1911.05.24
2.719 στίχοι · 20.748 λέξεις · 285 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 96.
Τῆς 24ης Μαΐου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10 καὶ 40′ π. μ.
προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν. 1) Οἱ Π. Πολύκαρπος, Ἰ. Φωτόπουλος, Δ. Γιουμπῆς, Γ. Ζούδας, ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ζητοῦσι σύνταξιν· 2) Ὁ ἐκ Λευκάδος Π. Δε–Τζώρτζης Μιχαὴλ ζητεῖ, ὅπως ἐκπληροῖ τὸ Δημόσιον κανόνα ὡρισμένον πρὸς αὐτόν, διὰ τὰ κοινὰ κτήματα Λευκάδος· 3) Ὁ Δ. Λέριος, διευθυντὴς ἰδιωτικοῦ σχολείου, ζητεῖ ἀπονομὴν συντάξεως· 4) Ὁ Κρὴς πλοίαρχος Γ. Παυλίδης ζητεῖ ἀπονομὴν βοηθήματος· 5) Ἰδιοκτῆται οἰκιῶν ἐν Ἀθήναις ζητοῦσι μεταρρύθμισιν τοῦ περὶ ἐξώσεως ὀφειλόντων ἐνοίκια νόμου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ὑπομνήματος τῶν Θεσσαλικῶν σωματείων ὁ κ. Σλῆμαν.
§1ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πολιτικοῦ ἀνορθωτικοῦ συνδέσμου Βόλου, δηλαδὴ ὁλόκληρος ἡ ἐπίσημος ἀντιπροσώπευσις τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως τοῦ Βόλου, ὑποβάλλουσι μακροσκελὲς ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας διὰ ῥητὰς παραβάσεις τῶν συμβάσεων, δηλαδὴ τῆς συμβάσεως καὶ τῆς συγγραφῆς ὑποχρεώσεων. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν ὡς ἐκ τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐμελέτησε τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι περιεκτικώτατον καὶ περιλαμβάνει πάσας τὰς παραβάσεις καὶ καταγγέλλει ὡρισμένα γεγονότα, τότε, ἐπειδὴ οἱ Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες θὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, οὐδὲν σχεδὸν ἔχουσι νὰ προσθέσωσι, παρὰ μόνον ἔχουσι νὰ ἐκθέσωσι διὰ περισσοτέρων λόγων ἴσως τὰ περιεκτικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἴσως ὀρθόν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις ὅτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εἶχε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἵνα εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων.
§2ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἐκτεθῶσι τὰ παράπονα καὶ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἅμα λαβὼν τὸ ὑπόμνημα πρὸ δύο ἡμερῶν ἔσπευσε μὲν νὰ τὸ μελετήσῃ, ἀλλ’ ἐπιθυμητὸν εἶναι ν’ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διότι πιθανὸν αἱ πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβεῖς.
§3ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἡ πρώτη καταγγελία εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι, ἐνῷ ῥητὸν ἄρθρον τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας ὁρίζει τὸ βάρος τοῦ τόννου εἰς 800 ὀκάδας, ἡ ἑταιρεία ἔχει εἰσαγάγει τὸ σύστημα ἵνα ὁρίζῃ τοῦτο εἰς 780 ὀκάδας. Εἰς τὸ ἄρθρον 306 τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων ὁρίζεται ῥητῶς τοῦτο. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρεία λογαριάζει τὸ βάρος τοῦ τόννου εἰς 780 ὀκάδας. Πρόκειται οὕτω περὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως καὶ περὶ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον ἐναντίον τῆς συμβάσεως εἰς τὰ θυλάκια τῆς ἑταιρείας. Μία σοβαρὰ ἐπίσης καταγγελία εἶναι ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία, ἵνα κατασκευάσῃ εἰς τὸ μέλλον διπλῆν γραμμὴν σιδηροδρομικὴν μεταξὺ Βόλου καὶ Λαρίσης, ἡ ἑταιρεία δὲν κατεσκεύασε τὴν γραμμὴν ταύτην, καίτοι διὰ τῆς γενομένης τότε ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἔλαβε γαίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπέστρεψεν, ἡ ὑποχρέωσις δ’ αὕτη τῆς ἑταιρείας, ὅπως κατασκευάσῃ διπλῆν γραμμήν, ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἂν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ ὑποχρεώσῃ ταύτην εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς διπλῆς αὐτῆς γραμμῆς. Ἡ διπλῆ αὕτη γραμμὴ δὲν ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δικαίως ἢ ἀδίκως, ὡς ἀναγκαία νὰ γίνῃ, ἡ δὲ ἑταιρεία, μὴ προβᾶσα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς διπλῆς αὐτῆς γραμμῆς, ἔδει νὰ ἐπιστρέψῃ τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας εἰς τοὺς κατόχους, τὰς ὁποίας ἔλαβε διὰ τὸν ῥητὸν σκοπὸν τῆς κατασκευῆς τῆς διπλῆς γραμμῆς. Ἐνῷ δὲ ἡ ἑταιρεία δὲν ἐπέστρεψε τὰς γαίας ταύτας, ποιεῖται ἄλλην χρῆσιν αὐτῶν, καλλιεργεῖ αὐτάς, ἢ τὰς ἐνοικιάζει ὡς βοσκάς, τὸ δὲ περιεργότερον πάντων, οὐδένα δημόσιον φόρον πληρώνει διὰ τὰς ἐνοικιάσεις αὐτὰς τῆς βοσκῆς, γινομένη οὕτω πρόξενος μεγίστης ζημίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι, ἐπειδὴ ἡ λωρίς, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν ἑταιρείαν, εἶναι μικροτάτη, ἐφάπτεται δὲ πολλῶν κτημάτων, εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς τοὺς διαφόρους ἰδιοκτήτας νὰ προσέχωσιν, ἵνα τὰ ζῷά των, τὰ ὁποῖα βόσκουσιν εἰς τὰ κτήματά των, μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν μικρὰν ταύτην λωρίδα, ἥτις κακῶς ἀνήκει εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ὡς ἐκ τούτου δ’ οἱ κάτοικοι καθημερινῶς ὑφίστανται τὰ πάνδεινα λόγῳ τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐναντίον αὐτῶν. Ἐπίσης ἡ ἑταιρεία εἰσπράττει καταπιεστικῶς φορτωτικὰ καὶ ἐκφορτωτικὰ 12 δραχμὰς δι’ ἑκάστην φορτηγάμαξαν. Τελευταίως εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠλάττωσε τὰ καρραγωγικὰ ἀπὸ τὰ φορτωτικὰ καὶ ἐκφορτωτικὰ κατὰ τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει τοιοῦτον δικαίωμα δι’ οἱανδήποτε εἴσπραξιν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας. Ἐπίσης διὰ παρερμηνείας τῆς συμβάσεως λαμβάνει ἡ ἑταιρεία 80 λεπτὰ κατὰ τόννον διὰ δικαιώματα σταθμεύσεως, ἐνῷ οὐδὲν πρὸς τὸ τοῦτο δικαίωμα ἀπορρέει ἐκ τῆς συμβάσεως οὐδ’ ἐκ τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων. Ἀναφέρεται ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων ὅτι δικαιοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ λάβῃ τι ὡς δικαίωμα σταθμεύσεως, γίνεται δὲ ἡ παρερμηνεία εἰς βάρος τῶν ἐμπορευομένων καὶ τῶν μεταφερόντων ἐμπορεύματα διὰ τῆς γραμμῆς πρὸς μεγάλην ζημίαν αὐτῶν. Μία ἐκ τῶν σοβαρωτέρων ἐπίσης καταγγελιῶν ἐναντίον τῆς ἑταιρείας εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἑταιρεία, ἐνῷ κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἀνέλαβεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις, νὰ καταθέσῃ ὡρισμένα κεφάλαια ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν κατασκευὴν γραμμῆς, αὕτη ἐξετράπη τῆς ἀποστολῆς της καὶ δὲν εἶναι μόνον σιδηροδρομικὴ ἑταιρεία, ἀλλ’ εἶναι ἐργολάβος μεταφορῶν, εἶναι ἔμπορος, εἶναι καρραγωγεύς, ἐπὶ πλέον δὲ παρερμηνεύουσα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, διὰ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ὑλικῶν τῶν χρησιμευόντων εἰς αὐτήν, εἰσάγει ἐμπορεύματα, τὰ εἰσάγει δ’ ἀτελῶς, καὶ τὰ πωλεῖ εἰς τοὺς ἐργάτας εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν τοῦ ἐμπορίου, κερδίζουσα τοιουτοτρόπως ὑπέρογκα ποσὰ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, ζημιοῦσα δ’ ἐξ ἄλλου σοβαρῶς τὸ ἐμπόριον. Καὶ δικαιολογεῖται μὲν ἡ ἑταιρεία ὅτι ὑπάρχει εἷς συνεργατικὸς σύνδεσμος τῶν ἐργατῶν, καὶ ὅτι ὁ συνεργατικὸς αὐτὸς σύνδεσμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πωλεῖ τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, ἀλλὰ τοιοῦτος σύνδεσμος δὲν ὑπάρχει, διότι καὶ προκαλουμένη ἡ ἑταιρεία βεβαίως δὲν δύναται νὰ φέρῃ τοιοῦτον καταστατικόν, διότι τοιούτου καταστατικοῦ οὐδέποτε ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις καὶ ἑπομένως τοιοῦτον καταστατικὸν δὲν ὑπάρχει.
§4Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ἀπορρέει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως;
§5ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἀπορρέει.
§6Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Λοιπόν, καὶ καταστατικὸν ἂν ὑπῆρχε, δὲν εἶχεν ἀξίαν.
§7ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐπειδὴ λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ περιεχομένου τοῦ ὑπομνήματος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης οὐδόλως θὰ ἐπιφέρῃ τὸ διὰ τῆς συζητήσεως σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα εὐαρεστηθῆτε καὶ μελετήσητε τοῦτο, φέρητε δὲ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ὑμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἴδωμεν ποῖα μέτρα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ἐναντίον τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ πᾶν ἔπραξεν, ἵνα παραβλάψῃ τὰ θεσσαλικὰ συμφέροντα· δὲν ὑπῆρξε μεγαλείτερος ἐχθρὸς τῶν θεσσαλικῶν συμφερόντων ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν ταύτην. Ἡ στενή, Κύριοι, ἀντίληψις τῆς ἑταιρείας ταύτης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προυξένησε μεγίστας ζημίας εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐν γένει. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐρχόμενοι ἀπὸ τὸ Δεμερλῆ θὰ εἶδον τί ζημιοῦται καθημερινῶς τὸ ἐμπόριον ὡς ἐκ τῆς στενοκεφαλιᾶς τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν ἐδέχθη, ὅπως ἡ γραμμὴ διασταυρωθῇ μὲ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης. Καὶ προέβαλε τότε ἡ ἑταιρεία λόγους στρατηγικούς, εἶναι δὲ πολὺ περίεργον ὅτι, ἐνῷ τοὺς στρατηγικοὺς τούτους λόγους δὲν προέβαλεν οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε οἱαδήποτε ὑπηρεσία ἀξιωματικῶν, τοὺς προέβαλε μία κερδοσκοπικὴ ἑταιρεία εἰς βάρος τῶν συμφερόντων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ.
§8Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἔκαμεν ἐκ πείσματος καὶ ἐκ συμφέροντος.
§9Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πῶς τῇ τὸ ἐπέτρεψε τὸ Κράτος;
§10Α. ΣΛΗΜΑΝ. Διότι δὲν ὑπῆρχεν ὅρος τις εἰς τὴν σύμβασιν, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ τὴν ἐμποδίσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει συνιστῶ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν βεβαιῶν ὅτι αἱ ὑπογραφαί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κάτωθι αὐτοῦ, εἶναι μεγίστη ἐγγύησις ὅτι ὁ θεσσαλικὸς ἐμπορικὸς κόσμος εἶναι βαθέως συγκεκινημένος ἐκ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῆς ἑταιρείας, καὶ ὅτι σοβαρώτατα καὶ βασιμώτατα εἶναι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ ὁλόκληρος ἡ ἐμπορικὴ τάξις τοῦ τε Βόλου καὶ τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου ἡνωμένοι ὑποβάλλουσι.
§11Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, σύμπας ὁ ἐμπορικὸς κόσμος Βόλου καταγγέλλει τοιαύτας παραβάσεις τῆς ἑταιρείας, διὰ τῶν ὁποίων παρίσταται ὅτι οὐ μόνον ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῆς Θεσσαλίας, οὐ μόνον ὁ γεωργικὸς κόσμος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἑλληνικὸν Δημόσιον κλέπτεται ἐκ τῶν παραβάσεων τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας. Οὐδέποτε ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρεία ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ἐπίσης δὲ οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας. Ἐπ’ ἐσχάτων, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὰ δρομολόγιά της ἀναλόγως μὲ τὰ δρομολόγια τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχεν ἐκβιαστικῶς παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὡς ἀντάλλαγμα σοβαρὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας δέν εἶχεν ἐκ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπραξε παρὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε συνάψει τὸ Δημόσιον μὲ τὴν ἑταιρείαν, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐγκρίνει τὰ δρομολόγια, νὰ κανονίσῃ ταῦτα συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία ἐκείνη τίς οἶδε διὰ ποίων μέσων κατώρθωσε τότε νὰ λάβῃ ἀτελείας πάντων τῶν ὑλικῶν της δυνάμει νεωτέρας συμβάσεως, διὰ νὰ συγκατατεθῇ καὶ κανονίσῃ τὰ δρομολόγιά της, ὥστε νὰ συμπίπτωσι μὲ τὰ δρομολόγια τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου. Δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ περίπτωσις, Κύριοι. Οὐδέποτε ἡ ἑταιρεία ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς. Ἐπανειλημμένως ὁ θεσσαλικὸς λαὸς ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν στεγάσματα, ἵνα στεγάζωνται τὰ ἐμπορεύματα ἐν τοῖς σταθμοῖς τῆς ἑταιρίας καὶ μὴ εἶναι ἐκτεθειμένα, διότι αὕτη δὲν ἔχει ἀποθήκας διαμετακομίσεως εἰς τοὺς πλείστους σταθμούς, τὰ δὲ ἐμπορεύματα πάντα εἶναι ἐκτεθειμένα. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρεία ἐκείνη, ἡ ὁποία κλέπτει, ὡς εἶπον, τὸν θεσσαλικὸν λαόν, οὐδέποτε ἠθέλησεν ἐλάχιστον ποσὸν νὰ δαπανήσῃ, ὅπως κατασκευάσῃ τοιαῦτα στεγάσματα, ἵνα διὰ τούτων προφυλάξῃ τὴν περιουσίαν τῶν ἰδιωτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Βόλου, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ὅτι εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, θέλει ἐπιβάλει εἰς τὴν ἑταιρίαν ὅσα δικαιώματα ἔχει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ ἐλπίζω τοῦτο, διότι δὲν διαβλέπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῆς πρόσωπα, ἅτινα ἔχουσι συμμάχους καὶ συνεργάτας εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας τοὺς πατέρας τῶν διευθυντῶν τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων τούτων.
§12ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§13Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Κουτούπης. Ἀπών. Ὁ κ. Συγγούρης. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Κουκουλέτσος. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀγγελίδης. Ἀπών. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος.
§15ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδὲν πλειότερον ἔχω νὰ προσθέσω τῶν ὅσα ἐλέχθησαν· μόνον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὑπόμνημα καὶ ἐνεργήσῃ συντόμως τὰ δέοντα.
§16ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως θὰ ἐνεργήσω ὅ,τι δύναμαι.
§17ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικῶς περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Θεσσαλίας δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας· ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ συνενώσω τὰς συστάσεις μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα σπουδαιοτέρα νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, ὅπως αἱ διάφοροι σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι ἐφαρμόζωσι τὰς συμβάσεις. Καὶ ἔχω τὸ τελευταῖον παράδειγμα τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, εἴδομεν δὲ ἀπολύσεις ὑπαλλήλων, εἰς τῶν ὁποίων τὰ ἔγγραφα ἀναφέρεται ὅτι: «δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου τῶν Βρυξελλῶν ἀπολύονται», ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ὅρος ἐν τῇ συμβάσει ἀπαγορεύων τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ξένου συμβουλίου εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς προσλήψεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀθηνῶν.
§18Φ. ΖΑΡΖΑΜΠΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε μικρὰν ὑπομονήν. Ν’ ἀναγνώσητε τὰς σημειώσεις καὶ ὅπου εὕρητε ὅτι ὑπάρχουσι παρανομίαι νὰ μὲ καταστήσητε κοινωνόν. Περὶ δὲ τοῦ περιφήμου παντοπωλείου σᾶς λέγω ὅτι ἐδῶ καὶ πανταχοῦ ζητεῖται ἡ σύστασις συνεργατικῶν παντοπωλείων. Εἴθε τοῦτο νὰ τὸ ἔκαμνον καὶ αἱ ἄλλαι σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι, διότι τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν εἶναι πρᾶξις κερδοσκοπική. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰς συνεργατικὰς ἑνώσεις χάριν τοῦ πτωχοῦ κόσμου.
§20Φ. ΖΑΡΖΑΜΠΑΣ. Αὐταὶ αἱ ἑνώσεις ἀπολαμβάνουσι καὶ ἀτελείας, διὰ νὰ πωλῶσι τὰ πράγματα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους;
§21Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκεῖ δὲν ἔχουσιν ἀτέλειαν.
§22Φ. ΖΑΡΖΑΜΠΑΣ. Ἔστειλα καὶ ἠγόρασα ξυλείαν, διὰ νὰ ἴδω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ. Θὰ συστήσω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὀφείλει ν’ ἀποστείλῃ τακτικὸν ἀνακριτήν, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποστέλλει πάντοτε ἐπόπτην, ὅστις μεταβαίνει μέχρι Καλαμπάκας καὶ Βελεστίνου αὐθημερόν, ἀφοῦ δὲ γευματίσῃ, ἀναχωρεῖ, πρὸς ἀποζημίωσιν δ’ αὐτοῦ ἀναγράφεται ποσὸν 2–3,000 δραχμῶν.
§23Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τῆς ἑταιρείας. Νομίζω ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ συζήτησις, διότι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὰ καταγγελλόμενα. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσι μέρος, διότι πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος, ἂν ὄντως εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα ἐναντίον μιᾶς ἑταιρείας ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ Κράτους.
§24Ε. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σοβαρὰν μέριμναν περὶ τῶν δικαίων παραπόνων τῶν Θεσσαλικῶν σωματείων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Δεύτερον ἀντικείμενον: Συζήτησις ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Μεσσήνης «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἕκτου ἄρθρου τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου». Ὁ κ. Δ. Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.
§26Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναφορά· παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνοῦσι καὶ οἱ ἄλλοι;
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Λεωνίδα Μπαζιωτοπούλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Συριόπουλος.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δικαῖος, ὅστις εἶναι ἀπών. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κάβουρας.
§32Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§33Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§34Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὡσαύτως.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν καλλιεργητῶν Τζούμπας διαμαρτυρομένων κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀγ. Σλῆμαν.
§36Α. ΣΛΗΜΑΝ. Πρὸ καιροῦ εἶχον ζητήσει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον μὲ ὁλόκληρον τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἦτο δὲ πλήρως δεδικαιολογημένος διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τούτων. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀπαιτεῖται ἐνέργεια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει δ’ ἐκεῖθεν ἀποσταλῆ ὁ φάκελος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἡ ὁποία ἤλπιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κανονισθῇ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Ἀρχῶν, δὲν κατωρθώθη νὰ κανονισθῇ. Ἐπειδὴ δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναφορᾶς τῶν καλλιεργητῶν Τζόμπας διαμαρτυρομένων κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§37Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ φάκελος αὐτὸς ὁ ἀφορῶν τὴν ὑπόθεσιν τῶν χωρικῶν Τζόμπας δὲν κατετέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν Βουλήν, διότι κατόπιν τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενοι καὶ ζητήσαντες τὸν φάκελον Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες ἤρχοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῆς ἀλληλογραφίας, ὁμολογῶ ὅτι ἐθεώρουν περιττὸν νὰ καταθέσω ἐν τῇ Βουλῇ τὸν φάκελον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως θεωροῦσιν ἀναγκαίαν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅπως συζητήσωσι, καταθέτω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τοὺς κυρίους Βουλευτάς, χωρὶς νὰ ἐνθαρρύνωμαι πολὺ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μετεβίβασεν ὁ κ. νομάρχης, τὰ πράγματα ἀποκατεστάθησαν.
§38Α. ΣΛΗΜΑΝ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§39ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθές, ὅπως συνέπεσε καὶ εἰς ἄλλα χωρία ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν μετὰ πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν νὰ διασαλευθῇ καὶ πάλιν ἡ τάξις. Ἡ τελευταία ἀπάντησις τοῦ κ. νομάρχου εἶναι ὅτι αὔριον θὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον ὁ ἴδιος. Πρέπει νὰ ἐξηγήσω διατί θὰ μεταβῇ αὔριον. Ἐπειδὴ εἶναι ἐκκρεμεῖς δίκαι, ὑπάρχει ὁ φόβος μήπως ἡ μετάβασις τοῦ νομάρχου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων παρεξηγηθῇ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, σήμερον ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ὡρισμέναι τινὲς ὑποθέσεις. Τὸν φάκελον καταθέτω.
§40Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι ἐξ αὐτῆς δύναται νὰ δοθῇ ἀφορμὴ πρὸς μακρὰν συζήτησιν περὶ τῆς κρατούσης καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ νὰ κρίνῃ τις περὶ τῶν παραπόνων τῶν ἀναφερομένων.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶναι καὶ ἡ συζήτησις τῆς «Ἑνιαίας» καὶ ἄλλων ἐκκρεμῶν ζητημάτων.
§42Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν συναινεῖ εἰς τὴν ἀναβολήν, προχωρῶ.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν παραδέχεται.
§44Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἀντιρρήσεις καὶ συνεπῶς θέλω συζητήσει τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἔλεγον καὶ ἄλλοτε ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐνίων ἀντιπροσώπων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Ἀρχῶν εἰς τὰς μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν διαφορὰς ἀποβαίνει τῳόντι περίεργος. Οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι τῆς Ἀρχῆς οὐδὲν δικαίωμα θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσιν εἰς τοὺς κολλήγας οὔτε τὰ ἐκ τοῦ θετοῦ δικαίου πηγάζοντα οὔτε καὶ αὐτὰ τὰ πρωτογενῆ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου. Τοιοῦτον δὲ πνεῦμα διακρίνει καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν εἰς τὰς προκυψάσας διαφορὰς μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν Τζόμπας καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Οἱ ἰδιοκτῆται Τζόμπας — καὶ εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι αὐτοὶ εἶναι τὰ κυριώτερα καὶ μᾶλλον δρῶντα μέλη τῆς κτηματικῆς λεγομένης ἑνώσεως, τῆς κατ’ εὐφημισμὸν λεγομένης κτηματικῆς ἑνώσεως, ἐνῷ ἔδει νὰ λέγηται συμμορία τυράννων τῆς Θεσσαλίας. Καὶ λέγω ὅτι εἶναι τύραννοι, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῶν γεωργικῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας, αὐτοὶ πρῶτοι ἀντετάχθησαν καὶ κατέφυγον εἰς τὰ πλέον ἀθέμιτα μέσα. Δὲν ἐδίστασαν νὰ θυσιάσωσι χάριν τοῦ κακῶς ἐννοουμένου συμφέροντός των καὶ τὰ ἱερώτερα πατριωτικὰ ἰδεώδη τοῦ Ἕλληνος καὶ κατέφυγον ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ καταφύγωσι, ζητοῦντες δῆθεν προστασίαν.
§45Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὄχι ὅμως οἱ Μαραθαῖοι.
§46Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐξέλεξαν ὡς ἔδαφος νὰ δώσωσι τὴν πρώτην μάχην τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὸν Δομοκὸν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, κύριε Ξηρέ.
§47Ν. ΞΗΡΟΣ. Οὐδὲν γνωρίζω, σᾶς βεβαιῶ.
§48Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Δομοκὸς ὑπάγεται δικαστικῶς εἰς τὴν Λαμίαν, ὅπου τὸ περιβάλλον ἔχει δηλητηριασθῆ ὑπὸ ἐνίων ἐπιτηδείων κατὰ τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἔρχομαι ἤδη νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης καὶ ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν.
§49Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸν ὀνομάσητε, διὰ νὰ τὸν γνωρίζῃ ἡ Βουλή.
§50Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ῥωμᾶνος. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουσι τὰ πρόσωπα. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ φανῶ οὔτε δυσάρεστος οὔτε εὐάρεστος εἰς τὸν κ. Ῥωμᾶνον. Ἐγὼ ἔχω ἓν δικαίωμα ὡς ἀντιπρόσωπος, νὰ ἐλέγξω τὴν διοικητικήν του ἐνέργειαν, καθ’ ὅσον εὑρίσκω ταύτην παράνομον. Μόνον τοῦτο θὰ ἐξετάσω. Οἱ ἰδιοκτῆται Τζόμπας προσεποιήθησαν ὅτι θέλουσι ν’ ἀποβάλωσι τοὺς καλλιεργητάς, ἐνῷ δὲν θέλουσι νὰ τοὺς ἀποβάλωσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀπειλῆς ταύτης νὰ τοὺς ἐκβιάσωσι, ζητοῦντες ἀπ’ αὐτοὺς νὰ πράξωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσι καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὴν ἠθικήν. Θέλουσιν, ἐκβιάζοντες αὐτούς, νὰ αἰσχροκερδήσωσιν ἀπὸ ἀτυχεῖς ἀνθρώπους ἐργαζομένους ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐξέλεξαν οὐχὶ τὴν δικαστικὴν ὁδόν, οὐχὶ τὴν νόμιμον διὰ τῶν δικαστηρίων, προκειμένου νὰ τοὺς ἀποβάλωσι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεμβῶσιν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαί....
§51ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ξηρὸς εἶπεν ὅτι οἱ Μαραθαῖοι δὲν ἔκαμον τίποτε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατ’ ἀπόσπασμα τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ἀστυνόμου Λαρίσης συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν καὶ οἱ Μαραθαῖοι.
§52Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὰ ἄλλα τηλεγραφήματα, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ὑπονομεύονται ἀπὸ τὸν Παπαδημητρίου τὸν ἰατρόν· ἀλλὰ τώρα θ’ ἀναγνώσω ἐγὼ αὐτά.
§53Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἀντὶ νὰ λάβωσι τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τὴν νόμιμον ἐξέλεξαν ἄλλην σκολιὰν ὁδόν, τὴν ὁδὸν τῆς διὰ τῆς βίας ἀποβολῆς. Καὶ ἐφαντάσθησαν μίαν συνοπτικὴν διαδικασίαν, τὴν διὰ τῶν μπράβων καὶ τῶν ἐνόπλων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἔχουσι περισυλλέξει, ἵνα ἀποβάλωσι τὰ ζῷα τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἐμποδίσωσιν αὐτοῖς τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν καὶ ἐκβάλωσιν αὐτοὺς τῶν οἰκιῶν προτοῦ νὰ ἔλθῃ ἡ προθεσμία τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔληγεν ἡ ἀγροληπτικὴ σχέσις μεταξὺ αὐτῶν, δηλαδὴ κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ γεωργικοῦ ἔτους. Παραπονοῦνται οἱ χωρικοὶ κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν, διότι ἀντὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ προστατεύσῃ τοὺς καλλιεργητάς, νὰ φροντίσῃ προληπτικῶς, ἵνα ἀποκρούσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διαπράττουσιν οἱ ἰδιοκτῆται κατ’ αὐτῶν, διότι, ἂν δὲν διαπράττουσιν ἐκβίασιν, διαπράττουσιν ἀπόπειραν ἐκβιάσεως, καί, ἂν δὲν διαπράττουσιν ἀπόπειραν ἐκβιάσεως, διαπράττουσιν ἀσφαλῶς αὐτοδικίαν, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν δίδει διαταγὰς πρὸς τὸν ἀστυνόμον νὰ συνεργήσῃ καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸ ἀδίκημα. Ἐπίσης δίδει ῥητὴν διαταγὴν εἰς δύο ἀγροφύλακας καὶ ἐνόπλους τῶν Μαραθικίων ν’ ἀποβάλωσι τοὺς χωρικοὺς τοῦ κτήματος, εἰς δὲ τοὺς χωρικοὺς ὁ ἀστυνόμος ν’ ἀπαγορεύσῃ ν’ ἀποκρούσωσι τὴν κατ’ αὐτῶν ἄδικον ἐπίθεσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν, διότι φρονεῖ ὅτι μόνον οἱ ἀνεψιοὶ τῶν πρώην Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ προστατευθῶσιν ὑπὸ τῶν νόμων τῆς πατρίδος, οὐχὶ καὶ οἱ ἐργάται τῆς γῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τῆς ἰσονομίας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
§54Γ. ΠΩΠ. Δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνορθωτής.
§55Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἄλλους ἐνδιαφέρει νὰ ἐξετάσωσι τοῦτο. Ὅτι ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἐγγράφων τοῦ ἀρίστου τῶν νομαρχῶν, τοῦ νομάρχου Λαρίσης κ. Ἀργυροπούλου, ὅστις φρονεῖ ὅτι ἐν ἀδίκῳ εὑρίσκονται οἱ ἰδιοκτῆται Μαραθαῖοι καὶ ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως ἰδιοκτῆται. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ἔρχεται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ ἄλλως ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων. Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, θὰ κρίνητε, ἂν εἶναι νόμιμος ἢ παράνομος ἡ ἐνέργεια τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἂν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν οἱ προϊστάμενοι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας νὰ ἐπεμβῶσι καὶ νὰ ἐλέγξωσι τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν καὶ νὰ ἐξετάσωσιν ἂν οὗτος παρέλειψε καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ προστατεύσῃ τοὺς καλλιεργητὰς ἀπέναντι τῶν κατ’ αὐτῶν ἀδικημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην τὴν παράνομον τῶν Ἀρχῶν. Δὲν βλέπω ὅμως ἐνταῦθα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελον ἀποτείνει εἰδικὴν παράκλησιν καὶ ἤθελον ὑπενθυμίσει εἰς αὐτὸν τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἄλλοτε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ τάχιστα νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονισθῶσιν αἱ ἀγροληπτικαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ σχέσεις, νὰ κανονισθῇ καὶ νὰ καθορισθῇ ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ κολλῆγαι καὶ ποῖον οἱ ἰδιοκτῆται, διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν τοὺς ἐπιτηδείους καὶ τοὺς ἰσχυροὺς νὰ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς ἀφελεῖς καὶ τοὺς ἀδυνάτους.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος.
§57ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§58Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§59ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἔχω· εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἄλλως τε.
§60Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν θὰ κάμητε ὅ,τι θέλετε.
§61ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν θὰ ἐφαρμόσητε ὑμεῖς τὸν Κανονισμόν.
§62Ν. ΞΗΡΟΣ. Οὔτε ὑμεῖς νὰ παραβαίνητε τὸν Κανονισμόν.
§63Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὰ διδάγματα νὰ τὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὸν ὁ κ. Ξηρός. Ἡμεῖς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ ἀναγνωρίζομεν μόνον ὡς ἁρμόδιον τὸν κ. Πρόεδρον.
§64ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἂν δικαιοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιος νὰ κρίνητε. Ἢ μήπως θέλει ὁ κ. Ξηρὸς νὰ ἐφαρμόσῃ ἐδῶ τὴν ἀγριότητα, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει ἀλλοῦ;
§65Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ τὴν ἐφαρμόσω ὅπου καὶ ἂν μοῦ περάσῃ.
§66Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν κολληγῶν Τζόμπας ἢ τριῶν–τεσσάρων ἄλλων χωρίων, τὰ ὁποῖα ἀνηνέχθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατήγγειλαν διαφόρους ὑπερβασίας τῶν ἀρχῶν καὶ πιέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, θὰ ἠρκούμην εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος προλαλήσας καὶ θ’ ἀνέμενον τὴν ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει, ὡς ἐπίσης ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑπερβασιῶν, ὡς προεῖπον, τῶν εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν καὶ ἐν γένει τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, διότι εἰς τοιαῦτα εἶναι συνηθισμένοι οἱ μορτῖται ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ἡ κατάστασις ἐν γένει εἶναι οἵα παρουσιάζεται, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ἐπεμβάσεις τὰς ἀλόγους ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἂν ὁ μορτίτης εἶναι σήμερον δοῦλος ἀπέναντι τοῦ τσιφλικιούχου, ἂν σήμερον ὁ μορτίτης εἶναι ἁπλοῦς μισθωτής, ἂν ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει σήμερον τὰ δικαιώματα ἀληθοῦς ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα ἐστερεῖτο κατὰ τὸν πρὸ τῆς προσαρτήσεως χρόνον, ἂν ὑπάρχουσι σήμερον ἀγροληπτικὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναγεγραμμένας σχέσεις ἀνελευθέρας, τοῦτο ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὰς ἐπεμβάσεις τῶν διαφόρων Ἀρχῶν. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τῶν κολληγῶν ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας, τῶν ὁποίων ἡ θέσις σήμερον εἶναι εἴπερ ποτὲ χειροτέρα, διότι ἀπὸ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐπηκολούθησεν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 17 τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος καὶ ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τότε ἑρμηνεύσασα τὸ ἄρθρον 17, καὶ ἐν γένει μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπανειλημμένας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θέλει σπεύσει ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων καὶ θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, ὅπως οἱ ἰδιοκτῆται παύσωσι τὰς διαφόρους πιέσεις κατὰ τῶν μορτιτῶν, οἱ ἰδιοκτῆται προβαίνουσιν εἰς διαφόρους πιέσεις κατὰ τῶν μορτιτῶν σκοπὸν ἔχοντες νὰ ἐκδιώξωσιν αὐτοὺς καὶ μεταβάλωσι τὰ τσιφλίκια εἰς λειμῶνας. Ἂν δὲ δὲν ἐξεγερθῶσιν οἱ μορτῖται καὶ δὲν ἔχωμεν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, τοῦτο θὰ ὀφείληται εἰς τὴν ἐλπίδα τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου διακανονίζοντος τὰς σχέσεις. Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς διακανονισμὸν τῶν σχέσεων, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει αὐτὸ καὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ ὅτι θέλει ἐγκαταλείψει τὴν ἀπόφασιν ταύτην, τότε δὲν ἐγγυῶμαι τί θὰ συμβῇ· τοῦτο δὲ λέγω μὲ τὴν ὑπόθεσιν ὅτι θέλει ἐγκαταλείψει τὴν ἀπόφασίν της ταύτην ἡ Κυβέρνησις, ὅπερ δὲν πιστεύω....
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε λόγον νὰ τὸ ὑποθέσητε.
§68ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἀνηνέχθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ πρὸς ὑμᾶς οἱ κολλῆγοι διαφόρων ἄλλων χωρίων, ἐκτὸς τριῶν ἢ τεσσάρων, ὧν ἀνηνέχθησαν, διότι περιμένουσιν, ὡς εἶπον, τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων, ἐπειδὴ ὀρθῶς φρονοῦσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον. Γνωρίζω ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες συντάξει κολληγικὰ συμβόλαια λήξαντα εἰδοποίησαν τοὺς κολλήγας ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀνανέωσιν αὐτῶν καὶ προσεκάλεσαν αὐτοὺς ν’ ἀπέλθωσι, καθόσον δὲν τοὺς θέλουσι πλέον κολλήγας. Καὶ θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λείψωσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται καὶ προληφθῶσιν ἀπευκταῖα, ὅπως σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων, διότι μόνον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν.
§69Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν σχηματίσῃ πεποίθησιν καὶ γνώμην ἀσφαλῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι ἀνάγκη ἐκτὸς τῶν διαφόρων ἀοριστιῶν, αἱ ὁποῖαι τεχνηέντως διετυπώθησαν, νὰ γνωρίσῃ εἰδικῶς τὴν κατάστασιν ἢ μᾶλλον τὰ πράγματα τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὰς διενέξεις τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ χωρίῳ Τσόμπα μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν κολληγῶν. Τὰ πράγματα Κύριοι, ἔχουσιν οὕτω: Τὸ χωρίον Τσόμπα ἠγοράσθη ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν Μαραθέα ἀντὶ 48,000 λιρῶν Τουρκικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμετρήθησαν ὑπὸ τῶν Μαραθέα. Κατεῖχον τὸ κτῆμα αὐτὸ οἱ ἀδελφοὶ Μαραθέα δι’ ἐπιμόρτου καλλιεργείας, ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν οἱ καλλιεργηταὶ ἀπεχώρησαν εἰς τὰ πέριξ χωρία, καὶ ἀπέμεινε μικρὸς ἀριθμὸς καλλιεργητῶν ἐκεῖ. Οἱ καλλιεργηταὶ αὐτοὶ κατὰ τὸ 1907 ἐγκαταλείποντες τοὺς Μαραθέα ἀπεχώρησαν οἰκειοθελῶς καὶ μετέβησαν εἰς τὸ χωρίον Τσουρλάρ. Ὁ Μαραθέας τότε πρὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως ἠναγκάσθη ἐκ τούτου καὶ μετέβαλε τὴν καλλιέργειαν εἰς αὐτοκαλλιέργειαν, ὑποβληθεὶς εἰς μεγάλας δαπάνας, διό ἐχρέωσε πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν τὸ κτῆμά του καὶ τὸ καλλιεργεῖ ὁ ἴδιος. Οἱ καλλιεργηταὶ ὅμως οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν οἰκειοθελῶς τὸ κτῆμα, δύστροποι καὶ κακοί, συνεπλάκησαν μὲ τὸν Ζωγράφον κατὰ τὸ 1910 εἰς τὸ κτῆμα Τσουρλάρ, μεθ’ ὃ ἠθέλησαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ χωρίον Τσόμπα. Ὁ Μαραθέας φυσικὰ δὲν τοὺς ἤθελε πλέον ὡς καλλιεργητὰς καὶ λόγῳ τῆς κακοπιστίας των καὶ διότι εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐμεσολάβησαν αἱ Ἀρχαὶ καὶ τοὺς ἐδέχθη καὶ τοῖς ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ φυτεύσωσι καπνὸν καὶ νὰ σπείρωσιν ὀψίμους σπορὰς ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι μετὰ τὴν καλλιέργειαν αὐτὴν ἤθελον λάβει πρόνοιαν νὰ γίνωσι κολλῆγαι εἰς ἄλλο κτῆμα. Παρήλθε τὸ διάστημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεννήθησαν τὰ γνωστὰ ζητήματα καὶ τῇ εἰσηγήσει τῶν γνωστῶν ἐν Φαρσάλοις ὑποκινητῶν τῶν ζητημάτων αὐτῶν τοῦ γνωστοῦ Ντίνα Νούσια καὶ τοῦ Τάκη Παπαδημητρίου, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος τοὺς παρακολουθεῖ καὶ τοὺς ἐκμεταλλεύεται, ἐρχόμενος μέχρι Λαμίας, καταβαλλόντων τὰ ἔξοδα τῶν καλλιεργητῶν. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, ὑποκινοῦνται αὐτοὶ καὶ οὕτω δημιουργοῦσι ζητήματα ἀγροτικὰ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν· ὅταν δὲ συζητῶμεν, πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐν καλῇ πίστει καὶ δὴ προκειμένου περὶ κολληγῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ μὴ κολληγῶν, διότι οὗτοι οἰκειοθελῶς ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἐν κολληγικῇ σχέσει μὲ τοὺς Μαραθέα, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ καὶ τῇ καλῇ πίστει, περιπλέκοντες τὰ πράγματα καὶ σχετίζοντες αὐτὰ μὲ τὸ ὅλον ἀγροτικὸν ζήτημα, ἀφοῦ ἐν Τσόμπᾳ, ὡς ἐξετέθη, δὲν συντρέχουσιν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ λοιπῇ Θεσσαλίᾳ. Τῇ παρεμβάσει λοιπὸν τῶν Ἀρχῶν, διὰ νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, ὁ Μαραθέας ἐδέχθη καὶ συνεφώνησε μετὰ τῶν ἐπανελθόντων κολληγῶν ἐνώπιον καὶ τοῦ ἀστυνόμου, ὅπως βοσκήσωσιν ἐκεῖ τὰ ποίμνιά των ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσωσι 2,500 δραχμὰς ἐνοίκιον. Ἔληξεν ἡ μίσθωσις, καὶ ὁ Μαραθέας ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ τὸ ἐνοίκιον καὶ νὰ ἐξέλθωσι τοῦ κτήματός του, ἀλλ’ αὐτοὶ ἠρνήθησαν καὶ ἀντέστησαν εἰς τοῦτο ἐνόπλως. Εἶχε τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι ὁ Μαραθέας ν’ ἀντιστῇ κατὰ τῆς τοιαύτης ἁρπαγῆς τοῦ κτήματός του; Ἀναγκάζεται ὁ Μαραθέας νὰ κάμῃ ἔξωσιν. Τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ συμβόλαιον μισθωτήριον, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ ἐπεβλήθη ὅρκος εἰς τοὺς μισθωτάς, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἐδέχθησαν καὶ ἔδωκαν, διαμαρτυρομένου τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ παρισταμένου, διότι συνέπιπτε ἡμέρα πολιτικῆς συνεδρίας τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ λεγόντων «δι’ ὄνομα Θεοῦ, τί κάμνετε αὐτοῦ;». Δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν ἐπὶ ψευδορκίᾳ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐγγράφου. Ὅτε λοιπὸν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ τῆς Λαμίας, Ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν Λαμίᾳ, καὶ ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως Ῥωμανοῦ, ἐντίμου, ἀκεραίου καὶ ἱκανωτάτου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει τὸ μέλλον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος, ὅτε ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ τῆς Λαμίας ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐπεμβῇ ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, ὄχι διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τοὺς ἅρπαγας, ἀλλὰ διὰ νὰ προλάβῃ ἀδικήματα καὶ διατάραξιν τῆς ἐννόμου τάξεως;
§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγὴ τῆς ἐξώσεως, πῶς διετάχθη ἡ ἔξωσίς των;
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν διετάχθη ἔξωσις, ἀλλὰ βιαίως πλέον ἐξώσθησαν, διότι εὑρέθησαν οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας των, διαρπαζομένης ὑπὸ τὴν σκέπην μιᾶς ψευδορκίας.
§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρκίσθησαν ὅτι δὲν ἐγένετο μίσθωσις;
§73Ν. ΞΗΡΟΣ. Μάλιστα.
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀντέταξαν κατ’ ἀνένστασιν; Πῶς ἐδικαιολόγησαν τὴν παραμονήν των ἐν τῷ κτήματι; Προέβαλον οὐσιαστικὰ δίκαια, ἐμπράγματα δίκαια;
§75Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἡ διαδικασία ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν προφορικῶς, προεδρεύοντος τοῦ δικαστοῦ Κοντοπούλου. Κατὰ τὴν διαδικασίαν παρίσταντο κατὰ σύμπτωσιν ὅλοι οἱ δικηγόροι, ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ ὡς ἀκροατής. Αὐτοὶ ἰσχυρίσθησαν διὰ τοῦ πληρεξουσίου των καὶ εἶπον: «Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπωμεν πῶς κατέχομεν· ἀποδείξατε ὑμεῖς τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς σας». Ὁ πληρεξούσιος τοῦ Μαραθέα εἶπεν ὅτι τὴν μὲν βάσιν τῆς ἀγωγῆς μας τὴν πρώτην, ὅτι ἐβοσκήσατε, πρέπει νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ καὶ διὰ μαρτύρων ν’ ἀποδείξωμεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄλλην βάσιν, ὅτι συνεπείᾳ μισθώσεως ἐγένετο ἡ βόσκησις, ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ τὸ ἐμμάρτυρον μέσον, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπάγομεν ὅρκον, τὸν ὁποῖον αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόντες, πρέπει νὰ δώσωσιν ἀμέσως. Αὐτοὶ ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὸ Δικαστήριον· τὸ Δικαστήριον ἐπέτρεψε τὸν ὅρκον.
§76Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαιοῦται τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεσύρθησαν;
§77Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν παρίστατο ὁ Γραμματεύς.
§78Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πῶς τοιοῦτον οὐσιῶδες γεγονὸς δὲν σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά;
§79Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν παρίστατο γραμματεύς. Μετὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος διέταξε τὴν διαμοιβὴν προτάσεων. Ἐν τῷ μεταξὺ γίνεται ἐμπρησμὸς εἰς τὸ οἴκημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατῴκουν οἱ Μαραθέα, καταγγέλλεται ἡ πρᾶξις, γίνεται ἀνάκρισις, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας δὲν ἠξεύρω. Εἶδον ἓν τηλεγράφημα ἐντὸς τοῦ φακέλου ὅτι ἴσως πρόκειται περὶ τυχαίου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἂν εἶναι τυχαῖον τὸ πῦρ ἢ εἶναι συνέπεια ἐκδικήσεως κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν Μαραθέα. Ἐν τῷ μεταξὺ γίνεται ἀπόπειρα φόνου καθ’ ἑνὸς Μαραθέα, καὶ δευτέρα κατ’ ἄλλου ἀγροφύλακος τοῦ Μαραθέα, τοῦ ὁποίου ἡ σφαῖρα ἔθραυσε τὸ κοντάκιον τοῦ ὅπλου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν. Ἐγένοντο ἀνακρίσεις δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμεῖς, καὶ συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκονται τὰ πράγματα.
§80ΕΥΘ. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προυφυλακίσθη κανεὶς ἐξ αὐτῶν;
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§82ΕΥΘ. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι πολλάκις θέτουσι πῦρ ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἐνοχοποιήσωσι τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τοὺς στείλωσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ἔχομεν δὲ τὸ παράδειγμα χωρίου, τοῦ ὁποίου οἱ καλλιεργηταὶ ἐκλείσθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ἐμπρησμῷ κατηγορούμενοι, καὶ οὕτως ἐξηναγκάσθησαν νὰ ὑπογράψωσι συμβόλαιον, καὶ μόλις ὑπέγραψαν τὸ συμβόλαιον ἀμέσως ἀπεφυλακίσθησαν.
§83Ν. ΞΗΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι πρόκειται περὶ ζημίας 20 χιλ. δρχ. Ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις αὕτη μέχρις ἐσχάτων, ὅτε ἔλαβον γνῶσιν τηλεγραφήματος ἐκ μέρους τοῦ κ. νομάρχου Λαρίσης ὅτι ἐπῆλθε συμβιβασμὸς καὶ ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ ἐδέχθησαν νὰ πληρώσωσι μέρος μισθώματος. Σημειώσατε ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι τὸ μέρος τοῦ κτήματος Μεριᾶς εἶναι μέρος εἰς τὸ ὁποῖον βόσκουσι τὰ πρόβατα τῶν κολληγῶν, ὅτι πάντοτε αὐτὸ γίνεται ἐπὶ ἀποζημιώσει μιᾶς δραχμῆς κατὰ κεφαλήν.
§84Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὄχι πάντοτε.
§85Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν Μεριὰν οὐδέποτε.
§86Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ ἔχω ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα βεβαιούμενον ἐν τῇ δικογραφίᾳ. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθε συμφωνία, τὴν ὁποίαν ἠθέτησαν καὶ πάλιν οἱ κολλῆγαι ἐξωθούμενοι καθ’ ὃν τρόπον ἐξωθοῦνται, ὡς τοῦτο βεβαιοῦται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν Ἀρχῶν. Ἤθελον νὰ γνωρίζω λοιπὸν διατί ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἢ τῆς διοικητικῆς, ἧς προΐσταται εὐτυχῶς ἐντιμότατος καὶ ἄριστος ἀξιωματικός, ὑπῆρξε μεροληπτικὴ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου μέρους. Τοὐναντίον εὑρίσκω προθυμίαν μεγάλην ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν Ἀρχῶν ἐν Λαμίᾳ, ὅπως σπεύσωσιν εἰς ἐξομάλυνσιν φιλικὴν δυναμένην νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα, αἴρουσαν πάντα φόβον διαταράξεως τῆς τάξεως. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν Ἀρχῶν οὐ μόνον ὑπῆρξε νόμιμος καὶ λογική, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένη καὶ φιλάνθρωπος, ἵνα ἐξαγάγῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς παρέσυραν ἐπιτήδειοί τινες, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν ἐκεῖνα, ἅτινα ἀτυχῶς εἶχον προΐδει, ὅτε ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Κατόπιν τούτων κρίνατε, κύριοι Βουλευταί, ποῦ κεῖται ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ δίκαιον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαξίρης,
§88Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ ἠχὼ τῶν θεσσαλικῶν φωνῶν δὲν ἐξηλείφθη τελείως ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ὀλίγος χρόνος παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου συνεζητήθη ἐνταῦθα τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ μόνη ἄποψις, ἀφ’ ἧς δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ἐπεισόδιον τῆς Τσόμπας, εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ θεωρήσῃ τοῦτο ὡς μίαν εἰκονογραφίαν τοῦ μεγάλου θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ συνεκινήθη, ὅτε ἐξετυλίχθη πρὸ αὐτῆς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς διαβιοῦσιν οἱ χωρικοὶ εἰς βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ διστάσῃ νὰ θίξῃ καὶ μίαν θεμελιώδη ἀκόμη διάταξιν τοῦ Συντάγματος...
§89Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι θεμελιώδης.
§90Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ ἀφορῶσα τὴν ἰδιοκτησίαν δὲν εἶναι θεμελιώδης; Δυσκόλως θὰ εὕρητε μίαν ἄλλην θεμελιώδη.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο οὐσιώδης διάταξις.
§92Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, τοιαύτην ἐντύπωσιν ἀπεκόμισεν ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ νὰ μὴ ἀφήσῃ μίαν κατάστασιν τοιαύτην ἔκρυθμον νὰ παρατείνηται ἐπὶ πλέον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ταύτης κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον διακανονίζον τὰς σχέσεις ἰδιοκτητῶν καὶ κολληγῶν, διότι τοιαῦτα θὰ ἐπαναληφθῶσι πολλάκις λυπηρὰ ἐπεισόδια ὡς τὸ σημερινόν. Ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἔδειξεν ὅτι ἔχει μεγίστην ὑπομονὴν μέχρι τοῦδε. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ τάξις κλονίζεται, καὶ, ἂν σήμερον ἔχομεν ἓν κροῦσμα, αὔριον θὰ ἔχωμεν περισσότερα. Ἡ Πολιτεία πρέπει προληπτικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ ἐνεργήσῃ καί, ἀντὶ νὰ περιμείνῃ, ἵνα ἐπανειλημμένως ἀκουσθῶσι φωναὶ διαμαρτυρίας διὰ τὴν πίεσιν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐναντίον μεγάλου μέρους τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, πρέπει αὕτη νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα τῆς λήψεως μέτρων προστατευτικῶν καὶ προληπτικῶν συνεχοῦς κλονισμοῦ τῆς δημοσίας τάξεως ἐν ταὐτῷ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§94Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι μόλις κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς διενέξεως μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἐν τῷ κτήματι Τσόμπας καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ἐγκαίρως γνῶσιν αὐτῶν, ἵνα ἴδω καὶ τὴν ἐπίσημον ἐνέργειαν τῶν Ἀρχῶν καὶ ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τούτων ψέξω τὰς ἐνεργείας τῶν Ἀρχῶν ἐκείνων, αἵτινες μεροληπτικῶς ἐνήργησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὡς ἄνω χωρίου. Μόλις μελετήσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα θὰ ἐπανέλθω. Ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ προκειμένου δι’ ὀλίγων θὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὰ γεγονότα καθὼς τὰ ἀντελήφθην, ὅτε πρὸ δύο ἡμερῶν ἤμην ἐκεῖ. Τηλεγραφήματα ἀλλεπάλληλα, Κύριοι, ἔρχονται ἀπὸ τὸ χωρίον ἐκεῖνο ἀπὸ 15 ἐν ὅλῳ οἰκογενείας, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ προστασία τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἐναντίον τῶν αὐθαιρεσιῶν, τὰς ὁποίας τόσον ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὅσον καὶ αἱ Ἀρχαὶ διαπράττουσι, διότι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πταίει περισσότερον, εἶναι αὐταὶ αἱ Ἀρχαί· εἶναι ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς.
§95Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀστυνόμος εἶναι στενὸς συγγενὴς τοῦ ἰδιοκτήτου.
§96Ν. ΞΗΡΟΣ. Ποῖος; Ὁ Παπακῶτσος; Ὄχι δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
§97Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι συμπατριῶται.
§98Ν. ΞΗΡΟΣ. Οὔτε συμπατριῶται· μὴ λέγετε ἀνακριβείας· ὁ Παπακῶτσος εἶναι Μανιάτης καὶ οἱ Μαραθαῖοι εἶναι Κραββαρίται.
§99Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅτε λοιπὸν οἱ χωρικοὶ ἐζήτησαν τὴν προστασίαν τοῦ ἀστυνόμου, διότι ὁ Μαραθέας ἐπεζήτει διὰ τῆς βίας νὰ ἐξώσῃ αὐτούς, μετέβη ὁ ἀστυνόμος ἐπὶ τόπου καί, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὴν πρώτην ἡμέραν ἐξῆλθεν εἰς κυνήγιον μαζὶ μὲ τὸν Μαραθέαν, ἐπανῆλθε, διὰ νὰ κάμῃ τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Ὅτε λοιπὸν οἱ χωρικοὶ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ ἀστυνόμου, τότε αὐτὸς εἶπεν εἰς αὐτούς· «Τί θέλετε καὶ κάθησθε εἰς τὸ κτῆμα; Δὲν γνωρίζετε ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι τοῦ Μαραθέα; Δὲν γνωρίζετε ὅτι ὁ Μαραθέας δὲν σᾶς θέλει; Διατί δὲν φεύγετε». Καὶ ὅτε οἱ χωρικοὶ ἐτόλμησαν νὰ τῷ εἴπωσι «Κύριε ἀστυνόμε, καὶ ποῦ νὰ μεταβῶμεν ἡμεῖς, ὅταν φύγωμεν ἀπὸ ἐδῶ, ὅπου ἔχομεν τὰς οἰκίας μας;», ὁ ἀστυνόμος τοῖς εἶπε· «νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Τουρκίαν. Ναὶ εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ φύγητε»!
§100Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τίνα βαθμὸν φέρει;
§101Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι ὑπομοίραρχος δυστυχῶς.
§102Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι συνάδελφοι. Παρετήρησα ὅτι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας εἶναι ὑπὲρ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνήργησεν ὁ κ. νομάρχης. Ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν οὐχὶ μόνον ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ πάντες οἱ γνωρίζοντες τὸν κ. Ἀργυρόπουλον ἔχουσι, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πεποίθησιν καὶ ἡ ἀντίληψις τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης, πρὸς ὃν ἔχουσι πεποίθησιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἐκφράζεται κατ’ ἄλλον τρόπον περὶ τοῦ ἀστυνόμου τούτου.
§103Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐν τούτοις εἰς τὴν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔσχον μετὰ τοῦ κ. νομάρχου, οὐδὲν μοὶ ἀντέλεξεν, ἀλλὰ τοὐναντίον μοὶ εἶπε κάτι τι περισσότερον, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μέλλουσαν συζήτησιν θὰ τὸ ἀναφέρω. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ ἀστυνόμος αὐτός, διὰ νὰ ἴδητε τὸ θράσος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει φθάσει, θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἐτόλμησε νὰ ἐκφρασθῇ ἀνευλαβῶς κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, κατὰ συναδέλφου ἡμῶν, διότι μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου ἐκ τοῦ χωρίου ἐκείνου τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἶδε τοὺς χωρικοὺς καὶ τοῖς εἶπεν· «Ἐγὼ θὰ σᾶς λυώσω εἰς τὸ ξύλον· θὰ σᾶς πεθάνω εἰς τὸ ξύλο μὲ αὐτὰ ποῦ κάμνετε». Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ εἶπε τοῦτο θέλω καταγγείλει κατ’ ἰδίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ ζητήσω τὴν αὐστηρὰν αὐτοῦ τιμωρίαν.
§104Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίνα ὕβρισεν;
§105Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπεν ὅτι «ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐδῶ, διὰ νὰ δείρω καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον».
§106Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἂν τὸ εἶπεν αὐτό, εἶναι κακοηθέστατος.
§107Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὸ ἀφήνω εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ ἀκριβῶς καὶ καλῶς ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ὑμῶν, κύριε συνάδελφε, ἂν μή τι περισσότερον ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἀναμένω τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, περὶ τῆς ὁποίας τόσον ἐνθουσιαστικῶς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἐγὼ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς νέος δικαστικὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ὅπως ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, διότι καὶ αὐτός, ὅτε μετέβη, ἵνα ἀνακρίνῃ τοὺς χωρικούς, μετῆλθε τὴν βίαν, ἡ πρώτη δὲ λέξις, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειλέων του, ἦτο· «δὲν βλέπετε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συζήσητε μὲ αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς θέλει; Πρέπει νὰ φύγητε»· συνήθροισε δὲ καὶ 4–5 ἐκ τῶν περιοίκων ἰδιοκτητῶν καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τοῖς εἶπεν· «ἰδοὺ σᾶς θέλουσιν οἱ παριστάμενοι ἰδιοκτῆται ἀπὸ τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα χωρία· πρέπει νὰ ὑπάγητε ἐκεῖ»· εἶτα δ’ ἐπεχείρησε νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοῦτο παράβασις τῶν καθηκόντων ἐκ μέρους τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὅστις, ἐνῷ μετέβη νὰ δώσῃ δικαιοσύνην, ἀμφοτεροβαρῶς παρεῖχε ταύτην καὶ παρίστα εἰς τὸν Μαραθέαν ὅτι δύναται νὰ ἐκδιώξῃ τοὺς χωρικοὺς ἐκ τοῦ κτήματος; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δ’ ἐκείνης ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης δὲν φωρᾶται παράνομος; Παρακαλῶ διὰ πάντα διστάζοντα νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις, ἵνα ἀποδειχθῶσι ταῦτα. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔδωκε καὶ μίαν ἄλλην διαταγήν, νὰ ἐκδιωχθῶσι τὰ πρόβατα καὶ αἱ ἀγελάδες ἐκ τοῦ κτήματος, καὶ τοιαύτην βεβαίως θὰ ἔδωκε, διότι τὸ ἀπόσπασμα ἐξετέλεσε διαταγὴν ἐκδοθεῖσαν ἐκ τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων παράνομον ἐντελῶς καὶ ἐναντίαν ὅλως πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 57 ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, καὶ δι’ ἧς ἐπεδικάζετο τὸ λιβάδιον τοῦ κτήματος εἰς τοὺς χωρικούς, διὰ νὰ βόσκωσιν ἐν αὐτῷ τὰ πρόβατά των ἰδίῳ δικαιώματι καὶ οὐχὶ ὡς μισθωταί. Ἑπομένως δυνάμει ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἐκ τῶν κολληγικῶν σχέσεων, εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ χωρικοὶ νὰ νέμωνται τὸ λιβάδιον. Ἐδόθη λοιπὸν διαταγὴ νὰ ἐκδιωχθῶσι τὰ πρόβατα, καὶ μίαν ὡραίαν μεσημβρίαν ἕξ τὸν ἀριθμὸν ἀγροφύλακες ὡπλισμένοι μέχρις ὀδόντων μαζὶ μὲ τὸν ὁσποδάρον Μαραθέαν παρέλαβον τὰ πρόβατα, 600 τὸν ἀριθμόν, καὶ τὰ ἀπεδίωξαν τοῦ κτήματος. Μετέβησαν οἱ χωρικοὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον καὶ ἐζήτησαν προστασίαν ἐπικαλούμενοι τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ νέμωνται τὸ λιβάδιον αὐτό· ὁ ἀστυνόμος ὅμως εἶπε πρὸς αὐτούς· «δὲν δύναμαι νὰ ἐπεμβῶ· θὰ στείλω τὸ ἀπόσπασμα καὶ θὰ κρατήσω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τὰ ποίμνια ταῦτα θὰ μένωσι μακρὰν τοῦ κτήματος». Ἔχομεν ἑπομένως τὴν πρώτην παρανομίαν τῶν ἀδελφῶν Μαραθέα, ἔχομεν καὶ τὴν παρανομίαν τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεξέτειναν τὴν προστασίαν των ἐπὶ τῶν ἀδελφῶν Μαραθέα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὁ Εἰσαγγελεὺς Λαμίας ἐξέδωκε κλητήρια θεσπίσματα κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς μὲ τὰς γυναῖκάς των, τὰ παιδία των καὶ τοὺς δούλους των ἀκόμη νὰ μεταβῶσι τὴν 27ην Μαΐου εἰς τὴν Λαμίαν ὅλοι, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ἵνα δώσωσι δίκην, διότι οἱ ἀδελφοὶ Μαραθέα τοὺς κατήγγειλαν ὅτι, ὅτε μετέβησαν μετὰ τῶν ἀγροφυλάκων, ἵνα ἐκδιώξωσι τὰ πρόβατα, ἐξῆλθον αἱ γυναῖκες καὶ παρεκώλυσαν αὐτούς. Δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως λοιπὸν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐκάλεσεν αὐτοὺς εἰς Λαμίαν ἐπὶ τῇ μηνύσει τῶν ἀδελφῶν Μαραθέα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου πολλαὶ μηνύσεις τῶν χωρικῶν κατὰ τῶν ἀδελφῶν Μαραθέα ἀπὸ μηνῶν ἐπιδοθεῖσαι οὐδόλως ἐνεργήθησαν. Βεβαίως οἱ χωρικοὶ οὗτοι ἔχοντες πεποίθησιν εἰς τὸ δίκαιόν των καὶ πειθόμενοι εἰς τὰς συμβουλάς, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν ἀπὸ ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ξηρός, δὲν προέβησαν εἰς τίποτε, ἀναμένοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος των, θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ διατάξωσι νὰ ἐπανέλθωσι τὰ ζῷα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκόμη ἐκτὸς τοῦ κτήματος, διότι ὑπαρχούσης τῆς μετεώρου ταύτης καταστάσεως δύνανται νὰ ἐπέλθωσι συγκρούσεις καὶ βεβαίως θὰ ἐπέλθωσι, διότι τί θὰ γίνωσιν αὐτὰ τὰ ἑξακόσια πρόβατα, μένοντα ἐκτὸς τοῦ κτήματος; Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διατάξῃ ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ δίκαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὡρισμέναι διὰ τὴν 27ην Μαΐου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαμίας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, ἰδίως τὰ γυναικόπαιδα, ἵνα δικασθῶσιν ὡς ὑπαίτιοι ὅτι ἐκ συστάσεως ἀφήρεσαν τὰ ὅπλα τῶν ἀγροφυλάκων. Εἶναι κρῖμα ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐνῷ δὲν ἔχουσι νὰ φάγωσιν ἄρτον, νὰ σηκωθῶσι πάντες αὐτοὶ δι’ αὐτὰς τὰς γελοίας μηνύσεις καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Λαμίαν, εἰς ἑξάωρον ἀπόστασιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἐπαναφέρω καὶ πάλιν τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐκθέσω πάντα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὴν κατάστασιν ταύτην, θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῶσι πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπέλθῃ σύντονος μέριμνα, ἵνα προσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ κολληγῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, διότι εἶναι τὸ μόνον μέσον, ἵνα περατωθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ῥόδινος.
§108Α. ΣΛΗΜΑΝ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, δὲν ἀντιλαμβάνονται ἴσως τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἔφεραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν ἵνα προστατεύσῃ τοὺς καλλιεργητὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀριθμὸν φαίνονται ὀλίγοι εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ προκειμένου περὶ ἀδικίας προερχομένης ἐκ παραβάσεως τοῦ νόμου ὁ ἀριθμὸς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἕνα νὰ λαμβάνηται ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία θὰ ἐλαμβάνετο διὰ τοὺς ἑκατόν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν αὕτη δὲν ἔχει μόνον τὸν σκοπὸν τῆς προστασίας τῶν χωρικῶν ἐκείνων, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ὅτι ἡ μάχη, ἡ ὁποία γίνεται συστηματικῶς ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὸ χωρίον Τσόμπα, εἶναι τὸ προανάκρουσμα τῆς μεγάλης μάχης, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ τὸ θέρος ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐναντίον ὅλων τῶν καλλιεργητῶν, ἵνα ματαιωθῶσι τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως περὶ δικαιοτέρας διακανονίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρινομένων τῶν πραγμάτων δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ μίαν μόνον παρατήρησιν, ὅτι βλέπω μίαν διάφορον ἀντίληψιν παρὰ τοῖς ἀξιοτίμοις κυρίοις Ὑπουργοῖς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀντίληψιν βλέπω συμμεριζόμενον τὸν ἀξιότιμον κ. νομάρχην Λαρίσης, περὶ τοῦ ὁποίου ὀρθῶς ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν ἀστυνομεύοντα κύριον Καστρινόν, ἐντελῶς δὲ διάφορον ἀντίληψιν βλέπω εἰς τὸν ἀστυνόμον Δομοκοῦ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας. Τοῦτο τί σημαίνει; Ὅτι ἐπικρατοῦσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὰ ζητήματα τὰ Θεσσαλικά, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσιν ὅτι τὰ δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι ἀπόλυτα, ὅτι ἐπικρατοῦσι παρ’ αὐτοῖς ἰδέαι, τὰς ὁποίας δὲν συμμερίζονται τὰ κατώτερα ὄργανα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαρρυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν καὶ διατάξῃ καὶ πάλιν τὸν νομάρχην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, διότι δυστυχῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν λιβαδίων φαίνεται ὅτι δὲν ἐλύθη, ὡς βλέπω εἰς τὸ τηλεγράφημα. Ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ παρακαλέσω νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ γενόμενα.
§109Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις διὰ τὰς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τίς λέγει τὴν ἀλήθειαν. Βεβαίως εἶμαι σύμφωνος νὰ διακανονισθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, διὰ νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἀπαλλαχθῶσι τῆς δουλείας οὐχὶ οἱ καλλιεργηταί, ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι τῶν καλλιεργητῶν.
§110Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ δύο μηνῶν ἐζήτησα νὰ διεξαχθῶσιν ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ χωρίου Τσόμπα. Ἐπ’ ἐσχάτων παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Πρῶτον λοιπὸν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἐζήτησαν νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ συμβαίνοντα καὶ ν’ ἀποκαλυφθῇ γυμνὴ ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ δύο μηνῶν διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ πληροφορηθῶμεν ἂν μετέβη ἢ ὄχι. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν πῶς δὲν ἔλαβεν ἀπάντησιν εἰς τὸ πρὸ δύο μηνῶν ἀποσταλὲν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν.
§111ΕΥΘ. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προκειμένου περὶ τῆς ἀναφορᾶς παρακαλῶ τοὺς παρόντας κ. Ὑπουργοὺς νὰ συστήσωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι καθόλου καλή. Ἤδη δὲ μάλιστα, ὅτε πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ συλλογὴ τῶν καρπῶν, θὰ ἔχωμεν σύρραξιν φοβεράν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κλητήρων τῶν Ὑπουργείων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§113Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον λαμβάνεται πανταχοῦ πρόνοια, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας παρέχωνται τὰ μέσα τῆς διατηρήσεως κατὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς των, ὑπάρχει μία τάξις δημοσίων ὑπηρετῶν, ἡ ὁποία ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην της· ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν κλητήρων τῶν Ὑπουργείων καὶ ὄχι μόνον τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ πάντες οἱ κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι ἐξῃρημένοι ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, εἶναι ἀκριβῶς ἡ τάξις τῶν ὑπηρετῶν, διότι καὶ γλίσχρως ἀμείβονται καὶ ὑποβάλλονται εἰς κόπους, γηράσκοντες δὲ δὲν ἔχουσιν ἄλλον πόρον ζωῆς. Βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει, ὅπως τὸ κακὸν αὐτὸ θεραπευθῇ εἰς τὸ μέλλον, ὅπως ἀπὸ τῆς σήμερον τοὐλάχιστον οἱ κλητῆρες ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀλλὰ θὰ ἦτο δίκαιον, ὅπως εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο περιληφθῶσι πάντες οἱ κλητῆρες οὗτοι. Βλέπομεν διαφόρους νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἔλαβον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, μόνον δ’ αὐτὴ ἡ τάξις μένει ἐξῃρημένη τοῦ δικαιώματος τούτου. Νομίζω λοιπὸν ἀπαραίτητον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φροντίσῃ, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ, καὶ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ ὑποβληθῶσιν οἱ κλητῆρες τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι εἶναι ἀντιληπταὶ καθ’ ἑκάστην εἰς πάντας ἡμᾶς.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Θηβαϊκοῦ Συλλόγου περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ὁ κ. Λ. Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον. (Ἀπών). Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν λαχανοπωλῶν Ἀθηνῶν περὶ κυριακῆς ἀργίας ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§115Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐργασία πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἄλλως ἔδοξε τοῖς πολλοῖς καὶ ἐψηφίσθη νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως εἶναι ἴσος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματιῶν. Τοιουτοτρόπως εἰς τοὺς παντοπώλας ἐπιτρέπεται ν’ ἀνοίγωσι τὰ καταστήματά των κατὰ τὰς Κυριακάς, εἰς τοὺς ὀπωροπώλας ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, καίτοι οὗτοι ἔχουσιν ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φθαρτά, καὶ τὰ ὁποῖα καταστρέφονται, ὅταν ἀποκλεισθῶσι τοῦ ἀέρος. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐπαγγελματίαι οὗτοι εἶναι πτωχοὶ καὶ ἔντιμοι βιοπαλαισταί, δὲν ἔχουσιν ὑπαλλήλους, διὰ τοὺς ὁποίους ἴσως θὰ ἦτο ἀνάγκη ὅπως δίδηται καιρὸς ἀναψυχῆς εἰς αὐτοὺς καὶ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ διάφορα σεμνὰ κέντρα τῆς πρωτευούσης, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος λόγος, ἵνα διαμαρτυρηθῶσιν οἱ φίλοι Βουλευταὶ τῆς κοινωνιολογικῆς ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι εὐτυχῶς δὲν εἶναι παρόντες, εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ὀπωροπώλας νὰ ἀνοίγωσι τὰ μικρὰ αὑτῶν καταστήματα κατὰ τὰς Κυριακάς.
§116Ν. ΞΗΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὡρίμασε πλέον ἡ γνώμη τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας, ὁ ὁποῖος ἔχει πολλὰ τὰ ἐλαττώματα, διότι ἐπιτρέπει αἴφνης εἰς τοὺς οἰνοπώλας καὶ παντοπώλας ν’ ἀνοίγωσι κατὰ τὰς Κυριακὰς τὰ καταστήματά των, δὲν ἀφήνει δὲ εἰς τοὺς ὀπωροπώλας καὶ τοὺς γαλακτοπώλας, τῶν ὁποίων τὰ ἐμπορεύματα ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὑποκείμενα εἰς φθοράν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν περιέχουσι καὶ τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν συντελοῦσι καὶ πολὺ εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ἑπομένως θὰ ἦτο πρέπον νὰ ληφθῇ μία ῥιζικὴ πρόνοια περὶ τοῦ νόμου τούτου, διότι, ὡς ἔχει, οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν, ἵνα μὴ ὁ δήμαρχος ἐκμισθώσῃ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τοῖς κηπουροῖς, ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§118Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων, κύριοι Βουλευταί, ἐνοικιάζει τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα εἰς τοὺς διαφόρους κηπουρούς. Ἡ πρᾶξις αὕτη κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι αὐτόχρημα ἐγκληματική. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἀηδίαν, ἣν αἰσθάνεταί τις ἀναλογιζόμενος τοὺς κήπους τοὺς οὕτως ἀρδευομένους, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἀλλ’ ἡ σχέσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κήπων αὐτῶν καὶ τῆς ὑγείας, εἶναι μεγίστης σημασίας, διότι οὐ μόνον παράσιτα διάφορα μεταδίδονται εἰς τὸν ἀνθρώπινον ὀργανισμόν, ἀλλὰ καὶ νόσοι μεταδίδονται. Ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐνσκήψῃ ἐπιδημία τις ἐν τῇ πρωτευούσῃ, αὕτη θέλει λάβει τρομακτικὰς διαστάσεις μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ὑπηρεσίαν ἢ μᾶλλον τὴν μὴ ὑπάρχουσαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐκμίσθωσιν ταύτην, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ δημοσίας ὑγείας, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαιότερον ἀπὸ διάφορα ἄλλα νομοσχέδια, ἅτινα μέχρι τοῦδε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπών. Ὁ κ. Κλάδης.
§120Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου παράδοξον ἂν ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ τοιούτου ζητήματος. Μάλιστα εἷς ἐκ τῶν μεγάλων ποιητῶν, ὁ Βίκτωρ Οὑγκώ, εἰσήγαγεν εἰς τὰς «Λμάρας τῶν Παρισίων» ἕνα ἥρωα τῆς ἐποποιίας τῶν «Ἀθλίων» του καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔγραψε τὰς λαμπροτέρας σελίδας, αἱ ὁποῖαι ἐγράφησαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν ὡραιοτέρων σελίδων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα, νομίζω ὅτι εἶναι καὶ αὗται. Ἐν προκειμένῳ, ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸ ἔπραξα, ἵνα ἐκφράσω τὴν ἀμφιβολίαν μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διατυποῦται ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐν Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διότι φέρεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν «ἵνα μὴ ὁ δήμαρχος ἐκμισθώσῃ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τοῖς κηπουροῖς». Δύναται νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν; Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ὁ περιορισμὸς δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ προϊόν. Ἐὰν ὑποθέτωμεν ὅτι κάτωθι ἑνὸς Νεκροταφείου ὑπῆρχεν ἀγρός, δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀπαγορεύσῃ τὸν ἀγρὸν αὐτὸν νὰ τὸν ἐκμισθώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ἡ Ἀστυνομία ἐπιβλέπει, ὅταν τὸ προϊόν τίθηται πρὸς βρῶσιν, διότι πιθανὸν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φυτεύει λάχανα, νὰ θέλῃ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὰ ζῷά του. Ἡ Ἀστυνομία δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχήν: μὴ ἐνοικιάσῃς εἰς ἄλλον τὸν ἀγρόν σου. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ μὴ πωλῶνται τὰ τοιαῦτα προϊόντα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι τὴν ζωτικότητά των ἀπὸ τοιαῦτα ὕδατα, ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς τοῦ ἀγροῦ τὴν χρῆσιν ν’ ἀφαιρέσῃ διότι χύνονται ἐν αὐτῷ ἀκάθαρτα ὕδατα, οὔτε τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων νὰ ἐμποδίσῃ, δύναται ὅμως ἡ Ἀστυνομία νὰ καταστρέψῃ τὰ πρὸς βρῶσιν προσφερόμενα προϊόντα τὰ ἐκ τοιούτων ὑδάτων προερχόμενα. Αὐτὰ φρονῶ καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἶναι παράδοξος ἡ ἰδέα μου. Ἑπομένως κακῶς διετυπώθη ἡ τοιαύτη μορφὴ κατὰ τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς Ἀθηνῶν.
§121Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἔκαμε διαφόρους θεωρίας, ἵνα ἀποδείξῃ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας· πρόκειται ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν ἀπολύμανσιν τῆς πόλεως, δίδει ἀντὶ μισθώματος ὅλα τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῆς πόλεως εἰς τοὺς κήπους, ὁπόθεν τρώγομεν τὰ διάφορα λαχανικά. Ἡ πόλις λοιπὸν διατρέχει μέγιστον κίνδυνον. Ἰδίως οἱ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι περισσότερον ἐμοῦ τὰ πράγματα, γνωρίζουσιν ὅτι ὅλη ἡ ἀπολύμανσις, ἡ ὁποία γίνεται ἐν Ἀθήναις, εἶναι μικρὰ ἀπέναντι ὅλων τῶν κινδύνων, οὓς διατρέχομεν ἐκ τῶν ὑπονόμων, εἰς τὰς ὁποίας ῥίπτονται ὅλα τὰ μικρόβια ὅλων τῶν ἀσθενειῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἕως τώρα δὲν ἐγνώριζε τὰ πράγματα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν αὐτὴν καὶ νὰ στείλῃ ἰατρικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω πῶς διῄρεσε τὸ πρᾶγμα ὁ κ. Κλάδης· ἐὰν πρόκειται περὶ σανοῦ, τὸν ὁποῖον τρώγουσιν οἱ ἵπποι, ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται δι’ ἀγκινάρας, κολοκύνθια, μαρούλια καὶ τὰ λοιπά, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔρχηταί τις ἐδῶ λέγων τρόπον τινὰ ὅτι δὲν εἶναι βλαβερὰ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα. Ὅταν λοιπὸν αὐτὴ ἡ Πολιτεία δίδῃ τὰ μέσα καὶ ζητῇ νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν τὴν περίστασιν, τί θὰ κάμωσιν οἱ ἄλλοι; Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον διὰ τοῦτο.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Παπαϊωάννου).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§124Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ὅ,τι σχετικὸν ὑπάρχει διὰ τὴν ὑπερωκεάνειον ἑταιρείαν, τοὐλάχιστον τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ ὑπερωκεανείου ἑταιρείας καὶ Ἀμερικανικῶν Ἀρχῶν. Καίτοι εἶχον παρακαλέσει ἐγγράφως, ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, καὶ παρακαλῶ καὶ πάλιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτόν.
§125Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅσον ἀφορᾶ τὰ λιμενικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν ἐν Βόλῳ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καταχρήσεις πλεῖσται ὅσαι, περὶ τὸ 1.000.000, χωρὶς οὐδὲν ἔργον νὰ γίνῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ δυνηθῇ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος, διότι πρέπει τέλος πάντων ν’ ἀνακαλυφθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν ὅσοι ἐνέχονται εἰς τὰς καταχρήσεις ταύτας.
§126Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα στοιχεῖα σταλῶσι θὰ κατατεθῶσι καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζήτησα σειρὰν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1898, καίτοι δὲ ἀσχολούμεθα μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ἀπαιτοῦνται τρεῖς μῆνες καὶ πλέον ἔτι, ὅπως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Βόλου καταρτίσῃ καὶ στείλῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐκ τοῦ Λογιστηρίου καὶ τῶν Ἀρχείων ἐγνώσθη ὅτι ἐλλείπουσι καὶ ὁλόκληροι φάκελοι. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ καταγγελίαι εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλὰ θὰ ἐξαντληθῇ πᾶν μέσον πρὸς ἐξακρίβωσιν.
§127Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὸ σημαίνει ὄντως ὅτι αἱ Ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι καὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὀφείλεται ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν, εἶναι ἔνοχοι καὶ αὐτοί, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἕνεκα τούτου ἀκριβῶς δὲν ἠθέλησαν νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα. Δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως ἐκτενῶς καὶ πάλιν διατάξητε τὸν εἰρηνοδίκην Βόλου νὰ καταθέσῃ ὅλους τοὺς ἀπολογισμούς, τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσῃ, διότι ἐξ αὐτῶν θ’ ἀποδειχθῇ ἀκόμη ἀσφαλῶς ποῖαι καταχρήσεις ἐγένοντο, διότι ὄντως ἐγένοντο, καὶ ἀνεγράφησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸν τύπον καὶ ἔχει ἐξερεθισθῆ ἡ κοινὴ γνώμη εἰς ἄκρον. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἀνάγκη τάχιστα νὰ μεριμνήσητε.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Πατσουράκος ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρὸς ἐμέ, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων ἐγγράφων. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔγγραφα τοιαῦτα, οἷα ἀναφέρονται ἢ ὑποδηλοῦνται ἐν τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχουσιν.
§129Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐδὲν ἀπολύτως;
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχουσιν.
§131Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸν τύπον καὶ τὴν κοινωνίαν σοβαρώτατον σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν Γενικὴν διεύθυνσιν τῶν τηλεγράφων, σχετικῶς πρὸς τὴν κατακράτησιν σπουδαιοτάτου τηλεγραφήματος σταλέντος ἐκ Λαρίσης πρὸς τὴν «Ἑσπερινήν», τὸ ὁποῖον ἐδόθη καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἑστίαν». Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτή, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του.
§132Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει λάβει προσωπικὸν χαρακτῆρα καὶ πᾶς Ὑπουργὸς καὶ πᾶς πολιτευόμενος ἐν γένει ὀφείλει πάντοτε νὰ θεωρῇ πολὺ κατώτερον τῆς θέσεώς του, ἐγὼ δ’ ἀνέκαθεν ἐθεώρησα ὅτι δὲν εἶναι ἀρκεταὶ δημοσιογραφικαὶ ἐπιθέσεις νὰ μειώσωσι τὸ κῦρός μου, ὁσαδήποτε φληναφήματα καὶ ἂν ἐγράφησαν καθ’ ὅλον μου τὸν ἀγῶνα τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν δημοσιογραφικόν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἰδέα ὅτι ἐγένετο οἱονδήποτε σκάνδαλον.
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοῶ πολὺ καλῶς τὴν ψυχολογικὴν διάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλεγχομένου δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πατσουράκος, ἀλλὰ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, διὰ νὰ μὴ ἀποδοθῇ τοιαύτη σοβαρότης εἰς τὸ πρᾶγμα. Θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν σειράν της.
§134Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρόκειται περὶ σκανδάλου ἀφορῶντος οὐχὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖόν του.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ προταχθῇ· Θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν σειράν της.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πρότασιν δέκα Βουλευτῶν ὑπογεγραμμένην;
§137Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἀφορᾷ αὐτὸν τὸν ἴδιον—καίτοι δὲν ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπηρεσίαν σχετιζομένην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν—ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον τῇ προτάσει δέκα Βουλευτῶν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· τοιαύτη δὲν μοὶ ἐδόθη καὶ ἑπομένως οὔτε ἐρώτησιν δύναμαι νὰ κάμω.
§139Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητῶ, καὶ δὲν θ’ ἀσχοληθῇ πάλιν ἡ Βουλή.
§140Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» ὑφήρπασε καὶ ὑπέκλεψε τὸ τηλεγράφημα, διότι ὁ Κύρου εἶναι μαθημένος νὰ κάμνῃ τοιαῦτα πράγματα· πρόκειται περὶ ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμεμιγμένα εἰς τὴν δυσώδη αὐτὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ καὶ δὲν πρόκειται κατ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιρριφθῇ μομφή.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὴν πρόταξιν:
§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζομεν ποία ἡ ἐπερώτησις καὶ ποία ἡ σημασία της, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε μετὰ τοιαύτης ἀποστροφῆς ν’ ἀποτείνηται πρὸς τοὺς Βουλευτάς, διότι ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπερωτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τῆς σημασίας τῆς λέξεως ἐπερώτησις.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§144Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐδέχθη· ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀποκρούει· ἔχει καλῶς.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§146Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι, πρόκειται σήμερον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, διὰ ν’ ἀγορεύσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ὅσα ἔχουσι ν’ ἀναπτύξωσιν, εἶναι ἐγγεγραμμένοι 54 συνάδελφοι. Ἡ συζήτησις λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ὀρθότερον νομίζω εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρότασις νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως καταργηθῇ πᾶν τέλος καὶ πᾶσα διατύπωσις ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῶν ἀμβύκων τῶν παραγόντων σούμαν. Ὀρθότερον θὰ ἦτο κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ ἡ πρόταξις τῆς προτάσεως νόμου αὐτῆς, διὰ νὰ συζητηθῇ μόνον αὕτη σήμερον, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς πολυμελῆ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπεξεργαζομένη τὴν πρότασιν ταύτην, ἐρχομένη καὶ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ φέρῃ κάτι τι πρακτικὸν ἐν τῇ Βουλῇ, τότε δὲ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν μέτρων αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ματαία ἀπώλεια χρόνου καὶ ματαία ἀπώλεια λόγων ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ θέλῃ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§148Ε. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Μόνον δι’ ἐπιτροπῆς δύναται νὰ γίνῃ.
§149Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μόνον δι’ ἐπιτροπῆς. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ συστηθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινοῦσι πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι Βουλευταί; (Ἀντιρρήσεις ἔκ τινων ἑδρῶν).
§151Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν.
§152Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Οὐδὲν θὰ γίνῃ. Πάντες θὰ ὁμιλήσωμεν ἐνταῦθα ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸ ἀποτέλεσμα πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡμεῖς ὅλοι ἐδῶ θέλομεν ν’ ἀγορεύσωμεν, διὰ νὰ φανῶμεν ὅτι ἠγορεύσαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πρέπει ν’ ἀγορεύσωμεν μὲ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§153Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συσταθῇ μία ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτική, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐν συνεννοήσει μετ’ ἐμοῦ καὶ ἐπιφέρῃ λύσιν τινά, διότι ἄλλως συμφωνῶ ὅτι οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε τοιαύτη συζήτησις ἐδῶ σήμερον.
§154Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀμβύκων καὶ ἐν γένει διὰ τὸ ζήτημα τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, πρό τινων ἡμερῶν συνῆλθον ἐν συνεδριάσει ἔν τινι αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἐκεῖ δὲ μετὰ μακρὰν συζήτησιν κατέληξαν εἰς τὸ νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ αὐτῶν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἀκολούθων Κυρίων... (ἀναφέρει τὰ ὀνόματα. Θόρυβος καὶ ἀνυπομονησίαι).
§155Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Διατί φωνάζετε; Πρότασιν κάμνει ὁ κ. Βουλευτής. Δύνασθε νὰ τὴν ἀπορρίψητε. Μία ἰδέα εἶναι.
§156Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐκ παραδρομῆς οἱ ἀντιπρόσωποι νομοῦ τινος δὲν περιελήφθησαν, νὰ περιληφθῶσι. Καὶ τὸν κ. Σλῆμαν εὐχαρίστως νὰ περιλάβωμεν.
§157ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην.
§158Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχητε ἀνάγκην, ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξεν ἡ συνέλευσις τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπαρχιῶν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ὅπως τὴν ἐξελέξαμεν ἡμεῖς, ὑποβάλλομεν πρότασιν, ἵνα, εἰ δυνατόν, υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐρχομένη εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συζητοῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ, ὥστε νὰ ἐξευρεθῇ λύσις τις πρόσφορος διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἡμᾶς αὐτούς, εἶναι δὲ ἰδιαιτέρως ἱκανὸν νὰ ἐξεγείρῃ ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μίαν ἡμέραν ἢ μίαν πρωίαν, ὅπως θέλετε, εἶδον ἑαυτοὺς στερουμένους τῆς περιουσίας των. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν εὐαρεστῇ πολλοὺς ἐκ τῶν κυρίων ἐνδιαφερομένων, ἐγὼ ἀφήνω τὸν κατάλογον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἂς συμπληρώσῃ ὅπως θέλει αὐτόν.
§159Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ οἰνοπνεύματος θ’ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ καθήκοντος θὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε μεριμνήσει, δὲν θὰ εἶναι μνήμων τῶν πανδήμων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει.
§160Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα καὶ πάλιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τότε βεβαίως θὰ λάβητε τὸν λόγον.
§161Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐκεῖ θὰ καταλήξω. Λοιπὸν θὰ στέρξω καὶ ἐγὼ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις εἰς ἐπιτροπήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλοι οἱ νομοί, πρὸ παντὸς ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διότι ὀφείλει ἡ Βουλὴ πᾶσα νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶναι ἴσως ὁ δεύτερος νομὸς μετὰ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὁ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι πλεῖστοι ποτοποιοὶ καὶ ποτοπῶλαι. Μᾶς ἀπεστάλη εἰδικὸν νομοσχέδιον καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀσχοληθῆ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν μᾶς ἐκάλει νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον αὐτῆς καὶ τὰς σκέψεις ἐκείνας τῶν ποτοποιῶν καὶ ποτοπωλῶν. Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως ἀγόμενος καὶ ἐγὼ στέργω νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§162ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, πρῶτον διότι πάντες οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰ ὀρεινὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος γνωρίζουσι ποία δήμευσις ἐγένετο ἐναντίον τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν ὑπὸ τοῦ δημευτικοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπαναστάσεως· ἑπομένως νομίζω ὅτι, ὅσα καὶ ἂν λεχθῶσιν ἐνταῦθα, δὲν εἶναι παρὰ ἐπανάληψις τῶν ἰδίων. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐννοῶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένοντο διάφοροι συνεδριάσεις μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν, ἐπίσης δ’ ἐγένοντο πολλαὶ συζητήσεις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογοῦμεν δὲ πάντες οἱ προσελθόντες εἰς τὰς τοιαύτας συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν ὅτι εἴδομεν ἐν γένει προθυμίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ εὕρῃ φάρμακόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ θεραπεύσῃ τὴν γενομένην δήμευσιν, καὶ τονίζω τὴν λέξιν, τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον. Δὲν ἐννοῶ κατὰ πόσον τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι τελεσφόρον, ἐνόσῳ δὲν γνωρίζομεν κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποδεχθῆ ἢ μὴ τὴν τοιαύτην γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Πρόκειται εἰδικῶς περὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ, ἂν δὲ πρόκειται περὶ ἐλαφρύνσεως τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι παύει τὸ νομοσχέδιον νὰ εἶναι ὑπερβολικόν. Κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προτείνῃ· ἑπομένως θὰ ἐπεθύμουν πολὺ νὰ ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν λαμβάνουσαν πρωτοβουλίαν. Ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς γνωρίζων τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ὑπερπηδήσῃ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, δὲν ἀπαιτῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν σήμερον, πάντως ὅμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ὑπόστασιν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μίαν πρότασιν ἐκ μέρους τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἀναλόγως τῶν μέτρων τῶν ἀσθενῶν μας δυνάμεων, δυνάμεθα νὰ συνεισφέρωμεν ὡρισμένας πληροφορίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δυνάμεθα νὰ τὴν πληροφορήσωμεν περὶ ὡρισμένων ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τοὺς πολίτας, δυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, χωρὶς νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ὑπάρχωσιν αἱ δημευτικαὶ διατάξεις τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντος νόμου. Πάντες ἡμεῖς — οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ δείξῃ ἀπροθυμίαν— δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ φέρῃ σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλὴν προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, διότι ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ἀρρήκτως σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ μὲ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται μόνον νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως.
§163Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαρίστως θέλω συνεργασθῆ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι θέλω νὰ λάβω τὰς γνώμας αὐτῆς. Πρόκειται δὲ περὶ λύσεως δυσκολωτάτου ζητήματος.
§164Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἐργασθῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἐνόσῳ δὲν εἶχον τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν προσδίδω τὴν δέουσαν σημασίαν, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἐντελῶς διάφορον· ἤδη μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θέλει δεχθῇ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι θέλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην του.
§165Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θεωρῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ συνεργασθῇ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὄχι ὅμως νὰ ἐκφέρῃ καὶ ἀτομικὴν γνώμην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ὁρισθῇ ἀμέσως, καὶ συγχρόνως ὁρισθῇ χρονικόν τι διάστημα, ὅπως φέρῃ τὸ πόρισμά της.
§166Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κ. Πρόεδρε, τὴν προσοχήν της διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ ἐκραγῇ ἐπανάστασιν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἠλείαν καὶ ἐν γένει εἰς τὸν νομόν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἰδίως δὲ εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους Ὠλένης. Ἐκεῖ εἶναι ἄνω τῶν χιλίων ἀμβύκων· εἶναι τὰ λεγόμενα λαμπίκια. Πολὺ εὐχαρίστως ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς δηλώσεις καὶ ὁμολογουμένως λίαν ηὐχαριστήθην. Ἐλπίζω ὄντως, ὅπως τελεσφόρως ληφθῇ ἕν μέτρον, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐλπίζω τοῦτο, διότι εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρακάθηται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ῥέπουλης, ὁ ὁποῖος διὰ μακρῶν ἄλλοτε ἀντεπεξῆλθε κατὰ τῶν ὑποβληθέντων τότε ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξίου σχεδίων νόμου. Παρακαλῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συμβάλῃ καὶ οὗτος εἰς τὸ ἔργον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν συναινεῖ εἰς τὴν ἀναβολήν.
§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§169Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§171Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος ἔχω τὸν λόγον. Μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Γκλαβᾶ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει κάμει τὸ ζήτημα προσωπικόν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιτροπῶν, ἀφοῦ δὲν κατηρτίσθησαν ἀκόμη αἱ ἐπιτροπαί. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Θὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναμείνητε τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς.
§173Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ θὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή, ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ἀφοῦ εἶναι ἡ Βουλὴ σύμφωνος, νὰ ὁρισθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ν’ ἀποτελῆται ἐκ προσώπων προερχομένων ἐξ ὅλων τῶν οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν.
§175Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τί ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προηγουμένου;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή;
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀπόντες πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς, θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Πέμπτην.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀναβολήν;
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἢ νὰ γίνῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἢ νὰ ὑπάγῃ αὕτη εἰς τὴν σειράν της.
§182Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον.
§184Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέτω, εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι καὶ πρὸ τοῦ κινήματος τῆς 15 Αὐγούστου τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐσωτερικῶς παράλυτον, ἐλεεινὸν καὶ ἐκτετραχηλισμένον ἔβαινεν ἀσφαλῶς πρὸς τὸν ὄλεθρον. Οὐδεὶς ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ἐξ ἡμῶν εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἐξωτερικῶς δεινῶς ὑβρισμένον καὶ ἠτιμασμένον ἔβαινεν ἀσφαλῶς πρὸς τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ καταστροφήν. Οὐδείς, ὑποθέτω, εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατάπληκτος καὶ κεχηνὼς πρὸ τῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ὑφίστατο ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς του, κατάπληκτος, λέγω, καὶ ἀπηλπισμένος πανταχόθεν, διότι ἔβλεπεν ὅτι τόσον αἱ ὑποσχέσεις τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ αὐτῆς τῆς Δυναστείας, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν καὶ πόθων, οὐδὲν ἄλλο ἦσαν εἰμὴ μία φενάκη, ἀπηλπισμένος, λέγω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πανταχόθεν οὐδὲν ἄλλο ἀνέμενεν εἰμὴ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον, εἰμή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ν’ ἀνακόψωσι τὴν ταχύτητα τοῦ δρόμου, μετὰ τῆς ὁποίας ἐφέρετο πρὸς τὴν ἀσφαλῆ ἐθνικὴν αὑτοῦ καταστροφήν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέτω, ἀγνοεῖ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐξερράγη ἡ στάσις ἡ στρατιωτικὴ τῆς 15 Αὐγούστου. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὑποθέτω, ἀγνοεῖ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ τίνες ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὸ ν’ ἀνατείλῃ εἰς τὸν ὁρίζοντα ἡμῶν ὁ ἐκ Κρήτης Ἑωσφόρος....
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξηγήσητε τὴν φράσιν σας.
§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ κυριολεξίαν ὁμιλῶ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λέξις εἶναι διφορουμένη.
§188Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ Σατανᾶς, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀνατέλλει. Ν’ ἀνατείλῃ, λέγω, ὁ ἐκ Κρήτης Ἑωσφόρος, ὅστις νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν καρκινοβατοῦσαν καχύποπτον ἐπανάστασιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω· διατί ἆρά γε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ τὸ ἰδανικὸν παντὸς Ἕλληνος, οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐστραμμένα τὰ βλέμματα αὑτῶν πάντες οἱ ἐντὸς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, διατί, λέγω, ἐκλήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅπως ἔλθῃ ἐνταῦθα; Δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἐκλήθη πρωτίστως διὰ νὰ πατάξῃ πᾶσαν κατάχρησιν καὶ πάντα καταχραστήν, ὁπουδήποτε εὑρισκόμενον καὶ ὁσονδήποτε ὑψηλὰ ἱστάμενον. Δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητήσῃ τις ἐξ ὑμῶν, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐκλήθη ἐπίσης διὰ ν’ ἀποδώσῃ στοιχειώδη δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφώρως ἠδικήθησαν, καὶ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὸ ἔθνος εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε καὶ νὰ ἐπικροτήσῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, μίαν στάσιν μερίδος στρατοῦ, ἡ ὁποία εἰς ἄλλην περίπτωσιν θὰ ἦτο ἄξια τυφεκισμοῦ. Ἐκλήθη βεβαίως ν’ ἀποδώσῃ στοιχειώδη δικαιοσύνην εἰς τοὺς καταφώρως ἀδικηθέντας. Ἀλλ’ ἤδη ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω· Γνωρίζει ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν ὑπὸ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης; Γνωρίζει ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν τότε, ὡς καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1878, δὲν ἐστηρίζοντο εἰς τὴν στοιχειώδη δικαιοσύνην; Τὸ γνωρίζει ἄριστα βεβαίως, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν προσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅλοι, πιστεύω, ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἀνῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανέρχεται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Βεβαίως δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο ἐπιβεβλημένη, διότι ἐπρόκειτο ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν ἠδικημένον Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου.
§189Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶναι ἡ γνώμη σας.
§190Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· τὴν ἰδικήν μου δὲν ἐξέφρασα ἀκόμη. Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὴν ἐκφράσω πάνυ ἐλευθέρως, κ. συνάδελφε. Διὰ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τί ἄλλο εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν εἰμὴ ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ πρώτιστον ἄδικον, τὸ ὑφιστάμενον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μέλλει ν’ ἀνέλθῃ ὁσονούπω ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ ἡ Βουλὴ ἐν σιγῇ ἀπεδέξατο τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου; Δὲν γνωρίζω ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπιθορυβήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως, ὅτε εἰσηγεῖτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
§191Λ. ΦΛΑΜΗΣ (ἐν ὀργῇ). Μὰ πῶς προεξοφλεῖτε τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς;
§192Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀμφισβητεῖτε μίαν ἀλήθειαν. Ἠκούσατε τί εἶπον; Εἶπον ὅτι, ὅτε ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθεν ἀκόμη εἰς συζήτησιν, ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεθορύβησεν οὔτε οὕτως οὔτε ἄλλως. Ὑποθέτω ὅτι ἀντελήφθητε τί εἶπον.
§193Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐὰν ἔχητε ὑπομονήν, θ’ ἀκούσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§194Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀσφαλῶς, διότι θὰ γίνῃ συζήτησις σοβαρωτάτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τί ἄλλο ἔπραττεν, εἰμὴ νὰ τονίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη τὸν πρῶτον τὸν ὁποῖον ἠδίκησεν ἦτο ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Ἄν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὅτι ἠδικήθη πρῶτος ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, νομίζω ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἠδικήθησαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ἴσως περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἐγένοντο καὶ δίκαιαι ἐκκαθαρίσεις, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐν συνειδήσει, ὑποθέτω, θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι καὶ ἐν τῷ στρατεύματι ἀπέμεινε σωρεία ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἀποπεμφθῆ πὺξ καὶ λάξ. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἢ μᾶλλον ἔχει τὸ καθῆκον τὸ στοιχειῶδες ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην στοιχειώδη εἰς ἀνθρώπους ἀποδεδειγμένως ἠδικημένους. Οὐδεὶς βεβαίως θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρῶτοι ἀληθῶς, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορᾶς, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδαμῶς ἐζήτησαν τοῦτο, οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ, λέγω, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῇ σχέδιον νόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἐκκαθαρισθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ὑποβαλόντες, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀναφορὰν ἐπεζήτησαν τοιοῦτόν τι; Ὄχι· ἐζήτησαν ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη ἐκείνη ἡ στοιχειώδης, ἡ ὁποία ἀποδίδεται, Κύριοι, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ καταδικασθῶσιν εἰς τὸν διὰ τῆς λαιμητόμου θάνατον, τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν δὲν τοῖς ἀρνεῖται ἡ Πολιτεία οὐ μόνον ζητοῦσα παρ’ αὐτῶν ἀπολογίαν, ἀλλ’ ἐπιβάλλουσα τοὐναντίον καὶ εἰς τὸν Α ἢ Β δικηγόρον ἀμισθὶ νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτούς. Ὄχι μόνον ζητεῖ ἀπολογίαν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ τοῦ πρὶν καταδεδικασμένοι, ὄχι μόνον καὶ παρ’ αὐτῶν ζητεῖ ν’ ἀπολογηθῶσιν, ὄχι μόνον καλεῖ αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν εἰς ὡρισμένους ἐπὶ τούτῳ δημοσίους ὑπαλλήλους, ὑποδεικνύουσα τοῦτο ὡς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των τοῦ στοιχειωδεστέρου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ τὸ παράπαν ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὸ σοφὸν ῥητὸν τῶν ἀρχαίων προγόνων μας· «μὴ κίνει τὰ κακῶς κείμενα», διότι θ’ ἀναξεσθῶσι πληγαὶ ἐν τῷ στρατεύματι, θὰ διασαλευθῇ ἡ πειθαρχία ἴσως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι ν’ ἀμφισβητήσω τοῦτο, νὰ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν περὶ τούτου. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ καθ’ ἑκάστην τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως ὄχι μόνον ἐν τῷ στρατεύματι, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ἀνάγκην ἀπολύτου ἡσυχίας.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δά.
§196Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως· ἐφ’ ὅσον ἔχετε καὶ ἕνα ἄνθρωπον ἠδικημένον πρέπει νὰ τὸν φοβῆσθε. Αὐτὸ λέγει ἡ Ἱστορία. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀμφισβητεῖ, οὔτε τῇ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἠδικημένοι καταφώρως, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἠδικημένοι ἀποδεδειγμένως, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν νὰ εἰσηγηθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ ὄχι, ὡς εἶπον καὶ ὡς ἐκεῖνοι ἐτόνισαν, τὴν ἐπάνοδόν των ἐν τῷ στρατεύματι, ἀλλὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως καὶ τὴν ὑποβολὴν εἰς ἔλεγχον, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς ν’ ἀπολογηθῶσιν, ἐρρίφθησαν ἔξω τοῦ στρατεύματος καὶ ἐστιγματίσθησαν. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν τὸ δεδομένον ὅτι ὑπῆρξαν οἱ ἀποδεδειγμένως ἠδικημένοι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ δεδομένον ὅτι ἔμειναν ἐν τῷ στρατεύματι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνωσι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδώσῃ τὴν στοιχειώδη ταύτην δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠδικήθη, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτοὶ οὗτοι οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν, εἰμὴ στοιχειώδη δικαιοσύνην, τὸ νὰ ἐπιτραπῇ δηλαδὴ εἰς αὐτοὺς νὰ κληθῶσιν ἐνώπιον συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ ὁρίσῃ, καὶ ν’ ἀπολογηθῶσι. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι εὐχερῆ τὰ τοιαῦτα μετὰ πάροδον ἐλαχίστου χρόνου ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι καὶ ἐν ἔτει 1878 50 ἀξιωματικοὶ ἀπεπέμφθησαν τοῦ στρατεύματος διὰ τοῦ ΧΟΔʹ νόμου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ἐν ἔτει 1880 διὰ τοῦ ΩΠΔʹ νόμου ἀνεκάλεσε τὴν ἀπόφασίν της ἐκείνην, καὶ δηλώσασα ὅτι ἠδικήθησαν τοὺς ἐπανέφερεν εἰς τὰς τάξεις των. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν εἰμὴ τὴν ἀπόδοσιν στοιχειώδους δικαιοσύνης, νὰ συγκροτηθῶσι συμβούλια ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θ’ ἀπολογηθῶσι, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ, συνωδὰ τῇ γνωμοδοτήσει τῶν συμβουλίων ἐκείνων, ἂν πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν ἢ καὶ τίνες αὐτῶν εἶναι ἄξιοι νὰ ἐπανέλθωσι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ κατὰ διάφορον τοῦ μέχρι τοῦδε τρόπον. Ἐπαναλαμβάνω δέ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὅτι ἡ πειθαρχία, τὴν ὁποίαν προβάλλουσί τινες, καὶ ἡ διασάλευσις τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ὡς μορμολύκειον προτιθέασι, δὲν εἶναι λόγος σοβαρός, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ μᾶς ἀγάγῃ ἀσφαλῶς εἰς τὸ ἐναντίον. Τότε μόνον ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ὄντως ἡ πειθαρχία, τότε τὸ χάσμα ἐκεῖνο, τότε τὸ ῥῆγμα ἐκεῖνο, λέγω, θὰ πληρωθῇ, ὅταν καὶ μόνον ὅταν ἐπανέλθωσιν οἱ ὄντως ἠδικημένοι, διότι βεβαίως θὰ ἤμην ἄκριτος, ἂν ἐζήτουν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα ἄνθρωποι ἄξιοι πάσης περιφρονήσεως. Δὲν θὰ ζητήσωμεν αὐτό. Νῦν δὲ εἶναι ἡ κατάλληλος περίστασις ν’ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη, διότι ἔχομεν τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος τοῦτο τὸ πλεονέκτημα ἔχει ἐπὶ πλέον παντὸς ἄλλου Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἠδικημένοι· ἐκεῖνοι ἀξίως ἀπεπέμφθησαν τοῦ στρατεύματος. Νομίζω δ’ ὅτι διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ὄχι μόνον οὐδὲν θ’ ἀπολέσῃ ἀπέναντι τοῦ στρατεύματος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ὄχι μόνον οὐδὲν ἔχει ν’ ἀπολέσῃ ἀπέναντι καὶ τοῦ στρατεύματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν οὐδ’ ἀπέναντι καὶ τῆς συνειδήσεώς του, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐν ἠρεμίᾳ ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι λελυμένον.
§197Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μικρὰν διακοπήν;
§198Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§199Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμον πρότασιν περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν προγραφέντων ἀξιωματικῶν καὶ παρακαλῶ νὰ συνενωθῇ ἡ πρότασίς μου μετὰ τῆς τοῦ κ. Πατσουράκου, διότι, ἐὰν παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπήν, θὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς προγραφέντας ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ τοῖς ἀποδώσωμεν τὴν θέσιν καὶ τὴν τιμήν των.
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα πάει πλέον.
§201Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς αὐτὸ ἐτόνισα καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Δὲν τὸ ἐδέχθη ὅμως· εἶναι δικαίωμά του.
§202Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Νὰ γίνῃ πρότασις.
§203Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς βλέπετε, κ. συνάδελφε, διαμαρτύρεται καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἡ πρότασίς μου τὸν ἐνοχλεῖ καθ’ ὑπερβολήν. Διὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσω ὅσα εἶπον, κ. Βουλευταί, πρὸς ὑμᾶς, ἐπεθύμουν, ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατόν, νὰ ὑποβάλω ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Καὶ διὰ νὰ μὴ πάθω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἔπαθον, ὅτε μοὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποτείνωμαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐρωτῶ διὰ τῆς Βουλῆς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ· Ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων καὶ ἀδικηθέντες καταφώρως;
§204ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Αὐστηρῶς κριθέντες.
§205Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὸ ἀμφισβητῶ ἀκριβῶς. Δὲν ὑποθέτω ὅτι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶ ὅτι καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐκ προσωπικῶν λόγων ὁρμώμενος ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ εἷς ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μοὶ ἀρνηθῇ ὅτι ἀνῆλθον ἐνταῦθα ἀπὸ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος ὄχι πρὸς τὸ στράτευμα καὶ τὸν λαὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι. Νομίζω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρωτίστως ν’ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τῆς εἰλικρινείας, διότι ἐξαιρετικῶς ἤδη εἶναι «ἀνάγκη εἰλικρινείας», καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀφείλει, ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀπειλουμένην πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι, νὰ πληρώσῃ, τονίζω, τὸ ῥῆγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ στρατῷ διὰ τῆς ἀποδόσεως στοιχειώδους δικαιοσύνης εἰς ἐκείνους μόνον ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων, οἱ ὁποῖοι καταφώρως καὶ ἀποδεδειγμένως εἶναι ἠδικημένοι.
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι Βουλευταί. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ἀλλ’ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον φέρεται ἐνώπιον αὐτῆς, ἔχει διπλῆν τὴν ὄψιν· ἔχει τὴν ὄψιν τῆς δικαιοσύνης, ὅπως ἀντιλαμβάνεται αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ἔχει καὶ τὴν ὄψιν τὴν πολιτικήν, δι’ ἐμὲ δὲ κατ’ ἐξοχὴν ἡ δευτέρα αὕτη ὄψις εἶναι ἡ ἐνδιαφέρουσα σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας μὲ προυκάλεσε νὰ εἴπω, ἂν ἐγένοντο ἀδικίαι κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς· ἔχω μόνον τὴν γνώμην ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁ κανονίσας τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀφῄρεσεν ἀπὸ ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας, δὲν ἀποκλείεται ἡ ὑπόνοια ὅτι ἐξώσθησαν τοῦ στρατεύματος καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὑπεράγαν αὐστηρῶς. Λέγω τοῦτο ὡς μίαν ὑπόνοιαν, ὄχι ὡς βεβαιότητα, οὔτε κἂν ὡς πιθανότητα. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ἀκόμη νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεων τῶν συμβουλίων, τῶν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ἐξαιρετικοῦ, συσταθέντων, ἀτιμωτικῶν διὰ τοὺς ἀπομακρυνθέντας τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικούς. Ὁ νόμος δὲν ὁρίζει ὅτι δι’ ἠθικοὺς λόγους ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἐξαιρετικὴν τοῦ νόμου τούτου ν’ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατεύματος ὡρισμένα πρόσωπα· δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἑπομένως καὶ δι’ ἀνικανότητα σωματικήν, καὶ δι’ ἀνικανότητα ἐπαγγελματικήν, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατεύματος τὰ πρόσωπα ταῦτα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀτιμωτικῶν ἀποφάσεων, τότε βεβαίως ἡ συνείδησις παντὸς ἐξ ὑμῶν, ὅστις θὰ ἐπίστευεν ὅτι εἷς ἄνθρωπος φέρει τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας ἀδίκως, θὰ ἦτο εὐλόγως ἐν ἐξεγέρσει ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἐφ’ ὅσον διαρκούσης μιᾶς ἐπαναστατικῆς περιόδου διὰ νόμου, ἔστω ἐξαιρετικοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι τὴν διαδικασίαν δὲν ἐκανόνισε μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν αὐτὴν περίοδον εἷς ἀριθμὸς ἀνδρῶν, ἀνηκόντων εἰς μίαν τάξιν, τὴν τάξιν τὴν στρατιωτικήν, ἐθεωρήθη ὡς μὴ δυνάμενος νὰ ὑπηρετήσῃ πλέον, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατεύματος, χωρὶς ἡ ἀπόφασις ν’ ἀποτελῇ στιγματισμὸν διὰ τοὺς ἀπομακρυνθέντας, χωρὶς νὰ τοὺς ἀφαιρῇ τὴν ἐλευθερίαν, μὲ τὴν πρόνοιαν μάλιστα, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ὥστε ὄχι μόνον οἱ συμπληρώσαντες τὰ ἔτη τῆς συντάξεως νὰ μὴ στερηθῶσιν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ συμπληρώσαντες νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν, τοὐλάχιστον τῆς 25ετοῦς ὑπηρεσίας, ἐρωτῶ, διατί ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς ὑπονοίας, ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκρίθησαν ὑπεράγαν αὐστηρῶς καὶ ν’ ἀπεμακρύνθησαν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, διατί θὰ ἐτίθετο κατὰ μέρος ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ πράγματος σήμερον, διὰ ν’ ἀνακινήσωμεν ὅλον αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ φέρωμεν νέαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος διὰ νὰ ἐπαναφέρωμεν ἴσως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ δύο ἢ τρία ἢ πέντε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσι καὶ σήμερον τὴν σύνταξιν αὐτῶν; (Χειροκροτήματα). Ἀρκοῦμαι, Κύριοι, εἰς ταῦτα μόνον τὰ ὀλίγα, περιοριζόμενος νὰ δηλώσω μόνον ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της λάβῃ ἐναντίαν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις αὑτῆς ἀπόφασιν, διότι τοῦτο θὰ ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπει νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ. (Χειροκροτήματα).
§207Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις, κύριοι Βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἀπέτυχε τοῦ κυρίου αὑτῆς σκοποῦ σπεύσασα ἅμα τῇ ἐκρήξει της νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἔλεος τῶν καθ’ ὧν ἔβαλε, καὶ μὴ πατάξασα τοὺς τυράννους τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς ἐθνικοὺς ὀλετῆρας. Πάντες σχεδὸν οἱ μεγάλοι ἔνοχοι, καθ’ ὧν ὤφειλε νὰ ἐπέλθῃ ἀμείλικτος ὁ πέλεκυς τῆς ἐκκαθαρίσεως, λυμαίνονται δυστυχῶς τὰ νομήματα τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ μάλιστα προτίθεμαι αὔριον νὰ ὑποβάλω ψήφισμα πρὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἀναστολὴν τῆς μονιμότητος τῶν ἀπαρτιζόντων τὰ συμβούλια μελῶν, διότι οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦσι τὸν παλαιὸν πολιτικὸν κόσμον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν ἀναγέννησιν τῆς ἡμετέρας χώρας.
§208Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τελοῦνται ὄργια καὶ εἶναι γνωστά.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ κάθησθε εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια καὶ δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶσιν αἱ δηλώσεις αὐταί, ὅτι φέρουσιν ἐπίσημον χαρακτῆρα, νὰ καθίσητε εἰς ἄλλην θέσιν.
§210Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἐν τοῖς συμβουλίοις ὑπάρχουσιν ἀντιπρόσωποι τῆς φαυλοκρατίας, καὶ προκαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ εἴπωσιν ὅ,τι γνωρίζουσιν ἐκ τῶν τελουμένων ἐν τοῖς παρασκηνίοις.
§211Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐρρίφθη πρὸ τῆς Βουλῆς τὸ πρόβλημα ὅτι, ἂν ἐγένοντο ἀδικίαι, πρέπει ν’ ἀνορθωθῶσιν ὑπὸ τῆς λαϊκῆς ταύτης ἐπαναστάσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι σοβαρὰν ὑπόθεσιν διὰ τὸ Κράτος, τὴν κρατοῦσαν γνώμην πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἀλλὰ δὲν δυσκολεύομαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν βεβαίως εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ προτιμήσω τὴν νομιμότητα ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, βεβαίως κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην θὰ ἐτασσόμην μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα γνώμη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν βεβαίως; ἡ Βουλὴ ἀποβλέπει ἐξ ἀποστάσεως πρὸς πᾶσαν ἄλλην σκέψιν ἐπηρεασμοῦ καὶ πᾶσαν ἄλλην ψυχικὴν ἐπίδρασιν ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς, καί, ἂν μὲν πράγματι ἐγένοντο ἀδικίαι, αἱ ἀδικίαι πρέπει ν’ ἀρθῶσιν ὑπὸ τῆς λαϊκῆς ἐπαναστάσεως εἰς ἀντίκτυπον τῆς στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ζητοῦσι βεβαίως νὰ ταχθῶσιν εἰς τὰς φάλαγγας τὰς στρατιωτικὰς ἅπαντες οἱ ἐκκαθαρισθέντες, διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται, καὶ δευτέρα γνώμη περὶ τούτου δὲν χωρεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων πολλοὶ εἴτε λόγῳ σωματικῆς ἀνεπαρκείας εἴτε ἠθικῆς ὑπέστησαν δικαίως ἐκκαθάρισιν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ παραμικροτέρα ἀδικία ἐγένετο, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι εἴτε διὰ λόγους ἐκδικήσεως προσωπικῆς εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἐξεσφενδονίσθηταν μακρὰν τοῦ στρατεύματος, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῶν ἀνδρῶν τούτων. Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως ὁρμώμενος τρέφω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νόμιμον τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της.
§212Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Πατσουράκος ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Διαδόχου. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπανάστασις πολὺ ὀρθῶς ἔκαμε καταργήσασα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἵνα παύσῃ πλέον ἡ προστριβὴ ἡ μὴ ἐπαυξάνουσα τὴν δημοτικότητα τῆς Α. Ὑ. Πολὺ δὲ ὀρθῶς ἐποίησεν ἡ Κυβέρνησις σήμερον φέρουσα νομοσχέδιον καὶ ἐπαναφέρουσα τὴν Α. Ὑ. μὲ θέσιν οὐχὶ ἔχουσαν ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τὴν προαγωγὴν καὶ λοιπὰ καὶ δίδουσα εἰς αὐτὸν μίαν τιμητικὴν θέσιν τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς τὸν μέλλοντα ἀρχηγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικοὺς καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω τι. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένοντο πολλαὶ παρανομίαι καὶ παρατυπίαι, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ἂν ἦτο δυνατόν, ὅπως οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοὶ λάβωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς δίκης των ὑπὸ τῶν αὐτῶν Δικαστηρίων, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅπως γίνωσι γνωστὰ τὰ αἴτια τῆς ἀποτάξεως. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι πολὺ δικαία, ἐὰν ἀφαιρέσητε ὀλίγα πρόσωπα. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠδικήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐκόσμουν καὶ θὰ ἐκόσμουν τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, εἶναι γνωστά, εἶναι ὀλίγα, νομίζω δ’ ὅτι δὲν θὰ εἶναι καὶ μέγα πρᾶγμα, ἂν γένηται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀντιπάθειαν ἔχουσιν εἰς τὸν στρατόν.
§213Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔδωκε μίαν ἱκανοποίησιν πρὸς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικούς, ὑποθέτω δ’ ὅτι ἡ ἱκανοποίησις αὐτὴ ἀντανακλᾷ καὶ πρὸς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ὑπαλλήλους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ἀπὸ τῆς περιωπῆς του, εἶπεν ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ στίγμα, λυποῦμαι δὲ πολύ, διότι πολλοὶ ἐθεώρησαν ὡς στιγματισθέντας τοὺς ἐκκαθαρισθέντας, τὸ δὲ περίεργον εἶναι ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐκκαθαρισθέντων ὑπαλλήλων τινὲς ἐν φυλλαδίοις ὑπεστήριξαν τοῦτο, πρᾶγμα πρὸς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐγὼ συνεφώνησα, ὄχι διότι εἶμαι ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διότι τοιαύτη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀτομική μου ἀντίληψις. Δι’ αὐτὸ οὔτε ἔλαβον μέρος εἰς τὸν σύλλογον «Ἅγιος Βαρθολομαῖος», οὔτε εἰς τὸ φυλλάδιον τῶν συναδέλφων μου συνέπραξα κατὰ τὴν συγγραφήν του. Καὶ ἂν διὰ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικοὺς ἡ ἐκκαθάρισις δὲν εἶναι στίγμα, πολὺ περισσότερον διὰ τοὺς δικαστικούς, διὰ τοὺς ὁποίους δύο ἐκ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, τῶν μὴ ἰσοβίων, εὗρεν ὁ Ἄρειος Πάγος ὡς ἀπολυτέους ἐκ λόγων ἀξιοπρεπείας, καὶ τοὺς ἀνέφερεν ὀνομαστί. Ὅτε λοιπὸν ὡρισμένως δύο εὗρεν —ἀδίκως κατ’ ἐμὲ καὶ ἀνυποστάτως, διότι, ἀφοῦ Ἀρεοπαγίτης ἔλαβεν ὡς σύζυγον τὴν ἀδελφὴν τῆς ἀποβιωσάσης συζύγου του, δὲν εἶναι μεμπτέος ὁ Εἰρηνοδίκης ὁ νυμφευθεὶς ἀνεψιὰν τῆς πρώτης του ἐξαδέλφης—, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ λυπῶνται οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἐξεκαθαρίσθησαν λόγῳ ἀνεπαρκείας. Διότι, ἀφοῦ εἷς Εἰρηνοδίκης, ὑπηρετῶν ἐπὶ 15 καὶ πλέον ἔτη, ὑφίσταται 30 μεταθέσεις, καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς σπονδυλικῆς του στήλης δεκὰς τέκνων, βεβαίως δύναται νὰ εἶναι ἀνεπαρκὴς νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα καὶ νὰ μὴ ἀντέχῃ εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ λεπτὸν ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐνῷ δι’ ἄλλας ἐργασίας δυνατὸν νὰ εἶναι ἱκανός. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλως τε, κατὰ τὴν ἀτομικήν μου ἀντίληψιν, ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: Ἡ ἐπανάστασις οὐδαμόθεν εὗρεν ἀντίδρασιν. Ὅτε ἐν τῇ ἀρχῇ της ἔρριψε βλέμμα περὶ ἑαυτὴν καὶ εἶδεν ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ὑπῆρχον πτώματα τὰ παλαιὰ κόμματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀντιδράσωσιν, ἀφ’ ἑτέρου ἀντελήφθη τὸν ὄγκον τῆς λαϊκῆς δυνάμεως ἐνισχύοντα τὴν ἐπανάστασιν, ἐσκέφθη, ἵνα μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανε πρὸς ὠφέλειαν τῆς πατρίδος, εἶναι καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὑπαλλήλων. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν πλέον ὁμάδα ἀνθρώπων, δὲν ἔχομεν πλέον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν ἐπανάστασιν, νὰ λαμβάνωσι μέτρα, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν πατρίδα, διότι οὐδαμόθεν ἐφάνη μείζων δύναμις ἐξουδετεροῦσα ἢ μειοῦσα τὴν δύναμιν τῆς ἐπαναστάσεως. Ἡ πατρὶς ἔλαβεν αὐτὰ τὰ μέτρα καὶ εἴχομεν δρῶσαν τὴν πατρίδα ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἐπαναστάσεως. Οὕτω πως ἀντελήφθην τὰ πράγματα, καὶ ὅταν ἡ πατρὶς λαμβάνῃ μέτρα πρὸς σωτηρίαν της, τὰ τέκνα της καὶ ἀδικούμενα δὲν πρέπει νὰ ἐγείρωσι φωνὴν ἐναντίον αὐτῆς. (Εὖγε). Πολλάκις πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου διῆλθε μία εἰκών, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν, διότι λαμβάνει ὑπόστασιν ἐν τοῖς πράγμασιν. Ὑποθέσατε μίαν οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἔχει πολλὰ παιδία, τὰ ὁποῖα κλείονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ παίζουσι, καὶ ἐν τῇ ζωηρότητι τοῦ παιγνιδίου των συντρίβουσι πάντα τὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη καὶ αἴφνης εἰσέρχεται ἡ μήτηρ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης —ἡ μήτηρ: ἡ πατρίς!—. Ἡ μήτηρ βλέπει τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ ἀρχίζει νὰ ῥαπίζῃ τὰ πρῶτα τέκνα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἐμπρός της. Συμβαίνει δὲ συνήθως ἐκεῖνα τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ῥαπίζει, νὰ εἶναι τὰ μᾶλλον εὔτακτα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ζημίαν ἔκαμαν. Ἐν τούτοις τὰ ἀδίκως ῥαπιζόμενα τέκνα κατὰ φυσικὸν καὶ θεῖον κανόνα δὲν ἐγείρουσι τὴν χεῖρα κατὰ τῆς μητρός, ἀλλ’ οὔτε ν’ ἀτενίσωσι τολμῶσι τὴν μητέρα των, ἀλλὰ καταβιβάζουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ζητοῦσι ν’ ἀπομάξωσι τὰ δάκρυά των μὲ τὴν ποδιὰν τῆς μητρός των. (Χειροκροτήματα). Οὕτως ἀντελήφθην τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐρρίφθην ἀκάθεκτος εἰς νέαν ζωὴν καὶ ἐπεζήτησα, ἵνα ὑπηρετῶν μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως τὴν πατρίδα τύχω τῆς συγγνώμης της, ἐὰν τυχὸν ἔπταισα αὐτῇ κατά τι εἰς τὸ παρελθόν. (Χειροκροτήματα).
§214Γ. ΠΩΠ. Διὰ πολιτικὸν λόγον, διὰ πολιτικὸν ζήτημα πρέπει νὰ στραγγαλισθῇ τὸ δίκαιον καὶ ἑνὸς ἀκόμη πολίτου; Τί σημαίνει ἡ ἀνάμιξις αὕτη δικαίου καὶ πολιτικῆς ἀνάγκης, ἣν παρουσίασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον ὡς κενόν τι πολιτειακὸν δαιμόνιον; Εἶναι τοιαύτη Κυβέρνησις ἐλευθέρα ἐν τῇ συνειδήσει της πρὸς διαρρύθμισιν τῶν πράξεών της; Ἂν δὲν εἶναι ἐλευθέρα ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς οὐδεμίαν κίνησίν της δύναται νὰ εἶναι ἐλευθέρα καὶ καθαρά. Τοιαύτη Κυβέρνησις δὲν ἀντιπροσωπεύει οὔτε τὸν ὄγκον οὔτε τὴν πραγματικὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§215ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τις, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυσχερής, δυσχερεστάτη ἡ θέσις ἐκείνου, ὅστις ἀναλαμβάνει ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἔχει πάντοτε ὑπ’ ὄψει ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη του, θὰ εὕρῃ καὶ τοὺς συμφωνοῦντας ἴσως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, βεβαίως καὶ ἀναποφεύκτως, τοὺς ἐπικρίνοντας. Ἀνέκαθεν εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐγερθεῖσα παρ’ ἡμῖν ἐπανάστασις δὲν ἠγέρθη μετὰ τοῦ προσήκοντος σθένους. Τὸ σθένος ἔλειψεν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως γνωμῶν ἐπὶ τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, ἢ ἔλειψε, διότι δὲν ὑπῆρχε παντάπασιν; Ἀγνοῶ καὶ δὲν προτίθεμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Διέπραξε σφάλματα ἀναμφισβητήτως, διέπραξεν ὅμως καί τι, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσε τὴν ἔναρξιν τῆς παρακμῆς καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν κατόπιν κατάπτωσιν τοῦ κραταιοτέρου Κράτους τῆς ἀρχαιότητος, τοῦ Ῥωμαϊκοῦ, διέπραξεν ἔγκλημα στυγερὸν ἀναμφισβητήτως, μίαν αὐτόχρημα προγραφήν. Ἡ ἐπανάστασις, τὸ ὁμολογῶ, ἔσχε καὶ ἀποτελέσματα πολλὰ καὶ ποικίλα· ἐπὶ μὲν τῆς ἐνεργητικότητός τινων εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ἐπὶ δὲ τῆς σκοπιμότητος ἄλλων ἐξακολουθοῦσιν αἱ διαφωνίαι. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως· εὑρισκόμενοι δὲ πρὸ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως προσπαθοῦμεν κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος, κατὰ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας πρεσβεύει, νὰ παγιώσωμεν ταύτας, νὰ διορθώσωμεν ἐκείνας, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, διότι δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τὰ δυνατὰ γίνονται συνήθως καὶ οὐχὶ τὰ πρέποντα πάντοτε ὑπὸ τῶν ἐχεφρονούντων. Οὐδ’ ἐλάχιστον ἔχω δισταγμόν, δὲν δυσκολεύομαι καὶ ἐπὶ μίαν ἔτι στιγμὴν νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ ἔξωσις ἐκ τοῦ στρατεύματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων ἦτο προγραφὴ ἀξιοκατάκριτος διὰ τὴν ἐπανάστασιν κυρίως, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἐπαναστατικὴ προγραφή, κυριώτατα διότι ἡ ἐπανάστασις δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς· «Σᾶς συλλαμβάνομεν ἀπὸ τοῦ ὠτίου καὶ σᾶς ἀπομακρύνομεν τοῦ στρατεύματος δι’ ἐκεῖνον καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον». Εἶναι ἐπανάστασις ἀξία οἴκτου τουλάχιστον ἐκείνη, ἥτις κρύπτεται ὄπισθεν ἑνὸς νόμου, νόμου ἀντισυνταγματικοῦ, νόμου ἐναντίου τῆς ἐννοίας τῆς δικαιοσύνης, νόμου ἐναντίου τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ὑπόστασιν, ἡ ἐπανάστασις, ἥτις, διὰ νὰ κρύψῃ τὴν ἀνανδρίαν της, ὑπηγόρευσε τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι βεβαίως ἀνανδρία ἦτο νὰ μὴ εἴπῃ πρὸς αὐτούς· «Σᾶς ἀπομακρύνομεν τοῦ στρατεύματος διὰ τοῦτον καὶ ἐκεῖνον τὸν λόγον». Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, εἶναι γεγονότα ἱστορικά. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως. Ποίας; Δηλαδὴ εὑρισκόμεθα πρὸ πολιτικοῦ ζητήματος. Ποίου; Ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς, ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοὶ μεταξὺ τῶν πρώην συναδέλφων των, ἀφοῦ μεταξὺ ἑαυτῶν καὶ ἐκείνων οὗτοι οἱ ἐκκαθαρισθέντες, κυριώτατα, μεταξὺ ἑαυτῶν καὶ τοῦ συνόλου ἐκείνων ὤρυξαν χάσμα ἀγεφύρωτον. Διότι οἱ ὁπωσδήποτε ἐξ ἡμῶν παρακολουθοῦντες τὰ πράγματα δὲν ἀγνοοῦσιν ὅτι ἐξεδόθησαν ἐφημερίδες, ὅτι ἐκυκλοφόρησαν παραρτήματα, ὅτι ἐξετυπώθησαν φυλλάδια συντεταγμένα μὲ τοιαύτην γλῶσσαν, γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευε βεβαίως πόνος δίκαιος, πόνος εὔλογος, περιέχοντα τοιαύτας φράσεις, τοιαύτας προσβολάς, ὥστε αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐκκαθαρισθέντες, εἰς τὰ τελευταῖά των δημοσιεύματα, ἀναγνωρίζουσι τὸ δύσκολον, σχεδὸν τὸ ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσι μεταξὺ τῶν πρώην συναδέλφων των. Καὶ τί ἐπιζητοῦσι; Τί δικαιοῦνται, θέλω νὰ εἴπω; Μίαν ἱκανοποίησιν, ἡ ὁποία προσήκει νὰ δοθῇ, ἡ ὁποία ὀφείλεται νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς πανηγυρικῶς, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφήνῃ ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι δικαία ἱκανοποίησις. Ἂς ἐπιτρέψωσιν οἱ Κύριοι νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ὅτι ἀγνοῶ μεγαλειτέραν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δίδουσιν αἱ ἐπευφημίαι καὶ τὰ χειροκροτήματα μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἂν τοῦτο ἐπεζήτουν, νομίζω, ὅτι τὸ ἔλαβον· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένωσιν ἐπανερχόμενοι ἐπὶ τὰ αὐτά, νομίζοντες νῦν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπηρετήσωσι μετ’ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους εὑρίσκονται εἰς ἀσυμφιλίωτον διάστασιν σήμερον. Ἐπὶ τέλους, ἂν ἐθυσιάσθησαν ἀληθῶς εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, εἰς τὸν βωμόν, τὸν ὁποῖον ἀνηγείραμεν πάντες, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὑπὲρ σωτηρίας τῆς πατρίδος, ἂν ἔστω ἐθυσιάσθησαν, ἐξορκίζομεν αὐτούς, ἀφοῦ ἐδώκαμεν πρὸς αὐτοὺς πᾶσαν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν, νὰ θυσιασθῶσι καὶ δευτέραν φορὰν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἡ θυσία αὕτη θὰ εἶναι θυσία ὑπάτης τιμῆς, ἥτις παρέχει εἰς αὐτοὺς καὶ ὑπάτην δευτέραν ἀφ’ ἑαυτῶν ἱκανοποίησιν.
§216Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀναγνωρίσω ἐν συνειδήσει ὅτι ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην περὶ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι κατὰ βάθος ὑβριστικὴ διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνεγνώρισεν, ἔστω καὶ περικεκαλυμμένως, ὡς καταφώρως ἠδικημένους. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνειμένως, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ τόση ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ οὕτω, δὲν ἦτο ἀνάγκη, λέγω, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σαφῶς νὰ εἴπῃ ὅτι ἠδικήθησαν, διότι δὲν τολμᾷ. Καὶ αὐτὸ ὅμως, ὅπερ εἶπεν, εἶναι ἀρκετὸν διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ὄντως ἐστιγματισμένοι. Δύνανται ὅμως ἤδη νὰ ἔχωσι τὸ μέτωπον ὑψηλά, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἄνευ θέσεως κοινωνικῆς, ἄνευ ἠθικῆς, ὅπως οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν θὰ θέλωσι νὰ τονίζωσι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Ἴσως ὅμως τοῦτο θὰ ἦτο ἀρκετὸν καὶ δι’ ἡμᾶς, ἵνα μὴ λάβωμεν τὸν λόγον ἐκ δευτέρου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τί ἐτόνισεν. Ἐτόνισεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο παρέλκει· τόσον σοβαρὸν εἶναι τὸ πολιτικόν του συμφέρον! Βεβαίως εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅσα ὁ ἔντιμος πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι πρέπει πάντες ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μας, εἴτε ἐν δημοσίαις ὑπηρεσίαις ὄντες, εἴτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ λαοῦ, τὸ «φιλεῖν τὴν πατρίδα, κἂν ἄδικος ᾖ». Ἂν ἐγὼ ἔχω τοιαύτας γνώμας, δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι τοῦτο πολλοὶ καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἦλθον πρὸς ἐμέ, ἵνα διαμαρτυρηθῶσι διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐγένετο. Τοῖς ἐτόνισα δηλονότι τὸ ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ «φιλεῖν τὴν πατρίδα, κἂν ἄδικος ᾖ». Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο. Θὰ ἦτο ἀρκετόν, μόνον ἂν περιωρίζετο ὁ ἀγορεύσας εἰς τὸ ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθεσε ζήτημα πολιτικὸν τονίσας ὅτι ἡ δικαιοσύνη παρέλκει! Ἀφοῦ λοιπὸν θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ ἀρχίσωμεν τὸν ἑξάψαλμον ἀπὸ τοῦ Α τῆς πολιτικῆς του μέχρι τοῦ Ω τῆς σήμερον, ἂς τὸν ἀκούσῃ! Οὐδεὶς θ’ ἀγνοῇ ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ποίας συνθήκας κυοφορουμένη ἡ Ἐπανάστασις ἐξερράγη κατὰ τὴν 15 Αὐγούστου, ἀφοῦ τὴν ἐξεβιάσαμεν ἡμεῖς πρὸς τοῦτο.
§217Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ποῖος;
§218Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡμεῖς, ὁ λαός.
§219Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν πιστεύω.
§220Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦσθε ἐδῶ, κύριε συνάδελφε, τότε, ἵνα ἐγνωρίζετε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ διηρώτων τὸν λαόν, τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ ἑνὸς τοιούτου κινήματος, καὶ ἡμεῖς τοῖς ἐλέγομεν ὅτι πρέπει νὰ προβῶσιν εἰς τὸ κίνημα, ἵνα ἀποκαθάρωσι τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου. Ὁ λαὸς ὑφίστατο καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τοιαύτας ταπεινώσεις καὶ τοιούτους ἐξευτελισμούς, ὥστε δὲν ἀνέμενεν ἢ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἀντελαμβάνετο ὁ λαὸς καὶ ἄλλως ἐπῆλθε, καὶ ἀλλαχοῦ κατέληξεν ἀτυχῶς. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησεν ὅτι πάντες ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγγείλαμεν προσωπικῶς καὶ ὑπευθύνως εἴτε ὑπαλλήλους εἴτε οἱουσδήποτε κατέχοντας θέσιν κοινωνικὴν ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, κατηγορήθημεν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἔχοντες προσωπικὰ πάθη κατ’ ἐκείνων, κατηγορήθημεν ὡς λέγοντες ἀνακριβείας, κατηγορήθημεν ὅτι ἐξεμεταλλευόμεθα πολιτικῶς τὴν ἀνόρθωσιν, κατηγορήθημεν ὅτι ἤμεθα ὄργανα πάντοτε τῶν προσωπικῶν ἡμῶν παθῶν. Ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ἀρχόμενοι τοῦ ἑξαψάλμου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς της μέχρι σήμερον. Κατεπλάγην, κύριοι Βουλευταί, προχθές, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπίσημον ἀναγινώσκων ἔγγραφον ἐξευτέλιζεν ὄνομα, τὸ ὁποῖον, ἔστω καὶ ἂν δικαίως ἐτιμωρήθη συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἵσταται τόσον ὑψηλά, ὥστε οὐδέποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξαγνισθῇ ἀπέναντι τῆς προσβολῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσάψῃ εἰς ὄνομα ἐντιμότατον, πρὸς στρατιωτικὸν γενναῖον, πρὸς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφαντάζετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι θὰ ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, ἵνα διεκδικήσῃ ἐντὸς ὀλίγου ἴσως τὰ δίκαιά του.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων εἶναι καὶ τὸ πρόσωπον αὐτό;
§222Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§224Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐντὸς τοῦ θέματος ὁμιλῶ· ἔχομεν πολιτικὴν συζήτησιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως.
§226Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθηκε ζήτημα πολιτικόν.
§227ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἱ δηλώσεις τῶν Κυβερνήσεων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, πάντοτε δύνανται νὰ γεννήσωσι ζητήματα πολιτικά.
§228Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως προυκλήθη ζήτημα πολιτικόν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συζητοῦμεν τώρα.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ἄλλοι εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγουσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Ἀλεξάκης, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν εἰκοσαετῆ, δὲν ἔπρεπε νὰ λέγῃ τοιαῦτα.
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐξ ἀφορμῆς τῶν δηλώσεών μου, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν προκειμένην ἐπερώτησιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ φέρῃ ζήτημα πολιτικὸν καὶ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐλευθέρα ἐν πάσῃ στιγμῇ.
§231Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ ἢ ζητήματος πολιτικῆς;
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ καθαρίσω.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλησα, εἶπον τοῦτο, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν προτεινομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπερωτήσεως πρότασιν, ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως θέμα τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι θέλωσι νὰ θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, θὰ ἐντοπίσωσι τὰς ἀγορεύσεις των ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ παντὸς θέματος.
§235Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁμιλῶ.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἀναμιγνύετε τὸ ζήτημα τῆς διαθεσιμότητος τοῦ κ. Σμολένσκη. Τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν. Ἂν θέλητε, θέσατε γενικὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§237Γ. ΠΩΠ. Οὐδεμίαν ὄρεξιν ἔχομεν νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα λόγον ἔχει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τοιαύτην πρότασιν. Πῶς θέλετε ν’ ἀνατρέψητε ἄρδην τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω ἐγὼ ν’ ἀνατρέψω ἄρδην τῆς βάσιν τῆς συζητήσεως. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει γενικεύσεις συζητήσεων παρὰ μόνον συμμετοχὴν πλειόνων προσώπων εἰς τὸ ἐξεταζόμενον θέμα. Τὸ ἐξεταζόμενον θέμα ἀπὸ ὑμᾶς εἶναι ὅτι ζητεῖτε τὴν εἰσαγωγὴν νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου θέλει ἀνατραπῆ ὁ κείμενος νόμος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς εἶπεν ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα πολιτικὸν καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοιαύτην πρότασιν. Θέσατε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐξελέγξητε τὸ προκείμενον θέμα, καὶ βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὴν ἐκτροπὴν τῆς συζητήσεως.
§239Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν ὑμεῖς νὰ κανονίσητε πῶς θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἐτάχθην ἐδῶ, ἵνα κανονίζω τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως.
§241Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ κανονίσητε τὴν συζήτησιν.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ βεβαίως δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω νὰ προχωρήσητε κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν θὰ εἰσαχθῇ ἐνταῦθα ἡ ἀναρχία. Ἡ ἀνάκλησις ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§243Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ μοὶ κανονίσετε ὑμεῖς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶμαι Πρόεδρος.
§245Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον ὅτι προβαίνετε εἰς αὐθαιρεσίας.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν τάξιν. Δευτέρα ἀνάκλησις.
§247Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κάμετε ὅ,τι θέλετε. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ μὲ ἀνακαλέσητε τετράκις.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§250Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔσχον ἤδη τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, τοῦ θέματος τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, κατὰ δὲ τὴν γνώμην μου ἡ μέχρι τοῦδε ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις δὲν θὰ ἐδικαιολόγει νὰ τεθῇ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦδε ζήτημα πολιτικόν. Ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ ἰδιαίτατα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, τοῦ Προεδρείου, εἶναι τοῦτο· ὅτε ἅπαξ ἐγείρεται ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ ἂν προέρχηται τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ συζητήσεως ἐπὶ εἰδικοῦ θέματος, οὐδὲν κωλύει ἔκ τε τοῦ Κανονισμοῦ, ἔκ τε τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ἐθίμων τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ τῆς ἱστορίας πασῶν τῶν Βουλῶν, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῆς ὅλης κυβερνητικῆς δράσεως. Ἡ συζήτησις ὑποκειμενικῶς καὶ ἀντικειμενικῶς γενικεύεται πλέον, καὶ εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ λοιπὸν νομίζω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἐδικαιολόγει νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐν τούτοις, ἐὰν ἄλλος τις ἔχῃ διάφορον γνώμην καὶ θέσῃ τοιοῦτο ζήτημα, ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὅλης κυβερνητικῆς δράσεως καὶ ἐνεργείας.
§251Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέτουσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἀπειλῆς δημιουργίας ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μετατρέψωμεν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὅλως ξένη πρὸς τὰς ἐκκαθαρίσεις. Ἡ στρατιωτικὴ ἐκκαθάρισις, γενομένη ἄνευ διαδικασίας ὡρισμένης, ἔσχε καὶ θύματα. Ἐν τῇ ὁρμῇ των αἱ ἐπαναστάσεις ἀνατρέπουσι καὶ τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ κατόπιν, ἐν τῇ γαλήνῃ, πρέπῃ νὰ γίνεται καὶ ἀποκατάστασις τοῦ δικαίου. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔκαμε προγραφὰς καὶ κατόπιν τὰς ἀνεκάλεσεν ἡ ἰδία. Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Στρατοῦ ἀναιρεῖται ὑπερβασία τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἄρχει κυρίως τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου. Πολιτικὸν δὲν εἶναι τὸ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου. Πολιτικὸν θὰ ἦτο ἡ ἐξέλεγξις, ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἀδικιῶν καὶ ἡ ἄμεσος ἐπανόρθωσις αὐτῶν. Μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ ὅτι δὲν εἶναι ὁ παρὼν χρόνος κατάλληλος διὰ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος;
§252Γ. ΠΩΠ. Εἶναι δύο τὰ παρουσιαζόμενα ζητήματα, τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα καὶ τὸ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἤδη ἐξακολουθεῖ τὸ παρεμπῖπτον, διότι, ἂν ἐξακολουθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας, τὸν λόγον θὰ εἶχεν ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας. Πρόκειται περὶ πολιτικοῦ καθαρῶς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν διηυκρινίσθη ἂν ἐτέθη ἢ ὄχι. Ὀφείλομεν νὰ προβαίνωμεν μετὰ μεθόδου. Καλέσατε λοιπὸν τοὺς ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος· δηλαδὴ προηγεῖται τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ὡς πολιτικοῦ ἢ ὄχι.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπέκτασις τοῦ θέματος πέρα τοῦ ἐγγεγραμμένου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἀφοῦ δὲν εἶναι τεθειμένον ζήτημα, νὰ θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης....
§254Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἔχω τὸν λόγον.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§256Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχουσι θέματα κανονισμοῦ γραπτοῦ καὶ ὑπάρχουσι θέματα κανονισμοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Τὸ θέμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ κανονισμοῦ ἀνάγεται εἰς τὰ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, καὶ ὁσάκις τίθεται ζήτημα τοιοῦτον καὶ δὲν προκαλεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἀφίεται ὄχι μόνον ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως τῆς πολιτικῆς ἐρεύνης, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν εἶπε τὸ παράδοξον ἐκεῖνο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐσκέφθημεν ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα πολιτικὸν προκληθὲν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠθελήσαμεν νὰ μεταπείσωμεν αὐτὸν ἐλπίζοντες ν’ ἀποσύρῃ τὸ ζήτημα περὶ πολιτικῆς συζητήσεως καὶ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναμίξῃ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα τῆς ἐρεύνης καὶ ἐπιλύσεως τοῦ θέματος μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ζήτημα σοβαρώτατον, ζήτημα τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος καὶ μὲ τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνώντων ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ καταπνίγηται ἡ φωνὴ ὑπὸ τὴν δήλωσιν μιᾶς πλειονοψηφίας, ὅταν ἡ πλειονοψηφία αὕτη θὰ θελήσῃ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν συζήτησιν. Ἀπὸ τοιαύτης ἐννοίας βεβαίως ὑπάρχει παρεμπῖπτον ζήτημα καὶ ζήτημα μέγα πολιτικόν, βάσις δὲ τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μὲ ἤγαγον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἦτο τὸ ν’ ἀποτραπῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταγάγῃ τοσοῦτον τραῦμα κατὰ τῆς ἀκεραιότητος τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, χάριν τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις, καὶ χάριν τοῦ ὁποίου βλέπετε περιαγόμενα ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν τηλεγραφήματα ὡς πιστοποιητικὰ ἁγνῆς ἀσκήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν καθ’ ὅμοιον τρόπον ἀναμιγνύει τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος· καὶ πρό τινος χρόνου, εἰς μίαν δικαστικὴν ὑπόθεσιν, ἐνεφανίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀνεκήρυξε τὴν ἀθῳότητα ἑνὸς προσώπου, δικαίως καὶ εὐλόγως· ἀλλ’ ἂν ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη μιᾶς ἀρχῆς δικαστικῆς, ἢ ἂν τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εὑρίσκετο ὑπὸ μίαν προγραφήν, θὰ ἤρχετο ἐδῶ, καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ πεποιθήσει τί θὰ μᾶς ἔλεγεν; — «Ἐγὼ τὸ θέτω τὸ ζήτημα πολιτικόν· ἀκολουθήσατε τὴν γνώμην μου, διότι τὸ Κράτος εἶμαι ἐγώ»! Ἀλλ’ ἂν ὑμεῖς οὕτω φρονῆτε ὅτι πρέπει νὰ κυβερνᾶται τὸ Κράτος διὰ τῆς κραυγῆς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «τὸ κράτος εἶμαι ἐγώ», εὔλογοι εἶναι καὶ αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ἀντιρρήσεις δ’ αὗται εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διερμηνεύονται ἀφ’ ἧς ἔθηκε τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔθηκε ζήτημα πολιτικὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§258Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον ἔθηκε ζήτημα πολιτικόν, ἀλλὰ καὶ προκληθεὶς ἐπανέλαβεν ὅτι θέτει ζήτημα πολιτικόν, καὶ εἶπεν ὅτι ἀφήνει εἰς ἡμᾶς νὰ μαντεύσωμεν ποῖοι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὥστε νὰ στραγγαλίσῃ τὸ δίκαιον ἐν τῇ ἀπονομῇ αὐτοῦ, τὸ δίκαιον, περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὁποίου ἔχει ὑπονοίας, θέλων οὕτω νὰ περισώσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀκεραιότητα καὶ γαλήνην. Εἴπομεν δ’ ἡμεῖς ὅτι εἰς τὰ ἐλεύθερα Κράτη, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου ἀποτελεῖ στοιχειώδη ἐγγύησιν τῆς ἐλευθερίας καὶ εἶναι τὸ ὡραιότερον καὶ εἶναι τὸ φιλελευθερώτερον, εἶναι τὸ μᾶλλον ἄξιον τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀντικείμενον κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τίθηται ἡ ὕπαρξις τοῦ δικαίου ὑπὸ τὴν κραυγὴν ἑνὸς ἔχοντος περὶ αὑτὸν τὴν ἰσχὺν μιᾶς πλειονοψηφίας ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην πολιτικὴν ἀπέναντι τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, προερχομένην ἰδίᾳ ἀπὸ φωνήν, τῆς ὁποίας ἡ ἀπήχησις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὄψιν διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Δὲν θ’ ἀφήσωμεν ἡμεῖς ὑπὸ συνθήματα τοιαῦτα νὰ ζήσῃ ἡ λαϊκὴ ψυχὴ εἰς τὴν ταπείνωσιν, εἰς τὸν ῥαγιαδισμόν, εἰς τὴν ὑποδούλωσιν. Ἂν ὑπάρχωσιν οἱ νοσταλγοῦντες κάμψιν τῆς ὀσφύος ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὸ μαστίγιον καὶ τὸ ῥάπισμα, μὲ προκλήσεις εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας, δύνανται καὶ τὴν ὀσφὺν νὰ κάμψωσι, δύνανται καὶ τὸν αὐχένα νὰ κύψωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὴν ψυχὴν αὑτῶν διαθερμαινομένην ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ δικαίου, ὡς ἰδέας Κράτους καὶ δικαιοσύνης, ὡς ἰδέας ἐλευθερίας, δὲν ἔχουσιν εἰμὴ μόνον ἓν καθῆκον· νὰ διαμαρτυρηθῶσι δι’ ὅλης αὑτῶν τῆς δυνάμεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς ἀπέστειλεν ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχε καθῆκον νὰ μὴ θέσῃ τὸ ζήτημα εἰς ὃ σημεῖον ἔθηκεν αὐτό. Ὤφειλεν ἀκόμη, ὅτε ἔβλεπε μεταξὺ τῶν ἐγκριτωτέρων καὶ νοημονεστέρων ὀπαδῶν αὑτοῦ ἐγειρομένας ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τῆς πολιτικῆς τοῦ ζητήματος οἵαν διετύπωσεν ὁ ὀξυνούστατος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γόντικας, ν’ ἀντλήσῃ νέαν ἀφετηρίαν μεταγνώσεως. Διότι ἡ περὶ χρονικῆς προθεσμίας ἑρμηνεία ἀπετέλει μέσον ὑπεκφυγῆς καὶ μέσον διαφυγῆς διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θελήσαντα νὰ φέρῃ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ τὴν μορφὴν τῶν Κοινοβουλίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα δικτάτωρες, ποιούμενοι κατάχρησιν τῆς ἀκολασίας τοῦ παρελθόντος καὶ ἐμφανίζοντες τὴν ἀκολασίαν τῆς ἀπολυταρχίας, διετύπουν γνώμας καὶ ἀποφάσεις ὁμοίας. Ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας ἐκείνης καὶ νὰ εἴπῃ· «Κύριοι, ὑπάρχουσι λόγοι, οἵτινες παρεμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν, λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος, λόγοι γαλήνης καὶ ἡσυχίας, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ὑπάρχουσι λόγοι, πολιτικοὶ καθαρῶς, ἀλλὰ μόνον ἠρέμου διακυβερνήσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, τῆς ἐξακριβώσεως τῶν ὑπονοιῶν, ἂν ὑπόνοιαι ὑφίστανται, ὡς ὡμολόγησεν ὅτι ὑφίστανται ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τότε πάντας ἡμᾶς θὰ εὕρισκε συμφώνους, ἵνα παράσχωμεν ἀδιαμαρτύρητοι σχεδὸν τὴν προθεσμίαν ἐκείνην ἐπιθυμοῦντες νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, ὅταν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἰσότητι καὶ ἐλευθέρᾳ συνειδήσει ν’ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον. Ἀλλ’ ὅτε ἔρχεται καὶ οὕτω θέτει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ φυσιογνωμίαν, τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην ἀπέναντι τῆς γνώμης ἐκείνης, ἥτις ἔρχεται νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀπόλυτον ἔννοιαν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἰσότητος, εἰς ἡμᾶς μία ἀπέμενε καὶ μόνη προσπάθεια, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν περὶ ζητήματος πολιτικοῦ καὶ ν’ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Δικαίου. Αὐτό, Κύριοι, ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρενέπεσεν, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ θελήσῃ νὰ κατανοήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν τοιούτων διατυπώσεων καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐννοεῖ ζήτημα πολιτικῆς ὑπάρξεως, ἂν μετά τινα χρόνον ἀναθεωρηθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἐκεῖναι, ἀλλὰ ἀποφάσεις θίγουσαι τὸ δίκαιον, θίγουσαι δηλαδὴ αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια μιᾶς εὐνομουμένης Πολιτείας.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, πρὶν ἢ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ εἴπω τινὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα. Ἐλέχθη ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν. Καὶ ἐξ ὑπαρχῆς ἠμφεσβήτησα τὸ ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, διότι τοῦτο ὑπ’ οὐδενὸς ἐτέθη. Ἡ συζήτησις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἑξῆς: Δὲν εἰσήχθη δι’ ἐπερωτήσεως ἐλεγχούσης τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παραβάσει νόμου ἢ ἐπὶ ἀδικήματι. Τοιαύτη ἐπερώτησις διετυπώθη. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπὸ τῶν κ. πρώην ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποστρατευθέντων, οἵτινες, παραπονούμενοι ὅτι ἠδικήθησαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως, ἐζήτησαν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ δικαίου. Ἡ ἀναφορὰ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Εἰσαχθείσης δ’ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἀνεγράφη τὸ θέμα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὡς θέμα γενικῆς συζητήσεως. Ἔχομεν λοιπὸν συζήτησιν προκύψασαν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς. Τώρα, ποία εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ κατεύθυνσις ἡμῶν; Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠλέγχθη δι’ ἐπερωτήσεως, δὲν γεννᾶται πολιτικὸν ζήτημα. Τί δύναται νὰ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως; Εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ δι’ Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ προσκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ ἄνευ νόμου, ἢ ἄνευ ἀνατροπῆς τοῦ κειμένου νόμου, τοὺς ἀποστρατευθέντας εἰς τὸν στρατόν; Βεβαίως ὄχι. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα εἰσαγωγῆς νόμου. Λοιπόν, ἐπειδὴ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ὑποβάλῃ νόμον ἐναντίον τῶν ἰδίων αὑτοῦ πεποιθήσεων καὶ πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξεδήλωσεν ὅτι ἡ πολιτικὴ σκοπιμότης δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, κατὰ τὴν συζήτησιν δ’ αὐτῆς θὰ δύναται νὰ ἐγερθῇ πολιτικὸν ζήτημα, τῆς Κυβερνήσεως ἀποκρουούσης τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου. Τὴν στιγμὴν ταύτην λοιπὸν ἡ παρεμπίπτουσα συζήτησις, ἄνευ θέσεως πολιτικοῦ ζητήματος, διότι δὲν πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς γενικὸν συμπέρασμα ἀνατροπῆς τοῦ νόμου, παρέλκει. Ἐπὶ τῆς οὐσίας λοιπὸν ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον, πάντοτε ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ὄχι ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος, διότι ζήτημα παρεμπῖπτον δὲν ὑπάρχει. Ἐκπροσωπῶν τὴν Βουλὴν ὡς Πρόεδρος ἡρμήνευσα τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν νομίζῃ τις ὅτι ἐπῆλθε παράβασίς τις ὑπ’ ἐμοῦ, ἂς εἰσαγάγῃ ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προεδρικῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον, ὡς εἶπον.
§260Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶχον, Κύριοι, ἔχω καὶ θὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν ἐπιβάλλει ὡς πρώτιστον καθῆκον εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν εὑρισκόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν καυτηρίασιν τῶν σεσηπότων μελῶν τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς διοικήσεως διὰ τῆς διορθώσεως τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ἢ ἐκεῖνον πρὸ ἢ καὶ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀρχῆς ἀναχωρῶν ἀπὸ τῆς εἰσόδου μου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης μέχρι σήμερον ἐξακολουθῶ νὰ ὁμιλῶ πάντοτε ἐν συνειδήσει καὶ εἰλικρινῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω, Κύριοι, εἰς τὸ πρό τινος διακοπὲν ἔργον, ἀφήνων εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τὴν συνείδησιν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξα ἐπαναρχίσας τὸ διακοπὲν ἔργον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ποίας συνθήκας ὁ λαὸς ἐπανεστάτησε διὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, καθὼς καὶ τίνα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐκ ταύτης. Πρὸς τοῦτο ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· διατί ἐκλήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, τρία ἦσαν τὰ ζητήματα, δι’ ἃ ἐκλήθη· τὸ πρῶτον εἶναι: Τίνι τρόπῳ θὰ ἠδύνατο τακτοποιοῦσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ σώσῃ τὸν πενόμενον λαόν, δίδουσα εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζῇ ἔστω καὶ διὰ ξηροῦ ἄρτου, ἀνακουφίζων αὐτὸν ἀπὸ τῶν δυσβαστάκτων φορολογικῶν βαρῶν. Τὸ δεύτερον ἦτο νὰ δημιουργήσῃ, πάλιν τακτοποιοῦσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, στρατὸν καὶ στόλον. Στρατὸν δὲ καὶ στόλον διὰ ποῖον λόγον; Διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐπλήσσοντο καὶ πλήσσονται, ὡς πάντες γινώσκομεν, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν: Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ στρατὸς καὶ στόλος ἄνευ δικαιοσύνης ἐφ’ ὅσον δηλονότι ἔχει ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος ῥῆγμα γεννηθὲν μεταξὺ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματούχων αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ ξένοι ὀργανωταὶ οἱ μετακαλούμενοι ἢ οἱ μετακληθησόμενοι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσωσι τὸ χάσμα ἐκεῖνο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχω γνώμην, τοὐλάχιστον ἐγώ, ἐναντίαν περὶ αὐτοῦ, ὅτι ὅλα δηλαδὴ αὐτὰ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἐμβαλλώματα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ καταλήξωσι. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θὰ ὑφιστάμεθα ἀτυχῶς ἀτιμώσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθηκε τὴν δικαιοσύνην κατὰ μέρος καὶ ἔθιξε τὸ πολιτικὸν συμφέρον, εἶπε, τῆς χώρας. Κανεὶς δὲν θὰ τῷ ἀμφισβητήσῃ βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἡγεῖται πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ πνίξῃ τὴν φωνὴν ἡμῶν τῶν ὀλίγων. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ τονίσω καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐπὶ θεμάτων τόσον σοβαρῶν νὰ τίθενται τὰ ζητήματα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§261Γ. ΠΩΠ. Ὄχι τῆς χώρας τὸ συμφέρον, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§262Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, δι’ αὐτὸ δ’ ἐτόνισα, ἂν ἐπροσέξατε, τὸ «εἶπε». Τὸ πολιτικὸν συμφέρον δηλαδὴ τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων! Ἐνόμιζον ὅτι, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐπετρέπετο νὰ τονίσῃ, τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔστω καὶ ἂν ἐφρόνει τοιαῦτα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔπρεπε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ του συμφέροντος. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐξακολουθῶ καὶ νὰ νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δύναται νὰ τὸ ἔχῃ, ἐφ’ ὅσον ἡγεῖται πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταπνίξῃ τὴν φωνὴν ἡμῶν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω καὶ πάλιν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ πειθαρχία τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἐν τῷ στρατεύματι, ἐφ’ ὅσον τὸ χάσμα ἐκεῖνο ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἐν τῷ στόλῳ ἐγένοντο ἀδικίαι κατάφωροι, ἀδικίαι ἄξιαι πάσης ἐπικρίσεως, ἀδικίαι, τὰς ὁποίας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐκαυτηρίασε καὶ ἐστιγμάτισε καὶ αὐτὸ τὸ λαϊκὸν βῆμα, ὁ ἑλληνικὸς τύπος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πανταχοῦ καὶ πάντοτε μᾶς ἐπιδεικνύει τὴν πυγμήν. Δὲν περιέμενον ποτέ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐπεδείκνυε τὴν πυγμὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι τὴν πυγμὴν ἔπρεπε νὰ τὴν δεικνύῃ ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε, καὶ νὰ τὴν ἐπιδεικνύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖ ὅπου πρέπει. Ἀτυχῶς οὐδὲν τούτων συνέβη κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου μέχρι τῆς σήμερον. Ἡμεῖς, ἔχοντες ἐντολὴν ὡρισμένην παρὰ τοῦ λαοῦ, αἰσθανόμεθα τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνερχώμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ καυτηριάζωμεν πᾶσαν πρᾶξιν ἀξίαν καυτηριάσεως, καὶ τοῦτο διότι ἀναχωροῦμεν καὶ ἀνεχωροῦμεν πάντοτε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ἓν Κράτος, ἐὰν δὲν ἀποκόψῃ τὰ σεσηπότα μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον μέχρι σήμερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γενόμενον εἰς οὐδένα τῶν ὀργανισμῶν τοῦ Κράτους, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ Κράτους τὸ μικρόβιον τῆς σαπρίας, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἁρπαγῆς τοῦ δημοσίου πλούτου μαίνεται μέχρι σήμερον, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἐπὶ κεφαλῆς μένουσιν εἰς τὰς θέσεις των, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς τοῦτο πρωτίστως μετεπέμψατο ἐκ Κρήτης τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, χωρὶς ἀτυχῶς μέχρι σήμερον νὰ ἴδῃ νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι. Διότι διὰ τρία τινὰ ἔκαμεν ἐπανάστασιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ τρία τινὰ ἔστειλεν ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνταῦθα καὶ διὰ τρία τινὰ ἔφερε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Ἀρχήν. Τὸ πρῶτον εἶναι ὁ ἄρτος, τὸ δεύτερον εἶναι ὁ στρατὸς καὶ τὸ τρίτον εἶναι ὁ στόλος. Διὰ μὲν τοῦ πρώτου θέλει νὰ χορτάσῃ, διότι πένεται ὁ ἀτυχὴς Ἑλληνικὸς λαός, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς μαίνονται εἰς βάρος τοῦ ἱδρῶτός του, μένουσιν εἰς τὰς θέσεις των καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αἱ ἐθνικαὶ συμφοραὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καθίστανται αἰσθητότεραι. Ἐπιθυμῶ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας πάντες, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν ἐνταῦθα εἶναι ἄλλη, ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος δηλονότι καὶ πλέον οὔ. Ὀφείλομεν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδεμίαν θέσιν θὰ εἴχομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πάντες ἡμεῖς, ἐὰν ὁ ἀτυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀπεξεδέχετο τὴν διαβεβαίωσιν περὶ διορθώσεως τῶν τριῶν αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ σωφρονισθῶμεν, Κύριοι, καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδὸν ἐκείνης, ἣν εἴχομεν ἀκολουθήσει ἄλλοτε. Σήμερον δὲν μᾶς σῴζουσι τὰ προσχήματα, οὔτε δύνανται νὰ μᾶς στηρίξωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀναθεωροῦμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὅτι ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ ἐμπράκτως ὅτι καὶ ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς, τῶν ὁποίων προΐσταται, καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἴσον. Ἂν εἴμεθα ἄξιοι μομφῆς ἢ δὲν εἴμεθα, τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὴν νὰ τὸ κανονίσῃ· θὰ κανονίσῃ τοῦτο ὁ λαός. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ἐν συνειδήσει ὅτι τὴν μεγαλειτέραν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑποχρέωσιν θὰ κάμῃ καὶ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἰς τὴν σειράν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔχουσι παρεκκλίνει. Βεβαίως οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ ὅτι εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐπεβάλλετο νὰ χειρουργήσῃ, ἀλλὰ μετὰ συνέσεως. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησεν ἡ ἐπανάστασις, τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι ὅ,τι ἡ ἐπανάστασις ἠδίκησε. Καλὸν θὰ ἦτο λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταγινώσκων δι’ ὅσα εἶπε ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ μελετήσῃ καλλίτερον, καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάσῃ κάλλιον τὴν ὑπόθεσιν πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῆς χώρας, ἐλπίζω δὲ εἰς τοῦτο, διότι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπολύτως ἐτόνισαν ὅτι ἔχουσιν ἐνώπιόν των τὸν σφαγιαστὴν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Βεβαίως, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶ, ὅτι τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον. Ὅτι πλανᾶται λοιπὸν καὶ αὐτός, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶ, πρὸς τὸ παρόν, καὶ οὐχὶ ὅτι εἶναι ἐχθρὸς τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ εἴπω ὅτι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, εἶναι ἐναντία πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, διὰ τὰ ὁποῖα τὸν ἐκάλεσεν ὁ λαός. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅπως λέγω διὰ πάντα ἄνθρωπον εἶναι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, αἰσθάνομαι δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἐξορκίσω ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησίς του, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὠνειροπόλησε καὶ δι’ ὃν μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἑκάστου τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως εἶναι ὑψίστη βεβαίως, κατὰ μείζονα δὲ λόγον εἶναι ὑψίστη τοῦ σώματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος. Ἐκεῖνα δέ, τὰ ὁποῖα λέγω, ἀσφαλῶς δὲν θὰ πληρωθῶσιν, ἂν δὲν ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν ὁμιλούντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§263Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡ ἐπανάστασις ἔσωσε τὸ πολίτευμα· Ἐνθυμεῖσθε τὴν διακήρυξιν τῆς «Πανελληνίου ὀργανώσεως» ὀλίγον πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου; Δὲν ἦτο δειλὴ ἡ ἐπανάστασις, διότι δὲν ἐδημιουργήθη ἀντεπανάστασις. Δὲν καθωδηγήθη δυστυχῶς ἐν ἀρχῇ ἀπὸ πολιτικὸν ἄνδρα, οἱ δὲ πλησιάσαντες αὐτὴν τὸ ἔπραξαν, διὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῶσι καὶ τὴν ὑπονομεύσωσιν. Ὁ λαὸς δὲν τὴν ἐνίσχυσεν. Ἡ σκέψις, ἡ πρᾶξις τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τιμᾷ τὴν ἐπανάστασιν. Δυστυχῶς ἡ ἐκκαθάρισις δὲν ἐγένετο πλήρης καὶ τοῦτο μὲ λυπεῖ. Ἂν ὑπῆρξαν καὶ ἐλάχιστα θύματα, θέλετε νὰ τὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸν στρατὸν διὰ νὰ δημιουργήσωμεν κατάστασιν χειροτέραν ἐκείνης, ἥτις θὰ δημιουργηθῇ διὰ τῶν περὶ Διαδόχου σκέψεων καὶ τῆς ἐνδεχομένης πραγματοποιήσεως αὐτῶν διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον; Ἡ ἐπανάστασις δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ κέντρον τοῦ κακοῦ, τῆς ἐθνικῆς δυστυχίας, ἀλλὰ παρέδωκε τὴν διαθήκην ταύτην εἰς ἡμᾶς, καὶ τώρα ζητεῖτε, ἀνατρέποντες τοὺς θεμελίους λίθους τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ ματαιώσωμεν τὸ ἔργον αὐτῆς, ἀντὶ νὰ τὸ ὠθήσωμεν καὶ νὰ τὸ χειραγωγήσωμεν πρὸς τὸ τέλος.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης;
§265ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι.
§267Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε εἶναι ἀδύνατον, διότι ἕκαστος θὰ ὁμιλήσῃ πλέον τῆς ὥρας.
§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§269Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂς προχωρήσωμεν καὶ βλέπομεν.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράτασις τῆς συνεδριάσεως θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν δωδεκάτην.
§271Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, θὰ καταντήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀνάγνωσμα, ὡς τῆς Ἑνιαίας.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§273Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι οἱ ἐγγεγραμμένοι θὰ ὁμιλήσωσι διὰ μακρῶν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ὁρίσατε, κ. Φουρίδη.
§275Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ἐννέα παρὰ εἴκοσι· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω. Παραιτοῦμαι.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§277Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ βλέπω ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Θέλει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, τότε τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διότι ἐγὼ θ’ ἀπουσιάζω τὴν Πέμπτην.
§280Γ. ΠΩΠ. Ὄχι, διότι θὰ γίνῃ ἀνάγνωσμα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἀναγνωσματοποιήσεως· τρεῖς εἶναι ἐγγεγραμμένοι. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· θέλει νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον τὴν προσεχῆ Δευτέραν;
§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἤδη ἡ Βουλὴ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως;
§284ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8, 40′ μετὰ μεσημβρίαν).