶς κείμενα, ἀλλὰ δυστυχῶς περιεῖχε διάταξιν, ἡ ὁποία σχεδὸν ἠμπόδισε τὴν ἐξαγωγὴν καθαρῶν ἀλεύρων. Τὸ τελευταῖον σήμερον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ φορολογίας τοῦ ἐγχωρίου ἀνθρακασβεστίου». Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος πέρυσι, ὁ νομοθέτης δὲν προεῖδεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ ἐνταῦθα ἐργοστάσιον παρασκευῆς, ἀνθρακασβεστίου καὶ δὲν ἔλαβε τὰ μέτρα τῆς ἐπιτηρήσεως αὐτοῦ καὶ φορολογίας τοῦ παραγομένου ἀνθρακασβεστίου. Ταύτην τὴν ἔλλειψιν πληροῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἐπεῖγον πάντων τούτων τῶν νομοσχεδίων καὶ προβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως εἰς τὴν συζήτησιν.
§104ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως προβλέπουσι περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶναι παραγωγικώτεραι διὰ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων χρεῶν, διότι κατόπιν θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποβάλλητε καὶ νομοσχέδιον περὶ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας.
§105Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Περιμείνατε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ 15′. (Ὥρα 9 μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρα 10 καὶ 50′ μ. μ.).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. 3) Γʹ συζήτησις «τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς αὐτῷ διατάξεως τοῦ Ἰουστινιανοῦ». Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον.
§108ΑΘΑΝ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ὑπάρχουσι, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ πολιτικῷ ὀργανισμῷ μας φυτὰ δηλητηριώδη, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἄρωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος μας. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τὰ φυτὰ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν, καθ’ ἣν πλεῖστοι τῶν πολιτῶν, στενάζοντες ὑπὸ τὸ βάρος ἀφορήτων βαρῶν, ἀναμένουσιν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ στερηθῶσι τῆς περιουσίας των, τὴν ὁποίαν μὲ κόπους δάκρυα καὶ στεναγμοὺς ἀπέκτησαν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παραπέμψωμεν αὐτοὺς εἰς τοὺς ὄνυχας καὶ καταδιώξεις ἐπιτηδείων ἐκμεταλλευτῶν δικῶν. Θὰ ἐννόουν ἐπὶ τέλους τὸν σκοπὸν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν μόνον ἐπὶ ἀπαιτήσεων τὸ πρῶτον λαμβανουσῶν γένεσιν ἀπὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, προϋποτιθεμένου ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ τὸ περὶ συμβατικοῦ τόκου καὶ τοκογλυφίας ἕτερον νομοσχέδιον· ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως αὐτοῦ ἐπὶ ἀπαιτήσεων τοῦ παρελθόντος θὰ εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὰς οἰκογενείας καὶ τὰ ἄτομα. Ἡ ἀρχὴ ἥτις διέπει τὰ πάντα, εἶναι ἡ τῆς διατηρήσεως τῆς κοινωνικῆς τάξεως, ὁσάκις ἀντικείμενόν τι ἔχει σχέσιν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον μετὰ τῆς κοινωνίας, πρέπει ὁ νόμος νὰ ἐμποδίζῃ ὅπως τὸ κοινωνικὸν σῶμα μὴ διαταράσσηται ἐκ πράξεων τῶν ἰδιωτῶν. Ἔχομεν μέγα παράδειγμα εἰς τὰς συμβάσεις ἐπὶ τῶν ἀκινήτων. Ἡ διάρρηξις, λόγῳ ὑπερόγκου βλάβης ἐπὶ ἀγοραπωλησιῶν, ἀναγνωρίζεται πανταχόθεν. Ἀναμφιβόλως ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὸν δικαίωμα· ἀλλ’ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸν νόμον. Πρὸς τὴν ἀρχὴν ἥτις θέλει ὅπως ἕκαστος δύναται νὰ ποιῇ οἵαν θέλει χρῆσιν τοῦ πράγματός του, ὑπάρχει ἑτέρα, οὐχὶ ὀλιγώτερον ἀληθὴς ἀρχή, ὅτι ἐνδιαφέρει εἰς τὸ Κράτος ὅπως αἱ περιουσίαι μὴ διασπαθίζωνται, ὅπως αἱ οἰκογένειαι μὴ ἀπογυμνῶνται, καὶ ὅπως ἡ ἀνάγκη μιᾶς στιγμῆς μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ἐπιτήδειον ἐκμεταλλευτὴν νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἄλλου ἐπὶ εὐτελεῖ τιμῇ. Οἱ γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, γνωρίζουσι καλῶς πόσον ὁ ὑπερβολικὸς τόκος κατατρύχει ἀκόμη τοὺς οἰκογενειάρχας, καὶ πῶς αἱ περισσότεραι ἀπαιτήσεις ἀπετελέσθησαν ἐξ ἀνατοκισμῶν, ὑπερβολικῶν τόκων, προπωλήσεων καρπῶν κτλ... Ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦ τόκου προσείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητος, τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκκλησίας ἀργότερον, καὶ αὐτῶν τῶν νομοθετῶν, αἰτία εἶναι αἱ κοινωνικαὶ συνέπειαί του. Ἡ θεωρία τοῦ Ἀριστοτέλους ἐπὶ τοῦ ἀγόνου τοῦ ἀργυρίου θὰ ἐλησμονεῖτο, καὶ τὸ ἐπὶ τόκῳ δάνειον δὲν θὰ ἠρίθμει ἀντιπάλους, ὡς τὸν Κάτωνα, Σενέκαν, Πλούταρχον Πλίνιον, καὶ ἀργότερον τοὺς πατέρας τῆς ἐκκλησίας ἄνευ τῶν μεγάλων καταχρήσεων ἃς ἡ Ῥωμαϊκὴ καὶ Βυζαντινὴ κοινωνία ἔκαμε τοῦ ἐπὶ τόκῳ δανείου, καὶ ὧν αἱ συνέπειαι ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὥστε ἡ τοκογλυφία ἐτήρησε μέχρι τέλους τὸν χαρακτῆρα πληγῆς κοινωνικῆς. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δὲν ἀναγνωρίζει ἑτέραν βάσιν τοῦ τόκου ἢ τὴν παραγωγικότητα τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ διευκολύνει τὴν παραγωγήν, μεταφέρει τὰ κεφάλαια ἐξ ἀδρανῶν καὶ ἀνικάνων χειρῶν εἰς χεῖρας δραστηρίους καὶ παραγωγικὰς πλούτου, ἀποδοκιμάζει δὲ τὰ δάνεια ἅπερ σκοποῦσι τὴν ἄγονον κατανάλωσιν, ἡ δὲ ἠθικὴ ἀποκρούει τὰ δάνεια τῶν ἀσώτων, κατατάττουσα τὰ πρὸς ἀνακούφισιν τῆς πτωχείας προκαλούμενα εἰς τὸ κράτος τῆς εὐποιΐας καὶ δωρεᾶς. Τὰ δάνεια γίνονται συνήθως σχετικῶς πρὸς ἐγγείους ἰδιοκτησίας, εἴτε πρὸς ἀπόκτησιν εἴτε πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς, ἢ χάριν βιομηχανίας τινος πρὸς ἐπέκτασιν καὶ ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ὅπως δὲ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας μὴ ὑποφέρῃ ἡ κοινωνία, πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ προϊόντα τῶν ἐγγείων τούτων ἰδιοκτητιῶν, ἢ πρὸς ἐκεῖνα ἅπερ ἔντιμος βιομηχανία παράγει· ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς ἰσορροπίας ταύτης τὰ πάντα καταρρέουσι. Τὸ κεφάλαιον δὲν εἶναι παραγωγικὸν καθ’ ἑαυτό, καθίσταται τοιοῦτο χάριν τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τῆς ἐργασίας· τὸ προϊὸν ἑπομένως, τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς συνεργασίας κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, πρέπει νὰ μερίζηται μεταξὺ κεφαλαιούχου καὶ ἐργάτου. Ἀλλὰ ποία ἰδιοκτησία δίδει εἰσόδημα καὶ προϊὸν πλέον τῶν 5 ἢ 6%; Καὶ ἐν τούτοις αἱ ἀπαιτήσεις, ὧν ἡ ἐκχώρησις ἀφήνεται ἀπεριόριστος, προέρχονται ἐκ τόκων 15 ἢ 20% πρὸς δὲ καὶ ἐξ ἀνατοκισμῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ ἀξία τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἐξέπεσεν εἰς βαθμὸν προξενοῦντα ἴλιγγον. Τοιαῦται ἀπαιτήσεις δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παραδοθῶσιν εἰς χεῖρας ἀπλήστων καὶ ἐπιτηδείων ἐργολάβων δικῶν. Ἐκκαθαρίσατε προηγουμένως τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας ἐκ τῶν ῥυπῶν αἵτινες τὰς περιβάλλουσιν· ἐνισχύσατε τὴν παραγωγὴν διὰ κατασκευῆς ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων, δι’ ἀναπτύξεως τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων, δι’ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, διὰ ταχείας καὶ ὀλιγοδαπάνου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, δι’ ἀναπτύξεως τοῦ πνεύματος τῆς οἰκονομίας καὶ ἀποταμιεύσεως, ὅπερ ἐπιτυγχάνεται διὰ καταλλήλων θεσμῶν καὶ τοῦ παραδείγματος τῶν ἀρχόντων. Δώσατε ζωὴν εἰς τὴν ὑπὸ τῆς νομολογίας περιπεσοῦσαν εἰς ἀχρηστίαν διάταξιν τῆς Νεαρᾶς Ἰουλινιανοῦ, 121, 138, καθ’ ἣν τοῦ κεφαλαίου διπλασιαζομένου οἱ τόκοι θὰ καταπαύσωσιν αὐτοδικαίως, ultra alterum tantum, ἀφήσατε τὴν μικρὰν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν ἀκατάσχετον, ὡς ἐν Ἀμερικῇ, καὶ τότε δύνασθε νὰ καταργήσητε τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου, διότι τότε καὶ μόνον, πολλαπλασιαζομένης τῆς παραγωγῆς ὁ μηχανισμὸς τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε δολοφόνος καὶ καταστρεπτικὸς μέχρι σήμερον ἐφαρμοζόμενος εἰς ὅρους οἰκονομικοὺς δυσμενεῖς — δάνεια καταναλώσεως, παραγωγὴ ἀνεπαρκής, ἔλλειψις συναγωνισμοῦ —, θέλει κατασταθῆ πολύτιμος, τιθέμενος εἰς ὑπηρεσίαν δημιουργίας πλούτου, καὶ θέλει εἶσθαι παράγων παραγωγῆς καὶ φειδοῦς καὶ ὄργανον δραστήριον διαδόσεως καὶ διαχύσεως τοῦ πλούτου. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀσυζητητί, διότι προβλέπω ὅτι θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα.
§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα. Δὲν τὸ ἐννοήσαμεν.
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, διὰ τῶν τεσσάρων γραμμῶν αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ ἓν μέγα ἀποτέλεσμα· θὰ καταργήσῃ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐχρησιμοποίουν ὅσοι ἤθελον νὰ παραστήσωσι τὴν ἀβελτερίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν Ἑλλάδι, τὴν διατηρήσασαν καὶ διατηροῦσαν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δίκαιον παλαιοτάτης ἐποχῆς. Διὰ κοινῆς κραυγῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, πολλάκις ἐκδηλωθείσης, ἐπεζητήθη καὶ ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τοῦ Αὐτοκράτορος Ἀναστασίου, ὄχι διότι δὲν ἦτο σκόπιμος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐτέθη, ἀλλὰ διότι ἡ σκοπιμότης αὐτῆς ἐξέλιπε λόγῳ τῶν νεωτέρων συνθηκῶν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ἰδίως δὲ λόγῳ τῆς καθιερώσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀμερόληπτον καὶ ἀκριβῆ εὕρεσιν τοῦ δικαίου, προκειμένου περὶ τῶν ἀπαιτήσεων. Διότι ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀπέναντι τῆς κακοήθους ἐκμεταλλεύσεως τῶν δικῶν ἦτο ἡ ἀφορμή, ἡ γεννήσασα τὸν Ἀναστασιανὸν νόμον. Τὴν δυσπιστίαν ὅμως ταύτην συνεμερίσθη καὶ ὁ Γαλλικὸς καὶ ὁ Ἰταλικὸς κῶδιξ, προκειμένου περὶ ἐπιδίκων δικαίων, καὶ ἀνέγραψαν ἕνα περιορισμόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸν Ἰόνιον κώδικα ἐν τοῖς ἄρθροις 1507 ἕως 1509. Αὐτὸν τὸν περιορισμόν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ retrait litigieux οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχει. Δι’ οὓς λόγους ἡ ἐκχώρησις δὲν παρίσταται σήμερον, ὡς ἐπικίνδυνος, ὡς ὑποκρύπτουσα κατ’ ἀνάγκην ἐργολαβίαν δίκης, καὶ ἑπομένως ὡς ἐνέχουσα τὸν κίνδυνον τῆς διεξαγωγῆς δίκης ἀδίκου ἐκ μέρους τῶν ἐκδοχέων, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεων μὴ ἐπιδίκων, διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κίνδυνοι καὶ περὶ ἐπιδίκων ἀπαιτήσεων προκειμένου καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ ἰσχύῃ τὸ droit de retrait litigieux τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν Ἰόνιον κώδικα. Συνηγορῶ ἑπομένως ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ θέσωμεν αὐτὴν ἐν τῇ ἐπικεφαλίδι.
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον περαιτέρω νὰ προστεθῇ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, προκειμένου περὶ ἐκχωρήσεων συναφθεισῶν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ δικαίου.
§113Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ νόμος ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§114Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος.
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν Ἰόνιον κώδικα;
§116Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐπικεφαλίδα τῶν διατάξεων τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῶν ἀντιστοίχων, τοῦ Ἰονίου κώδικος, διότι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄρτιον.
§118Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἤθελον παρατηρήσει τοῦτο μόνον, ὅτι ὁμοία ἀνάγκη καταργήσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου Κώδικος, ἐπαρουσιάσθη καὶ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ναυτικοῦ Κώδικος, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑποθήκην τῶν πλοίων. Καὶ ἐκεῖ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 36 καταργεῖται ὅ, τε Ἀναστασιανὸς νόμος καὶ τὰ ἄρθρα 1057 ἕως 1059 τοῦ Ἰονίου Κώδικος.
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ κείμενον εἶναι διατετυπωμένον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀμφιβολία, θὰ θέσωμεν εἰς τὴν ἐπικεφαλίδα «καὶ τῆς ἀντιστοίχου διατάξεως τοῦ Ἰονίου Κώδικος».
§120Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§121Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ σκοπιμότης τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τότε, τοιαύτη ἀνάγκη ὑπάρχει καὶ σήμερον ἰδίως, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως γεγενημένης, ἡ ὁποία θὰ ἐκχωρηθῇ, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιδιώξωσιν ἐργολαβικῶς ν’ ἀναλάβωσι, περὶ ἀπαιτήσεως κατατετμημένης εἰς διάφορα μερίδια, περὶ ἀπαιτήσεως, ἡ ὁποία ἔχει ἐξοφληθῆ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐξοφλητικαὶ ἀποδείξεις, καὶ τόσα ἄλλα κακά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν. Ἐγὼ διατυπώνω τὴν γνώμην μου, καίτοι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Θὰ ἐννόουν τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου βαθμηδόν, οὕτως εἰπεῖν, τοὐλάχιστον περὶ ἀπαιτήσεων ὑπὸ ὅρον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται βεβαίως νὰ καταργηθῇ ἐπὶ ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον ὕπαρξιν καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκχώρησις ἐντὸς τριῶν ἢ πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεώς των. Προκειμένου ὅμως περὶ παλαιῶν ἀπαιτήσεων πρὸ εἰκοσιπενταετίας ἢ καὶ ἀργότερον, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκχωρῶνται εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν ὡς ἐργολάβος, εἴτε ποιούμενος κατάχρησιν τοῦ πλούτου εἴτε τοῦ ἐπαγγέλματός του, νομίζω, ὅτι θὰ γίνωσι καταχρήσεις καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔδει νὰ γίνῃ κατάργησις τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου βαθμηδόν, ὥστε σήμερον ν’ ἀρχίσῃ ἐπὶ τῶν προώρων ἀπαιτήσεων. Ἐγὼ διατυπώνω τὴν γνώμην μου, ἡ δὲ Βουλὴ ἂς σχηματίσῃ τὴν γνώμην της. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ διατυπωθῇ ὡς γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§123Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, εἶναι μία λέξις.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§125Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν λέγω νὰ τεθῇ σήμερον εἰς τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ νὰ γραφῇ ὡς γνώμη, ὡς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ τὰς γεγενημένας ἐκχωρήσεις. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν γεγενημένων ἐκχωρήσεων καὶ ὅτι ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον ἐπὶ ἐκχωρήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὸ Κράτος αὐτοῦ τοῦ νόμου θὰ γίνωσι.
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ τεθῇ ὡς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά. Μετὰ τὴν λέξιν «Ἰουστινιανοῦ» νὰ τεθῇ «καὶ τοῦ Ἰονίου Κώδικος».
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, διατυποῦται ὡς ἑξῆς· «Περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ διατάξεων τοῦ Ἰουστινιανοῦ καὶ Ἰονίου Κώδικος». Ἄρθρον μόνον. «Ἐν περιπτώσει ἐκχωρήσεως ἀπαιτήσεως, ὁ ἐκδοχεὺς δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ αὐτῆς, καὶ ἂν τοῦτο ὑπερβαίνῃ τὸ ἐπὶ τῇ ἐκχωρήσει συμφωνηθὲν τίμημα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς γʹ. συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων». Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἐκ πέντε μόνον σειρῶν ἀποτελούμενον, θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία διαρκῶς ἐπισείεται, διὰ νὰ καταδείξῃ τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἡμετέρου δικαίου. Κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναταί τις παρὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ Βελλιανείου δόγματος. Ἐκεῖ ὅπου θὰ ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσι δισταγμοὶ εἶναι ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν καὶ τῆς νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ, δι’ ἧς καθίσταται ἀπεριορίστως ἱκανὴ ἡ ἔγγαμος γυνή, ὅπως ἀναδέχηται ὑποχρεώσεις τοῦ συζύγου της. Ἡ διάταξις αὕτη δύναται πράγματι νὰ γεννήσῃ, καὶ γεννᾷ εἰς ἐμέ, δισταγμούς τινας οὐχὶ βεβαίως, διότι θέλω νὰ διατηρηθῇ τὸ παλαιὸν καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀνίκανος ἡ γυνὴ νὰ ἀναδέχηται ὑποχρέωσιν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συζύγου, πλὴν τῶν ὡρισμένων ὑπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἐξαιρέσεων. Διότι τὴν τοιαύτην ἀνικανότητα μὲ τοιαύτην κύρωσιν τὴν θεωρῶ ὡς ἀντιστρατευομένην εἰς τὸν ἠθικὸν σκοπὸν τοῦ γάμου, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον, ὅταν ὑπάρχωσι λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην νὰ μετάσχῃ καὶ ἡ γυνὴ εἰς τοὺς κινδύνους τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ συζύγου, εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας ὀφείλει ἡ γυνὴ ν’ ἀναδέχηται τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ συζύγου της. Ἡ ὄψις ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρίστανται οἱ δισταγμοί μου οὐχὶ ἀδικαιολόγητοι, εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει ἤδη ἀπολύτως τὴν ἀναδοχὴν εἰς τὰς ἐγγάμους γυναῖκας· ἀλλ’ οὕτω νομίζω, ὅτι μεταπίπτομεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον. Δεδομένης τῆς ἀνατροφῆς τῶν Ἑλληνίδων, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτὰς ἐντελῶς ὑποχειρίους εἰς τοὺς συζύγους, εἶναι ῥιψοκίνδυνον νὰ ἐμπιστευθῶμεν, ἄνευ οὐδενὸς τύπου, εἰς τὴν ὡριμότητα τῶν γυναικῶν καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν γυναικῶν ἀπὸ ἐπιδράσεων τῶν συζύγων. Αἱ ἀπὸ μέρους τῶν συζύγων ἐπιδράσεις δύνανται νὰ εἶναι μέγισται, καὶ οἱ σύζυγοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν παρεχομένην ἄδειαν εἰς τὸ νὰ ἀπορροφήσωσιν ὁλόκληρον τὴν προῖκα, ἀπὸ ταύτης δὲ τῆς ἀπόψεως....
§131Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θίγεται ἡ προίξ.
§132Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προεξοφλεῖται. Ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ φόβος τῆς προεξοφλήσεως τῆς προικὸς εἶχεν ἀναγκάσει τὸν Αὔγουστον νὰ νομοθετήσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποιήθη πρὸς δικαιολόγησιν καὶ τῆς Νεαρᾶς καὶ τοῦ Κώδικος, ὁ φόβος μήπως ἡ προὶξ φαγωθῇ. Τοιοῦτοι φόβοι καὶ δισταγμοὶ πάντοτε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν νομοθετῶν καὶ συνεζητήθησαν. Καὶ ἐν μὲν τῇ Γερμανίᾳ, κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς πρώτης νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γερμανικῆς Κώδικος, ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα νὰ ἐπιτραπῇ, ἄνευ τύπων, ἡ ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεων ὑπὲρ τοῦ συζύγου ὡς τοῦ πράγματος μᾶλλον ὄντος συμφώνου πρὸς τὰς συνθήκας καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ Ἰονίου Κώδικος, ὁ ὁποῖος εἶχε νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ ῥυθμίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν γυναῖκα ἀπαιτήσας τὴν δικαστικὴν ἐπικύρωσιν προκειμένου περὶ ἀναδοχῆς.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ σύστημα τοῦ Ἰονίου Κώδικος.
§134Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκφράζω λοιπὸν δισταγμούς τινας, διότι prima facie θεωρῶ τὸ πρᾶγμα ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον μὲ τὴν ἀνατροφήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ ἑλληνίδες νὰ ὑποτάσσωνται καὶ νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν θέλησιν τῶν συζύγων. Λαμβανομένου δὲ μάλιστα, ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν ἡ ἀναλογία τῶν ἐγγραμμάτων γυναικῶν εἶναι μόλις 17,45%, θεωρῶ ἐπικίνδυνον τὸ πρᾶγμα, ἰδίως διότι δύναται νὰ καταστρέψῃ τὰς προῖκας. Ἐὰν δὲ οἱ τοιοῦτοι δισταγμοὶ ἤθελον ἐπικρατήσει, τότε βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ διατηρηθῇ ἡ Νεαρὰ 134, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως φρόνιμον νὰ ἐπιζητηθῇ μία ἐγγύησις, οἵα ἡ τοῦ Ἰονίου Κώδικος, ν’ ἀπαιτηθῇ δηλαδὴ ἀπόφασις δικαστική, ἡ ὁποία νὰ ἐρευνᾷ μήπως ἡ γυνὴ ὑπέκυψεν εἰς τὴν ψυχολογικὴν βίαν τοῦ ἀνδρός. Μέχρι τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἐξετασθῇ, νὰ ἐκτιμηθῶσι τὰ πράγματα, ἐὰν συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης ἢ ὄχι, ἐὰν δὲ πεισθῶμεν ὅτι δὲν συνηγοροῦν, τότε βεβαίως πρέπει νὰ καταργήσωμεν καὶ τὴν ἀντίστοιχον διάταξιν τοῦ Ἰονίου Κώδικος.
§135Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πίεσις, δὲν θὰ ἀσκῆται καὶ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου;
§136Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δυνατὸν εἶναι, ἀλλὰ πάντως ἡ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἔγκρισις εἶναι μία ἐγγύησις. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἡ γυνὴ ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔχει ἀρκετὸν νοῦν νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς περιουσίας της· ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ ἄλλο, τὸ ἀναντίρρητον, ὅτι αἱ σύζυγοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πολὺ ὑποτεταγμέναι εἰς τὰς θελήσεις τῶν συζύγων των, καὶ εἶναι δυνατὸν προκαταβολικῶς, νὰ ἐξαργυρῶσι τὰς προῖκάς των. Ἔχει δὲ τὸ πρᾶγμα σημασίαν, ὄχι μόνον διὰ τὰς σχέσεις μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἀλλὰ δι’ ὅλον τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, διότι εἶναι δυνατὸν τοιουτοτρόπως ν’ ἀπεκδυθῶσιν ἀγροτικαὶ καὶ γεωργικαὶ οἰκογένειαι τῆς ἰδιοκτησίας των, καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα, τὸ κοινωνικόν, ἐμὲ ἐνδιαφέρει. Τὰ ἄλλα θὰ ἠδυνάμην νὰ τὰ παρίδω. Αὐτὸ φοβοῦμαι ἐγὼ, μὴ τυχὸν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης καταστῇ δυνατὸν, ὥστε αἱ μικραὶ γεωργικαὶ ἰδιοκτησίαι νὰ μεταβαίνωσιν εὐχερῶς εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων τοκογλύφων, ὁποῖοι εἶναι συνήθως οἱ τοκισταὶ τῶν ἀγρῶν, καὶ εὑρεθῶμεν τοιουτοτρόπως πρὸ νέας ἀφορμῆς φυγαδεύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ μέγα καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἐπισπάσῃ τὴν προσοχήν, τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ δὲν ἔχομεν ἄλλην νομοθεσίαν περὶ ἀκατασχέτου τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ προστατεύει τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην ἐν πολλοῖς, μόνος ὁ θεσμὸς τῆς προικός.
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐχὶ τόσον τὰ γενόμενα δεκτὰ ὑπὸ τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν μὲ ἔπεισαν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμέσου καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Νεαρᾶς καὶ τοῦ Βελλιανείου δόγματος, ὅσον ἡ ἀκριβὴς καὶ ἐμπεριστατωμένη μελέτη τῶν παρ’ ἡμῖν κρατούντων. Ἐκ τούτων κυρίως ἐπείσθην ἀκραδάντως, ὅτι ἀμφότεραι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι τελείως ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν κοινωνικὴν κατάστασιν, ἀσυμβίβαστοι ἀπολύτως πρὸς τὴν σύγχρονον ἀνάπτυξιν καὶ θέσιν τῆς γυναικός, ἀλλ’ ἐπίσης ἀσυμβίβαστοι καὶ πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν ἤθη καὶ τὸ κρατοῦν οἰκογενειακὸν καθεστώς. Θεωρῶ τὸν θεσμὸν ἐν γένει ἀπολύτως ἀνελεύθερον, ἀντιοικονομικὸν καὶ ἐπικίνδυνον. Βεβαίως ἀντίρρησις οὔτε ἠγέρθη, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ, προκειμένου περὶ καταργήσεως εἰδικῶς τῶν διατάξεων τοῦ Βελλιανείου δόγματος, τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν ὑπὲρ τρίτου ἀναδοχήν, διότι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι εἶχον λόγον κυρίως οὐχὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γυναικὸς τὴν ἠλαττωμένην, ἀλλὰ βαθύτερον, τὴν ἔκλυσιν τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν, τὴν εὐτυχῶς ἀνύπαρκτον ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς κοινωνίᾳ. Ἐξακολουθῶ ἐν τούτοις τὴν αὐτὴν νὰ ἔχω γνώμην καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως τῆς Νεαρᾶς 134, τῆς ἀπαγορευούσης τὴν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου ἀνδρὸς ἀναδοχὴν τῆς γυναικός. Οὐδεὶς ἀπολύτως ὑπάρχει φόβος ὑπὸ τὴν ἀνάπτυξιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνὶς δέσποινα, νὰ ὑποκύψῃ εἰς πιέσεις ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνδρός. Πολὺ ὀρθῶς δὲ παρετήρησε ταῦτα καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Διότι βεβαίως εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τοιούτου εἴδους ἀξιώσεις ἐκ μέρους τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν γυναῖκα, ὅπως διαθέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς δύνανται νὰ διατυπωθῶσιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ οἰκογενειακὸν καθεστώς, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζῶμεν, θεωρῶ τοῦτο μέγα δώρημα τῆς ἐν τῷ ἑλληνικῷ οἴκῳ θέσεως τῶν συζύγων. Διότι αἱ ἀξιώσεις ἢ αἱ πιέσεις αὗται δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι χώραν ἐπὶ βλάβῃ τοῦ οἰκογενειακοῦ καθεστῶτος. Εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, τοὺς ὁποίους ἐννοοῦμεν, αἱ ἀνάγκαι τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου εἶναι τοσοῦτον κοιναὶ καὶ ἀδιάσπαστοι, ὥστε δὲ, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῶσιν ἀνάγκαι τοῦ ἀνδρὸς μὴ οὖσαι συγχρόνως καὶ ἀνάγκαι τῆς γυναικός. Ἐὰν ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις τῆς οἰκογενειακῆς αὐτῆς ἀντιλήψεως, θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἀπαντῶσιν ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐκεῖ δηλ. ὅπου ἄλλοι λόγοι καθιστῶσιν ἀδυνάτους ἢ ἀκάρπους τὰς ἐνδεχομένας πιέσεις τοῦ ἀνδρός, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνάπτυξις τῆς γυναικὸς εἶναι ἀνωτέρα καὶ ἡ ἐν τῷ οἴκῳ θέσις διάφορος, οὕτως ὥστε οὔτε ψυχολογικὴ οὔτε οἱαδήποτε πίεσις θὰ εἶναι ἐπαρκής, ἵνα ὑποτάξῃ τὴν σύζυγον εἰς προτροπὰς ἢ πιέσεις ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνδρός· διότι κατὰ κανόνα ἡ τοιαύτη σύζυγος ὑπὸ παρεμφερεῖς πιέσεις θὰ καταφύγῃ εἰς διαζύγιον, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἀνδρός. Διὰ τὸν κατ’ ἐξοχὴν λοιπὸν ἑλληνικὸν βίον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμόν, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκίνδυνον, διότι ἡ διαστολὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων δὲν ὑπάρχει: διαστολὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ εἰς τὴν διάγνωσιν τῶν ἀναγκῶν ταῦ οἰκογενειακοῦ βίου δὲν ὑφίσταται. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, τὴν ὁποίαν ὀνομάζω Ἑλληνικὴν ἄποψιν, εἶναι συμφέρον ἡ γυνή, εἴτε προῖκα ἔχει εἴτε ἐξώπροικα, νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ ἀνάγκας τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκαι ἀπὸ κοινοῦ τῶν τέκνων καὶ τοῦ ἀνδρός. Ἐξ ἄλλου δὲ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐν ταῖς πόλεσι βίου, ἀπὸ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἐξαιρέσεις ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν συζύγων πρὸς ἀλλήλους, οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται διὰ τοὺς ἄλλους λόγους, οὓς ἤδη ἀνέφερον. Κύρωσιν περιφανῆ τῶν παρατηρήσεών μου τούτων παρέχει ἡ πρακτικὴ τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου καὶ τῆς πρακτικῆς τῶν δικαστηρίων. Διότι ἐκ τούτων περισσῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅπου ἠθέλησεν ἡ γυνή, ἀντιλαμβανομένη τῶν ἀναγκῶν τοῦ οἴκου, νὰ παράσχῃ τὴν ἑαυτῆς συνδρομὴν ὑπὲρ τούτου, ἐξευρέθη τρόπος καὶ ἐρρίφθησαν ὅλα τὰ ὁδοφράγματα μὴ ἐξαιρουμένου καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προστατεύει καὶ αὐτὴν τὴν ἀδιατίμητον προῖκα. Εὗρεν ἡ γυνὴ θέλουσα καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς βοηθουμένη τὰς γνωστὰς διεξόδους καὶ κατέρριψε πάσας τὰς ἀπαγορευτικὰς προφυλάξεις τοῦ νόμου διὰ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Πότε δὲ ἐλειτούργησαν αἱ διατάξεις τοῦ Βελλιανείου δόγματος καὶ ἡ 134 Νεαρά; Ὅταν ἐπρόκειτο μετὰ συνεννόησιν τῶν συζύγων νὰ παγιδευθῶσι συμφέροντα τρίτων καλῆς πίστεως καὶ νὰ δημιουργηθῇ πρὸς τοῦτο δίκη ψευδής. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, Κύριοι, ὅτι ὁ θεσμός, περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ του ἐντελῶς ἀνελεύθερος, εἶναι ξένος πρὸς τὸν οἰκογενειακόν μας βίον, ἀντιοικονομικός, ἀλλότριος πρὸς τὰ κοινωνικά μας ἤθη. Προκειμένου δὲ νὰ κριθῇ ἤδη ἡ τύχη αὐτοῦ, ἐγὼ συμπεραίνω ὅτι εἶναι ἄξιος οὐχὶ ἁπλῆς καταργήσεως· εἶναι ἄξιος καταδίκης.
§138Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τὸν θέτοντα ὡς βάσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσεν καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει καὶ ἤδη ἐν τῇ ἀγορεύσει του, βεβαίως αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Βελλιανείου δόγματος καὶ τῆς νεαρᾶς 134 τοῦ Ἰουστινιανοῦ, πρέπει νὰ καταργηθῶσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ βάσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ἀπορῶ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπορῶ πῶς οὗτος ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀσκήσας τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἀνεῦρε τοιαύτας περιστάσεις, δικαιολογούσας αὐτὸν εἰς ὑποβολὴν καὶ ὑποστήριξιν τοιούτου νομοσχεδίου. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, δικηγορῶ ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη καὶ ἐν τῷ δικηγορικῷ μου σταδίῳ ἀπήντησα περιστάσεις ἐναντίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσε πρὸς ἡμᾶς ὅτι ἀπήντησε. Ἀπήντησα συζύγους ἐκβιάζοντας τὰς ἑαυτῶν συζύγους ὅπως ἀπογυμνώσωσιν αὐτὰς τῆς ἰδιαιτέρας περιουσίας των καὶ στερήσωσι καὶ τὰ τέκνα των τῆς μητρικῆς περιουσίας πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ὅλως ἀσχέτων πρὸς τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐν τῇ Ρωμαϊκῇ ἐποχῇ, ἠνάγκασε τοὺς νομοθέτας νὰ τάξωσι τοιαύτην διάταξιν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν γυναικῶν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τὰς γενομένας εἰς αὐτάς, τὰς ὁποίας ἐθεώρησαν οἱ νομοθέται ὡς παρασυρομένας ἐκ τῆς ἀγαθότητος, τῆς εὐπιστίας, τῆς ἀδυναμίας, τῆς ἐγκειμένης εἰς τὴν φύσιν τῆς γυναικός. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀναπτυχθῇ αὕτη πνευματικῶς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν μορφωθῇ κοινωνικῶς, οὐδέποτε ὅμως θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐν τῇ ἑαυτῆς φύσει ἐγκειμένης ἀδυναμίας, τῆς ἀγαθότητος, τῆς εὐπιστίας. Τὴν τοιαύτην φύσιν τῆς γυναικὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ οἱαδήποτε πνευματικὴ ἀνάπτυξις, σήμερον τυχὸν παρατηρουμένη. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν προστασίαν ταύτην ἀπὸ τῆς γυναικὸς κατὰ τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι τὴν ἀπειλοῦσιν ἐκ μέρους ὄχι μόνον τοῦ συζύγου, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους ἄλλων τρίτων προσώπων, διότι ἐγὼ δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι μόνον πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀναδοχῆς ὑποχρεώσεων ἀλλοτρίων νὰ ἐμμείνωμεν δὲ εἰς τὴν διάταξιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀναδοχῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ συζύγου. Θεωρῶ ὅτι καὶ οἱ τρίτοι μεγίστην ἐπιρροὴν δύνανται νὰ ἀσκήσωσι πάντοτε ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς γυναικός. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται ἡ τοιαύτη ἐπιρροή, ἡ τοιαύτη ἐπιβολὴ τῶν τρίτων δὲν εἶναι ξένοι, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ὑμᾶς. Πάντες γνωρίζομεν πόσον εὐκόλως εἰς τοὺς κορτάκηδες, ἵνα οὕτως εἴπω, δίδουσι πίστιν αἱ γυναῖκες καὶ ἀπατῶνται ὑπ’ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῦτο ἐπιδιώκουσιν, ἰδίως εἰς τὰς πόλεις, τοὺς ἔρωτας μετὰ τῶν ἐχουσῶν ἰδιαιτέραν περιουσίαν γυναικῶν, ἵνα σαγηνεύωσιν καὶ ἀποπλανῶσιν αὐτὰς πρὸς καταβρόχθισιν τῆς περιουσίας των διὰ συνομολογήσεως δανείων καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων πρὸς αὐτοὺς ἢ πρὸς τρίτους.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ διαθέσωσι τὴν ἠθικὴν περιουσίαν ἂς διαθέσωσι καὶ τὴν ὑλικήν.
§140Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ πλάσματα τὰ ἀθῶα, τὰ εὐκόλως παρασυρόμενα καὶ σαγηνευόμενα, ἀπροστάτευτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τοὺς προστατεύοντας αὐτὰ νόμους ὡς τοὺς εὕρομεν. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἀναφέρει, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται πρέπει νὰ καταλυθῶσι, καὶ διότι ὑποθάλπουσι τὰς δολιότητας καὶ ὑπονομεύουσιν ἀλλότρια συμφέροντα διὰ τῶν εἰκονικοτήτων καὶ συμπαιγνιῶν μεταξὺ τῶν συζύγων, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ πείσῃ ἡμᾶς νὰ συγκατατεθῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἂν αἱ συμπαιγνίαι καὶ εἰκονικότητες μεταξὺ τῶν συζύγων λαμβάνωσι χώραν, οἱ δανεισταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι κερδοσκόποι, αὐτοὶ ἂς προσέχωσι νὰ μὴ ὑποπίπτωσιν εἰς τοιαύτας παγίδας καὶ ὄχι, διότι αὐτοὶ τυχὸν ὑποπίπτουσιν εἰς παγίδας, νὰ ἄρωμεν τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τὸ ὑπὲρ τῶν γυναικῶν. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δεχθῶ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἀποτελοῦσι πραγματικὸν εὐεργέτημα τῶν γυναικῶν, διότι πιστεύω ὅτι σπανιώτατα αἱ γυναῖκες περιέρχονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέτωσι τὴν ἰδίαν περιουσίαν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ἑαυτῶν ἢ τῆς οἰκογενείας των, καὶ σχεδὸν πάντοτε δανείζονται, ἐπὶ ὑποθήκῃ ἢ ἐνεχύρῳ τῆς περιουσίας των, παραπειθόμεναι ἢ καταπιεζόμεναι ὑπὸ τῶν συζύγων των πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τούτων ἰδιαιτέρων καὶ ξένων πολλάκις πρὸς τὴν οἰκογένειαν. Ἂν αἱ ἀνάγκαι τῆς οἰκογενείας εἶναι πραγματικαί, ὁ νόμος χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν σύζυγον νὰ δανείζηται πρὸς διατροφὴν καὶ συντήρησιν τῆς ἰδίας οἰκογενείας ἐν ἀνεπαρκείᾳ τοῦ συζύγου, κατ’ οὐδὲν ἐμποδίζεται ἡ γυνὴ ἀπὸ τοῦ νὰ διαθέτῃ τὰ ἴδια χάριν τῶν οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν, τότε δὲ μόνον ἐμποδίζεται, ὅταν δαπανᾷ ἢ δανείζηται εἰς βάρος τῆς ἰδίας περιουσίας πιεζομένη ὑπὸ τοῦ συζύγου διὰ τὰς ἀνάγκας τούτου καὶ οὐχὶ τῆς οἰκογενείας. Πρέπει, κύριοι Βουλευταί, ὅταν νομοθετῶμεν καὶ μάλιστα νόμους τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις μικρᾶς μερίδος τῶν πολιτῶν, τὰς σχέσεις τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ κανονίσωμεν διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ τὰς σχέσεις τῶν πλειόνων, τοῦ πολλοῦ λαοῦ, καὶ ὁ πολὺς λαὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ Βελλιανείου δόγματος καὶ τῆς Νεαρᾶς 134 εὑρίσκει εὐεργητικάς, διότι ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς πληθυσμοῖς κυρίως, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ πλεῖστον, ἐκεῖ ἡ γυνὴ εἶναι δούλη τοῦ συζύγου καὶ θὰ εἶναι πάντοτε· δὲν δύναται αὕτη νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ συζύγου, ὁ ὁποῖος εὐκόλως δύναται νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον καὶ νὰ τῇ ἐπιβάλλῃ ν’ ἀναδέχηται τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας Κύριος οἶδε, διὰ ποίους λόγους συνωμολόγησεν οὗτος. Αὐτὴν τὴν γυναῖκα δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἀπροστάτευτον καὶ ἀνυπεράσπιστον ἀπέναντι καὶ τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν ὑλικῶν ἐκβιάσεων, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἐκ μέρους τοῦ συζύγου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδιότητας αὐτὰς τῆς γυναικός, τὴν ἀγαθότητα, τὴν εὐπιστίαν, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ φύλου της, δὲν θέλετε ποτὲ ἀποφασίσει νὰ ἄρητε ἀπὸ τῶν γυναικῶν τὴν εὐεργετικὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐχορήγησαν εἰς αὐτὴν σοφοὶ ῥωμαϊκοὶ νόμοι, ὅπως μὴ αὗται ἀπογυμνῶνται τῆς περιουσίας των ἐκβιαζόμεναι ἢ παρασυρόμεναι δι’ ἄλλων μέσων, καὶ ἀποστερῶνται οὕτω καὶ τὰ τέκνα τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν μόνον θὰ εὕρωσι μίαν ἡμέραν ἀπὸ τὴν προικῴαν ἢ ἐξώπροικον περιουσίαν, ὅταν τύχῃ οἱ γονεῖς νὰ εἶναι ἄσωτοι, διότι μόνον τῶν ἀσώτων συζύγων ἐκβιάζονται ν’ ἀναλάβωσιν βάρη αἱ σύζυγοι, οἱ δὲ συνετοὶ καὶ σώφρονες καὶ φιλόστοργοι σύζυγοι καὶ ἂν ἀτυχήσωσιν εἰς ἐπιχειρήσεις των, ὥστε ν’ ἀπολέσωσι τὴν ἰδίαν περιουσίαν, πᾶσαν καταβάλλουσι προσπάθειαν νὰ περισωθῇ ἡ τῆς συζύγου περιουσία, χάριν τῶν τέκνων των.
§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠκούσθησαν, Κύριοι, τρεῖς περίοδοι τῶν ἀγάμων· ἡ ἄκρα νεότης, ἐκείνη εἰς ἣν εὕρηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μεσόκοπος ὑποθέτω, καὶ ἐκείνη εἰς ἣν εὕρηται ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπερβὰς νομίζω τὰ ὅρια πάσης νεότητος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐξ ὀνόματος τῶν ἐγγάμων νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§142ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τῶν νέων ἐγγάμων.
§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τώρα πλέον, πρὸ δεκαετίας ἔγγαμος!
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν πρέπει νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ χηρεύοντες καὶ οἱ διεζευγμένοι.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ οἰκογενειῶν παραλελυμένων, καὶ εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ εἰς τὰς πόλεις ἐξακολουθεῖ ὁ ἀνὴρ νὰ εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ πεισθῇ ὅτι, ὅταν τελῆται τὸ μυστήριον τοῦ γάμου καὶ λέγεται ὅτι ἡ γυνὴ πρέπει νὰ φοβῆται τὸν ἑαυτῆς ἄνδρα, τοῦτο ἀκούεται ὑπὸ τῶν μὴ παραλελυμένων Ἑλληνίδων μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ ἑρμηνεύεται προσηκόντως.
§146ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κυριολεκτικῶς· ὄχι προσηκόντως.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι πάντως σπεύδομεν, διότι ὡς παρ’ ἡμῖν ἐξηκολούθησαν τὰ πράγματα ἐπὶ ἔτη μακρότατα τοιουτοτρόπως θὰ ἐξηκολούθουν ἀβλαβῶς ἐπί τινα ἔτι χρόνον, ἀφοῦ ἄλλως σπεύδομεν ἤδη νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάρτισιν πλήρους Ἀστικοῦ κώδικος καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται, ὡς ἀνεπτύχθη, μὲ ὁλόκληρον τὸν προικῷον θεσμόν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν γένηται νόμος τοῦ Κράτους, καταλύει καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν δωρεῶν μεταξὺ συζύγων.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅλον τὸ προικῷον δίκαιον καταλύεται.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἐκτὸς τούτου εἶναι δυνατόν, ὡς ἡμεῖς ὑπολαμβάνομεν, οἱ πάντες ἐκ τῶν πραγμάτων ἔχοντες πεῖραν ὑμῶν περισσοτέραν, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἄτοπον σπουδαῖον ὄχι οἰκονομικόν, ἀλλ’ ἠθικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, ἥτις ὑπῆρξεν ὁ μεγαλείτερος φύλαξ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ ἥτις ἀκόμη ὑπάρχει τὸ ὡραιότερον κόσμημα, τὸ μεγαλείτερον στήριγμα τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς παρ’ ἡμῖν. Εἶναι δ’ ἑπόμενον νὰ ὑποστῇ τραύματα ἡ παρ’ ἡμῖν οἰκογένεια. Ἐκεῖ, ὅπου ἐνομίσατε, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία, συμβαίνει τοῦτο σπανιώτατα, διότι συνήθως πρόκειται, ὡς εἶπον προηγουμένως, περὶ παραλυσίας τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν. Εἶναι ἀρκετὰ εὐρέως γνωστὸν ἐν Ἀθήναις, ὅτι μία κόρη ἀπέρριψε τὸν προτεινόμενον εἰς αὐτήν, ὅπως ὑπάρξῃ ὡς σύντροφος τοῦ βίου της, διότι μετά τινος ἀφελείας ἔπινε τὸ τσάϊ του! Ἡ κόρη αὐτὴ βεβαίως ἔχει ὅλον τὸ αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ προστατευθῇ αὐτή, διότι ἐκείνη βεβαίως θὰ διερρήγνυε τοὺς δεσμοὺς τοῦ γάμου μετὰ τῆς αὐτῆς ἀφελείας, μεθ’ ἧς ἀπέρριψε τὸν μνηστῆρα, διότι ἐκείνη ἦτο διατεθειμένη νὰ δαπανήσῃ ἑκατομμύρια εἰς εἴδη πολυτελείας, τὰ ὁποῖα τὴν διευκολύνουσιν εἰς τὰς φιλαρεσκείας της. Δὲν πρόκειται λοιπόν, περὶ τοιούτων τινῶν γυναικῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ καὶ εἰς ἄλλας τινὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες εἶναι ἐλάχισται καὶ αἵτινες εἶναι ἐξαίρεσις, αἵτινες δι’ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους εἶναι τὸ φόβητρον, ὥστε νὰ συγκρατῶμεν ἀδιαρρήκτως τοὺς δεσμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας, τοὺς δεσμοὺς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς καυχώμεθα, τοὺς ὁποίους κατακρίνουσιν ἄγαμοί τινες παρασυρόμενοι ἀπὸ θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐφαντάσθησαν, ἐμελέτησαν, ἀλλὰ τῶν ὁποίων τὰ τρομερὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶδον εἰς τὸν βίον, ὅπως ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶδον τὰ ἀγαθὰ τῶν δεσμῶν, ὡς ἀποκαλοῦσιν αὐτούς, ἐν χυδαίᾳ κυριολεξίᾳ, τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ οἰκογένεια, κύριε Ὑπουργέ, καὶ εἰς τὰς πόλεις, ἀκόμη δὲ περισσότερον εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπου οὔτε ἀνάπτυξις ὑπάρχει καὶ ὅπου καύχημα τῆς Ἑλληνίδος γυναικὸς εἶναι τὸ νὰ λέγῃ, νὰ διαλαλῇ νὰ διακηρύσσῃ ὅτι ὑπόκειται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ συζύγου της καὶ ὅταν συμβαίνῃ νὰ εἶναι ὑπεράγαν αὐστηρός, τὸ καυχᾶται καὶ τὸ διαλαλεῖ ἡ Ἑλληνὶς δέσποινα. Καὶ λέγων ταῦτα, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι θεσμός τις εἶναι παλαιός, δὲν λέγομεν τοῦτο διότι ὁ θεσμὸς ἐτέθη παλαιά, ἀλλὰ διότι πρὸ πολλοῦ παρῆλθον τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον τὸν θεσμόν. Ὁ θεσμὸς λοιπόν, δὲν εἶναι παλαιός, ὁ θεσμὸς εἶναι νέος, εἶναι σημερινός, διότι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὸν θεσμὸν τοῦτον εἶναι σημερινά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πρὸς σπουδήν. Ἂς καταρτισθῇ ὁ ὅλος κῶδιξ, ἂς συμβιβασθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὅλου θεσμοῦ καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα τὰ μάλα προσῆκον. Εἶναι τόσον πλουσία ἡ ὕλη ἡ ἄλλη, ἡ εἰσηγηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ἐλπίζω ὅτι οὐδὲν κώλυμα θὰ εὕρῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου.
§150Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, διότι πιστεύω ὅτι δὲν θὰ προκληθῇ ψηφοφορία ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς Νεαρᾶς, ἂς εἶναι καὶ τόσον γηραιά, καὶ ἂς ἐφέρθη τόσον ἀστόργως πρὸς αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἂς τῇ κατέγνωσε τὸ ἀνελεύθερον. Καὶ ἄλλοι θεσμοὶ θεωροῦνται ἀνελεύθεροι, ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητοι, καὶ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς εἰσηγήθη ἐνώπιον ἡμῶν τοιούτους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει κύκλος τις χειραφετημένων γυναικῶν· ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δικηγορῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ νὰ ἠρύσθη τὴν ἀντίληψιν καὶ τὰς ἐντυπώσεις αὑτοῦ ἐκ τοιούτων τινῶν κύκλων· εἶναι ἀληθὲς ὅμως ἐξ ἄλλου ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἡ πλειονοψηφία τοῦ ὡραίου φύλου διατελεῖ ἀπολύτως ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ ἀνδρός, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀντίληψίν μου, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ μου βίου ἔχω εἰς τοὺς ἀμιγεῖς ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπὶ τοσοῦτον ὑπείκει εἰς τὴν ἐπιρροὴν τοῦ ἀνδρὸς ἡ γυνή, ὥστε κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ εἰς αὐτόν, ζητουμένην ἐπιμόνως, τὴν ἐκχώρησιν τῆς ἰδίας περιουσίας ἢ προικός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι καὶ τοῦτο ἐὰν γίνῃ, εἶναι σκόπιμον, διότι φρονεῖ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἡ γυνὴ ἔχει συνταυτισθῇ παρ’ ἡμῖν μὲ τὸν ἄνδρα, ὥστε δὲν ἔχει ἔννοιαν τῆς διακρίσεως τῆς ἰδίας περιουσίας ἀπὸ τῆς περιουσίας τοῦ ἀνδρός. Κατὰ τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ εἶμαι σύμφωνος· οὐχὶ ἅπαξ εἰς ἐμὲ δικηγοροῦντα, προσῆλθον γυναῖκες ζητοῦσαι τὴν συμβουλήν μου ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν ἰδίαν περιουσίαν καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ὁ νόμος δὲν ἐξησφάλιζεν αὐτὰς κατὰ τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ ἀνδρός. Ὥστε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εὑρίσκω τὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν διάταξιν πρόωρον. Ἀναντιρρήτως παρ’ ἡμῖν δὲν προήχθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ γυνή, ὥστε νὰ δύνηται ν’ ἀντιδρᾷ εἰς τὰς παραλόγους θελήσεις τοῦ ἀνδρός, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ζημίαι θὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς διατάξεως. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω ὅτι ψηφιζομένης τῆς διατάξεως ταύτης θὰ προκύψῃ καὶ ἄλλη ζημία λίαν οὐσιώδης, θὰ εἰσέλθῃ ἡ ἔρις εἰς τὴν ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, ὁ ἀνὴρ θ’ ἀπαιτῇ, ὡπλισμένος διὰ τοιαύτης διατάξεως, νὰ εἰσφέρῃ ἐκ τῆς περιουσίας της ἡ γυνή, ἡ γυνὴ θ’ ἀνθίσταται καὶ ἔρις θὰ ἐπέρχηται καὶ φοβοῦμαι μήπως αἱ κυρίαι καταρασθῶσι τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν εἰσηγητὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως, εἶναι δὲ γνωστόν, ποία θὰ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς κατάρας ταύτης.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ θέματα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δύο καὶ σχεδὸν κεχωρισμένα· εἶναι ἕν, περὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα σχεδὸν ὅλοι σύμφωνοι, τὸ περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Βελλιανείου δόγματος. Σπανίως παρουσιάζεται περίπτωσις ἐφαρμογῆς πραγματικῆς τούτου καὶ ὁσάκις παρουσιάζεται εἶναι ἀληθές, ὅτι παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν δολίας ἐπικλήσεως τοῦ δόγματος ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς καταπιέσεως τοῦ δανειστοῦ. Διότι σπανίως αἱ γυναῖκες ἀναλαμβάνουσι χρέη ἀλλότρια τελείως πρὸς αὐτάς. Εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τῆς ἀναστολῆς χρεῶν συζυγικῶν, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τοῦ Βελλιανείου δόγματος ὡς ἐπέκτασις αὐτοῦ, ἐπέκτασις καὶ κατὰ τὸ πρόσωπον, ἀλλ’ ἐπέκτασις καὶ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀναδοχῆς.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ κατὰ τ’ ἀποτελέσματα.
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τ’ ἀποτελέσματα, διότι ἀλλοῖα ἐπέρχονται κατὰ τὴν Νεαρὰν 134, τὰ ἀποτελέσματα. Ἐρωτᾶται ἤδη, ἐξέλιπεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐποχὴν καὶ ἡ μία διάταξις καὶ ἡ ἄλλη; Εἶναι ζήτημα τοῦτο ἄξιον πολλῆς ἐρεύνης. Ἐνθυμούμεθα ὅλοι ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῶν φοιτητικῶν ὅτι, ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰσήχθη ἡ διάταξις αὐτή, ἦτο propter levitatem et sexus imbetillitatem, λόγος ἥκιστα κολακευτικὸς διὰ τὸ ὡραῖον ἥμισυ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν ὕπαρξιν τοῦ λόγου τούτου, βεβαίως ἤθελον αὐτόχρημα δείξει ὅτι ὑποτιμῶσι τελείως τὴν Ἑλληνίδα γυναῖκα. Τὸ πρῶτον θέμα δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν διὰ τοῦτο, νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολύ. Τὸ δεύτερον θέμα παρέχει δισταγμούς τινας· ἀλλ’ οἱ δισταγμοί νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκλίπωσιν, ἐὰν μελετήσῃ τις καλῶς τὸ πρᾶγμα καὶ σταθμίσῃ τὰ πλεονεκτήματα, καὶ τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐκ τῆς μιᾶς καταστάσεως καὶ τῆς ἄλλης. Πρῶτον εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ ἔχητε κατάργησιν τοῦ Βελλιανείου δόγματος χωρὶς νὰ ἔχητε καὶ κατάργησιν τῆς Νεαρᾶς 134. Ἡ Νεαρὰ 134 προβλέπει ἀναδοχὴν τῶν χρεῶν τοῦ συζύγου, καὶ ἂν δὲν καταργηθῇ αὕτη, εἰς τὰς πλείστας τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιάζωνται, διὰ νὰ ἔχωσι προχειρότερα καὶ ποικιλώτερα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, θὰ παρεμβάλωσι καὶ τὸν σύζυγον ὡς ὀφείλοντα χρέη, ἅτινα διὰ προσώπων τρίτων θὰ ἰσχυρίζεται ἡ σύζυγος ὅτι ἀνέλαβεν, οἱ δὲ κίνδυνοι καὶ οἱ φόβοι, οἱ ἀπομακρύνοντες τὰς συναλλαγάς, θὰ ὑφίστανται πάντοτε, καὶ θὰ συμβαίνῃ ὡς νῦν· κτῆμα, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἐκ χειρὸς γυναικός, ἐγγάμου ἢ ἀγάμου, δὲν θὰ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συναλλαγῆς, θὰ εἶναι ἀνεπίδεκτον συναλλαγῆς. Οὐδεὶς δικηγόρος ἐπιτρέπει, μὲ συνείδησιν τελείως ἀναπεπαυμένην, εἰς πελάτην του ν’ ἀγοράσῃ κτῆμα ἢ νὰ δανείσῃ ἐπὶ κτήματος, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἅπαξ εἰς χεῖρας γυναικός...
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ν’ ἀγοράσῃ.
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ν’ ἀγοράσῃ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ὀνομαστὶ δίκας, ἐν αἷς διεξεδικήθησαν κτήματα, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ἐπωλήθησαν πρὸς κάλυψιν ἀναδοχῆς συζυγικοῦ χρέους· καὶ αὐτὸς ὁ πλέον ἐπιμελὴς δανειστής, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, εἶχε πολλὰς τοιαύτας δίκας τὰς ὁποίας ἀπώλεσε καὶ τὰς ἀπώλεσε, διότι ὁ Ἕλλην δικαστὴς φέρεται καὶ κρίνει πάντοτε συμπαθῶς πρὸς τὴν πάσχουσαν γυναῖκα καὶ τὴν οἰκογένειαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι λίαν δυσχερὲς νὰ δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ δώσωμεν, ἂν δὲν ψηφίσωμεν καὶ τὴν κατάργησιν τῆς Νεαρᾶς 134. Ἀλλὰ τινὲς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων προέβαλον τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ σύζυγος ἐπὶ τὴν σύζυγον. Οἱ πλεῖστοι, σχεδὸν πάντες, μένομεν σύμφωνοι ὅτι εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς δὲν παρατηρεῖται ὑπάρχουσα ἡ ἐπιβολὴ αὕτη, ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἀσκεῖται βία καὶ ὑπάρχει ἡ ἐπιβολὴ αὕτη. Ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχω, διεξαγαγὼν δίκας καὶ μεταξὺ ἀστικῶν καὶ μεταξὺ ἀγροτικῶν πληθυσμῶν ἀναφυείσας, παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἓν εἶναι τὸ σταθερὸν καὶ ἀφιλονείκητον σημεῖον, ὅτι ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῇ ἑλληνικῇ τότε μόνον θὰ καταφύγῃ ὁ σύζυγος, ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς εἰς τὴν περιουσίαν τῆς συζύγου, τῆς μητρός, τῆς ἀδελφῆς, ὅταν ἤδη ἡ ἰδία αὐτοῦ περιουσία ἐξηντλήθη τέλεον καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας. Εἶναι καύχημα, εἶναι τιμὴ διὰ τὴν ἑλληνικὴν οἰκογένειαν ὅτι οἱ δεσμοὶ εἶναι τοσοῦτον συνεκτικοὶ καὶ ἡ στοργὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ καταναλωθῇ πρότερον ὅλη ἡ περιουσία τοῦ συζύγου, πατρὸς ἢ ἀδελφοῦ, καὶ θὰ πρόκειται κακόν τι νὰ ἐπέλθῃ, ἵνα ὁ σύζυγος, πατὴρ ἢ ἀδελφὸς ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐπὶ τὴν περιουσίαν τῆς συζύγου, θυγατρὸς ἢ ἀδελφῆς. Ἐπιβεβαιοῖ λοιπὸν καὶ τοῦτο ὅτι ἡ καταστρατήγησις προβάλλεται, δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν καταστρατήγησις, ἀλλὰ εἶναι μία συνδρομὴ τῆς γυναικὸς εἰς ἀναποφεύκτους οἰκογενειακὰς ἀνάγκας. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἀπαντᾷ σχεδὸν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Σπανιώταται εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις. Ἀλλ’ ἂν ἐρωτηθῇ καὶ εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς ταύτας περιπτώσεις, ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς πληθυσμοῖς, ἂν δύναται ὁ σύζυγος νὰ ἐπιβληθῇ βίᾳ εἰς τὴν θέλησιν τῆς συζύγου, οὔτε τὸ ἓν δύναται νὰ λεχθῇ οὔτε τὸ ἄλλο ὡς ἀπάντησις. Βεβαίως εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς παρετηρήσαμεν καὶ παρατηροῦμεν ἐπιβολὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ τὴν θέλησιν τῆς γυναικός, ἀλλ’ ἔχομεν πολλάκις καὶ ἐπιβολὴν τῆς γυναικὸς ἐπὶ τὴν θέλησιν ἢ τὴν ἀβουλίαν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἐπιβολὴν φορτικήν· παρετήρησα μάλιστα καὶ εἴς τινας δίκας ἐπιβολὴν ἀσκουμένην ὄχι μόνον φορτικῶς, ἀλλὰ καὶ ξυλοφορτικῶς (ἱλαρότης). Ὥστε δὲν δυνάμεθα ποσῶς νὰ θέσωμεν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι παρουσιάζεται κίνδυνος βιαίας ἐπιβολῆς τοῦ ἀνδρός, ἵνα ῥυθμίσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν δρᾶσιν ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει. Ἂν δ’ ἐννοοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι τὴν ἐπιβολὴν τὴν ἐπερχομένην διὰ τῆς πειθοῦς τοῦ συζύγου, τότε πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι αὕτη καὶ ἐν τῷ ἀρχαιοτέρῳ Ῥωμ. Δικαίῳ καὶ νῦν δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν· ὁ νόμος, ὡς γνωρίζουσι οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐθεώρησε ταύτην ἐπιβλαβῆ, οὐδ’ ἠθέλησεν ἕνεκα τῆς συζυγικῆς πειθοῦς τῆς maritalis sermo, νὰ ῥήγνυνται αἱ διαθῆκαι. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἶναι σύνηθες ν’ ἀσκῆται πίεσις ψυχολογικὴ σοβαρὰ ἐκ μέρους τοῦ συζύγου, τοὐναντίον αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κακόπιστοι ὀφειλέται ἐκμεταλλευόμενοι τὸ Βελλιάνειον δόγμα ἢ τὴν Νεαρὰν 134, κατορθοῦσι νὰ ἐκμηδενίσωσι διὰ ψευδῶν ἀποδείξεων τὰς ἀπαιτήσεις δανειστοῦ, καλοπίστως πολλάκις δανείσαντος, εἶναι πολὺ περισσότεραι καὶ κατὰ ταύτην δέον νὰ λάβωμεν μέτρα, προστατεύοντες τὰς συναλλαγάς, τὰς τοσούτῳ δυσχεραινούσας, καὶ προστατεύοντες ἀκόμη καὶ τὰς γυναῖκας, αἵτινες, ἔχουσαι περιουσίαν τινὰ καὶ εὑρισκόμεναι εἰς πραγματικὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν, δὲν δύνανται νὰ δανεισθῶσιν ὑπὸ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, διότι οἱ δανείζοντες φοβοῦνται μὴ περιπλακῶσιν εἰς τὰς ἐνέδρας τοῦ δόγματος ἢ τῆς Νεαρᾶς, καὶ ἀπολέσωσι τὴν περιουσίαν των. Καὶ παρετηρήθη πολλάκις εἰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς τὰ ἔσχατα τῆς ἐνδείας, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσουν πουθενὰ βοήθειαν, διότι ὁ δανειστὴς ὁ ὢν διατεθειμένος νὰ δώσῃ κἄτι, δυσκολεύεται φοβούμενος τὰς Νεαρὰς καὶ Βελιάνεια δόγματα. Τὸ κακὸν λοιπόν, τὸ ὁποῖον θὰ προξενῶμεν ἀφήνοντες τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται σήμερον, νομίζω ὅτι εἶναι μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποθέτομεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συναδέλφου, περὶ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, αὕτη εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἀλλ’ ὑπ’ ἄλλον ὅμως τύπον, θὰ ἔλθῃ δὲ ἡμέρα ἵνα σκεφθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν τὸ ἀκατάσχετον καὶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν biens des fammilles. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ δηλώσεώς του νὰ διασαφηνίσῃ καὶ τοῦτο τὸ θέμα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ὑποθηκῶν, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παραίτησις ἀπὸ ἐγγεγραμμένης ἤδη ὑποθήκης ἐπὶ τῆς προικός. Ἡ παραίτησις αὕτη σήμερον καθίσταται ἰσχυρά· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις αὕτη, ὁπόταν γίνεται ἐπὶ ἀναδοχῇ, διότι εἷς τρόπος ἀναδοχῆς εἶναι καὶ αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν γίνεται ἐπὶ ἀναδοχῇ. Ἐπειδὴ ἐκ τούτου θὰ γεννηθῶσι περισσότεραι δίκαι, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα ἐὰν εἶναι ἀνάγκη καὶ διὰ τροπολογίας, ἂν δηλαδὴ ἡ παραίτησις μόνον ἐπὶ ἀναδοχῇ θὰ εἶναι ἰσχυρὰ ἢ θὰ εἶναι καὶ ἐπὶ μὴ ἀναδοχῇ· θὰ ὑπέβαλλον τροπολογίαν, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἐσκέφθην τὸ πρᾶγμα.
§156Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συμφωνία περὶ παραιτήσεως τῆς γυναικὸς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐγγραφῆς προικώας ὑποθήκης· ἀλλὰ παρεξηγήθη ἡ διάταξις ὅτι ἀπαγορεύει τὴν παραίτησιν καὶ ἀπὸ τῆς ἐγγεγραμμένης ὑποθήκης. Τοῦτο, ἐὰν διατηρηθῇ, θ’ ἀποτελῇ ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ συμφωνῇ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν ἵνα, καὶ χάριν τῆς ἀναδοχῆς, ἐπιτραπῇ εἰς τὴν γυναῖκα ἡ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐγγεγραμμένης ὑποθήκης, τοῦτο δὲ δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἑρμηνευτικῆς τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν διατάξεως, ἥτις ν’ ἀποτελέσῃ τροπολογίαν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§157ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς θὰ γίνῃ ἑρμηνευτικῶς.
§158Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν λέγει ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ συμφωνία περὶ παραιτήσεως ἐκ τῶν προτέρων. Νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἄκυρος καὶ ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων παραίτησις τῆς προικώας ὑποθήκης.
§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς θὰ γίνῃ ἑρμηνευτικῶς; Διὰ μιᾶς δηλώσεως;
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ γίνῃ τροπολογία, εἶπον.
§161Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι ὁμολογουμένως ἄχαρι, μετὰ τὰς τόσας ἀγορεύσεις τῶν κυρίων προλαλησάντων, νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἄλλως κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἐξηντλημένον. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀναδοχὴν τῆς γυναικὸς ἐναντίον τρίτου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀναδοχὴν τῆς γυναικὸς ἐναντίον τοῦ ἰδίου ἀνδρὸς πρέπει νὰ γίνῃ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἀποδεκτόν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐνομοθετήθη ἡ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ, διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι σήμερον ἡ ὑπὸ τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τῆς οἰκογενείας, καὶ ὑπὸ τὴν ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον ἡ γυνὴ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον τοῦτον κυρίως ἵν’ ἀντείπω πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη ὡς μέσην τινὰ λύσιν, τὴν λύσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται μόνον ἡ ἀναδοχή...
§162Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σκέψεις ὑπέβαλον· δὲν ὑπέδειξα λύσιν.
§163Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐὰν αἱ σκέψεις αὗται ἤθελον γίνει ἀποδεκταί, ἠθέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν τὸ σύστημα τῆς κηδεμονίας τῆς γυναικός, τὸ ὁποῖον πρέπει πάσῃ δυνάμει ν’ ἀποκρούσωμεν, ὡς ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν περὶ οἰκογενείας ἐν Ἑλλάδι. Ἡ θέσις τῆς γυναικὸς ἐν τῇ ἑλληνικῇ οἰκογενείᾳ, δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ γυνὴ κατεῖχεν ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ οἰκογενείᾳ. Ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνομοθετήθη ἡ διάταξις αὕτη, ἡ γυνὴ ἐθεωρεῖτο ὡς πέμπτος τροχὸς τῆς ἁμάξης ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ οἰκογενείᾳ, ἡ θέσις δ’ αὐτῆς ἦτο ἐντελῶς μηδαμινή, διὰ τοῦτον δὲ τὸν λόγον εἰσήχθησαν οἱ περιορισμοὶ οὗτοι, ὅπως προστατεύωσι τὴν οἰκογένειαν καὶ ἐξυψώσωσι τὴν τιμήν, διότι ἡ γυνή, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνομοθετήθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἐθεωρεῖτο ὡς διατελοῦσα ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ ἀνδρός, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη φροντὶς ὅπως προστατευθῇ αὕτη περιουσιακῶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομοθετήθη ὁ περιορισμὸς τῆς γυναικὸς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδοχὴν χρέους εἴτε τρίτου εἴτε τοῦ συζύγου. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς τῆς γυναικὸς φρονῶ, ὅτι δέον ν’ ἀποκρουσθῇ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν σήμερον, διότι οὐδόλως συνάδει πρὸς τὰ ἐντελῶς ἑλληνικὰ ἤθη, καὶ πρὸς τὴν θέσιν τῆς γυναικὸς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ οἰκογενείᾳ, τὴν ὁποίαν κατέκτησεν ἡ γυνὴ διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς, καὶ τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἑλληνικῆς οἰκογενείας, χρεωστοῦμεν κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν Ἑλληνίδα γυναῖκα.
§164Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον ἀφ’ ἑνὸς μέν, ἵνα ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀνακινηθέντος ζητήματος ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἵνα ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι οἱ ἐνδοιασμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶναι ἐνδοιασμοί, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει τις νὰ παρίδῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, διότι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατὰ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν ἡ γυνὴ συνταυτίζει τὸν βίον αὐτῆς οὐ μόνον τὸν ἠθικόν, ἀλλὰ καὶ τὸν οἰκονομικόν, μετὰ τοῦ ἀνδρός, ἡ παρατήρησις αὕτη, λέγω, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ φαίνεται ὅτι, καὶ ἂν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἐν τούτοις δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸ σύστημα τῆς κρατούσης νομοθεσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐξηγοῦμαι διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σαφέστατος εἶσθε.
§166Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ὁ γάμος εἰς τοιαύτην τινὰ ἠθικὴν ἕνωσιν τείνει.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι καὶ τὸ περιουσιακὸν σύστημα δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν περὶ γάμου ἀντίληψιν;
§168Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐφόσον τὸ περιουσιακὸν σύστημα δέχεται τὴν ἀντίληψιν τοῦ προικώου θεσμοῦ...
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χωριστὸν ζήτημα.
§170Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. ..... καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταργήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖσθε, κύριε Ὑπουργέ, θίγεται ἀκριβῶς καὶ τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ κινδυνεύσῃ ἡ προὶξ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀνδρός, νομίζω, ὅτι οἱ ἐνδοιασμοὶ αὐτοὶ δύνανται νὰ προκαλέσωσι σκέψεις, μήπως, εἶναι δυνατόν, τὸ σημεῖον αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι ἄριστον, δημιουργήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κινδύνους, μήπως λέγω, εἶναι δυνατὸν διά τινος προνοίας νὰ προληφθῇ πᾶς τοιοῦτος κίνδυνος. Ἀκριβῶς δὲ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου μοὶ ἐνισχύει, κύριε Ὑπουργέ, τοὺς ἐνδοιασμούς μου τούτους. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, συνεπὴς ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἀρχήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται τὸ νομοσχέδιόν σας, προέτεινεν, ὅπως λεχθῇ ῥητῶς, εἴτε διὰ τῆς ῥητῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ νόμῳ εἴτε καὶ δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν γυναῖκα ἡ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐγγεγραμμένης ἤδη ὑποθήκης ὑπὲρ τῆς προικός. Μία τοιαύτη ἐλευθερία ὅμως συγκλονίζει ὅλον τὸν προικῷον θεσμόν. Θέλετε δὲ ὑμεῖς, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον, νὰ συγκλονίσητε αὐτὸν τὸν προικῷον θεσμόν; Δι’ αὐτὸ ἐνδοιάζω ἂν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ὑποθήκης θὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Αὐτὸ τώρα ἐγεννήθη. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ θεωρῶ τόσον σοβαρόν.
§172Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν συσχετίζονται, εἶνε διαφόρου βάσεως.
§173Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολὺ συσχετίζονται, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραίτησις, λόγῳ ἀναδοχῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ παραίτησις ἀπὸ τῆς, ὑπὲρ τῆς προικὸς, ὑποθήκης. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συμμερίζομαι τοὺς ἐνδοιασμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐνόμιζον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἔλειπεν ἡ ἔκφρασις «πρὸς τὸ συμφέρον τρίτου».
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ὑπὲρ τρίτου».
§175Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν γραμματικῶς, κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτήν, διότι ὅπως γνωρίζετε κατὰ τὴν κρατοῦσαν γνώμην τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἡ ἑρμηνεία τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καταργήσῃ ὁ εἰσηγούμενος ὑφ’ ὑμῶν νόμος, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν καταργουμένων τούτων διατάξεων δὲν ἀπῄτει ὅπως ἡ ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεων ὑπὸ τῆς γυναικὸς γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον ἄλλου, ἀλλ’ ἤρκει μόνον νὰ ἐγένετο ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεως ξένης, μὴ ἰδίας τῆς γυναικός.
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ. Δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι συμφέρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ «ὑπὲρ τρίτου», εἶναι κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν σύζυγον.
§177Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἴσως θὰ ἦτο καλλιτέρα ἡ ἔκφρασις «ὑπὲρ τρίτου», μὴ τονίζουσα τὸ συμφέρον τοῦ τρίτου, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι καὶ ἐναντίον πρὸς τὴν σημερινὴν ἐφαρμογὴν τῆς καταργουμένης διατάξεως. Διότι πρόκειται διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ καταργηθῇ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, μία ἀπαγορευτικὴ διάταξις. Ἑπομένως ὁ καταργῶν τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν νόμος πρέπει νὰ ἀναφέρηται σαφῶς πρὸς τὰς καταργουμένας διατάξεις. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως περιττόν, κύριε Ὑπουργέ, κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, νὰ ἀναφέρηται ῥητῶς ὅτι καταργεῖται τὸ Βελλιάνειον δόγμα. Καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ διατυπώσητε καὶ τὸ καταργοῦν τὸ Βελλιάνειον δόγμα νομοσχέδιον. Διότι τὸ Βελλιάνειον δόγμα εἶναι πράγματι σύνολον διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ῥυθμίζουσι τὰ τῆς ἀναδοχῆς τῆς γυναικός, καὶ αἱ ὁποῖαι ὡρμήθησαν ἀπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δόγματος τῆς Συγκλήτου. Ταύτην δὲ τὴν ἔννοιαν ἔχει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ νὰ δώσῃ δηλ. εἰς τὴν γυναῖκα ἐλευθερίαν ἀναδοχῆς πάσης ἀλλοτρίας ὑποχρεώσεως.
§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία περὶ τῆς ἑρμηνείας.
§179Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ὅτε καὶ ἐγὼ μετεῖχον μιᾶς ἄλλης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔκαμεν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ Ναυτικοῦ Κώδικος, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη τὸ Βελλιάνειον δόγμα ὡς πρὸς τὴν ναυτικὴν ὑποθήκην, ὑπέπεσα εἰς τὸ αὐτό, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, λάθος μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀκριβῶς δὲ διότι ἐκ τῶν ὑστέρων παρετήρησα τοῦτο, δι’ αὐτό, ὑποβάλλω τὴν παρατήρησίν μου ταύτην μὴ τυχὸν δύναται αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς καλλιτέραν διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τεῦχος Αʹ).
§181ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι ὁ νεωτερισμός, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται θὰ εἶναι κατά τι ἐπικίνδυνος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα συνέβαινον ἐν ὀνόματι τῆς Νεαρᾶς, εἶναι περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συμβῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Πρό τινος καιροῦ παρέστην μάρτυς ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, ὅτε ἐδόθη εἷς ὅρκος, συνέπεια τῆς δόσεως τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε νὰ καταβροχθισθῶσι 50,000 δραχμῶν, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι διὰ τοῦ ὅρκου ἐβεβαιώθη ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον παρέσχεν ἡ Τράπεζα, ἐλήφθη διὰ νὰ πληρωθῶσι χρέη τοῦ συζύγου. Τοιαῦτα ἄτοπα εἶναι ἄπειρα· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συμβῶσι, δὲν θὰ εἶναι ὀλιγώτερα, διότι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς Νεαρᾶς καταργοῦνται συγχρόνως καὶ σιωπηρῶς καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ ἀπαγορεύουσαι τὰς δωρεὰς μεταξὺ συζύγων. Ὅταν ἡ γυνὴ ἀναδέχεται τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ συζύγου, οὐδὲν ἄλλο πράττει παρὰ νὰ δωρῆται πρὸς τὸν σύζυγον. Ἕνεκα τούτου ἔκρινον ὅτι ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν γυναῖκα δι’ ἐκείνην τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν θὰ κέκτηται καὶ ἐκ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας θὰ συνάπτῃ μετὰ τρίτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνασκῇ, διότι σήμερον ἐργάζεται καὶ ἀπολαμβάνει καὶ πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται καὶ τὸ λεγόμενον Μουκιάνειον τεκμήριον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ γυνή, ὅταν δὲν δύναται ν’ ἀποδείξῃ πόθεν ἔχει, τεκμαίρεται ὅτι ἀπέκτησε διὰ δωρεᾶς τοῦ συζύγου.
§182Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς γυναικὸς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, εἶναι ἐν γένει ὅτι ἡ γυνὴ εἶναι ἡ ἀδικουμένη καὶ θὰ ἤλπιζέ τις ὅτι ἤδη νομοθετοῦντες θὰ προσεπαθοῦμεν νὰ εὐνοήσωμεν μᾶλλον αὐτήν, ἢ νὰ τὴν βλάψωμεν. Σήμερον ὅμως βλέπω ὅτι εὐεργέτημα δίδομεν εἰς τὸν σύζυγον πρὸς βλάβην τῆς γυναικός. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ μέγα ζήτημα, ἂν εἶναι περίστασις νὰ χειραφετήσωμεν ἢ ὄχι τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ὁμολογουμένως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὑπεροχὴν τοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἐπαναγάγῃ αὐτὴν εἰς τὴν στέγην. Ὅταν λοιπὸν δύναται ὁ σύζυγος νὰ μεταχειρισθῇ τὴν βίαν ἀπέναντι αὐτῆς, νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἄδικον νὰ δώσωμεν νέον ὅπλον εἰς αὐτόν, δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἀδικίαν τῆς γυναικός.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τὴν ἐπαναγάγῃ.
§184Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ εἶχον αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν, πιθανὸν νὰ σφάλλω. Ἐνόμιζον ὅτι αἱ σύζυγοι ἠδύναντο καὶ διὰ τοῦ χωροφύλακος ἀκόμη νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν συζυγικὴν ἑστίαν.
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ γίνεται αὐτό.
§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον, διότι ἄλλως βεβαίως ἠθέλομεν πράξει τι τὸ ἄδικον.
§187Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§188Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς καταργήσεως τῆς Νεαρᾶς, διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς περιουσίας τῆς γυναικός, τὴν ὁποίαν βλέπω κινδυνεύουσαν δεινῶς. Οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως καθὼς καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιόν σας, πειρῶνται νὰ παραστήσωσι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα γίνονται σήμερον, ἀλλὰ παρέλιπον νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνωνται ἐν τῷ μέλλοντι. Διότι ἂν σήμερον συμβαίνουσιν ἄτοπά τινα, ἂν σήμερον, ὅπως λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, παραβλάπτεται ἡ πίστι; τῆς γυναικός, ὡς ἐκ τοῦ κινδύνου ὃν τρέχουσιν οἱ δανεισταί, νομίζω ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ὑπάρχῃ διόλου περιουσία συζυγικὴ θυσιαζομένη εἰς τὰ χρέη τοῦ συζύγου. Αὐτὸς ὁ λόγος μοὶ ὑπαγορεύει νὰ εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄλλην μίαν φοράν. Δὲν εἶδα ἄλλως τε καὶ κοινωνικήν τινα ἐξέγερσιν διὰ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον δῆθεν γίνεται, διὰ νὰ διακινδυνεύσωμεν μίαν καινοτομίαν, εἰς ἣν μόνη ἡ Γερμανία προέβη ἐσχάτως. Προσέξατε, διότι θὰ χαλαρώσητε τὸν δεσμὸν τὸν οἰκογενειακόν. Ὁ οἰκογενειακὸς δεσμὸς εἶναι πρᾶγμα ἱερόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν τὸ θεωρεῖ ἀπειλούμενον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πλανᾶται· ἡ κοινὴ συνείδησις παρ’ ἡμῖν ἀξιοῖ νὰ μὴ πληρώνωνται τὰ χρέη τοῦ συζύγου μὲ τὴν περιουσίαν τῆς γυναικός· οὕτως ἐννοεῖ τὴν συζυγίαν καὶ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ ἀποβῇ εἰς τὸ μέλλον αὕτη διὰ τῆς ἀπογυμνώσεως αὐτῆς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ οἰκογενειακοῦ δεσμοῦ θὰ παραβλάψῃ ἡ κατάργησις αὕτη, πολὺ δὲ περισσότερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐμνήσθη ἑνὸς θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος σήμερον εἰσάγεται εἰς τὴν Γαλλίαν. Εἶναι ὁ θεσμὸς τοῦ ἀκατασχέτου οἰκογενειακοῦ ἀκινήτου. Ἐπιτρέπεται δηλ. νὰ συνομολογήσωσιν κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου οἱ σύζυγοι ὅτι ἓν ὡρισμένον ἀκίνητον θὰ μένῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν ἀκατάσχετον. Ὅλα αὐτὰ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἀλλοῦ δημιουργοῦν σήμερον σκοπόν, ἔχουν τὴν διατήρησιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἑστίας, καὶ ἡμεῖς προβαίνομεν εἰς καινοτομίαν ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει ἢ νὰ προεξοφλῇ τὴν προῖκα. Δι’ ὅλα ταῦτα κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 195 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον.
§190Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, κ. Πρόεδρε. Λέγεται ἐν αὐτῷ. «Ἐὰν μάρτυς ἢ πραγματογνώμων ἢ διάδικος κατοικῇ εἰς τόπον ἄλλον παρὰ τὸν τοῦ δικαστοῦ, οὗ ἐνώπιον μέλλει νὰ ἐμφανισθῇ, ἢ ἐὰν διάδικος, προκειμένου νὰ ἐνεργήσῃ τι πρὸς ἀντίδικον αὐτοῦ κατοικῇ εἰς τόπον ἄλλον παρὰ τὸν τοῦ ἀντιδίκου τούτου» νὰ γίνῃ μία προσθήκη: «ἢ εἰς τὸν αὐτὸν μὲν τόπον ἢ ἄλλον παρὰ τὸν τοῦ δικαστοῦ», ὥστε νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀποστάσεως τῆς προθεσμίας καὶ ὁ διάδικος ὁ κατοικῶν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, διότι ὁ αὐτὸς λόγος συντρέχει ὅπως παρασχεθῇ ἡ εὐκολία καὶ εἰς τὸν διάδικον τὸν κατοικοῦντα εἰς τὸν αὐτὸν τόπον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἔλαμεν ἐσχάτως ἡ νομολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅταν κατοικῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, δὲν ὑπάρχει λόγος. Ἐν τούτοις κάμετε τὴν τροπολογίαν.
§192Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ ὑπέβαλλον μόνον διὰ νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Δὲν κάμνω τροπολογίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ἐκτὸς τούτου τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια λέγουσι: «Δύο μῆνες, ἂν ὁ ἄλλος τόπος εἶναι ἡ Εὐρώπη ἢ ἡ Τουρκία ἢ ἡ Αἴγυπτος, καὶ τρεῖς μῆνες, ἂν ὁ ἄλλος τόπος εἶναι ἕτερα μέρη τοῦ κόσμου, ἄλλαι ἐπικράτειαι». Αὐτὰ τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια νομίζω ὅτι περιττεύουσι τελείως, διότι ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 541 τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τοῦτο διότι τὸ μὲν πρῶτον ἐδάφιον αὐτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: 1) «εἰς τρεῖς μῆνας ἐὰν οὗτοι κατοικῶσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἢ ἐν τῇ Τουρκίᾳ ἢ ἐν Αἰγύπτῳ» τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον λέγει: «καὶ 2) εἰς 6 μῆνας ἐὰν κατοικῶσιν εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ἢ εἰς ἄλλας ἐπικρατείας». Ἐὰν μείνωσι τὰ ἐδάφια αὐτά ὡς ἔχουσι, τότε θὰ ἔχωμεν δύο διατάξεις ἐν τῇ αὐτῇ δικονομίᾳ συγκρουομένας πρὸς ἀλλήλας. Λοιπόν, ἢ πρέπει νὰ μείνωσιν αὐτὰ ἐδῶ καὶ νὰ γίνῃ παρατήρησις ὅτι «καταργουμένων τῶν διατάξεων τοῦ ἐδαφίου πρώτου καὶ δευτέρου τοῦ 541 ἄρθρου,» ἤ, νὰ ἀπαλειφθῶσι τὰ δύο αὐτὰ ἐδάφια καὶ νὰ μείνῃ τὸ 541 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι σκοπιμώτερον, διότι ὑπάρχει ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἀμέσως ὑπὸ συζήτησιν, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ προστεθῇ καὶ τρίτη παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 541. Σκοπιμώτερον λοιπὸν νὰ λείψῃ ἀπ’ ἐδῶ.
§193Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε τὴν τροπολογίαν σας νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.
§195Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω τροπολογίαν ἑτοίμην, ὁμοίαν μὲ τὴν τοῦ κ. Πετρέα, ἀκριβῶς διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἕδρα τοῦ δικαστηρίου, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ προθεσμία, νὰ μὴ δύναται ὁ διάδικος νὰ ἔχῃ προθεσμίαν ὅπως κοινοποιήσῃ δικόγραφά τινα, ἐν ᾗ περιπτώσει κατοικεῖ αὐτὸς εἰς τὸν αὐτὸν τόπον μετὰ τοῦ ἀντιδίκου ἢ εἰς ἄλλον τόπον ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου. Διὰ νὰ κατανοηθῇ ὁ κίνδυνος ...
§196Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν ἠξεύρομεν. Ὅλοι δικηγόροι εἴμεθα.
§197Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τροποποίησιν.
§198Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐπιμείνωμεν ὅλοι εἰς αὐτό. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους». Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Γ. Συγγούρη καὶ Δ. Κουκουλέτσου, ὑποβάλλεται πρὸ τούτου τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας». Ἐπίσης ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Κλάδη ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῆς ὑπὸ γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων». Ἀμφότεραι τυπωθήσονται καὶ διανεμηθήσονται. (Ἰδὲ ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ)
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου Θὰ εἶναι μακρὰ ἡ συζήτησις. Εἴμεθα δέκα οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσωμεν διὰ μακρῶν ἐπ’ αὐτοῦ.
§200Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§202Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἤθελον νὰ κάμω μίαν σύντομον εἰσήγησιν τροπολογιῶν τινων, τὰς ὁποίας νομίζω σκοπίμους εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰς ὑποβάλλετε;
§204Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ τὰς διατυπώσω. Τὰς ἔχω γεγραμμένας· θὰ κάμω μίαν εἰσήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προτίθεται νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, κυρίως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προθεσμίας τῶν ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκων· ταυτοχρόνως ὅμως διορθώνει καὶ τὸν χρόνον τῆς κοινοποιήσεως, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἐγερθῆ ἀμφιβολίαι, ἂν πρέπει νὰ καταχωρίζηται εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ δικόγραφον ἢ τὸ ἐπιδοτήριον· προβλέπει δὲ καὶ ἄλλας τινὰς περιστάσεις περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε κενόν, ἐπὶ δηλονότι δικῶν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου, ὅτι ἡ ἐπίδοσις γίνεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν περιφέρειαν ἀνήκει τὸ εἰρηνοδικεῖον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτων δικῶν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ πρόνοια καὶ διὰ τὰς κοινοποιήσεις τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς ἐκτελέσεις καὶ τὰς ἐξωδίκους, καὶ διὰ μὲν τὰς ἐκτελέσεις ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται αὗται πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ τόπου, ὅπου διεξάγεται ἡ ἐκτέλεσις, αἱ δὲ ἄλλαι εἰς τὴν τελευταίαν διαμονὴν καὶ ἐν ἐλλείψει τοιαύτης, πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ παρατηρῶ προσέτι τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ συμπληρώσεις αὐταὶ δὲν ἁρμόζουσι μόνον εἰς τὸ ἐδάφιον 7, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον 6, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαδίκους. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἕκτον ἐδάφιον: 6) «Ἐπὶ ξένων, κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 27 καὶ 28, καὶ ἐπὶ ἡμεδαπῶν, ἐὰν οὗτοι διατρίβωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἰς τὸν παρ’ ἐκείνῳ τῷ δικαστηρίῳ εἰσαγγελέα, ὅπου εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ δίκη· οὗτος δ’ ὀφείλει νὰ πέμψῃ τάχιστα τὸ εἰς αὐτὸν παραδοθὲν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν γραμματείαν τῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ ἀποσταλῇ περαιτέρω». Λοιπὸν πάλιν ὅπου δὲν εἶναι εἰρηνοδικεῖον, ὅπου δὲν εἶναι εἰσαγγελεύς, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεων ἢ ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτελεστῶν ἢ ὅταν πρόκειται περὶ ἐξωδίκων κοινοποιήσεων, εἶναι τὸ αὐτὸ κενόν.
§205Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διὰ τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς.
§206Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πολὺ ὀρθῶς· ἀλλὰ δύναται νὰ συμπληρωθῇ.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συμπλήρωσις περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε ἔχει ἀνάγκην καὶ ἑτέρας συμπληρώσεως, τοῦ νὰ γίνεται κοινοποίησις εἰς τὸν ἀντίκλητον ὑποχρεωτικῶς διὰ νὰ λείψωσιν αἱ κλεψιδικίαι.
§208Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐν τοσούτῳ εἶναι συναφές. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ προσθήκη δέον νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ δικῶν ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου» νὰ θέσωμεν «κατὰ τὰ ἐδάφια 6 καὶ 7». Τὸ ἕκτον εἶναι τὸ ἀφορῶν τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τὸ ἕβδομον τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς. Τώρα μίαν ἄλλην ἐπανόρθωσιν ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ ταύτῃ ἔχω νὰ προτείνω. Αὐταὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὑποδεικνυόμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τοῦ εἰσαγγελέως εἶναι μία μεγάλη ἀφορμὴ διαφωνίας.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι μία δυσχέρεια ὑπερτάτη. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ τὴν παρακάμψωμεν.
§210Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι μία διάταξις εἰς τὸ περὶ ἐκτελέσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἱδρυθῇ ἴδιον φύλλον δημοσιεύσεως διὰ Διατάγματος. Δύνανται νὰ γίνωνται κατ’ ἔτος καὶ νὰ ἐκδίδωνται κατ’ ἔτος Διατάγματα ἅτινα νὰ ὁρίζωσιν...
§211Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ ὁρίζωνται ἐφ’ ἅπαξ.
§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ σπουδαιότερον· ἡ περίπτωσις εἶναι αὐτή, νὰ ὁρίσωμεν ὅτι πᾶς τις δύναται εἰς τὸν γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν, παρὰ τῷ ὁποίῳ δύναται νὰ ἔχῃ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, νὰ δηλώσῃ διὰ πράξεως ὅτι διορίζει ἀντίκλητον· ὁ γραμματεὺς θὰ καταγράφῃ αὐτήν, καὶ μόνον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη δήλωσις, θὰ γίνῃ νομίμως ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Τοιουτοτρόπως οἱ δανεισταὶ καὶ οἱ ἄλλοι διάδικοι, οἱ διαμένοντες εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, θὰ λάβωσιν ὡς μέτρον προνοίας τὴν δήλωσιν εἰς τὸν γραμματέα, ὁ δὲ μέλλων διάδικος πρότερον θὰ καταφύγῃ εἰς τὸν γραμματέα, διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἂν δὲν ἔχει ἀντίκλητον ἐκεῖ. Ὥστε ἂν πάθῃ τι ὁ ἐνδιαφερόμενος θὰ τὸ πάθῃ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§213Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον νέας τροπολογίας.
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θεωρεῖτε ὅτι ἀντὶ νὰ δημοσιεύηται τὸ δικόγραφον εἰς τὴν ἐφημερίδα, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ κοινοποιῆται εἰς τὸν δήμαρχον τῆς τελευταίας κατοικίας — τώρα μάλιστα ὅτε εἶναι προϊστάμενος — εἴτε εἰς τὸν ἱερέα, ὅπου ἔχει τὸν συγγενῆ του;
§215Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προτείνεται νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον αὐτόν, τὸν εἰδικόν, ἓν ἐδάφιον, ἀφορῶν τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον αὐτό, ὡς καὶ τὸ προηγούμενον, παρουσιάζεται ἡ ἑξῆς ἀνωμαλία· ὁσάκις τρέχει ταυτοχρόνως ἡ προθεσμία τῆς ἐφέσεως καὶ τῆς ἀνακοπῆς ἢ τῆς ἀνακοπῆς εἶναι μακροτέρα τῆς τῆς ἐφέσεως. Δεύτερον δὲ ἄτοπον εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινοποίησιν, τὴν κινοῦσαν τὴν προθεσμίαν τῆς ἀνακοπῆς ἔχουσι δεχθῆ τὰ δικαστήρια, ὅτι ἡ ἐπίδοσις ἡ γενομένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἄλλη παρὰ τὴν ἐπίδοσιν τὴν ὁποίαν ἐν παρενθέσει ἀναφέρει ὁ ἴδιος νόμος γινομένην εἰς τὸν εἰσαγγελέα, διὸ καὶ διὰ νὰ κινηθῇ ἡ προθεσμία τῆς ἐφέσεως, πρέπει νὰ γίνῃ ἄλλη ἐπίδοσις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν. Ἐξ ἀφορμῆς λοιπὸν αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως καὶ ἰδίως τῆς εἰς τὸ ἄρθρ. 754 προτεινομένης ἰδίας προσθήκης, διετύπωσα τὰς ἑξῆς τροπολογίας, αἵτινες περιλαμβάνουσι διορθώσεις τῶν ἀνωτέρω: Ἄρθρον 1. Τὸ ἐδάφ. 7 τοῦ ἄρθρου 145 τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Ἐπὶ τῶν διαδίκων τῶν ὁποίων ἀγνοεῖται ὁ τόπος τῆς διαμονῆς εἰς τὸν εἰσαγγελέα παρὰ τῷ δικαστηρίῳ παρ’ ᾧ ἡ δίκη μέλλει νὰ εἰσαχθῇ ἢ εἶναι ἐκκρεμὴς ἢ ὅπερ ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν δημοσιευομένου συγχρόνως τοῦ ἐπιδοτηρίου δι’ ἑνὸς ἢ πλειόνων δημοσίων φύλλων ἐκδιδομένων ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ εἰσαγγελέως τούτου γινομένην κάτωθι τοῦ ἐπιδοτηρίου. Ἐπὶ δικῶν ἐνώπιον εἰρηνοδικείου αἱ κατὰ τὰ ἐδάφ. 6 καὶ 7 ἐπιδόσεις γίνονται εἰς τὸν εἰσαγγελέα παρὰ τῷ πρωτοδικείῳ εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ἀνήκει τὸ εἰρηνοδικεῖον, ἐπὶ κοινοποιήσεων δ’ ἀναγομένων εἰς ἐκτελέσεις πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν τοῦ τόπου τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐξωδίκων κοινοποιήσεων πρὸς τὸν τῆς τελευταίας ἐν τῇ ἡμεδαπῇ γνωστῆς διαμονῆς, ἐν ἐλλείψει δὲ τοιαύτης πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν τῆς πρωτευούσης. Ἄρθρον 2. Εἰς τὸ ἄρθρον 754 τῆς πολ. δικονομίας μετὰ τὰς λέξεις «ἐν ἀλλοδαπῇ», προστίθενται αἱ λέξεις «ἢ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς» καὶ ἡ ἐφεξῆς παράγραφος. Ἐπὶ ἐρήμην ἀποφάσεων προσωρινῶς ἐκτελεστῶν, κατὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδάφ. γʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρ. 596 Πολ. Δικ. ὡς τοῦτο μετερρυθμίσθη διὰ τοῦ Β. Διατ. τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1836, τοῦ ᾼΥΝΘʹ νόμου τοῦ 1887 τοῦ παρόντος ἡ πρὸς ἔφεσιν προθεσμία ταυτίζεται μετὰ τῆς πρὸς ἀνακοπήν. Κατὰ πᾶσαν δ’ ἄλλην περίπτωσιν ἡ κατὰ τ’ αὐτόθι ὁριζόμενα γιγνομένη κοινοποίησις ἰσχύει καὶ διὰ τὴν κίνησιν τῆς πρὸς ἔφεσιν προθεσμίας μετὰ τὴν πάροδον τῆς πρὸς ἀνακοπήν». Τὰ ἔχω διατυπώσει καὶ θὰ τὰ καταθέσω.
§216Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡραῖα. Ὄχι ἄλλα.
§217Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως.
§218Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὔριον τὸ πρωΐ. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἔγραψα πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου μου.
§219Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι κατ’ ἔμπνευσιν!
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον.
§221Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν θὰ κάμω εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἔπρεπε σκοπιμώτερον νὰ δημοσιεύηται τὸ δικόγραφον καὶ ὄχι τὸ ἐπιδοτήριον.
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεζητήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐκεῖ κατέληξε. Μάλιστα τὸ ἐπιδοτήριον εἶναι καὶ εὐθηνότερον.
§223Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εὐθηνότερον, ἀλλὰ δὲν φωτίζει τὸν ἐνδιαφερόμενον ποσῶς· νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ διάδικος νὰ δημοσιεύῃ εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα καὶ ὄχι καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ εἰσαγγελέως, διότι τότε εἶναι δαπανηροτέρα ἡ δημοσίευσις.
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸν «Κήρυκα» νὰ δημοσιεύῃ!
§225Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπὶ πλέον δὲ νομίζω ὑπερβολικὴν τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν μηνῶν, διὰ τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς, διότι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ.
§226Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσιεύσεως. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὰς ἐρήμην ἀποφάσεις τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ διαμενόντων γνωστῆς διαμονῆς, διότι γίνεται ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων, διότι πότε λαμβάνουσι δέκα δραχμάς, πότε εἴκοσιν, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ ζητήσωσι καὶ τεσσαράκοντα, διότι ὁρίζεται ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ εἰς ποίαν ἐφημερίδα θὰ δημοσιευθῇ ἡ ἀπόφασις καὶ οὕτω καθίσταται μία συναλλαγὴ μεταξὺ τῶν δημοσιογράφων.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ μὴ γίνῃ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρὶν δημοσιευθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἰσαγάγω οὐδὲν νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν πρὶν λάβω ὅλας τὰς τροπολογίας.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. συζήτησιν). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 παρὰ 15′ μ. μεσονύκτ.).