1911.04.28
5,228 rows · 40,475 words · 414 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75.
τῆς 28ης Ἀπριλίου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 30′ πρὸ μεσημβρίας, παρόντων 185 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσι κατόπιν, διότι δὲν ἀπεστάλησαν ἀκόμη ἐκ τοῦ Τυπογραφείου. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ πρώην ὑπάλληλος ἐκ Καλαμῶν Παῦλος Φοίφας ζητεῖ νὰ ἐπαναδιορισθῇ. 2) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας Λ. Ῥοζάκης καὶ Ἰ. Τζαννετουλάκης ζητοῦσιν χάριν. 3) Ἡ ἀναδιοργάνωτος κοινότης Περτουλίου τοῦ δήμου Αἰθίκων τῶν Τρικκάλων παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων. 4) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λαμίας ἐκφράζει εὐχήν, ὅπως μὴ μετατεθῇ ὁ νομάρχης κ. Τσιπουράκης. 5) Ὁ Κ. Σταυρόπουλος ὑποβάλλει σκέψεις του περὶ τῆς λύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· καὶ 6) Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Μποῦτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοργανώσεως τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§2ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ προέχει καὶ προσήκει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡμῶν ζήτημα ἐνδιαφέρον τὴν εὐπρέπειαν, τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Διαδίδεται μεταξὺ τῶν συναδέλφων καὶ ἐκυκλοφόρησεν ἐν ταῖς στήλαις τοῦ Τύπου ὅτι ἡ κατ’ ἐμὲ ἀνύπαρκτος Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησεν ἢ ἄλλο τι ἔπραξε, πιεζομένη κατὰ τὰς συζητήσεις ἡμῶν. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὅτι εἰς τοιαῦτα καμώματα οὔτε προσεχώρησα, οὔτε θὰ προσχωρήσω ποτέ, οὔτε ἐπιέσθην ὑπό τινος, καί, ἄν τις ἀποπειραθῇ νὰ μὲ πιέσῃ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι μόνον τοὺς γέλωτάς μου θὰ προκαλέσῃ. Ἀλλ’ οὔτε ἠπείλησά ποτε, οὔτε θ’ ἀπειλήσω, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἐσυνήθισά ποτε, ὅταν πρόκειται νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν συνείδησίν μου, νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἀπειλὰς καὶ πιέσεις, οὐδέποτε δ’ ἐθεώρησα ἀναγκαῖα τὰ καμώματα τῶν ἀποχωρήσεων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀνδρανόβης τῆς Εὐρυτανίας τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαθανασιάδης.
§4Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ αὐτοὶ οἱ βάρβαροι λαοὶ φροντίζουσι νὰ ἐξημερωθῶσι διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἱδρύοντες δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θεωροῦσιν ὡς τὸ ἔρεισμα τῆς μορφώσεως, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρὸ ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νὰ παρέχηται δωρεάν, ἐν Εὐρυτανίᾳ δυστυχῶς συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Διότι ὁ ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων κ. Θεόδωρος Ζαργάνης ἄλλως ἀντιλαμβανόμενος τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ καταδιώξῃ διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἀρεστοὶ αὐτῷ ὡς ὄντες ἀνώτεροι καὶ κατὰ τὴν παιδείαν καὶ τὸν χαρακτῆρα, ἐφρόντισε νὰ καταργήσῃ κοινὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ὑπερέβαινε τοὺς δεκαπέντε, πρὸς δὲ νὰ ὑποβιβάσῃ δημοτικὰ διτάξια εἰς κοινά, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν ὑπερέβαινεν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων καταλόγων, τοὺς ἑκατόν. Τὸ τελευταῖον, Κύριοι, συνέβη ἐν Ἀνδρανόβῃ, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας ἐκ τοῦ ἀδίκου τούτου καὶ παρανόμου ὑποβιβασμοῦ εὑρίσκονται ἐν δικαίᾳ ἐξεγέρσει. Ἐν Ἀνδρανόβῃ, κύριοι συνάδελφοι, ἐλειτούργει πρὸ τεσσαράκοντα καὶ πλέον ἐτῶν δημοτικὸν σχολεῖον μονοτάξιον, ὅπερ πρὸ δεκαετίας λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν προεβιβάσθη εἰς διτάξιον τοιοῦτον. Τὸ σχολεῖον αὐτὸ διηύθυνε διδάσκαλος ἐκ τῶν ἀριστέων τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ κλάδου, ὁ Ἰω. Χατζῆς, ὅστις ὑπὸ τῶν προγενεστέρων ἐπιθεωρητῶν εἶχε μεγάλως ἐκτιμηθῆ καὶ ὅστις μὴ ὑπακούσας εἰς τὰ παράνομα κελεύσματα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τούτου ὑπέπεσεν εἰς τὴν δυσμένειαν αὐτοῦ, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἀπηνὴς καταδίωξις τοῦ διδασκάλου αὐτοῦ. Πλὴν αὐτοῦ καὶ ἕτερος ὑπηρέτει διδάσκαλος ὡς τριτοβάθμιος ὀνόματι Καλογερᾶς, πρὸς ὃν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπεδείκνυε καὶ ἐπιδεικνύει ἰδιαιτέραν συμπάθειαν καὶ τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶν νὰ προστατεύσῃ καὶ προαγάγῃ τί νομίζετε ὅτι ἐσκέφθη; Νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ σχολεῖον τῆς Ἀνδρανόβης, εἰς ὃ ὑπηρέτει οὗτος, ὡς εἶπον, ὡς τριτοβάθμιος καὶ νὰ συστήσῃ δημοτικὸν σχολεῖον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ προστατευομένου του διδασκάλου καὶ νὰ διορίσῃ αὐτὸν ἐκεῖ εἰς αὐτό· ἀλλὰ πῶς; Χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς μαθητὰς τοὺς προσελθόντας κατὰ τὰς ἐξετάσεις τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ χωρίου ἐκείνου. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη προσῆλθον κατὰ τὰς ἐξετάσεις μαθηταὶ 108 κατὰ μέσον ὅρον, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων καταλόγων, ὁ ἐπιθεωρητής, χωρὶς κἂν νὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὰς ἐξετάσεις τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἢ τῶν ἑπομένων, προέτεινε τὸν ὑποβιβασμὸν εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον, στηρίξας τὴν πρότασίν του ἐκείνην εἰς τὸ ὅτι δὲν εὗρε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν μαθητῶν. Ἀλλὰ πότε, παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι; Ὅτε διήρχετο ἐκεῖθεν κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐμαστίζοντο ὑπὸ τῆς νόσου ἰλαρᾶς! Τί ἆρά γε ἀνέμενε νὰ πράξωσιν οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν ἐκείνων κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην; Ν’ ἀποστείλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον, ἵνα ἀποθάνωσιν ἢ νὰ κρατήσωσιν αὐτὰ καὶ νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν δήμαρχον νὰ διατάξῃ τὸ κλείσιμον τῶν σχολείων, ὅπερ καὶ ἐγένετο πρὶν ἢ διατάξῃ αὐτὸ ὁ ἁρμόδιος ἐκεῖνος καταστροφεὺς τῆς παιδείας ἐπιθεωρητής; Εἶναι ὀρθόν, εἶναι δίκαιον, διότι οἱ μαθηταὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἕνεκα τῆς ῥηθείσης νόσου δὲν παρουσιάσθησαν ἅπαντες καὶ διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου αὐτοῦ γεωργοὶ ὄντες δὲν ἐξῆλθον εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ μὲ νταούλια ἢ δὲν προσέφερον αὐτῷ ἐκλεκτὸν μόσχον, νὰ ὑποβιβασθῇ τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο; Ποία λογικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτόν, ὅστις ἐγένετο, ὡς εἶπον, διὰ λωποδυτικῆς πράξεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ αὐτοῦ; Περιέλαβεν ἆρά γε ἐν τῇ περιφήμῳ ἐκείνῃ προτάσει τοὺς ἐπισήμους πίνακας, τοὺς ἐμφαίνοντας τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, τῶν προσελθόντων κατὰ τὰς ἐξετάσεις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Οὐδ’ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἔπραξεν. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε· πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην καὶ προεκάλεσε Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ τοῦ σχολείου ἐκείνου; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δεσμευόμενος ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ὑπόχρεος νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ συγχρόνως καὶ τοὺς ῥηθέντας πίνακας, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῆς προτάσεως τοῦ ὑποβιβασμοῦ. Ἐγένετο ὅμως τοῦτο; Δυστυχῶς ὄχι, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἡ ὑπηρεσία, λέγω, ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν τόσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ μετὰ τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν καταγγελίαν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδὲ οἱ κατὰ τὸ παρελθόν, ὡς γνωστόν, διοικήσαντες τὴν χώραν ταύτην ἐτόλμησαν νὰ πράξωσι, δηλαδὴ νὰ καταργήσωσι καὶ νὰ ὑποβιβάσωσι σχολεῖα. Ἐκ τῆς καταργήσεως συνεπῶς ὑπεχρεώθησαν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ν’ ἀφήσωσιν ἀπαιδαγώγητα καὶ ἐν τῷ σκότει τὰ τέκνα αὑτῶν. Θὰ σᾶς εἴπῃ πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ζητήσῃ τοὺς πίνακας ἐκείνους...
§5Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§6Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, περιμείνατε καὶ θὰ ἴδητε τί ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐνεργήσει κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός. Λοιπόν, Κύριοι, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσας ἐγγράφους καὶ προφορικὰς καταγγελίας κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ σπεύσῃ, πρὶν ἢ προκαλέσῃ Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ, νὰ ζητήσῃ τοὺς ἐπισήμους πίνακας τῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη εἰς ἐξετάσεις προσελθόντων μαθητῶν, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Ἀλλὰ δὲν ἐφάνη αὐτῷ παράδοξος ἡ πρότασις ὑποβιβασμοῦ διταξίου δημοτικοῦ σχολείου εἰς κοινόν, μάλιστα δ’ ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους! Ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλας παρανόμους πράξεις τοῦ εἰρημένου ἐπιθεωρητοῦ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς κηδόμενος δῆθεν τοῦ δημοσίου πλούτου προέτεινε τὴν κατάργησιν τῶν ἑξῆς κοινῶν σχολείων, ὧν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ὑπερέβαινε τὸν ἀριθμὸν τῶν 15. Τὸ κοινὸν σχολεῖον τοῦ Νοστίμου μὲ 22 μαθητάς, Γοργιαννάδων μὲ 36, Μηλιῶν–Σελῶν μὲ 26, Γόλανης μὲ 38, Ἐρκίστης μὲ 30, Παπαρούσιου μὲ 35, Καλεσμένου μὲ 45, Δολιανῶν καὶ Στάβλου μὲ 30–32. Δικαιολογεῖ δὲ τὴν κατάργησιν ταύτην ὅτι συνεχώνευσε τὰ πλεῖστα τούτων μετ’ ἄλλων. Ἀλλὰ ποῦ ἐγένετο τοῦτο, Κύριοι; Ἐν Εὐρυτανίᾳ, διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ὁποίας οὐδείς ποτε ἐκ τῶν μέχρι σήμερον κυβερνησάντων τὴν χώραν ταύτην ἐσκέφθη, καίτοι οἱ δυστυχεῖς Εὐρυτᾶνες πολλάκις διεμαρτυρήθησαν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους των, πρὸς ἐκείνους δηλαδή, τοὺς ὁποίους ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπέστειλαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἵνα μεριμνήσωσι διὰ τὰς ὁδοὺς τῶν μερῶν ἐκείνων τοὐλάχιστον. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη οἰκτρὰ κατάστασις ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας ὑπάρχει ἐν Εὐρυτανίᾳ, ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ὑποχρεοῖ τοὺς ἑπταετεῖς ἢ δεκαετεῖς μαθητὰς τοῦ χωρίου Νοστίμου νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ Βουτύρου, ἀπέχοντος μίαν περίπου ὥραν, νὰ διέλθωσι δέ, ἵνα φθάσωσιν ἐκεῖ, ποταμοὺς καὶ νὰ ὑπερνικήσωσι τὸ ψῦχος καὶ τὴν χιόνα, ἥτις κατὰ τὸν χειμῶνα εἶναι ἄφθονος. Τίνες, παρακαλῶ, νὰ πράξωσιν αὐτό; Μαθηταὶ ἑπταετεῖς! Θὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἕτερον χωρίον, τοῦ ὁποίου τὸ σχολεῖον συνεχωνεύθη μετ’ ἄλλου, ἵνα ἀντιληφθῆτε πόσον κακούργως, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκεῖνος ἐνήργησεν. Ὑπεχρέωσε τοὺς μαθητὰς τῶν χωρίων Μηλιῶν καὶ Ἀρκίστης νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ σχολεῖον Φιδακίων, εἰς μέρος δηλαδή, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον ἀπόκρημνον καὶ βραχῶδες, ὥστε, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶ ἐκεῖ πρὸς περιοδείαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Ἰατρίδου, ἠναγκάσθη οὗτος νὰ μὲ ἐγκαταλείψῃ φοβηθεὶς τὴν ἀπόστασιν καὶ τὴν βραχώδη κατάστασιν, τὸ μὲν τοὺς ποταμοὺς καὶ βράχους, τὸ δέ...
§7Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀληθέστατον· αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, κ. Ὑπουργέ.
§8Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργέ, ὁ κ. Ἰατρίδης δὲν ἐτόλμησε νὰ μεταβῇ ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἐρκίστης εἰς τὸ χωρίον Φιδάκια, τίνας ὑποχρεοῦτε νὰ ὑπάγωσιν ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος; Τοὺς ἑπταετεῖς ἢ δεκαετεῖς μαθητάς! Φρονῶ ὅτι αὐτὸ καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου εἶναι ἀρκετὴ νὰ καταδείξῃ εἰς ὑμᾶς τὸ μέγεθος τοῦ κακουργήματος, ὅπερ ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχεν ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτός.
§9Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται, κ. συνάδελφε;
§10Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Θεόδωρος Ζαργάνης, εἶπον. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία φιλία ἢ πάθος μὲ συνδέει μετ’ αὐτοῦ. Διότι θεωρῶ ποταπὸν καὶ ἀνάρμοστον πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, πρὸ παντὸς δὲ εἰς τὸν χαρακτῆρά μου ν’ ἀπασχολῶ ὑμᾶς, λέγων ταῦτα πρὸς ἐκδίκησιν.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Εὖγε, εὖγε).
§12Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀνέβην τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα κατακρίνω τὰς παρανομίας, αἵτινες μόνον σήμερον ἀπὸ 50ετίας, ὅπου ζῶ ἐν Εὐρυτανίᾳ, συμβαίνουσι. Δὲν εἶναι μόνον, κύριοι συνάδελφοι, αὐταὶ αἱ παρανομίαι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ· διέπραξε καὶ ἄλλας, δι’ ἃς ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ παρὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα.
§13Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν γνωμοδοτήσῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, δύναται ν’ ἀπολυθῇ;
§14Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον συνάδελφον διὰ τὴν ἐρώτησιν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θ’ ἀπαντήσω ἀμέσως, προτιθέμενος νὰ καταγγείλω πρῶτον καὶ ἑτέραν πρᾶξιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὴν ὁποίαν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, μόνον εἷς ἔκφυλος ἠδύνατο νὰ κάμῃ. Ἐξηφάνισε διὰ φίλου του δημοδιδασκάλου ἐπιστολὴν ἐκ τοῦ ταχυδρομείου, ἀποσταλεῖσαν ἐντεῦθεν πρὸς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ καταδιωκόμενον δημοδιδάσκαλον Ἀνδρανόβης Χατζῆν καὶ ἧς ἀντίγραφον προσήγαγεν εἰς τὸν κ. ἀνακριτήν. Ἐρωτηθεὶς δὲ ποῦ εὗρεν αὐτὴν ἀπήντησε· «κάποιος τὴν εὗρεν εἰς τὸν δρόμον καὶ μοὶ τὴν ἔφερε».
§15Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπεξαιρέσας αὐτὴν δημοδιδάσκαλος.
§16Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Πετροπουλάκη. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τῆς Εὐρυτανίας, κ. συνάδελφε, διοικεῖται ἀπὸ τὸν ἱερέα...
§17Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα μέλη;
§18Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὁ ἱερεὺς αὐτὸς προεδρεύει, ὡς ἀναπληρῶν τῶν Ἐπίσκοπον, ὅστις εὑρίσκεται νομίμως ἤδη ἐν ἑτέρᾳ ἐπαρχίᾳ, ἐν Ναυπάκτῳ. Εἰς τὸν ἱερέα αὐτὸν κατήγγειλα τὰς ῥηθείσας παρανομίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἔπραξεν; Οὐδὲν ἀπολύτως. Διότι μόλις συνεκλήθη τὸ Συμβούλιον καὶ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῶσιν αἱ καταγγελίαι ἐκεῖναι, τί νομίζετε ὅτι ἔπραττεν; Ἔκρουε τὸν κώδωνα λέγων: «Λύεται ἡ συνεδρίασις»! Ἐρωτώμενος κατόπιν ὑπὸ τῶν ἐκπεπληγμένων ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης διατί οὕτω λύει τὴν συνεδρίασιν ἀπήντα· «Τοιαύτην ἐντολὴν ἔχω παρὰ τοῦ Ἀρχιερέως μου». Διατάσσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ συγκαλέσῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῶν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καταγγελιῶν. Τότε συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ συνεργάτου του περιφήμου ἐπιθεωρητοῦ προέβη εἰς πρᾶξιν, ἥτις κατηγγέλθη εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα. Ὁ ἐπιθεωρητὴς κατήγγειλε τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ προτάσεώς του ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. νομάρχου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν ὡς μὴ προσελθόντων κατὰ τρεῖς συνεδριάσεις.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ ν’ ἀκούσωσι τὸ περίφημον «λύεται ἡ συνεδρίασις»!
§20Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔχων τὴν πρότασιν ταύτην ἠναγκάσθη τηρῶν τὴν νόμον ν’ ἀπολύσῃ τὰ μέλη ταῦτα.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις αὕτη;
§22Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα· τὰ μέλη κατήγγειλαν ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ πλαστογραφίᾳ τὸν ἐπιθεωρητήν, διότι οὐδεμία ἀπόδειξις ὑπάρχει ὅτι ταῦτα ἐκλήθησαν εἰς συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν. Κατερχόμενος, Κύριοι, τοῦ βήματος ζητῶ συγγνώμην, διότι σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρόν, καὶ παρακαλῶ συγχρόνως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα σήμερον δίκαια τῶν κατοίκων Ἀνδρανόβης καὶ τῶν λοιπῶν χωρίων ἀνακαλέσῃ τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα, καὶ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τὸν ἀνισόρροπον ἐκεῖνον ἐπιθεωρητήν, δεικνύων οὕτω τὴν πυγμὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ δείξῃ εἰς πάντα παρεκτρεπόμενον, ὅτε εἶχε τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τοιαύτην δ’ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω. (Χειροκροτήματα).
§23ΙΩΑΝ. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, διότι συνέβη ἓν λάθος τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δι’ ἓν καὶ μόνον σχολεῖον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωνται τοιαῦται αἰτιάσεις εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλων τῶν Ἀρχῶν τῶν καθεστηκυιῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἐν Εὐρυτανίᾳ ἔχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχωμεν ἕνα τῶν ἀρίστων Ἐπισκόπων τῆς Ἑλλάδος, Σεραφεὶμ Δομβαΐτην ὀνομαζόμενον, τὸν ὁποῖον πιθανὸν νὰ γνωρίζωσι καὶ ἄλλοι ὡς ἠθικώτατον. Ὁ Ἐπίσκοπος κατὰ νόμον εἶναι πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου· ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων ἐπιθεωρητῶν, εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότερον μεμορφωμένοι εἰς τὰ παιδαγωγικά.
§24Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§25Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Θεόδωρος Ζαργάνης. Εἶναι κάτοχος τριῶν ξένων γλωσσῶν, ἄριστα μεμορφωμένος εἰς τὰ παιδαγωγικά. Λοιπόν, ἐπειδὴ ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν γίνεται ὄργανον κομματικῶν ἐκεῖ διαθέσεων, εἶχεν ἐγείρει τὴν μῆνιν ἐνίων ἐκ τῶν κομματαρχῶν καὶ ἐπεδιώκετο ὑπὸ τῶν δύο μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκλεχθῆ ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Καρπενησίου, ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐντεῦθεν ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, ἐθεώρησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν αὐτόν, καὶ ὑπάρχει διάστασις μεταξὺ τῶν δύο μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου. Ὁ ἱερεύς, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κύριος συνάδελφος, εἶναι ἀναπληρωτὴς τοῦ Ἐπισκόπου, διότι προσωρινῶς διαμένει τὸν χειμῶνα εἰς Ναύπακτον, καθόσον ἡ Ἐπισκοπὴ εἶναι Εὐρυτανίας καὶ Ναυπακτίας. Ἐγώ, Κύριοι, διετέλεσα μέλος ἐπὶ τριετίαν τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ γνωρίζω τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν αὐτῇ· διότι οἱ δῆμοι τῆς Εὐρυταγίας εἶναι ἄποροι καὶ ἔρχεται ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἐγένετο κατάχρησις εἰς τὴν σύστασιν σχολείων ἀναλόγως πρὸς τὰ δαπανώμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ θεωρῶμεν ἐχθρὸν καὶ εἰς συνοικισμὸν 15 ἀνθρώπων νὰ συνιστῶμεν γραμματεῖα.
§26Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἡ τελευταία τροποποίησις τοῦ νόμου κατέστησεν ὑπεύθυνον τὸν ἐπιθεωρητὴν διὰ τὴν σύστασιν σχολείων.
§27Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὁ τελευταῖος νόμος κατέστησεν ὑπεύθυνον τὸν ἐπιθεωρητὴν ἐπὶ ποινῇ ἀπολύσεως, ἐὰν διατηρῶνται σχολεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὸν ἀνάλογον ἀριθμόν.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον.
§29Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Νὰ τὸν καταργήσωμεν, οὐχὶ ὅμως νὰ μεμφώμεθα τοὺς ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εὐθύνην. Ἐὰν διατηρῆται ἓν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸν ἀνάλογον ἀριθμὸν μαθητῶν, πλέον τῶν 15 διὰ τὰ κοινὰ σχολεῖα, πλέον τῶν 20 διὰ τὰ μονοτάξια ἢ πλέον τῶν 75–80 διὰ τὰ διτάξια, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπολύεται. Εἶναι τόσον ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις αὕτη καὶ αὐστηρά. Μετὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ κάμνωσιν ἐπιθεωρήσεις τακτικάς, διὰ νὰ ἴδωσιν ἂν φοιτῶσιν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ εἰς τὰ σχολεῖα. Ἐπειδή, ὡς σᾶς εἶπον, δὲν πρόκειται οἱ δῆμοι νὰ καταβάλωσι τὴν δαπάνην, οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ ἐντόπιοι εἰς τὸ χωρίον, ἔχουσι τὸ συμφέρον δι’ εἰκονικῶν ἐγγραφῶν ἐν τοῖς καταλόγοις νὰ παρουσιάζωσιν ὅτι κατὰ τὴν ἐξέτασιν προσῆλθον μαθηταὶ πλείονες τῶν πράγματι φοιτώντων ἢ ἐγγεγραμμένων, τοιουτοτρόπως δὲ προήγετο τὸ σχολεῖον, ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖνος ἐγίνετο διευθυντὴς καὶ ἐλάμβανε καὶ ἐπιμίσθιον!
§30Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατηγγέλθησαν αὐτά;
§31Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τὴν ἀφορμὴν τὴν ἀληθῆ νὰ εἴπητε, διατί ὁ ἐπιθεωρητὴς προέβη εἰς τὴν κατάργησιν.
§32Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Προήχθησαν αὐτὰ τὰ σχολεῖα καὶ ἤρξαντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον· σᾶς βεβαιῶ δ’ ὅτι αὐτὰ τὰ κοινὰ σχολεῖα ἤδη ὡς ἔχουσιν οὐδένα προορισμὸν ἐκπληροῦσι, διότι παρευρέθην εἰς σχολεῖον καὶ παρέστην πολλάκις πρὸ τεσσάρων μαθητῶν. Κάθηται λοιπὸν εἷς συνταξιοῦχος διδάσκαλος εἰς τὸ χωρίον καὶ λαμβάνει τὸν μισθόν, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, τοῦ ὁποίου αἱ οἰκίαι συμποσοῦνται εἰς δεκαπέντε, στέλλουσι τὰ τέκνα των ἄλλος εἰς τὰ πρόβατα, ἄλλος εἰς τὰς ἰδιωτικάς του ἐργασίας, καὶ μόνον 2–3 φοιτῶσι, καὶ λαμβάνει εἷς δημοδιδάσκαλος ἀπὸ τὸ Δημόσιον μισθὸν τεσσαράκοντα δραχμῶν. Τελευταῖον λοιπὸν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐγένοντο παράπονα κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅτι διατηρεῖ σχολεῖα, χωρὶς νὰ ἔχωσι ταῦτα τὸν νόμιμον ἀριθμὸν μαθητῶν. Μετὰ ἐπιθεώρησιν ἐπισταμένην ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠναγκάσθη νὰ προτείνῃ, ὅπως τὸ γραμματεῖον Καλεσμένου συγχωνευθῇ μετ’ ἄλλου γραμματείου καὶ μὲ τὴν αὐτὴν δαπάνην τῶν δύο γραμματείων συσταθῇ δημοτικὸν σχολεῖον ἐν Καλεσμένῳ. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἦτο ἀρίστη, διωρίσθη δ’ ἐκεῖ εἷς ἄριστος δημοδιδάσκαλος. Κατηργήθη ἓν γραμματεῖον τοῦ Νοστίμου, τὸ ὁποῖον ἀπέχει μίαν ὥραν τοῦ χωρίου Βουτύρου, ἀλλ’ ἐν Βουτύρῳ ἱδρύθη σχολεῖον δημοτικόν, ὅπου διωρίσθη πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος, ἐκεῖ δὲ λειτουργεῖ ἡ ἐκπαίδευσις ἄριστα. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ἄλλα χωρία. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τοιαύτην ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρῶνται ταῦτα, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὀλιγωτέρους μαθητὰς τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον συνέβη πράγματι ἀδικία τις, εἶναι τὸ χωρίον Ἀνδράνοβα, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο δημοτικὸν σχολεῖον διτάξιον. Νομίζω ὅτι δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς μαθηταὶ διὰ διτάξιον σχολεῖον, ἐγένετο δὲ τὸ σχολεῖον διτάξιον, διότι ὁ δημοδιδάσκαλος ἦτο ἐντόπιος.
§33Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι Κερκυραῖος.
§34Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἐγένετο, ὅτε διηύθυνε τοῦτο Κερκυραῖος τόπιος, ὁ εἷς διευθυντὴς καὶ ὁ ἄλλος ὑποδιευθυντής. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν Ἀνδράνοβαν νὰ εἶναι δημοτικὸν σχολεῖον, διότι εἶναι μέγα χωρίον καὶ ἔχει πλείονας τῶν πεντήκοντα μαθητῶν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς μετέβη κατὰ Νοέμβριον μῆνα, ὅτε συνέπεσε νὰ μὴ φοιτῶσιν οἱ μαθηταί, ἐβεβαίωσε δὲ τὸ γεγονὸς αὐτό, διότι τοῦτο τὸ ὁρίζει ὁ νόμος ἐπὶ ποινῇ ἀπολύσεως. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς πεισθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅτι δύναται νὰ συσταθῇ εἰς τὴν Ἀνδράνοβαν δημοτικὸν σχολεῖον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος τούτου.
§35Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται.
§36Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα διὰ τὴν Ἀνδράνοβαν. Τὰ ἄλλα σχολεῖα καλῶς κατηργήθησαν καὶ καλῶς ἔχουσι, διότι ἐγένοντο δημοτικά.
§37Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν σύστασιν, Κύριοι, τὸν προβιβασμὸν καὶ ὑποβιβασμὸν τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διέπει ὁ νόμος τοῦ 1905. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τούτου, ὅπως γένηται σύστασις σχολείου στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως, ὀφείλει ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διὰ μὲν τὴν σύστασιν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, διὰ δὲ τὸν ὑποβιβασμὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτησαν καὶ ἐξητάσθησαν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη. Τοῦτο λέγει ὁ νόμος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως ταύτης ὀφείλει ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ ὑποβάλῃ Διάταγμα περὶ συστάσεως ἢ περὶ ὑποβιβασμοῦ ἢ περὶ προβιβασμοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει τὸν ὑποβιβασμὸν σχολείων τινῶν, τὴν κατάργησιν ἄλλων καὶ τὴν προαγωγὴν ἄλλων, συμφώνως δὲ τῇ προτάσει ταύτῃ ὑπέβαλον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ σύστασις τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ἐγένετο δεκτή. Ἦτο ἀδύνατον κατὰ τὸν νόμον νὰ γένηται ἄλλως. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα δὲν ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνεφέρετο ἐν τῇ προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ συνεπῶς ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει μόνον ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει, ὅπως τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν περὶ συστάσεως, προβιβασμοῦ καὶ ὑποβιβασμοῦ, συνοδεύῃ μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κάμνει τὴν πρότασίν του. Ὁ νόμος ἀφήνει τὸ διακριτικὸν αὐτὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, ὅστις ὑποβάλλει τὴν πρότασίν του. Ὥστε ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ, δὲν ἠδύνατο εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ εἴπῃ «μὴ κάμητε τὴν πρότασιν ταύτην, ἐὰν δὲν τὴν συνοδεύσητε δι’ ἀριθμῶν». Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς προτάσεως ταύτης ἐγένετο ἡ κατάργησις, ὁ ὑποβιβασμὸς καὶ ὁ προβιβασμὸς τῶν σχολείων. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν ὅμως τοῦ Διατάγματος τούτου ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ ἀναφορά τις, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐβεβαίωσε τὸ Ὑπουργεῖον ψευδῶς ὅτι ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς διάφορα χωρία τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν σύστασιν ἢ τὴν κατάργησιν ἢ τὸν προβιβασμὸν ἢ τὸν ὑποβιβασμὸν σχολείων. Ἀλλὰ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς λαμβάνων μίαν τοιαύτην αἴτησιν κατὰ τὸν νόμον; Ὤφειλε νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἡ αἴτησις οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ μήνυσις, καὶ νὰ παραπέμψῃ τὴν αἴτησιν ταύτην εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἀρχήν.
§38Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὡραῖα.
§39Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἐὰν δ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἐπισήμου ταύτης Ἀρχῆς, ἐκ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὅτι πραγματικῶς ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ἐβεβαίωσε ψευδῆ πράγματα, θὰ καταδιωχθῇ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν.
§40Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Καὶ ἂν εἴπῃ τὸ Ἐποπτικὸν συμβούλιον τὸ ἐναντίον;
§41Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ καταδιωχθῇ καὶ αὐτό. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς πραγματικῶς δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀναιρέσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὔτε νὰ ἐπιβεβαιώσω τοῦτο. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὑπεβλήθησαν πολλὰ παράπονα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἀντιλέγοντες εἰς τοῦτο. Ἐγὼ θ’ ἀναμείνω τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς θ’ ἀποφανθῶ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Σπετσιέρης καὶ Χριστοδουλιᾶς εἶναι ἀπόντες. Ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσωσι καὶ οὗτοι περὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς ἐπερατώθη. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐφημερίων Καστρακίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης.
§43Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πάντες γνωρίζομεν ὅτι σήμερον ὁ Κλῆρος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του, ἀλλ’ ὅμως ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδωμεν τὸν Κλῆρον νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν ταύτην θέσιν, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἱερὰν αὑτοῦ ἀποστολήν. Καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τοιαύτην ἀξίωσιν, ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην μέριμναν δεικνύομεν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν ἱερέων, καίτοι γνωρίζομεν ὅτι καὶ οἱ ἱερεῖς εἶναι ἄνθρωποι καὶ δὴ οἰκογενειάρχαι καὶ ἔχουσι τὰς ἀνάγκας των, ἐν τούτοις οὐδεμία πρόνοια ἔχει ληφθῆ μέχρι τοῦδε περὶ τῆς οἰκονομικῆς των ἀνεξαρτησίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐσχάτως ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἐνοριῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ψηφισθεὶς τὸ μὲν δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, τὸ δὲ ἕνεκα πολλῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ αἵτινες κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι διατάξεις πολὺ οὐσιώδεις καὶ σπουδαῖαι, καὶ ἐκεῖ ὅπου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ εὑρίσκει ἀντιρρήσεις πρὸ τῆς ἐπιμονῆς τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ἀρνοῦνται τὴν ἐφαρμογήν, ὁρμώμεναι ἴσως ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐξήσκουν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν περιουσιῶν τῶν ναῶν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτῶν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἡ Πολιτεία ἠθέλησε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκει τὰς ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, καὶ τοιαύτας ἀντιδράσεις εἴδομεν χθὲς ἀκόμη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς.
§44Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν ἠρνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν κατήγγειλα ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὖγε.
§46Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ παρεμπιπτόντως ἀναφέρω τοῦτο, διότι ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλω ν’ ἀναπτύξω. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας πόλεις ἐπεκτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πανταχοῦ τοῦ Κράτους.
§48Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Διότι γνωρίζομεν ὅτι οἱ ἱερεῖς γλισχροτάτην ἀμοιβὴν λαμβάνουσιν, ὅτι ἡ ἀμοιβή των ἡ ἐτησία δὲν ἀνέρχεται οὔτε εἰς τὸ ποσὸν τῶν 200 δραχμῶν, ταύτην δὲ λαμβάνουσι δίκην ἐπαιτείας. Εἶναι καιρὸς νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία μέριμναν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας τῶν ἱερέων.
§49Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ κακὴ λειτουργία καὶ διαχείρισις τῶν ἱερῶν ταμείων.
§50Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Σήμερον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ταῦτα ἐξ ἀναφορᾶς, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως Καλαμπάκας καὶ τῆς κωμοπόλεως Καστρακίου. Πάντες γνωρίζετε ὅτι ἀμφότεραι αἱ πόλεις αὗται εὑρίσκονται παρὰ τοὺς ἱεροὺς βράχους τῶν Μετεώρων. Ἡ Πολιτεία πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέριμναν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν ἱερέων τῶν δύο τούτων πόλεων δι’ ὅλως ἐξαιρετικὴν αἰτίαν· διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, διάφοροι ξένοι ἐπισκέπτονται τὰς ἱερὰς αὐτὰς Μονὰς τῶν Μετεώρων. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον ὁ Κλῆρος ἐκεῖ νὰ παρίσταται ἀξιοπρεπέστερον εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων ἐπισκεπτῶν, καὶ ὄχι νὰ βλέπωμεν τοὺς κληρικοὺς νὰ παρουτιάζωνται μὲ ῥυπαρὰν ἀμφίεσιν. Πρέπει οἱ κληρικοὶ τῆς Καλαμπάκας καὶ τοῦ Καστρακίου νὰ παρουτιάζωνται πρὸ τῶν ξένων, οἵτινες διέρχονται ἐκεῖθεν πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν Μονῶν τῶν Μετεώρων, εὐπροσωπότεροι, διότι οἱ κληρικοὶ ἐκεῖνοι χρησιμεύουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὡς ξεναγοὶ τῶν ἐπισκεπτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ Ἐνοριῶν καὶ πανταχοῦ μὲν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἰδίᾳ εἰς τὴν κωμόπολιν Καστρακίου καὶ τὴν πόλιν Καλαμπάκας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῶν δήμων Τετραφυλίας καὶ Ἡρακλείας τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Καραπάνος. Ἀπών. Ὁ κ. Σῖμος.
§52Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶμαι ἀντιλέγων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε διαγράφεται ἡ ἀναφορά. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νεγροπόντης.
§54Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Μετὰ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ κατάβρεγμα καὶ τὴν καθαριότητα τῶν ὁδῶν τοῦ Δημοσίου, θεωρῶ περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ παραιτοῦμαι.
§55Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ καταβρέγματος, ἀλλὰ περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω κατά τι σπουδαιότερον τὸ ζήτημα. Ὡς γνωρίζετε, μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Εὐταξίου, ἦτο καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἐντελῶς τὰς πιστώσεις τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Συνίστα δ’ ἕτερον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἢ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἰδιαιτέρους πόρους, ὅπως συντηρῶνται αἱ ὁδοί. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατηργήθησαν, τὸ δὲ ταμεῖον ὁδοποιίας μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου συνεστάθη. Μεταξὺ δὲ τῶν ὅρων τοῦ νόμου ὑπάρχει καὶ ὁ ὅρος, ὅτι τὰ μέρη τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, τὰ ὁποῖα διέρχονται διὰ τῶν πόλεων, ἐθεωροῦντο ὡς ἀγυιαὶ καὶ ὤφειλον νὰ συντηρῶνται ὑπὸ τῶν δήμων. Ἀλλά, ὅτε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἔλαβεν ἡ Βουλή, ἦτο γνωστὸν ὅτι οἱ δῆμοι εὑρίσκοντο εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ ἐπαρκέσωσιν ὄχι εἰς τὰ νέα βάρη, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς λοιπὰς τοῦ δήμου. Οὐδεὶς δῆμος λοιπὸν κατέστη δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα· τί θὰ γίνῃ; Ὁ νόμος ὁρίζει μὲν ὅτι οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ συντηρῶσι τὰς ἀγυιάς, ἀλλ’ οἱ δῆμοι εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τοῦ ἀδυνάτου διαμαρτύρονται. Ἐνώπιον τοῦ διλήμματος αὐτοῦ εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τί θέλει πράξει. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὅλην συντήρησιν τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους ἐδαπανῶντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη: τῷ 1907 2,300,000 δρ., τῷ 1908 2,300,000 δρ., τῷ 1909 2,800,000 δρ., ἐπλησιάσαμεν δηλ. εἰς τὰ 3,000,000, ἤδη δὲ εἰς τοὺς τελευταίους προϋπολογισμούς, τοὺς ἀφορῶντας τὰ ἔτη τὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, βλέπομεν διὰ μὲν τὸ 1910 προϋπολογισμὸν 1,200,000 δρ., διὰ δὲ τὸ 1911 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως βλέπομεν 1,100,000 δρ. Ὥστε τίθεται τὸ ζήτημα ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀγυιὰς τῶν πρωτευουσῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ὁδοὺς τοῦ λοιποῦ Κράτους. Ἐκεῖ, ὅπου ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦδε 2½–3 ἑκατομμύρια, ἤδη βλέπομεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ εἰμὴ 1 ἑκατομμύριον, ὡς ἔγγιστα. Διὰ τοῦτο ἀκούονται αἱ διαμαρτυρίαι πανταχόθεν, καὶ σήμερον μάλιστα νομίζω ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔκαμε παρατήρησιν εἰς τὰς Πάτρας περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν. Νομίζω ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως τῶν ὁδῶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῶν πόλεων, νὰ μὴ γνωρίζωμεν τίνα μέτρα θέλει λάβει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§56ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, τὰς περὶ τοῦ ὁποίου γνώμας αὐτοῦ συμμερίζομαι πληρέστατα. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔθιξε δύο ζητήματα, τὸ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν Ἀθηνῶν καὶ τὸ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἐν γένει τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρέθη πρὸ δυσχερειῶν, αὐτὸ τοῦτο ἀνυπερβλήτων, δὲν πρέπει δὲ νὰ διστάσω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως καὶ τοῦ καταβρέγματος τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν ἔχει θέσει ἤδη τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκτὸς τοῦ νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν πλειότερον εἶχε νὰ πράξῃ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἔπραξε καὶ τοῦ ὁποίου τὴν νομιμοποίησιν θὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ δηλώσω τοῦτο, διότι προτιμῶ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς παρὰ νὰ ὑπεκφύγω τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ζητήσω νὰ συγκαλύψω ὑπὸ προσχήματα τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ὅλη δαπάνη τῆς συντηρήσεως καὶ τοῦ καταβρέγματος τῶν ὁδῶν μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ἐπιρριφθεῖσα διὰ τοῦ τελευταίου νόμου εἰς τὸν δῆμον, ὑπερβαίνει τὰς 351,000 δρ. ἐτησίως, φυσικὸν δ’ ἦτο ὁ δῆμος Ἀθηναίων ν’ ἀποκρούσῃ τὴν τοιαύτην δωρεὰν ὁδῶν, τὴν ὁποίαν προσέφερεν ὁ νόμος, νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε προσέφερεν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πάσας ἐκείνας τὰς ὀνομαζομένας ἀγυιάς, ἵνα τὰς συντηρῇ ὁ δῆμος, ἐνῷ τὰς συνετήρει τὸ Δημόσιον. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὸ κατάβρεγμα τῶν ὁδῶν αὐτῶν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου δὲ μεταρρυθμίζονται πολλαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις εἴχομεν καὶ τὸ ἀτύχημα νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι ἀκινησίας τοῦ νόμου ἐκείνου, μὴ δυναμένου νὰ κινηθῇ, ἀφοῦ τὰ κατ’ αὐτὸν εἶχον ῥυθμισθῆ οὕτως, ὥστε ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διευθύνῃ τὸ ταμεῖον, συνιστᾶται τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1912! Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου πρέπει ἐπίσης νὰ δηλώσω ὅτι κατ’ οὐσίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πράττων ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράξῃ πρὸς συντήρησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν εὑρίσκεται καὶ πάλιν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Βεβαίως κρύπτεται ὑπὸ προσχήματα ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ φαίνεται νόμιμος, διότι ἀκολουθοῦμεν τὸ σύστημα τῆς ἐγκρίσεως δαπανῶν συντηρήσεως διὰ συγκριτικῶν πινάκων—εἶναι ὅρος καθαρῶς ὑπηρεσιακός, τεχνικός—, τὸ σύστημα τὸ διὰ συγκριτικῶν πινάκων πρὸς συντήρησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν, τῶν τμημάτων δηλ. ἐκείνων τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τῶν διερχομένων διὰ τῶν Ἀθηνῶν. Κατὰ τὰ τηρούμενα λοιπὸν προσχήματα εἶναι νομιμωτάτη ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ διατάσσοντος καὶ ἐνεργοῦντος δαπάνας πρὸς τὴν τοιαύτην συντήρησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν διὰ τῶν συγκριτικῶν πινάκων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι καὶ ἐν τούτῳ κατ’ οὐσίαν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἔκνομος. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ πράξω τίποτε περισσότερον οὔτε καὶ ὀλιγώτερον. Ἐπειδὴ δὲ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον καλύπτεται ὑπὸ προσχήματα νομιμότητος ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ δὲν καλύπτεται οὔτε κἂν ὑπὸ πρόσχημα νομιμότητος, διὰ τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ῥυθμίζῃ ὁριστικῶς τὰ τῆς συντηρήσεως καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ τῶν τμημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἀγυιαί, εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ὑπάρχωσι καὶ διατάξεις νομιμοποιοῦσαι δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἤδη ἀναλάβει, καὶ αἵτινες δὲν στηρίζονται εἰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας παρετήρησεν ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1911 εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐντριβέστατος εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ προσεκτικὸς εἰς τὴν μελέτην τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ παρετήρησε βεβαίως ὅτι πλὴν τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης πρὸς συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ὑπάρχει καὶ πίστωσις ἀναγεγραμμένη ἄλλη εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας ἐκ 500,000 δρ., πρὸς τῇ πιστώσει δὲ ταύτῃ ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλη πίστωσις ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα τῶν παρομοίων πιστώσεων, τῶν ἀναγραφομένων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ δεκάδα ἐτῶν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῶν Ἐσωτερικῶν, πίστωσις δι’ ἀπάδοσιν ὀφειλομένων εἰς δήμους καὶ ἐπαρχίας ἐκ 400 χιλιάδων δρ. Παρὰ πάντας τοὺς δυσμενεῖς οἰκονομικοὺς ὅρους καὶ παρὰ τὸ βάρος τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀναλάβει ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε ὅτι ἤδη ὑφίστανται πληρωμαὶ καὶ ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910 ἐξ ἐκτελέσεως ἔργων καὶ συντηρήσεως ἀνερχόμεναι εἰς 800,000 δρ., διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται κατ’ ἀνάγκην ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1911—ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰδικῶς μάλιστα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω, θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι ἀνεπαρκεῖς — δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡμεῖς δὲν θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀναγραφὴν οἱασδήποτε ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας δαπάνης, διὰ νὰ παρουσιάσωμεν εἰκονικὰς οἰκονομίας ἐπὶ βλάβῃ σπουδαιοτάτων συμφερόντων τῆς χώρας.
§57Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, πιστοποιεῖται ὅτι ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν διενεργεῖται ἤδη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, οὐσιαστικῶς ἡ ἀναφορά, περὶ τῆς ὁποίας εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, τῶν πολιτῶν τῶν Ἀθηνῶν, ἱκανοποιήθη, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ δύο τινά. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν συντήρησιν καὶ κατασκευὴν ὁδῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, περὶ τῶν ὁποίων εἶχε τὸ ἀξιέπαινον θάρρος νὰ εἴπῃ ὅτι μεριμνᾷ παρανόμως, ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του καὶ ἀποδεχόμενος τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ἔγκρισιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναταί τις εἰμὴ νὰ ἐπαινέσῃ, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἀξία ἐπαίνου ἡ νωθρότης τῆς Διοικήσεως, ὅταν εὑρίσκηται πρὸ ἀνυπερβλήτων ἀναγκῶν, νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς μέτρα κατάλληλα, ὡς ἐπίσης δὲν θὰ ἦτο ἀξία ἐπαίνου ἡ δειλία τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ κηδεμονεύῃ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, ἐὰν ἐξ ἐλλείψεως τυχὸν τοῦ νόμου δὲν ἐλάμβανε μέριμναν περὶ οὐσιωδεστάτων συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἕτερον σημεῖον, τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει ἡ οὐσιαστικῶς ἱκανοποιηθεῖσα ἀναφορά, νομίζω ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι παρανόμως ἐνεργεῖται ἡ συντήρησις διὰ μέσου τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀξία ἐπαίνου. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς τελευταίας ταύτης περιπτώσεως καὶ τῆς πρώτης. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ νόμῳ ὑπόχρεος εἰς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, διότι τὸ νόμῳ ὑπόχρεον νομικὸν πρόσωπον κατὰ τὸ πρωτότυπον ἐκεῖνο νομοθέτημα τοῦ παρελθόντος ἔτους θέλει συσταθῆ κατὰ τὸ 1912. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχει ὁ νόμῳ ὑπόχρεος πρὸς τὴν συντήρησιν ταύτην καὶ καταβολὴν τῶν δαπανῶν, καὶ ὁ νόμῳ ὑπόχρεος εἶναι ὁ δῆμος Ἀθηναίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὴν δωρεὰν τῶν δημοσίων ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν ὑποχρεούμενος μὲ τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως. Νομίζω ὅτι οὕτω τὸ πρᾶγμα ἐκτιθέμενον δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ ἡ φράσις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τῆς ἐμῆς ἐγκρίσεως. Θὰ εἶχεν ἡ φράσις αὕτη νόημα, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν ὅτι μεταξὺ δήμου καὶ Κράτους ὑπάρχει ἰσοτέλεια, ἀλλὰ μεταξὺ δήμου καὶ Κράτους ὑπάρχει σχέσις ὑποτελείας· ὁ δῆμος εἶναι ὑποτελὴς εἰς τὸ Κράτος, ὅπερ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ἐπὶ τοῦ δήμου βάρη, καὶ δὲν συνάπτει συμβάσεις οὔτε δωρεὰς κάμνει ὑπὸ ὅρους. Τὸ Κράτος ἐπέβαλεν εἰς τὸν δῆμον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντηρῇ καὶ αὐτὰς τὰς ὁδούς· ὁ δῆμος εἶχεν ὑποχρέωσιν, δυναμένην νὰ ἐκβιασθῇ ὑπὸ τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς ὅπως συντηρῇ τὰς ὁδούς. Ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ ἄλλως ἀξιέπαινος οὐσιαστικῶς μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἢ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τοὺς ἀναφερομένους πολίτας τὰ πράγμα ἐξωμαλύνθη, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν παραμένει τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀνέπτυξα.
§58ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐπαναλάβω ὅτι τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς ἀναφορᾶς ἐξηντλήθη διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ μὴ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε καὶ θὰ λάβῃ, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ οὐσιαστικὸν αἴτημα τῶν συμπολιτῶν μου, δὲν μοὶ φαίνεται ἱκανοποιητική, καὶ δὲν μοὶ φαίνεται ἱκανοποιητικὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐφάνη ἱκανοποιητικὴ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα συνάδελφον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ἀντιτιθέμενος εἰς ψηφισθέντα νόμον, ἠρνήθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου....
§59ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ δηλώσω καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον τὸν προαγορεύσαντα ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐθίχθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Νέγρη τὸ σημεῖον τοῦτο, δὲν ἀνέφερα τοῦτο, οὐχ ἧττον ἀφήνω νὰ τελειώσητε τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§60ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Περιμένω ν’ ἀπαντήσητε.
§61ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναπαυθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἐγκαταλεῖπον τὰς ὁδοὺς εἰς τὴν τύχην των, δεδομένου ὅτι ὁ δῆμος δὲν ἐπήρκει εἰς τὴν ἀπαιτουμένην αὔξησιν τῶν δαπανῶν αὑτοῦ. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ὁ δῆμος ἀπέναντι τῆς πόλεως, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι δύναται νὰ ἐκβιασθῇ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πρὸς δαπάνας, ὅτε ἡ ἰδία λέγει ὅτι δὲν ἔχει νὰ δαπανήσῃ, ὡς Ὑπουργός, λέγω, τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐθεώρησα ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀναμείνω τὴν ἐκτέλεσιν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηναίων καὶ ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε θὰ ἠλεγχόμην διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν, νὰ εἴπω: «τί θέλετε νὰ κάμω; Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν δῆμον ν’ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην, καὶ δὲν τὸ ἔπραξεν· ἂς δώσῃ εὐθύνην ὁ κ. δήμαρχος εἰς ἐκείνους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὀφείλει ταύτην, ὅσην δὲ ὀφείλει ἀπέναντι τοῦ νόμου, ὑπόσχομαι νὰ ζητήσω αὐτὴν ἐγὼ ὡς ἁρμοδία ἐκτελεστικὴ Ἀρχή», ἀντὶ νὰ πράξω τοῦτο, ἔπραξά τι περισσότερον καὶ εἶπον: δὲν ἐγκαταλείπω τὰς ὁδοὺς εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. δημάρχου, ἀλλὰ προνοῶ περὶ αὐτῶν. Μὲ αὐτὸ δέ, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, δὲν εἶπον, ὅτι δικαίωμα τοῦ δημάρχου εἶναι νὰ καταβρέχῃ ἢ νὰ μὴ καταβρέχῃ τὰς ὁδούς, ἀλλ’ εἶπον ὅτι προσεφέρθη εἰς τὸν δῆμον μία δωρεά, ἡ ὁποία τῷ στοιχίζει 350,000 δρ. ἐτησίως, ὁ δὲ δῆμος Ἀθηναίων, ὅστις ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντηρῇ τὰς ὁδούς, ἔλεγε: δὲν ἔχω νὰ τὰς συντηρῶ, καὶ οὐδὲν ὑπάρχει μέσον, ὅπως ἐκβιασθῇ εἰς τοιαύτην συντήρησιν. Ἡ κοινωνία ἐβόα ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐγώ, ἀντὶ νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἶναι ὑπόχρεος, καὶ νὰ παραπέμψω καὶ πάλιν τοὺς πάντας εἰς αὐτόν, ὅπου καὶ κατ’ ἀρχὰς τοὺς εἶχον παραπέμψει, καὶ εἰς τοὺς ὑπευθύνους διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐγκαταλείψω τὰς ὁδοὺς εἰς τὴν τύχην των καὶ νὰ ἔλθω νὰ προβάλω τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδετε ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Ἀραβαντινός. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§62ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ δημάρχου, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ δῆμος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι, ἂν σᾶς ἔλεγεν ὅτι, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ, χρειάζεται τὸ ά ἢ β, καὶ σεῖς ἠρνεῖσθε, τότε ἠδύνατο ὁ κ. δήμαρχος νὰ ἰσχυρισθῇ ἀδυναμίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος διεκήρυττεν ὅτι δὲν δέχεται τοιαύτας δωρεάς, ὅτι ἔχει κανονίσει τὸ βασίλειόν του καὶ δὲν δύναται ὁ νόμος νὰ τῷ ἐπιβάλῃ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ στάσις τοῦ κ. δημάρχου. Ἂν ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἠδύνασθε καὶ σεῖς νὰ φροντίσητε καὶ ὁ κ. δήμαρχος νὰ σᾶς ὑποδείξῃ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐγίνετο ὁ δῆμος ἐπαρκὴς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ οὐδεὶς βεβαίως τῶν δημοτῶν θὰ ἠρνεῖτο νὰ ὑποστῇ μίαν αὔξησιν τῆς φορολογίας, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, προκειμένου περὶ τοιούτων μέτρων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα, ὅτι δηλαδὴ ἀπέναντι τοῦ νόμου τούτου ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων ἀντέταξεν ἐχθρικὴν στάσιν, ἀντέταξε τὸ «non possumus», καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφρόντισε μὲν πρακτικῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ συμφέρον τῶν δημοτῶν, τὸ ἐγκείμενον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἀφεώρα ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων αὐτὰς εἰς τὸν δήμαρχον, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι εὑρίσκομαι πρὸ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐμφανίσεως ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ ἐναντίον παντὸς τὸ κράτος τοῦ Νόμου. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§63ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, Κύριοι, καθὼς καὶ πᾶς Ὑπουργὸς καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος ἂν ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλο τι πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸν κύκλον τοῦ Ὑπουργείου του. Ἀλλ’ οἱ κ. συνάδελφοι φαίνεται ὅτι φέρουσι τὸν λόγον σήμερον μᾶλλον περὶ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων παρὰ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ἀπήντησα, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶπον ἀρκετὰ σαφῆ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εὗρον ἐνέργειαν τοῦ προκατόχου μου τοιαύτην, διὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ὁμολογηθῆ τὸ ἄστοχον τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπεβαρύνετο ὁ δῆμος Ἀθηναίων διὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς, καὶ εἶχεν ὁ προκάτοχός μου ἐν συγεννοήσει μετὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀναλάβει τὴν εὐθύνην πιστώσεως 60 ἢ 70 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸ κατάβρεγμα τῶν ὁδῶν. Ὁ δὲ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καίπερ εὑρὼν τοιαύτην ὁδὸν διαγεγραμμένην, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἀλλ’ ἐπέμεινεν, ὅπως ἐκβιάσῃ τὸν δῆμον εἰς τὸ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης. Ταῦτα ἐδήλωσα, νομίζω, ἀρκετὰ σαφῶς, ἀλλ’ ἤκουσα διακοπήν τινα κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πετμεζᾶ ὅτι «ἔπεσε θῦμα ὁ νόμος». Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἐγείρωσι τὸ θῦμα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ δείξωσι πῶς ἔπεσε θῦμα ὁ νόμος ἐκεῖνος, τίνα τὰ τραύματά του, διότι ἐννοεῖται ὅτι ὑπέχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω εὐθύνην. (Χειροκροτήματα). Εἶπον λοιπὸν ὅτι ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο μέσον εἶχον οὔτε ἄλλος τις Ὑπουργὸς θὰ εἶχεν, ἵνα ἐπιτύχω κατά τινα τρόπον ἐκβιαστικὸν τὴν δαπάνην τῶν δήμων, πνιγόμενος δὲ ἀπὸ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κόσμου, ἀντὶ ν’ ἀφήσω τὰς ὁδοὺς κονιορτώδεις καὶ νὰ παραπέμπω τὸν κόσμον εἰς τὸν δήμαρχον, εἶπον ὅτι ὤφειλον καὶ τοῦτο νὰ πράξωσιν οἱ διαμαρτυρόμενοι πλησίον τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ ἐγὼ μὴ δυνάμενος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπήρκει ὁ δῆμος, νὰ διατάξω τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεων ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ ἢ νὰ ζητήσω οἱασδήποτε εὐθύνας, ἀντὶ ν’ ἀφήσω νὰ ἐγερθῇ ἄλλος κονιορτὸς ἐκ τῆς διαμοιβῆς ἐγγράφων, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον πρὸ παντὸς καθῆκον ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν στοιχειώδη ἀξίωσιν ἀπέναντι τῶν Ἀθηναίων καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, διότι καὶ οἱ ξένοι διεμαρτυρήθησαν διὰ τῶν διευθυντῶν τῶν ξενοδοχείων. Νομίζουσιν οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι ἔπρεπε σώνει καὶ καλὰ νὰ προβάλλω διαρκῶς τὸν νόμον καὶ νὰ λέγω: ὁρίστε νὰ καταβρέξητε, διότι ἐγὼ δὲν καταβρέχω, διότι δὲν μὲ ὑποχρεώνει ὁ νόμος», ἢ ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης.
§65ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν φαίνεται ὅτι αὕτη ἱκανοποιήθη. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἔμειναν αἱ ὁδοὶ ἐν παραλυσίᾳ καὶ θὰ φέρῃ μεγάλην σπατάλην ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μεγίστην πρόνοιαν, διότι, καθὼς ὁ πηλὸς βλάπτει τὰ καταστρώματα τῶν ὁδῶν, ἀκόμη περισσότερον ἡ κόνις, τοῦτο δέ, τὸ ὁποῖον συνέβη μέχρι σήμερον, νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ ὁδοί, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁδοστατικῆς ἰδιότητος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐξακολουθῇ ἡ δαπάνη νὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν παλαιάν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τάχιστα εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ προτιμηθῇ νὰ ψηφισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δήμου ἤκουσα καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν γίνεται αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ἐὰν οἱ συντάξαντες τότε τὸν νόμον αὐτὸν καὶ οἱ ψηφίσαντες ἔδιδον παραχωρήσεις εἰς τὸν δῆμον, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ ὁ δῆμος ἀνελάμβανε τὴν ἐργασίαν αὐτήν, τότε βεβαίως δὲν δύναται ὁ δῆμος νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, καί, ἂν εἶναι ἀνεπαρκής, ἂς ἔλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι: μοὶ δίδετε τὴν εἴσπραξιν τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων· μοὶ ηὐξήσατε τὸν φόρον ἀπὸ 2% εἰς 4%, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ εἰσέπραξα μόνον 200.000 καὶ ὄχι 400.000, ὅσην ἀπαιτεῖ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν, ἡ ἄρσις κόνεως καὶ πηλοῦ, ὁ καθαρισμὸς τῶν βόθρων κλπ. Λοιπὸν αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ τὸ συζητήσωμεν. Δι’ αὐτὸ περαίνων τὸν λόγον μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν.
§66ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας εὑρίσκω λίαν δεδικαιολογημένας, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ἀπών. Ὁ κ. Τιμ. Ἠλιόπουλος ἀπών. Ὁ κ. Νέγρης.
§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εὑρίσκω λίαν ἱκανοποιητικάς, καὶ βεβαίως ὀφείλομεν ν’ ἀναμείνωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Ἄν, Κύριοι, λαμβάνω πάλιν τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, ὅπως δικαιολογήσω διατί δὲν ἔφερα ἐγὼ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Δὲν βλέπω ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ σκοπούμενον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήτει παρὰ τοῦ δημάρχου, ὅπως ἀναγράφῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνας χάριν τῆς συντηρήσεως μέρους τῶν ὁδῶν τούτων· τί θὰ συνέβαινε καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ; Ἀναμφισβητήτως, ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 245 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ προϋπολογισμὸς θ’ ἀφήνῃ ἔλλειμμα, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἔπιπτεν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς γνωστῆς μεθόδου τῶν προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀνέρχομαι τὸ δεύτερον τὸ βῆμα, ἵνα ἐξηγήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Θεωρῶ δὲ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἐξήγησις αὕτη ὡς ἐκ τοῦ τόνου, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, καὶ διότι τὴν ὁμιλίαν μου ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος σεβαστὸς συνάδελφος ἐχαρακτήρισεν ὡς αἰτίασιν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς σκόπιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δὲ διεμαρτυρήθην διά τινας φράσεις, ἐξηγῶ ἤδη ὅτι τοῦτο ἔπραξα, διότι δὲν θέλω διὰ τῶν εἰσηγηθησομένων νομοσχεδίων νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις περὶ ἰσοτελείας μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ δήμου, καὶ συζητῶν ὁ δῆμος περὶ τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν νὰ θέλῃ νὰ ῥίψῃ ταύτας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ εἰς βάρος τῶν κατοίκων ὅλης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Ὅτε ἔλεγον ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι σκόπιμος, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη, βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν μέχρις ὅτου εὐδοκήσῃ ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ κανονισθῇ ἡ θέσις τοῦ δήμου, διότι τὸν δῆμον βαρύνουσιν αἱ δαπάναι αὗται καὶ εἰς τὸν δῆμον πρέπει νὰ καταλήξωσι.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς διαφόρων πολιτῶν περὶ πωλήσεως λαχείων τοῦ Στόλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δαζέας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρών. Ἕπεται ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§71Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα συστήματα τὰ ἐπαλλήλως ψηφισθέντα περὶ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ κανονισμοὺς τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ παρέχεται ποσοστὸν 15% εἰς τοὺς ἀγοράζοντας ποσὸν λαχείων ἀντιπροσωπεῦον χρηματικὴν ἀξίαν 10,000 δραχμῶν· ὅταν δὲ ἀγοράσῃ τις ποσὸν λαχείων ἀντιπροσωπεῦον χρηματικὸν ποσὸν ἄνω τῶν χιλίων δραχμῶν, παρέχεται ποσοστὸν 10%. Ταῦτα ὁρίζουσι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΓΖʹ καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ. Καὶ οὕτω συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον: Οἱ χονδρικῶς ἀγοράζοντες μ’ ἔκπτωσιν 15% εἶναι ταμίαι καὶ ὑπάλληλοι ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ χρήματα, φυσικά, τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν ἑταιρειῶν των ἀγοράζουσι λαχεῖα μὲ τὴν ἔκπτωσιν τῶν 15% καὶ ἀμέσως μεταπωλοῦσι ταῦτα εἰς τοὺς μεταπωλητὰς λαχειοπώλας κερδίζοντες 5% ἄνευ οὐδενὸς κόπου καὶ οὐδενὸς κινδύνου, χέρι μὲ χέρι. Οἱ λαχειοπῶλαι, οἱ βιοπαλαισταὶ οὗτοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ μεγάλη διάδοσις τῶν λαχείων, παραπονοῦνται ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀγοράσωσι λαχεῖα ἀξίας 10.000 δραχμῶν καὶ ζητοῦσιν, ὅπως ὁρισθῇ τὸ κατώτατον ὅριον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3000 δραχμῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχωσι τὴν ἔκπτωσιν 15%.
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη ἀπὸ 3000.
§73Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. 3000 ἢ καὶ 2000 ἐπὶ προκαταβολῇ τοῦ ἀντιτίμου. Σημειωτέον δ’ ὅτι οἱ μέν ταμίαι ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσι τὰ λαχεῖα καὶ ὠφελοῦνται τὸ 5%, τὰ πωλοῦσιν ἀμέσως πρὸς τοὺς μεταπωλητὰς καὶ οὐδὲν δύνανται νὰ ζημιωθῶσιν, ἐνῷ οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ βιοπαλαισταί, οἱ ὁποῖοι πωλοῦσιν εἰς τὰς ὁδοὺς τὰ λαχεῖα, ἐὰν δὲν πωλήσωσι ταῦτα πρὸ τῆς κληρώσεως, ζημιοῦνται τὴν ἀξίαν αὐτῶν, εἶδον δ’ ἐγὼ αὐτὸς μετὰ θλίψεως δέματα ὁλόκληρα 500 καὶ 1000 λαχείων εἰς τὰς χεῖρας τῶν μεταπωλητῶν μετὰ τὴν κλήρωσιν, τὰ ὁποῖα ἀπέμειναν εἰς βάρος των, καὶ διὰ τοῦτο τὰ πωλοῦσι πρὸς 90 λεπτά, κατὰ τὴν προμεσημβρίαν τῆς ἡμέρας τῆς κληρώσεως, δηλαδὴ ἄνευ κέρδους, ἵνα ἐλαττώσωσι τὴν ζημίαν. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἠγόρασα εἰς τὴν τιμὴν αὐτὴν προχθές.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μὲ 60 λεπτὰ ἐπώλησαν.
§75Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διὰ νὰ χάσωσιν ὀλιγώτερα οἱ ἀτυχεῖς. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ κατωτέρου ὁρίου ἀξίας τῶν λαχείων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἔκπτωσις 15%.
§76Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀνεγράφη ἄλλοτε, ἵνα προαγάγῃ τὴν πώλησιν τῶν λαχείων τοῦ Στόλου, ἀλλὰ βεβαίως τρόπος προαγωγῆς τῆς πωλήσεως δὲν εἶναι αὐτός, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ λαμβάνοντες λαχεῖα πρὸς πώλησιν δὲν δύνανται νὰ τὰ πωλήσωσιν, οὕτω δὲ ζημιοῦνται χιλιάδας δραχμῶν. Βεβαίως ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἀμέσως μεταπωλητῶν ἀπὸ τῶν μεσιτῶν εἶναι δικαιοτάτη, καὶ θὰ φροντίσω, ὅπως διευκολυνθῇ τοῦτο καὶ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§77Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω ἐν πρώτοις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισεν ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς ἀναφορᾶς νὰ λάβῃ πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μειωθῇ ἡ ζημία πάντων αὐτῶν τῶν προσώπων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησίν μου, διότι διὰ τῆς δηλώσεώς του ὑπόσχεται ὅτι θὰ λάβῃ καὶ πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τὸ ἔργον τῶν ὁποίων μεγάλως συντελεῖ ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν λαχείων τοῦ Στόλου, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν λῆψιν τοῦ τοιούτου μέτρου εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιληφθῶσιν ὑπ’ αὐτὸ καὶ τὰ λαχεῖα τῆς προσεχοῦς ἐκδόσεως.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Διονυσίου Ζαφειροπούλου, ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαζαρῆς.
§79Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν ἀναφερόμενον, εἶναι ἡ προκειμένη, προκειμένου περὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ κ. Διονυσίου Ζαφειροπούλου. Ὁ κ. Διονύσιος Ζαφειρόπουλος, ὁ ὁποῖος μετέσχε τῆς μάχης τῶν Πέντε Πηγαδίων καὶ ὁ ὁποῖος συνεκρούσθη μετὰ τοῦ ἐχθροῦ δι’ ἀγχεμάχου ὅπλου ἐκ τοῦ συστάδην μαχόμενος, ἔλαβε κατὰ τὴν μάχην ταύτην τρία τραύματα, τὸ ἓν τῶν ὁποίων ἐπέφερε καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς δεξιᾶς του χειρός διὰ πυροβόλου ὅπλου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ὡς πρόεδρος τοῦ συνδέσμου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὡς Βουλευτὴς ταύτην τὴν στιγμὴν εἶμαι συγκεκινημένος, διότι ἐπιτελῶ ἔργον, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὡς τὸ μᾶλλον προσῆκον. Ὁ κ. Διονύσιος Ζαφειρόπουλος, ἐπαναλαμβάνω, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν μάχην τῶν Πέντε Πηγαδίων ὑπὸ τὸν Παπούλιαν τὸν διοικητὴν τοῦ 10ου Συντάγματος, ὁ δὲ ὑποστράτηγος κ. Στράτος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀνάκρισιν μετὰ τοῦ Τύπου, ὁμολογεῖ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἔδρασεν ὁ κ. Διονύσιος Ζαφειρόπουλος, ὥστε ὀφείλομεν νὰ προσέλθωμεν ἀρωγοὶ καὶ νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς τὰ αἰτούμενα διὰ τῆς αἰτήσεώς του ταύτης. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θ’ ἀναλάβῃ, ὅπως παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἠθικὴν ἀμοιβήν, ἐπίσης δὲ καὶ πρὸς σύνταξιν τοῦ τραυματίου τούτου τοῦ πολέμου.
§80ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἀκόμη;
§81Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Οὐδὲν ἀπολύτως. Κατὰ τὸ 1899, ὅτε εὑρισκόμην εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὡς μαθητής, εὗρον τὸν κ. Διονύσιον Ζαφειρόπουλον ἐπανελθόντα μετὰ τὸ 1897, ὅτε ἔδρασεν ἐν τῇ μάχῃ τῶν Πέντε Πηγαδίων, εὗρον, λέγω, αὐτὸν ὑπηρετοῦντα εἰς ἓν παντοπωλεῖον. Μάλιστα εἰς τὸ παντοπωλεῖον ἐκεῖνο εἰσῆλθέ ποτε εἷς ἀξιωματικὸς καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποτείνῃ παρατήρησιν πρὸς τὸν Ζαφειρόπουλον, ὅτε δὲ ὁ Ζαφειρόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον, ὁ ἀξιωματικὸς εἶπεν ὅτι εἰς τὰ γκαρσόνια οὐδένα λόγον δίδει.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βεβαιωμένος δι’ ἐπισήμων ἐκθέσεων τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ τραυματισμός;
§83Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Βεβαίως· ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει πάντα τὰ σχετικά.
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ παραπεμφθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι δι’ ἀνακριτικῆς ἐκθέσεως ἐπὶ ἐνόρκων ἐξετάσεων διεξαχθεισῶν ὑπὸ τοῦ πατρός μου βεβαιοῦται ὁ τραυματισμὸς τοῦ κ. Διον. Ζαφειροπούλου ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης δι’ ἀγχεμάχου ὅπλου, διὰ σπάθης.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς δὲν ἠμείφθη;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ἤμειψε πολλοὺς ἀνάνδρους!
§88Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§89Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι εἰμὴ νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ Δ. Ζαφειροπούλου, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐπεδείξατο ὑπέροχον ἀνδρείαν, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Εἶναι δὲ περίεργον πῶς, ἐνῷ ἠμείφθησαν καὶ ἐτιμήθησαν τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὸ ἁπλοῦν καθῆκον αὑτῶν ἐπετέλεσαν, αὐτός, ὁ ὁποῖος τοιαύτην διαγωγήν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπεδείξατο, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παντάπασιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ἀμείψῃ τὸν ὑπέροχον τοῦτον ἄνδρα, τὸν διαπρέψαντα εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης.
§90Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ὑστέρουν, κύριοι συνάδελφοι, ἂν δὲν ἔλεγον καὶ ἐγὼ δύο λέξεις ὑπὲρ τοῦ ἥρωος Ζαφειροπούλου τοῦ πράγματι διαπρέψαντος εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης κατὰ τὸ 1897. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ 1897 ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἀπέδειξεν ὅτι οἱ περισσότερον δράσαντες καὶ οἱ περισσότερον ἡρωισμὸν ἐπιδείξαντες ἦσαν οἱ ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ἥρως τῶν Πέντε Πηγαδίων Διονύσιος Ζαφειρόπουλος. Δυστυχῶς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς, μάλιστα δέ, ὅτε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, δηλαδὴ κατὰ τὴν 22αν Μαρτίου 1910, ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ συντάξεων τῶν τραυματιῶν τοῦ 1897 ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν, ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὸν ἥρωα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔπρεπε ν’ ἀμειφθῇ.
§91Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δι’ οὐδένα ἔφεδρον ἀξιωματικὸν ἐλήφθη φροντίς.
§92ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία μέχρι τοῦδε, ἂν ἤμειψέ τινας, ἤμειψε μόνον τοὺς ἐπιτηδείους, τοὺς δυναμένους εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐκμεταλλεύωνται πᾶσαν περίστασιν, τοὺς δημιουργοῦντας θόρυβον περὶ αὑτοὺς καὶ ἐν γένει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν διὰ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ, νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ὁ Διονύσιος Ζαφειρόπουλος ἦτο καὶ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν μάχην τῆς Ἰένης ἢ τοῦ Ἀούστερλιτς, βεβαίως οὗτος θὰ ἦτο στρατηγὸς ἐκ μέρους τοῦ Βοναπάρτου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὸν θέλει ἐπαίτην καὶ γκαρσόνι. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τοῦ Ζαφειροπούλου, οὔτε ἡ Πολιτεία ἔχει νὰ χάσῃ τι, ἐὰν δὲν ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸν Ζαφειρόπουλον. Πρόκειται διὰ τῆς ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, νὰ διδάξῃ ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο ἀμείβει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀμείψῃ, ἵνα φιλοτιμήσῃ τὰς γενεὰς τοῦ μέλλοντος. Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως ὀφείλει ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἀμείβουσαν τὸν ἥρωα ἐκεῖνον Δ. Ζαφειρόπουλον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν χωρίων Μαρινάκι, Σκληροῦ καὶ Κολοκύθας τοῦ δήμου Πηνειίων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§94Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπανειλημμένως ἐδείχθη συμπαθὴς πρὸς τὰ σεισμοπαθῆ μέρη, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ἀνάλογα μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν. Οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων κωμοπόλεων τοῦ δήμου Πηνειίων, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, στεροῦνται πάσης συγκοινωνίας, ἀνηνέχθησαν διὰ δημοψηφισμάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο. Οἱ περισσότερον παθόντες εἶναι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Μπεζαΐτη, Μπουχιώτη, Παλαιοπόλεως, Μαρινάκι, Σκληροῦ καὶ Κολοκύθας, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, στεροῦνται καὶ πάσης συγκοινωνίας, δὲν ἔχουσι δ’ οὐδὲ βατὸν δρόμον. Ἀναφέρονται λοιπὸν οὗτοι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν τὴν κατάλληλον πρόνοιαν, τουτέστιν ἵνα περιληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐράνων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν, καὶ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς συντάξεως σχεδίου ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν. Μόνον διὰ λόγων ἐφροντίσαμεν περὶ τῶν κατοίκων αὐτῶν. Μέχρι σήμερον οὐδεμία πραγματικὴ μέριμνα, οὐδεμία πραγματικὴ προστασία ἐλήφθη ὑπὲρ αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους τῶν διαφόρων χωρίων τοῦ δήμου Πηνειίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων σεισμοπαθῶν μερῶν τῆς Ἠλείας, οἱ ὁποῖοι, μέχρι τῆς ὥρας ταύτης τοὐλάχιστον, οὐδεμιᾶς προστασίας ἔτυχον.
§95Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ. Πρέπει τέλος πάντων καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν τελευταίως ἀπὸ τοὺς σεισμούς, νὰ λάβωσι βοήθειάν τινα. Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι παρὰ τῆς Πολιτείας· εἰμὴ ν’ ἀποσταλῇ μηχανικός, ὁ ὁποῖος νὰ μελετήσῃ τὸν νέον συνοικισμόν, ὁποῖος θὰ γίνῃ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ μηχανικοί μας περιφέρονται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ κάμνουσι ταξίδια ἀναψυχῆς, εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἔκαμνον καὶ ἓν ταξίδιον ἀναψυχῆς καὶ ἕως ἐκεῖ, ἵνα κάμωσι καὶ ἓν σχεδιάγραμμα τοῦ νέου συνοικισμοῦ τῶν χωρίων αὐτῶν. Πρὸς δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀπὸ πολλοῦ ἢ μᾶλλον ἀπὸ δύο ἐτῶν εἶχε κατατεθῆ ἐξ ἐράνων ποσὸν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰ σεισμοπαθῆ ἐκεῖνα μέρη. Τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο μένει νεκρόν, οἱ δὲ ἀτυχεῖς σεισμοπαθεῖς μένουσιν ἄστεγοι. Θὰ παρεκάλουν αὐτόν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐνῷ ἀπὸ μέρους τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν τοὺς ἐράνους των, ἐπεδιώκετο ὁ σκοπός, ὅπως ἔλθωσιν ἀρωγοὶ εἰς τὰ σεισμοπαθῆ μέρη, νὰ μένῃ τὸ κεφάλαιον τοῦτο νεκρόν. Λοιπὸν εἰς τὴν Πολιτείαν αὐτὴν δύναται νὰ συμβαίνῃ αὐτό, καὶ μόνον εἰς τὸ Κράτος αὐτό, καὶ μόνον ἀπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης δύναται νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἀπαρατήρητον, ἐνόσῳ ὁ λαὸς ἐκεῖνος δεικνύει μίαν τοιαύτην στάσιν ὑπομονῆς, ἐὰν δὲν δημιουργήσῃ τρόπον τινὰ στάσιν ζωηροτέραν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ σύστασίς μου, νὰ λάβῃ μέριμνάν τινα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ὑφίστανται τὰς δυσαρέστους καιρικὰς ἐπιδράσεις.
§96Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὰ χωρία Μαρινάκι, Σκληρὸν καὶ Κολοκύθα ὑπέστησαν τὴν μεγαλειτέραν καταστροφὴν ἐκ τῶν σεισμῶν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1909 καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅπως ἀποστείλῃ ἕνα μηχανικόν, ἵνα καταρτίσῃ τὸ σχέδιον τοῦ συνοικισμοῦ τῶν χωρίων ἐκείνων, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς. Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσιν 100,000 δραχμῶν κατατεθειμέναι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ ἐράνων διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων 10,000 δραχμῶν εἶχε καταθέσει τὸ Δημόσιον. Ἐν τούτοις δὲν γνωρίζω πῶς ὁ τέως διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐκ τίνος σκέψεως ὁρμώμενος ἀφῄρεσεν αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ τὸ κατέθεσεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι ἀρκετὰ περίεργος ἡ λογιστικὴ καὶ ἡ διαχειριστικὴ τοῦ ἀπολυθέντος διευθυντοῦ. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐμερίμνησε, διότι βεβαίως δὲν ἐγένοντο εἰς αὐτὸν αἱ δέουσαι παραστάσεις, ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι ἤδη θέλει σπεύσει νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει.
§97Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ δώσω ἀναγκαίαν ἐξήγησιν, διότι ὡμίλησαν περὶ τοῦ περιέργου φαινομένου τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν 100,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε συλλεχθῆ δι’ ἐράνων, καὶ μένει ἀδιάθετον. Πράγματι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἐπληροφορήθην, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑφίσταται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεμφθῇ τις τοὺς προκατόχους Ὑπουργοὺς ὅτι δὲν τὸ διένειμαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διανομὴ πρὶν ἢ διεξαχθῶσι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐνέργειαι, δι’ ὧν θὰ γνωρίσωμεν τὴν ἀναλογίαν, ἥτις δέον νὰ τηρηθῇ ἐν τῇ διανομῇ. Γνωρίζουσιν οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια ἐγένετο, ὅτι ἐζητήθησαν πληροφορίαι, καὶ εὑρέθη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῶν ἐράνων, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ Ἐπίσκοπος Ἠλείας, νὰ προβῇ εἰς τὴν διανομὴν αὐτῶν, διότι δὲν ἐφρόντισαν ἐγκαίρως τότε οἱ ἀναλαβόντες τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν παθόντων νὰ συντάξωσι τοῦτον. Πλὴν ὅμως τούτου, καὶ ἂν ὑπῆρχε σήμερον ὁ κατάλογος τῶν ἀξίων βοηθείας ἐκ τῶν ἐράνων τούτων, ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν παθόντων μερῶν καλλίτερον πλέον, ὅπως τὰ χρήματα διατεθῶσι πρὸς ἄλλας ἀνάγκας ἐξυπηρετούσας συμφέροντα γενικὰ πάντων τῶν κατοίκων. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ἐννοεῖται δ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ διανείμῃ τὰς 100,000 δραχ., αἵτινες εἶναι κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐγὼ καὶ ἐπισήμως ἐδήλωσα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἁρμόδιοι μετὰ τῆς ἐκεῖ ἐπιτροπῆς, ὅπως ὑποδείξωσι τὴν σκοπιμωτέραν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ἐφ’ ὅσον ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δύναται τὰ χρήματα ἐκεῖνα νὰ διατεθῶσι κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, καὶ ὄχι κατ’ ἐκεῖνον, πρὸς ὃν προωρίσθησαν, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσι σήμερον, διότι δὲν ὑπάρχουσι κατάλογοι ὁρίζοντες τὴν κατὰ παθόντα ἐπιβαλλομένην συνδρομήν. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα γνωρίζουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι μηχανικοὶ ἐστάλησαν, ὅτι σχέδια συνετάχθησαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅτι δὲ καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ μηχανικὸς τῆς Ἠλείας εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, δύνανται δὲ νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ὅ,τι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται καὶ εἶναι δυνατόν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς σηροτροφικῆς ἑταιρείας ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§99Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μέρμηγκα, ὅστις εἰδικώτερον θὰ ἦτο παρεσκευασμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω περισσότερα ἴσως πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ὅσα θὰ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μία βιομηχανία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὄντως ἐθνική, διότι, ὡς ἡ Ἱστορία μαρτυρεῖ, καίτοι ἡ βιομηχανία αὕτη εἰσήχθη καὶ ἐκαλλιεργήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἐν τῇ χώρᾳ μας ἀπὸ τῶν Βυζαντιακῶν χρόνων, ἐν τούτοις ἡ βιομηχανία αὕτη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐντελῶς παρημελήθη, ἡ δὲ χώρα ἐκείνη, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Πελοπόννησος, ἐν τῇ ὁποίᾳ τόσον ηὐδοκίμησεν ἡ καλλιέργεια τοῦ δένδρου, δι’ οὗ ἡ οἰκιακὴ βιομηχανία αὕτη ἀνεπτύχθη, ὥστε καὶ μέχρι τῶν χρόνων τούτων νὰ φέρῃ τὴν ἐπωνυμίαν ὁ Μορηᾶς ἐκ τοῦ μορέα, ὡς καλεῖται, ὡς γνωρίζετε, τὸ δένδρον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκτρέφονται οἱ μεταξοσκώληκες, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Πελοποννήσῳ ἡ καλλιέργεια τοῦ πλουσίου αὐτοῦ προϊόντος παρημελήθη καὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ ἐν Ἀττικῇ ἡ αὐτὴ παραμέλησις ἀπὸ πολλοῦ παρετηρήθη λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ ἐνσκήψασαι διάφοροι ἀσθένειαι εἰς τὸν μεταξοσκώληκα δὲν ἀνταπέδιδον πλέον τὴν δέουσαν ἀποζημίωσιν ἀντὶ τῆς καταβαλλομένης ἐπιμελείας εἰς τοὺς ἐκτρέφοντας αὐτόν. Κατὰ τὸ 1905 ὅμως ἐν τῇ πρωτευούσῃ πολλαὶ Κυρίαι, ἐπιθυμοῦσαι ἵνα ἡ βιομηχανία αὕτη ἀναζωπυρηθῇ, συνέστησαν ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας προΐσταται ἡ ἐρίτιμος κ. Ζλατάνου, ἥτις κατέβαλε καὶ καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἡ βιομηχανία αὕτη ἐκ νέου διαδοθῇ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν καὶ ἀποκομίσῃ τὰ κέρδη καὶ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν, ὡς εἰς πάντα τὰ Κράτη ἐπιτυγχάνονται. Ἰδίως δὲ εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν λυποῦμαι νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβε τοιαύτην ἐπίδοσιν καὶ ἀνάπτυξιν ἡ σηροτροφία, ὥστε ἡ Τουρκία σήμερον νὰ θεωρῆται ὡς μία ἐκ τῶν μᾶλλον προηγμένων χωρῶν λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως παρ’ αὐτῇ τῆς βιομηχανίας τοῦ μεταξοβόμβυκος. Ἡ κ. Ζλατάνου δὲ νομίζει ὅτι διὰ τῶν γλίσχρων πόρων, τοὺς ὁποίους ἡ ἑταιρεία, ἧς εὐδοκίμως προΐσταται, διαθέτει, ὡς καὶ τοῦ μικροῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ζητεῖ, θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὥστε ἡ διάδοσις καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῆς βιομηχανίας ταύτης νὰ ἐπιτευχθῇ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Τὸ κατ’ ἐμὲ εὑρίσκω ὅτι εἶναι μὲν λίαν ἀξιέπαινοι αἱ Κυρίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καταβάλλουσι πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς διάδοσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ταῦτα πάντα εἶναι ἀποκλειστικὸν καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου τούτου, διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη δέον νὰ τύχῃ βελτιώσεως καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐκθρέψεως τοῦ μεταξοσκώληκος, καί, εἰ δυνατόν, οἱ μεταξοσκώληκες ν’ ἀναπτύσσωνται κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς ἡλικίας των οὐχὶ κατὰ τρόπον πρωτογενῆ, ἀλλ’ ὡς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει μεγάλην ἐπίδοσιν ἡ βιομηχανία αὕτη. Ἐν τῷ Πηλίῳ ἡ σηροτροφία ὑφίσταται ἀπὸ τοῦ 1800. Ἡ Θεσσαλία εἶναι χώρα κατ’ ἐξοχὴν σηροτρόφος, διότι ἔχομεν σηροτροφικὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ἐξάγουσι ποσὰ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, τοιαῦτα δὲ κέντρα εἶναι ὁ Τύρναβος, ἡ Ἀγυιά, ἡ Καλαμπάκα, τὸ Πήλιον, καὶ ἐν γένει αἱ ἐπαρχίαι τῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης κλπ. Ἐν Πελοποννήσῳ κυριώτεραι ἐπαρχίαι εἶναι ἡ Λακωνία καὶ ἡ Μεσσηνία, αἱ ὁποῖαι παράγουσιν ἀρκετὸν ποσόν, καθὼς καὶ ἡ Εὔβοια. Εἰς πάντα ταῦτα τὰ μέρη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἀνάγκη δὲ νὰ συσταθῶσιν ἐν πρώτοις ἐργαστήρια μικροσκοπικῆς ἐξετάσεως τοῦ μεταξοσπόρου, διότι ἐκ τῆς τοιαύτης προεργασίας ἐξαρτᾶται κατὰ μέγιστον ὅρον ἡ ἐπιτυχία ἢ μὴ τῆς ἐκθρέψεως τοῦ μεταξοσκώληκος, συγχρόνως δὲ νὰ φροντίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νὰ συστήσῃ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τῆς παραγωγῆς τοῦ μεταξοσκώληκος παμμέγιστα ἐργαστήρια, ὅμοια μὲ τὰ δρῶντα ἐν Ἰταλίᾳ, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν κατοίκων διὰ τὴν ἀπαιτουμένην σήμερον ἐπιστημονικὴν οὕτως εἰπεῖν βιομηχανίαν τοῦ προϊόντος τούτου, διότι παρῆλθον οἱ πρωτογενεῖς ἐκεῖνοι χρόνοι, καθ’ οὓς ἠδύνατο ἕκαστος ἰδιώτης ἐν τῇ πενιχρᾷ αὐτοῦ καλύβῃ νὰ ἐκτρέφῃ μεταξοσκώληκας. Τοῦτο θὰ συντείνῃ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, ἥτις δύναται πολλὰς οἰκογενείας πολιτῶν νὰ καταστήσῃ ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου. Ἐὰν δ’ ἐγκατασταθῶσι τοιαῦτα ἐργαστήρια πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν κατοίκων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ τηρῶνται οἱ ἐπιστημονικοὶ ὅροι τῆς σηροτροφίας, βεβαίως μετ’ ὀλίγον χρόνον θ’ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ χώρᾳ μας πόρος ἕτοιμος ἤδη καὶ ἀρκετὰ βιώσιμος βιομηχανία, ὅπως ὄντως ἀποκτήσωμεν βιομηχανίαν δυναμένην νὰ διαγωνισθῇ μετὰ τῆς τοιαύτης βιομηχανίας ἐν τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ.
§100Γ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Σηροτροφικῆς ἑταιρείας, ἥτις μετὰ μεγάλου ἀληθῶς ζήλου ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ τόσον παραγωγικοῦ τούτου ἔργου, ἰδίᾳ δὲ ἡ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἑταιρείας κ. Αἰκ. Ζλατάνου, ἡ ὁποία μοχθεῖ προσωπικῶς καὶ οὐσίας ἀκόμη ὑλικὰς καταβάλλει, ἵνα προαγάγῃ τὸ ἔργον. Νομίζω δ’ ὅτι ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ οἱ εὐπορώτεροι τῶν δήμων ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσιν ἀνάλογα χρηματικὰ ποσὰ ὑπὲρ ἐνισχύσεως τῆς Σηροτροφικῆς ἑταιρείας, τῆς ὁποίας ἡ προκοπὴ καὶ εὐδοκίμησις γεωργικῶς καὶ παραγωγικῶς θὰ ὠφελήσῃ τὴν χώραν. Δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ πρώτη θὰ ψηφίσῃ ἀνάλογον χρηματικὸν βοήθημα ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας ταύτης.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν καπνεργατῶν καὶ καπνοπωλῶν Αἰγίου καὶ τῶν καταδίκων Ῥίου ἐγγεγραμμένοι ἀπουσιάζουσιν. Ἐπὶ ἀποφάσεως τοῦ κ. νομάρχου Κερκύρας περὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων ὁ κ. Σκιαδαρέσης.
§102Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μετὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω σήμερον παρ’ ὅτι εἶναι λυπηρὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προΐστανται νομῶν, ν’ ἀγνοῶσι τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς κυριωτέρους τῶν νόμων. Ὁ κ. νομάρχης Κερκύρας προέβη εἰς μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ δασμοὺς εἰς τοὺς δήμους τοῦ νομοῦ Κερκύρας, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν Ὑπουργόν, οἷος ὁ κ. Ῥέπουλης, θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ πληρώνωμεν νέους ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, ἀφοῦ ὑπερέβημεν καὶ τὸ ὕστατον ὅριον τῆς ἐπιβολῆς φόρων ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ μάλιστα εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας καὶ ἀφοῦ ἐντὸς μηνὸς ηὐξήθη κατὰ ½% ὁ δασμὸς τῶν ἐξαγομένων, ὑπεβλήθη δὲ καὶ 1½% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς πάντας τοὺς δήμους Λευκάδος.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κλητήρων τῶν Ὑπουργείων ἐγγεγραμμένοι ἀπουσιάζουσιν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καλαμῶν διὰ τὸν φόρον τῶν ἑσπεριδοειδῶν ὁ κ. Δικαῖος.
§104Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ ἔμποροι τῶν Καλαμῶν, ὡς ἤδη γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ζητοῦσι τὴν μετατροπὴν τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῶν ἑσπεριδοειδῶν, διότι εἶναι γνωστὸν καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένον ὅτι τὰ δένδρα κατεστράφησαν τελείως ὑπὸ ψωριάσεως, πολλοὶ δὲ τῶν κήπων ἤδη ὑπέστησαν ἐκρίζωσιν τῶν δένδρων. Ἐκ πάντων τούτων προτείνουσιν οἱ κηπουροί, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δεχθῇ τὴν μετατροπὴν τῆς φορολογίας ἀπὸ στρεμματικῆς εἰς φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων πρὸς κατανάλωσιν προϊόντων. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι δύο καὶ μόναι ὁδοὶ ἐξαγωγῆς ὑπάρχουσιν, ἡ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἡ τοῦ λιμένος. Ἐκ τούτου βεβαίως περὶ τὴν βεβαίωσιν οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ παρουσιάσῃ, ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι κατόπιν τῆς μετατροπῆς θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναθέσῃ καὶ εἰς ἐνοικίασιν τὸν φόρον, καὶ τοῦτο τὸ μέτρον ἀκόμη εἶναι διατεθειμένοι οἱ κηπουροὶ νὰ δεχθῶσι, θεωροῦντες αὐτὸ ὀλιγώτερον καταστρεπτικὸν τῆς ἀμέσου στρεμματικῆς φορολογίας. Ἐκ δύο συνεννοήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ προέλθωμεν, μᾶς εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἀπεκομίσαμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται ὡς εὔλογα τὰ παράπονα, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ διαπιστοῦμεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν καὶ τῶν παραπονουμένων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ πράγματα θὰ μεταβληθῶσι ταχέως.
§105Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς ἐκθέσεις τοῦ γεωπόνου, ἐξ ὧν βεβαιοῦται ὅτι ὑπέστησαν καταστροφὴν τὰ ἑσπεριδοειδῆ δένδρα πραγματικήν, καὶ ἑπομένως τὰ δίκαια τῶν κτηματιῶν εἶναι ἀναμφισβήτητα.
§106Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐγὼ ὄχι μόνον θὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ θὰ προχωρήσω ἔτι περαιτέρω. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταργήσῃ τὸν φόρον αὐτόν, καὶ λέγω νὰ τὸν καταργήσῃ, διότι εἰς τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργείου θὰ ἴδῃ ὅτι ἐλάχιστα εἰσπράττει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον καταργοῦν τὸν νόμον τοῦτον.
§107Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογίαν στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Δεκάζου, διότι εἶναι τελεία ἡ καταστροφὴ τῶν ἑσπεριδοειδῶν.
§108Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅσα οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ὅπως ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1894, τὸ ὁποῖον εἰσηγήσατο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον παρεχώρησε τὸ προνόμιον αὐτό, τῆς μετατροπῆς τουτέστι τοῦ φόρου αὐτοῦ εἰς φόρον βεβαιούμενον ἐν τοῖς Τελωνείοις, παρεχώρησεν εἰς ἐπαρχίας τινάς, ὡς τὴν Μῆλον καὶ τὴν Νάξον. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀδιαφορία τῆς σημερινῆς Ἀρχῆς νὰ μὴ παραχωρήσῃ τοιοῦτον προνόμιον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τῶν κατοίκων Καλαμῶν καὶ προβῇ εἰς δραστηρίαν τινὰ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καζακλὰρ ὁ κ. Ἀγγελίδης.
§110Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Καζακλάρ. Οἱ κάτοικοι τοῦ Καζακλὰρ διὰ τῆς ἀναφορᾶς των προσφέρονται νὰ δώσωσι 30,000 δρχ. διὰ τὴν ἀνέγερσιν νέου σχολείου ἑξαταξίου. Ἤδη λοιπὸν πρέπει νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἀνέγερσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι 200 μαθηταὶ μένουσιν εἰς τρώγλην τινά, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀνέγερσις, διότι οἱ μαθηταὶ διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἀσθενήσωσιν.
§111Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπισπεύδεται ὅσον δύναται ἡ ἀνέγερσις τοῦ διδακτηρίου τούτου. Διετάχθη ὁ μηχανικός, ὅπως ἀναθεωρήσῃ προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη συνταχθῆ ὑφ’ ἑτέρου μηχανικοῦ ἐκκαθαρισθέντος, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§112Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἡ κωμόπολις Καζακλὰρ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι μία μεγάλη ὄασις ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς Πελοποννήσου καὶ ἰδίως ἐκ τοῦ δήμου Τεγεατῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Καζακλὰρ διακρίνονται ἐπὶ φιλεργίᾳ καὶ φιλοπονίᾳ, εἶναι δὲ οἱ πρῶτοι εἰσαγαγόντες καὶ χρησιμοποιήσαντες θεριστικὰς μηχανάς, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν κυάμων εἰς μεγάλην ἔκτασιν. Ταῦτα λέγω, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν ἡ ἵδρυσις ἐν τῇ κωμοπόλει ταύτῃ σχολῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιωτέρας καὶ κάλλιον λειτουργούσης, διότι τοιουτοτρόπως ἡ Πολιτεία θὰ δείξῃ ὅτι προστατεύει ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των πολλὰς μὲν προσόδους εἰς τὸ Κράτος προσέφεραν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐχρησίμευσαν καὶ ὡς παράδειγμα διὰ τοὺς ἄλλους γεωργούς. Ἡ ἵδρυσις λοιπὸν τελείου σχολείου, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως νὰ προέχῃ ἡ διδασκαλία γεωργικῶν τινων μαθημάτων, θὰ συνέτεινεν, ὥστε ἡ κλίσις τῶν κατοίκων πρὸς τὴν γεωργίαν ν’ αὐξηθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων καὶ τὴν γεωργίαν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Τυρνάβου ἐγγεγραμμένος κ. Ἀγγελίδης παραιτεῖται. Ἐπίσης παραιτοῦνται πάντες οἱ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀποστράτων ἀνθυπολοχαγῶν ἐκ Καλαμῶν ἐγγεγραμμένοι, πλὴν τοῦ κ. Δικαίου.
§114Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐδῶ συμβαίνει ἕν ἄτοπον, εἶναι δ’ εὐλογώτατα τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἀποστράτων ἀνθυπολοχαγῶν. Ὑπάρχουσιν εὐεργετικοὶ νόμοι τοῦ 1885, 1887 καὶ μεταγενέστεροι, διὰ τῶν ὁποίων ἐλήφθη πρόνοια πρὸς οἰκονομικὴν προστασίαν καὶ ἀνακούφισιν τῶν ἀποστρατευομένων κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1885 καὶ 1887 οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ μετὰ πενταετῆ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὑπηρεσίαν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀπονομήν, ἀποστρατευόμενοι, τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ καὶ τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Κατ’ ἄλλον εὐεργετικὸν νόμον οἱ ἀρχιμουσικοὶ καὶ οἱ ἀρχιτεχνῖται, ἀποστρατευόμενοι, δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεως καὶ βαθμοῦ ἀνωτέρου, οἱ λοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοί, ἐπιλοχίαι καὶ λοχίαι, οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ ὅμως μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν δικαιοῦνται εἰς ἀπονομὴν συντάξεως καὶ βαθμοῦ τοῦ ἰδίου. Καθὼς βλέπετε, διὰ πάντας ἐλήφθη πρόνοια, μόνον δὲ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἀποστρατευόμενος, ἐνῷ ἔχει πενταετῆ ὑπηρεσίαν, δὲν ἀπολαύει ὅσα πάντες οἱ ἄλλοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἀπολαύουσι. Τοῦτο δὲ εἶναι προφανὴς νομοθετικὴ παραδρομή.
§115Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι παραδρομή.
§116Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, διότι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις δὲν ἀναφέρει τι περὶ τῆς παραδρομῆς ταύτης, τοῦτο δὲ καθιστᾷ ἀκόμη μεγαλείτερον τὸ ἄτοπον κατὰ τὴν κρίσιν μου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ παράπονα αὐτὰ εἶναι τόσον εὔλογα, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβωσι ταχίστην πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἕνδεκα ἢ δώδεκα ἀνθυπολοχαγῶν· δὲν πρόκειται περὶ γενικοῦ μέτρου, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ἔχει κανονισθῆ τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀδικία. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δαπάνης προσθέτου γλισχροτάτης, πολὺ μικρᾶς, λίαν δυσαναλόγου ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἀδίκου, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Τὰ παράπονα αὐτῶν ὑπεβλήθησαν τετράκις κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ τότε ὑπηρεσίαι εἶχον ἀποφασίσει νὰ εἰσαγάγωσι τὸ νομοθετικὸν τοῦτο μέτρον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἐπελθόντα γεγονότα τὰ ἐσωτερικὰ ἐματαίωσαν πᾶσαν τοιαύτην σκέψιν, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν ταύτην πάλιν δυστυχῶς μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ παράπονά των θὰ εὑρεθῶσιν εὔλογα καὶ ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ ἐν καιρῷ τὸ προσῆκον νομοθετικὸν μέτρον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ συλλόγου τῶν Καλαβρυτινῶν ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§118Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κατὰ τὸ 1878 ἐγένετο νόμος περὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Μετέβησαν τότε οἱ πολῖται, παραπλανηθέντες δυστυχῶς, καίτοι κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν ἀσθενῆ αἱ γαῖαι αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος, συνεπῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μετέβησαν, λέγω, οἱ πολῖται καὶ ἐδήλωσαν τὰς γαίας. Ἔκτοτε, ἐφ’ ὅσον ἐδηλώθησαν, ἐπλήρωνον οἱ πολῖται μέχρι τοῦ 1888. Ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι χθές, ὅτε ἐξεδόθησαν κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὰς εἶχε λησμονήσει καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐπείσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι δὲν ἀνῆκον τὰ χρήματα εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ τρόπον τινὰ ἐννοήσασα τὸ σφάλμα της ἀφῆκε τοὺς πολίτας ἐλευθέρους. Πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἐξεδόθησαν κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα τῶν ἐτῶν 1908, 1909 καὶ 1910, σημειωτέον δ’ ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐνταλμάτων αὐτῶν ἐξεδόθησαν καὶ χρηματικὰ ἐντάλματα περιλαμβάνοντα καὶ πρόσθετα τέλη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς παράλογον, διότι ἀπὸ τοῦ 1888 ἕως χθὲς οὐδέποτε ἐξεδόθησαν ἐντάλματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τέλος ἓν μέτρον διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι εἶναι ἀφόρητος καὶ διότι οἱ πολῖται ἐνόμισαν τρόπον τινὰ ὅτι τοῖς ἐχάρισεν ἡ Πολιτεία τὰ χρήματα αὐτά, καὶ εἶναι σκληρὸν νὰ νομίζῃ τις ὅτι δὲν ὀφείλει, καὶ μετὰ 35 ἔτη νὰ καλῆται, ἵνα πληρώνῃ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν ταύτην, διότι σᾶς λέγω ὅτι, ἂν σήμερον ὑπονομεύεται τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ὑπονομεύεται διὰ δύο λόγους, πρῶτον διὰ τὰς σπειρομένας γαίας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι φόρος δίκαιος, ἀλλὰ διαβάλλεται παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, καὶ δεύτερον λόγῳ τοῦ ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ ἀνόρθωσις τρόπον τινά, οἱ πολῖται ὑφίστανται τὰς μεγαλειτέρας καταδιώξεις καὶ ἔχουσι τραπῆ ἀνὰ τὰ ὄρη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διευκολύνῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, διότι οὔτε ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ, οὔτε ἡ ἐποχὴ τῆς συγκομιδῆς τῆς σιτοπαραγωγῆς ἐπιτρέπει πληρωμάς. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ἑξῆς. Ὁ ταμίας Καλαβρύτων παραμένει ἐκεῖ 4–5 ἔτη, ἔχει δὲ συνάψει δεσμοὺς καὶ σχέσεις, καὶ ἡ Πολιτεία τέλος λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν δύο ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἀπεφάσισε τὴν ἀπόλυσίν του. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρῆλθεν ἓν ἔτος. Μετέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ εἶπον ὅτι δὲν ἔχουσι προσωπικόν. Ἐπὶ τέλους ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν; Ἐὰν ἔχωμεν, νὰ φύγῃ· ἐὰν δὲν ἔχωμεν, νὰ μείνῃ. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἀντιλήψει, τόσον διὰ νὰ σωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ὅσον καὶ διὰ νὰ σωθῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ, θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς συστάσεις μου.
§119Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὰς προτάσεις τοῦ προλαλήσαντος.
§120Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο μέχρι σήμερον ἡ Πολιτεία πρὸς εἴσπραξιν τῶν διαφόρων ὀφειλῶν, ἔρχεται νῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀθρόας ἐκδόσεως ἐνταλμάτων νὰ ζητήσῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν. Ὑπεσχέθη ἐπανειλημμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον, ὅπως κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν τὸ ἔπραξε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ εὔλογα καὶ δίκαια παράπονα τῶν Καλαβρυτινῶν ὡς καὶ πάντων τῶν κατοίκων Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐπὶ τέλους εὐδοκήσῃ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ κατάλληλα πρὸς προστασίαν ὄχι τόσον τῶν πολιτῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, διότι ἂς βεβαιωθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, ἐὰν λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα, θ’ ἀπαλλάξῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν Ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται μέχρι σήμερον εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ συγκρατήσῃ καὶ τοὺς κατοίκους εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπως ἀσχολῶνται πλέον, ἀφοῦ λείψῃ ὁ φόβος τῆς καταδιώξεως, εἰς τὰς γεωργικάς των ἐργασίας.
§121Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πολλὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν ὑπὸ τῶν λαβόντων τὸν λόγον· ἀλλ’ εἰδικῶς διὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Καλαβρύτων φαίνεται ὅτι μὲ πάντα τὰ κόμματα ἦσαν οὗτοι φίλοι, διότι οὐδέποτε οὐδὲν εἰσεπράχθη ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν. Μοὶ φαίνεται παράδοξον νὰ θεωρῆται ὅτι εἶναι ἐλάττωμα τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ὁ ταμίας προσπαθῇ νὰ εἰσπράττῃ ὅσα ὀφείλονται εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν εἶναι βεβαίως αὐτὸ ἐλάττωμα, οὔτε ἐλάττωμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης εἶναι ὅτι θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων τῷ δημοσίῳ ταμείῳ.
§122Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ μὴ γίνωνται κατασχέσεις.
§123Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ κατάσχεσις εἶναι μέτρον πολὺ ἐλαφρότερον τοῦ ἐντάλματος, διότι δὲν στερεῖ τὸν φορολογούμενον τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ἐν τούτοις, Κύριοι, μολονότι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιβάλω εἰς τοὺς ταμίας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν εἴσπραξιν, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τόσα καθυστερούμενα συσσωρευθέντα ἐπὶ τόσα ἔτη νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ μιᾶς. Ὀφείλουσι βεβαίως οἱ ταμίαι νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ, ὅπως εὐκολύνῃ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων, καθυστερουμένων τὰ ὁποῖα σημειώσετε ὅτι δὲν προέρχονται ἐκ φόρων, ἀλλ’ εἶναι ὀφειλαὶ κεφαλαίου, διὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ ὁποίου ἔχει ὑποθήκην τὸ Δημόσιον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θελήσῃ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα αὐτῷ. Ἐνταῦθα λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ὁμοίου πρὸς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, διὰ τοὺς ὁποίους δίδεται ἀναστολή· πρόκειται περὶ δικαιώματος ἐμπραγμάτου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ φροντίσῃ ν’ ἀσφαλίσῃ. Εἶναι πολὺ παράτολμον νὰ χαρίζωμεν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ χρήματα, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει τόσον μέγα ἔλλειμμα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ ἀναφορὰ τῶν γαλακτοπωλῶν. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Χριστίδης;
§125ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; Οὐδεμία. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Εἰς τὸ δεύτερον μέρος αὐτῆς. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐκθέσεων περὶ τοῦ Ταμείου Ἀμύνης.
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ πίνακι τοῦ δευτέρου μέρους τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἐγγεγραμμένη ὡς τελευταία ἐπερώτησις ἡ ἰδική μου ἀπευθυνομένη πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτοὺς νὰ μὲ πληροφορήσωσι τί ἐνήργησαν ἐπὶ τῶν παρεκτροπῶν καὶ παρανομιῶν τοῦ ἀποσπασματάρχου Ὀλυμπίας Τρ. Γιαννάρου, διὰ τὸν ἀδικαιολόγητον φόνον τοῦ Ἀ. Ἀλεξανδροπούλου. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει παρανόησις, διότι ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον τοιαύτην ἐπερώτησιν. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, τουτέστι τῆς παρελθούσης Δευτέρας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀπηύθυνα ἔγγραφον γνωστοποίησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποσταλῇ πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ἕνεκα τίνος λόγου δὲν ἀπήντησαν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ἀπευθυνθεῖσαν ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου ἐ. ἔ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, διαβιβασθείσης αὐθημερὸν πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ἀπάντησις μέχρι σήμερον ἐδόθη.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη προφορικῶς ἀπάντησις, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἀπουσιάζετε τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐλάβετε γνῶσιν.
§131Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς ἓξ ἡμέρας, καθ’ ἃς εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ Ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντήσωσιν, ἤμην παρὼν καὶ οὐδὲν ἤκουσα. Ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι.
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει εἰς τὰ Πρακτικά.
§133Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἠρεύνησα, ἀλλὰ δὲν εὗρον τοιοῦτόν τι. Ἐπιφυλάσσομαι καὶ αὖθις νὰ ἐρευνήσω τὰ Πρακτικά.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἔχει δίκαιον. Ἤδη βλέπω τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἥτις ἦτο ἐπερώτησις διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἀπαντήσεων ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεών του. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον. Τὸ λάθος ἐκαλύφθη, διότι ὅ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ εἶπε, καὶ κατὰ συνέπειαν εἴμεθα ἐκ τῶν ὑστέρων ἐν τάξει.
§135Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω διὰ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἐπερώτησιν, ὅπως ἀναπτύξω πρότασιν νόμου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη ἐπερώτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐκθέσεων περὶ τοῦ ταμείου Ἀμύνης. Εἶναι τὸ θέμα, τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ὥρισεν ἡ Βουλὴ διὰ σήμερον. Τὸ θέμα ἀνεφύη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ κ. Ε. Κουλουμβάκη ἐν σχέσει πρὸς τὰς καταγγελίας τοῦ ἀντιστρατήγου καὶ τέως προέδρου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου κ. Κ. Σμολένσκη ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Τὸν λόγον οὐδεὶς ἔχει ζητήσει ἐκ τῶν προτέρων. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς.
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰδοποιήθησαν νὰ ἔλθωσι.
§141Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς εἰδοποιήσητε.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς εἰδοποιήσωμεν, διότι ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο ἀπὸ Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§143Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἥκιστα ἀντικοινοβουλευτικὸν ν’ ἀναμένῃ ἡ Βουλὴ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἥκιστα ἀντικοινοβουλευτικὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐργάζεται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Λοιπὸν συζήτησις ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐκθέσεων περὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§145Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο σκόπιμον, ἐπειδὴ ἀπουσιάζουσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλάμβανον λόγον, ὡς γνωρίζω, ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, διὰ νὰ κατατεθῶσι καὶ ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὰ ἤδη γενόμενα. Εἶναι δὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰς διεξαχθείσας ἀνακρίσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας τοῦ κ. Σμολένσκη, καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀφ’ ἑτέρου τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ εἰς τὸν ἀντιστράτηγον. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμα, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἤθελε νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ θιχθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, καίτοι ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξέτασις δὲν θ’ ἀπεδείκνυε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ δημοσία γνώμη θὰ ἤθελε νὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς, καθ’ ὅσον θὰ ἐνόμιζεν ὅτι θὰ τὴν ὠφέλουν.
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον νὰ προσαγάγω τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ἐὰν ζητῆτε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, τότε αὕτη θὰ τεθῇ εἰς τὴν σειράν της μετὰ τὰς ἄλλας, διότι ἀποβάλλει πάντα χαρακτῆρα ἐπείγοντος καὶ ἐπικαίρου. Ἀλλά, καὶ ἂν τεθῇ εἰς τὴν σειράν της καὶ ἂν δὲν λάβῃ χαρακτῆρα ἐπικαίρου, ἐγὼ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ τὴν προτάξω πρώτην, θὰ ἦτο ὅμως δύσκολον νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀναγράψῃ πρώτην. Εἶμαι πρόθυμος νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα τὰ ζητούμενα, ἀλλὰ θὰ τεθῇ εἰς τὴν σειράν της μετὰ τὰς ἄλλας.
§147Γ. ΠΩΠ. Ἀναμφισβητήτως, προκειμένου περὶ ἐλέγχου, δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον κρίνει ἀναγκαῖον ὅπως παρέλθῃ, ἵνα ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος, καὶ ἂν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἶναι εὐθὺς μετὰ τὴν γενομένην τὴν στιγμὴν ταύτην συζήτησιν ἢ πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος μεγαλύτερος. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα οὐδέποτε θ’ ἀποβάλῃ τὴν ἐπικαιρότητα αὐτοῦ, διότι ἡμεῖς θὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον ἐγένοντο πράξεις δυνάμεναι νὰ συγκινήσωσιν ἢ ὄχι τὴν δημοσίαν γνώμην, καὶ κατὰ πόσον ἡ συγκίνησις αὕτη δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπωφελὴς ὑπὲρ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ σημεῖα τῶν παραβάσεων τῶν νόμων, ἵνα δὲ κρίνωμεν σαφέστερον ἐπὶ τῶν παραβάσεων αὐτῶν τῶν νόμων, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ὡμίλησα καὶ διὰ τῶν ὁποίων δηλοῦται ὅτι αἱ καταγγελίαι τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Σμολένσκη ἀφεώρων ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, τὸν ὁποῖον κατήγγειλεν, ἀλλὰ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑπευθύνου, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προΐσταται ὡς πρόεδρος καὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Συνεπείᾳ τῶν γενομένων τούτων παρατηρήσεων τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Σμολένσκη ἐπηκολούθησεν ἡ δευτέρα καταγγελία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐξέδωκε καὶ προβούλευμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην τὴν ἔννοιαν τῶν ποινικῶν ἐκείνων καταγγελιῶν, χωρίς, ὡς μέχρι τοῦδε εἴθισται, νὰ παραπέμπηται εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Στρατοδικείου, καὶ νὰ ἐπακολουθῇ ἡ γνωστὴ διαδικασία. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα ἐνέχει πολιτικὴν σημασίαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου λεγομένων περὶ κινδύνων τῆς ἀνορθώσεως ἢ ἐνισχύσεως αὐτῆς καθ’ ἣν περίπτωσιν οὕτως ἢ ἄλλως ἐφαρμόζεται ὁ νόμος.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ συζήτησις ἔγινεν. Ἐὰν θέλωσι νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις οἱ νομίζοντες ὅτι δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀντικείμενον κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ συνεχίσωσι τὴν συζήτησιν. Ἐὰν θέλωσι νὰ μὴ διαγραφῇ ἡ ἐπερώτησις καθ’ ὁλοκληρίαν, διὰ νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην νέας ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ δεχθῶ, ἀλλὰ τότε θὰ τεθῇ μὲ τὴν σειράν της μετὰ τὰς ἄλλας καὶ θὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ μέσον ὡς πρώτη ἐπερώτησις ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§149Γ. ΠΩΠ. Ἂς τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα προσωρινῶς.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ· «ἐὰν ὁ ἐπερωτήσας κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων Ἡμερησίας Διατάξεως πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως δὲν παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίαν, θεωρεῖται ἀνακαλέσας τὴν ἐπερώτησίν του, ἂν μὴ ἐγγράφως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδρίας ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως δι’ ἄλλην ἡμέραν». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Προέδρου ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἐπερώτησίς του ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐδήλωσε δ’ ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων θὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Σήμερον ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Ψαρῶν ἐπίσης δηλοῖ ὅτι δέχεται, ἵνα ῥιφθῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς διαθεσιμότητα. Τὴν διαθεσιμότητα συμπληρῶ διαγράφων τὴν ἐπερώτησιν, καὶ ὅστις θέλει νὰ ἐπερωτήσῃ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἐπερωτήσεως. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «ἡ Πρόοδος» ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία «Ἑνιαία». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§151Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀρεταὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ σημασία τῶν ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν, ἐμφανέστερον ν’ ἀποδεικνύωνται, εἶναι αἱ ἀναφοραὶ αἱ γινόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο, διότι αἱ ἀναφοραὶ αὗται προκαλοῦσι συζητήσεις γενικωτέρας, διεξάγονται ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος, οὐχὶ δ’ ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ἀρχῶν, ὅπου συνήθως ἐξετάζονται τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ συλλόγου «ἡ Πρόοδος», δι’ ἧς οἱ ἀναφερόμενοι ζητοῦσι τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος, τῆς καὶ Ἑνιαίας λεγομένης, διὰ παράβασιν τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχει ἀναλάβει. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς ἀνεπτύχθη ἐνώπιον ὑμῶν ὁλόκληρον τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς φάσεις, ὑπὸ τὰς δύο φάσεις του, ἤτοι τὴν ἀρχαιοτέραν φάσιν καὶ ἐκείνην εἰς ἣν εἰσῆλθεν ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως, τὴν λεγομένην δηλ. σταφιδικὴν κρίσιν. Διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν πρὸ τοῦ 1892 περίοδον καὶ τὴν μετὰ τὸ 1892, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ κρίσις ἕνεκα τοῦ ἐκ τῶν Γαλλικῶν ἀγορῶν τελωνιακοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ τῆς ἐντεῦθεν ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος. Δὲν εἶναι μόνον ἡ δευτέρα περίοδος, καθ’ ἣν ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐγκατελείφθη εἰς τὸ ἔλεος ἀλλοτρίων διαθέσεων, τῶν διαθέσεων τῆς ἑταιρείας, ὡς ἤδη παρὰ τῶν προαγορευσάντων ἠκούσατε, καθόσον καὶ προηγουμένως ὁ λαὸς αὐτὸς ἔπασχεν ὑπ’ ἄλλας περιστάσεις, ὑπὸ τὰς περιστάσεις τῆς ἐγκαταλείψεως εἰς τοκογλύφους, εἰς τοὺς ὑποτιμητάς, εἰς τοὺς προπωλητάς, τῆς ἐγκαταλείψεως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λαμβάνοντες τὸν σταφιδόκαρπον τὸν ἐζύγιζον διὰ σταθμῶν ψευδῶν, καὶ ἄλλα πολλὰ διέπραττον, καθόσον εἶναι μακρὰ ἱστορία, εἶναι μαρτυρολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἰσέρχομαι σήμερον. Ἐπελθούσης τῆς κρίσεως ἐννοεῖται ὅτι τὸ κακὸν ἐπεδεινώθη. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπασχον καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ μὲ τιμὴν μεγάλην, ὁποία ἡ πρὸ τοῦ 1892, τουτέστι 200 δρ., ὅτε ἡ τιμὴ ἔφθασεν εἰς 50 δρ., δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ποῦ κατήντησαν. Πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐνομοθετήθη ἡ παρακράτησις, ἀλλ’ ἡ παρακράτησις δὲν ἀπεδείχθη ἱκανὴ νὰ φέρῃ ὅλον τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ φέρῃ. Καὶ δὲν ἀπεδείχθη ἱκανὴ καὶ δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ Πολιτεία τὴν παρακράτησιν τὴν ἠθέλησεν ἀσθενῆ, τὴν ἐνομοθέτησε μονόποδα. Εἰς τὸ ἀρχικὸν δηλαδὴ σχέδιον τοῦ θεσμοῦ τοῦ 1892 ἡ παρακράτησις εἶχε παρ’ ἑαυτῇ καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν νέων φυτειῶν, διότι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ὑπερπαραγωγή, ἀφοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἄρωμεν ἓν περίσσευμα, δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργήσωμεν νέον. Ἐν τούτοις ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νομοθετήσασα τὴν παρακράτησιν ἐν ἔτει 1895 δὲν ἐνομοθέτησε καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ ἐδέησε νὰ παρέλθωσι δέκα ὁλόκληρα ἔτη, διὰ νὰ γίνῃ νόμος, δι’ οὗ ἀπηγορεύετο ἡ περαιτέρω ἐμφύτευσις. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἶχον γίνει νέαι φυτεῖαι, τὸ δὲ πλεόνασμα τῶν φυτειῶν τούτων εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ ναυάγιον τῆς παρακρατήσεως καὶ τὴν παράτασιν τῆς κρίσεως, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἡ ἑταιρεία, περὶ ἧς σήμερον ἡ συζήτησις, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ βαπτισθῇ, ὠνομάσθη κατ’ ἀρχὰς ἑταιρεία τῆς ἄρσεως τῶν πλεονασμάτων, διότι περὶ τούτου ἐπρόκειτο, περὶ τῶν 50,000,000 λιτρῶν πλεονάσματος, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν εἰς τὸ μέσον, διότι εἶχε καταδικασθῆ ἡ παραγωγὴ εἰς ἕνα νέον ἱστὸν Πηνελόπης. Ἐνῷ δηλαδὴ ἀφῄρουν ἀφ’ ἑνὸς παρακράτημα, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν φυτειῶν προσέθετον παραγωγήν. Πρὸς ἄρσιν τούτου ἦλθεν ἡ Ἑνιαία, καὶ ἐπρόκειτο, ὡς εἶπον, νὰ ὀνομασθῇ ἑταιρεία τῆς ἄρσεως τῶν πλεονασμάτων, κατόπιν δ’ ὠνομάσθη ἑταιρεία πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Εἶπον ταῦτα, διότι θέλω νὰ σᾶς δώσω τὸν τύπον, τὴν σημαίαν, τὸ πρόγραμμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἡ ἑταιρεία. Ἦτο ἑταιρεία τῆς ὑποχρεωτικῆς ἄρσεως τῶν πλεονασμάτων λαμβάνουσα πρὸς τοῦτο ἀνταλλάγματα, λαμβάνουσα παροχὰς ἐπὶ τῷ σκοπῷ αὐτῷ. Ἐτίθετο δ’ ἐλάχιστον ὅριον τιμῆς ἓν minimum, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο ἀντὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων αὐτῶν ν’ ἀγοράζῃ πᾶν πλεόνασμα προσφερόμενον αὐτῇ. Ἑπομένως δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου παρείχομεν τὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς παραγωγοὺς ὅτι, καθ’ ὅσον δὲν θ’ ἐπετύγχανον ἀνωτέραν τιμὴν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἀγορᾷ, θὰ εἶχον τὸ καταφύγιον τῆς ἑταιρείας. Καὶ γνωρίζετε ἤδη, Κύριοι, ἂν καὶ κατὰ πόσον πάντα ταῦτα ἐξετελέσθησαν, ἂν οἱ ὅροι οὗτοι τῆς συμβάσεως ἐτηρήθησαν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, καθόσον ἠκούσατε τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀναπτύξαντας τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν καὶ εἴδετε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται καὶ σήμερον οἱ παραγωγοί, ἡ ὁποία εἶναι μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος. Εὑρίσκονται τῳόντι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπέναντι κακοπίστου ἑταιρείας ἐπιβαλλομένης καὶ παρανομούσης πολλαχῶς, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀπέναντι τῶν προπωλητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδήουν τὴν χώραν πρὸ τῆς Ἑνιαίας, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον παρίστανται ἐνώπιόν σας ὑπερασπίζοντες τὴν ἑταιρείαν, καὶ ἠκούσατε τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσαν πρὸς τοὺς παραγωγούς: «Τί θέλετε; Πρὸς τί τὰ κατὰ τῆς ἑταιρείας παράπονα; Ἂν τολμᾶτε, κηρύξατέ την ἔκπτωτον. Ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα καὶ σᾶς ἀναμένομεν· εἰς χεῖράς μας θὰ πέσητε πάλιν ὅπως καὶ πρωτύτερα».
§152Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἡ εὐγένειά σας.
§153ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν· θὰ λάβητε καὶ σεῖς τὸν λόγον, καὶ τότε μὲ ἀντικρούετε. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἀρχίσητε προσωπικά. Ἐκράτησα πάντοτε τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ὥστε οὐδένα νὰ φοβῶμαι.
§154Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστὰ αὐτά.
§155ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κατὰ τῆς τακτικῆς, Κύριοι, αὐτῆς, ἣν ἠθέλησαν οἱ συνήγοροι τῆς ἑταιρείας ν’ ἀκολουθήσωσιν, ἐγὼ θὰ διαμαρτυρηθῶ. Τί θὰ εἴπῃ τὸ «ἢ μᾶς κηρύττετε ἐκπτώτους ἢ κλείσατε τὸ στόμα», ἢ τὸ ἄλλο, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ζημιοῦται, ἡ ἑταιρεία ἡ ἀδικοῦσα, ἡ παραβαίνουσα τοὺς νόμους, πρέπει πάντες, καὶ ἰδιῶται καὶ Κράτος, νὰ ὑποκύψωσιν εἰς αὐτήν, καὶ ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι βλαπτική; Εἶναι, Κύριοι, λογικὰ αὐτὰ τὰ πράγματα; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὴν Σκύλλαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Χάρυβδιν, ἀλλὰ δυνάμεθα, φρονῶ, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν μέσην ὁδὸν τὴν σῴζουσαν ἀπὸ τὰ στενὰ αὐτά, διὰ νὰ ὁδηγήσωμεν τὸ πλοῖον τῆς παραγωγῆς εἰς ἀνοικτὰ καὶ ἀκίνδυνα ὕδατα. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα μου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ φέρω τὴν συζήτησιν, διότι φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου, περιορίζοντες τὰς ὑπερβασίας τῆς ἑταιρείας, νὰ σώσωμεν τὴν παραγωγήν. Βλέπετε ὅτι δὲν κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας μὲ ὅλον τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον εἶχον παρ’ ἐμοῦ πολλοὶ προλαλήσαντες, ὅτι ἀνήκω εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑταιρείας καὶ ὅτι ἡμεῖς οἱ τυφλοὶ δὲν γνωρίζομεν τί πράττομεν καὶ θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν ἀντὶ νὰ οἰκοδομήσωμεν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ προλάβωμεν τὰ κακά, νὰ τὰ στιγματίσωμεν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν τίποτε. Φρονῶ δέ, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι μέσα τὸ μὲν κατασταλτικὰ τῶν παρανομιῶν τῆς ἑταιρείας, διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἴδιον πρᾶγμα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἑταιρεία αὕτη ὑφίσταται, τὸ δὲ ὑπάρχουσι μέσα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσα ἡ Πολιτεία δύναται νὰ καταστήσῃ ἀνωδυνωτέραν τὴν πτῶσιν τῆς Ἑταιρείας, ὅταν αὕτη ἐπέλθῃ, εἴτε διότι θὰ καταντήσῃ ἀνοικονόμητος ἢ καὶ διότι δύναται νὰ πέσῃ μόνη της, ἀφοῦ ἡ ἰδία κραυγάζει ὅτι ἔχει ζημίας, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἔχῃ προετοιμάσει τὸ ἔδαφος, ὥστε ἡ πτῶσις αὐτῆς νὰ ᾖ ἀκίνδυνος. Αἱ παραβάσεις, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς «Ἑνιαίας», διότι ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ἂν ἔγιναν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀπαιτοῦσι σύντονον τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Ἐλπίζω ὅτι θὰ πείσω μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοὺς ἔχοντας τὴν δυσπιστίαν τοῦ Θωμᾶ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐντείνητε τὴν προσοχήν σας, καθόσον πρόκειται νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὰ ἄδυτα, εἰς τὰς ἀτραπούς, ἃς ἔλαβεν ἡ ἑταιρεία ἅπαξ ἐξελθοῦσα τῆς εὐθείας. Κύριοι, μήπως ὁ Σύλλογος ὁ Παναιγειρατικὸς καὶ ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ὅστις παραπονεῖται, παραπονεῖται ἄνευ λόγου; Ὅτι δὲ τὰ παράπονα εἶναι λαϊκὰ φρονῶ ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ ὑμῶν ὑπάρχει ὁ διστάζων· τόσον τὰ παράπονα ταῦτα ὑπῆρξαν γενικά, ἀλλὰ δύναται νὰ διστάσῃ μόνον περὶ τοῦ βασίμου τῶν παραπόνων, χωρὶς οὐδεμιᾶς ν’ ἀξιώσῃ προσοχῆς τοὺς λέγοντας ὅτι πάντα ταῦτα βυσσοδομοῦνται ὑπὸ μερικῶν πρὸς βλάβην τῆς ἑταιρείας. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἑταιρεία παρέβη τὰς ὑποχρεώσεις της ἢ μήπως κραυγάζει ὁ κόσμος ἁπλῶς διὰ νὰ κραυγάζῃ, ἁπλῶς διότι ἐσυνήθισεν εἰς τοῦτο, καίτοι μάλιστα εὐημερεῖ, καίτοι οὐδόλως πάσχει; Ἠκούσατε δὲ καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀπό τινας τῶν προαγορευσάντων, οἵτινες ἔφεραν τὸ ζήτημα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ μικροῦ δεῖν ἔλεγον ὅτι διὰ τῆς ἑταιρείας ἦλθε καὶ ὁ χρυσοῦς αἰών, διότι, σᾶς εἶπον, τί ἐλάμβανον οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ πρὸ τῆς «Ἑνιαίας», ἔκαμον τοὺς λογαριασμοὺς καὶ σᾶς ἀπέδειξαν μίαν μεγάλην εὐτυχίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τούτου· ὤφειλον νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰς παραβιάσεις τῆς ἑταιρείας, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς παραβιάσεως, τῆς τελευταίας, ἐκείνης δηλαδή, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν κατ’ αὐτῆς καὶ τὸ βούλευμα τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν καὶ ἡ ὁποία ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τοῦ 1905, ὁπότε εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, μέχρι σήμερον εἶναι μία σειρὰ ἀτελεύτητος παραβιάσεων πάντων τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπερβολαί, διότι θὰ τὸ ἀποδείξω. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐν ἔτει 1905 ἀνέλαβε τὴν προστασίαν τῆς σταφίδος ἐπὶ τῷ τέλει ἀνατιμήσεως, ἀνέλαβε νὰ συστήσῃ Γενικὰς ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ λαμβάνωσι προκαταβολὰς χρηματικὰς οἱ θέλοντες νὰ ἐνεχυριάσωσι τὸν καρπόν. Ἡ ἑταιρεία ὅμως ἠρνήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀμέσως ἑαυτὴν καὶ ἀντὶ ἑταιρείας ἀνατιμήσεως ἐκηρύχθη ἑταιρεία ὑποτιμήσεως. Ἀντὶ νὰ διατηρῇ Γενικὰς ἀποθήκας παρεπονεῖτο, διότι ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ σύμβασις, διότι δηλαδὴ πολὺς σταφιδόκαρπος ἐσωρεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας της. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι ἀποδεδειγμένα ἐξ ὁμολογιῶν αὐτῆς τῆς ἑταιρείας· ἐγράφησαν ἔκτοτε εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ τρανοτέραν ἀπόδειξιν ἔχομεν αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἤρχισεν ἀμέσως ἔκτοτε, ἵνα τροποποιήσῃ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐτροποποίησε πρὶν λήξῃ ἔτος ἀκόμη. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ πνεῦμα τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν; Νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται μὲ ἐνέχυρα, νὰ δύναται νὰ πωλῇ τὰ ἐνέχυρα, ὁπόταν θέλῃ, ὄχι εἰς τὸ τέλος τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους, ὡς ἦτο ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, ἀλλὰ τὸν Μάρτιον καὶ τὸν Ἀπρίλιον. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξεν ἡ ἑταιρεία. Καὶ πῶς τὰ ἐπεδίωξεν; Ἔφερεν ἐνταῦθα ἕνα Ἄγγλον σύμβουλόν της, ὅστις περιερχόμενος ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἔλεγε: «Τί κακὸ εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, νὰ ζητῇ ἡ Ἑλλὰς μεγάλας τιμὰς διὰ τὴν σταφίδα; Ἡμεῖς οἱ Ἄγγλοι τὴν θέλομεν εὐθηνήν». Καὶ τὸν σύμβουλον αὐτὸν εἶχεν ὑπὸ τὴν προστασίαν της, καὶ ἐξεδίδοντο μανιφέστα ἐκ τοῦ γραφείου τῆς ἑταιρείας μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Μπράουν τοῦ ἐλθόντος ἐξ Ἀγγλίας, διὰ νὰ μᾶς διδάξῃ νὰ δίδωμεν τὴν σταφίδα εἰς χαμηλὰς τιμάς. Τί ἐγίνετο ὅμως οὕτως ἡ σημαία τῆς ἀνατιμήσεως, μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθεν ἡ ἑταιρεία, καὶ τῆς ἄρσεως τῶν πλεονασμάτων;
§156Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ποῦ τὰ ἔλεγεν αὐτὰ ὁ κ. Μπράουν, ὅτι πρέπει νὰ τρώγωσιν εὐθηνὴν τὴν σταφίδα οἱ Ἄγγλοι;
§157ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἑταιρείας.
§158Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἔχετε ἔγγραφόν τι;
§159ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα πασίγνωστα, ἡ δὲ ἑταιρεία ἐδημοσίευσε τὰ Πρακτικά. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς λοιπὸν ἤρχισαν τὰ παράπονα ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας ὅτι οἱ Πατρινοὶ ἐξαγωγεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ καταστρέψωσι τὴν ἑταιρείαν. Αὐτά, Κύριοι, ἐλέγοντο ἤδη κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1905, 3 μῆνας δηλαδὴ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας, καὶ ὁ ὁμιλῶν ἐνώπιόν σας εἶναι καλὸς μάρτυς ἀκούσας τὰ παράπονα κατὰ τῶν Πατρινῶν ἐξαγωγέων, οἱ ὁποῖοι πολλὰ ἑκατομμύρια σταφίδος ἔθεσαν ὡς ἐνέχυρον, ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῆς ἑταιρείας, διότι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἤμην ἀναμεμιγμένος, ἤμην ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν μὲ εἶχε καλέσει ἡ Κυβέρνησις ὡς δυνάμενον νὰ συνεισφέρω τι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐπ’ αὐτῷ λοιπὸν τῷ τίτλῳ ὀλίγους μῆνας ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ σύμβασις οἱ διοικηταὶ τῆς ἑταιρείας μοὶ παρεπονοῦντο ὅτι οἱ ἔμποροι Πατρῶν ἐδολιεύοντο τὴν σύμβασιν, ἵνα δὲ τὴν ἑταιρείαν καταστρέψωσι, τῇ ἐνεχείρισαν 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια σταφίδος, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἑταιρείαν πάντοτε θὰ ἄφηνον μέχρι τέλους τῆς ἐσοδείας, ἵνα γίνωσι παρακράτημα εἰς βάρος της. Ἐπῆλθε τότε ἡ παρέμβασις τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία, παράνομον ἀξίωσιν τῆς Ἑνιαίας ὑπηρετοῦσα, ἠγόρασε τὰς ἀποδείξεις ἐνεχυριάσεως, διὰ νὰ ἄρῃ ἀπὸ τοὺς ὤμους τῆς ἑταιρείας τὰ 50 ἢ 60 αὐτὰ ἑκατομμύρια, διότι, ἂν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια ἔμενον μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἐσοδείας αὐτῆς, κατὰ τὴν σύμβασιν θὰ ἐγίνοντο, ὡς εἶπον, παρακράτημα, τουτέστι διὰ τὴν ἑταιρείαν δὲν θὰ εἶχε παρὰ 30 ἢ 40 δραχμάς, ἐνῷ ἠγοράσθησαν πρὸς 115 δραχμάς. Εἶναι μάλιστα, Κύριοι, ὡμολογημένη ἡ παραβίασις αὕτη τῆς ἑταιρείας, δὲν πιστεύω δὲ ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐζήτησε δοκουμέντα, νὰ μὲ διακόψῃ καὶ ἤδη, διότι περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει ἐπίσημος ὁμολογία φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἐκθέτοντος τὰ πράγματα πρὸς τὴν Ἀθηναϊκὴν, διότι ὁ ἴδιος ὁ διευθύνων τὴν Ἀθηναϊκὴν ἦτο καὶ διευθυντὴς τῆς Ἑνιαίας· ἡ ἰδία διοίκησις, καὶ τὰ αὐτὰ πρόσωπα διηύθυνον καὶ τὴν μίαν ἑταιρείαν καὶ τὴν ἄλλην. Ἐκθέτων λοιπὸν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἀθηναϊκῆς τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρείας εἰς τὸ τέλος τοῦ 1906, τί λέγει; «Ἠναγκάσθημεν ν’ ἀγοράσωμεν σταφίδα, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Ἑνιαίαν». Ἰδού, Κύριοι, ἀποδεδειγμένη ἡ πρόθεσις τῆς ἑταιρείας αὐτῆς, διότι λέγων τις Ἑνιαίαν καὶ Ἀθηναϊκὴν προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων λέγει ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἔχομεν λοιπόν, Κύριοι, ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ θέλουσα ν’ ἀποσείσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ κρατήσῃ τὰ ἐνέχυρα τῶν 50,000,000 ἐν ἔτει 1905 ἕως 1906 ἠγόρασεν ἀπὸ τοὺς ἐνεχυριάσαντας τὰ ἐνεχυρόγραφα καὶ ἀπέσυρεν οὕτω τὸν ὃν ἀντεπροσώπευον καρπόν, διὰ νὰ μὴ μένῃ εἰς βάρος της. Καὶ ἐκεῖνοι μέν, οἱ ὁποῖοι ἐνεχυρίασαν, ἱκανοποιήθησαν, καθόσον οὕτω οὐδὲν εἶχον ν’ ἀπολέσωσιν, ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει ἀγορὰν τῆς σταφίδος; Τὸ οὕτως ἀποσυρθὲν ποσὸν ἔπεσεν εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν ἦτο περίσσευμα, ἀφοῦ δὲν εὕρισκε πραγματικοὺς ἀγοραστὰς καὶ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὡς παρακράτημα. Αὐτὸ ἐγένετο κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1906, δηλαδὴ 5 ἢ 6 μῆνας μετὰ τὴν σύμβασιν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἡ ἑταιρεία ἐπεδίωκε καὶ τὰς τροποποιήσεις, δύο ὁδοὺς ἀκολουθοῦσα καὶ τὴν παραβίασιν τῆς συμβάσεως, τὸ ἀδίκημα καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς διὰ νέας συμβάσεως. Ἐπέτυχε δὲ τῳόντι τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀνετράπη ἡ οἰκονομία ὁλόκληρος τῆς πρώτης συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, ἡ σκηνὴ αἴφνης μεταβάλλεται· οἱ πρώην ἐχθροί, ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ἐλέγετο ὅτι ἤθελον νὰ καταστρέψωσι τὴν ἑταιρείαν μὲ τὰς πλεκτάνας των, μὲ τὴν ἐπισώρευσιν τοῦ πράγματος εἰς τὰς ἀποθήκας της γίνονται ὡς ἐκ θαύματος φίλοι καὶ καλοὶ σύμμαχοι, καὶ ἔκτοτε ἀρχίζει νέα σειρά, νέος τρόπος παραβιάσεως. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν δημοσίευμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ἐπὶ τέλους τοῦτο ἐπιμαρτυρεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου. Εἶναι φύλλον ἐφημερίδος τοῦ Πύργου τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1906, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σταφιδικὰ ζητήματα. Πληροφορίαι ἐκ Πατρῶν ἀναγγέλλουσιν ὅτι μεταξὺ τῶν αὐτόθι σταφιδεμπόρων καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις, ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν σχέσεων τῶν δύο μερῶν πρὸς ἀμοιβαῖον ὄφελος. Τὰ σημεῖα τῆς συνεννοήσεως δὲν θίγουσι τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· τοὐναντίον ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ ταύτης συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναντήσεως τῶν διαμαχομένων. Αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐπελθούσης συνεννοήσεως δὲν εἶναι εἰσέτι ἐν τῷ συνόλῳ γνωσταί, ἀλλ’ ἡ βάσις ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάπαυσιν ἑνὸς ἐπιμόχθου περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνος». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν χρειάζεται περισσότερον, διὰ νὰ πεισθῇ ἕκαστος τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐνόητον, καὶ τὰ ἐπελθόντα γεγονότα ἀπέδειξαν ὅτι ἡ συνεννόησις ἐγένετο μὲ τὸ ἀζημίωτον ἑκατέρωθεν. Προέβην δὲ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς περικοπῆς ταύτης, διότι ζητοῦσι νὰ φέρωμεν ἀποδείξεις, τὸ δὲ δημοσίευμα εἶναι προφανῶς φιλικόν. Βεβαίως ἐπίσημα ἔγγραφα δὲν ἔχω νὰ φέρω, διότι συμβόλαιον δὲν συνέταξαν, ἂν καὶ ὑπάρχει καὶ τοιοῦτον συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον, ἀλλ’ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ τρὰστ μόνον καὶ πρὸ δύο ἐτῶν συνετάχθη, ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐπιδείξω ἄλλο περίεργον δημοσίευμα, σχετικῶς μὲ τὰ συμβάντα τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1906 μεταξὺ Ἀθηναϊκῆς καὶ Ἑνιαίας. Τότε δὲν ὑπῆρχον οἱ σημερινοὶ μεγαλόσχημοι φίλοι, οἱ κατόπιν, ὡς εἴρηται, γενόμενοι τοιοῦτοι. Ἡ Ἀθηναϊκὴ λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἐδημιούργησεν ἐμπόρους ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἁπλῶς ὡς παρένθετα πρόσωπα εἰς τὴν σταφιδικὴν ἐργασίαν της, τὴν παράνομον. Εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθη ἐκ τοῦ προχείρου νὰ πλάσῃ, ὑπεσχέθη, ὡς εἰκός, καὶ γενναίας ἀμοιβὰς, ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τοὺς αὐτοσχεδιαστὰς σταφιδεμπόρων, ὅπως συμβαίνει εἰς τοιαύτας λυκοφιλίας, καὶ ἡ προκειμένη ἐπὶ τέλους ἀπέβη εἰς ἔριδα, ἐγεννήθησαν δίκαι καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ υἱὸς Γκίκας, ἐνῷ ὁ πατὴρ ἐπληρώθη τὰς ἀμοιβὰς ἀπὸ τὴν Ἀθηναϊκήν, ἤγειρε καὶ ὁ υἱὸς ἀγωγὴν ζητῶν ἀπὸ κέρδη τοῦ ἀγορασθέντος σταφιδοκάρπου 300,000 δραχμῶν. Ἀντετάχθη κατὰ τοῦ υἱοῦ ὅτι μόνος ὁ πατὴρ ἐδικαιοῦτο νὰ πληρωθῇ καὶ ἐπληρώθη, διότι αὐτὸς εἶχε συμφωνήσει, ἀλλ’ ὁ ἐνάγων ἐδημοσίευσεν ἐπιστολὴν τοῦ μακαρίτου Πεσμαζόγλου, καὶ δὴ φωτογραφημένην καὶ πανομοιότυπον, καθόσον προσεβάλλετο ἀλλοίωσις τοῦ περιεχομένου της, τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσιάζω, ἐπιτρέψατέ μοι δὲ πρῶτον νὰ τὴν ἀναγνώσω: «Τράπεζα Ἀθηνῶν. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰανουαρίου 1906. Κυρίους Ἰω. Δ. Γαλανόπουλον καὶ Ἀνδρ. Π. Γκίκαν. Πάτρας. Κύριοι· Ἐπικυροῦντες τὴν μεθ’ ὑμῶν γενομένην ἀπὸ 7ης Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. προφορικὴν συμφωνίαν, καθ’ ἣν σᾶς ἀνεθέσαμεν διὰ τοῦ ἄνωθεν ἡμετέρου ὑποκαταστήματος τὴν διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν ἀγορὰν σταφίδος ἐκ τῆς ἐνεχυριασμένης εἰς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, σημειοῦμεν κατωτέρω τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας ταύτης, ὧν τὴν ἐκ μέρους ὑμῶν ἀποδοχὴν παρακαλοῦμεν ἵνα μᾶς δηλώσητε δι’ ἐπιστολῆς χάριν τῆς τάξεως. 1) Ὁλόκληρον τὸ ποσὸν θ’ ἀγορασθῇ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας καὶ Τριφυλίας, δὲν εἶναι δὲ ὡρισμένον ἐπακριβῶς, ἐχόντων ἡμῶν τὸ δικαίωμα νὰ παύσωμεν τὰς ἀγοράς, ὅταν κρίνωμεν ἀναγκαῖον· 2) Αἱ ἀγοραὶ θὰ γίνωνται ἐπ’ ὀνόματι ὑμῶν, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τῆς ἡμετέρας Τραπέζης, ὑπὸ τύπον ἐκχωρήσεων ὑπὸ τῶν ἐνεχυριαστῶν τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου, παραδιδομένων ὑμῖν ὑπὸ τῶν ἰδίων καὶ τῶν σχετικῶν ἀποδείξεων ἀποθηκεύσεως· 3) Ἡ τιμή, εἰς ἣν θ’ ἀγοράζητε, πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε προστιθεμένης εἰς αὐτὴν τῆς προκαταβολῆς τῆς Προνομιούχου, τῶν τόκων αὐτῆς μέχρι τῆς ἀγορᾶς, τοῦ ἑπταδράχμου δικαιώματος καὶ τοῦ ὀφειλομένου δημοτικοῦ φόρου, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ αὐτὴ τὸ ὅριον τῶν δραχ. 130 διὰ τὸν σταφιδόκαρπον τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἀποθηκεύσεως· 4) Ἡ ἡμετέρα Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ, ὡς βούλεται, τὸν ἀγορασθησόμενον σταφιδόκαρπον, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ μὲν ἔξοδά σας διὰ τὴν ἀγορὰν θὰ βαρύνωσιν ἡμᾶς, τὰ δὲ τυχὸν προκύψοντα ἐκ τῆς μεταπωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου καθαρὰ κέρδη θὰ διανεμηθῶσιν ἐξ ἴσου μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν· 5) Τὸ ἐν Πάτραις ἡμέτερον ὑποκατάστημα θὰ σᾶς παρέχῃ τὸ διὰ τὰς ἀγορὰς ἀπαιτούμενον ποσὸν χρημάτων, εἰς τὸ ἴδιον δὲ θὰ παραδίδητε τὰ περὶ ἀγορᾶς συμβόλαια μετὰ τῶν ἀποδείξεων ἀποθηκεύσεως καὶ θὰ σᾶς πιστώνῃ ἑκάστοτε ἔναντι τῶν προκαταβολῶν των μὲ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν. Ἀναμένομεν τὴν σύμφωνον ἀπάντησίν σας». Ἠκούσθη, Κύριοι, ποτὲ τοιαύτη συμφωνία μεταξὺ ἀνθρώπων θελόντων νὰ συμβληθῶσι πραγματικῶς καὶ μὴ ζητούντων νὰ ἐπιβουλευθῶσι τὸ δυστυχὲς Ἑλληνικὸν κοινόν; Τὰ μὲν χρήματα θὰ καταβάλῃ ἡ Τράπεζα, ἡ ἀγορὰ θὰ ἐγίνετο δι’ ἀνθρώπων, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων θὰ τὰ ἔδιδε, χωρὶς οὗτοι οὐδὲν νὰ ἔχωσι ν’ ἀπολέσωσιν, ἂν ἐπέλθῃ ζημία, καθόσον αὐτὴν θὰ φέρῃ ἡ Τράπεζα καὶ αὐτοὶ θὰ διανέμωνται τὸ κέρδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πανομοιότυπον τὸ δημοσιευθὲν τότε καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο χρήσιμον, ἵνα ἀποδείξῃ τὰ γενόμενα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὁμολογία αὐτῆς τῆς Ἀθηναϊκῆς, ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο τότε μόνον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, ἤτοι ἵνα ἐλευθερώσωσι τὴν «Ἑνιαίαν» ἀπὸ τὸ βάρος τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐξηκολούθει, Κύριοι, ἡ ἑταιρεία αὕτη νὰ διαμαρτύρηται ἐν Ἑλλάδι μὲν ὅτι πτωχεύει, ὅτι ἐπίκειται ἡ πτῶσις, εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δὲ νὰ λέγωσιν ὅλως διόλου τὰ ἀντίθετα, νὰ λέγωσιν ὅτι ἡ ἐπιχείρησίς των εἶναι θησαυρός, εἶναι μεταλλεῖον καὶ ὅτι θὰ δώσῃ 20% μέρισμα. Αὐτὰ ἀνεγράφησαν εἰς ἐφημερίδα εὐρωπαϊκήν, εἰς τὸν Oeconomist Europeuen, τὸν ὁποῖον βλέπετε· φέρει ἀριθ. 772 τῆς 26 Ὀκτωβρίου, 1906, φέρει ὑπογραφὴν G. Bourgarel, καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ τὸν ἀναγνώσῃ. Ἀλλά, Κύριοι, οὔτε τὸ ἓν ἦτο ἀληθὲς οὔτε τὸ ἄλλο· οὔτε περὶ πτωχεύσεως ἐπρόκειτο οὔτε περὶ θησαυροῦ. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ πρῶτος ἰσολογισμὸς ἔδωκε 2½% τόκον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, ὄχι μόνον δηλ. δὲν ἔφερε ζημίαν, ἀλλ’ ἔδωκε καὶ μικρὸν κέρδος, δεύτερος δὲ ἰσολογισμὸς ἔδωκε κέρδη μεγαλείτερα καὶ τρίτος ἔδωκε κέρδη πολὺ μεγάλα. Λοιπόν, Κύριοι, ποῦ εἶναι ὁ κίνδυνος αὐτὸς τῆς πτώσεως; Ποῦ ἠκούσθη πτώχευσις ἄνευ ζημιῶν; Ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ κερδίσωσι πολλά· νὰ κερδίσωσι, τίς δὲν τὸ εὔχεται; ἀλλὰ νὰ κερδίσωσιν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι οὐχὶ εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν, οὐχὶ καταστρέφοντες ἐκείνους, οὓς ἀνέλαβον νὰ σώσωσιν. Καὶ ἔρχεται τὸ ἔτος 1907 ἕως 1908, ὅτε νέα φάσις τῆς ὑποθέσεως, ὅτε παρουσιάζονται αἱ ἱστορικαὶ καταθέσεις ἐγγυήσεως. Οἱ ἐν Πάτραις δηλ. φίλοι, γενόμενοι σύμμαχοι, εἶχον προπωλήσει τὸ ἔτος ἐκεῖνο, προεβλέπετο δὲ ὕψωσις. Ἐσκέφθησαν τότε, πρὸς παρακώλυσιν τῆς ἐπιβλαβοῦς αὐτῆς ὑπερτιμήσεως, νὰ εἰσαγάγωσι τὸ σύστημα τῶν ἐγγυήσεων, δηλαδή, ἀντὶ δελτίων παρακρατήσεως, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι καρπὸν κλειόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ ἑπομένως μειοῦντα τὴν προσφοράν, ἐσκέφθησαν, λέγω, νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν χρηματικὰς ἐγγυήσεις, 115 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον καὶ νὰ μὴ ζητῶσι παρακράτησιν. Τοῦτο εἶχεν ἐπιτραπῆ κατ’ ἐξαίρεσιν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς συμβάσεως, διότι δὲν εἶχε καταρτισθῆ ἡ ἑταιρεία, δὲν ὑπῆρχον ἀποθῆκαι καί, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα, ἐτέθη ὅρος εἰς τὴν σύμβασιν ὅτι δύνανται οἱ ἐξαγωγεῖς νὰ δίδωσι τὴν παρακράτησιν δι’ ἐγγυήσεως μέχρις ὅτου δυνηθῶσι ν’ ἀγοράσωσι σταφίδα, τὴν παραδώσωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ ἄρωσι τὴν ἐγγύησιν. Ἐξέσκαψαν λοιπὸν αὐτὴν τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ἐφήρμοσαν τῷ 1907, καὶ ἐδόθη ἐγγύησις δι’ ἓν μέγα ποσὸν σταφίδος, 30 ἑκατομμυρίων, νομίζω, ἑνετικῶν λιτρῶν. Τὰς χρηματικὰς δ’ αὐτὰς καὶ ἐναντίον τῆς συμβάσεως ληφθείσας ἐγγυήσεις ἐκ 2,500,000 δραχ., ἀφοῦ πρῶτον ἡ ἑταιρεία διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τὰς ἔλαβεν, ἐνόμισε πρέπον νὰ μὴ τὰς ἀποδώσῃ πλέον, ἀλλὰ νὰ τὰς κρατήσῃ δι’ ἴδιόν της λογαριασμόν. Μάλιστα κατ’ ἀρχὰς ἰσχυρίσθη ὅτι τῇ ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τῆς εἰσπράξεως χρηματικῶν ἐγγυήσεων. Ἔπειτα ὅμως, ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσε δημοσίᾳ ὅτι ἡ ἑταιρεία τὸ ἐζήτησε καὶ ὅτι, διὰ νὰ τὴν εὐκολύνῃ, τῇ ἐπέτρεψε νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τότε ἠναγκάσθη νὰ τὸ συνομολογήσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξηλέγχθη ψευδομένη. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον εὑρέθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς χεῖρας τῆς ἑταιρείας, δὲν ἀπεσύρθησαν δ’ ἐμπροθέσμως μέχρις Ὀκτωβρίου, ὡς διελάμβανεν ἡ σύμβασις, διότι ἡ σταφὶς ὑπερετιμήθη καὶ οἱ ἐξαγωγεῖς δὲν εἶχον συμφέρον ν’ ἀγοράσωσι σταφίδα, ἵνα παραδώσωσι καὶ λύσωσι τὴν ἐγγύησιν. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον νὰ μείνωσι καὶ διὰ παντὸς εἰς χεῖράς της τὰ χρήματα ταῦτα; Ἰδοὺ τὸ ἀνεξήγητον. Ὅτε τῇ εἶπον ν’ ἀγοράσῃ μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ σταφίδα, ἵνα ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἀγοράν, ὡς θὰ ἠλαττοῦτο ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, αὕτη ἤρχισεν ἀμέσως τὰς διαμαρτυρίας ὅτι οὐδεμίαν ἔχει πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτά, ἀφοῦ ἅπαξ εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖόν της, δὲν ὑπάρχει πλέον τρόπος ἐξόδου. Αὐτό, Κύριοι, ἐγέννησε τὸ περίφημον καὶ ἱστορικὸν ζήτημα τῆς παρενθέσεως. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω λεπτομερῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι μακρόν, θέλει μακρὰν ἀνάπτυξιν τὸ πῶς κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους ἡ ἑταιρεία αὐτὴ νὰ παρεισαγάγῃ εἰς ἓν ἔγγραφον μίαν μικράν, μικροτάτην φράσιν, καὶ δι’ αὐτῆς νὰ κατορθώσῃ, ὅπως τουλάχιστον τὰ ¾ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,500,000 δραχμῶν κρατήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς. Εἶναι ἡ ἱστορία, ἥτις κατέληξεν εἰς τὴν παραίτησιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρείας νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ληφθέντα. Ἀλλά, Κύριοι, νομίζετε ὅτι πρὸς τὴν μόνην διεύθυνσιν αὐτὴν ἐφαίνετο ἡ τάσις τῆς ἑταιρείας τοῦ νὰ μὴ ἄρῃ τὰ πλεονάσματα, ἀλλὰ νὰ τὰ αὐξάνῃ; Ὄχι· εἶναι καὶ ἄλλη ὁδός· εἶναι τὸ ἄρθρον 6, ἐδάφ. βʹ, τῆς συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρεία ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ ἐσοδεία, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο θὰ λάβῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέγα μέρος τοῦ παρακρατήματος εἰς χρήματα. Τίς εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ τί συμφέρον ἔχει ἡ ἑταιρεία, τὸ εἶπον προηγουμένως. Ἐνόμισε λοιπὸν ὅτι ὑπ’ οὐδενὸς ἠθικοῦ νόμου δεσμεύεται, ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς, ὑπ’ οὐδενὸς ἀπολύτως, καὶ ὅτι ἠδύνατο τὴν ἀπόλυτον θέλησίν της περὶ αἰσχροκερδοῦς καταδολιεύσεως νὰ κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους καὶ νὰ λάβῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὸ ὅλον εἰς χρήματα. Ἐν ἔτει λοιπὸν 1907–1908, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ λάβῃ τὴν παρακράτησιν εἰς χρήματα, ἐπέμεινε καὶ τὸ ἔκαμνε καὶ μέχρι τίνος σημείου, νομίζετε, ἐπέμεινεν; Εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἔφθασαν τὰ πράγματα, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμολογήσῃ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, παραπονούμενον πρὸς αὐτὸν διατί νὰ ἐπιτρέψῃ, ἐνῷ ἡ ἐσοδεία εἶναι μεγάλη, νὰ γίνῃ παρακράτημα εἰς χρῆμα, ὅτι εἶχον μὲν δίκαιον, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζω τὰ καθέκαστα, τί ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὴν ἑταιρείαν, ἥτις ἤθελεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν νὰ λάβῃ εἰς χρῆμα, καὶ ὅτι, ἵνα τὴν ἐξαναγκάσῃ νὰ δεχθῇ μέρος μόνον, μετεχειρίσθη τοὺς τρεῖς συμβούλους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰς τὸ τῆς Ἑνιαίας Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι ἠπείλησαν ὅτι θὰ κωλυσιεργήσωσι, καὶ τότε καὶ μόνον, ἐπειδὴ ἦτο ἡ 8 Αὐγούστου καὶ δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν σύμβασιν ν’ ἀναβάλῃ πέρα τῆς 9 Αὐγούστου, ἥτις εἶναι ἡ τελευταία διὰ τὴν ἀπόφασίν της ἡμέρα, ἠναγκάσθη νὰ συναινέσῃ εἰς μέρος μόνον, ἵνα μὴ ἐπιμένουσα ἀπολέσῃ τὸ ὅλον. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐπιβολὴν θελήσεως μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως· ἀφήνω πλέον τὴν διαγωγήν της ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ σώσῃ. Ἂς ἔλθωμεν τέλος πάντων, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἵνα εἴπωμεν οὕτως, εἰς τὸ θέμα τὸ κύριον τοῦ 1908–1909, τὸ θέμα τοῦ βουλεύματος, τὸ θέμα τῆς ἠθικῆς των παραπομπῆς. Κατὰ τὸ ἔτος αὐτό, Κύριοι, ἀρχίζει πλέον δημοσίᾳ ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τοῦ συνδικάτου τῶν ἐμπόρων, ἀρχίζει μὲ ἀναπεπταμένην σημαίαν ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν φροντίζει οὔτε τὰ προσχήματα νὰ τηρήσῃ. Τέσσαρες ἕως πέντε τῶν ἐμπόρων, ἔχοντες ἀνοικτὰ τὰ ταμεῖα τῆς «Ἑνιαίας» ἢ μᾶλλον τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης, διότι τὰ χρήματα τὰ ἔδιδεν ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα, ἐλάμβανον 100 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον ἐνεχυριάζοντες δῆθεν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, κατὰ τοὺς ὁποίους μῆνας κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται ν’ ἀγοράζῃ πᾶν προσφερόμενον εἰς αὐτὴν ποσόν, διότι, ὅταν παρέλθῃ αὐτὴ ἡ ἐποχή, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη πλέον. Εἰς τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀθρόοι κτηματίαι ἔφερον νὰ τῇ πωλήσωσι σταφίδα, διότι ἦτο ὑπερπαραγωγὴ καὶ αἱ τιμαὶ εἶχον ἐκπέσει κάτωθι τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, παρουσιάζοντο οἱ ἔμποροι καὶ προλαμβάνοντες ἠγόραζον αὐτοὶ μὲ χρήματα τῆς ἑταιρείας, χορηγούσης αὐτοῖς δραχ. 100 κατὰ χιλιάδα. Καὶ θ’ ἀπορήσητε βεβαίως πῶς 100 δρ. προκατέβαλε δι’ ἐνέχυρα ἑταιρεία, ἡ ὁποία, ὅτε διεπραγματεύετο τὴν δευτέραν σύμβασιν, ἐκόπτετο νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ 90 δραχ. τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως εἰς 80 ἢ 85, θ’ ἀπορήσητε, λέγω, πῶς συνέβαινε τοῦτο. Διατί τώρα 100 δραχμὰς στρογγυλὸν ἀριθμὸν ἔδιδεν ἐνέχυρα, δηλαδὴ περισσότερα ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος; Ἁπλούστατα, διότι δὲν ἦτο ἐνέχυρον, ἀλλ’ ἦτο ἀγορὰ διὰ λογαριασμόν της. Ἔδιδε χρήματα καὶ ἠγόραζε σταφίδα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ἀπεταμίευε διὰ τῶν ἐμπόρων αὐτῶν εἰς τὰς ἀποθήκας της. Διατί; Διὰ νὰ μὴ φανῇ τυπικῶς ὅτι ἀγοράζει ἡ ἰδία, διὰ νὰ μὴ ἀγοράσῃ αὐτή, διότι μόλις ἠγόραζεν αὐτὴ ἀπ’ εὐθείας ὡς ἑταιρεία, ὁ ἀγορασθεὶς σταφιδόκαρπος ἦτο καταδεδικασμένος νὰ γίνῃ παρακράτημα.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναλήψεως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας; Λέγετε ὅτι, ὅτε τὸ εἰσήγαγεν εἰς τὰς ἀποθήκας της, ἦτο καταδεδικασμένος καρπός. Ἐρωτῶ· ἦτο πλεόνασμα;
§161Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἀπ’ εὐθείας ἠγόραζε, θὰ ἦτο πλεόνασμα· δὲν εἶναι ὡς τὰ ἐνέχυρα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν παρενθέτων ἐνεχυριαστῶν ἠδύνατο ν’ ἀποσύρῃ πάλιν καὶ πωλήσῃ, ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσφέρεται τῇ ἑταιρείᾳ δυνάμει τῆς συμβάσεως πρὸς ἀγοράν, καὶ τὸ ὁποῖον μόλις τὸ ἀγοράσῃ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα πλέον νὰ τὸ πωλήσῃ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἤθελεν ἡ ἑταιρεία ν’ ἀποφύγῃ, ἐδημιούργει ἐνέχυρα, ἵνα ἀποφύγῃ τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα μόνον ἂν ἔφθανεν ἡ ἀγοραία τιμὴ 200 δραχ., τότε μόνον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ πωλήσῃ εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον. Ἠγόραζε λοιπόν, Κύριοι, διὰ τῶν παρενθέτων φίλων της σταφιδόκαρπον, ἀλλά, ἐπειδὴ ἦσαν ἤδη εἰς τὰς ἀποθήκας της καὶ ἐνέχυρα ἀληθῆ τρίτων ἀποταμιευτῶν, ἐστράφη καὶ πρὸς αὐτὰ καὶ οὕτω συνεπλήρωσεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 44 ἑκατομμυρίων, διότι, ὡς ἐμάθετε ἐκ τοῦ βουλεύματος, πρόκειται περὶ 44 ὅλων ἑκατομμυρίων. Ἓν μέρος λοιπὸν τούτων τὸ ἠγόρασεν ἀπὸ τὸ ἐμπόριον ἔξωθεν, ἀλλά, ἐπειδὴ ὑπῆρχον καὶ ἄνθρωποι πράγματι ἐνεχυριάσαντες ἤδη τὴν σταφίδα αὑτῶν, διὰ τοῦτο ἤρχισε πλέον ἀγοράζουσα διὰ τῶν ἰδίων παρενθέτων τὰ ἐνεχυρόγραφα, τὰς ἀποδείξεις τῆς ἐνεχυριάσεως καὶ ἀπετέλεσε ποσὸν 44 ἑκατομμυρίων. Καὶ τὰ πράγματα, Κύριοι, ἔβαινον κατ’ εὐχὴν διὰ τὴν ἑταιρείαν ἕως εἰς τὸ τέλος τῆς ἐσοδείας τοῦ 1908, ὅτε τὸ σχέδιόν της προσέκοψε, καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἑπομένη ἐσοδεία ἦτο μικρά, ἐτελείωνε τὸ ζήτημα δι’ αὐτήν, οὔτε λόγος δὲ δὲν θὰ ἐγίνετο περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Διατί; Διότι δὲν θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις, καὶ ἐκείνη θὰ διέθετεν εἰς τὸ ἐμπόριον ἀθορύβως ἀποσύρουσα τὸ πρᾶγμα αὐτὸ διὰ τῶν ἰδίων προσώπων. Ἀλλά, Κύριοι, δυστυχῶς δι’ αὐτὴν καὶ ἀκόμη διὰ τοὺς κτηματίας ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο μεγάλη ἐσοδεία καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τιμῶν ἔκπτωσις. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐνεχυριασμένον πρὸς αὐτήν, εἰκονικῶς ἐνεχυριασμένον, ὡς σᾶς εἶπον, διότι ἦτο ἰδικόν της, ἀπεφάσισε νὰ τὸ μεταφέρῃ ἐκ τῆς μιᾶς ἐσοδείας εἰς τὴν ἄλλην, εἰς νέαν ἐνεχυρίασιν, διότι τὸ ζήτημα ἦτο νὰ μὴ μένῃ εἰς τὰς ἀποθήκας της καὶ νὰ μὴ τὸ καταλάβῃ ὁ Αὔγουστος τοῦ 1908, ὅτε πάλιν θὰ ἐθεωρεῖτο πλεόνασμα. Τότε λοιπὸν οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰκονικῶς ἐνεχυριάσει τὴν σταφίδα, παρουσιάζονται ὡς ζητοῦντες δῆθεν νὰ τὴν ἀποσύρωσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ φαινόμενον· τὸ πραγματικὸν θ’ ἀκούσητε ἤδη ποῖον εἶναι. Πάντα ταῦτα, ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐσοδείας καὶ ὅτι εἶπον τῇ ἑταιρείᾳ ὅτι τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, αὐτὰ τὰ ἐνέχυρα, τὰ ὁποῖα εἰς χεῖράς σου ἔχομεν, ζητοῦμεν νὰ τὰ ἀποσύρωμεν, πάντα ταῦτα εἶναι μῦθος, καθόσον συγχρόνως τὰ ἴδια αὐτὰ ἑκατομμύρια, ὅπως ἦσαν ἀποθηκευμένα εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς ἰδίας, διότι δὲν μετεκινήθησαν ποσῶς, φαίνονται ὡς διδόμενα πάλιν τῇ ἑταιρείᾳ εἰς νέον ἐνέχυρον. Ἐπειδὴ ὅμως συγχρόνως ἐξηκολούθει ἡ ἑταιρεία ν’ ἀγοράζῃ σταφίδα ἢ δελτία τῶν πραγματικῶν ἐνεχυριαστῶν παλαιᾶς ἐσοδείας διὰ τοῦ συνδικάτου εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἀπὸ τὴν νέαν, ἐξανέστη τότε ὁ κόσμος καὶ εἶπε: Τί συμβαίνει ἐδῶ; Πῶς ἀγοράζεται ἡ παλαιὰ σταφὶς ἀκριβότερον ἀπὸ τὴν νέαν; Καὶ ἀπεκαλύφθη τέλος τὸ σχέδιόν της, ὅτι ἠγόραζεν ἁπλῶς, ἵνα ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν της τὸν καρπὸν τῆς παλαιᾶς ἐσοδείας, καὶ τότε ἤρχισαν τὰ συλλαλητήρια τὰ γνωστὰ καθ’ ὅλην τὴν Πελοπόννησον κατὰ τῆς Ἑνιαίας, ὡς ζητούσης τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὰς ἀποθήκας της, νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον, καὶ τότε κατόπιν τῶν συλλαλητηρίων αὐτῶν ἐγένετο ἡ καταγγελία κατὰ τῆς Ἑνιαίας, ὅτι ἀγοράζει ἀπὸ τὰ ἐνέχυρα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὰς ἀποθήκας της, καὶ ἤρχισε μακρὰ ἀνάκρισις, ἥτις κατέληξεν εἰς τὸ βούλευμα, ὅπερ ἠκούσατε ἤδη ἀναγινωσκόμενον. Ἡ κατηγορία, Κύριοι, ἡ ἀπαγγελθεῖσα τῇ ἑταιρείᾳ ἦτο ὅτι ἐναντίον τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως ἐξέδοτο πρὸς ἐμπορίαν σταφίδα ἐν ταῖς ἀγοραῖς. Καὶ ἐξητάσθησαν μάρτυρες, ἐγένοντο πραγματογνωμοσύναι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν ἐξέδωκε βούλευμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἶναι ἀληθεῖς αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς τὴν ἑταιρείαν παραβάσεις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία νὰ τιμωρῇ τὴν πρᾶξιν γινομένην διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρείας, καθόσον τιμωρεῖ μὲν τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ἐνεργῶσι διὰ λογαριασμόν των. Κύριοι, τὸ βούλευμα τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν παρενόησε τὸν νόμον, παρενόησε τὴν ὑπόθεσιν, διότι ὤφειλε νὰ τοὺς παραπέμψῃ ἐπὶ ἀπάτῃ, διότι ἡ ἑταιρεία ἠγόραζε σταφίδα οὐχὶ μὲ πρόθεσιν κερδοσκοπίας, ἣν περίπτωσιν ἀφορᾷ τὸ εἰρημένον ἄρθρον 17, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀπειλουμένην αὐτῇ ζημίαν ἀποσύρουσα τὴν σταφίδα τῶν ἐνεχύρων, ἐδημιούργει δηλ. μίαν εἰκονικὴν ἀγοράν· ἠγόραζεν οὐχὶ μὲ τὸ ἐμπορικὸν κερδοσκοπικὸν πνεῦμα τῶν συνήθων ἀγοραστῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ἰδίᾳ σωτηρίᾳ καὶ βλάβῃ τῶν κτηματιῶν, παριστῶσα ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, ὥστε συνέτρεχον πάντες τῆς ἀπάτης οἱ ὅροι. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν, Κύριοι, τὸ νομικὸν ζήτημα καὶ ἂς ἴδωμεν ἂν εἶναι τοὐλάχιστον ἀποδεδειγμένον τὸ πραγματικόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει τὸ βούλευμα. Προχθὲς σᾶς τὸ ἐφιλονείκησαν καὶ αὐτό· σᾶς εἶπον ὅτι αὐθαιρετώτερον βούλευμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι αὐτὰ ἀληθῆ, ἀλλ’ ὅτι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ κάμῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω μερικὰ ἔγγραφα.
§162Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πάλιν ἔγγραφα;
§163ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὄχι τὸ βούλευμα, ἀλλὰ μαρτυρίας, διότι ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μαρτυρίαι, δικαιολογοῦσαι τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξε τὸ βούλευμα, καὶ ὅτι ἐστιγματίσθη ἑταιρεία ἀθῳοτέρα περιστερᾶς. (Ἀναγινώσκει:) Κ. Μητρόπουλος. Εἰς τὴν ἑταιρείαν Γαλανοπούλου ἐπώλησα κατὰ τὸ ἔτος 1909 ἐνέχυρα 1,400,000, διὰ νὰ παραδώσω τὸν Ἰούνιον τὴν σταφίδα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὴν παραλάβῃ οὗτος ἐλλείψει ἀποθηκῶν. Ἐνῳκίασα ἐγὼ ἀποθήκας δαπάνῃ ἐκείνου, καὶ τὸν μετέφερον ἐκεῖ, ὅπου καὶ ὑπάρχει ἀκόμη σήμερον, ἀλλά, ἂν ἐκεῖνος τὸν ἐξεχώρησεν εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν ἢ ἄλλο πρόσωπον, δὲν γνωρίζω. Ὁ Μπελούσης ἐνοικίαζεν ἀποθήκας καὶ δι’ ἄλλο πρᾶγμα Γαλανοπούλου, ἀλλά, ἂν μετέφερεν ἐκεῖ σταφιδόκαρπον ἐνεχυριασθέντα εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν κατ’ ἐντολήν της, δὲν γνωρίζω. Κατὰ τὴν παραλαβὴν ὅμως τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἀγορασθέντος ὑπὸ τοῦ Γαλανοπούλου τόσον ἀπὸ ἐμέ, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν Μπελούσην, παρίστατο καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς προνομιούχου ἑταιρείας. Ἰ. Βρετός (διευθυντὴς τοῦ ἐν Πάτραις ὑποκαταστήματος τῆς Ἀθηναϊκῆς). Ὁ Γαλανόπουλος ἠγόρασε δύο ἑκατομμύρια ἀπὸ Μπελούσην καὶ ἀπὸ Μητρόπουλον. Ἡ σταφὶς αὐτὴ ἦτο ἐνεχυριασμένη εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Προνομιούχου καὶ τὴν ἐξεχώρησεν εἰς τὴν Ἀθηναϊκήν, ὁ ἴδιος μάλιστα Γαλανόπουλος ἐνῳκίασε καὶ τὰς ἀποθήκας, εἰς ἃς ἡ σταφὶς αὕτη μετεφέρθη. Χ. Παπανικολάου. Ὁ κ. Βαρουξῆς μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Ἰω. Καραμανδάνης καὶ Παναγ. Βουρλούμης μετέβησαν εἰς Ἀθήνας καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῆς Προνομιούχου δρ. 5 κατὰ χιλιόλιτρον λόγῳ προμηθείας διὰ τὸν σταφιδόκαρπον, ὃν εἶχον ἀγοράσει κατόπιν συνεννοήσεως, ἡ δὲ ἀγορὰ ἐγίνετο διὰ χρημάτων τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης εὑρισκομένης εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς Προνομιούχου καὶ ἐχούσης κοινὸν μετ’ αὐτῆς διευθυντήν. Γ. Μυλωνόπουλος. Οἱ Μπελούσης, Βουρλούμης καὶ Γεωργακόπουλος ἠγόραζον σταφίδα μίαν δραχμὴν ἄνω τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ὁρίου τῆς «Ἑνιαίας,» ὁ δὲ Λάσκαρις, διευθυντὴς τοῦ ἐν Πύργῳ ὑποκαταστήματος τῆς «Ἑνιαίας», ἐφρόντιζε καὶ ἐνῳκίαζε τὰς ἀποθήκας. Γ. Νέλος. Οἱ κατηγορούμενοι τὸν ἐνεχυριασμένον σταφιδόκαρπον ἠγόραζον πρὸς δρ. 117 50/00, τὸν δὲ μὴ τοιοῦτον πρὸς δρ. 115. Θᾶνος Παπακωνσταντόπουλος. Ἐγὼ τὴν 8 Αὐγούστου 1909 ἐπώλησα δι’ ἐπισήμου συμβολαίου πρὸς τὸν Μπελούσην, ἐνεργοῦντα ὡς πληρεξούσιον τοῦ Ἰω. Καραμανδάνη, 150 χιλιάδας παλαιὸν σταφιδόκαρπον ἐνεχύρων πρὸς δρ. 116· ὁ νέος ἐτιμᾶτο 114. Βασ. Σταύρου. Ὅτε εἰσήγετο ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Μπελούση, παρίστατο καὶ ὁ ὑπάλληλος τῆς Προνομιούχου, ἐνῷ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν. Παναγ. Τσατᾶς. Παρίστατο εἰς τὴν παράδοσιν καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς «Ἑνιαίας»· μάλιστα, ὅτε ἐχάλασε μία ἀποθήκη, ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ὁ διευθυντὴς ὁ ἴδιος. Γ. Κοντόπουλος. Ὁ Γαλανόπουλος ἠγόρασε 15,000,000 σταφίδος ἐνεχύρων ἀποθηκευμένης εἰς διάφορα ὑποκαταστήματα, μετενεχυρίαζε δὲ τὰ ἀποδεικτικὰ ἐνεχυριάσεως εἰς τὴν Ἀθηναϊκήν, ἥτις ἔδιδε τὰ χρήματα. Εἰς τὴν παραλαβὴν παρίστατο καὶ ὁ ὑπάλληλος τῆς Προνομιούχου. Σπ. Ματθίας. Προσέτι οἱ ἐξαγωγεῖς τοῦ τρὰστ Πατρῶν Ἄμβουργερ, Βουρλούμης καὶ λοιποί, κατέχοντες 25,000,000 σταφιδόκαρπον ἐνεχύρων, ὑπεχρεώθησαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μεταφέρωσιν εἰς νέον αὐτά, συνάμα δὲ ν’ ἀγοράσωσιν ὅσον ποσὸν ἠδύναντο ἐκ τοῦ ἀπὸ τρίτους ἐνεχυριασμένου, ὥστε τὸ ὅλον ἔφθασε τὰ 47 ἑκατομμύρια. Ἡ δὲ Προνομιοῦχος ὑπεχρεοῦτο ἀπέναντι αὐτῶν 1) νὰ τοῖς πληρώνῃ τὴν διαφορὰν τιμῆς, εἰς ἣν ἠγόραζον παρὰ τῶν τρίτων ἐνεχυρούχων· 2) νὰ μὴ τοῖς καταλογίσῃ τόκον ἐπὶ τοῦ πράγματος, ὅπερ ἔμεινεν εἰς αὐτοὺς καὶ 3) νὰ τοῖς χαρίσῃ τὸ ἑπτάδραχμον ἐν περιπτώσει εἰσαγωγῆς. Γ. Ροδόπουλος (διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθν. Τραπέζης). Ἤκουσα εἰς τὸ λεσχίδιον Πατρῶν κατὰ τὴν 12 Αὐγούστου 1909 ὅτι ἐξέδραμον πρό τινων ἡμερῶν εἰς Ἀθήνας οἱ Ἄμβουργερ, Βουρλούμης καὶ Καραμανδάνης καὶ συνενοήθησαν μὲ τὴν Προνομιοῦχον νὰ μὴ πωλήσωσιν εἰς αὐτὴν τὰ ἐνέχυρα, τὰ ὁποῖα τὴν 9 Αὐγούστου ὑπεχρεοῦτο αὕτη ν’ ἀγοράσῃ ὡς πλεόνασμα, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀποσύρωσι λαμβάνοντες παρ’ αὐτῆς ὡς δῶρον πέντε δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, παρεχομένων δ’ αὐτοῖς χρηματικῶν εὐκολιῶν διὰ τὰς ἐκ νέου ἐνεχυριάσεις τοῦ ἰδίου σταφιδοκάρπου, εἴτε παρὰ τῇ Προνομιούχῳ εἴτε παρὰ τῇ Ἀθηναϊκῇ». Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ παντελὴς ἔλλειψις καταθέσεων, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου στόμφου ἐπεκαλέσθησαν. Τὰ εὑρίσκουσιν ὅλα αὐτὰ ὡς τὸ φυσικώτερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Ὅτι οἱ ἐνεχυριασταὶ τοῦ μεγίστου αὐτοῦ ποσοῦ τῶν 44 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται ὅτι ἀθρόως τὰ ἠγόραζον, τὰ ἐνεχυρίαζον, τὰ ἀπέσυρον καὶ πάλιν τὰ ἐνεχυρίαζον διὰ τὸ ἄλλο ἔτος, ἐνήργουν σοβαρὰς καὶ ὄχι εἰκονικὰς πράξεις, ὅτι σύμπτωσις ἁπλῆ ἦτο καὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης ἡ γενναιότης εἰς χρηματικὰς προκαταβολὰς καὶ αὐτὴ ἡ παρέμβασις τῆς Προνομιούχου κατὰ τὴν παραλαβὴν σταφίδος, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδὲν εἶχε συμφέρον. Εἶναι, Κύριοι, ἀκόμη πολλαὶ δεκάδες τοιούτων μαρτύρων, ὡς ἐκείνων, ὧν σᾶς ἀνέγνωσα τὰς καταθέσεις, ἀλλὰ μήπως εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιβαρυντικαὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων ἐπὶ τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρείας; Καὶ ὅμως αἱ ἐκθέσεις αὗται οὐδὲν μαρτυροῦσι, σᾶς εἶπεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, δὲν διαλαμβάνουσι παρὰ ἀοριστίας. Ἀκούσατε ὅμως, Κύριοι, τίς εἶναι ἡ ἀοριστία αὕτη τῶν ἐκθέσεων. Βεβαιοῦσιν ὅτι εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας εὑρίσκεται σειρὰ ὁλόκληρος μερίδων ἐνεχυριάσεων καὶ ὅλων ἐπὶ προκαταβολῇ δρ. 100 πρὸς τοὺς ἐμπόρους τοῦ τρὰστ ἐπὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων σταφίδος, τὴν ὁποίαν ἐνεχυρίαζον πάντες οὗτοι κατὰ τὸν ἴδιον χρόνον, καθὼς συγχρόνως πάλιν τὴν ἀνελάμβανον, ἐπιστρέφοντες δῆθεν τὰς ληφθείσας προκαταβολάς. Ἐρωτῶ· τί περισσότερον ἠθέλετε νὰ λέγωσιν εἰς τὰ βιβλία; Βεβαίως εἰς αὐτὰ δὲν φέρονται οἱ ἐνεχυριασταὶ ὁμολογοῦντες ὅτι ἡμεῖς ἐνεργοῦμεν διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρείας, ὅτι δι’ αὐτὴν ἠγοράσαμεν καὶ εἰκονικῶς ἐνεχυριάσαμεν τὸ πρῶτον καὶ τὴν ἀπεσύραμεν ἐπίσης εἰκονικῶς, ἐκ δευτέρου δὲ τὴν ἐνεχυριάσαμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν, καθόσον αὐτό, φαίνεται, ἠξίουν ν’ ἀναγνώσῃ εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας, ἵνα δεχθῇ τὸ Συμβούλιον ὅτι τῳόντι ἐγένετο ἡ κατάχρησις. Ἀλλ’ ἐσταμάτησαν τέλος πάντων οἱ Κύριοι οὗτοι μετὰ τὸ βούλευμα καὶ τὴν ἐξέγερσιν; Ἀνέλαβον τὰ 44 ἑκατομ. σταφίδος τῆς ἐσοδείας τοῦ 1908, διὰ νὰ τὰ θέσωσιν ἐκτὸς συναλλαγῆς; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐνέμενον εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ ἀδικήματος· ἤθελον νὰ τὸ φέρωσιν εἰς πέρας. Εὐτυχῶς ὅμως ἄλλως ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ, Κύριοι, τὴν προσοχήν σας, δὲν εἶναι πλέον οὔτε ὁ εἰσαγγελεύς, οὔτε τὸ Συμβούλιον, οὔτε οἱ ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας οἱ καταμαρτυροῦντες. Εἶναι ὁ κ. Δραγούμης Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διεξάγει τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκούσητε, μὲ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς καὶ ἐκ τῆς ὁποίας πιστεύω ὅτι εἰς οὐδένα θὰ μείνῃ ἀμφιβολία ὅτι ὁ κ. Δραγούμης ἦτο ἐντελῶς πεπεισμένος περὶ τῶν πραγμάτων. Οὐδεμίαν μάλιστα ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Δραγούμην, καθόσον τὸ εἶπεν ἐνώπιόν μου, ὅτε εἴχομεν τὴν τιμὴν κατὰ τὸν Αὔγουστον 1910 νὰ παρουσιασθῶμεν ὡς ἐπιτροπὴ τῶν παραπονουμένων κτηματιῶν. Μᾶς εἶπε δηλ. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδεικνύων ἔγγραφόν τι, ὅπερ ἐκράτει: Βλέπετε αὐτὸ τὸ ἔγγραφον; Τὸ ἑτοιμάζω νὰ τὸ στείλω εἰς τὴν ἑταιρείαν. Γνωρίζω πάντα, ἀλλ’ εἴπατέ μοι τί θέλετε; Θέλετε νὰ κηρύξω ἀμέσως τὴν ἑταιρείαν ἔκπτωτον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ χάος; Καὶ μᾶς ἀπεστόμωσε, τὸ ὁμολογῶ.
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι μόνον σᾶς ἀπεστόμωσα, ἀλλ’ ὅτε εἶπον εἰς τοὺς προσελθόντας περὶ τούτου, ὄχι ἀκριβῶς, ὡς τοῦτο εἴπετε ὑμεῖς, ἀλλ’ ὡς ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπω, καὶ ὑπέμνησα ὅτι ἐπήρχετο χάος· καὶ μοὶ ἀπήντησαν· «δὲν ζητοῦμεν τοῦτο». Τότε, εἶπον, πῶς ἔρχεσθε ἐνώπιόν μου καὶ ὑποβάλλετε αἴτησιν περὶ ἐκπτώσεως;
§165Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ὑμεῖς δὲν εἴπετε εἰς τοὺς παραπονουμένους ὅτι ἔχουσιν ἄδικον, ἀλλὰ τοῖς ἐπεδείξατε αὐστηρὸν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἑταιρείαν.
§166Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα, ἅτινα καταγγέλλετε ἐνταῦθα, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἀποδεδειγμένα καὶ ὡρισμένα, γενικῶς τὰ ἐγνώριζον ἀπὸ τῆς ἑσπέρας, καθ’ ἣν διεμαρτυρήθην ἐνταῦθα, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις, περὶ ἧς ἀπασχολεῖσθε· ὅτε ἐψηφίζετο, χειροκροτούντων πάντων ὑμῶν τῶν σταφιδοκτημόνων, ἐκτὸς μόνον τῆς ἐλαχίστης μειονοψηφίας. Τότε προεῖπον ὅτι θὰ ἔχωμεν παρένθετα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξελέγξωμεν. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδὲν δύνασθε νὰ πράξητε, ὅτε ἔχετε ὑπονοίας, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν ν’ ἀντιπροσωπεύωσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἀποδεικνύονται.
§167Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἷς ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότουν κατὰ τὸ 1905, ἤμην καὶ ἐγώ, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν μὲ ἐμποδίζει, ὅτε τὰ πράγματα ἔλαβον τοιαύτην ἐξέλιξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύεται ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ προστατῶν τῆς σταφίδος, ἀλλὰ περὶ λυμεώνων, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ὑψώσω φωνήν. Καὶ προβαίνω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τότε ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἑταιρείαν· θὰ ὁμιλήσωσιν αὐτά.
§168Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσην αὐστηρότητα ἦτο δυνατὸν νὰ μετέλθω, μετῆλθον, διὰ νὰ μετριάσω τὸ κακόν· ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξαλείψω ἦτο ἀδύνατον. Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπόδειξιν εἶχον, ἵνα προβῶ εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν κηρύσσων τὴν Ἑνιαίαν ἔκπτωτον. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἤθελον διστάσει πολύ, καὶ ἂν εἶχόν τινα ἀπόδειξιν νὰ προβῶ εἰς τὴν κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως, ἥτις ἤθελε φέρει ἄνω κάτω οὐχὶ τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον· διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ταῦτα ἐγίνοντο, ἐγίνωσκον ὅτι εἶχε ποσὸν χρηματικὸν ἡ ἑταιρεία διαθέσιμον 489,000 δρ., εἶχε δὲ ὑποχρεώσεις ληξιπροθέσμους ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν μόνον τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας ταύτης, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν καὶ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἄλλων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα παραπλεύρως αὐτῆς εὑρίσκοντο, καὶ ἐνοεῖτε τί ἤθελε συμβῆ, ὅτε περὶ ἑκατομμυρίων θὰ ἐγίνετο λόγος ἐν Ἑλλάδι.
§169Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ νὰ εἶναι ἀλληλένδετα μὲ τὴν Ἑνιαίαν καὶ ἄλλα Τραπεζικὰ καταστήματα, αὐτὸ εἶναι λάθος τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία κλείει τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὸ ἐπιτρέπει, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἐπιμένω ὅτι οἱ τότε λόγοι τοῦ κ. Δραγούμη ἐδικαιολόγουν τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκομίσαμεν, ὅτι δηλ. ὁ κ. Δραγούμης ἦτο πεπεισμένος ὅτι ἡ ἑταιρεία εὑρίσκετο ἐν τῷ ἀδίκῳ.
§170ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον ἐγώ· ἐγὼ εἶπον ὅτι δέχομαι ὡς γενόμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγετε, ὄχι ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ἀλλὰ τί ἠθέλετε νὰ κάμω;
§171Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἤτοι περὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ περὶ τῆς περὶ αὐτῆς ἰδέας σας. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «12 Ἰουλίου 1910 Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν Τὸ ὑπ’ ἀριθ.876 τῆς 26 Ἰουνίου 1910 βούλευμα κατέστησεν ἔτι μᾶλλον εὐλόγους τὰς παραστάσεις, ἃς ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ’ 72938 τῆς 21 Ἰουλίου 1909 καὶ 79,703 τῆς 10 Αὐγούστου ἰδίου ἔτους ἐγγράφων μεθ’ ὅλας τὰς κατηγορηματικὰς διαψεύσεις σας. Ὅθεν δηλοῦμεν ὅτι, ἂν τὸ περίπλοκον τῶν σταφιδικῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις τοῦ 1905 ἐδημιούργησεν, ἀπαιτεῖ πρὸς τὸ παρὸν πολλὴν περίσκεψιν καὶ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ ῥιζικῶν μέτρων, οἷα ἡ διὰ τοῦ βουλεύματος ὑποδεικνυομένη ἔκπτωσίς σας, ἐν τούτοις θὰ παρακολουθήσωμεν ἐπιμελῶς καὶ μετ’ αὐστηρότητος, καὶ σᾶς συνιστῶμεν νὰ λάβητε μέτρα προστατευτικὰ τῆς νέας ἐσοδείας, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ δύο σοβαρὰ ἀποθέματα, ὧν δυστυχῶς τὸ πρῶτον προφανῶς ἐδημιουργήθη τεχνικῶς καὶ ἀτόπως καὶ πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου, ἂν μὴ ὁλοσχερῶς ν’ ἀφαιρεθῇ, πάντως ὅμως κατὰ μέγα μέρος νὰ ἐλαττωθῇ». Ἐνταῦθα πρέπει νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ φρονῇ ὅτι ἐν μέρει μόνον τὸ προϊὸν τοῦ ἐγκλήματος ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐκποδὼν καὶ ὄχι ἐν ὅλῳ· δὲν τὸ ἐνόησα, λέγω, ἂν καὶ τὸ ἐμελέτησα πολύ. Καὶ ἰδοὺ ἄλλο ἔγγραφον. Ἐνταῦθα ἀπαντᾷ ἡ ἑταιρεία πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «14 Ἰουλίου 1910. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Ἀδίκως καὶ ἀναπολόγητοι κατεδικάσθημεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐν ἀρχῇ τῆς σταφιδικῆς περιόδου 1908 –1909, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ὑπερπαραγωγήν, προσέφερε καὶ 100 δρ. καὶ πλέον, ἵνα ὑποβοηθήσῃ τὴν ἐνεχυρίασιν. Ὅθεν δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ὅσα ἐλέχθησαν καὶ νὰ διατυπωθῇ μομφὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τῆς ἑταιρείας. Ὡς πρὸς τὰ ὑποδεικνυόμενα προστατευτικὰ τῆς νέας ἐσοδείας μέτρα γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι θὰ πράξωμεν ὅ,τι καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ἤτοι ἡ ἑταιρεία θ’ ἀγοράσῃ ὅσον ποσὸν ἤθελε τῇ προσφερθῆ, οὐδεμίαν ὅμως ἀπόφασιν δύναται νὰ λάβῃ περὶ ἀγορᾶς τῶν παλαιῶν ἢ τῶν νέων ἐνεχύρων, ἂν μὴ θέλωσι νὰ τὰ πωλήσωσιν οἱ ἐνεχυριασταί, μὴ ἔχουσα ἐκ τῆς συμβάσεως τοιοῦτον δικαίωμα». Κατόπιν ἔχομεν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἑταιρείαν (ἀναγινώσκει): «15 Ἰουλίου 1910 Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν Ὡς πρὸς τὰ μέτρα, ἅτινα σᾶς ἐσυστήσαμεν, φρονοῦμεν ὅτι δὲν καθίσταται ἀδύνατος διὰ τὴν ἡμετέραν ἑταιρείαν κατάλληλός τις μὲ τοὺς εὐαρίθμους ἀποταμιευτὰς τῶν ἐνεχύρων 1908 συνεννόησις, ὡς δὲν κατέστη ἀδύνατος πέρυσι διὰ τὴν ἀντίθετον ἐνέργειαν». Παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ ἑρμηνεύσωσι, Κύριοι, αὐτὸ τὸ «ὡς πέρυσι δὲν κατέστη εἰς σᾶς ἀδύνατος ἡ συνεννόησις μὲ τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φέρονται σήμερον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον». Προφανῶς εἶναι ὡς νὰ λέγῃ πρὸς τὴν ἑταιρείαν τὸ Ὑπουργεῖον· γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι τὸ τρὰστ τῶν Πατρῶν καὶ σὺ εἶσθε ἓν καὶ τὸ αὐτό, καὶ ὅτι ματαίως παρεμβάλλεις ἐκείνους, ἐνῷ σὺ εἶσαι ἡ κυρία τῶν 44.000.000. Τοῖς τὸ κτυπᾷ λοιπὸν ναὶ ἢ ὄχι κατὰ πρόσωπον ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἀπεκαλύφθησαν πλέον καὶ νὰ συμμορφωθῶσι μὴ προσποιούμενοι ὅτι δὲν ἐννοοῦσι; Παρακαλῶ ἐκεῖνον, ὅστις εὑρίσκει ἄλλην τοῦ ἐγγράφου ἔννοιαν νὰ τὴν δηλώσῃ. Κατόπιν ἔχομεν ἀπάντησιν νέαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «5 Αὐγούστου 1910 Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 74646 ἀπὸ 15 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ἡμετέρου ἐγγράφου ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου τὴν πληροφορίαν ὅτι εἴχετε δηλώσεις πρὸς ἀγορὰν ὡς πλεονάσματος ἐκ τῶν παλαιῶν ἐνεχύρων διὰ λίτρας 23.147.828 καὶ τοῦτο εἰδοποιήσαμεν πρὸς καθησύχασιν τῶν ἐξεγηγερμένων πνευμάτων, ἀλλ’ ὑπάρχει φόβος, ἐὰν μή, ὡς περιμένεται, ἐπέλθῃ τελεία καὶ πλήρης ἀνόρθωσις διὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν ἐνεχύρων 1908, καὶ ἂν τυχὸν γίνῃ σκέψις περὶ τῆς φορολογίας εἰς χρῆμα. Περὶ τούτου ἑνοῦμεν καὶ τὰς ἡμετέρας θερμὰς συστάσεις, διότι φρονοῦμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις φορολογίας εἰς χρῆμα». Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἑταιρεία ἡτοιμάζετο καὶ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νὰ ἐπαναλάβῃ πάλιν τὸ πείραμα τῆς εἰς χρῆμα φορολογίας, καὶ προλαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοῖς εἴπῃ: μὴ τολμήσητε νὰ κάμητε αὐτό. Τέλος ἔρχεται, Κύριοι, ἡ ἀπάντησις τῆς «Ἑνιαίας» πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑμετέραν σύστασιν περὶ ἀγορᾶς καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν ἐνεχύρων τοῦ 1908 γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἀποβαίνει ἡμῖν ἀδύνατον νὰ πειθαναγκάσωμεν τοὺς ἐνεχυριαστάς, ἵνα μᾶς τὸ προσφέρωσι πρὸς πώλησιν (ἀγοράν). Ἄλλως τε οὗτοι διὰ τῶν αὐτῶν δηλώσεών των περὶ πωλήσεως τῶν 23,147,828 λιτρῶν γενομένων ἡμῖν διὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, αἵτινες τοὺς ἐκπροσωποῦσι, ῥητῶς μᾶς ἐδήλωσαν ὅτι τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν λιτρῶν 23 ἑκατομ. ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀναλάβωσιν, ἔσπευσαν δὲ καὶ κατέθεσαν παρὰ ταῖς Τραπέζαις τὰς ἀντιστοιχούσας πρὸς τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο προκαταβολάς, ἀναγνωρισάσαις ἡμᾶς διὰ τὸ ὅλον τῶν σχετικῶν λογαριασμῶν ἀπὸ 7 τρέχοντος». Ἐνταῦθα, Κύριοι, κλείει ἡ ἀλληλογραφία Ὑπουργείου καὶ Προνομιούχου, ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν τύχην τῶν 44 ἑκατομμυρίων τῶν ἐνεχύρων, περὶ ὧν τὸ βούλευμα, καὶ λήγει μὲ τὸν μερικὸν θρίαμβον τοῦ ἀδικήματος, καθόσον ἡ ἑταιρεία τὰ 20 ἐξ αὐτῶν ἔρριψεν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἰσχυριζομένη ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τρίτους, οἵτινες τὰ ἀπέσυραν. Ὅστις θέλει, ἂς τὴν πιστεύσῃ, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν εἶχε τὴν ἁπλότητα νὰ μὴ πιστεύσῃ αὐτὰ καὶ τὸ θάρρος νὰ τοὺς κηρύξῃ ἐνόχους. Τί δὲ ἔγινε, Κύριοι, ἡ σταφὶς αὐτή, τὸ εἶπον ἤδη, τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπέσυραν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἔπεσαν εἰς τὸ ἐμπόριον, ηὔξησαν τὴν ἐσοδείαν, καὶ ἠπόρουν ἔπειτα οἱ Κύριοι, παρεπονοῦντο διὰ τὸ πλεόνασμα. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν πλεονάσματα, ὅτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ παρακράτημα, ῥίπτεται εἰς τὴν ἀγοράν; Καὶ ἐξηγέρθη τότε ὁ σταφιδικὸς κόσμος, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 20 ἑκατομμυρίων κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα τοῦ 1910 μετέφεραν δημοσίᾳ ἀπὸ τὴν Τριφυλίαν εἰς τὰς Πάτρας διὰ πλοίων, καὶ ἐξηγέρθη ὁ κόσμος καὶ διεμαρτυρήθη θορυβωδῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πρὸ ἐκείνης δὲ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ ὄχλου, ὡς τὸν ἀπεκάλεσαν προχθὲς οἱ εὐπατρίδαι οὗτοι, δὲν ἐδίστασαν νὰ φέρωσιν εἰς τὸ μέσον καὶ ξένας Ἐπικρατείας, τὴν Γερμανίαν εἰδικῶς, καὶ σᾶς εἶπον πομπωδῶς οἰκτίροντες οἱ καλοὶ πατριῶται τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ φορτώσωσι τὴν σταφίδα αὐτήν, ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς ξένους ὑπηκόους, οἱ ὁποῖοι προστατεύονται ἀπὸ ξένας Κυβερνήσεις, καὶ ἐτολμήθη παρεμπόδισις τῆς φορτώσεως ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας;
§172ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι συνέβη νὰ στείλωμεν στρατιωτικὴν δύναμιν εἰς τὴν Ἠλείαν.
§173ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ χρέος σας ἐκάμετε, κ. Πρόεδρε. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς τάξεως, ἐνῷ ἐγὼ καταγγέλλω τοὺς προκαλέσαντας τὴν ἐξέγερσιν διὰ τῶν παρανομιῶν των, καὶ προκαλέσαντας καὶ ξένας διαμαρτυρίας. Ἂν ὅμως αἱ ξέναι Κυβερνήσεις ἐγνώριζον τὰ διατρέχοντα, βεβαίως θ’ ἀπέστρεφον τὸ πρόσωπον. Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἀναμένοντες μεταβολὴν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Συνέρχονται ἀδιαλείπτως, καταγγέλλουσι, τηλεγραφοῦσιν, ἂν δ’ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχον ἐνταῦθα νὰ σᾶς παρουσιάσω πάντα τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἔλαβον κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐγένετο τὸ συνέδριον καὶ νῦν ἀκόμη, θὰ ἠπορεῖτε καὶ θὰ ᾠκτίρετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι αὐτὰ εἶναι τεχνητά, ἀφοῦ διαβιβάζονται πανταχόθεν τοιαῦτα, δι’ ὧν ἐρωτῶσι τί μέτρον ἐλήφθη καὶ πῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἥτις κατέστη ἀνυπόφορος.
§174Ι. ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε πόθεν ἔρχονται τὰ τηλεγραφήματα;
§175ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα μέρη.
§176Ι. ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἀπὸ ποῖα μέρη. Ἔρχονται ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον;
§177ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὄχι· ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον.
§178Ι. ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Πολὺ καλά.
§179ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις ἔχω ἐνταῦθα ἀρκετὰ τηλεγραφήματα, τὰ δίδω εἰς τὸν θέλοντα νὰ τὰ ἀναγνώσῃ. (Παραδίδει δέσμην τηλεγραφημάτων).
§180Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μήπως εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν ἦλθον ἑκατόν; Τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο;
§181ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην μέθοδον ὑπερασπίσεως. Οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἀφοῦ ἐξηντλήθησαν τὰ πάντα, ἀφοῦ βλέπουσιν ὅτι ἀπεκαλύφθησαν αἱ παρανομίαι, κατήντησαν νὰ ὀχυρωθῶσι καὶ εἰς τὴν παραγραφήν. Καὶ ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1898 ἕως σήμερον ἡ πρᾶξίς των παρεγράφη. Ἐὰν δὲν ἀναγγελθῇ ἡ ἔκπτωσις, λέγει ἡ σύμβασις, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἀφ’ ἧς γίνῃ ἡ παράβασις, ἐπέρχεται παραγραφή. Χαίρω πολύ, Κύριοι, διότι ἔφθασαν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ ἐπικαλῶνται τὴν παραγραφήν. Ἐὰν συνέφερε νὰ κηρυχθῇ ἡ ἔκπτωσις, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν παραγραφήν, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ τοῖς ἀπεδεικνύομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει παραγραφή. Καὶ τῳόντι πότε συνετελέσθη ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐμελέτησαν καὶ παρεσκεύασαν ἐν ἔτει 1908, περὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος καὶ τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ τὸ βούλευμα; Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1910, τότε, ὅτε ἀντηλλάσσοντο τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, ὅτε καὶ ἡ σταφὶς τῶν ἐνεχύρων ἐτέθη εἰς κυκλοφορίαν. Ἕως τότε τὰ πράγματα ἦταν εἰσέτι ἐκκρεμῆ, κεκαλυμμένα, ἡ δὲ τύχη τῶν 44 ἑκατομμυρίων μετέωρος. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπραγματοποιήθη τὸ ἀδίκημα, καθόσον, ἐνῷ εἶχεν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος εἶναι πλεόνασμα, πάντα δὲ τὰ λοιπὰ φενάκη, ἀπάτη κεκαλυμμένη, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῖς ἔγγραφε κατὰ τὸν Αὔγουστον 1910: ὁ σταφιδόκαρπος αὐτὸς εἶναι ἰδικός σας, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸν κρατήσητε εἰς τὰς ἀποθήκας σας, ὅπου καὶ εὑρίσκεται, χωρὶς νὰ ἐπικαλῆσθε τοὺς δῆθεν ἐνεχυριαστάς, αὐτοὶ ἀμετανόητοι ἐπέμειναν εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ ἀδικήματος καὶ τότε τὸ συνετέλεσαν, καθόσον, ὡς εἴρηται, ἐκ τῶν 44 ἑκατομμυρίων μόνον 24 ἐδέχθησαν νὰ κρατήσωσι, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 20 ἑκατομμύρια ἀπέσυραν διὰ τῶν παρενθέτων προσώπων καὶ τὰ παρέδωκαν εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον. Ἰδοὺ τὸ ἀδίκημα, Κύριοι, πότε ἐγένετο, ἔκτοτε δὲ δὲν παρῆλθεν ἔτος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ζητῶ τὴν ἔκπτωσίν των, κατ’ ἀκολουθίαν τοῖς χαρίζω καὶ τὴν παραγραφήν. Ὡς εἶπον, ἤδη ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως, ἂν καὶ γνωρίζω ὅτι πρὸ πολλοῦ πολλαὶ ἐπαρχίαι ζητοῦσιν αὐτήν, καὶ δὲν θέλω τὴν ἔκπτωσιν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος καὶ τοῦ φαρμάκου, τὸ ὁποῖον προτείνουσι πρὸς ἄρσιν τῶν πλεονασμάτων, ἐννοῶ τὴν ἐκρίζωσιν, διότι οἱ λέγοντες νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρεία ἐξ ἀνάγκης καταφεύγουσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο καὶ λέγουσιν ὅτι δὲν ἔχομεν πλέον ἀνάγκην τῆς ἑταιρείας, ἀφοῦ θ’ ἀρχίσωμεν νὰ κόπτωμεν τὰ κλήματα, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς ἐλύθη. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἔχω ἐντελῶς διάφορον γνώμην, ὁ ὁποῖος τὰς φυτείας αὐτὰς θεωρῶ ἐθνικὸν θησαυρόν, μεθ’ ὅλην τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς, διότι δὲν ὑπάρχει προϊὸν ἄλλο εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον νὰ ὠφελῇ τὸν τόπον ὅσον ἡ σταφίς, δὲν σπεύδω νὰ καταδικάσω τὰς φυτείας εἰς θάνατον. Καὶ ἀληθῶς μὲν μὲ τὰς μικρὰς τιμὰς ἡ σταφὶς δὲν δίδει σχεδὸν πρόσοδον καθαράν, τὴν πρόσοδον τοῦ κυρίου τῆς γῆς, δὲν δίδει rente, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; ἀρκεῖ ὅτι ἔχουσα μεγάλην ἀκαθάριστον πρόσοδον συντηρεῖ τὸν κόσμον τὸν ἐργατικόν. Αἱ σταφιδάμπελοι εἶναι τόσα ἐργοστάσια, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἀναπεπταμένον ὁρίζοντα, εἰς ἐλεύθερον ἀέρα, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ ἔτος εὑρίσκουσιν ἐργασίαν οἱ ἐργάται μας, αὐτὰ θὰ τὰ κλείσητε κόπτοντες αἴφνης τὰ κλήματα. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ ὠθήσητε τοὺς ἀνθρώπους τούτους εἰς ἐκπατρισμόν· μὴ εὑρίσκοντες ἡμερομίσθιον εἰς τὸν τόπον θὰ φύγωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἐννοῶ πάντοτε σοβαρὰν πρὸς περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς ἐκρίζωσιν, ἤτοι, ἐὰν σήμερον ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἰδέα νὰ κόψωμεν τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὡς ὑπεστηρίχθη εἰς τὸ σταφιδικὸν συνέδριον, καθόσον οὕτω μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν παραγωγὴν εἰς σημεῖον ἐγγυώμενον αὔξησιν τῆς τιμῆς. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου φρονῶ ὅτι ἡ Ἑνιαία αὕτη, μεθ’ ὅλας της τὰς ἁμαρτίας, δὲν συμφέρει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἀμέσως τώρα.
§182Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὅταν παραβιάζῃ τὴν σύμβασιν, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἔκπτωτος;
§183Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτό.
§184Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὅταν προκαταβολικῶς ἀποφαίνησθε ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος;
§185Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀφήσατε νὰ μὲ ἀκούσητε καλῶς. Εἶπον ὅτι δὲν θεωρῶ ὡς ὠφέλιμον, ἀλλὰ θεωρῶ ἐπιζημίαν τὴν ἄμεσον κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως, διότι δὲν ἔχομεν διὰ τίνος νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι τοιαύτη ἑταιρεία, ἐπειδὴ τοιαῦτα διέπραξε καὶ διαπράττει, ἐννοῶ νὰ μὴ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ τὰ διαπράξῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου ἀκριβῶς, πῶς δηλ. νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ μὴ δύναται πλέον ἡ ἑταιρεία νὰ παραβαίνῃ τὴν σύμβασιν.
§186Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Διὰ τίνων μέσων;
§187Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διὰ τίνος μέσου, θὰ ἀκούσητε ἤδη·
§188Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπεσχέθη ἤδη.
§189Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἂν πρόκειται περὶ ὑποσχέσεως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, ἐννοῶ πολὺ καλῶς ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς αὐτήν. Πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ μέλλοντος, περὶ καταναγκασμοῦ αὐτῆς, πῶς δηλ. θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν περιστείλωμεν καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ μὴ τὴν ἔχωμεν ἀνάγκην εἰς προσεχὲς μέλλον. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα τὸ μὲν νομοθετικά, τὸ δὲ διοικητικά. Πρὸ πάντων δὲ τὰ μέτρα αὐτὰ δέον νὰ τείνωσιν εἰς τὸ νὰ παύσῃ τὸ ταχύτερον ἡ κατάστασις αὐτή, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῆς ἀνομίας, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ ὑποταχθῇ ὁ σταφιδικὸς κόσμος εἰς τοὺς Κυρίους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἐξεγέρσεις καὶ καταστροφάς, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα τὸ μὲν διοικητικά, τὸ δὲ νομοθετικά. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τίνα εἶναι τὰ διοικητικά, τὰ ὁποῖα ἤθελον λάβει τὸ θάρρος ἐγὼ νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§190Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἀφοῦ περὶ πάντων προνοεῖ ὁ νόμος; Διαρκῶς μέτρα θὰ λαμβάνωμεν; Δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ ἐν τῇ συμβάσει περιεχόμενα;
§191Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἀπεδείχθησαν μὴ ἐπαρκῆ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἀπαγορεύεται νὰ ληφθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα, καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα ἀμέσως ὅτι κατέστη ἀμφίβολον ἂν ὑπάρχει ποινικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ τιμωρῇ τόσον σοβαρὰν παράβασιν, οἵα ἡ ἐν τῷ βουλεύματι. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ μεταβάλωμεν τὴν σύμβασιν, ἵνα συμπράξῃ καὶ ἡ ἑταιρεία· ἐνταῦθα πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἁπλῶς ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ἀπηγορευμένη ἀπὸ τὴν σύμβασιν, τὸ νὰ ἀγοράζῃς δηλ. καὶ πωλῇς σταφίδα, κηρύσσεται ἤδη ἀδίκημα, ἤτοι θὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τούτου ὅ,τι καὶ εἰς τόσας ἄλλας συμβατικὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κυρώσας τὴν σύμβασιν νόμος ἐπέβαλε ποινὰς ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ἑταιρείας. Ὅταν τοῦτο γίνῃ, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν διάκρισιν τοῦ ὅτι, ἂν οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας ἠγόρασαν δι’ ἴδιον λογαριασμόν, τότε μόνον τιμωροῦνται, ἐὰν ὅμως ἠγόρασαν διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρείας, μένουσιν ἀτιμώρητοι, καὶ ἁπλῶς τότε κηρύσσεται ἔκπτωτος ἡ ἑταιρεία. Μολονότι, ὡς ἠκούσατε, καὶ τοῦτο δὲν τοῖς ἤρεσεν, ἦλθον οἱ συνήγοροι τῆς ἑταιρείας καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα κατὰ τὴν σύμβασιν οὔτε νὰ τὴν κηρύξωμεν ἔκπτωτον. Εἶναι φανερόν, Κύριοι, καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ νομοθετηθῇ τοιαύτη διάταξις ποινικὴ κατὰ τῆς ἑταιρείας καὶ ὅτι νομοθετουμένη δὲν θ’ ἀποτελέσῃ ἀναξίαν λόγου ἐγγύησιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄλλο μέτρον, διοικητικὸν πλέον. Φρονῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέλειψε μέχρι τοῦδε τὴν ἐνάσκησιν δικαιώματος. Ἐννοῶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν πρόκειται ἡ ἑταιρεία κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐσοδείας νὰ δηλώσῃ ἂν θεωρεῖ ἀνεπαρκῆ αὐτήν, καὶ ἀποφασίσῃ ὅτι θὰ λάβῃ τὴν παρακράτησιν εἰς χρῆμα, προβαίνῃ δὲ εἰς τοῦτο ἐν οὐ δέοντι, ἤτοι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνεπάρκεια, ὡς ἔπραξε δὶς μέχρι τοῦδε, καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι, ὅταν οὕτω δολίως καὶ ἐναντίον τῆς ἐμφανείας τῶν πραγμάτων ἡ ἑταιρεία λέγῃ: «οὕτω θέλω ἐγώ», νὰ τῇ εἴπῃ τότε καὶ ὁ Ὑπουργός· «ἐγὼ δὲν θέλω οὕτως· ἐγὼ θέλω τὸ ἐναντίον». Δὲν δύναται δὲ νὰ μὴ τὸν ἐρωτήσῃ, διότι, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ἡ ἑταιρεία χρῆμα, θὰ τὸ εἰσπράξῃ διὰ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δώσῃ εἰς τὰ τελωνεῖα διαταγὴν νὰ λάβωσιν εἰς χρῆμα τὸ παρακράτημα, τότε οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἑταιρεία. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπωσιν· ἡ σύμβασις τί γίνεται; Καὶ ἀπαντῶ· νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὅπως ὁρίζει ἡ ἰδία σύμβασις, ὅτι πᾶσα διαφωνία περὶ τὴν ἑρμηνείαν της ὑπάγεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ λοιπὸν νὰ παρουσιασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τοῖς ἀπηγόρευσα, διότι καταδολιεύονται τὴν σύμβασιν, ὅτι προβάλλουσιν ἀνεπάρκειαν τῆς ἐσοδείας, ἐνῷ τὰ πράγματα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον, νὰ φέρῃ ἀποδείξεις μαρτυρούσας τὸ ἐναντίον, ἤτοι ὅτι ἡ ἐσοδεία εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ἡ ἑταιρεία χρηματιζομένη ὑποστηρίζει ἀνεπάρκειαν. Τότε θὰ ἴδωμεν, Κύριοι, τί θὰ πράξῃ τὸ Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ σύμβασις ὡς δικαστήν, ἂν δηλ. στηριζόμενον εἰς μόνον τὸ γράμμα «κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἑταιρείας» θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιτρέπεται αὐτῇ ἡ καταδολίευσις τῆς συμβάσεως τόσον ἀσυστόλως ἐπὶ βλάβῃ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτοὺς Κράτους. Εἶναι δὲ γνωστόν, Κύριοι, εἰς τοὺς ἐξ ὑμῶν νομικούς, τί περὶ τούτου διδάσκεται, ὡς σήμερον κρίνονται τὰ κατὰ τὰς συμβάσεις, ὅτι δηλ. ἑρμηνεύονται ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἰσχύσωσι, νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπός των, καὶ ὄχι νὰ ματαιωθῶσιν. Ὅταν λοιπὸν ὁ σκοπὸς τῆς ἑταιρείας εἶναι ἡ ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ ματαίωσις τῆς συμβάσεως, δὲν δύναται νὰ τῇ ἐπιτραπῇ τὸ πρὸς ματαίωσιν μέτρον, καὶ τοιοῦτον εἶναι ἡ φορολογία εἰς χρῆμα, καθόσον γεννᾷ πλεονάσματα, ἐνῷ ἡ σύμβασις ἐπιδιώκει τὴν ἄρσιν των. Πλὴν αὐτῶν, Κύριοι, τῶν μέτρων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ διευκολύνωσι τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἑταιρείας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν σήμερον εἰς τὰς σημερινὰς ἡμέρας ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ἀναντικατάστατον. Τίνα εἶναι τὰ μέτρα; Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Πρέπει πρὸ πάντων νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ ἔχωμεν ἓν ἄλλο ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναλάβῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνει ἡ ἑταιρεία. Ὑπῆρχε δέ, Κύριοι, ἵδρυμα, ἀλλὰ τὸ ἵδρυμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν ὑπάρχει πλέον, συνεχωνεύθη μετὰ τῆς ἑταιρείας, παρεδόθη εἰς τὰς χεῖράς της διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἡ ἑταιρεία ἀπέδειξε τὸ ποιόν της. Ὠνομάσθη, ὡς εἴρηται, ἐκκαθαριστής, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι ἐκκαθάρισις θὰ εἴπῃ ἐλευθέρωσις ἀπὸ τὸν σύντροφον. Ἡ σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι μέτοχος τοῦ ¼ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρείας· 15,000,000 κατέβαλον οἱ κεφαλαιοῦχοι, εἰς 5,000,000 δ’ ἔγινε μέτοχος ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἀλλά, Κύριοι, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ σύμβασις, οἱ καλοὶ συνεταῖροι ἀπεφάσισαν νὰ ἐξοντώσωσι τὴν πτωχήν, ἀποῦσαν καὶ ἀπροστάτευτον ὅλως Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ κατώρθωσαν, ἀφοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν της εἰς τὸ χρηματιστήριον τὴν φέρουσιν ὡς ὀφείλουσαν πρὸς αὐτοὺς πλέον τῶν 700,000 δραχμῶν. Ἐζήτησα, Κύριοι, νὰ παρουσιασθῶσιν οἱ λογαριασμοί, ἐζήτησα ἀντίγραφα τῶν βιβλίων τῆς «Ἑνιαίας», διὰ νὰ φανῶσιν αἱ σχέσεις της καὶ αἱ ληψοδοσίαι της, διότι ἀπὸ τοῦ 1905, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ σύστασις τῆς ἑταιρείας καὶ ἐχρεώθη ἡ ἑταιρεία μὲ τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν της, ἤτοι μὲ 5,000,000 δραχμῶν, οὐδέποτε ἐδόθη ἀκριβὴς λογαριασμός. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶχε τότε 9,000,000 δραχ. εἰσπράξιμα ἀπὸ ὀφειλέτας, εἶχε σταφιδόκαρπον ἀξίας ἄλλων τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, εἶχε καὶ χρέος πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ μετρητὰ δὲν εἶχεν. Ὅλον λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἐνεργητικὸν παρέδωκεν εἰς τοὺς συνεταίρους καὶ ἐνταυτῷ ἐκκαθαριστάς της ἀπέναντι τῆς χρεώσεως τῶν μετοχῶν της, ἐφ’ ἧς θὰ ἐχρεοῦτο καὶ μὲ τόκον πρὸς 6% ἐπὶ τῶν 5,000,000, ἀπέναντι δὲ θὰ ἐτίθεντο αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἐπραγματοποίει διὰ λογαριασμόν της ἡ ἑταιρεία, καθὼς καὶ ἡ πρόσοδος, τὰ μερίσματα τῶν μετοχῶν της. Σημειώσατε ὅτι αἱ μετοχαὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦσαν ὀνομαστικαὶ καὶ ὄχι ἀνώνυμοι, ἦσαν τίτλος συμμετοχῆς εἰς τὸ ¼ τῆς ἐπιχειρήσεως. Δὲν ἦσαν ἀνώνυμοι, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ κυκλοφορήσωσιν, ἀφοῦ ἔμειναν ὡς ἐνέχυρον εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν ἑταιρείαν, τὴν «Ἑνιαίαν». Καὶ θὰ περιεμένετε, Κύριοι, νὰ ἴδητε ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐχρεώθη τότε μὲ 5,000,000 μόνον δραχμῶν. Ἀλλὰ τί βλέπετε εἰς τὰ κατατεθέντα ἤδη ἔγγραφα, εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς πιστοχρεώσεώς της; Ἀμέσως μετὰ τὰ 5,000,000 τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρόσθετον χρέωσιν δι’ ἔκδοσιν τῶν μετοχῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δραχ. 160,000, χρέωσιν μὴ στηριζομένην οὔτε εἰς τὴν σύμβασιν οὔτε εἰς τὴν λογικήν. Παρακαλῶ δὲ τοὺς Κυρίους, ὅσοι γνωρίζουσι τραπεζικά, νὰ εἴπωσι τί σημαίνει τοῦτο, χρέωσις διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν μετοχῶν ἀνυπάρκτων καὶ μὲ ποσὸν ἑκατοντάδων χιλιάδων. Καὶ ἠρώτησα νὰ μάθω καὶ ἐγὼ καὶ ἔμαθον τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐχρεώθη διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τῶν ὀκτὼ δραχμῶν κατὰ μετοχήν, διότι εἶναι 20,000 αἱ μετοχαὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον θὰ ἦσαν, ὅτε θὰ μετετρέποντο, ἀλλ’ ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρείας ἐχρεώθησαν μὲ τὰς ὀκτὼ δραχμάς, δηλαδὴ ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ ἄλλος τις, καθόσον, ἀντὶ νὰ πληρώσωσι πρὸς 250 δραχμὰς τὴν μετοχήν, ἤτοι εἰς τὸ ἄρτιον τῆς ἐκδόσεως, τὰς ἐπλήρωσαν 258 δραχμάς, ὥστε μὲ τὴν ἀναλογίαν τῶν 160,000 δραχμῶν, μεριδίου σταφιδικῆς, ὅπερ ἀποτελεῖ μόνον τὸ ¼ τοῦ ὅλου κεφαλαίου, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν 640,000 δραχ., αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν· αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ἀλλὰ τὸ ζητούμενον εἶναι πρὸς ποῖον ἐδόθησαν, τίς εἶναι αὐτὸς ὁ ἐκδοὺς καὶ λαβὼν τὸ χρῆμα. Δίδει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δρ. 160,000 καὶ χρεώνεται· δίδουσι καὶ οἱ λοιποὶ ἱδρυταὶ ἀντὶ 250 δι’ ἑκάστην μετοχὴν 258, καὶ ἀποτελεῖται τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον αὐτὸ ποσὸν τῶν 640,000 δραχμῶν, καὶ μένει νὰ μάθωμεν τὴν μέθοδον, δι’ ἧς θὰ εὕρωμεν αὐτὸν τὸν ἄγνωστον. Τὸ πρόβλημα διὰ κοινοὺς θνητοὺς εἶναι ὄντως δεινόν. Θὰ μοὶ ἔλεγέ τις ὅτι ἴσως εἶναι οἱ ἱδρυταί. Ἀλλ’ οἱ ἱδρυτικοὶ τίτλοι, οἵτινες διενεμήθησαν, εἶναι προφανῶς τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἠθικῆς αὐτῆς εἰσφορᾶς, διότι ἡ σύμβασις προβλέπει περὶ ἱδρυτικῶν μετοχῶν, καὶ οἱ Κύριοι αὐτοί, οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρείας, ἐξέδωκαν ἰσαρίθμους μάλιστα ἱδρυτικοὺς μὲ τὰς πραγματικὰς μετοχάς, ἤτοι 80,000 ἱδρυτικοὺς τίτλους, οὓς διένειμαν κατὰ τὸ δοκοῦν. Μόνον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα οὐδὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἐκ τῶν 80,000 μετοχῶν· πάντας τοὺς ἱδρυτικοὺς αὐτοὺς τίτλους θὰ διαθέσῃ ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα καὶ θὰ τοὺς διαθέσῃ ὅπως θέλει, πλὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις, ὡς εἴρηται, οὐδὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Ὁμολογῶ ὅτι αὐτὰ τὰ λέγει ἡ σύμβασις, τὸ πέρα τούτου ὅμως μένει ἐξεταστέον. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἀμέσως, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ὁ ἀλληλόχρεος αὐτὸς τῆς Σταφιδικῆς παρουσιάζει ἓν μυστήριον, ἓν πρᾶγμα ἀκατάληπτον· ἀλλὰ μήπως εἶναι τὸ μόνον; Οἱ Κύριοι οὗτοι εἶχον πολλὰς ὑπόπτους δοσοληψίας. Εἷς τῶν συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης Πατρῶν ἰσχυρίσθη π. χ. ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ σύμβασις, προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν «Ἑνιαίαν», καὶ τὰς ὑπηρεσίας προσέφερεν ὁ σύμβουλος αὐτὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπ’ ἀμοιβῇ καί, ἐπειδὴ δὲν ἔλαβε τὸ μερίδιόν του ἐκοινοποίησεν ἀγωγήν, κατὰ τῆς «Ἑνιαίας». Δὲν γνωρίζω τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλ’ εἶναι γεγονός, ἀνέγνωσα δὲ ὁ ἴδιος τὴν ἀγωγὴν αὐτὴν τοῦ κ. συμβούλου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης Πατρῶν.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἦτο ὁ σύμβουλος αὐτός;
§193Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἦτο ὁ Κεφαλᾶς.
§194Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τὰς 160.000 ποῦ τὰς ἐδαπάνησεν;
§195Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὐδαμόθεν φαίνεται ποῦ τὰς ἐδαπάνησεν.
§196ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί τὴν ἀποκλείουσι πῶς τὸ ἠνέχθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα;
§197Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτοὶ εἶχον τὰ χρήματα καὶ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐνέδιδεν, οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ ὅτι τὸ κεφάλαιον πάντοτε γνωρίζει νὰ πλεονεκτῇ. Ἀλλὰ προχωρήσωμεν, διὰ νὰ μὴ παρέρχηται ὁ χρόνος. Ἂς ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα σήμερον, τί ἐπὶ τέλους ἐγένετο αὐτὴ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, καθόσον αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει. Εἴδομεν ἤδη ὅτι αἱ μετοχαί της ἐσχάτως ἐξεποιήθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον· ἀφοῦ δηλαδὴ ἡ ἑταιρεία εἰσέπραξε πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τῆς Σταφιδικῆς ἀπὸ διαφόρους ἀπαιτήσεις της καὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρωθῇ ἐμπροθέσμως τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν της, διὰ τοῦτο ἐζήτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἄδειαν νὰ πωλήσῃ τὰς μετοχάς της. Σημειώσατε ὅτι ἐγένετο νέα σύμβασις καὶ μόνον κατὰ τὸ 1913 θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὰς μετοχὰς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ γίνῃ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπέτρεψε τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ἠδύνατο δὲ καὶ νὰ τὴν ἀρνηθῇ. Λάβετε ἤδη τὸν λογαριασμὸν τῆς ἐκποιήσεως καὶ θὰ συναντήσητε ἄλλο κονδύλιον μεγαλείτερον, καὶ οὐχ ἧττον ἀδικαιολόγητον· θὰ συναντήσητε χρέωσιν τῆς Σταφιδικῆς ἐκ 200.000 δραχμῶν. Τί εἶναι αὐτό; Ἀκούσατε. Εἶναι ἀποζημίωσις τῆς Banque Parisienne διὰ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ὅτι αἱ μετοχαὶ αἱ ἐκποιηθεῖσαι δὲν θὰ ἐπωλοῦντο ὀλιγώτερον τῶν 210 δραχμῶν. Διὰ τὴν ἐγγύησιν λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἐδόθησαν εἰς αὐτὴν τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ δέκα δραχμαὶ δι’ ἑκάστην μετοχήν. 20.000 μετοχαὶ ἐστοίχισαν 200.000 δραχμῶν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ φαίνηται ἐν τίνι δικαιώματι ἐδόθησαν αἱ 200.000 αὐταὶ δραχμαὶ εἰς βάρος τῆς πτωχῆς αὐτῆς Τραπέζης. Ἀλλά, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε τὰ πάντα ἐτελείωσαν, οὐδεὶς σύνδεσμος πλέον ὑπάρχει μεταξὺ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ «Ἑνιαίας», ἐπέστη, φρονῶ, ἡ ἐποχὴ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ὁριστικῆς τοῦ λογαριασμοῦ της.
§198Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τί ἐγένοντο;
§199Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰσεπράχθησαν 3½ ἑκατομμύρια.
§200Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Εἶναι καθυστερούμενα ἀκόμη;
§201Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀκόμη καθυστερούμενα.
§202Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ διὰ τὰ δάνεια. Κατὰ τὸ 1905, ὅτε συνεστάθη ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, καθυστεροῦντο εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐκ δανείων καλλιεργείας (ὅρα δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν 1905) δραχ. 7,239,836.72. Εἰσεπράχθησαν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς διὰ μέσου τῆς Προνομιούχου μέχρι 31 Μαρτίου 1910 δραχ. 2,431,913.85, ὑπόλοιπον καθυστεροῦν 4,807,862.87. Ὑπολογίζεται ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι προσέτι μέχρις 9 Αὐγούστου 1913 αʹ) Ἐκ τῆς τρεχούσης εʹ δόσεως μέχρι 10 Αὐγούστου 1910 δραχ. 100,000· βʹ) ἐκ τῆς ϛʹ δόσεως 600,000 δραχμαί· γʹ) ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίως εἰσπραχθείσης αʹ δόσεως 500,000 δραχ., τὸ ὅλον 1,200,000· δʹ) ἐκ καθυστερουμένων πασῶν ὁμοῦ τῶν δόσεων — ἅτινα ἀφαιρέσει τῶν ἄνω ἀνέρχονται εἰς δραχ. 3,600,000 ἐπὶ 15%—δραχ. 550,000· ἔχομεν ὑπόλοιπον 3,057,862.87.
§203Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι πάντοτε ὑπάρχουσι καθυστερούμενα καὶ ἑπομένως ἐνεργητικὸν ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἶναι καιρὸς ὁριστικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀφοῦ διὰ τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν ἡ ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Σταφιδικὴ μὲ τὴν Ἑνιαίαν, διελύθη πράγματι καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ἕκαστος ὅ,τι τῷ ἀνήκει. Ἡ ἐκκαθάρισις ἔχει ἀληθῶς ὁρισθῆ διὰ τὸ 1913, ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅμως διαρκείας τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἀλλ’ ἤδη τίς πλέον λόγος, ἵνα μένῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μὲ τὴν Ἑνιαίαν, δηλ. ὑπὸ τὴν πτέρναν της, ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ συμφέροντος; Ἀντὶ ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλέον τὴν ἐκκαθάρισιν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ἀμέσως τί ἔγιναν αὐτὰ τὰ δύο κεφάλαια τῶν 160 καὶ 200 χιλιάδων, τὰ ὁποῖα προχείρως ἐγὼ ἀνεκάλυψα, ἐνῷ ἡ διαχείρισις ἀφορᾷ εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεξέλεγκτα καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἶπον ὅτι αὐτὰ εὗρον ἐν τοῖς ἐγγράφοις καὶ ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἀκόμη δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένα ὁριστικῶς εἰς βάρος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὰ δύο αὐτὰ κονδύλια καὶ μόνον ἀξιώσεις εἶχεν ἡ Ἑνιαία νὰ τὰ λάβῃ καὶ αὐτά, ἀλλὰ τὸ ζήτημα θὰ ἐκκαθαρισθῇ κατὰ τὸ 1913, ὅτε ἔχει ὁρισθῆ ἡ λῆξις κατὰ τὴν σύμβασιν. Αὐτὰ μοὶ εἶπον, ἀλλὰ δὲν τὰ εὗρον διόλου πείθοντα, καθόσον, ὡς εἴρηται, ἡ σύμβασις εἶχεν ὑπ’ ὄψει της νὰ εἶναι σύντροφος ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὄχι νὰ παύσῃ νὰ εἶναι, διότι τότε πρὸς τί ἡ ἐκκρεμότης αὕτη; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἄμεσος ἡ ἐξερεύνησις τοῦ πράγματος, διοριζομένων ἐλεγκτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσωσιν ὅλην ἀπ’ ἀρχῆς τὴν διαχείρισιν, διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἔμενεν ἀπροστάτευτος καὶ μόνον κατ’ ὄνομα ὑπάρχει. Καὶ διατηρεῖ μὲν ἓν γραφεῖον ἐν Πάτραις, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ πληρώνῃ 35 ἕως 40 χιλιάδας δραχμῶν ἔξοδα διαχειρίσεως.
§204Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τίνες εἶναι οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διωρισμένοι σύμβουλοι παρὰ τῇ Προνομιούχῳ;
§205Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι Βουλευταί· διότι ἐφρόντισα νὰ παύσῃ τὸ σκάνδαλον, καθ’ ὃ ἐπετρέπετο νὰ διορίζωνται Βουλευταί· ἐφρόντισα ἐπιμελῶς ν’ ἀπομακρύνω τοὺς Βουλευτάς, καίτοι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν ἐντιμότατοι, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ διορίζωνται σύμβουλοι. Ὁ εἷς αὐτῶν ἔχει κτήματα ἐν σταφιδοφόρῳ ἐπαρχίᾳ, ὁ δ’ ἕτερος ἀσχολεῖται εἰς τὴν οἰνοποιίαν, ἥτις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύηται εἰς τὴν «Ἑνιαίαν».
§206Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σύμβουλοι εἶναι ὁ κ. Ὀρφανίδης καὶ ὁ κ. Σόλων.
§207Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ὁ κ. Γ. Κρεστενίτης, ὅστις ἀπεσύρθη τῆς πολιτικῆς, ἦτο σύμβουλος καὶ διετηρήθη, διότι ἀπεχώρησε τῆς πολιτικῆς.
§208Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἓν ἐκ τῶν μέτρων λοιπόν, Κύριοι, τὰ ὁποῖα φαντάζομαι ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων, εἶναι καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἀποδειχθῇ τὸ ἐνεργητικόν της, θ’ ἀποτελέσῃ ἓν ἔρεισμα τῆς παραγωγῆς, ἥτις ὅμως ἠδύνατο νὰ προστατευθῇ καὶ ἄλλως. Εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι χρήσιμος ἡ «Ἑνιαία» διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, εἶναι τὸ ὅτι ἔχει Γενικὰς ἀποθήκας καὶ δίδει προκαταβολάς, διὰ νὰ μὴ γίνηται ἀθρόα ἡ προσφορά, διότι ἡ ἔκπτωσις τῶν τιμῶν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πληθώρα σταφίδος, ἀλλὰ μόνον διότι πληθωρικῶς προσφέρεται αὕτη, ὅπερ συμβαίνει ὄχι μόνον εἰς τὴν σταφίδα, ἀλλ’ εἰς πάντα τὰ ἐμπορεύματα, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς πάντα τὰ μέρη ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι καὶ αἱ Κυβερνήσεις διατηροῦσιν ἰδιαιτέρας Τραπέζας, ἀκριβῶς διὰ νὰ δίδωσι προκαταβολὰς εἰς τὰς Γενικὰς αὐτὰς ἀποθήκας. Πῶς ἄλλως δύναται νὰ προαχθῇ ὁ τόπος; Ἡμεῖς τοὐναντίον ἀνεπαύθημεν εἰς ἕνα ξηρὸν νόμον περὶ Γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐνῷ ὄχι μόνον ἡ σταφίς, ἀλλὰ πάντα τὰ προϊόντα ἔχουσιν ἀνάγκην προκαταβολῶν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ῥωσίαν διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις Γενικὰς ἀποθήκας διὰ τὰ σιτηρὰ καὶ δίδει προκαταβολὰς μὲ τὸ κλειδί, ὡς λέγουσιν, ἤτοι δεχομένη καὶ ἰδιωτικὰς ἀποθήκας ὁλοκλήρους, ἡ δὲ Τράπεζα δίδει τὰς προκαταβολάς. Οὕτω σῴζονται τὰ ἔθνη καὶ προάγονται. Ἰδοὺ λοιπὸν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ γίνῃ περιττὴ ἡ «Ἑνιαία» καὶ νὰ μὴ ἔρχηται ἐνταῦθα νὰ λέγῃ· ἡμεῖς εἴμεθα καὶ ἄνευ ἡμῶν δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τίποτε καὶ θὰ μᾶς ἀνέχησθε ἀκόμη καὶ παραβιάζοντας τοὺς νόμους καὶ ἐγκληματοῦντας! Καὶ ἔχει δίκαιον νὰ τὸ λέγῃ, διότι ὄπισθεν αὐτῆς ὑπάρχει ἐρημία. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο σχετικὸν ζήτημα: Τὸν σταφιδικὸν κόσμον, Κύριοι, λυμαίνεται καὶ ἡ τοκογλυφία, καὶ οὐδὲν μέτρον λαμβάνομεν κατ’ αὐτῆς. Ἐρωτῶ ὅμως· εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε παραγωγή, ὄχι μόνον ἡ σταφίς, ν’ ἀνθέξῃ εἰς τόσον βαρεῖς τόκους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον πολλάκις καὶ προσωπικῶς ἀπησχόλησα ἐπ’ αὐτοῦ, ἐδήλωσεν ὅτι θὰ φέρῃ νόμον, ἵνα περισταλῇ τὸ κακὸν αὐτὸ τῆς τοκογλυφίας. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τοῦτο, διότι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀπηλπισμένοι μὲ τὴν τοκογλυφικὴν κατάστασιν, διότι, ἐνῷ ἡμεῖς βραδύνομεν, οἱ τοκογλύφοι θὰ σπεύσωσι νὰ ἐκποιήσωσι τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν των καὶ θὰ μείνωσι καὶ αὐτοὶ φερέοικοι, ὅτε ὁ νόμος θὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον τοῖς ἑκατὸν τοκίζουσιν;
§210Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅσον θέλουσιν.
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος, ὅστις τοὺς ἐμποδίζει.
§212Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ 12% δὲν τὸ θεωρεῖτε χριστιανικόν;
§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ λέγετε ὅτι ὑπάρχει νόμος· ἂν θέλητε νὰ καταβιβάσητε τὸ ὅριον, ἄλλο τὸ ζήτημα.
§214Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ φέρῃ νόμον· τοῦτο θὰ εἴπῃ ὅτι αἰσθάνεταί τι τὸ κενὸν εἰς τὸ καθεστὼς καὶ διὰ τοῦτο θὰ φέρῃ τὸν νόμον. Αὐτὸς τὸ ἐδήλωσε· δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§215Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§216Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶναι ὅμως, Κύριοι, καὶ μία ἄλλη πληγή, ἡ ὁποία κατατρύχει τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ἐκτὸς τῶν προπωλήσεων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον πῶς ἐγένοντο, διότι ἀνεπτύχθησαν ταῦτα προηγουμένως καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς καταπονήσω, ἄλλως τε καὶ ἐγὼ κατεπονήθην· εἶναι, λέγω, καὶ μία ἄλλη πληγὴ εἰς μερικὰς ἰδίως ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου τὰς μᾶλλον σταφιδοφόρους, αἱ πωλήσεις αἱ λεγόμεναι ἐπὶ δηλώσει. Παραδίδει δηλ. τὸν σταφιδόκαρπον ὁ πωλητὴς ἄνευ τιμήματος ὡρισμένου μὲ τὴν λίαν δελεαστικὴν συμφωνίαν, ὅτι νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ πωλητὴς εἰς τὴν καλλιτέραν τιμήν, ἣν θὰ εὕρῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παραδόσεως τοῦ πράγματος μέχρι τέλους τῆς ἐσοδείας νὰ δηλώσῃ νὰ πληρωθῇ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἐνταῦθα εἶναι ὁ κίνδυνος δι’ αὐτόν, ὅτι ἐπὶ ὑπερπαραγωγῆς— καὶ συνήθως ὑπάρχει τοιαύτη—δὲν θὰ εὑρεθῇ ποτε ἡμέρα τοιαύτη, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὴν σταφίδα, γίνονται κύριοι τοῦ πράγματος, τὴν πωλοῦσιν, ἐκπίπτουσι τὰς τιμάς, φέρουσιν ἄλλοι τὴν σταφίδα των καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ πληρῶσι καὶ νὰ ἐκκενῶσι τὰς ἀποθήκας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, χωρὶς νὰ ἔλθῃ ἡ ποθητὴ ἡμέρα τῆς μεγάλης τιμῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον χάνουσι καὶ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν ἡμέραν τῆς παραδόσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, καθ’ ὃν τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς πωλήσεως νὰ θεωρῆται ἄκυρον, καί, ἂν γίνῃ παράδοσις, νὰ θεωρῆται ὡς τιμὴ ἡ τῆς ἡμέρας τῆς παραδόσεως. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ληφθῶσιν. Ἠκούσατε ὅμως, Κύριοι, πολλὰ περὶ τῆς διαδόσεως καὶ διαφημίσεως ὡς φαρμάκου ἀλανθάστου. Αὐτὸ λέγεται πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐν τούτοις γινώσκετε ποῦ κατήντησε τὸ πρᾶγμα κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη; Κατήντησεν εἰς τὸ ὅτι εἰς μίαν πενταετίαν διεσπαθήθησαν 15,000 λιρῶν κατ’ ἔτος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη καὶ τίτλος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης! Καὶ διατί; Διότι εἷς Ἄγγλος ἰατρός, ἀλλ’ ἰατρὸς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας, ἔκαμεν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας διδάσκει εἰς τοὺς Ἄγγλους τοὺς μὴ γινώσκοντας τί εἶναι ἡ σταφίς, ἐνῷ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ σταφὶς ἐξῆλθεν ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους, τοὺς διδάσκει ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι ἓν πολὺ καλὸν καὶ ὑγιεινὸν προϊόν! Ἀπορῶ ὅμως πῶς παρελείφθη νὰ λεχθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς κωμῳδίας, καθόσον διακωμῳδεῖται ἁπλῶς ἡ εὐπιστία τῶν πολλῶν, καί τι ἄλλο, ὅπερ συνέβη τότε, κατὰ τὰ θρυλούμενα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐματαίωσε τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις τοῦ ἰατροῦ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας, διότι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἀκριβῶς, καθ’ ἃς ἐδημοσιεύετο ἡ ἐπιστολή, κατὰ κακὴν μοῖραν ἀπέθανε δῆθεν αἰφνιδίως εἷς ἄνθρωπος, ἐγένετο νεκροτομή, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ὁ στόμαχός του ἦτο πλήρης σταφίδος. Τοῦτο γραφὲν εἰς τὰς συγχρόνους ἐφημερίδας ἔθαψε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἤρχισε νὰ χαλαρῶται ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἰατροῦ τοῦ Βασιλέως. Αὐτὰ δὲν τὰ ἐδημιούργησα ἐγώ, δὲν τὰ ἔπλασα· τὰ ἐδημοσίευσαν ἐνταῦθα τότε οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ δικαιολογήσωσι τὰς 15,000 λίρας· ἐγὼ τὰ ἀνέγνωσα ἁπλῶς, ὅπως βεβαίως καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Καὶ ἤδη θὰ ἐχρειάζετο, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχω, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἡ κατανάλωσις ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς ὡρισμένα ἔτη ἀνῆλθε πολὺ πέρα τοῦ ποσοῦ τοῦ 1909, τὸ ὁποῖον σᾶς τὸ παρουσίασαν ὡς κατόρθωμα τῆς διαφημίσεώς των, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι συνωμολόγησαν καὶ οἱ ἴδιοι ὅτι ἡ γενικὴ κατανάλωσις ἠλαττώθη, θὰ ἐβλέπετε, λέγω, ὅτι ἐκεῖ εἶχε παρουσιασθῆ ἄλλοτε αὔξησις πολὺ ἀνωτέρα τῆς τῶν 10000 τόννων τῆς ἤδη ἀποδιδομένης εἰς τὴν διαφήμισιν. Ἀπέχω ὅμως τούτου περιοριζόμενος νὰ εἴπω ὅτι πολλοὶ λόγοι, ἰδίως ὅμως ὁ χρόνος, συνέτειναν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτήν. Τὴν ἔκαμε, λέγω, ὁ χρόνος καὶ ἡ αὔξουσα εὐημερία τῶν καταναλωτῶν καὶ ἰδίως τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Οἱ καταναλωταὶ οὗτοι, πολυαριθμότεροι καὶ πλουσιώτεροι γενόμενοι, μᾶς πληρώνουσι σταφίδα ὁσημέραι περισσοτέραν. Ἰδοὺ τί ἔφερε βαθμηδὸν τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως εἰς 250,000,000 ἀπὸ 100,000,000, εἰς ἣν ἀνήρχετο πρὸ 50 ἐτῶν. Οἱ θέλοντες νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι ἡ παρατηρουμένη ἐσχάτως μικρὰ αὔξησις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διαφημίσεως ὤφειλον συγχρόνως νὰ μᾶς εἴπωσιν εἰς ποίαν διαφήμισιν ὀφείλεται ἡ αὔξησις, περὶ ἧς ὡμίλησα. Ἔχω, Κύριοι, δύο προτάσεις νόμων, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὡς πόρισμα τῆς μελέτης μου περὶ τῶν ληπτέων μέτρων. Ἡ μὲν πρώτη ἀφορᾷ τὴν ἀπειλὴν τῆς ποινῆς, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως, ἡ δὲ δευτέρα τὴν ἀπαγόρευσιν, τὴν κήρυξιν ἀκύρων τῶν πωλήσεων τῶν ἐπὶ δηλώσει.
§217Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικὸν διὰ τοὺς παραγωγούς.
§218Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητηθῇ. Καὶ τελειώνων τὴν ἀγόρευσίν μου συγκεφαλαιώνω τὰ ῥηθέντα ὡς ἑξῆς. Ὁ σταφιδικὸς κόσμος εὑρίσκεται τῳόντι μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος. Ἡ παράβασις τῆς συμβάσεως ἀπὸ τὴν Ἑνιαίαν εἶναι περιφανῶς ἀποδεδειγμένη. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς φρονοῦντας ὅτι πρέπει σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας. Ἐπίσης ὅμως δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ περισσὴν τόλμην ἦλθον ἐνταῦθα, διὰ νὰ σᾶς εἴπωσι· διατηρήσατε αὐτήν, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ παρανομοῦσα. Τουναντίον φρονῶ ὅτι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ Κράτος καὶ τὴν εἰδικὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ, εἶναι ἀνάγκη καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι, ἂν ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον πρόκειται νὰ διατηρηθῇ ἡ ἑταιρεία, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐκπέσῃ σήμερον, ἂν δηλ. πρόκειται ἡ ἑταιρεία νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους, ὅπως παραβιάζει αὐτοὺς σήμερον, ἂς λείψῃ ἀπὸ τὸ μέσον παρόμοιον σκάνδαλον, καὶ ὅπως ἔζησεν ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεώς της θὰ ζήσῃ καὶ τώρα· δὲν θὰ χαθῇ. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ ἑταιρεία διὰ τοὺς παραγωγούς, ἀλλ’ ἀνήκω ἐπίσης εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κοπιασάντων καὶ ἐργασθέντων πολὺ πρὶν ἢ ὑπάρξῃ αὕτη ὑπὲρ τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, τὸ δὲ ἠθικόν μου αἴσθημα ἐξανίσταται, ὅταν βλέπω ἐρχομένους ἐνώπιον ἡμῶν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ πρὸς τὸν νόμον σεβασμοῦ, καὶ νὰ σᾶς λέγωσι· τί θὰ κάμητε; Θέλετε καὶ δὲν θέλετε, θὰ ὑποταχθῆτε· θὰ εἶσθε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι οἱ καταδυναστευόμενοι ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν. Τοιοῦτόν τι οὐδέποτε θὰ ἐγκρίνω, οὐδέποτε θὰ συμβουλεύσω, ἀφοῦ μάλιστα ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν πρὸς τοὺς διευθύνοντας σήμερον τὰ κοινά. Αἱ ἀρχαί των οὐδέποτε θὰ τὸ ἐπέτρεπον. Τὸ κακὸν τὸ γενόμενον εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πολλὰ κακά, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διότι δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, δὲν εἶναι μόνον τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἀλλ’ εἶναι ἄπειρα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει σήμερον ὑπ’ ὄψει της, διότι ἐννοεῖ πολὺ καλῶς ὅτι ἄνευ παραγωγῆς εὐεκτούσης εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Κράτος. Ἔχω λοιπὸν ἀδιάσειστον πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει νὰ πράξῃ. Πρῶτον διὰ νὰ θέσῃ τὴν Ἑνιαίαν εἰς τὴν θέσιν της, νὰ τῇ δώσῃ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ πλέον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ παίζῃ, ὅπως ἔπαιζε, καὶ δεύτερον νὰ δείξῃ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ, ὅτι ἑτοιμάζει καὶ ὁδόν, διὰ νὰ γίνῃ ἡ πτῶσίς της ἀκινδύνως, ἂν μίαν ἡμέραν ἀποφασίσῃ νὰ τὴν κηρύξῃ ἔκπτωτον.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη ἄλλοι τεσσαράκοντα.
§220Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι προέχει ἄλλη συζήτησις ἢ τῆς Ἑνιαίας.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβεν ἀπόφασιν προχθὲς ἡ Βουλή.
§222Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἔγινε καὶ ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§226Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλω μίαν ἐρώτησιν καὶ μίαν ἐπερώτησιν. Ἐνῷ εὑρισκόμην συνεργαζόμενος μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, καὶ κατά τινα λήθην ὑπελάμβανον ὅτι θ’ ἄρξηται συνεδρίασις καὶ οὐχὶ ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διακοπεῖσα τὴν πρωίαν συνεδρίασις, καὶ ἐνῷ οὕτω πλανηθεὶς ἐνόμιζον ὅτι θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις. Προσελθὼν βραδέως εἰς τὴν αἴθουσαν εὗρον τὴν συζήτησιν διεξαγομένην ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ ἂν διεγράφη τὸ πρῶτον θέμα ἢ ἀνεβλήθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδαμῶς ἐδέχθην νὰ παραιτηθῶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν διεγράφη, θὰ ζητήσω νὰ ἀναγραφῇ καὶ αὖθις. Ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι αὕτη: ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, συζητῶμεν κατὰ μὲν τὸ πρὸ μεσημβρίας διάστημα ἐπὶ ἀναφορῶν, κατὰ δὲ τὸ μετὰ μεσημβρίαν διάστημα ἐπὶ ἐπερωτήσεων. Τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συνεζήτει μέχρι τοῦδε ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, εἶναι θέμα ἀναφορᾶς ἢ ἐπερωτήσεως; Ἀναγινώσκω: «Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «ἡ Πρόοδος», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία «Ἑνιαία». Εἶναι λοιπὸν θέμα ἀναφορᾶς.
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι· ἐπερωτήσεως.
§228Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἦτο ἐπερώτησις, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ἦτο προκαταβολικὴ ἐπερώτησις, μήπως κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρείαν ἡ Κυβέρνησις.
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Εἶναι κακῶς διατετυπωμένον.
§230Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος.
§231Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεσχετίσθη.
§232Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι λοιπὸν συζήτησις ἐπὶ ἀναφορᾶς, δὲν εἶναι κακῶς ἀναγεγραμμένον, διότι τὸ ὀρθῶς ἀναγεγραμμένον θὰ ἦτο τοῦτο: «Ἐπερωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρείαν».
§233Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὑπῆρχε τοιαύτη ἐπερώτησις, ἀλλ’ ἐγένετο συγχώνευσις.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἀνεκοινώθη τὸ ἀντικείμενον τὸ πρῶτον, δὲν παρουσιάσθητε, ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος παρίστατο τότε, ἐκάλεσε τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἂν εἶχον τὸν λόγον, οὐδεὶς παρουσιάσθη. Ὁ κ. Πὼπ ἐζήτησε προσαγωγὴν ἐγγράφων καὶ ἀναβολήν.
§235Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἁπλῶς γνώμην διετύπωσα· δὲν ἤμην ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἡ συζήτησις θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν της.
§237Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ καὶ αὖθις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§238Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἡ ἀναφορὰ τῶν ποτοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ ἀφορῶσα εἰς ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει μόνον αὐτὸν τὸν μέγαν κλάδον τῆς βιομηχανίας, ὁ ὁποῖος σήμερον εὑρίσκεται εἰς πολὺ στενόχωρον θέσιν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει καὶ ἄλλον μέγα κλάδον τῆς παραγωγῆς καὶ ἄλλον κλάδον τῆς βιομηχανίας. Ἀνεβλήθη κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ εἶχεν ὁρισθῆ ἡ παρελθοῦσα Δευτέρα καὶ ἡ προπαρελθοῦσα, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Κινδυνεύομεν δέ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι πλείονες τῶν 30 ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἑνιαίας, νὰ μὴ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ποτὲ τὸ θέμα τοῦτο. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι δυνατόν, ἐκ παραλλήλου νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ θέμα τῶν ποτοποιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἀναφορὰ περὶ ἐκπτώσεως τῆς Ἑνιαίας. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν ἀπόψε, ἀφοῦ παρῆλθε τὸ δίωρον, ν’ ἀρχίσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναφορᾶς τῶν ποτοποιῶν ἡ συζήτησις.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι 40. Ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν οὗτοι ὁμιλοῦντες ἐπὶ ὥραν ἢ δίωρον, ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ἀτελεύτητος. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ περιωρίζετο ἡ ὁμιλία ἑκάστου ἐπὶ 20 λεπτά.
§240Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προυτάθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ θὰ προέτεινον, ὅπως ἐξ ἑκάστης τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ὁμιλήσῃ εἷς ἢ δύο Βουλευταί.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἠγόρευσεν ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς. Θὰ παρεκάλουν ὅμως, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν 40 περιορισθῇ κατόπιν συνεννοήσεως τῶν ἐγγεγραμμένων, καὶ οἱ ἔχοντες ὁμοίας γνώμας ν’ ἀναθέσωσιν εἰς ἕνα νὰ ἐκθέσῃ αὐτάς. Ἂν θέλητε δέ, νὰ ἐξακολουθήσωμεν οὕτως αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§242Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ προχθὲς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Πολυχρονιάδου ὅτι οἱ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔχουσιν ἐντολὴν παρὰ τῶν σταφιδοκτηματιῶν, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑνιαίας. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Ἐγὼ τοιαύτην ἐντολὴν δὲν ἔλαβον, θὰ ἐλάμβανον δέ, ἂν οἱ σταφιδοκτηματίαι εἶχον τοιαύτην ἰδέαν· ἀλλ’ ὅλοι οἱ σταφιδοκτηματίαι, πρέπει νὰ τὸ εἴπω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, εἶναι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Ἑνιαίας· μόνον οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑνιαίας φωνασκοῦσι καὶ ζητοῦσι τὴν ἔκπτωσιν αὐτῆς, ἔχει δὲ πολλοὺς ἐχθροὺς ἡ Ἑνιαία, τοὺς ὁποίους θὰ λάβω τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποδείξω ἐντεῦθεν.
§243Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε ὅμως καὶ τοὺς φίλους.
§244Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Φίλους ἔχει ἡ Ἑνιαία ὅλους τοὺς πραγματικῶς σταφιδοκτηματίας, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σταφίδα. Ἐὰν δὲ καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι 5 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι ἰδιόρρυθμοι καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ εἶναι σύμφωνοι.
§245ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι ἐχθροὶ τῆς Ἑνιαίας;
§246Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ δι’ αὐτούς. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, Κύριοι, θὰ ἐκφράσω καὶ ἓν παράπονόν μου κατὰ πολλῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν παρευρίσκοντο εἰς τὰς συνεδριάσεις, τὸ παράπονον δ’ αὐτὸ κυρίως στρέφεται κατὰ τῶν φιλτάτων Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι... (Διαμαρτυρίαι).
§247Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§248Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀφήσατέ με, ἵνα ἴδητε τί θέλω νὰ εἴπω.
§249Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Περισσότεροι λείπουσιν ἀπὸ τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§250Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ὅλοι ἀθρόοι ἦσαν ἐδῶ, διὰ ν’ ἀκούσωσι τὰ παράπονα καὶ τοὺς πόνους τῶν κολληγῶν.
§251ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῶν μὴ σταφιδοφόρων.
§252Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τί σημαίνει ἂν σήμερον εἶσθε 10 καὶ προχθὲς ἦσαν 15; Ποῦ εἶναι οἱ 50;
§253Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀναλογία.
§254Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι δύναται νὰ συγκριθῇ τὸ σταφιδικὸν μὲ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα. Τὸ σταφιδικὸν εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτερον καὶ αὐτόχρημα ἐθνικὸν ζήτημα.
§255Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἶναι παρόντες αὐτὴν τὴν στιγμὴν 20 Βουλευταὶ Θεσσαλοί, ἐνῷ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δὲν εἶναι τόσοι παρόντες. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§256Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα δὲν ἐνδιαφέρει μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουσι σταφίδα, δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὸ Κράτος τοῦτο, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον.
§257Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Σεῖς τὸ ἐντοπίζετε.
§258Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἔπρεπε, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἀναγράφωνται ἐκεῖ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως λάβωσι τὸν λόγον μόνον Βουλευταὶ ἐκ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα παράγουσι σταφίδα, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ οἱ Θεσσαλοὶ ἐνδιαφέρονται ἐπίσης ὅπως ἐγώ.
§259Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Δότε μας τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐγγραφῶμεν αὔριον τὸ πρωί.
§260Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω τὰ στοιχεῖα.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀρκετοὶ οἱ 40 ἐγγεγραμμένοι, ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐγγραφῶσι καὶ ἄλλοι;
§262Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, εἴχομεν τὴν ὑπομονὴν καὶ ἠκούομεν τὸν προλαλήσαντα κ. Θεοδωρίδην ἐπὶ τόσην ὥραν. Δέον νὰ ἔχητε ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε καὶ ἀμερολήπτους γνώμας. Λοιπόν, Κύριοι, γνωρίζετε πόσον χρυσὸν εἰσκομίζει ἡ σταφὶς εἰς τὴν χώραν;
§263Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. 100.000.000.
§264Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὄχι· εἰσκομίζει 70.000.000 δραχμῶν χρυσῶν ἐνιαυσίως ἀκριβῶς, καί, ὅστις δὲν συμφωνεῖ πρὸς αὐτό, δὲν γνωρίζει τὰ πράγματα. Δὲν μοὶ λέγετε, Κύριοι, ὁλόκληρος ἡ ἐξ ἄλλων προϊόντων παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅλαι αἱ βιομηχανίαι, ὅλα τὰ μέταλλα, ὁλόκληρος ἡ ναυτιλία μας, πόσον νομίζετε ὅτι φέρουσιν εἰς τὸ Κράτος μας; 45–50.000.000, ἐνῷ μόνη ἡ σταφὶς φέρει 70.000.000 δραχμῶν χρυσῶν ξένων. Καὶ ἔχει σπουδαιότητα τοῦτο, διότι καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ τὰ ἄλλα μέρη φέρουσι, παράγουσι προϊόντα καταναλισκόμενα ἐν τῇ χώρᾳ, εἰς τὸ Ἐσωτερικόν, ἀλλὰ δὲν ἐξάγουσι προϊόντα, ὅπως εἰσκομίσωσι χρυσὸν εἰς τὸν τόπον μας, ἐνῷ ἡ σταφὶς φέρει ξένα χρήματα, Ἀγγλικὰς λίρας καὶ Ἀμερικανικάς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς μεταναστεύσεως, διότι καὶ αὐτὴ φέρει μέγα ποσὸν ξένου χρυσοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ὅπως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, φαντασθῆτε, ὑπολογίσητε ὅτι ἡ σταφὶς κατεστρέφετό ποτε, ὃ μὴ γένοιτο, ἀπὸ φυλλοξήραν ἢ ἄλλην τινὰ θεομηνίαν καὶ παύσωσι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ Βασίλειον αὐτὸ 70.000.000 δρχ., τί θὰ γίνῃ τὸ Βασίλειον αὐτό; Θὰ δυνηθῇ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του ὄρθιον; Ὄχι βεβαίως.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ.
§266Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶμαι ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ εἶμαι ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ἐνδιαφέρει πάντας ἡμᾶς, εἶναι γενικὸν τὸ ζήτημα, δὲν ἐνδιαφέρει δὲ μόνον τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἐὰν λοιπὸν δὲν δύναται νὰ σταθῇ αὐτὸ τὸ Βασίλειον ὄρθιον, ἂν πέσῃ καὶ κρημνισθῇ—βεβαίως δὲ θὰ συμβῇ τοῦτο, ἂν τῷ λείψωσιν ἐτησίως 70.000.000 φράγκ. χρυσῶν—, ὅλη ἡ ἄλλη φυλή, ἡ ὁποία περιστρέφεται καὶ ζωογονεῖται ἀπὸ τὸ Βασίλειον τοῦτο, τί θὰ γίνῃ; Διότι, Κύριοι, ἐὰν πέσῃ καὶ παραλύσῃ τὸ Βασίλειον τοῦτο, πῶς θὰ δυνηθῶμεν πλέον ν’ ἐκπληρώσωμεν ἐκείνους τοὺς πόθους καὶ τὰ δικαιώματα τὰ πραγματικὰ ἐπὶ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας, τὰ ὁποῖα ἔχομεν; Πῶς θὰ κάμωμεν μίαν μεγάλην πατρίδα, τὴν ὁποίαν ὀνειρευόμεθα πάντες; Δι’ αὐτό, Κύριοι, πρέπει νὰ προσέχητε πολύ, ὅταν συζητῆται τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διότι εἶναι τὸ ὕψιστον ζήτημα, καὶ πᾶς Ἕλλην πρέπει διαρκῶς νὰ ἔχῃ ἄγρυπνον τὴν προσοχήν του πρὸς αὐτό. Βλέπετε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν ὁποίαν μᾶς στέλλει τακτικῶς ὁ κ. Πρόεδρος. Τί ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον περιέχει αὕτη; Ἀσήμαντα πράγματα, διὰ γαλακτοπώλας, δι’ ἕν, δι’ ἄλλο, δι’ ἀντικείμενα τόσον ἀνάξια λόγου, ὅσον καὶ δημοκοπικά. Ἐχάσαμεν, Κύριοι, τρεῖς συνεδριάσεις θορυβώδεις, καὶ ἦτο καὶ μᾶλλον πλήρης ἡ Βουλή· διατί νομίζετε; Δι’ ἕνα διδάσκαλον τῆς Βυτίνης, καὶ ἔγινε τοιαύτη κατάκρισις ἐντεῦθεν καὶ κατηναλώθη τοιαύτη ῥητορεία, ἐνῷ οὐδεμία ἐγένετο κατάχρησις.
§267Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ παράβασιν νόμου.
§268Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἐλοιδορήθη ἐντεῦθεν, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐπισπᾷ ἀμέριστον τὴν εὐγνωμοσύνην μεγάλης μερίδος λαοῦ.
§269Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖος;
§270Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζεις, κύριε συνάδελφε; Ὁ κ. Μπενάκης. Τὸν ἐλοιδόρησαν ἐντεῦθεν ὅτι δὲν ὁμιλεῖ, ὅτι δὲν ἔχει εὐφραδῆ τὴν γλῶσσαν. Ἐδείχθη ὅμως ὅτι ἔχει τὸν νοῦν θετικόν, ὅπως δρᾷ ὁ νοῦς του ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν σταφιδοκτηματιῶν. Πρὸ 15, Κύριοι, ἡμερῶν ὁ κ. Μπενάκης ὠφέλησεν 1,000.000 φράγκων τοὺς σταφιδοκτηματίας μὲ μίαν του σκέψιν καὶ μὲ μίαν του ὑπογραφήν. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε· ἐὰν δὲν εἶχεν ἡ γεωργία Ὑπουργὸν τὸν κ. Μπενάκην, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ταχυτάτην τὴν γλῶσσαν, δὲν θὰ εἴχομεν καὶ τότε αὐτὸ τὸ ἑκατομμύριον; Ὄχι· καὶ ἀκούσατε. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, διότι ποτὲ δὲν ἐκαλημέρισα τὸν ἄνθρωπον, ἀκούσατε τί ἐσκέφθη καὶ τί ἔκαμε, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ποτὲ ἄλλος, ἔστω καὶ ὁ δεινότερος ἀπεραντολόγος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι πρὸ δεκαπενταετίας ἐνέσκηψε τρομερὰ νόσος οὐ μόνον εἰς τὰς σταφιδαμπέλους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἀμπέλους ἐν γένει. Μόνον φάρμακον κατὰ τῆς νόσου αὐτῆς εἶναι ὁ θειικὸς χαλκός· ἡ ἀξία τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ ἡ διεθνής, εἰς τὸν κόσμον ἐννοῶ, κυμαίνεται μεταξὺ 65 καὶ 75 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλ’ οἱ κερδοσκόποι δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὴν διεθνῆ ἀξίαν· ὅτε εὕρισκον ἔδαφος πρόσφορον, ηὔξανον τὴν τιμήν· ἔφθασε λοιπὸν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σταφιδοκτηματιῶν ἡ τιμὴ αὐτοῦ, ἐνῷ σᾶς εἶπον πρότερον ὅτι τιμᾶται 65 λεπτά, εἰς 1.50–2–3 δραχμάς, ἐνθυμοῦμαι δ’ ἐγώ, καὶ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ μὲ διαψεύσῃ, εἰς 4 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν! Τί ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκαν τὴν προστασίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, αὐτῶν τῶν ἐργατῶν; Διότι οἱ σταφιδοκτήμονες εἶναι ἀληθῶς ἐργάται, διότι αὐτοὶ ἐργάζονται κοπιωδέστατα, αὐτοὶ σκάπτουσι τὴν γῆν, καὶ ποικίλας ἄλλας ἐργασίας καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους ποιοῦσι, διὰ νὰ παραγάγωσι τὸ πολύτιμον αὐτὸ προϊόν. Ἐσκέφθη τὸ ἑξῆς: «Θὰ φέρω ἐγὼ θειικὸν χαλκὸν ἐκτὸς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον φέρει τὸ ἐμπόριον, καὶ θὰ εἴπω εἰς αὐτούς· ὁρίζω τιμὴν 80 λεπτῶν· κάτω τῆς τιμῆς αὐτῆς δύνανται ν’ ἀνταγωνίζωνται καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ οἱ κερδοσκόποι, ἄνω ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται, διότι θὰ ἔλθω νὰ πωλήσω ἐγώ». Καὶ ἔφερε μέγα ποσὸν θειικοῦ χαλκοῦ. Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ: Ἐὰν εἴχομεν ἄλλον Ὑπουργόν, θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ὅπως ἐσκέφθη αὐτός; Καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ ἐκτελέσῃ; Θὰ εἶχε τὰ μέσα; Θὰ ἤξιζεν ἡ ὑπογραφή του; Διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε 400.000 δρχ., δὲν θὰ ἔλεγεν «αὐτὰς τὰς 400.000 δραχμῶν θυσιάζω χάριν τῶν παραγωγῶν».
§271ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς τὰς εἶχον καὶ τὰς ἐθυσίαζον!
§272Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐν τούτοις τὸ φαινόμενον αὐτὸ μόνον ἐπὶ Μπενάκη παρετηρήθη· ἔφερεν αὐτὸν τὸν θειικὸν χαλκόν, εὐηργέτησε τόσον κόσμον, καὶ τώρα, ὅτε μᾶς εὐεργετεῖ, δὲν ὁμιλεῖ κανεὶς διὰ τὴν εὐεργεσίαν, ἐνῷ διὰ μηδαμινὰ πράγματα ἐκσπῶμεν κατ’ αὐτοῦ, τὸν μυκτηρίζομεν ἀπρεπῶς· διατί; διότι δὲν εἶναι πολύλογος!
§273Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγνωρίζομεν τὴν εὐεργεσίαν.
§274ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διατί δὲν τὸ λέγετε;
§275ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἠγόραζε χαλκόν;
§276ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἠγόραζε καὶ ἐπώλει.
§277ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς ποίαν τιμήν;
§278ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Αὐτὰς τὰς λεπτομερείας γνωρίζει ὁ κ. Θεοδωρίδης. Κύριοι, ἐπειδὴ φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου τούτου δέον νὰ ὦσι γνῶσται τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, θεωρῶ ἐπάναγκες πρὸς τοῦτο καὶ βεβαίως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω τινά, σχετικὰ πρὸς τὴν κρίσιν, ἣν ἀπὸ μακροῦ ὑπέστη καὶ ὑφίσταται καὶ νῦν τὸ πολύτιμον τοῦτο εἶδος. Μέχρι πρὸ 25 ἐτῶν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν ἠσχολεῖτο μὲ τὴν σταφίδα ἢ μᾶλλον ἡ σταφὶς δὲν εἶχε τὴν τιμήν, ὅπως ἀσχολῆται περὶ αὐτῆς ἡ Βουλή, καὶ εἴθε νὰ μὴ ἠσχολεῖτο ποτέ. 750 χιλιάδας φράγκων, Κύριοι, ἔχασαν οἱ σταφιδοκτήμονες ἀπὸ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπερώτησις περὶ καταλύσεως τῆς «Ἑνιαίας», διότι ἡ σταφὶς εἰς τὴν ἀγορὰν εἶχεν 194 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, καί, ὅτε ἐνεγράφη ἡ ἐπερώτησις αὕτη, ἐξέπεσεν ἡ σταφὶς εἰς 185 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Λοιπὸν εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ 25 ἐτῶν δὲν εἶχεν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν σταφίδα, καὶ τοῦτο, διότι ἡ παραγωγὴ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως. Ἐπῆλθεν ὅμως ἡ φυλλοξήρα ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία κατέστρεψε πάντας τοὺς ἀμπελῶνας, καὶ οὕτως ἐζητήθη ἡ σταφίς, ἐπειδὴ εἶναι πολύτιμον προϊόν, καὶ δύνανται νὰ γίνωσιν ἐξ αὐτῆς οἱ εὐγενέστεροι οἶνοι. Οἱ σταφιδοκτήμονες τότε ἀποβλέποντες εἰς τὴν μεγάλην ζήτησιν ἐφύτευσαν ἀπεράντους ἐκτάσεις σταφιδαμπέλων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάσισαν ἀπεράντους ἐλπίδας, διότι εἶδον ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος ἐδιπλασιάζετο, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἐλπίδες των διεψεύσθησαν. Ἀνεκαλύφθη ἡ Ἀμερικανικὴ ἄμπελος, εἰσήχθη εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀνενεώθησαν οἱ ἀμπελῶνές της, καὶ ἡ σταφὶς ἔχασε τὴν ἀγορὰν τῆς Γαλλίας. Ἀπ’ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ κρίσις, ἐντεῦθεν ἡ ἀρχὴ τῶν δεινῶν, διότι ἡ παραγωγὴ ὑπερεπλεόνασε δυσαναλόγως πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς καταναλώσεως καὶ αἱ τιμαὶ τῶν σταφίδων κατῆλθον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε οὐδὲ τὸ τέταρτον τῆς καλλιεργείας ἱκανοποιεῖτο. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω τὴν φιλότιμον ἀντοχὴν αὐτῶν ἐκεῖ κάτω τῶν ἀνθρώπων. Ἐπλήρωνον τοὺς φόρους των ἀγογγύστως, δὲν ἐδείκνυον τὴν δυστυχίαν των. Τοῦτο εἶναι ἴδιον παντὸς φιλοτίμου ἀνθρώπου· κατηνάλωσαν ὅσας ἀποταμιεύσεις εἶχον, ἐπώλησαν ὅ,τι τιμαλφὲς εἶχον, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ μαγειρικά των σκεύη εἰς τοὺς Ἑβραίους! Ἔφθασεν ὅμως ἡ κρίσις εἰς σημεῖον ἀφόρητον, καὶ οἱ σταφιδικτηματίαι ὡς οἱ πνιγόμενοι ἐζήτησαν βοήθειαν πανταχόθεν πλέον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως, καθ’ ἣν καταλαμβάνει τὸν λαὸν ἡ δυστυχία, τότε συμβαίνει τοῦτο, νὰ δημιουργῶνται τὰ σμήνη τῶν ἀγυρτῶν, διὰ νὰ τὸν σώσωσι.
§279Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀγυρτῶν.
§280ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Φίλε κύριε Φλαμῆ, ὅταν ἔχω κάτι εἰς τὸν νοῦν μου καὶ τὸ πρεσβεύω, οὐδέποτε δυσκολεύομαι νὰ τὸ ὀνομάσω.
§281Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νὰ μᾶς τοὺς εἴπητε.
§282ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶναι σμήνη ὁλόκληρα· τίνα νὰ πρωτονομάσω; Ἔχετε ὑπομονήν, καὶ θὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία σας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐζητήθη καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας τότε, ἡ δὲ Πολιτεία ἔδωκε τὴν καλλιτέραν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατό ποτε νὰ δώσῃ. Κατὰ σύμπτωσιν; Ὅπως θέλετε ἐκλάβετέ το. Εἶπε: «Μὴ ἀκούετε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον· ἀφήσατε νὰ σωθῇ ἡ σταφὶς διὰ τῆς σταφίδος· μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη θὰ παρέλθῃ ἡ κρίσις, θὰ ἔλθῃ ἡ ἰσορροπία μεταξὺ καταναλώσεως καὶ παραγωγῆς». Ἀλλὰ τὴν φωνὴν αὐτὴν τὴν εἶπε τόσον ἀτόνως ἡ Πολιτεία, τόσον ἄνευ ἐπιβολῆς, ὥστε ἡ φωνή της ἐπνίγη ἀπὸ τὸν βόμβον τῶν σμηνῶν τῶν ἀγυρτῶν. Πληθώρα σταφιδοδιδασκάλων, πληθώρα σταφιδιάτρων: «Ἡμεῖς θὰ σᾶς σώσωμεν»! Μήπως τοὺς ἐλησμονήσατε, κ. Φλαμῆ; Οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν προήρχοντο ἀπὸ τὰ καταγώγια· περὶ αὐτῶν εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω. Παρουσιάζονται, Κύριοι, καὶ φρίξατε! φρίξατε! Παρουσιάζονται καί τινες ἐξ αὐτῶν, πόθεν νομίζετε; Ἀπὸ τὰ ἱερὰ τεμένη τῆς Θέμιδος, ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς ναοὺς τῆς Δικαιοσύνης! Παρουσιάζεται ἐν πρώτοις εἷς ἐφέτης. Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐφέτης αὐτὸς ἦτο κακῆς πίστεως· ἦτο καλῆς πίστεως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν σεμνότητα, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπέβαλλε τὸ ἀξίωμά του, ἡ ἐπιστήμη, ἡ λειτουργία, τὴν ὁποίαν ἐχειρίζετο, ὅσον καλῆς πίστεως καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε.
§283ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἔκαμε;
§284ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τώρα θ’ ἀκούσητε. Παρουσιάσθη ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀπηλπισμένων πληθυσμῶν καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· «Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς σώσω, ἂν μοὶ παράσχητε τὰ μέσα νὰ μεταβῶ εἰς Ῥωσίαν, καὶ τότε ὄχι μόνον τὸ ποσὸν μιᾶς ἐσοδείας θὰ εἶναι ἀρκετόν, ἀλλὰ καὶ δέκα ἐσοδεῖαι δὲν θ’ ἀρκῶσιν οὔτε διὰ τὰ κόλλυβα τῶν Ῥώσων». Οἱ σταφιδοκτήμονες ἐπείσθησαν, τῷ παρεχώρησαν 120,000 δρ. εἰς εἶδος καὶ χρῆμα, καὶ ὁ ἐφέτης μετέβη εἰς τὴν Ῥωσίαν. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκεῖ μεταβάσεώς του; Ἀντὶ ν’ ἀναπετασθῶσιν αἱ πύλαι τῆς Αὐτοκρατορίας ἐκείνης, ὅπως ὑπέσχετο πρὸς τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονας, ἐκλείσθησαν ἑρμητικῶς. Ἐνόμισεν ὅτι ἦτο Εἰρηνοδικεῖον καὶ ἠδύνατο νὰ κάμῃ πολυλογίας, καὶ τοῖς εἶπεν ἐκεῖ ὅτι ἀπὸ τὴν σταφίδα ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κρασί, νὰ γίνῃ βότκα. Ἀλλ’ οἱ Ῥῶσοι, ἰδίως δὲ οἱ κάτοικοι τῆς Βεσσαραβίας καὶ τοῦ Καυκάσου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀμπελοκτήμονες, ἀκούσαντες παρὰ τοῦ ἐφέτου ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ εἶδος δυνάμενον ν’ ἀνταγωνισθῇ καὶ νὰ ζημιώσῃ συνεπῶς τὰ ἰδικά των προϊόντα, ἐμήνυσαν τοῦτο εἰς τὸν Πατέρα των, τὸν Τσάρον, διότι ἐκεῖ οἱ πολῖται τὸν Βασιλέα των θεωροῦσι πατέρα, τὸν σέβονται καὶ τὸν ἀγαπῶσιν ὡς πατέρα· δὲν εἶναι, Κύριοι, ὅπως μερικὰ Βασίλεια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔξυπνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦσι τοὺς Βασιλεῖς ἐχθρούς των, καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς σέβωνται, ὡς ὤφειλον καὶ ὡς προσήκει, ἐνῷ δὲν δύνανται ἢ δὲν τὰ συμφέρει νὰ τοὺς ἐκδιώξωσι, τοὺς ἐξευτελίζουσι, τοὺς πικραίνουσιν ἀτόπως, ἀνάνδρως τὰ ἀχάριστα!
§285ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖα Βασίλεια;
§286ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῖα εἶναι. Μοὶ ἀρέσκει ὅτι προσποιεῖσθε ὅτι δὲν τὰ γνωρίζετε. Ὁ Τσάρος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων του, καὶ δι’ ἑνὸς οὐκαζίου ἀπηγόρευσε πᾶσαν εἰσαγωγὴν σταφίδος εἰς τὴν ἀπέραντον αὑτοῦ Αὐτοκρατορίαν. Ἔκτοτε οὔτε ῥὰξ σταφίδος εἰσάγεται εἰς τὴν Ῥωσίαν, ἐνῷ πρὸ τῆς μεταβάσεως ἐκεῖ τοῦ ἐφέτου εἰσήγοντο ποσότητές τινες, οὐχὶ βεβαίως μεγάλαι, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀνάξιαι λόγου. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἐφέτου ἔπρεπε νὰ κάμωσι κάποιαν πρόοδον εἰς τὰ ἀτυχήματα οἱ σταφιδοκτήμονες καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κάμωσι μίαν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν νὰ τρέφωσιν ἐκ τῶν σαρκῶν των — διότι οὐδαμόθεν ἄλλοθεν ἀρωγή τις —, νὰ τῇ δίδωσι τόσον ἐκ τῆς παραγωγῆς των, ὥστε ὑπελόγισαν ὅτι θὰ εἶχε δύο ἑκατομμύρια δραχ. κατ’ ἔτος, καὶ οὕτως ἵδρυσαν τὸ ἵδρυμα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§287ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλος δικαστικὸς δὲν ἀνεφάνη;
§288Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παραδόξως ἐκάθισες μακρὰν ἀπόψε· ἔπρεπε νὰ καθίσῃς ἐκεῖ, ὅπου κάθησαι πάντοτε, διὰ ν’ ἀκούησαι εὐκρινέστερον καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντῶ. (Ἱλαρότης). Ἡ Τράπεζα ἐκείνη ἱδρύθη, ἀλλὰ δυστυχῶς, κακῇ μοίρᾳ καὶ ἐπειδὴ ἦτο πεπρωμένον ν’ αὐξηθῶσι τὰ δυστυχήματα τῶν κτηματιῶν, ἐπὶ τῆς κορυφῆς αὐτῆς ἐπεκάθισεν ἀκρὶς βλαβερά! Ἀρεοπαγίτης οὗτος, διάσημος λαοπαίκτης! Αὐτὸς κατώρθωσεν ἀπὸ Ἀρεοπαγίτης ν’ ἀναδειχθῇ τραπεζίτης τῆς Σταφιδικῆς, ἐντὸς δ’ ὀλίγου, Κύριοι, χρόνου τὰ τῆς Τραπέζης ἐγένοντο θάλασσα, ὁ δὲ Ἀρεοπαγίτης ἠναγκάσθη ἐν μέσῳ τῆς βοῆς καὶ τοῦ ἀλαλαγμοῦ τοῦ κόσμου νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος, ἂν παρῃτήθη ἐκεῖνος; Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔλαβε τὸν κακὸν δρόμον καὶ τὸν κακόν της τὸν καιρόν, καὶ ἔκτοτε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναλάβῃ, ἐνῷ τόσας χρυσᾶς ἐλπίδας εἶχον στηρίξει ἐπ’ αὐτῆς οἱ σταφιδοκτήμονες, δὲν ἠδυνήθη οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὴν ἐπῳδὸν τῆς δράσεως τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἐκείνου;
§289ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅτι εἶναι εἰς ἔντιμον πενίαν.
§290ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἐμέτρησα τί ἔχει εἰς τὴν τσέπην του.
§291Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς εἶσθε γνωστὸς καὶ ἐκεῖνος, καὶ τί ἐπάγγελμα κάμνετε σεῖς καὶ τί ἐπάγγελμα κάμνει ἐκεῖνος. Εἶσθε στενὸς συγγενής του, καὶ τοῦτο μ’ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§292ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀκούσατε λοιπόν· ἀφοῦ ἐν βοῇ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀσμενέστατα ἀποδεκτή, κατόπιν μετὰ πέντε ἢ ὀκτὼ μῆνας — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς — ἐγείρεται ὑπὸ τοῦ τραπεζίτου αὐτοῦ, τοῦ πρώην Ἀρεοπαγίτου, ἀγωγὴ κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δηλ. κατὰ τῶν σταφιδοκτημόνων.
§293Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά!
§294ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐζήτει 50,000 δραχμῶν διὰ τίνα λόγον; διότι, λέγει, παρῃτήθη ἀκύρως! Ἀφοῦ ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως, παρῃτήθη ἀκύρως! Ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια ἀπηλλαγμένα παρὰ τὸ σύνηθες τοῦ esprit de corps ἀπέρριψαν τὴν ἀγωγὴν αὐτὴν καὶ ἔσωσαν διὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας 50,000 δραχμῶν. Φαντασθῆτε εἰς ποίου χεῖρας ἐπὶ 25 καὶ 30 ἔτη ἦσαν ἐμπεπιστευμένα τὰ σταθμὰ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ τόπου μας!
§295ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά! Αὐτὰ εἶναι προσωπικά!
§296Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν εἴπετε καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοὺς πραγματικοὺς τῆς σταφίδος. Οἱ ἐχθροὶ τῆς σταφίδος εἶναι γνωστότατοι! Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ τοὺς εἴπωμεν ἡμεῖς. Ὅτε ἠθελήσατε νὰ θίξητε τὸ ζήτημα τῶν ἐνόχων καὶ τῶν ἐχθρῶν, ἔπρεπε ν’ ἀρχίσητε ἀπὸ τὸ 1893, ἀλλ’ ἠρχίσατε ἀπὸ τὸ μέσον, διότι ἔκτοτε ἄρχεται ἡ σταφιδικὴ κρίσις. Ἐνεπιστεύθη ὁ κόσμος, καὶ ἐπλούτησαν ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀναίδειαν ν’ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ καὶ ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπισιν τῆς «Ἑνιαίας». (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος).
§297ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μήπως μεταξὺ τούτων συμπεριλαμβάνετε καὶ ἐμέ;
§298Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνει τροπήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι προσήκουσα· πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὁ ῥήτωρ ἔδωκεν ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο, διότι κεκαλυμμένως ἔκαμε προσβολὴν κατὰ προσώπων. Ἡ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ ἀντικειμενικωτέρα, νὰ μὴ ἀπευθύνηται προσωπικῶς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ καὶ κατὰ τῶν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἄλλως δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις κοσμία.
§300ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤρεμον τῆς συζητήσεως εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς κατέστρεψε· πρέπει νὰ λέγωμεν ὅ,τι συμβαίνει. Δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν τίποτε, ἂν θέλωμεν νὰ διορθωθῶμεν.
§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐπιθέσεις κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν δωσιλογοῦσιν ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου, δὲν εἶναι προσήκουσαι.
§302Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν καταστροφὴν, Κύριοι, τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἡ ὀξύτης τῆς κρίσεως ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Τότε, Κύριοι, ἐνεφανίσθη ἄνθρωπος φρενῶν παρατόλμων, ἀλλὰ καὶ τύχης παραδοξοτάτης. Τὸν ἄνδρα αὐτὸν θὰ ὀνομάσω, καὶ θὰ τὸν ὀνομάσω, διότι τὸ ὄνομά του συνδέεται στενῶς μὲ τὴν σταφίδα καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς σταφίδος, ὁ Ἰωάννης Πεσμαζόγλου. Οὗτος ἐπρότεινεν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας σύμβασιν πρωτότυπον· εἶπεν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. «Ἐγὼ θὰ σᾶς προτείνω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς φανῇ ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν φυσικῶν πραγμάτων, ἄνω ποταμῶν. Δὲν θ’ ἀφήσω πλέον ἡ σταφίς σας, ἡ χειροτέρα ποιότης, νὰ ἐκπίπτῃ κάτω τῶν 115 δραχ.», ὅπως τώρα ἐσχάτως ὁ Μπενάκης εἶπε· «Δὲν θὰ ἀφήσω νὰ ἀνέλθῃ ὁ θειικὸς χαλκὸς ἄνω τῶν 80 λεπτῶν». Ὁ εἷς ἠμπόδιζε τὴν ὕψωσιν, ὁ ἄλλος τὴν ἔκπτωσιν.
§303Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπεν ὁ κ. Θεοδωρίδης διὰ τὸν θειικὸν χαλκόν· τὸ πρωτότυπον τοῦ κ. Μπενάκη εἶναι διὰ τοὺς ἐπιβήτορας τῆς Κύπρου!
§304ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀγνώστων εἰς ὑμᾶς πραγμάτων· χαριτολογεῖτε, ἐνῶ ἔχετε καθῆκον νὰ προσέχητε. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος καὶ θὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν τί ἐννοῶ ἀντιπολίτευσιν. Ἐννοῶ ἀντιπολίτευσιν, ὅταν βλέπω πρᾶγμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον, νὰ τὸ κατακρίνω καὶ νὰ τὸ ἐλέγχω, ἀλλὰ πᾶσαν καλὴν πρᾶξιν ὀφείλω νὰ τὴν ἀνομολογῶ. Ἄν τις δὲν πράττῃ τοῦτο, ἀλλὰ κατηγορῇ καὶ τὰς καλὰς πράξεις, τοῦτο θεωρῶ ἔλλειψιν χαρακτῆρος καὶ οὐχὶ ἀντιπολίτευσιν.
§305ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὡραῖα. Ἐγὼ ὅμως ἠμφεσβήτησα τὸ πρωτότυπον.
§306ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ γίνω ἀντιπολιτευόμενος τοιούτου εἴδους πρὸς οὐδένα.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ δέχεσθε διακοπάς, διότι δὲν θὰ τελειώσητε ποτέ.
§308ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν πειράζει· δὲν εἶναι ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βιαζώμεθα, κ. Πρωθυπουργέ. Εἶπε λοιπὸν ὁ παράβολος αὐτὸς ἄνθρωπος...
§309ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§310Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ τελειώσω ἀμέσως. Ἐγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ μὲ ἔγγραφα εἴκοσιν ἐτῶν καὶ μὲ τόμους ὑπὸ τὴν μασχάλην. Ἔχω τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μόνον, ἔχω καὶ τέσσαρας σημειώσεις. Ἄν δὲ παρατείνεται ὁ λόγος μου, τοῦτο συμβαίνει, διότι ὡς ἐκ τῶν διακοπῶν προκύπτουσι φλέγοντα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητα.
§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρεῖτε λοιπόν.
§312Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἶπε, λέγω, αὐτός· «Ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω πλέον ἡ σταφίς σας νὰ κατέρχηται πλέον τῶν 115 δραχμῶν, θὰ πληρώσω καὶ 4½ ἑκατομμύρια φράγκων πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸν φόρον· ἀρκεῖ νὰ μοὶ δώσητε ἑπτὰ δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον καὶ τὸ παρακρατούμενον μέχρι σήμερον πρᾶγμα.
§313Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Καὶ κάτι ἄλλα.
§314Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ποῖα; Δὲν τὰ γνωρίζω ἐγώ.
§315Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Καὶ ἄλλα 15%.
§316Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι διὰ τὸν φόρον. Οἱ σταφιδοκτήμονες, Κύριοι, κατ’ ἀρχὰς δὲν ἤθελον νὰ πιστεύσωσι· δὲν ἦσαν εὐδιάθετοι πρὸς τοῦτο· ἐδίσταζον, διότι εἶχον πάθει πολλὰ. Εἶπεν ὅμως εἰς αὐτοὺς ὁ ἀείμνηστος Πεσμαζόγλου· «Μὴ νομίζετε ὅτι εἶμαι τσαρλατᾶνος· πολλὰ ἐπάθετε ἀπὸ αὐτοὺς μέχρι σήμερον· τοὺς λόγους μου ὑποστηρίζω καὶ μὲ 20,000,000 φρ. χρυσᾶ». Ἀκούσαντες οἱ κτηματίαι ὅτι 20,000,000 θὰ εἶναι πρὸς ἐγγύησιν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς τιμῆς τῆς κατωτέρας ποιότητος τῆς παραγωγῆς των εἰς τὴν διάθεσίν των ἐδέχθησαν, καὶ ἐγένετο ἡ ἱστορικὴ καὶ πρωτοτυπωτάτη αὕτη σύμβασις. Πόσα ἔτη εἶναι, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ ἡ σύμβασις αὕτη; Ἕξ. Ὡμίλησαν περὶ μερισμάτων. Τὸ πρῶτον ἔτος ἔδωκε 2½%. Εἶναι τόκος διὰ τὴν Ἑλλάδα; Εἶναι κέρδη ταῦτα, διὰ νὰ μᾶς κινήσωσι τὸν φθόνον; Δὲν εἶναι, πιστεύω. Τὸ δεύτερον ἔτος τί ἔδωκε; Τίποτε. Τὸ τρίτον ἔτος ἔδωκεν 6%. Τὸ τέταρτον τίποτε. Τὸ πέμπτον 10%. Τὸ ἕκτον τίποτε. Ἐκ περιτροπῆς ἔδωκεν ὁτὲ μὲν μικρὸν καὶ οὐδόλως ἱκανοποιητικὸν μέρισμα, καὶ μόνον ἅπαξ ἱκανοποιητικόν, ὁτὲ δὲ τίποτε· ἄρα οἱ μέτοχοι εὑρίσκονται ἐν καταφανεῖ ζημίᾳ εἰς τὸ ἐν γένει. Λοιπὸν δὲν λειτουργεῖ, ἀλλὰ παλαίει ἡ ἑταιρεία αὐτὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, τοῦ νὰ μὴ ἐκπίπτωσι δηλονότι κάτωθι ὡρισμένου ὁρίου αἱ σταφίδες. Παλαίει· καὶ ἐν τῇ πάλῃ ἄλλοτε μὲν φθάνει πρὸ τῆς χρεοκοπίας, ἄλλοτε δ’ ἀνακτᾷ τὰ ἀπολεσθέντα καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὰ ἀρχικὰ αὐτῆς κεφάλαια, ὅπως καὶ αὖθις ῥιψοκινδυνεύσῃ ταῦτα εἰς τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν. Πῶς συμβαίνει τοῦτο, Κύριοι; Ἀνεξερεύνητοι αἱ βουλαὶ τῆς Τύχης! Διότι εἶναι μυστήριον, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν τύχην τοῦ Πεσμαζόγλου, ἡ ὁποία ἐπιμένει νὰ προστατεύῃ τὰ ἔργα του—καὶ τούτου μὴ ζῶντος — καὶ ἐνῷ οὐδέποτε συνέβαινεν αὐτό, ἓν ἔτος ἀφορίας, ἄλλο ἔτος εὐφορίας, συμβαίνει τοῦτο πρὸ ἕξ ἐτῶν, δηλ. ἀφ’ ὅτου ἤρξατο λειτουργοῦσα ἡ σύμβασις αὕτη. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἢ ἐκ τύχης ἢ λόγῳ τῆς ἀντοχῆς τῶν 20,000,000 ἐξεπληρώθη ὁ σκοπός, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ σύμβασις αὕτη, τουτέστι τοῦ νὰ μὴ ἐκπίπτωσιν αἱ σταφίδες ὀλιγώτερον τῶν 115 δραχμῶν, ἐνῷ— σημειώσατε καλῶς τοῦτο — ὑψώθησαν αἱ αὐταὶ σταφίδες καὶ εἰς 150 δρχ. καὶ 180 δρχ. καὶ 185 δρχ., ὅπως τιμῶνται σήμερον, ἐνῷ εἶναι ἐξησφαλισμέναι μόνον 115 δραχμ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν, αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ σταφιδοκτήμονες σήμερον ἀπὸ τὸ πρωτότυπον αὐτὸ ἵδρυμα, τὸ κοινῶς λεγόμενον Ἑνιαίαν, αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν τῶν κτηματιῶν ἔρχεται ὁ σύλλογος τῶν Παναιγειρατῶν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορᾶς του καὶ ζητεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτούς. Ποῖος εἶναι ὁ σύλλογος οὗτος, Κύριοι; Δὲν γνωρίζω. Ἀπὸ ποῖα πρόσωπα ἀπαρτίζεται; πόσα μέλη ἔχει; Δὲν γνωρίζω. Ἂν εἶναι σταφιδοκτήμονες ἢ ὄχι δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ γνωρίζω ἓν πρᾶγμα καὶ μόνον, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Αἰγείρας, ὅπου εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὰ Ἀρφαρά, ἑδράζει ὁ ἐν λόγῳ σύλλογος σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ὅλοι αὐτοὶ τοῦ δήμου Αἰγείρας οἱ τολμηροὶ κάτοικοι—διότι τολμηρὰ ζητοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των—παράγουσι πόσον νομίζετε; Ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου· 450 χιλιάδας, 480 χιλιάδας, τὸ πολὺ ἥμισυ ἑκατομμύριον σταφίδος, ἀπέναντι παραγωγῆς πόσης νομίζετε; 400 ἑκατομμυρίων; Σταγόνα ἐν Ὠκεανῷ! Ἀλλά, Κύριοι, διατί νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ συλλόγου αὐτοῦ; Πόσοι ἄλλοι ἐντεῦθεν δὲν ἐζήτησαν τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑνιαίας; Πρὸς τοὺς ἄλλους αὐτοὺς ὅλους, κύριοι Βουλευταί, λέγω ἀπεριφράστως καὶ ξάστερα ὅτι πλανῶνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Δὲν ἠρώτησαν τοὺς πραγματικοὺς κτηματίας, τοὺς ἀληθεῖς σταφιδοπαραγωγούς, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τὴν σταφίδα, ἀλλὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς σταφίδος. Μὴ νομίσητε δέ, Κύριοι, ὅτι εἶναι 10–20 –50· εἶναι ἄπειροι, εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑνιαίας, διότι καὶ μεγάλα καὶ ἄπειρα εἶναι τὰ ἐξ αὐτῆς συμφέροντα. Ὁ θεσμὸς αὐτός, Κύριοι, εἶναι θεσμὸς μέγας. Ὠχριᾷ ἡ λειτουργία ἑνὸς Ὑπουργείου ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Ἡ ἑταιρεία παύει καὶ διορίζει ὑπαλλήλους, ἐνοικιάζει οἰκήματα πρὸς ἀποθήκευσιν σταφιδοκάρπου, χίλια οἰκήματα, ὅταν ἔχῃ εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἑκατομμύρια ν’ ἀποθηκεύσῃ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ λειτουργία της καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσῃ ὅλον τὸν κόσμον. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσῃ ὅλον τὸν κόσμον γεννῶνται φυσικῶς καὶ τὰ πάθη καὶ οἱ ἐχθροὶ καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς μίση, τὰ ὁποῖα ἐπιτηδείως ἐκμεταλλευόμενα ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς δημιουργοῦσι τοὺς ἑκάστοτε θορύβους, ὅπως τὸν σημερινόν, κατ’ αὐτῆς. Ἀλλά, Κύριοι, ἤλθομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν πάθη καὶ μίση προσωπικά; Μόνον ἕνα σκοπὸν ἔχομεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχω, νὰ περιφρουρήσω τὴν παραγωγήν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ παντὸς ἐν Ἑλλάδι. Ὅσοι παύονται, ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας! Ὅσοι δὲν διορίζονται, ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας!
§317Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ὅλοι οἱ κτηματίαι εἶναι θεσιθῆραι;
§318Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Περιμένετε. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅλοι· εἶπον ὅσοι. Ὅσοι δὲν ἐνοικίασαν τὰς ἀποθήκας των, ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶχον ἐνοικιασμένας καὶ τὰς ἐξενοικίασαν, καὶ αὐτοὶ ἐπίσης ἐχθροὶ τῆς Ἑνιαίας! Καὶ ἐγὼ εἶχον ἀποθήκην εἰς τὰς Πάτρας ἐνοικιασμένην εἰς τὴν Ἑνιαίαν. Ἦλθεν ὁ Γεωργακόπουλος ὁ ἀποθηκάριος τῆς ἑταιρείας καὶ τὴν ἐξενοικίασε. Καὶ δυσανασχετῶν εἶπον τότε: Τί μασκαρᾶς ποῦ εἶναι! (Ἰλαρότης) Καὶ ὅμως εἶχον ἄδικον. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι αὐτοὶ μόνον εἶναι οἱ ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας; Οἱ ἐχθροὶ τῆς ἑταιρείας, οἱ σπουδαῖοι πλέον, εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνοι, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀντιδρᾷ ἡ γενικὴ τοῦ κόσμου ἀγανάκτησις· εἶναι οἱ τοκογλύφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεμύζων τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅπως, ὅπου δὲν ὑπάρχει Ἑνιαία, τὸ ἀπομυζῶσι καὶ σήμερον. Τὸ χειρότερον πλῆγμα, τὸ ὁποῖον κατέφερεν ἡ Ἑνιαία, ἦτο ὁ μπαλτᾶς κατὰ τῆς τοκογλυφίας· 20–30–40% εἰς τὸν Πύργον τὰ χρήματα, μὴ ὑπαρχούσης τῆς Ἑνιαίας· 6% τώρα, ὅτε λειτουργεῖ ἡ Ἑνιαία. Ἀπ’ αὐτόν, Κύριοι, τὸν κύκλον τὸν μέγαν τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑνιαίας ἐξῆλθον ἢ ἔφθασαν μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης αἱ διάφοροι μέθοδοι τῶν παραβιάσεων τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας αἱ σήμερον καταγγελλόμεναι, καὶ ἐξήρθη ἡ μεγάλη ἀξία τῶν κατ’ αὐτῆς βουλευμάτων. Δὲν δικηγορῶ, Κύριοι. Εἶμαι ἐρασιτέχνης δικηγόρος. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον δίδουσι τοιαύτην ἀξίαν εἰς τὸ προσαγόμενον βούλευμα· γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι τὰ βουλεύματα δὲν εἶναι ἀπόδειξις. Ἡ ἀπόφασις γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀπόδειξις, καί, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀλήθεια, γνωστὸν τυγχάνει εἰς πάντας ὑμᾶς, διότι καὶ πρωτοδίκαι καὶ ἐφέται ἐξέδωκαν πολλὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα μία ἀπόφασις τὰ κατέστησεν ἔπειτα ἁπλᾶ φύλλα χάρτου. Ἀλλὰ λέγουσιν ἓν ἄλλο πρᾶγμα· δὲν εἶναι τὰ βουλεύματα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἐξήχθησαν. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἐξήχθησαν πλεονάσματα πολλά, καὶ ἐπλούτησαν πολλοὶ ἄνθρωποι, καὶ καλὰ ἔκαμον καὶ ἐπλούτησαν, διότι ὁ πλοῦτος καὶ ἡ πρόοδος δὲν εἶναι διὰ τοὺς ἀνοήτους, ἀλλ’ εἶναι διὰ τοὺς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ὁ νοῦς καὶ γρηγορεῖ καὶ λειτουργεῖ κανονικῶς.
§319Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Διὰ τοὺς ἐπιτηδείους!
§320Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω διὰ τοὺς ἐπιτηδείους. Θέλω νὰ μάθω ἀπὸ ὑμᾶς ἐδῶ, ποῦ εἶσθε οἱ περισσότεροι νομοδιδάσκαλοι, ἰδίως ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι εἶναι πολὺ σπουδαῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἐρωτήσω· τὸ ἐνέχυρον ἀφήνει τὴν κυριότητα εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει, καὶ ὄχι εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δανείζει;
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ παράδειγμα δὲν ἀμφισβητεῖται.
§322Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές;
§323Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§324Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οἱ σταφιδοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ὄρεξιν νὰ πληρώνωσιν ἐνοίκια, ἀφοῦ ἑτοιμάσωσι τὴν παραγωγήν των, κατὰ τὴν εἰκοστὴν δὲ Αὐγούστου τελειώνει ἡ συγκομιδὴ τῆς παραγωγῆς, ὅσοι θέλουσι καὶ εὑρίσκουσι συμφέρον των οἱ ἄνθρωποι ὅτι πρέπει νὰ πωλήσωσι, πωλοῦσιν· οἱ ἄλλοι δὲν πωλοῦσιν, ἀλλὰ τὴν ἐνεχειριάζουσιν εἰς τὴν Ἑνιαίαν· λέγουσιν ὅτι δυνατὸν ἡ σταφίς, ἐνῷ τιμᾶται ἤδη εἰς τὴν ἀρχὴν 140 δραχμάς, νὰ ὑψωθῇ ἀργότερον, τὸν Μάϊον, 180, ἐὰν βρέξῃ. Σκέπτονται ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ χάσωσι τίποτε ἀφοῦ τὴν εὐκολίαν τῆς προκαταβολῆς ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας των τὴν ἔχουσι, διατί νὰ τὴν στείλωσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἢ νὰ τὴν προπωλήσωσιν εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β ἔμπορον; Ἔχουσι σύμβασιν, ἡ ὁποία λέγει αὐτοῖς ὅτι θὰ λαμβάνῃ τὸν σταφιδόκαρπόν των δωρεὰν χωρὶς νὰ πληρώσωσιν ἐνοίκιον καὶ ὅτι αὐτοὶ θὰ παραμένωσι κύριοι τοῦ πράγματός των. Ἔρχεται λοιπόν, Κύριοι, ὁ Μάϊος, ὅπως εἴμεθα τώρα· γνωρίζετε τί συμβαίνει τώρα ἐκεῖ κάτω εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς; Ἔχουσι μαυρίσει γυαλιὰ μὲ καπνόν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν προσβάλλονται ἀπὸ τὸν ἥλιον οἱ ὀφθαλμοί, καὶ παρατηροῦσι τὰ σύννεφα, πάντες βλέπουσι πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἐὰν ὑπάγῃ κανείς, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὸν τόπον, θὰ τῷ φανῇ παράξενον καὶ κωμικὸν τὸ φαινόμενον, νὰ βλέπῃ τόσους καιροσκόπους, ἀλλὰ τοὺς κάμνει τὸ συμφέρον των τοιούτους. Ἅμα βρέξῃ τὸν Μάϊον, ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι μεγάλη· ὠφελεῖται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν σταφίδα του ἀπώλητον, ἀλλ’ ἐπὶ ἐνεχύρῳ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας. Ὅλη λοιπὸν ἡ σταφὶς ἡ μὴ πωληθεῖσα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους εἶναι εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς «Ἑνιαίας»· δὲν ὑπάρχει σχεδὸν οὐδαμοῦ ἀλλοῦ σταφίς. Τοῦτο τὸ λέγω δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουσι τὰ πλεονάσματα καὶ τὰ πλεονάσματα, καὶ λέγουσι· διατί νὰ τὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας; Ἀλλὰ πόθεν ἄλλοθεν νὰ τὰ ἀναλάβωσιν, ἐνῷ ἔχουσιν ἀποθηκευμένην τὴν σταφίδα, ἔχουσι λάβει 100 δραχμὰς τὴν χιλιάδα προκαταβολικῶς καὶ ἀπέναντι τῆς ἀξίας αὐτῆς καὶ πληρώνουσι μόνον 6% τόκον; Ἐπειδὴ ὅμως προβλέπουσιν ὕψωσιν, θέλουσι νὰ στείλωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ οἱ ἔμποροι ποῦ θὰ προστρέξωσι, διὰ νὰ ἀγοράσωσι καὶ αὐτοί, ὅπως ἐπωφεληθῶσι τῆς προβλεπομένης ὑψώσεως; Εἰς τὸν χωρικὸν τὸν Α, εἰς τὸν κάτοχον τὸν Β». Ποῦ τὴν ἔχεις τὴν σταφίδα σου, παιδί μου;» —«Εἰς τὴν Ἑνιαίαν». Ἀπ’ ἐκεῖ θὰ τὴν λάβωσιν. Δὲν ἔχει κανεὶς εἰς τὸν οἶκόν του, διότι ἡ σύμβασις λέγει ὅτι, ὅστις ἀποθηκεύσῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας πρᾶγμα ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ τῷ δώσῃ αὕτη 100 δραχμὰς δάνειον ἐφ’ ἑκάστου χιλιολίτρου καὶ μὲ τόκον 6%, ἀλλὰ δὲν θὰ πληρώνῃ καὶ ἐνοίκια. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν παραγωγήν, ὅταν συζητῶνται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν τὰ κατέχουσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, ἀλλὰ πράττουσι τοῦτο καὶ ὁμιλοῦσι, δημοκοπίας ἕνεκεν ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶδον ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ὀλίγον καὶ συνέπεια τούτου ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος θὰ ὑψωθῶσι, σπεύδουσι τότε πέντε, δέκα, δεκαπέντε ἔμποροι ν’ ἀγοράσωσι σταφίδα, διὰ νὰ κερδίσωσι, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία των. Δὲν ἀγοράζουσι διὰ νὰ ζημιωθῶσι· προστρέχουσιν εἰς τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς ἄλλους κατόχους, οἵτινες ἔχουσι τὸν καρπόν των ἐνεχυριασμένον, πληρώνουσι πρὸς αὐτοὺς περισσότερον τῶν 115 δραχ., ἃς ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία νὰ τοῖς πληρώσῃ, ἂν δὲν ἀπέσυρον τὴν σταφίδα των, καὶ ἀγοράζουσιν αὐτὴν μὲ μεγαλειτέραν τιμὴν τῶν 115 δραχ., λόγου χάριν πρὸς 120 δραχ., καὶ οὕτως ἀποσύρουσι τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῆς «Ἑνιαίας», ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐξαγωγὴ τῶν πλεονασμάτων· πλεονάσματα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν «Ἑνιαίαν», τοῦτο δὲ εἶναι ἐξαγωγὴ τῶν ἐνεχύρων, καὶ τὰ ἐνέχυρα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν «Ἑνιαίαν», ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἐνεχυριάζοντας, οἵτινες ἔχουσι τὸ ἀπόλυτον καὶ ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ τὰ ἀποσύρωσιν, ὁποτεδήποτε θελήσωσι, πρὸ τοῦ Αὐγούστου, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ κύριοι τοῦ καρποῦ. Ἐκεῖθεν λοιπὸν ἐξέρχονται τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἀκούετε· πλεονάσματα καὶ ἐνέχυρα τὰ συγχέουσι· ἄλλα τὰ μέν, ἄλλα τὰ δέ· εἶναι παράβασις τῆς συμβάσεως νὰ ἐξαχθῶσι τὰ πλεονάσματα, δὲν εἶναι ὅμως παράβασις νὰ ἐξαχθῶσι τὰ ἐνέχυρα. Ψηφίσατε νόμον καὶ εἴπατε τὸ ἑξῆς, ὅτι πᾶσα ἡ σταφὶς ἡ παλαιὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἐμπορίου, ἐκτὸς συναλλαγῆς τὴν 1 Αὐγούστου, καὶ θὰ ἴδητε τί θὰ γίνῃ. Θὰ ἴδητε πόσον θὰ ὠφεληθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγή. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐπιβολῆς καὶ διὰ τοῦ τρόπου του καὶ δι’ ἄλλων μέσων—καὶ δὲν ἔχει ὀλίγα τοιαῦτα—δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Τέλος πάντων, Κύριοι, τίς εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου; Νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλεόνασμα; Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ὅστις ὑπάρχει σήμερον, καὶ διὰ τῶν ἀτελειῶν τῆς συμβάσεως, ἰδίως δὲ διότι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον προτείνω σήμερον νὰ ψηφίσωμεν, πάντοτε θὰ ἐγείρωνται παράπονα, πάντοτε θὰ παραμένωσι πλεονάσματα εἰς τὰς χεῖρας τῶν κερδοσκόπων καὶ πάντοτε ἡ τιμὴ τοῦ εἴδους θὰ διατρέχῃ κινδύνους. Ἅμα ὅμως ψηφίσωμεν νόμον καὶ εἴπωμεν ὅτι τὴν πρώτην Αὐγούστου ἡ σταφὶς ἡ παλαιὰ εἶναι ἐκτὸς συναλλαγῆς, τότε τί θὰ γίνῃ; Ἡ σταφὶς θὰ ἐξαχθῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν πρὸ τοῦ Αὐγούστου, ἂν ἡ ἐσοδεία εἶναι μικρά· ἂν δὲ εἶναι μεγάλη, τὰ πλεονάσματα θὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς «Ἑνιαίας». Οὐδέποτε θὰ ἐπιβαρύνηται ἡ νέα ἐσοδεία μὲ πλεονάσματα τῆς παλαιᾶς ἐσοδείας.
§325Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἑταιρεία δέχονται νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος, καὶ ἐπέρχεται μία καταστροφή, ὡς ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος 1900, καὶ παράγομεν 90,000,000, ἡ κατανάλωσις δὲ χρειάζεται 150,000,000, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν κατανάλωσιν ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις ἄλλοθεν;
§326Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τὴν 1 Αὐγούστου εἶναι γνωστὴ ἡ ἐσοδεία, συνεπῶς τὸ ὑπάρχον πρᾶγμα τὸ παλαιὸν θὰ ἔχῃ ἐξαγάγει ὁ κάτοχος ἢ ὁ ἔμπορος, ἂν τύχῃ νὰ εἶναι μικρὰ ἡ ἐσοδεία. Δὲν πιστεύω δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ διατείνηται ὅτι κατὰ τὸ 1900 ὑπῆρξε κάτοχός τις σταφίδος, ὅστις ἀφῆκε ταύτην πρὸς ἐξαγορὰν εἰς τὴν «Ἑνιαίαν», καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἐσοδεία εἶναι γνωστὴ τὴν 1 Αὐγούστου.
§327Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι ἡ ἐσοδεία δὲν εἶναι γνωστή.
§328Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι γνωστή; Φρονῶ ὅτι εἶναι γνωστὴ τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν. Κατὰ τὸ 1900 δὲν ἦτο γνωστή;
§329Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἡ προθεσμία εἶναι ἐπαρκής.
§330Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τί θέλετε νὰ εἴπητε.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεχίσωμεν τὴν δεκάτην καὶ ἡμίσειαν μ. μ. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τῶν λειτουργιῶν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα συνεχισθῇ τὴν δεκάτην καὶ ἡμίσειαν μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τὴν 9 καὶ 5′ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Μεϊτάνης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§333Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διέκοψα τὸν λόγον μου, ἀφοῦ ἀπέδειξα ὑμῖν ὅτι ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν πλεονασμάτων, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι τὰ πλεονάσματα δὲν ἐξήχθησαν, ἐξήχθησαν ἐνέχυρα, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ εἶχον, εἴτε κτηματίαι ἦσαν οὗτοι εἴτε ἔμποροι. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ ἀποθήκας ἰδιαιτέρας· ὅλη ἡ σταφὶς εὑρίσκετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας. Καί, ἐπειδὴ ἐξήρχετο ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας, ὑπέθετον πολλοὶ πλανώμενοι ὅτι τὸ ἐξαγόμενον πρᾶγμα ἦτο πλεόνασμα ἐξαγορασθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας καὶ συνεπῶς μὴ δυνάμενον κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἐξαχθῇ πρὸς ἐμπορίαν, ἐνῷ ἦτο ἐνέχυρον ἀνῆκον εἰς τοὺς ὀφειλέτας τῆς ἑταιρείας καὶ δυνάμενον νὰ ἐξαχθῇ εἴτε ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου αὐτοῦ εἴτε ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον οὗτος ἐπώλησε τὸν ἐνεχυριασμένον σταφιδόκαρπόν του. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κατέκρινεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς νέας ἐσοδείας ἐξήγαγον τὰ ἐνέχυρα. Ὅτε κατῆλθον πρὸ ὀλίγου, λόγῳ τῆς διακοπῆς, τοῦ βήματος τούτου, μὲ διεβεβαίωσε, κύριοι Βουλευταί, ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξήγαγε 17,000 σταφιδοκάρπου τὴν 10 Αὐγούστου, ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δικαίωμα, παρέβη δηλ. τὴν σύμβασιν, διότι ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοῦτο μέχρι τῆς 8ης Αὐγούστου, ἐν τούτοις ἐπέμεινε νὰ ἐξαχθῇ. Κατηγορεῖ λοιπὸν τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐξήγαγον πλεόνασμα, ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐξήγαγε.
§334Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Πῶς τὸ ἐξήγαγε;
§335Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀντὶ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς συναλλαγῆς.
§336Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δικαίωμά του ἦτο.
§337Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τότε διατί ἐπιτίθεται κατὰ τῶν ἄλλων, οἵτινες τὸ ἴδιον δικαίωμα ἐξήσκησαν καὶ μάλιστα ἐμπροθέσμως; Λοιπὸν καὶ τὰ 40,000,000, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγον, δικαίωμα τῶν κατόχων ἦτο νὰ τὰ ἐξαγάγωσιν.
§338Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ εἶχον βάλει ἐγὼ ἢ δὲν τὸ εἶχον; Νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, διότι οἱ ἄλλοι τὸ εἶχον εἰκονικά.
§339Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ἔπρεπε λόγῳ ἀμοιβαιότητος νὰ μὴ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ μὲ διακόψητε, ὅπως ἐκάμετε ὑμεῖς δι’ ἐμέ.
§340Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀνέφερα· σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ ἐμοῦ.
§341Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ τὸ ἔμαθον, δὲν τὸ βεβαιῶ, διότι ἰδίαις αἰσθήσεσι δὲν τὸ γνωρίζω· μοὶ τὸ εἶπεν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος παρακαθήμενος ἐνταῦθα.
§342Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μήπως τὸ ἀρνοῦμαι;
§343Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Λοιπὸν διατί δὲν κατηγορεῖτε ὑμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ κατηγορεῖτε τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐξήγαγον;
§344Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Οἱ ἄλλοι δὲν ἐξήγαγον δι’ ἑαυτούς, ἀλλ’ ἐξήγαγον διὰ λογαριασμὸν τῆς Προνομιούχου· αὐτοὺς κατηγορεῖ.
§345Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, ἐναργὴς δ’ ἀπόδειξις τῆς μὴ ἀκριβείας τούτου εἶναι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος, εἰς τὸν ὁποῖον πίνακα εἶναι ὀνόματα χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἦσαν συννενοημένα μὲ τὴν ἑταιρείαν, εἰς τοὺς πίνακας δ’ αὐτοὺς φαίνεται ὅτι παρὰ τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται σήμερον ὑπό τινων ὡς συνένοχοι τῆς ἑταιρείας, ἐξήχθησαν μόνον 9,000,000, ἐνῷ τὰ λοιπὰ ἐκ τῶν 40,000,000 ἐλήφθησαν ἐκ τῆς ἑταιρείας ὑπὸ διαφόρων ἰδιοκτητῶν. Ἀπόψε, Κύριοι, ἤκουσα καὶ κάτι τι ἄλλο, ὅτι 160,000 φράγκων καὶ ἄλλαι 200,000 ἀκόμη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλειψαν ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔφερε τὸ ζήτημα ἐν μεγάλῃ ὑπονοίᾳ· ἠρώτα τί νὰ ἔγιναν αὐτὰ τὰ χρήματα; καὶ πρέπει, προσέθετε μὲ ὕφος πλῆρες ὑποψιῶν, νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα, Κύριοι· μὴ σᾶς προξενεῖ ἐντύπωσιν τὸ ὕφος τοῦ κ. συναδέλφου. Ἑκάστη μετοχὴ τῆς Ἑνιαίας ἐχρεώθη μὲ 8 φράγκα δι’ ἔξοδα, διότι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑνιαίας εἰσήχθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων. Ὑπεβλήθησαν λοιπὸν αἱ μετοχαὶ αὐταὶ εἰς ἔξοδα, διότι, διὰ νὰ πάρῃς ἀπὸ τοὺς Φράγκους χρήματα, πρέπει νὰ τοὺς πληρώσῃς κάτι τι προμήθειαν, χαρτόσημον. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ νὰ πάρῃ 40,000,000, ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν διὰ 50,000,000. Γίνεται δάνειον, χωρὶς ὁ δανειστὴς νὰ λάβῃ κάτι τι; Αὐταὶ εἶναι αἱ 160,000 δραχ., ἃς ἐζημιώθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, διότι αὕτη συμμετεῖχε κατὰ 20,000 μετοχάς, ἤτοι πρὸς 8 δρχ. 160,000 δραχ., αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν ἐδῶ ὡς ἐξαφανισθεῖσαι μυστηριωδῶς, καὶ εὐλόγως πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ἠπόρησαν· τί νὰ ἔγιναν ἆρά γε αὐταὶ αἱ 160,000 φράγκων; Καὶ ταῦτα ἐλέχθησαν μὲ τὸ σοβαρώτερον ὕφος, ὅτι δῆθεν κατάχρησις ἐγένετο. Κατόπιν ἠκούσατε καὶ περὶ 200,000 φράγκων, καί, ὅτε ἠκούσατε 200,000 δραχ., θὰ ἐνομίζετε ὅτι ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ παροῦσα ἢ ἡ προγενεστέρα, ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Ἑνιαίαν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δηλ. τὸ ¼ τῶν ὅλων μετοχῶν, ἀλλά, διὰ νὰ ἐκποιηθῶσιν 20,000 μετοχαὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Χρηματιστήριον, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ προσφορὰ ἤθελεν εἶσθαι τόσον μεγάλη, ὥστε ἀπὸ 225 δραχ., ὅπου ἦτο ἡ τιμή, ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ φθάσῃ τὰς 125 δραχ. Τίς θὰ τὰς ἀγοράσῃ; Ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ χρήματα; Τί ἐσκέφθησαν οἱ περὶ τὴν Ἑνιαίαν; Νὰ εὕρωσιν εὐρωπαϊκὰ χρήματα. Συνενοήθησαν ὅθεν μὲ τραπεζίτας ἐκεῖ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν νὰ δώσωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς μετοχὰς πρὸς 215 δραχ., νὰ δώσωσι δὲ καὶ δῶρον δραχ. 10 ἐφ’ ἑκάστης μετοχῆς εἰς αὐτούς, ἂν θελήσωσι νὰ παραδώσωσι τὰς μετοχάς, ἂν ὅμως εὕρωσι μεγαλειτέρας τιμάς, νὰ μὴ τὰς παραδίδωσιν. Αὐταὶ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διότι σᾶς εἶπον ὅτι, προσφερομένων 20,000 μετοχῶν, θὰ ἐγίνετο πανικός, καὶ ἀπὸ 225 θὰ ἔφθανον εἰς 125 δραχ., ἐνῷ οἱ Φράγκοι ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσωσι πρὸς 215 δραχμ. ὁλόκληρον τὸ ποσόν, καὶ τὰς 20,000 μετοχάς. Λοιπὸν 20,000 πρὸς 10 δρ. ἑκάστη εἶναι 200,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ φοβερά, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀληθῶς καὶ ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον τοῦτο κατ’ ἀρχὰς καὶ ἔλεγον· τί νὰ ἔγιναν τὰ χρήματα ταῦτα; Κατόπιν, ὅτε ἐπληροφορήθην πῶς τὰ πράγματα εἶχον, ἐπείσθην ὅτι πάντες αὐτοὶ οἱ πλήρεις ὑποψιῶν λόγοι δὲν ἦσαν παρὰ ἀεροκοπήματα. Πόσον νομίζετε ὅτι ἐπωλήθησαν αἱ μετοχαὶ ἐκεῖναι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τότε; 226 δραχ. Πόσον νομίζετε ὅτι ἔχουσι σήμερον; 225 δραχ. Ὥστε ἡ Τράπεζα δὲν ἐζημιώθη τότε· τώρα δύναται νὰ φθάσῃ ἡ τιμή των καὶ εἰς 125 δραχμάς, δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 300. Τοῦτο δὲν ἔχει ἀξίαν· ἡμεῖς συζητοῦμεν σήμερον ἂν ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης ἐζημιώθη ἡ Σταφιδική. Οὐδόλως ἐζημιώθη. Θέλω καὶ ἐγώ, Κύριοι, ἡ ἑταιρεία νὰ φύγῃ, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἐν τῇ συνειδήσει τόσων συναδέλφων κακὴ γνώμη περὶ αὐτῆς, καίτοι κατ’ ἐμὲ εἶναι πολύτιμος, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον συγκατανεύω εἰς τοῦτο, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τὴν κηρύξωσιν ἔκπτωτον, παρουσιάσωσι ταυτοχρόνως ἄλλην ἑταιρείαν μὲ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, ὄχι μὲ λόγους, διότι οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσι κορεσθῆ ἀπὸ λόγους, ἀλλὰ μὲ ἑκατομμύρια. Ἔχετε ἄλλην ἑταιρείαν, ὅπως ἀντικαταστήσητε τὴν παροῦσαν; Ἂν ἔχητε μὲ ἑκατομμύρια, καλῶς, ἂν δὲ δὲν ἔχητε μὲ ἑκατομμύρια, ἐρίζετε ματαίως καὶ ματαίως ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν. Συνδυασμοί, σχέδια, φάρμακα σταφιδικά, σοφίαι σταφιδικαὶ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἀπορριπτέα ἀπὸ τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐὰν δὲν συνδέωνται μὲ ἑκατομμύρια. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ κ. Πολυχρονιάδης, ἔφερε προχθὲς ἓν σχέδιον, ἀλλ’ ἐζήτει πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ 90.000.000 φρ. Βεβαίως αὐτὰ τὰ 90.000.000 δὲν θ’ ἀντληθῶσιν οὔτε ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου θυλάκιον....
§346ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὑμεῖς δὲν ἔχετε σταφίδα.
§347Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ διότι δὲν ἔχω χρήματα. Οὔτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θ’ ἀντληθῶσι, διότι καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν. Ἀλλὰ δὲν θὰ χρειασθῶμεν αὐτὰ μόνον τὰ 90.000,000, ἀλλὰ καὶ ἄλλα 90.000.000 διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Μεθαύριον καὶ ἐκεῖ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν. Χρειάζονται 90.000.000 ἄλλα διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί ἀλαλαγμὸς ἔγινε πρὸ δύο μηνῶν ἐδῶ· ἄλλος ἐζήτει συγκοινωνίαν ἀεροπλάνων, ἄλλος τροχιόδρομον, ἄλλος σιδηρόδρομον. Σχέδια εἴχομεν κάμει χιλιάδας, ἔλειπον ὅμως τὰ ἑκατομμύρια τὰ πολλά, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ ζητοῦμεν καθημερινῶς ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους. Ἀλλά, ὅταν βλέπωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐπιτιθέμεθα οὕτω κατὰ τοῦ κεφαλαίου, νομίζετε ὅτι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ μᾶς τὰ δώσωσι. Θὰ μᾶς τὰ δώσωσιν, ἀλλ’ ὄχι μόνον τὰ δύο χέρια μας, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο πόδια θὰ μᾶς βάλουν εἰς ἓν παποῦτσι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Τὰ αὐτὰ ἐλέγομεν καὶ διὰ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶχον δώσει οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ κουτόφραγκοι, ὅπως ἡμεῖς οἱ ἔξυπνοι τοὺς ὀνομάζομεν, ἐκεῖνοι μᾶς ἔφεραν τὸ 1897, τὸ ἀπαίσιον, τὸ ὁποῖον ἐμείωσε τὴν κυριαρχίαν μας. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίας διαθέσεις ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας, διότι δὲν ἔχω καμμίαν δοσοληψίαν μὲ αὐτούς, ἔχω ὅμως μίαν βεβαιότητα ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτείνει εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ τῶν περαιτέρω δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὴν σύμβασιν, θὰ ἐδέχετο ἀσμένως. Τοῦτο τὸ συμπεραίνω κατόπιν μελέτης.
§348ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε ἐντολὴν νὰ τὸ δηλώσητε;
§349Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω ἐντολάς. Ὁ μέτοχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι μερίσματα δὲν λαμβάνει....
§350Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ καϊμένος.
§351Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, κύριε συνάδελφε, ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε τὸν μέτοχον καϊμένον, διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὴν σταφιδοπαραγωγήν, πόσας μετοχὰς ἠγοράσατε; Ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία ἔχει τόσα κέρδη, διατί, ἀντὶ νὰ λέγητε λόγια καὶ μόνον λόγια, διατί δὲν ἀγοράζετε μετοχάς της, ὅπως καὶ τοὺς σταφιδοκτήμονας συνδράμητε καὶ τὸν ἑαυτόν σας ὠφελήσητε; Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ εἶναι πρωτότυπος, ὅσον καὶ κινδυνώδης ἐπιχείρησις· ἂν ἐφέτος γίνωσι πολλαὶ σταφίδες, πάει δουλειά της ἡ Ἑνιαία. Ἀφοῦ σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ τόσον χρόνον, θὰ σᾶς παρακαλέσω ἀκόμη νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μερικὰς συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας, ἂν θεωρήσῃ ὀρθάς, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Δὲν ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου· ἀρκεῖ αὗται νὰ κριθῶσιν ὠφέλιμοι εἰς τοὺς παραγωγούς, καὶ ὑποχρεοῦται, νομίζω, νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Πρῶτον· εἰς τὴν σύμβασιν ἐξασφαλίζεται τὸ κατώτερον ὅριον τιμῆς δι’ ἑκάστην ποιότητα, ἀλλ’ ἔχει περιορισθῇ τὸ ἀνώτατον· ὅταν φθάσῃ αὐτὴ ἡ ποιότης εἰς τὰς 200 δραχμάς, τότε ἡ ἑταιρεία λέγει· δὲν ἐπιτρέπω 201, διότι ἐξάγω ἀπὸ τὰς ἀποθήκας μου καὶ πωλῶ πρὸς 200. Καὶ τότε ὁ κτηματίας δὲν δύναται νὰ πωλήσῃ εἰς ἀνωτέραν τιμήν, ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ πωλήσῃ εἰς κατωτέραν τοιαύτην. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ.
§352Β. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐζήτησαν οἱ ἀγορασταὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅτε ἐγένετο ἡ σύμβασις.
§353Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δεύτερον· νομίζω ὅτι πρέπει ἡ ἑταιρεία νὰ παραλαμβάνῃ διαρκῶς καὶ κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν σταφιδόκαρπον εἰς τὰς ἀποθήκας της καὶ ὄχι εἰς ὡρισμένας προθεσμίας, διότι γνωρίζετε τί συμβαίνει; Ὅταν ὁ κτηματίας δὲν μεταβῇ ἀμέσως καὶ ἐντὸς τῆς προθεσμίας νὰ παραδώσῃ, τότε ἡ ἑταιρεία δὲν παραλαμβάνει. Ὁ δὲ χωρικὸς βιαζόμενος νὰ πωλήσῃ καὶ μὴ εὑρίσκων τὴν Ἑνιαίαν ἀγοραστὴν ἀναγκάζεται νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν ἔμπορον μὲ τιμὴν ἠλαττωμένην. Τρίτον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προηγουμένως καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ· τὴν πρώτην Αὐγούστου ἡ σταφὶς ἡ παλαιὰ νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ ἐξαχθῇ, νὰ περιέρχηται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως καὶ νὰ θεωρῆται ὡς πλεόνασμα καὶ ἐκτὸς συναλλαγῆς.
§354Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὰ παραδέχεται αὐτὰ ἡ ἑταιρεία;
§355Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ γίνωσι διαβήματα, διὰ νὰ διορθωθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κτηματιῶν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐψηφίσατε, ὄχι ἐγώ. Καὶ τελευταῖον συνιστῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγηθῇ νόμον, καθ’ ὃν πᾶς πωλῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν σταφιδόκαρπον καὶ μὴ παραδίδων αὐτὸν κατὰ τὴν συμφωνίαν, ἢ παραδίδων αὐτόν, ἀλλὰ νενοθευμένον, νὰ τιμωρῆται εἰς βαθμὸν κακουργήματος. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, στοιχίζει πολὺ εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Καθήμενος εἰς τὸ καφενεῖον ὁ ἔμπορος τηλεγραφεῖ εἰς τὴν Γερμανίαν «εἰς τὴν Ἀμερικὴν πωλῶ ἓν ἑκατομμύριον, δύο ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου». Πωλεῖ τὸν Ἰανουάριον, ἔρχεται τὸν Αὔγουστον ὁ ἀγοραστὴς καὶ ζητεῖ νὰ παραλάβῃ· ἐὰν ἡ σταφὶς ἔχῃ ἐκπέσει, παραδίδει τὸν καρπὸν εἰς τὸν ξένον ἔμπορον, ἐὰν δὲ ἡ σταφὶς ἔχῃ μεγάλας τιμὰς, δὲν παραδίδει. Τίνα ἐπιρροὴν ἔχει τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος καὶ τίνας ζημίας φέρει εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν πᾶς τις ἐννοεῖ. Κύριοι, πρόκειται νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ἀλλὰ πρὸ τούτου θέλω ἀποταθῆ πρὸς τὸν κ. Γκλαβᾶν καὶ θέλω εἴπει πρὸς τὸν ἰδιαίτερον φίλον μου καὶ ἀξιότιμον αὐτὸν συνάδελφον ὅτι ὁμιλήσας ἐντεῦθεν ἔσφαλε καὶ ἠδίκησεν εἰπὼν ὅτι ἀναλώμασι τῆς ἑταιρείας, μὲ χρήματα τῆς ἑταιρείας μετέβη εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ πολιτευτὴς κ. Γκότσης καὶ ἐκεῖ σπουδάζει. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Γνωρίζω, κ. Βουλευτά, ὅτι εἶσθε ἀνὴρ πολιτικοῦ μέλλοντος καὶ Θὰ ἐμάθετε βεβαίως ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἰδίων σφαλμάτων καὶ ἡ ἐπανόρθωσις αὐτῶν εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀρετὴ παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός.
§356Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ.....
§357Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνέμενον καὶ χαίρω, διότι δὲν διεψεύσθησαν αἱ περὶ ὑμῶν καλαὶ ἰδέαι μου.
§358Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὁσάκις ἀνέρχεται τὸ βῆμα τοῦτο, πρέπει σπουδαίως καὶ ἀσφαλῶς νὰ προσέχῃ, ἵνα μηδένα πολίτην ἀδικῇ ἵνα μὴ συκοφαντῇ, πρὸ παντὸς τέως πολιτευόμενον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι κακῶς ἡρμηνεύθησαν οἱ λόγοι μου, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθην οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶ ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶχε τὴν δύναμιν νὰ διαφθείρῃ τὸν κ. Γκότσην, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας.
§359Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δικαίως ἀνέμενον τοιαύτην ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον.
§360Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐγὼ εἶπον προχθὲς ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἑταιρείας εἶναι πλημμελής, καί, ὅτε ὁ νομοθέτης ἐνομοθέτει, δὲν ἔλαβε πρόνοιαν ν’ ἀπαγορεύσῃ νὰ γίνωνται μέλη τοῦ συμβουλίου Βουλευταί, διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις καθηκόντων. Καὶ πάλιν ὁμολογῶ ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθην ὅτι ἠδύνατο ἡ ἑταιρεία νὰ διαφθείρῃ πρόσωπον ὡς τὸν κ. Γκότσην.
§361Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ συνήγορος τῆς Ἑνιαίας, θεωρήσας, φαίνεται, ὡς ἀρίστην αὐτῆς ὑπεράσπισιν τὴν κατ’ ἐμοῦ προσωπικὴν ἐπίθεσιν σᾶς εἶπε πρῶτον ὅτι, ὡς διευθυντὴς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης Πατρῶν, ἐγενόμην ἀφορμὴ καταστροφῆς αὐτῆς, τὴν ἔθεσα ἐκποδὼν τόσον πασιδήλως, ὥστε μὲ ἐξεδίωξαν κοινῇ βοῇ ἐκ Πατρῶν, καὶ δεύτερον ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος κατηγόρησα τὴν Ἑνιαίαν ὅτι ἐξήγαγεν, ὅτι ἠγόραζεν ἀπὸ τὸ πρᾶγμα τῶν ἐνεχύρων, ἵνα τὸ ἐξαγάγῃ, ἵνα τὸ διαθέσῃ, ὅτι ἐγὼ ἰδικόν μου σταφιδόκαρπον 17.000 κατὰ τὸ ἔτος 1910 ἐξήγαγον ἀντὶ τῆς ἐνάτης τὴν δωδεκάτην Αὐγούστου. Ὀφείλω, Κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ δύο ταῦτα μεθ’ ὅλας τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας προσφιλεῖς συνάδελφοι καὶ φίλοι μου ἀτομικοὶ μοὶ ἔκαμον, ὅπως μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἐναντίον μου. Ἔχω ὅμως ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν, διότι ἡ Πολιτεία, ὁ βίος ἑκάστου εἶναι κεφάλαιον κεκτημένον. Ἠμπορῶ νὰ μὴ ἔχω τίποτε σήμερον, ἔχω ὅμως ἓν παρελθόν· τὸ παρελθὸν αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀφήσω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρώτου τυχόντος. Ἐγενόμην ὁ πρῶτος διευθυντὴς τῆς ἐν Πάτραις Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἤμην νομικὸς σύμβουλος τοῦ Κράτους, οἱ κτηματίαι μ’ ἐξέλεξαν, μὲ προσεκάλεσαν, μὲ παρεκάλεσαν νὰ δεχθῶ τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἐδίστασα, διότι ἐγνώριζόν τινα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, μίαν διαίρεσιν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐχρειάσθη ἡ ἐπέμβασις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὲ πείσῃ, παραστήσας μοι ὅτι ἦτο καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῶ. Ἐδέχθην καὶ μετέβην εἰς Πάτρας, ἀλλ’ ἀμέσως ἐνόησα τὸ λάθος μου. Ἀποτελοῦσι μακρὰν ἱστορίαν τὰ τότε συμβάντα, καθόσον εὑρέθην πρὸ περιστατικῶν πολὺ διαφόρων ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφανταζόμην· αἱ ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας εἶχον, ἦσαν μηδὲν ἀπέναντι ἐκείνων, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθην. Διότι εὑρέθην πρὸ ἑνὸς πολέμου κηρυχθέντος μοι παρ’ ὅλων, κηρυχθέντος μοι καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐξέλεξαν· ἐννοῶ τὸν Πρόεδρον τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπρότεινεν. Ὁ πόλεμος δὲ αὐτὸς ἐξηκολούθησεν ἐναντίον μου μέχρι τέλους.
§362Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸς ἦτο πρώτης τάξεως φίλος σου.
§363Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἦτο τῳόντι κατὰ τὴν ἐκλογήν μου, ἀλλ’ ἀμέσως κατόπιν συνδιαλλαγεὶς μὲ μερικοὺς ἄλλους συμβούλους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τῆς μειονοψηφίας, μὲ ἐκείνους ἀκριβῶς, διὰ τοὺς ὁποίους μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸ δεσμωτήριον, μοὶ ἐκήρυξε τὸν πόλεμον. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ ἀγωνίας πολλὰς ἔρχεται μία συνέλευσις ὄχι κτηματιῶν, ἀλλὰ πολιτικῶν, διότι οἱ κτηματίαι κατώρθωσαν νὰ ἐξουδενωθῶσι καὶ νὰ στείλωσι πολιτικοὺς πληρεξουσίους, ἀπὸ 50 ψήφους ὁ καθείς, οἱ ὁποῖοι ὠνομάσθησαν καὶ ἐκλέκτορες, θ’ ἀκούσητε δὲ κατόπιν καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν καὶ θὰ πεισθῆτε. Ἠγωνίσθην ὅσον ἠδυνάμην κατὰ τῶν ἐπιδρομέων, ὄχι κατὰ τῶν πολιτικῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῦ νέου συμβουλίου τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἦτο χειρότερον τοῦ πρώτου, διότι ὁ πρόεδρός του μόλις ἀναλαβὼν τὴν ὑπηρεσίαν ἔλαβεν, 600.000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, ἐκδοὺς συναλλάγματα ἐπὶ τοῦ οἴκου ἐν Λονδίνῳ ὡς ἀντίτιμον λιρῶν, ἃς διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης ἐπώλησεν εἰς ἑαυτόν.
§364ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς ἐπέστρεψεν;
§365Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αἱ συναλλαγματικαὶ διεμαρτυρήθησαν καὶ τὰς μὲν 300.000 ἐπέστρεψεν, αἱ ἄλλαι ὅμως ἐχάθησαν. Τώρα πρέπει ν’ ἀκούσητε καὶ τὰς κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις, καθαρὰς προφάσεις, διὰ ν’ ἀναγκασθῶ, ὡς καὶ ἠναγκάσθην ἐπὶ τέλους, νὰ παραιτηθῶ τῆς θέσεως. Ἀκούσατε τί λέγουσιν ἐναντίον μου οἱ καλοὶ ἄνθρωποι· εἶναι δημοσιευμένα· εἶναι ὁ ἴδιος κ. Ἀνδρέας Κεφαλᾶς, ὅστις καὶ ἀγωγὴν δὲν ἐδίστασε νὰ ἐγείρῃ κατὰ τῆς Ἑνιαίας δι’ ὑπηρεσίας, ἃς τῇ παρέσχεν ὡς σύμβουλος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὡς ἐν τῇ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσει μου παρέστησα· εἶναι αὐτός, λέγω, ὅστις ἤδη ὁμιλεῖ εἰς τὸ κατ’ ἐμοῦ κατηγορητήριον, ὡς πρόμαχος καὶ σωτὴρ τῆς Τραπέζης! (Ἀναγινώσκει:) (Νεολόγος 22 Αὐγούστου 1901) «Ἐν συνεντεύξει ὁ κ. Σταυρόπουλος πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου μᾶς εἶπε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. Κεφαλᾶς ἐπρότεινε τὴν παῦσιν τοῦ κ. Θεοδωρίδου, καὶ τοὺς ὁποίους ἦτο πιθανὸν νὰ ἐδέχοντο ὅλα τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου: 1) Ὀλιγωρία τοῦ διευθυντοῦ μὴ ἐργαζομένου μηδὲ ἐπιβλέποντος τὴν ὑπαλληλίαν· 2) Ὅτι δὲν ἐγνώριζε τοὺς ὑπαλλήλους οὔτε τὰς ὑποθέσεις τῆς Τραπέζης· 3) Ὅτι δὲν ἔλαβέ ποτε πρωτοβουλίαν εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτάς· 4) Ὅτι δὲν εἶχεν ἀσφαλεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ, τοῦ ἀναγκαίου πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς κτηματίας, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ Τράπεζα ἐπρομηθεύθη περισσότερον τοῦ δέοντος· 5) Ὅτι συνέταξε διακήρυξιν δημοπρασίας, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν ἀνεπίδεκτον διορθώσεως. Ἐν γένει δὲ συνέτασσε τὰ συμβόλαια καὶ τὰ ἔγγραφα καταθέσεων ἀτάκτως καὶ ἀκύρως, μὲ μεγάλους κινδύνους ζημίας τῆς Τραπέζης». Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τὰ ἄρθρα τῆς κατηγορίας, καὶ κρίνατε περὶ τῆς εἰλικρινείας των· αὐτὰ εὗρον οἱ σωτῆρες τῆς Τραπέζης ἐν ὅλῳ τῷ ζήλῳ, τὸν ὁποῖον εἶχον, ἵνα δείξωσι τὴν ἀνεπάρκειάν μου, ἀλλὰ πράγματι διὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἀληθῆ πρόθεσίν των περὶ ἀποπομπῆς μου διὰ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἀμέσως τώρα θ’ ἀκούσητε. Καὶ ἐπέτυχον μὲν τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὑπὸ τὴν ἐπαρκῆ τριετῆ διεύθυνσίν των ἡ τῆς Τραπέζης πτώχευσις, ἐνῷ ἐγὼ ὁ ἀνεπαρκὴς τὴν ἀφῆκα ἀκμάζουσαν, ἤτοι, κατὰ τὸν τότε ἰσολογισμόν, μὲ κεφάλαιον 9,405,000 δρ. ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας, καὶ προκαλῶ πάντα νὰ δείξῃ ἂν ἐπῆλθε ζημία τις καὶ ποία. Τώρα, Κύριοι, πρέπει ν’ ἀκούσητε καὶ τί συνέβη μετὰ τὴν παραίτησίν μου, ὅτε ἀπηλλάγησαν ἐμοῦ, καὶ ἔμειναν μόνοι των οἱ κύριοι Κεφαλᾶς ἀφ’ ἑνὸς καὶ Σταυρόπουλος ἀφ’ ἑτέρου, μαχόμενοι περὶ τῶν λαφύρων. Ἐγὼ ἀνεχώρησα ἐκ Πατρῶν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1901. Αὐτὴ ἡ ἐφημερίς, τὴν ὁποίαν βλέπετε ἐδῶ καὶ τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κεφαλᾶ, καὶ ἡμερομηνίαν 1 Ὀκτωβρίου. Ἀκούσατε τώρα τὸν φρικτὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη μεταξὺ τοῦ Κεφαλᾶ ἀντιπροέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ Σταυροπούλου, τίς ν’ ἁρπάσῃ τὴν διεύθυνσιν, καὶ κρίνατε περὶ ὅλης τῆς ὑποθέσεως.
§366Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφέρουσιν αὐτὰ ἡμᾶς.
§367Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐνδιαφέρουσιν ἐμέ.
§368Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς θέλετε δικαίως νὰ ἀπομακρύνητε τὰς ὑπονοίας, ἀλλ’ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ τὸ κάμητε, θίγει ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς νομίζομεν ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας.
§369Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναγνώσω διατριβὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἰδίου τοῦ Κεφαλᾶ (ἀναγινώσκει): «Εἶχον ἀπόφασιν νὰ μὴ κατέλθω εἰς τὴν δημοσιότητα σχετικῶς μὲ τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποπλανᾶται ἐπὶ πλέον ἡ κοινωνία. Εἶναι γνωστὰ τὰ κατὰ τὴν συνέλευσιν τῶν Μετόχων· ἐπεκράτει κατ’ αὐτὴν ἡ σκέψις ἀποπομπῆς τοῦ συμβουλίου, ἰδίως ἕνεκα τοῦ πραξικοπήματος, ὅπερ κατ’ ἐπανάληψιν ἀπεπειράθη ὁ κ. Σταυρόπουλος νὰ φέρῃ εἰς πέρας, τοῦ διορισμοῦ δηλονότι τοῦ κ. Γαλανοπούλου ὡς διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης. Τὸ πραξικόπημα τοῦτο ἐματαιώθη τὴν μὲν πρώτην φορὰν (συνεδρίασις τῆς 18 Αὐγούστου ἐ. ἔ.) δι’ ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς συνεδριάσεως καὶ ματαιώσεως αὐτῆς ἐλλείψει ἀπαρτίας τῶν κυρίων Στεργιοπούλου, Τσικλιτήρα καὶ ἐμοῦ, εἰς ἣν ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τοῦ συμβουλίου, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυρίων Σταυροπούλου, Μακρυγιάννη, Θεοφίλου καὶ Ἀθανασιάδου, ἀπέρριψε πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς βασιζομένην εἰς τὸ ὅτι τοιοῦτο σοβαρὸν ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἐξ ὑφαρπαγῆς· τὴν δὲ δευτέραν (συνεδρίασις τῆς 29 Αὐγούστου ἐ. ἔ.) διότι, ἅμα λαβὼν ἐν Φιλιατροῖς τὴν πρόσκλησιν διὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, ἐτηλεγράφησα τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπικαλούμενος τὴν παρέμβασίν του πρὸς διάσωσιν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τῶν τεκταινομένων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς διεβίβασε διὰ τοῦ ἐλεγκτοῦ τοῦ συνεδρίου κ. Ἀναγνωστοπούλου δριμείας μὲν παρατηρήσεις καὶ αὐστηρὰς συστάσεις πρὸς τὸν κ. Σταυρόπουλον, ῥητὰς δὲ ὁδηγίας πρὸς τὸν ἐπίτροπον τοῦ Κράτους κ. Μπάσδελην, ὅπως ματαιωθῇ ἐν ἀνάγκῃ ἡ συνεδρίασις, προκειμένου ἡ πλειονοψηφία τοῦ συμβουλίου νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτο πραξικόπημα ἐν παραμοναῖς μάλιστα τῆς συνελεύσεως. Ἐπεκράτει λοιπὸν ἐν τῇ συνελεύσει τὸ πνεῦμα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ συμβουλίου, ὡς ἄλλως τε πάντες ἀντελήφθησαν. Καίτοι ἡ ἀλλαγὴ αὕτη δὲν ἀφεώρα τὸ πρόσωπόν μου καὶ διότι ἐκ τῆς στάσεώς μου ἐματαιώθη τὸ πραξικόπημα, ὅπερ θὰ ἐπέφερεν ἀναγκαίως τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συμβουλίου καὶ διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν παρισταμένων ὡς πληρεξουσίων συνειργάζοντο μετ’ ἐμοῦ, οὕτως ὥστε συνεργαζόμενος καὶ μετὰ τῶν κυρίων Στεφανοπούλων, Κουμουνδούρου καὶ Μερλοπούλου ἠδυνάμην οὐσιωδῶς νὰ ἐπιδρῶ ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς συνελεύσεως, ἐν τούτοις ἔκρινα καλὸν τὴν ἐπίδρασίν μου αὐτὴν νὰ χρησιμοποιήσω πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου, ὅστις ἐπεκρέματο ἐπὶ τοῦ συμβουλίου καὶ ὅπως μὴ ὑποστῇ κλονισμὸν ἡ Τράπεζα καὶ εἰσακούων εἰς τὰς κατ’ ἐπανάληψιν διαβιβασθείσας μοι διὰ τοῦ κ. Μπάσδελη συστάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως διατηρηθῇ τὸ καθεστώς, ὤθησα μάλιστα τὴν γενναιοφροσύνην μέχρι τοῦ σημείου νὰ σιγήσω καὶ μὴ ἐκθέσω πρὸ τῆς συνελεύσεως τὰ γενόμενα, ὅτε προεκαλούμην ὑπὸ τῶν κ. Μιχ. Σακελλαρίου καὶ Γ. Σουλιώτου, πεισθεὶς εἰς τὰς μέχρι φορτικότητος παρακλήσεις τοῦ κ. Σταυροπούλου, ὅπως μὴ ἐκθέσω τὰ γενόμενα, ἅπερ οὗτος, βλέπων τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν, ἣν ἐπροξένησαν, εἶχεν ἀρνηθῆ διαρρήδην εἰς τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον καὶ εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ πρὸ τῆς συνελεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις ἀποδεικνύονται, ἂν ὄχι διὰ τῶν Πρακτικῶν, ἀλλὰ δι’ ἄλλων ἐπισήμων βιβλίων τῆς Τραπέζης, ἅτινα ἂν ἐγνώριζεν ὁ κ. Σακελλαρίου καὶ ὁ κ. Σουλιώτης, θ’ ἀπήντων καλλίτερον εἰς τὸν κ. Σταυρόπουλον, ὅπως ἐπεκαλεῖτο τὴν μὴ ἀναγραφὴν τοῦ πράγματος εἰς τὰ Πρακτικά, ὅπως τοὺς διαψεύσῃ. Ἐσώθη λοιπὸν τὸ συμβούλιον, καὶ ἐσώθη χάρις εἰς τὴν αὐταπάρνησιν τῶν ἰσχυόντων ἐν τῇ συνελεύσει, ἐν οἷς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταριθμῶμαι καὶ ἐγώ, ἐξ οὗ ἰδίως ἐξηρτήθη ἡ τύχη τοῦ συμβουλίου, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν ὡμίλουν, ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθῇ τοῦτο ἐκ τῆς θυέλλης, ἥτις θὰ παρήγετο, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εὑρίσκετο ἤδη ἐν τῷ συμβουλίῳ ὁ κ. Σταυρόπουλος. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω φυσικὸν ἦτο νὰ λείψῃ ἡ ἀνήκουσα ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν κ. Σταυρόπουλον, τὸν διὰ τῶν παρακλήσεών του καὶ τῆς γενναιοφροσύνης μου μόλις διασωθέντα ἐκ τῆς ὀργῆς τῆς συνελεύσεως, καὶ ἐπροτείναμεν εἰς τὸν κ. Δόγκαν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν προεδρίαν, ἀλλ’ οὗτος ἠρνήθη, καὶ μοὶ ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἀναλάβω ἐγὼ αὐτήν. Μόλις ὅμως ἐγνώσθη τοῦτο, ἀνησυχία καὶ συγκίνησις κατέλαβε τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ ἀμέσως ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν παντοῖα μέσα καὶ ἰσχύοντα πρόσωπα, ὅπως παραπεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ παραστάσεων ὑπερβολικῶν ὅτι, ἂν μεταβληθῇ τὸ καθεστὼς τοῦ Προεδρείου, θὰ σηκωθοῦν αἱ Πάτραι εἰς τὸ πόδι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ πρώην Βασ. Ἐπίτροπος καὶ ὁ νῦν μέχρι φορτικότητος ἀνεκοίνουν τηλεγραφήματα καὶ ἐντολὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θέλησίς του εἶναι νὰ παραμείνῃ τὸ καθεστώς, διότι ἄλλως θὰ λυπηθῇ. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Σταυροπούλου ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνωτέραν ταύτην ἐπιβολήν, ἣν παρεσκεύασαν ἐπιτηδείως οἱ ἐντεῦθεν ἀποσταλέντες εἰς Λουτράκιον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ οἱ Βασ. Ἐπίτροποι, οἵτινες εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς θέσεώς των καὶ μετεβλήθησαν εἰς πράκτορας σκανδαλωδῶς ψηφοθηροῦντας. Ἡ νίκη οὕτω μεταβάλλεται εἰς Καδμείαν, διότι ἄνευ τῆς ἐπιμόνου ταύτης ἀνωτέρας ἐπιβολῆς τὸ καθεστὼς θὰ μετεβάλλετο ἀναποφεύκτως. Ὅτι δὲν ἐφιλοδόξησα τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, ἣν θεωρῶ βάρος καὶ θυσίαν μεγάλην, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ὑπέδειξα ἀντὶ τοῦ κ. Σταυροπούλου τὸν κ. Μακρυγιάννην, παρακαλέσας αὐτὸν καὶ αὐτοπροσώπως καὶ διὰ τοῦ κ. Δ. Κρεμμύδη, ἐδέχετο δὲ ἡ πλειονοψηφία τὸν κ. Μακρυγιάννην, ὅπως ἐπέλθῃ οἰκονομία τις, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Μακρυγιάννης δὲν ἀπεδέχθη. Ὅπως ἐπὶ τέλους ἐπέλθῃ συνεννόησις, μοὶ προετάθη νὰ γίνω ἀντιπρόεδρος, ἀλλ’ ἀπήντησα ὅτι τότε συγκατατίθεμαι εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἂν ὁ κ. Σταυρόπουλος δηλώσῃ κώλυμα καὶ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν προσωρινῶς ὁ ἀντιπρόεδρος. Τὴν λύσιν ταύτην ἀπεδέχθη προθύμως ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἀλλ’ ἐγώ, διὰ νὰ μὴ δειχθῇ ὅτι καὶ τοῦτο ἐκ φιλοδοξίας ζητῶ, παρεκάλεσα νὰ γίνῃ ἀντιπρόεδρος καὶ ἀναλάβῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν ὁ κ. Φωτόπουλος μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ διευθυντοῦ, ὅτε παραδόξως ὁ Β. Ἐπίτροπος κ. Μπάσδελης ἰσχυρίσθη ὅτι δῆθεν ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς Β. Ἐπιτρόπου δὲν δύναται νὰ δεχθῇ νὰ κάμῃ τοιαύτην δήλωσιν ἀπὸ τοῦδε ὁ κ. Σταυρόπουλος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Μπάσδελης ἠγωνίζετο νὰ σώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο πρὸς ἐπίτευξιν, Κύριος οἶδε, τίνων σκοπῶν. Οὕτως ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τὸ κράτος ψυχολογικῆς ἐκβιάσεως, καὶ αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἡ ἀλήθεια, προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ διαψεύσῃ καὶ κεραίαν κἂν τῶν ἐκτεθέντων, ἐγὼ δ’ ἀπέσχον τῆς συνεδριάσεως οὐχὶ ἐκ φιλοδοξίας, ὡς ἀποδεικνύεται ἡλίου φαεινότερον ἐκ τῶν πρὸς τοὺς κυρίους Δόγκαν, Μακρυγιάννην καὶ Φωτόπουλον παρακλήσεών μου, ὡς δύνανται κάλλιστα νὰ βεβαιώσωσιν οὗτοι, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Δ. Κρεμμύδας, ἀλλὰ διότι δὲν ἤθελον οὐδὲ νὰ παραστῶ εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτήν, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν θέλει ἀποβῆ πρὸς τὸ καλὸν τῆς Τραπέζης...» Αὐτά, Κύριοι, ἐγίνοντο τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, καὶ οὐ μόνον ἐγίνοντο, ἀλλὰ καὶ ἐδημοσιεύοντο ἀσυστόλως, ἤδη δέ, ὅτε ἠκούσατε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δρώντων προσώπων, θὰ ὁμολογήσητε βεβαίως ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ Τραπέζης, ἀλλὰ περὶ πεδίου διαμάχης προσωπικῆς καὶ πολιτικῆς ἐπικρατήσεως. Τὸ κόμμα ἐμαίνετο. Δὲν εἶναι λόγοι, εἶναι ἔντυπα, καὶ ἐξακολουθῶ.
§370Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τίνα χρονολογίαν φέρει;
§371ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. 1ης Ὀκτωβρίου 1900 (ἀναγινώσκει:) «Ἐπεκράτει λοιπὸν ἐν τῇ συνελεύσει...»
§372ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν ν’ ἀναγνώσητε ὁλόκληρον τὴν ἐφημερίδα. Αὐτὸ ἐγίνετο εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κωλυσιεργία· διὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτά.
§373ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ παραστήσω τὴν ὑπόθεσιν.
§374ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀπολογηθῆτε κατὰ κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἠκούσαμεν μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως, ἀποδοθεισῶν εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ ὄχι ὅμως ν’ ἀναγνώσητε ὁλόκληρον τὴν ἐφημερίδα.
§375ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐκεῖ θέλω νὰ καταλήξω, κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ ἐλατήρια τῶν κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεων, ὅτι πρόκειται περὶ συστάσεως ἰδιοτελῶν ἀνδρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπετέλουν πρόσκομμα, καὶ οἵτινες διὰ τὴν ἐξουσίαν ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὥστε ὁ Κεφαλᾶς ὁ γράφων τὰ ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ διατριβῇ νὰ ὁμολογῇ ἀνερυθριάστως ὅτι συνήνεσε νὰ γίνῃ ἀντιπρόεδρος μέν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ὁ κ. Σταυρόπουλος ὁ πρόεδρος θ’ ἀπεῖχε τῆς πραγματικῆς ἐνασκήσεως τῆς προεδρίας, ἵνα διαχειρίζηται αὐτὸς τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· ἔχει ἢ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ πρόσωπόν μου ὡς διευθυντοῦ τὸ ὅτι ὁ Κεφαλᾶς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸ κατηγορητήριον ἐναντίον μου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, λέγω, αὐτὸς ἀποδεικνύεται ὅτι εἶχε προφανῶς ἰδιοτελεῖς σκοπούς, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὅτι ἀπέβλεπε ν’ ἁρπάσῃ τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης; Βεβαίως, ἐμοῦ ὄντος διευθυντοῦ, αὐτὸ ἦτο ἀπραγματοποίητον. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ σᾶς τὰ εἴπω· πρέπει συγχρόνως νὰ φέρω καὶ τὴν ἀπόδειξιν. Ἰδοὺ διατί ἠναγκάσθην ν’ ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ ζήτημα. Αὐτοί, Κύριοι, ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κοινὴν γνώμην, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀπομακρύνσεώς μου ἀπὸ τὰς Πάτρας, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ ἐναντίον μου κατακραυγὴ εἶναι μεγάλη τιμὴ δι’ ἐμέ, καθόσον τὴν ἐδημιούργησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεδίωκον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάμωσι τοὺς σκοπούς των εἰς βάρος τῆς Τραπέζης.
§376Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβρίζετε ἕνα ἐντιμότατον δικηγόρον τῶν Πατρῶν, τὸν κ. Σταυρόπουλον.
§377ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι, ὅτε οὗτοι τοιαῦτα ἐχάλκευσαν ἐναντίον μου, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσω τίνες οἱ λέγοντες ταῦτα κατ’ ἐμοῦ καὶ τὰ ἐλατήρια, ἀφ’ ὧν ὡρμήθησαν. Ἄλλως τε δὲν λέγω ἐγὼ αὐτὰ περὶ τοῦ κ. Σταυροπούλου, ἀλλὰ τὰ λέγει ὁ Ἀ. Κεφαλᾶς, ὁ ἀντιπρόεδρος πρὸς τὸν πρόεδρον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν μομφὴν ὅτι ἀπέσυρα καὶ ἐγὼ σταφίδα ἐνεχυριασμένην εἰς τὴν Ἑνιαίαν. Ἀληθῶς ἀπέσυρα κατ’ Αὔγουστον 1910 σταφιδόκαρπον ἐκ λιτρῶν 17,000, ἀλλ’ ἦτο ἐκ τοῦ κτήματός μου, τῆς ἐσοδείας 1909– 1910· τότε ἐπῆλθεν ἀνατίμησις, καὶ τὴν ἀπέσυρα, ἵνα τὴν πωλήσω, ὡς ἔπραξαν πάντες ὅσοι εἶχον ἐνεχυριάσει. Τί κοινὸν μεταξὺ τούτου καὶ τῶν ὑποδίκων 44 ἑκατομ. ψευδενεχύρων τῶν παρενθέτων τῆς Ἑνιαίας, οἱ ὁποῖοι εἰκονικῶς τὰ ἠγόρασαν ἐν ἔτει 1908, δὶς εἰκονικῶς τὰ ἐνεχυρίασαν καὶ ἐπὶ τέλους ἀνέλαβον ἐξ αὐτῶν τὰ 20 τὸν Αὔγουστον τοῦ 1910, τὰ ἔρριψαν δ’ εἰς τὴν ἀγορὰν παρανόμως ὑπηρετοῦντες τὴν ἑταιρείαν; Μάλιστα ἡ ἑταιρεία κατ’ ἀρχὰς μοὶ ἠρνήθη τὴν ἀπόδοσιν, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχον καθυστερήσει τὴν ἀνάληψιν ἐπὶ δύο ἡμέρας, καθόσον κατὰ τὴν σύμβασιν μόνον μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου ἐδικαιούμην, καὶ ἐγὼ προσῆλθον εἰς τὰς 12, καθυστέρησις, ἥτις προῆλθε, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐνηργοῦντο αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, καὶ ἠναγκάσθην οὕτω νὰ κάμω ἀναφορὰς πρὸς αὐτὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὥστε τέλος πάντων ἐξηναγκάσθη καὶ μοὶ παρέδωκε τὸ πρᾶγμά μου, ἀναγνωρισθείσης τῆς ἀνωτέρας βίας.
§378Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον αὐτό.
§379Γ. ΠΩΠ. Πῶς; Εἶναι σπουδαῖον καὶ πολύ.
§380ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Βεβαίως θὰ ἦτο σπουδαῖον, ἂν καὶ ἐγὼ ἤμην εἰκονικὸς ἐνεχυριαστής, ὡς ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ἀκούων τὰ λεχθέντα καὶ μὴ γνωρίζων τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἐνταῦθα τίποτε ἄλλο δὲν ὁμοιάζει ἢ ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπέσυρα τὸν Αὔγουστον τοῦ 1910 σταφίδα ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Ἑνιαίας, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔκαμα εἰκονικότητα, ἐνῷ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν κατὰ τῶν παρενθέτων κατηγορίαν, ὄχι ἁπλῶς τὸ ὅτι ἀπέσυραν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ δικαίωμα τοῦ ἐνεχυριαστοῦ. Ζητοῦσι συντρόφους εἰς τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ τοιούτους μόνον εἰς τὰς τάξεις των δύνανται νὰ εὕρωσιν.
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος.
§382Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ὑπερασπίσεως κατὰ τῶν προσβολῶν τῆς Ἑνιαίας διεξήχθη ἐπιτυχῶς ὑπὸ τοῦ λαλήσαντος κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Βουρλούμη. Διότι ἦτο ὄντως περισσὸν τὸ θάρρος τοῦ ἀνδρὸς ἐρχομένου ἐντεῦθεν ἵν’ ἀπολογηθῇ καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς Προνομιούχου, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον στοιχεῖα ἐπίσημα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ σύμβασις παρεβιάσθη ὑπὸ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, οὐδεὶς ἤθελε πιστεύσει, μετὰ τὴν λαμπρὰν ἐκείνην ἀγόρευσιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη αἰτίασις κατὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος. Τοιοῦτον μάλιστα θάρρος ἔσχεν ὁ κ. Βουρλούμης, ὥστε ἀπὸ κατηγορουμένου νὰ μεταβληθῇ εἰς κατήγορον καὶ ἐπιτεθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν ὅτι ἀμελετήτως καὶ πρὸς δημοκοπίαν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ διὰ τῆς προτάσεώς του ὅτι ἡ ἑταιρεία παρεβίασε τὴν σύμβασιν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτήν· τίνα λόγον εἶχε νὰ δημοκοπήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς; Ἐὰν οὗτος δὲν εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ν’ ἀπεδεικνύετο ἡ ἐνοχὴ τῆς ἑταιρείας καὶ ἡ παραβίασις τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους αὐτῆς, σεβόμενος ἑαυτόν, σεβόμενος τὸ ἀξίωμα αὑτοῦ, οὐδέποτε ἤθελεν ὑποβάλει πρότασιν τοιαύτην ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου. Καὶ ὄχι μόνον ἔχομεν τὴν πρότασιν ἢ μᾶλλον τὰς δύο προτάσεις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, ἀλλ’ ἔχομεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα συμμερίζονται πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν Ἑνιαίαν εἰς τὸν εὐθὺν δρόμον καὶ παραγγέλλουσιν αὐτὴν νὰ παύσῃ μετερχομένη τὰ μέσα ἐκεῖνα τοῦ παρελθόντος, διὰ τῶν ὁποίων προεκάλεσε καὶ τὴν κρίσιν τὴν σταφιδικὴν καὶ τὰς ἐξεγέρσεις τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ. Ἔχομεν γνωμοδότησιν τοῦ αὐτοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ἥτις ἀνεγνώσθη ὑφ’ ἑνὸς τῶν προλαλησάντων, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ὑποβάλλων τὴν πρότασίν του λέγει ὅτι «ἡ Ἑταιρεία ἠγόρασε διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς δι’ ὑπαλλήλων της τὰ ἐνεχυρόγραφα τῶν ἐτῶν 1908 καὶ 1909». Αὐτὰ λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἠλείας ὑποβάλλων τὴν πρότασίν του κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1909. Ἐκτὸς τῶν προτάσεων τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν Ἑνιαίαν ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ ἀστυνόμου Ἠλείας πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ 2 Αὐγούστου 1910, τὸ ὁποῖον λέγει: «Συνιστῶ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν ἐνεχύρων καὶ τὴν παράδοσιν τοῦ παρακρατήματος». Ὁπότε τοσαῦτα στοιχεῖα προσάγονται, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἑταιρεία παρεβίασε τὴν σύμβασιν, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ἡ ἑταιρεία ὄντως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦ τελευταίου ἔτους, μέχρι τοῦ 1910, ἐξηκολούθει παραβιάζουσα τὴν σύμβασιν. Καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντεῦθεν λαλησάντων εἶπον: «καὶ ἐὰν ὄντως παρεβιάσθη ἡ σύμβασις, τί θέλετε νὰ κάμωμεν; Νὰ κηρύξωμεν αὐτὴν ἔκπτωτον; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θέλουσιν ἐκεῖνοι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί; Ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ Ἑνιαία κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἐντεῦθεν θὰ γεννηθῇ τὸ χάος καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν». Ἐγὼ λοιπὸν θ’ ἀντηρώτων αὐτούς· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμόρφωσε τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἑταιρεία παρεβίασε τὴν σύμβασιν, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ κατ’ αὐτῆς τὸν νόμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρίδῃ αὐτόν, διότι ἐνδέχεται νὰ προκύψωσι κίνδυνοι οἰκονομικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζήτημα ἂν θὰ προκύψωσιν; Ὅταν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα καὶ ψηφίζωμεν νόμους, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι θὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ πάντα· οὐδεμία διάκρισις πρέπει νὰ γίνεται οὔτε ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, οὔτε ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, αἵτινες ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς συστάσεως αὐτῆς ἔτυχεν ἰδιαιτέρας προστασίας καὶ μερίμνης ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Πᾶν ὅ,τι ἐζήτησε παρεσχέθη εἰς αὐτήν· ἐτροποποιήθησαν αἱ ἀρχικαὶ διατάξεις τῆς συμβάσεως καὶ μετεβλήθησαν πολλαὶ ἐξ αὐτῶν χάριν προστασίας τῶν συμφερόντων αὐτῆς, εἰς τοῦτο δὲ δὲν ἐζητήθη καὶ ἡ γνώμη τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ἰδιάζουσα ἀδυναμία ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τὴν ἑταιρείαν, χωρὶς νὰ ζητηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτῆς καὶ λειτουργήσῃ ὁ νόμος. Ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 4ον, κατὰ τὴν ὁποίαν διορίζεται παρὰ τῇ Προνομιούχῳ Ἑταιρείᾳ Βασιλικὸς ἐπίτροπος, φέρων τὸν βαθμὸν τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, ὅστις μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὅστις ἔχει καθῆκον νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰ συμβούλια τῆς ἑταιρείας, νὰ ἐξελέγχῃ τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰ βιβλία αὐτῆς. Ὡς Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους διωρίσθη ὁ νῦν τμηματάρχης Βαρλᾶς, ἐνῷ δὲ ὤφειλε, συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ τὸν νόμον, νὰ παρίσταται εἰς τὰ συμβούλια τῆς ἑταιρείας, νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῆς καὶ νὰ καθιστᾷ ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν παντὸς παραπόνου διὰ παραβάσεις τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας, ὁ ὑπάλληλος οὗτος τοῦ Κράτους ὁ μισθοδοτούμενος ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, πολλάκις δὲ καὶ ἀπέκρυπτεν ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους του ἀπευθυνόμενα πρὸς αὐτὸν παράπονα ἐκ μέρους τῶν σταφιδοκτημόνων. Ἐζητήθη κατ’ ἐπανάληψιν ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐτύγχανε μεγάλης προστασίας καὶ διὰ τοῦτο παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν.
§383Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ὑπὸ τίνος ἐζητήθη ἡ ἀντικατάστασις;
§384Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἦλθε δ’ ἐπὶ τούτῳ διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως ὁ πρόεδρος τοῦ κτηματικοῦ Συλλόγου Ἠλείας Λεονταρίτης, ὁ ὁποῖος προσέφυγε καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου κ. Ζορμπᾶν, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασίν του, ἀλλ’ ἡ χρησιμότης, φαίνεται, τοῦ κ. Βαρλᾶ καὶ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ ἐκρίνοντο ἀπαραίτητοι καὶ δὲν κατωρθοῦτο ἡ ἐκτόπισίς του καὶ ὄχι μόνον εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπανάστασιν ἀκόμη, ὅτε ἐζήτησε τοῦτο ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ Συνδέσμου κ. Ζορμπᾶς, καὶ πάλιν δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀντικατάστασίς του.
§385Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ κ. Βαρλᾶς, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ, ὡς σεῖς τὸ κατεκρίνατε, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὀφείλω νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Εἴπετε ὅτι οὐδέποτε κατέστησεν ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν εἰς πάντα τὰ ζητήματα.
§386ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὄχι οὐδέποτε, ἀλλ’ ἐνίοτε.
§387Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι πάντοτε εἶχεν ἐνημέρους τὰς Κυβερνήσεις, ἐκ τοῦ φακέλου δ’ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐφέρθη πάντοτε πρὸς τὴν Προνομιοῦχον αὐστηρότατα, τὴν ἐργασίαν δ’ αὐτὴν ἔχει ὁ τμηματάρχης τοῦ δευτέρου τμήματος, ἀπορῶ δὲ πῶς λέγετε ὅτι οὐδέποτε ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ἀφοῦ διαρκῶς ἡ Προνομιοῦχος παρεπονεῖτο διὰ τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ἤσκει ἐπ’ αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι εἰσηγητὴς τῶν μέτρων αὐτῶν ἦτο ὁ τμηματάρχης Βαρλᾶς. Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, καὶ ν’ ἀπορρίψω ἐντελῶς τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἀποδίδετε.
§388Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Γνωρίζετε ἂν ὁ Λεονταρίτης εἶχεν εἰδικόν τινα λόγον, ἐνεργῶν διὰ τὴν ἀντικατάστασίν του;
§389Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων ἐνταῦθα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγάς μου. Ἀναλαμβάνω ἀπολύτως νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐντιμότητα τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ὅτε ἦτο Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ ὅτε δὲν ἦτο. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ἀφοῦ ὅλη ἡ ἐνέργειά του καὶ ἡ νῦν γενομένη ὑπ’ ἐμοῦ εἶναι ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§390Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε τὸ ἑξῆς περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλος ὁ σταφιδικὸς κόσμος ὑποχρέωσιν. Ἐὰν ἔχητε ὑπομονὴν νὰ παρακολουθήσητε ἀπὸ τὴν ἡμέραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, τὴν ἐνέργειάν του, θὰ ἴδητε κατὰ πόσον ὑπερήσπισε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ἐπρόλαβε τὸ Δημόσιον ἀπὸ μίαν παράγραφον, τὴν ὁποίαν ἤθελον κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως νὰ παρενθέσωσιν, ἡ ὁποία θὰ παρέβλαπτε σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Εἶναι δὲ πολὺ κακὸν νὰ κατηγορῆται ὑπάλληλος τοιοῦτος, ἐφ’ ὅσον ὁ κατήγορος αὐτοῦ εἶχεν εἰδικὸν λόγον πρὸς τοῦτο.
§391Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξεπλήρωσεν εὐόρκως τὸ καθῆκόν του, ἀλλά, ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος εἶχεν ἐκπληρώσει εὐόρκως τὸ καθῆκόν του, βεβαίως δὲν θὰ ἐγίνοντο τὰ ἀτοπήματα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Θεοδωρίδης. Διότι, ἂν παρηκολούθει ἐπιμελῶς, ὡς εἶχε καθῆκον, τὰς ἐργασίας τῆς Ἑνιαίας, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ διαπράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπραξε καὶ κατὰ τὸ 1908 καὶ κατὰ τὸ 1909 καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν.
§392Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσῳ πολυπλόκου ὀργανισμοῦ ν’ ἀντιληφθῇ τις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τί γίνεται. Μόλις τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ Βασ. Ἐπίτροπος ἀντελήφθησαν τί ἐγίνετο, ἀμέσως ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἠδύνατό τις ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν.
§393Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του καὶ δὲν λέγω τι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι λέγουσι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἐὰν λοιπὸν εὐόρκως ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, δὲν θὰ ἐγίνοντο αἱ ὑπερβασίαι καὶ αἱ καταχρήσεις αὐταί.
§394Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διατί τότε νὰ μὴ κατηγορῆτε καὶ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν δι’ οἱανδήποτε ὑπερβασίαν γινομένην εἰς τὸ ἄκρον τῆς γῆς;
§395Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄκρου τῆς γῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν τελουμένων ἐν μέσῳ ἡμῶν. Λέγουσι καὶ ἰσχυρίζονται —ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω— λέγουσιν ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς Βασ. Ἐπίτροπος πλὴν τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἐμισθοδοτεῖτο καὶ ὑπὸ τῆς Ἑνιαίας διὰ 4000 δραχ. ἐτησίως, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν βιβλίων τῆς Ἑταιρείας.
§396Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐξηκριβωμένον.
§397Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἐὰν ἠθέλετε τὸ φέρῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ σᾶς ἀπήντων, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε τὸ ἑξῆς, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1905 ἐδέχθησαν, ὅπως ὁ Βασ. Ἐπίτροπος ἔχῃ ἀμοιβήν τινα ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον.
§398ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀπογορεύεται ἀπὸ τὴν σύμβασιν.
§399Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐδέχθησαν, καὶ ἐκείνους ἀφορᾷ.
§400Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἔγινε τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ Βασ. Ἐπίτροπος μισθοδοτεῖται μόνον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἑπομένως πᾶν ὅ,τι ἐλάμβανεν ἀπὸ τὴν Ἑνιαίαν τὸ ἐλάμβανε παρανόμως. Ἄρα δὲν εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοσαύτης τόλμης, ὅτε ἀποδεικνύεται ὅτι πάντα αὐτὰ τὰ ἐλάμβανε, διὰ νὰ καταδολιεύηται τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§401Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον ὅτι αὐτὸ ἐγίνετο τῇ συναινέσει τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἦλθεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔπαυσε νὰ γίνηται. Οὐδεμίαν δὲ τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξεπλήρωσε πάντοτε εὐόρκως τὸ καθῆκόν του.
§402Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἔκθεσις τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς Βασ. Ἐπιτρόπου.
§403Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εὐθὺς ὡς τοῦτο ὡμολογήθη, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Εὑρίσκω ὅμως ὅτι τὸ γενόμενον ἐν τῷ παρελθόντι ἦτο ἔκτροπον καὶ ἔκνομον, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἄνθρωπος, ἐντεταλμένος νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ἐλέγχῃ τὰς ἐνεργείας ἄλλου τινός, ἠδύνατο νὰ λαμβάνῃ μισθὸν παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον εὐόρκως καὶ εἰλικρινῶς. Ἡ δὲ σύμβασις λέγει ῥητῶς ὅτι ὁ Βασ. Ἐπίτροπος μισθοδοτεῖται μόνον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἄρα ὁ μισθὸς ἢ ἡ ἀμοιβή, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανεν, εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ὅσον δὲ χρηστὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἔχω, ἔστω καὶ πόρρωθεν, τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἢ στιγμαῖς παρεῖδε τὸ καθῆκόν του. Γνωρίζετε δὲ τίνα ἦσαν μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ καθήκοντα τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου; Ἐγένετο λόγος περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς συμμετεχούσης εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν τῆς Ἑνιαίας κατὰ τὸ τέταρτον· ὅτε ἐσχηματίσθη ἡ Ἑταιρεία τῆς Ἑνιαίας, συνεχωνεύθη πρὸς αὐτὴν καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶχε λαμβάνειν, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, 7,000,000 δρ. ἐξ ὀφειλῶν πρὸς αὐτὴν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν· δεύτερον εἶχε νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον 80 ἢ 85 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος, τὰ ὁποῖα εἶχε πωλήσει πρὸς τρίτους· καὶ τρίτον εἶχεν εἰς τὰς ἀποθήκας της περὶ τὰ 90 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ πωληθῇ, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ θὰ εἰσήγετο εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑνιαίας. Διὰ πάσας αὐτὰς τὰς ἐργασίας καὶ τοὺς λογαριασμοὺς ἐντεταλμένος καὶ μόνος ἁρμόδιος σὺν τῷ διευθυντῇ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦτο ὁ κύριος Βασ. Ἐπίτροπος. Ἠρεύνησα τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνταῦθα, ἵνα ἴδω κατὰ τίνα τρόπον ἐξεπλήρωσεν ὁ Βασ. Ἐπίτροπος τὸ καθῆκόν του τοῦτο, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὗρόν τι ἐκ τῆς πολυπλόκου αὐτῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ν’ ἀφορᾷ τὸν κύριον Βασιλικὸν Ἐπίτροπον. Πῶς διεξήγετο αὐτὴ ἡ ἐργασία, πῶς αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια ἐκανονίσθησαν μεταξὺ τῆς Ἑνιαίας καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν γνωρίζω, διότι καὶ ὁ ἔκτοτε καὶ νῦν διευθύνων τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητὴς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διεξαγάγῃ οὐ μόνον τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν του λόγῳ τοῦ γήρατος· καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι καὶ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής, ἔχων τὴν πολυάσχολον αὐτὴν ἐργασίαν, καὶ νὰ εἶναι ἐν ταυτῷ καὶ διευθυντὴς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης! Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ τὸν Β. Ἐπίτροπον, ὅστις καὶ ἤδη, καίπερ μακρυνθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, διευθύνει τὸ τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον τμῆμα ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του ἔχει τὴν ἐποπτείαν πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀμέσων φόρων, εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο δ’ ὑπάγεται καὶ ἡ διαχείρισις τῆς Ἑνιαίας. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῇ καὶ ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἤδη κατέχει, ἂν δὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ ἄλλαι διατάξεις τῶν νόμων, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῇ, ὅπως λέγει ἡ σύμβασις καὶ ὁ νόμος, εἰδικὸς Β. Ἐπίτροπος, ὁ ὁποῖος μόνον σκοπὸν καὶ μόνην ἐργασίαν καὶ μόνην ἀσχολίαν νὰ ἔχῃ νὰ παρίσταται καὶ νὰ ἐφορᾷ εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἑνιαίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ πρὸς τὴν τήρησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, ὅπως εἴπομεν, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους ἐζήτησε καὶ μετερρυθμίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἐμείωσε καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς καταβολῆς λόγῳ τῶν ἐνεχύρων καὶ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναληφθῇ τὸ ἐνέχυρον· εἶναι δὲ τοῦτο μία χαριστικὴ πρᾶξις γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία παρέστησεν ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς τότε ψηφισθέντας εἶναι δύσκολον νὰ ἐξακολουθήσῃ διαχειριζομένη τὰ τῆς σταφίδος. Μετὰ τοῦτο ἦλθεν ἡ τελευταία σύμβασις, ἡ τῆς ἐκριζώσεως λεγομένη. Καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτῆς ἐπέτυχεν ἀρκετὰ ὠφελήματα ἡ ἑταιρεία. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων ἐγένετο μακρὸς λόγος· ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν λογαριασμῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Ἑνιαίαν. Κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν ὡρίζετο ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Ἑνιαίαν θὰ κανονισθῶσι τὴν 9 Αὐγούστου 1911, καὶ ὅτι τότε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν τυχὸν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔμενε χρεώστης πρὸς τὴν Προνομιοῦχον, ἤθελε μετατραπῆ μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκδοθεισῶν μετοχῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελε πωληθῆ πρὸς κάλυψιν τοῦ τυχὸν ἐλλείμματος πρὸς τὴν Ἑνιαίαν. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὴν 27 Μαρτίου 1910 ἐπετράπη εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἵνα ἀντὶ τῆς πρώτης Αὐγούστου 1911 διακανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς της μέχρι τῆς 1 Αὐγούστου 1913 καὶ ὅτι τὰς μετοχὰς αὐτὰς — τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου τῶν μετοχῶν, τὰς 20,000 — ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ καὶ βραδύτερον, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ ταύτας καὶ ἐνωρίτερον, ἤτοι καὶ πρὸ τῆς 1 Αὐγούστου 1911— καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός — ἤρκει πρὸς τοῦτο νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη τὴν 27 Μαρτίου 1910 καὶ εὐθὺς τὴν 8 Ἀπριλίου 1910 βλέπομεν ἔγγραφον τῆς Ἑνιαίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρίστα ὅτι ἡ θέσις της οἰκονομικῶς δὲν εἶναι καλὴ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ δώσῃ εἰς ἐνέχυρον τὰς 20,000 ταύτας τῶν μετοχῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προσπορισθῇ κεφάλαια. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μετὰ μακρὰν ἀλληλογραφίαν εἶπεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν αὐταὶ ὡς ἐνέχυρον, ἀλλὰ δύναται νὰ τὰς πωλήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἀφοῦ ὥρισε κατώτατον ὅριον 150 δραχμῶν καὶ πρὸς τούτοις νὰ μὴ δύναται νὰ πωλήσῃ ταύτας ἡ Ἑνιαία πρὸ τῆς 15 Ἰουλίου 1910.
§404Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Φαίνεται ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ πολὺ ἡ ὁμιλία σας.
§405Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὀλίγον.
§406Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, διότι δὲν ἔχομεν ἐλπίδα νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§407Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει ν’ ἀκούωσι καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα; Ἀφοῦ εἴμεθα τριάκοντα, πρέπει νὰ εἶναι πάντες οἱ Βουλευταὶ ν’ ἀκούσωσιν. Αὐτὸ εἶναι ὕψιστον ζήτημα.
§408Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχουσι σχέσιν οἱ Βουλευταί. Δὲν ἔχουσι ν’ ἀποφασίσωσιν οἱ Βουλευταὶ τίποτε. Καὶ τριάκοντα ἐὰν εἶναι, τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ...
§409Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα παρέχεται, διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ μείωσιν ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν ἐκ τῆς ἀθρόας πωλήσεως, τί ἐγένετο, Κύριοι; Ἔρχεται ἡ Ἑταιρεία ἡ Προνομιοῦχος καὶ τὴν 22 Φεβρουαρίου 1911 ἀθρόως καὶ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἐκποιεῖ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 20,000 μετοχῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τῶν Ἀθηνῶν.
§410Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ ἐπέτρεψεν ὁ Ὑπουργός, τί νὰ κάμῃ;
§411Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐζημιώθη δ’ ἐκ τούτου ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 200,000.
§412Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. 700,000.
§413Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὸ δελτίον τοῦ Χρηματιστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ψεύδεται τὸ παράπαν. Λοιπὸν ἐπωλήθησαν ἀπὸ 224–220. Τιμῶνται ἤδη 232 δραχμάς· λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον. Ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ γεγονότος καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία παρήχθη, διὰ νὰ πωληθῇ, ὡς εἶπον, τόσον ποσὸν μετοχῶν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ καὶ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ Ἀθηνῶν, ἐζημιώθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δηλαδὴ ἐζημιώθησαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ 200,000 δρχ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐζήτησε καὶ ἔλαβε καὶ κατήργησε τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου τοῦ 1905, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο, ὅπως, προκειμένου περὶ ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου, ἐὰν οὗτος εἶναι ἐμπορεύσιμος κ.λ., ἐπιτρέπηται ν’ ἀποφαίνωνται περὶ αὐτοῦ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους τῇ προτάσει τοῦ οἰκείου Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν· μετερρύθμισε, λέγω, τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ τὴν ὑπήγαγεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20 τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἐπὶ ἀμφισβητήσει διορίζει ἕνα πραγματογνώμονα ὁ σταφιδοπαραγωγὸς καὶ ἕτερον ἡ Ἑνιαία, ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον εὑρεθῇ σύμφωνοι, δικαιοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ προσφεύγῃ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· σκοπὸς δὲ τούτου ἦτο διὰ νὰ μὴ δύνανται ἢ νὰ μὴ τολμῶσιν οἱ ἔμποροι Μεσσηνίας νὰ ἐξάγωσι πρᾶγμα ἐν περιπτώσει ὑπερπαραγωγῆς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει των ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἑταιρεία ἤθελε προβάλει εἰς αὐτοὺς μυρία ὅσα ἐμπόδια, ὥστε, ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ πλεόνασμα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ν’ ἀγοράζῃ πρᾶγμα Μεσσηνίας, τὸ ὁποῖον τιμᾶται μόνον 115 δρχ. καὶ οὐχὶ 130 ἢ 145 δρχ. Τελειώνων ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τῆς ἑταιρείας αἱ συμβάσεις καὶ ὁ νόμος, ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ὅτι ἡ Ἑνιαία παρεβίασε τὰς συμβάσεις καὶ τὸν νόμον—καὶ περὶ τούτου εἰς ἐμὲ οὐδεμία ἀπομένει ἀμφιβολία— νὰ ἐφαρμόσῃ κατ’ αὐτῆς ὅ,τι ὁ νόμος λέγει, νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ δὲ τὸ παράπαν ἐκ τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασαν καί τινες ἐκ τῶν κυρίων προλαλησάντων, ὅτι δῆθεν, ἐὰν ἡ Ἑνιαία κηρυχθῇ ἔκπτωτος, θὰ γεννηθῇ τὸ χάος, διότι ἡ σταφὶς ὑπέστη πολλὰς κρίσεις ἀφ’ ὅτου σχεδὸν ἐγνώσθη τὸ προϊὸν τοῦτο, καὶ νικηφόρως ἐξῆλθε τούτων. Ἐὰν ἤθελε φθάσει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τοῦ νὰ κηρύξῃ τὴν ἑταιρείαν ἔκπτωτον, διότι παρεβίασε καὶ παραβιάζει τὴν σύμβασιν, δὲν θὰ εἶναι ποσῶς δύσκολον εἰς αὐτήν, ἵνα διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ σταφίς, ἐξεύρῃ λύσιν προσφορωτέραν, λύσιν τελικήν, λύσιν ἀπομακρύνουσαν τοὺς διαφόρους ἐπιτρόπους καὶ κηδεμόνας. Ὀψέποτε δὲ ἤθελε φθάσει εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα, θὰ παρεκάλουν καὶ θὰ θεωρήσω τιμήν μου νὰ κληθῶ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον κληθῆ νὰ λάβωσι μέτρα ἀνάλογα πρὸς τὴν περίστασιν, καὶ θέλω ὑποδείξει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς κλονισμὸς καὶ οὐδεμία συνέπεια ἐπιβλαβὴς θέλει γεννηθῆ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Ἑνιαίας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω καὶ πάλιν νὰ ληφθῇ σύντονος καὶ αὐστηρὰ μέριμνα κατὰ τῆς Ἑνιαίας, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ὅ,τι εἴχομεν εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ αἱ ἐξεγέρσεις τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ἔνοπλα συλλαλητήρια καὶ αἱ βόμβαι δὲν ἦσαν καὶ δὲν ἐγένοντο κατὰ προτροπήν, ἀλλ’ ἦσαν ἀπόρροια πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον ἑαυτοὺς ἀδικουμένους, ἔβλεπον ἑαυτοὺς ληστευομένους· βεβαιῶ καὶ ὑμᾶς ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ παρασύρῃ τοὺς πληθυσμοὺς εἰς ἔνοπλα συλλαλητήρια. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπηγγέλθη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, δὲν θὰ ὀκνήσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο οὔτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 20′ τῆς νυκτός).