1911.04.27
2,627 rows · 20,103 words · 151 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74.
Τῆς 27ης Ἀπριλίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων Βουλευτῶν 184, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγ, Ἀθανασίου Κερκύρας περὶ ἐπιψηφίσεως προτάσεώς τινος νόμου ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ζαβιτσάνου· 2) Ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν τῆς Θεολογίας, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἵνα γνωσθῇ διὰ τίνας λόγους ἀδυνατεῖ νὰ κανονίσῃ τὰς ἐνορίας· 3) Αἴτησιν τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Παΐων, ὅπως διαταχθῇ ὁ ταμίας Καλαβρύτων εἰς ἐπιστροφὴν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντων χρημάτων· 4) Αἴτησιν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἐν τῇ Ἐμπ. Σχολῇ Πατρῶν περὶ ἀπονομῆς αὐτῷ προσωπικῆς συντάξεως, ὡς παθόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Τραγανοῦ Ἠλείας ἐναντίον τοῦ ταμίου Ἠλείας· 6) Αἴτησιν τοῦ δημάρχου Μελιγαλᾶ ἐκ μέρους τῶν δημοτῶν του πρὸς παραχώρησιν ἀδείας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ἐνοριακῶν ναῶν πρὸς σύναψιν δανείου· 7) Αἴτησιν τοῦ τέως ἑλληνοδιδασκάλου Ἰ. Μελανίδου περὶ ἀπονομῆς αὐτῷ συντάξεως· 8) Τηλεγράφημα συγχαρητήριον τῶν προέδρων τῶν συντεχνιῶν Λαρίσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ κράτους τοῦ Νόμου καὶ διὰ τὸ ἀνορθωτικόν της ἔργον· 9) Αἴτησιν τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Λαμίας· 10) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Λέλεκα Κερκύρας περὶ ἐπιψηφίσεως προτάσεώς τινος νόμου· 11) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Πανίτσης τῶν Τρικκάλων περὶ παραχωρήσεως αὐτοῖς λιβαδίου τινός, ἀνήκοντος τῷ Δημοσίῳ· 12) Αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν Ἁγ. Δούλων τῆς Κερκύρας πρὸς ἐπιψήφισιν προτάσεως νόμου, ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας· 13) Αἴτησιν τοῦ καταδίκου Θ. Ξινοῦ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰ ὑπὲρ αὐτοῦ τῶν συμπολιτῶν του πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, ὡς ἀδίκως καταδικασθέντος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ὑπηρεσίας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν κλπ».
§2Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, νὰ προετάσσετο ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀμπέλων, ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1909 καὶ 1910», καθόσον ἡ ἐπὶ μακρὸν ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ζημιοῖ καὶ τοὺς φορολογουμένους ἀδικεῖ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπιφυλαχθῆτε, ὅταν ἔλθῃ, νὰ κάμητε τὴν σύστασιν ταύτην.
§4ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ σύμβασις θέλει προσαχθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν δι’ εἰδικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ῥητὴν καὶ ἀπερίφραστον συνταγματικὴν διάταξιν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ συμφωνιῶν, αἵτινες θέλουσι συνομολογηθῆ μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τέκνων τῆς Πολιτείας ἐκείνης, ἥτις ἔδωκεν εἰς πάσας τὰς ἄλλας τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐψηφίσθη καὶ ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, οὐδαμῶς δ’ ἀντίκειται πρὸς διάταξίν τινα συνταγματικὴν τοῦτο. Συνεζητήσαμεν δὲ καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐπὶ τοῦ πράγματος, καὶ ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν κακῶς διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, ἥτις τῇ ἐνεπιστεύθη.
§6ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ θὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλὴ νὰ συνομολογήσῃ οἱανδήποτε θέλει σύμβασιν, πῶς θ’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν; Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ οἱοσδήποτε μισθὸς καὶ σύνταξις, ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος.
§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μὴ θεωρῶνται πάντα τὰ ζητήματα ὅτι δύνανται νὰ γίνωνται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως πολιτικῆς. Γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι, ἂν ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοκιμασθῇ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα μένει, ἂν δὲν μεταχειρισθῇ σκοπίμως τὴν δοθεῖσαν ἐξουσίαν. Ἐὰν καλῶς τὴν μεταχειρισθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποδοκιμασθῇ, ἀλλά, ἂν κακῶς μεταχειρισθῇ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, θὰ ὑπάρχῃ ὁλόκληρον τὸ στάδιον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἀποδοκιμάσῃ.
§8ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καλὸν θὰ εἶναι νὰ μὴ γίνωνται αἱ αἰτήσεις μας ἀντικείμενον καχυποψιῶν, διότι τὸ «δὲν ἐπιτρέπεται» εἰς πάντα τὰ ζητήματα, «ἐκμετάλλευσις ἐντεῦθεν, ἐκμετάλλευσις ἐκεῖθεν, καταδιώξεις ἐντεῦθεν, καταδιώξεις ἐκεῖθεν», αὐτὴ ἡ πολύτροπος κατάστασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδικαιολόγητος. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως εἶναι τὰ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρα τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς. Τὰ ἄρθρα διακρίνονται εἰς δύο κατηγορίας· τὰ μὲν ἄρθρα 82, 83 καὶ 84 περιλαμβάνουσι τὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, τὰ δὲ 85 καὶ 86 περιλαμβάνουσι τὰ τῆς συνθέσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὰ τῶν προσόντων, τὰ τοῦ ἀσυμβιβάστου. Θέλω νὰ συστήσω νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὰς δύο ταύτας διακρίσεις, διὰ νὰ γίνῃ αὕτη μᾶλλον συγκεντρωμένη. Δέχεται ἡ Βουλή;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων 83, 84 καὶ 85 περιλαμβανόντων τὴν ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀλέξανδρος Διομήδης.
§12ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καλούμενος νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰ ἄρθρα τῆς ἐπιτροπῆς τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας αἰσθάνομαι κατὰ πρῶτον ὅτι ἔχω νὰ παλαίσω ἐναντίον προλήψεώς τινος καὶ νὰ παλαίσω ἐπίσης ἐναντίον παρανοήσεώς τινος, ἡ ὁποία ὑπάρχει σχετικῶς πρὸς τὸν θεσμὸν αὐτόν. Θέλω προσπαθήσει διὰ τῆς ἀναπτύξεως νὰ διασκεδάσω τὴν παρανόησιν καὶ νὰ καταρρίψω τὴν πρόληψιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Ἡ πρόληψις ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ ἀσυναισθήτως ἐπιδρᾷ ἐπὶ μεγάλου μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται μακρόθεν, καὶ οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἱστορικοὶ καὶ ἀναφέρονται εἰς τὴν πρώτην ἵδρυσιν ἐν Ἑλλάδι τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ὅτε ὁ Βασιλεὺς Ὄθων συνεκέντρου ἀκόμη ὅλην τὴν ἐξουσίαν ἐν ἑαυτῷ, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ περιβάλῃ ἑαυτὸν διὰ σπουδαίων τινῶν προσώπων τῶν χρόνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐμελέτων τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖτο ἡ πότε Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ταῦτα μεταβληθῶσιν εἰς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐπίσης δὲ ἠρωτᾶτο τὸ τότε Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ σπουδαίων τινῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶχον εὐρύτερον τὸ ἐνδιαφέρον. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας ἦτο τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ ἀπολυταρχικοὶ Ἡγεμόνες πρὶν ἢ εἰσαχθῇ ἐν Εὐρώπῃ τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικόν, τὸ πολίτευμα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1843, ὅτε ἡ Συνέλευσις ἐκλήθη νὰ συντάξῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ καὶ παρ’ ἡμῖν μονίμως τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ἐπολεμήθη ὁ θεσμός, διότι ἐθεωρήθη ὡς περιττός, ἀφοῦ ἀκριβῶς ἡ δικαιοδοσία τοῦ πρώτου Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἦτο δικαιοδοσία νομοθετικὴ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ πολιτικὴ κατὰ δεύτερον λόγον ἐπὶ ὑποθέσεών τινων. Ἀφοῦ τοῦ λοιποῦ θὰ εἴχομεν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία θὰ περιέβαλλε τὸν Ἡγεμόνα, ἐκπροσωποῦσα τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τίς λόγος ὑπάρξεως καὶ ἄλλου εἰδικοῦ Σώματος παρ’ αὐτῷ; Τὸ Σῶμα αὐτὸ οὐδένα λόγον τοῦ λοιποῦ εἶχεν· ἑπομένως ἠδύνατο καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς πάντη παρέλκον. Ἐκ τῶν λόγων τούτων ὁρμώμενοι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη, οἵτινες ἀπετέλουν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ οἵτινες ἦσαν ἐκ τῶν κρατίστων παρ’ ἡμῖν λόγῳ μορφώσεως καὶ λόγῳ ἤθους, ἐπέμενον καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν μὴ ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι τῶν περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεων, πλήν, νομίζω, τοῦ Ἀ. Μαυροκορδάτου—ἱστορικῶς δὲ μόνον ἀναφέρω τοῦτο—, ὁ ὁποῖος ἴσως ἔχων περισσοτέρας γνώσεις ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς Πολιτείας ἐνόμιζεν ὅτι τοιοῦτος θεσμὸς δὲν ἤθελεν εἶσθαι παρέλκων καὶ ἐν ἀντιπροσωπευτικῷ πολιτεύματι. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 μετὰ τὴν ἔξωσιν τῆς πρώτης δυναστείας συνελθοῦσα ἵνα συντάξῃ τὸν δεύτερον ἡμῶν Καταστατικὸν Χάρτην ἤγετο κυρίως εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἰδέας νὰ εἰσαγάγῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικόν, φοβουμένη δ’ ἐπανάληψιν τῶν ἐπὶ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος γενομένων, τὰ ὁποῖα ἔτεινον εἰς παραφθορὰν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, ἐζήτησε νὰ δώσῃ καθαρὰν μορφὴν κοινοβουλευτικὴν εἰς τὸ διέπον ἡμᾶς πολίτευμα, ἐνόμιζε δ’ ὅτι οἱονδήποτε στοιχεῖον παρεμβαλλόμενον μεταξὺ μοναρχικοῦ παράγοντος ἀφ’ ἑνὸς καὶ λαοῦ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα εἰς ἄκρον ἐπιβλαβῆ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ ἧς πρὸ παντὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἠγωνίζετο. Ἐπίσης δέ, ἐπειδὴ οἱ ἄνδρες τοῦ 1864 ἦσαν γνήσια τέκνα τοῦ πολιτικοῦ ῥωμαντισμοῦ τῶν χρόνων ἐκείνων, ἐπίστευον μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐνέργειαν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσηγοῦντο, ἐπίστευον δ’ ὅτι ἀρχαί τινες, αἵτινες τότε εἰσήγοντο κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ Κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ὡς ἡ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ αὗται ἀρχαὶ ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀσφαλίσωσι πλήρως καὶ τὴν νομιμότητα τῆς Διοικήσεως καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐπίσης οἱ κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν δράσαντες εἶχον δυσπίστως πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, διότι μελετῶντες κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ τότε ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα καὶ ἐκ Γαλλικῶν συγγραμμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον ἀρυόμενοι τὰς ἑαυτῶν γνώμας ἔβλεπον ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία τότε ἐμοναρχεῖτο ὑπὸ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, εἶχε λάβει κατεύθυνσιν ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι εἶχε μεταβληθῆ εἰς ὄργανον αὐτὸ τοῦτο τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως, παρεμποδίζον οἱανδήποτε ἐλευθέραν πνοὴν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἀγομένη ἀπὸ τοιούτων σκέψεων θὰ τολμήσω νὰ εἴπω ὅτι ἐπλανᾶτο ἐν πολλοῖς.
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τίς προΐστατο πασῶν τούτων τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἰδεῶν κατὰ τὸ 1864;
§14ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καίπερ ἔγγονος τοῦ προϊσταμένου τῶν σκέψεων ἐκείνων, ὁμολογῶ ὅτι διίσταμαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πάππου μου. Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω ὅτι ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τὴν γνώμην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπίσης νουνεχεῖς, οἷοι ἦσαν οἱ Κουμουνδοῦρος, Δηλιγιάννης, Μίλησις, Σαρίπολος, αἱ συζητήσεις δέ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἦσαν ἐμβριθέσταται ἐν πολλοῖς καὶ καταλαμβάνουσι πολλὰς σελίδας, ὡς γνωρίζετε, τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως. Εἶπον ὅτι νομίζω ὅτι ἀπὸ πεπλανημένων γνωμῶν ἤγοντο οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, διότι ἐνόμιζον ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐκαλεῖτο ν’ ἀσκῇ πολιτικὴν ἀποστολὴν καὶ ὅτι ἑπομένως ἐπρόκειτο ὡς παράσιτόν τι ὄργανον νὰ παρεντίθηται μεταξὺ Βουλῆς καὶ Βασιλείας καὶ νὰ ἐμποδίζῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν λαόν, ἵνα ἐκδηλοῖ ἐλευθέρως τὰ φρονήματα αὑτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μετεβάλλετο εἰς ὄργανον τῆς Βασιλείας, ὅπως ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Ὑποστηρίζω ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι πεπλανημένη, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ ὁποίου τὸ νεώτερον Κράτος ἔχει ἀνάγκην, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀποστολὴν ἔχει, δὲν πρόκειται νὰ ἐπεμβῇ ποσῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν μὲν ἢ τὴν δέ, πρόκειται δὲ μόνον, ὡς θὰ καταδειχθῇ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς δικαιοδοσίας, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτό, νὰ βοηθῇ τὰς διαφόρους ἐξουσίας, ὅπως ἐκπληρῶσιν ἐντελέστερον τὰ ἑαυτῶν ἔργα. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τοῦ νεωτέρου Κράτους δὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τὸ παλαιὸν παρὰ μόνον τὸ ὄνομα, καὶ ὡς ἐκ τῆς κοινότητος ταύτης τοῦ ὀνόματος προέρχεται πρόληψις. Δὲν ἔχει ὅμως τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον περιέβαλλε διὰ πεφωτισμένων ἀνδρῶν τὸν Ἡγεμόνα, διότι ἔχει ἄλλην δικαιοδοσίαν, ἐντεῦθεν δὲ ἡ παρανόησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν θεσμόν. Ἡ δικαιοδοσία τοῦ σημερινοῦ Συμβουλίου εἶναι τὸ μὲν συμβουλευτική, ὅσον ἀφορᾷ τὰ σχέδια τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν, τὸ δὲ γνωμοδοτική, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τοῦ λεγομένου κανονιστικοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως, τὸ δὲ εἶναι ἀνώτερον διοικητικὸν Δικαστήριον, ὅπως δύναται ἡ Διοίκησις νὰ ἐκπληρώσῃ ἐντελέστερον τοὺς προορισμοὺς αὑτῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔχει ποιάν τινα δυσπιστίαν πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐκφράζει ὁ ἔγγονος ἐναντίον τοῦ πάππου, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ὁμοφώνως καὶ ὁμοψύχως πάντες οἱ Ἕλληνες ἀποκαλοῦμεν ἀείμνηστον, τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου. Ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1865, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις περὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ μόνος ἴσως αὐτὸς μετὰ πολὺ ὀλίγων ὀπαδῶν, ἐναντίον Βουλῆς μαινομένης, ὡς γνωρίζετε, ἔσχε τὸ θάρρος ν’ ἀμυνθῇ τοῦ θεσμοῦ.
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε πλειονοψηφίαν ὁ Κουμουνδοῦρος τότε.
§16ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι. Ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Δεληγεώργη, μετὰ τὸν Κουμουνδοῦρον. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο Νοέμβριος τοῦ 1865. Καὶ ἔλεγεν ὁ Ἀλ. Κουμουνδοῦρος (Ἐπίσημ. Ἐφημ. τῶν Συζητήσεων, τόμ. 2, σελ. 411): «Κατ’ ἐμὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι λίαν ἀναγκαῖον καὶ χρησιμώτατον διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιόν σας. Καί, Κύριοι, ἡ μικρὰ πεῖρα—καὶ λέγει ἡ μικρὰ πεῖρα, διότι ὡς Πρωθυπουργὸς αὐτὸς τότε συνειργάσθη μὲ τὸ τότε ἐπὶ δεκαεξάμηνον ζῆσαν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας—τελευταῖον μοὶ τὸ ἀπέδειξε πληρέστατα ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἓν Σῶμα τοιοῦτον, οὐδέποτε ἤθελον ἔλθει ἐνώπιόν σας νομοθετήματα σκοπὸν ἔχοντα νὰ κανονίσωσι μεγάλα τῆς Πατρίδος συμφέροντα· διότι οἱ Ὑπουργοί, ὑπαρχούσης μάλιστα τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐξ ἐλευθέρας ἐκλογῆς προελθούσης, αἰσθανομένης τὴν δύναμίν της καὶ ἐκτιμώσης τὴν θέσιν της, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσιν ἐνδελεχῶς καὶ νὰ προετοιμάσωσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ἀπαιτοῦσι. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δύναται ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὰς ἰδέας του, τὰς σκέψεις του, τὸν σκελετὸν τοῦ νομοθετήματος, τὸ δὲ Συμβούλιον, ἔχον τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας καὶ τῶν γεγονότων τὴν πεῖραν, τὴν ἀπαιτουμένην ἡσυχίαν καὶ τὸν χρόνον, δύναται νὰ καταρτίζῃ τὸ νομοσχέδιον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Ἡ μικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐργαζόμενος μὲ τὸ Σῶμα αὐτό, μοὶ ἀπέδειξε τὴν ἀλήθειαν ταύτην καὶ τὴν ὠφέλειάν του. Ἤμην ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι εἶναι ἓν Σῶμα δυνάμενον νὰ ὠφελήσῃ, νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐργασίαν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία, καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἀναβολήν, ὥστε νὰ ψυχρανθῇ ἡ τυχὸν στιγμιαία ἔξαψις, ἡ στιγμιαία παραφορά, εἰς τὴν ὁποίαν ἓν νομοθετικὸν Σῶμα δύναται νὰ ἐμπέσῃ, καὶ παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα, χωρὶς νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα καὶ δυσκολίας, ὅσας ἑκάστοτε παρεμβάλλουσι τὰ πολιτικὰ Σώματα. Τὸ Συμβούλιον ὅθεν εἰς τὸν συνταγματικὸν μηχανισμόν μας καλὸν ὑπόσχεται καὶ ὄχι κακόν. Δὲν εἶναι ἐξουσία δυναμένη νὰ ἐπεμβῇ μεταξὺ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της καὶ νὰ διατρέψῃ τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων Σωμάτων».
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρέπει νὰ παρατηρηθῇ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἀφορῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς συμβουλευτικὸν Σῶμα, νὰ γίνῃ δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ ὑπογράψας τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνοντο αἱ τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ ὑποστηρίξας εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφίσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὁ Βασιλεὺς θὰ σκεφθῇ ἂν θὰ ὑπογράψῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας του ἐκείνας εἶπε ταῦτα.
§18ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς ταῦτα θὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἡ πολιτικὴ ὀντότης τοῦ Ἀλ. Κουμουνδούρου ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναταί τις μετὰ πεποιθήσεως νὰ προσδοκᾷ ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἐκ τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ Σώματος αὐτοῦ παρείχετο δυσχέρειά τις καὶ παρενεβάλλοντο προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, βεβαίως νομίζω ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀγαθὸς καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὰς ἰδέας του, θὰ τὰ ἔλεγεν· ἀλλ’ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκτήσει αὐτὸς ἐπὶ 1½ ἔτος, ἦτο ἄλλη.
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως, βεβαίως. Ἦσαν αἱ ἰδέαι του, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζε κατ’ αὐτοὺς τοὺς τρόπους, διότι, ὅτε ἔλεγεν αὐτά, δὲν ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
§20ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
§21ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέδωκεν ἐπηρεασμὸν ὁ κ. Βοζίκης εἰς τὰς σκέψεις του.
§22ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζομαι, καὶ πρὸς ἀναίρεσιν τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν κατὰ τὸ 1864, ἀναίρεσιν ἡ ὁποία νομίζω ὅτι καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὑποψίαν ὅτι ἡ ἀποστολή του εἶναι ἐπικίνδυνος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τεσσάρων εἰδῶν. Καὶ πρῶτον, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 81, εἶναι Σῶμα συμβουλευτικὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισάσης τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὅτι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ εἰσέρχωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη προμελέτης αὐτῶν. Ἡ προμελέτη αὕτη θὰ γίνεται τὸ μὲν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ δὲ ἐνώπιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνιστωμένης. Ἐκ τοῦ παρελθόντος γνωρίζετε ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ μορφὴ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ψήφισιν. Ἐκεῖνοι μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰργάσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐμελέτησαν τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, γνωρίζουσι τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος μακρόθεν μόνον παρηκολούθουν ταῦτα. Γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρχον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὡμίλουν περὶ ἐπάρχων, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ ἔπαρχοι πρὸ εἰκοσιπενταετίας εἶχον ἐξαφανισθῆ ἀπὸ τῆς νομοθεσίας. Γνωρίζετε δ’ ἐπίσης ὅτι ὑπῆρχον νομοσχέδια ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα περιεῖχον διατάξεις ἀντιτιθεμένας ἄντικρυς εἰς ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐσκόπουν νὰ καταργήσωσιν οὔτε ν’ ἀντικαταστήσωσιν. Ἡ ἀτέλεια δ’ αὕτη εἶναι ἡ συνηθέστερον ἀπαντῶσα, διότι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι συνήθως, συνηθέστατα καταρτίζουσι τὰ νομοσχέδια, εἶναι ὑπηρεσίαι πάντη ξέναι πρὸς τὰς διεπούσας τὸν διοικητικόν, δικαστικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας. Αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον καταρτίζουσι τὰ νομοσχέδια, εἶναι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι παρὰ τὰς τυχὸν αὐτῶν ἀγαθὰς διοικητικὰς ἰδιότητας, τολμῶ νὰ εἴπω, δὲν εἶναι βεβαίως αἱ ἐπιτηδειότεραι διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν νομοπαρασκευαστικοῦ ἔργου ἀπαιτοῦντος καὶ τῶν νόμων τὴν ἐπιστήμην καὶ πεῖραν κοινωνικὴν καὶ ἡσυχίαν καὶ ἀντικειμενικότητα καὶ πολλὰ ἄλλα ἀκόμη προσόντα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ δύνανται νὰ ἔχωσι πάντοτε αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι. Γνωρίζετε δ’ ἐπίσης ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ Ὑπουργοὶ τὰ ἀποδέχονται χωρὶς νὰ τὰ προβασανίσωσι πολύ, ἴσως διότι ἐλλείπει παρ’ αὐτοῖς καὶ ἡ εἰδικὴ ἐκείνη γνῶσις ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν μελέτην τοιούτων νομοθετημάτων. Καὶ ἔρχονται οὕτω συχνότατα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνουσιν οἱ δεξιώτεροι τῶν Βουλευτῶν καὶ δίδουσι μαθήματα ἐνοχλητικώτατα εἰς τοὺς διαφόρους Ὑπουργούς, ὅπως γνωρίζετε ὅτι ἐγένετο πολλάκις. Ἀλλ’ ἐπίσης, καὶ ἂν τὰ νομοθετήματα δὲν εἶναι προϊόντα μόνον τῶν οἰκείων ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων, ἀλλ’ εἶναι προϊόντα ὡριμώτερα ἐπιτροπῶν διαφόρων καταρτιζομένων ὑπὸ τῆς καλῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος Ὑπουργὸς ὅμως παρεμβάλλει πολλάκις εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ πρόσωπα ἄσχετα ἐντελῶς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσωσιν, αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι, τὸ γνωρίζετε, ἀφιεροῦσι προθύμως ἢ μὴ προθύμως ὥρας τινὰς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θεωροῦσι πάρεργον, καὶ τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο παρασκεύασμα ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καλλίτερόν πως ἀπὸ τὰ ἄλλα, βεβαίως ὅμως μὴ ἔχον καὶ ἐκεῖνα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ νομοσχέδια τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν θ’ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς κειμένης ἡμῶν νομοθεσίας. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγίνετο τοῦτο, ὁπότε ἡ νομοθετικὴ δρᾶσις τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο πάντοτε πολὺ μεγάλη ἕνεκα τῆς πολὺ μεγάλης κομματικῆς κυρίως αὐτῆς ἀσχολίας καὶ ἕνεκα τῆς δυσκολίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις νὰ εἰσηγηθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπηρτίζοντο ἀπὸ περισσότερα τῶν 12 ἄρθρων, εἰς τὸ μέλλον, ὅπως πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, αἱ Κυβερνήσεις αἱ διάφοροι θὰ εἰσηγηθῶσι νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι καὶ μακροσκελέστατοι καὶ θὰ εἰσέρχωνται εἰς κανονισμὸν σχέσεων λεπτοτέρων. Ἐὰν ἀφεθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ προπαρασκευαστικὴ αὕτη ἐργασία νὰ γίνηται ὡς ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, εἶναι ἐνδεχόμενον ὅτι θὰ εἶναι πολὺ προτιμότερον ἡ νομοθεσία ἡμῶν νὰ μείνῃ στάσιμος. Ἀλλὰ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ ἀκουσίως ἀκόμη εἰς τὴν νομοθέτησιν πολλῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα σπουδαῖαι κοινωνικαὶ ἀνάγκαι θὰ ἐπιβάλωσι μίαν ἡμέραν. Θὰ εἶναι πολὺ θλιβερόν, ἐὰν τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ μέλλοντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονίσωσι ζητήματα οὐσιωδέστατα, θίγοντα βαθύτατα διαφόρους κοινωνικὰς σχέσεις, ἂν τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν μέριμναν τῶν πολυασχόλων ὑπηρεσιῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων.
§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό.
§24Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὸν κύριον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν θ’ ἀπαντήσω ὅτι ὁ καλὸς Ὑπουργὸς εἶναι ἀπαραίτητος πάντοτε, ὁ Ὑπουργὸς ὁ καλὸς ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκής, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑπηρεσίας καὶ ἐὰν ὁ μηχανισμὸς τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸ νὰ ἐργασθῇ ὅπως ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργασθῇ, τελεσφόρως. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενον τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ὁρμωμένη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας χρησιμεύει καὶ ὡς προπαρασκευαστικὸν Σῶμα τῶν νομοθετημάτων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἤδη ἐν τῷ ἄρθρῳ 57 τοῦ Συντάγματος ἀπεδέχθημεν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ κανόνα ὅτι πάντοτε τὰ νομοθετήματα τὰ εἰσαγόμενα πρὶν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τὴν ὁλικὴν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχωσι διέλθει ἓν προπαρασκευαστικὸν στάδιον. Ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει, νὰ τὰ ὑποβάλῃ προηγουμένως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως ἤδη προβασανισμένα ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς μελέτην καὶ ψήφισιν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ γίνῃ τοῦτο, ἡ Βουλὴ ἔχει διττὸν δικαίωμα, ἤτοι δικαιοῦται νὰ παραπέμπῃ τὰ οὕτως εἰσαγόμενα νομοσχέδια εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν δὲ φρονῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ παραπέμψῃ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὰ παρέπεμψε, νὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μελετῶσα αὐτὰ θὰ καθιστᾷ δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ κατόπιν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ θέματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πραγματικῶς μελέτη, ἐφ’ ἧς θὰ στηρίζηται τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ νόμου. Αὐταὶ εἶναι αἱ διατάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ προπαρασκευαστικὸν μέρος τῶν νομοθετημάτων. Ἐρχόμεθα ὅμως εἰς σπουδαιότερον στάδιον ἐργασίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα. Τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἀπόρροια τοῦ λεγομένου κανονιστικοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως, ἀσκεῖται δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπευθύνως ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Τίς εἶναι σήμερον ὁ πραγματικῶς ἐκδίδων τὰ Διατάγματα αὐτά; Αἱ οἰκεῖαι ὑπηρεσίαι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων εἶναι κατάλληλοι, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ Διάταγμα, ἀναπτύξωσιν αὐτὸν ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων, ὅπως αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ προβῶσι πράγματι εἰς τὴν δέουσαν λεπτομερῆ ἐπεξεργασίαν τοῦ Διατάγματος; Καὶ ἐπιτρέπεται Διατάγματα κανονιστικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν οὐσιωδέστατον μέρος, ἂν μὴ ἴσως τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τῆς ὅλης νομοθεσίας, Διατάγματα, ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διατάξεως τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται αὐτὴ ἡ καλὴ ἢ κακὴ διαρρύθμισις τῆς διοικήσεως, αὐτὴ ἡ ὁμαλὴ ἢ ἀνώμαλος ῥύθμισις τῶν σχέσεων τῶν κανονιζομένων κατὰ βάσιν ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ εἶναι ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάρτισίν των οὕτως ἀφειμένα εἰς τὴν τύχην; Αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων οὔτε καιρὸν δύνανται νὰ ἔχωσιν, οὔτε ἴσως εἰδικὰς γνώσεις ἔχουσιν ἀποκτήσει, οὔτε ἐν πολλοῖς τὴν ἁρμόζουσαν πεῖραν, καὶ ἐν τούτοις καταρτίζουσι Διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι διατάξεις, τὴν ποιότητα τῶν ὁποίων οἱ ἀσχοληθέντες περὶ ταῦτα γνωρίζουσι κάλλιστα. Γνωρίζουσι δὲ κάλλιστα ὅτι τὰ Δικαστήρια ἔρχονται συχνότατα καὶ κηρύττουσι τὰ Διατάγματα ὡς παρὰ τὸν νόμον ἐκδοθέντα.
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὑπερβασίαν.
§26Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι μόνον καθ’ ὑπερβασίαν. Εἶπον ὅτι ἔρχεται τὸ Δικαστήριον καὶ λέγει ὅτι κακῶς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα καὶ τὸ Δικαστήριον κηρύττει ἀνίσχυρον τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς ἀσχολεῖται. Ἔχομεν δὲ καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν ἐκδεδομέναι, ἀλλ’ ἁπλούστατα εἶναι ἀνόητοι καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὁ κατασκευάσας τὸ Διάταγμα αὐτὸ δὲν εἶχε τὴν παραμικρὰν γνῶσιν πρὸς τὸ θέμα τὸ κανονιστέον.
§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συντάσσουσι τὰ Διατάγματα, δὲν εἶναι φόβος μήπως ἀποτελέσωσι καὶ αὐτοὶ μέρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§28Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ φροντίσητε νὰ μὴ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§29Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτοὶ θὰ εἶναι Πρυτάνεις.
§30Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς ταῦτα θ’ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς: Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς θεσμοῦ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα φοβούμεθα ὅτι δυνατὸν νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις αὐτάς, τότε δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ θεσμός, διότι δὲν γνωρίζω ἂν πάντοτε αἱ Βουλαὶ καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ἀπηρτίζοντο ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ ἰδανικὰ διὰ τὰ ἀξιώματα ταῦτα. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐπίσης ὅπως καὶ διὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ πληθύνωνται εἰς τὸ μέλλον, ἐπίσης καὶ τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα θ’ ἀναπτυχθῶσι πολύ, καθ’ ἡμέραν δὲ βλέπετε τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ διοικητικὴ δρᾶσις, καὶ καθ’ ἡμέραν βλέπετε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀσκήσεως τοῦ κανονιστικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος καὶ ῥυθμίσεως διαφόρων θεμάτων διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ Διατάγματος. Θεμελιῶδες ὅμως εἶναι, διὰ τὸ ἄθικτον τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων εἶναι καθαρῶς γνωμοδοτικῆς φύσεως· δηλ. ὁ Ὑπουργός, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ ἐφαρμογὴ νόμου τινὸς καὶ ὁ ὁποῖος κατ’ ἀκολουθίαν ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τοῦ ἐκδοθησομένου Διατάγματος, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ δεσμεύηται ὑπὸ ταύτης, ἐλεύθερος μένων κατὰ βούλησιν νὰ κρίνῃ. Τίνα ὅμως εἶναι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν θὰ καλῆται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην; Τὰ Διατάγματα εἶναι τὰ λεγόμενα κανονιστικὰ Διατάγματα καὶ τὰ κατ’ ἐπιταγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδόμενα, ἐκεῖνα δηλ. τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἀναπτύσσουσι τοὺς ἐν τῷ νόμῳ τεθειμένους κανόνας εἰς τὰς λεπτομερείας των, ὅπως ἡ Διοίκησις ἔχῃ γνώμονα σαφῆ εἰς τὰς ἐνεργείας της, εἴτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσουσι λεπτομερέστερον τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας κανονίζει ἐπίσης ὁ νόμος κατ’ ἀρχήν· ἐπίσης δὲ καὶ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιτάσσει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ πρὸς κανονισμὸν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα διὰ τῆς συμπληρώσεως κενῶν τινων ἐν τῷ νόμῳ μὴ περιληφθέντων. Ἐπὶ πάντων τῶν Διαταγμάτων τούτων ὑποχρεωτικῶς τοῦ λοιποῦ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία γνώμη ὅμως δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται ποσῶς νὰ καλυφθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ὢν ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία θὰ δικαιοῦται νὰ ἐγκαλῇ τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὸ παρανόμως ἐκδοθὲν Διάταγμα.
§31Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§32Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ.
§33Γ. ΠΩΠ. Ἐπάνω κάτω ὅ,τι γίνεται μὲ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν. Ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει παράτασιν;
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§36Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα, διότι εἶναι εἰσηγητής.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰ δυνατόν, νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰς διακοπάς.
§38Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διασαφήσεις γίνονται.
§39Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄλλη δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα τῶν προηγουμένων, διότι αἱ μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθεῖσαι ἔχουσι καθαρῶς συμβουλευτικὸν καὶ γνωμοδοτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι ὅτι διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθίσταται τοῦ λοιποῦ ἀνώτερον διοικητικὸν Δικαστήριον. Ἕως σήμερον ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑποθέσεων τοῦ λεγομένου ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δὲν εἴχομεν νομοθεσίαν κατὰ σύστημα ἑνιαῖον κατηρτισμένην. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864 ἐπέτρεψε τὴν ἵδρυσιν διὰ νόμου δικαιοδοσιῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων. Πράγματι δὲ ἱδρύθησαν τοιαῦτα, ἀλλ’ ἱδρύθησαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, κυρίως εἰπεῖν δὲ ὁ νόμος ἑκάστοτε οὐδὲν ἄλλο ἔκαμνε παρὰ νὰ λαμβάνῃ διαφόρους ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι τέως ὑπήγοντο εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐφόρου, τοῦ ταμίου κλπ., καί, ἀντὶ νὰ ἐκδίδωσιν αἱ Ἀρχαὶ αὗται κατὰ μόνας ἐνεργοῦσαι ἀποφάσεις, ἐπελαμβάνοντο τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐπιτροπαί, καὶ αὐτὰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰς ὠνόμασεν ὁ νόμος διοικητικὰ Δικαστήρια. Ἐνομίσθη δ’ ὅτι αὐτὸ τὸ οὕτω πως συγκροτούμενον Δικαστήριον παρεῖχεν ἀληθεῖς ἐγγυήσεις εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ τοὺς διοικουμένους, ἐνῷ πράγματι οὐδὲν ἄλλο ἦτο παρὰ μία φενάκη. Αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τῶν Δικαστηρίων δὲν ἦσαν εἰμὴ πράξεις κατ’ οὐσίαν μόνης τῆς Διοικήσεως, χωρὶς ἑπομένως νὰ παρέχωσιν ἐγγύησιν πραγματικὴν τηρήσεως τῆς νομιμότητος. Ἐπίσης δὲ καὶ ἄλλο τι κακὸν ὑπῆρχεν ἐν τῇ παρ’ ἡμῖν μέχρι σήμερον σχετικῇ νομοθεσίᾳ, ὅτι δηλ. τὰ ἔνδικα μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦντο ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῶν δῆθεν αὐτῶν Δικαστηρίων, ἦσαν ἔνδικα μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθεσία ἐδημιούργησε, χωρὶς νὰ ὁρμηθῇ εἰς τὴν κρίσιν της ἀπ’ ἀρχῆς τινος ἐκ προτέρων σαφοῦς. Καὶ ἔχομεν οὕτως ἄλλα ἔνδικα μέσα ὑπαγόμενα εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἄλλα ἔνδικα μέσα ὑπαγόμενα εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια, ὅπως εἶναι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ ἄλλας πάλιν ἀποφάσεις, καθ’ ὧν οὐδὲν ἔνδικον μέσον ὑπῆρχεν. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀβεβαιότητος καὶ τῆς ἀσταθείας αὐτῆς τῆς νομοθεσίας μας, τοῦ ἀσυστηματοποιήτου ἐντελῶς τῆς παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας ὑπῆρξεν ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπῆρχε πράγματι δίκαιον τῆς Διοικήσεως, ἐφηρμόζοντο δὲ οἱ διοικητικοὶ νόμοι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀναλόγως τῆς κρίσεως τοῦ ἐνεργοῦντος σήμερον καὶ ἀναλόγως τῆς ὀρέξεως τοῦ ἐνεργοῦντος αὔριον. Ἡ κυριωτέρα αἰτία, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τοῦ ἀσυστηματοποιήτου τούτου ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις ἑνὸς ἀνωτέρου Δικαστηρίου, ἑνὸς ἀκυρωτικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ ῥυθμίζῃ διὰ τῆς νομολογίας του τὸ δίκαιον αὐτὸ τῆς Διοικήσεως. Τοιοῦτον Δικαστήριον ἀνώτερον καθιστῶμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δίδομεν δὲ εἰς αὐτὸ δικαιοδοσίαν γενικήν, ὅπως δικάζῃ ὡς ἀνώτερον Δικαστήριον, ὡς Ἐφετεῖον ἢ ὡς Ἄρειος Πάγος τὰς προσφυγὰς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων διοικητικῶν Δικαστηρίων, ὡς τοῦτο ἤθελεν ὁρίσει ὁ νόμος.
§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διοικητικῶν Ἀρχῶν.
§41Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι. Πρόκειται δι’ ἐκεῖνα τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἤδη. Ἀφίεται εἰς τὸν νόμον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ κανονίσῃ κατὰ τρόπον συστηματικώτερον τὰ τῶν Δικαστηρίων τούτων. Σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τὸ θέμα εἶναι δυσχερέστατον καὶ ἀπαιτεῖ μακρὰς μελέτας καὶ πολὺν χρόνον. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς ἀνώτερον διοικητικὸν Δικαστήριον θὰ ἔχῃ τὴν δικαιοδοσίαν Ἐφετείου ἢ ἀκυρωτικοῦ, ὡς εἶπον, ἀναλόγως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου. Ἀλλὰ δύναται ἐπίσης ὁ νόμος νὰ δώσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ δικαιοδοσίαν πρωτοβαθμίου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο σκόπιμον ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος ὑποθέσεών τινων.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τὸ ἀμφισβητούμενον.
§43Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν ἀποκλείεται δηλαδὴ νὰ χορηγηθῇ δικαιοδοσία πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κατ’ ἀρχὴν ὅμως καὶ κατὰ κανόνα θὰ εἶναι ἀνώτερον διοικητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς νομολογίας του θὰ ζητήσῃ νὰ ῥυθμίσῃ τὴν σήμερον ἐντελῶς μὴ νομικῶς ἐρρυθμισμένην διοίκησιν καὶ ἐφαρμόζουσα ὅπως θέλει τὸ δίκαιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὔτε βάσιν τινά, ἐφ’ ἧς νὰ στηριχθῇ, οὔτε καὶ νομολογίαν, τὴν ὁποίαν νὰ δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ, διὰ νὰ φωτίζηται ἑκάστοτε εἰς τὰς κρίσεις αὑτῆς. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλην δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν τὸ σχέδιον τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἕξ Βουλευτῶν δὲν ἀνέγραφε μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ δικαιοδοσία αὕτη πηγάζει ἐκ τοῦ δημιουργουμένου ἐνδίκου μέσου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως παρανόμων πράξεων τῆς Διοικήσεως. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν σημασίαν τοῦ ἐνδίκου αὐτοῦ μέσου, πρέπει ν’ ἀντιληφθῶμεν τὴν διοίκησιν σήμερον, πῶς λειτουργεῖ, κατὰ τίνα τρόπον καὶ τίνες ἐγγυήσεις δίδονται εἰς τὸν πολίτην, εἰς τὸ ἄτομον, εἰς τὸ πρόσωπον, εἴτε φυσικὸν εἴτε νομικόν, περὶ τῆς τηρήσεως τῆς ἐννόμου τάξεως, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τίνες ἀσφάλειαι ὑπάρχουσι πρὸς προστασίαν τῶν ἐννόμων αὐτοῦ ἀξιώσεων. Ὅτε ἐγένετο τὸ πρῶτον ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ κατόπιν εἰς τὰ Κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ἐνομίσθη ὅτι πλήρως ἀσφαλίζεται ἡ ἔννομος τάξις, ἐὰν ἀναγραφῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ καθιερωθῶσι διὰ τῆς πράξεως τῆς κοινοβουλευτικῆς αἱ ἀρχαὶ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη θὰ ἦτο, ἐνόμιζον, πανάκεια πλήρης καὶ ἐπαρκὴς διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου, διότι ὡς διὰ μαγείας μετὰ τὰς παρανομίας τῆς ἀπολυταρχίας θὰ μετεβαίνομεν εἰς τὴν νομιμότητα τῆς συνταγματικῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὄχι μόνον τῆς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ πάντων τῶν Κρατῶν τῶν ἀκολουθησάντων τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι βεβαίως ἓν σπουδαιότατον ὅπλον καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον, ὅπως καταστέλλωνται κατάφωροι παραβάσεις τῶν νόμων, ὅπως προλαμβάνωνται δημόσιαι παρανομίαι τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, εἶναι ὅμως πολὺ ἀμφισβητήσιμον ἂν καὶ κατὰ πόσον δύναται μόνη ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν ἐγκαίρως νὰ καταστέλλῃ συγκεκριμένην τινὰ παρανομίαν ἑνὸς οἱουδήποτε διοικητικοῦ ὀργάνου, ἔστω καὶ κατωτάτου, καὶ ἂν δύναται ὁ πολίτης δι’ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ τρόπου νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν πλήρη περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νομιμότητας ἐν τῇ διοικήσει καὶ κατ’ ἀκολουθίαν βεβαιότητα περὶ τῆς προστασίας τῆς ἀποτελεσματικῆς τῶν δικαιωμάτων του Ἐπίσης δὲ εἶναι πολὺ ἀμφισβητήσιμον, καὶ πάντες τὸ γνωρίζομεν, ἂν ὁ λεγόμενος διοικητικὸς ἔλεγχος, ὁ ἀσκούμενος ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων, εἶναι πραγματικῶς ἀποτελεσματικός. Εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ· τίνα ἐγγύησιν ἔχετε ὅτι ὁ ἔφορος, ὁ ταμίας, ὁ νομάρχης, ὁ δήμαρχος, ὅτι αὐτοὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἔργων αὐτῶν θέλουσι πραγματικῶς ἀχθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῶν συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, νόμους τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμένοι πιστῶς νὰ ἐκτελῶσι καὶ οἱ ὁποῖοι νόμοι κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον ἀσφαλίζουσι τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἐννόμους ἐν γένει ἀξιώσεις τῶν πολιτῶν; Οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἔχετε, οὐδὲν μέσον παρὰ μόνον τὴν ἀναφοράν, τὴν προσφυγὴν πρὸς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ παρακαλῆτε νὰ λάβῃ αὕτη ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαιά σας παράπονα καὶ νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τῆς ἐνεργείας, τῆς πράξεως τοῦ κατωτέρου διοικητικοῦ ὀργάνου. Ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦτο εἶναι ἥκιστα συντελεστικὸν εἰς τὴν πράγματι ἀνόρθωσιν τῆς προσγενομένης τυχὸν ζημίας. Ἡ Διοίκησις εἶναι ὡς ἐκ τῆς συστάσεως αὐτῆς ἑνιαία, ἡ δὲ προϊσταμένη Ἀρχή, εἰς ἣν γίνεται προσφυγή, οὐδόλως ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ νόμου ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν πρᾶξιν, οὐδόλως ὑποχρεοῦται κἂν νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, δύναται δὲ νὰ σᾶς ἀφήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ν’ ἀναμένητε ἀπάντησιν. Οὐδεμίαν δ’ ἄμεσον καὶ ἐνεργὸν σύμπραξιν τοῦ παραπονουμένου πολίτου δίδει ὁ νόμος, ὅπως ἐξαναγκασθῇ ἡ Διοίκησις εἰς ῥητὴν ἐνέργειαν. Ἡ παρανομία μένει παρανομία, καὶ σᾶς μένει μόνον ἡ παρηγορία ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὅταν θὰ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος Βουλευτὴς καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ δυνηθῆτε διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς ἢ μιᾶς ἐπερωτήσεως καὶ μιᾶς ὁμιλίας καὶ ἑνὸς παραπόνου δημοσίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκφερομένου νὰ εἴπητε ὅτι ὁ δεῖνα δήμαρχος, ὁ δεῖνα νομάρχης ἢ ὁ ἔφορος παρενόμησαν.
§44Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἢ καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀκόμη.
§45Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ἀγομένη ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι σκόπιμον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἀπεδέχετο θεσμόν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς πάντα τὰ Κράτη τὰ σημερινά, ὑπὸ μορφὴν τοιαύτην ἢ παρομοίαν περίπου ἢ παρεμφερῆ, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος, ὡς τὸν παρελάβομεν ἡμεῖς, ὑπάρχει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, δηλαδὴ εἰς τὴν Ἰταλίαν, Γαλλίαν, Ἰσπανίαν, Πορτογαλλίαν, Σερβίαν καὶ ἄλλα ἀκόμη. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ Ἀγγλοσαξωνικὰ ὑπάρχει τὸ αὐτὸ ἔνδικον μέσον, ὑπὸ ἄλλην ὅμως μορφὴν πολυπλοκωτέραν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἁρμόζουσα διὰ τὰ ἰδικά μας ἤθη. Διὰ τοῦ ἐνδίκου αὐτοῦ μέσου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως διὰ παρανομίαν τῶν πράξεων τῶν διαφόρων δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, δίδομεν τὸ μέσον εἰς τὸ πρόσωπον τὸ φυσικὸν ἢ τὸ νομικὸν νὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας αὐτὸ καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξέτασιν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν προσβάλλει ὡς παράνομον, καὶ ἡ ἐξέτασις αὕτη θέλει γίνεσθαι οὐχὶ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν, οὐχὶ διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ θέλει γίνεσθαι δι’ ἀπ’ εὐθείας προσφυγῆς τοῦ αἰτοῦντος πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως, ἥτις εἶναι εἶδος ἀγωγῆς περὶ ἀκυρότητος. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπιλαμβανόμενον ὑποχρεωτικῶς πλέον, διότι θὰ ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία ἡ δικαστική, κατὰ τὰ ἐν τῇ σχετικῇ δικονομίᾳ ὁρισθησόμενα, τῆς ἐξετάσεως τῆς ὡς παρανόμου προσβαλλομένης πράξεως, θέλει ἐρευνήσει κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις αὕτη πράγματι εἶναι παρὰ τὸν νόμον ἐκδεδομένη καὶ κατὰ πόσον τὸ διοικητικὸν ὄργανον ὑπερέβη τὰς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ νόμου, καί, ἂν ἐξακριβώσῃ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη φέρει ἀληθῶς τὸ μόλυσμα τῆς παρανομίας, θὰ προβῇ εἰς ἐξαφάνισιν τῆς πράξεως, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Ἄρειος Πάγος προβαίνει εἰς ἀναίρεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν αἱ περιπτώσεις αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμεναι, ὡς ἐπαγόμεναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο.
§46Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἀκυροῖ μόνον; Δὲν θὰ δημιουργῇ δικαιώματα ἀποφάσεως;
§47Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τώρα ἀμέσως. Εἶπον ὅτι θὰ προβαίνῃ εἰς ἐξαφάνισιν τῆς πράξεως, δηλαδὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ δεδικασμένον μόνον ὑπὲρ τοῦ αἰτήσαντος τὴν ἀκύρωσιν, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ δεδικασμένον γενικῶς. Ἐξαφανιζομένης τῆς πράξεως ὡς ἀποδειχθείσης παρανόμου, ἡ Διοίκησις μένει ἔπειτα ἐλευθέρα νὰ ἐκδώσῃ αὐτὴ τὴν πρᾶξιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἑπομένως ἡ ἐνέργεια τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς τοιούτου Δικαστηρίου δὲν εἶναι ἐνέργεια θετικὴ πρὸς ἐνέργειαν διοικητικῆς τινος πράξεως, δὲν ὑποκαθίσταται εἰς τὴν ἐνεργὸν Διοίκησιν, δὲν ἐπιχειρεῖ τὴν πρᾶξιν ἀντὶ τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ μόνον ἐξαφανίζει μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὡς γενομένη παρὰ τὸν νόμον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῷ ἁρμονικῷ συνόλῳ τῶν διοικητικῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες ἐν τῇ σημερινῇ Πολιτείᾳ, ἥτις ὑπὸ τοῦ δικαίου καθορίζεται, πρέπει πᾶσαι νὰ φέρωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομίμου. Οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰσάγοντες τὸ ἔνδικον αὐτὸ μέσον εἰμὴ νὰ ὁρίσωμεν ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον σήμερον δίδεται, ὅπως ζητηθῇ ἐμμέσως μόνον δικαστικὴ προστασία διὰ τῆς κατ’ ἔνστασιν μόνον προτάσεως τῆς παρανομίας δεδομένης τινὸς πράξεως τῆς Διοικήσεως, ὁπότε τὸ Δικαστήριον, ἐὰν εὕρῃ τὴν πρᾶξιν παράνομον, δὲν καταδικάζει τὸν πολίτην, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο προστατεύεται τοῦ λοιποῦ καὶ δι’ ἀγωγῆς. Ἂς φέρωμεν ἓν παράδειγμα: Ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις παράνομος τοῦ δασάρχου ἀπαγορεύοντος π. χ. τὴν βοσκὴν καὶ ἐὰν ὁ βοσκὸς παρὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἀπαγορευτικήν, προβῇ εἰς βόσκησιν τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ καταδιωχθῇ ἕνεκα τούτου ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς Ἀρχῆς, τὸ Πλημμελειοδικεῖον δικάζον τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν συμφώνως μὲ τὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνῃ ὁ κατηγορούμενος, εὕρῃ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι παράνομος, θ’ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον τῆς κατηγορίας. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην περίπτωσιν τῆς δικαστικῆς προστασίας κατὰ παρανόμων πράξεων τῆς Διοικήσεως, ὅταν ὑπάρχῃ χρηματικὸν αἴτημα, ὅταν ὑπάρχῃ κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν δικαίωμα ἀπαιτητόν. Δύναται δηλαδὴ νὰ γίνῃ μία πρᾶξις τῆς Διοικήσεως ἀντικείμενον δικαστικῆς διαγνώσεως ἂν ὑπάρχει χρηματικὸν συμφέρον, τότε δέ, ἐὰν τὰ Δικαστήρια εὕρωσι τὴν πρᾶξιν παράνομον, δὲν προβαίνουσιν εἰς ἐξαφάνισιν τῆς πράξεως ταύτης τῆς παρανόμου, ἀλλὰ περιορίζονται μόνον νὰ ἐπιδικάσωσιν εἰς τὸν ἰδιώτην τὸν ζημιωθέντα ἐκ τῆς παρανόμου πράξεως τῆς Διοικήσεως ἀποζημίωσιν χρηματικὴν βαρύνουσαν τὸ Κράτος, τὸν δῆμον κλπ. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐνδίκου αὐτοῦ μέσου θέλει σὺν τῷ χρόνῳ ἐπέλθει ὡς ἀποτέλεσμα μείωσις καταπληκτικὴ τῶν δικῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι αἱ διάφοροι παράνομοι πράξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον δίδουσι λαβὴν εἰς ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπιδίκασιν ἀποζημιώσεων, αἱ διάφοροι αὗται πράξεις ἐξαφανιζόμεναι πρὶν ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν τὸ ἐπιζήμιον θὰ λυτρώσωσι τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς πληρωμῆς ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι γνωρίζετε ὁπόσαι καὶ ὁποῖαι εἶναι. Χρειάζεται ὅμως τὸ ἔνδικον αὐτὸ μέσον καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἐπίσης σπουδαῖον. Ἔχομεν καθιερωμένην ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ὑποθέτω δὲ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐν τούτῳ μεταβολή τις, τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ ταύτης ἐζητήσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸ παντός, φρονοῦντες δ’ ὅτι ἡ καλὴ διαχείρισις θέλει γίνει μόνον ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ διαχειριζόμενοι αὐτὴν πράγματι ἀπολαύωσι προσόντων τινῶν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των, ἔχοντες ἐκ τοῦ νόμου ῥητὰ δικαιώματα, δυνάμει τῶν ὁποίων δὲν θὰ δύνανται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ μετατίθενται ἢ ν’ ἀπολύωνται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δίδομεν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους μεγάλην διὰ τῆς μονιμότητος αὐτῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ἀντίρροπον ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι αἱ πράξεις των θὰ εὑρίσκωνται ἀδιακόπως ὑπὸ τὸν πέλεκυν μιᾶς ἀναιρετικῆς ἀποφάσεως Διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Ἑπομένως προληπτικῶς ἡ δικαιοδοσία αὕτη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων, οὕτως ὥστε εἰς τὰς πράξεις αὐτῶν νὰ εἶναι προσεκτικώτεροι καὶ συμφωνότεροι πρὸς τὸν νόμον καὶ νὰ φροντίζωσι νὰ μὴ παρερμηνεύωσιν ἐκ κακῆς πίστεως ἢ ἐπιπολαιότητος τοὺς διαφόρους νόμους.
§48Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὰ ἰσχύουσι διὰ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς μονίμους;
§49ΑΛΕΞ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι διατάξεις χορηγοῦσαι μονιμότητα.
§50Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι μόνον διὰ τὰς ὑποθέσεις τὰς διδασκαλικὰς θὰ ἀσχολῆται ἐπὶ ἕξ μῆνας.
§51ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι συμφωνεῖτε ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν θὰ εἶναι κακὴ εἰς τὰ ἀποτελέσματά της. Ἔχομεν καὶ ἄλλην δικαιοδοσίαν, τὴν δικαιοδοσίαν τὴν πειθαρχικήν. Καὶ ὁμιλῶ περὶ πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας καὶ οὐχὶ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Καθιερώθησαν διὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἀρχαὶ ἀποκεντρώσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Σήμερον πῶς αἱ ἀποκεντρωμέναι αὗται ὑπηρεσίαι ἀσφαλίζονται; Τίς ἀσκεῖ πραγματικῶς ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς δικαιοδοσίαν πειθαρχικήν; Τὰ διάφορα ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις ὑπηρεσιακὰ συμβούλια, διοικητικά, οἰκονομικὰ ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως λεγόμενα, τὰ ὁποῖα ἀποφαίνονται ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται αὐτοῖς. Ἀλλ’ αὐτά, ὡς σήμερον ἔχει ἡ νομοθεσία, ἀποφαίνονται ἀνεκκλήτως, ἐξ οὗ ἕπεται ὅτι τὸ συμβούλιον ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως εἶναι καλὰ ἀποφασισμένον, διότι οὐδεμία προσφυγὴ ὑπάρχει οὔτε τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ τυχὸν ζημιωθέντος οὔτε τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν Διοίκησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ φρονῇ, καὶ ἴσως εὐλόγως, ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
§52Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει.
§53ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἢ ἐφ’ ὅσον καὶ δὲν δύναται πολλάκις.
§54Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀτυχῶς δὲν δύναται πάντοτε.
§55Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 82, ἐδ. δʹ, χορηγοῦμεν ἔνδικον μέσον, προσφυγὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ὁποίας προσφυγῆς θὰ σύρηται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ θὰ τίθηται ὑπὸ ἔλεγχον ἡ ἀπόφασις τοῦ πρωτοβαθμίως ἀποφασίζοντος συμβουλίου.
§56Γ. ΠΩΠ. Πάντων τῶν συμβουλίων;
§57Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πάντων τῶν συμβουλίων, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ὁρίσει τοῦτο ὁ νόμος. Θέτει δηλαδὴ τὴν ἀρχὴν τὸ Σύνταγμα, δημιουργοῦν μόνον τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἰς ἀνώτερον βαθμὸν θ’ ἀποφαίνηται, δὲν εἰσέρχεται δὲ εἰς τὰς λεπτομερείας, αἵτινες εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀντικείμενον νόμου, ὅπως ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς κεκτημένης πείρας μεταβάλλωνται εὐκολώτερον. Ἐν συντόμῳ αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι οὐδαμοῦ ἀνευρίσκεται πολιτική τις καθαρῶς ἀποστολὴ εἰς τὸ Σῶμα αὐτό.
§58Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πόση δαπάνη ἀπαιτεῖται;
§59Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μου. Οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀποστολὴν ἔχει καὶ οὐδόλως ταράσσει τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους.
§60Γ. ΠΩΠ. Τὴν οἰκονομίαν τοῦ ταμείου ταράσσει.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως παρὰ μόνον ἀπὸ ὀρθολογικῆς.
§62Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμία μετακίνησις γίνεται τῆς ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων πολιτειακῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσι τὰς διαφόρους ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει. Οὐδεμία γίνεται μετατόπισις τῆς εὐθύνης τῶν διαφόρων διαχειριζομένων τὰ κοινὰ Ἀρχῶν. Ἡ ἀρχὴ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν παραμένει ἄθικτος· ἡ ἀρχὴ αὕτη ὡς ἡ θεμελιωδεστέρα τῶν ἀρχῶν, ὡς ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἐλευθέρου κατ’ οὐδὲν θίγεται ἐκ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀφοῦ ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐὰν δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν, παρεμβαίνει ὡς Σῶμα παραπλεύρως κείμενον πρὸς τὴν ἐνεργὸν Διοίκησιν, ὡς Σῶμα, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ δικαστικῆς διαγνώσεως γινομένης κατὰ τὰς ἀρχάς, αἵτινες διέπουσι τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν, τὴν ἀρτιωτέραν, τὴν καλλιτέραν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τῶν διοικητικῶν, τοὺς ὁποίους καλοῦνται τὰ διοικητικὰ ὄργανα νὰ ἐφαρμόζωσιν ἐν τοῖς ἔργοις αὑτῶν, καὶ νὰ παράσχῃ διὰ τῆς δικαστικῆς πράξεως προστασίαν ἀποτελεσματικὴν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοιαύτης. Τουλάχιστον κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι τολμηρὸς ὁ ἰσχυρισμός, ἐὰν ὑποστηρίξω ὅτι ἴσως ὀφείλεται ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξάρθρωσις τῆς Διοικήσεως ἐν πολλοῖς εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπιτηδείου μηχανισμοῦ εἰς τὸν ὅλον ἡμῶν πολιτειακὸν ὀργανισμόν. Μᾶς ἔλειπε τὸ μέσον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἦτο δυνατὸν τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος θέτει, νὰ κατασταθῶσι πράγματι ἐνεργά. Τὰ διάφορα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ πολῖται, τὰ δικαιώματα καὶ αἱ διάφοροι ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπονέμονται εἰς τὰ διάφορα αὐτοδιοικούμενα ἐν τῇ Πολιτείᾳ Σώματα, ἦσαν δικαιώματα ἄτονα, διότι δὲν εἶχον ἐν ἑαυτοῖς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ κακοβούλως τυχὸν διαχειριζομένου τὰ κοινά. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς παραδοχῆς θεσμοῦ τοιούτου, οἷον εἰσηγεῖται ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἔργον τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι νὰ ἐξασφαλίζῃ αὐτὴν τὴν ἰσχὺν τοῦ δικαίου, νὰ καθιστᾷ τὸ δίκαιον ἀπὸ ἄτονον, οἷον ἦτο πράγματι, ἐνεργόν, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, λέγω, δυνάμεθα μετὰ πεποιθήσεως νὰ προσδοκῶμεν ὅτι τοῦ λοιποῦ ἡ Διοίκησις ἡμῶν θὰ ἀποκτήσῃ ῥυθμιστὴν ἀνώτερον, καὶ ὅτι ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ῥυθμιστὴς θὰ καταστήσῃ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν διαφόρων διοικητικῶν νόμων σαφῆ καὶ βέβαιον καὶ ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς τὰ διάφορα διοικητικὰ ὄργανα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των δὲν θὰ ἄγωνται καὶ φέρωνται ἀπὸ ἐλατηρίων μόνον πολιτικῆς ἢ κομματικῆς σκοπιμότητος, ἀλλ’ ἀπὸ σκέψεων καθαρᾶς νομιμότητος. Καὶ ὅταν ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος ἄγωνται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἔργων των τὰ διάφορα ὄργανα τῆς Πολιτείας, ὑπάρχει ἡ πιθανὴ προσδοκία ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν σὺν τῷ χρόνῳ Διοίκησιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καλλιτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἴχομεν κατὰ τὸ παρελθόν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§63Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμβάσεως ὑπογραφείσης τὴν 18 Μαρτίου μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου 12½ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου μέλλει νὰ συνάψῃ πρὸς ἀπόσβεσιν ἄλλων δανείων, πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τοῦ Ῥάφαελ εἰς Λονδῖνον, πρὸς ἀπόσβεσιν κυμαινομένων χρεῶν ἐνταῦθα καὶ πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ἀρχαίων ἀτμαμαξῶν. Πέρυσιν ἐψηφίσθη νόμος ἐπιτρέπων τὴν σύναψιν δανείου 20,000,000. Δυστυχῶς ἡ ἑταιρεία δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον τοῦτο ὑπὸ ἐπωφελεῖς ὅρους, καὶ ἤδη δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται ἡ περικοπὴ αὐτοῦ ἀπὸ 20.000,000 εἰς 12½ ἑκατομμύρια καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, οὓς ἀνέγραφεν ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος ὁ ἐπιτρέψας τὴν σύναψιν τοῦ δανείου. Ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ἐκτελῇ τὰς συμβάσεις καὶ νὰ καταστήσῃ τὰ μέσα τοῦ ταξιδίου ἀνετώτερα. Περὶ τούτου θὰ συνέλθωμεν πάντες οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκ Πελοποννήσου, διότι αἱ ἅμαξαι τῆς ἑταιρείας κατήντησαν κάρρα καρβουνιάρικα.
§65Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἡ ἑταιρεία φαίνεται ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ πρᾶγμα, διότι μέρος τοῦ δανείου αὐτοῦ θὰ χρησιμοποιηθῇ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις, διότι λήγει ἡ προθεσμία.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁλονὲν καὶ ἀπομακρυνόμεθα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης, τοῦ ἀναγκαιοτέρου σιδηροδρόμου τοῦ Κράτους.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§68Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσκρούσω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ.20 πρότασις νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν τῶν καθυστερουμένων πρὸς τὸ Δημόσιον». Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἴτε ἐξ ἀντιξόων οἰκονομικῶν περιστάσεων εἴτε ἐξ ἀμελείας τῶν ἁρμοδίων τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερούμενα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων χρέη ἐξωγκώθησαν εἰς τρόπον, ὥστε ἀδύνατος ἡ ἀθρόα εἴσπραξις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν εὐκολύνεται ἡ τμηματικὴ εἴσπραξις, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀσφαλίζεται καὶ μία παγία πρόσοδος ἐτησία ἐκ τῶν καθυστερουμένων· ἐπὶ πλέον θὰ δοθῇ ἄνεσις εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ν’ ἀσχολῶνται εἰς τὰς ἐργασίας των, εἰς δὲ τὴν Ἀστυνομίαν, ἀσχολουμένην ἤδη εἰς τὴν καταδίωξιν ὀφειλετῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν καθηκόντων της τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ συσταθῇ ἐπιτροπή, συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτήν, διότι γνωρίζετε ὅτι μέγα μέρος τῆς Πελοποννήσου εὑρίσκεται εἰς μεγάλην πίεσιν καὶ ὑπὸ μεγάλας ἀνάγκας, καὶ θὰ κατορθωθῇ νὰ συγκρατήσωμεν τὸν κόσμον νὰ μὴ τραπῇ εἰς Λμερικὴν καὶ ἀσχοληθῇ ἡσύχως εἰς τὰ ἔργα του, χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ἀστυνομίας.
§69Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕτοιμον σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ μαζὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς ταμιακῆς ἀναδιοργανώσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20 προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ἰατρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§71Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Σπουδαιοτάτη ἀληθῶς ἐγγύησις πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ αὐτόχρημα ἐπιβεβλημένην καθιστῶσα δι’ αὐτὴν καὶ μόνον τὴν εἰσάγουσαν τὴν ἐγγύησιν ταύτην διάταξιν εἶναι ἡ διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἰσαγομένη ἐν τῷ θεσμῷ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τούτου, ὅπως τοῦτο ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν Δικαστήριον ἀποφαίνηται τὴν κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου ἀκύρωσιν πάσης παρὰ τὸν νόμον ἐκδοθείσης πράξεως διοικήσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν πλὴν τῶν δικαστικῶν. Ὁ εἰσαγόμενος θεσμὸς εἶναι Γαλλικὸς τὴν καταγωγήν, πηγάσας μὲν ἐκ τῆς ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἰσχυούσης ἐκεῖ δικαιοδοσίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως τοῦτο ἀποφαίνηται τὴν ἀκύρωσιν τῶν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων ἐνεργηθεισῶν διοικητικῶν πράξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶτα δὲ διὰ τῆς πράξεως τοῦ Συμβουλίου καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων νομοθετικῶν ἀναγνωρίσεων ἐπεκταθεὶς καὶ ἐπὶ πάσης πράξεως, ἥτις οὐ μόνον καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἐνηργήθη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐνηργήθη ἐν παραβάσει τοῦ νόμου. Δι’ ὅσων ἐξέθηκε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐξ ὅσων ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἐκ τῶν ἁρμοδιωτέρων περὶ τὰ διοικητικὰ ζητήματα ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπεξήγησεν ὑμῖν σαφῶς κανονίζεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τούτου καὶ σαφῶς καθορίζονται τίνες εἶναι αἱ πράξεις ἐκεῖναι, καὶ τίς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἀνώτατον αὐτὸ διοικητικὸν Δικαστήριον θὰ δύναται νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἀκυρώσεως τῆς παρανόμου διοικητικῆς πράξεως. Οὐχ ἧττον λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν δι’ ὀλίγων νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης ἀποτελούσης κύρωσιν ἑτέρου δικαιώματος συνταγματικῶς ἀνεγνωρισμένον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ πολῖται, ἵνα ἀξιῶσι παρὰ τῆς Διοικήσεως τὴν ἀπαρέγκλιτον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, κύρωσιν μεγάλης καὶ πολυτίμου ἀληθῶς ἐλευθερίας. Καὶ ὄντως, Κύριοι, ἐὰν εἶναι βέβαιον ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ ἐλευθερία ἄνευ τῆς ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως ἀκριβοῦς καὶ ἀπαρασαλεύτου τηρήσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἀφοῦ ἐλευθερία οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀναγνωριζόμενον δικαίωμα εἰς ἕκαστον πολίτην, ὅπως κατ’ ἰδίαν κρίσιν κανονίζῃ, ἐντὸς πάντοτε τῶν συνταγματικῶν νόμων καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν διαγραφομένων πρός τε τὸν πολίτην καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁρίων, τὰς κινήσεις καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ, τὰς σκέψεις καὶ τοὺς λόγους ἀκόμη αὐτοῦ, καὶ ἂν ἡ Διοίκησις οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ ἐπιμέλεια τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν, φανερὸν ὅτι πᾶσα ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως πρᾶξις θετικὴ ἢ παράλειψις ἐνεργείας κατὰ παραβίασιν ἢ κατὰ παρέκκλισιν τῶν κειμένων νόμων συντελεσθεῖσα ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως προσβολὴν αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὁποῖαι καὶ ὁπόσαι αὐθαιρεσίαι καὶ παραβάσεις τῶν νόμων συνετελοῦντο κατὰ τὸ οἰκτρὸν ἐκεῖνο παρελθόν, τὸ καταδικασθὲν ἀμετακλήτως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παραβάσεις καὶ αὐθαιρεσίαι μεταβαλοῦσαι τοὺς Ἕλληνας εἰς τυράννους καὶ τυραννουμένους ἀμοιβαδόν, ἐνίους δὲ καὶ εἰς διαρκῶς τυραννουμένους. Ὁ κίνδυνος, μήπως τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο τὸ ἐπάρατον ὑφ’ οἱονδήποτε σύστημα ἐπανέλθῃ, ἔπεισε τὴν ἐπιτροπήν, ὁρμωμένην ἐκ φιλυποψίας εὐλόγου, τὴν ὁποίαν ἡ ἁγνὴ ἐλευθερία ὑπαγορεύει κατὰ πάσης ἐνδεχομένης εἰσβολῆς τυραννίδος, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐγγυήσεις τῆς ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλην, ζωτικωτέραν ταύτην καὶ δραστικωτέραν. Πρὸς τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελέξατο τὴν προσφυεστάτην, Γαλλικῆς μὲν ἐμπνεύσεως καὶ δημιουργίας, πλὴν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ εἰς ἄλλα εὐνομούμενα Κράτη ἰσχύουσαν προσφυγήν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ἀδικούμενος ὑπὸ τῆς Διοικήσεως πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀνώτατον διοικητικὸν Δικαστήριον καὶ ἐκεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαφάνισιν πάσης πράξεως ἐκδοθείσης πέρα τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔθηκεν εἰς τὴν Διοίκησιν ὁ νόμος, τὴν λεγομένην προσφυγὴν ἐπὶ ἀκυρώσει ἢ ἐπὶ ἀναιρέσει. Διὰ τοῦ ἐνδίκου τούτου μέσου, τοῦ ὁποίου τὴν εἰσήγησιν ποιεῖται ἡ ἐπιτροπή, ὁ πολίτης, χωρὶς νὰ μειῶνται τὰ ἐκ τῶν ἄλλων τρόπων τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Διοικήσεως δικαιώματά του, θὰ ἔχῃ πρόσθετον δικαίωμα, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἀνώτατον διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ ἀκυρώσῃ πᾶσαν παράνομον πρᾶξιν τῆς Διοικήσεως εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ὀργάνου τῆς Διοικήσεως, εἴτε ὑφ’ οἱουδήποτε διοικητικοῦ ὑπαλλήλου ἐκδιδομένην, βλάπτουσαν ὁπωσδήποτε τὰ συμφέροντά του. Ἴσως δὲν κατορθώνω νὰ γίνω ὅσον ἐπεθύμουν σαφής, διὸ ἀναγκάζομαι ν’ ἀναφέρω παραδείγματά τινα βοηθοῦντα τὴν ἐπιθυμίαν μου. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπαναλαμβάνω τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὁ εἰσηγητὴς τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κ. Διομήδης ἀνέφερε πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὸ παράδειγμα τοῦτο, διότι ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνέπεσεν ἐν Καρπενισίῳ ὁ δασάρχης Εὐρυτανίας παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς ἀπαγόρευσιν βοσκῆς γαιῶν, ἀπὸ ἀμνημονεύτου χρόνου ἀνεγνωρισμένων ὡς βοσκησίμων. Κατὰ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης οἱ ἰδιοκτῆται ἀπηύθυναν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, προβάλλοντες τὸ παράνομον τῆς ἀπαγορεύσεως καὶ ζητοῦντες τὴν ἄρσιν αὐτῆς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομίμου ἢ παρανόμου τῆς ἀπαγορεύσεως πρὸς ἐντελεστέραν τοῦ πράγματος ἐξακρίβωσιν, διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν δασάρχην ζητοῦν πληροφορίας ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ μέρους. Ὁ δασάρχης, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν καὶ ἐνισχύσῃ ὀπωσδήποτε τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἀντὶ νὰ βεβαιώσῃ —ἀλλὰ πῶς ὑπευθύνως νὰ βεβαιώσῃ;—ὅτι ὑπῆρχεν ἐκεῖ δάσος κεκαυμένον ἢ μὴ ἢ ὅτι συνέτρεχεν ἄλλη νόμιμος περίπτωσις ἐξουσιοδοτοῦσα αὐτὸν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ αὐστηροῦ μέτρου, ὁ δασάρχης ἐκεῖνος κατιδὼν τὸ ἀδικαιολόγητον τῆς ἐνεργείας του καὶ τῆς παρανομίας του τὴν ἀποκάλυψιν, ἐν ταὐτῷ δ’ ἐπιμένων νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ αὐθαίρετος θέλησίς του δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα εὐθέως τῷ ὑπεβλήθησαν ἢ ἐκ τοῦ νόμου ἐγεννῶντο, ἀλλ’ ἀπήντησεν ἰσχυριζόμενος ὅτι δῆθεν αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας οἰκειοποιοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, ἦσάν ποτε ἐθνικαὶ καὶ τοιουτοτρόπως προεκάλεσε σκοπίμως καὶ ἄνευ ἁρμοδιότητός τινος ζήτημα παρεμπῖπτον, παρακωλῦον τὴν λύσιν τοῦ ὁριστικοῦ, ἐξ οὗ παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως ἐκείνης τοῦ δασάρχου μέχρι τοῦδε μένει ἄλυτον, οὐδὲ δύναμαι νὰ κακίσω τὸν Ὑπουργὸν προβάντα μὲν κατόπιν τούτων εἰς προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως, πλὴν ἀναβαλόντα ν’ ἄρῃ ταύτην τελειωτικῶς μέχρι τῆς λύσεως τοῦ παρεμβληθέντος ἀναρμοδίως ζητήματος, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἄλλην λύσιν οὐδὲ νὰ προβῇ εἰς ἄλλην παρὰ εἰς ἣν προέβη ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἀντὶ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ ἄρσιν τῆς προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις, περὶ ἧς ποιοῦμαι τὸν λόγον, ἤθελον προσβάλει αὐτὴν διὰ προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ τὸ Δικαστήριον τοῦτο εὑρίσκον ταύτην μὴ νόμιμον καὶ αὐθαίρετον ἤθελε προβῆ εἰς ἐξαφάνισιν αὐτῆς, μὴ παρασυρόμενον εἰς ἐρεύνας ζητημάτων, ἀσχέτων πρὸς τὸ νόμιμον ἢ παράνομον τῆς πράξεως παρελκυούσης τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ νόμου.
§72ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει ἐξουσίαν νὰ ἐξετάζῃ τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς πράξεως. Ἑπομένως δὲν θὰ ἔχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο δάσος ἢ ὄχι.
§73Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι δάσος ἐκεῖ οὐδέποτε ὑπῆρξε κεκαυμένον ἢ μὴ καὶ ὅτι οὐδ’ αὐτὸς ὁ δασάρχης ἐτόλμησε νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἐναντίον, διὸ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως. Τὸ ἀνώτατον ὅμως διοικητικὸν Δικαστήριον δὲν θ’ ἀνεχαιτίζετο εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς ἐκ τῶν ἄλλων ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ δασάρχης ἐκτὸς τῶν καθηκόντων αὑτοῦ ἐνεργῶν ὑπέβαλεν, ὡς ἀνεχαιτίσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, θέλον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἐφόρου Εὐρυτανίας.
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον πῶς θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν δὲν ἐξετάσῃ τὸ πραγματικὸν μέρος;
§75Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τὸ πραγματικὸν μέρος θὰ εἶναι ἤδη βεβαιωμένον, ἐν προκειμένῳ δ’ ὑπῆρξε βεβαιωμένον.
§76Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δασάρχης ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε δάσος;
§77Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαίωσεν ὑπευθύνως ὅτι ὑπῆρχε δάσος, καί, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ζητηθείσας ἐπὶ τούτου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πληροφορίας, παρενέβαλε ζήτημα ἰδιοκτησίας τῶν ἀπαγορευθεισῶν γαιῶν, ἰσχυριζόμενος ὅτι δῆθεν ἀνῆκον αὗται εἰς τὴν κοινότητα Καρπενισίου, παραχωρηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατὰ παράκλησιν, καὶ τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ζήτημα ἔκαμε τὸν Ὑπουργὸν νὰ διστάσῃ πρὸς τὴν ὁριστικὴν λύσιν. Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῆς Ἐπικρατείας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω, βεβαιούμενον προηγουμένως ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Ἀρχῆς ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε δάσος θὰ ἠκύρωνε τὴν πρᾶξιν ταύτην, χωρὶς νὰ περιπλακῇ, ὅπως περιεπλάκη τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὑπαλλήλου, τὰ ἀπορρέοντα ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, εἰς ἃ εὐλόγως οὐδεμίαν θὰ παρεῖχε προσοχήν. Ἀλλὰ θέλω φέρει καὶ ἕτερον παράδειγμα. Φαρμακοποιός τις ἔχων δίπλωμα καὶ τὰ προσόντα νὰ συστήσῃ φαρμακεῖον εἰς ὡρισμένην πόλιν ἔχουσαν τὸν νόμιμον πληθυσμὸν καὶ στερουμένην φαρμακείου ζητεῖ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτήν, ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀρνεῖται. Ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε κειμένης νομοθεσίας ἔχει ὁ πολίτης ἐκεῖνος κατὰ τῆς παρανόμου αὐτῆς ἀρνήσεως τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ Ὑπουργοῦ; Νὰ ἐγείρῃ ἀστικὴν ἀγωγὴν δὲν εἶναι δυνατόν, διότι οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμά του προσεβλήθη, ἀλλὰ μόνον τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ ζήτημα δύναται νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἄλλως. Ὑποθέσωμεν ὅτι, ἐνῷ ὁ ὑπάρχων πληθυσμὸς πόλεώς τινος δικαιολογεῖ τὴν σύστασιν ἑνὸς μόνον φαρμακείου, ὁ Ὑπουργὸς ἐγκαθιδρύει ἐντὸς τῆς αὐτῆς πόλεως καὶ δεύτερον φαρμακοποιὸν παρὰ τὸν νόμον. Ἐρωτῶ· ὁ πρῶτος φαρμακοποιός, τοῦ ὁποίου προσβάλλονται τὰ νόμιμα συμφέροντα, τί δικαίωμα ἔχει; Οὐδὲν ἀπολύτως, καθ’ ἃ ἐπανειλημμένως καὶ τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, μὴ θεωρήσαντα τὴν παρανομίαν ταύτην ὡς τίκτουσαν ἀστικὴν ἀγωγὴν ὑπὲρ τοῦ πρώτου φαρμακοποιοῦ, ἐνῷ διὰ τῆς εἰσαγομένης προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ἂν νομίμως ἢ παρανόμως ἐγκατεστάθη ὁ δεύτερος φαρμακοποιός, θὰ εὑρίσκετο ὅτι εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἐκ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν κατοίκων διὰ τὴν σύστασιν δύο φαρμακείων· θὰ ἐκρίνετο συνεπῶς ὁ διορισμὸς τοῦ δευτέρου φαρμακοποιοῦ ὡς μὴ νόμιμος, θὰ ἐξηφανίζετο ἡ σχετικὴ ὑπουργικὴ διαταγή, καὶ οὕτω θὰ εὕρισκε τὸ δίκαιόν του ὁ οὕτως ἀδικούμενος πολίτης, ὁ πρῶτος φαρμακοποιός, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς καὶ σὺν αὐτῷ νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι καὶ ὅτι προστατεύονται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Καὶ δὲν εὗρεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀρκετὰς τὰς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσας ἐγγυήσεις, τῆς διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ προστασίας τῶν δικαιωμάτων τούτων, διότι ὁ μὲν κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον λειτουργεῖ καὶ κατὰ πόσον συντελεῖ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν προσβληθέντων ὑπὸ τῆς Διοικήσεως δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τοῦ πολίτου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀσκεῖται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιδιώκει τὴν μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας ἀπολαύει ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῇ Βουλῇ, καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἐλάττωσιν τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς αὐτὴν ἡ κοινὴ γνώμη, σπανίως δ’ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὑπάρχει δίκαιον προσβεβλημένον, εἶναι σπανιώταται αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ἀνεκάλεσε πρᾶξιν παράνομον αὑτοῦ. Πλὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὑπάρχει ἀληθῶς καὶ ἡ διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ ἐπιδίωξις καὶ ἐπανόρθωσις τοῦ ἀδίκου, ἀλλ’ οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ὅπου, ἂν δὲν σᾶς ἐνοχλῇ ἡ μαλλιαρὴ λέξις, θὰ εἴπω ὅτι πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις παραπέμπονται εἰς τὸ χρονοντούλαπο, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὰ δημόσια γραφεῖα παραβάλλονται, κατὰ τὴν παρομοίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔτυχε ν’ ἀναγνώσω εἰς τὸν Dufour, πρὸς τὸ σπήλαιον τοῦ Αἰσωπείου μύθου, εἰς ὃ πολλὰ ἴχνη ζῴων εἰσερχομένων παρετηροῦντο, οὐδὲν δ’ ἐξερχομένου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ὑφίσταται πρὸς ταῖς ὁδοῖς ταύταις καὶ ἡ ἀστικὴ ἀγωγή, διὰ τῆς ὁποίας δύναται ὁ ζημιωθεὶς πολίτης νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια καὶ ἐνώπιον τῆς τακτικῆς δικαιοδοσίας, καὶ διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὰς διατυπώσεις καὶ τὰς δαπάνας καὶ τὸν χρονισμὸν τῶν πολιτικῶν δικῶν γνωρίζετε, καὶ γνωρίζετε ἐπὶ τέλους καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δικῶν τούτων.
§78Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αἱ ὁποῖαι συνήθως ἀποβαίνουσι κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§79Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν δικαιωθῇ ὁ πολίτης, καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἀκυρωθῇ παρεμπιπτόντως κατόπιν ἐνστάσεως τοῦ ἀδικηθέντος ἐκ τῆς παρανόμου πράξεως, ἡ ὁποία ἔδωκε λαβὴν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, ἐπέρχεται μὲν σχετικῶς ὡς πρὸς τὸν διάδικον ἐκεῖνον τὸν καταφυγόντα εἰς τὰ Δικαστήρια ἡ ἀκύρωσις, ἀλλ’ οὐδὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον παρ’ ἄλλου Δικαστηρίου, εἴτε ἰσοβαθμίου εἴτε κατωτέρου, ἡ αὐτὴ πρᾶξις νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔγκυρος, ἐντεῦθεν δ’ ἐννοεῖ πᾶς τις ποία ἀστάθεια καὶ ἀβεβαιότης ἐπέρχεται εἰς τε τὰς μετὰ τοῦ Δημοσίου σχέσεις τῶν πολιτῶν καὶ εἰς τὴν περὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως ἐκτίμησιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι μία περίπτωσις, δὲν εἶναι δύο, ἀλλ’ εἶναι χιλιάδες περιπτώσεων, καὶ προχείρως ἀναπολῶ τὸ περιβόητον ἐκεῖνο περὶ ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων Βασιλικὸν Διάταγμα. Ποσάκις τὰ Δικαστήρια εἶπον ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου καὶ ποσάκις ἐφήρμοσαν αὐτὸ ὡς ἔχον ἰσχὺν νόμου; Ὡς πρὸς τοὺς τόκους, οὓς οἱ ἐργολάβοι δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν ἐν τῇ προβλεπομένῃ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τούτου περιπτώσει παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα κατὰ τοῦ Δημοσίου δικαιώματα τῶν ἐργολάβων εἶπον ὅτι δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου, ὅτι ἐν συνόψει ὑποχρεοῦται μὲν ὁ ἐργολάβος ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλὰ διαφορὰ οὐσιωδεστάτη μεταξὺ τῆς ἀστικῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς προτεινομένης καινοτομίας εἶναι ὅτι τὴν μὲν ἀστικὴν ἀγωγήν, καίτοι ἐπιβλέπει ἐπικρεμαμένην τὴν δυστυχίαν αὑτοῦ ὁ ἀντίδικος ἐκ τῆς παρανόμου πράξεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν δικαιοῦται ν’ ἀσκήσῃ πρὶν ἢ ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸν ἡ ζημία, ἐνῷ διὰ τῆς προσφυγῆς δύναται νὰ προλάβῃ τὸν κίνδυνον. Καὶ ἐνεργεῖ προληπτικῶς οὐ μόνον ὑπὲρ τοῦ πολίτου, διότι ὁ πολίτης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, προσφεύγων εἰς τὸ διοικητικὸν τοῦτο Δικαστήριον νὰ προλάβῃ τὴν ἐπαπειλουμένην κατὰ τῆς περιουσίας αὑτοῦ ζημίαν, ἀλλὰ θέλει ἐνεργεῖ προληπτικώτερον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅστις βεβαίως θὰ σκεφθῇ ὅτι ἡ παράνομος αὑτοῦ πρᾶξις θέλει ἀκυρωθῆ ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον δικαστῶν, καὶ ἑπομένως μετὰ πολλῆς τῆς δειλίας θέλει προβαίνει εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ νόμου διαταγῶν καὶ πράξεων, καὶ ἐν τῇ προληπτικῇ αὑτοῦ δυνάμει ἔγκειται ἡ εὐεργετικωτάτη ἐπίδρασις τοῦ εἰσαγομένου θεσμοῦ. Καὶ διετυπώθησαν μὲν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀντιρρήσεις τινὲς κατὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου, πλὴν ἄλλαι μὲν τῶν ἀντιρρήσεων τούτων εἰσὶν ἀδικαιολόγητοι, ἄλλαι δ’ εὔλογοι, πλὴν μικρᾶς σημασίας ἀπέναντι τῶν ἐκ τῆς ἐκδοχῆς αὐτοῦ προσδοκωμένων ἀγαθῶν. Οὕτω προεβλήθη ὅτι δῆθεν διὰ τῆς ἀκυρωτικῆς δικαιοδοσίας τῆς παρεχομένης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας περιορίζεται ἡ διακριτικὴ λεγομένη ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περιορίζεται ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει διακριτικὴ ἐξουσία, περιορίζεται ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ μόνον, ἐφ’ ὅσον ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ νόμου....
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περιορίζεται ἡ αὐθαιρεσία.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἡ διακεκριμένη γίνεται ἀδιάκριτος.
§82Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τὴν δ’ ἐξουσίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου ἀντλεῖ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἢ ὁ Ὑπουργός, ἐκπροσωπῶν τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Κράτους, ἀντλεῖ μόνον, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος παρέσχεν εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν αὐτοῦ, καὶ μόνον ἐκ τοιαύτης δυνάμεως δύναται νὰ δίδῃ διαταγὰς ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον δ’ ὁ νόμος παρέχει εἰς αὐτὸν τοιοῦτον δικαίωμα, παύει πλέον νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ἢ Ὑπουργὸς καὶ καθίσταται ἁπλοῦν ἄτομον, τοῦ ὁποίου τὰς διαταγὰς καὶ τὰς πράξεις οὐδεὶς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σεβασθῇ. Διετυπώθη ἄλλη ἀντίρρησις: Τί θέλει γίνει, ἐὰν τυχὸν σύννομόν τινα πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ εὑρεθῇ τὸ Δικαστήριον αὐτό, τὸ συγκείμενον ἐξ ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους βεβαίως πρέπει νὰ φαντασθῶμεν ὡς ἀποτελοῦντας τὸ ἄνθος τῆς μαθήσεως καὶ τῆς πείρας....
§83Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα· ἐδῶ εἶναι ἡ Λυδία λίθος.
§84Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Δὲν κρίνονται, κύριε συνάδελφε, οἱ θεσμοὶ ἐκ τῶν προσώπων τοῦ παρελθόντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι, διότι δὲν εἴχομεν Ὑπουργοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἱσταμένους εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τῶν Ὑπουργῶν, ἤ, διότι δὲν εἴχομεν εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἀνταξίους τῆς ἀποστολῆς των, ἐκ τούτου ἔπεται ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν... (Χειροκροτήματα).
§85Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Χειροκροτοῦσι μερικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποψήφιοι!
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αὐτά, κ. Πρόεδρε.
§87Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ὑμεῖς, κ. Γκλαβᾶ, ὑμεῖς τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ, ἀνθίστασθε κατὰ τῶν εἰσαγομένων ἐγγυήσεων τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν; Ἀλλ’ ἐξ ἴσου τοιουτοτρόπως σκεπτόμενοι πρέπει νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, καί, ἂν παρόμοιαι σκέψεις ἐπρυτάνευον κατὰ τὸ ἔτος 1833, βεβαίως οὐδὲ τὸ Πανεπιστήμιον ἤθελεν ἱδρυθῆ παρασχὸν τόσους ἐπιστήμονας, ἐξ ὧν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποτελεῖται καὶ ἡ παροῦσα Βουλή, εἰς ἣν οὐδ’ ὑμεῖς, κ. Γκλαβᾶ, ἠθέλετε παρακάθησθαι μὲ τόσην καλωσύνην ἀκούων με οὐδ’ ἐγὼ ἤθελον συμμετέχει ὁμιλῶν ταύτην τὴν στιγμὴν ὡς ὁμιλῶ. (Χειροκροτήματα). Διετυπώθη λοιπὸν ἡ ἀντίρρησις: Τί θὰ γίνῃ, ἐὰν σύννομόν τινα πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ παρανόμως ἀκυρώσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Δέχομαι πρὸς στιγμὴν τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, ὅτι εἶναι δυνατόν, εἶναι ἐνδεχόμενον, διότι τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον, νὰ ὑποπέσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τοιαύτην παρεκτροπήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησίν σας, εἰς τὴν ἀντίρρησιν ταύτην ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω ἐρωτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐρωτᾷ ὁ Μπερτελεμύ: Καὶ τί γίνεται, ὅταν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀδικήσῃ τινὰ πολίτην; Ὅταν τελεσιδίκως βλέπῃ ὁ πολίτης τὸ ἰδιωτικόν του δίκαιον καταστρεφόμενον ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ποῦ δύναται νὰ προσφύγῃ; Ἔχει μὲν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς κακοδικίας, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καὶ κατὰ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, διότι θὰ ληφθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου πρόνοια περὶ τούτου ὡς ἐκ τῆς δυσχερείας περὶ τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ, ὡς ἐκ τῆς στενότητος τῆς ἐφαρμογῆς του καὶ τῶν κινδύνων, οὓς συνεπάγεται ἡ ἀπόρριψις αὐτοῦ εἰς τὸν ἀσκοῦντα, εἶναι ἀνεπίδεκτον χρησιμοποιήσεως καὶ κατ’ ἀκολουθίαν οὐδόλως δύναται νὰ παρηγορήσῃ τὸν ἀδικηθέντα πολίτην, οὐδὲ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ προσβληθὲν δίκαιόν του. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπαντήσω διὰ τῆς ἀντερωτήσεως ταύτης τοῦ Μπερτελεμύ, πλὴν δι’ ἑτέρας: Εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβάλλωνται τοιαῦται ἀντιρρήσεις, ὅτε εἶναι γνωστὸν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ὅτι ὄπισθεν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὄπισθεν τοῦ παντοδυνάμου τούτου Ὑπουργοῦ, εὑρίσκεται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ἡ Βουλή; Εἶναι πρέπον νὰ ἐρωτᾶται τί θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὁ βλέπων τὸν νόμον παραβιαζόμενον, ὁ βλέπων τιτρωσκομένην τὴν φιλοτιμίαν αὑτοῦ, ὁ αἰσθανόμενος καὶ ἀντικειμενικῶς καὶ ὑποκειμενικῶς τὴν θέλησιν αὑτοῦ προσβαλλομένην; Ἐρωτᾶται τί θὰ κάμῃ; Θέλει σπεύσει νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν τὸ ζήτημα καὶ λάβῃ ψῆφον δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη θέλει λύσει τὸ ζήτημα δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην αὑτῆς, ἥτις δυνατὸν νὰ εἶναι ἀντίθετος τῆς τοῦ Συμβουλίου. Πᾶσαι λοιπὸν αἱ αἰτήσεις αὗται δὲν ἔχουσιν οὐσιαστικῶς ἀξίαν κατὰ τῆς φιλελευθερωτάτης τῶν διατάξεων, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ σχεδίου, ὡς ἐτροποποίησε τοῦτο ἡ ἐπιτροπή. Ἐγὼ θεωρῶ τὴν διάταξιν αὐτὴν τόσῳ σπουδαίαν, ὥστε, καὶ δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν διάταξιν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κληθῇ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, καὶ δι’ αὐτὴν καὶ μόνην ἤθελον δικαιολογήσει τὴν σύγκλησιν αὐτῆς, διότι εἶναι ἐγγύησις πραγματικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἐγγύησις μεγίστη κατὰ τῆς ἐπανόδου τῆς τυραννίδος ἐκείνης τοῦ παρελθόντος.
§88Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἡ κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησις.
§89Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ ἡ κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησις καὶ ἡ διὰ πληρεξουσίου παράστασις καὶ ἡ δημοσία συζήτησις καὶ τὸ ἠτιολογημένον τῆς ἀποφάσεως, καὶ αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις ἔχουσι ληφθῆ διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐνεργοῦντος ὡς ἀνωτάτου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἀφοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 82 ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πλὴν τῆς προληπτικῆς διὰ τὸν Ὑπουργὸν καὶ πάντα δημόσιον ὑπάλληλον ἐπιρροῆς, ἣν θέλει ἀσκεῖ πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς πράξεις αὑτοῦ τὸ ἀνώτατον τοῦτο Δικαστήριον, τοιαύτην περιβεβλημένον δικαιοδοσίαν, καὶ τῆς κατασταλτικῆς αὑτοῦ κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν παρανομιῶν τῆς Διοικήσεως ἐπενεργείας ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θέλει προκύψει, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῶν πολλαπλῶν δικῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν διαφόρων μέχρι τοῦδε παρανόμων πράξεων τῆς Διοικήσεως καὶ ἐκ τῶν ὁποίων βρίθουσι τὰ Πινάκια τῶν ἐν Ἀθήναις Δικαστηρίων. Ἡ κατάργησις τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι, καθὼς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ἔντιμος συνάδελφος, συνήθως ἀποβαίνουσι κατὰ τοῦ Δημοσίου, θέλει συνεπαγάγει τὴν κατάργησιν τῶν ἀποζημιώσεων. Καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομία μεγάλη θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐντεῦθεν θὰ καλυφθῶσι τὰ διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔξοδα, διότι ὑπῆρξεν ἡ σκέψις ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἕνεκα τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ συντήρησις αὐτοῦ. Ἐγώ, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἤθελον συστήσει τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ ἀποβλέπων εἰς τὴν τοῦ φιλελευθερωτάτου τούτου Σώματος ἀποστολήν. Ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ, διότι θεωρῶ ὅτι πρὸς ἀπόκτησιν καὶ πρὸς πραγμάτωσιν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἐπιβάλλεται πρωτίστως καὶ κατὰ κύριον λόγον ἡ ἐπίσχεσις παντὸς συναισθήματος φειδοῦς περὶ τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ περὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος τούτου δαπάνη ἦτο εἷς ἐκ τῶν λόγων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1865 προβληθέντων ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ εἴδομεν ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τοῦ 1894 τίνα ποσὰ ἀπεθησαυρίσθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς οἰκονομίας ταύτης, ὡς εἴδομεν καὶ τί ἄλλο ἀγαθὸν ἐδρέψαμεν, διότι ἐπραγματοποιήθη ἀληθῶς καὶ ὁ ἕτερος τῶν τότε προβληθέντων λόγων, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκόψαμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ λόγος ὅτι δῆθεν τὸ Σῶμα τοῦτο ἤθελε παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, ἀποκτήσαντες χάρις εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐμποδίου τούτου ἐντὸς 45 ἐτῶν πλέον τῶν 3500 νόμων, ποσὸν τεράστιον καὶ ἀσύλληπτον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ἐπρόκειτο ἡ πληθωρικὴ αὕτη νομοθεσία νὰ παρακολουθῇ τὰς νέας ἀνάγκας τὰς κοινωνικάς, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ νόμων ἀτελεστάτων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, συγκρουομένων, ἀλληλαναιρουμένων, τροποποιουμένων, καταργουμένων, ἵνα πάλιν μετά τινα καιρὸν ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἰσχὺν καὶ εἰς τὴν ζωήν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἀτελείας καὶ τῆς πληθώρας καὶ τοῦ ποιοῦ τῶν νόμων τούτων· δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ σημεῖον τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος τούτου ὡς νομοπαρασκευαστικοῦ ἢ ὡς νομοβασανιστικοῦ, μέλλοντος βεβαίως πολλὰς τοιαύτας ἀτελείας εἰς τὸ μέλλον νὰ θεραπεύσῃ. Ἐπιμένω ὅμως εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἵνα διὰ τοῦ τρόπου τούτου λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§90Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶμαι ἀτυχὴς πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἀνέρχομαι τὸ βῆμα κατόπιν τῆς εὐγλώττου πράγματι ὁμιλίας ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἰατρίδου. Ἐν τούτοις ὅμως θὰ προσπαθήσω, ἵνα δι’ ὀλίγων ἐκφέρω καὶ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐφ’ ὅσον ἤδη ἀπεφασίσαμεν νὰ καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Πρὶν ἤ, Κύριοι, πᾶν Κράτος ἀποφασίσῃ νὰ θεσπίσῃ θεσμὸν εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σφυγμομετρῇ καὶ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, διότι, ἂν μέχρι σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πάντες θρηνοῦμεν ἀπέλπιδες, δὲν ἐφθάσαμεν ἐλλείψει νόμων, δὲν ἐφθάσαμεν συνεπείᾳ ἐλλείψεως θεσμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσάγομεν, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν ἀκριβῶς διότι δὲν ἀνεμετρήσαμεν σοβαρῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Καὶ ἡ Ἑλληνική, Κύριοι, Πολιτεία ἔρχεται μετὰ τὸ 1897 καί, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀντὶ νὰ περισυλλέξῃ τὰ ναυάγια αὐτῆς, πᾶν ὅ,τι ἀπέμεινεν οἰκονομικὸν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἀπεφάσισε νὰ σπαταλήσῃ δημιουργοῦσα διοικητικὴν πολυτέλειαν. Ἀλλά, ὅταν ἐπίσης πρόκειται, Κύριοι, νὰ θεσπίσωμεν νέον θεσμόν, δὲν διστάζομεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀμέσως ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλας χώρας πολὺ περισσότερον προηγμένας, ὅπου ὁ θεσμὸς οὗτος κρατεῖ. Ἐλέχθη ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος κρατεῖ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Σερβίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλά, ὅταν λέγητε ταῦτα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Ἡ Γαλλία ἔχει Προϋπολογισμὸν 4 δισεκατομμυρίων, ἡ Ἰταλία 2½ δισεκατομμυρίων, καὶ συνεπῶς ἡμεῖς εἴμεθα νᾶνοι ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶς γιγαντιαίων ἐκείνων Κρατῶν, καὶ ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἀφῆκεν ὄπισθέν της συντρίμματα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, νὰ θεσπίσωμεν θεσμόν, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἔχῃ τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἴσως εἴπῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι εἶναι μικραὶ αἱ δαπάναι αὗται ἀπέναντι τοῦ ὕψους τοῦ θεσμοῦ καὶ ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ προσφέρῃ οὗτος εἰς τὸ Κράτος ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰ μικρὰ Κράτη καὶ ὀβολὸς εἶναι πολύτιμος. Ἂν μέχρι τοῦδε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, δὲν ἐφθάσαμεν ἐλλείψει νόμων, καὶ νόμων καλῶν, διότι ὁ κ. Παπαναστασίου εἶπεν ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἐλλείψει νόμων καλῶν, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν, διότι οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων δὲν ἀντελήφθησαν τὴν ἀποστολὴν αὑτῶν, δὲν ἔστησαν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σταθῶσι, διὰ νὰ τοὺς ἐφαρμόσωσι. Βάσις τοῦ νεωτέρου θεσμοῦ τοῦ ἤδη εἰσαγομένου λαμβάνεται τὸ ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετηρίδα, καθ’ ἃ ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, ἐγένετο κακὴ σύνθεσις ἐν τῇ δημιουργίᾳ τῶν νόμων, ὅτι εἴδομεν διατάξεις ἀντιφασκούσας καὶ ἀναιρούσας ἀλλήλας. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετηρίδα τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀπετέλεσαν τὸ μόνον μέσον πρὸς εὐαρέστησιν τῶν κομματικῶν ἀπαιτήσεων· οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀπετέλεσαν τὸ ἀναπαυτήριον τῆς μαλθακότητος, ὅτι ἀπετέλεσαν τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν προσωπικῶν φιλοδοξιῶν, καὶ δὲν ἐνόησαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλαβον κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν χώραν ταύτην, ὅτι τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀποτελοῦσι πολὺ ἐπιπονωτέραν ὑπηρεσίαν ἢ τὰ ἰδιωτικὰ τοιαῦτα. Ἀλλά, ὅτε ὁμιλοῦμεν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετηρίδα τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀπετέλεσαν πᾶν μέσον ἀκολασίας, ὅτι αἱ λαμπάδες τῆς πολιτικῆς ἔκαιον μόνον πρὸ τῆς μαινάδος ἐκείνης, ἡ ὁποία λέγεται συναλλαγὴ καὶ ἠθικὴ διαφθορά, βεβαίως πάντες πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι συνεπείᾳ τῶν πολιτικῶν τούτων ἀκολασιῶν ἐγένοντο τὰ γεγονότα τῆς 15 Αὐγούστου, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατήντησαν τὸ Κράτος τοῦτο παρῳδίαν Κράτους, ἐσαρώθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει λοιπόν, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει δεκαετηρίδων ν’ ἀποφασίζωμεν νὰ θεσμοθετῶμεν θεσμοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι δαπάνας, καὶ δαπάνας σοβαράς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ κεντᾷ εἰς τὸ ν’ ἀποκρούω τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀπολύτως, εἶναι ἰδέα καὶ μόνον. Ἐρωτῶ ὑμᾶς· δυνατὸν ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ εἶναι ὡς θεσμὸς καλός, ὡς λέγουσί τινες τῶν συναδέλφων, ἀλλὰ τέλος πάντων τίνες εἶναι ἐκεῖνοι καὶ τίνα εἶναι τὰ παραστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν συναισθήσει τῆς ὑψηλῆς τοῦ ἀξιώματος ἀποστολῆς θὰ ἔχωσι τὸν ἐγωισμὸν ὅτι ἐξυπηρετοῦσι καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς θέσεως ταύτης; Ὅ,τι ἔξοχον πνευματικὸν ἔχει ἡ Ἑλλάς, ἔχει ὁ λαὸς ἀπεστάλη ἐκ μέρους αὐτοῦ ἐνταῦθα. Δὲν βλέπω πέρα τῶν ἀναστημάτων τούτων τοὺς πνευματικοὺς ἐκείνους γίγαντας, τοὺς ὁποίους τινὲς τῶν συναδέλφων ὀνειροπολοῦσι· δὲν βλέπω πέρα τῆς αἰθούσης ταύτης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναλάβωσι τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ὑπούργημα. Ἀλλά, ἐὰν ὑπῆρχέ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος ἐν συναισθήσει τοῦ ὑψηλοῦ τούτου ἀξιώματος θὰ ἦτο πραγματικὸς ἥρως ἐν τῇ συνειδήσει μου, ἐὰν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὅτι: «ἐγὼ ἐν πεποιθήσει τοῦ μεγάλου τούτου λειτουργήματος ἀναλαμβάνω τὴν θέσιν καὶ περιβάλλομαι τὸν μανδύαν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας», καὶ ἂν ὑπῆρχον ἐλάχιστοι ἱστάμενοι ἐπὶ ὑψηλοτέρου πνευματικοῦ ἐπιπέδου καὶ τοὺς μετεβάλλομεν εἰς συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἰς τί ἤθελε μεταβληθῆ ἡ Βουλὴ αὕτη; Τίνες θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διηύθυνον τοὺς οἴακας τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους χειμάζεται ἀπολύτως;
§91Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§92Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὀρθῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου μοὶ ὑποδεικνύει ὅτι αὐτοὶ θὰ εἶναι χρήσιμοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν ᾗ λύονται τὰ μεγάλα διὰ τὸν λαὸν προβλήματα καὶ διεξάγεται ἡ μᾶλλον ἰδεώδης κοινοβουλευτικὴ πάλη. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτός. Ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Ἰσπανίᾳ, ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἔχουσι νὰ παρουσιάσωσι βίον πολὺ μεγαλείτερον τῆς ἡμετέρας χώρας, εἶναι μᾶλλον προηγμένα ἐν τῇ σοφίᾳ καὶ τῇ πείρᾳ καὶ τῇ προόδῳ, ἔχουσι νὰ δείξωσι περισσοτέρους ἄνδρας τῆς χώρας ἡμῶν, ἡ ὁποία μικρὸν πολιτικὸν βίον ἀριθμεῖ. Ἄλλως τε πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, νὰ μὴ βάζῃ καὶ ἡ κοσκινοῦ τὸν ἄνδρα της μὲ τοὺς πραγματευτάδες.
§93Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὄχι δά· εἰς τοιοῦτο σημεῖον ἐξευτελισμοῦ δὲν εἴμεθα.
§94Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμότητος δὲν θεωρῶ, Κύριοι, τὸν θεσμὸν τοῦτον εὔστοχον. Ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι τιμῶσι τὸν ἀρχηγὸν τῶν φιλελευθέρων, δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποτελέσωσι περιφανὲς μνημεῖον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ θ’ ἀπορρέωσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν οὔτε τῆς ἀρχαιότητος ἐν ταῖς τάξεσιν ἀλλ’ οὔτε τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ γίνῃ Ὑπουργός, ὅτε, λέγω, ἔχω ὑπ’ ὄψει τοῦτο, ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ εἶναι οἱ περισσότερον πνευματικῶς μεμορφωμένοι, θὰ ἵστανται εἰς τὸ μᾶλλον ὑψηλὸν ἐπίπεδον, ὅτε, λέγω, ἔχω ὑπ’ ὄψει αὐτό, κατὰ δεύτερον λόγον ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν τελευταίως ψηφισθεῖσαν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ σχεδὸν ἀπολύτως ὅτι πᾶν νομοσχέδιον πρὸ πάσης εἰσαγωγῆς αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἐπεξεργάζηται ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὅταν μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἰσάγηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ὁποία διὰ τῶν φωτεινῶν αὐτῆς συζητήσεων θέλει συμπληρώσει πᾶσαν ἀτέλειαν τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἔχομεν λοιπόν, Κύριοι, τρεῖς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεξεργάζωνται πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν μὲν τὸ ὑποβάλῃ ὁ Βουλευτὴς ὡς Βουλευτής, βεβαίως συναισθανόμενος τὴν ἀξιοπρέπειάν του καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τοῦτον δὲ θὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ μετὰ τὴν ἐπιτροπὴν ἡ Βουλὴ σύμπασα. Ὅταν ἔχω τοὺς τρεῖς τούτους παράγοντας, πρὸς τί ὁ τέταρτος οὗτος; Ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως κινούμενος εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, θέσωμεν ἐν λειτουργίᾳ τὸν θεσμὸν τοῦτον, θέλει συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς γεγονὸς κατ’ ἀντίθεσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· ἂν μέχρι σήμερον ὁ Βουλευτὴς θέλῃ νὰ ἐλέγξῃ παράνομον πρᾶξιν παντὸς παρεκτρεπομένου ὑπαλλήλου, τί θέλει συμβῆ διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ὀχυρῶται ὄπισθεν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τί θὰ λεχθῇ ἐναντίον τῶν Ῥωμαίων αὐτῶν συγκλητικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ λογαριάζωσι κανένα; Οὐδέν. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ εἴπῃ, «Κύριοι, ἐγὼ διατελῶ μὲ τὰς πέδας· δὲν δύναμαι ν’ ἀπολογηθῶ. Ἀποταθῆτε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Ἀλλὰ τοῦτο ἔχει ὁπλισθῆ μὲ μίαν δεκαετῆ μονιμότητα εἰς βάρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Θὰ γίνῃ καὶ ἄλλο τι, Κύριοι, ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸ φαινόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴδομεν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἰς ἄλλον κλάδον· θὰ ἴδωμεν τοὺς ἀνεψιοὺς καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ προτείνωνται ἑκάστοτε, ἵνα διορισθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ δημιουργήσωμεν μίαν κληρονομικὴν διαδοχήν, καὶ εἶναι πολὺ δύσκολον καὶ δυσχερὲς τὸ ἔργον, ὅταν θεσπίσωμεν ἕνα θεσμόν, μὲ ὁσαδήποτε τρωτὰ καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ τὸν καταργήσωμεν, εἶναι φοβερὸν πάλιν ν’ ἀρχίσῃ ἡ δυσφορία δι’ ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργήσῃ καὶ πάλιν προνομιούχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας σκέψεις εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐκθέτω τὴν γνώμην μου ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς σκέψεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἂν γίνῃ θεσμὸς τοῦ Κράτους, θὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ πολιτικοὺς ἀπομάχους καὶ εὐνοουμένους, θ’ ἀπαρτίζηται ἀπὸ τούτους ἀσφαλῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν τοὺς περιέλαβε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, εἴτε ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας εἴτε ἀπὸ ἄλλους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ψηφίσῃ, εἰς ἐμὲ μένει ἡ δόξα τῆς ὑποταγῆς εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, εἰς δὲ τὴν πλειονοψηφίαν ὁ θρίαμβος τῆς νίκης.
§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν δεκάτην ὥραν, παρακαλῶ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§99Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βοζίκη εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄνευ συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἄνευ συζητήσεως;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§102Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθίσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΓΧΞΓʹ (3663) νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Περ. Καραπᾶνος, ὅστις εἶναι ἀπὼν καὶ διαγράφεται. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§104Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰσήγησις καὶ ἔκθεσις τῶν καθ’ ἕκαστα ἐκ μέρους τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἐκ Σπετσῶν ὑπῆρξεν οὕτως ἐξαντλητική, ὥστε θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον, ἀναπτύσσων καὶ ἐγὼ τὰ αὐτὰ καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὰ καθέκαστα, καὶ θέλων νὰ ὑποστηρίξω θετικῶς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Σπετσῶν συναδέλφου, νὰ φανῶ πτωχότατος. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ εἰς προσπάθειαν ἀναιρέσεως τῶν ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν ἰδιαίτατα ἐκ μέρους τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἐντίμου συναδέλφου κατὰ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας εἰσηγήθη πρὸς ἡμᾶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Σπετσῶν. Ὑπὸ διττὴν ἔννοιαν κεφαλαιωδῶς διατυποῦται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς θεσμὸς διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ σχεδίου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν νομοπαρασκευαστικοῦ Σώματος ἢ μᾶλλον γνωμοδοτικοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δικαστικοῦ Σώματος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ὡς γνωμοδοτικοῦ Σώματος δὲν ἠκούσθη ἀντίρρησις κατ’ αὐτοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ νὰ τονίσω ὅτι ἰδιαζόντως δέον νὰ ἐξαρθῇ ἡ γνωμοδοτικὴ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὐχὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ σχέδια νόμων, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα. Κατ’ ἐμὲ δέ, οὐχὶ τόσον διὰ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας συνδέομεν μὲ τὴν τοιαύτην λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου, ὅτι τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα ἐντελέστερον θὰ κατεργάζωνται ἐν τῷ Συμβουλίῳ, ὅσον διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ τοιαύτη λειτουργία θέλει χρησιμεύσει ὡς πέδη κατὰ τῆς κομματικῆς καταρτίσεως τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων. Ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος δεικνύει ὅτι ὁ κομματισμὸς καὶ ἐν τούτῳ ἤσκησεν ἐπιρροήν, ὄχι βεβαίως ἀξίαν ἐπαίνου. Κανονιστικὰ Διατάγματα ἐξεδίδοντο ἀλλεπάλληλα καὶ δι’ αὐτῶν εἰσήγοντο καὶ διατάξεις ἔχουσαι ἐντελῶς προσωπικὴν σημασίαν, καὶ τὸ ἑκάστοτε ἐν τῇ Ἀρχῇ Ὑπουργεῖον ἀνῄρει τὰ Διατάγματα τὰ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐκδοθέντα. Αἱ σπουδαιότεραι ὅμως ἀντιρρήσεις ἠγέρθησαν κατὰ τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς δικαστικοῦ Σώματος, ὄχι τόσον κατὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ὡς Ἐφετείου ἢ ὡς ἀκυρωτικοῦ ἐπὶ ὑποθέσεων τῆς ἀμφισβητουμένης διοικητικῆς δικαιοδοσίας, διότι κοινῶς ἀντιληπτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ὀργανώσεως κατὰ τελειότερον τύπον τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Αἱ ἀντιρρήσεις, λέγω, δὲν ἦσαν κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον τόσον ἰσχυραί, ὅσον κατὰ τὰς δύο ἑτέρας ἀπόψεις τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς δικαστικοῦ Σώματος. Ὡς πρὸς τὴν ὄψιν δηλαδή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καλεῖται ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ κύρους τῶν διοικητικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν δίδουσι λαβὴν εἰς ἀμφισβητουμένην διοικητικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ὄψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον καλεῖται ν’ ἀποφαίνηται ὡς δευτέρου βαθμοῦ Δικαστήριον ἐπὶ ἐφέσεων κατ’ ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων ἀπολαυόντων τῆς μονιμότητος. Αἱ ἀντιρρήσεις αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σημεῖον, ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου ἀποφαινομένου περὶ τοῦ κύρους ἢ τῆς ἀκυρότητος διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου διοικητικῶν πράξεων, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἐλέχθη ὅτι ἔνθεν μὲν ἡ προτεινομένη καινοτομία ἀντιτίθεται πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πνεῦμα τὸ διέπον τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, ἔνθεν δὲ ὅτι ἀντιτίθεται πρὸς τὴν βάσιν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον γνωρίζει τρεῖς μόνον διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων ἐξουσίας. Ἀφ’ ἑκατέρας ὅμως τῶν ἀπόψεων τούτων ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα παρουσιάζει ὡς ἐντελῶς ἀδικαιολογήτους τὰς ἐκτοξευθείσας ἀντιρρήσεις. Διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, ἂν ἀντίκειται εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πνεῦμα τοῦ πολιτεύματός μας ἡ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀποφαινομένου περὶ τοῦ κύρους ἢ τῆς ἀκυρότητος πράξεων τῆς Διοικήσεως, ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει εἰς τί συνίσταται ἡ οὐσία τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἡ οὐσία τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὡς ἔλαβον καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ εἴπω, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διαχειρίζεται ἐπιτροπὴ τοῦ πλειονοψηφοῦντος ἐν τῷ ἀντιπροσωπευτικῷ συνεδρίῳ κόμματος. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ἀποτελοῦσα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐὰν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δρῶσι κατὰ νόμον ἢ παρὰ νόμον καὶ ἂν τὴν κρίσιν περὶ τῆς κατὰ νόμον ἢ παρὰ νόμον δράσεως τῶν Ὑπουργῶν ἀναθέσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι θίγεται ὁ κοινοβουλευτικὸς θεσμός. Βεβαίως εἶναι μία ἀξίωσις, ἴσως ἐκ ζηλοτυπίας ἀπορρέουσα, τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ὑπολόγων πρὸς ἑαυτὴν περὶ τῶν πράξεών της. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκεῖ. Ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καλεῖται ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ κύρους ἢ περὶ τῆς ἀκυρότητος λόγῳ παραβάσεως τοῦ νόμου πράξεων τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἕπεται ὅτι διασαλεύεται ἡ βάσις τοῦ Κοινοβουλίου. Δύναται νὰ ἐπέρχηται τροποποίησίς τις ὡς πρὸς τὸν κομματικὸν χαρακτῆρα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι διασαλεύεται ἡ βάσις τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐμπεδοῦται ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου τὰς λαβούσας τὴν μορφὴν νόμου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀποφαινόμενον ὅτι ἐν συγκεκριμένῃ τινὶ περιπτώσει ἡ Διοίκησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὡς Διοίκησις ὑπερέβη τὸν νόμον, καὶ ἀποφαινόμενον ἄκυρον τὴν παρὰ τὸν νόμον πρᾶξιν, ἀκριβῶς ἐμπεδοῖ τὸ κῦρος τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπήγασεν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον παρέβη ὁ Ὑπουργὸς ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κόμματός του. Τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου δὲν διασαλεύεται. Ἀλλ’ ἐλέχθη τι ἄλλο, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, μήπως ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὴν τοιαύτην λειτουργίαν, τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ὡς ἀκύρους τὰς κατὰ παράβασιν τῶν νόμων γενομένας πράξεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων δημιουργήσωμεν τετάρτην ἐξουσίαν ὑπὲρ τὰς γνωστὰς τρεῖς, ἐπὶ τῆς διακρίσεως τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ ἡμέτερον πολίτευμα. Καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη δέον νὰ βασανισθῇ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς οὐσίας τῆς διακρίσεως τῶν τριῶν ἐξουσιῶν. Ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν τριῶν ἐξουσιῶν ἐκύρωσε κυρίως τὴν διαφορὰν τοῦ νεωτέρου Κράτους ἀπὸ τοῦ ἀπολυταρχικοῦ Κράτους, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήλθομεν κατὰ τὰ μέσα ἢ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος. Διὰ νὰ κατανοηθῇ καλλίτερον τὸ πρᾶγμα καὶ διὰ νὰ κατανοηθῇ καλλίτερον ὅτι οὐδαμῶς συγκρούεται ὁ εἰσαγόμενος θεσμὸς πρὸς τὴν βάσιν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καλὸν εἶναι νὰ λεχθῇ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέκρινε τὸν μεσαίωνα, ἦτο ὁ ἀπολυταρχισμός, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέκρινε τὸν ἀπολυταρχισμόν, ἦτο τοῦτο, ὅτι ὁ δημόσιος βίος δὲν ἐξειλίσσετο καὶ δὲν διεξήγετο κατὰ κανόνας δικαίου, δὲν διεξήγετο δι’ ἐπιταγῶν, ἀπορρεουσῶν ἐκ κυριάρχου προσώπου, ἀλλὰ δεσμευουσῶν συγχρόνως καὶ τὸ κυρίαρχον πρόσωπον καὶ τὰ ὄργανα, εἰς τὰ ὁποῖα συνεκεντροῦτο καὶ ἐνεσαρκοῦτο ἡ κυριαρχία τῆς Πολιτείας. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ ὑπῆρχον ἐπιταγαὶ ἀπορρέουσαι ἐκ τοῦ ἀπολύτου μονάρχου, ἐκ τοῦ φορέως τῆς κυριαρχίας, μὴ δεσμεύουσαι τὸν ἐνσαρκοῦντα τὴν κυριαρχίαν τῆς Πολιτείας, μὴ δεσμεύουσαι τὴν Πολιτείαν. Ὁ ἀπολυταρχισμὸς ὅμως κατελύθη, ἀνεγνωρίσθη δ’ ὡς πολιτικὸν καὶ ἠθικὸν δόγμα ὅτι ὁ πολιτικὸς βίος τῶν λαῶν πρέπει νὰ διεξάγηται ἐπὶ τῇ βάσει κανόνων ἀπορρεόντων ἐκ κυριάρχων προσώπων ἢ ἐξ ὀργάνου ἐνσαρκοῦντος τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δεσμευόντων πρωτίστως αὐτὴν τὴν Πολιτείαν καὶ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας. Διὰ νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἔννομος βίος, βίος μετ’ ἐννόμου τάξεως, ἀπῃτεῖτο προσέτι, ὅπως αἱ διάφοροι πράξεις κρίνωνται ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος ὑπὸ ὀργάνων μὴ συνταυτιζομένων πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μὴ συνταυτιζομένων πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, τὰ ἀσκοῦντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιταγῆς τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τοῦ ὑπηκόου, ἀλλ’ ὑπὸ ὀργάνων ἀνεξαρτήτων. Εἰς ταύτην τὴν θεμελιώδη σκέψιν ἐστηρίχθη ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀνεγνωρίσθη ὅτι, διὰ νὰ διεξαχθῇ εὐρύθμως ὁ πολιτικὸς βίος, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὸν σύγχρονον πολιτισμόν, ἡ Πολιτεία λειτουργεῖ τριχῶς· θέτει κανόνας δεσμεύοντας καὶ ἑαυτὴν καὶ τὰ ὄργανά της καὶ τὸ ὑπήκοον μέχρι τῆς καταλύσεώς των δι’ ἑτέρων κανόνων· διεξάγει τὸν βίον αὑτῆς συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας, ἡ κρίσις δὲ ἂν αἱ καθ’ ἕκαστον πράξεις, αἱ πραγματοῦσαι τοὺς σκοποὺς τῆς Πολιτείας, ἢ πραγματοῦσαι τὰς βιοτικὰς σχέσεις τῶν ὑπηκόων, εἶναι κατὰ νόμον ἢ παρὰ νόμον ἀνατίθεται εἰς ἀνεξάρτητα ὄργανα, μὴ ἐπηρεαζόμενα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ὑπὸ τῶν ἐνσαρκοῦντων τὴν κυριαρχίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἡ θεωρία ὅμως αὕτη εἶναι θεωρία. Ἐν τοῖς πράγμασι κατεδείχθη ἀμέσως ὅτι ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διακρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν ἦτο δυνατὸν ἀπόλυτος νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἐδημιουργήθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐδημιουργήθη ὁ κοινοβουλευτισμός, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπό τινα ἔποψιν αὐτόχρημα ἄρνησις τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ἕτερόν τι ἀπέδειξεν ἡ πρᾶξις, ἕτερόν τι ἀπέδειξεν ἡ Ἱστορία, ὅτι καὶ ἡ διάκρισις, ἡ αὐθαίρετος, ἡ θεωρητικὴ μεταξὺ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀρθῇ καὶ αὐτή, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ματαίωσις τῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας, καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς ἀρχὴ ὁ σχηματισμὸς τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ καὶ ἔτι περαιτέρω ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης ὡς ἀρχή, ὅτι ὑπὸ τὴν δικαστικὴν κρίσιν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, δὲν ὑποπίπτει μόνον ἡ ἔννομος τάξις, ἐφ’ ὅσον ἀποκρυσταλλοῦται εἰς δικαιώματα ὑποκειμενικά, εἰς δίκαιον ἐξ ὑποκειμένου, ὡς λέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὑποπίπτει ἡ ἔννομος τάξις καὶ ἐφ’ ὅσον συντελεῖται μόνον διὰ κανόνων τοῦ ἐξ ἀντικειμένου δικαίου, ἐφ’ ὅσον συντελεῖται διὰ διοικητικῶν κανόνων, τῶν ὁποίων ἡ πραγμάτωσις δὲν εὑρίσκει ἀπέναντι αὐτῆς δικαιώματα, ὥστε ταῦτα νὰ προστατευθῶσιν εἴτε κατὰ τὴν ἀστικὴν δικαιοδοσίαν εἴτε κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἀλλ’ εὑρίσκει ἀπέναντι αὐτῆς μόνον συμφέροντα πολιτῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θιγῶσιν ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Διοίκησις, προβᾶσα εἰς τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουσι τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητός της ἢ ὑπερέβη τὰς διατάξεις τὰς περιοριζούσας αὐτὴν εἰς τὴν ἐνέργειάν της, τὰς κανονιζούσας τὴν δικαιοδοσίαν της. Καὶ ἡ κρίσις αὕτη εἶναι κρίσις δικαστική, καὶ ἡ κρίσις αὕτη συμφέρον εἶναι νὰ ἐξαιρεθῇ ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἕτερα ἀνεξάρτητα ὄργανα. Τὰ ὄργανα ταῦτα κατὰ τὴν λειτουργίαν των εἶναι δικαστικὰ ὄργανα, ἐκ λόγων δὲ σκοπιμότητος προσήκει νὰ μὴ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος νομικῶν, τῶν μεμορφωμένων μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Πρόκειται καὶ ἐνταῦθα, ἐπαναλαμβάνω, μόνον περὶ δικαστικῆς κρίσεως, καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποφαίνονται περὶ τοῦ ἂν ἡ ἔννομος τάξις ἐτηρήθη ἢ δὲν ἐτηρήθη, τὰ ὁποῖα ἀποφαίνονται ἂν τὸ ἐξ ἀντικειμένου δίκαιον ἐτηρήθη ἢ παρεβιάσθη, ἐκτελοῦσι δικαστικὴν λειτουργίαν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πάλιν εἰς τὸ διάγραμμα τῶν τριῶν λειτουργιῶν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, οὐδαμῶς δὲ πλάσσομεν τετάρτην ἐξουσίαν, οὐδαμῶς ἀναγνωρίζομεν τετάρτην λειτουργίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἀπὸ τῶν σκέψεων τούτων, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα δύνασθε νὰ βασανίσητε, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐβασανίσαμεν καὶ ἡμεῖς αὐτάς, ὁρμώμενος εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀντίρρησις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου δὲν ἔχει ἔρεισμα. Δὲν δημιουργοῦμεν, ὡς εἶπε, τετάρτην τινὰ ἐξουσίαν ὑπὲρ τὸν Ὑπουργόν· δημιουργοῦμεν ἓν ὄργανον δικαστικῆς κρίσεως, ὡς θὰ ἠδυνάμεθα αὐτὴν ταύτην τὴν λειτουργίαν ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ὄργανον μόνον δημιουργοῦμεν· ἡ ἐξουσία εἶναι ἡ αὐτή. Τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἀφ’ ἧς ἐξῆλθε τῆς δουλείας τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἐδήλωσε συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πολιτισμοῦ ὅτι ἐννοεῖ νὰ εἶναι Κράτος δικαίου, Κράτος ἐννόμου τάξεως, καὶ πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα ἐμπεφορημένοι ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι θέτομεν κανόνας δεσμεύοντας καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ τοὺς ὑπηκόους, κατὰ τοὺς ὁποίους οὗτοι δύνανται νὰ ῥυθμίσωσι τὸν βίον των, διὰ νὰ ζήσωσιν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἴδωσι προαγόμενα τὰ συμφέροντά των. Ἀλλ’ οἱ κανόνες οὗτοι ὀφείλουσι νὰ τηρηθῶσι, δὲν δύνανται δὲ νὰ τηρηθῶσιν, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν κρίσιν περὶ τῆς τηρήσεως ἢ μὴ τηρήσεως αὐτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἂν ἐτηρήθησαν ἢ δὲν ἐτηρήθησαν οἱ κανόνες οὗτοι ἀνήκει εἰς δικαστικὸν σῶμα. Τὸ δικαστικὸν σῶμα ἀποφαινόμενον ἂν ἐτηρήθη ἢ δὲν ἐτηρήθη ὁ κανὼν τοῦ δικαίου οὐδαμῶς ἐκτελεῖ πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι τόσον ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ εἰσαγομένη καινοτομία δὲν ἀντιβαίνει οὔτε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχὴν οὔτε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὥστε εἰς Κράτη σεβόμενα ἀμφοτέρας τὰς ἀρχὰς ταύτας ὁ θεσμὸς οὗτος λειτουργεῖ χωρὶς νὰ γεννηθῇ ποτε ἀμφιβολία ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς βάσεις τῶν νεωτέρων Πολιτειῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν βάσιν τὴν κοινοβουλευτικὴν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος σᾶς ἀνέφερε Κράτη κοινοβουλευτικά, ἅτινα ἔχουσιν ἀναγνωρίσει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ δ’ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ δημιουργία Δικαστηρίου ἀποφαινομένου περὶ τοῦ κύρους ἢ ἀκυρότητος τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ κῦρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἔφερον τὸ παράδειγμα ὅτι Κράτη, τὰ ὁποῖα, ὅσον ἡμεῖς ζηλοτύπως ἔχομεν πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν θεσμόν, τόσον ζηλοτύπως ἔχουσιν αὐτὰ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι τὴν συνδέουσι πρὸς τὴν μοναρχικὴν ἀρχήν. Τὰ Γερμανικὰ Κράτη ἔχουσιν ἀναγνωρίσει τὸ δικαίωμα ἀνεξαρτήτου σώματος, διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ὅπως ἀποφαίνηται περὶ τῶν πράξεων τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, ἂν αὗται κατὰ νόμον ἐξεδόθησαν. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο· τὰ Γερμανικὰ Κράτη βαίνουσιν ἔτι περαιτέρω. Δὲν ἔχουσι μόνον αἴτησιν περὶ ἀκυρώσεως πράξεων διὰ παράβασιν νόμου, ἀλλὰ καὶ δι’ ὑποβολὴν πραγματικῶν προϋποθέσεων μὴ συντρεχουσῶν ἐν τῇ ἐκδόσει διοικητικῆς πράξεως. Τοῦτο ἡμεῖς δὲν πράττομεν. Ἀκολουθήσαντες τὸ Γαλλικὸν πρότυπον ἠθελήσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν, ὡς καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐδημιούργησαν, ἕνα δεύτερον Ἄρειον Πάγον, ἓν ἀκυρωτικὸν ἀποφαινόμενον μόνον περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος. Τοῦτο πράττοντες εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δίδομεν ἀφορμὴν νὰ δημιουργηθῇ μία ἐγγύησις ὅτι τὸ κράτος τῆς νομιμότητος θέλει ἰσχύσει καὶ ἐν Ἑλλάδι ἀνεπηρέαστον ἀπὸ τῶν ἐπιβολῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ κομματισμοῦ. Τοῦτο καὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι τόσον μέγα, ὥστε, ὡς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, θὰ ἤξιζε δι’ αὐτὸ καὶ μόνον νὰ συγκληθῇ Συνέλευσις, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἡμεῖς οἱ ἀκολουθοῦντες ἐκπεφρασμένας πολιτικὰς γνώμας καὶ θέλοντες ὅπως τὸ Κράτος τοῦτο γίνῃ ὄχι μόνον Κράτος δικαίου, Κράτος πραγματοποιοῦν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἔννομον τάξιν, ἀλλὰ καὶ Κράτος ἐξασφαλίζον τὴν παροχὴν εὐνοϊκῶν ὅρων ἐξ ἴσου εἰς πάντας τοὺς πολίτας, ὅρων ἴσης εὐδαιμονίας εἰς πάντας τοὺς πολίτας, ἀναγνωρίζομεν ὅτι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἰδεῶδες, εἰς τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ὅτι καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν θὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν, πρέπει νὰ δημιουργηθῇ τὸ Κράτος ὡς Κράτος νόμων, ὡς Κράτος δικαίου. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν ἀντίρρησιν τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συναδέλφου τὴν ἀφορῶσαν τὸ δ’ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 82, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει) «ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους ἀνήκει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Καὶ περὶ τούτου ἔσχεν ὁ ἔντιμος καὶ ἀγαπητὸς ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰσάγομεν μίαν σύγχυσιν ἐξουσιῶν καὶ μίαν σύγχυσιν δικαιοδοσιῶν, καὶ ἠρώτησεν: ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ δὲν εἶναι συμφέρον ν’ ἀνήκῃ εἰς αὐτόν; Καὶ τίς εἶπεν ὄχι; Ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἤ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὴν εἴπω, ἡ πειθαρχικὴ ἀγωγὴ ἀνήκει βεβαίως εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ οἰκείου κλάδου τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου πάλιν σήμερον· ἡ ἐκδίκασις τῆς πειθαρχικῆς ταύτης ἀγωγῆς ὡς πρὸς τοὺς ἀπολαύοντας μονιμότητος ὑπαλλήλους διὰ τὴν ἀπόλυσιν, τὴν παῦσιν, τὴν μετάθεσιν, ἂν εἰσαχθῇ ποτε ἡ ἐπὶ ποινῇ μετάθεσις, ὑπάγεται εἰς συμβούλια, συμβούλια δυστυχῶς καταρτισθέντα μονομερῶς ἀπὸ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἄνευ συμμετοχῆς δικαστῶν, ὡς γίνεται ἀλλαχοῦ.
§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπάγεται εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§106Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰσηγεῖται ὁ Ὑπουργός. Περὶ τούτων λοιπὸν τῶν περιπτώσεων πρόκειται, καθ’ ἃς ἡ πειθαρχικὴ ἀπόφασις ἀνήκει εἰς συμβούλιον....
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἄλλαι περιπτώσεις αὐταί.
§108Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. .. ἡ ἀπόφασις, εἴτε θίγει τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζομεν διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐπὶ τῆς θέσεώς του, ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ, ἐπὶ τοῦ μισθοῦ του, εἴτε τὸ προστατεύει, ἀλλὰ προσβάλλεται τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων σήμερον δὲν ὑπάρχει προσφυγή, καὶ τὰ παράπονα τὰ λαοῦ καὶ τὰ παράπονα τὰ ἀκουσθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν θὰ ἠκούοντο, ἂν ὑπῆρχε προσφυγὴ τόσον ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ φρονοῦντος ὅτι ἠδικήθη εἰς τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμον, ὅσον καὶ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἂν φρονῇ ὅτι ἠδικήθη ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς μὴ τιμωρίας τῶν ὑπαλλήλων.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§111Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές· ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου δὲν ἔχω λόγον νὰ φέρω ἀντίρρησιν οὔτε μοὶ χρησιμεύει ὡς ἐπιχείρημα δι’ ὅσα ὑπεστήριξα. Ἐγὼ ἐξέλαβον, καὶ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅτι προκειμένου περὶ ἐφέσεων κατὰ τῶν πειθαρχικῶν ἀποφάσεων τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐνασκεῖ ὁ Ὑπουργός. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις, καθ’ ἃς γνωματεύουσι τὰ συμβούλια....
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Γνωματεύουσι καὶ ἀποφασίζουσι.
§113Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. .. ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐπιβαλλουσῶν εἴτε ποινὰς παύσεως εἴτε προσωρινῆς τοιαύτης. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλε ποινὴν τριμήνου παύσεως κατὰ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Μιστριώτου, καὶ ἐρωτῶ· ἂν ἐκκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θέτομεν ὑπεράνω τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ μίαν ἄλλην Ἀρχήν, καὶ οὕτω πράττοντες —διότι ἐγὼ δὲν διετύπωσα πρότασιν ὡρισμένην— παρακωλύομεν ἢ ὄχι τὴν διοίκησιν; Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀποφάσεων τῶν συμβουλίων ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ σχέδιον παραπέμπει εἰς νόμον, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰς περιπτώσεις. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι ἐννοοῦμεν ὅτι κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων θὰ ὑπάρχῃ προσφυγή, ἐφ’ ὅσον θίγονται κεκτημένα δικαιώματα τοῦ ὑπαλλήλου ἢ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας. Σήμερον ἀναγνωρίζεται, ἀφοῦ ὑπεστηρίχθη πρὸ δεκαετηρίδων, ὡς συμφέρον τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ τύχη αὐτῶν τῆς τύχης τῶν Κυβερνήσεων καὶ ν’ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτοὺς δικαίωμα ἐπὶ τῆς θέσεως, ἡ στέρησις τῆς ὁποίας θέλει ἐπέρχεσθαι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, κατ’ αὐτῆς δὲ τῆς ἀποφάσεως θὰ ὑπάρχῃ προσφυγή. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀφαίρεσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξοοσίας, διότι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀκεραίαν ἀσκεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ τὰς περιπτώσεις τῆς προσφυγῆς θὰ τὰς ὁρίσῃ ὁ νόμος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι τόσον ἐλαστικῶς διατετυπωμένα τὰ ἄρθρα, ὥστε οἱ λόγοι σκοπιμότητος, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πρέπον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, νὰ δύνανται νὰ ληφθῶσι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ οἰκείου νόμου. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἀντιρρήσεων τούτων παραμένουσιν ἀσάλευτα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ τόσον ἐπακριβῶς καὶ λεπτολόγως ἀναπτυχθέντα ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ τμήματος τούτου τοῦ Συντάγματος κ. ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ. Τὴν ἀντίρρησιν ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς νομίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω οὐχὶ ἀξίαν ἀντικρούσεως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἀντιλέγων.
§116Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀναλυτικώτατα ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔγκριτος ἐκ Σπετσῶν Βουλευτής, ἀνεπτύχθη ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμέ, ὅστις ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ξένος πρὸς τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, νὰ κάμω μίαν ἀνασκόπησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀπὸ Ἑλληνικῆς μόνον ἀπόψεως. Ἀπὸ τοῦ 1833 διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἡ Βαυαρικὴ Δυναστεία, τῆς ὁποίας τὰ φιλελεύθερα πολιτικὰ φρονήματα οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, προαγγέλλουσα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἔλεγεν ἐν τῷ Διατάγματι ὅτι τοῦτο πράττει, ἵνα γίνηται ἡ συζήτησις τῶν σπουδαιοτέρων ὑποθέσεων τοῦ Κράτους ἐν αὐτῷ καὶ πρὸς λύσιν τῶν ἀμφισβητήσεων τῶν διοικητικῶν. Βραδύτερον, κατὰ τὸ 1835, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου τοῦ εἰσαχθέντος καὶ λειτουργήσαντος μέχρι τοῦ 1844. Πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, δηλαδὴ πρὸ τοῦ 1844, αὐτοῦ τοῦ Κράτους ἡ πολιτικὴ σύστασις καὶ τὸ μοναρχικὸν τοῦ πολιτεύματος εὐλόγως ὑπηγόρευον τὴν σύστασιν Συμβουλίου Ἐπικρατείας, διότι εἰς τὸ πολυμελὲς τοῦ σώματος τούτου, λειτουργοῦντος ὡς δῆθεν συνταγματικοῦ θεσμοῦ, ὑπό τινα ἔννοιαν ἀντιπροσωπευτικῆς ἰδιότητος, διότι, λέγω, εἰς τὸ πολυμελὲς τοῦ σώματος τούτου ἐκαλύπτετο ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ μονάρχου ἡ ἀπολυταρχικὴ καὶ αὐθαίρετος θέλησις. Ἀπὸ τοῦ 1844 ὅμως καὶ ἐφεξῆς, ὁπότε ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ ἀνεπτύχθησαν κατόπιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1843 αἱ νέαι καὶ φιλελεύθεροι ἰδέαι, ὁπότε ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου πρὸς ἐμπέδωσιν συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἔλαβε σάρκα διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ὁ θεσμὸς οὗτος κατηργήθη καὶ ἔμεινε κατηργημένος καὶ νεκρὸς καθ’ ὅλην τὴν συνταγματικὴν περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ 1864. Οἱ σύγχρονοι τότε, ὅπως ἀληθῶς ἐλέχθη καὶ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἐθεώρουν τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀπεχθῆ, καὶ τὸν ἐθεώρουν ἀπεχθῆ ὡς προϊὸν δυναστείας ἀπολύτως μοναρχικῆς καὶ ὡς θεσμὸν περιττὸν ἢ οὐδεμίαν ἔχοντα πρακτικὴν ἀξίαν ἢ ἐπικίνδυνον διὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ἐν τίνι μέτρῳ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ 1864 εἶχον τὴν ἀντίληψιν τοῦ περιττοῦ καὶ τοῦ ἐπικινδύνου τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον καὶ ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι τὸ κεφάλαιον περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας ν’ ἀπορρεύσῃ ἐκ πρωτοβουλίας αὐτῆς θεσμός, τοῦ ὁποίου, ὡς προσφυῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δὲν εἶχον ἀγαθὴν μνήμην οἱ σύγχρονοι. Διὰ τοῦτο τὰ ἄρθρα 83 ἕως 86 τοῦ Συντάγματος περιελήφθησαν μόνον ἐν τῷ Βασιλικῷ Διαγγέλματι, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ εἰσαγόμενος καινοφανὴς θεσμὸς ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ἀποκλειστικῶς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, φρονούσης ὅτι διὰ τοῦ ὀχυρώματος τούτου θὰ ἐτίθετο φραγμός τις ἀπέναντι τῶν ὑπερβασιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Αἱ γενόμεναι τότε συζητήσεις ἦσαν σφοδραί, καὶ μετὰ τόσης ὑποψίας ἀπέβλεπε τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὴν παραδοχὴν παραπλησίου θεσμοῦ, ὥστε πληρεξούσιος ἐκ τῶν ἐπιφανῶν, ὁ μακαρίτης Λομβάρδος ἐπρότεινε νὰ ἀνακοινωθῶσι τὰ συμβάντα εἰς τὸν Ἄνακτα καὶ νὰ τεθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ πάντα τὰ περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου λεχθέντα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ καταδήλως τὴν ἀπροθυμίαν ἢ μᾶλλον τὴν ἄρνησιν τοῦ Σώματος εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐψηφίσθη μὲν ὁ θεσμὸς οὗτος διὰ πλειονοψηφίας μιᾶς μόνον ψήφου καὶ μετὰ συζήτησιν ἐναγώνιον καὶ πολυήμερον, ἀλλ’ ἦτο τόσον σφοδρὰ ἡ ἀντιπολίτευσις κατ’ αὐτοῦ καὶ μετὰ τόσης ὁρμῆς διεξήχθη ἡ πολεμικὴ κατὰ θεσμοῦ δυσχεραίνοντος τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὥστε συνέταξαν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν 100 περίπου ἀντιπρόσωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διαμαρτυρίαν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ καταχωρίσῃ εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν διέσωσαν αἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀψευδὲς μαρτύριον, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ὡς παρήγορον σημεῖον περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντελαμβάνοντο τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ 1864. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω αὐτὸ τοῦτο τὸ περιεχόμενον τῆς διαμαρτυρίας ἐκείνης: «Οἱ ὑπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι ὑπογράφοντες τὸ Σύνταγμα ἐξαιροῦμεν τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κεφάλαιον, τὸ μὲν ὡς μὴ προελθὸν ἐκ τῆς ἐλευθέρας ψήφου τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καταναγκαστικῶς εἰς αὐτὴν ἐπιβληθέν, τὸ δὲ ὡς εἰσάγον ἐν τῇ Πολιτείᾳ θεσμὸν ἀπεχθῆ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκ παλαιῶν παραδόσεων, παράσιτον δὲ τοῦ Συντάγματος καὶ νόθον προωρισμένον νὰ διαφθείρῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῶν περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεων, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι ὁ Ἡγεμὼν θέλει ἀποκρούσει θεσμὸν τοιοῦτον, μέλλοντα νὰ συναθροίσῃ περὶ τὸν Θρόνον τὴν κολακείαν καὶ τὰς παρασίτους αὐτῆς κακίας, δι’ ὧν οἱ Θρόνοι ἀμαυροῦνται, νὰ στερήσῃ δὲ τὸ ἔθνος τῶν ἐλπίδων, ἃς ὑπόσχεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἀνταγωνισμὸς ὑπὸ τὸ σκῆπτρον ἐναρέτου Βασιλέως».
§117Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι αἱ ἐλπίδες των διεψεύσθησαν οἰκτρῶς;
§118Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τουναντίον· τὰ πράγματα ἐκύρωσαν τοὺς λόγους των, διότι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου καιροῦ κατηργήθη ὁ θεσμός, τὰς ἐλπίδας των δὲ δὲν ἐνίσχυσαν οἱ συστηματικῶς ἀντιδρῶντες κατὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς προόδου καὶ ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν ἐθνικὴν προκοπήν.
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπῆρχον οἱ παράγοντες, εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν ὁποίων ἤλπιζον;
§120Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ εἶπον ἤδη. Καὶ ἦτο ὁμολογουμένως, κύριοι Βουλευταί, τόση ἡ ἰσχὺς τῆς λογικῆς καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡττηθεῖσα ἐνίκησε, καὶ ἐνίκησε, διότι κατώρθωσε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, καθ’ ἣν ἐπετρέπετο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ κεφαλαίου περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν προσεχῆ Βουλήν. Καὶ πράγματι κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος κατηργήθη ὁ θεσμὸς αὐτὸς διὰ ψήφων 120 κατὰ 24. Εἶναι παρατηρημένον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὁσάκις τὰ Κράτη κακοδαιμονοῦσιν ἢ ὁσάκις ἕνεκα οἱωνδήποτε λόγων ὑφίστανται ἐθνικὰ ἀτυχήματα, τῶν λαῶν ἡ προσοχὴ στρέφεται εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ, καὶ τοῦ Τύπου καὶ τῶν πολιτευομένων αἱ αἰτιάσεις ἀπευθύνονται πάντοτε κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὴν κοινοτέραν λογικὴν οἱ διαχειρισταὶ τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν εἶναι καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως, ἐν τούτοις κατὰ παράδοξον τρόπον ἡ ἐπιτηδειότης κατώρθωσεν, ὥστε νὰ ἐπιζητῶνται αἱ εὐθῦναι οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀβλαβεῖς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ προβάλλωνται αἰτιάσεις κατὰ τῶν ἀψύχων νόμων. Διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν μίαν ῥοπὴν εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρωμεν θεσμοὺς δοκιμασθέντας καὶ καταργηθέντας καὶ μίαν τάσιν εἰς τὸ ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις, αἵτινες ἀπησχόλησαν ἄλλοτε τὰς προηγουμένας Ἐθνοσυνελεύσεις. Καὶ τοῦτο πράττομεν, ἵνα καταστήσωμεν δῆλον πρὸς τὸ νοῆμον κοινὸν ὅτι ἡμεῖς πράγματι προσφέρομεν πρόσθετόν τι εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν.
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νεωτερίζομεν.
§122Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νεωτερίζομεν, καὶ πράγματι νεωτερίζομεν, διότι κατὰ τοῦτο παρακολουθοῦμεν τὸν συρμόν, ὅστις κάποτε ἀνατρέχει εἰς προγενεστέραν ἐποχήν, διότι δὲν δύναται ἄλλο τι νὰ προσθέσῃ, καὶ μᾶς παρουσιάζει σχέδια, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν ἐθεωροῦντο κακόμορφα καὶ γελοῖα. Ἐνέδειξα, κύριοι Βουλευταί, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἀποκρούω τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ὅτι θεωρῶ τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὡς ἄσκοπον μὲν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν νομοθετικῶν καὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἀνοίκειον δὲ καὶ ἀντικανονικὸν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον πολὺ καλῶς κρατεῖ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, κατ’ ἐξοχὴν δὲ διότι τὸν θεσμὸν αὐτὸν θεωρῶ ὡς προωρισμένον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μεσότοιχον πρὸς κάλυψιν εὐθυνῶν καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν δημόσιον θησαυρὸν χιλιάδας ὅλας δραχμῶν. Κράτη μικρὰ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὴν δύναμιν ἔχουσιν ἀνάγκην ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγοδαπανωτέρας καὶ ἁπλουστέρας Διοικήσεως, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω μίαν βαρεῖαν φράσιν, ὅτι θὰ εἶναι ἀκρισία νὰ θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν μέθοδον τοῦ βατράχου, τὴν ὁποίαν τόσον ἐναργῶς διατηρεῖ μέχρις ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς μῦθος, καὶ νὰ θέλωμεν νὰ μιμώμεθα διαρκῶς τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, παρεισάγοντες καὶ ἀνιδρύοντες Νομικὰ Συμβούλια καὶ Συμβούλια Ἐπικρατείας καὶ Γερουσίας καὶ πολυσχιδεῖς τάξεις ὑπαλλήλων, ὅτε δὲν ἀπαρτίζομεν κατὰ πληθυσμὸν ἢ μόνον ἕνα Γαλλικὸν νομὸν καὶ μόλις κατά τι ὑπερβαίνομεν ἕνα Τουρκικὸν νομόν, τὸν τῆς Σμύρνης. Ἂν ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἐξέτρεψε τὸ Κράτος ἡμῶν ἀπὸ τὴν ὁδὸν τοῦ πρέποντος καὶ εἰσήγαγε παρ’ ἡμῖν πολιτικὰ ἤθη διεστραμμένα, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἔπταισαν οἱ θεσμοί, ἀλλ’ ἔπταισαν οἱ κακοὶ διαχειρισταὶ τῶν μεγάλων τούτων θεσμῶν. Ἀφήσατε τὰς δύο μεγάλας ἐξουσίας, τὴν νομοθετικὴν καὶ νομοτελεστικήν, νὰ εἶναι ἀντιμέτωποι, χωρὶς νὰ παρεμβάλλωνται μεταξὺ αὐτῶν ἀνεύθυνοι Ἀρχαί, αἵτινες ἀσφαλῶς θὰ εἶναι οἱ διαστροφεῖς ὄχι μόνον τῶν θελήσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν εὐθυνῶν ἑκατέρας τούτων. Ἡ πρόοδος τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ ἡ βελτίωσις τῶν πολιτικῶν μεθόδων, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς ἡμᾶς ἡ πρό τινος γενομένη ἐξέγερσις, βαίνουσιν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐλπίζω, γοργῶς εἰς παγίωσιν, καὶ αἱ μέθοδοι τοῦ παρελθόντος, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὑπέθαλπεν ὑπούλως ἡ μία τῶν ἐξουσιῶν, διὰ νὰ καταρρίπτῃ τὸ γόητρον τῆς ἑτέρας, τοῦ παρελθόντος, λέγω, αἱ μέθοδοι καὶ αἱ ἕξεις ὁλονὲν ἀποβάλλονται, καὶ μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἀντλῶ ἐκ πείρας καὶ οὐχὶ ἐκ θεωρίας, ὅτι διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν ἀρκοῦσι τὰ δύο πολιτειακὰ θεμέλια, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βασιλεία. Ὅπως διεμορφώθησαν παρ’ ἡμῖν οἱ δύο οὗτοι θεσμοὶ καὶ ἐν τῷ πολιτεύματι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου, εἶναι θεσμοὶ ἄριστοι. Ἂς μείνωσιν ὡς ἔχουσιν αἱ δύο μεγάλαι ἐξουσίαι, διὰ νὰ εἶναι διαρκῶς, ὡς προεῖπον, ἀντιμέτωποι, οἱονεὶ ἐχθραί, ὑποβλέπουσαι ζηλοτύπως ἀλλήλας, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀσφαλίζονται περισσότερον αἱ ἐγγυήσεις, καὶ θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ προκόψῃ τὸ Κράτος ὑπὸ τὸ ἀναφαίρετον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν διατηρήσει ἀμείωτον. Ὀλίγη καλὴ θέλησις ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως καὶ εὐοιώνως παρατηροῦμεν σήμερον, θὰ εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀντικαταστήσῃ 1000 Συμβούλια Ἐπικρατείας. Πᾶσα ὑπερβασία τῶν Βουλῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ὡς ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος τῶν ὑπερβασιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποπίπτει ἡ ἑτέρα ἐξουσία, ἐξουσία ἡ ὁποία κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔχει καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποτρέπῃ τὰς ὑπερβασίας, ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ταύτας, γενομένας ὑπὸ τῆς ἑτέρας τῶν ἐξουσιῶν. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν κοινοβουλευτικὴν σταδιοδρομίαν νὰ χωρῇ ἐλευθέρως πρὸς τὰ πρόσω, ἀπροσκόπτως, ἄνευ παρεμβολῆς, οἷα εἶναι ὁ ὑπὸ κρίσιν θεσμός, διότι καὶ τὸ ἔθνος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν ἀπέναντι αὐτῶν τοὺς ὑπευθύνους. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἀνταγωνισμός, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ὀξύς, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἔκτροπος, εἶναι πάντοτε θεμέλιον προόδου καὶ ἰσχύος τῶν Κρατῶν, ὅταν τὰ Κράτη διατελῶσιν, ὡς ἔλεγον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ 1864, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, ὅταν τὰ Κράτη διατελῶσιν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον ἐναρέτου καὶ ἐργαζομένου ἡγεμόνος. Τοῦτο εἶναι δι’ ἡμᾶς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι ἐπιτευκτόν, ἂν θέλωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι πρωτόπειρος εἰς τὸ πολιτεύεσθαι, ἔχω τὴν ἀγαθὴν ἐλπίδα ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ μέλλοντος παραδειγματιζόμεναι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν θὰ θελήσωσι νὰ τηρήσωσι τὸ γόητρον καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θὰ καταδεικνύωσιν ὅπου δεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύουσιν ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας τὸν λαόν, ὅθεν προέρχονται, καὶ οὐχὶ τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχήν, ἐξ ἧς διορίζονται. (Χειροκροτήματα).
§123Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου καὶ ἔξωθεν τοῦ περιβόλου τούτου καὶ πέρα αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας συνεζητοῦντο τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τῆς πατρίδος ἡμῶν, πάντες εὑρίσκοντο σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι τὸ αἴτιον δὲν ἐνέκειτο εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ὅπερ ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ πάντων ὅτι ἦτο καὶ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν προσιδιάζον εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι αἱ ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ πολιτεύματι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συντάξεως αὐτοῦ, δὲν ἐλειτούργησαν παντάπασι κανονικῶς, διότι δὲν περιωρίσθησαν ἐντὸς τῶν διαγεγραμμένων αὐταῖς ὁρίων, ἀλλ’ ὑπέστησαν κατὰ τὴν πορείαν αὐτῶν τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε παρ’ ὀλίγον ν’ ἀνετρέπετο τὸ συνταγματικὸν ἅρμα, ἂν μὴ ἐσχάτως ἡ ἀντίθετος φορὰ τοῦ λαϊκοῦ ῥεύματος δὲν ἐσταμάτα αὐτὸ καὶ παρημπόδιζε τὴν πλήρη αὐτοῦ κατάπτωσιν, τὴν πλήρη αὐτοῦ καταστροφήν. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενοι πάντες συμφώνως ἔλαβον ὡς βάσιν, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν τοιαύτην σύγχυσιν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, ἵνα ἐφεξῆς βαδίζῃ ἀπροσκόπτως καὶ ὁμαλῶς, καὶ καθώρισαν τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς ἐκείνους θεσμούς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καὶ ἐντὸς διαγεγραμμένων ὁρίων λειτουργήσωσιν εἰς τὸ μέλλον αἱ ἐξουσίαι τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Καὶ ἐν ᾧ οὕτω τὰ πράγματα ἔχουσι σήμερον, Κύριοι, μεταρρυθμιζομένου τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἀνακύπτει πρὸ ἡμῶν θεσμός, ὅστις συνδέεται μὲ τὸ παρελθὸν τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἀναμνήσεις ὄχι εὐχαρίστους, ἀλλ’ ὀδυνηράς, ὀδυνηρὰς λέγω, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἐφηρμόσθη καὶ κατ’ ἐπανάληψιν κατέπεσε μετὰ πατάγου ὑπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ λαοῦ.
§124ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη.
§125Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐφηρμόσθη ἐπὶ 16 μῆνας.
§126ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπί τινας μῆνας κατὰ τὸ 1864 καὶ 1865 δὲν ἦτο ἐφαρμογή.
§127Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν ἔγινε μακρὰ ἐφαρμογή, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη.
§128Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγεται αὐτὸ ἐφαρμογή.
§129Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Σεῖς θὰ ἠθέλετε μακρὰν ἐφαρμογήν, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ βραχεῖα. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἱδρυθῇ θεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέεται πρὸς τὴν νεωτέραν πολιτικὴν κίνησιν τῆς Ἑλλάδος μὲ λυπηρὰς ἀναμνήσεις. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ μορφώσω γνώμην ἂν ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς οὗτος ὡς θεσμός, ἢ ἂν ἀπέτυχε, διότι τὰ πρόσωπα ἀπέτυχον, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν τότε. Καὶ ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον ἐγὼ κρίνω, Κύριοι, κατὰ τὴν πρώτην περίοδον μέχρι τοῦ 1844 ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς ἀπέτυχεν ἕνεκα τῆς χειρίστης καταρτίσεως αὐτοῦ, διότι τὰ πρόσωπα τὰ διορισθέντα δὲν ἦσαν τὰ κατάλληλα πρὸς τὸν θεσμὸν αὐτόν, καὶ διὰ τοῦτο ὡς γνωμοδοτικὸν Σῶμα διετέλει ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῆς τότε Ἀντιβασιλείας ἐπὶ βλάβῃ τῆς νομοθεσίας, καὶ ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον ὑπῆρξεν ἄθλιον οὐδόλως συντελέσαν εἰς τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Τουλάχιστον τοιαύτην κρίσιν ἔχει ἐξενέγκει ἡ νεωτέρα πολιτικὴ ἱστορία. Ἀλλὰ προκειμένου ὅμως περὶ τῆς δευτέρας περιόδου, περὶ τῆς περιόδου τοῦ 1864–1865, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπέτυχε, διότι ἀπέτυχεν ἕνεκα τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν προσώπων, διότι τότε κατὰ τὸ πλεῖστον διῃρέθησαν τὰ καταλληλότερα πρόσωπα, οἱ καλλίτερον συγκεκροτημένοι ἐπιστημονικοὶ ἄνδρες, οἷοι ὁ Σκαρλᾶτος Σοῦτσος, ὁ Ἀρμένης Βράϊλας, ὁ Δηλιγιάννης, ὁ Προβελέγγιος κλπ., οἱ ἐπιφανέστεροι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἀπέτυχε τότε, διότι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα δὲν ἦσαν κατάλληλα πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπόν, καί, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, δύναταί τις μετὰ δισταγμοῦ νὰ συζητῇ περὶ ἑνὸς τοιούτου θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ γίνῃ νόμος συνταγματικός. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ τὸν θεσμὸν τοῦτον θὰ ἐξετάσω ὑπὸ δύο ὄψεις, ὑπὸ τὴν ὄψιν τοῦ νομοπαρασκευαστικοῦ Σώματος καὶ ὑπὸ τὴν ὄψιν τοῦ διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Ὑπὸ τὴν πρώτην ὄψιν, τοῦ νομοπαρασκευαστικοῦ Σώματος, δὲν εὑρίσκω λόγους νὰ πείσω ἐμαυτὸν ὅτι ὑπάρχει ἀναγκαία ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ, καὶ δὲν εὑρίσκω λόγους, διότι συλλογίζομαι ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1863–1864 δὲν ἠδυνήθη ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ ἦτο βιώσιμος καὶ κατέπεσε μετὰ βραχὺ χρονικὸν διάστημα. Πῶς θὰ εἴπῃ τις σήμερον ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ τοιοῦτον Σῶμα, ὅτε ἡ νομοθετικὴ ἀρχή, τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, ἕνεκα τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων εἶναι ἀπηλλαγμένον πάσης ἄλλης ἀναμίξεως καὶ ἐπεμβάσεως ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ὡς συνέβαινε κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἑπομένως ἔχει ὅλον τὸν καιρόν, ὅπως ἀσχολῆται εἰς τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ αὐτοῦ ἔργα, εἰς ἃ ἔχει προορισθῆ, καὶ ἀνάγκη παρίσταται, ὅπως ἱδρυθῇ Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ βοηθῇ εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων; Τίνα σκοπὸν καὶ ποίαν ἀποστολήν, ἐρωτῶ, ἔχει ὁ Βουλευτὴς συνερχόμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον παρὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων; Καὶ εἶναι καταλληλότερος εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάθηται παρὰ τὸ ψυχρὸν αὐτοῦ κάθισμα μακρὰν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνον ὅστις μελετᾷ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ἀναμιγνυόμενος καθ’ ἡμέραν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐρχόμενος εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, ἐνῷ ὁ ἔξωθι τοῦ περιβόλου τούτου εὑρισκόμενος καὶ ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ του συνήθως δὲν γνωρίζει οὔτε τὰς ἀνάγκας οὔτε τὰ ἐφόδια καὶ τοὺς πόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Καὶ εἰς τί θ’ ἀσχοληθῇ ὁ Βουλευτής, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον ἡ Πολιτεία παρέχει πάντα τὰ μέσα, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δύναται τελεσφόρως νὰ ἐνεργῇ τὸ νομοθετικὸν αὐτοῦ ἔργον; Δὲν ἔχω μακρὸν πολιτικὸν βίον, ἔχω βραχύν, βραχύτατον, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν παρετήρησα ὅτι τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ Σῶμα εἰργάσθη ἄριστα προκειμένου περὶ τῆς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ διὰ τῶν ἐπιτροπειῶν εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων καὶ νομίζω ὅτι παρήγαγεν ὅ,τι τέλειον, ὅ,τι καλλίτερον πρὸς τὰς νεωτέρας πολιτικὰς ἰδέας καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§130Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δι’ ἡμᾶς ὁμιλεῖτε;
§131Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Μάλιστα. Παρετήρησα ὄχι μόνον τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν ὑπεβλήθη ἡ μελέτη τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπιτροπείας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας παρεπέμφθησαν νομοσχέδιά τινα, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν εἶδον ὅτι αὗται παρήγαγον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ ἄριστον καὶ τὸ τέλειον.
§132Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀριστεῖς;
§133Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Τὸ θεωρῶ περιττόν· ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν τὸ θεωρῶ χρήσιμον, ἤδη μάλιστα, ὅτε κατὰ σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὰς εἶναι ὑποχρεωτική. Ἀλλὰ δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀδικήσω τοὺς ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένους, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἐν τῇ Ἑλλάδι εἰσῆλθεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην εἴτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, εἴτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, εἴτε ἐν τῷ ἐμπορίῳ, καί, ὅταν ἔχητε τοιοῦτον ὑλικὸν πρὸς παρασκευὴν νομοθετικῆς ἐργασίας, διατί ζητεῖτε ἔξωθεν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἔλθει εἰς συνάφειαν μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Σήμερον, ὅτε ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἀπηλλαγμένος πάσης φροντίδος, ὅτε δὲν ἔχει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, τί ζητεῖτε νὰ κάμῃ ἢ νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς προπαρασκευῆς καὶ τῆς μελέτης τῶν νόμων; Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης οὐδεμίαν χρησιμότητα ἔχει καὶ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει, ὅπως ἱδρυθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, Κύριοι, τοῦ διοικητικοῦ Δικαστηρίου νομίζω ὅτι δὲν δύναται εὐλόγως ν’ ἀρνηθῇ τις τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, δὲν δύναται δὲ ν’ ἀρνηθῇ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, διότι καὶ ἡ πληθώρα τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων, εἰς ἃ πολλαὶ ὑποθέσεις ὑπάγονται καὶ ἡ ἀντίφασις περὶ τὴν νομολογίαν αὐτῶν καὶ ἡ κακὴ σύνθεσις καὶ λειτουργία αὐτῶν ἐνδεικνύει τὴν ἀνάγκην ἱδρύσεως ἀνωτέρων διοικητικῶν Δικαστηρίων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅμως ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἀντίρρησις, διότι προφανῶς ὑπάρχει ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων, καὶ τοῦτο ἐμαρτύρησε τὸ παρελθόν, καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ σημερινὴ ἀνάγκη τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ θὰ εἶναι ἀρκετόν, ὅπως ἱδρυθῇ τοιοῦτον Σῶμα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη, Κύριοι, καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσάγεται καὶ παρὰ τὸ σχέδιον τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, αὕτη νομίζω ὅτι εἶναι καινοτομία, ἡ ὁποία δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι τολμηρὰ καὶ ἀπάδουσα πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Παρετήρησα τὸ σχέδιον τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν καὶ παρετήρησα μετὰ προσοχῆς ὅτι τὴν καινοτομίαν ταύτην δὲν εἰσήγαγε· τὴν καινοτομίαν αὐτὴν τὴν εἰσάγει ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, καὶ ταύτην ὁμολογουμένως ὑποστηρίζει διὰ μεγάλων ἐπιχειρημάτων. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑφίσταται μείωσίν τινα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπέναντι ἑνὸς Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ. Καὶ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς τὰ παραδείγματα, ἅτινα ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θελήσῃ νὰ ἱδρύσῃ παρανόμως φαρμακεῖον, καὶ διὰ τὴν τοιαύτην παράνομον ἵδρυσιν ὁ ἰδιώτης καταφεύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τοιαύτῃ βεβαίως περιπτώσει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα καὶ δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν σύστασιν φαρμακείου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐὰν δὲν ἱδρύσῃ φαρμακεῖον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἱδρύσῃ τοιοῦτον, καὶ ὁ ἰδιώτης καταφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐξετάζοντος τὴν παράλειψιν ταύτην ὑφίσταται ἢ δὲν ὑφίσταται διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἔλεγχον ὁ Ὑπουργός; Εἰσέρχεται ἢ δὲν εἰσέρχεται εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς; Ἐξετάζει ἢ δὲν ἐξετάζει τὴν παράλειψιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ δίδῃ λόγον δικαστικόν, πολιτικὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Μὴ συγχέωμεν, Κύριοι, τὰ ζητήματα· ἄλλο εἶναι τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δύναται τοῦτο νὰ εἶναι πολλάκις ὠφέλιμον, καὶ ἄλλο εἶναι τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος, καὶ ὅτι δὲν ὑφίσταται μείωσιν ἡ ἐκτελεστικὴ Ἀρχή. Εἶναι δύο διακεκριμένα ζητήματα. Δύναται ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦτο νὰ εἶναι ὠφέλιμον πολιτειακῶς, οὐδέποτε ὅμως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔλεγχος τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἑτέραν ἐξουσίαν ἐν τῷ Συντάγματι.
§134Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν; Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν δυνηθῆτε νὰ ἀπαντήσητε εἰς αὐτήν, θέλετε λύσει τὸ ζήτημα. Τὸ σήμερον γινόμενον προσβάλλει τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν, διότι ἱδρύεται νέον Σῶμα. Ἀλλά, ἐὰν σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει ἱδρυμένον ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν Σῶμα, ὅπερ ἀσκεῖ ὁμοίαν ἐξουσίαν, τί θέλετε μοὶ ἀπαντήσει; Εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, σῶμα εἰδικῶς δικαστικόν, ἐδόθη ἡ ἐξουσία νὰ σταματᾷ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν λέγον πρὸς αὐτούς· «εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξίς σου». Ἐκεῖ λοιπὸν ἐδόθη ἡ τοιαύτη ἐξουσία διὰ λόγους καθαρῶς οἰκονομικούς, ἐδῶ δὲ δίδεται διὰ λόγους καθαρῶς διοικητικούς.
§135Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐδῶ εἶναι καθολικὴ πλέον ἡ ἐξουσία ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διαχειριζομένης ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.
§136Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδικάς μου πράξεις ἐσταμάτησε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἤμην εὐτυχής, διότι εὑρέθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ μοὶ εἶπε «πρόσεξε, διότι ἡ πρᾶξις, ἣν ζητεῖς, εἶναι παράνομος».
§137Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πασῶν τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν εἶναι παράνομοι.
§139Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐὰν παρανομῇ αὐτό, τίς θὰ τὸ ἐξελέγξῃ;
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν παρανομῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, τίς τὸν ἐξελέγχει; Ὅταν παρανομῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τίς τὸ ἐξελέγχει;
§141Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα· εἶναι πρᾶγμα διάφορον. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἐξουσία δικαστικὴ αὐτοτελής, ἡ δὲ ὑπόθεσις, ἵνα ἔλθῃ μέχρις αὐτοῦ, διέρχεται ἱεραρχικῶς πολλὰς κλίμακας, ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν μελέτην πολλῶν δικαστικῶν προσώπων, ἐνῷ ἐνταῦθα ἱδρύομεν ἕν σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ δεύτερον βαθμὸν ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως. Θ’ ἀποφαίνηται ἅπαξ καὶ μόνον περὶ μιᾶς πράξεως, ἂν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι.
§142Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ, ποῦ προσφεύγει ὁ πολίτης;
§143Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἰς τὴν Βουλήν.
§144Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὄχι· εἰς τὸ Δικαστήριον.
§145Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ προσφύγῃ τότε, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀποφανθῇ παρανόμως ἐπὶ μιᾶς πράξεως;
§146Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἰς τὸ Δικαστήριον πάλιν· ἐκεῖ θὰ προσφύγῃ. Ὄχι ὡς ἱδρύεται. Δὲν ὑπάρχει ἀνώτερον Κράτος αὐτοῦ· τὸ Κράτος εἶναι αὐτό, κατὰ μεταφοράν, ὡς ἄλλοτε ἔλεγεν ὁ Λουδοβίκος ὁ 14ος τῆς Γαλλίας, «τὸ Κράτος εἶμαι ἐγώ».
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν μιᾶς πράξεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ, τίς θὰ ὑπερισχύσῃ; Ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ γίνῃ, ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι ἡ ὑπεροχὴ αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ;
§148Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, κύριε συνάδελφε. Ἤδη, ὡς ζητεῖται ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ Κράτος ἐφεξῆς θὰ εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ καινοτομία αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τέλει, Κύριοι, προκειμένου περὶ ἱδρύσεως ἑνὸς θεσμοῦ τόσον δαπανηροῦ πρέπει νὰ εἴμεθα διστακτικοί, διότι τὸ Κράτος εἶναι μικρὸν καὶ μὴ ἀντέχον εἰς θεσμοὺς τόσον πολυτελεῖς, καὶ πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγάλη μέριμνα περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, διότι φοβοῦμαι, καὶ φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι βιώσιμος.
§149Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀκούων τὸν τόνον τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θ’ ἀπορήσῃ τῇ ἀληθείᾳ ἂν συνήλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα ἢ νὰ τὰ ἐπικυρώσωμεν ἁπλῶς. Τουλάχιστον ἡ ἀντίληψίς μου τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι τοιαύτη, καὶ μοὶ ὑπενθυμίζει, Κύριοι, τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ ἐξερχόμενον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ὁδηγούμενον ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος τῷ ἐδείκνυε τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, λέγοντα πρὸς αὐτόν· «Ποῦ εἶναι τὰ καλά μας καὶ τὰ ἀγαθά μας; Ποῦ εἶναι τὰ σκόροδα καὶ τὰ κρόμμυα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰς τὸν τόπον μας;». Παρόμοιόν τι συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πόθοι παράδοξοι τοῦ πρῴην πολιτικοῦ συστήματος ἐκδηλοῦνται καὶ ἐνδοιασμοὶ κατὰ παντὸς νεωτερισμοῦ. Καὶ ἰδοὺ τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἤδη καὶ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ποῦ πηγαίνετε, μᾶς λέγουσιν; Ἡ καινοτομία αὐτή, τὴν ὁποίαν θέλετε, ἐνέχει μεγάλους κινδύνους. Μήπως δὲν εἴμεθα καλὰ ἕως τώρα; Δημιουργεῖταί τι παρέμβλητον, ἐνῷ κοινοβουλευτικῶς Βουλὴ καὶ Βασιλεὺς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντιμέτωποι. Καὶ ἐλειτούργησε, Κύριοι, τόσον ὡραῖα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπως γνωρίζετε ὅτι ἐλειτούργησε, καὶ ἔφερε τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου τὰ ἔφερε, διὰ νὰ ἀκούωμεν τοιούτους πόθους! Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζομαι, εἶναι ὀλίγον αὐστηρά, καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εὑρίσκονται οὗτοι ἐν τῷ δικαίῳ. Δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου σχετικῶς μὲ τὴν χρησιμότητα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσητε τί λέγει εἷς γνωστὸς Γάλλος δημοσιολόγος, ὁ Ἐσμέν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἀπομιμήσεως τῶν Ἀγγλικῶν θεσμῶν ἄνευ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς αὐτοδιοικήσεως, διὰ τῆς ἀντιγραφῆς Γαλλικῶν θεσμῶν ἄνευ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δημιουργεῖται παντελὴς σχεδὸν ἔλλειψις ἀσφαλείας ἐν τῷ δικαίῳ τῆς διοικήσεως καὶ κλονισμὸς τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους». Καὶ ἐρωτῶ πάντα Ἕλληνα νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν τῳόντι δὲν εὑρέθημεν πρὸ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους, τῆς ὑπηρεσίας ὡς διεξάγεται. Ἂν τοῦτο, Κύριοι, δὲν συνέβη, ἂν ὑπ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις δὲν ἐτελέσαμεν ἐπὶ δεκαετηρίδας, ἂν δὲν ἠγανακτήσαμεν κατὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἂν δὲν ἀπηλπίσθημεν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἂν ταῦτα δὲν ἀληθεύωσι, τότε βεβαίως εἶναι ἀδικαιολόγητα καὶ τὰ γενόμενα κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη χάριν τῆς μεταβολῆς, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πλέον λόγον ὑπάρξεως ἐνταῦθα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν ἀληθείᾳ οἱ τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντες, διότι πάντα τὰ κακά, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξανέστημεν, ἦσαν πραγματικὰ καὶ ἡ διόρθωσις αὐτῶν ἐπεβάλλετο καὶ πρὸς αὐτὴν πρέπει νὰ τείνωμεν, ἓν δ’ ἐκ τῶν μέσων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀνέπτυξαν, Κύριοι, πρὸ ἐμοῦ ἐν λεπτομερείᾳ καὶ τοὺς τέσσαρας τρόπους, κατὰ τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν γενομένην διατύπωσιν θὰ δράσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Πάντα τὰ λεχθέντα περὶ τῆς δι’ αὐτοῦ καταργήσεως τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν εἶναι φαντασιώδη, καθόσον οὐδὲν καταργεῖται, οὐδὲν μεταβάλλεται ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ πληροῦται ἁπλῶς ἓν κενόν, εἰσάγεται μία κανονιστικὴ δύναμις, ἡ ὁποία θὰ ῥυθμίζῃ τὰ τῆς νομοθεσίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν προσφυγὴν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν, ἡ πεῖρα ἐμαρτύρησε τὴν ἀνάγκην αὐτῆς. Ποσάκις ὁ πολίτης δὲν ἔπαθεν ἀπὸ τοιαύτας παρανομίας καὶ πόσον μία προληπτικὴ ἐνέργεια διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σώσῃ! Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· τὸν νόμον περὶ ἑτοιμορρόπων οἰκοδομῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ εἴπῃ ὁ μηχανικός· κηρύσσω ἑτοιμόρροπον μίαν οἰκίαν. Εἷς μηχανικὸς θέλων νὰ ὑπηρετήσῃ συμφέροντα ἀλλότρια, μὴ δυνάμενος ὅμως νὰ διαστρέψῃ καὶ ἀπολύτως τὰ πράγματα, προβαίνει μὲν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου, χωρὶς νὰ θέσῃ ὅμως πάντας τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, διότι δὲν τολμᾷ τόσον νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα καὶ ἐν τούτοις ἐκδίδει μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι νόμῳ πλημμελής. Ἐὰν εὑρίσκετο τότε ἓν Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀμέσως νὰ προστρέξῃ ὄχι ὁ ἀδικούμενος μόνον, ἀλλὰ πᾶς πολίτης, καὶ νὰ προσβάλῃ τὸ γενόμενον, ὡς παραβιάζον τὸ ἰσχὺν νόμου ἔχον Β. Διάταγμα τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τοῦ μηχανικοῦ, ἡ ὑπόθεσις θὰ ἐσῴζετο, θὰ ἐκηρύσσετο δὲ ἡ πρᾶξις παράνομος ὄχι μόνον καθ’ οὗ ἐγένετο, ἀλλὰ γενικῶς θὰ ἐτίθετο τὸ σκάνδαλον ἐκποδών, ὥστε θὰ συνετισθῇ καὶ διὰ τὸ μέλλον ὁ μηχανικός, ὁ Ὑπουργὸς δὲ θὰ λάβῃ πρόνοιαν, καὶ δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἄτοπον καταδικασθὲν ἐπισήμως; ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ πραγματικὸν μέρος δὲν δύναται βέβαια νὰ ἐξερευνήσῃ τὸ Συμβούλιον, ἀλλά, ὅταν προσβάλλωνται νόμοι, τότε ἔχετε τὴν προσφυγὴν οἱουδήποτε πολίτου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιφέρῃ γενικὴν ἀναγνώρισιν τῆς παρανομίας. Ἀλλ’ ὅσον, Κύριοι, ὁ πόλεμος ἐγένετο δεινὸς κατὰ τοῦ δικαστικοῦ μέρους τῆς ἐνεργείας τοῦ Συμβουλίου, τόσον ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν δὲν ἠκούσθη σχεδὸν παράπονον. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐεξήγητος, διότι δὲν προσκρούει τὸ μέρος τοῦτο εἰς τὰς ἕξεις μας, δὲν ἀπειλεῖ τὴν συνέχισιν τοῦ παρελθόντος. Τί θὰ κάμῃ τὸ Συμβούλιον, ἐὰν γνωμοδοτήσῃ οὕτω πως περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου; Ὁ Ὑπουργός, ἐὰν θέλῃ, τὸ ἀκούει· ἐὰν δὲν θέλῃ, ὄχι. Ἀκριβῶς ἐκεῖνο εἶναι, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν δύναται νὰ δώσῃ μεγάλην, ὡς πρέπει, εἰς τὰ δημόσια πράγματα βοήθειαν, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑμετέραν προσοχήν, διότι, ἂν καὶ εἶμαι θιασώτης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, οὐχ ἧττον ὑπὸ γενικωτέραν πολιτειακὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ τῆς ἐπιδράσεώς του ἐπὶ τῶν κοινῶν, δὲν τὸ θεωρῶ τόσον ἰσχυρὸν μοχλόν, ὅσον ἐπεθύμουν νὰ εἶναι, καὶ ὅσον θὰ ἦτο ἓν ἄλλο πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ δύναμιν νομοθετικήν· διότι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἐνέργεια εἶναι, ὡς εἶπον, συμβουλευτική, τὸ Συμβούλιον ἐνεργεῖ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ μέγα κακὸν τοῦ παρελθόντος δὲν ἦτο ἡ ἔλλειψις περὶ τὴν διαρρύθμισιν τῶν νόμων, ἀλλ’ ἡ οὐσία αὐτῶν καὶ ἡ κακὴ ἐφαρμογή των. Ἐρωτῶ ἤδη· τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὰ τῆς Πολιτείας τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν εὐχόμεθα; Εἶναι ἀδύνατον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ν’ ἀντικαταστήσῃ ἓν ἄλλο νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀνακαινισμὸν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, καὶ τὸ Σῶμα αὐτὸ εἶναι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἤθελε φέρει μεταβολὴν γενικωτέραν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει χρησιμότητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Τὸ ἡμέτερον πολίτευμα στηριζόμενον ἐπὶ ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος εἶναι ὡς νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἑνὸς ποδός. Μὴ ἐλπίζετε ὅτι μόνον ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, ὅτι θὰ ἔχωμεν καλλιτέραν Κυβέρνησιν, καλλιτέρους Ὑπουργούς. Μεθ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν ἀνόρθωσιν καὶ εἰς τὸν ἡγούμενον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅτι Ὑπουργεῖον καλὸν εἶναι τυχαῖον συμβάν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι παροδικαί, τὰ δὲ φρόνιμα ἔθνη, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωσι Συντάγματα περὶ τοῦ μέλλοντος, φροντίζουσι νὰ κατασκευάσωσι τὰ πολιτεύματα αὑτῶν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ εἶναι ἀσφαλῆ κατὰ πάσης μεταβολῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔμενεν ἀνοικτὴ ἡ θύρα, ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ συντόμως τὸν θεσμὸν αὐτὸν νὰ ἱδρύσῃ, διότι ἄνευ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Πολιτεία. Ἐν τούτοις κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν δεκάτην ὥραν π. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12ῃ τοῦ μεσονυκτίου).