1911.05.10
2,880 rows · 22,165 words · 179 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85
τῆς 10 Μαΐου 1911
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ὥρᾳ 5 καὶ 45′ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 190 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ δήμου Θηναίας ὑποβάλλει ψήφισμα εὐχόμενον ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ κοινοτήτων νομοσχέδιον· 2) Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ δήμου Κατωγητῶν ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ συγχωνεύσεως τῶν δήμων Ληξουρίου, Ἀνωγητῶν καὶ Κατωγητῶν εἰς δῆμον πρώτης τάξεως, ὡς ἦτο ἄλλοτε· 3) Τὸ σωματεῖον τῶν ἐργατῶν ἀρτοποιῶν ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ὡς πρὸς αὐτούς· 4) Τὸ Ἐργατικὸν κέντρον Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν ἐργατικῶν νόμων ὑπὸ τῆς διπλῆς Βουλῆς· 5) Ἡ Ἀλληλοβοηθητικὴ ἀδελφότης τῶν τυπογράφων παραπονεῖται, διότι δὲν ἐφαρμόζεται δι’ αὐτοὺς ὁ νόμος τῆς κυριακῆς ἀργίας· 6) Τὸ σωματεῖον τῶν ἐργατῶν ζαχαροπλαστῶν ζητεῖ τὸ ἀκέραιον τῆς ἡμέρας τῆς κυριακῆς ἀργίας· 7) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σκλαταίνης τοῦ δήμου Γόμφων τῆς Καρδίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς χαρισθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων τῶν ἐτῶν 1907 καὶ 1908· 8) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Ἀγαπητὸς ὑποβάλλει ὑπόμνημα τῶν πατέρων τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου· 9) Ὁ ἐξ Ἀμπελακίου τοῦ Βάλτου Κ. Χαντζάρας ζητεῖ προστασίαν κατὰ κακούργων πυρπολησάντων τὸν στάβλον του καὶ τὰ ἐν αὐτῷ ζῷα· 10) Ὁ Γ. Οἰκονόμου ἐκ Γαργαλιάνων καταγγέλλει τὸν δημοδιδάσκαλον Π. Γεωργόπουλον ὡς καταλαβόντα μέρος τῆς δημοτικῆς ὁδοῦ· 11) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Κρεστένων τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος παρακαλεῖ, ὅπως τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἰσχύῃ διὰ πάντας· 12) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος Πατρῶν ἐκφράζει εὐχὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος· 13) Οἱ κάτοικοι Καραμανηλίου τοῦ δήμου Πυλίων συγχαίρουσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων· 14) Πρόσφυγες ἐκ Λεβαδείας ἱκετεύουσι νὰ προταχθῇ νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως αὐτῶν δυστυχούντων καὶ ἀποφασισάντων πεζῇ νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας· 15) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαρίσης ἐξαιτεῖται ἀναστολὴν τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος πρὸς ἐκκαθάρισιν· 16) Ὁ ἡγούμενος Γηροκομείου Πατρῶν Γερμανὸς Ἠλιόπουλος καταγγέλλει τὸν Ἐπίσκοπον ὡς ἐκβιάσαντα αὐτὸν νὰ ἐγγράψῃ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν Ἡγουμενοσυμβουλίου συγγενῆ του μοναχὸν καὶ ὑβρίσαντα αὐτὸν ἀρνηθέντα· 17) Ποτοποιοὶ Πατρῶν ἐξαιτοῦνται μείωσιν τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἥμισυ· 18) Ὁ κ. Ἀνατὸλ Φρὰνς εὐχαριστεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν εὐγενῆ αὐτῆς δωρεὰν ὑπὲρ ἀνεγέρσεως μνημείου πρὸς τὸν Jean Moréas. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Λιβιεράτος ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ πληρώσεως πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τοὺς μῆνας Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1911 ἐξόδων τοῦ Κράτους· ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ταμείου». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον, οὐδενὸς δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ζητήσαντος τὸν λόγον ψηφίζεται τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 18 Μαρτίου ἐ. ἔ. συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν Πελοποννήσου». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§3ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἂν θὰ ὑπέβαλλε σύμβασιν τοιαύτην εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις τῶν 20,000,000. Ἐὰν εἶχον τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἐκανόνιζον βεβαίως διαφόρως τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ μὲ ἀφήνει ἄνευ ἀπαντήσεως, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἀρχόμενος καὶ καταστρέφων τὸν λόγον μου κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρὼν σύμβασιν κακὴν εἶναι δεδικαιολογημένος ὑποβαλὼν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἔχει ὀλιγώτερον δυσμενεῖς ὅρους.
§5Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ στηρίζεται ἡ συζήτησις; Θεωρεῖται ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑποβεβλημένου; Ποίαν μεταβολὴν προτείνετε ὑμεῖς; Ποίαν διεύθυνσιν;
§6Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ εἶναι δικαιολογία. Εἶπον τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πάντοτε ἐπαναλαμβάνει τὸ δάνειον τῶν 20,000,000. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο λόγος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν τὴν νέαν σύμβασιν, ἡ ὁποία εἶναι ὀλιγώτερον κακή, κατὰ πόσον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ ὅ,τι ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Εἶναι δυνατὸν ἡ σύμβασις ἡ νέα νὰ εἶναι καλλιτέρα τῆς ἄλλης. Εἶναι ὅμως καὶ ζήτημα συζητήσιμον ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκόμη καλλιτέρα διὰ τὸ κοινὸν ἢ τοὺς μετόχους. Συνεπῶς δὲν παρέλκει ἡ συζήτησις. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλ’ ἀκριβῶς, καὶ ἀρχόμενος καὶ καταστρέφων τὸν λόγον εἶπον ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη. Ἔκρινον ὅμως κατὰ πόσον οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι συμφέροντες εἰς τοὺς μετόχους ἢ ὄχι· ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὴν σύμβασιν αὐτήν, νὰ καταργηθῇ ἢ ὄχι, τοῦτο ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ γνωρίζω. Παραδέχομαι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμε σύμβασιν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐκτελεσθῇ αὕτη ἐφ’ ὅσον δὲν γίνῃ ἄλλη σύμβασις, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ καλλιτέρους ὅρους ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ κατάργησις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν σύμβασιν, ἡ ὑποβολὴ τῆς νέας συμβάσεως δὲν ἐπετρέπετο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ κυριώτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον εὗρε λεπτολογῶν εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, εἶπεν ὅτι, ἐνῷ ἡ σύμβασις τῶν 20,000,000 οὐδὲν διαλαμβάνει περὶ προμηθείας, ἡ νέα σύμβασις ἔχει προμήθειαν 1½%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δικαιολογεῖ τὴν προσθήκην τοῦ ὅρου τούτου ὡς γενομένην κατὰ πρότασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν εἰς τὴν σύμβασιν τῶν 20,000,000 ὁ ὅρος «διαθέσεως» ἐπετρέπετο εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ὁρίσῃ τὴν προμήθειαν αὐτὴν καὶ μάλιστα εἰς οἱονδήποτε ποσόν, ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ὑπάρχοντος τοῦ ὅρου «ἐκδόσεως»...
§7ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ τῆς νέας διαθέσεως, διὰ τῆς παλαιᾶς ἐκδόσεως.
§8Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τῆς νέας διαθέσεως. Ἐγὼ νομίζω ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ ὅροι δὲν ἔχουσι σπουδαίαν τινὰ σημασίαν προκειμένου περὶ μιᾶς συμβάσεως. Ἀλλά, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ὑπάρχοντος τοῦ ὅρου ἐκδόσεως ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ὁρίσῃ προμήθειάν τινα, τότε ἦτο περιττὴ ἡ σύμβασις, ὅτε αὐτὴ θὰ εἶχε τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας εἰς οἱονδήποτε, εἰς 4, 5 καὶ 6%. Τίνα λόγον τότε εἶχεν ἡ ὑποβολὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νέας συμβάσεως, ὅταν λαμβάνηται μὲν πρόνοια νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἐκδόσεως εἰς 82%, δὲν λαμβάνηται δὲ πρόνοια νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν ἡ Τράπεζα τῆς προμηθείας; Πᾶν ποσὸν πέρα τοῦ ποσοῦ τῶν 82% εἶναι πρὸς ζημίαν τῶν μετόχων· ἀλλά, καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν ὅτι δυνάμει τῆς νέας συμβάσεως διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὅρου «διαθέσεως» ἀντὶ «ἐκδόσεως» προλαμβάνεται τοῦτο, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς νὰ συνάψῃ τοιοῦτον δάνειον, νὰ μετατρέψῃ ἓν δάνειον ὀφειλόμενον εἰς αὐτὴν καὶ νὰ λάβῃ προμήθειαν 1½%; Ἀλλ’ ἀφήνοντες τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, τὴν ὁποίαν πολὺ κακῶς λαμβάνει ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς δι’ ἴδιον αὐτῆς δάνειον, ἐξετάσωμεν ἂν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ τὸ δάνειον αὐτό, ὅταν οἱ ὅροι της εἶναι ἐπιζήμιοι. Ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται μετατροπὴ τοῦ δανείου τῶν 1,240,000 εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς; Καὶ διά τινα λόγον διὰ τὴν μετατροπὴν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετάσχῃ καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς, πρέπει νὰ πληρωθῇ προμήθεια εἰς τὴν ἰδίαν Τράπεζαν; Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς Τράπεζαν, διότι συνάπτει ἓν δάνειον μὲ βαρεῖς ὅρους, τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ φανῇ ὅτι εἶναι γενναιόδωρος, διότι δέχεται νὰ μετατραπῇ τὸ δάνειον ὑπὸ ἄλλους ὅρους ἧττον βαρυτέρους τοῦ προηγουμένου, ἀλλ’ ἐπίσης βαρεῖς; Δάνειον σήμερον πρὸς τὴν ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων μὲ 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου — 4% κατὰ τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι εἰς 80½, εἶναι 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου—μὲ πρώτην ὑποθήκην δὲν ἐπιτρέπεται· εἶναι τοκογλυφικὸν δάνειον, γινόμενον δὲ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δηλαδή, ἡ ὁποία γνωρίζομεν ἀπὸ ποίους διοικεῖται, πρὸς τὴν ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου, διοικουμένην ἀπὸ τὰ ἴδια σχεδὸν πρόσωπα, μᾶς πείθει νὰ σχηματίσωμεν ἰδέαν ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς ὠφέλειαν τῆς Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ληφθῇ πρόνοια, περισσότερον θὰ ἐζημιοῦτο, διότι τὸ Κράτος, ἂν περιήρχετο εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους, ὁ σιδηρόδρομος θὰ ἦτο ἐπιβεβαρημένος μὲ τὸ δάνειον βεβαίως. Διότι, ἀντὶ νὰ ὑπεισήρχετο εἰς τὰς σημερινὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας, θὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰς νέας καὶ θὰ εὕρῃ ἐπιβαρυνομένην αὐτὴν μὲ 300,000 καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅλον δάνειον κατὰ 2½ ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Βαρυνόμενον λοιπὸν τὸ Κράτος διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 2½ ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον; Καὶ δὲν εἶναι ἡ ἐπιχείρησις αὐτή, τὴν ὁποίαν συνάπτει τὸ Κράτος, ἐπιζημία;
§9ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς σταθμοὺς καὶ εἰς τροχαῖον ὑλικόν. Τί θὰ παραλάβῃ τὸ Κράτος τότε;
§10Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν διαφορὰν τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ. Ἡ ἑταιρεία σήμερον ὀφείλει 10,000,000, καὶ κατόπιν τῆς συμπληρώσεως τοῦ δανείου θὰ ὀφείλῃ 12½ ἑκατομμύρια. Ὑπαρχούσης διαφορᾶς 20% μεταξὺ ὀνομαστικοῦ καὶ πραγματικοῦ καὶ τὸ χρέος τῆς ἑταιρείας αὐξάνουσι καὶ τὸ Κράτος ὑπεισερχόμενον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας θ’ ἀναλάβῃ ὅρους βαρυτέρους δι’ αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι πολὺ καθαρόν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,240,000 δραχ., τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία, διὰ νὰ κάμῃ σταθμούς. Τοῦτο ἀναγνωρίζομεν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρείας. Ἐξετάζω μόνον κατὰ πόσον συνάπτεται τὸ δάνειον ὑπὸ ἐπωφελεῖς ὅρους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν: εἶναι δυνατὸν ἑταιρεία τις νὰ μὴ δίδῃ μέρισμα; Τί θὰ ἔδιδεν ἡ ἑταιρεία, Κύριοι, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένον νὰ κάμῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν; Δὲν θὰ δύναται ὁ δανειστής, ὁ οἶκος Ῥαφαὴλ καὶ υἱοῦ, νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς ὅρους του, ὁσονδήποτε βαρεῖς καὶ ἂν εἶναι οὗτοι; Δὲν ἔπρεπεν ἡ ἑταιρεία νὰ προβλέψῃ, ὅπως μὴ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δανειστὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς ὅρους του κατὰ ἰδίαν βούλησιν; Ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς ἑταιρείας εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὸ δάνειον τοῦτο; Θὰ περιέλθῃ τότε ὁ σιδηρόδρομος ἢ ἡ ἐνυπόθηκος γραμμὴ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δανειστοῦ Ῥαφαὴλ καὶ υἱοῦ ἢ ὄχι; Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, εἶναι πρωτοφανὲς διὰ τὰς ἑταιρείας, τῶν ὁποίων αἱ ἐργασίαι βαίνουσι πολὺ λαμπρά, νὰ μὴ χορηγῶσι μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους; Τὸ τοιοῦτο, Κύριοι, εἶναι πολὺ σύνηθες εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν· πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κέρδη, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν χορηγοῦσι μερίσματα, ὅταν πρόκειται ν’ αὐξήσωσι τὸ κεφάλαιον, ὅταν πρόκειται ν’ αὐξήσωσι τὰς ἐπιχειρήσεις των· ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς πολὺ διάφορον κατάστασιν· ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους μερίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ δανειστὴς ἤθελεν ἐπιβάλει βαρυτάτους ὅρους. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ «Deutsche Levante Linie» ἐπὶ 20–25 ἔτη οὐδὲν ἐχορήγησε μέρισμα, ἀλλὰ τὰ ἀτμόπλοιά της ηὔξησαν εἰς τεσσαράκοντα. Ἡ Βορειογερμανικὴ ἑταιρεία ἐχορήγει πολλάκις 2% καὶ πολλάκις μικρότερον μέρισμα· εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀτμοπλοίων της κατέστη πρώτη τοῦ κόσμου. Καὶ σᾶς φαίνεται, κύριε Ὑπουργέ, παράξενον ἂν ἑταιρεία τις δὲν δώσῃ μέρισμα; Κακὸν ὀνομάζεται αὐτό; Ἀλλὰ διατί τὸ κακὸν αὐτὸ δὲν ἐπῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν καὶ πολλὰς ἄλλας, οἱ μέτοχοι τῶν ὁποίων ἐκέρδισαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν;
§11Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ Κράτος.
§12ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἔχετε νὰ ἐλέγξητε τὸ παρελθόν, μὰ τὴν ἀλήθειαν δύνασθε νὰ καταναλώσητε μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν. Ἐγὼ εἶπον ὅσα εἶπον, διὰ νὰ εἴπω ποῖα συμφέροντα ἔχει ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου.
§13Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, κ. Ὑπουργέ, ἀπήντησα προχθές· σήμερον ἀπαντῶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε. Εἴπετε ὅτι ἡ μὴ χορηγία μερισμάτων ὑπό τινος ἑταιρείας φέρει συμφοράς. Θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο, θέλω νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς ὑμᾶς ὅτι τοῦτο δὲν συνέβη εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χορηγῶνται μερίσματα καὶ νὰ προοδεύῃ ἡ ἑταιρεία καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ ν’ αὐξάνῃ. Ἐγὼ παραδέχομαι νὰ γίνωσι τὰ νέα ἔργα, τὴν ἀξίαν τῶν ὁποίων ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶπεν ὅτι τὸ δάνειον πρὸς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ εἶναι δεδικαιολογημένον, διότι ἀκριβῶς δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἑταιρείαν διὰ τὴν διαχείρισιν· καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἑταιρεία δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τῶν 240,000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ληξιπρόθεσμον μετὰ δύο ἔτη.
§14Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διατί;
§15Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι οὕτω συνήφθη ἡ ἑταιρεία.
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1914 πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον αὐτό.
§17Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καλῶς ἢ κακῶς, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐγκρίνουσαν τὸ δάνειον Κυβέρνησιν, τό γε νῦν ἔχον τὸ δάνειον εἶναι ληξιπρόθεσμον μετὰ δύο ἔτη καὶ ἑπομένως ἡ ἑταιρεία πρέπει νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο. Παραδέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ παροχὴ τοῦ δανείου γίνεται πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ἄλλου δανείου· παραδέχομαι ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 8.240.000 δραχμῶν, παραδέχομαι ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ σύμβασις, ἀλλὰ παροχὴ ἀδείας διὰ δάνειον πέρα τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς ἐξόφλησιν ληξιπροθέσμου δανείου καὶ ἐκτέλεσιν νέων ἔργων, ἀποτελεῖ κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς βλάβην τῆς ἑταιρείας. Ὅτε δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τοιαύτη σύμβασις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποδείξωμεν τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται εἰς τοὺς μετόχους. Τὸ ὅτι τὸ δάνειον ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς γενικῆς συνελεύσεως δὲν ἔχει σημασίαν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν συνέλευσιν παρίστανται καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετροῦνται εἰς τοὺς δακτύλους τῶν δύο χειρῶν, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ καὶ μικρά τις μειονοψηφία, πρᾶγμα σπάνιον, δὲν ἀκούεται ἡ γνώμη αὐτῆς.
§18Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καλεῖσθε νὰ δώσητε κανὲν δικαίωμα σήμερον; Περίεργον πρᾶγμα!
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀκαδημαϊκὸν Σῶμα τοῦτο ἢ πολιτικόν; Τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτά;
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως εἶναι ἀκαδημαϊκόν. Ἐλέγχεται ἡ σύμβασις.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἐλαττοῦται τὸ ποσόν.
§22Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἐὰν ἡ νέα σύμβασις εἶναι καλλιτέρα τῆς πρώτης, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον;
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἀπορρίψητε τὴν σύμβασιν τὴν προτεινομένην, θὰ μείνῃ ἡ σύμβασις ἡ παλαιά.
§24Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν ἀνάγκην αὐτὴν πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι καὶ ἡ νέα σύμβασις εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τοὺς μετόχους τῆς ἑταιρείας. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑπέβαλλε τοιαύτην σύμβασιν αὐτοτελῆ. Ἐφ’ ὅσον δὲν δίδει ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶ ἐγὼ ὅτι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδέποτε θὰ ὑπέβαλλε τοιαύτην σύμβασιν. Ἡ σύμβασις λοιπὸν ἔχει βαρεῖς ὅρους καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς καταβάλλων ὅλην τὴν δύναμίν του νὰ περιορίσῃ τὸ δάνειον εἰς 8½ ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τοῦ οἴκου Ῥαφαὴλ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἢ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς ἢ εἰς ἄλλας Τραπέζας ν’ ἀποκτήσωσι κέρδη.
§25Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δι’ ὅσων εἴπομεν καὶ ἠρωτήσαμεν καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, προσεπαθήσαμεν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὴν σύμβασιν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν. Τοῦτο εἶναι δικαίωμά της.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
§27Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτὴς ἔχει τὸν λόγον.
§29Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ σοβαρῶς ὅτι τὸ Δημόσιον παρέχον ἄδειαν εἰς τὴν ἑταιρείαν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 18½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, παρέχει γενναιοδωρίαν τινὰ πρὸς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐκ τοῦ νόμου δικαιοῦται. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀγρύπνως φροντίσῃ καὶ συντελεσθῶσι τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενα ἔργα. Πρέπει νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπ’ ὄψιν του σοβαρῶς τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων διὰ τὸν ἀληθῶς ἐλεεινὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκμεταλλεύονται αἱ διάφοροι γραμμαὶ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας. Προχθὲς ἐπανερχόμενος ἐκ Πατρῶν παρετήρησα ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶχε θέσει ἅμαξαν πρώτης θέσεως, ἥτις δὲν διέφερε ποσῶς τῆς σκευοφόρου. Ἅμα δ’ ἐπληροφορήθη ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ ἁμάξῃ ἐπρόκειτο νὰ ταξιδεύσῃ ὁ Ἐπίσκοπος Πατρῶν, λόγῳ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἱεράρχην, ὅστις ἀσφαλῶς θὰ ἐξήρχετο φαιὸς ἐξ αὐτῆς, ἀντικατέστησεν αὐτὴν δι’ ἄλλης εὐπροσώπου. Ἐκεῖ ὅμως, ἔνθα ἡ κατάστασις καθίσταται ἀφόρητος, εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκμεταλλεύεται ἡ γραμμὴ Ἀθηνῶν —Καλαμῶν. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε μίαν ταχεῖαν ἁμαξοστοιχίαν τὴν ἑβδομάδα, ἀλλ’ ἡ ἁμαξοστοιχία ἀναχωροῦσα ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 6 καὶ ½ τῆς πρωΐας, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τὴν 8ην τῆς ἑσπέρας, καθ’ ὁδὸν μεταβάλλεται εἰς φορτηγὸν διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, καθυστεροῦσα εἰς διαφόρους σταθμούς, καὶ τέλος κατορθώνουσα, διότι περὶ κατορθώματος πρόκειται, ν’ ἀφικνῆται εἰς τὰς Καλάμας τὴν ἑνδεκάτην ἢ δωδεκάτην τῆς νυκτός. Πρὸς ἄρσιν λοιπὸν πασῶν αὐτῶν τῶν ἀσχημιῶν, αἵτινες βαρύνουσιν αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἅμα τῇ ψηφίσει τῆς συμβάσεως φροντίσῃ καὶ ἐκτελεσθῶσι τὸ ταχύτερον τὰ ἔργα.
§30Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ περιστείλῃ τὴν ἀπληστίαν τῆς ἑταιρείας αὐτῆς, διότι εὑρίσκεται πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, τουτέστιν ὑπῆρχε πάντοτε συμπαιγνία ὡρισμένων προσώπων καὶ Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου ἐλυμαίνοντο τὸ δημόσιον χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ ποῖοι εἶναι οἱ δανείζοντες καὶ ποῖοι οἱ δανειζόμενοι, ποῖα εἶναι τὰ μέλη τῆς ἑταιρείας καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέλη τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, ποῖα εἶναι τὰ μέλη τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσης καὶ ποῖα τὰ μέλη τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέλη τῆς ὑπερωκεανείου ἑταιρείας. Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἡ κατάστασις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν καὶ εἰς τὴν ἀπληστίαν ὡρισμένων προσώπων, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἑπόμενον: Πρὸ ἡμερῶν, κ. Βουλευταί, οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου Κορίνθου ἐζήτησαν νὰ μεταβῶσι δι’ ἐκτάκτου τραίνου εἰς τὴν ἀρχαίαν Σικυῶνα πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ἐκεῖ ἀρχαιοτήτων. Τὸ μετ’ ἐπιστροφῆς εἰσιτήριον ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Σικυῶνος εἶναι 1,80, ἡ δὲ ληστρικὴ αὕτη ἑταιρεία, ἡ ἀσυνείδητος, ἡ ἄνευ ἱεροῦ καὶ ὁσίου ἑταιρεία, ἐζήτησε 1,90 δι’ ἕκαστον μαθητήν. Ὁμιλῶ, κ. Πρωθυπουργέ, περὶ γεγονότος. Ἐπειδὴ οἱ μαθηταὶ εἶχον ἀποφασίσει νὰ μεταβῶσι πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ἀρχαιοτήτων, ἡ ἑταιρεία ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κερδοσκοπήσῃ εἰσπράττουσα ἐπὶ πλέον δέκα λεπτὰ ἐξ ἑκάστου τούτων.
§31Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Γίνεται ἔκπτωσις 50% εἰς τὰ ἔκτακτα τραῖνα. Ἀντὶ ἐκπτώσεως ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία ὑπερβασίαν.
§32Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους Β. Μιχαλέαν καὶ Ν. Σακελλάριον, ὅπως ἀναφέρωσι τὸ πρᾶγμα ἐγγράφως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγὼ δ’ ὡς Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος θὰ κάμω ὅ,τι πρέπει νὰ κάμω.
§33Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρατηρῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα παρεξηγοῦνται. Φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι καὶ οἱ προαγορεύσαντες, καθὼς καὶ ἡμεῖς, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχομεν, πῶς ν’ ἀποδείξωμεν καὶ νὰ καταδείξωμεν καὶ πῶς νὰ γνωσθῇ καὶ ν’ ἀκουσθῇ καὶ νὰ τονισθῇ ὅτι καὶ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσιν ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύονται αἰσχρότατα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§34Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ποῖα εἶναι αὐτά;
§35Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπὸ τὸν ἀνεύθυνον μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας. Δὲν εἶναι ἐνταῦθα τόπος, διὰ νὰ προσβάλητε ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑπαινίττεσθε διὰ τῆς φράσεώς σας περὶ ἀνευθύνου. Δὲν εἶναι τόπος ἐδῶ, διὰ νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτην ἔκφρασιν. Παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας. Ὁ κ. Β. Μιχαλέας ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Μόνον αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§37Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχετε δικαίωμα!
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ καθῆκον.
§39Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα καὶ ἐξουσίαν νὰ εἴπω ὅσα εἶπον. Ὅσα δὲ εἶπον ταύτην τὴν στιγμὴν τὰ εἶπον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πταίει ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς ἐτιμώρησε.
§41Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἐδικάσθην καὶ κατεδικάσθην, εἶμαι δὲ πρόθυμος τὸ αὐτὸ νὰ ὑποστῶ καὶ σήμερον. Ταῦτα πάντα εἶχον, κ. Βουλευταί, ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ὅπως γνωρίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦτο μὲν ὅτι τὴν κακοδαιμονίαν του ὀφείλει εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, τοῦτο δέ, ὅπως ἐνισχύσω τὸν ἀγῶνα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἵνα αὕτη ἀντὶ πάσης θυσίας συντρίψῃ καὶ περιστείλῃ τὴν αἰσχροκέρδειαν αὐτῶν τῶν Κυρίων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§43Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν δὲν παρίστατο ὁ σεβαστὸς βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμης, διὰ ν’ ἀκούσῃ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἐξασφαλίσεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἀναφέρεται ὅτι (ἀναγινώσκει): «διὰ τὸ ληφθὲν ὑπόλοιπον ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν ἔργων, ἅτινα θὰ ἐκτελέσῃ» Προφανῶς ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι θὰ ὑποβάλλωνται τὰ ἔργα τὰ σιδηροδρομικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι μόνον διὰ νὰ λαμβάνῃ τοῦτο γνῶσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ταῦτα τοῦτο, διότι ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου οὐδὲν θὰ ἐκτελῆται. Διὰ ν’ ἀρθῇ πᾶσα παρεξήγησις, εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει): «διὰ τὸ ληφθὲν κλπ.». Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ αὐτό, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις εἰς τὸ μέλλον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ὑπάρχει συναίνεσις.
§45ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Γίνεται ἡ δήλωσίς μου αὕτη, διὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται «πρὸς ἔγκρισιν».
§47ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ φαίνονται ἐπαρκῆ. Ἀλλὰ προϋποθέτει ὅτι ὑπὸ ταῦτα, τὰ ὁποῖα προστίθενται κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, τίθεται ἡ ὑπογραφὴ τῆς ἑταιρείας, περὶ τῆς ὁποίας ἔχει ἐγγύησιν ὁ Ὑπουργός.
§48ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐζητήθη ἀκριβῶς ἡ ἐξήγησις τῆς διατάξεως ταύτης καὶ εἶπον ὅτι ἀποδίδεται ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσα πρὸ ὑμῶν, Ἐφ’ ὅσον ἀποδίδεται αὐτὴ ἡ ἔννοια ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς γνωστοποιήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργόν, — διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, χωρὶς νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ διάθεσις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἤθελον προτιμήσει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἡ ἑταιρεία τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως — ἐφ’ ὅσον ἡ ἔννοια εἶναι αὐτή, οὐδὲν κωλύει νὰ τεθῇ «πρὸς ἔγκρισιν».
§49ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἦτο ἀκριβέστερον νὰ μὴ θέξωμεν κείμενον ὑφιστάμενον, ἀλλὰ νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον διάταξις, ἡ ὁποία νὰ περιλαμβάνῃ τοῦτο. Πολλάκις ἐγένετο τοῦτο, διότι ὁ νόμος θέτει αὐτὸν τὸν ὅρον.
§50Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸν νόμον νὰ τεθῇ.
§51ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τεθῇ ὁλόκληρος διάταξις. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν τοῦτο.
§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλάκις ἐγένετο τοῦτο.
§53ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε μάλιστ’ πολὺ καλά.
§54Γ. ΠΩΠ. Νὰ τεθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§55ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι εἰς τὸ δεύτερον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον πρῶτον.
§57ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:). «Κυροῦται ἡ ἀπὸ 18 Μαρτίου ἐ. ἔ. σύμβασις, συνομολογηθεῖσα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, περὶ συνομολογήσεως δανείου τῆς ἑταιρείας ἐκ φράγκων 12,500,000 εἰς χρυσόν, ἐξ ἄρθρων τριῶν, ἧς τὸ κείμενον ἕπεται».
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον δεύτερον. Ἤδη θὰ τεθῇ τὸ προστεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§59ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:). Ἄρθρον 2.— «Τὸ μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ συμβάσει χρεῶν ὑπόλοιπον χρησιμοποιηθήσεται τὸ μὲν εἰς ἀνακαίνισιν διαφόρων σιδηροδρομικῶν σταθμῶν αὐτῆς τῶν γραμμῶν Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου, τὸ δὲ εἰς ἀνανέωσιν τοῦ τροχαίου αὐτῆς ὑλικοῦ καὶ ἰδίᾳ τῶν ἀτμαμαξῶν, καὶ τέλος ὡς κεφάλαιον κινήσεως. Διὰ τὸ ῥηθὲν ὑπόλοιπον ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἔγκρισιν γενικὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ, μετὰ δὲ τὴν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας περάτωσιν τῶν ἔργων καὶ προμηθειῶν, λεπτομερῆ ἀπολογισμὸν τῶν γενομένων δαπανῶν».
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ μετὰ τῆς προσθήκης «πρὸς ἔγκρισιν», συμφώνως μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δραγούμη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον δεύτερον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον τρίτον· ἐν τῷ κειμένῳ δεύτερον.
§61ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:). Ἄρθρον 3.— «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καταργουμένου συγχρόνως τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΕʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 περὶ συνομολογήσεως δανείου τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐκ φράγκων 20,000.000».
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§63Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§65Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν εὑρίσκω καὶ ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον παρέλειψα νὰ εἴπω, ὅτι συνάπτεται δάνειον 2½ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ γίνωσι σταθμοί, καὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν δοθῇ ἄδεια συνάψεως δανείου, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὸν σιδηρόδρομον μέχρι Σπάρτης καὶ Γυθείου, γραμμήν, διὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀπῃτοῦντο 7 ἑκατομμύρια. Δίδονται 2½ ἑκατομμύρια, ἐπιβαρύνεται ἡ κατάστασις τῆς ἑταιρείας διὰ τροχαῖον ὑλικὸν καὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὑπὲρ ἑνὸς ὁλοκλήρου νομοῦ.
§66Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ ἐπιδιώκεται, νὰ μὴ κάμῃ αὐτὴν τὴν γραμμήν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ. Ψηφίζεται ἐπίσης κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης 140 χιλιάδων δρ. δι’ ἀνέγερσιν περιπτέρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις «ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος».
§69ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν χαίρω ἀγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐπερατώθη σήμερον καὶ ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος καὶ πρὶν ἢ ἔτι φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα. Καὶ ἡ ἔκθεσις δὲ τοῦ εἰσηγητοῦ θέλει γίνει, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πρώτου ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 88, ἐγένετο σήμερον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροπολογία προσθέτουσα εἰς τὴν μονιμότητα ἐκτὸς τῶν πταισματοδικῶν καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, τοὺς συμβολαιογράφους καὶ τοὺς φύλακας τῶν Ὑποθηκῶν καὶ Μεταγραφῶν. Ταύτην τὴν τροποποίησιν ὑποβάλλω, ὅπως τυπωθῇ καὶ δυνηθῶσι πάντες νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς διατάξεως τῆς τροποποιουμένης.
§70Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω νὰ εἴπω τι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§72Δ. ΜΑΡΚΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Δεμερτζῆς καὶ Ζαβιτσᾶνος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἐπιτρέπει, ἵνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ λόγος διὰ προσωπικὸν ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τὴν διεξαγομένην συζήτησιν.
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§75ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὂχι, ὄχι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ναὶ οὔτε ὄχι. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ θ’ ἀποφανθῇ δι’ ἀναστάσεως.
§77Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν θὰ κάμωμεν τὴν Βουλὴν στάδιον προσωπικῶν συζητήσεων.
§78ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ νὰ πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ γεννηθέντος ἐκ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεως. Ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, λέγω, ἄλλο τι παρὰ ὅτι πρόκειται περὶ τοιούτου ζητήματος, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δέον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅπως λάβωσι τὸν λόγον, διότι ἡ ἱστορία καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τούτου, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἄλλου Κοινοβουλίου ἀποδεικνύει ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων διεξάγονται κατὰ προτίμησιν καὶ ἐπειγόντως, διότι εἶναι ἀνάγκη πᾶς εὑρισκόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ συζητῇ καὶ ψηφίζων νὰ ἔχῃ ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τὴν ἠθικὴν αὑτοῦ ὑπόστασιν ἀκεραίαν.
§79Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ εἶναι ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος, κύριε συνάδελφε, τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδὲν προσωπικὸν ζήτημα ἐδῶ.
§80Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσιν οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὸν λόγον.
§81Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω προσωπικὸν ζήτημα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ζητῶ τὸν λόγον· τί εἶναι αὐτά;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν πρόκειται περὶ ζητήματος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἢ ἐντὸς ἐγὼ ἀγνοῶ, διότι δὲν μοὶ ὁρίζεται ἐν τῇ αἰτήσει ἂν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου ζητήματος, βεβαίως θὰ παρέπεμπον τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν ἔχωσι δοσίλογόν τινα ἐνταῦθα. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀναγράφουσιν ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος σχετιζομένου πρὸς τὴν διεξαγομένην συζήτησιν. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ὅπως λέγουσι, δίδεται ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ μόνου τούτου.
§83Γ. ΠΩΠ. Χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, εἶναι δικαίωμά σας νὰ δώσητε τὸν λόγον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω τὰ δικαιώματά μου Συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ ἔχω ἐγὼ δικαίωμα, πρέπει νὰ ζητήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς λόγον προσωπικόν, τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην εὑρισκόμεθα ἐν ἐνάρξει συζητήσεως, ὥστε ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην ἂν ὑπῆρξε λόγος προσωπικός, ἐφ’ οὗ ζητεῖται ἡ ἀπάντησις, διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, διότι δὲν φρονῶ ὅτι μόνος ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ ὁ λόγος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§86ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως: Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον. Ὁ λόγος προφανῶς θὰ περιορισθῇ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως μέχρι τοῦδε εἷς τῶν ῥητόρων ἔθιξε προσωπικῶς ὑμᾶς.
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλή μου πίστις ὅσον ἀφορᾷ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν.
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῦ;
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δημοσίᾳ, διὰ τοῦ τύπου.
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· εἶναι κατώτερον τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε, καὶ τῆς ἰδιαιτέρας ὑμῶν ἀξίας νὰ ζητῆτε ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῶν λεγομένων ἔξω, καὶ σᾶς ἱκετεύω νὰ μὴ ἐπιμείνητε. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἐλπίζω ὅτι ὁμοφρονεῖ.
§93Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§95Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἢ κατ’ ἀρχὴν νὰ συγχαρῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήρθη εἰς ὕψος μεγάλου κοινοβουλευτικοῦ ῥήτορος· συγχαίρω ἐπὶ πλέον τοῦτον διὰ τὰς ἰδέας τὰς παγιωμένας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· συγχαίρω δέ, τονίζω καὶ πάλιν, αὐτόν, διότι μὲ ὅλην τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐκδηλωθεῖσαν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ γνώμην, ἐν τούτοις ὅμως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης χάριν τῶν ἰδεῶν αὑτοῦ τῶν παγιωμένων, πάντοτε ἀπορρεουσῶν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ σπουδαστηρίου αὑτοῦ, ὑπεστήριξε τὰς ἰδέας του, καὶ τὸν συγχαίρω, ὁμολογῶ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ μου ἐξήρθη ὡς γίγας τοῦ λόγου. Ἀλλά, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν εἶναι αἱ πεποιθήσεις τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς, ἁπλοῖ Βουλευταί, ἁπλοῖ ὑπηρέται τῶν παραγγελμάτων τοῦ λαοῦ, ἁπλοῖ ἐκτελεσταὶ τῶν διαταγῶν τούτου, ὀφείλομεν, λέγω, νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς παγιωμένας πεποιθήσεις ἐφ’ οἱουδήποτε ζητήματος παρουσιαζομένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἡμεῖς κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 8 Αὐγούστου καὶ ἐνεφανίσθημεν πρὸ τοῦ λαοῦ, συνήψαμεν μετ’ αὐτοῦ πολιτικὸν συνάλλαγμα, τοῦ ὁποίου ἡ πρώτη βάσις καὶ ὁ πρῶτος ὅρος ἦτο, ὅταν τύχωμεν τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ μέρους τούτου, εἰσερχόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐξυγίασιν τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Καὶ πράγματι παρεσχέθη πρὸς ἡμᾶς ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἤλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δυστυχῶς ὅμως αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ πάλιν παρέπεμψαν ἡμᾶς πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὰς λευκὰς αὐτοῦ ψήφους. Ἀλλά, ὅτε καὶ πάλιν ἐνεφανίσθημεν κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ πάλιν εἴπομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἐπανερχόμεθα, ζητοῦμεν καὶ πάλιν τὴν ἐμπιστοσύνην σου, διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τῆς 8 Αὐγούστου, ἐπανερχόμεθα πάλιν πρὸ σοῦ, ὅπως εἰσερχόμενοι ἐκεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἔνθα λύονται τὰ μεγάλα διὰ τοὺς λαοὺς προβλήματα, ζητήσωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Καὶ πάλιν ὁ λαὸς ἐξεδήλωσε πρὸς ἡμᾶς ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ. Καὶ εἶναι, τονίζω, ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐξήλθομεν κατόπιν λαϊκῆς ἐπαναστάσεως, οἱ ὁποῖοι συμβολίζομεν τὴν ἀναγεννωμένην χώραν, εἶναι, τονίζω, ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς εἰς τὰς ἀπαρχὰς τῆς πρώτης ἡμῶν πολιτικῆς ζωῆς νὰ δείξωμεν ἀστάθειαν εἰς τὰς πρώτας πολιτικάς μας ὑποσχέσεις; Καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκιμάσαμεν τὸ παρελθόν, ἀκριβῶς διότι ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος ἐπιστεύθη ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι, ὅτε εἰσήρχετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ ἐγκατέλειπε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ λαοῦ παρελάμβανεν, ἀκριβῶς ἔξωθεν τοῦ κατωφλίου τοῦ Βουλευτηρίου, ν’ ἀθετήσωμεν τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν; Ἐντεῦθεν ἡ καταδίκη τῶν κομμάτων, ἐντεῦθεν τὸ σάρωμα τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐντεῦθεν ἡ εἴσοδος ἡμῶν, καίτοι δὲν εἴχομεν δημιουργήσει πολιτικὴν ἱστορίαν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐντεῦθεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, ἵνα παρακαθήσωμεν ὡς ἀντιπρόσωποι τούτου. Καὶ τί θὰ διακρίνῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὸν παλαιὸν πολιτικὸν κόσμον; Ὅθεν φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν ταὐτῷ ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν παγιωμένας πεποιθήσεις, ἀπορρεούσας ἐκ τῆς πανδήμου ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἰδέας ταύτας, μετὰ ποίου θάρρους καὶ μετὰ ποίου προσώπου τιμῆς θὰ ἐμφανισθῶμεν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης, Κύριοι, κινούμενος θὰ ὑποστηρίξω τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πανδήμως ἔδωκα. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ὁ δικαστικὸς κόσμος ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὑτοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ μέχρι τοῦδε, ὁσονδήποτε ὑψηλὸν καὶ ἱπποτικὸν χαρακτῆρα καὶ ἂν εἶχον νὰ ἐπιδείξωσιν οἱ δικαστικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας ταύτης, δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ κύπτωσι πρὸ τοῦ αἰχμηροῦ δόρατος τῆς συναλλαγῆς. Πταίει ἡ Πολιτεία, πταίει ἡ κοινωνία, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πταίουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες διηύθυνον τὰ τῆς χώρας ταύτης, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐθεσπίζετο διάταξις διαγράφουσα τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἔπρεπεν ἐν ταὐτῷ νὰ ψηφισθῇ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐχειραφετεῖτο ἐν τῇ σκέψει αὑτοῦ, καὶ ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ ὁ δικαστὴς καὶ δὲν θὰ μετεβάλλετο εἰς νευρόσπαστον κινούμενον ἀπὸ μέρους τῆς πολιτικῆς. Δυστυχῶς ἡ Πολιτεία δὲν προυνόησεν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐπανάστασις τοῦ λαοῦ ἔχοντος ὡς ὄργανον τὸν στρατόν, διὰ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ 1864, διότι δυστυχῶς ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο τοῦτο κατὰ τὰς τελευταίας ἰδίως δεκαετηρίδας παριστάμεθα μάρτυρες φρικτοῦ θεάματος, καθ’ ὃ οἱ Ἕλληνες δικασταὶ μετεβάλλοντο εἰς νευρόσπαστα ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἠθέλησαν οἱ Ἕλληνες δικασταὶ νὰ διατηρήσωσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπόληψιν αὑτῶν, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι πάντες προσετρίβησαν λόγῳ τοῦ κρατοῦντος συστήματος καὶ λόγῳ τῆς διακρινούσης αὐτοὺς πενίας.... Εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἄλλοτε ὅτι δικαιοσύνη πεινῶσα σημαίνει δικαιοσύνην δελεαζομένην καὶ δικαιοσύνη δελεαζομένη σημαίνει ἀφόρητον τύραννον, ἐγκυμονοῦσα θυέλλας καὶ κοινωνικὰς ἀνατροπάς. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα ἀδάμαστον ὁ δικαστὴς καὶ πᾶς ἄνθρωπος, ὅταν περιβάλληται ἀπὸ ἀναριθμήτους οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὅταν ἡ Πολιτεία δεικνύῃ πρὸς αὐτὸν τάσεις Ἐρινύος, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι καὶ οἱ μεγαλείτεροι χαρακτῆρες συντρίβονται ὑπὸ τῆς ὁμολογουμένως ἐντίμου πενίας. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ θάρρους καὶ ὑπερηφανείας συγχρόνως ὅτι, ἄν τινες προσετρίβησαν, ἂν μέλη τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ἀπέβαλον τὴν ὑπόληψιν αὑτῶν ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, πάντως ὑπάρχει καὶ κόσμος δικαστικός, διὰ τὸν ὁποῖον ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ σεμνυνώμεθα ὅτι ἐπιλαμβάνεται τῶν τιμιωτέρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶμεν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ὅταν ζητῶμεν ἐκκαθάρισιν, δὲν τὴν ζητοῦμεν διὰ τοὺς τιμίους, ἀλλὰ τὴν ζητοῦμεν δι’ ἐκείνους, οἵτινες λόγῳ τοῦ ἐλαστικοῦ καὶ ὑδαροῦς αὐτῶν χαρακτῆρος δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τὸ τέλμα τῆς συναλλαγῆς, εἰς τὸ τέλμα τῆς πλουτοκρατίας (διαμαρτυρίαι), δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀντιστῶσι καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος ἐνστίκτου διεφθαρμένοι (διαμαρτυρίαι). Δὲν ζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος· τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ὁ δικηγορικὸς κόσμος.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι πάντες.
§97Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὴν ζητεῖ αὐτὸς ὁ δικαστικὸς κόσμος, τὴν ζητεῖ ἡ κοινὴ γνώμη σύμπασα. Τὴν ἐζήτησε, Κύριοι, πρῶτος, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ προδίδῃ εἰς τοῦτο, ὑπερτάτη κορυφή, ὁ ἀρχιερεὺς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Σημαντήρας. Ἐνθυμούμεθα πάντες, Κύριοι, τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἐπὶ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τοῦ 1909. Σὺν τοῖς ἄλλοις τότε ἔγραφεν ὅτι μεταξὺ τῶν λευκῶν συνειδήσεων τῶν δικαστῶν, καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου ἔχω πεποίθησιν, θὰ ἐνθυμῆται περὶ τούτου....
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησε περὶ δικαστῶν.
§99Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁμιλεῖ περὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ λέγει ὅτι μεταξὺ τῶν λευκῶν συνειδήσεων τῶν δικαστῶν θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐστιγματισμέναι συνειδήσεις. Καί, ὅτε λέγονται ταῦτα ἀπὸ μέρους τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, μένει εἰς ἡμᾶς ἀμφιβολία ὅτι μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ὑπάρχουσιν ἐστιγματισμέναι συνειδήσεις; (Διαμαρτυρίαι).
§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος, κ. Βουλευτά, νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ μὴ ἀποδίδετε εἰς ἄλλους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον. Δὲν ὡμίλησε περὶ δικαστῶν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλῶς τὴν ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας ποιεῖσθε μνείαν.
§101ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπεται, κύριε Πρόεδρε, εἴς τινας τῶν δικαστῶν εὑρισκομένους εἰς τὸ θεωρεῖον νὰ χειροκροτήσωσι τοὺς λόγους τοῦ ῥήτορος; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ χειροκροτήσωσι.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ὅτι, ἐάν τις ἐκ τῶν θεωρείων χειροκροτήσῃ, θὰ ἐκβληθῇ αὐτῶν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§103Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ὅταν ζητῶμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, βεβαίως, Κύριοι, δὲν τὴν ζητοῦμεν διὰ τοὺς τιμίους, ἀλλὰ τὴν ζητοῦμεν διὰ τοὺς φαύλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον —καὶ μὴ ἐκπλήττεσθε, κ. Ὑπουργέ— μετέβαλον τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ λαοῦ εἰς οἶκον ἐμπορίου. (Διαμαρτυρίαι).
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, καταγγείλατε αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος.
§105Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐὰν γνωρίζητε ὡρισμένα πρόσωπα, καταγγείλατε ὡρισμένας αὐτῶν πράξεις.
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶναι ἐπιβεβλημένον, κύριε Βουλευτά, ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι δικαστὴς τοιούτου εἴδους οὐδεὶς ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§107Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τότε τίς ψέγει τὸν Ἡρακλέα;
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἠδύνασθε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, χωρὶς νὰ κατέλθητε εἰς τοιαῦτα ζητήματα.
§109Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀγωνιζόμεθα διὰ τὸν λαόν, ἀλλ’ ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ν’ ἀγωνισθῶμεν καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας, διότι αὔριον θ’ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκλογήν μας εἰς τοὺς δικαστάς, καίτοι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῶμεν. Ὅτε λοιπόν, Κύριοι, εἶπον ὅτι τινὲς τῶν κυρίων δικαστῶν ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν καὶ τὸ μέγα αὐτῶν ὑπούργημα, ὅτε, λέγω, ὅτι δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, βεβαίως δὲν εἶπον ὅτι ἔλαβον χρήματα καὶ ἀντ’ αὐτῶν διένειμαν τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας. Ἀλλ’ ὅτε δὲν λαμβάνουσι χρήματα αὐτούσια, ἀλλὰ λαμβάνουσι χρήματα διὰ τῆς ἐμμέσου ὁδοῦ τῆς ἠθικῆς ἀμοιβῆς καὶ προαγωγῆς αὐτῶν, βεβαίως δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι οἱ τοιοῦτοι δικασταὶ δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ ναῷ τῆς Θέμιδος, εἶναι ἀνάξιοι νὰ περιβάλλωνται μὲ τὴν δικαστικὴν τήβεννον. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι γνωστὸς πρόεδρος καὶ ἤδη ἀρεοπαγίτης, οὗτινος ἀποφεύγω ν’ ἀναφέρω τὸ ὄνομα, διότι θὰ κατέλθω εἰς προσωπικά, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω πεποίθησιν περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς ἀποπομπῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος, βεβαίως δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ καταρρακώσω μέχρι τοιούτου σημείου τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μου...
§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν ἔχητέ τι ὡρισμένον, νὰ τὸ καταγγείλητε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι οὐδεμία ἰσοβιότης καὶ οὐδεμία ἔλλειψις ἀναστολῆς θὰ δυνηθῇ νὰ σώσῃ αὐτόν. Ὅταν ὑπάρχωσι τοιαῦτα γεγονότα, δὲν ἀμνηστεύονται οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα οὔτε ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει πολὺ καλῶς καὶ διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας.
§111ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε τί ἔκαμεν αὐτὸς ὁ πρόεδρος. Ἐπεκύρωσεν ὡς πρόεδρος πίνακα δικηγορικῶν δικαιωμάτων δραχμῶν 75,000.
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν παραγράφονται, καὶ ἐγὼ θὰ φροντίσω νὰ ἐρευνήσω τὸ ζήτημα αὐτό.
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δικηγόρος ἑταιρείας διαλυθείσης ὑπέβαλε πίνακα δραχμῶν 75.000 διὰ δικηγορικὰ ἔξοδα. Ἴσως εἶναι ὁ πρῶτος πίναξ τοιούτου ποσοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται ἀπὸ Ἕλληνα δικηγόρον. Ἐπεκυρώθη ὁ πίναξ αὐτὸς ἀπὸ μέρους τοῦ κ. προέδρου κατὰ τὸ 1905. Ὅτε κατόπιν ἐγένετο Ὑπουργὸς ὁ δικηγόρος οὗτος, εἰς ἀνταμοιβὴν τοῦ ἐπικυρωθέντος πίνακος δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι ἢ νὰ προαγάγῃ τὸν Κύριον τοῦτον εἰς ἀρεοπαγίτην. Καὶ ὅταν ὑποβάλλωνται καὶ ἐπικυρῶνται πίνακες μὲ τοιαῦτα ὀγκώδη ποσὰ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅταν οἱ δικασταὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον παραχωρῶσι γενναῖα ποσά, οὕτως ὥστε ἡ κοινωνία νὰ σκέπτηται ἂν πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται εἰς αὐτοὺς τὰ συμφέροντά της, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης· δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς νὰ πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ὑμῶν ὑπαγορεύει; Βεβαίως σᾶς ἐμποδίζει ὁ νόμος.
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς καθιστῶ καὶ πάλιν γνωστὸν ὅτι καὶ ὁ ἰσχύων νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀτελής, καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσαχθῇ συμπληρωτικὸς αὐτοῦ, θὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε τοιαῦτα ζητήματα νὰ μὴ ἀμνηστεύωνται.
§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο κυρίως, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ καταγγείλω τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἶναι ὅτι ὁ ἀρεοπαγίτης οὗτος, καίτοι ἀπὸ πτωχοῦ ἐργάτου ἠδυνήθη ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὰ ἀνώτατα ὑπουργήματα τῆς Πολιτείας, κατορθώσας τοῦτο διὰ τῆς δῆθεν ἐπιμελείας, ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι ἦτο τέκνον τοῦ λαοῦ, καὶ τέκνα τοιαῦτα δὲν εἶναι νόθα, ἀλλ’ ὑποβολιμαῖα. Τέκνον πράγματι ἦτο τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἠτίμασε τὸν λαόν, ἐπρόδωκε τὸν λαόν. Καὶ ὅτι ἦτο τέκνον τοῦ λαοῦ ἀποδεικνύεται ἐκ διορισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγένετο πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Μίλησι, ὡς ἐπιστάτου εἰς τὸ Βαρβάκειον. Καὶ αὐτὸς ἐπρόδωκε τὸν λαόν, διότι ἦτο τέκνον νόθον καὶ ὑποβολιμαῖον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει φόβος νὰ ζωγραφήσητε καὶ ἄλλα πρόσωπα μετὰ τῆς αὐτῆς ἀσαφείας;
§117Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ πρὸ παντὸς ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἡμετέρας πατρίδος καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰπόντος ὅτι ἐντὸς ἑπτὰ μηνῶν ἐτιμώρησε τόσους, ὅσοι δὲν ἐτιμωρήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ὁλόκληρον. Ἀλλά, ἐὰν ὑπῆρχον, Κύριοι, ἄνθρωποι ἱστάμενοι εἰς τὸ ὕψος τοῦ καθήκοντος αὐτῶν καὶ ἐκπληροῦντες τὰ παραγγέλματα τοῦ νόμου, θὰ εἴχετε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρήσητε τοὺς Κυρίους τούτους; Βεβαίως οὐχί. Πάντως λοιπόν — καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν — μεταξὺ τῆς ἱεραρχίας τῆς δικαστικῆς ὑπάρχουσι καὶ πρόσωπα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης αὐτῶν ἀποστολῆς.
§118Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διότι ἐτιμωρήθησαν εἷς ἢ δύο;
§119Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἡμῶν, τοῦτο θὰ εἶναι ὀλέθριον ἀποτέλεσμα, τοῦτο θὰ εἶναι ὀλέθριον ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐνεστῶσαν γενεάν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν τοιαύτην, πρὸ παντὸς δὲ θὰ συκοφαντηθῶμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Κατόπιν τῆς γενομένης ἐπαναστάσεως καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς πολλοὺς κλάδους, καίτοι εἰς μέρη τινὰ ἡ ἐπανάστασις ἠδίκησεν, ἐξυψώθημεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔξω κόσμου ἢ ἐμειώθημεν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ θάρρους ὅτι καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ὁ τόπος οὗτος ἐβελτιώθη, ἀφ’ ἧς ἡ Πολιτεία ἐσκέφθη σοβαρῶς ν’ ἀποκαθάρῃ τὴν διοίκησιν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ προβῶμεν εἰς ἐκκαθάρισιν καὶ τοῦ Γηροκομείου τούτου, πάντως θὰ ἐξαρθῶμεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔξω κόσμου, καὶ τὰ χρηματικὰ κεφάλαια τὰ σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ τὰ πανικόβλητα μέχρι τοῦδε, διότι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς, τὰ κεφάλαια, λέγω, ταῦτα θὰ καταπλημμυρίσωσι τὴν ἀγοράν μας καὶ θὰ τονωθῇ ὁ ἀτυχὴς καὶ δύσμοιρος Ἑλληνικὸς λαός, τὸ αἰώνιον καὶ μοναδικὸν θῦμα τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων τοῦ τόπου τούτου. Ἐάν, Κύριοι, δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης, θὰ εἴπῃ ὁ ἔξω κόσμος—καὶ δικαιοῦται νὰ τὸ εἴπῃ—ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐπανάστασις ἐξυγιαστική, ἀλλ’ ἐπανάστασις ἰδιοτελής, καὶ ἀπέβλεπε μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν ἐνίων ἀστερίσκων καὶ ὀλίγων ἐπωμίδων. Ἐὰν θέλητε, ἔντιμε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐξυπηρετήσητε τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου σας καὶ τὸ ὄνομά σας ν’ ἀποτελέσῃ περιφανὲς μνημεῖον εἰς τὰς γενεὰς τοῦ τόπου τούτου, πρῶτος πρέπει ἐκ καθήκοντος ὑμεῖς νὰ ζητήσητε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος πάντων τῶν δικαστῶν ἐκ πάντων τῶν κλάδων. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἱστορία τοῦ τόπου τούτου μᾶς διδάσκει ὅτι εἰς τὰ Δικαστήρια προήδρευον οἱ Βασιλεῖς, καὶ παρέδρους εἶχον τοὺς γέροντας, δηλαδὴ τοὺς ἀριστεῖς. Καὶ ὅμως ἡ δικαιοσύνη αὕτη τοῦ τόπου τούτου μετεβλήθη εἰς θεραπαινίδα τῶν ἰσχυρῶν, μετεβλήθη εἰς θεραπαινίδα τοιαύτην, πρὸ τῆς ὁποίας ὁμολογουμένως πᾶσα ἄλλη θεραπαινὶς ἐκτελοῦσα τὴν εὐτελεστέραν καὶ πτωχοτέραν ἐργασίαν ἤθελεν ὠχριάσει. Ἀσχάλλει ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι βεβαίως συναίσθημα διὰ τοὺς τιμίους ἄνδρας τοῦτο. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τέλος πάντων νὰ λογοδοτήσωμεν πρὸ τῆς λαϊκῆς μεγαλειότητος. Καὶ δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήγγειλε πρὸ ἡμερῶν ὁ εὐθαρσὴς ἐκ Λακωνίας πολιτευτής, ὅτι Κυρία διέτασσε τὸν πρόεδρον νὰ κατέλθῃ, διότι δὲν ἠθώωσεν ὡρισμένον ἄτομον. Παροικοῦμεν, Κύριοι, εἰς Ἰερουσαλήμ, γνωρίζομεν τὰ συμβαίνοντα. Ἂς μὴ ὑποκρινώμεθα, διότι ἡ ὑποκρισία εἶναι αὐταπάτη οἰκτροτέρα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ἔτυχε, Κύριοι, μετὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 28ης Νοεμβρίου νὰ περιοδεύω ἐν τῷ μέσῳ τοῦ γενναιόφρονος λαοῦ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἐκεῖ εἰς τὸν Πύργον συνήντησα δύο ἀρεοπαγίτας, εὑρεθέντας ἐκεῖ ὡς ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργουν εἰς τὰ διάφορα δικαστικὰ γραφεῖα, καὶ σᾶς βεβαιῶ ἐν ὅλῃ μου τῇ ψυχῇ καὶ ἐν ὅλῃ μου τῇ εἰλικρινείᾳ ὅτι εἶχον κινήσει τὸν οἶκτον καὶ τὸν γέλωτα τοῦ κόσμου αὐτόθι, διότι ἔλεγεν ὁ κόσμος: «Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθάρισαν τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης; Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες ὅτι ἐλεηλάτησαν γενναῖον καὶ κολοσσιαῖον ποσὸν 400.000 φράγκων; Καὶ ἔχετε τοιαύτην τὴν ἐντύπωσιν ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχομεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λιβανίσωμεν κανένα διὰ τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Ἀλλά, προκειμένου νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, θὰ τὴν εἴπωμεν ἀνεξαρτήτως ἂν θὰ πικράνωμεν πρὸς στιγμὴν καὶ ἄτομα ἢ ὁπωσδήποτε ἂν θ’ ἀμαυρώσωμεν τὴν ὑπόληψίν τινων, ἀρκεῖ νὰ σώσωμεν ἕν, διότι ἓν εἶναι ὑπέρτερον πάντων τούτων καὶ ὑπέρτερον παντὸς ἄλλου, ἡ τιμὴ καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, κατὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ πρὸ παντός, ἔντιμε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἤκουσα πράγματι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὰ σοφὰ ὑμῶν ῥήματα, σᾶς παρηκολούθησα διὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ, σᾶς παρηκολούθησα διὰ τὰ ἐν Ἰταλίᾳ, σᾶς παρηκολούθησα καὶ διὰ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ.
§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιῆλθες ὅλην τὴν Εὐρώπην, χωρὶς νὰ δαπανήσῃς! (Γέλωτες).
§121Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλὰ πρὸς τί ὠφελοῦσι πάντα ταῦτα, ἀφοῦ τὰ ἐδῶ δὲν θεραπεύονται; Καὶ ἐγὼ ἐπείσθην, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαγράψῃ ἐγγύησιν ἰσοβιότητος διὰ τοὺς δικαστάς. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τί γίνεται ἀλλαχοῦ, εἶδον ὅμως ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἐφρόντισαν πρὸ παντὸς διὰ τὴν δικαιοσύνην, εἶδον ὅτι ἐκεῖ ἐπὶ ἕνα περίπου αἰῶνα, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1700 μέχρι τοῦ 1830, εἷς καὶ μόνον δικαστὴς ἐξεκαθαρίσθη, δικαστὴς ἀνώτερος Ἰρλανδός. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπέστη ἐκκαθαρίσεις τὸ δικαστικὸν σῶμα ἐκ τῶν διαφόρων ἐξηρθρωμένων καὶ νοσηρῶν αὐτοῦ μελῶν. Ἀλλὰ ποίους νὰ περιβάλωμεν δι’ ἰσοβιότητος; Δυστυχῶς τὰ ἕλκη εἶναι πυορροοῦντα καὶ ἀπόζοντα ἐκ φρικώδους δυσοσμίας. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, προέβημεν εἰς ἐκκαθαρίσεις γραφέων, εἰς ἐκκαθαρίσεις πταισματοδικῶν, ὅτε προέβημεν εἰς ἐκκαθαρίσεις ἁπλῶν γραμματέων, βεβαίως θὰ εἶναι ἔγκλημα ἐπὶ ἐγκλήματος νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ σώματος ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπορρέει καὶ πηγάζει ἡ δικαιοσύνη τῆς ἡμετέρας χώρας. Καὶ πῶς θὰ ἐμπιστευθῶμεν καὶ μετὰ ποίας τόλμης ἐντὸς ὀλίγου θὰ προβῶμεν, ἵνα περιλάβωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ ἐνασκήσῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς δικαιοσύνης τῆς ἡμετέρας χώρας; Ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπολύτως ἐμπιστεύεται τὰς τύχας αὑτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ δείξῃ γενναιοφροσύνην καὶ εὐτολμίαν, οὕτως ὥστε ν’ ἀποκόψῃ τὰ σεσηπότα πλάσματα τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἐάν, Κύριοι, δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης, εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως ὅτι θ’ ἀπογοητευθῇ ἀπολύτως ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ θὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Καῖσαρ εἰς τὸν θάνατόν του: «Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπανάστασις;». Ὅπως εἶπεν ἐκεῖνος: «Αὐτὸς ἦτο ὁ θάνατος;». Δὲν γνωρίζω, ἔντιμοι συνάδελφοι, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἓν καὶ μόνον γνωρίζω, καὶ ἓν μόνον λέγω, ὅτι, οἱονδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξῃ τὸ ἀποτέλεσμα, δι’ ἐμὲ θὰ μείνῃ ἡ τιμὴ ὅτι ὑπεστήριξα τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ λαοῦ παρέλαβον, καὶ ἐφάνην συνεπὴς πρὸς τὰς πανδήμους ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα. Ἐν τέλει περαίνων τὸν λόγον συνιστῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας τὸ μαστίγιον καὶ ν’ ἀποπέμψῃ ἐκ τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος τοὺς ἐναγεῖς λειτουργοὺς αὐτῆς, ἐκείνους ἀκριβῶς, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Ἐν τέλει ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Λυσίας εἰς τὸν κατ’ Ἐρατοσθένους λόγον: «ἀκηκόατε, ἑοράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε, δικάζετε».
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη ὅτι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος κατὰ τὰς ἐκλογικάς του περιοδείας τοιαύτας ἔδωκεν ὑποσχέσεις, ἀφοῦ τοῦτο ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§123Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου, διότι δὲν εἶχε προβάλει τότε ἡ ὑμετέρα ἐξοχότης.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω διὰ τὴν ἐξήγησιν, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκεῖ μεμονωμένως εἰς τὸ πρόγραμμά του τὸ ἐκλογικὸν τῆς 28ης Νοεμβρίου ὑπεσχέθη τοιοῦτόν τι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐνῷ δύναμαι ἀντιθέτως νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ διατυπώσας μετὰ κύρους πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οὔτε τοιοῦτό τι ὑπεσχέθη, οὐδ’ ὑπηνίχθη κἂν ἐν τοῖς προεκλογικοῖς του λόγοις. Ἰσχυρίζομαι ἀντιθέτως ὅτι διὰ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἐκλογικῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ στάδιον τὸ ἐκλογικόν, ἐδήλωσα ῥητῶς ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ διπλῆ καλεῖται πρὸς ἀναθεώρησιν πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῶν μὴ θεμελιωδῶν, καὶ ἰσχυρίζομαι ἀμέσως ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ καθιεροῦσα καὶ ἀσφαλίζουσα τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν διὰ τῆς θεσπίσεως τῆς ἰσοβιότητος εἶναι διάταξις θεμελιώδης, ἡ ὁποία ἑπομένως ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἀλλὰ θέλω προσθέσει ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἐπειθόμην ὅτι τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ πορισθῇ τὸ ἔθνος ἐκ μιᾶς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως, θὰ ἦσαν ἀδιαμφισβητήτως ἀνώτερα ἀπὸ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ δημιουργήσῃ, διότι θὰ θίξωμεν καὶ θὰ σαλεύσωμεν τὸν θεμέλιον τοῦτον λίθον τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μετὰ τῶν συναδέλφων, ὅσοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἵνα μετ’ αὐτῶν προβῶμεν εἰς νέαν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία θ’ ἀπεμακρύνετο πλέον ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς προηγουμένης, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπέτρεπε καὶ τοῦτο ἀκόμη νὰ θίξωμεν. Ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι, Κύριοι, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ἐνδείκνυται τοιοῦτο πραξικόπημα ἐκ μέρους τῆς διπλῆς ταύτης Βουλῆς. Ἰσχυρίζομαι τοὐναντίον ὅτι, ἂν δὲν ἐπωφεληθῶμεν τῆς εὐκαιρίας, ὅπως διευκρινίσωμεν τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἥτις ἀποτελεῖ βεβαίως ἕνα τῶν ἀναγκαίων λίθων τοῦ πολιτεύματος, ἂν δὲν ἐπωφεληθῶμεν ταύτης τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ θίξωμεν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, ἐπιτρέποντες ἑπομένως καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ θιγῇ αὕτη ἐν μελλούσῃ ἀναθεωρήσει, δὲν θὰ ἐκάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ κυριώτατον ἔρεισμα, ἐπαναλαμβάνω, τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Καὶ ὡς ἐκ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἰς τὰς μελλούσας ἀναθεωρήσεις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐκινδυνεύομεν, περιλαμβάνοντες εἰς τὸν κύκλον τοῦτον τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ ταύτην τὴν θεμελιωδεστάτην, νὰ σαλεύσωμεν πᾶν κῦρος δικαστικόν, ν’ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν ἀσφάλειαν ἀπὸ τοῦ πνεύματος τῶν δικαστῶν. Καὶ ἂν διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θεσπίζομεν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἐσαλεύομεν τέλεον αὐτήν, θὰ παρεσκευάζομεν συμφορὰς διὰ τὸ μέλλον εἰς τὸ ἔθνος. (Χειροκροτήματα). Ἰσχυρίζομαι ἑπομένως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἀναστείλῃ οὐδὲ προσωρινῶς τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ περὶ ἰσοβιότητος διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω τὸ καθῆκον, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ἢ ἑτοιμάζονται ἀκόμη νὰ γράψωσι τόσῳ μελανὴν τὴν εἰκόνα τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Ὑπῆρξεν, ὅπως ἔλαβον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκείνη ἡ ὑπηρεσία, ἐκείνη ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὀλιγώτερον ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν ὅλην κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Ἰσχυρίζομαι ἀκόμη ὅτι διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας παρεμβάλλομεν σήμερον εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδαμῶς παρακωλύομεν τὴν ἐκκαθάρισιν τὴν δικαστικήν, ἀλλὰ τοὐναντίον θεσπίζομεν αὐτὴν καὶ συνταγματικῶς, ἀφοῦ ἐπιτρέπομεν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀποχώρησιν τῶν δικαστῶν καὶ ὁσάκις δὲν ὑπάρχει πειθαρχικὴ ἀπόφασις προηγουμένη, ἀλλὰ βεβαιότης μόνον ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν περαιτέρω ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Θεσπίζομεν ἄρα τὴν δικαστικὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν θέλομεν ὅμως φυσιολογικήν, βαθμιαίαν, μὴ θέτουσαν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἐν συνόλῳ καὶ ἀμέσως τὴν τύχην μεγάλου μέρους δικαστῶν. Καὶ θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ἴσως ὅτι ἡ πρότασις, ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοὐλάχιστον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφορᾷ περιωρισμένην τὴν ἐκκαθάρισιν μόνον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἰσχυρίζομαι ὅτι τὰ παράπονα κυρίως, τὰ ὁποῖα ἤκουσα ὡς δικαιολογοῦντα τὴν προτεινομένην διασάλευσιν τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, τὰ παράπονα, λέγω, ταῦτα ἐστρέφοντο κυριώτατα κατὰ τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας μόνον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ὄχι κατὰ τῆς δικαστικῆς αὐτοῦ λειτουργίας, νομίζω δ’ ὅτι δὲν ὑπερβάλλω ἂν εἴπω ὅτι τὸ ἀνώτατον παρ’ ἡμῖν Δικαστήριον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τομῆς τῶν ἀμφισβητουμένων δικαίων εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του. Εἶπον ὅτι τὰ παράπονα κυρίως ἐστρέφοντο κατὰ τῆς δράσεως μᾶλλον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐν τῷ παρελθόντι τῆς διοικητικῆς, ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, κ. Βουλευταί, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν ὅρων τοῦ πολιτικοῦ βίου παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἄσκησις καὶ τῶν διοικητικῶν αὐτῶν καθηκόντων ἐκ μέρους ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθενται τοιαῦτα καὶ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἡ ἄσκησις, λέγω, τῶν καθηκόντων τούτων θὰ γίνῃ ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνταποκρίνηται περισσότερον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Ἂν τοῦτο ἤθελε θεωρηθῇ ἔμμεσός τις παρατήρησις πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῷ παρελθόντι ἐγένετο ἡ ἄσκησις τῶν διοικητικῶν καθηκόντων τῶν προσώπων τούτων, δὲν θὰ παρεξηγεῖτο πολὺ σπουδαίως ὁ λογισμός μου. Διὰ τοῦτο θὰ λάβω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅπως τὸ ἄρθρον 88 ψηφισθῇ, παρεχομένης τῆς μονιμότητος καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, οὕτως ὥστε τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ ἔχῃ οὕτως: «Οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι εἶναι ἰσόβιοι, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς, εἰρηνοδίκαι, εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, γραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, συμβολαιογράφοι καὶ φύλακες ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν εἶναι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι». Συγχρόνως νομίζω ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν ἴσως νὰ χαράξωμεν ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ἑκάστοτε νὰ κινῆται ἐλευθεριώτερον, ὅπως ὁρίζῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας πρὸς ἀποχώρησιν τῶν ἰσοβίων ἢ τῶν μονίμων δικαστῶν. Τὸ ὅλον ζήτημα ἀνήκει κυρίως εἰς τὸν νόμον. Ἂν συνιστῶ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦ Συντάγματος, πράττω τοῦτο, διότι ἀναγνωρίζω κυρίως τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, φρονούσης ὅτι, ἂν δὲν ὡρίζετο ἓν κατώτατον ὅριον διὰ τὰς ἀποχωρήσεις, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, θὰ ἐκινδύνευε νὰ σαλευθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν δικαστῶν ἐπὶ τὴν ἰσοβιότητα αὐτῶν, ἐκ τοῦ φόβου ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καταβιβάζουσα ὑπεράγαν τὸ ὅριον τοῦτο ν’ ἀποβάλλῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀνθρώπους ἀρτίους ἀκόμη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν των καθηκόντων. Ἔχων δὲ κυρίως βεβαίωσιν ὅτι ἡ διάκρισις πρέπει νὰ γένηται μεταξὺ τῶν καλουμένων πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ τῶν καλουμένων πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς οὐσίας νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ ἡ ἑτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου 88 ὡς ἑξῆς: Οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζομένου ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ δὲν δύναται νὰ εἶναι διὰ μὲν τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνώτερον τῶν 75 ἐτῶν οὐδὲ κατώτερον τῶν 65, διὰ πάντας δὲ τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους οὔτε ἀνώτερον τοῦ 70 οὔτε κατώτερον τοῦ 60». Ἀλλὰ συγχρόνως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 90 ἔχουσαν οὕτω: «Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπολαύοντες ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος τοποθετοῦνται, μετατίθενται, προάγονται καὶ παύονται δι’ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει.
§125Γ. ΠΩΠ. Καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς; Διότι πιθανὸν νὰ προκαλέσῃ εἰδικὴν συζήτησιν, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς ἀσκεῖ πάντοτε τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, καὶ θὰ τὸν κάμητε ὑπόδουλον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ὑπόδουλον.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι διὰ τῆς μονιμότητος γίνονται καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ἰσόβιοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσιν;
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἰσόβιοι βεβαίως. Ἡ παρατήρησις εἶναι πολὺ οὐσιαστική· δὲν μὲ πτοεῖ καθόλου τὸ πρᾶγμα. Τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστηρίων εἶμαι θερμὸς ὑπέρμαχος, Κύριοι, δὲν νομίζω δ’ ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τῶν εἰσαγγελέων ἀσκεῖται ἡ ποινικὴ ἀγωγή, πρέπει οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ εἶναι ἑκάστοτε ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐστερημένη τῆς ἠθικῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως μὴ εὑρίσκηται ἄμαχος διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ὅταν αὕτη ὀφείλῃ νὰ ἐνεργήσῃ. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 90 σκοπὸν ἔχει τοῦτον, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἀσφαλίσῃ συνταγματικῶς τὸν σημερινὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Δυμβούλιον, σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιτρέψῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἂν ἤθελε παρατηρηθῇ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον δὲν παρετηρήθη, νομίζω, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε παρατηρηθῆ, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ προσήκουσα ἡ χρῆσις τῶν μεγάλων τούτων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὸ συμβούλιον τοῦτο....
§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν παρετηρήθη;
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφαρμογῆς του ὄχι....Νὰ εἶναι δυνατόν, ὅπως διὰ νόμου τροποποιηθῇ ὁ ὑπάρχων σήμερον νόμος, διὰ νὰ ὁρισθῇ τὸ ὁριζόμενον διὰ τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρῶτον καθώρισε τὸν θεσμὸν τοῦ ἀνωτάτου τούτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Σύνταγμα τὸ Κρητικὸν ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς δικαστὴς ἢ εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ διορισθῇ ἄνευ προτάσεως, οὔτε νὰ μετατεθῇ ἄνευ γνωμοδοτήσεως, συμφώνου γνωμοδοτήσεως, δηλαδὴ οὔτε ν’ ἀπολυθῇ προσωρινῶς ἢ ὁριστικῶς ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ εἶναι λοιπὸν δυνατὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν ἤθελε θεωρήσει τοῦτο σκόπιμον ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἠσκεῖτο ἡ μεγάλη αὐτὴ ἐξουσία ἡ διδομένη εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὥστε τοῦ λοιποῦ αἱ μὲν τοποθετήσεις καὶ προαγωγαὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἄνευ προτάσεως τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ πρότασις νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτική, ὥστε νὰ δύναται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ν’ ἀπορρίπτῃ τὴν πρότασιν περὶ τοποθετήσεως ἢ προαγωγῆς. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον συμβιβάζεται κάλλιστα καὶ ὁ περιορισμός, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ συγχρόνως παραμένει καὶ ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐπίκρισις ἡ πολιτικὴ διὰ τὰ γενόμενα, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι προτείνει τὸν ἄριστον, δύναται νὰ εἶναι ἀσφαλής τις ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποκρούσῃ τοῦτον, ἐὰν πράγματι οὗτος εἶναι ὁ ἐνδεικνυόμενος ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης τῶν ἐπαϊόντων. Ὀφείλω νὰ προσθέσω παρὰ ταῦτα ὅτι μέχρι σήμερον ἔχων τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τῆς δοθείσης εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν σκοπῶ νὰ εἰσαγάγω μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου. Νομίζω ὅμως ὅτι θὰ εἶναι πρόνοια ἀναγκαία ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν τῶν κατὰ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ κολασμὸς ἐνδεχομένης κακῆς κρίσεως τῆς ὑπεράγαν μεγάλης ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀσφαλίζεται σήμερον εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ τῶν συνταγματικῶν τούτων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 90, τῶν παρεχομένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ ἦσαν ὅσα εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ καταθέτω σχετικὰς διαρρυθμίσεις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§131Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ τροπολογίαι αὗται καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῶσιν, ὥστε νὰ ἔχωμεν αὐτὰς ἐντύπους.
§132Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ βραδέως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἀπαραδέκτου τῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νέου αὐτοῦ ζητήματος. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον προέχει.
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· αὐτὸ εἶναι πρέπον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔνστασις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὑποβάλλεται ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ αὐτοῦ ὅμως δὲν ἀποκλείονται αἱ ἄλλαι διατυπώσεις.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προτείνεται τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀλλὰ τοὐναντίον συνταγματοποιεῖται. Ἀλλὰ προτείνεται τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον προυβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἐν γένει. Κατὰ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καθορίζει ὅτι ἅμα τῇ ἐπικυρώσει τῶν Πρακτικῶν πάντες οἱ ἀρεοπαγῖται ἀπαλλάσσονται τῶν καθηκόντων αὐτῶν, τὸ ψήφισμα τοῦτο προσκρούει πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος· κατὰ συνέπειαν ἡ ἔνστασις προσβάλλει τὸ ψήφισμα καὶ οὐχὶ τὸ ἐν τῷ προσχεδίῳ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς φυσιολογικῆς.
§138Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ἐκκαθάρισιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται ὅτι ἀπαράδεκτος εἶναι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος· ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοιαύτη πρότασις δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαράδεκτον.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα συζητοῦμεν ἐπὶ ὑποβεβλημένων προτάσεων. Ὑποβεβλημένη δὲ πρότασις εἶναι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ψήφισμα περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Προσβάλλεται λοιπὸν τὸ ψήφισμα τοῦτο ὡς ἀπαράδεκτον. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβάλωσιν ἄλλην πρότασιν, βεβαίως ἡ πρότασις αὕτη θὰ τύχῃ τῆς ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Ἑπομένως θὰ λάβωσιν τὸν λόγον οἱ Βουλευταὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Πρῶτος ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς.
§140Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀπροσδοκήτως, κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην εὑρέθη πρὸ περιέργου θεάματος, πρὸ περιέργου φαινομένου, τοῦ ὁποίου ἥρως ὑπῆρξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἐπέτρεψεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας τὴν συζήτησιν εὐρυτάτην, διὰ νὰ ἐκτεθῇ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἐξευτελισθῇ. Καὶ ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ὑποβάλλει πρότασιν ἀπαραδέκτου. Ἐὰν εὑρισκόμεθα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, βεβαίως τοιαύτη πρότασις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ, ἀλλὰ θ’ ἀπερρίπτετο ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ὡς ἀπαράδεκτος, ὡς ὑποβαλλομένη πρωθυστέρως. Ἀλλ’ εὑρίσκεσθε ἐνώπιον Βουλῆς καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλλωνται τοιαῦται προτάσεις πρωθυστέρως. Ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ὠφείλετε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ὑποβάλητε καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε νὰ ἐκτεθῶσι τόσοι Βουλευταί, φίλοι μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ βεβαίως οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι εὑρίσκονται ἀρκετὰ ἐκτεθειμένοι σήμερον, ἀφοῦ ἐξετέθησαν ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι ἆρα ἡ πρότασις αὕτη βάσιμος, εἶναι πραγματική, εἶναι ἀληθής; Ἡ διάταξις, ἢ μᾶλλον τὸ ψήφισμα, διότι πρόκειται περὶ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, θίγει τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν, ὁπότε φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἔθιγε θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται ἀκριβῶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐνισχύσῃ, νὰ θεμελιώσῃ ἐπὶ ἀσφαλεστέρου ἐδάφους, τὴν θεμελιώδη αὐτὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὴν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν μερικῶν ἐκ τῶν δικαστῶν, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον. Ἴσως, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔχω πλείστας προσωπικὰς ἀφορμὰς κατά τινων δικαστῶν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι τὰ συναισθήματα ταῦτα ἐναντίον τινῶν δικαστῶν θὰ ῥυθμίσωσι τὰς σκέψεις μου. Ἡ γνώμη τοῦ ἀτόμου, ἡ γνώμη τοῦ ἐπιστήμονος, ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ, ἡ δὲ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἡ μόνη ὑπεύθυνος. Πρώτιστον καθῆκον πάσης Πολιτείας, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Μόνον τὰ Κράτη ἐκεῖνα μεγαλύνονται καὶ δοξάζονται, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν ν’ ἀνυψώσωσι τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπὴν τὴν ἐμπρέπουσαν, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ εὐτύχημα αὐτό; Δυστυχῶς ὄχι. Εὑρεθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὸ κράτος ποικίλων συνθηκῶν, δυσμενῶν, πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Δυστυχῶς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τοιούτων συνθηκῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος καὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι βεβαίως διὰ πᾶσαν ἄλλην λειτουργίαν θὰ ἦταν ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι πλὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία τελεῖται ἐν τῷ ναῷ τῆς Θέμιδος. Ἀπόδειξις ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης οὐχὶ εὐαρέστου εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος καὶ μάλιστα ἐν γενικῇ γραμμῇ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία διατυποῦται ἐν τῷ ψηφίσματι, περὶ γενικῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠθέλομεν ἀποφασίσει τοιοῦτόν τι, ἠθέλομεν καταλύσει τὸ οἰκοδόμημα τῆς Δικαιοσύνης, ἠθέλομεν συσσωρεύσει ἐρείπια καὶ ἐπὶ τὰ ἐρείπια αὐτὰ ἠθέλομεν ἴδει τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἐντίμους δικαστὰς συμφυρομένους μετὰ τῶν φαύλων καὶ ἀναξίων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἤθελε καταλύσει τὸ οἰκοδόμημα τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς γενικῆς ἀναστολῆς, ἡ Δικαιοσύνη ἤθελεν ἐκλείψει τελείως, ἤθελε καταστῆ ὑποχείριος καὶ ὑπόδουλος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἀποκρούων τὴν πρότασιν τῆς γενικῆς ἀναστολῆς δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρούσω καὶ τὴν ἑτέραν πρότασιν τῆς ὑπὸ ὅρον ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ὡς πρός τινας δικαστάς, ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχουσι διατυπωθῆ κατηγορίαι ἢ δύνανται νὰ διατυπωθῶσι κατηγορίαι. Δι’ αὐτὸ μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου —καθόσον δυστυχῶς προηγεῖται τὸ ἀπαράδεκτον—ἤθελον ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἑξῆς πρότασιν—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εὐαρεστῆται δύναται νὰ τὴν ἀκούσῃ—, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι δύναται νὰ συμβιβάσῃ τὰ πράγματα, δύναται ν’ ἀγάγῃ πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι ὁ κοινὸς πόθος πάντων καὶ ἰδίᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέτειναν τὴν γενικὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, τουτέστι νὰ ἀγάγῃ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν μόνον ἐκείνων τῶν δικαστῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχουσι διατυπωθῆ κατηγορίαι, ἢ δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσι κατηγορίαι. Τοῦτο δέ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, διότι δὲν εἶναι συμφέρον αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μείνωσιν ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι καὶ τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς δηλητηριάζουσι καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν γένει τὸ γόητρον. Ἡ ἀποκοπὴ τῶν σαπρῶν μελῶν ἐξυπηρετεῖ ἀκριβῶς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ἐξυγιάζει, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὸ τὸ δικαστικὸν σῶμα· ἐὰν δὲ ἠθέλετε ἀπορρίψει καὶ τὴν πρότασιν αὐτήν, τότε βεβαίως ἤθελετε ἐγείρει σινικὸν τεῖχος, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου τὰ αὐτὰ σαπρὰ μέλη θέλουσιν ὀργιάζει εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης, εἰς βάρος τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους. Ἰδοὺ ἡ πρότασις: «Ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ψηφίζει: Ἡ ἰσοβιότης ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν ἀναστέλλεται μόνον ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος ἤθελεν ὑποβληθῆ τῷ κυρίῳ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς ἔγγραφος κατηγορία εἴτε ὑπὸ Βουλευτῶν εἴτε ὑπό τινος τῶν δικηγορικῶν συλλόγων». Βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα πολίτην νὰ καταγγέλλῃ οὔτε θὰ ἐπιτραπῇ νὰ καταγγέλλῃ τις Δικαστήριον ἄνευ ἐγγράφων ἀλλὰ δι’ ἀοριστιῶν. «Ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος μηνὸς συνιστᾶται διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δεκαπενταμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπαρτιζομένη ἐκ πέντε ἀρεοπαγιτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύο ἐφετῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τριῶν καθηγητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς νομικῆς σχολῆς, καὶ πέντε δικηγόρων ἐκλεγομένων ὑπὸ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν». Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη οὕτω πως συγκροτουμένη δύναται νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν ὅτι τὴν ἐκκαθάρισιν θέλει ἐνεργήσει ἐν εὐθυδικίᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ.
§141Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν;
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅπως θέλετε. Ἐὰν θέλητε, ἔχομεν ἡμίσειαν ὥραν καιρὸν ἀκόμη.
§143Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλέχθη, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι κακῶς ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὅτι χρειάζεται νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις δικαστική, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ἀναγνωρίζεται δὲ τοῦτο ὡς ἀνάγκη. Διὰ τῶν ψηφιζομένων διατάξεων προβλέπεται ἡ ἐκκαθάρισις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁρίζεται ὅτι καὶ οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ δύνανται ὑποχρεωτικῶς ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἐὰν ἤθελον κριθῆ ὡς μὴ δυνάμενοι ἐπαρκῶς νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των. Ἡ ἐκκαθάρισις προβλέπεται ὡς ἀναγκαία, ἀλλὰ διάφορος εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ φυσιολογικῶς, ἀπὸ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε σήμερον. Ἡ ἐκκαθάρισις τότε δύναται νὰ γίνῃ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰσοβιότητος, ὅταν ἐπακολουθῇ ἀπόφασις ἀποφαινομένη ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του. Ὅταν ἔχητε δικαστικὴν ἀπόφασιν κατόπιν ἀπολογίας ἐκδιδομένην ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, τότε δύνασθε νὰ ἔχητε ἐκκαθάρισιν καὶ τότε δύνασθε νὰ πλήξητε τὸν ὀχυρούμενον διὰ τῆς ἰσοβιότητος. Τὴν στιγμὴν ὅμως, καθ’ ἣν χωρὶς δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐκδιδομένην διὰ μίαν ἑκάστην περίπτωσιν ἰδιαιτέρως, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κατηγοριῶν ἀπευθυνομένων κατὰ τοῦ δικαστοῦ, θέλετε νὰ ἐκβάλητε ἀπὸ τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος τὸν δικαστὴν καὶ προσέτι θέλετε νὰ σταματήσῃ ἐντελῶς ἡ ἰσοβιότης καὶ νὰ ἔλθῃ πολιτικὸν Σῶμα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλω τοὺς δικαστὰς αὐτούς, ὁμολογῶ ὅτι ζητεῖτε ἀπὸ ἐμὲ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα μοὶ λείπει τὸ θάρρος. (Χειροκροτήματα).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§147ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χαίρων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀνήγγειλε πρὸς τὴν Συνέλευσιν χαίρουσαν, ὅτι ἐπεράτωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη τὸ ἔργον αὐτῆς. Χαίροντες ἡμεῖς πάντες μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θ’ ἀναγγείλωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐπερατώσαμεν τὸ ἔργον ἡμῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, καὶ θ’ ἀρχίσῃ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἱστορία νὰ γράφῃ τὰς μεγάλας αὐτῆς σελίδας ἐπὶ τῶν τελευταίων γεγονότων, ἀπὸ δύο περίπου ἐτῶν, ἅτινα ἀποτελοῦσιν ἀναμφιβόλως σημαντικὴν περίοδον τοῦ ἱστορικοῦ ἡμῶν βίου. Ἀλλά, πρὶν συνεχίσω, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅτι, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω γνώμας, ἅστινας πολλάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ θεμάτων συνταγματικῶν οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καθ’ ἃς ἔχει γνώμας, ὡς πολλάκις ἐπίσης ὑπεστήριξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν τιμῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης σαφῶς, ἀπεριφράστως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην ἀνάγκην, ἵνα θεμελιώσω τὰς γνώμας μου καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης. Ποῖα πράγματι εἶναι τὰ θεμελιώδη ἐκεῖνα θέματα, τὰ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, καὶ ἅτινα Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θίξῃ; Ἀναμφιβόλως εἶναι τὰ θέματα ἐκεῖνα, εἶναι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, εἶναι αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι αἱ πολιτικαί, εἶναι τὰ ἀξιώματα ἐκεῖνα τὰ πολιτικά, εἶναι αἱ βάσεις τοῦ ἐλευθέρου βίου ἐλευθέρου λαοῦ, τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει πολίτευμα ἐλεύθερον, ὅπερ νὰ μὴ τὰς περιλαμβάνῃ, τὰς ὁποίας ἂν ἐλεύθερός τις λαὸς δὲν ἔχῃ ὡς ἀπαρασαλεύτους κανόνας τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ βίου, δὲν εἶναι οὔτε λέγεται λαὸς ἐλεύθερος. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν ἐνώπιον ὑμῶν νὰ εἴπω ὅτι θεμελιώδεις διατάξεις θεωροῦνται ἐκεῖναι καὶ μόναι, ἃς ἐθεώρουν οἱ τὸ πρῶτον αὐτὰς διδάξαντες ὡς ἀπορρεούσας ἀπὸ τῆς φυσικῆς τοῦ ἀνθρώπου φύσεως. Εἶναι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ πρῶτα καὶ ἀναφαίρετα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἂν θέλῃ νὰ καλῆται ἐλεύθερον πολίτευμα, νὰ μὴ περιέχῃ ὡς κανόνας αὐτοῦ θεμελιώδεις. Εἶναι αἱ διατάξεις αἱ καθορίζουσαι τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως ἐκφράζειν τοὺς στοχασμοὺς προφορικῶς καὶ ἐγγράφως, ἀπὸ δὲ τούτου ἀπορρέον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπορρέουσιν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ στηρίζοντος τὴν βάσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Εἶναι αὗται ἔννοιαι θεμελιώδεις, διότι εἶναι ἔννοιαι τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀπόλυτοι. Ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ ταῦτα διάταξις θεμελιώδης; Εἶναι διάταξις θεμελιώδης, τὴν ὁποίαν περιέχουσι πάντα τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα; Εἶναι διάταξις τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀπόλυτος; Ἐν κυριολεξίᾳ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ὅρος ἰσοβιότης; Τί ἐννοοῦμεν, ἂν θέλωμεν νὰ κυριολεκτήσωμεν, λέγοντες «ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν»; Ὅτι εἶναί τις δικαστὴς ἀπὸ τῆς γεννήσεως μέχρι τοῦ θανάτου του, ἢ ἀπὸ ὡρισμένου ἔστω σημείου τοῦ βίου αὐτοῦ μέχρι τοῦ θανάτου; Ὑπάρχει ἐν κυριολεξίᾳ ἐπαναλαμβάνω, ἰσοβιότης; Ὅταν θέτητε ὅριον ἡλικίας, ὅταν λέγητε ὅτι κατόπιν ὡρισμένου ὁρίου ἡλικίας δὲν ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ εἶναι δικαστής, διότι ὑποχρεωτικῶς ἀποχωρεῖ, ὅταν ἀποβάλλητε ἀπὸ τῶν δικαστικῶν τάξεων δι’ ἀνεπάρκειαν, διὰ πειθαρχικὰς παραβάσεις ἐπανειλημμένας, ἔχετε πλέον τὸ δικαίωμα ἀκολούθως νὰ λέγητε ὅτι ὑπάρχει κατ’ ἀπόλυτον δικαίωμα ἰσοβιότητος δικαστῶν; Ὁ ὅρος, Κύριοι, εἶναι τεχνικὸς καὶ οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀσφαλίζονται πλειότερον τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν Σύνταγμά τι δὲν περιέχῃ διάταξιν περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ νόμος ἔν τινι Πολιτείᾳ ὁρίζων ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, θὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου ἐλλείπει μία βάσις θεμελιώδης; Θ’ ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἐλλείπει ἓν δικαίωμα ἀπόλυτον, ἓν δικαίωμα ἀναφαίρετον διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅτι ἐλλείπει μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπαραιτήτως δέον νὰ στηρίζηται ἓν ἐλεύθερον πολίτευμα; Κατὰ τὸν προπαρελθόντα Ἰανουάριον, κύριοι Βουλευταί, ἔλεγέ τις—ποῖος νὰ ἦτο ἆρά γε; — ὅτι ἡ ἐπανάστασις, ἧς ἡγεῖτο ὁ στρατός, ἀπέτυχε, καὶ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, «διότι δὲν εἶχεν ἀρχηγόν, δὲν εἶχε σθένος, δὲν εἶχε πρόγραμμα». Ἐὰν δὲν μεταχειρίζωμαι αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις—μίαν πλειότερον ἢ ὀλιγώτερον —, ἃς μὲ διορθώσωσιν οἱ ἀκούοντες. Δὲν εἶχεν ἀρχηγόν, δὲν εἶχε σθένος, δὲν εἶχε πρόγραμμα! Καὶ ὅμως ἡ ἐπανάστασις, ἥτις δὲν εἶχεν ἀρχηγόν, δὲν εἶχε σθένος, δὲν εἶχε πρόγραμμα, ἐπέβαλλε τὴν θέλησίν της εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐπέβαλλε τὴν θέλησίν της εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ παρέβλεπε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ ἵστατο ἀπαθὴς ἐνώπιον τῶν δακρύων πατρὸς καὶ Βασιλέως, τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα ὑφίσταντο νέας συνεπείας συνταγματικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἔχει Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία καυχᾶται ὅτι ἔχει ἀρχηγόν, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει εὐκαιρίαν νὰ μὴ διαλαλῇ τὸ σθένος αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει ἀφορμὴν νὰ μὴ διακηρύσσῃ τὸ μέγα αὐτῆς πρόγραμμα, παρίσταται ὀρρωδοῦσα καὶ τρέμουσα, ὅτε εἶπε πρὸς αὐτὴν εἷς Ὑπουργὸς «παρίημι τὴν Ἀρχήν»! Καὶ ἔρχεται αὕτη ἡ ἐπανάστασις, ἡ ἔχουσα, λέγω, ἀρχηγόν, ἐξομοιούμενον οὐχὶ μέχρι τρίτου, ἀλλὰ μέχρις ἑβδόμου καὶ δεκάτου ἑβδόμου ἴσως οὐρανοῦ, καὶ ἀφήνει τὸν Ὑπουργὸν νὰ συζητῇ ἐπανειλημμένως περὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ μὴ σκοπιμότητος τῆς ἀναβολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, καὶ ἐνῷ οὐδεὶς ἐφαντάζετο ὅτι ὑπῆρχε ζήτημα συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου ἔρχεται ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, ἀφοῦ ἀφῆκε τὴν δικαστικὴν ἁλουργίδα νὰ κυλισθῇ εἰς τὸν βόρβορον, καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς: «μὴ θίγετε αὐτήν, διότι εἶναι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων»! Θ’ ἀρχίσῃ μετ’ ὀλίγον νὰ γράφῃ ἡ ἱστορία τὰς σελίδας της καὶ θὰ ἐρωτήσῃ· ποῦ ἦτο τὸ ἀπαράδεκτον, ὅτε ἀνεθεωρεῖτο ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀναγράφον τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας εἰς τὸ ἐκφράζειν τοὺς στοχασμούς των τοὺς Ἕλληνας πολίτας; Ποῦ ἦτο τὸ ἀπαράδεκτον, ὅτε κατελύετο ὑπὸ τὰς ἰαχὰς τῶν σοσιαλιζόντων τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀναγράφον τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας; Ποῦ ἦτο τὸ ἀπαράδεκτον, ὅτε καθωρίζετο διάταξις ἀντικοινοβουλευτικωτάτη, ἡ ἀναγράφουσα πῶς ἐκπροσωπεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ πῶς κυβερνᾷ αὐτὸς ἑαυτόν; Ἀλλ’ ἐνόμιζεν ἡ Συνέλευσις ὅτι ὑπερβάλλω τὰ πράγματα, ὅτε πρὸ ἐλαχίστων ἡμερῶν ἔλεγον: Θὰ πέσητε εἰς παγίδα,—ὡς ἐπέσαμεν εἰς τὴν παγίδα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονῇ τις ἐξ ὑμῶν, Ἕλληνες Βουλευταί, οἱ συνελθόντες ἐν συνεδρίῳ, ἵνα συνεχίσητε τὰς σελίδας τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος σας, νὰ θέσητε νέους κανόνας βίου πολιτικοῦ, βίου ἱστορικοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις ἐξ ὑμῶν, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ ζωηρὸν ἐν τῇ μνήμῃ αὐτοῦ ὅτι ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 88–90, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἐσταμάτησε, διότι ἐλάβομεν ἀπόφασιν νὰ συζητήσωμεν προκαταβολικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς ἢ μὴ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ ἀκολούθως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν τριῶν ἐκείνων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ὅτι μετὰ ταῦτα κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ὁρίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συζητεῖται ἑκάστη τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν ἄρθρων ὁμοῦ μετὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶπε «παρίημι τὴν Ἀρχήν», καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἀναστολῆς ἢ μὴ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἡ Συνέλευσις ἐξεδήλωσε τὴν βούλησιν αὐτῆς, τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ζητουμένου μέτρου, καὶ μετὰ τοῦτο ἐρχόμεθα καὶ προβάλλομεν—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη λέξις προσήκουσα καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν εἴπω—δικολαβικῶς ζήτημα ἀπαραδέκτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπανάστασις ἡ πρίν, ἡ μὴ ἔχουσα ἀρχηγὸν καὶ σθένος καὶ πρόγραμμα, προέβαλλε τὸ χάος, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξεβίαζε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα. Τί ἄλλο πράττει ἡ σημερινὴ ἐπανάστασις; Ποία ἄλλη ἦτο ἡ ἐπήρεια ἐπὶ τῆς συνειδήσεως ἑκάστου ἡμῶν ἢ ὅτι ἀπειλούμεθα ὑπὸ χάους; Πότε τέλος πάντων θὰ ἐξέλθωμεν τοῦ χάους; Πότε θὰ ἐξέλθωμεν τοῦ χάους, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν καὶ τῶν διαφόρων σωτήρων; Πότε τέλος πάντων θὰ ἐννοήσῃ Συνέλευσις τοιαύτη ἐκπροσωποῦσα τὴν σταθερὰν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ζήσῃ βίον ἄλλον παρὰ τὸν παρελθόντα, πότε θὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι ἀνάξιον, παντελῶς ἀνάξιον, ὁλοκλήρως ἀνάξιον ἐλευθέρου λαοῦ νὰ ἐξαρτᾷ τὴν τύχην του ἀπὸ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν παρηκολούθησε τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν, ὅστις δὲν γνωρίζει ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ αἰτίαι, αἵτινες ὤθησαν εἰς τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους, πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν, ὅστις ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῶν Ἀθηνῶν διαφωνῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἔλεγεν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ, διαφωνῶν πρὸς τοὺς νέους πολιτευομένους, τοὺς γνησίους ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοὺς ἐλθόντας ἵνα καταλύσωσι τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθὸν καὶ λέγοντες «ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Συντακτικήν», ὅστις ἦλθε διαφωνῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἐκραύγαζε κάτωθεν τοῦ ἐξώστου τοῦ Μεγάλου Ξενοδοχείου «Συντακτική, Συντακτική, Συντακτική», ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα, οὐχὶ ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν, κατὰ τὴν γενικὴν θέλησιν καὶ ἐπιταγήν, ἀλλὰ κατὰ τὰς σκέψεις, τὰς φαντασιοπληξίας καὶ τὰ πείσματα αὐτοῦ; Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐφώτισε τὸν κόσμον, τὸ ὁποῖον ἐδίδαξε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς λαοὺς ἅπαντας; Τοιοῦτον ἔθνος δύναται ν’ ἀποβλέπῃ μετὰ βασίμων ἐλπίδων εἰς ἔνδοξον στάδιον, εἰς μεγαλεῖον, εἰς πρόοδον, ἔθνος τὸ ὁποῖον τρέμει μήπως εὑρεθῇ, ἀπὸ δύο ἐτῶν ἐπαναστατημένον, πρὸ χάους; Πρὸ χάους διατί; Διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε «παρίημι τὴν Ἀρχήν»! Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις αὕτη τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀριθμοῦσα ἐλαχίστους μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς καταγομένους ἐκ τοῦ ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος, ἵνα δημιουργήσῃ τὴν νέαν ἱστορίαν τοῦ τόπου· ἦλθε ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα καὶ καταλήγει ποῦ; Καταλήγει, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, Κύριοι, καταλήγει νὰ δημιουργῇ τὸ Βενιζελικὸν κόμμα. Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις αὕτη νὰ συντρίψῃ, νὰ θρυμματίσῃ, ν’ ἀποκαθάρῃ ν’ ἀνορθώσῃ, καὶ ἡ Συνέλευσις αὕτη τρέμει μήπως καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν εἰς Ὑπουργὸς καὶ κινδυνεύσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε τί θὰ γίνῃ ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγών! Ἀλλ’ εἶναι, βλέπετε, τὸ πρόγραμμα, τὸ πρόγραμμα τὸ πρὸ τῶν ἐκλογῶν! Καὶ διελάμβανε τὸ πρόγραμμα, τὸ πρὸ τῶν ἐκλογῶν πρόγραμμα, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡλικία τῶν ἐκλεξίμων Βουλευτῶν εἰκοσιπενταετὴς κατὰ τὸ κατώτατον ὅριον; Καὶ λέγει τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο νὰ θεμελιώσωμεν τὸ Κράτος ἐπὶ νέων ἀρχῶν περὶ ἰδιοκτησίας; Καὶ λέγει τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο νὰ ὁρίσωμεν τὴν περὶ ἀπαρτίας διὰ τὰς ἀποφάσεις διάταξιν ὡς καθωρίσαμεν αὐτήν; Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ συρθῇ ἡ δικαστικὴ ἁλουργὶς ἐκεῖ ὅπου ἐσύρθη, νὰ προκαλέσωμεν τὴν περιέργειαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ ζωηρότατον ἐνδιαφέρον περὶ τοῦ τί θέλομεν πράξει πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καταλήξωμεν ποῦ; Ἀπεμακρύνθη τῶν ἐθνικῶν του ἀγώνων ἡ κορυφὴ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων (διαμαρτυρίαι)· ἐξευτελίσθη ἡ ἔνδοξος κορυφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι)· ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὰς καὶ ἡ κορυφὴ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ σέμνωμα τῆς Ἑλληνικῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὁ Τσιβανόπουλος, διότι ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖ καταλήγει, μόνον ἐκεῖ, οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἀποτέλεσμα, εἰμὴ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰς δικαστικὰς τάξεις ὁ Τσιβανόπουλος. Ἐπιφυλασσόμεθα μήπως ἐντὸς ὀλίγου ἐξαναγκάσωμεν εἰς παραίτησιν καὶ Ἰωακεὶμ τὸν Γʹ!
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ κρατήσητε εἰς τὴν ὑψηλήν του περιωπήν· ἀφήσατέ τα αὐτά.
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ὁσάκις, μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν ὁ Λακωνικὸς λαός, ἐκλέξας με χωρὶς ἄγκυραν καὶ χωρὶς σωτηρίαν καὶ χωρὶς ἄλλας πομφόλυγας, ὁσάκις παρέρχομαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀδιαφορῶ πόσους θὰ εὐχαριστήσω καὶ πόσους θὰ δυσαρεστήσω· ἀγνοῶ μετὰ πόσων διαφωνῶ, πόσα σχέδια διαλύω, πόσους ὑπολογισμοὺς διαψεύδω. Δὲν ἔρχομαι ἐνταῦθα, ἵνα ὁμιλήσω κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχω εὔνουν μερίδα μεγαλειτέραν ἢ μικροτέραν, ἀλλ’ ἔρχομαι ν’ ἀπαγγείλω διαμαρτυρίας, αἵτινες θὰ μείνωσιν ἐκεῖ ἀνεξίτηλοι· θὰ τὰς εὕρῃ ἡ Ἱστορία καὶ βεβαίως θὰ εἴπῃ: «ἤλθετε ἐδῶ, ὄχι διὰ νὰ δημιουργήσητε νέαν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ νὰ δημιουργήσητε νέον προσωπικώτατον κόμμα!».
§150ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θελήσας νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ φοβούμενος μήπως τοιοῦτος κλονισμὸς τῆς πεποιθήσεως ὑπάρξῃ διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος...
§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ εἶπον ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν θίξει τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐξερχόμεθα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν μας, δημιουργοῦμεν δ’ ἐξ ἄλλου καὶ κίνδυνον, ὥστε εἰς τὸ μέλλον, ὅταν θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἀναθεώρησις διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 107, θ’ ἀφήσωμεν ἔκθετον τὴν δικαιοσύνην εἰς νέαν ἐκκαθάρισιν.
§152ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον χωρὶς ν’ ἀποφύγῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐν μέρει ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς πολλὰ στοιχεῖα ἱκανὰ μὲν ἀλλ’ ἴσως μὴ ἔχοντα καὶ τόσην ζωὴν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀποχωρήσωσιν, εἰσέλθῃ δὲ νέον αἷμα καὶ νέα ζωὴ εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου καὶ ἤδη διὰ τοῦ Συντάγματος δίδομεν μεγαλειτέραν ἐξουσίαν διὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐποπτεύει τὴν Δικαιοσύνην ἅπασαν. Διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετυπώθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς καὶ διενεμήθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Καὶ διὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει, ὅπως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι οἱ ἀπολαύοντες ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος τοποθετῶνται, μετατίθηνται, προάγωνται καὶ παύωνται δι’ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει. Βεβαίως τοιοῦτος νόμος ψηφιζόμενος θὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν πεποίθησιν ἐκείνων — καὶ μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγεται καὶ ἡ μεγάλη συντακτικὴ ἐπιτροπή —, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀκριβῶς διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Ἐφ’ ὅσον ὅμως βέβαιον ὑπάρχει ὅτι κατὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται ἀκόμη νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, δὲν θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος νομίζω ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τουλάχιστον εἶναι κατ’ οὐσίαν τὸ αὐτὸ πνεῦμα, κατὰ τὸ ὁποῖον διετύπωσε τὸ ἄρθρον 88 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, λέγω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 88, ἡ ὁποία νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος· «κατὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος Συντάγματος ἔχωσι συμπεπληρωμένον ὁ μὲν πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ 68ον, οἱ δὲ ἀρεοπαγῖται τὸ 65ον». Διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως ἐπιτυγχάνεται ὁ αὐτός, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, σκοπός.
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖος σκοπός;
§154ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὁ σκοπός, ἵνα ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποχωρήσωσί τινες.
§155Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Περὶ προσώπων ὁμιλοῦμεν;
§156Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὄσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ ἐπεθύμει νὰ ψηφίσῃ ὑπὸ τοιαύτην περίπου διατύπωσιν, ἡ ὁποία βεβαίως δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν θὰ ἐπεθύμει νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην προσθήκην, περιττεύει πλέον ἡ συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου, διότι, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου ἀντίληψιν, θὰ ἠδύνατο ἴσως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ ἄρῃ πλέον τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου.
§157Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀγόρευσίς σας λαμβάνει προσωπικὸν χαρακτῆρα ἐντελῶς.
§158ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι, ἀποσυρομένου τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο διὰ δηλώσεως αὐτῆς, αἴρεται ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ὤθησε τὸ ἀπαράδεκτον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως παρέλκει πλέον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§159Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν ἔβγῃ ὁ Τσιβανόπουλος, παρέλκει πᾶσα συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου!
§160Α. ΣΛΗΜΑΝ. Περαίνων τὸν λόγον φρονῶ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἀποσύρει τὸ ψήφισμα αὑτῆς, νομίζω ὅτι παρέλκει τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου. Ὑποβάλλω δὲ τὴν προσθήκην ταύτην τοῦ ἄρθρου ὡς προσωρινὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§161Γ. ΠΩΠ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, προχθὲς ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλει περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Κλάδης, ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὡς πάντοτε, διεμαρτυρήθη καὶ ἀνεκήρυξεν ὅτι πρόκειται περὶ συζητήσεως περὶ ἀπαραδέκτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντιπαρῆλθε μειδιάσας τὴν παρατήρησιν, ἐξηπλώθη τὸ μειδίαμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ὅλα τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικά, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔμεινεν ἡττημένος εἰς τὴν θέσιν του. Μετὰ ὥριμον σκέψιν τριήμερον ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ υἱοθετεῖ τὴν οὕτως ἀπορριφθεῖσαν πρότασιν, ἡ δὲ Βουλὴ τώρα μετὰ προσοχῆς συζητεῖ τὴν πρότασιν ταύτην. Εἶναι τοῦτο τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων περιπέτεια, καὶ μία ἰδέα, ὅταν ῥίπτηται ἀπὸ τοῦ ὕψους ἐκείνου, τῆς ἀδυναμίας, θεωρεῖται ἀναξία τῆς προσοχῆς, ἀλλά, ὅταν λαμβάνῃ τὴν υἱοθεσίαν τοῦ ἐπισήμου, ἡ ἰδέα αὕτη λαμβάνει μορφὴν ὡραίου καὶ παρέχει εἰς πάντας ἡμᾶς τὴν ὄψιν τῆς ἐπιβολῆς. Ὅτε δὲ ἐνώπιον τοιούτου φαινομένου ἔχομεν Κυβέρνησιν δυναμένην καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ μειδιάματος ὑπεδέχθητε πάντες, νὰ καταστήσῃ σοβαρά, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει διπλοῦν καθῆκον καὶ διπλῆν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς καθοδηγήσῃ ἐπὶ τὰ ὀρθὰ καὶ ἐπὶ τὰ ἐπωφελῆ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐτέθη μὲ ἀσάφειαν, ἐτέθη κλονιζόμενον καὶ παραπαῖον, διότι ἐδιχάσθη συγκεχυμένον ὡς ζήτημα σκοπιμότητος ἀφ’ ἑνός, νομιμότητος ἀφ’ ἑτέρου. Ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ νομιμότης, εἶναι περιττὴ ἡ σκοπιμότης· ἐὰν ἀπὸ σκοπιμότητος μόνον ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν, ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὡραίαν ὄντως ἀγόρευσιν, καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσε ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καίτοι εἰς ποικίλα σημεῖα ἀντέφασκεν ἡ μία ἀρχὴ πρὸς τὴν ἄλλην, ἀλλ’ ἀπετέλει συνηγορίαν πραγματικῶς ὡραίαν ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν θέσιν των. Καὶ θέλω ἀναμνησθῆ καὶ ἐγὼ τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, διότι ἐκεῖθεν πάντες τὰ παραδείγματα αὑτῶν ἤντλησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ θὰ ἐνθυμηθῶ τοῦ Σόλωνος ἐγκληθέντος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ὅστις χλευαζόμενος διότι ἐπελέξατο ῥήτορα, ἵνα ἀμυνθῇ ὑποθέσεως αὑτοῦ ἐνώπιον Δικαστηρίου, εἶπεν·» Ὅταν πρόκειται νὰ καλέσω εἰς δεῖπνον, βεβαίως μάγειρον θ’ ἀναζητήσω». Καὶ ὁ μάγειρος διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον ἰδιαιτέρως ἀνευρέθη ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ δικασταὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καλοῦνται εἰς τὴν πανδαισίαν, ἀφοῦ ἐπὶ μακρὸν ἔθυσαν, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ μακρὸν ἔπιον ἐπὶ πάσης ἄλλης ὑγείας, πλὴν τῆς ὑγείας καὶ τῆς εὐρωστίας τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ζητήματα ἀπὸ τῆς διπλῆς αὐτῶν ἐπόψεως, καθ’ ὃν τρόπον ὤθησε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπὸ τῆς ἐπόψεως πρῶτον τῆς νομιμότητος: Δὲν πιστεύω οὐδέποτε ὅτι σοβαρῶς προέβαλε τὴν πρότασίν του ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι καὶ κατερχόμενος τοῦ βήματος ἔπρεπε νὰ προκληθῇ, ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως ἀπαραδέκτου. Ὡμίλησε περὶ θεμελιώδους διατάξεως, ἐν τῇ συγχύσει, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς διαρρύθμισιν πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τούτου, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δυνάμεως τοῦ ἔργου ἡμῶν ἢ περὶ συστολῆς τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχομεν δημιουργήσει ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων κατηργήσαμεν νόμους. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἔργον συντακτικόν; Ἔχομεν παρεμβάλει διάταξιν ἀποκρουσθεῖσαν καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν μοιραίως θὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα ἀναθεωρήσωμεν αὐτήν, ἐκτὸς θεμελιωδεστάτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν δυνάμεθα ἆρά γε, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη,—θεμελιώδης ὄχι διότι ὡς τοιαύτην δὲν ἀπεδέχετο οὔτε ἡ νομικὴ γνῶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου—ἐὰν τοιαύτη διάταξις ἐκρίνετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς μὴ θεμελιώδης καὶ συζητήσιμος—ἦτο ἆρά γέ τι σοβαρὸν καί τι μέγα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας καὶ θάρρους ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς ὅτι ἐννοεῖ νὰ τεθῇ ἔρεισμα αὐτὸς οὗτος καὶ ἡ ὑπόστασίς του μέσῳ τοῦ κυβερνητικοῦ ὁμίλου ἀπέναντι τῆς ἀπειλουμένης ἐκκαθαρίσεως ἑνὸς ἢ πλειόνων δικαστικῶν προσώπων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα οὕτω, διότι βεβαίως θὰ ἦτο ἀστεῖον μία ὁλόκληρος Κυβέρνησις, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἡγεῖται ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ σχεδὸν σήμερον, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ· «Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἕνα ἢ δύο δικαστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν περιποιοῦσι τιμὴν εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχουσιν, ἐγὼ παρίημι ἑτέρῳ τὴν ἀρχήν», θὰ ἐγέλα ὁ κόσμος, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνωρίζει ν’ ἀποφεύγῃ τὰ μειδιάματα, ὅπως γνωρίζει ν’ ἀποσπᾷ, ὁσάκις θέλει, ἀλλ’ ὁσάκις ἔχει ἔστω καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ὑπὲρ ἑαυτοῦ, τὰς ἐπευφημίας καὶ τὰ χειροκροτήματα. Τὴν φορὰν ὅμως ταύτην οὔτε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων οὔτε τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ πάντες ὑμεῖς οἱ ἐγγύτατα ἱστάμενοι τῷ κ. Πρωθυπουργῷ μετά τινος δειλίας ὑπεδέχθητε τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ ἀπαραδέκτου. Τὸ ζήτημα, καὶ ἐν τῇ ἐπιγραμματικωτάτῃ ἀγορεύσει αὑτοῦ, πέρα τῆς ὁποίας θὰ παρεῖλκε πᾶσα συζήτησις, ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Βοζίκης, καὶ ἀνέφερε πῶς ἐθεσπίσθη καὶ κατὰ τὸ 1844 καὶ κατὰ τὸ 1864 ἡ ἔννοια τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Ὅτε δ’ ἐτέθησαν κατὰ τὸ 1864 ὅρια χρονικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἤρχιζεν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστικῶν προσώπων, βεβαίως θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐθεμελίωσαν νέον πολιτικὸν οἰκοδόμημα καὶ ὅτι ἀφῆκαν μέρος τῶν θεμελίων αὐτοῦ, ἵνα τὸ χρησιμοποιήσωσιν, ἀφοῦ ἤθελον ἐφαρμόσει προηγουμένως στέγην ὁλόκληρον ἐπ’ αὐτοῦ. Τί συνέβη δέ; Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς χρονικῆς ἐκείνης περιόδου, τοῦ ἔτους 1867 δύο ἀπολύσεις ἀρεοπαγιτῶν καὶ μίαν παραίτησιν ἄλλου ἀρεοπαγίτου, καὶ δέκα, ὁλοκλήρου ἀριθμοῦ, ἐφετῶν, οἵτινες εἴτε ἀνάξιοι ἐθεωρήθησαν, εἴτε ἠσθάνθησαν ἐν ἑαυτοῖς μετὰ τὴν πραγματικὴν ἐκείνην ἐπανάστασιν τὴν ἐλθοῦσαν νὰ δημιουργήσῃ πραγματικὴν πολιτικὴν καὶ πολιτειακὴν ζωὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅτι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ ν’ ἀπονείμωσι τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των. Ἀλλ’ ἂν ἔχομεν τὰ ὀνόματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καταδεικνύουσι τὸ ἀσύστατον τῆς ἐπὶ νομιμότητι προτάσεως ἀπαραδέκτου, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν σειρὰν βεβαιώσεων αὐτῶν τούτων τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους σήμερον στρέφεται ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Ἔχομεν ῥητὰς δηλώσεις καὶ ἐγγράφους τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τί εἶπεν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν ἐπιστολῇ αὑτοῦ δημοσιευθείσῃ προσφάτως ἔτι ἐπ’ εὐκαιρίᾳ εὐχῶν διὰ νέαν ζωὴν νέου ἔτους διὰ τὸ Κράτος τοῦτο, ἥτις φωνὴ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ αὐτὴ μετὰ τῶν ἄλλων παρὰ ν’ ἀπηχήσῃ συντρέχουσα τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τοῦ παρελθόντος καὶ ὑπὲρ τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποίαν ἐκλήθητε ὑμεῖς νὰ καθοδηγήσητε; Ἰδοὺ τί λέγει· «Καθαρίσατε τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς περιττοὺς καὶ φαύλους καὶ ἀναξίους καὶ ὀλεθρίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, καὶ μεριμνήσατε, ἵνα ἡ πατρὶς ἀποκτήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν δύναμιν». Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν δύναμιν εἰς τὴν πατρίδα, τὴν ζωὴν εἰς τὸν λαὸν, τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὸ Κράτος; Εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕως προχθὲς ἐχόρευον τετραχόρους μετατιθέμενοι ἔνθεν κἀκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι ἐπαύοντο εἰς τὴν πρώτην πνοὴν ἀντιξόου πολιτικοῦ ἀνέμου καὶ ἐσύροντο ὡς φύλλα ἐφθαρμένα ἔνθεν κἀκεῖθεν; Ὄχι βεβαίως. Εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔσκεπε καὶ σκέπει ἡ ἰσοβιότης. Ἀλλὰ λέγει τοῦτο μόνον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου; Τί λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ὁμοίαν εὐχὴν δι’ ἄλλο ἔτος, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἴσως τῶν ὑπονοουμένων νὰ εἶχεν ἀποβληθῆ τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος ὡς κακὸς καὶ ἐναγὴς μύστης; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου· «Ἕν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ἡ κρηπὶς τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν οἰκοδομήματος, ἡ ἐγγύησις τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της». Καὶ προσθέτει· «Ἡ ἰσοβιότης προστατεύει μὲν τὸν χρηστὸν δικαστὴν κατὰ τῶν ἰδιοτροπιῶν τῶν ἀρχόντων, σκέπει ὅμως καὶ τὸν ῥάθυμον, τὸν φαῦλον· ἐγκαθιδρύει ἐν πάσῃ γωνίᾳ ἕνα τύραννον, κατὰ τῆς τῶν πολλῶν δὲ τυραννίας οὐδὲν ἐξαρκεῖ». Εἶναι ῥῆσις ἀληθής, ἀλλὰ καὶ θαυμασίως διατετυπωμένη, διότι ὄντως ὡραῖα γνωρίζει νὰ διατυποῖ τὰς γνώμας αὐτοῦ ὁ ἔγκριτος οὗτος νομικός. Τί θὰ συμβῇ καθ’ ἣν περίπτωσιν θελήσωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔθηκε, θέτων τὴν θέσιν αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, πρόμαχον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ τί ἐπὶ πλέον θὰ συμβῇ, ἐὰν δὲν θελήσωμεν κἂν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ θεμελιώσωμεν θεμελιώδη διάταξιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ μέλλοντος, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅσα ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἐὰν δὲν ἔχητε ὑμεῖς τὸ θάρρος νὰ πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπιβάλλει ἡ πρὸς τὴν δικαιοσύνην εὐλάβεια παντὸς πολίτου, μὴ δώσητε τοὐλάχιστον εἰς χεῖρας τῶν μελλουσῶν γενεῶν, μὴ δώσητε εἰς ἐκείνους, οἵτινες δειλότεροι ἡμῶν κατὰ φύσιν, διότι δὲν θὰ προέλθωσι μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, οὔτε εἶναι δυνατὸν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἷς λαὸς νὰ ἐπαναστατῇ, μὴ θελήσητε νὰ δώσητε προβάλλοντες θεμελιώδη μίαν τοιαύτην διάταξιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρτηνται τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας ἡμῶν, θεμελιώδη διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑμεῖς οἱ ἴδιοι ἀπεδέχθητε εὐθὺς ἀμέσως νὰ παρεισαγάγητε νέα δικαστικὰ πρόσωπα, πολὺ κατώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ περιφρουρήσητε, μὲ τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει αὐτὴ αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέλετε νὰ χρησιμοποιήσητε πάντα ταῦτα κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν ἀντίληψιν. Ἔλεγον προχθὲς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι προκειμένου περὶ τῶν δικαστῶν εἶναι φυσικὸν ὅπως οἱ διάδικοι ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐξ ὑποβολῆς οἱ τοὺς διαδίκους ἐκπροσωποῦντες δικηγόροι, βλέποντες ὅτι δικάζεται τὸ ἐμὸν καὶ τὸ σόν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἀδικίας ἐναντίον τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, ὅστις θὰ παρεῖχε τὸ ἐμὸν εἰς τὸ σὸν καὶ τὸ σὸν εἰς τὸ ἐμὸν καὶ ἐθεώρησε δ’ ὅτι εἶναι προνομιοῦχοι αἱ φύσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ βλέπωσιν ἀντικειμενικῶς τὰ πράγματα, προσθέτει ὅτι ὁ ἴδιος ἐπεδίωξεν ἐκκαθάρισιν, ὅτι ὁ ἴδιος ὑπέδειξε καὶ ἤλεγξε τὰ τρωτὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀναγνωρίζων οὕτως ἑαυτὸν φύσει προνομιοῦχον. Ἀλλ’ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρεμβάλληται τὸ ἀλάθητον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν πιστεύῃ τις εἰς αὐτό. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἡ ἀλήθεια εἶναι τὸ ὑποκειμενικῶς κρίνειν, ὅταν εἶναί τις Ὑπουργός, καθὼς ἔκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν διακεκριμένον νομομαθῆ νὰ ἔχῃ ἀντίληψιν ἀδικίας ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν εὗρε πάντοτε πρόθυμον νὰ ὑποτάσσηται εἰς αὐτὸν καὶ ἀπὸ δειλίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀμαθείας ἴσως ἐνίων. Καὶ συνέλαβεν ἐξ ὑποβολῆς τῶν πελατῶν αὐτοῦ ὅτι εἰς πάσας τὰς ὑποθέσεις εἶχε δίκαιον καὶ συνέλαβεν ἐξ ὑποβολῆς τὴν γνώμην ὅτι οὐδαμοῦ τῆς γῆς ὑπάρχει ὁμοία δικαιοσύνη, ἀπονεμομένη καθ’ ὃν τρόπον ἀπενέμετο εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τὴν ὑποβολὴν ταύτην μετέδωκεν ὡς ἀληθῆ ὑπνωτισμὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνελθόντα ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀνακηρύξαντα ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἱερώτερον ἐν τῷ Κράτει τούτῳ πλὴν τῆς ἀνωτάτης νομολογίας καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς σειρᾶς ὑπνωτισμένης Κυβερνήσεως καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἀνόρθωσις εἶναι αὐτὴ ἢ Σονάμπουλα, ψηλαφῶσα διὰ τῆς πυγμῆς, ἀντὶ νὰ ὑψώσῃ τὴν πυγμὴν καὶ τὴν καταφέρῃ ἐκεῖ ὅπου δεῖ! Καὶ ἀπὸ ὑποβολῆς εἰς ὑποβολὴν καὶ ἀπὸ αὐθυπνωτισμοῦ εἰς αὐθυπνωτισμὸν ἐφθάσαμεν, ὥστε νὰ κρίνωμεν θεμελιώδεις διατάξεις τοιαύτας, καὶ ἐφθάσαμεν ἀκόμη περαιτέρω, ν’ ἀνέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ διαψεύσῃ τὴν Βουλὴν ὁμολογοῦσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι κάκιστα χειρίζεται τοὐλάχιστον τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον ἣν ἔχει ἐντολήν, λέγων —διότι καὶ εἰς τοῦτο ὑπάρχει, φαίνεται, ὑποβολή, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—ὅτι ἔταμε πραγματικῶς τὰ ζητήματα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ἐφηρμοσμένου δικαίου τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶπεν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἀνέμενον εἰλικρινῶς, ὅπως, ὄχι ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἀντικειμενικῶς κρίνων ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὄχι ἐξ αὐθυποβολῆς κρίνων, ὡς παραστὰς ἐνώπιον τῶν δικαστῶν ἐκείνων, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον ὡς Δικαστήριον οὐσίας, ἢ ἂν πρέπει νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ ὡς ἀκυρωτικόν. Ἔταμεν ὡς ἔπρεπε τὰ νομικὰ ζητήματα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν τούτοις νὰ τὸν ἐξαγάγω τῆς πλάνης ταύτης, καίτοι εἶναι δύσκολον, διότι μόνον οἱ ὑπνωτίζοντες ἔχουσι τὴν δύναμιν ν’ ἀφυπνωτίζωσι τοὺς ὑπνωτιζομένους, νὰ τῷ ὑποδείξω παραδείγματά τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ τὸν καταπλήξωσι, καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, καθ’ ὃν τρόπον ἐλειτούργησε μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ εὑρίσκῃ ἔρεισμα τὴν ἀπειλὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε νὰ εὑρίσκῃ ἔρεισμα τὴν φωνὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὠθοῦντος τὴν Βουλήν, ὅπως κρίνῃ ἀπαράδεκτον τὴν περαιτέρω ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησιν. Ἐπρόκειτο, Κύριοι, ἐπὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ἂν τὸ ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου 1885 Β. Διάταγμα, τὸ ἀφορῶν τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν μοναστηρίων ἔχει ἰσχὺν νόμου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα συγκροτούμενος κατὰ τὰ ἔτη 1907, 1908 καὶ 1909, τὰς ἡμέρας τὰς προεπαναστατικὰς ἀκριβῶς, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπανορθώσῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ταῦτα, ἐξέδωκε τέσσαρας ἀποφάτεις. Βεβαίως ὁ Φρίτζο καὶ ὁ Φρέγκολι οἱ ἀλλάσσοντες ἐνδύματα πρὸς διασκέδασιν τοῦ κοινοῦ θὰ κατέθετον ὁλόκληρον τὴν ἠθοποιὸν αὐτῶν τέχνην πρὸ τῆς ἀλλαγῆς τῶν γνωμῶν τούτων τῶν αὐτῶν προσώπων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Πρῶτον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 117 ἀποφάσεως τοῦ 1907 τὸ πρῶτον τμῆμα ἀπεφάνθη ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1885 ἔχει ἰσχὺν νόμου. Δεύτερον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 195 ἀποφάσεως τοῦ ἰδίου σωτηρίου ἔτους 1907 ἐδέχθη ὁ αὐτὸς Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ ἴδιον πρῶτον τμῆμα ὅτι τὸ Β. Διάταγμα δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου. Κατόπιν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 195 ἀποφάσεως τοῦ δευτέρου τμήματος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος...
§162Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῶν αὐτῶν διαδίκων;
§163Γ. ΠΩΠ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω ἀριθμὸν ἀποφάσεων καὶ προσώπων ἐκδόντων τὴν ἀπόφασιν. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι, διὰ νὰ ἐπέρχηται ἐναλλαγὴ ἀποφάσεων, θὰ ἐπέρχηται καὶ ἐναλλαγὴ διαδίκων. Πρέπει εἰς ἑκάστην νέαν παράστασιν νὰ ὑπάρχῃ νέον κοινόν, διὰ νὰ θεᾶται μετ’ ἐνδιαφέροντος τὸν Φρίτζο. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 195 ἀποφάσεως τοῦ 1907 τὸ δεύτερον τμῆμα ἀποδέχεται ὅτι δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου. Καὶ ἔρχεται τὸ αὐτὸ δεύτερον τμῆμα τῷ 1908 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 223 ἀποφάσεως καὶ λέγει ὅτι ἔχει ἰσχὺν νόμου. Ἀλλ’ εἶναι μικρὸν τοῦτο; Πρόκειται ἆρά γε περὶ ἐπουσιώδους τινὸς ὑποθέσεως; Ἔχω δ’ ἐνώπιόν μου καὶ ἄλλας ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπίσης ἀντιφατικάς, ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὶν ἢ προσέλθῃ ἐνταῦθα, ἐφήρμοζεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλεν αὐτός, ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐφαρμόσῃ εὐθὺς μετὰ μίαν ἐπανάστασιν καὶ ἀπέστελλεν ἐκεῖ καὶ ἠρώτα: «πόθεν αἱ ἀντιφατικαὶ αὗται ἀποφάσεις; Τί πράττετε ὑμεῖς ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, ὅταν δικάζητε, τί ἐπὶ τοῦ ἀκυρωτικοῦ;», ἂν ἐκαλεῖτε πάντας τούτους νὰ λογοδοτήσωσι διὰ τὰς ἀντιφατικὰς ταύτας ἀποφάσεις, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν οὔτε ἂν παραιτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἂν εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, διότι θὰ εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος καὶ θὰ εἶχον ἐκκαθαρισθῆ οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ἐγνώριζε κἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πάντα ταῦτα, ὅτι τώρα μόλις λαμβάνει γνῶσιν αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχει κἂν γνῶσιν ὅτι κατὰ τὸ 1907 προκειμένου περὶ κατωτέρων Δικαστηρίων κληθεὶς ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ἀπολύσεως 30 ὁλοκλήρων προσώπων, ἀνηκόντων εἰς τὴν κατωτέραν διαβάθμισιν τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας καὶ ὅτι ἐξ ἐκείνων 10 μόνον ἐγένοντο καὶ ὅτι 20 παρέμειναν καὶ παραμένουσι. Διότι τότε ἤλθομεν μετὰ ἕνα πόλεμον, μετὰ τὸν ὁποῖον ἀπεσοβήθη ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἐζητοῦμεν νὰ στηριχθῶμεν ἔνθεν κἀκεῖθεν ἁρπαζόμενοι καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ διαδίδοντες διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀνευθύνου ἄρχοντος, διότι ἐκεῖ καταφεύγομεν, ὅταν δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ παράσχωμεν τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, καὶ ἐλέγομεν θὰ σᾶς δώσωμεν δικαιοσύνην καὶ εὐθὺς μὲ τὸ πρῶτον κέλευσμα τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη 30 δικασταὶ ἀπεφασίσθη ν’ ἀπομακρυνθῶσιν. Ἀλλὰ παρῆλθον οἱ κίνδυνοι τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης καὶ ἐπανῆλθεν ἡ δειλία καὶ ἐπανῆλθεν ἡ νάρκη καὶ μεταξὺ τῶν 30 ἐκείνων, οἵτινες ἔπρεπε ν’ ἀποπεμφθῶσιν, ἴσως τινὲς ἐξ αὐτῶν συγκρατηθέντες εὑρίσκονται ἐν μέσῳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον διατάξει τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς ἰδέας καὶ τῆς πρακτικότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐννοίας τῆς νομιμότητος ἥ τε δικανικωτάτη ὑποστήριξις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν φρονῶ δ’ ὅτι δυνάμεθα νὰ στηρίζωμεν ἐνίοτε μὲν τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξηγγείλαμεν εἰς προεκλογικὰ προγράμματα, ἐνίοτε δὲ ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξηγγείλαμεν εἰς προεκλογικὰ προγράμματα. Τοῦ προγράμματος τούτου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δικαστῶν δὲν ἦτο ἴσως ἀνάγκη νὰ γίνῃ καὶ λόγος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὅτι δὲ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος ἐνυπάρχει εἰς τὴν ψυχὴν πάντων ἡμῶν, διότι ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, ἀσχέτως πρὸς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς ἐτέθη, ἀσχέτως πρὸς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, ἐνυπάρχει ἡ ἔμμονος ἰδέα ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκρατηθῇ τὸ Κράτος τοῦτο ἄνευ δικαιοσύνης, τὴν δὲ δικαιοσύνην δὲν περιφρουρεῖ ἡ ἰσοβιότης, ἀλλὰ τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στηρίζουσιν ἑαυτὰ ὑπὸ τὸν πανίσχυρον θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος. Ἔρχονται δὲ καὶ μᾶς λέγουσι νὰ γίνῃ φυσιολογικὴ ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη, φυσιολογική, καθ’ ἣν ἐποχὴν παραδίδουσι τὴν κρίσιν τῶν ἐκλογῶν εἰς τοὺς δικαστὰς διὰ τοῦ νέου συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως, τοῦ ὁποίου προσαρμοζομένου, ὡς νῦν προσηρμόσθη θὰ ἔλθῃ ἡμέρα ἴσως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συγκλονισθῶσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουσιν ἐκκαθάρισις φυσιολογική, ὅταν μεθαύριον θὰ κληθῇ αὐτὸ τοῦτο τὸ Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον προσέρχεσθε ὑμεῖς καὶ ἐγώ, καὶ ἀγνοῶ ἂν ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ εἴμεθα οἱ διάδικοι, ἢ ἂν ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ εἴμεθα οἱ δικασταὶ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς δικάζουσι, νὰ εἶναι οἱ ὑπόδικοι, θὰ ἔλθῃ τὸ Δικαστήριον τοῦτο νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, ἀπεργαζόμενον μίαν δύναμιν κοινοβουλευτικήν, ἥτις κακῶς χειρισθεῖσα, κακῶς διεξαχθεῖσα, παρέσχεν ὅσα παρέσχεν ἀποτελέσματα κατὰ τῆς Πολιτείας, καὶ παραδίδομεν τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε ποῖος τοὺς ἀνεβίβασεν ἐπὶ τοῦ ὑπερτάτου ἀξιώματος τῶν μυσταγωγῶν τοῦ ἱερωτέρου σκοποῦ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τοὺς ἀνεβίβασεν ἡ συναλλαγή, τοὺς ἀνεβίβασεν ἡ διαφθορὰ ἢ ἀνεβίβασαν τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἐξηγγέλθησαν ἐντεῦθεν, δωροδοκίαι πρὸς Ὑπουργούς, παροχαί, ἐγγυήσεις ὑπὲρ ἐκλογῆς προσώπων, ἐπικυρώσεις καὶ ἀκυρώσεις ἐπ’ ἀνταλλάγμασιν ὡρισμένοις. Γνωρίζω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω ὅτι ἔχει ἐν αὑτῷ γενναίους τοὺς θυμοὺς καὶ γενναίας τὰς ὁρμὰς καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ὅτι εἶναι δυνατὸν, μόλις εἰσελθὼν εἰς τὴν ἀρχήν, αὐτὸς ὁ ἰσχυρὸς παράγων νέας πολιτικῆς ζωῆς, ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἀπολυταρχισμὸς ἤρχισε τὰ πάντα νὰ καταισχύνῃ, ὁ δοὺς τὸ σύνθημα τῆς νέας πολιτικῆς ζωῆς, καὶ ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, θὰ ἔβαλλε σκέπην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θὰ ἤθελε νὰ ψηλαφήσῃ μόνον διὰ νὰ βαδίσῃ καὶ καταφέρῃ ἐνίοτε τὴν πυγμὴν ἔνθεν κἀκεῖθεν, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι ὑπὲρ τῆς δημοσίας γνώμης. Ἐπικαλοῦμαι τὰς εὐγενεῖς ταύτας ὁρμάς, ἐπικαλοῦμαι τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται κυβερνητικὴ δειλία ἑνὸς λαοῦ, ἐρχομένου καὶ θέτοντος πρὸ τῶν ποδῶν μιᾶς Κυβερνήσεως τὸ τιμιώτατον τῶν δώρων αὐτοῦ, τὴν δικαιοσύνην, καὶ λέγοντος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην «δημιούργησε δικαιοσύνην νέαν» καὶ τὴν Κυβέρνησιν λέγουσαν «δὲν ἔχω τὸ θάρρος, διότι φοβοῦμαι· αὐτὸ θὰ γίνῃ κατὰ τὸ μέλλον». Ἀλλὰ τὸ μέλλον ἑνὸς λαοῦ δὲν δημιουργοῦσι δισταγμοί. Οἱ δισταγμοὶ καὶ αἱ παρακρούσεις τῶν Κυβερνητῶν τοῦ παρελθόντος, οἵτινες ὡς ῥάκη ἔσυρον τὴν θέλησιν αὑτῶν τὴν μίαν φορὰν ἀπὸ μέρος συνεργατῶν των καὶ τὴν ἄλλην ἀπὸ ὁμάδας φίλων των, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ὅλην τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Ἡμεῖς, οἵτινες ἠθελήσαμεν νέαν πατρίδα ἰσχυρὰν καὶ οἵτινες ἐφαντάσθημεν ὅτι ὁ θρῦλος τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἁρπάζοντος τὸν Βουκεφάλαν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ δαμάζοντος αὐτόν ὑπάρχει ὡς θρῦλος τῆς ἱστορίας τῆς ἀναδημιουργίας ἑκάστην φορὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, θὰ ἠθέλομεν τὸν ἡγούμενον σήμερον τῶν πραγμάτων τῆς χώρας νὰ ἐξαρθῇ καὶ εἰς τὸ ὕψος καὶ τὴν δύναμιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐκφεύγει, ἵνα τῷ ἐκφύγῃ καὶ ἡ δύναμις μετά τινα χρόνον, δὲν θέλομεν ἡμεῖς τοῦτο, ἡμεῖς, οἵτινες πολλάκις ἀντιπαρήλθομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐπεκαλέσθημεν τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διαφωνία ῥιζικὴ ἐνυπάρχει, ἐρχόμεθα ὡς οἱ κάλλιστοι τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγομεν αὐτῇ: Ἔχομεν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμίν σου, δὲν ἔχεις ἀνάγκην εἰμὴ θάρρους, πρέπει ν’ ἀποτινάξῃς ἐκείνους, τοὺς κλοιοὺς τοῦ παρελθόντος, οἵτινες σὲ περισφίγγουσι καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ κινδυνεύουσι νὰ καταπνίξωσι σὲ καὶ τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς πολλὰ Κοινοβούλια ὑπὸ τοιαύτας ἐννοίας ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι σύμμαχοι καὶ ἀντίπαλοι ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἐπικαλούμενοι πρωτοβουλίαν ἀρετῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν σήμερον ἱκανοποιηθῇ ἡ αὐθυποβολὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν σήμερον ἱκανοποιηθῶσι πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα μόνον ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος θὰ ἔσπευδον ἐπειγόντως, διὰ νὰ κρύψωσι τὴν αἰσχύνην αὑτῶν, θὰ μείνῃ ὅμως ἀνικανοποίητος ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος. Καὶ εἶναι ἀληθῶς μεγάλη τιμὴ δι’ ἐκεῖνον τὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὅστις οὐχὶ ἁπλῶς ἐπιβλέπει νὰ τελῆται καλῶς ὁ νόμος, ὅπως δὲν εἶναι ἁπλῶς τίμιος ὁ μὴ ἀδικῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δυνάμενος νὰ παρεμποδίσῃ τὴν περαιτέρω ἀδικίαν καὶ πράττει τοῦτο εἶναι διπλασίας τιμῆς ἄξιος. Τοιαύτην τιμὴν ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ἵνα ἀπονείμωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἂν θέλῃ, ἂς τὴν ἀπορρίψῃ! (Χειροκροτήματα).
§164Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιμείνω, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος συζητήσεως, διότι οὐδέποτε φαντάζομαι ὅτι τὴν νομομάθειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διαλανθάνει ὅτι τυπικὸν ἀπαράδεκτον κατὰ τῆς συζητήσεως ταύτης δὲν ὑπάρχει. Δὲν φαντάζομαι ποτὲ ὅτι διαλανθάνουσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦνται ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος καὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτοῦ, ὅπως δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι διαλανθάνουσιν αὐτὸν τὰ πορίσματα τῆς συγκριτικῆς μελέτης τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων. Δὲν ἐθεωρήθη ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος θεσμὸς θεμελιώδης συνταγματικῶς εἰς Κράτη, ἐκ τῶν ὁποίων ἐδιδάχθημεν τὸ συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι, καί, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν Γαλλίαν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος, ἀνέρχομαι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικήν. Ἐκεῖ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν Ἀγγλίᾳ μάλιστα οὐχὶ πάντων ἐξαγγέλλεται ὑπὸ τῶν Συνταγμάτων, ἀλλ’ ὑπὸ μίαν αἵρεσιν καὶ προϋπόθεσιν, ἐφόσον οἱ δικασταὶ δεικνύουσι καλὴν διαγωγήν. During good behaviour εἶναι ἡ φράσις καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Act of settlement καὶ τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος, ἔχει δὲ σημασίαν τὴν ἑξῆς· ὅτι οἱ μὴ ἐπιδεικνύοντες διαγωγὴν καλὴν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δωσιδικοῦσι, καὶ δωσιδικοῦσιν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ἐν Ἀγγλίᾳ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας, ἐν Ἀμερικῇ εἰσάγονται εἰς δίκην εἰς τὴν Γερουσίαν ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς κάτω Βουλῆς καὶ δικάζονται καὶ ἀποπέμπονται. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν θεσμὸς οὕτω θεμελιώδης, ὥστε νὰ συνιστᾷ τυπικὸν ἀπαράδεκτον κατὰ τῆς συζητήσεως περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ, ἐπιδιωκομένης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ δικαστικοῦ σώματος τῶν μὴ ἐπιδεικνυόντων οἵαν πρέπει νὰ ἐπιδεικνύωσι διαγωγὴν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα ἄλλως. Διότι ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν δὲν εἶναι προνόμιον τῶν δικαστῶν, οὔτε ἀπονέμεται εἰς τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἀπονέμεται εἰς τοὺς δικαστὰς διὰ τὴν κοινωνίαν τὴν δικαζομένην, καὶ σκοπεύει νὰ προστατεύσῃ τὴν κοινωνίαν τὴν δικαζομένην, ὥστε νὰ δικάζηται ἀπὸ δικαστάς, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς παρακελεύσεις καὶ ἐπιταγὰς ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὴν συνείδησίν των. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο δὲν γίνεται, ἔχει ἀναγνωρισθῆ ὡς παράπλευρος ἐπίσης ἀρχὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκκαθαρίσεως, αἰρομένης τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, διότι οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη ν’ ἀνυψώσῃ τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν εἰς εἰδωλολατρείαν, εἰς ἀρχὴν εἰδωλολατρικήν, τὴν ὁποίαν θρησκόληπτοι νὰ πρεσβεύωσιν οἱ ἄνθρωποι. Ἀποδέχομαι ὅμως ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠθέλησε νὰ τονίσῃ ὅτι, ἂν ἡ διάταξις αὕτη περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι γεννῶσι τυπικὸν ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, εἶναι ὅμως σημαντικὴ οὐσιαστικῶς, εἶναι ἐγγύησις τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας τοιαύτη καὶ τοσαύτη, ὥστε μετὰ πολλῆς περισκέψεως ν’ ἅπτηταί τις τῆς διατάξεως ταύτης καὶ νὰ σκέπτηται περὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας, τείνουσιν εἰς τὸ νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα τὴν ἰσοβιότητα δὲν ἐχρησιμοποίησαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀρχὴ μεγάλη καὶ σεβαστή. Ἀλλὰ δὲν ἐτέθη κἂν ζήτημα περὶ ἀναστολῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης, περὶ μὴ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Δὲν παρουσιάσθη ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν τὸ ζήτημα, παρουσιάσθη ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν μορφὴν ἡ συζήτησις ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα καὶ τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαμφθῇ διὰ τυπικῆς ἀντιρρήσεως. Ἀπορῶ δὲ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ἃς προέβη δηλώσεις, δείξας μεῖζον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἢ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ἔπεισαν αὐτὸν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, μεθ’ ὅσης δικανικῆς τέχνης καὶ δικανικῆς ῥητορικῆς καὶ ἂν ἀνεπτύχθησαν, εἶναι ὅμως ἐπιχειρήματα ἔρημα ὑποστάσεως, ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντέχουσιν εἰς βάσανον ἐμπεριστατωμένην. Πῶς ἤρξατο, κύριοι Βουλευταί, τοῦ λόγου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἠθέλησε νὰ πείσῃ ὑμᾶς ὅτι εἰς τὴν κοινωνίαν γεννᾶται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος, ἀπέχθειά τις καὶ μῖσος κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ ἠθέλησε τοῦτο νὰ παρουσιάσῃ ὡς τινα κοινωνιοψυχολογικὴν παρατήρησιν αἰτιολογοῦσαν τὴν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καταφοράν. Διεμαρτυρήθην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου διὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διεμαρτυρήθην δὲ τότε, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ συγγραφεύς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἔλεγε τοιοῦτόν τι, ὅπως οὐδὲ πράγματι λέγει, οὐδὲ μῖσος ἔχει ἡ κοινωνία, ὡς εἶπον καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, κατὰ τῶν δικαστῶν τῶν ἐκπληρούντων μετ’ αὐστηρότητος ἀλλὰ καὶ ἰσότητος τὸ καθῆκόν των. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ὀνόματα ζώντων δικαστῶν, ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον πάντες ἐτρέφομεν πρὸς τὸν Μανδραπήλιαν, πρὸς τὸν Λαμπρινόπουλον, ἄνδρας αὐστηροτάτους καὶ τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἴσοι πρὸς πάντας· ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία μάλιστα ἰδιαιτέρως σέβεται καὶ τιμᾷ τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐστηρὸς ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντός του, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἴσος πρὸς πάντας ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἢ κοινωνικῆς θέσεως. Οὐδὲν μῖσος ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία κατὰ τῶν δικαστῶν τῶν ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των· ἡ δυσφορία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐναντίον τινῶν ἐκ τῶν δικαστῶν, εὐτυχῶς ὄχι τῆς μεγάλης πλειονότητος, εἶναι μόνον ὅτι δὲν ἐπεδείχθησαν ἴσοι ἐν τῇ ἀπονομῇ τοῦ δικαίου καὶ δὲν εἶχον πάντοτε ὡς κανόνα τὸν νόμον καὶ τὴν συνείδησίν των. Περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ δυσφορία ἡ παρατηρουμένη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι οἱ δικασταὶ μέχρι πρὸ ἔτους ἔπασχον ὑπὸ τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἀλλὰ τίνα παραδείγματα ἔφερε πρὸς ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ ἄλλως τεχνικωτάτῳ ἀλλὰ δικανικῷ λόγῳ αὐτοῦ; Παραδείγματα τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἀπέλαυον αὐτοὶ τῆς ἰσοβιότητος ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864; Δὲν ἐτόλμησε νὰ φέρῃ παραδείγματα τῶν ἰσοβίων δικαστῶν κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι οἱ ἰσόβιοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐκαλύπτοντο ὑπὸ τῆς ἰσοβιότητος καὶ δὲν ἔπασχον ὡς οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ὑπὸ τὸν κοινοβουλευτισμόν, παρουσίασαν δυστυχῶς κατὰ τὴν τεσσαρακονταετῆ περίοδον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτίμων τὸν κλάδον, παραδείγματα ἅτινα δὲν ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ ἀνθρώπου σεβομένου τὴν ἀλήθειαν ὅτι πάντοτε οἱ Ἕλληνες δικασταὶ ἐπετέλεσαν θαύματα καὶ ἐπέδειξαν ἑαυτοὺς θαυμαστοὺς ἐν τιμίᾳ διαχειρίσει τῆς ἐξουσίας των. Δὲν θέλω νὰ φέρω παραδείγματα ἐνταῦθα, ἀλλά, ἐὰν ἤθελον ν’ ἀντλήσω παραδείγματα ἐκ τῆς παλαιοτέρας ἐποχῆς, θ’ ἀνέφερον εἰς ὑμᾶς τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπεκαλύφθησαν κατὰ προγενεστέραν Σύνοδον, σκάνδαλα κατὰ τὰ ὁποῖα ἀναφανδὸν ἐνταῦθα ἐκηρύχθη ὅτι καὶ μέλη τοῦ τότε ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἦσαν ἀναμεμιγμένα εἰς ἐπιχειρήσεις οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπίδικα ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ Ἕλληνες δὲν χρηματίζονται. Ἀφήνω ὅτι δυστυχῶς ὑπῆρξαν καὶ τοιαῦται ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας γινώσκει πολὺ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὅλη ἡ τιμὴ τοῦ δικαστοῦ εἶναι μόνον εἰς τὸ νὰ μὴ χρηματίζηται; Καὶ δὲν συνιστᾷ τιμὴν τοῦ δικαστοῦ τὸ νὰ σέβηται τὰ πολυτιμότερα δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τέμνῃ τὰ ἀμφισβητούμενα δίκαια πάντοτε κατὰ τὸ δίκαιον καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ νὰ σέβηται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, νὰ εἶναι ἐπιμελής, νὰ μὴ συναλλάσσηται; Καὶ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχει λόγους νὰ μένῃ ηὐχαριστημένη ἀπὸ τῶν ἀνωτέρω ἀπόψεων ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸν φόβον τοῦ μέλλοντος. Τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου; Καὶ ἐπεκαλέσθη τὰ κακά, τὰ ὁποῖα τάχα συνέβησαν ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ τὰ ἐπεκαλέσθη μετὰ γνώσεων οὐχὶ βαθειῶν τῆς ἱστορίας τῶν ἀλλαχοῦ γενομένων. Τὰ παραδείγματα τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, ἦσαν ἀστοχώτατα. Ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι οἱ Γάλλοι δικασταὶ ἀπέλαυον ἰσοβιότητος ὑπὸ τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὅτι ἦλθεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἀνέστειλε τὴν ἰσοβιότητα, καὶ αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρχὴ κακῶν. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Οἱ Γάλλοι δικασταὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 εἶχον τιμαριωτικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν θέσεών των, τὰς ὁποίας ἐξηγόραζον καὶ ἐπώλουν καὶ μετεβίβαζον εἰς τοὺς κληρονόμους των, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σύστημα κατελύθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐθέσπισε τὸ αἱρετὸν τῶν δικαστῶν. Αἱ ἐκκαθαρίσεις ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ἐν Γαλλίᾳ, αἱ τρεῖς μόναι αἱ γενόμεναι ὑπὸ νομοθετικῶν Σωμάτων, —διότι αἱ ἄλλαι αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἠκυρώθησαν, καὶ ὀρθῶς ἠκυρώθησαν—εἶχον λόγους, καὶ λόγους σοβαρούς. Πάντοτε μετὰ τὴν κατάλυσιν ἑνὸς καθεστῶτος ἐπήρχοντο. Ὅτε ἐπαλινωρθώθησαν οἱ Βουρβόνοι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των δικαστὰς τοῦ Ναπολέοντος καὶ ὅτε ἤθελε νὰ παγιωθῇ ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δικαστῶν τῶν μὴ ἀφωσιωμένων εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ 1883 ἐν Γαλλίᾳ οὐδεμία ἄλλη ἐκκαθάρισις ἐγένετο. Φοβεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: Τί θὰ γίνῃ; Τί κακὸν παράδειγμα θὰ δώσωμεν εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς; Θὰ μιμηθῶμεν τὰ ἐν Γαλλίᾳ; Καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐγὼ ὁ ἀνατραφεὶς νομικῶς ἐν Γερμανίᾳ τὸν σεβασμὸν τὸν ἀπεριόριστον, τὸν ὁποῖον τρέφουσιν οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ δικαστικοὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ πρὸς τὴν Γαλλικὴν νομολογίαν, πρὸς τὰ Γαλλικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἵστανται πολὺ ὑψηλὰ ἢ ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται σύγκρισις μὲ τὰ ἡμέτερα. Ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἴλιγγον, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται, ἵνα ἐπιχειρήσῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον ὁμοθύμως πάντες προτρέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ, τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας. Καὶ πότε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἰταλίας ἐγένετο ἄλλη δικαστικὴ ἐκκαθάρισις; Τὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀνέφερα, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀντέχουσι πολὺ εἰς τὴν βάσανον τὴν μελετημένην καὶ τὴν ἐπισταμένην τῶν πραγμάτων. Ἀπέναντι δ’ αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα καταδεικνύονται χιμαιρικά, ἀνορθοῦνται μεγάλα προβλήματα διὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν· ὑπάρχουσι θετικὰ ἐπιχειρήματα συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου· καὶ πρῶτον ἐπιχείρημα τὸ ἔχω ἐξ ὁμολογίας αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔλεγε κατακρίνων τὸν κοινοβουλευτισμὸν κατὰ ποῖον τρόπον αἱ προαγωγαὶ ἠσκοῦντο κομματικῶς ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, πῶς οἱ δικασταὶ οἱ ἰσόβιοι, οἱ μὴ ἔχοντες φόβον νὰ χάσωσι τὸν ἄρτον των, ὥστε νὰ τεθῶσι πρὸ τοῦ διλήμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πῶς χάριν τῆς προαγωγῆς των ἀπεμπόλουν πολλάκις τὴν συνείδησίν των καὶ τὰ δίκαια τὰ ἐμπεπιστευμένα εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἵνα προαχθῶσιν· ἀλλὰ τὸ κορύφωμα αὐτῆς τῆς συναλλαγῆς τῆς ὁμολογουμένης εἶναι τὸ ἀνώτατον ἡμῶν κριτήριον, καὶ ὅταν θέλωμεν νὰ σκεφθῶμεν σήμερον περὶ ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης, διότι εἰς τὸ ἀνορθωτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ περιέχηται ἡ ἀνόρθωσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων, πρέπει ν’ ἀνορθώσωμεν τὸ ἀνώτατον τοῦτο κριτήριον ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσεχώρησαν μέχρις αὐτοῦ διὰ τῶν μεθόδων τῆς συναλλαγῆς, καθ’ ὃν τρόπον ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἐπιβεβλημένην τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ δὴ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον παύει διὰ τῶν νόμων τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς συνταγματικῆς κυρώσεως τῶν νόμων ἐκείνων τοῦ νὰ εἶναι ἁπλῶς Δικαστήριον, παύει τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν ἀδυναμίαν ἐκείνην τὴν χαρακτηριστικήν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλει ὁ Ἅμιλτων εἰσηγούμενος εἰς τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος, τὴν ἀδυναμίαν ὅτι οὔτε τὸ ξίφος τῆς κοινωνίας διευθύνει οὔτε τὸ βαλλάντιον αὐτῆς, οὔτε δηλαδὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν δύναμιν ἔχει οὔτε τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῇ ἀδικεῖ μεμονωμένως ἕνα ἢ δύο ἰδιώτας. Σήμερον εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν κριτήριον παρεδώκαμεν τὴν διοίκησιν ὁλοκλήρου τῆς δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς λανθάνῃ ὅτι διὰ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἐξηρέσαμεν πάντας τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἰσοβιότητος καὶ παρεδώκαμεν αὐτοὺς ἕρμαιον εἰς τὸ ἀνώτατον κριτήριον. Πῶς λοιπόν, ὅταν τοῦτο πράττωμεν, ὅταν παύωμεν νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ἀδύνατον, ἀλλὰ καθιστῶμεν δικαιοσύνην ἔχουσαν εἰς χεῖράς της τὴν διοίκησιν ὁλοκλήρου τῆς δικαιοσύνης, ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, πῶς θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀνώτατον κριτήριον ἀποτελούμενον ἐκ τῶν προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμολόγησεν ὅτι εἶχον εἰσπηδήσει πολλὰ ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς συναλλαγῆς, διὰ συναλλαγῆς ὑπενθυμιζούσης ἐν πολλοῖς μάλιστα τοὺς εὐδαίμονας ἐκείνους χρόνους τοὺς πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, καθ’ οὓς αἱ δικαστικαὶ θέσεις ἐθεωροῦντο τιμάρια; Εἶναι δι’ ἐμέ, κύριοι Βουλευταί, ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως καὶ δισταγμοῦ ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δικαιοσύνης πολὺ ὀρθῶς θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν αὐτῆς, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα οἱ κατώτεροι δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ ἀνωτάτου κριτηρίου, ἔχωσι τὰς ἐγγυήσεις ὅτι οἱ κριταί των θὰ εἶναι δίκαιοι, ὅτι οἱ κριταί των θὰ ἔχωσι σθένος. Ὅτι οἱ σημερινοὶ κριταί των δὲν ἔχουσι σθένος, ἀρκεῖ, ἵνα πεισθῇ τις, μόνη ἡ παρατήρησις ὅτι εἰς χεῖρας αὐτῶν ἦτο ἀνέκαθεν ἐμπεπιστευμένη ἡ ἀνωτάτη πειθαρχικὴ ἐξουσία, καὶ ἐν τούτοις ἡ κατάστασις ἦτο οἰκτρά. Δὲν ἐξεκκαθαρίσθησαν δικασταὶ διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῶν ἀνωτάτων κορυφῶν τῆς δικαιοσύνης· ἐπαύθησαν μὲν δικασταὶ ἀνάξιοι διὰ τῆς ἰσχυρᾶς ἐπιβολῆς Ὑπουργῶν, οὐδέποτε ὅμως διὰ τῆς δικαιοσύνης· σήμερον δὲ ἐρχόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην τὴν ἔχουσαν τοιοῦτο παρελθόν, τοιαύτην συγκρότησιν, νὰ παραδώσωμεν τὴν διοίκησιν ὁλοκλήρου τῆς δικαιοσύνης, τὴν τύχην πάντων τῶν δικαστῶν; Δὲν θὰ ἤθελον ν’ ἀναφέρω τίποτε προσωπικόν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ ἐσκέπτετο ἡ Βουλή, ἐὰν ἐμάνθανεν ὅτι ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τηρητέοι δικασταί, περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον καταθέσεις ἔνορκοι ὅτι εἶχον χρησιμοποιήσει τὴν ἀνακριτικήν των ἰδιότητα, διὰ νὰ προσβάλωσι γυναῖκας πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἤρεσκον! (Αἴσθησις).
§165Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἄλλα καὶ ἄλλα!
§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω παραδείγματα, διότι αὐτὰ εἶναι γεγονότα γνωστὰ εἰς πάντας, καὶ ἠπόρησα μὲ τὸ θάρρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτε ἤρχετο καὶ ἐβεβαίου ἐνταῦθα ὅτι τὰ τῆς δικαιοσύνης ἔχουσιν ἄριστα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἡ ἡμετέρα ἵσταται εἰς ἀνώτατον σημεῖον παρ’ ὅ,τι ἵστανται οἱ δικασταὶ πάντων τῶν ἄλλων Κρατῶν! Ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύνανται πλέον νὰ στηρίξωσι τὰς γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως αἱ πρὸς αὐτὸν γενόμεναι εἰσηγήσεις δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν ἐκ τοῦ βήματος ἔντιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἀνέφερε χαρακτηριστικὰ παραδείγματα παλινῳδίας τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐκδόντος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐκ τῶν αὐτῶν δικαστῶν ἀποτελουμένου διαφορετικὰς ἀποφάσεις κατὰ τὴν διαφορὰν τῶν διαδίκων! Πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν πᾶσαν καὶ νὰ μὴ φοβώμεθα ὅτι, ἐὰν τὴν εἴπωμεν ἡμεῖς, θὰ τὴν μάθωσιν ἴσως οἱ ξένοι καὶ θὰ σχηματίσωσι κακὴν ἰδέαν περὶ ἡμῶν· οἱ ξένοι ἔχουσιν ἐσχηματισμένην τὴν ἰδέαν των, ὅτε — διὰ νὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα — τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον ἐν Ἀμστελοδάμῳ ἔκαμεν ἐγκύκλιον ὅτι δὲν πρέπει νὰ δωσιδικῶσιν οἱ Ὁλλανδοὶ ἔμποροι ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, διότι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη.... Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ ἐν Ἑλλάδι θέλομεν σήμερον νὰ δημιουργήσωμεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δημιουργήσωμεν, ὅταν προΐστανται τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμπόδισαν, ἐνῷ εἶχον τὴν νόμιμον ἁρμοδιότητα, νὰ γίνωσι τὰ ἐξαιρετικὰ δικαστικὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν λαβὴν εἰς τοιαύτας ἐναντίον ἡμῶν ὕβρεις. Μοὶ φαίνεται δὲ περίεργον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ναὶ μὲν ἐν τῷ παρελθόντι τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἴσως ἐν πᾶσιν οὐχὶ ὀρθῶς ἐνήσκησε τὴν διοικητικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θ’ ἀσκήσῃ ταύτην καλλίτερον. Ποῦ στηριζόμενος ἔχει τὴν πεποίθησιν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωμεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις ἀφ’ ὅσας εἶχε κατὰ τὴν τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν ὁ Ἄρειος Πάγος; Ἀλλὰ μήπως εἶναι τίποτε τὸ καινοφανὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον, εἶναι ὁ τεσσαρακονταετὴς κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πόνος τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε ἐζήτησε διέξοδον ὑπὸ τὴν πράγματι στιβαρὰν χεῖρα τοῦ μακαρίτου Χαριλάου Τρικούπη. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μάθῃ τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, ὅτι ὁ μακαρίτης Χαρίλαος Τρικούπης ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἐκκαθαρίσεως διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ ποίας βάσεως;
§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ τοῖς δώσῃ τὸν μισθὸν καὶ νὰ φύγωσι, διότι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ κάμῃ ἕνεκα τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἰσοβιότης ὑπῆρξεν ὀλεθρία διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§169Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ μακαρίτης Ξενοφῶν Ψαρᾶς ἐκάλει τὸν Ἄρειον Πάγον πολυμελὲς εἰρηνοδικεῖον.
§170Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ὁ μακαρίτης Κωνσταντόπουλος ἔλεγεν, ὅτι, διὰ νὰ κερδίσῃ τις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δίκην, πρέπει νὰ ἔχῃ τύχην καὶ ἔπειτα δίκαιον.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, νομίζω ὅτι θὰ ἠδίκουν τὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ προσθέσω τι εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τοῦτο, ὅτι πανταχόθεν ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὅτι ἰδίως ἐντοπίζεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ δίκαιος ἐπόπτης τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων. Διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ταύτην σύμπασα ἡ Βουλὴ ἄνευ διακρίσεως κομματικῆς ἐκφράζει τὴν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε εὑρίσκεται πρὸ τοιούτου φαινομένου ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι μακρὰν τοῦ νὰ ἐκφράζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ ἐπαράτου Νικίου, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος παραδώσας τὸν στρατόν του εἰς τὸν Γύλιππον ἐν Σικελίᾳ, θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1883, ὅτι «Γνωρίζω ὅτι πρόκειται περὶ τῆς σωτηρίας τῆς χώρας, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς μου, καὶ τιμίως θὰ διεξαγάγω τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου». Τοιαύτας δηλώσεις ἐγὼ ἀνέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἄλλως θὰ ἤθελον νὰ διαψευσθῶ προφητεύων ἀντιστρόφως ἀφ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐὰν δὲν χορηγηθῇ ἡ ἀναστολὴ ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ζητουμένη, τοῦτο θὰ σημάνῃ τὸν ἐνταφιασμὸν τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς δικαιοσύνης, πρὸς τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν πάσας τὰς ἐλπίδας μας. Καὶ παρατηρεῖται τὸ πρῶτον φαινόμενον τοῦ ἐνταφιασμοῦ εἰς τὴν πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὁρίζεται σταθερὸν ὅριον ἡλικίας, ἀλλ’ ἀφήνεται ἀνοικτὸν ὅριον, διὰ νὰ ἔχῃ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις μίαν Δαμόκλειον σπάθην ἀνὰ χεῖρας, ὅπως ἐπιτυγχάνῃ ὅτι θέλει καὶ καλύπτηται ὄπισθεν τῶν γνωμῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ Δαμόκλειος σπάθη;
§173Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτι εἷς ἐπιτήδειος Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἐκβίασιν τῶν ἐπιθυμιῶν του θὰ δύναται πάντοτε νὰ ἀπειλῇ ὅτι θὰ εἰσηγηθῇ νόμον ἐλαττοῦντα τὸ ὅριον. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ ἐνταφιασμὸν καὶ ἡ ἄλλη πρότασις, καθ’ ἣν διὰ νόμου θὰ δύναται νὰ ὁρισθῇ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου θὰ ἔχωσι μόνον γνωμοδοτικὴν ἀξίαν; Καὶ πάλιν ἡ τοιαύτη διάταξις εἰς χεῖρας ἐπιτηδείου Ὑπουργοῦ θὰ χρησιμεύῃ, ὥστε δι’ ἐκβιασμῶν νὰ κάμνῃ τὰς ὀρέξεις του καὶ νὰ μεταρρίπτῃ τὰς εὐθύνας εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Αὐτὰ εἶναι θετικοὶ κίνδυνοι καὶ ὄχι ἡ ἐκκαθάρισις, τὴν ὁποίαν πάντες προτρέπομεν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ θάρρος νὰ ἐνεργήσῃ διὰ τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων. (Χειροκροτήματα).
§174Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνηται διὰ τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ παραδεκτὸν τῆς προτάσεως, ἂν εἶναι θεμελιώδης ἢ δὲν εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις. Φρονῶ, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ παντὸς θέματος, ἐπὶ πάσης διατάξεως καὶ μὴ θεμελιώδους, ἥτις δὲν περιέχεται ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς διαλυθείσης Βουλῆς τῆς 17 Φεβρουαρίου 1910, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης μὴ ἁρμοδίας, ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην μου ταύτην, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου φρονῶ ὅτι ἡ περὶ ἰσοβιότητος διάταξις εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτος κατὰ τύπους πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Διότι ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἐγγύησις διὰ τὴν καλὴν ἀπονομὴν αὐτῆς, ἐθέσπισε δὲ ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ δι’ αὑτὸν καὶ διὰ νὰ παρίσταται καλῆς πίστεως εἰς τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς ἀλλοδαπούς, οἱ ὁποῖοι δέον νὰ ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δικαιοσύνην μας τὴν κανονίζουσαν τὰς μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων διαφοράς. Ἐὰν σήμερον εἴπωμεν ὅτι οἱ δικασταί, εἰς τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἀναθέσει τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἦσαν ἀνάξιοι νὰ τὴν διαχειρίζωνται, βεβαίως προσβάλλομεν τὴν πατρίδα. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς εὐρυτέρους ὁρίζοντας σκέψεων καὶ νὰ μὴ καταγινώμεθα εἰς μικροσυζητήσεις, εἰς μικροκατηγορίας καὶ εἰς ἀνώνυμα γράμματα προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτου κλάδου. Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ 190 Βουλευτῶν ἀπεδοκιμάσθη ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ τόσαι συζητήσεις ἐγένοντο διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, λυποῦμαι ὅτι γίνεται συζήτησις ἂν πρέπει νὰ γίνῃ πλήρης ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι ἕκαστος Ἕλλην θὰ ὑποδείξῃ καὶ ἕνα δικαστὴν ἐκκαθαριστέον καὶ οὐδεὶς τότε θὰ μείνῃ.
§175Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις ἔλαβε τοιαύτην τροπήν, ὥστε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τριῶν ἢ τεσσάρων κειμένων ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἔχομεν τὸ κείμενον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς· προσετέθη τὸ κείμενον τῆς τροποποιήσεως τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ταύτην τὴν ἑσπέραν διανεμηθέν· ἔχομεν ἐκκρεμὲς τὸ ψήφισμα τὸ κατὰ πλειονοψηφίαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβληθέν· ἔχομεν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου κατὰ τοῦ ψηφίσματος· προσετέθη δὲ καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης βουλευτοῦ κ. Ἀγ. Σλῆμαν. Καὶ εὑρισκόμεθα οὕτως ἀπέναντι εἴδους τινὸς κυκεῶνος, ὅστις καὶ εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐνταῦθα ἐγέννησε κυκεῶνα. Ἀντιταχθεὶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἐκφραζομένην διὰ τοῦ ψηφίσματος πολὺ θὰ ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπεδεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀπαραδέκτου. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη, κατ’ ἐμέ, στηριχθεῖσα εἰς μερικὰς αἰτιολογίας περὶ τοῦ ὠφελίμου, τοῦ σκοπίμου, αἰτιολογίας περὶ τοῦ κινδύνου, οὐχὶ ἐκ τῆς οὐσίας τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, καὶ εἰς τὰς δικαιολογίας ταύτας ἐπακολουθήσασα, ἀποδεικνύεται πρότασις ἀπαραδέκτου, ἥτις πραγματικῶς ἀδύνατον εἶναι νὰ εὕρῃ ἔδαφος. Διότι καλῶς παρετηρήθη ὑπὸ πάντων, οἵτινες ἐνταῦθα ἠγόρευσαν, ὅτι τὸ πρῶτον νῦν τοιαύτη ἰδέα ἐξεδηλώθη, οὐδ’ αὐτὸς δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ διεξαγαγὼν τὸ ζήτημα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἐφαντάσθη, ὅπως ὑποβάλῃ τοιαύτην ἔνστασιν. Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι, ἄν τις οὐχὶ ἀνατρέχων εἰς τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, ἀλλὰ λαμβάνων τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος ἐξετάσῃ αὐτὸ μετὰ προσοχῆς, θέλει ἰδεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ τις ὅτι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε τοὺς δικαστὰς ὡς ὄργανα ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης πάντοτε καὶ ἀπαρεγκλίτως ἰσοβίους. Διότι οἱ δικασταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ Δικαστήρια, εἶναι ἁπλᾶ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ διακεκριμένως, ἁπλᾶ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡ τοιαύτη διάκρισις πρὸς τίνα διάταξιν ἀνταποκρίνεται ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, ὅπου διὰ τῶν δακτύλων δείκνυνται αὐτόχρημα τὰ θεμελιώδη ἄρθρα; Ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28, ὅπερ λέγει: «Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Διὰ τῶν Δικαστηρίων· οὐδὲν ὥρισεν εἰδικῶς Δικαστήριον. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐπιτρέψαν πάντοτε νὰ γίνεται λόγος, ἐγένετο δὲ λόγος πολλάκις ἐνταῦθα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ καὶ καταλύσεώς τινων τῶν ὑπαρχόντων. Ἂν θελήσωμεν ἀντὶ πολυμελῶν Δικαστηρίων ὀλιγομελῆ Δικαστήρια, ἀντὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἄλλο Δικαστήριον ἢ ἂν προτιμήσωμεν καὶ νὰ καταργήσωμεν αὐτόν, ἀντὶ τῶν σημερινῶν Ἐφετείων ἄλλο οἱονδήποτε σύστημα, τοῦτο μὴ προσβάλλον τὴν οὐσίαν δὲν ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν. Διότι Δικαστήρια μόνον οὕτως ὀνομάζον θέλει τὸ Σύνταγμα. Ἐν τούτῳ κεῖνται τὰ θεμελιώδη· καὶ διατί; Διότι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὄργανα, εἰς ἅ, καθ’ οὓς χρόνους κατελύθη ἡ ἰδέα τῆς κυριαρχίας τῆς Βασιλικῆς, τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ», καὶ ἀνεγνωρίσθη ἡ ὑπόστασις τῆς κυριαρχίας τῆς λαϊκῆς, εἰς ἅ, λέγω, ὑπεχρεώθη ἡ βασιλικὴ ἐξουσία νὰ ἔχῃ ἀνατεθειμένην τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως γινομένην διεξαγωγὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ταῦτα εἶναι τὰ θεμελιώδη· ταῦτα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θίξωμεν, τὴν ἔννοιαν τοῦ Δικαστηρίου. Ποῖα τὰ Δικαστήρια; Τοῦτο δὲν ἐξετάζει ὁ θεσμός. Ὁ θεσμοθέτης θέλων ὅπως οἱ δικασταὶ διαμένωσιν ἀπηλλαγμένοι ὅσον τὸ δυνατὸν πάσης ἐπιδράσεως, ἐσκέφθη· «τοῦτο θέλων δὲν εὑρίσκω σκέπην μείζονα ἐκείνης, ἣν ἀποτελεῖ ἡ ἰσοβιότης, καὶ ταύτην ζητῶ σήμερον διὰ τὰ Δικαστήρια, τὰ Δικαστήριά μου, τὰ Δικαστήρια, ἅτινα ὑπάρχοντα ἤδη ἐδέχθην καὶ ἐπὶ 20 ὁλόκληρα ἔτη ἐπὶ Ὄθωνος καὶ μέχρι τοῦ νέου Συντάγματος ἐπὶ μόνῳ ὅρῳ τῇ ὑποσχέσει τῆς ἰσοβιότητος, τὰ Δικαστήρια, ἅτινα ἐδέχθην καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τῷ ἐπὶ Βασιλέως Γεωργίου ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἔτη ὑφιστάμενα μετὰ μόνης τῆς ἀναγγελίας τῆς ἰσοβιότητος, τὰ Δικαστήρια αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα εὗρον ἱδρυμένα, Δικαστήρια, ἅτινα μόνον ὡς Δικαστήρια, ὡς ὄργανα ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλυθῶσι». Τοῦτο εἶναι τὸ θεμελιῶδες καὶ τοῦτο οὐδεὶς ἐφαντάσθη νὰ θίξῃ. Ἔχομεν τὰ Δικαστήρια καὶ τηροῦμεν τὰ Δικαστήρια καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μένει ἀκέραιον οὐδὲ κἂν κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκφράσεως ἀναθεωρηθέν. Οἱ δικασταὶ εἶναι ἁπλᾶ στοιχεῖα συγκροτήσεως, καταρτίσεως τοῦ Δικαστηρίου· δύνανται νὰ ὦσιν ἰσόβιοι. Ἀλλά, ἂν θελήσῃ τὸ Σύνταγμα ἐν τῇ ἀναθεωρήσει νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν γενικώτερον κρατήσασαν γνώμην, εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ εἶναι ἰσόβιοι. Τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ θεμελιῶδες· τοῦτο κεῖται εἰς χεῖρας οὐχὶ μόνης τῆς Συντακτικῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἀναθεωρητικῆς. Ἀλλ’ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις οὐδ’ ἐφαντάσθη κἂν νὰ θίξῃ νῦν τὴν ἰσοβιότητα. Ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἐτέθησαν ζητήματα ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τις, ἐὰν θέλῃ νὰ εἶναι δίκαιος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἂν δὲν ἐξετράπη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ γεννήσῃ ἀπόγνωσιν, δὲν εὑρίσκεται ἐν ᾗ θέσει ὑψηλῇ ὤφειλε νὰ παραμένῃ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ φροντίσωμεν, νὰ φροντίσωμεν δὲ κατὰ τρόπον ὥστε — κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν — νὰ μὴ γεννήσωμεν προηγούμενον δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἐπακόλουθον βλαβερόν, δυνάμενον νὰ σαλεύσῃ τῆς δικαιοσύνης τὴν σταθερότητα, ἀλλ’ εἰς τρόπον ὥστε τὸ ταχύτερον νὰ ἴδωμεν αὐτὴν εἰς ἣν θέσιν ἄλλοι ὑπομονητικώτεροι περιμένουσι καὶ 5 ἢ 6 ἔτη, ἵνα ἴδωσιν ἀνερχομένην διὰ τῆς ὀργανικῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἐκεῖ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἐπὶ τῆς θέσεως δὲ τῆς τοιαύτης τοῦ ζητήματος παρενέπεσε τὸ ψήφισμα· τὸ ψήφισμα θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν μετὰ τὴν τροπήν, ἣν ἔλαβε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ ὑπόθεσις, καὶ τὴν γεννηθεῖσαν περιπλοκήν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου ἀντιπαραβαλλόμενον πρὸς τὴν πρότασιν, ἥτις πρὸ ὀλίγου κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης. Καὶ θὰ ἦτο ἴσως φρόνιμον· ἐπειδὴ ἐξ ὅσων ἠδυνήθην, συμβουλευθεὶς τοὺς ὑπογράψαντας τὸ ψήφισμα, τοὺς ψηφίσαντας ὑπὲρ αὐτοῦ, τοὺς ἐνταῦθα παρόντας — οἱ ψηφίσαντες ἀντιθέτως βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν προτέρων σύμφωνοι —, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ γνωρίσω συμβουλευθεὶς αὐτοὺς εἶναι δυνατὸν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἂν ἐξετασθῇ ἐν ταὐτῷ μετὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λαρίσης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ αὔριον, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τροποποίησίν τινα τοιαύτην, ὥστε ἴσως καὶ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ, ὅτε κατ’ ἀνάγκην θὰ καταρρεύσῃ καὶ τὸ ἀπαράδεκτον, ὅπερ ἐτάραξεν ἡμᾶς ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ἄν λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, θὰ προέτεινον — καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο — ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις καὶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σλῆμαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, αὔριον δὲ συλλεγόμενοι καὶ συλλέγοντες τὰς σκέψεις ἡμῶν νὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μέσην τινὰ λύσιν, ἥτις νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ πάντες ποθοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὸ ταχύτερον ἐπερχόμενον. (Χειροκροτήματα).
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον ἔφερα τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐθεώρησε παράδοξον πῶς τόσον βραδέως προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ ἀπαραδέκτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος οὐδαμόθεν εἶχε προέλθει πρότασις μέχρι προχθές, ὅτε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον καθόλου δὲν ἀπεφάσισε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἰσοβιότητος· ἐπεζήτησε μόνον νὰ καθορίσῃ ὅριον ἡλικίας τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὸ εἰς εἶδός τι ἐκκαθαρίσεως φυσιολογικῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται ὅτι ὅ,τι εἶναι θεμελιῶδες ἐν σχέσει πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἶναι ἡ ὕπαρξις τῶν Δικαστηρίων, ὄχι ὅμως ἡ μονιμότης τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀντιστρέφων τὸ πρᾶγμα λέγω ὅτι διὰ τὰ ὑπάρχοντα Δικαστήρια οὐδεμίαν ἐξασφάλισιν παρέχει τὸ Σύνταγμα· δηλαδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ κρίνῃ ἀπολύτως ἂν εἶναι χρήσιμος ἡ ἵδρυσις Δικαστηρίου, δύναται νὰ ἱδρύσῃ διάφορα Δικαστήρια, εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολυμελές, τὸ ὀλιγομελές, τὸ μονομελές· ὅ,τι ὅμως ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ θεμελιῶδες ἐν τῇ ῥυθμίσει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι τοῦτο, ὅτι θέτει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα ἰδίας ἐξουσίας, ἀφοῦ κατά τινα τρόπον ἐκπαρεύεται ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξεύρητε τρόπον ἐξασφαλίσεως τῶν δικαστῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰμὴ μόνον τὴν ἰσοβιότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἰσοβιότης καθιερώθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξω εἰς τὸ 1843, ὡς μέλλουσα νὰ ἐπέλθῃ μετά τινα ἔτη, οὐδαμῶς κλονίζει τὸ κῦρος τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ ἰσόβιον εἶναι θεμελιώδης διάταξις, διότι εἶναι φυσικὸν ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο, μὴ κρίνων ὅτι τὸ δικαστικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον εὗρε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ περιβάλῃ καὶ αὐτὸ μὲ τὴν ἰσοβιότητα, ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μετά τινα χρόνον, ὅπως ἐπῆλθε, φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς καθιερώθη ἡ ἰσοβιότης διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου τοῦ ὡρισμένου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, θέτοντες διάταξιν ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διὰ ν’ ἀναιρέσωμεν αὐτὴν εἴτε ὁριστικῶς εἴτε προσωρινῶς, βεβαίως θίγομεν θεμελιώδη διάταξιν, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, διότι ἐνόησεν ὅτι, ἂν οὕτως ἐπράττομεν, θὰ ἐσαλεύομεν ἕνα τῶν θεμελιωδῶν λίθων τοῦ Συντάγματος, καὶ σᾶς ἔφερε τὸ παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε πῶς θὰ ἐφαρμόζηται καὶ πόσον εἶναι θεμελιῶδες. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ζητεῖται ῥιζικὴ ἀλλὰ μερικὴ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Εἶμαι ἐναντίος τῆς διατάξεως ταύτης, ἂν δ’ ἀνέφερα τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἔχω διὰ τὸ μέλλον, εἶναι ὅτι πράγματι ἐν τῷ παρόντι, ὅπως περιορίζεται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος καὶ δι’ ὧν ἐγγυήσεων περιβάλλομεν αὐτὴν διὰ τοῦ ἀναδιορισμοῦ καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι πάντες καὶ οἱ φίλοι καὶ οἱ μὴ φίλοι αὐτῆς δίδουσι τὴν ἐμπιστοσύνην νὰ κάμῃ τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν παρέχει πολλοὺς κινδύνους, ἀλλ’ ἡ σάλευσις τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς μὲ πτοεῖ διὰ τὸ μέλλον κυρίως, διότι πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 107 εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστήσωμεν εὐχερεστέραν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Φρίττω πρὸ τῆς ἰδέας ὅτι, ἐρχόμενοι ν’ ἀναθεωρήσωμεν ὡς μὴ θεμελιώδη τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἐπιτρέποντες εἰς τὸ μέλλον ὅπως ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τίθεται εἰς συζήτησιν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, διὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς θὰ κλονίσωμεν ῥιζικώτερον εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ δικασταὶ περὶ τῆς μονιμότητος, ἤ, ὅπως τὴν ἐνόμισαν, περὶ τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν,—ἡ λέξις δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα—καὶ μήπως τοὐναντίον, ἐπιζητοῦντες νὰ διορθώσωμεν τὸ παρόν, καταστρέψωμεν τὸ μέλλον. Τώρα, ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας φρονεῖ ὅτι, ἐξ ὅσων ἔχει πληροφοριῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ πρότασις νὰ μελετηθῇ μέχρις αὔριον, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα, καὶ νὰ σταλῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, χωρὶς ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ἄλλο τι ἔργον. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκουσα ἄλλην πρότασιν δικαίωμά της εἶναι νὰ τὴν φέρῃ καὶ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει λόγον ν’ ἀναθέσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τοῦτο. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι λοιπὸν ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα δέχομαι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§177ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερήσεως, εἶναι φόβοι ὑφ’ ἁπάντων ἡμῶν ἀναγνωριζόμενοι. Καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως τοῦτο ἐτόνισα, ὅτι φοβοῦμαι μήπως ὑπὸ τῆς διατάξεως καθιερωθῇ προηγούμενον, φέρον σάλευσιν εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης. Τὸ ὅτι πάντες συμφωνοῦμεν εἰς τὸ νὰ θέλωμεν τὴν ἰσοβιότητα δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ μεταβάλωμεν, δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ καταργήσωμεν. Οἱ πλεῖστοι ἡμῶν, ἴσως τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς, ἔχουσι τὴν γνώμην ὡς ἐγὼ λέγω περὶ τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἐν αὐτῇ ἀναγνωρίζουσι σήμερον τὴν ἐγγύησιν καλῆς διοικήσεως. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν τοὺς δικαστὰς ἔξω πάσης ἐπιδράσεως ξένης, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει ὁ φόβος μήπως, μὴ πολιτευόμενοι ἐν τούτῳ ὅπως ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις, πράξωμέν τι τὸ καταλῦον τὴν ἰσοβιότητα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ εἶδός τι θεραπείας τῶν νοσημάτων, ἅτινα κατέχουσι τὴν δικαιοσύνην, τὸ τῆς θεραπείας διά τινος ἐκκαθαρίσεως οὐχὶ κατ’ ἀκρίβειαν ὀργανικῆς, τοῦτο δὲ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ λύσῃ ἡ Βουλή, ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, περὶ οὗ βεβαίως θὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνώμην ἐσχηματισμένην, ἀφοῦ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ φέρωμεν ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν, ἥτις, ὡς ἐλπίζω, θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι τμῆμα τῆς ὅλης ἐκτελεστικῆς· ἂν ἐν τῷ Συντάγματι δὲν γίνεται ἡ διάκρισις τοσοῦτον καθαρῶς, ἐπιστημονικῶς δὲν χωρεῖ ἀμφισβήτησις· καὶ ἀπόδειξις πρόχειρος αὐτὸ τοῦτο, ὅτι καὶ τὰ Δικαστήρια δικάζουσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν δὲν ἐκτελοῦνται, ἂν δὲν ἐπιτεθῇ ὁ τίτλος ὁ «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Λοιπὸν διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὅτι οὐδὲν ἔχομεν τὸ κατ’ οὐσίαν οὕτω διακεκριμένον, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐν γένει ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ δικαστικά, ἅτινα συγκροτοῦσι τὰ Δικαστήρια, εἶναι θεμελιωδῶς ἰσόβια. Δὲν εἶναι θεμελιωδῶς ἰσόβια, ἀλλ’ εἶναι σήμερον ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ τὸ οὐσιῶδες τοῦ πράγματος νὰ μὴ θιχθῇ ἡ ἰσοβιότης. Ἐκεῖ εἴμεθα σύμφωνοι· ἂν μετὰ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχηται, ἐπιμένω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀναβολήν, ὅπως οὕτω δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τὴν προσήκουσαν πρότασιν.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι εἰς τὸ διανεμηθὲν κείμενον τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων 88, 89 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος θέλομεν ζητήσει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ τελευταίου ἄρθρου ἡ ἑξῆς προσθήκη: «Ἡ εἰς τὰς θέσεις τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου προαγωγὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον», τηρουμένης τῆς διατάξεως τῆς καὶ νῦν ἰσχυούσης ἐν τῷ νόμῳ, διότι δὲν φαίνεται προσῆκον νὰ συζητῶσι τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου τίς θὰ εἶναι ὁ πρόεδρος, ὁ ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν αὔριον νὰ λάβῃ καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίας. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).