1911.05.11
5,084 rows · 39,055 words · 386 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86.
Τῆς 11ης Μαΐου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου, παρόντων 184 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ κάτοικοι τῆς Νέας Ἀγχιάλου ζητοῦσι δάνειον· 2) Ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἀποστέλλει εὐχαριστήριον τηλεγράφημα ἐπὶ τῇ ἐκδηλώσει τοῦ πένθους τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς· 3) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἐγκαρὲς τῆς Νάξου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ὀπωροφόρων δένδρων· 4) Ὁ ἐξ Ἀμφίσσης Ν. Ζωγράφος καταγγέλλει τὸν ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴν Σταματέλον ὡς κακοποιήσαντα τὴν θυγατέρα του μαθήτριαν· 5) Οἱ κάτοικοι Γαστουρίου, Καναλίου, Περλεψιμάδων, Μωραΐτικα τῆς Κερκύρας ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας· 6) Ὁ ἐκ Χαλκίδος Ἀ. Σταμάτης ἐπὶ 18ετίαν ὑπηρετήσας ἐν τῷ στρατῷ ζητεῖ σύνταξιν· 7) Ὁ ἐκ Βόλου Ν. Ντόβας παραπονεῖται κατὰ τοῦ ἐν Βόλῳ ταμίου· 8) Ὁ σύλλογος Μουρλᾶ τοῦ Αἰγίου συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων· 9) Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Θεσπιέων πέμπει ψήφισμα περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων τοῦ 1910 μέχρι τῆς συγκομιδῆς· 10) Οἱ κάτοικοι Συκιᾶς τῆς Κορίνθου ζητοῦσιν ἀρωγήν. 11) Ὁ σύνδεσμος ποτοποιῶν Καλαμῶν ζητεῖ μείωσιν τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος· 12) Οἱ κάτοικοι Ἀστακοῦ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ Βονίτσης· 13) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λεύκτρου τῆς Οἰτύλου παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ συλλογὴ ἅλατος δι’ ἀτομικὴν χρῆσιν· 14) Ὁ κ. Περεσιάδης ζητεῖ σύνταξιν· 15) Οἱ ἐν Ἑλλάδι φαρμακευτικοὶ ὑπάλληλοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα· 16) Ἡ ἐπιστημονικὴ ἑταιρεία Ἀθηνῶν ζητεῖ βοήθημα πρὸς ἔκδοσιν τῆς «Ἀθηνᾶς» καὶ 17) Οἱ ἐν Ἀθήναις ξυλουργοὶ καὶ ἐπιπλοποιοὶ ὑποβάλλουσιν ἀναφοράν. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τοὺς μῆνας Μάιον καὶ Ἰούνιον τοῦ 1911 ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ταμείου».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν περιπτέρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Παρακαλῶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ ἴδωμεν τί ἔχει νὰ ὑποβάλῃ.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά, διότι ἀντιγράφεται ἡ ἔκθεσις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§7Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα σήμερον ἀνεγνώρισε παμψηφεὶ ὅτι οὐδένα εἶχε λόγον, ὅπως ἐπιμείνῃ ἐπὶ πλέον ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλε περὶ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ἀναθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς ἀναπληρώσεως τῶν διὰ τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ψηφίσματος ἀπομακρυνομένων δι’ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος δικαστῶν, καὶ νὰ θεωρήσῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὡς μὴ προτεινόμενον.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον;
§9Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιμείνῃ περισσότερον εἰς τὸ ψήφισμα.
§10Γ. ΠΩΠ. Παραμένει ὅμως ὡς ψήφισμα ὑποβληθέν.
§11ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, παραμένει ὡς ὑποβληθὲν ἀλλ’ ἔκθετον.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται πᾶς τις νὰ τὸ υἱοθετήσῃ.
§13Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ καθεὶς εἶναι ἐλεύθερος.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐξέλιπον οἱ λόγοι, οἵτινες προυκάλεσαν τὸ ψήφισμα.
§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος. Μετὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προχωρήσασα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προτάσεως τῆς χθές, προταθείσης ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Σλῆμαν, κατέληξεν εἰς τὸ ἑπόμενον συμπέρασμα· ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν: «Ἐπὶ τῆς παραπεμφθείσης αὐτῇ προτάσεως τοῦ ἐκ Λαρίσης βουλευτοῦ κ. Ἀγαμ. Σλῆμαν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐπιτροπή, ἐμμένουσα κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς γενομένην διατύπωσιν τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, ἐδέξατο κατὰ πλειονοψηφίαν δέκα ἓξ ἐπὶ εἴκοσι τεσσάρων ψηφοφορησάντων μελῶν αὐτῆς, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προταθεῖσα διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου προστεθῇ εἰς ταύτην εἰδικὴ διάταξις, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως νέου εἰδικοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας πάντες οἱ ἀνωτέρω δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἔτος συμπεπληρωμένον». Ἐπὶ τῆς ἑτέρας παραπεμφθείσης ὡσαύτως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶ περὶ ψηφίσματος ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἐκείνων, καθ’ ὧν ἤθελον ὑποβληθῆ τῷ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς ἔγγραφοι κατηγορίαι, ἐρευνώμεναι κατὰ τὰ αὐτόθι ἐκτιθέμενα, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφήνατο ὅτι δὲν θεωρεῖ κατάλληλον τὸν διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ὑποδεικνυόμενον τρόπον ἐκκαθαρίσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1911. Ὁ πρόεδρος Στ. Δραγούμης Ὁ εἰσηγητὴς Κ. Ῥακτιβάν Ὁ γραμματεὺς Θρ. Γ. Πετμεζᾶς Τὰ μέλη Εὐστρ. Κουλουμβάκης, Θ. Κουτούπης, Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης, Π. Ἀραβαντινός, Ἀγαμ. Σλῆμαν, Γ. Ἰατρίδης, Π. Λαγοπάτης, Ἀθαν. Τριγώνης, Ἰ. Ἀθανασάκης, Ἰ. Μᾶνος, Χ. Βοζίκης, Ἰ. Χρυσοβελόνης, Γ. Πολίτης».
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι εὐτυχής, Κύριοι, διότι ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἀποσύρει τὴν πρότασίν της περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἔστω καὶ μόνον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἂν καὶ φαίνεται θεωρητικῶς ἐμμένουσα εἰς τὴν γνώμην της ὅτι τοῦτο εἶναι πρᾶγμα δυνάμενον νὰ γίνῃ, διότι δὲν θ’ ἀντέκειτο ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι εὐτυχής, διότι οὕτως ἀποφεύγεται νὰ θιχθῇ τὸ δικαστικὸν καθεστὼς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔχω βαθεῖαν τὴν συναίσθησιν ὅτι θὰ ἦτο πλήρης κινδύνων καὶ διὰ τὸ μέλλον, διότι θὰ καθιέρου προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἦτο πολὺ φυσικόν, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ χθὲς νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς διευκολύνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τηρῇ διαρκῶς σαλευόμενον τὸ ἔδαφος τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξακολουθῶ φρονῶν ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ὁριστικῶς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ὅπως εἶναι διετυπωμένον ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ πρώτῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲ εἶναι πολὺ σκοπιμώτερον ν’ ἀφεθῇ ἐλευθερία τις εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ῥυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον πληρέστερον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν πραγμάτων αὐτῆς τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης. Φρονῶ εἰδικῶς ὅτι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον τάσσεται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τῷ ὑποβληθέντι ἀρχικῶς, ὅτι τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ὅριον εἶναι χαμηλόν, καὶ ὅτι ὁ νόμος ὡς ὁριστικὸν ὅριον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοῦτο. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ ἐν τούτῳ τὸ σχέδιον οἷον ὑπεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβατικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ σήμερον ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, χωρὶς νὰ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ συστήσω τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει πλέον τὴν σημασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀνησύχει τοσοῦτον τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε τὴν ἠνάγκαζε νὰ θέσῃ ἐπὶ τῆς πλάστιγγος τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῆς καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν παραμονήν της ἐν τῇ Ἀρχῇ, διὰ νὰ προλάβῃ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦσαν ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἡ σημασία τῆς προτάσεως αὐτῆς καταντᾷ νὰ εἶναι δευτερεύουσα. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις κάμνει τὴν δήλωσιν ὅτι ἀφήνει ἐλευθέρους τοὺς Βουλευτὰς ν’ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τῆς ὑποτροπολογίας αὐτῆς, καθ’ ἣν ἕκαστος ἐμόρφωσεν ἢ ἔχει μορφώσει γνώμην περὶ τοῦ μᾶλλον προσήκοντος ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἔχει ἄλλον χαρακτῆρα πλέον παρὰ ἁπλῶς θεωρητικόν. Συνιστῶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, τοὺς ἐγγεγραμμένους ἵνα ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, ἵνα παραιτηθῶσι τοῦ λόγου, διὰ νὰ συζητήσωσι τὸ κατ’ οὐσίαν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, συντελοῦντες οὕτως εἰς κέρδος χρόνου.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§19Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀφοῦ αἴρεται τὸ ἀπαράδεκτον, ἀφοῦ ἀνακαλεῖται ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, νομίζω ὅτι μένει ἀκεραία ἡ πρότασις περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἡ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἡ ὑποβεβλημένη ὑφ’ ὑμῶν;
§21Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Γαρδικιώτου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκείνη ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 102.
§23Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαρδικιώτου· «τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ Συντάγματος». Πῶς δύναμαι νὰ εἰσαγάγω ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 102, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 88;
§25Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ συζητηθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ εὕρετε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν νὰ συζητῶνται αἱ τροπολογίαι τῶν ἑπομένων ἄρθρων; Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§27ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιβάλλεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τάξει ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν ἡμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν. Ἀπεκρούσθη, Κύριοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ ἐθεωρήθη ὡς ἀπαράδεκτος ἡ τοιαύτη συζήτησις, διότι ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν εἶναι διάταξις θεμελιώδης. Καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ πρότασις αὕτη καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶναι πιθανὸν ἡ ἀπόφασις ἡμῶν ν’ ἀποτελέσῃ τρόπον τινὰ νομολογίαν διὰ τὰς μελλούσας Ἐθνοσυνελεύσεις, καὶ ν’ ἀπειληθῶσι μέγιστα συμφέροντα διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω πάντα ἄνθρωπον, σκεπτόμενον ὁπωσδήποτε λογικῶς· ἐὰν τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡ σημερινὴ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς, θίγεται ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἢ ὄχι; Ἡ ἀπόφασις ἡμῶν θὰ ἀποτελέσῃ νομολογίαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταλυθῇ ὑπὸ μελλούσης Ἐθνοσυνελεύσεως ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἢ ὄχι; Λέγομεν ὅτι πάντες οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι οἱ συμπληρώσαντες τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τούτου, ἀφοῦ τοῦτο τουτέστι τεθῇ ἐν ἰσχύϊ, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ ὁρίζων τὰ ὅρια κατὰ τὴν ὁριστικὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν τῆς ἡλικίας τῶν δικαστῶν, ἂν μέλλουσα Ἐθνοσυνέλευσις ἔλθῃ καὶ εἴπῃ ὅτι ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς πάντες οἱ συμπληρώσαντες τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καὶ ἀποχωροῦσι πάντες οἱ δικασταί, κατὰ τί ἡ ἀπόφασις ἐκείνων θὰ εἶναι κατ’ ἀρχὴν διάφορος τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν; Ἐὰν δὲν ἤθελε τὸ 30 καὶ ἤθελε τὸ 50 καὶ ἤθελε καταλύσει τὸ ἥμισυ τῆς διατάξεως τοῦ θεμελίου τοῦ συνταγματικοῦ, καθ’ ὑμᾶς, κατὰ τί ἡ ἀπόφασις ἐκείνη θὰ ἦτο διάφορος τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν; Ἐὰν ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης, εἶναι ὁλοκλήρως θεμελιώδης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θεμελιώδης μέχρι τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἀρέσκει εἰς ἡμᾶς σήμερον, διότι τότε θὰ εἶναι θεμελιώδης μέχρι τοῦ ὁρίου μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἀρέσκῃ εἰς ἐκείνους τοὺς μέλλοντας Βουλευτάς, τοὺς ἀποτελοῦντας νομοθετικὴν Βουλήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἔχωμεν δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὸ 65, μέλλουσα Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ καὶ ἐκείνη ἄλλο ὅριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς ἰσοβιότητος, ἔννοια ἀπόλυτος, ἔννοια ἀπαραβίαστος, μὴ δυναμένη ν’ ἀκρωτηριασθῇ.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς δικαστάς.
§29Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ταύτην τὴν γνώμην θὰ ὑποστηρίξω, ὄχι διὰ λόγους σκοπιμότητος, ἀλλὰ διὰ λόγους νομιμότητος. Ἐὰν ἡ ἰσοβιότης εἶναι διάταξις θεμελιώδης, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὅριον ὑπὸ μεταβατικῆς διατάξεως, διότι ἡ μεταβατικὴ διάταξις εἶναι διάταξις ἰσχύουσα προσωρινῶς, θίγουσα τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως, οὐχὶ μόνον ἀπολύτως, ἀλλὰ καὶ ὡς τίθεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι διάταξις θεμελιώδης, ἀφοῦ αὕτη θίγεται, ἀφοῦ αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκρωτηριασθῇ κατά τινα χρόνον, κατά τινα περίπτωσιν, ἔκ τινων σκέψεων, ἔκ τινων ὑπολογισμῶν. Διὰ ταῦτα, νομίζω, ἐπιβάλλεται εἰς πάντας τοὺς λογικῶς σκεπτομένους, εἰς ἅπασαν τὴν Συνέλευσιν, ἥτις εἰλικρινῶς θέλει νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν συνείδησιν της, ἀλλὰ σύμφωνος καὶ πρὸς πάντα λογικῶς καὶ εἰλικρινῶς καὶ εὐσυνειδήτως σκεπτόμενον καὶ εὖ φρονοῦντα ἄνθρωπον, ν’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἀκολούθως νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῶν διατάξεων τούτων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
§31Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης δὲν εἶναι εὐχάριστος καὶ ὅτι ἡ προτεινομένη φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις δυνάμει τῶν κειμένων νόμων δὲν θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελεν ἱκανοποιήσει τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία σήμερον ζητεῖ τὴν τελείαν ἀνακαίνισιν τῶν πραγμάτων τῆς παρ’ ἡμῖν δικαστικῆς ἐξουσίας, ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν προτείνεται ἡ ψήφισις διατάξεως μεταβατικῆς, δι’ ἧς ν’ ἀναστέλληται ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν γενικῶς διὰ πάσας τὰς κλίμακας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας μου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑποβαλοῦσα τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 ἔκρινε καλὸν νὰ ὑποδείξῃ καὶ αὕτη ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἔπρεπε νὰ κριθῇ καὶ λυθῇ καθ’ ὃν χρόνον θὰ συνεζητοῦντο αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 88 ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτησε νὰ ἐπενεχθῶσιν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, ὑπέδειξα καὶ ὑπεστήριξα ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα, πλὴν τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐπέλθῃ καὶ προσωρινὴ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἀπὸ τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων. Ἀλλ’ ἐδήλωσα καὶ τότε εἰς τὴν Βουλὴν ῥητῶς ὅτι τοιαύτην συζήτησιν θέλω προκαλέσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 102, ὅτε κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ ἡ σχετική μου πρότασις. Ἀλλά, ἅμα κατῆλθον τοῦ βήματος ἤρξατο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς, ἥτις συζήτησις ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ὅτι θεωρεῖ ἄκαιρον καὶ πρόωρον αὐτὴν κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ ὅτι τοιαύτη συζήτησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ σχετικὴ τροπολογία μου. Ἀλλά, ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐκ τῆς Βουλῆς παρετηρήθη ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς, ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀπόφασις ν’ ἄρξηται ἡ τοιαύτη συζήτησις κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ παρεκλήθη ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς σχετικῆς προτάσεώς μου καὶ ἦλθεν ἡ συζήτησις σχετικῶς καὶ μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Λαβοῦσα ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἀφορμὴν ἐκ τῆς τροπολογίας μου ἔφερεν ἰδίαν πρότασιν, τὴν διὰ τοῦ ψηφίσματος διατυπωθεῖσαν, καὶ ἐνῷ ἐξηκολούθει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφετηρίαν εἶχε τὴν ἐμὴν τροπολογίαν, ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητήσεως. Ἤδη ἐρωτᾶται: ἀφοῦ ἀποσύρεται τὸ ψήφισμα ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ καὶ ἂν πρέπει νὰ καταπαύσῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις; Κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν συζήτησιν προτοῦ ἐρωτήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου τὴν Βουλήν, καὶ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἵνα διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἢ ἂν θὰ ἀνέβαλλε τὴν ἐπὶ τῆς ἐμῆς προτάσεως, ὥστε πρὸ παντὸς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην προεξέχει τὸ ζήτημα ἂν ἡ Βουλὴ διὰ νεωτέρας ἀποφάσεώς της, ἀνακαλοῦσα τὴν προγενεστέραν, θ’ ἀποφασίσῃ νὰ καταπαύσῃ ἡ συζήτησις καὶ θ’ ἀναβάλῃ ταύτην, ἵνα συζητήσῃ, ὁπόταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς τροπολογίας· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὅτι ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν, βεβαίως θὰ καταπαύσῃ καὶ ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου· δὲν δύναται ὅμως, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, νὰ γίνῃ ἤδη λόγος περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας συγχρόνως. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος συνάδελφος νομίζῃ ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως τῆς διατάξεως τοῦ καθιερωμένου ὁρίου τῆς ἡλικίας προβάλλεται καὶ πάλιν ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, δύναται νὰ προβάλῃ τοιοῦτον, ὅταν ἔλθῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις, ἀλλὰ σήμερον προεξέχει τὸ ζήτημα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἐννοεῖ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ τῆς συζητήσεως περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία.
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεσύρθη. Ὑπάρχει πρότασις ἰδική σας. Ὑμεῖς ἐμμένετε καὶ θέλετε νὰ συζητηθῇ;
§34Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐμμένω. Ἐδήλωσα ὅτι ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἐμμένητε, τότε ἀναγκαίως ἔρχεται τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§36Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαίως προεξέχει τὸ ζήτημα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ τῆς προτάσεως περὶ ἀναστολῆς ἢ θ’ ἀνακαλέσῃ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν περὶ συζητήσεως ἤδη τῆς προτάσεώς μου καὶ θ’ ἀναβάλῃ ταύτην.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤλπιζον ὅτι μετὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς θὰ ἔπαυε πλέον πᾶσα ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασίν του, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι εἶναι εὔκολον μετὰ τὰ ἐνταῦθα δηλωθέντα νὰ πεισθῇ πᾶς τις ὅτι τοιαύτη πρότασις εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσῃ εἰς ψήφισιν· μετὰ τὴν ἀντίρρησιν μάλιστα τὴν οὐσιαστικὴν τῆς Κυβερνήσεως δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ τεθῶσιν εἰς στενοχωρίαν ἐκεῖνοι τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἐρριζωμένην πεποίθησιν ὅτι δὲν χωρεῖ ἀπαράδεκτον.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τίθεται τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ συζητηθῇ.
§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκαλέσατε ψῆφον ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ θὰ ἔχητε παμψηφίαν σχεδόν.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἄν....
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρώτην φορὰν ὑπάρχει παρ’ ὑμῖν δισταγμὸς περὶ τῆς γνώμης τῶν ἀκολουθούντων ὑμᾶς καὶ εἶναι ἡ περίστασις, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ εἶσθε βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ μὲ στερήσητε τοῦ δικαιώματος νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς τῆς δυνάμεως, ἐφ’ ὅσον ἔχω γνώμην ὅτι ἡ ἑδραίωσις τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἀποτελεῖ ἀληθῶς τὸν θεμέλιον λίθον τῆς ἐξυγιάσεως τῆς περαιτέρω τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων περαιτέρω λειτουργίαν αὐτῆς;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ προχωρεῖ ἤδη εἰς τὴν περὶ ἀπαραδέκτου συζήτησιν.
§45ΤΙΜ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου περιττεύει μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐγκατάλειψιν τοῦ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ψηφίσματος, οὐ μόνον διότι ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων δὲν ἀπέσυρε ταύτην, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ ἡ σήμερον ὑποβληθεῖσα νέα πρότασις ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἧς ἀντετάχθη πάσῃ δυνάμει ἐν τῇ γενομένῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσει, οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἔμμεσος καὶ ἔντεχνος τρόπος ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι ὁ καθορισμὸς ἰδιαιτέρου ὁρίου ἡλικίας διὰ τοὺς σήμερον ὑπηρετοῦντας δικαστικοὺς ἀνεξαρτήτως τῶν γενικῶν διατάξεων, αἵτινες προτείνεται ἵνα θεσπισθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν δύναται ἄλλως νὰ χαρακτηρισθῇ εἰμὴ ὡς ἔμμεσος καὶ ἔντεχνος τρόπος ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, προδήλως τοῦτον ἔχων τὸν σκοπὸν ν’ ἀποστερήσῃ ὡρισμένα δικαστικὰ πρόσωπα τῆς παρεχομένης αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προστασίας. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναται σπουδαίως ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι πᾶσα τοιαύτη πρότασις ὑφ’ οἱανδήποτε παρουσιαζομένη μορφὴν καὶ τείνουσα νὰ κλονίσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἀπαράδεκτος. Οἱ ἀμφισβητήσαντες τοῦτο ἐλησμόνησαν τελείως μίαν θεμελιώδη συνταγματικὴν ἀρχήν, τὴν θεμελιωδεστέραν πασῶν, τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἥτις κατὰ τὰ διδάγματα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, τὴν ἀρχήν, λέγω, τῆς διακρίσεως τῶν ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν. Τὴν σημασίαν τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐν τῇ διαμορφώσει τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν πολιτευμάτων ἀναπτύσσων ὁ Φλογαΐτης συνταυτίζει ταύτην πρὸς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας διδάσκων τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν διαίρεσιν ταύτην τῶν ἐξουσιῶν, εἰς ἃς κατανέμεται κατὰ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα ἡ ἐν συνόλῳ ἐξουσία, συνίστανται αἱ λεγόμεναι πολιτικαὶ ἢ πολιτειακαὶ ἐλευθερίαι ἤτοι ἡ κατὰ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα σύνθεσις τῆς ἐξουσίας». Ἀλλ’ ἂν οὐδεὶς ἀρνεῖται τὸ θεμελιῶδες τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, οὐδεὶς λογικῶς σκεπτόμενος δύναται ὡσαύτως ν’ ἀρνηθῇ ὅτι θεμελιώδεις εἰσὶ καὶ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις αἱ καθιεροῦσαι καὶ ἐξασφαλίζουσαι τὴν ἀρχὴν ταύτην, καὶ συνεπῶς ὅτι καὶ ἡ ἀναγράφουσα τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν διάταξις σκοπὸν ἔχουσα νὰ καθιερώσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν εἶναι καὶ αὕτη διάταξις θεμελιώδης. Ἀλλ’ ὁ σεβαστός μοι κ. πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀποκρούων τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς θεμελιώδους τῆς περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν διατάξεως ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν αὐτοτέλειαν αὐτῆς, καὶ εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι «ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖ ἓν τμῆμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας». Ἀληθῶς, Κύριοι, τοιαύτη θεωρία ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων πολιτειολόγων, ἀλλ’ οὐδεμίαν εὗρεν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἀποδοχήν, ἥτις, τοὐναντίον, ὡς θεμελιῶδες δόγμα ἀνεκήρυξε τὴν αὐτοτελῆ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, θεωροῦσα ταύτην ὡς ὅρον ἀπαραίτητον τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Τὴν ἐναντίαν μεμονωμένην ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θεωρίαν ἀποκρούων ὁ ἐν Παρισίοις διαπρεπὴς Καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου Esmein οὑτωσὶ παριστᾷ τὰς συνεπείας αὐτῆς: «Διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς θεωρίας ταύτης λέγει, ἠθέλομεν καταλήξει ν’ ἀνιδρύσωμεν σχεδὸν τελείως ἐν τῷ νεωτέρῳ ἡμῶν δικαίῳ τὴν θεωρίαν τῆς περιωρισμένης δικαιοσύνης (justice retenue), ὁποία ὑπῆρξεν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἡμῶν μοναρχίᾳ. Ἀλλ’ ἡ θεωρία τῆς περιωρισμένης δικαιοσύνης εἶναι ἀρχὴ κατ’ ἐξοχὴν μοναρχικὴ καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν διακρίνει καὶ ἀναγράφει μεγάλοις γράμμασι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς αὐτοτελῆ ἐξουσίαν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ τμῆμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§46Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀπεκρούσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον.
§47Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον;
§48Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι θεμελιῶδες εἶναι ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει ν’ ἀπονέμηται δι’ ὀργανικῶν Δικαστηρίων.
§49Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Θ’ ἀποκρούσω καὶ αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς οὐδεμίαν ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν.
§50Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς θεμελιώδη θεσμόν.
§51Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. «Ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης δὲν εἶναι ἀρχὴ θεμελιώδης, ἀφοῦ δύναται καὶ διὰ νόμου νὰ ῥυθμισθῇ» εἶπε χθές. Τὸ θεμελιῶδες εἶναι ὅτι τὸ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφόμενον, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν, εἶναι ὁ καταρτισμὸς τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπαντήσω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν ἔννοιάν του ταύτην. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ὁ καταρτισμὸς τῶν Δικαστηρίων, ἀφοῦ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ῥυθμίζεται διὰ νόμου, διὰ τοῦ καλουμένου «ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». Ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δὲν θίγεται ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ῥυθμίσῃ τὰ κατ’ αὐτόν. Ἐκεῖνο μόνον δὲν δύναται νὰ θίξῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν θεμελιώδη βάσιν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἥτις εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Ἐὰν θελήσητε νὰ κλονίσητε τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία καθίσταται ἁπλῆ σκιά. Καὶ πῶς θέλετε νὰ συμφωνήσω ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν καὶ οὐχὶ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν; Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὴν γνώμην τοῦ Esmein διδάσκοντος τὰ ἑξῆς: «Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡς καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἶναι ἀναμφισβητήτως μία συνέπεια νομικὴ καὶ ἀναγκαία τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν δεχθῶμεν ὡς τρίτην ἐξουσίαν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς ἀνεξαρτησίας της». Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ σημασία τῆς ἰσοβιότητος. Εἶναι ὁ ὅρος τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Καὶ ὅταν τοιαύτην ἔχῃ ἀποστολὴν καὶ τοιαύτην σημασίαν ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ διάταξις ἡ καθιεροῦσα ταύτην δὲν εἶναι θεμελιώδης; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἑδραιοῦται ἡ διάκρισις καὶ ἡ ἀνεξαρτησία μιᾶς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἶναι θεμελιώδης, ὅτε ἡ θεμελιωδεστέρα ἀρχὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν; Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἂν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἀναζητήσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεμελιώδους τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἐν τοῖς συγγράμμασι τῆς ἐγχωρίου ἐπιστήμης —διότι ὁ ὅρος οὗτος δὲν ὑπάρχει ἐν ἄλλῳ Συντάγματι καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ξένους συγγραφεῖς—, θέλομεν εὕρει ὅτι οἱ ἑρμηνεύσαντες τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, καίτοι διαφόρους ὑπεστήριξαν ἐκδοχὰς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεμελιώδους, συνεφώνησαν ὅμως εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν διαίρεσιν καὶ τὴν ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξαρτησίαν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν εἶναι θεμελιώδεις. Ἰδοὺ τί διδάσκει ὁ Φλογαΐτης: «Φρονοῦμεν ὅμως ὅτι ἀναμφισβητήτως δέον νὰ θεωρηθῶσι θεμελιώδεις αʹ).................. βʹ) αἱ εἰς τὴν διαίρεσιν τῆς ὅλης κοινωνικῆς ἐξουσίας κατὰ τὰ ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων ἐν γένει νενομοθετημένα καὶ παραδεδεγμένα ὁρίζουσαι διατάξεις, ἑπομένως... ἡ περὶ καταρτισμοῦ δικαστικῆς ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου». Ὁ δὲ Διομήδης Κυριακοῦ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρου τοῦ Συντάγματος λέγει: «Διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, ἤτοι αἱ ὁρίζουσαι τὰς μεγάλας τῆς Πολιτείας ἐξουσίας καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ὡς καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ δημόσιον τῶν Ἑλλήνων δίκαιον, δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν, ὡς ἀποτελοῦσαι τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος». Κατὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ διάταξις ἡ καθιεροῦσα τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα εἶναι θεμελιώδης καὶ συνεπῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ συζήτησις ἐπὶ προτάσεως σκοπούσης τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς.
§52Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι εἶναι τῆς οὐσίας τοῦ δικάζειν τὸ νὰ εἶναί τις ἰσόβιος;
§53Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἄνευ δικαστικῆς ἰσοβιότητος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§54Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ δικάζειν τοῦ νὰ εἶναι ἰσόβιος;
§55Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅρος τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§56Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι ἰσόβιοι;
§57Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἴσως εἶναι σφάλμα. Δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀναγράφηται παντάπασιν ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης ὅρος τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι συμβιβασταί.
§59Γ. ΠΩΠ. Φρονεῖτε ὅτι ἡ ἰσοβιότης σκέπει τὰ πρόσωπα; Ἡ ἰσοβιότης σκέπει τὸ ἀξίωμα. Εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα ἡ ἰσοβιότης δὲν σκέπει τὸ πρόσωπον. Τὰ βασιλικὰ πρόσωπα, τὰ πρόσωπα τὰ δικαστικὰ καὶ τὰ ἄλλα δὲν τὰ σκέπει, σκέπει τὸ ἀξίωμα, ὁσάκις δὲ αὐτὰ εἶναι ἀνάξια δύνανται ν’ ἀποβληθῶσι καὶ πρέπει ν’ ἀποβάλλωνται.
§60Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀξίωμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ προσώπων. Πρόκειται περὶ ἰσοβιότητος προσώπων καὶ ὄχι περὶ ἰσοβιότητος ἀξιωμάτων. Τοιαύτη ἔννοια δὲν εἶναι ἀντιληπτή.
§61Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἰσοβιότητος τῶν διαχειριζομένων τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§62Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη ὅτι θεμελιώδης θεσμὸς τοῦ Συντάγματος εἶναι ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη ὑπὸ ὠργανωμένων Δικαστηρίων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μοὶ ἔλεγε τίνα ἔννοιαν θὰ εἶχεν ὁ θεσμὸς οὗτος, ἂν ἡ οὕτως ὠργανωμένη δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἐξησφαλίζετο δι’ ἰσοβιότητος τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν εἶναι ἐγγύησις ἀπὸ τῶν παρεκτροπῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πραγμάτωσις τοῦ χωρισμοῦ τῆς δικαστικῆς ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐξουσίας. Ἐπὶ πλέον οἱ δικασταὶ ἀνευθύνως ἐνασκοῦντες τὰ δικαστικὰ αὐτῶν ἔργα δὲν θὰ παρεῖχον καμμίαν ἐγγύησιν εὐσυνειδησίας, ἂν δὲν ἤθελον εἶσθαι ἰσόβιοι.
§63Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου δέον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης σήμερον ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, φανερὸν εἶναι ὅτι καὶ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἔμμεσος τρόπος ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος....
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀμεσώτατος.
§65Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι δὲν βλέπω τί ἄλλο εἶναι, ὅταν δι’ εἰδικῆς μεταβατικῆς διατάξεως ὁρίζηται ἴδιον ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντας δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἐνῷ κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν πρὸς ψήφισιν, ἄλλως καθορίζονται τὰ περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἐὰν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην φρονῶσιν ὅτι ἄλλως δέον νὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ περὶ ὁρίου ἡλικίας γενικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἠδύναντο νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν τοιαύτην, ἠδύναντο οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν πρώτην περὶ ὁρίου πρότασίν των, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσι πρότασιν γενικήν, πρότασιν ἀφορῶσαν εἴς τε τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, πρότασιν ἀπορρέουσαν ἐκ γενικῶν καὶ ἀντικειμενικῶν λόγων, ἀλλ’ ἡ σήμερον ὑποβληθεῖσα πρότασις βεβαίως δὲν πηγάζει ἐκ τοιούτων λόγων.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἴσως εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Προηγεῖται ἡ περὶ ἀπαραδέκτου.
§67Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται ἤδη ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ μόνον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως κατὰ τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν.
§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως κατόπιν θὰ γίνῃ ἐπὶ τούτου συζήτησις.
§69Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καταλήγω συμπεραίνων ὅτι πρότασις ἀποσκοποῦσα εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, διότι προσκρούει εἰς θεμελιώδεις συνταγματικὰς ἀρχάς.
§70Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου γίνεται συζήτησις, ἀλλὰ θ’ ἀκολουθήσω τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, τὸν μέχρι τοῦδε. Ἡ συζήτησις, Κύριοι, οἱοιδήποτε ὀγκόλιθοι καὶ ἂν τεθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ οἱασδήποτε στροφὰς καὶ περιστροφὰς καὶ ἂν ζητήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτήν, κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι μία. Εἶναι δὲ μία, διότι ἡ συζήτησις ἡ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν διεξάγεται μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ γίνεται καὶ ἐν τοῖς δικηγορικοῖς συλλόγοις καὶ ἐν τοῖς διαφόροις κοινωνικοῖς στρώμασι, συζήτησις σκοποῦσα ἀληθῶς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης. Ἀλλά, ἐνῷ τοιαύτης συζητήσεως ἔναρξις ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προεκλήθη ἡ πρότασις «περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου» τῆς προτάσεως «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος». Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ πρότασις ἐκείνη ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, ἐκ τούτου δ’ ὑπάρχει ἀπόφασις οἱονεὶ τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμέ, ἀντιτιθεμένη· οὐχ ἧττον εἰσέρχομαι εἰς τὴν περὶ ἀπαραδέκτου συζήτησιν, καθόσον μάλιστα, μεθ’ ἣν τροπὴν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ λεχθῶσι πάνθ’ ὅσα καὶ ἐν τῇ κατ’ οὐσίαν συζητήσει ἠδύναντο νὰ λεχθῶσι. Δὲν ἔφερε μόνον κατὰ πρῶτον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου. Αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀρχόμενος τοῦ λόγου αὐτοῦ εἶπεν ὅτι ἠδύνατό τις ἴσως νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ περὶ τούτου συζήτησις προσκρούει εἰς τὸ ἀπαράδεκτον.
§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦτο.
§72Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἐθίξατε· εἴπετε ὅμως τοῦτο.
§73Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§74Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἴσως εἶναι κακὴ ἀντίληψις ἰδική μου.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι ἀντικανονικόν.
§76Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§77Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἴσως παρεξήγησα τοῦτο. Ἐγὼ δὲ ἀκούων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλοῦντος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐμνήσθην τινός, ὅπερ ἀνέγνωσα ἄλλοτε, ὅτι τουτέστι τὰ δῶρα τοῦ λόγου, ὅσον εἶναι ἐπίζηλα διὰ τοὺς κατόχους, τόσον εἶναι ἐπικίνδυνα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκούουσιν αὐτῶν ὁμιλούντων. Διότι οἱ οὕτω δι’ αὐτῶν πεπροικισμένοι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπὶ τοσοῦτον παρασύρουσι καὶ καταγοητεύουσι τοὺς ἀκροατὰς αὐτῶν, ὥστε λεληθότως τοὺς ἀποσύρουσιν ἀπὸ τὰ πορίσματα τῶν ἰδίων σκέψεων καὶ τοὺς ὠθοῦσιν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα οὗτοι θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι. Παρ’ ὀλίγον μάλιστα καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀκούων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πάθω πάθημά τι παράδοξον, νὰ πιστεύσω τουτέστιν ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τελοῦνται θαύματα. Διότι μᾶς εἶπε περίπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «Ναί, προϋπῆρξαν ἐπὶ μακρὰν περίοδον χρονικὴν τοσοῦτον δυσμενεῖς ὅροι διὰ τὴν ἐν γένει ὕπαρξιν τῆς δικαιοσύνης, τοσοῦτον δυσμενεῖς συνθῆκαι ἐπέδρασαν ὀλεθρίως ἐπ’ αὐτῆς, ὥστε ἀληθῶς θὰ ἦτο θαῦμα, ἂν αὗται δὲν ἐπέδρων εἰς τὴν ἐκφαύλισιν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ὅμως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ θαῦμα τοῦτο ἐγένετο διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην». Ἀπέχω, κύριοι Βουλευταί, νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅταν ὑπάρχωσι πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὅροι, οἵτινες μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἀπαρεγκλίτως θὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμά τι, ἀπέχω νὰ πιστεύσω, λέγω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ τελεσθῇ θαῦμα, καὶ θαῦμα οἷον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ εἶναι θεῖον ἔργον, εἶναι ἔργον ὑπὲρ τὰς ἀνθρωπίνας δυνάμεις, εἶναι ἔργον ἀπαιτοῦν ἀληθῶς τοσαύτας ἀρετὰς καὶ τόσα προσόντα, ὥστε, ἂν δὲν εἶχον ἀνάγκην αἱ Πολιτεῖαι ὀργάνων πρὸς ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελεν ἐκπλαγῆ τις διὰ τὴν τόλμην ἐκείνων, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὸ ὕψιστον τοῦτο ἔργον. Ἀλλά, ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ὑψηλὸν τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ, βεβαίως δὲν εἶναι ἄσχετον καὶ πρὸς τὸ κοινωνικὸν ἑκάστοτε περιβάλλον. Βεβαίως ὁ δικαστής, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι πεπροικισμένος μὲ τὰ προσόντα χαρακτῆρος καὶ πνεύματος καὶ γνώσεως, εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ περιβάλλοντος τοῦ κοινωνικοῦ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἑκάστοτε ἡ δικαιοσύνη τῶν λαῶν μορφοῦται πάντοτε ἀναλόγως πρὸς τὸ ἑκάστοτε κοινωνικὸν καθεστώς, πρὸς τὸν ἑκάστοτε παρὰ τοῖς λαοῖς ὑφιστάμενον πολιτισμόν. Ἀλλά, καὶ ἂν ταῦτα πάντα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καὶ ὡς ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προέλθω εἰς συζήτησιν, ἥτις σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα τοῦ ἀπαραδέκτου, κατὰ πόσον τουτέστι παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων αὕτη ἔλλειψις ἐπέδρασε μόνον ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης ἢ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι οὐσιωδέσταται ἐλλείψεις, αἵτινες μᾶς ὑποχρεοῦσι κατ’ ἐμὴν κρίσιν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρώτερον περὶ αὐτῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, νὰ περιγράψω εἰς ὑμᾶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀκριβῶς περιέγραψε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἐν συνόλῳ ἡ παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνη. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἦτο εὔκολον καὶ στοιχειωδῶς νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ὅταν ἐν πάσῃ στιγμῇ ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς τηλεγραφήματος μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκσφενδονισθῇ εἰς τὸ τελευταῖον ἄκρον τῆς Ἑλλάδος;». Ἀλλ’ ὅτε τοῦτο ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐγίνετο, ὅτε ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διεμορφώθη ὁ σπουδαιότερος οὗτος τῶν δικαστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δύνασθε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπητε ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος δὲν ἐπηρεάσθη μέχρι μυελοῦ ὀστέων ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ ὅτι εἶναι ὁ κατάλληλος πλέον πρὸς ἀπονομὴν δικαιοσύνης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φεύγετε ἀπὸ τὸ θέμα.
§79Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐὰν μὲ ἀκούσητε, θ’ ἀντιληφθῆτε ὅτι δὲν φεύγω. Ἄλλως τε δὲν παρηκολουθήσατε τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένετο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε: «Τὸ ἀπαράδεκτον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ λόγου κυρίως τῆς σκοπιμότητος». Συζητῶ ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν, κύριοι Βουλευταί, τῶν ἀπολαυόντων τοῦ προνομίου τῆς ἰσοβιότητος, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εἶναί τι παράλογον νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄμεμπτοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὅτε ἡ ἰσοβιότης ἦτο μία λέξις κενή, ὅτε τὸ πειθαρχεῖον καὶ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς ἦτο εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλά, ὅτε κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοιοῦτοι δυσμενέστατοι ὅροι ἐπεκράτουν ἐν τῇ δράσει καὶ τῶν ἀνωτέρων καὶ τῶν ἀνωτάτων ἡμῶν Δικαστηρίων, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν φυσιολογικήν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, πλέον ἐκκαθάρισιν καὶ ὅτι δὲν πρέπει μετὰ τόλμης νὰ προβῶμεν εἰς γενναιοτέραν τοιαύτην; Ἀλλ’ ἦσαν μόνον αἱ ἐλλείψεις αὗται, κύριοι Βουλευταί, αἵτινες οὐσιωδέστατα ἐπέδρασαν εἰς τὴν τύχην τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης: Μὴ καὶ ἄλλα αἴτια οὐσιώδη ἐπίσης ὑπῆρξαν, περὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης δέον νὰ λάβωμεν μέριμναν, ἐὰν θέλωμεν ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ εὐκταῖον καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἀληθῶς ἔχει δικαιοσύνην; Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε εἶχε λάβει πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντλήσῃ τοὺς δικαστὰς αὑτῆς ἐκ τῶν κοινωνικῶν ἐπιπέδων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ χορηγήσωσιν εἰς αὐτὴν δικαστὰς ἀξίους; Ἀλλ’ εἶχε προνοήσει παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία, ὅπως τοὺς τοιούτους δικαστὰς μισθοδοτῇ ἐπαρκῶς, ἵνα δύνανται οὗτοι ἄνευ οὐδενὸς ἐπηρεασμοῦ ν’ ἀσχολῶνται εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν; Ὅτε ταῦτα πάντα δὲν ὑπάρχουσι, ὅτε τοὐναντίον ὑπάρχουσιν οἱ δυσμενεῖς ὅροι, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμίλησα καὶ τοὺς ὁποίους παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἅπαντας, δύνασθε νὰ εἴπητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀρκεῖ μόνον παρ’ ἡμῖν ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις, ὅπως ἑδραιώσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαόν, τὴν ὁποίαν εἰς πᾶσαν στιγμὴν πρέπει νὰ ἔχῃ οὗτος περὶ τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλὰ μὴ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα διέσεισαν οὐσιωδῶς τὴν πεποίθησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἑδραιώσωμεν; Μήπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει εἰς τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ δικαστάς, περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις ὅτι ἦσαν ἐκκαθαριστέοι καὶ μήπως δὲν ὑπάρχουσιν 80 ὅλοι εἰρηνοδίκαι, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν ἀποφάσει αὐτοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἦσαν εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως αὐτῶν; Καὶ πῶς; Θ’ ἀναμείνητε, ὅπως ἐκκαθαρισθῶσι φυσιολογικῶς οὗτοι πάντες σὺν τῷ χρόνῳ; Δὲν εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, κατὰ πάσης φυσιολογικῆς ἢ καὶ μηχανικῆς, ὅπως εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ’ ὅτε περὶ ἡμᾶς καὶ καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα διακρίνομεν ὁσημέραι συνδυασμοὺς περιστάσεων καὶ συνδυασμοὺς πραγμάτων στρεφομένους κατὰ τῶν δικαίων ἡμῶν καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων ἡμῶν, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν ἐν παντί, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν συγκρότησιν καὶ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους ἡμῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποκρούσωμεν τοὺς πολλαπλοῦς κινδύνους, οἵτινες καθ’ ἡμῶν ἐπισείονται. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε· καὶ ποίαν σχέσιν θὰ ἔχῃ ἡ ἐκκαθάρισις μὲ τὴν τοιαύτην συγκρότησιν τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις συγκρότησιν οἱουδήποτε Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις οἱονδήποτε ἀγῶνα ἐν παντὶ Κράτει ἀνορθωτικόν, ἐὰν δὲν προηγηθῇ ἡ προσπάθεια περὶ ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης; Καὶ μὲ ἀπορίαν μου ἀληθῶς ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος ὅτι ἐν τῷ ἀνορθωτικῷ αὐτοῦ προγράμματι δὲν περιείχετο καὶ ὁ ὅρος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος δὲν ἀπέβλεπεν ἀναντιρρήτως εἰς ἄλλο τι, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης, ὅταν δὲ λέγωμεν περὶ ἀνορθώσεως καὶ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος καὶ δὲν λέγωμεν περὶ ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης, κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν λέγομεν τίποτε. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, προυβλήθη ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκκαθάρισις δι’ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην διατάραξιν κοινωνικήν, ὥστε ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια νὰ εἶναι μικροτέρα τῆς ἐκ ταύτης ζημίας, ἀλλ’ ἠσθάνθη ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία βλάβην ποτὲ ἐξ ἐκκαθαρίσεως γενομένης ἐν τῷ δικαστικῷ ἡμῶν κλάδῳ; Καὶ μήπως ἀνακούφισιν δὲν ᾐσθάνθη, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἐκκαθαρίσεις τῶν διαφόρων δικαστῶν παρ’ ἡμῖν κατὰ δύο ἐποχάς; Καὶ μήπως ἐπ’ ἐσχάτων κατά τι τελευταῖον πολιτικὸν γεγονός, ἂς τὸ ὀνομάσωμεν οὕτω, τοῦ Αὐγούστου τοῦ προπαρελθόντος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀπῄτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τότε διεχειρίζετο τὰ κοινά, ὅπως ἡ πρωτίστη αὐτῆς μέριμνα εἶναι ἡ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἐκείνη εἶχεν ἐμπόδιον πρὸ αὐτῆς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπ’ αὐτῶν δὲν ἐκωλύετο ἔλαβε τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς συνέτειναν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν.
§80Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ περὶ προσόντων νόμου, ἂν ἤθελεν ἡ ἐπανάστασις, διότι αὐτὴ τὸν ἐπέβαλε, ἠδύνατο νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὥστε νὰ θίξῃ τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε τοὺς ἰσοβίους δικαστὰς νὰ θίξῃ.
§81Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ῥιζικωτέραν θεραπείαν δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε.
§82Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὰ προσόντα δὲν εἶναι συνταγματικά.
§83Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Περὶ προσόντων ἔλαβε πρόνοιαν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἐνδειχθεῖσα παρ’ ἡμῖν καταφορὰ ἔχει λόγον ψυχολογικόν, ἔχει λόγον τὴν ἰδίαν κρίσιν ἢ ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν δικαζομένων ἔχει περὶ τοῦ ἑαυτοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον φέρεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἥτις ἀντίληψις τελείως ἐμπνέει καὶ τὸν συνήγορον τοῦ δικδίκου, ἐκ τούτου δὲ πᾶσα ἀπόφασις ἀντικειμένη πρὸς τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν θεωρεῖται δυσμενὴς καὶ συντείνει εἰς τὸν σχηματισμὸν δυσμενοῦς περὶ τῶν δικαστῶν ἡμῶν γνώμης. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἀληθῶς ψυχολογικὴ παρατήρησις ἦτο ὀρθή, ἐὰν τοὐναντίον αὕτη δὲν ἀπετέλει τὴν πρώτην μόνον ἐντύπωσιν τῶν δικαζομένων, δὲν θὰ εἴχομέν ποτε σύμφωνον τὴν κοινὴν γνώμην ἐξυμνοῦσαν μέχρι τρίτου οὐρανοῦ δικαστὰς καὶ Δικαστήρια ὁλόκληρα. Οὐδ’ ὑπῆρξε ξένη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον ἡ τοιαύτη ἀντίληψις περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων· αὐτοὶ οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔλεγον περὶ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου (ἀναγινώσκει): «Ἓν δ’ οὖν ἰδιώτατον πάντων καὶ σεμνότατον, τὸ ἐν Ἀρείῳ Πάγῳ Δικαστήριον, ὑπὲρ οὗ τοσαῦτ’ ἔστιν εἰπεῖν καλά, παραδεδομένα καὶ μυθώδη καὶ ὧν αὐτοὶ μάρτυρές ἐσμεν ὅσα περὶ οὐδενὸς ἄλλου Δικαστηρίου». Μὴ τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐδίκαζεν ὑποθέσεις καὶ μὴ ἐνώπιον αὐτοῦ δὲν παρίσταντο δικηγόροι ὑπερασπίζοντες τοιαύτας ὑποθέσεις; Καὶ ὅμως τίς ἐκφέρει τὴν περὶ αὐτοῦ ἀνωτέρω γνώμην; Ὁ μεγαλείτερος τῶν δικηγόρων τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Δημοσθένης. Ἀλλὰ μὴ καὶ παρ’ ἄλλοις λαοῖς δὲν ὑψώθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ δικαίου καὶ τῶν Δικαστηρίων, ὥστε νὰ λέγωσι χωρικοὶ καὶ πρὸς Βασιλεῖς, ὅτι, ἂν θελήσητε νὰ μᾶς ἀδικήσητε, ὑπάρχουσι δικασταὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου; Καὶ μὴ παρὰ τῷ Ἀγγλικῷ λαῷ δὲν λέγεται ὅτι, καὶ ἂν ὅλος ὁ στόλος τοῦ Βασιλείου καταστραφῇ, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀρχιδικαστὴς ἐν Λονδίνῳ; Καὶ πότε, κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθησαν πάντα ταῦτα καὶ εἰς ποίας ἐποχάς; Εἰς τὰς ἐποχὰς τῆς ἀκμῆς τῶν ἐθνῶν, διότι εἰς ἀκμὴν τῶν ἐθνῶν συντελεστικωτάτη ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἶναι ἡ ἀκμὴ τῆς δικαιοσύνης. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτην ἔχω γνώμην, κύριοι Βουλευταί, περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς καταστάσεως παρ’ ἡμῖν τῆς δικαιοσύνης, φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἐξ ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει εἰμὴ εἰς τὴν διακώλυσιν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Λυποῦμαι μάλιστα, καὶ λυποῦμαι βαθέως, διότι Κυβέρνησις ἰσχυρά, περιβεβλημένη τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Βουλῆς, καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομομαθής, ἐμβριθὴς καὶ ἔμπειρος, δὲν εἶχον τὴν τόλμην εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ προσφέρωσι τὴν μεγαλειτέραν τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§84Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Προτιμότερον, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο κατόπιν τῆς ὑποβοσκούσης λύσεως νὰ μὴ ἐξηκολούθει ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου, ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη, λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἵνα γνωρίσω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ ὀψιγενῶς γεννηθέντος ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν ἀποτελεῖ θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος ἡμῶν διάταξιν καὶ συνεπῶς ἀπαράδεκτος πᾶσα ἐπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζήτησις. Βάσις, ὡς εἶναι γνωστὸν πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, πάντων τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων καὶ δὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν εἶναι ἡ διάκρισις τῶν τριῶν ἐν αὐτοῖς ἐξουσιῶν, ἤτοι τῆς νομοθετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς· ἡ διάκρισις δ’ αὐτῶν πραγματοποιεῖται καὶ φέρεται εἰς τὸ ἐμφανὲς πρῶτον διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας ἑκάστης τούτων, καὶ δεύτερον διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦσιν αὐτάς. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας ἀναγράφον τὴν διάκρισιν ταύτην τῶν ἐξουσιῶν ὁρίζει τίνα εἰσὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνασκῶσι τὰς ἐξουσίας αὐτάς. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐκτὸς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν εἶναι τὸ θεμελιῶδες, ὁ καθορισμὸς τουτέστι τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνασκῶσιν ἑκάστην ἐκ τῶν ἐξουσιῶν τούτων, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ ἰσόβιον αὐτῶν. Ἀλλά, ἵνα ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐπιτευχθῇ καὶ πραγματοποιηθῇ, ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει τὴν ἀνεξαρτησίαν ἑκάστης αὐτῶν ἀπέναντι τῆς ἑτέρας, ἤτοι τὸ ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ ἐξουσία ἡ νομοθετική, ἡ ἐκτελεστική, ἡ δικαστικὴ καὶ τ’ ἀνάπαλιν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἄλλης. Ἵνα ὅμως κατασταθῇ τοῦτο δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀνεγνωρίσθη τὸ ἀνεύθυνον ἑκάστης ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἔργων αὐτῆς. Τουτέστιν ἑκάστη τῶν τριῶν ἐξουσιῶν καὶ δὴ ἐν προκειμένῳ ἡ δικαστικὴ κατὰ τοῦτο εἶναι ἀνεξάρτητος, ὅτι δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον οὐδ’ ὑπέχει εὐθύνην πρὸς τὰς δύο ἄλλας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της, ἐντὸς τῶν νόμων, ἐννοεῖται, δὲν ἔχει δηλαδὴ νὰ λογοδοτήσῃ διατί ἐξέδωκε ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν, ἢ διατί ἀπένειμεν, ἐν δεδομένῃ περιπτώσει, οὕτως ἢ ἄλλως τὸ δίκαιον. Τὸ ἀνεξάρτητον λοιπὸν ἀπέναντι ἀλλήλων τῶν ἐξουσιῶν, ὡς συνέπεια τῆς διακρίσεως αὐτῶν, εἶναι κατὰ τὴν ἐπιστήμην θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος. Τυγχάνει δὲ γνωστὸν ὑμῖν, κ. Βουλευταί, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι καὶ ἐν πᾶσι τοῖς Συντάγμασι τῶν ἄλλων Κρατῶν δὲν καθορίζονται ῥητῶς ποῖαί εἰσιν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις, οὔτε καὶ ἡ ἐπιστήμη εἶπε τὸν τελευταῖον αὐτῆς ἐπὶ τούτων λόγον. Κοινὴ γνώμη ὅμως κρατεῖ ὅτι θεμελιώδεις διατάξεις, ἐκτὸς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἶναι καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, εἰς τὴν θρησκείαν καὶ ἄλλαι τινές. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω ἂν τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν δύναται νὰ καταλεχθῇ μεταξὺ τῶν διατάξεων τούτων, ἤτοι ἂν ἀποτελεῖται ἐκ τοιούτων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἂν δὲν ὑπάρξωσιν ἀναγραφομένης τῆς σχετικῆς περὶ αὐτῶν διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι ν’ ἀπειλῆται τὸ ἀνεύθυνον καὶ τὸ ἀνεξάρτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατ’ οὐσίαν, καθόσον θὰ ἐδικαιοῦντο ἐν τῇ τοιαύτῃ τότε περιπτώσει νομίμως, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐπεμβαίνωσιν αἱ ἄλλαι ἐξουσίαι εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς. Ὄχι, ἀνενδοιάστως καὶ ἀναμφισβητήτως λέγω ἐγώ, ὑποθέτω δὲ καὶ πάντες οἱ ἐνταῦθα νομικοὶ ἐν συνειδήσει τὸ αὐτὸ φρονοῦσιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν θέλωσι διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον νὰ ἐκδηλώσωσι τοῦτο φανερά. Τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ἰσόβιον, ἀλλ’ ἀμετάκλητον, διότι ἀναγνωρίζεται ὅριον ἡλικίας καὶ δι’ αὐτούς, οὐδὲν ἕτερον ἀποτελεῖ ἢ μίαν ἐγγύην διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων τοῦ δικαστοῦ καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἀμεροληψίαν.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ὁποίαν δὲν τηροῦσιν.
§86Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀκριβῶς· διότι αὐτὸ εἶναι κυρίως ζήτημα χαρακτῆρος καὶ ὄχι συνταγματικῆς περιφρουρήσεως. Ὑπῆρξαν ἐν τῷ παρελθόντι δικασταὶ ἄτεγκτοι καὶ ἂν ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐπανελάμβανεν, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶπεν, ὅτι ἡ παλαιὰ δικαστικὴ ἐξουσία ἡ ἐπὶ Ὄθωνος ἦτο πάντοτε εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς της, καίτοι δὲν ἀπήλαυε τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἰσοβιότητος, διότι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι εἶχον χαρακτῆρα.
§87Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε καὶ τὸν λόγον.
§88Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι λεπτομέρεια αὐτό, ὅπερ εἶπε· τὸ ἀπέδωκε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Πρὸ παντὸς λοιπὸν τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ δικαστοῦ δημιουργεῖ ὁ χαρακτὴρ καὶ οὐχὶ ἡ ἰσοβιότης· συντελεστικὴ βεβαίως εἶναι καὶ αὕτη, ὄχι ὅμως καὶ τὸ πρῶτον καὶ ἀπαραίτητον προσόν. Ἀφοῦ λοιπὸν βασίμως ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ μόνον ἐγγύησις διὰ τὴν ἀμερόληπτον καὶ ἀκριβῆ τῆς Δικαιοσύνης ἀπονομήν, ἕπεται ὅτι δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ ἐναντίον καὶ συνεπῶς οὐδὲ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς περὶ ἀναστολῆς αὐτοῦ συζητήσεως πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὀψιγενὴς αὕτη πρότασις ἦτο ὀρθή, ἔστε βέβαιοι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον διακρίνει νομομάθεια καὶ κρίσις, τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θὰ προέβαλλε κατὰ τὴν ἐκ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης συζητήσεως ἀγόρευσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης εἶπεν ὅτι ποιεῖ, θὰ ἦτο, λέγω, τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως λόγῳ τοῦ θεμελιώδους τῆς διατάξεως. Οὔτε εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἐπιστημονικῶς καὶ σχηματίσῃ γνώμην ἂν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις ἢ οὔ, ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ νομικῇ αὐτοῦ ἐμπειρίᾳ διέκρινεν ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη, ὀρθῶς δὲν προέβαλε τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἐνῷ πλεῖστα ἄλλα ἀνέπτυξεν ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ἐπίσης δὲν προέτεινε τοῦτο ἐν τῇ ὀξυνοίᾳ αὐτοῦ οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος, λέγω, ζητήσαντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ὡς μὴ τηρηθέντος τοῦ Κανονισμοῦ, ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς, οὐδεμίαν οὗτος ἔχει ἀντίρρησιν, ἐφ’ ᾗ δηλώσει καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις. Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦτο κάτοχος τοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἐγνώριζε τότε ἂν τὸ ἰσόβιον εἶναι θεμελιώδης ἢ ὄχι διάταξις, ὡς ὑπεστήριξεν ἤδη; Ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου καὶ λέγω ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ τρόπος συμβιβασμοῦ τῶν διεστώτων. Ἀπόδειξις, κύριοι Βουλευταί, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, εἶναι ὅτι πρὸ ἐτῶν μέχρι τοῦ 1887 ὑπῆρξεν ὡρισμένη τάξις δικαστῶν, οἱ ἐμποροδίκαι, οἱ ὁποῖοι ἐδίκαζον σπουδαιότατα συμφέροντα μὴ περιφρουρούμενοι ὑπὸ τῆς ἰσοβιότητος. Ἀπόδειξις ἐπίσης ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις εἶναι ὅτι τὰ Δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, τὰ ὁποῖα δικάζουσι τὰ σοβαρώτατα τῶν ἀδικημάτων, δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν ἦτο θεμελιώδης διάταξις τὸ ἰσόβιον, δυνάμει τότε ποίου δικαιώματος θὰ ἤρχετο ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ νὰ ὁρίσῃ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς δικαστὰς καὶ νὰ λέγῃ αὐτοῖς· «δικασταί, μέχρι τοῦ δεῖνα ἔτους σᾶς περιφρουρεῖ τὸ ἰσόβιον· ἐκεῖθεν στερεῖσθε αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ δὲν εἶσθε πλέον ἰσόβιοι»;
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε καὶ Δικαστήρια δικάζοντα ὡς Πρωτοδικεῖα μὲ ὅλην τὴν ἁρμοδιότητα, τὰ προξενικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἰσοβιότητος.
§90Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μὲ συνεπληρώσατε· ἰδοὺ καὶ ἄλλη σπουδαία περίπτωσις. Ὅτι δὲ τὸ ἰσόβιον εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ περιφρουρήσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν δικαστήν. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις ἀποδεικνύεται. Καὶ ἐκ τούτου· ἐὰν ἦτο θεμελιώδης διάταξις, ἡ Πολιτεία δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ στερήσῃ ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὸν δικαστὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ δικάζειν, τοῦ imperium. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ ἰσοβιότης διαφέρει τῆς μονιμότητος μόνον κατὰ τοῦτο, εἰς τὸ ὅτι δηλαδή, ἂν ὁ ὑπάλληλος εἶναι μόνιμος, καταργουμένης τῆς θέσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ, παύεται οὗτος μὴ δυνάμενος εἰς ἀπόληψιν μισθοῦ, ἐνῷ ὁ ἰσόβιος, καταργουμένης τῆς θέσεως ἐν ᾗ ὑπηρετεῖ, ἐξακολουθεῖ μισθοδοτούμενος, καθόσον δὲν ἀποβάλλει τὴν ὑπαλληλικὴν αὐτοῦ ἰδιότητα, ἥτις ὅμως μένει ἐν λανθανούσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καταστάσει καὶ ἐν ἀδρανείᾳ, διότι δύναται ἡ Πολιτεία νὰ μὴ τοποθετήσῃ αὐτὸν εἰς ἑτέραν θέσιν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ οὕτω στερεῖ αὐτὸν ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς τοῦ imperium. Ἐνῷ, ἐὰν ἦτο θεμελιώδης ἡ διάταξις, δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Πολιτεία νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ τοποθετήσῃ αὐτὸν ἀμέσως εἰς ἑτέραν ὁμοίαν θέσιν. Ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερε πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, θὰ δώσῃ λαβὴν εἰς μελλούσας Συνελεύσεις νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ αὐταὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ τοιοῦτο δὲ γεγονὸς θὰ ἐπιφέρῃ κατ’ αὐτὸν κλονισμὸν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι οὐδεμία Συνέλευσις δύναται νὰ ὑπαγάγῃ κυριαρχικῶς ὑπὸ τὰς διαταγάς της μελλούσας Συνελεύσεις, ὡς διεκήρυξε τοῦτο καὶ ἡ πρώτη ἐπαναστατικὴ ἐν Γαλλίᾳ Συνέλευσις, καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἐκτός, λέγω, τούτου, ἡμεῖς ἐπελήφθημεν ἐνταῦθα τῆς ἀναθεωρήσεως πολὺ σοβαρωτέρων διατάξεων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἡ καθημερινὴ ἐνέργειά μας καὶ πολιτεία μας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μας μέχρι σήμερον σιωπηρῶς μὲν ἀλλ’ ἐνδεικτικώτατα διαδηλοῖ τί εἴμεθα καὶ πῶς πολιτευόμεθα. Ἡμεῖς, λέγω, ἐπελήφθημεν τῆς ἀναθεωρήσεως πολὺ σπουδαιοτέρων διατάξεων, καὶ ἐδημιουργήσαμεν διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπ’ ἀγαθῷ βεβαίως, Σῶμα νέον, διὰ τοῦ ὁποίου ὅμως Σώματος περικόψαμεν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τήν τε εὐθύνην καὶ ἐξουσίαν, διότι ὑπηγάγομεν καὶ ὡρισμένας πράξεις τῶν Ὑπουργῶν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος δηλαδὴ εὐθύνην αὐτῶν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς διακριτικήν των ἐξουσίαν ἐμειώσαμεν, ἡ εὐθύνη δὲ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν.
§91Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπελήφθημεν, κύριε συνάδελφε, ἐπίσης τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἄλλων σοβαρῶν διατάξεων.
§92Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βεβαίως. Καὶ ἐνῷ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν εὐθύνην ταύτην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περιωρίσαμεν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἴχομεν ἢ οὐ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως ἂν θεμελιώδη ἀποτελεῖ διάταξιν τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιαύτης συζητήσεως. Ἐλπίζω ὅτι κατόπιν τῶν λεχθέντων καὶ τῶν μελλόντων νὰ λεχθῶσιν ὑπὸ τῶν ὁμοφρονούντων οὐδεμία θὰ μείνῃ ἀμφιβολία εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης. Ἂς λάβῃ δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, τὴν ὁποίαν ὡς κυρίαρχον Σῶμα πρέπει νὰ διακρίνῃ ἐλευθερία γνώμης καὶ σκέψεως ὅτι κατόπιν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ ζήτημα ζήτημα κυβερνητικόν, ἂς λάβῃ, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης σκέψεως κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ τὴν σχηματισθεῖσαν πεποίθησιν αὐτῆς. Κύριοι Βουλευταί, κατερχόμενος τοῦ βήματος διακηρύσσω ὅτι πάντες ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἐφ’ ᾧ καὶ ἔλαβον ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, τὴν ζητοῦμεν ἐκ πόθου ἁγνοῦ, ἐκ πόθου ἀσπίλου, ἐκ πόθου εὐγενοῦς, ὅπως ἡ δικαιοσύνη αἰρομένων ἐκ τοῦ μέσου τῶν ἀχρήστων αὐτῆς μελῶν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπὴν καὶ ἀποκτήσῃ τὸ κῦρος καὶ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ παρὰ τῷ λαῷ ἡ ὑψίστη αὕτη τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ἡ Δικαιοσύνη. (Χειροκροτήματα).
§93Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἀναφερόμενα κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος συμπίπτουσι τοσοῦτον πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως, ὥστε ἐξ ἀνάγκης ὁ ὁμιλῶν περὶ ἀπαραδέκτου ὁμιλεῖ καὶ περὶ τοῦ σκοπίμου τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν μου πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τόσῳ τὰ κατὰ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἀναστολῆς, ὅσῳ καὶ τὰ κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως συμπεριλαμβάνονται εἰς ἓν καὶ μόνον. Εἰς πάντα τὰ Κράτη ἐπεδιώχθη δικαστικὴ ἐξουσία ἱσταμένη ὑψηλὰ καὶ δυναμένη ν’ ἀτενίσῃ περὶ ἑαυτὴν ἀνεπηρεάστως. Ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐξουσία, ἂν ἐπετεύχθη τὸ ζητούμενον, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν ἰσοβιότητα. Ἀλλὰ τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψαν τὰ περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὰ Συντάγματα αὐτὰ ἔφθασαν εἰς τοῦτο, ὄχι μόνον διότι τὴν ἀνεκήρυξαν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, ἀλλὰ κυρίως διότι ἔθεσαν τὴν βάσιν τῆς ἀνεξαρτησίας, τὴν ἰσοβιότητα, ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, παντὸς κινδύνου διὰ τὸ μέλλον. Ἰσχυρίζομαι δ’ ὅτι ἀρχὴ θεμελιώδης καὶ ἐκτὸς πάσης ἀναθεωρήσεως εἶναι ἡ τῆς ἰσοβιότητος, καθόσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἄνευ ἰσοβιότητος εἶναι πρᾶγμα ἀκατάληπτον, δὲν δύναται δ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔχῃ τις τὴν ἀντίληψιν ἰσοβιότητος μετακλητῆς ὁπωσδήποτε, δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀσφαλὴς κατὰ τὴν πρώτην πολιτικὴν μεταβολήν, κατὰ τὴν πρώτην ἀναθεώρησιν. Ἂν δεχθῶμεν τὴν γνώμην τῶν ἀντιθέτων, ὅτι δὲν εἶναι θεμελιῶδες τὸ περὶ ἰσοβιότητος, τότε μένει ἀνεξήγητον τὸ πῶς τὰ Συντάγματα κηρύττουσι τὴν δικαστικὴν ἰδέαν καὶ ἀνεξάρτητον ἐξουσίαν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα τὴν κηρύττει ὡς τοιαύτην, τὸ δὲ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καθιέρωσε τὴν ἰσοβιότητα. Ἰδοὺ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοὺς δύο ἀναγκαίους ὅρους, ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν αὐτήν, νὰ μὴ θίξωμεν τὴν ἰσοβιότητα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μεγίστην ἀνάγκην, ἔχομεν καὶ συμφέρον, ἵνα τὴν παραδώσωμεν εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, Κύριοι, ἰσοβιότης; Ἔ, τί καλὸν εἴδετε ἐξ αὐτῆς;
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέν.
§95Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ τῳόντι ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς θόλους τῆς αἰθούσης ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἀντήχει παρὰ κατακραυγή, θόρυβος κατὰ τῶν Δικαστηρίων ὡς ἀφορμῆς πάσης συμφορᾶς. Ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ φωναὶ αὐταὶ οὐδὲν ἄλλο ἦσαν παρὰ τὰ κύματα τοῦ ἀχαλινώτου φατριασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς αὐτὴν τὴν ταλαίπωρον ἰσοβιότητα, ἂν δὲν εὕρισκε βράχον, εὕρισκεν ὁπωσδήποτε ἕνα φράκτην, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐθραύετο. Ἐδῶ ὅμως τώρα εἴμεθα πάντες ὑπὲρ τῆς ἰσοβιότητος. Ἐδῶ ἀνεγνωρίσθη ὅτι καλὴ εἶναι ἡ ἰσοβιότης, ἀλλὰ τὴν θέλομεν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ, νὰ κλονίζεται. Καὶ σᾶς τὸ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλοι καὶ σᾶς παρέστησαν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἰσοβιότης ἐξερχομένη ἠλαττωμένη ἀπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν σήμερον, ὥστε νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς διαδόχου ἡμῶν Ἐθνοσυνελεύσεως, δὲν θὰ εἶναι πλέον ὅ,τι πρέπει νὰ εἶναι. Ἐὰν ἀγαπᾶτε τὴν ἰσοβιότητα, ἐὰν θέλητε εἰλικρινῶς τὴν ἰσοβιότητα, μὴ θέσητε χεῖρα εἰς αὐτὴν σήμερον, διότι δίδετε τὸ κακὸν παράδειγμα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους διαδόχους σας. Μέχρι Γεωργίου τοῦ Γʹ, Κύριοι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ δικασταὶ δὲν ἦσαν ἰσόβιοι, ἐπαύοντο ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ Βασιλέως καὶ εἶχον ἀνάγκην νέας περιβολῆς, ὅπως οἱ ὑποτελεῖς τῶν φεουδαρχῶν εἰς πᾶσαν μεταβολὴν προσώπων ἔπρεπε νὰ λάβωσι νέαν περιβολὴν τὴν λεγομένην investitura. Τοιαύτην τινὰ νέαν περιβολὴν ἔπρεπε νὰ λάβωσι καὶ οἱ δικασταί. Ἀλλὰ τὸ πρακτικὸν ἔθνος τῶν Ἄγγλων κατενόησεν ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ ἀρκετόν. Εἶδεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ὁ δικαστὴς ἀπὸ τὴν ζωὴν ἢ τὸν θάνατον τοῦ βασιλέως, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἥσυχος, καὶ ἀμέριμνος, εἴτε ὁ Βασιλεὺς ἔχει καλῶς εἴτε ἀδιαθετεῖ. Ἔκτοτε λοιπὸν ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν παύει ἡ λειτουργία τῶν δικαστῶν μὲ τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπηκολούθησεν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μὲν ἀναγεγραμμένη, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι γραπτὸν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ὅμως εἶναι πραγματική. Καὶ διὰ τοῦτο ἠδραιώθη τόσον ἡ ὑπόληψις πρὸς τὰ Δικαστήρια, ὥστε νὰ λέγωσιν ἐκεῖ ὅτι, καὶ ἂν πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πέσωσιν, ἀρκοῦσι τὰ Δικαστήρια, ἵνα σώσωσι τὴν Ἀγγλίαν. Ὑπάρχουσι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἢ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ δὲν εἶναι διόλου· ἡ πίστις π. χ. Ἐὰν ἔχωμεν τῳόντι πίστιν, δὲν δύναται νὰ εἶναι ὀλίγη· ἢ ὑπάρχει πίστις ἢ δὲν ὑπάρχει. Καὶ ὁ δικαστὴς λοιπὸν ἢ θὰ ἔχῃ πίστιν περὶ τῆς θέσεώς του ἢ ἐτελείωσεν.
§96Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ Ἀγγλίας, ἐπιτρέπεται ὁ πρωτοδίκης νὰ προαχθῇ εἰς πρόεδρον ἢ εἰς ἐφέτην;
§97Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ προαγωγῆς· ὁμιλῶ περὶ ἰσοβιότητος.
§98Γ. ΠΩΠ. Ἔχει πολλὴν σημασίαν αὐτό.
§99ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τώρα μάλιστα ἐξησφαλίσαμεν πάντα, ἀλλά, ἐνῷ τὰ ἐξησφαλίσαμεν, θέλομεν ἀφ’ ἑτέρου νὰ διασείσωμεν τὸν θεμέλιον λίθον, διότι τοιοῦτόν τι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον νὰ πράξωμεν. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, ποθῶμεν τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοί, μήπως ὑπὸ τὰς ἰδέας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ὑπό τινων ὑποστηρίζονται, ὅτι δηλ. πᾶν τὸ κακὸν προέρχεται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, μήπως, θέλοντες δῆθεν νὰ διορθώσωμεν αὐτὰ δι’ ἐκκαθαρίσεως, φέρωμεν καταστροφήν, φέρωμεν χειροτέρευσιν τῶν πραγμάτων. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν κοινὴν γνώμην αὐτήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, νὰ μὴ ἀφαρπασθῶμεν, καὶ ὀφείλω νὰ σαφηνίσω τί ἐννοῶ. Διότι, Κύριοι, δὲν παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχει ἀπολύτως κοινὴ γνώμη περὶ τούτου. Φωναί τινες δὲν εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, δὲν εἶναι ὁ λαός — ὡς ἐλέχθη ὡς περὶ δεδομένου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου —, ὁ ἐξεγερθείς, ὁ θελήσας τὴν μεταβολὴν λαός, ὅστις μᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολήν. «Ἆ! πρὸ πάντων νὰ βάλητε γνῶσιν εἰς τοὺς δικαστάς». Ὄχι, Κύριοι· οὐ μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶπε, δὲν εἶχεν εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ τὸ περὶ ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ’ οὔτε ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθη περὶ πολιτικῆς μεταβολῆς, εἶπε τοιοῦτόν τι, καὶ εἶμαι ἁρμόδιος, καὶ δικαιοῦμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω τοῦτο, διότι εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἐργαζομένων. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσητε τί ἔλεγε σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἡ πρώτη ἀναφορὰ τῶν Συντεχνιῶν πρὸς τὸν Βασιλέα πρὸ 2½ ἐτῶν, ὅτε ἐξηγέρθησαν.
§100Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αἱ Συντεχνίαι τῶν Ἀθηνῶν; Νὰ ἴδωμεν τί λέγουσι καὶ αἱ ἐπαρχίαι.
§101Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν Ἀθηνῶν· ὑμεῖς ὁμιλήσατε περὶ τῶν ἐπαρχιῶν. (Ἀναγινώσκει:) «Πρὸς τὸν Βασιλέα· ἀναφορὰ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1909. Βασιλεῦ, πληρώνομεν φόρους καὶ δὲν προστατευόμεθα, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ δίκαιον ἡμῶν ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας». Ἐρωτῶ, Κύριοι, πάντας ὑμᾶς· ἐκκαθάρισιν Δικαστηρίων ἢ μεταβολὴν τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ἐζήτησαν οἱ ἀναφερόμενοι;
§102ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλει δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀπονέμωσι τὸ δίκαιον ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἰσχυροῦ.
§103Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νῦν, ὅτε εἰσήλθομεν εἰς τὴν περίοδον αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετεβλήθη τὸ σύστημα, καθ’ οὗ διεμαρτυρήθη ὁ λαός, καὶ τὴν ὁποίαν δυστυχῶς διαμαρτυρίαν μετετρέψαμεν εἰς διαμαρτυρίαν προσωπικήν, εἰς διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν δικαστῶν, δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, ἵνα διὰ βιαίων μέτρων, διὰ μέτρων ἐκκαθαρίσεως φέρωμεν κλονισμόν. Τίς θὰ ἐμποδίσῃ, Κύριοι, Κυβερνήσεις χρηστὰς διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν νόμων νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ Δικαστήρια; Ἡ ἀλήθεια, Κύριοι, εἶναι ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστηρίων μᾶς στενοχωρεῖ ὀλίγον, διότι τὴν θέλομεν τότε μόνον, ὅταν πρόκειται νὰ μᾶς προστατεύσῃ. Ὅταν ὅμως κατ’ ἐλάχιστον προσκρούσῃ εἰς τὰ συμφέροντά μας, τότε ἐπιθυμοῦμεν πάντες νὰ μὴ εἶναι τὰ Δικαστήρια ἀνεξάρτητα, ὅσον εἶναι. Αὐτό, Κύριοι, διαβλέπω εἰς πάσας τὰς φωνὰς αὐτάς, εἰς ὅλον τὸν πάταγον, ὁ ὁποῖος γίνεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἔφθασαν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ ἐγείρωσι τὸν λαὸν κατ’ αὐτῶν· δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ πιστεύσω ὅτι, ἐὰν τῳόντι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια εἶναι εἰς τοιοῦτο σημεῖον σήμερον, ἀρχίζοντες τὴν ἐκκαθάρισιν τὴν βιαίαν καὶ ἀνατρέποντες τὰ πάντα θὰ εὕρωμεν καλλιτέρους δικαστάς. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ τὸ τοιοῦτον, ἤθελεν εὑρεθῆ πολὺ μεταμελημένος. Καὶ ἰδού, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, προσφέρουσι φίλοι καὶ ἐχθροὶ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἀπόλυτον τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς του καὶ νὰ ἐκκαθαρίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ Δικαστήρια, ἀρνεῖται διαρρήδην τὴν προσφοράν, δίδων οὕτω τὸ μέτρον τῶν σκέψεών του καὶ τῆς φρονήσεως αὐτοῦ, διότι δὲν ἐννοεῖ καὶ δὲν θέλει ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος πεποιθὼς εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κυβερνᾷ καὶ θὰ κυβερνήσῃ, λέγει· «Ἔχω εἰς χεῖράς μου τοὺς νόμους· διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν νόμων θὰ φέρω τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω αὐτὴν μεταβολήν». Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ προκειμένη περίστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ δισταγμὸν περὶ τῆς κρισιμότητος, εἰς τὴν ὁποίαν φέρονται τὰ ἡμέτερα πράγματα, διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἡ στάσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ τὸν ἄρῃ. Ἐὰν ἐπιθυμῶμεν νὰ ἔχωμεν τῳόντι πολίτευμα ἐλεύθερον, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη ἐγγύησις τῶν ἐλευθεριῶν. Ὁμιλοῦμεν, Κύριοι, καθ’ ἑκάστην περὶ τῶν δικαιωμάτων μας, περὶ τῶν ἐλευθεριῶν μας· ἀλλ’ ἐρωτῶ· Ποῦ καταφεύγομεν ἑκάστοτε, ὅταν αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν προσβάλλωνται; Εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ τὰ Δικαστήρια αὐτὰ θέλετε νὰ ἔχητε ἑκάστοτε ὑπὸ μίαν πίεσιν, ὑπὸ μίαν φροντίδα περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Διότι, Κύριοι, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι, ἐὰν σήμερον ὁπωσδήποτε κλονισθῇ ἡ ἰσοβιότης, εἰς τὸ μέλλον οἱ Ἕλληνες δικασταὶ πάντοτε θ’ ἀποβλέπωσι μετὰ δέους περὶ τῆς τύχης των. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, διότι πάντες ἔχομεν συμφέρον τὰ Δικαστήρια νὰ εἶναι θαρραλέα, νὰ εἶναι ἀνεξάρτητα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω μερικούς, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε φωνάζουσιν ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἀτίθασοι, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἐγωισταί, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν σέβονται ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ σέβωνται. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, δικαστὰς ὑποκλινεῖς.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρτοπαίζοντας.
§105Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ χαρτοπαικτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι, ἔχομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς νόμους.
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προχθὲς ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργός, διαβόητος εἰς τὸ Πανελλήνιον ὡς χαρτοπαίκτης, εἰσαχθεὶς ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου οὐδὲν ἔπαθε.
§107Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μὴ εἶσθε ἀνυπόμονος, κύριε συνάδελφε.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ θέλομεν ν’ ἀπολαύσωμεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ζωὴν κάτι τι· καλὴ εἶναι καὶ ἡ ἄλλη ζωή, ἀλλὰ θέλομεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν. (Γέλωτες).
§109Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Συλλογισθῆτε μήπως θέλοντες νὰ διορθώσητε τὰ μικρὰ καταστρέψητε τὰ μεγάλα, μήπως θέλοντες νὰ ἔχητε δικαστὰς ἄνευ ἐλαττωμάτων καταστήσητε πάντας τοὺς δικαστὰς ἐλαττωματικούς, καὶ τὸ μεγαλύτερον ἐλάττωμα εἶναι ὁ φόβος, μήπως ἔχετε δικαστὰς πτοουμένους. Ἡ Πολιτεία εἶναι ἐκείνη, ἥτις δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν φόβον, ἀλλὰ διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν νόμων, ὄχι δι’ ἐκκαθαρίσεων, ὄχι διὰ Συνελεύσεων, ὄχι διὰ βιαίων μέτρων, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν φέρουσι καλόν.
§110Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐκράτουν ἐν τῇ μνήμῃ μου καὶ εἶχον ἐν νῷ καὶ τῇ συνειδήσει, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φρασεολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁμιλίαν ὁλόκληρον αὐτοῦ τὴν ὄντως ἀριστοτεχνικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ τῶν συναφῶν ζητημάτων, καὶ ἐβασάνιζον οὐχὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν σύγκρισιν τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης μὲ τὴν τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι τὸ μέρος τοῦτο, Κύριοι, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συνήγαγεν ἐκ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι καὶ μεγάλην ἀξίαν καὶ νὰ μὴ μᾶς χρησιμεύσωσι, καθόσον εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς συγκρινομένη μὲ ἄλλα Κράτη νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην ἀνωτέραν ἐκείνων, ἀλλὰ δικαιοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύναται νὰ ζήσῃ καὶ προαχθῇ. Ἑπομένως τὸ μέρος τοῦτο θέτω ἐξ ὑπαρχῆς ἐκτὸς ἐρεύνης· ἀλλὰ τὸ μέρος, δι’ οὗ ἐξυψοῖ τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας εἰς περιωπήν, εὑρίσκει αὐτὴν εἰς ἀρίστην κατάστασιν, ὥστε νὰ ὑπερηφανεύηται ὡς Ὑπουργός, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ὡς ἔλεγεν, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχουσιν ἐγκολαφθῆ στίγματα εἰς τὴν δικαιοσύνην, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ τρόπον θαυμάσιον ἀνέπτυξε τὰ τῆς ἐξελίξεως τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ Δικαστηρίων καὶ μὲ ἐξόχως λαμπρὰ χρώματα καὶ εἰκόνας ἀπεικόνισε τὰ περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβάλῃ τὴν πραγματικότητα, οὐδὲ διὰ τῶν ἁδρῶν ἐπιχειρημάτων κατώρθωσε τὴν περὶ δικαιοσύνης πίστιν του νὰ μεταδώσῃ ἡμῖν, καθόσον ὄπισθεν τῶν χρωμάτων καὶ εἰκόνων παρέμεινεν ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἀλήθεια, ἥτις τὸν καλὸν παρατηρητὴν κρατεῖ εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ δικαιοσύνη μας δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ παρακολουθεῖται καὶ ἀπὸ στίγματα καὶ δὴ ἀρκετά, τινὰ τῶν ὁποίων ἀτυχῶς διὰ τὸ Κράτος ἐδημιουργήθησαν καὶ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ μὴ εἶναι πεπεισμένη περὶ τούτου καὶ νὰ θέλῃ ν’ ἀκούσῃ παρ’ ἐμοῦ στίγματα, φρονῶ δ’ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πάντα, καὶ κρίνω περιττὸν ν’ ἀναφέρω στίγμα δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ὀρθοῦται γιγαντιαῖον καὶ ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις παντὸς ἀνθρώπου. Ἰδιαζόντως δ’ ἐξήταζον τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἀφορῶν τὴν κατάστασιν, ἥτις πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ, ἐὰν ἠθέλομεν ψηφίσει γενικὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, καὶ τὰ προβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σπουδαιότατα ἐπιχειρήματα, ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἀμφεταλαντεύθην ἐπὶ πολὺ καὶ δὲν εἶχον ἀκόμη προέλθει εἰς τελειωτικὴν κρίσιν, ἂν ἔδει νὰ συνταχθῇ μὲ τοὺς πιστεύοντας ὅτι ἔδει ν’ ἀνασταλῇ τὸ Σύνταγμα κλπ., τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀνεμέτρουν τὰς συνεπείας καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἀναστολῆς, διὰ νὰ σχηματίσω μετὰ βεβαιότητος πεποίθησιν ἂν αἱ ἐξ αὐτῆς ὠφέλειαι ἐν γένει εἶναι πολὺ ἀνώτεραι τῶν τυχὸν βλαβῶν ἐκ τοῦ κλονισμοῦ, ὃν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ Κράτος, τὰ κοινωνικὰ καὶ ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἐκ τοῦ δικαιοστασίου καὶ ἄλλων λόγων, καὶ ἐσκεπτόμην εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ πατρίς μας, ἂν διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἤθελεν ἀνασταλῆ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν. Ὅλως ἀπροσδοκήτως ἐπῆλθε μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ἡ δικονομικὴ ἔνστασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μὲ ἐξέπληξε, περὶ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡμίλησαν πολλοὶ καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως τὸ ἐξήντλησαν τελείως, εἰς τρόπον ὥστε δὲν πρέπει τις νὰ ἐμμείνῃ ἐκφέρων γνώμην ἐπιστημονικὴν ἢ νομικὴν περὶ τοῦ ὅτι τὸ θεμελιῶδες δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρόσωπα τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑπομένως εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καλῶς προέβη ἡ Βουλὴ ἐξ ὑπαρχῆς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου· ἐθεώρουν μάλιστα ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τεσσάρων ὅλων ἡμερῶν συζήτησιν νὰ φέρῃ τοιοῦτον ζήτημα δικονομικόν, διότι ἡ Βουλὴ ἐμπράκτως ἀπεφήνατο ὅτι δικαιοῦται νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἂν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονῇ ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη καὶ συνεζήτησε καὶ ἐγένοντο πράξεις ἐν τῷ Προεδρείῳ, ψηφίσματα τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς κτλ., ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐνθυμηθῇ δικονομικῶς τὸ ζήτημα, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἀντιθέτως πρὸς τὰς πράξεις αὐτῆς, τότε δύναται πᾶς Βουλευτὴς ἀνερχόμενος τὸ βῆμα τοῦτο, Κύριοι, δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ ἐπιστημονικῶς τὴν συζήτησιν, ἂν τὸ παρὸν Σῶμα εἶναι ἀναθεωρητικὸν ἢ εἶναι συντακτικόν, ἢ ἂν μετεβλήθη εἰς συντακτικόν. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω τινὰ διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὸ ἀπαράδεκτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων σᾶς ἀνέφερεν ὅτι τελευταίως τὰ πράγματα τὰ δικαστικὰ βαδίζουσι τόσον ἄριστα, ὥστε διὰ τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεώς των δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ποθοῦμεν καὶ ζητοῦμεν σήμερον, ν’ ἀποκαθάρωμεν τὴν δικαιοσύνην ἄνευ κλονισμοῦ τινος τῶν συμφερόντων τῶν κοινωνικῶν καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Κατὰ τοῦτο ἐπλανήθη πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐπλανήθη, διότι ἀτυχῶς ὄχι μόνον δὲν ἦτο δημιουργημένη πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως παρὰ τῷ λαῷ ἡ πεποίθησις ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, ὄχι μόνον τοιαύτη πεποίθησις δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐναντία πεποίθησις εἶχε σχηματισθῆ, δηλ. ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀνήκει εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας πολίτας, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐπιτηδείους, εἰς τοὺς ἰσχυροὺς καὶ κομματάρχας.
§111Γ. ΠΩΠ. Εἰς ὑμᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ πῶς ἐφηρμόζετο τὸ δίκαιον ὑπὸ τῶν δικαστῶν;
§112Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ εἶπεν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν πεποίθησις ἡ δημιουργημένη εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἀνάγκην ἐκτάκτου καὶ μεγάλης ἐνισχύσεως καὶ οὐχὶ ἐνισχύσεως διὰ φυσιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδῃ ἰδίοις ὄμμασι καὶ ν’ ἀντιληφθῇ οὐ μόνον τὴν ψαλίδα τοῦ χειρουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐγχειρήσεως, πρέπει νὰ ἴδῃ ἀποκοπτόμενα τὰ σεσηπότα μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι τότε καὶ μόνον τότε τῳόντι θὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ θὰ σχηματίσῃ ἀκράδαντον πεποίθησιν πλέον ὅτι τὸ δίκαιον ἀποδίδεται εἰς ἕκαστον πολίτην ἀδιακρίτως καὶ ὄχι ὅπως πρότερον. Βεβαίως ἔχει ἐν μέρει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι κατά τι ἤρχισε διαφορετικὰ νὰ σκέπτηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἰς τὴν συνείδησίν του νὰ κατακτᾷ ἔδαφος ἡ δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι ἀσχέτως τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἐγένοντο διὰ τῆς μέχρι σήμερον ἐκκαθαρίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νόμου, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἐθέσπισε τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, καθόσον οὐδὲν ἀνθρώπινον ἀπολύτως τέλειον, εἶναι δὲ βεβαιωμένον ἐκ πείρας ὅτι τοῦ ἀπολύτως δικαίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀδύνατος καὶ συνήθως συμβαίνει ὅτι ἐκδηλοῦται διὰ τῆς κοινῆς παροιμίας «σιμὰ εἰς τὸ ξηρὸν καίεται καὶ τὸ «χλωρόν», ἀσχέτως, λέγω, τῶν ἀδικιῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι λεπτομερείας μὴ ἐξεταστέας, ὡς μὴ ἀξίας λόγου, ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὸν λαὸν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, εἶναι ὁ λόγος καὶ τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον ἀνεπτέρωσε τὰς ἐλπίδας τοῦ λαοῦ ὅτι ἐξεκίνησε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία ἄγει ἀσφαλῶς εἰς τὸ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ὅτι οἱ δικασταὶ ἀνήκουσιν εἰς πάντας ἐπίσης καὶ ἀπονέμουσιν ἐξ ἴσου τὴν δικαιοσύνην πρὸς πάντας. Ἐν Θεσσαλίᾳ τοὐλάχιστον, Κύριοι, εἶναι ἐσχηματισμένη ἡ πεποίθησις ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων μου περὶ τούτου, ὅτι βαδίζομεν ἐκεῖ ὅπου εἶπον, διότι οἱ συμπολῖταί μας οἱ δικηγόροι Θεσσαλίας καὶ ἡμεῖς δὲν ἀντελήφθημεν νὰ ἐγένετο εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀδικία ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὡς μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Καρδίτσης, φανταζόμενος καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου πράγματι τὴν τοῦ χειρουργοῦ ψαλίδα ἀμείλικτον, τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου εὐρυτάτην, συνελθόντες ἐκτάκτως, καίτοι δὲν εἴχομεν ἁρμοδιότητα, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν καθῆκόν μας ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς ἠθικῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα καὶ αὐτῶν τῶν νόμων, τηλεγραφικῶς ὑπεδείξαμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τοὺς τῆς δικαιοδοσίας μας εἰρηνοδίκας τοὺς δυναμένους νὰ φέρωσι τὰ βάρη τοῦ εἰρηνοδίκου ἤδη καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀντιθέτως δὲ καὶ τοὺς ἀνικάνους. Διότι ὑπολαμβάνομεν σπουδαιότατον τὸν θεσμὸν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ δὲν πρέπει νἄχωμεν περὶ αὐτῶν μικρὰν ἰδέαν, καθόσον αὐτοὶ εἶναι οἱ δικασταὶ ἰδίως τοῦ λαοῦ, χρησιμεύουσιν ἀκόμη καὶ ὡς διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς λαμβάνονται ἁπτὰ τὰ παραδείγματα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ συμβούλιον ἐφάνη ἐπιεικὲς καὶ δὲν ἐξεκαθάρισε πάντας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεδείξαμεν, ἐγκρίσει τοῦ συλλόγου μας. Ἀνεπτερώθησαν, λέγω, κύριοι Βουλευταί, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι τῳόντι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι δικαιοσύνην οἵαν τὴν φανταζόμεθα, τὴν ποθοῦμεν καὶ οἵαν τὴν ἐζήτησεν ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, καθόσον πρὸ παντὸς δικαιοσύνην ἐζήτησεν, ὅτε ἐπανεστάτησε, καὶ ἐκείνη ἡ περικοπὴ τῶν ψηφισμάτων τῶν συντεχνιῶν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω ὁ πρὸ μικροῦ ὁμιλήσας συνάδελφος κ. Θεοδωρίδης, ἀποκλειστικῶς τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔχει· «ἀποκατάστασιν τῆς δικαιοσύνης». Οὐδὲν δὲ σημαίνει ἂν δὲν διετύπωσε τὸν τρόπον τῆς ἀνορθώσεως, ὃν ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εὐχαριστούμεθα νυχθημερὸν ν’ ἀποκαλώμεθα ἀνορθωτικοί, Κυβέρνησις ἀνορθωτική, Βουλὴ ἀνορθωτική. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐνίσχυσις τῆς δικαιοσύνης, ἣν βεβαίως ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐκδόσεως ὀλίγων πειθαρχικῶν ἀποφάσεων ἐναντίον δικαστῶν τινων, διότι αἱ ποιναὶ αὗται, ὡς γνωρίζετε, παραμένουσι γνωσταὶ μόνον εἰς ἀνώτερον κύκλον, δὲν γίνονται γνωσταὶ καθόλου εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις τοῦτο ἤθελε, τὸ νὰ μὴ εἶχε παρέλθει ἑξάμηνον ὁλόκληρον ἄπρακτον χωρὶς νὰ μάθῃ ὅτι τὰ σεσηπότα μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἀπεβλήθησαν αὐτοῦ. Εἰς αὐτὸν κάμνουσιν αἴσθησιν τοιαῦται πράξεις τῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις του, ὄχι δ’ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀντιλαμβάνεται μόνον ὁ Ὑπουργὸς ἢ μόνον οἱ δικασταί. Καὶ δύναμαι συγκεκριμένως νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ἐνισχύει τὴν δικαιοσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναφέρει, βλάβην μεγάλην προυξένησε μία ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἀναφέρω, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, διότι οὔτε τὰ πρόσωπα γνωρίζω οὔτε ἄλλον τινὰ λόγον ἔχω, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐκρίθησαν ἄλλως ἤδη δικασταί, οἱ ὁποῖοι πεντάκις ἐκρίθησαν ἀπὸ τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ὅτι δὲν πρέπει νὰ προαχθῶσι, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκρίθησαν προβιβάσιμοι καὶ προήχθησαν. Ἡ ἐντύπωσις ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν ἀφήνει πολλὰς ὑπονοίας, ἀφήνει καὶ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἢ τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ἀπαρτιζόμενον ἐκ δικαστῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ὕπατον Δικαστήριον τοῦ Κράτους, δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἐρωτᾶται ὅθεν κατὰ τίνα τρόπον τέλος πάντων θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ φθάσωμεν; Καὶ ἐγὼ ἐκλονίσθην, ὡς σᾶς εἶπον, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν περὶ γενικῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος πάντων τῶν δικαστῶν, διότι ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ βλάβη μεγάλη, τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα ἴσως εἰς θέσιν νὰ ζυγίσωμεν σήμερον μὲ τὴν ἐκ τῆς ἀναστολῆς ὠφέλειαν, ὥστε νὰ πεισθῶμεν καὶ ψηφίσωμεν γενικὴν ἀναστολήν. Ἀλλὰ τὴν μερικὴν ἀναστολὴν ἀρεοπαγιτῶν βεβαιότατα ψηφίζω μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, διότι, Κύριοι, ἐὰν δεχθῆτε τὴν γνώμην μου, ὅτι οὐχὶ εἰς καλὴν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ δικαιοσύνη, εὑρίσκομεν τίς πταίει περισσότερον. Βεβαιότατα ἡ κεφαλή. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς δικαιοσύνης; Ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδένα ἔσχεν ἐπηρεασμὸν ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχον τὰ λοιπὰ Δικαστήρια, καί, ἂν πρὸς στιγμὴν ἐξ ἀνάγκης ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ κρίνῃ τοὺς ἄλλους δικαστάς, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ καὶ ἡ κατάστασις αὐτοῦ, καί, ἂν ἐξετέλεσε πιστότατα τὴν τελευταίως ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν, δὲν ἕπεται ὅτι τὰ προηγούμενα ἀνομήματα αὐτοῦ θὰ χαρισθῶσι, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις νὰ στραφῶσι κατ’ αὐτοῦ καὶ ν’ ἀναθέσωσιν εἰς ἓν ἀνώτατον συμβούλιον ἢ μίαν ἐπιτροπείαν τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Δὲν νομίζετε δὲ νῦν, ὅτε ἡ Πολιτεία ἐξῆλθε τῆς ἀνάγκης, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀρεοπαγίτας καὶ ν’ ἀποβάλωμεν τοὺς ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος μας; Δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν πάντας τοὺς φόβους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν βλάβην, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη καὶ ἣν καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι ὁπωσδήποτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ πάντας τοὺς δικαστὰς ἀναστολήν, δυνάμεθα, λέγω, διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ὡς πρακτικοὶ ἄνθρωποι σκεπτόμενοι ἐνταῦθα πρακτικώτερον, καὶ οὐχὶ ἀκαδημαϊκῶς, ὅπως συνάδελφός τις τὴν προηγουμένην ἔλεγεν, ὅτι, ἂν πρόκειται ν’ ἀδικηθῇ ἔστω καὶ εἷς, προτιμᾷ νὰ μένῃ ὡς ἔχει ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κράτους. Ἀλλά, Κύριοι, πάντες πρέπει νὰ ὑποστῶμεν θυσίας, καὶ οἱ δικασταὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑποστῶσι θυσίας, καὶ ἂν ἀδικηθῇ δικαστής τις, δὲν πρέπει νὰ τὸ φέρῃ βαρέως, προκειμένου ἡ πατρὶς νὰ προοδεύσῃ. Δυνάμεθα λοιπὸν διὰ τοῦ ὁρίου ἡλικίας νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, δυνάμεθα νὰ θεσπίσωμεν μεταβατικὴν διάταξιν, ὡς τὴν ἔθεσεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀλλ’ ὄχι ἐπὶ τῆς βάσεως ἐκείνης, ἀλλὰ γενικῆς καὶ εὐρυτέρας.
§113Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον συζητοῦμεν τώρα.
§114Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐξ ὑπαρχῆς ἐδήλωσα ὅτι ἀπαράδεκτον δὲν δέχομαι ὅτι ὑπάρχει, καὶ οὔτε λόγος τις σκοπιμότητος δι’ αὐτὸ συντρέχει. Τὸ τελευταῖον δὲ θέλω ν’ ἀποδείξω ὑπεισελθὼν εἰς ἐξέτασιν τῆς οὐσίας.
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ τώρα συζητοῦμεν τὸ ἀπαράδεκτον, ἐπὶ δὲ τῆς οὐσίας δύνασθε ἐν καιρῷ νὰ ὁμιλήσητε.
§116Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐκλήθημεν ν’ ἀνορθώσωμεν καὶ αὐτοκαλούμεθα ἀνορθωτικοί, θὰ μείνωμεν δὲ μόνον μὲ τὰς λέξεις καὶ ἡ ἱστορία θὰ γράψῃ λέξεις μόνον. Ἂν ὁ λαὸς ἀπέβλεψε πρὸς ἡμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν πρωτίστως, ἀπέβλεψε ζητῶν μεταβολὴν μεθόδων, ἠξίωσεν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στηρίξωμεν τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ νὰ τὸ στεγάσωμεν ὑπὸ τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλά, διὰ νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀπαραίτητον τυγχάνει νὰ δημιουργήσωμεν δικαιοσύνην, ἀποκαθαίροντες αὐτήν, καί, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐδῶ τυπικῶς καὶ δικονομικῶς περὶ παραδεκτοῦ ἢ ἀπαραδέκτου διατάξεως, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον ἤδη φέρεται ὡς θεμελιώδης. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὴν ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας συζήτησιν αὐτῆς, σεβομένη τὰς πράξεις αὑτῆς, νὰ ἐμμείνῃ εἰς αὐτὰς καὶ νὰ ψηφίσῃ ὅτι καλῶς ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως καὶ δεκτὴ εἶναι ἡ συζήτησις. (Χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολύ, κύριε Μερλόπουλε;
§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ νὰ ἔλθωμεν τὴν δεκάτην ὥραν. Θὰ προσθέσω ἐπίσης ὅτι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅτι πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἐπὶ τέλους, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς ἑβδόμης τῆς πρωΐας.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μερλόπουλος.
§124Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἴσθημα χαρᾶς ἐξηδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαδεχθεὶς ἐπὶ τὸ βῆμα τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν κ. Πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῷ εὐφροσύνῳ γεγονότι ὅτι ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς κατωρθώθη, ὥστε νὰ συμβιβασθῶσι τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ συγκλωσθῶσι τὰ ἀσύγκλωστα καὶ ἐξομαλυνθῶσι τὰ ἀνωμάλως ἔχοντα μέχρι τῆς χθὲς ἀκόμη, διότι ἀνωμάλως εἶχον τὰ θέματα ἐκεῖνα, περὶ τὰ ὁποῖα ἐστρέφετο μέχρι τῆς χθὲς ἑσπέρας ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὀγκώδεις ἀνωμαλίαι καὶ δυσχέρειαι προέκυπτον ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες θεωροῦνται ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος, ὡς θεμελιώδεις καὶ συνεπῶς ὡς οὐδεμιᾶς μεταβολῆς δεκτικαί. Αἱ ἀνωμαλίαι ἤρθησαν, λέγω, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἀνεκοινώθη ἀπόψε πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συσκέψεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης, καὶ ἡ πρότασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέληξεν ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἐπισκοποῦντα μετ’ ἐπιμελείας τὰ πράγματα, διὰ τὸν θέλοντα νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν ἀπωτέραν ἔννοιαν τῶν λόγων, διὰ τὸν θέλοντα νὰ σταθμήσῃ ἀκριβῶς τὴν ἀπωτέρω ἔννοιαν καὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς χθὲς εἴχομεν ὑπὸ συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ τῆς προτάσεως τῆς σήμερον ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητον τὸ αἴσθημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ μᾶλλον αἴσθημα βαθείας λύπης ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ, λύπης βαθυτέρας ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμαζεν, ὅτε εὑρίσκετο χθὲς ἀκόμη ἀντιμέτωπος ἀπέναντι ψηφίσματος ἀναιροῦντος αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀληθῶς βαθυτέρα ἡ λύπη παντός, ὅστις θέλει νὰ πρόσκειται πιστῶς καὶ σταθερῶς πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν αὐτοῦ, ὅστις θέλει νὰ θεωρῇ ἱερὰς καὶ ἀπαραβιάστους τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι ἡ ἀπόψε ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι βελτίωσις τοῦ ψηφίσματος, δὲν εἶναι ἄρσις τῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρχον ἐν τῷ ψηφίσματι ἐκείνῳ, δὲν εἶναι ἄρσις τοῦ ἐμποδίου, τὸ ὁποῖον προέκυπτεν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ὄγκωσις τῶν δυσχερειῶν, εἶναι δυσχέρειαι πολὺ μεγαλείτεραι ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀντεμετώπιζεν ἕως χθές· διότι, ἐὰν τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἀντέκειτο εἰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἡ πρότασις ἡ ἀπόψε ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν πολλῷ μᾶλλον ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι, ἐκεῖ τοὐλάχιστον, καλουμένη ἡ Βουλὴ νὰ περιάψῃ τὸ κῦρος τῆς ψήφου αὐτῆς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ἐκαλεῖτο ν’ ἀποφανθῇ ἐν εἰλικρινείᾳ, σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καὶ μετὰ τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διακρίνῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, καὶ μετὰ τῆς καλῆς πίστεως, ἥτις πρέπει νὰ πρυτανεύῃ εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, ἐκαλεῖτο, λέγω, νὰ κυρώσῃ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ εὐθέος καὶ ἄνευ περιστροφῶν καὶ παρρησίᾳ ἐκήρυττε τὴν ἀναστολὴν τὴν προσωρινὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν σήμερον, καλεῖσθε μὲν νὰ εἴπητε τοῦτο, καλεῖσθε ν’ ἀποφασίσητε τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ἀπαρνούμενοι τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχητε εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις σας, ἀπαρνούμενοι τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κυριαρχῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις μιᾶς καλῆς ἀντιπροσωπείας, διότι διὰ περιστροφῶν καὶ τεχνασμάτων ταπεινῶν καλύπτετε τὴν ἀπωτέρω ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν· διότι οὐδὲν ἄλλο λέγει ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν· ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ἐπιβάλλει, τὸ χείριστον δὲ πάντων, δὲν ἐπιβάλλει αὐτὴν ὡς ἐπιβάλλει τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος, διότι ἐκεῖνο μὲν γενικῶς καὶ ἀπροσδιορίστως καὶ ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τοῦ ἀνωτάτου παρ’ ἡμῖν Δικαστηρίου ἔχον ὑπ’ ὄψει ἐκύρου τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, κηρῦσσον ἔκπτωτα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν εἰσαγγελέα καὶ ἀντεισαγγελέα αὐτοῦ, καὶ ἐπιτρέπον τὸν ἀναδιορισμόν, ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν εἰς πρόσωπα ὡρισμένα κατευθύνεται τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον ἐξακοντίζεται ἐντεῦθεν, εἰς πρόσωπα, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα μόνον ἐλλείπει ἀπὸ τοῦ ἐγγράφου τῆς προτάσεως. Διότι, ὅταν λέγωμεν ὅτι τὰ μέλη τῶν Δικαστηρίων ὅσα εὑρεθῶσιν ἐν ἡλικίᾳ 65 ἐτῶν συμπεπληρωμένων κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἀποχωροῦσιν, οὐδὲν ἄλλο λέγομεν παρ’ ὅ,τι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα πρόσωπα, τὰ ἱστάμενα σήμερον ἐν τῇ κορυφῇ τῆς δικαιοσύνης, ἀνεξετάστως καὶ ἄνευ διαδικασίας τινὸς ἀποπέμπονται ἀπὸ τῆς ἰσοβιότητος ἐπὶ ζημίᾳ οὐχὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Διότι τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς ὁλοκλήρου ἐτάχθη φρουρὸς ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν καὶ οὐχὶ τῶν προσώπων τῶν περιβεβλημένων τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἁπλούστερον, ἀλλὰ καὶ συνάμα ἀξιοπρεπέστερον καὶ εἰλικρινέστερον, ἀντὶ νὰ ῥυθμίσωμεν οὕτως, ὡς ῥυθμίζονται ἐν τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς τὰ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἐὰν ἠρευνᾶτο τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκεῖθεν βεβαιούμενοι περὶ τῆς ἡλικίας τῶν κατεχόντων τὰς ὑπάτας δικαστικὰς θέσεις ὠνομάζομεν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων θίγεται ἡ ὕπαρξις ἡ δικαστικὴ διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως. Ἡ πρότασις κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἄλλο τι, κύριοι Βουλευταί, παρὰ αὐτὴ ἡ ἀναστολή, αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ χθὲς περιβληθὲν ἤδη τὸ περικάλυμμα τὸ διαφανές, ὑπὸ τὸ ὁποῖον δύναται ἕκαστος νὰ ἴδῃ ποῖοι εἶναι οἱ σκοποί, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει ἡ συζητουμένη πρότασις, τὸ περικάλυμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μία ἐλαφρὰ πνοὴ φυσήματος δύναται νὰ ἄρῃ, ὥστε νὰ καταφανῇ ὄπισθεν αὐτοῦ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θίγονται ἀναστελλομένης τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Καὶ ἐφρόνει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκδηλῶν αἰσθήματα χαρᾶς ἐπὶ τῷ εὐφροσύνῳ τούτῳ γεγονότι, ὅτι δὲν θίγονται αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ὅτι ἡ προβαλλομένη ἤδη ὑπὸ συζήτησιν πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐκβάλλεται ἐντεῦθεν διὰ τῆς ἀντιρρήσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, ὡς προέτεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκβληθῇ ἡ ἑτέρα πρότασις ἡ διατυπωθεῖσα ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ψηφίσματος. Ποῦ ἔγκειται ἡ διάφορος σημασία, κύριοι Βουλευταί, τῆς προτάσεως, τῆς νῦν ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν καὶ τὴν κρίσιν ἡμῶν κειμένης, ἀπὸ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς χθὲς εἴχομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν; Ἐπεθύμουν νὰ τὸ μάθω, ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τινὰ ἐξ ὑμῶν ἀντιλέγοντα εἰς τοῦτο καὶ καταδηλοῦντα τὴν διάφορον σημασίαν τῆς μιᾶς προτάσεως ἀπὸ τῆς ἄλλης. Διότι τότε μόνον θὰ ἠδυνάμην νὰ προσχωρήσω πρὸς τὴν γνώμην τῶν τυχὸν ἀντιλεγόντων καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἀληθῶς δὲν πρόκειται περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἤδη, ὅτε περιεβάλομεν τὴν πρότασιν ταύτην τῆς ἀναστολῆς ὑπὸ τὸ περικάλυμμα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἀλλ’ ἀπατώμεθα ἆρά γε; Καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπατηθῶμεν καὶ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῆς ἀναστολῆς; Παρεστάθη πρὸς ἡμᾶς πρὸ ὀλίγου, καὶ ἠρωτήθη ἡ Βουλή, ὁποίαν γνώμην θὰ εἶχε περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς προτάσεως, ἂν ἄλλη τις διπλῆ Βουλή, μειοῦσα τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ 65ου ἔτους καὶ καταβιβάζουσα αὐτό, ἐνομοθέτει ἐπὶ παραδείγματι ὅτι ὅριον ἡλικίας τῶν ἀρεοπαγιτῶν θὰ εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἔτος 55ον, ἠρωτήθη ἡ Βουλή, λέγω, ὁποίαν γνώμην θὰ εἶχε περὶ τῆς Βουλῆς τῆς οὕτω νομοθετούσης καὶ ἂν τοιαύτη Βουλὴ θὰ ἀνῄρει διὰ τῆς ἀποφάσεώς της τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος. Ἀναμφιβόλως θ’ ἀνῄρει αὐτήν, ἀπαντῶ. Διότι, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι θεμελιώδης, ὡς πράγματι εἶναι, δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὸν θεσμὸν ὡς ἔχει νομοθετηθῆ ἐν τῷ Συντάγματι. Καὶ ἡ καθιέρωσις ἄρα ὁρίου ἡλικίας, ἐκεῖ ὅπου τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ δυνατῆς ἀποχωρήσεως ἕνεκα γήρατος ἢ διαρκῶν νοσημάτων, εἶναι οὐσιώδης μεταβολὴ καὶ ἄρα ἀνατροπὴ τοῦ θεσμοῦ, καὶ μάλιστα ὅταν ὁρίζωμεν ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ ὁρίου καὶ ὄχι μετὰ χρονικόν τι διάστημα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι λύπην ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τοιαύτης προτάσεως εὑρισκόμενος, λύπην, διότι αὕτη οὐδὲν ἐθεράπευσεν ἐκ τῶν δεομένων θεραπείας. Ἐλυπήθη ὅμως, οὐχὶ διότι ἐμμένομεν εἰς τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς χθὲς εἴχομεν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον ἡμῶν, ἀλλὰ διότι ὤφειλε νὰ καταδείξῃ τὸν ἐκτροχιασμὸν καὶ τὴν ἀνακολουθίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, διότι δὲν δυνάμεθα παρὰ ὡς ἀνακολουθίαν καὶ ἐκτροχιασμὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν παλιμβουλίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ τινων ἡμερῶν ἐλάβομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν, καθιέρου τέσσαρα ὅρια ἡλικίας διάφορα διὰ τοὺς διαφόρους δικαστάς, διὰ μὲν τὸν πρόεδρον καὶ ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ 69ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας τὸ 67ον, διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ προέδρους Πρωτοδικῶν τὸ 62ον, καὶ διὰ τοὺς πρωτοδίκας τὸ 55ον ἔτος. Καὶ ἀκόμη δὲν ἐστέγνωσεν ἡ μελάνη, διὰ τῆς ὁποίας ἐγράφη ἡ πρότασις ἐκείνη, ὅτε ἔρχεται αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ μεταγινώσκουσα καὶ ἄλλως κρίνουσα τὰ πράγματα σήμερον προτείνει, ἵνα τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν ἀρεοπαγιτῶν κατέλθῃ εἰς τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἔτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἀνακολουθία αὕτη μόνον, ἥτις βαρύνει τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις ἀνακολουθία, τὴν ὁποίαν θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποδείξω, διότι οὕτως ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ τὸ πρᾶγμα. Ἡ ἐπιτροπὴ προφανῶς ἐπιθυμεῖ, ἵνα ἐν τῇ μεταβατικῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος καθορίσωμεν τὸ ὅριον εἰς τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἔτος, ὅπως ἀποκομίσωμεν τὰ ἐντεῦθεν ὠφελήματα τὰ ἐκ τῆς ἐμμέσου ἐκκαθαρίσεως διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ ἐπίσης, ἵνα ἐπὶ τὸ μέλλον ἰσχύσωσιν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἐν τῷ 88 ἄρθρῳ, καὶ ἐν τοῖς διασκευασθεῖσι πέρα τούτου σχετικοῖς ἄρθροις τοῦ Συντάγματος. Καὶ θὰ εἴχομεν τότε μίαν τερατώδη ἀνακολουθίαν ἁπτὴν καὶ κατάφωρον τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς θὰ εἴχομεν συνταγματικὰς διατάξεις, ἔστω καὶ μεταβατικὰς καθιερούσας ἓν ὅριον ἡλικίας μέχρι τοῦ ἑξηκοστοῦ πέμπτου ἔτους, καὶ ἐξ ἄλλου θὰ εἴχομεν συνταγματικὰς διατάξεις καθιερούσας ἕτερον ὅριον ἡλικίας μελλούσας νὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τοὺς μέλλοντας δικαστάς. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι λύπην μᾶλλον ὤφειλε νὰ ἐκδηλώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι τοιούτων ἀνακολουθιῶν καὶ τοιούτων ἐκτροχιασμῶν, εὑρισκόμενος δ’ ἐξ ἄλλου ἀπέναντι τοῦ ἀνυπερβλήτου κωλύματος, ὅπως γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αὐτὴ ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος παρεμποδίζει ἵνα γένηται. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδοκίμασε τοιοῦτον αἴσθημα. Βεβαίως ὅμως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως αὐτῶν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τοιοῦτον αἴσθημα λύπης, καὶ βαθείας λύπης, νὰ ἐδοκίμασαν εὑρισκόμενοι ἀπέναντι γεγονότων ὡς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα χθὲς παρέστημεν μάρτυρες καὶ αὐτήκοοι γενόμενοι τῶν λόγων, οἵτινες ἐντεῦθεν ἀπηγγέλθησαν πρὸς τὴν Βουλήν, λόγων οἵτινες πᾶν ἄλλο ἐμαρτύρουν παρὰ πλήρη καὶ τελείαν ἐπίγνωσιν τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων, λόγων οἵτινες ἐμαρτύρουν μὲν τὴν διάθεσιν πρὸς συμβιβασμὸν οἰκογενειακῶν ἐρίδων, βεβαίως ὅμως δὲν ἐμαρτύρουν τὴν διάθεσιν πρὸς σεβασμὸν τῶν θεμελιωδῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ὥστε τὸ Σύνταγμα ν’ ἀποβῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ κρηπὶς τῆς εὐδαιμονίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐσίγησεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀφῆκε τὴν Βουλὴν πελαγοδρομοῦσαν ἀκυβέρνητον εἰς συζητήσεις ἀκαίρους, καὶ τὴν τελευταίαν ὥραν ἀφυπνισθεὶς προέβαλε τὸ ἀπαράδεκτον πρὸς τὴν Βουλὴν μὴ συλλογιζόμενος ὅτι καὶ ἐν τούτῳ διέπραττε σφάλμα, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης ἀπόψεως περιέπιπτεν εἰς ὀλίσθημα δεινόν, διότι, ἐὰν ἀληθῶς ἦτο ἀπαράδεκτος ἡ τοιαύτη συζήτησις καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ὑπῆρχε σφάλμα, σφάλμα, ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς του ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κυκεῶνα ἐν αὐτῷ τῷ σώματι τῷ κυβερνητικῷ, ὅτι ἐδημιούργησε διχοστασίαν ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ συνύπαρξις μετὰ Ὑπουργῶν καὶ συνεργασία ἐπὶ τῷ αὐτῷ Ὑπουργοῦ ἐμφορουμένου ὑπὸ ἄλλων διαθέσεων καὶ ἔχοντος ἄλλας γνώμας καὶ ἄλλας σκέψεις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, μετὰ Ὑπουργῶν, τινὲς τῶν ὁποίων φρονοῦσιν ὅτι δὲν θίγονται αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως ἐξήτασε καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὸ ζήτημα, διότι καθῆκον οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καθῆκον παντὸς Βουλευτοῦ εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ προέχει ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐξέτασιν τῆς προτάσεως ἐξ ἀντικειμένου ἡ ἐξέτασις κατὰ πόσον τὸ προτεινόμενον μέτρον συνᾴδει πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις. Ἔχω τὴν ἀγόρευσίν του ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται ὅτι τὸ εἶπε. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει:) «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ οὔτε προχείρως ν’ ἀντεπεξέλθῃ ἐπὶ ζητήματος οὕτω θεμελιώδους, ζητήματος μὴ ἀφορῶντος κἂν διάταξιν τοῦ θεμελιωμένου πολιτεύματος, ἀλλὰ ζητήματος καθαρῶς διοικητικοῦ....».
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «...Ζητήματος τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας». Ἀκούετε; «Ζητήματος μὴ ἀφορῶντος κἂν διάταξιν τοῦ θεμελιωμένου πολιτεύματος».
§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε διάταξιν κἄν!
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§130Γ. ΠΩΠ. Τὴν παρατήρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν κάμνετε ὑμεῖς ἀπόψε, ἔκαμον καὶ ἐγὼ χθές, δὲν ἦτο δ’ ἀνάγκη νὰ παρατηρήσωμεν τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ τί θὰ ἔλεγε καὶ τί ὤφειλε νὰ εἴπῃ. Ἐφ’ ὅσον εἶχε τὴν παραμικροτέραν γνώμην ὅτι ἦτο θεμελιώδης ἡ διάταξις ἔπρεπεν αὐτὸ νὰ προβάλῃ ἀντὶ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων.
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἶπε ῥητῶς.
§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ χαριζόμενος τῷ κ. Ὑπουργῷ, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, δέχομαι ὅτι δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι, ὅτι δὲν ἔλαβε καιρὸν οὔτε ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ὅτι, ἂν προήρχετο εἰς τοιαύτην τινὰ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, θὰ συνεφώνει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀπαράδεκτος εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Ἀλλὰ καὶ τούτου δεδομένου, Κύριοι, δὲν δύναται ν’ ἀρθῇ ἡ διχοστασία ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ κύκλῳ τῆς Κυβερνήσεως, διχοστασία μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἠκούσατε τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πλέκοντος τὸ ἐγκώμιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἠκούσατε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διακηρύττοντος ὅτι οὐδὲ εἷς ἀνάξιος ἕνεκα χαρακτῆρος δικαστὴς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, ἴσως εἰς τοὺς δακτύλους μετρούμενοι, ἀνίκανοι δικασταί, οὐδὲ εἷς φαῦλος οὐδὲ εἷς ἀνάξιος τοῦ ἀξιώματος ὑπάρχει. Καί, ἐνῷ ταύτην τὴν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προέβαινεν εἰς ἄλλας δηλώσεις χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ συνωμολόγει μετ’ ἄλλων, συνωμολόγει μετ’ ἐκείνων τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες τὴν ἀναστολὴν ζητοῦσιν ἐπὶ τούτῳ ἀκριβῶς τῷ λόγῳ, τῆς φαυλότητος καὶ διαφθορᾶς τοῦ χαρακτῆρος τῶν δικαστῶν, συνωμολόγει τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη.
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Χθὲς κατηγορήθην ὅτι εἶπον ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔχει ἄριστα· σήμερον κατηγοροῦμαι ὅτι εἶπον αὐτά.
§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπετε δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔχει ἄριστα, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐλέγετε, δὲν θὰ ὑπῆρχε διχοστασία.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ἀλλὰ κατηγορήθην.
§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δι’ ὅσων εἴπετε — καὶ θὰ ἤθελον ταχέως νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἀγόρευσίς σας, ὅπως ἄλλως τε συχνότατα συμβαίνει, αὐταῖς λέξεσιν, ἵνα πεισθῶσι καὶ οἱ ἀκηκοότες καὶ ἵνα μάθωσι καὶ οἱ μὴ ἀκούσαντες τί εἴπετε διὰ τὸ ποιὸν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης —, δι’ ὅσων εἴπετε ἀνεγνωρίσατε ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄριστα τὰ τῆς δικαιοσύνης.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχουσιν ἄριστα.
§138Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ ἐν τοῖς κόλποις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἄξιοι ἀποπομπῆς καὶ ἄξιοι τιμωρίας...
§139ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης πιθανῶς νὰ μὴ ἔχωσιν ἄριστα.
§140Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τούτου δεδομένου, κύριε συνάδελφε, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει ὅτι οὐχὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς διανεμητικῆς δικαιοσύνης οἱ Ἕλληνες δικασταὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν διοικητικῶν καθηκόντων, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ γένηται διάκρισις τῆς μιᾶς δικαιοδοσίας ἀπὸ τῆς ἄλλης, πῶς θὰ χωρίσητε τὰ καθήκοντα ταῦτα τοῦ δικαστοῦ ἀπὸ τῶν καθηκόντων ἐκείνων. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ ἐν τῇ διαφόρῳ ἀντιλήψει περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ τῆς διατάξεως εὑρίσκω διχοστασίαν ἐν τοῖς κόλποις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν τῆς δικαιοσύνης εὑρίσκω βαθυτέραν διχοστασίαν, ἧς ἕνεκα ἡ σύμπραξις τῶν Ὑπουργῶν ὑπὸ τοιαύτας συνεργαζομένων περιστάσεις εἶναι ἀνέφικτος ἐν τῷ μέλλοντι.
§141Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἂν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις ἢ οὔ, αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἐξέλθει πρὸ καιροῦ τοῦ ζητήματος.
§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς τὴν ἔμμεσον παρατήρησιν τοῦ κυρίου Προέδρου.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο πρὸς ὑμᾶς παρατήρησις· ἐγὼ εἶπον ἁπλῶς ὅτι ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπαραδέκτου συζητεῖται ἡ οὐσία.
§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ὥρας κατέχω τὸ βῆμα ἐγώ, θὰ τολμήσω νὰ εἴπω ὅτι δὲν παρεξέκλινα οὔτε ἐξῆλθον τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ τάξις τῆς συζητήσεως· τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι τὸ ἀπαράδεκτον ἢ μὴ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συζητῶν εἶπον ταῦτα ὅσα εἶπον· ἂν ἤθελον νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας, πολλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, καὶ ἐπιφυλάσσομαι δι’ ἄλλοτε, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναγκαῖα νὰ λεχθῶσιν. Ὅτε ἀκούει τις ταῦτα, Κύριοι, ἄγεται ἴσως εἰς τὴν κρίσιν ὅτι θὰ καταλήξω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ εἰς συμπέρασμα διάφορον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ τοὐλάχιστον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, περὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Οὐχί. Εἶμαι τῆς γνώμης, Κύριοι, ὅτι καὶ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μέχρι χθὲς εἴχομεν ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν σήμερον συζητοῦμεν, εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτα ὡς ἀντιτιθέμενα εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἐγὼ βεβαίως ἄλλως ἀντιλαμβανόμενος καὶ τὸν προορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ ἔργον τοῦ συνεδρίου τούτου ἀναγνωρίζω εἰς αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα καὶ περὶ τούτου συζητήσῃ, ἀλλὰ τιθέμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων, οἵτινες εἰσηγοῦνται τῆς πλειονοψηφίας, θὰ ἔλεγον ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις καὶ ἡ νῦν ὑποβληθεῖσα καὶ ἡ χθὲς συζητηθεῖσα ὡς ἀντιτιθεμένη εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Προεβλήθη ἡ ἀπορία, κύριοι Βουλευταί, διατί τάχα ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος καὶ διατί ἆρά γε ἡ ἰσοβιότης ἀνάγεται εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἵνα συνεπῶς μὴ εἶναι δεκτικὴ μεταβολῆς ὑπὸ μιᾶς Βουλῆς κληθείσης πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐνόσῳ, Κύριοι, ἀπὸ τοιαύτης στενῆς ἀπόψεως ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ συμφωνήσωμεν μετ’ ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦσιν ὡς μὴ θεμελιώδη τὴν διάταξιν. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα τῆς ἰσοβιότητος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδέα τις ἀπόλυτος, δὲν εἶναι ἰδέα τις μεμονωμένη καὶ θεσμὸς καθ’ ἑαυτὸν πλήρης καὶ αὐτοτελής, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα συμφυὴς καὶ συμπληρωτικὴ τῆς ἄλλης ἀρχῆς, τῆς μεγάλης συνταγματικῆς ἀρχῆς, ἥτις πρυτανεύει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν πολίτευμα προσόμοιον πρὸς τὸ ἡμέτερον, τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀποτελεῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ θεμέλιον, καὶ τὸ θεμέλιον ὁλόκληρον, δύναμαι νὰ εἴπω, παντὸς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀποτελεῖ τὴν ἀσφάλειαν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς εὐκοσμίας τῆς πολιτικῆς ἔν τινι λαῷ, ἀποτελεῖ τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς συνταγματικῆς συστάσεως τῆς κοινωνίας ὡς κοινωνίας πολιτικῆς καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀπορρεόντων φιλελευθέρων θεσμῶν. Λέγων δὲ διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν αὐτοτελῆ, ὥς τινες εἶπον, δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν αὐτόνομον καὶ αὐτάρκη κεχωρισμένην τελείως διὰ χάσματος ἀγεφυρώτου πρὸς τὰς ἄλλας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, πρὸς τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικήν, πρὸς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἐκτελεστικήν, διότι τότε θὰ περιπέσωμεν, ταῦτα δεχόμενοι, εἰς ἕτερον μέγα ἀτόπημα καὶ μέγα σφάλμα, ἂν ἀναγνωρίσωμεν τὸ διαιρετὸν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἥτις εἶναι μία καὶ μόνη καὶ ἀδιαίρετος· δέχομαι λοιπὸν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, αὐτοτελῶς δρῶσα ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν καθηκόντων αὑτῆς, δὲν εἶναι τελείως κεχωρισμένη καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, καθὼς καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἄλλως τε, καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀμοιβαία ἄλλως ἐπίδρασις καὶ ὁ ἀμοιβαῖος συγκερασμὸς τῶν δικαιωμάτων τῶν τριῶν τούτων ἐξουσιῶν, αἵτινες στρέφονται πᾶσαι περὶ τὸν ἄξονα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Θὰ ἤρκει δέ, ἵνα καταδηλώσω σαφέστερον τὸ νόημά μου, νὰ ἐπικαλεσθῶ ἕν καὶ μόνον παράδειγμα, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκοῦσα ἰδίαν αὑτῆς δικαιοδοσίαν καὶ ἐλέγχουσα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπηρεάζει ἐμμέσως τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐν τῇ ἐξασκήσει τῆς ἰδίας δικαιοδοσίας, ἤτοι τῶν ἐκτελεστικῶν καθηκόντων της, ψηφίζουσα δὲ κανονισμόν τινα γενικὸν ἢ καὶ εἰδικὸν ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἀποφασισμένων κατ’ ἐναντίαν ἴσως κρίσιν πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄλλως ἀντιλαμβανομένου καὶ ἄλλως κρίνοντος τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται μειοῦσα τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν καθηκόντων αὑτῆς νὰ προέλθῃ εἰς λῆψιν μέτρων ἐπηρεαζόντων ἐν μικρῷ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ τοιαύτην ἔννοιαν βεβαίως εἶχεν — ἵνα ἐπικαλεσθῶ ἓν παράδειγμα — ἡ μὴ ὑποβολὴ νομοθετήματος ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ἤ, μετὰ τὴν κύρωσιν ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως, ἡ μὴ δημοσίευσις τοῦ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νόμου. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ αὐτονομία μιᾶς ἑκάστης ἐξουσίας δὲν ἐννοεῖ ἀπόσχισιν τελείαν καὶ αὐτάρκειν καὶ αὐτονομίαν ἑκάστης ἐξουσίας· καὶ ἡ αὐτάρκεια ἑκάστης ἐξουσίας καὶ ἡ αὐτονομία αὐτῆς περιορίζεται μόνον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἁρμοζόντων εἰς αὐτὴν καθηκόντων. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἐν τῇ σφαίρᾳ ταύτῃ τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπενοήθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἐθεμελιώθη ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ὡς ἐξασφαλιστικὸς καὶ ἐγγυητικὸς τῆς αὐτονόμου καὶ ἀνεξαρτήτου ἐνεργείας τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἄρα τῆς εὐπρεποῦς καὶ λυσιτελοῦς πρὸς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα ἐκπληρώσεως τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, τὴν ὁποίαν ἐξησφάλισεν ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης, ὡς ἰδέα συμφυής, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἐννοηθῇ δικαστικὴ ἐξουσία αὐτοτελῶς καὶ αὐτονόμως δρῶσα, ὑφ’ ἃς ἐννοίας ἀπέδωκα εἰς τὴν αὐτοτέλειαν καὶ αὐτονομίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἄνευ τῶν θεσμῶν τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἡ μία ἔννοια εἶναι κατ’ ἀνάγκην συμπληρωτικὴ τῆς ἑτέρας, ὥστε ἀμφότεραι ν’ ἀποτελῶσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, καὶ τῆς μιᾶς ἀφαιρουμένης καταπίπτει καὶ ἡ ἄλλη, εἶναι δὲ τόσον ἀξιόλογος ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος καὶ τόσον ἀναποσπάστως συνδεδεμένη πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὥστε ἐν πᾶσι τοῖς Συντάγμασι τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ καθιερωθῇ μεγάλοις γράμμασιν ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἀλλὰ τί λέγω; Δέν καθιερώθη ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐν τοῖς Συντάγμασιν, ἀλλὰ τὰ Συντάγματα καθιέρωσε καὶ ἐξησφάλισεν ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος, διότι δὲν ἀπορρέει ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀπὸ Συντάγματός τινος ὡς ἐπίνοια τεχνητὴ καὶ ἀνθρωπίνη, ἀλλ’ ἀπορρέει ἀπὸ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν καλὴν καὶ τὴν νόμιμον λειτουργίαν τῶν Συνταγμάτων ἐξασφαλίζει ἡ ἰδέα τῆς ἰσοβιότητος. Πῶς λοιπόν, λέγω, τοιαύτη τις ἰδέα τοιαύτην ἔχουσα ἔννοιαν καὶ τοιαύτην ἔκτασιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς ὡς διάταξις συνταγματικὴ δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ θεμελιώδης καὶ ὡς ἀναγομένη εἰς τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ὡς καὶ παντὸς ἄλλου πολιτεύματος προσομοίου;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡμίωρον ἐτελείωσε. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ παράσχῃ παράτασιν.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παράτασις θὰ συστήσω νὰ δοθῇ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Μερλόπουλον νὰ μὴ παρατείνῃ πολὺ τὴν ἀγόρευσίν του.
§148Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πάντως ἐντὸς ὀλίγης ὥρας θὰ τελειώσω.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παράτασιν 10 λεπτῶν τῆς ὥρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§150Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο λοιπόν, Κύριοι, πανταχοῦ, ὅπου ἐπεκράτησαν τοιαῦται ἰδέαι καὶ τοιαύτη ἀντίληψις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἰσοβιότητος, δὲν ἐτολμήθη νὰ θιχθῇ διὰ μέτρου τοιούτου, διὰ μέτρου παρομοίου πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ ἐπιτροπή, ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος. Ἄν δὲ συνέβη ἀλλαχοῦ τοιοῦτόν τι ὑπὸ αὐθαίρετον κυβερνητικὸν καθεστὼς καὶ θυέλλας ἐπαναστατικάς, εἶναι γνωστὸν ἐπίσης εἰς ἡμᾶς, διότι ἐλέχθη καὶ ἐντεῦθεν ὅτι δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ ἀνεγνωρίσθη ἡ παρεκτροπὴ τῶν Βουλῶν ἐκείνων, αἵτινες κατ’ ἀντίθετον ἔννοιαν ἐνομοθέτησαν. Νομίζω ὅτι ἀνεφέρθη ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Διαταγμάτων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἐθνικῆς ἀμύνης ἐν Γαλλία κατὰ τὸ 1871, τῶν ὁποίων προυτάθη κατόπιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἡ ἀκύρωσις, καὶ ἐντεῦθεν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀρυσθῇ περιφανὲς παράδειγμα περὶ τῆς ἐννοίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὅπου δὲν εἶναι κεκυρωμένη ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος, καὶ ἐκεῖ ἀνεγνωρίσθη ὡς ἀρχὴ ἀναγομένη εἰς τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ συνεπῶς ὡς ἀρχὴ ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα. Ἡ Συνέλευσις δὲ ἡ Ἐθνικὴ τῶν Γάλλων ἠκύρωσεν ἀληθῶς τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι τῆς θέσεως αὑτῶν 15 Γάλλοι δικασταί, καὶ τὰ ἠκύρωσεν οὐχὶ ὡς ἀντιτιθέμενα ἁπλῶς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος, ὡς περιέλαβεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὡς ἀντιτιθέμενα καταφώρως εἰς αὐτὴν τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος. Τοιαύτην ἔννοιαν ἀπέδωκαν ἀλλαχοῦ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰσοβιότητος. Καὶ ἂν κατ’ ἄλλην ἐποχὴν μεταγενεστέραν, τῷ 1883, ἀπετολμήθη τι παρόμοιον, τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου ἐκείνου ὀφείλει νὰ διδάξῃ ἐκείνους, οἵτινες ὀργῶσι πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ὁπόσον οἰκτρὰ ἤθελον εἶσθαι καὶ παρ’ ἡμῖν τὰ ἀποτελέσματα. Ἂν δὲ εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνατρέξωμεν προχείρως εἰς τοὺς Γάλλους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θὰ ἐβλέπομεν μὲ πόσον μελανὰ χρώματα ἐζωγραφίζετο ἡ κατάστασις ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τῆς καταργήσεως δέκα Δικαστηρίων, ἥτις δὲν συνεπήγετο τὴν ἀπόλυσιν τῶν εἰς τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα ὑπηρετούντων, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυσιν ἰσαρίθμων δικαστῶν κατ’ ἐπιλογὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔγκειται ἆρά γε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ δικάζειν, λέγει ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ εἶναί τινα ἰσόβιον; Καὶ ἠρώτα οὗτος τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴν κ. Ἠλιόπουλον, ἵνα δώσῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. πρόεδρος τὴν ἀπάντησιν, λέγων ὅτι ἔχομεν εἰρηνοδίκας, οἵτινες, καίπερ δικαστικὰ ἔργα ἀσκοῦντες, δὲν εἶναι ἰσόβιοι, προσέθετε δ’ ἕτερός τις τῶν κυρίων συναδέλφων ὅτι ἔχομεν τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰ ἐμποροδικεῖα, ἅτινα δὲν ἀποτελοῦνται ἐξ ἰσοβίων δικαστῶν, ἔχομεν δ’ ἐπίσης καὶ τὰ προξενικὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν διὰ τοιούτων παραδειγμάτων ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν θίγομεν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ πολιτεύματος, οὕτω νομοθετοῦντες δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλο τι ἢ ν’ αὐταπατώμεθα καὶ νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ἵνα ἀποδείξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις ἄλλως ν’ ἀποδείξῃ. Ἀπαντῶν ὅμως εἰς τὰς αἰτιολογίας ταύτας θὰ ἔλεγον: Καὶ τί εἶναι οἱ εἰρηνοδίκαι; Οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας· αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἀντίληψις τοῦ θεσμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἀλλὰ κατόπιν ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ περιεβλήθησαν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβιβασταὶ εἶναι.
§152Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβιβασταί, ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, ὄργανα τὰ ὁποῖα οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη, οὔτε ἔπρεπε νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Πολιτεία καθῆκον εἶχε νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰσοβιότητος. Ἔχομεν καὶ ἕτερον λόγον οὐσιώδη, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἰσοβιότητα πρὸς τοὺς τοιούτους δικαστάς. Οἱ εἰρηνοδίκαι μέχρι τῆς χθὲς ἀκόμη προήρχοντο ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ὀλίγιστα γράμματα ἐγνώριζον καὶ εἶχον πεῖράν τινα δικαστικήν.
§153ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι εἶναι ἰσόβιοι;
§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βεβαίως.
§155ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅμως εἶναι δικασταί.
§156Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως δὲν εἶναι ἀκόμη δικασταί, προτοῦ διορισθῶσι τοιοῦτοι. Ὥστε τὸ παράδειγμα εἶναι ἀτυχές. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὁρκωτῶν δικαστῶν προκειμένου θὰ ἤρκει εἰς ἡμᾶς ἡ ἐξέτασις τῆς καταγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ τῶν λόγων τῆς καθιερώσεως αὐτοῦ, ἵνα ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν διὰ ποῖον λόγον, καίπερ ἀσκοῦντες δικαστικὴν ἐξουσίαν, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἰσόβιοι. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αἱρετοὺς καὶ ὁρκωτοὺς θέλει τοὺς τοιούτους δικαστάς, δίδει τὴν ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀντλοῦσιν ἐντεῦθεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης αὑτῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πάντας ἡμᾶς καὶ μάλιστα ἐκείνους, οἵτινες μεθ’ ὁρμῆς μεγάλης ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ βουλευτικοῦ ἐξέφερον μύδρους καὶ κεραυνοὺς περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, ἐμπνέει εὐγενὴς πόθος καὶ θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ ἐξ ἐκείνης ζητοῦσι τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Εἶμαι πρῶτος ἐγώ, ὅστις ἀναγνωρίζω τοῦτο, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς καταλήγων: Προσέξατε μὴ τοιαῦτα προτείνοντες πρὸς νομοθέτησιν παρασκευάζετε μέλλον χειρότερον τοῦ ἐνεστῶτος, διότι βεβαίως κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλληνικῆς δὲν εἶναι ὡς ποθοῦμεν αὐτήν, ὡς τὴν φανταζόμεθα, δὲν εἶναι ὡς θὰ ηὐχόμεθα πάντες νὰ ἦτο· ἀλλὰ προσέξατε μὴ τὸ καλλίτερον ζητοῦντες εὕρητε τὸ χειρότερον. Ἐγὼ ὑπερακοντίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἄριστοι δικασταί, ἀλλ’ ὑπῆρξαν ἢ ὑπάρχουσι καί τινες, οἵτινες ἐπελάθοντο, ἂν μὴ συνεχῶς, ἀναμφιβόλως ὅμως εἴς τινας περιστάσεις, τῶν ὑψηλῶν αὑτῶν καθηκόντων, ἀλλ’ ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως βεβαίως δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποδεικνύεται εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς δικαιοσύνης. Καθ’ ὃν τρόπον εἰσάγεται τοῦτο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως εἶναι μέτρον ἐπαναστατικόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μέτρον ἀνορθωτικὸν τῆς δικαιοσύνης, ἡ δικαιοσύνη δὲ δὲν θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς συνεχῶς σαλευομένης ἄμμου τῶν ἐπαναστάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ ἐδάφους στερεοῦ καὶ ἀσφαλοῦς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στερεωθῇ ἀδιάσειστον εἰς τὸ μέλλον τὸ οἰκοδόμημα τῆς δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος. Ἐνόσῳ παρατείναμεν τὴν ἐπανάστασιν, ἢ—ὅπερ χεῖρον—ἐνόσῳ ἀνανεοῦμεν τὴν ἐπανάστασιν, μὴ ἐλπίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε καλόν τι ὑπέρ τινος κλάδου τῆς δημοσίας διοικήσεως, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης (χειροκροτήματα).
§157ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1911 πιστώσεως δραχμῶν 8000 ἀποδοθησομένης λόγῳ συνδρομῆς εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον διὰ τὰς γενομένας δαπάνας πρὸς δεξίωσιν καὶ παραμονὴν ἐνταῦθα τῶν Βουλγάρων φοιτητῶν.
§158Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον κύριον Γαρουφαλλιᾶν, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσε χθὲς πρῶτος ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, τονίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὄντως ἀπὸ τῆς προχθὲς παριστάμεθα ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ θεάματος πρωτοφανοῦς, πρὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις εἰς θεμελιώδεις καὶ τἀνάπαλιν μὲ τοιαύτην εὐχέρειαν, ἡ ὁποία εἰς ἐμὲ ὑπομιμνήσκει τὴν εὐκολίαν μετὰ τῆς ὁποίας ὁ μέγας πρόγονος ἡμῶν ὁ ποιητὴς Ὅμηρος διὰ τῆς μαγικῆς ῥάβδου τῆς Κίρκης μετέβαλε τοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέως εἰς σῦας χαμαιευνάδας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπενθυμίζει εἰς ἐμὲ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐτόνισα, ὅτι πάντοτε καὶ ἐν παντὶ θέματι, τοὐλάχιστον ἀφ’ ὅτου ἐγὼ τὸν ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἐκπροσωπεῖ ὅ,τι καὶ ὁ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἡμῶν προγόνοις θεὸς τοῦ Δελφικοῦ χρηστηρίου, Λοξίας τουτέστιν ἐν παντὶ ζητήματι. Δικαίως λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν ἀπεκάλεσα Λοξίαν καὶ Μεσσίαν· Λοξίαν μέν, διότι λοξὴν ὁδὸν πάντοτε ἀκολουθεῖ, Μεσσίαν δέ, διότι μέσην ὁδὸν πάντοτε καὶ ἐν παντὶ τέμνει. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἕνα Πρωθυπουργὸν γέννημα μιᾶς ἐπαναστάσεως, δὲν τὸν ἐφαντάσθην ποτὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἐφαντάσθην αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ λέγῃ: τοῦτο θέλω, ἐκεῖνο πρέπει νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κύριοι Βουλευταί, μετεκαλέσατο ἐκ Κρήτης τὸν Μεσσίαν, ὅτε τὸν περιέβαλε διὰ κοινοβουλευτικῆς παντοκρατορίας, οὐδέποτε ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνευ σθένους—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω—, ἄνευ δυνάμεως, φρίττων, κατὰ τὴν φράσιν του, καὶ ὀρρωδῶν νὰ λάβῃ τὸ φραγγέλιον εἰς χεῖρας καὶ ν’ ἀποδιώξῃ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τῆς Θέμιδος τοὺς λειτουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀνάξιοι τῆς θέσεώς των, τοὺς λειτουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὸν οἶκον τῆς Θέμιδος εἰς οἶκον ἐμπορίου εἰς βάρος τῆς τιμῆς τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, εἰς βάρος τῆς τιμῆς καὶ τῶν τιμίων συμφερόντων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πρὸς ἐμπρέπουσαν καὶ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ὑπὸ παντὸς δημοσίου λειτουργοῦ ἐπιβάλλεται ἡ περὶ τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἀνεξαρτησία, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται καὶ ἐξασφαλίζεται μόνον, ἐὰν οὗτος δὲν μετατίθηται οὔτε παύηται ἄνευ αὐστηρῶς ἠτιολογημένου λόγου. Κατὰ μείζονα λόγον εἰς τὸν κανόνα τοῦτον βεβαίως ὑπάγεται ὁ δικαστικὸς λειτουργός, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι τὸ θεμέλιον τόσον τῆς προόδου, ὅσον καὶ τῆς εὐημερίας πάσης Πολιτείας. Ἐπὶ τοῦ κανόνος τούτου, κύριοι Βουλευταί, στηριζόμενοι καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἔπλασαν τὴν Δίκην θυγατέρα τοῦ Διὸς καὶ τῆς Θέμιδος, ἐπὶ τοῦ κανόνος τούτου στηριζόμενοι καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἀνέθεσαν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς Βασιλεῖς ἀποκαλέσαντες αὐτοὺς Δικασπόλους, μόνον καὶ μόνον διότι παρεδέχοντο τούτους ὡς καταγομένους ἐκ τοῦ Διός. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι λέγουσι τό: «Δίκης ἐπάκουε, Βίης δ’ ἐπιλήθεο», δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον ὅτι: «ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσα ἀρετή ἐστὶ». Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὅμως ἡ περὶ τὸ καθῆκον ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ἵνα προφυλαχθῇ οὗτος ἀπὸ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἡ Πολιτεία ἐπιλήσμων τῆς ἀποστολῆς αὑτῆς ἐπεσείει κατ’ αὐτοῦ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Ἀλλά, ὅπως ἡ Πολιτεία ἔχει ἀπέναντι τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ καθήκοντα, ἔχει ἀναμφισβητήτως καὶ δικαιώματα, ἔχει τουτέστιν ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία τὸν περιβάλει διὰ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ εἶναι ἀξιοπρεπής, νὰ εἶναι ἔντιμος, νὰ εἶναι ἀδέκαστος. Ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ πλεῖστον μέρος τῶν δικαστῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἀπεδείχθησαν ἀντάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ἀποδεικνύει αὐτὴ αὕτη ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρωτίστως ἐζήτησε τὴν ἐκκαθάρισιν πάντων τῶν κλάδων τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὕτως ἐφαντάσθη τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει τὴν ἐπανάστασιν, κατὰ μείζονα λόγον τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὄντως δι’ ἁδροτάτων ἐπιχειρημάτων καὶ ἀξίων τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ ἱκανότητος ὑπερήσπισε τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν φθάνομεν τὸ δικανικὸν αὐτοῦ ἀνάστημα, ν’ ἀμφισβητήσωμεν μερικὰ σημεῖα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, ἵνα ὑποστηρίξῃ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θεωροῦμεν ἀναξίους ἵνα κατέχωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ κλονισμοῦ αὐτῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πολλῷ μείζων εἶναι ὁ κλονισμός, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τοῦ τελευταίου ἀγρότου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς δικαιοσύνης ἀπέναντι αὐτοῦ, ἀμφισβητῶ δὲ τὸ ὅτι θὰ κλονισθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἐὰν παταχθῶσιν οἱ ἀνάξιοι νὰ κατέχωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσι, καὶ τὴν ὁποίαν τοῖς ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία. Ἐφιλοσόφησε βεβαίως ἀξίως τῆς θέσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ταπεινὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς μετὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ: γνωρίζει τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἐπωνυμίαν Ἀνδρέας ὁ ἔνοχος; Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ καύσωσι λιβανωτὸν εἰς τὴν Αὐλήν, οὐ μόνον καταδιώκουσιν, ἀλλὰ σύρουσιν ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον καὶ ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακὴν τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου ἐπὶ ζημίᾳ προφανεῖ καὶ αὐτῆς τῆς Δυναστείας;
§159Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Αὐτὰ ἔφεραν τὴν ἐπανάστασιν.
§160Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐστηρίχθη καὶ εἰς τὴν ὑποβολήν. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ, παρακαλῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως δὲν ἠθώουν, ἀλλὰ κατεδίκαζον κατ’ ἐντολήν; Δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀναφέρῃ τις ὀνόματα, καὶ θὰ πράξω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ἔπραξαν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι οἱ παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἕκαστος ἡμῶν ἠρίθμει ἀπὸ μίαν πεντάδα μόνον γνωστῶν αὐτῷ ἀναξίων δικαστῶν, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο ἀμφίβολον ἂν τὸ ⅓ θὰ ἔμενεν ἄξιον τῆς θέσεώς του. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω προσωπικά, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι τοῦτο. Ἀγνοεῖ ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὑπάρχει δικαστής, ὁ ὁποῖος κατέχει ἀνωτάτην θέσιν ἤδη, τὸν ὁποῖον, διότι παρεβίασε τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, προσβαλὼν τὴν τιμὴν μιᾶς οἰκογενείας, ἐξήπλωσέ τις ἐν μέσαις Καλάμαις, πυροβολήσας κατ’ αὐτοῦ δίς, ὁ δὲ δράστης τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεως δικασθεὶς εἰς τὸ Δικαστήριον Τριπόλεως παμψηφεὶ ἠθωώθη, ὁ δικαστὴς δὲ οὗτος κατέχει ἤδη τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου; Ἀγνοεῖ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὑπάρχει δικαστὴς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἤδη πρόεδρος ὤν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς Μεγάλης Τετάρτης μέχρις τῆς πρωΐας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἔπαιζε, χωρὶς νὰ κινηθῇ, χωρὶς νὰ φάγῃ, διελθὼν μὲ καφὲ καὶ κουλλούρια ἐντὸς τῆς ἐμπορικῆς λέσχης ἐπαρχιακῆς πόλεως; Δὲν γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχει δικαστής, ὁ ὁποῖος πέρυσι μόλις ἐκέρδισεν εἰς διάστημα τριῶν νυκτῶν ποσὸν ἑπτακισχιλίων δραχμῶν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐκαυχᾶτο, καὶ ὁ ὁποῖος ἤδη μετετέθη εἰς κεντρικὴν πόλιν, ἵνα μὴ ἀναφέρω ταύτην καὶ γνωσθῇ ποῖος εἶναι; Δὲν γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦτο; Δὲν γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχει δικαστής, ὁ ὁποῖος ἀποθανούσης τῆς συζύγου ἔλαβεν ὡς τοιαύτην τὴν γυναικαδέλφην του; Ἀγνοεῖ ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἠθώωσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφόνευσαν τὸν θεῖόν των καὶ κατόπιν μετέβησαν καὶ ἐφόνευσαν καὶ τὴν θείαν των διὰ κληρονομικοὺς λόγους, ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν ἀμφότεροι; Καὶ ἀγνοεῖ ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὑπάρχει εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος μόλις πρό τινος ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ μαγειρεῖα πολιτικοῦ οἴκου, σήμερον διατελοῦντος ὑπὸ ἐπιτήρησιν, ὡς ἐνταῦθα εἶπον, γνωρίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰς πόλιν σπουδαιοτάτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλη πρὸς ἱκανοποίησιν, διότι ἦτο καὶ παραπονούμενος, ἐπειδὴ ὑπηρέτει εἰς κατώτερον Πρωτοδικεῖον; Γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχει δικαστής, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν 11½ τῆς μεσημβρίας ἐξεδίωξαν τοῦ Ξενοδοχείου, ἐν ᾧ διῃτᾶτο, διότι εἶχεν ἐπιτεθῆ κατὰ παιδὸς δωδεκαετοῦς κατὰ τρόπον ἄξιον ὄχι νὰ κατέχῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἄνθρωπος; Γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχει δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς ἔντιμον συνάδελφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ: Κύριε, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σὲ ἀθωώσω, καίτοι γνωρίζω ὅτι εἶσαι ἀθῷος, διότι ἔχει κατάθεσιν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐναντίον σου; Δὲν γνωρίζει ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ πλεῖστοι, τῶν ὁποίων ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως λαμβάνουσι καὶ τὸν σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπὸ συστήματος χαρτοπαῖκται: Δὲν γνωρίζει ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἐνεργοῦνται αὐτὰ ταῦτα καὶ ἄλλα ἔτι μείζω καὶ ἔτι χείρω, τὰ ὁποῖα ἐντρέπεται κανεὶς ν’ ἀναφέρῃ, δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ταῦτα, ὅτε ἀνῆλθεν ἐντεῦθεν καὶ εἶπεν ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν δὲν περιελαμβάνετο ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι πρώτη καὶ σπουδαιοτάτη ἀπάντησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο νὰ ἀνακαθαρθῇ τὸ ἱερὸν τέμενος τῆς Θέμιδος; Καὶ εἶπεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: Πρέπει ἡ ἐκκαθάρισις νὰ ἐπέλθῃ φυσιολογική, Ἀλλά, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅταν τὸ παχὺ ἔντερον ἔχῃ πάθει κοπρόστασιν....
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά...
§162Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἀσθένεια, κύριε Πρόεδρε· τὴν ἀγνοεῖτε; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία, ἂν τὸ φάρμακον δὲν εἶναι δραστικώτατον. Δὲν ἐγνώριζεν ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἦλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας, δὲν ἐγνώριζεν ἆρά γε ὅτι προχθὲς μόλις ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδοτο διπλῆν ἀπόφασιν ἐπὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης τὸν δῆμον Ἀθηναίων; Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δύναται νὰ μεταβῇ εἰς Εὐρώπην καὶ μία νεᾶνις, διότι ὁ διαθέτης δὲν ζῇ, ἐὰν δὲ ἔζη σήμερον, θὰ ἐδέχετο, ὅπως ἡ νεᾶνις ἀναπληρώσῃ τὸν νέον; Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπανέλθωμεν, ὡμίλησε περὶ ἐνταφιασμοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι εἶναι προτιμότερος ὁ ἐνταφιασμὸς ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑποστῆ ἀναμφισβητήτως ὄχι μόνον εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τοῦ τελευταίου ἀγρότου ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡσαύτως, ἵνα ἀναμνησθῶ τι, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν, ἔλεγεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης: «Πρέπει, Κύριοι, τὸ Κράτος νὰ αἰσθανθῇ τὴν πυγμὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας». Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι χθὲς μόλις, καὶ βεβαίως δὲν τὸ ἐλησμονήσατε, παρῆλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπε: «Φρίττω, δειλιῶ πρὸ τοιαύτης ἀποφάσεως· ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ θάρρος τοῦτο». Ἀλλά, Κύριοι, ἐδῶ χρειάζεται ἡ πυγμὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἡ πυγμὴ δὲν χρειάζεται ἐκεῖ, ὅπου ἀκριβῶς ἐπιβάλλεται στοιχειωδῶς πᾶσα ἐπιείκεια· ἡ πυγμὴ δὲν χρειάζεται ἐκεῖ, ὅπου ἐπιβάλλεται κατὰ κανόνα τὸ νὰ φανῇ μία Κυβέρνησις τῆς ἰσχύος τῆς παρούσης, ἔστω καὶ κατὰ μικρόν, ἔστω καὶ κατὰ πολὺ ἐνδίδουσα ἀπέναντι ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πάσης τιμῆς. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα μὴ ἀσχοληθῶ εἰδικώτερον ἐπ’ αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας ἀναμφισβητήτως ἔχει ἐν ἑαυτῇ ἐχθρούς, τοὺς ἀνικάνους καὶ ἀναξίους ἐξ αὐτῶν τῶν μελῶν της. Ἐρωτώμενος ἐν συνειδήσει ἀσφαλῶς θ’ ἀπαντήσῃ ὅτι τὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν δὲν ἔχουσιν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε πρὸς ὑμᾶς ἀποτεινόμενος, ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς πολὺν καλὴν κατάστασιν, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ὅτι εὑρίσκονται εἰς οἰκτροτάτην τοιαύτην. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτης ἀρχῆς ἀναχωροῦντες, Κύριοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἔχομεν σήμερον ἐν τῇ ἀρχῇ Κυβέρνησιν προερχομένην ἐξ ἐπαναστάσεως καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν Κράτος δυστυχῶς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ ἐπαναστατῇ, ἐὰν κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν, λέγω, δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σύρει ὄπισθέν της μίαν παμψηφίαν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὑρεθῇ παρομοία περίστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτε εἰς ὁμοίαν θέσιν Κυβέρνησις, διὰ ν’ ἀποκαθάρῃ πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, ἔχουσαν ἀνάγκην ἀποκαθάρσεως. Τελευτῶν ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τόσον, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀποκαθάρῃ τὴν δικαιοσύνην σήμερον καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ ὄρους Σινᾶ καταβιβάσωμεν πλάκας, τὰς ὁποίας νὰ θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἀσφαλῶς καὶ αὗται θ’ ἀποβῶσιν ἐναντίον τῆς Πολιτείας, ἐὰν οἱ ἐφαρμοσταὶ εἶναι ἀνήθικοι, ἐὰν οἱ ἐφαρμοσταὶ εἶναι ἀνάξιοι τῆς θέσεώς των, ἐὰν οἱ ἐφαρμοσταὶ εἶναι ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§163ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι ἐξόχως σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον καὶ δικαίως ἐπέσυρε τὴν ἀμέριστον προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ἐπισκευάζοντες καὶ ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, τὸ οἰκοδόμημα τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τῶν Ἑλλήνων, ἀνεγράψαμεν καὶ πάλιν ἐν τῇ προμετωπίδι αὐτοῦ τὰ χρυσᾶ ἐκεῖνα γράμματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγράψει καὶ ἐν τοῖς Συντάγμασι τοῦ 1844 καὶ 1864, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Εἰσερχόμενοι ὅμως ἔκτοτε ἐν τῷ οἰκοδομήματι τούτῳ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν εὑρίσκομεν τὴν ἀνισότητα τερατώδη, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν παραβιαζομένην, τὴν ἰδιοκτησίαν σφετεριζομένην, τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου ἀπειλούμενον καὶ πάντα τὰ ἔκνομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ Συνέλευσις ἀνέγραψεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ δημοσίου δικαίου καὶ πάλιν πάντα ἐκεῖνα καὶ ἐλπίζομεν ἤδη μετὰ περισσοτέρας πεποιθήσεως ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει στεγασθῇ ἐν ἰσότητι ὑπὸ τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα. Καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ τῆς συστάσεως τῆς Πολιτείας ἐθεσπίσαμεν περὶ τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐν τῷ Συντάγματι τῷ νέῳ ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κρίνῃ τὰ πληρεξούσια τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Ἐνθυμεῖσθε δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο τὸ σχετικὸν ἐκεῖνο ἄρθρον, πάντες ἐφωνάζομεν ὅτι παραχωροῦμεν τοῦτο πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ῥιζικὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησε τοῦτο. Ἤδη δὲ προκειμένου νὰ θεσπίσωμεν περὶ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἥτις θὰ παρέχῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα περιελάβομεν ἐν τοῖς κεφαλαίοις τοῦ Συντάγματος, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ θίξωμεν τὰ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐντολήν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐ μόνον ῥητῶς ἐκλήθη ὁ λαός, ὅπως σκεφθῇ καὶ συζητήσῃ καὶ περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν ἁπανταχοῦ δικηγορικῶν συλλόγων τῆς Ἑλλάδος οὐδὲν ἄλλο μαρτυροῦσιν ἢ ὅτι ἐπιζητεῖ καὶ ἐπιδιώκει τὴν ῥιζικὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ θεμελιώδης ἂν ἦτο ἡ διάταξις, πάλιν κατ’ ἐμὲ ἔχει ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος τούτου, διότι ἰδοὺ ποῦ περιστρέφεται ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐδόθη κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν τοῦ Διαγγέλματος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν 18ην Φεβρουαρίου 1910: Ἀπεφασίσθη μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναθεωρητέων διατάξεων καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 98 περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἕνεκα γήρως ἢ διαρκῶν νοσημάτων κ. λ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὴν διάταξιν ταύτην, περὶ τούτου δὲ φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς μίαν τολμηρὰν ἴσως γνώμην: Ὑπάρχουσι πολλοὶ παρ’ ἡμῖν οἱ φρονοῦντες ὅτι ἡ ἰσοβιότης παρ’ ἡμῖν δὲν ἔλαβε συνταγματικὸν κῦρος. Ἔχετε ἀνὰ χεῖρας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ βλέπετε πῶς ἐθεσπίσθη ἐν ἄρθρῳ 88 ἡ ἰσοβιότης, τῶν μὲν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐφετῶν μετὰ παρέλευσιν τετραετίας ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, τῶν δὲ πρωτοδικῶν μετὰ ἑξαετίαν, ἤτοι ἡ ἰσοβιότης τῶν μὲν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐφετῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς 17 Νοεμβρίου 1868, τῶν δὲ πρωτοδικῶν ἀπὸ τῆς 17ης Νοεμβρίου 1870. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἐψήφισε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ ἕνα ῥητὸν ὅρον, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀνωτέρω διατάξεως δέον ἵνα προηγηθῇ ὁ περὶ προσόντων εἰδικὸς νόμος, προσέθετο ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 97, καθ’ ἥν, ἂν μὴ προφθάσῃ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις νὰ συντάξῃ τὸ ἤδη ὑποβεβλημένον αὐτῇ σπουδαιότατον τοῦτο νομοθέτημα, τουλάχιστον ἐντὸς τριετίας ἐπιβάλλεται εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα ἡ σύνταξις αὐτοῦ, εὐελπιστεῖ δ’ ὅτι δὲν θέλουσιν ἀντιπαρέλθει τὸ δόγμα τοῦτο τῆς Συνελεύσεως ὡς αἱ ἀπὸ τοῦ 1844 Βουλαί, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἐλογίσαντο τὴν ὁμοίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 87, καθ’ ἣν ὡρίζετο πρὸς τοῦτο πενταετία, ἤτοι μέχρι τοῦ 1849 τὸ βραδύτερον». Τουτέστιν ἐντὸς τριετίας ἐπεβάλλετο ἡ σύνταξις τοῦ περὶ προσόντων εἰδικοῦ νόμου τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἔκτοτε, Κύριοι, αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἠμέλησαν νὰ συστήσωσι τοιοῦτον εἰδικὸν νόμον, καὶ συνετάχθη τοιοῦτος νόμος πότε; Μετὰ δεκκετίαν ὁλόκληρον, τῇ 2 Ἰανουαρίου 1878, ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Κατόπιν λοιπὸν τῆς τοιαύτης ἐν τῷ Συντάγματι διατυπώσεως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τὴν ἰσοβιότητα, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ἐκεῖνον ὅρον, ὁ ὁποῖος ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι, φρονῶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσι καὶ φρονοῦσι παρ’ ἡμῖν ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν ἔλαβε συνταγματικὸν κῦρος, δὲν εὑρίσκονται ἴσως ἐν τῷ ἀδίκῳ, καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον καὶ ἄλλοτε ἐνομίσθη καὶ πολὺ σοβαρῶς συνεζητήθη ὅτι δύναται καὶ ἁπλῆ μόλις Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα τοῦτο τῆς ἰσοβιότητος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἔχουσα ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει της καὶ τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν θέλει διστάσει, ὅπως ἐκπληρώσῃ ἕνα πόθον διακαῆ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ πρώτιστον καὶ κύριον πρόβλημα τῆς Πολιτείας εἶναι τὸ νὰ καταστήσῃ κραταιὰν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου. Παρ’ ἡμῖν ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ λαὸς περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου πάντες τὸ γνωρίζομεν. Ἂν ἠρωτᾶτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῦ προσέκοψε τὸ Σύνταγμα, θ’ ἀπήντα «εἰς τὴν ἔλλειψιν Δικαιοσύνης». Ἐν μιᾷ δὲ καὶ μόνῃ λέξει δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ προστρέχοντες εἰς τὴν δικαιοσύνην παρ’ ἡμῖν, εἴτε νικῶντες εἴτε ἡττώμενοι, φεύγουσιν ἀπογοητευμένοι. Καὶ ἤδη, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὴν γενικὴν καὶ ῥιζικὴν ἐκκαθάρισιν, βλέπομεν μετὰ λύπης μας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ θέλῃ νὰ παίξῃ πρόσωπον δειλοῦ, ἐνῷ καὶ αἱ πράξεις του καὶ τὰ ἔργα του δεικνύουσιν ὅτι οὔτε δειλός εἶναι οὔτε ἐπιστημονικὰς ἐλλείψεις ἔχει, καὶ ν’ ἀποφεύγῃ ν’ ὀνομασθῇ ὁ νέος Κρόμβελ τῆς Ἑλλάδος διὰ πραγματικῆς καὶ πλήρους ἐκκαθαρίσεως τῆς σπουδαιοτάτης τῶν λειτουργιῶν τοῦ Κράτους. Φρονῶ ὅτι θ’ ἀδικήσῃ ὄχι μόνον τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ τὴν Πολιτείαν, ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιθυμεῖ.
§164ΓΕΩΡΓ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Τὰ γενόμενα σφάλματα, Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς διοικήσεως ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παράδειγμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ μερικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἔχομεν πρόχειρον τὸν ὑφιστάμενον νόμον, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐξετελέσθη, ὁσάκις εὑρέθη Ὑπουργὸς θέλων νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Εἶναι ὁ γνωστὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ εἰσάγῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, τὸν ὑποπεσόντα εἰς δύο πειθαρχικὰ παραπτώματα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ζητεῖται μόνον μερικὴ ἐκκαθάρισις τῆς δικαιοσύνης· ζητεῖται ἡ ὀλικὴ ἐκκαθάρισις αὐτῆς· ἀλλ’ οἱ τοιαύτην πρότασιν ὑποβαλόντες ἐλησμόνησαν νὰ σκεφθῶσι ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πάντα τὰ ἠθικὰ ἐκεῖνα προσόντα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαλλάξωσι τὸν λαὸν ἀπὸ πάσης ὑστεροβούλου σκέψεως ὅτι εὐσυνειδήτως θὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ἀποστολὴ αὐτῶν εἰς πάσας τὰς ἐκκαθαρίσεις τῆς δικαιοσύνης. Διότι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ συνεβούλευον τὴν Κυβέρνησιν, θὰ τὸ ἐθεώρουν ὡς μέγιστον πολιτικὸν σφάλμα, ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ ἡ ἰδία τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Πάντες οἱ προλαλήσαντες ἐθεώρησαν καθῆκόν των νὰ ἐκτοξεύσωσι μύδρους κατὰ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἡμῶν, λησμονήσαντες τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς αὕτη ἐτέλει κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε διαρρεῦσαν πεντηκονταετὲς αὐτῆς διάστημα, ποίας συνθήκας παρέσχεν εἰς αὐτὴν ἡ Πολιτεία, ἀφοῦ παρέσχε τὴν ἰσοβιότητα, ποίας συνθήκας παρέσχεν εἰς αὐτήν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς ὡς ἔπρεπεν. Ἐλησμονήσαμεν πάντες πόσον γλίσχρος ἦτο ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, ἐλησμονήσαμεν πάντες ποῖαι πιέσεις ἐπὶ τῆς συνειδήσεως αὐτῶν ἐξησκοῦντο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐλησμονήσαμεν πάντες ὅτι ἀναγκαῖον προσὸν πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν δὲν ἦτο ἡ ἱκανότης αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ πιστὴ ἐκτέλεσις τῶν σημειώσεων τοῦ κόμματος. Ἐγενόμεθα πάντες ἀρχαῖοι Κάτωνες, λησμονήσαντες ὅτι καὶ ἡμεῖς συμμετείχομεν τῶν πραγμάτων τῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ ὑπηρετήσω τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὰ τυχὸν σφάλματα αὐτῆς. Ἐκεῖνοι ἐκ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ παρελθόντι ἐνόμισαν ὅτι πιστῶς ἐξυπηρετήσαντες τὰ κόμματα ἠδύναντο νὰ προαχθῶσι καὶ εἰς ἀνωτέρας θέσεις, ἐτιμωρήθησαν ὑπὸ τῆς κοινῆς βοῆς, καὶ βλέπομεν αὐτοὺς παραπονουμένους σήμερον διότι δὲν ἐξεπληρώθησαν οἱ πόθοι αὐτῶν καὶ αἱ ἐλπίδες, καὶ δὲν ἐξεπληρώθησαν, διότι παρενέπεσε τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία μετέτρεψεν ἄρδην τὰς σκέψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω ἂν ἄλλο τι καλὸν ἔπραξεν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἀλλ’ ἔπραξε τὸ μέγιστον καλὸν τοῦ νὰ μᾶς παράσχῃ πραγματικὴν δικαιοσύνην. Καὶ πάντες οἱ δικηγόροι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐνθυμούμεθα τί ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Πάντες ἐξεπλησσόμεθα, διότι ἐβλέπομεν μέλη τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου περιτρέχοντα τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα καὶ καλοῦντα τοὺς πολίτας, ἵνα καταθέσωσί τι, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν μέριμναν τῆς Πολιτείας, μετὰ τοιαῦτα εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νεωτέρου νόμου περὶ ἀνωτάτου συμβουλίου, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἀναστείλωμεν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα; Δὲν σκεπτόμεθα εἰς ποῖα σφάλματα καὶ ποῖα παραπτώματα καὶ εἰς ποῖα ἀδικήματα θέλει μᾶς ἀγάγει ἡ ἐφαρμογὴ καὶ μόνη αὐτῆς; Πάντες λέγουσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ φαῦλοι, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὰς προηγουμένας ἐκκαθαρίσεις λέγω πρὸς ὑμᾶς ὅτι οἱ φαῦλοι θὰ ὑπεκφύγωσι τὸν ἔλεγχον, οἱ φαῦλοι πάντες θὰ μείνωσιν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις, θέλουσι τιμωρηθῆ δὲ μόνον οἱ ὑπερήφανοι καὶ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ συνήθη ἐκεῖνα μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα προστρέχουσιν οἱ φαῦλοι.
§165ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲν θέλετε ἐκκαθάρισιν;
§166Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διαπράξει μέγιστον πολιτικὸν σφάλμα, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πάντοτε βραβεύει μὲν τοὺς τιμίους δικαστάς, τιμωρεῖ δ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἂς ἐνισχύσωμεν λοιπὸν τὸν θεσμὸν αὐτὸν τὸν σωτήριον, καὶ μὴ ἐπιδοθῶμεν εἰς νεώτερα πειράματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε δὲν ἀπέβησαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ λέγω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὸν θόρυβον· ἐὰν θέλητε βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, προσπαθήσατε νὰ ἄρητε τὰ αἴτια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε παρεκώλυσαν τὴν δικαιοσύνην νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, προστατεύσατε τὴν ἱκανότητα, παράσχετε εἰς τοὺς δικαστὰς ἐπαρκῆ μισθόν. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς προκειμένης προτάσεως, καθόσον ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης, διότι, ὅπως προκειμένου περὶ τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτὴν τὸ ἀνεύθυνον καὶ τὸ ἀπαραβίαστον, ὅπως προκειμένου περὶ τῶν Βουλευτῶν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας· οὕτως εἰς τὴν συνείδησίν μου τοὐλάχιστον δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ δικαστικὴ ἐξουσία ἄνευ τῆς ἰδέας τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ ἰσοβιότης, ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἰσοβιότητος, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προασπίζει τὸν δικαστὴν κατὰ πάσης πιέσεως· ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξυψοῖ τὸν δικαστὴν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, εὔχομαι δ’ ὅπως ἡ γνώμη μου αὕτη ὑπερισχύσῃ, διότι εἶναι γνώμη Βουλευτοῦ ἐπὶ πολὺν χρόνον δικηγορήσαντος καὶ ἔχοντος γνῶσιν τῶν προσώπων καὶ πραγμάτων τῶν δικαστῶν. Ἄν ὑπάρχῃ τι μεμπτόν, τὸ μεμπτὸν ὑπάρχει εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἅμα τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἵσταται εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπήν, ἔχετε δικαιοσύνην, διότι πράγματι ἡ κατωτέρα δικαιοσύνη ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της.
§167Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, Βουλευταί, διότι δὲν παρακάθηνται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνταῦθα πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδει νὰ παρίστανται, διὰ νὰ ὁμιλήσω, ὅπως εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω. Ἐν τούτοις ἐῶμεν χαίρειν πάντας τούτους, οἵτινες διὰ σοφισμάτων καὶ θεωριῶν ζητοῦσι νὰ ἐπιτύχωσιν ὅ,τι ποθοῦσι, καὶ ἂς ἔλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Καὶ ἡ Βουλή, καθὼς καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, μετὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, κατὰ δεύτερον λόγον ἔχει στρέψει τὴν προσοχὴν αὑτῆς. Παρήλασαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πολλοί, περὶ τὰ νομικὰ ἀσχοληθέντες, καὶ εἶπον ὅτι ἡ δικαιοσύνη χρῄζει ἐκκαθαρίσεως. Θὰ ἠρώτων αὐτοὺς νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν εἰλικρινῶς· ποῖοι ἔχουσι τὴν εὐθύτητα καὶ ἀμεροληψίαν, τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ τὸν χαρακτῆρα, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφόβως δύνανται ν’ ἀναθέσωσι τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκκαθαρίσεως θὰ προκύψῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποθεῖ;
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις.
§169Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπαντῶ. Ἐλπίζω καὶ πιστεύω ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐμπέσῃ εἰς τὴν παγίδα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτηδείως καὶ μετὰ τέχνης ἐξυφαίνουσί τινες, διότι τοῦτο θὰ ἦτο δυστύχημα καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν σημερινὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§171Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπαντῶ. Παρῆλθον ῥήτορες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἀπεκάλεσαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἀκολουθοῦντα πάντοτε τὴν μέσην ὁδόν, καὶ ἄλλοτε πάλιν χαρακτηρίζουσι τοῦτον ὡς σατράπην καὶ ἀπολυταρχικόν. Πότε λέγουσι τὰ ὀρθά; Δύναταί τις, κύριοι Βουλευταί, νὰ παίξῃ μὲ τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις, ἀλλ’ ὁ ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν ὀφείλει νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν σημασίαν τῶν λέξεων καὶ φράσεων. Προκαλοῦντες καὶ διερεθίζοντες οὕτως εἰπεῖν τὴν Κυβέρνησιν οἱ ῥήτορες προσπαθοῦσι νὰ ἐνσπείρωσι ζιζάνια ἐκεῖ, ἔνθα δὲν θὰ φυτρώσωσιν ἀσφαλῶς τοιαῦτα· οἱ λόγοι δὲ καθὼς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα θέλουσι μείνει πόθοι εὐσεβεῖς. Λέγω δὲ τοῦτο, καὶ ἂς μὴ παρεξηγηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἐγὼ ὅστις οὐδεμίαν, ὡμολόγησα καὶ ἄλλοτε, φιλοδοξίαν ἔχω, οὔτε εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα νὰ καθίσω οὔτε εἰς ἄλλην ὑψηλοτέραν θέσιν· μοὶ ἀρκεῖ νὰ εἶμαι ὅ,τι εἶμαι καὶ νὰ μένω ὡς μένω. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν ἔχομεν, κύριοι Βουλευταί, προηγούμενον, πρόσφατον παρελθόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔντιμοι καὶ ἐνάρετοι ὑπάλληλοι ἐξεδιώχθησαν, ἔμειναν δὲ πλεῖστοι ποταποὶ καὶ χυδαῖοι; Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν σύμπασαν καὶ τοὺς περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολουμένους νὰ μοὶ εἴπωσι· τί τὸ μεμπτὸν εἶχον, ὅπως ὁ Κοσσονάκος καὶ ὁ Τσέλλος ἀποπεμφθῶσι τῆς θέσεως αὐτῶν; Καὶ δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πρόσφατα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως συνέβησαν τοιαῦτα ἀδικήματα, τοιαῦτα κακουργήματα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὥστε ὄντως νὰ φρίττῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες ἡμεῖς πρὸ μιᾶς τοιαύτης νέας ἐκκαθαρίσεως; Καὶ δὲν ἔφυγον, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν μηχανικῶν, δὲν ἔφυγον ἀστέρες καὶ λόγῳ γνώσεων καὶ λόγῳ ἐμπειρίας καὶ χαρακτῆρος καὶ ἐντιμότητος; Καὶ προκαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν σύμπασαν καὶ τὸν ἔνοχον τῆς τοιαύτης καταστάσεως νὰ μοὶ εἴπωσιν ποῖος θὰ ἐπίστευεν ὅτι θ’ ἀπεπέμπετο ἐκ τῶν τάξεων τῶν μηχανικῶν εἷς Τζουρᾶς, εἷς Γεωργιάδης; Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν γνωρίζω τοὺς Κυρίους αὐτούς, ἀλλὰ γνωρίζω τὴν ζωὴν αὐτῶν καὶ τὴν δρᾶσίν των. Ἀμυνόμενος καὶ ὑπερμαχῶν ὑπερμαχῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν προσώπων. Καὶ δὲν ἔχετε, κύριοι Βουλευταί, πρόσφατα τὰ αἴσχη τοῦ Πανεπιστημίου; Δὲν ἐξεδιώχθησαν τῶν θέσεων ἐκείνων καθηγηταί, οἵτινες καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην τιμῶσι καὶ θέσιν ἐν τῇ διεθνεῖ ἐπιστήμῃ κατέχουσι; Τίς Βουλευτὴς εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τόσον ἀνόητος καὶ τόσον ἄπειρος, ὥστε νὰ μὴ παραδέχηται ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπάρχουσι καὶ ἀνίκανοι καὶ παρδαλοί; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, ἂν δὲν εἶναι θαῦμα θαυμάτων ὅτι τοιαύτην ἔχομεν ἀναλογίαν εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕν μέρος ἔχομεν ἀνικάνους καὶ φαύλους, ἐὰν θέλητε, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔχομεν ἥρωας καὶ μάρτυρας, καὶ ἂν καὶ δὲν εἶμαι νομικὸς ἐν τούτοις δυστυχῶς ἐδοκίμασα πικρὰν πεῖραν τοιούτων δικαστῶν.
§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς συνέβη τοῦτο;
§173Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφοῦ περατώσωμεν τὸ ἔργον τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης θὰ ἴδητε ἐπὶ πόσα ἔτη τὴν πεῖραν αὐτὴν ἀπέκτησα ἐπὶ πυρᾶς καθίσας, καὶ τότε θ’ ἀκούσητε καὶ ὀνόματα καὶ γεγονότων ἀφήγησιν ἀληθεστάτην, οὐδὲ θὰ διστάσω δὲ νὰ καταγγείλω καὶ νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, πρὸ τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτονται πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια περιφρονήσεως. Ἦτο μία παρέκβασις, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως θέλητε ἐκκαθάρισιν δικαίαν καὶ σοβαράν, ὀφείλετε νὰ θεραπεύσητε οὐχὶ συμπτωματικῶς, ἀλλὰ ῥιζικῶς. Τί θὰ ἔλεγον οἱ μὴ ὄντες ἰατροί, ἐὰν ἰατρός τις εὕρισκεν ἀσθενῆ πυρέσσοντα ἀπὸ διαλείποντας πυρετοὺς καὶ ἔδιδεν ἀντιπυρίνην, διὰ νὰ καταπαύσῃ τὸν πυρετόν; Βεβαίως ἡ ὠφέλεια καὶ ἡ θεραπεία θὰ ἦτο παροδικὴ καὶ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τοῦτον ὤφειλε νὰ κτυπήσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ νόσημα εἰς τὴν ῥίζαν αὐτοῦ.
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κακὴ διάγνωσις.
§175Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κακὴ διάγνωσις, καὶ κακὴν διάγνωσιν κάμνουσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅσα λέγουσι καὶ ἰσχυρίζονται ὅσα ἰσχυρίζονται, διότι τὸ ἔθνος καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐμπέσῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν παγίδα, ὅπου τὸ συμφέρον, ἡ ἐμπάθεια, ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔλειψε νὰ κρημνίσῃ ἀμφότερα εἰς τὸ βάραθρον. Ἐὰν θέλητε πραγματικῶς δικαιοσύνην ἀληθῆ, ὀφείλετε πρὸ παντὸς νὰ μορφώσητε τὸν λαόν, ὀφείλετε πρὸ παντὸς νὰ μορφώσητε τοὺς ἄρχοντας, διότι «φιλεῖ τὸ ὑπήκοον μιμεῖσθαι τὸν ἄρχοντα», καὶ ἕκαστος λαὸς ἔχει ἀνταξίαν αὑτοῦ Πολιτείαν ὡς καὶ ἑκάστη Πολιτεία ἔχει ἀνταξίαν αὑτῆς δικαιοσύνην. Καὶ τίς ἐκ πάντων ἡμῶν, σᾶς ἐρωτῶ, θὰ ἦτο τόσον γενναῖος, θὰ εἶχε τοιαύτην ἀντοχήν, οὕτως ὥστε ν’ ἀνθίσταται εἰς πάσας τὰς προστύχους καὶ δεινὰς ἐπιθέσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας; Ἀγνοῶ, κύριε συνάδελφε, πῶς καὶ διατί ἐξεστομίσατε τὴν φράσιν αὐτήν, ἐν τούτοις, ἐὰν προκληθῶ σοβαρώτερον καὶ ἐπισημότερον, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἐμπρέπουσαν ἀπάντησιν. Βεβαίως ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ ὁ μὴ εἰδικός, δὲν ἐπεδίωξα οὔτε νὰ προκαλέσω ἐπευφημίας οὔτε καὶ χειροκροτήματα. Ἀδιαφορῶ ἂν θὰ πλήξω· μοὶ εἶναι μόνον ἀρκετὸν ὅτι πλήττων δὲν πλήττω χάριν ἰδιοτελοῦς συμφέροντος. Εἶχον καθῆκον ἀντιπρόσωπος ἑνὸς νομοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου νὰ παρέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καί, ἐὰν θέλητε, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἔχητε ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της δικαιοσύνην, προσπαθήσατε, ἀντὶ νὰ κλαδεύσητε τὸ δένδρον, νὰ ποτίσητε τὴν ῥίζαν αὐτοῦ καὶ ἀσφαλῶς θ’ ἀποκτήσητε δένδρον ἀκμαῖον καὶ πολλοὺς καὶ καλοὺς καρποὺς ὑποσχόμενον.
§176Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐνῷ τὰ πράγματα, κύριοι Βουλευταί, ἔβαινον ὁμαλῶς, ἐνῷ ἡ Βουλὴ δι’ εἰδικῆς ἀποφάσεως ἀπεφάσισε νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἀπροσδοκήτως χθὲς τὴν ἑσπέραν ὑπεβλήθη πρότασις ἀπαραδέκτου. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἡ Βουλὴ ἀπασχολεῖται ἀπὸ χθὲς τὴν ἑσπέραν. Ἂν ἄλλος τις ὑπέβαλλε τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ἀσφαλῶς θὰ ἐχαρακτηρίζετο ὡς κωλυσιεργὸς πρώτης δυνάμεως. Εὐτυχῶς ἡ τιμὴ αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη πρωθυστέρως ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω· τίνα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ ψήφισμα, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω· θὰ περιορισθῶ μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου. Ὅπως συγχαίρω τὸν πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καλλίτερον μελετήσασα τὰ πράγματα καὶ μεταβαλοῦσα γνώμην δὲν ἐδίστασε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ συνέχαιρον καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἐπείθετο, μετέβαλλε γνώμην καὶ ἀπέσυρε καὶ αὐτὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀδιαλλάκτου μετὰ τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀποκρυσταλλοῖ εἰς πορίσματα ἢ εἰς γνώμας, νὰ τὰς ἐπιβάλλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἤδη εἶναι καιρός, νομίζω, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου. (Γέλωτες). Γελᾶτε; Καὶ ὅμως τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄξιον γέλωτος· τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ ἀπαράδεκτον· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπιστημονικόν. Εἶναι ζήτημα κοινοβουλευτικόν, εἶναι ζήτημα κοινοβουλευτικῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὸν γέλωτα τοσοῦτον προώρως τινῶν ἐκ τῶν συναδέλφων. Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε τοὺς ἀγορεύοντας ἐντεῦθεν, κρίνατε, ἀλλὰ μὴ τολμᾶτε νὰ μυκτηρίζητε τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στηρίζουσι ταύτας καὶ ἐπὶ τῶν φώτων καὶ ἐπὶ τῆς πείρας των καὶ ἐπὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ χαρακτῆρός των. Ἐξετάσατε τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου ἀπὸ οἱασδήποτε ἀπόψεως καὶ ἔλθετε ἐνταῦθα νὰ ὑποστηρίξητε ταύτην μετὰ σθένους, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ πείσητε τὴν Βουλήν. Μόνον ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ὑπὸ οἱασδήποτε ἄλλας περιστάσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, Βουλῆς διπλῆς, Βουλῆς Συντακτικῆς. Ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως ἢ θεωρητικῆς καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος ἐξετάσατε τὴν πρότασιν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεμίαν ἔχει βάσιν, οὐδὲν ἔρεισμα δύναται νὰ ἔχῃ. Καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἀντλοῦσιν ἐκ συγγραμμάτων ξένων συγγραφέων· ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὄχι ἡ Βουλή, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντλῶ ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Δέχεται τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ καὶ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν—βεβαίως δικαίωμά του—τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης της ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Καὶ ἐρωτῶ πάντα ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενον τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἐρωτῶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλὼν πρότασιν ἀπαραδέκτου ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, δεχόμενος δ’ ἀφ’ ἑτέρου συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, δὲν ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὅτι ἡ διάταξις δὲν εἶναι θεμελιώδης. Ἂν ἦτο θεμελιώδης ἡ διάταξις, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὔτε κατ’ ἀρχὴν κἂν νὰ συζητήσῃ περὶ ὁρίου ἡλικίας. Τί εἶναι πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ λάβητε περὶ ὡρισμένου ὁρίου ἡλικίας; Τί ἄλλο εἶναι ἢ μερικὴ κατάλυσις τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος;
§177Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τί εἶναι ὁ νόμος περὶ προσόντων;
§178Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἀκόμη βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, διότι ὁ κανονισμὸς τῶν προσόντων, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, γνωρίζετε καλῶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τῶν καθηκόντων μόνον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν θὰ ἔλθῃ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ περιλάβῃ ἐν συνταγματικῇ διατάξει καὶ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπόκεινται. Ἀλλοίμονον, κύριοι Βουλευταί, ἂν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν σήμερον συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖρας τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ περιλάβωμεν ἐν αὐταῖς τὰ προσόντα τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, εἴτε δικαστῶν εἴτε ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ἀντλῶ ἕτερον ἐπιχείρημα ἐπίσης ἐξ αὐτῆς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀπὸ σκοπιμότητος δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ διάταξις περὶ δικαστικῆς ἰσοβιότητος δὲν εἶναι θεμελιώδης, διότι τότε ἡ μέλλουσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θέλει ἀκολουθήσει αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ οὕτω πως διατρέχομεν τὸν κίνδυνον σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἴδωμεν ἀνατρεπομένην τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὁ λόγος τῆς σκοπιμότητος συνηγορεῖ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου. Μᾶς παραπέμπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ὁρίζεται αἴφνης ὅριον ἡλικίας κατώτερον τῶν 65 ἐτῶν. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, παρακαλῶ; Ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ εἴτε πρωτοδίκαι εἴτε ἐφέται εἴτε ἀρεοπαγῖται συμπληρώσαντες τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των ἀναγκαστικῶς θ’ ἀποχωρήσωσιν. Ἀλλ’ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι αὐτή. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκοπιμότης τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον καλεῖται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ λάβῃ πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου; Ἀγνοεῖτε ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι συμπληρώσει τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἀκριβῶς θὰ εὑρίσκωνται οἱ ἀδάμαντες; Ἐκεῖνοι οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι καὶ μόρφωσιν ἔχουσιν ἐπιστημονικὴν καὶ πεῖραν μακρὰν καὶ χαρακτῆρα ἀκέραιον, καὶ αὐτοὶ ἀναγκαστικῶς θ’ ἀποχωρήσωσι. Καὶ αὐτὸ λέγεται λύσις συμβιβαστική, μέση λύσις πρὸς ἐκκαθάρισιν;
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς τὸ ὑποστηρίζει.
§180Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό, Κύριοι, τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ὑπάρχει ἀνάγκη ἢ δὲν ὑπάρχει; Μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ δικαστικοῦ σώματος συγκαταλέγονται καὶ σαπρὰ μέλη ἢ δὲν συγκαταλέγονται; Ἐὰν δὲν συγκαταλέγωνται, τότε εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις· ἐὰν ὅμως συγκαταλέγωνται, τότε ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν σαπρῶν αὐτῶν μελῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Βουλὴ θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀκούσῃ ὡρισμένας καταγγελίας κατὰ δικαστικῶν λειτουργῶν στηριζομένας ἐπὶ βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέχει καὶ ἑτέραν δικογραφίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει καλῶς καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ἄλλη πρᾶξις ἀνήκουστος διαπραχθεῖσα ὑπὸ δικαστοῦ. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε καὶ νὰ πιστεύσητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὑρέθη δικαστής, ὁ ὁποῖος ἐπέδωκε μήνυσιν ψευδῆ ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἀπέστειλα τηλεγράφημα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔχον τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον περιεχόμενον, χωρὶς ν’ ἀποστείλω τηλεγράφημα; Καὶ προέβην εἰς δημοσίευσιν διατριβῆς πρὸς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνυπογράφως, καὶ τί ἀπεφάνθη, νομίζετε, τὸ ἀνώτατον συμβούλιον περὶ τοῦ ἐν λόγῳ πρωτοδίκου; Πέντε ἀρεοπαγῖται ἦσαν κατ’ αὐτοῦ καὶ ἕξ ἀρεοπαγῖται ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ οὕτω πως ἐσώθη ὁ κύριος αὐτὸς πρωτοδίκης.
§181Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πέντε ἀρεοπαγῖται ἦσαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ τέσσαρες ὑπὲρ αὐτοῦ.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται αὐτός;
§183Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ πῶς ὀνομάζεται καὶ ἂν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγομεν. Εἶναι ἀληθές, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις μὲ ἕξ ὑπὲρ καὶ πέντε κατά;
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τοῦ Ψωμάκη; Ἐξεδόθη.
§185Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ κατὰ ποῖον τρόπον, διὰ ποίου μέσου, διὰ ποίας μεθόδου, αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ ἔργον τῆς ἢ μαίας, τοῦ μαιευτῆρος τῆς φυσιολογικῆς ἐκκαθαρίσεως, νὰ δηλώσῃ πῶς θ’ ἀποβάλῃ τὸν πρωτοδίκην αὐτόν, διὰ τὸν ὁποῖον πέντε ἀρεοπαγῖται εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μένῃ.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καταγγελία ἐναντίον αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀθήναις δικηγόρου κ. Νάκου.
§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι τίμιος ἄνθρωπος.
§188Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐδῶ πέντε ἀρεοπαγῖται ἀπεφάνθησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ οἱ Κύριοι λέγουσιν ὅτι εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος!
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει καταγγελία κατ’ αὐτοῦ καὶ δὲν κατηγγέλθη ὁ γράψας ἐναντίον του, ὅπως δώσῃ λόγον εἰς τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ συκοφαντίᾳ.
§190Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀπεδέχθη τὴν καταγγελίαν. Καὶ δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐπέδωκε μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐνόμιζεν ὅτι οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του ἐκ πνεύματος συναδελφότητος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ δώσωσι πίστιν εἰς τὴν ἔνορκον κατάθεσιν αὐτοῦ, ἀλλά, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν δικαστῶν ἐκείνων καὶ δύναμαι μάλιστα ν’ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά των, ἂν ἐν ἐρημοδικίᾳ ἐδέχθησαν τὴν κατάθεσιν, κατ’ ἀντιμολίαν ὅμως ἀπέρριψαν τὴν κατάθεσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν δικαστὴν ἐνόρκως ψευσθέντα. Ὁ λαὸς διαμαρτύρεται ὅτι ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι τῆς θέσεως ταύτης. Ὁ λαὸς ἀπαιτεῖ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος πρὸς τιμὴν τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Διότι δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταί, οἱ ὀλίγοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ ῥεκόρ, ὅπως ἁμιλλῶνται πρὸς τοὺς Ἄγγλους δικαστάς, δὲν πρέπει νὰ συμφύρωνται πρὸς τοὺς ἄλλους τοὺς φαύλους δικαστάς. Πρέπει νὰ ἐξυγιάσητε τὸ δικαστικὸν σῶμα, νὰ ὑψώσητε τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν. Ἐὰν ἔχητε τὴν γενναιότητα, εἴπατε ναί, ἐὰν δὲν ἔχητε τὴν γενναιότητα, εἴπατε ὄχι, ἀλλὰ μὴ διαβουκολεῖτε οὔτε τὸν λαὸν οὔτε τὴν Βουλήν.
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσιν ἡμᾶς, Κύριοι, εἶναι τὰ ἑξῆς: πρῶτον κατὰ πόσον συνταγματικῶς εἶναι παραδεκτὴ ἢ ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν· δεύτερον κατὰ πόσον εἶναι σκόπιμον ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν· καὶ τρίτον πῶς κατὰ κοινοβουλευτικὸν τρόπον τίθεται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα. Ἡ συνταγματικὴ ἄποψις κατὰ τὴν γνώμην μου ἐξηντλήθη, καὶ ἐξηντλήθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἰδίᾳ μάλιστα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων συναδέλφου κ. Καμπάνη, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Προκειμένου περὶ τῆς σκοπιμότητος, κύριοι Βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀπὸ ἐτῶν ἐπανειλημμένως ἔχω τὴν εὐκαιρίαν καὶ νὰ γράψω καὶ νὰ εἴπω πολλάκις ὅτι παρουσιάζεταί τι εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς, ὅπερ ἐξαίρει τὴν ἀρετὴν τῆς φυλῆς. Οἱουδήποτε ἴσως ἄλλου λαοῦ καὶ ἄλλου ἔθνους δικασταὶ χειριζόμενοι τὰ μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα χειρίζονται οἱ δικασταὶ καὶ ἐν τούτοις μένοντες καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεξέλεγκτοι, παντελῶς ἀνεπιτήρητοι, καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεύθυνοι, διότι τοιουτοτρόπως ἤσκουν τὰ ἔργα αὑτῶν οἱ Ἕλληνες δικασταί, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι παράδοξον θὰ ἦτο, ἂν οἱ τοιουτοτρόπως ἐργαζόμενοι δικασταὶ δὲν ἤθελον καταντήσει εἰς τὴν ἐσχάτην ἀχρειότητα. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει νὰ διστάζῃ τις καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ δηλώσῃ ὅτι ἴσως δὲν ὑπάρχει εἷς Ἕλλην δικαστὴς δωρολήπτης.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὅμως θέλετε νὰ τοὺς ἐκκαθαρίσητε;
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀληθές, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω καὶ φρονῶ, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν αὐθαιρεσία, πρὸ τῆς ὁποίας νὰ ἐδειλίασαν, δὲν ὑπῆρξε πλαστογραφία, τὴν ὁποίαν δὲν διέπραξαν, δὲν ὑπῆρξεν ἀνοησία, τὴν ὁποίαν δὲν περιέχουσιν αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ τὰ βουλεύματα. Διότι ὑπάρχουσι δικασταί, ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος, παντελῶς ἀνάξιοι νὰ κατέχωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν, ὑπὸ ἔποψιν δὲ ἐργατικότητος κατάπτυστοι. Ὑπάρχουσι δικασταὶ ἀνίκανοι ὄχι μόνον νὰ συντάξωσι δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθῶσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοῦτο. Ἐγνώρισα ἐγὼ δικαστήν, ὅστις εἶχεν ἀναθέσει, ὁσάκις συνέβαινε νὰ εἶναι πολιτικὸς δικαστής, διότι πάντοτε ἐπεζήτει νὰ εἶναι ἀνακριτής, καὶ σήμερον εἶναι εἰς τὰς τάξεις, ὅστις, ὁσάκις, λέγω, συνέβαινε νὰ εἶναι πολιτικὸς δικαστής, ἀνέθετεν εἰς τὸ βδέλυγμα ἑνὸς δικηγορικοῦ σώματος νὰ συντάσσῃ τὰς ἀποφάσεις!
§194Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἀνακριτής;
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς ἀνακριτὴς ἦτο ὄχι ταπεινὸν ὄργανον τῆς πολιτικῆς, ὄχι ἀσυνείδητον ὄργανον, ὄχι κατάπτυστον, ὄχι ἀξιομουντζούρωτον, ἀλλ’ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δέχηται καθ’ ἑκάστην ῥαβδισμοὺς ἀπὸ πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸν συναντήσει εἰς τὰς ὁδούς.
§196ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἤδη εἰς τὰς τάξεις;
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὰς τάξεις. Ὑπάρχει δικαστής, ὁ ὁποῖος συχνότατα προεδρεύει, διότι εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων, τὸν ὁποῖον εἰς ἕν καφῳδεῖον αἱ ἱερόδουλοι ἀπεγύμνωσαν· εἶχε μεθυσθῆ, λέγω, καὶ τὸν ἀπεγύμνωσαν αἱ ἱερόδουλοι. Φαντάσθητε ποῖον θέαμα ἦτο διὰ τοὺς παρισταμένους! Ἐνηργήθη ἀνάκρισις ὑφ’ ἑνὸς ἀντεισαγγελέως τῶν ἐφετῶν, ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν, τὰ γεγονότα ἐβεβαιώθησαν πανηγυρικῶς, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲ πειθαρχικῶς ἐτιμωρήθη ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀκόμη δικαστὴς καὶ συχνὰ ἀσκεῖ καθήκοντα προέδρου!
§198Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἦσθε αὐτόπτης μάρτυς;
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι ἤμην καὶ τότε ἔγγαμος (ἱλαρότης).
§200Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ ὡρολόγιον τοῦ λωποδύτου, ποῖος εἶναι;
§201Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πῶς συνέβη νὰ ἦσθε μάρτυς;
§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἅπασα ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν ἐγνώριζε τὸ γεγονός.
§203Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ (ἐπιδεικνύων ἐφημερίδα). «Δικασταὶ μαξιλαρώνοντες καὶ μαξιλαρωνόμενοι», κύριον ἄρθρον.
§204Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε εἷς, οὔτε δύο, οὔτε τρεῖς, οὔτε πέντε. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ νομίζητε ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀνεκτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν πρωτοδικῶν καὶ ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐφετῶν καὶ ν’ ἀνέλθῃ ἴσως εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀρεοπαγιτῶν ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἀπὸ τῆς βρεφικῆς αὑτοῦ ἡλικίας ἦτο ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν διασημοτάτου ζωοκλέπτου τῆς Πελοποννήσου, ὅστις συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ παράγων ἐκλογικὸς καὶ ὅστις κατόπιν γενόμενον δικηγόρον τὸν ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν αὑτοῦ ἔθεσε συνεταῖρον ἑνὸς πταισματοδίκου, καὶ ἀκολούθως, παρέχων τὰς ὑπηρεσίας αὑτοῦ εἰς ἕνα ἰσχυρὸν κομματάρχην, τὸν εἰσήγαγεν εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς, καὶ τὸν συνέλαβον ἐγὼ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἀνακριτὴν ὄντα ἐν Ἀθήναις, ἐπανειλημμένως παρασκευάζοντα μετὰ τῶν μηνυτῶν κατὰ τρόπον ἀποτρόπαιον τὴν ἐξόντωσιν τῶν κατηγορουμένων.
§205Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τὰ κατηγγείλατε;
§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ βεβαίως συνεβούλευσα τὸν πελάτην μου καὶ κατήγγειλε τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον καὶ τὴν καταγγελίαν ἐκείνην ἐδημοσίευσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, Ἀλλὰ καὶ τότε οὐδὲν ἐγένετο! Ἀλλὰ ποῖος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει ἕν καὶ μόνον παράδειγμα, οὐχὶ ὅτι ἠσκήθη, ἀλλ’ ὅτι ἐσκέφθη σοβαρῶς πολίτης τις ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἀγωγὴν τοῦ κακοδικίου; Ὅτε πρό τινος χρόνου διεδόθη ὅτι θ’ ἀσκήσῃ μηχανικός τις τὴν ἀγωγὴν τοῦ κακοδικίου καὶ ἡ διάδοσις αὕτη ἔφθασε μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, βροντώδεις ἠκούσθησαν καγχασμοί, καὶ ἔλεγέ τις ἐκ τῶν κυρίων ἀρεοπαγιτῶν, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺς λόγος χθὲς ἐγένετο: «αὐτὸ χρειάζεται, νὰ μᾶς κινήσωσι καὶ ἀγωγὴν κακοδικίου!». Τὸ πρᾶγμα ἐκρίθη ἀσεβέστατον· φαντάζεσθε τί σημαίνει νὰ ἐγείρητε ἀγωγὴν κακοδικίου! Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Κυρίως δὲν πρόκειται ἡμεῖς, Κύριοι, ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τῶν ἀνικάνων καὶ τῶν φαύλων· κυρίως πρόκειται νὰ ὑπάρχῃ σταθερὰ θέλησις, ἵνα ἐπιτελέσωμεν πραγματικὴν ἀνόρθωσιν καὶ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς ἀρχικοὺς πόθους τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· πρόκειται νὰ δώσωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα τοῦ σώματος τοῦ δικαστικοῦ· πρόκειται οὐχὶ μόνον, λέγω, ν’ ἀποβάλωμεν ἀπὸ τοῦ τεμένους τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἀναξίους καὶ τοὺς ἀνικάνους, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν καὶ τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι εἰς τοὺς ἱκανοὺς καὶ χρηστοὺς δικαστάς, τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἐκεῖνον, ὅστις συντελεῖ πρὸς ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας. Ἀλλά, βλέπετε, οἱ χειριζόμενοι σήμερον τὴν ἀνόρθωσιν, οἵτινες οὐδέποτε ἠσχολήθησαν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι ἠσχολοῦντο πάντοτε διὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν προκοπὴν καὶ ἀνόρθωσιν, εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ ὀνόματός των καὶ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ βαλλαντίου των, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν τὴν αὐταπάρνησιν νὰ θυσιάζωμεν τὰ καλλίτερα ἔτη τῆς ζωῆς μας, νὰ περιφρονῶμεν τὰς πιέσεις τῆς πενίας μας, ν’ ἀγωνιζώμεθα τὸν καλὸν ἀγῶνα, ἵνα κατορθώσωμεν τὴν ἀνόρθωσιν, τῆς ὁποίας οἱ Κύριοι ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς, ἀγνοοῦντες τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν καὶ τοὺς πόθους ἡμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπεχώρησαν τῆς αἰθούσης, δὲν παρακολουθοῦσι τὴν συζήτησιν. Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, θὰ τὸ θεωρήσητε ὑπερβολικόν, θὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς τὸ ὅτι εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, διότι δυστυχῶς οὐδεὶς εἶναι ὑπεράνω τοῦ περιβάλλοντος (πιέζει ἀκαταγωνίστως τὸ περιβάλλον). Ἠκούσατε καὶ ὑμεῖς ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλων ἀνδρῶν καὶ δὲν θέλετε νὰ διανοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μόνον αἱ ἐφημερίδες διαφημίζουν ὅτι εἶναι μεγάλοι ἄνδρες, τὰ ἔργα ὅμως οὔτε τοὺς διεφήμισαν οὔτε θὰ τοὺς διαφημίσωσιν. Ἐγὼ ζητῶ τὰ ἔργα, Κύριοι, ἐγὼ ζητῶ τὰ ἔργα, ἐγὼ ζητῶ νὰ μοὶ ἐπιδείξωσιν ἓν ἔργον ὑπὲρ τῆς παρασκευῆς τῆς ἀνορθώσεως, ἐγὼ ζητῶ νὰ μοὶ ἐπιδείξωσι καὶ νὰ μοὶ ἀναφέρωσι ποῦ καὶ πότε ἠγωνίσθησαν, ποῦ καὶ πότε ἔδειξαν αὐταπάρνησιν, ποῦ καὶ πότε ἔδειξαν ὅτι ἔχουσι συγγένειαν πρὸς τὸν ἀγῶνα τὸν ἀνορθωτικόν, διότι ὅσοι θέλουσι νὰ παρακολουθῶσι τὰ πράγματα καὶ νὰ βλέπωσιν αὐτὰ ἐν ἀληθείᾳ γινώσκουσι καλῶς ὅτι ὁ κατέχων σήμερον τὴν δευτέραν θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης δημοσιογραφεῖ καθ’ ἑκάστην ὑβρίζων τὴν Βουλήν.
§207Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, κύριε συνάδελφε.
§208Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι παντελῶς ἀποδεδειγμένον. Μὴ τὸ ἀρνεῖσθε, σᾶς παρακαλῶ. Μὴ τὸ ἀρνεῖσθε ὑμεῖς· μὴ τὸ ἀρνεῖσθε.
§209Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω.
§210ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ λόγῳ τιμῆς;
§211Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως· γνωρίζετε ἂν ἐγὼ θέλω νὰ κρύψω τι ἢ ἂν κρύπτω ποτέ.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου πεδίου, κύριε Βουλευτά.
§213ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις δικασταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὴ σκεπτόμενοι κατὰ τὸν τρόπον τῶν δικαστικῶν παραδόσεων, τῶν παραδόσεων τῶν γραφειοκρατικῶν, τῶν παραδόσεων τοῦ ἀγρίου καὶ φανατικοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔλεγχον ὁ ἀνώτερος δικαστής, ὅστις μετὰ τοῦ κατωτέρου συγκατώκησεν, ἐδάνεισεν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἕτερον, ἐξεμυστηρεύθησαν τὰς ὑποθέσεις των, συνέπαθον, συνεχάρησαν, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἐδιδάχθησαν ὅτι πρέπει ὁ συνάδελφος νὰ σέβηται καὶ ν’ ἀγαπᾷ τὸν συνάδελφον, νὰ εἶναι ἐπιεικὴς πρὸς τὸν συνάδελφον· συνεβίωσαν πάντοτε, ἔχοντες δ’ ὑπ’ ὄψει ὅτι εὑρίσκονται ἔν τινι διαστάσει πρὸς τοὺς δικηγόρους, ὅτι δὲ εὑρίσκονται εἰς μίαν θέσιν ὑπέροχον ἀπέναντι πάντων τῶν πολιτῶν, δικασταὶ δέ, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐγνώρισαν καὶ συνησθάνθησαν δεσμοὺς πρὸς τὴν κοινωνίαν, διότι ὁτὲ μὲν ὑπηρέτουν ἐν Καλάμαις, ὁτὲ δὲ εἰς Σῦρον, εἰς Καρδίτσαν, εἰς Καρπενήσιον, εἰς Κυπαρισσίαν, μετ’ οὐδεμιᾶς κοινωνίας ὡρισμένως συνεδέθησαν, οὐδέποτε εἶδον τὰ συμφέροντα αὑτῶν ἀμέσως καὶ διαρκῶς συνδεόμενα μετὰ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας· ὁ ἄμεσος δεσμὸς αὐτῶν ἦτο πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους των. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις στοιχεῖα νέα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἔδει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος. Ἀλλ’ ἕπεται καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ θέσις τοῦ ζητήματος. Τίθεται ζήτημα ἀπαραδέκτου, ἀπορρέον ἐκ θεμελιώδους συνταγματικῆς διατάξεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην παρεμβαίνει καὶ παραβαίνει τὸ Σύνταγμα, ἀναμιγνυομένη εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, ἡ Κυβέρνησις λέγει «δὲν τὸ θέτω ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης», Κυβέρνησις ἡ ὁποία διεξήγαγεν ὅλην τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν· καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτον, ἔχει θέσιν εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα ἡ Κυβέρνησις; Τί θέλει ἀπαντήσει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Βασιλέα;
§214ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἐλογάριασε.
§215Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐλογάριασεν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διαφωνοῦσα πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀφοῦ ἅπαξ παρενέβη εἰς τὴν συζήτησιν τὴν συνταγματικήν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ Λοξίαι, αὐτοὶ εἶναι οἱ αὐθαίρετοι Λοξίαι ἐν ἑαυτοῖς, αὐθαίρετοι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, Λοξίαι, διότι μεταβάλλουσι γνώμην ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, αὐθαίρετοι πρὸς τὴν Βουλήν, διότι πάντοτε τὰς γνώμας αὑτῶν τὰς ἀλλοπροσάλλους ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσι πρὸς τὴν Βουλήν.
§216Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐτονίσθη, κύριοι Βουλευταί, κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὅτι τὸ δικαστικὸν σῶμα ἔχει ἐκπέσει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ κατέχωσι τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤχθη εἰς τὰς σκέψεις αὐτὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν ταύτην. Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, κύριοι Βουλευταί, ὁ δικαστὴς δὲν ἦτο πράγματι ἀνεξάρτητος ὡς ἔδει νὰ εἶναι, ἡ ἰσοβιότης δὲν περιέβαλεν αὐτοὺς δι’ ἀρκετῆς ἰσχύος, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀντεπεξέρχηται κατὰ τῶν πιέσεων τῆς πολιτικῆς· εὑρίσκοντο πλειστάκις οἰκογενειάρχαι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν πολιτευομένων, διὰ νὰ ἐκδώσωσιν οὕτως ἢ ἄλλως τὴν πολιτικὴν ἢ ποινικὴν ἀπόφασιν, διότι ἄλλως αὐθωρεὶ ἤθελον μετατεθῆ ἀπὸ τὰς Καλάμας εἰς τὰ Τρίκκαλα· εὑρίσκοντο λοιπὸν εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἀνάγκην ἢ ν’ ἀφήσωσι τὴν οἰκογένειαν αὑτῶν εἰς τὸν δρόμον ἢ νὰ κάμωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον οἱ πολιτευόμενοι. Ἡ κακὴ λοιπὸν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν ὠφείλετο κυρίως καὶ μόνον εἰς τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐκβιάζοντας αὐτοὺς πολιτευομένους, καὶ διὰ τοῦτο ἐσχηματίσθη ἰδέα τοιαύτη παρὰ τῷ λαῷ, ἡ ὁποία νῦν δὲν ἐξακολουθεῖ οὖσα τοιαύτη· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀμεταθέτου πάντες οἱ δικηγοροῦντες καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀντελήφθησαν ὅτι ἐπῆλθε μεγάλη μεταβολὴ παρὰ τῷ δικαστικῷ σώματι, καὶ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι φέρονται σήμερον πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι τινὲς ἐκ τῶν δικαστῶν διέπραξαν διαφόρους πράξεις ἀναρμόστους πρὸς τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα ἢ πράξεις ἀξιοποίνους· ἀλλὰ διὰ τὰς πράξεις τὰς ἀναρμόστους πρὸς τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα, διὰ τὰς πράξεις τὰς ἀξιοποίνους ὑπάρχουσι Δικαστήρια ἐπίσης, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐκδίδοντα ἀποφάσεις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον νὰ ἐκκαθαρίσωσι τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀνάξιοι πρὸς τὸ ἀξίωμά των. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην μου ἤρθησαν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχε σχηματισθῆ ἡ γνώμη παρὰ τῷ λαῷ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ δικαστικὸν σῶμα, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς καὶ μόνου νόμου, περὶ τοῦ ἀμεταθέτου, θὰ ἦτο παράτολμον ἡμεῖς νὰ συνταράξωμεν τὴν πρόοδον τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ν’ ἀνακόψωμεν τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἤδη ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἂν ἡ συζήτησις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν εἶναι ἀπαράδεκτος, εἶναι δηλαδὴ ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι συζητήσιμον τὸ ζήτημα· οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς ὅτι εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη, διότι ὡς θεμελιώδης εἶναι μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἓν προσόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ περιφρούρησις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν προσβάλλεται αὐτὴ αὕτη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἕπεται ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν εἶναι διάταξις θεμελιώδης τοῦ Συντάγματος καὶ συνεπῶς δύναται ν’ ἀνασταλῇ. Ἀλλ’ ἂν ἐξετάσωμεν αὐτὴν ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ προέχῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν ὅτι προτιμότερον θὰ εἶναι, ἵνα θεωρηθῇ ὡς θεμελιώδης διάταξις· διότι θὰ γεννηθῇ ἓν προηγούμενον, ὥστε ἑκάστη τῶν μεταγενεστέρων Ἀναθεωρητικῶν Ἐθνοσυνελεύσεων θὰ δύναται ἐπεμβαίνουσα καὶ εἰς τὴν ἰσοβιότητα τοῦ δικαστικοῦ σώματος νὰ ἐπιφέρῃ νέον συγκλονισμὸν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο καὶ παραλυσίαν τελείαν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος. Ἀπὸ ἀπόψεως λοιπὸν πολιτικῆς σκοπιμότητος θὰ ψηφίσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§217Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τῆς 12ης καὶ 40′ ἔληξε τὸ δωδεκάωρον. Ὥστε ἤδη ἰσχύει τὸ τέταρτον διὰ τὰς ἀγορεύσεις.
§219Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§220Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδόλως μοὶ εἶχε κινήσει τὴν περιέργειαν, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων ἢ εἶναι ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τολμηρὰν μόνον ἐθεώρησα τὴν πρότασιν ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ θίξωσι τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος. Σφίγγω ἀπὸ καρδίας τὴν χεῖρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τῆς προτάσεώς του ἠθέλησε νὰ ἐγείρῃ ὀχύρωμα δυσπόρθητον κατὰ πάσης ἐπιθέσεως κατὰ τῆς ἰσοβιότητος. Ἐκφράζω δημοσίᾳ τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι μετὰ σθένους ἠγωνίσθη δι’ ἄλλης ὁδοῦ, ἵνα ἀποσοβήσῃ τὸν ἀπειλοῦντα τὴν ἰσοβιότητα κίνδυνον. Ἐάν, Κύριοι, ἠθέλομεν ἀποφασίσει ν’ ἀναστείλωμεν προσωρινῶς τὴν ἰσοβιότητα, ἠθέλομεν ἀφαιρέσει τοὺς θεμελίους τῆς ἰσοβιότητος λίθους. Ἀπεδόθη ἔλλειψις σθένους καὶ δειλία καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ σθένος ν’ ἀποκαθάρωσιν ἀπὸ τὰ σεσηπότα μέλη τὸν δικαστικὸν κλάδον. Θὰ ἔλθῃ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἱστορία θ’ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ σθένος ἔχουσι καὶ γενναῖοι εἶναι καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οἵτινες ἐπιζητοῦσι διὰ τῆς καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος ν’ ἀποκαθάρωσι τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἐν τῷ Συντάγματι, Κύριοι, ὑπάρχουσι διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ὑποδεικνύεται ὁ τρόπος τῆς ἀποπομπῆς τῶν μελῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ κατέχωσι τὰς δικαστικὰς ἕδρας. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα πρόσωπα, καὶ πάντες γνωρίζομεν καὶ ὁμολογοῦμεν ὅτι ὑπάρχουσι, δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν μομφὴν εἰς τοὺς ἄρχοντας ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐμερίμνησαν, διὰ ν’ ἀποσκορακίσωσιν ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ περιβόλου τὰ σεσηπότα μέλη, οὐδέποτε ὅμως νὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ τῆς προσωρινῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος ἤθελε σαλεύσει τὸ ἔρεισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ δικαιοσύνη. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει ἡ Βουλή, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος δὲν ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει σήμερον νὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ περιφρουρήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον, ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἰσοβιότητα ἀπὸ παντὸς κινδύνου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ διατρέξῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διπλῆ Βουλὴ θεωροῦσα τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ὡς θεμελιώδη κηρύσσει ἀπαράδεκτον τὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος συζήτησιν». Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θέλομεν χαρακτηρίσει, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, τὸν θεσμὸν ὡς θεμελιώδη, καὶ θέλομεν ἀποκλείσει πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπέλασιν κατ’ αὐτοῦ.
§221Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§222Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ὅτι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις ἔχουσι καὶ τὰς συναφεῖς πρὸς αὐτάς, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται καὶ αὐταὶ νὰ λειτουργήσωσι. Καὶ ἀνέφερε πρὸ ἐμοῦ ἄλλος συνάδελφος ὅτι τοιαύτη συναφὴς διάταξις ὑπάρχει διὰ τὴν Βασιλείαν τὸ ἀνεύθυνον αὐτῆς· ἀνέφερεν ἐπίσης ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ὑπάρχει ἡ ἀσυλία. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεμελιώδη διάταξιν τῆς διακρίσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὑπάρχει καὶ ἡ συναφὴς διάταξις τῆς ἰσοβιότητος. Δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν μίαν διάταξιν θεμελιώδη ἄνευ τῶν δευτερευουσῶν τούτων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκαζόμεθα νὰ θεωρήσωμεν καὶ ταύτας ὡς θεμελιώδεις. Καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως καὶ ἐγὼ θέλω ψηφίσει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ συμφωνήσω ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ θέλει νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ αὕτη ἔχει χαρακτῆρα ἀπαραδέκτου, καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ ἰσοβιότης ἐπίσης προσβάλλεται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐναντίον τῆς διατάξεως ταύτης νὰ ψηφίσω ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ πάσης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, παρατηρῶ καί τι ἄλλο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐν ἀνάγκῃ θὰ προέβαινε καὶ εἰς νέαν ἐπανάστασιν.
§223Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ἐὰν ἐνόμιζον ἀναγκαίαν, διότι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως εἴμεθα πάντες.
§224Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἠκούσαμεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λέγοντος ὅτι αἱ κατηγορίαι αἱ διάφοροι, τὰς ὁποίας ἀκούομεν ἐνταῦθα, αἱ πλεῖσται τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, προέρχονται ἐκ λόγων ψυχολογικῶν, οἵτινες διαθέτουσιν ἡμᾶς ἐναντίον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Οὕτω βλέπομεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἔχουσαν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη δὲν θεωρεῖται ἀναγκαία. Κύριοι, τὴν πεποίθησιν ταύτην ἔχω σχηματίσει καὶ ἐγώ, τὴν πεποίθησιν δὲ ταύτην ἐσχημάτισα ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶδον παρουσιαζομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν τροπολογίαν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε εἶχον ἀκούσει ἁπάσας τὰς κατηγορίας, αἵτινες ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχον ταραχθῆ καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ὅτε εἶδον τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν συνισταμένην ἀπὸ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα πάντες ἔχομεν πεποίθησιν, νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν εἰς ἐλάχιστα πρόσωπα, νὰ συμπαρασύρῃ δὲ εἰς ταύτην πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα πάντες ἐνταῦθα γνωρίζομεν ὅτι ὀφείλει νὰ σεμνύνηται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, τότε καὶ ἐγὼ ἐπείσθην ὅτι αἱ κατηγορίαι προήρχοντο ἐκ ψυχολογικῶν λόγων. Κύριοι, ἂς ἐνθυμηθῶμεν τί συνέβη, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ΙΗʹ Περιόδου. Καὶ τότε ὡμίλουν περὶ ἐκκαθαρίσεως, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ μᾶς εἶπε· «θέλετε νὰ μὴ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον; Καὶ ἰδού, Κύριοι, καθηγητής — χωρὶς νὰ ὀνομάσῃ τὸ ὄνομα —, ὁ ὁποῖος συγγράφει ὀγκῶδες σύγγραμμα, ἔχον μόνον τὴν ὑπογραφὴν ἰδικήν του, ἰδοὺ ἄλλος καθηγητής, ὁ συγγράψας τὰ ἑξῆς...) καὶ ἀνεγίνωσκε διάφορα τεμάχια ὑπὸ τὸν καγχασμὸν τῆς Βουλῆς. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐξεκαθαρίσθη ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος; Οὐδόλως. Κύριοι, ὅτε ἔχομεν τοιαῦτα παραδείγματα ἐνώπιον ἡμῶν, πρέπει νὰ προσέχωμεν διὰ νέας ἐκκαθαρίσεις. Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν διάταξιν θέλομεν καταψηφίσει καθ’ ὅσον θέλομεν εἶσθαι ἀληθῶς ἀτυχεῖς, ἐὰν γίνωμεν παραίτιοι νὰ προσβάλωμεν ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους σεμνύνεται ὁ δικαστικὸς κλάδος.
§225Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε πρότασιν ἀπαραδέκτου, στηρίξας ταύτην εἰς δύο βάσεις, τῆς νομιμότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος. Καὶ ὑπὸ μὲν τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος ἀνέπτυξαν ταύτην διὰ μακρῶν προλαλήσαντες συνάδελφοι, τάσσομαι δὲ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῶν, ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν ἀνήκει εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις. Ἐγὼ θὰ ἀσχοληθῶ ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας βάσεως, τῆς σκοπιμότητος. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ἦτο ἥκιστα ἐνθαρρυντικὸν καὶ ἄπελπι θὰ προοιωνίζετο τὸ μέλλον τοῦ τόπου, ἐὰν κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, καθ’ ἣν ἀνυπολόγιστοι ἐπῆλθον ζημίαι, μέγιστοι δὲ κίνδυνοι ἠπειλήθησαν, δὲν ἠθέλομεν λάβει μέριμναν πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸν δικαστικὸν κλάδον ἐπηρέασε τὰ μάλα τὸ φαῦλον καθεστώς. Σειρὰ δικαστικῶν σκανδάλων συνεκλόνησε τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰσέδυσαν δὲ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πρόσωπα ἥκιστα τιμῶντα τὴν θέσιν, ἣν κατέχουσι, λίαν δ’ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τοιούτους δικαστάς, ὡς ἕτεροι συνάδελφοι ἔπραξαν τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁρμῶμαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι, ἐὰν ἀναφέρω τοιαῦτα σκάνδαλα, ἔπρεπε ν’ ἀναφέρω ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις, δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω πρόσωπα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ὄντως ἔχομεν δικαιοσύνην, ἔχομεν καλοὺς δικαστάς, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οὐχὶ καλοί, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔχομεν μὲν φαύλους δικαστάς, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνικάνους. Μὲ τὴν αὐτὴν γνώμην τάσσομαι καὶ ἐγώ. Ὅσον δὲ ὀλιγάριθμοι καὶ ἂν εἶναι οὗτοι, ἀπετέλεσαν νοσογόνους ἑστίας, παραμένοντες δὲ ἀντιδρῶσι καὶ παρακωλύουσι πᾶσαν ἐργασίαν ἐξυγιαστικήν, ἀδύνατον δὲ ν’ ἀνακτήσῃ ἡ δικαιοσύνη τὸ κῦρος καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄνευ ἐκκαθαρίσεως, ἄνευ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, τῆς περιφρουρούσης τὰ νοσογόνα ταῦτα στοιχεῖα. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν λόγον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ὡμίλησε μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν καλλιέπειαν, δὲν μὲ ἔπεισαν ὅμως τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ. Ἰδίως ἐστηρίχθη ὅτι νέα ἐκκαθάρισις θέλει φέρει τὸν κλονισμὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ θέλει μειωθῆ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τὸ ἀντίθετον θέλει συμβῆ, διότι νομίζω ὅτι διὰ τὴν δικαιοσύνην ἰδιαίτατα, τὴν ἀποτελοῦσαν τὸ ἔρεισμα τῆς προόδου τῆς Πολιτείας, δι’ αὐτὴν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὥστε ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ κῦρος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἤδη δὲν ὑφίσταται. Διότι τί ἄλλο μαρτυροῦσιν αἱ πανταχόθεν σχηματισθεῖσαι ἰδέαι περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς δικαιοσύνης, τί ἄλλο μαρτυροῦσιν αἱ καθ’ ἑκάστην καὶ ἀθρόαι ἐκφράσεις εὐχῶν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων περὶ ἐκκαθαρίσεως; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ δικαστικὸς κόσμος ἐπιθυμεῖ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποστῇ ἓν νέον βάπτισμα, οὕτως ὥστε ν’ ἀνακτήσῃ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἀποβάλει. Ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἠδυνήθη νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν της, διότι δὲν εἶχε τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἀνώτατον σῶμα, τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἰσοβιότητα καὶ αὐτοδιοίκησιν, καὶ ἐρωτῶ· τί μέχρι τοῦδε ἐπετέλεσεν; Οἱ πλεῖστοι τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι δικηγόροι, καὶ προκαλῶ αὐτοὺς νὰ μὲ διαψεύσωσιν ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Ὑπάρχει εἷς δικηγόρος ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως; Ὑπάρχει δικαστὴς ἀνίκανος καὶ φαῦλος, ὅστις νὰ μὴ ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰς πρόεδρον Πρωτοδικῶν; Ἄρα αὐτὸ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἰσοβιότητα, ἀπέβαλε ταῦτα. Ἡμεῖς δὲ νῦν οὐδὲν ἕτερον ζητοῦμεν εἰμὴ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, μὴ δυνηθέντος νὰ σταθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του. Εἶμαι φίλος, φίλτατος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως ὑποστηρίζω ταύτην, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην τὸ μὲν ἀκολουθῶν τὴν θέλησιν τῶν συμπολιτῶν μου, οἵτινες μετ’ ἀγωνίας ἀναμένουσι τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης παρ’ αὐτῆς μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζουσι τὰς ἐλπίδας των, τὸ δὲ διότι νομίζω ὅτι Κράτος, τὸ ὁποῖον κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως δὲν ἐσκέφθη περὶ βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ θίξῃ ταύτην ἐκ διαφόρων λόγων οὐδὲ τολμᾷ νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν Θέμιδα καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν δικαιοσύνην ἁγνὴν καὶ ἄσπιλον, τιμωρὸν τοῦ ἀδίκου καὶ προστάτην τοῦ δικαίου, δὲν εἶναι, νομίζω, προωρισμένον νὰ ἐπιτελέσῃ σπουδαῖον ἔργον ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.
§226ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰδικὴν μελέτην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν ἔχω κάμει, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον κάμει τοιαύτην, δὲν ἤθελον ἀποκομίσει τόσας ἰδέας καὶ τόσας γνώμας, ὅσας ἀπεκόμισα ἀκούσας μετὰ πολλῆς προσοχῆς τόσους συναδέλφους, σοφοὺς ἐπιστήμονας, ἀληθῶς σπουδαίους συναδέλφους, παρελθόντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, ἔχει πολλοὺς σοφοὺς ἀνθρώπους· αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς εὐελπίζῃ, ἀλλ’ ἔχει σπάνιν χαρακτήρων. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ. Χαρακτήρων ὅμως ἰδίως ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς, διότι ἡ ἔλλειψις τοιούτων μᾶς κατέστρεψεν.
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
§228ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν βλάπτει νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ. Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ προσοχῆς καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, τὰ ἐστάθμισα ὅσον ἠδυνάμην καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι πρέπει νὰ καταψηφίσω πᾶσαν πρότασιν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ποῦ στηρίζονται, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται κατὰ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος; Καὶ ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος ἔχουσι συναίσθησιν τοῦ τί ζητοῦσι;
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ!, Ἆ!
§230Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ εἶναι δικηγόροι βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μουρμουρίζουσιν ἆ! καὶ ἆ! Ζητοῦσιν οὐδὲν ὀλιγώτερον οὐδὲν περισσότερον, ζητοῦσι τὴν ἐκ βάθρων συγκλόνισιν παντὸς πλέον δικαστικοῦ κύρους. Διότι τοῦτο θὰ εἴπῃ κατάργησις τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὡμίλησαν περὶ τῆς δικαιοσύνης μας ἐν γένει καὶ ἰδίως περὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, ὅπως ὡμίλησαν πολλοί, λόγῳ δημοκοπίας· θὰ ἦτο βαρὺ νὰ ὑποθέσω τοῦτο, διότι ὑπάρχουσι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ δημοκοπία εἶναι αὐτόχρημα ἐγκληματική, ἂν καὶ διέκρινα ὅτι τινὲς πολὺ θὰ εὐχαριστηθῶσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνωσι δεκταὶ αἱ γνῶμαί των καὶ προγραφῶσι μερικοὶ δικασταὶ μὴ ἀρεστοὶ εἰς αὐτούς. Ποῦ λοιπὸν στηρίζονται οἱ ζητοῦντες αὐτὰ τὰ τόσον σοβαρά, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι; Σᾶς λέγουσιν: «εἶσθε κωφοί; Δὲν ἀκούετε τὴν γενικὴν κατακραυγὴν τῆς κοινῆς γνώμης; Καὶ δὲν ἀρκεῖ αὐτή ἡ κατακραυγὴ ἡ γενικὴ τῆς κοινῆς γνώμης κατὰ τῆς δικαιοσύνης νὰ σᾶς πείσῃ νὰ ζητήσητε καὶ ὑμεῖς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἐκκαθαρίσωμεν τὴν δικαιοσύνην;». Ὄχι· δὲν εἴμεθα κωφοί. Ἀκούομεν, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς.
§231Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὑπῆρχε καὶ ἡ κοινὴ γνώμη.
§232Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀκούομεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν κατακραυγὴν κατὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι πραγματικῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατακραυγή. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὴν ἐξετάζομεν, δὲν τὴν παραδεχόμεθα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε· τὴν μελετῶμεν ἐπισταμένως καὶ οὕτως ἀνευρίσκομεν ὅτι, ἐνῷ εἶναι φυσική, ἐνῷ εἶναι ἀναπόφευκτος αὐτὴ ἡ κατακραυγή, εἶναι ὅμως ἄδικος.
§233Ι. ΜΑΝΕΤΑΣ. Διατί;
§234Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ἀνῆλθον διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὸ διατί.
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§236Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τινὲς ἐκ τούτων μοὶ ἀρέσκουσι, κύριε Πρωθυπουργέ.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ διέλθωμεν ὅλην τὴν νύκτα ἀκούοντες διακοπάς; Ἀφήσατε νὰ τελειώσωσιν οἱ ῥήτορες, παρακαλῶ, Κύριοι!
§238Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ βάσις αὐτῆς τῆς κατακραυγῆς δὲν σᾶς ἔπεισε, Κύριοι, ἡ προχθεσινὴ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁμιλία ἐκείνη, ἡ ἀποπνέουσα τὸ μύρον ἀρχαίας δημηγορίας; Παρετήρησα καὶ ἐπείσθην ὅτι σᾶς ἔπεισε περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν παρῆλθεν ἐντεῦθεν χωρὶς ν’ ἀναμνησθῇ αὐτῆς τῆς δημηγορίας, ἄλλοι εὐφήμως, ἄλλοι μὲ φθόνον κεκαλυμμένον μέν, ἀλλὰ πάντως μὲ φθόνον. Δὲν ἦτο δικανικὴ ἐκείνη ἡ ὁμιλία· ἦτο δημηγορία τῶν ἄλλοτέ ποτε ὡραίων χρόνων, διότι καὶ ὑπὸ ἔποψιν τέχνης καὶ ὑπὸ ἔποψιν οὐσίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν δυνάμεως καὶ ὕφους καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀληθείας ἦτό τι θαυμάσιον, ἦτό τι ἀριστούργημα. Δὲν λέγω, Κύριοι, αὐτό, διὰ νὰ νομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θέλω νὰ τῷ καύσω λιβανωτόν. Διότι δὲν φαντάζομαι νὰ ἐλησμονήσατε ὅτι προχθὲς μόλις ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸν κατέκρινα, ὅτε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του—καὶ ἐξέφρασα μάλιστα καὶ ἀπορίαν πῶς, ὅτε ὑπέγραφε, δὲν παρέλυσεν ἡ χείρ του—ἔσφαξε δεκατέσσαρας ἀνθρώπους ταυτοχρόνως! (Γέλωτες).
§239Γ. ΠΩΠ. Ἐκεῖ ἦτο κατὰ τῆς ἰσοβιότητος! (Ἱλαρότης καὶ νέοι γέλωτες).
§240Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι ἁπλῶς καὶ μόνον διότι εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος.
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶσθε.
§242Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶμαι. Διότι σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶμαι Ζαϊμικός· ὑποστηρίζω ὡς στρατιώτης τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Ζαΐμη, εἰς ἡμᾶς δὲ εἶναι εὐχάριστον, ὅταν πραγματοποιῶνται αἱ ἀρχαί μας ἢ καὶ μέρος αὐτῶν, ἔστω καὶ ὑπ’ ἄλλων. Δύνασθε νὰ μὲ κατηγορήσητε ὡς ἀδέξιον ἀντιπολιτευόμενον — τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἀντιλήψεως —, ὄχι ὅμως ὡς ἀνειλικρινῆ συνάδελφόν σας, διότι ἐννοῶ ἐντεῦθεν νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται τοῦτο νὰ εἶναι εὐχάριστον καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν πολιτικόν μου ἀντίπαλον. Ἡ κοινὴ γνώμη κατακραυγάζει κατὰ τῶν δικαστῶν. Καὶ σᾶς φαίνεται παράδοξον τοῦτο; Καὶ σᾶς ἐκπλήττει, κύριοι συνάδελφοι, τοῦτο; Ἐμὲ δὲν ἐκπλήττει διόλου. Τὸ θεωρῶ φυσικόν. Τὸ θεωρῶ ἀναπόφευκτον. Γίνεται μία δίκη· ἐκδίδεται μία ἀπόφασις· φυσικὸν εἶναι ὁ εἷς νὰ χάσῃ· ἰδοὺ μία κατακραυγὴ κατὰ τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν.
§243ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μία;
§244Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι μία. Ἐκ περιτροπῆς καὶ ἐξακολουθητικῶς ἐκδίδονται πολυάριθμοι ἀποφάσεις· πολυάριθμοι συνεπῶς καὶ αἱ κατακραυγαί. Καὶ ἰδοὺ ἡ δημιουργία τῆς γενικῆς κατακραυγῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεσθε. Ἀλλ’ εἶναι σαθρά, καὶ δὲν πρέπει νὰ στηρίζησθε ἐπὶ σαθρᾶς βάσεως, διότι θὰ πέσητε.
§245Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο καλλίτερον νὰ μὴ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις!
§246Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὡραῖον τοῦτο· ἀλλὰ τότε διατί τοὺς ἔχομεν; Καλλίτερον νὰ μάθωμεν ἡμεῖς νὰ σεβώμεθα τὴν δικαιοσύνην, καὶ ὅταν μᾶς καταδικάζῃ νὰ λέγωμεν ὅτι καλῶς μᾶς κατεδίκασεν. Ἀντί, κύριε Κουτούπη, νὰ μοὶ κάμητε τὴν παράδοξον αὐτὴν διακοπήν, ἔπρεπε νὰ μὲ ἐρωτήσητε: πῶς συμβαίνει εἰς ἡμᾶς, εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, νὰ γίνεται αὐτό; Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Πῶς συμβαίνει εἰς τὴν χώραν ἡμῶν πᾶς ὅστις καταδικάζεται νὰ τὰ ἔχῃ μὲ τὸν δικαστήν, νὰ τῷ πταίῃ ὁ δικαστής; Θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ αἰτία τούτου. Συμβαίνει τοῦτο, Κύριοι, διότι δὲν ἔχομεν δυστυχῶς ἀποκτήσει ἀκόμη τὴν μόρφωσιν ἐκείνην, τὴν ἀνατροφὴν ἐκείνην τὴν πολιτικήν, τὸν πολιτισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἄλλοι λαοὶ κατὰ πολὺ προηγμένοι ἡμῶν καὶ τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ποθοῦμεν καὶ ἡμεῖς ὀνειρευόμεθα καὶ βαίνομεν ὅπως φθάσωμεν, ἀλλὰ βαίνομεν καὶ πλησιάζομεν βραδέως· θὰ φθάσωμεν ὅμως μίαν ἡμέραν. Περὶ τούτου, εὐελπιστῶ, καὶ πρέπει πάντων ἡμῶν αἱ εὐχαὶ καὶ πάντων ἡμῶν αἱ προσπάθειαι εἰς τοῦτο νὰ τείνωσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου αἰτία αὐτῆς τῆς κατακραυγῆς εἶναι εἷς ἐχθρός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς δικαιοσύνης καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας ἡμῶν· ὁ ἐχθρὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος παραγνωρίζει τὸν προορισμόν του, ἐννοεῖ νὰ περιστέλλῃ πᾶσαν τάσιν τῆς κοινωνίας, ὅπως ἐπιγνώσῃ ἡ κοινωνία αὕτη ποῖον εἶναι δίκαιον καὶ ποῖον εἶναι ἄδικον. Τὸν ἐχθρὸν αὐτὸν θὰ τὸν εἴπω, διότι συνήθισα νὰ λέγω ὅ,τι πρεσβεύω καὶ τὸ ὁποῖον λεγόμενον δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ οὐδεμία σκέψις, οὐδὲν ἐμπόδιον εἶναι ἱκανὸν νὰ μὲ κάμῃ νὰ κρύπτω τοῦτο, δὲν ἐπιτρέπω ὅμως νὰ μὲ διακόψητε. Ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς εἶναι τὸ σῶμα τῶν δικηγόρων. Τί σημαίνει, Κύριοι, ἂν ὑπάρχουσιν αἴφνης δέκα Ἀραβαντινοί, πεντήκοντα Γαρδικιῶται ἢ χίλιοι ἔντιμοι, χίλιοι ἐνάρετοι, χίλιοι ἁγνοὶ δικηγόροι; Ὑπάρχουσι 10.000 ἐν ὅλῳ δικηγόροι εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ 9.000 εἶναι μία παμμεγίστη ἀκαθαρσία! (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε.
§248Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οὐδεμίαν λέγω ὑπερβολήν.
§249ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας.
§250Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐνόησα. Θέλετε νὰ σᾶς ἐξαιρέσω πάντας ἐδῶ, κ. Πρόεδρε;
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς προσκαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας, διότι ὑβρίσατε ὁλόκληρον σῶμα ἐπιστημονικόν. Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ἐτελείωσεν ἡ ὥρα. Νὰ κατέλθητε τοῦ βήματος. Κατέλθετε, παρακαλῶ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα σας.
§252Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω. Δὲν ἐτελείωσε, κύριε Πρόεδρε.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε. Θὰ δευτερολογήσητε, ἐὰν θέλητε, ἀλλὰ τώρα νὰ κατέλθητε.
§254ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ λάθος ἐκάματε μίαν ὑπέρβασιν καὶ πρέπει ν’ ἀνακαλέσητε.
§255Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶσθε οὔτε εἰς κατάστασιν νὰ κρίνητε ὑμεῖς περὶ τῶν δικηγόρων.
§256Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀλήθεια; (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος μέγας. Ἀπειλητικαὶ χειρονομίαι. Οἱ πάντες ὄρθιοι πρὸ τοῦ βήματος φωνάζοντες καὶ ἀπειλητικοὶ κατὰ τοῦ ῥήτορος, ὅστις ὅμως μένει εἰς τὴν θέσιν του ἀκλόνητος).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§258Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι αἶσχος νὰ λέγωνται τοιαῦται ὕβρεις ἐναντίον τοῦ δικηγορικοῦ σώματος. (Μάλιστα, μάλιστα).
§259Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τὸ πιστεύετε; Ἢ τὸ λέγετε χάριν τῶν συναδέλφων σας;
§260Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ δικηγορικὸν σῶμα, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθανθῇ καμμίαν προσβολήν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἂν συναισθάνεται ἢ δὲν συναισθάνεται ὁ ῥήτωρ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπε. Κύριος εἶναι νὰ κρίνῃ. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ αἱ ἀπειλαί).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε. Κύριε Μειτάνη, ἐξηνέγκετε φράσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁρμόζουσα ἐπὶ τοῦ βήματος. Παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε.
§262Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι, περιμένετε νὰ ἴδητε τί θὰ σᾶς εἴπω.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε, Κύριοι, ν’ ἀνακαλέσῃ καὶ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§264Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§265Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ὑμεῖς, κ. Μπουφίδη; Ἐγὼ οὐδένα ἐνόουν, Κύριοι, νὰ προσβάλω. Ἐγὼ ἐνόουν ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ἐργάζεται ἐπιβλαβῶς, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε ν’ ἀποδείξητε τίποτε, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Δι’ ἀνεπάρκειαν ἐξηγήσεως σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν ὡς Πρόεδρος. Νὰ κατέλθητε δὲ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πλέον. Παρῆλθε τὸ τέταρτον τῆς ὥρας τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὡρισμένον.
§267Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διὰ τοὺς ἄλλους δὲν εἶναι τὸ ἴδιον; Πόσοι μέχρι τοῦδε παρέμειναν εἰς τὸ βῆμα περισσότερον τοῦ τετάρτου;
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κατέλθητε τοῦ βήματος. Ἀκούετε; Δὲν εἶναι τρόπος αὐτός! (Ὁ ῥήτωρ ἐπιμένει ἐπὶ τοῦ βήματος μὴ κατερχόμενος).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τρία λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἰδοὺ ὅτι οὐδεὶς σᾶς ἀκούει.
§270Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχετε τὰ νεῦρα πραέα, καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς βλάψῃ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας.
§272Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον τώρα, Κύριε! Ἔχει ἄλλος. Ὁ κ. Βελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§274Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναμείνω τὴν σειράν μου.
§275ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§276Ν. Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καίτοι, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει, καὶ πολλοὶ ἀνῆλθον καὶ κατῆλθον τοῦ βήματος τούτου, ἄλλοι μὲν ὁμιλήσαντες ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἄλλοι δὲ κατ’ αὐτῆς, ἐν τούτοις λόγῳ τῆς σοβαρότητος νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος· θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερος, ἵνα μὴ καταπονήσω ὑμᾶς. Ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀνελθόντων εἰς τὸ βῆμα τοῦτο οὐδεὶς εὐτυχῶς ἠγόρευσε κατὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ οὐδεμία φωνὴ ἠκούσθη κατ’ αὐτῆς· δικαίως δὲ φρονῶ ὅτι διὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἥτις εἶναι μία τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν, ἐν δὲ τῇ πράξει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποβαίνει σπουδαιοτέρα πάσης ἄλλης ἐξουσίας· διότι εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλὴς καὶ ἰσχυρὰ ἀκρόπολις τῶν ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐνεργῶς παρεμποδίζουσα τὰς ἐπιδρομὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὸ καὶ εἰς πάντα τὰ Κράτη εἶναι καθιερωμένη ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις ἔχει τὴν καταγωγήν της ἀπὸ τῆς Ἱσπανίας, ἔνθα εἰσήχθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος 1442 τῇ ἀπαιτήσει τῶν κατοίκων τῆς Ἀραγόνης πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Ἱσπανίας, πεισθέντων ὑπὸ μακρᾶς πείρας ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐνεπαίζετο ἀπονεμομένη ὑπὸ δικαστῶν παυομένων αὐθαιρέτως, διὸ οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς ἰσοβιότητος εἶμαι κεκηρυγμένος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἀναστολῆς ταύτης, ἥτις συζητεῖται ἀπό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ἀρχικῶς μὲν ἡ ἀναστολὴ ἐζητεῖτο διὰ πάντας τοὺς δικαστικοὺς ἰσοβίους ὑπαλλήλους, εἶτα δὲ περιωρίσθη εἰς μόνους τοὺς δικαστὰς τοῦ ἀνωτάτου παρ’ ἡμῖν δικαστικοῦ σώματος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὅν καὶ μόνον τὰ βέλη τῶν ζητούντων τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ἐστράφησαν. Δὲν ἔπρεπε κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ζήτημα νὰ περιορισθῇ οὕτω, διότι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τούτου, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, καθίσταται προσωπικόν. Τὸ ζήτημα ἔδει νὰ συζητηθῇ, ἂν πρέπει ν’ ἀνασταλῇ γενικῶς ἢ μὴ ἡ ἰσοβιότης, καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως θὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τοῦτο. Οὐδεὶς δύναται, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῇ ὅτι ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ ὅτι αἱ ἀποδιδόμεναι αὐτοῖς κατηγορίαι εἰσὶ πᾶσαι ἀβάσιμοι καὶ ἀναληθεῖς. Οὔτε ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις φρονῶ ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ εἶναι ἄσπιλοι, καὶ ἀναληθεῖς αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι, τοὐναντίον φρονῶ ἐν πεποιθήσει ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ διαφόρων βαθμῶν, οἵτινες δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των· οἱ τοιοῦτοι ὅμως, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἐλάχιστοι, εἶναι σταγόνες ἐν τῷ ὠκεανῷ ἀπέναντι τοῦ ὅλου, καὶ αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀβάσιμοι καὶ ἀναληθεῖς καὶ ὑπερβολικαί. Ὁ χαρακτὴρ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε πάντοτε νὰ μεγαλοποιῇ τὰ συμβαίνοντα, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ζητήματα μηδαμινῆς ἀξίας νὰ φθάνωσι διὰ τῆς φαντασίας μας εἰς ζητήματα σοβαρά, ζητήματα σκανδάλων· ὅταν δὲ παρέλθῃ ἡ πρώτη ἐντύπωσις καὶ ἐξετασθῶσι ταῦτα μᾶλλον ψυχραίμως, τότε πειθόμεθα ὅτι αἱ ἀρχικαὶ ἡμῶν κρίσεις καὶ ἀντιλήψεις δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῶν πραγμάτων. Αἱ μεταγενέστεραι ὅμως κρίσεις καὶ ἀντιλήψεις, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ μόναι ἀληθεῖς, δὲν διαδίδονται καὶ ἀναπτύσσονται, ὡς διεδόθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν αἱ πρῶται, αἵτινες ἦσαν ἀποτελέσματα τῆς φαντασίας καὶ οὐχὶ τῆς πραγματικότητος καὶ ἀληθείας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ κοινωνία μένει μὲ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις. Εὐκολώτερον δὲ πείθεταί τις εἰς τὰ ἐναντίον τινὸς λεγόμενα ἢ εἰς τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ χαρακτὴρ ἡμῶν οὗτος ἕνεκα μεμονωμένων δικαστικῶν καὶ ἁπλῶν παραβάσεων ἐδημιούργησεν ἀτμόσφαιραν κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ ἀναγκάζει πολλοὺς οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, νὰ καταφέρωνται καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὰς δυσαρεσκείας, ἃς προκαλεῖ ἡ ἐνάσκησις τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, ἥτις δημιουργεῖ καθημερινῶς ἐχθροὺς καὶ πολέμους, ὡς ἐκ τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, αἵτινες πάντως θὰ δυσαρεστήσωσι τὸν ἕνα τῶν ἐν αὐταῖς διαδίκων, καὶ εἰς τοῦτο δυστυχῶς συντρέχουσι καί τινες ἐξ ἡμῶν τῶν δικηγόρων, οἵτινες, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἡμέτερα σφάλματα κατὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τοῦ πελάτου μας, ἀποδίδομεν τὴν ὡς ἐκ τῆς ἐλαττωματικῆς ταύτης ὑπερασπίσεως ἐναντίον αὐτῶν ἀπόφασιν εἰς ἀμάθειαν ἢ κακοήθειαν τοῦ δικαστοῦ. Ὅτε πάντα ταῦτα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν αἰτίαν, ἧς ἕνεκα πολιτειολόγοι τινὲς διδάσκουσιν ὅτι τὸ μῖσος τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν δικαστῶν ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὰ ἀδικήματα, ἅτινα ἀποτρέπουσι, μᾶλλον διὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται νὰ πράξωσι, παρὰ εἰς τὰ ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποπίπτουσιν οὗτοι, ταῦτα καὶ ἄλλα μὲ ἔχουσι πείσει ὅτι αἱ ὑπὸ συναδέλφων ἀναπτυχθεῖσαι κατηγορίαι εἶναι ὑπερβολικώταται καὶ φαντασιώδεις καὶ ἡ ζητουμένη ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος ἄδικος. Ἄλλως τε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταὶ οἱ ὑποπεσόντες εἰς παραβάσεις καὶ μὴ ἱστάμενοι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των δὲν εἶναι ἄξιοι ἀγχόνης, καθόσον, ἂν παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, αἰτία τούτου ἦτο ἡ Πολιτεία, ἥτις τοὺς περιέβαλε μὲν διὰ τῆς ἰσοβιότητος ἀπὸ τοῦ 1864, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς, οὐσιώδη καὶ ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς ἰσοβιότητος, ἀφῆκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τοιαύτη ὅμως ἰσοβιότης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Ἦτο ἰσοβιότης νεκρά, καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ μετάθεσις καὶ ἡ προαγωγὴ δικαστοῦ τινος δὲν ἐγίνοντο δικαίως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἑπομένως ὀλεθρίως ἐπενήργουν αὗται εἰς τὸν δικαστήν. Ὅτε τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, πῶς θέλετε τὸν μέχρι πρὸς ἔτους δικαστὴν ἀκέραιον, ἄσπιλον καὶ ἐπαξίως εὑρισκόμενον εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του; Πῶς θέλετε τὸν δικαστὴν νὰ ἐκπληροῖ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὸ καθῆκόν του, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἡ μετάθεσίς του καὶ ἡ προαγωγή του ἐξαρτᾶται οὐχὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τούτου; Πῶς θέλετε τὸν δικαστὴν νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν νοσηρὰν ἀτμόσφαιραν τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ καθημερινῶς ἀναπνέει ταύτην; Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐν πολιτικῇ κραιπάλῃ καὶ οὐδεμία δημοσία λειτουργία ἔμεινε νηφάλιος. Πῶς λοιπὸν θέλετε, ἵνα ἡ δικαιοσύνη μὴ ἀναπνέῃ τὸν νοσηρὸν ἀέρα; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι πᾶσα λειτουργία εἶναι ἀναπαράστασις ἠθῶν, ἐθίμων καὶ χαρακτῆρος τῆς κοινωνίας, παρ’ ᾗ δρᾷ καὶ ἐξ ἧς διεμορφώθη. Μήπως ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι ἄνθρωπος, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκας; Καίτοι ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ἐν τούτοις οἱ πλεῖστοι τῶν δικαστῶν ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, διὸ καὶ πρέπει νὰ καυχᾶται τὸ ἔθνος καὶ ἐλάχιστοι εὐτυχῶς, ἐλάχιστοι παρέλειπον τοῦτο. Τοὺς ἐλαχίστους ὅθεν τούτους δέον νὰ κρίνωμεν οὐχὶ ἐκ τῆς μέχρι σήμερον ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός των, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελλοντικῆς ἐκτελέσεως τούτου, διότι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα προαγωγῆς καὶ μεταθέσεως καὶ ἑπομένως ὁ δικαστὴς δὲν πιέζεται ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα παραβῇ τὸ καθῆκόν του. Ἀνεθάρρησε, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ Βουλευτοῦ διὰ τὴν μετάθεσιν ἢ προαγωγὴν ὡς πρότερον. Δὲν ἐξετέλει τὸ καθῆκον οὐχὶ ἐκ κακοηθείας, διότι, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδεὶς κακοήθης ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἐξετέλει τοῦτο ἐξ ἄλλων ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἄδικος, ὡς ἀνέπτυξα, ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ καὶ ὀλεθρία διὰ τὴν δικαιοσύνην. Καὶ εἶναι ὀλεθρία, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, διότι θὰ ἐπιφέρῃ μέγιστον κλονισμὸν καὶ παράλυσιν τῆς δικαιοσύνης, οὐ μόνον μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι συμπληρώσεως τῶν ἐπελευσομένων κενῶν, ἥτις ἀπαιτεῖ οὐ μικρὸν χρόνον μέχρις ἐξευρέσεως ἱκανῶν δικαστῶν, οὐ μόνον ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χαρακτῆρος, ὅστις εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντα δικαστήν, διότι ἡ ἐπιστημονικὴ ἱκανότης ἄνευ χαρακτῆρος εἶναι μηδέν. Ἕως οὗ δὲ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις, οὐδεὶς τῶν δικαστῶν θὰ ἐργάζηται μὲ ἥσυχον τὴν συνείδησιν καὶ τὸν νοῦν, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον καθ’ ὅλον τὸν δικαστικὸν αὐτοῦ βίον νὰ μὴ ὑπέπεσεν ἀκουσίως εἰς παράπτωμά τι. Τὸ παράπτωμα τοῦτο θὰ βασανίζῃ αὐτὸν ἡμέραν καὶ νύκτα ἐκ τοῦ φόβου ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κριθῇ ὑπὸ τῶν ἐκκαθαριστῶν ὡς σοβαρὸν καὶ ν’ ἀποπεμφθῇ τοῦ σώματος. Ὁ φόβος οὗτος δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι χιμαιρικός, διότι αἱ μέχρι σήμερον γενόμεναι ἐκκαθαρίσεις ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἔσχον καὶ θύματα, ἅτινα δυστυχῶς δὲν εἶναι ὀλίγα, καὶ οὐ μόνον θύματα ἔσχον, ἀλλὰ καὶ ἀφῆκαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλους οὐ μόνον μὴ τιμῶντας τὸν κλάδον, ἀλλὰ προσβάλλοντας τοῦτον. Ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅμως ὅρους ἐργασία πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ εὐσυνείδητος ἐργασία. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι θ’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ πράγματι ἀνάξιοι τοῦ δικαστικοῦ σώματος, καθόσον τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον. Προτιμότερον δέ, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι νὰ μένωσιν ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι καί τινες ἀνάξιοι παρὰ ν’ ἀδικηθῇ εἷς, διότι ἡ ζημία θὰ εἶναι μικροτέρα. Οἱ ἀνάξιοι οὗτοι θὰ εἶναι ἀκίνδυνοι διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ὅταν εὑρίσκωνται μεταξὺ συναδέλφων ἱκανῶν καὶ τιμίων. Ἐὰν ὅμως κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν σωθῇ καὶ εἷς τῶν ἀνικάνων, οὗτος μετὰ ταύτην δὲν θὰ μείνῃ στάσιμος εἰς τὴν ἀνικανότητα, ἀλλὰ θὰ προαχθῇ εἰς τὴν βαθμίδα τῆς κακοηθείας. Πολλοὶ δὲ τῶν ἀνικάνων κατὰ τὰς ἄλλας ἐκκαθαρίσεις κατώρθωσαν καὶ ἐπέπλευσαν. Τὴν παράλυσιν ταύτην τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἐκ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος θὰ εἶχε βεβαίως ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἀνέπτυσσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ταύτην. Καὶ δικαίως ἔθεσε τὸ ζήτημα οὕτω, διότι οὕτως ἀποφεύγομεν τὴν σιωπηρὰν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος, καὶ λέγω τοῦτο, διότι μέχρι σήμερον εἴχομεν τὰς διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ νῦν ἰσχύοντος Συντάγματος, καθ’ ἃς ἦτο ἀδύνατος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· εἰς τὸ μέλλον ὅμως δὲν θὰ συμβαίνῃ τὸ αὐτό, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων δὲν θὰ περιβληθῇ διὰ μεγάλων διατυπώσεων καὶ ἑπομένως θὰ γίνηται εὐκολώτερον. Ὅταν ὅθεν οὕτω γίνηται ἡ ἀναθεώρησις, εἰς πᾶσαν τοιαύτην θὰ ἔχωμεν καὶ πρότασιν ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, καί, ὅταν τοῦτο γίνηται, ἀσφαλῶς καταργεῖται ἡ ἰσοβιότης, καὶ πᾶς τις δύναται νὰ φαντασθῇ τὰ μέγιστα κακὰ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἰσοβιότητος. Ἐκτὸς τούτων, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀποκρούω τὴν ἀναστολὴν καὶ διότι φρονῶ δυσκολωτάτην, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, τὴν δικαίαν ἐκκαθάρισιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ τε χαρακτῆρος καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι πάντες τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ ὑπαγάγωμεν τοὺς δικαστάς, ἵνα κρίνωμεν τίνες πρέπει νὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τίνες οὐχί, διότι τὸ ά ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον κρίνω ἐγὼ ὡς σοβαρὸν καὶ καθιστῶν τὸν δικαστὴν ἀνίκανον νὰ μένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἕτερός τις τὸ θεωρεῖ ὡς ἐλάττωμα μέν, ἀλλ’ ὄχι σοβαρόν, ὡς ἐγώ, καὶ τρίτος ὡς καθόλου ἐλάττωμα, ἵνα μὴ εἴπω προτέρημα. Ἡ κρίσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀντιλήψεως καὶ μορφώσεως ἑνὸς ἑκάστου. Ἑπομένως ἐκ τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐμορφώθη δύσκολος, ἂν μὴ ἀδύνατος, ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἀντιλήψεως, μιᾶς κρίσεως μεταξὺ πολλῶν προσώπων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κακοήθων, πασιφανῶς ἡ ἐκκαθάρισις θὰ ἦτο εὔκολος, ἀλλὰ τοιοῦτος οὔτε εἷς ὑπάρχει ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν· ἐνόσῳ ὅθεν δὲν ἔχομεν τοιούτους ἡ ἐκκαθάρισις δι’ ἄλλο ἐλάττωμα εἶναι δυσχερεστάτη καὶ ἀδύνατος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ θύματα, ὅπερ χείριστον. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι οἱ ἐπὶ τοῦ ἀοιδίμου ἡμῶν πρώτου Βασιλέως δικασταί, καίτοι ἐξηρτῶντο ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἦσαν ἰσόβιοι, ἦσαν καλλίτεροι τῶν σημερινῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλὰ δέον οἱ τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες νὰ μὴ λησμονῶσιν ὅτι αἱ μεταθέσεις ἢ προαγωγαὶ καὶ ἀπολύσεις τῶν δικαστῶν ἐκείνων ἐστηρίζοντο πάντοτε εἰς δεδικαιολογημένας ἐκθέσεις, ἃς μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἐμελέτα ὁ ἀοίδιμος πρῶτος Βασιλεὺς ἡμῶν, καί, ἐὰν δὲν ἦσαν πράγματι δεδικαιολογημέναι, ἀπερρίπτοντο. Ἐγνώριζε κατὰ βάθος πάντας τοὺς δικαστάς, διότι ἦτο, ὡς τὸν παριστῶσιν, ἐραστὴς τῆς δικαιοσύνης, καθόσον μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος καὶ προσοχῆς παρηκολούθει τὸν βίον καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν δικαστῶν, ὡς αὐστηρότατος πατήρ, διὸ καὶ ἀπερχόμενος τῆς πατρίδος μας ἔγραφεν· «ἐφρόντισα διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ κατέβαλον ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ σπουδὴν εἰς τὴν ἀμερόληπτον τῆς δικαιοσύνης διαχείρισιν». Ὅταν οὕτως ἐπιβλέπηται καὶ προστατεύηται ὁ δικαστής, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἰσοβιότητος. Διὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους οὐ μόνον τυπικῶς ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς δέον νὰ καταψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ν’ ἀρήσωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος εἰς τὸν νόμον, διότι τὸ δένδρον τῆς δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ κοπῇ ἢ ἐκριζωθῇ ἔστω καὶ προσωρινῶς, διὰ ν’ ἀποδώσῃ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, ἀλλὰ πρέπει νὰ καλλιεργηθῇ καὶ ἀποκοπῶσιν οἱ ξηροὶ αὐτοῦ κλάδοι καὶ αἱ ἐπιζήμιοι παραφυάδες. Ἡ καλλιέργεια δ’ αὕτη δέον νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ βελτιώσεως τῶν σχετικῶν νόμων περὶ παύσεως καὶ ἀποχωρήσεως τῶν Δικαστῶν.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§278Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι τρίτη ὥρα μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖσθε;
§280Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα. (Παραιτοῦνται ἐπίσης ὁ κ. Ἐπ. Λαμπρακάκης, ὁ κ. Γ. Κοσόνας, ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης, ὁ κ. Κ. Γόντικας, ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης, ὁ κ. Δ. Κάβουρας, ὁ κ. Γ. Φικιώρης, ὁ κ. Ἐπ. Σουλτάνης, ὁ κ. Π. Καραπᾶνος, ὁ κ. Ν. Σακελλαρίου καὶ ὁ κ. Ἀλ. Παπαναστασίου καὶ λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Βέρροιος).
§281Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τοῦτο παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ, ὁ τρόπος ὅμως, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χωρίζει τὰς γνώμας ἡμῶν. Αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἰς τοῦτο καὶ μόνον συναντῶνται, ὅτι ἀναγνωρίζεται ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῆς, στηρίζονται δὲ πάντες εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαόν, διὰ νὰ μεριμνήσωμεν πρὸ παντὸς ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος καὶ ὁμολογοῦμεν πάντες ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ἐπακριβῶς καὶ πραγματικῶς ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ κατακραυγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁποία παρίσταται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ὑπάρχουσι βεβαίως τὰ παράπονα ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὰς παραβιάσεις καὶ παρεκτροπὰς τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, ὁ ὁποῖος ἐξήγειρε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις, βεβαίως εἶναι καὶ ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν ἂν ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸ παρελθόν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἠνάγκασε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἔχῃ καταφορὰν κατὰ τῶν δικαστῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως συγκεχωρημένον ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξευτελίζηται ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξηυτελίσθη, διότι, ἐὰν ἐναπομένῃ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν — ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν πάντες — κλάδος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν γένει, ὁ ὁποῖος ἐκρατήθη ἐν τῇ θέσει καὶ ἐν τῇ περιωπῇ αὑτοῦ μὲ πάσας τὰς παρεκτροπάς, εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὑπάρχουσι βεβαίως τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ, ὅτε ἔβλεπε τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἐσφαγίαζον τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου, ὑπάρχουσι τὰ παράπονα, ὅτε ἔβλεπε τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης πολλάκις χρησιμεύοντα ὡς μέσα εἰς τὴν πολιτικὴν φατρίαν, ὑπάρχουσι τὰ παράπονα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτε ἔβλεπον δικαστὰς κύπτοντας ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς αὑτῶν καὶ ἐγένοντο ἀφορμὴ ὅπως ἐν τῷ προσώπῳ αὑτῶν ἐξευτελίζηται ἡ δικαιοσύνη, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ὀλίγα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς τὴν πρώτην αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ κατακραυγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐξήσκει μεγαλειτέραν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα ἔχῃ κατὰ τῆς δικαιοσύνης ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ μέγα αὑτοῦ παράπονον. Ἀλλὰ τὸ παράπονον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, δὲν εἶναι παράπονον, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ βάσεως ἀληθοῦς, ἀλλ’ εἶναι παράπονον, τὸ ὁποῖον εἶναι τεχνητόν· καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἓν παράπονον, τὸ παράπονον τοῦτο εἶναι κατὰ τῆς ποινικῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἅπαντες γνωρίζετε κατὰ τὸ παρελθὸν ὅτι ὁσάκις ἴσχυε μία πολιτικὴ φατρία προσεπάθει παντοιοτρόπως ἡ φατρία ἐκείνη ἡ πολιτικὴ νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος, διότι ἐπιστεύετο, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα δύναμις, ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐνισχύηται πολιτικῶς, ἦτο ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς δικαιοσύνης. Καὶ εἶναι ἀδιαφιλονείκητον ὅτι, ὁσάκις ἴσχυον, εἶχον γραφεῖα ἰδιαίτερα, δι’ ὧν προσεπάθουν νὰ πείσωσι καὶ τοὺς φίλους καὶ τοὺς ἐχθροὺς ὅτι εἶχον ὑπὲρ αὑτῶν τὴν ἀρωγὴν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω ὅτι ἐγίνετο ὄργανον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὑπῆρξαν βεβαίως περιστάσεις καὶ μεμονωμένα περιστατικὰ δικαστῶν, οἵτινες ἐγίνοντο ὄργανα, ἀλλὰ τὸ σύνολον ὄχι, προσεπάθουν ὅμως πάντοτε νὰ πείσωσι τὴν κοινωνίαν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἦτο ὄργανον αὑτῶν. Τοιαύτη πεποίθησις ἦτο παρὰ τῷ λαῷ, ἥτις εἰσέτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἐκ τοῦ παρελθόντος μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ πιστεύωσι καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἵτινες δικαίως καὶ αὐστηρῶς τιμωροῦνται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης ἐπισύροντες μεγίστας ποινάς, ὅτι θὰ ἐτιμωροῦντο αὐστηρότερον, ἂν δὲν ἐτύγχανον τῆς προστασίας τῶν ἰσχυρῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν βάσιμος ἐξ ὁλοκλήρου ἡ κατὰ τῆς δικαιοσύνης κατηγορία, ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, χρησιμοποιηθέντα κατὰ τὸ παρελθόν, κατέλιπον τὰς πικρίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου συνωμολόγησαν. Ἔχομεν σωρείαν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθῶσιν, ἐν αἷς ὑπάρχουσι γενικὰ παράπονα διὰ τὰ γενόμενα ἀδικήματα, καὶ θέλετε ὑμεῖς σήμερον, ὁπότε ἐπῆλθε πραγματικὴ μεταβολὴ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπηλλάγη αὕτη ἀπὸ τὰς ἐπηρείας τοῦ παρελθόντος καὶ ἀνέκτησε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτῆς, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ αὐτὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐκκαθαρίσεως; Τοῦτο μοὶ προξενεῖ μεγίστην ἀπορίαν ὅτι, ἐνῷ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς γενικῆς ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἵνα ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισις εἰς πάσας τὰς τάξεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔρχονται ἔπειτα νὰ περιορίσωσι μετὰ πολλῆς τέχνης τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης εἰς ἕνα μόνον κλάδον. Διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἂν νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη γενικῆς ἐκκαθαρίσεως ἢ προσπαθοῦμεν διὰ τεχνητῶν μέσων νὰ περικόψωμεν ἓν μέλος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα ἐκκαθαρίσῃ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς δικαιοσύνης. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ χαρακτηρίζεται τοῦτο ὡς ἀνανδρία πολιτική. Ἀκριβῶς ἵνα μὴ περιπέσῃ εἰς τὴν παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖτε, πράττει τοῦτο, διότι, ἂν ἀπεφάσιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύετε, εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἅπαντες ἠθέλετε ἐπιτεθῆ κατ’ αὐτῆς, διότι διέπραξεν ὅσα διέπραξεν. Ὅτε δὲ ἔχετε πάντα τὰ μέσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διατί θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαταράξωσιν ὁλόκληρον τὸ θεμέλιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Δικαιολογῶν, Κύριοι, τὴν ψῆφόν μου συμφώνως μὲ τὴν συνείδησίν μου κηρύσσομαι κατὰ πάσης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι θεωρῶ αὐτὴν ὡς ἐπιβλαβεστάτην διὰ τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πάντα τὰ μέσα, διὰ νὰ ἀποκαθάρωμεν τὰ ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν δικαιοσύνην μέλη, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἤλθομεν, διὰ ν’ ἀνορθώσωμεν τὸν τόπον, νὰ μεταχειρισθῶμεν μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ καταρρίψωσι τὴν μεγαλειτέραν ἐξουσίαν, ἥτις ἐνισχύει τὸ Κράτος καὶ ἐν τῷ ἔσω καὶ ἐν τῷ ἔξω κόσμῳ. (Παραιτοῦνται μετὰ ταῦτα τοῦ λόγου αὐτῶν οἱ κύριοι Ν. Ῥούσης, Μ. Δαζέας, Π. Ἀγγελίδης, Ν. Σακελλαρίου, Γ. Κατσιμπίρης, Σ. Ἰγγλέσης, Δ. Καΐρης, Ἰ. Ἀκρίδας).
§282Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύο μόνον λέξεις ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῶν συζητουμένων ἄρθρων. Βεβαίως δὲν εἶναι καιρός, Κύριοι, διὰ θεωρητικὰς ἀναπτύξεις τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐπαρκῶς συνεζητήθησαν· μόνον ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῶν διαφόρων προτάσεων θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦτο ἔρχεται κατὰ τρίτον λόγον, διότι προηγοῦνται αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρονται ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ ἄρθρου 88 παρατηρῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν μετὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς, οἵτινες ἀφομοιοῦνται πρὸς τοὺς πρωτοδίκας κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον καὶ πρέπει ν’ ἀπολαύωσι τῆς αὐτῆς μονιμότητος.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήκουσι βεβαίως εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον.
§284ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ οἱ γραμματεῖς Εἰσαγγελιῶν.
§285Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπίσης νομίζω ὀρθὸν νὰ προστεθῶσιν οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν, ἀφοῦ προστατεύονται καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων.
§286Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ οἱ ὑπογραμματεῖς.
§287Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ σπουδαιοτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ κειμένου εἶναι ἡ ἑξῆς, ἕνεκα τῆς μεταρρυθμίσεως, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὰ τῆς παύσεως τῶν μονίμων ὑπαλλήλων ἀνέθετεν εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ ἄρθρον 90. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τροπολογίαν τὴν γενομένην σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συμπεριελήφθησαν ἐν ἄρθρῳ 88, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται ὅτι «οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Κατὰ παραδρομὴν ὅμως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 90 ἐπαναλαμβάνεται ὅτι «δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολαύοντες ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος τοποθετοῦνται, μετατίθενται, προάγονται καὶ παύονται δι’ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου».
§288Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «παύονται»· κατὰ τὰ ἄλλα ἔχει καλῶς.
§289Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ περίπτωσις τῆς καταργήσεως θέσεως.
§290Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται εἰς τὴν περίοδον «ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι».
§291Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ θεσμοῦ· δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν εἰδικὴν κατάργησιν συγκεκριμένης θέσεως.
§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως, τὸ περιλαμβάνομεν.
§293Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι καταργεῖται ἓν Πρωτοδικεῖον· ἄριστα δύναται νὰ παυθῇ ὁ εἰσαγγελεύς, διότι λέγει ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ ὑπηρεσίαι, οἱ ὑπάλληλοι εἶναι μόνιμοι. Ἐὰν καταργήσητε 10 πρωτοδικεῖα, θὰ παύσητε 10 εἰσαγγελεῖς· τὸ πρᾶγμα εἶναι κατάδηλον, δύναται δ’ αὐτὸ νὰ σημειωθῇ.
§294Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἤθελον παρακαλέσει ἐπίσης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 90 ὡς τὴν διετύπωσεν ἐν τῇ τελευταίᾳ τροπολογίᾳ, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σχέδιον τὸ πρῶτον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς· «δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολαύοντες τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσοβιότητος μετατίθενται καὶ προάγονται δι’ ἀποφάσεως ὑποχρεωτικῆς διὰ τὸν Ὑπουργὸν ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου» καὶ ἀντὶ «κανονιζομένου διὰ νόμου» νὰ τεθῇ ὡς ἔχει ἡ τροπολογία· «ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου».
§295Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξήγησα τὰ περὶ τούτου.
§296Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐξηγήσατε ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς παύσεως.
§297Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφέθησαν καὶ αἱ ἄλλαι περιπτώσεις νὰ τὰς κανονίσῃ ὁ νόμος. Δὲν δύναται ἐντελῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ τὰ δικαιώματα αὐτά· πάντοτε θὰ δίδωνται διὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου.
§298Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν δύναται νὰ διευκρινισθῇ ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγὴ ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου; Τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθότερον.
§299Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅ,τι ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι τοῦτο, ὅτι εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ψηφίσῃ νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ προαγωγὴ τῶν δικαστῶν θὰ γίνηται πάντοτε διὰ προτάσεως ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐτὴ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἔχοντος τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ· «ὁ προτεινόμενος δὲν εἶναι ἄριστος, ἀλλ’ ἔχετε πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ προτείνητε ἄλλον».
§300Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν τεθῇ «ἡ τοποθέτησις, ἡ μετάθεσις καὶ προαγωγὴ δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰμὴ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου», δὲν προλαμβάνονται πάντα;
§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἀντίρρησις, καθόσον ὀνομάζετε «ἀπόφασιν» τὴν περὶ προαγωγῆς πρότασιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Νὰ μείνῃ ἡ διατύπωσις ὡς ἔγινε προχθὲς ὑπ’ ἐμοῦ, νὰ γραφῇ δὲ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἀπόφασις τῆς διπλῆς Βουλῆς ὅτι «ἐνδεχομένη τροποποίησις τοῦ καθεστῶτος νόμου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ποτὲ ἔκτασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγὴ ἄνευ συμφώνου προτάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης».
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα;
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ἀ. Ἀλεξανδρῆ καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἐμ. Ῥέπουλη, ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1911 πιστώσεως δραχ. 8.000. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§305Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ὅπως δηλώσω ὅτι κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ σήμερον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Σλῆμαν ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς ἐκ κακῆς ὄντως ἀντιλήψεως περὶ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως δηλώσω ὅτι καταψηφίζω οὐχὶ ἀντιφάσκων πρὸς ἐμαυτόν, ἀλλὰ πρὸς τὴν κακὴν ἀντίληψιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐκείνης.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ὡμίλησαν πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, οἵτινες ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Κατόπιν ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ἡ συζήτησις ἦτο ἑνιαία, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἀριθμὸς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων καὶ οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Θὰ ἐρωτήσω αὐτοὺς ἂν θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§307Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως, ἐφ’ ἧς ἔχω ἐναντίαν γνώμην. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, θὰ λάβω τὸν λόγον.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται συζήτησις· ὁρίσατε.
§309Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα; Παραιτοῦμαι.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§311Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ αἰτιολογήσω τὴν ψῆφόν μου δι’ ἐλαχίστων. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐψήφισα κατὰ παντὸς ὁρίου ἡλικίας. Καταπλήσσομαι, πῶς δέχεται πρότασιν ὁρίζουσαν ὅριον ἡλικίας, πρότασιν μεταβατικήν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§312Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι ἀπεδέχθην; Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ θέτει ὡς ζήτημα πολιτικόν.
§313Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθές (ἀναγινώσκει): «πεποίθησις ἀδιάσειστος ὑπάρχει παρ’ ἐμοὶ ὅτι μέτρον τοιοῦτον ὁποθενδήποτε λαμβανόμενον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν εἶναι κεκλημένον κτλ». Ἐὰν ἑπομένως γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ εἶναι Ὑπουργὸς ζώσης δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ εἶναι νεωκόρος τῆς τεθαμμένης δικαιοσύνης.
§314Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κατ’ ἀρχὴν δὲν ἀπέκρουσα.
§315Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα· οὐδ’ ἐγὼ τὸ ἀποκρούω, ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον καὶ εἶσθε ὑποχρεωμένος, ἐὰν θέλητε νὰ εἶσθε συνεπὴς πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, ν’ ἀποκρούσητε τὸ ὅριον τὸ τιθέμενον. Εἶναι καλλίτερον πάντες ἡμεῖς μετὰ σοβαρότητος καὶ νὰ ὁμιλῶμεν καὶ ν’ ἀκούωμεν, καὶ ν’ ἀκούωμεν μάλιστα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι ποτὲ ν’ ἀνέχωνται τὴν ἐκτροπὴν ἀπὸ τῆς σοβαρότητος καὶ τῶν λεγόντων καὶ τῶν ἀκουόντων. Ν’ ἀποκρούσωμεν ἀμφότερα, λέγω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὅριον τὸ τιθέμενον ὑπὸ διατάξεως μεταβατικῆς, διότι ἡ μεταβατικὴ διάταξις προσβάλλει τὴν παγίαν, καὶ ἑπομένως κατὰ τρόπον κατάδηλον, κατὰ τρόπον ἀπότομον προσβάλλει τὴν διάταξιν περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, τὴν διάταξιν περὶ ἰσοβιότητος τὴν τεθειμένην ἐν τῷ Συντάγματι. Ἄν δέ, κύριοι Βουλευταί, ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος εἶναι διάταξις θεμελιώδης, ἡ διάταξις ἡ θεμελιώδης εἶναι οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς θὰ θέσητε, ἀλλ’ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔχει θέσει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἐκείνη εἶναι ἡ θεμελιώδης διάταξις. Ὥστε θέτοντες παγίαν διάταξιν καὶ ὅριον ἡλικίας προσβάλλετε τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864· θέτοντες διάταξιν μεταβατικὴν περὶ ὁρίου ἡλικίας προσβάλλετε καὶ τὴν διάταξιν τὴν παγίαν, τὴν ὁποίαν θέτετε ὑμεῖς, καὶ τὴν διάταξιν τὴν θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Κηρύσσομαι κατὰ παντὸς ὁρίου ἡλικίας, κύριοι Βουλευταί, διότι τοῦτο εἶναι ἐναντίον πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων τὴν συνήθη, τὴν οὐχὶ σπανίως ἀποδεικνύουσαν ὅτι ἐκ τῆς ἡλικίας δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἡ σωματικὴ ἀντοχὴ οὔτε ἡ πνευματικὴ δύναμις οὔτε ἡ ἐμπειρία. Εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τῆς ὁριζούσης ὅριον ἡλικίας, διότι δὲν νομίζω τοῦτο ὡς ἄξιον μιᾶς Συνελεύσεως ἐλθούσης ν’ ἀνορθώσῃ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐρχομένης κατὰ τοὺς συμβιβασμοὺς τοὺς πρὸ μικροῦ γενομένους εἰς τὰ παρασκήνια νὰ προγράψῃ ὡρισμένα πρόσωπα. Αἱ μέθοδοι αὗται τοιούτων ἐν τοῖς παρασκηνίοις προγραφῶν, καὶ δὴ τῆς κορυφῆς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης παρ’ ἡμῖν, καταισχύνουσι τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον.
§316Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς μὲν τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐδήλωσα ἤδη ὅτι ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ σκόπιμον τῆς ἐπιψηφίσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις τοῦ ἀπαραδέκτου, ἤκουσα δὲ τὰς γνώμας καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς μιᾶς προτάσεως, ὡς ἐπίσης ἤκουσα καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς ἑτέρας. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ὑπηνίχθην ποίαν ἔκτασιν καὶ ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδω ἐγὼ εἰς τὸ ἔργον τοῦ παρόντος συνεδρίου. Ἐκ τῶν λόγων τούτων φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι θεωρία ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος εἴτε διὰ μεταβατικῆς διατάξεως εἴτε διὰ διατάξεως διαρκοῦς διαρρυθμιζούσης τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Εἶμαι συνεπὴς λοιπὸν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον, λέγων ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ αὐτῆς, τοῦτο δὲ οὐδόλως ἀντιτίθεται πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον, τιθέμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων, οἵτινες εἰσηγοῦνται τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ἡ πρότασις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης εἶναι ἀπαράδεκτος.
§317ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν. Ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ πρόσωπα ὡρισμένα, καὶ ἡ πρότασις αὕτη ὁμοιάζει μὲ τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς προσωπικούς, οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο ἄλλοτε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ μὲ τὸν προβιβασμὸν ἢ μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ πρότασις αὕτη, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ ὡρισμένα δύο ἢ τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσέφεραν σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος καὶ δύνανται καὶ νὰ προσφέρωσιν ἀκόμη, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ εἶμαι ἐναντίον τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§318Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, διότι εὑρισκόμεθα περὶ τὸ τέλος, καὶ τὸ ζήτημα εἶχεν ἐξαντληθῆ. Εἶμαι κεκηρυγμένος ἕνεκα λόγων ὡριμότητος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἕνεκα λόγων σκοπιμότητος κατὰ πάσης ἀναστολῆς ἰσοβιότητος. Θὰ ἐδεχόμην καὶ θὰ ψηφίσω τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ τεθὲν χθὲς ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅριον ὅμως ἡλικίας τιθέμενον ὅπως τίθενται σήμερον ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς δι’ ὡρισμένα πρόσωπα τὸ θεωρῶ προγραφὴν καὶ τὸ θεωρῶ ἀνάξιον πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, ἵνα τὸ ψηφίσω.
§319Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐτέθησαν τρία ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Τὸ πρῶτον τῶν ζητημάτων τούτων ἀφορᾷ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ Κυβέρνησις ἀτυχῶς προέβαλε ζήτημα πολιτικόν, καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἠγωνίσθημεν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης, μετὰ λύπης δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν ὅτι δὲν θὰ συμβῇ τοῦτο. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ τοῦ ἀπαραδέκτου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κληθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύναταί τις δὲ ν’ ἀμφιβάλῃ ἐξ ἀντιθέτου ὅτι εἶναι πιθανὸν ὅπως ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς—μὴ τεθέντος καὶ ἐδῶ πολιτικοῦ ζητήματος—δοθῇ κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ἦτο ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, καθόσον τοῦτο θὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ἴσως τινὰ εἰς τὸ μέλλον. Τὸ τρίτον θέμα εἶναι τὸ τῆς ἡλικίας. Θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχικὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μὴ τεθῇ κανὲν ὅριον ἡλικίας ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τοιαῦται διατάξεις δὲν εἶναι διατάξεις συνταγματικαί. Ἀλλὰ θὰ ὑπῆρχε μία καὶ μόνη ὑποχώρησις, ἡ ὑποχώρησις περὶ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ τοῦ κατωτάτου, συμβιβασμὸς τὸν ὁποῖον ἀνεῦρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπέκρινα ἐπὶ δειλίᾳ καὶ κατηγόρησα ἐπὶ δειλίᾳ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἠθέλησε νὰ φέρῃ ὅρια ἡλικίας ἀποβλέποντα οὐχὶ εἰς τὴν ἡλικίαν, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα φέροντα τὴν ἡλικίαν ταύτην. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, πλειοδοτοῦσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐκδήλωσιν δειλίας πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως, εἰς νέους συμβιβασμοὺς προῆλθε πρὸς ἑαυτήν, καὶ ἐκόμισεν ἐνώπιον ἡμῶν πρότασιν ἐπέχουσαν σχεδὸν μορφὴν μεταβατικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ προσωπεῖον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου καλύπτονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ πλήξῃ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅτι καλύπτονται διὰ προσωπείων οἱ πλήττοντες ὑπούλως. Συνεργὸς ὁμοίας πράξεως βεβαίως δὲν θὰ θελήσω νὰ γίνω ἐγώ. Λυποῦμαι βεβαίως, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοιαύτης ἴσως ὀξύτητος φράσεως περὶ συναδέλφων, τοὺς ὁποίους ὄντως ἀγαπῶ, τοὺς ὁποίους σέβομαι, ἀλλὰ παρέσυρε καὶ αὐτοὺς ἡ ἐπιθυμία νὰ ἴδωσι ἐκκαθαριζομένην ἔν τινι μέτρῳ τὴν δικαιοσύνην, νὰ ἐκκαθαρίσωσιν ὅμως ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης ἀναφερόμενοι οὕτω πρὸς πρόσωπα καὶ ἀδιαφοροῦντες ἂν μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ παρασύρωσιν, εἶναι πρόσωπα ἄξια πάσης τιμῆς, παρασχόντα δὲ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος.
§320Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπέμενον, ὥστε νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Πρακτικῷ τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ὀνόματα τῶν ὑπερψηφισάντων ἢ καταψηφισάντων τὴν πρότασιν περὶ ὁρίου ἡλικίας, δὲν θ’ ἀπησχόλουν οὔτε διὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα δευτερόλεπτα τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ κάμνω μόνον ἐπειδὴ δὲν ἔχει τεθῇ τὸ ὄνομά μου ἐν τῷ Πρακτικῷ ἐκείνῳ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωσθῇ ὅτι κατεψήφισα τὴν πρότασιν ταύτην μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων περὶ μεταβατικῆς διατάξεως περὶ ὁρίου ἡλικίας.
§321Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις ἤρχισε, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῆς ἰδέας περὶ γενικῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Περιωρίσθη μετὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου· ἐθεωρήθη ἡ πρότασις αὕτη ὡς ἀπαράδεκτος, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν σήμερον ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ἐκ μέρους τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς περὶ μεταβατικῆς διατάξεως καθοριζούσης τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν δικαστῶν. Οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ γινώσκουσιν ἤ, ἐὰν δὲν ἐγίνωσκον, ἐρευνῶντες θὰ ἔμαθον ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἴσως μετροῦνται εἰς τοὺς δακτύλους τῆς μιᾶς χειρός.
§322Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἡ παγία διάταξις αὐτὸ ἀφορᾷ.
§323Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ γίνῃ μυστικὴ ἡ ψηφοφορία, διότι ἀφορᾷ πρόσωπα.
§324Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τριακονταετίας δικηγορῶ οὐχί, Κύριοι, παρὰ τοῖς Δικαστηρίοις τῶν Ἀθηνῶν, παρὰ τοῖς ἀνωτάτοις Δικαστηρίοις· δικηγορῶ ἐν Δικαστηρίῳ πολυμελεῖ, ἐκ τοῦ ὁποίου διῆλθον σχεδὸν ἅπαντα τὰ δικαστικὰ πρόσωπα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ πρὸς τιμὴν καὶ τῶν ἀντιπάλων μου καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ τόπου μου ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐτήρησαν τὴν θέσιν καὶ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ὁ δικαστής, ἀλλὰ καὶ οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἀνομολογοῦσιν ὅτι τὸ περιβάλλον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔζησαν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἐσεβάσθη τόσον πολὺ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, ὥστε οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη κατ’ αὐτῶν, καὶ ἠπόρησα πῶς ἐν ἄλλοις τόποις οἱ δικασταὶ ἔδωκαν λαβὴν εἰς τὰ παράπονα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεξετραγῳδήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ πεποίθησις λοιπὸν καὶ ὁ σεβασμός, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς δικαστὰς τῆς πατρίδος μου, ἐμορφώθησαν ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα συνεργαζόμενος ἐπὶ 30 ἔτη μετ’ αὐτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, πρόκειται διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποβάλλει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, νὰ μετριασθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἢ νὰ προγραφῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὠνόμασαν κορυφὰς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, καὶ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνίκανα, διότι συνεπλήρωσαν τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας των; Ἀλλὰ προκαλῶ πάντα ἐξ ὑμῶν νὰ ἐρευνήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ ὑποδείξῃ ἡμῖν τίνες ἐξ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα καὶ ὡς πρὸς τὴν σωματικὴν ἀντοχὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν πνευματικὴν διαύγειαν καὶ ὡς πρὸς τὴν πολυμάθειαν καὶ τὴν ἐργατικότητα. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ὑποδείγματα διανοητικῆς διαυγείας, σωματικῆς ἀντοχῆς, πολυμαθείας καὶ φιλεργίας, καίπερ ἄγοντας τὸ 65ον ἔτος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀνίκανα λόγῳ ἡλικίας πρόσωπα προσενεγκόντα πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα μας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν πρόσωπα ἀνίκανα, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη θέλει χρησιμεύσει ὡς γνώμων τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ὄχι μόνον διὰ τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θέλω καταψηφίσει πᾶσαν πρότασιν θίγουσαν εἴτε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν εἴτε κανονίζουσαν προγραφὴν ὡρισμένων προσώπων. Ἐὰν ἡ ἰσοβιότης, Κύριοι, ἐθεσπίσθη διὰ τοὺς δικαστάς, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν καὶ ὅπως συνεπείᾳ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν οἱ πολῖται οἱ δικαζόμενοι ἔχωσι πεποίθησιν ἐπὶ τὴν δικαστικὴν κρίσιν αὐτῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ οἱ δικασταὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν ἐκ τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ὅτε ἡμεῖς ἐρχόμεθα, Κύριοι, χρώμενοι τῷ κυριαρχικῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἠντλήσαμεν ἐκ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ προγράφομεν ὡρισμένα πρόσωπα, τίς ἐγγυᾶται ὅτι ἡ μέλλουσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν θὰ βραδύνῃ ἐπὶ πολὺ κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ πράξῃ τὸ ἴδιον; Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἀναστέλλοντες τὴν ἰσοβιότητα, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν δικαστικήν, θέλετε ἀποδειλιάσει αὐτοὺς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἐγγύησιν θὰ ἔχωσιν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας διὰ τὸ μέλλον αὐτῶν; Οἱ λόγοι αὐτοί, Κύριοι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπεδειλίασαν, ἢ μᾶλλον μὲ ἐκράτησαν προσηλωμένον εἰς τὴν πεποίθησίν μου, τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει ἐκ τῆς πείρας διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἐντιμότητα τῶν δικαστῶν. Διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει πᾶσαν πρότασιν θίγουσαν ὁπωσδήποτε τὴν ἰσοβιότητα.
§325Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν δὲν εἶχε τελειώσει, ὡς ἐπέμενε νὰ ἰσχυρίζηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ τέταρτον τῆς ὥρας, καὶ ἂν εἴχετε τὴν καλωσύνην ν’ ἀναμείνητε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ λόγου μου ἐκείνου, βεβαίως θὰ ἠθέλετε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ὅτι παρεξηγήσατε τοὺς λόγους μου. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ δικηγορικὸν σῶμα εἶναι δικαστικὸν σῶμα....
§326ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί τὰ θέλετε αὐτά; Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§327Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ποῖος λέγει ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος; Ἡ διακοπὴ αὕτη ὁμοιάζει πρὸς δικηγορικὴν ἔνστασιν.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κύριον Βουλευτὴν νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του· τὸν ταράσσετε μὲ τὰς διακοπάς.
§329Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Λοιπὸν τὸ δικηγορικὸν σῶμα τὸ θεωρῶ δικαστικὸν σῶμα, προκειμένου δὲ περὶ τοῦ δικαστικοῦ σώματος δὲν παρῆλθον πλεῖστοι ἐντεῦθεν, οἱ ὁποῖοι τὸ ὠνόμασαν κακόηθες καὶ εἶπον ὅτι ὑπάρχουσι καὶ κακοήθεις δικασταί; Τότε δὲν ἐξηγέρθητε καὶ οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος διέκοψε τὴν συνεδρίασιν καὶ ὅμως πρὸ ὀλίγου ἐξηγέρθητε, διότι εἶπον ὅτι μεταξὺ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος ὑπάρχουσι καὶ δικηγόροι κακοήθεις.
§330Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εἴπετε ὅτι μεταξὺ τῶν 10000 οἱ 9000 εἶναι τοιοῦτοι!
§331Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Λοιπὸν ὡς δικαστικὸν σῶμα φρονῶ ὅτι, διὰ ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη πλήρως, πρέπει εἰς αὐτὸ ἰδίως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις, διότι αὐτὸ διὰ τῶν στρεψοδικιῶν του παραλύει τὴν δικαιοσύνην. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι καὶ γνώμη ὅλου τοῦ κόσμου. Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ τὴν εἴπω; Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ ἔχω τοιαύτην γνώμην, ἀφοῦ, ὅπου τὸ συμφέρον τοῦ δικηγόρου τὸ ἀπαιτεῖ, τίποτε δὲν τὸν κρατεῖ, ἀλλὰ στραγγαλίζει πᾶν δίκαιον, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν ἐμποδίζει αὐτὸν νὰ λέγῃ, χωρὶς νὰ ἐντρέπηται, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ὅτι λόγου χάριν ὁ κ. Δραγούμης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 60 ἔτη ἤδη δρᾷ ὡς δικαστικὸς καὶ πολιτευτής, ὅτι εἶναι ἀνήλικος, ὅτι δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸ 21ον ἔτος τῆς ἡλικίας του; Συντελεῖ ὁ δικηγόρος αὐτὸς πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, ὅπως ὡρκίσθη νὰ ἐξασκῇ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία, ἢ στραγγαλίζει καὶ κατασπιλώνει τὸ δίκαιον καὶ πρέπει πρὸ παντὸς αὐτὸς νὰ ἐκκαθαρισθῇ, ἂν θέλωμεν ν’ ἀπολυμάνωμεν τὴν δικαιοσύνην; Ἐγώ, διὰ νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐπείσθην πρῶτον περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, ἠρώτησα δικηγόρους, μάλιστα δικηγόρους· ἠρώτησα τὸν κ. Βοζίκην, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο, ὅτι εἷς δικηγόρος ἐπήγαγεν ὅρκον κατὰ τοῦ ἀντιδίκου, διότι ἀπέθανε. Πῶς θέλετε νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἀφοῦ ἀπέθανεν; Ἀλλ’ ὅταν ἡ κοινωνία ἔχῃ τοιούτους διδασκάλους καὶ τοιαύτης ποιότητος διδασκάλους καὶ τόσον πολλούς, δὲν λέγω πάντας, διότι ὁ δικηγόρος φρονῶ ἐγὼ ὅτι εἶναι διδάσκαλος τῆς κοινωνίας καὶ διδάσκει ποῖον εἶναι τὸ δίκαιον καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἄδικον, ὅταν λοιπόν, λέγω, ἔχῃ τοιούτους διδασκάλους, πῶς θέλετε νὰ προαχθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ κοινωνία αὕτη; Πῶς θέλετε νὰ πεισθῇ ὁ καταδικαζόμενος ὅτι εἶχεν ἄδικον καὶ κατεδικάσθη, ἀφοῦ ὁ δικηγόρος του τῷ λέγει ὅτι ὁ δικαστής τὸν ἠδίκησε; Καὶ ἔπειτα σᾶς φαίνεται παράδοξον, Κύριοι, διότι ἔχει σχηματισθῆ τοιαύτη γενικὴ κατακραυγὴ κατὰ τῆς δικαιοσύνης; Τώρα ἐγείρεται ἄλλο σπουδαιότατον ζήτημα. Σᾶς λέγουσι πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι: ἡ κοινὴ γνώμη τὸ θέλει, ἡ κοινὴ γνώμη θέλει τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀλλά, ἂν ἡ πεποίθησις ἡμῶν εἶναι ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη στηρίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένης καὶ ἀδίκου βάσεως, ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἱκανοποιήσωμεν τὴν τοιαύτην κοινὴν γνώμην; Δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμητε ὑμεῖς, ἐγὼ ὅμως τοιαύτην κοινὴν γνώμην, μὴ στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἀληθείας, δὲν θὰ παρασυρθῶ ποτε νὰ ἱκανοποιήσω. Ἐγώ, καὶ ἂς ἀκουσθῇ καλῶς ἐντεῦθεν, δὲν εἶμαι τέκνον τοῦ λαοῦ, ἐγὼ εἶμαι πατὴρ τοῦ λαοῦ καὶ ἀγαπῶ πραγματικῶς τὸν λαὸν καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ κολακεύω καὶ νὰ περιποιῶμαι πᾶσαν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ, πᾶσαν τάσιν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν τείνει πρὸς τὸ συμφέρον του, πρὸς τὴν προκοπήν του. Τὸν οὕτω πολιτευόμενον θεωρῶ ἐχθρὸν τοῦ λαοῦ, συμφορὰν διὰ τὸν λαόν. Δημοκόπος θὰ γίνω ἐγώ; Ποῖος εἶναι, Κύριοι, ὁ πατὴρ ἐκεῖνος ὁ αἰσθανόμενος ἀληθῶς στοργὴν διὰ τὸ τέκνον του, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν αὐτοῦ, εἰς πᾶσαν ἀδυναμίαν αὐτοῦ θὰ ὑπακούσῃ; Δὲν εἶναι κακὸς πατὴρ αὐτός, δὲν θὰ κάμῃ κακὰ τέκνα, δὲν θὰ τὸν καταρῶνται μίαν ἡμέραν; Δὲν μοὶ λέγετε ἓν ἄλλο· ἐὰν οἱ πατέρες κατὰ τὸ ἀτυχὲς ἔτος 1897 παρήκουον τὴν κοινὴν γνώμην, διότι διὰ τῆς κοινῆς γνώμης ἔγινεν ὁ πόλεμος, θὰ εἴχομεν τὸ ὄνειδος αὐτό; Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον τὸ ὕφος τῆς ὁμιλίας μου (Θόρυβος).
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κρούει τὸν κώδωνα).
§333Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἂς μὲ ἀνακαλέσῃ χιλιάκις εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Πρόεδρος· ἐγὼ θὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐντὸς τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, καὶ νὰ ἐκφράζησθε κοσμίως πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ λέγετε, «ἀνακαλέσατέ με ὅσας φορὰς θέλετε εἰς τὴν τάξιν», θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν σέβεσθε τὸν Πρόεδρον. Νὰ ἐνθυμηθῆτε δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι καφενεῖον.
§335Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ σέβομαι τὴν Βουλὴν περισσότερον παντὸς ἄλλου· ὑμεῖς κρούετε δαιμονιωδῶς τὸν κώδωνα ἐν οὐ δέοντι. Ποιεῖτε μεγάλην κατάχρησιν τοῦ κώδωνος. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, στηρίζεσθε, ὅπως ζητήσητε τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος, εἰς τὴν κατακραυγὴν αὐτὴν τῆς κοινωνίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εὑρίσκω παντάπασι δεδικαιολογημένην, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν θεωρῶ τελείως ἀβάσιμον καὶ ψευδῆ, ἐξ ἄλλου δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν μεγάλην ἀρετήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ δικασταί μας, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε καὶ ἐπιστοποίησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὴν ὁποίαν ἀρετὴν καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, διότι τὴν βλέπω καὶ τὴν ὁποίαν πολλὰ πεπολιτισμένα Κράτη θὰ τὴν ἐζήλευον, ὅτι οἱ δικασταί μας δὲν χρηματίζονται, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα δωροδοκίας αὐτῶν. Καὶ εἶναι μικρὸν αὐτό; Κατηγοροῦσιν ἀκόμη τοὺς δικαστὰς —φαντασθῆτε μέχρι ποίου σημείου ἔφθασαν— ὅτι πηγαίνουσιν εἰς τὰς γυναῖκας· καλὰ κάμνουσι. Ποῦ θέλετε νὰ πηγαίνωσι; Δὲν εἶναι ἄνθρωποι καὶ αὐτοί; Καὶ ὅτι παίζουσι μπρίτζ, δὲν εἶναι ἁμάρτημα αὐτό, ἀλλά, καὶ ἂν εἶναι, δὲν εἶναι θανάσιμον. Θανάσιμον ἁμάρτημα θὰ ἦτο, ἂν ἐπληρώνοντο, διὰ ν’ ἀπονείμωσι τὴν δικαιοσύνην. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐπὶ τέλους ὅτι ἔχομεν δικαστὰς ἀνωτέρους πάσης ὑπονοίας, ἀληθῶς καλοὺς δικαστὰς καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῶσιν ἐντεῦθεν τόσαι ὕβρεις, τόσαι συκοφαντίαι κατ’ αὐτῶν, μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν λεχθεῖσαι. Αἱ σκέψεις αὗται μὲ ἔφεραν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταί, νὰ θίξωμεν τὴν ἰσοβιότητα τὴν δικαστικήν, ἂν πραγματικῶς ἐνδιαφερώμεθα ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης.
§336Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§337Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπέκρουσα πάσῃ δυνάμει τὴν προσθήκην τοιαύτης μεταβατικῆς διατάξεως, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἵνα ὅσον ἔνεστι δημοσιώτερον δηλώσω τὴν γνώμην μου ταύτην, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἐμφανὴς ὁ σκοπὸς αὐτῆς. Σκοπὸς αὐτῆς εἶναι ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἀχρήστων προσώπων ὡρισμένων, ἅτινα ἔζησαν τὸν βίον αὐτῶν ὁλόκληρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος.
§338Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Θὰ καταψηφίσω τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἀφορᾷ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια πάσης τιμῆς καὶ ἐκτιμήσεως. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον θὰ καταψηφίσω ταύτην, προκειμένου νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς παγίας διατάξεως, ἡ ὁποία τάσσει ὡς ἀνώτατον ὅριον τὸ 75ον ἔτος. Θὰ εἶμαι συνεπὴς εἰς ἐμαυτὸν νὰ θεωρήσω ἀνίκανον τὸν ἄγοντα τὸ 65ον ἔτος.
§339ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐψήφισα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς προσωρινῆς τῆς ἰσοβιότητος, προκειμένου περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐψήφισα ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφίσω περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι εἶχον τὴν γνώμην, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὴν ἔχω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις. Ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς προσωρινῆς τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεστέλλετο γενικῶς ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ὁ κλονισμός, τὸν ὁποῖον προεμάντευσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς ἀναστολῆς θέλει ἐπέλθει μέγα κακὸν εἰς τὸν τόπον, ἀνεστέλλετο δὲ ἡ ἰσοβιότης τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐγίνετο ἐκκαθάρισίς τις αὐτοῦ, τὸ σῶμα τοῦτο, τὸ ἀνώτατον, θὰ ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παγίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος νὰ προβῇ εἰς βαθμικίαν ἐκκαθάρισιν ὅλου τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Λέγουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦτο ἐπανέλαβον οἱ δηλοῦντες τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι θέλουσι ψηφίσει καὶ κατὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Δὲν σχετίζομαι πρὸς τὰ πρόσωπα, δὲν δικηγορῶ ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω ἂν παρέσχον ἀφορμὴν εὔλογον τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὥστε νὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐξαγωγὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ σώματος· πιστοποιῶ ὅμως ὅτι ὡς σῶμα διοικητικόν, ὡς σῶμα ἐποπτεῦον τὴν ὅλην δικαιοσύνην, ὡς σῶμα ἐκπληροῦν διοικητικὰ καθήκοντα, δὲν ἐξεπλήρωσε πλήρως τὸν προορισμόν του ἐν τῷ παρελθόντι. Ὅτε αἱ παρελθοῦσαι Βουλαὶ ἀνέθεντο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τοὺς καταλλήλους διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀντελήφθη τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἀποστολὴν καὶ κατὰ σωρείας ἀπένεμεν εἰς τοὺς προσερχομένους δικηγόρους τὰ διπλώματα τῆς ἀξίας, ἵνα καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ περιβάλλον ἐν τῷ παρελθόντι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐτελεῖτο συναλλαγή, ὁ Ἄρειος Πάγος ἦτο ἔξω πάσης συναλλαγῆς, διότι οὐδ’ εἰς μετάθεσιν ὑπήγετο, οὐδὲ τὴν προαγωγὴν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπιδιώξῃ. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν διατί ἡ μεμολυσμένη ἐκείνη ἀτμόσφαιρα ἐμόλυνε καὶ τὰ πρόσωπα τούτων καὶ τὰς διανοίας καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ δὲν κατώρθωσαν, ὥστε ἀμόλυντοι νὰ παραμείνωσι καὶ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ εἰς αὐτὸ ἔτι τὸ σῶμα τὸ παρεκτραπέν, τὸ κοινοβουλευτικόν, ἐν τῷ παρελθόντι. Διατί τάχα ὁ Ἄρειος Πάγος παρεδειγματίζετο παρ’ ἡμῶν, παρὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπήγοντο εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Διατί ἔσπευδον αὐτοὶ νὰ παρέχωσι τὰς ἐκδουλεύσεις καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ἑκάστοτε ἰσχυροὺς ἐπ’ ἀνταλλάγματι ἢ ὄχι; Καὶ ἐπ’ ἀνταλλάγματι ἐὰν παρεῖχον, ἦτο ὀλεθριώτατον, ἀλλὰ καὶ χαριστικῶς ἐὰν παρεῖχον, ἦτο ἐπίσης ἐπιζήμιον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη, εἶναι ὅτι: δὲν ἐτηρήθη εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ ὅτε αἱ Βουλαὶ τοῦ παρελθόντος ἀνέθεντο εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ γνωμοδοτῇ περὶ τῶν καταλλήλων προσώπων, διὰ νὰ προαχθῶσι καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως αὐτῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προβῇ εἰς προαγωγάς, καὶ τότε δὲν ἀφῆκε πρωτοδίκην ἀνίκανον ἢ ἀμφιβόλου ἠθικῆς ὑποστάσεως, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ παρεχώρησε τὸ δίπλωμα τῆς ἀξίας, διὰ νὰ καταλάβῃ ἀνωτέραν θέσιν καὶ παρεῖχεν οὕτως εὐκολίαν εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς νὰ προάγωσι κατ’ ἐκλογὴν πρόσωπα ἀνίκανα. Καὶ ἔβλεπον οἱ ἄλλοι πρωτοδίκαι παραγκωνιζομένους ἑαυτούς, ἀλλ’ ἔβλεπον τοῦτο γινόμενον τῇ μεσιτείᾳ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διατί ἐχρησίμευεν ὁ Ἄρειος Πάγος μεσίτης τῆς συναλλαγῆς ἐν τῷ παρελθόντι; Τίς ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ὕψους αὐτοῦ καὶ βλάψῃ τὸν Ἄρειον Πάγον; Τίς ἄλλος εἰμὴ ὁ κακὸς χαρακτὴρ τῶν μελῶν αὐτοῦ; Τίς ἄλλος εἰμὴ ἡ κακὴ αὐτῶν ἀνατροφή; Καὶ ὅτε ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες συνήλθομεν ἐνταῦθα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, διὰ ν’ ἀποκαθάρωμεν τὸ παρελθόν, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ προβῶμεν εἰς ἐκκαθάρισιν παντός, ὅπερ εἶχε μολυνθῆ ἐν τῷ παρελθόντι. Ὑπάρχει, λέγουσι, κατακραυγὴ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἠκούσαμεν διαφόρους δικαιολογίας καὶ θεωρίας σοφάς, καὶ δέχομαι ταύτας ἐν μέρει, ἀλλ’ ἓν δύναται νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοσία κατακραυγή, ἔμμονος, ἐπὶ ἔτη ἤδη μακρά, ἐὰν δὲν παρέσχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ν’ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην, εὐλόγους ἀφορμάς. Ἐγὼ δέχομαι τὰς αἰτιάσεις τὰς ἀκουσθείσας ἐντεῦθεν κατὰ τῶν δικαστῶν ὑπερβολικάς, ἀλλ’ ὑπερβολικὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν περὶ τῶν πολιτῶν τῶν μνησικακούντων κατὰ τῶν δικαστῶν, ἀφήνω δὲ κατὰ μέρος τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων. Ὅτε συνέπεσε δικασταὶ εὐγενεῖς, δικασταὶ εὐθεῖς, ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον κατ’ ἴσον μέτρον ν’ ἀπέλθωσιν ἔκ τινος πόλεως, ἐν ᾗ ὑπηρέτησαν, ὡς συνέβη εἰς τὴν Τρίπολιν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, προπέμπονται ὑπὸ συμπάσης τῆς πόλεως, οὐδεὶς δὲ πολίτης εὑρίσκεται μισῶν τὸν εὐθὺν δικαστήν, τὸν ἀπονέμοντα τὸ δίκαιον ἐν ἴσῳ μέτρῳ. Οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουσι τοῦτο κατ’ ἐξοχὴν τὸ συναίσθημα, καί, ἂν σήμερον ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν πιστεύεται ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἡμῶν εἶναι ὁ ἀπελευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀκριβῶς διότι ἐδίδαξε τὴν ἰσονομίαν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ ποθοῦσιν οἱ Ἕλληνες πολῖται, καί, ὅταν τὸ εὑρίσκωσι, τιμῶσι καὶ γεραίρουσι τὸν ἀπονέμοντα τὸ δίκαιον. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν λοιπὸν μισῇ καὶ παρέρχηται μετὰ περιφρονήσεως πρὸ τῶν προσώπων τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος των, εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας νὰ πράττῃ τοῦτο, διότι ἡ κοινωνία ὀφείλει πάντα ὑπάλληλον, ἀσεβοῦντα πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ἢ μὴ γνωρίζοντα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ τὸν περιφρονῇ. (Χειροκροτήματα). Τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐν συνόλῳ μὲν αὕτη ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον τῇ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σώματι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔκαμον, ὥστε νὰ γεννηθῇ δημοσία ἐξέγερσις καὶ κατακραυγή, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ φάρμακον τὸ δραστικόν. Ἐνίοτε οἱ ἰατροί, ὅταν ἀπελπίζωνται ἀπὸ πᾶν ἄλλο φάρμακον ἢ ὅταν ἡ νόσος εἶναι ὑστερικῆς φύσεως, δίδουσιν εἰς τὸν ἀσθενῆ ἓν καταπότιον ἐξ ἄρτου ἢ ἓν ποτήριον ὕδατος καὶ τῷ λέγουσιν ὅτι εἶναι ὑγιὴς καὶ πιστεύει ὁ ἀσθενὴς ὅτι εἶναι ὑγιής. Ἂς ἀνέλθῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἡμῶν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου μετὰ μίαν οἱανδήποτε ἐκκαθάρισιν τοῦ σώματος καὶ ἂς εἴπῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία τόσον βαθέως ἀντηχεῖ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων τὴν στιγμὴν ταύτην· Ἑλληνικὲ λαέ, ἡσύχει· ἡ ἐκκαθάρισις ἐπετελέσθη. Οὐδὲν πλέον ἀπομένει εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα τὸ ψεκτόν· θὰ ἔχῃς τοῦ λοιποῦ ἀληθῆ δικαιοσύνην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ χειροκροτήσῃ καὶ θὰ πιστεύσῃ τοὺς λόγους τοῦ ἐκλεκτοῦ του. Τοῦτο ἐπιζητοῦμεν ἡμεῖς. Δὲν γνωρίζω ἂν πάντες ἐκ τῶν αὐτῶν σκέψεων ὁρμώμεθα, ἀλλὰ διὰ τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος θὰ παράσχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν νὰ ἐξαγγείλῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξυγιασθεὶς θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματί της καὶ κατεχομένη ὑπὸ τῶν σκέψεων, ὑφ’ ὧν κατέχεται, ἀξία παντὸς σεβασμοῦ καὶ πάσης ἐκτιμήσεως εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὸ ἐπίμοχθον καὶ βαρὺ τοῦτο ἔργον, τὴν εὐθύνην αὐτήν. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, ἤθελεν εἶσθαι μάταιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τοιαύτην γνώμην, νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐπιμένοντες ὅτι πρέπει νὰ συντελεσθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος ἡ μερικὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι τὴν ἀποδεχόμεθα μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ σώματος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐνεστῶτος. Ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπή, ὅτε τὰ πράγματα ἔλαβον τοιαύτην τροπήν, τί πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς ἐκκαθάρισιν μερικὴν καὶ δυνατὴν τοῦ σώματος καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ τοῦτο. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή· παρετήρησεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχετο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ τὸ ἀπεδέχετο τιθέμενον ἐν τῷ Συντάγματι· δὲν ἀπεδέχετο τοῦτο ὡς σταθερόν, ἀλλὰ καθώριζεν ὅτι ἐλάχιστον ὅριον διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁρίζεται τὸ 65, ἀνώτατον δὲ τὸ 75· ὁ νόμος δ’ ἤθελεν ὁρίσει ποῖον ἀκριβῶς ἔσται ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Προκειμένου νὰ ψηφισθῇ ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, ἐὰν ἀναμείνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἡ ψήφισις αὕτη δύναται νὰ ἐπέλθῃ βραδέως, γνωρίζομεν δ’ ὅτι τοιοῦτοι νόμοι ἐβράδυνον πολὺ νὰ ψηφισθῶσιν. Εὕρομεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ πιστοποιηθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐλήφθη μέριμνά τις περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ σώματος. Λέγουσιν ὅτι ἀφορᾷ πρόσωπα. Καὶ βεβαίως πρόσωπα κατέχουσι τὰς θέσεις· καὶ βεβαίως κατὰ προσώπων ἐγεννήθησαν αἱ αἰτιάσεις· καὶ βεβαίως πᾶσα ἐνέργεια νόμου, καθ’ οἱουδήποτε σημείου καὶ ἂν στραφῇ καὶ καθ’ οἱουδήποτε σώματος, πρόσωπα θὰ πλήξῃ.
§340Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πρόσωπα.
§341Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξαρτῶ τίποτε ἐξ οὐδενὸς προσώπου. Ἐξαρτῶ τὰ πάντα ἐκ τοῦ νόμου, ἐξαρτῶ τὰ πάντα ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐξαρτῶ τὰ πάντα ἐκ τῆς ἀνυψώσεως τῆς δικαιοσύνης εἰς ἐμπρέπουσαν θέσιν. Τὰ πρόσωπα παρέρχονται. Ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται ὡς κατώτατον ὅριον διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ 65, εὐθὺς ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τῆς διατάξεως ταύτης τί δέον νὰ γένηται; Νὰ δεχθῶμεν τὸ κατώτατον τοῦτο ὅριον, τὸ δεδομένον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὅριον, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποχωρήσωσιν οἱ ὑπάρχοντες σήμερον δικαστικοὶ ὑπάλληλοι.
§342Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι καλοί.
§343Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐσκέφθημεν δὲ τοῦτο, διότι εἰς πάντας ἤδη τοὺς κλάδους ἐτέθη ὅριον ἡλικίας, καὶ καθιερώσαμεν διὰ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους ὡς ὅριον ἀνώτατον τὸ 65 ἔτος.
§344Γ. ΠΩΠ. Τῶν στρατηγῶν ποῖον εἶναι;
§345Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ 65.
§346Γ. ΠΩΠ. Καὶ μεταβαίνει ἔφιππος. Ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ μεταβαίνῃ ἔφιππος νὰ δικάσῃ;
§347Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία, δὲν ἀγνοεῖ ὁ εὐφυέστατος συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι ὑπηρεσία ἄλογος, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐπίπονος διὰ τὸν εὐσυνειδήτως ἐργαζόμενον, καταναλίσκει πνευματικὰς καὶ σωματικὰς δυνάμεις μεγάλας καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ὑπάρχωσι προνομιοῦχοι φύσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς ἡλικίαν 70 ἐτῶν καὶ πλέον θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀπονέμωσι τὸ δίκαιον ὡς οἱ ἀκμαῖοι ἄνδρες σωματικῶς καὶ πνευματικῶς. Ἐὰν ὑπάρχῃ που ἡ ἐξαίρεσις, μὴ ἀναζητεῖτε τὴν ἐξαίρεσιν· θυσιάσατε τὴν ἐξαίρεσιν χάριν τῆς δικαιοσύνης. Θὰ ἐξέλθωσι. Πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ὀλίγοι ἐκ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἵνα ἐγχύσωμεν νέον αἷμα ἐκ τῶν κατωτέρων, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαόν, τὴν ἐντύπωσιν τὴν πρέπουσαν, ὅτι ἐλάβομεν μέτρα θεραπείας καὶ ὅτι δὲν διατρέχομεν κίνδυνον ἐν τῷ μέλλοντι. Αὐτὴν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν πολιτικὴν συνελθόντες σήμερον, αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν· ἔχει ὑποχρέωσιν ἠθικὴν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ δείξῃ ὅτι ἔλαβε μέριμναν σοβαρὰν περὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος. Εἶναι δὲ καὶ αὕτη σοβαρὰ μέριμνα, διότι, ἐὰν διὰ τῆς ἡλικίας τῶν 65 ἐτῶν ἐν τῷ ἅμα ἀπέλθωσι καὶ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐκ τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐκ τῶν προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν οἱ γεγηρακότες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον χρήσιμοι, ἐκτὸς ἐὰν ἐξαιρέσητε δύο ἢ τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, εἴπομεν, θὰ θυσιασθῶσι χάριν τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ἐξέλθωσιν αὐτοί, θὰ εἰσέλθωσι νέοι ὀργῶντες, πλήρεις ἀκμῆς, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θαυμάζετε, καὶ ἂν ἀπομείνωσι λείψανά τινα πεπωρωμένης συνειδήσεως τοῦ παρελθόντος, θὰ καταστῶσιν ἀνίκανα νὰ βλάψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν σκέψεων ἡ ἐπιτροπή, Κύριοι, ἐδέξατο τὴν μεταβατικὴν διάταξιν καὶ προέβημεν εἰς ἣν ἀπόφασιν προέβημεν. Διὰ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦτο ἐπεδιώξαμεν, τοῦτο ποθοῦμεν, οὐδαμῶς ἀποβλέψαντες εἰς πρόσωπα. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ὑπευθύνως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς ἐκκαθάρισιν αὐτοῦ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἤθελεν εἶναι ἀρτιωτέρα ἡ κατάρτισις καὶ συγκρότησις ἐν τῷ μέλλοντι.
§348Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἔχομεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον τὸ Πανεπιστήμιον.
§349Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ὤφειλε νὰ γένηται ἡ ἐκκαθάρισις τῶν κλάδων, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἀδικίαι αἱ ἐπελθοῦσαι ἐν τῷ παρελθόντι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν ἀπέναντι τῆς γενικῆς ἰδέας. Πάντοτε, ὅταν προβαίνητε εἰς ἐκκαθάρισιν προσώπων, θὰ ἐγείρητε καὶ μίση καὶ θυέλλας καὶ θ’ ἀδικήσητε καὶ ἕν καὶ δύο πρόσωπα· ἀλλὰ διότι ἠδικήθησαν ἓν ἢ δύο πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι συμπαθέστατα εἰς τὴν κοινωνίαν ὅλην καὶ πρὸς ἡμᾶς, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταρώμεθα τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐπαναστατικήν. Τί ἠθέλετε; Ἐν τῷ τέλματι νὰ κυλιώμεθα καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν; Ἠθέλετε πάντα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνομίζοντο ὅτι συνετέλεσαν εἰς τὸ κακόν, νὰ μένωσιν εἰς τὰς θέσεις των; Ἠθέλετε πάντες οἱ κλάδοι νὰ ἐπιδεικνύωσι τὴν αὐτὴν μορφὴν καὶ νὰ γελῶσι μυκτηρίζοντες τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ; Ἐγὼ λοιπόν, Κύριοι, δὲν ἀποθαρρύνομαι ἐκ τῆς παρελθούσης ἐκκαθαρίσεως.
§350Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ μᾶς τοὺς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§351Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἴσως ν’ ἀπέστειλέ τινα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ εἷς ἐκεῖνος ἢ οἱ πλείονες ν’ ἀπήλαυον ἐκτιμήσεως καὶ ὑπολήψεως. Ἀλλὰ καὶ μὴ νομίζετε ὅτι πάντες εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα διὰ τῆς λαϊκῆς ὀργῆς, πάντες εἶναι πρέπον νὰ κατέχωσι καὶ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἢ ὅτι τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι δὲν ἔσφαλον ἐν τῷ παρελθόντι κατὰ τρόπον ὥστε ν’ ἀποβληθῶσιν ἐκ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι εἰς ἄλλας χώρας δὶς καὶ τρὶς ἐξελέγησαν Βουλευταὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν ταῖς εἱρκταῖς. Μὴ φέρετε τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ καταδηλώσητε ὅτι αἱ προηγούμεναι ἐκκαθαρίσεις ἦταν τοιούτου εἴδους, ὥστε ν’ ἀποθαρρυνώμεθα διὰ τὸ μέλλον. Ἄλλως τε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, κατὰ τίνος ἐστρέφετο; Τίς ἄλλος ἐνήργησε τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἢ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον; Πῶς ἐμπιστεύεσθε ἤδη εἰς αὐτὸ καὶ δὲν θέλετε νὰ τὸ θίξωμεν, ἀφοῦ οὕτω κακῶς ἐνήργησεν; (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ ἀπορῶ μὰ τὴν ἀλήθειαν πῶς ἄνθρωπος εὐφυέστατος ὑποπίπτει εἰς τοιαῦτα σφάλματα. Ἠκούσατε τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τί ἔπραξεν; Ἀπεδίωξε, λέγουσι, πέντε εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ μεταξὺ τῶν πέντε ἦσαν οἱ δύο καλοί! Ἀπεδίωξε τρεῖς εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ ἐδίστασε ν’ ἀπολύσῃ ἄλλους πέντε! Ἐδίστασε, διότι ἐξηγέρθησαν πάντες διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐξηγέρθησαν λέγοντες ὅτι γίνονται ἀδικήματα, εἶναι δὲ εὔλογοι αἱ συμπάθειαι πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πλήττονται ἐκ τοιαύτης ἐνεργείας. Ἐν τοσούτῳ τὸ ἀνώτατον αὐτὸ Δικαστήριον πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διοικῇ! Ἡμεῖς, καίτοι ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι, καὶ ἂν ὑπέπεσεν εἰς ἄτοπα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐπαναστατικήν, τὰ ἄτοπα ἦσαν συγγνωστά, ἐν τούτοις φρονοῦμεν ὅτι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον ἐν τῷ παρελθόντι ἔδωκεν ἀφορμὰς νὰ πιστευθῇ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀνυψώσεως, ἀνακαινίσεως, ἐνισχύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρότασίς μας γινομένη ἀποδεκτὴ θὰ παράσχῃ ἀφορμὴν νὰ ἐγχύσωμεν νέον αἷμα καὶ δώσωμεν νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο συμβούλιον, τὸ ὁποῖον μέλλει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὅλην διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης (ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§352Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως ὅμως δὲν γίνονται.
§353Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι μεταβατικὴ διάταξις. Κακῶς τὴν ὀνομάζετε μεταβατικὴν διάταξιν.
§354Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἀνέκαθεν εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισίς τις. Θὰ καταψηφίσω ὅμως τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ὅπως ἀποπεμφθῶσι τοῦ δικαστικοῦ σώματος μόνον καὶ μόνον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ 65 ἔτος. Τὴν πρότασιν ταύτην θὰ καταψηφίσω, διότι δὲν τὴν θεωρῶ σκόπιμον καὶ οὔτε μέλλουσαν νὰ φέρῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος.
§355Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συντομώτατα θέλω εἴπει ὅσα νομίζω ὅτι ἀρκοῦσιν, ὅπως διαγνωσθῇ καλῶς ἡ ἔννοια τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀντικαταστήσασα τὸ ψήφισμα τὸ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβεβλημένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐψηφισμένη ὑπὸ πλειονοψηφίας, εἰς ἣν ἐγὼ δὲν προσεχώρησα, καθὼς καὶ τὸ ψήφισμα ἦτο ἐψηφισμένον ὑπὸ πλειονοψηφίας, ἧς ἐγὼ δὲν μετέσχον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ πρότασις ἡ σημερινὴ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο χείρων εὐθὺς ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ ψήφισμα, ὅπερ εἶχεν ὑποβεβλημένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο προήρχετο ἀπὸ βαθέως ἐρριζωμένης πεποιθήσεως τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ ἀναστολῆς πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ σώματος ἐκείνου, ἀφοῦ περιλαμβάνει τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ συγκροτούμενον ἵνα ἐνεργήσῃ ἔπειτα τὴν γενικωτέραν ἐκκαθάρισιν. Τοιαύτης οὔσης ἐκ φύσεως τῆς αἰτίας τῆς ὑπαγορευσάσης τὸ ψήφισμα, εὐθὺς ὡς τὸ ψήφισμα κατηρτίσθη, ἦτο φυσικὸν νὰ προνοῇ περὶ ὁρίου ἡλικίας. Καὶ διατί; Διότι, ἐνῷ ὑπῆρχε πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὥριζε πάγιον ὅριον ἡλικίας, μετὰ διακρίσεων, εἰς ὅλον τὸν δικαστικὸν κλάδον, τὸ ἄρθρον 58 ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ τροποποίησις ἔθηκεν ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα εὕρῃ λύσιν διὰ νόμου. Εὑρέθη ἄρα ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ τοσαύτας ἀναφορὰς καὶ διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων λαβοῦσα, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ τί θέλει συμβῇ καθ’ ὃν χρόνον θέλει ψηφισθῇ νόμος. Τοῦτο ἦτο τὸ ἐρώτημα τὸ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα ἀπήντησεν αὕτη διὰ ταύτης τῆς διατάξεως, περὶ ἧς ὀρθῶς ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. ΙΙ. Ἀραβαντινὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι πρότασις μεταβατική, ἀλλὰ πρότασις διατάξεως σταθερᾶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ νομοθέτημα, εἰς ὃ παραπέμπει ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ διατάξεως μονομεροῦς· πρόκειται περὶ διατάξεως ἐκτεινομένης ἐφ’ ὅλου τοῦ δικαστικοῦ κλάδου τοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ἰσοβίων δικαστῶν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα μόνον περὶ ἀρεοπαγιτῶν· πρόκειται καὶ περὶ ἐφετῶν καὶ περὶ πρωτοδικῶν. Ὅτε δὲ προτείνεται τοιαύτη γενικὴ πρόνοια ὡς ὁρίου τῶν 65 ἐτῶν, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς ὡρισμένα πρόσωπα ἀπέβλεψαν οἱ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὸ Α ἢ Β πρόσωπον· ἀπέβλεψαν εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι κριθῇ διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ὡς ἀποχωροῦντες ἀπὸ τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἔπειτα πληρωθῶσι κατὰ τρόπον κρείττονα τὰ τῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω, ἵνα ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν δὲν συνεφώνησα.
§356Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς πρόσωπα ἀποβλέπουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, διότι ὑπάρχει διάταξις σήμερον.
§357Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις χάριν προσώπων ἐγένετο, καὶ ὑπὸ τὴν ὑπογραφήν σας θέλετε νὰ προγράψητε.
§358Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην μου, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ ἐπὶ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτε ἦλθε τὸ ζήτημα, ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς προτάσεως περὶ γενικῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἔπραξα δὲ τοῦτο, διότι ἐφρόνουν ὅτι εἰς τὸ ὅλον δικαστικὸν σῶμα ὑπάρχουσιν οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ταύτας καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται ἢ πρέπει νὰ παυθῶσι. Ψηφίζων δὲ ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης εἶχον πεποίθησιν ὅτι θ’ ἀνετίθετο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, καὶ ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ζήτημα καθαρῶς διοικητικόν, εὐθὺς δὲ ὡς ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀρνηθῆ ἢ ἡ Βουλὴ δὲν παρεχώρει τοιαύτην ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἀπεφασίζετο ἡ ἀναστολή, θ’ ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν θὰ ἔχαιρε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Ψηφίζων ὅμως τὴν πρότασιν ταύτην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατεψήφισα ἄλλας προτάσεις περὶ μερικῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις, ἐὰν ὑπῆρχον δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ παρέχοντες ἐγγύησιν πρὸς τελείαν ἀπονομὴν δικαιοσύνης, οἱ τοιοῦτοι δὲν εὑρίσκονται μόνον ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅλον δικαστικὸν σῶμα, καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῶν πρεσβυτέρων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ καθαρισθῶσι. Δὲν εἶναι μόνον ὅσοι ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀπένεμον τὴν δικαιοσύνην κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τρόπον, ἀλλ’ εἶναι καὶ νεώτεροι, οἱ ὁποῖοι παρεισέφρησαν ἐν τῷ κλάδῳ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ ἐλάττωμα τῆς στενοκεφαλιᾶς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται ν’ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ γενικῆς ἐκκαθαρίσεως, περὶ ἐρεύνης τοῦ ὅλου σώματος τῶν δικαστῶν θέλω καταψηφίσει πᾶσαν ἄλλην πρότασιν. Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην δηλῶ καὶ σήμερον ἀκόμη ὅτι καὶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ προβάλλει, εἴτε ὡς μεταβατικὴν εἴτε ὡς συνεχομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 88 τοῦ Συντάγματος, θέλω καταψηφίσει, διότι νομίζω ὅτι καὶ αὕτη τείνει εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατεψήφισα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὴν πρότασιν περὶ μονομεροῦς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ταῦτα ἐδήλωσα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, πράττω δὲ τοῦτο, διότι τὸ ὄνομά μου φέρεται κάτωθεν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§359ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ διέκοψεν ὁμιλοῦντα περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ δὲν κατέληξα εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταλήξω οὐσιαστικῶς. Προκειμένου νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου λέγω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος εἴτε δι’ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος εἴτε διὰ τῆς μὴ ἀναστολῆς, εἴτε διὰ γενικῆς εἴτε διὰ μερικῆς ἐκκαθαρίσεως, εἴτε καὶ διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἔκτασιν μεγαλειτέραν. Ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἓν ὅριον κατ’ ἐμὲ οὐχὶ ἐπαρκὲς διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν. Ἐν τῷ μείζονι ἔγκειται καὶ τὸ ἔλαττον. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἐκτάκτου, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ πρόσωπα. Ἂς εὐχηθῶμεν δέ, ὅπως ἡ ἐκκαθάρισις φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον.
§361ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.
§362Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐγίνετο θόρυβος, ὁ κ. Σκάσης θὰ εἶχε τελειώσει.
§364Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀπαράδεκτον διὰ λόγους νομιμότητος, ἀρκούντως τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ Βουλῇ ἐδικαιολογήθη ὑπὸ τῶν διαφόρων ῥητόρων, διὰ λόγους δὲ σκοπιμότητος ἀποβλέπων εἰς τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ἐκκαθαρίσεις, ἐξ ὧν μία ἀναφέρεται εἰς ἕνα κλάδον, εἰς τὴν Πανεπιστημιακὴν λεγομένην ἐκκαθάρισιν, ἀποβλέπων εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον αὕτη ἐξετελέσθη, φρονῶ ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ ὑπερψηφίσω τῆς προτάσεως ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς σήμερον παρουσιαζόμενον δηλῶ ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει αὐτῆς, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου τίθεται ἓν γενικὸν ὅριον ἡλικίας, καθόσον δὲν ἀποβλέπω εἰς πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐγὼ οὔτε οἰκεῖος εἶμαι οὔτε ἔχω λόγους ἵνα καταψηφίσω τοιαύτης προτάσεως. Ἑπομένως τὴν πρότασιν ταύτην δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσει, διότι αὕτη ἀποβλέπει εἰς τρόπον τινὰ ἔστω καὶ μερικὸν συμβιβασμὸν τῶν πραγμάτων συμφώνως πρὸς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἄρθρα 88, 89 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος μετὰ τῶν ἐπ’ αὐτῶν ὑποβεβλημένων τροπολογιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ δύο σχέδια ψηφισμάτων, τὸ πρῶτον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ δεύτερον τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Γαρουφουλλιᾶ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προέχει τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου. Νομίζω ὅτι κανονικώτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, διότι ἐξ αὐτῶν προυκλήθη ἡ συζήτησις, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ψηφισμάτων, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι μεταβατικὴν διάταξιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχει τις ἀντίρρησιν.
§366ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἰσοβιότητος, νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητεῖτε νὰ προστεθῇ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 88, ἥτις εἶναι ἀπαράδεκτος ἀναμφιβόλως καθ’ ἡμᾶς καὶ ἑπομένως προέχει τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προέχει κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ζήτημα τῶν ἄρθρων 88, 89 καὶ 90, καθόσον τὸ ἄρθρον 88 περιέχει τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος· θὰ τεθῶσι ταῦτα εἰς ψηφοφορίαν καὶ κατόπιν εἶναι φυσικὸν νὰ ἔλθῃ τὸ ψήφισμα περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος.
§368ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τὸ ὅριον ἡλικίας, τὸ ὁποῖον τίθεται, αἴρει τὴν ἰσοβιότητα....
§369ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προηγηθῇ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, κύριε Πρόεδρε.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι πάντως δύο ψηφοφορίαι θὰ γίνωσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ κανονικόν. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως προταχθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῶν δύο ψηφισμάτων; Τὸ πρῶτον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βʹ ἐν Ἀθήναις διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἀσκοῦσα τὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐξουσίαν αὑτῆς Ψηφίζει 1) Ἅμα τῇ ἐπικυρώσει τῶν Πρακτικῶν τῆς παρούσης συνεδρίας ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως ἀπαλλάσσονται τῶν καθηκόντων αὑτῶν. 2) Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω προθεσμίας τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλει προβῆ εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν κενωθησομένων θέσεων ἔκ τε τῶν ἀπαλλαγέντων ἀρεοπαγιτῶν καὶ τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους. 3) Εἰς τοὺς μὴ ἀναδιορισθέντας παρέχεται ὡς σύνταξις ὁλόκληρος ὁ μισθός». Τοῦτο ἀπεσύρθη, ἀλλ’ ὁ κ. Πὼπ τὸ υἱοθετεῖ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται ἡ ψηφοφορία.
§371Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ δὲν υἱοθέτησα τὸ ψήφισμα.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην ὅτι, ὅτε ὁ κ. Δραγούμης ὁμιλῶν ἔλεγεν ὅτι τὸ ἀποσύρει, εἴπετε ὑμεῖς ὅτι τὸ υἱοθετεῖτε.
§373Γ. ΠΩΠ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποσύρῃ, διότι αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ἔκαμον ἐξήγησιν καθαρῶς θεωρητικὴν μετὰ τοῦ κ. Δραγούμη· δὲν ἔκαμον πρᾶξιν υἱοθεσίας.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν μένει ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαρουφαλλιᾶ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναβολὴν καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσοβιότης ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν ἀναστέλλεται μόνον ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος ἤθελον ὑποβληθῆ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Βουλῆς ἔγγραφοι κατηγορίαι, εἴτε ὑπὸ Βουλευτῶν εἴτε ὑπό τινος τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τοῦ Κράτους. Ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος μηνὸς συνιστᾶται διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δεκαπενταμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπαρτιζομένη ἐκ πέντε ἀρεοπαγιτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύο ἐφετῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, τριῶν καθηγητῶν τῆς νομικῆς ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ πέντε δικηγόρων ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνερχομένη ἐντὸς τοῦ τρίτου μηνὸς ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν περὶ τοῦ διατηρησίμου ἢ τῆς ἀπολύσεως τῶν κατηγορουμένων δικαστῶν δι’ ἀποφάσεως εἰδικῶς ᾐτιολογημένης. Λόγος ἀπολύσεως εἶναι πᾶσα ἀνεπάρκεια νομική, ὑπηρεσιακή, ἠθική, κοινωνική, σωματικὴ ἢ πνευματική». Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασίν του;
§375ΕΥ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§376Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς προηγουμένην συζήτησιν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ συζητηθῇ μετὰ τοῦ ἄρθρου 88 καὶ ἡ ἰδική μου πρότασις.
§377Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἑπομένως τὸ ἀπαράδεκτον θὰ ἐνεργήσῃ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γαρδικιώτου.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν θεωρητικῶς ἐπὶ προτάσεως μὴ ὑπαρχούσης. Δέχεται ὁ κ. Γαρδικιώτης νὰ μεταβάλῃ τὴν πρότασίν του διὰ τὸ ἄρθρον 88; Ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαρδικιώτου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δύναται διὰ νόμου ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος καὶ ἅπαξ μόνον ἐπὶ τρεῖς μῆνας ν’ ἀνασταλῇ ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 88 θεσμὸς περὶ ἰσοβιότητος τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν καὶ ὁ περὶ μονιμότητος τῶν εἰσαγγελέων καὶ εἰρηνοδικῶν».
§379ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀποσύρει.
§380Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§381Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντός, διότι εἶναι δυνατὸν ἀξιόλογα αὔριον νὰ ἔλθῃ ἄλλη πρότασις. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ἀντιτίθεται εἰς τὸ δόγμα τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἡ μεταβατικὴ διάταξις περὶ ὁρίου ἡλικίας. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι θὰ ἐξαναγκασθῶμεν νὰ φέρωμεν αὔριον πρότασιν νέαν, ν’ ἀρχίσωμεν νέαν συζήτησιν περὶ ἀπαραδέκτου καὶ ἑπομένως δὲν θὰ κερδήσῃ χρόνον ἡ Βουλή.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδίδῃ νομολογίαν ἐνταῦθα· θὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τεθέντος ἤδη ζητήματος. Τρία ζητήματα ἔχουσι τεθῆ: ἡ πρότασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεσύρθη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαρουφαλλιᾶ ἀπεσύρθη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαρδικιώτου, μεταβαλλομένη διὰ τὸ ἄρθρον 88, ἀπεσύρθη.
§383Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§384Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν υἱοθετῶ ἐγώ.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μάλιστα. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀπαράδεκτον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γαρδικιώτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ὑπὸ τοῦ κ. Γαρδικιώτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. Μὴ διευκρινισθείσης τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ ἐρωτήσω καὶ ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀπαράδεκτον. Ὑπάρχει καὶ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς καὶ ὁ κ. Μᾶνος. Θέτω τὸ ζήτημα: Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀναστολῆς τῶν περὶ ἰσοβιότητος θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὡς θεμελιωδῶν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου καὶ γενομένης διαλογῆς ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ).
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4,45′ τῆς πρωίας).