Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 94

1911.05.20

5,423 rows · 40,268 words · 1 table · 312 turns

Date
1911.05.20
Presidency
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Period
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α2 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 94.

Τῆς 20ῆς Μαΐου 1911.

(Παρασκευή)

Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.

(Γενομένης ἀπαρτίας παρόντων 186 Βουλευτῶν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ τῶν δύο συνεδριάσεων θέλουσιν ἀναγνωσθῆ κατὰ τὴν ὥραν τῆς διακοπῆς. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν 1) ὅτι κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς δοθείσης μοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Δανίας ἐξεδήλωσα αὐτῷ τὰ συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πρίγκιπος Ἰωάννου, ἔλαβον δὲ καὶ τηλεγράφημα εὐχαριστήριον τῆς Δανικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ· 2) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ, ὅπως πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις δικαστῶν· 3) Ὁ σύλλογος τῶν δικαστικῶν κλητήρων ζητεῖ ἐκκαθάρισιν τοῦ κλάδου· 4) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου καταγγέλλουσιν ὑπερβασίας τῶν ἐκεῖ ὀψοπωλῶν· 5) Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος· 6) Ὁ ἐν Καΐρῳ Ἰσαὰκ Λεπέσου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐκεῖ προξένου· 7) Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι οἱ ἐν Tihoretskaya διαμαρτύρονται, διότι δὲν τοῖς ἐπετράπη ἡ ὕψωσις τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Βασιλέως· 8) Οἱ καρραγωγεῖς Βόλου διαμαρτύρονται, διότι ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Βόλου συνῆψε συμβόλαιον περὶ ἐργολαβικῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ Τελωνείου· 9) Οἱ κάτοικοι Βουρβούρων ζητοῦσιν ἵδρυσιν σχολείου· 10) Οἱ γονεῖς τῶν Ἀρσακειάδων Πατρῶν ζητοῦσι νὰ γίνωνται αἱ ἐξετάσεις αὐτῶν κατὰ τόπους· 11) Ὁ κατάδικος Δημ. Ἰ. Παπαμικρούλης τῶν φυλακῶν Καλαμῶν ζητεῖ ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Ν. Χαριτάτου ὑποβάλλεται 1) τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων», 2) τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κ. Γόντικα ὑποβάλλεται πρότασις πρὸς ἑρμηνείαν ἢ συμπλήρωσιν τοῦ ͵ΓΨΞΑʹ νόμου, τυπωθησόμεναι ἀμφότεραι πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς αὐτῷ διατάξεως τοῦ Ἰουστινιανοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§2Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ;

§3Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πανταχοῦ.

§4Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Διὰ τὰς ἐπιδίκους ἀξιώσεις;

§5Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ.

§6Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό· εἶναι καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι συσχετίζονται πρὸς αὐτήν, καὶ θὰ εἶναι καλὸν τὰ ἄρθρα τὰ σχετικὰ νὰ ἐξετάσωμεν, διότι ὁ κῶδιξ ἰσχύει.

§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου; Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§11Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ κατάργησις τῆς Νεαρᾶς 134 διὰ τὰ εὐεργετήματα τῆς ἐγγάμου γυναικός, ὡς πρὸς τὴν ἀναδοχήν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι ὥριμος ὁ χρόνος πρὸς παραδοχὴν τοιούτου θεσμοῦ.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§13ΕΠΑΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία ἰδική μου.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἥτις θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὴν ἀπὸ 3)16 Ἰουλίου 1910 συμβάσεως περὶ καταβολῆς 40 ἑκατομμυρίων δραχ. χρυσῶν καὶ δανείου 150 ἑκατομμυρίων».

§15Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ δι’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀπουσιάζοντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποίησα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ περιμένετε· θὰ ἔλθῃ ἀμέσως.

§17Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ δι’ ὑμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, καθόσον ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, χωρὶς νὰ λάβῃ τις ἐξ ἡμῶν γνῶσιν. Κατὰ συνέπειαν οὔτε ἔκθεσις εἶχε διανεμηθῆ οὔτε γνῶσιν εἴχομεν· δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω ὅτι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε γνῶσιν. Ἡ δὲ σπουδή, ἥτις παρατηρεῖται, ὅταν ψηφίζωνται νομοσχέδια ἀφορῶντα τὰς Τραπέζας καὶ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἀναμιγνυόμενα εἰς δάνεια, δὲν εἶναι, νομίζω, δεδικαιολογημένα.

§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ἔλθῃ πρῶτον. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δηλώσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόφασιν ἔγκαιρον.

§19Γ. ΠΩΠ. Ἔχομεν ἔλεγχον τὴν Δευτέραν, ἀφοῦ ἔχομεν προθεσμίαν 14 ἡμερῶν, ἂς ὁρισθῇ διὰ τὴν Τρίτην. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, καθόσον διενεμήθησαν ὄντως σήμερον τὰ ἔντυπα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Τὸ κέρδος εἶναι ἀρκετόν, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ ἀναμφισβητήτως πολλὴν συζήτησιν.

§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς μὴ προχωρήσῃ σήμερον, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν Δευτέραν.

§21Γ. ΠΩΠ. Νὰ τὸ γνωρίζωμεν.

§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Νὰ εἶσθε ὅμως βέβαιος ὅτι τὴν Τρίτην θὰ ἔλθῃ, ἐκτὸς ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ὅπως ἔλθῃ ταχύτερον.

§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, ἡ Κυβέρνησις θέλει αὐτὴ νὰ δύναται ν’ ἀποφασίζῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται δι’ αὐτοῦ.

§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ διατυπώσωμεν σαφέστερον, ἀλλὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.

§25Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διατεθῇ μέρος τοῦ δανείου, καθόσον διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως ἐδίδετο ἡ ἄδεια πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρεώσεων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἤδη δὲ ἡ ἀόριστος φράσις καθιστᾷ περιττοὺς τοὺς ἄλλους ὅρους, διότι, ὅταν λέγῃ εἰς κάλυψιν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἀορίστως, τότε εἶναι περιττοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι, διότι πᾶσα πληρωμὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως σκοπεῖ τὴν κάλυψιν μιᾶς ὑποχρεώσεως.

§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι γίνεται συζήτησις· ἐγὼ εἶπον ν’ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν, ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, τότε ἔχει καλῶς.

§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον νὰ δοθῇ μία πληροφορία.

§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύο λέξεις ἐζητήσατε διὰ μίαν πληροφορίαν· εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς τὴν δώσω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐρχόμενος ἰδιαιτέρως κατόπιν. Ἀρκεῖ νὰ μὴ καταδαπανῶμεν τὴν ὥραν τώρα.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ συνέπειαν ἀποφασίζει καὶ ἀναβάλλεται διὰ τὴν Τρίτην. 24 Μαΐου, ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Θέλομεν προχωρήσει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως θέλομεν προβῆ εἰς τὰς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 106 (ἀναγινώσκεται). «Πᾶς Ἕλλην, δυνάμενος φέρειν ὅπλα, ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων».

§30ΕΠΑΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 106 δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἐτέθη δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς. Ἀλλά, ὅπως ἐτέθη, ἀναγνωρίζεται ὡς ὑποχρέωσις τοῦ Ἕλληνος νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος του. Τὸ τοιοῦτον φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρέωσις, εἶναι τιμὴ καὶ δικαίωμα δι’ ἕκαστον Ἕλληνα νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος του. Ὅπως εἶναι δικαίωμα εἰς τὸ ἄτομον ν’ ἀποκρούῃ δι’ ἀμύνης πᾶσαν προσβολήν, οὕτω καὶ εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων τὴν πατρίδα εἶναι δικαίωμα καὶ τιμὴ ν’ ἀποκρούῃ πάντα κίνδυνον. Οἱ Ἕλληνες πάντοτε διεκρίθησαν διὰ τὴν φιλοπατρίαν των, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις ἡ συνταγματική. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἴσως νὰ ὑπέχῃ τινὰς περιορισμούς, νὰ μὴ ἐνασκῆται ἀσκόπως, καὶ ταῦτα ὁρίζουσιν οἱ νόμοι. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρήσωσιν ὑποχρέωσιν τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.

§31Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ δώσω βραχεῖαν ἀπάντησιν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον αὐτολεξεὶ ἐκ τούτου μεταφρασθὲν εἰς τὸ Δανικόν, ἐν ἄλλῃ δὲ φράσει εἰς τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα, ὅπερ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1907. Καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ Δανοὶ καὶ οἱ Νορβηγοὶ δικαίωμα ἔχουσι ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας πατρίδος· ἀλλ’ ἐνόμισαν ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα, ὀρθὸν ἦτο ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἡ ἀντίστοιχος πρὸς τὸ δικαίωμα ὑποχρέωσις. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι ὑπάρχει διάταξις, ἥτις προσέλαβε χαρακτῆρα ἀστείου, ἡ διάταξις περὶ διατηρήσεως τῆς ἐθνοφυλακῆς, καίτοι δὲν εἶναι διάταξις ἀστεία, ἀλλὰ κατέπεσεν εἰς ἀστείαν, διότι αἱ νέαι ἀνάγκαι ἔπλασαν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἐπέβαλον στρατιωτικὸν βάρος εἰς πάντας, καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ ὡς ἐκ τούτου κατέστη ἄσκοπος. Ἂν ὁ νόμος καθιέρωσεν ὡς δικαίωμα τὸ νὰ εἶναι πάντες οἱ Ἕλληνες κεκλημένοι εἰς στράτευσιν, βεβαίως ὅπως παρασκευασθῶσιν εἰς ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον ἀναξία προσοχῆς ἡ σκέψις ὅπως τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔλθῃ καὶ ἀναγράψῃ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα εἰς διάταξιν ἀντίστοιχον πρὸς τὴν γενικὴν περὶ πάντων τῶν βαρῶν, ἅτινα οἱ Ἕλληνες ὀφείλουσι νὰ φέρωσι. Καὶ ἐκεῖνο εἶναι δικαίωμα νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ ὑπὲρ πατρίδος βάρη καθὼς καὶ τὸ νὰ δικάζωσιν ὡς ἔνορκοι, ἀλλ’ ἀντίστοιχος νόμος καθώρισε πάντα ταῦτα ὡς ὑποχρέωσιν. Νομίζω δ’ ὅτι ἔχει καλῶς ἡ διάταξις αὕτη ἡ οὕτως ἐν τῷ Συντάγματι τειθεμένη, διότι πάντας ὑπομιμνήσκει, ὅπερ ἔχουσι καθῆκον εἰς τὴν ὑπὲρ πατρίδος ἄμυναν καὶ ὅτι ὀφείλουσι νὰ εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὅπως ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγίστους φυγομάχους, διότι εἶναι μὲν δικαίωμα τὸ ν’ ἀμύνηταί τις ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀλλ’ εἶναι καὶ δικαίωμα, ὅπερ δυστυχῶς οὐχὶ σπανίως ἐμφανίζει ἀριθμὸν φυγομάχων κατὰ ἑκατοντάδας καὶ κατὰ χιλιάδας.

§32Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅταν λαμβάνωσι τὰ παραδείγματα ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας.

§33Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ διάταξις νομίζω ὅτι εἶναι ἠθοποιὸς καὶ ἀξία προσοχῆς καὶ εἰμὴ βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ζητηθῇ ἡ διαγραφὴ αὐτῆς τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ Συντάγματι περιλαμβάνεται τὸ περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὅπερ κατήντησεν ἀστεῖον καὶ διὰ τοῦτο ἄλλως διαγραπτέον. Ἀλλά, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ τὸ πρᾶγμα ἀνάξιον λόγου, βεβαίως θέλει διαγραφῇ τὸ προτεινόμενον ἄρθρον.

§34Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ διαγραφῇ ὡς προϊὸν πεπαλαιωμένης ἐποχῆς, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε γενικὴ στρατολογία. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ Πολιτεία, ἵνα ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ πολῖται ἔχωσι τὸ καθῆκον ν’ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ἡ γενικὴ στρατολογία μήπως οἱ πολῖται ἄνευ ἐξαιρέσεως δὲν ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Ἂν ἐξαιροῦνταί τινες, ἐξαιροῦνται λόγῳ παθήσεων, αἵτινες καθιστῶσιν αὐτοὺς ἀνικάνους, ὅπως προσφέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα τὰς ὑπηρεσίας των. Δὲν βλέπω λοιπὸν τί θὰ προσθέσῃ ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν κατὰ τὸν νόμον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Φοβοῦμαι μήπως ἡ διάταξις αὕτη, ὡς κανονίζεται ἐν τῷ Συντάγματι, δώσῃ ἀφορμὴν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρωσι νόμον μὴ ἀπαγορεύοντα τὴν ὁπλοφορίαν, ἤτοι τὸ κακόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλονται διάφορα ἐγκλήματα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον λοιπὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις.

§35Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, διότι θεωρῶ ὡς προσβολὴν εἰς τὸν Ἕλληνα ὑποχρέωσιν συνταγματικὴν διὰ νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα του.

§36Γ. ΠΩΠ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ προκαλέσω ἐξήγησιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου ἡ λέξις «Ἕλλην» περιλαμβάνει στενώτατα ὅρια, καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ διαγραφὴ τοῦ ἄρθρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν φαντάζομαι ὅτι δέον νὰ θίγηται ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ στενὰ ὅρια τῆς λέξεως «Ἕλλην» πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον.

§37Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ λέξις «Ἕλλην εἶναι μὲ τὴν ἔννοιαν πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος».

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τὸ παλαιὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 106 «Ἡ ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται» ἐξαλειφθῇ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 106 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον ψηφίζεται ἔχον ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 106.—«Πᾶς Ἕλλην, δυνάμενος φέρειν ὅπλα, ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων». Ἄρθρον 107.

§39Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἐὰν δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἄλλων ἄρθρων.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον, καὶ κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον.

§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως γνωστὸς εἰς τοὺς διαφόρους συμβολαιογράφους, οἵτινες ὑπέπεσον ἐκ τούτου εἰς παραβάσεις ἐχούσας βαρυτάτας συνεπείας δι’ αὐτοὺς καὶ τοὺς συμβαλλομένους. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐξοικονόμησιν ἄνευ βλάβης τοῦ δημοσίου ταμείου. Μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦνται αἱ πράξεις καὶ αἴρονται αἱ συνέπειαι, ἐὰν ἐντὸς 40 ἡμερῶν καταβληθῇ ὁ φόρος πρὸς τὸ Δημόσιον ὑφ’ οὓς ὅρους ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ὑποβάλλομεν κατὰ συνέπειαν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως πράξεων συνταχθεισῶν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ͵ΓΤϞΑʹ νόμου τοῦ 1909 «περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν, αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν».

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 107 (ἀναγινώσκεται).

§44Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Κατὰ τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν, συνάδελφοί τινες ἐζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄρθρων προηγουμένων τοῦ ἄρθρ. 107. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει της τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ἄρθρων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον κανονίσει τὰς σκέψεις αὐτῆς, ἂν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα ψηφισθῶσι κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, ἂν ἤθελον ἀναθεωρηθῆ καὶ κατὰ ποῖον χρόνον ἤθελον ἀναθεωρηθῆ. Ἐπιδρᾷ πολὺ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡ τοιαύτη γνώμη καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῶσιν αἱ ψηφοφορίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ποῖα ἄρθρα ἐψήφισεν, οὕτως ὥστε νὰ κανονίσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν θὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν ἄρθρων ἑπομένων πρὶν ἢ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, διὰ νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἦτο ἂν ἐσχετίζετο μὲ τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σχετίζεται. Δηλῶ δὲ ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφοφορίας γίνεται διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι, προκειμένου νὰ γίνῃ ὀνοματικὴ ψηφοφορία, πρέπει νὰ ἔχωσι πάντες τὴν ἀνατύπωσιν τῶν ἄρθρων ὡς ἐτροποποιήθησαν, καί, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἐγένοντο τροποποιήσεις πολλαὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 101, 102,103, κυρίως μάλιστα ἐπὶ τοῦ 102. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀνατυπωθῶσι τὰ ἄρθρα αὐτὰ μετὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταί, καὶ ἀναμένω ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν διὰ νὰ μοὶ προσκομισθῶσιν ἀνατετυπωμένα, μόλις δὲ μοὶ προσκομισθῶσι θὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία συνεπῶς ἀναβάλλεται δι’ ὀλιγίστην ὥραν.

§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔθεσε τοῦτο τὸ ζήτημα, διὰ νὰ μορφώσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ ποῖον χρόνον πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἀναθεώρησις, πρέπει νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ψηφισθῶσι τὰ προηγούμενα ἄρθρα. Τοῦτο εἶναι ἀληθῶς συντελεστικὸν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 107. Νομίζω ὅτι θὰ ἐξωκονομεῖτο τὸ πρᾶγμα, ἐὰν μὴ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις τῶν προηγουμένων ἄρθρων...

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ μείνῃ τελευταῖος νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κλάδης ἕως ὅτου ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα ἄρθρα.

§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μάλιστα.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάσκαρις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107.

§50Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἄν εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ νόμοι ἕν τινι Πολιτείᾳ πρέπει νὰ εἶναι προϊὸν πείρας καὶ μελέτης, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταρρυθμίζωνται καὶ καταργῶνται συνεχῶς, κατὰ μείζονα λόγον δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ συχνὴ μεταρρύθμισις τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Πολιτείας, διότι ἄλλως θὰ ἔφερον χαρακτῆρα προσωρινότητος, ὡσανεὶ ἐτίθεντο δοκιμαστικῶς, τοῦθ’ ὅπερ ἐξ ἄλλου δὲν ἤθελεν ἐμπνέει μεγάλην πεποίθησιν ἐπὶ τὸ εὔστοχον αὐτῶν, διασαλευομένου συνάμα καὶ τοῦ κύρους τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας. Βεβαίως ἡ ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, διότι ἐν δεδομένοις καιροῖς ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ συχνὴ μεταρρύθμισις συνταγματικῶν διατάξεων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἀφ’ ἑτέρου δὲν πρέπει αὕτη νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, ὥστε νὰ καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ἵνα οὕτω μὴ ἀναφαίνωνται κίνδυνοι καὶ ἵνα οὕτως αἴρωνται τὰ αἴτια βιαίων μεταβολῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος εἶχε προτείνει εἰς τὴν τότε Συνέλευσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων μετὰ παρέλευσιν τριακονταετίας, ἡ Συνέλευσις ὅμως δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην περιορίσασα τὸν χρόνον εἰς δεκαετίαν, ὑπέβαλεν ὅμως τὴν ἀναθεώρησιν εἰς τοσοῦτον δυσχερεῖς διατυπώσεις, ὥστε αὕτη καθίστατο ἀδύνατος ἄνευ ἐπαναστάσεως, ἔστω καὶ εἰρηνικῆς. Ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν δὲ τούτων ἐψηφίσθησαν καὶ νόμοι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀντισυνταγματικοί, οἵτινες ὅμως ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖοι, ὥστε καὶ ἐν τῇ σημερινῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος διὰ σχήματος οὕτως εἰπεῖν πρωθυστέρου νὰ προσαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς τοὺς πρὸ πολλοῦ ἰσχύοντας ἀντισυνταγματικοὺς νόμους. Νῦν δέ, ὡς προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 107, αἱ ἀναθεωρήσεις εἰς τὸ μέλλον ἔσονται εὐχερεῖς, φρονῶ δ’ ὅτι ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ μετερρύθμισε τὴν σχετικὴν διατύπωσιν. Ὀρθῶς ἐπίσης προτείνει, ὅπως ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιώδους διατάξεως ψηφισθῇ εἰς δύο διαφόρους ψηφοφορίας ὑπὸ τῆς ἰδίας Βουλῆς, αἵτινες ν’ ἀπέχωσιν ἀπ’ ἀλλήλων τοὐλάχιστον κατὰ ἕνα μῆνα, διότι ὁμολογουμένως οὕτως ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προκληθῆ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν δύο μηνῶν, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι μετὰ μείζονος περισκέψεως καὶ μελέτης θέλει ληφθῆ ἡ δέουσα περὶ ἀναθεωρήσεως ἀπόφασις. Ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ καὶ εὐλόγως καὶ συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ συγκληθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἀποτελεσθῇ ἐκ διπλοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι πολυτέλεια ἀδικαιολόγητος καὶ αὐξάνει ἄνευ τινὸς λόγου τὴν σχετικὴν δαπάνην. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἔνθα ὄχι μόνον μὴ θεμελιώδεις, ἀλλὰ καὶ θεμελιώδεις διατάξεις δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, αἱ ἀναθεωρήσεις αὗται δὲν γίνονται διὰ διπλῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν διαλύονται αἱ Βουλαί, αἵτινες ἐψήφισαν τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην. Ἐν Γαλλίᾳ λ. χ., διὰ νὰ γίνηται ἀναθεώρησις συνταγματικῶν διατάξεων, ἀρκεῖ ὅπως ψηφίσωσι ταύτην ἰδιαιτέρως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, εἴτε αὐθορμήτως εἴτε κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας· κατόπιν τούτου τὰ δύο Σώματα συνερχόμενα ὁμοῦ εἰς Συνέλευσιν ἢ εἰς Κογγρέσον προβαίνουσιν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Κατὰ μείζονα ἑπομένως λόγον δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῆται παρ’ ἡμῖν διπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, εἶναι δ’ ἐπαρκὲς τὸ ὅτι εἰς τὴν ἀναθεώρησιν θὰ προβῇ ἄλλη Βουλὴ πρὸς τοῦτο συγκαλουμένη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κατά τε τὸ προσχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ διὰ πλειονοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἡ δ’ ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένη νέα Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων κατὰ μὲν τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, κατὰ δὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ πλειονοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, τοῦθ’ ὅπερ θεωρῶ καὶ καταλληλότερον. Δὲν εὑρίσκω ὅμως ὀρθόν, ὅπως ἡ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ψηφίσασα Βουλὴ μὴ διαλυθῇ αὐτοδικαίως, ἀλλ’ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της μέχρι διαλύσεως διὰ τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος ἢ μέχρις οὗ ἐκπνεύσῃ συνταγματικῶς, κατόπιν δὲ ἡ νέα Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως, ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Κρίνω καταλληλοτέραν τὴν ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀναφερομένην διάταξιν, σύμφωνον ἄλλως καὶ πρὸς τὴν μέχρι σήμερον ἰσχύουσαν, ὅπως διαλύηται αὐτοδικαίως ἡ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ἀποφασίσασα Βουλὴ, ἵνα συγκληθῇ ἡ νέα, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ μένωσιν ἐπὶ πολὺ μετέωροι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν διατυπώσεις, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν αὕτη δέον νὰ ἐπιτραπῇ, εὑρίσκω ὅτι ἡ προτεινομένη πενταετία εἶναι διάστημα λίαν βραχύ, ἴσης σχεδὸν διαρκείας μιᾶς βουλευτικῆς Περιόδου, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως μετὰ περισκέψεως γενομένης νὰ παραστῇ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νέας τοιαύτης μετὰ μίαν πενταετίαν· εὐκολία μόνον θὰ παρασχεθῇ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ προκαλῶσιν ἀναθεωρήσεις συνταγματικῶν διατάξεων κατὰ τὸ ἑαυτῶν συμφέρον, νὰ γίνηται τουτέστι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ὅ,τι ἐγίνετο σχετικῶς πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες μετερρυθμίζοντο ἢ καὶ κατηργοῦντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες διεδέχοντο τὰς εἰσηγουμένας τοὺς νόμους ἐκείνους. Ἄλλοτε εἶχε νομοθετηθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν, νομίζω, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ διαδεξαμένη τὴν προκαλέσασαν τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν κατήργησεν. Ἐπίσης εἶχε νομοθετηθῇ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, ὁρίσαντος τοῦ νόμου τὰ προσόντα αὐτῶν καὶ κανονίσαντος τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, συνάμα δὲ περιελήφθη καὶ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοδικαίως ἐπαύοντο ἅπαντες οἱ παρὰ Πρωτοδίκαις εἰσαγγελεῖς. Ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, δι’ ἑτέρου νόμου ἄλλως, διεκανόνισε τὰ πράγματα, περιληφθείσης καὶ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τῆς διατάξεως ὅτι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του αὐτοδικαίως ἐπαύοντο πάντες οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν. Τοιαῦται ὅμως εὐκολίαι νὰ μεταρρυθμίζωσι τοὺς νόμους κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὸ συμφέρον δὲν πρέπει βεβαίως νὰ παρέχωνται εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὅστις πολὺ διαφέρει τῶν κοινῶν νόμων καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς τὰς αὐτὰς περιπετείας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ εἶναι εὐχερὲς εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ προκαλῶσιν ἀναθεωρήσεις κατὰ τὸ πολιτικὸν αὐτῶν συμφέρον. Αἱ ἀναθεωρήσεις δέον νὰ εἶναι προϊὸν τῆς πείρας, ἵνα δ’ ἐκ τῆς πείρας προκύψωσιν αἱ ἐλλείψεις, ἀπαιτεῖται ἐπαρκὲς χρονικὸν διάστημα, τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι ἡ προτεινομένη πενταετία, ἀπαιτεῖται χρόνος μακρότερος, κατ’ ἐλάχιστον μία δεκαετία, ἡ πενταετία δ’ ἐξ ἄλλου παρέχει ἀφορμὴν νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις ἐγένετο κατόπιν ἐπιμελοῦς ἐπεξεργασίας καὶ τοιούτων συζητήσεων, δὲν θεωρεῖται λίαν ἐπιτυχής, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων κρίνεται ὅτι μετὰ πάροδον πενταετίας δύναται νὰ παραστῇ ἀνάγκη νέας ἀναθεωρήσεως ἤ, ὅπερ ταὐτό, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἐγένετο δοκιμαστικῶς ἐπὶ πέντε ἔτη, ἀλλὰ τοῦτο κλονίζει αὐτὸ τὸ κῦρος τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας, οὗτινος αἱ διατάξεις δὲν πρέπει νὰ φέρωσι τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος. Διὰ τοῦτο εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ, Ἑλβετίᾳ, Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, ἔνθα ἡ ἀναθεώρησις εἶναι λίαν εὐχερής, ὑπὸ οὐδενὸς χρονικοῦ ὁρίου περιοριζομένη, σπανιώτατα συμβαίνει. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1875, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ συνταγματικοὶ νόμοι, μέχρι σήμερον ἅπαξ μόνον ἐγένετο ἀναθεώρησις, καίτοι ἐκεῖ, ὡς προεῖπον, εἶναι λίαν εὐχερής αὐτή· ἀρκεῖ νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ. Ἀλλ’ εἰς τὰ εἰρημένα Κράτη καὶ αὐτοὶ οἱ κοινοὶ νόμοι σπανίως μεταρρυθμίζονται ἢ καταργοῦνται, διότι εἶναι προϊόν πείρας καὶ μελέτης, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ἡ τελευταία εἰκοσιπενταετία διεκρίθη παρ’ ἡμῖν ἰδίᾳ διὰ τὴν πολυνομίαν, ἡ ὁποία ἐμφαίνει τὴν παραλυσίαν τῆς Πολιτείας, corruptissima republica plurimae leges, ἐψηφίζοντο ἑκάστοτε νόμοι ἐπὶ νόμων ἀλληλαναιρουμένων. Ὁ θέλων π. χ. ν’ ἀναδιφήσῃ τὴν τελωπακὴν ἡμῶν νομοθεσίαν εὑρίσκεται πρὸ λαβυρίνθου διὰ τὴν ἀπειρίαν τῶν νόμων, ὧν οἱ πλεῖστοι κατήργουν τοὺς ὑφισταμένους, ἵνα ἐπαναφέρωσιν ἐν ἰσχύϊ ἑτέρους προηγουμένως ἰσχύοντας, τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων προθυμοποιουμένων νὰ καταργῶσι τοὺς νόμους τῶν προκατόχων, ἵνα ἐπαναφέρωσι τοὺς ἰδικούς των, οὓς οἱ προκάτοχοι εἶχον καταργήσει. Ἀπὸ τοιαύτας διακυμάνσεις καὶ περιπετείας δέον νὰ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀναθεωρήσεως εἰμὴ μετὰ πάροδον χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποδειχθῆ ὑπὸ τῆς πείρας καὶ καταστῆ ἐπάναγκες ὑπὸ τῶν πραγμάτων νὰ γίνεται ἀναθεώρησις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους πέποιθα ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει τὸ βάσιμον τῶν σκέψεων τούτων καὶ θ’ ἀποδεχθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ προτεινομένη πενταετία, μετὰ πάροδον τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αὐξηθῇ τοὐλάχιστον εἰς δεκαετίαν, διότι μόνον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δυνατὸν ἐκ τῆς πείρας νὰ προκύψῃ ἡ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως.

§51Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ συστηματικὴ ὀργάνωσις μορφῆς τινος πολιτεύματος, κύριοι Βουλευταί, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως ὡρισμένων ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων κτίζεται τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα. Ἐάν, μεταβαλλομένων τῶν ἑκάστοτε ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς, αἱ ἀρχαὶ αὗται παρακολουθῶσι τὴν ἐξέλιξιν τροποποιούμεναι ἁρμονικῶς πρὸς ταύτας, ἡ ἀνάγκη τῆς περιφρουρήσεως τῶν θεσμῶν τούτων δὲν καθίσταται τόσον αἰσθητὴ κυρίως ὅταν οὐδεὶς ἐκ τῶν παραγόντων τοῦ πολιτεύματος ἀμφισβητῇ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος αὐτῶν. Εἰς τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν νεωτέρων Κρατῶν οἱ σύγχρονοι πολιτικοὶ θεσμοὶ δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη φυσιολογικῶς εἰς τὸν τόπον· ἐσωτερικοὶ κλονισμοὶ εἰς τὰ μέν, ἐπιδράσεις περιβάλλοντος εἰς τὰ δέ, ἀπέσπασαν κατὰ καιροὺς ἀπὸ τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος δικαιώματα καὶ ἐλευθερίας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἔσπευσε νὰ ἐμπιστευθῇ οὐχὶ εἰς τὰς ἀορίστους προφορικὰς ὑποσχέσεις, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀμετάβλητον γραπτὸν λόγον. Κατόπιν δέ, ὅτε ὁ κίνδυνος ἐξέλιπε, τὰ πλεονεκτήματα τῶν Συνταγματικῶν Χαρτῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἡ χρῆσις αὐτῶν ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἀποκατεστάθησαν εἰς ἀνεξαρτήτους καὶ πολιτικὰς ὀντότητας. Διότι κατενοήθη ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου πρέπει πάντως νὰ στεγασθῶσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν ἰδιοτροπίαν τοῦ νομοθέτου, διότι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ τὴν σταθερότητα ὡρισμένων τινῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἑδραιωθῇ βραδύτερον τὸ λοιπὸν νομοθετικὸν ἔργον, διότι αἱ ἐξουσίαι, εἰς τὰς ὁποίας διαιρεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὡς ἔχουσαι τὴν αὐτὴν πηγήν, ἰσοδύναμοι καὶ ἰσόκυροι, καὶ ν’ ἀπομακρυνθῇ οὕτως ὁ ἐνδεχόμενος κίνδυνος τῆς συγκεντρώσεως. Οἱ λόγοι δὲ οὗτοι, οἵτινες συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τοὺς λαούς, ἵνα τόσον ζηλοτύπως φυλάττωσι τοὺς Χάρτας τούτους καὶ τόσον δύσπιστοι νὰ φαίνωνται ὁσάκις οὗτοι πρόκειται νὰ θιγθῶσιν. Ἀποτέλεσμα τῆς δυσπιστίας ταύτης εἶναι ἡ ὀργάνωσις εἰς πάντας σχεδὸν τοὺς Συνταγματικοὺς Χάρτας ἑτέρας ἐξουσίας ἐκτὸς τῶν τριῶν ἐξουσιῶν τῶν κλασσικῶς παραδεδεγμένων, εἰς τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ Montesquieu καὶ τοῦ Locke, ἀπὸ τοῦ Ἀριστοτέλους ἴσως, διαιρεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Ἡ τετάρτη δ’ αὕτη ἐξουσία, ἡ συντάσσουσα ἐξουσία, πρέπει καὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ σαφῶς νὰ ὀργανοῦται. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διότι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας νέαι ἀνάγκαι δημιουργοῦσι καθ’ ἑκάστην, πρέπει δηλονότι τὰς κοινωνικὰς μεταβολὰς νὰ παρακολουθῶσιν αἱ πολιτικαὶ μεταβολαί. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλείς, ἥτις θὰ παρεμποδίσῃ τοὺς σοβαροὺς κλονισμούς, οἵτινες θὰ εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια τῆς συγκρούσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν πρὸς αὐτὸν τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ζητοῦσι ν’ ἀποκρυσταλλώσωσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ζωήν. Τὴν χρησιμότητα δυστυχῶς τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐξουσίας ταύτης καὶ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῆς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἰσοδυναμῇ πρὸς παντελῆ ἔλλειψιν, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου. Διὰ τοῦτον δ’ ἀκριβῶς τὸν λόγον νομίζω ὅτι πολὺ προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμεθα προκειμένου νὰ τὴν μεταβάλωμεν. Διότι εἶναι ψυχολογικῶς παρατηρημένον ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἐναντίον ἑνὸς μέτρου εἶναι τὸ ἕτερον ἄκρον τοῦ προϋπάρξαντος. Ἀλλὰ λησμονεῖται ὅτι πλὴν τῆς ἀνάγκης τῆς περιβολῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν δι’ ἰδιαιτέρου κύρους, ἰδιαιτέρως διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις δὲν εὑρίσκεται εἰς ἐπίπεδον πολιτικῆς μορφώσεως πολὺ προηγμένον, τὸ θέλγητρον τοῦ ἀγνώστου εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπικίνδυνον καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐπικυνδύνους μεταβολάς, ἐὰν ἡ ἀναθεώρησις καταστῇ ὑπεράγαν εὔκολος; Κινδυνεύομεν δηλαδὴ νὰ ἴδωμεν θεσμούς, τοὺς ὁποίους ζωηρῶς ἐζήτησεν ὁ λαὸς ν’ ἀποδοκιμάζωνται καὶ νὰ καταργῶνται, διότι εὑρέθη μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ θεσμοὶ οὗτοι διά τινας λόγους κατέστησαν ἀντιδημοτικοί. Ἡ ὀργάνωσις τῆς ἐξουσίας ταύτης εἶναι λοιπὸν στενῶς συνδεδεμένη πρὸς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου· διότι εἶναι εὔκολον νὰ κατανοήσῃ τις ὅτι, ἂν ἡ ἐξουσία αὕτη ὀργανωθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις νὰ δύνανται εὐκολώτατα νὰ θιγθῶσι, τὸ Σύνταγμα παύει πλέον νὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὸν κῦρος καὶ ἰσχὺν καὶ ἀφομοιοῦται ἁπλούστατα πρὸς ἕνα κοινὸν νόμον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πλεῖστοι σπουδαῖοι συγγραφεῖς νομίζουσιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἡ διάταξις, ἥτις ὀργανώνει τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ θιγθῇ ὑπὸ Σώματος ἀσκοῦντος ἐννόμως τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν. Λέγων ἔννομον συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐννοῶ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία μολονότι ἐξαιρετικῶς λειτουργεῖ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι, διότι, ἂν τὸ Σύνταγμα καταπατηθῇ, ὅταν ἡ θύελλα ἐκσπάσῃ εἰς τόπον τινά, τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔρχεται, τοῦ λαοῦ ἐπικροτοῦντος, νὰ καταλάβῃ τὴν κενωθεῖσαν θέσιν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἔκτακτος καὶ ἀπρόβλεπτος, ταύτην οὐδεὶς δύναται προκαταβολικῶς νὰ ὀργανώσῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ἤκουσα καὶ ἀνέγνωσα μετ’ ἐκπλήξεως γνώμας ἀνδρῶν σοφῶν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἀσκούντων συντακτικὴν ἐξουσίαν Σωμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ βάσις τις διαιρέσεως, σημεῖόν τι διακρίσεως, τοῦτο εἶναι ὅτι, ὅταν τὸ Σῶμα δὲν ἔρχεται ὡς κατακλεὶς μιᾶς πολιτικῆς ζυμώσεως, οὐχὶ δηλονότι ὡς βῆμα προόδου, ἀλλ’ ὡς ἅλμα ἐξελίξεως, τὸ Σῶμα ἐκεῖνο δὲν ὑπόκειται εἰς ὁρισμούς· θὰ ἔχῃ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τοῦτο, ἓν μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ πράξωμεν σήμερον. Θεμελιῶδες ἢ ὄχι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔχει ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα, καὶ λίαν προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμεθα προκειμένου νὰ τὸ μεταβάλωμεν. Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸ ὑμῶν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅπως ὑποβάλω τὴν γνωστὴν τροπολογίαν. Καὶ πρῶτον προκειμένου περὶ τοῦ ὁρίου, κατόπιν τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις. Νομίζω ὅτι τὸ ὅριον τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς ἑξαετές. Φαίνεται βέβαιον ὅτι θὰ μεσολαβήσῃ διάστημα ἑνὸς ἔτους μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἡ φυσικὴ διάρκεια τῆς προσεχοῦς Βουλῆς θὰ εἶναι 4 ἐτῶν, ὥστε ὑπάρχει μία σύμπτωσις τοῦ τέρματος τῆς προσεχοῦς Βουλῆς καὶ τῆς πενταετίας, ἥτις ὁρίζεται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς τε ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν. Τὴν σύμπτωσιν αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς τελείως ἀκίνδυνον. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ κόμματα τὰ πολιτικά, ὁσονδήποτε ἁγνὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι, δὲν ἔχουσι πάντοτε ὡς γνώμας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συμφερώτεραι εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν των εἰς τὴν Πολιτείαν. Νομίζω ἀπ’ ἐναντίας ὅτι αἱ ἐγωιστικαὶ ἀντιλήψεις προυχώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀκουσθῇ πολὺ δικαία ἡ κραυγὴ ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεοκόπησε. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως, διότι, ἂν παρακολουθήσῃ τις προσεκτικῶς τὰς κοινωνικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξελίσσεται ἡ ἀνθρωπότης, θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ ἀτομικισμός, μολονότι περιβάλλεται τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀκράτητος βασιλεύει εἰς πάντα τὰ στάδια. Ὁ πόλεμος δὲ πρὸς ἐπικράτησιν εἰς τὴν πολιτικήν, ὅπως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ στάδια, καθίσταται ὁσημέραι ἀγριώτερος καὶ γυμνότερος προλήψεων. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένας συνταγματικὰς διατάξεις εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μεταβληθῶσι μόνον καὶ μόνον διότι εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἄλλη ἢ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, νὰ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ διὰ κομματικοὺς λόγους τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ κομματικὸν αὐτῆς συμφέρον. Ἄν ὁρισθῇ τὸ διάστημα εἰς 6 ἔτη, θὰ ἔχωμεν νέαν Βουλὴν διὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ἐὰν δὲ ἡ νέα Βουλὴ δὲν ἔχῃ λόγους ἐξαιρετικούς, ἐπείγοντας, ὥστε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὸς σύγκλησιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς τοιαύτης, εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τέρματος αὐτῆς, ὁπότε τὸ διάστημα ἐκτὸς τῆς ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως τοῦ ἐπείγοντος θὰ εἶναι ἐννεαετές. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Ἠθέλησα εἰς μίαν ἀναθεώρησιν νὰ συμμετάσχωσι καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἐκτὸς τῶν συστηματικῶς πολιτευομένων. Νομίζω, ὡς εἶπον, ὅτι οἱ ἐκ συστήματος πολιτευόμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βλέπωσι τὰ πράγματα διὰ τοῦ φακοῦ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος. Ἐνῷ τὰ νέα ταῦτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἀλλ’ εἰς κλάδους ἄλλους, ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς τῆς ἐκ συστήματος, θὰ εἶναι ὄχι μόνον αὔρα νέας ζωῆς, εἰσπηδῶσα εἰς τὸν μεμολυσμένον ἐξ ὑπολογισμῶν ἀέρα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ πολύτιμοι συνεργάται, ἐὰν ἔγκυρον ἔχωσι γνώμην. Εἶναι τὸ μέγα πλεονέκτημα τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἥτις οὕτω συντελεῖ μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἵνα πομπωδῶς καὶ μὲ περισσοτέραν αἴγλην γίνηται ἡ σύγκλησις τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ θίξῃ θεμελιώδεις θεσμούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συντελεῖ, ὥστε δυσκολώτερον, τοὐλάχιστον, ἐὰν αὕτη καταρτίζηται ὡς προτείνω, νὰ καθίστανται τὰ συνταγματικὰ ζητήματα ζητήματα πολιτικά. Ἡ διπλῆ ὅμως Βουλὴ ἔχει μειονεκτήματα, ἐὰν καταρτίζηται ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο. Διότι ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης, ὁ διπλοῦς ἀριθμὸς ν’ ἀποτελεσθῇ κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἀντιθέτων τῶν ἐπιτυχόντων τοπικῶν ἀντιπάλων. Καὶ ἂν ὅμως ἀκόμη νέα στοιχεῖα προσηλυτισθῶσιν εἰς τὴν ἐκ συστήματος πολιτικήν, τοῦτο θὰ γίνῃ ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῆς κοινωνικῆς προόδου τοῦ τόπου, διότι ἔχει ἤδη συγκεντρώσει τὸ Κοινοβούλιον σχεδὸν πᾶσαν ἰκμάδα ζωῆς ἐν τῷ τόπῳ. Καθ’ ὃν τρόπον προτείνω, ἕνεκα τῆς διαιρέσεώς των ἀπὸ τῆς ὑποψηφιότητος ἀκόμη εἰς τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους Βουλευτάς, οἱ ἔκτακτοι θ’ ἀπέρχωνται μόλις λήξῃ ἡ ἀναθεώρησις, διὰ νὰ συνεχίσωσι τὸ ἔργον των, εἰς ὃ ἐτάχθησαν στάδιον δράσεως. Οὗτος δ’ εἶναι ὁ λόγος, τὸ καθαρῶς προσωρινόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτρέψῃ τοὺς ἐκ συστήματος πολιτευομένους νὰ κατέλθωσιν, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, ὡς προσωρινοὶ εἰς τὸν ἀγῶνα. Ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς εἶναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια, διότι καὶ διὰ σφαιριδίων καὶ διὰ ψοφοδελτίου εἶναι εὔκολος ἡ κεχωρισμένη ψηφοφορία. Εἷς τρόπος ἐκ τοῦ προχείρου θὰ ἦτο, λόγου χάριν, τὸ ἐρυθρὸν χρῶμα τῆς κάλπης εἰς τὸ ναί, ἢ προκειμένου περὶ ψηφοδελτίου ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται ἐν Βελγίῳ διὰ τοὺς ἀναπληρωματικοὺς Βουλευτάς. Δὲν νομίζω ἐπίσης ὅτι θὰ κλονισθῇ ἡ πειθαρχία μιᾶς Συνελεύσεως ἀποτελουμένης ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, οὕτως ἐκλεγομένων, διότι οἱ ἐκ συστήματος πολιτευόμενοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνήθως δυνατὸν νὰ παράσχωσι πράγματα εἰς μίαν Κυβέρνησιν. Οἱ μακρὰν τῆς πολιτικῆς ἀνατραφέντες καὶ μόνον ὡς μετέωρα διερχόμενοι δι’ αὐτῆς δὲν εἶναι στοιχεῖα ἀσύντακτα. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν μόνον συστηματικῶς πολιτευόμενοι εὑρίσκοντο ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετελέσθη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, τὸν ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν εἰς τὴν Ἀγγλίαν δύο ζητήματα εἶχον τεθῆ, δύο ζητήματα δηλαδὴ ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν ἀπησχόλουν τὴν κοινὴν γνώμην. Τὸ πρῶτον ζήτημα ἦτο τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ὁ ἐκλογικὸς ὅμως ἀγὼν δὲν διεξήχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐρωτήματος τούτου καὶ μόνου· εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ συντηρητικὸν κόμμα ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει, κατὰ τὰ τελευταῖα τοὐλάχιστον ἔτη, ὡς ἀρχὴν καὶ τὸ προστατευτικὸν τελωνιακὸν δασμολόγιον· τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι λίαν ἀντιδημοτικὸν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· οἱ ἐκλογεῖς, ὅτε ἐψήφιζον ὑπὲρ τῶν συντηρητικῶν, ἐψήφιζον ἐμμέσως καὶ ὑπὲρ τοῦ προστατευτικοῦ δασμολογίου, ὅτε δὲ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῶν φιλελευθέρων, ἐψήφιζον ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ἀλλὰ διὰ τῆς διατηρήσεως τούτων εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων θὰ ἐτροποποιεῖτο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τὸ Σῶμα ἐκεῖνο τὸ μετέβαλε ῥιζικῶς. Ὑπῆρχον δύο ζητήματα δηλαδή, συνταγματικὸν καὶ νομοθετικόν. Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν νίκην εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπίθανον, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συντελεσθῇ θεμελιώδης συνταγματικὴ μεταβολή, συρομένη ὄπισθεν τῆς ἀντιδημοτικότητος ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου. Παρ’ ἡμῖν τοιαῦτα ζητήματα δὲν παρουσιάζονται, θὰ εἴπητε. Ὑποθέσατε ὅμως ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθίσταται ἀντιδημοτικὸς καὶ μία Κυβέρνησις ἀντιλαμβανομένη ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς πολὺ καλὴν θέσιν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ κάμῃ τὰς ἐκλογὰς, θὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομοθετικῆς δὲν ἀπολαύει ἴσως πλήρους ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ἐξερχομένην τῶν ἐκλογῶν μὲ νέαν πάλιν πλειονοψηφίαν. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅπως θεωρήσω σκόπιμον, ἵνα ἡ ἀναθεώρησις γίνηται διὰ διπλῆς Βουλῆς, τῶν ἐκτάκτων Βουλευτῶν ἀπερχομένων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀφοῦ μετριάσωσι τὰ κομματικὰ πάθη εἰς τόσον σπουδαίας στιγμὰς καὶ λύσωσι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα. Κατόπιν, τούτων ἀπερχομένων, τὰ κόμματα μένοντα μόνα θὰ δώσωσι Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἐάν, Κύριοι, ἔλειπον τὰ παραδείγματα, ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἐναντίον ἑνὸς μέτρου, ὡς προηγουμένως εἶπον, φθάνει ἀμέσως εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, θὰ εἴχομεν ἓν παράδειγμα ἐκ τῶν δύο προσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, τοῦ προσχεδίου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἀμφότερα ταῦτα καθιεροῦσιν, ἡ ἀναθεώρησις καθίσταται πλέον εὐχερεστάτη, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει τις νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ ἄκρα, πάντως ὅμως, ὅταν τοῦτο γίνεται ἀποτόμως, δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι ἐπιζήμιον καὶ βλαβερόν. (Χειροκροτήματα).

§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπως διευκολυνθῇ ἐν μέτρῳ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀναθεώρησις, εἶχε κοινῶς ἀναγνωρισθῆ, μετὰ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν ἐκ τῆς διατυπώσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ ὁποία κατέληξε σαφῶς ὅτι ἄνευ ἐπαναστάσεως ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐξουσία. Ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη πολὺ καθαρῶς ἢ μᾶλλον ὑπεδείχθη, ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 εἶναι ἴσως θεμελιώδης καὶ ἐξέρχεται τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας μας νομίζω ὅτι δὲν ἔχει βάσιν. Βάσιν θὰ εἶχε μόνον, ἐάν, τροποποιοῦντες τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἐτροποποιοῦμεν καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ, τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν τροποποίησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν μόνον τὰ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τοῦθ’ ὅπερ καὶ προτείνομεν βεβαίως, δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα ὅτι οὐχὶ νομίμως ἐπιλαμβανόμεθα καὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων εἰς σύνοδον ἁπλῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται ἐπίσης πρὸς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, βλέπω δὲ ὅτι ὀλίγοι εἶναι σήμερον οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ὅτι διὰ διπλοῦ Σώματος Βουλῆς πρέπει νὰ γένηται ἡ ἀναθεώρησις, διότι ἡ σύγκλησις ἰδιαιτέρου Σώματος ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀποτελουμένου, κινεῖ καὶ σαλεύει πολὺ περισσότερον τὸ καθεστὼς παρ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ κινηθῇ τοῦτο, ὅπως τροποποιηθῶσι μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Θὰ τρέχωμεν πάντοτε τὸν κίνδυνον, αὐτὴ ἡ ἐξουσία, ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐρχομένη ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, θελήσῃ νὰ σφετερισθῇ ἐξουσίαν, ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Διὰ τοῦτο νομίζω σκόπιμον, ἵνα δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἁπλῆς Βουλῆς γίνηται ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἡ διάταξις ἡ παρεμβαλλομένη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ δίς, ἐν διαστήματι ὁλοκλήρου μηνός, εἶναι ἐπίσης σκόπιμος, νομίζω, διότι καθιστᾷ τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀναθεωρήσεως προϊόν ὡριμωτέρας σκέψεως. Καὶ ἄν, δὶς εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχουσι πλείονες ἐγγυήσεις ὅτι τοῦτο εἶναι προϊόν ὡρίμου σκέψεως καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κρατοῦσαν ἀντίληψιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀντιθέτως πρὸς τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν, προτείνει καὶ ἄλλην τινὰ δυσκολίαν τῆς ἀναθεωρήσεως ὡς ἐγγύησιν· ὁρίζει τουτέστιν, ὅπως ἡ συγκαλουμένη μετὰ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως Βουλὴ πρέπῃ νὰ ἀποφαίνηται διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀντὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀναθεωρήσεως, τὴν ἤδη διπλῆν ἀπόφασιν κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ ἡ ἀποφανθεῖσα τὴν ἀναθεώρησιν διαλύεται αὐτοδικαίως, ἡ δὲ συγκαλουμένη νέα ἁπλῆ Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ κανονικὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Τοῦτο νομίζω κανονικώτερον, διότι παρέχει τοῦτο καὶ μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις δὲν θ’ ἀποφασισθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε· διότι, ἐὰν ἤθελέ τις ὑποθέσει ὅτι μία πολιτικὴ ὁμὰς ἰσχυρὰ θὰ θελήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν διατάξεως μὴ θεμελιώδους κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀντιλήψεις, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφανθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν ἀρχῇ τῆς περιόδου, νὰ παραμείνῃ εἶτα ὁλόκληρον τὴν περίοδον τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς, ὅταν θὰ ἔχῃ λησμονηθῇ ἐντελῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς νέας ἐκλογάς, ὅτε ἴσως θὰ ἔβλεπε τὴν αὐτὴν πλειονοψηφίαν νὰ τὴν παρακολουθήσῃ. Ἐὰν ὅμως ἡ πολιτικὴ αὕτη μερίς, ἡ ὁποία ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐπιδιώκει τὴν ἀναθεώρησιν, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι μετὰ τοιαύτην ἀπόφασιν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον διατεθειμένη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἀναμέτρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν αἱ πρῶται ἐκλογαί. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐν τῇ νέᾳ διατυπώσει, τὴν ὁποίαν θέλομεν εἰσαγάγει δεχόμενοι τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν, σκοπιμώτερον ῥυθμίζομεν τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον. Συγχρόνως δὲ πρέπει ἡ Βουλή, ἡ καλουμένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἡ ὁποία ἔρχεται μετὰ ἄμεσον διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφανθείσης τὴν ἀναθεώρησιν, ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι ἀνώμαλον εἶναι νὰ κινῆται ἡ ἐκλογικὴ μηχανή, νὰ ἔρχωνται δύο Βουλαὶ καὶ ν’ ἀποφαίνωνται ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ καλῆται ὁ λαὸς καὶ διὰ πλειονοψηφίας ἰσχυρᾶς ν’ ἀποφαίνηται ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ ἔχῃ ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ βλέπητε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὰ τρία πέμπτα τῆς Βουλῆς θέλοντα τὴν ἀναθεώρησιν, περὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη καὶ ἡ προηγουμένη Βουλή, καὶ ἑτοίμους νὰ ψηφίσωσιν αὐτήν, νὰ παρατηρῆτε δ’ ἐξ ἑτέρου τὰ ⅖ τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενα ἐν ἀντιθέσει καὶ μυκτηρίζοντα τὴν ἀντίθετον πτέρυγα καὶ λέγοντα: ὄχι· δὲν δύνασαι νὰ κάμῃς ὅ,τι ζητεῖς, διότι δὲν μᾶς ἔχεις συμφώνους. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ ὀλιγώτεροι θὰ δύνανται νὰ παραλύωσι τὸ ἔργον τῶν περισσοτέρων, ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωμεν κινδύνους στασιασμῶν, καὶ εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον οὐδὲ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ πολλοῦ κόσμου θὰ εἶναι ἀνεκτόν. Συγχρόνως, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζω ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἢ μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ διαστήματος ἐπαρκοῦς, ὅπως δοκιμασθῶσιν οἱ νέοι θεσμοί, εἶναι ἀληθῶς πραγματικά, καὶ ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα πρέπει νὰ αὐξηθῇ εἰς μίαν δεκαετίαν. Εἶναι καλὸν αἱ νέαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν σήμερον ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ δοκιμασθῶσι καὶ ἐπὶ χρόνον μακρότερον. Τολμῶ δὲ νὰ συστήσω τοῦτο ἄνευ φόβου τινὸς παρεξηγήσεως, διότι ἀξιῶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς τὴν ἀναθεώρησιν ἐνήργησεν ἐν πνεύματι ἀπολύτως ἀσχέτῳ πρὸς πᾶσαν ἀντίληψιν κομματικὴν καθαρῶς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ ἔξω τῆς Βουλῆς ταύτης θέλει ἀποδώσει τὴν δικαιοσύνην αὐτὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς παρούσης Βουλῆς. Εἰσήγαγε θεσμούς, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι καθαρῶς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ ὅλος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι μας, μᾶς δίδουσι, νομίζω, τὸ δικαίωμα μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὸν λαόν, ἐχειρίσθημεν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πορίσματος τῶν συζητήσεων ῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ νέου πολιτεύματος κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει τὸ κοινὸν συμφέρον, καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐνδεικνύει οὔτε δύναται νὰ ἐνδείξῃ ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἀπέβλεψεν εἰς ἄλλα συμφέροντα. Δικαιούμεθα διὰ τοῦτο, καὶ δικαιοῦμαι εἰδικώτερον ἐγώ, ὅπως ἄνευ φόβου παρεξηγήσεως συστήσω τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως ψηφίσωμεν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, μετὰ παρέλευσιν τῆς ὁποίας νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ πάλιν ἡ ἀναθεώρησις.

§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως νομίζω ὅτι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ παρεμβάλωμεν μίαν εἰδικωτέραν διάταξιν, ἀφορῶσαν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Πρό τινος χρόνου, ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Γερουσίας, εἶπον ὅτι πρόνοια περὶ τούτου θὰ ἐλαμβάνετο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 107, ἵνα διευκολυνθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν ἤθελεν ἐξακριβωθῆ ὅτι εἶναι ὡριμασμένη ἡ κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως, λέγω, διευκολυνθῇ τὸ πρᾶγμα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δύναται ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀναθεώρησις πρὸς ἀναγραφὴν τοῦ θεσμοῦ δευτέρας Βουλῆς ἢ Γερουσίας καὶ πρὸς τροποποίησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν δύναται νὰ γίνῃ καὶ ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους τοῦ ἄρθρου 107, ἀλλὰ καὶ πρὸ παρελεύσεως δεκαετίας, δηλαδὴ ἐννοῶ διὰ τὸν θεσμὸν τῆς δευτέρας Βουλῆς νὰ μὴ θέσωμεν χρονικὸν διάστημα τῆς δεκαετίας, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψωμεν ὑπὸ τοὺς ὅρους πάντοτε τοῦ ἄρθρου 107 καὶ ἐνωρίτερον νὰ δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐὰν ἤθελε διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 107 θὰ διετυποῦτο κατὰ τὸν μᾶλλον πρόσφορον πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου τρόπον. (Χειροκροτήματα).

§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου 107 εἶναι καταφανὴς εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἐκ τῆς ὀρθῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει ἐξασφαλισθῆ, ὥστε νὰ γίνηται εἰς τὸ μέλλον ἄνευ κρίσεων ἡ μεταρρυθμιστικὴ τοῦ Συντάγματος ἐργασία, ἣν θέλει καταστήσει ἀπαραίτητον εἴτε ἡ ἀτέλεια τῆς ὑφ’ ἡμῶν συντελουμένης μεταρρυθμίσεως εἴτε ἡ ἐξέλιξις τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Μετὰ τὴν πρώτην κατάκτησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ εἶναι ψυχολογικῶς εὐνόητον διατί τὰ συντακτικὰ Σώματα, τρέφοντα δυσπιστίαν πρὸς τὰς καθεστηκυίας Ἀρχὰς ἠθέλησαν νὰ περιφρουρήσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν δι’ ἐξαιρετικῶν διατάξεων, ἀπαγορεύοντα σχεδὸν πᾶσαν μεταρρύθμισιν. Εἶναι ψυχολογικῶς εὐνόητον, λέγω, διατί ἡ πρώτη π. χ. Γαλλικὴ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1791 ἔθεσε τοιούτους ὅρους μεταρρυθμίσεως, οἱ ὁποῖοι καθίστων σχεδὸν ἀδύνατον οἱανδήποτε κανονικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἐπίσης ψυχολογικῶς εὐνόητον διατί οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 δὲν ἔκαμον κανένα λόγον περὶ συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἔπραξαν τοῦτο, ὄχι διότι ἐνόμιζον ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν ἦτο τέλειον, ἀλλὰ διότι ἔτρεφον δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, διότι ἐφαντάζοντο ὅτι, ἐὰν ἤνοιγον οἱανδήποτε θύραν, ἔστω καὶ μικράν, πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος, ἤθελον καταργηθῆ οἱ θεσμοὶ οἱ φιλελεύθεροι. Διὰ τοῦτο καὶ τῷ 1864, ὅτε προυτάθη ὁ καθορισμὸς τρόπου μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, πλεῖστοι πληρεξούσιοι ἐξανέστησαν· ἐφαντάσθησαν ὅτι διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοιούτου τρόπου ἤθελον ἀπολεσθῆ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Θὰ πενθήσῃ, εἶπον, ὁ λαός, ὅταν δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι θὰ ἴδῃ ὅτι αἱ ἐλευθερίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἠθέλησε ν’ ἀσφαλίσῃ, δὲν εἶναι πλέον ἀσφαλεῖς, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀφεθῆ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται εὐχερῶς νὰ καθυποτάξῃ οὐ μόνον τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὴν διπλῆν Βουλήν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους κατέληξε τότε ἡ Συνέλευσις μετὰ μακρὰν συζήτησιν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 107, ἥτις διατύπωσις κατέστησε σχεδὸν ἀδύνατον τὴν κανονικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φαντάζηται ὅτι ἡ τοιαύτη παρεμπόδισις τῆς ὁμαλῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος ὑπῆρξε πρόξενος ἀγαθοῦ εἰς τὸν τόπον μας. Ἂν δὲν ὑπῆρξε βεβαίως ἡ κυρία αἰτία τῶν μεγάλων δεινῶν τῆς πατρίδος μας, βεβαίως πλεῖστα ὅσα κακὰ κατέστησεν αὕτη δυνατά. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον σήμερον σοβαρὰ ἀντίρρησις ὅπως καθορισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ μεταρρυθμιστικὴ ἐργασία τοῦ Συντάγματος, ὥστε οὔτε εἰς σπουδαῖα ἐμπόδια νὰ προσκόπτῃ, οὔτε νὰ εἶναι μέχρι τοσούτου εὐχερής, ὥστε νὰ δύναται στιγμιαία πλειονοψηφία, δημιουργουμένη εἴτε ὑπὸ τῆς προσωπικότητος ἑνὸς ἡγέτου εἴτε διὰ τῆς δημαγωγίας, νὰ καταργῇ οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Προκειμένου δὲ νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρῶτον ὅτι στερούμεθα δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δεύτερον ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν καὶ ἕνεκα τῆς μικρότητος αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τῶν πολιτικῶν ἠθῶν δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται συχνὰς γενικὰς ἐκλογάς. Πρῶτος τρόπος μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, μεταρρυθμίσεως, ἐννοεῖται, οὐχὶ ἐντελῶς εὐχεροῦς, συντελουμένης διὰ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, καθ’ ὃν τρόπον γίνονται αἱ νομοθετικαὶ μεταρρυθμίσεις, περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται, διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι αἱ πολιτικαὶ συνθῆκαι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν τυπικὴν ἀφομοίωσιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων πρὸς τὰς νομοθετικάς, ὡς συμβαίνει ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, πρῶτος λοιπόν, λέγω, τρόπος μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος εἶναι ὁ διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς Σῶμα ἰδιαίτερον, εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἕτερος τρόπος εἶναι ὁ δι’ ἀναθέσεως μὲν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνανεώσεως αὐτοῦ πρὶν ἢ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένην μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Τέλος τρίτος τρόπος εἶναι ὁ διὰ τῆς ἐξαρτήσεως τῆς μεταρρυθμίσεως ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀποφαινομένου ἀμέσως ἐπὶ πάσης προτεινομένης μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀνάθεσις τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἔργου εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα, εἰς Συνέλευσιν, ἐνέχει κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου, ἐνέχει κινδύνους καὶ δημιουργεῖ ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας πάντοτε οἱ κυβερνῶντες ἀποφεύγουσι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀνάθεσις εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος σημαίνει δημιουργίαν μεγίστου προσκόμματος μεταρρυθμίσεως συνταγματικῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πάντες ἀποκρούομεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἐσκέφθη εὐφυᾶ τινα συνδυασμόν, ὅπως μετριάσῃ τοὺς κινδύνους τῆς συγκροτήσεως ἰδιαιτέρου Σώματος, τὴν ἐκλογὴν δηλ. ἰσαρίθμων πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἀντιπροσώπων, προωρισμένων ν’ ἀποχωρῶσι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναθεωρητικῆς τοῦ Συντάγματος ἐργασίας, ὡς γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκλογὴ βασιλέως ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ θρόνου. Τοιοῦτόν τι εἶχε θεσπισθῆ ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ πρῶτον Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1791. Τοιοῦτόν τι εἶχε προτείνει καὶ ὁ πληρεξούσιος Βαλτινὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σκόπιμος ἡ ἀνάθεσις εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα, οὕτω πως συνιστώμενον, τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ σκόπιμος διὰ τοὺς λόγους ἀκριβῶς, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν οὐ μόνον προκειμένου περὶ ἀναθέσεως τῆς ἐν λόγῳ ἐξουσίας εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνανεώσεως αὐτοῦ, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τσαξίρης, ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ ἀναθέσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα εἴτε συνιστώμενον ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 εἴτε ὡς προτείνει ὁ κ. Τσαξίρης. Οἱ λόγοι δ’ οὗτοι εἶναι οἱ ἑξῆς· ὅτι ἀναγκαίως πλέον ζητήματα προσωπικὰ καὶ κομματικὰ συγχέονται μετὰ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀποβῇ πρὸς βλάβην τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας. Ὁ διακεκριμένος Βέλγος συνταγματολόγος Orban ὡς ἑξῆς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ τρόπου τούτου τῆς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑποχρεωτικὴ διάλυσις μοὶ φαίνεται ὅτι παρέχει μεγίστην δυσχέρειαν· αὕτη κυρίως ἐμποδίζει, ὅπως καθίσταται ἡ μεταρρύθμισις ἔργον ἐθνικὸν καὶ πατριωτικόν, πραγματοποιούμενον τῇ βοηθείᾳ εἴδους τινὸς ἀνακωχῆς μεταξὺ τῶν κομμάτων. Ἡ μεταρρύθμισις πράγματι προκαλεῖ γενικὰς ἐκτάκτους ἐκλογάς, παροξύνει τὴν μάχην ἀντὶ νὰ τὴν καταπραΰνῃ». Εὐστοχώτερον βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀνέμενον, ὅπως ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, ὁ ὁποῖος τόσον εὐστόχως παρέστησε τὰ κακὰ τῆς ἀναμίξεως συνταγματικῶν ζητημάτων μὲ ζητήματα νομοθετικὰ καὶ πολιτικά, καταλήξῃ εἰς ἄλλην τινὰ πρότασιν, διότι, ἂν δεχθῶμεν ὅτι πρέπει αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις νὰ τίθηνται καθαρῶς πρὸ τοῦ λαοῦ, μὴ ἀναμεμιγμέναι μὲ νομοθετικὰ ζητήματα καὶ μὲ ζητήματα κυβερνητικά, τότε μία μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ λύσις, εἰς ἓν μόνοι ἠμποροῦμεν νὰ καταλήξωμεν συμπέρασμα, εἰς τὸ ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνταγματικῆς τινος μεταρρυθμίσεως πρέπει νὰ ἐρωτᾶται ὁ λαός, ὅπως ἀποφανθῇ ἀμέσως ἐπὶ ταύτης. Ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις οὕτως εἰπεῖν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ ἤθελε θέσει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα αὐτὰ τοῦ Κράτους, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν τυχὸν ὁ λαὸς νὰ παρασυρθῇ δημαγωγικῶς εἰς ὡρισμένην τινὰ μεταρρύθμισιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πεῖρα διδάσκει ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐσπευσμένην καὶ ἀμελέτητον μεταρρύθμισιν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν κατόπιν μακρᾶς πείρας καὶ μελέτης μεταρρύθμισιν αὐτῶν, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι ὁ λαὸς δυσκόλως δέχεται συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις, δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, παρὰ ἀφοῦ πεισθῇ κατόπιν μακρᾶς πείρας ὅτι αὐταὶ συμβιβάζονται πρὸς τὰ γενικώτερα συμφέροντα αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲ κατεκρίθη ὁ θεσμὸς οὗτος ἀλλαχοῦ ὡς ἄγαν συντηρητικός. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπιπολαία ἡ κρίσις, ἐὰν ἐστρέφετο γενικῶς καθ’ ὅλου τοῦ θεσμοῦ, διότι, ὁσάκις εἶχεν ἀποτελέσματα ἐξαιρετικῶς συντηρητικά, συνέβη τοῦτο, διότι ἐτέθησαν πρὸ τοῦ λαοῦ ζητήματα οἰκονομικὰ καὶ πολλαπλᾶ, τὰ ὁποῖα ἐν μέρει ἀπεδοκίμαζεν ὁ λαός, ὁσάκις ὅμως ἐτέθησαν πρὸ αὐτοῦ ζητήματα συνταγματικά, πάντοτε ὁ λαὸς ἐδείχθη πρόθυμος νὰ ἐγκρίνῃ πάσας τὰς ὡρίμους συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Οὐδέποτε ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἡ ἄμεσος ὑπῆρξεν ἐμπόδιον ἐπωφελῶν συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἰδοὺ δὲ τί περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου λέγει ἐπιστήμων, δυνάμενος νὰ ἔχῃ αὐθεντικὴν γνώμην, ὁ Ἑλβετὸς Curti (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη παρήδρευσα εἰς τὸ ἐθνικὸν συνέδριον. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, τὸ Referendum, ὀλίγα μόνον ἀγαθὰ πράγματα ἠμπόδισε, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν νὰ κάμωμεν, καὶ ὅτι μᾶς προεφύλαξεν ἀπὸ πολλὰ κακὰ διὰ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι παρουσιάζετο εἰς ἡμᾶς ὡς εἶδος ἀποτρεπτικῆς παραινέσεως. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι, παρὰ τὴν πιθανότητα ὀπισθοδρομικῶν τινων κινήσεων, ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ καταδικάζῃ τὴν δημοκρατίαν εἰς στασιμότητα, καθιστᾷ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν πρόοδον σταθερὰν καὶ διαρκῆ». Γνωρίζω ὅτι κατὰ τῆς ἰδέας τῆς εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν τοῦ Referendum θ’ ἀντιταχθῇ τὸ πολιτικῶς ἄωρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις δὲν γίνονται καθ’ ἑκάστην, ὅτι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα δὲν τίθενται πολλαπλᾶ πρὸ τοῦ λαοῦ, ἑπομένως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ σχηματίζῃ περὶ αὐτῶν γνώμην ὁ λαός, καίτοι δὲν εἶναι πολιτικῶς προηγμένος, ὡς οἱ λαοί, παρ’ οἷς εὐδοκιμεῖ ὁ ἐν λόγῳ θεσμός. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν κατ’ ἀρχὰς μόνον ἀναφορικῶς εἰς τὰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις, ἵνα οὕτω συνηθίσῃ ὁ λαὸς νὰ σκέπτηται περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ἵνα οὕτω δοθῇ εὐκαιρία καλλιτέρας διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτοὶ οἱ λόγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν ἀλλαχοῦ σήμερον ὄχι μόνον τὰ ῥιζοσπαστικὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ συντηρητικά, ὥστε νὰ ζητῶσι τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 107 ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως κάμνει λόγον περὶ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀντιγράφει κατὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Τοιαύτη διάκρισις δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο Σύνταγμα, εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀόριστος καὶ δύναται νὰ δώσῃ μόνον ἀφορμὴν εἰς ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου, εἰς σοφιστικὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὸ νὰ λαμβάνωνται ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις, ὡς ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν, οἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐθεωρήσαμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν ὡς θεμελιώδη διάταξιν, ἐξ ἄλλου δ’ ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων. Ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς στρεψοδίκους συζητήσεις καὶ παραλόγους ἀποφάσεις, αἵτινες μειοῦσι τὸ κῦρος τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν Σώματος.

§56Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συγγραφεὺς ἀσχοληθεὶς εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ ἄρθρου 107 ὡς τὴν σοφωτέραν ἐξ ἁπάντων τῶν Συνταγμάτων.

§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεὺς αὐτός; Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος καὶ ἄστοχος. Κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ὁ Μίλησις ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος ὑπεστήριξε πολὺ ὀρθῶς ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἐλευθερία ἀναθεωρήσεως, ἄνευ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἄνευ μεταβολῆς τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας εἰς δημοκρατίαν.

§58ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναί τι ἀόριστον;

§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει τι τὸ ἀόριστον καὶ τοῦτο, ἀλλ’ εἰς πολὺ ὀλιγώτερον βαθμόν. Ἄν πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῇ τι ἐντελῶς ἀμετάβλητον διὰ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται τοῦτο νὰ εἶναι ἄλλο τι ἀπὸ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι δὲν ὑπόκειται αὕτη εἰς μεταβολήν, ἀλλὰ διότι, ὡς ἔχουσι καθορισθῆ οἱ παράγοντες οἱ πολιτικοί, μόνον βιαίως, τ. ἔ. δι’ ἐπαναστάσεως, δύναται νὰ γίνῃ μεταβολὴ αὐτῆς, ἐνῷ πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ μεταρρυθμισθῶσιν ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως δὲν θίγεται ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ὁμαλῶς, εἰρηνικῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δικαιολογεῖται ὁ καθορισμὸς τρόπου μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν καὶ προτείνω ὅπως καὶ ἡμεῖς μὴ χαρακτηρίσωμεν ἀμεταβλήτους εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα πάσας τὰς λεγομένας θεμελιώδεις διατάξεις, θεμελιώδεις κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστης Συνελεύσεως, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ἀναλλοίωτον, συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, μόνον τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι μόνον ἡ ἀλλαγὴ τοῦ πολιτεύματος δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς βιαίας συγκρούσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ εἶχε πρακτικὴν σημασίαν ὁ καθορισμὸς ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τρόπου μεταβολῆς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνῃ συνταγματική τις μεταρρύθμισις, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη πρακτικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προκειμένης προθεσμίας τῶν δέκα ἢ τῆς τῶν πέντε ἐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πέντε ἔτη εἶναι ἀρκετὸς χρόνος ὅπως ἀποδειχθῇ διὰ τῆς πείρας ἡ σκοπιμότης τῶν γενομένων ὑφ’ ἡμῶν μεταβολῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ Γερουσίας, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως Γερουσίας παρ’ ἡμῖν. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς σχετικῶς εὐχεροῦς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ δεχθῶ τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς εὐχερεστέρας μεταρρυθμίσεως ἀναφορικῶς εἰς τὴν σύστασιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ἐν τῇ πεποιθήσει ἄλλως τε ὅτι ἡ γενησομένη συζήτησις θὰ πείσῃ τοὺς ὑπὲρ τῆς συστάσεως Γερουσίας κεκηρυγμένους ὅτι ἔχουσιν ἄδικον, ὅτι πρακτικώτερον εἶναι νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων διὰ τῆς τελειοποιήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξυψωθῇ ὑπὸ ἔποψιν ποιοῦ Βουλευτῶν τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, παρὰ διὰ τῆς συστάσεως δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκαλεῖ ἀστάθειαν κυβερνητικὴν καὶ ἤθελε παρεμποδίζει τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἀ. Τριγώνης ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 107. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας κ. Μπενάκης ἔχει τὸν λόγον.

§61ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας). Ὑποβάλλω νομοσχέδια: 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΘʹ τοῦ 1893 περὶ καταδιώξεως ἀρουραίων καὶ ἀκρίδων»· 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3724) περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, ὑπογεγραμμένον καὶ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίων Ἀ. Ἀλεξανδρῆ καὶ Ἐμ. Ῥέπουλη.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.

§63ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, κατὰ πάσης δυσχερείας προκειμένου περὶ μελλούσης ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἂν τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου δὲν προυκάλεσαν τὴν ἐπανάστασιν, βεβαίως αἱ δυσχέρειαι τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἤθελον ἀγάγει τὸν τόπον εἰς ἐπανάστασιν, προκειμένου περὶ καταλύσεως τῶν φραγμῶν, οἵτινες εἶχον τεθῆ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ δημοψήφισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς 28 Νοεμβρίου εἶναι ἀπαύγασμα ἐλευθέρας συνειδήσεως καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ διερμηνεῖς τοῦ γενικοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ προέβησαν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν πασῶν ἐκείνων τῶν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ μεταβολὴ εἶχεν ὡριμάσει ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει. Ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν δὲν πρέπει ν’ ἀξιώσωμεν τὸ ἀλάθητον. Ἀκριβῶς ἡ εὐσυνείδητος ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐπετέλεσεν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἀπαιτεῖ, ὅπως ἀφεθῇ πᾶσα εὐκολία διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νέου Συντάγματος. Διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἰδίως αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι τίθενται ἐπὶ τῶν ὅρων τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὰς μελλούσας ἀνωμαλίας ἐν δεδομένῃ περιστάσει. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος δὲν βλέπω τίς λόγος ὑπαγορεύει τὰς δυσχερείας τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν τῷ μέλλοντι. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἡ Βουλγαρία εὑρεθεῖσα εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην μιᾶς προσθήκης ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῆς προέβη εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς ἄνευ ὅρων καὶ ἄνευ τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς καὶ ἐφεξῆς ζητοῦμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 107. Καὶ ἂν ἐν Βουλγαρίᾳ ἤθελον ὑπάρξει αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ἐν τῷ μέλλοντι, ἐρωτῶ· εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην μεταβολῆς ὡρισμένης τινὸς συνταγματικῆς διατάξεως; Μήτοι δὲν εἶναι σπουδαία καὶ σοβαρὰ ἡ δυσχέρεια, ὅταν ἀναφέρωμεν ὅτι προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως ἀπαιτοῦνται τὰ ¾ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν τῆς μονῆς Βουλῆς διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν; Καὶ νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐξασφάλισις τῶν ¾ μονῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶγμα τόσον εὔκολον; Φαντάζεσθε ὅτι αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ θὰ συντεθῶσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ παμψηφία ἑνὸς κόμματος καὶ νὰ ἐπιτελῆται εὐκόλως ἡ πλειονοψηφία τῶν ¾; Εἶναι μεγίστη δυσχέρεια αὕτη, καὶ ἐφ’ ὅσον ζητοῦμεν τὴν διπλῆν ψήφισιν ὑπὸ τῆς μονῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θέτομεν ἀρκετὰ σοβαροὺς φραγμοὺς διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ διατί, Κύριοι, θὰ θελήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετελέσαμεν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν μετὰ πάσης σοβαρότητος καὶ εἰλικρινείας, νὰ περιφρουρήσωμεν διὰ δυσυπερβλήτων προσκομμάτων τὸ ἔργον ἡμῶν κατὰ πάσης ἀποπείρας πρὸς μεταβολὴν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία τυχὸν ἤθελον ἀποδειχθῆ πλημμελὴς ἐν τῷ μέλλοντι; Δὲν νομίζετε ὅτι τοιουτοτρόπως οἱ φραγμοί, οἱ ὁποῖοι τίθενται διὰ τὴν μέλλουσαν αὐτὴν ἀναθεώρησιν, εἶναι πολλοί; Ἂν ἐκ λόγων σκοπιμότητος δεχόμεθα τὴν πενταετῆ εἴτε τὴν δεκαετῆ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λειτουργίαν τοῦ παρόντος Συντάγματος, τὸ πράττομεν, ἵνα ἀφεθῇ ἀνεπηρέαστος ἡ λειτουργία πασῶν ἐκείνων τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας μεταβάλλομεν, ἵνα ἐξ αὐτῶν πορισθῶμεν τὰ διδάγματα οἱασδήποτε ἄλλης ἐν τῷ μέλλοντι μεταβολῆς ἀναγκαίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀναθεωρῇ τὸ πολίτευμα ἐφεξῆς φρονῶ ὅτι πᾶσα δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν παρεμβάλει ἐν τῷ Συντάγματι, θέλει ἀναμφιβόλως προκαλέσει τὰς ἀνωμαλίας τοῦ μέλλοντος, περὶ τῆς προλήψεως τῶν ὁποίων θὰ ἦτο σφάλμα ἡμῶν, ἂν δὲν ἠθέλομεν ἀπὸ τοῦδε λάβει τὴν κατάλληλον πρόνοιαν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ ἦτο συμφορώτερον, ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς μονῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ δύο ψηφοφορίας ἤθελεν ἀποφασίσει περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι ὁριστική, προκειμένου περὶ τῆς μελλούσης ἀναθεωρήσεως. Διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς δευτέρας, προϋποτίθεται ἡ ἀπώλεια πολλοῦ χρόνου καὶ τὸ ἀμφίβολον βεβαίως περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο συμφέρον νὰ προνοήσωμεν, εἶναι τοῦτο, ὥστε ἡ Βουλὴ ἡ δευτέρα, ἥτις ἤθελε κληθῆ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ μείνῃ ἀποκλειστικῶς Ἀναθεωρητική, νὰ διαλυθῇ δ’ εὐθὺς ἀμέσως ἅμα τῷ πέρατι τῆς ἀναθεωρητικῆς αὐτῆς ἐργασίας. Ἡ συμμιγὴς ἐντολὴ τῆς δευτέρας Βουλῆς θὰ ἦτο μία πλημμέλεια καὶ μία δυσχέρεια. Ἐὰν δι’ ἀποφάσεως τῆς πρώτης Βουλῆς ἤθελε κληθῆ ἀμέσως ἡ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ἤθελε προβῆ εἰς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ἤθελε διαλυθῆ, φρονῶ ὅτι ἤθελεν ἐπαρκέσει καὶ ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει. Ἐὰν προβληθῇ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν σαφῆ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως, τί ἄλλο ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγῆ ἐπὶ τῇ βάσει ἀντιθέτου ἰδέας, παρὰ ν’ ἀποφανθῇ περὶ μὴ ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ διαλυθῇ; Θέτοντες ὅμως δυσχερείας διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν δένομεν τὰς χεῖρας τῆς Πολιτείας προκειμένου περὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἀναμφιβόλως θὰ προκύψωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἐφ’ ὅσον, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ περὶ διατάξεων, τῶν ὁποίων αἱ μεταβολαί, αἱ διαρρυθμίσεις καὶ αἱ προσθῆκαι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπιτακτικαὶ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν περιστάσεων.

§64ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀναθεώρησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ σκόπιμος κρίνεται, καὶ ὡς ἐγγύησις σοβαρὰ παρίσταται ἐφαρμογῆς καὶ σεβασμοῦ τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Προσβολὴ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἰδίως δὲ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες ἅπτονται αὐτῆς ταύτης τῆς οὐσίας τοῦ πολιτεύματος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ τῶν συνήθων νομοθετικῶν Σωμάτων. Κατάργησις τοῦ πολιτεύματος μόνον διὰ τῆς βίας δύναται νὰ ἐπέλθῃ, κατάργησις τοῦ πολιτεύματος μόνον διὰ τῆς πανδήμου λαϊκῆς θελήσεως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ λίαν σκόπιμον τὴν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, καὶ λίαν σκόπιμον τὴν διατήρησιν αὐτῆς καὶ ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως ἅπαντες γνωρίζομεν ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν λαῶν, αἱ ἀνάγκαι αἱ κοινωνικαί, αἱ ἀνάγκαι αἱ πολιτικαί, ἐνδεικνύουσι τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν τροποποίησιν καὶ τὴν προσθήκην ἔστιν ὅτε μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐν ἰσχύϊ συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐρυθμοτέραν αὐτοῦ λειτουργίαν. Διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ πολιτεύματα ἀνεγνώρισαν τὸν θεσμὸν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ καθιέρωσαν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος διεξάγεται. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς σήμερον πρόκειται νὰ ἀκολουθήσωμεν, θεωρεῖται τὸ πρακτικῶς σκοπιμώτερον καὶ τὸ πρακτικῶς ὁπωσδήποτε ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Βεβαίως ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἀπολύτου ἀντιλήψεως τῶν κανόνων καὶ ἀρχῶν τοῦ δημοσίου δικαίου, ἡ ἰδέα τῆς διὰ δημοψηφίσματος διατυπώσεως τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δὲν εἶναι ἀπορριπτέα· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον ἐν τοῖς βιβλίοις ὑποστηρίζεται, καὶ μόνον εἰς ὡρισμένα Κράτη ἐφαρμόζεται, περὶ τῆς ὡριμότητος τοῦ λαοῦ, τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ οὐδεμία γίνεται συζήτησις. Οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἄρθρου 107 ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθησαν καὶ ἐπιβλαβεῖς καὶ ἀλυσιτελεῖς. Διὰ μοναδικὴν ἴσως περίστασιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ οἱ περιορισμοὶ οὗτοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ὑποβοηθήσωσι μίαν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀπέβλεπε καὶ δὲν ἀφεώρα κυρίως τὴν διαρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀφεώρα, ἀπέβλεπε καὶ εἶχε κατεύθυνσιν διακανονισμοῦ ἐν γένει τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου τοῦ Κράτους· ἐν γένει ὅμως περιορισμοὶ αὐστηροὶ ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος κατεκρίθησαν καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐθεωρήθησαν· ἐκεῖ δὲ ἔνθα ὑφίσταντο καὶ ἐλειτούργουν, μόνον ἐπαναστάσεις προεκάλουν, καὶ μόνον δι’ ἐπαναστάσεων ἐπήρχετο κατόπιν ἡ ἀναθεώρησις τῶν πολιτευμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἰδίως ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ μόνη, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἡ μᾶλλον σκόπιμος καὶ ἡ μᾶλλον συντελεστικὴ διατύπωσις τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ἐγώ, νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις δύο Βουλῶν καὶ διάφοροι ἄλλοι περιορισμοὶ βλάβην δύνανται νὰ φέρωσι παρὰ ὠφέλειαν. Ἀπόφασιν ἐν δυσὶ Συνόδοις δέχομαι ὡς σκόπιμον, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε ἐν μιᾷ ψηφοφορίᾳ ν’ ἀποφασισθῇ ζήτημα κανονίζον τὴν κίνησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθεώρουν σκόπιμον καὶ ὠφέλιμον πολιτειακῶς, ἦτο νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία τὴν ἀπεφάσισε, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διέξοδος, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἐνδεδειγμένη, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἐγκρίνει τὴν ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ληφθεῖσαν ἀπόφασιν. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐτροποποιήθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§65Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε, κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασιν;

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω ἐνώπιόν μου. Ὁ κ. Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.

§67Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἕκαστος λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις, ἔχει τὸ δικαίωμα, λέγω, νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις καὶ τὸ πολίτευμα. Καὶ τοῦτο δ’ ἔγκειται ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἑκάστοτε ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην μεταβολῆς αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἵνα δὲ μὴ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπέρχηται διὰ συνταράξεων καὶ δι’ ἐσωτερικῶν συγκλονισμῶν, ἐπετράπη ὑπὸ πάντων τῶν Συνταγμάτων καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα αἱ μὴ θεμελιώδεις αὗται διατάξεις ἀναθεωρῶνται διὰ τρόπου ἠρέμου καὶ ἡσύχου, καὶ ἐντεῦθεν ἐπέρχηται οὕτω τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ. Διότι εἶναι γεγονός, Κύριοι, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ὁσημέραι αὐξάνοντος πολιτισμοῦ, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ὅτι ἑκάστοτε, λέγω, ἐπιβάλλεται ἡ μεταβολὴ διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος μὴ θεμελιωδῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης τοῦ παρόντος νὰ δεσμεύσῃ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὸ μέλλον τὴν βούλησιν τοῦ νομοθέτου τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸ ὁμαλὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων καὶ ν’ ἀναγκάσῃ τοῦτο, ἵνα δι’ ἐσωτερικῶν συγκλονισμῶν, δι’ ἐπαναστάσεως κατορθώσῃ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰς διατάξεις αὐτάς, αἵτινες χρήζουσι μεταρρυθμίσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπαιτεῖται ποιά τις μονιμότης εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἵνα διὰ τῆς μονιμότητος ταύτης κατὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ συνταγματικοὶ αὐτοὶ θεσμοὶ ηὐδοκίμησαν ἢ ὄχι, ἵνα ἐκ τῆς πράξεως ἀποδειχθῇ τοῦτο. Διὰ τοῦτο σκόπιμον ἐν τῷ ἀναθεωρητέῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον δεκαετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις, καὶ τοῦτο, ἵνα κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκές, ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὸ πάντων, ἂν οἱ θεσμοὶ οἱ ἤδη μεταρρυθμισθέντες θὰ φέρωσι τὰ προσδοκώμενα εὐάρεστα ἀποτελέσματα ἢ ὄχι. Καὶ ἐνῷ ὡς πρὸς τὴν παράγραφον ταύτην τοῦ ἄρθρου 107 ἔχω τὴν ἰδέαν αὐτήν, ἔχω ἐπίσης τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ ἑκάστην μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος πρέπει ν’ ἀπαιτῶνται ὡρισμέναι τινὲς διατυπώσεις καὶ προθεσμίαι, ἵνα εἶναι μὲν δυνατὴ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος, οὐχὶ ὅμως καὶ τόσον εὔκολος, ὥστε νὰ ἐπέρχηται εἰς περιστάσεις συχνάς, ὅπερ δὲν θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμον δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι σκοπιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ ἀναθεώρησις ἀποφασίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς δίς, ὄχι ὅμως εἰς διάστημα μηνός, καὶ ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου, ἀλλ’ εἰς διάστημα δύο Συνόδων τῆς αὐτῆς Περιόδου ν’ ἀποφασίζηται δὲ εἰς διάστημα δύο Συνόδων τῆς αὐτῆς Περιόδου καὶ οὐχὶ διὰ πλειονοψηφίας τῶν ⅔ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς. Τοῦτον δὲ τὸν τρόπον θεωρῶ καὶ σκοπιμώτερον καὶ εὐκολώτερον εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, παρέχηται δὲ ἡ ὠφέλεια ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης πνεῦμα ἀντιδραστικὸν ἢ ἐξαναγκασθείσης εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ πείσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Ἐὰν εἰς δύο Συνόδους ἀποφασίζηται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος, θὰ ἔχωσι καιρὸν οἱ Βουλευταί, ἀφοῦ μεσολαβήσῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς πρώτης ψηφοφορίας, θὰ ἔχωσι, λέγω, καιρὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν πατρίδας καὶ ν’ ἀντιλαμβάνωνται τὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ, ἐὰν δὲ παρεσύρθησαν κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν θὰ εἶναι καιρὸς νὰ μεταβάλωσι γνώμην καὶ νὰ ἀνακαλέσωσι τὴν γνώμην αὑτῶν. Τὸν τοιοῦτον τρόπον ἀναθεωρήσεως θεωρῶ σκοπιμώτερον, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ δυνατὴ εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὸ περισσοτέρας ἐγγυήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὕτη. Ἐπίσης νομίζω ὅτι πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων εἶναι ἀρκετὴ καὶ ἡ ἁπλῆ Βουλή. Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ ἡ σημερινὴ πεῖρα τῶν πραγμάτων. Δὲν βλέπω τί περισσότερον θὰ ἐπράττομεν ἡμεῖς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττον οἱ ἡμίσεις ἐξ ἡμῶν, ἐὰν εὑρίσκοντο εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων κινδύνων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἥτις δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δὲν βλέπω τὸν σκοπόν, ὅστις ἐπιβάλλει νὰ καλῆται διπλῆ Βουλή, προκειμένου νὰ μεταρρυθμισθῶσι διατάξεις συνταγματικαὶ μὴ θεμελιώδεις. Καὶ ἔχει ὑποβληθῆ, Κύριοι, τροπολογία ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ, ἥ ἔχει δὲ διατυπωθῆ καὶ ἡ γνώμη αὕτη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρέπει ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ περιορίζηται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεργῇ τὴν ἀναθεώρησιν. Τὸ τοιοῦτον δὲν νομίζω σκόπιμον, κύριοι Βουλευταί, διότι οὔτε εἶναι γνωστὸν ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἄρθρα τὰ ἀναθεωρητέα, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ τὰς συζητήσεις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς εἰς ὡρισμένον χρόνον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προεικάσῃ ἐκ τῶν προτέρων τίνας διαστάσεις θὰ λάβωσιν αἱ συζητήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὡς ἀποκρουστέαν τὴν τοιαύτην προτεινομένην τροποποίησιν. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ οὐσίαν βεβαίως δὲν πρόκειται τώρα νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ, ἐν τούτοις ὅμως ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκληθῇ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς σύστασιν Γερουσίας, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ κληθῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.

§68ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ μεταρρυθμίσωμεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος σπουδαιότατον θίγον καὶ ἀφορῶν αὐτὴν τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ δυσχέρεια πρὸς ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δυσχέρεια δημιουργουμένη ὡς ἐκ τῶν πολλῶν διατυπώσεων ἐμποδίζει τὸ Κράτος, ὅπως παρακολουθῇ τὴν πρόοδον, χαλαρώνει δὲ τὴν ζωὴν αὐτοῦ. Εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνος, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἐνίοτε ἡ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεων, ἀφ’ ἑτέρου αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται δέονται δυσεφίκτων διατυπώσεων καὶ ὡς ἐκ τούτου δίδεται ἀφορμὴ εἰς βίαιον τρόπον ἀναθεωρήσεως προκαλοῦντα κινδύνους πολλοὺς καὶ κατάστασιν ἐπαναστατικήν. Ἐξ ἐναντίου ἡ εὐχερεστέρα ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ προοδεύῃ, εἶναι δὲ καὶ συνεπὴς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ λαός, ὅπως ἑκάστοτε μεταρρυθμίζῃ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Φειδόμενος δὲ λίαν τοῦ χρόνου ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἡμέραν σήμερον, ὁπότε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέρμα τῆς ἀναθεωρήσεως, θ’ ἀρκεσθῶ ν’ ἀναφέρω μίαν μικρὰν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ προτείνω. Ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματι ὑπῆρχε διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐχὴ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἦτο ἄνευ σημασίας, ἡ διάταξις αὕτη εἶχε σκοπόν, ὅπως καταδηλώσῃ τὴν συνείδησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ μόνον δὲ κακόν, τὸ ὁποῖον παρουσίαζεν, ἦτο ὅτι ἀπῄτει πάροδον χρόνου μακροῦ. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ὥρισεν, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰς δύο ψηφοφορίας ἀπεχούσας ἕνα μῆνα ἀπ’ ἀλλήλων ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο, νομίζω, δὲν παρέχει ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, θὰ ἤθελον δ’ ὅπως ἡ διαφορὰ τοῦ χρόνου εἶναι μεγαλειτέρα, τοὐλάχιστον κατὰ τρεῖς μῆνας. Αὕτη εἶναι ἡ μία τροπολογία. Θὰ κατέστρεφον, Κύριοι, τὸν λόγον, ἂν δὲν εἶχον νὰ ἐκφράσω ἕνα φόβον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέτεινεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκφράζουσα τὴν εὐχὴν τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύηται ἀμέσως. Ἀλλὰ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, θ’ ἀπόσχῃ νὰ ἐκδηλώσῃ ταύτην, ἵνα μὴ διαλυθῇ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω ὅτι ὁ φόβος μου δὲν εἶναι ἀβάσιμος. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προχωρῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον καὶ μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀνάγκης καὶ μετὰ τὰ ψηφίσματα δηλαδή, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ τεταγμένη περίοδος ἢ παρουσιασθῇ ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν διάλυσιν ἀνάγκη, τότε νὰ διαλύηται. Ἄλλως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη συνείδησις τῆς ἀνάγκης καὶ ὅμως νὰ μὴ διατυπῶται ἡ ἀνάγκη ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου αὐτοῦ φόβου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ θ’ ἀναβάλῃ τὰ ψηφίσματα διὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Σύνοδον, δὲν εἶναι σοβαρόν, διότι ἀπρόοπτος ἀνάγκη ἐπιφέρει διάλυσιν καὶ συνεπῶς ἀνεκδήλωτον ὑπάρχουσαν ἀνάγκην. Ὑποβάλλω ὅθεν σχετικὰς τροπολογίας, εἰς ἃς θέλω ἐπιμείνει, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θέλουσιν υἱοθετηθῆ. Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω σήμερον, τελευταίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἡμέραν.

§69Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὸ νεώτερον συνταγματικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς ἠπειρωτικὰς χώρας, θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι διήκει ἡ ἀρχή, ὅπως αἱ ἀναθεωρήσεις τῶν πολιτευμάτων γίνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν εὐκολώτερον, ὅσον τὸ δυνατὸν ἄνευ μεγάλου πολιτειακοῦ κλονισμοῦ. Ἐάν, λέγω, παρατηρήσητε εἰς τὴν νέαν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία ἐγένετο τῷ 1905 ἐν Νορβηγίᾳ, θέλετε παρατηρήσει τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἐποχήν, ὅπως αἱ μεταρρυθμίσεις αὐταὶ γίνωνται ἄνευ βιαίων κλονισμῶν καὶ πολυτελῶν καὶ πολυπροσώπων Βουλῶν. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο, Κύριοι, συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι παγιωθῆ τὰ πολιτικὰ ἤθη, δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη εὐκολία πρέπει νὰ καθιερωθῇ εἰς τὰ Κράτη τὰ συνταγματικά, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ πολιτικαὶ συνήθειαι δὲν ἔχουσι μονιμοποιηθῆ. Ἐὰν δὲ συγκρίνωμεν δύο ἐποχάς, τὴν ἐποχὴν τοῦ 1864 καὶ τὴν ἐποχὴν τὴν σημερινήν, θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι εἰς τὰς δύο ταύτας ἐποχὰς συνέβησαν ὑπερβολαί τινες προκειμένου περὶ τῶν συνταγματικῶν ἀναθεωρήσεων. Κατὰ τὸ 1864 οἱ νομοθέται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διέγραψαν τοιούτους περιορισμούς, ὥστε εἶχον καταστήσει δυσχερῆ, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ τὸ πολιτικὸν πνεῦμα τῆς μελλούσης ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ συγκρατήσῃ, ὡς οὐδεὶς συνταγματικὸς περιορισμὸς τοῦ νὰ ἰσχύῃ Σύνταγμά τι ἀμετάβλητον καὶ διηνεκὲς ἠδυνήθη νὰ σώσῃ ἀπὸ τῆς φορᾶς τῶν χρόνων καὶ τοῦ ἀκατασχέτου ῥεύματος τῶν μεταβολῶν καὶ ἐπαναστάσεων. Ἀντιπρόσωποί τινες μάλιστα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προέτειναν τὸ διηνεκὲς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ θέσαντες τοιοῦτον φραγμὸν ἐμποδίζοντα τὴν μεταρρύθμισαν ἐδημιούργησαν μίαν ἐπανάστασιν, διὰ νὰ κατορθωθῇ, ὅπως ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος γίνῃ δυνατή. Ἀλλ’ ἂν τότε συνέβησαν ὑπερβολαί, τὰς ὁποίας σκληρῶς ἐδοκίμασεν ἡ ἐποχὴ ἡμῶν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμβῶσι καὶ τώρα· δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ κατασταθῇ τόσον εὐχερής, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ εἰς μίαν ἔξαψιν πολιτικῶν παθῶν, εἰς ἕνα ἀνταγωνισμὸν πολιτικῶν κομμάτων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀσυνήθης εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἰς τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπονται ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, εἰς τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ κλίματος, λόγῳ τῆς ζωηρότητος τῶν ἀνθρώπων, λόγῳ τῆς ζωηρότητος τῶν πολιτευομένων φέρονται εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις καὶ τὰς μεταβολὰς τῶν διαφόρων περιστάσεων. Ὅτε, Κύριοι, ἀνέγνωσα τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ τὸ προσχέδιον τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν καὶ παρετήρησα τὴν πενταετῆ διάρκειαν τῆς μεταρρυθμίσεως, ἀληθῶς εὑρέθην κατάπληκτος, κατάπληκτος διότι ἐσκέφθην πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἡ ὡρίμασις τῶν διατάξεων ἐκείνων εἰς τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν; Ὅταν δὲ δὲν θέτητε ἕνα φραγμὸν εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς μίαν Βουλὴν μόνην, μάλιστα ἐπηρεαζομένην ἀπὸ πλείστους πολιτικοὺς ὑπολογισμούς, νὰ καλέσῃ Ἐθνοσυνέλευσιν. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ὅπως διατυποῦται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδεὶς φραγμὸς τίθεται προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν τότε καθίστατο δυνατὴ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος διὰ τῶν δύο Συνόδων καὶ διὰ προσκλήσεως διπλῆς Βουλῆς, ἤδη διὰ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς δύναται νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εὐκόλως καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὅτι προκειμένου τώρα περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ψηφίζομεν, περὶ τῆς σωρείας τῶν ὀργανικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους θέτομεν, περὶ τῶν καινοτομιῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ψηφίζομεν, εἶναι δυνατόν ποτε ἓν τόσον μικρὸν χρονικὸν διάστημα νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος; Καὶ λησμονεῖτε, λέγω ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν εἶχον γνωμοδότησιν ὅτι δὲν πρέπει τόσον συχνὰ νὰ μεταβάλλωνται οἱ νόμοι; Καὶ λησμονεῖτε ὅτι ὁ Θουκυδίδης λέγει ὅτι «χείροσι νόμοις ἀκινήτοις χρωμένη... πόλις κρείσσων ἐστὶ ἢ καλῶς ἔχουσιν ἀκύροις», διότι τότε θὰ ἐξοικειωθῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων, ὅταν μονιμοποιηθῇ ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαταράσσηται ὑπὸ τῆς ἀντιξόου θυέλλης τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων; Οὐχί, Κύριοι, πενταετία, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὸ δεκαετὲς διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Δὲν εἶναι ἐπαρκές, διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς διέπεται ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, ἤδη μάλιστα μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πρότασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν παρασταθῇ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι αὔριον μία Βουλὴ ἢ μέρος αὐτῆς, ὅταν ἐπιθυμῇ νὰ ἱδρύσῃ Γερουσίαν, δὲν θὰ δύναται νὰ κάμῃ ταχύτερον τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ περιβάλωμεν μὲ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, ἵνα μὴ τὸ ἔχωμεν ἔκθετον εἰς πᾶσαν πνοὴν ἀντιξόων πολιτικῶν παθῶν, ἀντιξόου πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ῥευμάτων. Καὶ δύναταί τις νὰ προτείνῃ ὄχι πλέον τοῦ μηνός, ἀλλὰ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ν’ ἀπέχωσιν αἱ δύο ψηφοφορίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσιν εἰς μίαν καὶ μόνην Βουλήν, καὶ τὰ δύο τρίτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῆς πρέπει νὰ κρίνωσι καὶ ψηφίζωσι τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἵνα μὴ καταστήσωμεν εὐχερῆ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅτε δὲν θὰ ἔχωσιν ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἵνα τεθῶσι φραγμοὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι, καὶ εἰς τὴν ἀπόστασιν τῶν δύο ψηφοφοριῶν καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων ἐκείνων, δι’ ὧν θὰ κρίνωνται αἱ μεταρρυθμιστέαι διατάξεις, τοὐλάχιστον εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ κηρύξῃ ἀναγκαίαν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, διότι, ἐάν, Κύριοι, ψηφίζοντες σήμερον ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, πρὸς ἀναθεώρησιν, τὴν πενταετῆ διάρκειαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, νομίζω ὅτι ψηφίζομεν αὐτὸν τὸν θάνατον, αὐτὴν τὴν καταδίκην τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ φανῶσιν αἱ καινοτομίαι, τὰς ὁποίας εἰσάγει σήμερον εἰς τὸ Κράτος τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἡμῶν.

§70Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ προσχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν διακρίνουσι δύο εἴδη συνταγματικῶν διατάξεων, τὰς θεμελιώδεις καὶ τὰς μὴ θεμελιώδεις. Ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ ποῖαι διατάξεις εἶναι θεμελιώδεις καὶ ποῖαι δὲν εἶναι βεβαίως ποικίλλει ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν τὴν σημερινὴν βεβαίως θεμελιώδεις διατάξεις εἶναι μόνον αἱ ἀφορῶσαι τὸν χαρακτῆρα τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, π. χ. τὸ ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν εὐθύνην κ.τ.λ. Αὐταὶ εἶναι αἱ θεμελιώδεις. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἐκτὸς τριῶν ἢ τεσσάρων θεμελιωδῶν διατάξεων, αἱ ἄλλαι δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ἐπουσιώδεις καὶ εἰς οὐσιώδεις διατάξεις. Βεβαίως ἐν τῷ Συντάγματι πρέπει ὡρισμένως ν’ ἀναφέρηται ὅτι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν πρέπει νὰ δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι λεπτομέρειαί τινες εἶναι ἀνάγκη νὰ δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσιν εὐχερῶς καὶ ἄνευ περιορισμῶν, ὅπως ἀνεπτύχθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ δύνανται νὰ ἀναθεωρῶνται εὐχερῶς καὶ μάλιστα ἀπὸ μίαν μόνον Βουλήν, διότι μία μόνον Βουλὴ κατὰ τὴν ὑποβαλλομένην σήμερον διάταξιν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τάσεις πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ εἶναι διτταί, δύνανται νὰ εἶναι πρὸς τὴν ἀριστεράν, δηλαδὴ δύνανται νὰ εἶναι φιλελεύθεροι, ἀλλὰ δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἀντιδραστικαί. Ἐξετελέσαμεν μέχρι σήμερον, διότι σήμερον λήγει ἡ περίοδος τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ἐξετελέσαμεν, λέγω, ἀναθεώρησιν φιλελευθέραν. Πιθανὸν ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, πιθανὸν ταχύτατα νὰ ἐπέλθῃ ἀντίδρασίς τις καὶ νὰ θελήσῃ Βουλή τις τυχαία νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως. Δὲν πρέπει ὅθεν μία τοιαύτη Βουλὴ νὰ θίξῃ τὰς οὐσιώδεις διατάξεις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δέον νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων καὶ τῶν ἐπουσιωδῶν τοιούτων, καὶ αἱ μὲν ἐπουσιώδεις διατάξεις νὰ δύνανται ν’ ἀναθεωρῶνται, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ διὰ μιᾶς Βουλῆς, ἥτις διὰ τῶν ⅔ τῶν ψήφων ν’ ἀποφασίζῃ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, καὶ δι’ ἑτέρας Βουλῆς, ἡ ὁποία δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἄρθρων τούτων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ὅμως θὰ πρόκειται περὶ θεμελιωδῶν διατάξεων, τότε νομίζω ὅτι πρέπει πρῶτον ἡ Βουλὴ διὰ τῆς αὐτῆς διαδικασίας ν’ ἀποφασίζῃ τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐπαναλαμβάνω δέ, πάντων τῶν ἄρθρων πλὴν τῶν τεσσάρων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ, λέγω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν, νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν κρίσιν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἤτοι εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐὰν τὸ δημοψήφισμα διὰ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων ἀποφασίσῃ τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τότε νὰ συγκαλῆται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία ν’ ἀναθεωρῇ ὅσα ἄρθρα κρίνει αὐτὴ ἀναγκαῖα, ἢ καὶ πάντα ἂν θέλῃ, ἐπαναλαμβάνω, πλὴν τῶν τεσσάρων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς θεμελιώδη καὶ ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος. Ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ὑποβάλλω τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω. «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 21, 29, 31, 45 τοῦ Συντάγματος κλπ.». Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς μὴ δυνάμενα ν’ ἀναθεωρηθῶσιν ὁμαλῶς, ἔστω καὶ ἂν τὸ θέλῃ ὁ λαός. Προτείνω δὲ δημοψήφισμα διὰ πάσας τὰς ἄλλας διατάξεις, δηλαδὴ τὰς μὴ ἐπουσιώδεις, τὰς μὴ ἀφορώσας τροποποίησιν λεπτομερειῶν. Αἱ λεπτομέρειαι θὰ δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσι κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ πάσας δὲ τὰς ἄλλας θὰ ὑπάρχῃ τὸ δημοψήφισμα. Ἑπομένως ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς· «Ἀναθεώρησις τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ μετὰ δεκαετίαν...».

§71Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πᾶσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου συζήτησις οὐ μόνον περιττεύει, ἀλλὰ καὶ ἄσκοπος εἶναι. Ἐπειδὴ αἱ ἐργασίαι τοῦ παρόντος Σώματος βαδίζουσιν ἤδη πρὸς τὸ τέρμα, ἀδιάφορον ἂν αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ θὰ ἐπιτελέσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, καὶ ἐπειδὴ ἐπένευσε καὶ τὸ θεῖον νὰ ζῶ καὶ νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ἐκστομήσω καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅ,τι πολλάκις κατ’ ἰδίαν εἶπον, ὅτι εἴθε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν, ὥστε εἰς χρονικὸν διάστημα βραχύτατον νὰ δυνηθῇ ν’ ἀναθεωρήσῃ οὐ μόνον τὰς μὴ θεμελιώδεις, ἀλλὰ καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι μόνον οὕτω καὶ μόνον τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀκμῆς καὶ τοῦ μεγαλείου. (Χειροκροτήματα).

§72ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίαν γενικὴν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἄρθρου 107 ἐφρόντισα νὰ διατυπώσω ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐν προτάσει, ἥτις κυρίως δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ γένηται ἀποδεκτή, ἀλλὰ νὰ δείξῃ μᾶλλον μέχρι τίνος ὁρίου αὐστηρότητος ἔφθανον αἱ ἰδέαι περὶ ἀναθεωρήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ παρεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ, καίτοι δὲν ἔφερον ἀντίρρησιν εἰς τὴν γενομένην ἀπόφασιν, νὰ δεχθῇ ὅπως ἡ πρότασις αὕτη μείνῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἐκθέσει κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ συνήθως γινομένου, ἀλλ’ ὑπὸ περιστάσεις, καθ’ ἃς τοιαῦται κατ’ ἀφετηρίαν προτάσεις ἑκουσίως παρελείποντο εὐθὺς ὡς ἐγίνετο καταφανὲς ὅτι δὲν ἦσαν εὐπρόσδεκτοι. Εἶναι δὲ πιθανὸν ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐκτὸς μόνον ἂν προέκειτο περὶ προτάσεως παρεμβολῆς τινος φράσεως ἢ διορθώσεως λεπτομερειῶν, ἂν δὲν ἐλάμβανε σήμερον ἡ συζήτησις τροπὴν εἰς ἐμὲ ὅλως ἀπροσδόκητον. Ἡ τροπή, ἣν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, μὲ ἀναγκάζει ὄχι μόνον ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ὅπως ὁμιλήσω, ὁμιλήσω δὲ καὶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ὅπως θίγων ὡρισμένον θέμα ἐκ τῶν τεθέντων ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐνταῦθα προαναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θέλω προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ θέματος τούτου. Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δύο σχεδίων, ὧν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν ἀνάμιξιν, τοῦ σχεδίου τοῦ πρώτου τῶν ἕξ Βουλευτῶν, οὗτινος ἐγκατελείφθη τὸ πρῶτον μέρος, καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, οὗτινος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται ἀκριβῶς τὸ πρῶτον μέρος —τὸ ἐν τῇ παραγράφῳ αʹ περιλαμβανόμενον—, καθόσον ἡ αʹ παράγραφος συγχωνεύεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδίᾳ προτάσει. Εἶναι δὲ ἡ μὴ ἐπιδεκτικὴ διαγραφῆς παράγραφος, διότι περιέχει τὴν οἱανδήποτε ἀπαγόρευσιν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅπως γένηται ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ῥητή, ἐπιτακτικὴ ἀπαγόρευσις, ἥτις ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλεχθῇ εἰς τὸν κατάλογον τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ὅστις ἐτέθη τοσοῦτον περιωρισμένος ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα προτείνας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτείνας δηλ. ὅπως διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν τῆς αʹ παραγράφου, μεταβαλὼν δὲ τὴν πενταετίαν εἰς δεκαετίαν ὑποκατέστησεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἑπόμενα· «Μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα». Καὶ τοιαῦτα δεχθεὶς ὑπεισήγαγεν ὡς τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ σχεδίῳ τῶν ἓξ περιλαμβανομένην, ἀλλὰ καὶ ταύτην τροποποιηθεῖσαν, ὡς θέλομεν ἰδεῖ. Ἐν τῇ ἐγγράφως ὑποβληθείσῃ προτάσει τῶν ἓξ εἶχεν ὡς ἑξῆς ἡ διάταξις: «Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων». Ἐνταῦθα ἡ εἰς ταύτην τῶν ἓξ τὴν πρότασιν ἀντικαθισταμένη πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς». Παρενέβαλε δηλ. ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην μόνον τὴν τροποποίησιν, παρενέβαλε τὸ κατὰ τὴν «πρώτην Σύνοδον αὐτῆς», τὰ λοιπὰ ἀφεὶς ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ ἀρχικῇ προτάσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τοῦτο προσέθηκε καὶ ἑτέραν τελευταίαν παράγραφον ἔχουσαν οὕτως: «ἡ ἀναθεώρησις.... καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαετίας». Ἔχομεν οὕτω πάντα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ συζητήσωμεν καὶ φθάσωμεν εἰς τὰ πορίσματα· τὴν ἀρχικὴν πρότασιν τῶν ἕξ, τὴν πρότασιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τελευταίαν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συνδυάζει τὰ τῶν ἓξ καὶ τὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως προσθέσῃ καὶ εἰδικήν τινα διάταξιν, ἥτις καὶ εἶναι ἐκείνη, ἣν ὠνόμασα ἀπρόοπτον. Ὅτι τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦτο μόνον ἔχει τὸ μετέχον τοῦ θεμελιώδους, ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀπαγορεύει τὴν ἀναθεώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος, τοῦτο εἶναι βέβαιον· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεως στερεᾶς ὁ ἰσχυρισμὸς ὁ ἐνταῦθα προταθεὶς ὅτι καὶ τὸ ὅλον τοῦ ἄρθρου εἶναι θεμελιῶδες. Τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ὁλοκλήρου, ἔθηκε καὶ δευτέραν ἀπαγόρευσιν ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαετίας νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, θέσαν τοῦτον τὸν περιορισμὸν ἀνυπέρβλητον, ἐπέτρεψεν ἐλευθέρως νὰ γίνηται ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὑπὸ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν καὶ διὰ τοῦ τρόπου ὃν ἐνθυμεῖσθε ὅτι περιλαμβάνει. Εὐθὺς ὡς κατελύθησαν οἱ περιορισμοὶ τῶν ἀπαγορεύσεων πᾶν τὸ περαιτέρω εἶναι ἐφικτὸν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως. Εὐθὺς δ’ ὡς ἀφήνει ἐλεύθερα τὰ περαιτέρω, οὐδὲν ὡρισμένον θέσασα, ὁρίσασα ὅπως ὑποχρεώσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ καὶ τὰς λεπτομερείας τὰς περὶ τὴν ἀναθεώρησιν, ἐννοεῖται ὅτι ἀφῆκεν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὴν ἐλευθερίαν νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς κατὰ τὴν οἰκείαν κρίσιν, πάντοτε μενούσης καὶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ εἰς πάντα τὸν αἰῶνα τὸν συνταγματικὸν τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν θίξεως τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Θεμελιώδης διάταξις ἤκουσα πρὸ ὀλίγου νὰ λέγηται ὅτι εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μία μόνον. Θεμελιώδεις διατάξεις κεῖνται πολὺ περισσότεραι καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο. Καὶ βεβαίως δύναται νὰ γίνηται, καὶ πρέπει νὰ γένηται, διάκρισις μεταξὺ οὐσιωδῶν καὶ θεμελιωδῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ διάκρισις τῶν οὐσιωδῶν ἀπὸ τῶν θεμελιωδῶν χωρεῖ καὶ ἐκεῖ, ὅπου τὸ Σύνταγμα ἐπιστημονικῶς κακῶς κατέταξέ τινας διατάξεις καὶ κακῶς περιέλαβε τὰς διατάξεις. Διότι, ἐὰν ἔλθῃ τις ἐνταῦθα νὰ προτείνῃ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δουλεία, θέλει ἀντιταχθῆ εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντησις ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τοσοῦτον θεμελιώδης ἀνθρωπίνως, ὥστε καίτοι δὲν ἔχομεν ἀπαγόρευσιν ἀναθεωρήσεως τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιβάλωμεν τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τῆς αἰγίδος τοῦ θεμελιώδους, ὅπως σώσωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ παρανοίας τυχόν τινος παράφρονος ἐρχομένου νὰ ζητήσῃ κατάλυσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς δουλείας. Καὶ τοῦτο τὸ παράδειγμα φέρω ὡς τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωγήν, ἀρκοῦν ὅπως ἀπαλλαγῶ τῆς ἀνάγκης ν’ ἀναφέρω καὶ ἄλλα παραπλήσια. Ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας — προέχοντος τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τὰ ἄλλα θ’ ἀφήσω εἰς τὸ τέλος — εἶναι ἢ δὲν εἶναι θεμελιώδης; Καὶ ἐγὼ θέλω ἐρωτήσει: καὶ τί εἶναι τὸ πολίτευμα ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί; Ποῖον χαρακτῆρα δίδετε εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν; Ποίαν μορφὴν ἔχει τὸ πολίτευμα ἡμῶν; Διότι, ἂν μοὶ εἴπητε ὅτι ἔχει τὴν δεῖνα ὡρισμένην μορφήν, θέλω ἀντείπει πρὸς ὑμᾶς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θίξωμεν τὴν μορφὴν ταύτην, εἰς τοῦτο δὲ θέλω ἔχει συνεπίκουρον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅστις μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ λέγοντος περὶ τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὅτε ἐπιτηδείως, ὢν ἤδη πεφωτισμένος ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠρώτησα αὐτόν: ἆρά γε ἡ λέξις μορφὴ δὲν περιέχει καὶ αὐτὴ ἀοριστίαν; Συνωμολόγησεν ὅτι καὶ αὐτὴ περιέχει ἀοριστίαν τινά, ἀλλὰ μικροτέραν. Μικροτέραν ἀοριστίαν ἢ μεγαλειτέραν, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· τὸ ὅτι ὅμως ὁ ὁρισμὸς ἔχει ποιάν τινα ἀοριστίαν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρισθῇ μετὰ τῆς μεγίστης εὐκολίας ὡς ὁρισμὸς μὴ θεμελιώδης, διότι καὶ μόνον δὲν ἐφρόντισε τὸ Σύνταγμα νὰ κατονομάσῃ αὐτὸν ῥητῶς, οὕτως ὥστε ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰδικῶς τὴν θίξιν αὐτοῦ. Θὰ ἑρμηνευθῇ εἰλικρινῶς ὁ τοιοῦτος ὁρισμός; Θὰ ἑρμηνευθῇ λογικῶς· Θὰ ἑρμηνευθῇ πρὸ παντός, ἐπαναλαμβάνω, εἰλικρινῶς καὶ ἀκραιφνῶς καὶ γνησίως, διότι εἰς πάντα καὶ τὰ ὕψιστα τῶν πολιτικῶν Σωμάτων ἀπαγορεύεται τὸ μὴ εἰλικρινές, τὸ μὴ ἀκραιφνές, ὅταν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωσι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν νόμων. Ἐνταῦθα δ’ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν παράδοξον — καὶ τοῦτο ἐκ πταίσματος αὐτοῦ τοῦ θεσμοθέτου, αὐτῆς τῆς κυριάρχου Συνελεύσεως τῆς Συντακτικῆς —· διότι ἀφέθημεν ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀσκοῦντες ὁλόκληρον τὴν κυριαρχίαν, ἀλλὰ περιωρισμένοι ἐκεῖ ὅπου περιέγραψε τὸν κύκλον τῆς δυνάμεως ἡμῶν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς συνταχθέν, ἀφέθημεν ἐν τούτοις καταδεδικασμένοι ὑποχρεωτικῶς, ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἑρμηνείαν ἐκείνου, ὅπερ δὲν κατεσκευάσαμεν, παρὰ τὸν κανόνα ὅτι μόνος ὁ κατασκευαστὴς εἶναι καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ ἔργου, ὅπερ κατεσκεύασε. Καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς ἑρμηνείαν, ὡς ὑπόχρεοι νὰ προσέχωμεν μήπως προσκρούσωμεν εἰς τὸ θεμελιῶδες. Ὅπως μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ θεμελιῶδες, ἐξετάζομεν τί καὶ ποῖον τὸ θεμελιῶδες, ἐξετάζοντες δὲ τοῦτο ὄχι μόνον τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ἐσκαμμένα, ἀλλὰ πάσχομεν καὶ τὸν πειρασμὸν νὰ ὑπερβῶμεν αὐτά. Καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἐνώπιον πειρασμοῦ εὑρισκόμεθα ἀπόψε, καὶ ὄχι ἐνώπιον ἀσυναισθήτου πρὸς τὰς ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις περὶ Γερουσίας δυσμενείας. Διότι — καὶ λέγων «πειρασμοῦ» ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου μου— εἶναι φυσικὸν τὸ νὰ ἔχῃ τις τὴν γνώμην— καὶ ἴσως πολλοὶ ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην—, ὅτι εἶναι ὀρθιώτερον τὸ πολίτευμα, τὸ ἔχον δύο Βουλὰς, ἄνω καὶ κάτω, Γερουσίαν καὶ ἁπλῆν Βουλήν, ἔχων δὲ τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἴδῃ αὐτὴν κρατοῦσαν ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ἂν εὑρεθῇ εἰς θέσιν αὐτὸς νὰ κρίνῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὐδὲν τελείως ὑπάρχει κώλυμα πρὸς τοῦτο, μάλιστα δὲ καὶ ὑπάρχει εἰδική τις εὐκολία, ὅπως ὑπερπηδήσῃ τὸ φαινόμενον κώλυμα, εἶναι πολὺ φυσικὸν ὁ τοιοῦτος πειρασμός, ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ σκοποῦ νὰ ἔχωμεν δύο Βουλὰς, νὰ ὠθήσῃ αὐτὸν ἀσυναισθήτως, ἵνα προχωρήσῃ καὶ περαιτέρω. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θέλει ἀρνηθῆ τοῦτο εἶναί τι θεμελιῶδες, καὶ μὴ λέγωμεν ὅτι δὲν ἐγγίζει εἰς τὸ θεμελιῶδες ἡ μεταβολὴ τῆς μορφῆς, ἣν θέλομεν χαράξει, οἵαν θέλομεν προσπαθήσει νὰ διατυπώσωμεν. Οὕτως ἐνταῦθα πράττοντες δὲν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν ἔπειτα ὅτι καὶ τὸ ἄλλο, ὡς ἑπόμενον, εἶναι ἀναθεωρητέον· δύναται δέ τις νὰ φθάσῃ οὕτω καὶ μέχρις ἀναθεωρήσεως ἁπάσης τῆς οὐσίας τοῦ πολιτεύματος, σεβόμενος μόνον ἴσως ἐκεῖνα, ἅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εὗρεν ὡς τὰ μόνα θεμελιώδη, λέγοντες δηλαδή: «φυλάττομεν τὸν Βασιλέα ὡς ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ὡς καὶ τὸ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν ἀνόδου δικαίωμα τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ πάντα τὰ ἄλλα δυνάμεθα νὰ μεταλλάξωμεν». Τοῦτο δὲν εἴχετε βεβαίως ὑμεῖς ὑπ’ ὄψει, ἀλλά...

§73Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τὸ εἶχον, ἀλλὰ διὰ δημοψηφίσματος.

§74Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὰ δημοψηφίσματα προϋποθέτουσιν ἐπανάστασιν, καὶ εὐτυχῶς, ἐπειδὴ ἐξερχόμεθα τῆς ἐπαναστάσεως—καὶ εἴμεθα εἰς τὸν τελευταῖον σταθμόν, διότι, ἅμα ὡς ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν προτέραν κανονικὴν κατάστασιν—, δὲν πρέπει νὰ φροντίζωμεν περὶ ἀποφάσεων, αἵτινες προϋποθέτουσι τοιαύτην ταραχὴν λαϊκήν, τοιοῦτον σάλον καὶ ἔξαψιν, ὥστε νὰ πρέπῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς δημοψήφισμα. Δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τούτου, διότι τὰ δημοψηφίσματα δὲν προκαλοῦνται ἀπὸ τῶν Βουλῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν Αὐτοκρατόρων, καὶ δὲν πιστεύω ἡμεῖς ν’ ἀποβλέπητε εἰς δημοψηφίσματα ὅμοια πρὸς τὰ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ.

§75Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν δεχθῆτε ὅτι ἡ Βουλὴ διχάζεται καὶ γίνεται δύο τμήματα, μεταφέρεται τὸ μικρότερον, καὶ ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν Βουλήν....

§76Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατασκευάζετε πολίτευμα, περὶ οὗ δὲν δύναμαι ν’ ἀσχοληθῶ, διότι δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ πρότασις, ἀλλ’ ὑποθέσεις· ἐὰν θελήσητε νὰ διαιρέσητε τὴν Βουλὴν εἰς δύο τμήματα, θὰ πράξητε ἔργον ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ· θὰ ἔχωμεν τρόπον ἐνεργείας τῆς Βουλῆς ἰδιόρρυθμον καί, ὅταν διατυπωθῇ ἡ πρότασις, θὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αὕτη συμβιβάζεται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὅπως ἐθέσατε ὑμεῖς τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ἐξεταστέον ἐνταῦθα. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω ἀνὰ χεῖρας τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἅτινα διέγραψαν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦτο, ὅπερ ἐν τούτῳ εἶναι ἀντίγραφον πλῆρες ἄλλων πλήρων Συνταγμάτων, τὸ Σύνταγμα ἐνταῦθα ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ διαμόρφωσιν ἐφρόντισε σαφέστατα νὰ διατυπώσῃ τὸ διάγραμμα τῆς Πολιτείας, ἣν εὐτυχῶς ἔχομεν. Καὶ διέγραψε τὸ διάγραμμα τῆς Πολιτείας ταύτης ἐν κεφαλαίῳ, οὗτινος τὴν ἐπιγραφὴν καὶ ταύτην παρελάβομεν ἀπὸ ἄλλων Συνταγμάτων, καὶ ἥτις καὶ μόνη εἶναι ἀρκετή, ὅπως εἰλικρινεῖς ἑρμηνευταὶ τοῦ πολιτεύματος, ὁδηγούμενοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς προσταγῆς, ἥτις ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τίτλου, μὴ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ διατάξεων, ὅπως μὴ θίξωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ ἀκριβῶς στοιχεῖον οὐσιῶδες τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Διότι δὲν μετεπείσθη ἡ Συνέλευσις ἐκείνη —, ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς —, ὅτε μετ’ ἀλλεπαλλήλους φροντίδας, μετ’ ἀλλεπάλληλον κατάδειξιν τοῦ φρονήματος αὐτῆς, ὅπως ἡ καταργηθεῖσα Γερουσία θεωρηθῇ ἐσαεὶ κατηργημένη — διότι ὑπάρχει ψήφισμα περὶ τούτου — ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισμάτων ἐκείνων ἀπεφάσισεν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι ὅ,τι τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν ἡ προσταγὴ ὑπηγόρευεν. Ἐσεβάσθησαν τὴν ἰδίαν αὐτῶν οἱ τότε θέλησιν καὶ ψηφίζοντες τὸ νέον πολίτευμα ἐξωβέλισαν τὴν Γερουσίαν. Καὶ παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ ὀλίγα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας», περὶ συγκροτήσεως τῆς Πολιτείας, περὶ θεμελίων τῆς Πολιτείας. Ἀκούσατε ταῦτα, ἅτινα θέλω ἀναγνώσει: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης· θὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι τὴν ἐλησμόνησεν.

§77Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Εἶναι τόσον θεμελιώδης, ὥστε εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ περιττὸν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.

§78Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόησα τὴν ἐξήγησιν. Κατὰ τὴν κρίσιν μου σφάλλεσθε ὅτι ἠθελήσατε νὰ τὴν ἀναγράψητε εἰς κρίσιν δημοψηφίσματος.

§79Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Διότι ἐνόμισα ὅτι ἓν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι ν’ ἀναθέσω εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνετάξαμεν πρὸς τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν. Πάντα τὰ ἄλλα ὁ λαὸς ἔχει δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ, εἶναι κυρίαρχος.

§80Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ πᾶν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ καὶ αὐτὰ τὰ συμβόλαια. Μὴ φέρετε τοιαῦτα ζητήματα. Ὅταν κυρίαρχος εἶναι ὁ λαός, ὁ κυρίαρχος πράττει ὅ,τι θέλει —. Ἡμεῖς ἐδῶ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ κυρίαρχος ἠθέλησεν ἀπὸ κορυφῆς μέχρι ποδῶν. Ὁ κυρίαρχος λαὸς δὲ εἶναι ἐδῶ· ὅταν θελήσῃ ὁ κυρίαρχος νὰ πράξῃ ὅ,τι εἰς αὐτὸν δόξῃ, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς σαρώνει.

§81Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐθέσαμεν τὸν ὅρον ὅτι θὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν διατάξεων τῆς Συντακτικῆς ἐκείνης Συνελεύσεως καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη ὥρισεν αὐτὸ τὸ συμβόλαιον, δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ θίξωμεν. Ὅταν θέλῃ ὁ λαὸς εἴτε διὰ τρόπου ὁμαλοῦ εἴτε ἀνωμάλου, βεβαίως ὁ λαὸς δύναται νὰ τὸ κάμῃ.

§82Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τότε καὶ τὸ ἄρθρον, εἰς ὃ ἀναφέρεσθε, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἡ διάταξις ἔχει οὕτως: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Τὸ Σύνταγμα ἔρχεται καὶ φυτεύει τὰς ἐξουσίας τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, ὅ,τι δ’ ἐφύτευσε τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκριζώσητε. «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία» — ἐπαναλαμβάνω — «ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς». Βλέπετε τρίτον τινὰ ἐνταῦθα; «ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς». «Ἄρθρον 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων — δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ 22 ὁ θεσμοθέτης — ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν Ὑπουργῶν». Ἐν τούτῳ ὑπάρχει τὸ ἀξίωμα «ὁ Βασιλεὺς ἐν Κοινοβουλίῳ». Τοῦτο εἶναι τὸ χαρακτηρίζον τὸν Βασιλέα κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν συνταγματικὴν ἔκφρασιν «Βασιλεύς». «Ἄρθρον 24. Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Θεμελιώδης, ἀμετακίνητος περιορισμός. Δὲν ἐπέτρεψε τὸ Σύνταγμα νὰ ἔρχηται ἡ Βουλή, εἰς ἣν ἔδωκε τοσαύτην ἐμπιστοσύνην τοιαύτην πρότασιν νὰ ὑποβάλῃ αὐτῇ διὰ λόγους συνδεομένους μετὰ τῆς ἱστορίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ οἵτινες ἐξηνάγκασαν πάντας τοὺς ἔχοντας κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ περιλάβωσι τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῶν. «Ἄρθρον 25. Ἐὰν πρότασις νόμου» —, ἀναγινώσκω ὅπως ἔχει τὸ κείμενον, ὅπερ ἐτροποποιήσαμεν τὴν ἔκφρασιν ἐπὶ τὸ ὀρθόν, διότι ἐνταῦθα ὁ θεσμοθέτης λέγει· «ἐὰν πρότασις νόμου ἀπορριφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον». Τοῦτο ἐτροποποιήσαμεν κατὰ φράσιν — διότι ἄλλως δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον — μετεφράσαμεν οὕτω· «πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας» — διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι μία — «δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Περίοδον». Λέγομεν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα καταλλήλως. «Ἄρθρον 26. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν» «Ἄρθρον 27. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». «Ἄρθρον 28. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Τοῦτο ἔχει ἄρθρον ἀντίστοιχον, τὸ λέγον ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς δικαστὰς τοὺς ἀπονέμοντας τὴν δικαιοσύνην. Παρακαλῶ νὰ ἀνατρέψωμεν καὶ μοὶ εἴπητε: Δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος καὶ εἴπωμεν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται οὐχὶ ὑπὸ Δικαστηρίων, ἀλλὰ διὰ τῶν οἱωνδήποτε πρὸς τοῦτο διοριζομένων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Οὐχί. Πρέπει νὰ ἐνεργῆται διὰ Δικαστηρίων, δὲν λέγει ποίων, ἀλλὰ διὰ Δικαστηρίων ὠργανωμένων. Δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τοῦτο; Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἠθέλομεν θίξει, μεταβάλλομεν τελείως, ῥιζικῶς, θεμελιωδῶς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι βεβαίως εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἀρχικῶς πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ ἡ δικαστικὴ κυριαρχία ἦτο καὶ ὁ δικαστής, ἐδίκαζε πολλάκις καὶ ὑπὸ δρῦν, νὰ ἔλθῃ πάλιν καὶ εἴπῃ ὅτι αὐτὸς θὰ δικάζῃ, καὶ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὸ θίξωμεν; (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Ἂν ἐπεχειροῦμεν νὰ μεταβάλωμεν καὶ ταύτην τὴν διάταξιν καὶ ἐλέγομεν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν συμβούλων τοῦ Βασιλέως ἢ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, θὰ συνεχωρεῖτο νὰ πράξωμεν τοῦτο; Οὐχί. Κατὰ τίνα τρόπον; Ἀλλ’ ἂν τὰς δύο ταύτας ἐξουσίας, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν, κατ’ οὐδὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν κατὰ τὴν μορφὴν καὶ τὸ διάγραμμα, ὅπερ ἐτέθη ὡς βάσις, κατὰ τίνα τρόπον θὰ θίξωμεν τὸ διάγραμμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἔν τινι μέρει ὁριζομένῳ ἐν ἄρθρῳ 60 μετέχει καὶ ἔργου τῆς ἐκτελεστικῆς; Κατὰ τίνα τρόπον; Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς ἄλλας δύο ἐξουσίας, οὐδὲ ταύτην δυνάμεθα νὰ θίξωμεν, διότι ἐγίνωσκε καλῶς τί ἤθελεν ὁ θεσμοθέτης, ὅτε ἔλεγεν· «ἐγώ, ὁ κυρίαρχος, ἀποθέτω τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικὴν εἰς χεῖρας Βασιλέως καὶ Βουλῆς». Εἰς οὐδένα δ’ ἄλλον θὰ ἐπετρέπετο ἄνευ αὐθαιρεσίας, ἄνευ ἀνευλαβείας πρὸς τὸ Σύνταγμα νὰ εἴπῃ: «καὶ ἐγὼ τὴν ἀποθέτω καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν». Δυνατὸν νὰ λογισθῇ ὡς λάθος τοῦ θεσμοθέτου· δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις τὴν γνώμην ὅτι συμφορώτερα ἤθελε πράξει, ἂν ἔταττε καὶ Γερουσίαν συμμετέχουσαν ἐν τρίτῳ μέρει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλά, ὅτε ἔφθασε καὶ ὡμίλησε περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ κατένειμεν αὐτὴν εἰς δύο, οὐδείς, οὐδείς, ἄνευ ὀλισθήματος, ὅπερ εἶναι προωρισμένον νὰ φέρῃ εἰς χείρονα, οὐδεὶς δύναται νὰ προτείνῃ ἐνταῦθα τὴν ἵδρυσιν Γερουσίας. Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι, ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, καὶ —ἀνοίγω παρένθεσιν— εἶχον τὸ θάρρος ἐνώπιον τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἥτις ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχε συντακτικὸν χαρακτῆρα καὶ ἥτις ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε χαρακτῆρα συντακτικὸν καθ’ ἣν ὥραν διελύθη...

§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἀπεδείχθη;

§84ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ἣν ὥραν διελύθη. Ἡ διάλυσις ὑπῆρξε πολιτικὴ πρᾶξις, ἥτις ἀπέδειξεν ὅτι ἀπηυθύνετο κατὰ Σώματος μὴ κυριάρχου, διότι, ἂν ἦτο κυρίαρχον Σῶμα, ἔστε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ διελύετο.

§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπόδειξις αὐτή.

§86ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἡ τρανοτάτη τῶν ἀποδείξεων. Πᾶν πρᾶγμα, ὅπερ περιβάλλει δι’ ἀναγνωρίσεως ὁ λαός, ὅπερ ἔπειτα ὁ λαὸς ἐπεψήφισε διὰ κολοσσιαίας πλειονοψηφίας, διὰ παμψηφίας, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐνταῦθα πανίσχυρον τὸν διαλύσαντα τὸ δῆθεν κυρίαρχον ἐκεῖνο Σῶμα, πᾶσα τοιαύτη πρᾶξις εἶναι ἀρκετή, ἵνα κλείσῃ πάντων τὰ στόματα· ἐκτὸς μόνον ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλῶμεν περὶ θεωριῶν. Αἱ θεωρίαι ἡμῶν αἱ εἰδικαί, ἐφ’ ὅσον διατηροῦμεν αὐτάς, καταντῶσιν ἄξιον θέμα βιβλίων· ἀλλὰ διὰ τὸν λαὸν εἶναι ἀθύρματα, ἅτινα ἤδη ἔρριψεν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Ἐπὶ οὕτω λελυμένου ζητήματος μὴ ἐπιχειρῶμεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν λάμψιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι εἶχον τὸ θάρρος ἐνώπιον τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ν’ ἀπαντήσω εἰς δύο διακοπάς. Μίαν, ἥτις ἀπηυθύνθη ἀσόφως ὑπὸ μακαρίτου, εἰς ὃν ἀπήντησα, παρακαλέσας αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βουλῆς, νὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ ἐκεῖ ὅσα οὗτος εἶπεν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας· ἄλλην ὑπὸ οὐχὶ ἀσόφου, ὑπὸ λίαν ἐντριβοῦς περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ λίαν φρονίμου ἀνδρός, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν δεχομένων ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι χρήσιμος εἰς τὸ πολίτευμα, ὅτι ἴσως εἶναι καὶ ἀναγκαία. Καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁπλοῦν τότε Πληρεξούσιον, ἀπήντησα, ὅπως ὤφειλον ν’ ἀπαντήσω ἕνεκα τῆς θέσεως ἣν κατεῖχον. Εἶπον διὰ τίνας λόγους, — συντόμως, διότι πρόκειτο περὶ διακοπῆς, — φρονῶ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς ὑπάρχει συγκεκροτημένη, εἶναι εἷς τῶν τριῶν ποδῶν ἐφ’ ὧν ἐρείδεται τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἐπίστευον δ’ ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ ταύτην τὴν ἑσπέραν μακρότερον νὰ διαλάβω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ ὀλίσθημα τὸ γενόμενον εἶναι κατὰ τοῦτο μεγαλείτερον, ὅτι θέμα, οὗτινος δὲν ἐτολμήσαμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἐπιληφθῶμεν, θέμα τοιοῦτον, εἰς ὅπερ καὶ αὐτοὶ οἱ θελήσαντες νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀναθεώρησιν δὲν ἐνέμειναν, δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐμμείνωσιν, ὅπως ἐπιλαμβανόμενοι ἡμεῖς τῆς συζητήσεως λύσωμεν θέμα, περὶ οὗ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀφεθῇ διὰ τὸ μέλλον, καὶ βλέπομεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος κατὰ τίνα τρόπον θὰ φροντίσωμεν περὶ τούτου, τὸ θέμα τοῦτο ἔρχεται τὴν τελευταίαν ὥραν, — καθ’ ἣν ὥραν πάντες, ὡς πιστεύω, περιεμένομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐκτελοῦντες πάσας τὰς καθυστερούσας ψηφοφορίας καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἡμετέρου ἔργου ἐν ὀλιγοώρῳ συζητήσει — ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται καὶ θέτει ἐνώπιον ἡμῶν. Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἂν ἔθετε τοῦτο πρὸς λύσιν, θὰ ἔλεγε· «κάλλιστα· ὑπάρχει καιρός· δὲν ἐκλείσαμεν τὴν συζήτησιν· ἂς συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος». Ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι κληθησομένην, εἰς τὴν προσεχῆ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σκεφθῇ περὶ Γερουσίας....

§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἁπλῆν Βουλήν.

§88ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ προλαμβάνητε· μοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ εἴπω ἐκεῖνα, ὅσα ἤδη προείπετε ὑμεῖς. Πάντοτε ὑπάρχει τις χάρις νὰ λέγῃ τις τὸ πρᾶγμα πρῶτος, καὶ ἂς γνωρίζωσιν αὐτὸ ἑκατόν.

§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην.

§90ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προνοοῦντες περὶ τῆς ὑστέρας ἀναθεωρήσεως φυλάξωμεν εἰς τοῦτο τὸ θέμα θέσιν εἰδικήν. Τόσα ἄλλα θέματα ἔμειναν ἔκθετα καὶ εἰς τοῦτο χρειάζεται εἰδικὴ θέσις! Καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὗρεν ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πενταετής, εἶναι ἀνεπαρκής, ὅτι δὲν πρέπει τόσον ταχέως νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐπαναπέσωμεν εἰς ἀναθεώρησιν καὶ νὰ ἐπαγγελλώμεθα εἰς πάντας ὅτι δύνανται εὐχαρίστως ν’ ἀναμένωσι μετὰ μίαν πενταετίαν νέαν ἀναθεώρησιν καὶ τὰ περὶ αὐτήν. Καὶ καθ’ ἣν ὥραν ταῦτα διδάσκει σοφώτατα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται καὶ εἰσάγει τὸ θέμα τοῦτο ἀμέσως καὶ καταλύει τὴν προθεσμίαν.

§91Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ ποτέ.

§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πῶς καταλύει τὴν προθεσμίαν; Τελείως! Οὐδ’ ἐκεῖνα τὰ πέντε ἔτη τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τὰ ἓξ ἔτη τοῦ κ. Τσαξίρη οὐδὲ κἂν τὰ δύο οὐδὲ κἂν τὸ ἓν ἔτος· διότι, ὅπως ἔχει ἡ πρότασις, δὲν γνωρίζω ἂν δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς αὐτοί, ὄντες ἤδη νομοθετικὴ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν ὅτι γινόμεθα πάλιν ἀναθεωρηταί, ὅπως ψηφίσωμεν τὴν Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο δὲ τὸ οὕτω πραττόμενον τὸ κατ’ ἐμὲ ἐφοβούμην μήπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας προλάβῃ καὶ εἴπῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ εἴπῃ παιγνιωδῶς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ πῶς τοιαύτη διάταξις ἔχει προορισμὸν ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ ἀγαθὸν τῆς ἐν ἀναθεωρήσει ἀνιδρύσεως τῆς Γερουσίας, καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ὄντες ἡμεῖς αὐτοὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν ἐνταῦθα πρόσκλησιν ἄλλης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς — εἴτε διπλῆν θέλετε αὐτήν, εἴτε μονήν, εἴτε τὸ ἥμισυ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι ἐν τούτῳ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. — Κατὰ τί δεσμεύει ἡ ἀπόφανσις ἡμῶν τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἐκείνην Βουλήν; Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἐγὼ ζῶ μέχρις ἐκείνου τοῦ χρόνου καὶ κατορθώνω διὰ τοῦ θέματος τῆς Γερουσίας νὰ κατασταθῶ δημοτικώτατος καὶ ἔλθω οὕτως εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ παμψηφίας ὁμοίας τῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντιταχθῶ εἰς αὐτήν, ἀδύνατον θὰ εἶναι νὰ ψηφισθῇ Γερουσία. Θὰ εἴπω: «ἀπαράδεκτος·» θὰ εἴπω δὲ τοῦτο ὡς Πρωθυπουργός, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως: «Ἀπαράδεκτος μεταβολὴ θεμελιώδης». Καὶ δὲν θὰ ψηφισθῇ· καὶ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ, εἰς οὐδὲν προσκρούει ἡ τοιαύτη ἀπόφασις. Λοιπὸν ἔχει ποιάν τινα σημασίαν ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη, ἣν ταύτην τὴν ἑσπέραν προτείνετε εἰς ἡμᾶς νὰ καθιερώσωμεν ἐκφέροντες γνώμην καὶ ψῆφον; Τίνα σημασίαν; Ἢ μήπως εἶναι αὕτη ἐντολή, ἣν δίδομεν; Ἀπολύτως οὐδεμία. Ῥάκος! Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ τοιαύτη πρότασις, δὲν ἔχει κἂν ἠθικὸν λόγον ὑπὲρ ἑαυτῆς, διότι οὐδαμοῦ ἠκούσθη ὅτι Σῶμα ἔχον ὡρισμένα δίκαια καὶ δύναμιν νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτά, ἐκεῖνο ὅπερ ἐξαιρεῖ ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν ἐξουσίας, παραδίδει εἰς ἄλλο καὶ μάλιστα τρόπον τινὰ εἰς κατώτερον· διότι, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα κατὰ τοῦτο τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τὸ Σῶμα τοῦτο, θὰ εἶναι Σῶμα ἁπλοῦν βουλευτικὸν καὶ Σῶμα τῇ ἀληθείᾳ, δι’ ὃ πρέπει νὰ φοβηθῶμεν τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἐρχόμεθα νὰ προτείνωμεν περὶ αὐτοῦ νὰ εἰσαχθῇ, μήπως εἶναι παραγωγὴ πλειονοψηφίας κυβερνητικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίαν τῆς Βουλῆς, ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὅτε θέλει ἔχει τὰς ψήφους ἀφθόνους, θέλει φροντίσει νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν, ὅπως ἔπειτα διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιτύχῃ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς καὶ ἐν δευτέρᾳ ἐκλογῇ προησφαλισμένῃ ἤδη εἰσαγάγῃ τὰ ζητήματα καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§93Γ. ΠΩΠ. Ἐν τούτοις ἐνῷ λέγετε αὐτὸ τὸ ὀρθότατον κατ’ ἀρχήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ παράδοσις εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, εἰς ἄλλην ἀρχὴν ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, παραδέχεσθε δεσμοὺς χρονικούς. Ἐθέσατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅριον πενταετές.

§94ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συνηθίζετε ἐκ μεγάλης τάσεως πρὸς τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι καὶ δημοσιογραφικῶς καὶ βουλευτικῶς νὰ κατηγορῆτε ἐπὶ παντὸς σημείου ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ δὲν ὁμοφρονεῖτε. Ἂν εἴχετε τὴν καλωσύνην ν’ ἀνατρέξητε εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ ὑπομνήσω ὅτι περιέχει πρότασιν διαγράφουσαν τὰς ἰδέας μου, ἠθέλετε ἴδει ὅτι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ δὲν ὑπῆρχε προθεσμία.

§95Γ. ΠΩΠ. Εἰς ποίαν πρότασιν; Τὴν ἰδικήν σας;

§96ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§97Γ. ΠΩΠ. Τότε εἶμαι σύμφωνος· (γελῶν) συμπολιτευόμεθα ἀλλήλους.

§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου δὲν συγκεντρώνει τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ κἂν ἐσκόπουν ἐγὼ ὑποβάλλων αὐτὴν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, διότι, ὅτε διετύπουν αὐτήν, ἐγίνωσκον ὅτι τὰ αὐστηρότερα εἶναι ὀλιγώτερον εὐπρόσδεκτα τῶν ὀλιγώτερον αὐστηρῶν, ὑπῆρχε δὲ καὶ ὑπάρχει ῥοπὴ ἀντίθετος ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1864. Τότε κατεστήσαμεν σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἀναθεώρησιν· νῦν ἔχομεν τάσιν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ὑπερμέτρως εὔκολον. Καὶ ἦλθε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀνακόψῃ τὴν φορὰν ταύτην διὰ τῆς δεκαετίας, ἀλλὰ ὡς μεταμεληθεὶς ἀμέσως κατῆλθε μέχρι καὶ τοῦ ἔτους διὰ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, Κύριοι, φρονῶ ὅτι θ’ ἀποβῇ βλαβερὸν τὸ προτεινόμενον, ἐὰν ψηφισθῇ· ὅτι θὰ τεθῇ σημεῖον, ἀφ’ οὗ θέλουσιν ὁρμηθῆ ταχύτερον ἢ βραδύτερον οἱ ἔχοντες τοιαύτας ἢ τοιαύτας ἰδέας, ὅπως ὑπὲρ ἐπικρατήσεως αὐτῶν λέγοντες θεωρίας καὶ λόγους παρεξηγήσωσι σκοποὺς καὶ διατάξεις ὁμοίας τῆς προτεινομένης· ὅτι τίθεται ἀρχὴ βλαβερά, περὶ ἧς ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ θέματος σκεπτόμενος θ’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς ν’ ἀνησυχῶμεν, μήπως τεθῇ· διότι, ἐὰν εἶναι πεπεισμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως ἡ μεθ’ ἡμᾶς Ἀναθεωρητικὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ σκεφθῇ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ θεμελιώδους τῆς διατάξεως, περὶ τοῦ ἂν συμφέρει ἢ δὲν συμφέρει ἡ Γερουσία, πρὸς τί νὰ παρεμβάλωμεν ἐνταῦθα τὴν τοιαύτην διάταξιν; Μήπως τοῦτο πράττοντες ἐκφέρομεν γνώμην; Ἐὰν ἐκφέρωμεν γνώμην, δίκαιον καὶ συμφέρον εἶναι, ἂν τοῦτο θέλῃ ἡ πλειονοψηφία, νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν Γερουσίαν ἡμεῖς ἐνταῦθα, καὶ ἂν τυχὸν δὲν εἴμεθα κατὰ πάντα ἕτοιμοι, νὰ παραπέμψωμεν εἰς τακτὸν χρόνον τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ προταθὲν εἰς ἡμᾶς, ἂν εἶναι ἄσκοπον, εἶναι καὶ βλαβερόν, καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔχω τὴν ἀξίωσιν τὴν εὔλογον, παρὰ τοιαύτης μάλιστα Κυβερνήσεως, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν προταθεῖσαν διάταξιν, ἥτις μόνον ζημίαν καὶ συζητήσεις περὶ πολιτεύματος δύναται νὰ γεννήσῃ, καθ’ ἣν ὥραν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παύσῃ πᾶσα περὶ τοῦ πολιτεύματος συζήτησις καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω, ἵνα μὴ πλασθῶσι κύκλοι ἀσχολούμενοι ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ ἐφεξῆς εἰς τὰ τῆς Πολιτείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅπως τὸ ταχύτερον κινοῦντες πάντα λίθον καὶ καταφεύγοντες εἰς πᾶσαν σκευωρίαν δυνηθῶσι νὰ πλάσωσιν ἔδαφος χρήσιμον μὲν κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅμως οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες κινοῦσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δι’ ἀρρήτους ἄλλους λόγους, οἵτινες περιττὸν νὰ ἀνακινηθῶσιν ἐνταῦθα. Τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπιμείνω, ἵνα θέσω καὶ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθηκα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτε προέκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ σχέδιον προβαλὼν τὸ ἀπαράδεκτον, ὅπερ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη, ἐσκόπουν δὲ νὰ ὑποβάλω ἐνταῦθα, καὶ προανήγγειλα τοῦτο, ὅτε ἐγκατελείφθη ἡ περὶ Γερουσίας συζήτησις. Ἔρχομαι νῦν εἰς ἄλλα δευτερεύοντα. Ἐάν, ὅπως ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ δύο τρίτα, τὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπαρκῆ, τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς δὶς κληθέντα ἀποφανθῶσιν εἴτε μετὰ διάλειμμα ἑνὸς μηνὸς εἴτε μετὰ διάλειμμα δύο ἢ τριῶν μηνῶν, ἡ δυσκολία ἡ παρεμβαλλομένη εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, θὰ εἶναι μικρά. Ἐγένετο εἶδός τι ἐπαναστάσεως, ἐξέγερσις γενικὴ μετὰ πολλῶν κινδύνων, καὶ ἦλθεν οὕτως ἡ ὥρα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀναθεωρήσεως· καὶ πόσα ἐμπόδια δὲν ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, λόγῳ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς διαδικασίας, ἥτις ὑπῆρχεν ὡρισμένη! Καὶ τότε ἔκριναν πάντες σύμφορον νὰ φροντίσωσι ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἐνῷ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἶχον ἀκολουθοῦσαν τὴν Βουλὴν σχεδὸν μετὰ παμψηφίας, οὐδεὶς ἐπίστευσεν ὅτι θὰ κατωρθοῦμεν μετὰ τοσαύτης πλειονοψηφίας νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναθεώρησιν. Ἂν ἄρα διὰ δύο διαφόρων ψηφοφοριῶν ἀπεχουσῶν ἀλλήλων ἕνα, δύο, τρεῖς μῆνας ἐπιτύχητε τὰς δύο ἀποφάσεις, τοῦτο δεικνύει ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐγένετο ἀπαραίτητος ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις δὲν πρόκειται ἐνταῦθα ὁμοία ταύτης τῆς σημερινῆς, τῆς ἀπὸ μηνῶν διεξαγομένης. Διότι ἡ σημερινὴ ἀναθεώρησις γίνεται κατόπιν ψήφου τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ἐξεγέρσεως, διαρκούσης ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, ἐν ὥρᾳ καθ’ ἣν ἡ ἐπανάστασις ἔδωκε χεῖρα πρὸς ἄλλους πολιτικούς, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εὕρῃ λύσιν τὸ ζήτημα τὸ ὑπ’ αὐτῆς ἐγερθέν. Ἐτέθη δὲ τὸ ζήτημα οὕτως, ὥστε νὰ φθάσωμεν ἐνταῦθα εἰς γενικὴν ἀναθεώρησιν, λαμβάνοντες τὸ ἐνδόσιμον ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκριβῶς, καθὼς ἐνταῦθα ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀναθεωρητική, ἡ τοῦ Συντάγματος, ἡ μετὰ διπλῆν ψῆφον κληθεῖσα, ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ προβλεπομένη, τὸ δὲ λοιπὸν Ἀναθεωρητικὴ ἔξωθεν ἐνταλθεῖσα· διότι ὄπισθεν τῆς γενομένης ψηφοφορίας ὑπῆρχον οἱ ἐξεγερθέντες, οἵτινες καὶ ἔθηκαν τὰ ζητήματα, οἵτινες καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀκουσθῇ ἡ τοιαύτη γνώμη αὐτῶν. Σήμερον ἀνεθεωρήσαμεν πᾶν τὸ ἀναμφισβητήτως μὴ θεμελιῶδες, πᾶν δὲ τὸ διφορούμενον, ὅπερ ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ θεμελιῶδες, ἀφήκαμεν κατὰ μέρος θίξαντες ἐκεῖνα μόνον, ἅτινα οὐδεὶς ἠδύνατο μετὰ λόγου νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα θεμελιώδη· ἐφθάσαμεν μάλιστα μέχρι καὶ τοῦ νὰ μὴ θίξωμεν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καὶ αὕτη εἶναι θεμελιώδης, τόση κατεβλήθη προσοχή, ὅπως μὴ κινηθῇ τι καὶ ὅπερ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ θεμελιῶδες.

§99Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἡ κατάστασις πολιορκίας, δὲν εἶναι διάταξις θεμελιώδης;

§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ κατάστασις πολιορκίας, ὑφ’ οὕς ὅρους ἐψηφίσθη, ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὅτι εἰς οὐδὲν προσκρούει τὸ θεμελιῶδες. Λοιπὸν ἡ μέλλουσα Ἀναθεωρητικὴ μοιραίως θὰ ἔχῃ περιωρισμένον τὸ ἔργον εἰς ὡρισμένας διατάξεις. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἔργον οὕτω γενόμενον κατὰ πλήρη ἀναθεώρησιν, κατὰ διαδοχὴν δύο Συνελεύσεων Ἀναθεωρητικῶν, μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν κοπιώδη καὶ σπουδαίαν, ἥτις ἐγένετο, δὲν εἶναι δυνατόν, μὴ ὑπαρχόντων νέων πραγμάτων, νὰ ἔλθῃ νέα Συνέλευσις ν’ ἀναθεωρήσῃ 40 ἢ 50 διατάξεις, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην, ἐὰν γένηται ἀναθεώρησις, θὰ στραφῇ περὶ ἓν ἢ δύο θέματα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήλειψεν ἐκ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τὴν λέξιν «μόνον», διότι ἔπρεπεν ἐνταῦθα ἐπὶ προβλεπομένῃ ἀναθεωρήσει νὰ θέσωμεν ἐκεῖνα τὰ ἐμπόδια, ἅτινα ἡ πεῖρα ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν κληθῇ κανονικῶς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη εἰς μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα θὰ ἐγκρίνῃ ἡ ψῆφος τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς.

§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος εἰς τὸ μέλλον, διότι πρόκειται περὶ ἁπλῆς Βουλῆς.

§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι τὰ πράγματα νὰ λέγωνται φανερῶς· ἐγὼ δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ μόνον, ὅπερ δὲν παρέλιπον ἐκ τῆς προτάσεώς μου, ἀλλ’ ἐπέμεινα καὶ ἔπεισα τοὺς συναδέλφους νὰ δεχθῶσιν, εἶναι ἡ λέξις «μόνον». Ἐγώ, Κύριοι, ἤρχισα ν’ ἀμφιβάλλω ἂν δὲν πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὴν ὑπὸ ἁπλῆς Βουλῆς ἀναθεώρησιν. Βεβαίως δὲν δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, τὴν τοσοῦτον ἀρτίως καὶ εὐγλώττως διατυπωθεῖσαν περὶ προσθήκης ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἡμίσεος λαμβανομένου ἐκ στοιχείων, ἅτινα θέλουσι προϋποδειχθῇ εἰς τὸν λαόν, ὅπως ἐκλεχθῶσιν. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκομεν τρόπον, ἀφοῦ μάλιστα τοσοῦτον εὐκόλως φερόμεθα νῦν πρὸς ἀναθεώρησιν, ν’ ἀπεδίδομεν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐξουσίαν εἰς Σῶμα κάπως διάφορον τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἔλθῃ —καὶ δὲν θέλει κατόπιν διαλυθῆ, ἀφοῦ ψηφίσῃ—, θὰ ἔλθῃ κατ’ ἐπιταγὴν Βουλῆς ἄλλης, ἧς οἱ ὅροι τῆς συνθέσεως θὰ εἶναι κάπως ὕποπτοι· θὰ ἦτο δὲ καλὸν ἂν ἐσκεπτόμεθα μήπως δὲν θὰ εἶναι τόσον βλαπτικόν, ἂν ἐδιπλασιαζόμεθα πάλιν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ περιορισμοῦ ἐκείνου τῶν θεμάτων τῆς ἀναθεωρήσεως, περὶ οὗ ἐλέχθη, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ φόβος περὶ ἐξακολουθήσεως ἐπὶ μακρὸν καὶ παρατάσεως τοῦ ἔργου. Διὰ τοῦτο ἐπαναφέρω τὴν πρότασίν μου, πρότασιν διπλῆς Βουλῆς μετὰ προθεσμίας τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, ἧς ὁ χρόνος εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκής.

§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ σύγκλησις διπλῆς Βουλῆς μετὰ παρεμπιπτούσης προθεσμίας δὲν θὰ ἐπιβραδύνῃ τὸ ἔργον;

§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε τοῦτο θὰ ἐπιφέρῃ ἐπιβράνδυσιν. Ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις ἐγένετο ἐνταῦθα, δὲν ἐβράδυνεν· ὑπῆρξεν ἴσως ἐργασία δυσκολωτέρα τῆς τοῦ 1864, ἐγένετο δὲ βεβαίως μετὰ πολὺ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ εἶναι ἡ πρώτη συνταγματικὴ ἐργασία, ἥτις εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο ὑπὸ ὁλοκλήρου ἐπιτροπῆς συζητησάσης, ἀνταλλαξάσης γνώμας, διατυπωσάσης τὰ πάντα ἐν ἐκθέσει ἀκριβολόγῳ καὶ ἐμφανισθείσης συσσώμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι οὔτε κατὰ τὸ 1844 ἐγένετο τοιοῦτόν τι οὔτε κατὰ τὸ 1864, καίτοι ὑπῆρξε τότε εἰσηγητὴς καὶ σοφὸς εἰσηγητής, κατωρθώθη νὰ συμφωνήσωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως εἰσαγάγωσι κοινὴν ἔκθεσιν, ὅτε ἐνεφανίσθη ὁ Σαρίπολος, διεμαρτυρήθησαν οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ὅτι ἡ ἔκθεσις δὲν ἀντεπροσώπευε τῆς ἐπιτροπῆς τὰς γνώμας. Τοιαύτη κοινὴ μελέτη καὶ ἐργασία μόνον σήμερον ἐνταῦθα ἐγένετο, ἐγένετο δὲ διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι ἡ ὤθησις ἡ ἔξωθεν ἦτο τοιαύτη, ὥστε θὰ ἦτο βεβαίως ἐκτεθειμένη εἰς τὴν καταδίκην τὴν παλλαϊκὴν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἂν δὲν παρῆγε τί ὅμοιον ἐκείνου, ὅπερ παρήχθη, καὶ ἔπειτα, διότι συνέπεσεν ἐνταῦθα τοιαύτη πρόοδος εἰς τὰς ἰδέας, τοιαύτη πρόοδος εἰς τὰς μελέτας, τοιαύτη ἀνάπτυξις, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀληθῶς Σῶμα ἱκανὸν νὰ κατασκευάσῃ Σύνταγμα, καὶ νὰ ἔχωμεν τοῦτο ἐκ συμπτώσεως τῶν γνωμῶν τῶν γερόντων πρὸς τοὺς νέους. (Χειροκροτήματα).

§105Γ. ΠΩΠ. Οἱ γέροντες ἠκολούθησαν τοὺς νέους ἢ οἱ νέοι μετέβησαν πρὸς τὰς ἰδέας τῶν γερόντων;

§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ γέροντες γνωρίζετε ὅτι κατὰ κανόνα εἶναι στάσιμοι, καὶ ὅτι ἀκριβῶς αἱ Ἀκαδημίαι, ἃς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν, ἀντιπροσωπεύουσι πάντοτε τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθον ἐνταῦθα καὶ συνεκεντρώθησαν πάντες καὶ ἄνευ διαφωνίας τοιαῦτα διεπράχθησαν, ἐν συμπνοίᾳ καὶ συνεργασίᾳ νέων καὶ γερόντων, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους ἡ μέση γνώμη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας τοῦ ἔθνους, ἡ γνώμη εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ἐθέσαμεν ἡμεῖς τὰς ψήφους ἡμῶν. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἂν κατελύετο ἡ προθεσμία, ἢ τοὐλάχιστον ἂν περιωρίζετο εἰς τὰ 5 ἔτη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἂν ἐδιπλασιάζετο ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατὰ τὸ πρότυπον τῆς σημερινῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατελύθησαν ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα λόγῳ τοῦ ὅτι εἴμεθα καὶ ἐντολοδόχοι ἐπαναστάσεως.

§107Γ. ΠΩΠ. Ὥστε κατ’ ἀρχὴν δέχεσθε ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὅρια χρονικά.

§108ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ μὴ τεθῶσιν ὅρια χρονικά, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ εἶναι ἡ προθεσμία δεκαετής· διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται ἡ σύγκλησις τοιαύτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, περιέχει τοσαῦτα σπέρματα δυσκολίας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν νὰ κατακριθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος ἐν ἔτει 1864, οἵτινες ἔπλασαν τρόπον ἀναθεωρήσεως δυσπραγματοποίητον, ἡ δὲ κατηγορία τότε ἦλθεν ὀρθῶς ἄνωθεν μετὰ σοφῶν λόγων, ἐξελθόντων τότε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως, οὓς ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτε εὑρισκόμεθα περὶ αὐτὸν ἐν συνεντεύξει συνηγμένοι πολλοὶ πολιτευόμενοι, ἵνα δυνηθῇ νὰ πεισθῇ ὅτι ἐκεῖνο ὅπερ ἐγίνετο αὐτὸς οὗτος προεῖπεν.

§109Γ. ΠΩΠ. Τὰς ἐγγράφους δηλαδὴ δηλώσεις;

§110ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔγγραφοι λόγοι ἐκεῖ δὲν ἦσαν, ἀλλὰ μόνον προφορικοί. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι. Ἂν παρέλιπον καί τι, δὲν πιστεύω ὅτι τοῦτο ἦτο σημαντικόν, καὶ δύνασθε νὰ μοὶ συγχωρήσητε διὰ τὴν παράλειψιν. (Χειροκροτήματα).

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δικαῖος ἔχει τὸν λόγον.

§113Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δικαῖος. Ἐνώπιον 15 Βουλευτῶν θὰ ὁμιλήσῃ;

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν ἀπαρτίας πρέπει νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἄλλως μὴ κάμνετε θόρυβον. Ὁ κ. Δικαῖος δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁ κ. Ἰγγλέσης.

§115Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπῆρχον διὰ τὴν ἐπιψήφισίν του ὄχι ὀλίγοι δισταγμοί, δισταγμοὶ τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου διεσκέδασεν ἡ εὔγλωττος καὶ πειστικὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οἱ δισταγμοὶ οὗτοι προήρχοντο βεβαίως, ὄχι διότι δὲν ἀνεγνωρίζετο ἡ σκοπιμότης τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμοῦ, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ἀβεβαιότης ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ θεσμὸς οὗτος καθ’ ἑαυτὸν εἶναι ὠφελιμώτατος, διότι ἀποτελεῖ ἐγγύησιν κατὰ τῶν ἐνδεχομένων παρεκτροπῶν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ χρησιμότης παντὸς θεσμοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ θέσωσιν αὐτὸν εἰς ἐνέργειαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατ’ ἀρχὰς θὰ λειτουργήσῃ καλῶς, διότι τὰ μέλη αὐτοῦ, κατὰ τὰ ἐσχάτως θεσπισθέντα, θὰ διορίσῃ αὐτὴ ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις. Εἶναι φυσικόν, ὅταν ἡγεμὼν ἢ μᾶλλον μία Κυβέρνησις χρηστὴ καὶ χαρακτηριζομένη ὑπὸ πολιτικῆς ἀρετῆς διευθύνῃ τὰς τύχας λαοῦ τινος, εἶναι φυσικόν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ν’ ἀκτινοβολῇ περὶ ἑαυτὴν τὴν χρηστότητα καὶ λεληθότως ἀκόμη νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς πάντα τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως τὴν ἀνελλιπῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἀπ’ ἐναντίας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδιάφορος, ὅταν εἶναι ἀνήθικος, ἀκτινοβολεῖ περὶ ἑαυτὴν τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν καταστροφήν. Ὁ ὀρθὸς λόγος ἐπιβάλλει νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ τὸ παρὸν δραστηρίως.

§116Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή· ἡ αἴθουσα εἶναι κενή.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶσθε πέντε, νὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν, ἀλλὰ νὰ ἡσυχάσητε, παρακαλῶ, ἐφ’ ὅσον εἶσθε μόνος. Νὰ ἐνασκήσητε τὸ δικαίωμά σας ἐντὸς τοῦ νομίμου ὁρίου. Πρέπει νὰ εἶσθε πέντε.

§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.

§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τί τέλος πάντων, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, θὰ γίνηται αὐτό;

§120Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὁ ὀρθὸς λόγος ἐπιβάλλει, ὡς εἶπον, νὰ ἐργαζώμεθα δραστηρίως κατὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ πρέπει ἀποβλέποντες εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ λησμονῶμεν τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν δὲ δὲν μᾶς παρέχει λόγους, ὥστε νὰ ἐνθουσιῶμεν διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐλειτούργησαν παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε τὰ διάφορα συμβούλια καὶ σωματεῖα. Τὸ ἰσόβιον καὶ τὸ ἀμετάθετον δὲν ἴσχυσεν, ὥστε καὶ τῶν Ἐπισκόπων ἀκόμη τινὲς νὰ μὴ παράσχωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν ἀφορμὰς δεδικαιολογημένων κατακρίσεων. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον τίς ἐγγυᾶται περὶ τοῦ μέλλοντος; Μήπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισφρήσωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῷ μέλλοντι πρόσωπα τοιαῦτα, ὥστε νὰ παράσχωσι δυσχερείας ἀδικαιολογήτους εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν εἶναι κίνδυνος ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας νὰ σχηματίσωμεν ἓν εἶδος ἐφόρων τῆς Σπάρτης, ἓν εἶδος συμβουλίου τῶν Δέκα, συμβούλιον ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἡ μὲν Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν θὰ δύναται, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πιθανῶς θὰ ἄγωσι καὶ θὰ φέρωσι τὰ διάφορα καὶ πολυώνυμα συμφέροντα τῶν παρασκηνίων; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ κλπ.». Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ ἐκλονίζετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, προκαταβολικῶς, τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι πολὺ ἰσχυρόν· ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω ὅτι μᾶλλον θὰ ἐνίσχυε τὸν θεσμόν, διότι τὸ ἐνδεχόμενον τῆς καταργήσεως αὐτοῦ ἴσως θὰ καθίστα μᾶλλον προσεκτικὰ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἴσως εἶναι σοβαρὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέτεινεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλαδή, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ τελῆται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ ὁμαλωτέρας περιστάσεις, μετὰ πέντε ἔτη μόνον θὰ εἶναι μᾶλλον ἐφικτὴ καὶ εὐχερὴς καὶ ἡ τροποποίησις καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατάργησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν προέκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις μετὰ πέντε ἔτη, θὰ ἤμην πρόθυμος ν’ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ἃ εἰκάζω, θὰ γίνῃ μετὰ δέκα ἔτη, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὴν Βουλήν.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δικαῖος. Ἀπών. Ὁ κ. Δελακοβίας. Ἀπών. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.

§122Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ἐκ τῶν σοβαρωτέρων, τὰ ὁποῖα συζητήσαμεν, εἶναι μεγάλου ἐνδιαφέροντος, διότι ἀφορᾷ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων, διότι τὸ πολίτευμα οὐ μόνον ὡς ἀνθρώπινον κατασκεύασμα εἶναι ἀτελές, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν σὺν τῷ χρόνῳ μεταβαλλομένων περιστάσεων δέον νὰ μὴ μένῃ ἀμετάβλητον, μὲ κίνδυνον τῆς χώρας. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα, Κύριοι, τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἰσχύοντος σήμερον, ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν λαθῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864, ἡ ὁποία ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ὑπὲρ τοῦ ἔργου της μικροῦ δεῖν νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ἀλάθητον καὶ ἔφερε τὰ πράγματα, ἐκεῖ ὅπου ἦλθον. Ἐνῷ κατάδηλοι ἦσαν αἱ ἐλλείψεις τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ καμμία θεραπεία, διότι δυσχέρεια μεγάλη ἦτο πρὸς ἀναθεώρησιν, καὶ ἐδέησε νὰ γίνῃ μία λαϊκὴ ἐξέργεσις βιαία, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς μεταρρύθμισιν συνταγματικήν. Μάλιστα ἐκινδύνευε νὰ μείνωμεν καὶ τώρα ἄνευ μεταρρυθμίσεως, ἂν χεὶρ δεξιωτέρα δὲν ἀνελάμβανε νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸν λιμένα, εἰς τὸν ὁποῖον φαίνεται ὅτι προσορμιζόμεθα. Καὶ ἤδη, Κύριοι, περὶ τοῦ μέλλοντος συζητοῦντες ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὅριον τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ὅριον πάσης ἀναθεωρήσεως εἶναι ἐνδεδειγμένον, εἶναι διόρθωσις, δὲν εἶναι μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς στηριζόμενός τις δύναται νὰ ὁρίσῃ ποῖον εἶναι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, οὕτω δὲ ὡρίσθη καὶ τὸ ἡμέτερον ὑπὸ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν προηγουμένως, ὥστε ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν τῶν τεθέντων ἤδη προεχωρήσαμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔργου ἡμῶν. Συζητουμένου τοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρου σήμερον ἐρρίφθησαν διάφοροι ἰδέαι περὶ τοῦ ἀκολουθητέου τρόπου, ἂν δηλαδὴ πρέπει νὰ γίνηται μόνον διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ, ὅπως εἶναι τὸ γενικῶς παραδεδεγμένον, ἂν δηλαδὴ Σώματα ἀντιπροσωπευτικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κάμωσι τὴν ἀναθεώρησιν, ἢ μήπως πρέπει νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἔτι περαιτέρω, δεχόμενοι λαϊκὴν παρέμβασιν. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα τῆς ἀναθεωρήσεως μόνον διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου βεβαίως δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ προκειμένῳ, εἶναι ἀπαύγασμα ἄλλων ἰδεῶν παλαιοτέρων περὶ τοῦ κοινωνικοῦ συναλλάγματος, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἓν κοινωνικὸν συνάλλαγμα, ἰδέα πεπλανημένη, διότι τὸ Κράτος προϋφίσταται, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, πεπλανημένη ἰδέα, λέγω, ὅτι ὁ λαὸς ἀπ’ εὐθείας πρέπει νὰ κάμῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Ἐπίσης εἶναι ὡρισμένα ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως, καθόσον ἀναθεώρησις εἶναι, ὡς εἶπον, τροποποίησις, δὲν εἶναι κατάλυσις, ἄρα ὅ,τι εἶναι θεμελιῶδες δὲν δύναται ἀπὸ μίαν Βουλὴν Ἀναθεωρητικὴν νὰ μεταρρυθμισθῇ, τοὐναντίον ὅ,τι δὲν εἶναι θεμελιῶδες καθ’ ὁλοκληρίαν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ. Ὅπως, Κύριοι, ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐν τῇ τελευταίᾳ διατυπώσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον διατυπωθέν, παρέλευσις δεκαετίας, πλὴν προκειμένου περὶ Γερουσίας, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ τὸ νέον Σύνταγμα, δύο Σύνοδοι κατὰ τὴν πρώτην Βουλήν, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν, ὡς ἐγγύησις δὲ ἀμέσως ἡ διάλυσις, διὰ ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαός. Δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὑπὸ οἱονδήποτε λόγον νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, ἀλλὰ θὰ ζητηθῇ ἡ λαϊκὴ ψῆφος, θὰ ἔλθῃ νέα Βουλή, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἄμεσος διάλυσις ἐνδείκνυται, ψήφισις ἀναθεωρήσεως κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Ἔρχομαι, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ὁποίου εἶλον ἐγειρόμενον ἐνώπιόν μου ἕνα βράχον ἀνέλπιστον, εἶδον προτεινόμενον τὸ ἀπαράδεκτον. Ἐσκόπουν ν’ ἀπαντήσω, διότι εἶχον καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι μία θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος, μία ἀρχὴ ἀναγκαία νὰ τεθῇ εἰς τὸ πολίτευμα ἦτο καὶ ἡ Γερουσία, ἐνδείκνυται δὲ καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν θέλησιν.

§123Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μόνον ὁ κ. Πέτρος Κανελλίδης εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.

§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ Γερουσιασταὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι γέροντες.

§125ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἦλθεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου λόγῳ τοῦ θεμελιώδους τῆς διατάξεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἡρμήνευσε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρεῖ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας ἀνήκει εἰς θεμελιώδη διάταξιν, διετύπωσε μάλιστα τὴν μομφὴν ὅτι μνημονεύουσα εἰδικῶς εἰς τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρον τῆς Γερουσίας ἡ Βουλὴ αὕτη οἱονεὶ διδάσκει τὴν διάδοχόν της, καὶ ἐπεμβαίνει εἰς τὸ ἔργον ἐκείνης κηρύττουσα ὅτι τὸ περὶ Γερουσίας δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ἀκωλύτως. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ οὕτω σκεπτόμενοι εἶχον δίκαιον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδέαν ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πρωθύστερον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σκεφθῶ ὅτι ἀρκεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ἀφοῦ ἄλλως δὲν δύναται νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα. Διότι, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ εὐκολώτερον ἡ ἀναθεώρησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν, δὲν βλέπω πῶς ἄλλως δύναται νὰ διατυπωθῇ. Ἐδῶ λέγομεν ἁπλῶς ὅτι ἡ ἀναθεώρησις δέον νὰ γίνηται εὐχερέστερον προκειμένου περὶ Γερουσίας. Τοῦτο ὅμως δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ αὐτὸ τὸ ἀντισυνταγματικὸν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Δραγούμης νὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, ὅτι δηλ. τὸ περὶ Γερουσίας δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Πῶς θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων; Θὰ τὸ λύσωμεν ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ἡ ὁποία ἔπεισε τοὺς συντάσσοντας τὰ πολιτεύματα νὰ λέγωσιν ὅτι αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν ἀναθεωροῦνται. Προφανῶς ἡ ἀφορμὴ εἶναι τὸ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀποτελεῖ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἓν καθεστὼς δὲν δύναται παρὰ διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως νὰ πέσῃ. Ἐκεῖνα λοιπὸν τὰ μέρη τοῦ πολιτεύματος, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται αὐτῶν τῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν καὶ δύνανται νὰ κλονισθῶσιν ἢ δι’ ἐπαναστάσεως, περὶ αὐτῶν πολὺ λογικῶς ἐλέχθη ὅτι εἶναι θεμελιώδη. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς μίαν συνταγματικὴν Βασιλείαν αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλει τὸ Σύνταγμα, ὅτι θέλει νὰ εἶναι ἀπόλυτος Μονάρχης, αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ καταλάβῃ βίᾳ τὴν ὅλην ἀρχὴν καὶ νὰ καταλύσῃ τὸ Σύνταγμα, πᾶσα δὲ ἰδέα περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος προφανῶς δὲν ἔχει θέσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπίσης ἀποφασίσῃ νὰ εἴπῃ δὲν θέλω Βασιλείαν», πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὴ τὴν δύναμιν νὰ τὴν καταλύσῃ, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, τότε ἔρχεται ἡ ἐπανάστασις. Ὁ Ἐσμὲν λέγει τοῦτο ῥητῶς, ὅτι, «ὅταν ἡ μεταβολὴ γίνῃ ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐπανάστασις ὑφ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν γίνηται τύπον, ἀλλά, καὶ ἂν οὐδεμία δημοσιολογικὴ αὐθεντία τὸ ἔλεγε, τὸ λέγει ἡ λογική.

§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγει ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τῷ 1884.

§127ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅταν λοιπὸν εἷς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ διατάξεώς τινος, καὶ ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἡ ἐπανάστασις, ἐδῶ δέον ν’ ἀναζητηθῇ καὶ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ κρίνωμεν ποία συνταγματικὴ διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Θὰ παρεκάλουν δὲ ἤδη τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἶναι τοιοῦτόν τι, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἐπανάστασις εἴτε ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ εἴτε ἐκ μέρους ἄλλου οἱουδήποτε.

§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς Δημοκρατίας.

§129ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀντιλήψεώς σας. Ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει περὶ μεταβολῆς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος σχολιάζων τὴν ὀγδόην διάταξιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος.

§131Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζετε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ δεχθῇ Γερουσίαν οἱανδήποτε;

§132ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε Γερουσίαν διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου, Γερουσίαν αἱρετήν, καὶ αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπεχθές.

§133Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ γίνῃ καθολικὴ ψηφοφορία, χωρὶς νὰ προσδιορισθῶσιν ὑποψήφιοι μὲ ὡρισμένα πρισόντα; Θὰ λεχθῇ εἰς τὸν λαὸν ὅτι οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα ἔχουσι τὰ προσόντα: ἐκλέξατε ἐξ αὐτῶν.

§134Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ ὡραῖα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις.

§135ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐπειδὴ μόνον παρεμπιπτόντως ἦλθε τὸ περὶ Γερουσίας, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου πάσης μνείας περὶ αὐτῆς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ, ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐθέσατε. Καὶ ὑποστηρίζω ὅτι οὐ μόνον ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ γίνῃ λόγος, ἀλλὰ καὶ δικαίως, ἀφοῦ διὰ τῆς Γερουσίας δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ γεγονότος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἐπανάστασιν. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μόνον θεμελιώδεις διατάξεις εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ὅτι τὸ περὶ Γερουσίας ἐφάπτεται τοῦ κεφαλαίου περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκαταγώνιστον, διότι, ἐὰν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὑπάρχωσιν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ἴδιον κεφάλαιον ὑπάρχουσιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι.

§136Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθιστᾷ συννομοθέτην τὴν Βουλήν. Ἀπαγορεύει εἰς αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν. Ἐν τούτοις πᾶσα πρωτοβουλία δίδει ἐκτὸς ταύτης ἀπαγόρευσιν ῥητήν.

§137ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ποία εἶναι ἡ θεμελιώδης διάταξις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἔδει νὰ ὁρίσῃ τὰ ὁρισθησόμενα εἰδικῶς ἄρθρα, καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συμβάλλει εἰς τὴν καλλιτέραν διαρρύθμισιν, ἐάν ποτε ἔλθῃ ἡ ἡμέρα αὐτή.

§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Εἶναι ὀρθόν.

§139ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δύνανται ὅμως τὰ μὴ θεμελιώδη ν’ ἀναθεωρηθῶσι.

§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Πάντοτε γίνεται αὐτό, καὶ ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει.

§141ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὅμως δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὰ ἀναθεωρητέα, οὐχ ἧττον τὸ περὶ Γερουσίας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν, διατί τὸ περὶ Γερουσίας νὰ δύναται ν’ ἀναθεωρηθῇ ἀμέσως καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα μετὰ μίαν δεκαετίαν; Τὸν λόγον εὑρίσκω, εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι πᾶσα ἀναθεώρησις εἶναι ἀναγνώρισις διαφόρων ἐλαττωμάτων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτεύματος. Παρ’ ἡμῖν ἐπὶ μακρὸν καὶ σύλλογοι καὶ ἄνδρες σοβαροὶ ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν δεύτερον Σῶμα, ὑπεστηρίχθη δ’ ὅτι καὶ ἄλλα ἄρθρα ὤθησαν εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ πρακτική, καὶ εἶχον ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως. Τὰ ἄλλα ἄτοπα, τὰ πλεῖστα τοὐλάχιστον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ διερρυθμίσαμεν καὶ ἀριθμῶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Σῶμα τὸ βουλευτικὸν καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων. Πᾶσαι αὐταὶ αἱ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται, διωρθώθησαν ἐπιτυχῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ποῖον ὅμως εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθίξαμεν, ἐνῷ ἐπρώτευεν; Αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ Γερουσίας.

§142Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τότε διατί νὰ μὴ ἐπιλαμβάνηται ἡ παροῦσα Βουλή;

§143ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐθίχθη δυστυχῶς ἀπὸ τοῦδε, διότι ἐκρίθη ὅτι δὲν ἐσχηματίσθη ἀκόμη πολὺ σαφὴς γνώμη περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς, οὐχ ἧττον ὅμως πάντες συνομολογοῦσιν ὅτι πολιτεύματα στηριζόμενα ἐπὶ μιᾶς Βουλῆς ἐνδέχεται νὰ σφάλλωσι, καὶ τοῦτο εἶναι ὁ κύριος λόγος τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐκολωτέρα ἡ περὶ Γερουσίας ἀναθεώρησις. Καὶ ἐρωτῶ· διατί νὰ μὴ εἶναι εὐκολωτέρα; Διατί νὰ μὴ ὑπαγάγωμεν καὶ αὐτὴν εἰς τὴν δεκαετίαν; Ἄλλως τε ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν τὴν δεκαετίαν, εἶναι διὰ νὰ γίνεται δοκιμὴ τοῦ ἔργου μας, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὔριον νὰ ἔλθῃ ἄλλος νὰ εἴπῃ «τὸ καταργῶ». Ἀλλὰ περὶ Γερουσίας ἐγένετο σκέψις μόνον, καὶ ἴσως πρὸ τῆς δεκαετίας παρουσιασθῇ χρεία ἀποφάσεως. Πάντα λοιπόν, Κύριοι, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Βουλήν, ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τὰς μελλούσας τοῦ τόπου, ἀπὸ τὴν δοκιμὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ εἴθε αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη παραδίδομεν εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, νὰ εἶναι τὸ ἄριστον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ποτὲ νὰ κάμωμεν Γερουσίαν· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς Γερουσίας; Ἡ δι’ αὐτῆς βελτίωσις τῶν πραγμάτων. Θεωροῦσιν αὐτὴν ὡς παράγοντα ἀναγκαῖον. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι μὲ πολίτευμα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς σήμερον, τὰ πράγματα βαίνουσι καλῶς, τότε καὶ ἡ Γερουσία εἶναι περιττὴ καὶ πᾶσα περὶ μελλούσης ἱδρύσεώς της σκέψις, ἀλλὰ μὴ παραβλέπωμεν καὶ τὰ ἐνδεχόμενα. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ τελειώνω μὲ τὴν εὐχὴν τοῦ νὰ μὴ γίνῃ ἀνάγκη Γερουσίας, νὰ μὴ τὴν ἐπιθυμήσωμεν ποτέ, ἢ τοὐλάχιστον πρὸ τῆς δεκαετίας. (Χειροκροτήματα).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Οἰκονόμου ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν Ἰατρικὴν σχολήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).

§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι, Κύριοι, ἀπὸ 14 περίπου μηνῶν συζητεῖται καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις καὶ ἐκτὸς αὐτῶν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, φαίνεται ὅτι δὲν ὡρίμασεν ἀκόμη σαφὴς ἰδέα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει ἡ σειρὰ τῶν ῥητόρων, οἵτινες διεδέχθησαν ἀλλήλους ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον ὅτι ἐπὶ 14 μῆνας συζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἐποχῆς ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, κατὰ κοινὴν συνεννόησιν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν κομμάτων, ἵνα ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἔκτοτε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἀπετέλεσαν τὸ θέμα τῆς συζητήσεως οὐ μόνον ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν. Καὶ μολαταῦτα εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπέναντι τῆς αὐτῆς ἀσαφείας τῶν ἰδεῶν, ἀπέναντι τῆς αὐτῆς ἀβεβαιότητος, ἥτις καὶ τότε ἐκράτει καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 107· διότι δὲν ἠκούσθη μὲν γνώμη ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπαράδεκτος ὡς διατάξεως θεμελιώδους τοῦ Συντάγματος, ἐγένοντο ὅμως ὑπαινιγμοὶ περὶ τούτου. Ἐπίσης διάστασις γνωμῶν προέκυψε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν τουτέστι πρέπει εὐχερὴς νὰ κατασταθῇ εἰς τὸ μέλλον, διὰ τῆς νέας νομοθετήσεως τοῦ ἄρθρου 107, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἢ δυσχέρειαι τοὐναντίον νέαι νὰ παρεμβληθῶσιν ἢ ἂν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐνώπιον δύο σχεδίων ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ σχέδια ταῦτα μόνον, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Βουλή· εἶναι καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν διαφόρων Βουλευτῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ τροπολογία ἡ ἀπόψε ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τροπολογία, ἥτις ἀπεδέχθη ἐν μέρει τὸ κείμενον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἰσήγαγε δ’ ἐν αὐτῷ μεταβολὰς ἀρκετὰ οὐσιώδεις. Αἱ μεταβολαὶ αἱ εἰσαχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑποβληθείσης τροπολογίας εἶναι ἡ ἀπάλειψις τῆς πενταετίας, μετὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ, εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφασιζούσης περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι ἐπὶ πλέον ἡ παρεμβολὴ νέας διατάξεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 107, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως δεκαετίας νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἐπὶ τῷ σκοπῷ προσθήκης θεσμοῦ ἱδρύοντος καὶ δευτέραν Βουλήν. Λέγων προκαταβολικῶς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τούτων ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθείσας τροπολογίας, διότι καὶ ἡ δεκαετία, ἴσως μάλιστα καὶ διάστημα χρονικὸν πέρα τῆς δεκαετίας, θὰ ἔλεγον ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀποχρώντως δικαιολογεῖται, ἵνα μὴ δεχόμενοι πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν, ὡς ἄλλος τις τῶν κ. συναδέλφων προέτεινε, καταστήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εὔκολον εἰς μεταβολὰς καὶ ἀσταθὲς καὶ ἀβέβαιον ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας, καίτοι εἶναι νόμος καταστατικὸς τῆς Πολιτείας. Ἐπίσης ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ διαλύηται εὐθὺς ἀμέσως ἅμα τῇ δευτέρᾳ ἀποφάσει. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι εἶναι ἀποχρῶσα δικαιολογία ὁ λόγος ὁ προβαλλόμενος ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μὴ διαλύηται ἡ Βουλὴ αὕτη, ὁ λόγος τουτέστιν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ ποτε Βουλή, ἡ ὁποία δὲν θὰ συναινέσῃ ν’ αὐτοθυσιασθῇ ψηφίζουσα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι οὕτω θὰ ἐδημιουργεῖτο μία δυσχέρεια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι σοβαρός, διότι, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ καὶ τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι ἠναγκασμένη ἐξ ἐπιταγῆς συνταγματικῆς ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὰ ἴδια εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπόφασίν της ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ νομοθετοῦσα, Βουλή, ἥτις ἀπεφάνθη ἤδη δὶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς Βασιλεὺς ἐξασκῶν τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν καὶ ποιούμενος χρῆσιν τῶν προνομίων τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν θέλει διαλύσει Βουλήν, ἡ ὁποία, αὐτὴ αὕτη, ἀνεγνώρισε δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς δύναται νὰ παραμείνῃ ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ πῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀνεχθῇ Βουλὴν ἀσκοῦσαν ἔργα νομοθετικά, Βουλήν, ἥτις νέον χρῖσμα καὶ νέον κῦρος πρὸς οὕτω σοβαρὸν ἔργον πρέπει νὰ λάβῃ ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτον, λέγω, τὸν λόγον, εἴτε νομοθετηθῇ τὸ ἄρθρον 107 ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή, εἴτε νομοθετηθῇ ὡς προτείνει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάλυσις πάντοτε θὰ ἐπέλθῃ· καὶ δὲν θέλει μὲν ἐπέλθει εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ἐπιταγῆς συνταγματικῆς, θέλει ὅμως ἐπέλθει τότε ἐκ τῆς βίας καὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ τῆς λογικῆς ἀκολουθίας τῶν πραγμάτων.

§146Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι πολὺ ὀρθὸν ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μᾶς παρουσίασε περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἄμεσος διάλυσις ἦτο κἄτι τι δυσχερές, ἐδημιούργει νέας δυσχερείας.

§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑπομνήσητε τί παρελθὸν ἐννοεῖτε. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ὅρον συγκρίσεως πρὸς τὸ μέλλον, περὶ τοῦ ὁποίου νομοθετοῦμεν, διότι τὸ πρόσφατον παρελθὸν εἶχε δημιουργήσει κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι πᾶν ἄλλο παρὰ ὁμαλήν, εἶχε δημιουργήσει κατάστασιν ἐπαναστατικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ Βασιλεὺς οἰκείᾳ θελήσει ἤσκει τὰς προνομίας καὶ τὰ δικαιώματά του, νομοθετοῦντες δὲ περὶ τοῦ μέλλοντος ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν περιστάσεις ἐντελῶς ἀλλοίας, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει περιστάσεις ἐντελῶς διαφόρους πρὸς ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἐκάμετε ὑπαινιγμόν, περιστάσεις ἐντελῶς ὁμαλάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλή, ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς βαίνουσα εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, θέλει ἀποφανθῆ ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ θέλει προβῆ εἰς ψήφισμα περὶ αὐτῆς.

§148Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐννοοῦμεν τὸ γεγονὸς τῆς διαλύσεως. Παρουσιάζονται δυσχέρειαι ἄλλαι πολιτικαί.

§149Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι δυσχέρειαι· αὐτὰ εἶναι προσκόμματα ἐπὶ προσχημάτων.

§150Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν τὸ πρόσκομμα αὐτὸ δύναται, ἐὰν παρουσιασθῇ, νὰ ἐμποδίσῃ μίαν τάσιν πρὸς ἀναθεώρησιν.

§151Γ. ΠΩΠ. Ἡ Βουλή, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, θὰ διαλυθῇ λόγῳ προσχημάτων.

§152Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἁρμοδιώτερος κριτὴς περὶ τῶν ἐνδεχομένων αὐτῶν προσκομμάτων τῶν ἐκ πολιτικῶν γεγονότων δημιουργουμένων πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Κυβέρνησις· ἡ δὲ Κυβέρνησις πάντως δὲν θὰ προκαλέσῃ ψήφισμα τῆς Βουλῆς περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐνδείκνυται ἐκ τῶν συντρεχουσῶν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον περιστάσεων καὶ ἐξ ἄλλων πολιτικῶν ἀναγκῶν ἡ ἄμεσος διάλυσις, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποκρούεται ἡ ἀναθεώρησις. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι, οἱανδήποτε ἐκδοχὴν καὶ ἂν δεχθῶμεν, εἴτε τὴν ἐκδοχὴν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἴτε τὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν δευτέραν ψῆφον περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη μὲν ἀπολύτως καὶ ἕνεκα λόγων οὐσίας ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπιβαλλομένη δὲ καὶ τύποις ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107 ὡς προτείνεται ἡ διασκευὴ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ κεφαλαιωδεστέρα πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διὰ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἰσαγομένη, ἡ πρότασις περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν δι’ ἐγκαταστάσεως Σώματος δευτέρας Βουλῆς, ἠκούσατε δὲ πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν, τὸν καὶ πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, προβάλλοντα κατηγορηματικῶς τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἐάν, Κύριοι, ἤθελον τεθῆ εἰς τὴν θέσιν, ἀφ’ ἧς ἔκρινον τὰ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ συνεφώνουν μετὰ τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι ἀληθῶς ἡ προτεινομένη μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι — καὶ δὲν νομίζω δεκτικὸν μακρᾶς συζητήσεως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο — διότι φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ προκύψῃ εὔλογος δισταγμὸς ὅτι θεμελιώδη, θεμελιωδεστάτην, δύναμαι νὰ εἴπω, διάταξιν τοῦ πολιτεύματος θίγομεν εἰσάγοντες δεύτερον Σῶμα βουλευτικόν, καὶ ἂν φαίνεται κολάζουσά πως τὸ πρᾶγμα ἡ διατύπωσις τῆς νέας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ἡ διατύπωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας θέλει γίνεσθαι διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω γνώμην, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου τινὸς θεσμοῦ δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν θεμελιώδους, θεμελιωδεστάτης διατάξεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἀνεπτύχθησαν πλέον ἢ ἐπαρκῶς, Κύριοι, οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης, θὰ ἔμενε δὲ νὰ προσθέσω τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, ἐνῷ τὸ πολίτευμα τὸ καθεστὼς ὁρίζει δύο παράγοντας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸν παράγοντα τὸν μοναρχικὸν καὶ τὸν παράγοντα τὸν λαϊκόν, ἡ παρεμβολὴ τρίτου παράγοντος, οἷος εἶναι ἡ Γερουσία, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ ἀπορρέῃ αὕτη, ἡ παρεμβολὴ τρίτου παράγοντος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι ἢ μεταβολὴ αὐτῶν τούτων τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοηθῇ πληρέστερον τοῦτο καὶ διὰ νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοῦ μέσου ἡ ἀντίρρησις ἡ ἀναμενομένη βεβαίως, ὅτι ἀπὸ τοῦ λαοῦ ἀπορρέει καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη, καὶ ὁ παράγων οὗτος ὁ τρίτος νομοθετικός, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας θὰ προέρχηται τὸ δεύτερον βουλευτικὸν Σῶμα, τὸ ἀσκοῦν μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ ἀντίρρησις αὕτη, θὰ ἤρκει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν θεωρίαν αὐτὴν τοῦ μερισμοῦ ἄνευ ἐλαττώσεως δῆθεν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τῆς λαϊκῆς συμμετοχῆς ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διαιροῦντες αὐτὴν ὄχι εἰς δύο νομοθετικὰ Σώματα, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν μερισμὸν τοῦτον τῆς λαϊκῆς θελήσεως εἰς πλείονα τῶν δύο, καὶ νὰ κατανείμωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον εἰς τρεῖς, τέσσαρας παράγοντας. Θὰ ἴδωμεν τότε ἂν ἡ μείωσις τοῦ μέρους τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἕκαστον τῶν παραγόντων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῆς λαϊκῆς συμμετοχῆς. Διὰ τοῦτο λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ παρεμβολὴ δευτέρου Σώματος ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ μείωσις τῆς λαϊκῆς δυνάμεως ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἄρα μεταβολὴ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν γνώμην ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπερακοντίζων μάλιστα καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θὰ ἔλεγον ὅτι ἐπιθυμῶ Γερουσίαν κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκλεγομένην καὶ ἐμφαίνουσαν καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς τὰ συντηρητικώτερα στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ δημιουργοῦσαν οὕτω μίαν δύναμιν ἀντίρροπον πρὸς τὴν παντοκρατορίαν τὴν βουλευτικήν, καὶ ἀντιστάθμισμα τῆς δυνάμεως, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα εἴδομεν μέχρι τοῦδε ὁποῖα εἶναι. Ἀλλὰ ταῦτα πολὺ ὀλιγώτερον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι δεκτά, ἀφοῦ ἀμφισβητεῖται, καὶ εὐλόγως ἀμφισβητεῖται, τὸ δικαίωμα ἡμῶν πρὸς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις καὶ ἀφοῦ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ τῆς παμψηφίας σχεδὸν τῆς Βουλῆς δεχόμεθα ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἁπλῶς ἀναθεωρητικὸν καὶ εἰς ὡρισμένα ὅρια περιστέλλεται, καὶ τῶν ὁρίων τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ παρεκκλίνωμεν οὔτε κατὰ μίαν κεραίαν. Ἐν τέλει, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἑτέρας τινὸς διατάξεως καλῶς καὶ σοφῶς κειμένης, ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος τῷ ἐν ἰσχύϊ, δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ καλεῖται νέα μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ἀμφότερα τὰ σχέδια τῆς τε συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ὁμοφώνως προτείνουσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἡ μέλλουσα ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα συνέρχηται ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὅπως καὶ αἱ συνήθεις Βουλαί. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ, μέχρι τοῦ ὁρίου εἰς τὸ ὁποῖον ἐξικνεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τῶν συνήθων Βουλῶν, διευκολύνει ἐν μέρει τὴν ἀπρόσκοπτον διεξαγωγὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἐν περιπτώσει διπλασιασμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἢ μᾶλλον εἶναι βέβαιον, ὅτι τῆς Βουλῆς θέλουσι μετάσχει ἐντελῶς νέα στοιχεῖα, στοιχεῖα ἐξασφαλίζοντα τὴν ἱκανότητα πρὸς τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δὲ χαρακτῆρος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μαθήσεως χρησιμώτατα καὶ ἐκ διαθέσεων ὁρμώμενα ἀγαθῶν, καὶ τιθέμενος εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκλέξω μεταξὺ τῶν δύο τούτων περιπτώσεων, ἀδιστάκτως, λέγω, ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο ἀγαθόν, τὸ ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ἐκ τῆς συμμετοχῆς νέων προσώπων ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ εἶναι πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ἑτέρου ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Οὔτε ὁ λόγος τῆς δαπάνης μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σοβαρός, ἵνα ἐπηρεάσῃ εἰς τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν. Ἂν δὲ ὑπῆρχον καὶ δισταγμοί τινες περὶ τούτου, περὶ τοῦ ὅτι κοσμίως καὶ καλῶς καὶ συντόμως θὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, οἱ δισταγμοὶ οὗτοι αἴρονται ἐκ τοῦ παραδείγματος τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς, τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία περιέλαβε νέους ἄνδρας ἐξαιρετικῆς μορφώσεως καὶ χαρακτῆρος καὶ διαθέσεων ἐξόχως πατριωτικῶν. Καὶ ἡ πορεία τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς αὐτῆς κατέδειξεν ὅτι οὕτως ἀγόμεθα εὐκολώτερον καὶ συντομώτερον εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, παρὰ ἐὰν εἴχομεν Βουλὴν ἀποτελουμένην ἐκ τοῦ συνήθως ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· διότι εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην δὲν ἠθέλομεν ἔχει παρὰ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπάγγελμα καὶ καθ’ ἕξιν βίου πολιτεύονται. Καὶ μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς προσφάτους περιστάσεις τὰς ἐκλογικάς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ ν’ ἀναδείξωσι τοιούτους ἄνδρας, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας περιστάσεις ἄλλας, περιστάσεις καθ’ ἃς ὁ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν θὰ ἦτο ἀδύνατος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπάγγελμα πολιτεύονται. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864 τοῦ καθιερώσαντος τὴν διπλῆν Βουλήν, φρονίμως καὶ σοφῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἂν δὲ παρὰ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ ἀριθμὸς ὁ διπλάσιος ἤθελε φανῆ ὑπεράγαν ὑπερβολικός, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον τότε νὰ εὑρεθῇ τρόπος οἰκονομῶν τὸ πρᾶγμα, αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ ἡμιόλιον ἢ κατ’ ἄλλην ἀναλογίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ εἴσοδος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀνδρῶν νέων μάλιστα ὡς ἐκείνους τοὺς ὁποίους δικαιότατα ἐξετίμησεν ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα).

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.

§154Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἂν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του δημοσίᾳ, διὰ νὰ λαμβάνῃ τὴν εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς του καὶ ἀπέναντι τῆς κρίσεως τῶν μεταγενεστέρων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον παρέλκει τελείως καὶ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὄχι μόνον ἡ κατάργησις παντὸς πολιτεύματος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναθεώρησις κατ’ ἴσον λόγον δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως γράφει ἀκριβῶς ἡ ῥήτρα ὑπ’ ἀριθ. 108, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πάντοτε ἀπὸ στάσιν ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν τοῦ Κράτους ἐπιβαλλομένην, ὅταν ἡγούμενος ἢ Κυβερνῆται ἐπίβουλοι ἐπιβάλωσι τὴν ἀνάγκην ταύτην. Αὐτὸ δὲ λέγω, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 τὸ ἐπέβαλεν ἡ βία εἰς τὴν Βαυαρικὴν δυναστείαν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 τὸ ἐπέβαλεν ἡ βία εἰς τὴν Χριστιανικὴν δυναστείαν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1910 ἐπέβαλεν ἡ αὐστηρὰ βία εἰς τὴν αὐτὴν δυναστείαν. Συνεπῶς ἡ λέξις «ἐπιτρέπεται» εἶναι σκιώδης ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται, καὶ ἐπιβάλλεται πάντοτε, εἴτε κατάργησις εἴτε ἀναθεώρησις τῶν ἐν ἰσχύϊ πολιτευμάτων, πάντοτε, λέγω, διὰ τῆς βίας. Ἂν ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ χρόνος δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ μεταγενέστεροι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου ἀσφαλῶς, εἴτε εἰς πέντε ἔτη εἴτε εἰς δέκα, θὰ ὁμιλήσωσι περὶ ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, οὐχὶ εὐφήμως, θὰ κατηγορήσωσιν ἡμῶν ἀσφαλῶς ὡς στενοκεφάλων, θὰ κατηγορήσωσιν ἡμῶν ὡς ἁπλοϊκῶν, διότι, ἐνῷ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ ἡμῶν ἐθνικῷ βίῳ τόσον τὸ πολίτευμα, ὅσον καὶ ἡ ἀναθεώρησις αὐτοῦ ἐπεβλήθη πάντοτε διὰ τῆς βίας, ὅπως καὶ θὰ ἐπιβληθῇ πάλιν διὰ τῆς βίας κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τὴν μέλλουσαν, ὅπως ἐγένετο δηλ. ἡ ἀναθεώρησις ὑπὸ τὸ κράτος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἐπιβληθῇ καὶ πάλιν διὰ τῆς βίας ἡ ἀναθεώρησις αὐτοῦ. Θέλω ν’ ἀποφύγω δι’ αὐτοῦ τοὐλάχιστον τὴν μομφήν, ἡ ὁποία θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν φράσιν τὴν ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ, ἥτις λέγει «κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον», διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ εἶναι πάντως γνησιωτέρα ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, διότι θὰ εἶναι ἐγγυτέρα ἡ ἐρώτησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς αὐτόν. Ἐπίσης συμφωνῶ, ὅπως ἐτροποποιήθη πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ αὐτὸ ἐδάφιον, προστεθέντος ὅτι πρέπει νὰ γίνηται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Λέγω τοῦτο, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύναται νὰ προκαλῆται ψηφοφορία καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, καὶ βεβαίως θὰ συγκρούωνται αἱ γνῶμαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος, καὶ συνεπῶς παρέλκει ἡ μεγάλη πλειονοψηφία. Ἀρκετὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ, ὥστε νὰ ψηφίζηται πᾶσα διάταξις διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός. Ἐκεῖνο, πρὸς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν. Παρεδέχθη τουτέστι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, «κινεῖ καὶ σαλεύει τὴν ἡσυχίαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐν ἠρεμίᾳ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος». Ἐν τούτοις ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει· πρῶτον τὸ «κινεῖ καὶ σαλεύει» εἶναι φυσικὸν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ μεταβολὴ θὰ εἶναι πάντοτε βιαία. Συνεπῶς ἡ κίνησις καὶ ὁ σάλος, ἐὰν δὲν εἶναι ἔξω, θὰ εἶναι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς εἰσάγει νέον αἷμα, εἰσάγει νέους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν φώτων αὐτῶν θὰ συντείνωσιν εἰς τὴν πληρεστέραν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀντιπροσωπεύωνται πᾶσαι αἱ λαϊκαὶ τάξεις καὶ συνεπῶς θ’ ἀντιπροσωπεύηται ὁλόκληρος ἡ λαϊκὴ θέλησις. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην γνώμην, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ δὲν λαμβάνεται πολὺ ὑπ’ ὄψιν, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ 1864 Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἦτο προσβλητικώτατον κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπεφυλάχθην ν’ ἀναπτύξω τὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μετέθεσε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον καὶ δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, περὶ ὧν ὡμίλησα, προκειμένου περὶ τοῦ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατος, εἶναι ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἁπλῆ Βουλή, αὕτη θ’ ἀντιπροσωπεύηται ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκολουθῶσιν ὡρισμένας πολιτικὰς ἀρχάς· συνεπῶς δὲν θ’ ἀπομακρύνωνται τούτων ὡς θ’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἔλθωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ μὲ νέας ἰδέας. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἀκολουθίαν ἐκείνη, ἐὰν εἶναι διπλῆ, δὲν θὰ εἶναι ἐξ ἅπαντος κομματική. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀπηλείφθη, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάλειψις εἶναι μία ὕβρις κατὰ τοῦ προσώπου τῶν Βουλευτῶν, διότι λέγον τοῦτο ὅτι ἡ τήρησις τοῦ πολιτεύματος ἐπαφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἐξεπροσώπει τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ θέλησιν τοῦ λαοῦ.

§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑφίσταται ἄθικτον.

§156Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε μένει ὡς ἔχει. Ναί. Δὲν θ’ ἀρνηθῆτε ὅμως ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφωνότατον καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ λεγόμενον παρὰ τοῖς Ἄγγλοις ἀντίστασις κατὰ τῆς ἐλευθερίας, ἀντιστρατεύεται, λέγω, πρὸς τὸ ἄρθρον 110, διότι ὁρίζεται ὁ χρόνος, περιορίζεται τουτέστιν ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτᾶται ἡ μὴ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος· πρῶτον διότι ὁρίζει ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι ἐγώ, διότι ἡ μεταβολὴ ἐν μέρει τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπέρχεται ποτὲ κανονικῶς, ἀλλὰ πάντοτε ἐπέρχεται βιαίως. Λοιπὸν ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτεύματος· προέχει οὕτω τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω ὅτι πρέπει ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ προτείνω καὶ διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.

§157Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, τὸ μὲν ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ δὲ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν παρατηρῶ ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ὀφείλει νὰ ὁρίσῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης ἀναθεωρήσεως, καὶ δεύτερον τὰς διατυπώσεις, ὑφ’ ἃς θὰ γίνεται ἑκάστοτε ἡ ἀναθεώρησις. Ὁ μὲν τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως πρέπει νὰ μείνῃ διατετυπωμένος ἀνεξαρτήτως πάσης προθεσμίας, ἐὰν δὲ διὰ τὴν πρώτην ἀναθεώρησιν θέσωμεν προθεσμίαν, εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν διάταξιν ἐντελῶς κεχωρισμένην. Τοῦτο γίνεται πολὺ εὐκόλως, ἐὰν τὸ ἄρθρον ἀρχίζῃ ἀπὸ τὰς λέξεις «ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων....»

§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ῥυθμίζεται ἡ ἀναθεώρησις πάντοτε διὰ τὸ μέλλον.

§159Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀφήνοντες ἐντελῶς ἀόριστον, ὡς πολλοὶ συνάδελφοι προέτειναν, τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης ἀναθεωρήσεως ὄχι μόνον δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ γίνῃ αὕτη πολὺ ταχέως, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ μέλλοντες Βουλευταὶ θὰ εἶναι πάντοτε μᾶλλον κατὰ τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρὸ παντὸς οὐδέποτε πρέπει νὰ δύναται οἱονδήποτε κόμμα ν’ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅταν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία μιᾶς καὶ μόνης Περιόδου, θὰ ἐπιβληθῇ τότε ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην, τοῦτο δὲ δὲν θὰ συμβῇ, ἐὰν περιλάβωμεν τὴν λέξιν «μόνον», τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἐπιτροπή, διότι ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι μεταξὺ τῆς πρώτης Περιόδου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἑπομένης δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ πλειονοψηφία, διότι τὰ ἄρθρα τὰ κριθέντα ἀναθεωρητέα κατὰ τὴν πρώτην Περίοδον δύνανται νὰ μὴ κριθῶσιν ἀναθεωρητέα κατὰ τὴν δευτέραν· ἐνῷ τοὐναντίον, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ «μόνον», τότε ἡ πλειονοψηφία, ἡ εὑρισκομένη κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην Περίοδον, θὰ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι βεβαίως ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας πάντων ἡμῶν καὶ πρῶτον, ὑποθέτω, αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἀφήσωμεν τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν, δηλ. ἡ ἀναθεώρησις νὰ γίνηται εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν διὰ τῶν δύο τρίτων τῶν παρόντων Βουλευτῶν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅπως ἀναθεωρηθῶσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ Συντάγματος, ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι σύμφωνα τοὐλάχιστον τὰ δύο μᾶλλον ἰσχυρὰ κόμματα τοῦ ἔθνους, καὶ ἡ ἀπαρτία τῶν δύο τρίτων ἀσφαλίζει τοῦτο. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν ὁμολογῶ ὅτι τὰ λεχθέντα σήμερον τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἦσαν πολὺ πειστικά, καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ.

§160Ν. ΒΑΡΘΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§161Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι ἐκ μέρους τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ κόμματος τοῦ κ. Ζαΐμη, ἡ ὁποία εἶναι ἔντιμος Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς της (χειροκροτήματα ἔκ τινων ἑδρῶν).

§162Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν καλούμεθα ἡμεῖς νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν βιαίαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ βία δὲν ἔχει οὔτε ῥυθμὸν οὔτε ὅρια. Εὐθὺς ὡς ἀποφασισθῇ ἢ ὡς κριθῇ ἀναγκαῖον ἢ εὐθὺς ὡς ἐπιτρέψωσιν ἢ ὡς νομίσωσιν οἱ ἁρμόδιοι, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, οἱ τοῦ ἄρθρου 110, δηλ. ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, ὅτι πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, παρὰ πρὸς τὰ θεσπιζόμενα ἢ καθοριζόμενα ἐν τῷ Συντάγματι, τότε οὔτε ὅρια ὑπάρχουσιν οὔτε ἄλλο τι οὔτε συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἡ βία κανονίζει τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν, ὁ λαὸς δηλαδὴ ὁ κυρίαρχος κανονίζει καὶ συντάγματα καὶ πολιτεύματα, ὅπως δόξῃ αὐτῷ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θ’ ἀποφασίσῃ, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποφασίσῃ. Πρόκειται ὅμως ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μεριμνήσωμεν περὶ εἰρηνικῆς λεγομένης ἀναθεωρήσεως, διότι ἡ βία, ὡς εἶπον, δὲν ἔχει κανόνας, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων ἄνθρωποι ἠρέμως κρίνοντες, ἠρέμως συζητοῦντες νὰ ῥυθμίσωσι μὲ ῥυθμοὺς καὶ κανόνας τὰς πράξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ σκεφθῶσιν οὕτω, καταλύοντες ἢ διορθοῦντες τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Μεριμνῶντες λοιπὸν περὶ τῆς εἰρηνικῆς ῥυθμίσεως, ἐὰν γίνῃ τοιαύτη, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐν πρώτοις ζήτημα ἀπασχολῆσαν τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὺς ῥήτορας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἡ χρονικὴ διάρκεια ἡ τεθεῖσα, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται, κατὰ τοὺς κανόνας, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς ὁποίους ἔχει ἤδη ἡ Βουλή, ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος. Τὴν διάρκειαν ταύτην ἐθεώρησαν ἄλλοι πρὸ ἡμῶν συντακτικῶς θεσπίσαντες ὡς σκόπιμον· ὡς τοιαύτην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, φρονῶ, νὰ τὴν θεωρήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀκολουθοῦντες πάντοτε ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ἂν ὄχι ἀπὸ ἄλλο τι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ὅπως ἐλέχθη ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἢ ὅπως ἀπεπειράθη νὰ λεχθῇ, εἶναι θεμελιώδης, διότι τὸ χρονικὸν διάστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θεμελιῶδες. Δύναταί τις εἴτε συντακτικῶς ἀποφασίζων εἴτε ἀναθεωρῶν ἄρθρον, τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις, ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, νὰ ὁρίσῃ δὲ καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ μέλλον νὰ ῥυθμισθῇ ἄλλως τὸ ἤδη ἀποφασισθέν. Λέγω δ’ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπιβεβλημένον τοῦτο ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, διότι θὰ ἦτό τι ἄνευ σκοποῦ, θὰ ἦτό τι μάταιον νὰ εἴπῃ τις ὅτι δύναται εὐθὺς ἀμέσως νὰ μεταρρυθμισθῶσι διατάξεις συνταγματικαὶ μετὰ ἓν ἔτος ἢ μετὰ ἕνα μῆνα ἢ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ ἡμέρας τινάς, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης, ἡ σκοπιμότης δὲν κατεδείχθη. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τίθεται ἀκριβῶς ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, τοῦ νὰ δοθῇ τουτέστι χρόνος, ὥστε αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμοζόμεναι ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ἂν ἦσαν χρήσιμοι, ἂν σκόπιμοι, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐτέθησαν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθησαν. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1864.

§163Γ. ΠΩΠ. Ἐκείνη ἦτο Συντακτική. Νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς Συντακτικὴν καὶ νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό.

§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκείνη ἡ δεκαετία εἶχεν ἀφετηρίαν τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ δέκα ἔτη κατηναλώθη. Δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ εἶναι ἡ ὁδὸς ἀνοικτὴ εἰς ἡμᾶς νὰ ὁρίσωμεν ἂν θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν.

§165Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατηναλώθη ἡ δεκαετία αὕτη, λέγω καὶ ἐγώ· ὥρισεν ὅμως ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο σκέψις πρὸς ἀναθεώρησιν.

§166Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν ἦτο ὑπὸ προθεσμίαν εἰς ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα. Ἦτο ἐντελῶς διαφορετικὴ ἡ ἐργασία τῆς μιᾶς Συνελεύσεως ἀπὸ τὴν ἄλλην.

§167Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863 λοιπὸν ὥρισε χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο σκέψις πρὸς ἀναθεώρησιν, καθ’ ὃν τρόπον ὥρισε. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται καὶ ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, διαρρυθμίζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, εἴτε καὶ μικρότερον ἀκόμη, ὅσον κρίνει σκόπιμον, ὥστε αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν σήμερον διὰ τῆς Συνελεύσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἢ ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ, ν’ ἀποδειχθῇ τουτέστιν ἂν ἐπέτυχον ἢ ἀπέτυχον, διότι θὰ εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ φαίνηται πολὺ ὀρθόν, τὸ νὰ μεταρρυθμίσωμεν διάταξιν μὴ ἐφαρμοσθεῖσαν, διάταξιν τουτέστι μετὰ ἓν ἔτος, τῆς ὁποίας τὴν χρησιμότητα ἢ τὴν σκοπιμότητα δὲν κατείδομεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἧς δὲν κατείδομεν τὴν ἐπιτυχίαν ἢ τὴν ἀποτυχίαν. Πῶς θέλετε νὰ σκεφθῶσιν οἱ μεθ’ ἡμᾶς ἢ ἡμεῖς αὐτοί, ἂν αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις κατ’ ἐκεῖνον ἢ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπέτυχεν ἢ ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν καθωρισμένον ἐκ τῶν προτέρων τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἐπιβάλλεται τοῦτο ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος ἢ ἀπὸ ἀπόψεως κρίσεως καὶ ἡμῶν καὶ τῶν μεταγενεστέρων, νομίζω ὅτι χρονικὸν διάστημα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 107, τὸ ἤδη διαρρυθμιζόμενον· ἐπαναλαμβάνομεν ἐκεῖνο δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸ 1864, ἀδιάφορον ποῖον θὰ εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον τάσσεται. Ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι πενταετὲς χρονικὸν διάστημα ἦτο ἀρκετόν. Σήμερον ὑπεστηρίχθη ἐντεῦθεν ὅτι δεκαετὲς θὰ εἶναι τὸ διάστημα τὸ ἀρκετόν. Περὶ τούτου ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην τελείως σαφῆ, διότι καὶ πέντε ἔτη ἀποδέχομαι καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ἀκόμη, διότι αὐτὰ εἶναι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ἀκριβῶς ἀντίθετον γνώμην, ἀρκεῖ ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης ἡμῶν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου διαμαρτυρομένου συναδέλφου ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην νὰ τεθῇ χρονικὸν διάστημα, κατὰ δὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν εἶναι δυνατόν.

§168Γ. ΠΩΠ. Μεταβάλλομεν διατάξεις θεμελιώδεις οὕτως.

§169Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διαφωνοῦμεν θεμελιωδῶς, βλέπετε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεμελιώδη διάταξιν. Ἐπὶ τὸ βῆμα κυρίως μὲ ἤγαγε, Κύριοι, ἡ παρεμβολὴ προτάσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀκόμη ὁμολογῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι εἶχον τὴν γνώμην, διαφωνῶν πρὸς τὸν σεβαστὸν καὶ ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Δραγούμην, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἡ συζήτησις περὶ τῆς Γερουσίας, δηλαδὴ ἐγὼ ὑπεστήριζον ὅτι δυνάμεθα σήμερον ν’ ἀσχοληθῶμεν, σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ Γερουσίας.

§170Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ κάμωμεν δεύτερον Πρυτανεῖον!

§171Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διεφώνησα τότε, ἐξακολουθῶ καὶ σήμερον παρὰ πάντα τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν νὰ ἐμμένω ἐν τῇ γνώμῃ μου, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη πρὸς συζήτησιν. Ἀπὸ τούτου ὅμως μέχρι τῆς σήμερον παρεμβληθείσης προτάσεως εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Ἐὰν ἐξ ἀρχῆς εἶχον τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν συζητοῦντες περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἄλλο, διότι ἐφρόνουν ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ πρότασις αὕτη πρὸς συζήτησιν, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποκλίνει τις ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ σήμερον ν’ ἀποφασισθῇ καὶ νὰ θεσμοποιηθῇ διάταξις περὶ Γερουσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ὅλον Σύνταγμα κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ διερρυθμίζετο κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς θεσμοθετήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τοσούτων Γερουσιῶν· διότι ἐψηφίσαμεν ἀρκετὰς Γερουσίας, μοὶ φαίνεται, μέχρι σήμερον· ἐψηφίσαμεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐψηφίσαμεν ἄλλο συμβούλιον πειθαρχικόν, ἐψηφίσαμεν εἰδικὸν Δικαστήριον ἐκδικάσεως ἀγωγῶν κακοδικίας καὶ τόσα ἄλλα, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, κατὰ τὴν ἐμὴν πάντοτε γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας δὲν θὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν· τὴν γνώμην δὲ ταύτην συνηγάγομεν, διότι, εὐθὺς ὡς ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας, ἐλέχθη ὅτι τοῦτο θὰ συζητήσωμεν μόνον εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, ἀφέθη δὲ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀφήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ῥυθμισθῶσιν, ὅπως καὶ ἤδη ἀφήνονται τὰ περὶ τῆς Γερουσίας. Τὸ τοιοῦτον ἐν ἐμοὶ τοὐλάχιστον παρήγαγε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς περὶ Γερουσίας οὔτε νὰ παράσχωμεν τοιαύτην εὐκολίαν εἰς μέλλουσαν Βουλήν, ὥστε ν’ ἀποφανθῇ μετ’ εὐκολίας περὶ συστάσεως τῆς Γερουσίας, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἔδωκα καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου ὡς εἷς ἐκ τῶν πολλῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Βουλὴν ν’ ἀποτελεσθῇ Σύνταγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἐντελῶς περιττὸς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἐπίσης τὸ ὅλον Σύνταγμα διεμορφώθη κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα πλέον τὴν ὕπαρξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ παραδεκτὸν τῆς συζητήσεως ἢ ὄχι εἶχον καὶ ἔχω ἐναντίαν γνώμην. Ἀκριβῶς δὲ ἡ λέξις Γερουσία, ὅπως ἐλειτούργει καὶ ὅπως ἐνοεῖτο ἴσως κατὰ τὸ 1844 ἢ κατὰ τὸ 1864, δὲν ἐννοεῖται καὶ ὑπ’ ἐμοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην. Δὲν ἐννοῶ Γερουσίαν βεβαίως ὅπως ἐνόουν τῷ 1844, διότι, ἐὰν ἐλέγετε περὶ τοιαύτης Γερουσίας, ἢ ἂν ἡ λέξις ἀποδίδῃ τοιαύτην ἔννοιαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, ἐὰν θέλητε, ἀπολύτως θὰ εἶμαι κατά, καὶ οὔτε θὰ ἐδεχόμην τοιαύτην συζήτησιν. Καθ’ ὅσον ὅμως ὡμίλουν περὶ παραδεκτοῦ Γερουσίας, ἐνόουν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δευτέραν Βουλήν, Βουλὴν προερχομένην ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, Βουλὴν αἱρετήν, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἦτο δεκτὴ ἡ γνώμη, ὥστε νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ παρεμβαλλομένη σήμερον διάταξις, βεβαίως ἡ λέξις Γερουσία δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, Γερουσίαν ὅταν λέγῃ τις, πῶς ἐννοεῖ αὐτήν; Ποίαν Γερουσίαν ψηφίζομεν; Γερουσίαν προνομίων; Τότε ὁ τοιοῦτος θεσμὸς εἶναι θεμελιώδης; Γερουσίαν ὅταν λέγωμεν, ἐννοοῦμεν Γερουσίαν προερχομένην ἐκ τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, Γερουσίαν ἀκριβῶς ἴσην πρὸς δευτέραν Βουλήν. Τὸ δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἂν δηλαδὴ ἐκ τοῦ λαοῦ προήρχετο ἡ τοιαύτη Βουλή, ἡ τοιαύτη Γερουσία, εἰς ταύτην πάλιν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καθορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τὰ μέλη αὐτῆς ὡρισμένα προσόντα, τὸ τοιοῦτον δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἱκανὸν ἐπιχείρημα, ὥστε νὰ πείσῃ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως, διότι δὲν εἶναι βέβαιον κἂν ἐκ τῶν προτέρων, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δέον νὰ καθορίσωμεν προσόντα ἢ ὄχι. Ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι προκειμένου καὶ περὶ Βουλευτῶν ἀκόμη ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καθωρίσαμεν προσόντα, ἢ τοὐλάχιστον ἐστερήσαμεν ὡρισμένας τάξεις ἐχούσας ὡρισμένα ἐπαγγέλματα τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ Βουλῇ. Λοιπὸν τὰ προσόντα κανονίζονται διὰ νόμου.

§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς προσὸν διὰ τοὺς Γερουσιαστὰς μόνον ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ.

§173Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ τοιοῦτον εἶναι δικαίωμα ἑκάστης νὰ τὸ ἐξετάζῃ, ἀφοῦ ἄλλως τε ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ προσόντων Βουλευτῶν, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι ὁ ἔχων τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἢ ὁ ἔχων τὸ α ἐλάττωμα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἐκτὸς ὅμως τούτου νομίζω ὅτι δὲν ἔχει πλέον θέσιν σήμερον ἡ παρεμβολὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἀφοῦ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ, ὡς φαίνεται τουλάχιστον ἢ ὡς ἐγὼ νομίζω, οἱ περισσότεροι εἶναι σύμφωνοι, δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη ἐκ τῶν προτέρων ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητήσεως τῆς Γερουσίας, δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν, ἂν ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης ἢ μή, ἀφοῦ δὲν πρόκειται σήμερον οὐσιαστικῶς ν’ ἀποφασίσωμεν.

§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀποφασίζομεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ θέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.

§175Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ πολεμῶ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον τεθῇ τὸ τοιοῦτον, βεβαίως ἀποφασίζομεν· ἐὰν ὅμως, ὡς ἐγὼ θεωρῶ, θεωρηθῇ περιττὸν καὶ δὲν προστεθῇ ἡ παρεμβληθεῖσα πρότασις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε, ἂν ἡ πρότασις αὕτη περὶ Γερουσίας εἶναι θεμελιώδης ἢ μή. Τὸ ἄρθρον 107 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, περὶ διαρρυθμίσεως συνταγματικῆς, ῥητῶς λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις, αὐτὸ δὲν τὸ ἔκρινεν. Αὐτὸ ἔκρινε σήμερον ἡ μία Βουλὴ ἡ πρὸ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς σήμερον. Αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς καθορίσῃ τις, ὁσηνδήποτε προσπάθειαν καὶ ἂν καταβάλῃ. Δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὁσονδήποτε θέλομεν ὅτι θεμελιώδης διάταξις εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ πῶς δύναται νὰ καθορισθῇ αὕτη; Λοιπὸν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Ἂν ἐγὼ σήμερον θεωρῶ τι θεμελιῶδες, δύναται ἄλλος αὔριον νὰ θεωρήσῃ τοῦτο μὴ θεμελιῶδες. Ὅπως δὲ κρίνει μία Βουλὴ περὶ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ κρίνωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις, δὲν πρέπει ν’ ἀποτρέψωμεν τοὺς μεθ’ ἡμᾶς νὰ κρίνωσι καὶ οὗτοι, ἐρχόμενοι ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 107, ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις. Ἀφοῦ θεσπίζομεν ἤδη τρόπον ἀναθεωρήσεως ὡρισμένον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κρίνῃ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἂν διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσι καὶ πόσαι ἐκ τῶν διατάξεων τῶν μὴ θεμελιωδῶν, μετ’ αὐτὴν ἐρχομένη νέα Βουλὴ θέλει κρίνει καὶ ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ὡς ἀναθεωρητέα. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα πάντες οὗτοι νὰ ἐκφράσωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην των, ποίας διατάξεις θεωροῦσιν ἀναθεωρητέας ὡς μὴ θεμελιώδεις καὶ ποίας ὡς θεμελιώδεις, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴν τὴν διάταξιν, καίτοι ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης ὡς ἀναθεωρητέα, δὲν θεωρῶ ὡς τοιαύτην, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι θεμελιώδης. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν σαφῶς, ὡρισμένως καὶ ἀκριβῶς ποῖαι διατάξεις εἶναι θεμελιώδεις καὶ ποῖαι δὲν εἶναι, μοὶ φαίνεται λίαν περιττὸν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ κρίνωμεν ποῖαι ἐκ τῶν διατάξεων εἶναι θεμελιώδεις καὶ ποῖαι ὄχι, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν οὐσιαστικῶς νὰ ῥυθμίσωμεν, κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν τὰ κατὰ τὴν Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι παρέλκει ἐντελῶς ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 107, καὶ οὐδεμίαν σκοπιμότητα ἔχει. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νὰ φέρῃ ὡς πρότασίν του τοῦτο εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν συζητοῦντες εὐρέως ἂν συμφέρει ἢ ὄχι νὰ ψηφίσωμεν περὶ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἢ ψηφίζοντες ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι θεωροῦμεν ἀναγκαῖον τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἀλλά, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα, ἀναβάλλομεν τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, θεσμοῦ ὅμως προαποφασισθέντος, οὐχὶ δὲ νὰ μεταβιβάσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἄλλην Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ψηφίσῃ καὶ ἀποφασίσῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον περὶ Γερουσίας.

§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μεταβιβάζομεν.

§177Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἀφήνομεν ἐλευθερίαν.

§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται ὡς ἑξῆς ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἐρρίφθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην αἱ ἰδέαι μας περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διὰ τῆς παρεμβολῆς τῆς προτάσεως ταύτης δίδεται ἀφορμή, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις καὶ κριθῇ κατὰ πόσον εἷς τοιοῦτος θεσμὸς θὰ εἶναι ἢ οὐ ὠφέλιμος.

§179Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τούτου ἔρχομαι καὶ λέγω ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη σήμερον εἰς τὸ ἄρθρον 107 κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι περιττή. Εἶναι δυνατὸν εἴτε ἐκ μέρους ἀξιοτίμων Βουλευτῶν εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ ὡς πρότασις αὐτοτελής, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι ὥριμος ἢ ὄχι, καί, ἂν δὲν εἶναι ὥριμος, νὰ μὴ ἐπιχειρήσωμεν ν’ ἀποφασίσωμεν.

§180Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις.

§181Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλὰ τότε θὰ συζητήσωμεν ἡμεῖς καὶ θ’ ἀποφασίσωμεν, καὶ δὲν θὰ μεταβιβάσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς ἄλλους.

§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα· δὲν πρόκειται νὰ τοῖς τὸ μεταβιβάσωμεν.

§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄμφακες.

§184Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ προαναγγείλωμεν ἡμεῖς τοῦτο. Τότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο τὸ τοιοῦτον, ἂν μοὶ ἐλέγετε ὅτι εἴμεθα σήμερον Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἀλλ’ ἡμεῖς σήμερον δὲν εἴμεθα τίποτε ἄλλο παρ’ ὅ,τι θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι· Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, τοιαύτη θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατί λοιπὸν θὰ προαναγγείλωμεν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς ἀναθεωρητικούς, εἰς τοὺς τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔχοντας μὲ ἡμᾶς καὶ θὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι δύνασθε ν’ ἀσχοληθῆτε καθιεροῦντες καὶ κρίνοντες καὶ ἀποφασίζοντες διὰ τὴν Γερουσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον δὲν ἀποφασίζομεν; Ἀφοῦ σήμερον δὲν εἴμεθα ὥριμοι, εἴμεθα ὄμφακες κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν θεσμοθέτησιν τῆς Γερουσίας, ἑπόμενον εἶναι ὅτι παρέλκει πᾶσα τοιαύτη συζήτησις καὶ δέον νὰ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ κρίνωσι τοῦτο. Καὶ δὲν θὰ εἶχον ἀντίθετον γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ μία τοιαύτη πρότασις, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, οὐχὶ μετὰ τὸ πέρας τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον τότε θὰ διερρυθμίζετο τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ ἐσκεπτόμεθα περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, ἂν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι θὰ εἴχομεν καὶ δευτέραν Βουλήν. Ἤδη μέχρι σήμερον ἀπεφασίσαμεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας μίαν καὶ μόνην Βουλὴν καὶ οὕτως ἐρρυθμίσαμεν τὰ τοῦ Συντάγματος. Ῥυθμισθέντος οὕτω τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχω βεβαίως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λακωνίας καὶ Κερκύρας συνάδελφοι, ὅτι πολὺ ταχέως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀποφασίσῃ ἔστω καὶ διὰ τῆς βίας νὰ τὸ μεταβάλῃ. Δικαίωμά του βεβαίως εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα ψηφισθὲν ὡς ἐψηφίσθη δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ δὲν θὰ δώσῃ βεβαιότερον τὴν τοιαύτην ἀφορμήν, ἐὰν ταχέως καὶ ἀσφαλῶς ψηφισθῶσι καὶ οἱ συναφεῖς πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος νόμοι. Ἐὰν ὅμως δὲν ψηφισθῶσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι καὶ ἐὰν ἀναβληθῶσιν, ὅπως ἀνεβλήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1864 καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη ἀναβεβλημένοι ἀπὸ τοῦ 1864, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ γράμματα τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ ἄρθρα καὶ αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ψηφίζομεν, δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ εἶναι τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰσθητὸν παρὰ τῷ λαῷ, διότι, ἵνα προσαρμοσθῇ παρὰ τῷ λαῷ καὶ καρποφορήσῃ, πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ συναφεῖς πρὸς αὐτὸ νόμοι, ἵνα ἐνσαρκωθῇ τὸ Σύνταγμα ὁ λαὸς καὶ δυνηθῇ νὰ δείξῃ ποῖα εἶναι τὰ καλὰ αὐτοῦ καὶ ποῖα τὰ κακά, διότι μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἦλθεν εἰς συνάφειαν τελείως ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ συναφεῖς πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις αὐτοῦ νόμοι, καὶ ἐξακολουθοῦμεν καὶ σήμερον ἔτι, ἐνῷ ἔχομεν διατάξεις συνταγματικὰς τοῦ 1864, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τοὺς σχετικοὺς νόμους ἀπὸ τοῦ 1833, ὡς τὸν νόμον περὶ τύπου καὶ ἄλλους ἀκόμη. Λοιπὸν ἔχομεν συνταγματικὰς διατάξεις τοῦ 1864 καὶ νόμους τοῦ 1833, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει βεβαίως τοιοῦτον Σύνταγμα ἦτο προωρισμένον ν’ ἀποτύχῃ, καὶ βεβαίως ἦτο προωρισμένον νὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν καὶ ἐξέργεσιν τοιαύτην πρὸς μεταρρύθμισιν, διότι, ἐὰν ἴσως δὲν ἔπταιεν αὐτὸ τοῦτο Σύνταγμα, ἔπταισεν ὅμως, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ νόμοι, καὶ ἑπομένως τὸ Σύνταγμα τοῦτο δὲν προσηρμόσθη παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Ἐὰν ὅμως ἀποφασισθῇ ἡ παρεμβολὴ τῆς προτάσεως ταύτης, παρὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ ἔχω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ν’ ἀφήσωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπολύτως ἐλεύθερον, ἐφ’ ὅσον καθορίζομεν δεκαετίαν διὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις, εἶναι κάτι τι ἐπικίνδυνον, Κύριοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δυνάμεθα νὰ θεσμοθετήσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ θεσμὸν περὶ ὑπάρξεως Γερουσίας, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ὅλον Σύνταγμα. Καὶ ἀφοῦ, ὡς ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος εὑρίσκομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν ἐπὶ χρονικὸν διάστημα πενταετὲς ἢ δεκαετές, ἐρχόμεθα διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τοιαύτης προτάσεως νὰ σχηματίσωμεν τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἀμέσως ἀσχοληθησομένην περὶ ψηφίσεως θεσμοῦ Γερουσίας, ὑπόχρεον οὖσαν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ παντὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ Βουλῆς ἁπλῶς, διὰ νὰ προσαρμόσῃ αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν νέον θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Τί θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην νὰ κρίνῃ ἐντελῶς περὶ τῶν ἄρθρων ἐν γένει τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἐντεῦθεν τί κερδίζομεν ἀπὸ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ πενταετὲς ἢ δεκαετές, τὸ ὁποῖον ὁρίζομεν; Φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον τὸ πρᾶγμα, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, φρονῆτε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν γνώμην σας, ἵνα τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως θὰ ἀφήσητε καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ὑπαγομένην πρὸς ἀναθεώρησιν μετὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον καθορίζομεν καὶ διὰ τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς μὴ θεμελιώδεις. Καταλήγων, Κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου ταύτην, νομίζω δ’ ἀπαραίτητον ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «μόνον», ἡ ὁποία ἀπηλείφθη, διότι τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Τουλάχιστον νὰ ἐπιτύχω τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλο τι ἐξ ὅσων ὑπεστήριξα ἀγνοῶ ἂν θὰ ἐπιτύχω.

§185Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Αἱ δυσχέρειαι, κύριοι Βουλευταί, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατώρθωσαν νὰ ματαιώσωσι τὴν ἀναθεώρησιν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν, καθ’ ἥν, καίτοι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ πάντων σχεδόν, οὐχ ἧττον λόγῳ τοῦ ὅτι προσέκοπτεν αὕτη εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου οἱ συντάκται ἠθέλησαν ἀκολουθοῦντες τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ 19ου αἰῶνος νὰ προσδώσωσιν εἰς τοῦτο τὸ διαρκὲς καὶ ἀναλλοίωτον τοῦ λίθου καὶ τοῦ ὀρειχάλκου. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὸ Σύνταγμα, παραμένον ἀείποτε ὁ ὕπατος νόμος τοῦ Κράτους, ἐν τούτοις, ὅπως μὴ ἀποτελῇ πρόσκομμα εἰς τὴν συνεχῆ πρόοδον τῆς πολιτικῆς κινήσεως, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀποβάλῃ μέρος τῆς αὐστηρότητος αὑτοῦ καὶ νὰ ᾖ δεκτικὸν μεταρρυθμίσεων ἀναλόγων τῆς προόδου τῆς πολιτικῆς κινήσεως. Ἡμεῖς ὅμως δεδεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρακολουθῶμεν τὴν πρόοδον ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἠκολουθοῦμεν τὰς παλαιὰς θεωρίας, ἀπαιτούσας τὴν εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους καὶ διὰ τῶν ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ψήφισιν τῆς ἀποφάσεως περὶ ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ 107 ἄρθρον τοῦ 1864, εἶναι μέτρα πρωτογενῆ, εἶναι μέτρα ἀναφερόμενα εἰς τὰ πρῶτα Συντάγματα τὰ ἀναγράφοντα τὰς περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεις. Λέγω δ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς τῆς ἀναγραφῆς τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων εἰς τὰ Συντάγματα, διότι δὲν ἀνευρίσκομεν βεβαίως εἰς τοὺς πρώτους Χάρτας τοὺς παραχωρηθέντας ὑπὸ τῶν μοναρχῶν ῥήτρας περὶ ἀναθεωρήσεως, καὶ τοιούτους Χάρτας ἐννοῶ τοῦ Λουδοβίκου ΙΗʹ καὶ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, διότι εἰς τούτους ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια ὅτι ὁ μονάρχης θὰ ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, ν’ ἀναθεωρήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων παρετηρήθη ὅτι παρίστατο φόβος ἐκ μέρους τοῦ μονάρχου μήπως οὗτος θελήσῃ νὰ καταλύσῃ τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὸν λαόν, καὶ διὰ τοῦτο ὅπως προστατεύσωσι τὸν λαὸν κατὰ τοῦ τοιούτου κινδύνου ἠθέλησαν νὰ ὁρίσωσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν χρονικὸν ὅριον δεσμεῦον τὴν ἀναθεώρησιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν συμμετοχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ εἶτα, ἐκ φόβου μὴ καὶ αὕτη δελεάζηται, ὡρισμένον ἀριθμὸν ψήφων διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἀλλὰ δὲν παρατηρεῖται τοῦτο μόνον εἰς τὰς μοναρχικὰς πολιτείας, παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰς δημοκρατικὰς Πολιτείας, ὁ δὲ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς τὰς δημοκρατικὰς Πολιτείας, εἶναι ὅλως διάφορος τοῦ προηγουμένου. Παρατηρεῖται δηλ. ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰς δημοκρατίας Γαλλίας καὶ Ἀμερικῆς ἐκ λόγου ὅλως διαφόρου τοῦ εἰς τὰς μοναρχικὰς ὑπαγορεύοντος ταύτην, διότι εἰς μὲν τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, ὡς εἴδομεν, ἀνεγράφη πρὸς ἀντίδρασιν κατὰ τῶν μοναρχῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ δημοκρατικὰ ἀνεγράφη ὡς προληπτικὸν κατὰ τῶν κινδύνων τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐξολισθήσεων. Σήμερον ὅμως τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως διέπονται ὑπὸ ὅλως διαφόρων ἀρχῶν. Αἱ φιλελεύθεροι μοναρχίαι τῆς Εὐρώπης ἀκολουθοῦσαι τὸ δόγμα τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ὑπάτη ἔκφρασις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, τείνουσι πρὸς ἐφαρμογὴν ἀκριβῶς τούτου, ν’ ἀφαιρέσωσι τὰ πρὸς ἀναθεώρησιν προσκόμματα. Οὕτως αἱ ἔκτακτοι πλειονοψηφίαι αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τείνουσι νὰ μειῶνται, θεωρουμένης ὑπὸ τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων, πλὴν τοῦ Σερβικοῦ, ἐπαρκοῦς τῆς ἐκλογῆς νέας Βουλῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ τῆς εὐκολύνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τὰ Κράτη δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τρεῖς διαφόρους κατηγορίας. Πρώτη κατηγορία εἶναι ἡ τῶν Γερμανικῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα, οὐδὲν ἧττον, οὐδὲν πλέον, τὸ Σύνταγμα ἐξωμοιώθη πρὸς νόμον. Τὴν ἀρχὴν ταύτην καθιέρωσε πρῶτος ὁ Χάρτης τοῦ 1848 τοῦ Φρειδερίκου Γουλιέλμου τοῦ Δʹ τῆς Πρωσσίας, κατόπιν δὲ ἐξετάθη ἡ θεωρία αὕτη καθ’ ὅλην τὴν Γερμανίαν καὶ κατέλαβε πάντα τὰ Γερμανικὰ Κράτη. Μετὰ ταῦτα πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην συνετάχθησαν Ἰταλοὶ δημοσιολόγοι διάσημοι, ὡς ὁ Palma καὶ ὁ Lampertico, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πρὸ τῆς σιωπῆς τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος, μηδὲν ἀναφέροντος περὶ ἀναθεωρήσεως. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα συνεπῶς ἐξειλίχθη ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ἐτροποποίουν ἑκάστοτε τὸ ἀρχαῖον Σύνταγμα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν νόμων, ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι εἶχον βάσιν τὴν προαποδοχὴν τούτων ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης. Διὰ τοῦτο δέ, ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Τουρίνου Brusa, κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν, οἱ τοιοῦτοι νόμοι οὐδέποτε ἐψηφίσθησαν εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς αὐτῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς διαδόχου ταύτης, ὅπως ἀκριβῶς ἐκφρασθῇ ἐπὶ τούτων ἡ κοινὴ γνώμη. Δευτέρα κατηγορία εἶναι ἡ κατηγορία τῶν Σκανδιναυικῶν Κρατῶν καὶ τῶν μοναρχιῶν τῆς Λατινικῆς Εὐρώπης, εἰς τὰ ὁποῖα κυριαρχοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ἐκφραζομένη διὰ διαλύσεως καὶ ἐκλογῆς ἢ ἁπλοῦ βουλευτικοῦ Σώματος ἢ διπλοῦ, εἴτε τέλος εἰδικῆς Συνελεύσεως εἰδικῶς πρὸς τοῦτο συνερχομένης, ὡς ἐν Σερβίᾳ, Βουλγαρίᾳ καὶ Ἑλλάδι. Τρίτη κατηγορία εἶναι ἡ θέτουσα τὴν ἀρχὴν τῆς διατηρήσεως τῆς κυριαρχίας παρὰ τῷ λαῷ, δηλ. τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται πρὸς κύρωσιν τῶν ὑπὸ τῶν Συνελεύσεων ἀποφασισθέντων ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ. Τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ τῶν δημοψηφισμάτων καὶ referendum ἔχουσιν ἤδη αἱ Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὸ Βέλγιον. Εἰς ταῦτα ἡ ἐπέμβασις τῶν ἡγεμόνων, ἡ ὁποία σχεδὸν εἰς πάντα τὰ ἄλλα πολιτεύματα ὑπάρχει, πλὴν τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ Νορβηγικοῦ, ἀναπληροῦται διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ λαοῦ. Παρ’ ἡμῖν νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διετήρησε τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία κύρωσις τῶν ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποφασισθέντων ἀπαιτεῖται, οὐδ’ ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως οὐδ’ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον βεβαίως νὰ εἰσήγετο τὸ referendum, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ λαὸς τὴν κύρωσιν ἐκ τῶν κάτω, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐτυχὲς ἐκεῖνο σημεῖον τῆς προαγωγῆς, τῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἀναπτύξεως τούτου εἰς σημεῖον ὥστε νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ δύναται νὰ κρίνῃ καὶ κυρώνῃ τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασισθέντα. Ἡμεῖς κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τὴν προκειμένην τῶν ἄρθρων τούτων κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔδει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἀρχὰς τὰς συγχρόνους, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα πάλιν εἰς τὸ δυσχερὲς ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἔταξε τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔταξε, πρῶτον διευκολύνουσα τὸν ὅρον τῆς ἀναθεωρήσεως κατ’ ἀρχὴν ἀντὶ τῶν ¾ ἀπαιτοῦσα διὰ τὴν ἀπόφασιν τὰ ⅔ καὶ δεύτερον ὁρίσασα τὴν ψήφισιν εἰς δύο ψηφοφορίας ἀπεχούσας ἀπ’ ἀλλήλων ἕνα μῆνα, ἐντὸς μιᾶς ὅμως Περιόδου καὶ οὐχὶ δύο, διότι τοῦτο ἐπέφερε μέγιστα προσκόμματα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως. Διὰ τῆς τοιαύτης διευκολύνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τηρεῖται καὶ ἐμπεδοῦται τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος κατὰ πάσης προσβολῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου νομίζω ὅτι ἀρκετὸν θὰ ἦτο τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν τῆς πενταετίας, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ αὐξήσωμεν εἰς δεκαετίαν.

§186Γ. ΠΩΠ. Διατί πενταετία;

§187ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Οὐδεμίαν καὶ ἐγὼ θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ μὴ ἀναγραφῇ κανὲν ὅριον ἀπολύτως. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν προσθήκην τῆς Γερουσίας νομίζω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν Γερουσίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως οἱουδήποτε χρονικοῦ διαστήματος, εἴτε πενταετίας εἴτε δεκαετίας, διότι νομίζω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι, διὰ νὰ προσθέσωμεν τὴν Γερουσίαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ συναναθεωρήσωμεν καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας διατάξεις συναφεῖς, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως μιᾶς διατάξεως, ἀλλὰ περὶ νέας τροποποιήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος ἡμῶν διὰ τῆς προσθήκης τοῦ νέου τούτου θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ προσετίθετο ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία θὰ ἐπέφερε τελείαν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.

§188ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου περατοῦται τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον, καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε καὶ ἐψήφισε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τὰ συγχαρητήρια, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἐπιμελῶς ἐπεξειργάσθη τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, καὶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ σύμπασαν τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία μετὰ τοσούτου πόνου ἐπεμελήθη τῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος.

§189Γ. ΠΩΠ. Πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τίποτε;

§190ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἐπιστεγάζεται ἤδη τὸ πολίτευμα καὶ πρόκειται νὰ καλέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐτέθη ὁ πειρασμὸς οὗτος εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τουτέστι τοῦ νὰ δύναται ἡ μέλλουσα Βουλὴ λίαν ἐγκαίρως καὶ ταχέως νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀναντιρρήτως οἱ λαοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μεταβάλλωσι τοὺς θεσμούς των, φρονῶ ὅμως ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς καὶ ἡσύχου διαβιώσεως ὑπὸ πολίτευμα ὅπως τοῦτο ἐψηφίσθη καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ὅπως κλονίζηται ἑκάστοτε πρὸς θεμελίωσιν τοῦ πολιτεύματός του. Ἐφρόνουν λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα μέτρα, χάριν τῶν ὁποίων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ προσφέρῃ τοσαύτας καὶ τοιαύτας θυσίας, θὰ ἤθελε βεβαίως ἀφήσει κατὰ μέρος τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν ἱδρύει.

§192ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἱδρύει, ἀλλὰ τὸν ὑποδεικνύει.

§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε.

§194ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω θέλει ἐκληφθῆ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐν περιπτώσει καὶ ψηφίσεως ὑφ’ ἡμῶν τοιούτου ἄρθρου. Ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ σχηματισθῶσι πολιτικοὶ σύλλογοι ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο θέλουσιν ἐπιδιώξει...

§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε κατέστη ὥριμος ἡ κοινὴ γνώμη.

§196ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε ὅτι κατέστη ὥριμος ἡ κοινὴ γνώμη...

§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὄχι.

§198ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε ὄχι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάλιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, μὴ ἐπιμένετε νὰ τεθῇ.

§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθόλου δὲν ἐπιμένω.

§200ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον ὅσοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅπως ἀνετέθη τὸ ζήτημα, οὕτω πως ὑποδεικνύεται.

§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε ἐξ ὅσων ὡμίλησαν οἱ ἄλλοι κρίνετε ὑμεῖς πῶς τὸ ἔθεσα ἐγὼ τὸ ζήτημα; Καλλίτερον νὰ προσείχετε εἰς ὅσα εἶπον ἐγώ.

§202ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόσεξα καὶ εἶδον ὅτι ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καλὸν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν χρόνον ἀρκετόν, μίαν περίοδον χρονικὴν ἱκανήν, ὥστε ἐκ τῆς πείρας νὰ ἴδωμεν τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ νέου πολιτεύματος, καὶ οἱ μέλλοντες ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τούτου νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ σκεφθῶσι καλλίτερον. Ἀλλά, ἂν τεθῇ ἡ διάταξις ὅπως τίθεται, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ μόνον κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τῆς συγκλήσεως τῆς Γερουσίας πρὸ τῆς παρελεύσεως πενταετίας ἢ δεκαετίας, ὅπως θέλετε. Ἓν ἄλλο μόνον θὰ ἐπεθύμουν, μολονότι οἱ Ἕλληνες ἐκλογεῖς ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουσι συναίσθησιν καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς παρουσίασαν ἀντιπροσώπους ἀπὸ πάσας τὰς κοινότητας, θὰ ἐπεθύμουν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τεθῇ ὅπως εἰς μέλλουσαν ἀναθεώρησιν ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ αἱ κοινότητες αἱ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ εὑρισκόμεναι. Εἶναι εὔκολον νὰ τεθῇ, ὥστε ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος εἰς μέλλουσαν ἀναθεώρησιν. Τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα ὅτι πιθανὸν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ κοινότητες, καλὸν θεωρῶ νὰ γίνῃ δεκτόν, οὕτως ὥστε ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ αὗται.

§203Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπω δύο λέξεις. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει τὰ ἐμπόδια τὰ παρεμβαλλόμενα πρὸς μίαν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλάσσονα· τοὐναντίον φρονῶ ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐμπόδια, οἱ τοιοῦτοι φραγμοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτεροι. Ἡ εὔκολος ἀναθεώρησις εἶναι διαρκὴς ἀπειλὴ τοῦ πολιτεύματος· καὶ δὲν ἠξεύρω ὁποία θὰ ἦτο σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διελθόντος ἀνὰ μέσον τῆς ἀκατονομάστου πολιτικῆς ἀκολασίας τοῦ παρελθόντος, ἂν μὴ ὑπῆρχον οἱ φραγμοὶ καὶ τὰ ἐμπόδια τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα ἄρα τίθενται οὐχὶ ἵνα παρακωλύσωσι μίαν ἐνδεδειγμένην καὶ ἀναγκαίαν καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἣν οὐδὲν ἐμπόδιον δύναται ν’ ἀποτρέψῃ ἅμα ἤθελε ῥιζωθῆ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τίθενται, ὅπως διασφαλίζωσι τὰς κειμένας διατάξεις. Ἡ τοιαύτη ἀρχὴ τῶν δυσκολιῶν περὶ τὴν ἀναθεώρησιν ἑνὸς πολιτεύματος παρατηρεῖται εἰς πάντα τὰ πολιτεύματα τοῦ κόσμου, λαμβανομένη βεβαίως οὐχὶ ἀπὸ τοῦ σκοποῦ ὅπως παρεμποδίσῃ μίαν νέαν ἀναθεώρησιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μία βελτίωσις τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἵνα καταστήσῃ δύσκολον καὶ δυσμεταχείριστον ἐνδεχομένην περίπτωσιν παρεκκλίσεως ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ σκοποῦ, ὃν προτίθεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ παντὸς ὅρου, ὅστις ἤθελε καταστήσει δυσχερεστέραν τὴν ἀναθεώρησιν. Ἡ θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ δὲν ὑποβάλλεται εἰς τύπους, Κύριοι· οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως αὐτῆς τῆς λαϊκῆς, ἐὰν ἔχῃ ὡριμάσει καὶ ἔχῃ κατανοηθῆ μία ἀναγκαία βελτίωσις τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν θέσητε ἐμπόδια, δὲν δύνανται ταῦτα νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐν τῷ μέλλοντι βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν πανδήμως ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ αὕτη· χρησιμεύουσι δὲ μόνον, ἵνα παρακωλύωσι τὴν εὔκολον παραβίασιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀπόδειξιν τούτου παρέχει ἡ σύγχρονος ἱστορία· τὸ ἄρθρον 107 ἔθετε φραγμοὺς ἀνυπερβλήτους, οἵτινες ὅμως, ὅτε ὡρίμασεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους ἡ γνώμη μεταρρυθμίσεως ὡρισμένων ὅρων τοῦ πολιτεύματος, ἰδοὺ ὅτι οὐδὲν ἐμπόδιον ἔφερον εἰς τὴν πραγμάτωσιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μὴ εἶσθε φειδωλοὶ εἰς ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρεντεθῶσιν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τοῦ πολιτεύματος. Ἔχω τὴν γνώμην ἑπομένως ὅτι ἡ ἐσχάτως ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τελευταία προσθήκη ἐν τῷ ἄρθρῳ 107, ὅπως κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας ἐπιτραπῇ νέα Ἐθνοσυνέλευσις ὁποτεδήποτε καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἔστω, καθ’ ἣν ἄλλως τε ἐξεδήλωσε κατόπιν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος γνώμην, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, διότι μάλιστα καὶ ἕτερον θὰ συνεπῆγε κακόν, Κύριοι. Τί κυρίως προσπαθοῦμεν νὰ διασφαλίσωμεν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107; Σκοποῦμεν βεβαίως νὰ διασφαλίσωμεν τὴν βιωσιμότητα καὶ τὴν ἐπί τινα χρόνον ἠρεμίαν τοῦ πολιτεύματός μας τούτου· ἀλλ’ ἐὰν δι’ οἱουδήποτε τρόπου παρασχεθῇ εὐκαιρία δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔστω καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν, νὰ κληθῇ Ἀναθεωρητικὴ Ἐθνοσυνέλευσις ἐντὸς βραχέος χρόνου, καθ’ ὃν μάλιστα δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι κοπάσει ἀκόμη αἱ ἀπειλαὶ τῶν ἀντιδραστικῶν, τῶν ἐπαγγελλομένων ὅτι θὰ κρημνίσωσιν ὅσα ἡμεῖς οἰκοδομοῦμεν, τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην ν’ ἀναταράξῃ ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα καὶ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ πλειοτέρων ἄλλων ζητημάτων; Διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς ἠθέλομεν ἀναιρέσει τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς προηγουμένης παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου θέτομεν, ὅτι δὲν πρέπει ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ πολίτευμα. Ἐὰν ἠθέλομεν καθιερώσει τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τὴν Γερουσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὴ ἡ Συνέλευσις, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, καὶ ἀμέσως κατόπιν ἡμῶν συνερχομένη πρὶν ἢ ἐξατμισθῇ ὁ σημερινὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ πρὶν ἢ λειτουργήσωσιν αἱ τεθεῖσαι ἤδη διατάξεις θὰ ἠδύνατο καὶ τὸ πᾶν ν’ ἀνατρέψῃ. Ἐγὼ ὑπέβαλον, Κύριοι, τροπολογίαν τινὰ ἀφορῶσαν τὴν διάρκειαν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μία ἐν τῷ μέλλοντι καλουμένη Ἐθνοσυνέλευσις. Ἐθεώρησα δ’ ἀναγκαῖον, ἵνα δι’ εἰδικῆς διατάξεως καθορισθῇ τοῦτο, διότι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον 107, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι θὰ ἤρκει, ἂν ἀντὶ τῆς φράσεως «ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον», ἐτίθετο ἡ φράσις «ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς Συνόδου»· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὡς ἐβελτιώσαμεν ἀφαιροῦντες ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Σύνοδος δύναται νὰ ἐξακολουθῇ καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους· εἶναι ἄρα πρέπον, εἶναι ὀρθόν, εἶναι λογικόν, καθ’ ὁλόκληρον τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους νὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη ἡ κρίσις τοῦ πολιτεύματος καὶ διατελῇ ἐν ἀγωνίᾳ τὸ ἔθνος; Ἀλλὰ φαντάζεσθε, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸν ἕτερον παράγοντα, τὸν μοναρχικόν, εἰς ποίαν θὰ ἐμβάλητε ἀγωνίαν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Καὶ φαντάζεσθε ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἀγωνία αὐτοῦ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀκόμη, ἐκεῖ ἔνθα διαμένει, ἀδημονοῦντος νὰ ἴδῃ μίαν ὥραν ἐνωρίτερον τὴν λῆξιν τῆς Συνελεύσεως ταύτης;

§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀδημονίαν, διότι τότε δὲν ἔχει παρὰ ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Παραγνωρίζετε ὅτι ἠλλάξαμεν τὸ σύστημα ἐντελῶς. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν μόνον Συνέλευσιν ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ, ὅπερ θὰ εἶναί τι ἀνώμαλον. Λέγομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, θέλουσαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅτι θὰ προβῇ ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις.

§205Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλὰ τί ἤθελεν ἐμποδίσει τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὴν ἁπλῆν ἔστω ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴν ἐκείνην Βουλὴν νὰ ἐπεκταθῇ;

§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα.

§207Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ δὲν ἠμπόδισε τὸ Σύνταγμα οὔτε ἡμᾶς. Ἐτηρήσαμεν ἡμεῖς κἂν τὰς ἀναγεγραμμένας προϋποθέσεις ἐν τῷ Συντάγματι; Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον καὶ σκοπιμώτερον, ἵνα καθωρίζετο ἡ διάρκεια, ἵνα οὕτω κατὰ χρόνον τοὐλάχιστον περιωρίζετο ὁ ἐκ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ κίνδυνος.

§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχετε ὑποβεβλημένην τροπολογίαν;

§209Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔχω. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ καθωρίζετο ἡ διάρκεια τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀναθεώρησιν, ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ τὸ ἑξάμηνον ἀκόμη χρονικὸν διάστημα τῆς μιᾶς Συνόδου, ὡς τοὐλάχιστον δεικνύει ἡ πεῖρα ἡ σημερινή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, εἶναι πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρκει διὰ μίαν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, μερικὴν ἐν μέλλοντι, ἀφοῦ εἰς ὀλιγώτερον καὶ ἡμεῖς χρόνον ἀπειργάσθημεν μίαν σχεδὸν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος.

§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ αὐξήσῃ τὴν πενταετίαν εἰς δεκαετίαν. Πρέπει νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι οὐδαμῶς ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ οὔτε ἀπαραίτητον. Ἐλέχθη πρῶτον ὅτι ἦτο καλὸν ν’ αὐξήσῃ τὸ χρονικὸν τοῦτο σημεῖον. Ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Δὲν ἐπιμένω. Ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς θὰ δειχθῇ ποία εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη. Κάμνω δὲ τὴν δήλωσιν ταύτην ὅτι καὶ τὰ δύο διαστήματα ἀποστέργω.

§211Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἄνευ διαστήματος.

§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· τὸ ἄνευ διαστήματος δὲν ἀποδέχομαι. Πάντως ἓν διάστημα θὰ τεθῇ. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ διαστήματος αὐτοῦ θὰ εἶναι τὰ πέντε ἔτη. Πέρα τούτου εἴτε ἓξ εἴτε ὀκτὼ εἴτε καὶ δέκα, ἕκαστος θὰ ψηφίσῃ ὅπως ἤθελε νομίσει καλλίτερον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἔφερεν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ διάταξις δὲν εἶναι θεμελιώδης. Δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ βασίμως ὅτι ὁ διχασμὸς τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο μέρη ἀποτελεῖ μεταβολὴν τῆς μορφῆς τῆς Πολιτείας. Ὅθεν δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ συνταγματικῶν Πολιτειῶν εἴτε κοινοβουλευτικοῦ τύπου εἴτε καὶ μὴ κοινοβουλευτικοῦ. Οὐδέποτε κάμνομεν τὴν διάκρισιν διὰ ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα τῆς μορφῆς Πολιτείας, οὐδέποτε κάμνομεν τὴν διάκρισιν, ἂν ἔχει αὕτη δύο Σώματα ἢ ἕν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν αὐτὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ πρώτη, βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ βεβαίως ὁ διχασμὸς αὐτὸς δὲν ἀλλοιοῖ τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἑπομένως δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὁ ἐνδεχόμενος διχασμὸς τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἐννοῶν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του εἰς τὸ ὅτι μεταβάλλεται ἡ μορφὴ τῆς Πολιτείας, ἠθέλησε νὰ τὴν στηρίξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας εἶναι θεμελιώδεις, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα πρωτοβουλίας ἐπὶ ὡρισμένων οἰκονομικῶν νόμων, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι θεμελιώδης, καὶ διὰ νὰ εἶναι συνεπὴς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ τοῦτο τὸ δυσκολώτερον ἀκόμη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, καθ’ ἥν, ἐὰν ὁ ἕτερος τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἤθελεν ἀπορρίψει μίαν πρότασιν νόμου εἰς ὡρισμένην Σύνοδον, αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ αὖθις κατὰ τὴν αὐτὴν Σύνοδον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης, ὅτι δὲν δυνάμεθα οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἄλλη τις Βουλὴ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τροποποιήσῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ περὶ Γερουσίας ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην οὐχὶ ἐξ ἐμῆς πρωτοβουλίας· ἦλθεν ἄλλοθεν. Ἐγὼ δέ, ὅπως ἐκκρούσω τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶπον τότε ὅτι: —Κύριοι, δὲν εἶναι ὡριμασμένον εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως καὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ καλὸν θὰ εἶναι νὰ μὴ δαπανῶμεν τὸν χρόνον μας συζητοῦντες ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου· ἄφηνον δὲ νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι δὲν ἀντετασσόμην κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ εἰσαχθῇ, παρεκάλεσα δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι διευκολύνωμεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐφ’ ὅσον οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν νομίζουσιν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ὡριμάσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Συνεπὴς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει τότε πρὸς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ προτείνω τὴν προσθήκην αὐτήν, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ, νομίζω, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἰδίως ὑπεστήριζον τὸν θεσμόν, διότι ἐνταῦθα παρετήρησα ἐναντίαν γνώμην, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ ζήτημα καὶ ἀπασχολήσωσι πολὺ τὴν Βουλήν, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἱκανοποίουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν νὰ τεθῇ ἅπαξ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἐνόμισα συγχρόνως ὅτι οὐδὲν τὸ ἐπικίνδυνον διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰσάγεται ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, διότι καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐξηρτῶμεν, διὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης, ἐπὶ τῶν αὐτῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὴ καὶ μεταρρύθμισις καὶ ἀναθεώρησις οἱασδήποτε ἄλλης μὴ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος· πρέπει ἡ Βουλὴ δὶς εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχιστον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου διὰ τῶν δύο τρίτων αὐτῆς, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ ὁποία θ’ ἀπεφάσιζε ταῦτα, πρέπει νὰ συγκληθῇ νέα Βουλὴ, ἡ ὁποία ν’ ἀποφασίσῃ· ἐνόμισα ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετόν, ὅτι πᾶσαι αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις ἦταν ἀρκεταὶ ἀσφάλειαι. Ὅ,τι μόνον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ φοβηθῶ ἦτο τὸ διάστημα τῶν πέντε ἢ δέκα ἐτῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἐπιθυμία μεγάλου μέρους τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι οὐδαμῶς ἐμμένω, ὅπως ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη· μόνον, ἐπαναλαμβάνω, τονίζων ὅτι διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὴν διάταξιν· ὑπομιμνήσκω μάλιστα ὅτι αὐτὸ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μεγάλου μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐνόμιζε τὸν θεσμὸν αὐτὸν δεκτόν, θεωρῶ δὲ καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω τὴν διάταξιν, διότι ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλὰ τώρα κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἐξ ἐμοῦ ἰδιαιτέρως συνιστῶ αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν· εἶναι ἐντελῶς ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ἢ μή. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Μόνον ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἐγερθέντος τοῦ ζητήματος ἅπαξ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, θ’ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ ἐνδεχομένη ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις καὶ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἐὰν δὲν ἤθελε ν’ ἀφεθῶσιν αὐτὰ εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ ἐνδεχομένη, λέγω, εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου δὲν ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως δηλαδὴ τοῦ ἀπαραδέκτου θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.

§213ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπιμένητε εἰς τὸ ἄλλο.

§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιμένω καθόλου· παρατηρῶ μόνον ὅτι τὸ ζήτημα ἤχθη εἰς τὸ μέσον, δὲν ἤθελον δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα—καίτοι δὲν θὰ εἶχε σημασίαν ἄλλην παρὰ μόνον ἠθικήν—, νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα ὡς μὴ δυνάμενον ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν μελλούσῃ Βουλῇ.

§215Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ τότε εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν, προκειμένου δὲ περὶ ἀπαραδέκτου ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§217Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολὺ ὀρθῶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «θεμελιώδης διάταξις» τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος.

§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔδωκα ὅρον.

§219Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήντλησε τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύναταί τι ἐν τῷ Συντάγματι νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς θεμελιῶδες, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀποκλείουσαν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τοῦ μέλλοντος ἀναθεωρητικοῦ Σώματος, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς ἐτόνισε τὸ ἕτερον σημεῖον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι θεμελιώδη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἀποκλείουσι τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τοῦ μέλλοντος νὰ λειτουργήσῃ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος. Διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἔκφρασις «θεμελιώδης διάταξις» ἡ τεθειμένη ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι λίαν ἀόριστος, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ γραμματικῇ αὐτῆς σημασίᾳ, εἶναι ἔκφρασις τοιαύτη, ἡ ὁποία πράγματι ἐδικαιολόγει καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴν κ. Στ. Δραγούμην νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀπαράδεκτος, ὅπως εἰσαχθῇ δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι θεμελιώδεις αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἔδιδον εἰς αὐτὸν ἐπιχείρημα γραμματικῆς ἑρμηνείας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀοριστία μιᾶς ἐκφράσεως γεννᾷ ἀμφιβολίας. Ἀλλά, ἐνῷ ἡ ἀοριστία μιᾶς ἐκφράσεως γεννᾷ τοιαύτας ἀμφιβολίας, ἡ ἔννοια πάντων ἡμῶν εἶναι σαφὴς καὶ ὡρισμένη καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἑρμηνεύσωσι τὸ ἄρθρον 107, ὅτι δηλαδὴ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐννοοῦμεν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἴτε τὸ πρόσωπον τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος εἴτε τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπέλθῃ τοῦτο τὸ κέρδος, νὰ πεισθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ Βουλή, ὅπως προτιμήσῃ ἀντὶ τῆς ἀορίστου αὐτῆς ἐκφράσεως «θεμελιώδης διάταξις» μίαν ἔκφρασιν μᾶλλον ὡρισμένην, μᾶλλον ἀποκλείουσαν τὰς συζητήσεις, ἔκφρασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐμποδίσῃ πᾶσαν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι βεβαίως αἱ συζητήσεις, αἱ ἐνστάσεις καὶ αἱ ψηφοφορίαι περὶ θεμελιώδους ἢ μὴ διατάξεώς τινος εἶναι ἐμπόδια πρὸς θετικὴν ἐργασίαν ἀναθεωρητικήν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένη ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὸ νομοθετοῦμεν. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ 1884 ῥητῶς ἐκανονίσθη ὅτι εἶναι ἄθικτος ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἡμεῖς ὅμως δυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ προσδιορίσωμεν ὅτι μόνον αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀναθεωρήσεως διὰ νέας Βουλῆς, πᾶσα δ’ ἄλλη διάταξις εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν ὡριμάσῃ περὶ τούτων ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἂν ἤθελεν ἀκολουθήσει ἡ μέλλουσα λαϊκὴ κυριαρχία τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε διαγράψει τὸ ψηφισθησόμενον ἄρθρον. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Ἀλ. Παπαναστασίου, διὰ νὰ μὴ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν «θεμελιώδης διάταξις», ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀόριστος ἔκφρασις καὶ γεννᾷ ἀμφισβητήσεις. Ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτὴ διατύπωσις, ἣν προτείνει ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συνάδελφος, εἶναι τοσοῦτον μᾶλλον καθωρισμένη, ὥστε ἐμποδίζει τοιαύτας συζητήσεις καὶ ἑπομένως ἐμποδίζει τὴν παρακώλυσιν τῆς εἰσαγωγῆς νέων βελτιώσεων τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀπέκρουσα δ’ αὐτὸν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω ἐνώπιον ὑμῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτος θεσμός, θεσμὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα τῆς εἰσαγωγῆς του καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος δι’ ἔθνος τόσον μικρόν, ὅσον εἶναι τὸ ἡμέτερον. Ἀλλ’ ἂν ἡ γνώμη μου εἶναι πεπλανημένη, ἂν ἐν τῇ Γερουσίᾳ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δύναται νὰ εὕρῃ θεσμὸν δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ πρόοδον, ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς ἐπανάστασιν, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Γερουσίαν; Ὁ Γάλλος πολιτειολόγος Λορὰν λέγει ὅτι οἱ λαοὶ ἐπιθυμοῦσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἐπιθυμοῦσιν ὅμως καὶ τὴν ἡσυχίαν των, πᾶσα δὲ παρεμπόδισις τῆς ὁμαλῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως διὰ τῆς δυσχεράνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος λόγῳ τῆς διατυπώσεως, ἣν πρόκειται νὰ καθιερώσῃ τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον, εἶναι αὐτόχρημα παρακώλυσις τῆς πολιτικῆς προόδου. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐθέτομεν ἐκποδὼν τὴν ἔκφρασιν «θεμελιώδης διάταξις». Ἡ ἔννοια τῆς θεμελιώδους διατάξεως εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἡμεῖς οὔτε τὴν βάσιν οὔτε τὸ πολίτευμα κατὰ τὴν μορφὴν αὐτοῦ ἔχομεν νὰ θίξωμεν.

§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν.

§221Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι μορφὴ τοῦ παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος.

§222Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ Ἰταλία ἀποτελεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα συνταγματικόν, δὲν ἔχει ὅμως τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ὥστε δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅμως ἔχει καθολικὴν ψηφοφορίαν.

§223ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν καὶ ψηφοφορίαν αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἶναι θεμελιώδης διάταξις.

§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας.

§225Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ Ἰταλία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν μᾶλλον διὰ τῆς παραδόσεως. Τέλος πάντων θὰ ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ δεκτὴ μία ἐπιστημονικωτέρα ἔκφρασις, διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἔκφρασις «θεμελιώδης διάταξις» δὲν εἶναι ἐπιστημονική, διότι κατὰ γραμματικὴν ἑρμηνείαν «θεμελιώδης διάταξις» σημαίνει διάταξιν ἀνεπίδεκτον ἀναθεωρήσεως. Αὐτὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω, ὅτι δὲν θεωρῶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν τὴν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ ἄρθρου παρεμβολὴν τῶν λέξεων «καὶ μόνων» πρὸς δήλωσιν ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ἀναθεωρητικῶν αὐτοῦ ὁρίων. Ἐκφράζω δ’ ἀκόμη ἕνα ἐνδοιασμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄμεσον διάλυσιν, τὸν ὁποῖον ἐνδοιασμὸν ἐδήλωσα ἤδη διὰ προγενεστέρας διακοπῆς μου καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω, διότι βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ βαίνει ταχέως πρὸς τὴν ψήφισιν. (Χειροκροτήματα).

§226Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ν’ ἀπέφευγον ἐκ νέου τὴν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐπάνοδον, καὶ ἤλπισα ὅτι ἤθελον δυνηθῆ ν’ ἀποφύγω αὐτὴν κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐμμένει, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν πολλῶν, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας εἰσαγόμενον, ἐπιθυμίαν δι’ ἣν καὶ μόνην, ὡς φαίνεται, παρενέβαλε τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς ἐκτέλεσιν ἠθικῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν μεγάλην ὁμάδα, ἥτις τοῦτο ἐφρόνει. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὸν ὄγκον τῆς ὁμάδος ταύτης· βλέπω μόνον ὅτι ἡ ὁμὰς αὕτη ἔχει τελείως λησμονημένον τὸ θέμα. Ἂν ἐνεφανίζετό τις, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Μιχαλακόπουλος, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἣν μετὰ πολλῆς θέρμης καὶ δεινότητος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξεν, ἤθελον ἐννοήσει τὴν στενοχωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἀπ’ ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι τινὲς ἐφρόνουν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι συζητητέον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τοὺς πλείστους βλέπω ὄχι μετὰ πολλῆς ζέσεως, ἀφοῦ τὸ μὲν πρᾶγμα ἦλθεν οὕτως, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θέτει ζήτημα κυβερνητικόν...

§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε ἰδιαιτέρως συνιστῶ.

§228Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦτο ἴσως ἐπιθυμητόν, ἂν συνειργαζόμεθα πάντες καὶ ἀφίετο ἡ συζήτησις ταύτην τὴν ἑσπέραν, συζήτησις ἥτις πρακτικῶς οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, ἐνῷ ἀπολήγουσα ἡ συζήτησις εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἔχει σημασίαν.

§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρέπει νὰ ὀνομασθῇ ἀπαράδεκτος.

§230Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δηλωθῇ, ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος· ἐὰν ὅμως δὲν δηλωθῇ, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐγὼ ἔχων μυχίαν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐνόμισα ὅτι αἱ περὶ Γερουσίας φροντίδες ἔπρεπε νὰ περισταλῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπω ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ ἐν ἐμοὶ βαθεῖαν πεποίθησιν, καὶ δι’ ὅ, ἐὰν τὸ ἐναντίον συμβῇ, πιστεύω ὅτι κακὸν θέλει προκύψει εἰς τὴν χώραν, ὄχι διότι εἶμαι διατεθειμένος ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ, διότι περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐσχημάτισα ἀκράδαντον γνώμην ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν περιττὴ εἰς τὸ σκάφος ἡμῶν ἡ Γερουσία, ἀλλὰ διότι βλέπω ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς ἐμφανίζεται μορμολύκειον· διότι μορμολύκειον εἶναι.....

§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔκαμον πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποσχέσεως δοθείσης. Ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἡ ὑπόνοιά σας, ὅτι οὐδεὶς θὰ εὑρίσκετο ἐνταῦθα νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ τὴν ἀποσύρω.

§232Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος.

§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν παρουσιάζεται οὔτε εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα καὶ μένει διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν ὅμως ἤθελεν υἱοθετήσει τις ταύτην, τότε θὰ ἐπιμείνω φυσικὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοῦ.

§234Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ὡς καὶ εἰς ἄλλας, ἡ γνώμη μου δὲν συμπίπτει πρὸς τὴν γνώμην τῶν πλειόνων. Τοῦτο ἀντελήφθην ἔκτοτε· ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσῃ τοῦτο, Κύριοι, ἵνα εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὄχι ἐν οὐσίᾳ, ὁποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ἐξ ὧν ἐπείσθην ἐγώ, μελετῶν τὰ καθ’ ἡμᾶς πολιτικὰ πράγματα, ὅτι μία ἐκ τῶν αἰτιῶν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν ὑπῆρξε καὶ ἡ ἔλλειψις δευτέρας Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ εἴπω ἁπλῶς ὅτι θεωρῶ χρήσιμον τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ εὐχερεστέρας τινὸς διατυπώσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸν χρονικὸν περιορισμόν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, ἵνα ἐπιληφθῶμεν εὐχερέστερον τῆς ἱδρύσεως δευτέρας Βουλῆς. Τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν περὶ τούτου, ἐν βραχυλογίᾳ, ὅσῃ ἦτο δυνατή, διετύπωσα ἐγὼ αὐτός, καὶ ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε τοὺς λόγους τούτους ἐν βραχεῖ, ἐν περιληπτικότητι διατετυπωμένους, ἴσως ὄχι περισσότερον τῆς μιᾶς ἢ δύο σελίδων· εἰς τοὺς βραχεῖς ἐκείνους στίχους περιέχεται πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν διὰ περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος. Εἶχον τὴν γνώμην αὐτὴν πρὶν ἢ ἀκόμη λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ ἡγέτου τῶν Φιλελευθέρων, πρὸ τῆς 8 Αὐγούστου, καὶ τὴν ὑπεστήριξα καὶ ὤφειλον νὰ τὴν ὑποστηρίξω· διότι δὲν συνηθίζω νὰ ἐγκαταλιμπάνω εὐκόλως τὰς γνώμας μου, οὐδὲ ὅταν ἴδω ὅτι δὲν εἶναι ἀσπασταὶ ὑπὸ τῶν πολλῶν. Ἀναγνωρίζω ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη οὐδὲ ν’ ἀκροασθῇ συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ἀναγνωρίζω ἐπίσης ὅτι προκειμένου νὰ ματαιοπονήσω εἶναι προκριτώτερον νὰ σεβασθῶ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύτιμος, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶμαι πεπεισμένος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὁ χρόνος οὗτος εἰς μάτην θὰ κατηναλίσκετο ὑπ’ ἐμοῦ. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγήσατο.

§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀπέσυρε.

§236Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος δύναται νὰ τὴν υἱοθετήσῃ.

§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ἂν τοῦτο ὄχι, τοὐλάχιστον ν’ ἀποφανθῇ διὰ ψηφίσματος ὅτι δὲν θεωρεῖ ποσῶς θεμελιώδη τὴν προσθήκην τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας διὰ δηλώσεώς της ἂν θέλητε, τόσον μᾶλλον, ὅσον ἐγένετο ἤδη συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀνεπτύχθησαν τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπιχειρήματα, ἐγένετο συζήτησις καὶ περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μή, καὶ οἱ συνάδελφοι δ’ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τεταγμένοι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι εἰσέτι χρήσιμος δι’ ἡμᾶς ὁ θεσμός, ἦσαν κατὰ τὴν μεγάλην αὐτῶν πλειονότητα ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις. Καὶ δὲν εἶναι θεμελιώδης, Κύριοι, ἡ διάταξις, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καθόσον ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι καθαρῶς μορφὴ πολιτεύματος μοναρχουμένης δημοκρατίας. Πᾶν ὅ,τι δὲν θίγει τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ἤτοι ἀκριβῶς τὰ δικαιώματα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, οὗ ἐμνημόνευσεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, πᾶν ὅ,τι, λέγω, δὲν θίγει τοῦτο, πᾶν ὅ,τι δὲν θίγει ἐπίσης τὴν βασιλείαν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς θεμελιώδης προσθήκη ἢ θεμελιώδης ἀφαίρεσις. Εἶναι τόσον βέβαιον τοῦτο, Κύριοι, ὥστε δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ νῦν ἔτι ἐν Ἰταλίᾳ συζητοῦσι περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, περὶ μεταβολῆς τελείως τοῦ συστήματος ὁλοκλήρου τῆς Γερουσίας, χωρὶς νὰ σκεφθῶσι κἂν ὅτι ἡ διάταξις εἶναι τοσοῦτον θεμελιώδης, ὥστε ἡ τροποποίησις καὶ ἡ ἄρδην μεταβολὴ αὐτῆς νὰ θεωρηθῇ θίγουσα θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν λόγων περὶ τοῦ χρησίμου τῆς δευτέρας Βουλῆς. Μοὶ ἀρκεῖ ὅτι δηλῶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔσχον, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν Κρατῶν τῶν κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένων ἔχουσι δευτέραν Βουλήν, οὕτω πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν δευτέραν Βουλήν. Ἀλλά, Κύριοι, ἠκούσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴν κ. Γόντικαν ὅτι ἐψηφίσαμεν ἤδη ἀρκετὰς Γερουσίας, ὥστε παρέλκει καὶ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν τοῦτο ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ ἐπηρεάσῃ ἡμᾶς, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ τὸ σταθμήσητε ἰδιαιτέρως καὶ νὰ τὸ ἀποκρούσητε. Οὔτε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελεῖ δευτέραν Βουλήν, οὔτε τὰ ἄλλα πειθαρχικὰ Δικαστήρια, οὔτε τὰ Δικαστήρια περὶ κακοδικίας, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ ὑπὸ τὸ νῦν νομοθετικὸν καθεστώς.

§238Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐλέχθη ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.

§239Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπὸ μὲν τὴν νομοπαρασκευαστικὴν αὐτοῦ ὄψιν, ἀφ’ ἧς ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν προσδοκῶ πολλά, δὲν ἐγένετο ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὴν δευτέραν Βουλήν, τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων κρίνουσαν ἐν δευτέρῳ βαθμῷ, ὑπὸ δὲ τὴν μορφὴν αὐτοῦ τὴν τοῦ διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἀφ’ ἧς τῳόντι πολλὰ προσδοκῶ, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἱδρυθῇ καὶ διὰ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον ἱδρύθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Εἶναι ἓν διοικητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον περιεφρουρήσαμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἀκριβῶς διότι θέλομεν νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ θιγῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὰ ἄλλα δὲ πειθαρχικὰ σώματα καὶ τὰ σώματα τῆς ἀγωγῆς κακοδικίας, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Βουλὴ αὕτη βεβαίως νὰ καυχᾶται ὅτι εἰσήγαγε πρωτότυπόν τι ἐν τῇ καθόλου δικανικῇ ἐπιστήμῃ, πρωτότυπόν τι, ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἐμὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι πεπεισμένος ἀκραδάντως ὅτι οὐ μόνον θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἀσχολουμένων, τὰ πειθαρχικά, λέγω, ταῦτα σώματα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πολιτικὰ σώματα, οἷον ἡ δευτέρα Βουλή, ἀλλ’ ὡς σώματα δικαστικὰ δυνάμενα νὰ καθιερωθῶσι καὶ δι’ ἁπλῶν νομοθετημάτων, περιληφθέντα ὅμως ἐν τῷ Συντάγματι, ἵνα ἔχωσι μεῖζον κῦρος καὶ ἵνα μὴ βλαβῶσιν ὑπὸ τῶν κατόπιν Βουλῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς διατυπώσεις τοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρου, Κύριοι, νομίζω σκόπιμον νὰ μείνῃ ἡ διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἑκάστοτε νὰ δοθῇ περὶ τούτων. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ δοθῇ ἀσφαλής, καὶ ἴσως θὰ ὑπεμίμνησκον καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀντιφατικήν τινα ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ταύτης ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ, τῆς ἑρμηνείας τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ θεμελιώδους τῶν διατάξεων, τὴν ἀντίληψιν δηλαδὴ περὶ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἀφ’ ἑνὸς ὡς θεμελιώδους διατάξεως καὶ περὶ τῆς προσωρινῆς ἔστω ἀναστολῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἀφ’ ἑτέρου ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ θεμελιῶδες τὸ πρῶτον καὶ ὅμως δὲν ἐθεώρησε θεμελιῶδες τὸ δεύτερον. Ἑρμηνεία ἀντιφατικὴ καὶ ἐσφαλμένη βεβαίως. Ἀλλά, Κύριοι, ἀντὶ νὰ θεωρῶ τοῦτο ὡς ἐλάττωμα, τὸ θεωρῶ τοὐναντίον ἐκ τῶν μεγίστων πλεονεκτημάτων τῆς διατυπώσεως ἑνὸς Συντάγματος· τὰ Συντάγματα λαμβάνουσι καὶ πρέπει νὰ λαμβάνωσιν, ἑρμηνείας πολιτικάς, ἑρμηνείας ἐλαστικάς. Τοῦτο δὲν εἶναι κακόν. Ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει Σύνταγμα χρονολογούμενον ἀπὸ ἑξήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν, Κράτος ζῶν ὅμως κοινοβουλευτικώτατα, ἐνῷ, ἂν ἀναγνώσῃ τις τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, θέλει ἴσως εὕρει αὐτὸ ἀπολυταρχικώτατον. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἡ Ἰταλία. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, τὸ Κράτος τοῦτο διὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, τῆς ἑκάστοτε συνταγματικῶς καὶ πολιτικῶς λογικῆς καὶ σκοπίμου, κατορθώνει νὰ πολιτεύηται βίον, τὸν ὁποῖον πάντες δυνάμεθα νὰ ζηλώσωμεν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ τοιάδε ἢ τοιάδε ἑρμηνεία τοῦ θεμελιώδους ἢ μή, ἡ τείνουσα πρὸς ὡρισμένον τινὰ πολιτικὸν σκοπόν, δὲν εἶναι ἐπιβλαβής, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 107, οἵα εἶναι ἡ ἐν τῷ προσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ προλαλήσαντες ἔλαβον μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέστρεψαν, καὶ διὰ τῆς ἀναστροφῆς ἐνόμισαν ὅτι λύουσι τὸ ζήτημα. Ἡ πρότασις αὐτῶν εἶναι θεμελιώδης, εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουσι: θέσατε ἀντὶ τοῦ θεμελιώδους τὰς λέξεις: πᾶν τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ λύεται τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τῆς ἀλλαγῆς τῶν λέξεων καὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ὑποκειμένου ὡς ἀντικειμένου, ἵνα ὁμιλήσω κατὰ τὴν γραμματικὴν μέθοδον.

§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴδετε πόσαι γνῶμαι ἐξηνέχθησαν περὶ τοῦ θεμελιώδους. Ἀλλὰ περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος δύνανται νὰ ὑπάρξωσι διχογνωμίαι;

§241Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μορφὴ δὲν εἶναι μία εὐθεῖα καὶ ἁπλῆ γραμμή. Ἡ μορφὴ παντὸς ὀργανισμοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὸ σύνολον διαφόρων στοιχείων· ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος διακρίνεται ἐκ διαφόρων καθέκαστα στοιχείων. Φαντάζεσθε ὅτι, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν ταυτότητα τῆς μορφῆς προσώπου τινὸς πρὸς ἄλλην μορφήν, καθ’ ὅμοιον τρόπον δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν ταυτότητα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος πρὸς ἄλλην τινὰ μορφήν. Ἀλλά, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα στοιχεῖα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν τὸ α ἢ β στοιχεῖον διατάξεώς τινος εἶναι θεμελιῶδες ἢ μή, θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν τὸ στοιχεῖον εἶναι ἐν τῇ μορφῇ τοῦ πολιτεύματος ἢ ἐκτὸς τῆς μορφῆς αὐτοῦ, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀλλάξωμεν μόνον τοὺς λόγους, περὶ οὓς θὰ συζητῶμεν, δὲν θ’ ἀποφύγωμεν ὅμως τὴν παραμόρφωσιν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ θίξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κακῶς τεθειμένον. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν πενταετίαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μεῖζον χρονικὸν διάστημα, ἐπαρκές, ὅπως οὐ μόνον τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐφαρμοσθῇ καὶ δοκιμασθῇ, ἀλλὰ καὶ οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνοδεύσωσι τοῦτο. Καὶ ἡ πενταετία δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι. Ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν κατὰ τὸ 1864 ἐθεωρήθη ὡς ἐγχείρημα, ὑπό τινων ἐπικίνδυνον, δικαίως ἴσως· τὸ ὑλικὸν τῶν δικαστῶν, τὸ πρὸ τοῦ 1862, δὲν ἦτο τόσον ἀξιόζηλον, ὅσον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ ἡμερῶν ἐλέχθη. Ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τις τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Πήλικα, ἵνα ἴδῃ ὅτι εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἤδη τοὺς τότε δικαστάς. Ἀλλ’ ἂς ἀνομολογήσωμεν ἐπίσης ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως περὶ ἰσοβιότητος, ἀκριβῶς ἕνεκα ἐλλείψεως προσώπων ἀρτίως μεμορφωμένων, ἐστρατολογοῦντο διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις τοιαῦτα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ οὐχὶ ἐνθαρρυντικὰ νὰ δώσωσιν ἀποτελέσματα. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἂν τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα δὲν ἦσαν καλά. Σήμερον καθισταμένου διὰ τοῦ Συντάγματος μονίμου τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων, τοῦ κλάδου τῶν εἰρηνοδικῶν, τοῦ κλάδου τῶν πταισματοδικῶν νομίζετε ὅτι ἀμέσως θὰ κατασταθῇ δυνατὸν ν’ ἀναφανῶσι τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μονιμότητος ταύτης; Οὐχί, διότι, καὶ ἂν ᾖ καλὸν αὐτὸ τὸ ἤδη στρατολογηθὲν προσωπικόν, πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν νέαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν καὶ ν’ ἀποβάλῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ἐπί τινα ἔτη, τότε δὲ δύνασθε νὰ εἴπητε ἂν ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς ἢ δὲν ἀπέτυχεν. Ἂς μὴ σπεύδωμεν, Κύριοι. Ἡ σπουδὴ αὕτη παρατηρεῖται συνήθως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν Συνταγμάτων. Δὲν παρετηρήθη ἡ σπουδὴ αὕτη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1875, κατὰ τὸ 1876 ἤθελον νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἦσαν ἀρκετὰ συνετοί, ὥστε ν’ ἀναβάλωσι τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην ἐπὶ ἀρκοῦντα χρόνον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ δώσωμεν πολλὴν εὐχέρειαν περὶ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ· δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεῖραν τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς· σήμερον δὲ τὰ πάντα ἐρευνῶνται καὶ ἐξετάζονται διὰ τοῦ πειραματισμοῦ· πᾶσαι αἱ ἐπιστῆμαι καθιέρωσαν τὸν πειραματισμόν. Καὶ αὐτὴ ἡ ψυχολογία σήμερον μόνον διδάσκεται καὶ ἐρευνᾶται διὰ τοῦ πειραματισμοῦ, ἀλλά, ὡς θὰ γνωρίζητε, ὑπάρχει καὶ σχολὴ ὁλόκληρος διδάσκουσα ὅτι καὶ ἡ διοικητικὴ ἐπιστήμη πρέπει νὰ προβαίνῃ πειραματικῶς. Κατὰ μείζονα ἄρα λόγον προκειμένου περὶ νομικῶν διατάξεων καὶ δὴ συνταγματικῶν τοιούτων πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τούτων τὸν πειραματισμόν· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἀσφαλῆ ἐντὸς μιᾶς πενταετίας, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας εἶναι ἀπαραίτητον. Ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία δύναται τυχὸν νὰ συμβῇ ἐπὶ ἑνός, κατὰ μέρος ἑνός, ἐπουσιώδους ζητήματος, δὲν θ’ ἀφορᾷ τὸ ὅλον συνταγματικὸν οἰκοδόμημα. Γινώσκετε κάλλιστα ὅτι ἡμεῖς, παρὰ πάντα τὰ ἄλλα προτερήματα τῆς φυλῆς ἡμῶν, ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα, ὥστε τὰς κατὰ μέρος ἐλλείψεις ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τὸ ὅλον καὶ ζητοῦμεν τὴν καταστροφὴν τοῦ ὅλου. Ἡ οἰκία ἔχει μῦς, καί, ἀντὶ νὰ φροντίζωμεν πῶς νὰ καταστρέψωμεν αὐτούς, ἀγανακτοῦμεν καὶ θέλομεν νὰ καύσωμεν τὴν οἰκίαν ὁλόκληρον. Παραπονούμεθα ὅτι τὸ δένδρον ἔχει σκώληκας, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἐνοχλήσεως, νὰ κατακρημνίσωμεν τὸ δένδρον. Ἕνεκεν ἀκριβῶς τοῦ λόγου τούτου φοβοῦμαι ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὸ διάστημα τῆς πενταετίας, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν δεκαετίαν, ἵνα ἄλλως τε ἡσυχάσῃ καὶ ὁ τόπος καὶ ἴδωμεν καὶ διὰ μακροῦ πως χρόνου τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν νέων, καὶ πεισθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῶν διορθωτέων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ συνήθη ἐπιχειρήματα. Δύναταί τις νὰ τὰ ἴδῃ εἰς πᾶν βιβλίον. Τὰ Σώματα, τὰ ἀσκοῦντα ὁπωσδήποτε τὴν συντάσσουσαν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη ἔχει ἀποκληθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἀναθεωρητικά, ἐγκλείουσιν ἐν ἑαυτοῖς φυσικῶς τὴν τάσιν πρὸς τὰς ὑπερβασίας καὶ τοὺς ἐκ ταύτης κινδύνους. Καλὸν εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ διάρκεια αὐτῶν νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι μικρὰ καὶ τὰ ὅρια ἀφωρισμένα καὶ ἡ σύγκλησις δυσχερής· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν βεβαίως εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1864, καθ’ ὃ ἡ δυσχέρεια αὕτη ἔφθανε μέχρι τοῦ φραγμοῦ τοῦ ἀνυπερβλήτου, τὸν ὁποῖον εἶχον θέσει οἱ προπάτορες ἡμῶν. Τὸ σχετικῶς καλλίτερον σύστημα, Κύριοι, εἶναι βεβαίως τὸ σύστημα τῆς ἀναθεωρήσεως κατόπιν πράξεως, δηλώσεως, ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἡ ἤδη ὑπάρχουσα θέλει ποιεῖσθαι, ἡ δὲ ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀναθεωρήσεως συνερχομένη θέλει κυροῖ. Διότι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ ῥυθμίζῃ ἄνευ προαποφάσεώς τινος, ἑκάστοτε τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν παρ’ ἡμῖν· διότι τοῦτο ἐγένετο καὶ γίνεται ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλ’ ἐκεῖ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία συνταυτίζεται μὲ τὴν νομοθετικήν· ἡ νομοθετικὴ ψηφίζει καὶ συνταγματικὰς καὶ μὴ συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀσφάλεια ὅμως ὑπάρχει ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ἐχομένου ἀπρὶξ τοῦ καθεστῶτος καὶ μὴ στέργοντος εἰς κατάλυσιν ῥιζικὴν θεμελιωδῶν διατάξεων. Τοῦτο ἐκλείπει δι’ ἡμᾶς καὶ τοὐναντίον ἀνακύπτει ὁ φόβος τῆς αἰφνιδίας τῶν πάντων μεταβολῆς, ἐν ὥραις παροξυσμῶν, πρὸς οὓς δὲν εἴμεθα δυσπύρετοι. Ὅθεν εἶναι πρόδηλον ὅτι κάλλιον δι’ ἡμᾶς εἶναι τὸ ἕτερον σύστημα τῆς διὰ προαποφάσεως ἐπιλήψεως τῆς συζητήσεως περὶ ἀναθεωρήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε πρέπει ἡ ἰδία Βουλὴ, ἥτις θὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ θέματος περὶ ἀναθεωρήσεως, νὰ ὑποστῇ τὴν ἄμεσον διάλυσιν ἢ ὄχι; Καὶ τὸ ἓν σύστημα καὶ τὸ ἕτερον παρουσιάζουσι μειονεκτήματα. Τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου διαλύσεως παρουσιάζει τὸ μειονέκτημα ὅτι οὐδεὶς θέλει ν’ αὐτοκτονήσῃ, καὶ θ’ ἀπέφευγον ἴσως πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς διατάξεως περὶ ἀναθεωρήσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι θὰ ἔβλεπον ὄπισθεν τῆς διατάξεως ἐκείνης τὸν θάνατον τῆς Βουλῆς, τὰς ἐκλογάς, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἂν θ’ ἀπολαύσωσι καὶ πάλιν τῆς δόξης τῆς βουλευτικῆς. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναθεωρήσεως· δύναται εἰς τὴν τελευταίαν ἢ εἰς τὴν δευτέραν ἢ εἰς οἱανδήποτε Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναθεωρήσεως. Μετὰ τὴν διάταξιν, τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην περὶ ἀναθεωρήσεως, θὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐκλογαί, καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ δοθῇ ἡ ἐντολὴ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ πρὸς ἀναθεώρησιν ὁριστικὴν πρὸς ὡρισμένον ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς Βουλῆς εἶναι ἆρά γε καλὸν ἢ τὸ σύστημα τῆς διπλῆς Βουλῆς; Τὸ μὲν σύστημα τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, Κύριοι, παρουσιάζει πράγματι τοῦτο τὸ κακόν· ὅτι εἶναι πρόσωπα πολλά, τὰ ὁποῖα—τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης εἶναι ἀνάξιον λόγου— λόγῳ τῆς κατὰ πρῶτον ἐπιλήψεως καθηκόντων δὲν θὰ ἦσαν τὰ κατάλληλα πρὸς ῥυθμικὴν κίνησιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ἀταξίας ταύτης δείγματα εἴχομεν καὶ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, ἀλλὰ τὸ σύστημα τὸ ἁπλοῦν ἔχει τὸ ἄλλο ἐπικίνδυνον, ὅτι ἓν Σῶμα τόσον ἁπλοῦν, ἀσκοῦν μίαν ὑπερτάτην ἐξουσίαν, τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία, καὶ ἂν δὲν εἶναι συντακτικὴ ἐντελῶς, εἶναι πάντως συντάσσουσα καὶ διὰ τοῦτο ἐπικίνδυνος ἐξουσία, ἓν Σῶμα τοιοῦτον ἀποβαίνει λίαν ἐπικίνδυνον. Εἰς πάντα τὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσι τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν, τὴν ἀναθεωρητικήν, παρετηρήθη πάντοτε μία τις τάσις πρὸς ὑπερβασίας, πρὸς σφετερισμὸν δικαιωμάτων ἀνωτέρων ἐκείνων, ἅτινα κανονικῶς προσῆκον εἰς αὐτά. Καὶ ἂν εἶναι αὐστηρῶς διαγεγραμμένα διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετήσεως, θέλουσι νὰ νομοθετήσωσιν· ἂν εἶναι διαγεγραμμένον διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς μόνας τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, δὲν περιορίζονται εἰς αὐτάς. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ συνέβη τι παρόμοιον· διότι, ἐνῷ εἶπον ὅτι εἶναι συμβόλαιον τιμῆς διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἵνα μὴ τὰ μέλη αὐτῆς προβῶσι πέρα τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἐν τούτοις ὑπερέβησαν τὰ τεθειμένα ὅρια, διότι προσεκόλλησαν εἰς μίαν τῶν διατάξεων ἐκείνων ἄλλην διάταξιν, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὰ μέλη τῶν βασιλευσασῶν ἐν Γαλλίᾳ οἰκογενειῶν νὰ εἶναι πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας, καίτοι τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπὸ πλείστων δικαίως ὡς προσθήκη νέας διατάξεως. Πόθεν τοῦτο; Ἐκ τῆς βουλιμίας, ἡ ὁποία φυσικῶς ἀναπτύσσεται εἰς τὰ βουλευτικὰ Σώματα νὰ ἐπιληφθῶσι καθηκόντων πέρα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι διαγεγραμμένα διοικητικῶς. Ἐὰν τοῦτο τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὴν ἐν γένει τάσιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς δρᾶσιν εὐρυτέραν, θελήσωμεν νὰ τὸ φαντασθῶμεν παρουσιαζόμενον ἐνώπιον ἁπλῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι θ’ ἀντιληφθῶμεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, διότι εὐκολώτερον κινεῖται πρὸς ὑπερβασίαν Σῶμα ὀλιγάριθμον.

§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν διπλῆν Βουλὴν εἶναι περισσότερος κίνδυνος, διότι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι διπλῆν ἐξουσίαν.

§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, διότι τοιοῦτο παράδειγμα ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν μᾶς ἔδειξε. Φοβοῦμαι δὲ καὶ τοῦτο ἄλλως, ὅτι ἐν τῇ ἁπλῇ Βουλῇ δύναται νὰ ἐπισυμβῇ ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετεύχθη κατὰ τὴν σύστασιν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἁπλῇ Βουλῇ εἶναι δυνατὴ πᾶσα συμφωνία καὶ πᾶσα ἐπικράτησις τοῦ κόμματος, τοῦ ποιοῦντος τὴν διάλυσιν καὶ προσκαλοῦντος τοὺς ἐκλογεῖς εἰς τὰς κάλπας. Ἐν τῇ διπλῇ Βουλῇ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, διότι ὑπάρχουσιν ἄλλοι τόσοι Βουλευταί. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν τί ἠθέλησαν νὰ γίνῃ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς 8ης Αὐγούστου. Ἠθελήθη καὶ ἐπεδιώχθη σύμπραξις τῶν δύο κομμάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ εἴσοδος παντὸς νέου στοιχείου. Εὐτυχῶς ὁ λαὸς ἀντελήφθη ἐγκαίρως τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμπιστευθῇ πλέον, διὰ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα λόγον, τὴν τύχην τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς τὰ κόμματα καὶ εἰσῆλθον πρὸ παντὸς νέα στοιχεῖα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τὰ νέα στοιχεῖα φέρουσι πάντοτε νέας ἰδέας καὶ ἐπωφελεῖς νεωτερισμούς· καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν δὲν εἶναι Σύνταγμα βαῖνον ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν τροχιῶν τοῦ παρελθόντος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν νέων στοιχείων, λίαν συντελεσάντων εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ἄλλη δυσχέρεια· ἡ διπλῆ Βουλή, δικαίως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σαλεύει ὁπωσδήποτε τὸ ἔδαφος, ἡ διπλῆ Βουλὴ εἶναί τι ἀνώμαλον. Ἐν Γαλλίᾳ γνωρίζετε τίς λύσις ἐδόθη. Συνέρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, ἀφοῦ πρότερον ψηφίσωσι κεχωρισμένως τίνες αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις, καὶ ἀποτελοῦσι τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἡ ὁποία μόνη ψηφίζει συνταγματικὰς διατάξεις. Ὅτε δὲ τῷ 1884 παρουσιάσθη ἀνάγκη νομοθετήσεως καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν δύναται αὐτὸ τὸ Σῶμα, τὸ ἐξασκοῦν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, νὰ νομοθετήσῃ, ἔλυσαν τὸ ζήτημα ἀποφατικῶς· εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρισθῶσι τὰ δύο Σώματα, ἕκαστον ἐπὶ τὰ ἴδια, καὶ οὕτω νὰ νομοθετήσωσι· καὶ ἀπῆλθον οἱ μὲν εἰς τὸ Palais Bourbon οἱ δὲ εἰς τὸ Palais Luxembourg καὶ ἕκαστον Σῶμα ἀπεφάσισε κατ’ ἰδίαν καὶ ἐνομοθέτησαν οὕτω κεχωρισμένως. Ἐὰν τοιοῦτό τι σύστημα εὑρίσκετο, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ παρ’ ἡμῖν δευτέρα Βουλή, νομίζω ὅτι θὰ ἐξησφαλιζόμεθα καὶ ἀπὸ τοῦ κινδύνου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ διάρκεια τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἐπιθυμιῶν πρὸς διάρκειαν καὶ ἡ ἀνάμιξις διπλοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρὸς ἔργα καθαρῶς νομοθετικά. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν δ’ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναμιχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς νομοθετικὰ ἔργα. Ἐντεῦθεν ἡ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν. Πρέπει δὲ νὰ καυχηθῶμεν διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Βουλή, ἡ ὁποία ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἐπετέλεσε τοιαύτην ἐργασίαν. Ἕνδεκα μόνον ἄρθρα ἠθέλησαν ν’ ἀναθεωρήσωσιν εἰς τὸ Βέλγιον καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διέθεσαν χρόνον ἀναλογοῦντα ἕνα μῆνα πρὸς ἕκαστον ἄρθρον, καὶ διετηρήθη ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐργασία περὶ τὸ ἔτος· Πάντοτε λοιπὸν ἡ διάρκεια δὲν θὰ εἶναι βραχυτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κατηναλώσαμεν, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ ἐπίληψις καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁμολογῶ δὲ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ παράστασις διπλοῦ ἀριθμοῦ ἐπιφέρει δυσχέρειαν εἰς τὴν κίνησιν τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς καὶ καθιστᾷ τὸ ἔδαφος ἀνώμαλον διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀπαραίτητον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα συσχετίζεται πρὸς τὰ ἀναθεωρούμενα ἄρθρα. Διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφος κ. Τσαξίρης ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς, χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Παρέχει διέξοδον εἰς τὰς δυσχερείας, ἃς ἐξέθηκα. Γίνονται ἐκλογαὶ διὰ τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔχει μόνον ἐντολὴν νομοθετικήν, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν τῆς ἀναθεωρήσεως συνταγματικῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἡ διαλυθεῖσα θὰ ἔκρινεν ὡς ἀναθεωρητέα. Θὰ ἔλθῃ ὅμως συγχρόνως καὶ εἷς ἄλλος ἀριθμὸς προσωρινῶν Βουλευτῶν, δυναμένων νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι προορισμὸν μόνον νὰ μετέχωσι τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Δύνανται δὲ τότε νὰ εἰσέλθωσι καὶ πάλιν νέα στοιχεῖα συνεισφέροντα εἰς τὴν χρησιμωτέραν διαρρύθμισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, στοιχεῖα, ἅτινα ἴσως, ἀπησχολημένα εἰς ἐπιστημονικὰς καὶ ἄλλας ἐργασίας, δὲν θέλουσι ν’ ἀναμιχθῶσι διηνεκῶς καὶ ἐνεργῶς εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκω τὴν πρότασιν ταύτην ἀξίαν μελέτης καί, ἂν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δεκαετίαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπεφαίνετο διὰ διαλύσεως ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις τῆς Γερουσίας, ἠδύνατο ἴσως νὰ συντμηθῇ ἡ προθεσμία αὕτη διὰ τὴν ἰδιαιτέραν διάταξιν περὶ τῆς Γερουσίας. Τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀρκετὸν διάστημα, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μελετηθῶσι καὶ τὰ τῆς Γερουσίας καὶ γίνῃ ἰδιαιτέρα συζήτησις περὶ αὐτῆς.

§244Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς πενταετίας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ γενόμεναι προσθῆκαι καὶ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι πᾶσαι ἐπιτυχεῖς, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δώσωμεν διέξοδον, ὅπως ἡ ἀναθεώρησις γίνῃ οὐχὶ εἰς πολὺ ἀπομεμακρυσμένην ἐποχήν. Ἐὰν δέ, ὅπερ εὔχομαι, ἀποδειχθῇ ὅτι πᾶσαι αἱ προσθῆκαι αἱ γενόμεναι θ’ ἀποβῶσιν ἐπωφελεῖς, τότε βεβαίως οὐδεὶς θὰ ἐπιθυμήσῃ ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα. Τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα εἰς πᾶσαν ἀναθεώρησιν ὁ λαὸς λαμβάνῃ γνῶσιν ἐκ τῶν προτέρων τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ὁρίζει ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἔθεσε καὶ τὴν λέξιν εἰδικῶς καὶ κατωτέρω λέγει καὶ μόνων. Αἱ δύο αὗται λέξεις καθώρισαν καλλίτερον τὰς σχετικὰς διατάξεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας θεωρῶ τοῦτον ἐντελῶς ἀπαράδεκτον καὶ χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέσυρε τὴν σχετικὴν οὐχὶ σοβαρὰν πρότασιν, διότι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρέπει νὰ σεβώμεθα καὶ ἔπρεπεν οὗτος ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐρωτηθῇ (χειροκροτήματα πνίγοντα τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ ῥήτορος).

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας ἀποσύρεται.

§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἀποσύρω. Μὴ θέλῃ νὰ τὴν υἱοθετήσῃ ἄλλος τις;

§247ΧΡ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τάσσομαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς δεκαετοῦς προθεσμίας ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι ἐξέθηκαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι φρονῶ ἐπὶ πλέον ὅτι, ὅσον περισσότερον ἀπομακρύνομεν τὴν ἀναθεώρησιν ἀπὸ τὴν σύγχρονον πολιτικὴν ζύμωσιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἀσφαλέστερον ἀπομακρύνεται ὁ κίνδυνος νὰ ἐπανέλθωμεν πολὺ ταχέως εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες θὰ ἀποτελέσωσι τὴν Βουλὴν τῆς ἀναθεωρήσεως, νομίζω ὅτι προτιμότερον σύστημα εἶναι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Καὶ μολονότι ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν παρέχει πολλὰς δυσχερείας ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἐν τούτοις προτιμῶ νὰ παρακάμψωμεν τὰς δυσχερείας ταύτας παρὰ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ θ’ ἀποτελῆται ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα, ἵνα πρὸς ἄρσιν παντὸς ἐνδοιασμοῦ συνταγματικῶς καθορισθῇ ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ ἀμέσως ὡς λάβῃ πέρας τὸ συνταγματικὸν ἔργον αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ νομοθετικῆς ἐργασίας, πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ὀργανικῶν καὶ ἐτησίων φορολογικῶν νόμων.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἀποσύρονται αἱ κάτωθι τροπολογίαι. 1) Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσα οὕτως· «Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται μετὰ πενταετίαν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις, δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων». 2) Τοῦ κ. Μ. Δαζέα, ἔχουσα οὕτως· Ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἀποφασίζει Βουλή, ἐκ νέας ἐκλογῆς προερχομένη, κατὰ τὴν πρώτην τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐν χρονικῷ διαστήματι τριῶν μηνῶν, ἐν τούτῳ περιοριζομένης τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν ἐντολῆς», καὶ 3) τοῦ κ. Ἀ. Φωτήλα, ἔχουσα οὕτω· «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως, ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνας. Ἐπὶ τῶν οὕτως ὡς ἀναθεωρητέων προταθεισῶν διατάξεων καὶ μόνον ἀποφασίζει Βουλὴ ἐκ νέας ἐκλογῆς προερχομένη κατὰ τὴν πρώτην τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον καὶ διὰ πλειονοψηφίας ἁπλῆς». Παρακαλεῖται ἤδη ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ, βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.

§249ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 21, 29, 31 καὶ 45 τοῦ Συντάγματος. Ἀναθεώρησις τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ μετὰ ὀκταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης, κατὰ δύο τρόπους. Μερικὴ ἀναθεώρησις τῶν ἐπουσιωδῶν μόνον διατάξεων δύναται νὰ γίνῃ ὁσάκις μία Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα. — Ἐπὶ τῶν οὕτως ὡς ἀναθεωρητέων προταθεισῶν ἐπουσιωδῶν διατάξεων καὶ μόνον ἀποφασίζει ἡ ἐκ νέων ἐκλογῶν προερχομένη νέα Βουλή, κατὰ τὴν πρώτην τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Γενικὴ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ ὁσάκις μία Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως μὴ ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα.—Κατόπιν τούτου ὑποβάλλεται ἐρώτημα, ἐντὸς δύο μηνῶν, εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἀποφαίνεται διὰ δημοψηφίσματος.—Ἐὰν τὸ δημοψήφισμα κηρυχθῇ διὰ πλειονοψηφίας τῶν ⅔ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως συγκαλεῖται ἐντὸς 1½ μηνὸς Ἐθνοσυνέλευσις ἀπαρτιζομένη ἐκ μελῶν διπλασίου ἀριθμοῦ τοῦ συνήθους τῶν Βουλευτῶν.—Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἅτινα θὰ κρίνῃ ὡς ἀναθεωρητέα. Διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον». Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δέον ν’ ἀπορριφθῇ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τριγώνη ἔχουσαν οὕτω: «Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ θέλουσι λαμβάνει μέρος κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἄνευ ὅμως δικαιώματος ψήφου, καὶ ἅπαντα τὰ μέλη τακτικὰ καὶ ἔκτακτα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἡ τροπολογία αὕτη ἀπορριφθῇ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἤδη ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Βούτση, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ.

§251ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:) «Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται μετὰ δεκαετίαν ὁσάκις ἡ Βουλὴ εἰς δύο συνεχεῖς Βουλευτικὰς Περιόδους δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης ὡς ἄνω τῆς ἀναθεωρήσεως ἡ Βουλὴ τῆς δευτέρας Περιόδου διαλύεται αὐτοδικαίως καὶ συγκαλεῖται νέα τοιαύτη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων».

§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη ἄνευ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βούτση. Ἔρχεται κατόπιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τσαξίρη.

§253ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:) «Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἐπιτρέπεται μετὰ ἑξαετίαν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὑτῆς ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης δίς. Ἑνὸς μηνὸς διάστημα τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῶν δύο ψηφοφοριῶν. Ἀποφασισθείσης οὕτω τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ Βουλὴ αὐτοδικαίως καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὑτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ὡς ἀναθεωρητέων θεωρηθεισῶν διατάξεων. Διὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρώτης ταύτης Συνόδου ἐκλέγονται πλὴν τῶν τακτικῶν Βουλευτῶν καὶ Βουλευταὶ ἔκτακτοι ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς τακτικούς. Οἱ ἔκτακτοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ εἶναι καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος. Κατὰ πάντα τὰ λοιπὰ ἰσχύουσι καὶ περὶ αὐτῶν ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς τακτικοὺς Βουλευτάς».

§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Τσαξίρη ἄνευ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰγγλέση, ἡ ὁποία εἶχε παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῆς ψήφου τῶν δύο τρίτων τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Χ. Δικαίου καὶ Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν «Εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐκ νέας ἐκλογῆς προερχομένη» αἱ φράσεις «καὶ ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀποτελουμένη. Ἡ τοιαύτη Βουλή, ἐκτὸς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου της δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῶν νομοθετικῶν ἔργων πλὴν τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐτησίων οἰκονομικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἄνευ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Μετὰ τοῦτο ἔρχονται αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ πρώτη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος.

§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§257ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρώτη διάταξις εἶναι ἀπαραίτητος.

§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς τροπολογίας ταύτας εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἀντὶ τῆς λέξεως «πενταετίαν» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «δεκαετίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης τὸ γʹ ἐδάφιον ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς· «Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς».

§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεχείρησα ν’ ἀναγράψω τὴν λέξιν «μόνον», ἀλλ’ ἐπέρχεται ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλην ἐξουσίαν, ἐνῷ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία γεννᾶται ἀμφισβήτησις. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τὰ τεθειμένα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφασισθείσης ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ γʹ ἐδαφίου ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγραφὴν ἑρμηνευτικῆς διατάξεως ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «σαφὴς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, καθ’ ἣν ἡ πρὸς ἀναθεώρησιν συγκαλουμένη Βουλή, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων αὐτῆς καθηκόντων, δὲν δύναται, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἀναθεωρητικοῦ αὐτῆς ἔργου, νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξεν ἡ τὴν ἀναθεώρησιν ἀποφασίσασα Βουλὴ» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οὕτω τὸ ὅλον ἄρθρον 107 ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 107.— «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως, ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας, ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 107, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχει ζητηθῆ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Βάρθη ψηφοφορία. Ἡ πρότασις ὁρίζει: «Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος». Ἀλλ’ ἡ ψηφοφορία ἐγένετο ἤδη, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ γίνῃ νέα ψηφοφορία.

§261Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προβῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 108 καὶ 109, καὶ τὰς ψηφοφορίας τῶν ἄλλων ἄρθρων, ἃς ἔχομεν ἀφήσει, νὰ κάμωμεν πάσας εἰς τὸ τέλος.

§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 108.—«Ὅλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα, καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν Σύνταγμα, καταργοῦνται». Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ παλαιὸν 103 τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος Συντάγματος. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τὸ ἄρθρον 103 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος ἀριθμηθῇ ὡς ἄρθρον 108 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ἀ. Βούτση ἔχουσα οὕτως: «Ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 83, 91 καὶ 98 τοῦ Συντάγματος μετὰ πενταετίαν, ὁσάκις ζητηθῇ ὑπὸ τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης ἡ ἰδία Βουλὴ προβαίνει δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας εἰς τὴν κατάργησιν ἢ μεταρρύθμισιν αὐτῶν». Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀπόρριψιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 109 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. — «Τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν ἅμα ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὸ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν μετὰ τὴν ὑπογραφήν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δημοσιεύεται καὶ πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ θέσεως αὐτῶν εἰς ἐνέργειαν ψηφίσματος τῆς Βουλῆς». Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου μένει ἀμετάβλητον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ τεθῇ ψηφοφορία. Τώρα θὰ θέσω ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 109.

§265Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω, ὅπως τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς: «Πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δ’ εἰς ἐνέργειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος».

§266Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ ψηφίσματος πρέπει νὰ εἶναι 24 ὧραι.

§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ψήφισμα δύναται νὰ εἶναι μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας.

§268Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἴσως θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναστραφῶσιν οἱ ὅροι, ἵνα γίνῃ ὅπως καὶ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα.

§269Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, ὅτι ἴσχυσε πρὶν ἢ δημοσιευθῇ.

§270Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπράξαμεν τοῦτο καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος.

§271Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη ἤδη.

§272Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἴσχυσε.

§273Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§274Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ὄχι περὶ τῆς ἰσχύος ὡς ψηφίσματος, διότι τοῦτο δὲν ἔχει ἔννοιαν ψηφίσματος.

§275Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ψήφισμα, ὅπερ θέλει προνοήσει περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ συνόλου. Πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι δὲν θὰ περιλάβῃ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην τὸ ἄρθρον 3· ἑπομένως ἐκεῖνο θὰ τὸ περιλάβῃ μοναδικὴ διάταξις, διότι εἶναι ἤδη ἐν ἰσχύϊ.

§276Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἕτοιμον σχέδιον ψηφίσματος καὶ λέγομεν ὅτι τὸ Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς δεῖνα ἡμέρας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν ψηφισμάτων θεσπιζομένων.

§277Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀντὶ τοῦ «ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν» νὰ τεθῇ «τίθεται εἰς ἐνέργειαν».

§278Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος· δὲν μετεβλήθη.

§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προτείνοντος ὅπως τὸ βʹ ἐδάφιον ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς: «Πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δ’ εἰς ἐνέργειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ διδασκαλία τῶν ῥητρῶν τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικὴ ἐν τοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἤδη τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀ. Τριγώνη καὶ Μ. Γαλανοῦ ἔχουσα οὕτω: «Θέλει μνημονεύεσθαι ἐπ’ ἐκκλησίαις τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἀντὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου».

§280Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀποσύρεται.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἢ εἰς ἄλλο γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως» νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς περικοπὴ «τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος καὶ».

§282Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀποσύρεται.

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀ. Καφετζοπούλου περὶ προσθήκης εἰδικοῦ ἄρθρου ἔχοντος οὕτως: «Ὁ ἐργάτης ἐν Ἑλλάδι, ὡς μέγας παράγων τῆς κοινῆς εὐημερίας, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους ἀναλαμβάνοντος νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸν καλὸν βίον, διὰ καταλλήλων νόμων καθοριζόντων τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, κατ’ εἶδος, φῦλον, ἡμέραν καὶ ἡλικίαν, ἐξασφαλιζομένης ἅμα τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἠθικῆς διεξαγωγῆς ἑκάστης παραγωγικῆς ἐργασίας, τὰ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἐργάτου, τὰς ἐξ ἀτυχημάτων ἀποζημιώσεις ὡς καὶ τὰς συντάξεις αὐτῶν. Τὸ Κράτος ἐπεμβαῖνον πρὸς πρόληψιν ἀγροτικῶν κρίσεων καὶ συγκρούσεων ὑπὲρ τοῦ γαιοκτήμονος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀπαγόρευσιν ὡρισμένου εἴδους καλλιεργείας ἢ τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ δι’ ἀναγκαστικῆς ἐκριζώσεως καὶ ὑποχρεοῦται νὰ προνοήσῃ πρωτίστως περὶ βαθμικίας ἄρσεως πάσης ἐμμέσου φορολογίας εἰς εἴδη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῶν ἐργατῶν».

§284Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταί, τὸν κάματον τῆς Βουλῆς συζητούσης εἰς τοιαύτας μεταμεσονυκτίους ὥρας, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ μηνῶν πρότασιν, ὅπως προστεθῇ εἰδικὸν ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι προνοοῦν γενικῶς περὶ ἐργάτου καὶ ἐργασίας καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δοθεῖσα ἐπίσημος ὑπόσχεσις καὶ διαβεβαίωσις περὶ τῆς λήψεως συντόνων μέτρων πρὸς ἀνύψωσιν καὶ προστασίαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων μοὶ ἔδωκε τὸ θάρρος, ὅπως προβῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἣν ἔχετε πρὸ ὑμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ἐργατικὸν καθόλου ζήτημα νηπιάζει ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).

§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποσύρητε.

§286Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχάσατε. Ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔχει στερρὰν ἀπόφασιν καὶ θέλει εἰσαγάγει λίαν προσεχῶς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ βελτιῶσι τὴν θέσιν τοῦ ἐργάτου, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ταύτην.

§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν κ. Ἀ. Μιχαλακοπούλου καὶ Σ. Σίμου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Προτείνομεν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος «εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων» καὶ νὰ τεθῇ «διοικεῖται δὲ ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων ἐνεργοῦσα κατὰ τὰ λοιπὰ καθ’ ὃν τρόπον θέλει ὁρισθῆ». (Ἀποσύρεται). Τῶν κ. κ. Δ. Οἰκονόμου καὶ Π. Ἀγγελίδου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν ἔχουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, εἶναι ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τηρεῖ ἀπαρασαλεύτως; ὡς ἐκεῖναι, τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν τάξιν καὶ τοὺς τύπους τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας. Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἀποσύρεται καὶ αὕτη καὶ ἐρχόμεθα οὕτως εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων 102, 103, καὶ 105. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 102. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 102 λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Οἱ κύριοι Ἰ. Κουρτάκης καὶ Θ. Πετραλιᾶς καλοῦνται ὡς ψηφολέκται. (Ἄρχεται ἐνταῦθα ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατὰ τὸ ἀκόλουθον πρωτόκολλον):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Ἰωάν. Πολίτης Ν
Νικ. Χρυσόγελος Παν. Δεληβοριᾶς
Λ. Παπαφώτης Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
Ἀ. Γρίβας Ν Θ. Πέρρος Ν
Σερ. Ψύχας Ν Χαρ. Βοζίκης
Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἀντ. Βούτσης
Ἐπ. Σουλτάνης Νικ. Χαρδούβαλης
Γ. Ποῦλος Ν Περ. Ἀλεξάκης
Ἰ. Φαρμάκης Ν Θεόδ. Γρηγορίου Ν
Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Σπυρ. Σῖμος Ν
Ἀ. Τριγώνης Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Ἐ. Λαμπρακάκης Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν
Ἰωάν. Κανναβὸς Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Πύρ. Καραπᾶνος
Ἐ. Σπετσέρης Ν Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
Ἰ. Τσιγκόλης Ν Ἐλ. Βενιζέλος Ν
Στέφ. Γρανίτσας Ν Ἐμμ. Μπενάκης Ν
Γ. Ἰατρίδης Ν Φωκ. Νέγρης Ν
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ο Π. Χαροκόπος
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Κ. Ῥακτιβὰν Ν
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν Γ. Ζερβουδάκης
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
Ἐμμ. Ῥέπουλης Ν Π. Λαγοπάτης Ν
Δημ. Καλέργης Ν Γεώργ. Στρατούλης Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Κ. Μᾶνος
Γεώργ. Νέζος Τιμ. Ἡλιόπουλος
Παν. Ἀραβαντινὸς Δημ. Βενιζέλος Ν
Ἰωάν. Τερζάκης Μιχ. Γαλανὸς Ν
Παν. Φραντζῆς Ν Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
Γ. Παπασπυρόπουλος Ν Γεώργ. Πολίτης Ν
Γεωργαντᾶς Θρόνος Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΝ Γεώργ. Νικολαΐδης
Νικ. Κόνδης Λουκᾶς Μπέλλος
Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
Κωνστ. Καζαντζῆς Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
Γερ. Νοταρᾶς Θρ. Πετμεζᾶς Ν
Δημ. Κούζης Γεώργ. Καζανόβας Ν
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Δημ. Ῥοῦσος Ν Γεώργ. Σταμπάδος
Νικόλ. Δελακοβίας Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
Νικόλ. Σακελλαρίου Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
Γεώργ. Βλάσης Δημ. Ζαβογιάννης Ν
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος
Ἀναστ. Βάρβογλης Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Νικ. Σπηλιώτης
Ἰω. Π. Μανέτας Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν
Δ. Πλαπούτας Ν Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
Ἀλ. Παπαναστασίου Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
Ἰωάν. Μπακόπουλος Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
Δημ. Χηνιάδης Ν Δημ. Λαζαρῆς Ν
Δημ. Καρέλας Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
Ἀθ. Πετρόπουλος Ἀθ. Πουλῆς
Χαρ. Στασινόπουλος Νικόλ. Ῥούσης
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ἀλέξ. Ζαΐμης
Ἀ. Κατριβᾶνος Ν Δ. Γκλαβᾶς
Ἠλ. Φλέσσας Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Λαυρ. Μαβίλης Ν
Κωνστ. Γόντικας Ν Κωνστ. Κατηφόρης
Ν. Κοντογούρης Ν Σπυρ. Λάσκαρις Ν
Ἰωάν. Βέρροιος Βασίλ. Πουλιάσης Ν
Πολ. Πολυχρονιάδης Ν Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
Παν. Ζάμης Διον. Βινιεράτος Ν
Δ. Μάρκου Παν. Λιβιεράτος Ν
Γεώργ. Κατσιμπίρης Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν Νικ. Χαριτᾶτος
Ἀ. Φωτήλας Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσος
Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
Θεόδ. Ψυχαληνὸς Ν Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Σπ. Φορέστης
Ἀ. Καφετζόπουλος Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
Λ. Φλαμῆς Ν Ὄθ. Τετενὲς Ν
Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης Ν
Νικ. Συριόπουλος Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιερᾶτος
Θᾶν. Πετραλιᾶς Ν Θ. Κοντομίχαλος Ν
Π. Ἠλιόπουλος Ν Λεων. Ἐμπειρίκος
Χρ. Κορύλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
Ξ. Σταυρουλόπουλος Δημ. Μάνθος Ν
Παν. Βουρλούμης Περ. Γρυπάρης Ν
Νικ. Ῥαφτόπουλος Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
Χρ. Μεϊτάνης Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
Διον. Πολυζωγόπουλος Θωμᾶς Σκάσης Ν
Ἰωάν. Δογάνης Ἰάκ. Ἀβάζος
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ν Δημ. Ζαμᾶνος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Νικ. Καμπάνης
Νικόλ. Σταματιάδης Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
Δημ. Χρυσοστάλης Ἀλέξ. Μαλασπίνας
Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Ἀντ. Ῥεβίνθης
Νικόλ. Ἀβέρωφ Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
Γεώργ. Μπένος Νικ. Καλβοκορέσης
Νικόλ. Κάραλης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
Κωνστ. Χατζηγιάννης Δημ. Πετσετάκης Ν
Δημ. Βάχλας Χαρίλ. Προβελέγγιος
Γεώργ. Κοσόνας Ν Ἐμμ. Πατρίκιος Ν
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἰωάν. Μαμάης Ν
Μιχ. Σφακιανάκης Ν Ἰωάν. Κασδόνης
Πλούτ. Μαυρίκης Ἀντ. Φραγκίσκος
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν Δημ. Καΐρης
Κωνστ. Χατζάκος Ν Θαλ. Κουτούπης Ο
Γεώργ. Γαζέπης Ν Γεώργ. Φικιώρης Ν
Νικόλ. Πετσάλης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας
Ἰωάν. Λούντζης Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
Διον. Κουλούμπαρδος Ν Εὐστρ. Κουλουμβάκης
Ἀναστ. Λούντζης Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
Καῖσαρ Ζέζας Ν Νικ. Πετροπουλάκης Ν
Διον. Κλάδης ἀρν.Γεώργ. Τσοχώνης
Νικ. Παπαδᾶτος Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ο Παν. Κουμάνταρος
Νικ. Βάρθης Ο Ἰωάν. Ἀθηνογένης
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Βασίλ. Μιχαλέας
Σπυρ. Χατζάρης Ἰωάν. Βαββανάκος
Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Πατσουράκος Ο
Λ. Κογεβίνας Ν Χρ. Πετρέας
Σπυρ. Βλαντῆς Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
Χρ. Καποδίστριας Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Ἀνδρ. Κρητικὸς Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
Δημ. Οἰκονόμου Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
Μιλτ. Μπουφίδης Δημ. Θεοδοσόπουλος
Νικ. Γεωργιάδης Παυσ. Ζωγλοπίτης
Ἀγαμ. Σλῆμαν Ν Γεώργ. Ζούκας Ν
Δημ. Κουκιάδης Ν Κωνστ. Σταμούλης
Γεώργ. Τσαξίρης Ἰωάν. Κοττίκας
Γεώργ. Σχινᾶς Βασίλ. Γρίβας
Γεώργ. Δρίβας Ν Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν. Γαρδικιώτης Ο
Κων. Χρυσοχοΐδης Ν Δημ. Μπούσδρας
Γεώρ. Βλάχος Ν Γεώργιος Τάγιας
Πελ. Ἀγγελίδης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Χρ. Καρᾶς
Φίλ. Ζαρζάμπας Ν Ἀ. Θανόπουλος
Χ. Μωραΐτης Ν Νικ. Γιουβρῆς
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργ. Καθάργιος
Μιχ. Φωτιάδης Ν Χρ. Βλάτσιος Ν
Βασίλ. Σηλυβρίδης Δημ. Κουκουλέτσος Ν
Περ. Ἀποστολίδης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
Λεων. Ἀναγνώστου Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Γεώργ. Ῥάμμος Ν
Χ. Δικαῖος Ν Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
Σ. Ντολιόπουλος Λάμπρος Περιστέρης Ο
Παν. Φλέσσας Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Π. Κασίμης Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
Ν. Παπαλέξης Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Δημ. Κάβουρας Ν Παναγ. Βερβενιώτης
Μ. Δαζέας Ν Γεώργ. Καλλίτσης
Ἀ. Πετρομανιάτης Ν Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Ἀθ. Περρωτὴς Σπυρ. Ματσούκας
Π. Ἰατρόπουλος Ῥήγας Χατζηρήγας Ν
Η. Καράπαυλος Ἰ. Παπαλουκᾶς
Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Κ. Λιδωρίκης Ν
Δημ. Κανελλόπουλος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Ἀθ. Αἰλιανὸς Ν Ν. Ξηρὸς Ν
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Νικ. Φραγκίστας Ν
Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Ἰωάν. Γιδογιάννος Ν
Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος
Κωνστ. Τριγγέτας Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
Γεώργ. Ῥάλλης Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος
Γεώργ. Μποῦτος Ἀνδρ. Μαρλᾶς
Ἰω. Κουρτάκης Ν Δημ. Δεδούσης
Φώτ. Βακαλόπουλος Γεώργ. Συγγούρης
Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Στέφ. Σουμμαρίπας Ν
Μεν. Πιπιλῆς Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας
Παν. Μερλόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἡρ. Βελλόπουλος
Ἰωάν. Λεωνίδας Ἀθ. Χριστίδης
Πέτρος Γκίνης Ν Γεώργιος Πὼπ Ο
Ἀλέξ. Διομήδης Ν Δημ. Βρατσᾶνος
Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ν

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφίσας, κ. Βουλευταί;

§289ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ἡ ψηφοφορία ἐπερατώθη. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 196. Εἶπον ναὶ 188, ὄχι 7 καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 102 γενόμενον δεκτὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 102. — «Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου. Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπὸ τοῦ ὁριστικοῦ αὐτῶν διορισμοῦ εἰσι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι· πλὴν δὲ τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, οὔτε μετατίθενται ἄνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως οὔτε ἀπολύονται ἢ ὑποβιβάζονται ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως κατὰ νόμον ὠργανωμένου καὶ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον ἀποτελουμένου συμβουλίου. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ εἰδικώτερον ὁριζόμενα. Τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαιρεθῶσι διὰ νόμου οἱ πρέσβεις καὶ διπλωματικοὶ πράκτορες, οἱ γενικοὶ πρόξενοι, οἱ γενικοὶ γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων, οἱ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ νομάρχαι, ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καὶ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 103 ὁ κ. Πὼπ ἐλπίζω ὅτι ἀποσύρει τὴν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως αἴτησίν του.

§290Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Χάριν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ πραγματικῶς μετὰ ζήλου ἐργασθέντων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι θέλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των κατὰ τὴν διήμερον διακοπήν, ἀποσύρομεν τὴν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως αἴτησίν μας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 103 (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).

§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ συγχαρητήρια τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 105 ἀποσύρονται αἱ αἰτήσεις ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δι’ ὅμοιον λόγον. Ἑπομένως ταῦτα ἀπομένουσιν ὡς ἤδη ἔχουσι γίνει δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχοντα οὕτως: Ἄρθρον 103. — «Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατ’ ἀεροπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ Δικαστηρίου, συγκροτουμένου καθ’ ὃν ὁ νόμος ὁρίσει τρόπον διὰ κληρώσεως; ἐκ τῶν τριῶν τούτων σωμάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου σώματος. Εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται. Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων». Ἄρθρον 105. — «Ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν γίνεται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας». Ἔχομεν ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς καὶ προχθεσινῆς συνεδριάσεως.

§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Πρακτικῶν ἔχω, Κύριοι, νὰ παρακαλέσω τὸν πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μέχρι τῆς Δευτέρας ἢ τῆς Τρίτης τὸ βραδύτερον μεριμνήσῃ νὰ προσαχθῇ ἡ συναρμολόγησις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.

§293ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος εἶναι ἕτοιμον· ἡ συναρμολόγησις κατὰ τὸ πλεῖστον συνετελέσθη ἤδη καὶ θέλομεν βεβαίως προσαγάγει αὐτὴν μετὰ τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, δι’ οὗ θὰ τίθηται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ Σύνταγμα, ὅπως τὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή, τὴν Τρίτην.

§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ ὑποβληθῶσι τὴν Τρίτην μετὰ τῶν ψηφισμάτων τῶν περιεχόντων μεταβατικὰς διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις καθίσταται ἀναγκαία.

§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τὴν Τρίτην. Εἶναι ἀποφρὰς ἡ Τρίτη. Τὴν Δευτέραν καλλίτερον.

§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ προέτεινον, ἂν ἤθελεν ἡ Βουλή, ὁ ἔλεγχος νὰ γίνῃ τὴν Τρίτην καὶ νὰ γίνῃ ἡ συναρμολόγησις τὴν Δευτέραν. Δέχονται οἱ κύριοι Βουλευταί;

§297ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§298Γ. ΠΩΠ. Τὴν Δευτέραν εἶναι ἀνάγκη ἐλέγχου.

§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἔλεγχος νὰ γίνῃ τὴν Τρίτην καὶ τὴν Δευτέραν νὰ γίνῃ ἡ συναρμολόγησις. Νὰ συνεννοηθῶμεν, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί.

§300Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσκαλέσητε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπ’ εὐθείας διὰ τὴν Δευτέραν. Θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ἑπομένως κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως θὰ προσαγάγωμεν αὐτήν.

§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει καλῶς.

§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συναρμολόγησις τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦ ἄρθρου 90, διὰ συνεργασίας τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ κ. γραμματέως καὶ ἐμοῦ, εἶναι ἑτοίμη. Παραμένει λοιπὸν ἡ συναρμολόγησις τῶν ψηφισθέντων τὴν ἑσπέραν ταύτην ἄρθρων. Κατ’ ἀκολουθίαν τὴν Δευτέραν τὸ ἀπόγευμα θὰ εἴμεθα ἐντελῶς ἕτοιμοι. Ὥστε ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ἵνα τὴν μὲν Δευτέραν ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συναρμολόγησιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς ἐργασίαν νομοθετικήν, τὴν δὲ Τρίτην διὰ τὸν ἔλεγχον.

§303Γ. ΠΩΠ. Σύμφωνοι.

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο προτείνω ἀκριβῶς. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν ἡ συνεδρίασις θὰ γίνῃ τὴν πέμπτην ὥραν ὡς συνήθως, τὴν δὲ Τρίτην θὰ γίνῃ τὴν πρωίαν, οὐχὶ τὴν ἑσπέραν.

§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 18 Μαΐου 1911. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν). Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§307Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 14 βλέπω ὅτι ἀνεκλήθην εἰς τὴν τάξιν δίς. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τοῦτο, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεκλήθην.

§308Γ. ΠΩΠ. Νὰ διαγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.

§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διαγραφῇ, νὰ διαγραφῇ (χειροκροτήματα πανταχόθεν).

§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πατσουράκε, ἀπόψε προσηνέχθητε πρὸς τοὺς συναδέλφους σας κατὰ τρόπον προσελκύσαντα τὰ συγχαρητήρια τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀπὸ τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ διαγραφῇ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, διαγραφῶσι δ’ ἐν τούτοις καὶ πάντα τὰ γεγονότα τὰ σχετικά. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον δέχομαι τὴν διαγραφήν· θὰ διαγραφῶσι πάντα τὰ λεχθέντα.

§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Νέα χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ ἐπιδοκιμασίαι).

§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 19ης Μαΐου 1911). Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 35′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 94.
2Τῆς 20ῆς Μαΐου 1911.
3(Παρασκευή)
4Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
5(Γενομένης ἀπαρτίας παρόντων 186 Βουλευτῶν ἄρχε-
6ται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ τῶν δύο συνεδριάσεων θέ-
8λουσιν ἀναγνωσθῆ κατὰ τὴν ὥραν τῆς διακοπῆς.
9Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν 1) ὅτι κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτή-
10σεως, τῆς δοθείσης μοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τηλεγραφή-
11ματος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Δανίας
12ἐξεδήλωσα αὐτῷ τὰ συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς
13ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πρίγκιπος Ἰωάννου, ἔλαβον δὲ καὶ
14τηλεγράφημα εὐχαριστήριον τῆς Δανικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
15τούτῳ·
162) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ, ὅπως
17πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις δικαστῶν·
183) Ὁ σύλλογος τῶν δικαστικῶν κλητήρων ζητεῖ ἐκκα-
19θάρισιν τοῦ κλάδου·
204) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου καταγγέλλουσιν
21ὑπερβασίας τῶν ἐκεῖ ὀψοπωλῶν·
225) Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου καὶ
23τῆς Εἰσαγγελίας Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑπα-
24χθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος·
256) Ὁ ἐν Καΐρῳ Ἰσαὰκ Λεπέσου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ
26ἐκεῖ προξένου·
277) Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι οἱ ἐν Tihoretskaya διαμαρτύ-
28ρονται, διότι δὲν τοῖς ἐπετράπη ἡ ὕψωσις τῆς Ἑλληνικῆς
29σημαίας κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Βασιλέως·
308) Οἱ καρραγωγεῖς Βόλου διαμαρτύρονται, διότι ὁ ἐμπο-
31ρικὸς σύλλογος Βόλου συνῆψε συμβόλαιον περὶ ἐργολαβικῆς
32μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ Τελωνείου·
339) Οἱ κάτοικοι Βουρβούρων ζητοῦσιν ἵδρυσιν σχολείου·
3410) Οἱ γονεῖς τῶν Ἀρσακειάδων Πατρῶν ζητοῦσι νὰ γί-
35νωνται αἱ ἐξετάσεις αὐτῶν κατὰ τόπους·
3611) Ὁ κατάδικος Δημ. Ἰ. Παπαμικρούλης τῶν φυλακῶν
37Καλαμῶν ζητεῖ ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του.
38Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Ν. Χαριτάτου ὑπο-
39βάλλεται 1) τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ
40τῶν γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων», 2) τρο-
41πολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀνα-
42στασιανοῦ νόμου».
43Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κ. Γόντικα
44ὑποβάλλεται πρότασις πρὸς ἑρμηνείαν ἢ συμπλήρωσιν τοῦ
45͵ΓΨΞΑʹ νόμου, τυπωθησόμεναι ἀμφότεραι πρὸς διανομήν.
46(Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς).
47Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
48Ἡμερησίαν Διάταξιν
49τὴν νομοθετικήν.
50Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως
51τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς αὐτῷ διατάξεως
52τοῦ Ἰουστινιανοῦ».
53Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
54λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
55Βουλὴ παρεδέχθη.
56Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
57§2Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ ἐν
58Ἑπτανήσῳ;
59§3Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πανταχοῦ.
60§4Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Διὰ τὰς ἐπιδίκους ἀξιώσεις;
61§5Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν,
62παρακαλῶ.
63§6Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό· εἶναι καὶ ἄλ-
64λαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι συσχετίζονται πρὸς αὐτήν, καὶ θὰ
65εἶναι καλὸν τὰ ἄρθρα τὰ σχετικὰ νὰ ἐξετάσωμεν, διότι ὁ
66κῶδιξ ἰσχύει.
67§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
68§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει τροπο-
69λογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
70§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
71§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τού-
72του; Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
73Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ
74ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
75δέχθη.
76(Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ
77σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
78Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ τῶν γυναι-
79κῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων».
80Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
81σιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
82Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
83§11Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ κατάργησις τῆς Νεαρᾶς 134 διὰ
84τὰ εὐεργετήματα τῆς ἐγγάμου γυναικός, ὡς πρὸς τὴν ἀνα-
85δοχήν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέ-
86διον, διότι δὲν εἶναι ὥριμος ὁ χρόνος πρὸς παραδοχὴν τοι-
87ούτου θεσμοῦ.
88§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρα-
89καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
90Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακα-
91λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
92Βουλὴ παρεδέχθη.
93§13ΕΠΑΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία
94ἰδική μου.
95§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος
96ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἥτις θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
97Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προσθέ-
98του συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, οἵτινες
99ὑπέγραψαν τὴν ἀπὸ 3)16 Ἰουλίου 1910 συμβάσεως περὶ
100καταβολῆς 40 ἑκατομμυρίων δραχ. χρυσῶν καὶ δανείου 150
101ἑκατομμυρίων».
102§15Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ δι’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε,
103τὸν ἀπουσιάζοντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
104§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποίησα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ περι-
105μένετε· θὰ ἔλθῃ ἀμέσως.
106§17Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ δι’ ὑμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν
107τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, καθόσον
108ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, χω-
109ρὶς νὰ λάβῃ τις ἐξ ἡμῶν γνῶσιν. Κατὰ συνέπειαν οὔτε ἔκ-
110θεσις εἶχε διανεμηθῆ οὔτε γνῶσιν εἴχομεν· δύναμαι μάλιστα
111νὰ εἴπω ὅτι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε
112γνῶσιν. Ἡ δὲ σπουδή, ἥτις παρατηρεῖται, ὅταν ψηφίζωνται
113νομοσχέδια ἀφορῶντα τὰς Τραπέζας καὶ πιστωτικὰ ἱδρύματα
114ἀναμιγνυόμενα εἰς δάνεια, δὲν εἶναι, νομίζω, δεδικαιολογημένα.
115§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον καμ-
116μίαν δυσκολίαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις, ἀλλ’ ἐν
117τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ἔλθῃ πρῶτον.
118Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δηλώσῃ ὅτι πρέπει
119νὰ ἔχωμεν ἀπόφασιν ἔγκαιρον.
120§19Γ. ΠΩΠ. Ἔχομεν ἔλεγχον τὴν Δευτέραν, ἀφοῦ ἔχομεν
121προθεσμίαν 14 ἡμερῶν, ἂς ὁρισθῇ διὰ τὴν Τρίτην. Εἶμαι
122ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας
123συναδέλφου, καθόσον διενεμήθησαν ὄντως σήμερον τὰ ἔν-
124τυπα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς αʹ
125ἀνάγνωσιν. Τὸ κέρδος εἶναι ἀρκετόν, διότι πρόκειται περὶ
126νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ ἀναμφισβητήτως πολ-
127λὴν συζήτησιν.
128§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς μὴ προχωρήσῃ σήμερον, ἀλλ’
129ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, νὰ συζη-
130τήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν Δευτέραν.
131§21Γ. ΠΩΠ. Νὰ τὸ γνωρίζωμεν.
132§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἀπόφασιν τῆς Βου-
133λῆς. Νὰ εἶσθε ὅμως βέβαιος ὅτι τὴν Τρίτην θὰ ἔλθῃ, ἐκτὸς
134ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ὅπως ἔλθῃ ταχύτερον.
135§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, ἡ Κυβέρνησις θέλει
136αὐτὴ νὰ δύναται ν’ ἀποφασίζῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλή-
137ρωσιν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται δι’
138αὐτοῦ.
139§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ διατυπώσωμεν σαφέστερον,
140ἀλλὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
141§25Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
142τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν
143Βουλὴν ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ
144τὴν κάλυψιν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διατεθῇ μέρος τοῦ δα-
145νείου, καθόσον διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως ἐδίδετο ἡ
146ἄδεια πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
147ὑποχρεώσεων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἤδη δὲ ἡ ἀόριστος
148φράσις καθιστᾷ περιττοὺς τοὺς ἄλλους ὅρους, διότι, ὅταν
149λέγῃ εἰς κάλυψιν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἀορίστως,
150τότε εἶναι περιττοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι, διότι πᾶσα πληρωμὴ
151ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως σκοπεῖ τὴν κάλυψιν μιᾶς ὑπο-
152χρεώσεως.
153§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι γίνεται συζήτησις· ἐγὼ
154εἶπον ν’ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν, ἐὰν ὅμως
155πρόκειται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, τότε ἔχει καλῶς.
156§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον νὰ δοθῇ μία πληροφορία.
157§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύο λέξεις ἐζητήσατε διὰ μίαν πλη-
158ροφορίαν· εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς τὴν δώσω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ.
159Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐρχόμενος ἰδιαιτέρως κατόπιν.
160Ἀρκεῖ νὰ μὴ καταδαπανῶμεν τὴν ὥραν τώρα.
161§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ συνέπειαν ἀποφασίζει καὶ
162ἀναβάλλεται διὰ τὴν Τρίτην. 24 Μαΐου, ἡ συζήτησις τοῦ
163νομοσχεδίου.
164Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ
165Συντάγματος.
166Θέλομεν προχωρήσει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τὸ τέ-
167λος τῆς συζητήσεως θέλομεν προβῆ εἰς τὰς ψηφοφορίας.
168Ἄρθρον 106 (ἀναγινώσκεται).
169«Πᾶς Ἕλλην, δυνάμενος φέρειν ὅπλα, ὑποχρεοῦται νὰ
170συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς
171τῶν νόμων».
172§30ΕΠΑΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 106 δὲν ὑπῆρχεν εἰς
173τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἐτέθη δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτάσει
174τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς. Ἀλλά, ὅπως ἐτέθη, ἀναγνω-
175ρίζεται ὡς ὑποχρέωσις τοῦ Ἕλληνος νὰ συντελῇ εἰς τὴν
176ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος του. Τὸ τοιοῦτον φρονῶ ὅτι δὲν
177εἶναι ὑποχρέωσις, εἶναι τιμὴ καὶ δικαίωμα δι’ ἕκαστον Ἕλ-
178ληνα νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος του.
179Ὅπως εἶναι δικαίωμα εἰς τὸ ἄτομον ν’ ἀποκρούῃ δι’ ἀμύ-
180νης πᾶσαν προσβολήν, οὕτω καὶ εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀτό-
181μων τῶν ἀποτελούντων τὴν πατρίδα εἶναι δικαίωμα καὶ
182τιμὴ ν’ ἀποκρούῃ πάντα κίνδυνον. Οἱ Ἕλληνες πάντοτε
183διεκρίθησαν διὰ τὴν φιλοπατρίαν των, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
184ἡ διάταξις ἡ συνταγματική. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἴσως νὰ
185ὑπέχῃ τινὰς περιορισμούς, νὰ μὴ ἐνασκῆται ἀσκόπως, καὶ
186ταῦτα ὁρίζουσιν οἱ νόμοι. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ὅτι τὸ
187ἄρθρον πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀλλοίμονον εἰς
188τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρήσωσιν ὑποχρέωσιν
189τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
190§31Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ δώσω βραχεῖαν ἀπάντησιν. Τὸ
191ἄρθρον τοῦτο εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον αὐτολεξεὶ ἐκ τού-
192του μεταφρασθὲν εἰς τὸ Δανικόν, ἐν ἄλλῃ δὲ φράσει εἰς
193τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα, ὅπερ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1907.
194Καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ Δανοὶ καὶ οἱ Νορβηγοὶ δικαίωμα ἔχουσι
195ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας πατρίδος· ἀλλ’ ἐνόμισαν ὅτι,
196καὶ ἂν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα, ὀρθὸν ἦτο ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἡ
197ἀντίστοιχος πρὸς τὸ δικαίωμα ὑποχρέωσις. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ
198Συντάγματι ὑπάρχει διάταξις, ἥτις προσέλαβε χαρακτῆρα
199ἀστείου, ἡ διάταξις περὶ διατηρήσεως τῆς ἐθνοφυλακῆς,
200καίτοι δὲν εἶναι διάταξις ἀστεία, ἀλλὰ κατέπεσεν εἰς
201ἀστείαν, διότι αἱ νέαι ἀνάγκαι ἔπλασαν τὴν καθολικὴν
202στρατολογίαν, ἐπέβαλον στρατιωτικὸν βάρος εἰς πάντας,
203καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ ὡς ἐκ τούτου κατέστη ἄσκοπος. Ἂν ὁ
204νόμος καθιέρωσεν ὡς δικαίωμα τὸ νὰ εἶναι πάντες οἱ Ἕλ-
205ληνες κεκλημένοι εἰς στράτευσιν, βεβαίως ὅπως παρασκευα-
206σθῶσιν εἰς ἄμυναν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι
207τοσοῦτον ἀναξία προσοχῆς ἡ σκέψις ὅπως τὴν ὑποχρέωσιν
208ταύτην ἔλθῃ καὶ ἀναγράψῃ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα εἰς διάταξιν
209ἀντίστοιχον πρὸς τὴν γενικὴν περὶ πάντων τῶν βαρῶν, ἅτινα
210οἱ Ἕλληνες ὀφείλουσι νὰ φέρωσι. Καὶ ἐκεῖνο εἶναι δικαίωμα
211νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ ὑπὲρ πατρίδος βάρη καθὼς καὶ τὸ
212νὰ δικάζωσιν ὡς ἔνορκοι, ἀλλ’ ἀντίστοιχος νόμος καθώρισε
213πάντα ταῦτα ὡς ὑποχρέωσιν. Νομίζω δ’ ὅτι ἔχει καλῶς ἡ
214διάταξις αὕτη ἡ οὕτως ἐν τῷ Συντάγματι τειθεμένη, διότι
215πάντας ὑπομιμνήσκει, ὅπερ ἔχουσι καθῆκον εἰς τὴν ὑπὲρ
216πατρίδος ἄμυναν καὶ ὅτι ὀφείλουσι νὰ εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν
217ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὅπως ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγίστους φυ-
218γομάχους, διότι εἶναι μὲν δικαίωμα τὸ ν’ ἀμύνηταί τις
219ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀλλ’ εἶναι καὶ δικαίωμα, ὅπερ δυσ-
220τυχῶς οὐχὶ σπανίως ἐμφανίζει ἀριθμὸν φυγομάχων κατὰ
221ἑκατοντάδας καὶ κατὰ χιλιάδας.
222§32Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅταν λαμβάνωσι τὰ παραδεί-
223γματα ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας.
224§33Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ διάταξις νομίζω ὅτι εἶναι ἠθοποιὸς
225καὶ ἀξία προσοχῆς καὶ εἰμὴ βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ζητηθῇ ἡ
226διαγραφὴ αὐτῆς τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ Συντά-
227γματι περιλαμβάνεται τὸ περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὅπερ κατήν-
228τησεν ἀστεῖον καὶ διὰ τοῦτο ἄλλως διαγραπτέον. Ἀλλά,
229ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ τὸ πρᾶγμα ἀνάξιον λόγου, βεβαίως θέλει
230διαγραφῇ τὸ προτεινόμενον ἄρθρον.
231§34Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη
232πρέπει νὰ διαγραφῇ ὡς προϊὸν πεπαλαιωμένης ἐποχῆς, καθ’
233ἣν δὲν ὑπῆρχε γενικὴ στρατολογία. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπι-
234βάλλει ἡ Πολιτεία, ἵνα ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ πολῖται
235ἔχωσι τὸ καθῆκον ν’ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀφ’
236ὅτου εἰσήχθη ἡ γενικὴ στρατολογία μήπως οἱ πολῖται ἄνευ
237ἐξαιρέσεως δὲν ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ;
238Ἂν ἐξαιροῦνταί τινες, ἐξαιροῦνται λόγῳ παθήσεων, αἵτινες
239καθιστῶσιν αὐτοὺς ἀνικάνους, ὅπως προσφέρωσιν εἰς τὴν
240πατρίδα τὰς ὑπηρεσίας των. Δὲν βλέπω λοιπὸν τί θὰ προσ-
241θέσῃ ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν κατὰ τὸν νόμον εἴμεθα ὑπο-
242χρεωμένοι ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Φοβοῦμαι μή-
243πως ἡ διάταξις αὕτη, ὡς κανονίζεται ἐν τῷ Συντάγματι,
244δώσῃ ἀφορμὴν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρωσι νό-
245μον μὴ ἀπαγορεύοντα τὴν ὁπλοφορίαν, ἤτοι τὸ κακόν, εἰς τὸ
246ὁποῖον ὀφείλονται διάφορα ἐγκλήματα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον
247λοιπὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις.
248§35Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, διότι
249θεωρῶ ὡς προσβολὴν εἰς τὸν Ἕλληνα ὑποχρέωσιν συντα-
250γματικὴν διὰ νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα του.
251§36Γ. ΠΩΠ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ προκαλέσω ἐξή-
252γησιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ.
253Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου ἡ λέξις «Ἕλ-
254λην» περιλαμβάνει στενώτατα ὅρια, καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως
255δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ διαγραφὴ τοῦ ἄρθρου. Ὅσον ἀφορᾷ
256τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν φαντάζομαι
257ὅτι δέον νὰ θίγηται ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ
258διὰ τὰ στενὰ ὅρια τῆς λέξεως «Ἕλλην» πρέπει νὰ δια-
259γραφῇ τὸ ἄρθρον.
260§37Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ λέξις «Ἕλλην εἶναι μὲ τὴν ἔν-
261νοιαν πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος».
262§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχό-
263μενοι ὅπως τὸ παλαιὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 106 «Ἡ
264ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται» ἐξαλειφθῇ, παρακαλοῦνται νὰ
265ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ πα-
266ρεδέχθη.
267Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 106 τοῦ προσχεδίου τῆς
268ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
269περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον ψηφίζεται
270ἔχον ὡς ἑξῆς:
271Ἄρθρον 106.—«Πᾶς Ἕλλην, δυνάμενος φέρειν
272ὅπλα, ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ πατρί-
273δος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων».
274Ἄρθρον 107.
275§39Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἐὰν δὲν
276λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἄλλων ἄρθρων.
277§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον, καὶ κα-
278τόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον.
279§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ φορολογίας
280τῶν αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως γνωστὸς
281εἰς τοὺς διαφόρους συμβολαιογράφους, οἵτινες ὑπέπεσον ἐκ
282τούτου εἰς παραβάσεις ἐχούσας βαρυτάτας συνεπείας δι’ αὐ-
283τοὺς καὶ τοὺς συμβαλλομένους. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα
284νὰ φέρωμεν ἐξοικονόμησιν ἄνευ βλάβης τοῦ δημοσίου τα-
285μείου. Μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλ-
286λομεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦνται αἱ πράξεις καὶ αἴρονται
287αἱ συνέπειαι, ἐὰν ἐντὸς 40 ἡμερῶν καταβληθῇ ὁ φόρος πρὸς
288τὸ Δημόσιον ὑφ’ οὓς ὅρους ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ὑπο-
289βάλλομεν κατὰ συνέπειαν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως πρά-
290ξεων συνταχθεισῶν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ
291͵ΓΤϞΑʹ νόμου τοῦ 1909 «περὶ φορολογίας κληρονομιῶν,
292κληροδοσιῶν, αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν».
293§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
294(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
295§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 107 (ἀναγινώσκεται).
296§44Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Κατὰ τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα διενεμήθη-
297σαν, συνάδελφοί τινες ἐζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
298σεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄρθρων προηγουμένων τοῦ
299ἄρθρ. 107. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ
300Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ
301τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ὑπ’
302ὄψει της τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ἄρθρων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα ἤθε-
303λον κανονίσει τὰς σκέψεις αὐτῆς, ἂν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα ψη-
304φισθῶσι κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, ἂν ἤθελον ἀνα-
305θεωρηθῆ καὶ κατὰ ποῖον χρόνον ἤθελον ἀναθεωρηθῆ. Ἐπι-
306δρᾷ πολὺ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡ τοιαύτη γνώμη
307καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγη-
308θῶσιν αἱ ψηφοφορίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, διὰ νὰ γνω-
309ρίζῃ ἡ Βουλὴ ποῖα ἄρθρα ἐψήφισεν, οὕτως ὥστε νὰ κανο-
310νίσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θε-
311μελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
312§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν θὰ προ-
313χωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν ἄρθρων ἑπομένων πρὶν ἢ
314γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
315ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύ-
316νατο νὰ προτείνῃ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, διὰ νὰ μὴ προχω-
317ρήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἦτο
318ἂν ἐσχετίζετο μὲ τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σχετίζεται.
319Δηλῶ δὲ ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφοφορίας γίνεται διὰ τὸν
320ἁπλούστατον λόγον, διότι, προκειμένου νὰ γίνῃ ὀνοματικὴ
321ψηφοφορία, πρέπει νὰ ἔχωσι πάντες τὴν ἀνατύπωσιν τῶν
322ἄρθρων ὡς ἐτροποποιήθησαν, καί, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἐγέ-
323νοντο τροποποιήσεις πολλαὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 101, 102,
324103, κυρίως μάλιστα ἐπὶ τοῦ 102. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀνα-
325τυπωθῶσι τὰ ἄρθρα αὐτὰ μετὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι
326ἐγένοντο δεκταί, καὶ ἀναμένω ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν διὰ
327νὰ μοὶ προσκομισθῶσιν ἀνατετυπωμένα, μόλις δὲ μοὶ προσκο-
328μισθῶσι θὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία συνε-
329πῶς ἀναβάλλεται δι’ ὀλιγίστην ὥραν.
330§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔθεσε τοῦτο τὸ
331ζήτημα, διὰ νὰ μορφώσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κατὰ
332τίνα τρόπον καὶ κατὰ ποῖον χρόνον πρέπει νὰ γίνεται ἡ
333ἀναθεώρησις, πρέπει νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ψηφισθῶσι τὰ
334προηγούμενα ἄρθρα. Τοῦτο εἶναι ἀληθῶς συντελεστικὸν διὰ
335τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 107. Νομίζω ὅτι θὰ ἐξωκονομεῖτο
336τὸ πρᾶγμα, ἐὰν μὴ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις τῶν
337προηγουμένων ἄρθρων...
338§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ μείνῃ τελευταῖος νὰ
339ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κλάδης ἕως ὅτου ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα
340ἄρθρα.
341§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μάλιστα.
342§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάσκαρις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107.
343§50Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἄν εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ νόμοι ἕν τινι
344Πολιτείᾳ πρέπει νὰ εἶναι προϊὸν πείρας καὶ μελέτης, καὶ
345ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταρρυθμίζωνται καὶ καταργῶνται συνε-
346χῶς, κατὰ μείζονα λόγον δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ
347συχνὴ μεταρρύθμισις τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ νό-
348μου τῆς Πολιτείας, διότι ἄλλως θὰ ἔφερον χαρακτῆρα
349προσωρινότητος, ὡσανεὶ ἐτίθεντο δοκιμαστικῶς, τοῦθ’ ὅπερ
350ἐξ ἄλλου δὲν ἤθελεν ἐμπνέει μεγάλην πεποίθησιν ἐπὶ τὸ
351εὔστοχον αὐτῶν, διασαλευομένου συνάμα καὶ τοῦ κύρους
352τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας. Βεβαίως ἡ ἀναθεώ-
353ρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δὲν
354πρέπει νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, διότι ἐν δεδο-
355μένοις καιροῖς ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων οὐ
356μὴν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας. Διὰ τοῦτο,
357ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ συχνὴ μεταρρύθμισις συνταγματικῶν διατά-
358ξεων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἀφ’ ἑτέρου δὲν
359πρέπει αὕτη νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, ὥστε
360νὰ καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ἵνα
361οὕτω μὴ ἀναφαίνωνται κίνδυνοι καὶ ἵνα οὕτως αἴρωνται τὰ
362αἴτια βιαίων μεταβολῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συν-
363τάγματος εἶχε προτείνει εἰς τὴν τότε Συνέλευσιν, ὅπως ἐπι-
364τραπῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων μετὰ
365παρέλευσιν τριακονταετίας, ἡ Συνέλευσις ὅμως δὲν παρε-
366δέχθη τὴν πρότασιν ταύτην περιορίσασα τὸν χρόνον εἰς δε-
367καετίαν, ὑπέβαλεν ὅμως τὴν ἀναθεώρησιν εἰς τοσοῦτον
368δυσχερεῖς διατυπώσεις, ὥστε αὕτη καθίστατο ἀδύνατος ἄνευ
369ἐπαναστάσεως, ἔστω καὶ εἰρηνικῆς. Ὡς ἐκ τῶν δυσχε-
370ρειῶν δὲ τούτων ἐψηφίσθησαν καὶ νόμοι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀντι-
371συνταγματικοί, οἵτινες ὅμως ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖοι, ὥστε
372καὶ ἐν τῇ σημερινῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος διὰ σχή-
373ματος οὕτως εἰπεῖν πρωθυστέρου νὰ προσαρμοσθῇ τὸ Σύν-
374ταγμα εἰς τοὺς πρὸ πολλοῦ ἰσχύοντας ἀντισυνταγματικοὺς
375νόμους. Νῦν δέ, ὡς προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου
376107, αἱ ἀναθεωρήσεις εἰς τὸ μέλλον ἔσονται εὐχερεῖς, φρονῶ
377δ’ ὅτι ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ μετερρύθμισε τὴν
378σχετικὴν διατύπωσιν. Ὀρθῶς ἐπίσης προτείνει, ὅπως ἡ ἀπό-
379φασις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιώδους
380διατάξεως ψηφισθῇ εἰς δύο διαφόρους ψηφοφορίας ὑπὸ τῆς
381ἰδίας Βουλῆς, αἵτινες ν’ ἀπέχωσιν ἀπ’ ἀλλήλων τοὐλάχι-
382στον κατὰ ἕνα μῆνα, διότι ὁμολογουμένως οὕτως ἐκ τῶν συ-
383ζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προκληθῆ καὶ ἐκτὸς τῆς Βου-
384λῆς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν δύο μηνῶν, εἶναι ἀναντίρ-
385ρητον ὅτι μετὰ μείζονος περισκέψεως καὶ μελέτης θέλει
386ληφθῆ ἡ δέουσα περὶ ἀναθεωρήσεως ἀπόφασις. Ὀρθῶς ἡ
387συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ καὶ εὐλόγως καὶ συμφώνως πρὸς τὸ
388σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν
389δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ
390συγκληθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων,
391ἀποτελεσθῇ ἐκ διπλοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Τὸ τοιοῦτον
392εἶναι πολυτέλεια ἀδικαιολόγητος καὶ αὐξάνει ἄνευ τινὸς
393λόγου τὴν σχετικὴν δαπάνην. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἔνθα ὄχι
394μόνον μὴ θεμελιώδεις, ἀλλὰ καὶ θεμελιώδεις διατάξεις δύ-
395νανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύ-
396ματος, αἱ ἀναθεωρήσεις αὗται δὲν γίνονται διὰ δι-
397πλῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν διαλύονται αἱ Βουλαί, αἵτινες
398ἐψήφισαν τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην. Ἐν Γαλλίᾳ λ. χ., διὰ
399νὰ γίνηται ἀναθεώρησις συνταγματικῶν διατάξεων, ἀρκεῖ
400ὅπως ψηφίσωσι ταύτην ἰδιαιτέρως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γε-
401ρουσία, εἴτε αὐθορμήτως εἴτε κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Προέ-
402δρου τῆς Δημοκρατίας· κατόπιν τούτου τὰ δύο Σώματα
403συνερχόμενα ὁμοῦ εἰς Συνέλευσιν ἢ εἰς Κογγρέσον προβαί-
404νουσιν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας.
405Κατὰ μείζονα ἑπομένως λόγον δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῆται
406παρ’ ἡμῖν διπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν προκειμένου περὶ
407ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, εἶναι δ’ ἐπαρκὲς
408τὸ ὅτι εἰς τὴν ἀναθεώρησιν θὰ προβῇ ἄλλη Βουλὴ πρὸς
409τοῦτο συγκαλουμένη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κατά τε τὸ προσχέδιον
410τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ
411σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ἀπο-
412φαίνεται ἡ Βουλὴ διὰ πλειονοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ
413ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἡ δ’ ἐπὶ τούτῳ συγκαλου-
414μένη νέα Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατά-
415ξεων κατὰ μὲν τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν δι’ ἀπο-
416λύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς,
417κατὰ δὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ πλειονοψηφίας τῶν
418δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, τοῦθ’ ὅπερ θεωρῶ καὶ καταλ-
419ληλότερον. Δὲν εὑρίσκω ὅμως ὀρθόν, ὅπως ἡ τὴν ἀνάγκην
420τῆς ἀναθεωρήσεως ψηφίσασα Βουλὴ μὴ διαλυθῇ αὐτοδι-
421καίως, ἀλλ’ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της μέχρι διαλύ-
422σεως διὰ τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος ἢ μέχρις οὗ ἐκ-
423πνεύσῃ συνταγματικῶς, κατόπιν δὲ ἡ νέα Βουλὴ νὰ ἐπι-
424ληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως, ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Κρίνω
425καταλληλοτέραν τὴν ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν
426τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀναφερομένην διάταξιν,
427σύμφωνον ἄλλως καὶ πρὸς τὴν μέχρι σήμερον ἰσχύουσαν,
428ὅπως διαλύηται αὐτοδικαίως ἡ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεω-
429ρήσεως ἀποφασίσασα Βουλὴ, ἵνα συγκληθῇ ἡ νέα, ὅπως
430ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ μέ-
431νωσιν ἐπὶ πολὺ μετέωροι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Καὶ
432ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν
433διατυπώσεις, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν αὕτη δέον
434νὰ ἐπιτραπῇ, εὑρίσκω ὅτι ἡ προτεινομένη πενταετία εἶναι
435διάστημα λίαν βραχύ, ἴσης σχεδὸν διαρκείας μιᾶς βουλευ-
436τικῆς Περιόδου, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν προκειμένου περὶ ἀνα-
437θεωρήσεως μετὰ περισκέψεως γενομένης νὰ παραστῇ ἐπι-
438τακτικὴ ἀνάγκη νέας τοιαύτης μετὰ μίαν πενταετίαν·
439εὐκολία μόνον θὰ παρασχεθῇ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις
440νὰ προκαλῶσιν ἀναθεωρήσεις συνταγματικῶν διατάξεων
441κατὰ τὸ ἑαυτῶν συμφέρον, νὰ γίνηται τουτέστι καὶ ὅσον
442ἀφορᾷ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ὅ,τι ἐγίνετο σχετι-
443κῶς πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες μετερρυθμίζοντο ἢ καὶ κα-
444τηργοῦντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες διεδέχοντο τὰς
445εἰσηγουμένας τοὺς νόμους ἐκείνους. Ἄλλοτε εἶχε νομοθε-
446τηθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν,
447νομίζω, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ διαδεξαμένη τὴν προκαλέσασαν
448τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν κατήργησεν. Ἐπίσης εἶχε νομο-
449θετηθῇ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν,
450ὁρίσαντος τοῦ νόμου τὰ προσόντα αὐτῶν καὶ κανονίσαντος
451τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, συνάμα δὲ
452περιελήφθη καὶ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως
453τοῦ νόμου αὐτοδικαίως ἐπαύοντο ἅπαντες οἱ παρὰ Πρω-
454τοδίκαις εἰσαγγελεῖς. Ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, δι’ ἑτέρου
455νόμου ἄλλως, διεκανόνισε τὰ πράγματα, περιληφθείσης καὶ
456ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τῆς διατάξεως ὅτι ἀπὸ τῆς δημοσιεύ-
457σεώς του αὐτοδικαίως ἐπαύοντο πάντες οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν
458Πρωτοδικῶν.
459Τοιαῦται ὅμως εὐκολίαι νὰ μεταρρυθμίζωσι τοὺς νόμους
460κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὸ συμφέρον δὲν πρέπει βεβαίως νὰ
461παρέχωνται εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, προκειμένου
462μάλιστα περὶ διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὅστις
463πολὺ διαφέρει τῶν κοινῶν νόμων καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπό-
464κειται εἰς τὰς αὐτὰς περιπετείας.
465Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δὲν
466πρέπει νὰ προσκόπτῃ εἰς πολλὰς δυσχερείας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου
467δὲν πρέπει νὰ εἶναι εὐχερὲς εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ
468προκαλῶσιν ἀναθεωρήσεις κατὰ τὸ πολιτικὸν αὐτῶν συμφέ-
469ρον. Αἱ ἀναθεωρήσεις δέον νὰ εἶναι προϊὸν τῆς πείρας, ἵνα
470δ’ ἐκ τῆς πείρας προκύψωσιν αἱ ἐλλείψεις, ἀπαιτεῖται ἐπαρ-
471κὲς χρονικὸν διάστημα, τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι ἡ προτεινομένη
472πενταετία, ἀπαιτεῖται χρόνος μακρότερος, κατ’ ἐλάχι-
473στον μία δεκαετία, ἡ πενταετία δ’ ἐξ ἄλλου παρέχει ἀφορμὴν
474νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις ἐγένετο κατόπιν ἐπι-
475μελοῦς ἐπεξεργασίας καὶ τοιούτων συζητήσεων, δὲν θεωρεῖ-
476ται λίαν ἐπιτυχής, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων κρίνεται ὅτι μετὰ
477πάροδον πενταετίας δύναται νὰ παραστῇ ἀνάγκη νέας ἀνα-
478θεωρήσεως ἤ, ὅπερ ταὐτό, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἐγένετο δοκι-
479μαστικῶς ἐπὶ πέντε ἔτη, ἀλλὰ τοῦτο κλονίζει αὐτὸ τὸ κῦ-
480ρος τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας, οὗτινος αἱ δια-
481τάξεις δὲν πρέπει νὰ φέρωσι τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος.
482Διὰ τοῦτο εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ, Ἑλβε-
483τίᾳ, Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, ἔνθα ἡ ἀναθε-
484ώρησις εἶναι λίαν εὐχερής, ὑπὸ οὐδενὸς χρονικοῦ ὁρίου πε-
485ριοριζομένη, σπανιώτατα συμβαίνει. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ
486τοῦ 1875, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ συνταγματικοὶ νόμοι, μέχρι
487σήμερον ἅπαξ μόνον ἐγένετο ἀναθεώρησις, καίτοι ἐκεῖ, ὡς
488προεῖπον, εἶναι λίαν εὐχερής αὐτή· ἀρκεῖ νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ἡ
489Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ. Ἀλλ’ εἰς τὰ εἰ-
490ρημένα Κράτη καὶ αὐτοὶ οἱ κοινοὶ νόμοι σπανίως μεταρρυ-
491θμίζονται ἢ καταργοῦνται, διότι εἶναι προϊόν πείρας καὶ
492μελέτης, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ἡ τελευ-
493ταία εἰκοσιπενταετία διεκρίθη παρ’ ἡμῖν ἰδίᾳ διὰ τὴν πο-
494λυνομίαν, ἡ ὁποία ἐμφαίνει τὴν παραλυσίαν τῆς Πολιτείας,
495corruptissima republica plurimae leges, ἐψηφίζοντο
496ἑκάστοτε νόμοι ἐπὶ νόμων ἀλληλαναιρουμένων. Ὁ θέλων π. χ.
497ν’ ἀναδιφήσῃ τὴν τελωπακὴν ἡμῶν νομοθεσίαν εὑρίσκεται
498πρὸ λαβυρίνθου διὰ τὴν ἀπειρίαν τῶν νόμων, ὧν οἱ πλεῖστοι
499κατήργουν τοὺς ὑφισταμένους, ἵνα ἐπαναφέρωσιν ἐν ἰσχύϊ
500ἑτέρους προηγουμένως ἰσχύοντας, τῶν ἑκάστοτε Κυβερνή-
501σεων προθυμοποιουμένων νὰ καταργῶσι τοὺς νόμους τῶν
502προκατόχων, ἵνα ἐπαναφέρωσι τοὺς ἰδικούς των, οὓς οἱ προ-
503κάτοχοι εἶχον καταργήσει.
504Ἀπὸ τοιαύτας διακυμάνσεις καὶ περιπετείας δέον νὰ ἐξα-
505σφαλισθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, μὴ ἐπιτρεπομένης
506ἀναθεωρήσεως εἰμὴ μετὰ πάροδον χρονικοῦ διαστήματος,
507κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποδειχθῆ ὑπὸ τῆς πείρας καὶ κα-
508ταστῆ ἐπάναγκες ὑπὸ τῶν πραγμάτων νὰ γίνεται ἀναθεώ-
509ρησις.
510Διὰ τοὺς λόγους τούτους πέποιθα ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις
511θέλει ἀναγνωρίσει τὸ βάσιμον τῶν σκέψεων τούτων καὶ θ’
512ἀποδεχθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ προτεινομένη
513πενταετία, μετὰ πάροδον τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀναθεώρη-
514σις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αὐ-
515ξηθῇ τοὐλάχιστον εἰς δεκαετίαν, διότι μόνον κατὰ τὸ διά-
516στημα τοῦτο δυνατὸν ἐκ τῆς πείρας νὰ προκύψῃ ἡ ἀνάγκη
517ἀναθεωρήσεως.
518§51Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ συστηματικὴ ὀργάνωσις μορφῆς τι-
519νος πολιτεύματος, κύριοι Βουλευταί, στηρίζεται ἐπὶ τῆς
520ἀναγνωρίσεως ὡρισμένων ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων κτίζεται
521τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα. Ἐάν, μεταβαλλομένων τῶν ἑκά-
522στοτε ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς, αἱ ἀρχαὶ αὗται παρακολου-
523θῶσι τὴν ἐξέλιξιν τροποποιούμεναι ἁρμονικῶς πρὸς ταύτας,
524ἡ ἀνάγκη τῆς περιφρουρήσεως τῶν θεσμῶν τούτων δὲν καθί-
525σταται τόσον αἰσθητὴ κυρίως ὅταν οὐδεὶς ἐκ τῶν παρα-
526γόντων τοῦ πολιτεύματος ἀμφισβητῇ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦ-
527ρος αὐτῶν. Εἰς τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν νεωτέρων Κρατῶν οἱ
528σύγχρονοι πολιτικοὶ θεσμοὶ δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη
529καὶ ἀνεπτύχθη φυσιολογικῶς εἰς τὸν τόπον· ἐσωτερικοὶ κλο-
530νισμοὶ εἰς τὰ μέν, ἐπιδράσεις περιβάλλοντος εἰς τὰ δέ, ἀπέ-
531σπασαν κατὰ καιροὺς ἀπὸ τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος δι-
532καιώματα καὶ ἐλευθερίας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς
533ἔσπευσε νὰ ἐμπιστευθῇ οὐχὶ εἰς τὰς ἀορίστους προφορικὰς
534ὑποσχέσεις, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀμετάβλητον γραπτὸν λόγον. Κα-
535τόπιν δέ, ὅτε ὁ κίνδυνος ἐξέλιπε, τὰ πλεονεκτήματα τῶν
536Συνταγματικῶν Χαρτῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἡ χρῆσις αὐ-
537τῶν ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκ-
538τοτε ἀποκατεστάθησαν εἰς ἀνεξαρτήτους καὶ πολιτικὰς ὀν-
539τότητας. Διότι κατενοήθη ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ τὰ δικαιώ-
540ματα τοῦ πολίτου πρέπει πάντως νὰ στεγασθῶσι κατὰ
541τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν ἰδιο-
542τροπίαν τοῦ νομοθέτου, διότι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ τὴν σταθε-
543ρότητα ὡρισμένων τινῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἑδραι-
544ωθῇ βραδύτερον τὸ λοιπὸν νομοθετικὸν ἔργον, διότι αἱ ἐξου-
545σίαι, εἰς τὰς ὁποίας διαιρεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἔπρεπε
546νὰ εἶναι, ὡς ἔχουσαι τὴν αὐτὴν πηγήν, ἰσοδύναμοι καὶ
547ἰσόκυροι, καὶ ν’ ἀπομακρυνθῇ οὕτως ὁ ἐνδεχόμενος κίνδυνος
548τῆς συγκεντρώσεως. Οἱ λόγοι δὲ οὗτοι, οἵτινες συνηγόρουν
549ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, εἶναι ἐκεῖ-
550νοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τοὺς λαούς, ἵνα τόσον ζηλοτύπως
551φυλάττωσι τοὺς Χάρτας τούτους καὶ τόσον δύσπιστοι νὰ φαί-
552νωνται ὁσάκις οὗτοι πρόκειται νὰ θιγθῶσιν. Ἀποτέλεσμα
553τῆς δυσπιστίας ταύτης εἶναι ἡ ὀργάνωσις εἰς πάντας σχε-
554δὸν τοὺς Συνταγματικοὺς Χάρτας ἑτέρας ἐξουσίας ἐκτὸς
555τῶν τριῶν ἐξουσιῶν τῶν κλασσικῶς παραδεδεγμένων, εἰς τὰς
556ὁποίας ἀπὸ τοῦ Montesquieu καὶ τοῦ Locke, ἀπὸ τοῦ
557Ἀριστοτέλους ἴσως, διαιρεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Ἡ τε-
558τάρτη δ’ αὕτη ἐξουσία, ἡ συντάσσουσα ἐξουσία, πρέπει καὶ
559νὰ ὑπάρχῃ καὶ σαφῶς νὰ ὀργανοῦται. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ,
560διότι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ εἶναι ἐν ἁρμο-
561νίᾳ πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας νέαι ἀνάγκαι
562δημιουργοῦσι καθ’ ἑκάστην, πρέπει δηλονότι τὰς κοινωνικὰς
563μεταβολὰς νὰ παρακολουθῶσιν αἱ πολιτικαὶ μεταβολαί.
564Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφαλιστικὴ δι-
565κλείς, ἥτις θὰ παρεμποδίσῃ τοὺς σοβαροὺς κλονισμούς, οἵτι-
566νες θὰ εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια τῆς συγκρούσεως τῶν
567συνταγματικῶν θεσμῶν πρὸς αὐτὸν τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου
568ζητοῦσι ν’ ἀποκρυσταλλώσωσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ζωήν.
569Τὴν χρησιμότητα δυστυχῶς τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐξουσίας
570ταύτης καὶ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῆς κατὰ τρόπον τοιοῦ-
571τον, ὥστε νὰ μὴ ἰσοδυναμῇ πρὸς παντελῆ ἔλλειψιν, εἴμεθα
572εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου.
573Διὰ τοῦτον δ’ ἀκριβῶς τὸν λόγον νομίζω ὅτι πολὺ προσε-
574κτικοὶ πρέπει νὰ εἴμεθα προκειμένου νὰ τὴν μεταβάλωμεν.
575Διότι εἶναι ψυχολογικῶς παρατηρημένον ὅτι ἡ ἀντίδρασις
576ἐναντίον ἑνὸς μέτρου εἶναι τὸ ἕτερον ἄκρον τοῦ προϋπάρξαν-
577τος. Ἀλλὰ λησμονεῖται ὅτι πλὴν τῆς ἀνάγκης τῆς περιβο-
578λῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν δι’ ἰδιαιτέρου κύρους, ἰδι-
579αιτέρως διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις δὲν εὑρίσκεται εἰς
580ἐπίπεδον πολιτικῆς μορφώσεως πολὺ προηγμένον, τὸ θέλγη-
581τρον τοῦ ἀγνώστου εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπι-
582κίνδυνον καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐπικυνδύνους μεταβολάς, ἐὰν
583ἡ ἀναθεώρησις καταστῇ ὑπεράγαν εὔκολος; Κινδυνεύομεν
584δηλαδὴ νὰ ἴδωμεν θεσμούς, τοὺς ὁποίους ζωηρῶς ἐζήτησεν
585ὁ λαὸς ν’ ἀποδοκιμάζωνται καὶ νὰ καταργῶνται, διότι εὑ-
586ρέθη μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ θεσμοὶ οὗτοι διά τινας
587λόγους κατέστησαν ἀντιδημοτικοί. Ἡ ὀργάνωσις τῆς ἐξου-
588σίας ταύτης εἶναι λοιπὸν στενῶς συνδεδεμένη πρὸς τὴν
589ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου· διότι εἶναι
590εὔκολον νὰ κατανοήσῃ τις ὅτι, ἂν ἡ ἐξουσία αὕτη ὀρ-
591γανωθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αἱ συνταγματικαὶ
592διατάξεις νὰ δύνανται εὐκολώτατα νὰ θιγθῶσι, τὸ Σύν-
593ταγμα παύει πλέον νὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὸν κῦρος καὶ ἰσχὺν
594καὶ ἀφομοιοῦται ἁπλούστατα πρὸς ἕνα κοινὸν νόμον. Διὰ
595τὸν λόγον τοῦτον πλεῖστοι σπουδαῖοι συγγραφεῖς νομίζουσιν
596ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων
597τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἡ διάταξις, ἥτις
598ὀργανώνει τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ θιγθῇ
599ὑπὸ Σώματος ἀσκοῦντος ἐννόμως τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν.
600Λέγων ἔννομον συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐννοῶ τὴν συντακτικὴν
601ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία μολονότι ἐξαιρετικῶς λειτουργεῖ
602καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι, διότι, ἂν τὸ Σύν-
603ταγμα καταπατηθῇ, ὅταν ἡ θύελλα ἐκσπάσῃ εἰς τόπον τινά,
604τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔρχεται, τοῦ λαοῦ ἐπικροτοῦν-
605τος, νὰ καταλάβῃ τὴν κενωθεῖσαν θέσιν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι
606ἔκτακτος καὶ ἀπρόβλεπτος, ταύτην οὐδεὶς δύναται προκατα-
607βολικῶς νὰ ὀργανώσῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ἤκουσα καὶ ἀνέγνωσα
608μετ’ ἐκπλήξεως γνώμας ἀνδρῶν σοφῶν περὶ τοῦ χαρακτηρι-
609σμοῦ καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἀσκούντων συντακτικὴν ἐξου-
610σίαν Σωμάτων.
611Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ βάσις τις διαιρέσεως, σημεῖόν τι δια-
612κρίσεως, τοῦτο εἶναι ὅτι, ὅταν τὸ Σῶμα δὲν ἔρχεται ὡς κα-
613τακλεὶς μιᾶς πολιτικῆς ζυμώσεως, οὐχὶ δηλονότι ὡς βῆμα
614προόδου, ἀλλ’ ὡς ἅλμα ἐξελίξεως, τὸ Σῶμα ἐκεῖνο δὲν ὑπό-
615κειται εἰς ὁρισμούς· θὰ ἔχῃ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν δικαιο-
616δοσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις.
617Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τοῦτο, ἓν μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ πρά-
618ξωμεν σήμερον. Θεμελιῶδες ἢ ὄχι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔχει ἐξαι-
619ρετικὴν σπουδαιότητα, καὶ λίαν προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμε-
620θα προκειμένου νὰ τὸ μεταβάλωμεν.
621Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸ ὑμῶν τοὺς λόγους, οἱ
622ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅπως ὑποβάλω τὴν γνωστὴν τροπολο-
623γίαν. Καὶ πρῶτον προκειμένου περὶ τοῦ ὁρίου, κατόπιν τοῦ
624ὁποίου θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις.
625Νομίζω ὅτι τὸ ὅριον τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς ἑξαετές.
626Φαίνεται βέβαιον ὅτι θὰ μεσολαβήσῃ διάστημα ἑνὸς
627ἔτους μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἡ φυσικὴ
628διάρκεια τῆς προσεχοῦς Βουλῆς θὰ εἶναι 4 ἐτῶν, ὥστε ὑπάρ-
629χει μία σύμπτωσις τοῦ τέρματος τῆς προσεχοῦς Βουλῆς καὶ
630τῆς πενταετίας, ἥτις ὁρίζεται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς τε ἐπι-
631τροπῆς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν.
632Τὴν σύμπτωσιν αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς τε-
633λείως ἀκίνδυνον. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ κόμματα τὰ πολι-
634τικά, ὁσονδήποτε ἁγνὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι, δὲν ἔχουσι
635πάντοτε ὡς γνώμας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συμφερώτεραι εἶναι
636κατὰ τὴν ἀντίληψίν των εἰς τὴν Πολιτείαν. Νομίζω ἀπ’ ἐναν-
637τίας ὅτι αἱ ἐγωιστικαὶ ἀντιλήψεις προυχώρησαν ἐπὶ τοσοῦ-
638τον, ὥστε ν’ ἀκουσθῇ πολὺ δικαία ἡ κραυγὴ ὅτι ὁ κοινοβου-
639λευτισμὸς ἐχρεοκόπησε. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλ-
640λως, διότι, ἂν παρακολουθήσῃ τις προσεκτικῶς τὰς κοινω-
641νικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξελίσσεται ἡ ἀνθρωπότης,
642θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ ἀτομικισμός, μολονότι περιβάλλεται τὸ ἔνδυμα
643τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀκράτητος βασιλεύει
644εἰς πάντα τὰ στάδια. Ὁ πόλεμος δὲ πρὸς ἐπικράτησιν εἰς
645τὴν πολιτικήν, ὅπως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ στάδια, καθίσταται
646ὁσημέραι ἀγριώτερος καὶ γυμνότερος προλήψεων. Δὲν νομίζω
647λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένας συνταγματι-
648κὰς διατάξεις εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μεταβληθῶσι μόνον
649καὶ μόνον διότι εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ
650εἶναι εἰς τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ ὁποία
651δὲν θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἄλλη ἢ ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
652σις, νὰ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ διὰ κομματικοὺς λόγους τὰς
653διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ κομμα-
654τικὸν αὐτῆς συμφέρον. Ἄν ὁρισθῇ τὸ διάστημα εἰς 6 ἔτη, θὰ
655ἔχωμεν νέαν Βουλὴν διὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ἐὰν δὲ ἡ νέα
656Βουλὴ δὲν ἔχῃ λόγους ἐξαιρετικούς, ἐπείγοντας, ὥστε νὰ
657διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὸς σύγκλησιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς
658τοιαύτης, εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τέρμα-
659τος αὐτῆς, ὁπότε τὸ διάστημα ἐκτὸς τῆς ἐξαιρετικῆς περι-
660πτώσεως τοῦ ἐπείγοντος θὰ εἶναι ἐννεαετές.
661Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας, τὸ
662ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Ἠθέλησα εἰς μίαν ἀνα-
663θεώρησιν νὰ συμμετάσχωσι καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἐκτὸς τῶν
664συστηματικῶς πολιτευομένων. Νομίζω, ὡς εἶπον, ὅτι οἱ ἐκ
665συστήματος πολιτευόμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βλέ-
666πωσι τὰ πράγματα διὰ τοῦ φακοῦ τοῦ κομματικοῦ συμφέ-
667ροντος.
668Ἐνῷ τὰ νέα ταῦτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσιν ἐν
669τῇ Πολιτείᾳ, ἀλλ’ εἰς κλάδους ἄλλους, ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς
670τῆς ἐκ συστήματος, θὰ εἶναι ὄχι μόνον αὔρα νέας ζωῆς,
671εἰσπηδῶσα εἰς τὸν μεμολυσμένον ἐξ ὑπολογισμῶν ἀέρα τοῦ
672Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ πολύτιμοι συνεργάται, ἐὰν ἔγκυρον
673ἔχωσι γνώμην.
674Εἶναι τὸ μέγα πλεονέκτημα τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἥτις
675οὕτω συντελεῖ μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἵνα πομπωδῶς καὶ μὲ περισσο-
676τέραν αἴγλην γίνηται ἡ σύγκλησις τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον
677θὰ θίξῃ θεμελιώδεις θεσμούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συντελεῖ, ὥστε
678δυσκολώτερον, τοὐλάχιστον, ἐὰν αὕτη καταρτίζηται ὡς προ-
679τείνω, νὰ καθίστανται τὰ συνταγματικὰ ζητήματα ζητή-
680ματα πολιτικά. Ἡ διπλῆ ὅμως Βουλὴ ἔχει μειονεκτήματα,
681ἐὰν καταρτίζηται ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο.
682Διότι ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης, ὁ διπλοῦς ἀριθμὸς
683ν’ ἀποτελεσθῇ κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἀντιθέτων τῶν ἐπιτυ-
684χόντων τοπικῶν ἀντιπάλων. Καὶ ἂν ὅμως ἀκόμη νέα στοι-
685χεῖα προσηλυτισθῶσιν εἰς τὴν ἐκ συστήματος πολιτικήν,
686τοῦτο θὰ γίνῃ ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῆς κοινωνικῆς προόδου
687τοῦ τόπου, διότι ἔχει ἤδη συγκεντρώσει τὸ Κοινοβούλιον
688σχεδὸν πᾶσαν ἰκμάδα ζωῆς ἐν τῷ τόπῳ.
689Καθ’ ὃν τρόπον προτείνω, ἕνεκα τῆς διαιρέσεώς των ἀπὸ
690τῆς ὑποψηφιότητος ἀκόμη εἰς τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους Βου-
691λευτάς, οἱ ἔκτακτοι θ’ ἀπέρχωνται μόλις λήξῃ ἡ ἀναθεώ-
692ρησις, διὰ νὰ συνεχίσωσι τὸ ἔργον των, εἰς ὃ ἐτάχθησαν
693στάδιον δράσεως. Οὗτος δ’ εἶναι ὁ λόγος, τὸ καθαρῶς προ-
694σωρινόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτρέψῃ τοὺς ἐκ συστήματος πολι-
695τευομένους νὰ κατέλθωσιν, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, ὡς προσωρινοὶ
696εἰς τὸν ἀγῶνα.
697Ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς εἶναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια,
698διότι καὶ διὰ σφαιριδίων καὶ διὰ ψοφοδελτίου εἶναι εὔκολος
699ἡ κεχωρισμένη ψηφοφορία. Εἷς τρόπος ἐκ τοῦ προχείρου θὰ
700ἦτο, λόγου χάριν, τὸ ἐρυθρὸν χρῶμα τῆς κάλπης εἰς τὸ
701ναί, ἢ προκειμένου περὶ ψηφοδελτίου ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος
702ἐφαρμόζεται ἐν Βελγίῳ διὰ τοὺς ἀναπληρωματικοὺς Βου-
703λευτάς.
704Δὲν νομίζω ἐπίσης ὅτι θὰ κλονισθῇ ἡ πειθαρχία μιᾶς
705Συνελεύσεως ἀποτελουμένης ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευ-
706τῶν, οὕτως ἐκλεγομένων, διότι οἱ ἐκ συστήματος πολιτευό-
707μενοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνήθως δυνατὸν νὰ παρά-
708σχωσι πράγματα εἰς μίαν Κυβέρνησιν. Οἱ μακρὰν τῆς πολι-
709τικῆς ἀνατραφέντες καὶ μόνον ὡς μετέωρα διερχόμενοι δι’
710αὐτῆς δὲν εἶναι στοιχεῖα ἀσύντακτα. Ἔχω μάλιστα τὴν
711γνώμην ὅτι, ἐὰν μόνον συστηματικῶς πολιτευόμενοι εὑρί-
712σκοντο ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ ἔργον, τὸ
713ὁποῖον ἐπετελέσθη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ εἷς ἐπὶ πλέον λόγος,
714τὸν ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον.
715Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν εἰς τὴν Ἀγγλίαν δύο ζη-
716τήματα εἶχον τεθῆ, δύο ζητήματα δηλαδὴ ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ
717ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν ἀπησχόλουν τὴν κοινὴν γνώμην. Τὸ πρῶ-
718τον ζήτημα ἦτο τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς
719Βουλῆς τῶν Λόρδων, ὁ ἐκλογικὸς ὅμως ἀγὼν δὲν διεξήχθη
720ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐρωτήματος τούτου καὶ μόνου· εἶναι γνω-
721στὸν ὅτι τὸ συντηρητικὸν κόμμα ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει, κατὰ τὰ
722τελευταῖα τοὐλάχιστον ἔτη, ὡς ἀρχὴν καὶ τὸ προστατευτι-
723κὸν τελωνιακὸν δασμολόγιον· τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι λίαν
724ἀντιδημοτικὸν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· οἱ ἐκλογεῖς, ὅτε ἐψήφιζον
725ὑπὲρ τῶν συντηρητικῶν, ἐψήφιζον ἐμμέσως καὶ ὑπὲρ τοῦ
726προστατευτικοῦ δασμολογίου, ὅτε δὲ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῶν
727φιλελευθέρων, ἐψήφιζον ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ἀλλὰ
728διὰ τῆς διατηρήσεως τούτων εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Βουλὴ τῶν
729Λόρδων θὰ ἐτροποποιεῖτο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τὸ Σῶμα
730ἐκεῖνο τὸ μετέβαλε ῥιζικῶς. Ὑπῆρχον δύο ζητήματα δη-
731λαδή, συνταγματικὸν καὶ νομοθετικόν.
732Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν νί-
733κην εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον
734δὲν εἶναι ἀπίθανον, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συντε-
735λεσθῇ θεμελιώδης συνταγματικὴ μεταβολή, συρομένη ὄπι-
736σθεν τῆς ἀντιδημοτικότητος ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου. Παρ’
737ἡμῖν τοιαῦτα ζητήματα δὲν παρουσιάζονται, θὰ εἴπητε.
738Ὑποθέσατε ὅμως ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
739κρατείας καθίσταται ἀντιδημοτικὸς καὶ μία Κυβέρνησις ἀν-
740τιλαμβανομένη ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς
741πολὺ καλὴν θέσιν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐκ-
742μεταλλευθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ
743συνταγματικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ κάμῃ τὰς ἐκλο-
744γὰς, θὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς
745νομοθετικῆς δὲν ἀπολαύει ἴσως πλήρους ἐμπιστοσύνης ἐκ
746μέρους τοῦ λαοῦ, ἐξερχομένην τῶν ἐκλογῶν μὲ νέαν πάλιν
747πλειονοψηφίαν.
748Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅπως
749θεωρήσω σκόπιμον, ἵνα ἡ ἀναθεώρησις γίνηται διὰ διπλῆς
750Βουλῆς, τῶν ἐκτάκτων Βουλευτῶν ἀπερχομένων μετὰ τὴν
751λῆξιν τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀφοῦ μετριάσωσι τὰ κομματικὰ
752πάθη εἰς τόσον σπουδαίας στιγμὰς καὶ λύσωσι τὰ συντα-
753γματικὰ ζητήματα. Κατόπιν, τούτων ἀπερχομένων, τὰ κόμ-
754ματα μένοντα μόνα θὰ δώσωσι Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον
755διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον.
756Ἐάν, Κύριοι, ἔλειπον τὰ παραδείγματα, ὅτι ἡ ἀντίδρα-
757σις ἐναντίον ἑνὸς μέτρου, ὡς προηγουμένως εἶπον, φθάνει
758ἀμέσως εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, θὰ εἴχομεν ἓν παράδειγμα ἐκ τῶν
759δύο προσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, τοῦ προ-
760σχεδίου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ προσχεδίου
761τῶν ἕξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ
762τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἀμφότερα ταῦτα καθιεροῦσιν, ἡ ἀνα-
763θεώρησις καθίσταται πλέον εὐχερεστάτη, ἐγὼ ὅμως νομίζω
764ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει τις νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ ἄκρα, πάν-
765τως ὅμως, ὅταν τοῦτο γίνεται ἀποτόμως, δὲν δύναται παρὰ
766νὰ εἶναι ἐπιζήμιον καὶ βλαβερόν. (Χειροκροτήματα).
767§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγκη τῆς
768μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπως
769διευκολυνθῇ ἐν μέτρῳ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀναθεώρησις, εἶχε
770κοινῶς ἀναγνωρισθῆ, μετὰ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν
771ἐκ τῆς διατυπώσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ
772Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ ὁποία κατέληξε σαφῶς ὅτι ἄνευ
773ἐπαναστάσεως ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἀναθεωρη-
774τικὴ ἐξουσία. Ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη πολὺ
775καθαρῶς ἢ μᾶλλον ὑπεδείχθη, ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ διά-
776ταξις τοῦ ἄρθρου 107 εἶναι ἴσως θεμελιώδης καὶ ἐξέρχε-
777ται τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας μας νομίζω ὅτι δὲν ἔχει
778βάσιν. Βάσιν θὰ εἶχε μόνον, ἐάν, τροποποιοῦντες τὴν διά-
779ταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἐτροποποιοῦμεν καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ,
780τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν τροποποίησιν τῶν θεμελιωδῶν δια-
781τάξεων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν μόνον τὰ
782κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ
783Συντάγματος, τοῦθ’ ὅπερ καὶ προτείνομεν βεβαίως, δὲν δύ-
784ναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα ὅτι οὐχὶ νομίμως ἐπιλαμβανό-
785μεθα καὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀναθεωρή-
786σεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων εἰς σύνοδον ἁπλῆς
787Βουλῆς νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται ἐπίσης πρὸς αὐτὴν τὴν
788φύσιν τῶν πραγμάτων, βλέπω δὲ ὅτι ὀλίγοι εἶναι σήμερον
789οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ὅτι διὰ διπλοῦ Σώματος
790Βουλῆς πρέπει νὰ γένηται ἡ ἀναθεώρησις, διότι ἡ σύγκλη-
791σις ἰδιαιτέρου Σώματος ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν
792ἀποτελουμένου, κινεῖ καὶ σαλεύει πολὺ περισσότερον τὸ
793καθεστὼς παρ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ κινηθῇ τοῦτο, ὅπως
794τροποποιηθῶσι μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
795τος. Θὰ τρέχωμεν πάντοτε τὸν κίνδυνον, αὐτὴ ἡ ἐξου-
796σία, ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐρχομένη ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς
797ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, θελήσῃ
798νὰ σφετερισθῇ ἐξουσίαν, ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ τῶν θεμελιω-
799δῶν διατάξεων. Διὰ τοῦτο νομίζω σκόπιμον, ἵνα δι’ αὐτῆς
800ταύτης τῆς ἁπλῆς Βουλῆς γίνηται ἡ κανονικὴ λειτουρ-
801γία τῆς ἀναθεωρήσεως.
802Ἡ διάταξις ἡ παρεμβαλλομένη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπὶ
803τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπὶ τῆς
804ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ δίς, ἐν
805διαστήματι ὁλοκλήρου μηνός, εἶναι ἐπίσης σκόπιμος, νομίζω,
806διότι καθιστᾷ τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀναθεωρήσεως προϊόν
807ὡριμωτέρας σκέψεως. Καὶ ἄν, δὶς εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς
808ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν
809αὐτῆς, ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ
810Συντάγματος, ὑπάρχουσι πλείονες ἐγγυήσεις ὅτι τοῦτο εἶ-
811ναι προϊόν ὡρίμου σκέψεως καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν
812κρατοῦσαν ἀντίληψιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ συνταγμα-
813τικὴ ἐπιτροπή, ἀντιθέτως πρὸς τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευ-
814τῶν, προτείνει καὶ ἄλλην τινὰ δυσκολίαν τῆς ἀναθεωρήσεως
815ὡς ἐγγύησιν· ὁρίζει τουτέστιν, ὅπως ἡ συγκαλουμένη μετὰ
816τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως Βουλὴ πρέπῃ νὰ
817ἀποφαίνηται διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν με-
818λῶν αὐτῆς. Ἀντὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι
819πρέπει νὰ προτιμηθῇ τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν, κατὰ
820τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀναθεωρήσεως, τὴν
821ἤδη διπλῆν ἀπόφασιν κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συνταγματι-
822κῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ ἡ ἀποφανθεῖσα τὴν ἀναθεώρησιν
823διαλύεται αὐτοδικαίως, ἡ δὲ συγκαλουμένη νέα ἁπλῆ
824Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ κανονικὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου
825ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Τοῦτο νομίζω κανονικώτερον,
826διότι παρέχει τοῦτο καὶ μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν ὅτι ἡ
827ἀναθεώρησις δὲν θ’ ἀποφασισθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε· διότι,
828ἐὰν ἤθελέ τις ὑποθέσει ὅτι μία πολιτικὴ ὁμὰς ἰσχυρὰ θὰ
829θελήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ἵνα ζητήσῃ
830τὴν ἀναθεώρησιν διατάξεως μὴ θεμελιώδους κατὰ τὰς ἰδίας
831αὐτῆς ἀντιλήψεις, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφανθῇ τὴν ἀνάγκην
832τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν ἀρχῇ τῆς περιόδου, νὰ παραμείνῃ εἶτα
833ὁλόκληρον τὴν περίοδον τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ μετὰ τὸ
834πέρας αὐτῆς, ὅταν θὰ ἔχῃ λησμονηθῇ ἐντελῶς τὸ ζήτημα
835τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς νέας ἐκλογάς, ὅτε
836ἴσως θὰ ἔβλεπε τὴν αὐτὴν πλειονοψηφίαν νὰ τὴν παρακο-
837λουθήσῃ. Ἐὰν ὅμως ἡ πολιτικὴ αὕτη μερίς, ἡ ὁποία ὑπὸ
838τοιοῦτον πνεῦμα ἐπιδιώκει τὴν ἀναθεώρησιν, ἐὰν ἐγνώρι-
839ζεν ὅτι μετὰ τοιαύτην ἀπόφασιν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν διά-
840λυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον διατεθειμένη νὰ κα-
841ταφύγῃ εἰς τὴν ἀναμέτρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, τὴν
842ὁποίαν ἔδειξαν αἱ πρῶται ἐκλογαί. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι
843ἐν τῇ νέᾳ διατυπώσει, τὴν ὁποίαν θέλομεν εἰσαγάγει δεχό-
844μενοι τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν, σκοπιμώτερον ῥυθμίζο-
845μεν τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον. Συγχρόνως δὲ πρέπει ἡ Βουλή, ἡ
846καλουμένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἡ ὁποία ἔρχεται μετὰ ἄμε-
847σον διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφανθείσης τὴν ἀναθεώρη-
848σιν, ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι ἀνώμαλον
849εἶναι νὰ κινῆται ἡ ἐκλογικὴ μηχανή, νὰ ἔρχωνται δύο Βουλαὶ
850καὶ ν’ ἀποφαίνωνται ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ καλῆται
851ὁ λαὸς καὶ διὰ πλειονοψηφίας ἰσχυρᾶς ν’ ἀποφαίνηται
852ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ ἔχῃ ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ
853ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ βλέπητε ἀπὸ τὸ
854ἓν μέρος τὰ τρία πέμπτα τῆς Βουλῆς θέλοντα τὴν ἀναθεώ-
855ρησιν, περὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη καὶ ἡ προηγουμένη Βουλή,
856καὶ ἑτοίμους νὰ ψηφίσωσιν αὐτήν, νὰ παρατηρῆτε δ’ ἐξ ἑτέ-
857ρου τὰ ⅖ τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενα ἐν ἀντιθέσει καὶ μυκτη-
858ρίζοντα τὴν ἀντίθετον πτέρυγα καὶ λέγοντα: ὄχι· δὲν δύ-
859νασαι νὰ κάμῃς ὅ,τι ζητεῖς, διότι δὲν μᾶς ἔχεις συμ-
860φώνους. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ
861οἱ ὀλιγώτεροι θὰ δύνανται νὰ παραλύωσι τὸ ἔργον τῶν πε-
862ρισσοτέρων, ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωμεν κινδύνους στασια-
863σμῶν, καὶ εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον οὐδὲ εἰς τὴν ἀντίληψιν
864τοῦ πολλοῦ κόσμου θὰ εἶναι ἀνεκτόν.
865Συγχρόνως, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζω ὅτι τὰ λε-
866χθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, περὶ τῆς ἀνάγ-
867κης τοῦ νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμε-
868λιωδῶν διατάξεων ἢ μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ διαστήμα-
869τος ἐπαρκοῦς, ὅπως δοκιμασθῶσιν οἱ νέοι θεσμοί, εἶναι ἀλη-
870θῶς πραγματικά, καὶ ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα πρέπει νὰ
871αὐξηθῇ εἰς μίαν δεκαετίαν. Εἶναι καλὸν αἱ νέαι διατάξεις,
872αἱ ὁποῖαι προέκυψαν σήμερον ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ δο-
873κιμασθῶσι καὶ ἐπὶ χρόνον μακρότερον. Τολμῶ δὲ νὰ συ-
874στήσω τοῦτο ἄνευ φόβου τινὸς παρεξηγήσεως, διότι ἀξιῶ
875ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς τὴν ἀναθεώρησιν
876ἐνήργησεν ἐν πνεύματι ἀπολύτως ἀσχέτῳ πρὸς πᾶσαν ἀν-
877τίληψιν κομματικὴν καθαρῶς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη
878καὶ ἡ ἔξω τῆς Βουλῆς ταύτης θέλει ἀποδώσει τὴν δικαιοσύ-
879νην αὐτὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς παρούσης Βουλῆς. Εἰσή-
880γαγε θεσμούς, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι καθαρῶς τὴν ἐκτελε-
881στικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ ὅλος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξ-
882ήχθησαν αἱ ἐργασίαι μας, μᾶς δίδουσι, νομίζω, τὸ δικαίωμα
883μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὴν ἐξουσίαν, ἡ
884ὁποία μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὸν λαόν, ἐχειρίσθημεν, ὅπως ἐπὶ
885τῇ βάσει τοῦ πορίσματος τῶν συζητήσεων ῥυθμίσωμεν τὰ
886τοῦ νέου πολιτεύματος κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει τὸ
887κοινὸν συμφέρον, καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐνδει-
888κνύει οὔτε δύναται νὰ ἐνδείξῃ ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὕτη
889ἀπέβλεψεν εἰς ἄλλα συμφέροντα. Δικαιούμεθα διὰ τοῦτο,
890καὶ δικαιοῦμαι εἰδικώτερον ἐγώ, ὅπως ἄνευ φόβου παρεξη-
891γήσεως συστήσω τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως ψηφίσωμεν ἐπὶ
892μίαν δεκαετίαν, μετὰ παρέλευσιν τῆς ὁποίας νὰ εἶναι δυ-
893νατὴ καὶ πάλιν ἡ ἀναθεώρησις.
894§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
895§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως νομίζω ὅτι εἰς τὴν
896διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ παρεμβάλωμεν μίαν
897εἰδικωτέραν διάταξιν, ἀφορῶσαν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας.
898Πρό τινος χρόνου, ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ
899περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Γερουσίας, εἶπον ὅτι πρόνοια περὶ
900τούτου θὰ ἐλαμβάνετο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 107,
901ἵνα διευκολυνθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν ἤθελεν ἐξακριβωθῆ
902ὅτι εἶναι ὡριμασμένη ἡ κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ἀνάγκης
903τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως, λέγω, διευκο-
904λυνθῇ τὸ πρᾶγμα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δύναται ὡς τελευταῖον
905ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀναθεώρησις πρὸς ἀνα-
906γραφὴν τοῦ θεσμοῦ δευτέρας Βουλῆς ἢ Γερουσίας καὶ πρὸς
907τροποποίησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν
908δύναται νὰ γίνῃ καὶ ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους τοῦ ἄρθρου
909107, ἀλλὰ καὶ πρὸ παρελεύσεως δεκαετίας, δηλαδὴ ἐννοῶ
910διὰ τὸν θεσμὸν τῆς δευτέρας Βουλῆς νὰ μὴ θέσωμεν χρονι-
911κὸν διάστημα τῆς δεκαετίας, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψωμεν ὑπὸ
912τοὺς ὅρους πάντοτε τοῦ ἄρθρου 107 καὶ ἐνωρίτερον νὰ δύ-
913ναται νὰ γίνῃ τοῦτο.
914Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐὰν ἤθελε διατυ-
915πωθῇ τὸ ἄρθρον 107 θὰ διετυποῦτο κατὰ τὸν μᾶλλον
916πρόσφορον πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου τρόπον. (Χειροκρο-
917τήματα).
918§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου
919107 εἶναι καταφανὴς εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἐκ τῆς ὀρθῆς δια-
920τυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει ἐξασφαλισθῆ, ὥστε νὰ
921γίνηται εἰς τὸ μέλλον ἄνευ κρίσεων ἡ μεταρρυθμιστικὴ τοῦ
922Συντάγματος ἐργασία, ἣν θέλει καταστήσει ἀπαραίτητον
923εἴτε ἡ ἀτέλεια τῆς ὑφ’ ἡμῶν συντελουμένης μεταρρυθμί-
924σεως εἴτε ἡ ἐξέλιξις τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμῶν
925βίου.
926Μετὰ τὴν πρώτην κατάκτησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ
927εἶναι ψυχολογικῶς εὐνόητον διατί τὰ συντακτικὰ Σώματα,
928τρέφοντα δυσπιστίαν πρὸς τὰς καθεστηκυίας Ἀρχὰς ἠθέλη-
929σαν νὰ περιφρουρήσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν δι’ ἐξαιρετικῶν δια-
930τάξεων, ἀπαγορεύοντα σχεδὸν πᾶσαν μεταρρύθμισιν.
931Εἶναι ψυχολογικῶς εὐνόητον, λέγω, διατί ἡ πρώτη π. χ.
932Γαλλικὴ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1791 ἔθεσε τοιούτους
933ὅρους μεταρρυθμίσεως, οἱ ὁποῖοι καθίστων σχεδὸν ἀδύνατον
934οἱανδήποτε κανονικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος.
935Εἶναι ἐπίσης ψυχολογικῶς εὐνόητον διατί οἱ συντάκται τοῦ
936Συντάγματος τοῦ 1844 δὲν ἔκαμον κανένα λόγον περὶ συν-
937ταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἔπραξαν τοῦτο, ὄχι διότι
938ἐνόμιζον ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν ἦτο τέλειον, ἀλλὰ διότι ἔτρε-
939φον δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, διότι ἐφαντάζοντο ὅτι,
940ἐὰν ἤνοιγον οἱανδήποτε θύραν, ἔστω καὶ μικράν, πρὸς
941μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος, ἤθελον καταργηθῆ οἱ θε-
942σμοὶ οἱ φιλελεύθεροι. Διὰ τοῦτο καὶ τῷ 1864, ὅτε πρου-
943τάθη ὁ καθορισμὸς τρόπου μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντά-
944γματος, πλεῖστοι πληρεξούσιοι ἐξανέστησαν· ἐφαντάσθη-
945σαν ὅτι διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοιούτου τρόπου ἤθελον ἀπολε-
946σθῆ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Θὰ πενθήσῃ, εἶπον, ὁ λαός,
947ὅταν δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι θὰ ἴδῃ ὅτι αἱ ἐλευ-
948θερίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἠθέλησε ν’ ἀσφα-
949λίσῃ, δὲν εἶναι πλέον ἀσφαλεῖς, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀφεθῆ εἰς τὴν
950διάκρισιν τοῦ Ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται εὐχερῶς νὰ
951καθυποτάξῃ οὐ μόνον τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὴν
952διπλῆν Βουλήν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους κατέληξε τότε ἡ
953Συνέλευσις μετὰ μακρὰν συζήτησιν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ
954ἄρθρου 107, ἥτις διατύπωσις κατέστησε σχεδὸν ἀδύνατον
955τὴν κανονικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν πι-
956στεύω νὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φαντάζηται ὅτι ἡ τοι-
957αύτη παρεμπόδισις τῆς ὁμαλῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντά-
958γματος ὑπῆρξε πρόξενος ἀγαθοῦ εἰς τὸν τόπον μας. Ἂν
959δὲν ὑπῆρξε βεβαίως ἡ κυρία αἰτία τῶν μεγάλων δεινῶν τῆς
960πατρίδος μας, βεβαίως πλεῖστα ὅσα κακὰ κατέστησεν αὕτη
961δυνατά.
962Ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
963πλέον σήμερον σοβαρὰ ἀντίρρησις ὅπως καθορισθῇ κατὰ
964τοιοῦτον τρόπον ἡ μεταρρυθμιστικὴ ἐργασία τοῦ Συντάγμα-
965τος, ὥστε οὔτε εἰς σπουδαῖα ἐμπόδια νὰ προσκόπτῃ, οὔτε
966νὰ εἶναι μέχρι τοσούτου εὐχερής, ὥστε νὰ δύναται στιγμι-
967αία πλειονοψηφία, δημιουργουμένη εἴτε ὑπὸ τῆς προσωπικό-
968τητος ἑνὸς ἡγέτου εἴτε διὰ τῆς δημαγωγίας, νὰ καταργῇ
969οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Προκειμένου δὲ νὰ
970καθορίσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγμα-
971τος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρῶτον
972ὅτι στερούμεθα δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δεύ-
973τερον ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν καὶ ἕνεκα τῆς μικρότητος αὐτοῦ καὶ
974ἕνεκα τῶν πολιτικῶν ἠθῶν δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται συ-
975χνὰς γενικὰς ἐκλογάς. Πρῶτος τρόπος μεταρρυθμίσεως τοῦ
976Συντάγματος, μεταρρυθμίσεως, ἐννοεῖται, οὐχὶ ἐντελῶς εὐχε-
977ροῦς, συντελουμένης διὰ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, καθ’ ὃν
978τρόπον γίνονται αἱ νομοθετικαὶ μεταρρυθμίσεις, περὶ τῆς
979ὁποίας δὲν πρόκειται, διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι αἱ πολιτι-
980καὶ συνθῆκαι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν τυπικὴν ἀφο-
981μοίωσιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων πρὸς τὰς νομοθε-
982τικάς, ὡς συμβαίνει ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ,
983πρῶτος λοιπόν, λέγω, τρόπος μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντά-
984γματος εἶναι ὁ διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας
985εἰς Σῶμα ἰδιαίτερον, εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἕτερος τρόπος
986εἶναι ὁ δι’ ἀναθέσεως μὲν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ
987νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνανεώσεως αὐτοῦ
988πρὶν ἢ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένην μεταρρύθμισιν τοῦ Συντά-
989γματος. Τέλος τρίτος τρόπος εἶναι ὁ διὰ τῆς ἐξαρτήσεως τῆς
990μεταρρυθμίσεως ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀποφαινο-
991μένου ἀμέσως ἐπὶ πάσης προτεινομένης μεταρρυθμίσεως τοῦ
992Συντάγματος. Ἡ ἀνάθεσις τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἔργου εἰς
993ἰδιαίτερον Σῶμα, εἰς Συνέλευσιν, ἐνέχει κινδύνους, τοὺς
994ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλί-
995γου, ἐνέχει κινδύνους καὶ δημιουργεῖ ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας
996πάντοτε οἱ κυβερνῶντες ἀποφεύγουσι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ
997ἀνάθεσις εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συν-
998τάγματος σημαίνει δημιουργίαν μεγίστου προσκόμματος
999μεταρρυθμίσεως συνταγματικῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πάντες
1000ἀποκρούομεν.
1001Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἐσκέφθη εὐφυᾶ τινα συν-
1002δυασμόν, ὅπως μετριάσῃ τοὺς κινδύνους τῆς συγκροτήσεως
1003ἰδιαιτέρου Σώματος, τὴν ἐκλογὴν δηλ. ἰσαρίθμων πρὸς τοὺς
1004Βουλευτὰς ἀντιπροσώπων, προωρισμένων ν’ ἀποχωρῶσι μετὰ
1005τὸ πέρας τῆς ἀναθεωρητικῆς τοῦ Συντάγματος ἐργασίας,
1006ὡς γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκλογὴ
1007βασιλέως ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ θρόνου.
1008Τοιοῦτόν τι εἶχε θεσπισθῆ ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀναθεώρη-
1009σιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ πρῶτον Γαλλικὸν Σύνταγμα
1010τοῦ 1791. Τοιοῦτόν τι εἶχε προτείνει καὶ ὁ πληρεξούσιος
1011Βαλτινὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν
1012μορφὴν ταύτην δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σκόπιμος ἡ ἀνά-
1013θεσις εἰς ἰδιαίτερον Σῶμα, οὕτω πως συνιστώμενον, τῆς
1014μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται δὲ νὰ θεω-
1015ρηθῇ σκόπιμος διὰ τοὺς λόγους ἀκριβῶς, τοὺς ὁποίους ἀνέ-
1016πτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν
1017οὐ μόνον προκειμένου περὶ ἀναθέσεως τῆς ἐν λόγῳ ἐξουσίας
1018εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνανεώσεως αὐ-
1019τοῦ, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τσαξίρης, ἀλλὰ καὶ προκειμένου
1020περὶ ἀναθέσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς ἰδιαίτερον
1021Σῶμα εἴτε συνιστώμενον ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
1022εἴτε ὡς προτείνει ὁ κ. Τσαξίρης. Οἱ λόγοι δ’ οὗτοι εἶναι
1023οἱ ἑξῆς· ὅτι ἀναγκαίως πλέον ζητήματα προσωπικὰ καὶ
1024κομματικὰ συγχέονται μετὰ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου,
1025πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀποβῇ πρὸς βλάβην τῆς ἀνα-
1026θεωρητικῆς ἐργασίας. Ὁ διακεκριμένος Βέλγος συνταγμα-
1027τολόγος Orban ὡς ἑξῆς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ τρόπου τού-
1028του τῆς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ
1029ὑποχρεωτικὴ διάλυσις μοὶ φαίνεται ὅτι παρέχει μεγίστην
1030δυσχέρειαν· αὕτη κυρίως ἐμποδίζει, ὅπως καθίσταται ἡ
1031μεταρρύθμισις ἔργον ἐθνικὸν καὶ πατριωτικόν, πραγματο-
1032ποιούμενον τῇ βοηθείᾳ εἴδους τινὸς ἀνακωχῆς μεταξὺ τῶν
1033κομμάτων. Ἡ μεταρρύθμισις πράγματι προκαλεῖ γενικὰς
1034ἐκτάκτους ἐκλογάς, παροξύνει τὴν μάχην ἀντὶ νὰ τὴν
1035καταπραΰνῃ».
1036Εὐστοχώτερον βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ
1037τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀνέμενον, ὅπως ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης,
1038ὁ ὁποῖος τόσον εὐστόχως παρέστησε τὰ κακὰ τῆς ἀναμί-
1039ξεως συνταγματικῶν ζητημάτων μὲ ζητήματα νομοθετικὰ
1040καὶ πολιτικά, καταλήξῃ εἰς ἄλλην τινὰ πρότασιν, διότι,
1041ἂν δεχθῶμεν ὅτι πρέπει αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις
1042νὰ τίθηνται καθαρῶς πρὸ τοῦ λαοῦ, μὴ ἀναμεμιγμέναι μὲ
1043νομοθετικὰ ζητήματα καὶ μὲ ζητήματα κυβερνητικά, τότε
1044μία μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ λύσις, εἰς ἓν μόνοι ἠμ-
1045ποροῦμεν νὰ καταλήξωμεν συμπέρασμα, εἰς τὸ ὅτι μετὰ
1046τὴν ἐπιψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνταγματικῆς τινος μεταρ-
1047ρυθμίσεως πρέπει νὰ ἐρωτᾶται ὁ λαός, ὅπως ἀποφανθῇ
1048ἀμέσως ἐπὶ ταύτης. Ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ ἠδύνατό τις νὰ
1049ὑποθέσῃ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις οὕτως εἰπεῖν τῶν δικαιω-
1050μάτων τοῦ λαοῦ ἤθελε θέσει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα
1051αὐτὰ τοῦ Κράτους, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν τυχὸν ὁ λαὸς νὰ
1052παρασυρθῇ δημαγωγικῶς εἰς ὡρισμένην τινὰ μεταρρύθμισιν.
1053Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πεῖρα διδάσκει ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῶν δι-
1054καιωμάτων τοῦ λαοῦ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐσπευσμένην καὶ
1055ἀμελέτητον μεταρρύθμισιν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ
1056τοὐναντίον εἰς τὴν κατόπιν μακρᾶς πείρας καὶ μελέτης με-
1057ταρρύθμισιν αὐτῶν, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι
1058ὁ λαὸς δυσκόλως δέχεται συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις,
1059δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας μεταρρυθμί-
1060σεις, παρὰ ἀφοῦ πεισθῇ κατόπιν μακρᾶς πείρας ὅτι αὐταὶ
1061συμβιβάζονται πρὸς τὰ γενικώτερα συμφέροντα αὐτοῦ. Δι’
1062αὐτὸ δὲ κατεκρίθη ὁ θεσμὸς οὗτος ἀλλαχοῦ ὡς ἄγαν συντη-
1063ρητικός. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπιπολαία ἡ κρίσις, ἐὰν ἐστρέφετο
1064γενικῶς καθ’ ὅλου τοῦ θεσμοῦ, διότι, ὁσάκις εἶχεν ἀποτελέ-
1065σματα ἐξαιρετικῶς συντηρητικά, συνέβη τοῦτο, διότι ἐτέθη-
1066σαν πρὸ τοῦ λαοῦ ζητήματα οἰκονομικὰ καὶ πολλαπλᾶ, τὰ
1067ὁποῖα ἐν μέρει ἀπεδοκίμαζεν ὁ λαός, ὁσάκις ὅμως ἐτέθησαν
1068πρὸ αὐτοῦ ζητήματα συνταγματικά, πάντοτε ὁ λαὸς ἐδεί-
1069χθη πρόθυμος νὰ ἐγκρίνῃ πάσας τὰς ὡρίμους συνταγματικὰς
1070μεταρρυθμίσεις. Οὐδέποτε ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἡ ἄμεσος
1071ὑπῆρξεν ἐμπόδιον ἐπωφελῶν συνταγματικῶν μεταρρυθμί-
1072σεων. Ἰδοὺ δὲ τί περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου λέγει ἐπιστή-
1073μων, δυνάμενος νὰ ἔχῃ αὐθεντικὴν γνώμην, ὁ Ἑλβετὸς
1074Curti (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη παρήδρευσα εἰς τὸ
1075ἐθνικὸν συνέδριον. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ δη-
1076μοψηφίσματος, τὸ Referendum, ὀλίγα μόνον ἀγαθὰ πρά-
1077γματα ἠμπόδισε, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν νὰ κάμωμεν, καὶ ὅτι μᾶς
1078προεφύλαξεν ἀπὸ πολλὰ κακὰ διὰ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι
1079παρουσιάζετο εἰς ἡμᾶς ὡς εἶδος ἀποτρεπτικῆς παραινέσεως.
1080Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι, παρὰ τὴν πιθανότητα ὀπισθοδρο-
1081μικῶν τινων κινήσεων, ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, μα-
1082κρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ καταδικάζῃ τὴν δημοκρατίαν εἰς στασιμό-
1083τητα, καθιστᾷ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν πρόοδον σταθερὰν
1084καὶ διαρκῆ». Γνωρίζω ὅτι κατὰ τῆς ἰδέας τῆς εἰσαγωγῆς
1085παρ’ ἡμῖν τοῦ Referendum θ’ ἀντιταχθῇ τὸ πολιτικῶς
1086ἄωρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς
1087ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ συντα-
1088γματικαὶ μεταρρυθμίσεις δὲν γίνονται καθ’ ἑκάστην, ὅτι τὰ
1089συνταγματικὰ ζητήματα δὲν τίθενται πολλαπλᾶ πρὸ τοῦ
1090λαοῦ, ἑπομένως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ σχηματίζῃ περὶ αὐτῶν
1091γνώμην ὁ λαός, καίτοι δὲν εἶναι πολιτικῶς προηγμένος, ὡς
1092οἱ λαοί, παρ’ οἷς εὐδοκιμεῖ ὁ ἐν λόγῳ θεσμός.
1093Θὰ ἐπεθύμουν δὲ ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν
1094κατ’ ἀρχὰς μόνον ἀναφορικῶς εἰς τὰς συνταγματικὰς μεταρ-
1095ρυθμίσεις, ἵνα οὕτω συνηθίσῃ ὁ λαὸς νὰ σκέπτηται περὶ τῶν
1096πολιτικῶν πραγμάτων, ἵνα οὕτω δοθῇ εὐκαιρία καλλιτέρας
1097διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτοὶ οἱ λόγοι
1098εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν ἀλλαχοῦ σήμερον ὄχι μόνον
1099τὰ ῥιζοσπαστικὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ συντηρητικά,
1100ὥστε νὰ ζητῶσι τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Ὅσον
1101ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 107
1102ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς
1103καὶ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως κάμνει λόγον περὶ θεμε-
1104λιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀντιγράφει κατὰ
1105τοῦτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Τοιαύτη διάκρισις δὲν γνω-
1106ρίζω νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο Σύνταγμα, εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀό-
1107ριστος καὶ δύναται νὰ δώσῃ μόνον ἀφορμὴν εἰς ἐνστάσεις
1108ἀπαραδέκτου, εἰς σοφιστικὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὸ νὰ λαμ-
1109βάνωνται ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις, ὡς ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν,
1110οἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐθεωρήσαμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικα-
1111στῶν ὡς θεμελιώδη διάταξιν, ἐξ ἄλλου δ’ ἐχαρακτηρίσαμεν
1112ὡς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὰ δημόσια
1113δίκαια τῶν Ἑλλήνων. Ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ τροποποιηθῇ
1114τὸ ἄρθρον ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ
1115δίδῃ ἀφορμὴν εἰς στρεψοδίκους συζητήσεις καὶ παραλόγους
1116ἀποφάσεις, αἵτινες μειοῦσι τὸ κῦρος τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν συν-
1117τακτικὴν ἐξουσίαν Σώματος.
1118§56Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συγγραφεὺς ἀσχοληθεὶς εἰδικῶς ἐπὶ
1119τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖ τὴν περίοδον ταύ-
1120την τοῦ ἄρθρου 107 ὡς τὴν σοφωτέραν ἐξ ἁπάντων τῶν Συν-
1121ταγμάτων.
1122§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεὺς αὐτός;
1123Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀόρι-
1124στος καὶ ἄστοχος. Κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ὁ Μί-
1125λησις ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος ὑπεστήριξε
1126πολὺ ὀρθῶς ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἐλευθερία ἀναθεωρήσεως,
1127ἄνευ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος,
1128ἄνευ μεταβολῆς τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας εἰς δημο-
1129κρατίαν.
1130§58ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος
1131δὲν εἶναί τι ἀόριστον;
1132§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει τι τὸ ἀόριστον καὶ τοῦτο,
1133ἀλλ’ εἰς πολὺ ὀλιγώτερον βαθμόν. Ἄν πρόκειται νὰ χαρα-
1134κτηρισθῇ τι ἐντελῶς ἀμετάβλητον διὰ τοῦ Συντάγματος,
1135δὲν δύναται τοῦτο νὰ εἶναι ἄλλο τι ἀπὸ τὴν μορφὴν τοῦ
1136πολιτεύματος. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι δὲν ὑπόκειται αὕτη εἰς
1137μεταβολήν, ἀλλὰ διότι, ὡς ἔχουσι καθορισθῆ οἱ παράγοντες
1138οἱ πολιτικοί, μόνον βιαίως, τ. ἔ. δι’ ἐπαναστάσεως, δύναται
1139νὰ γίνῃ μεταβολὴ αὐτῆς, ἐνῷ πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ Συν-
1140τάγματος δύνανται νὰ μεταρρυθμισθῶσιν ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς
1141μεταρρυθμίσεως δὲν θίγεται ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος
1142ὁμαλῶς, εἰρηνικῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δικαιολογεῖται ὁ κα-
1143θορισμὸς τρόπου μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Διὰ
1144τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν καὶ προτείνω ὅπως καὶ ἡμεῖς μὴ
1145χαρακτηρίσωμεν ἀμεταβλήτους εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα πάσας
1146τὰς λεγομένας θεμελιώδεις διατάξεις, θεμελιώδεις κατὰ τὸ
1147δοκοῦν ἑκάστης Συνελεύσεως, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν νὰ
1148χαρακτηρίσωμεν ἀναλλοίωτον, συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Γαλ-
1149λίᾳ ἰσχύοντα, μόνον τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι
1150μόνον ἡ ἀλλαγὴ τοῦ πολιτεύματος δύναται νὰ δώσῃ ἀφορ-
1151μὴν εἰς βιαίας συγκρούσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ εἶχε
1152πρακτικὴν σημασίαν ὁ καθορισμὸς ἐν τῷ Συντάγματι καὶ
1153τρόπου μεταβολῆς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος.
1154Ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐπιτραπῇ νὰ
1155γίνῃ συνταγματική τις μεταρρύθμισις, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρ-
1156χει μεγάλη πρακτικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προκειμένης προ-
1157θεσμίας τῶν δέκα ἢ τῆς τῶν πέντε ἐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι
1158πέντε ἔτη εἶναι ἀρκετὸς χρόνος ὅπως ἀποδειχθῇ διὰ τῆς
1159πείρας ἡ σκοπιμότης τῶν γενομένων ὑφ’ ἡμῶν μεταβολῶν.
1160Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ Γερουσίας, δὲν ἔχω ἀντίρ-
1161ρησιν, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, καί-
1162τοι ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως Γερουσίας παρ’ ἡμῖν.
1163Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς σχετικῶς εὐχεροῦς μεταρρυθμί-
1164σεως τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχω λόγον νὰ
1165μὴ δεχθῶ τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς εὐχερεστέρας μεταρρυθμίσεως
1166ἀναφορικῶς εἰς τὴν σύστασιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος,
1167διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ἐν τῇ πεποιθήσει ἄλλως τε
1168ὅτι ἡ γενησομένη συζήτησις θὰ πείσῃ τοὺς ὑπὲρ τῆς συστά-
1169σεως Γερουσίας κεκηρυγμένους ὅτι ἔχουσιν ἄδικον, ὅτι πρα-
1170κτικώτερον εἶναι νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν τελειοτέραν κατάρτι-
1171σιν τῶν νόμων διὰ τῆς τελειοποιήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς
1172Ἐπικρατείας καὶ διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ
1173συστήματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξυψωθῇ ὑπὸ ἔποψιν ποιοῦ
1174Βουλευτῶν τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, παρὰ διὰ τῆς συστάσεως
1175δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκαλεῖ
1176ἀστάθειαν κυβερνητικὴν καὶ ἤθελε παρεμποδίζει τὰς νομο-
1177θετικὰς ἐργασίας.
1178§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας
1179κ. Ἀ. Τριγώνης ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ συζητου-
1180μένου ἄρθρου 107.
1181Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας κ.
1182Μπενάκης ἔχει τὸν λόγον.
1183§61ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ
1184τῆς Γεωργίας). Ὑποβάλλω νομοσχέδια: 1) «περὶ τροπο-
1185ποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΘʹ τοῦ 1893 περὶ καταδιώξεως
1186ἀρουραίων καὶ ἀκρίδων»·
11872) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου
1188͵ΓΨΚΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3724) περὶ συστάσεως Ὑπουργείου
1189Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, ὑπογεγραμμένον καὶ
1190παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1191κυρίων Ἀ. Ἀλεξανδρῆ καὶ Ἐμ. Ῥέπουλη.
1192§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ.
1193(Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ).
1194Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
1195§63ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, κατὰ πάσης
1196δυσχερείας προκειμένου περὶ μελλούσης ἀναθεωρήσεως τοῦ
1197πολιτεύματος. Καὶ ἂν τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τῆς 15 Αὐ-
1198γούστου δὲν προυκάλεσαν τὴν ἐπανάστασιν, βεβαίως αἱ
1199δυσχέρειαι τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἤθε-
1200λον ἀγάγει τὸν τόπον εἰς ἐπανάστασιν, προκειμένου περὶ
1201καταλύσεως τῶν φραγμῶν, οἵτινες εἶχον τεθῆ ὑπὸ τῆς Συνε-
1202λεύσεως ἐκείνης. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ
1203δημοψήφισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς 28 Νοεμβρίου εἶναι
1204ἀπαύγασμα ἐλευθέρας συνειδήσεως καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι
1205αὐτοῦ διερμηνεῖς τοῦ γενικοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ προέ-
1206βησαν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν πασῶν ἐκείνων τῶν διατάξεων,
1207τῶν ὁποίων ἡ μεταβολὴ εἶχεν ὡριμάσει ἐν τῇ ἐθνικῇ συνει-
1208δήσει. Ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν δὲν πρέπει ν’ ἀξιώσωμεν τὸ ἀλά-
1209θητον. Ἀκριβῶς ἡ εὐσυνείδητος ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐπετέ-
1210λεσεν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἀπαιτεῖ, ὅπως ἀφεθῇ πᾶσα εὐκολία
1211διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νέου Συν-
1212τάγματος. Διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἰδίως αἱ δυσχέρειαι, αἱ
1213ὁποῖαι τίθενται ἐπὶ τῶν ὅρων τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐκεῖ-
1214ναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὰς μελλούσας
1215ἀνωμαλίας ἐν δεδομένῃ περιστάσει.
1216Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιω-
1217δῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος δὲν βλέπω τίς λόγος ὑπαγο-
1218ρεύει τὰς δυσχερείας τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν τῷ μέλλοντι.
1219Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἡ Βουλ-
1220γαρία εὑρεθεῖσα εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην μιᾶς προσθήκης ἐν
1221τῷ Συντάγματι αὐτῆς προέβη εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ πολι-
1222τεύματος αὐτῆς ἄνευ ὅρων καὶ ἄνευ τῶν διατυπώσεων ἐκεί-
1223νων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς καὶ ἐφεξῆς ζητοῦμεν διὰ τοῦ ἄρθρου
1224107. Καὶ ἂν ἐν Βουλγαρίᾳ ἤθελον ὑπάρξει αἱ δυσχέρειαι,
1225τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ἐν τῷ μέλλοντι, ἐρωτῶ· εἰς
1226ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει
1227ἀπόλυτον ἀνάγκην μεταβολῆς ὡρισμένης τινὸς συνταγμα-
1228τικῆς διατάξεως; Μήτοι δὲν εἶναι σπουδαία καὶ σοβαρὰ
1229ἡ δυσχέρεια, ὅταν ἀναφέρωμεν ὅτι προκειμένου περὶ ἀναθεω-
1230ρήσεως ἀπαιτοῦνται τὰ ¾ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν
1231τῆς μονῆς Βουλῆς διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν; Καὶ νομί-
1232ζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐξασφάλισις τῶν ¾ μονῆς
1233Βουλῆς εἶναι πρᾶγμα τόσον εὔκολον; Φαντάζεσθε ὅτι αἱ
1234μέλλουσαι Βουλαὶ θὰ συντεθῶσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον,
1235ὥστε νὰ ὑπάρχῃ παμψηφία ἑνὸς κόμματος καὶ νὰ ἐπιτε-
1236λῆται εὐκόλως ἡ πλειονοψηφία τῶν ¾; Εἶναι μεγίστη
1237δυσχέρεια αὕτη, καὶ ἐφ’ ὅσον ζητοῦμεν τὴν διπλῆν ψή-
1238φισιν ὑπὸ τῆς μονῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θέτομεν
1239ἀρκετὰ σοβαροὺς φραγμοὺς διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν τοῦ
1240πολιτεύματος.
1241Καὶ διατί, Κύριοι, θὰ θελήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχο-
1242μεν τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετελέσαμεν τὴν ἀναθεωρητικὴν
1243ἐργασίαν μετὰ πάσης σοβαρότητος καὶ εἰλικρινείας, νὰ πε-
1244ριφρουρήσωμεν διὰ δυσυπερβλήτων προσκομμάτων τὸ ἔργον
1245ἡμῶν κατὰ πάσης ἀποπείρας πρὸς μεταβολὴν διατάξεων,
1246τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία τυχὸν ἤθελον ἀποδειχθῆ πλημ-
1247μελὴς ἐν τῷ μέλλοντι;
1248Δὲν νομίζετε ὅτι τοιουτοτρόπως οἱ φραγμοί, οἱ ὁποῖοι
1249τίθενται διὰ τὴν μέλλουσαν αὐτὴν ἀναθεώρησιν, εἶναι
1250πολλοί;
1251Ἂν ἐκ λόγων σκοπιμότητος δεχόμεθα τὴν πενταετῆ
1252εἴτε τὴν δεκαετῆ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1253σεως, λειτουργίαν τοῦ παρόντος Συντάγματος, τὸ πράττο-
1254μεν, ἵνα ἀφεθῇ ἀνεπηρέαστος ἡ λειτουργία πασῶν ἐκείνων
1255τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας μεταβάλλομεν, ἵνα ἐξ αὐτῶν
1256πορισθῶμεν τὰ διδάγματα οἱασδήποτε ἄλλης ἐν τῷ μέλ-
1257λοντι μεταβολῆς ἀναγκαίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου
1258μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀναθεωρῇ
1259τὸ πολίτευμα ἐφεξῆς φρονῶ ὅτι πᾶσα δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν
1260ἠθέλομεν παρεμβάλει ἐν τῷ Συντάγματι, θέλει ἀναμφιβό-
1261λως προκαλέσει τὰς ἀνωμαλίας τοῦ μέλλοντος, περὶ τῆς
1262προλήψεως τῶν ὁποίων θὰ ἦτο σφάλμα ἡμῶν, ἂν δὲν ἠθέ-
1263λομεν ἀπὸ τοῦδε λάβει τὴν κατάλληλον πρόνοιαν.
1264Κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ ἦτο συμφορώτερον, ἂν ἡ ἀπό-
1265φασις τῆς μονῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ δύο ψηφοφορίας ἤθελεν
1266ἀποφασίσει περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι ὁριστική, προκει-
1267μένου περὶ τῆς μελλούσης ἀναθεωρήσεως. Διότι, ἐὰν θελή-
1268σωμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς δευτέρας, προϋ-
1269ποτίθεται ἡ ἀπώλεια πολλοῦ χρόνου καὶ τὸ ἀμφίβολον βε-
1270βαίως περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς.
1271Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο συμφέρον νὰ προνοήσω-
1272μεν, εἶναι τοῦτο, ὥστε ἡ Βουλὴ ἡ δευτέρα, ἥτις ἤθελε
1273κληθῆ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ μείνῃ ἀπο-
1274κλειστικῶς Ἀναθεωρητική, νὰ διαλυθῇ δ’ εὐθὺς ἀμέσως ἅμα
1275τῷ πέρατι τῆς ἀναθεωρητικῆς αὐτῆς ἐργασίας. Ἡ συμμι-
1276γὴς ἐντολὴ τῆς δευτέρας Βουλῆς θὰ ἦτο μία πλημμέλεια
1277καὶ μία δυσχέρεια.
1278Ἐὰν δι’ ἀποφάσεως τῆς πρώτης Βουλῆς ἤθελε κληθῆ
1279ἀμέσως ἡ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ἤθελε προβῆ εἰς τὰς ἀναθεω-
1280ρητέας διατάξεις καὶ ἤθελε διαλυθῆ, φρονῶ ὅτι ἤθελεν
1281ἐπαρκέσει καὶ ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν
1282ἤθελε λάβει. Ἐὰν προβληθῇ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τοῦτο δὲν
1283ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν σαφῆ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, προκει-
1284μένου περὶ ἀναθεωρήσεως, τί ἄλλο ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ
1285ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγῆ ἐπὶ τῇ βάσει
1286ἀντιθέτου ἰδέας, παρὰ ν’ ἀποφανθῇ περὶ μὴ ἀναθεωρήσεως
1287καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ διαλυθῇ;
1288Θέτοντες ὅμως δυσχερείας διὰ μέλλουσαν ἀναθεώρησιν
1289δένομεν τὰς χεῖρας τῆς Πολιτείας προκειμένου περὶ ἐπει-
1290γουσῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἀναμφιβόλως
1291θὰ προκύψωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἐφ’ ὅσον, ὡς εἶπον, δὲν πρό-
1292κειται περὶ ἀναθεωρήσεως θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ
1293περὶ διατάξεων, τῶν ὁποίων αἱ μεταβολαί, αἱ διαρρυθμίσεις
1294καὶ αἱ προσθῆκαι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπιτακτικαὶ ὑπὸ τῆς
1295ἀνάγκης καὶ τῶν περιστάσεων.
1296§64ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ
1297Συντάγματος ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀναθεώρησιν τῶν θεμελιωδῶν
1298διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ σκόπιμος κρίνεται, καὶ
1299ὡς ἐγγύησις σοβαρὰ παρίσταται ἐφαρμογῆς καὶ σεβασμοῦ
1300τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Προσβο-
1301λὴ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἰδίως δὲ
1302τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες ἅπτονται αὐτῆς ταύτης τῆς
1303οὐσίας τοῦ πολιτεύματος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι
1304δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ τῶν συνήθων νομοθετικῶν Σω-
1305μάτων. Κατάργησις τοῦ πολιτεύματος μόνον διὰ τῆς βίας
1306δύναται νὰ ἐπέλθῃ, κατάργησις τοῦ πολιτεύματος μόνον διὰ
1307τῆς πανδήμου λαϊκῆς θελήσεως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Διὰ
1308τοῦτο θεωρῶ λίαν σκόπιμον τὴν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ
13091864 διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, καὶ λίαν σκόπιμον τὴν δια-
1310τήρησιν αὐτῆς καὶ ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι.
1311Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως ἅπαντες γνω-
1312ρίζομεν ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν λαῶν, αἱ ἀνάγκαι αἱ κοινωνι-
1313καί, αἱ ἀνάγκαι αἱ πολιτικαί, ἐνδεικνύουσι τὴν μεταρρύθμι-
1314σιν, τὴν τροποποίησιν καὶ τὴν προσθήκην ἔστιν ὅτε μὴ θεμελι-
1315ωδῶν διατάξεων, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ
1316ἐν ἰσχύϊ συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐρυθμοτέραν αὐτοῦ λειτουρ-
1317γίαν. Διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ πολιτεύματα ἀνεγνώρισαν τὸν
1318θεσμὸν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ καθιέρωσαν τὸν τρόπον, καθ’
1319ὃν ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολι-
1320τεύματος διεξάγεται.
1321Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα,
1322καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς σήμερον πρόκειται νὰ
1323ἀκολουθήσωμεν, θεωρεῖται τὸ πρακτικῶς σκοπιμώτερον καὶ
1324τὸ πρακτικῶς ὁπωσδήποτε ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τῆς
1325Πολιτείας.
1326Βεβαίως ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἀπολύ-
1327του ἀντιλήψεως τῶν κανόνων καὶ ἀρχῶν τοῦ δημοσίου δι-
1328καίου, ἡ ἰδέα τῆς διὰ δημοψηφίσματος διατυπώσεως τῆς
1329γνώμης τοῦ λαοῦ περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δὲν
1330εἶναι ἀπορριπτέα· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τοῦ παρόντος μό-
1331νον ἐν τοῖς βιβλίοις ὑποστηρίζεται, καὶ μόνον εἰς ὡρισμένα
1332Κράτη ἐφαρμόζεται, περὶ τῆς ὡριμότητος τοῦ λαοῦ, τῶν
1333ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ οὐδεμία γίνεται συ-
1334ζήτησις. Οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἄρθρου 107 ἐκ τῶν πραγμάτων
1335ἀπεδείχθησαν καὶ ἐπιβλαβεῖς καὶ ἀλυσιτελεῖς. Διὰ μοναδι-
1336κὴν ἴσως περίστασιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ οἱ περιορισμοὶ οὗτοι συν-
1337ετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ὑποβοηθήσωσι μίαν ἐπανάστασιν, ἡ
1338ὁποία δὲν ἀπέβλεπε καὶ δὲν ἀφεώρα κυρίως τὴν διαρρύθμι-
1339σιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀφεώρα, ἀπέβλεπε καὶ εἶχε κα-
1340τεύθυνσιν διακανονισμοῦ ἐν γένει τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινω-
1341νικοῦ βίου τοῦ Κράτους· ἐν γένει ὅμως περιορισμοὶ αὐστηροὶ
1342ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντά-
1343γματος κατεκρίθησαν καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐθεωρήθησαν· ἐκεῖ δὲ
1344ἔνθα ὑφίσταντο καὶ ἐλειτούργουν, μόνον ἐπαναστάσεις προ-
1345εκάλουν, καὶ μόνον δι’ ἐπαναστάσεων ἐπήρχετο κατόπιν ἡ
1346ἀναθεώρησις τῶν πολιτευμάτων.
1347Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς συνταγματικῆς
1348ἐπιτροπῆς, ἰδίως ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη διὰ τῆς τροπολο-
1349γίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ μό-
1350νη, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἡ μᾶλλον σκόπιμος καὶ ἡ
1351μᾶλλον συντελεστικὴ διατύπωσις τῶν ζητημάτων τῶν ἀφο-
1352ρώντων τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι.
1353Καὶ ἐγώ, νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις δύο Βου-
1354λῶν καὶ διάφοροι ἄλλοι περιορισμοὶ βλάβην δύνανται νὰ
1355φέρωσι παρὰ ὠφέλειαν. Ἀπόφασιν ἐν δυσὶ Συνόδοις δέ-
1356χομαι ὡς σκόπιμον, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν,
1357ὥστε ἐν μιᾷ ψηφοφορίᾳ ν’ ἀποφασισθῇ ζήτημα κανονίζον
1358τὴν κίνησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς.
1359Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθεώρουν σκόπιμον καὶ ὠφέλιμον πο-
1360λιτειακῶς, ἦτο νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν ἐν τῇ
1361Βουλῇ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία τὴν ἀπεφάσισε, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ
1362ὅτι ἡ διέξοδος, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1363νήσεως, ἦτο ἐνδεδειγμένη, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ δεκτὴ
1364ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν γνώ-
1365μην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἐγκρίνει τὴν ὑπὸ τοῦ τακτι-
1366κοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ληφθεῖσαν ἀπόφασιν. Διὰ τοῦτο
1367θὰ ψηφίσω ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς
1368ἐτροποποιήθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
1369§65Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε, κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασιν;
1370§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω ἐνώπιόν μου.
1371Ὁ κ. Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.
1372§67Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι Βουλευ-
1373ταί, ὅτι ἕκαστος λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ καὶ
1374τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις, ἔχει τὸ δικαίωμα, λέγω,
1375νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις καὶ τὸ
1376πολίτευμα. Καὶ τοῦτο δ’ ἔγκειται ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὐτοῦ
1377ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἑκάστοτε ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν
1378ἀνάγκην μεταβολῆς αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συν-
1379τάγματος, ἵνα δὲ μὴ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπέρχηται διὰ συν-
1380ταράξεων καὶ δι’ ἐσωτερικῶν συγκλονισμῶν, ἐπετράπη ὑπὸ
1381πάντων τῶν Συνταγμάτων καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα αἱ
1382μὴ θεμελιώδεις αὗται διατάξεις ἀναθεωρῶνται διὰ τρόπου
1383ἠρέμου καὶ ἡσύχου, καὶ ἐντεῦθεν ἐπέρχηται οὕτω τὸ ἀποτέ-
1384λεσμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ. Διότι εἶναι γε-
1385γονός, Κύριοι, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ὁσημέραι αὐξάνοντος πολιτι-
1386σμοῦ, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ
1387κοινωνικοῦ βίου, ὅτι ἑκάστοτε, λέγω, ἐπιβάλλεται ἡ με-
1388ταβολὴ διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος μὴ θεμελιωδῶν,
1389καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης τοῦ παρόντος νὰ δεσμεύσῃ
1390ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὸ μέλλον τὴν βούλησιν τοῦ νομοθέτου τοῦ
1391ἔθνους, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸ ὁμαλὴν μεταρρύ-
1392θμισιν ὡρισμένων διατάξεων καὶ ν’ ἀναγκάσῃ τοῦτο, ἵνα δι’
1393ἐσωτερικῶν συγκλονισμῶν, δι’ ἐπαναστάσεως κατορθώσῃ
1394νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰς διατάξεις αὐτάς, αἵτινες χρήζουσι με-
1395ταρρυθμίσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι
1396ἀληθές, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπαιτεῖται ποιά
1397τις μονιμότης εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θε-
1398σμῶν, ἵνα διὰ τῆς μονιμότητος ταύτης κατὰ κατὰ τὴν
1399ἐφαρμογὴν ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ συνταγματικοὶ αὐτοὶ θεσμοὶ
1400ηὐδοκίμησαν ἢ ὄχι, ἵνα ἐκ τῆς πράξεως ἀποδειχθῇ τοῦτο.
1401Διὰ τοῦτο σκόπιμον ἐν τῷ ἀναθεωρητέῳ ἄρθρῳ τοῦ Συν-
1402τάγματος νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον δεκαετίαν, κατὰ τὴν
1403ὁποίαν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις, καὶ τοῦτο, ἵνα
1404κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι
1405ἐπαρκές, ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὸ πάντων,
1406ἂν οἱ θεσμοὶ οἱ ἤδη μεταρρυθμισθέντες θὰ φέρωσι τὰ προσ-
1407δοκώμενα εὐάρεστα ἀποτελέσματα ἢ ὄχι. Καὶ ἐνῷ ὡς πρὸς
1408τὴν παράγραφον ταύτην τοῦ ἄρθρου 107 ἔχω τὴν ἰδέαν αὐ-
1409τήν, ἔχω ἐπίσης τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ ἑκάστην μεταρρύθμισιν
1410τοῦ πολιτεύματος πρέπει ν’ ἀπαιτῶνται ὡρισμέναι τινὲς
1411διατυπώσεις καὶ προθεσμίαι, ἵνα εἶναι μὲν δυνατὴ ἡ μεταρ-
1412ρύθμισις τοῦ πολιτεύματος, οὐχὶ ὅμως καὶ τόσον εὔκολος,
1413ὥστε νὰ ἐπέρχηται εἰς περιστάσεις συχνάς, ὅπερ δὲν θέλει
1414ἀποβῆ ὠφέλιμον δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα. Διὰ τοῦτο
1415εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι σκοπιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ ἀνα-
1416θεώρησις ἀποφασίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς δίς, ὄχι ὅμως εἰς
1417διάστημα μηνός, καὶ ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου, ἀλλ’ εἰς
1418διάστημα δύο Συνόδων τῆς αὐτῆς Περιόδου ν’ ἀποφασίζηται
1419δὲ εἰς διάστημα δύο Συνόδων τῆς αὐτῆς Περιόδου καὶ οὐχὶ
1420διὰ πλειονοψηφίας τῶν ⅔ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ δι’ ἀπολύ-
1421του πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς. Τοῦτον δὲ
1422τὸν τρόπον θεωρῶ καὶ σκοπιμώτερον καὶ εὐκολώτερον εἰς τὸ
1423νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, παρέχηται δὲ ἡ ὠφέλεια ὅτι δὲν
1424εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
1425σεως ἐχούσης πνεῦμα ἀντιδραστικὸν ἢ ἐξαναγκασθείσης εἰς
1426ὡρισμένας περιστάσεις ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ
1427πολιτεύματος καὶ νὰ πείσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Ἐὰν
1428εἰς δύο Συνόδους ἀποφασίζηται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύ-
1429ματος, θὰ ἔχωσι καιρὸν οἱ Βουλευταί, ἀφοῦ μεσολαβήσῃ ἀρ-
1430κετὸν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς πρώτης ψηφοφορίας, θὰ
1431ἔχωσι, λέγω, καιρὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς
1432ἰδιαιτέρας αὐτῶν πατρίδας καὶ ν’ ἀντιλαμβάνωνται τὴν βού-
1433λησιν τοῦ λαοῦ, ἐὰν δὲ παρεσύρθησαν κατὰ τὴν πρώτην ψη-
1434φοφορίαν θὰ εἶναι καιρὸς νὰ μεταβάλωσι γνώμην καὶ νὰ
1435ἀνακαλέσωσι τὴν γνώμην αὑτῶν. Τὸν τοιοῦτον τρόπον ἀνα-
1436θεωρήσεως θεωρῶ σκοπιμώτερον, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι
1437καὶ δυνατὴ εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὸ
1438περισσοτέρας ἐγγυήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὕτη.
1439Ἐπίσης νομίζω ὅτι πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελι-
1440ωδῶν διατάξεων εἶναι ἀρκετὴ καὶ ἡ ἁπλῆ Βουλή.
1441Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ ἡ σημερινὴ πεῖρα τῶν πραγμά-
1442των. Δὲν βλέπω τί περισσότερον θὰ ἐπράττομεν ἡμεῖς ἐκεί-
1443νου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττον οἱ ἡμίσεις ἐξ ἡμῶν, ἐὰν εὑρί-
1444σκοντο εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων κινδύ-
1445νων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1446ἀνέπτυξεν ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἥτις
1447δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν λαϊ-
1448κὴν κυριαρχίαν, δὲν βλέπω τὸν σκοπόν, ὅστις ἐπιβάλλει νὰ
1449καλῆται διπλῆ Βουλή, προκειμένου νὰ μεταρρυθμισθῶσι δια-
1450τάξεις συνταγματικαὶ μὴ θεμελιώδεις. Καὶ ἔχει ὑποβληθῆ,
1451Κύριοι, τροπολογία ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ
1452Βοιωτίας πολιτευτοῦ, ἥ ἔχει δὲ διατυπωθῆ καὶ ἡ γνώμη
1453αὕτη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρέπει ἡ Ἀναθεω-
1454ρητικὴ Βουλὴ νὰ περιορίζηται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ δια-
1455στήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεργῇ τὴν ἀναθεώρησιν. Τὸ
1456τοιοῦτον δὲν νομίζω σκόπιμον, κύριοι Βουλευταί, διότι
1457οὔτε εἶναι γνωστὸν ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἄρθρα τὰ ἀναθεωρητέα,
1458οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ
1459τὰς συζητήσεις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς εἰς ὡρισμένον χρό-
1460νον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προεικάσῃ ἐκ τῶν προτέρων τίνας
1461διαστάσεις θὰ λάβωσιν αἱ συζητήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὡς
1462ἀποκρουστέαν τὴν τοιαύτην προτεινομένην τροποποίησιν.
1463Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, τὸ
1464ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1465κατ’ οὐσίαν βεβαίως δὲν πρόκειται τώρα νὰ συζητήσωμεν
1466περὶ αὐτοῦ, ἐν τούτοις ὅμως ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει
1467νὰ συγκληθῇ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς σύστασιν Γερου-
1468σίας, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ κληθῇ ἡ Ἀνα-
1469θεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν
1470διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
1471§68ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ μεταρρυ-
1472θμίσωμεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος σπουδαιότατον θίγον καὶ
1473ἀφορῶν αὐτὴν τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ
1474θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ δυσχέρεια
1475πρὸς ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος
1476δυσχέρεια δημιουργουμένη ὡς ἐκ τῶν πολλῶν διατυπώσεων
1477ἐμποδίζει τὸ Κράτος, ὅπως παρακολουθῇ τὴν πρόοδον, χα-
1478λαρώνει δὲ τὴν ζωὴν αὐτοῦ. Εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνος, δι-
1479ότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἐνίοτε ἡ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεων,
1480ἀφ’ ἑτέρου αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται δέονται δυσεφίκτων δια-
1481τυπώσεων καὶ ὡς ἐκ τούτου δίδεται ἀφορμὴ εἰς βίαιον τρό-
1482πον ἀναθεωρήσεως προκαλοῦντα κινδύνους πολλοὺς καὶ κα-
1483τάστασιν ἐπαναστατικήν. Ἐξ ἐναντίου ἡ εὐχερεστέρα ἀνα-
1484θεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ προ-
1485οδεύῃ, εἶναι δὲ καὶ συνεπὴς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
1486ἔχει ὁ λαός, ὅπως ἑκάστοτε μεταρρυθμίζῃ τὰς μὴ θεμελιώ-
1487δεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι
1488κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Φειδόμενος δὲ
1489λίαν τοῦ χρόνου ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἡμέραν σήμερον, ὁπότε
1490εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέρμα τῆς ἀναθεωρήσεως, θ’ ἀρκεσθῶ
1491ν’ ἀναφέρω μίαν μικρὰν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ
1492προτείνω. Ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματι ὑπῆρχε
1493διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐχὴ τῆς
1494Βουλῆς εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν
1495ἦτο ἄνευ σημασίας, ἡ διάταξις αὕτη εἶχε σκοπόν, ὅπως κα-
1496ταδηλώσῃ τὴν συνείδησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως,
1497τὸ μόνον δὲ κακόν, τὸ ὁποῖον παρουσίαζεν, ἦτο ὅτι ἀπῄτει
1498πάροδον χρόνου μακροῦ. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συν-
1499τάγματος ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ὥρισεν, ὅπως ἡ
1500Βουλὴ εἰς δύο ψηφοφορίας ἀπεχούσας ἕνα μῆνα ἀπ’ ἀλλή-
1501λων ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιω-
1502δῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο, νομίζω, δὲν παρέ-
1503χει ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, θὰ ἤθελον δ’ ὅπως ἡ διαφορὰ τοῦ
1504χρόνου εἶναι μεγαλειτέρα, τοὐλάχιστον κατὰ τρεῖς μῆνας.
1505Αὕτη εἶναι ἡ μία τροπολογία. Θὰ κατέστρεφον, Κύριοι, τὸν
1506λόγον, ἂν δὲν εἶχον νὰ ἐκφράσω ἕνα φόβον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
1507τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1508βερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέτεινεν,
1509ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκφράζουσα τὴν εὐχὴν τῆς ἀναθεωρήσεως δια-
1510λύηται ἀμέσως. Ἀλλὰ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ αἰσθάνηται τὴν
1511ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, θ’ ἀπόσχῃ νὰ ἐκδηλώσῃ ταύ-
1512την, ἵνα μὴ διαλυθῇ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νο-
1513μίζω ὅτι ὁ φόβος μου δὲν εἶναι ἀβάσιμος. Ἡ τροπολογία
1514τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ
1515προχωρῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον καὶ μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν
1516τῆς ἀνάγκης καὶ μετὰ τὰ ψηφίσματα δηλαδή, ὅταν δὲ
1517ἔλθῃ ἡ τεταγμένη περίοδος ἢ παρουσιασθῇ ἡ ἐπιβάλλουσα
1518τὴν διάλυσιν ἀνάγκη, τότε νὰ διαλύηται. Ἄλλως ἐνδεχό-
1519μενον νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη
1520συνείδησις τῆς ἀνάγκης καὶ ὅμως νὰ μὴ διατυπῶται ἡ
1521ἀνάγκη ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου αὐτοῦ φόβου. Ἐκεῖνο, τὸ
1522ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ θ’ ἀνα-
1523βάλῃ τὰ ψηφίσματα διὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Σύνοδον, δὲν
1524εἶναι σοβαρόν, διότι ἀπρόοπτος ἀνάγκη ἐπιφέρει διάλυσιν
1525καὶ συνεπῶς ἀνεκδήλωτον ὑπάρχουσαν ἀνάγκην. Ὑπο-
1526βάλλω ὅθεν σχετικὰς τροπολογίας, εἰς ἃς θέλω ἐπιμείνει,
1527ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θέλουσιν υἱοθετηθῆ. Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε,
1528ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω σήμερον, τελευταίαν τῆς ἀναθεωρήσεως
1529τοῦ Συντάγματος ἡμέραν.
1530§69Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, ῥίψωμεν ἓν
1531βλέμμα εἰς τὸ νεώτερον συνταγματικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον
1532διέπει τὰς ἠπειρωτικὰς χώρας, θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι
1533διήκει ἡ ἀρχή, ὅπως αἱ ἀναθεωρήσεις τῶν πολιτευμάτων
1534γίνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν εὐκολώτερον, ὅσον τὸ δυνατὸν
1535ἄνευ μεγάλου πολιτειακοῦ κλονισμοῦ. Ἐάν, λέγω, παρα-
1536τηρήσητε εἰς τὴν νέαν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἡ
1537ὁποία ἐγένετο τῷ 1905 ἐν Νορβηγίᾳ, θέλετε παρατη-
1538ρήσει τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἐποχήν, ὅπως αἱ με-
1539ταρρυθμίσεις αὐταὶ γίνωνται ἄνευ βιαίων κλονισμῶν καὶ
1540πολυτελῶν καὶ πολυπροσώπων Βουλῶν. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο,
1541Κύριοι, συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι παγι-
1542ωθῆ τὰ πολιτικὰ ἤθη, δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη εὐκολία πρέ-
1543πει νὰ καθιερωθῇ εἰς τὰ Κράτη τὰ συνταγματικά, εἰς τὰ
1544ὁποῖα αἱ πολιτικαὶ συνήθειαι δὲν ἔχουσι μονιμοποιηθῆ. Ἐὰν
1545δὲ συγκρίνωμεν δύο ἐποχάς, τὴν ἐποχὴν τοῦ 1864 καὶ τὴν
1546ἐποχὴν τὴν σημερινήν, θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι εἰς τὰς δύο
1547ταύτας ἐποχὰς συνέβησαν ὑπερβολαί τινες προκειμένου περὶ
1548τῶν συνταγματικῶν ἀναθεωρήσεων.
1549Κατὰ τὸ 1864 οἱ νομοθέται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διέγρα-
1550ψαν τοιούτους περιορισμούς, ὥστε εἶχον καταστήσει δυσχερῆ,
1551ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος
1552ἡμῶν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ περι-
1553ορισθῇ τὸ πολιτικὸν πνεῦμα τῆς μελλούσης ἐποχῆς, τὸ
1554ὁποῖον οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ συγκρατήσῃ, ὡς οὐ-
1555δεὶς συνταγματικὸς περιορισμὸς τοῦ νὰ ἰσχύῃ Σύνταγμά τι
1556ἀμετάβλητον καὶ διηνεκὲς ἠδυνήθη νὰ σώσῃ ἀπὸ τῆς φορᾶς
1557τῶν χρόνων καὶ τοῦ ἀκατασχέτου ῥεύματος τῶν μεταβολῶν
1558καὶ ἐπαναστάσεων. Ἀντιπρόσωποί τινες μάλιστα τῆς ἐπο-
1559χῆς ἐκείνης προέτειναν τὸ διηνεκὲς τοῦ συνταγματικοῦ πο-
1560λιτεύματος, ἀλλὰ θέσαντες τοιοῦτον φραγμὸν ἐμποδίζοντα
1561τὴν μεταρρύθμισαν ἐδημιούργησαν μίαν ἐπανάστασιν, διὰ νὰ
1562κατορθωθῇ, ὅπως ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος γίνῃ
1563δυνατή.
1564Ἀλλ’ ἂν τότε συνέβησαν ὑπερβολαί, τὰς ὁποίας σκλη-
1565ρῶς ἐδοκίμασεν ἡ ἐποχὴ ἡμῶν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
1566συμβῶσι καὶ τώρα· δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολι-
1567τεύματος πρέπει νὰ κατασταθῇ τόσον εὐχερής, ὥστε νὰ
1568δύναται νὰ γίνῃ εἰς μίαν ἔξαψιν πολιτικῶν παθῶν, εἰς ἕνα
1569ἀνταγωνισμὸν πολιτικῶν κομμάτων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀσυ-
1570νήθης εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἰς τὰ πολιτεύ-
1571ματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπονται ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Βου-
1572λῆς, εἰς τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ κλί-
1573ματος, λόγῳ τῆς ζωηρότητος τῶν ἀνθρώπων, λόγῳ τῆς ζω-
1574ηρότητος τῶν πολιτευομένων φέρονται εἰς τὰς μεταρρυθμί-
1575σεις καὶ τὰς μεταβολὰς τῶν διαφόρων περιστάσεων. Ὅτε,
1576Κύριοι, ἀνέγνωσα τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπι-
1577τροπῆς καθὼς καὶ τὸ προσχέδιον τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν
1578καὶ παρετήρησα τὴν πενταετῆ διάρκειαν τῆς μεταρρυθμί-
1579σεως, ἀληθῶς εὑρέθην κατάπληκτος, κατάπληκτος διότι
1580ἐσκέφθην πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἡ ὡρίμασις
1581τῶν διατάξεων ἐκείνων εἰς τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα,
1582ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν
1583μεταβολῶν αὐτῶν; Ὅταν δὲ δὲν θέτητε ἕνα φραγμὸν εἰς
1584τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς μίαν
1585Βουλὴν μόνην, μάλιστα ἐπηρεαζομένην ἀπὸ πλείστους πο-
1586λιτικοὺς ὑπολογισμούς, νὰ καλέσῃ Ἐθνοσυνέλευσιν. Διότι
1587μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ὅπως διατυποῦται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς
1588ἐπιτροπῆς, οὐδεὶς φραγμὸς τίθεται προκειμένου περὶ ἀναθε-
1589ωρήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν τότε
1590καθίστατο δυνατὴ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος διὰ
1591τῶν δύο Συνόδων καὶ διὰ προσκλήσεως διπλῆς Βουλῆς, ἤδη
1592διὰ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς δύναται νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις
1593τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εὐκόλως καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω
1594ὅτι προκειμένου τώρα περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ συνταγμα-
1595τικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ψηφίζομεν, περὶ
1596τῆς σωρείας τῶν ὀργανικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους θέτομεν,
1597περὶ τῶν καινοτομιῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ψηφίζομεν, εἶναι δυ-
1598νατόν ποτε ἓν τόσον μικρὸν χρονικὸν διάστημα νὰ δώσῃ
1599ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας τοῦ συν-
1600ταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος; Καὶ λησμονεῖτε, λέγω
1601ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν εἶχον γνωμοδότησιν ὅτι δὲν πρέ-
1602πει τόσον συχνὰ νὰ μεταβάλλωνται οἱ νόμοι; Καὶ
1603λησμονεῖτε ὅτι ὁ Θουκυδίδης λέγει ὅτι «χείροσι νόμοις
1604ἀκινήτοις χρωμένη... πόλις κρείσσων ἐστὶ ἢ καλῶς ἔχουσιν
1605ἀκύροις», διότι τότε θὰ ἐξοικειωθῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις εἰς
1606τὴν τήρησιν τῶν νόμων, ὅταν μονιμοποιηθῇ ἓν καθεστώς, τὸ
1607ὁποῖον δὲν θὰ διαταράσσηται ὑπὸ τῆς ἀντιξόου θυέλλης τῶν
1608πολιτικῶν παθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων; Οὐχί,
1609Κύριοι, πενταετία, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὸ δε-
1610καετὲς διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ
1611πολιτεύματος ἡμῶν. Δὲν εἶναι ἐπαρκές, διότι λάβετε ὑπ’
1612ὄψιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς διέπεται ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς,
1613ἤδη μάλιστα μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
1614τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πρότασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ
1615πολιτεύματος, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν παρασταθῇ
1616ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ τίς δύναται νὰ ἐγ-
1617γυηθῇ ὅτι αὔριον μία Βουλὴ ἢ μέρος αὐτῆς, ὅταν ἐπιθυμῇ
1618νὰ ἱδρύσῃ Γερουσίαν, δὲν θὰ δύναται νὰ κάμῃ ταχύτερον τὴν
1619μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι
1620διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τοι-
1621αύτην μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος; Διὰ τοῦτο νομίζω
1622ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ καταστήσωμεν
1623ἀδύνατον τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ
1624νὰ τὸ περιβάλωμεν μὲ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, ἵνα μὴ τὸ
1625ἔχωμεν ἔκθετον εἰς πᾶσαν πνοὴν ἀντιξόων πολιτικῶν πα-
1626θῶν, ἀντιξόου πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ῥευμάτων.
1627Καὶ δύναταί τις νὰ προτείνῃ ὄχι πλέον τοῦ μηνός, ἀλλὰ
1628πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ν’ ἀπέχωσιν αἱ δύο ψηφοφορίαι, αἱ
1629ὁποῖαι θὰ γίνωσιν εἰς μίαν καὶ μόνην Βουλήν, καὶ τὰ δύο τρίτα
1630τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῆς πρέπει νὰ κρίνωσι καὶ ψηφίζωσι τὰς
1631ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἵνα μὴ καταστήσωμεν εὐχερῆ τὴν
1632μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅτε δὲν
1633θὰ ἔχωσιν ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν αἱ ἀναθεωρη-
1634τέαι διατάξεις. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν
1635γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἵνα τεθῶσι φραγμοὶ ὅσον
1636τὸ δυνατὸν περισσότεροι, καὶ εἰς τὴν ἀπόστασιν τῶν δύο
1637ψηφοφοριῶν καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων ἐκείνων, δι’ ὧν
1638θὰ κρίνωνται αἱ μεταρρυθμιστέαι διατάξεις, τοὐλάχιστον εἰς
1639τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ κηρύξῃ ἀναγκαίαν τὴν με-
1640ταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, διότι, ἐάν, Κύριοι, ψηφίζον-
1641τες σήμερον ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, πρὸς ἀναθεώρησιν,
1642τὴν πενταετῆ διάρκειαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, νομίζω
1643ὅτι ψηφίζομεν αὐτὸν τὸν θάνατον, αὐτὴν τὴν καταδίκην τῆς
1644παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ
1645δώσῃ ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν
1646διάστημα, διὰ νὰ φανῶσιν αἱ καινοτομίαι, τὰς ὁποίας εἰσάγει
1647σήμερον εἰς τὸ Κράτος τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἡμῶν.
1648§70Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
1649Συντάγματος καὶ τὸ προσχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀπο-
1650τελούντων τὴν Κυβέρνησιν διακρίνουσι δύο εἴδη συνταγμα-
1651τικῶν διατάξεων, τὰς θεμελιώδεις καὶ τὰς μὴ θεμελιώδεις.
1652Ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ ποῖαι διατάξεις εἶναι θεμελιώδεις
1653καὶ ποῖαι δὲν εἶναι βεβαίως ποικίλλει ἀναλόγως τῆς ἐπο-
1654χῆς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν τὴν σημερινὴν βεβαίως
1655θεμελιώδεις διατάξεις εἶναι μόνον αἱ ἀφορῶσαι τὸν χαρα-
1656κτῆρα τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, π. χ. τὸ ὅτι
1657ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι οἱ ἔχον-
1658τες τὴν εὐθύνην κ.τ.λ. Αὐταὶ εἶναι αἱ θεμελιώδεις. Κατὰ
1659τὴν γνώμην μου ἐκτὸς τριῶν ἢ τεσσάρων θεμελιωδῶν δια-
1660τάξεων, αἱ ἄλλαι δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ἐπουσιώδεις
1661καὶ εἰς οὐσιώδεις διατάξεις. Βεβαίως ἐν τῷ Συντάγματι
1662πρέπει ὡρισμένως ν’ ἀναφέρηται ὅτι αἱ θεμελιώδεις διατά-
1663ξεις δὲν πρέπει νὰ δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ τοῦτο
1664εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι
1665λεπτομέρειαί τινες εἶναι ἀνάγκη νὰ δύνανται ν’ ἀναθεω-
1666ρηθῶσιν εὐχερῶς καὶ ἄνευ περιορισμῶν, ὅπως ἀνεπτύχθη
1667ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω ὅμως
1668ὅτι εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ οὐσιώδεις διατά-
1669ξεις τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ δύνανται νὰ ἀναθεω-
1670ρῶνται εὐχερῶς καὶ μάλιστα ἀπὸ μίαν μόνον Βουλήν, διότι
1671μία μόνον Βουλὴ κατὰ τὴν ὑποβαλλομένην σήμερον διάταξιν
1672δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ δὲν πρέπει νὰ
1673λησμονῶμεν ὅτι τάσεις πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγμα-
1674τος δύνανται νὰ εἶναι διτταί, δύνανται νὰ εἶναι πρὸς τὴν
1675ἀριστεράν, δηλαδὴ δύνανται νὰ εἶναι φιλελεύθεροι, ἀλλὰ
1676δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἀντιδραστικαί. Ἐξετελέσαμεν μέχρι
1677σήμερον, διότι σήμερον λήγει ἡ περίοδος τῆς Ἀναθεωρη-
1678τικῆς, ἐξετελέσαμεν, λέγω, ἀναθεώρησιν φιλελευθέραν. Πι-
1679θανὸν ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας συνάδελφος ἐκ
1680Μεσσηνίας, πιθανὸν ταχύτατα νὰ ἐπέλθῃ ἀντίδρασίς τις
1681καὶ νὰ θελήσῃ Βουλή τις τυχαία νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰ ἀπο-
1682τελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς γενομένης ἀνα-
1683θεωρήσεως. Δὲν πρέπει ὅθεν μία τοιαύτη Βουλὴ νὰ θίξῃ τὰς
1684οὐσιώδεις διατάξεις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δέον νὰ γίνῃ διά-
1685κρισις μεταξὺ τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων καὶ τῶν ἐπουσιω-
1686δῶν τοιούτων, καὶ αἱ μὲν ἐπουσιώδεις διατάξεις νὰ δύνανται
1687ν’ ἀναθεωρῶνται, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὸ προσχέδιον τῆς
1688συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ διὰ μιᾶς Βουλῆς, ἥτις
1689διὰ τῶν ⅔ τῶν ψήφων ν’ ἀποφασίζῃ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ
1690τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, καὶ δι’ ἑτέρας Βουλῆς, ἡ ὁποία δι’
1691ἀπολύτου πλειονοψηφίας νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν
1692ἄρθρων τούτων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ὅμως θὰ πρόκειται
1693περὶ θεμελιωδῶν διατάξεων, τότε νομίζω ὅτι πρέπει πρῶ-
1694τον ἡ Βουλὴ διὰ τῆς αὐτῆς διαδικασίας ν’ ἀποφασίζῃ τὴν
1695γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐπαναλαμβάνω δέ,
1696πάντων τῶν ἄρθρων πλὴν τῶν τεσσάρων, τὰ ὁποῖα ἀποτε-
1697λοῦσι τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ, λέγω, ἡ Βουλὴ
1698ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν, νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν
1699κρίσιν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἤτοι εἰς τὸν λαόν, καὶ
1700ἐὰν τὸ δημοψήφισμα διὰ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ψη-
1701φοφορησάντων ἀποφασίσῃ τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ
1702Συντάγματος, τότε νὰ συγκαλῆται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ
1703ὁποία ν’ ἀναθεωρῇ ὅσα ἄρθρα κρίνει αὐτὴ ἀναγκαῖα, ἢ καὶ
1704πάντα ἂν θέλῃ, ἐπαναλαμβάνω, πλὴν τῶν τεσσάρων ἄρθρων,
1705τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς θεμελιώδη καὶ ἀποτελοῦσι τὴν βά-
1706σιν τοῦ πολιτεύματος. Ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ὑποβάλλω
1707τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν παρα-
1708καλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω. «Δὲν ἐπιτρέπεται
1709ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 21, 29, 31, 45 τοῦ Συντά-
1710γματος κλπ.». Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς μὴ
1711δυνάμενα ν’ ἀναθεωρηθῶσιν ὁμαλῶς, ἔστω καὶ ἂν τὸ θέλῃ ὁ
1712λαός. Προτείνω δὲ δημοψήφισμα διὰ πάσας τὰς ἄλλας δια-
1713τάξεις, δηλαδὴ τὰς μὴ ἐπουσιώδεις, τὰς μὴ ἀφορώσας τρο-
1714ποποίησιν λεπτομερειῶν. Αἱ λεπτομέρειαι θὰ δύνανται νὰ
1715ἀναθεωρηθῶσι κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς συνταγματικῆς
1716ἐπιτροπῆς, διὰ πάσας δὲ τὰς ἄλλας θὰ ὑπάρχῃ τὸ δημοψήφι-
1717σμα. Ἑπομένως ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς·
1718«Ἀναθεώρησις τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δύνα-
1719ται νὰ γίνῃ μετὰ δεκαετίαν...».
1720§71Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς δηλώσεις
1721τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πᾶσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου συζήτησις οὐ
1722μόνον περιττεύει, ἀλλὰ καὶ ἄσκοπος εἶναι. Ἐπειδὴ αἱ ἐρ-
1723γασίαι τοῦ παρόντος Σώματος βαδίζουσιν ἤδη πρὸς τὸ
1724τέρμα, ἀδιάφορον ἂν αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ θὰ ἐπιτελέσωσιν
1725ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, καὶ ἐπειδὴ ἐπένευσε
1726καὶ τὸ θεῖον νὰ ζῶ καὶ νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ
1727ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ἐκστομήσω καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης
1728ὅ,τι πολλάκις κατ’ ἰδίαν εἶπον, ὅτι εἴθε ὁ Ἑλληνικὸς
1729λαὸς νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν, ὥστε εἰς χρονικὸν διάστημα βρα-
1730χύτατον νὰ δυνηθῇ ν’ ἀναθεωρήσῃ οὐ μόνον τὰς μὴ θεμε-
1731λιώδεις, ἀλλὰ καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντά-
1732γματος, διότι μόνον οὕτω καὶ μόνον τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν
1733θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀκμῆς καὶ τοῦ μεγαλείου.
1734(Χειροκροτήματα).
1735§72ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίαν γενικὴν γνώμην ἔχω ἐπὶ
1736τοῦ θέματος τοῦ ἄρθρου 107 ἐφρόντισα νὰ διατυπώσω ἐν
1737τῇ ἐπιτροπῇ ἐν προτάσει, ἥτις κυρίως δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ
1738γένηται ἀποδεκτή, ἀλλὰ νὰ δείξῃ μᾶλλον μέχρι τίνος ὁρίου
1739αὐστηρότητος ἔφθανον αἱ ἰδέαι περὶ ἀναθεωρήσεως. Καὶ διὰ
1740τοῦτο καὶ παρεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ, καίτοι δὲν
1741ἔφερον ἀντίρρησιν εἰς τὴν γενομένην ἀπόφασιν, νὰ δεχθῇ
1742ὅπως ἡ πρότασις αὕτη μείνῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἐκθέσει
1743κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ συνήθως γινομένου, ἀλλ’ ὑπὸ περιστά-
1744σεις, καθ’ ἃς τοιαῦται κατ’ ἀφετηρίαν προτάσεις ἑκου-
1745σίως παρελείποντο εὐθὺς ὡς ἐγίνετο καταφανὲς ὅτι δὲν
1746ἦσαν εὐπρόσδεκτοι. Εἶναι δὲ πιθανὸν ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον
1747τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐκτὸς μόνον ἂν
1748προέκειτο περὶ προτάσεως παρεμβολῆς τινος φράσεως ἢ διορ-
1749θώσεως λεπτομερειῶν, ἂν δὲν ἐλάμβανε σήμερον ἡ συζήτη-
1750σις τροπὴν εἰς ἐμὲ ὅλως ἀπροσδόκητον. Ἡ τροπή, ἣν ἔλα-
1751βεν ἡ συζήτησις, μὲ ἀναγκάζει ὄχι μόνον ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα,
1752ὅπως ὁμιλήσω, ὁμιλήσω δὲ καὶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ζη-
1753τήματος, ἀλλὰ καὶ ὅπως θίγων ὡρισμένον θέμα ἐκ τῶν τε-
1754θέντων ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐνταῦθα προαναγγείλω εἰς τὴν
1755Βουλὴν ὅτι θέλω προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ θέματος
1756τούτου.
1757Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δύο σχεδίων, ὧν ὁ κ. Πρόεδρος
1758τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν ἀνάμιξιν, τοῦ σχεδίου τοῦ
1759πρώτου τῶν ἕξ Βουλευτῶν, οὗτινος ἐγκατελείφθη τὸ πρῶ-
1760τον μέρος, καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, οὗτινος ὁ Πρόε-
1761δρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται ἀκριβῶς τὸ πρῶτον μέρος
1762—τὸ ἐν τῇ παραγράφῳ αʹ περιλαμβανόμενον—, καθόσον ἡ αʹ
1763παράγραφος συγχωνεύεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδίᾳ προτά-
1764σει. Εἶναι δὲ ἡ μὴ ἐπιδεκτικὴ διαγραφῆς παράγραφος, διότι
1765περιέχει τὴν οἱανδήποτε ἀπαγόρευσιν τῆς Συντακτικῆς
1766Συνελεύσεως, ὅπως γένηται ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συν-
1767τάγματος. Εἶναι ῥητή, ἐπιτακτικὴ ἀπαγόρευσις, ἥτις ἂς
1768μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς
1769τοῦ βήματος νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλεχθῇ εἰς
1770τὸν κατάλογον τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ὅστις ἐτέθη το-
1771σοῦτον περιωρισμένος ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα προτείνας ὁ
1772κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτείνας δηλ. ὅπως δια-
1773τηρήσωμεν τὴν διάταξιν τῆς αʹ παραγράφου, μεταβαλὼν
1774δὲ τὴν πενταετίαν εἰς δεκαετίαν ὑποκατέστησεν εἰς τὸ
1775σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἑπόμενα· «Μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ
1776τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις
1777τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ
1778τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ
1779ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρη-
1780τέας διατάξεις, καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφι-
1781σταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα». Καὶ τοι-
1782αῦτα δεχθεὶς ὑπεισήγαγεν ὡς τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρ-
1783θρου τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ σχεδίῳ τῶν ἓξ περιλαμβανομένην, ἀλλὰ
1784καὶ ταύτην τροποποιηθεῖσαν, ὡς θέλομεν ἰδεῖ. Ἐν τῇ ἐγ-
1785γράφως ὑποβληθείσῃ προτάσει τῶν ἓξ εἶχεν ὡς ἑξῆς ἡ διά-
1786ταξις: «Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτο-
1787δικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις δι’
1788ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐ-
1789τῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων». Ἐν-
1790ταῦθα ἡ εἰς ταύτην τῶν ἓξ τὴν πρότασιν ἀντικαθισταμένη
1791πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως
1792διαλύεται αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται
1793νέα, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ
1794τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας
1795τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς». Παρενέβαλε δηλ. ὁ
1796Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην μόνον τὴν τροποποίησιν,
1797παρενέβαλε τὸ κατὰ τὴν «πρώτην Σύνοδον αὐτῆς», τὰ λοιπὰ
1798ἀφεὶς ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ ἀρχικῇ προτάσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
1799δρος τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τοῦτο προσέθηκε
1800καὶ ἑτέραν τελευταίαν παράγραφον ἔχουσαν οὕτως: «ἡ ἀνα-
1801θεώρησις.... καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαετίας».
1802Ἔχομεν οὕτω πάντα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐπιτρέπουσιν
1803εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ συζητήσωμεν
1804καὶ φθάσωμεν εἰς τὰ πορίσματα· τὴν ἀρχικὴν πρότασιν τῶν
1805ἕξ, τὴν πρότασιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τελευ-
1806ταίαν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συν-
1807δυάζει τὰ τῶν ἓξ καὶ τὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως προσθέσῃ καὶ
1808εἰδικήν τινα διάταξιν, ἥτις καὶ εἶναι ἐκείνη, ἣν ὠνόμασα
1809ἀπρόοπτον.
1810Ὅτι τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦτο μόνον ἔχει
1811τὸ μετέχον τοῦ θεμελιώδους, ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀπα-
1812γορεύει τὴν ἀναθεώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος,
1813τοῦτο εἶναι βέβαιον· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ
1814ἐπὶ βάσεως στερεᾶς ὁ ἰσχυρισμὸς ὁ ἐνταῦθα προταθεὶς ὅτι
1815καὶ τὸ ὅλον τοῦ ἄρθρου εἶναι θεμελιῶδες. Τὸ Σύνταγμα
1816ἀπηγόρευσε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ὁλοκλήρου,
1817ἔθηκε καὶ δευτέραν ἀπαγόρευσιν ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαε-
1818τίας νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος·
1819ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, θέσαν τοῦτον τὸν περιορισμὸν ἀνυπέρ-
1820βλητον, ἐπέτρεψεν ἐλευθέρως νὰ γίνηται ἡ ἀναθεώρησις τῶν
1821μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὑπὸ Ἀναθεω-
1822ρητικῆς Βουλῆς διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν καὶ διὰ τοῦ
1823τρόπου ὃν ἐνθυμεῖσθε ὅτι περιλαμβάνει. Εὐθὺς ὡς κατελύ-
1824θησαν οἱ περιορισμοὶ τῶν ἀπαγορεύσεων πᾶν τὸ περαιτέρω
1825εἶναι ἐφικτὸν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, διότι ἄλλως
1826δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀνα-
1827θεωρήσεως. Εὐθὺς δ’ ὡς ἀφήνει ἐλεύθερα τὰ περαιτέρω, οὐ-
1828δὲν ὡρισμένον θέσασα, ὁρίσασα ὅπως ὑποχρεώσῃ εἰς τὸ μέλ-
1829λον τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ καὶ τὰς
1830λεπτομερείας τὰς περὶ τὴν ἀναθεώρησιν, ἐννοεῖται ὅτι ἀφῆ-
1831κεν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὴν ἐλευθερίαν νὰ με-
1832ταβάλῃ αὐτὰς κατὰ τὴν οἰκείαν κρίσιν, πάντοτε μενούσης
1833καὶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ εἰς πάντα τὸν αἰῶνα τὸν συνταγματικὸν
1834τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν θίξεως τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων.
1835Θεμελιώδης διάταξις ἤκουσα πρὸ ὀλίγου νὰ λέγηται ὅτι
1836εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μία μόνον. Θεμελιώδεις διατάξεις
1837κεῖνται πολὺ περισσότεραι καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο. Καὶ
1838βεβαίως δύναται νὰ γίνηται, καὶ πρέπει νὰ γένηται, διάκρι-
1839σις μεταξὺ οὐσιωδῶν καὶ θεμελιωδῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω
1840ἂν ἡ διάκρισις τῶν οὐσιωδῶν ἀπὸ τῶν θεμελιωδῶν χωρεῖ καὶ
1841ἐκεῖ, ὅπου τὸ Σύνταγμα ἐπιστημονικῶς κακῶς κατέταξέ
1842τινας διατάξεις καὶ κακῶς περιέλαβε τὰς διατάξεις. Διότι,
1843ἐὰν ἔλθῃ τις ἐνταῦθα νὰ προτείνῃ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δουλεία,
1844θέλει ἀντιταχθῆ εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντησις ὅτι ἡ διάταξις εἶ-
1845ναι θεμελιώδης. Δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντά-
1846γματος, ἀλλὰ τοσοῦτον θεμελιώδης ἀνθρωπίνως, ὥστε καί-
1847τοι δὲν ἔχομεν ἀπαγόρευσιν ἀναθεωρήσεως τῶν οὐσιωδῶν
1848διατάξεων, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιβάλωμεν τὴν διάτα-
1849ξιν ταύτην διὰ τῆς αἰγίδος τοῦ θεμελιώδους, ὅπως σώσωμεν
1850τὴν κοινωνίαν ἀπὸ παρανοίας τυχόν τινος παράφρονος ἐρχο-
1851μένου νὰ ζητήσῃ κατάλυσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς δουλείας.
1852Καὶ τοῦτο τὸ παράδειγμα φέρω ὡς τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγω-
1853γήν, ἀρκοῦν ὅπως ἀπαλλαγῶ τῆς ἀνάγκης ν’ ἀναφέρω καὶ
1854ἄλλα παραπλήσια.
1855Ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας — προέχοντος τοῦ ζητήματος
1856τούτου, διότι τὰ ἄλλα θ’ ἀφήσω εἰς τὸ τέλος — εἶναι ἢ δὲν
1857εἶναι θεμελιώδης; Καὶ ἐγὼ θέλω ἐρωτήσει: καὶ τί εἶναι
1858τὸ πολίτευμα ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί; Ποῖον χαρακτῆρα
1859δίδετε εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν; Ποίαν μορφὴν ἔχει τὸ πο-
1860λίτευμα ἡμῶν; Διότι, ἂν μοὶ εἴπητε ὅτι ἔχει τὴν δεῖνα
1861ὡρισμένην μορφήν, θέλω ἀντείπει πρὸς ὑμᾶς ὅτι δὲν ἐπιτρέ-
1862πεται νὰ θίξωμεν τὴν μορφὴν ταύτην, εἰς τοῦτο δὲ θέλω
1863ἔχει συνεπίκουρον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅστις
1864μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ λέγον-
1865τος περὶ τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὅτε
1866ἐπιτηδείως, ὢν ἤδη πεφωτισμένος ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ
1867Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠρώτησα αὐτόν: ἆρά γε ἡ λέ-
1868ξις μορφὴ δὲν περιέχει καὶ αὐτὴ ἀοριστίαν; Συνωμολόγησεν
1869ὅτι καὶ αὐτὴ περιέχει ἀοριστίαν τινά, ἀλλὰ μικροτέραν.
1870Μικροτέραν ἀοριστίαν ἢ μεγαλειτέραν, τοῦτο εἶναι ἀδιάφο-
1871ρον· τὸ ὅτι ὅμως ὁ ὁρισμὸς ἔχει ποιάν τινα ἀοριστίαν, τοῦτο
1872δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρισθῇ μετὰ τῆς
1873μεγίστης εὐκολίας ὡς ὁρισμὸς μὴ θεμελιώδης, διότι καὶ
1874μόνον δὲν ἐφρόντισε τὸ Σύνταγμα νὰ κατονομάσῃ αὐτὸν ῥη-
1875τῶς, οὕτως ὥστε ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰδικῶς τὴν θίξιν αὐτοῦ.
1876Θὰ ἑρμηνευθῇ εἰλικρινῶς ὁ τοιοῦτος ὁρισμός;
1877Θὰ ἑρμηνευθῇ λογικῶς· Θὰ ἑρμηνευθῇ πρὸ παντός, ἐπα-
1878ναλαμβάνω, εἰλικρινῶς καὶ ἀκραιφνῶς καὶ γνησίως, διότι
1879εἰς πάντα καὶ τὰ ὕψιστα τῶν πολιτικῶν Σωμάτων ἀπαγο-
1880ρεύεται τὸ μὴ εἰλικρινές, τὸ μὴ ἀκραιφνές, ὅταν πρόκειται
1881νὰ ἑρμηνεύσωσι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν νόμων.
1882Ἐνταῦθα δ’ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν παράδοξον —
1883καὶ τοῦτο ἐκ πταίσματος αὐτοῦ τοῦ θεσμοθέτου, αὐτῆς
1884τῆς κυριάρχου Συνελεύσεως τῆς Συντακτικῆς —· διότι ἀφέ-
1885θημεν ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀσκοῦντες ὁλόκληρον τὴν κυριαρχίαν,
1886ἀλλὰ περιωρισμένοι ἐκεῖ ὅπου περιέγραψε τὸν κύκλον τῆς
1887δυνάμεως ἡμῶν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς
1888συνταχθέν, ἀφέθημεν ἐν τούτοις καταδεδικασμένοι ὑπο-
1889χρεωτικῶς, ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, νὰ προ-
1890βῶμεν καὶ εἰς ἑρμηνείαν ἐκείνου, ὅπερ δὲν κατεσκευάσαμεν,
1891παρὰ τὸν κανόνα ὅτι μόνος ὁ κατασκευαστὴς εἶναι καὶ ἑρ-
1892μηνευτὴς τοῦ ἔργου, ὅπερ κατεσκεύασε. Καὶ εἴμεθα ὑπό-
1893χρεοι νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς ἑρμηνείαν, ὡς ὑπόχρεοι νὰ
1894προσέχωμεν μήπως προσκρούσωμεν εἰς τὸ θεμελιῶδες.
1895Ὅπως μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ θεμελιῶδες, ἐξετάζομεν
1896τί καὶ ποῖον τὸ θεμελιῶδες, ἐξετάζοντες δὲ τοῦτο ὄχι μό-
1897νον τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ἐσκαμμένα,
1898ἀλλὰ πάσχομεν καὶ τὸν πειρασμὸν νὰ ὑπερβῶμεν αὐτά.
1899Καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἐνώπιον πειρασμοῦ εὑρισκόμεθα
1900ἀπόψε, καὶ ὄχι ἐνώπιον ἀσυναισθήτου πρὸς τὰς ἐν τῷ Συν-
1901τάγματι διατάξεις περὶ Γερουσίας δυσμενείας. Διότι — καὶ
1902λέγων «πειρασμοῦ» ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ
1903λόγου μου— εἶναι φυσικὸν τὸ νὰ ἔχῃ τις τὴν γνώμην—
1904καὶ ἴσως πολλοὶ ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην—, ὅτι εἶναι
1905ὀρθιώτερον τὸ πολίτευμα, τὸ ἔχον δύο Βουλὰς, ἄνω καὶ
1906κάτω, Γερουσίαν καὶ ἁπλῆν Βουλήν, ἔχων δὲ τὴν γνώμην
1907ταύτην καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἴδῃ αὐτὴν κρατοῦσαν ὑπὲρ βελ-
1908τιώσεως τῶν κοινῶν, ἂν εὑρεθῇ εἰς θέσιν αὐτὸς νὰ κρίνῃ καὶ
1909ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὐδὲν τελείως ὑπάρχει κώλυμα πρὸς τοῦτο,
1910μάλιστα δὲ καὶ ὑπάρχει εἰδική τις εὐκολία, ὅπως ὑπερπη-
1911δήσῃ τὸ φαινόμενον κώλυμα, εἶναι πολὺ φυσικὸν ὁ τοιοῦ-
1912τος πειρασμός, ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ σκοποῦ νὰ ἔχωμεν δύο
1913Βουλὰς, νὰ ὠθήσῃ αὐτὸν ἀσυναισθήτως, ἵνα προχωρήσῃ καὶ
1914περαιτέρω.
1915Ἀλλά, Κύριοι, ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν πι-
1916στεύω ὅτι ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος
1917τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θέλει ἀρνηθῆ τοῦτο εἶναί τι θεμελιῶ-
1918δες, καὶ μὴ λέγωμεν ὅτι δὲν ἐγγίζει εἰς τὸ θεμελιῶδες ἡ
1919μεταβολὴ τῆς μορφῆς, ἣν θέλομεν χαράξει, οἵαν θέλομεν
1920προσπαθήσει νὰ διατυπώσωμεν. Οὕτως ἐνταῦθα πράττον-
1921τες δὲν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν ἔπειτα ὅτι καὶ τὸ
1922ἄλλο, ὡς ἑπόμενον, εἶναι ἀναθεωρητέον· δύναται δέ τις νὰ
1923φθάσῃ οὕτω καὶ μέχρις ἀναθεωρήσεως ἁπάσης τῆς οὐσίας
1924τοῦ πολιτεύματος, σεβόμενος μόνον ἴσως ἐκεῖνα, ἅπερ ὁ
1925κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εὗρεν ὡς τὰ μόνα
1926θεμελιώδη, λέγοντες δηλαδή: «φυλάττομεν τὸν Βασιλέα
1927ὡς ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ὡς καὶ τὸ τῆς εἰς τὴν βασι-
1928λείαν ἀνόδου δικαίωμα τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ πάντα τὰ
1929ἄλλα δυνάμεθα νὰ μεταλλάξωμεν». Τοῦτο δὲν εἴχετε βε-
1930βαίως ὑμεῖς ὑπ’ ὄψει, ἀλλά...
1931§73Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τὸ εἶχον, ἀλλὰ διὰ δημοψηφίσματος.
1932§74Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὰ δημοψηφίσματα προϋ-
1933ποθέτουσιν ἐπανάστασιν, καὶ εὐτυχῶς, ἐπειδὴ ἐξερχόμεθα
1934τῆς ἐπαναστάσεως—καὶ εἴμεθα εἰς τὸν τελευταῖον στα-
1935θμόν, διότι, ἅμα ὡς ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐπανερχό-
1936μεθα εἰς τὴν προτέραν κανονικὴν κατάστασιν—, δὲν πρέ-
1937πει νὰ φροντίζωμεν περὶ ἀποφάσεων, αἵτινες προϋποθέτουσι
1938τοιαύτην ταραχὴν λαϊκήν, τοιοῦτον σάλον καὶ ἔξαψιν,
1939ὥστε νὰ πρέπῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς
1940δημοψήφισμα. Δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τούτου,
1941διότι τὰ δημοψηφίσματα δὲν προκαλοῦνται ἀπὸ τῶν Βου-
1942λῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν Αὐτοκρατόρων, καὶ δὲν πιστεύω ἡμεῖς
1943ν’ ἀποβλέπητε εἰς δημοψηφίσματα ὅμοια πρὸς τὰ Ναπο-
1944λέοντος τοῦ Γʹ.
1945§75Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν δεχθῆτε ὅτι ἡ Βουλὴ διχάζεται
1946καὶ γίνεται δύο τμήματα, μεταφέρεται τὸ μικρότερον, καὶ
1947ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν Βουλήν....
1948§76Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατασκευάζετε πολίτευμα, περὶ οὗ
1949δὲν δύναμαι ν’ ἀσχοληθῶ, διότι δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ πρότα-
1950σις, ἀλλ’ ὑποθέσεις· ἐὰν θελήσητε νὰ διαιρέσητε τὴν Βου-
1951λὴν εἰς δύο τμήματα, θὰ πράξητε ἔργον ἐσωτερικοῦ κανο-
1952νισμοῦ· θὰ ἔχωμεν τρόπον ἐνεργείας τῆς Βουλῆς ἰδιόρρυθμον
1953καί, ὅταν διατυπωθῇ ἡ πρότασις, θὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πό-
1954σον αὕτη συμβιβάζεται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὅπως ἐθέσατε
1955ὑμεῖς τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ἐξεταστέον ἐνταῦθα. Καὶ παρα-
1956καλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω ἀνὰ χεῖρας τὰ ἄρθρα
1957τοῦ Συντάγματος, ἅτινα διέγραψαν τὴν μορφὴν τοῦ πολι-
1958τεύματος, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦτο, ὅπερ ἐν τούτῳ εἶναι
1959ἀντίγραφον πλῆρες ἄλλων πλήρων Συνταγμάτων, τὸ Σύν-
1960ταγμα ἐνταῦθα ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ διαμόρ-
1961φωσιν ἐφρόντισε σαφέστατα νὰ διατυπώσῃ τὸ διάγραμμα
1962τῆς Πολιτείας, ἣν εὐτυχῶς ἔχομεν. Καὶ διέγραψε τὸ διά-
1963γραμμα τῆς Πολιτείας ταύτης ἐν κεφαλαίῳ, οὗτινος τὴν
1964ἐπιγραφὴν καὶ ταύτην παρελάβομεν ἀπὸ ἄλλων Συνταγμά-
1965των, καὶ ἥτις καὶ μόνη εἶναι ἀρκετή, ὅπως εἰλικρινεῖς ἑρ-
1966μηνευταὶ τοῦ πολιτεύματος, ὁδηγούμενοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς
1967προσταγῆς, ἥτις ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τίτλου, μὴ θέσωσι χεῖρα
1968ἐπὶ διατάξεων, ὅπως μὴ θίξωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ
1969ἀκριβῶς στοιχεῖον οὐσιῶδες τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος.
1970Διότι δὲν μετεπείσθη ἡ Συνέλευσις ἐκείνη —, ὁποιανδή-
1971ποτε καὶ ἂν ἔχωμεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ
1972τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς —, ὅτε μετ’ ἀλλεπαλλήλους φροντί-
1973δας, μετ’ ἀλλεπάλληλον κατάδειξιν τοῦ φρονήματος αὐ-
1974τῆς, ὅπως ἡ καταργηθεῖσα Γερουσία θεωρηθῇ ἐσαεὶ κατηρ-
1975γημένη — διότι ὑπάρχει ψήφισμα περὶ τούτου — ἐπὶ τῇ
1976βάσει τῶν ψηφισμάτων ἐκείνων ἀπεφάσισεν ἐν αὐτῷ τῷ
1977Συντάγματι ὅ,τι τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν ἡ προσταγὴ ὑπη-
1978γόρευεν. Ἐσεβάσθησαν τὴν ἰδίαν αὐτῶν οἱ τότε θέλησιν
1979καὶ ψηφίζοντες τὸ νέον πολίτευμα ἐξωβέλισαν τὴν Γερου-
1980σίαν. Καὶ παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ ὀλίγα ἄρ-
1981θρα τοῦ Συντάγματος τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «περὶ συντά-
1982ξεως τῆς Πολιτείας», περὶ συγκροτήσεως τῆς Πολιτείας,
1983περὶ θεμελίων τῆς Πολιτείας. Ἀκούσατε ταῦτα, ἅτινα
1984θέλω ἀναγνώσει: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ
1985ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα».
1986Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ
1987μοὶ εἴπῃ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης· θὰ
1988μοὶ εἴπῃ ὅτι τὴν ἐλησμόνησεν.
1989§77Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Εἶναι τόσον θεμελιώδης, ὥστε εἶναι
1990ἀναμφισβήτητον, καὶ περιττὸν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύν-
1991ταγμα.
1992§78Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόησα τὴν ἐξήγησιν. Κατὰ τὴν
1993κρίσιν μου σφάλλεσθε ὅτι ἠθελήσατε νὰ τὴν ἀναγράψητε
1994εἰς κρίσιν δημοψηφίσματος.
1995§79Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Διότι ἐνόμισα ὅτι ἓν ἐξ ἐκείνων, τὰ
1996ὁποῖα δὲν δύναμαι ν’ ἀναθέσω εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυριαρχίας
1997τοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνετάξαμεν πρὸς
1998τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν. Πάντα τὰ ἄλλα ὁ λαὸς ἔχει
1999δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ, εἶναι κυρίαρχος.
2000§80Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ
2001λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ πᾶν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ καὶ
2002αὐτὰ τὰ συμβόλαια. Μὴ φέρετε τοιαῦτα ζητήματα. Ὅταν
2003κυρίαρχος εἶναι ὁ λαός, ὁ κυρίαρχος πράττει ὅ,τι θέλει —.
2004Ἡμεῖς ἐδῶ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ κυ-
2005ρίαρχος ἠθέλησεν ἀπὸ κορυφῆς μέχρι ποδῶν. Ὁ κυρίαρχος
2006λαὸς δὲ εἶναι ἐδῶ· ὅταν θελήσῃ ὁ κυρίαρχος νὰ πράξῃ ὅ,τι
2007εἰς αὐτὸν δόξῃ, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς σαρώνει.
2008§81Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐθέσαμεν τὸν ὅρον ὅτι θὰ μεί-
2009νωμεν ἐντὸς τῶν διατάξεων τῆς Συντακτικῆς ἐκείνης Συν-
2010ελεύσεως καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη ὥρισεν αὐτὸ τὸ συμβόλαιον,
2011δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ θίξωμεν.
2012Ὅταν θέλῃ ὁ λαὸς εἴτε διὰ τρόπου ὁμαλοῦ εἴτε ἀνωμά-
2013λου, βεβαίως ὁ λαὸς δύναται νὰ τὸ κάμῃ.
2014§82Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τότε καὶ τὸ ἄρθρον, εἰς
2015ὃ ἀναφέρεσθε, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἡ διάταξις
2016ἔχει οὕτως: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους,
2017ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Τὸ
2018Σύνταγμα ἔρχεται καὶ φυτεύει τὰς ἐξουσίας τὴν μίαν κα-
2019τόπιν τῆς ἄλλης, ὅ,τι δ’ ἐφύτευσε τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχετε
2020δικαίωμα νὰ ἐκριζώσητε. «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία» — ἐπα-
2021ναλαμβάνω — «ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βου-
2022λῆς». Βλέπετε τρίτον τινὰ ἐνταῦθα; «ὑπὸ τοῦ Βασιλέως
2023καὶ τῆς Βουλῆς». «Ἄρθρον 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτά-
2024σεως τῶν νόμων — δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ 22 ὁ θε-
2025σμοθέτης — ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις
2026ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν Ὑπουργῶν». Ἐν τούτῳ ὑπάρχει τὸ
2027ἀξίωμα «ὁ Βασιλεὺς ἐν Κοινοβουλίῳ». Τοῦτο εἶναι τὸ
2028χαρακτηρίζον τὸν Βασιλέα κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν συνταγμα-
2029τικὴν ἔκφρασιν «Βασιλεύς». «Ἄρθρον 24. Οὐδεμία πρότα-
2030σις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ
2031μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου
2032πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Θεμελιώδης, ἀμετακίνητος πε-
2033ριορισμός. Δὲν ἐπέτρεψε τὸ Σύνταγμα νὰ ἔρχηται ἡ Βουλή,
2034εἰς ἣν ἔδωκε τοσαύτην ἐμπιστοσύνην τοιαύτην πρότασιν
2035νὰ ὑποβάλῃ αὐτῇ διὰ λόγους συνδεομένους μετὰ τῆς ἱστο-
2036ρίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ οἵτινες ἐξηνάγ-
2037κασαν πάντας τοὺς ἔχοντας κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ
2038περιλάβωσι τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῶν.
2039«Ἄρθρον 25. Ἐὰν πρότασις νόμου» —, ἀναγινώσκω ὅπως
2040ἔχει τὸ κείμενον, ὅπερ ἐτροποποιήσαμεν τὴν ἔκφρασιν
2041ἐπὶ τὸ ὀρθόν, διότι ἐνταῦθα ὁ θεσμοθέτης λέγει· «ἐὰν
2042πρότασις νόμου ἀπορριφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν
2043ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν
2044Σύνοδον». Τοῦτο ἐτροποποιήσαμεν κατὰ φράσιν — διότι
2045ἄλλως δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον — με-
2046τεφράσαμεν οὕτω· «πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ
2047ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας» — διότι
2048ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι μία — «δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου
2049εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Περίοδον». Λέγομεν τὸ αὐτὸ
2050πρᾶγμα καταλλήλως. «Ἄρθρον 26. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμη-
2051νεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν»
2052«Ἄρθρον 27. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βα-
2053σιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευ-
2054θύνων Ὑπουργῶν». «Ἄρθρον 28. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία
2055ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφά-
2056σεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Τοῦτο ἔχει
2057ἄρθρον ἀντίστοιχον, τὸ λέγον ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς
2058δικαστὰς τοὺς ἀπονέμοντας τὴν δικαιοσύνην. Παρακαλῶ νὰ
2059ἀνατρέψωμεν καὶ μοὶ εἴπητε: Δυνάμεθα νὰ τροποποιήσω-
2060μεν τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος καὶ εἴπωμεν ὅτι ἡ δι-
2061καστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται οὐχὶ ὑπὸ Δικαστηρίων, ἀλλὰ
2062διὰ τῶν οἱωνδήποτε πρὸς τοῦτο διοριζομένων ὑπὸ τῆς ἐκτε-
2063λεστικῆς ἐξουσίας; Οὐχί. Πρέπει νὰ ἐνεργῆται διὰ Δικα-
2064στηρίων, δὲν λέγει ποίων, ἀλλὰ διὰ Δικαστηρίων ὠργανω-
2065μένων. Δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τοῦτο; Τὴν στιγμήν, καθ’
2066ἣν ἠθέλομεν θίξει, μεταβάλλομεν τελείως, ῥιζικῶς, θεμε-
2067λιωδῶς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι βεβαίως εἶναι
2068δυνατὸν ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἀρχικῶς πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ ἡ δι-
2069καστικὴ κυριαρχία ἦτο καὶ ὁ δικαστής, ἐδίκαζε πολλάκις
2070καὶ ὑπὸ δρῦν, νὰ ἔλθῃ πάλιν καὶ εἴπῃ ὅτι αὐτὸς θὰ δι-
2071κάζῃ, καὶ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ δυνάμεθα
2072νὰ τὸ θίξωμεν; (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
2073ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ
2074διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Ἂν ἐπεχειροῦμεν νὰ
2075μεταβάλωμεν καὶ ταύτην τὴν διάταξιν καὶ ἐλέγομεν ὅτι ἡ
2076ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν συμβούλων τοῦ
2077Βασιλέως ἢ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, θὰ συνεχω-
2078ρεῖτο νὰ πράξωμεν τοῦτο; Οὐχί. Κατὰ τίνα τρόπον; Ἀλλ’
2079ἂν τὰς δύο ταύτας ἐξουσίας, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν
2080δικαστικήν, κατ’ οὐδὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν κατὰ τὴν μορφὴν
2081καὶ τὸ διάγραμμα, ὅπερ ἐτέθη ὡς βάσις, κατὰ τίνα τρόπον
2082θὰ θίξωμεν τὸ διάγραμμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις
2083νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἔν τινι μέρει ὁριζομένῳ ἐν ἄρθρῳ
208460 μετέχει καὶ ἔργου τῆς ἐκτελεστικῆς; Κατὰ τίνα τρόπον;
2085Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς ἄλλας δύο ἐξουσίας,
2086οὐδὲ ταύτην δυνάμεθα νὰ θίξωμεν, διότι ἐγίνωσκε καλῶς
2087τί ἤθελεν ὁ θεσμοθέτης, ὅτε ἔλεγεν· «ἐγώ, ὁ κυρίαρχος,
2088ἀποθέτω τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικὴν εἰς χεῖρας Βασι-
2089λέως καὶ Βουλῆς». Εἰς οὐδένα δ’ ἄλλον θὰ ἐπετρέπετο
2090ἄνευ αὐθαιρεσίας, ἄνευ ἀνευλαβείας πρὸς τὸ Σύνταγμα νὰ
2091εἴπῃ: «καὶ ἐγὼ τὴν ἀποθέτω καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν». Δυ-
2092νατὸν νὰ λογισθῇ ὡς λάθος τοῦ θεσμοθέτου· δυνατὸν νὰ
2093δεχθῇ τις τὴν γνώμην ὅτι συμφορώτερα ἤθελε πράξει, ἂν
2094ἔταττε καὶ Γερουσίαν συμμετέχουσαν ἐν τρίτῳ μέρει
2095τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλά, ὅτε ἔφθασε καὶ ὡμίλησε
2096περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ κατένειμεν αὐτὴν εἰς δύο,
2097οὐδείς, οὐδείς, ἄνευ ὀλισθήματος, ὅπερ εἶναι προωρισμένον
2098νὰ φέρῃ εἰς χείρονα, οὐδεὶς δύναται νὰ προτείνῃ ἐνταῦθα
2099τὴν ἵδρυσιν Γερουσίας.
2100Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι, ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, καὶ
2101—ἀνοίγω παρένθεσιν— εἶχον τὸ θάρρος ἐνώπιον τῆς πρώ-
2102της Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἥτις ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχε συν-
2103τακτικὸν χαρακτῆρα καὶ ἥτις ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε χαρα-
2104κτῆρα συντακτικὸν καθ’ ἣν ὥραν διελύθη...
2105§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἀπεδείχθη;
2106§84ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ἣν ὥραν διελύθη. Ἡ διάλυ-
2107σις ὑπῆρξε πολιτικὴ πρᾶξις, ἥτις ἀπέδειξεν ὅτι ἀπηυθύνετο
2108κατὰ Σώματος μὴ κυριάρχου, διότι, ἂν ἦτο κυρίαρχον Σῶμα,
2109ἔστε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ διελύετο.
2110§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπόδειξις αὐτή.
2111§86ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἡ τρανοτάτη τῶν ἀποδεί-
2112ξεων. Πᾶν πρᾶγμα, ὅπερ περιβάλλει δι’ ἀναγνωρίσεως ὁ
2113λαός, ὅπερ ἔπειτα ὁ λαὸς ἐπεψήφισε διὰ κολοσσιαίας πλειο-
2114νοψηφίας, διὰ παμψηφίας, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐνταῦθα πανί-
2115σχυρον τὸν διαλύσαντα τὸ δῆθεν κυρίαρχον ἐκεῖνο Σῶμα,
2116πᾶσα τοιαύτη πρᾶξις εἶναι ἀρκετή, ἵνα κλείσῃ πάντων τὰ
2117στόματα· ἐκτὸς μόνον ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλῶμεν περὶ θεω-
2118ριῶν. Αἱ θεωρίαι ἡμῶν αἱ εἰδικαί, ἐφ’ ὅσον διατηροῦμεν αὐ-
2119τάς, καταντῶσιν ἄξιον θέμα βιβλίων· ἀλλὰ διὰ τὸν λαὸν
2120εἶναι ἀθύρματα, ἅτινα ἤδη ἔρριψεν εἰς τὸν κάλαθον τῶν
2121ἀχρήστων. Ἐπὶ οὕτω λελυμένου ζητήματος μὴ ἐπιχειρῶ-
2122μεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν λάμψιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
2123Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι εἶχον τὸ θάρρος ἐνώπιον τῆς πρώτης
2124Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ν’ ἀπαντήσω εἰς δύο διακοπάς. Μίαν,
2125ἥτις ἀπηυθύνθη ἀσόφως ὑπὸ μακαρίτου, εἰς ὃν ἀπήντησα,
2126παρακαλέσας αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βου-
2127λῆς, νὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ ἐκεῖ ὅσα οὗτος εἶπεν ὑπὲρ τῆς
2128ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας· ἄλλην ὑπὸ οὐχὶ ἀσόφου, ὑπὸ λίαν
2129ἐντριβοῦς περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ λίαν φρονίμου
2130ἀνδρός, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι
2131ἐκ τῶν δεχομένων ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι χρήσιμος εἰς τὸ
2132πολίτευμα, ὅτι ἴσως εἶναι καὶ ἀναγκαία. Καὶ εἰς τὸν κ.
2133Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁπλοῦν τότε Πληρεξούσιον,
2134ἀπήντησα, ὅπως ὤφειλον ν’ ἀπαντήσω ἕνεκα τῆς θέσεως
2135ἣν κατεῖχον. Εἶπον διὰ τίνας λόγους, — συντόμως, διότι
2136πρόκειτο περὶ διακοπῆς, — φρονῶ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία,
2137ὡς ὑπάρχει συγκεκροτημένη, εἶναι εἷς τῶν τριῶν ποδῶν
2138ἐφ’ ὧν ἐρείδεται τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἐπίστευον δ’ ὅτι ἤθε-
2139λον ἀναγκασθῆ ταύτην τὴν ἑσπέραν μακρότερον νὰ δια-
2140λάβω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
2141Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ ὀλίσθημα τὸ γενόμενον εἶναι κατὰ
2142τοῦτο μεγαλείτερον, ὅτι θέμα, οὗτινος δὲν ἐτολμήσαμεν
2143ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἐπιληφθῶμεν, θέμα τοιοῦτον, εἰς ὅπερ καὶ
2144αὐτοὶ οἱ θελήσαντες νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς
2145ἀναθεώρησιν δὲν ἐνέμειναν, δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐμμεί-
2146νωσιν, ὅπως ἐπιλαμβανόμενοι ἡμεῖς τῆς συζητήσεως λύσω-
2147μεν θέμα, περὶ οὗ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2148ἐδήλωσεν ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀφεθῇ διὰ τὸ μέλλον, καὶ βλέ-
2149πομεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος κατὰ
2150τίνα τρόπον θὰ φροντίσωμεν περὶ τούτου, τὸ θέμα τοῦτο
2151ἔρχεται τὴν τελευταίαν ὥραν, — καθ’ ἣν ὥραν πάντες, ὡς πι-
2152στεύω, περιεμένομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐκτελοῦντες πάσας τὰς
2153καθυστερούσας ψηφοφορίας καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν
2154λῆξιν τοῦ ἡμετέρου ἔργου ἐν ὀλιγοώρῳ συζητήσει — ὁ κ.
2155Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται καὶ θέτει ἐνώπιον ἡμῶν.
2156Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἂν ἔθετε τοῦτο πρὸς λύσιν, θὰ ἔλεγε·
2157«κάλλιστα· ὑπάρχει καιρός· δὲν ἐκλείσαμεν τὴν συζή-
2158τησιν· ἂς συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος». Ἀλλὰ πρὸς
2159τὸν σκοπὸν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι κληθη-
2160σομένην, εἰς τὴν προσεχῆ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτι καλὸν
2161εἶναι νὰ σκεφθῇ περὶ Γερουσίας....
2162§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἁπλῆν Βουλήν.
2163§88ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ προλαμβάνητε·
2164μοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ εἴπω ἐκεῖνα, ὅσα ἤδη
2165προείπετε ὑμεῖς. Πάντοτε ὑπάρχει τις χάρις νὰ λέγῃ τις
2166τὸ πρᾶγμα πρῶτος, καὶ ἂς γνωρίζωσιν αὐτὸ ἑκατόν.
2167§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην.
2168§90ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2169Κυβερνήσεως, ὅπως προνοοῦντες περὶ τῆς ὑστέρας ἀναθεω-
2170ρήσεως φυλάξωμεν εἰς τοῦτο τὸ θέμα θέσιν εἰδικήν. Τόσα
2171ἄλλα θέματα ἔμειναν ἔκθετα καὶ εἰς τοῦτο χρειάζεται εἰ-
2172δικὴ θέσις! Καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2173Κυβερνήσεως εὗρεν ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πεν-
2174ταετής, εἶναι ἀνεπαρκής, ὅτι δὲν πρέπει τόσον ταχέως νὰ
2175ἔλθωμεν νὰ ἐπαναπέσωμεν εἰς ἀναθεώρησιν καὶ νὰ ἐπαγγελ-
2176λώμεθα εἰς πάντας ὅτι δύνανται εὐχαρίστως ν’ ἀναμένωσι
2177μετὰ μίαν πενταετίαν νέαν ἀναθεώρησιν καὶ τὰ περὶ αὐ-
2178τήν. Καὶ καθ’ ἣν ὥραν ταῦτα διδάσκει σοφώτατα ὁ κ.
2179Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται καὶ εἰσάγει τὸ θέμα
2180τοῦτο ἀμέσως καὶ καταλύει τὴν προθεσμίαν.
2181§91Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ
2182ἔλθῃ ποτέ.
2183§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πῶς καταλύει τὴν προθε-
2184σμίαν; Τελείως! Οὐδ’ ἐκεῖνα τὰ πέντε ἔτη τῆς ἐπιτροπῆς,
2185οὐδὲ τὰ ἓξ ἔτη τοῦ κ. Τσαξίρη οὐδὲ κἂν τὰ δύο οὐδὲ κἂν
2186τὸ ἓν ἔτος· διότι, ὅπως ἔχει ἡ πρότασις, δὲν γνωρίζω ἂν
2187δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς αὐτοί, ὄντες ἤδη νομοθετικὴ Βουλή, νὰ
2188ψηφίσωμεν ὅτι γινόμεθα πάλιν ἀναθεωρηταί, ὅπως ψηφί-
2189σωμεν τὴν Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο δὲ τὸ οὕτω πραττόμενον
2190τὸ κατ’ ἐμὲ ἐφοβούμην μήπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνου-
2191ρίας προλάβῃ καὶ εἴπῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ εἴπῃ παιγνιωδῶς.
2192Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ πῶς τοιαύτη διά-
2193ταξις ἔχει προορισμὸν ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ ἀγαθὸν τῆς ἐν ἀνα-
2194θεωρήσει ἀνιδρύσεως τῆς Γερουσίας, καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ὄντες
2195ἡμεῖς αὐτοὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν ἐνταῦθα
2196πρόσκλησιν ἄλλης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς — εἴτε διπλῆν
2197θέλετε αὐτήν, εἴτε μονήν, εἴτε τὸ ἥμισυ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς,
2198θὰ εἶναι ἐν τούτῳ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. — Κατὰ τί δε-
2199σμεύει ἡ ἀπόφανσις ἡμῶν τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἐκείνην Βου-
2200λήν; Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἐγὼ ζῶ μέχρις ἐκείνου τοῦ χρόνου
2201καὶ κατορθώνω διὰ τοῦ θέματος τῆς Γερουσίας νὰ κατασταθῶ
2202δημοτικώτατος καὶ ἔλθω οὕτως εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ παμ-
2203ψηφίας ὁμοίας τῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
2204ἀντιταχθῶ εἰς αὐτήν, ἀδύνατον θὰ εἶναι νὰ ψηφισθῇ Γερου-
2205σία. Θὰ εἴπω: «ἀπαράδεκτος·» θὰ εἴπω δὲ τοῦτο ὡς Πρω-
2206θυπουργός, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,
2207ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως: «Ἀπαράδεκτος μεταβολὴ
2208θεμελιώδης». Καὶ δὲν θὰ ψηφισθῇ· καὶ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ,
2209εἰς οὐδὲν προσκρούει ἡ τοιαύτη ἀπόφασις. Λοιπὸν ἔχει ποιάν
2210τινα σημασίαν ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη, ἣν ταύτην τὴν ἑσπέραν
2211προτείνετε εἰς ἡμᾶς νὰ καθιερώσωμεν ἐκφέροντες γνώμην
2212καὶ ψῆφον; Τίνα σημασίαν; Ἢ μήπως εἶναι αὕτη ἐντολή,
2213ἣν δίδομεν; Ἀπολύτως οὐδεμία. Ῥάκος! Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ
2214τοιαύτη πρότασις, δὲν ἔχει κἂν ἠθικὸν λόγον ὑπὲρ ἑαυτῆς,
2215διότι οὐδαμοῦ ἠκούσθη ὅτι Σῶμα ἔχον ὡρισμένα δίκαια καὶ
2216δύναμιν νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτά, ἐκεῖνο ὅπερ ἐξαιρεῖ ἐκ τῆς
2217ἰδίας αὑτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν ἐξουσίας, παραδίδει εἰς
2218ἄλλο καὶ μάλιστα τρόπον τινὰ εἰς κατώτερον· διότι, ὅσον
2219καὶ ἂν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα κατὰ τοῦτο τῆς Ἀναθεωρητικῆς
2220Βουλῆς τὸ Σῶμα τοῦτο, θὰ εἶναι Σῶμα ἁπλοῦν βουλευτικὸν
2221καὶ Σῶμα τῇ ἀληθείᾳ, δι’ ὃ πρέπει νὰ φοβηθῶμεν τὴν ὥραν,
2222καθ’ ἣν ἐρχόμεθα νὰ προτείνωμεν περὶ αὐτοῦ νὰ εἰσαχθῇ,
2223μήπως εἶναι παραγωγὴ πλειονοψηφίας κυβερνητικῆς Κυ-
2224βερνήσεως, ἥτις κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίαν τῆς Βουλῆς,
2225ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὅτε θέλει ἔχει τὰς ψήφους ἀφθό-
2226νους, θέλει φροντίσει νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν, ὅπως ἔπειτα
2227διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιτύχῃ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς καὶ
2228ἐν δευτέρᾳ ἐκλογῇ προησφαλισμένῃ ἤδη εἰσαγάγῃ τὰ ζη-
2229τήματα καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2230§93Γ. ΠΩΠ. Ἐν τούτοις ἐνῷ λέγετε αὐτὸ τὸ ὀρθότατον
2231κατ’ ἀρχήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ παράδοσις εἰς ἄλλην ἐξου-
2232σίαν, εἰς ἄλλην ἀρχὴν ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχο-
2233μεν, παραδέχεσθε δεσμοὺς χρονικούς. Ἐθέσατε εἰς τὴν ἐπι-
2234τροπὴν ὅριον πενταετές.
2235§94ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συνηθίζετε ἐκ μεγάλης τάσεως
2236πρὸς τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι καὶ δημοσιογραφικῶς καὶ βουλευ-
2237τικῶς νὰ κατηγορῆτε ἐπὶ παντὸς σημείου ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ
2238δὲν ὁμοφρονεῖτε. Ἂν εἴχετε τὴν καλωσύνην ν’ ἀνατρέξητε
2239εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἔλαβον τὴν πρόνοιαν
2240νὰ ὑπομνήσω ὅτι περιέχει πρότασιν διαγράφουσαν τὰς ἰδέας
2241μου, ἠθέλετε ἴδει ὅτι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ δὲν ὑπῆρχε
2242προθεσμία.
2243§95Γ. ΠΩΠ. Εἰς ποίαν πρότασιν; Τὴν ἰδικήν σας;
2244§96ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
2245§97Γ. ΠΩΠ. Τότε εἶμαι σύμφωνος· (γελῶν) συμπολιτευό-
2246μεθα ἀλλήλους.
2247§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου δὲν συγκεν-
2248τρώνει τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ κἂν ἐσκόπουν
2249ἐγὼ ὑποβάλλων αὐτὴν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, διότι, ὅτε
2250διετύπουν αὐτήν, ἐγίνωσκον ὅτι τὰ αὐστηρότερα εἶναι ὀλι-
2251γώτερον εὐπρόσδεκτα τῶν ὀλιγώτερον αὐστηρῶν, ὑπῆρχε
2252δὲ καὶ ὑπάρχει ῥοπὴ ἀντίθετος ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε κατὰ
2253τὸ 1864. Τότε κατεστήσαμεν σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἀνα-
2254θεώρησιν· νῦν ἔχομεν τάσιν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ὑπερ-
2255μέτρως εὔκολον. Καὶ ἦλθε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2256σεως ν’ ἀνακόψῃ τὴν φορὰν ταύτην διὰ τῆς δεκαετίας, ἀλλὰ
2257ὡς μεταμεληθεὶς ἀμέσως κατῆλθε μέχρι καὶ τοῦ ἔτους διὰ
2258τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας.
2259Διὰ τούτους τοὺς λόγους, Κύριοι, φρονῶ ὅτι θ’ ἀποβῇ
2260βλαβερὸν τὸ προτεινόμενον, ἐὰν ψηφισθῇ· ὅτι θὰ τεθῇ ση-
2261μεῖον, ἀφ’ οὗ θέλουσιν ὁρμηθῆ ταχύτερον ἢ βραδύτερον οἱ
2262ἔχοντες τοιαύτας ἢ τοιαύτας ἰδέας, ὅπως ὑπὲρ ἐπικρατή-
2263σεως αὐτῶν λέγοντες θεωρίας καὶ λόγους παρεξηγήσωσι
2264σκοποὺς καὶ διατάξεις ὁμοίας τῆς προτεινομένης· ὅτι τίθεται
2265ἀρχὴ βλαβερά, περὶ ἧς ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2266νήσεως ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ θέματος σκεπτόμενος θ’ ἀπαλλάξῃ
2267ἡμᾶς ν’ ἀνησυχῶμεν, μήπως τεθῇ· διότι, ἐὰν εἶναι πεπει-
2268σμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ὑπάρχει
2269ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως ἡ μεθ’ ἡμᾶς Ἀναθεω-
2270ρητικὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ σκεφθῇ ἐν πλήρει ἐλευ-
2271θερίᾳ περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ θεμελιώδους τῆς διατά-
2272ξεως, περὶ τοῦ ἂν συμφέρει ἢ δὲν συμφέρει ἡ Γερουσία, πρὸς
2273τί νὰ παρεμβάλωμεν ἐνταῦθα τὴν τοιαύτην διάταξιν; Μή-
2274πως τοῦτο πράττοντες ἐκφέρομεν γνώμην; Ἐὰν ἐκφέρωμεν
2275γνώμην, δίκαιον καὶ συμφέρον εἶναι, ἂν τοῦτο θέλῃ ἡ πλειο-
2276νοψηφία, νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν Γερουσίαν ἡμεῖς ἐνταῦθα,
2277καὶ ἂν τυχὸν δὲν εἴμεθα κατὰ πάντα ἕτοιμοι, νὰ παρα-
2278πέμψωμεν εἰς τακτὸν χρόνον τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας αὐ-
2279τῆς. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ προταθὲν εἰς ἡμᾶς, ἂν εἶναι ἄσκοπον,
2280εἶναι καὶ βλαβερόν, καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔχω τὴν
2281ἀξίωσιν τὴν εὔλογον, παρὰ τοιαύτης μάλιστα Κυβερνήσεως,
2282νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν προταθεῖσαν διάταξιν, ἥτις
2283μόνον ζημίαν καὶ συζητήσεις περὶ πολιτεύματος δύναται
2284νὰ γεννήσῃ, καθ’ ἣν ὥραν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παύσῃ πᾶσα
2285περὶ τοῦ πολιτεύματος συζήτησις καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω, ἵνα
2286μὴ πλασθῶσι κύκλοι ἀσχολούμενοι ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ
2287ἐφεξῆς εἰς τὰ τῆς Πολιτείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅπως
2288τὸ ταχύτερον κινοῦντες πάντα λίθον καὶ καταφεύγοντες εἰς
2289πᾶσαν σκευωρίαν δυνηθῶσι νὰ πλάσωσιν ἔδαφος χρήσιμον
2290μὲν κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅμως οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους,
2291οἵτινες κινοῦσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2292σεως, ἀλλὰ δι’ ἀρρήτους ἄλλους λόγους, οἵτινες περιττὸν νὰ
2293ἀνακινηθῶσιν ἐνταῦθα. Τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπιμείνω,
2294ἵνα θέσω καὶ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθηκα καὶ εἰς τὴν
2295ἐπιτροπήν, ὅτε προέκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ σχέδιον προβαλὼν
2296τὸ ἀπαράδεκτον, ὅπερ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη, ἐσκόπουν
2297δὲ νὰ ὑποβάλω ἐνταῦθα, καὶ προανήγγειλα τοῦτο, ὅτε
2298ἐγκατελείφθη ἡ περὶ Γερουσίας συζήτησις.
2299Ἔρχομαι νῦν εἰς ἄλλα δευτερεύοντα. Ἐάν, ὅπως ἐδέ-
2300χθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ δύο τρίτα, τὰ καὶ
2301κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπαρκῆ, τὰ δύο τρίτα
2302τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς δὶς κληθέντα ἀποφαν-
2303θῶσιν εἴτε μετὰ διάλειμμα ἑνὸς μηνὸς εἴτε μετὰ διά-
2304λειμμα δύο ἢ τριῶν μηνῶν, ἡ δυσκολία ἡ παρεμβαλλομένη
2305εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, θὰ εἶναι μικρά. Ἐγένετο εἶδός τι ἐπα-
2306ναστάσεως, ἐξέγερσις γενικὴ μετὰ πολλῶν κινδύνων, καὶ
2307ἦλθεν οὕτως ἡ ὥρα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀναθεωρήσεως· καὶ
2308πόσα ἐμπόδια δὲν ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, λόγῳ αὐ-
2309τῆς τῆς φύσεως τῆς διαδικασίας, ἥτις ὑπῆρχεν ὡρισμένη!
2310Καὶ τότε ἔκριναν πάντες σύμφορον νὰ φροντίσωσι ν’ ἀσφα-
2311λίσωσι τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἐνῷ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομ-
2312μάτων εἶχον ἀκολουθοῦσαν τὴν Βουλὴν σχεδὸν μετὰ
2313παμψηφίας, οὐδεὶς ἐπίστευσεν ὅτι θὰ κατωρθοῦμεν μετὰ
2314τοσαύτης πλειονοψηφίας νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναθεώρη-
2315σιν. Ἂν ἄρα διὰ δύο διαφόρων ψηφοφοριῶν ἀπεχουσῶν
2316ἀλλήλων ἕνα, δύο, τρεῖς μῆνας ἐπιτύχητε τὰς δύο ἀπο-
2317φάσεις, τοῦτο δεικνύει ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα,
2318ὥστε ἐγένετο ἀπαραίτητος ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις δὲν πρόκει-
2319ται ἐνταῦθα ὁμοία ταύτης τῆς σημερινῆς, τῆς ἀπὸ μηνῶν
2320διεξαγομένης. Διότι ἡ σημερινὴ ἀναθεώρησις γίνεται κατό-
2321πιν ψήφου τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ κα-
2322τόπιν ἐξεγέρσεως, διαρκούσης ἐπαναστατικῆς καταστά-
2323σεως, ἐν ὥρᾳ καθ’ ἣν ἡ ἐπανάστασις ἔδωκε χεῖρα πρὸς ἄλ-
2324λους πολιτικούς, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον
2325τῆς Βουλῆς καὶ εὕρῃ λύσιν τὸ ζήτημα τὸ ὑπ’ αὐτῆς ἐγερ-
2326θέν. Ἐτέθη δὲ τὸ ζήτημα οὕτως, ὥστε νὰ φθάσωμεν ἐν-
2327ταῦθα εἰς γενικὴν ἀναθεώρησιν, λαμβάνοντες τὸ ἐνδόσι-
2328μον ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκριβῶς, καθὼς ἐνταῦθα ἐλέχθη
2329ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀναθεωρη-
2330τική, ἡ τοῦ Συντάγματος, ἡ μετὰ διπλῆν ψῆφον κληθεῖσα,
2331ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος μόνον κατὰ τὸ
2332ἥμισυ προβλεπομένη, τὸ δὲ λοιπὸν Ἀναθεωρητικὴ ἔξωθεν ἐν-
2333ταλθεῖσα· διότι ὄπισθεν τῆς γενομένης ψηφοφορίας ὑπῆρ-
2334χον οἱ ἐξεγερθέντες, οἵτινες καὶ ἔθηκαν τὰ ζητήματα, οἵτι-
2335νες καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀκουσθῇ ἡ τοιαύτη γνώμη
2336αὐτῶν. Σήμερον ἀνεθεωρήσαμεν πᾶν τὸ ἀναμφισβητήτως μὴ
2337θεμελιῶδες, πᾶν δὲ τὸ διφορούμενον, ὅπερ ἦτο δυνατὸν νὰ
2338κριθῇ θεμελιῶδες, ἀφήκαμεν κατὰ μέρος θίξαντες ἐκεῖνα μό-
2339νον, ἅτινα οὐδεὶς ἠδύνατο μετὰ λόγου νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι
2340ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα θεμελιώδη· ἐφθάσαμεν μάλιστα μέ-
2341χρι καὶ τοῦ νὰ μὴ θίξωμεν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα ἐπὶ
2342τῷ λόγῳ ὅτι καὶ αὕτη εἶναι θεμελιώδης, τόση κατεβλήθη
2343προσοχή, ὅπως μὴ κινηθῇ τι καὶ ὅπερ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ
2344θεμελιῶδες.
2345§99Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἡ κατάστασις πολιορκίας, δὲν εἶναι
2346διάταξις θεμελιώδης;
2347§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ κατάστασις πολιορκίας, ὑφ’ οὕς
2348ὅρους ἐψηφίσθη, ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὅτι εἰς
2349οὐδὲν προσκρούει τὸ θεμελιῶδες.
2350Λοιπὸν ἡ μέλλουσα Ἀναθεωρητικὴ μοιραίως θὰ ἔχῃ πε-
2351ριωρισμένον τὸ ἔργον εἰς ὡρισμένας διατάξεις. Διότι δὲν εἶ-
2352ναι δυνατὸν ἔργον οὕτω γενόμενον κατὰ πλήρη ἀναθεώρη-
2353σιν, κατὰ διαδοχὴν δύο Συνελεύσεων Ἀναθεωρητικῶν, μετὰ
2354τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν κοπιώδη καὶ σπουδαίαν, ἥτις ἐγένετο,
2355δὲν εἶναι δυνατόν, μὴ ὑπαρχόντων νέων πραγμάτων, νὰ
2356ἔλθῃ νέα Συνέλευσις ν’ ἀναθεωρήσῃ 40 ἢ 50 διατάξεις, ἀλλὰ
2357κατ’ ἀνάγκην, ἐὰν γένηται ἀναθεώρησις, θὰ στραφῇ περὶ ἓν
2358ἢ δύο θέματα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2359Κυβερνήσεως ἀπήλειψεν ἐκ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς
2360τὴν λέξιν «μόνον», διότι ἔπρεπεν ἐνταῦθα ἐπὶ προβλεπομένῃ
2361ἀναθεωρήσει νὰ θέσωμεν ἐκεῖνα τὰ ἐμπόδια, ἅτινα ἡ πεῖρα
2362ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν κληθῇ κανονικῶς Ἀναθεωρητικὴ
2363Βουλή, πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη εἰς μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα
2364θὰ ἐγκρίνῃ ἡ ψῆφος τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς.
2365§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει τοι-
2366οῦτος φόβος εἰς τὸ μέλλον, διότι πρόκειται περὶ ἁπλῆς
2367Βουλῆς.
2368§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι τὰ πράγματα
2369νὰ λέγωνται φανερῶς· ἐγὼ δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ μό-
2370νον, ὅπερ δὲν παρέλιπον ἐκ τῆς προτάσεώς μου, ἀλλ’ ἐπέ-
2371μεινα καὶ ἔπεισα τοὺς συναδέλφους νὰ δεχθῶσιν, εἶναι ἡ
2372λέξις «μόνον».
2373Ἐγώ, Κύριοι, ἤρχισα ν’ ἀμφιβάλλω ἂν δὲν πρέπει νὰ
2374προσέξωμεν πολὺ εἰς τὴν ὑπὸ ἁπλῆς Βουλῆς ἀναθεώρησιν.
2375Βεβαίως δὲν δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λα-
2376ρίσης, τὴν τοσοῦτον ἀρτίως καὶ εὐγλώττως διατυπωθεῖσαν
2377περὶ προσθήκης ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἡμίσεος λαμβα-
2378νομένου ἐκ στοιχείων, ἅτινα θέλουσι προϋποδειχθῇ εἰς τὸν
2379λαόν, ὅπως ἐκλεχθῶσιν. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκο-
2380μεν τρόπον, ἀφοῦ μάλιστα τοσοῦτον εὐκόλως φερόμεθα νῦν
2381πρὸς ἀναθεώρησιν, ν’ ἀπεδίδομεν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐξουσίαν
2382εἰς Σῶμα κάπως διάφορον τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἔλθῃ
2383—καὶ δὲν θέλει κατόπιν διαλυθῆ, ἀφοῦ ψηφίσῃ—, θὰ ἔλθῃ
2384κατ’ ἐπιταγὴν Βουλῆς ἄλλης, ἧς οἱ ὅροι τῆς συνθέσεως θὰ
2385εἶναι κάπως ὕποπτοι· θὰ ἦτο δὲ καλὸν ἂν ἐσκεπτόμεθα
2386μήπως δὲν θὰ εἶναι τόσον βλαπτικόν, ἂν ἐδιπλασιαζόμεθα
2387πάλιν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ περιορισμοῦ ἐκείνου τῶν θεμάτων
2388τῆς ἀναθεωρήσεως, περὶ οὗ ἐλέχθη, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ φόβος
2389περὶ ἐξακολουθήσεως ἐπὶ μακρὸν καὶ παρατάσεως τοῦ ἔργου.
2390Διὰ τοῦτο ἐπαναφέρω τὴν πρότασίν μου, πρότασιν διπλῆς
2391Βουλῆς μετὰ προθεσμίας τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, ἧς ὁ
2392χρόνος εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκής.
2393§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ σύγκλησις διπλῆς Βουλῆς μετὰ
2394παρεμπιπτούσης προθεσμίας δὲν θὰ ἐπιβραδύνῃ τὸ ἔργον;
2395§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε τοῦτο θὰ ἐπιφέρῃ ἐπιβράνδυ-
2396σιν. Ἡ ἀναθεώρησις, ἥτις ἐγένετο ἐνταῦθα, δὲν ἐβράδυνεν·
2397ὑπῆρξεν ἴσως ἐργασία δυσκολωτέρα τῆς τοῦ 1864, ἐγένετο
2398δὲ βεβαίως μετὰ πολὺ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ εἶναι ἡ
2399πρώτη συνταγματικὴ ἐργασία, ἥτις εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγέ-
2400νετο ὑπὸ ὁλοκλήρου ἐπιτροπῆς συζητησάσης, ἀνταλλαξάσης
2401γνώμας, διατυπωσάσης τὰ πάντα ἐν ἐκθέσει ἀκριβολόγῳ
2402καὶ ἐμφανισθείσης συσσώμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι
2403οὔτε κατὰ τὸ 1844 ἐγένετο τοιοῦτόν τι οὔτε κατὰ τὸ 1864,
2404καίτοι ὑπῆρξε τότε εἰσηγητὴς καὶ σοφὸς εἰσηγητής, κα-
2405τωρθώθη νὰ συμφωνήσωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως εἰσαγά-
2406γωσι κοινὴν ἔκθεσιν, ὅτε ἐνεφανίσθη ὁ Σαρίπολος, διεμαρ-
2407τυρήθησαν οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ὅτι ἡ ἔκθεσις δὲν ἀντε-
2408προσώπευε τῆς ἐπιτροπῆς τὰς γνώμας.
2409Τοιαύτη κοινὴ μελέτη καὶ ἐργασία μόνον σήμερον ἐνταῦθα
2410ἐγένετο, ἐγένετο δὲ διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι ἡ ὤθησις
2411ἡ ἔξωθεν ἦτο τοιαύτη, ὥστε θὰ ἦτο βεβαίως ἐκτεθειμένη
2412εἰς τὴν καταδίκην τὴν παλλαϊκὴν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἂν δὲν
2413παρῆγε τί ὅμοιον ἐκείνου, ὅπερ παρήχθη, καὶ ἔπειτα, διότι
2414συνέπεσεν ἐνταῦθα τοιαύτη πρόοδος εἰς τὰς ἰδέας, τοιαύτη
2415πρόοδος εἰς τὰς μελέτας, τοιαύτη ἀνάπτυξις, ὥστε νὰ ἔχω-
2416μεν ἀληθῶς Σῶμα ἱκανὸν νὰ κατασκευάσῃ Σύνταγμα, καὶ
2417νὰ ἔχωμεν τοῦτο ἐκ συμπτώσεως τῶν γνωμῶν τῶν γερόντων
2418πρὸς τοὺς νέους. (Χειροκροτήματα).
2419§105Γ. ΠΩΠ. Οἱ γέροντες ἠκολούθησαν τοὺς νέους ἢ οἱ νέοι
2420μετέβησαν πρὸς τὰς ἰδέας τῶν γερόντων;
2421§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ γέροντες γνωρίζετε ὅτι κατὰ
2422κανόνα εἶναι στάσιμοι, καὶ ὅτι ἀκριβῶς αἱ Ἀκαδημίαι, ἃς
2423ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν, ἀντιπροσωπεύουσι πάντοτε τὸ πα-
2424ρελθόν. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθον ἐνταῦθα καὶ συνεκεντρώθησαν πάν-
2425τες καὶ ἄνευ διαφωνίας τοιαῦτα διεπράχθησαν, ἐν συμπνοίᾳ
2426καὶ συνεργασίᾳ νέων καὶ γερόντων, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι
2427ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους ἡ μέση γνώμη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρ-
2428δίας τοῦ ἔθνους, ἡ γνώμη εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ἐθέσαμεν ἡμεῖς
2429τὰς ψήφους ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
2430Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἂν
2431κατελύετο ἡ προθεσμία, ἢ τοὐλάχιστον ἂν περιωρίζετο εἰς
2432τὰ 5 ἔτη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἂν ἐδιπλασιάζετο ἡ Ἀναθεωρη-
2433τικὴ Βουλὴ κατὰ τὸ πρότυπον τῆς σημερινῆς, ἀλλ’ ὑπὸ
2434τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατελύθησαν ὑφ’ ἡμῶν
2435ἐνταῦθα λόγῳ τοῦ ὅτι εἴμεθα καὶ ἐντολοδόχοι ἐπανα-
2436στάσεως.
2437§107Γ. ΠΩΠ. Ὥστε κατ’ ἀρχὴν δέχεσθε ὅτι δυνάμεθα νὰ
2438θέσωμεν ὅρια χρονικά.
2439§108ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ μὴ τεθῶσιν
2440ὅρια χρονικά, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ εἶναι ἡ προ-
2441θεσμία δεκαετής· διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται ἡ σύγκλη-
2442σις τοιαύτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, περιέχει τοσαῦτα
2443σπέρματα δυσκολίας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν νὰ κα-
2444τακριθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος
2445ἐν ἔτει 1864, οἵτινες ἔπλασαν τρόπον ἀναθεωρήσεως
2446δυσπραγματοποίητον, ἡ δὲ κατηγορία τότε ἦλθεν ὀρθῶς
2447ἄνωθεν μετὰ σοφῶν λόγων, ἐξελθόντων τότε ἀπὸ τοῦ στό-
2448ματος τοῦ Βασιλέως, οὓς ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην νὰ ὑπο-
2449μνήσω εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτε εὑρισκόμεθα περὶ αὐτὸν ἐν
2450συνεντεύξει συνηγμένοι πολλοὶ πολιτευόμενοι, ἵνα δυνηθῇ
2451νὰ πεισθῇ ὅτι ἐκεῖνο ὅπερ ἐγίνετο αὐτὸς οὗτος προεῖπεν.
2452§109Γ. ΠΩΠ. Τὰς ἐγγράφους δηλαδὴ δηλώσεις;
2453§110ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔγγραφοι λόγοι ἐκεῖ δὲν ἦσαν,
2454ἀλλὰ μόνον προφορικοί.
2455Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι. Ἂν παρέλιπον καί τι, δὲν
2456πιστεύω ὅτι τοῦτο ἦτο σημαντικόν, καὶ δύνασθε νὰ μοὶ
2457συγχωρήσητε διὰ τὴν παράλειψιν. (Χειροκροτήματα).
2458§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπα-
2459ναληφθῇ τὴν 10 μ. μ.
2460Μετὰ τὴν διακοπήν.
2461§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2462δρίασις. Ὁ κ. Δικαῖος ἔχει τὸν λόγον.
2463§113Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ
2464ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δικαῖος. Ἐνώπιον 15 Βουλευτῶν θὰ ὁμιλήσῃ;
2465§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν ἀπαρτίας
2466πρέπει νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἄλλως μὴ
2467κάμνετε θόρυβον. Ὁ κ. Δικαῖος δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁ κ. Ἰγ-
2468γλέσης.
2469§115Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτε πρὸ ὀλίγων
2470ἡμερῶν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν ὁ θεσμὸς
2471τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπῆρχον διὰ τὴν ἐπι-
2472ψήφισίν του ὄχι ὀλίγοι δισταγμοί, δισταγμοὶ τοὺς ὁποίους
2473κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου διεσκέδασεν ἡ εὔγλωττος καὶ πει-
2474στικὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ
2475οἱ δισταγμοὶ οὗτοι προήρχοντο βεβαίως, ὄχι διότι δὲν ἀνε-
2476γνωρίζετο ἡ σκοπιμότης τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμοῦ, ἀλλὰ
2477διότι ὑπῆρχεν ἀβεβαιότης ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν
2478ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ θεσμὸς οὗτος καθ’ ἑαυτὸν εἶναι
2479ὠφελιμώτατος, διότι ἀποτελεῖ ἐγγύησιν κατὰ τῶν ἐνδεχο-
2480μένων παρεκτροπῶν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ χρησιμότης
2481παντὸς θεσμοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καὶ ἡ
2482ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ θέσωσιν
2483αὐτὸν εἰς ἐνέργειαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ πεποίθησιν, κύριοι
2484Βουλευταί, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατ’ ἀρ-
2485χὰς θὰ λειτουργήσῃ καλῶς, διότι τὰ μέλη αὐτοῦ, κατὰ τὰ
2486ἐσχάτως θεσπισθέντα, θὰ διορίσῃ αὐτὴ ἡ ἀνορθωτικὴ Κυ-
2487βέρνησις. Εἶναι φυσικόν, ὅταν ἡγεμὼν ἢ μᾶλλον μία Κυ-
2488βέρνησις χρηστὴ καὶ χαρακτηριζομένη ὑπὸ πολιτικῆς ἀρε-
2489τῆς διευθύνῃ τὰς τύχας λαοῦ τινος, εἶναι φυσικόν, λέγω, ἡ
2490Κυβέρνησις ἐκείνη ν’ ἀκτινοβολῇ περὶ ἑαυτὴν τὴν χρηστό-
2491τητα καὶ λεληθότως ἀκόμη νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς πάντα τὰ ὄρ-
2492γανα τῆς διοικήσεως τὴν ἀνελλιπῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων.
2493Ἀπ’ ἐναντίας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδιάφορος, ὅταν
2494εἶναι ἀνήθικος, ἀκτινοβολεῖ περὶ ἑαυτὴν τὴν ἀδιαφορίαν,
2495τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν καταστροφήν. Ὁ ὀρθὸς λόγος
2496ἐπιβάλλει νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ τὸ παρὸν δραστηρίως.
2497§116Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή· ἡ αἴθουσα
2498εἶναι κενή.
2499§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶσθε πέντε, νὰ ὑποβάλητε ἔνστα-
2500σιν, ἀλλὰ νὰ ἡσυχάσητε, παρακαλῶ, ἐφ’ ὅσον εἶσθε μόνος.
2501Νὰ ἐνασκήσητε τὸ δικαίωμά σας ἐντὸς τοῦ νομίμου ὁρίου.
2502Πρέπει νὰ εἶσθε πέντε.
2503§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ
2504ψηφίσωμεν.
2505§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τί τέλος πάν-
2506των, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, θὰ γίνηται αὐτό;
2507§120Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὁ ὀρθὸς λόγος ἐπιβάλλει, ὡς εἶπον,
2508νὰ ἐργαζώμεθα δραστηρίως κατὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ πρέπει
2509ἀποβλέποντες εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ λησμονῶμεν τὸ παρελ-
2510θόν. Τὸ παρελθὸν δὲ δὲν μᾶς παρέχει λόγους, ὥστε νὰ ἐν-
2511θουσιῶμεν διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐλειτούργησαν παρ’ ἡ-
2512μῖν μέχρι τοῦδε τὰ διάφορα συμβούλια καὶ σωματεῖα. Τὸ
2513ἰσόβιον καὶ τὸ ἀμετάθετον δὲν ἴσχυσεν, ὥστε καὶ τῶν Ἐπι-
2514σκόπων ἀκόμη τινὲς νὰ μὴ παράσχωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν
2515ἀφορμὰς δεδικαιολογημένων κατακρίσεων. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν
2516τὸν λόγον τίς ἐγγυᾶται περὶ τοῦ μέλλοντος; Μήπως δὲν
2517εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισφρήσωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς
2518Ἐπικρατείας ἐν τῷ μέλλοντι πρόσωπα τοιαῦτα, ὥστε νὰ
2519παράσχωσι δυσχερείας ἀδικαιολογήτους εἰς τὴν Κυβέρ-
2520νησιν; Δὲν εἶναι κίνδυνος ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρα-
2521τείας νὰ σχηματίσωμεν ἓν εἶδος ἐφόρων τῆς Σπάρτης,
2522ἓν εἶδος συμβουλίου τῶν Δέκα, συμβούλιον ἐναντίον τοῦ
2523ὁποίου ἡ μὲν Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν θὰ δύναται,
2524ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πιθανῶς θὰ ἄγωσι καὶ θὰ φέρωσι τὰ διά-
2525φορα καὶ πολυώνυμα συμφέροντα τῶν παρασκηνίων;
2526Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον
2527τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ
2528Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ κλπ.».
2529Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολο-
2530γίαν ταύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ ἐκλονίζετο εὐθὺς ἐξ ἀρ-
2531χῆς, προκαταβολικῶς, τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
2532κρατείας. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι
2533πολὺ ἰσχυρόν· ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω ὅτι μᾶλλον θὰ ἐνί-
2534σχυε τὸν θεσμόν, διότι τὸ ἐνδεχόμενον τῆς καταργήσεως
2535αὐτοῦ ἴσως θὰ καθίστα μᾶλλον προσεκτικὰ τὰ μέλη τοῦ
2536Συμβουλίου περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν.
2537Ἴσως εἶναι σοβαρὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέτεινεν ἡ ἐπι-
2538τροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλαδή, ἐπειδὴ πρό-
2539κειται νὰ τελῆται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ
2540μέλλον ὑπὸ ὁμαλωτέρας περιστάσεις, μετὰ πέντε ἔτη μό-
2541νον θὰ εἶναι μᾶλλον ἐφικτὴ καὶ εὐχερὴς καὶ ἡ τροποποίη-
2542σις καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατάργησις τοῦ Συμβουλίου τῆς
2543Ἐπικρατείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν προέκειτο νὰ
2544γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις μετὰ πέντε ἔτη, θὰ ἤμην πρόθυμος
2545ν’ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ἃ
2546εἰκάζω, θὰ γίνῃ μετὰ δέκα ἔτη, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
2547ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὴν Βουλήν.
2548§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δικαῖος. Ἀπών. Ὁ κ. Δελακο-
2549βίας. Ἀπών. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.
2550§122Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον, περὶ
2551τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ἐκ τῶν
2552σοβαρωτέρων, τὰ ὁποῖα συζητήσαμεν, εἶναι μεγάλου ἐνδια-
2553φέροντος, διότι ἀφορᾷ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ἡ ἀνα-
2554θεώρησις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων
2555ἔργων, διότι τὸ πολίτευμα οὐ μόνον ὡς ἀνθρώπινον κατα-
2556σκεύασμα εἶναι ἀτελές, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν σὺν τῷ χρόνῳ
2557μεταβαλλομένων περιστάσεων δέον νὰ μὴ μένῃ ἀμετά-
2558βλητον, μὲ κίνδυνον τῆς χώρας. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα,
2559Κύριοι, τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἰσχύοντος σήμερον, ἔχομεν
2560τὸ παράδειγμα τῶν λαθῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ἡ Συνέ-
2561λευσις τοῦ 1864, ἡ ὁποία ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ὑπὲρ τοῦ
2562ἔργου της μικροῦ δεῖν νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ἀλάθητον καὶ
2563ἔφερε τὰ πράγματα, ἐκεῖ ὅπου ἦλθον. Ἐνῷ κατάδηλοι
2564ἦσαν αἱ ἐλλείψεις τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, δὲν ἠδύνατο
2565νὰ γίνῃ καμμία θεραπεία, διότι δυσχέρεια μεγάλη ἦτο
2566πρὸς ἀναθεώρησιν, καὶ ἐδέησε νὰ γίνῃ μία λαϊκὴ ἐξέργεσις
2567βιαία, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς μεταρρύθμισιν
2568συνταγματικήν. Μάλιστα ἐκινδύνευε νὰ μείνωμεν καὶ
2569τώρα ἄνευ μεταρρυθμίσεως, ἂν χεὶρ δεξιωτέρα δὲν ἀνελάμ-
2570βανε νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸν λιμένα, εἰς τὸν ὁποῖον φαί-
2571νεται ὅτι προσορμιζόμεθα.
2572Καὶ ἤδη, Κύριοι, περὶ τοῦ μέλλοντος συζητοῦντες ἐξε-
2573τάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὅριον τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ὅριον
2574πάσης ἀναθεωρήσεως εἶναι ἐνδεδειγμένον, εἶναι διόρθωσις,
2575δὲν εἶναι μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς
2576βάσεως αὐτῆς στηριζόμενός τις δύναται νὰ ὁρίσῃ ποῖον
2577εἶναι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, οὕτω δὲ ὡρίσθη καὶ τὸ ἡμέ-
2578τερον ὑπὸ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν προηγουμένως,
2579ὥστε ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν τῶν τεθέντων ἤδη προεχω-
2580ρήσαμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔργου ἡμῶν. Συζητουμένου τοῦ
2581περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρου σήμερον ἐρρίφθησαν διάφοροι
2582ἰδέαι περὶ τοῦ ἀκολουθητέου τρόπου, ἂν δηλαδὴ πρέπει
2583νὰ γίνηται μόνον διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἀντιπροσωπευ-
2584τικοῦ, ὅπως εἶναι τὸ γενικῶς παραδεδεγμένον, ἂν δηλαδὴ
2585Σώματα ἀντιπροσωπευτικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κά-
2586μωσι τὴν ἀναθεώρησιν, ἢ μήπως πρέπει νὰ προχωρήσωμεν
2587καὶ ἔτι περαιτέρω, δεχόμενοι λαϊκὴν παρέμβασιν. Ἀλλ’ ἡ
2588ἰδέα τῆς ἀναθεωρήσεως μόνον διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου βε-
2589βαίως δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ προκειμένῳ, εἶναι ἀπαύγασμα
2590ἄλλων ἰδεῶν παλαιοτέρων περὶ τοῦ κοινωνικοῦ συναλλά-
2591γματος, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἓν κοινωνικὸν συνάλλαγμα,
2592ἰδέα πεπλανημένη, διότι τὸ Κράτος προϋφίσταται, δὲν
2593εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, πε-
2594πλανημένη ἰδέα, λέγω, ὅτι ὁ λαὸς ἀπ’ εὐθείας πρέπει νὰ
2595κάμῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Ἐπίσης εἶναι ὡρισμένα ἐκ τῶν
2596προτέρων καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως, καθόσον ἀναθεώ-
2597ρησις εἶναι, ὡς εἶπον, τροποποίησις, δὲν εἶναι κατάλυσις,
2598ἄρα ὅ,τι εἶναι θεμελιῶδες δὲν δύναται ἀπὸ μίαν Βουλὴν
2599Ἀναθεωρητικὴν νὰ μεταρρυθμισθῇ, τοὐναντίον ὅ,τι δὲν
2600εἶναι θεμελιῶδες καθ’ ὁλοκληρίαν δύναται νὰ μεταρρυ-
2601θμισθῇ. Ὅπως, Κύριοι, ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐν τῇ τελευταίᾳ
2602διατυπώσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι εἶναι
2603τὸ ὀρθότερον διατυπωθέν, παρέλευσις δεκαετίας, πλὴν
2604προκειμένου περὶ Γερουσίας, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ τὸ νέον
2605Σύνταγμα, δύο Σύνοδοι κατὰ τὴν πρώτην Βουλήν, ἡ ὁποία
2606θ’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν, ὡς ἐγγύησις δὲ ἀμέσως
2607ἡ διάλυσις, διὰ ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαός. Δὲν πρόκειται ἡ
2608Βουλὴ ἐκείνη ὑπὸ οἱονδήποτε λόγον νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ
2609ἔργον, ἀλλὰ θὰ ζητηθῇ ἡ λαϊκὴ ψῆφος, θὰ ἔλθῃ νέα Βουλή,
2610καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἄμεσος διάλυσις ἐνδείκνυται, ψήφισις
2611ἀναθεωρήσεως κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ ἀπόλυτος
2612πλειονοψηφία.
2613Ἔρχομαι, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας,
2614ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ
2615πρὸ τοῦ ὁποίου εἶλον ἐγειρόμενον ἐνώπιόν μου ἕνα βράχον
2616ἀνέλπιστον, εἶδον προτεινόμενον τὸ ἀπαράδεκτον. Ἐσκό-
2617πουν ν’ ἀπαντήσω, διότι εἶχον καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι
2618μία θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος, μία ἀρχὴ ἀναγ-
2619καία νὰ τεθῇ εἰς τὸ πολίτευμα ἦτο καὶ ἡ Γερουσία, ἐνδεί-
2620κνυται δὲ καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν θέλησιν.
2621§123Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μόνον ὁ κ. Πέτρος Κανελλίδης εἶχεν αὐτὴν
2622τὴν ἰδέαν.
2623§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2624καιοσύνης). Οἱ Γερουσιασταὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι
2625γέροντες.
2626§125ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἦλθεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τοῦ
2627ἀπαραδέκτου λόγῳ τοῦ θεμελιώδους τῆς διατάξεως, καὶ ὁ
2628ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς εἶναι ἐκεῖ-
2629νος, ὅστις ἡρμήνευσε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρεῖ
2630ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας ἀνήκει εἰς θεμελιώδη διάτα-
2631ξιν, διετύπωσε μάλιστα τὴν μομφὴν ὅτι μνημονεύουσα εἰ-
2632δικῶς εἰς τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρον τῆς Γερουσίας ἡ
2633Βουλὴ αὕτη οἱονεὶ διδάσκει τὴν διάδοχόν της, καὶ ἐπεμ-
2634βαίνει εἰς τὸ ἔργον ἐκείνης κηρύττουσα ὅτι τὸ περὶ Γερου-
2635σίας δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα
2636δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ἀκωλύτως. Δὲν γνω-
2637ρίζω ἂν οἱ οὕτω σκεπτόμενοι εἶχον δίκαιον ὅσον ἀφορᾷ
2638τὴν ἰδέαν ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πρωθύστερον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ
2639τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σκεφθῶ ὅτι
2640ἀρκεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ἀφοῦ ἄλλως δὲν δύναται
2641νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα. Διότι, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες
2642ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ εὐκολώτερον ἡ ἀναθεώρησις ὅσον ἀφορᾷ
2643τὴν Γερουσίαν, δὲν βλέπω πῶς ἄλλως δύναται νὰ διατυ-
2644πωθῇ. Ἐδῶ λέγομεν ἁπλῶς ὅτι ἡ ἀναθεώρησις δέον νὰ γί-
2645νηται εὐχερέστερον προκειμένου περὶ Γερουσίας. Τοῦτο
2646ὅμως δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι θε-
2647μελιώδης ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ αὐτὸ τὸ
2648ἀντισυνταγματικὸν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Δραγούμης νὰ
2649φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, ὅτι δηλ. τὸ περὶ Γε-
2650ρουσίας δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Πῶς θὰ
2651λύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων; Θὰ τὸ
2652λύσωμεν ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ἡ ὁποία ἔπεισε τοὺς συντάσσον-
2653τας τὰ πολιτεύματα νὰ λέγωσιν ὅτι αἱ μὴ θεμελιώδεις
2654διατάξεις δὲν ἀναθεωροῦνται. Προφανῶς ἡ ἀφορμὴ εἶναι
2655τὸ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀποτελεῖ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἓν καθεστὼς δὲν
2656δύναται παρὰ διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως νὰ πέσῃ. Ἐκεῖνα
2657λοιπὸν τὰ μέρη τοῦ πολιτεύματος, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται
2658αὐτῶν τῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν καὶ δύνανται νὰ κλονι-
2659σθῶσιν ἢ δι’ ἐπαναστάσεως, περὶ αὐτῶν πολὺ λογικῶς ἐλέ-
2660χθη ὅτι εἶναι θεμελιώδη. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς μίαν
2661συνταγματικὴν Βασιλείαν αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἀπεφάσισε νὰ
2662εἴπῃ ὅτι δὲν θέλει τὸ Σύνταγμα, ὅτι θέλει νὰ εἶναι ἀπό-
2663λυτος Μονάρχης, αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ κα-
2664ταλάβῃ βίᾳ τὴν ὅλην ἀρχὴν καὶ νὰ καταλύσῃ τὸ Σύν-
2665ταγμα, πᾶσα δὲ ἰδέα περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγμα-
2666τος προφανῶς δὲν ἔχει θέσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπίσης ἀποφα-
2667σίσῃ νὰ εἴπῃ δὲν θέλω Βασιλείαν», πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὴ τὴν
2668δύναμιν νὰ τὴν καταλύσῃ, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀναθεω-
2669ρήσεως, τότε ἔρχεται ἡ ἐπανάστασις. Ὁ Ἐσμὲν λέγει
2670τοῦτο ῥητῶς, ὅτι, «ὅταν ἡ μεταβολὴ γίνῃ ἐπὶ τῆς μορφῆς
2671τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐπανάστασις ὑφ’ οἱονδήποτε καὶ
2672ἂν γίνηται τύπον, ἀλλά, καὶ ἂν οὐδεμία δημοσιολογικὴ αὐ-
2673θεντία τὸ ἔλεγε, τὸ λέγει ἡ λογική.
2674§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2675καιοσύνης). Τὸ λέγει ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Γαλλικοῦ
2676Συντάγματος κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο
2677τῷ 1884.
2678§127ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅταν λοιπὸν εἷς εἶναι ὁ τρόπος,
2679καθ’ ὃν εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ διατάξεώς τινος, καὶ ὁ
2680τρόπος οὗτος εἶναι ἡ ἐπανάστασις, ἐδῶ δέον ν’ ἀναζητηθῇ
2681καὶ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ κρίνωμεν ποία συνταγματικὴ
2682διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Θὰ παρεκάλουν δὲ ἤδη τὸν κ.
2683ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ἡ καθιέρωσις τοῦ
2684θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἶναι τοιοῦτόν τι, ὥστε νὰ θεωρηθῇ
2685ἐπανάστασις εἴτε ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ εἴτε ἐκ μέρους ἄλ-
2686λου οἱουδήποτε.
2687§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει διὰ
2688τὴν μεταβολὴν τῆς Δημοκρατίας.
2689§129ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
2690§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς συνηγορῶ ὑπὲρ
2691τῆς ἀντιλήψεώς σας. Ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει περὶ μεταβολῆς
2692τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος σχολιάζων τὴν ὀγδόην
2693διάταξιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος.
2694§131Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζετε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύνα-
2695ται νὰ δεχθῇ Γερουσίαν οἱανδήποτε;
2696§132ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2697βερνήσεως εἶπε Γερουσίαν διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου, Γερου-
2698σίαν αἱρετήν, καὶ αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπεχθές.
2699§133Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ γίνῃ καθολικὴ ψηφοφορία, χωρὶς
2700νὰ προσδιορισθῶσιν ὑποψήφιοι μὲ ὡρισμένα πρισόντα;
2701Θὰ λεχθῇ εἰς τὸν λαὸν ὅτι οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα ἔχουσι
2702τὰ προσόντα: ἐκλέξατε ἐξ αὐτῶν.
2703§134Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ ὡραῖα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις.
2704§135ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐπειδὴ μόνον
2705παρεμπιπτόντως ἦλθε τὸ περὶ Γερουσίας, νὰ ἐπανέλθω εἰς
2706τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου πάσης
2707μνείας περὶ αὐτῆς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ, ζήτημα τὸ
2708ὁποῖον ὑμεῖς ἐθέσατε. Καὶ ὑποστηρίζω ὅτι οὐ μόνον ἐξ
2709ἀνάγκης πρέπει νὰ γίνῃ λόγος, ἀλλὰ καὶ δικαίως, ἀφοῦ
2710διὰ τῆς Γερουσίας δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ γεγονότος, τὸ
2711ὁποῖον προκαλεῖ ἐπανάστασιν.
2712Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μόνον θεμελιώδεις διατάξεις
2713εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύ-
2714ματος. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ὅτι τὸ περὶ Γερουσίας
2715ἐφάπτεται τοῦ κεφαλαίου περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας
2716νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκαταγώνιστον, διότι, ἐὰν εἰς τὸ κε-
2717φάλαιον τοῦτο ὑπάρχωσιν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν
2718μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ἴδιον κεφάλαιον ὑπάρχου-
2719σιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι.
2720§136Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθιστᾷ συννομοθέτην τὴν Βουλήν.
2721Ἀπαγορεύει εἰς αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν. Ἐν τούτοις πᾶσα
2722πρωτοβουλία δίδει ἐκτὸς ταύτης ἀπαγόρευσιν ῥητήν.
2723§137ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ποία εἶναι ἡ
2724θεμελιώδης διάταξις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ὅτι
2725ἡ ἀναθεώρησις ἔδει νὰ ὁρίσῃ τὰ ὁρισθησόμενα εἰδικῶς
2726ἄρθρα, καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συμβάλλει εἰς τὴν
2727καλλιτέραν διαρρύθμισιν, ἐάν ποτε ἔλθῃ ἡ ἡμέρα αὐτή.
2728§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτὴρ
2729τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Εἶναι ὀρθόν.
2730§139ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δύνανται ὅμως τὰ μὴ θεμελιώδη
2731ν’ ἀναθεωρηθῶσι.
2732§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Πάντοτε γίνε-
2733ται αὐτό, καὶ ὁ Ἐσμὲν τὸ λέγει.
2734§141ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὅμως δέχομαι πρὸς στιγμὴν
2735ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὰ ἀναθεωρητέα, οὐχ ἧττον
2736τὸ περὶ Γερουσίας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα,
2737τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ
2738ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν, διατί τὸ περὶ Γε-
2739ρουσίας νὰ δύναται ν’ ἀναθεωρηθῇ ἀμέσως καὶ τὰ ἄλλα
2740ἄρθρα μετὰ μίαν δεκαετίαν; Τὸν λόγον εὑρίσκω, εἰς τὸ
2741ἑξῆς, ὅτι πᾶσα ἀναθεώρησις εἶναι ἀναγνώρισις διαφόρων
2742ἐλαττωμάτων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτεύματος. Παρ’
2743ἡμῖν ἐπὶ μακρὸν καὶ σύλλογοι καὶ ἄνδρες σοβαροὶ ἠγωνί-
2744σθησαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν δεύτερον
2745Σῶμα, ὑπεστηρίχθη δ’ ὅτι καὶ ἄλλα ἄρθρα ὤθησαν εἰς
2746ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ πρακτική, καὶ εἶχον ἀνάγ-
2747κην μεταρρυθμίσεως. Τὰ ἄλλα ἄτοπα, τὰ πλεῖστα τοὐλά-
2748χιστον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ διερρυθμίσαμεν καὶ
2749ἀριθμῶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς
2750τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἐξέλεγξις τῶν
2751ἐκλογῶν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Σῶμα τὸ βου-
2752λευτικὸν καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων. Πᾶσαι αὐταὶ αἱ
2753ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται, διωρθώθησαν ἐπιτυ-
2754χῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ποῖον ὅμως εἶναι ἐκεῖνο, τὸ
2755ὁποῖον δὲν ἐθίξαμεν, ἐνῷ ἐπρώτευεν; Αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ
2756Γερουσίας.
2757§142Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τότε διατί νὰ μὴ ἐπιλαμβάνηται ἡ πα-
2758ροῦσα Βουλή;
2759§143ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐθίχθη δυστυχῶς ἀπὸ τοῦδε,
2760διότι ἐκρίθη ὅτι δὲν ἐσχηματίσθη ἀκόμη πολὺ σαφὴς γνώμη
2761περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς, οὐχ
2762ἧττον ὅμως πάντες συνομολογοῦσιν ὅτι πολιτεύματα στηρι-
2763ζόμενα ἐπὶ μιᾶς Βουλῆς ἐνδέχεται νὰ σφάλλωσι, καὶ τοῦτο
2764εἶναι ὁ κύριος λόγος τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐ-
2765κολωτέρα ἡ περὶ Γερουσίας ἀναθεώρησις. Καὶ ἐρωτῶ· διατί
2766νὰ μὴ εἶναι εὐκολωτέρα; Διατί νὰ μὴ ὑπαγάγωμεν καὶ
2767αὐτὴν εἰς τὴν δεκαετίαν; Ἄλλως τε ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον
2768ἐθέσαμεν τὴν δεκαετίαν, εἶναι διὰ νὰ γίνεται δοκιμὴ τοῦ
2769ἔργου μας, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὔριον νὰ ἔλθῃ ἄλλος νὰ
2770εἴπῃ «τὸ καταργῶ». Ἀλλὰ περὶ Γερουσίας ἐγένετο σκέψις
2771μόνον, καὶ ἴσως πρὸ τῆς δεκαετίας παρουσιασθῇ χρεία
2772ἀποφάσεως. Πάντα λοιπόν, Κύριοι, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν μέλ-
2773λουσαν Βουλήν, ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τὰς μελλούσας τοῦ τό-
2774που, ἀπὸ τὴν δοκιμὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ εἴθε αἱ μετα-
2775βολαί, τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη παρα-
2776δίδομεν εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, νὰ εἶναι τὸ ἄριστον,
2777ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ποτὲ νὰ κάμωμεν Γερουσίαν·
2778διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται
2779ὑπὲρ τῆς Γερουσίας; Ἡ δι’ αὐτῆς βελτίωσις τῶν πραγμά-
2780των. Θεωροῦσιν αὐτὴν ὡς παράγοντα ἀναγκαῖον. Ἐὰν ἀπο-
2781δειχθῇ ὅτι μὲ πολίτευμα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ ἐδημιουρ-
2782γήσαμεν ἡμεῖς σήμερον, τὰ πράγματα βαίνουσι καλῶς, τότε
2783καὶ ἡ Γερουσία εἶναι περιττὴ καὶ πᾶσα περὶ μελλούσης
2784ἱδρύσεώς της σκέψις, ἀλλὰ μὴ παραβλέπωμεν καὶ τὰ ἐν-
2785δεχόμενα. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ τελειώνω μὲ
2786τὴν εὐχὴν τοῦ νὰ μὴ γίνῃ ἀνάγκη Γερουσίας, νὰ μὴ τὴν
2787ἐπιθυμήσωμεν ποτέ, ἢ τοὐλάχιστον πρὸ τῆς δεκαετίας.
2788(Χειροκροτήματα).
2789§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Οἰκονόμου ὑπο-
2790βάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν Ἰα-
2791τρικὴν σχολήν.
2792(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
2793§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι, Κύριοι, ἀπὸ 14 περί-
2794που μηνῶν συζητεῖται καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις καὶ
2795ἐκτὸς αὐτῶν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην
2796ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, φαίνεται ὅτι δὲν ὡρίμασεν ἀκόμη
2797σαφὴς ἰδέα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τοῦτο δ’ ἀπο-
2798δεικνύει ἡ σειρὰ τῶν ῥητόρων, οἵτινες διεδέχθησαν ἀλλή-
2799λους ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον ὅτι ἐπὶ 14 μῆνας συ-
2800ζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἐποχῆς ἐθεω-
2801ρήθη ἀναγκαῖον, κατὰ κοινὴν συνεννόησιν τοῦ Βασιλέως καὶ
2802τῶν διαφόρων πολιτικῶν κομμάτων, ἵνα ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀνα-
2803θεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἔκτοτε τὰ ἀφορῶντα
2804εἰς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864,
2805εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἀπετέλεσαν τὸ θέμα τῆς
2806συζητήσεως οὐ μόνον ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις, ἀλλὰ
2807καὶ ἐκτὸς αὐτῶν. Καὶ μολαταῦτα εὑρισκόμεθα καὶ σή-
2808μερον ἀκόμη ἀπέναντι τῆς αὐτῆς ἀσαφείας τῶν ἰδεῶν,
2809ἀπέναντι τῆς αὐτῆς ἀβεβαιότητος, ἥτις καὶ τότε ἐκράτει
2810καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
2811ἄρθρου 107· διότι δὲν ἠκούσθη μὲν γνώμη ὅτι ἡ ἀναθεώ-
2812ρησις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπαράδεκτος
2813ὡς διατάξεως θεμελιώδους τοῦ Συντάγματος, ἐγένοντο ὅμως
2814ὑπαινιγμοὶ περὶ τούτου. Ἐπίσης διάστασις γνωμῶν προέ-
2815κυψε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν τουτέστι πρέπει εὐ-
2816χερὴς νὰ κατασταθῇ εἰς τὸ μέλλον, διὰ τῆς νέας νομοθε-
2817τήσεως τοῦ ἄρθρου 107, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος
2818ἡμῶν ἢ δυσχέρειαι τοὐναντίον νέαι νὰ παρεμβληθῶσιν ἢ
2819ἂν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, αἱ
2820ὁποῖαι ἦσαν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα.
2821Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐνώπιον δύο σχεδίων ὡς πρὸς τὸ
2822ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβλη-
2823θέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτε-
2824λούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς
2825τῆς συνταγματικῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ σχέδια ταῦτα μό-
2826νον, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Βουλή· εἶναι καὶ αἱ τρο-
2827πολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν διαφόρων Βουλευτῶν,
2828ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ τροπολογία ἡ ἀπόψε ὑποβληθεῖσα ὑπὸ
2829τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τροπολογία, ἥτις
2830ἀπεδέχθη ἐν μέρει τὸ κείμενον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτρο-
2831πῆς, εἰσήγαγε δ’ ἐν αὐτῷ μεταβολὰς ἀρκετὰ οὐσιώδεις.
2832Αἱ μεταβολαὶ αἱ εἰσαχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2833βερνήσεως διὰ τῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑποβληθείσης τροπο-
2834λογίας εἶναι ἡ ἀπάλειψις τῆς πενταετίας, μετὰ τὴν ὁποίαν
2835θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν
2836κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ, εἶναι ἡ διάλυ-
2837σις τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφασιζούσης περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς
2838ἀναθεωρήσεως, εἶναι ἐπὶ πλέον ἡ παρεμβολὴ νέας διατά-
2839ξεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 107, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν
2840καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως δεκαετίας νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις
2841τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἐπὶ τῷ σκοπῷ προσθήκης θεσμοῦ
2842ἱδρύοντος καὶ δευτέραν Βουλήν.
2843Λέγων προκαταβολικῶς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν τροπο-
2844λογιῶν τούτων ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως
2845σύμφωνος πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2846νήσεως εἰσαχθείσας τροπολογίας, διότι καὶ ἡ δεκαετία,
2847ἴσως μάλιστα καὶ διάστημα χρονικὸν πέρα τῆς δεκαετίας,
2848θὰ ἔλεγον ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ εἰς τὸ πολίτευμα
2849ἡμῶν, ἀποχρώντως δικαιολογεῖται, ἵνα μὴ δεχόμενοι πεν-
2850ταετίαν ἢ ἑξαετίαν, ὡς ἄλλος τις τῶν κ. συναδέλφων προέ-
2851τεινε, καταστήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εὔκολον εἰς με-
2852ταβολὰς καὶ ἀσταθὲς καὶ ἀβέβαιον ἐν τῇ συνειδήσει τῆς
2853κοινωνίας, καίτοι εἶναι νόμος καταστατικὸς τῆς Πολιτείας.
2854Ἐπίσης ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφα-
2855σίζουσα περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος κατὰ
2856τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ διαλύηται εὐθὺς ἀμέ-
2857σως ἅμα τῇ δευτέρᾳ ἀποφάσει. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι εἶναι
2858ἀποχρῶσα δικαιολογία ὁ λόγος ὁ προβαλλόμενος ὑπὸ τῆς
2859συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μὴ διαλύηται ἡ Βουλὴ
2860αὕτη, ὁ λόγος τουτέστιν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ ποτε Βουλή, ἡ
2861ὁποία δὲν θὰ συναινέσῃ ν’ αὐτοθυσιασθῇ ψηφίζουσα τὴν
2862ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι οὕτω θὰ ἐδημιουρ-
2863γεῖτο μία δυσχέρεια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναθεωρήσεως.
2864Δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι σοβαρός, διότι,
2865καὶ ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ καὶ τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς ἐπιτροπῆς,
2866κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα τὴν ἀναθεώρησιν
2867τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι ἠναγκασμένη ἐξ ἐπιταγῆς συν-
2868ταγματικῆς ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὰ ἴδια εὐθὺς ἀμέσως μετὰ
2869τὴν ἀπόφασίν της ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς
2870εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ νομοθετοῦσα, Βουλή, ἥτις ἀπε-
2871φάνθη ἤδη δὶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνα-
2872θεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς
2873Βασιλεὺς ἐξασκῶν τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν καὶ ποι-
2874ούμενος χρῆσιν τῶν προνομίων τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν
2875θέλει διαλύσει Βουλήν, ἡ ὁποία, αὐτὴ αὕτη, ἀνεγνώρισε δι’
2876ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς
2877ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐν-
2878νοήσω πῶς δύναται νὰ παραμείνῃ ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ πῶς ὁ
2879Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀνεχθῇ Βουλὴν ἀσκοῦσαν ἔργα νομοθε-
2880τικά, Βουλήν, ἥτις νέον χρῖσμα καὶ νέον κῦρος πρὸς οὕτω
2881σοβαρὸν ἔργον πρέπει νὰ λάβῃ ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἑλ-
2882ληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτον, λέγω, τὸν λόγον, εἴτε νομοθετηθῇ
2883τὸ ἄρθρον 107 ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή, εἴτε νομοθετηθῇ
2884ὡς προτείνει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ
2885διάλυσις πάντοτε θὰ ἐπέλθῃ· καὶ δὲν θέλει μὲν ἐπέλθει εἰς
2886τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῆς συντα-
2887γματικῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ἐπιταγῆς συνταγματικῆς, θέλει
2888ὅμως ἐπέλθει τότε ἐκ τῆς βίας καὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης
2889καὶ τῆς λογικῆς ἀκολουθίας τῶν πραγμάτων.
2890§146Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι πολὺ ὀρ-
2891θὸν ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μᾶς παρου-
2892σίασε περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἄμεσος διάλυ-
2893σις ἦτο κἄτι τι δυσχερές, ἐδημιούργει νέας δυσχερείας.
2894§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑπομνή-
2895σητε τί παρελθὸν ἐννοεῖτε. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ,
2896ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ὅρον συγκρίσεως πρὸς τὸ μέλλον, περὶ
2897τοῦ ὁποίου νομοθετοῦμεν, διότι τὸ πρόσφατον παρελθὸν εἶχε
2898δημιουργήσει κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι πᾶν ἄλλο παρὰ ὁμα-
2899λήν, εἶχε δημιουργήσει κατάστασιν ἐπαναστατικήν, κατὰ
2900τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ Βασιλεὺς οἰκείᾳ
2901θελήσει ἤσκει τὰς προνομίας καὶ τὰ δικαιώματά του, νο-
2902μοθετοῦντες δὲ περὶ τοῦ μέλλοντος ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν
2903περιστάσεις ἐντελῶς ἀλλοίας, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει περιστά-
2904σεις ἐντελῶς διαφόρους πρὸς ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας
2905ἐκάμετε ὑπαινιγμόν, περιστάσεις ἐντελῶς ὁμαλάς, κατὰ
2906τὰς ὁποίας ἡ Βουλή, ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς βαίνουσα εἰς τὸ
2907ἔργον αὑτῆς, θέλει ἀποφανθῆ ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη τῆς
2908ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ θέλει προβῆ εἰς ψήφι-
2909σμα περὶ αὐτῆς.
2910§148Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐννοοῦμεν τὸ γεγονὸς τῆς διαλύ-
2911σεως. Παρουσιάζονται δυσχέρειαι ἄλλαι πολιτικαί.
2912§149Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι δυσχέρειαι· αὐτὰ εἶναι προσκόμ-
2913ματα ἐπὶ προσχημάτων.
2914§150Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν τὸ πρόσκομμα αὐτὸ δύ-
2915ναται, ἐὰν παρουσιασθῇ, νὰ ἐμποδίσῃ μίαν τάσιν πρὸς ἀνα-
2916θεώρησιν.
2917§151Γ. ΠΩΠ. Ἡ Βουλή, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, θὰ διαλυθῇ
2918λόγῳ προσχημάτων.
2919§152Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἁρμοδιώτερος κριτὴς περὶ
2920τῶν ἐνδεχομένων αὐτῶν προσκομμάτων τῶν ἐκ πολιτικῶν
2921γεγονότων δημιουργουμένων πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς,
2922θὰ εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
2923νοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Κυβέρνησις· ἡ δὲ Κυβέρνησις πάν-
2924τως δὲν θὰ προκαλέσῃ ψήφισμα τῆς Βουλῆς περὶ ἀναθεω-
2925ρήσεως τοῦ πολιτεύματος εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν
2926ἐνδείκνυται ἐκ τῶν συντρεχουσῶν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον
2927περιστάσεων καὶ ἐξ ἄλλων πολιτικῶν ἀναγκῶν ἡ ἄμεσος
2928διάλυσις, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποκρούεται ἡ ἀναθεώρησις. Διὰ
2929τοῦτο λέγω ὅτι, οἱανδήποτε ἐκδοχὴν καὶ ἂν δεχθῶμεν,
2930εἴτε τὴν ἐκδοχὴν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἴτε τὴν
2931τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀνάγκη τῆς
2932διαλύσεως τῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν δευτέραν ψῆφον περὶ
2933ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνάγκη ἐπιβαλλο-
2934μένη μὲν ἀπολύτως καὶ ἕνεκα λόγων οὐσίας ἐκ τῶν πρα-
2935γμάτων, ἐπιβαλλομένη δὲ καὶ τύποις ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ
2936ἄρθρου 107 ὡς προτείνεται ἡ διασκευὴ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
2937τίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
2938Ἀπομένει, Κύριοι, ἡ κεφαλαιωδεστέρα πρότασις τοῦ κ.
2939Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διὰ προσθήκης παραγράφου
2940εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἰσαγομένη, ἡ πρότασις περὶ
2941τοῦ δυνατοῦ τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν δι’
2942ἐγκαταστάσεως Σώματος δευτέρας Βουλῆς, ἠκούσατε δὲ
2943πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βου-
2944λευτήν, τὸν καὶ πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς,
2945προβάλλοντα κατηγορηματικῶς τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συ-
2946ζητήσεως ταύτης. Ἐάν, Κύριοι, ἤθελον τεθῆ εἰς τὴν θέ-
2947σιν, ἀφ’ ἧς ἔκρινον τὰ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ σεβαστὸς
2948πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2949νήσεως, θὰ συνεφώνουν μετὰ τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν καὶ θὰ
2950ἔλεγον ὅτι ἀληθῶς ἡ προτεινομένη μεταβολὴ τοῦ πολιτεύ-
2951ματος εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι — καὶ δὲν νομίζω δεκτικὸν
2952μακρᾶς συζητήσεως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο — διότι φρονῶ
2953ὅτι δὲν δύναται νὰ προκύψῃ εὔλογος δισταγμὸς ὅτι θεμε-
2954λιώδη, θεμελιωδεστάτην, δύναμαι νὰ εἴπω, διάταξιν τοῦ
2955πολιτεύματος θίγομεν εἰσάγοντες δεύτερον Σῶμα βουλευ-
2956τικόν, καὶ ἂν φαίνεται κολάζουσά πως τὸ πρᾶγμα ἡ δια-
2957τύπωσις τῆς νέας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ἡ διατύπωσις,
2958κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας θέλει
2959γίνεσθαι διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐν τούτοις δὲν δύνα-
2960μαι νὰ μεταβάλω γνώμην, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι ἡ
2961εἰσαγωγὴ τοιούτου τινὸς θεσμοῦ δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν
2962θεμελιώδους, θεμελιωδεστάτης διατάξεως τοῦ πολιτεύμα-
2963τος ἡμῶν. Ἀνεπτύχθησαν πλέον ἢ ἐπαρκῶς, Κύριοι, οἱ λό-
2964γοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης, θὰ
2965ἔμενε δὲ νὰ προσθέσω τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, ἐνῷ τὸ πολί-
2966τευμα τὸ καθεστὼς ὁρίζει δύο παράγοντας τῆς νομοθετι-
2967κῆς ἐξουσίας, τὸν παράγοντα τὸν μοναρχικὸν καὶ τὸν πα-
2968ράγοντα τὸν λαϊκόν, ἡ παρεμβολὴ τρίτου παράγοντος,
2969οἷος εἶναι ἡ Γερουσία, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ
2970λαοῦ ἀπορρέῃ αὕτη, ἡ παρεμβολὴ τρίτου παράγοντος εἰς
2971τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι ἢ μετα-
2972βολὴ αὐτῶν τούτων τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
2973Καὶ διὰ νὰ ἐννοηθῇ πληρέστερον τοῦτο καὶ διὰ νὰ ἀρθῇ
2974ἀπὸ τοῦ μέσου ἡ ἀντίρρησις ἡ ἀναμενομένη βεβαίως, ὅτι
2975ἀπὸ τοῦ λαοῦ ἀπορρέει καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη, καὶ ὁ παράγων
2976οὗτος ὁ τρίτος νομοθετικός, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀμέσου καθολικῆς
2977ψηφοφορίας θὰ προέρχηται τὸ δεύτερον βουλευτικὸν Σῶμα,
2978τὸ ἀσκοῦν μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ ν’ ἀπο-
2979κλεισθῇ ἡ ἀντίρρησις αὕτη, θὰ ἤρκει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν
2980θεωρίαν αὐτὴν τοῦ μερισμοῦ ἄνευ ἐλαττώσεως δῆθεν τῆς
2981λαϊκῆς θελήσεως, τῆς λαϊκῆς συμμετοχῆς ἐν τῇ ἀσκήσει
2982τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διαιροῦντες αὐτὴν ὄχι εἰς δύο νο-
2983μοθετικὰ Σώματα, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν μερισμὸν
2984τοῦτον τῆς λαϊκῆς θελήσεως εἰς πλείονα τῶν δύο, καὶ νὰ
2985κατανείμωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀναλογοῦσαν
2986εἰς τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον εἰς τρεῖς, τέσσαρας παράγοντας.
2987Θὰ ἴδωμεν τότε ἂν ἡ μείωσις τοῦ μέρους τοῦ ἀναλογοῦντος
2988εἰς ἕκαστον τῶν παραγόντων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομοθε-
2989τικῆς ἐξουσίας δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῆς λαϊκῆς συμμετο-
2990χῆς. Διὰ τοῦτο λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ παρεμβολὴ δευτέρου
2991Σώματος ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι
2992ἄλλο τι ἢ μείωσις τῆς λαϊκῆς δυνάμεως ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς
2993νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἄρα μεταβολὴ τῆς μορφῆς τοῦ
2994πολιτεύματος.
2995Δὲν λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν
2996γνώμην ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ τοῦ κ.
2997Πρωθυπουργοῦ, ὑπερακοντίζων μάλιστα καὶ τὸν κ. Πρωθυ-
2998πουργὸν θὰ ἔλεγον ὅτι ἐπιθυμῶ Γερουσίαν κατ’ ἄλλον
2999τρόπον ἐκλεγομένην καὶ ἐμφαίνουσαν καὶ ἐκ τοῦ τρόπου
3000τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς
3001τὰ συντηρητικώτερα στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας
3002καὶ δημιουργοῦσαν οὕτω μίαν δύναμιν ἀντίρροπον πρὸς τὴν
3003παντοκρατορίαν τὴν βουλευτικήν, καὶ ἀντιστάθμισμα τῆς
3004δυνάμεως, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα εἴδομεν μέχρι τοῦδε
3005ὁποῖα εἶναι. Ἀλλὰ ταῦτα πολὺ ὀλιγώτερον εἶναι δυνατὸν
3006νὰ γίνωσι δεκτά, ἀφοῦ ἀμφισβητεῖται, καὶ εὐλόγως ἀμφι-
3007σβητεῖται, τὸ δικαίωμα ἡμῶν πρὸς τοιαύτας μεταρρυθμί-
3008σεις καὶ ἀφοῦ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ τῆς παμψηφίας σχεδὸν τῆς
3009Βουλῆς δεχόμεθα ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἁπλῶς ἀναθεω-
3010ρητικὸν καὶ εἰς ὡρισμένα ὅρια περιστέλλεται, καὶ τῶν ὁρίων
3011τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ παρεκκλίνωμεν οὔτε κατὰ μίαν
3012κεραίαν.
3013Ἐν τέλει, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυν-
3014θῶμεν ἑτέρας τινὸς διατάξεως καλῶς καὶ σοφῶς κειμένης,
3015ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος τῷ ἐν ἰσχύϊ, δὲν πρέ-
3016πει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν
3017ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν δια-
3018τάξεων τοῦ Συντάγματος, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ
3019καὶ καλεῖται νέα μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Κατὰ
3020τὸ μέρος τοῦτο ἀμφότερα τὰ σχέδια τῆς τε συνταγματι-
3021κῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτε-
3022λούντων τὴν Κυβέρνησιν ὁμοφώνως προτείνουσιν, ὅπως ἡ
3023Βουλὴ ἡ μέλλουσα ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα συνέρχη-
3024ται ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν,
3025ὅπως καὶ αἱ συνήθεις Βουλαί. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ
3026περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ, μέχρι τοῦ ὁρίου εἰς τὸ ὁποῖον ἐξι-
3027κνεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τῶν συνήθων Βουλῶν, δι-
3028ευκολύνει ἐν μέρει τὴν ἀπρόσκοπτον διεξαγωγὴν τῆς ἀνα-
3029θεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μου
3030ὅτι ἐν περιπτώσει διπλασιασμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπρο-
3031σώπων τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἢ μᾶλλον εἶναι βέ-
3032βαιον, ὅτι τῆς Βουλῆς θέλουσι μετάσχει ἐντελῶς νέα στοι-
3033χεῖα, στοιχεῖα ἐξασφαλίζοντα τὴν ἱκανότητα πρὸς τὸ νο-
3034μοθετικὸν ἔργον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δὲ χαρακτῆρος καὶ ἀπὸ
3035ἀπόψεως μαθήσεως χρησιμώτατα καὶ ἐκ διαθέσεων ὁρμώ-
3036μενα ἀγαθῶν, καὶ τιθέμενος εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκλέξω με-
3037ταξὺ τῶν δύο τούτων περιπτώσεων, ἀδιστάκτως, λέγω,
3038ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο ἀγαθόν, τὸ ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον θέλει
3039προκύψει ἐκ τῆς συμμετοχῆς νέων προσώπων ἐν τῇ Ἀνα-
3040θεωρητικῇ Βουλῇ εἶναι πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ἑτέρου ἀγαθοῦ,
3041τὸ ὁποῖον ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Οὔτε ὁ λόγος
3042τῆς δαπάνης μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σοβαρός, ἵνα
3043ἐπηρεάσῃ εἰς τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν. Ἂν δὲ ὑπῆρχον καὶ
3044δισταγμοί τινες περὶ τούτου, περὶ τοῦ ὅτι κοσμίως καὶ κα-
3045λῶς καὶ συντόμως θὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς Ἀνα-
3046θεωρητικῆς Βουλῆς, οἱ δισταγμοὶ οὗτοι αἴρονται ἐκ τοῦ
3047παραδείγματος τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς, τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία
3048περιέλαβε νέους ἄνδρας ἐξαιρετικῆς μορφώσεως καὶ χα-
3049ρακτῆρος καὶ διαθέσεων ἐξόχως πατριωτικῶν. Καὶ ἡ πο-
3050ρεία τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς αὐτῆς κατέδειξεν ὅτι οὕτως
3051ἀγόμεθα εὐκολώτερον καὶ συντομώτερον εἰς τὸ πέρας τῶν
3052ἐργασιῶν ἡμῶν, παρὰ ἐὰν εἴχομεν Βουλὴν ἀποτελουμένην
3053ἐκ τοῦ συνήθως ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· διότι εἰς τὴν πε-
3054ρίπτωσιν ἐκείνην δὲν ἠθέλομεν ἔχει παρὰ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ
3055πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπάγγελμα καὶ καθ’ ἕξιν βίου πο-
3056λιτεύονται. Καὶ μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς προσφά-
3057τους περιστάσεις τὰς ἐκλογικάς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τοιαῦται,
3058ὥστε νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ ν’ ἀναδείξωσι τοιούτους ἄν-
3059δρας, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας περιστάσεις ἄλλας, πε-
3060ριστάσεις καθ’ ἃς ὁ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν αὐ-
3061τῶν θὰ ἦτο ἀδύνατος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπάγ-
3062γελμα πολιτεύονται. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι
3063δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ πο-
3064λιτεύματος τοῦ 1864 τοῦ καθιερώσαντος τὴν διπλῆν Βου-
3065λήν, φρονίμως καὶ σοφῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ νέῳ
3066Συντάγματι νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἂν
3067δὲ παρὰ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ ἀριθμὸς ὁ διπλά-
3068σιος ἤθελε φανῆ ὑπεράγαν ὑπερβολικός, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον
3069τότε νὰ εὑρεθῇ τρόπος οἰκονομῶν τὸ πρᾶγμα, αὐξανομένου
3070τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ ἡμιόλιον ἢ κατ’ ἄλ-
3071λην ἀναλογίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ εἴσοδος ἐν τῷ Κοι-
3072νοβουλίῳ ἀνδρῶν νέων μάλιστα ὡς ἐκείνους τοὺς ὁποίους
3073δικαιότατα ἐξετίμησεν ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα).
3074§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
3075§154Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βου-
3076λευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἂν δὲν
3077εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ ἐκ-
3078φέρῃ τὴν γνώμην του δημοσίᾳ, διὰ νὰ λαμβάνῃ τὴν εὐθύ-
3079νην καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς του καὶ ἀπέναντι τῆς
3080κρίσεως τῶν μεταγενεστέρων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ
3081ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον παρέλκει τελείως καὶ πρέπει νὰ
3082ἀπαλειφθῇ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὄχι μόνον ἡ κατάργη-
3083σις παντὸς πολιτεύματος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναθεώρησις κατ’
3084ἴσον λόγον δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως γράφει ἀκριβῶς ἡ ῥήτρα
3085ὑπ’ ἀριθ. 108, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πάντοτε ἀπὸ στάσιν
3086ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν τοῦ Κράτους ἐπιβαλλομένην, ὅταν ἡγού-
3087μενος ἢ Κυβερνῆται ἐπίβουλοι ἐπιβάλωσι τὴν ἀνάγκην
3088ταύτην. Αὐτὸ δὲ λέγω, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν
3089ἱστορίαν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 τὸ
3090ἐπέβαλεν ἡ βία εἰς τὴν Βαυαρικὴν δυναστείαν, τὸ Σύν-
3091ταγμα τοῦ 1864 τὸ ἐπέβαλεν ἡ βία εἰς τὴν Χριστιανι-
3092κὴν δυναστείαν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1910 ἐπέβαλεν ἡ αὐ-
3093στηρὰ βία εἰς τὴν αὐτὴν δυναστείαν. Συνεπῶς ἡ λέξις «ἐπι-
3094τρέπεται» εἶναι σκιώδης ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας, διότι
3095δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται, καὶ ἐπιβάλλεται πάν-
3096τοτε, εἴτε κατάργησις εἴτε ἀναθεώρησις τῶν ἐν ἰσχύϊ πο-
3097λιτευμάτων, πάντοτε, λέγω, διὰ τῆς βίας. Ἂν ὅμως τοῦτο
3098δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον,
3099ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ χρόνος δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ
3100δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ με-
3101ταγενέστεροι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου
3102ἀσφαλῶς, εἴτε εἰς πέντε ἔτη εἴτε εἰς δέκα, θὰ ὁμιλήσωσι
3103περὶ ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, οὐχὶ εὐφήμως, θὰ κατηγο-
3104ρήσωσιν ἡμῶν ἀσφαλῶς ὡς στενοκεφάλων, θὰ κατηγορήσω-
3105σιν ἡμῶν ὡς ἁπλοϊκῶν, διότι, ἐνῷ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν
3106τῷ κοινοβουλευτικῷ ἡμῶν ἐθνικῷ βίῳ τόσον τὸ πολί-
3107τευμα, ὅσον καὶ ἡ ἀναθεώρησις αὐτοῦ ἐπεβλήθη πάντοτε
3108διὰ τῆς βίας, ὅπως καὶ θὰ ἐπιβληθῇ πάλιν διὰ τῆς βίας
3109κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τὴν μέλλουσαν, ὅπως ἐγένετο δηλ.
3110ἡ ἀναθεώρησις ὑπὸ τὸ κράτος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ
3111ἀναθεώρησις, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πολὺ ταχέως θὰ
3112ἐπιβληθῇ καὶ πάλιν διὰ τῆς βίας ἡ ἀναθεώρησις αὐτοῦ.
3113Θέλω ν’ ἀποφύγω δι’ αὐτοῦ τοὐλάχιστον τὴν μομφήν, ἡ
3114ὁποία θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων.
3115Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει πρὸς
3116τὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν φράσιν τὴν ἐν
3117τῷ γʹ ἐδαφίῳ, ἥτις λέγει «κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον»,
3118διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ εἶναι πάντως γνησιωτέρα ἡ
3119θέλησις τοῦ λαοῦ, διότι θὰ εἶναι ἐγγυτέρα ἡ ἐρώτησις,
3120ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς αὐτόν. Ἐπίσης συμφωνῶ, ὅπως ἐτρο-
3121ποποιήθη πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
3122τὸ αὐτὸ ἐδάφιον, προστεθέντος ὅτι πρέπει νὰ γίνηται δι’
3123ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Λέγω τοῦτο, διότι ἐκτὸς τῶν
3124ἄλλων λόγων εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύναται νὰ προκαλῆται
3125ψηφοφορία καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, καὶ βεβαίως θὰ
3126συγκρούωνται αἱ γνῶμαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέ-
3127ρος, καὶ συνεπῶς παρέλκει ἡ μεγάλη πλειονοψηφία. Ἀρ-
3128κετὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ, ὥστε νὰ ψηφίζηται πᾶσα διάτα-
3129ξις διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός. Ἐκεῖνο, πρὸς
3130τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶ-
3131ναι τοῦτο, ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν. Παρεδέ-
3132χθη τουτέστι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ ὁ
3133Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς
3134τῶν Βουλευτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, «κινεῖ καὶ σαλεύει τὴν
3135ἡσυχίαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐν ἠρεμίᾳ ἀναθεώρησιν τοῦ
3136Συντάγματος». Ἐν τούτοις ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει·
3137πρῶτον τὸ «κινεῖ καὶ σαλεύει» εἶναι φυσικὸν διὰ τὸν
3138ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ μεταβολὴ θὰ εἶναι πάντοτε
3139βιαία. Συνεπῶς ἡ κίνησις καὶ ὁ σάλος, ἐὰν δὲν εἶναι ἔξω,
3140θὰ εἶναι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώ-
3141μην μου ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς εἰσάγει νέον αἷμα, εἰσάγει
3142νέους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν φώτων αὐτῶν θὰ συντείνω-
3143σιν εἰς τὴν πληρεστέραν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀντι-
3144προσωπεύωνται πᾶσαι αἱ λαϊκαὶ τάξεις καὶ συνεπῶς θ’ ἀν-
3145τιπροσωπεύηται ὁλόκληρος ἡ λαϊκὴ θέλησις.
3146Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην γνώμην, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
3147λαοῦ δὲν λαμβάνεται πολὺ ὑπ’ ὄψιν, τοῦτο δ’ ἀποδει-
3148κνύει καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ 1864 Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἦτο
3149προσβλητικώτατον κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, καὶ
3150ἐπεφυλάχθην ν’ ἀναπτύξω τὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν συζή-
3151τησιν τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
3152δρος μετέθεσε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον καὶ
3153δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο. Ἔχω
3154καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκτὸς
3155τῶν ἄλλων λόγων, περὶ ὧν ὡμίλησα, προκειμένου περὶ τοῦ
3156διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατος,
3157εἶναι ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἁπλῆ Βουλή, αὕτη θ’ ἀντιπροσωπεύη-
3158ται ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκολουθῶσιν ὡρι-
3159σμένας πολιτικὰς ἀρχάς· συνεπῶς δὲν θ’ ἀπομακρύνωνται
3160τούτων ὡς θ’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἔλθωσιν
3161ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ μὲ νέας ἰδέας. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἀκολου-
3162θίαν ἐκείνη, ἐὰν εἶναι διπλῆ, δὲν θὰ εἶναι ἐξ ἅπαντος
3163κομματική. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, ἔχω τὴν ἰδέαν
3164ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγμα-
3165τος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀπηλείφθη, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ
3166ἀπάλειψις εἶναι μία ὕβρις κατὰ τοῦ προσώπου τῶν Βου-
3167λευτῶν, διότι λέγον τοῦτο ὅτι ἡ τήρησις τοῦ πολιτεύμα-
3168τος ἐπαφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἐξεπρο-
3169σώπει τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ θέλησιν τοῦ λαοῦ.
3170§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑφίσταται ἄθικτον.
3171§156Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε μένει ὡς ἔχει. Ναί. Δὲν
3172θ’ ἀρνηθῆτε ὅμως ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ὑπὸ συ-
3173ζήτησιν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφωνότατον καὶ πρὸς τὸ
3174ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
3175εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ λεγόμενον παρὰ τοῖς Ἄγγλοις ἀν-
3176τίστασις κατὰ τῆς ἐλευθερίας, ἀντιστρατεύεται, λέγω, πρὸς
3177τὸ ἄρθρον 110, διότι ὁρίζεται ὁ χρόνος, περιορίζεται του-
3178τέστιν ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ
3179ἐξαρτᾶται ἡ μὴ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος· πρῶ-
3180τον διότι ὁρίζει ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
3181τος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι ἐγώ, διότι ἡ με-
3182ταβολὴ ἐν μέρει τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπέρχεται ποτὲ
3183κανονικῶς, ἀλλὰ πάντοτε ἐπέρχεται βιαίως. Λοιπὸν ὁ λαὸς
3184ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύμα-
3185τος, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν
3186τοῦ πολιτεύματος· προέχει οὕτω τὸ ζήτημα τοῦ καθορι-
3187σμοῦ τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἐπειδὴ
3188δὲ νομίζω ὅτι πρέπει ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ψή-
3189φου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ προτείνω καὶ διὰ τὸ ἄρθρον
3190τοῦτο τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
3191§157Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί,
3192τὸ μὲν ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ δὲ
3193ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν παρατηρῶ
3194ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ὀφείλει νὰ ὁρίσῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν
3195ἐποχὴν τῆς πρώτης ἀναθεωρήσεως, καὶ δεύτερον τὰς διατυ-
3196πώσεις, ὑφ’ ἃς θὰ γίνεται ἑκάστοτε ἡ ἀναθεώρησις. Ὁ μὲν
3197τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως πρέπει νὰ μείνῃ διατετυπωμέ-
3198νος ἀνεξαρτήτως πάσης προθεσμίας, ἐὰν δὲ διὰ τὴν πρώτην
3199ἀναθεώρησιν θέσωμεν προθεσμίαν, εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν
3200διάταξιν ἐντελῶς κεχωρισμένην. Τοῦτο γίνεται πολὺ εὐκό-
3201λως, ἐὰν τὸ ἄρθρον ἀρχίζῃ ἀπὸ τὰς λέξεις «ἐπιτρέπε-
3202ται ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων....»
3203§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ εἶναι ἡ
3204ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ῥυθμίζεται ἡ ἀναθεώρησις πάντοτε διὰ
3205τὸ μέλλον.
3206§159Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀφήνοντες ἐντελῶς ἀόριστον,
3207ὡς πολλοὶ συνάδελφοι προέτειναν, τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης
3208ἀναθεωρήσεως ὄχι μόνον δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ γίνῃ
3209αὕτη πολὺ ταχέως, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ μέλλοντες Βουλευ-
3210ταὶ θὰ εἶναι πάντοτε μᾶλλον κατὰ τῆς ἀναθεωρήσεως.
3211Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρὸ παντὸς οὐδέ-
3212ποτε πρέπει νὰ δύναται οἱονδήποτε κόμμα ν’ ἀναθεωρήσῃ
3213αὐτὸ καὶ μόνον τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον
3214ὅτι, ὅταν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψη-
3215φία μιᾶς καὶ μόνης Περιόδου, θὰ ἐπιβληθῇ τότε ἡ γνώμη
3216τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην, τοῦτο δὲ δὲν
3217θὰ συμβῇ, ἐὰν περιλάβωμεν τὴν λέξιν «μόνον», τὴν ὁποίαν
3218εἶχεν ἡ ἐπιτροπή, διότι ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι μεταξὺ τῆς
3219πρώτης Περιόδου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἑπομένης δὲν θὰ
3220ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ πλειονοψηφία, διότι τὰ ἄρθρα τὰ κριθέντα
3221ἀναθεωρητέα κατὰ τὴν πρώτην Περίοδον δύνανται νὰ
3222μὴ κριθῶσιν ἀναθεωρητέα κατὰ τὴν δευτέραν· ἐνῷ τοὐ-
3223ναντίον, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ «μόνον», τότε ἡ πλειονο-
3224ψηφία, ἡ εὑρισκομένη κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην Περίοδον,
3225θὰ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι
3226βεβαίως ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας πάντων ἡμῶν καὶ πρῶτον,
3227ὑποθέτω, αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον
3228θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἀφήσωμεν τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπι-
3229τροπῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν, δηλ. ἡ ἀναθεώρησις νὰ
3230γίνηται εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν διὰ τῶν δύο τρίτων
3231τῶν παρόντων Βουλευτῶν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι,
3232ὅπως ἀναθεωρηθῶσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ Συντάγματος, ἐπι-
3233βάλλεται νὰ εἶναι σύμφωνα τοὐλάχιστον τὰ δύο μᾶλλον
3234ἰσχυρὰ κόμματα τοῦ ἔθνους, καὶ ἡ ἀπαρτία τῶν δύο τρί-
3235των ἀσφαλίζει τοῦτο.
3236Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Καθό-
3237σον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν ὁμολογῶ ὅτι τὰ λεχθέντα σήμε-
3238ρον τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον Ἀττι-
3239κῆς καὶ Βοιωτίας ἦσαν πολὺ πειστικά, καὶ συντάσσομαι
3240μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
3241§160Ν. ΒΑΡΘΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3242§161Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι ἐκ μέρους τῆς ἀξιω-
3243ματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ κόμματος τοῦ κ. Ζαΐμη, ἡ
3244ὁποία εἶναι ἔντιμος Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει
3245μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς πε-
3246ριωπῆς της (χειροκροτήματα ἔκ τινων ἑδρῶν).
3247§162Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ
3248ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν καλούμεθα ἡμεῖς νὰ ῥυθμίσωμεν
3249τὴν βιαίαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ βία δὲν
3250ἔχει οὔτε ῥυθμὸν οὔτε ὅρια. Εὐθὺς ὡς ἀποφασισθῇ ἢ ὡς
3251κριθῇ ἀναγκαῖον ἢ εὐθὺς ὡς ἐπιτρέψωσιν ἢ ὡς νομίσωσιν οἱ
3252ἁρμόδιοι, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευ-
3253τής, οἱ τοῦ ἄρθρου 110, δηλ. ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλ-
3254λήνων, ὅτι πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς
3255χώρας κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, παρὰ πρὸς τὰ
3256θεσπιζόμενα ἢ καθοριζόμενα ἐν τῷ Συντάγματι, τότε οὔτε
3257ὅρια ὑπάρχουσιν οὔτε ἄλλο τι οὔτε συνταγματικαὶ διατά-
3258ξεις. Ἡ βία κανονίζει τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς
3259θέλησιν, ὁ λαὸς δηλαδὴ ὁ κυρίαρχος κανονίζει καὶ συντά-
3260γματα καὶ πολιτεύματα, ὅπως δόξῃ αὐτῷ κατὰ τὴν στι-
3261γμήν, καθ’ ἣν θ’ ἀποφασίσῃ, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν
3262δύναμιν ν’ ἀποφασίσῃ.
3263Πρόκειται ὅμως ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μερι-
3264μνήσωμεν περὶ εἰρηνικῆς λεγομένης ἀναθεωρήσεως, διότι
3265ἡ βία, ὡς εἶπον, δὲν ἔχει κανόνας, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν
3266εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων ἄνθρωποι ἠρέμως κρίνον-
3267τες, ἠρέμως συζητοῦντες νὰ ῥυθμίσωσι μὲ ῥυθμοὺς καὶ κα-
3268νόνας τὰς πράξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ
3269σκεφθῶσιν οὕτω, καταλύοντες ἢ διορθοῦντες τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
3270Μεριμνῶντες λοιπὸν περὶ τῆς εἰρηνικῆς ῥυθμίσεως, ἐὰν γίνῃ
3271τοιαύτη, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, εἴμεθα ὑπο-
3272χρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, εἴμεθα
3273ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συν-
3274τάγματος. Καὶ ἐν πρώτοις ζήτημα ἀπασχολῆσαν τὴν
3275ἑσπέραν ταύτην τοὺς ῥήτορας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
3276εἶναι ἡ χρονικὴ διάρκεια ἡ τεθεῖσα, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐπι-
3277τρέπεται, κατὰ τοὺς κανόνας, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς ὁποίους
3278ἔχει ἤδη ἡ Βουλή, ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος. Τὴν
3279διάρκειαν ταύτην ἐθεώρησαν ἄλλοι πρὸ ἡμῶν συντα-
3280κτικῶς θεσπίσαντες ὡς σκόπιμον· ὡς τοιαύτην εἴμεθα ὑπο-
3281χρεωμένοι, φρονῶ, νὰ τὴν θεωρήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀκολου-
3282θοῦντες πάντοτε ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ἂν ὄχι ἀπὸ
3283ἄλλο τι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ διάταξις
3284αὕτη, ὅπως ἐλέχθη ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἢ ὅπως ἀπε-
3285πειράθη νὰ λεχθῇ, εἶναι θεμελιώδης, διότι τὸ χρονικὸν
3286διάστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θεμελιῶδες. Δύναταί
3287τις εἴτε συντακτικῶς ἀποφασίζων εἴτε ἀναθεωρῶν ἄρθρον,
3288τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις, ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ
3289τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, νὰ ὁρίσῃ δὲ καὶ τὸ χρονικὸν
3290διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ μέλλον
3291νὰ ῥυθμισθῇ ἄλλως τὸ ἤδη ἀποφασισθέν. Λέγω δ’ ὅτι εἶναι
3292ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπιβεβλημένον τοῦτο ἐκ τῆς ἀνάγκης
3293τῶν πραγμάτων, διότι θὰ ἦτό τι ἄνευ σκοποῦ, θὰ ἦτό τι
3294μάταιον νὰ εἴπῃ τις ὅτι δύναται εὐθὺς ἀμέσως νὰ μεταρ-
3295ρυθμισθῶσι διατάξεις συνταγματικαὶ μετὰ ἓν ἔτος ἢ μετὰ
3296ἕνα μῆνα ἢ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ ἡμέρας τινάς, τῶν ὁποίων
3297ἡ χρησιμότης, ἡ σκοπιμότης δὲν κατεδείχθη. Διὰ τοῦτο
3298λέγω ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τίθεται ἀκριβῶς ἀπὸ ἀπό-
3299ψεως σκοπιμότητος, τοῦ νὰ δοθῇ τουτέστι χρόνος, ὥστε αἱ
3300διατάξεις αὗται ἐφαρμοζόμεναι ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐκ τῆς
3301πείρας καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ἂν ἦσαν χρήσιμοι, ἂν
3302σκόπιμοι, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐτέθησαν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς
3303ἐφηρμόσθησαν. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευ-
3304σις τοῦ 1864.
3305§163Γ. ΠΩΠ. Ἐκείνη ἦτο Συντακτική. Νὰ κάμωμεν καὶ
3306ἡμεῖς Συντακτικὴν καὶ νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό.
3307§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκείνη ἡ δεκαετία εἶχεν ἀφετη-
3308ρίαν τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ δέκα ἔτη
3309κατηναλώθη. Δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ εἶναι ἡ ὁδὸς ἀνοικτὴ
3310εἰς ἡμᾶς νὰ ὁρίσωμεν ἂν θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν.
3311§165Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατηναλώθη ἡ δεκαετία αὕτη, λέγω καὶ
3312ἐγώ· ὥρισεν ὅμως ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος χρονικὸν διά-
3313στημα, μετὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο σκέψις πρὸς ἀναθεώρησιν.
3314§166Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν ἦτο ὑπὸ προ-
3315θεσμίαν εἰς ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα. Ἦτο ἐντελῶς διαφορε-
3316τικὴ ἡ ἐργασία τῆς μιᾶς Συνελεύσεως ἀπὸ τὴν ἄλλην.
3317§167Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863
3318λοιπὸν ὥρισε χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέ-
3319πετο σκέψις πρὸς ἀναθεώρησιν, καθ’ ὃν τρόπον ὥρισε.
3320Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται καὶ ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, διαρρυθμί-
3321ζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διά-
3322στημα, εἴτε καὶ μικρότερον ἀκόμη, ὅσον κρίνει σκόπιμον,
3323ὥστε αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι
3324ἐτέθησαν σήμερον διὰ τῆς Συνελεύσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ν’
3325ἀποδειχθῶσιν ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἢ ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ, ν’ ἀπο-
3326δειχθῇ τουτέστιν ἂν ἐπέτυχον ἢ ἀπέτυχον, διότι θὰ εἶναί
3327τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ φαίνηται πολὺ ὀρθόν, τὸ νὰ μεταρρυ-
3328θμίσωμεν διάταξιν μὴ ἐφαρμοσθεῖσαν, διάταξιν τουτέστι
3329μετὰ ἓν ἔτος, τῆς ὁποίας τὴν χρησιμότητα ἢ τὴν σκοπιμό-
3330τητα δὲν κατείδομεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἧς δὲν κατεί-
3331δομεν τὴν ἐπιτυχίαν ἢ τὴν ἀποτυχίαν. Πῶς θέλετε νὰ σκε-
3332φθῶσιν οἱ μεθ’ ἡμᾶς ἢ ἡμεῖς αὐτοί, ἂν αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ
3333αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις κατ’ ἐκεῖνον ἢ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπέ-
3334τυχεν ἢ ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της;
3335Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν καθωρισμένον ἐκ τῶν προτέρων
3336τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἐπιβάλλεται τοῦτο ἀπὸ ἀπόψεως
3337σκοπιμότητος ἢ ἀπὸ ἀπόψεως κρίσεως καὶ ἡμῶν καὶ τῶν
3338μεταγενεστέρων, νομίζω ὅτι χρονικὸν διάστημα εἶναι δυ-
3339νατὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 107,
3340τὸ ἤδη διαρρυθμιζόμενον· ἐπαναλαμβάνομεν ἐκεῖνο δηλαδή,
3341τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸ 1864, ἀδιάφορον ποῖον θὰ εἶναι
3342τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον τάσσεται. Ἐγὼ εἶχον τὴν
3343γνώμην ὅτι πενταετὲς χρονικὸν διάστημα ἦτο ἀρκετόν.
3344Σήμερον ὑπεστηρίχθη ἐντεῦθεν ὅτι δεκαετὲς θὰ εἶναι τὸ
3345διάστημα τὸ ἀρκετόν. Περὶ τούτου ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω
3346αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην τελείως σαφῆ, διότι καὶ πέντε
3347ἔτη ἀποδέχομαι καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ἀκόμη, διότι αὐτὰ
3348εἶναι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρί-
3349ξωμεν ἀκριβῶς ἀντίθετον γνώμην, ἀρκεῖ ἡ διαφορὰ τῆς
3350γνώμης ἡμῶν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου διαμαρτυρομένου συνα-
3351δέλφου ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην νὰ τεθῇ
3352χρονικὸν διάστημα, κατὰ δὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου
3353συναδέλφου δὲν εἶναι δυνατόν.
3354§168Γ. ΠΩΠ. Μεταβάλλομεν διατάξεις θεμελιώδεις οὕτως.
3355§169Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διαφωνοῦμεν θεμελιωδῶς, βλέπετε,
3356ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεμελιώδη διάταξιν.
3357Ἐπὶ τὸ βῆμα κυρίως μὲ ἤγαγε, Κύριοι, ἡ παρεμβολὴ
3358προτάσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
3359νήσεως περὶ τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀκόμη ὁμο-
3360λογῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι εἶχον τὴν γνώμην, διαφωνῶν πρὸς τὸν
3361σεβαστὸν καὶ ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Δρα-
3362γούμην, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἡ συζήτησις περὶ τῆς Γερου-
3363σίας, δηλαδὴ ἐγὼ ὑπεστήριζον ὅτι δυνάμεθα σήμερον ν’
3364ἀσχοληθῶμεν, σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ Γερουσίας.
3365§170Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ κάμωμεν δεύτερον Πρυτανεῖον!
3366§171Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διεφώνησα τότε, ἐξακολουθῶ καὶ σή-
3367μερον παρὰ πάντα τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν νὰ ἐμμένω ἐν τῇ
3368γνώμῃ μου, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη πρὸς συ-
3369ζήτησιν. Ἀπὸ τούτου ὅμως μέχρι τῆς σήμερον παρεμβλη-
3370θείσης προτάσεως εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Ἐὰν ἐξ ἀρχῆς
3371εἶχον τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν συζη-
3372τοῦντες περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι
3373ζήτημα ἄλλο, διότι ἐφρόνουν ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἔπρεπε νὰ
3374τεθῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ πρότασις αὕτη
3375πρὸς συζήτησιν, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποκλίνει τις ὑπὲρ
3376τῆς γνώμης ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ σήμερον ν’ ἀποφασισθῇ
3377καὶ νὰ θεσμοποιηθῇ διάταξις περὶ Γερουσίας, ἐν τοιαύτῃ
3378περιπτώσει τὸ ὅλον Σύνταγμα κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ
3379διερρυθμίζετο κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
3380βεβαίως τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ
3381τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν
3382μου ὑπὲρ τῆς θεσμοθετήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τοσούτων Γε-
3383ρουσιῶν· διότι ἐψηφίσαμεν ἀρκετὰς Γερουσίας, μοὶ φαίνεται,
3384μέχρι σήμερον· ἐψηφίσαμεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐψη-
3385φίσαμεν ἄλλο συμβούλιον πειθαρχικόν, ἐψηφίσαμεν εἰδικὸν
3386Δικαστήριον ἐκδικάσεως ἀγωγῶν κακοδικίας καὶ τόσα ἄλλα,
3387ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, κατὰ τὴν ἐμὴν πάντοτε γνώμην, ὅτι
3388τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας δὲν θὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν· τὴν
3389γνώμην δὲ ταύτην συνηγάγομεν, διότι, εὐθὺς ὡς ἦλθεν ἐνώ-
3390πιον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας, ἐλέχθη ὅτι
3391τοῦτο θὰ συζητήσωμεν μόνον εἰς τὰς μεταβατικὰς διατά-
3392ξεις, ἀφέθη δὲ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀφήσω-
3393μεν καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ῥυθμισθῶσιν, ὅπως καὶ ἤδη ἀφή-
3394νονται τὰ περὶ τῆς Γερουσίας.
3395Τὸ τοιοῦτον ἐν ἐμοὶ τοὐλάχιστον παρήγαγε τὴν ἐντύπω-
3396σιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς περὶ Γερου-
3397σίας οὔτε νὰ παράσχωμεν τοιαύτην εὐκολίαν εἰς μέλλουσαν
3398Βουλήν, ὥστε ν’ ἀποφανθῇ μετ’ εὐκολίας περὶ συστάσεως
3399τῆς Γερουσίας, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἔδωκα καὶ ἐγὼ
3400τὴν ψῆφόν μου ὡς εἷς ἐκ τῶν πολλῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν
3401Βουλὴν ν’ ἀποτελεσθῇ Σύνταγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον,
3402ὥστε νὰ εἶναι ἐντελῶς περιττὸς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας.
3403Ἐπίσης τὸ ὅλον Σύνταγμα διεμορφώθη κατὰ τρόπον μὴ
3404ἐπιτρέποντα πλέον τὴν ὕπαρξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
3405Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ παραδεκτὸν τῆς συζητήσεως ἢ ὄχι
3406εἶχον καὶ ἔχω ἐναντίαν γνώμην. Ἀκριβῶς δὲ ἡ λέξις Γε-
3407ρουσία, ὅπως ἐλειτούργει καὶ ὅπως ἐνοεῖτο ἴσως κατὰ τὸ
34081844 ἢ κατὰ τὸ 1864, δὲν ἐννοεῖται καὶ ὑπ’ ἐμοῦ τὴν
3409στιγμὴν ταύτην. Δὲν ἐννοῶ Γερουσίαν βεβαίως ὅπως ἐνόουν
3410τῷ 1844, διότι, ἐὰν ἐλέγετε περὶ τοιαύτης Γερουσίας, ἢ ἂν
3411ἡ λέξις ἀποδίδῃ τοιαύτην ἔννοιαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβο-
3412λίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως,
3413ἐὰν θέλητε, ἀπολύτως θὰ εἶμαι κατά, καὶ οὔτε θὰ ἐδεχόμην
3414τοιαύτην συζήτησιν. Καθ’ ὅσον ὅμως ὡμίλουν περὶ παραδε-
3415κτοῦ Γερουσίας, ἐνόουν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δευτέραν Βου-
3416λήν, Βουλὴν προερχομένην ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, Βου-
3417λὴν αἱρετήν, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν δύναμαι νὰ ἐν-
3418νοήσω Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ
3419ἦτο δεκτὴ ἡ γνώμη, ὥστε νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ
3420παρεμβαλλομένη σήμερον διάταξις, βεβαίως ἡ λέξις Γερου-
3421σία δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, Γερουσίαν ὅταν λέγῃ τις, πῶς ἐν-
3422νοεῖ αὐτήν; Ποίαν Γερουσίαν ψηφίζομεν; Γερουσίαν προνο-
3423μίων; Τότε ὁ τοιοῦτος θεσμὸς εἶναι θεμελιώδης; Γερου-
3424σίαν ὅταν λέγωμεν, ἐννοοῦμεν Γερουσίαν προερχομένην ἐκ
3425τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, Γερουσίαν ἀκριβῶς ἴσην πρὸς δευτέ-
3426ραν Βουλήν. Τὸ δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευ-
3427τὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι
3428καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἂν δηλαδὴ ἐκ τοῦ λαοῦ
3429προήρχετο ἡ τοιαύτη Βουλή, ἡ τοιαύτη Γερουσία, εἰς ταύ-
3430την πάλιν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καθορίσωμεν ἀπὸ
3431τοῦδε διὰ τὰ μέλη αὐτῆς ὡρισμένα προσόντα, τὸ τοιοῦτον
3432δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἱκανὸν ἐπιχείρημα, ὥστε νὰ
3433πείσῃ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως, διότι δὲν
3434εἶναι βέβαιον κἂν ἐκ τῶν προτέρων, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εἴ-
3435πωμεν ὅτι δέον νὰ καθορίσωμεν προσόντα ἢ ὄχι. Ἐκτὸς δὲ
3436τούτου θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι προκει-
3437μένου καὶ περὶ Βουλευτῶν ἀκόμη ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καθωρίσα-
3438μεν προσόντα, ἢ τοὐλάχιστον ἐστερήσαμεν ὡρισμένας τά-
3439ξεις ἐχούσας ὡρισμένα ἐπαγγέλματα τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ
3440εὑρίσκωνται ἐν τῇ Βουλῇ. Λοιπὸν τὰ προσόντα κανονίζονται
3441διὰ νόμου.
3442§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς προσὸν διὰ
3443τοὺς Γερουσιαστὰς μόνον ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας εἶναι δυ-
3444νατὸν νὰ τεθῇ.
3445§173Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ τοιοῦτον εἶναι δικαίωμα ἑκάστης
3446νὰ τὸ ἐξετάζῃ, ἀφοῦ ἄλλως τε ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ
3447προσόντων Βουλευτῶν, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι ὁ ἔχων τὸ ἐπάγ-
3448γελμα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἢ ὁ ἔχων τὸ α ἐλάττωμα, δὲν ἐπι-
3449τρέπεται νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον
3450τὸν λόγον.
3451Ἐκτὸς ὅμως τούτου νομίζω ὅτι δὲν ἔχει πλέον θέσιν σή-
3452μερον ἡ παρεμβολὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἔχω τὴν γνώ-
3453μην ὅτι, ἀφοῦ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ, ὡς φαίνεται τουλάχι-
3454στον ἢ ὡς ἐγὼ νομίζω, οἱ περισσότεροι εἶναι σύμφωνοι, δὲν
3455θὰ εἶναι ἀνάγκη ἐκ τῶν προτέρων ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν περὶ
3456τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητήσεως τῆς Γερουσίας, δὲν
3457θὰ εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν, ἂν ἡ διάταξις αὕτη
3458εἶναι θεμελιώδης ἢ μή, ἀφοῦ δὲν πρόκειται σήμερον οὐσια-
3459στικῶς ν’ ἀποφασίσωμεν.
3460§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀποφασίζομεν, ἀφοῦ πρόκει-
3461ται νὰ θέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
3462§175Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ πολεμῶ τὴν διάταξιν αὐτήν.
3463Ἐφ’ ὅσον τεθῇ τὸ τοιοῦτον, βεβαίως ἀποφασίζομεν· ἐὰν ὅμως,
3464ὡς ἐγὼ θεωρῶ, θεωρηθῇ περιττὸν καὶ δὲν προστεθῇ ἡ πα-
3465ρεμβληθεῖσα πρότασις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι
3466ἀνάγκη νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε, ἂν ἡ πρότασις αὕτη
3467περὶ Γερουσίας εἶναι θεμελιώδης ἢ μή. Τὸ ἄρθρον 107 τοῦ
3468ἰσχύοντος Συντάγματος, περὶ διαρρυθμίσεως συνταγματι-
3469κῆς, ῥητῶς λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θε-
3470μελιωδῶν διατάξεων. Ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις
3471καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις, αὐτὸ δὲν τὸ ἔκρινεν. Αὐτὸ
3472ἔκρινε σήμερον ἡ μία Βουλὴ ἡ πρὸ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς σήμε-
3473ρον. Αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθο-
3474ρισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς καθο-
3475ρίσῃ τις, ὁσηνδήποτε προσπάθειαν καὶ ἂν καταβάλῃ. Δυ-
3476νάμεθα νὰ λέγωμεν ὁσονδήποτε θέλομεν ὅτι θεμελιώδης
3477διάταξις εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ποία εἶναι
3478ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ πῶς δύναται νὰ καθορισθῇ
3479αὕτη; Λοιπὸν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν εἶναι δυνατὸν
3480νὰ καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Ἂν ἐγὼ σήμερον θεωρῶ
3481τι θεμελιῶδες, δύναται ἄλλος αὔριον νὰ θεωρήσῃ τοῦτο μὴ
3482θεμελιῶδες. Ὅπως δὲ κρίνει μία Βουλὴ περὶ τῶν μὴ
3483θεμελιωδῶν διατάξεων, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ
3484κρίνωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι
3485αἱ μὴ θεμελιώδεις, δὲν πρέπει ν’ ἀποτρέψωμεν τοὺς μεθ’
3486ἡμᾶς νὰ κρίνωσι καὶ οὗτοι, ἐρχόμενοι ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον
3487107, ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ
3488θεμελιώδεις. Ἀφοῦ θεσπίζομεν ἤδη τρόπον ἀναθεωρήσεως
3489ὡρισμένον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κρίνῃ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ
3490Βουλή, ἂν διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ μεταρ-
3491ρυθμισθῶσι καὶ πόσαι ἐκ τῶν διατάξεων τῶν μὴ θεμελι-
3492ωδῶν, μετ’ αὐτὴν ἐρχομένη νέα Βουλὴ θέλει κρίνει καὶ
3493ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ὡς
3494ἀναθεωρητέα. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα πάντες οὗτοι νὰ ἐκφρά-
3495σωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην των, ποίας διατάξεις θεωροῦσιν
3496ἀναθεωρητέας ὡς μὴ θεμελιώδεις καὶ ποίας ὡς θεμελιώδεις,
3497καὶ δύναται ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴν τὴν διά-
3498ταξιν, καίτοι ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης ὡς ἀναθεω-
3499ρητέα, δὲν θεωρῶ ὡς τοιαύτην, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι
3500θεμελιώδης. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι
3501δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν σαφῶς, ὡρισμένως καὶ ἀκριβῶς ποῖαι
3502διατάξεις εἶναι θεμελιώδεις καὶ ποῖαι δὲν εἶναι, μοὶ φαί-
3503νεται λίαν περιττὸν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ
3504κρίνωμεν ποῖαι ἐκ τῶν διατάξεων εἶναι θεμελιώδεις καὶ
3505ποῖαι ὄχι, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν οὐ-
3506σιαστικῶς νὰ ῥυθμίσωμεν, κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν τὰ
3507κατὰ τὴν Γερουσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι
3508παρέλκει ἐντελῶς ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 107, καὶ
3509οὐδεμίαν σκοπιμότητα ἔχει. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3510βερνήσεως ἤθελε νὰ φέρῃ ὡς πρότασίν του τοῦτο εἰς τὰς
3511μεταβατικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ
3512κρίνωμεν συζητοῦντες εὐρέως ἂν συμφέρει ἢ ὄχι νὰ ψηφίσω-
3513μεν περὶ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ἀπὸ τοῦδε
3514ἢ ψηφίζοντες ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι θεωροῦμεν ἀναγκαῖον
3515τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἀλλά, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα,
3516ἀναβάλλομεν τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, θεσμοῦ
3517ὅμως προαποφασισθέντος, οὐχὶ δὲ νὰ μεταβιβάσωμεν τὸ
3518δικαίωμα εἰς ἄλλην Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει ἢ ὄχι
3519νὰ ψηφίσῃ καὶ ἀποφασίσῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρό-
3520πον περὶ Γερουσίας.
3521§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μεταβιβάζομεν.
3522§177Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἀφήνομεν ἐλευθερίαν.
3523§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται
3524ὡς ἑξῆς ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἐρρίφθησαν
3525εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην αἱ ἰδέαι μας περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ
3526θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διὰ τῆς παρεμβολῆς τῆς προτάσεως
3527ταύτης δίδεται ἀφορμή, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις καὶ
3528κριθῇ κατὰ πόσον εἷς τοιοῦτος θεσμὸς θὰ εἶναι ἢ οὐ ὠφέ-
3529λιμος.
3530§179Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τούτου ἔρχομαι καὶ λέγω ὅτι ἡ
3531πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη σήμερον εἰς τὸ ἄρθρον 107 κατὰ
3532τὴν γνώμην μου, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι περιττή. Εἶναι
3533δυνατὸν εἴτε ἐκ μέρους ἀξιοτίμων Βουλευτῶν εἴτε ἐκ μέρους
3534τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ ὡς πρότασις αὐ-
3535τοτελής, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν
3536εἶναι ὥριμος ἢ ὄχι, καί, ἂν δὲν εἶναι ὥριμος, νὰ μὴ ἐπι-
3537χειρήσωμεν ν’ ἀποφασίσωμεν.
3538§180Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις.
3539§181Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι ἀπα-
3540ράδεκτος. Ἀλλὰ τότε θὰ συζητήσωμεν ἡμεῖς καὶ θ’ ἀπο-
3541φασίσωμεν, καὶ δὲν θὰ μεταβιβάσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα
3542εἰς ἄλλους.
3543§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα· δὲν πρόκειται
3544νὰ τοῖς τὸ μεταβιβάσωμεν.
3545§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄμφακες.
3546§184Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ προαναγγείλω-
3547μεν ἡμεῖς τοῦτο. Τότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο τὸ τοιοῦτον, ἂν
3548μοὶ ἐλέγετε ὅτι εἴμεθα σήμερον Συντακτικὴ Συνέλευσις.
3549Ἀλλ’ ἡμεῖς σήμερον δὲν εἴμεθα τίποτε ἄλλο παρ’ ὅ,τι θὰ
3550εἶναι καὶ ἐκεῖνοι· Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς,
3551τοιαύτη θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατί λοιπὸν θὰ προαναγγεί-
3552λωμεν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς ἀναθεωρητικούς, εἰς τοὺς τὰ
3553αὐτὰ δικαιώματα ἔχοντας μὲ ἡμᾶς καὶ θὰ τοῖς εἴπωμεν
3554ὅτι δύνασθε ν’ ἀσχοληθῆτε καθιεροῦντες καὶ κρίνοντες
3555καὶ ἀποφασίζοντες διὰ τὴν Γερουσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν
3556ἡμεῖς σήμερον δὲν ἀποφασίζομεν; Ἀφοῦ σήμερον δὲν εἴμεθα
3557ὥριμοι, εἴμεθα ὄμφακες κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
3558σύνης ὡς πρὸς τὴν θεσμοθέτησιν τῆς Γερουσίας, ἑπόμενον
3559εἶναι ὅτι παρέλκει πᾶσα τοιαύτη συζήτησις καὶ δέον νὰ
3560ἀφήσωμεν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ κρίνωσι τοῦτο. Καὶ δὲν
3561θὰ εἶχον ἀντίθετον γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ μία
3562τοιαύτη πρότασις, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὰς μεταβατικὰς διατά-
3563ξεις, οὐχὶ μετὰ τὸ πέρας τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ
3564ἀρχῆς, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον τότε θὰ διερρυθμίζετο τὸ
3565Σύνταγμα, κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ ἐσκεπτόμεθα περὶ τῆς ἐν
3566γένει καταστάσεως, ἂν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι θὰ εἴχο-
3567μεν καὶ δευτέραν Βουλήν. Ἤδη μέχρι σήμερον ἀπεφασίσα-
3568μεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας μίαν καὶ μόνην Βουλὴν καὶ οὕτως
3569ἐρρυθμίσαμεν τὰ τοῦ Συντάγματος. Ῥυθμισθέντος οὕτω τοῦ
3570Συντάγματος, δὲν ἔχω βεβαίως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
3571ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λακωνίας καὶ Κερκύρας συνάδελ-
3572φοι, ὅτι πολὺ ταχέως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀποφασίσῃ
3573ἔστω καὶ διὰ τῆς βίας νὰ τὸ μεταβάλῃ. Δικαίωμά του
3574βεβαίως εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα ψηφι-
3575σθὲν ὡς ἐψηφίσθη δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν
3576τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελ-
3577φοι, καὶ δὲν θὰ δώσῃ βεβαιότερον τὴν τοιαύτην ἀφορμήν,
3578ἐὰν ταχέως καὶ ἀσφαλῶς ψηφισθῶσι καὶ οἱ συναφεῖς πρὸς
3579τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος νόμοι. Ἐὰν ὅμως
3580δὲν ψηφισθῶσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι καὶ ἐὰν ἀναβληθῶσιν,
3581ὅπως ἀνεβλήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1864 καὶ ἐξακολουθοῦσιν
3582ἀκόμη ἀναβεβλημένοι ἀπὸ τοῦ 1864, ἐν τοιαύτῃ περι-
3583πτώσει τὰ γράμματα τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ ἄρθρα καὶ
3584αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ψηφίζομεν, δὲν εἶναι ἡ οὐσία
3585τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ εἶναι τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3586εἶναι αἰσθητὸν παρὰ τῷ λαῷ, διότι, ἵνα προσαρμοσθῇ παρὰ
3587τῷ λαῷ καὶ καρποφορήσῃ, πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ συναφεῖς
3588πρὸς αὐτὸ νόμοι, ἵνα ἐνσαρκωθῇ τὸ Σύνταγμα ὁ λαὸς καὶ
3589δυνηθῇ νὰ δείξῃ ποῖα εἶναι τὰ καλὰ αὐτοῦ καὶ ποῖα τὰ
3590κακά, διότι μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἦλθεν εἰς συνά-
3591φειαν τελείως ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ τοῦτο, διότι δὲν
3592ἐψηφίσθησαν οἱ συναφεῖς πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις
3593αὐτοῦ νόμοι, καὶ ἐξακολουθοῦμεν καὶ σήμερον ἔτι, ἐνῷ
3594ἔχομεν διατάξεις συνταγματικὰς τοῦ 1864, ἀφ’ ἑτέρου
3595ἔχομεν τοὺς σχετικοὺς νόμους ἀπὸ τοῦ 1833, ὡς τὸν νόμον
3596περὶ τύπου καὶ ἄλλους ἀκόμη. Λοιπὸν ἔχομεν συνταγμα-
3597τικὰς διατάξεις τοῦ 1864 καὶ νόμους τοῦ 1833, ἐν τοι-
3598αύτῃ δὲ περιπτώσει βεβαίως τοιοῦτον Σύνταγμα ἦτο προω-
3599ρισμένον ν’ ἀποτύχῃ, καὶ βεβαίως ἦτο προωρισμένον νὰ
3600προκαλέσῃ ἐξέγερσιν καὶ ἐξέργεσιν τοιαύτην πρὸς μεταρρύ-
3601θμισιν, διότι, ἐὰν ἴσως δὲν ἔπταιεν αὐτὸ τοῦτο Σύνταγμα,
3602ἔπταισεν ὅμως, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ πρὸς τὰς
3603διατάξεις αὐτοῦ νόμοι, καὶ ἑπομένως τὸ Σύνταγμα τοῦτο δὲν
3604προσηρμόσθη παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ.
3605Ἐὰν ὅμως ἀποφασισθῇ ἡ παρεμβολὴ τῆς προτάσεως
3606ταύτης, παρὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ ἔχω,
3607ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ν’ ἀφήσωμεν τὸ χρονικὸν διά-
3608στημα ἀπολύτως ἐλεύθερον, ἐφ’ ὅσον καθορίζομεν δεκαε-
3609τίαν διὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις, εἶναι κάτι τι ἐπικίνδυνον,
3610Κύριοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δυνάμεθα
3611νὰ θεσμοθετήσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ θεσμὸν περὶ
3612ὑπάρξεως Γερουσίας, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ὅλον Σύν-
3613ταγμα. Καὶ ἀφοῦ, ὡς ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπ’ ἄλλων συνα-
3614δέλφων, ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος εὑρί-
3615σκομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν ἐπὶ χρονι-
3616κὸν διάστημα πενταετὲς ἢ δεκαετές, ἐρχόμεθα διὰ τῆς πα-
3617ραδοχῆς τῆς τοιαύτης προτάσεως νὰ σχηματίσωμεν τὴν
3618Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἀμέσως ἀσχοληθησομένην περὶ ψη-
3619φίσεως θεσμοῦ Γερουσίας, ὑπόχρεον οὖσαν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ
3620ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ παντὸς ἄρθρου,
3621τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ Βουλῆς ἁπλῶς, διὰ νὰ προσαρμόσῃ
3622αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν νέον θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Τί θὰ ἐμπο-
3623δίσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην νὰ κρίνῃ ἐντελῶς περὶ τῶν ἄρθρων
3624ἐν γένει τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἐντεῦθεν τί κερδίζομεν
3625ἀπὸ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ πενταετὲς ἢ δεκαετές, τὸ
3626ὁποῖον ὁρίζομεν; Φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον τὸ πρᾶ-
3627γμα, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐάν, κύριε Πρό-
3628εδρε τῆς Κυβερνήσεως, φρονῆτε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε
3629εἰς τὴν γνώμην σας, ἵνα τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως θὰ
3630ἀφήσητε καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ὑπαγομένην πρὸς
3631ἀναθεώρησιν μετὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον
3632καθορίζομεν καὶ διὰ τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς μὴ θεμε-
3633λιώδεις.
3634Καταλήγων, Κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου ταύ-
3635την, νομίζω δ’ ἀπαραίτητον ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις
3636«μόνον», ἡ ὁποία ἀπηλείφθη, διότι τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν.
3637Τουλάχιστον νὰ ἐπιτύχω τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλο τι ἐξ ὅσων ὑπε-
3638στήριξα ἀγνοῶ ἂν θὰ ἐπιτύχω.
3639§185Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Αἱ δυσχέρειαι, κύριοι Βου-
3640λευταί, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ
36411864, κατώρθωσαν νὰ ματαιώσωσι τὴν ἀναθεώρησιν ἐπὶ
3642μίαν πεντηκονταετίαν, καθ’ ἥν, καίτοι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνα-
3643θεωρήσεως ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ πάντων σχεδόν, οὐχ ἧττον λόγῳ
3644τοῦ ὅτι προσέκοπτεν αὕτη εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγμα-
3645τος, τοῦ ὁποίου οἱ συντάκται ἠθέλησαν ἀκολουθοῦντες τὰς
3646ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ 19ου αἰῶνος νὰ προσδώ-
3647σωσιν εἰς τοῦτο τὸ διαρκὲς καὶ ἀναλλοίωτον τοῦ λίθου καὶ
3648τοῦ ὀρειχάλκου. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὸ Σύντα-
3649γμα, παραμένον ἀείποτε ὁ ὕπατος νόμος τοῦ Κράτους, ἐν
3650τούτοις, ὅπως μὴ ἀποτελῇ πρόσκομμα εἰς τὴν συνεχῆ πρόο-
3651δον τῆς πολιτικῆς κινήσεως, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀποβάλῃ μέ-
3652ρος τῆς αὐστηρότητος αὑτοῦ καὶ νὰ ᾖ δεκτικὸν μεταρρυ-
3653θμίσεων ἀναλόγων τῆς προόδου τῆς πολιτικῆς κινήσεως.
3654Ἡμεῖς ὅμως δεδεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντά-
3655γματος τοῦ 1864 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρακολουθῶμεν τὴν
3656πρόοδον ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἠκολουθοῦμεν τὰς παλαιὰς
3657θεωρίας, ἀπαιτούσας τὴν εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους καὶ διὰ
3658τῶν ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ψήφισιν τῆς ἀποφάσεως περὶ ἀνα-
3659θεωρήσεως.
3660Ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ 107 ἄρ-
3661θρον τοῦ 1864, εἶναι μέτρα πρωτογενῆ, εἶναι μέτρα ἀνα-
3662φερόμενα εἰς τὰ πρῶτα Συντάγματα τὰ ἀναγράφοντα τὰς
3663περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεις. Λέγω δ’ ἀπὸ τῆς πρώτης
3664ἀρχῆς τῆς ἀναγραφῆς τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων
3665εἰς τὰ Συντάγματα, διότι δὲν ἀνευρίσκομεν βεβαίως εἰς
3666τοὺς πρώτους Χάρτας τοὺς παραχωρηθέντας ὑπὸ τῶν μο-
3667ναρχῶν ῥήτρας περὶ ἀναθεωρήσεως, καὶ τοιούτους Χάρτας
3668ἐννοῶ τοῦ Λουδοβίκου ΙΗʹ καὶ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, διότι
3669εἰς τούτους ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια ὅτι ὁ μονάρχης θὰ ἐλάμβανε
3670τὴν πρόνοιαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως,
3671ν’ ἀναθεωρήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐν τῇ ἀναπτύξει
3672τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων παρετηρήθη ὅτι παρίστατο
3673φόβος ἐκ μέρους τοῦ μονάρχου μήπως οὗτος θελήσῃ νὰ κα-
3674ταλύσῃ τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποδώσει
3675εἰς τὸν λαόν, καὶ διὰ τοῦτο ὅπως προστατεύσωσι τὸν λαὸν
3676κατὰ τοῦ τοιούτου κινδύνου ἠθέλησαν νὰ ὁρίσωσιν ἀφ’
3677ἑνὸς μὲν χρονικὸν ὅριον δεσμεῦον τὴν ἀναθεώρησιν, ἀφ’ ἑτέ-
3678ρου δὲ τὴν συμμετοχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ
3679εἶτα, ἐκ φόβου μὴ καὶ αὕτη δελεάζηται, ὡρισμένον ἀριθμὸν
3680ψήφων διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.
3681Ἀλλὰ δὲν παρατηρεῖται τοῦτο μόνον εἰς τὰς μοναρχικὰς
3682πολιτείας, παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰς δημοκρατικὰς Πολι-
3683τείας, ὁ δὲ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς τὰς
3684δημοκρατικὰς Πολιτείας, εἶναι ὅλως διάφορος τοῦ προηγου-
3685μένου. Παρατηρεῖται δηλ. ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰς δημοκρα-
3686τίας Γαλλίας καὶ Ἀμερικῆς ἐκ λόγου ὅλως διαφόρου τοῦ
3687εἰς τὰς μοναρχικὰς ὑπαγορεύοντος ταύτην, διότι εἰς μὲν
3688τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, ὡς εἴδομεν, ἀνεγράφη πρὸς
3689ἀντίδρασιν κατὰ τῶν μοναρχῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ δη-
3690μοκρατικὰ ἀνεγράφη ὡς προληπτικὸν κατὰ τῶν κινδύνων
3691τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐξολισθήσεων. Σήμερον ὅμως τὰ τῆς
3692ἀναθεωρήσεως διέπονται ὑπὸ ὅλως διαφόρων ἀρχῶν. Αἱ φι-
3693λελεύθεροι μοναρχίαι τῆς Εὐρώπης ἀκολουθοῦσαι τὸ δόγμα
3694τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ὑπάτη ἔκφρα-
3695σις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, τείνουσι πρὸς ἐφαρμογὴν ἀκρι-
3696βῶς τούτου, ν’ ἀφαιρέσωσι τὰ πρὸς ἀναθεώρησιν προσκόμ-
3697ματα. Οὕτως αἱ ἔκτακτοι πλειονοψηφίαι αἱ ἀπαιτούμεναι
3698διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τείνουσι νὰ μειῶνται, θεωρουμένης
3699ὑπὸ τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων, πλὴν τοῦ Σερβικοῦ, ἐπαρ-
3700κοῦς τῆς ἐκλογῆς νέας Βουλῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ τῆς εὐ-
3701κολύνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τὰ Κράτη δύνανται νὰ κατα-
3702ταχθῶσιν εἰς τρεῖς διαφόρους κατηγορίας. Πρώτη κατηγορία
3703εἶναι ἡ τῶν Γερμανικῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα, οὐδὲν ἧττον,
3704οὐδὲν πλέον, τὸ Σύνταγμα ἐξωμοιώθη πρὸς νόμον. Τὴν
3705ἀρχὴν ταύτην καθιέρωσε πρῶτος ὁ Χάρτης τοῦ 1848 τοῦ
3706Φρειδερίκου Γουλιέλμου τοῦ Δʹ τῆς Πρωσσίας, κατόπιν δὲ
3707ἐξετάθη ἡ θεωρία αὕτη καθ’ ὅλην τὴν Γερμανίαν καὶ κατέ-
3708λαβε πάντα τὰ Γερμανικὰ Κράτη. Μετὰ ταῦτα πρὸς τὴν
3709θεωρίαν ταύτην συνετάχθησαν Ἰταλοὶ δημοσιολόγοι διάση-
3710μοι, ὡς ὁ Palma καὶ ὁ Lampertico, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται
3711πρὸ τῆς σιωπῆς τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος, μηδὲν ἀναφέ-
3712ροντος περὶ ἀναθεωρήσεως. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα συνε-
3713πῶς ἐξειλίχθη ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων,
3714τὰ ὁποῖα ἐτροποποίουν ἑκάστοτε τὸ ἀρχαῖον Σύνταγμα,
3715καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν νόμων, ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι εἶχον
3716βάσιν τὴν προαποδοχὴν τούτων ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώ-
3717μης. Διὰ τοῦτο δέ, ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Του-
3718ρίνου Brusa, κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν, οἱ τοιοῦτοι νόμοι
3719οὐδέποτε ἐψηφίσθησαν εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς
3720αὐτῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς διαδόχου ταύτης, ὅπως ἀκρι-
3721βῶς ἐκφρασθῇ ἐπὶ τούτων ἡ κοινὴ γνώμη. Δευτέρα κατη-
3722γορία εἶναι ἡ κατηγορία τῶν Σκανδιναυικῶν Κρατῶν καὶ
3723τῶν μοναρχιῶν τῆς Λατινικῆς Εὐρώπης, εἰς τὰ ὁποῖα κυ-
3724ριαρχοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ,
3725ἐκφραζομένη διὰ διαλύσεως καὶ ἐκλογῆς ἢ ἁπλοῦ βουλευ-
3726τικοῦ Σώματος ἢ διπλοῦ, εἴτε τέλος εἰδικῆς Συνελεύσεως
3727εἰδικῶς πρὸς τοῦτο συνερχομένης, ὡς ἐν Σερβίᾳ, Βουλγα-
3728ρίᾳ καὶ Ἑλλάδι. Τρίτη κατηγορία εἶναι ἡ θέτουσα τὴν
3729ἀρχὴν τῆς διατηρήσεως τῆς κυριαρχίας παρὰ τῷ λαῷ,
3730δηλ. τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται πρὸς κύρω-
3731σιν τῶν ὑπὸ τῶν Συνελεύσεων ἀποφασισθέντων ἡ ψῆφος
3732τοῦ λαοῦ. Τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ τῶν δημοψηφισμάτων καὶ
3733referendum ἔχουσιν ἤδη αἱ Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς
3734καὶ τὸ Βέλγιον. Εἰς ταῦτα ἡ ἐπέμβασις τῶν ἡγεμόνων, ἡ
3735ὁποία σχεδὸν εἰς πάντα τὰ ἄλλα πολιτεύματα ὑπάρχει, πλὴν
3736τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ Νορβηγικοῦ, ἀναπληροῦται διὰ τῆς
3737ἐπεμβάσεως τοῦ λαοῦ. Παρ’ ἡμῖν νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἡ συν-
3738ταγματικὴ ἐπιτροπὴ διετήρησε τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν
3739ὁποίαν οὐδεμία κύρωσις τῶν ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βου-
3740λῆς ἀποφασισθέντων ἀπαιτεῖται, οὐδ’ ἐκ μέρους τοῦ Βα-
3741σιλέως οὐδ’ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον βεβαίως
3742νὰ εἰσήγετο τὸ referendum, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ
3743δώσῃ ὁ λαὸς τὴν κύρωσιν ἐκ τῶν κάτω, ἀλλὰ δὲν νομίζω
3744ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐτυχὲς ἐκεῖνο σημεῖον τῆς προαγω-
3745γῆς, τῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἀναπτύξεως τούτου εἰς
3746σημεῖον ὥστε νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ δύναται νὰ κρίνῃ καὶ
3747κυρώνῃ τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασισθέντα. Ἡμεῖς κατὰ
3748τὴν ἀναθεώρησιν τὴν προκειμένην τῶν ἄρθρων τούτων κατ’
3749ἐμὴν γνώμην ἔδει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἀρχὰς τὰς συγ-
3750χρόνους, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα πάλιν εἰς τὸ δυσχερὲς ἐκεῖνο
3751σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι
3752σήμερον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἡ συνταγματικὴ
3753ἐπιτροπὴ ἔταξε τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔταξε, πρῶτον διευκο-
3754λύνουσα τὸν ὅρον τῆς ἀναθεωρήσεως κατ’ ἀρχὴν ἀντὶ τῶν
3755¾ ἀπαιτοῦσα διὰ τὴν ἀπόφασιν τὰ ⅔ καὶ δεύτερον ὁρί-
3756σασα τὴν ψήφισιν εἰς δύο ψηφοφορίας ἀπεχούσας ἀπ’ ἀλ-
3757λήλων ἕνα μῆνα, ἐντὸς μιᾶς ὅμως Περιόδου καὶ οὐχὶ δύο,
3758διότι τοῦτο ἐπέφερε μέγιστα προσκόμματα εἰς τὴν ὀργά-
3759νωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως. Διὰ τῆς τοιαύτης διευκολύνσεως
3760τῆς ἀναθεωρήσεως τηρεῖται καὶ ἐμπεδοῦται τὸ κῦρος τοῦ
3761Συντάγματος κατὰ πάσης προσβολῆς τῆς νομοθετικῆς
3762ἐξουσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου νομίζω ὅτι ἀρκετὸν θὰ ἦτο
3763τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν τῆς πενταετίας, καὶ νομίζω ὅτι
3764δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ αὐξήσωμεν εἰς δεκαετίαν.
3765§186Γ. ΠΩΠ. Διατί πενταετία;
3766§187ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Οὐδεμίαν καὶ ἐγὼ θὰ
3767εἶχον ἀντίρρησιν νὰ μὴ ἀναγραφῇ κανὲν ὅριον ἀπολύ-
3768τως. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν προσθήκην τῆς Γερουσίας νο-
3769μίζω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύν-
3770ταγμα ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις ὅσον ἀφορᾷ εἰ-
3771δικῶς τὴν Γερουσίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως οἱουδήποτε
3772χρονικοῦ διαστήματος, εἴτε πενταετίας εἴτε δεκαετίας,
3773διότι νομίζω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι, διὰ
3774νὰ προσθέσωμεν τὴν Γερουσίαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ συνα-
3775ναθεωρήσωμεν καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας διατάξεις συνα-
3776φεῖς, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως
3777μιᾶς διατάξεως, ἀλλὰ περὶ νέας τροποποιήσεως ὁλοκλήρου
3778τοῦ Συντάγματος ἡμῶν διὰ τῆς προσθήκης τοῦ νέου τού-
3779του θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εὐκταῖον
3780θὰ ἦτο νὰ μὴ προσετίθετο ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία θὰ
3781ἐπέφερε τελείαν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
3782§188ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς
3783ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου περατοῦται τὸ συντακτικὸν
3784ἡμῶν ἔργον, καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν
3785Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε καὶ ἐψήφισε τὴν ἀνα-
3786θεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τὰ συγχαρητήρια, ὡς ἐπίσης
3787καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία το-
3788σοῦτον ἐπιμελῶς ἐπεξειργάσθη τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, καὶ
3789πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ σύμπασαν τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία
3790μετὰ τοσούτου πόνου ἐπεμελήθη τῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
3791πολιτεύματος.
3792§189Γ. ΠΩΠ. Πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τίποτε;
3793§190ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἐπιστεγάζεται ἤδη τὸ
3794πολίτευμα καὶ πρόκειται νὰ καλέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν
3795λαὸν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐτέθη ὁ πει-
3796ρασμὸς οὗτος εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τουτέστι τοῦ νὰ δύνα-
3797ται ἡ μέλλουσα Βουλὴ λίαν ἐγκαίρως καὶ ταχέως νὰ
3798ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
3799Ἀναντιρρήτως οἱ λαοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μετα-
3800βάλλωσι τοὺς θεσμούς των, φρονῶ ὅμως ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
3801λαὸς ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς καὶ ἡσύχου διαβιώσεως ὑπὸ
3802πολίτευμα ὅπως τοῦτο ἐψηφίσθη καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ὅπως
3803κλονίζηται ἑκάστοτε πρὸς θεμελίωσιν τοῦ πολιτεύματός
3804του. Ἐφρόνουν λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
3805ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα μέτρα,
3806χάριν τῶν ὁποίων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ προσφέρῃ τοσαύτας
3807καὶ τοιαύτας θυσίας, θὰ ἤθελε βεβαίως ἀφήσει κατὰ μέρος
3808τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος οὐδὲν καλὸν δύναται
3809νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
3810§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν ἱδρύει.
3811§192ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἱδρύει, ἀλλὰ τὸν ὑπο-
3812δεικνύει.
3813§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε.
3814§194ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω θέλει ἐκληφθῆ ὑπὸ τοῦ
3815λαοῦ ἐν περιπτώσει καὶ ψηφίσεως ὑφ’ ἡμῶν τοιούτου ἄρ-
3816θρου. Ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ σχηματισθῶσι πολιτικοὶ σύλ-
3817λογοι ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο θέ-
3818λουσιν ἐπιδιώξει...
3819§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε κατέστη
3820ὥριμος ἡ κοινὴ γνώμη.
3821§196ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε ὅτι κατέστη
3822ὥριμος ἡ κοινὴ γνώμη...
3823§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὄχι.
3824§198ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε ὄχι, κύριε Πρόε-
3825δρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάλιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς
3826εἴπω, μὴ ἐπιμένετε νὰ τεθῇ.
3827§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθόλου δὲν ἐπιμένω.
3828§200ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον ὅσοι ὡμίλησαν ἐπὶ
3829τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅπως ἀνετέθη τὸ ζήτημα, οὕτω
3830πως ὑποδεικνύεται.
3831§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε ἐξ ὅσων ὡμίλησαν οἱ ἄλλοι
3832κρίνετε ὑμεῖς πῶς τὸ ἔθεσα ἐγὼ τὸ ζήτημα; Καλλίτερον νὰ
3833προσείχετε εἰς ὅσα εἶπον ἐγώ.
3834§202ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόσεξα καὶ εἶδον ὅτι ἀφή-
3835σατε ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
3836Φρονῶ λοιπὸν ὅτι χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
3837καλὸν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν χρόνον ἀρκετόν, μίαν περίοδον
3838χρονικὴν ἱκανήν, ὥστε ἐκ τῆς πείρας νὰ ἴδωμεν τὰ προτε-
3839ρήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ νέου πολιτεύματος, καὶ
3840οἱ μέλλοντες ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τούτου νὰ εἶναι εἰς θέσιν
3841νὰ σκεφθῶσι καλλίτερον. Ἀλλά, ἂν τεθῇ ἡ διάταξις ὅπως
3842τίθεται, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα.
3843Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ μόνον κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς
3844ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τῆς συγκλήσεως τῆς Γε-
3845ρουσίας πρὸ τῆς παρελεύσεως πενταετίας ἢ δεκαετίας,
3846ὅπως θέλετε. Ἓν ἄλλο μόνον θὰ ἐπεθύμουν, μολονότι οἱ
3847Ἕλληνες ἐκλογεῖς ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουσι συναίσθησιν καὶ
3848εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς παρουσίασαν ἀντιπροσώπους ἀπὸ
3849πάσας τὰς κοινότητας, θὰ ἐπεθύμουν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τεθῇ
3850ὅπως εἰς μέλλουσαν ἀναθεώρησιν ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ αἱ
3851κοινότητες αἱ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ εὑρισκόμεναι. Εἶναι εὔκο-
3852λον νὰ τεθῇ, ὥστε ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος
3853εἰς μέλλουσαν ἀναθεώρησιν.
3854Τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα ὅτι πιθανὸν νὰ
3855ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ κοινότητες, καλὸν θεωρῶ νὰ
3856γίνῃ δεκτόν, οὕτως ὥστε ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ αὗται.
3857§203Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ
3858συζητουμένου ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν
3859θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπω δύο λέξεις.
3860Δὲν συμφωνῶ μετὰ τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει τὰ ἐμπό-
3861δια τὰ παρεμβαλλόμενα πρὸς μίαν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ
3862πολιτεύματος νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλάσσονα· τοὐναν-
3863τίον φρονῶ ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐμπόδια, οἱ τοιοῦτοι φραγμοὶ
3864πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτεροι. Ἡ εὔκολος
3865ἀναθεώρησις εἶναι διαρκὴς ἀπειλὴ τοῦ πολιτεύματος· καὶ
3866δὲν ἠξεύρω ὁποία θὰ ἦτο σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ πολι-
3867τεύματος ἡμῶν, διελθόντος ἀνὰ μέσον τῆς ἀκατονομάστου
3868πολιτικῆς ἀκολασίας τοῦ παρελθόντος, ἂν μὴ ὑπῆρχον οἱ
3869φραγμοὶ καὶ τὰ ἐμπόδια τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγμα-
3870τος. Ταῦτα ἄρα τίθενται οὐχὶ ἵνα παρακωλύσωσι μίαν ἐν-
3871δεδειγμένην καὶ ἀναγκαίαν καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πε-
3872ριστάσεων βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἣν οὐδὲν ἐμπόδιον
3873δύναται ν’ ἀποτρέψῃ ἅμα ἤθελε ῥιζωθῆ εἰς τὴν συνείδησιν
3874τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τίθενται, ὅπως διασφαλίζωσι τὰς κειμέ-
3875νας διατάξεις. Ἡ τοιαύτη ἀρχὴ τῶν δυσκολιῶν περὶ τὴν
3876ἀναθεώρησιν ἑνὸς πολιτεύματος παρατηρεῖται εἰς πάντα τὰ
3877πολιτεύματα τοῦ κόσμου, λαμβανομένη βεβαίως οὐχὶ ἀπὸ
3878τοῦ σκοποῦ ὅπως παρεμποδίσῃ μίαν νέαν ἀναθεώρησιν, διὰ
3879τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μία βελτίωσις τοῦ πο-
3880λιτεύματος, ἀλλ’ ἵνα καταστήσῃ δύσκολον καὶ δυσμετα-
3881χείριστον ἐνδεχομένην περίπτωσιν παρεκκλίσεως ἐκ τοῦ
3882πολιτεύματος.
3883Τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ σκοποῦ, ὃν προτίθεται
3884ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ παν-
3885τὸς ὅρου, ὅστις ἤθελε καταστήσει δυσχερεστέραν τὴν ἀνα-
3886θεώρησιν. Ἡ θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ δὲν ὑποβάλλεται
3887εἰς τύπους, Κύριοι· οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ παρακω-
3888λύσῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως αὐτῆς τῆς λαϊκῆς, ἐὰν
3889ἔχῃ ὡριμάσει καὶ ἔχῃ κατανοηθῆ μία ἀναγκαία βελτίωσις
3890τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Οἱαδήποτε
3891καὶ ἂν θέσητε ἐμπόδια, δὲν δύνανται ταῦτα νὰ παρακωλύ-
3892σωσι τὴν ἐν τῷ μέλλοντι βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν
3893πανδήμως ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ αὕτη· χρησιμεύουσι δὲ μό-
3894νον, ἵνα παρακωλύωσι τὴν εὔκολον παραβίασιν τοῦ πολι-
3895τεύματος. Ἀπόδειξιν τούτου παρέχει ἡ σύγχρονος ἱστορία·
3896τὸ ἄρθρον 107 ἔθετε φραγμοὺς ἀνυπερβλήτους, οἵτινες ὅμως,
3897ὅτε ὡρίμασεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους ἡ γνώμη με-
3898ταρρυθμίσεως ὡρισμένων ὅρων τοῦ πολιτεύματος, ἰδοὺ ὅτι
3899οὐδὲν ἐμπόδιον ἔφερον εἰς τὴν πραγμάτωσιν αὐτῆς. Διὰ
3900τοῦτο, Κύριοι, μὴ εἶσθε φειδωλοὶ εἰς ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα
3901πρέπει νὰ παρεντεθῶσιν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τοῦ πολι-
3902τεύματος. Ἔχω τὴν γνώμην ἑπομένως ὅτι ἡ ἐσχάτως ὑπο-
3903βληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τε-
3904λευταία προσθήκη ἐν τῷ ἄρθρῳ 107, ὅπως κατ’ ἐξαίρεσιν
3905διὰ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας ἐπιτραπῇ νέα Ἐθνοσυνέ-
3906λευσις ὁποτεδήποτε καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἔστω, καθ’ ἣν ἄλλως
3907τε ἐξεδήλωσε κατόπιν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος γνώμην,
3908πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, διότι μάλιστα καὶ ἕτερον θὰ συνε-
3909πῆγε κακόν, Κύριοι. Τί κυρίως προσπαθοῦμεν νὰ διασφα-
3910λίσωμεν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107; Σκοποῦμεν
3911βεβαίως νὰ διασφαλίσωμεν τὴν βιωσιμότητα καὶ τὴν ἐπί
3912τινα χρόνον ἠρεμίαν τοῦ πολιτεύματός μας τούτου· ἀλλ’
3913ἐὰν δι’ οἱουδήποτε τρόπου παρασχεθῇ εὐκαιρία δι’ οἱονδή-
3914ποτε λόγον, ἔστω καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν, νὰ κληθῇ Ἀνα-
3915θεωρητικὴ Ἐθνοσυνέλευσις ἐντὸς βραχέος χρόνου, καθ’ ὃν
3916μάλιστα δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι κοπάσει ἀκόμη αἱ ἀπειλαὶ
3917τῶν ἀντιδραστικῶν, τῶν ἐπαγγελλομένων ὅτι θὰ κρημνί-
3918σωσιν ὅσα ἡμεῖς οἰκοδομοῦμεν, τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν Ἐθνο-
3919συνέλευσιν ἐκείνην ν’ ἀναταράξῃ ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα
3920καὶ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ πλειοτέρων ἄλλων ζητημάτων; Διὰ
3921τῆς προσθήκης αὐτῆς ἠθέλομεν ἀναιρέσει τὸν ὅρον, τὸν
3922ὁποῖον διὰ τῆς προηγουμένης παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρ-
3923θρου θέτομεν, ὅτι δὲν πρέπει ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ν’ ἀνα-
3924θεωρηθῇ τὸ πολίτευμα. Ἐὰν ἠθέλομεν καθιερώσει τὴν
3925ἐξαίρεσιν διὰ τὴν Γερουσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὴ
3926ἡ Συνέλευσις, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ
3927ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, καὶ ἀμέσως κατόπιν ἡμῶν συν-
3928ερχομένη πρὶν ἢ ἐξατμισθῇ ὁ σημερινὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ
3929πρὶν ἢ λειτουργήσωσιν αἱ τεθεῖσαι ἤδη διατάξεις θὰ ἠδύ-
3930νατο καὶ τὸ πᾶν ν’ ἀνατρέψῃ. Ἐγὼ ὑπέβαλον, Κύριοι, τρο-
3931πολογίαν τινὰ ἀφορῶσαν τὴν διάρκειαν τῆς ἀναθεωρητικῆς
3932ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μία ἐν τῷ μέλλοντι καλουμένη
3933Ἐθνοσυνέλευσις. Ἐθεώρησα δ’ ἀναγκαῖον, ἵνα δι’ εἰδικῆς
3934διατάξεως καθορισθῇ τοῦτο, διότι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον 107,
3935θὰ ἔλεγέ τις ὅτι θὰ ἤρκει, ἂν ἀντὶ τῆς φράσεως «ἀποφα-
3936σίζει ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον», ἐτίθετο
3937ἡ φράσις «ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς
3938Συνόδου»· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὡς ἐβελτιώσαμεν ἀφαιροῦντες
3939ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Σύνοδος δύναται νὰ
3940ἐξακολουθῇ καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους· εἶναι
3941ἄρα πρέπον, εἶναι ὀρθόν, εἶναι λογικόν, καθ’ ὁλόκληρον
3942τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους νὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη ἡ κρί-
3943σις τοῦ πολιτεύματος καὶ διατελῇ ἐν ἀγωνίᾳ τὸ ἔθνος;
3944Ἀλλὰ φαντάζεσθε, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸν ἕτερον πα-
3945ράγοντα, τὸν μοναρχικόν, εἰς ποίαν θὰ ἐμβάλητε ἀγωνίαν
3946ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Καὶ φαντάζεσθε ὁποία θὰ εἶναι ἡ
3947ἀγωνία αὐτοῦ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀκόμη, ἐκεῖ ἔνθα
3948διαμένει, ἀδημονοῦντος νὰ ἴδῃ μίαν ὥραν ἐνωρίτερον τὴν
3949λῆξιν τῆς Συνελεύσεως ταύτης;
3950§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ
3951ἀδημονίαν, διότι τότε δὲν ἔχει παρὰ ν’ ἀσκήσῃ τὸ δι-
3952καίωμα τῆς διαλύσεως. Παραγνωρίζετε ὅτι ἠλλάξαμεν τὸ
3953σύστημα ἐντελῶς. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν μόνον Συνέ-
3954λευσιν ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ, ὅπερ θὰ εἶναί τι ἀνώμαλον.
3955Λέγομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, θέλουσαν νὰ προβῇ εἰς τὴν
3956ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντά-
3957γματος, ὅτι θὰ προβῇ ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις.
3958§205Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλὰ τί ἤθελεν ἐμποδίσει τὸ Σῶμα ἐκεῖνο,
3959τὴν ἁπλῆν ἔστω ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴν ἐκείνην Βουλὴν νὰ
3960ἐπεκταθῇ;
3961§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα.
3962§207Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ δὲν ἠμπόδισε τὸ
3963Σύνταγμα οὔτε ἡμᾶς. Ἐτηρήσαμεν ἡμεῖς κἂν τὰς ἀναγε-
3964γραμμένας προϋποθέσεις ἐν τῷ Συντάγματι; Ἔχω τὴν
3965γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον καὶ σκο-
3966πιμώτερον, ἵνα καθωρίζετο ἡ διάρκεια, ἵνα οὕτω κατὰ χρό-
3967νον τοὐλάχιστον περιωρίζετο ὁ ἐκ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ κίν-
3968δυνος.
3969§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχετε ὑποβεβλημένην τροπολογίαν;
3970§209Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔχω. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ καθωρίζετο
3971ἡ διάρκεια τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀναθεώρησιν, ἐντὸς ὡρισμένου
3972χρονικοῦ διαστήματος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ τὸ
3973ἑξάμηνον ἀκόμη χρονικὸν διάστημα τῆς μιᾶς Συνόδου, ὡς
3974τοὐλάχιστον δεικνύει ἡ πεῖρα ἡ σημερινή, τὴν ὁποίαν ἔχο-
3975μεν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, εἶναι πολὺ με-
3976γαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρκει διὰ μίαν ἀνα-
3977θεώρησιν τοῦ Συντάγματος, μερικὴν ἐν μέλλοντι, ἀφοῦ
3978εἰς ὀλιγώτερον καὶ ἡμεῖς χρόνον ἀπειργάσθημεν μίαν σχε-
3979δὸν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἐπ’ ἀγαθῷ
3980τῆς πατρίδος.
3981§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ αὐξήσῃ
3982τὴν πενταετίαν εἰς δεκαετίαν. Πρέπει νὰ κάμω τὴν δή-
3983λωσιν ὅτι οὐδαμῶς ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Θὰ προσθέσω ἀκόμη
3984ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ οὔτε ἀπαραίτητον. Ἐλέχθη πρῶτον ὅτι
3985ἦτο καλὸν ν’ αὐξήσῃ τὸ χρονικὸν τοῦτο σημεῖον. Ἐνόμισα
3986ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν γνώμην ταύτην.
3987Δὲν ἐπιμένω. Ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς θὰ δειχθῇ ποία
3988εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη. Κάμνω δὲ τὴν δήλωσιν ταύ-
3989την ὅτι καὶ τὰ δύο διαστήματα ἀποστέργω.
3990§211Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἄνευ διαστήματος.
3991§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· τὸ ἄνευ διαστήματος δὲν
3992ἀποδέχομαι. Πάντως ἓν διάστημα θὰ τεθῇ. Ὁ ἐλάχιστος
3993ὅρος τοῦ διαστήματος αὐτοῦ θὰ εἶναι τὰ πέντε ἔτη. Πέρα
3994τούτου εἴτε ἓξ εἴτε ὀκτὼ εἴτε καὶ δέκα, ἕκαστος θὰ ψηφίσῃ
3995ὅπως ἤθελε νομίσει καλλίτερον.
3996Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ὁ ἀξιότιμος
3997ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἔφερεν ἔνστασιν ἀπα-
3998ραδέκτου λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης.
3999Ἀλλὰ βεβαίως ἡ διάταξις δὲν εἶναι θεμελιώδης. Δὲν δύ-
4000ναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ βασίμως ὅτι ὁ διχασμὸς τοῦ νομο-
4001θετικοῦ Σώματος εἰς δύο μέρη ἀποτελεῖ μεταβολὴν τῆς
4002μορφῆς τῆς Πολιτείας. Ὅθεν δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ συντα-
4003γματικῶν Πολιτειῶν εἴτε κοινοβουλευτικοῦ τύπου εἴτε καὶ
4004μὴ κοινοβουλευτικοῦ. Οὐδέποτε κάμνομεν τὴν διάκρισιν διὰ
4005ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα τῆς μορφῆς
4006Πολιτείας, οὐδέποτε κάμνομεν τὴν διάκρισιν, ἂν ἔχει αὕτη
4007δύο Σώματα ἢ ἕν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν αὐτὴν μορ-
4008φήν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ πρώτη, βεβαίως δὲν πρόκειται
4009περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ βεβαίως ὁ διχασμὸς
4010αὐτὸς δὲν ἀλλοιοῖ τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἑπομέ-
4011νως δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ
4012Συντάγματος ὁ ἐνδεχόμενος διχασμὸς τοῦ νομοθετικοῦ Σώ-
4013ματος εἰς δύο.
4014Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἐννοῶν ὅτι δὲν ἠδύ-
4015νατο νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του εἰς τὸ ὅτι μεταβάλλεται
4016ἡ μορφὴ τῆς Πολιτείας, ἠθέλησε νὰ τὴν στηρίξῃ εἰς τοῦτο,
4017ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ κεφάλαιον
4018περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας εἶναι θεμελιώδεις, καὶ
4019εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ διάταξις, ἡ
4020ὁποία περιέχεται εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ
4021δὲν ἔχει δικαίωμα πρωτοβουλίας ἐπὶ ὡρισμένων οἰκονομι-
4022κῶν νόμων, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι θεμελιώδης, καὶ διὰ νὰ εἶ-
4023ναι συνεπὴς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ
4024τοῦτο τὸ δυσκολώτερον ἀκόμη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ αὐτοῦ
4025κεφαλαίου, καθ’ ἥν, ἐὰν ὁ ἕτερος τῶν παραγόντων τῆς νο-
4026μοθετικῆς ἐξουσίας ἤθελεν ἀπορρίψει μίαν πρότασιν νόμου
4027εἰς ὡρισμένην Σύνοδον, αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ αὖ-
4028θις κατὰ τὴν αὐτὴν Σύνοδον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι
4029θεμελιώδης, ὅτι δὲν δυνάμεθα οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἄλλη τις
4030Βουλὴ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τροποποιήσῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον
4031θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις. Ἀλλὰ ταῦτα
4032λέγων ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ περὶ Γερουσίας
4033ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην οὐχὶ ἐξ ἐμῆς πρω-
4034τοβουλίας· ἦλθεν ἄλλοθεν. Ἐγὼ δέ, ὅπως ἐκκρούσω τὸ ζή-
4035τημα τοῦτο, εἶπον τότε ὅτι: —Κύριοι, δὲν εἶναι ὡριμα-
4036σμένον εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως
4037καὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ καλὸν θὰ εἶναι νὰ
4038μὴ δαπανῶμεν τὸν χρόνον μας συζητοῦντες ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ
4039τοῦ σημείου τούτου· ἄφηνον δὲ νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι δὲν ἀντε-
4040τασσόμην κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ μέλλοντος
4041νὰ εἰσαχθῇ, παρεκάλεσα δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅπως ἐν τῷ
4042μέλλοντι διευκολύνωμεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐφ’
4043ὅσον οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν νομίζουσιν ὅτι τὸ σύστημα
4044τοῦτο δύναται νὰ ὡριμάσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Συνε-
4045πὴς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει τότε πρὸς
4046τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐνόμισα
4047ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ προτείνω τὴν προσθήκην αὐτήν, ἡ
4048ὁποία ἱκανοποιεῖ, νομίζω, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
4049ἰδίως ὑπεστήριζον τὸν θεσμόν, διότι ἐνταῦθα παρετήρησα
4050ἐναντίαν γνώμην, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ
4051ζήτημα καὶ ἀπασχολήσωσι πολὺ τὴν Βουλήν, ἐνόμισα,
4052λέγω, ὅτι ἱκανοποίουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν νὰ τεθῇ
4053ἅπαξ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἐνόμισα συγχρόνως
4054ὅτι οὐδὲν τὸ ἐπικίνδυνον διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰσάγε-
4055ται ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, διότι καὶ τὴν εἰσαγωγὴν
4056τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐξηρτῶμεν, διὰ τῆς προτά-
4057σεως τῆς ὑποβληθείσης, ἐπὶ τῶν αὐτῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ
4058τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὴ καὶ μεταρρύθμισις καὶ ἀναθεώρη-
4059σις οἱασδήποτε ἄλλης μὴ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συν-
4060τάγματος· πρέπει ἡ Βουλὴ δὶς εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς
4061τοὐλάχιστον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου διὰ τῶν δύο τρίτων
4062αὐτῆς, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ ὁποία θ’ ἀπε-
4063φάσιζε ταῦτα, πρέπει νὰ συγκληθῇ νέα Βουλὴ, ἡ ὁποία ν’
4064ἀποφασίσῃ· ἐνόμισα ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετόν, ὅτι πᾶσαι
4065αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις ἦταν ἀρκεταὶ ἀσφάλειαι. Ὅ,τι
4066μόνον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ φοβηθῶ ἦτο τὸ διάστημα τῶν
4067πέντε ἢ δέκα ἐτῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐνόμιζον ὅτι
4068ἦτο ἐπιθυμία μεγάλου μέρους τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ
4069δηλώσω ὅτι οὐδαμῶς ἐμμένω, ὅπως ψηφισθῇ ἡ διάταξις
4070αὕτη· μόνον, ἐπαναλαμβάνω, τονίζων ὅτι διὰ τοῦτο ἐδέ-
4071χθην τὴν διάταξιν· ὑπομιμνήσκω μάλιστα ὅτι αὐτὸ ἀν-
4072ταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μεγάλου μέρους τῆς Βου-
4073λῆς, ἡ ὁποία ἐνόμιζε τὸν θεσμὸν αὐτὸν δεκτόν, θεωρῶ δὲ
4074καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω τὴν διάταξιν, διότι ὑπὸ τοιαύτας
4075προϋποθέσεις ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλὰ τώρα κά-
4076μνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἐξ ἐμοῦ ἰδιαιτέρως συνιστῶ αὐτὴν
4077τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν· εἶναι ἐντελῶς ἡ Βουλὴ ἐλευ-
4078θέρα νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ἢ μή. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
4079Μόνον ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἐγερθέντος τοῦ ζητήματος
4080ἅπαξ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βου-
4081λευτοῦ, θ’ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ ἐνδεχομένη ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ
4082τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις καὶ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἐὰν δὲν
4083ἤθελε ν’ ἀφεθῶσιν αὐτὰ εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ ἐνδεχομένη,
4084λέγω, εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου δὲν ἀντίκειται εἰς θε-
4085μελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως δη-
4086λαδὴ τοῦ ἀπαραδέκτου θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἀντιθέτως
4087πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
4088§213ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπιμένητε εἰς τὸ ἄλλο.
4089§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιμένω κα-
4090θόλου· παρατηρῶ μόνον ὅτι τὸ ζήτημα ἤχθη εἰς τὸ μέσον,
4091δὲν ἤθελον δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης ἀπόφασις,
4092ἡ ὁποία νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα—καίτοι δὲν θὰ εἶχε ση-
4093μασίαν ἄλλην παρὰ μόνον ἠθικήν—, νὰ προδικάζῃ τὸ ζή-
4094τημα ὡς μὴ δυνάμενον ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζη-
4095τήσεως ἐν μελλούσῃ Βουλῇ.
4096§215Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ τότε εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον
4097θέσιν, προκειμένου δὲ περὶ ἀπαραδέκτου ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.
4098§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
4099§217Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολὺ ὀρθῶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ.
4100Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου
4101«θεμελιώδης διάταξις» τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος.
4102§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔδωκα ὅρον.
4103§219Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῆς ἐκφρά-
4104σεως αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήντλησε τὰς
4105περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύναταί τι ἐν τῷ Συντά-
4106γματι νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς θεμελιῶδες, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
4107τὴν ἀποκλείουσαν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τοῦ μέλλον-
4108τος ἀναθεωρητικοῦ Σώματος, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι διὰ
4109τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς ἐτόνισε τὸ ἕτερον σημεῖον ἐξ ἐκείνων,
4110τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι θεμελιώδη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι
4111ἀποκλείουσι τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τοῦ μέλλοντος
4112νὰ λειτουργήσῃ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος. Διότι ἔχω τὴν
4113γνώμην ὅτι ἡ ἔκφρασις «θεμελιώδης διάταξις» ἡ τεθει-
4114μένη ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι λίαν ἀόριστος, ἐὰν ληφθῇ
4115ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ γραμματικῇ αὐτῆς σημασίᾳ, εἶναι ἔκφρα-
4116σις τοιαύτη, ἡ ὁποία πράγματι ἐδικαιολόγει καὶ τὸν ἀξιό-
4117τιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴν κ. Στ. Δρα-
4118γούμην νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι
4119ἀπαράδεκτος, ὅπως εἰσαχθῇ δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς,
4120ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι θεμελιώδεις αἱ διατάξεις ἐκεῖναι,
4121αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἔδιδον εἰς
4122αὐτὸν ἐπιχείρημα γραμματικῆς ἑρμηνείας, διὰ νὰ ὑποστη-
4123ρίξῃ τὴν γνώμην του. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀοριστία μιᾶς
4124ἐκφράσεως γεννᾷ ἀμφιβολίας. Ἀλλά, ἐνῷ ἡ ἀοριστία μιᾶς ἐκ-
4125φράσεως γεννᾷ τοιαύτας ἀμφιβολίας, ἡ ἔννοια πάντων ἡμῶν
4126εἶναι σαφὴς καὶ ὡρισμένη καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ
4127ὁποῖοι θὰ ἑρμηνεύσωσι τὸ ἄρθρον 107, ὅτι δηλαδὴ θεμε-
4128λιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐννοοῦμεν ἐκείνην, ἡ
4129ὁποία ἀφορᾷ εἴτε τὸ πρόσωπον τοῦ μοναρχικοῦ παράγον-
4130τος εἴτε τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Θὰ ἐπεθύμουν, κύ-
4131ριοι Βουλευταί, ὅπως ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπέλθῃ
4132τοῦτο τὸ κέρδος, νὰ πεισθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ Βουλή, ὅπως
4133προτιμήσῃ ἀντὶ τῆς ἀορίστου αὐτῆς ἐκφράσεως «θεμελιώ-
4134δης διάταξις» μίαν ἔκφρασιν μᾶλλον ὡρισμένην, μᾶλλον
4135ἀποκλείουσαν τὰς συζητήσεις, ἔκφρασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία
4136νὰ μὴ ἐμποδίσῃ πᾶσαν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν ἐν τῷ μέλ-
4137λοντι, διότι βεβαίως αἱ συζητήσεις, αἱ ἐνστάσεις καὶ αἱ
4138ψηφοφορίαι περὶ θεμελιώδους ἢ μὴ διατάξεώς τινος εἶναι
4139ἐμπόδια πρὸς θετικὴν ἐργασίαν ἀναθεωρητικήν, ἡ ὁποία
4140εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένη ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῆς
4141ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὸ νομοθετοῦμεν. Ἐν
4142Γαλλίᾳ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ
41431884 ῥητῶς ἐκανονίσθη ὅτι εἶναι ἄθικτος ἡ μορφὴ τοῦ
4144πολιτεύματος, ἡμεῖς ὅμως δυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ προσδιο-
4145ρίσωμεν ὅτι μόνον αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ πρόσω-
4146πον τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος εἶναι
4147ἀνεπίδεκτοι ἀναθεωρήσεως διὰ νέας Βουλῆς, πᾶσα δ’ ἄλλη
4148διάταξις εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν ὡριμάσῃ περὶ
4149τούτων ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἂν ἤθελεν ἀκολουθήσει ἡ
4150μέλλουσα λαϊκὴ κυριαρχία τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν
4151ἤθελε διαγράψει τὸ ψηφισθησόμενον ἄρθρον. Διὰ τοῦτο
4152τολμῶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως δεχθῇ τὴν πρό-
4153τασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Ἀλ. Πα-
4154παναστασίου, διὰ νὰ μὴ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν «θε-
4155μελιώδης διάταξις», ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀόριστος ἔκφρασις
4156καὶ γεννᾷ ἀμφισβητήσεις. Ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτὴ διατύ-
4157πωσις, ἣν προτείνει ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συνάδελφος, εἶναι
4158τοσοῦτον μᾶλλον καθωρισμένη, ὥστε ἐμποδίζει τοιαύτας
4159συζητήσεις καὶ ἑπομένως ἐμποδίζει τὴν παρακώλυσιν τῆς
4160εἰσαγωγῆς νέων βελτιώσεων τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλ-
4161λοντι. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀπέ-
4162κρουσα δ’ αὐτὸν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος. Δὲν
4163θέλω νὰ ἐκφράσω ἐνώπιον ὑμῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς
4164ὁποίους νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ εἰσαχθῇ παρ’
4165ἡμῖν τοιοῦτος θεσμός, θεσμὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα
4166τῆς εἰσαγωγῆς του καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος δι’ ἔθνος
4167τόσον μικρόν, ὅσον εἶναι τὸ ἡμέτερον. Ἀλλ’ ἂν ἡ γνώμη μου
4168εἶναι πεπλανημένη, ἂν ἐν τῇ Γερουσίᾳ τὸ Ἑλληνικὸν Κρά-
4169τος δύναται νὰ εὕρῃ θεσμὸν δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν
4170πολιτικὴν αὐτοῦ πρόοδον, ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τις ὅτι ὁ Ἑλ-
4171ληνικὸς λαὸς ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς ἐπανάστασιν, διὰ νὰ
4172εἰσαγάγῃ τὴν Γερουσίαν; Ὁ Γάλλος πολιτειολόγος Λο-
4173ρὰν λέγει ὅτι οἱ λαοὶ ἐπιθυμοῦσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας,
4174ἐπιθυμοῦσιν ὅμως καὶ τὴν ἡσυχίαν των, πᾶσα δὲ παρεμπό-
4175δισις τῆς ὁμαλῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως διὰ τῆς δυσχεράν-
4176σεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος λόγῳ τῆς δια-
4177τυπώσεως, ἣν πρόκειται νὰ καθιερώσῃ τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρ-
4178θρον, εἶναι αὐτόχρημα παρακώλυσις τῆς πολιτικῆς προόδου.
4179Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐθέτομεν ἐκποδὼν
4180τὴν ἔκφρασιν «θεμελιώδης διάταξις». Ἡ ἔννοια τῆς θε-
4181μελιώδους διατάξεως εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἡμεῖς οὔτε
4182τὴν βάσιν οὔτε τὸ πολίτευμα κατὰ τὴν μορφὴν αὐτοῦ ἔχο-
4183μεν νὰ θίξωμεν.
4184§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καθολικὴν ψη-
4185φοφορίαν.
4186§221Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι μορφὴ τοῦ παρ’ ἡμῖν πολιτεύ-
4187ματος.
4188§222Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ Ἰταλία ἀποτελεῖ κοινοβου-
4189λευτικὸν πολίτευμα συνταγματικόν, δὲν ἔχει ὅμως τὴν κα-
4190θολικὴν ψηφοφορίαν. Ὥστε δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν τῆς
4191μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅμως ἔχει καθολικὴν ψηφο-
4192φορίαν.
4193§223ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν καὶ ψηφοφορίαν αὐτῆς
4194τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἶναι θεμε-
4195λιώδης διάταξις.
4196§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη καὶ τὸ παράδειγμα
4197τῆς Ἀγγλίας.
4198§225Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ Ἰταλία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοινοβου-
4199λευτισμὸν μᾶλλον διὰ τῆς παραδόσεως. Τέλος πάντων θὰ
4200ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ δεκτὴ μία ἐπιστημο-
4201νικωτέρα ἔκφρασις, διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἔκφρασις «θεμελι-
4202ώδης διάταξις» δὲν εἶναι ἐπιστημονική, διότι κατὰ γραμ-
4203ματικὴν ἑρμηνείαν «θεμελιώδης διάταξις» σημαίνει διά-
4204ταξιν ἀνεπίδεκτον ἀναθεωρήσεως.
4205Αὐτὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου
4206τούτου. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω, ὅτι
4207δὲν θεωρῶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν τὴν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ
4208ἄρθρου παρεμβολὴν τῶν λέξεων «καὶ μόνων» πρὸς δήλω-
4209σιν ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ἀναθε-
4210ωρητικῶν αὐτοῦ ὁρίων.
4211Ἐκφράζω δ’ ἀκόμη ἕνα ἐνδοιασμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄμε-
4212σον διάλυσιν, τὸν ὁποῖον ἐνδοιασμὸν ἐδήλωσα ἤδη διὰ προ-
4213γενεστέρας διακοπῆς μου καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω, διότι
4214βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ βαίνει ταχέως πρὸς τὴν ψήφισιν. (Χει-
4215ροκροτήματα).
4216§226Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ν’ ἀπέφευγον
4217ἐκ νέου τὴν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐπάνοδον, καὶ ἤλπισα ὅτι
4218ἤθελον δυνηθῆ ν’ ἀποφύγω αὐτὴν κατόπιν τῶν δηλώσεων
4219τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐμμένει, ὅπως ἀντα-
4220ποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν πολλῶν, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ
4221ἴδωσι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας εἰσαγόμενον, ἐπιθυμίαν δι’
4222ἣν καὶ μόνην, ὡς φαίνεται, παρενέβαλε τὴν ὑπὸ συζήτησιν
4223πρότασιν ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς ἐκτέλεσιν ἠθικῆς ὑποχρε-
4224ώσεως πρὸς τὴν μεγάλην ὁμάδα, ἥτις τοῦτο ἐφρόνει. Ὁμο-
4225λογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὸν ὄγκον τῆς ὁμάδος ταύτης· βλέπω
4226μόνον ὅτι ἡ ὁμὰς αὕτη ἔχει τελείως λησμονημένον τὸ
4227θέμα. Ἂν ἐνεφανίζετό τις, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας
4228καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Μιχαλακόπουλος, ἵνα ὑποστη-
4229ρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἣν μετὰ πολλῆς θέρμης καὶ δει-
4230νότητος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξεν, ἤθελον ἐννοήσει τὴν
4231στενοχωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἀπ’
4232ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς καὶ
4233ἄλλοι τινὲς ἐφρόνουν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι συζητητέον.
4234Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τοὺς πλείστους βλέπω ὄχι μετὰ πολλῆς
4235ζέσεως, ἀφοῦ τὸ μὲν πρᾶγμα ἦλθεν οὕτως, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος
4236τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θέτει ζήτημα κυβερ-
4237νητικόν...
4238§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε ἰδιαιτέρως συνιστῶ.
4239§228Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦτο ἴσως ἐπιθυμητόν, ἂν συνειρ-
4240γαζόμεθα πάντες καὶ ἀφίετο ἡ συζήτησις ταύτην τὴν ἑσπέ-
4241ραν, συζήτησις ἥτις πρακτικῶς οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν,
4242ἐνῷ ἀπολήγουσα ἡ συζήτησις εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτά-
4243σεως ἔχει σημασίαν.
4244§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
4245σύνης). Δὲν πρέπει νὰ ὀνομασθῇ ἀπαράδεκτος.
4246§230Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δηλωθῇ, ἐγὼ κατέρ-
4247χομαι τοῦ βήματος· ἐὰν ὅμως δὲν δηλωθῇ, εἶναι φυσι-
4248κὸν ὅτι ἐγὼ ἔχων μυχίαν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους,
4249δι’ οὓς ἐνόμισα ὅτι αἱ περὶ Γερουσίας φροντίδες ἔπρεπε νὰ
4250περισταλῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπω ἐκεῖνο, ὅπερ
4251ἀποτελεῖ ἐν ἐμοὶ βαθεῖαν πεποίθησιν, καὶ δι’ ὅ, ἐὰν τὸ ἐναν-
4252τίον συμβῇ, πιστεύω ὅτι κακὸν θέλει προκύψει εἰς τὴν χώ-
4253ραν, ὄχι διότι εἶμαι διατεθειμένος ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ,
4254διότι περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐσχημάτισα
4255ἀκράδαντον γνώμην ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν περιττὴ εἰς τὸ
4256σκάφος ἡμῶν ἡ Γερουσία, ἀλλὰ διότι βλέπω ὅτι ὄπισθεν
4257αὐτῆς ἐμφανίζεται μορμολύκειον· διότι μορμολύκειον
4258εἶναι.....
4259§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔκαμον
4260πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποσχέσεως δοθείσης. Ἐὰν εἶναι ἀληθὴς
4261ἡ ὑπόνοιά σας, ὅτι οὐδεὶς θὰ εὑρίσκετο ἐνταῦθα νὰ τὴν υἱο-
4262θετήσῃ, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ τὴν ἀποσύρω.
4263§232Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος.
4264§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν παρου-
4265σιάζεται οὔτε εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα καὶ μένει διὰ τὸ
4266μέλλον. Ἐὰν ὅμως ἤθελεν υἱοθετήσει τις ταύτην, τότε θὰ
4267ἐπιμείνω φυσικὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοῦ.
4268§234Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι καὶ εἰς τὴν
4269περίστασιν αὐτήν, ὡς καὶ εἰς ἄλλας, ἡ γνώμη μου δὲν συμ-
4270πίπτει πρὸς τὴν γνώμην τῶν πλειόνων. Τοῦτο ἀντελήφθην
4271ἔκτοτε· ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσῃ τοῦτο, Κύριοι, ἵνα εἴπω
4272πρὸς ὑμᾶς, ὄχι ἐν οὐσίᾳ, ὁποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ἐξ ὧν ἐπεί-
4273σθην ἐγώ, μελετῶν τὰ καθ’ ἡμᾶς πολιτικὰ πράγματα, ὅτι
4274μία ἐκ τῶν αἰτιῶν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν
4275ὑπῆρξε καὶ ἡ ἔλλειψις δευτέρας Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ εἴπω
4276ἁπλῶς ὅτι θεωρῶ χρήσιμον τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰση-
4277γήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ εὐχερεστέρας
4278τινὸς διατυπώσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοὐλάχιστον ὡς πρὸς
4279τὸν χρονικὸν περιορισμόν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, ἵνα ἐπιλη-
4280φθῶμεν εὐχερέστερον τῆς ἱδρύσεως δευτέρας Βουλῆς. Τοὺς
4281λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν περὶ τούτου, ἐν βραχυλογίᾳ,
4282ὅσῃ ἦτο δυνατή, διετύπωσα ἐγὼ αὐτός, καὶ ἀνεγράφησαν
4283ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεω-
4284ρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε τοὺς λόγους τού-
4285τους ἐν βραχεῖ, ἐν περιληπτικότητι διατετυπωμένους, ἴσως
4286ὄχι περισσότερον τῆς μιᾶς ἢ δύο σελίδων· εἰς τοὺς βραχεῖς
4287ἐκείνους στίχους περιέχεται πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ δώσῃ
4288ἀφορμὴν διὰ περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος. Εἶχον τὴν
4289γνώμην αὐτὴν πρὶν ἢ ἀκόμη λάβω τὴν τιμὴν νὰ κατατα-
4290χθῶ εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ ἡγέτου τῶν
4291Φιλελευθέρων, πρὸ τῆς 8 Αὐγούστου, καὶ τὴν ὑπεστήριξα
4292καὶ ὤφειλον νὰ τὴν ὑποστηρίξω· διότι δὲν συνηθίζω νὰ ἐγ-
4293καταλιμπάνω εὐκόλως τὰς γνώμας μου, οὐδὲ ὅταν ἴδω ὅτι
4294δὲν εἶναι ἀσπασταὶ ὑπὸ τῶν πολλῶν. Ἀναγνωρίζω ὅμως
4295ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη οὐδὲ ν’ ἀκροασθῇ συ-
4296ζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ἀναγνωρίζω ἐπί-
4297σης ὅτι προκειμένου νὰ ματαιοπονήσω εἶναι προκριτώτε-
4298ρον νὰ σεβασθῶ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύτιμος, ἀφοῦ
4299ἄλλως τε εἶμαι πεπεισμένος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὁ χρό-
4300νος οὗτος εἰς μάτην θὰ κατηναλίσκετο ὑπ’ ἐμοῦ. Νομίζω
4301ὅμως, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν παραδο-
4302χὴν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4303νήσεως εἰσηγήσατο.
4304§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀπέσυρε.
4305§236Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος δύναται νὰ τὴν
4306υἱοθετήσῃ.
4307§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Βου-
4308λήν, ἂν τοῦτο ὄχι, τοὐλάχιστον ν’ ἀποφανθῇ διὰ ψηφίσμα-
4309τος ὅτι δὲν θεωρεῖ ποσῶς θεμελιώδη τὴν προσθήκην τοῦ θε-
4310σμοῦ τῆς Γερουσίας διὰ δηλώσεώς της ἂν θέλητε, τόσον μᾶλ-
4311λον, ὅσον ἐγένετο ἤδη συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συν-
4312τάγματος καὶ ἀνεπτύχθησαν τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ
4313τούτου ἐπιχειρήματα, ἐγένετο συζήτησις καὶ περὶ τοῦ θεμε-
4314λιώδους ἢ μή, καὶ οἱ συνάδελφοι δ’ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἦσαν
4315τεταγμένοι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι εἰσέτι
4316χρήσιμος δι’ ἡμᾶς ὁ θεσμός, ἦσαν κατὰ τὴν μεγάλην αὐ-
4317τῶν πλειονότητα ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώ-
4318δης ἡ διάταξις. Καὶ δὲν εἶναι θεμελιώδης, Κύριοι, ἡ διά-
4319ταξις, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
4320εἴπω, καθόσον ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι κα-
4321θαρῶς μορφὴ πολιτεύματος μοναρχουμένης δημοκρατίας.
4322Πᾶν ὅ,τι δὲν θίγει τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ἤτοι ἀκρι-
4323βῶς τὰ δικαιώματα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ
4324Συντάγματος, οὗ ἐμνημόνευσεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς
4325Βουλευτής, καὶ καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ
4326τοῦ ἔθνους, πᾶν ὅ,τι, λέγω, δὲν θίγει τοῦτο, πᾶν ὅ,τι δὲν
4327θίγει ἐπίσης τὴν βασιλείαν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
4328θεμελιώδης προσθήκη ἢ θεμελιώδης ἀφαίρεσις. Εἶναι τόσον
4329βέβαιον τοῦτο, Κύριοι, ὥστε δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ
4330νῦν ἔτι ἐν Ἰταλίᾳ συζητοῦσι περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερου-
4331σίας, περὶ μεταβολῆς τελείως τοῦ συστήματος ὁλοκλήρου
4332τῆς Γερουσίας, χωρὶς νὰ σκεφθῶσι κἂν ὅτι ἡ διάταξις
4333εἶναι τοσοῦτον θεμελιώδης, ὥστε ἡ τροποποίησις καὶ ἡ
4334ἄρδην μεταβολὴ αὐτῆς νὰ θεωρηθῇ θίγουσα θεμελιώδεις
4335διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἢ τὸ ἓν
4336ἢ τὸ ἕτερον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἐπαναλαμ-
4337βάνω ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν
4338λόγων περὶ τοῦ χρησίμου τῆς δευτέρας Βουλῆς. Μοὶ ἀρκεῖ
4339ὅτι δηλῶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν γνώ-
4340μην, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔσχον, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον τὰ
4341ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν Κρατῶν τῶν κοι-
4342νοβουλευτικῶς πολιτευομένων ἔχουσι δευτέραν Βουλήν, οὕτω
4343πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν δευτέραν Βουλήν.
4344Ἀλλά, Κύριοι, ἠκούσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας
4345καὶ Ἤλιδος βουλευτὴν κ. Γόντικαν ὅτι ἐψηφίσαμεν ἤδη
4346ἀρκετὰς Γερουσίας, ὥστε παρέλκει καὶ ἡ διάταξις, τὴν
4347ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν τοῦτο
4348ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ ἐπηρεάσῃ ἡμᾶς, θὰ σᾶς παρεκά-
4349λουν νὰ τὸ σταθμήσητε ἰδιαιτέρως καὶ νὰ τὸ ἀποκρού-
4350σητε. Οὔτε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελεῖ
4351δευτέραν Βουλήν, οὔτε τὰ ἄλλα πειθαρχικὰ Δικαστήρια,
4352οὔτε τὰ Δικαστήρια περὶ κακοδικίας, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ
4353ὑπὸ τὸ νῦν νομοθετικὸν καθεστώς.
4354§238Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐλέχθη ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
4355§239Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ Συμβούλιον τῆς
4356Ἐπικρατείας ὑπὸ μὲν τὴν νομοπαρασκευαστικὴν αὐτοῦ
4357ὄψιν, ἀφ’ ἧς ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν προσδοκῶ πολλά, δὲν
4358ἐγένετο ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὴν δευτέραν Βουλήν, τὴν ἐπὶ
4359τῶν νομοσχεδίων κρίνουσαν ἐν δευτέρῳ βαθμῷ, ὑπὸ δὲ τὴν
4360μορφὴν αὐτοῦ τὴν τοῦ διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἀφ’ ἧς
4361τῳόντι πολλὰ προσδοκῶ, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἱδρυθῇ καὶ
4362διὰ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον ἱδρύθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν
4363Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Εἶναι ἓν διοικητικὸν
4364Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον περιεφρουρήσαμεν διὰ συνταγμα-
4365τικῆς διατάξεως, ἀκριβῶς διότι θέλομεν νὰ μὴ εἶναι δυνα-
4366τὸν νὰ θιγῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
4367Τὰ ἄλλα δὲ πειθαρχικὰ σώματα καὶ τὰ σώματα τῆς ἀγω-
4368γῆς κακοδικίας, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Βουλὴ αὕτη βεβαίως
4369νὰ καυχᾶται ὅτι εἰσήγαγε πρωτότυπόν τι ἐν τῇ καθόλου
4370δικανικῇ ἐπιστήμῃ, πρωτότυπόν τι, ὀφειλόμενον εἰς τὴν
4371ἐμὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι πεπεισμένος
4372ἀκραδάντως ὅτι οὐ μόνον θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν
4373Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν
4374ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἀσχολουμένων, τὰ πειθαρχικά,
4375λέγω, ταῦτα σώματα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πολι-
4376τικὰ σώματα, οἷον ἡ δευτέρα Βουλή, ἀλλ’ ὡς σώματα δι-
4377καστικὰ δυνάμενα νὰ καθιερωθῶσι καὶ δι’ ἁπλῶν νομοθε-
4378τημάτων, περιληφθέντα ὅμως ἐν τῷ Συντάγματι, ἵνα
4379ἔχωσι μεῖζον κῦρος καὶ ἵνα μὴ βλαβῶσιν ὑπὸ τῶν κατό-
4380πιν Βουλῶν.
4381Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς διατυπώσεις τοῦ περὶ ἀνα-
4382θεωρήσεως ἄρθρου, Κύριοι, νομίζω σκόπιμον νὰ μείνῃ ἡ
4383διάκρισις μεταξὺ θεμελιωδῶν καὶ μὴ θεμελιωδῶν διατά-
4384ξεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἑκά-
4385στοτε νὰ δοθῇ περὶ τούτων. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία δὲν
4386εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ δοθῇ ἀσφαλής, καὶ ἴσως θὰ ὑπε-
4387μίμνησκον καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων προαγορευσάντων ἀξιοτί-
4388μων συναδέλφων ἀντιφατικήν τινα ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς
4389ταύτης ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ, τῆς ἑρμηνείας τοῦ θεμελιώ-
4390δους ἢ μὴ θεμελιώδους τῶν διατάξεων, τὴν ἀντίληψιν δη-
4391λαδὴ περὶ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἀφ’ ἑνὸς ὡς θεμε-
4392λιώδους διατάξεως καὶ περὶ τῆς προσωρινῆς ἔστω ἀνα-
4393στολῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἀφ’ ἑτέρου ἐν ὥρᾳ
4394πολέμου. Ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ θεμελιῶδες τὸ πρῶτον καὶ
4395ὅμως δὲν ἐθεώρησε θεμελιῶδες τὸ δεύτερον. Ἑρμηνεία
4396ἀντιφατικὴ καὶ ἐσφαλμένη βεβαίως. Ἀλλά, Κύριοι, ἀντὶ
4397νὰ θεωρῶ τοῦτο ὡς ἐλάττωμα, τὸ θεωρῶ τοὐναντίον ἐκ τῶν
4398μεγίστων πλεονεκτημάτων τῆς διατυπώσεως ἑνὸς Συντά-
4399γματος· τὰ Συντάγματα λαμβάνουσι καὶ πρέπει νὰ λαμ-
4400βάνωσιν, ἑρμηνείας πολιτικάς, ἑρμηνείας ἐλαστικάς. Τοῦτο
4401δὲν εἶναι κακόν. Ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει Σύν-
4402ταγμα χρονολογούμενον ἀπὸ ἑξήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν,
4403Κράτος ζῶν ὅμως κοινοβουλευτικώτατα, ἐνῷ, ἂν ἀναγνώσῃ
4404τις τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, θέλει ἴσως εὕρει
4405αὐτὸ ἀπολυταρχικώτατον. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἡ Ἰτα-
4406λία. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, τὸ Κράτος τοῦτο διὰ τῆς
4407ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, τῆς ἑκάστοτε συνταγματικῶς
4408καὶ πολιτικῶς λογικῆς καὶ σκοπίμου, κατορθώνει νὰ πολι-
4409τεύηται βίον, τὸν ὁποῖον πάντες δυνάμεθα νὰ ζηλώσωμεν.
4410Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ τοιάδε ἢ τοιάδε ἑρμηνεία τοῦ θεμε-
4411λιώδους ἢ μή, ἡ τείνουσα πρὸς ὡρισμένον τινὰ πολιτικὸν
4412σκοπόν, δὲν εἶναι ἐπιβλαβής, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι
4413μᾶλλον ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 107, οἵα εἶναι
4414ἡ ἐν τῷ προσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Οἱ ἀξιότιμοι
4415συνάδελφοι οἱ προλαλήσαντες ἔλαβον μίαν πρότασιν, τὴν
4416ὁποίαν ἀνέστρεψαν, καὶ διὰ τῆς ἀναστροφῆς ἐνόμισαν ὅτι
4417λύουσι τὸ ζήτημα. Ἡ πρότασις αὐτῶν εἶναι θεμελιώδης,
4418εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἔρχονται καὶ σᾶς
4419λέγουσι: θέσατε ἀντὶ τοῦ θεμελιώδους τὰς λέξεις: πᾶν τὸ
4420ἀναγόμενον εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ λύεται τὸ
4421ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τῆς ἀλλαγῆς
4422τῶν λέξεων καὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ὑποκειμένου ὡς ἀντι-
4423κειμένου, ἵνα ὁμιλήσω κατὰ τὴν γραμματικὴν μέθοδον.
4424§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴδετε πόσαι γνῶμαι ἐξηνέ-
4425χθησαν περὶ τοῦ θεμελιώδους. Ἀλλὰ περὶ τῆς μορφῆς τοῦ
4426πολιτεύματος δύνανται νὰ ὑπάρξωσι διχογνωμίαι;
4427§241Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μορφὴ δὲν εἶναι μία
4428εὐθεῖα καὶ ἁπλῆ γραμμή. Ἡ μορφὴ παντὸς ὀργανισμοῦ
4429διακρίνεται ἀπὸ τὸ σύνολον διαφόρων στοιχείων· ἡ μορφὴ
4430τοῦ πολιτεύματος διακρίνεται ἐκ διαφόρων καθέκαστα
4431στοιχείων. Φαντάζεσθε ὅτι, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χω-
4432ρήσῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν ταυτότητα τῆς μορφῆς προ-
4433σώπου τινὸς πρὸς ἄλλην μορφήν, καθ’ ὅμοιον τρόπον δὲν
4434δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν ταυτότητα τῆς
4435μορφῆς τοῦ πολιτεύματος πρὸς ἄλλην τινὰ μορφήν. Ἀλλά,
4436ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα στοιχεῖα, σᾶς βεβαιῶ,
4437ὅτι, ἀντὶ νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν τὸ α ἢ β στοιχεῖον
4438διατάξεώς τινος εἶναι θεμελιῶδες ἢ μή, θὰ γεννηθῇ τὸ
4439ζήτημα ἂν τὸ στοιχεῖον εἶναι ἐν τῇ μορφῇ τοῦ πολιτεύ-
4440ματος ἢ ἐκτὸς τῆς μορφῆς αὐτοῦ, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ
4441ἀλλάξωμεν μόνον τοὺς λόγους, περὶ οὓς θὰ συζητῶμεν, δὲν
4442θ’ ἀποφύγωμεν ὅμως τὴν παραμόρφωσιν. Δὲν ὑπάρχει λοι-
4443πὸν λόγος νὰ θίξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κακῶς
4444τεθειμένον.
4445Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν πενταετίαν, νομίζω ὅτι πρέ-
4446πει νὰ δοθῇ μεῖζον χρονικὸν διάστημα, ἐπαρκές, ὅπως οὐ
4447μόνον τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐφαρμοσθῇ καὶ δοκιμασθῇ, ἀλλὰ
4448καὶ οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνοδεύσωσι τοῦτο.
4449Καὶ ἡ πενταετία δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι. Ἡ ἰσοβιότης τῶν δι-
4450καστῶν κατὰ τὸ 1864 ἐθεωρήθη ὡς ἐγχείρημα, ὑπό τινων
4451ἐπικίνδυνον, δικαίως ἴσως· τὸ ὑλικὸν τῶν δικαστῶν, τὸ πρὸ
4452τοῦ 1862, δὲν ἦτο τόσον ἀξιόζηλον, ὅσον ἐν τῇ αἰθούσῃ
4453ταύτῃ πρὸ ἡμερῶν ἐλέχθη. Ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τις τὰ
4454ἀπομνημονεύματα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
4455Πήλικα, ἵνα ἴδῃ ὅτι εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἤδη τοὺς
4456τότε δικαστάς. Ἀλλ’ ἂς ἀνομολογήσωμεν ἐπίσης ὅτι κατὰ
4457τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως περὶ ἰσοβιότητος,
4458ἀκριβῶς ἕνεκα ἐλλείψεως προσώπων ἀρτίως μεμορφωμέ-
4459νων, ἐστρατολογοῦντο διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις τοιαῦτα
4460πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ οὐχὶ ἐνθαρρυν-
4461τικὰ νὰ δώσωσιν ἀποτελέσματα. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου
4462ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἂν τὰ πρῶτα ἀπο-
4463τελέσματα δὲν ἦσαν καλά. Σήμερον καθισταμένου διὰ τοῦ
4464Συντάγματος μονίμου τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων, τοῦ
4465κλάδου τῶν εἰρηνοδικῶν, τοῦ κλάδου τῶν πταισματοδι-
4466κῶν νομίζετε ὅτι ἀμέσως θὰ κατασταθῇ δυνατὸν ν’ ἀνα-
4467φανῶσι τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μονιμότητος ταύτης;
4468Οὐχί, διότι, καὶ ἂν ᾖ καλὸν αὐτὸ τὸ ἤδη στρατολογηθὲν
4469προσωπικόν, πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν νέαν τῶν
4470πραγμάτων κατάστασιν καὶ ν’ ἀποβάλῃ τὸν παλαιὸν
4471ἄνθρωπον ἐπί τινα ἔτη, τότε δὲ δύνασθε νὰ εἴπητε ἂν ἀπέ-
4472τυχεν ὁ θεσμὸς ἢ δὲν ἀπέτυχεν. Ἂς μὴ σπεύδωμεν, Κύριοι.
4473Ἡ σπουδὴ αὕτη παρατηρεῖται συνήθως μετὰ τὴν ἐπιψή-
4474φισιν Συνταγμάτων. Δὲν παρετηρήθη ἡ σπουδὴ αὕτη μετὰ
4475τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος τοῦ 1864,
4476ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ
44771875, κατὰ τὸ 1876 ἤθελον νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἀναθεωρή-
4478σεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἦσαν ἀρκετὰ συνετοί, ὥστε ν’ ἀναβά-
4479λωσι τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην ἐπὶ ἀρκοῦντα χρόνον. Νο-
4480μίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ δώσωμεν πολλὴν εὐχέρειαν
4481περὶ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ· δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
4482τὴν πεῖραν τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς· σήμερον δὲ τὰ πάντα
4483ἐρευνῶνται καὶ ἐξετάζονται διὰ τοῦ πειραματισμοῦ· πᾶσαι
4484αἱ ἐπιστῆμαι καθιέρωσαν τὸν πειραματισμόν. Καὶ αὐτὴ
4485ἡ ψυχολογία σήμερον μόνον διδάσκεται καὶ ἐρευνᾶται διὰ
4486τοῦ πειραματισμοῦ, ἀλλά, ὡς θὰ γνωρίζητε, ὑπάρχει καὶ
4487σχολὴ ὁλόκληρος διδάσκουσα ὅτι καὶ ἡ διοικητικὴ ἐπι-
4488στήμη πρέπει νὰ προβαίνῃ πειραματικῶς. Κατὰ μείζονα
4489ἄρα λόγον προκειμένου περὶ νομικῶν διατάξεων καὶ δὴ
4490συνταγματικῶν τοιούτων πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐφαρμό-
4491σωμεν ἐπὶ τούτων τὸν πειραματισμόν· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ
4492ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἀσφαλῆ ἐντὸς μιᾶς πενταετίας, καὶ
4493διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας εἶναι
4494ἀπαραίτητον. Ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία δύναται τυχὸν νὰ
4495συμβῇ ἐπὶ ἑνός, κατὰ μέρος ἑνός, ἐπουσιώδους ζητήματος,
4496δὲν θ’ ἀφορᾷ τὸ ὅλον συνταγματικὸν οἰκοδόμημα. Γινώ-
4497σκετε κάλλιστα ὅτι ἡμεῖς, παρὰ πάντα τὰ ἄλλα προτερή-
4498ματα τῆς φυλῆς ἡμῶν, ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα, ὥστε τὰς
4499κατὰ μέρος ἐλλείψεις ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τὸ ὅλον καὶ ζη-
4500τοῦμεν τὴν καταστροφὴν τοῦ ὅλου. Ἡ οἰκία ἔχει μῦς, καί,
4501ἀντὶ νὰ φροντίζωμεν πῶς νὰ καταστρέψωμεν αὐτούς, ἀγα-
4502νακτοῦμεν καὶ θέλομεν νὰ καύσωμεν τὴν οἰκίαν ὁλόκληρον.
4503Παραπονούμεθα ὅτι τὸ δένδρον ἔχει σκώληκας, καὶ εἴμεθα
4504πρόθυμοι, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἐνοχλήσεως, νὰ κατακρη-
4505μνίσωμεν τὸ δένδρον. Ἕνεκεν ἀκριβῶς τοῦ λόγου τούτου
4506φοβοῦμαι ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὸ διάστημα τῆς πενταετίας, καὶ
4507νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν δεκαετίαν, ἵνα ἄλλως τε
4508ἡσυχάσῃ καὶ ὁ τόπος καὶ ἴδωμεν καὶ διὰ μακροῦ πως χρό-
4509νου τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν
4510νέων, καὶ πεισθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῶν διορθωτέων.
4511Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν
4512θὰ ἐπαναλάβω τὰ συνήθη ἐπιχειρήματα. Δύναταί τις νὰ
4513τὰ ἴδῃ εἰς πᾶν βιβλίον. Τὰ Σώματα, τὰ ἀσκοῦντα ὁπωσδή-
4514ποτε τὴν συντάσσουσαν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη ἔχει ἀπο-
4515κληθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἀναθεωρητικά, ἐγκλείουσιν ἐν
4516ἑαυτοῖς φυσικῶς τὴν τάσιν πρὸς τὰς ὑπερβασίας καὶ τοὺς
4517ἐκ ταύτης κινδύνους. Καλὸν εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ διάρκεια
4518αὐτῶν νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι μικρὰ καὶ τὰ ὅρια ἀφωρισμένα
4519καὶ ἡ σύγκλησις δυσχερής· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν βε-
4520βαίως εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1864, καθ’ ὃ ἡ δυσχέρεια αὕτη
4521ἔφθανε μέχρι τοῦ φραγμοῦ τοῦ ἀνυπερβλήτου, τὸν ὁποῖον
4522εἶχον θέσει οἱ προπάτορες ἡμῶν. Τὸ σχετικῶς καλλί-
4523τερον σύστημα, Κύριοι, εἶναι βεβαίως τὸ σύστημα τῆς ἀνα-
4524θεωρήσεως κατόπιν πράξεως, δηλώσεως, ἀποφάσεως, τὴν
4525ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἡ ἤδη ὑπάρχουσα θέλει ποιεῖσθαι, ἡ δὲ ἐπὶ
4526τῷ σκοπῷ ἀναθεωρήσεως συνερχομένη θέλει κυροῖ.
4527Διότι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν μία
4528Βουλὴ νὰ ῥυθμίζῃ ἄνευ προαποφάσεώς τινος, ἑκάστοτε τὰς
4529συνταγματικὰς διατάξεις, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ
4530δεκτὸν παρ’ ἡμῖν· διότι τοῦτο ἐγένετο καὶ γίνεται ἐν Ἀγ-
4531γλίᾳ· ἀλλ’ ἐκεῖ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία συνταυτίζεται μὲ
4532τὴν νομοθετικήν· ἡ νομοθετικὴ ψηφίζει καὶ συνταγματικὰς
4533καὶ μὴ συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀσφάλεια ὅμως ὑπάρ-
4534χει ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ἐχομένου
4535ἀπρὶξ τοῦ καθεστῶτος καὶ μὴ στέργοντος εἰς κατάλυσιν
4536ῥιζικὴν θεμελιωδῶν διατάξεων. Τοῦτο ἐκλείπει δι’ ἡμᾶς
4537καὶ τοὐναντίον ἀνακύπτει ὁ φόβος τῆς αἰφνιδίας τῶν πάν-
4538των μεταβολῆς, ἐν ὥραις παροξυσμῶν, πρὸς οὓς δὲν εἴμεθα
4539δυσπύρετοι. Ὅθεν εἶναι πρόδηλον ὅτι κάλλιον δι’ ἡμᾶς
4540εἶναι τὸ ἕτερον σύστημα τῆς διὰ προαποφάσεως ἐπιλήψεως
4541τῆς συζητήσεως περὶ ἀναθεωρήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε πρέπει
4542ἡ ἰδία Βουλὴ, ἥτις θὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ θέματος περὶ ἀνα-
4543θεωρήσεως, νὰ ὑποστῇ τὴν ἄμεσον διάλυσιν ἢ ὄχι; Καὶ τὸ
4544ἓν σύστημα καὶ τὸ ἕτερον παρουσιάζουσι μειονεκτήματα.
4545Τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου διαλύσεως παρουσιάζει τὸ μειονέ-
4546κτημα ὅτι οὐδεὶς θέλει ν’ αὐτοκτονήσῃ, καὶ θ’ ἀπέφευγον
4547ἴσως πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς διατά-
4548ξεως περὶ ἀναθεωρήσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι
4549θὰ ἔβλεπον ὄπισθεν τῆς διατάξεως ἐκείνης τὸν θάνατον τῆς
4550Βουλῆς, τὰς ἐκλογάς, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν ἀμφιβολίαν
4551περὶ τοῦ ἂν θ’ ἀπολαύσωσι καὶ πάλιν τῆς δόξης τῆς βου-
4552λευτικῆς. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη
4553νὰ γίνῃ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναθεω-
4554ρήσεως· δύναται εἰς τὴν τελευταίαν ἢ εἰς τὴν δευτέραν ἢ
4555εἰς οἱανδήποτε Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ ἡ ἀπόφασις
4556περὶ ἀναθεωρήσεως. Μετὰ τὴν διάταξιν, τὴν ἀπόφασιν
4557ἐκείνην περὶ ἀναθεωρήσεως, θὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐκλογαί,
4558καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ δοθῇ ἡ ἐντολὴ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ
4559πρὸς ἀναθεώρησιν ὁριστικὴν πρὸς ὡρισμένον ἀριθμὸν Βου-
4560λευτῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς Βουλῆς εἶναι
4561ἆρά γε καλὸν ἢ τὸ σύστημα τῆς διπλῆς Βουλῆς; Τὸ μὲν
4562σύστημα τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, Κύριοι, παρουσιάζει πράγματι
4563τοῦτο τὸ κακόν· ὅτι εἶναι πρόσωπα πολλά, τὰ ὁποῖα—τὸ
4564ζήτημα τῆς δαπάνης εἶναι ἀνάξιον λόγου— λόγῳ τῆς κατὰ
4565πρῶτον ἐπιλήψεως καθηκόντων δὲν θὰ ἦσαν τὰ κατάλληλα
4566πρὸς ῥυθμικὴν κίνησιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καὶ
4567τῆς ἀταξίας ταύτης δείγματα εἴχομεν καὶ ἐν τῇ παρούσῃ
4568Βουλῇ, ἀλλὰ τὸ σύστημα τὸ ἁπλοῦν ἔχει τὸ ἄλλο ἐπικίν-
4569δυνον, ὅτι ἓν Σῶμα τόσον ἁπλοῦν, ἀσκοῦν μίαν ὑπερτάτην
4570ἐξουσίαν, τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία, καὶ ἂν δὲν
4571εἶναι συντακτικὴ ἐντελῶς, εἶναι πάντως συντάσσουσα καὶ
4572διὰ τοῦτο ἐπικίνδυνος ἐξουσία, ἓν Σῶμα τοιοῦτον ἀπο-
4573βαίνει λίαν ἐπικίνδυνον. Εἰς πάντα τὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα
4574ἐξασκοῦσι τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν, τὴν ἀναθεωρητικήν,
4575παρετηρήθη πάντοτε μία τις τάσις πρὸς ὑπερβασίας, πρὸς
4576σφετερισμὸν δικαιωμάτων ἀνωτέρων ἐκείνων, ἅτινα κανο-
4577νικῶς προσῆκον εἰς αὐτά. Καὶ ἂν εἶναι αὐστηρῶς διαγε-
4578γραμμένα διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ὅτι δὲν ἔχουσι
4579τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετήσεως, θέλουσι νὰ νομοθετήσωσιν·
4580ἂν εἶναι διαγεγραμμένον διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου
4581ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς μόνας τὰς ἀναθεωρητέας
4582διατάξεις, δὲν περιορίζονται εἰς αὐτάς. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ
4583συνέβη τι παρόμοιον· διότι, ἐνῷ εἶπον ὅτι εἶναι συμβόλαιον
4584τιμῆς διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἵνα μὴ
4585τὰ μέλη αὐτῆς προβῶσι πέρα τῶν ἀναθεωρητέων διατά-
4586ξεων, ἐν τούτοις ὑπερέβησαν τὰ τεθειμένα ὅρια, διότι προσ-
4587εκόλλησαν εἰς μίαν τῶν διατάξεων ἐκείνων ἄλλην διάτα-
4588ξιν, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὰ μέλη τῶν βασιλευσασῶν ἐν
4589Γαλλίᾳ οἰκογενειῶν νὰ εἶναι πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας,
4590καίτοι τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπὸ πλείστων δικαίως ὡς προσθήκη
4591νέας διατάξεως. Πόθεν τοῦτο; Ἐκ τῆς βουλιμίας, ἡ ὁποία
4592φυσικῶς ἀναπτύσσεται εἰς τὰ βουλευτικὰ Σώματα νὰ ἐπι-
4593ληφθῶσι καθηκόντων πέρα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι διαγε-
4594γραμμένα διοικητικῶς. Ἐὰν τοῦτο τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον
4595εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὴν ἐν
4596γένει τάσιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς δρᾶσιν εὐρυτέραν, θελήσω-
4597μεν νὰ τὸ φαντασθῶμεν παρουσιαζόμενον ἐνώπιον ἁπλῆς
4598Βουλῆς, νομίζω ὅτι θ’ ἀντιληφθῶμεν τὸν κίνδυνον, τὸν
4599ὁποῖον διατρέχομεν, διότι εὐκολώτερον κινεῖται πρὸς ὑπερ-
4600βασίαν Σῶμα ὀλιγάριθμον.
4601§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν διπλῆν Βουλὴν εἶναι πε-
4602ρισσότερος κίνδυνος, διότι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι διπλῆν
4603ἐξουσίαν.
4604§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, διότι τοιοῦτο
4605παράδειγμα ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν μᾶς ἔδειξε. Φοβοῦμαι
4606δὲ καὶ τοῦτο ἄλλως, ὅτι ἐν τῇ ἁπλῇ Βουλῇ δύναται νὰ
4607ἐπισυμβῇ ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετεύχθη κατὰ τὴν
4608σύστασιν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἁπλῇ Βουλῇ εἶναι δυ-
4609νατὴ πᾶσα συμφωνία καὶ πᾶσα ἐπικράτησις τοῦ κόμματος,
4610τοῦ ποιοῦντος τὴν διάλυσιν καὶ προσκαλοῦντος τοὺς ἐκλο-
4611γεῖς εἰς τὰς κάλπας. Ἐν τῇ διπλῇ Βουλῇ δὲν εἶναι τοῦτο
4612δυνατόν, διότι ὑπάρχουσιν ἄλλοι τόσοι Βουλευταί. Ἂς ἐν-
4613θυμηθῶμεν τί ἠθέλησαν νὰ γίνῃ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς
46148ης Αὐγούστου. Ἠθελήθη καὶ ἐπεδιώχθη σύμπραξις τῶν
4615δύο κομμάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀποκλεισθῇ
4616ἡ εἴσοδος παντὸς νέου στοιχείου. Εὐτυχῶς ὁ λαὸς ἀντε-
4617λήφθη ἐγκαίρως τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμπιστευθῇ
4618πλέον, διὰ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα λόγον, τὴν τύχην τῆς ἀνα-
4619θεωρήσεως εἰς τὰ κόμματα καὶ εἰσῆλθον πρὸ παντὸς νέα
4620στοιχεῖα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τὰ νέα στοιχεῖα
4621φέρουσι πάντοτε νέας ἰδέας καὶ ἐπωφελεῖς νεωτερισμούς·
4622καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅτι τὸ Σύν-
4623ταγμα ἡμῶν δὲν εἶναι Σύνταγμα βαῖνον ἀποκλειστικῶς ἐπὶ
4624τῶν τροχιῶν τοῦ παρελθόντος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν εἰσα-
4625γωγὴν νέων στοιχείων, λίαν συντελεσάντων εἰς τοῦτο. Ἀλλ’
4626ἔρχεται ἡ ἄλλη δυσχέρεια· ἡ διπλῆ Βουλή, δικαίως εἶπεν
4627ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σαλεύει ὁπωσδήποτε τὸ
4628ἔδαφος, ἡ διπλῆ Βουλὴ εἶναί τι ἀνώμαλον. Ἐν Γαλλίᾳ
4629γνωρίζετε τίς λύσις ἐδόθη. Συνέρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γε-
4630ρουσία, ἀφοῦ πρότερον ψηφίσωσι κεχωρισμένως τίνες αἱ
4631ἀναθεωρητέαι διατάξεις, καὶ ἀποτελοῦσι τὴν Ἐθνοσυνέ-
4632λευσιν, ἡ ὁποία μόνη ψηφίζει συνταγματικὰς διατάξεις.
4633Ὅτε δὲ τῷ 1884 παρουσιάσθη ἀνάγκη νομοθετήσεως καὶ
4634ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν δύναται αὐτὸ τὸ Σῶμα, τὸ ἐξα-
4635σκοῦν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, νὰ νομοθετήσῃ, ἔλυσαν
4636τὸ ζήτημα ἀποφατικῶς· εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρισθῶσι
4637τὰ δύο Σώματα, ἕκαστον ἐπὶ τὰ ἴδια, καὶ οὕτω νὰ νομο-
4638θετήσωσι· καὶ ἀπῆλθον οἱ μὲν εἰς τὸ Palais Bourbon
4639οἱ δὲ εἰς τὸ Palais Luxembourg καὶ ἕκαστον Σῶμα
4640ἀπεφάσισε κατ’ ἰδίαν καὶ ἐνομοθέτησαν οὕτω κεχωρισμέ-
4641νως. Ἐὰν τοιοῦτό τι σύστημα εὑρίσκετο, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ
4642παρ’ ἡμῖν δευτέρα Βουλή, νομίζω ὅτι θὰ ἐξησφαλιζόμεθα
4643καὶ ἀπὸ τοῦ κινδύνου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ διάρ-
4644κεια τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἐπιθυμιῶν πρὸς
4645διάρκειαν καὶ ἡ ἀνάμιξις διπλοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρὸς
4646ἔργα καθαρῶς νομοθετικά. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν δ’ ὅτι
4647εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναμιχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς
4648νομοθετικὰ ἔργα. Ἐντεῦθεν ἡ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν.
4649Πρέπει δὲ νὰ καυχηθῶμεν διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὅτι
4650εἶναι ἡ πρώτη Βουλή, ἡ ὁποία ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἐπε-
4651τέλεσε τοιαύτην ἐργασίαν. Ἕνδεκα μόνον ἄρθρα ἠθέλησαν
4652ν’ ἀναθεωρήσωσιν εἰς τὸ Βέλγιον καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
4653διέθεσαν χρόνον ἀναλογοῦντα ἕνα μῆνα πρὸς ἕκαστον ἄρ-
4654θρον, καὶ διετηρήθη ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐργασία περὶ τὸ ἔτος·
4655Πάντοτε λοιπὸν ἡ διάρκεια δὲν θὰ εἶναι βραχυτέρα ἐκεί-
4656νης, τὴν ὁποίαν κατηναλώσαμεν, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν
4657παρὰ νὰ γίνῃ ἐπίληψις καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁμο-
4658λογῶ δὲ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ παράστασις διπλοῦ ἀριθμοῦ ἐπι-
4659φέρει δυσχέρειαν εἰς τὴν κίνησιν τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς
4660καὶ καθιστᾷ τὸ ἔδαφος ἀνώμαλον διὰ νομοθετικὴν ἐργα-
4661σίαν ἀπαραίτητον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα συσχετίζεται πρὸς
4662τὰ ἀναθεωρούμενα ἄρθρα. Διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω
4663ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφος κ.
4664Τσαξίρης ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς, χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς.
4665Παρέχει διέξοδον εἰς τὰς δυσχερείας, ἃς ἐξέθηκα. Γίνονται
4666ἐκλογαὶ διὰ τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔχει μόνον
4667ἐντολὴν νομοθετικήν, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν τῆς ἀναθεωρήσεως
4668συνταγματικῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἡ διαλυθεῖσα θὰ
4669ἔκρινεν ὡς ἀναθεωρητέα. Θὰ ἔλθῃ ὅμως συγχρόνως καὶ εἷς
4670ἄλλος ἀριθμὸς προσωρινῶν Βουλευτῶν, δυναμένων νὰ συνεισ-
4671φέρωσι τὰ φῶτά των, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι προορισμὸν μό-
4672νον νὰ μετέχωσι τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συν-
4673ταγματικῶν διατάξεων. Δύνανται δὲ τότε νὰ εἰσέλθωσι
4674καὶ πάλιν νέα στοιχεῖα συνεισφέροντα εἰς τὴν χρησιμωτέ-
4675ραν διαρρύθμισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, στοιχεῖα,
4676ἅτινα ἴσως, ἀπησχολημένα εἰς ἐπιστημονικὰς καὶ ἄλλας
4677ἐργασίας, δὲν θέλουσι ν’ ἀναμιχθῶσι διηνεκῶς καὶ ἐνερ-
4678γῶς εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὑρί-
4679σκω τὴν πρότασιν ταύτην ἀξίαν μελέτης καί, ἂν τεθῇ εἰς
4680ψηφοφορίαν, εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅσον
4681ἀφορᾷ εἰς τὴν δεκαετίαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπεφαίνετο διὰ δια-
4682λύσεως ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις τῆς Γε-
4683ρουσίας, ἠδύνατο ἴσως νὰ συντμηθῇ ἡ προθεσμία αὕτη διὰ
4684τὴν ἰδιαιτέραν διάταξιν περὶ τῆς Γερουσίας. Τότε θὰ ἠδυ-
4685νάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀρκετὸν διάστημα, ὥστε ἐν
4686τῷ μεταξὺ νὰ μελετηθῶσι καὶ τὰ τῆς Γερουσίας καὶ γίνῃ
4687ἰδιαιτέρα συζήτησις περὶ αὐτῆς.
4688§244Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας
4689δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Εἶμαι ὑπὲρ
4690τῆς πενταετίας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ γενόμε-
4691ναι προσθῆκαι καὶ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι πᾶσαι ἐπιτυ-
4692χεῖς, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δώσωμεν διέξοδον, ὅπως ἡ
4693ἀναθεώρησις γίνῃ οὐχὶ εἰς πολὺ ἀπομεμακρυσμένην ἐποχήν.
4694Ἐὰν δέ, ὅπερ εὔχομαι, ἀποδειχθῇ ὅτι πᾶσαι αἱ προσθῆ-
4695και αἱ γενόμεναι θ’ ἀποβῶσιν ἐπωφελεῖς, τότε βεβαίως
4696οὐδεὶς θὰ ἐπιθυμήσῃ ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα. Τοσοῦ-
4697τον μᾶλλον, καθόσον λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα εἰς πᾶσαν
4698ἀναθεώρησιν ὁ λαὸς λαμβάνῃ γνῶσιν ἐκ τῶν προτέρων
4699τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ὁρίζει
4700ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἔθεσε καὶ τὴν λέξιν εἰδικῶς καὶ κατω-
4701τέρω λέγει καὶ μόνων. Αἱ δύο αὗται λέξεις καθώρισαν καλ-
4702λίτερον τὰς σχετικὰς διατάξεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς
4703Γερουσίας θεωρῶ τοῦτον ἐντελῶς ἀπαράδεκτον καὶ χαίρω
4704πολύ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέσυρε τὴν
4705σχετικὴν οὐχὶ σοβαρὰν πρότασιν, διότι τὸν Ἑλληνικὸν
4706λαὸν πρέπει νὰ σεβώμεθα καὶ ἔπρεπεν οὗτος ἐκ τῶν προτέ-
4707ρων νὰ ἐρωτηθῇ (χειροκροτήματα πνίγοντα τὰς τελευταίας
4708λέξεις τοῦ ῥήτορος).
4709§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας ἀποσύρεται.
4710§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἀποσύρω. Μὴ θέλῃ νὰ τὴν
4711υἱοθετήσῃ ἄλλος τις;
4712§247ΧΡ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τάσσομαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς δεκαετοῦς
4713προθεσμίας ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ προ-
4714λαλήσαντες συνάδελφοι ἐξέθηκαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
4715διότι φρονῶ ἐπὶ πλέον ὅτι, ὅσον περισσότερον ἀπομακρύ-
4716νομεν τὴν ἀναθεώρησιν ἀπὸ τὴν σύγχρονον πολιτικὴν ζύ-
4717μωσιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἀσφαλέστερον
4718ἀπομακρύνεται ὁ κίνδυνος νὰ ἐπανέλθωμεν πολὺ ταχέως
4719εἰς τὸ πρώην καθεστώς.
4720Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες θὰ
4721ἀποτελέσωσι τὴν Βουλὴν τῆς ἀναθεωρήσεως, νομίζω ὅτι
4722προτιμότερον σύστημα εἶναι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ
4723διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Καὶ μολονότι ἀνεγνωρίσθη
4724ὅτι ὁ διπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν παρέχει πολλὰς δυσχε-
4725ρείας ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἐν τούτοις προτιμῶ
4726νὰ παρακάμψωμεν τὰς δυσχερείας ταύτας παρὰ νὰ μὴ
4727δεχθῶμεν τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τοῦ
4728γεγονότος ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ θ’ ἀποτελῆται ἐκ
4729διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα, ἵνα
4730πρὸς ἄρσιν παντὸς ἐνδοιασμοῦ συνταγματικῶς καθορισθῇ
4731ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ ἀμέσως ὡς λάβῃ πέρας τὸ συνταγμα-
4732τικὸν ἔργον αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ νομοθετικῆς
4733ἐργασίας, πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ὀργανικῶν καὶ
4734ἐτησίων φορολογικῶν νόμων.
4735§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἀποσύρονται
4736αἱ κάτωθι τροπολογίαι.
47371) Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων
4738τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσα οὕτως·
4739«Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συν-
4740τάγματος ἐπιτρέπεται μετὰ πενταετίαν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ
4741διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς
4742ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς
4743ἀναθεωρητέας διατάξεις.
4744»Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται αὐτοδι-
4745καίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις, δι’
4746ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐ-
4747τῆς, ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων».
47482) Τοῦ κ. Μ. Δαζέα, ἔχουσα οὕτως·
4749Ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἀποφασί-
4750ζει Βουλή, ἐκ νέας ἐκλογῆς προερχομένη, κατὰ τὴν πρώ-
4751την τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις
4752«καὶ ἐν χρονικῷ διαστήματι τριῶν μηνῶν, ἐν τούτῳ
4753περιοριζομένης τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν ἐντολῆς»,
4754καὶ 3) τοῦ κ. Ἀ. Φωτήλα, ἔχουσα οὕτω·
4755«Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συν-
4756τάγματος.
4757»Μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύ-
4758της ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατά-
4759ξεων αὐτοῦ ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου
4760ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πρά-
4761ξεως, ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ
4762ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ
4763τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνας.
4764»Ἐπὶ τῶν οὕτως ὡς ἀναθεωρητέων προταθεισῶν διατά-
4765ξεων καὶ μόνον ἀποφασίζει Βουλὴ ἐκ νέας ἐκλογῆς προερ-
4766χομένη κατὰ τὴν πρώτην τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον καὶ
4767διὰ πλειονοψηφίας ἁπλῆς».
4768Παρακαλεῖται ἤδη ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὴν
4769τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ, βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ
4770Ἤλιδος.
4771§249ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
4772«Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 21, 29,
477331 καὶ 45 τοῦ Συντάγματος.
4774»Ἀναθεώρησις τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δύ-
4775ναται νὰ γίνῃ μετὰ ὀκταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατά-
4776ξεως ταύτης, κατὰ δύο τρόπους.
4777»Μερικὴ ἀναθεώρησις τῶν ἐπουσιωδῶν μόνον διατάξεων
4778δύναται νὰ γίνῃ ὁσάκις μία Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων
4779τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’
4780ἰδίας πράξεως ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας δια-
4781τάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας
4782ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα. — Ἐπὶ τῶν οὕτως
4783ὡς ἀναθεωρητέων προταθεισῶν ἐπουσιωδῶν διατάξεων καὶ
4784μόνον ἀποφασίζει ἡ ἐκ νέων ἐκλογῶν προερχομένη νέα
4785Βουλή, κατὰ τὴν πρώτην τῆς Περιόδου αὐτῆς Σύνοδον καὶ
4786δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας.
4787»Γενικὴ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ
4788ὁσάκις μία Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν με-
4789λῶν αὐτῆς ζητήσῃ ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως μὴ ὁριζού-
4790σης εἰδικῶς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης
4791εἰς δύο ψηφοφορίας ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐ-
4792λάχιστον μῆνα.—Κατόπιν τούτου ὑποβάλλεται ἐρώτημα,
4793ἐντὸς δύο μηνῶν, εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἀπο-
4794φαίνεται διὰ δημοψηφίσματος.—Ἐὰν τὸ δημοψήφισμα κη-
4795ρυχθῇ διὰ πλειονοψηφίας τῶν ⅔ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ
4796τῆς ἀναθεωρήσεως συγκαλεῖται ἐντὸς 1½ μηνὸς Ἐθνοσυν-
4797έλευσις ἀπαρτιζομένη ἐκ μελῶν διπλασίου ἀριθμοῦ τοῦ
4798συνήθους τῶν Βουλευτῶν.—Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀποφασίζει
4799ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἅτινα θὰ κρίνῃ ὡς ἀναθεωρητέα.
4800»Διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ὑπάρχει ἀσυμβί-
4801βαστον».
4802Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δέον ν’ ἀπορ-
4803ριφθῇ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
4804θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερ-
4805ρίφθη.
4806§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρι-
4807γώνη ἔχουσαν οὕτω:
4808«Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ θέλουσι λαμβάνει μέρος κατὰ τὰς
4809συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἄνευ ὅμως
4810δικαιώματος ψήφου, καὶ ἅπαντα τὰ μέλη τακτικὰ καὶ ἔκ-
4811τακτα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
4812Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἡ τροπολογία αὕτη ἀπορριφθῇ
4813ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4814(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
4815Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἤδη ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ
4816βουλευτοῦ κ. Βούτση, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμ-
4817ματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ.
4818§251ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:)
4819«Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντά-
4820γματος ἐπιτρέπεται μετὰ δεκαετίαν ὁσάκις ἡ Βουλὴ εἰς δύο
4821συνεχεῖς Βουλευτικὰς Περιόδους δι’ ἀπολύτου πλειονοψη-
4822φίας ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης
4823τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης ὡς ἄνω
4824τῆς ἀναθεωρήσεως ἡ Βουλὴ τῆς δευτέρας Περιόδου διαλύε-
4825ται αὐτοδικαίως καὶ συγκαλεῖται νέα τοιαύτη ἐκ διπλα-
4826σίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει δι’ ἀπολύτου
4827πλειονοψηφίας ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων».
4828§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τρο-
4829πολογία αὕτη ἄνευ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντά-
4830γματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
4831ται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν
4832τοῦ κ. Βούτση.
4833Ἔρχεται κατόπιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τσαξίρη.
4834§253ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:)
4835«Ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἐπιτρέ-
4836πεται μετὰ ἑξαετίαν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο τρίτων
4837τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὑτῆς ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρη-
4838σιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατά-
4839ξεις καὶ ψηφιζομένης δίς.
4840» Ἑνὸς μηνὸς διάστημα τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μεσολα-
4841βήσῃ μεταξὺ τῶν δύο ψηφοφοριῶν.
4842»Ἀποφασισθείσης οὕτω τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ
4843Βουλὴ αὐτοδικαίως καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ τὴν
4844πρώτην αὐτῆς Σύνοδον καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας
4845τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὑτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν
4846ὡς ἀναθεωρητέων θεωρηθεισῶν διατάξεων.
4847»Διὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρώτης ταύτης Συνόδου ἐκλέ-
4848γονται πλὴν τῶν τακτικῶν Βουλευτῶν καὶ Βουλευταὶ ἔκτα-
4849κτοι ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς τακτικούς.
4850»Οἱ ἔκτακτοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ εἶναι καὶ δημόσιοι
4851ὑπάλληλοι, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας θὰ ὁρίσῃ ὁ
4852νόμος. Κατὰ πάντα τὰ λοιπὰ ἰσχύουσι καὶ περὶ αὐτῶν
4853ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ
4854νόμου, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς τακτικοὺς Βουλευτάς».
4855§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ
4856τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Τσαξίρη ἄνευ παραπομπῆς
4857εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται
4858νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολο-
4859γία ἀπερρίφθη.
4860Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰγγλέση, ἡ ὁποία εἶχε
4861παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω:
4862«Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς
4863Ἐπικρατείας διὰ τῆς ψήφου τῶν δύο τρίτων τοῦ ἀριθμοῦ
4864τῶν Βουλευτῶν».
4865Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦν-
4866ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
4867παρεδέχθη.
4868Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Χ. Δι-
4869καίου καὶ Π. Μερλοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν «Εἰς τὸ γʹ
4870ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συν-
4871τάγματος ἐπιτροπῆς νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐκ
4872νέας ἐκλογῆς προερχομένη» αἱ φράσεις «καὶ ἐκ διπλασίου
4873ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀποτελουμένη. Ἡ τοιαύτη Βουλή, ἐκ-
4874τὸς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου της δὲν δύναται νὰ ἐπιλη-
4875φθῇ καὶ τῶν νομοθετικῶν ἔργων πλὴν τῆς συζητήσεως καὶ
4876ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐτησίων οἰκονο-
4877μικῶν».
4878Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἄνευ παραπομ-
4879πῆς εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παρακαλοῦν-
4880ται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπο-
4881λογία ἀπερρίφθη.
4882Μετὰ τοῦτο ἔρχονται αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι
4883ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
4884§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ
4885πρώτη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἡ ἀναθεώ-
4886ρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος.
4887§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
4888§257ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρώτη διάταξις εἶναι ἀπαραί-
4889τητος.
4890§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς τροπολογίας ταύτας εἰς τὸ βʹ
4891ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συν-
4892τάγματος ἐπιτροπῆς ἀντὶ τῆς λέξεως «πενταετίαν» νὰ
4893τεθῇ ἡ λέξις «δεκαετίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τρο-
4894πολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4895περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4896Ἐπίσης τὸ γʹ ἐδάφιον ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς·
4897«Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται αὐτοδι-
4898καίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα, ἥτις κατὰ
4899τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεω-
4900ρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου
4901ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς».
4902§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεχείρησα ν’
4903ἀναγράψω τὴν λέξιν «μόνον», ἀλλ’ ἐπέρχεται ἡ ἑξῆς
4904ἀμφιβολία ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν
4905ἔχει ἄλλην ἐξουσίαν, ἐνῷ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τού-
4906του οὐδεμία γεννᾶται ἀμφισβήτησις. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ
4907ἐξουσία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ἀναθεωρη-
4908τικόν της ἔργον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τὰ τεθει-
4909μένα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς ἀποφασισθείσης ὑπὲρ τῆς ἀνα-
4910θεωρήσεως.
4911§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
4912γʹ ἐδαφίου ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4913(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4914Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγραφὴν ἑρμηνευτικῆς διατά-
4915ξεως ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «σαφὴς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου,
4916καθ’ ἣν ἡ πρὸς ἀναθεώρησιν συγκαλουμένη Βουλή, ἀνεξαρ-
4917τήτως τῶν ἄλλων αὐτῆς καθηκόντων, δὲν δύναται, ἐν τῇ
4918ἐνασκήσει τοῦ ἀναθεωρητικοῦ αὐτῆς ἔργου, νὰ ἐξέλθῃ τῶν
4919ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξεν ἡ τὴν ἀναθεώρησιν ἀποφασίσασα
4920Βουλὴ» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4921περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οὕτω τὸ ὅλον ἄρθρον
4922107 ἔχει ὡς ἑξῆς:
4923Ἄρθρον 107.— «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώ-
4924ρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος.
4925»Μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως
4926ταύτης ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιω-
4927δῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διὰ τῶν δύο
4928τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ζητήσῃ
4929ταύτην δι’ ἰδίας πράξεως, ὁριζούσης εἰδικῶς τὰς
4930ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ ψηφιζομένης εἰς δύο
4931ψηφοφορίας, ἀφισταμένας ἀλλήλων κατὰ ἕνα τοὐ-
4932λάχιστον μῆνα.
4933»Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως διαλύεται
4934αὐτοδικαίως ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα,
4935ἥτις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον αὐτῆς ἀποφασίζει
4936ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἀπολύτου
4937πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς».
4938Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 107, ὡς ἀνεγνώσθη, παρα-
4939καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
4940Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4941Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχει ζητηθῆ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ
4942κ. Βάρθη ψηφοφορία. Ἡ πρότασις ὁρίζει: «Παρακαλῶ νὰ
4943γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος».
4944Ἀλλ’ ἡ ψηφοφορία ἐγένετο ἤδη, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν
4945δύναται νὰ γίνῃ νέα ψηφοφορία.
4946§261Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ τῆς δι’
4947ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας.
4948§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προβῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν
4949ἄρθρων 108 καὶ 109, καὶ τὰς ψηφοφορίας τῶν ἄλλων ἄρ-
4950θρων, ἃς ἔχομεν ἀφήσει, νὰ κάμωμεν πάσας εἰς τὸ τέλος.
4951§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
4952§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 108.—«Ὅλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ
4953Διατάγματα, καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν Σύν-
4954ταγμα, καταργοῦνται».
4955Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ παλαιὸν 103 τοῦ μέχρι τοῦδε
4956ἰσχύοντος Συντάγματος. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τὸ ἄρ-
4957θρον 103 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος ἀριθμηθῇ ὡς ἄρθρον
4958108 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
4959σότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4960Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Βου-
4961λευτοῦ κ. Ἀ. Βούτση ἔχουσα οὕτως:
4962«Ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις τῶν ἄρθρων 83, 91 καὶ 98
4963τοῦ Συντάγματος μετὰ πενταετίαν, ὁσάκις ζητηθῇ ὑπὸ
4964τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς. Ἀποφασισθείσης τῆς
4965ἀναθεωρήσεως ταύτης ἡ ἰδία Βουλὴ προβαίνει δι’ ἀπολύ-
4966του πλειονοψηφίας εἰς τὴν κατάργησιν ἢ μεταρρύθμισιν
4967αὐτῶν».
4968Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη
4969παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
4970ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀπόρριψιν.
4971Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ
4972παλαιοῦ Συντάγματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4973(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4974Ἄρθρον 109 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. — «Τὸ
4975παρὸν Σύνταγμα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν ἅμα ὑπογραφῇ
4976ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὀφείλει
4977νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὸ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
4978σεως ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν μετὰ τὴν ὑπογραφήν.
4979»Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δημοσιεύεται καὶ πᾶσα ψηφι-
4980ζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συν-
4981τάγματος ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ
4982περὶ θέσεως αὐτῶν εἰς ἐνέργειαν ψηφίσματος τῆς Βουλῆς».
4983Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου μένει ἀμετάβλη-
4984τον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ τεθῇ ψηφοφορία.
4985Τώρα θὰ θέσω ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ
4986ἄρθρου 109.
4987§265Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω, ὅπως τὸ
4988ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς:
4989«Πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατά-
4990ξεων τοῦ Συντάγματος ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται διὰ
4991τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ
4992τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δ’ εἰς ἐνέρ-
4993γειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος».
4994§266Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ ψηφίσματος πρέπει νὰ
4995εἶναι 24 ὧραι.
4996§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ψήφισμα δύναται νὰ εἶναι μετὰ
4997δύο ἢ τρεῖς μῆνας.
4998§268Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἴσως θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναστρα-
4999φῶσιν οἱ ὅροι, ἵνα γίνῃ ὅπως καὶ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα.
5000§269Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
5001οσύνης). Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ παλαιοῦ Συν-
5002τάγματος, ὅτι ἴσχυσε πρὶν ἢ δημοσιευθῇ.
5003§270Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπράξαμεν τοῦτο καὶ εἰς τὸ ἄρ-
5004θρον 3 τοῦ Συντάγματος.
5005§271Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη ἤδη.
5006§272Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἴσχυσε.
5007§273Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
5008§274Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ὄχι
5009περὶ τῆς ἰσχύος ὡς ψηφίσματος, διότι τοῦτο δὲν ἔχει ἔν-
5010νοιαν ψηφίσματος.
5011§275Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ψήφισμα,
5012ὅπερ θέλει προνοήσει περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς δημοσιεύσεως
5013τοῦ συνόλου. Πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι δὲν θὰ περιλάβῃ
5014τοῦτο κατ’ ἀνάγκην τὸ ἄρθρον 3· ἑπομένως ἐκεῖνο θὰ τὸ
5015περιλάβῃ μοναδικὴ διάταξις, διότι εἶναι ἤδη ἐν ἰσχύϊ.
5016§276Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἕτοιμον σχέδιον
5017ψηφίσματος καὶ λέγομεν ὅτι τὸ Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ ἀπὸ
5018τῆς δεῖνα ἡμέρας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν ψηφισμάτων θεσπι-
5019ζομένων.
5020§277Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀντὶ τοῦ «ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν»
5021νὰ τεθῇ «τίθεται εἰς ἐνέργειαν».
5022§278Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ Συν-
5023τάγματος· δὲν μετεβλήθη.
5024§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Προ-
5025έδρου τῆς Κυβερνήσεως προτείνοντος ὅπως τὸ βʹ ἐδάφιον
5026ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς:
5027«Πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατά-
5028ξεων τοῦ Συντάγματος ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται διὰ
5029τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ
5030τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δ’ εἰς
5031ἐνέργειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος».
5032Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦ-
5033ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
5034παρεδέχθη.
5035Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἑτέρα τροπολογία
5036τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ διδασκαλία τῶν
5037ῥητρῶν τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικὴ ἐν τοῖς
5038σχολείοις τοῦ Κράτους».
5039Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακα-
5040λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
5041παρεδέχθη.
5042Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἤδη τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει τρο-
5043πολογία τοῦ κ. Ἀ. Τριγώνη καὶ Μ. Γαλανοῦ ἔχουσα οὕτω:
5044«Θέλει μνημονεύεσθαι ἐπ’ ἐκκλησίαις τὸ ὄνομα τοῦ Πα-
5045τριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἀντὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου».
5046§280Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀποσύρεται.
5047§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τρο-
5048πολογία τοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐν τῷ τελευταίῳ
5049ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἢ εἰς ἄλλο γλωσ-
5050σικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρί-
5051σεως» νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς περικοπὴ «τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
5052τῆς Ἑλλάδος καὶ».
5053§282Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀποσύρεται.
5054§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀ. Καφετζο-
5055πούλου περὶ προσθήκης εἰδικοῦ ἄρθρου ἔχοντος οὕτως:
5056«Ὁ ἐργάτης ἐν Ἑλλάδι, ὡς μέγας παράγων τῆς κοινῆς
5057εὐημερίας, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους ἀνα-
5058λαμβάνοντος νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸν καλὸν βίον, διὰ κα-
5059ταλλήλων νόμων καθοριζόντων τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, κατ’
5060εἶδος, φῦλον, ἡμέραν καὶ ἡλικίαν, ἐξασφαλιζομένης ἅμα
5061τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἠθικῆς διεξαγωγῆς ἑκάστης παραγωγικῆς
5062ἐργασίας, τὰ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἐργάτου, τὰς ἐξ ἀτυχημάτων
5063ἀποζημιώσεις ὡς καὶ τὰς συντάξεις αὐτῶν. Τὸ Κράτος ἐπεμ-
5064βαῖνον πρὸς πρόληψιν ἀγροτικῶν κρίσεων καὶ συγκρούσεων
5065ὑπὲρ τοῦ γαιοκτήμονος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀπαγόρευ-
5066σιν ὡρισμένου εἴδους καλλιεργείας ἢ τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ
5067δι’ ἀναγκαστικῆς ἐκριζώσεως καὶ ὑποχρεοῦται νὰ προνοήσῃ
5068πρωτίστως περὶ βαθμικίας ἄρσεως πάσης ἐμμέσου φορολο-
5069γίας εἰς εἴδη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῶν ἐργατῶν».
5070§284Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταί, τὸν
5071κάματον τῆς Βουλῆς συζητούσης εἰς τοιαύτας μεταμεσονυ-
5072κτίους ὥρας, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω
5073δύο λέξεις. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ μηνῶν πρότασιν, ὅπως προσ-
5074τεθῇ εἰδικὸν ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι προνοοῦν γενικῶς
5075περὶ ἐργάτου καὶ ἐργασίας καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως
5076ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δο-
5077θεῖσα ἐπίσημος ὑπόσχεσις καὶ διαβεβαίωσις περὶ τῆς λή-
5078ψεως συντόνων μέτρων πρὸς ἀνύψωσιν καὶ προστασίαν τῶν
5079ἐργατικῶν τάξεων μοὶ ἔδωκε τὸ θάρρος, ὅπως προβῶ εἰς τὴν
5080διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἣν ἔχετε πρὸ ὑμῶν. Εἶναι
5081ἀληθὲς ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ἐργατικὸν καθόλου ζήτημα νηπι-
5082άζει ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν
5083συνθηκῶν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
5084§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποσύρητε.
5085§286Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχάσατε. Ἐν τῇ πεποι-
5086θήσει ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Κυβέρνησις τῶν
5087Φιλελευθέρων ἔχει στερρὰν ἀπόφασιν καὶ θέλει εἰσαγάγει
5088λίαν προσεχῶς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ βελτιῶσι τὴν θέ-
5089σιν τοῦ ἐργάτου, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ταύτην.
5090§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν κ.
5091Ἀ. Μιχαλακοπούλου καὶ Σ. Σίμου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Προ-
5092τείνομεν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος «εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος,
5093ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρ-
5094χικὰ αὑτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου
5095Ἀρχιερέων» καὶ νὰ τεθῇ «διοικεῖται δὲ ὑπὸ Ἱερᾶς Συνό-
5096δου Ἀρχιερέων ἐνεργοῦσα κατὰ τὰ λοιπὰ καθ’ ὃν τρόπον
5097θέλει ὁρισθῆ».
5098(Ἀποσύρεται).
5099Τῶν κ. κ. Δ. Οἰκονόμου καὶ Π. Ἀγγελίδου ἔχουσα οὕτως:
5100«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν ἔχουσα
5101τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, εἶναι ἀναποσπάστως
5102ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Με-
5103γάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας
5104καὶ τηρεῖ ἀπαρασαλεύτως; ὡς ἐκεῖναι, τοὺς ἱεροὺς ἀποστο-
5105λικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, καὶ
5106πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν τάξιν καὶ τοὺς τύπους τῆς ἐξωτε-
5107ρικῆς λατρείας. Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρ-
5108τήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαι-
5109ώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ
5110λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπόκεινται
5111εἰς τὴν αὐτὴν τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ λει-
5112τουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας».
5113Ἀποσύρεται καὶ αὕτη καὶ ἐρχόμεθα οὕτως εἰς τὴν ψηφο-
5114φορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων 102, 103,
5115καὶ 105. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 102. Οἱ παραδεχόμενοι
5116τὸ ἄρθρον 102 λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν
5117ὄχι. Οἱ κύριοι Ἰ. Κουρτάκης καὶ Θ. Πετραλιᾶς καλοῦνται
5118ὡς ψηφολέκται.
5119(Ἄρχεται ἐνταῦθα ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως
5120κατὰ τὸ ἀκόλουθον πρωτόκολλον):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
5121Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Ἰωάν. Πολίτης Ν
5122Νικ. Χρυσόγελος Παν. Δεληβοριᾶς
5123Λ. Παπαφώτης Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
5124Ἀ. Γρίβας Ν Θ. Πέρρος Ν
5125Σερ. Ψύχας Ν Χαρ. Βοζίκης
5126Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἀντ. Βούτσης
5127Ἐπ. Σουλτάνης Νικ. Χαρδούβαλης
5128Γ. Ποῦλος Ν Περ. Ἀλεξάκης
5129Ἰ. Φαρμάκης Ν Θεόδ. Γρηγορίου Ν
5130Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Σπυρ. Σῖμος Ν
5131Ἀ. Τριγώνης Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
5132Ἐ. Λαμπρακάκης Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν
5133Ἰωάν. Κανναβὸς Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
5134Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Πύρ. Καραπᾶνος
5135Ἐ. Σπετσέρης Ν Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
5136Ἰ. Τσιγκόλης Ν Ἐλ. Βενιζέλος Ν
5137Στέφ. Γρανίτσας Ν Ἐμμ. Μπενάκης Ν
5138Γ. Ἰατρίδης Ν Φωκ. Νέγρης Ν
5139Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ο Π. Χαροκόπος
5140Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Κ. Ῥακτιβὰν Ν
5141Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
5142Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν Γ. Ζερβουδάκης
5143Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
5144Ἐμμ. Ῥέπουλης Ν Π. Λαγοπάτης Ν
5145Δημ. Καλέργης Ν Γεώργ. Στρατούλης Ν
5146Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Κ. Μᾶνος
5147Γεώργ. Νέζος Τιμ. Ἡλιόπουλος
5148Παν. Ἀραβαντινὸς Δημ. Βενιζέλος Ν
5149Ἰωάν. Τερζάκης Μιχ. Γαλανὸς Ν
5150Παν. Φραντζῆς Ν Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
5151Γ. Παπασπυρόπουλος Ν Γεώργ. Πολίτης Ν
5152Γεωργαντᾶς Θρόνος Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
5153Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΝ Γεώργ. Νικολαΐδης
5154Νικ. Κόνδης Λουκᾶς Μπέλλος
5155Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
5156Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
5157Κωνστ. Καζαντζῆς Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
5158Γερ. Νοταρᾶς Θρ. Πετμεζᾶς Ν
5159Δημ. Κούζης Γεώργ. Καζανόβας Ν
5160Ἀνδρ. Σαρλῆς Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
5161Δημ. Ῥοῦσος Ν Γεώργ. Σταμπάδος
5162Νικόλ. Δελακοβίας Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
5163Νικόλ. Σακελλαρίου Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
5164Γεώργ. Βλάσης Δημ. Ζαβογιάννης Ν
5165Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
5166Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος
5167Ἀναστ. Βάρβογλης Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
5168Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Νικ. Σπηλιώτης
5169Ἰω. Π. Μανέτας Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν
5170Δ. Πλαπούτας Ν Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
5171Ἀλ. Παπαναστασίου Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
5172Ἰωάν. Μπακόπουλος Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
5173Δημ. Χηνιάδης Ν Δημ. Λαζαρῆς Ν
5174Δημ. Καρέλας Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
5175Ἀθ. Πετρόπουλος Ἀθ. Πουλῆς
5176Χαρ. Στασινόπουλος Νικόλ. Ῥούσης
5177Κωνστ. Ῥεβελιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
5178Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ἀλέξ. Ζαΐμης
5179Ἀ. Κατριβᾶνος Ν Δ. Γκλαβᾶς
5180Ἠλ. Φλέσσας Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
5181Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Λαυρ. Μαβίλης Ν
5182Κωνστ. Γόντικας Ν Κωνστ. Κατηφόρης
5183Ν. Κοντογούρης Ν Σπυρ. Λάσκαρις Ν
5184Ἰωάν. Βέρροιος Βασίλ. Πουλιάσης Ν
5185Πολ. Πολυχρονιάδης Ν Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
5186Παν. Ζάμης Διον. Βινιεράτος Ν
5187Δ. Μάρκου Παν. Λιβιεράτος Ν
5188Γεώργ. Κατσιμπίρης Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
5189Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν Νικ. Χαριτᾶτος
5190Ἀ. Φωτήλας Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσος
5191Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
5192Θεόδ. Ψυχαληνὸς Ν Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
5193Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
5194Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Σπ. Φορέστης
5195Ἀ. Καφετζόπουλος Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
5196Λ. Φλαμῆς Ν Ὄθ. Τετενὲς Ν
5197Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης Ν
5198Νικ. Συριόπουλος Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιερᾶτος
5199Θᾶν. Πετραλιᾶς Ν Θ. Κοντομίχαλος Ν
5200Π. Ἠλιόπουλος Ν Λεων. Ἐμπειρίκος
5201Χρ. Κορύλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
5202Ξ. Σταυρουλόπουλος Δημ. Μάνθος Ν
5203Παν. Βουρλούμης Περ. Γρυπάρης Ν
5204Νικ. Ῥαφτόπουλος Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
5205Χρ. Μεϊτάνης Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
5206Διον. Πολυζωγόπουλος Θωμᾶς Σκάσης Ν
5207Ἰωάν. Δογάνης Ἰάκ. Ἀβάζος
5208Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ν Δημ. Ζαμᾶνος Ν
5209Γεώργ. Ἀβέρωφ Νικ. Καμπάνης
5210Νικόλ. Σταματιάδης Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
5211Δημ. Χρυσοστάλης Ἀλέξ. Μαλασπίνας
5212Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
5213Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Ἀντ. Ῥεβίνθης
5214Νικόλ. Ἀβέρωφ Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
5215Γεώργ. Μπένος Νικ. Καλβοκορέσης
5216Νικόλ. Κάραλης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
5217Κωνστ. Χατζηγιάννης Δημ. Πετσετάκης Ν
5218Δημ. Βάχλας Χαρίλ. Προβελέγγιος
5219Γεώργ. Κοσόνας Ν Ἐμμ. Πατρίκιος Ν
5220Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἰωάν. Μαμάης Ν
5221Μιχ. Σφακιανάκης Ν Ἰωάν. Κασδόνης
5222Πλούτ. Μαυρίκης Ἀντ. Φραγκίσκος
5223Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν Δημ. Καΐρης
5224Κωνστ. Χατζάκος Ν Θαλ. Κουτούπης Ο
5225Γεώργ. Γαζέπης Ν Γεώργ. Φικιώρης Ν
5226Νικόλ. Πετσάλης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας
5227Ἰωάν. Λούντζης Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
5228Διον. Κουλούμπαρδος Ν Εὐστρ. Κουλουμβάκης
5229Ἀναστ. Λούντζης Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
5230Καῖσαρ Ζέζας Ν Νικ. Πετροπουλάκης Ν
5231Διον. Κλάδης ἀρν.Γεώργ. Τσοχώνης
5232Νικ. Παπαδᾶτος Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
5233Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ο Παν. Κουμάνταρος
5234Νικ. Βάρθης Ο Ἰωάν. Ἀθηνογένης
5235Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Βασίλ. Μιχαλέας
5236Σπυρ. Χατζάρης Ἰωάν. Βαββανάκος
5237Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Πατσουράκος Ο
5238Λ. Κογεβίνας Ν Χρ. Πετρέας
5239Σπυρ. Βλαντῆς Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
5240Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
5241Χρ. Καποδίστριας Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
5242Ἀνδρ. Κρητικὸς Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
5243Δημ. Οἰκονόμου Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
5244Μιλτ. Μπουφίδης Δημ. Θεοδοσόπουλος
5245Νικ. Γεωργιάδης Παυσ. Ζωγλοπίτης
5246Ἀγαμ. Σλῆμαν Ν Γεώργ. Ζούκας Ν
5247Δημ. Κουκιάδης Ν Κωνστ. Σταμούλης
5248Γεώργ. Τσαξίρης Ἰωάν. Κοττίκας
5249Γεώργ. Σχινᾶς Βασίλ. Γρίβας
5250Γεώργ. Δρίβας Ν Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
5251Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν. Γαρδικιώτης Ο
5252Κων. Χρυσοχοΐδης Ν Δημ. Μπούσδρας
5253Γεώρ. Βλάχος Ν Γεώργιος Τάγιας
5254Πελ. Ἀγγελίδης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
5255Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Χρ. Καρᾶς
5256Φίλ. Ζαρζάμπας Ν Ἀ. Θανόπουλος
5257Χ. Μωραΐτης Ν Νικ. Γιουβρῆς
5258Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργ. Καθάργιος
5259Μιχ. Φωτιάδης Ν Χρ. Βλάτσιος Ν
5260Βασίλ. Σηλυβρίδης Δημ. Κουκουλέτσος Ν
5261Περ. Ἀποστολίδης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
5262Λεων. Ἀναγνώστου Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
5263Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Γεώργ. Ῥάμμος Ν
5264Χ. Δικαῖος Ν Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
5265Σ. Ντολιόπουλος Λάμπρος Περιστέρης Ο
5266Παν. Φλέσσας Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
5267Π. Κασίμης Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
5268Ν. Παπαλέξης Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
5269Δημ. Κάβουρας Ν Παναγ. Βερβενιώτης
5270Μ. Δαζέας Ν Γεώργ. Καλλίτσης
5271Ἀ. Πετρομανιάτης Ν Ἰωάν. Μᾶνος Ν
5272Ἀθ. Περρωτὴς Σπυρ. Ματσούκας
5273Π. Ἰατρόπουλος Ῥήγας Χατζηρήγας Ν
5274Η. Καράπαυλος Ἰ. Παπαλουκᾶς
5275Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
5276Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
5277Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Κ. Λιδωρίκης Ν
5278Δημ. Κανελλόπουλος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
5279Ἀθ. Αἰλιανὸς Ν Ν. Ξηρὸς Ν
5280Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Νικ. Φραγκίστας Ν
5281Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Ἰωάν. Γιδογιάννος Ν
5282Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος
5283Κωνστ. Τριγγέτας Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
5284Γεώργ. Ῥάλλης Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος
5285Γεώργ. Μποῦτος Ἀνδρ. Μαρλᾶς
5286Ἰω. Κουρτάκης Ν Δημ. Δεδούσης
5287Φώτ. Βακαλόπουλος Γεώργ. Συγγούρης
5288Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Στέφ. Σουμμαρίπας Ν
5289Μεν. Πιπιλῆς Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας
5290Παν. Μερλόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
5291Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἡρ. Βελλόπουλος
5292Ἰωάν. Λεωνίδας Ἀθ. Χριστίδης
5293Πέτρος Γκίνης Ν Γεώργιος Πὼπ Ο
5294Ἀλέξ. Διομήδης Ν Δημ. Βρατσᾶνος
5295Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν
5296Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ν
5297§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφίσας, κ. Βουλευταί;
5298§289ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
5299Ἡ ψηφοφορία ἐπερατώθη. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 196. Εἶπον
5300ναὶ 188, ὄχι 7 καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον.
5301Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 102 γενόμενον δεκτὸν ἔχει
5302ὡς ἑξῆς:
5303Ἄρθρον 102. — «Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν
5304ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου.
5305»Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβου-
5306λίου τῆς Ἐπικρατείας οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπὸ τοῦ
5307ὁριστικοῦ αὐτῶν διορισμοῦ εἰσι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον
5308ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι· πλὴν δὲ τῶν πε-
5309ριπτώσεων τῆς παύσεως δυνάμει δικαστικῆς ἀποφά-
5310σεως, οὔτε μετατίθενται ἄνευ συμφώνου γνωμοδο-
5311τήσεως οὔτε ἀπολύονται ἢ ὑποβιβάζονται ἄνευ εἰ-
5312δικῆς ἀποφάσεως κατὰ νόμον ὠργανωμένου καὶ ἐκ
5313μονίμων ὑπαλλήλων κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον
5314ἀποτελουμένου συμβουλίου. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως
5315ταύτης ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβου-
5316λίου τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ εἰδικώ-
5317τερον ὁριζόμενα.
5318»Τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος ἐπιτρέπεται
5319νὰ ἐξαιρεθῶσι διὰ νόμου οἱ πρέσβεις καὶ διπλωμα-
5320τικοὶ πράκτορες, οἱ γενικοὶ πρόξενοι, οἱ γενικοὶ
5321γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων, οἱ ἰδιαίτεροι γραμμα-
5322τεῖς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ νομάρχαι, ὁ βασιλικὸς ἐπί-
5323τροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καὶ ὁ γενικὸς διευ-
5324θυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων».
5325Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 103 ὁ κ. Πὼπ ἐλπίζω ὅτι ἀποσύρει
5326τὴν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως αἴτησίν του.
5327§290Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Χάριν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ πραγμα-
5328τικῶς μετὰ ζήλου ἐργασθέντων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀν-
5329τιλαμβάνομαι ὅτι θέλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας
5330των κατὰ τὴν διήμερον διακοπήν, ἀποσύρομεν τὴν περὶ
5331ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως αἴτησίν μας ἐπὶ τοῦ
5332ἄρθρου 103 (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
5333§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ συγχαρητήρια τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω
5334ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 105 ἀποσύρονται αἱ αἰτήσεις ψη-
5335φοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δι’ ὅμοιον λόγον.
5336Ἑπομένως ταῦτα ἀπομένουσιν ὡς ἤδη ἔχουσι γίνει δε-
5337κτὰ δι’ ἀναστάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχοντα οὕτως:
5338Ἄρθρον 103. — «Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατ’ ἀεροπαγιτῶν,
5339ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τακτικῶν
5340συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς
5341εἰδικοῦ Δικαστηρίου, συγκροτουμένου καθ’ ὃν ὁ νόμος
5342ὁρίσει τρόπον διὰ κληρώσεως; ἐκ τῶν τριῶν τούτων σω-
5343μάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχι-
5344κοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς
5345τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου
5346σώματος. Εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προ-
5347παρασκευαστικὴ διαδικασία· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαι-
5348τεῖται.
5349»Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νό-
5350μου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν
5351καὶ εἰσαγγελέων».
5352Ἄρθρον 105. — «Ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν γί-
5353νεται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας».
5354Ἔχομεν ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς
5355καὶ προχθεσινῆς συνεδριάσεως.
5356§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τῆς ἀναγνώ-
5357σεως τῶν Πρακτικῶν ἔχω, Κύριοι, νὰ παρακαλέσω τὸν
5358πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μέχρι τῆς
5359Δευτέρας ἢ τῆς Τρίτης τὸ βραδύτερον μεριμνήσῃ νὰ προσ-
5360αχθῇ ἡ συναρμολόγησις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
5361§293ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος εἶναι
5362ἕτοιμον· ἡ συναρμολόγησις κατὰ τὸ πλεῖστον συνετελέσθη
5363ἤδη καὶ θέλομεν βεβαίως προσαγάγει αὐτὴν μετὰ τοῦ σχε-
5364δίου τοῦ ψηφίσματος, δι’ οὗ θὰ τίθηται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ
5365Σύνταγμα, ὅπως τὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή, τὴν Τρίτην.
5366§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ ὑποβληθῶσι τὴν Τρίτην
5367μετὰ τῶν ψηφισμάτων τῶν περιεχόντων μεταβατικὰς δια-
5368τάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις καθίσταται ἀναγκαία.
5369§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τὴν Τρίτην. Εἶναι ἀπο-
5370φρὰς ἡ Τρίτη. Τὴν Δευτέραν καλλίτερον.
5371§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ προέτεινον, ἂν ἤθελεν ἡ Βουλή,
5372ὁ ἔλεγχος νὰ γίνῃ τὴν Τρίτην καὶ νὰ γίνῃ ἡ συναρμολό-
5373γησις τὴν Δευτέραν. Δέχονται οἱ κύριοι Βουλευταί;
5374§297ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
5375§298Γ. ΠΩΠ. Τὴν Δευτέραν εἶναι ἀνάγκη ἐλέγχου.
5376§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἔλεγχος νὰ γίνῃ τὴν Τρίτην καὶ τὴν
5377Δευτέραν νὰ γίνῃ ἡ συναρμολόγησις. Νὰ συνεννοηθῶμεν,
5378παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί.
5379§300Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην, κύριε
5380Πρόεδρε, νὰ προσκαλέσητε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπ’
5381εὐθείας διὰ τὴν Δευτέραν. Θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ἑπομένως
5382κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως θὰ προσαγάγωμεν αὐ-
5383τήν.
5384§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει καλῶς.
5385§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω
5386εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συναρμολόγησις τοῦ Συντάγματος
5387μέχρι τοῦ ἄρθρου 90, διὰ συνεργασίας τοῦ κ. προέδρου τῆς
5388ἐπιτροπῆς, τοῦ κ. γραμματέως καὶ ἐμοῦ, εἶναι ἑτοίμη. Πα-
5389ραμένει λοιπὸν ἡ συναρμολόγησις τῶν ψηφισθέντων τὴν
5390ἑσπέραν ταύτην ἄρθρων. Κατ’ ἀκολουθίαν τὴν Δευτέραν τὸ
5391ἀπόγευμα θὰ εἴμεθα ἐντελῶς ἕτοιμοι. Ὥστε ἡ Βουλὴ ἀπο-
5392δέχεται, ἵνα τὴν μὲν Δευτέραν ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συν-
5393αρμολόγησιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς ἐργασίαν νομοθετι-
5394κήν, τὴν δὲ Τρίτην διὰ τὸν ἔλεγχον.
5395§303Γ. ΠΩΠ. Σύμφωνοι.
5396§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο προτείνω ἀκριβῶς. Λοιπὸν τὴν Δευ-
5397τέραν ἡ συνεδρίασις θὰ γίνῃ τὴν πέμπτην ὥραν ὡς συνή-
5398θως, τὴν δὲ Τρίτην θὰ γίνῃ τὴν πρωίαν, οὐχὶ τὴν ἑσπέραν.
5399§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
5400§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ
5401τῆς 18 Μαΐου 1911. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν). Ὑπάρχει ἀν-
5402τίρρησις;
5403§307Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 14 βλέπω ὅτι ἀνε-
5404κλήθην εἰς τὴν τάξιν δίς. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ
5405γραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τοῦτο, διότι δὲν βλέπω
5406τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεκλήθην.
5407§308Γ. ΠΩΠ. Νὰ διαγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.
5408§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διαγραφῇ, νὰ διαγραφῇ
5409(χειροκροτήματα πανταχόθεν).
5410§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πατσουράκε, ἀπόψε προσηνέχθητε
5411πρὸς τοὺς συναδέλφους σας κατὰ τρόπον προσελκύσαντα τὰ
5412συγχαρητήρια τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν
5413νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀπὸ τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ διαγραφῇ
5414ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, διαγραφῶσι δ’ ἐν τούτοις καὶ
5415πάντα τὰ γεγονότα τὰ σχετικά. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον δέ-
5416χομαι τὴν διαγραφήν· θὰ διαγραφῶσι πάντα τὰ λεχθέντα.
5417§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Νέα
5418χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
5419§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
5420(Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 19ης Μαΐου 1911).
5421Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
5422Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις.
5423(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 35′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).