Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 61

1911.03.30

5,036 rows · 37,735 words · 1 table · 206 turns

Date
1911.03.30
Presidency
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Period
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61.

Τῆς 30ῆς Μαρτίου 1911

(Τετάρτη)

Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν.

Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὁμογενῶν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἐκεῖ Γεν. Προξένου κ. Μητσοπούλου· 2) Ἀναφορὰν τοῦ Γ. Ν. Οἰκονομοπούλου δημοσιογράφου ἐκ Μεσσηνίας, ἐκφράζοντος εὐχὴν νὰ συσταθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τὰ σκάνδαλα καὶ τὰς ὑπερβασίας τῆς «Ἑνικίας»· 3) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις προσφύγων Στενημαχιτῶν ζητούντων προστασίαν· 4) Ἀναφορὰν τῶν κοφινοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ζητούντων φορολογίαν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κοφινίων· 5) Ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου Βερσοβᾶς «Ἅγιοι Ἀπόστολοι», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ «Προνομιοῦχος»· Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συνέχεια ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 56.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§3ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συζητοῦμεν, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔχει οὕτως: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως τὸ ἄρθρον μεταρρυθμισθῇ οὕτως: «Ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται νομίμως πρὸς συζήτησιν παρόντος τοῦ τετάρτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ οὐδὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἐν ἀριθμῷ κατωτέρῳ τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς—ἐξαιρουμένης τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 54—καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προσχεδίου αὐτῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένει, προτείνει τοῦτο: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἐπεζητήθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἀποφύγωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰς παρεκτροπὰς τῆς κωλυσιεργίας, τὰς παρεκτροπὰς τουτέστιν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀντιδράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀληθῶς παρετηρήθησαν τοιαῦται παρεκτροπαί, σημειούμεναι κυρίως εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς λήψεως ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τοσοῦτον ἀνεγνώρισε τοῦτο, ὥστε καθώρισε διάταξιν αὐστηροτέραν τῆς ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν συζήτησιν ἀπαιτεῖ τὸ ⅓, ἡ ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται εἰς τὸ ¼. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ θίξῃ μίαν ἀρχήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας, πρὸς ἄλλαις ἀρχαῖς, θεμελιοῦται τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὰς γενικωτέρας σκέψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλω βασίσει τὰ ἐπιχειρήματά μου, νομίζω ὡς ἐπάναγκες νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, λόγον τινά, ὅστις ἰδιαιτέρως μὲ πείθει, ὅπως μετά τινος ἀναλυτικότητος προβῶ εἰς τὰς προτάσεις μου καὶ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὰ συμπεράσματά μου. Ἀντελήφθην, ὅτι ὑπάρχει τις ἀτελὴς ἀντίληψις περὶ τῶν διατασσομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56. Μέχρι χθὲς τοὐλάχιστον εἶχε νομισθῆ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἡμῶν, ἂν μὴ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅτι ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ προτάσεώς τινος τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Οὐχὶ τοῦτο, Κύριοι, ὡς ἔχετε πάντες ὑπ’ ὄψει, ἀπαιτεῖται μόνον, νὰ εἶναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δηλαδὴ νὰ ψηφίσωσι «ναί», ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ὑπετέθη ὅτι, ἐὰν εἶναι 150 Βουλευταί, δὲν χρειάζεται, ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως 76, ἀλλ’ ἀρκοῦσιν ὀλιγώτεροι. Οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε τοῦτο, νὰ ψηφίσωσι δηλαδὴ «ναὶ» 76, ἀλλ’ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν 76, δηλαδὴ 39, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι 150. Ὡς ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὀλίγας λέξεις ἡ θεωρία τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ εἶναι αὕτη: ὁ λαὸς κυβερνᾷ ἑαυτόν, ὁ λαὸς κυβερνᾷ διὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἀδύνατον εἶναι βεβαίως ὁ λαὸς νὰ ἀποφαίνηται πάντοτε ὁμοθύμως, καὶ ἂν τοῦτο ἀπῃτεῖτο, θὰ καθίστατο ἀδύνατον νὰ προέρχηται εἰς ἀποφάσεις ὁ λαός, διὰ τοῦτο κατὰ μὲν τὰς ἀρχαίας πολιτείας, αἵτινες ἦσαν ὀλιγάριθμοι, ἀπεφαίνετο ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, κατὰ δὲ τὰς νεωτέρας Πολιτείας, αἵτινες εἶναι πολυαριθμότεραι, ἀποφαίνεται ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Εἶναι αὕτη μία ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τὸ νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Ἡ ἀρχὴ αὕτη καθορίζεται καὶ ἀναγνωρίζεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικά, ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ἔφθασαν εἰς τοσοῦτον προόδου πολιτικῆς, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι ῥητῶς καθωρισμένους κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους νὰ πολιτεύωνται. Διότι ἐν Ἀγγλίᾳ π. χ., μοναδικὸν ἴσως παράδειγμα, ὅπου ἔφθασαν εἰς τοσοῦτο πολιτικῆς προόδου, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην καθωρισμένων ἀρχῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐξουσίας των, δὲν ἔχουσιν ἀπαρασαλεύτους εἰς γραπτὸν Σύνταγμα τοιαύτας ἀρχάς, τὰς ὁποίας νὰ εὐλαβῶνται καὶ νὰ θίγωσι μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πίστεως. Ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν προώδευσαν ὅσον τὸ Ἀγγλικόν, ἔχουσι καθορίσει ἀρχάς τινας, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ὁποίας τηροῦσιν ὡς κανόνας πίστεως, διότι, ἐὰν δὲν ἐτήρουν μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας αὐτάς, ἀφοῦ ἔχουσιν ὡς δεδομένον, ὅτι δὲν προώδευσαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὰ πάντα νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, φοβοῦνται, ὅτι θὰ περιπέσωσιν αὐτόχρημα εἰς ἀναρχίαν. Μία ἐκ τῶν τοιούτων ἀρχῶν εἶναι καὶ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἐθεμελίου καὶ καθώριζε τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀρχὴν ἐπιμένει καὶ ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδώκατε τὴν ἐντολὴν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον κατὰ τὴν κεκτημένην παρ’ ἡμῖν πεῖραν. Καὶ εἶναι πράγματι ἀρχὴ γενικῶς ἀνεγνωρισμένη; Ναί, κύριοι Βουλευταί, εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι παρόμοιον χαρακτῆρα πρὸς τὸ ἡμέτερον πολίτευμα: Ἐν Δανίᾳ, κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἥμισυ ἀπαιτεῖται. Ἐν Ἰσλανδίᾳ ἐπίσης κατὰ τὸ 28 ἄρθρον, παλαιότερον δ’ ἀπῃτοῦντο τὰ ⅔. Ἐν Ῥωμουνίᾳ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συντάγματος. Ἐν Σερβίᾳ ἀπόλυτος ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρον 109. Ἐν Μεξικῷ ἀπαιτοῦνται διὰ μὲν τὴν Γερουσίαν τὰ ⅔, διὰ δὲ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἄρθρον 61. Ἐν Ἀργεντινῇ Δημοκρατίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἀπόλυτος ὡσαύτως πλειονοψηφία ἐπιτάσσεται. Ἐν Βραζιλίᾳ τὰ ⅔. Ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 53 ἀπόλυτος ἐπιτάσσεται πλειονοψηφία. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ τὰς ἀποφάσεις, ἀπόλυτος πλειονοψηφία καθορίζεται. Ἐν Γαλλίᾳ ὡσαύτως ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀπαιτεῖται διὰ τὰς ἀποφάσεις. Ἐν Βελγίῳ ὡσαύτως. Ἀκόμη περισσότερον Γερμανικὰ Κράτη, θεμελιούμενα ἐπὶ τῆς μοναρχικῆς ἀρχῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καθώρισαν. Τὸ Πρωσσικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 80, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἀπαιτεῖ. Ἐν Σαξωνίᾳ ὡσαύτως. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαινόντων. Τί Ἀγγλία, τί Ἑλλάς! Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἐξ Ἀγγλίας ἐπιχειρήματα; Παντάπασι, κύριοι Βουλευταί. Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν ἐλέγετο πρὸς ὑμᾶς ὅτι θὰ ἀπεφάσιζον περὶ τῶν τιθεμένων παρ’ ἡμῖν νόμων οἱ Ὑπουργοί, καὶ μόνοι οἱ Ὑπουργοί, θὰ ἐδέχεσθε τοιαύτην πρότασιν; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἶμαι ὁλοψύχως πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐδέχεσθε. Ἐὰν ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ψηφίσωσιν ἕξ Βουλευταὶ ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ νὰ κατασταθῇ νόμος, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ ἕξ ἐκεῖνοι πιθανῶς θὰ εἶναι ἕξ ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, θὰ ἐψηφίζετε, λέγω, ὑπὲρ τοιαύτης προτάσεως; Πιστεύω ἀκραδάντως, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι. Ἐν τούτοις ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ νοηθῇ, διότι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἀποφασίζει διὰ τριῶν· καὶ ὅμως εἶναι δυνατὸν δέκα Ὑπουργοὶ νὰ εἶναι καὶ λόρδοι. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἀποτελουμένη κατὰ τὴν συνεδρίασιν μόνον ἐκ τεσσαράκοντα, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ τεσσαράκοντα Ὑπουργοί, διότι τὸ ὅλον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ ἐξ ἑβδομήκοντα προσώπων περίπου. Λοιπόν, ὅτε ταῦτα κρατοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶναι δυνατὸν νὰ συναχθῇ ἐπιχείρημα διὰ τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα; Ἀκούσατε πῶς ἐν Ἀγγλίᾳ πολιτεύονται. Προκειμένου ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ θεμελιώδους τινὸς ζητήματος πρό τινος χρόνου ἀπετελέσθη ἐκ τετρακοσίων καὶ πλέον μελῶν καὶ ἐθεάθησαν ἐν μεγαλοπρεπεῖ πανηγύρει συνεδριάζοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῶν ὁμότιμοι, οἵτινες συζητήσιμον ἦτο ἂν εἶχον πατήσει ἄλλοτε τὸ ἔδαφος τοῦ Λονδίνου. Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε παρ’ ἡμῖν τοῦτο, θὰ παρουσιάζετο ἐκείνη ἡ μεγαλοπρεπὴς συνάθροισις, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν Ἀγγλικὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας δέον νὰ εὐχώμεθα καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον; Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλο παράδειγμα, ἐξ Αὐστρίας. Ἰδοὺ τί συμβαίνει ἐν Αὐστρίᾳ, κύριοι συνάδελφοι. Ἐν Αὐστρίᾳ, ἐν τῇ καθαρῶς Αὐστριακῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἐν τῇ Αὐστροουγγρικῇ μοναρχίᾳ, ἀληθῶς ἐκεῖ ἀρκοῦσιν ἑκατὸν Βουλευταί, διὰ νὰ ἀποφασίσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαίων νόμων, περὶ δικαστικῶν νόμων, φέρ’ εἰπεῖν, περὶ νόμων τῆς διοικήσεως σπουδαίων, περὶ κυβερνητικῶν μέτρων σημαντικῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τὰ ⅔. Καὶ νὰ μὴ λησμονῇ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Αὐστριακὴ εἶναι Βουλὴ οὐχὶ Κράτους κοινοβουλευτικοῦ, εἶναι Βουλὴ Κράτους, ὅπερ βασίζεται ἐπὶ τῆς μοναρχικῆς ἀρχῆς, εἶναι Βουλὴ Κράτους, τοῦ ὁποίου φορεὺς τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ κυριωτάτη πολιτικὴ δύναμις εἶναι ὁ μονάρχης. Καὶ ἐπὶ πλέον δέον πάντες νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι κυρία νομοθετικὴ ἐργασία γίνεται ἐν ταῖς ἐπιτροπείαις τῆς Αὐστροουγγρικῆς Μοναρχίας. Ἡ Βουλὴ τῶν Εὐπατριδῶν καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Αὐστροουγγρικῆς Μοναρχίας ἐκλέγουσιν ἐπιτροπάς, ἀποτελουμένας κατὰ τὸ ⅓ ἐκ τῶν Εὐπατριδῶν καὶ κατὰ τὰ ⅔ ἐκ τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων. Ἑκάστη ἐπιτροπεία ἀποτελεῖται ἐξ ἑξήκοντα μελῶν. Ἡ ἐκλογὴ γίνεται κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Τηρεῖται, βλέπετε, ἡ ἀρχή. Αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐκεῖναι ἀποφασίζουσι κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Ἡ ἀρχὴ πάλιν τηρεῖται. Ὅταν συμβαίνῃ, ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων, νὰ συνενωθῶσι δύο ἐπιτροπεῖαι, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας πάλιν τηρεῖται. Ὥστε, κύριοι Βουλευταί, πρόκειται νὰ θίξωμεν θεμελιώδη διάταξιν, ἀρχὴν κεφαλαιώδη τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουσι πάντα τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα πολίτευμα ἀντιπροσωπευτικόν. Καὶ ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει θὰ ἔλεγον· πρὸς τί τέλος πάντων νὰ προβῶμεν ἡμεῖς εἰς μίαν τοιαύτην πρωτοτυπίαν; ποῖα ἔχομεν δεδομένα, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς πείθωσιν ἀκραδάντως, ὅτι προωδεύσαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς τηρήσεως μιᾶς τόσον θεμελιώδους ἀρχῆς; Καὶ θὰ ἔλεγεν ἀκόμη ὁ ἀπορῶν ἐπὶ τούτῳ· πῶς ἦλθεν εἰς τὸν ἐγκέφαλον τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ σκέψις αὕτη, νὰ καθορίσωσι τὸ ⅓, ὅπερ νὰ ἀποφασίζῃ κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν; Ἀληθῶς, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπος ἡ διάταξις. Ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ· ἐν Ῥωσίᾳ καὶ ἐν Ἰαπωνίᾳ. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Τσαρικοῦ Διατάγματος, τοῦ καθορίζοντος τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Δούμας, ἀρκεῖται ἀληθῶς εἰς τὸ ⅓. Ὁμοίως εἰς τὸ ⅓ ἀρκεῖται τὸ Ἰαπωνικὸν Σύνταγμα. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι· εἶναι ὀρθόν, προκειμένου περὶ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, προκειμένου περὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δεχώμεθα διδάγματα ἀπὸ Κράτη, μεγάλα ἀληθῶς καὶ σεβαστά, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα τὰ δικαιώματα δὲν ἀπεκτήθησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα τὰ δικαιώματα ἐδόθησαν εἰς τὸν λαὸν οἰκείᾳ βουλήσει ὑπὸ τῶν Ἡγεμόνων; Πρόκειται, Κύριοι, νὰ βαδίσωμεν πολιτικῶς πρὸς τὰ ἐμπρός, ἢ νὰ στραφῶμεν πρὸς τὰ ὀπίσω; Θὰ ἐνόμιζέ τις, ὅτι ἀρκοῦσι ταῦτα, διὰ νὰ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω ὅμως ἀνάγκην, διὰ νὰ μὴ ὑποθέσω ὅτι ἀτελῶς ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην μου, νὰ εἴπω ἐπὶ πλέον καὶ κατ’ ἐπανάληψιν πρὸς ὑμᾶς τοῦτο· ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων αἱ ἐξουσίαι δὲν εἶναι συντακτικαί, ἀρχαὶ κεφαλαιώδεις, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ὁ ἀπόλυτος σεβασμός· διότι, ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ θίγωμεν τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης τὰς θεμελιώδεις ταύτας ἀρχάς, πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, μήπως περιπέσωμεν εἰς ἀναρχίαν· καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν ὅτι θὰ περιπέσωμεν εἰς ἀναρχίαν, ἀφοῦ ἔχομεν δεχθῆ, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν εἰς ὑμᾶς αἱ καθεστηκυῖαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους νὰ θέτωσι κεφαλαιώδεις ἀρχάς, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπείκωσιν εἰς τὰς τεθειμένας θεμελιώδεις ἀρχάς. Ἀλλ’ εἶναι τέλος πάντων καὶ σκόπιμος ἡ διάταξις; Ὀκτὼ Ὑπουργοί, ὁ Πρόεδρος ἐννέα, τρεῖς ἀντιπρόεδροι δώδεκα, τέσσαρες γραμματεῖς δέκα ἕξ, καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ ἀρκοῦσι, διὰ νὰ θέτωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους! Ὑποθέσατε ἑκατὸν πεντήκοντα Βουλευτάς, Κύριοι, καὶ ὑποθέσατε μίαν καταπληκτικὴν πλειονοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως ἑκατὸν εἴκοσι πέντε Βουλευτῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἥν, διὰ νὰ γένηται ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε Βουλευταὶ νὰ ὑποβάλωσι τὴν αἴτησιν θεωρούμενοι παρόντες. Πόσοι πλέον χρησιμεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Τριάκοντα πέντε. Οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ μένωσι διαρκῶς εἰς τὰς ἑστίας των. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ καὶ τοῦτο ἀκόμη, νὰ προκαλῶνται δηλαδὴ συμβιβασμοὶ συνειδήσεων, οἱ ὁποῖοι συχνότατα καὶ νῦν ἔχουσι παρατηρηθῆ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω. Ὑπάρχουσί τινες Βουλευταί, οἵτινες ἀποκρούουσι προτάσεις τινὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ διατεθειμένοι νὰ ἔχωσιν ὅλον τὸ ἀπαιτούμενον θάρρος, ἢ δὲν εὑρίσκουσι προσῆκον νὰ καταψηφίζωσι τὰς προτάσεις ἐκείνας τῆς Κυβερνήσεως· δύναται, λέγω, νὰ γίνῃ διευκόλυνσις, νὰ ἀποσυρθῶσιν ἀπὸ τῆς αἰθούσης οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, διατηροῦσα ἕνα ἀριθμὸν πεντήκοντα Βουλευτῶν, ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε, διὰ νὰ γένηται ὀνομαστικὴ κλῆσις, δύναται νὰ διευκολύνῃ τὴν συνείδησιν τῶν δεκαπέντε ἐκ τῶν πεντήκοντα, ὁτὲ μὲν τούτων, ὁτὲ δ’ ἐκείνων, καὶ νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον θαυμάσια!

§4ΜΙΧ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἑκατόν;

§5ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἑκατὸν θὰ εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν θὰ εὑρίσκωσιν ἀνάγκην νὰ μένωσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἀλλὰ θὰ μένωσιν εἰς τὴν ἑστίαν των, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ βλέπῃ μίαν ὀλιγαρχίαν νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον, καὶ ἕνεκα τῶν παρεκτροπῶν τοῦ παρελθόντος ἔχοντες τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑψηλὴ καὶ ἤδη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς θὰ καταντήσωμεν, ἐὰν καταπέσῃ ὁλοκλήρως ἡ ὑπόληψις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ περιέλθωμεν ἴσως εἰς τὴν ψυχικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι βλαβερὸν ὁλοκλήρως παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν, τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον! Καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐγένετο μία στρατιωτικὴ ἐπανάστασις ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, ὡς ἐφρόνει τοὐλάχιστον, ὡς ἐπίστευεν, ὡς ἤθελεν. Ἀλλ’ ἔχετε λέγω, ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ στρατιωτικὴ ἐπιβολὴ οὐχὶ λαϊκὴ καὶ οὐχὶ ὅπως προστατεύσῃ τὰ λαϊκὰ δικαιώματα, καὶ τότε, κρατησάσης καὶ τῆς γνώμης ὁλοκλήρως ὅτι βλαβερὸν παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν, τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον, ἀκόπως καὶ χωρὶς ἐλαχίστην διαμαρτυρίαν θὰ καταλυθῇ τὸ πολίτευμα· καὶ τότε θὰ ἀρχίσῃ νέα ἀναδημιουργία, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πολίτευμα τοῦτο, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡ ἐσχάτη πλάνη ἔσται χείρων τῆς πρώτης, ἀλλὰ θὰ εἶναι πλάνη δυστυχῶς ἀνεπανόρθωτος, διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔχῃ συντελεσθῆ ἐντελῶς ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήματα καὶ κατ’ ἀρχήν. Θέλετε, λέγουσιν ἡμῖν, τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόλυτον, ἀφοῦ δὲν τὴν ἔχετε τὴν ἀπόλυτον κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Σχετικὴ ἀληθῶς εἶναι ἡ πλειονοψηφία ἡ ἀπαιτουμένη κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν. Ἀπαντῶ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον: Ἔχετε ἐκεῖ σχετικήν, νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἐνταῦθα σχετικήν; Σχετικὴν ἐπὶ σχετικῆς, νὰ ἀπαρνηθῶμεν δηλαδὴ τὴν ἀρχὴν τὴν θεμελιώδη ἐντελῶς καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ πολιτειακοῦ ἡμῶν σταδίου, ἀρχήν, ἥν, ὡς ἤδη κατέδειξα, ἀναγνωρίζουσιν ὅλα τὰ Κράτη. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεμία ὑπάρχει ἐκ τῶν δυσκολιῶν, τῶν ἀπαντωσῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ἀντιπροσώπων. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ σειρὰ τῶν συλλογισμῶν ἡ προσήκουσα. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐπουσιώδους τινός, διότι καὶ ἄλλα μεγάλα κακὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς καταλύσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδητε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο διαιρούμενον κατὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα εἰς παρεκβάσεις καὶ εἰς καταχρήσεις παρεκτρεπόμενα, ἵνα κατισχύσωσιν ἐπὶ μᾶλλον, ἀλλὰ καὶ ἵνα διατηρῶσι τὸ μὲν τὴν συνοχὴν ἑαυτῶν, τὸ δὲ τὴν συμμαχίαν ἄλλης μερίδος, νὰ δημιουργήσωσι πολίτευμα οὐχὶ φιλελεύθερον, ἀλλὰ φατρίας, ὁτὲ μὲν ἀλληλοϋποστηριζομένας, ὁτὲ δ’ ἀλληλοτρωγομένας, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει κατεργαζομένας τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Διότι ὁ ἔχων ὀπαδοὺς τὸ ἓν τρίτον τῆς Βουλῆς, σχεδὸν τὸ ἓν τρίτον, εὐλογώτατα θ’ ἀνακηρύσσῃ ἑαυτὸν ἡγέτην μερίδος πολιτικῆς καὶ μνηστῆρα τῆς πρωθυπουργίας. Ναὶ ἢ ὄχι;

§6Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κύριοι Βουλευταί, τὸ βραδέως βουλεύεσθαι ἰσχύῃ ἐν πάσῃ ἰδιωτικῇ ἀποφάσει ἡμῶν, πολλῷ μᾶλλον βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ὅταν πρόκειται νὰ θεσπίζωμεν συντάγματα καὶ νὰ νομοθετῶμεν. Διότι, ὡς ἀποφαίνεται ὁ ἱστορικὸς Τάκιτος, χαρακτηριστικὸν τῶν βαρβάρων μόνον εἶναι τὸ σπεύδειν εἰς τὰς ἀποφάσεις. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μέριμναν καὶ ἔρευναν τῆς Συνελεύσεως ταύτης λίαν συντελεστικὴν καὶ διαφωτιστικήν, ἐλπίζω δὲ ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα ἐπωφελῆ. Ἠκούσθη, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ φωνὴ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ καρδία τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Καὶ ἔχει εἰς τοῦτο δίκαιον, διότι ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν θίγει ἀκριβῶς τὴν καρδίαν τοῦ Συγτάγματός μας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε, διὰ νὰ στεγασθῇ ὑπὸ πολίτευμα κάπως φιλελευθερώτερον. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ παρασκευάσωμεν πρὸς αὐτὸν πολίτευμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δρέψῃ τοὐλάχιστον τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἐξόδων του. Ἰδού, Κύριοι, τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 56. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀπαιτοῦν διά τε τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις αʹ) ἀπαρτίαν συνισταμένην εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ βʹ) ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν, διηυκόλυνε παρ’ ἡμῖν ἀτυχῶς τὸ πνεῦμα τῆς κωλυσιεργίας, πολλάκις δὲ οὐχὶ ἄνευ σπουδαίας βλάβης τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Κατὰ τοῦ ἀτόπου τούτου, καθ’ οὗ ἐνίοτε προσέκοψαν σπουδαίως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἑπομένως δὲ καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐνδείκνυται κατὰ τὰ κρατοῦντα καὶ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Συνταγμάτων ἡ ἀρχή, ὅπως μὴ ἀπαιτῆται οἱαδήποτε ἀπαρτία διὰ τὰς συζητήσεις, ἀπαιτῆται δὲ τοιαύτη μόνον διὰ τὰς ἀποφάσεις, καὶ αὕτη δὲ ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἠκούσατε ἐντεῦθεν ὅλων τῶν ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι τὰ διάφορα ἄλλα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἑνὸς μόνον, τοῦ τῆς Ἀγγλίας, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν συγκροτούντων τὴν Κυβέρνησιν. Μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τὸ διοικεῖν καὶ τὸ κυβερνᾶν συγχρόνως. Εἶναι ὅλως διάφορον ἐκεῖ τὸ πολίτευμα ἀπὸ τὸ παρ’ ἡμῖν. Εἰς ὅλα δὲ τὰ ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη ἠκούσατε ὅτι διὰ τὰς ἀποφάσεις ἀπαιτεῖται πλέον τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων ἀπαιτοῦσι τὰ ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Κατὰ τὸ 1875 ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ποιουμένη κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐντελῶς διάστροφον ἑρμηνείαν εἰς τὰ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρα καὶ ἐψήφισε νόμον ἐναντίον τῆς ἐννοίας τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματός μας. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ λαὸς ἠγανάκτησεν ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν ἀναγκαῖον πρὸς καθησύχασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, τὴν ψηφίσασαν ταῦτα, καὶ ὄντως διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔστειλεν ἀντιπροσώπους, οἵτινες ἔσπευσαν ν’ ἀκυρώσωσι τοὺς νόμους, οἵτινες ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, καὶ οὕτως ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ὁρίζει περὶ ἀπαρτίας. Ἐὰν σήμερον, Κύριοι, ἡμεῖς στραγγαλίσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἐξασφάλισιν ταύτην τοῦ ἀληθοῦς φρονήματος τοῦ λαοῦ, τότε τί μένει; Νομίζω ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐπαναστατήσῃ πάλιν ὁ λαός, ὅπως φέρῃ νέαν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ διορθώσῃ τὸ κακὸν ἢ διὰ ψηφισμάτων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ἄνακτος νὰ διαλυθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὰ δικαιώματά του. Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγνωρίσῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ δὲν θελήσῃ νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ, τότε ἓν μόνον μένει, ὅπως ὁ Βασιλεὺς μεταχειρισθῇ τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη καὶ κατὰ τὸ 1875, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν καὶ εἰς ὃ σημεῖον θέλει ὁ λαός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι καὶ ἡ λαϊκὴ βούλησις καὶ ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Φρονῶ, ὅτι τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτει τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει κατὰ τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχήν, ἵνα ἐρωτᾶται ὁ λαὸς προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ ἐφηρμόζετο συγχρόνως τὸ ἀξίωμα τῶν Λοκρῶν, «ἐν βρόχοις τὸν τράχηλον ὁ νομοθέτης ἐχέτω», ἠρωτῶμεν δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν γνωρίζω τίς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπέζη.

§7Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, θέμα εἶναι σπουδαῖον. Ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ οὐδένα διαφεύγει. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐξηγήθη ἤδη ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων, ὅτι ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν διὰ τὴν ὀρθὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου 56—εἶναι κατὰ τοῦτο συναφὴς πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, πρὸς τὸ σύστημα τῆς αὐτοκυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν χώραν ἡμῶν. Καὶ λέγων ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ἐννοῶ τὴν σύμπραξιν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οὐδένα λανθάνει, ὅτι κατόπιν πολλῶν περιπλοκῶν τοῦ ἡμετέρου δημοσίου βίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 μέχρι τοῦ ἔτους 1875, συνεπείᾳ τῶν περιπλοκῶν τῶν γνωστῶν τῆς περιόδου ἐκείνης, καθιερώθη ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐφεξῆς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τοῦ πολιτεύεσθαι ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ ἐχρησιμοποιήθη ὄχι μόνον πρὸς τὸ νομοθετεῖν, ἀλλ’ ἐχρησιμοποιήθη καὶ πρὸς τὸ κυβερνᾶν δι’ ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀπορρεούσης καὶ ἑδραζομένης ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δόγματος τούτου καθιερώθη ἡ δημοκρατικὴ ἀρχὴ ἡ ἰσχύουσα εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ὅτι κυβερνᾷ ἐν Ἑλλάδι ἡ πλειονοψηφία. Βεβαίως πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀντιβαίνει ἡ ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας κατατυράννησις, διότι ἀντιβαίνει ἀκριβῶς εἰς τὰς δημοκρατικὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι ἡ θεμελιώδης αὐτὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων κυβερνᾷ τὸν τόπον διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποτελούσης τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ θεμελιώδης αὐτὴ βάσις, λέγω, τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ προασπίσωμεν, διότι δὲν ἤλθομεν νὰ ἀντιστρατευθῶμεν ἢ νὰ καταλύσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ ἔχει ἀνάγκην διηνεκοῦς ἐλέγχου. Εἶναι ἀνάγκη πάντοτε νὰ σφυγμομετρῆται, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἢ δὲν τὴν ἔχει, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἑαυτῆς ἢ δὲν ἔχει ἰσχυρὰν πλειονοψηφίαν, ἐνδείκνυται κοινοβουλευτικῶς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποχωρήσῃ, καὶ ὑποχωρήσῃ εἰς ἕτερα κόμματα ἱκανὰ νὰ δώσωσι Κυβέρνησιν ἢ ὅπως διαλυθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ κληθῇ πάλιν ὁ λαὸς νὰ δώσῃ νέαν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ παγίαν νέαν Κυβέρνησιν. Ἡ εἰσαγωγὴ δὲ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐσήμανεν ἀναντιρρήτως διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν πρόοδον, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τοῦ ἑδραζομένου ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων κατηργήθησαν τὰ πέντε ἢ ἓξ μικρὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἄλλοτε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν μέχρι τοῦ 1875 νὰ δώσωσι παγίαν Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρίνω ὅτι πράγματι εἶναι σοβαρωτάτη ἡ συζήτησις καὶ σοβαρωτάτη ἡ σημασία τῆς δοθησομένης εἰς τὸ ζήτημα λύσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχὴν καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι τὸν ἐξυπηρετεῖ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ, ὡς ἔχει μέχρι σήμερον, τὴν ἀπαρτίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀπόφασιν, ὁπότε καταδεικνύεται ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη, μετὰ τῆς ὁποίας περιβάλλεται αὕτη, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὴν ἀπαρτίαν ταύτην καὶ διὰ τὰς συζητήσεις. Βεβαίως ἐκ θεωρητικῶν λόγων δικαιολογεῖται ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν πλήρης, ὅταν βουλεύηται περὶ τῶν κοινῶν, ἀλλ’ ἡ ἐξαγγελία τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς ἀπαρτίας τῆς συζητήσεως ἐχρησιμοποιήθη ἐν τῷ παρελθόντι πρὸς παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη μεγάλη κατακραυγὴ ἐναντίον τῆς κωλυσιεργίας τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὠχυροῦτο ὄπισθεν τοῦ τυπικοῦ δικαιώματος, τοῦ παρεχομένου ἐκ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ὠχυροῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ τυπικοῦ δικαιώματος καὶ ὑπέβαλλεν ἐνστάσεις ἀπαρτίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τοσοῦτο μᾶλλον ἀδικαιολόγητοι, καθόσον πλειστάκις ὑπεβάλλοντο, καὶ ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐντεῦθεν δ’ ἐγεννήθη μεγάλη κατακραυγή, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁλοσχερὴς ἀπάλειψις τῆς ἀπαρτίας πρὸς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν μέσον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο τοιαύτη κατάχρησις ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπαρτίας πρὸς τὴν συζήτησιν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος καθιέρου καὶ τὴν ἀπαρτίαν πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν διάταξιν δὲ ταύτην ἐτόνισα καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι εὑρίσκω σκόπιμον, διότι μᾶς παρέχει ἑκάστοτε ἓν μέσον, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις μετρῇ τὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐξελέγχωσι τὴν συνοχήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι μεταξύ των, καὶ τὸ Στέμμα, τὸ ἐφορεῦον ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εὑρίσκηται ἐν γνώσει, ἂν ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἶναι πράγματι κοινοβουλευτικὴ ἢ εἶναι ἀντικοινοβουλευτική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ½ πλέον ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ½ πλέον ἑνός, εἶναι δυνατὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ὁμάδες νὰ συμπράξωσι καὶ νὰ τὴν ῥίψωσιν ἐκ τῆς ἐξουσίας, ὥστε οὐσιαστικῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ εἶναι κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός.

§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρα εἶναι ἀκίνδυνον τὸ συνιστώμενον, διότι, ἐὰν δὲν τὴν ἔχῃ, θὰ πέσῃ.

§9Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἑκάστοτε ὁ ἔλεγχος, ὃν δίδει ἡ ἀπαρτία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι πάντως ἀπαιτεῖται ἡ πλειονοψηφία αὕτη, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ οὐσιαστικὴ δὲ αὕτη βάσις ἐξελέγχεται διαρκῶς, ἂν εἰς τὰς ψηφοφορίας ἀπαιτῆται νὰ παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, διότι τότε ἔχομεν τὸν ἔλεγχον ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν ἀνεξαρτήτως τῆς διαγωγῆς τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ παρετηρήθη ἕτερον ἄτοπον, ὅπερ ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συχνάκις ἐγένετο κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, τοῦ ἀπορρέοντος ἐκ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ἵνα κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐγένετο κατάχρησις, ὅπως κωλυσιεργῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ μειονοψηφία ἔκαμνε χρῆσιν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως καὶ προεκάλει ἀσκόπως, μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, προτάσεις ὀνομαστικῆς κλήσεως, βεβαίως οὐδεὶς θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνέκρινε τὴν διαγωγὴν ταύτην ἀπολύτως. Ἐὰν ὅμως γίνηται ἡ πρότασις τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρίσταται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε ἡ μειονοψηφία ὑπομιμνήσκει εἰς τὴν Συμπολίτευσιν τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρεώσεις καὶ ὁδηγεῖ αὐτὴν εἰς τὴν συνταγματικὴν ὁδόν. Λέγω τοῦτο, διότι θέλω νὰ φθάσω εἰς ἓν σημεῖον, ν’ ἀποδείξω δηλ. ὅτι, καὶ ἂν περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας ἔλαττον τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν, π. χ. εἰς τὸ ⅓, τὰς τοιαύτας κωλυσιεργίας δὲν θ’ ἀποφύγῃ ἡ πλειονοψηφοῦσα μερίς. Ἡ μειονοψηφία θὰ ἔχῃ πάντοτε ἐν χερσὶ τὸ μέσον νὰ φέρῃ ὀνομαστικὰς κλήσεις καὶ νὰ παρελκύῃ τὰς ἐργασίας, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ τοῦ ⅓, ἢ καὶ νὰ προκαλῇ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν κατορθοῦται ἀπαρτία τοῦ ⅓. Ὥστε διὰ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως δὲν θεραπεύεται τὸ ζήτημα τῆς κωλυσιεργίας, διότι εἰς τὰς αὐτὰς συνθήκας θὰ εὑρεθῶμεν καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀπαρτίας τοῦ ⅓. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς εἶναι μᾶλλον ὑποχείριος ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀξιώσεις, εἰς τὰς ἐκβιάσεις τῶν φίλων της. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρίσκετο, ὅτι πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι κυβερνῆται, ἵνα συγκρατήσωσι τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῶν, ἀπεμπόλησαν πάντα τὰ δίκαια καὶ τὰ νόμιμα τοῦ λαοῦ τούτου. Εἰς τοῦτο θὰ μὲ εὕρῃ σύμφωνον, ὅτι πράγματι ἡ Ἱστορία παρέχει τοιαῦτα παραδείγματα. Ἀλλ’ ἦτο κακὸν τὸ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἦτο διατετυπωμένον, ἐξεβίαζον οἱ Βουλευταὶ τὰς Κυβερνήσεις εἰς τὴν τοιαύτην ἀπεμπόλησιν, ἢ ἦτο κακὸν ὅτι εἴχομεν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔστεργον εἰς τὴν τοιαύτην ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ὅπως συγκρατηθῶσιν ἐν τῇ Ἀρχῇ; Καὶ ἐὰν τοῦτο ὁμολογῶμεν ὅτι ἦτο τὸ κακόν, ὅτι δὲν εἴχομεν κυβερνήτας σθένους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποπέμπωσι Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν παράνομα, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ συναλλαχθῶσι μετ’ αὐτῶν, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των καὶ ἀπέναντι τῆς χώρας, καὶ ἂν ἀναγνωρίζωμεν πάντα ταῦτα, πρέπει ἀναγκαίως νὰ συμπεράνωμεν ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιούτους κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ συγκρατηθῶσιν εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ θελήσωσι νὰ συναλλαχθῶσι μετὰ τῶν φίλων των, τότε πρέπει ν’ ἀπελπίσωμεν περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ ἀποδεχώμεθα ἐξ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος οὐδεμίαν βελτίωσιν. Εἶναι ζήτημα ἠθικῆς τῶν κυβερνητῶν, εἶναι ζήτημα χαρακτῆρος καὶ ψυχικοῦ σθένους τῶν κυβερνητῶν, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ⅓ ἢ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῆς ἀπαρτίας, ὅπερ θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐνῷ λοιπὸν τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν δὲν εὑρίσκω ἐν παντὶ σκόπιμον, ἐπανέρχομαι πάλιν εἰς τοὺς ἑτέρους λόγους τοὺς συνηγοροῦντας ὅπως ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει, καὶ τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν ἕτεροι προλαλήσαντες, ἰδίως δὲ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, προσωπικός μου καὶ πολιτικὸς φίλος, κ. Παπαναστασίου. Διὰ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, τὸν ἀπαιτούμενον διὰ νὰ ληφθῶσιν ἔγκυροι ἀποφάσεις, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν ἔχομεν δευτέραν Βουλήν. Θὰ ἤθελον ἐπίσης ὅμως νὰ τονίσω ἐνθυμούμενος παρατήρησίν τινα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐντεῦθεν ἐξεπέμφθησαν ὕμνοι καὶ αἶνοι πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν, ὅτι βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνέκρινα τὴν στάσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἀτόπως μεταχειρίζεται τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως κωλυσιεργήσῃ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ὑπάρχουσι καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κωλυσιεργία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις ἱερὰ τῆς μειονοψηφίας. Τοιαῦται περιπτώσεις δὲ ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν συγγραφέων ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται προσέτι καὶ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς πλειονοψηφίαν τυφλὴν εἰς τὴν συζήτησιν, πλειονοψηφίαν μὴ ζητοῦσαν νὰ φωτισθῇ, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσαν τυφλῶς αὐτὴν καὶ θεωροῦσαν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πᾶσαν πρότασιν, ἥτις ὑποβάλλεται τυχὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τοιαύτη πλειονοψηφία ὑπάρχῃ, ἐνδείκνυται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐνασκήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, ὡς ἐνδείκνυται ἐπίσης ἡ κωλυσιεργία τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται μέτρου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε κάμει λόγον εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅτε εἶχε κατέλθει εἰς τὰς ἐκλογάς, ὡς ἐνδείκνυται ἐπίσης εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κωλυσιεργῇ εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶναι καὶ πλειονοψηφία ἐν τῷ λαῷ. Οὐδεὶς δ’ ἐσκέφθη τὴν ἀγρίαν Ἀντιπολίτευσιν τοῦ Κοσσουθικοῦ κόμματος ἐν τῇ Οὑγγρικῇ Βουλῇ τοῦ 1905 νὰ τὴν κατακρίνῃ ὡς ἀθέμιτον, διότι διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ἀπεδείχθη ἀμέσως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὅτι τὸ κόμμα τὸ Κοσσουθικὸν εἶχε πράγματι τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ δὲν εἶχε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπάρχουσι λοιπὸν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κωλυσιεργία ἐνδείκνυται, καὶ δὲν πρέπει μὲ τὴν πρόθεσιν ὅπως ἀπολύτως περιστείλωμεν τὴν κωλυσιεργίαν, ἥτις ἐνδεχομένως δύναται νὰ εἶναι ὠφέλιμος, δὲν πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς ἐκ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἐγγύησιν ἡ ὁποία εἶναι ὑπηρετικὴ ἄλλων σκοπῶν. Εἶναι μέγα βῆμα τὸ γινόμενον διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς ἀπαρτίας διὰ τὴν συζήτησιν, διότι αἴρεται ἐντελῶς ἡ βάσις τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, καὶ ἐλήφθησαν ἤδη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διατάξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν εὔτακτον συζήτησιν καὶ ἀποτέμνουσι τὴν ἀπεραντολογίαν. Ἡ κωλυσιεργία δὲν ἐνασκεῖται μόνον διὰ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, μόνον διὰ τῆς αἰτήσεως ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐνησκεῖτο καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς παρελθόντας χρόνους δι’ ἀπεραντολογίας, διὰ τῆς ἀναμίξεως πραγμάτων ἀσυναφῶν καὶ ἀπροσδιονύσων, καὶ παρειλκύοντο αἱ συζητήσεις, ἀλλ’ αὐτὰ ἦσαν ζητήματα κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν, καί, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη καὶ περαιτέρω νὰ βῶμεν, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἦτο πρόθυμον τὸ Συνέδριον τοῦτο. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι ἐν τῷ ἡμετέρῳ δημοσίῳ δικαίῳ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τῆς σχετικῆς πλειονοψηφίας καθιερωμένη εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν δὲ εἰς ἄλλα Κράτη ἐμμένωσιν ἀκόμη εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀπαρτίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἡ αὐτὴ ἀναλογία ἰσχύει διὰ τὰς ἐκλογάς, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐν πάσῃ ἀκριβές, διότι ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπαιτεῖται τὸ τέταρτον τῶν ἐκλογέων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναλογία, ἣν ἐφαντάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμφύρωνται τὰ ζητήματα τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογῶν μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἀπαρτίας ἐν τῇ Βουλῇ. Σήμερον ἐν τῇ Γαλλίᾳ εἰσάγεται τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογῆς, βεβαίως δὲ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀντιπροσωπεύσεως καὶ τῶν μειονοψηφιῶν. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας οὐδαμῶς ἐθίχθη οὔτε ἐσκέφθη τις νὰ τὸ θίξῃ. Ἔφεραν παραδείγματα ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπαρτίαν μικρὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ἐν μὲν τῇ κάτω Βουλῇ 40, ἐν δὲ τῇ ἄνω 3. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ὑπομνήσω τὴν ῥῆσιν τοῦ μεγάλου Βίσμαρκ, τοῦ σιδηροῦ καγκελλαρίου, ὅστις εἶπεν εἰς τοὺς παροτρύνοντας, ὅπως εἰσαγάγῃ Ἀγγλικοὺς θεσμούς: «Δώσατέ μοι τὴν Ἀγγλικὴν εὐγένειαν, τὴν Ἀγγλικὴν θεοσέβειαν, τὸν Ἀγγλικὸν πλοῦτον, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ σᾶς παραχωρῶ θεσμοὺς Ἀγγλικούς». Ἀνέφεραν περαιτέρω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸς ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παραδείγματα ἐκ Κρατῶν, οἷα ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰαπωνία. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς στηρίζοντας ἐπ’ αὐτῶν τὰ ἐπιχειρήματά των ὅτι ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰαπωνία δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὁ Πρόεδρος δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐξαρτᾶται ἐκεῖ ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῆς ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων. Εἶναι τελείως ἄσχετα τὰ ζητήματα. Ἡμεῖς δεχθέντες τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν ἡ τύχη τοῦ Ὑπουργείου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἔχομεν συμφέρον τὴν πλειονοψηφίαν ταύτην νὰ τὴν ἐξελέγχωμεν διαρκῶς. Δὲν εἶναι πολιτικῶς σκόπιμον νὰ λέγωμεν ὅτι περιορίζοντες τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας ἀποτέμνομεν τὰς ἐκβιάσεις, ἃς ἐνδεχομένως φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ κάμνωσι μὴ προσερχόμενοι διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Ἐὰν τοιαύτη σχέσις δημιουργηθῇ ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, συμφέρον εἶναι νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς ψηφοφορίας γενναίας, ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις κανονίσῃ τὰς σχέσεις της μετὰ τῶν φίλων της καὶ τὸ Στέμμα κανονίσῃ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεδείχθη ἐξ ἄλλου μέλους συγκεντροῦντος καὶ μάθησιν καὶ πολιτικὴν ἐμπειρίαν ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας ἢ ἀποφάσεως διὰ μικροτέρου ἀριθμοῦ θὰ ἔχῃ ὡς συνακόλουθον ἢ ὡς ἀντίρροπον τὴν κατάτμησιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ εἰς μικρὰ κόμματα. Τοὺς φόβους τούτους συμμερίζομαι καὶ ἐγώ, δὲν θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἴδω ἐνταῦθα τὴν κατάτμησιν τῆς ἀντιπροσωπείας εἰς πλείονα μικρὰ κόμματα ἢ φατρίας, αἱ ὁποῖαι θὰ δύνανται δι’ ἀθεμίτων συνεννοήσεων νὰ ἔρχωνται ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, ὡς εἴδομεν κατὰ τὸ παρελθὸν τοιαύτας ἑνώσεις γενομένας ἵνα πολεμήσωσιν ἐνδεχομένως εἰς ἀκατάλληλον περίστασιν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλέχθη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐνταῦθα ὅτι διὰ τὴν ὀρθὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ ἀλλαχθῇ, ὅτι ἀπαιτεῖται κυρίως νὰ διχαζώμεθα εἰς δύο μεγάλα κόμματα. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐν πᾶσι δυνατὸν οὐδ’ ἐπιθυμητόν, πάντες ἔχομεν ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαυξήσωμεν τὴν κατάτμησιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι προσωπικὰ κόμματα καὶ οὐχὶ κόμματα Ἀρχῶν. Τοῦτο θεωρῶ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως εἶμαι ἐναντίος τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ συζητήσῃ, ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑφ’ ἣν ὑπέβαλεν αὐτὴν ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος καὶ φίλος κ. Κουτούπης.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε πληροφορίας σχετικὰς πρὸς ἐπερώτησίν τινα. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι πολλοί· Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ ἀντιλέγων. Οἱ κ. κ. Φικιώρης, Βοζίκης, Πετμεζᾶς, Δογάνης, Παπαποστόλου καὶ Πετροπουλάκης.

§11Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὄχι τόσον διὰ νὰ φωτίσω ὑμᾶς διὰ τῆς γνώμης μου, διότι νομίζω ὅτι νεκρὸς καὶ ἄπειρος ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ φωτίσω εἰδήμονας καὶ πολυπείρους συναδέλφους, ἀλλ’ ἂν ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἔπραξα αὐτό, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω ὅτι καθιερουμένου τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὡς ἀριθμοῦ ἐπαρκοῦς πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας καὶ λῆψιν ἀποφάσεων κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι ὁ τοιοῦτος ἀριθμὸς θὰ εἶναι ἐπαρκέστατος, καὶ δὲν θέλει θεωρηθῆ ὡς μηδαμινός, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸν χαρακτηρίσωσιν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐάν, Κύριοι, ἔχωμεν ἀριθμὸν Βουλευτῶν 150, ὅπως εἶναι τὸ πιθανώτερον ὅτι θὰ ἔχωμεν, τότε πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας ἀπαιτοῦνται Βουλευταὶ 50, καὶ ἑπομένως, ὅπως τινὲς εἶπον, πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων θ’ ἀπαιτηθῇ ἀριθμὸς Βουλευτῶν 26. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ἀποτελεῖ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν. Σκέπτομαι ὅμως ἄλλως ἐγὼ καὶ λέγω ὡς ἑξῆς· ἀφοῦ εἶναι δῆλον, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν πλέον ἑνός, κατ’ ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις θὰ εἰσαγάγῃ νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ψήφισιν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὸ σχέδιον αὐτό, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κηρύσσομαι, νὰ ἔχῃ νὰ παρουσιάσῃ παρατεταγμένους τοὐλάχιστον 50 Βουλευτὰς φίλους της ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ 50 Βουλευτὰς φίλους της κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐπιψήφισις, καὶ διὰ ποῖον λόγον; Διότι θὰ δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶσαν ὥραν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωροῦσα τῆς συνεδριάσεως νὰ κλονίσῃ τὴν ἀπαρτίαν καὶ ματαιώσῃ ἑπομένως τὴν ὅλην ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὕπαρξιν νὰ κλονίσῃ. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδια, πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἤτοι 50 Βουλευτάς, ἐν παρουσίᾳ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν παρίστανται 50 Βουλευταὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὁμοφρονοῦντες ἑπομένως πρὸς αὐτήν, εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῶν 50 ἐκείνων φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδένα λόγον θὰ ἔχῃ νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν κλονίζει τὴν ἀπαρτίαν, τοὐναντίον θὰ ἔχῃ ὅλους τοὺς λόγους νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ συνεδριάσει, νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας της καὶ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, διαμαρτυρομένη οὕτως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐὰν εὑρίσκῃ αὐτὸ ἀσύμφορον διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἰδοὺ τότε, ὅτι σὺν τῷ ἀριθμῷ τῷ ἀπαιτουμένῳ, τῷ ἀπαραιτήτῳ πρὸς συγκρότησιν τῆς ἀπαρτίας, σὺν τῷ ἀριθμῷ τῶν 50 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι παρόντες, ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι καὶ ἄλλος ἀριθμὸς ὀλίγον μικρότερος ἢ καὶ ἴσος, ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδοὺ ὅτι θὰ ἔχωμεν σύνολον ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κυβερνητικῶν ὑπερψηφιζόντων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀντιπολιτευομένων πλέον ἀσφαλῶς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 50. Ἄρα δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν νομοσχέδια ψηφιζόμενα καὶ ἐξερχόμενα τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ 26 μόνον Βουλευτῶν. Ἀσφαλῶς, λέγω, τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, κατὰ τὸν ἀνωτέρω ὑπολογισμόν, ὑπὸ ἀριθμοῦ μείζονος τῶν 50, θὰ λάβῃ ὅμως ὑπὲρ αὐτοῦ ἀσφαλῶς ψήφους 50, διότι, ἐὰν μὴ λάβῃ ταύτας ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ εἰς πᾶσαν ὥραν, θὰ δύναται παρατάσσουσα πλείονας δυνάμεις ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ καταψηφίσῃ καὶ νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιζητεῖται καὶ ἐπιτυγχάνεται, εἶναι ἕν ἐπὶ πλέον κτύπημα πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν. Τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἶναι τὸ ζήτημα ἡμῶν, καὶ πρὸ παντὸς αὐτὸ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ κρίνοντες πρέπει νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἐδόθη ἓν ἱκανὸν κτύπημα πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ ψυχὴ καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους εἶχε καταδικάσει, τὴν κωλυσιεργίαν, ἡ ὁποία πολλάκις ἐδέσποσεν, ἐτυράννησε καὶ κατεδυνάστευσε τῶν διαφόρων πλειονοψηφιῶν καὶ διαφόρων Κυβερνήσεων εἰς βάρος καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Ἤδη πρόκειται νὰ δώσωμεν δεύτερον, ἀποτελεσματικὸν ὅμως κτύπημα κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, διότι τὸ κτύπημα, ὅπερ ἐπέφεραν εἰς αὐτὴν αἱ περιοριστικαὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι κτύπημα συντελεστικόν, ὄχι ὅμως καὶ ἀποτελεσματικόν. Τοῦτο θὰ δοθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται ἐν ἐμοὶ τὸ ἐρώτημα· πρέπει τελείως νὰ ἐκλείψῃ ἡ κωλυσιεργία ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἢ ὄχι; Μήπως ἡ κωλυσιεργία εἶναι τὸ ὅπλον τὸ χρήσιμον, τὸ ὁποῖον πολλάκις καταλλήλως ἐχειρίσθησαν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως περισώσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους; Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας, πολλάκις ἡ κωλυσιεργία εἶναι ὅπλον χρήσιμον, ἀλλ’ εἶναι ὅπλον χρήσιμον εἰς χεῖρας ἱκανάς, εἰς χεῖρας εὐλαβεῖς, εἰς χεῖρας Ἀντιπολιτεύσεως ἀληθῶς ὑπερμαχούσης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ ἐπιδιωκούσης τὴν ἐκπόρθησιν τῆς ἐξουσίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ἡ κωλυσιεργία εἶναι ὅπλον χρήσιμον, ἀλλ’ ὅπλον χρήσιμον, ὅταν χειρίζηται, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ πολλῆς φειδοῦς καὶ μετὰ πολλῆς εὐλαβείας. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν ἐχειρίσθη μετὰ φειδοῦς καὶ εὐλαβείας τὸ ὅπλον τοῦτο, τουτέστιν ἐγένετο κατάχρησις, καί, διότι ἐγένετο κατάχρησις κατὰ τὸ παρελθόν, δικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ κατάχρησις δὲν θὰ σταματήσῃ, ἀλλὰ θὰ συνεχισθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι τὴν κωλυσιεργίαν ταύτην πρέπει νὰ πατάξωμεν, καὶ ἡ κωλυσιεργία, Κύριοι, πατάσσεται ἀποτελεσματικῶς, ὅπως εἶπον, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας ταύτης. Δὲν ἔχει ἀνάγκην, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις πλέον νὰ παρατάσσῃ ὁλόκληρον τὴν φάλαγγα τῶν φίλων της ἐν τῇ Βουλῇ· δύναται, παρατάσσουσα τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, δύναται νὰ χωρήσῃ κατ’ εὐθεῖαν καὶ ἀπροσκόπτως πρὸς τὰ ἔργα της τὰ νομοθετικά.

§12Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον πολὺ αὐτό;

§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν τὸ ἔχῃ.

§14Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ τὸ ἔχῃ. Ἀπαραιτήτως θὰ τὸ ἔχῃ, διότι, ἂν δὲν τὸ ἔχῃ, δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸ παρουσιάζῃ, διότι, καὶ ἂν στιγμιαίως παρεμπῖπτόν τι ζήτημα ἐγερθῇ ἢ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ τῇ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς φίλους της ὅλους καὶ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἐξουσίας. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναθέσωμεν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει συνήθως εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· ὑπάρχουσι φίλοι τῶν Κυβερνήσεων, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν θέλω νὰ εἴπω κατὰ τὸ παρόν, οὐδέποτε τὸ παραδέχομαι τοῦτο, ἐλπίζω δὲ ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβαινεν εἰς τὸ παρελθόν, ὑπῆρχον φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυον μὲν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι φίλοι, δὲν ἔπαυον παραχωροῦντες τὴν ἐμπιστοσύνην των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελον ὅμως νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, δι’ οὓς λόγους αὐτοὶ ἐγνώριζον καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως λόγους κατανοεῖτε, δὲν ἤθελον ὁριστικῶς νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἤθελον νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματά τινα ἐν τῇ κανονικῇ διεξαγωγῇ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤθελον νὰ ἐπιτύχωσι κἄτι τι προσωπικὸν ὑπὲρ αὑτῶν. Τὸ τοιοῦτον σήμερον δὲν θὰ δύναται νὰ γίνῃ, τὸ τοιοῦτον σήμερον, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, πατάσσεται καὶ ἐξαλείφεται ὁριστικῶς, διότι πάντοτε θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ ἐν παρουσίᾳ τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους πεισθεὶς ὅτι συμφέρει ἡ ἐπιψήφισις τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως θὰ ὑπερψηφίσω ταύτης. Ἐξ ἀντιθέτου νομίζω, ὅτι ψηφίζοντες τὴν τροποποίησιν ταύτην δὲν αἴρομεν καὶ τελείως τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν κωλυσιεργίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐνδεχόμενόν ποτε εἰς τὸ μέλλον νὰ μᾶς δώσῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, νὰ μᾶς φανῇ χρήσιμος, διότι ἀπομένει ἡ κωλυσιεργία ἡ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν γνωμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ χειρισθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις μακρηγοροῦσα ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὅλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ προσφέρουσα τοιουτοτρόπως τὴν δέουσαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀπομένει ἡ κωλυσιεργία ἡ ἀσκουμένη διὰ τῆς ἀπεραντολογίας.

§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κανών, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, διὰ νὰ παρέχωσι τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν ὅλην τοῦ ἔθνους θέλησιν, ἀλλ’ ὁ κανὼν οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει ἐξαιρέσεις. Τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας πάντα τὰ πολιτεύματα ὡς καὶ τὸ ἰδικόν μας κατ’ ἀνάγκην δέχονται, ἀλλὰ καὶ τοῦτο μέχρις ἑνὸς ὁρίου. Τὸ ὅριον δέ, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος ὑπὸ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἶναι νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις ὑπὸ τοῦ πλειοτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, διότι τότε καὶ μόνον ὑφίσταται τὸ τεκμήριον ὅτι τοὐλάχιστον ἐκπροσωποῦσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τὴν θέλησιν τοῦ πλείστου τοῦ λαοῦ. Αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, αἱ ἐξαιρέσεις λόγῳ ἀσθενείας ἢ ἕνεκα δεδικαιολογημένης ἀπουσίας, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἄλλως τε καὶ εἰς τοὺς Κανονισμούς, ἐπιτρέπουσι τὴν ἀπουσίαν ἀπὸ τῆς Βουλῆς μεγίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἤτοι τοῦ ἡμίσεος μεῖον ἑνός, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ὁ μέγας οὗτος ἀριθμὸς ἀπόντων ἢ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀπόντων παρήχθη συνήθεια νὰ μὴ θεωρῆται, ὡς ἔπρεπε νὰ θεωρῆται, ὑψίστης τιμῆς ἀξία ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἡ παράστασις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ νὰ θεωρῆται παρ’ ἡμῖν ἐσχάτως ὅτι ἡμεῖς οἱ παριστάμενοι ἐνταῦθα καὶ συζητοῦντες παρεμποδίζομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμφανίζονται εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνοι εἶναι οἱ ἄξιοι πάσης τιμῆς, καὶ ὅταν ἡμεῖς τολμῶμεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἐμφάνισιν τῶν ἀπόντων διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, περὶ τῆς ὁποίας κατόπιν θὰ ὁμιλήσω, θεωρούμεθα, ὅτι διαπράττομέν τι ἀποδοκιμαστέον ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, ὥστε καὶ χθὲς ἀκόμη ἐπεζητήθη νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν τολμησάντων νὰ ζητήσωσι τὴν παρουσίαν τῶν ἀπόντων Βουλευτῶν, διὰ νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν κοινὴν κατάκρισιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ διαμορφωθεῖσα ἀπό τινος ἀντίληψις, ἐνῷ ἡ ὀρθοτέρα τῶν πραγμάτων ἀντίληψις εἶναι ἢ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄλλη. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκλέγονται καὶ ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Διατί τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην τὴν παραβαίνουσιν; Εἶπον ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ ἀσθενείας, ἂν πρόκειται περὶ δεδικαιολογημένης ἀπουσίας, οὐδεὶς λόγος, ἀλλ’ οἱ μὴ ἔχοντες τοιοῦτόν τινα λόγον διατί παραβαίνουσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον;

§16Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ κοιμῶνται!

§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πράττουσι τοῦτο μόνον, δὲν παραβιάζουσιν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἢ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ πληρώνονται ἀκόμη, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην, καὶ δὲν αἰσθάνονται ὅτι, ὅταν πληρώνωνται, ἔχουσι διπλῆν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσωσι τὸν μισθὸν αὑτῶν. Καὶ τοὺς Κυρίους αὐτούς, ὅταν ἡμεῖς τοὺς προσκαλῶμεν νὰ ἐμφανισθῶσι, ἵνα ἐργασθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναλαμβάνουσι πάντες νὰ τοὺς ὑποστηρίξωσι, καὶ θεωρούμεθα ἡμεῖς ὅτι πράττομέν τι ἄτοπον, ἀντιπατριωτικόν! Ἀλλ’ ἐνῷ θεωρῶ, καθῆκον πατριωτικόν, ὡς πράγματι εἶναι τοιοῦτον, τὸ ὑποβάλλειν ἔνστασιν ἀπαρτίας, διὰ νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ ἀπόντες νὰ παρουσιασθῶσι, δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι τοῦτο τὸ καθῆκον ἐγένετο ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως πολλάκις τῶν Ἀντιπολιτεύσεων πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἔργων τοῦ Σώματος, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων σκοπῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντικείμενον ἐνίοτε πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ σκοπῶν πατριωτικῶν. Ἐχαρακτηρίσθη τοῦτο ὡς κωλυσιεργία, καὶ ἦτο τοιαύτη. Ὁμιλῶ καὶ θὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς περὶ κωλυσιεργίας ἐνασκουμένης διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ὄχι περὶ παντὸς εἴδους κωλυσιεργίας, διότι τὸ εἶδος τῆς κωλυσιεργίας εἰδικῶς ἐν προκειμένῳ διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἐπιζητεῖ νὰ πατάξῃ. Ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ ἐξετασθῇ ἂν δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ ζητήσωμεν νὰ πατάξωμεν τὴν τοιαύτην κωλυσιεργίαν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ὅλου ἢ τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ νὰ κατορθώσωμεν οὕτω συγχρόνως καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐργάζωνται καὶ ἡ κωλυσιεργία νὰ μὴ εἶναι δυνατή. Ἡ συνταγματική μας νομοθεσία ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν προσέλευσιν τῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ τὴν ἐκβιάσωμεν ἐν ἀνάγκῃ. Μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρόνοια καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνεγράφη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐν περιπτώσει ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας ὡς ποινὴ κατὰ τῶν ἀπουσιασάντων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος καὶ χθὲς τὴν νύκτα, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ λαὸς ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν καὶ ἦλθον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται — τὸ λέγω καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ ὅτι θίγω τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν — διὰ νὰ μὴ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των.

§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο πρωία.

§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ὥρας· δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν διὰ μυρίας ἀνάγκας νὰ ἀπουσιάσωσι πρὸς στιγμήν· πρόκειται καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχονται κἂν εἰς τὰς Ἀθήνας. Λοιπὸν ἓν μέσον ἐξαναγκασμοῦ τῶν Βουλευτῶν πρὸς προσέλευσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ· ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν προτείνουσιν οἱ ἕξ Βουλευταί, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβε πρόνοιαν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συνταγματική, μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀσφαλέστερον θέλουσιν ἐξαναγκάζεσθαι νὰ παρίστανται εἰς τὴν Βουλὴν οἱ Βουλευταί, εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον μεθ’ ὡρισμένας ἀπουσίας, κατὰ τὰς ὁποίας ὑποτίθεται ὅτι ἔχει ἄδειαν ὁ Βουλευτής, ἀφαιρεῖται ἀνάλογον ποσὸν ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεώς του δι’ ἑκάστην ἀπουσίαν. Ἄν ψηφίσωμεν τὸ μέτρον ἐκεῖνο, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπόντων θὰ ἐλαττωθῇ καὶ θὰ ἀπουσιάζωσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἀπουσιάζωσιν.

§20Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Φρονεῖτε ὅτι λόγῳ τῶν χρημάτων θὰ ἔρχωνται.

§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φρονῶ πολλά· μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συνηθισμένα νὰ λέγωνται. Ἄν νομίζητε, ὅτι θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν....

§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως τὴν θίγει.

§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφοῦ θέλετε νὰ συζητῶμεν περὶ ἀξιοπρεπείας, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὡς καὶ ἄλλοτε ἀπήντησα, ὅτε πρῶτος ἐγὼ προέβαλον τὴν γνώμην ταύτην καὶ κατηγορήθην ὅτι προτείνω τι ἀναξιοπρεπές. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι περισσότερον θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βουλευτοῦ τοῦτο, ὅτι δηλ. ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ δὲν συλλογίζεται ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς αὐτὸν διὰ νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ τὴν λαμβάνει χωρὶς νὰ ἐργασθῇ καὶ παραμένει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του χωρὶς κἂν νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν νὰ κρύπτηται καὶ νὰ σιωπᾷ, συναίσθησιν ἣν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀργόμισθοι. Αὐτὸ εἶναι ἀξιοπρεπές, νομίζετε, καὶ τὸ νὰ λέγω ἐγὼ ὅτι δὲν ἐκπληροῖ ὁ Βουλευτὴς τὰ καθήκοντά του δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν; (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ἐπιζητήσωμεν νὰ προσελκύσωμεν τοὺς Βουλευτάς, ἔστω καὶ διὰ τῆς βίας, εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διευκολύνομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς περισσότερον παρὰ διὰ τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖται νὰ λάβωμεν. Ζητοῦμεν, νομίζοντες ὅτι ἡ κωλυσιεργία, αὐτὸ τὸ περίφημον μορμολύκειον, εἶναι τὸ παρεμποδίσαν τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς σοβαρὰ ἔργα, νὰ πατάξωμεν τὴν κωλυσιεργίαν. Ζητοῦμεν δὲ νὰ πατάξωμεν τὴν κωλυσιεργίαν μὴ γνωρίζοντες ὑπὸ τίνας ὅρους, ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐνησκήθη ἡ κωλυσιεργία. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὃ διάστημα ἤκμασεν ἡ κωλυσιεργία εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ἐδράσαμεν κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἀλλὰ καὶ συνέβη ν’ ἀποχωρήσωμεν μετ’ ἄλλων ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰς διαφόρους περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἠσκήθη ἐν γένει ἡ κωλυσιεργία· ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ κωλυσιεργίας ἐνασκουμένης διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐπερωτήσεων ἢ ἄλλων ἀπεραντολογιῶν ἢ ἐνστάσεων κατὰ τὴν συζήτησιν. Πρόκειται περὶ κωλυσιεργίας ἐνασκουμένης διὰ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, καὶ εἶναι ἐξεταστέον ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται, ὁ περιορισμὸς δηλαδὴ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας εἰς τὸ ἓν τρίτον, εἶναι μέτρα ἱκανὰ νὰ ἀποκλείσωσι τὸν κίνδυνον, εἶναι μέτρα διευκολύνοντα τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἢ εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ παράγωσι κανὲν καλὸν δημιουργοῦσι κακόν. Ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας εἰς τὰς ἀποφάσεις, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου προεβάλλετο μέχρι τοῦδε διὰ δύο λόγους. Ἢ δὲν ὑπῆρχε πράγματι ἀπαρτία ἢ ἐπεζητεῖτο ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου πρὸς κατανάλωσιν ὥρας καὶ ἐν γνώσει ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι κωλυσιεργία, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, εἴτε τὸ ἥμισυ ἂν λάβωμεν εἴτε τὸ ⅓, εἶναι κωλυσιεργία, ὅταν ζητῶμεν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ συνειδότος οὐχὶ κωλυσιεργικοῦ νὰ εἶναι παρόντες τόσοι, ὅσος εἶναι ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀριθμὸς διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις; Εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην Κυβερνήσεις ἔχουσαι τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τοῦ καθήκοντος νὰ ζητήσωσι τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι Πρωθυπουργὸς...

§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δηλιγιάννης.

§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. ... διότι εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἦτο ἄτοπον, ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἀντισυνταγματικὸν νὰ γίνεται συνεδρίασις μὲ κενὰ καθίσματα, ἐζήτησε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Αὐτὸ δὲν ἐγένετο πρὸς κωλυσιεργίαν, ἀλλ’ ἐγένετο, διότι τὸ πρᾶγμα ἔφθανεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ᾐσχύνοντο καὶ οἱ ἴδιοι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ὅταν διὰ τοιοῦτον λόγον προβάλληται ἡ ἔνστασις, δὲν εἶναι παρεμπόδισις ἐργασίας, εἶναι ἐκτέλεσις καθήκοντος. Ἀπομένει ὅμως τὸ ἄλλο μέρος τῆς ὑποβολῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, διὰ νὰ καταναλωθῇ ἡ ὥρα διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἐν γνώσει ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία. Τοῦτο τὸ κακὸν τὸ προλαμβάνομεν διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ σχέδιον τῶν ἐξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναγράψωμεν; Πῶς καταναλίσκεται ἡ ὥρα διὰ τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως; Διὰ τῆς ἀναγνώσεως ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, δηλαδὴ τῶν 180 ὀνομάτων τῶν Βουλευτῶν. Τί θὰ γίνεται τώρα, ὅταν θέλητε διὰ τοῦ ⅓ νὰ γίνεται ἀπαρτία; Θ’ ἀναγνωσθῶσι καὶ πάλιν τὰ 180 ὀνόματα· Τί θὰ κερδίσητε;

§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία.

§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἐπιζητεῖται ἡ κατανάλωσις ὥρας, καὶ ἡ ὥρα θὰ καταναλωθῇ, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται. Φροντίσατε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυγχώρητον, τὴν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου, δὲν τὸ κερδίζομεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι ὁ κατάλογος θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις καὶ νὰ νομίζωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν ὅτι συντελεῖ κατά τι εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς κωλυσιεργίας. Πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι τὸ κατά τι αὐτό, τὸ ὁποῖον προλαμβάνουσιν, εἶναι τὸ ἐλάχιστον, ὥστε δὲν ἰσοφαρίζει διόλου εἰς τὰ κακά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειοτέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι, ἐνῷ πρέπει παντὶ τρόπῳ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐμφάνισιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, διὰ νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις ὑπὸ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν σύγκρουσιν τῶν γνωμῶν καὶ τὴν ἐκ ταύτης πηγάζουσαν ἀλήθειαν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν Βουλὴν ἐργαζομένην, διὰ νὰ συνηθίσωμεν ἐπὶ πλέον τὸν λαὸν νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὰ πολιτικά, διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφομεν, διευκολύνομεν τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς ὁδηγοῦμεν νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόσῳ βλέπει ὁ Βουλευτὴς ὅτι ἡ παρουσία του δὲν εἶναι ἀναγκαία, δὲν προσέρχεται μεθ’ ὅσης προθυμίας θὰ προσήρχετο, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία του. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἄλλου δὲν προνοεῖ περὶ τῆς παρουσίας ὅλων τῶν φίλων της, ἀφοῦ, κακῶς, πρέπει καὶ νὰ καλῶνται οἱ Βουλευταὶ ὑπὸ τῶν κομμάτων, διὰ νὰ προσέρχωνται. Καὶ ἐνόσῳ ὁ Βουλευτὴς, ὅστις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, βλέπει ὅτι δὲν καλεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται 100 διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλ’ ἀρκοῦσιν οἱ 50, δὲν θὰ προσέρχηται μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας, μεθ’ ἧς θὰ προσήρχετο, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι ἀπαιτοῦνται οἱ 100. Ἐνισχύομεν λοιπὸν διὰ τούτου τὴν ἀδιαφορίαν, ἡ ὁποία ἔχει φθάσει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ θεωρῶσί τινες ἐκλογεῖς ὅτι ἀξιοπρεπέστερον εἶναι νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὰς κάλπας καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κωλυσιεργία δὲν θὰ λείψῃ ἀπὸ τοὺς θέλοντας καὶ γνωρίζοντας νὰ κωλυσιεργήσωσι· θὰ κωλυσιεργήσωσιν ἁπλούστατα διὰ τῆς ἀπεραντολογίας. Ἀλλ’ ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων κυβερνητικῶν Βουλευτῶν λεληθότως ἐνισχύομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐὰν δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ τυραννοῦσα τὴν πλειονοψηφίαν—μολονότι βλέπω συχνὰ ἤδη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τυραννεῖ περισσότερον τὴν μειονοψηφίαν—, ἐνῷ θέλομεν τὸν τύραννον αὐτὸν νὰ τὸν καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκίνδυνον, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸν ἐνισχύομεν καὶ τὸν καθιστῶμεν ἐπικίνδυνον. Χρειάζονται 50 Βουλευταὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν· ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχῃ 50 Βουλευτάς, ἡ Κυβέρνησις καθίσταται ὑποχείριος αὐτῆς· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν δύναμιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχῃ 50 Βουλευτὰς καὶ τοὺς ἔχῃ παρόντας, ἡ Συμπολίτευσις, ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τοὺς φίλους της, διὰ νὰ τοὺς συγκρατῇ παρόντας, ἢ θὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἀφοῦ δεχόμεθα πάντες ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπαρτία, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατάχρησιν, τὴν κωλυσιεργίαν κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ τῆς προκλήσεως ἀποφάσεων ἐπὶ ζητημάτων δευτερευόντων καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, ὡς τῶν ἀποφάσεων περὶ ἀναβολῆς, τῶν ἀποφάσεων περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς, ἢ ἄλλων τοιούτου εἴδους μὴ νομοθετικῶν, νὰ ἐξαιρέσωμεν ταύτας πάσας καὶ νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἰδικῶς διὰ τὴν ἐπιψήφισιν νόμων εἶναι ἀνάγκη τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν ἐπιψήφισιν φυσικὰ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς νόμου. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ ἐξασφαλίζομεν τὴν ὑπὸ τοῦ πλειοτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, ἐξ ἄλλου ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰς Ἀντιπολιτεύσεις, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῶν θελόντων νὰ κωλυσιεργήσωσι, διότι ἐνίοτε κωλυσιεργοῦσι καὶ οἱ ὑπουργικοί...

§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς ἐκβίασιν;

§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι δὰ πρὸς ἐκβίασιν!

§30Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια ὡμίλησαν ὀγδοήκοντα. Πρὸς ἐκβίασιν τὸ ἔκαμον ἢ πρὸς κωλυσιεργίαν; Ἀνέπτυξαν τὰς γνώμας των, καίτοι μετὰ ταῦτα συνεφώνησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴν τὴν διάκρισιν, ἐξασφαλιζόμεθα ἀπὸ τὰς πλείστας καταχρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας φοβούμεθα ὅτι δύναται νὰ προβαίνῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτῆς ἓν μέσον κωλυσιεργίας, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἐξασφαλίζομεν τὴν ὑπὸ τοῦ πλειοτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων. Θέλω δὲ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, οὐ μόνον διὰ νὰ καταστήσω ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον καὶ ἀκριβέστερον τεκμήριον, ὅτι, ὁσάκις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς πλειονότητος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τῆς πλειονότητος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀκόμη θέλω νὰ μὴ πιέσω τὰ πράγματα εἰς βαθμὸν ἐξαναγκάζοντα τὰς Ἀντιπολιτεύσεις νὰ προβαίνωσιν εἰς μέτρα κωλυσιεργικὰ χειρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε μετεχειρίζοντο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν, πολλάκις προελήφθησαν καταχρήσεις τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν τοῦ ἀναγκαίου διὰ λῆψιν ἀποφάσεως εἶχε καὶ ἐν Κρήτῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ὑπὸ τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐλπίζω λέγω, ὅτι ἀκολουθῶν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τότε εἶχε, καὶ βλέπων ὅτι δὲν ἐπέρχεται μεγάλη διόρθωσις εἰς τὸ ζήτημα τῆς κωλυσιεργίας διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, θέλει δεχθῆ τουλάχιστον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας καὶ τὰ πρὸς κωλυσιεργίαν μέσα ἐλαττοῦνται καὶ αἱ νομοθετικαὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς κατορθοῦται νὰ ἐκπροσωπῶσι τὴν ἀληθῆ τοῦ ἔθνους ἢ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους θέλησιν. (Χειροκροτήματα).

§32ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν καινοτομίαν τὴν ἀπολυταρχικήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.

§33Γ. ΠΩΠ. Ὥστε τὴν ἀναγνωρίζετε ὡς ἀπολυταρχικήν;

§34ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὕτως ὠνομάσθη ἀπὸ τοὺς ἀντιλέγοντας. Καὶ λέγω ὅτι τολμῶ, διότι ἐθεωρήθη ὅτι τὸ νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι τόλμη· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δύναται νὰ θεωρηθῇ δι’ ἐμὲ τόλμη, ὅσῳ διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα τὸν προλαλήσαντα, διαπρύσιον ὑπερασπιστὴν τῶν τοιούτων ἰδεῶν, τὸν εὔγλωττον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλά, Κύριοι, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤχθησαν εἰς τὸ μέσον κατὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀπαρτίας εἰς τὸ ⅓, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι πρόκειται τῳόντι περὶ κινδύνου τῶν ἐλευθεριῶν μας. Περὶ ἑνὸς μόνον ἐπείσθην, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτης μεταβολῆς, περὶ σοβαρᾶς καινοτομίας. Τοῦτο ἐτόνισαν, ὡς εἴρηται, πολλοί, καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρᾶς μεταβολῆς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, Κύριοι, ὅτι αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐὰν πρόκειται τὸ Σύνταγμα αὐτὸ νὰ ἔχῃ εὐεργετικὴν ἐπιρροὴν εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ εἶναι σοβαραί, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐναντία ἐκδοχή, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ καταγίνωμεν μόνον εἰς μεταβολὰς ἀκινδύνους, εἰς μεταβολὰς ἀσημάντους, εἶναι κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην ματαίωσις τῆς ἰδέας τῆς ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐζητήθη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος; Διότι συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς ἔβαινε, δὲν ἔβαινε καλῶς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ κύρια σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἰδίως νὰ καταγίνωμεν, καὶ τὰ σημεῖα αὐτὰ τὰ εἶχεν ἤδη ὑποδείξει ἡ κοινὴ γνώμη. Μόλις ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, κατέταξε μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν, ἐκείνων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παταχθῶσι, τὴν κωλυσιεργίαν. Ἀναφέρεται ῥητῶς εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Ἦτο καὶ ἄλλο, Κύριοι, ἐπίσης σοβαρόν, ἡ Γερουσία, διότι δι’ αὐτῶν τῶν δύο μεταβολῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σπουδαῖος ἀνακαινισμὸς τῆς κρατούσης καταστάσεως. Δὲν πρόκειται βεβαίως, Κύριοι, τώρα νὰ σᾶς εἴπω οὔτε ἕνα λόγον περὶ Γερουσίας· ἔφερα μόνον τὸν λόγον, διότι ἐκεῖνο θεωρῶ ὡς ἄξιον πολλῆς συζητήσεως, ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ καίρια. Καὶ μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐρωτῶ· εἶναι ἀληθὲς τὸ ὑποστηριχθὲν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν εἰσηγήσαντο οἱ ἐξ Βουλευταί, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη ἀπειλεῖ εἰς τὰ καίρια τὰς ἀρχὰς τὰς κοινοβουλευτικάς, ὅτι αἴρεται οὕτως ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν πλειονοψηφιῶν; Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς τοῦτο ἰσχυριζομένους· ἀπὸ πότε ἐν Ἑλλάδι καθιερώθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Διότι ἐγὼ τὸ ἀγνοῶ. Ἐνώπιόν μου εἶχον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοὐλάχιστον καί, τολμῶ εἰπεῖν, καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ, ἓν ψευδὲς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὁ ἀληθὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὰ ἀγαθὰ εἰς τὸν πολίτην, ἐδῶ δὲ τοιοῦτος δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Τί λοιπὸν εἴχετε καὶ κινδυνεύει; Τί εἶχεν ὁ λαὸς μέχρι τοῦδε καὶ κινδυνεύει νὰ τὸ χάσῃ, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὁ τόσος θόρυβος; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ βλέπω, καί, ἂν κινδυνεύῃ τι, κινδυνεύει μόνον ἡ κωλυσιεργία, τὸ θηρίον αὐτό, ὄχι τὸ μορμολύκειον, ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, διότι μορμολύκειον εἶναι μὲν ἀνύπαρκτόν τι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἁπλῶς πρὸς ἐκφόβισιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἡ κωλυσιεργία εἶναι αὐτόχρημα τὸ θηρίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὰ τῆς Πολιτείας. Καὶ εἶναι ἄπορον τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, νὰ γίνηται τοιαύτη συζήτησις ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη κατόπιν τῆς τρομερᾶς ἀποτυχίας τοῦ παρελθόντος. Δὲν εἶναι μακρὰ ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὰ κόμματα τὰ κοινοβουλευτικά, ἐκεῖνα ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται ὁ πολὺς πόλεμος, εὑρέθησαν ἀντιμέτωπα καὶ ἵσταντο ἐν τῇ Βουλῇ θεωροῦντα τὸ ἓν τὸ ἄλλο, χωρὶς οὐδὲ ἓν βῆμα νὰ δύνανται νὰ κάμωσι πρὸς τὰ πρόσω. Παρῆλθον δύο Σύνοδοι τῆς Βουλῆς μὲ ἓν ἢ δύο μόνον νομοσχέδια, ἐννοῶ νομοσχέδια ἀναγόμενα εἰς οὐσιαστικὰ ζητήματα, διότι ἡ ἐργασία παρεκωλύετο ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου κυρίως, ἕνεκα τῶν κωλυσιεργιῶν, ἕνεκα τῆς κομματικῆς διαμάχης, ἡ ὁποία ἐγίνετο διὰ παντὸς μέσου θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου. Πρέπει νὰ τὰ λέγωμεν, εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἐλευθέρως, καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν συμβουλὴν του μεταχειρίζομαι ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, καὶ δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω, ὅτι διαρρυθμίζοντες ἄλλως τὰ τῆς ἀπαρτίας δὲν πρόκειται ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κινδύνους στερήσεως καλοῦ τινος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἀλλὰ πρόκειται τοὐναντίον νὰ δημιουργήσωμεν καλόν. Ἔχω ἀπόλυτον, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν καλόν, διότι πρόκειται νὰ πατάξωμεν ἁπλῶς τὴν κωλυσιεργίαν. Καί, διὰ νὰ τὴν πατάξωμεν, πρέπει νὰ φθάσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι χρειάζεται μικρὸς ἀριθμὸς ὄχι μόνον διὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀπόφασιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐντεῦθεν κίνδυνος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀποκρούει τὸν περιορισμὸν τῆς ἀπαρτίας, διότι θέλει νὰ κρατήσῃ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς κυβερνητικοὺς εἰς τὰς τάξεις των, θέλει νὰ ἔρχωνται εἰς Ἀθήνας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι, ἐνῷ μὲ τὴν καινοτομίαν θὰ θεωρῶσι περιττὴν τὴν παρουσίαν των. Ἀλλὰ μήπως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ γίνῃ σήμερον, δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν ἴδιον σκοπὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον; Μὲ μικρὸν ἀριθμὸν ἀπαρτίας οἱ ἤδη ἐσκεμμένως προβαίνοντες εἰς ἀπουσίας θὰ πεισθῶσιν, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των, καὶ θὰ παραμένωσι, βλέποντες ὅτι ἡ ψῆφος αὐτῶν δὲν βαρύνει καὶ πολύ, ἐὰν ἀναχωρήσωσιν, ἐννοεῖται, ὀλίγοι, οἱ κάμνοντες τὸν δυσηρεστημένον, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα πολλάκις ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ μίαν ψῆφον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πειρασμόν, ὅστις πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ μέσον. Ἂς γνωρίζῃ λοιπὸν ὁ Βουλευτής, ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν θὰ ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν ζητήματα ἀπαρτίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσιν, ὅτι ἡ καινοτομία, ἡ ὁποία προτείνεται, εἶναι ὠφέλιμος καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας.

§35Σ. ΣΙΜΟΣ. Καὶ σκόπιμος, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὥριμος εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, κακῶς δὲ ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως ἀπορρεούσης ἀπὸ μόνου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπῶς παρεκαλεῖτο, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ οὗτος εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ περὶ ἀπαρτίας συνταγματικοῦ ἄρθρου πρὸ πολλοῦ εἶχεν ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, καί, ὅτε ἡ ἐπανάστασις ἔβαλλε κατὰ τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ ὅτι κατὰ τῆς κωλυσιεργίας κυρίως ἐστρέφετο, ὅτε ἐλαμβάνοντο σκέψεις καὶ μέτρα, ὅπως προσαχθῶσι διὰ τῆς βίας Βουλευταὶ εἰς Ἀθήνας. Ὅτι δ’ ἐπὶ τοσοῦτον εἶχεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα τοῦ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρου, ὥστε κατὰ τὴν προηγουμένην Συνέλευσιν, τὴν διαλυθεῖσαν, ὁμὰς Βουλευτῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχεται μετὰ πολλῆς εὐαισθησίας πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πολλοὶ τῶν συναδέλφων κόπτονται, συνέταξε προσχέδιον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ...

§36ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπεγράψαμεν ἅπαντες τὸ προσχέδιον, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθημεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τῶν ὑπογεγραμμένων.

§37Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὑπογραψάντων· πρόκειται περὶ τοῦ κ. Δ. Ῥάλλη.

§38ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μάλιστα σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὁ κ. Ῥάλλης ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν τροποποίησιν αὐτήν.

§39Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τοῦ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρου, οἱ Βουλευταὶ οἱ συνελθόντες καὶ συντάξαντες τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τῆς διαλυθείσης Συνελεύσεως προέβησαν εἰς τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητῇ παρουσίᾳ τοὐλάχιστον τοῦ τετάρτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἀποφασίζει δὲ παρουσίᾳ τοῦ τρίτου τοὐλάχιστον τοῦ ἀριθμοῦ τούτου καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας». Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Δ. Ἰ. Τσάτσου, Κ. Βασιλείου, Περ. Καραπάνου, Κ. Ῥακτιβάν, Ἰ. Δ. Ῥάλλη. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτοῦ προγράμματι θεὶς τὸν ὅρον τῆς μεταβολῆς τοῦ 56ου ἄρθρου ἀνταπεκρίνετο ὄχι μόνον πρὸς ἰδίαν σκέψιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάνδημον πόθον πρὸς ἄρσιν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι παρεῖχον δυσχερείας εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πρότασις πρόκειται νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, τοῦ κ. Βοζίκη, ὅτι ἡ πρότασις κυρίως στρέφεται κατὰ τῆς κωλυσιεργίας τῆς Συμπολιτεύσεως, στρέφεται κατὰ τῶν ἐκβιάσεων τῆς πλειονοψηφίας. Διότι, ἂν ὑπῆρξε κατακριτέα ἡ πορεία τῶν κωλυσιεργιῶν ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως ὀλέθριαι διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα ὑπῆρξαν καὶ αἱ πιέσεις τῶν πλειονοψηφιῶν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Καί, ὅταν ἐνασκῆται ἡ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποῦ τείνει τὸ συμπέρασμα; Νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἔχῃ πάντας τοὺς φίλους αὐτῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς καὶ ἵνα δι’ ἀπαρτίας μόνον τῶν φίλων αὐτῆς ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Καὶ παριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα τῆς ἐκβιάσεως ἑνός, δύο ἢ τριῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον μὴ θέλοντες νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀπεῖχον, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ποίας θυσίας προέβαινον αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι πρὸς ἐξασφάλισιν τριῶν ἢ δύο καὶ πολλάκις μιᾶς καὶ μόνης ψήφου.

§40Γ. ΠΩΠ. Θὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ κίνδυνος.

§41Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δύνανται 20 Βουλευταὶ νὰ ἐκβιάσωσι μίαν Κυβέρνησιν περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἢ δύο.

§42Γ. ΠΩΠ. Ὅσον μειοῦτε τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τόσον ἐνδυναμοῦτε τὴν σημασίαν τῆς ψήφου.

§43Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἷς, ὁ ὁποῖος χρειάζεται διὰ τὴν ἀπαρτίαν, δύναται νὰ ἐκβιάσῃ πλειότερον παρὰ 10 ἢ 20. Καὶ ἐθεωρήθη, Κύριοι, καταρράκωσις τοῦ πολιτεύματος ἡ μεταβολὴ τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως καὶ ἡ ἀπαρτία διὰ τοῦ ⅓ τῶν Βουλευτῶν· καὶ ἐθεωρήθη ὅτι οὕτω καταπατοῦνται τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Καταρράκωσις τοῦ πολιτεύματος λέγεται ἡ εὔρυθμος αὐτοῦ λειτουργία; Καταρράκωσις τοῦ πολιτεύματος λέγεται ἡ τελεσφόρος λειτουργία τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς; Καὶ οἱ ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ δὲν ἐσκέφθησαν ἆρά γε ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς ἐκλέγῃ καὶ ἀποστέλλῃ ἀντιπροσώπους ἐνταῦθα καὶ οὗτοι δὲν προσέρχωνται, ἆρά γε τότε δὲν καταπατεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ καὶ δὲν καταρρακοῦται τὸ πολίτευμα;

§44Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ἔλθωσιν.

§45Σ. ΣΙΜΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ πῶς; Διὰ τίνος μέσου καὶ τρόπου; Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχομεν ἄλλο μέσον νὰ τοὺς ἐκβιάσωμεν, τοῦτο, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, εἶναι τὸ συντελεστικώτερον. Βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι, ψηφίζοντες τὴν διάταξιν ταύτην, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου. Ἀκριβῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα· καὶ σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Γνωρίζετε ἐκεῖ ὅτι, μὴ γινομένης ἅπαξ ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται καὶ δευτέραν φοράν, καὶ τὴν τρίτην γίνεται μὲ ὅσους τύχῃ. Τότε εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῆς πρακτικῆς, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην πρόσκλησιν προσέρχονται πάντες. Ἠκούσθη ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας εἰπών: «Ἀλλὰ τότε θὰ ἔχωμεν πτώσεις κυβερνητικὰς συχνὰς καὶ ἡ κυβερνητικὴ μονιμότης εἶναι ἀγαθὸν ἀναμφισβήτητον». Ἀλλὰ, ἐὰν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀπουσίας τῶν φίλων αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς προθύμου παρουσίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τί ἤθελεν ἀποδείξει τοῦτο; Δὲν ἤθελεν ἀποδείξει προφανῶς μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν προκύπτει τὸ συμπέρασμα, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην; Ἐὰν ἑπομένως ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πέσει ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν φρονῶ ὅτι ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἤθελεν εἶσθαι πρόωρος. Ἀκριβῶς αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας συναντῶμεν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ παρακαμφθῶσι πᾶσαι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνουσιν οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὑπεστηρίχθη χθὲς καὶ σήμερον ἐνταῦθα, ὅτι σπανίζει εἰς τὰ ξένα Κράτη ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος λαὸς τὰ παραδείγματα ὀφείλει νὰ ἀντλῇ ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱστορίας καὶ πείρας. Ὅπως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδέποτε παρέστημεν μάρτυρες ψηφοφορίας 40 Βουλευτῶν, ὅσους ὁρίζει ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα, οὕτω καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ δὲν θὰ παραστῶμέν ποτε εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας ὅτι ἐνδέχεται διὰ τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπέλθῃ κυβερνητικὴ πτῶσις. Τοῦτο θὰ εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων μέσων, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρίστανται ἐνταῦθα. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως παρίσταται ἡ ἀνάγκη τοιαύτης μεταρρυθμίσεως μὴ προελθοῦσα, ὡς εἶπον, μόνον ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν θέτοντες τέρμα οὐ μόνον εἰς τὴν κωλυσιεργίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐκβιάσεις τῶν πλειονοψηφιῶν, ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον ὡς φέρεται τοῦτο τροπολογημένον.

§46Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§47Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1911 τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ταμείου τῆς ἰδίας χρήσεως ἐκτυπωθησόμενον πρὸς διανομήν.

§48Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑποβάλλετε καὶ δι’ ἕνα ἄλλον μῆνα ἀκόμη;

§49Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, θὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§51Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τελευταῖον κατερχόμενος τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἤδη ὥρας ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι σπουδαιότερον τούτου ἄρθρον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς διέπῃ. Ἐὰν δέ, Κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συνεισφέρωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις ἡμῶν ἡμεῖς, οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε καὶ λόγον καὶ ἡ ἐμὴ πάροδος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις καὶ μᾶλλον ὡς λόγον ἔχει τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρὰ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ βραχέων θὰ εἴπω, νὰ μετατρέψωσι τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἐσχηματισμένην πεποίθησιν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ἡ ἀρχή, Κύριοι, ἡ ὁποία διετυποῦτο ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι, τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν μεταβάλῃ ἡ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, καὶ καθ’ ἣν πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζονται τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα. Ἀπομάκρυνσις δὲ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ὑποκατάστασις εἰς τὸ πλάσμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀνάγκην στηρίζονται τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα, ἑτέρου πλάσματος πολὺ περισσότερον ἀπέχοντος τῆς ἀληθείας. Ἐὰν δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ πλάσμα, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ὑποκαθιστῶμεν εἰς τὸ πλάσμα τοῦτο ἕτερον ἀπέχον ἔτι μᾶλλον τῆς πραγματικῆς ἀληθείας, ἐὰν θέλωμεν νὰ καταρρίψωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπαιτεῖται διὰ τὸν ἔγκυρον σχηματισμὸν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Δὲν μὲ ἔπεισαν, Κύριοι, οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι εἴτε ἀλλαχοῦ εἴτε ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν πείρας δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν διδάγματα, ἢ νὰ ἀρυσθῶμεν συμβουλάς, ἢ νὰ ἀρυσθῶμεν παραδείγματα, διὰ νὰ μεταβάλωμεν τὸ καθεστώς. Οἱ κύριοι προαγορεύσαντες ἀνέφεραν, ὅτι ὁ κανὼν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν· ὁ κανὼν τοὐναντίον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ σήμερον τὸ καθεστώς. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ κανών, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ κανόνος τούτου. Ποίαν δὲ δικαιολογίαν προτείνομεν σήμερον, ὅπως πείσωμεν ἑαυτούς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ κανόνος αὐτοῦ; Τὸ δεδομένον, Κύριοι, τῆς κωλυσιεργίας τῆς ἀσκηθείσης εἰς προηγουμένας Βουλάς. Ἐμελέτησα ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τὴν ἱστορίαν τῶν κωλυσιεργιῶν τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου καὶ ἐκ τῆς μελέτης μου ταύτης δὲν ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισαν ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἀντιθέτως. Δὲν ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ κωλυσιεργία παρεκώλυε τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἡ κωλυσιεργία παρεκώλυε μόνον τὴν πρόοδον τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Ὅτε δὲ μόνον διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀπαιτοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, δὲν νομίζω ὅτι ἀπαιτοῦμεν κάτι τι ἀδύνατον. Ὅταν δὲ λάβωμεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Σῶμα ἡμῶν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν δὲν εἶναι πολυάριθμον, ἀλλὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην εὐάριθμον, εἶναι δὲ ἴσως πολυάριθμον ἐν σχέσει πρὸς τὴν μικροτάτην ἔκτασιν τῆς ἡμετέρας χώρας, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα ἡμῶν εἶναι κατ’ ἀνάγκην ὀλιγάριθμον, πᾶσα ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς θὰ ἀποδίδῃ ἀριθμὸν Βουλευτῶν, δυνάμενον νὰ ἀποφασίζῃ ἐγκύρως περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, καὶ Βουλήν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἐμπνέῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ κύρους ἀντιπροσωπεύει τὴν βούλησιν τῆς χώρας. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην σοφοῦ ἑρμηνευτοῦ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τοῦ ἀειμνήστου Διομήδους Κυριακοῦ. Ὁ ἀοίδιμος Διομήδης Κυριακὸς εἶχε καὶ αὐτὸς ὑπ’ ὄψει του τὰ ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ἔκρινεν, ὅτι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα δὲν πρέπει νὰ μᾶς σαγηνεύσωσι. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μᾶς σαγηνεύσωσι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα, διότι πρῶτον μὲν ἡ διάταξις, ὅτι τοιαύτη τις εἶναι ἡ ἀπαρτία ἐν Ἀγγλίᾳ, οἵα ἐξετέθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, δὲν εἶναι συνταγματικὴ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τῆς διατάξεως ταύτης δὲν περιβάλλεται τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας θὰ περιβληθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς τοιαύτης διατάξεως παρ’ ἡμῖν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ῥητῶς τονίζει ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοι προαγορεύσαντες ἐτόνισαν, ὅτι ἡμεῖς ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν μόνον Βουλὴν πρέπει νὰ προσέχωμεν, ὅπως τὸ ἀπαύγασμα τῆς ἐργασίας τῆς μιᾶς Βουλῆς φέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον κῦρος, ὅπως περιβάλληται δι’ ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέρας ἐπιβολῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος πολιτειολόγος, ὁ Κωνστάν, τονίζει τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νομοθετικῶν πράξεων τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου νὰ καταρτισθῇ νόμος, ἡ σύνοδος μεγάλου ἀριθμοῦ νομοθετῶν εἶναι κατὰ τοῦτο ὠφέλιμος, καθ’ ὅσον οἱ νόμοι πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀπαύγασμα πολλῶν ἰδεῶν, πρέπει πρόσωπα διάφορα κατὰ τὰς ἕξεις, τὰς σχέσεις καὶ τὴν κοινωνικὴν θέσιν νὰ συνεισφέρωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὴν συμβολὴν τῶν σκέψεων καὶ τῆς πείρας αὐτῶν».

§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει καὶ κάτι τι ἄλλο, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης.

§53Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν θέλω νὰ τὸ θίξω, κύριε συνάδελφε. Γνωρίζετε τὸ διατί.

§54Γ. ΠΩΠ. Ὥστε βαίνομεν πρὸς πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου.

§55Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως δὲν φαίνεται εὔστοχον τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀναλογίας, τῆς ἀποτελούσης τὴν ἀπαρτίαν. Διότι ὁ προσδιορισμὸς μιᾶς μικροτέρας ἀναλογίας, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀμφίστομον μάχαιραν αὐτῆς ταύτης τῆς πλειονοψηφίας. Ὅταν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶναι καὶ πλειονοψηφία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι δυνατόν, ψηφιζομένου νόμου τινὸς τῇ προκλήσει τῆς συμπαγεστέρας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἔχωμεν ἀπόρριψιν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου παρὰ εἰς νέαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ παράδειγμα, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἴσως τολμηρὰ ἔκφρασις, ἑνὸς ὄχι τόσον μεγάλου διὰ τὰ βουλευτικὰ ἔργα ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῶν ἀποτελούντων τὴν διπλῆν ταύτην Βουλὴν ἀντιπροσώπων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς κακὸν προμήνυμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν μέλλουσαν Βουλὴν ἢ τὰς μελλούσας Βουλὰς. Τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι συντείνουσιν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐτὰς τὰς ἀπελπιστικὰς σκέψεις, τοὺς ἀνέπτυξεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, ἐγὼ δὲ τοῦτο μόνον ἤθελον προσθέσει. Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀκηδία τις τῶν Βουλευτῶν καὶ ἑπομένως μὴ προσέλευσις αὐτῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀκοίμητος φρουρὸς ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἀμελοῦντας Βουλευτὰς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τῶν συνεδριάσεων. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως νομίζω ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ καταρτισμοῦ ἀπαρτίας θὰ εἶναι ἐπιβλαβής, διότι θὰ καθιστᾷ μεγαλειτέρας σημασίας τὸν ἕνα αὐτὸν Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι δυνατὸν συμπράττων νὰ καταρτίσῃ Σῶμα δυνάμενον νὰ ἀποφασίσῃ. Ἀπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν σκέψεων ὁρμώμενος δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψήφισιν τοιαύτης προτάσεως, ἐμμένων εἰς ὅσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστηρίξαμεν καὶ εἰς ὅσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὁμοφώνως ἀπεδέχθημεν (χειροκροτήματα).

§56Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί· βεβαιότατα προϋπόθεσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου κατ’ ἐξοχήν εἰσιν ἡ καλὴ πίστις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ συναίσθησις τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς καὶ ἡ συναίσθησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος μετ’ ἀφοσιώσεως ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ. Αἱ ἀρεταὶ δὲ αὐταὶ πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τόσον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅσον καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ἡ Βουλὴ ὅτι ἐργάζεται διὰ τὸ Κράτος καὶ μόνον διὰ τὸ Κράτος. Ἑπομένως προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου 56, προκειμένου νὰ μετατρέψωμεν ἀρχὴν σπουδαίαν, σοβαρωτάτην, ἀφορῶσαν αὐτὸν τὸν καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ νὰ τὴν μετατρέψωμεν κατὰ τρόπον ὅλως ἐξαιρετικόν, κατὰ τρόπον, ὅστις ἰσχύει ἐξαιρετικῶς εἰς ἐλάχιστα προηγμένα Κράτη, πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, ἂν ἔχομεν τὰς ἀρετὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξαίρεσιν ἐφαρμόζουσι τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἤδη νὰ θεσπίσωμεν. Καὶ ἂν μὲν ἔχωμεν ταύτας, τὰς ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἑπομένως τὰς ἔχει σύμπασα ἡ Βουλὴ καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς Συμπολίτευσις, ἐὰν δὲ δὲν τὰς ἔχωμεν, δὲν τὰς ἔχομεν οὔτε ὡς Κυβέρνησις, οὔτε ὡς Συμπολίτευσις οὔτε ὡς Ἀντιπολίτευσις. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, διὰ τῆς μετατροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦσιν οἱ ἕξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ῥίπτομεν εἰς τὸ μέσον τὴν ἰδέαν ὅτι πάντοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις διατελεῖ οἱονεὶ οὐχὶ ἐν καλῇ πίστει, καὶ θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐὰν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ μὴ ἀποτελῶμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν μεταφερόμενοι ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μήπως τὰ πράγματα τῆς τελευταίας δεκαετίας μᾶς ἔπεισαν ὅτι τῳόντι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπταισεν, ἦτο ἡ κατάστασις καὶ ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὅσοι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὰ ἀντίθετα εἶπον καὶ ὅσοι ἀνεβίβασαν τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς κωλυσιεργίας εἰς τοιαύτην σπουδαιότητα, ὥστε νὰ θεωρήσωσιν, ὅτι χάριν αὐτῆς ἐπανεστάτησεν ὁ στρατὸς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, φρονῶ ὅτι ἔσφαλον καὶ μάλιστα φοβερά, διότι κατ’ ἐξοχὴν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν δὲν ὑπῆρξε κωλυσιεργία,...

§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις διεφώτισαν τὴν κοινὴν γνώμην.

§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. διότι δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι, ὅτε αἱ Κυβερνήσεις εἶχον φέρει ἐργασίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἐν Συμπολιτεύσει καὶ Ἀντιπολιτεύσει ἐψήφισε ταύτην. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι, ὅτε τὸν ἀείμνηστον Θ. Δηλιγιάννην διεδέχθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς κ. Ῥάλλης, εἰς ἕνα καὶ μόνον μῆνα ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις σπουδαῖα μέτρα καὶ σοβαρά, τῶν ὁποίων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πολλά, καὶ ὧν ἄνευ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ ἦτο σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὸ 1906 μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως εἰς ὁλόκληρον τὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διήνυσεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἂν δὲν ἐψηφίσθησαν νομοθετήματα σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, δὲν ἔπταισεν οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις οὔτε τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα εἰς ἐνάσκησιν ὄχι κωλυσιεργίας, ἀλλὰ φωτισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν διὰ μετατροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς καλεῖ ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, τί ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν, καὶ ἐπὶ τούτῳ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἀντίληψιν καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους θέλει νὰ μάθῃ, ἂν γίνονται ἀγῶνες σπουδαῖοι καὶ σοβαροὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἂν διακρίνονται οἱ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· δὲν θέλει δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ περιορισθῇ σχεδὸν ὁ λόγος, δὲν θέλει νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι ἀσυζητητί· ταῦτα ἀπάδουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος. Θέλει νὰ φωτίζηται καὶ νὰ ἀντιλαμβάνηται καλῶς ἂν εἷς νόμος θὰ ἔχῃ καλὰς ἢ κακὰς συνεπείας, θέλει ἑπομένως ἐκτεταμένην τὴν συζήτησιν καὶ διαφωτιστικήν. Καί, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη συζήτησις καὶ διὰ νὰ συλλαμβάνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἱ ἀποφάσεις, πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δικαίωμα εὐρυτάτης συζητήσεως καὶ ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις νὰ μεταχειρίζηται ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ προλαμβάνῃ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλάψωσι τὸ Κράτος. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ συναδέλφου τούτου, ὁ ὁποῖος χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε θὰ ὑπάρχῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ τυπικῶς ὑπάρχει, ὅτι τὸ πᾶν ἔγκειται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.

§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό;

§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς. Ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν ἐπῆλθε σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικήν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν λεγόμενον ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους, διότι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι νῦν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρχῃ Βουλή, διότι ἤδη ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἶμαι Βουλευτὴς καὶ Βουλευτὴς νομοθετῶν, δικαιούμενος νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην καὶ νὰ ἀκολουθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον συμβιβάζεται ἡ γνώμη μου ἡ νομοθετικὴ μετ’ αὐτῆς, νὰ μὴ ἀκολουθῶ δὲ αὐτήν, ὅταν ἀντιλαμβάνωμαι ὅτι δὲν προσαρμόζεται εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ διάταξις, ὁ κανών, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ θεσπίσωμεν τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, δὲν προσαρμόζεται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦτο περιττόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ τὸ θέμα τοῦτο, διότι πολλὰ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐλέχθησαν, καὶ ἐθεωρήθη ἐξηντλημένον, ἀλλ’ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἡ ψῆφός μου θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς προτάσεως ὡς διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς συμβιβαστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ πᾶσαν ὑπόνοιαν τῆς νῦν Κυβερνήσεως περὶ ἐνεργείας πραγματικῆς κωλυσιεργίας, κωλυσιεργίας προερχομένης ἐκ δόλου, ὄχι ἐκ καλῆς πίστεως, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαιότατα οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ δημιουργήσωμεν ἡμεῖς, τέκνα κατ’ ἐξοχὴν τοῦ λαοῦ, ὀλιγαρχίαν καὶ Βουλὴν ἐργαζομένην καὶ ἀποφασίζουσαν μὲ 18 Βουλευτὰς—ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—ἤτοι Βουλὴν τῶν 18.

§61Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω ἂν ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ἐκταθῇ ἐπὶ τόσας μακρὰς ὥρας ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀντιλέξω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς τὴν κρηπῖδα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι εἶπον σαφῶς, ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν προσάγει ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐπέλθωσιν ὄλεθροι, θὰ ἐπέλθωσι κίνδυνοι, διότι καταστρέφεται ἡ ἐλευθερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἐνόησα, κύριοι Βουλευταί, οὔτε τὸν ὄλεθρον οὔτε τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἐὰν ἐπεζητήθη ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου τούτου, τόσον ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπῆρχε σαφὴς ὁ λόγος ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις αὕτη. Τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις θὰ ψηφίζωνται ὑφ’ ἑνὸς ἐλαχίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ διέπωσι τὴν χώραν ἡμῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι δι’ ἑνὸς δηλ. μικροτάτου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρόκειται νὰ λαμβάνηται ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοθετημάτων τῆς χώρας ἡμῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ συμβῇ ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις νομοθετημάτων δι’ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν.

§62Γ. ΠΩΠ. Διατί;

§63Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατί. Κατεκρίθη ἡ κωλυσιεργία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν τόσον ἀπὸ μέρους τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξήσκει ἐν τῷ νομίμῳ αὐτῆς ἔργῳ πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ὑπερβασιῶν τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὰς μακαρίας ἐκείνας ἐποχάς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ ἀναφέρω ὅτι πολλάκις ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς χώρας ἐπεζήτει τὴν κωλυσιεργίαν ὄχι διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ ὅπως ἀντιπολιτευθῇ τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα καταρρίψῃ αὐτὴν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἀναλάβῃ αὐτή τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἦτο ὁμολογουμένως ἐν πολλοῖς ὠφέλιμος ἡ κωλυσιεργία τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ψεκτέα ἡ κωλυσιεργία τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε, ὡς συνήθως συνέβη, ἐγένετο χάριν τῶν ἰδίων αὐτῆς ὠφελημάτων. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν κωλυσιεργίαν, ἡ ὁποία ἐτελεῖτο ἀπὸ τοὺς φίλους τῆς πλειονοψηφίας, διότι, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἦτο ἱκανὸς νὰ συνταράξῃ ὁλόκληρον τὴν πλειονοψηφίαν ἡ ὁποία ἦτο ὄντως ἰσχυρά. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἦσαν τότε Βουλευταί ὅτι εἷς μόνον Βουλευτὴς ἐξηνάγκασέ ποτε τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην νὰ ὑπογράφῃ νομοσχέδια παροχῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦντο διὰ τοῦ κλητῆρος εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν ὅπου ἀνέμενεν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος. Ἀνέφερον ταῦτα διὰ νὰ δείξω ποίαν πρόνοιαν ἔχει ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Παρεμποδίζει ἀφ’ ἑνὸς τὴν βλαβερὰν κωλυσιεργίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ καταστρέφει καὶ παντελῶς τὴν κωλυσιεργίαν ἐκείνην ἡ ὁποία δύναταί ποτε νὰ γεννηθῇ ἐκ τῶν φίλων αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ γνωρίζῃ ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι....

§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τρεῖς.

§65Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Οὐδέποτε θὰ εἶναι τρεῖς, διότι θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι κατ’ ἀνάγκην τόσον οἱ φίλοι τῆς Συμπολιτεύσεως, τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ὅσον καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ εἶναι, λέγω, ἡ Βουλὴ κατ’ ἀνάγκην ὑποχρεωμένη διὰ τῆς τροποποιήσεως ἐκείνης νὰ περιλαμβάνῃ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πολλῷ πλείονας παρόντας, διότι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέξωσι τὸ ἔργον τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ κυβερνῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χώραν ἡμῶν, διότι ἀπέναντί των θὰ ἔχωσι συνησπισμένην τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία καὶ ἐκείνη θὰ ἀναμένῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἵνα ἀνατρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς χώρας. Προσέτι δὲν θ’ ἀπουσιάζωσιν ὅπως σήμερον ἀπουσιάζουσιν ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπουσιάζωσι καὶ οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι θὰ ἔχουν συμφέρον νὰ παρίστανται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὲν θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ νὰ ἐξέρχωνται εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν διὰ νὰ ματαιοῦται ἡ ἀπαρτία. Θὰ προλαμβάνηται λοιπὸν ἡ κωλυσιεργία ἡ κακή, θὰ συνέρχωνται ὅσοι εἶναι δυνατὸν περισσότεροι Βουλευταὶ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ἐκ τῆς ἄλλης καὶ οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, τοῦ νὰ παρίσταται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ τρίτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο ποτὲ νὰ συμβῇ, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις τῆς χώρας, αὕτη θὰ ἔχῃ φίλους τοὐλάχιστον 100 Βουλευτάς, διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τόσους φίλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι Κυβέρνησις τῆς χώρας, διότι θὰ λείψωσι βέβαια ἐκ τῶν φίλων της 30% καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ εὑρίσκῃ τὸν καιρὸν νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν θὰ ἔχῃ τὸ ὀλιγώτερον 100 φίλους· θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τοὺς ἡμίσεις τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ πλέον ἑνός. Καὶ ὅταν θὰ ἔχῃ αὐτὸν τὸν ἀριθμόν, θὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ κοινοβουλευτικῶς ἐνταῦθα. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω οὔτε τὸν κίνδυνον, οὔτε τὸν ὄλεθρον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Ἀντιπολίτευσις, ὁποίαν φαντάζεσθε. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι πολλοί, διότι εἷς καὶ μόνος ἀντιπροσωπεύει τὴν ὅλην τοῦ λαοῦ θέλησιν. Ἐὰν πάντες οἱ φίλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἐξετάσωσι λεπτομερῶς καὶ ἐμβριθῶς τὴν τροποποίησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἐὰν βαθέως εἰσδύσωσιν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς τροποποιήσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, διότι αὐτὴ αὕτη δὲν ὑπάρχει οὐσιώδης, ἀλλὰ κατὰ πλάσμα μόνον, διότι οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἐλάχιστος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ νομοθετῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πλέον, διότι τὸ μόνον ἐπιχείρημα τῶν ἀντιλεγόντων εἶναι τοῦτο καὶ μόνον ὅτι, ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς θὰ κυβερνᾷ τὴν χώραν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ γίνῃ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα παύσῃ ἐπὶ πλέον ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις ἡ καταβασανίζουσα ἐπὶ μακρὰς ὥρας τὴν Βουλήν, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει χωρὶς νὰ περιορισθῇ καὶ εἰς ἀριθμὸν ὡρισμένον συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῶν 50 Βουλευτῶν δὲν εἶναι καλὸν νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένος ἐν τῷ Πολιτεύματι, διότι, ὡς προεῖπον, οὐδέποτε θὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς κάτω τῶν 100 Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.

§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν τώρα, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.

§69Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν σημασίαν, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρου, πρέπει τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εὐρεῖα ὑπῆρξεν ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, ἀνεπτύχθησαν δὲ καὶ εὐρέως τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ ταύτης καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς. Ὥστε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πρέπει νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἴσως ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχει, νὰ ἐνδείξῃ ἐντονώτερον καὶ πρὸ τῆς ψηφοφορίας τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ληφθῇ, ἂν πρόκειται νὰ ληφθῇ, οἱαδήποτε ἀπόφασις συμφωνοτέρα πρὸς τὴν τοιαύτην ἐνδειχθησομένην αὐτῆς γνώμην, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ μόνον ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ περιορισθῶ νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως διὰ μόνης τῆς ψήφου μου, ἀλλὰ νὰ δικαιολογήσω ταύτην καὶ δι’ ὀλίγων. Ὑπῆρχεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀποκρυσταλλωμένη εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν ἡ γνώμη, ὅτι κατὰ τὰ συνταγματικὰ τοὐλάχιστον θέσμια, τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ περισσότερα τῶν ἄλλων συνταγματικῶν Κρατῶν, τὸ προαπαιτούμενον τὸ ἀπαραίτητον, ὅπως ἐμφαίνεται καὶ τεκμηριοῦται, ὅτι αἱ ἑκάστοτε λαμβανόμεναι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην ἢ τοὐλάχιστον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ πλειονοψηφία ἡ ἐκδηλουμένη κατὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων τούτων ἐν ταῖς Βουλαῖς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός. Ἀλλ’ ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις, σπουδαία ἀληθῶς καὶ σημαντική, ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὸ τεκμήριον τοῦτο· εἶναι δ’ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἀξία προσοχῆς καὶ μελέτης, διότι προτείνεται ὑπὸ Βουλευτῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποτελούντων συνάμα καὶ τὰς κορυφὰς κόμματος φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν εἰς τὴν σημαίαν αὑτοῦ τὸν ἄκρον σεβασμὸν πρὸς τὰς φιλελευθέρους ἀρχάς, οὐδ’ ἔχομεν γεγονός τι δίδον εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπόνοιαν, τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον, ὅτι δὲν τηρεῖ ἀπαρασάλευτον τὴν πίστιν αὑτοῦ πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας. Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν πρὸς καθιέρωσιν τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης διατάξεως εἰς τὸν συνταγματικὸν ἡμῶν χάρτην. Ὅ,τι ὅμως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχον νὰ παρατηρήσω, ἐνισχῦον ἐμὲ εἰς τοὺς ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους ἔχω εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς διατάξεως ταύτης, εἶναι ὅτι ἴσως, οὐχὶ εἰς κατάλληλον ἐποχὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, πρόκειται ἡ καθιέρωσις αὐτῆς ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν. Διατρέχομεν ἆρα, κύριοι Βουλευταί, τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, καθ’ ἣν ὑγιὲς διαπνέει τὴν χώραν ἡμῶν τὸ πολιτικὸν φρόνημα καὶ ἀκμαῖον, καὶ ἄγρυπνος εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, ὅπως παρακολουθῇ καὶ κολάζῃ πᾶσαν παράβασιν, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἕνεκα τῆς καθιερώσεως τῆς διατάξεως ταύτης; Διεπαιδαγωγήθη ἆρα ὁ λαὸς ἡμῶν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχῶν πολιτικῶν, ὀρθῶν καὶ ἠθικῶν, ὥστε νὰ μὴ φοβώμεθα ὅτι οἱαδήποτε βλάβη, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ διάταξις, εἶναι ἐνδεχομένη; Ἢ μὴ τυχὸν εἴμεθα εἰς τὴν ἑπομένην μιᾶς περιόδου πολιτικῆς, καθ’ ἧς οἱ πάντες ἁμιλλώμεθα νὰ ῥίψωμεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, ὅτι ὑπῆρξε πολιτικῶς ἀκόλαστος, ὅτι κατὰ ταύτην δὲν ἴσχυσαν αἱ ἀρχαὶ αἱ ὀρθαὶ αἱ πολιτικαί, οὐδὲ τὰ ἐλατήρια ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων εὐλόγως εἶπε χθὲς ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν, ὅπως συντρίψωμεν ταῦτα; Καὶ ὅταν τοῦτο εἶναι ἀληθές, οὐδ’ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ἀμφισβητήσω τοῦτο, εἶναι τάχα σκόπιμον καὶ εἶναι τάχα φρόνιμον, ὅταν εἰς τοιαύτην περίοδον τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου διατελῶμεν, νὰ προβῶμεν μετὰ τόλμης εἰς τὴν παραδοχὴν τοιαύτης μεταρρυθμίσεως τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι εἶναι σκόπιμον δι’ ὀλίγων νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη, διότι τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πλέον ἐπιβαλλόμενον καὶ ὄχι ἡ ὑποστήριξις τῆς Ἀρχῆς, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, διότι αὕτη εἶναι καθιερωμένη δυνάμει Ἀρχῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν διαπρεπεῖς πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες συνάδελφοι, ἐπιστημονικῶν, εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένη, δύναταί τις εἰπεῖν, ὑφ’ ὅλων τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρήζει δικαιολογίας περαιτέρας, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἶναι ἡ διάταξις ἡ προτεινομένη εἰς ἐκεῖνο περὶ τὸ ὁποῖον πρέπει περισσότερον νὰ ἀσχοληθῶμεν, εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς καθιέρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἀπαριθμήσω κατὰ τάξιν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν, ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τὸ οὐχὶ ἀπώτερον, τὸ παρελθὸν τῆς Πολιτείας ἡμῶν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ καὶ ὁμοίαν ἀπόπειραν πρὸς καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ προέβαλε, ὅτι εἶναι κάπως ἀμφίστομον· ὅτι δύναται νὰ τραυματίσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, ὅπως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐξ ἀγαθωτάτης προαιρέσεως ἐπίσης καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης· ἀλλὰ δύναται ἐπίσης νὰ τραυματίσῃ καὶ ἐκείνους οἵτινες ἐπικαλοῦνται τὸ ἐπιχείρημα, διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀφ’ οὗ τὸ παρελθὸν τοῦτο, τοσοῦτον ἐναμίλλως, οἱ πάντες καταδικάζομεν βεβαίως δὲν εἶναι ἡ πρόσφορος ἀποθήκη ἐπιχειρημάτων καὶ παραδειγμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταφύγωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ κωλυσιεργία, ἥτις ἠσκεῖτο μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ — καὶ ἀποφεύγω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ πόσον τουτέστιν ἡ κωλυσιεργία εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐπίμεμπτος, διότι διὰ μακρῶν περὶ τούτου ἠσχολήθησαν ἀληθῶς ἔγκριτοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες συνάδελφοι — ἐλέχθη λέγω, ὅτι ἡ κωλυσιεργία αὕτη ἠσκεῖτο μὲν καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων, καὶ περὶ τούτου λαμβάνεται σοφὴ πρόνοια, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων καὶ πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ τούτου τοῦ ἐνδεχομένου εἶναι σκοπιμωτάτη ἡ διάταξις. Ἀλλά, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ τῆς πείρας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἂν καὶ οὐχὶ τόσον μακρᾶς, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν λῆψιν πάσης ἀποφάσεως ἠσκεῖτο τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὴν λῆψιν τῶν σπουδαιοτέρων ἀποφάσεων, ἠσκεῖτο τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτήσω: ἆρά γε κατὰ τὴν λῆψιν σπουδαίων ἀποφάσεων τοῦ Σώματος δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὅπως παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τούτου καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ἐνδεικνύηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ ἔθνους; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι τὸ θέσμιον αὐτὸ ὑπάρχει καὶ παρ’ ἄλλοις ἰσχυροῖς Κράτεσι, καὶ δή, ὅπερ ἑκάστοτε προβάλλεται, καὶ παρὰ τῇ κοιτίδι τῶν συνταγματικῶν δικαίων, τῇ Ἀγγλίᾳ. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ὧν εἶπον πρὸ ἐμοῦ οἱ προλαλήσαντες, ὅτι σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ Κράτη δὲν ὑπάρχει ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις· ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς ταῦτα ἰσχυριζομένους: τοῦτο ἀληθῶς ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ; Ἀληθῶς οὕτω ἐνδείκνυνται δι’ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τὸ δημόσιον φρόνημα, ἢ μὴ τοὐναντίον ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύει ὅ,τι ἴσχυε καὶ παρὰ τοῖς προγόνοις ἡμῶν μὴ τουτέστιν ὁ δῆμος αὐτὸς ὁλόκληρος ἐπὶ τῶν σπουδαίων ἀποφάσεων ἐκφέρει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁλόκληρος δηλαδὴ ὁ Ἀγγλικὸς λαός; Δὲν ὑπάρχει, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τοῦ Κράτους αὐτοῦ, σπουδαῖος θεσμός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συνεζητήθη ἐν τῷ δήμῳ, τουτέστιν ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐξέδωκε προηγουμένως τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ ὁ Ἀγγλικὸς λαός, ἥτις ἐτυμηγορία ἐγένετο παγκοίνως γνωστή. Ἀλλ’ ἔχομεν διδόμενον τοιοῦτον καὶ παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τούτου καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν ἐλάχιστον αὐτὸν ἀριθμὸν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων ἐν ταῖς Βουλαῖς; Νομίζω ὄχι· καί, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ τελούμενα εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι εἶναι ἀρχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου δικαίου, ὅπως οὐχὶ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀλλ’ ἡ σχετικὴ ἰσχύῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες νὰ φρονῶ ὅλως τὸ ἀντίθετον· νὰ φρονῶ ὅτι τὸ καθαρῶς δημόσιον Ἑλληνικὸν δίκαιον ἀρχὴν ἔχει, ὅπως ὁ δῆμος ὁλόκληρος ἀποκρίνηται ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ἑκάστοτε πολιτικῶν ζητημάτων. Τοῦτο ὑπῆρξεν Ἀρχὴ τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, τοῦτο ὑπῆρξεν Ἀρχή, ἥτις ἴσχυσε καὶ ἰσχύει μέχρι σήμερον, ὥστε οὐδὲ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα εὑρίσκω, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὡς ἰσχυρόν, ἵνα κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ οὐχὶ ἀπαρκιτήτου, ἂς εἴπω μόνον τοῦτο, τοῦ θεσμοῦ τοῦ προτεινομένου. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἓν ἔτι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τοῦ προτεινομένου θεσμοῦ. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν της ἡ παροῦσα Βουλή; Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τοῦ ἀντιθέτου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσαν ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἐλλείπει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ἰσχυρά, ἐλλείπει τουτέστι τὸ ἀντίπαλον δέος, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε γίνεται ἀφορμή, ὅπως περιστοιχίζωσι τοὺς ταγοὺς καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματος οἱ ὀπαδοὶ αὐτῶν, ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τοὐναντίον δύναται νὰ συναγάγῃ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς ἂν ἤθελε νὰ μελετήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦτο. Διότι οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ πάντες ἔσπευσαν, οἱ ἐκλεγέντες, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις οἵαι ὑπῆρξαν αἱ ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου π. ε. ἐνταῦθα, οὐδὲ ἐπαρουσίασεν ἄλλο τι φαινόμενον ἡ Βουλὴ αὕτη πεῖθον ἡμᾶς ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἂν δὲ ἐξεδηλώθη, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ καὶ μεθ’ ὅλην, ἀληθῶς, τὴν ὁμόφωνον σχεδὸν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς περιβάλλει ἡ παροῦσα Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν, δυσχέρεια περὶ τὸν καταρτισμὸν ἀπαρτίας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑποκεκρυμμένην ἀντίδρασιν τῆς Βουλῆς ἐφ’ ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὀρθὴν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ὅτι δύναται ἑκάστοτε δι’ αὐτῆς νὰ σφυγμομετρῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν κατάστασιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς προβαλλομένων νομοθετικῶν μέτρων. Ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἰσχυρόν. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπὶ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως, εἶναι δεδηλωμένη ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διότι ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐκθέσῃ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα εἰς τὸ ὁποῖον περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς καθιερώσεως τῆς διατάξεως ταύτης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ἐσχάτως μεταβολὴν δὲν ἀπέβλεψεν εἰς λεπτομερείας ἢ μᾶλλον δὲν ἐπεδίωξε δι’ αὐτῆς ἄλλο τι ἢ μεταβολὴν τρόπου διοικήσεως. Ἐὰν δὲ ἤθελέ τις νὰ εἴπῃ περισσότερα, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέβλεψεν ἰδίως εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε διώκησαν τὴν χώραν, καί τι πλέον ἴσως, ἀπέβλεψεν εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν κομμάτων τούτων εἰς κόμματα ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν. Ἐπὶ πλέον, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ δώσῃ λεπτομερεστέραν σημασίαν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ διαθέσεων. Ἐὰν ἔχωμεν ἔνδειξίν τινα περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἔνδειξις εἶναι κατὰ τῆς διατάξεως τῆς προτεινομένης, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, συνῆλθον οὗτοι καὶ ἐξέλεξαν πολυάριθμον ἐπιτροπείαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ ὅπως μελετήσῃ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη, ἥτις ἐντεῦθεν, κατὰ τεκμήριον ἀποτελεῖ τὴν ἀληθῆ ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ, παμψηφεὶ καὶ ὁμοφώνως ἀπεφάνθη ὅτι ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις ὑπὸ τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι εὐκταῖον ὅπως καθιερωθῇ ἐν τῷ Συνταγματικῷ ἡμῶν χάρτῃ. Ἀλλὰ προεβλήθη καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης, ὅτι τουτέστι, καὶ οἱ ἀπόντες τῆς αἰθούσης ταύτης, θεωροῦνται συναινοῦντες εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς λαμβανομένας ἐν αὐτῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει μᾶλλον ἐπικίνδυνος θεωρία ταύτης, προκειμένου νὰ λαμβάνῃ ἡ Βουλὴ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, οὐδὲ γνωρίζω ἐκ τίνος πείρας δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ αὕτη. Ταῦτα εἶναι τὰ κυριώτερα ἐξ ὅσων ἐγὼ ἀντελήφθην ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως. Ἀγωνιζόμεθα κύριοι Βουλευταί, πάντες ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως νὰ συντρίψωμεν τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα κινοῦσι μέχρι τοῦδε τὸν πολιτικὸν κόσμον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ μέχρις ὅτου δημιουργήσωμεν ἕτερα ἐλατήρια ἠθικώτερα, μέχρις ὅτου ἀποκατασταθῇ πολιτικὴ κατάστασις ἐντελῶς ἀλλοία καὶ ἀσφαλής, νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν καθιέρωσιν τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει, ἤθελον συστήσει, διότι καὶ ἐγὼ κατέχομαι ἀπὸ τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐξεδηλώθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τοῦ πόνου ὁ ὁποῖος ἀπήχησε τόσον ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ ἐγκρίτου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας σεβαστοῦ πολιτικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ κόμη ἐλευκάνθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος, ἤθελον συστήσει ὅπως πρὸ πάσης ἀποφάσεως συνεννοηθῶμεν, ἵνα ἐξευρεθῇ μέση τις λύσις συμβιβάζουσα τὰ διεστῶτα μέρη ἢ τὰς διεστώσας γνώμας εἰς τὰς ὁποίας ῥέπει ἡ Βουλή. Ἐὰν τοιαύτη λύσις δὲν εὑρεθῇ εἶμαι ἠναγκασμένος, συνεπείᾳ τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου ὡς τοῦτο προτείνεται ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἰδίως τὰς ἀγορεύσεις τὰς ὑποστηριζούσας τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἐλάχιστα ἔχω νὰ προσθέσω ὅπως καὶ ἐγὼ ὑποστηρίξω τὸ προσχέδιον τοῦτο κατὰ προτίμησιν τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἷς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τοῦ ἑνὸς προσχεδίου καὶ τοῦ ἑτέρου, ἡ βελτίωσις τῆς τακτικῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, καὶ συζητοῦντες καὶ ἡμεῖς δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Ὀφείλομεν ἅπαντες ἐνταῦθα νὰ προφυλάξωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐπιβάλωμεν ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τὴν Συμπολίτευσιν. Καὶ ὀφείλομεν κατὰ πρῶτον νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος καὶ ὡς πρὸς ταῦτα, ὁμολογῶ ὅτι θὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς μέχρι τοῦδε λαβόντας τὸν λόγον, καίτοι ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα αὐτῶν θὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἀνέκαθεν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέκρινε πάντοτε τὴν κωλυσιεργίαν. Δὲν δύναμαι λοιπὸν τὴν σήμερον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐλέχθη ὅτι ἡ κωλυσιεργία πολλάκις ἐπιβάλλεται. Κατὰ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γνωρίζω μόνον ὅτι πάντοτε ἡ κωλυσιεργία ἐχρησιμοποιήθη, ὅπως ἐμποδίσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν κατὰ καιροὺς Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Γνωρίζω πλεῖστα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπεδοκιμάζοντο ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνδομύχως, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπολεμήθησαν μόνον καὶ μόνον διότι ὑπεβάλλοντο παρὰ ἀντιθέτου Κυβερνήσεως. Τοιαῦτα νομοσχέδια πολεμηθέντα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποβληθέντα ὑστερότερον ἐκ νέου, ἐψηφίσθησαν προθύμως παρ’ αὐτῆς ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχε κωλυσιεργήσει κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν αὐτῶν. Ταῦτα σκεπτόμενος περὶ τῆς κωλυσιεργίας, βεβαίως μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως εἶδον παρουσιαζόμενα καὶ τὰ δύο προσχέδια καὶ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ θέλω ἤδη ἐξετάσει ποῖον ἐξ αὐτῶν τῶν δύο προσχεδίων προσεγγίζει περισσότερον εἰς τὸ σκοπούμενον. Πρὸς τοῦτο ἐξεταστέον ἰδίως ποῖαι εἶναι αἱ κύριαι συνέπειαι τῆς κωλυσιεργίας. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ μέγιστον ἐλάττωμα τῆς κωλυσιεργίας εἶναι ὅτι καταπονεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν καταπονεῖ ἰδίως κατὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τούτου προνοεῖ πληρέστερον, καθ’ ὅσον ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἀντὶ τοῦ τρίτου. Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν οὐδεμία δύναται νὰ ἐπέλθῃ καταπόνησις. Δύναται ἡ Συμπολίτευσις νὰ ἀπουσιάσῃ, ἐκτὸς ἐλαχίστων, νὰ ἐπανέλθῃ δὲ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ πρόκειται νὰ δώσῃ ψῆφον. Τὸ αἴτιον λοιπὸν τοῦ μεγίστου τούτου κακοῦ ἐκλείπει ἐντελῶς μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς· ἄλλως καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐδώσαμεν ἓν ὅπλον σπουδαῖον πρὸς τὴν ματαίωσιν τῆς κωλυσιεργίας. Οὐδεμία ἔνστασις δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐὰν δὲν γίνῃ ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Οὕτω νομίζω ὅτι προεφυλάξαμεν τελείως τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνη ἡ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὅτι αὕτη ἴσως εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπίφοβος. Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἀπέναντι τῆς κωλυσιεργίας τῆς Συμπολιτεύσεως, μόνον περιφρόνησις πρέπει νὰ ἐκδηλωθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἦτο γνωστὴ ἀρχικῶς εἰς τὴν Πολιτείαν ἡμῶν. Ἐπὶ Κουμουνδούρου, ἐπὶ Θρ. Ζαΐμη, ἐπὶ Δεληγεώργη, οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον τοιαύτης κωλυσιεργίας. Οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, εὐθὺς ὡς ἐπαρουσιάζοντο ἀπαιτήσεις ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, εὐθὺς κατέθετον τὴν Ἀρχήν· ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία αὕτη ηὔξησεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ κυβερνῶντες ἐνόμισαν αὐτοὺς ἀνωτέρους παντὸς ἄλλου καὶ προσηλοῦντο εἰς τὴν Ἀρχήν, ἔστω καὶ καταρρίπτοντες τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ Πολίτευμα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ μόνον ἤρξατο ἡ κωλυσιεργία τῆς συμπολιτεύσεως νὰ εἰσδύῃ εἰς τὸ Πολίτευμα ἐπικινδύνως. Ταύτην εἴδομεν συχνάκις ἀσκουμένην, καὶ ἐγένετο οὕτω αὕτη ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες; Καὶ τίς ἐμποδίζει τὰς Κυβερνήσεις νὰ φέρωνται πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας τοιαύτας ἀπαιτήσεις, ὅπως ἐφέροντο ἐκεῖνοι, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν ἐναντίον τοιαύτης κωλυσιεργίας, καὶ καλῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς δὲν προνοεῖ περὶ παρακωλύσεως τῆς κωλυσιεργίας τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἐλάττωμα τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ βουλευτῶν τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν; Διατὶ ἀποκρούω τοῦτο; Νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐπέδειξεν ἡμῖν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ συνίσταται ἐκ τοῦ τρίτου καὶ περισσότερον τοῦ ἀναγκαίου ὅπως ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς: Ὁσάκις οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ὀφείλουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς τεταγμένην ἡμέραν, πράττουσι τοῦτο; Γνωρίζομεν κάλλιστα ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει ποτέ. Οὐδέποτε ἔρχονται τὴν τεταγμένην ἡμέραν. Ἀλλὰ τὶς θὰ ἐμποδίσῃ τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην, ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν ἀπαρτίαν, τὶς θὰ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ συνέλθῃ καὶ τὶς θὰ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ ῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδείς. Τὴν τεταγμένην ἡμέραν θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, τὴν τεταγμένην ἡμέραν θὰ ἔχῃ τὴν ἀπαρτίαν ὅπως ἀποφανθῇ. Ποῖος θὰ τὴν ἐμποδίσῃ; Κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδείς. Ἐνώπιον λοιπὸν τοιούτου κινδύνου, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, τὰ ὁποῖα ἐκθέτω ἐν πεποιθήσει ὅτι θέλουσιν ἠχήσει καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν ὅτι ἂν προτείνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνω, προτείνω ταῦτα, διότι νομίζω ὅτι εἶναι κάλλιστα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ἐλπίζων ὅτι ταῦτα θέλουσι γίνει ἀσπαστά, δηλῶ ἐξ ἄλλου ὅτι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσω μόνον ὑπὲρ τοῦ προσχεδίου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.

§71Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς μελέτης τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν πέντε Βουλευταὶ εἶχον κάμει καὶ εἶχον δημοσιεύσει, διότι ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ καλύψῃ μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, ἐπιμένων εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ ἑξῆς, ὁ κ. Τσάτσος, ὁ κ. Ι. Ράλλης, ὁ κ. Π. Καραπάνος, ὁ κ. Βασιλείου καὶ ὁ κ. Ρακτιβάν. Ἀλλ’ εἰς τὸν πρόλογον τῆς μελέτης αὐτῶν λέγουσιν (ἀναγινώσκει) «Ὡς συμβολὴν εἰς τὴν προκειμένην ἀναθεώρησιν.

§72ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβὰν καὶ ἐγώ, ὅταν ἠγόρευεν ὁ κ. Σῖμος καὶ ἄλλοι ἐδηλώσαμεν ὅτι εἴχομεν ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἀναπτύξωμεν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τὰς ἰδίας γνώμας.

§73Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ βουλευτάς, τινὲς τῶν ὁποίων μάλιστα ἀνήκουσιν εἰς μίαν πολιτικὴν μερίδα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς μελέτης αὐτῆς, ἵνα καλύψῃ μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, ἐπιμένων εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κ. Σῖμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων διερμηνέων τῆς κοινῆς γνώμης, δὲν περιέμενον νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτήν, διότι αὕτη ἐξουδετεροῦται καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς τὴν ἑσπέραν νὰ εἴπω, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 αἱ ὁποῖαι δὲν κατελύθησαν ἐντελῶς· κατελύθη μόνον ὡς πρὸς τὸν ὅρον τὸν δικονομικόν, ὡς ὠνόμασεν αὐτὸν κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Διπλῆν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ ἄλλαι του διατάξεις, ἰδίως τὸ νὰ γνωρίζῃ ὁ Λαὸς ποῖαι διατάξεις θὰ ἀναθεωρηθῶσι καὶ διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ἵνα ταύτας καὶ μόνον ἀναθεωρήσωσι καὶ οὐχὶ ὅσας θέλωσιν. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη εἶπε (ἀναγινώσκει) § 141 «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 περὶ ἀπαρτίας ἀπεδείχθη πλημμελὴς καὶ δέον νὰ ὁρισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν διά τε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐλαττουμένου μόνον τοῦ διὰ τὴν συζήτησιν ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ διατηρουμένης δὲ τῆς ἀπαρτίας τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν διὰ τὴν ἀπόφασιν». Καὶ ἐν τέλει ψηφίζει «νὰ ἀναθεωρηθῶσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω κλπ.». Αὕτη εἶναι ἡ ἐπίσημος πρᾶξις, καὶ διὰ τῆς ἐπισήμου αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀναγνωρίζεται καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, διακόπτων Βουλευτήν τινα, τὸν κ. Πετμεζᾶν, νομίζω, ὅτι ἀναγνωρίζεται τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως ταύτης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τὰς ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναθεωρητέας ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ὥρισε τρόπον, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος ἀναθεωρήσεως κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον· ἐδῶ ὅμως ὥρισε τὸ ἥμισυ πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ τὸ ὁρίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως εἶπεν εἰς τὰς ἄλλας, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ τι ὡρισμένως. Ἐδῶ περιώρισε καὶ εἶπε διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἂς λάβῃ ὅ,τι θέλει ὑπ’ ὄψει τῆς ἡ Βουλή, ἀλλὰ δι’ ἀπόφασιν πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ διὰ τῶν ἡμίσεων πλέον ἑνὸς καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο δεσμεύει τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδω, ὅτι ἐγνώριζεν ὁ Λαὸς τί θὰ ἀπεφασίζομεν καὶ ποίας διατάξεις ἠθέλομεν ἀναθεωρήσει. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει· ἀλλὰ προκειμένου περὶ μιᾶς διατάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν τέλος πάντων πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ὅτι προσβάλλει τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, νὰ μὴ συστήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν ταύτης, νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Βουλήν. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, μὴ περατουμένης τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, πολὺ ὀρθῶς σκεπτόμενοι δὲν ἀφήνουσιν ἐλευθερίαν εἰς τὰς κρίσεις των ἐν γένει διὰ νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, διότι ἔχουσι δίκαιον εἰς τοῦτο, διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι μετέωρος ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, δὲν ἔχει κανεὶς τὸ παράστημα μέγα ὥστε νὰ φέρῃ καὶ πάλιν εἰς ταραχὰς καὶ ἀνωμαλίαν τὴν Χώραν εἴτε εἰς ἄλλας ἐκλογὰς εἴτε εἰς ἄλλο τι. Ἅμα ὅμως περατωθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τότε ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα. Τώρα ὅμως ἔχουσι δίκαιον νὰ φοβῶνται τοῦτο (χειροκροτήματα). Εὔχομαι νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν ζημίαν ἡ διάταξις ἐὰν ψηφισθῇ, μολονότι ἐλπίζω ἀκόμη ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ· ἀλλὰ καὶ ἂν ψηφισθῇ, εὔχομαι νὰ μὴ φέρῃ ἐπιζημίους συνεπείας, τὰς ὁποίας πολὺ φοβοῦμαι, διότι ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὐτυχήσῃ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι μόνον ἡ διάταξις αὕτη ἀρκεῖ νὰ τὸν ἐμβάλῃ εἰς μελλούσας ταραχὰς καὶ ἀνωμαλίας.

§74ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ διακόψω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, ὅταν ὑπεστήριζε τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων τῆς παρελθούσης Διπλῆς Βουλῆς εἴχομεν παρασκευάσει. Ἐλέχθη ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν συμπίπτει ἀκριβῶς μὲ τὴν γνώμην τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν τότε γενομένην μελέτην τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τῶν πέντε, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἐργασθῆ, διετήρησε πλήρη ἀνεξαρτησίαν γνώμης ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων ἐπιφυλάχθημεν δὲ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ὅταν καὶ ἐὰν θὰ ἐγένετο συζήτησις κατὰ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἄγομαι ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἰς Σώματα πολυμελῆ πάντως πρέπει νὰ κρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν πολλῶν. Εἶναι μία ἀρχὴ ἡ ὁποία κρατεῖ οὐ μόνον ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ. Ὅταν λέγωμεν τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, ἐννοοῦμεν τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Τὴν γνώμην ταύτην φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ προσβάλῃ δι’ ἀποφάσεως, οἵα ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη. Ὁ λόγος δέ, ὅστις φέρεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ θὰ πολεμηθῇ ἡ κωλυσιεργία, κατ’ ἐμέ, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι σημαντικός, προκειμένου περὶ τόσον σοβαρᾶς ἀποφάσεως ἀφορώσης αὐτὰ ταῦτα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀφορώσης αὐτὴν ταύτην τὴν νομοθετικὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς. Ἱκανοὶ τρόποι εὑρέθησαν πρὸς καταπολέμησιν τῆς κωλυσιεργίας, ἥτις ὁμολογουμένως κατὰ τὸ παρελθὸν πολλὰ προσκόμματα παρέσχεν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ ἰδίως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Τρόποι ἄλλοι δύνανται ἀκόμη νὰ συσταθῶσι μὲ ἐλπίδας οὐχὶ ὁλοσχεροῦς βεβαίως καταπολεμήσεως τῆς κωλυσιεργίας, διότι, καὶ τὰς θύρας ἐὰν κλείσωμεν, αὕτη θὰ εἰσέλθῃ διὰ τῶν παραθύρων. Ἀλλὰ τρόπος τοιοῦτος, οἷος ὁ ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὑποδεικνυόμενος οὔτε τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα ἐπιφέρει, οὔτε συντελεῖ εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου καὶ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δέον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Βοζίκης καὶ ἡ ὁποία πρότασις εἶναι τελείως σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Ἱσπανικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προκειμένου μὲν περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, προκειμένου καὶ περὶ ἀποφάσεων αὐτοῦ, οὐχὶ νομοθετικῶν, ἀφήνει πλήρη ἐλευθερίαν μὴ θέτον ὅριον ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ ψηφίσεως νόμων αἰσθάνεται καὶ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀρχὴν ὅτι δέον νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦτον τῆς γνώμης τῶν πολλῶν θὰ εὕρωμεν μόνον ἐν τῇ ἀναγνωρίσει τῆς ἀρχῆς ὅτι ἀπαιτεῖται πάντως νὰ εὑρίσκηται παρὸν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διότι οὕτως ἔχομεν τὸ πλάσμα τῆς πλειονοψηφίας, ἔχομεν τὸ πλάσμα τῆς κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκπροσωπήσεως τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.

§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ τὸ ¼ θὰ ψηφίσητε τοὺς νόμους.

§76ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους βεβαίως μὲ τὸ ¼, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσωσιν οἱ 71 ἢ 75.

§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία θὰ ἀποφασίσῃ.

§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμπράττουσι πάντες.

§79ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συσκεφθῇ περὶ τῆς λήψεως ἀποφάσεως τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἡ δὲ ἀπόφασις βεβαίως θὰ ληφθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν.

§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος θὰ δώσῃ τὴν ὁριστικὴν νίκην;

§81Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ Τουρκία θέλουσα νὰ ἀποκτήσῃ ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν, ἐθεώρησεν ὡς βάσιν τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς καὶ τῆς μορφῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νὰ καθορίσῃ ὅπως λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν προκειμένου περὶ ἀποφάσεως, περὶ τούτου δὲ προνοεῖ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Τουρκικοῦ Συντάγματος. Θέλετε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ ὑστερήσωμεν καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἀκόμη ἀπέκτησαν τὰς ἐλευθερίας των; Ἔρχεσθε ἐνταῦθα νὰ καθιερώσητε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν τῷ 1864 ἐναντίον συστήματος κωλυσιεργίας ὁλοκλήρου, διατάξεις ὅλως διαφόρους πρὸς τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς τὰς ψυχικὰς διαθέσεις αὐτοῦ;

§82Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ὅλων ὑμῶν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὴν πρότασιν αὐτὴν βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως ἄγεται. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποδείξωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ γνώμη της εἶναι πλημμελής. Πιθανὸν ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῷ ἀδίκῳ· ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὀρθόν. Συνεχίζων λέγω ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τίνες θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τίνες κατά. Μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο: ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ κρίνητε τὸ νομοσχέδιον, οἱ κρίνοντες θὰ ἐκπροσωπῶσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἀπόλυτον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον. Ἐὰν τώρα τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὑπὸ 40, ἢ 30, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.

§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐνδιαφέρει ἡμᾶς.

§84ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας δίδει μίαν μέσην λύσιν, διὰ τῆς λύσεως δὲ ταύτης παρέχεται καὶ ὅπλον κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἐξασφαλίζεται δὲ καὶ ἡ ἐλευθέρα, καὶ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν τοῦ δικαίου ἀντίληψιν, ψήφισις τῶν νόμων.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.

§86Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἤκουσα, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ προτοχῆς καὶ τοὺς ἐντεῦθεν καὶ τοὺς ἐκεῖθεν ἐξενεγκόντας τὴν γνώμην των καὶ ὑποστηρίξαντας καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην τροπολογίαν. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἐπείσθην ἵνα ταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κακῶς ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 56ου ἄρθρου, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως. Καὶ προκειμένου περὶ τοιαύτης διατάξεως, φερούσης χαρακτῆρα θεμελιώδη, ἡμεῖς εἴμεθα ἀναρμόδιοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὰ καλῶς κείμενα· ὅτι ἡ ἀποστολὴ καὶ ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ θεμελιώσωμεν τὰ χρείαν ἔχοντα θεμελιώσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εὖ τε καὶ καλῶς κεῖται ἐν τῷ Συντάγματι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν θίξωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ φανῶμεν ὅτι ὑπερακοντίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, καὶ ὅτι οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη εἰς ἀναθεώρησιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ τείνῃ κἂν εἰς βελτίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς ἐλάττωσιν τῶν πολιτικῶν καὶ συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐθεσμοθετήθη ὑπὸ τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τεθῆ πλήρως ἐν ἐφαρμογῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἦτο σύμφωνος πράγματι πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι, διότι ἀναγνωρίζει καὶ καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν ὅπως ἡ πλειονοψηφία πάντοτε ἡγῆται καὶ κανονίζῃ καὶ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν ληπτέων μέτρων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Φρονῶ δὲ ὅτι τεσσαρακονταετὴς πεῖρα ἀπέδειξε, καὶ μετὰ τὴν ἐγκαινίασιν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ νέου πολιτικοῦ πνεύματος ἤτοι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, μετὰ τὸ 1875, ὅτε προβλεπτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 εἶχε θέσει τὴν διάταξιν ταύτην, προβλέπουσα ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εἰσήρχετο καὶ αὕτη μετ’ οὐ πολὺ εἰς τὴν ὁδὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ἀπέδειξε, λέγω, τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ δυσφορίᾳ αὑτοῦ, μεταξὺ καὶ ἄλλων πολλῶν, ἀνέφερε καὶ τὸ ζήτημα τῆς κωλυσιεργίας ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τῆς κακοδαιμονίας αὑτοῦ. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὅλοι οἱ ἐντεῦθεν παρελθόντες παρεξήγησαν τὴν πρόθεσιν τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν λῆψιν μέτρων κατασταλτικῶν τῆς κωλυσιεργίας καὶ εἰς τοῦτο πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, μὴ ἐννοῶν ἐκ τούτου βεβαίως νὰ θίξωμεν μίαν συνταγματικὴν διάταξιν ἔχουσαν καλῶς. Ἄλλοι εἶναι οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων θέλει περισταλῆ ἡ κωλυσιεργία καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸν τελευταίως ψηφισθέντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου περιεστάλη ὁπωσοῦν ἡ κωλυσιεργία τελευταῖον διὰ τῆς ῥήτρας, κατὰ τὴν ὁποίαν 5 ἐν ὅλῳ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, διὰ τῆς ῥήτρας, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι παρόντες διὰ τῆς ῥήτρας ὅτι ἡ ἔνστασις πρέπει νὰ γίνεται ἐγγράφως, διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ὀνομάτων τῶν ἀπόντων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅπως δήποτε περιεστάλη καὶ τὸ κακὸν τοῦτο. Ἠδυνάμεθα καὶ περαιτέρω νὰ προβῶμεν καὶ προέβημεν περαιτέρω κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅτε ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σύστημα τῆς κλεψύδρας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀπεραντολογίας. Ὅλα ταῦτα εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἴσως μάλιστα καὶ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται παρὰ τῶν μελῶν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ νὰ ἀπόλλυσι, τουτέστιν, μέρος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν ἐπὶ ὡρισμένην περίοδον ἀπουσιάσῃ καὶ δὲν λάβῃ μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.

§87ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ ἀδείας.

§88Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸν ἐσωτερικὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Οὐδεμίαν θέσιν ἔχουν ἐν τῷ Συντάγματι. Τὸ Σύνταγμα περὶ ἑνὸς προνοεῖ, νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ κατισχύῃ ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν τῆς Βουλῆς ἡ πλειονοψηφία. Εἶναι ἀρχὴ παγκοίνως ἀνεγνωρισμένη, εἶναι ἀρχὴ ἀναποσπάστως συνδεδεμένη καὶ συναφὴς πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Τόσον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἡ ὁποία παρατύπως συνεκλήθη, τόσον καὶ ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, τόσον καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρεσύρθη ἐκ τῆς τροπολογίας ἐκείνης τῶν 6 Βουλευτῶν, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Φρονῶ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀπαραδέκτου καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω ἡ Συνέλευσις καὶ θὰ ἴδητε ὅτι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἴδητε ἀμφοτέρας τὰς τροπολογίας, ὅτι ὁλονὲν ἀπὸ τοῦ κακοῦ μεταβαίνομεν εἰς τὸ χεῖρον. Τελευταῖον ἐκυκλοφόρησε μία ἄλλη τροπολογία τῆς τροπολογίας, μία ὑποτροπολογία, ἡ ὁποία φθάνει διὰ περιφράσεων εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη καθιερωμένον διὰ τοῦ 56ου ἄρθρου, διότι ἰδοὺ τί λέγει. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ εἰμὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ⅘ τῆς ἀπαρτίας ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν».

§89ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συστηματοποιεῖ τὴν κωλυσιεργίαν, διότι δι’ ἀναστάσεως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅλα θὰ ψηφίζωνται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι πρέπει νὰ ἐξακριβώνωνται τὰ ⅘.

§90Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἡ ὑποτροπολογία αὕτη καταλήγει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.

§91Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε γνώμην.

§92Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὁμιλῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει Βουλευτὰς 150, τὸ ⅓ εἶναι 50. Τὰ ⅘, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ὑποτροπολογία διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως, εἶναι 40. Ἐὰν λάβωμεν τὸ σήμερον ἐν ἰσχύϊ, ἐπὶ 150 πάλιν Βουλευτῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς δηλ. 76. Καὶ ἐκ τούτων πρέπει τοὐλάχιστον ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων νὰ ἀποφασίσῃ, ἡ δὲ πλειονοψηφία εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ 76 πλέον ἑνός, δηλαδὴ 39. Ἀντὶ τῶν 39, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη, προστίθεται καὶ εἷς ἐπὶ πλέον καὶ γίνονται 40. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ διὰ περιφράσεως νὰ φθάνωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ἐνῷ λοιπὸν παραβιάζομεν κατὰ βάθος τὸ σύστημα, διότι δὲν φαίνεται ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς πρέπει πάντοτε νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, καταλήγομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τόσον τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν ὑποτροπολογίαν ταύτην, ὅσον καὶ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν τὴν ἄλλην τροπολογίαν, νὰ ἀποσύρωσιν ἀμφοτέρας τὰς τροπολογίας καὶ ἀφήσωσι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, διότι ἔχει καλῶς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ καὶ διὰ τὴν λῆψιν καὶ ἄλλων μέτρων κατασταλτικῶν τῆς κωλυσιεργείας, εἶναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον τοῦ Κανονισμοῦ, τόσον τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα νομοθετικῶς δύνανται νὰ ληφθῶσιν, διότι πάντως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν δὲν θὰ τὸ κατορθώσωμεν οὔτε διὰ τῆς ὑποβεβλημένης τροπολογίας οὔτε διὰ τῆς σημερινῆς ὑποτροπολογίας.

§93ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Τῇ ἀληθείᾳ θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, πῶς κατωρθώθη νὰ διασπαρῇ καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ περιβάλλοντος, ὑπὸ τῶν ἐγγύτερον αὐτῷ κειμένων τόσος τρόμος πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν, ὥστε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγγείλῃ εἰς ἡμᾶς χθὲς ὅτι, ὅτε ἐν Βόλῳ ἠναγκάσθη νὰ κηρύξῃ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ δὴ λεπτομερῶς, νὰ εἴπῃ ὅτι θέλει μεταρριθμισθῆ καὶ τὸ ἄρθρον περὶ ἀπαρτίας. Τοῦτο, τὸ χθὲς λεχθέν, προὐκάλεσε τὴν προσοχήν μου ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν, ὅπερ εἶχον ἀναγνώσει, ἀλλ’ ὅπερ μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ ὅτι εἶχεν ἐν τούτῳ τοσαύτην σπουδαιότητα· καὶ παρατηρήσας αὐτό, εἶδον πράγματι τοιαύτην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τῆς προτάσεως τῆς συζητουμένης σήμερον καὶ τοῦ ἄρθρου 68, ὥστε κατενόησα ὅτι ἀληθῶς ὁ τρόμος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἔπρεπε καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ ἀπαρτία νὰ ὑποβιβασθῇ· διότι ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην εἰς τοὺς 105, 106, 110, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἐλαττοῦται δὲ καὶ ἡ ἀπαρτία εἰς τὸ ⅓. Τρόμος πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, τρόμος καταλαμβάνων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ ὥρᾳ ἦτο Παντοκράτωρ, — ὅπως καὶ σήμερον εἶναι, — τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λησμονήσαντα ὅτι ἡ ἐν Κρήτῃ Συνέλευσις μετέγραψεν τὴν διάταξιν ταύτην πλήρη, εἰς ἄρθρον τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου, καὶ αὐτοῦ τοῦ πρώτου, τοῦ Συντάγματος, ἐκείνου περὶ οὗ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴ νὰ κρίνωμεν ὅτι ἔπταισαν οἱ ἐν Κρήτῃ τοιοῦτο καταρτίσαντες αὐτό, μάλιστα δὲ καὶ μετὰ δηλώσεως ὅτι παραδειγματιζόμενοι ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι πράττουσιν οὕτω, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ κακὰ τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐν τούτοις ἐνῷ ἄλλα ἀπέφυγον, τροποποιοῦντες τὰς σχετικὰς Ἑλληνικὰς διατάξεις, τοιοῦτο ἄρθρον διετήρησαν κατὰ τὸ 1899, ὅτε ἡ δόξα τῆς κωλυσιεργίας εἶχε περιέλθει εἰς δύσιν, διότι πρὸ τοῦ 1899 ἦτο μεγάλη ἡ κωλυσιεργία, μετὰ δὲ τὸ 1899 ἐλάχιστα συνέβησαν, καὶ βεβαίως μόνον τόσα, ὅσα οὐδὲ τὸ ἑκατοστὸν ἀποτελοῦσι τῶν συμβάντων ἀλλαχοῦ, ἐν Αὐστρίᾳ, π. χ., καὶ ὅσων ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας συμβαίνουσιν. Ἡ τοιαύτη κωλυσιεργία ἐνέπνευσεν τοῦτον τὸν τρόμον καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ προτείνηται εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς Κρήτης καὶ κατὰ τοῦτο· δηλαδὴ ἐνῷ ἡ Κρήτη θὰ κρατήσῃ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἡμεῖς θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ Σύνταγμα τῆς Κρήτης. Ἔχω ἐδῶ καί τὰ δύο Συντάγματα καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, ἐν ἀνάγκῃ, καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον, διότι ταῦτα ἀναγινωσκόμενα πιστεύω ὅτι θέλουσι καθαρίσει τὴν περὶ ἡμᾶς ἀτμόσφαιραν καὶ θέλομεν ἐμφανισθῆ ἁγνότεροι, καθ’ ἣν ὥραν κρίνεται ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀδελφοὶ τῶν Κρητῶν, εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ἀπολαύωμεν ὅσων ἀπολαύουσιν οἱ Κρῆτες καὶ μὴ ὄντες ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμιζον μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ὅτι κατὰ τὸν χαρακτῆρα, Ἕλληνες Κρῆτες καὶ Ἕλληνες μὴ Κρῆτες, εἴμεθα οἱ αὐτοὶ καὶ ὅτι, ἂν προέκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ζωηρότητα ἑκατέρων, εὐτυχῶς ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πρὸς ἔπαινον τῶν Κρητῶν, ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ζωηρότεροι ἡμῶν. Οἱ Κρῆτες ἀληθῶς εἶναι εἰς πάντα ζωηρότεροι· καὶ ἂν προέκειτο περὶ κωλυσιεργίας βεβαίως οἱ Κρῆτες θὰ ὑπερέβαλλον ἡμᾶς ἂν τυχὸν εἴχομεν αὐτοὺς ἐδῶ—ὅπερ δυστυχῶς δὲν συμβαίνει—συμπαρόντας καὶ συμπαρεδρεύοντας. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον πῶς ὁ αὐτὸς φόβος τῆς κωλυσιεργίας δὲν εἶχε καταλάβει ἀκριβῶς ἐκείνους, οἵτινες ἔπασχον ἐκ τῆς κωλυσιεργίας. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος ἀνέγνωσε τὴν πρότασιν, ἥτις ἀπέρρευσεν ἐκ τῶν δύο κομμάτων συνεργασθέντων κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1910, καὶ εἴδομεν ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ ἀμφοτέρων τῶν κομμάτων τῶν συνεργασθέντων, ἀντιπροσωπευόντων δὲ ὅλην τὴν Βουλὴν—διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἤμεθα, ὅπως οἱ σήμερον, ὀλίγοι—καὶ ὁ εἷς ἀρχηγὸς καὶ ὁ ἄλλος, καὶ πάντες αὐτῶν οἱ ὀπαδοὶ συνεφώνησαν ἵνα ἀναθεωρήσῃ μὲν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὴν ἀπαρτίαν ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ θίξῃ αὐτήν. Ἐκεῖνοι, οὓς καταδικάζομεν, ἐκεῖνοι οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ παρελθὸν—τὸ ἐπάρατον παρελθὸν—ἐν τῷ θέματι τούτῳ ὑπῆρξαν φιλελεύθεροι.

§94Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Διότι τοὺς συνέφερεν.

§95Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίς λέγει τοῦτο;

§96Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐγώ.

§97Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί;

§98Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Ἀγαπητόν). Διότι ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἐδέχετο τὴν πλειονοψηφίαν τὴν προσφερθεῖσαν εἰς αὐτήν, δὲν θὰ ἦσθε σεῖς σήμερον ἐδῶ.

§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! Ἡσυχάσατε!

§100Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δὲν νομίζω. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι—καλοὶ–κακοί, δὲν ἐξετάζω—ἐν τῷ θέματι ὑπῆρξαν εὔστοχοι, ἐν τῷ θέματι ἀνεγνώρισαν τὸ ὀρθόν, ἐν τῷ θέματι ἁπαξάπαντες διὰ τοῦ δακτύλου ἐσημείωσαν τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως. Διότι ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλη θεμελιώδης—εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Πετμεζᾶς, εἶναι θεμελιώδης, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Λιδωρίκης—εἶναι θεμελιώδης καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν αὐτήν, καὶ εἶναι θεμελιώδης, διότι αὕτη...

§101Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διατί τὴν ἐθίξατε, ἀφοῦ ἦτο θεμελιώδης;

§102Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐθίξαμεν, αὐτὴν Κύριε. Ἐθίξαμεν μόνον τὸ ἄρθρον εἰς τὸ μὴ θεμελιῶδες αὐτοῦ μέρος· ἐθίξαμεν αὐτὸ εἰς αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπέδειξε τὸ ψήφισμα τοῦ Φεβρουαρίου, δηλαδὴ ὅπως ἀναγνωρίσωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ τὴν συζήτησιν ἡ ἀπαρτία, ὅπως οὐδαμοῦ κρίνεται ἀναγκαία. Διότι διὰ τὴν συζήτησιν οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐξετάζηται πόσοι εἶναι παρόντες. Ὁρίζεται εἷς ἀριθμὸς διὰ τὸν τύπον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ καὶ πρακτικῶς δυνατόν, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, νὰ ἐξετάζηται πόσοι ἐξῆλθον καὶ πόσοι ἔμειναν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόφασιν πρέπει πάντως νὰ εἶναι παρόντες πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἐν τῷ εἰς δύο τμήματα διχασμῷ τῆς διαφωνούσης πολιτικῆς κοινωνίας. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει λόγον ἀπ’ αἰώνων ὑπάρξαντα, λόγον, ὅστις εἰς πᾶσαν κοινωνίαν φέρει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Εὐθὺς ὡς ἔχομεν συγκεντρωμένον ἀριθμὸν ἀποτελοῦντα κοινωνίαν εἴτε ἁπλῆν, εἴτε πολιτικήν, πασίγνωστον εἶναι ὅτι τὰς διαφορὰς λύει ἡ πλειονοψηφία. Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχουσι κοινωνίαι, ἡ πλειονοψηφία ἐκράτησε, ἡ πλειονοψηφία ἔλυσε τὰ ζητήματα, ἡ πλειονοψηφία κατήρτισε τὰς πολιτείας. Καὶ ὅτε ἔτι ἐπήρχοντο βιασταὶ καὶ ἐπεβάλλοντο, ἡ σιωπὴ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ σιωπηρὰ ἀνοχὴ τῆς πλειονοψηφίας ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματα τὰ νομιμοφανῆ. Ἀπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης τῆς θεμελιώδους καταγόμεθα καὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης εἰκὼν εἴμεθα. Συνερχόμεθα δ’ ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύοντες ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν Λαόν, διότι καὶ μόνον ὁλόκληρος ὁ λαὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἐν Βουλευτηρίῳ. Καί, ἐπειδὴ ἐνταῦθα διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ὁλόκληρος ὁ λαός, εἴμεθα συγκεκροτημένοι ἐν ὡρισμένῳ ἀριθμῷ, κατὰ τὸν τρόπον τὸν δυνατὸν ἀνθρωπίνως ἐν ἀνθρωπίνῃ ὀργανώσει, ὀφείλομεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν ἡμῶν νὰ προσέχωμεν ὅπως ἀντανακλᾶται τοῦ λαοῦ ἡ πλειονοψηφία. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλήθεια αἰωνία. Καὶ ταύτην τὴν ἀλήθειαν πρόκειται ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπὶ προστάγματι νὰ καταπατήσωμεν, διότι φαίνεται ὅτι καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ μόνιμοι καὶ ἀίδιοι εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν θεμάτων, ἅτινα δύνανται νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ.

§103Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ πρόσταγμα πόθεν προέρχεται; Ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐντεῦθεν;

§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόσταγμα κρίνω ἐγὼ τὸ νὰ λεχθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι προγραμματικὴ ἡ προτεινομένη τροπολογία καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ν’ ἀναγκασθῶσι νὰ καμφθῶσιν ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς οἱ κυβερνῆται δὲν λέγουσιν «εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσητε τὸ πολίτευμα». Οἱ λόγοι εἶναι ἐκεῖ καὶ δὲν εἶναι μόνον λόγοι πτερόεντες, εἶναι καὶ ὡμολογημένοι καὶ ἐστενογραφημένοι. Ὅτε Κυβέρνησις ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ ἔρχεται καὶ λέγει: τοῦτο εἶναι τὸ πρόγραμμά μου· τοῦτο ἐκήρυξα εἰς τὸν Βόλον· τοῦτο ἐπανέλαβον ἐν Ἀθήναις· διὰ τοῦτο δὲν δέχομαι τὰς προτάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἥτις παμψηφεὶ ἀπεφάνθη, ὡς ἀπεφάνθη, παραμερίζω αὐτὰς καὶ θέλω τοῦτο τὸ ἄλλο διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀπαρτίας, ἐννοεῖται ὅτι οἱ παρακολουθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καθίστανται ὑπόχρεοι νὰ συλλογισθῶσιν ἂν ἐπιτρέπεται ἀντίστασις ἢ ἂν μὴ μᾶλλον πρέπει, διὰ λόγους προσκαίρου πολιτικῆς σκοπιμότητος, νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ προγράμματος. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴπῃ ὅτι ἦτο μὲν πρόγραμμα τινὸς ἡ τροπολογία, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀρχῆς δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλή, τότε οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω. Ἀλλὰ τί θὰ ἔλεγέ τις ἂν εὑρίσκετο Πρόεδρος Κυβερνήσεως ὅστις ἤθελεν εἴπει—δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίνος ζητήματος καὶ πῶς διατυπουμένου—«τὴν πίστιν σου εἰς τὸ θεῖον παραμέρισον, διότι εἶναι ἀνάγκη τοῦ προγράμματός μου νὰ ψηφισθῇ»; Τί ἤθελεν εἴπει ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἤθελεν ὑποβληθῆ ἀξίωσις· «ἐκεῖνο, εἰς ὃ πιστεύεις μὴ πιστεύσῃς πρὸς τὸ παρόν, μέχρις ὅτου ἐξαντληθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ καταρτισθῇ διὰ τῆς ψήφους σου ἡ ἀπόφασις, ἣν θέλει ἀναγράψει τὸ Ἐπίσημον Πρακτικὸν τῆς Βουλῆς! Ἡ ὅλη ὑπόθεσις, Κύριοι, εὑρίσκεται ἐπὶ ἐδάφους σαθροῦ καὶ ὀλισθηροῦ· καὶ εἶναι λυπηρὸν ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις οὕτως ἐνταῦθα συζητεῖται ὑπὸ τὴν πρωτοβουλίαν ἀνδρὸς ἀξίου πάσης τιμῆς διὰ τὰς ἐλευθέρας πεποιθήσεις καὶ πάσης ἀναγνωρίσεως διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἐν τῷ ζητήματι ἐγένετο θῦμα τοῦ περιβάλλοντος. (Ψιθυρισμοί). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—ἵνα μὴ ἐξέλθω ἐντελῶς τῆς Κρήτης— πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ—καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω αὐτὸν τοῦτο φιλικῶς, φιλικώτατα, ἀδελφικῶς—πρέπει νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι τοιαῦται ἰδέαι προκαταλήψεως κατὰ τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν συνταγματικῶς ἐν Ἑλλάδι διαπραττομένων ἢ μὴ διαπραττομένων συνετέλεσαν ἵνα καὶ αὐτὸς ὅπως καὶ πάντες οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι τῆς Κρήτης καταρτίσωσι τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῆς Κρήτης, ἐκεῖνο ὃ ἐστράφη κατὰ τῆς κεφαλῆς του. Τὸ στραφὲν κατὰ τῆς κεφαλῆς του, ἀλλ’ ὅπερ εὐτυχῶς μὴ ἰσχῦσαν δὲν ἔβλαψεν οὔτε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὴν Κρήτην. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ πάθῃ τοιαῦτα ἡ Κρήτη καὶ νὰ ἀναγκασθῇ διὰ προσφυγῆς εἰς τὸ Θέρισον ν’ ἀνορθωθῇ—διότι διὰ τοῦ Θερίσου ἠνορθώθη καὶ ἐκεῖθεν ἐπιπροσθέτως ἀνυψώθη λίαν δικαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§105Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τὸ Θέρισον δὲν τῷ ἔκαμε κακόν.

§106Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ὅστις διακόπτετε, δὲν γνωρίζετε ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὀλίγον πρὸ τοῦ Θερίσου, συναντηθεὶς μετὰ τῶν ἐργατῶν τοῦ Θερίσου, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα, ἐν οἷς ἐπρωτοστάτει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκούσας τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ μὴ κλείσας τὴν θύραν, ὅπως ἔκλεισαν τὰς ἰδίας ἑαυτῶν ἄλλοι τότε ἐπίσημοι, παρετήρησα εἰς αὐτούς, καὶ τοὺς τέσσαρας—παρόντες δύο εἶναι ἐνταῦθα—φιλικῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐν μέρει οἱ παραίτιοι τῶν γιγνομένων, διότι οὐδέποτε ἔπρεπεν αὐτοὶ νὰ ψηφίσωσι Σύνταγμα ὁποῖον ἐψήφισαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν φόβον τὸν ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος μήπως καὶ ἡ Κρήτη πάθῃ ἐκ τῆς κωλυσιεργίας. Ἐκ φόβου σήμερον ἐρχόμεθα νὰ μεταβάλωμεν ἀθῷον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ θεμελιῶδες, ἄρθρον, ὅπερ, ἐὰν τροποποιηθῇ ὅπως ζητοῦσι νὰ τροποποιήσωσιν αὐτό, εἴτε κατὰ τὸ ἓν κείμενον εἴτε κατὰ τὸ ἕτερον, ἀναιρεῖ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τὴν οὐσίαν αὐτὴν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀντιπροσώπου τῆς λαϊκῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἀντιπρόσωπος κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα, πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ παροῦσα, ὁλόκληρος, ἀρτία, ἵνα λύσῃ αὐτά. Πᾶς ὁ μὴ πρεσβεύων τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν εἶναι κοινοβουλευτικός, πᾶς ὁ μὴ πρεσβεύων τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν γνωρίζει τὴν ἀξίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· Οὐχὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁπλοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, παντὸς συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅπερ κατεσκεύασεν εἰς ἑαυτὸν ὁ λαός. Λέγομεν ὁ λαός, διότι ἐκ τοῦ λαοῦ ἤλθομεν ἐνταῦθα, λαὸς δὲ δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν ὡς λαοπλάνοι, μηδὲ θέλοντες νὰ κολακεύωμεν αὐτόν. Ταῦτα, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι πρὸς δύο σκοπούς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν πρῶτον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἣν ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Πιστεύω, —καὶ τὴν πίστιν μου αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἀρχὴν θὰ τὴν ὑποτάξω —, πιστεύω, ὅτι θίγομεν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ταύτης οὕτω θιγομένης μεταβάλλει μορφὴν τὸ πολίτευμα· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως παρασκευάζονται ἀνωμαλίαι, παρασκευάζονται πράγματα, ἅτινα μόνον διὰ νέας ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν ποτὲ ἐννοήσωσιν οἱ Ἕλληνες τί γίνεται, νὰ μὴ ἐξυπνήσωσι καὶ νὰ μὴ φροντίσωσιν εἰς πρώτην ἀφορμὴν νὰ δείξωσι τὴν διαμαρτυρίαν αὑτῶν. Λέγω τὴν ἀλήθειαν ἐγὼ ὁ ἐξόχως συντηρητικός...Δὲν εἶχον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγνωρίσεως ὑμῶν, ἀλλὰ τὴν ἀναγνώρισιν δίδω εἰς ἐμὲ αὐτόν. Ἐγὼ γινώσκω πῶς ἐπολιτεύθην καὶ τίνος ἀπέσχον πάντοτε, ἀπέσχον καὶ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν τελευταίαν ἐξέγερσιν, ἥτις εἶχε πολὺ τὸ εὔλογον ὅπως πραγματοποιηθῇ. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ: Πρωθυπουργόν, ἀφοῦ ἤδη μάλιστα ἔδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς τροπολογίαν, ἥτις ἐνέχει τι τὸ παλίμβουλον, ὅτι καὶ τοῦ ἑνὸς τρίτου ψηφίζοντος, κατὰ μίαν ἢ καὶ κατὰ δύο ψήφους ἡ πλειονοψηφία μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα δύναται ν’ αὐξηθῇ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις γινώσκει νὰ ὑποχωρῇ καὶ ἀναγνωρίζει, ὅτι αἱ προσήκουσαι ὑποχωρήσεις ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἔχοντας σθεναρὰν τὴν βούλησιν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ περατώσῃ τὴν συζήτησιν διὰ ψηφοφορίας τροποποιούσης οὕτω τὸ ἄρθρον 56, διότι, ἂν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἡ ψηφοφορία γένηται πρᾶγμα, καὶ αὔριον ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά, ἡ διόρθωσις ἔπειτα θὰ εἶναι ἀδύνατος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι φοβοῦμαι, ἐὰν τὸ κακὸν δὲν προληφθῇ, ὅτι θὰ ἴδωμεν πράγματι τὰ προλεγόμενα καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς λίαν πιθανά.

§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀκούσας, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τοῦ προαγορεύσαντος σεβαστοῦ Βουλευτοῦ κατὰ τὴν πρώτην φοράν, καθ’ ἣν ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τοῦ ἀγορεύσαντος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἐπίστευεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσιν ἢ ν’ ἀνατρέψωσι τὸ διέπον ἡμᾶς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τὴν εὐρρυθμοτέραν λειτουργίαν, τοῦ ὁποίου ἐκλήθημεν, ὅπως ἐργασθῶμεν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Ὁ μὴ παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν ἐξ ἀρχῆς, ὁ μὴ ἀναγνώσας ἰδίως τὰς διατυπωθείσας τροπολογίας, μίαν θὰ συνεκόμιζεν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἀνατροπὴ θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864, ἀρχῆς, ἡ ὁποία παρέχει τὴν δύναμιν νὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, εἰς τὴν ἑκάστοτε πλειονοψηφίαν. Καὶ ἀνατροπὴν τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος θὰ ἐπιστεύετο ὅτι εἰσηγούμεθα, ὅπως τοῦ λοιποῦ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀντίθετος ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ οἱ πολλοί, οὐχὶ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλὰ οἱ ὀλίγοι, ἡ μειονοψηφία θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας του. Θὰ ὑπέθετον ἀκόμη, ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πᾶσα γνώμη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ἐὰν μὲν ἐπίστευον ὅτι πρόκειται περὶ πλήρους ἀπαγορεύσεως θὰ ὑπέθετον, ὅτι ὅλη ἡ δυσχέρεια τοῦ Συντάγματος συνίσταται παρ’ ἡμῖν νὰ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καθίσταται πιθανὴ ἡ παρουσία ὅσον ἔνεστιν ὀλιγωτέρου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, οὔτε τὸ ἓν εἰσηγούμεθα, οὔτε τὸ ἄλλο εἰσηγούμεθα. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μεταβληθῇ παντάπασι τὸ καθεστὼς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς Συντάγματος ὄχι κατ’ ἀνάγκην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐπιδιώκομεν, ὅπως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διὰ τῶν ὅλων διατάξεων, τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα διὰ τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν, δὲν ἐπιδιώκομεν, ὅπως καθίσταται ἀπίθανος ἡ προσέλευσις μεγάλου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἐν πάσῃ συνεδρίᾳ τοῦ Σώματος τούτου. Τοὐναντίον ἐπιδιώκομεν δι’ ὅλων τῶν διατάξεων, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ συγκεντρώνηται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὁσάκις συζητοῦνται ἐν αὐτῷ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερος ἀριθμὸς Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι πεποίθησις ἀδιάσειστος, ὅτι αὐτὴ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἑκάστοτε παρουσίαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων μεγαλειτέρου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἠσφαλίζετο διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης διατάξεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἀφοῦ ἔθηκα κατὰ μέρος τὴν τόσον προφανῆ ἑρμηνείαν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ προσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ἡμῶν, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, λέγω, νὰ ἐξετάσω, ἄν, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες τῶν ῥητόρων, τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορευσάντων, ἄν, λέγω, ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν Σῶμα συγκεκροτημένον πολιτικῶς δύναται ἐγκύρως νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποφάσεις καὶ ἄνευ τῆς ὑποχρεωτικῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποτελούντων αὐτό. Ἐάν, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες ἐκ τῶν ῥητόρων, ἡ τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι ἀρχὴ ἀντιδημοκρατική, ἀρχὴ ἀντισυνταγματική, ἀρχὴ ἀντικοινοβουλευτική, ἀρχὴ ἀνελευθέρα ἐπιδιώκουσα νὰ ἀπεμπολήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, θὰ ζητήσω τότε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ συνήθους γινομένου ὑπ’ ἐμοῦ, νὰ ἀναδράμω καὶ εἰς ἄλλας νομοθεσίας, ὅπως παρουσιάσω ἐγγυητὰς τῆς γνώμης, ὅτι τὸ προτεινόμενον ὑφ’ ἡμῶν δὲν ἀντίκειται οὔτε πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν παντὸς πολιτεύματος, στηριζομένου ἐπὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ὅτι, λέγω, αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα, δὲν ἀντίκειται πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς ἢ καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐγγυητὰς τούτου καὶ θὰ ἀναζητήσω τοῦτο, ἀφοῦ τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας κρίνεται ὑπό τινων τῶν ἀγορευσάντων ἐντεῦθεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, διότι πρόκειται περὶ λαοῦ ἔχοντος ἄλλα ἤθη καὶ ἄλλας ἀρχάς. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν, λέγω, νὰ εὕρω τοὺς ἐγγυητάς μου εἰς ἄλλον λαόν, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι εὑρίσκεται ἐγγύτερον ἡμῶν λόγῳ χαρακτῆρος. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἐν Γαλλίᾳ γινόμενα, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἱστορικῶς θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν τί ἔκαμον αἱ ἐθνικαὶ ἀντιπροσωπεῖαι αἱ Γαλλικαί, αἱ ὁποῖαι ἐτέλεσαν τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν. Ἡ Συντακτική, Κύριοι, ἐπὶ χιλίων ἑκατὸν τεσσαράκοντα πέντε μελῶν, εἰς πόσους νομίζετε ὅτι ὥρισε τὴν νόμιμον αὐτῆς ἀπαρτίαν; Εἰς διακοσίους περίπου, εἰς τὸ ἕβδομον. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791 ἐπὶ ἑπτακοσίων τεσσαράκοντα πέντε πληρεξουσίων εἰς πόσους περιώρισε τὴν ἀπαρτίαν; Εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν διακοσίων, εἰς τὸ ἓν τέταρτον δηλαδή. Ἡ Συμβατικὴ οὐδένα ἀριθμὸν ἀπαρτίας ὥρισεν, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς ὥριζεν, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως οἱ παρόντες εἶναι ἐλάσσονες τῶν διακοσίων, δύναται νὰ ζητηθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂς ἀκούσωσι λοιπὸν οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν, ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἰδεῶν, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις ἐκείνων τῶν ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν καὶ αἱ ὁποῖαι διεξήγαγον τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς χώρας, θὰ εὕρωμεν ὅτι μόλις ἐμφανίζεται ὁ Βοναπάρτης καὶ ἔχομεν τὸ πολίτευμα τῆς ὑπατείας. Ἡ ἀπαρτία, ἡ δημοκρατικῶς καθορισθεῖσα εἰς τὸ ἕβδομον, ἢ τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων, ἀναβιβάζεται εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ ὀλίγον ὕστερον, κατὰ τὸ ὄγδοον ἔτος, ἀναβιβάζεται ἡ ἀπαρτία εἰς τὰ δύο τρίτα, καὶ διὰ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ πολιτεύματος κηρύττεται, ὅτι συγκεκροτημένον Σῶμα δὲν δύναται ἐγκύρως νὰ ἀποφασίσῃ, πᾶν συγκεκροτημένον Σῶμα καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία (tribunal) ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν αὐτοῦ. Πῶς δύνασθε ἔχοντες ταύτας τὰς ἐγγυήσεις κατὰ τόπον ἄλλον καὶ κατὰ χρόνον ἀκόμη παραδεδεγμένον, πῶς δύνασθε, παρερχόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι εἶσθε ὑμεῖς οἱ σημαιοφόροι τῶν φιλελευθέρων, τῶν δημοκρατικῶν, τῶν κοινοβουλευτικῶν, τῶν λαϊκῶν ἰδεῶν, διότι ὑποστηρίζετε, ὅπως ἡ ἀπαρτία ἐξακολουθήσῃ ἀποτελουμένη ὡς καὶ μέχρι σήμερον, ὑπὸ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός; Ἀλλ’ ἂν φύγωμεν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ἐξετάσεως τοῦ πράγματος καὶ ἔλθωμεν εἰς τὰ σήμερον κρατοῦντα εἰς τὰ τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας, φύγωμεν δὲ πάλιν ἀπὸ τοῦ παραδείγματος τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος καὶ ἔλθωμεν πάλιν εἰς τὴν Γαλλίαν, τί θὰ εὕρωμεν, κύριοι Βουλευταί; Θὰ εὕρωμεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν, ἵνα ἐγκύρως ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ εἶναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Θὰ ἐκπλαγῆτε διατί ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα, τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, ἀφοῦ φαίνονται συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τοιαύτη ἡ ἰσχύουσα διάταξις, διεπλάσθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα οὕτως, ὥστε ὁρίζεται ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν ἡ Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡ ψηφοφορία ἐπαναλαμβάνεται καί, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς, ἐγκύρως ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐν οἱῳδήποτε ἀριθμῷ.

§108Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν Γαλλικόν.

§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Κανονισμὸν ἂς τὸ ὁρίσωμεν καὶ ἡμεῖς.

§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ παρέλθῃ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ψηφοφορίας, ὥστε νὰ δοθῇ τοὐλάχιστον ἐπαρκὴς χρόνος εἰς τοὺς ἀπουσιάζοντας Βουλευτάς, μανθάνοντας τὰ τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως, νὰ σπεύσωσιν, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἡ ψηφοφορία καταδείξῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, δύναται νὰ συγκαλέσῃ νέαν συνεδρίασιν μετὰ πάροδον 10 λεπτῶν τῆς ὥρας, κανονίζων τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν δι’ ἀποφάσεως τῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης Βουλῆς καὶ ἀναγράφων μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς νέας ταύτης συνεδριάσεως, τῆς αὐθημερὸν συγκροτουμένης, τῆς μετὰ δέκα λεπτὰ λαμβανούσης χώραν, καὶ τὴν ψήφισιν τῆς ματαιωθείσης πρὸ μικροῦ προτάσεως καὶ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἐγκύρως, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παρίστανται κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην συνεδρίασιν. Οὕτω λοιπόν, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, τῆς κοιτίδος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἄλλη χώρα ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρωτοστατοῦσιν ἐν τῇ εὐρύθμῳ διαρρυθμίσει τοῦ πολιτεύματος τούτου, ἡ Γαλλία ἔχουσα καὶ διάταξιν, καθ’ ἣν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, ἔφθασεν ἕως ἐκεῖ, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι τὰ Κράτη ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζήσωσι, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ πνίγωνται ἐντὸς τῶν τύπων, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύονται ἀσφυκτικοὶ δι’ αὐτά (Χειροκροτήματα). Ἔφθασε νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἄλλο Κράτος κοινοβουλευτικόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ ἀποφασίσῃ ἐγκύρως μετὰ μίαν ματαιωθεῖσαν ψηφοφορίαν ὄχι πλέον διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ δι’ οἱουδήποτε ἀριθμοῦ Βουλευτῶν παρισταμένου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἴσως καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ μεταπείσῃ τοὺς ἀπὸ πεποιθήσεως βεβαίως, τὴν ὁποίαν σέβομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀντιτιθεμένους κατὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτείνομεν. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ συνοδεύσητε νὰ μεταβῶμεν καὶ εἰς ἄλλην χώραν, ἐπίσης πρωτοστατοῦσαν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ κοινοβουλευτικῷ βίῳ, εἰς τὴν Ἰταλίαν. Καὶ ἐκεῖ, Κύριοι, ἡ διάταξις εἶναι ῥητή, καί, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περιέχεται ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Συντάγματι. Ἡ διάταξις εἶναι ῥητή, λέγουσα ὅτι, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ, νομίζω δὲ καὶ διὰ νὰ συζητήσῃ, ἡ Βουλὴ ἐγκύρως, πρέπει νὰ παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὅμως, τοιαύτης ῥητῆς διατάξεως ὑπαρχούσης ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Ἰταλικῷ, ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐδημιούργησε κατὰ μικρὸν κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἤρθησαν ἐκ τοῦ μέσου τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα παρενέβαλλεν ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου.

§111Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ μάλιστα ἐπίσημος ἑρμηνεία ἐγένετο καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως ὑπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύετε.

§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀναφέρω. Ἐπλάσθη τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πάντες οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀπουσιάζοντες ἐπ’ ἀδείᾳ δὲν ὑπολογίζονται ἐν τῇ συγκροτήσει τῆς ἀπαρτίας· ἐκρίθη δ’ ἀκόμη, προκειμένου περὶ τῆς ἄνω Βουλῆς, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἐπ’ ἀδείᾳ ἀπουσιάζοντες Βουλευταὶ δὲν συνυπολογίζονται πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἐξ οὗ ἀποτελεῖται ἡ Βουλή, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ἥμισυ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλ’ ὅτι δὲν συνυπολογίζονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ δὲν ἔχουσιν ἄδειαν ἀπουσίας ἕνεκα νόσου ἢ καὶ ἁπλῶς ἕνεκα προκεχωρηκυίας ἡλικίας, εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβῶσιν, ἵνα συμμετάσχωσι τῆς συνεδριάσεως. Καὶ καταντᾷ τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖ, ἡ μὲν κάτω Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἐγκύρως συνήθως διὰ τῆς παρουσίας καὶ 40, νομίζω, τῶν μελῶν αὐτῆς. Καὶ ἔχετε, Κύριοι, τὸ δικαίωμα οἱ ἀντιλέγοντες, οἱ ἀντιτιθέμενοι κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐν ὀνόματι τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἐν ὀνόματι τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν; Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε, ὅταν ἔχητε ἀπέναντι ὑμῶν τὰ γενόμενα εἰς τὰ τρία αὐτὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται εἰς τὰς ἰδέας ἀκριβῶς τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι δύο τῶν Κρατῶν τούτων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐναντίον καὶ ῥητῆς διατάξεως ὑπαρχούσης ἐν αὐτοῖς, διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων νὰ δημιουργήσωσι τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσωσι τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἔργου προσκόπτουσαν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ νὰ διευκολύνωσιν αὐτήν, ὅπως ἀπροσκόπτως τελῶνται τὰ ἔργα αὐτῶν; Τὰ ἐν Αὐστρίᾳ γενόμενα ἠθέλησαν νὰ τὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς μὴ δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσι παρ’ ἡμῖν, τὸ μὲν διότι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπεῖαι, αἱ ὁποῖαι μεριμνῶσι διὰ τὰ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐνῷ πᾶσα ἄλλη ὑπόθεσις ἀνήκει εἰς τὰ δύο Κοινοβούλια, τὸ τῆς Αὐστρίας καὶ τὸ τῆς Οὐγγρικῆς διαίτης. Ἠθέλησαν νὰ θεωρήσουν τὰ ἐν Αὐστρίᾳ γενόμενα καὶ ὡς ἄχρηστα παρ’ ἡμῖν, διότι ὑπέλαβον, ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Αὐστριακὸν δὲν εἶναι συνταγματικὸν οὔτε κοινοβουλευτικόν, ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι ἀληθῶς. Διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύναται νὰ συμβαδίσῃ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἄλλων ἐθνῶν καὶ μὲ τὴν ἐλέῳ Θεοῦ μοναρχίαν, ὡς ἀποδεικνύει τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἐλέῳ Θεοῦ καὶ ἐθνικῇ βουλήσει τὴν μοναρχίαν αὐτῆς ὑφισταμένην. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ προχωρήσω, ὅπως ἐπικαλεσθῶ τὰ γενόμενα ἀλλοῦ; Βεβαίως δὲν θὰ τὸ πράξω. Μὲ ἀρκεῖ ὅτι ἐνώπιον ὑμῶν ἐπαρουσίασα τὴν εἰκόνα τῶν τελουμένων εἰς τὰ τρία Κράτη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται κατ’ ἐξοχὴν ἐν τῇ ἐρρύθμῳ λειτουργίᾳ τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλά, ἀφοῦ διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης τῆς ἀλλαχοῦ γενομένης κατέπεσεν ἐκ βάθρων τὸ οἰκοδόμημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς προτάσεως, τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, καταγγέλλοντες αὐτὴν ὡς ἀνελευθέραν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν καὶ ἀντιλαϊκήν, ἂς ἴδωμεν ἤδη καὶ τί ποριζόμεθα ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν πείρας; Ὡμίλησαν, Κύριοι, περὶ τῆς κωλυσιεργίας καὶ ὑπέθεσαν ὅτι ἡ διάταξις σκοπὸν ἀποκλειστικὸν ἔχει νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, οἱ πολλοὶ μάλιστα κωλυσιεργίαν λέγοντες ἐννοοῦσι τὴν κωλυσιεργίαν τὴν ἀντιπολιτευτικήν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, ἐπιδιώκομεν ἀκριβῶς νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ πρέπον, ἀνεξαρτήτως κωλυσιεργίας, καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ θεάματος, τοῦ ὁποίου γινόμεθα μάρτυρες σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ σχόντες τὴν τιμὴν νὰ παρεδρεύσωσι καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐγίνοντο μάρτυρες συχνότατα. Αὐτὰ τὰ καθ’ ἑκάστην καὶ ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενα ζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν, αὐτοῦ τοῦ θεάματος ζητοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλήν, ἥτις πλαστογραφεῖ τὰ ἴδια αὐτῆς Πρακτικά, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ καλῆται ὀλίγον ἐλευθέρα. Διότι δὲν εἶναι βέβαια μυστικόν, ἤ, ἐὰν εἶναι, θὰ εἶναι θρυλούμενον ἀπόρρητον, ὅτι ἐπὶ δέκα συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς αἱ ἡμίσειαι ἄρχονται οὐχὶ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ βεβαιοῦται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἀπαρτία ἐν πλήρει γνώσει πάντων ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις καὶ καθ’ ἣν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ζητοῦμεν τοῦτο τὸ γινόμενον ἐγκληματικῶς, κατ’ ἀνοχὴν πάντων ἡμῶν, πρὸς διαφθορὰν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, νὰ τὸ καταλύσωμεν, ὥστε τὸ γινόμενον κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου νὰ γίνηται τοῦ λοιποῦ ἐννόμως. (Χειροκροτήματα).

§113Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.

§114Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νομιμοποιοῦμεν τὰ ἐλαττώματα.

§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ μήπως μόνον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὑπάρχει ἔλλειψις τῆς ἀπαρτίας, καὶ μήπως δὲν βλέπομεν, ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ κατὰ πᾶσαν συνεδρίασιν, καὶ ἐν τῷ παρελθόντι τὰ πράγματα ταῦτα ἐγίνοντο ἐμφαντικώτερον, δὲν βλέπομεν, λέγω, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, ὄχι ἀμφισβητήσιμον τὴν ἀπαρτίαν τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀποφαινομένην, ὄχι ἀμφισβητήσιμον, ἀλλ’ ἀνύπαρκτον τὴν ἀπαρτίαν ὄχι τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν τοῖς δωματίοις; Καὶ δὲν βλέπετε, ὁσάκις ἤθελε προκληθῆ οἱαδήποτε συζήτησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε ζητήσει τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ὅτι τίθενται εἰς κίνησιν ὅλοι οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς καὶ αἱ ἅμαξαι καὶ ὅλα τὰ μέσα τὰ μεταγωγικά, ἵνα μεταφέρωσι τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τοὺς οἴκους των ἢ τὰ κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται, εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἀποδειχθῇ καὶ ἐπισήμως ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ καθεστὼς πολίτευμα;

§116Γ. ΠΩΠ. Χειροκροτήσατε. Διὰ σᾶς τὸ λέγει. (Ἱλαρότης).

§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ σήμερον πάλιν, ὅπως ἐπεκαλέσθην χθές, καίτοι διὰ τοῦτο ἐπετιμήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶχε μορφωθῆ ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἐκδηλωθεῖσα πάντοτε ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ ἀνάγκης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 κακῶς ἔχει παρακωλύουσα τὴν εὔρυθμον καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀκόμη, ὅτι ἐκθέτων πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, δὲν ὤκνησα νὰ ἀναφέρω ὡς μίαν τῶν διατάξεων, τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο ἡ ἀναθεώρησις, καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς συνιστῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 54, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπερατώθη, ἡ δὲ ψήφισις ἀνεβλήθη χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τῇ 1 Ὀκτωβρίου δικαιοῦνται οἱ Βουλευταὶ καὶ τὸ τέταρτον μόνον αὐτῶν συνερχόμενοι νὰ προσκαλέσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προσέλθῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ ὡς φόβητρον, διότι τεθεῖσα ἅπαξ οὐδέποτε θὰ γίνῃ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ψηφίζοντες τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχητε, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ θὰ παρίστανται πάντοτε, κατὰ μέσον ὅρον, ἐπὶ ἴσου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἀποτελούντων ἐν συνόλῳ τὴν Βουλήν, μείζων ἀριθμὸς Βουλευτῶν εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν. Ὅταν ἐκλείψῃ ἡ ἐλπὶς διὰ τὴν ἑκάστοτε Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι, μὴ προσερχομένη ἢ ἀποσυρομένη τοῦ Κοινοβουλίου, δύναται νὰ ματαιώσῃ τὰ ἔργα τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ἑκάστοτε Ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ τὸ συμφέρον, ὅπως διαρκῶς παρίσταται ἐν ἀριθμῷ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἔργων, πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, πρὸς συμβολὴν αὐτῆς νόμιμον πρὸς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καὶ τὸ λεχθὲν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον θέτοντες τὴν διάταξιν ταύτην νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐνίοτε τὴν εὐκαιρίαν καὶ νὰ ὑπερφαλαγγίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δεικνυομένη ὡς ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν, ἐμὲ δὲν πτοεῖ παντάπασιν. Ἂν εὑρεθῶμέν ποτε ἐνώπιον Κυβερνήσεως ἐχούσης οὐχὶ ὑπεράγαν ἰσχυρὰν τὴν πλειονοψηφίαν, ὥστε νὰ ὑπολείπηται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ δύναμις μείζονος τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἔχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἀδυνατοῦσαν νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς φίλων, ὅπως ἔχῃ αὐτοὺς διαρκῶς παρακολουθοῦντας τὸ ἔργον αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συμβῇ δέ, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις μᾶλλον δρῶσα, μᾶλλον ἐνεργός, μᾶλλον συναισθανομένη τὰ καθήκοντα αὐτῆς, προθυμοτέρα πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἐχούσης τὸ ἴδιον αὐτῆς στρατόπεδον ἐκλελυμένον καὶ διεσπασμένον, τί φυσικώτερον καὶ τί συμφερώτερον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὅπως ἡ λεγομένη Ἀντιπολίτευσις ὑπερφαλαγγίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ, ἵνα κληθῇ ὁ Ἀνώτατος ἄρχων καὶ δώσῃ ἄλλην Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν; (Χειροκροτήματα).

§118ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.

§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς περιμένει νὰ πᾶμε ἐμπρὸς καὶ ὄχι νὰ στραφῶμεν πρὸς τὰ ὀπίσω· ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἐκλόνιζε τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς· ὅτι θὰ ἀπειργάζετο πολιτικὸν ναυάγιον, καὶ ἐγὼ λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ψηφίζοντες τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας θαρροῦντες γινόμεθα εἰσηγηταὶ πρὸς ὑμᾶς, θέλετε κατορθώσει ἀκριβῶς καὶ νὰ προαγάγητε τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας καὶ νὰ προλάβητε τὴν πολιτικὴν ἀναρχίαν καὶ νὰ ἀποτρέψητε τὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν, ἡ ὁποία καταρρίπτει εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη δυναμένη νὰ συγκλονίσῃ τὴν ἔννομον τάξιν διὰ τοῦ χρόνου. Σᾶς εἶπον ἀκόμη, ὅτι δεχόμενοι τὴν διάταξιν κινδυνεύετε νὰ γίνητε ὑπαίτιοι κατατμήσεως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο ἐλέχθη καὶ δὲν ἀπεδείχθη καὶ οὐδὲν ἐπιχείρημα προσήχθη, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ παρακολουθήσῃ τοὐλάχιστον, ἐλέχθη ὡς δόγμα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, ἄνευ προσπαθείας τοὐλάχιστον πρὸς ἀπόδειξιν, διότι περιττὸν εἶναι νὰ εἴπω καὶ πάλιν ὅτι ἐπιτρέποντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐργάζηται, ἂν παρίσταται ἐν αὐτῇ τὸ ⅓ τῶν Βουλευτῶν, δὲν ἕπεται ὅτι καθιεροῦμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι δύναται ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ συγκροτῇ τοὺς νόμους τῆς χώρας, δεχόμεθα τοῦτο μόνον, ὅτι οἱ παρόντες καὶ ἐργαζόμενοι ἐνεργῶς Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι νομίμως καὶ τοὺς ἀπόντας. Μόνον ἂν ἀνεγνωρίζομεν, ὅτι ἡ μειονοψηφία δύναται ἑκάστοτε καὶ νὰ κυβερνᾷ καὶ νὰ θέτῃ τοὺς νόμους, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνεργάσωμεν καὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διάσπασιν τὴν κομματικὴν καὶ τὴν δημιουργίαν πλειόνων κομματικῶν ὁμάδων, καὶ ὁμιλῶν περὶ κομματικῶν ὁμάδων ἔχω τὸ καθῆκον νὰ κάμω μίαν ἐπιφύλαξιν καὶ τὴν ὁποίαν λυποῦμαι ὅτι δὲν τὴν ἤκουσα ἄλλοθεν, ὁπόθεν τὴν ἀνέμενον, διότι οὐδαμῶς μὲ πτοεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ θὰ παρήγοντο πλείονες ὁμάδες, ἀρκεῖ μόνον ἑκάστη ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδίας ἰδέας καὶ νὰ εἶναι κόμμα ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἡ περίστασις, τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, κύριοι Βουλευταί, ἐπεδιώχθη νὰ διαβληθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο ἡ σύστασις, εὐσχήμως βεβαίως, ὅτι ἔχουσι πάντα λόγον νὰ ἀποβλέπωσι δυσπίστως πρὸς τὴν εἰσηγουμένην καινοτομίαν, διότι εἷς ἐκ τῶν εἰσηγουμένων τὴν καινοτομίαν ταύτην εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἑαυτόν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν Κρήτῃ δὶς συνεργασθεὶς εἰς κατάρτισιν πολιτεύματος δὲν ἐφρόντισε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διάταξιν ταύτην· ἄρα εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἑαυτόν· μὴ τὸν πιστεύσητε, μὴ τὸν ἀκολουθήσητε σήμερον. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν Κρήτῃ, ὅπου τὸ πολίτευμα, ὄχι βεβαίως τὸ κοινοβουλευτικόν, ἀλλὰ τὸ συνταγματικόν, τὸ ἀντιπροσωπικὸν ἢ τὸ συνταγματικὸν τοὐλάχιστον, ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1869, δηλαδὴ ἀπὸ 42 ἐτῶν, ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παράδειγμα κωλυσιεργίας καὶ ματαιώσεως συνεδριάσεων δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Πῶς θέλετε, Κύριοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, καλούμενοι νὰ θεσπίσωσι δι’ αὐτὸν Σύνταγμα καὶ οὐδεμίαν ἐνώπιον αὐτῶν ἀταξίαν ἔχοντες, οὐδεμίαν ἀνάγκην δημιουργηθεῖσαν, ἐνδειχθεῖσαν ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, πῶς ἠθέλετε νὰ μεριμνήσωσι περὶ διατυπώσεως ἀλλοίας τῆς διατάξεως, ἥτις καθ’ ἑαυτήν, ἄνευ τῶν ἐνδείξεων τῶν ἐκ τῆς πείρας, καλῶς ἔχει βεβαίως, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἀποβλέπομεν νὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν προτείνομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος σήμερον; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ἔφερε μακρότερον τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐν Κρήτῃ πραγμάτων, καὶ ἦτο τοῦτο μία μομφὴ τῆς ἐκεῖ πολιτικῆς δράσεώς μου κατὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς αὐτονομίας. Θὰ ἤμην εὐτυχής, κύριοι Βουλευταί, ἂν μοὶ δοθῇ, καὶ θὰ μοὶ δοθῇ ἀσφαλῶς, ἡ περίστασις εἰς ἄλλην ὥραν εὐθετωτέραν τῆς παρούσης, διότι θέλω νὰ φεισθῶ τῆς Βουλῆς νὰ ἀκούσῃ ἀπολογίαν μὴ σχετιζομένην στενῶς μετὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.

§120ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ μὲ δικαιώσητε κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἴπω, ὅτι δὲν εἶπον τοῦτο περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ περὶ πάντων τῶν πολιτικῶν, διότι ἦσθε ὅλοι ὁμόφρονες εἰς τοῦτο.

§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ δοθῇ λοιπὸν ἡ εὐκαιρία, ὅπως, ἀπολογούμενος κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς καὶ ἐξαγγέλλων τὸ mea culpa, δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποσπάσωσιν ἀπ’ αὐτῆς ψῆφον ἀπαλλακτικήν. Ἐκεῖνο—διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς—ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον δικαίως ἐκπλήττομαι, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ τόση ἔμμονος προσήλωσις πρὸς καθεστώς, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἡ προσήλωσις πρὸς διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μία ἐξ ἐκείνων, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως ἐνωρίτερον ἀνεγνώρισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκπλήττομαι, εἶναι πῶς, ἐλθόντες ἐνταῦθα κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἀνακαινίσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν καὶ ἀναπλάσωμεν καὶ ἀναδημιουργήσωμεν καὶ καταλύσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα, πῶς, κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, διὰ τὴν μεταβολὴν μιᾶς ἀληθῶς ἐκ τῶν καιριωτέρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν καιριωτέρων ὅμως κατὰ τοῦτο, διότι, ὅπως ἔχει, ἀπειργάσθη εἰς τὸ παρελθὸν ὄχι τὴν κακοδαιμονίαν, ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ αὐτὴ σὺν τοῖς ἄλλοις, πῶς ἐρχόμεθα μὲ νέας ἰδέας, μὲ νέον πρόγραμμα, νέοι ἄνδρες, ὅπως ὀνομαζόμεθα, καὶ ὅτε δυστυχῶς δὲν εἴμεθα πλέον νέοι ἀληθῶς, πῶς ἐρχόμεθα μὲ ἰδέας ἥκιστα νέας καὶ πῶς πτήσσομεν πρὸ τῶν νέων ἰδεῶν μόλις ἐμφανισθῶσι καὶ ἀπομακρυνόμεθα πτοούμενοι τὰς νέας ταύτας ἰδέας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς μὲ ἐμέμφθη, διότι ὑπερασπίζων τὰς ἰδέας μου χθὲς καὶ θέλων νὰ ἀποδείξω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ζητῶ νὰ εἰσαγάγω καινὰ δαιμόνια, ἐπεκαλέσθην ὄχι μόνον τὴν ἐργασίαν, τὴν ἐπιστημονικὴν πολιτικὴν ἑνὸς ἐκ τῶν παλαιῶν κομμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ μὲ ἐμέμφθη, διότι τοῦτο πράττων τυραννικῶς θέλω νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τοῦτο. Ἦτο καὶ δικαίωμά μου καὶ καθῆκόν μου νὰ μνημονεύσω, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι πρὸς ὑμᾶς, τὸ ἐξέθηκα ἐν καιρῷ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰδικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε δημοψήφισμα· δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἀκούουσα ὅσα ἐλέχθησαν ἐνώπιον αὐτῆς δὲν θὰ κανονίσῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττησθε, διότι ὑποστηρίζω ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἔφερα ἐξ ἀπροόπτου καὶ δὲν ζητῶ ἐκ συναρπαγῆς νὰ ἀποσπάσω ἀπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Τὰς ἐξέθηκα ἐν καιρῷ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρξεν ἡ ψῆφος αὐτοῦ δημοψήφισμα δι’ ἕκαστον τῶν ἄρθρων τοῦ προγράμματος, ἀλλ’ ἔχομεν τοὐλάχιστον τὴν ἀπόδειξιν ὅτι κατὰ τοῦ προγράμματος τούτου οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις, οὐδεμία δυσφορία, οὐδεμία κἂν συζήτησις ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τότε, ὅτε ταῦτα ἐλέγοντο. Ἔχω τὸ δικαίωμα ἀκόμη νὰ ζητήσω νὰ μοὶ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἄλλο τι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ πολιτεύματος μέχρι σήμερον δὲν ἐπέδειξα πνεῦμα ἀδιαλλαξίας. Τοὐναντίον πρὸς τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, οὐδαμῶς προσηλώθην· δὲν ἐδίστασα, ὅπως εἶσθε μάρτυρες, εἰς πᾶσαν περίστασιν ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι ἄλλη τις διατύπωσις μεμονωμένου Βουλευτοῦ ἢ τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο καλλιτέρα, καὶ δὲν ἐδίστασα ν’ ἀποδεχθῶ τὴν παραδοχὴν ἐκείνης. Θὰ μοὶ ἀναγνωρίσητε ὅτι οὐδεμίαν ἔκαμα κατάχρησιν τῆς πολιτικῆς θέσεώς μου ἀπέναντι τῶν ἀποτελούντων τὸ φιλελεύθερον κόμμα ἐκτὸς μιᾶς περιπτώσεως, ἡ ὁποία συνεδέετο πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν. Οὐδέποτε ἐν τῇ συζητήσει καὶ τῇ ψηφίσει τοῦ Συντάγματος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, οὐδέποτε ἔρριψα εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, τὴν θέσιν μου ὡς κυβερνήτου τῆς χώρας καὶ τὴν παραμονήν μου ἐν τῇ Ἀρχῇ, καὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις φίλοι ἐκ τῶν ἀρίστων τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων ἔδωκαν ψῆφον ἐναντίαν. Οὔτε καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ζητῶ νὰ ἐξαναγκάσω τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ φιλελεύθερον κόμμα, διὰ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, νὰ ψηφίσωσι τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἀκόμη ὄχι μόνον νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι καὶ νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὴν ἔκθετον, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως τὸ ἔπραξαν ὅλοι, τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω, ὅπως κατορθώσω νὰ πείσω τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων νὰ συμμερισθῶσι τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἡ ἐλευθερία των παραμένει ἀκεραία· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ὅτι, ἂν ἐν τούτῳ δὲν καινοτομήσωμεν, ἂν τὴν εἰσηγουμένην μεταβολὴν δὲν παρεμβάλωμεν ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ κάμωμεν ν’ ἀστοχήσῃ ἡ ἐπιχειρουμένη ἀναθεώρησις κατὰ ἓν μέγα μέρος τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς. Ἔχω ἀκόμη τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὴν διατυπωθεῖσαν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπαρκὲς τεκμήριον τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τοιαύτην θεωρίαν. Ἡ συντακτικὴ ἐπιτροπὴ οὔτε τὴν φυσιογνωμίαν κἂν τὴν πολιτικὴν τοῦ παρόντος συνεδρίου ἑρμηνεύει ἀκριβῶς, ὡς τὸ γνωρίζετε καὶ δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὰ πρόσωπα αὐτῆς. Αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκουσι τὴν πολιτικὴν ἀπήχησιν, αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἀποχρώντως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο παράδοξον ἀκόμη ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἡγέται τῆς Πολιτείας οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀπουσιάζουσι τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῆς κεῖνται ψυχραὶ ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἄνευ ἀναπτύξεως, θὰ ἦτο παράδοξον ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους φαίνεται πρὸς ὑμᾶς ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ὡς γνώμη ἀντιπροσωπεύουσα τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ καταντᾷ ὀσάκις εὑρίσκομαι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς σχεδὸν νὰ θεωρῶμαι ὅτι δὲν εἶμαι ἐν τάξει, καὶ σχεδὸν νὰ λέγηται ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι ἔχουσι γνώμας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑποστηρίζουσα τὰς ἑαυτῆς γνώμας ἔχει πείσματα, διότι αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι μετὰ σθένους, ὅπως ὑποστηρίζονται αἱ γνῶμαι οἱουδήποτε ἄλλου Βουλευτοῦ. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, Κύριοι, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος παρεγνώρισα ἢ παραγνωρίζω ἢ θὰ παραγνωρίσω ἐν τῇ περαιτέρω ἐργασίᾳ, ὅτι ψηφίζομεν οὐχὶ συνήθη νόμον, ἀλλὰ θεμελιώδη πολιτικὸν ὀργανισμόν, καὶ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ψηφίσει ταύτῃ τὴν αἰσθάνομαι βαρεῖαν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐν τῇ συναισθήσει τῆς εὐθύνης ταύτης δὲν ἔλειψα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας ταύτης ν’ ἀποβλέψω μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς πρὸς πᾶσαν ἀντίθετον γνώμην, νὰ θυσιάσω τὴν γνώμην μου καὶ περὶ σπουδαίων ἀκόμη ζητημάτων, ὁσάκις εἶδον ὅτι ὑπῆρχεν ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διότι, καὶ ἂν περὶ σπουδαίων ἐπρόκειτο, δὲν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ καιριωτάτων. Καὶ σήμερον, καίτοι πρόκειται περὶ καιριωτάτων, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιχειρήσω προκειμένου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἂν μείνῃ ὡς ἔχει καὶ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω τὴν στερεὰν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐπάγομεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἕνα κίνδυνον διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ σήμερον εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, συμβιβασμὸν πρὸς τὴν ἀντίθεσιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ θυσιάσω τίποτε καίριον, ἀλλ’ ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ τῆς θυσίας τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἄλλης γνώμης τῆς ἐντελῶς ἀντιθέτου. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, κύριοι Βουλευταί, τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἐσκέφθην ἐπὶ πολύ, ἂν ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἔδαφος τῆς συνεννοήσεως. Ἀλλὰ κατέληξα εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, διότι δυστυχῶς κατὰ τὸν πλεῖστον χρόνον ἀσχολούμεθα εἰς τὴν θέσιν νόμων, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐλάχισται· ἐὰν δὲ ἐδεχόμεθα ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ μείζων αὐτὴ ἀπαρτία, τίποτε δὲν θὰ κατωρθοῦμεν. Ἔλαβον ὅμως ὑπ’ ὄψιν μου ἄλλην ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη σοβαρά, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀντίρρησιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, πρόκειται τοῦ λοιποῦ οἱ νόμοι νὰ θεσπίζωνται ὑπὸ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν μικροτέρου ἐκείνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζοντο κατὰ τὸν κείμενον γενικὸν νόμον. Μέχρι τοῦδε ἐθεσπίζοντο ὑπὸ τοῦ ½ σὺν δύο ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ὑπελογίζετο δὲ ὅτι, ἂν μὲν ἡ ἀπαρτία περιωρίζετο εἰς τὸ ⅓ τοῦ ὅλου, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐκ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐν τῷ ἀριθμῷ τούτῳ θὰ ἐμειοῦτο ἐπαισθητῶς, καὶ ὑπελόγιζον ὅτι ἐπὶ ἀριθμοῦ 150 Βουλευτῶν οἱ 18 θὰ ἠδύναντο νὰ θεσπίσωσι τοῦ λοιποῦ τὸν νόμον. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ἑπομένως νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐντεῦθεν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Κουτούπης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ἐκείνης τροποποιουμένης, διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ ὁρίζηται ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἐγκύρως ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ⅓ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας ὅμως, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατωτέρα τῶν ⅕ τοῦ κατωτάτου τούτου ὁρίου ἀπαρτίας· δηλαδὴ ἐπὶ ἀριθμοῦ μελῶν 150 ἔγκυρος τῆς Βουλῆς ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, ἄνευ τῆς συμπράξεως, ἄνευ τῆς ὑπερψηφίσεως τοῦ νόμου ἢ ἄλλης προτάσεως ὑπὸ 40 Βουλευτῶν. Ἐνῷ δὲ ἤδη ὁ νόμος ἐγκύρως τίθεται ἐπὶ ἀριθμοῦ 150 Βουλευτῶν καὶ μόνον ἀπὸ 39 Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, διὰ τῆς γνώμης ταύτης προσθέτομεν καὶ ἕνα ἐπὶ πλέον Βουλευτήν, ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ ὑπάρχῃ ἡ δήλωσις ὅτι ἔγκυρος ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἂν δὲν συμπράξωσι πρὸς τοῦτο 40 Βουλευταί. Ἡ διανεμηθεῖσα πρὸ ὑμᾶς διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 56 περιέχει περίπου τὴν γνώμην ταύτην. Ἐν τῇ διατυπώσει ταύτῃ γίνεται καὶ μία περαιτέρω παραχώρησις πρὸς τὰς ἀντιθέτους ἰδέας. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην διὰ τὴν συζήτησιν δὲν χρειάζεται ν’ ἀπαιτηθῇ ἀπαρτία τις, ὡρισμένος τις ἀριθμὸς Βουλευτῶν· θὰ εἶναι ἀρκετὸν ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ κρίνῃ ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ παρίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ εἶμαι διατεθειμένος νὰ προβῶ εἰς παραχώρησιν καὶ νὰ ἀναγνωρίσω ἐὰν τοῦτο οἱ ἔχοντες τὴν ἀντίθετον γνώμην δὲν ἔστεργον, ν’ ἀναγνωρίσω, ὅπως ἀπαιτηθῇ καὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, καὶ μάλιστα θὰ ἐδεχόμην ν’ ἀπαιτῆται καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἡ παρουσία τοῦ ⅓ τῶν Βουλευτῶν. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ τῆς συζητήσεως δύναται, διὰ τῆς μεσολαβήσεως παρεμπίπτοντος ζητήματος, νὰ προκληθῇ ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγκαία εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ⅓, δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος ν’ ἀποδεχθῶ καὶ τοῦτο ὡς ἔδαφος συνεννοήσεως, νὰ ἀποδεχθῶ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τὴν παρουσίαν τοῦ ⅓. Διότι, κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτησεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἔγκυρον συζήτησιν, οὐδὲν θεραπεύει, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην, τὸ δυνατὸν τῆς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως παρεμβολῆς ἐπεισοδιακοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν ἀναγκαία εἶναι πάλιν ἡ παρουσία τοῦ ἑνὸς τρίτου. Πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης γνώμης ὅτι ἡ προτεινομένη τροποποίησις εἶναι θεμελιώδης. Ἐπὶ τῆς ἄλλης γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰ ἀποφασισθέντα διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς παρελθούσης Βουλῆς, δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἀναγκαῖον κρίνω νὰ ὁμιλήσω διὰ δύο μόνον λέξεων, ἐπὶ τῆς γνώμης ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως, ὄχι διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν γνώμην αὐτὴν δι’ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν — μὲ ἀρκεῖ ἡ ἐπίκλησις τῶν ὅσα εἶπον διὰ τὸ ὅλον ζήτημα — ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ὅτι, ἂν ἐπεζητήθη ἡ ἀνεύρεσις ἀντιφάσεώς τινος ἐμοῦ εἰς τὰ σήμερον γινόμενα ἐνταῦθα καὶ τὰ γενόμενα πρὸ ἐτῶν ἐν Κρήτῃ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀντίφασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἑαυτόν, ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ζητήματι κατὰ τὸν αὐτὸν τοῦτον χρόνον, διότι ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης καὶ ἐδέχθη τροποποίησιν αὐτῆς κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, συνεζήτησε δὲ αὐτὸς καὶ τὸ λοιπὸν καὶ τὸ ἀπέρριψε, χωρὶς καθόλου νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἀπαράδεκτον λόγῳ τοῦ θεμελιώδους. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἶναι ἐλεύθερος νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον καθῆκον νὰ πράξω, τὸ ἔπραξα. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἂν οὐχὶ ὅλοι, ἡ πλειονοψηφία, λέγω, τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τόσον οὐσιώδους διατάξεως, θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ καὶ ἐγώ. (Χειροκροτήματα).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.

§124Γ. ΠΩΠ. Ὁλόκληρον, κύριοι συνάδελφοι, τῆς συζητήσεως τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ υἱοθεσία τοῦ ἐντύπου αὐτοῦ τεμαχίου χάρτου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ μᾶς διενεμήθη, ἔκθετον, ἄνευ ὑπογραφῆς καὶ ἄνευ οὐδενὸς κύρους. Ἡ πατρότης ἀνελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις παραδόξως ἀνέλαβε νὰ υἱοθετήσῃ παραχώρησιν νέας τινὸς ποσότητος ἐλευθερίας εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν. Διότι πρόκειται ἀκριβῶς περὶ θεμελιώδους διατάξεως, καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ τέρματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀναιρέσω ἓν πρὸς ἕν, νὰ προσπαθήσω νὰ ἀναιρέσω, διότι εἶναι δυσχερὲς ἔργον νὰ ἀναιρῇ τις τὰ μετὰ τοσαύτης γοητευτικῆς χάριτος καὶ διαλεκτικότητος λεγόμενα ἐκ μέρους τοῦ προϊσταμένου τῆς πλειονοψηφίας. Πρόκειται νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ὁσάκις θέλει νὰ ἀναπτύξῃ γεγονότα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ συγκαλύπτῃ ταῦτα, ἵνα ἐπιτύχῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκοπεῖ, ἀλλὰ νὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον ἡμῶν πλήρη τὴν ἀλήθειαν. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιον ἐμοῦ ποία εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσθη, ὅπως τρὶς ἐπαναλαμβάνηται ἡ ἀνάγνωσις τῶν νομοθετημάτων, καὶ γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ οὕτω συνεχιζομένη ἐπιψήφισις τῶν νομοθετημάτων εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία προυκάλεσε τὴν τριπλῆν αὐτῶν ἀνάγνωσιν. Ἡ πρώτη, ἡ τριπλῆ αὐτῶν ἀνάγνωσις, εἶναι ζήτημα μορφώσεως γνώμης μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐμορφοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἠδύναντο λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν καὶ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκῶν γνώσεων νὰ ἀντιληφθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ δικαίωμα τοῦ λαοῦ καὶ εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τε τριπλῆς συζητήσεως καὶ τοῦ ἀπαιτουμένου εἰς ἀπόφασιν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Ἦλθε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητῶν νὰ ἀναιρέσῃ ὅσα μετ’ ἀληθοῦς πατριωτικῆς ἐμπνεύσεως ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνέπτυξεν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης καὶ ὅσα οἱ κράτιστοι τῶν φίλων τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων ἐντρίψαντες εἰς μελέτας τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, οἱ θέλοντες νὰ συνεχίσωσι τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τοῦ λαοῦ συνεπείᾳ τῆς ἐπαναστάσεως, διετύπωσαν ἐπιθυμοῦντες νὰ κυρώσωσι καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐπίστευον ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ἔπειθον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ θὰ ἐγκατέλειπε πρὸς στιγμὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐρρίφθη, ἀλλὰ πλάνη, ἡ ὁποία πρόρριζα συγκλονεῖ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης ἔχομεν νὰ ἀπολογηθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν μᾶς ἐρωτήσῃ τί ἐκάμαμεν τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ, καὶ ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον ὅτι τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ τὰς ἐδωρήσαμεν εἰς ποικίλα, οὐχὶ προσχήματα, εἶναι βαρεῖα ἡ λέξις καὶ δὲν θέλω νὰ τὴν μεταχειρισθῶ, ἀλλὰ εἰς ποικίλας πλάνας, πλάνας μὴ ἐπιτρεπομένας ἰδίᾳ εἰς ἄνδρας, οἵτινες εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ κατὰ τῆς ὀλιγαρχίας καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κομίσῃ τὰ ἄλλοθι γιγνόμενα καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει κανονισμῶν, ἵνα μετακαλῶν διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας ξένους ὀργανωτὰς μετακαλέσῃ καὶ ξένα Συντάγματα, διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ τὰ Συντάγματα εἶναι συνέπεια πείρας καὶ ἀπὸ μελετῶν περί τε τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς ἀνάγκας ἑνὸς λαοῦ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δέ, ὡς εἴπομεν, ἀπὸ τῶν πραγμάτων διδασκόμεθα νὰ δώσωμεν Σύνταγμα Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, δὲν εὕρηνται ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιστήμῃ, δὲν εὕρηνται ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ πείρᾳ. Διότι καὶ ἐκεῖ, ἔνθα οἱ κανονισμοὶ ἐξέρχονται τοῦ περὶ ἀποφάσεως τῶν Βουλῶν συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ κανόνος, ὡς διετύπωσα τοῦτον, ἐκεῖ ὑπάρχουσι δύο Βουλαὶ καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν ἀλληλοδιαδόχως ἐπερχομένη ἀποδεικνύει διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς τὴν πλήρη λαϊκὴν βούλησιν. Καὶ συνεπῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς μιᾶς Βουλῆς συμπληροῦται εἰς ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελλῶν τῆς δευτέρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ οὕτως ἐμορφώθησαν οἱ κανονισμοὶ ἐκείνης τῆς Βουλῆς, ἧς ἔφερε τὸ παράδειγμα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ οὐδεὶς λαὸς ἐτόλμησεν ἐν τῷ Συντάγματι αὑτοῦ, ζῶν ὑπὸ συνθήκας ὁμοίας πρὸς τὰς συνθήκας τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου τοῦ σημερινοῦ, νὰ δημιουργήσῃ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν ταύτην τὸ δικαίωμα ἴσως νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς χώρας. Ὅτε δὲ ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἤκουσα φωνὴν ἐκεῖθεν ἐκπεμπομένην, ἄγνωστον ὑπὸ τίνος συναδέλφου, ἥτις τὸν ἠρώτα: «Κατὰ προσταγὴν τίνος ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή;» Βεβαίως σήμερον ἡ προσταγὴ ἐδίδετο ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλά, ἂν δεχθῶμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ προσταγὴ θὰ ἔρχηται ἔξωθεν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θὰ εἶναι ὑπόδουλος ξένης προσταγῆς.

§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε.

§126Γ. ΠΩΠ. Θὰ τὸ ἴδητε αὐτὸ σεῖς, οἱ ὁποῖοι κραυγάζετε οὐδέποτε καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν πιστεύετε ὅτι μικρά τινα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα συμπαρομαρτοῦσι πάντοτε εἰς πολυμελῆ σωματεῖα καὶ ἰδίᾳ εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰ λαμβάνητε ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ καταλύητε μέρος καὶ δὴ ἐκ τῶν κυριωτάτων τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Διότι πάντα ταῦτα, τὰ κανονίζοντα τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν ἑνὸς Σώματος, ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν πολιτευμάτων. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐπιζητουμένη μεταρρύθμισις ἀνατρέπουσα μίαν τῶν βάσεων καὶ ἀναιροῦσα μίαν τῶν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐν Ἑλλάδι πολιτεύματος πρέπει νὰ παράσχῃ ὑμῖν τὴν πίστιν ὅτι ἡ ἐπιζητουμένη μεταρρύθμισις θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὰς ἔξω προσταγὰς ἐδῶ καὶ θὰ σᾶς ἐγκαθιδρύσῃ ἡμέραν τινὰ ἐκεῖνο τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις ἦλθε ν’ ἀποτρέψῃ ἐμφανιζόμενον. Ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐγένετο διότι ἠσκεῖτο κωλυσιεργία ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁ μετὰ ἐπανάστασιν ἐλθὼν ἐνταῦθα καὶ ἴσως κρίνων ὅτι θὰ τῷ ἐπετρέπετο διὰ τοῦτο ἄγνοια τῶν σκέψεων τῆς ἐπαναστάσεως ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐγίνετο Πρωθυπουργός, ἂν τοῦτο ἠγνόει, διότι ἐν τῷ θέματι αὐτῷ ὑπῆρξεν ὁ πρόδρομος τῆς ἐπαναστάσεως ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀλύτρωτον νῆσον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει ὅτι τὴν ἐπανάστασιν προεκάλεσαν αὐτὶ αὗται αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Θερίσου καὶ οὐχὶ ἡ ἔνδειξις κωλυσιεργίας καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ οὕτως ἀτέχνως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Σκεφθῆτε ὅτι ἐξ ἡμῶν τῶν εὑρισκομένων ἐδῶ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἴσως εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς οὔτε τὸ ἥμισυ οὔτε τὸ τρίτον, ὀφείλομεν δὲ διερχόμενοι ἔξωθεν μηδεμίαν τύψιν νὰ αἰσθανώμεθα ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν καὶ μηδεὶς μαρασμὸς νὰ κατέχῃ τὴν διάνοιάν μας δι’ ὅσα ἐπετελέσαμεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Ὀφείλομεν μὲ ὑψηλὸν τὸ μέτωπον νὰ λέγωμεν, ἐλθόντες μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, ὅτι ἐδημιουργήσαμεν πολίτευμα ἐλεύθερον ἀνῆκον εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ φιλοδοξία ὅλων ὑμῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιδεικνύητε δυσφορίαν, ὅταν ἀκούητε γνώμας, αἵτινες ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος—διότι ἴσως καὶ ἐγὼ νὰ πλανῶμαι—διατυποῦνται ἐνώπιον ὑμῶν ἐν πόνῳ ἀληθεῖ, ἐν ἀπελπισμῷ ἀληθινῷ, ἐν συγκλονήσει κάθε ψυχικοῦ αἰσθήματος, τοῦ ὁποίου τὴν εὐγένειαν ἕκαστος κατ’ ἰδίαν ἰδιοσυγκρασίαν ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου διαρρυθμίζει τὰς σκέψεις του.

§127Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐκ πλάνης βέβαια.

§128Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἡμεῖς πλανώμεθα, θὰ εὐχηθῶμεν νὰ πλανηθῶμεν. Ἀλλ’ εἶναι σήμερον ἡ ἐπέτειος τῆς μνήμης ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅστις θνῄσκων ἀφῆκε καὶ ἐγγράφους τὰς ὑποτυπώσεις τῶν σκέψεων αὐτοῦ· αἱ διαθῆκαι δὲ πολιτικῶν ἀνδρῶν τοιούτων ὀφείλουσι νὰ εἶναι ὑποθῆκαι καὶ πάντων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ διαπρεποῦς συναδέλφου κ. Βερροίου, ὁ ὁποῖος ἀμύνεται τοσοῦτον ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν (γέλωτες). Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐρωτώμενος εὐθὺς μετὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως μὴ τυχὸν ἐγένετο ἐργασία τις πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, ἔγραψε καὶ διετύπωσεν ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον ἐν πρωτοτύπῳ Γαλλικῷ εὕρηται ἐκεῖ, δι’ ἧς ἐξώρκιζεν, ὅπως μὴ ἀφαιρεθῶσι λαϊκαὶ ἐλευθερίαι, ἀφεθῶσι θύραι ἀνοικταὶ εἰς τὸ Στέμμα πρὸς ἄσκησιν κατὰ βούλησιν τῶν προνομιῶν του. Ὁ μέγας κίνδυνος, τὸν ὁποῖον προέβλεπεν ἐκεῖνος, ἦτο μὴ τυχὸν γίνῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου κατακερματισμὸς καὶ διαίρεσις κομμάτων. Ἐπικαλοῦμαι τοῦ συνεργάτου αὐτοῦ τὰς ἰδέας κ. Δραγούμη, ἵνα ὁμολογήσῃ, πρὶν ἢ λάβω τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω τὴν ἡμέραν ταύτην τῆς ἐπιμνημοσύνου ἐκείνου τελετῆς τὴν ἔγγραφον ὁμολογίαν περί τινων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ συνετάρασσον πᾶσαν συνείδησιν καὶ ἰδιαιτέρως τινῶν εὑρισκομένων σήμερον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν θώκων. Ὅταν ὁρίσωμεν τόσον μικρὸν ἀριθμὸν Βουλευτῶν δυναμένων ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἀποφασίζωσι, παρεδώκαμεν πλέον τὴν ἐξουσίαν τῆς ὑπευθύνου διαχειρίσεως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἰς ἐκείνους, οἵτινες κέκληνται νὰ διευθύνωσιν ἀνευθύνως τὴν χώραν ταύτην. Καὶ οὕτως ἡ ἀνεύθυνος Ἀρχὴ ἡ ἀτυχεῖς ἔχουσα προλήψεις καὶ περὶ τὰ πρόσωπα καὶ περὶ τὰ πράγματα θὰ εἶναι νὰ κατέχωσιν ἀνεξέλεγκτον σχεδὸν τὴν ῥύθμισιν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς. Θὰ εὑρεθῶσιν αἱ μικροφιλοδοξίαι, θὰ εὑρεθῶσι σκέψεις ἄλλαι, αἵτινες καταπνίγουσαι πρὸς στιγμὴν αἰσθήματα εἰλικρινοῦς πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ ἀφορμώμεναι ἐκ μόνης τῆς εὐγενοῦς προθέσεως τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἰδίων δυνάμεων, διὰ νὰ δημιουργήσωσι δεκάδας ἀρχηγῶν καὶ δεκάδα προσωπικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐκεῖ, ὁπόθεν προέρχεται ἡ ἀνεύθυνος εὔνοια καὶ ἡ ἀνεύθυνος ἐμπιστοσύνη, θὰ ἔρχωνται δ’ ἐδῶ καὶ θὰ ὀργιάζωσι διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Τεσσαράκοντα ὀπαδοὺς θ’ ἀρκῇ νὰ ἔχῃ τις. Τοὺς τεσσαράκοντα αὐτούς, τοὺς ὁποίους φιλοδωρεῖ ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζομεν πῶς δύνανται νὰ κατακτήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέκτων πολὺ πλείονας κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε διηρπάζοντο Πρόεδροι τῆς Βουλῆς καὶ ὅτε ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῶν κομμάτων διηρπάζοντο συνεργάται αὐτῶν, ἵνα καταμερίζωνται αἱ δυνάμεις καὶ διαιρουμένων τῶν δυνάμεων βασιλεύῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ βασιλεύῃ μόνον κατ’ οὐσίαν ἀνευθύνως. Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ θέσις καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι ἡ νομιμοποίησις ἐλαττωμάτων τινῶν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ δημοσία συνείδησις. Οὕτω δυνάμεθα καὶ ἐδῶ νὰ μετέλθωμεν τὴν περίφημον εἰλικρίνειαν καὶ νὰ εἴπωμεν: «εἴμεθα ἐλαττωματικοί, διότι κωλυσιεργοῦμεν, ἀλλὰ τὰ ἐλαττώματά μας ταῦτα πρέπει νὰ τὰ προσαρμολογήσωμεν καὶ τὰ θεσμοθετήσωμεν. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἔρχεσθε, ὑμεῖς, κύριοι, ὡς συμπολιτευόμενοι, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐρχόμενοι εὑρισκόμεθα ἐκεῖ ἀγωνιζόμενοι. Ἅμαξαι καὶ αὐτοκίνητα περιέρχονται τὰς ῥύμας καὶ τὰς ἀγυιὰς νὰ σᾶς ἀναζητήσωσι καὶ σᾶς ἐξυπνήσωσιν ἀπὸ τὰς θερμὰς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως· ἀλλὰ τὸ ἐλάττωμά σας αὐτὸ ὀφείλει ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ τὸ περιφρουρήσῃ· ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν: ἀφοῦ δὲν ἔρχεσθε τόσοι, διατί νὰ ἀδικῆται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; ἂς εἴπωμεν ὅτι ἀρκοῦσι καὶ πολὺ ὀλιγώτεροι τοῦ ἡμίσεος ἡμῶν. Οἱ ἄλλοι, τὰ ⅔ ἢ τὰ ¾, δύνανται νὰ καθεύδωσι μακαρίως. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγματικὴ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνῷ δ’ οὕτως ἀπορρίπτει πᾶσαν ἰδέαν τῆς βάσεως καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, βεβαιοῖ ἐξ ἄλλου ὅτι θὰ κατορθώσῃ ἐν τούτοις ἵνα παρίστανται πλείονες Βουλευταί. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ὁρμᾷ, ἵνα ἁρπάζῃ τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶχον τὴν τιμὴν ὁμιλῶν ἐνώπιον ὑμῶν νὰ παρατηρήσω, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι δὲν θὰ εἶναι μία ἡ μειοψηφία, δὲν θὰ εἶναι μία ἡ Κυβέρνησις, τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἀπαρτίζωσιν οἱ ἐκ προσωπικῆς φιλοδοξίας πολυάριθμοι ἀρχηγοί, οὓς θὰ ἀκολουθῶσι δεκάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἕνα καὶ μόνον θὰ ἔχωσι σκοπόν, πῶς θὰ εἰσελάσωσι μέχρι τῆς ἐξουσίας διὰ ποικίλων συνδυασμῶν καὶ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ καταλύσῃ ἡ ἐπανάστασις, ἔρχεσθε σεῖς, ἵνα τὰ νομιμοποιήσητε ὑπὸ τὴν χειρίστην αὐτῶν μορφήν; Τί ἄλλο θὰ πράξητε εἰμὴ νὰ κατατμήσητε τὴν Βουλὴν εἰς προσωπικὰ κομματίδια, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγκαυχᾶσθε ὅτι δὲν εἶσθε κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ εἶσθε κόμμα ἰδεῶν, καὶ δὴ ἰδεῶν φιλελευθέρων; Ἐν ὀνόματι ποίας ἐλευθερίας καὶ ἐν ὀνόματι ποίας ἐντολῆς θὰ μεταβῆτε αὔριον νὰ λογοδοτήσητε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι κατωρθώσαμεν κάτι χαρίεν, κάτι θελκτικόν—μεταχειρίζομαι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—θὰ ἔχητε ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν πάντοτε τὸν ἀντιπρόσωπόν σας, ἵνα ὁ πληρεξούσιός σας διαπυνθάνηται τὰ τοῦ Κράτους ἐντεῦθεν καὶ σᾶς τὰ μεταδίδῃ ἀνετώτερον. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἡ προσταγὴ δὲν θὰ ἔρχηται ἐκεῖθεν ὅπως νομίμως σήμερον ἔρχεται ἀπὸ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας· ἀλλὰ θὰ ἔρχηται ἡ ἐπιταγὴ ἀπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ βασιλεύωσι διαιροῦντες καὶ σεῖς θὰ τὴν ἀκολουθῆτε καὶ θὰ καταρτίσητε τὰς Κυβερνήσεις τῆς χώρας. Ἐπίστευον ὅτι πλάναι τοιαῦται, τῶν ὁποίων θῦμα ὑπῆρξεν, ὡς ἀπέδειξεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, αὐτὸς οὗτος ὁ καὶ σήμερον ἐκ Κρήτης πολιτευτής, θὰ ἐγίνοντο μαθήματα πικρά, διότι αἱ πλάναι ἐκεῖναι ὑπῆρξαν σειρὰ μὲν καὶ ἀφετηρία τοῦ θριάμβου τοῦ νῦν ἱσταμένου ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ σειρὰ δεινοπαθημάτων, ἅτινα ἐκ βάθρων συνεκλόνισαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐπίστευον ὅτι αἱ πλάναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ὑπευθύνων ἐν Κρήτῃ Κυβερνήσεων καὶ αἵτινες τὸν ἐμμείναντα εἰς τὴν πλάνην μόνον, τὸν ὑψηλὰ ἱστάμενον ὡδήγησαν μίαν νύκτα, ἐκεῖνον ὅστις δὲν ἀπεῖχε πολὺ τῆς χρυσοπαρύφου πορφύρας, νύκτα σκοτεινήν, προηγουμένου ἑνὸς μικροῦ φανοῦ νυκτοπόρου πρὸς τὴν ἀπόμερον ἐκείνην παραλίαν τῶν Χανίων, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι αἱ πλάναι ἐκεῖναι θὰ ἐχρησίμευον ὡς μάθημα. Διότι ἡ πλάνη τοῦ ἐνστερνισθέντος αὐτὴν ἡγεμόνος ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἐπαναστατήσῃ. Ἦτο πλάνη καταλύσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν διὰ τῆς καταλύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐξεγείρασα τὴν ἐπανάστασιν, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἐτάχθη ὁ ἀποσπασθεὶς τῆς πλάνης ἐκείνης νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐν Ἑλλάδι οὕτω θὰ εὑρεθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ ταχθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς ὁμοίας διαμαρτυρίας καθ’ ἣν περίπτωσιν ψηφισθῇ διάταξις τοιαύτη ὁδηγοῦσα ὡρισμένως πρὸς νέαν ἐπανάστασιν, ὡς παρετήρησεν ὁ νομιμοφρονέστατος καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον συντηρητικὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος. Ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῶσιν οἱ ταῦτα εἰσηγούμενοι καὶ οὕτω πλανώμενοι ὅτι ἡ Νέμεσις εἶναι θεότης Ἑλληνικὴ καὶ ἂς ἐνθυμηθῶσιν ὅτι δὲν ἀπέλιπον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα οὔτε μικροὶ φανοὶ νυκτοπόρων, ἀλλ’ οὔτε μεμονωμέναι παραλίαι ἀποκέντρων μερῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. (Εὖγε, εὖγε! Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§130Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Αὐτὴ ἡ δουλειὰ θὰ γίνεται, κύριε Πρόεδρε;

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν; Εἶναι πρότασις ἀπαραδέκτου.

§132Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαράδεκτον αὐτό!

§133ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο μέρη, Κύριοι, εἶχεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ μέρος τὸ ἐπιστημονικὸν καὶ τὸ μέρος τὸ πολιτικόν. Καθώρισαν, εἶπεν, ἀπαρτίαν διακοσίων μόνον κατὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας τοῦ 1789. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη συνῆλθε τὸ πρῶτον ὡς Συνέλευσις τάξεων, ὅτι ἀπετελεῖτο ἐκ τῆς τάξεως τῶν κληρικῶν, ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὐπατριδῶν, ἐκ τῆς τάξεως τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τάξιν τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων δὲν ἦτο δυνατόν, ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε ἡ Γαλλία, νὰ μένωσι διαρκῶς ἐν Παρισίοις καὶ ἦτο δυσχερέστατον νὰ ἐπανέρχωνται εὐχερῶς ἀπὸ τῶν μεμακρυσμένων ἐπαρχιῶν των κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους; Καὶ ὅτε κατώρθωσαν οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ λαϊκοὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ ψηφοφορία κατὰ τάξεις, ἀλλὰ κατὰ κεφαλάς, βεβαιότατα συμφέρον εἶχον νὰ καθορίσωσιν ἀπαρτίαν μικροτέρου ἀριθμοῦ, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ κατισχύσωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἀνελάμβανον τότε, τὸν ἀγῶνα τὸν γιγάντειον καὶ λυσσαλέον κατὰ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, τοῦ ὁποίου κυρίαρχοι ἦσαν οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ εὐπατρίδαι. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ παραδείγματα τῶν Βουλῶν ἐπὶ τοῦ Ναπολέοντος! Ἀλλ’ εἶναί τις ἐξ ὑμῶν, ὅστις ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ὁ κατακτητὴς ἐκεῖνος, καὶ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ κατακτητής, καθώρισε τὴν ἀπαρτίαν τόσον μεγάλην εἰς τὰς Βουλάς, διὰ νὰ τὰς ἔχῃ ἀκριβῶς ὑποτεταγμένας, τοὐλάχιστον μὴ ἐνοχλητικάς, ἀφοῦ δυσχερέστατον ἦτο αὐταῖς νὰ προέλθωσιν εἰς ἀποφάσεις, ἀφοῦ ἀπῃτεῖτο ἀπαρτία τῶν ⅔ καὶ τῶν ¾; Καὶ οὕτως ἀπηλλάσσετο ὁ Ναπολέων νὰ θραύσῃ τὰς κεφαλάς των! Εἶναι ταῦτα παραδείγματα; Καὶ εἶναι, λέγω, ἐπιχειρήματα; Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν νῦν κρατοῦσαν διάταξιν τοῦ Γαλλικοῦ Δημοσίου Δικαίου. Διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Οὐχί, διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ 1876, μὴ τεθεῖσαν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ Γαλλικόν, καίτοι ἔσχον Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ 1879 καὶ εἰς τὰ 1884. Μόνον κατὰ διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ οὐχί, λέγω, κατὰ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀπαρτία κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν ἡ ψηφοφορία εἶναι ἔγκυρος, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ συνέλθῃ ἡ δευτέρα συνεδρίασις. Τοῦτο ἐγένετο ἀληθῶς· ἀλλ’ ἐγένετο σπανιώτατα καὶ ἀντικανονικώτατα, ὡς διδάσκει ἡ Γαλλικὴ ἐπιστήμη—ἔχω ἐνταῦθα ἕνα τῶν κορυφαίων συνταγματολόγων τῆς Γαλλίας—ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο καταφώρως παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐγένετο, τονίζω, τοῦτο σπανιώτατα, διότι ἐξ ἄλλου ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἐκεῖ ἐγγυήσεις, διὰ νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι ἐν ψυχραιμίᾳ τῶν πολιτικῶν Σωμάτων, καθόσον ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν διάστημα πέντε ὁλοκλήρων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πρώτης ἀναγνώσεως μέχρι τῆς δευτέρας.

§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ το τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ ἀποστομωθῶσιν.

§135ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 65, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται πέντε ὁλόκληροι ἡμέραι ἀπὸ τῆς μιᾶς ἀναγνώσεως εἰς τὴν ἄλλην, καὶ δὲν βλέπω τινὰ δυσπιστοῦντα, ἵνα ἔχω ἀνάγκην, ὥστε νὰ τὸ ἀναγνώσω. Τὸ ἔχω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐδῶ.

§136Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τὰ ἐπείγοντα ἔχει καταργηθῆ.

§137ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Βουλή, διὰ νὰ καταστρατηγήσῃ τὰς διατάξεις ταύτας, κηρύσσει πάντα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε παραδείγματα καὶ ἐπιχειρήματα ἐκ Γαλλίας. Ἢ ὄχι, φίλτατε κ. συνάδελφε;

§138Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προχώρει καὶ μὴ λάμβανε ὑπ’ ὄψιν τοὺς προαλειφομένους διὰ χαρτοφυλάκια.

§139ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ συμπαθῆτε, κ. συνάδελφε, τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προαλείφονται. Ἐγὼ μετὰ πολλῆς συμπαθείας ἀποβλέπω εἰς αὐτοὺς καὶ μάλιστα εἰς συναδέλφους ὡς ὁ διακόψας με συνάδελφος ἐκ Κερκύρας, ὅστις εἶναι ἀπὸ τὰ διαπρεπέστερα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Γαλλίας μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τάχιστα εἰς τὴν Ἰταλίαν. Διότι ἀνεγνώρισεν—ἴσως οὐχὶ ἐγκαίρως—ὅτι ἀπρόσφορα ἦσαν τὰ ἐκ Γαλλίας παραδείγματα τοῦ προπαρελθόντος αἰῶνος, κατὰ τὴν ἀνατολὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου λαοῦ. Τί γίνεται εἰς τὴν Ἰταλίαν; Ἀναγνωρίζεται ἐκεῖ ἐν τῇ πρακτικῇ, οὐδαμῶς δὲ τίθεται ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ὁποίου ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι εὐχερεστάτη, ὅπως διὰ τὴν ἀπαρτίαν μὴ ὑπολογίζωνται τὰ ἐκλιπόντα μέλη τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις δὲν ἀπετολμήθη ἡ κατάλυσις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀπαρτίας νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πείθει ἀκριβῶς ὑμᾶς, ὅτι ταῦτα ἐν Ἰταλίᾳ γίνονται δοκιμαστικῶς καὶ κατά τινα ἀνάγκην καὶ ἐν μόνῃ τῇ πρακτικῇ ἀκριβῶς διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ σεβασμὸς ἀπαραμείωτος πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν κοινοβουλευτικήν; Καὶ παραδείγματα τοιαῦτα, ἀνίκανα νὰ ἀποτελέσωσιν ἐπιχειρήματα σοβαρὰ μετεχειρίσθησαν, ὅτε ἐχρεοκόπησεν ἐπιστημονικῶς ὁ ἐγγυητής, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας· διότι ἀπεδείχθη ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὡμολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὡς ἐπιχείρημα, ἕνεκα τούτου δέ, λέγω, ἐζητήθη ἐπιχείρημα ἀπὸ τοῦ 1789 ἐκ Γαλλίας καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ἐξ Ἰταλίας. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς ταῦτα. Περιέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς δεινὴν σύγχυσιν σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ Αὐστρίᾳ, διότι καὶ τὸ ἐξ Αὐστρίας χθεσινὸν ἐπιχείρημα κατωρθώθη ὑφ’ ἡμῶν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἐπιχείρημα. Ἐν Αὐστρίᾳ, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχουσι Πολίτευμα συνταγματικὸν κοινοβουλευτικὸν ἢ Σύνταγμα κοινοβουλευτικὸν συνταγματικόν, Σύνταγμα πολιτικόν, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, καὶ πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ συνταγματικοῦ. Τοιούτων τινῶν ἀναμφιβόλως ἀκατανοήτων ἐκφράσεων καὶ ἐννοιῶν ἐγὼ ἀντελήφθην. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν; Τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν εἶναι ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητεῖν καὶ ἀποφαίνεσθαι τὰ πολιτικὰ Σώματα κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ συνόλου αὐτῶν τὴν ἔχουσιν ὅλα τὰ Κράτη, οὐχὶ μόνον τὰ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα, ἀλλὰ καὶ τὰ συνταγματικῶς ἀκόμη. Καὶ ἀνεφέραμεν αὐτὰ ἓν πρὸς ἕν, καὶ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη διάψευσις ἐτολμήθη τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν. Καὶ ἠρωτήθη κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Βουλὴ πρὸς τίνα λόγον, ἐκ ποίας πείρας, ἐκ ποίου δεδομένου, κατὰ ποῖον δικαίωμα θέλομεν καταλύσει ἡμεῖς, κατὰ τρόπον πρωτότυπον, μίαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουσιν ὅλα τὰ Κράτη τὰ συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα; Ἀτυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα καὶ ἐγὼ τολμήσω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχηται εἰς τοὺς παλαιοὺς αὐτοῦ ἔρωτας. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ Πρακτικὰ τῆς πρώτης Κρητικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἦτο μέλος καὶ κυριώτερος εἰσηγητής, καὶ ἔχω σημειώσει πληθὺν σελίδων, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀποδεικνύεται, ὅτι ἦτο ὁ κυριώτερος εἰσηγητὴς ἐν Κρήτῃ ἀρχῶν ἀποτόμως ἀντικοινοβουλευτικῶν καὶ ἀνελευθέρων. Ἐπλήρωσεν ἐκεῖ ἀκριβά, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ὡς ἀντεμετώπισεν αὐτόν, ἕνα ἡγεμονίδην. Ἐπανέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς παλαιούς του ἔρωτας, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα ἡγεμονίδην, ἀλλ’ ἕνα ὁλόκληρον λαόν. Τοῦτο εἶναι τόσον βέβαιον, ὥστε ἔχει τὴν ἀπόδειξιν προφανῆ ἐν τῇ συχνῇ ἀντιδράσει τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἥτις τόσον πιστῶς ἐκ τῆς συνειδήσεως τῶν καιρῶν καὶ τῆς ἐκλογῆς της ἀκολουθεῖ αὐτόν. Ἀλλὰ παρεχώρησεν εἰς ἡμᾶς συμβιβαστικῶς (!) μίαν πρότασιν γενναιοδώρως, θέλω νὰ εἴπω, παραχωρεῖ ταύτην πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι οἱ 39 γίνονται 40! Ὡς ἐὰν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀριθμὸν Βουλευτῶν πλειότερον ἢ ὀλιγώτερον κατὰ ἕνα ἢ κατὰ πέντε ἢ κατὰ δέκα! Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν διαμαρτύρομαι διὰ τὸν ἀφελῶς ἢ δολίως εἰσαγόμενον ἐμπειρισμὸν εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἐξ ἀμαθείας ἢ ἀπὸ σκοποῦ. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ταῦτα, Κύριοι· ἡμεῖς ἐζητήσαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ ἡ θεμελιώδης, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Δὲν ἐζητήσαμεν ἀριθμοὺς τοσούτου, ἢ τοσούτους· ἐζητήσαμεν νὰ τηρηθῶσιν ἀπαραμείωτα τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ συμπράττοντος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς νομοθεσίας, τὰ δικαιώματα αὑτοῦ ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας. Διότι ἀποροῦμεν καὶ καταπλησσόμεθα, πῶς μετὰ μίαν ἐπανάστασιν τηροῦνται ἀπαραμείωτα εὐλαβῶς τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, περικόπτονται δ’ ὅμως τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ.

§140Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὡς ἐὰν ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο ἐκ τῶν ἄνω.

§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀποροῦμεν καὶ καταπλησσόμεθα, πῶς ἐθεωρήθη θεμελιῶδες πᾶν ὅ,τι διατάσσεται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας, καὶ δὲν θεωρεῖται θεμελιῶδες, θεμελιωδέστατον, πᾶν ὅ,τι διατάσσεται περὶ τῶν μεγάλων δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, περὶ τῶν μεγάλων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδέν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπάρχει μεγαλείτερον, παρὰ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, ἵνα συμπράττῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς νομοθεσίας, εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν κανόνων τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ βίου. Τίς ἐνδιαφέρεται ἂν θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ μιᾶς προτάσεως 40, ἢ 45, ἢ 60, ἢ 80, ἢ 100; Ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της μία Βουλὴ ἀντιπροσώπων ἐρχομένη κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως εἶναι τοῦτο καὶ μόνον: κατὰ ποίαν κανονικῶς ἀναλογίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ πόσου αὐτῶν ἀριθμοῦ κατ’ ἀρχὴν θὰ πηγάζῃ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου.

§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.

§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός;

§144Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖος ἐμποδίζει;

§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐμποδίζουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες πιθανώτατα θὰ θέλωσι νὰ καταρτίσωσι τοιαῦτά τινα μέλη τῆς Βουλῆς εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιρρεπῆ εἰς τὴν διαφθοράν, νὰ διευθύνωσι δὲ τοιουτοτρόπως τὴν Βουλήν, ἧς αἱ Σύνοδοι δὲν θὰ ἔχωσι χρονικὰ ὅρια, ὥστε πολλοὶ Βουλευταὶ ν’ ἀδυνατῶσι νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις καὶ νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὥστε νὰ μένῃ ἐνταῦθα μία ὀλιγαρχία, ἥτις θὰ χαλκεύῃ δεσμὰ διὰ τὸν λαόν.

§146Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ὁ λαὸς τί θὰ κάμῃ;

§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὁ λαὸς ἢ πιεζόμενος καὶ διαφθειρόμενος θὰ καταπέσῃ εἰς τὴν ἐσχάτην πολιτικῆς ἀξιοπρεπείας βαθμίδα, ἢ θὰ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς καί....θὰ συντρίψῃ ἑαυτόν· διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὁ σωφρονῶν, ὅστις δὲν ἀποβλέπει μετὰ τρόμου πρὸς μίαν νέαν ἐπανάστασιν. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆταί τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἐπανάστασις, μεθ’ ὅλους τοὺς ἁγνοὺς ἐν ἀρχῇ πόθους της, ἐπεβάρυνε τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ σωρείας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐδημιούργησε κινδυνώδη δυσπιστίαν διὰ τὴν εὐστάθειαν καὶ ἰσχὺν τοῦ Κράτους ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, ὅπου διευθύνονται αἱ τύχαι τῶν λαῶν, φοβοῦμαι δὲ ὅτι παρήγαγε καὶ θὰ παραγάγῃ καρπούς, διὰ τοὺς ὁποίους σφόδρα ἀμφιβάλλω ἂν θὰ μείνωμεν εὐχαριστημένοι, ὅταν θὰ μᾶς ὑποβληθῇ ὁ ὁλοκληρωτικὸς ἀπολογισμὸς τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὅτε τοιαύτην ἔχει ἀπὸ πολιτικῆς ἐννοίας σημασίαν ἡ διάταξις αὕτη, ὅτε πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου δικαιώματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς θεμελιωδεστέρας ἴσως διατάξεως τοῦ πολιτεύματος, ἐκείνης τῆς διατάξεως, ἥτις θέτει κυριώτατα τὸν λαὸν ἀπέναντι τῆς Βασιλείας, πῶς θέλετε εἴπει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης, πῶς θέλετε ὑποστηρίξει, ὅτι εἶσθε Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὅμως θίγετε τὴν διάταξιν ταύτην; Ἐκ μέρους μου βεβαίως ἀντίρρησις δὲν θὰ ὑπῆρχε, διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν καὶ ἡ διαλυθεῖσα ἢ εἶναι καὶ ἦτο ἄθροισμα ἀνθρώπων, ἢ ἦτο καὶ εἶναι Συνέλευσις Συντακτική. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον πιστεύετε καὶ θέλετε νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν εἶναι Ἀναθεωρητική, βεβαίως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῆτε τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλὰ τὸ ἀπαράδεκτον ὄχι μόνον ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως πρέπει νὰ τὸ κρίνητε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολιτικῆς. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ποῖον ἄλλο σπουδαιότερον ἐπιχείρημα ἀνεπτύχθη ὑπὲρ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως παρὰ ἡ ἐπιτίμησις ἡμῶν; «νέοι ἄνδρες, μᾶς εἶπον, σεῖς, τρέμετε, ὅπως ἀντιμετωπίσητε νέας ἰδέας;». Νέοι ἄνδρες ἀληθῶς, ἀλλ’ ἰδέαι νέαι οὐδαμῶς. Νέαι ἰδέαι εἰς τὰ πολιτικὰ Σώματα εἶναι μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες παρέχουσι δικαιώματα εἰς τοὺς λαούς. Αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἀφαιροῦσι δικαιώματα ἀπὸ τὸν λαόν, δὲν εἶναι νέαι, εἶναι παλαιαί, εἶναι πολὺ παλαιαί, εἶναι ἰδέαι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπάλαισεν ἡ ἀνθρωπότης ὁλόκληρος ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους, εἶναι ἰδέαι, διὰ τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὁποίων ἀπητήθησαν θυσίαι παμμέγισται. Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὡς νέα ἰδέα ἡ ἰδέα ἡ ἀφαιροῦσα ἓν δικαίωμα τοῦ λαοῦ; Εἶναι νέα ἰδέα ἡ ἰδέα ἡ ἀποσκοποῦσα νὰ παραδώσῃ τὸν τόπον δέσμιον εἰς τὸ κράτος μιᾶς ἢ πλειοτέρων συμμαχουσῶν ὀλιγαρχιῶν; Εἶναι νέα ἡ ἰδέα ἡ πιθανῶς ἀποσκοποῦσα νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν λαϊκὴν δύναμιν εἰς τοὺς δούλους μιᾶς Αὐλῆς; Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἰδέας προγραμματικῆς. Ἀνέγνων καὶ ἐγώ, ὡς πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδαμοῦ ὅμως εἶλον εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ ὅτι θέλει μεταρρυθμίσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 56. Ἀνέγνων, ναί, ὅτι θέλει μεταρρυθμίσει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56, ὅπως πολεμήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως καταργήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ λαϊκόν. Νὰ πολεμήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, τίς ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο; Ὁρίζει διὰ τὴν συζήτησιν τὸ ⅓. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὸ ¼. Διὰ τὴν συζήτησιν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ χθὲς καὶ σήμερον νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἀριθμὸν παντάπασιν, ὥστε νὰ πολεμήσωμεν τὴν κωλυσιεργίαν κατὰ πάντα τρόπον, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ καταργήσωμεν μίαν ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέλους ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν θελήσῃ, ὅ,τι ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον καὶ ὠφελιμώτερον διὰ τὸν τόπον, ἀλλ’ ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀσπάζεται νέας ἰδέας. Ἀσπάζεται ἰδέας παλαιὰς ἀνελευθέρας, ἀντικειμένας εἰς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει μέχρι σήμερον ἡμᾶς. Καὶ ὅτε τοιαῦται ἰδέαι ὑποστηρίζονται, νὰ μὴ γίνηται καὶ ἐπίκλησις ἐπὶ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατὰ τὰς παρελθούσας καὶ προπαρελθούσας ἐκλογάς, οὐδεμίαν ἄλλην ἐμπιστοσύνην ἐξεδήλωσεν, οὐδεμίαν ἄλλην ἰδέαν καὶ συναίσθημα ἐξεδήλωσεν, ἀλλὰ μόνην καὶ ἁγνὴν τὴν ἑαυτοῦ ἀπόγνωσιν ἐκ τοῦ κρατοῦντος μέχρι τότε πολιτικοῦ συστήματος. Εἴμεθα προϊόν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, μιᾶς ἀπογνώσεως! Ἂς προφυλαχθῶμεν, μήπως ἐπιτείνωμεν ἡμεῖς τὴν ἀπόγνωσιν, καὶ τότε τῆς ἀπογνώσεως ἐκείνης ἀποτέλεσμα δὲν θὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς πολιτικὴ ἀπομαχία, ὡς δι’ ἄλλους τινάς, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἡ ἐθνικὴ κατάρα.

§148Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔχω ἀποδείξει, τὸν πόθον μου, ὅπως ἡ ἀνόρθωσις, τῆς ὁποίας σημαιοφόρος ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βαδίσῃ γοργῶς καὶ ἀπροσκόπτως, διότι σπανιώτερον ἀνεμίχθην εἰς τὰς συζητήσεις, ἐνῷ πλειστάκις ἠσθάνθην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναμιχθῶ, ὁσάκις δ’ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἔπραξα τοῦτο εἰς σπανίας περιστάσεις, τὸ ἔπραξα ὑπείκων εἰς φωνὴν ἐπιτακτικὴν τῆς συνειδήσεώς μου. Καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδέποτε σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ ματαίῳ, οὐδὲ καὶ τώρα, ὡς ἐλπίζω. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κ. Βουλευταί, διενεμήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ἔντυπον τοῦτο, καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι τοῦτο περιέχει γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπῶς γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, φρονῶ, ἐπῆλθε πλήρης συνάντησις τῶν διισταμένων γνωμῶν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἤρθη πᾶσα ἔρις μεταξύ μας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ πέλεκυς, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐκράτει εἰς τὰς χεῖράς της, ἵνα κατενέγκῃ κατὰ τῆς σεβαστοτέρας, τῆς θεμελιωδεστέρας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56, τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸν πέλεκυν τοῦτον ἔλαβεν εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἔρριψεν ἔξω τῆς αἰθούσης, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 ἥτις ἴσχυε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, θὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν θεμελιώδη αὐτῆς ἔννοιαν ἰσχύουσα ἀπαρασαλεύτως. Ποία γνώμη διάφορος ὑφίσταται πλέον; Αὕτη περιέχει δύο ὅρους: τὸν ὅρον περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ὅρον περὶ τῆς καταρτίσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς ὅ,τι μέλλω νὰ ἐξηγήσω ἐπικαλοῦμαι ἰδιαίτατα τὴν προσοχὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, διότι καὶ ἡγεῖται πνευματικῶς τοὐλάχιστον τῆς γνώμης ἐκείνης, ἥτις διίσταται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης ἐσχάτως προτάσεως. Ἐκ τῶν δύο ὅρων, τοὺς ὁποίους περιέχει τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅπως ληφθῇ μία πρόνοια περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Ἐάν τις διαφορὰ γνώμης ὑφίσταται, ἔγκειται εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τῆς ὁλομελείας, ὅπερ πρέπει νὰ θεωρῆται ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, περὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ συζήτησις παρωξύνθη, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δηλαδὴ τῶν ψήφων, ὑφ’ ὧν δέον νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἤδη μετὰ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν τοῦ ἐντύπου τούτου μένει παντελῶς ἀσάλευτον. Καὶ μία μὲν προσθήκη διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἐπέρχεται, μία προσθήκη, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν ἀκόμη ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἡ κειμένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 56. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὸ ζήτημα, δὲν χρειαζόμεθα οὔτε θεωρίας, νομικὰς οὔτε γνώσεις πολιτικάς, χρειαζόμεθα ἁπλούστατα θεωρίαν ἀριθμητικήν. Διότι ἂς λάβωμεν ὡς μίαν βάσιν τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἐξ 150 Βουλευτῶν· τί ἀπαιτεῖ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος; Ἀπαιτεῖ νὰ παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τουλάχιστον, καὶ ἐξ αὐτῶν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος τοῦ ἐξ 150 Βουλευτῶν συγκροτουμένου, ἄρα κατὰ τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 56 αἱ ἀποφάσεις δύνανται νὰ καταρτίζωνται καὶ ἐκ τοῦ τετάρτου πλέον ἑνὸς, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ἡμίσεος τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ εἶναι παρὼν ὁ ἐλάχιστος διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἀριθμὸς ἐκ τῶν 150, ἤτοι 76, ἡ νόμιμος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συντελεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 39, κατὰ τὸ νῦν ἰσχῦον ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος.

§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 76.

§150Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ νόμιμος ἀπόφασις, λέγω, ὅταν τὴν ἀπαρτίαν ἀποτελῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἐκ τῶν 150, συντελεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 37. Ἡ τροπολογία δέ, ἥτις ἤδη σκοπεῖται, ποίαν ἐπιφέρει τροποποίησιν; τοῦτο μόνον, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς, καθ’ ἃς παρίσταται ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς μελῶν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ κατασταθῇ νόμιμος διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 ψήφων. Ἤτοι ἡ τροπολογία αὕτη ἀπαιτεῖ μίαν ἀκόμη ψῆφον, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 θὰ ἤρκουν μόνον 39.

§151Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ τὰς λάβῃ;

§152Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἔχομεν ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι πλείονα εἶναι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τὰ παριστάμενα ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν 150, καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι παρίστανται 76 ἕως 80, κατὰ τὴν σκοπουμένην τροποποίησιν· ἐὰν εἶναι παρόντες ἕως 79 ἔστω, θὰ ἔχωμεν τὴν νόμιμον κατάρτισιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, πάντοτε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 ψήφων, ἐνῷ θὰ ἤρκουν καὶ μόνον 39 κατὰ τὸ ἄρθρον 56. Ἐὰν δὲ πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν 79 παρίστανται, τότε θὰ ἔχωμεν πλήρη συμφωνίαν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἡ τροπολογία αὐτή, πρὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει καὶ ἡ διάταξις ἡ κειμένη τοῦ Συντάγματος. Ὑπάρχει πλέον προσβολή τις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 56; Ἢ τοὐναντίον διὰ τῆς μελετωμένης τροποποιήσεως λαμβάνεται μείζων ἐγγύησις, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον; Καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀνιαρὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει πλέον ἐναντία γνώμη; Καὶ δὲν θεωρεῖτε ὅτι παρέλκει καὶ πᾶσα νῦν συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 56 μένει τοιουτοτρόπως ἄθικτον; Φρονῶ ὅτι δὲν χωρεῖ πλέον συζήτησις ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει σπουδαία ἀντιλογία οὐδ’ ἐπὶ τῆς ἄλλης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος τῆς ἀφορώσης τὴν ἀπαρτίαν, διότι οἱ λόγοι, δι’ οὕς τινες φρονοῦσιν ὅτι πρέπει μείζων ἀριθμὸς νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, χωρὶς νὰ θεωρῆται ἀναγκαῖον νὰ παρίσταται καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ εἰς τὴν εὐπρέπειαν τῆς Βουλῆς.

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος;

§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βουρλούμης.

§156Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβῃ τοιαύτην ἔκτασιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56. Τοιαύτη φαίνεται ὅτι ἦτο καὶ ἡ γνώμη τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διότι μέλη ταύτης μοὶ ἀνεκοίνωσαν ὅτι ἐλαχίστη συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀπεφασίσθη νὰ καθορισθῇ μὲν ὅτι διὰ τὴν συζήτησιν ἀρκεῖ τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ν’ ἀφεθῇ δὲ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμιζεν, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ κειμένου ἄρθρου δὲν θὰ εὕρισκεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντίδρασιν σοβαράν. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀπὸ τῆς χθὲς ἐξενεχθέντα ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οἱ κρατερῶς μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς νῦν κειμένης δὲν κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῶν ὑψηλῶν ἰδεωδῶν, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσι τόσον ἠχηρῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τῶν ἰδεωδῶν τῆς ἐλευθερίας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Ἂν προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος κρίνεται σκόπιμον, ἵνα ἡ δημοσία γνώμη σχηματίζῃ σαφῆ ἰδέαν περὶ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ ἂν ἡ δημοσία γνώμη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἔσχε τὸν καιρὸν νὰ μορφώσῃ τοιαύτην γνώμην ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ἐν τούτοις ἀναμφισβητήτως καθωρισμένη, σαφής, ἡ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης δημοσία γνώμη. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς χώρας ἤχθησαν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῶν ἡ ἐπανάστασις τῆς 15ης Αὐγούστου, ἡ διάταξις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς μία ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐθνικὴν κακοδαιμονίαν. Καὶ τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐγκαθιδρυθεῖσα ἠξίωσε παρὰ τῆς πρώτης Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῆς, ἦτο τὸ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς μεταρρυθμιζόμενος θὰ καθίστα τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὁμαλόν, δυνατόν. Καὶ ἀνεγνώρισαν, Κύριοι, πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσαντες τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως· ἰσχυρίσθησαν ὅμως, ὅτι μεταρρυθμιζομένης ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν οὐδὲν ἐμπόδιον προκύπτει εἰς τὴν ἀκώλυτον ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου προκειμένου νὰ μείνῃ ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἡ κανονίζουσα τὰ τῆς ἀπαρτίας ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν πόθον νὰ παραμείνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν φιλελεύθεροι ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὸν πόθον νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐδείχθησαν ὡς ἀποτελοῦσαι ἐμπόδιον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, φρονῶ δέ, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ὡς ἔχει διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δὲν αἴρομεν τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν μᾶς ὑπέδειξε, διότι μεταξὺ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως παρεμπίπτουσι πλεῖστα ὅσα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δέονται ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀναγινώσκων ἐπιτροχάδην παλαιὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εὑρίσκω μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπῆρχεν ὀξὺς ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ὁπότε εἰς μίαν ἑσπέραν ἐννέα ἐνστάσεις ἀπαρτίας ὑπεβλήθησαν, ἐγένοντο δ’ ἐπανειλημμέναι ψηφοφορίαι περὶ ἀναβολῆς, περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ τριτολογήσῃ ὁ ῥήτωρ, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐρυτάτην τὴν μνήμην, θὰ ἐνθυμῆται τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη, καθ’ ἣν ὁ ὀξὺς οὗτος ἀνταγωνισμὸς ἔφθασεν εἰς τὰ ἄκρα καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ 48 ὥρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι...

§157ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ 17 ἡμέρας.

§158Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. — Ἐννοῶ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν—... ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ἐπανειλημμέναι ψηφοφορίαι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐγένοντο ἐπὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ πλείστων ἄλλων παρεμπιπτόντων ζητημάτων.

§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προσηκόντως καὶ σκοπιμώτατα.

§160Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Νομίζετε σεῖς, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι δὲν ἐγένοντο προσηκόντως καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμη, διότι δὲν φαντάζομαι ἐγὼ οὔτε πιστεύω ποτὲ ὅτι ἔφερεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης πρότασιν μεταβιβάσεως περιουσίας τοῦ ἔθνους εἰς ἰδιώτην, ὅστις οὐδὲν εἶχε λαμβάνειν. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν, Κύριοι, τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ἀπόψεως, διότι νομίζω, ὅτι μέχρι τοῦδε σκιαμαχοῦμεν. Ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἂν καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν, ὡς διεμορφώθη μάλιστα σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι ἐκεῖνοι οἱ μεγάλοι, τοὺς ὁποίους φοβεῖσθε καὶ τοὺς ὁποίους καταγγέλλετε εἰς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου μάλιστα προβλέπετε καὶ τὴν ἀπόγνωσιν; Μήπως πρόκειται νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Μήπως πρόκειται ἆρά γε τὸ φιλελεύθερον ἢ ἄλλο τι κόμμα νὰ δεσμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν μειονοψηφίαν ἢ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς ἢ νὰ διαφθείρῃ, ὅπως καὶ ὑπηνίχθησάν τινες, τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς, ὥστε αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς νὰ λαμβάνωνται διὰ μικροῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν;

§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν; Ὅλα τὰ κόμματα θὰ τὴν ἐφαρμόσωσιν.

§162Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα.

§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὁμιλεῖτε;

§164Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς οὐσίας.

§165Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνεζήτησαν καὶ οἱ ἄλλοι.

§166Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουσι, λέγουσι, τοιοῦτοι κίνδυνοι· ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν, ὄχι διότι ἔχω ἐμπιστοσύνην, ὅπως ὀφείλομεν πάντες νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα καὶ ἐπὶ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν καὶ διευθύνουσι τὰ κόμματα παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, διότι νομίζω, ὅτι, ὅπως σήμερον διεμορφώθη ἀνδρωθεῖσα ἡ δημοσία γνώμη, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κανένα, ὅσον ἰσχυρὸς καὶ ἂν εἶναι, νὰ στραγγαλίσῃ, ὡς ἐλέχθη, τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, νὰ δεσμεύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἢ νὰ τυραννήσῃ τὴν μειονοψηφίαν. Καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα τῆς δυνάμεως τῆς δημοσίας γνώμης λίαν πρόσφατον. Εἴδομεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶχε τὰ δύο τρίτα τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν κραυγήν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς δημοσίας γνώμης, ἐννοήσασα ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸ δημόσιον φρόνημα, ἐτράπη εἰς φυγήν, καὶ μετὰ τὴν φυγὴν ἐκείνης εὑρέθημεν πρὸ μιᾶς ἐπαναστάσεως. Εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν 120 Βουλευτὰς ἐπὶ 180; Εἶχε, καὶ ὅμως ἐτράπη εἰς φυγήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ὠργίασε, δὲν ἐστραγγάλισε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, δὲν διέφθειρε Βουλευτάς, ἀλλὰ τί ἔκαμεν; Ἠδράνησε μόνον. Ὅτι δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ ὁ προτείνας τὸ ἀπαράδεκτον, εἶναι δῆλον καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἡ πρὸ ἡμῶν ἁπλῆ Βουλὴ κατὰ τὴν 18ην Φεβρουαρίου 1910 διετύπωσεν ἐν τῷ προσχεδίῳ, καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν οἱ ἕξ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν αὐτὴ αὕτη ἡ συντακτικὴ ἐπιτροπή. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες παρέβλεψαν μίαν τοιαύτην θεμελιώδη διάταξιν καὶ τὴν ἔφεραν ἐνώπιον ἡμῶν χωρὶς νὰ σκεφθῶσι, χωρὶς νὰ κτυπήσῃ εἰς τὰ μάτια των ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως ταύτης. Τὸ ἀπαράδεκτον, Κύριοι, ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν ὡς μία παρέκβασις τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ διευκολύνῃ ἴσως μίαν λύσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ ἡ ἐπὶ τῆς οὐσίας συζήτησις. Κύριοι Βουλευταί· δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν, διότι καὶ σεῖς εἶσθε κεκοπιακότες καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ συγκρατήσω τὴν προσοχήν σας περισσότερον· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν μικρὰν περικοπὴν ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἰδιάζοντα εἶχε σεβασμὸν καὶ ἰδιάζουσαν εἶχεν ἀγάπην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς καὶ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δραγούμης. Κατὰ τὴν 10ην Μαρτίου 1884 ἠλέγχετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, ὅτι παρημπόδισε τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν 30 ὁλόκληρα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ὥρᾳ ἄνευ συζητήσεως καὶ ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρωράθη τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς τὴν ἐπίθεσιν ταύτην ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: —σημειώσατε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους τότε ἐβασάνιζε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχε φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πληθὺν νομοσχεδίων, σχεδίων ὀργανικῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζήτει ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ οὔτε ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός· ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ὀκτὼ καὶ δέκα ὥρας συνεζήτουν ἐπὶ τῆς τελωνοφυλακῆς, ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ παντὸς εἴδους πραγμάτων καὶ περὶ λεμονίων ἀκόμη, ὅπως εἶχεν εἴπει ὁ μακαρίτης Λομβάρδος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν— εἰς ἔλεγχον λοιπὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιεφρόνησε τὸ ἔργον αὐτῆς ὡς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν ὁ Τρικούπης (ἀναγινώσκει): «Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλο σκεπτομένη, εἰμὴ πῶς παραβιάζουσα τὰ καθήκοντα αὑτῆς νὰ ἐξευτελίζῃ τὴν Βουλὴν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἔθνος ἐνώπιον τοῦ κόσμου, τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπρεπε νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἁβροφροσύνην». Καὶ περαιτέρω· «Τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν βελτίονα βάσανον τῶν νόμων καὶ τὴν τελειοτέραν διατύπωσιν, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν οὕτως ἀνίκανον ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὥστε ἡ σύμπραξις αὐτῆς οὐδὲν παρεῖχε κῦρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον ἀφῄρει ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πᾶν κῦρος, διότι κατεβίβαζε τὰς συζητήσεις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ πρέπει νὰ ἵστανται οἱ διασκεπτόμενοι περὶ τῶν μεγάλων τοῦ ἔθνους συμφερόντων εἰς ἔδαφος ταπεινόν, προσωπικὸν καὶ φατριαστικόν».

§167Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀπήντησεν ὁ Δηλιγιάννης τότε; Ἠξεύρετε;

§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπήντησεν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους.

§169Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μὲ αὐτὴν τὴν περικοπὴν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη θὰ καταλίπω τὸ βῆμα καὶ θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ψαρῶν ὅτι ἡ Νέμεσις, ἂν εἶναι Θεὰ Ἑλληνική, πρέπει νὰ εὕρῃ ἐδῶ μέσα εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἡμᾶς τοὺς νέους λεγομένους ἄνδρας τιμωροὺς τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Χαρίλαον Τρικούπην ἐξηυτέλισε τὸ ἔθνος ἐνώπιον τοῦ Κόσμου καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἄμυνα τῶν θεσμῶν, δὲν ἦτο ἄμυνα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἦτο νοθεία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νοθεία, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν ἐδῶ. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου κηρύσσεται περατωμένη.

§171Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐζητήσατε τὸν λόγον.

§173Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ καλά, ἀφοῦ τὸ θέλετε.

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαραδέκτου, ὅτι δηλαδὴ ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης καὶ ἑπομένως μὴ δεκτικὴ ἀναθεωρήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Συνεπῶς ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.

§175Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οὔτε δυνατὸν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὠφέλιμον, ὅπως ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔχῃ καὶ ἴδιον πρόγραμμα ἀνορθωτικόν, οὔτε καὶ γνώμας τοιαύτας, ὥστε νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ἑκάστη αὐτοῦ γνώμη γίνηται παραδεκτή. Ἐκεῖνοι, οἵτινες παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ εὐτυχῶς εἶναι ἐλάχιστοι, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν προαγορευσάντων ὑπάγεται, ἐκεῖνοι, λέγω, οἵτινες διὰ ψιθυρισμῶν εὑρίσκουσιν, ἐκκεντρικὰς τὰς ἀνωτέρω ἰδέας μου καὶ πρὸς οὓς ἀπαντῶ ταύτην τὴν στιγμήν, εἶναι ἀνάξιοι καὶ ἐπιζήμιοι νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Κοινοβούλιον, οὐδεμία πληθὺς ἀνθρώπων δύναται νὰ νοηθῇ ἄνευ μιᾶς κεφαλῆς, ἡ ὁποία νὰ διευθύνῃ. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ κολακεύσω τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι τὰς αὐτὰς ἰδέας θὰ ἔχω καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον καὶ πάντοτε· ἂν ὅμως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν νεοσσῶν τῆς πολιτικῆς καὶ ἀδαῶν περὶ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμας, τὰς ὁποίας νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ, ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐκφράζωσιν ἐλευθέρως τὰς γνώμας αὑτῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀσπασθῇ ταύτας ἢ νὰ ἀπορρίψῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἐπηρεασμόν τινα ἢ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του τὰ συμβαίνοντα ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ—παρέλειψα ὅμως νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ πάσης συζητήσεως ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, διὰ νὰ εἶμαι συνεπής, νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν κυβερνητικὴν τροποποίησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ, ἀφήνων ἀκεραίαν εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσι. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματός μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἐπεκαλέσθη τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν ὑπ’ αὐτοῦ, παρέλειψεν ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ τὰ ἀκόλουθα: πόσον ἀριθμὸν ἐτῶν ἐλευθερίαν ἀριθμεῖ τὸ Γαλλικὸν ἔθνος καὶ ποῖοι διευθύνουσι τὰς τύχας τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Λέγων ταῦτα οὐδένα ἐκ τῶν ἡμετέρων πολιτευτῶν θέλω νὰ προσβάλω. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίνες διευθύνουσι τὰς τύχας τῆς Ἰταλίας καὶ τίνες κάθηνται ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Θρόνου. Καὶ τελευταῖον, τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν, ὡς θὰ ἀποδείξω κατωτέρω. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ πολιτικὴν πεῖραν ἔχει καὶ νομικὴν μόρφωσιν, ὅτι ἡ ἄκρατος ἐλευθερία δημιουργεῖ τὰ δεσμά, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπολυταρχία δημιουργεῖ καὶ προκαλεῖ τὰς ἐπαναστάσεις. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη τροποποίησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναιρεῖ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ἀναιρεῖ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἀλλὰ θὰ δημιουργήσῃ τὴν δυστυχίαν καὶ τὸν ὄλεθρον τοῦ λαοῦ καὶ τὸν τάφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ ἀνυπόφορον καὶ ὀλέθριον καθεστώς. Μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐν Κρήτῃ δὲν παρατηροῦνται κωλυσιεργίαι, καὶ ἐν Ἑλλάδι παρατηροῦνται. Θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα ἀπόλυτον σεβασμόν, νὰ μοὶ εἴπῃ διατί ἐν Κρήτῃ δὲν συμβαίνουσι κωλυσιεργίαι καὶ ἐνταῦθα συμβαίνουσι; Δὲν θὰ τύχω βεβαίως ἀπαντήσεως, θὰ ἀπαντήσω ὅμως ἐγώ. Τὰς κωλυσιεργίας, κ. Πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐδημιούργησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε οἱ Ἕλληνες πολιτευταί· τὰς κωλυσιεργίας τὰς ἐδημιούργησαν ἐκεῖνοι, οἵτινες κάθηνται ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὅστις ἀνηγέρθη ἐπὶ ὀρέων ἁγίων ὀστῶν, καὶ ὧν τὸ διάδημα τῆς κεφαλῆς ἐβάφη μὲ τὸ ἅγιον αἷμα μυριάδων μαρτύρων καὶ ἡρώων. Προχθὲς ἀκόμη, ὅτε τὸ ἔθνος ἐκαλεῖτο νὰ ἑορτάσῃ τὴν μεγίστην αὐτοῦ ἐθνικὴν ἑορτήν, ἐκεῖνοι προηγοῦντο ὑμῶν ἐποχούμενοι ἐπὶ τῆς εὐτελεστέρας αὐτῶν ἁμάξης, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς (ἐπευφημίαι). Καὶ ἐνῷ ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ, ἐπευφήμει κατὰ τὴν διάβασιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐκείνους ἐν σιγῇ καὶ μετὰ περιφρονήσεως καὶ ἀποστροφῆς προσητένιζεν οὗτος. Καὶ φρονεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι θὰ παρακάθησθε πάντοτε εἰς ἣν θέσιν σήμερον; Οἱ παλαιοὶ πολιτευταὶ θὰ ἔλθωσι πάλιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι πλειονοψηφίαν τοιαύτην, ὁποίαν ὑμεῖς ἔχετε, καὶ τὰ μέλη ἐκείνης τῆς πλειονοψηφίας τὰ ἔχοντα ἐλεύθερον τὸ φρόνημα εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεργασθῶσι μὲ τοὺς ἡγέτας τῶν τοιούτων Κυβερνήσεων, οἵτινες ἄνωθεν θὰ ἐμπνέωνται, καὶ ὅλοι οἱ φιλοπάτριδες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δύνανται ἀπαθῶς νὰ παρακολουθῶσι τὰ τελούμενα, θὰ ἀποσκιρτήσωσι καὶ θὰ παραμείνωσι πιστοὶ τῆς Κυβερνήσεως φίλοι οἱ Τζουτζέδες ὧν ἡ μοναδικὴ φιλοδοξία εἶναι ἡ ἀπόκτησις χρυσίου καὶ ἡ ἀπόλαυσις ὑλικῶν ἀπολαύσεων. Καὶ ἀκούσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὄχι γνώμην, διότι γνώμην δὲν δίδω, ἀλλὰ ἰδέαν: Βεβαίως ἡ Ἱστορία θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἤλθετε ἐνταῦθα ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα· ἡ ἱστορία θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἤλθετε ἐνταῦθα μὲ τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ ἐλευθερώσητε τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἦτο δοῦλον, καὶ δοῦλον τῆς χειροτέρας δουλείας, ἀλλ’ ἡ Ἱστορία οὐδέποτε θὰ σᾶς συγχωρήσῃ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἦσθε τὸ ἴνδαλμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ μᾶλλον τὸ Παλλάδιον τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, προσελθόντες ἐνταῦθα δὲν ἐπράξατε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξητε, ἀλλά, ὡς ὁ ἰατρός, ὅστις δι’ ἐνέσεων προσπαθεῖ νὰ παρατείνῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἀρρώστου, οὕτω καὶ ὑμεῖς προσπαθεῖτε νὰ παρατείνητε δι’ ἡμιμέτρων τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐὰν ἠθέλετε τὸ ἔργον σας νὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας, ἡ Ἱστορία νὰ σᾶς ἀναγνωρίσῃ μέγαν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ σᾶς εὐγνωμονῇ, μίαν καὶ μόνην, ἐνταῦθα ἐλθόντες, ἔπρεπε νὰ ἔχητε πρώτην σκέψιν, νὰ καταφέρητε τὴν πυγμήν σας σφοδρότατα ἐπὶ τῆς λυκοφωλιᾶς, ἥτις, κυρίως, καὶ τὴν σημερινὴν ἀθλίαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ἐδημιούργησε κατάστασιν, καὶ ἥτις καὶ τὸ ἔργον ὑμῶν θὰ ματαιώσῃ, ἀσφαλῶς, καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ βυθίσῃ εἰς συμφοράς. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).

§176Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω, κύριοι συνάδελφοι, ὡς μέλος τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐργασίας τινός, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε μελέτην ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ συμπεριελήφθη ἀληθῶς καὶ μία πρότασις, ἀφορῶσα εἰς μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, πρὸς τὴν ὁποίαν πρότασιν κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ θεωρίας δὲν ἤμην σύμφωνος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀντέταξα ἄρνησιν ἀπόλυτον εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῆς, οὔτε συνεζήτησα ἐπὶ πολύ, σεβόμενος τὴν γνώμην τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες εἶχον κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἐφ’ ἧς ἐστήριζον τὰς γνώμας των. Ἔκτοτε συνέπεσε νὰ ἀποκτήσω καὶ ἐγὼ κἄποιαν πεῖραν σχετικήν, ἡ ἐντύπωσίς μου δ’ ἐκ τῆς ἐμπειρίας μου ταύτης ὑπῆρξεν ὅτι ἔπρεπε τὸ ἀντίθετον νὰ τηρηθῇ, ἡ παλαιὰ δηλαδὴ διάταξις, ὡς σοφωτέρα. Τὸ πρῶτον παράδειγμα, ὅπερ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ἦτο τὸ ἑξῆς· συνεκλόνει τότε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν χώραν ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἰδέα ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ εὐρυτέραν ἀποστολὴν καὶ δικαιοδοσίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς μεταρρυθμιστέας συνταγματικὰς διατάξεις. Τὸ ζήτημα ἐξερράγη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου, προεκλήθη δὲ σχετικὴ ψηφοφορία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψήφισαν 140, ἐξ ὧν 100 καὶ πλέον ἦσαν κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐματαιώθη δὲ ἡ ἀπόφασις, διότι οἱ 140 δὲν ἀπετέλουν τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν. Ἐὰν εἴχομεν τὴν ἀπαρτίαν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν Βουλευτῶν, οἵαν προτείνεται ἤδη ν’ ἀποδεχθῶμεν, οἱ 140 ὑπερέβαινον τὸ τρίτον καὶ θὰ εἶχε κηρυχθῆ Συνέλευσις Συντακτική, χωρὶς νὰ εἶναι τοιαύτη ἡ πραγματικὴ γνώμη αὐτῆς, διότι οὔτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἶχεν εἰσέτι ἀφιχθῆ, ὁ κ. Θεοτόκης, οὔτε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ 1 ἢ 2 ἡμέρας ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ σθεναρᾶς ὁμιλίας συνεκράτησε τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Συνελεύσεως, ἐλύθη δὲ τὸ ζήτημα ἀντιθέτως, διὰ ψήφων 140, νομίζω, ἐναντίον 120. Ἐπίσης τὸ παρελθὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ταύτης μὲ ἔπεισεν, ὅτι, ἂν παρείχετο τοσαύτη εὐχέρεια περὶ τὴν ἀποδοχὴν ἀποφάσεων διὰ μικρᾶς ἀπαρτίας, ἦτο δυνατὸν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ληφθῶσι οἱαιδήποτε ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶχαν ὀρθῶς. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔχει, ἐξασφαλίζει τὴν Βουλὴν κατ’ ἀποφάσεων δυναμένων νὰ ληφθῶσιν ἐκ συναρπαγῆς. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἀτελῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστηρίχθη παρ’ ὅλων μὲν νὰ διατηρηθῇ ὁ σήμερον ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν, ἐδιχάσθη δὲ ἡ γνώμη ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπαιτηθῇ οἱαδήποτε ἀπαρτία διὰ τὰς συζητήσεις, ἣν πάντες ἤθελον νὰ μειώσωσιν, ὑπεστηρίχθη δὲ ὑπὸ μειονοψηφίας, εἰς ἣν ἀνήκει καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι διὰ τὰς συζητήσεις οὐδεμία ἀπαρτία ἔπρεπε ν’ ἀπαιτηθῇ. Κατὰ τὴν πρότασιν, εἰς ἣν κατέληξεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀπαιτεῖται τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διὰ τὴν συζήτησιν, τὸ ἥμισυ δὲ πλέον ἑνὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν. Κατ’ ἐμὲ τὸ ¼ διὰ τὰς συζητήσεις δύναται νὰ λείψῃ ἐντελῶς, καὶ ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὰς συζητήσεις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι τὰ μεγαλείτερα μειονεκτήματα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν ἀπαρτίαν ἐκλείπουσιν. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμβὰν χθές, ὅτι προεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν εἴχομεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ συζήτησις θὰ ἐξηντλεῖτο κανονικῶς, ὅλοι ὅσοι εἶχον νὰ ὁμιλήσωσι θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον εἴτε χάριν τῶν Πρακτικῶν εἴτε χάριν τῶν ἀκροατηρίων, θὰ ἐκηρύσσετο περατωμένη ἡ συζήτησις, θ’ ἀπηρχόμεθα καὶ θὰ περιεμένομεν τὴν σήμερον, ἵνα λάβωμεν ἀπόφασιν, φωτιζόμενοι ἐκ τῆς προηγηθείσης συζητήσεως. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης αἴρεται τελείως τὸ κακὸν τῆς κωλυσιεργίας. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τελευταίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θεραπεύει μέγα μέρος τῶν μειονεκτημάτων τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, νομίζω ὅμως ὅτι προτιμητέα εἶναι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τὴν ἀνωτέρω τροπολογίαν ἔτι. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀφήνει τὴν ἀπαρτίαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἑπομένως συμφώνως πρὸς ταύτην θὰ δύναται νὰ προταθῇ ἔνστασις ἀπαρτίας κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ δύναται ἐπίσης νὰ χωρήσῃ ἔν τινι μέτρῳ ἡ κατάχρησις ἐκείνη τῶν ἀποφάσεων ἐξ ὑφαρπαγῆς δι’ ἀριθμοῦ μικροτέρου Βουλευτῶν, καθ’ ὃν χρόνον λείπουσιν οἱ ἄλλοι, ἢ διότι δὲν προσῆλθον ἀπουσιάζοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἢ διότι ἀπεχώρησαν τῆς αἰθούσης ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Αἴφνης εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶπον πρίν, δι’ οὗ ἐλήφθη ἀπόφασις 140 κατὰ 120, διὰ τῶν ⅘, διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαμβάνετο ἄλλη τις ἀπόφασις εἰς τὴν προκαλουμένην ψηφοφορίαν ὀλεθρία διὰ τὸ τόπον. Οὕτως αἱ ἐξ ὑφαρπαγῆς ἀποφάσεις δὲν ἀποτρέπονται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καλλίτερον εἶναι ἡ συζήτησις νὰ μείνῃ ἀπεριόριστος ἄνευ ἀπαρτίας, ἡ δὲ ἀπόφασις νὰ ὑπόκειται εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὁσάκις πρόκειται ψήφισις νομοθετημάτων ἢ ζητημάτων Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂς ὁρισθῇ δὲ τὸ ⅓ μόνον δι’ ἄλλας ἀποφάσεις ἐπὶ προτάσεων ἀναβολῆς ἢ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπάς. Οὕτως εὐκολύνεται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, διατηρεῖται δὲ καὶ ἡ ἀπαιτουμένη ἀσφάλεια ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων.

§177Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἡ τροποποίησις τῆς διατάξεως ταύτης ἐγείρει φωνὰς διαμαρτυρίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προερχομένας ἀπὸ ἄνδρας ἔχοντας μακρὰν πεῖραν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, νὰ συναινέσῃ τοὐλάχιστον εἰς τοῦτο. Ὁπωσδήποτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέλλει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ, εἶναι νεωτερισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη τοῦ Ἕλληνος. Δὲν εἴμεθα βέβαιοι, οὔτε οἱ προτείνοντες τὴν τροπολογίαν ταύτην δύνανται ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι βέβαιοι ἂν θὰ εὐδοκιμήσῃ.

§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιοι, ἀφοῦ τὴν προτείνουσιν, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ πλανῶνται.

§179Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔχουσι τὴν πεποίθησιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶναι βέβαιος περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ οὐχὶ περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ αὔριον νὰ μεταβληθῇ, καὶ ἐπειδὴ τοσαῦται σοβαραὶ ἀντιρρήσεις ἠγέρθησαν, τοὐλάχιστον νὰ παρείχετο εὐκολία μετὰ δύο Περιόδους τῆς τακτικῆς Βουλῆς, ἐὰν αὕτη δὲν εὐδοκιμήσῃ, νὰ μεταβληθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.

§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζητήματα αὐτὰ μεταβατικῶν διατάξεων.

§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τοῦ ἄρθρου 107. Τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ τὸ εὐκολύνωμεν· θὰ εὐκολύνωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ μέλλον, δὲν θὰ τὴν ἀφήσωμεν τοσοῦτον δεσμίαν, ὡς ἦτο μέχρι σήμερον.

§182Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, κ. Βουλευταί, εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον θὰ μοὶ ἀρκέσῃ, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου κατὰ τὴν μέλλουσαν ψηφοφορίαν. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ποίας συνθήκας ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· ὡσαύτως δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι μετὰ πόνου πατριωτικοῦ πόνου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδέχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τὸ βάπτισμα τῆς προσωνυμίας τῶν φιλελευθέρων. Ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐφάνη ἀξία τοῦ ὀνόματός της, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ὁ χρόνος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῆς ἀναβάσεως αὐτῆς ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν μέχρι σήμερον, ἵνα τὴν κρίνω, ἀλλ’ ἐπὶ δύο σημείων στηριζόμενος θὰ σᾶς ὁμιλήσω. Δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐν ἔτει 1911 ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου περιορίζουσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθε διὰ τοῦ ψηφίσματός της νὰ δώσῃ πλειόνα δικαιώματα εἰς τὸν Ἄνακτα.

§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν πλέον δικαίωμα ἔδωκα.

§184Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μετὰ τόσου πείσματος ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσῃ, τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιζητεῖ, εἰμὴ μόνον νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι εἶναι ἴσον πρὸς τὸ νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ. Ἂν τοῦτο εἶναι ἄξιον τοῦ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως τῶν φιλελευθέρων, ἢ ὄχι, εἶπον ὅτι δὲν θὰ τὸ κρίνω ἐγώ, ἀλλὰ τὰ πράγματα καὶ ὁ μέλλων χρόνος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει του πάντοτε τὴν ἰσχυρὰν Ἀλβιόνα δὲν ἠθέλησε μὲν νὰ τὴν φέρῃ ὡς παράδειγμα, ἀλλὰ γλιχόμενος πάντοτε μᾶς ἀφῆκε νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ προσανατολισθῶμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ μέχρι καὶ τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλεγῇ τις Βουλευτής, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς μικροτέραν ταύτης ἡλικίαν, ὅπως βεβαίως ἄριστα γνωρίζει ὅτι ὁ μέγας Πὶττ εἰσῆλθεν εἰς ἡλικίαν 19 ἐτῶν, εἰς ἡλικίαν 22 ἐτῶν ἐγένετο Ὑπουργὸς καὶ εἰς ἡλικίαν 24 ἐτῶν ἐγένετο Πρωθυπουργός. Δὲν λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδ’ ἀγνοεῖ ὅτι ἐνταῦθα δὲν γεννῶνται διαρκῶς Πίττ, καὶ ὅτι μάλιστα ἐσχάτως ἐλάβομεν ἀνάγκην νὰ ἀναζητήσωμεν τὸν Πὶττ ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν Γαλλίαν· καὶ ποίαν Γαλλίαν; ἐκείνην, ἡ ὁποία εὑρίσκετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν ἐπαναστάσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ ἀχνίζῃ ἀκόμη τὸ αἷμα τὸ πρόσφατον τῶν κεφαλῶν τῶν καρατομηθέντων Βασιλέων Της. Ἀλλὰ διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα καὶ τὸ 48 ἄρθρον τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος; Διατί δὲν μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ Ἱσπανικὸν Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἀπόρροια εἶναι τὸ 49 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πανομοιότυπον πρὸς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἐν ἰσχύϊ μέχρι τοῦδε Συντάγματός μας; Διατί δὲν μᾶς ἀνέφερε τὴν Αὐστρίαν; Διατί δὲν μᾶς ἀνέφερε τὴν Δανίαν; Διατί δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὴν Ὁλλανδίαν; Διατί δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὴν Βυττεμβέργην, καὶ εἰς τόσα ἄλλα Κράτη, ἐν τοῖς ὁποίοις ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσι καὶ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν εἶμαι συνταγματολόγος, ἀλλά, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἵνα ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ ἵνα δώσω τὴν ψῆφόν μου συμφώνως πρὸς τὴν συνείδησίν μου καὶ τὴν ἀποστολήν μου καὶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ Λακωνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὡς ἔκθετον βρέφος μᾶς ἔστειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραξε κατὰ τὴν γνώμην μου παρ’ ὅ,τι πράττει ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι μας ἐδῶ. Λοξίας Ἀπόλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα· καὶ ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς, καὶ ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης καὶ ὑπὲρ τῆς μέσης. Λοξίας Ἀπόλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα· καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν καὶ ὑπὲρ τῶν τσιφλικιούχων καὶ ὑπὲρ οὐδενός. Λοξίας Ἀπόλλων ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκειμένου νὰ ὁρισθῇ τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνωνται αἱ ἐκλογαί. Καὶ ὑπὲρ τούτου καὶ ὑπὲρ ἐκείνου· καὶ ὑπὲρ τῶν δύο καὶ ὑπὲρ τῶν τριῶν μηνῶν.

§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ καλὸς τὰ ἔχει μὲ ὅλους καλά!

§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐφαντάσθην ὅτι ἔχω ἕνα Πρωθυπουργὸν νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του ὡρισμένην. Βεβαίως ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἔχει τὴν γνώμην του ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς· ἐπεθύμουν λοιπὸν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ εἴπῃ: αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐλευθέρως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἐνῷ ἀφῆκεν ἐλευθερίαν, εἶπεν εἰς τὸ τέλος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως παρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, καὶ αὐτὸ μοὶ ὑπενθύμισέ τι προκειμένου περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ντολιοπούλου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε: ἐγὼ ἡ Κυβέρνησις δηλῶ ὅτι ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλή. Τοιοῦτόν τι λοιπὸν παρατηρῶ πάντοτε προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν διαφόρων συνταγματικῶν διατάξεων· πάντοτε Λοξίας, πάντοτε συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ σπουδαιότερον μαντεῖον τῆς ἀρχαιότητος, τὸ ἕδραν ἔχον τοὺς Δελφούς. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι—καὶ ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος—ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιδιώκεται, εἰμὴ ἡ δέσμευσις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ διὰ ταύτης ἡ ἄντικρυς προσβολὴ κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δηλῶ δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου ὅτι θὰ καταψηφίσω τὴν διάταξιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἔχει, ἔχει ἄριστα, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διότι πιστεύω ὅτι διὰ τῆς ψηφιζομένης διατάξεως, ὅπως ἀκριβῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμωμεν, εἰμή, κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, νὰ μεταβάλωμεν τὸ Κοινοβούλιον εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς αἴθουσαν δημοτικοῦ Συμβουλίου—οἱ ἀξιότιμοι Θεσσαλοὶ εἶναι ἐνταῦθα—τοῦ δήμου Κωθωνίων.

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Πρόκειται περὶ ψηφοφορίας τῶν ἄρθρων 54 καὶ 56. Θὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον ἐπὶ τοῦ 54 καὶ ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν.

§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρῶτον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 56.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ ἄρθρον 54.

§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεβλήθη ἡ ψηφοφορία τοῦ 54, ἵνα γίνῃ μετὰ τὸ 56, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τοῦ ἄρθρου 54 τίνα διατύπωσιν θὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον 56.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς προτάσσεται ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 56. Ἐπὶ τοῦ 56 ἄρθρου ὑπάρχει πρότασις τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, τροπολογία δηλ. τοῦ ἄρθρου τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ⅓ τοὐλάχιστον τοῦ ὅλου τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τροπολογηθῆ ὡς ἑξῆς ὑπὸ τῶν ἰδίων Βουλευτῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν ⅕ τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας».

§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ προσθέσητε εἰς αὐτὸ τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἕξ Βουλευτῶν περιεχόμενον ἐν τέλει: «Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται».

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Ῥακτιβάν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τι, προκειμένου μὲν περὶ ψηφίσεως νόμων, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, κατὰ πᾶσαν δ’ ἄλλην περίπτωσιν ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥακτιβὰν δι’ ἀναστάσεως). Τώρα τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν.

§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ὑπάρχει.

§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι ἐπὶ τῶν προτάσεων μεταρρυθμίσεων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τῇ προτάσει ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προτάσεις περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ προσθήκας συνταγματικῶν διατάξεων συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἅπαξ μόνον. Ἡ ψήφισις τούτων δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνεται, ἐὰν ὁ Πρόεδρος κρίνῃ ταύτην ἀναγκαίαν ἢ ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν τῶν προτάσεων τούτων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 58 καὶ 60 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις τῶν ἕξ Βουλευτῶν εἶναι τροπολογία τοῦ προσχεδίου.

§198Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἴμεθα 15.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ φέρητε τὴν πρότασίν σας.

§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος παρακαλῶ, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§201Γ. ΠΩΠ. Καὶ τότε δὲν γίνεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.

§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ χρειάζηται ἄλλη τροπολογία.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τάξις εἶναι αὕτη: Ἐπειδὴ ἔχω τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ οἴκοθεν νὰ κάμω ψηφοφορίαν, θὰ τὸ πράξω, διότι ἔχω δικαίωμα καὶ οὐχὶ διότι προβάλλεται ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν ἓξ Βουλευτῶν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ Βουλευταὶ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ν. Βάρθης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
Ἀναστ. Βάρβογλης
Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
Λ. Παπαφώτης Ἰω. Π. Μανέτας
Ἀ. Γρίβας Ν Δ. Πλαπούτας Ν
Σερ. Ψύχας Ν Ἀλ. Παπαναστασίου Ο
Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἰωάν. Μπακόπουλος
Ἐπ. Σουλτάνης Δημ. Χηνιάδης Ν
Γ. Ποῦλος Ν Δημ. Καρέλας
Ἰ. Φαρμάκης Ἀθ. Πετρόπουλος Ν
Ἀντ. Ῥοντήρης Χαρ. Στασινόπουλος
Ἀ. Τριγώνης Κωνστ. Ῥεβελιώτης
Ἐ. Λαμπρακάκης Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
Ἰωάν. Καναβὸς Ν Ἀ. Κατριβάνος
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Ἠλ. Φλέσσας
Ἐ. Σπετσέρης Ἰωάν. Πολίτης Ν
Ἰ. Τσιγκόλης Ν Παν. Δεληβοριᾶς Ν
Στέφ. Γρανίτσας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
Γ. Ἰατρίδης Ν Θ. Πέρρος Ν
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν Χαρ. Βοζίκης
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Ἀντ. Βούτσης Ν
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν Νικ. Χαρδούβαλης
Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν Περ. Ἀλεξάκης
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Θεόδ. Γρηγορίου Ν
Ἐμμ. Ῥέπουλης Ν Σπυρ. Σῖμος Ν
Δημ. Καλέργης Ο Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Ἀθ. Χριστόπουλος Περ. Κ. Καραπᾶνος
Γεώργ. Νέζος Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
Παν. Ἀραβαντινὸς Ο Πύρ. Καραπᾶνος
Ἰωάν. Τερζάκης Ν Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
Παν. Φραντζῆς Ἐλ. Βενιζέλος Ν
Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΝ Ἐμμ. Μπενάκης
Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Φωκ. Νέγρης Ο
Γεώργ. Παρασκευόπουλος Παν. Χαροκόπος
Νικ. Κόνδης Ν Κ. Ῥακτιβὰν Ο
Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ζερβουδάκης
Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
Γερ. Νοταρᾶς Ν Π. Λαγοπάτης Ν
Δημ. Κούζης Γεώργ. Στρατούλης Ν
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Κ. Μᾶνος Ν
Δημ. Ῥοῦσος Ν
Νικόλ. Δελακοβίας Τιμ. Ἠλιόπουλος Ο
Νικόλ. Σακκελλαρίου Δημ. Βενιζέλος
Γεώργ. Βλάσης Μιχ. Γαλανός
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
Γεώργ. Πολίτης Ν Δημ. Χρυσοστάλης Ν
Ἰωάν. Ἀθανασάκης Εὐάγ. Γεωργιάδης
Γεώργ. Νικολαΐδης Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν
Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ
Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν Γεώργ. Μπένος Ν
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Νικόλ. Κάραλης
Κωνστ. Δεμερτζῆς Ο Κωνστ. Χατζηγιάννης
Θρ. Πετμεζᾶς Ο Δημ. Βάχλας
Γεώργ. Καζανόβας Ν Γεώργ. Κοσόνας
Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
Γεώργ. Σταμπάδος Μιχ. Σφακιανάκης Ν
Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν Πλούτ. Μαυρίκης
Δημ. Ἀνδρέου Ν Βασίλ. Ἀθανασούλας
Δημ. Ζαβογιάννης Ν Κωνστ. Χατζάκος
Ἐμμ. Κυταριόλος Ν Γεώργ. Γαζέπης Ν
Βασ. Κυρέλλος Ν Νικόλ. Πετσάλης
Ἰωάν. Λούντζης Ν
Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν Διον. Κουλούμπαρδος
Νικ. Σπηλιώτης Ἀναστ. Λούντζης
Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν Καῖσαρ Ζέζας Ν
Σάββας Βαρβιτσιώτης Διον. Κλάδης Ο
Λουκ. Κουτσοπέταλος Νικ. Παπαδᾶτος
Νικ. Ἀνδρεαδάκης Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν
Δημ. Λαζαρῆς Νικ. Βάρθης Ο
Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν Ἀναστ. Σκιαδαρέσης
Ἀθ. Πουλῆς Ν Σπυρ. Χατζάρης
Νικόλ. Ῥούσης Ν Παν. Μανωλίτσης Ν
Στέφ. Ν. Δραγούμης Ο Σπ. Κογεβίνας Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀνδρ. Κεφαλληνός
Δ. Γκλαβᾶς Ο Σπυρ. Βλαντῆς Ν
Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης
Λ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΟ Χρ. Καποδίστριας
Ἀνδρ. Κρητικός
Κωνστ. Γόντικας Ο Λαυρ. Μαβίλης Ο
Ν. Κοντογούρης Ν Κωνστ. Κατηφόρης
Ἰωάν. Βέρροιος Ν Σπυρ. Λάσκαρης
Πολ. Πολυχρονιάδης Ο Βασίλ. Πουλιάσης Ν
Παν. Ζαΐμης Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ν
Δ. Μάρκου Διον. Βινιεράτος
Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Λιβιεράτος Ν
Σπήλ. Ἀγαπητὸς Ν Σπυρ. Ἰγγλέσης ἀρν.
Ἀ. Φωτήλας Νικ. Χαριτᾶτος Ν
Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ν
Θεόδ. Ψυχαλῆνος Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ν
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
Ἀ. Καφετζόπουλος ἀρν.Σπ. Φορέστης
Λ. Φλαμῆς Ο Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ἀρν.
Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Ὄθ. Τετενὲς Ν
Νικ. Συριόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης
Θάν. Πετραλιᾶς Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
Π. Ἠλιόπουλος Ο Θ. Κοντομίχαλος
Χρ. Κορύλος Ν Λεων. Ἐμπειρῖκος Ο
Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος Ν
Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
Χρ. Μεϊτάνης Ο
Διον. Πολυζωγόπουλος Ο Κωνστ. Καλομενόπουλος
Ἰωάν. Δογάνης Ν Τριαντ. Παπαδὰμ
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος
Γεώργ. Ἀβέρωφ Θωμᾶς Σκάσης Ν
Νικόλ. Σταματιάδης Ν Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
Δημ. Ζαμᾶνος Ν. Παπαλέξης
Νικ. Καμπάνης Ο Δημ. Κάβουρας Ν
Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Μ. Δαζέας Ν
Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ἀ. Πετρομανιάτης Ν
Γεώργ. Γαϊτᾶνος ἀρν.Ἀθ. Περρωτῆς
Ἀντ. Ῥεβίνθης Π. Ἰατρόπουλος Ν
Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Καράπαυλος Ο
Νικ. Καλβοκορέσης Ν Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν
Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν
Δημ. Πετσετάκης Ν Γεώργ. Κορομηλᾶς
Χαρίλ. Προβελέγγιος Δημ. Κανελλόπουλος Ν
Ἐμμ. Πατρίκιος Ν Ἀθ. Αἰλιανὸς
Ἰωάν. Μαμάης Ν Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν
Ἰωάν. Κασδόνης Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν
Ἀντ. Φραγκίσκος Ν Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν
Δημ. Καΐρης Κωνστ. Τριγγέτας
Θαλ. Κουτούπης Ν Γεώργ. Ῥάλλης
Γεώργ. Φικιώρης Ο Γεώργ. Μποῦτος
Κωνστ. Μέρμηγκας Ἰωάν. Κουρτάκης Ν
Γεώργ. Οἰκονόμου Ν Φώτ. Βακαλόπουλος Ν
Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο Ἀθ. Παπαχελᾶς
Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ο Μεν. Πιπιλῆς
Νικ. Πετροπουλάκης Παν. Μερλόπουλος
Γεώργ. Τσοχώνης Δ. Ἀναστασόπουλος
Παναγ. Πετροπουλάκης Ν Ἰωάν. Λεωνίδας
Παν. Κουμάνταρος Πέτρος Γκίνης Ν
Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ο
Βασίλ. Μιχαλέας Ν Ἀνδρ. Ἀναργύρου
Ἰωάν. Βαββανάκος Ν Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
Λεων. Καπετανάκης Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ο
Ἰωάν. Πατσουράκος Ο Δημ. Θεοδοσόπουλος
Χρ. Πετρέας Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης
Πέτρ. Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ζούκας Ν
Ἰωάν. Φουρίδης Κωνστ. Σταμούλης
Ἀναστ. Ἀβέρωφ Ἰωάν. Κοττίκας
Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Βασίλ. Γρίβας
Δημ. Οἰκονόμου Ἀ. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος
Μιλτ. Μπουφίδης Ν. Γαρδικιώτης Ν
Νικ. Γεωργιάδης Δημ. Μπούσδρας
Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Γεώργιος Τάγιας
Δημ. Κουκιάδης Κωνστ. Παπακυρίτσης
Γεώργ. Τσαξίρης Χρ. Καρᾶς Ν
Γεώργ. Σχινᾶς Ἀ. Θανόπουλος Ν
Γεώργ. Δρίβας Ν Νικ. Γιουβρῆς Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Χρ. Βλάτσιος
Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Γεώργ. Καθάργιος
Γεώργ. Βλάχος Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ν
Πελ. Ἀγγελίδης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος
Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Φίλ. Ζαρζάμπας Γεώργ. Ῥάμμος Ν
Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
Χ. Μωραΐτης Λάμπρος Περιστέρης
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Μιχ. Φωτιάδης Κυρ. Κυριαζόπουλος
Βασίλ. Σηλυβρίδης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Περ. Ἀποστολίδης Παναγ. Βερβενιώτης
Λεων. Ἀναγνώστου Γεώργ. Καλλίτσης
Κωνστ. Ζησόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Χ. Δικαῖος Ν Σπυρ. Ματσούκας
Σ. Ντολιόπουλος Ν Ῥήγας Χατζηρήγας Ν
Παν. Φλέσσας Ν Ι. Παπαλουκᾶς
Π. Κασίμης Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Μιλτ. Σακελλαρίου Ν Γεώργ. Συγγούρης
Κ. Λιδωρίκης Ο Στέφ. Σομμαρίπας
Θεμ. Παπαϊωάννου
Ν. Ξηρὸς Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Νικ. Φραγκίστας Ἰωάν. Γραμματίκας Ν
Ἰωάν. Γιδογιάννος Ἡρ. Βελλόπουλος
Νάκος Πολιτόπουλος Ἀθ. Χριστίδης
Κωνστ. Περιβολιώτης Γεώργιος Πὼπ Ο
Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν Δημ. Βρατσᾶνος Ν
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν
Δημ. Δεδούσης

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ ψηφοφορία. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 189, ἐκ τῶν ὁποίων 152 εἶπον ναί, οἱ 33 εἶπον ὄχι καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ τροπολογία ἐγένετο δεκτή, καὶ τὸ ἄρθρον 56 μετὰ τοῦτο διασκευάζεται ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν ⅘ τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται» Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἀνεγνώσθη. Τώρα θὰ ψηφίσωμεν τὸ 54ον ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Δελακοβία ἔχουσα οὕτω: Τὸ 54ον ἄρθρον ν’ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου μηνός, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ ἐνωρίτερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ. Ἅμα τῷ καταρτισμῷ τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἔτους καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος μέχρι τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἀπαγορεύεται ἡ ψήφισις νομοσχεδίων ἀσχέτων πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσωσι τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δελακοβία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ 54 ἄρθρου τὸ πρῶτον ἐδάφιον παραμένει ὡς ἔχει ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 37».

§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ἐδάφιον βεβαίως δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ὑπάρχει τροπολογία νὰ ἀπαλειφθῇ τοῦτο, καὶ ἔχει οὕτω: «Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 54 ἀπαλείφεται». Τὸ ἐδάφιον γʹ διαρρυθμίζεται οὕτως: «Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς δὲν λογίζεται ὁ χρόνος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 38 ἀναστολῆς». Ἡ τροπολογία τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 54. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ ἄρθρου ἀπαλείφεται τὸ δεύτερον ἐδάφιον καὶ τὸ ἄρθρον μένει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 54ον.—«Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα, ἐκτὸς ἂν διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 37. Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς δὲν λογίζεται ὁ χρόνος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 38 ἀναστολῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 20′ τῆς πρωίας)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61.
2Τῆς 30ῆς Μαρτίου 1911
3(Τετάρτη)
4Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ
6εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν.
7Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ
8τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν:
101) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὁμογενῶν ὑπὲρ τῆς
11διατηρήσεως τοῦ ἐκεῖ Γεν. Προξένου κ. Μητσοπούλου·
122) Ἀναφορὰν τοῦ Γ. Ν. Οἰκονομοπούλου δημοσιογράφου
13ἐκ Μεσσηνίας, ἐκφράζοντος εὐχὴν νὰ συσταθῇ ὑπὸ τῆς
14Βουλῆς ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τὰ σκάνδαλα καὶ τὰς
15ὑπερβασίας τῆς «Ἑνικίας»·
163) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις προσφύγων Στενημαχιτῶν
17ζητούντων προστασίαν·
184) Ἀναφορὰν τῶν κοφινοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς
19ζητούντων φορολογίαν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κοφινίων·
205) Ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου Βερσοβᾶς «Ἅγιοι Ἀπόστο-
21λοι», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ «Προνομιοῦχος»·
22Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
23Ἡμερησίαν Διάταξιν
24Συνέχεια ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 56.
25§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
26§3ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συζητοῦμεν, κύριοι Βου-
27λευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον
28τοῦτο κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔχει οὕτως: «Ἡ Βουλὴ
29δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς πα-
30ρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς
31καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν
32περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται».
33Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως τὸ ἄρθρον μεταρρυθμισθῇ
34οὕτως: «Ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται νομίμως πρὸς συζήτησιν
35παρόντος τοῦ τετάρτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν,
36ἀλλ’ οὐδὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἐν ἀριθμῷ κατωτέρῳ
37τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς—ἐξαιρουμένης τῆς
38περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 54—καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονο-
39ψηφίας τῶν παρόντων. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρό-
40τασις ἀπορρίπτεται».
41Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προσχεδίου αὐτῆς, εἰς τὸ ὁποῖον
42ἐπιμένει, προτείνει τοῦτο: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀπο-
43φασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου
44τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου
45πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψη-
46φίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται».
47Ἐπεζητήθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως
48ἀποφύγωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰς παρεκτροπὰς τῆς κωλυσι-
49εργίας, τὰς παρεκτροπὰς τουτέστιν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀν-
50τιδράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’
51ὄψει, ὅτι ἀληθῶς παρετηρήθησαν τοιαῦται παρεκτροπαί,
52σημειούμεναι κυρίως εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς λήψεως
53ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τοσοῦτον ἀνεγνώρισε
54τοῦτο, ὥστε καθώρισε διάταξιν αὐστηροτέραν τῆς ἐν τῷ
55προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις διὰ
56τὴν συζήτησιν ἀπαιτεῖ τὸ ⅓, ἡ ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται εἰς
57τὸ ¼. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμ-
58μένον νὰ θίξῃ μίαν ἀρχήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας, πρὸς ἄλλαις
59ἀρχαῖς, θεμελιοῦται τὸ πολίτευμα ἡμῶν.
60Πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὰς γενικωτέρας σκέψεις, ἐπὶ
61τῶν ὁποίων θέλω βασίσει τὰ ἐπιχειρήματά μου, νομίζω
62ὡς ἐπάναγκες νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελ-
63φοι, λόγον τινά, ὅστις ἰδιαιτέρως μὲ πείθει, ὅπως μετά
64τινος ἀναλυτικότητος προβῶ εἰς τὰς προτάσεις μου καὶ
65λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὰ συμπεράσματά
66μου. Ἀντελήφθην, ὅτι ὑπάρχει τις ἀτελὴς ἀντίληψις περὶ
67τῶν διατασσομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56. Μέχρι χθὲς τοὐ-
68λάχιστον εἶχε νομισθῆ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἡμῶν, ἂν μὴ
69καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅτι ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν διάταξιν
70τοῦ ἄρθρου 56 νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ προτάσεώς τινος τὸ ἥμισυ
71πλέον ἑνός. Οὐχὶ τοῦτο, Κύριοι, ὡς ἔχετε πάντες ὑπ’ ὄψει,
72ἀπαιτεῖται μόνον, νὰ εἶναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός,
73ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δηλαδὴ νὰ ψηφίσωσι «ναί», ἀπαι-
74τεῖται ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός.
75Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ὑπετέθη ὅτι, ἐὰν εἶναι 150 Βου-
76λευταί, δὲν χρειάζεται, ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως
7776, ἀλλ’ ἀρκοῦσιν ὀλιγώτεροι. Οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε
78τοῦτο, νὰ ψηφίσωσι δηλαδὴ «ναὶ» 76, ἀλλ’ ἡ ἀπόλυτος
79πλειονοψηφία τῶν 76, δηλαδὴ 39, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ Βου-
80λευταὶ εἶναι 150.
81Ὡς ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὀλίγας λέξεις
82ἡ θεωρία τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ εἶναι
83αὕτη: ὁ λαὸς κυβερνᾷ ἑαυτόν, ὁ λαὸς κυβερνᾷ διὰ τοῦ λαοῦ.
84Καὶ ἐπειδὴ ἀδύνατον εἶναι βεβαίως ὁ λαὸς νὰ ἀποφαίνη-
85ται πάντοτε ὁμοθύμως, καὶ ἂν τοῦτο ἀπῃτεῖτο, θὰ καθί-
86στατο ἀδύνατον νὰ προέρχηται εἰς ἀποφάσεις ὁ λαός, διὰ
87τοῦτο κατὰ μὲν τὰς ἀρχαίας πολιτείας, αἵτινες ἦσαν
88ὀλιγάριθμοι, ἀπεφαίνετο ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ τοῦ λαοῦ,
89κατὰ δὲ τὰς νεωτέρας Πολιτείας, αἵτινες εἶναι πολυαρι-
90θμότεραι, ἀποφαίνεται ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων
91τοῦ λαοῦ. Εἶναι αὕτη μία ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοι-
92νοβουλευτικοῦ, τὸ νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία. Ἡ ἀρχὴ
93αὕτη καθορίζεται καὶ ἀναγνωρίζεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη
94τὰ κοινοβουλευτικά, ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ἔφθασαν εἰς τοσοῦ-
95τον προόδου πολιτικῆς, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι ῥητῶς καθωρι-
96σμένους κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους νὰ πολιτεύωνται. Διότι
97ἐν Ἀγγλίᾳ π. χ., μοναδικὸν ἴσως παράδειγμα, ὅπου ἔφθα-
98σαν εἰς τοσοῦτο πολιτικῆς προόδου, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν
99ἀνάγκην καθωρισμένων ἀρχῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ νὰ ἐμπι-
100στεύωνται εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐξουσίας των, δὲν ἔχουσιν
101ἀπαρασαλεύτους εἰς γραπτὸν Σύνταγμα τοιαύτας ἀρχάς,
102τὰς ὁποίας νὰ εὐλαβῶνται καὶ νὰ θίγωσι μετὰ φόβου Θεοῦ
103καὶ πίστεως. Ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν προώ-
104δευσαν ὅσον τὸ Ἀγγλικόν, ἔχουσι καθορίσει ἀρχάς τινας,
105ἐπαναλαμβάνω, τὰς ὁποίας τηροῦσιν ὡς κανόνας πίστεως,
106διότι, ἐὰν δὲν ἐτήρουν μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας αὐτάς,
107ἀφοῦ ἔχουσιν ὡς δεδομένον, ὅτι δὲν προώδευσαν ἐπὶ τοσοῦ-
108τον, ὥστε τὰ πάντα νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς τὰς καθεστη-
109κυίας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, φοβοῦνται, ὅτι θὰ περιπέσω-
110σιν αὐτόχρημα εἰς ἀναρχίαν. Μία ἐκ τῶν τοιούτων ἀρχῶν
111εἶναι καὶ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἐθεμελίου καὶ καθώριζε τὸ
112ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ εἰς τὴν ὁποίαν
113ἀρχὴν ἐπιμένει καὶ ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδώκατε
114τὴν ἐντολὴν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον κατὰ τὴν
115κεκτημένην παρ’ ἡμῖν πεῖραν.
116Καὶ εἶναι πράγματι ἀρχὴ γενικῶς ἀνεγνωρισμένη; Ναί,
117κύριοι Βουλευταί, εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι
118παρόμοιον χαρακτῆρα πρὸς τὸ ἡμέτερον πολίτευμα: Ἐν
119Δανίᾳ, κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἥμισυ
120ἀπαιτεῖται. Ἐν Ἰσλανδίᾳ ἐπίσης κατὰ τὸ 28 ἄρθρον, πα-
121λαιότερον δ’ ἀπῃτοῦντο τὰ ⅔. Ἐν Ῥωμουνίᾳ ἀπόλυτος
122πλειονοψηφία ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συντάγμα-
123τος. Ἐν Σερβίᾳ ἀπόλυτος ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρον 109. Ἐν
124Μεξικῷ ἀπαιτοῦνται διὰ μὲν τὴν Γερουσίαν τὰ ⅔, διὰ
125δὲ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἄρ-
126θρον 61. Ἐν Ἀργεντινῇ Δημοκρατίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 56
127ἀπόλυτος ὡσαύτως πλειονοψηφία ἐπιτάσσεται. Ἐν Βραζι-
128λίᾳ τὰ ⅔. Ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 53 ἀπόλυτος
129ἐπιτάσσεται πλειονοψηφία. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Γερ-
130μανικῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ τὰς ἀποφάσεις, ἀπόλυτος
131πλειονοψηφία καθορίζεται. Ἐν Γαλλίᾳ ὡσαύτως ἀπόλυτος
132πλειονοψηφία ἀπαιτεῖται διὰ τὰς ἀποφάσεις. Ἐν Βελγίῳ
133ὡσαύτως.
134Ἀκόμη περισσότερον Γερμανικὰ Κράτη, θεμελιούμενα
135ἐπὶ τῆς μοναρχικῆς ἀρχῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊ-
136κῆς κυριαρχίας, τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καθώρισαν. Τὸ Πρωσσικὸν
137Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 80, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου
138τοῦ 1885, ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἀπαιτεῖ. Ἐν Σαξωνίᾳ
139ὡσαύτως.
140Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ συμ-
141βαινόντων. Τί Ἀγγλία, τί Ἑλλάς! Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ
142ὑπάρξωσιν ἐξ Ἀγγλίας ἐπιχειρήματα; Παντάπασι, κύριοι
143Βουλευταί.
144Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν ἐλέγετο πρὸς ὑμᾶς ὅτι θὰ ἀπεφάσιζον
145περὶ τῶν τιθεμένων παρ’ ἡμῖν νόμων οἱ Ὑπουργοί, καὶ μό-
146νοι οἱ Ὑπουργοί, θὰ ἐδέχεσθε τοιαύτην πρότασιν;
147Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἶμαι ὁλοψύχως πεπεισμένος, ὅτι
148δὲν θὰ τὴν ἐδέχεσθε. Ἐὰν ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἀρκεῖ νὰ
149ψηφίσωσιν ἕξ Βουλευταὶ ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ νὰ κα-
150τασταθῇ νόμος, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ ἕξ ἐκεῖνοι πιθανῶς
151θὰ εἶναι ἕξ ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, θὰ ἐψηφίζετε, λέγω, ὑπὲρ
152τοιαύτης προτάσεως;
153Πιστεύω ἀκραδάντως, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι. Ἐν τούτοις
154ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ νοηθῇ, διότι ἡ Βουλὴ
155τῶν Λόρδων ἀποφασίζει διὰ τριῶν· καὶ ὅμως εἶναι δυνατὸν
156δέκα Ὑπουργοὶ νὰ εἶναι καὶ λόρδοι. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψη-
157φίσῃ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἀποτελουμένη κατὰ τὴν
158συνεδρίασιν μόνον ἐκ τεσσαράκοντα, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν
159νὰ εἶναι καὶ τεσσαράκοντα Ὑπουργοί, διότι τὸ ὅλον Ὑ-
160πουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ ἐξ ἑβδομή-
161κοντα προσώπων περίπου.
162Λοιπόν, ὅτε ταῦτα κρατοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶναι δυνατὸν
163νὰ συναχθῇ ἐπιχείρημα διὰ τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα;
164Ἀκούσατε πῶς ἐν Ἀγγλίᾳ πολιτεύονται. Προκειμένου
165ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ θεμελιώδους τινὸς
166ζητήματος πρό τινος χρόνου ἀπετελέσθη ἐκ τετρακοσίων
167καὶ πλέον μελῶν καὶ ἐθεάθησαν ἐν μεγαλοπρεπεῖ πανηγύ-
168ρει συνεδριάζοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῶν ὁμότιμοι, οἵτινες
169συζητήσιμον ἦτο ἂν εἶχον πατήσει ἄλλοτε τὸ ἔδαφος τοῦ
170Λονδίνου. Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε παρ’ ἡμῖν τοῦτο, θὰ
171παρουσιάζετο ἐκείνη ἡ μεγαλοπρεπὴς συνάθροισις, ἡ ὁποία
172τιμᾷ τὸν Ἀγγλικὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ ὑπὲρ τῆς
173ὁποίας δέον νὰ εὐχώμεθα καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον;
174Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλο παράδειγμα, ἐξ Αὐστρίας. Ἰδοὺ
175τί συμβαίνει ἐν Αὐστρίᾳ, κύριοι συνάδελφοι. Ἐν Αὐστρίᾳ,
176ἐν τῇ καθαρῶς Αὐστριακῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἐν τῇ Αὐστροουγ-
177γρικῇ μοναρχίᾳ, ἀληθῶς ἐκεῖ ἀρκοῦσιν ἑκατὸν Βουλευταί,
178διὰ νὰ ἀποφασίσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅταν πρόκειται περὶ
179σπουδαίων νόμων, περὶ δικαστικῶν νόμων, φέρ’ εἰπεῖν,
180περὶ νόμων τῆς διοικήσεως σπουδαίων, περὶ κυβερνητικῶν
181μέτρων σημαντικῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς
182προτάσεως τὰ ⅔. Καὶ νὰ μὴ λησμονῇ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ
183Αὐστριακὴ εἶναι Βουλὴ οὐχὶ Κράτους κοινοβουλευτικοῦ,
184εἶναι Βουλὴ Κράτους, ὅπερ βασίζεται ἐπὶ τῆς μοναρχικῆς
185ἀρχῆς, εἶναι Βουλὴ Κράτους, τοῦ ὁποίου φορεὺς τῆς πολι-
186τικῆς ἐξουσίας καὶ κυριωτάτη πολιτικὴ δύναμις εἶναι ὁ
187μονάρχης. Καὶ ἐπὶ πλέον δέον πάντες νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει
188ὅτι κυρία νομοθετικὴ ἐργασία γίνεται ἐν ταῖς ἐπιτροπείαις
189τῆς Αὐστροουγγρικῆς Μοναρχίας. Ἡ Βουλὴ τῶν Εὐπατρι-
190δῶν καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Αὐστροουγγρικῆς
191Μοναρχίας ἐκλέγουσιν ἐπιτροπάς, ἀποτελουμένας κατὰ τὸ
192⅓ ἐκ τῶν Εὐπατριδῶν καὶ κατὰ τὰ ⅔ ἐκ τῶν λαϊκῶν
193ἀντιπροσώπων. Ἑκάστη ἐπιτροπεία ἀποτελεῖται ἐξ ἑξή-
194κοντα μελῶν. Ἡ ἐκλογὴ γίνεται κατ’ ἀπόλυτον πλειονο-
195ψηφίαν. Τηρεῖται, βλέπετε, ἡ ἀρχή. Αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐκεῖναι
196ἀποφασίζουσι κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Ἡ ἀρχὴ πά-
197λιν τηρεῖται. Ὅταν συμβαίνῃ, ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων,
198νὰ συνενωθῶσι δύο ἐπιτροπεῖαι, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολύτου
199πλειονοψηφίας πάλιν τηρεῖται.
200Ὥστε, κύριοι Βουλευταί, πρόκειται νὰ θίξωμεν θεμε-
201λιώδη διάταξιν, ἀρχὴν κεφαλαιώδη τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν,
202τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουσι πάντα τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα
203πολίτευμα ἀντιπροσωπευτικόν.
204Καὶ ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει θὰ ἔλεγον· πρὸς τί τέλος
205πάντων νὰ προβῶμεν ἡμεῖς εἰς μίαν τοιαύτην πρωτοτυπίαν;
206ποῖα ἔχομεν δεδομένα, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς πείθωσιν ἀκρα-
207δάντως, ὅτι προωδεύσαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ
208μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς τηρήσεως μιᾶς τόσον θεμελιώδους
209ἀρχῆς; Καὶ θὰ ἔλεγεν ἀκόμη ὁ ἀπορῶν ἐπὶ τούτῳ· πῶς
210ἦλθεν εἰς τὸν ἐγκέφαλον τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ
211σκέψις αὕτη, νὰ καθορίσωσι τὸ ⅓, ὅπερ νὰ ἀποφασίζῃ
212κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν;
213Ἀληθῶς, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπος ἡ διά-
214ταξις. Ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ· ἐν Ῥωσίᾳ καὶ ἐν Ἰαπωνίᾳ.
215Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Τσαρικοῦ Διατάγματος, τοῦ καθορίζοντος
216τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Δούμας, ἀρκεῖται
217ἀληθῶς εἰς τὸ ⅓. Ὁμοίως εἰς τὸ ⅓ ἀρκεῖται τὸ Ἰαπωνι-
218κὸν Σύνταγμα. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι· εἶναι ὀρθόν,
219προκειμένου περὶ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, προκειμένου
220περὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δεχώμεθα
221διδάγματα ἀπὸ Κράτη, μεγάλα ἀληθῶς καὶ σεβαστά, ἀλλ’
222εἰς τὰ ὁποῖα τὰ δικαιώματα δὲν ἀπεκτήθησαν ὑπὸ τοῦ
223λαοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα τὰ δικαιώματα ἐδόθησαν εἰς τὸν
224λαὸν οἰκείᾳ βουλήσει ὑπὸ τῶν Ἡγεμόνων; Πρόκειται, Κύ-
225ριοι, νὰ βαδίσωμεν πολιτικῶς πρὸς τὰ ἐμπρός, ἢ νὰ στρα-
226φῶμεν πρὸς τὰ ὀπίσω;
227Θὰ ἐνόμιζέ τις, ὅτι ἀρκοῦσι ταῦτα, διὰ νὰ εἶναι ἀπα-
228ράδεκτος ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω ὅμως ἀνάγκην,
229διὰ νὰ μὴ ὑποθέσω ὅτι ἀτελῶς ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην μου,
230νὰ εἴπω ἐπὶ πλέον καὶ κατ’ ἐπανάληψιν πρὸς ὑμᾶς τοῦτο·
231ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων αἱ ἐξουσίαι δὲν εἶναι
232συντακτικαί, ἀρχαὶ κεφαλαιώδεις, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλε-
233ται ὁ ἀπόλυτος σεβασμός· διότι, ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ θίγωμεν
234τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης τὰς θεμελιώδεις ταύτας ἀρ-
235χάς, πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, μήπως περιπέσωμεν εἰς
236ἀναρχίαν· καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν ὅτι θὰ περιπέσωμεν
237εἰς ἀναρχίαν, ἀφοῦ ἔχομεν δεχθῆ, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν εἰς
238ὑμᾶς αἱ καθεστηκυῖαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους νὰ θέτωσι
239κεφαλαιώδεις ἀρχάς, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ
240ὑπείκωσιν εἰς τὰς τεθειμένας θεμελιώδεις ἀρχάς.
241Ἀλλ’ εἶναι τέλος πάντων καὶ σκόπιμος ἡ διάταξις;
242Ὀκτὼ Ὑπουργοί, ὁ Πρόεδρος ἐννέα, τρεῖς ἀντιπρόεδροι
243δώδεκα, τέσσαρες γραμματεῖς δέκα ἕξ, καὶ δέκα ἄλλοι
244Βουλευταὶ ἀρκοῦσι, διὰ νὰ θέτωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους!
245Ὑποθέσατε ἑκατὸν πεντήκοντα Βουλευτάς, Κύριοι, καὶ
246ὑποθέσατε μίαν καταπληκτικὴν πλειονοψηφίαν τῆς Κυ-
247βερνήσεως ἑκατὸν εἴκοσι πέντε Βουλευτῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει
248τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἥν, διὰ νὰ γένηται
249ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε Βουλευταὶ νὰ
250ὑποβάλωσι τὴν αἴτησιν θεωρούμενοι παρόντες. Πόσοι πλέον
251χρησιμεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Τριάκοντα πέντε. Οἱ
252ἄλλοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ μένωσι διαρκῶς εἰς τὰς ἑστίας
253των. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ καὶ τοῦτο ἀκόμη, νὰ
254προκαλῶνται δηλαδὴ συμβιβασμοὶ συνειδήσεων, οἱ ὁποῖοι
255συχνότατα καὶ νῦν ἔχουσι παρατηρηθῆ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐγὼ
256τοὐλάχιστον νομίζω. Ὑπάρχουσί τινες Βουλευταί, οἵτινες
257ἀποκρούουσι προτάσεις τινὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν
258εἶναι καὶ διατεθειμένοι νὰ ἔχωσιν ὅλον τὸ ἀπαιτούμενον
259θάρρος, ἢ δὲν εὑρίσκουσι προσῆκον νὰ καταψηφίζωσι τὰς
260προτάσεις ἐκείνας τῆς Κυβερνήσεως· δύναται, λέγω, νὰ γίνῃ
261διευκόλυνσις, νὰ ἀποσυρθῶσιν ἀπὸ τῆς αἰθούσης οἱ Βουλευ-
262ταὶ ἐκεῖνοι, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, διατηροῦσα ἕνα ἀριθμὸν
263πεντήκοντα Βουλευτῶν, ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀπαρτίαν,
264ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε, διὰ νὰ γέ-
265νηται ὀνομαστικὴ κλῆσις, δύναται νὰ διευκολύνῃ τὴν συν-
266είδησιν τῶν δεκαπέντε ἐκ τῶν πεντήκοντα, ὁτὲ μὲν τού-
267των, ὁτὲ δ’ ἐκείνων, καὶ νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον θαυμάσια!
268§4ΜΙΧ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἑκατόν;
269§5ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἑκατὸν θὰ εἶναι
270φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν θὰ εὑρίσκωσιν ἀνάγκην νὰ
271μένωσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἀλλὰ θὰ μένωσιν εἰς τὴν ἑστίαν
272των, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ βλέπῃ μίαν ὀλιγαρχίαν νὰ
273κυβερνᾷ τὸν τόπον, καὶ ἕνεκα τῶν παρεκτροπῶν τοῦ παρελ-
274θόντος ἔχοντες τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑψηλὴ καὶ
275ἤδη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ὑπόληψις τῆς
276Βουλῆς θὰ καταντήσωμεν, ἐὰν καταπέσῃ ὁλοκλήρως ἡ
277ὑπόληψις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ περιέλθωμεν ἴσως
278εἰς τὴν ψυχικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὅτι
279εἶναι βλαβερὸν ὁλοκλήρως παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα τὸ κοι-
280νοβουλευτικόν, τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον!
281Καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐγένετο μία στρα-
282τιωτικὴ ἐπανάστασις ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, ὡς
283ἐφρόνει τοὐλάχιστον, ὡς ἐπίστευεν, ὡς ἤθελεν. Ἀλλ’ ἔχετε
284λέγω, ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ στρατιω-
285τικὴ ἐπιβολὴ οὐχὶ λαϊκὴ καὶ οὐχὶ ὅπως προστατεύσῃ τὰ
286λαϊκὰ δικαιώματα, καὶ τότε, κρατησάσης καὶ τῆς γνώμης
287ὁλοκλήρως ὅτι βλαβερὸν παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ
288κοινοβουλευτικόν, τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον, ἀκόπως
289καὶ χωρὶς ἐλαχίστην διαμαρτυρίαν θὰ καταλυθῇ τὸ πολί-
290τευμα· καὶ τότε θὰ ἀρχίσῃ νέα ἀναδημιουργία, ὅπως ἐπα-
291νέλθωμεν εἰς τὸ πολίτευμα τοῦτο, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡ
292ἐσχάτη πλάνη ἔσται χείρων τῆς πρώτης, ἀλλὰ θὰ εἶναι
293πλάνη δυστυχῶς ἀνεπανόρθωτος, διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ
294ἔχῃ συντελεσθῆ ἐντελῶς ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ
295ἔθνους.
296Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήματα καὶ κατ’ ἀρχήν. Θέ-
297λετε, λέγουσιν ἡμῖν, τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν
298ἀπόλυτον, ἀφοῦ δὲν τὴν ἔχετε τὴν ἀπόλυτον κατὰ τὴν ἐκλο-
299γὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Σχετικὴ ἀληθῶς εἶναι ἡ πλειονο-
300ψηφία ἡ ἀπαιτουμένη κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν.
301Ἀπαντῶ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον: Ἔχετε ἐκεῖ σχετικήν, νὰ
302καθιερώσωμεν καὶ ἐνταῦθα σχετικήν; Σχετικὴν ἐπὶ σχετι-
303κῆς, νὰ ἀπαρνηθῶμεν δηλαδὴ τὴν ἀρχὴν τὴν θεμελιώδη
304ἐντελῶς καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ πολιτειακοῦ ἡμῶν
305σταδίου, ἀρχήν, ἥν, ὡς ἤδη κατέδειξα, ἀναγνωρίζουσιν
306ὅλα τὰ Κράτη. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεμία ὑπάρ-
307χει ἐκ τῶν δυσκολιῶν, τῶν ἀπαντωσῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ
308τῶν ἀντιπροσώπων. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ σειρὰ τῶν
309συλλογισμῶν ἡ προσήκουσα.
310Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐπουσιώδους τινός, διότι καὶ
311ἄλλα μεγάλα κακὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς
312καταλύσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδητε τὸ
313Κοινοβούλιον τοῦτο διαιρούμενον κατὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα
314εἰς παρεκβάσεις καὶ εἰς καταχρήσεις παρεκτρεπόμενα, ἵνα
315κατισχύσωσιν ἐπὶ μᾶλλον, ἀλλὰ καὶ ἵνα διατηρῶσι τὸ μὲν
316τὴν συνοχὴν ἑαυτῶν, τὸ δὲ τὴν συμμαχίαν ἄλλης μερίδος,
317νὰ δημιουργήσωσι πολίτευμα οὐχὶ φιλελεύθερον, ἀλλὰ φα-
318τρίας, ὁτὲ μὲν ἀλληλοϋποστηριζομένας, ὁτὲ δ’ ἀλληλοτρω-
319γομένας, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει κατεργαζομένας τὴν
320καταστροφὴν τοῦ τόπου. Διότι ὁ ἔχων ὀπαδοὺς τὸ ἓν τρί-
321τον τῆς Βουλῆς, σχεδὸν τὸ ἓν τρίτον, εὐλογώτατα θ’ ἀνα-
322κηρύσσῃ ἑαυτὸν ἡγέτην μερίδος πολιτικῆς καὶ μνηστῆρα
323τῆς πρωθυπουργίας. Ναὶ ἢ ὄχι;
324§6Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κύριοι Βουλευταί, τὸ βρα-
325δέως βουλεύεσθαι ἰσχύῃ ἐν πάσῃ ἰδιωτικῇ ἀποφάσει ἡμῶν,
326πολλῷ μᾶλλον βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ὅταν πρό-
327κειται νὰ θεσπίζωμεν συντάγματα καὶ νὰ νομοθετῶμεν.
328Διότι, ὡς ἀποφαίνεται ὁ ἱστορικὸς Τάκιτος, χαρακτηρι-
329στικὸν τῶν βαρβάρων μόνον εἶναι τὸ σπεύδειν εἰς τὰς ἀπο-
330φάσεις. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος
331τούτου μέριμναν καὶ ἔρευναν τῆς Συνελεύσεως ταύτης λίαν
332συντελεστικὴν καὶ διαφωτιστικήν, ἐλπίζω δὲ ὅτι διὰ τῆς
333συζητήσεως ταύτης θὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα ἐπω-
334φελῆ.
335Ἠκούσθη, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ
336φωνὴ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ καρδία τοῦ Συν-
337τάγματος εἶναι τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Καὶ ἔχει εἰς τοῦτο
338δίκαιον, διότι ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούν-
339των τὴν Κυβέρνησιν θίγει ἀκριβῶς τὴν καρδίαν τοῦ Συγ-
340τάγματός μας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε, διὰ νὰ
341στεγασθῇ ὑπὸ πολίτευμα κάπως φιλελευθερώτερον. Ὀφεί-
342λομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ
343τὰ ἔξοδα τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ παρασκευάσωμεν πρὸς αὐ-
344τὸν πολίτευμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δρέψῃ τοὐλάχιστον τοὺς
345καρποὺς τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἐξόδων του.
346Ἰδού, Κύριοι, τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν
347ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν προκειμένου περὶ μεταρρυ-
348θμίσεως τοῦ ἄρθρου 56. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀπαιτοῦν διά τε
349τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις αʹ)
350ἀπαρτίαν συνισταμένην εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ
351ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ βʹ) ἀπό-
352λυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν, διηυκόλυνε παρ’
353ἡμῖν ἀτυχῶς τὸ πνεῦμα τῆς κωλυσιεργίας, πολλάκις δὲ
354οὐχὶ ἄνευ σπουδαίας βλάβης τοῦ κοινοῦ συμφέροντος.
355Κατὰ τοῦ ἀτόπου τούτου, καθ’ οὗ ἐνίοτε προσέκοψαν
356σπουδαίως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἑπο-
357μένως δὲ καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
358πολιτεύματος, ἐνδείκνυται κατὰ τὰ κρατοῦντα καὶ εἰς τὰ
359πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Συνταγμάτων ἡ ἀρχή, ὅπως μὴ
360ἀπαιτῆται οἱαδήποτε ἀπαρτία διὰ τὰς συζητήσεις, ἀπαι-
361τῆται δὲ τοιαύτη μόνον διὰ τὰς ἀποφάσεις, καὶ αὕτη δὲ
362ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν με-
363λῶν τῆς Βουλῆς.
364Ἠκούσατε ἐντεῦθεν ὅλων τῶν ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ὡμί-
365λησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι τὰ διάφορα ἄλλα
366Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτρο-
367πῆς, ἐκτὸς ἑνὸς μόνον, τοῦ τῆς Ἀγγλίας, δὲν εἶναι σύμφωνα
368μὲ τὴν γνώμην τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν συγκροτούντων τὴν
369Κυβέρνησιν. Μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ
370καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τὸ
371διοικεῖν καὶ τὸ κυβερνᾶν συγχρόνως. Εἶναι ὅλως διάφορον
372ἐκεῖ τὸ πολίτευμα ἀπὸ τὸ παρ’ ἡμῖν. Εἰς ὅλα δὲ τὰ ἄλλα
373συνταγματικὰ Κράτη ἠκούσατε ὅτι διὰ τὰς ἀποφάσεις
374ἀπαιτεῖται πλέον τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν,
375ὑπάρχουσι δὲ καὶ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα πρὸς λῆψιν ἀπο-
376φάσεων ἀπαιτοῦσι τὰ ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.
377Κατὰ τὸ 1875 ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ποιουμένη κατάχρησιν
378τῆς δυνάμεώς της ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐντελῶς διάστροφον
379ἑρμηνείαν εἰς τὰ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρα καὶ ἐψήφισε νόμον
380ἐναντίον τῆς ἐννοίας τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ Συντάγμα-
381τός μας. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ λαὸς ἠγανάκτησεν ἐναν-
382τίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης κατὰ τοιοῦτον
383τρόπον, ὥστε ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν ἀναγκαῖον πρὸς καθησύ-
384χασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ ἐμπέδωσιν τῆς τά-
385ξεως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, τὴν ψηφίσασαν ταῦτα,
386καὶ ὄντως διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
387ἔστειλεν ἀντιπροσώπους, οἵτινες ἔσπευσαν ν’ ἀκυρώσωσι
388τοὺς νόμους, οἵτινες ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, καὶ
389οὕτως ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγμα-
390τος, ἥτις ὁρίζει περὶ ἀπαρτίας.
391Ἐὰν σήμερον, Κύριοι, ἡμεῖς στραγγαλίσωμεν κατὰ τοιοῦ-
392τον τρόπον τὴν ἐξασφάλισιν ταύτην τοῦ ἀληθοῦς φρονήμα-
393τος τοῦ λαοῦ, τότε τί μένει; Νομίζω ὅτι ὑπάρχει κίνδυ-
394νος νὰ ἐπαναστατήσῃ πάλιν ὁ λαός, ὅπως φέρῃ νέαν Ἐθνο-
395συνέλευσιν καὶ διορθώσῃ τὸ κακὸν ἢ διὰ ψηφισμάτων ὁ
396Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ἄνακτος νὰ δια-
397λυθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὰ δικαιώματά
398του. Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγνωρίσῃ
399τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ δὲν θε-
400λήσῃ νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς
401Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ, τότε ἓν μόνον μένει, ὅπως ὁ Βασιλεὺς
402μεταχειρισθῇ τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη καὶ
403κατὰ τὸ 1875, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ὃ ση-
404μεῖον ἦσαν καὶ εἰς ὃ σημεῖον θέλει ὁ λαός.
405Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ
406βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι καὶ ἡ λαϊκὴ βούλησις καὶ ἡ
407κοινὴ γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Φρονῶ, ὅτι τὸ
408ἐναντίον συμβαίνει. Ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτει τὸ ἀξίωμα,
409τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει κατὰ τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχήν, ἵνα
410ἐρωτᾶται ὁ λαὸς προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημά-
411των, καὶ ἐφηρμόζετο συγχρόνως τὸ ἀξίωμα τῶν Λοκρῶν,
412«ἐν βρόχοις τὸν τράχηλον ὁ νομοθέτης ἐχέτω», ἠρωτῶμεν
413δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν
414γνωρίζω τίς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπέζη.
415§7Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, θέμα
416εἶναι σπουδαῖον. Ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ οὐδένα διαφεύγει.
417Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ἀπό-
418φασιν τῆς Βουλῆς ἐξηγήθη ἤδη ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων, ὅτι
419ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν διὰ τὴν ὀρθὴν κατάρτισιν τῶν
420νόμων. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου 56—εἶναι κατὰ τοῦτο
421συναφὴς πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, πρὸς τὸ σύ-
422στημα τῆς αὐτοκυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ
423ὁποῖον διέπει τὴν χώραν ἡμῶν. Καὶ λέγων ἀντιπροσωπευ-
424τικὸν σύστημα ἐννοῶ τὴν σύμπραξιν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν
425κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οὐδένα λαν-
426θάνει, ὅτι κατόπιν πολλῶν περιπλοκῶν τοῦ ἡμετέρου δημο-
427σίου βίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 μέχρι τοῦ ἔτους 1875,
428συνεπείᾳ τῶν περιπλοκῶν τῶν γνωστῶν τῆς περιόδου ἐκεί-
429νης, καθιερώθη ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐφεξῆς τὸ κοινοβουλευ-
430τικὸν σύστημα τοῦ πολιτεύεσθαι ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἀντιπρο-
431σωπεία τοῦ λαοῦ ἐχρησιμοποιήθη ὄχι μόνον πρὸς τὸ νομο-
432θετεῖν, ἀλλ’ ἐχρησιμοποιήθη καὶ πρὸς τὸ κυβερνᾶν δι’ ἐπι-
433τροπῆς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀπορρεούσης καὶ ἑδραζομέ-
434νης ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τῆς εἰσα-
435γωγῆς τοῦ δόγματος τούτου καθιερώθη ἡ δημοκρατικὴ
436ἀρχὴ ἡ ἰσχύουσα εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα,
437ὅτι κυβερνᾷ ἐν Ἑλλάδι ἡ πλειονοψηφία. Βεβαίως πρὸς τὴν
438ἀρχὴν ταύτην ἀντιβαίνει ἡ ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας κα-
439τατυράννησις, διότι ἀντιβαίνει ἀκριβῶς εἰς τὰς δημοκρατι-
440κὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἀναντίρρητον εἶναι,
441ὅτι ἡ θεμελιώδης αὐτὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονο-
442ψηφία τῶν ἀντιπροσώπων κυβερνᾷ τὸν τόπον διὰ τῆς ἐπι-
443τροπῆς τῆς ἀποτελούσης τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ θε-
444μελιώδης αὐτὴ βάσις, λέγω, τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, τὴν
445ὁποίαν καλούμεθα νὰ προασπίσωμεν, διότι δὲν ἤλθομεν νὰ
446ἀντιστρατευθῶμεν ἢ νὰ καταλύσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν
447πολίτευμα, ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ ἔχει ἀνάγκην διηνε-
448κοῦς ἐλέγχου. Εἶναι ἀνάγκη πάντοτε νὰ σφυγμομετρῆται,
449ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας
450τῆς Βουλῆς ἢ δὲν τὴν ἔχει, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν
451ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἑαυτῆς ἢ δὲν ἔχει
452ἰσχυρὰν πλειονοψηφίαν, ἐνδείκνυται κοινοβουλευτικῶς, ὅπως
453ἡ Κυβέρνησις ὑποχωρήσῃ, καὶ ὑποχωρήσῃ εἰς ἕτερα κόμματα
454ἱκανὰ νὰ δώσωσι Κυβέρνησιν ἢ ὅπως διαλυθῇ ἡ Βουλή, διὰ
455νὰ κληθῇ πάλιν ὁ λαὸς νὰ δώσῃ νέαν ἀντιπροσωπείαν, ἡ
456ὁποία νὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ παγίαν νέαν Κυβέρνησιν.
457Ἡ εἰσαγωγὴ δὲ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐσήμα-
458νεν ἀναντιρρήτως διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν πρόοδον,
459διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τοῦ
460ἑδραζομένου ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπρο-
461σώπων κατηργήθησαν τὰ πέντε ἢ ἓξ μικρὰ κόμματα, τὰ
462ὁποῖα ὑπῆρχον ἄλλοτε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν μέ-
463χρι τοῦ 1875 νὰ δώσωσι παγίαν Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον.
464Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρίνω ὅτι πράγματι εἶναι σο-
465βαρωτάτη ἡ συζήτησις καὶ σοβαρωτάτη ἡ σημασία τῆς
466δοθησομένης εἰς τὸ ζήτημα λύσεως.
467Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχὴν καὶ τὸν
468κοινοβουλευτικὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι τὸν ἐξυπηρετεῖ
469τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ
470Συντάγματος ἀπαιτεῖ, ὡς ἔχει μέχρι σήμερον, τὴν ἀπαρ-
471τίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ὄχι μόνον διὰ
472τὴν ἀπόφασιν, ὁπότε καταδεικνύεται ἡ δύναμις τῆς Κυ-
473βερνήσεως καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη, μετὰ τῆς ὁποίας περιβάλ-
474λεται αὕτη, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὴν ἀπαρτίαν ταύτην καὶ διὰ
475τὰς συζητήσεις. Βεβαίως ἐκ θεωρητικῶν λόγων δικαιολο-
476γεῖται ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ
477εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν πλήρης, ὅταν βουλεύηται περὶ τῶν
478κοινῶν, ἀλλ’ ἡ ἐξαγγελία τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης διὰ
479τῆς καθιερώσεως τῆς ἀπαρτίας τῆς συζητήσεως ἐχρησιμο-
480ποιήθη ἐν τῷ παρελθόντι πρὸς παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν
481τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Ἐν-
482τεῦθεν ἐγεννήθη μεγάλη κατακραυγὴ ἐναντίον τῆς κωλυ-
483σιεργίας τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὠχυροῦτο ὄπισθεν τοῦ
484τυπικοῦ δικαιώματος, τοῦ παρεχομένου ἐκ τοῦ ἄρθρου 56
485τοῦ Συντάγματος. Ὠχυροῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ὄπισθεν
486αὐτοῦ τοῦ τυπικοῦ δικαιώματος καὶ ὑπέβαλλεν ἐνστάσεις
487ἀπαρτίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τοσοῦτο μᾶλλον ἀδικαιολόγητοι,
488καθόσον πλειστάκις ὑπεβάλλοντο, καὶ ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις
489εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐντεῦθεν
490δ’ ἐγεννήθη μεγάλη κατακραυγή, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι
491δεδικαιολογημένη ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁλοσχερὴς ἀπά-
492λειψις τῆς ἀπαρτίας πρὸς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ
493ἓν μέσον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο τοιαύτη κατάχρησις ἐν τῷ
494παρελθόντι.
495Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπαρτίας πρὸς τὴν συζήτησιν τὸ ἄρ-
496θρον 56 τοῦ Συντάγματος καθιέρου καὶ τὴν ἀπαρτίαν
497πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν διάταξιν δὲ ταύτην ἐτόνισα καὶ
498ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι εὑρίσκω σκόπιμον, διότι μᾶς
499παρέχει ἑκάστοτε ἓν μέσον, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις μετρῇ
500τὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐξελέγ-
501χωσι τὴν συνοχήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι μεταξύ των, καὶ τὸ
502Στέμμα, τὸ ἐφορεῦον ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εὑρί-
503σκηται ἐν γνώσει, ἂν ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, τὴν
504ὁποίαν ἔχει, εἶναι πράγματι κοινοβουλευτικὴ ἢ εἶναι ἀντι-
505κοινοβουλευτική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ κοινοβου-
506λευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν
507τοῦ ½ πλέον ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων. Τοῦτο εἶναι
508ἀναντίρρητον, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
509βέρνησις δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ½ πλέον ἑνός,
510εἶναι δυνατὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ὁμά-
511δες νὰ συμπράξωσι καὶ νὰ τὴν ῥίψωσιν ἐκ τῆς ἐξουσίας,
512ὥστε οὐσιαστικῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ εἶναι κοινοβου-
513λευτικὴ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ
514ἡμίσεος πλέον ἑνός.
515§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρα εἶναι ἀκίν-
516δυνον τὸ συνιστώμενον, διότι, ἐὰν δὲν τὴν ἔχῃ, θὰ πέσῃ.
517§9Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
518ἑκάστοτε ὁ ἔλεγχος, ὃν δίδει ἡ ἀπαρτία τοῦ ἡμίσεος πλέον
519ἑνός.
520Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι πάντως ἀπαιτεῖται ἡ πλειονο-
521ψηφία αὕτη, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ βάσις, ἐπὶ τῆς
522ὁποίας ἑδράζεται ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ οὐσια-
523στικὴ δὲ αὕτη βάσις ἐξελέγχεται διαρκῶς, ἂν εἰς τὰς ψη-
524φοφορίας ἀπαιτῆται νὰ παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς
525τῶν Βουλευτῶν, διότι τότε ἔχομεν τὸν ἔλεγχον ὅτι πρά-
526γματι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν
527ἀνεξαρτήτως τῆς διαγωγῆς τῆς μειονοψηφίας.
528Ἀλλὰ παρετηρήθη ἕτερον ἄτοπον, ὅπερ ἐξέθηκεν ὁ κ.
529Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συχνάκις ἐγένετο κατά-
530χρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, τοῦ ἀπορρέοντος ἐκ τῆς
531διατάξεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ἵνα κατὰ τὰς ἀποφάσεις
532τῆς Βουλῆς παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βου-
533λευτῶν, ἐγένετο κατάχρησις, ὅπως κωλυσιεργῇ ἡ Ἀντιπο-
534λίτευσις. Ἐὰν τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ μειονοψηφία
535ἔκαμνε χρῆσιν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἥμισυ
536πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ κατὰ
537τὴν στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως καὶ προεκάλει ἀσκόπως, μό-
538νον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς
539Βουλῆς, προτάσεις ὀνομαστικῆς κλήσεως, βεβαίως οὐδεὶς
540θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνέκρινε τὴν διαγωγὴν ταύτην
541ἀπολύτως. Ἐὰν ὅμως γίνηται ἡ πρότασις τῆς ὀνομαστικῆς
542κλήσεως εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρίσταται
543ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε ἡ μειονοψηφία ὑπομιμνήσκει
544εἰς τὴν Συμπολίτευσιν τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρε-
545ώσεις καὶ ὁδηγεῖ αὐτὴν εἰς τὴν συνταγματικὴν ὁδόν. Λέγω
546τοῦτο, διότι θέλω νὰ φθάσω εἰς ἓν σημεῖον, ν’ ἀποδείξω
547δηλ. ὅτι, καὶ ἂν περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας ἔλατ-
548τον τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν, π. χ. εἰς
549τὸ ⅓, τὰς τοιαύτας κωλυσιεργίας δὲν θ’ ἀποφύγῃ ἡ
550πλειονοψηφοῦσα μερίς.
551Ἡ μειονοψηφία θὰ ἔχῃ πάντοτε ἐν χερσὶ τὸ μέσον
552νὰ φέρῃ ὀνομαστικὰς κλήσεις καὶ νὰ παρελκύῃ τὰς ἐργα-
553σίας, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ τοῦ ⅓, ἢ καὶ νὰ προ-
554καλῇ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ Σύντα-
555γμα, διότι δὲν κατορθοῦται ἀπαρτία τοῦ ⅓.
556Ὥστε διὰ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως δὲν θερα-
557πεύεται τὸ ζήτημα τῆς κωλυσιεργίας, διότι εἰς τὰς αὐτὰς
558συνθήκας θὰ εὑρεθῶμεν καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀπαρτίας
559τοῦ ⅓. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπὸ τὸ
560σύστημα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς εἶναι
561μᾶλλον ὑποχείριος ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀξιώσεις, εἰς τὰς
562ἐκβιάσεις τῶν φίλων της. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
563νήσεως καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρίσκετο, ὅτι πολλάκις ἐν τῷ
564παρελθόντι κυβερνῆται, ἵνα συγκρατήσωσι τὴν πλειονοψη-
565φίαν αὐτῶν, ἀπεμπόλησαν πάντα τὰ δίκαια καὶ τὰ νόμιμα
566τοῦ λαοῦ τούτου. Εἰς τοῦτο θὰ μὲ εὕρῃ σύμφωνον, ὅτι πρά-
567γματι ἡ Ἱστορία παρέχει τοιαῦτα παραδείγματα. Ἀλλ’
568ἦτο κακὸν τὸ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος,
569ὡς ἦτο διατετυπωμένον, ἐξεβίαζον οἱ Βουλευταὶ τὰς Κυ-
570βερνήσεις εἰς τὴν τοιαύτην ἀπεμπόλησιν, ἢ ἦτο κακὸν ὅτι
571εἴχομεν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔστεργον εἰς τὴν τοιαύτην
572ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ὅπως συγκρατη-
573θῶσιν ἐν τῇ Ἀρχῇ; Καὶ ἐὰν τοῦτο ὁμολογῶμεν ὅτι ἦτο τὸ
574κακόν, ὅτι δὲν εἴχομεν κυβερνήτας σθένους, οἱ ὁποῖοι νὰ
575ἀποπέμπωσι Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν παράνομα, οἱ
576ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ συναλλαχθῶσι μετ’ αὐτῶν, ἵνα ἐκτελέ-
577σωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των καὶ
578ἀπέναντι τῆς χώρας, καὶ ἂν ἀναγνωρίζωμεν πάντα ταῦτα,
579πρέπει ἀναγκαίως νὰ συμπεράνωμεν ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ
580ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιούτους κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι,
581διὰ νὰ συγκρατηθῶσιν εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ θελήσωσι νὰ
582συναλλαχθῶσι μετὰ τῶν φίλων των, τότε πρέπει ν’ ἀπελπί-
583σωμεν περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ ἀποδεχώ-
584μεθα ἐξ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος οὐδεμίαν
585βελτίωσιν.
586Εἶναι ζήτημα ἠθικῆς τῶν κυβερνητῶν, εἶναι ζήτημα χα-
587ρακτῆρος καὶ ψυχικοῦ σθένους τῶν κυβερνητῶν, δὲν εἶναι
588τὸ ζήτημα τοῦ ⅓ ἢ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῆς ἀπαρ-
589τίας, ὅπερ θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα.
590Ἐνῷ λοιπὸν τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν δὲν εὑ-
591ρίσκω ἐν παντὶ σκόπιμον, ἐπανέρχομαι πάλιν εἰς τοὺς ἑτέ-
592ρους λόγους τοὺς συνηγοροῦντας ὅπως ἐμμείνωμεν εἰς τὴν
593διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει, καὶ τοὺς ὁποίους ἀνέ-
594πτυξαν ἕτεροι προλαλήσαντες, ἰδίως δὲ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βου-
595λευτής, προσωπικός μου καὶ πολιτικὸς φίλος, κ. Παπανα-
596στασίου. Διὰ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου
597καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς
598ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευ-
599τῶν, τὸν ἀπαιτούμενον διὰ νὰ ληφθῶσιν ἔγκυροι ἀποφάσεις,
600τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν ἔχομεν δευτέραν Βουλήν.
601Θὰ ἤθελον ἐπίσης ὅμως νὰ τονίσω ἐνθυμούμενος παρα-
602τήρησίν τινα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶ-
603πεν, ὅτι ἐντεῦθεν ἐξεπέμφθησαν ὕμνοι καὶ αἶνοι πρὸς τὴν
604κωλυσιεργίαν, ὅτι βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
605θὰ ἐνέκρινα τὴν στάσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἀτόπως
606μεταχειρίζεται τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος
607καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως κωλυσιεργήσῃ. Ἀλλὰ
608δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ὑπάρχουσι καὶ περιπτώσεις,
609κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κωλυσιεργία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα,
610ἀλλὰ καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις ἱερὰ τῆς μειονοψηφίας.
611Τοιαῦται περιπτώσεις δὲ ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν συγ-
612γραφέων ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις
613παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ Κυ-
614βέρνησις παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀνα-
615γνωρίζεται προσέτι καὶ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
616Κυβέρνησις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς πλειονοψηφίαν τυφλὴν εἰς
617τὴν συζήτησιν, πλειονοψηφίαν μὴ ζητοῦσαν νὰ φωτισθῇ,
618ἀλλ’ ἀκολουθοῦσαν τυφλῶς αὐτὴν καὶ θεωροῦσαν ὡς ζήτημα
619ἐμπιστοσύνης πᾶσαν πρότασιν, ἥτις ὑποβάλλεται τυχὸν
620ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τοιαύτη πλειονοψηφία
621ὑπάρχῃ, ἐνδείκνυται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐνασκήσῃ
622τὴν κωλυσιεργίαν, ὡς ἐνδείκνυται ἐπίσης ἡ κωλυσιεργία
623τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται
624μέτρου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε κάμει λόγον εἰς τὸ πρό-
625γραμμά της, ὅτε εἶχε κατέλθει εἰς τὰς ἐκλογάς, ὡς ἐν-
626δείκνυται ἐπίσης εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κωλυσιεργῇ
627εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν πλήρη πεποίθη-
628σιν ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶναι καὶ πλειονο-
629ψηφία ἐν τῷ λαῷ. Οὐδεὶς δ’ ἐσκέφθη τὴν ἀγρίαν Ἀντιπο-
630λίτευσιν τοῦ Κοσσουθικοῦ κόμματος ἐν τῇ Οὑγγρικῇ Βουλῇ
631τοῦ 1905 νὰ τὴν κατακρίνῃ ὡς ἀθέμιτον, διότι διαλυθεί-
632σης τῆς Βουλῆς ἀπεδείχθη ἀμέσως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὅτι
633τὸ κόμμα τὸ Κοσσουθικὸν εἶχε πράγματι τὴν πλειονοψη-
634φίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ δὲν εἶχε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν
635τῇ Βουλῇ.
636Ὑπάρχουσι λοιπὸν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κω-
637λυσιεργία ἐνδείκνυται, καὶ δὲν πρέπει μὲ τὴν πρόθεσιν ὅπως
638ἀπολύτως περιστείλωμεν τὴν κωλυσιεργίαν, ἥτις ἐνδεχομέ-
639νως δύναται νὰ εἶναι ὠφέλιμος, δὲν πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν
640ἐγγύησιν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς ἐκ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συν-
641τάγματος, ἐγγύησιν ἡ ὁποία εἶναι ὑπηρετικὴ ἄλλων σκο-
642πῶν. Εἶναι μέγα βῆμα τὸ γινόμενον διὰ τῆς ἀπαλείψεως
643τῆς ἀπαρτίας διὰ τὴν συζήτησιν, διότι αἴρεται ἐντελῶς ἡ
644βάσις τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, καὶ
645ἐλήφθησαν ἤδη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διατάξεις τοιαῦται, αἱ
646ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν εὔτακτον συζήτησιν καὶ ἀποτέ-
647μνουσι τὴν ἀπεραντολογίαν. Ἡ κωλυσιεργία δὲν ἐνασκεῖται
648μόνον διὰ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, μόνον διὰ τῆς αἰτήσεως
649ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐνησκεῖτο καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
650του εἰς παρελθόντας χρόνους δι’ ἀπεραντολογίας, διὰ τῆς
651ἀναμίξεως πραγμάτων ἀσυναφῶν καὶ ἀπροσδιονύσων, καὶ
652παρειλκύοντο αἱ συζητήσεις, ἀλλ’ αὐτὰ ἦσαν ζητήματα
653κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν, καί, ἐὰν ὑπῆρχεν
654ἀνάγκη καὶ περαιτέρω νὰ βῶμεν, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἦτο πρό-
655θυμον τὸ Συνέδριον τοῦτο.
656Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι
657ἐν τῷ ἡμετέρῳ δημοσίῳ δικαίῳ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τῆς σχε-
658τικῆς πλειονοψηφίας καθιερωμένη εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκλο-
659γῶν, ἐὰν δὲ εἰς ἄλλα Κράτη ἐμμένωσιν ἀκόμη εἰς τὸ σύ-
660στημα τῆς ἀπαρτίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, ὅπως ἐν
661Γαλλίᾳ τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἡ αὐτὴ ἀναλο-
662γία ἰσχύει διὰ τὰς ἐκλογάς, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐν πάσῃ
663ἀκριβές, διότι ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπαιτεῖται τὸ
664τέταρτον τῶν ἐκλογέων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ ἐκλο-
665γικῷ καταλόγῳ, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναλογία, ἣν ἐφαν-
666τάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νο-
667μίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμφύρωνται τὰ ζητήματα τῆς
668πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογῶν μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἀπαρτίας
669ἐν τῇ Βουλῇ.
670Σήμερον ἐν τῇ Γαλλίᾳ εἰσάγεται τὸ σύστημα τῆς κατ’
671ἀναλογίαν ἐκλογῆς, βεβαίως δὲ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη δὲν στη-
672ρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἡμίσεος
673πλέον ἑνός, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀντιπροσωπεύσεως
674καὶ τῶν μειονοψηφιῶν. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρ-
675τίας οὐδαμῶς ἐθίχθη οὔτε ἐσκέφθη τις νὰ τὸ θίξῃ. Ἔφε-
676ραν παραδείγματα ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν
677ἀπαρτίαν μικρὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ἐν μὲν τῇ κάτω Βουλῇ
67840, ἐν δὲ τῇ ἄνω 3. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
679ψητε ὅμως νὰ ὑπομνήσω τὴν ῥῆσιν τοῦ μεγάλου Βίσμαρκ,
680τοῦ σιδηροῦ καγκελλαρίου, ὅστις εἶπεν εἰς τοὺς παροτρύνον-
681τας, ὅπως εἰσαγάγῃ Ἀγγλικοὺς θεσμούς:
682«Δώσατέ μοι τὴν Ἀγγλικὴν εὐγένειαν, τὴν Ἀγγλικὴν
683»θεοσέβειαν, τὸν Ἀγγλικὸν πλοῦτον, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα
684»τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ σᾶς παραχωρῶ θεσμοὺς Ἀγγλι-
685»κούς».
686Ἀνέφεραν περαιτέρω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι δὲν
687εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸς ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας διὰ
688τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παραδείγματα ἐκ Κρατῶν, οἷα
689ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰαπωνία. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς
690τοὺς στηρίζοντας ἐπ’ αὐτῶν τὰ ἐπιχειρήματά των ὅτι ἡ
691Αὐστρία καὶ ἡ Ἰαπωνία δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὰ Κράτη,
692ὁ Πρόεδρος δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐξαρτᾶ-
693ται ἐκεῖ ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῆς ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ
694τῶν ἀντιπροσώπων. Εἶναι τελείως ἄσχετα τὰ ζητήματα.
695Ἡμεῖς δεχθέντες τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν ἡ
696τύχη τοῦ Ὑπουργείου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς
697Βουλῆς, ἔχομεν συμφέρον τὴν πλειονοψηφίαν ταύτην νὰ τὴν
698ἐξελέγχωμεν διαρκῶς. Δὲν εἶναι πολιτικῶς σκόπιμον νὰ
699λέγωμεν ὅτι περιορίζοντες τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας ἀπο-
700τέμνομεν τὰς ἐκβιάσεις, ἃς ἐνδεχομένως φίλοι τῆς Κυβερ-
701νήσεως δύνανται νὰ κάμνωσι μὴ προσερχόμενοι διὰ τὴν
702ἀπαρτίαν. Ἐὰν τοιαύτη σχέσις δημιουργηθῇ ἐν τῇ πλειο-
703νοψηφίᾳ, συμφέρον εἶναι νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς ψη-
704φοφορίας γενναίας, ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις κανονίσῃ τὰς σχέ-
705σεις της μετὰ τῶν φίλων της καὶ τὸ Στέμμα κανονίσῃ
706τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεδείχθη ἐξ ἄλλου μέλους
707συγκεντροῦντος καὶ μάθησιν καὶ πολιτικὴν ἐμπειρίαν ὅτι
708ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας ἢ ἀποφάσεως διὰ μικροτέρου
709ἀριθμοῦ θὰ ἔχῃ ὡς συνακόλουθον ἢ ὡς ἀντίρροπον τὴν κα-
710τάτμησιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ εἰς μικρὰ κόμματα.
711Τοὺς φόβους τούτους συμμερίζομαι καὶ ἐγώ, δὲν θὰ ἐπε-
712θύμουν δὲ νὰ ἴδω ἐνταῦθα τὴν κατάτμησιν τῆς ἀντιπρο-
713σωπείας εἰς πλείονα μικρὰ κόμματα ἢ φατρίας, αἱ ὁποῖαι
714θὰ δύνανται δι’ ἀθεμίτων συνεννοήσεων νὰ ἔρχωνται ἐπὶ
715τὴν Ἀρχήν, ὡς εἴδομεν κατὰ τὸ παρελθὸν τοιαύτας ἑνώ-
716σεις γενομένας ἵνα πολεμήσωσιν ἐνδεχομένως εἰς ἀκατάλ-
717ληλον περίστασιν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλέχθη καὶ ἀλλαχοῦ
718καὶ ἐνταῦθα ὅτι διὰ τὴν ὀρθὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβου-
719λευτικοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς ἐκλο-
720γῆς τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ
721ἀλλαχθῇ, ὅτι ἀπαιτεῖται κυρίως νὰ διχαζώμεθα εἰς δύο
722μεγάλα κόμματα. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐν πᾶσι δυ-
723νατὸν οὐδ’ ἐπιθυμητόν, πάντες ἔχομεν ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ
724ἐπαυξήσωμεν τὴν κατάτμησιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων,
725ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι προσωπικὰ κόμματα καὶ οὐχὶ κόμ-
726ματα Ἀρχῶν.
727Τοῦτο θεωρῶ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἡμε-
728τέρου πολιτεύματος καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως εἶμαι
729ἐναντίος τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως καὶ ὑπὸ τὴν
730μορφὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη
731νὰ συζητήσῃ, ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑφ’ ἣν ὑπέβαλεν αὐτὴν ὁ ἐκ
732Λακωνίας συνάδελφος καὶ φίλος κ. Κουτούπης.
733§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέ-
734θηκε πληροφορίας σχετικὰς πρὸς ἐπερώτησίν τινα.
735Ἐγγεγραμμένοι εἶναι πολλοί· Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα,
736διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ ἀντιλέγων. Οἱ κ. κ. Φικιώρης, Βοζίκης,
737Πετμεζᾶς, Δογάνης, Παπαποστόλου καὶ Πετροπουλάκης.
738§11Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὄχι τό-
739σον διὰ νὰ φωτίσω ὑμᾶς διὰ τῆς γνώμης μου, διότι νομίζω
740ὅτι νεκρὸς καὶ ἄπειρος ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ φωτίσω εἰδή-
741μονας καὶ πολυπείρους συναδέλφους, ἀλλ’ ἂν ἦλθον ἐπὶ
742τὸ βῆμα τοῦτο ἔπραξα αὐτό, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆ-
743φόν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς
744τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτε-
745λούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω ὅτι καθιερουμένου τοῦ
746⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὡς ἀριθμοῦ ἐπαρκοῦς
747πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας καὶ λῆψιν ἀποφάσεων κατὰ
748τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι ὁ τοιοῦτος ἀρι-
749θμὸς θὰ εἶναι ἐπαρκέστατος, καὶ δὲν θέλει θεωρηθῆ ὡς
750μηδαμινός, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸν χαρακτηρίσωσιν οἱ προλα-
751λήσαντες συνάδελφοι. Καὶ ἐξηγοῦμαι.
752Ἐάν, Κύριοι, ἔχωμεν ἀριθμὸν Βουλευτῶν 150, ὅπως
753εἶναι τὸ πιθανώτερον ὅτι θὰ ἔχωμεν, τότε πρὸς συγκρό-
754τησιν ἀπαρτίας ἀπαιτοῦνται Βουλευταὶ 50, καὶ ἑπομένως,
755ὅπως τινὲς εἶπον, πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων θ’ ἀπαιτηθῇ ἀρι-
756θμὸς Βουλευτῶν 26. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρώτην
757ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ἀποτελεῖ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τοῦ
758ἀριθμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ σχηματίσῃ
759πλειονοψηφίαν. Σκέπτομαι ὅμως ἄλλως ἐγὼ καὶ λέγω ὡς
760ἑξῆς· ἀφοῦ εἶναι δῆλον, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις,
761ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τοῦ ὅλου ἀρι-
762θμοῦ τῶν Βουλευτῶν πλέον ἑνός, κατ’ ἀνάγκην ἡ Κυβέρνη-
763σις ἐκείνη, ἥτις θὰ εἰσαγάγῃ νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ψή-
764φισιν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὸ σχέ-
765διον αὐτό, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κηρύσσομαι, νὰ ἔχῃ νὰ παρου-
766σιάσῃ παρατεταγμένους τοὐλάχιστον 50 Βουλευτὰς φί-
767λους της ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ 50 Βουλευτὰς φίλους
768της κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν
769θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐπιψήφισις, καὶ διὰ
770ποῖον λόγον; Διότι θὰ δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ
771ἀνὰ πᾶσαν ὥραν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωροῦσα τῆς συνε-
772δριάσεως νὰ κλονίσῃ τὴν ἀπαρτίαν καὶ ματαιώσῃ ἑπομέ-
773νως τὴν ὅλην ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
774αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὕπαρξιν νὰ κλονίσῃ.
775Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ
776καὶ ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδια, πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸ
777⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἤτοι 50 Βουλευτάς,
778ἐν παρουσίᾳ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περι-
779πτώσει, ὅταν παρίστανται 50 Βουλευταὶ φίλοι τῆς Κυ-
780βερνήσεως, ὁμοφρονοῦντες ἑπομένως πρὸς αὐτήν, εἶναι βέ-
781βαιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῶν 50
782ἐκείνων φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περι-
783πτώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδένα λόγον θὰ ἔχῃ νὰ ἀπο-
784χωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν κλονίζει τὴν ἀπαρ-
785τίαν, τοὐναντίον θὰ ἔχῃ ὅλους τοὺς λόγους νὰ παραμείνῃ
786ἐν τῇ συνεδριάσει, νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας της καὶ νὰ
787καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην,
788διαμαρτυρομένη οὕτως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐὰν εὑρίσκῃ αὐτὸ
789ἀσύμφορον διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἰδοὺ τότε, ὅτι σὺν τῷ
790ἀριθμῷ τῷ ἀπαιτουμένῳ, τῷ ἀπαραιτήτῳ πρὸς συγκρότη-
791σιν τῆς ἀπαρτίας, σὺν τῷ ἀριθμῷ τῶν 50 Βουλευτῶν, οἱ
792ὁποῖοι θὰ εἶναι παρόντες, ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ
793εἶναι καὶ ἄλλος ἀριθμὸς ὀλίγον μικρότερος ἢ καὶ ἴσος, ἐκ
794μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδοὺ ὅτι θὰ ἔχωμεν σύνο-
795λον ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κυβερνητικῶν ὑπερψηφιζόντων τοῦ
796νομοσχεδίου καὶ ἀντιπολιτευομένων πλέον ἀσφαλῶς τοῦ
797ἀριθμοῦ τῶν 50. Ἄρα δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον, Κύριοι,
798νὰ ἴδωμεν νομοσχέδια ψηφιζόμενα καὶ ἐξερχόμενα τῆς αἰ-
799θούσης ταύτης μετὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ 26 μόνον
800Βουλευτῶν. Ἀσφαλῶς, λέγω, τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ,
801κατὰ τὸν ἀνωτέρω ὑπολογισμόν, ὑπὸ ἀριθμοῦ μείζονος τῶν
80250, θὰ λάβῃ ὅμως ὑπὲρ αὐτοῦ ἀσφαλῶς ψήφους 50, διότι,
803ἐὰν μὴ λάβῃ ταύτας ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς πᾶσαν στιγμὴν
804καὶ εἰς πᾶσαν ὥραν, θὰ δύναται παρατάσσουσα πλείονας
805δυνάμεις ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ καταψηφίσῃ καὶ νὰ θέσῃ
806ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ
807ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν
808ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀπο-
809τελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιζητεῖται καὶ ἐπιτυγχάνεται,
810εἶναι ἕν ἐπὶ πλέον κτύπημα πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν. Τοῦτο,
811κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἶναι τὸ ζήτημα ἡμῶν, καὶ πρὸ
812παντὸς αὐτὸ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ κρίνοντες πρέπει
813νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ
814Κανονισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἐδόθη ἓν ἱκανὸν κτύπημα
815πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ ψυχὴ καὶ ἡ
816συνείδησις τοῦ ἔθνους εἶχε καταδικάσει, τὴν κωλυσιερ-
817γίαν, ἡ ὁποία πολλάκις ἐδέσποσεν, ἐτυράννησε καὶ κατε-
818δυνάστευσε τῶν διαφόρων πλειονοψηφιῶν καὶ διαφόρων Κυ-
819βερνήσεων εἰς βάρος καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Ἤδη
820πρόκειται νὰ δώσωμεν δεύτερον, ἀποτελεσματικὸν ὅμως
821κτύπημα κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, διότι τὸ κτύπημα, ὅπερ
822ἐπέφεραν εἰς αὐτὴν αἱ περιοριστικαὶ διατάξεις τοῦ Κανο-
823νισμοῦ, εἶναι κτύπημα συντελεστικόν, ὄχι ὅμως καὶ ἀπο-
824τελεσματικόν. Τοῦτο θὰ δοθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ
825Συντάγματος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται ἐν ἐμοὶ
826τὸ ἐρώτημα· πρέπει τελείως νὰ ἐκλείψῃ ἡ κωλυσιεργία ἀπὸ
827τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἢ ὄχι; Μήπως ἡ κωλυσιεργία
828εἶναι τὸ ὅπλον τὸ χρήσιμον, τὸ ὁποῖον πολλάκις καταλλή-
829λως ἐχειρίσθησαν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
830ὅπως περισώσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους; Δὲν δύ-
831ναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ
832τῆς μικρᾶς μου πείρας, πολλάκις ἡ κωλυσιεργία εἶναι ὅπλον
833χρήσιμον, ἀλλ’ εἶναι ὅπλον χρήσιμον εἰς χεῖρας ἱκανάς,
834εἰς χεῖρας εὐλαβεῖς, εἰς χεῖρας Ἀντιπολιτεύσεως ἀληθῶς
835ὑπερμαχούσης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ
836οὐχὶ ἐπιδιωκούσης τὴν ἐκπόρθησιν τῆς ἐξουσίας. Ἐν τοι-
837αύτῃ περιπτώσει βεβαίως ἡ κωλυσιεργία εἶναι ὅπλον χρή-
838σιμον, ἀλλ’ ὅπλον χρήσιμον, ὅταν χειρίζηται, ἐπαναλαμ-
839βάνω, μετὰ πολλῆς φειδοῦς καὶ μετὰ πολλῆς εὐλαβείας.
840Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν ἐχειρίσθη μετὰ φει-
841δοῦς καὶ εὐλαβείας τὸ ὅπλον τοῦτο, τουτέστιν ἐγένετο κα-
842τάχρησις, καί, διότι ἐγένετο κατάχρησις κατὰ τὸ παρελ-
843θόν, δικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ κατάχρησις δὲν θὰ
844σταματήσῃ, ἀλλὰ θὰ συνεχισθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐν
845τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι τὴν κωλυσιεργίαν ταύτην
846πρέπει νὰ πατάξωμεν, καὶ ἡ κωλυσιεργία, Κύριοι, πατάσ-
847σεται ἀποτελεσματικῶς, ὅπως εἶπον, διὰ τῆς ἀποδοχῆς
848τῆς τροπολογίας ταύτης. Δὲν ἔχει ἀνάγκην, Κύριοι, ἡ Κυ-
849βέρνησις πλέον νὰ παρατάσσῃ ὁλόκληρον τὴν φάλαγγα τῶν
850φίλων της ἐν τῇ Βουλῇ· δύναται, παρατάσσουσα τὸ ⅓
851τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, δύναται νὰ χωρήσῃ κατ’
852εὐθεῖαν καὶ ἀπροσκόπτως πρὸς τὰ ἔργα της τὰ νομοθετικά.
853§12Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον πολὺ αὐτό;
854§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν τὸ ἔχῃ.
855§14Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ τὸ ἔχῃ. Ἀπαραιτήτως
856θὰ τὸ ἔχῃ, διότι, ἂν δὲν τὸ ἔχῃ, δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ,
857ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸ παρουσιάζῃ, διότι, καὶ ἂν
858στιγμιαίως παρεμπῖπτόν τι ζήτημα ἐγερθῇ ἢ τεθῇ ζήτημα
859ἐμπιστοσύνης, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ
860τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ τῇ εἶναι δυνατὸν νὰ συγ-
861κεντρώσῃ τοὺς φίλους της ὅλους καὶ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς
862ἐξουσίας. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν
863ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναθέσωμεν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει
864συνήθως εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· ὑπάρχουσι φίλοι τῶν Κυ-
865βερνήσεων, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν θέλω νὰ
866εἴπω κατὰ τὸ παρόν, οὐδέποτε τὸ παραδέχομαι τοῦτο, ἐλ-
867πίζω δὲ ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο
868τὸ ὁποῖον συνέβαινεν εἰς τὸ παρελθόν, ὑπῆρχον φίλοι τῆς
869Κυβερνήσεως, λέγω, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυον μὲν ἀπὸ τοῦ νὰ
870εἶναι φίλοι, δὲν ἔπαυον παραχωροῦντες τὴν ἐμπιστοσύνην
871των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελον ὅμως νὰ προσέρχωνται
872εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, δι’ οὓς λόγους αὐτοὶ ἐγνώ-
873ριζον καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως λόγους κατανοεῖτε, δὲν ἤθε-
874λον ὁριστικῶς νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’
875ἤθελον νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματά τινα ἐν τῇ κανονικῇ
876διεξαγωγῇ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι
877ἤθελον νὰ ἐπιτύχωσι κἄτι τι προσωπικὸν ὑπὲρ αὑτῶν. Τὸ
878τοιοῦτον σήμερον δὲν θὰ δύναται νὰ γίνῃ, τὸ τοιοῦτον σή-
879μερον, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τῶν
880ἓξ Βουλευτῶν, πατάσσεται καὶ ἐξαλείφεται ὁριστικῶς, διότι
881πάντοτε θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ ἐν παρουσίᾳ τὸ
882⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.
883Δι’ ὅλους αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους πεισθεὶς ὅτι συμ-
884φέρει ἡ ἐπιψήφισις τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως θὰ ὑπερψη-
885φίσω ταύτης. Ἐξ ἀντιθέτου νομίζω, ὅτι ψηφίζοντες τὴν
886τροποποίησιν ταύτην δὲν αἴρομεν καὶ τελείως τὴν κωλυ-
887σιεργίαν, τὴν κωλυσιεργίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐνδεχόμενόν
888ποτε εἰς τὸ μέλλον νὰ μᾶς δώσῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, νὰ
889μᾶς φανῇ χρήσιμος, διότι ἀπομένει ἡ κωλυσιεργία ἡ ἐν τῇ
890ἀναπτύξει τῶν γνωμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τῆς
891Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ χειρισθῇ ἡ
892Ἀντιπολίτευσις μακρηγοροῦσα ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐπὶ
893τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὅλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς
894καὶ προσφέρουσα τοιουτοτρόπως τὴν δέουσαν ὑπηρεσίαν εἰς
895τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀπομένει ἡ κωλυσιεργία ἡ
896ἀσκουμένη διὰ τῆς ἀπεραντολογίας.
897§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κανών, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι, καὶ
898οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις
899τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
900τῶν Βουλευτῶν, διὰ νὰ παρέχωσι τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἐκ-
901προσωποῦσι τὴν ὅλην τοῦ ἔθνους θέλησιν, ἀλλ’ ὁ κανὼν
902οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ἡ φύσις
903τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει ἐξαιρέσεις. Τὰς ἐξαιρέσεις ταύ-
904τας πάντα τὰ πολιτεύματα ὡς καὶ τὸ ἰδικόν μας κατ’
905ἀνάγκην δέχονται, ἀλλὰ καὶ τοῦτο μέχρις ἑνὸς ὁρίου. Τὸ
906ὅριον δέ, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀπο-
907φάσεις τοῦ Σώματος ὑπὸ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευ-
908τῶν, τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἶναι νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφά-
909σεις ὑπὸ τοῦ πλειοτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, διότι
910τότε καὶ μόνον ὑφίσταται τὸ τεκμήριον ὅτι τοὐλάχιστον
911ἐκπροσωποῦσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τὴν θέλησιν τοῦ
912πλείστου τοῦ λαοῦ.
913Αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν εἰς τὸ σύστημα
914τοῦτο, αἱ ἐξαιρέσεις λόγῳ ἀσθενείας ἢ ἕνεκα δεδικαιολο-
915γημένης ἀπουσίας, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἄλλως τε καὶ εἰς
916τοὺς Κανονισμούς, ἐπιτρέπουσι τὴν ἀπουσίαν ἀπὸ τῆς
917Βουλῆς μεγίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἤτοι τοῦ ἡμίσεος
918μεῖον ἑνός, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ὁ μέγας οὗτος ἀριθμὸς
919ἀπόντων ἢ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀπόντων παρήχθη
920συνήθεια νὰ μὴ θεωρῆται, ὡς ἔπρεπε νὰ θεωρῆται, ὑψίστης
921τιμῆς ἀξία ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἡ παράστασις ἐν
922τῇ Βουλῇ καὶ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ νὰ θεωρῆται παρ’ ἡμῖν
923ἐσχάτως ὅτι ἡμεῖς οἱ παριστάμενοι ἐνταῦθα καὶ συζητοῦν-
924τες παρεμποδίζομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ
925ὁποῖοι δὲν ἐμφανίζονται εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνοι εἶναι οἱ
926ἄξιοι πάσης τιμῆς, καὶ ὅταν ἡμεῖς τολμῶμεν νὰ προκαλέ-
927σωμεν τὴν ἐμφάνισιν τῶν ἀπόντων διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ
928μὴ ἀπαρτίας, περὶ τῆς ὁποίας κατόπιν θὰ ὁμιλήσω, θεωρού-
929μεθα, ὅτι διαπράττομέν τι ἀποδοκιμαστέον ὑπὸ τῆς κοι-
930νῆς συνειδήσεως, ὥστε καὶ χθὲς ἀκόμη ἐπεζητήθη νὰ ἀνα-
931γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν τολμησάντων νὰ ζητήσωσι τὴν
932παρουσίαν τῶν ἀπόντων Βουλευτῶν, διὰ νὰ παραδοθῶσιν
933εἰς τὴν κοινὴν κατάκρισιν.
934Τοιαύτη εἶναι ἡ διαμορφωθεῖσα ἀπό τινος ἀντίληψις,
935ἐνῷ ἡ ὀρθοτέρα τῶν πραγμάτων ἀντίληψις εἶναι ἢ ἔπρεπε
936νὰ εἶναι ἄλλη.
937Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκλέγονται καὶ ἀναλαμβάνουσι τὴν
938ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ
939ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Διατί τὴν ὑπο-
940χρέωσίν των ταύτην τὴν παραβαίνουσιν; Εἶπον ὅτι, ἂν
941πρόκειται περὶ ἀσθενείας, ἂν πρόκειται περὶ δεδικαιολο-
942γημένης ἀπουσίας, οὐδεὶς λόγος, ἀλλ’ οἱ μὴ ἔχοντες τοιοῦ-
943τόν τινα λόγον διατί παραβαίνουσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν
944ὁποίαν ἀνέλαβον;
945§16Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ κοιμῶνται!
946§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πράττουσι τοῦτο μόνον, δὲν
947παραβιάζουσιν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἢ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν
948πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ πληρώνονται ἀκόμη,
949ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην, καὶ δὲν αἰ-
950σθάνονται ὅτι, ὅταν πληρώνωνται, ἔχουσι διπλῆν τὴν ὑπο-
951χρέωσιν νὰ ἀποδώσωσι τὸν μισθὸν αὑτῶν. Καὶ τοὺς Κυρί-
952ους αὐτούς, ὅταν ἡμεῖς τοὺς προσκαλῶμεν νὰ ἐμφανισθῶσι,
953ἵνα ἐργασθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναλαμβάνουσι πάντες νὰ
954τοὺς ὑποστηρίξωσι, καὶ θεωρούμεθα ἡμεῖς ὅτι πράττομέν τι
955ἄτοπον, ἀντιπατριωτικόν! Ἀλλ’ ἐνῷ θεωρῶ, καθῆκον πατρι-
956ωτικόν, ὡς πράγματι εἶναι τοιοῦτον, τὸ ὑποβάλλειν ἔνστασιν
957ἀπαρτίας, διὰ νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ ἀπόντες νὰ παρουσια-
958σθῶσι, δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι τοῦτο τὸ καθῆκον ἐγένετο
959ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως πολλάκις τῶν Ἀντιπολιτεύ-
960σεων πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἔργων τοῦ Σώματος, πρὸς ἐξυ-
961πηρέτησιν ἄλλων σκοπῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντικείμενον ἐνίοτε πρὸς
962ἐξυπηρέτησιν καὶ σκοπῶν πατριωτικῶν. Ἐχαρακτηρίσθη
963τοῦτο ὡς κωλυσιεργία, καὶ ἦτο τοιαύτη. Ὁμιλῶ καὶ θὰ
964ὁμιλήσω εἰδικῶς περὶ κωλυσιεργίας ἐνασκουμένης διὰ τῆς
965ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ὄχι περὶ παντὸς εἴδους κω-
966λυσιεργίας, διότι τὸ εἶδος τῆς κωλυσιεργίας εἰδικῶς ἐν προ-
967κειμένῳ διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ σχέδιον
968τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἐπιζητεῖ νὰ πατάξῃ.
969Ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ ἐξετασθῇ ἂν δὲν εἶναι ὀρθότε-
970ρον νὰ ζητήσωμεν νὰ πατάξωμεν τὴν τοιαύτην κωλυσιερ-
971γίαν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ὅλου ἢ τοῦ μεγαλειτέρου ἀρι-
972θμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ νὰ κατορθώσωμεν οὕτω συγχρό-
973νως καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐργάζωνται καὶ ἡ κωλυσιεργία
974νὰ μὴ εἶναι δυνατή. Ἡ συνταγματική μας νομοθεσία ἀνα-
975γνωρίζει τὴν ἀρχὴν ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διευκολύνω-
976μεν τὴν προσέλευσιν τῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ
977τὴν ἐκβιάσωμεν ἐν ἀνάγκῃ. Μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρόνοια
978καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνεγράφη διάτα-
979ξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐν περιπτώσει ἀναγνώσεως τοῦ
980καταλόγου πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας, ἂν δὲν ὑπάρχῃ
981ἀπαρτία, τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων δημοσιεύονται εἰς τὰς
982ἐφημερίδας ὡς ποινὴ κατὰ τῶν ἀπουσιασάντων. Δὲν ἠξεύρω
983ἂν ὁ κ. Πρόεδρος χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν δι-
984άταξιν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν
985τοῦ καταλόγου, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλο-
986γος καὶ χθὲς τὴν νύκτα, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ λαὸς ποῖοι εἶναι ἐκεῖ-
987νοι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν καὶ ἦλθον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ
988καθήκοντά των, καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρώ-
989νονται — τὸ λέγω καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ ὅτι θίγω τὴν ἀξιοπρέ-
990πειαν τῶν Βουλευτῶν — διὰ νὰ μὴ ἐκτελέσωσι τὰ καθή-
991κοντά των.
992§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο πρωία.
993§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ὥρας· δὲν πρό-
994κειται μόνον περὶ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι εἶ-
995ναι δυνατὸν διὰ μυρίας ἀνάγκας νὰ ἀπουσιάσωσι πρὸς
996στιγμήν· πρόκειται καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχον-
997ται κἂν εἰς τὰς Ἀθήνας.
998Λοιπὸν ἓν μέσον ἐξαναγκασμοῦ τῶν Βουλευτῶν πρὸς
999προσέλευσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφε-
1000ται καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ· ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι
1001ἂν προτείνουσιν οἱ ἕξ Βουλευταί, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου
1002ἔλαβε πρόνοιαν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συνταγματική, μέσον, διὰ
1003τοῦ ὁποίου ἀσφαλέστερον θέλουσιν ἐξαναγκάζεσθαι νὰ πα-
1004ρίστανται εἰς τὴν Βουλὴν οἱ Βουλευταί, εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ
1005τὸ ὁποῖον μεθ’ ὡρισμένας ἀπουσίας, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπο-
1006τίθεται ὅτι ἔχει ἄδειαν ὁ Βουλευτής, ἀφαιρεῖται ἀνάλο-
1007γον ποσὸν ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεώς του δι’ ἑκάστην ἀπου-
1008σίαν.
1009Ἄν ψηφίσωμεν τὸ μέτρον ἐκεῖνο, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ἀρι-
1010θμὸς τῶν ἀπόντων θὰ ἐλαττωθῇ καὶ θὰ ἀπουσιάζωσι μό-
1011νον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἀπουσιάζωσιν.
1012§20Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Φρονεῖτε ὅτι λόγῳ τῶν χρημάτων θὰ ἔρ-
1013χωνται.
1014§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φρονῶ πολλά· μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ
1015εἴπω πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συνηθισμένα νὰ λέγωνται.
1016Ἄν νομίζητε, ὅτι θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν....
1017§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως τὴν θίγει.
1018§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφοῦ θέλετε νὰ συζητῶμεν περὶ ἀξιο-
1019πρεπείας, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὡς καὶ ἄλλοτε ἀπήντησα, ὅτε
1020πρῶτος ἐγὼ προέβαλον τὴν γνώμην ταύτην καὶ κατηγορή-
1021θην ὅτι προτείνω τι ἀναξιοπρεπές. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι
1022περισσότερον θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βουλευτοῦ τοῦτο,
1023ὅτι δηλ. ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ δὲν
1024συλλογίζεται ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν, ἡ
1025ὁποία δίδεται εἰς αὐτὸν διὰ νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ τὴν λαμβά-
1026νει χωρὶς νὰ ἐργασθῇ καὶ παραμένει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του
1027χωρὶς κἂν νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν νὰ κρύπτηται καὶ νὰ
1028σιωπᾷ, συναίσθησιν ἣν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀργόμισθοι.
1029Αὐτὸ εἶναι ἀξιοπρεπές, νομίζετε, καὶ τὸ νὰ λέγω ἐγὼ
1030ὅτι δὲν ἐκπληροῖ ὁ Βουλευτὴς τὰ καθήκοντά του δὲν συμ-
1031βιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν; (Χειροκροτήματα). Ἐὰν
1032ἐπιζητήσωμεν νὰ προσελκύσωμεν τοὺς Βουλευτάς, ἔστω καὶ
1033διὰ τῆς βίας, εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διευ-
1034κολύνομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς περισσότερον παρὰ διὰ τῶν
1035ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖται νὰ λάβωμεν. Ζη-
1036τοῦμεν, νομίζοντες ὅτι ἡ κωλυσιεργία, αὐτὸ τὸ περίφημον
1037μορμολύκειον, εἶναι τὸ παρεμποδίσαν τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ
1038εἰς σοβαρὰ ἔργα, νὰ πατάξωμεν τὴν κωλυσιεργίαν. Ζητοῦ-
1039μεν δὲ νὰ πατάξωμεν τὴν κωλυσιεργίαν μὴ γνωρίζοντες
1040ὑπὸ τίνας ὅρους, ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐνησκήθη ἡ κωλυ-
1041σιεργία. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὃ διάστημα ἤκμασεν
1042ἡ κωλυσιεργία εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ἐδρά-
1043σαμεν κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἀλλὰ καὶ συνέβη ν’ ἀποχω-
1044ρήσωμεν μετ’ ἄλλων ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς γνωρίζομεν
1045τὰς διαφόρους περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἠσκήθη ἐν γένει ἡ κω-
1046λυσιεργία· ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ κωλυσιεργίας ἐνα-
1047σκουμένης διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐπερωτήσεων ἢ ἄλλων ἀπε-
1048ραντολογιῶν ἢ ἐνστάσεων κατὰ τὴν συζήτησιν. Πρόκειται
1049περὶ κωλυσιεργίας ἐνασκουμένης διὰ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρ-
1050τίας, καὶ εἶναι ἐξεταστέον ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτεί-
1051νονται, ὁ περιορισμὸς δηλαδὴ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας
1052εἰς τὸ ἓν τρίτον, εἶναι μέτρα ἱκανὰ νὰ ἀποκλείσωσι τὸν κίν-
1053δυνον, εἶναι μέτρα διευκολύνοντα τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἢ
1054εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ παράγωσι κανὲν καλὸν δη-
1055μιουργοῦσι κακόν. Ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας εἰς τὰς ἀποφάσεις,
1056ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου προεβάλλετο μέχρι τοῦδε διὰ
1057δύο λόγους. Ἢ δὲν ὑπῆρχε πράγματι ἀπαρτία ἢ ἐπεζητεῖτο
1058ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου πρὸς κατανάλωσιν ὥρας καὶ
1059ἐν γνώσει ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι κωλυ-
1060σιεργία, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος,
1061εἴτε τὸ ἥμισυ ἂν λάβωμεν εἴτε τὸ ⅓, εἶναι κωλυσιεργία,
1062ὅταν ζητῶμεν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντά-
1063γματος ἀπὸ συνειδότος οὐχὶ κωλυσιεργικοῦ νὰ εἶναι παρόν-
1064τες τόσοι, ὅσος εἶναι ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγμα-
1065τος ἀριθμὸς διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις; Εὑρέθησαν εἰς
1066τὴν ἀνάγκην Κυβερνήσεις ἔχουσαι τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τοῦ
1067καθήκοντος νὰ ζητήσωσι τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως δι’
1068ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι Πρωθυπουργὸς...
1069§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δηλιγιάννης.
1070§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ.... διότι εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἦτο ἄτο-
1071πον, ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἀντισυνταγματικὸν νὰ γίνεται συνε-
1072δρίασις μὲ κενὰ καθίσματα, ἐζήτησε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρί-
1073ασις δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Αὐτὸ δὲν ἐγένετο πρὸς κωλυ-
1074σιεργίαν, ἀλλ’ ἐγένετο, διότι τὸ πρᾶγμα ἔφθανεν εἰς τὸ
1075ἀπροχώρητον, καὶ ᾐσχύνοντο καὶ οἱ ἴδιοι διὰ τὴν κατά-
1076στασιν αὐτήν. Ὅταν διὰ τοιοῦτον λόγον προβάλληται ἡ
1077ἔνστασις, δὲν εἶναι παρεμπόδισις ἐργασίας, εἶναι ἐκτέλεσις
1078καθήκοντος. Ἀπομένει ὅμως τὸ ἄλλο μέρος τῆς ὑποβολῆς
1079ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, διὰ νὰ καταναλωθῇ ἡ ὥρα διὰ
1080τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἐν γνώσει ὅτι ὑπάρχει
1081ἀπαρτία. Τοῦτο τὸ κακὸν τὸ προλαμβάνομεν διὰ τῆς διατά-
1082ξεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ σχέδιον τῶν ἐξ Βουλευτῶν τῶν
1083ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναγράψωμεν; Πῶς κα-
1084ταναλίσκεται ἡ ὥρα διὰ τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως; Διὰ
1085τῆς ἀναγνώσεως ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τοῦ ὀνομαστικοῦ κα-
1086ταλόγου, δηλαδὴ τῶν 180 ὀνομάτων τῶν Βουλευτῶν. Τί
1087θὰ γίνεται τώρα, ὅταν θέλητε διὰ τοῦ ⅓ νὰ γίνεται
1088ἀπαρτία; Θ’ ἀναγνωσθῶσι καὶ πάλιν τὰ 180 ὀνόματα·
1089Τί θὰ κερδίσητε;
1090§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία.
1091§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν
1092ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἐπιζητεῖται ἡ
1093κατανάλωσις ὥρας, καὶ ἡ ὥρα θὰ καταναλωθῇ, διὰ νὰ βε-
1094βαιωθῇ ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται. Φροντίσατε νὰ μὲ ἐννοή-
1095σητε. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυγχώρητον, τὴν κατανάλω-
1096σιν τοῦ χρόνου, δὲν τὸ κερδίζομεν διὰ τῆς διατάξεως αὐ-
1097τῆς, διότι ὁ κατάλογος θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν. Διὰ τοῦτο
1098θεωρῶ ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις
1099καὶ νὰ νομίζωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν ὅτι συντελεῖ
1100κατά τι εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς κωλυσιεργίας. Πρέπει νὰ
1101εἶναι βέβαιοι ὅτι τὸ κατά τι αὐτό, τὸ ὁποῖον προλαμβά-
1102νουσιν, εἶναι τὸ ἐλάχιστον, ὥστε δὲν ἰσοφαρίζει διόλου εἰς
1103τὰ κακά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἀναγρα-
1104φῆς τῆς διατάξεως. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ
1105λαμβάνωνται ὑπὸ ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειοτέρου ἀριθμοῦ
1106Βουλευτῶν. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι, ἐνῷ πρέπει παντὶ τρόπῳ
1107νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐμφάνισιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλει-
1108τέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, διὰ νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφά-
1109σεις ὑπὸ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν σύγ-
1110κρουσιν τῶν γνωμῶν καὶ τὴν ἐκ ταύτης πηγάζουσαν ἀλή-
1111θειαν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν Βουλὴν ἐργαζομένην, διὰ νὰ
1112συνηθίσωμεν ἐπὶ πλέον τὸν λαὸν νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ
1113τὰ πολιτικά, διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφομεν,
1114διευκολύνομεν τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς ὁδηγοῦμεν νὰ μὴ
1115προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόσῳ βλέπει ὁ Βουλευτὴς
1116ὅτι ἡ παρουσία του δὲν εἶναι ἀναγκαία, δὲν προσέρχεται
1117μεθ’ ὅσης προθυμίας θὰ προσήρχετο, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι εἶναι
1118ἀναγκαία ἡ παρουσία του. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἄλλου δὲν
1119προνοεῖ περὶ τῆς παρουσίας ὅλων τῶν φίλων της, ἀφοῦ, κα-
1120κῶς, πρέπει καὶ νὰ καλῶνται οἱ Βουλευταὶ ὑπὸ τῶν κομ-
1121μάτων, διὰ νὰ προσέρχωνται.
1122Καὶ ἐνόσῳ ὁ Βουλευτὴς, ὅστις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν
1123ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, βλέπει ὅτι δὲν καλεῖται ὑπὸ τῆς
1124Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται 100 διὰ τὴν ἀπαρτίαν,
1125ἀλλ’ ἀρκοῦσιν οἱ 50, δὲν θὰ προσέρχηται μετὰ τῆς αὐτῆς
1126προθυμίας, μεθ’ ἧς θὰ προσήρχετο, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι ἀπαι-
1127τοῦνται οἱ 100. Ἐνισχύομεν λοιπὸν διὰ τούτου τὴν ἀδια-
1128φορίαν, ἡ ὁποία ἔχει φθάσει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου,
1129ὥστε νὰ θεωρῶσί τινες ἐκλογεῖς ὅτι ἀξιοπρεπέστερον εἶναι
1130νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὰς κάλπας καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ
1131νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν.
1132Ἡ κωλυσιεργία δὲν θὰ λείψῃ ἀπὸ τοὺς θέλοντας καὶ γνω-
1133ρίζοντας νὰ κωλυσιεργήσωσι· θὰ κωλυσιεργήσωσιν ἁπλού-
1134στατα διὰ τῆς ἀπεραντολογίας. Ἀλλ’ ἐλαττοῦντες τὸν ἀρι-
1135θμὸν τῆς ἀπαρτίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων κυβερνητι-
1136κῶν Βουλευτῶν λεληθότως ἐνισχύομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
1137Ἐὰν δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ τυραννοῦσα τὴν πλειονοψη-
1138φίαν—μολονότι βλέπω συχνὰ ἤδη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τυ-
1139ραννεῖ περισσότερον τὴν μειονοψηφίαν—, ἐνῷ θέλομεν τὸν τύ-
1140ραννον αὐτὸν νὰ τὸν καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκίνδυ-
1141νον, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸν ἐνισχύομεν καὶ τὸν καθιστῶ-
1142μεν ἐπικίνδυνον. Χρειάζονται 50 Βουλευταὶ διὰ τὴν ἀπαρ-
1143τίαν· ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχῃ 50 Βουλευτάς, ἡ Κυβέρνησις
1144καθίσταται ὑποχείριος αὐτῆς· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πλέον
1145τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργα-
1146σίας τῆς Βουλῆς, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἔχει
1147τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν δύναμιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς Ἡμερη-
1148σίας Διατάξεως. Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχῃ 50 Βου-
1149λευτὰς καὶ τοὺς ἔχῃ παρόντας, ἡ Συμπολίτευσις, ἡ Κυ-
1150βέρνησις θὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τοὺς φίλους της, διὰ νὰ τοὺς
1151συγκρατῇ παρόντας, ἢ θὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τὴν Ἀντιπο-
1152λίτευσιν.
1153Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἀφοῦ δεχόμεθα
1154πάντες ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ
1155ἀπαρτία, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατάχρησιν, τὴν κωλυ-
1156σιεργίαν κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ τῆς προκλήσεως ἀποφά-
1157σεων ἐπὶ ζητημάτων δευτερευόντων καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν
1158ἐσωτερικὴν τάξιν, ὡς τῶν ἀποφάσεων περὶ ἀναβολῆς, τῶν
1159ἀποφάσεων περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς, ἢ ἄλλων
1160τοιούτου εἴδους μὴ νομοθετικῶν, νὰ ἐξαιρέσωμεν ταύτας
1161πάσας καὶ νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἰδικῶς διὰ τὴν ἐπιψήφισιν
1162νόμων εἶναι ἀνάγκη τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
1163Βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν ἐπιψήφισιν φυσικὰ καὶ τοῦ Προϋ-
1164πολογισμοῦ ὡς νόμου. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ ἐξασφαλίζομεν
1165τὴν ὑπὸ τοῦ πλειοτέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπιψήφι-
1166σιν τῶν νόμων, ἐξ ἄλλου ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰς Ἀντιπολι-
1167τεύσεις, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῶν θελόντων νὰ κωλυσιεργήσωσι,
1168διότι ἐνίοτε κωλυσιεργοῦσι καὶ οἱ ὑπουργικοί...
1169§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς ἐκβίασιν;
1170§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι δὰ πρὸς ἐκβίασιν!
1171§30Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια ὡμίλησαν ὀγδο-
1172ήκοντα. Πρὸς ἐκβίασιν τὸ ἔκαμον ἢ πρὸς κωλυσιεργίαν;
1173Ἀνέπτυξαν τὰς γνώμας των, καίτοι μετὰ ταῦτα συνεφώ-
1174νησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
1175§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴν
1176τὴν διάκρισιν, ἐξασφαλιζόμεθα ἀπὸ τὰς πλείστας κατα-
1177χρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας φοβούμεθα ὅτι δύναται νὰ προβαίνῃ
1178ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτῆς ἓν μέσον κωλυ-
1179σιεργίας, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἐξασφαλίζομεν τὴν ὑπὸ τοῦ πλειο-
1180τέρου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων.
1181Θέλω δὲ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, οὐ μόνον διὰ νὰ κα-
1182ταστήσω ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον καὶ ἀκριβέστε-
1183ρον τεκμήριον, ὅτι, ὁσάκις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς πλειονότητος
1184τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τῆς πλειονότητος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ
1185ἀκόμη θέλω νὰ μὴ πιέσω τὰ πράγματα εἰς βαθμὸν ἐξα-
1186ναγκάζοντα τὰς Ἀντιπολιτεύσεις νὰ προβαίνωσιν εἰς μέ-
1187τρα κωλυσιεργικὰ χειρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε
1188μετεχειρίζοντο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ τὸ
1189ἀρνηθῶμεν, πολλάκις προελήφθησαν καταχρήσεις τῶν πλει-
1190ονοψηφιῶν.
1191Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
1192ὁποῖος σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
1193Βουλευτῶν τοῦ ἀναγκαίου διὰ λῆψιν ἀποφάσεως εἶχε καὶ
1194ἐν Κρήτῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι
1195πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ὑπὸ τοῦ ἡμίσεος ἀρι-
1196θμοῦ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐλπίζω λέγω, ὅτι ἀκο-
1197λουθῶν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τότε εἶχε, καὶ βλέπων ὅτι
1198δὲν ἐπέρχεται μεγάλη διόρθωσις εἰς τὸ ζήτημα τῆς κωλυ-
1199σιεργίας διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς,
1200θέλει δεχθῆ τουλάχιστον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπο-
1201βάλλω ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας καὶ
1202τὰ πρὸς κωλυσιεργίαν μέσα ἐλαττοῦνται καὶ αἱ νομοθε-
1203τικαὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς κατορθοῦται νὰ ἐκπροσωπῶσι
1204τὴν ἀληθῆ τοῦ ἔθνους ἢ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ
1205ἔθνους θέλησιν. (Χειροκροτήματα).
1206§32ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τολμῶ καὶ
1207ἐγὼ νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν καινοτομίαν τὴν ἀπολυταρχικήν,
1208ἡ ὁποία πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.
1209§33Γ. ΠΩΠ. Ὥστε τὴν ἀναγνωρίζετε ὡς ἀπολυταρχικήν;
1210§34ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὕτως ὠνομάσθη ἀπὸ τοὺς ἀντι-
1211λέγοντας. Καὶ λέγω ὅτι τολμῶ, διότι ἐθεωρήθη ὅτι τὸ νὰ
1212εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν
1213εἶναι τόλμη· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δύναται νὰ θεωρηθῇ δι’
1214ἐμὲ τόλμη, ὅσῳ διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα τὸν προλαλή-
1215σαντα, διαπρύσιον ὑπερασπιστὴν τῶν τοιούτων ἰδεῶν, τὸν
1216εὔγλωττον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλά, Κύριοι, ὅλα
1217τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤχθησαν εἰς τὸ μέσον κατὰ
1218τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀπαρτίας εἰς τὸ
1219⅓, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι πρόκειται
1220τῳόντι περὶ κινδύνου τῶν ἐλευθεριῶν μας. Περὶ ἑνὸς μόνον
1221ἐπείσθην, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτης
1222μεταβολῆς, περὶ σοβαρᾶς καινοτομίας. Τοῦτο ἐτόνισαν, ὡς
1223εἴρηται, πολλοί, καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι ὅτι πρόκειται περὶ
1224σοβαρᾶς μεταβολῆς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, Κύριοι, ὅτι αἱ
1225μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα,
1226ἐὰν πρόκειται τὸ Σύνταγμα αὐτὸ νὰ ἔχῃ εὐεργετικὴν ἐπιρ-
1227ροὴν εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ εἶναι σοβαραί, ἐκτὸς ἂν
1228ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ
1229Συντάγματος. Ἡ ἐναντία ἐκδοχή, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ
1230καταγίνωμεν μόνον εἰς μεταβολὰς ἀκινδύνους, εἰς μεταβο-
1231λὰς ἀσημάντους, εἶναι κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην
1232ματαίωσις τῆς ἰδέας τῆς ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι,
1233ἐζητήθη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος; Διότι συνταγμα-
1234τικὸν πολίτευμα, ὡς ἔβαινε, δὲν ἔβαινε καλῶς. Ἔπρεπε
1235λοιπὸν νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ κύρια σημεῖα, εἰς τὰ
1236ὁποῖα ἔπρεπεν ἰδίως νὰ καταγίνωμεν, καὶ τὰ σημεῖα αὐτὰ
1237τὰ εἶχεν ἤδη ὑποδείξει ἡ κοινὴ γνώμη. Μόλις ἐξηγέρθη ἡ
1238κοινὴ γνώμη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, κατέ-
1239ταξε μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν,
1240ἐκείνων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παταχθῶσι, τὴν
1241κωλυσιεργίαν. Ἀναφέρεται ῥητῶς εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ
1242λαοῦ αὐτοῦ.
1243Ἦτο καὶ ἄλλο, Κύριοι, ἐπίσης σοβαρόν, ἡ Γερουσία,
1244διότι δι’ αὐτῶν τῶν δύο μεταβολῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ
1245σπουδαῖος ἀνακαινισμὸς τῆς κρατούσης καταστάσεως. Δὲν
1246πρόκειται βεβαίως, Κύριοι, τώρα νὰ σᾶς εἴπω οὔτε ἕνα
1247λόγον περὶ Γερουσίας· ἔφερα μόνον τὸν λόγον, διότι ἐκεῖνο
1248θεωρῶ ὡς ἄξιον πολλῆς συζητήσεως, ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ
1249καίρια. Καὶ μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐρωτῶ· εἶναι ἀληθὲς τὸ
1250ὑποστηριχθὲν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν εἰσηγή-
1251σαντο οἱ ἐξ Βουλευταί, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη ἀπειλεῖ εἰς
1252τὰ καίρια τὰς ἀρχὰς τὰς κοινοβουλευτικάς, ὅτι αἴρεται
1253οὕτως ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν
1254πλειονοψηφιῶν; Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς τοῦτο
1255ἰσχυριζομένους· ἀπὸ πότε ἐν Ἑλλάδι καθιερώθη τὸ κοι-
1256νοβουλευτικὸν πολίτευμα; Διότι ἐγὼ τὸ ἀγνοῶ. Ἐνώπιόν
1257μου εἶχον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοὐλάχιστον καί, τολμῶ
1258εἰπεῖν, καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ, ἓν ψευδὲς κοι-
1259νοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὁ ἀληθὴς
1260εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὰ ἀγαθὰ εἰς τὸν πολίτην,
1261ἐδῶ δὲ τοιοῦτος δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Τί λοιπὸν εἴχετε καὶ
1262κινδυνεύει; Τί εἶχεν ὁ λαὸς μέχρι τοῦδε καὶ κινδυνεύει νὰ
1263τὸ χάσῃ, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὁ τόσος θόρυβος; Ἐγὼ
1264τοὐλάχιστον δὲν τὸ βλέπω, καί, ἂν κινδυνεύῃ τι, κινδυνεύει
1265μόνον ἡ κωλυσιεργία, τὸ θηρίον αὐτό, ὄχι τὸ μορμολύκειον,
1266ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, διότι
1267μορμολύκειον εἶναι μὲν ἀνύπαρκτόν τι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον προ-
1268βάλλεται ἁπλῶς πρὸς ἐκφόβισιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως
1269ἡ κωλυσιεργία εἶναι αὐτόχρημα τὸ θηρίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1270κατέστρεψε τὰ τῆς Πολιτείας. Καὶ εἶναι ἄπορον τῇ ἀλη-
1271θείᾳ, Κύριοι, νὰ γίνηται τοιαύτη συζήτησις ἐνώπιον τοῦ
1272συνεδρίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη κατόπιν τῆς τρομερᾶς
1273ἀποτυχίας τοῦ παρελθόντος. Δὲν εἶναι μακρὰ ἡ ἐποχή,
1274κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὰ κόμματα τὰ
1275κοινοβουλευτικά, ἐκεῖνα ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται ὁ πολὺς
1276πόλεμος, εὑρέθησαν ἀντιμέτωπα καὶ ἵσταντο ἐν τῇ Βουλῇ
1277θεωροῦντα τὸ ἓν τὸ ἄλλο, χωρὶς οὐδὲ ἓν βῆμα νὰ δύνανται
1278νὰ κάμωσι πρὸς τὰ πρόσω. Παρῆλθον δύο Σύνοδοι τῆς
1279Βουλῆς μὲ ἓν ἢ δύο μόνον νομοσχέδια, ἐννοῶ νομοσχέδια
1280ἀναγόμενα εἰς οὐσιαστικὰ ζητήματα, διότι ἡ ἐργασία πα-
1281ρεκωλύετο ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου κυρίως, ἕνεκα τῶν κω-
1282λυσιεργιῶν, ἕνεκα τῆς κομματικῆς διαμάχης, ἡ ὁποία ἐγί-
1283νετο διὰ παντὸς μέσου θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου. Πρέπει νὰ
1284τὰ λέγωμεν, εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἐλευθέρως,
1285καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν συμβουλὴν του μεταχειρίζομαι ὅλην τὴν
1286ἐλευθερίαν, καὶ δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω, ὅτι διαρρυ-
1287θμίζοντες ἄλλως τὰ τῆς ἀπαρτίας δὲν πρόκειται ν’ ἀντι-
1288μετωπίσωμεν κινδύνους στερήσεως καλοῦ τινος, τὸ ὁποῖον
1289εἴχομεν, ἀλλὰ πρόκειται τοὐναντίον νὰ δημιουργήσωμεν
1290καλόν. Ἔχω ἀπόλυτον, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι πρό-
1291κειται νὰ δημιουργήσωμεν καλόν, διότι πρόκειται νὰ πα-
1292τάξωμεν ἁπλῶς τὴν κωλυσιεργίαν. Καί, διὰ νὰ τὴν πατά-
1293ξωμεν, πρέπει νὰ φθάσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι χρειάζεται
1294μικρὸς ἀριθμὸς ὄχι μόνον διὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ
1295τὴν ἀπόφασιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐντεῦθεν κίνδυνος. Ὁ
1296ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀποκρούει τὸν περιορισμὸν
1297τῆς ἀπαρτίας, διότι θέλει νὰ κρατήσῃ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς
1298κυβερνητικοὺς εἰς τὰς τάξεις των, θέλει νὰ ἔρχωνται εἰς
1299Ἀθήνας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι, ἐνῷ μὲ τὴν καινο-
1300τομίαν θὰ θεωρῶσι περιττὴν τὴν παρουσίαν των. Ἀλλὰ
1301μήπως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ γίνῃ σήμερον, δὲν
1302ἔχει αὐτὸν τὸν ἴδιον σκοπὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον; Μὲ μικρὸν
1303ἀριθμὸν ἀπαρτίας οἱ ἤδη ἐσκεμμένως προβαίνοντες εἰς
1304ἀπουσίας θὰ πεισθῶσιν, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ
1305των, καὶ θὰ παραμένωσι, βλέποντες ὅτι ἡ ψῆφος αὐτῶν δὲν
1306βαρύνει καὶ πολύ, ἐὰν ἀναχωρήσωσιν, ἐννοεῖται, ὀλίγοι, οἱ
1307κάμνοντες τὸν δυσηρεστημένον, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι μὲ
1308τὸ κρατοῦν σύστημα πολλάκις ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως
1309ἐξαρτᾶται ἀπὸ μίαν ψῆφον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πειρασμόν, ὅστις
1310πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ μέσον. Ἂς γνωρίζῃ λοιπὸν ὁ Βου-
1311λευτής, ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν θὰ ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν ζητή-
1312ματα ἀπαρτίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ
1313ἔργον της καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.
1314Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσιν, ὅτι ἡ καινοτο-
1315μία, ἡ ὁποία προτείνεται, εἶναι ὠφέλιμος καὶ πρὸς ἐξυπη-
1316ρέτησιν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας.
1317§35Σ. ΣΙΜΟΣ. Καὶ σκόπιμος, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὥρι-
1318μος εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἓξ Βουλευ-
1319ταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, κακῶς δὲ ἐχαρακτη-
1320ρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρόκειται περὶ προ-
1321τάσεως ἀπορρεούσης ἀπὸ μόνου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1322βερνήσεως, καὶ συνεπῶς παρεκαλεῖτο, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ οὗ-
1323τος εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ πρότασις περὶ μεταρρυ-
1324θμίσεως τοῦ περὶ ἀπαρτίας συνταγματικοῦ ἄρθρου πρὸ πολ-
1325λοῦ εἶχεν ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, καί, ὅτε ἡ
1326ἐπανάστασις ἔβαλλε κατὰ τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ παρο-
1327ραθῇ ὅτι κατὰ τῆς κωλυσιεργίας κυρίως ἐστρέφετο, ὅτε
1328ἐλαμβάνοντο σκέψεις καὶ μέτρα, ὅπως προσαχθῶσι διὰ τῆς
1329βίας Βουλευταὶ εἰς Ἀθήνας. Ὅτι δ’ ἐπὶ τοσοῦτον εἶχεν
1330ὡριμάσει ἡ ἰδέα τοῦ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρου, ὥστε κατὰ τὴν
1331προηγουμένην Συνέλευσιν, τὴν διαλυθεῖσαν, ὁμὰς Βουλευ-
1332τῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχεται μετὰ
1333πολλῆς εὐαισθησίας πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθε-
1334ρίας τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πολλοὶ τῶν συναδέλφων
1335κόπτονται, συνέταξε προσχέδιον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
1336Συντάγματος ...
1337§36ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπεγράψαμεν ἅπαντες τὸ προ-
1338σχέδιον, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθημεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἰδίαν γνώμην
1339ἐπὶ τῶν ὑπογεγραμμένων.
1340§37Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὑπογραψάντων·
1341πρόκειται περὶ τοῦ κ. Δ. Ῥάλλη.
1342§38ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μάλιστα σᾶς πλη-
1343ροφορῶ, ὅτι ὁ κ. Ῥάλλης ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν τροπο-
1344ποίησιν αὐτήν.
1345§39Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς ἐποχήν, κατὰ
1346τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς με-
1347ταβολῆς τοῦ περὶ ἀπαρτίας ἄρθρου, οἱ Βουλευταὶ οἱ συνελ-
1348θόντες καὶ συντάξαντες τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων
1349διατάξεων τῆς διαλυθείσης Συνελεύσεως προέβησαν εἰς τὴν
1350ἑξῆς διατύπωσιν: «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητῇ παρου-
1351σίᾳ τοὐλάχιστον τοῦ τετάρτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βου-
1352λευτῶν, ἀποφασίζει δὲ παρουσίᾳ τοῦ τρίτου τοὐλάχιστον
1353τοῦ ἀριθμοῦ τούτου καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας».
1354Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Δ. Ἰ.
1355Τσάτσου, Κ. Βασιλείου, Περ. Καραπάνου, Κ. Ῥακτιβάν,
1356Ἰ. Δ. Ῥάλλη.
1357Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς
1358πλειονοψηφίας ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτοῦ προγράμματι θεὶς τὸν
1359ὅρον τῆς μεταβολῆς τοῦ 56ου ἄρθρου ἀνταπεκρίνετο ὄχι
1360μόνον πρὸς ἰδίαν σκέψιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάνδημον πόθον
1361πρὸς ἄρσιν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι παρεῖχον δυσχερείας
1362εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐτονί-
1363σθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πρότασις πρόκειται νὰ
1364περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας.
1365Ἐγώ, Κύριοι, θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. βου-
1366λευτοῦ Ἀρκαδίας, τοῦ κ. Βοζίκη, ὅτι ἡ πρότασις κυρίως
1367στρέφεται κατὰ τῆς κωλυσιεργίας τῆς Συμπολιτεύσεως,
1368στρέφεται κατὰ τῶν ἐκβιάσεων τῆς πλειονοψηφίας. Διότι,
1369ἂν ὑπῆρξε κατακριτέα ἡ πορεία τῶν κωλυσιεργιῶν ἀπὸ
1370μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως ὀλέθριαι διὰ τὰ δη-
1371μόσια συμφέροντα ὑπῆρξαν καὶ αἱ πιέσεις τῶν πλειονοψη-
1372φιῶν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων.
1373Καί, ὅταν ἐνασκῆται ἡ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς Ἀν-
1374τιπολιτεύσεως, ποῦ τείνει τὸ συμπέρασμα; Νὰ ἐκβιάσῃ
1375τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἔχῃ πάντας τοὺς φίλους αὐτῆς ἐν τῇ
1376αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς καὶ ἵνα δι’ ἀπαρτίας μόνον τῶν φίλων
1377αὐτῆς ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Καὶ πα-
1378ριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα τῆς ἐκβιάσεως ἑνός, δύο ἢ τριῶν
1379Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον μὴ
1380θέλοντες νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀπεῖχον, καὶ
1381εἶναι γνωστὸν εἰς ποίας θυσίας προέβαινον αἱ Κυβερνήσεις
1382ἐκεῖναι πρὸς ἐξασφάλισιν τριῶν ἢ δύο καὶ πολλάκις μιᾶς
1383καὶ μόνης ψήφου.
1384§40Γ. ΠΩΠ. Θὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ κίνδυνος.
1385§41Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δύνανται 20 Βουλευταὶ νὰ
1386ἐκβιάσωσι μίαν Κυβέρνησιν περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἢ δύο.
1387§42Γ. ΠΩΠ. Ὅσον μειοῦτε τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τόσον
1388ἐνδυναμοῦτε τὴν σημασίαν τῆς ψήφου.
1389§43Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἷς, ὁ ὁποῖος χρειάζεται
1390διὰ τὴν ἀπαρτίαν, δύναται νὰ ἐκβιάσῃ πλειότερον παρὰ 10
1391ἢ 20.
1392Καὶ ἐθεωρήθη, Κύριοι, καταρράκωσις τοῦ πολιτεύματος
1393ἡ μεταβολὴ τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως καὶ ἡ ἀπαρτία διὰ
1394τοῦ ⅓ τῶν Βουλευτῶν· καὶ ἐθεωρήθη ὅτι οὕτω καταπα-
1395τοῦνται τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Καταρράκω-
1396σις τοῦ πολιτεύματος λέγεται ἡ εὔρυθμος αὐτοῦ λειτουρ-
1397γία; Καταρράκωσις τοῦ πολιτεύματος λέγεται ἡ τελεσφό-
1398ρος λειτουργία τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς; Καὶ οἱ ὁμιλοῦν-
1399τες περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ δὲν ἐσκέφθησαν ἆρά γε
1400ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς ἐκλέγῃ καὶ ἀποστέλλῃ ἀντιπροσώπους ἐν-
1401ταῦθα καὶ οὗτοι δὲν προσέρχωνται, ἆρά γε τότε δὲν κατα-
1402πατεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ καὶ δὲν καταρρακοῦται
1403τὸ πολίτευμα;
1404§44Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ἔλθωσιν.
1405§45Σ. ΣΙΜΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ πῶς; Διὰ τίνος μέσου καὶ
1406τρόπου; Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχομεν ἄλλο μέσον νὰ τοὺς ἐκ-
1407βιάσωμεν, τοῦτο, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, εἶ-
1408ναι τὸ συντελεστικώτερον. Βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι, ψηφίζοντες
1409τὴν διάταξιν ταύτην, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγ-
1410κην νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου. Ἀκριβῶς
1411θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα· καὶ σᾶς φέρω
1412τὸ παράδειγμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Γνωρίζετε
1413ἐκεῖ ὅτι, μὴ γινομένης ἅπαξ ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται
1414καὶ δευτέραν φοράν, καὶ τὴν τρίτην γίνεται μὲ ὅσους τύ-
1415χῃ. Τότε εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῆς πρακτικῆς, ὅτι κατὰ
1416τὴν τρίτην πρόσκλησιν προσέρχονται πάντες. Ἠκούσθη
1417ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας εἰπών: «Ἀλλὰ
1418τότε θὰ ἔχωμεν πτώσεις κυβερνητικὰς συχνὰς καὶ ἡ κυ-
1419βερνητικὴ μονιμότης εἶναι ἀγαθὸν ἀναμφισβήτητον». Ἀλλὰ,
1420ἐὰν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀπουσίας
1421τῶν φίλων αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς προθύμου παρουσίας τῆς Ἀν-
1422τιπολιτεύσεως, τί ἤθελεν ἀποδείξει τοῦτο; Δὲν ἤθελεν ἀπο-
1423δείξει προφανῶς μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψη-
1424φίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν προκύπτει τὸ συμπέρα-
1425σμα, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπώλεσε τὴν ἐμ-
1426πιστοσύνην; Ἐὰν ἑπομένως ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη
1427πέσει ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1428δὲν φρονῶ ὅτι ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἤθε-
1429λεν εἶσθαι πρόωρος. Ἀκριβῶς αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας
1430συναντῶμεν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ παρακαμφθῶσι πᾶσαι
1431διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνουσιν
1432οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὑπε-
1433στηρίχθη χθὲς καὶ σήμερον ἐνταῦθα, ὅτι σπανίζει εἰς τὰ
1434ξένα Κράτη ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγά-
1435γωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα.
1436Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος λαὸς τὰ παραδεί-
1437γματα ὀφείλει νὰ ἀντλῇ ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱστορίας καὶ
1438πείρας. Ὅπως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδέποτε παρέστημεν μάρ-
1439τυρες ψηφοφορίας 40 Βουλευτῶν, ὅσους ὁρίζει ἐκεῖ τὸ Σύν-
1440ταγμα, οὕτω καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ δὲν θὰ παραστῶ-
1441μέν ποτε εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ
1442⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος τῶν Βου-
1443λευτῶν τῆς πλειονοψηφίας ὅτι ἐνδέχεται διὰ τῆς ἀριθμη-
1444τικῆς ὑπεροχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπέλθῃ κυβερνη-
1445τικὴ πτῶσις. Τοῦτο θὰ εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων μέσων,
1446τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρίστανται
1447ἐνταῦθα. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως παρίσταται ἡ ἀνάγκη τοιαύ-
1448της μεταρρυθμίσεως μὴ προελθοῦσα, ὡς εἶπον, μόνον ἐκ τῆς
1449πρωτοβουλίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἀν-
1450ταποκρινόμεθα πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν θέτοντες τέρμα οὐ
1451μόνον εἰς τὴν κωλυσιεργίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ
1452καὶ εἰς τὰς ἐκβιάσεις τῶν πλειονοψηφιῶν, ψηφίζοντες τὸ
1453ἄρθρον ὡς φέρεται τοῦτο τροπολογημένον.
1454§46Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1455§47Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1456Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ δωδε-
1457κατημορίου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1911 τῶν ἐξόδων τοῦ
1458Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
1459Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1460παιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ ταμείου τῆς
1461Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ
1462Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων
1463τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ
1464Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ
1465ταμείου τῆς ἰδίας χρήσεως ἐκτυπωθησόμενον πρὸς δια-
1466νομήν.
1467§48Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑποβάλλετε καὶ δι’ ἕνα ἄλλον μῆνα ἀκόμη;
1468§49Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, θὰ τροποποιηθῇ
1469τὸ νομοσχέδιον.
1470§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1471§51Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ
1472ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς
1473νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τελευ-
1474ταῖον κατερχόμενος τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἤδη
1475ὥρας ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δὲν νο-
1476μίζω, Κύριοι, ὅτι σπουδαιότερον τούτου ἄρθρον ἀπησχό-
1477λησε τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἡ
1478κρηπὶς τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς δι-
1479έπῃ. Ἐὰν δέ, Κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶ-
1480σαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ ἄρθρου
1481τούτου, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συνεισφέρωμεν ὅλας τὰς δυ-
1482νάμεις ἡμῶν ἡμεῖς, οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι, βεβαίως
1483δὲν θὰ εἶχε καὶ λόγον καὶ ἡ ἐμὴ πάροδος ἐπὶ τὸ βῆμα
1484τοῦτο, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλα-
1485βεν ἡ συζήτησις καὶ μᾶλλον ὡς λόγον ἔχει τὴν δικαιολο-
1486γίαν τῆς ψήφου μου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρὰ τὴν ἐλ-
1487πίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ βραχέων θὰ
1488εἴπω, νὰ μετατρέψωσι τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχου-
1489σιν ἤδη ἐσχηματισμένην πεποίθησιν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτη-
1490σιν ἄρθρου.
1491Ἡ ἀρχή, Κύριοι, ἡ ὁποία διετυποῦτο ἐν τῷ ἰσχύοντι
1492Συντάγματι, τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν
1493μεταβάλῃ ἡ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή,
1494καὶ καθ’ ἣν πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας ἀπαιτεῖται τὸ
1495ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἶναι
1496ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς πλειονο-
1497ψηφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζονται τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ
1498πολιτεύματα. Ἀπομάκρυνσις δὲ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης
1499εἶναι ὑποκατάστασις εἰς τὸ πλάσμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’
1500ἀνάγκην στηρίζονται τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα,
1501ἑτέρου πλάσματος πολὺ περισσότερον ἀπέχοντος τῆς ἀλη-
1502θείας. Ἐὰν δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ πλάσμα, εἰς τὸ
1503ὁποῖον στηρίζεται τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ὑποκα-
1504θιστῶμεν εἰς τὸ πλάσμα τοῦτο ἕτερον ἀπέχον ἔτι μᾶλλον
1505τῆς πραγματικῆς ἀληθείας, ἐὰν θέλωμεν νὰ καταρρίψωμεν
1506τὴν ἀρχὴν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπαιτεῖ-
1507ται διὰ τὸν ἔγκυρον σχηματισμὸν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς.
1508Δὲν μὲ ἔπεισαν, Κύριοι, οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι εἴτε ἀλ-
1509λαχοῦ εἴτε ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν πείρας δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶ-
1510μεν διδάγματα, ἢ νὰ ἀρυσθῶμεν συμβουλάς, ἢ νὰ ἀρυσθῶ-
1511μεν παραδείγματα, διὰ νὰ μεταβάλωμεν τὸ καθεστώς. Οἱ
1512κύριοι προαγορεύσαντες ἀνέφεραν, ὅτι ὁ κανὼν καὶ εἰς τὰ
1513λοιπὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ
1514τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν
1515Κυβέρνησιν· ὁ κανὼν τοὐναντίον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπο-
1516τελεῖ σήμερον τὸ καθεστώς. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου
1517ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ κανών, καὶ πρόκει-
1518ται σήμερον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ κανόνος τούτου. Ποίαν
1519δὲ δικαιολογίαν προτείνομεν σήμερον, ὅπως πείσωμεν ἑαυ-
1520τούς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ κανόνος αὐτοῦ;
1521Τὸ δεδομένον, Κύριοι, τῆς κωλυσιεργίας τῆς ἀσκηθείσης εἰς
1522προηγουμένας Βουλάς. Ἐμελέτησα ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τὴν
1523ἱστορίαν τῶν κωλυσιεργιῶν τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου καὶ
1524ἐκ τῆς μελέτης μου ταύτης δὲν ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν,
1525τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισαν ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἀντιθέτως.
1526Δὲν ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ κωλυσιεργία παρεκώ-
1527λυε τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν
1528ἡ κωλυσιεργία παρεκώλυε μόνον τὴν πρόοδον τῶν συζητή-
1529σεων τῆς Βουλῆς. Ὅτε δὲ μόνον διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς
1530Βουλῆς ἀπαιτοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ ἡμίσεος
1531πλέον ἑνός, δὲν νομίζω ὅτι ἀπαιτοῦμεν κάτι τι ἀδύ-
1532νατον. Ὅταν δὲ λάβωμεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Σῶμα
1533ἡμῶν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν δὲν εἶναι πολυάριθμον, ἀλλὰ
1534εἶναι κατ’ ἀνάγκην εὐάριθμον, εἶναι δὲ ἴσως πολυάριθμον
1535ἐν σχέσει πρὸς τὴν μικροτάτην ἔκτασιν τῆς ἡμετέρας χώ-
1536ρας, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν
1537Σῶμα ἡμῶν εἶναι κατ’ ἀνάγκην ὀλιγάριθμον, πᾶσα ἀπο-
1538μάκρυνσις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς θὰ ἀποδίδῃ ἀριθμὸν Βου-
1539λευτῶν, δυνάμενον νὰ ἀποφασίζῃ ἐγκύρως περὶ τῶν συμφε-
1540ρόντων τῆς χώρας, καὶ Βουλήν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερι-
1541κῆς παραστάσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἐμπνέῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι
1542μετὰ κύρους ἀντιπροσωπεύει τὴν βούλησιν τῆς χώρας.
1543Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην σοφοῦ ἑρμηνευτοῦ τοῦ Συντά-
1544γματος τοῦ 1864, τοῦ ἀειμνήστου Διομήδους Κυριακοῦ.
1545Ὁ ἀοίδιμος Διομήδης Κυριακὸς εἶχε καὶ αὐτὸς ὑπ’ ὄψει του
1546τὰ ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ἔκρινεν, ὅτι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ
1547ἰσχύοντα δὲν πρέπει νὰ μᾶς σαγηνεύσωσι. Δὲν πρέπει δὲ
1548νὰ μᾶς σαγηνεύσωσι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα, διότι πρῶ-
1549τον μὲν ἡ διάταξις, ὅτι τοιαύτη τις εἶναι ἡ ἀπαρτία ἐν
1550Ἀγγλίᾳ, οἵα ἐξετέθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, δὲν εἶναι
1551συνταγματικὴ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τῆς δι-
1552ατάξεως ταύτης δὲν περιβάλλεται τὰς δυσκολίας, τὰς
1553ὁποίας θὰ περιβληθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς τοιαύτης διατάξεως
1554παρ’ ἡμῖν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ῥητῶς τονίζει ὁ ἑρμηνευτὴς
1555τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοι
1556προαγορεύσαντες ἐτόνισαν, ὅτι ἡμεῖς ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν
1557μόνον Βουλὴν πρέπει νὰ προσέχωμεν, ὅπως τὸ ἀπαύγασμα
1558τῆς ἐργασίας τῆς μιᾶς Βουλῆς φέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πε-
1559ρισσότερον κῦρος, ὅπως περιβάλληται δι’ ὅσον ἔνεστι μεγα-
1560λειτέρας ἐπιβολῆς.
1561Ἀλλὰ καὶ ἄλλος πολιτειολόγος, ὁ Κωνστάν, τονίζει τὴν
1562ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων
1563ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νομοθετικῶν πράξεων τοῦ ἀντι-
1564προσωπευτικοῦ Σώματος (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου
1565νὰ καταρτισθῇ νόμος, ἡ σύνοδος μεγάλου ἀριθμοῦ νομοθε-
1566τῶν εἶναι κατὰ τοῦτο ὠφέλιμος, καθ’ ὅσον οἱ νόμοι πρέ-
1567πει νὰ εἶναι τὸ ἀπαύγασμα πολλῶν ἰδεῶν, πρέπει πρόσωπα
1568διάφορα κατὰ τὰς ἕξεις, τὰς σχέσεις καὶ τὴν κοινωνικὴν
1569θέσιν νὰ συνεισφέρωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὴν συμβολὴν τῶν σκέ-
1570ψεων καὶ τῆς πείρας αὐτῶν».
1571§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει καὶ κάτι τι ἄλλο, κύριε
1572συνάδελφε, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης.
1573§53Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν θέλω νὰ τὸ θίξω,
1574κύριε συνάδελφε. Γνωρίζετε τὸ διατί.
1575§54Γ. ΠΩΠ. Ὥστε βαίνομεν πρὸς πρότασιν περὶ ἀπαρα-
1576δέκτου.
1577§55Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως δὲν
1578φαίνεται εὔστοχον τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀναλο-
1579γίας, τῆς ἀποτελούσης τὴν ἀπαρτίαν. Διότι ὁ προσδιορι-
1580σμὸς μιᾶς μικροτέρας ἀναλογίας, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι θὰ
1581ἀποτελέσῃ τὴν ἀμφίστομον μάχαιραν αὐτῆς ταύτης τῆς
1582πλειονοψηφίας. Ὅταν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἡ πλειονοψηφία
1583δὲν εἶναι καὶ πλειονοψηφία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι δυ-
1584νατόν, ψηφιζομένου νόμου τινὸς τῇ προκλήσει τῆς συμπα-
1585γεστέρας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἔχω-
1586μεν ἀπόρριψιν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ
1587εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου παρὰ εἰς νέαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
1588Δὲν ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ παράδειγμα,
1589ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἴσως τολμηρὰ ἔκφρασις, ἑνὸς ὄχι τό-
1590σον μεγάλου διὰ τὰ βουλευτικὰ ἔργα ἐνδιαφέροντος ἐκ
1591μέρους τῶν ἀποτελούντων τὴν διπλῆν ταύτην Βουλὴν ἀν-
1592τιπροσώπων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς
1593κακὸν προμήνυμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι
1594τὴν μέλλουσαν Βουλὴν ἢ τὰς μελλούσας Βουλὰς. Τοὺς λό-
1595γους, οἱ ὁποῖοι συντείνουσιν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐ-
1596τὰς τὰς ἀπελπιστικὰς σκέψεις, τοὺς ἀνέπτυξεν ὁ ἐξ Ἀρκα-
1597δίας συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, ἐγὼ δὲ τοῦτο μόνον
1598ἤθελον προσθέσει. Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀκηδία τις τῶν
1599Βουλευτῶν καὶ ἑπομένως μὴ προσέλευσις αὐτῶν εἰς τὴν
1600αἴθουσαν ταύτην, θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀκοίμητος φρουρὸς ἡ
1601κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἀμε-
1602λοῦντας Βουλευτὰς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τῶν συνεδριά-
1603σεων. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως νομίζω ὅτι ὁ περιο-
1604ρισμὸς τοῦ καταρτισμοῦ ἀπαρτίας θὰ εἶναι ἐπιβλαβής,
1605διότι θὰ καθιστᾷ μεγαλειτέρας σημασίας τὸν ἕνα αὐτὸν
1606Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι δυνατὸν συμπράττων νὰ κα-
1607ταρτίσῃ Σῶμα δυνάμενον νὰ ἀποφασίσῃ.
1608Ἀπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν σκέψεων ὁρμώμενος δὲν δύνα-
1609μαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τὴν προτεινομένην ὑπὸ
1610τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ
1611διὰ τοῦτο θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψήφισιν τοιαύτης
1612προτάσεως, ἐμμένων εἰς ὅσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστηρίξα-
1613μεν καὶ εἰς ὅσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὁμοφώνως ἀπεδέχθημεν
1614(χειροκροτήματα).
1615§56Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί· βεβαιότατα
1616προϋπόθεσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ
1617Κοινοβουλίου κατ’ ἐξοχήν εἰσιν ἡ καλὴ πίστις τῆς ἐκτελε-
1618στικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ συναίσθησις τῆς ἀξιο-
1619πρεπείας αὐτῆς καὶ ἡ συναίσθησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ
1620καθήκοντος μετ’ ἀφοσιώσεως ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ. Αἱ ἀρε-
1621ταὶ δὲ αὐταὶ πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τόσον τὴν ἐκτε-
1622λεστικὴν ἐξουσίαν, ὅσον καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τοιοῦτον βα-
1623θμόν, ὥστε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ἡ
1624Βουλὴ ὅτι ἐργάζεται διὰ τὸ Κράτος καὶ μόνον διὰ τὸ
1625Κράτος. Ἑπομένως προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς ἀναθεώ-
1626ρησιν τοῦ ἄρθρου 56, προκειμένου νὰ μετατρέψωμεν ἀρχὴν
1627σπουδαίαν, σοβαρωτάτην, ἀφορῶσαν αὐτὸν τὸν καταρτι-
1628σμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς
1629ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ νὰ τὴν μετατρέψωμεν κατὰ τρόπον
1630ὅλως ἐξαιρετικόν, κατὰ τρόπον, ὅστις ἰσχύει ἐξαιρετικῶς
1631εἰς ἐλάχιστα προηγμένα Κράτη, πρέπει σοβαρῶς νὰ σκε-
1632φθῶμεν, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, ἂν ἔχομεν
1633τὰς ἀρετὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα,
1634τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξαίρεσιν ἐφαρμόζουσι τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν
1635θέλομεν ἤδη νὰ θεσπίσωμεν. Καὶ ἂν μὲν ἔχωμεν ταύτας,
1636τὰς ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἑπομένως τὰς ἔχει σύμπασα ἡ
1637Βουλὴ καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς Συμπολίτευσις, ἐὰν
1638δὲ δὲν τὰς ἔχωμεν, δὲν τὰς ἔχομεν οὔτε ὡς Κυβέρνησις,
1639οὔτε ὡς Συμπολίτευσις οὔτε ὡς Ἀντιπολίτευσις. Ἀλλὰ
1640τότε, Κύριοι, διὰ τῆς μετατροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦσιν
1641οἱ ἕξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ῥίπτομεν
1642εἰς τὸ μέσον τὴν ἰδέαν ὅτι πάντοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις δια-
1643τελεῖ οἱονεὶ οὐχὶ ἐν καλῇ πίστει, καὶ θέλομεν νὰ περιορί-
1644σωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐὰν ἡμεῖς
1645οἱ ἴδιοι νὰ μὴ ἀποτελῶμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν μεταφερό-
1646μενοι ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν ἕδραν
1647τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1648Μήπως τὰ πράγματα τῆς τελευταίας δεκαετίας μᾶς
1649ἔπεισαν ὅτι τῳόντι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπταισεν, ἦτο ἡ κατά-
1650στασις καὶ ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὅσοι ἀπὸ τῆς
1651θέσεως ταύτης τὰ ἀντίθετα εἶπον καὶ ὅσοι ἀνεβίβασαν τὴν
1652θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς κωλυ-
1653σιεργίας εἰς τοιαύτην σπουδαιότητα, ὥστε νὰ θεωρήσωσιν,
1654ὅτι χάριν αὐτῆς ἐπανεστάτησεν ὁ στρατὸς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς
1655λαός, φρονῶ ὅτι ἔσφαλον καὶ μάλιστα φοβερά, διότι κατ’
1656ἐξοχὴν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν δὲν ὑπῆρξε κωλυ-
1657σιεργία,...
1658§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις διεφώτισαν
1659τὴν κοινὴν γνώμην.
1660§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ... διότι δύναμαι νὰ σᾶς βε-
1661βαιώσω ὅτι, ὅτε αἱ Κυβερνήσεις εἶχον φέρει ἐργασίαν ἐνώ-
1662πιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἐν Συμπολιτεύσει καὶ
1663Ἀντιπολιτεύσει ἐψήφισε ταύτην. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω
1664ὅτι, ὅτε τὸν ἀείμνηστον Θ. Δηλιγιάννην διεδέχθη ὁ ἐξ
1665Ἀττικῆς πολιτευτὴς κ. Ῥάλλης, εἰς ἕνα καὶ μόνον μῆνα
1666ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις σπουδαῖα μέτρα καὶ σοβαρά, τῶν
1667ὁποίων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πολλά, καὶ ὧν ἄνευ δὲν γνωρίζω
1668ποῦ θὰ ἦτο σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν
1669μετὰ τὸ 1906 μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως εἰς ὁλόκληρον τὴν
1670περίοδον, τὴν ὁποίαν διήνυσεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἂν δὲν ἐψη-
1671φίσθησαν νομοθετήματα σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, δὲν ἔπται-
1672σεν οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις οὔτε τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ
1673καὶ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα εἰς ἐνάσκησιν ὄχι κωλυ-
1674σιεργίας, ἀλλὰ φωτισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, κύριοι
1675Βουλευταί, προκειμένου νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν διὰ
1676μετατροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς καλεῖ ἡ Κυβέρνησις, πρέ-
1677πει νὰ σκεφθῶμεν, τί ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν, καὶ ἐπὶ τούτῳ
1678πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
1679λαοῦ, τὴν ἀντίληψιν καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ
1680τέλους θέλει νὰ μάθῃ, ἂν γίνονται ἀγῶνες σπουδαῖοι καὶ
1681σοβαροὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἂν διακρίνονται οἱ ἐκλεκτοὶ αὐ-
1682τοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· δὲν θέλει δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ
1683περιορισθῇ σχεδὸν ὁ λόγος, δὲν θέλει νὰ ψηφίζωνται οἱ νό-
1684μοι ἀσυζητητί· ταῦτα ἀπάδουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ
1685Ἕλληνος. Θέλει νὰ φωτίζηται καὶ νὰ ἀντιλαμβάνηται καλῶς
1686ἂν εἷς νόμος θὰ ἔχῃ καλὰς ἢ κακὰς συνεπείας, θέλει ἑπομέ-
1687νως ἐκτεταμένην τὴν συζήτησιν καὶ διαφωτιστικήν. Καί,
1688διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη συζήτησις καὶ διὰ νὰ συλλαμβά-
1689νωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἱ ἀποφάσεις, πρέπει βε-
1690βαίως νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δικαίωμα εὐρυ-
1691τάτης συζητήσεως καὶ ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πολ-
1692λάκις νὰ μεταχειρίζηται ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ προλαμ-
1693βάνῃ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδε-
1694χόμενον νὰ βλάψωσι τὸ Κράτος. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ
1695τοῦ συναδέλφου τούτου, ὁ ὁποῖος χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1696του εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε θὰ
1697ὑπάρχῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ τυπικῶς ὑπάρχει, ὅτι τὸ πᾶν ἔγκει-
1698ται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
1699§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό;
1700§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
1701Ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν ἐπῆλθε σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς
1702ἐξουσίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικήν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δυ-
1703νάμεθα πλέον νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν λεγόμενον ἀπὸ τῆς ἕδρας
1704ταύτης διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους,
1705διότι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι νῦν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ μέλλον
1706θὰ ὑπάρχῃ Βουλή, διότι ἤδη ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἶμαι
1707Βουλευτὴς καὶ Βουλευτὴς νομοθετῶν, δικαιούμενος νὰ ἔχω
1708ἰδίαν γνώμην καὶ νὰ ἀκολουθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον
1709συμβιβάζεται ἡ γνώμη μου ἡ νομοθετικὴ μετ’ αὐτῆς, νὰ
1710μὴ ἀκολουθῶ δὲ αὐτήν, ὅταν ἀντιλαμβάνωμαι ὅτι δὲν
1711προσαρμόζεται εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ
1712διάταξις, ὁ κανών, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ θεσπίσωμεν τῇ
1713εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, δὲν προσαρμόζεται εἰς τὴν
1714κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1715Ἦτο περιττόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω
1716διὰ τὸ θέμα τοῦτο, διότι πολλὰ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν
1717ἐλέχθησαν, καὶ ἐθεωρήθη ἐξηντλημένον, ἀλλ’ ἤμην ὑποχρεω-
1718μένος νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν
1719ψῆφόν μου, διότι ἡ ψῆφός μου θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς προτάσεως ὡς
1720διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς προτάσεως
1721τῆς συμβιβαστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκα-
1722δίας Βουλευτής, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία
1723ἀφαιρεῖ πᾶσαν ὑπόνοιαν τῆς νῦν Κυβερνήσεως περὶ ἐνερ-
1724γείας πραγματικῆς κωλυσιεργίας, κωλυσιεργίας προερχομέ-
1725νης ἐκ δόλου, ὄχι ἐκ καλῆς πίστεως, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1726βεβαιότατα οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ δημιουργήσωμεν ἡμεῖς,
1727τέκνα κατ’ ἐξοχὴν τοῦ λαοῦ, ὀλιγαρχίαν καὶ Βουλὴν ἐργα-
1728ζομένην καὶ ἀποφασίζουσαν μὲ 18 Βουλευτὰς—ἐκτὸς τοῦ
1729Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—ἤτοι Βουλὴν τῶν 18.
1730§61Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω ἂν ἀλη-
1731θῶς ἔπρεπε νὰ ἐκταθῇ ἐπὶ τόσας μακρὰς ὥρας ἡ συζήτησις
1732ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Δὲν θέλω βεβαίως
1733νὰ ἀντιλέξω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἡμῶν, οἱ
1734ὁποῖοι ἐθεώρησαν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς τὴν κρηπῖδα τοῦ
1735πολιτεύματος ἡμῶν, διότι εἶπον σαφῶς, ὅτι διὰ τῆς τρο-
1736ποποιήσεως, τὴν ὁποίαν προσάγει ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρ-
1737νησις, θὰ ἐπέλθωσιν ὄλεθροι, θὰ ἐπέλθωσι κίνδυνοι, διότι
1738καταστρέφεται ἡ ἐλευθερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1739Δὲν ἐνόησα, κύριοι Βουλευταί, οὔτε τὸν ὄλεθρον οὔτε
1740τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς
1741πατρίδος ἡμῶν. Ἐὰν ἐπεζητήθη ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρ-
1742θρου τούτου, τόσον ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ
1743ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπῆρχε σαφὴς ὁ λόγος ὅτι ἦτο
1744ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις αὕτη. Τὸ μεγαλείτερον
1745ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1746εἶναι ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει
1747ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις θὰ ψηφίζωνται ὑφ’ ἑνὸς ἐλα-
1748χίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ
1749ὁποῖα θὰ διέπωσι τὴν χώραν ἡμῶν.
1750Τοῦτο ἦτο τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνε-
1751πτύχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι δι’ ἑνὸς δηλ. μικρο-
1752τάτου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρόκειται νὰ λαμβάνηται ἡ ἐπι-
1753ψήφισις τῶν νομοθετημάτων τῆς χώρας ἡμῶν καὶ αὐτοῦ
1754τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, οὐδὲ εἶναι
1755δυνατὸν ποτὲ νὰ συμβῇ ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις
1756νομοθετημάτων δι’ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν.
1757§62Γ. ΠΩΠ. Διατί;
1758§63Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατί. Κατεκρίθη ἡ κω-
1759λυσιεργία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν τόσον ἀπὸ
1760μέρους τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους
1761τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
1762Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ὁποίαν
1763ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξήσκει ἐν τῷ νομίμῳ αὐτῆς ἔργῳ πρὸς
1764παρεμπόδισιν τῶν ὑπερβασιῶν τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὰς
1765μακαρίας ἐκείνας ἐποχάς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ
1766ἀναφέρω ὅτι πολλάκις ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς χώρας ἐπε-
1767ζήτει τὴν κωλυσιεργίαν ὄχι διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον
1768αὐτῆς πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ ὅπως ἀντιπολιτευθῇ
1769τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα καταρρίψῃ αὐτὴν εἰς τὴν κοινὴν
1770συνείδησιν καὶ ἀναλάβῃ αὐτή τὴν διοίκησιν τῆς χώρας.
1771Ἦτο ὁμολογουμένως ἐν πολλοῖς ὠφέλιμος ἡ κωλυσιεργία
1772τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ψεκτέα ἡ κωλυσιεργία τῆς
1773ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε, ὡς συνήθως συνέβη, ἐγένετο χάριν
1774τῶν ἰδίων αὐτῆς ὠφελημάτων. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ
1775μὴ ἀναφέρω τὴν κωλυσιεργίαν, ἡ ὁποία ἐτελεῖτο ἀπὸ τοὺς
1776φίλους τῆς πλειονοψηφίας, διότι, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἀκριβῶς
1777ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς
1778ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἦτο ἱκανὸς νὰ συνταράξῃ ὁλόκληρον
1779τὴν πλειονοψηφίαν ἡ ὁποία ἦτο ὄντως ἰσχυρά. Καὶ οὐδεὶς
1780δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρίστανται
1781ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἦσαν τότε Βουλευταί ὅτι εἷς μό-
1782νον Βουλευτὴς ἐξηνάγκασέ ποτε τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην
1783νὰ ὑπογράφῃ νομοσχέδια παροχῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης
1784τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦντο διὰ τοῦ κλητῆρος εἰς τὴν ἄλλην αἴ-
1785θουσαν ὅπου ἀνέμενεν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος.
1786Ἀνέφερον ταῦτα διὰ νὰ δείξω ποίαν πρόνοιαν ἔχει ἡ
1787πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρ-
1788νησιν, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον
1789συζητοῦμεν.
1790Παρεμποδίζει ἀφ’ ἑνὸς τὴν βλαβερὰν κωλυσιεργίαν τῆς
1791Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ κατα-
1792στρέφει καὶ παντελῶς τὴν κωλυσιεργίαν ἐκείνην ἡ ὁποία
1793δύναταί ποτε νὰ γεννηθῇ ἐκ τῶν φίλων αὐτῆς τῆς πλειονο-
1794ψηφίας, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ γνωρίζῃ ὅτι ὡρισμένος ἀριθ-
1795μὸς Βουλευτῶν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι....
1796§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τρεῖς.
1797§65Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Οὐδέποτε θὰ εἶναι τρεῖς, διότι θὰ εἶναι
1798ὑποχρεωμένοι κατ’ ἀνάγκην τόσον οἱ φίλοι τῆς Συμπολι-
1799τεύσεως, τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ὅσον καὶ ἡ Ἀντι-
1800πολίτευσις, νὰ εἶναι, λέγω, ἡ Βουλὴ κατ’ ἀνάγκην ὑπο-
1801χρεωμένη διὰ τῆς τροποποιήσεως ἐκείνης νὰ περιλαμβάνῃ
1802ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πολλῷ πλείονας παρόντας, διότι οἱ φίλοι
1803τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέξωσι
1804τὸ ἔργον τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ κυβερνῶσιν ἐν τῷ
1805μέλλοντι τὴν χώραν ἡμῶν, διότι ἀπέναντί των θὰ ἔχωσι
1806συνησπισμένην τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία καὶ ἐκείνη θὰ
1807ἀναμένῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἵνα ἀνατρέψῃ τὴν πλειονο-
1808ψηφίαν τῆς χώρας. Προσέτι δὲν θ’ ἀπουσιάζωσιν ὅπως σή-
1809μερον ἀπουσιάζουσιν ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς Συμπολιτεύ-
1810σεως, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπουσιάζωσι καὶ οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1811τεύσεως, διότι θὰ ἔχουν συμφέρον νὰ παρίστανται κατὰ
1812πᾶσαν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὲν θὰ ἔχωσι τὸ
1813θάρρος νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ νὰ
1814ἐξέρχωνται εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν διὰ νὰ ματαιοῦται ἡ
1815ἀπαρτία.
1816Θὰ προλαμβάνηται λοιπὸν ἡ κωλυσιεργία ἡ κακή, θὰ
1817συνέρχωνται ὅσοι εἶναι δυνατὸν περισσότεροι Βουλευταὶ
1818καὶ ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ἐκ τῆς ἄλλης καὶ οὐδέποτε
1819θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, τοῦ
1820νὰ παρίσταται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ τρίτον τοῦ ὅλου
1821ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο ποτὲ νὰ
1822συμβῇ, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις τῆς χώρας, αὕτη θὰ
1823ἔχῃ φίλους τοὐλάχιστον 100 Βουλευτάς, διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ
1824τόσους φίλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι Κυβέρνησις τῆς
1825χώρας, διότι θὰ λείψωσι βέβαια ἐκ τῶν φίλων της 30%
1826καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ εὑρίσκῃ τὸν καιρὸν νὰ ἀνα-
1827τρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν θὰ ἔχῃ τὸ
1828ὀλιγώτερον 100 φίλους· θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τοὺς ἡμίσεις
1829τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ πλέον ἑνός. Καὶ ὅταν θὰ ἔχῃ αὐτὸν τὸν
1830ἀριθμόν, θὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ κοινοβουλευτικῶς ἐνταῦθα.
1831Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω οὔτε τὸν κίνδυνον, οὔτε τὸν
1832ὄλεθρον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Ἀν-
1833τιπολίτευσις, ὁποίαν φαντάζεσθε. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
1834ὑπάρχωσι πολλοί, διότι εἷς καὶ μόνος ἀντιπροσωπεύει τὴν
1835ὅλην τοῦ λαοῦ θέλησιν.
1836Ἐὰν πάντες οἱ φίλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν φι-
1837λελευθέρων ἐξετάσωσι λεπτομερῶς καὶ ἐμβριθῶς τὴν τρο-
1838ποποίησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἐὰν βαθέως εἰσ-
1839δύσωσιν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς τροποποιήσεως, εἶμαι βέβαιος,
1840ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, διότι αὐτὴ αὕτη δὲν ὑπάρχει
1841οὐσιώδης, ἀλλὰ κατὰ πλάσμα μόνον, διότι οὐδέποτε θὰ
1842ὑπάρξῃ ποτὲ ἐλάχιστος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ νομο-
1843θετῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω
1844ἐπὶ πλέον, διότι τὸ μόνον ἐπιχείρημα τῶν ἀντιλεγόντων εἶ-
1845ναι τοῦτο καὶ μόνον ὅτι, ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς θὰ κυβερνᾷ
1846τὴν χώραν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ γίνῃ. Ἑπομέ-
1847νως παρακαλῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ φιλελευθέρου κόμμα-
1848τος, τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα παύσῃ ἐπὶ πλέον ἡ μακρὰ
1849αὕτη συζήτησις ἡ καταβασανίζουσα ἐπὶ μακρὰς ὥρας τὴν
1850Βουλήν, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς
1851τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει χωρὶς νὰ περι-
1852ορισθῇ καὶ εἰς ἀριθμὸν ὡρισμένον συμφώνως μὲ τὴν πρό-
1853τασιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος
1854τῶν 50 Βουλευτῶν δὲν εἶναι καλὸν νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένος
1855ἐν τῷ Πολιτεύματι, διότι, ὡς προεῖπον, οὐδέποτε θὰ ὑπάρχῃ
1856ἀριθμὸς κάτω τῶν 100 Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1857§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν εἶναι
1858δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν τώρα, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν.
1859§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συ-
1860νεδρίασις μέχρι τῆς 10ης.
1861Μετὰ τὴν διακοπήν.
1862§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
1863δρίασις.
1864Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
1865§69Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν σημασίαν, κύριοι Βου-
1866λευταί, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις τοῦ
1867ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρου, πρέπει τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι
1868εὐρεῖα ὑπῆρξεν ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, ἀνε-
1869πτύχθησαν δὲ καὶ εὐρέως τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ ταύ-
1870της καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς. Ὥστε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πρέ-
1871πει νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἴσως ἕνα μό-
1872νον σκοπὸν ἔχει, νὰ ἐνδείξῃ ἐντονώτερον καὶ πρὸ τῆς ψη-
1873φοφορίας τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ληφθῇ, ἂν πρό-
1874κειται νὰ ληφθῇ, οἱαδήποτε ἀπόφασις συμφωνοτέρα πρὸς
1875τὴν τοιαύτην ἐνδειχθησομένην αὐτῆς γνώμην, καὶ πρὸς τὸν
1876σκοπὸν τοῦτον καὶ μόνον ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ περιορισθῶ
1877νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῆς προτει-
1878νομένης μεταρρυθμίσεως διὰ μόνης τῆς ψήφου μου, ἀλλὰ
1879νὰ δικαιολογήσω ταύτην καὶ δι’ ὀλίγων.
1880Ὑπῆρχεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀποκρυσταλλωμένη
1881εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν ἡ γνώμη, ὅτι κατὰ τὰ συνταγματικὰ
1882τοὐλάχιστον θέσμια, τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ
1883περισσότερα τῶν ἄλλων συνταγματικῶν Κρατῶν, τὸ προ-
1884απαιτούμενον τὸ ἀπαραίτητον, ὅπως ἐμφαίνεται καὶ τεκ-
1885μηριοῦται, ὅτι αἱ ἑκάστοτε λαμβανόμεναι ἀποφάσεις τῆς
1886Βουλῆς ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην ἢ τοὐ-
1887λάχιστον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ
1888πλειονοψηφία ἡ ἐκδηλουμένη κατὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφά-
1889σεων τούτων ἐν ταῖς Βουλαῖς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμί-
1890σεος πλέον ἑνός. Ἀλλ’ ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις, σπου-
1891δαία ἀληθῶς καὶ σημαντική, ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν γνώ-
1892μην ταύτην καὶ τὸ τεκμήριον τοῦτο· εἶναι δ’ ὑπὸ πᾶσαν
1893ἔποψιν κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἀξία προσοχῆς καὶ μελέτης,
1894διότι προτείνεται ὑπὸ Βουλευτῶν ἀποτελούντων τὴν Κυ-
1895βέρνησιν καὶ ἀποτελούντων συνάμα καὶ τὰς κορυφὰς κόμ-
1896ματος φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν εἰς τὴν σημαίαν
1897αὑτοῦ τὸν ἄκρον σεβασμὸν πρὸς τὰς φιλελευθέρους ἀρχάς,
1898οὐδ’ ἔχομεν γεγονός τι δίδον εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπόνοιαν, τοὐ-
1899λάχιστον μέχρι σήμερον, ὅτι δὲν τηρεῖ ἀπαρασάλευτον τὴν
1900πίστιν αὑτοῦ πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας.
1901Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ με-
1902λετήσωμεν καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα,
1903τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν πρὸς καθιέρωσιν τῆς σπουδαιοτά-
1904της ταύτης διατάξεως εἰς τὸν συνταγματικὸν ἡμῶν χάρτην.
1905Ὅ,τι ὅμως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχον νὰ παρατηρήσω, ἐνισχῦον
1906ἐμὲ εἰς τοὺς ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους ἔχω εἰς τὴν παρα-
1907δοχὴν τῆς διατάξεως ταύτης, εἶναι ὅτι ἴσως, οὐχὶ εἰς κα-
1908τάλληλον ἐποχὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, πρόκειται ἡ καθι-
1909έρωσις αὐτῆς ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν. Διατρέχομεν ἆρα,
1910κύριοι Βουλευταί, τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν
1911βίου, καθ’ ἣν ὑγιὲς διαπνέει τὴν χώραν ἡμῶν τὸ πολιτικὸν
1912φρόνημα καὶ ἀκμαῖον, καὶ ἄγρυπνος εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη,
1913ὅπως παρακολουθῇ καὶ κολάζῃ πᾶσαν παράβασιν, ἥτις εἶ-
1914ναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἕνεκα τῆς καθιερώσεως τῆς
1915διατάξεως ταύτης; Διεπαιδαγωγήθη ἆρα ὁ λαὸς ἡμῶν μέ-
1916χρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχῶν πολιτικῶν, ὀρθῶν καὶ ἠθι-
1917κῶν, ὥστε νὰ μὴ φοβώμεθα ὅτι οἱαδήποτε βλάβη, τὴν
1918ὁποίαν δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπι-
1919φέρῃ ἡ διάταξις, εἶναι ἐνδεχομένη; Ἢ μὴ τυχὸν εἴμεθα
1920εἰς τὴν ἑπομένην μιᾶς περιόδου πολιτικῆς, καθ’ ἧς οἱ πάν-
1921τες ἁμιλλώμεθα νὰ ῥίψωμεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, ὅτι
1922ὑπῆρξε πολιτικῶς ἀκόλαστος, ὅτι κατὰ ταύτην δὲν ἴσχυ-
1923σαν αἱ ἀρχαὶ αἱ ὀρθαὶ αἱ πολιτικαί, οὐδὲ τὰ ἐλατήρια
1924ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων εὐλόγως εἶπε χθὲς ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ
1925βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέ-
1926πει νὰ ἀσχοληθῶμεν, ὅπως συντρίψωμεν ταῦτα; Καὶ ὅταν
1927τοῦτο εἶναι ἀληθές, οὐδ’ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ἀμφισβητήσω
1928τοῦτο, εἶναι τάχα σκόπιμον καὶ εἶναι τάχα φρόνιμον, ὅταν
1929εἰς τοιαύτην περίοδον τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου διατελῶμεν,
1930νὰ προβῶμεν μετὰ τόλμης εἰς τὴν παραδοχὴν τοιαύτης
1931μεταρρυθμίσεως τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως
1932τούτου, Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι εἶναι σκόπιμον δι’ ὀλίγων
1933νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν στηρίζε-
1934ται ἡ πρότασις αὕτη, διότι τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ
1935πλέον ἐπιβαλλόμενον καὶ ὄχι ἡ ὑποστήριξις τῆς Ἀρχῆς, ἥτις
1936ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, διότι αὕτη εἶναι καθιερω-
1937μένη δυνάμει Ἀρχῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν διαπρε-
1938πεῖς πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες συνάδελφοι, ἐπιστημονικῶν, εἶ-
1939ναι κοινῶς παραδεδεγμένη, δύναταί τις εἰπεῖν, ὑφ’ ὅλων τῶν
1940συνταγματικῶν Κρατῶν, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρήζει δι-
1941καιολογίας περαιτέρας, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἶναι ἡ διάταξις ἡ
1942προτεινομένη εἰς ἐκεῖνο περὶ τὸ ὁποῖον πρέπει περισσότερον
1943νὰ ἀσχοληθῶμεν, εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προ-
1944τείνονται πρὸς καθιέρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ
1945ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἀπαριθμήσω κατὰ
1946τάξιν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προὐτά-
1947θησαν, ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τὸ οὐχὶ ἀπώτερον, τὸ παρελ-
1948θὸν τῆς Πολιτείας ἡμῶν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ καὶ ὁμοίαν
1949ἀπόπειραν πρὸς καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου.
1950Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὁ κ.
1951Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ προέβαλε, ὅτι
1952εἶναι κάπως ἀμφίστομον· ὅτι δύναται νὰ τραυματίσῃ ἐκεί-
1953νους οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, ὅπως
1954ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐξ ἀγαθωτάτης προαιρέσεως
1955ἐπίσης καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν τῆς δια-
1956τάξεως ταύτης· ἀλλὰ δύναται ἐπίσης νὰ τραυματίσῃ καὶ
1957ἐκείνους οἵτινες ἐπικαλοῦνται τὸ ἐπιχείρημα, διότι δύνα-
1958ταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀφ’ οὗ τὸ παρελθὸν τοῦτο, τοσοῦτον
1959ἐναμίλλως, οἱ πάντες καταδικάζομεν βεβαίως δὲν εἶναι ἡ
1960πρόσφορος ἀποθήκη ἐπιχειρημάτων καὶ παραδειγμάτων,
1961εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταφύγωμεν.
1962Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι
1963ἡ κωλυσιεργία, ἥτις ἠσκεῖτο μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ
1964ταύτῃ — καὶ ἀποφεύγω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ
1965πόσον τουτέστιν ἡ κωλυσιεργία εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐπίμεμ-
1966πτος, διότι διὰ μακρῶν περὶ τούτου ἠσχολήθησαν ἀληθῶς
1967ἔγκριτοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες συνάδελφοι — ἐλέχθη λέγω,
1968ὅτι ἡ κωλυσιεργία αὕτη ἠσκεῖτο μὲν καὶ κατὰ τὸ στάδιον
1969τῶν συζητήσεων, καὶ περὶ τούτου λαμβάνεται σοφὴ πρό-
1970νοια, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων καὶ πρὸς
1971πρόληψιν τοῦ κακοῦ τούτου τοῦ ἐνδεχομένου εἶναι σκοπι-
1972μωτάτη ἡ διάταξις. Ἀλλά, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον
1973γνωρίζω ἐκ τῆς πείρας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἂν καὶ οὐχὶ
1974τόσον μακρᾶς, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν λῆψιν πάσης
1975ἀποφάσεως ἠσκεῖτο τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὴν λῆψιν
1976τῶν σπουδαιοτέρων ἀποφάσεων, ἠσκεῖτο τὸ μέτρον τοῦτο.
1977Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτήσω: ἆρά γε κατὰ
1978τὴν λῆψιν σπουδαίων ἀποφάσεων τοῦ Σώματος δὲν εἶναι
1979ἀνάγκη, ὅπως παρίσταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν
1980τοῦ Σώματος τούτου καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ἐν-
1981δεικνύηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ
1982ἀπόφασις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ
1983ἔθνους;
1984Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι τὸ
1985θέσμιον αὐτὸ ὑπάρχει καὶ παρ’ ἄλλοις ἰσχυροῖς Κράτεσι, καὶ
1986δή, ὅπερ ἑκάστοτε προβάλλεται, καὶ παρὰ τῇ κοιτίδι τῶν
1987συνταγματικῶν δικαίων, τῇ Ἀγγλίᾳ. Δὲν θέλω νὰ μνημο-
1988νεύσω ὧν εἶπον πρὸ ἐμοῦ οἱ προλαλήσαντες, ὅτι σχεδὸν εἰς
1989ὅλα τὰ Κράτη δὲν ὑπάρχει ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις·
1990ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς ταῦτα ἰσχυριζομένους: τοῦτο
1991ἀληθῶς ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ; Ἀληθῶς οὕτω ἐνδείκνυνται
1992δι’ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς
1993Βουλῆς τὸ δημόσιον φρόνημα, ἢ μὴ τοὐναντίον ἐν Ἀγ-
1994γλίᾳ ἰσχύει ὅ,τι ἴσχυε καὶ παρὰ τοῖς προγόνοις ἡμῶν μὴ
1995τουτέστιν ὁ δῆμος αὐτὸς ὁλόκληρος ἐπὶ τῶν σπουδαίων
1996ἀποφάσεων ἐκφέρει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁλόκληρος δηλαδὴ
1997ὁ Ἀγγλικὸς λαός;
1998Δὲν ὑπάρχει, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ
1999τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τοῦ Κράτους αὐτοῦ, σπου-
2000δαῖος θεσμός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συνεζητήθη ἐν τῷ δήμῳ, του-
2001τέστιν ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ
2002μὴ ἐξέδωκε προηγουμένως τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ ὁ Ἀγ-
2003γλικὸς λαός, ἥτις ἐτυμηγορία ἐγένετο παγκοίνως γνωστή.
2004Ἀλλ’ ἔχομεν διδόμενον τοιοῦτον καὶ παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ
2005στηριχθῶμεν ἐπὶ τούτου καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν ἐλά-
2006χιστον αὐτὸν ἀριθμὸν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων ἐν ταῖς Βου-
2007λαῖς; Νομίζω ὄχι· καί, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, νομίζω, ὅτι
2008δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ τελού-
2009μενα εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος.
2010Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι εἶναι ἀρχὴ τοῦ Ἑλληνι-
2011κοῦ δημοσίου δικαίου, ὅπως οὐχὶ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία
2012ἀλλ’ ἡ σχετικὴ ἰσχύῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ταῦτα ὑπο-
2013στηρίζοντες νὰ φρονῶ ὅλως τὸ ἀντίθετον· νὰ φρονῶ ὅτι τὸ
2014καθαρῶς δημόσιον Ἑλληνικὸν δίκαιον ἀρχὴν ἔχει, ὅπως ὁ
2015δῆμος ὁλόκληρος ἀποκρίνηται ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ἑκά-
2016στοτε πολιτικῶν ζητημάτων. Τοῦτο ὑπῆρξεν Ἀρχὴ τῆς
2017Ἑλληνικῆς πολιτείας ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, τοῦτο ὑπῆρ-
2018ξεν Ἀρχή, ἥτις ἴσχυσε καὶ ἰσχύει μέχρι σήμερον, ὥστε οὐδὲ
2019τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα εὑρίσκω, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὡς ἰσχυρόν,
2020ἵνα κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ οὐχὶ
2021ἀπαρκιτήτου, ἂς εἴπω μόνον τοῦτο, τοῦ θεσμοῦ τοῦ προ-
2022τεινομένου.
2023Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς παρού-
2024σης Βουλῆς εἶναι ἓν ἔτι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως
2025τοῦ προτεινομένου θεσμοῦ. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ παρά-
2026δειγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς διὰ τῶν μέχρι τοῦδε
2027ἐργασιῶν της ἡ παροῦσα Βουλή; Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω
2028τοῦ ἀντιθέτου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσαν ἄλ-
2029λοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἐλ-
2030λείπει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ἰσχυρά, ἐλλείπει τουτέ-
2031στι τὸ ἀντίπαλον δέος, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε γίνεται
2032ἀφορμή, ὅπως περιστοιχίζωσι τοὺς ταγοὺς καὶ τοὺς ἀρ-
2033χηγοὺς τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματος οἱ ὀπαδοὶ αὐ-
2034τῶν, ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τοὐναντίον δύναται
2035νὰ συναγάγῃ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς ἂν
2036ἤθελε νὰ μελετήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦτο. Διότι οὐδεὶς βε-
2037βαίως δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ πάντες ἔσπευσαν, οἱ ἐκλεγέντες,
2038καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις οἵαι ὑπῆρξαν
2039αἱ ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου π. ε. ἐνταῦθα, οὐδὲ ἐπαρουσία-
2040σεν ἄλλο τι φαινόμενον ἡ Βουλὴ αὕτη πεῖθον ἡμᾶς ὑπὲρ
2041τῆς γνώμης τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἂν δὲ ἐξε-
2042δηλώθη, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
2043ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ καὶ μεθ’ ὅλην, ἀληθῶς, τὴν ὁμόφω-
2044νον σχεδὸν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς περιβάλλει ἡ παροῦσα
2045Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν, δυσχέρεια περὶ τὸν καταρτισμὸν
2046ἀπαρτίας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑποκεκρυμμένην ἀντίδρασιν
2047τῆς Βουλῆς ἐφ’ ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων τῆς Κυβερ-
2048νήσεως, ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὀρθὴν
2049ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ὅτι δύναται ἑκάστοτε δι’ αὐτῆς νὰ
2050σφυγμομετρῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν κατάστασιν τῆς κοινῆς γνώ-
2051μης ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς προβαλλομένων νομοθετικῶν μέτρων.
2052Ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅτι
2053τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἰσχυρόν.
2054Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
2055ἐπὶ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως, εἶναι δεδηλω-
2056μένη ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διότι ἔλαβε τὴν
2057εὐκαιρίαν πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐκθέσῃ τὸ πολιτι-
2058κὸν αὐτοῦ πρόγραμμα εἰς τὸ ὁποῖον περιελαμβάνετο καὶ
2059ἡ ἐπιδίωξις τῆς καθιερώσεως τῆς διατάξεως ταύτης.
2060Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν
2061ἐπελθοῦσαν ἐσχάτως μεταβολὴν δὲν ἀπέβλεψεν εἰς λεπτο-
2062μερείας ἢ μᾶλλον δὲν ἐπεδίωξε δι’ αὐτῆς ἄλλο τι ἢ μετα-
2063βολὴν τρόπου διοικήσεως. Ἐὰν δὲ ἤθελέ τις νὰ εἴπῃ περισ-
2064σότερα, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέβλεψεν
2065ἰδίως εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων τὰ
2066ὁποῖα μέχρι τοῦδε διώκησαν τὴν χώραν, καί τι πλέον ἴσως,
2067ἀπέβλεψεν εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν κομμάτων τούτων εἰς
2068κόμματα ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν. Ἐπὶ πλέον, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ
2069δώσῃ λεπτομερεστέραν σημασίαν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλλη-
2070νικοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει εἰς τὸν χαρα-
2071κτηρισμὸν τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ διαθέσεων. Ἐὰν ἔχωμεν ἔν-
2072δειξίν τινα περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἔν-
2073δειξις εἶναι κατὰ τῆς διατάξεως τῆς προτεινομένης, διότι
2074ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ
2075ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, συνῆλθον οὗτοι καὶ ἐξέλεξαν πο-
2076λυάριθμον ἐπιτροπείαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ
2077ὅπως μελετήσῃ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τῶν Βουλευ-
2078τῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ
2079αὕτη, ἥτις ἐντεῦθεν, κατὰ τεκμήριον ἀποτελεῖ τὴν ἀληθῆ
2080ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ, παμψηφεὶ καὶ ὁμοφώ-
2081νως ἀπεφάνθη ὅτι ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις ὑπὸ τῶν
2082ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι
2083εὐκταῖον ὅπως καθιερωθῇ ἐν τῷ Συνταγματικῷ ἡμῶν
2084χάρτῃ. Ἀλλὰ προεβλήθη καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα πρὸς ὑπο-
2085στήριξιν τῆς γνώμης, ὅτι τουτέστι, καὶ οἱ ἀπόντες τῆς αἰ-
2086θούσης ταύτης, θεωροῦνται συναινοῦντες εἰς τὰς ἀποφάσεις
2087τὰς λαμβανομένας ἐν αὐτῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει μᾶλ-
2088λον ἐπικίνδυνος θεωρία ταύτης, προκειμένου νὰ λαμβάνῃ ἡ
2089Βουλὴ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων,
2090οὐδὲ γνωρίζω ἐκ τίνος πείρας δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ
2091αὕτη. Ταῦτα εἶναι τὰ κυριώτερα ἐξ ὅσων ἐγὼ ἀντελήφθην
2092ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν πρὸς ὑπο-
2093στήριξιν τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως. Ἀγωνιζόμεθα
2094κύριοι Βουλευταί, πάντες ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως νὰ συν-
2095τρίψωμεν τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα κινοῦσι μέχρι τοῦδε τὸν
2096πολιτικὸν κόσμον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ μέχρις ὅτου δημιουργή-
2097σωμεν ἕτερα ἐλατήρια ἠθικώτερα, μέχρις ὅτου ἀποκατα-
2098σταθῇ πολιτικὴ κατάστασις ἐντελῶς ἀλλοία καὶ ἀσφαλής,
2099νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κα-
2100θιέρωσιν τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει,
2101ἤθελον συστήσει, διότι καὶ ἐγὼ κατέχομαι ἀπὸ τὰ πατριω-
2102τικὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐξεδηλώθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ
2103ταύτῃ, καὶ τοῦ πόνου ὁ ὁποῖος ἀπήχησε τόσον ἐκ τῶν χει-
2104λέων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἐκ τῶν χει-
2105λέων τοῦ ἐγκρίτου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας σεβαστοῦ πο-
2106λιτικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ κόμη ἐλευκάνθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς
2107πατρίδος, ἤθελον συστήσει ὅπως πρὸ πάσης ἀποφάσεως
2108συνεννοηθῶμεν, ἵνα ἐξευρεθῇ μέση τις λύσις συμβιβάζουσα
2109τὰ διεστῶτα μέρη ἢ τὰς διεστώσας γνώμας εἰς τὰς ὁποίας
2110ῥέπει ἡ Βουλή. Ἐὰν τοιαύτη λύσις δὲν εὑρεθῇ εἶμαι ἠναγ-
2111κασμένος, συνεπείᾳ τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τι-
2112μὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου ὡς
2113τοῦτο προτείνεται ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ
2114τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ἐπιδοκιμασίαι).
2115§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις
2116τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἰδίως τὰς ἀγορεύσεις τὰς ὑποστηρι-
2117ζούσας τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἐλά-
2118χιστα ἔχω νὰ προσθέσω ὅπως καὶ ἐγὼ ὑποστηρίξω τὸ προ-
2119σχέδιον τοῦτο κατὰ προτίμησιν τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ
2120Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀμφι-
2121σβητῶ ὅτι εἷς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τοῦ ἑνὸς προσχεδίου καὶ
2122τοῦ ἑτέρου, ἡ βελτίωσις τῆς τακτικῆς λειτουργίας τοῦ Κοι-
2123νοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, καὶ συζητοῦντες καὶ ἡμεῖς δὲν
2124ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολί-
2125τευσιν ἢ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Ὀφείλομεν ἅπαντες ἐνταῦθα
2126νὰ προφυλάξωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τῆς Συμπολιτεύ-
2127σεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐπιβάλωμεν ὑποχρεώ-
2128σεις καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τὴν Συμπολίτευσιν.
2129Καὶ ὀφείλομεν κατὰ πρῶτον νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ
2130αἴτια τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος καὶ ὡς
2131πρὸς ταῦτα, ὁμολογῶ ὅτι θὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς μέχρι
2132τοῦδε λαβόντας τὸν λόγον, καίτοι ὡς πρὸς τὰ συμπερά-
2133σματα αὐτῶν θὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
2134Ἀνέκαθεν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέ-
2135κρινε πάντοτε τὴν κωλυσιεργίαν. Δὲν δύναμαι λοιπὸν τὴν
2136σήμερον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς.
2137Ἐλέχθη ὅτι ἡ κωλυσιεργία πολλάκις ἐπιβάλλεται. Κατὰ
2138τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γνω-
2139ρίζω μόνον ὅτι πάντοτε ἡ κωλυσιεργία ἐχρησιμοποιήθη,
2140ὅπως ἐμποδίσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν κατὰ καιροὺς Κυ-
2141βέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Γνωρίζω πλεῖ-
2142στα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπεδοκιμάζοντο ὑπ’ αὐτῆς τῆς
2143Ἀντιπολιτεύσεως ἐνδομύχως, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπολεμήθησαν
2144μόνον καὶ μόνον διότι ὑπεβάλλοντο παρὰ ἀντιθέτου Κυ-
2145βερνήσεως. Τοιαῦτα νομοσχέδια πολεμηθέντα ὑπὸ τῆς Ἀν-
2146τιπολιτεύσεως, ὑποβληθέντα ὑστερότερον ἐκ νέου, ἐψηφί-
2147σθησαν προθύμως παρ’ αὐτῆς ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχε κωλυ-
2148σιεργήσει κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν αὐτῶν. Ταῦτα σκε-
2149πτόμενος περὶ τῆς κωλυσιεργίας, βεβαίως μετὰ μεγάλης
2150εὐχαριστήσεως εἶδον παρουσιαζόμενα καὶ τὰ δύο προσχέ-
2151δια καὶ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ προσχέδιον
2152τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν.
2153Καὶ θέλω ἤδη ἐξετάσει ποῖον ἐξ αὐτῶν τῶν δύο προσχε-
2154δίων προσεγγίζει περισσότερον εἰς τὸ σκοπούμενον. Πρὸς
2155τοῦτο ἐξεταστέον ἰδίως ποῖαι εἶναι αἱ κύριαι συνέπειαι τῆς
2156κωλυσιεργίας. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ μέγιστον ἐλάτ-
2157τωμα τῆς κωλυσιεργίας εἶναι ὅτι καταπονεῖ τὴν πλειονο-
2158ψηφίαν, τὴν καταπονεῖ ἰδίως κατὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ τὸ
2159νομοσχέδιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τούτου
2160προνοεῖ πληρέστερον, καθ’ ὅσον ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν συζήτη-
2161σιν τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἀντὶ τοῦ
2162τρίτου. Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν οὐδεμία δύναται νὰ ἐπέλθῃ
2163καταπόνησις. Δύναται ἡ Συμπολίτευσις νὰ ἀπουσιάσῃ, ἐκ-
2164τὸς ἐλαχίστων, νὰ ἐπανέλθῃ δὲ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ
2165πρόκειται νὰ δώσῃ ψῆφον. Τὸ αἴτιον λοιπὸν τοῦ μεγίστου
2166τούτου κακοῦ ἐκλείπει ἐντελῶς μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτρο-
2167πῆς· ἄλλως καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐδώσα-
2168μεν ἓν ὅπλον σπουδαῖον πρὸς τὴν ματαίωσιν τῆς κωλυσιερ-
2169γίας. Οὐδεμία ἔνστασις δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐὰν δὲν
2170γίνῃ ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ παρευρε-
2171θῶσιν εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Οὕτω νομίζω ὅτι προεφυλάξαμεν
2172τελείως τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’
2173ἐλέχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνη ἡ κωλυσιεργία ἐκ μέρους τῆς
2174Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κωλυσιεργία ἐκ μέ-
2175ρους τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὅτι αὕτη ἴσως εἶναι ἡ μᾶλ-
2176λον ἐπίφοβος. Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἀπέναντι τῆς κωλυσιερ-
2177γίας τῆς Συμπολιτεύσεως, μόνον περιφρόνησις πρέπει νὰ
2178ἐκδηλωθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κωλυσιεργία ἐκ
2179μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἦτο γνωστὴ ἀρχικῶς εἰς
2180τὴν Πολιτείαν ἡμῶν. Ἐπὶ Κουμουνδούρου, ἐπὶ Θρ. Ζαΐμη,
2181ἐπὶ Δεληγεώργη, οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀμυνθῇ
2182ἐναντίον τοιαύτης κωλυσιεργίας. Οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄν-
2183δρες, εὐθὺς ὡς ἐπαρουσιάζοντο ἀπαιτήσεις ἐναντίον τῶν
2184συμφερόντων τοῦ τόπου, εὐθὺς κατέθετον τὴν Ἀρχήν· ἀλλ’
2185ἡ κωλυσιεργία αὕτη ηὔξησεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ κυβερνῶν-
2186τες ἐνόμισαν αὐτοὺς ἀνωτέρους παντὸς ἄλλου καὶ προση-
2187λοῦντο εἰς τὴν Ἀρχήν, ἔστω καὶ καταρρίπτοντες τὰς βά-
2188σεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ Πολίτευμα. Ἀπὸ τῆς
2189στιγμῆς ἐκείνης καὶ μόνον ἤρξατο ἡ κωλυσιεργία τῆς συμ-
2190πολιτεύσεως νὰ εἰσδύῃ εἰς τὸ Πολίτευμα ἐπικινδύνως. Ταύ-
2191την εἴδομεν συχνάκις ἀσκουμένην, καὶ ἐγένετο οὕτω αὕτη
2192ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας τῆς Χώρας.
2193Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελ-
2194θόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄν-
2195δρες; Καὶ τίς ἐμποδίζει τὰς Κυβερνήσεις νὰ φέρωνται
2196πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας τοιαύτας ἀπαιτήσεις,
2197ὅπως ἐφέροντο ἐκεῖνοι, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωμεν
2198ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν ἐναντίον τοιαύτης κωλυσιερ-
2199γίας, καὶ καλῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγμα-
2200τικῆς δὲν προνοεῖ περὶ παρακωλύσεως τῆς κωλυσιεργίας
2201τῆς Συμπολιτεύσεως.
2202Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἐλάττωμα τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ βου-
2203λευτῶν τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν; Διατὶ ἀποκρούω τοῦτο;
2204Νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος
2205ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
2206Ἐπέδειξεν ἡμῖν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ ἀντιπο-
2207λίτευσις θὰ συνίσταται ἐκ τοῦ τρίτου καὶ περισσότερον
2208τοῦ ἀναγκαίου ὅπως ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι,
2209ὑμᾶς: Ὁσάκις οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἀπέρχον-
2210ται εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ὀφείλουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς
2211τεταγμένην ἡμέραν, πράττουσι τοῦτο; Γνωρίζομεν κάλλιστα
2212ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει ποτέ. Οὐδέποτε ἔρχονται τὴν τετα-
2213γμένην ἡμέραν. Ἀλλὰ τὶς θὰ ἐμποδίσῃ τότε τὴν Ἀντιπολί-
2214τευσιν ἐκείνην, ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν
2215ἀπαρτίαν, τὶς θὰ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ συνέλθῃ καὶ τὶς θὰ τὴν
2216ἐμποδίσῃ νὰ ῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδείς. Τὴν τεταγμένην
2217ἡμέραν θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, τὴν τεταγμένην ἡμέραν θὰ ἔχῃ τὴν
2218ἀπαρτίαν ὅπως ἀποφανθῇ. Ποῖος θὰ τὴν ἐμποδίσῃ; Κατὰ
2219τὴν γνώμην μου, οὐδείς. Ἐνώπιον λοιπὸν τοιούτου κινδύνου,
2220κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὸ
2221προσχέδιον τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς.
2222Νομίζω ὅτι τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς,
2223τὰ ὁποῖα ἐκθέτω ἐν πεποιθήσει ὅτι θέλουσιν ἠχήσει καὶ ἐν
2224τῇ συνειδήσει ὑμῶν ὅτι ἂν προτείνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προ-
2225τείνω, προτείνω ταῦτα, διότι νομίζω ὅτι εἶναι κάλλιστα
2226ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ἐλπίζων ὅτι ταῦτα
2227θέλουσι γίνει ἀσπαστά, δηλῶ ἐξ ἄλλου ὅτι, ἐν ἐναντίᾳ πε-
2228ριπτώσει, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσω μόνον
2229ὑπὲρ τοῦ προσχεδίου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
2230§71Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ
2231κάμῃ χρῆσιν τῆς μελέτης τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων
2232τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν πέντε Βουλευταὶ εἶχον κάμει
2233καὶ εἶχον δημοσιεύσει, διότι ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2234ἤθελε νὰ καλύψῃ μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν
2235ἀναλαμβάνει, ἐπιμένων εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἐν λόγῳ δια-
2236τάξεως τοῦ Συντάγματος. Οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ
2237ἑξῆς, ὁ κ. Τσάτσος, ὁ κ. Ι. Ράλλης, ὁ κ. Π. Καραπάνος,
2238ὁ κ. Βασιλείου καὶ ὁ κ. Ρακτιβάν. Ἀλλ’ εἰς τὸν πρόλογον
2239τῆς μελέτης αὐτῶν λέγουσιν (ἀναγινώσκει) «Ὡς συμβολὴν
2240εἰς τὴν προκειμένην ἀναθεώρησιν.
2241§72ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβὰν καὶ ἐγώ, ὅταν
2242ἠγόρευεν ὁ κ. Σῖμος καὶ ἄλλοι ἐδηλώσαμεν ὅτι εἴχομεν ἐπι-
2243φυλαχθῇ νὰ ἀναπτύξωμεν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τὰς ἰδίας
2244γνώμας.
2245§73Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ βουλευ-
2246τάς, τινὲς τῶν ὁποίων μάλιστα ἀνήκουσιν εἰς μίαν πολιτι-
2247κὴν μερίδα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν
2248τῆς μελέτης αὐτῆς, ἵνα καλύψῃ μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύ-
2249νης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, ἐπιμένων εἰς τὴν ψήφισιν
2250τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κ. Σῖμον, ὁ ὁποῖος
2251εἶναι ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων διερμηνέων τῆς κοινῆς γνώμης,
2252δὲν περιέμενον νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτήν, διότι αὕτη ἐξουδετε-
2253ροῦται καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ
2254ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς τὴν ἑσπέραν νὰ εἴπω, καὶ συμ-
2255φώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 αἱ ὁποῖαι δὲν
2256κατελύθησαν ἐντελῶς· κατελύθη μόνον ὡς πρὸς τὸν ὅρον τὸν
2257δικονομικόν, ὡς ὠνόμασεν αὐτὸν κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν
2258Διπλῆν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ μέ-
2259νουσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ ἄλλαι του διατάξεις, ἰδίως τὸ νὰ γνω-
2260ρίζῃ ὁ Λαὸς ποῖαι διατάξεις θὰ ἀναθεωρηθῶσι καὶ διὰ τὰς
2261ὁποίας θὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ἵνα ταύ-
2262τας καὶ μόνον ἀναθεωρήσωσι καὶ οὐχὶ ὅσας θέλωσιν. Ἡ
2263δὲ Βουλὴ ἐκείνη εἶπε (ἀναγινώσκει) § 141 «ἡ διάταξις τοῦ
2264ἄρθρου 56 περὶ ἀπαρτίας ἀπεδείχθη πλημμελὴς καὶ δέον
2265νὰ ὁρισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν διά τε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν
2266ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐλαττουμένου μόνον τοῦ διὰ τὴν
2267συζήτησιν ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ διατηρουμένης δὲ τῆς
2268ἀπαρτίας τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν διὰ τὴν ἀπό-
2269φασιν». Καὶ ἐν τέλει ψηφίζει «νὰ ἀναθεωρηθῶσι κατὰ τὰ
2270ἀνωτέρω κλπ.».
2271Αὕτη εἶναι ἡ ἐπίσημος πρᾶξις, καὶ διὰ τῆς ἐπισήμου
2272αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀναγνωρίζεται καὶ ἐκεῖνο,
2273τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, διακόπτων Βουλευτήν τινα,
2274τὸν κ. Πετμεζᾶν, νομίζω, ὅτι ἀναγνωρίζεται τὸ θεμελιῶ-
2275δες τῆς διατάξεως ταύτης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἥμισυ πλέον
2276ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τὰς ἄλλας διατά-
2277ξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναθεωρητέας ἡ Βουλὴ ἐκείνη
2278δὲν ὥρισε τρόπον, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος
2279ἀναθεωρήσεως κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον· ἐδῶ ὅμως ὥρισε τὸ
2280ἥμισυ πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ τὸ ὁρίσῃ ἡ Βουλή,
2281ὅπως εἶπεν εἰς τὰς ἄλλας, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ τι ὡρισμένως.
2282Ἐδῶ περιώρισε καὶ εἶπε διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἂς λάβῃ ὅ,τι
2283θέλει ὑπ’ ὄψει τῆς ἡ Βουλή, ἀλλὰ δι’ ἀπόφασιν πρέπει νὰ
2284ἀποφασίζῃ διὰ τῶν ἡμίσεων πλέον ἑνὸς καὶ νομίζω, ὅτι
2285τοῦτο δεσμεύει τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν
2286ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδω, ὅτι ἐγνώριζεν ὁ Λαὸς τί θὰ
2287ἀπεφασίζομεν καὶ ποίας διατάξεις ἠθέλομεν ἀναθεωρήσει.
2288Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ
2289ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν
2290νὰ μὴ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει· ἀλλὰ προκειμένου
2291περὶ μιᾶς διατάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν τέλος πάντων πολλοὶ
2292τῶν βουλευτῶν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν
2293ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ὅτι προσβάλλει τὴν λαϊκὴν κυ-
2294ριαρχίαν, νὰ μὴ συστήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν ταύτης, νὰ ἀφήσῃ
2295ἐλευθέραν τὴν Βουλήν. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε
2296Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, μὴ περατουμένης τῆς Ἀνα-
2297θεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν,
2298πολὺ ὀρθῶς σκεπτόμενοι δὲν ἀφήνουσιν ἐλευθερίαν εἰς τὰς
2299κρίσεις των ἐν γένει διὰ νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των,
2300διότι ἔχουσι δίκαιον εἰς τοῦτο, διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι με-
2301τέωρος ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐπαναλαμβάνω
2302καὶ πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, δὲν ἔχει κανεὶς τὸ πα-
2303ράστημα μέγα ὥστε νὰ φέρῃ καὶ πάλιν εἰς ταραχὰς καὶ
2304ἀνωμαλίαν τὴν Χώραν εἴτε εἰς ἄλλας ἐκλογὰς εἴτε εἰς ἄλλο
2305τι. Ἅμα ὅμως περατωθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος
2306τότε ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα. Τώρα ὅμως ἔχουσι δίκαιον νὰ
2307φοβῶνται τοῦτο (χειροκροτήματα).
2308Εὔχομαι νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν ζημίαν ἡ διάταξις ἐὰν
2309ψηφισθῇ, μολονότι ἐλπίζω ἀκόμη ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ· ἀλλὰ
2310καὶ ἂν ψηφισθῇ, εὔχομαι νὰ μὴ φέρῃ ἐπιζημίους συνεπείας,
2311τὰς ὁποίας πολὺ φοβοῦμαι, διότι ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὐ-
2312τυχήσῃ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι μόνον ἡ διά-
2313ταξις αὕτη ἀρκεῖ νὰ τὸν ἐμβάλῃ εἰς μελλούσας ταραχὰς
2314καὶ ἀνωμαλίας.
2315§74ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐθεώρησα κα-
2316θῆκόν μου νὰ διακόψω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελ-
2317φον, ὅταν ὑπεστήριζε τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
2318του, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων τῆς παρελθούσης
2319Διπλῆς Βουλῆς εἴχομεν παρασκευάσει. Ἐλέχθη ὅτι ἡ
2320γνώμη ἡμῶν συμπίπτει ἀκριβῶς μὲ τὴν γνώμην τῶν ἓξ
2321Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ
2322ὅτι κατὰ τὴν τότε γενομένην μελέτην τοῦ Συντάγματος
2323καὶ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν, ἕκαστος ἐξ
2324ἡμῶν τῶν πέντε, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἐργασθῆ, διετήρησε πλήρη
2325ἀνεξαρτησίαν γνώμης ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων ἐπιφυ-
2326λάχθημεν δὲ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ὅταν καὶ
2327ἐὰν θὰ ἐγένετο συζήτησις κατὰ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἐπὶ τοῦ
2328ἄρθρου τούτου ἄγομαι ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἰς Σώματα πολυ-
2329μελῆ πάντως πρέπει νὰ κρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν πολλῶν. Εἶναι
2330μία ἀρχὴ ἡ ὁποία κρατεῖ οὐ μόνον ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ,
2331ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ. Ὅταν λέγωμεν τὴν γνώ-
2332μην τῶν πολλῶν, ἐννοοῦμεν τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας.
2333Τὴν γνώμην ταύτην φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται
2334νὰ προσβάλῃ δι’ ἀποφάσεως, οἵα ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2335προτεινομένη. Ὁ λόγος δέ, ὅστις φέρεται πρὸς ὑποστήριξιν
2336τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ θὰ πολεμηθῇ ἡ κωλυσιερ-
2337γία, κατ’ ἐμέ, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι σημαντικός, προκειμέ-
2338νου περὶ τόσον σοβαρᾶς ἀποφάσεως ἀφορώσης αὐτὰ ταῦτα
2339τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀφορώσης αὐτὴν
2340ταύτην τὴν νομοθετικὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τῆς
2341Βουλῆς. Ἱκανοὶ τρόποι εὑρέθησαν πρὸς καταπολέμησιν τῆς
2342κωλυσιεργίας, ἥτις ὁμολογουμένως κατὰ τὸ παρελθὸν πολλὰ
2343προσκόμματα παρέσχεν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν κοι-
2344νοβουλευτικῶν καὶ ἰδίως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Τρό-
2345ποι ἄλλοι δύνανται ἀκόμη νὰ συσταθῶσι μὲ ἐλπίδας οὐχὶ
2346ὁλοσχεροῦς βεβαίως καταπολεμήσεως τῆς κωλυσιεργίας,
2347διότι, καὶ τὰς θύρας ἐὰν κλείσωμεν, αὕτη θὰ εἰσέλθῃ διὰ
2348τῶν παραθύρων. Ἀλλὰ τρόπος τοιοῦτος, οἷος ὁ ὑπὸ τῆς
2349προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὑποδεικνυόμενος οὔτε τὸ πο-
2350θούμενον ἀποτέλεσμα ἐπιφέρει, οὔτε συντελεῖ εἰς τὸν σεβα-
2351σμὸν τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου καὶ τῶν συνταγματικῶν
2352ἐλευθεριῶν, διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δέον ἡ Κυβέρνησις
2353καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν πρότα-
2354σιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνά-
2355δελφος κ. Βοζίκης καὶ ἡ ὁποία πρότασις εἶναι τελείως σύμ-
2356φωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Ἱσπανικοῦ Συντάγματος, τὸ
2357ὁποῖον προκειμένου μὲν περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ
2358Σώματος, προκειμένου καὶ περὶ ἀποφάσεων αὐτοῦ, οὐχὶ νο-
2359μοθετικῶν, ἀφήνει πλήρη ἐλευθερίαν μὴ θέτον ὅριον ἀριθμοῦ
2360Βουλευτῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ ψηφίσεως νόμων αἰσθά-
2361νεται καὶ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρίσῃ
2362τὴν ἀρχὴν ὅτι δέον νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν,
2363καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦτον τῆς γνώμης τῶν πολλῶν θὰ εὕρω-
2364μεν μόνον ἐν τῇ ἀναγνωρίσει τῆς ἀρχῆς ὅτι ἀπαιτεῖ-
2365ται πάντως νὰ εὑρίσκηται παρὸν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν
2366τοῦ νόμου τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν
2367Βουλευτῶν διότι οὕτως ἔχομεν τὸ πλάσμα τῆς πλειονοψη-
2368φίας, ἔχομεν τὸ πλάσμα τῆς κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκπροσω-
2369πήσεως τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
2370§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ τὸ ¼ θὰ ψη-
2371φίσητε τοὺς νόμους.
2372§76ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους βε-
2373βαίως μὲ τὸ ¼, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσωσιν οἱ 71 ἢ 75.
2374§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία θὰ ἀποφασίσῃ.
2375§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμπράττουσι πάντες.
2376§79ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συσκεφθῇ περὶ τῆς λήψεως
2377ἀποφάσεως τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευ-
2378τῶν ἡ δὲ ἀπόφασις βεβαίως θὰ ληφθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν.
2379§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος θὰ δώσῃ τὴν ὁριστικὴν νίκην;
2380§81Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ Τουρκία θέλουσα νὰ ἀποκτήσῃ ἐλευθε-
2381ρίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν, ἐθεώρησεν ὡς βάσιν τῆς ἐλευ-
2382θερίας αὐτῆς καὶ τῆς μορφῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
2383τεύματος, νὰ καθορίσῃ ὅπως λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει τὸ ἥμισυ
2384πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν προκειμένου περὶ
2385ἀποφάσεως, περὶ τούτου δὲ προνοεῖ τὸ τελευταῖον ἄρθρον
2386τοῦ Τουρκικοῦ Συντάγματος. Θέλετε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ ὑστε-
2387ρήσωμεν καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἀκόμη
2388ἀπέκτησαν τὰς ἐλευθερίας των; Ἔρχεσθε ἐνταῦθα νὰ κα-
2389θιερώσητε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν τῷ 1864
2390ἐναντίον συστήματος κωλυσιεργίας ὁλοκλήρου, διατάξεις
2391ὅλως διαφόρους πρὸς τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς
2392τὰς ψυχικὰς διαθέσεις αὐτοῦ;
2393§82Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ὅλων ὑμῶν οὐ-
2394δεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλ-
2395λουσα τὴν πρότασιν αὐτὴν βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως
2396ἄγεται. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ
2397ὑποδείξωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ γνώμη της εἶναι
2398πλημμελής. Πιθανὸν ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῷ ἀδίκῳ·
2399ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νο-
2400μίζομεν ὀρθόν. Συνεχίζων λέγω ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζή-
2401τημα τίνες θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τίνες
2402κατά. Μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο: ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ κρίνητε
2403τὸ νομοσχέδιον, οἱ κρίνοντες θὰ ἐκπροσωπῶσι τὴν πλειονο-
2404ψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἀπόλυτον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐν-
2405διαφέρον. Ἐὰν τώρα τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὑπὸ 40, ἢ
240630, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.
2407§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐνδιαφέρει ἡμᾶς.
2408§84ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ
2409ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας δίδει μίαν μέσην
2410λύσιν, διὰ τῆς λύσεως δὲ ταύτης παρέχεται καὶ ὅπλον
2411κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, ἐξασφαλίζεται δὲ καὶ ἡ ἐλευθέρα,
2412καὶ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν τοῦ δικαίου
2413ἀντίληψιν, ψήφισις τῶν νόμων.
2414§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
2415§86Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ παρα-
2416καλῶ, κύριε Πρόεδρε.
2417Ἤκουσα, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ προτοχῆς καὶ τοὺς ἐν-
2418τεῦθεν καὶ τοὺς ἐκεῖθεν ἐξενεγκόντας τὴν γνώμην των καὶ
2419ὑποστηρίξαντας καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην τροπολογίαν.
2420Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἐπείσθην ἵνα
2421ταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος,
2422διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κακῶς ἐπιλαμβανόμεθα τῆς
2423συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 56ου ἄρθρου, καθ’ ὅσον πρόκειται
2424περὶ θεμελιώδους διατάξεως. Καὶ προκειμένου περὶ τοιαύ-
2425της διατάξεως, φερούσης χαρακτῆρα θεμελιώδη, ἡμεῖς εἴ-
2426μεθα ἀναρμόδιοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
2427Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2428θίξωμεν τὰ καλῶς κείμενα· ὅτι ἡ ἀποστολὴ καὶ ὁ σκοπὸς
2429ἡμῶν εἶναι νὰ θεμελιώσωμεν τὰ χρείαν ἔχοντα θεμελιώ-
2430σεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εὖ τε
2431καὶ καλῶς κεῖται ἐν τῷ Συντάγματι, νομίζω ὅτι δὲν
2432πρέπει νὰ τὴν θίξωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ φανῶμεν
2433ὅτι ὑπερακοντίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναθεωρητέων δια-
2434τάξεων, καὶ ὅτι οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη εἰς ἀναθεώ-
2435ρησιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ τείνῃ κἂν εἰς βελτίωσιν, ἀλλὰ τοὐ-
2436ναντίον εἰς ἐλάττωσιν τῶν πολιτικῶν καὶ συνταγματικῶν
2437ἐλευθεριῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος,
2438ὡς ἐθεσμοθετήθη ὑπὸ τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ εἰς ἐποχήν,
2439κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τεθῆ πλήρως ἐν ἐφαρμογῇ τὸ
2440κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἦτο σύμφωνος πράγματι πρὸς
2441τὰ κρατοῦντα ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι, διότι
2442ἀναγνωρίζει καὶ καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν ὅπως ἡ πλειονοψηφία
2443πάντοτε ἡγῆται καὶ κανονίζῃ καὶ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν λη-
2444πτέων μέτρων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Φρονῶ δὲ ὅτι τεσσαρακον-
2445ταετὴς πεῖρα ἀπέδειξε, καὶ μετὰ τὴν ἐγκαινίασιν καὶ παρ’
2446ἡμῖν τοῦ νέου πολιτικοῦ πνεύματος ἤτοι τοῦ κοινοβουλευ-
2447τικοῦ, μετὰ τὸ 1875, ὅτε προβλεπτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἡ
2448Συνέλευσις τοῦ 1864 εἶχε θέσει τὴν διάταξιν ταύτην,
2449προβλέπουσα ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εἰσήρχετο καὶ αὕτη μετ’ οὐ
2450πολὺ εἰς τὴν ὁδὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ἀπέδειξε,
2451λέγω, τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
2452ἐν τῇ δυσφορίᾳ αὑτοῦ, μεταξὺ καὶ ἄλλων πολλῶν, ἀνέφερε καὶ
2453τὸ ζήτημα τῆς κωλυσιεργίας ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τῆς κακο-
2454δαιμονίας αὑτοῦ. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὅλοι οἱ ἐντεῦθεν παρελθόν-
2455τες παρεξήγησαν τὴν πρόθεσιν τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς ἀπέ-
2456βλεπε μόνον εἰς τὴν λῆψιν μέτρων κατασταλτικῶν τῆς κω-
2457λυσιεργίας καὶ εἰς τοῦτο πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, μὴ ἐννοῶν
2458ἐκ τούτου βεβαίως νὰ θίξωμεν μίαν συνταγματικὴν διάτα-
2459ξιν ἔχουσαν καλῶς. Ἄλλοι εἶναι οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων
2460θέλει περισταλῆ ἡ κωλυσιεργία καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν
2461τὸν τελευταίως ψηφισθέντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ
2462τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου περιεστάλη ὁπωσοῦν ἡ κωλυσιερ-
2463γία τελευταῖον διὰ τῆς ῥήτρας, κατὰ τὴν ὁποίαν 5 ἐν ὅλῳ
2464Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, διὰ
2465τῆς ῥήτρας, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι παρόν-
2466τες διὰ τῆς ῥήτρας ὅτι ἡ ἔνστασις πρέπει νὰ γίνεται ἐγ-
2467γράφως, διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ὀνομάτων τῶν ἀπόντων
2468ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅπως δήποτε περιεστάλη καὶ τὸ κακὸν
2469τοῦτο. Ἠδυνάμεθα καὶ περαιτέρω νὰ προβῶμεν καὶ προέβη-
2470μεν περαιτέρω κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Διπλῆς Ἀναθεω-
2471ρητικῆς Βουλῆς, ὅτε ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρ-
2472μόσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σύστημα τῆς κλεψύδρας, ὅσον
2473ἀφορᾷ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν
2474τῆς ἀπεραντολογίας. Ὅλα ταῦτα εἶναι ζητήματα ἀφο-
2475ρῶντα τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἴσως μάλιστα καὶ τὸ
2476μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται παρὰ τῶν μελῶν τῆς
2477συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ νὰ ἀπόλλυσι, τουτέστιν, μέ-
2478ρος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν ἐπὶ ὡρισμένην πε-
2479ρίοδον ἀπουσιάσῃ καὶ δὲν λάβῃ μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις
2480τῆς Βουλῆς.
2481§87ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ ἀδείας.
2482§88Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι
2483πάντα ταῦτα εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸν ἐσω-
2484τερικὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Οὐδεμίαν θέσιν ἔχουν ἐν
2485τῷ Συντάγματι. Τὸ Σύνταγμα περὶ ἑνὸς προνοεῖ, νὰ ἐμφα-
2486νίσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχήν, καθ’
2487ἣν πρέπει νὰ κατισχύῃ ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν τῆς Βουλῆς ἡ
2488πλειονοψηφία. Εἶναι ἀρχὴ παγκοίνως ἀνεγνωρισμένη, εἶναι
2489ἀρχὴ ἀναποσπάστως συνδεδεμένη καὶ συναφὴς πρὸς τὰ κοι-
2490νοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Τόσον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς,
2491ἡ ὁποία ἐψήφισε τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἡ ὁποία
2492παρατύπως συνεκλήθη, τόσον καὶ ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν
2493τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, τόσον καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς
2494συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρεσύρθη ἐκ τῆς τροπο-
2495λογίας ἐκείνης τῶν 6 Βουλευτῶν, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντά-
2496γματος. Φρονῶ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀπαραδέκτου καὶ ὑπὸ
2497τοιαύτην ἔννοιαν, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ
2498περαιτέρω ἡ Συνέλευσις καὶ θὰ ἴδητε ὅτι, ἐὰν θελήσητε νὰ
2499ἴδητε ἀμφοτέρας τὰς τροπολογίας, ὅτι ὁλονὲν ἀπὸ τοῦ κα-
2500κοῦ μεταβαίνομεν εἰς τὸ χεῖρον. Τελευταῖον ἐκυκλοφόρησε
2501μία ἄλλη τροπολογία τῆς τροπολογίας, μία ὑποτροπολογία,
2502ἡ ὁποία φθάνει διὰ περιφράσεων εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχο-
2503μεν ἤδη καθιερωμένον διὰ τοῦ 56ου ἄρθρου, διότι ἰδοὺ τί
2504λέγει. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφα-
2505σίσῃ εἰμὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ⅘ τῆς ἀπαρτίας
2506ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν».
2507§89ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συστηματοποιεῖ τὴν κω-
2508λυσιεργίαν, διότι δι’ ἀναστάσεως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ψη-
2509φισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅλα θὰ ψηφίζωνται δι’ ὀνομαστικῆς
2510κλήσεως, διότι πρέπει νὰ ἐξακριβώνωνται τὰ ⅘.
2511§90Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἡ ὑπο-
2512τροπολογία αὕτη καταλήγει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν
2513ἤδη εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ σᾶς τὸ
2514ἀποδείξω.
2515§91Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύνασθε νὰ
2516ἔχητε γνώμην.
2517§92Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὁμιλῶ,
2518ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, διότι
2519ἀντίκειται εἰς τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
2520Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ Βουλῆς, ἡ ὁποία
2521ἔχει Βουλευτὰς 150, τὸ ⅓ εἶναι 50. Τὰ ⅘, τὰ ὁποῖα ἀπαι-
2522τεῖ ἡ ὑποτροπολογία διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως, εἶναι 40.
2523Ἐὰν λάβωμεν τὸ σήμερον ἐν ἰσχύϊ, ἐπὶ 150 πάλιν Βουλευ-
2524τῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς δηλ. 76.
2525Καὶ ἐκ τούτων πρέπει τοὐλάχιστον ἡ πλειονοψηφία τῶν
2526παρόντων νὰ ἀποφασίσῃ, ἡ δὲ πλειονοψηφία εἶναι τὸ ἥμισυ
2527τοῦ 76 πλέον ἑνός, δηλαδὴ 39. Ἀντὶ τῶν 39, τὸ ὁποῖον
2528ἔχομεν ἤδη, προστίθεται καὶ εἷς ἐπὶ πλέον καὶ γίνονται 40.
2529Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ διὰ περιφρά-
2530σεως νὰ φθάνωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ἐνῷ λοι-
2531πὸν παραβιάζομεν κατὰ βάθος τὸ σύστημα, διότι δὲν
2532φαίνεται ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς
2533πρέπει πάντοτε νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βου-
2534λῆς, καταλήγομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Θὰ
2535παρακαλέσω λοιπὸν τόσον τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ
2536ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν ὑποτροπολογίαν ταύτην, ὅσον καὶ
2537τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν τὴν ἄλλην τροπολογίαν,
2538νὰ ἀποσύρωσιν ἀμφοτέρας τὰς τροπολογίας καὶ ἀφήσωσι τὸ
2539ἄρθρον ὡς ἔχει, διότι ἔχει καλῶς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ καὶ διὰ
2540τὴν λῆψιν καὶ ἄλλων μέτρων κατασταλτικῶν τῆς κωλυ-
2541σιεργείας, εἶναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον τοῦ Κανονισμοῦ, τό-
2542σον τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα νομοθε-
2543τικῶς δύνανται νὰ ληφθῶσιν, διότι πάντως ἐκεῖνο, τὸ
2544ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν δὲν θὰ τὸ κατορθώσω-
2545μεν οὔτε διὰ τῆς ὑποβεβλημένης τροπολογίας οὔτε διὰ τῆς
2546σημερινῆς ὑποτροπολογίας.
2547§93ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἐγώ,
2548κύριε Πρόεδρε.
2549Τῇ ἀληθείᾳ θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, πῶς κατωρθώθη
2550νὰ διασπαρῇ καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
2551ὑπὸ τοῦ περιβάλλοντος, ὑπὸ τῶν ἐγγύτερον αὐτῷ κειμένων
2552τόσος τρόμος πρὸς τὴν κωλυσιεργίαν, ὥστε, ὁ κ. Πρόεδρος
2553τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγγείλῃ εἰς ἡμᾶς χθὲς ὅτι, ὅτε ἐν
2554Βόλῳ ἠναγκάσθη νὰ κηρύξῃ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ δὴ
2555λεπτομερῶς, νὰ εἴπῃ ὅτι θέλει μεταρριθμισθῆ καὶ τὸ ἄρ-
2556θρον περὶ ἀπαρτίας. Τοῦτο, τὸ χθὲς λεχθέν, προὐκάλεσε τὴν
2557προσοχήν μου ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν, ὅπερ
2558εἶχον ἀναγνώσει, ἀλλ’ ὅπερ μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας δὲν
2559εἶχον ἀντιληφθῆ ὅτι εἶχεν ἐν τούτῳ τοσαύτην σπουδαιό-
2560τητα· καὶ παρατηρήσας αὐτό, εἶδον πράγματι τοιαύτην
2561διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τῆς προτά-
2562σεως τῆς συζητουμένης σήμερον καὶ τοῦ ἄρθρου 68, ὥστε
2563κατενόησα ὅτι ἀληθῶς ὁ τρόμος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἔπρεπε
2564καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ ἀπαρτία
2565νὰ ὑποβιβασθῇ· διότι ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευ-
2566τῶν, κατὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην εἰς τοὺς 105, 106, 110,
2567δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἐλαττοῦται δὲ καὶ ἡ ἀπαρτία εἰς
2568τὸ ⅓. Τρόμος πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν,
2569τρόμος καταλαμβάνων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2570ἐν ᾗ ὥρᾳ ἦτο Παντοκράτωρ, — ὅπως καὶ σήμερον εἶναι, —
2571τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λησμονήσαντα ὅτι ἡ ἐν
2572Κρήτῃ Συνέλευσις μετέγραψεν τὴν διάταξιν ταύτην πλήρη,
2573εἰς ἄρθρον τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πρώτου καὶ
2574τοῦ δευτέρου, καὶ αὐτοῦ τοῦ πρώτου, τοῦ Συντάγματος,
2575ἐκείνου περὶ οὗ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴ νὰ κρίνωμεν ὅτι
2576ἔπταισαν οἱ ἐν Κρήτῃ τοιοῦτο καταρτίσαντες αὐτό, μάλι-
2577στα δὲ καὶ μετὰ δηλώσεως ὅτι παραδειγματιζόμενοι ἐκ
2578τῶν ἐν Ἑλλάδι πράττουσιν οὕτω, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ κακὰ
2579τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐν τούτοις ἐνῷ ἄλλα ἀπέ-
2580φυγον, τροποποιοῦντες τὰς σχετικὰς Ἑλληνικὰς διατάξεις,
2581τοιοῦτο ἄρθρον διετήρησαν κατὰ τὸ 1899, ὅτε ἡ δόξα τῆς
2582κωλυσιεργίας εἶχε περιέλθει εἰς δύσιν, διότι πρὸ τοῦ 1899
2583ἦτο μεγάλη ἡ κωλυσιεργία, μετὰ δὲ τὸ 1899 ἐλάχιστα
2584συνέβησαν, καὶ βεβαίως μόνον τόσα, ὅσα οὐδὲ τὸ ἑκατο-
2585στὸν ἀποτελοῦσι τῶν συμβάντων ἀλλαχοῦ, ἐν Αὐστρίᾳ,
2586π. χ., καὶ ὅσων ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ τὰς τελευταίας ταύ-
2587τας ἡμέρας συμβαίνουσιν.
2588Ἡ τοιαύτη κωλυσιεργία ἐνέπνευσεν τοῦτον τὸν τρόμον
2589καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ προτείνηται εἰς
2590ἡμᾶς σήμερον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς Κρήτης καὶ
2591κατὰ τοῦτο· δηλαδὴ ἐνῷ ἡ Κρήτη θὰ κρατήσῃ τὸ Σύντα-
2592γμα ἡμῶν, ἡμεῖς θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ Σύνταγμα τῆς
2593Κρήτης. Ἔχω ἐδῶ καί τὰ δύο Συντάγματα καὶ θὰ ἐπι-
2594τρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, ἐν ἀνάγκῃ, καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ
2595τοῦ ἄλλου τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον, διότι ταῦτα ἀναγινω-
2596σκόμενα πιστεύω ὅτι θέλουσι καθαρίσει τὴν περὶ ἡμᾶς
2597ἀτμόσφαιραν καὶ θέλομεν ἐμφανισθῆ ἁγνότεροι, καθ’ ἣν
2598ὥραν κρίνεται ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀδελφοὶ τῶν Κρητῶν, εἴμεθα
2599ἀνάξιοι νὰ ἀπολαύωμεν ὅσων ἀπολαύουσιν οἱ Κρῆτες καὶ μὴ
2600ὄντες ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι.
2601Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμιζον μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ὅτι κατὰ
2602τὸν χαρακτῆρα, Ἕλληνες Κρῆτες καὶ Ἕλληνες μὴ Κρῆτες,
2603εἴμεθα οἱ αὐτοὶ καὶ ὅτι, ἂν προέκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν
2604ζωηρότητα ἑκατέρων, εὐτυχῶς ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν
2605πρὸς ἔπαινον τῶν Κρητῶν, ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ζωηρότεροι
2606ἡμῶν.
2607Οἱ Κρῆτες ἀληθῶς εἶναι εἰς πάντα ζωηρότεροι· καὶ ἂν
2608προέκειτο περὶ κωλυσιεργίας βεβαίως οἱ Κρῆτες θὰ ὑπερέ-
2609βαλλον ἡμᾶς ἂν τυχὸν εἴχομεν αὐτοὺς ἐδῶ—ὅπερ δυστυ-
2610χῶς δὲν συμβαίνει—συμπαρόντας καὶ συμπαρεδρεύοντας.
2611Ἀλλ’ εἶναι περίεργον πῶς ὁ αὐτὸς φόβος τῆς κωλυσιερ-
2612γίας δὲν εἶχε καταλάβει ἀκριβῶς ἐκείνους, οἵτινες ἔπασχον
2613ἐκ τῆς κωλυσιεργίας. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου
2614συνάδελφος ἀνέγνωσε τὴν πρότασιν, ἥτις ἀπέρρευσεν ἐκ
2615τῶν δύο κομμάτων συνεργασθέντων κατὰ τὸν Φεβρουά-
2616ριον τοῦ 1910, καὶ εἴδομεν ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ ἀμφοτέρων τῶν
2617κομμάτων τῶν συνεργασθέντων, ἀντιπροσωπευόντων δὲ
2618ὅλην τὴν Βουλὴν—διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι οἱ ἀντιπολιτευόμε-
2619νοι ἤμεθα, ὅπως οἱ σήμερον, ὀλίγοι—καὶ ὁ εἷς ἀρχηγὸς
2620καὶ ὁ ἄλλος, καὶ πάντες αὐτῶν οἱ ὀπαδοὶ συνεφώνησαν ἵνα
2621ἀναθεωρήσῃ μὲν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὴν ἀπαρτίαν ὡς
2622πρὸς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ
2623θίξῃ αὐτήν. Ἐκεῖνοι, οὓς καταδικάζομεν, ἐκεῖνοι οἵτινες
2624ἀνήκουσιν εἰς τὸ παρελθὸν—τὸ ἐπάρατον παρελθὸν—ἐν τῷ
2625θέματι τούτῳ ὑπῆρξαν φιλελεύθεροι.
2626§94Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Διότι τοὺς συνέφερεν.
2627§95Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίς λέγει τοῦτο;
2628§96Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐγώ.
2629§97Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί;
2630§98Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Ἀγαπητόν). Διότι ἐὰν
2631ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἐδέχετο τὴν πλειονοψηφίαν τὴν
2632προσφερθεῖσαν εἰς αὐτήν, δὲν θὰ ἦσθε σεῖς σήμερον ἐδῶ.
2633§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! Ἡσυχάσατε!
2634§100Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δὲν νομίζω. Τὸ βέβαιον εἶναι
2635ὅτι ἐκεῖνοι—καλοὶ–κακοί, δὲν ἐξετάζω—ἐν τῷ θέματι
2636ὑπῆρξαν εὔστοχοι, ἐν τῷ θέματι ἀνεγνώρισαν τὸ ὀρθόν, ἐν
2637τῷ θέματι ἁπαξάπαντες διὰ τοῦ δακτύλου ἐσημείωσαν τὸ
2638θεμελιῶδες τῆς διατάξεως. Διότι ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι,
2639εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλη θεμελιώδης—εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ
2640Συντάγματος, ὅπως εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
2641συνάδελφος κ. Πετμεζᾶς, εἶναι θεμελιώδης, καθὼς εἶπεν ὁ
2642ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Λιδωρίκης—εἶναι
2643θεμελιώδης καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν αὐτήν,
2644καὶ εἶναι θεμελιώδης, διότι αὕτη...
2645§101Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διατί τὴν ἐθίξατε,
2646ἀφοῦ ἦτο θεμελιώδης;
2647§102Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐθίξαμεν, αὐτὴν Κύριε. Ἐθί-
2648ξαμεν μόνον τὸ ἄρθρον εἰς τὸ μὴ θεμελιῶδες αὐτοῦ μέρος·
2649ἐθίξαμεν αὐτὸ εἰς αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπέδειξε τὸ ψήφισμα
2650τοῦ Φεβρουαρίου, δηλαδὴ ὅπως ἀναγνωρίσωμεν ὅτι δὲν
2651εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ τὴν συζήτησιν ἡ ἀπαρ-
2652τία, ὅπως οὐδαμοῦ κρίνεται ἀναγκαία. Διότι διὰ τὴν συ-
2653ζήτησιν οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐξετάζηται πόσοι εἶναι παρόν-
2654τες. Ὁρίζεται εἷς ἀριθμὸς διὰ τὸν τύπον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν
2655οὐδὲ καὶ πρακτικῶς δυνατόν, διαρκούσης τῆς συζητήσεως,
2656νὰ ἐξετάζηται πόσοι ἐξῆλθον καὶ πόσοι ἔμειναν ἐντὸς τῆς
2657αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόφασιν πρέπει πάν-
2658τως νὰ εἶναι παρόντες πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντιπροσω-
2659πεύουσι τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἐν τῷ εἰς δύο τμή-
2660ματα διχασμῷ τῆς διαφωνούσης πολιτικῆς κοινωνίας.
2661Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει λόγον ἀπ’ αἰώνων
2662ὑπάρξαντα, λόγον, ὅστις εἰς πᾶσαν κοινωνίαν φέρει τὰ
2663αὐτὰ ἀποτελέσματα. Εὐθὺς ὡς ἔχομεν συγκεντρωμένον
2664ἀριθμὸν ἀποτελοῦντα κοινωνίαν εἴτε ἁπλῆν, εἴτε πολιτι-
2665κήν, πασίγνωστον εἶναι ὅτι τὰς διαφορὰς λύει ἡ πλειονο-
2666ψηφία. Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχουσι κοινωνίαι, ἡ πλειονοψηφία
2667ἐκράτησε, ἡ πλειονοψηφία ἔλυσε τὰ ζητήματα, ἡ πλειο-
2668νοψηφία κατήρτισε τὰς πολιτείας. Καὶ ὅτε ἔτι ἐπήρχοντο
2669βιασταὶ καὶ ἐπεβάλλοντο, ἡ σιωπὴ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ
2670σιωπηρὰ ἀνοχὴ τῆς πλειονοψηφίας ἐπέφερε τ’ ἀποτελέ-
2671σματα τὰ νομιμοφανῆ.
2672Ἀπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης τῆς θεμελιώδους κα-
2673ταγόμεθα καὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης εἰκὼν εἴμεθα.
2674Συνερχόμεθα δ’ ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύοντες ὁλόκληρον τὸν
2675ἑλληνικὸν Λαόν, διότι καὶ μόνον ὁλόκληρος ὁ λαὸς δὲν ἦτο
2676δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἐν Βουλευτηρίῳ. Καί, ἐπειδὴ ἐνταῦθα
2677διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ὁλόκλη-
2678ρος ὁ λαός, εἴμεθα συγκεκροτημένοι ἐν ὡρισμένῳ ἀριθμῷ,
2679κατὰ τὸν τρόπον τὸν δυνατὸν ἀνθρωπίνως ἐν ἀνθρωπίνῃ
2680ὀργανώσει, ὀφείλομεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν ἡμῶν νὰ προσέ-
2681χωμεν ὅπως ἀντανακλᾶται τοῦ λαοῦ ἡ πλειονοψηφία.
2682Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλήθεια αἰωνία. Καὶ ταύτην
2683τὴν ἀλήθειαν πρόκειται ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπὶ προστά-
2684γματι νὰ καταπατήσωμεν, διότι φαίνεται ὅτι καὶ αἱ
2685ἀρχαὶ αἱ μόνιμοι καὶ ἀίδιοι εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν θεμά-
2686των, ἅτινα δύνανται νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ
2687ἀριθμοῦ.
2688§103Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ πρόσταγμα πόθεν προέρχεται;
2689Ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐντεῦθεν;
2690§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόσταγμα κρίνω ἐγὼ τὸ νὰ λε-
2691χθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι προγραμματικὴ ἡ προτεινο-
2692μένη τροπολογία καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ν’ ἀναγκα-
2693σθῶσι νὰ καμφθῶσιν ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς οἱ κυβερνῆται δὲν
2694λέγουσιν «εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσητε τὸ πολίτευμα».
2695Οἱ λόγοι εἶναι ἐκεῖ καὶ δὲν εἶναι μόνον λόγοι πτερόεντες,
2696εἶναι καὶ ὡμολογημένοι καὶ ἐστενογραφημένοι. Ὅτε Κυ-
2697βέρνησις ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ ἔρχεται καὶ λέγει:
2698τοῦτο εἶναι τὸ πρόγραμμά μου· τοῦτο ἐκήρυξα εἰς τὸν
2699Βόλον· τοῦτο ἐπανέλαβον ἐν Ἀθήναις· διὰ τοῦτο δὲν δέχο-
2700μαι τὰς προτάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτρο-
2701πῆς, ἥτις παμψηφεὶ ἀπεφάνθη, ὡς ἀπεφάνθη, παραμερίζω
2702αὐτὰς καὶ θέλω τοῦτο τὸ ἄλλο διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀπαρ-
2703τίας, ἐννοεῖται ὅτι οἱ παρακολουθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν
2704καθίστανται ὑπόχρεοι νὰ συλλογισθῶσιν ἂν ἐπιτρέπεται
2705ἀντίστασις ἢ ἂν μὴ μᾶλλον πρέπει, διὰ λόγους προσκαίρου
2706πολιτικῆς σκοπιμότητος, νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὸ κέλευσμα
2707τοῦ προγράμματος.
2708Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴπῃ ὅτι ἦτο μὲν
2709πρόγραμμα τινὸς ἡ τροπολογία, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται
2710περὶ ἀρχῆς δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλή, τότε οὐδὲν ἔχω νὰ
2711ἀντείπω. Ἀλλὰ τί θὰ ἔλεγέ τις ἂν εὑρίσκετο Πρόεδρος
2712Κυβερνήσεως ὅστις ἤθελεν εἴπει—δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίνος
2713ζητήματος καὶ πῶς διατυπουμένου—«τὴν πίστιν σου εἰς
2714τὸ θεῖον παραμέρισον, διότι εἶναι ἀνάγκη τοῦ προγράμμα-
2715τός μου νὰ ψηφισθῇ»; Τί ἤθελεν εἴπει ἐκεῖνος, εἰς ὃν
2716ἤθελεν ὑποβληθῆ ἀξίωσις· «ἐκεῖνο, εἰς ὃ πιστεύεις μὴ πι-
2717στεύσῃς πρὸς τὸ παρόν, μέχρις ὅτου ἐξαντληθῇ ἡ ὑπόθεσις
2718καὶ καταρτισθῇ διὰ τῆς ψήφους σου ἡ ἀπόφασις, ἣν θέλει
2719ἀναγράψει τὸ Ἐπίσημον Πρακτικὸν τῆς Βουλῆς!
2720Ἡ ὅλη ὑπόθεσις, Κύριοι, εὑρίσκεται ἐπὶ ἐδάφους σαθροῦ
2721καὶ ὀλισθηροῦ· καὶ εἶναι λυπηρὸν ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις
2722οὕτως ἐνταῦθα συζητεῖται ὑπὸ τὴν πρωτοβουλίαν ἀνδρὸς
2723ἀξίου πάσης τιμῆς διὰ τὰς ἐλευθέρας πεποιθήσεις καὶ πά-
2724σης ἀναγνωρίσεως διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόε-
2725δρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἐν τῷ ζητήματι ἐγένετο
2726θῦμα τοῦ περιβάλλοντος. (Ψιθυρισμοί). Ὁ κ. Πρόεδρος
2727τῆς Κυβερνήσεως—ἵνα μὴ ἐξέλθω ἐντελῶς τῆς Κρήτης—
2728πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ—καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω
2729αὐτὸν τοῦτο φιλικῶς, φιλικώτατα, ἀδελφικῶς—πρέπει νὰ
2730μὴ λησμονήσῃ ὅτι τοιαῦται ἰδέαι προκαταλήψεως κατὰ
2731τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν συνταγματικῶς ἐν Ἑλλάδι δια-
2732πραττομένων ἢ μὴ διαπραττομένων συνετέλεσαν ἵνα καὶ
2733αὐτὸς ὅπως καὶ πάντες οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι τῆς Κρή-
2734της καταρτίσωσι τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῆς Κρήτης, ἐκεῖνο
2735ὃ ἐστράφη κατὰ τῆς κεφαλῆς του. Τὸ στραφὲν κατὰ τῆς
2736κεφαλῆς του, ἀλλ’ ὅπερ εὐτυχῶς μὴ ἰσχῦσαν δὲν ἔβλαψεν
2737οὔτε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὴν Κρήτην.
2738Ἀλλὰ δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ πάθῃ τοιαῦτα ἡ Κρήτη καὶ νὰ
2739ἀναγκασθῇ διὰ προσφυγῆς εἰς τὸ Θέρισον ν’ ἀνορθωθῇ—διότι
2740διὰ τοῦ Θερίσου ἠνορθώθη καὶ ἐκεῖθεν ἐπιπροσθέτως ἀνυ-
2741ψώθη λίαν δικαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
2742§105Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τὸ Θέρισον δὲν τῷ ἔκαμε κακόν.
2743§106Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ὅστις διακόπτετε, δὲν
2744γνωρίζετε ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὀλίγον πρὸ τοῦ
2745Θερίσου, συναντηθεὶς μετὰ τῶν ἐργατῶν τοῦ Θερίσου,
2746οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα, ἐν οἷς ἐπρωτοστάτει ὁ κ. Πρόεδρος
2747τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκούσας τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ
2748μὴ κλείσας τὴν θύραν, ὅπως ἔκλεισαν τὰς ἰδίας ἑαυτῶν
2749ἄλλοι τότε ἐπίσημοι, παρετήρησα εἰς αὐτούς, καὶ τοὺς
2750τέσσαρας—παρόντες δύο εἶναι ἐνταῦθα—φιλικῶς, ὅτι
2751ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐν μέρει οἱ παραί-
2752τιοι τῶν γιγνομένων, διότι οὐδέποτε ἔπρεπεν αὐτοὶ νὰ ψηφί-
2753σωσι Σύνταγμα ὁποῖον ἐψήφισαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν φό-
2754βον τὸν ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος μήπως καὶ ἡ
2755Κρήτη πάθῃ ἐκ τῆς κωλυσιεργίας.
2756Ἐκ φόβου σήμερον ἐρχόμεθα νὰ μεταβάλωμεν ἀθῷον
2757ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ θεμελιῶδες, ἄρθρον, ὅπερ,
2758ἐὰν τροποποιηθῇ ὅπως ζητοῦσι νὰ τροποποιήσωσιν αὐτό,
2759εἴτε κατὰ τὸ ἓν κείμενον εἴτε κατὰ τὸ ἕτερον, ἀναιρεῖ
2760αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τὴν οὐσίαν
2761αὐτὴν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τὸν χαρακτῆρα τῆς
2762ἀντιπροσώπου τῆς λαϊκῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἀντιπρόσω-
2763πος κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ λύσῃ τὰ ζητή-
2764ματα, πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ παροῦσα, ὁλόκληρος, ἀρτία,
2765ἵνα λύσῃ αὐτά.
2766Πᾶς ὁ μὴ πρεσβεύων τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν εἶναι κοι-
2767νοβουλευτικός, πᾶς ὁ μὴ πρεσβεύων τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν
2768γνωρίζει τὴν ἀξίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος·
2769Οὐχὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁπλοῦ συν-
2770ταγματικοῦ πολιτεύματος, παντὸς συνταγματικοῦ πολι-
2771τεύματος, ὅπερ κατεσκεύασεν εἰς ἑαυτὸν ὁ λαός. Λέγομεν
2772ὁ λαός, διότι ἐκ τοῦ λαοῦ ἤλθομεν ἐνταῦθα, λαὸς δὲ δὲν
2773πρέπει νὰ λέγωμεν ὡς λαοπλάνοι, μηδὲ θέλοντες νὰ κολα-
2774κεύωμεν αὐτόν.
2775Ταῦτα, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι ταύτην τὴν ἑσπέραν.
2776Ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι πρὸς δύο σκοπούς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν
2777πρῶτον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
2778Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἣν ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Πιστεύω,
2779—καὶ τὴν πίστιν μου αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἀρχὴν θὰ τὴν
2780ὑποτάξω —, πιστεύω, ὅτι θίγομεν θεμελιώδη διάταξιν
2781τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ταύτης οὕτω θιγομένης μετα-
2782βάλλει μορφὴν τὸ πολίτευμα· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ
2783καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως παρασκευάζονται ἀνωμαλίαι, παρα-
2784σκευάζονται πράγματα, ἅτινα μόνον διὰ νέας ἀναθεωρη-
2785τικῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι. Δὲν εἶναι
2786δυνατόν, ὅταν ποτὲ ἐννοήσωσιν οἱ Ἕλληνες τί γίνεται, νὰ
2787μὴ ἐξυπνήσωσι καὶ νὰ μὴ φροντίσωσιν εἰς πρώτην ἀφορ-
2788μὴν νὰ δείξωσι τὴν διαμαρτυρίαν αὑτῶν. Λέγω τὴν ἀλή-
2789θειαν ἐγὼ ὁ ἐξόχως συντηρητικός...Δὲν εἶχον τὴν ἀνάγ-
2790κην τῆς ἀναγνωρίσεως ὑμῶν, ἀλλὰ τὴν ἀναγνώρισιν δίδω
2791εἰς ἐμὲ αὐτόν. Ἐγὼ γινώσκω πῶς ἐπολιτεύθην καὶ τίνος
2792ἀπέσχον πάντοτε, ἀπέσχον καὶ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν τε-
2793λευταίαν ἐξέγερσιν, ἥτις εἶχε πολὺ τὸ εὔλογον ὅπως πρα-
2794γματοποιηθῇ.
2795Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ: Πρωθυπουργόν, ἀφοῦ ἤδη
2796μάλιστα ἔδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ὑπέβαλεν
2797εἰς ἡμᾶς τροπολογίαν, ἥτις ἐνέχει τι τὸ παλίμβουλον, ὅτι
2798καὶ τοῦ ἑνὸς τρίτου ψηφίζοντος, κατὰ μίαν ἢ καὶ κατὰ δύο
2799ψήφους ἡ πλειονοψηφία μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα δύναται ν’
2800αὐξηθῇ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις γινώσκει
2801νὰ ὑποχωρῇ καὶ ἀναγνωρίζει, ὅτι αἱ προσήκουσαι ὑπο-
2802χωρήσεις ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἔχοντας σθεναρὰν τὴν βού-
2803λησιν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ περατώσῃ τὴν
2804συζήτησιν διὰ ψηφοφορίας τροποποιούσης οὕτω τὸ ἄρθρον
280556, διότι, ἂν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἡ ψηφοφορία γένηται
2806πρᾶγμα, καὶ αὔριον ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά, ἡ διόρθω-
2807σις ἔπειτα θὰ εἶναι ἀδύνατος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ
2808νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι φοβοῦμαι, ἐὰν τὸ κακὸν δὲν προληφθῇ,
2809ὅτι θὰ ἴδωμεν πράγματι τὰ προλεγόμενα καὶ ὑπ’ ἄλλων
2810συναδέλφων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς λίαν πιθανά.
2811§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀκούσας, ἀξιό-
2812τιμοι συνάδελφοι, τοῦ προαγορεύσαντος σεβαστοῦ Βουλευ-
2813τοῦ κατὰ τὴν πρώτην φοράν, καθ’ ἣν ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ
2814ἄρθρου τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τοῦ ἀγορεύσαντος
2815κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἐπίστευεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦν-
2816τες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσιν ἢ
2817ν’ ἀνατρέψωσι τὸ διέπον ἡμᾶς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα
2818διὰ τὴν εὐρρυθμοτέραν λειτουργίαν, τοῦ ὁποίου ἐκλήθημεν,
2819ὅπως ἐργασθῶμεν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Ὁ μὴ παρακολου-
2820θήσας τὴν συζήτησιν ἐξ ἀρχῆς, ὁ μὴ ἀναγνώσας ἰδίως τὰς
2821διατυπωθείσας τροπολογίας, μίαν θὰ συνεκόμιζεν ἐντύπω-
2822σιν, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἀνατροπὴ θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ
2823πολιτεύματος τοῦ 1864, ἀρχῆς, ἡ ὁποία παρέχει τὴν δύ-
2824ναμιν νὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, εἰς
2825τὴν ἑκάστοτε πλειονοψηφίαν. Καὶ ἀνατροπὴν τῆς θεμελιώ-
2826δους ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος θὰ ἐπιστεύετο ὅτι εἰσηγού-
2827μεθα, ὅπως τοῦ λοιποῦ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀντίθετος ἀρχή,
2828κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ οἱ πολλοί, οὐχὶ ἡ πλειονοψηφία,
2829ἀλλὰ οἱ ὀλίγοι, ἡ μειονοψηφία θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ
2830ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ νὰ διευθύνῃ τὰς
2831τύχας του. Θὰ ὑπέθετον ἀκόμη, ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἀναγραφῇ
2832διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύε-
2833ται εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πᾶσα
2834γνώμη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ἐὰν μὲν ἐπίστευον ὅτι
2835πρόκειται περὶ πλήρους ἀπαγορεύσεως θὰ ὑπέθετον, ὅτι
2836ὅλη ἡ δυσχέρεια τοῦ Συντάγματος συνίσταται παρ’ ἡμῖν
2837νὰ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καθίσταται
2838πιθανὴ ἡ παρουσία ὅσον ἔνεστιν ὀλιγωτέρου ἀριθμοῦ ἀντι-
2839προσώπων τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, οὔτε τὸ
2840ἓν εἰσηγούμεθα, οὔτε τὸ ἄλλο εἰσηγούμεθα. Δὲν ζητοῦμεν
2841νὰ μεταβληθῇ παντάπασι τὸ καθεστὼς τὸ κείμενον, τὸ
2842ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς Συντάγματος ὄχι κατ’
2843ἀνάγκην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐπιδιώ-
2844κομεν, ὅπως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διὰ τῶν ὅλων διατά-
2845ξεων, τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα διὰ τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον
2846εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν, δὲν
2847ἐπιδιώκομεν, ὅπως καθίσταται ἀπίθανος ἡ προσέλευσις με-
2848γάλου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἐν πάσῃ συνεδρίᾳ τοῦ Σώματος
2849τούτου. Τοὐναντίον ἐπιδιώκομεν δι’ ὅλων τῶν διατάξεων,
2850ὅπως κατορθώσωμεν νὰ συγκεντρώνηται ἐν τῷ περιβόλῳ
2851τούτῳ, ὁσάκις συζητοῦνται ἐν αὐτῷ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους,
2852ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερος ἀριθμὸς Βουλευτῶν. Ἀλλ’
2853ἔχομεν καὶ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι πεποίθησις ἀδιάσει-
2854στος, ὅτι αὐτὴ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν ἐν
2855τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀσφαλίσῃ τὴν
2856ἑκάστοτε παρουσίαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀριθμοῦ ἀντι-
2857προσώπων μεγαλειτέρου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἠσφαλίζετο διὰ
2858τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης διατάξεως.
2859Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἀφοῦ
2860ἔθηκα κατὰ μέρος τὴν τόσον προφανῆ ἑρμηνείαν τῶν ἰδεῶν,
2861τὰς ὁποίας περιέχει τὸ προσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’
2862ἡμῶν, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
2863θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, λέγω, νὰ ἐξετάσω, ἄν, ὡς ἰσχυρίσθη-
2864σάν τινες τῶν ῥητόρων, τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγο-
2865ρευσάντων, ἄν, λέγω, ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν Σῶμα
2866συγκεκροτημένον πολιτικῶς δύναται ἐγκύρως νὰ προβαίνῃ
2867εἰς ἀποφάσεις καὶ ἄνευ τῆς ὑποχρεωτικῆς παρουσίας τοῦ
2868ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποτελούντων αὐτό.
2869Ἐάν, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες ἐκ τῶν ῥητόρων, ἡ τοι-
2870αύτη ἀρχὴ εἶναι ἀρχὴ ἀντιδημοκρατική, ἀρχὴ ἀντισυν-
2871ταγματική, ἀρχὴ ἀντικοινοβουλευτική, ἀρχὴ ἀνελευθέρα
2872ἐπιδιώκουσα νὰ ἀπεμπολήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, θὰ
2873ζητήσω τότε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐξαί-
2874ρεσιν τοῦ συνήθους γινομένου ὑπ’ ἐμοῦ, νὰ ἀναδράμω καὶ
2875εἰς ἄλλας νομοθεσίας, ὅπως παρουσιάσω ἐγγυητὰς τῆς γνώ-
2876μης, ὅτι τὸ προτεινόμενον ὑφ’ ἡμῶν δὲν ἀντίκειται οὔτε
2877πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν
2878βάσιν παντὸς πολιτεύματος, στηριζομένου ἐπὶ τῆς καθολι-
2879κῆς ψηφοφορίας, ὅτι, λέγω, αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας εἰσηγού-
2880μεθα, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα, δὲν ἀντίκειται
2881πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς ἢ καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα
2882καὶ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐγγυ-
2883ητὰς τούτου καὶ θὰ ἀναζητήσω τοῦτο, ἀφοῦ τὸ πολίτευμα
2884τῆς Ἀγγλίας κρίνεται ὑπό τινων τῶν ἀγορευσάντων ἐντεῦθεν
2885ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, διότι πρόκειται
2886περὶ λαοῦ ἔχοντος ἄλλα ἤθη καὶ ἄλλας ἀρχάς. Θὰ ζητήσω
2887τὴν ἄδειαν, λέγω, νὰ εὕρω τοὺς ἐγγυητάς μου εἰς ἄλλον
2888λαόν, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι εὑρίσκεται ἐγγύτερον ἡμῶν
2889λόγῳ χαρακτῆρος. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπικαλεσθῶ
2890τὰ ἐν Γαλλίᾳ γινόμενα, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἱστορικῶς θὰ
2891ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν τί ἔκα-
2892μον αἱ ἐθνικαὶ ἀντιπροσωπεῖαι αἱ Γαλλικαί, αἱ ὁποῖαι
2893ἐτέλεσαν τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν.
2894Ἡ Συντακτική, Κύριοι, ἐπὶ χιλίων ἑκατὸν τεσσαρά-
2895κοντα πέντε μελῶν, εἰς πόσους νομίζετε ὅτι ὥρισε τὴν νό-
2896μιμον αὐτῆς ἀπαρτίαν; Εἰς διακοσίους περίπου, εἰς τὸ
2897ἕβδομον. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791 ἐπὶ ἑπτακοσίων τεσσα-
2898ράκοντα πέντε πληρεξουσίων εἰς πόσους περιώρισε τὴν
2899ἀπαρτίαν; Εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν διακοσίων, εἰς τὸ
2900ἓν τέταρτον δηλαδή. Ἡ Συμβατικὴ οὐδένα ἀριθμὸν ἀπαρ-
2901τίας ὥρισεν, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς ὥριζεν, ὅτι, ἐὰν
2902εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως οἱ παρόντες εἶναι ἐλάσσονες
2903τῶν διακοσίων, δύναται νὰ ζητηθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομα-
2904στικῆς κλήσεως.
2905Ἂς ἀκούσωσι λοιπὸν οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῶν δημοκρα-
2906τικῶν ἰδεῶν, ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἰδεῶν, ὑπὲρ τῶν
2907δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις ἐκείνων
2908τῶν ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν καὶ αἱ
2909ὁποῖαι διεξήγαγον τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν
2910ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς χώρας, θὰ εὕρωμεν
2911ὅτι μόλις ἐμφανίζεται ὁ Βοναπάρτης καὶ ἔχομεν τὸ πολί-
2912τευμα τῆς ὑπατείας. Ἡ ἀπαρτία, ἡ δημοκρατικῶς καθο-
2913ρισθεῖσα εἰς τὸ ἕβδομον, ἢ τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
2914τῶν ἀντιπροσώπων, ἀναβιβάζεται εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς
2915καὶ ὀλίγον ὕστερον, κατὰ τὸ ὄγδοον ἔτος, ἀναβιβάζεται ἡ
2916ἀπαρτία εἰς τὰ δύο τρίτα, καὶ διὰ θεμελιώδους διατάξεως
2917τοῦ πολιτεύματος κηρύττεται, ὅτι συγκεκροτημένον Σῶμα
2918δὲν δύναται ἐγκύρως νὰ ἀποφασίσῃ, πᾶν συγκεκροτημένον
2919Σῶμα καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία (tribunal) ἄνευ τῆς
2920παρουσίας τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν αὐτοῦ. Πῶς δύνασθε
2921ἔχοντες ταύτας τὰς ἐγγυήσεις κατὰ τόπον ἄλλον καὶ κατὰ
2922χρόνον ἀκόμη παραδεδεγμένον, πῶς δύνασθε, παρερχόμενοι
2923ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι εἶσθε ὑμεῖς
2924οἱ σημαιοφόροι τῶν φιλελευθέρων, τῶν δημοκρατικῶν, τῶν
2925κοινοβουλευτικῶν, τῶν λαϊκῶν ἰδεῶν, διότι ὑποστηρίζετε,
2926ὅπως ἡ ἀπαρτία ἐξακολουθήσῃ ἀποτελουμένη ὡς καὶ μέχρι
2927σήμερον, ὑπὸ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός;
2928Ἀλλ’ ἂν φύγωμεν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ἐξετάσεως τοῦ πρά-
2929γματος καὶ ἔλθωμεν εἰς τὰ σήμερον κρατοῦντα εἰς τὰ τῆς
2930συγκριτικῆς νομοθεσίας, φύγωμεν δὲ πάλιν ἀπὸ τοῦ παρα-
2931δείγματος τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος καὶ ἔλθωμεν πά-
2932λιν εἰς τὴν Γαλλίαν, τί θὰ εὕρωμεν, κύριοι Βουλευταί; Θὰ
2933εὕρωμεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν, ἵνα ἐγκύρως ἀποφασίσῃ ἡ
2934Βουλή, πρέπει νὰ εἶναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Θὰ
2935ἐκπλαγῆτε διατί ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα,
2936τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, ἀφοῦ φαίνονται συνηγοροῦντα ὑπὲρ
2937τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω ὅτι ἐν Γαλ-
2938λίᾳ, ὅπου τοιαύτη ἡ ἰσχύουσα διάταξις, διεπλάσθη τὸ κοι-
2939νοβουλευτικὸν πολίτευμα οὕτως, ὥστε ὁρίζεται ὅτι, ἐὰν
2940κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν ἡ Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρ-
2941τίᾳ, ἡ ψηφοφορία ἐπαναλαμβάνεται καί, κατὰ τὴν ἐπανά-
2942ληψιν αὐτῆς, ἐγκύρως ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐν οἱῳδήποτε
2943ἀριθμῷ.
2944§108Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν Γαλλικόν.
2945§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Κανονισμὸν ἂς τὸ ὁρί-
2946σωμεν καὶ ἡμεῖς.
2947§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι ἀπαιτεῖται
2948νὰ παρέλθῃ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς
2949ἄλλης ψηφοφορίας, ὥστε νὰ δοθῇ τοὐλάχιστον ἐπαρκὴς χρό-
2950νος εἰς τοὺς ἀπουσιάζοντας Βουλευτάς, μανθάνοντας τὰ τῆς
2951ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως, νὰ σπεύσωσιν, ὅπως προσέλ-
2952θωσιν εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βου-
2953λῆς, ὅταν ἡ ψηφοφορία καταδείξῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἡ
2954Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, δύναται νὰ συγκαλέσῃ νέαν συνεδρία-
2955σιν μετὰ πάροδον 10 λεπτῶν τῆς ὥρας, κανονίζων τὴν
2956Ἡμερησίαν Διάταξιν δι’ ἀποφάσεως τῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ
2957εὑρεθείσης Βουλῆς καὶ ἀναγράφων μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς
2958νέας ταύτης συνεδριάσεως, τῆς αὐθημερὸν συγκροτουμένης,
2959τῆς μετὰ δέκα λεπτὰ λαμβανούσης χώραν, καὶ τὴν ψήφι-
2960σιν τῆς ματαιωθείσης πρὸ μικροῦ προτάσεως καὶ δύναται
2961νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἐγκύρως, ὁσοσδή-
2962ποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πα-
2963ρίστανται κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην συνεδρίασιν. Οὕτω
2964λοιπόν, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, τῆς κοιτίδος τοῦ κοινοβουλευ-
2965τικοῦ πολιτεύματος, ἄλλη χώρα ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρω-
2966τοστατοῦσιν ἐν τῇ εὐρύθμῳ διαρρυθμίσει τοῦ πολιτεύμα-
2967τος τούτου, ἡ Γαλλία ἔχουσα καὶ διάταξιν, καθ’ ἣν εἶναι
2968ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνός, ἔφθασεν ἕως
2969ἐκεῖ, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι τὰ Κράτη ἔχουσι δικαίωμα νὰ
2970ζήσωσι, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ πνίγωνται ἐντὸς
2971τῶν τύπων, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύονται ἀσφυκτικοὶ δι’ αὐτά
2972(Χειροκροτήματα). Ἔφθασε νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἄλλο Κρά-
2973τος κοινοβουλευτικόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ
2974νὰ ἀποφασίσῃ ἐγκύρως μετὰ μίαν ματαιωθεῖσαν ψηφοφο-
2975ρίαν ὄχι πλέον διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βου-
2976λευτῶν, ἀλλὰ δι’ οἱουδήποτε ἀριθμοῦ Βουλευτῶν παριστα-
2977μένου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.
2978Ἀλλ’ ἴσως καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ με-
2979ταπείσῃ τοὺς ἀπὸ πεποιθήσεως βεβαίως, τὴν ὁποίαν σέβο-
2980μαι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀντιτιθεμένους κατὰ τῆς ἀναγραφῆς
2981τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτείνομεν.
2982Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ συνοδεύσητε νὰ μετα-
2983βῶμεν καὶ εἰς ἄλλην χώραν, ἐπίσης πρωτοστατοῦσαν ἐν τῷ
2984ἐλευθέρῳ κοινοβουλευτικῷ βίῳ, εἰς τὴν Ἰταλίαν. Καὶ ἐκεῖ,
2985Κύριοι, ἡ διάταξις εἶναι ῥητή, καί, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι,
2986περιέχεται ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Συντάγματι. Ἡ διάταξις
2987εἶναι ῥητή, λέγουσα ὅτι, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ, νομίζω δὲ καὶ
2988διὰ νὰ συζητήσῃ, ἡ Βουλὴ ἐγκύρως, πρέπει νὰ παρίσταται τὸ
2989ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὅμως,
2990τοιαύτης ῥητῆς διατάξεως ὑπαρχούσης ἐν τῷ Συντάγματι
2991τῷ Ἰταλικῷ, ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐδημιούργησε
2992κατὰ μικρὸν κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
2993ὁποίου ἤρθησαν ἐκ τοῦ μέσου τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα
2994παρενέβαλλεν ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουρ-
2995γίαν τοῦ Κοινοβουλίου.
2996§111Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ μάλιστα ἐπίσημος ἑρμηνεία
2997ἐγένετο καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τῆς
2998συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως ὑπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ
2999ὁποῖον ὑποδεικνύετε.
3000§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀναφέρω. Ἐπλάσθη τὸ κοι-
3001νοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πάντες οἱ
3002Βουλευταὶ οἱ ἀπουσιάζοντες ἐπ’ ἀδείᾳ δὲν ὑπολογίζονται
3003ἐν τῇ συγκροτήσει τῆς ἀπαρτίας· ἐκρίθη δ’ ἀκόμη, προκει-
3004μένου περὶ τῆς ἄνω Βουλῆς, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἐπ’ ἀδείᾳ
3005ἀπουσιάζοντες Βουλευταὶ δὲν συνυπολογίζονται πρὸς ἐξεύ-
3006ρεσιν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἐξ οὗ ἀποτελεῖται ἡ Βουλή, καὶ
3007τοῦ ὁποίου τὸ ἥμισυ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλ’
3008ὅτι δὲν συνυπολογίζονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ δὲν
3009ἔχουσιν ἄδειαν ἀπουσίας ἕνεκα νόσου ἢ καὶ ἁπλῶς ἕνεκα
3010προκεχωρηκυίας ἡλικίας, εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον
3011ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβῶσιν, ἵνα συμμετάσχωσι
3012τῆς συνεδριάσεως. Καὶ καταντᾷ τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖ,
3013ἡ μὲν κάτω Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἐγκύρως συνήθως διὰ
3014τῆς παρουσίας καὶ 40, νομίζω, τῶν μελῶν αὐτῆς.
3015Καὶ ἔχετε, Κύριοι, τὸ δικαίωμα οἱ ἀντιλέγοντες, οἱ ἀν-
3016τιτιθέμενοι κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσ-
3017ηγηταί, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐν ὀνόματι τῶν
3018ἀρχῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐν ὀνόματι τῶν λαϊκῶν
3019ἐλευθεριῶν, ἐν ὀνόματι τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν; Ἔχετε
3020τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε, ὅταν ἔχητε ἀπέναντι ὑμῶν τὰ
3021γενόμενα εἰς τὰ τρία αὐτὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται εἰς
3022τὰς ἰδέας ἀκριβῶς τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν εὔρυθμον λει-
3023τουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
3024τεύματος; Ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι δύο τῶν Κρατῶν
3025τούτων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐναντίον καὶ
3026ῥητῆς διατάξεως ὑπαρχούσης ἐν αὐτοῖς, διὰ τῶν κοινοβου-
3027λευτικῶν ἐθίμων νὰ δημιουργήσωσι τὰ πράγματα οὕτως,
3028ὥστε νὰ μὴ ἀφήσωσι τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτι-
3029κοῦ ἔργου προσκόπτουσαν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ νὰ
3030διευκολύνωσιν αὐτήν, ὅπως ἀπροσκόπτως τελῶνται τὰ
3031ἔργα αὐτῶν; Τὰ ἐν Αὐστρίᾳ γενόμενα ἠθέλησαν νὰ τὰ χα-
3032ρακτηρίσωσιν ὡς μὴ δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσι παρ’ ἡμῖν,
3033τὸ μὲν διότι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτρο-
3034πεῖαι, αἱ ὁποῖαι μεριμνῶσι διὰ τὰ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπο-
3035θέσεων καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐνῷ
3036πᾶσα ἄλλη ὑπόθεσις ἀνήκει εἰς τὰ δύο Κοινοβούλια, τὸ τῆς
3037Αὐστρίας καὶ τὸ τῆς Οὐγγρικῆς διαίτης. Ἠθέλησαν νὰ θεω-
3038ρήσουν τὰ ἐν Αὐστρίᾳ γενόμενα καὶ ὡς ἄχρηστα παρ’ ἡμῖν,
3039διότι ὑπέλαβον, ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Αὐστριακὸν δὲν εἶναι
3040συνταγματικὸν οὔτε κοινοβουλευτικόν, ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι
3041ἀληθῶς. Διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύναται νὰ
3042συμβαδίσῃ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἄλλων ἐθνῶν καὶ μὲ τὴν
3043ἐλέῳ Θεοῦ μοναρχίαν, ὡς ἀποδεικνύει τὸ παράδειγμα τῆς
3044Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἐλέῳ Θεοῦ καὶ ἐθνικῇ βουλήσει
3045τὴν μοναρχίαν αὐτῆς ὑφισταμένην.
3046Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ προχωρήσω, ὅπως ἐπικαλεσθῶ
3047τὰ γενόμενα ἀλλοῦ; Βεβαίως δὲν θὰ τὸ πράξω. Μὲ ἀρκεῖ
3048ὅτι ἐνώπιον ὑμῶν ἐπαρουσίασα τὴν εἰκόνα τῶν τελουμένων
3049εἰς τὰ τρία Κράτη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται κατ’ ἐξοχὴν ἐν τῇ
3050ἐρρύθμῳ λειτουργίᾳ τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ πολι-
3051τεύματος. Ἀλλά, ἀφοῦ διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης τῆς ἀλ-
3052λαχοῦ γενομένης κατέπεσεν ἐκ βάθρων τὸ οἰκοδόμημα ἐκεί-
3053νων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς προ-
3054τάσεως, τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, καταγγέλλοντες
3055αὐτὴν ὡς ἀνελευθέραν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν καὶ ἀντι-
3056λαϊκήν, ἂς ἴδωμεν ἤδη καὶ τί ποριζόμεθα ἐκ τῆς παρ’
3057ἡμῖν πείρας;
3058Ὡμίλησαν, Κύριοι, περὶ τῆς κωλυσιεργίας καὶ ὑπέ-
3059θεσαν ὅτι ἡ διάταξις σκοπὸν ἀποκλειστικὸν ἔχει νὰ ἀν-
3060τεπεξέλθῃ κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, οἱ πολλοὶ μάλιστα
3061κωλυσιεργίαν λέγοντες ἐννοοῦσι τὴν κωλυσιεργίαν τὴν
3062ἀντιπολιτευτικήν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ τῆς δια-
3063τάξεως, τῆς ὁποίας γινόμεθα εἰσηγηταί, ἐπιδιώκομεν
3064ἀκριβῶς νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ πρέ-
3065πον, ἀνεξαρτήτως κωλυσιεργίας, καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ ἀπαλ-
3066λάξωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸν Ἑλλη-
3067νικὸν λαὸν τοῦ θεάματος, τοῦ ὁποίου γινόμεθα μάρτυρες
3068σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ σχόντες τὴν τι-
3069μὴν νὰ παρεδρεύσωσι καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ
3070ἐγίνοντο μάρτυρες συχνότατα. Αὐτὰ τὰ καθ’ ἑκάστην καὶ
3071ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενα ζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν, αὐτοῦ
3072τοῦ θεάματος ζητοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλήν, ἥτις
3073πλαστογραφεῖ τὰ ἴδια αὐτῆς Πρακτικά, διὰ νὰ κατορ-
3074θώσῃ νὰ καλῆται ὀλίγον ἐλευθέρα. Διότι δὲν εἶναι βέβαια
3075μυστικόν, ἤ, ἐὰν εἶναι, θὰ εἶναι θρυλούμενον ἀπόρρητον,
3076ὅτι ἐπὶ δέκα συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς αἱ ἡμίσειαι ἄρχονται
3077οὐχὶ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ βεβαιοῦται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἀπαρ-
3078τία ἐν πλήρει γνώσει πάντων ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε
3079κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις καὶ καθ’
3080ἣν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ
3081ἀπαρτία.
3082Ζητοῦμεν τοῦτο τὸ γινόμενον ἐγκληματικῶς, κατ’ ἀνο-
3083χὴν πάντων ἡμῶν, πρὸς διαφθορὰν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν,
3084νὰ τὸ καταλύσωμεν, ὥστε τὸ γινόμενον κατὰ παράβασιν
3085τοῦ νόμου νὰ γίνηται τοῦ λοιποῦ ἐννόμως. (Χειροκροτή-
3086ματα).
3087§113Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
3088§114Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νομιμοποιοῦμεν τὰ ἐλαττώ-
3089ματα.
3090§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ μήπως μόνον κατὰ τὴν ἔναρ-
3091ξιν τῆς συνεδριάσεως ὑπάρχει ἔλλειψις τῆς ἀπαρτίας, καὶ
3092μήπως δὲν βλέπομεν, ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ κατὰ πᾶσαν
3093συνεδρίασιν, καὶ ἐν τῷ παρελθόντι τὰ πράγματα ταῦτα
3094ἐγίνοντο ἐμφαντικώτερον, δὲν βλέπομεν, λέγω, διαρκούσης
3095τῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, ὄχι ἀμφι-
3096σβητήσιμον τὴν ἀπαρτίαν τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπο-
3097φαινομένην, ὄχι ἀμφισβητήσιμον, ἀλλ’ ἀνύπαρκτον τὴν
3098ἀπαρτίαν ὄχι τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν
3099τοῖς δωματίοις; Καὶ δὲν βλέπετε, ὁσάκις ἤθελε προκληθῆ
3100οἱαδήποτε συζήτησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε ζητήσει
3101τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ὅτι τίθενται εἰς
3102κίνησιν ὅλοι οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς καὶ αἱ ἅμαξαι καὶ
3103ὅλα τὰ μέσα τὰ μεταγωγικά, ἵνα μεταφέρωσι τοὺς Βου-
3104λευτὰς ἀπὸ τοὺς οἴκους των ἢ τὰ κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑ-
3105ρίσκονται, εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἀποδειχθῇ καὶ ἐπισή-
3106μως ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ καθε-
3107στὼς πολίτευμα;
3108§116Γ. ΠΩΠ. Χειροκροτήσατε. Διὰ σᾶς τὸ λέγει. (Ἱλα-
3109ρότης).
3110§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα ἀκόμη, κύ-
3111ριοι Βουλευταί, νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ σήμερον
3112πάλιν, ὅπως ἐπεκαλέσθην χθές, καίτοι διὰ τοῦτο ἐπετιμή-
3113θην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔχω τὸ
3114δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία
3115εἶχε μορφωθῆ ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἐκδηλωθεῖσα πάντοτε
3116ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ ἀνάγκης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
3117τάγματος, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 κακῶς ἔχει πα-
3118ρακωλύουσα τὴν εὔρυθμον καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν
3119τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλε-
3120σθῶ ἀκόμη, ὅτι ἐκθέτων πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ
3121πρόγραμμα τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, κατὰ τὰς παραμο-
3122νὰς τῶν ἐκλογῶν, δὲν ὤκνησα νὰ ἀναφέρω ὡς μίαν τῶν
3123διατάξεων, τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο ἡ ἀναθεώρησις, καὶ
3124τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ.
3125Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς συνιστῶν εἰς τὴν Βου-
3126λήν, ὅπως ψηφίσῃ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 54,
3127τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπερατώθη, ἡ δὲ ψήφισις ἀνε-
3128βλήθη χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
3129τῇ 1 Ὀκτωβρίου δικαιοῦνται οἱ Βουλευταὶ καὶ τὸ τέταρ-
3130τον μόνον αὐτῶν συνερχόμενοι νὰ προσκαλέσωσι τὴν Κυ-
3131βέρνησιν, ὅπως προσέλθῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, σᾶς ἔλεγεν,
3132ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ ὡς φόβητρον, διότι
3133τεθεῖσα ἅπαξ οὐδέποτε θὰ γίνῃ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ.
3134Καὶ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ψηφίζοντες
3135τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἀπο-
3136τέλεσμα θὰ ἔχητε, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ
3137τούτῳ θὰ παρίστανται πάντοτε, κατὰ μέσον ὅρον, ἐπὶ ἴσου
3138ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἀποτελούντων ἐν συνόλῳ τὴν Βουλήν,
3139μείζων ἀριθμὸς Βουλευτῶν εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν. Ὅταν
3140ἐκλείψῃ ἡ ἐλπὶς διὰ τὴν ἑκάστοτε Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι,
3141μὴ προσερχομένη ἢ ἀποσυρομένη τοῦ Κοινοβουλίου, δύνα-
3142ται νὰ ματαιώσῃ τὰ ἔργα τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ἑκάστοτε
3143Ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ τὸ συμφέρον, ὅπως διαρκῶς παρί-
3144σταται ἐν ἀριθμῷ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονι ἐν τῇ αἰθούσῃ
3145ταύτῃ πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἔργων, πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ
3146δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, πρὸς συμβολὴν αὐτῆς νόμιμον
3147πρὸς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καὶ τὸ λεχθὲν ὅτι εἶναι
3148ἐνδεχόμενον θέτοντες τὴν διάταξιν ταύτην νὰ δώσωμεν εἰς
3149τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐνίοτε τὴν εὐκαιρίαν καὶ νὰ ὑπερφα-
3150λαγγίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δεικνυομένη ὡς ἔχουσα τὴν πλει-
3151ονοψηφίαν, ἐμὲ δὲν πτοεῖ παντάπασιν. Ἂν εὑρεθῶμέν
3152ποτε ἐνώπιον Κυβερνήσεως ἐχούσης οὐχὶ ὑπεράγαν ἰσχυρὰν
3153τὴν πλειονοψηφίαν, ὥστε νὰ ὑπολείπηται εἰς τὴν Ἀντιπο-
3154λίτευσιν ἡ δύναμις μείζονος τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν
3155Βουλευτῶν, καὶ ἔχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἀδυνατοῦ-
3156σαν νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς φίλων, ὅπως ἔχῃ αὐ-
3157τοὺς διαρκῶς παρακολουθοῦντας τὸ ἔργον αὐτὸ ἐν τῇ αἰ-
3158θούσῃ ταύτῃ, συμβῇ δέ, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις μᾶλλον
3159δρῶσα, μᾶλλον ἐνεργός, μᾶλλον συναισθανομένη τὰ καθή-
3160κοντα αὐτῆς, προθυμοτέρα πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, νὰ πα-
3161ρίσταται ἐνταῦθα ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἐχούσης τὸ ἴδιον
3162αὐτῆς στρατόπεδον ἐκλελυμένον καὶ διεσπασμένον, τί φυ-
3163σικώτερον καὶ τί συμφερώτερον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς
3164χώρας, ὅπως ἡ λεγομένη Ἀντιπολίτευσις ὑπερφαλαγγίσῃ
3165τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ,
3166ἵνα κληθῇ ὁ Ἀνώτατος ἄρχων καὶ δώσῃ ἄλλην Κυβέρνησιν
3167εἰς τὴν χώραν; (Χειροκροτήματα).
3168§118ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λό-
3169γον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
3170§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς περι-
3171μένει νὰ πᾶμε ἐμπρὸς καὶ ὄχι νὰ στραφῶμεν πρὸς τὰ
3172ὀπίσω· ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἐκλόνιζε τὸ κῦρος τῆς Βου-
3173λῆς· ὅτι θὰ ἀπειργάζετο πολιτικὸν ναυάγιον, καὶ ἐγὼ λέγω
3174πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ψηφίζοντες τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας θαρ-
3175ροῦντες γινόμεθα εἰσηγηταὶ πρὸς ὑμᾶς, θέλετε κατορθώσει
3176ἀκριβῶς καὶ νὰ προαγάγητε τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας
3177καὶ νὰ προλάβητε τὴν πολιτικὴν ἀναρχίαν καὶ νὰ ἀποτρέ-
3178ψητε τὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν, ἡ ὁποία καταρρίπτει εἰς
3179τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ καὶ ἡ
3180ὁποία εἶναι ἡ μόνη δυναμένη νὰ συγκλονίσῃ τὴν ἔννομον
3181τάξιν διὰ τοῦ χρόνου. Σᾶς εἶπον ἀκόμη, ὅτι δεχόμενοι τὴν
3182διάταξιν κινδυνεύετε νὰ γίνητε ὑπαίτιοι κατατμήσεως
3183τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο ἐλέχθη καὶ δὲν
3184ἀπεδείχθη καὶ οὐδὲν ἐπιχείρημα προσήχθη, τὸ ὁποῖον
3185δύναταί τις νὰ παρακολουθήσῃ τοὐλάχιστον, ἐλέχθη ὡς
3186δόγμα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, ἄνευ προσπαθείας τοὐλά-
3187χιστον πρὸς ἀπόδειξιν, διότι περιττὸν εἶναι νὰ εἴπω καὶ
3188πάλιν ὅτι ἐπιτρέποντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐργάζηται, ἂν
3189παρίσταται ἐν αὐτῇ τὸ ⅓ τῶν Βουλευτῶν, δὲν ἕπεται ὅτι
3190καθιεροῦμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι δύναται ἡ μειονοψηφία τῆς
3191Βουλῆς νὰ συγκροτῇ τοὺς νόμους τῆς χώρας, δεχόμεθα
3192τοῦτο μόνον, ὅτι οἱ παρόντες καὶ ἐργαζόμενοι ἐνεργῶς Βου-
3193λευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι νομίμως καὶ τοὺς ἀπόντας. Μό-
3194νον ἂν ἀνεγνωρίζομεν, ὅτι ἡ μειονοψηφία δύναται ἑκάστοτε
3195καὶ νὰ κυβερνᾷ καὶ νὰ θέτῃ τοὺς νόμους, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ
3196συνεργάσωμεν καὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διάσπασιν τὴν
3197κομματικὴν καὶ τὴν δημιουργίαν πλειόνων κομματικῶν
3198ὁμάδων, καὶ ὁμιλῶν περὶ κομματικῶν ὁμάδων ἔχω τὸ
3199καθῆκον νὰ κάμω μίαν ἐπιφύλαξιν καὶ τὴν ὁποίαν λυποῦ-
3200μαι ὅτι δὲν τὴν ἤκουσα ἄλλοθεν, ὁπόθεν τὴν ἀνέμενον,
3201διότι οὐδαμῶς μὲ πτοεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ
3202θὰ παρήγοντο πλείονες ὁμάδες, ἀρκεῖ μόνον ἑκάστη ἐξ
3203αὐτῶν νὰ ἔχῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδίας ἰδέας καὶ νὰ εἶναι
3204κόμμα ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἡ περίστασις, τῆς ὁποίας γινόμεθα
3205εἰσηγηταί, κύριοι Βουλευταί, ἐπεδιώχθη νὰ διαβληθῇ κατ’
3206ἄλλον τρόπον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο
3207ἡ σύστασις, εὐσχήμως βεβαίως, ὅτι ἔχουσι πάντα λόγον νὰ
3208ἀποβλέπωσι δυσπίστως πρὸς τὴν εἰσηγουμένην καινοτο-
3209μίαν, διότι εἷς ἐκ τῶν εἰσηγουμένων τὴν καινοτομίαν ταύ-
3210την εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἑαυτόν. Ὁ Πρόεδρος
3211τῆς Κυβερνήσεως ἐν Κρήτῃ δὶς συνεργασθεὶς εἰς κατάρτι-
3212σιν πολιτεύματος δὲν ἐφρόντισε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διάτα-
3213ξιν ταύτην· ἄρα εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἑαυτόν· μὴ
3214τὸν πιστεύσητε, μὴ τὸν ἀκολουθήσητε σήμερον. Ἀλλ’ ἔχω
3215τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
3216ὅτι ἐν Κρήτῃ, ὅπου τὸ πολίτευμα, ὄχι βεβαίως τὸ κοινοβου-
3217λευτικόν, ἀλλὰ τὸ συνταγματικόν, τὸ ἀντιπροσωπικὸν
3218ἢ τὸ συνταγματικὸν τοὐλάχιστον, ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1869,
3219δηλαδὴ ἀπὸ 42 ἐτῶν, ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παρά-
3220δειγμα κωλυσιεργίας καὶ ματαιώσεως συνεδριάσεων δι’
3221ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Πῶς θέλετε, Κύριοι, οἱ ἀντιπρόσωποι
3222τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, καλούμενοι νὰ θεσπίσωσι δι’ αὐτὸν
3223Σύνταγμα καὶ οὐδεμίαν ἐνώπιον αὐτῶν ἀταξίαν ἔχον-
3224τες, οὐδεμίαν ἀνάγκην δημιουργηθεῖσαν, ἐνδειχθεῖσαν ἐκ
3225τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, πῶς ἠθέλετε νὰ μεριμνή-
3226σωσι περὶ διατυπώσεως ἀλλοίας τῆς διατάξεως, ἥτις καθ’
3227ἑαυτήν, ἄνευ τῶν ἐνδείξεων τῶν ἐκ τῆς πείρας, καλῶς ἔχει
3228βεβαίως, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἀποβλέπομεν νὰ
3229φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν
3230προτείνομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντά-
3231γματος σήμερον;
3232Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν περιωρίσθη εἰς
3233τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ἔφερε μακρότερον τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐν
3234Κρήτῃ πραγμάτων, καὶ ἦτο τοῦτο μία μομφὴ τῆς ἐκεῖ
3235πολιτικῆς δράσεώς μου κατὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς αὐτο-
3236νομίας. Θὰ ἤμην εὐτυχής, κύριοι Βουλευταί, ἂν μοὶ δοθῇ,
3237καὶ θὰ μοὶ δοθῇ ἀσφαλῶς, ἡ περίστασις εἰς ἄλλην ὥραν εὐ-
3238θετωτέραν τῆς παρούσης, διότι θέλω νὰ φεισθῶ τῆς Βου-
3239λῆς νὰ ἀκούσῃ ἀπολογίαν μὴ σχετιζομένην στενῶς μετὰ
3240τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
3241§120ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ μὲ δικαιώσητε κύριε
3242Πρόεδρε, ἐὰν εἴπω, ὅτι δὲν εἶπον τοῦτο περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ
3243περὶ πάντων τῶν πολιτικῶν, διότι ἦσθε ὅλοι ὁμόφρονες
3244εἰς τοῦτο.
3245§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ δοθῇ λοιπὸν ἡ εὐκαιρία,
3246ὅπως, ἀπολογούμενος κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς καὶ ἐξαγ-
3247γέλλων τὸ mea culpa, δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς
3248ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀπο-
3249σπάσωσιν ἀπ’ αὐτῆς ψῆφον ἀπαλλακτικήν.
3250Ἐκεῖνο—διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς—ἐκεῖνο διὰ
3251τὸ ὁποῖον δικαίως ἐκπλήττομαι, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ
3252τόση ἔμμονος προσήλωσις πρὸς καθεστώς, κατὰ τοῦ ὁποίου
3253ἐξηγέρθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἡ προσήλωσις πρὸς διάταξιν,
3254ἡ ὁποία ὑπῆρξε μία ἐξ ἐκείνων, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάγκην
3255τῆς ἀναθεωρήσεως ἐνωρίτερον ἀνεγνώρισεν ὁ Ἑλληνικὸς
3256λαός. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκπλήττομαι, εἶναι πῶς, ἐλ-
3257θόντες ἐνταῦθα κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἀνακαι-
3258νίσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν καὶ ἀναπλάσωμεν καὶ
3259ἀναδημιουργήσωμεν καὶ καταλύσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα,
3260πῶς, κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ δώσωμεν
3261τὴν ψῆφον ἡμῶν, διὰ τὴν μεταβολὴν μιᾶς ἀληθῶς ἐκ τῶν
3262καιριωτέρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν καιριωτέ-
3263ρων ὅμως κατὰ τοῦτο, διότι, ὅπως ἔχει, ἀπειργάσθη εἰς τὸ
3264παρελθὸν ὄχι τὴν κακοδαιμονίαν, ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ
3265αὐτὴ σὺν τοῖς ἄλλοις, πῶς ἐρχόμεθα μὲ νέας ἰδέας, μὲ νέον
3266πρόγραμμα, νέοι ἄνδρες, ὅπως ὀνομαζόμεθα, καὶ ὅτε δυστυ-
3267χῶς δὲν εἴμεθα πλέον νέοι ἀληθῶς, πῶς ἐρχόμεθα μὲ ἰδέας
3268ἥκιστα νέας καὶ πῶς πτήσσομεν πρὸ τῶν νέων ἰδεῶν μό-
3269λις ἐμφανισθῶσι καὶ ἀπομακρυνόμεθα πτοούμενοι τὰς νέας
3270ταύτας ἰδέας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς μὲ ἐμέμ-
3271φθη, διότι ὑπερασπίζων τὰς ἰδέας μου χθὲς καὶ θέλων νὰ
3272ἀποδείξω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ζητῶ νὰ εἰσαγάγω καινὰ
3273δαιμόνια, ἐπεκαλέσθην ὄχι μόνον τὴν ἐργασίαν, τὴν ἐπιστη-
3274μονικὴν πολιτικὴν ἑνὸς ἐκ τῶν παλαιῶν κομμάτων, ἀλλὰ
3275καὶ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν
3276λαόν, καὶ μὲ ἐμέμφθη, διότι τοῦτο πράττων τυραννικῶς
3277θέλω νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’
3278ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα
3279νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τοῦτο. Ἦτο καὶ δικαίωμά μου καὶ καθῆ-
3280κόν μου νὰ μνημονεύσω, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι
3281πρὸς ὑμᾶς, τὸ ἐξέθηκα ἐν καιρῷ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
3282Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ
3283ζητήματος τούτου εἰδικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε δημο-
3284ψήφισμα· δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη
3285ἀκούουσα ὅσα ἐλέχθησαν ἐνώπιον αὐτῆς δὲν θὰ κανονίσῃ
3286ἐλευθέρως τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἔχω
3287τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
3288ἐκπλήττησθε, διότι ὑποστηρίζω ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἔφερα
3289ἐξ ἀπροόπτου καὶ δὲν ζητῶ ἐκ συναρπαγῆς νὰ ἀποσπάσω
3290ἀπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Τὰς ἐξέθηκα ἐν καιρῷ πρὸς τὸν Ἑλ-
3291ληνικὸν λαόν, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι, ἂν δὲν
3292ὑπῆρξεν ἡ ψῆφος αὐτοῦ δημοψήφισμα δι’ ἕκαστον τῶν ἄρ-
3293θρων τοῦ προγράμματος, ἀλλ’ ἔχομεν τοὐλάχιστον τὴν
3294ἀπόδειξιν ὅτι κατὰ τοῦ προγράμματος τούτου οὐδεμία
3295ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις, οὐδεμία δυσφορία, οὐδεμία κἂν
3296συζήτησις ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τότε, ὅτε
3297ταῦτα ἐλέγοντο.
3298Ἔχω τὸ δικαίωμα ἀκόμη νὰ ζητήσω νὰ μοὶ ἀναγνωρι-
3299σθῇ καὶ ἄλλο τι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ
3300πολιτεύματος μέχρι σήμερον δὲν ἐπέδειξα πνεῦμα ἀδιαλλα-
3301ξίας. Τοὐναντίον πρὸς τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον,
3302οὐδαμῶς προσηλώθην· δὲν ἐδίστασα, ὅπως εἶσθε μάρτυρες,
3303εἰς πᾶσαν περίστασιν ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι ἄλλη τις διατύ-
3304πωσις μεμονωμένου Βουλευτοῦ ἢ τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο καλ-
3305λιτέρα, καὶ δὲν ἐδίστασα ν’ ἀποδεχθῶ τὴν παραδοχὴν ἐκεί-
3306νης. Θὰ μοὶ ἀναγνωρίσητε ὅτι οὐδεμίαν ἔκαμα κατάχρη-
3307σιν τῆς πολιτικῆς θέσεώς μου ἀπέναντι τῶν ἀποτελούν-
3308των τὸ φιλελεύθερον κόμμα ἐκτὸς μιᾶς περιπτώσεως, ἡ
3309ὁποία συνεδέετο πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν. Οὐδέποτε ἐν τῇ
3310συζητήσει καὶ τῇ ψηφίσει τοῦ Συντάγματος μέχρι τῆς
3311στιγμῆς ταύτης, οὐδέποτε ἔρριψα εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς
3312γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, τὴν θέσιν μου ὡς κυβερ-
3313νήτου τῆς χώρας καὶ τὴν παραμονήν μου ἐν τῇ Ἀρχῇ, καὶ
3314εἰς πολλὰς περιστάσεις φίλοι ἐκ τῶν ἀρίστων τοῦ κόμμα-
3315τος τῶν φιλελευθέρων ἔδωκαν ψῆφον ἐναντίαν. Οὔτε καὶ τὴν
3316ἑσπέραν ταύτην ζητῶ νὰ ἐξαναγκάσω τοὺς ἀνήκοντας εἰς
3317τὸ φιλελεύθερον κόμμα, διὰ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, νὰ
3318ψηφίσωσι τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος·
3319ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἀκόμη ὄχι μόνον
3320νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι καὶ νὰ
3321μὴ ἀφήσω αὐτὴν ἔκθετον, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν
3322ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως τὸ ἔπραξαν ὅλοι, τὰ ἐπι-
3323χειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω, ὅπως κατορθώσω νὰ πείσω τοὺς
3324ἀνήκοντας εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων νὰ συμμερι-
3325σθῶσι τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἡ ἐλευθερία των παραμένει
3326ἀκεραία· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ
3327εἴπω πρὸς αὐτοὺς ὅτι, ἂν ἐν τούτῳ δὲν καινοτομήσωμεν,
3328ἂν τὴν εἰσηγουμένην μεταβολὴν δὲν παρεμβάλωμεν ἐν τῷ
3329Συντάγματι, θὰ κάμωμεν ν’ ἀστοχήσῃ ἡ ἐπιχειρουμένη
3330ἀναθεώρησις κατὰ ἓν μέγα μέρος τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς.
3331Ἔχω ἀκόμη τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὴν
3332διατυπωθεῖσαν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τῆς
3333συντακτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπαρκὲς τεκμήριον τῆς γνώ-
3334μης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπα-
3335ρατήρητον τοιαύτην θεωρίαν. Ἡ συντακτικὴ ἐπιτροπὴ οὔτε
3336τὴν φυσιογνωμίαν κἂν τὴν πολιτικὴν τοῦ παρόντος συνε-
3337δρίου ἑρμηνεύει ἀκριβῶς, ὡς τὸ γνωρίζετε καὶ δὲν ἔχετε
3338ἢ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὰ πρόσωπα αὐτῆς. Αἱ πολιτικαὶ
3339ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκουσι τὴν πο-
3340λιτικὴν ἀπήχησιν, αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι δὲν ἀντιπροσωπεύ-
3341ονται ἀποχρώντως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο
3342παράδοξον ἀκόμη ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἡγέται τῆς Πολιτείας
3343οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀπουσιάζουσι τῆς ἐπιτροπῆς ἐκεί-
3344νης καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῆς κεῖνται ψυχραὶ ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ
3345ὁποῖον ὑπέβαλον ἄνευ ἀναπτύξεως, θὰ ἦτο παράδοξον ἂν
3346ὑπὸ τοιούτους ὅρους φαίνεται πρὸς ὑμᾶς ἡ γνώμη τῆς ἐπι-
3347τροπῆς ὡς γνώμη ἀντιπροσωπεύουσα τὴν γνώμην τοῦ Ἑλ-
3348ληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ καταντᾷ ὀσάκις εὑρίσκομαι ἀντίθετος
3349πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς σχεδὸν νὰ θεωρῶμαι ὅτι
3350δὲν εἶμαι ἐν τάξει, καὶ σχεδὸν νὰ λέγηται ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι
3351ἔχουσι γνώμας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑποστηρίζουσα τὰς ἑαυτῆς
3352γνώμας ἔχει πείσματα, διότι αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως
3353δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι μετὰ σθένους, ὅπως ὑπο-
3354στηρίζονται αἱ γνῶμαι οἱουδήποτε ἄλλου Βουλευτοῦ. Οὐδ’
3355ἐπὶ στιγμὴν, Κύριοι, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος παρε-
3356γνώρισα ἢ παραγνωρίζω ἢ θὰ παραγνωρίσω ἐν τῇ περαι-
3357τέρω ἐργασίᾳ, ὅτι ψηφίζομεν οὐχὶ συνήθη νόμον, ἀλλὰ θε-
3358μελιώδη πολιτικὸν ὀργανισμόν, καὶ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ψη-
3359φίσει ταύτῃ τὴν αἰσθάνομαι βαρεῖαν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος
3360διερμηνεύει τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐν τῇ
3361συναισθήσει τῆς εὐθύνης ταύτης δὲν ἔλειψα καθ’ ὅλον τὸ
3362διάστημα τῆς ἐργασίας ταύτης ν’ ἀποβλέψω μετ’ ἰδιαιτέ-
3363ρας προσοχῆς πρὸς πᾶσαν ἀντίθετον γνώμην, νὰ θυσιάσω
3364τὴν γνώμην μου καὶ περὶ σπουδαίων ἀκόμη ζητημάτων,
3365ὁσάκις εἶδον ὅτι ὑπῆρχεν ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ
3366ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διότι, καὶ ἂν περὶ σπουδαίων ἐπρόκειτο,
3367δὲν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ καιριωτάτων. Καὶ σήμερον, καίτοι
3368πρόκειται περὶ καιριωτάτων, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ ἐπι-
3369χειρήσω προκειμένου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἂν μείνῃ
3370ὡς ἔχει καὶ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω τὴν
3371στερεὰν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐπάγομεν ἐν τῷ πολιτεύματι
3372ἕνα κίνδυνον διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ
3373σήμερον εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ἂς εἴπω τὴν λέξιν,
3374συμβιβασμὸν πρὸς τὴν ἀντίθεσιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται
3375ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ θυσιάσω τίποτε καίριον, ἀλλ’ ὁ
3376συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ τῆς θυσίας τῶν
3377ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἄλλης
3378γνώμης τῆς ἐντελῶς ἀντιθέτου. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς,
3379κύριοι Βουλευταί, τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ
3380κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἐσκέφθην ἐπὶ πολύ, ἂν ἡ
3381γνώμη αὕτη δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἔδαφος τῆς συν-
3382εννοήσεως. Ἀλλὰ κατέληξα εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
3383γίνῃ δεκτή, διότι δυστυχῶς κατὰ τὸν πλεῖστον χρόνον
3384ἀσχολούμεθα εἰς τὴν θέσιν νόμων, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις
3385τῆς Βουλῆς εἶναι ἐλάχισται· ἐὰν δὲ ἐδεχόμεθα ὅτι κατὰ
3386τὴν ψήφισιν τῶν νόμων δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ μείζων αὐτὴ
3387ἀπαρτία, τίποτε δὲν θὰ κατωρθοῦμεν. Ἔλαβον ὅμως ὑπ’ ὄψιν
3388μου ἄλλην ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη σοβαρά, ἔλαβον
3389ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀντίρρησιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ τῆς
3390προτεινομένης τροποποιήσεως, πρόκειται τοῦ λοιποῦ οἱ νό-
3391μοι νὰ θεσπίζωνται ὑπὸ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν μικροτέρου
3392ἐκείνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζοντο κατὰ τὸν κείμενον γε-
3393νικὸν νόμον. Μέχρι τοῦδε ἐθεσπίζοντο ὑπὸ τοῦ ½ σὺν δύο
3394ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ὑπελογίζετο δὲ ὅτι, ἂν μὲν ἡ ἀπαρτία
3395περιωρίζετο εἰς τὸ ⅓ τοῦ ὅλου, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐκ τῆς
3396ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐν τῷ ἀριθμῷ τούτῳ θὰ ἐμειοῦτο
3397ἐπαισθητῶς, καὶ ὑπελόγιζον ὅτι ἐπὶ ἀριθμοῦ 150 Βουλευτῶν
3398οἱ 18 θὰ ἠδύναντο νὰ θεσπίσωσι τοῦ λοιποῦ τὸν νόμον.
3399Λαμβάνω τὴν τιμὴν ἑπομένως νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν,
3400ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐντεῦθεν
3401ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Κουτού-
3402πης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ἐκείνης τροποποιουμένης,
3403διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ ὁρίζηται ὅτι ἡ
3404Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἐγκύρως ἄνευ τῆς παρου-
3405σίας τοῦ ⅓ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ τῆς ἀπολύτου πλειονο-
3406ψηφίας ὅμως, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατωτέρα
3407τῶν ⅕ τοῦ κατωτάτου τούτου ὁρίου ἀπαρτίας· δηλαδὴ
3408ἐπὶ ἀριθμοῦ μελῶν 150 ἔγκυρος τῆς Βουλῆς ἀπόφασις δὲν
3409δύναται νὰ ληφθῇ, ἄνευ τῆς συμπράξεως, ἄνευ τῆς ὑπερψη-
3410φίσεως τοῦ νόμου ἢ ἄλλης προτάσεως ὑπὸ 40 Βουλευτῶν.
3411Ἐνῷ δὲ ἤδη ὁ νόμος ἐγκύρως τίθεται ἐπὶ ἀριθμοῦ 150
3412Βουλευτῶν καὶ μόνον ἀπὸ 39 Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀποτε-
3413λοῦσι τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς
3414τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, διὰ τῆς γνώμης ταύτης προσθέτομεν καὶ
3415ἕνα ἐπὶ πλέον Βουλευτήν, ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ ὑπάρχῃ ἡ
3416δήλωσις ὅτι ἔγκυρος ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς
3417δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἂν δὲν συμπράξωσι πρὸς τοῦτο 40 Βου-
3418λευταί. Ἡ διανεμηθεῖσα πρὸ ὑμᾶς διατύπωσις τοῦ ἄρθρου
341956 περιέχει περίπου τὴν γνώμην ταύτην. Ἐν τῇ διατυπώ-
3420σει ταύτῃ γίνεται καὶ μία περαιτέρω παραχώρησις πρὸς
3421τὰς ἀντιθέτους ἰδέας. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην διὰ τὴν
3422συζήτησιν δὲν χρειάζεται ν’ ἀπαιτηθῇ ἀπαρτία τις, ὡρι-
3423σμένος τις ἀριθμὸς Βουλευτῶν· θὰ εἶναι ἀρκετὸν ὁ ἑκά-
3424στοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ κρίνῃ ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ
3425παρίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ
3426προβῇ εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ εἶμαι δια-
3427τεθειμένος νὰ προβῶ εἰς παραχώρησιν καὶ νὰ ἀναγνωρίσω
3428ἐὰν τοῦτο οἱ ἔχοντες τὴν ἀντίθετον γνώμην δὲν ἔστεργον,
3429ν’ ἀναγνωρίσω, ὅπως ἀπαιτηθῇ καὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν ὡρι-
3430σμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, καὶ μάλιστα θὰ ἐδεχόμην
3431ν’ ἀπαιτῆται καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἡ παρουσία τοῦ ⅓
3432τῶν Βουλευτῶν. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ
3433τῆς συζητήσεως δύναται, διὰ τῆς μεσολαβήσεως παρεμπί-
3434πτοντος ζητήματος, νὰ προκληθῇ ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν
3435ἀναγκαία εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ⅓, δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος
3436ν’ ἀποδεχθῶ καὶ τοῦτο ὡς ἔδαφος συνεννοήσεως, νὰ ἀπο-
3437δεχθῶ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τὴν παρουσίαν τοῦ ⅓.
3438Διότι, κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι ἡ τροποποίησις, τὴν
3439ὁποίαν ἐπεζήτησεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς μει-
3440ώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἔγκυρον συζήτη-
3441σιν, οὐδὲν θεραπεύει, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3442ἐπεκαλέσθην, τὸ δυνατὸν τῆς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συ-
3443ζητήσεως παρεμβολῆς ἐπεισοδιακοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον
3444θὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν ἀναγκαία εἶναι πάλιν
3445ἡ παρουσία τοῦ ἑνὸς τρίτου.
3446Πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω
3447ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης γνώμης ὅτι ἡ προτεινομένη τροπο-
3448ποίησις εἶναι θεμελιώδης. Ἐπὶ τῆς ἄλλης γνώμης τοῦ ἀξι-
3449οτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθω-
3450μεν ἀπὸ τὰ ἀποφασισθέντα διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς παρελ-
3451θούσης Βουλῆς, δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’
3452ἀναγκαῖον κρίνω νὰ ὁμιλήσω διὰ δύο μόνον λέξεων, ἐπὶ τῆς
3453γνώμης ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως, ὄχι
3454διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν γνώμην αὐτὴν δι’ ἐπιχειρημάτων
3455σοβαρῶν — μὲ ἀρκεῖ ἡ ἐπίκλησις τῶν ὅσα εἶπον διὰ τὸ
3456ὅλον ζήτημα — ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω
3457πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ὅτι, ἂν ἐπε-
3458ζητήθη ἡ ἀνεύρεσις ἀντιφάσεώς τινος ἐμοῦ εἰς τὰ σήμερον
3459γινόμενα ἐνταῦθα καὶ τὰ γενόμενα πρὸ ἐτῶν ἐν Κρήτῃ, ἔχω
3460τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀντίφασιν τοῦ κ. Βουλευ-
3461τοῦ Ἀττικῆς καὶ Προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς
3462πρὸς ἑαυτόν, ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ζητήματι κατὰ τὸν αὐτὸν
3463τοῦτον χρόνον, διότι ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ δὲν
3464ἐθεώρησεν ὅτι ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης καὶ ἐδέχθη τρο-
3465ποποίησιν αὐτῆς κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, συνεζήτησε δὲ αὐ-
3466τὸς καὶ τὸ λοιπὸν καὶ τὸ ἀπέρριψε, χωρὶς καθόλου νὰ ἐπι-
3467καλεσθῇ τὸ ἀπαράδεκτον λόγῳ τοῦ θεμελιώδους.
3468Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω
3469ὅτι ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἶναι ἐλεύθερος νὰ δώσῃ
3470τὴν ψῆφον αὐτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3471εἶχον καθῆκον νὰ πράξω, τὸ ἔπραξα. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ πλει-
3472ονοψηφία, ἂν οὐχὶ ὅλοι, ἡ πλειονοψηφία, λέγω, τοῦ κόμμα-
3473τος τῶν φιλελευθέρων καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, καθ’
3474ἣν πρόκειται περὶ τόσον οὐσιώδους διατάξεως, θὰ ἀκολου-
3475θήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ καὶ ἐγώ. (Χειρο-
3476κροτήματα).
3477§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
3478Μετὰ τὴν διακοπήν.
3479§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
3480δρίασις. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
3481§124Γ. ΠΩΠ. Ὁλόκληρον, κύριοι συνάδελφοι, τῆς συζητή-
3482σεως τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ υἱοθεσία τοῦ ἐντύπου αὐτοῦ τε-
3483μαχίου χάρτου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ μᾶς διενεμήθη, ἔκθε-
3484τον, ἄνευ ὑπογραφῆς καὶ ἄνευ οὐδενὸς κύρους. Ἡ πατρότης
3485ἀνελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτί-
3486μου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις παραδόξως ἀνέ-
3487λαβε νὰ υἱοθετήσῃ παραχώρησιν νέας τινὸς ποσότητος
3488ἐλευθερίας εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν. Διότι πρό-
3489κειται ἀκριβῶς περὶ θεμελιώδους διατάξεως, καὶ θὰ ἀρχίσω
3490ἀπὸ τοῦ τέρματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3491ἵνα ἀναιρέσω ἓν πρὸς ἕν, νὰ προσπαθήσω νὰ ἀναιρέσω, δι-
3492ότι εἶναι δυσχερὲς ἔργον νὰ ἀναιρῇ τις τὰ μετὰ τοσαύτης
3493γοητευτικῆς χάριτος καὶ διαλεκτικότητος λεγόμενα ἐκ μέ-
3494ρους τοῦ προϊσταμένου τῆς πλειονοψηφίας. Πρόκειται νὰ
3495ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν
3496κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ὁσάκις θέλει νὰ ἀνα-
3497πτύξῃ γεγονότα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ συγ-
3498καλύπτῃ ταῦτα, ἵνα ἐπιτύχῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκοπεῖ, ἀλλὰ
3499νὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον ἡμῶν πλήρη τὴν ἀλήθειαν. Γνωρίζει
3500ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιον ἐμοῦ ποία εἶναι ἡ αἰτία, διὰ
3501τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσθη, ὅπως τρὶς ἐπαναλαμβάνηται ἡ ἀνά-
3502γνωσις τῶν νομοθετημάτων, καὶ γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ οὕτω
3503συνεχιζομένη ἐπιψήφισις τῶν νομοθετημάτων εἶναι ὅλως
3504ἄσχετος πρὸς τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία προυκάλεσε τὴν τριπλῆν
3505αὐτῶν ἀνάγνωσιν.
3506Ἡ πρώτη, ἡ τριπλῆ αὐτῶν ἀνάγνωσις, εἶναι ζήτημα
3507μορφώσεως γνώμης μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες, καθ’ ἣν ἐπο-
3508χὴν ἐμορφοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἠδύναντο
3509λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν καὶ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκῶν
3510γνώσεων νὰ ἀντιληφθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως περὶ τίνος ἐπρό-
3511κειτο. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ δικαίωμα
3512τοῦ λαοῦ καὶ εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
3513ματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τε τριπλῆς συζητήσεως
3514καὶ τοῦ ἀπαιτουμένου εἰς ἀπόφασιν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν.
3515Ἦλθε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητῶν νὰ ἀναι-
3516ρέσῃ ὅσα μετ’ ἀληθοῦς πατριωτικῆς ἐμπνεύσεως ὁ κ. Βου-
3517λευτὴς Ἀττικῆς ἀνέπτυξεν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς θέ-
3518σεως ἐκείνης καὶ ὅσα οἱ κράτιστοι τῶν φίλων τοῦ κόμμα-
3519τος τῶν φιλελευθέρων ἐντρίψαντες εἰς μελέτας τῶν πολιτι-
3520κῶν ἐπιστημῶν, οἱ θέλοντες νὰ συνεχίσωσι τὴν ἐντολήν, τὴν
3521ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τοῦ λαοῦ συνεπείᾳ τῆς ἐπαναστάσεως,
3522διετύπωσαν ἐπιθυμοῦντες νὰ κυρώσωσι καὶ διὰ τῆς ἀποφά-
3523σεως αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐπίστευον ὅτι πάντα
3524ταῦτα θὰ ἔπειθον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ θὰ ἐγκατέλειπε
3525πρὸς στιγμὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐρρίφθη, ἀλλὰ πλάνη,
3526ἡ ὁποία πρόρριζα συγκλονεῖ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Λάβετε
3527ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης ἔχομεν νὰ
3528ἀπολογηθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν μᾶς ἐρω-
3529τήσῃ τί ἐκάμαμεν τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ, καὶ ἡμεῖς θὰ εἴ-
3530πωμεν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον ὅτι τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ τὰς
3531ἐδωρήσαμεν εἰς ποικίλα, οὐχὶ προσχήματα, εἶναι βαρεῖα
3532ἡ λέξις καὶ δὲν θέλω νὰ τὴν μεταχειρισθῶ, ἀλλὰ εἰς ποι-
3533κίλας πλάνας, πλάνας μὴ ἐπιτρεπομένας ἰδίᾳ εἰς ἄνδρας,
3534οἵτινες εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ κατὰ
3535τῆς ὀλιγαρχίας καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ Κοινοβουλίου τού-
3536του. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κομίσῃ τὰ ἄλλοθι
3537γιγνόμενα καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει συνταγματικῶν διατά-
3538ξεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει κανονισμῶν, ἵνα μετακαλῶν διὰ
3539τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας ξένους ὀργανωτὰς μετακαλέσῃ καὶ
3540ξένα Συντάγματα, διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλ-
3541ληνικόν. Ἀλλὰ τὰ Συντάγματα εἶναι συνέπεια πείρας καὶ ἀπὸ
3542μελετῶν περί τε τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς ἀνάγκας
3543ἑνὸς λαοῦ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δέ, ὡς εἴπομεν, ἀπὸ τῶν πρα-
3544γμάτων διδασκόμεθα νὰ δώσωμεν Σύνταγμα Ἑλληνικόν.
3545Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, δὲν εὕρηνται ἐν
3546τῇ συνταγματικῇ ἐπιστήμῃ, δὲν εὕρηνται ἐν τῇ κοινοβου-
3547λευτικῇ πείρᾳ. Διότι καὶ ἐκεῖ, ἔνθα οἱ κανονισμοὶ ἐξέρ-
3548χονται τοῦ περὶ ἀποφάσεως τῶν Βουλῶν συνταγματικοῦ
3549καὶ κοινοβουλευτικοῦ κανόνος, ὡς διετύπωσα τοῦτον, ἐκεῖ
3550ὑπάρχουσι δύο Βουλαὶ καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν ἀλληλοδια-
3551δόχως ἐπερχομένη ἀποδεικνύει διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δευτέ-
3552ρας Βουλῆς τὴν πλήρη λαϊκὴν βούλησιν. Καὶ συνεπῶς ὁ ἀρι-
3553θμὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς μιᾶς Βουλῆς συμπληροῦται εἰς
3554ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελ-
3555λῶν τῆς δευτέρας.
3556Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ οὕτως ἐμορφώθησαν οἱ κανο-
3557νισμοὶ ἐκείνης τῆς Βουλῆς, ἧς ἔφερε τὸ παράδειγμα ὁ κ.
3558Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ οὐδεὶς λαὸς ἐτόλμησεν ἐν τῷ Συντά-
3559γματι αὑτοῦ, ζῶν ὑπὸ συνθήκας ὁμοίας πρὸς τὰς συνθήκας
3560τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου τοῦ σημερινοῦ, νὰ δημιουργήσῃ
3561καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν ταύ-
3562την τὸ δικαίωμα ἴσως νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς χώρας. Ὅτε
3563δὲ ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἤκουσα φωνὴν
3564ἐκεῖθεν ἐκπεμπομένην, ἄγνωστον ὑπὸ τίνος συναδέλφου, ἥτις
3565τὸν ἠρώτα: «Κατὰ προσταγὴν τίνος ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφα-
3566σιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ
3567τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή;» Βεβαίως σήμερον ἡ προσ-
3568ταγὴ ἐδίδετο ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλά,
3569ἂν δεχθῶμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ προσταγὴ θὰ ἔρχη-
3570ται ἔξωθεν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία
3571θὰ εἶναι ὑπόδουλος ξένης προσταγῆς.
3572§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε.
3573§126Γ. ΠΩΠ. Θὰ τὸ ἴδητε αὐτὸ σεῖς, οἱ ὁποῖοι κραυγάζετε
3574οὐδέποτε καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν πιστεύετε
3575ὅτι μικρά τινα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα συμπαρομαρτοῦσι
3576πάντοτε εἰς πολυμελῆ σωματεῖα καὶ ἰδίᾳ εἰς κοινοβουλευ-
3577τικὰ πολιτεύματα ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰ λαμβάνητε ὡς
3578ἐπιχείρημα, διὰ νὰ καταλύητε μέρος καὶ δὴ ἐκ τῶν κυριω-
3579τάτων τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς
3580Βουλῆς. Διότι πάντα ταῦτα, τὰ κανονίζοντα τὸν τρόπον
3581τῶν ἐργασιῶν ἑνὸς Σώματος, ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν πο-
3582λιτευμάτων. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐπιζητουμένη μεταρρύθμισις
3583ἀνατρέπουσα μίαν τῶν βάσεων καὶ ἀναιροῦσα μίαν τῶν ἀνα-
3584ποφεύκτων ἀναγκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐν Ἑλλάδι πο-
3585λιτεύματος πρέπει νὰ παράσχῃ ὑμῖν τὴν πίστιν ὅτι ἡ ἐπι-
3586ζητουμένη μεταρρύθμισις θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ
3587τὰς ἔξω προσταγὰς ἐδῶ καὶ θὰ σᾶς ἐγκαθιδρύσῃ ἡμέραν
3588τινὰ ἐκεῖνο τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις ἦλθε
3589ν’ ἀποτρέψῃ ἐμφανιζόμενον. Ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐγένετο
3590διότι ἠσκεῖτο κωλυσιεργία ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς ἠθέλησε νὰ βε-
3591βαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁ μετὰ ἐπανάστασιν ἐλ-
3592θὼν ἐνταῦθα καὶ ἴσως κρίνων ὅτι θὰ τῷ ἐπετρέπετο διὰ
3593τοῦτο ἄγνοια τῶν σκέψεων τῆς ἐπαναστάσεως ἐπὶ τῆς μορ-
3594φῆς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐγίνετο
3595Πρωθυπουργός, ἂν τοῦτο ἠγνόει, διότι ἐν τῷ θέματι αὐτῷ
3596ὑπῆρξεν ὁ πρόδρομος τῆς ἐπαναστάσεως ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀλύ-
3597τρωτον νῆσον.
3598Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει ὅτι τὴν ἐπανάστασιν προ-
3599εκάλεσαν αὐτὶ αὗται αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν
3600τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Θερίσου καὶ οὐχὶ ἡ ἔνδειξις κωλυσι-
3601εργίας καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ οὕτως ἀτέχνως
3602ὁ κ. Πρωθυπουργός. Σκεφθῆτε ὅτι ἐξ ἡμῶν τῶν εὑρισκομέ-
3603νων ἐδῶ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἴσως εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς οὔτε
3604τὸ ἥμισυ οὔτε τὸ τρίτον, ὀφείλομεν δὲ διερχόμενοι ἔξωθεν
3605μηδεμίαν τύψιν νὰ αἰσθανώμεθα ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν καὶ
3606μηδεὶς μαρασμὸς νὰ κατέχῃ τὴν διάνοιάν μας δι’ ὅσα ἐπε-
3607τελέσαμεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Ὀφείλομεν μὲ
3608ὑψηλὸν τὸ μέτωπον νὰ λέγωμεν, ἐλθόντες μετὰ μίαν ἐπα-
3609νάστασιν, ὅτι ἐδημιουργήσαμεν πολίτευμα ἐλεύθερον ἀνῆκον
3610εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
3611Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ φιλοδοξία ὅλων ὑμῶν. Δὲν εἶναι
3612δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιδεικνύητε δυσφορίαν, ὅταν ἀκούητε
3613γνώμας, αἵτινες ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος—διότι ἴσως καὶ ἐγὼ
3614νὰ πλανῶμαι—διατυποῦνται ἐνώπιον ὑμῶν ἐν πόνῳ ἀλη-
3615θεῖ, ἐν ἀπελπισμῷ ἀληθινῷ, ἐν συγκλονήσει κάθε ψυχικοῦ
3616αἰσθήματος, τοῦ ὁποίου τὴν εὐγένειαν ἕκαστος κατ’ ἰδίαν
3617ἰδιοσυγκρασίαν ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου διαρρυ-
3618θμίζει τὰς σκέψεις του.
3619§127Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐκ πλάνης βέβαια.
3620§128Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἡμεῖς πλανώμεθα, θὰ εὐχηθῶμεν νὰ πλα-
3621νηθῶμεν. Ἀλλ’ εἶναι σήμερον ἡ ἐπέτειος τῆς μνήμης ἑνὸς
3622πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅστις θνῄσκων ἀφῆκε καὶ ἐγγράφους τὰς
3623ὑποτυπώσεις τῶν σκέψεων αὐτοῦ· αἱ διαθῆκαι δὲ πολιτι-
3624κῶν ἀνδρῶν τοιούτων ὀφείλουσι νὰ εἶναι ὑποθῆκαι καὶ πάν-
3625των, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ διαπρεποῦς συναδέλφου κ. Βερ-
3626ροίου, ὁ ὁποῖος ἀμύνεται τοσοῦτον ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν (γέ-
3627λωτες). Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐρωτώμενος εὐθὺς μετὰ
3628τὸ ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως μὴ τυχὸν ἐγένετο ἐρ-
3629γασία τις πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
3630ματος ἐν Ἑλλάδι, ἔγραψε καὶ διετύπωσεν ἐπιστολήν, τῆς
3631ὁποίας τὸ κείμενον ἐν πρωτοτύπῳ Γαλλικῷ εὕρηται ἐκεῖ,
3632δι’ ἧς ἐξώρκιζεν, ὅπως μὴ ἀφαιρεθῶσι λαϊκαὶ ἐλευθερίαι,
3633ἀφεθῶσι θύραι ἀνοικταὶ εἰς τὸ Στέμμα πρὸς ἄσκησιν κατὰ
3634βούλησιν τῶν προνομιῶν του. Ὁ μέγας κίνδυνος, τὸν
3635ὁποῖον προέβλεπεν ἐκεῖνος, ἦτο μὴ τυχὸν γίνῃ ἐντὸς τοῦ
3636Κοινοβουλίου κατακερματισμὸς καὶ διαίρεσις κομμά-
3637των. Ἐπικαλοῦμαι τοῦ συνεργάτου αὐτοῦ τὰς ἰδέας κ.
3638Δραγούμη, ἵνα ὁμολογήσῃ, πρὶν ἢ λάβω τὴν ἀνάγκην νὰ
3639φέρω τὴν ἡμέραν ταύτην τῆς ἐπιμνημοσύνου ἐκείνου τελε-
3640τῆς τὴν ἔγγραφον ὁμολογίαν περί τινων γεγονότων, τὰ ὁποῖα
3641ἴσως θὰ συνετάρασσον πᾶσαν συνείδησιν καὶ ἰδιαιτέρως τινῶν
3642εὑρισκομένων σήμερον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν θώκων. Ὅταν
3643ὁρίσωμεν τόσον μικρὸν ἀριθμὸν Βουλευτῶν δυναμένων ἐν-
3644τὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἀποφασίζωσι, παρεδώκαμεν πλέον
3645τὴν ἐξουσίαν τῆς ὑπευθύνου διαχειρίσεως τῆς λαϊκῆς κυ-
3646ριαρχίας εἰς ἐκείνους, οἵτινες κέκληνται νὰ διευθύνωσιν ἀνευ-
3647θύνως τὴν χώραν ταύτην.
3648Καὶ οὕτως ἡ ἀνεύθυνος Ἀρχὴ ἡ ἀτυχεῖς ἔχουσα προλή-
3649ψεις καὶ περὶ τὰ πρόσωπα καὶ περὶ τὰ πράγματα θὰ εἶ-
3650ναι νὰ κατέχωσιν ἀνεξέλεγκτον σχεδὸν τὴν ῥύθμισιν τῆς
3651πολιτειακῆς μηχανῆς. Θὰ εὑρεθῶσιν αἱ μικροφιλοδοξίαι,
3652θὰ εὑρεθῶσι σκέψεις ἄλλαι, αἵτινες καταπνίγουσαι πρὸς
3653στιγμὴν αἰσθήματα εἰλικρινοῦς πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ ἀφορ-
3654μώμεναι ἐκ μόνης τῆς εὐγενοῦς προθέσεως τῆς ὑπερτιμή-
3655σεως τῶν ἰδίων δυνάμεων, διὰ νὰ δημιουργήσωσι δεκάδας
3656ἀρχηγῶν καὶ δεκάδα προσωπικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα
3657στηρίζονται ἐκεῖ, ὁπόθεν προέρχεται ἡ ἀνεύθυνος εὔνοια
3658καὶ ἡ ἀνεύθυνος ἐμπιστοσύνη, θὰ ἔρχωνται δ’ ἐδῶ καὶ θὰ
3659ὀργιάζωσι διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Τεσσαράκοντα
3660ὀπαδοὺς θ’ ἀρκῇ νὰ ἔχῃ τις. Τοὺς τεσσαράκοντα αὐτούς,
3661τοὺς ὁποίους φιλοδωρεῖ ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
3662δρου τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζομεν πῶς δύνανται νὰ κα-
3663τακτήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέκτων πολὺ πλείονας
3664κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε διηρπάζοντο Πρόεδροι τῆς Βουλῆς
3665καὶ ὅτε ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῶν κομμάτων διηρπάζοντο
3666συνεργάται αὐτῶν, ἵνα καταμερίζωνται αἱ δυνάμεις καὶ
3667διαιρουμένων τῶν δυνάμεων βασιλεύῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
3668ἔπρεπε νὰ βασιλεύῃ μόνον κατ’ οὐσίαν ἀνευθύνως.
3669Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ θέσις καὶ ἡ ἀλήθεια
3670τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι ἡ νομιμοποίησις ἐλαττωμάτων
3671τινῶν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ δημοσία συνείδησις. Οὕτω δυνάμεθα
3672καὶ ἐδῶ νὰ μετέλθωμεν τὴν περίφημον εἰλικρίνειαν καὶ νὰ
3673εἴπωμεν: «εἴμεθα ἐλαττωματικοί, διότι κωλυσιεργοῦμεν,
3674ἀλλὰ τὰ ἐλαττώματά μας ταῦτα πρέπει νὰ τὰ προσαρμο-
3675λογήσωμεν καὶ τὰ θεσμοθετήσωμεν. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
3676δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἔρχεσθε, ὑμεῖς, κύ-
3677ριοι, ὡς συμπολιτευόμενοι, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
3678σεως ἐρχόμενοι εὑρισκόμεθα ἐκεῖ ἀγωνιζόμενοι. Ἅμαξαι
3679καὶ αὐτοκίνητα περιέρχονται τὰς ῥύμας καὶ τὰς ἀγυιὰς
3680νὰ σᾶς ἀναζητήσωσι καὶ σᾶς ἐξυπνήσωσιν ἀπὸ τὰς θερμὰς
3681ἀγκάλας τοῦ Μορφέως· ἀλλὰ τὸ ἐλάττωμά σας αὐτὸ ὀφεί-
3682λει ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ τὸ περιφρουρήσῃ· ὀφείλομεν νὰ εἴπω-
3683μεν: ἀφοῦ δὲν ἔρχεσθε τόσοι, διατί νὰ ἀδικῆται τὸ κοι-
3684νοβουλευτικὸν πολίτευμα; ἂς εἴπωμεν ὅτι ἀρκοῦσι καὶ
3685πολὺ ὀλιγώτεροι τοῦ ἡμίσεος ἡμῶν. Οἱ ἄλλοι, τὰ ⅔ ἢ τὰ
3686¾, δύνανται νὰ καθεύδωσι μακαρίως. Αὐτὴ εἶναι ἡ συν-
3687ταγματικὴ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσκο-
3688μίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
3689λίου. Ἐνῷ δ’ οὕτως ἀπορρίπτει πᾶσαν ἰδέαν τῆς βάσεως
3690καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, βεβαιοῖ
3691ἐξ ἄλλου ὅτι θὰ κατορθώσῃ ἐν τούτοις ἵνα παρίστανται
3692πλείονες Βουλευταί. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ὁρμᾷ, ἵνα ἁρ-
3693πάζῃ τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶχον
3694τὴν τιμὴν ὁμιλῶν ἐνώπιον ὑμῶν νὰ παρατηρήσω, ἀλλὰ
3695λησμονεῖτε ὅτι δὲν θὰ εἶναι μία ἡ μειοψηφία, δὲν θὰ εἶ-
3696ναι μία ἡ Κυβέρνησις, τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἀπαρτίζωσιν οἱ
3697ἐκ προσωπικῆς φιλοδοξίας πολυάριθμοι ἀρχηγοί, οὓς θὰ ἀκο-
3698λουθῶσι δεκάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἕνα καὶ μόνον θὰ
3699ἔχωσι σκοπόν, πῶς θὰ εἰσελάσωσι μέχρι τῆς ἐξουσίας διὰ
3700ποικίλων συνδυασμῶν καὶ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Καὶ
3701ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ καταλύσῃ ἡ ἐπανάστασις, ἔρ-
3702χεσθε σεῖς, ἵνα τὰ νομιμοποιήσητε ὑπὸ τὴν χειρίστην αὐτῶν
3703μορφήν; Τί ἄλλο θὰ πράξητε εἰμὴ νὰ κατατμήσητε τὴν
3704Βουλὴν εἰς προσωπικὰ κομματίδια, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγκαυ-
3705χᾶσθε ὅτι δὲν εἶσθε κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ εἶσθε κόμμα
3706ἰδεῶν, καὶ δὴ ἰδεῶν φιλελευθέρων; Ἐν ὀνόματι ποίας ἐλευ-
3707θερίας καὶ ἐν ὀνόματι ποίας ἐντολῆς θὰ μεταβῆτε αὔ-
3708ριον νὰ λογοδοτήσητε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν
3709ἡμᾶς ἐνταῦθα, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι κατωρθώσαμεν κάτι χα-
3710ρίεν, κάτι θελκτικόν—μεταχειρίζομαι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ
3711κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—θὰ ἔχητε ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν
3712πάντοτε τὸν ἀντιπρόσωπόν σας, ἵνα ὁ πληρεξούσιός σας
3713διαπυνθάνηται τὰ τοῦ Κράτους ἐντεῦθεν καὶ σᾶς τὰ με-
3714ταδίδῃ ἀνετώτερον. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ
3715ἡ προσταγὴ δὲν θὰ ἔρχηται ἐκεῖθεν ὅπως νομίμως σήμερον
3716ἔρχεται ἀπὸ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας· ἀλλὰ θὰ ἔρχηται ἡ
3717ἐπιταγὴ ἀπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ βασιλεύωσι διαι-
3718ροῦντες καὶ σεῖς θὰ τὴν ἀκολουθῆτε καὶ θὰ καταρτίσητε
3719τὰς Κυβερνήσεις τῆς χώρας.
3720Ἐπίστευον ὅτι πλάναι τοιαῦται, τῶν ὁποίων θῦμα ὑπῆρ-
3721ξεν, ὡς ἀπέδειξεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
3722συνάδελφος, αὐτὸς οὗτος ὁ καὶ σήμερον ἐκ Κρήτης πολιτευ-
3723τής, θὰ ἐγίνοντο μαθήματα πικρά, διότι αἱ πλάναι ἐκεῖ-
3724ναι ὑπῆρξαν σειρὰ μὲν καὶ ἀφετηρία τοῦ θριάμβου τοῦ νῦν
3725ἱσταμένου ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’
3726ὑπῆρξε καὶ σειρὰ δεινοπαθημάτων, ἅτινα ἐκ βάθρων συνε-
3727κλόνισαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ τὴν ἐξωτερικὴν
3728παράστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
3729Ἐπίστευον ὅτι αἱ πλάναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐδημιούρ-
3730γησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ὑπευθύ-
3731νων ἐν Κρήτῃ Κυβερνήσεων καὶ αἵτινες τὸν ἐμμείναντα εἰς
3732τὴν πλάνην μόνον, τὸν ὑψηλὰ ἱστάμενον ὡδήγησαν μίαν
3733νύκτα, ἐκεῖνον ὅστις δὲν ἀπεῖχε πολὺ τῆς χρυσοπαρύφου
3734πορφύρας, νύκτα σκοτεινήν, προηγουμένου ἑνὸς μικροῦ φα-
3735νοῦ νυκτοπόρου πρὸς τὴν ἀπόμερον ἐκείνην παραλίαν τῶν
3736Χανίων, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι αἱ πλάναι ἐκεῖναι θὰ ἐχρησί-
3737μευον ὡς μάθημα. Διότι ἡ πλάνη τοῦ ἐνστερνισθέντος αὐ-
3738τὴν ἡγεμόνος ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἐπανα-
3739στατήσῃ. Ἦτο πλάνη καταλύσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν
3740διὰ τῆς καταλύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος
3741ἐξεγείρασα τὴν ἐπανάστασιν, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἐτά-
3742χθη ὁ ἀποσπασθεὶς τῆς πλάνης ἐκείνης νῦν Πρόεδρος τοῦ
3743Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
3744Καὶ ἐν Ἑλλάδι οὕτω θὰ εὑρεθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ τα-
3745χθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς ὁμοίας διαμαρτυρίας καθ’ ἣν περί-
3746πτωσιν ψηφισθῇ διάταξις τοιαύτη ὁδηγοῦσα ὡρισμένως
3747πρὸς νέαν ἐπανάστασιν, ὡς παρετήρησεν ὁ νομιμοφρονέστα-
3748τος καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον συντηρητικὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ
3749Βοιωτίας συνάδελφος. Ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῶσιν οἱ ταῦτα εἰση-
3750γούμενοι καὶ οὕτω πλανώμενοι ὅτι ἡ Νέμεσις εἶναι θεό-
3751της Ἑλληνικὴ καὶ ἂς ἐνθυμηθῶσιν ὅτι δὲν ἀπέλιπον ἀπὸ
3752τὴν Ἑλλάδα οὔτε μικροὶ φανοὶ νυκτοπόρων, ἀλλ’ οὔτε μεμο-
3753νωμέναι παραλίαι ἀποκέντρων μερῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
3754σιλείου. (Εὖγε, εὖγε! Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
3755§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
3756§130Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Αὐτὴ ἡ δουλειὰ θὰ γίνεται, κύριε
3757Πρόεδρε;
3758§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν; Εἶναι πρότασις ἀπαρα-
3759δέκτου.
3760§132Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαράδεκτον αὐτό!
3761§133ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο μέρη, Κύριοι, εἶχεν
3762ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ μέρος τὸ ἐπιστημο-
3763νικὸν καὶ τὸ μέρος τὸ πολιτικόν. Καθώρισαν, εἶπεν, ἀπαρ-
3764τίαν διακοσίων μόνον κατὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν
3765τῆς Γαλλίας τοῦ 1789. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ, κύριοι συνάδελ-
3766φοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη συνῆλθε τὸ πρῶτον ὡς Συνέ-
3767λευσις τάξεων, ὅτι ἀπετελεῖτο ἐκ τῆς τάξεως τῶν κληρι-
3768κῶν, ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὐπατριδῶν, ἐκ τῆς τάξεως τῶν
3769λαϊκῶν ἀντιπροσώπων; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦν-
3770τες τὴν τάξιν τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων δὲν ἦτο δυνατόν,
3771ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο
3772τότε ἡ Γαλλία, νὰ μένωσι διαρκῶς ἐν Παρισίοις καὶ ἦτο
3773δυσχερέστατον νὰ ἐπανέρχωνται εὐχερῶς ἀπὸ τῶν μεμακρυ-
3774σμένων ἐπαρχιῶν των κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους; Καὶ
3775ὅτε κατώρθωσαν οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ λαϊκοὶ νὰ μὴ γίνη-
3776ται ἡ ψηφοφορία κατὰ τάξεις, ἀλλὰ κατὰ κεφαλάς, βε-
3777βαιότατα συμφέρον εἶχον νὰ καθορίσωσιν ἀπαρτίαν μικρο-
3778τέρου ἀριθμοῦ, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ κατισχύσωσιν εἰς τὸν
3779ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἀνελάμβανον τότε, τὸν ἀγῶνα τὸν γι-
3780γάντειον καὶ λυσσαλέον κατὰ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, τοῦ
3781ὁποίου κυρίαρχοι ἦσαν οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ εὐπατρίδαι.
3782Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ παραδεί-
3783γματα τῶν Βουλῶν ἐπὶ τοῦ Ναπολέοντος! Ἀλλ’ εἶναί τις
3784ἐξ ὑμῶν, ὅστις ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ὁ κατακτητὴς ἐκεῖνος, καὶ
3785τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ κατακτητής, καθώρισε τὴν ἀπαρτίαν
3786τόσον μεγάλην εἰς τὰς Βουλάς, διὰ νὰ τὰς ἔχῃ ἀκριβῶς
3787ὑποτεταγμένας, τοὐλάχιστον μὴ ἐνοχλητικάς, ἀφοῦ δυσχε-
3788ρέστατον ἦτο αὐταῖς νὰ προέλθωσιν εἰς ἀποφάσεις, ἀφοῦ
3789ἀπῃτεῖτο ἀπαρτία τῶν ⅔ καὶ τῶν ¾; Καὶ οὕτως ἀπηλ-
3790λάσσετο ὁ Ναπολέων νὰ θραύσῃ τὰς κεφαλάς των! Εἶναι
3791ταῦτα παραδείγματα; Καὶ εἶναι, λέγω, ἐπιχειρήματα;
3792Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν νῦν κρατοῦσαν διάταξιν τοῦ
3793Γαλλικοῦ Δημοσίου Δικαίου. Διάταξιν τοῦ Συντάγματος;
3794Οὐχί, διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ 1876, μὴ τεθεῖσαν
3795εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ Γαλλικόν, καίτοι ἔσχον Ἀναθεωρητι-
3796κὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ 1879 καὶ εἰς τὰ 1884. Μόνον κατὰ
3797διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ οὐχί, λέγω, κατὰ διάταξιν
3798τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀπαρτία κατὰ τὴν
3799πρώτην συζήτησιν, κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν ἡ ψηφο-
3800φορία εἶναι ἔγκυρος, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
3801παρόντων.
3802Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Γαλλίᾳ
3803κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ συνέλθῃ ἡ δευτέρα συνεδρίασις.
3804Τοῦτο ἐγένετο ἀληθῶς· ἀλλ’ ἐγένετο σπανιώτατα καὶ ἀντι-
3805κανονικώτατα, ὡς διδάσκει ἡ Γαλλικὴ ἐπιστήμη—ἔχω
3806ἐνταῦθα ἕνα τῶν κορυφαίων συνταγματολόγων τῆς Γαλ-
3807λίας—ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο καταφώρως παρὰ
3808τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐγένετο, τονίζω,
3809τοῦτο σπανιώτατα, διότι ἐξ ἄλλου ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἐκεῖ
3810ἐγγυήσεις, διὰ νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι ἐν ψυχραιμίᾳ τῶν πο-
3811λιτικῶν Σωμάτων, καθόσον ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὴν Βου-
3812λὴν καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν διάστημα πέντε ὁλοκλήρων ἡμε-
3813ρῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πρώτης ἀναγνώσεως μέχρι τῆς
3814δευτέρας.
3815§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ το τὸ ἄρθρον, διὰ
3816νὰ ἀποστομωθῶσιν.
3817§135ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 65,
3818κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται πέντε ὁλόκληροι ἡμέραι ἀπὸ
3819τῆς μιᾶς ἀναγνώσεως εἰς τὴν ἄλλην, καὶ δὲν βλέπω τινὰ
3820δυσπιστοῦντα, ἵνα ἔχω ἀνάγκην, ὥστε νὰ τὸ ἀναγνώσω.
3821Τὸ ἔχω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐδῶ.
3822§136Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τὰ ἐπείγοντα ἔχει καταργηθῆ.
3823§137ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ
3824Γαλλικὴ Βουλή, διὰ νὰ καταστρατηγήσῃ τὰς διατάξεις
3825ταύτας, κηρύσσει πάντα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, ὑπο-
3826θέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε παραδείγματα καὶ
3827ἐπιχειρήματα ἐκ Γαλλίας. Ἢ ὄχι, φίλτατε κ. συνάδελφε;
3828§138Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προχώρει καὶ μὴ λάμβανε ὑπ’ ὄψιν τοὺς
3829προαλειφομένους διὰ χαρτοφυλάκια.
3830§139ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ συμπαθῆτε,
3831κ. συνάδελφε, τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προα-
3832λείφονται. Ἐγὼ μετὰ πολλῆς συμπαθείας ἀποβλέπω εἰς
3833αὐτοὺς καὶ μάλιστα εἰς συναδέλφους ὡς ὁ διακόψας με
3834συνάδελφος ἐκ Κερκύρας, ὅστις εἶναι ἀπὸ τὰ διαπρεπέστερα
3835μέλη τοῦ Κοινοβουλίου.
3836Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Γαλλίας μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τά-
3837χιστα εἰς τὴν Ἰταλίαν. Διότι ἀνεγνώρισεν—ἴσως οὐχὶ ἐγ-
3838καίρως—ὅτι ἀπρόσφορα ἦσαν τὰ ἐκ Γαλλίας παραδεί-
3839γματα τοῦ προπαρελθόντος αἰῶνος, κατὰ τὴν ἀνατολὴν τῆς
3840ἐλευθερίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου λαοῦ.
3841Τί γίνεται εἰς τὴν Ἰταλίαν; Ἀναγνωρίζεται ἐκεῖ ἐν τῇ
3842πρακτικῇ, οὐδαμῶς δὲ τίθεται ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ἀνα-
3843θεώρησις τοῦ ὁποίου ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι εὐχερεστάτη, ὅπως
3844διὰ τὴν ἀπαρτίαν μὴ ὑπολογίζωνται τὰ ἐκλιπόντα μέλη
3845τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις δὲν ἀπετολμήθη ἡ κατάλυσις τῆς
3846κοινοβουλευτικῆς ἀπαρτίας νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
3847Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πείθει ἀκριβῶς ὑμᾶς, ὅτι ταῦτα ἐν
3848Ἰταλίᾳ γίνονται δοκιμαστικῶς καὶ κατά τινα ἀνάγκην
3849καὶ ἐν μόνῃ τῇ πρακτικῇ ἀκριβῶς διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ σε-
3850βασμὸς ἀπαραμείωτος πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν κοινοβουλευ-
3851τικήν; Καὶ παραδείγματα τοιαῦτα, ἀνίκανα νὰ ἀποτε-
3852λέσωσιν ἐπιχειρήματα σοβαρὰ μετεχειρίσθησαν, ὅτε ἐχρεο-
3853κόπησεν ἐπιστημονικῶς ὁ ἐγγυητής, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν
3854ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας· διότι ἀπεδείχθη ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὡμολο-
3855γήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς
3856Ἀγγλίας δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὡς ἐπιχείρημα, ἕνεκα
3857τούτου δέ, λέγω, ἐζητήθη ἐπιχείρημα ἀπὸ τοῦ 1789 ἐκ
3858Γαλλίας καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ἐξ Ἰταλίας.
3859Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς ταῦτα. Περιέπεσεν ὁ κ. Πρω-
3860θυπουργὸς εἰς δεινὴν σύγχυσιν σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ
3861Αὐστρίᾳ, διότι καὶ τὸ ἐξ Αὐστρίας χθεσινὸν ἐπιχείρημα
3862κατωρθώθη ὑφ’ ἡμῶν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἐπιχεί-
3863ρημα.
3864Ἐν Αὐστρίᾳ, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχουσι Πολί-
3865τευμα συνταγματικὸν κοινοβουλευτικὸν ἢ Σύνταγμα κοινο-
3866βουλευτικὸν συνταγματικόν, Σύνταγμα πολιτικόν, ὅπερ
3867δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, καὶ πο-
3868λίτευμα κοινοβουλευτικόν, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν
3869τοῦ συνταγματικοῦ. Τοιούτων τινῶν ἀναμφιβόλως ἀκατα-
3870νοήτων ἐκφράσεων καὶ ἐννοιῶν ἐγὼ ἀντελήφθην.
3871Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν; Τὰ ἐπιχειρή-
3872ματα ἡμῶν εἶναι ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητεῖν καὶ ἀποφαίνε-
3873σθαι τὰ πολιτικὰ Σώματα κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν
3874τοῦ συνόλου αὐτῶν τὴν ἔχουσιν ὅλα τὰ Κράτη, οὐχὶ μό-
3875νον τὰ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα, ἀλλὰ καὶ τὰ συν-
3876ταγματικῶς ἀκόμη. Καὶ ἀνεφέραμεν αὐτὰ ἓν πρὸς ἕν, καὶ
3877οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη διάψευσις ἐτολμήθη τῶν ἰσχυρισμῶν
3878ἡμῶν. Καὶ ἠρωτήθη κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Βουλὴ πρὸς τίνα
3879λόγον, ἐκ ποίας πείρας, ἐκ ποίου δεδομένου, κατὰ ποῖον δι-
3880καίωμα θέλομεν καταλύσει ἡμεῖς, κατὰ τρόπον πρωτότυ-
3881πον, μίαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουσιν ὅλα τὰ Κράτη
3882τὰ συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα;
3883Ἀτυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ.
3884Πρωθυπουργός, ἵνα καὶ ἐγὼ τολμήσω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν
3885πρέπει νὰ ἐπανέρχηται εἰς τοὺς παλαιοὺς αὐτοῦ ἔρωτας.
3886Ἔχω ἐνταῦθα τὰ Πρακτικὰ τῆς πρώτης Κρητικῆς Ἐθνο-
3887συνελεύσεως καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας
3888ἦτο μέλος καὶ κυριώτερος εἰσηγητής, καὶ ἔχω σημειώσει
3889πληθὺν σελίδων, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀποδεικνύεται, ὅτι ἦτο ὁ
3890κυριώτερος εἰσηγητὴς ἐν Κρήτῃ ἀρχῶν ἀποτόμως ἀντικοι-
3891νοβουλευτικῶν καὶ ἀνελευθέρων.
3892Ἐπλήρωσεν ἐκεῖ ἀκριβά, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἀντιμε-
3893τωπίσῃ, ὡς ἀντεμετώπισεν αὐτόν, ἕνα ἡγεμονίδην. Ἐπα-
3894νέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς παλαιούς του ἔρωτας,
3895ἀλλ’ αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα ἡγεμονίδην,
3896ἀλλ’ ἕνα ὁλόκληρον λαόν. Τοῦτο εἶναι τόσον βέβαιον,
3897ὥστε ἔχει τὴν ἀπόδειξιν προφανῆ ἐν τῇ συχνῇ ἀντιδράσει
3898τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἥτις τόσον πιστῶς ἐκ τῆς συνειδή-
3899σεως τῶν καιρῶν καὶ τῆς ἐκλογῆς της ἀκολουθεῖ αὐτόν.
3900Ἀλλὰ παρεχώρησεν εἰς ἡμᾶς συμβιβαστικῶς (!) μίαν
3901πρότασιν γενναιοδώρως, θέλω νὰ εἴπω, παραχωρεῖ ταύτην
3902πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι οἱ 39 γίνονται 40! Ὡς
3903ἐὰν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀριθμὸν Βουλευτῶν πλειότερον ἢ ὀλι-
3904γώτερον κατὰ ἕνα ἢ κατὰ πέντε ἢ κατὰ δέκα! Δὲν εἶναι
3905ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν διαμαρτύρομαι διὰ τὸν ἀφελῶς ἢ
3906δολίως εἰσαγόμενον ἐμπειρισμὸν εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ
3907τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἐξ ἀμαθείας ἢ ἀπὸ
3908σκοποῦ.
3909Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ταῦτα, Κύριοι· ἡμεῖς ἐζητήσα-
3910μεν καὶ ὑποστηρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ ἡ θε-
3911μελιώδης, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ πολίτευμα ἡμῶν.
3912Δὲν ἐζητήσαμεν ἀριθμοὺς τοσούτου, ἢ τοσούτους· ἐζητή-
3913σαμεν νὰ τηρηθῶσιν ἀπαραμείωτα τὰ δικαιώματα τοῦ
3914λαοῦ συμπράττοντος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ εἰς τὴν
3915κατάρτισιν τῆς νομοθεσίας, τὰ δικαιώματα αὑτοῦ ἀπέ-
3916ναντι τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας. Διότι ἀποροῦμεν
3917καὶ καταπλησσόμεθα, πῶς μετὰ μίαν ἐπανάστασιν τη-
3918ροῦνται ἀπαραμείωτα εὐλαβῶς τὰ δικαιώματα τῆς Βα-
3919σιλείας, περικόπτονται δ’ ὅμως τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ.
3920§140Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὡς ἐὰν ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο ἐκ τῶν
3921ἄνω.
3922§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀποροῦμεν καὶ καταπλησ-
3923σόμεθα, πῶς ἐθεωρήθη θεμελιῶδες πᾶν ὅ,τι διατάσσεται
3924περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας, καὶ δὲν θεωρεῖται
3925θεμελιῶδες, θεμελιωδέστατον, πᾶν ὅ,τι διατάσσεται περὶ
3926τῶν μεγάλων δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, περὶ τῶν μεγάλων
3927δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδέν, κατὰ τὴν
3928γνώμην μου, ὑπάρχει μεγαλείτερον, παρὰ τὸ δικαίωμα
3929ἐκεῖνο, ἵνα συμπράττῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του εἰς τὴν
3930κατάρτισιν τῆς νομοθεσίας, εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν κανό-
3931νων τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ βίου.
3932Τίς ἐνδιαφέρεται ἂν θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ μιᾶς προτά-
3933σεως 40, ἢ 45, ἢ 60, ἢ 80, ἢ 100; Ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει
3934νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της μία Βουλὴ ἀντιπροσώπων ἐρχομένη κα-
3935τόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως εἶναι τοῦτο καὶ μόνον: κατὰ
3936ποίαν κανονικῶς ἀναλογίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ
3937καὶ ἐκ πόσου αὐτῶν ἀριθμοῦ κατ’ ἀρχὴν θὰ πηγάζῃ ἡ νο-
3938μοθεσία καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου.
3939§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.
3940§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός;
3941§144Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
3942Ποῖος ἐμποδίζει;
3943§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐμποδίζουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες
3944πιθανώτατα θὰ θέλωσι νὰ καταρτίσωσι τοιαῦτά τινα
3945μέλη τῆς Βουλῆς εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιρρεπῆ
3946εἰς τὴν διαφθοράν, νὰ διευθύνωσι δὲ τοιουτοτρόπως τὴν
3947Βουλήν, ἧς αἱ Σύνοδοι δὲν θὰ ἔχωσι χρονικὰ ὅρια, ὥστε
3948πολλοὶ Βουλευταὶ ν’ ἀδυνατῶσι νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθή-
3949ναις καὶ νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὥστε νὰ
3950μένῃ ἐνταῦθα μία ὀλιγαρχία, ἥτις θὰ χαλκεύῃ δεσμὰ διὰ
3951τὸν λαόν.
3952§146Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ὁ λαὸς τί θὰ κάμῃ;
3953§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὁ λαὸς ἢ πιεζόμενος καὶ δια-
3954φθειρόμενος θὰ καταπέσῃ εἰς τὴν ἐσχάτην πολιτικῆς ἀξιο-
3955πρεπείας βαθμίδα, ἢ θὰ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς καί....θὰ συντρίψῃ
3956ἑαυτόν· διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὁ
3957σωφρονῶν, ὅστις δὲν ἀποβλέπει μετὰ τρόμου πρὸς μίαν
3958νέαν ἐπανάστασιν. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆταί τις ἐξ
3959ἡμῶν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἐπανάστασις, μεθ’ ὅλους
3960τοὺς ἁγνοὺς ἐν ἀρχῇ πόθους της, ἐπεβάρυνε τὸν Προϋπο-
3961λογισμὸν διὰ σωρείας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐδημιούρ-
3962γησε κινδυνώδη δυσπιστίαν διὰ τὴν εὐστάθειαν καὶ ἰσχὺν
3963τοῦ Κράτους ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, ὅπου διευθύνονται αἱ τύχαι
3964τῶν λαῶν, φοβοῦμαι δὲ ὅτι παρήγαγε καὶ θὰ παραγάγῃ
3965καρπούς, διὰ τοὺς ὁποίους σφόδρα ἀμφιβάλλω ἂν θὰ μεί-
3966νωμεν εὐχαριστημένοι, ὅταν θὰ μᾶς ὑποβληθῇ ὁ ὁλοκληρω-
3967τικὸς ἀπολογισμὸς τῆς Ἐπαναστάσεως.
3968Ὅτε τοιαύτην ἔχει ἀπὸ πολιτικῆς ἐννοίας σημασίαν ἡ
3969διάταξις αὕτη, ὅτε πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου δι-
3970καιώματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς
3971θεμελιωδεστέρας ἴσως διατάξεως τοῦ πολιτεύματος, ἐκεί-
3972νης τῆς διατάξεως, ἥτις θέτει κυριώτατα τὸν λαὸν ἀπέ-
3973ναντι τῆς Βασιλείας, πῶς θέλετε εἴπει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη
3974δὲν εἶναι θεμελιώδης, πῶς θέλετε ὑποστηρίξει, ὅτι εἶσθε
3975Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὅμως θίγετε τὴν διάταξιν ταύ-
3976την; Ἐκ μέρους μου βεβαίως ἀντίρρησις δὲν θὰ ὑπῆρχε,
3977διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν
3978καὶ ἡ διαλυθεῖσα ἢ εἶναι καὶ ἦτο ἄθροισμα ἀνθρώπων, ἢ
3979ἦτο καὶ εἶναι Συνέλευσις Συντακτική. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον
3980πιστεύετε καὶ θέλετε νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἡ Συνέλευσις
3981ἡμῶν εἶναι Ἀναθεωρητική, βεβαίως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα
3982νὰ ἐπιληφθῆτε τοιαύτης διατάξεως.
3983Ἀλλὰ τὸ ἀπαράδεκτον ὄχι μόνον ἀπὸ ἐπιστημονικῆς
3984ἀπόψεως πρέπει νὰ τὸ κρίνητε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολιτικῆς.
3985Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ποῖον ἄλλο σπουδαιότερον ἐπιχείρημα
3986ἀνεπτύχθη ὑπὲρ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως παρὰ ἡ
3987ἐπιτίμησις ἡμῶν; «νέοι ἄνδρες, μᾶς εἶπον, σεῖς, τρέμετε,
3988ὅπως ἀντιμετωπίσητε νέας ἰδέας;».
3989Νέοι ἄνδρες ἀληθῶς, ἀλλ’ ἰδέαι νέαι οὐδαμῶς. Νέαι
3990ἰδέαι εἰς τὰ πολιτικὰ Σώματα εἶναι μόνον ἐκεῖναι, αἵτι-
3991νες παρέχουσι δικαιώματα εἰς τοὺς λαούς. Αἱ ἰδέαι, αἵτι-
3992νες ἀφαιροῦσι δικαιώματα ἀπὸ τὸν λαόν, δὲν εἶναι νέαι,
3993εἶναι παλαιαί, εἶναι πολὺ παλαιαί, εἶναι ἰδέαι, κατὰ τῶν
3994ὁποίων ἐπάλαισεν ἡ ἀνθρωπότης ὁλόκληρος ἐπὶ αἰῶνας ὁλο-
3995κλήρους, εἶναι ἰδέαι, διὰ τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὁποίων
3996ἀπητήθησαν θυσίαι παμμέγισται.
3997Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὡς νέα ἰδέα ἡ ἰδέα ἡ ἀφαιροῦσα
3998ἓν δικαίωμα τοῦ λαοῦ; Εἶναι νέα ἰδέα ἡ ἰδέα ἡ ἀποσκο-
3999ποῦσα νὰ παραδώσῃ τὸν τόπον δέσμιον εἰς τὸ κράτος μιᾶς
4000ἢ πλειοτέρων συμμαχουσῶν ὀλιγαρχιῶν; Εἶναι νέα ἡ ἰδέα
4001ἡ πιθανῶς ἀποσκοποῦσα νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν λαϊκὴν δύνα-
4002μιν εἰς τοὺς δούλους μιᾶς Αὐλῆς;
4003Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἰδέας προγραμματικῆς. Ἀνέ-
4004γνων καὶ ἐγώ, ὡς πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, τοὺς λόγους τοῦ κ.
4005Πρωθυπουργοῦ, οὐδαμοῦ ὅμως εἶλον εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ
4006ὅτι θέλει μεταρρυθμίσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς διατά-
4007ξεις τοῦ ἄρθρου 56. Ἀνέγνων, ναί, ὅτι θέλει μεταρρυθμίσει
4008τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56, ὅπως πολεμήσῃ τὴν κωλυσι-
4009εργίαν, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως καταργήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ λαϊ-
4010κόν. Νὰ πολεμήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, τίς ἔχει ἀντίρρησιν
4011εἰς τοῦτο; Ὁρίζει διὰ τὴν συζήτησιν τὸ ⅓. Ἡ ἐπιτροπὴ
4012ἐδέχθη τὸ ¼. Διὰ τὴν συζήτησιν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς
4013καὶ χθὲς καὶ σήμερον νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἀριθμὸν παντάπασιν,
4014ὥστε νὰ πολεμήσωμεν τὴν κωλυσιεργίαν κατὰ πάντα τρό-
4015πον, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ καταργήσωμεν μίαν ἀρχὴν τοῦ πολι-
4016τεύματος.
4017Ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέλους ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν
4018θελήσῃ, ὅ,τι ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον καὶ ὠφε-
4019λιμώτερον διὰ τὸν τόπον, ἀλλ’ ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
4020ὅτι ἀσπάζεται νέας ἰδέας. Ἀσπάζεται ἰδέας παλαιὰς ἀνε-
4021λευθέρας, ἀντικειμένας εἰς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει μέ-
4022χρι σήμερον ἡμᾶς. Καὶ ὅτε τοιαῦται ἰδέαι ὑποστηρίζονται,
4023νὰ μὴ γίνηται καὶ ἐπίκλησις ἐπὶ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐμπι-
4024στοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατὰ
4025τὰς παρελθούσας καὶ προπαρελθούσας ἐκλογάς, οὐδεμίαν ἄλ-
4026λην ἐμπιστοσύνην ἐξεδήλωσεν, οὐδεμίαν ἄλλην ἰδέαν καὶ
4027συναίσθημα ἐξεδήλωσεν, ἀλλὰ μόνην καὶ ἁγνὴν τὴν ἑαυτοῦ
4028ἀπόγνωσιν ἐκ τοῦ κρατοῦντος μέχρι τότε πολιτικοῦ συστή-
4029ματος. Εἴμεθα προϊόν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, μιᾶς
4030ἀπογνώσεως!
4031Ἂς προφυλαχθῶμεν, μήπως ἐπιτείνωμεν ἡμεῖς τὴν ἀπό-
4032γνωσιν, καὶ τότε τῆς ἀπογνώσεως ἐκείνης ἀποτέλεσμα δὲν
4033θὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς πολιτικὴ ἀπομαχία, ὡς δι’ ἄλλους τινάς,
4034ἀλλὰ θὰ εἶναι ἡ ἐθνικὴ κατάρα.
4035§148Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔχω ἀπο-
4036δείξει, τὸν πόθον μου, ὅπως ἡ ἀνόρθωσις, τῆς ὁποίας ση-
4037μαιοφόρος ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ ἀξιότιμος
4038Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βαδίσῃ γοργῶς καὶ ἀπροσκό-
4039πτως, διότι σπανιώτερον ἀνεμίχθην εἰς τὰς συζητήσεις, ἐνῷ
4040πλειστάκις ἠσθάνθην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναμιχθῶ, ὁσάκις
4041δ’ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἔπραξα τοῦτο εἰς σπανίας περι-
4042στάσεις, τὸ ἔπραξα ὑπείκων εἰς φωνὴν ἐπιτακτικὴν τῆς
4043συνειδήσεώς μου. Καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύω, κύριοι
4044Βουλευταί, ὅτι οὐδέποτε σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ ματαίῳ,
4045οὐδὲ καὶ τώρα, ὡς ἐλπίζω. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κ. Βουλευταί,
4046διενεμήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ἔντυπον τοῦτο, καὶ ἀφ’
4047ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι
4048τοῦτο περιέχει γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπῶς γνώ-
4049μην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύ-
4050της, φρονῶ, ἐπῆλθε πλήρης συνάντησις τῶν διισταμένων
4051γνωμῶν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἤρθη πᾶσα ἔρις μεταξύ
4052μας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ πέλεκυς, τὸν ὁποῖον ἡ
4053Βουλὴ ἐκράτει εἰς τὰς χεῖράς της, ἵνα κατενέγκῃ κατὰ
4054τῆς σεβαστοτέρας, τῆς θεμελιωδεστέρας διατάξεως τοῦ
4055ἄρθρου 56, τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
4056τὸν πέλεκυν τοῦτον ἔλαβεν εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρόεδρος
4057τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἔρριψεν ἔξω τῆς αἰθούσης, καὶ ἡ
4058διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 ἥτις ἴσχυε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύ-
4059της, θὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν θεμελιώδη αὐτῆς ἔννοιαν
4060ἰσχύουσα ἀπαρασαλεύτως. Ποία γνώμη διάφορος ὑφίστα-
4061ται πλέον; Αὕτη περιέχει δύο ὅρους: τὸν ὅρον περὶ τῆς
4062συγκροτήσεως τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ὅρον περὶ
4063τῆς καταρτίσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς ὅ,τι
4064μέλλω νὰ ἐξηγήσω ἐπικαλοῦμαι ἰδιαίτατα τὴν προσοχὴν
4065τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
4066Βουλευτοῦ, διότι καὶ ἡγεῖται πνευματικῶς τοὐλάχιστον
4067τῆς γνώμης ἐκείνης, ἥτις διίσταται κατὰ τῆς ὑποβλη-
4068θείσης ἐσχάτως προτάσεως. Ἐκ τῶν δύο ὅρων, τοὺς
4069ὁποίους περιέχει τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα
4070πάντες σύμφωνοι, ὅπως ληφθῇ μία πρόνοια περιορισμοῦ
4071τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν
4072τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δευ-
4073τέρα γνώμη. Ἐάν τις διαφορὰ γνώμης ὑφίσταται, ἔγκει-
4074ται εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τῆς ὁλομελείας,
4075ὅπερ πρέπει νὰ θεωρῆται ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλ’
4076ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, περὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ συζήτη-
4077σις παρωξύνθη, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δηλαδὴ τῶν ψήφων, ὑφ’
4078ὧν δέον νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τοῦτο
4079ἤδη μετὰ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν τοῦ ἐντύπου τού-
4080του μένει παντελῶς ἀσάλευτον. Καὶ μία μὲν προσθήκη διὰ
4081τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἐπέρχεται, μία προσθήκη, ἥτις
4082ἀποτελεῖ μίαν ἀκόμη ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς διατάξεως, τὴν
4083ὁποίαν ἀναγράφει ἡ κειμένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 56. Διὰ
4084νὰ ἐννοήσωμεν τὸ ζήτημα, δὲν χρειαζόμεθα οὔτε θεωρίας,
4085νομικὰς οὔτε γνώσεις πολιτικάς, χρειαζόμεθα ἁπλού-
4086στατα θεωρίαν ἀριθμητικήν. Διότι ἂς λάβωμεν ὡς μίαν
4087βάσιν τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἐξ 150 Βουλευ-
4088τῶν· τί ἀπαιτεῖ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἡ διάτα-
4089ξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος; Ἀπαιτεῖ νὰ παρί-
4090σταται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τουλάχιστον, καὶ
4091ἐξ αὐτῶν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις τοῦ
4092Σώματος τοῦ ἐξ 150 Βουλευτῶν συγκροτουμένου, ἄρα
4093κατὰ τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 56 αἱ ἀποφάσεις δύνανται νὰ
4094καταρτίζωνται καὶ ἐκ τοῦ τετάρτου πλέον ἑνὸς, δηλαδὴ
4095ἐκ τοῦ ἡμίσεος τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει
4096ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ εἶναι παρὼν ὁ ἐλάχιστος διὰ τὴν ἀπαρ-
4097τίαν ἀριθμὸς ἐκ τῶν 150, ἤτοι 76, ἡ νόμιμος ἀπόφασις
4098τῆς Βουλῆς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συντελεῖται διὰ τοῦ
4099ἀριθμοῦ 39, κατὰ τὸ νῦν ἰσχῦον ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγμα-
4100τος.
4101§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 76.
4102§150Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ νόμιμος ἀπόφασις, λέγω, ὅταν τὴν
4103ἀπαρτίαν ἀποτελῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἐκ τῶν 150, συντε-
4104λεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 37. Ἡ τροπολογία δέ, ἥτις ἤδη
4105σκοπεῖται, ποίαν ἐπιφέρει τροποποίησιν; τοῦτο μόνον,
4106ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς, καθ’ ἃς παρίσταται ὁ
4107ἐλάχιστος ἀριθμὸς μελῶν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἡ ἀπόφασις
4108τῆς Βουλῆς θὰ κατασταθῇ νόμιμος διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 ψή-
4109φων. Ἤτοι ἡ τροπολογία αὕτη ἀπαιτεῖ μίαν ἀκόμη ψῆφον,
4110ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 θὰ ἤρκουν μόνον 39.
4111§151Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ τὰς λάβῃ;
4112§152Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἔχομεν ἐὰν ὑποθέ-
4113σωμεν ὅτι πλείονα εἶναι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τὰ παριστά-
4114μενα ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν 150, καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι
4115παρίστανται 76 ἕως 80, κατὰ τὴν σκοπουμένην τροπο-
4116ποίησιν· ἐὰν εἶναι παρόντες ἕως 79 ἔστω, θὰ ἔχωμεν τὴν
4117νόμιμον κατάρτισιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, πάντοτε
4118διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 ψήφων, ἐνῷ θὰ ἤρκουν καὶ μόνον 39
4119κατὰ τὸ ἄρθρον 56. Ἐὰν δὲ πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τούτου
4120τῶν 79 παρίστανται, τότε θὰ ἔχωμεν πλήρη συμφωνίαν
4121ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἡ τροπολογία αὐτή, πρὸ ἐκεῖνο,
4122τὸ ὁποῖον κανονίζει καὶ ἡ διάταξις ἡ κειμένη τοῦ Συντά-
4123γματος. Ὑπάρχει πλέον προσβολή τις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρ-
4124θρου 56; Ἢ τοὐναντίον διὰ τῆς μελετωμένης τροποποιήσεως
4125λαμβάνεται μείζων ἐγγύησις, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον; Καὶ δὲν
4126φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀνιαρὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ζητήματος,
4127ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει πλέον ἐναντία γνώμη; Καὶ
4128δὲν θεωρεῖτε ὅτι παρέλκει καὶ πᾶσα νῦν συζήτησις ἐπὶ τῆς
4129προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 56 μένει
4130τοιουτοτρόπως ἄθικτον; Φρονῶ ὅτι δὲν χωρεῖ πλέον συζή-
4131τησις ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει σπουδαία ἀντιλογία οὐδ’ ἐπὶ
4132τῆς ἄλλης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος τῆς
4133ἀφορώσης τὴν ἀπαρτίαν, διότι οἱ λόγοι, δι’ οὕς τινες φρο-
4134νοῦσιν ὅτι πρέπει μείζων ἀριθμὸς νὰ παρίσταται κατὰ τὴν
4135ψηφοφορίαν, χωρὶς νὰ θεωρῆται ἀναγκαῖον νὰ παρίσταται
4136καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν
4137λόγον καὶ εἰς τὴν εὐπρέπειαν τῆς Βουλῆς.
4138§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος;
4139§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
4140§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βουρλούμης.
4141§156Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον, κύριοι
4142Βουλευταί, νὰ λάβῃ τοιαύτην ἔκτασιν ἡ συζήτησις ἐπὶ
4143τοῦ ἄρθρου 56. Τοιαύτη φαίνεται ὅτι ἦτο καὶ ἡ γνώμη
4144τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διότι μέλη ταύτης μοὶ
4145ἀνεκοίνωσαν ὅτι ἐλαχίστη συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπι-
4146τροπῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στι-
4147γμῆς ἀπεφασίσθη νὰ καθορισθῇ μὲν ὅτι διὰ τὴν συζήτη-
4148σιν ἀρκεῖ τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς,
4149ν’ ἀφεθῇ δὲ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς
4150Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμιζεν, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ μεταβολὴ
4151τοῦ κειμένου ἄρθρου δὲν θὰ εὕρισκεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντί-
4152δρασιν σοβαράν.
4153Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀπὸ τῆς χθὲς ἐξενεχθέντα ἤκουσα
4154μετὰ προσοχῆς, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οἱ κρατερῶς μαχόμενοι
4155ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς νῦν κειμένης δὲν
4156κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῶν ὑψη-
4157λῶν ἰδεωδῶν, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσι τόσον ἠχηρῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ
4158ταύτῃ, τῶν ἰδεωδῶν τῆς ἐλευθερίας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
4159πολιτεύματος, τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Ἂν προκειμένου
4160περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος κρίνεται σκόπιμον,
4161ἵνα ἡ δημοσία γνώμη σχηματίζῃ σαφῆ ἰδέαν περὶ τῶν
4162ἄρθρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ ἂν ἡ
4163δημοσία γνώμη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἔσχε
4164τὸν καιρὸν νὰ μορφώσῃ τοιαύτην γνώμην ἕνεκα τῶν ἰδιαι-
4165τέρων περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγμα-
4166τος ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ἐν τούτοις ἀναμ-
4167φισβητήτως καθωρισμένη, σαφής, ἡ περὶ τῆς διατάξεως
4168ταύτης δημοσία γνώμη. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὰ ἐσωτερικὰ
4169πράγματα τῆς χώρας ἤχθησαν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ προ-
4170κύψῃ ἐξ αὐτῶν ἡ ἐπανάστασις τῆς 15ης Αὐγούστου, ἡ
4171διάταξις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς μία ἐξ ἐκείνων, αἵτινες
4172συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐθνικὴν κακοδαιμονίαν.
4173Καὶ τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις αὕτη
4174ἐγκαθιδρυθεῖσα ἠξίωσε παρὰ τῆς πρώτης Βουλῆς, ἡ ὁποία
4175ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῆς, ἦτο τὸ μέτρον, διὰ τοῦ
4176ὁποίου ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς μεταρρυθμιζόμενος θὰ
4177καθίστα τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὁμαλόν,
4178δυνατόν.
4179Καὶ ἀνεγνώρισαν, Κύριοι, πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος
4180τούτου ὁμιλήσαντες τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ
4181Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ,
4182καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως· ἰσχυρίσθησαν ὅμως,
4183ὅτι μεταρρυθμιζομένης ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως
4184ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν οὐδὲν ἐμπόδιον προκύπτει εἰς
4185τὴν ἀκώλυτον ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου προκειμένου νὰ
4186μείνῃ ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἡ κανονίζουσα τὰ τῆς
4187ἀπαρτίας ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου
4188θὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἔχω καὶ
4189ἐγὼ τὸν πόθον νὰ παραμείνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν φιλελεύ-
4190θεροι ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὸν πόθον
4191νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
4192ἐδείχθησαν ὡς ἀποτελοῦσαι ἐμπόδιον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ
4193ἔθνους, φρονῶ δέ, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν συνταγματικὴν
4194διάταξιν ὡς ἔχει διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δὲν αἴ-
4195ρομεν τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν μᾶς ὑπέ-
4196δειξε, διότι μεταξὺ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ὁριστικῆς
4197ἀποφάσεως παρεμπίπτουσι πλεῖστα ὅσα ζητήματα, τὰ
4198ὁποῖα δέονται ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀναγινώσκων ἐπι-
4199τροχάδην παλαιὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εὑρίσκω μίαν περί-
4200πτωσιν, καθ’ ἣν ὑπῆρχεν ὀξὺς ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ
4201πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ὁπότε εἰς μίαν ἑσπέραν
4202ἐννέα ἐνστάσεις ἀπαρτίας ὑπεβλήθησαν, ἐγένοντο δ’ ἐπανει-
4203λημμέναι ψηφοφορίαι περὶ ἀναβολῆς, περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε
4204νὰ τριτολογήσῃ ὁ ῥήτωρ, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀτ-
4205τικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐρυτάτην τὴν μνήμην,
4206θὰ ἐνθυμῆται τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη, καθ’ ἣν ὁ ὀξὺς οὗτος
4207ἀνταγωνισμὸς ἔφθασεν εἰς τὰ ἄκρα καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν
4208ἐπὶ 48 ὥρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι...
4209§157ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ 17 ἡμέρας.
4210§158Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. — Ἐννοῶ τὴν τελευταίαν συνεδρία-
4211σιν—... ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο
4212ἐπανειλημμέναι ψηφοφορίαι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐγέ-
4213νοντο ἐπὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ πλείστων ἄλλων
4214παρεμπιπτόντων ζητημάτων.
4215§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προσηκόντως καὶ σκοπιμώ-
4216τατα.
4217§160Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Νομίζετε σεῖς, ἐγὼ ὅμως νομίζω
4218ὅτι δὲν ἐγένοντο προσηκόντως καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο
4219τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ
4220Βοιωτίας κ. Δραγούμη, διότι δὲν φαντάζομαι ἐγὼ οὔτε
4221πιστεύω ποτὲ ὅτι ἔφερεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης πρότασιν
4222μεταβιβάσεως περιουσίας τοῦ ἔθνους εἰς ἰδιώτην, ὅστις
4223οὐδὲν εἶχε λαμβάνειν.
4224Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν, Κύριοι, τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ
4225τῆς πρακτικῆς ἀπόψεως, διότι νομίζω, ὅτι μέχρι τοῦδε
4226σκιαμαχοῦμεν. Ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς
4227ὁποίας θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἂν καθιερώ-
4228σωμεν τὴν διάταξιν, ὡς διεμορφώθη μάλιστα σήμερον
4229ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖοι εἶναι
4230οἱ κίνδυνοι ἐκεῖνοι οἱ μεγάλοι, τοὺς ὁποίους φοβεῖσθε καὶ
4231τοὺς ὁποίους καταγγέλλετε εἰς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου μά-
4232λιστα προβλέπετε καὶ τὴν ἀπόγνωσιν; Μήπως πρόκειται
4233νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Μήπως
4234πρόκειται ἆρά γε τὸ φιλελεύθερον ἢ ἄλλο τι κόμμα νὰ
4235δεσμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν μειονοψηφίαν ἢ τὴν πλειονο-
4236ψηφίαν, νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς ἢ νὰ διαφθείρῃ,
4237ὅπως καὶ ὑπηνίχθησάν τινες, τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς, ὥστε αἱ
4238ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς νὰ λαμβάνωνται διὰ μικροῦ ἀριθμοῦ
4239Βουλευτῶν;
4240§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων
4241θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν; Ὅλα τὰ κόμματα θὰ
4242τὴν ἐφαρμόσωσιν.
4243§162Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα.
4244§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὁμιλεῖτε;
4245§164Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον
4246συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς οὐσίας.
4247§165Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνεζή-
4248τησαν καὶ οἱ ἄλλοι.
4249§166Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουσι, λέγουσι, τοιοῦτοι κίν-
4250δυνοι· ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν, ὄχι διότι ἔχω ἐμ-
4251πιστοσύνην, ὅπως ὀφείλομεν πάντες νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τὸ φι-
4252λελεύθερον πνεῦμα καὶ ἐπὶ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν ἐκείνων,
4253οἱ ὁποῖοι διηύθυναν καὶ διευθύνουσι τὰ κόμματα παρ’ ἡμῖν,
4254ἀλλὰ διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, διότι
4255νομίζω, ὅτι, ὅπως σήμερον διεμορφώθη ἀνδρωθεῖσα ἡ δημο-
4256σία γνώμη, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κανένα, ὅσον ἰσχυρὸς καὶ
4257ἂν εἶναι, νὰ στραγγαλίσῃ, ὡς ἐλέχθη, τὰ συμφέροντα τοῦ
4258ἔθνους, νὰ δεσμεύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἢ νὰ τυραννήσῃ
4259τὴν μειονοψηφίαν. Καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα τῆς
4260δυνάμεως τῆς δημοσίας γνώμης λίαν πρόσφατον. Εἴδομεν
4261Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς,
4262εἶχε τὰ δύο τρίτα τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν κραυ-
4263γήν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς δημοσίας γνώμης, ἐννοήσασα ὅτι
4264δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸ δημόσιον φρόνημα, ἐτράπη
4265εἰς φυγήν, καὶ μετὰ τὴν φυγὴν ἐκείνης εὑρέθημεν πρὸ μιᾶς
4266ἐπαναστάσεως.
4267Εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη;
4268εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν 120 Βουλευτὰς ἐπὶ 180; Εἶχε, καὶ ὅμως
4269ἐτράπη εἰς φυγήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ὠργίασε,
4270δὲν ἐστραγγάλισε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, δὲν διέφθειρε
4271Βουλευτάς, ἀλλὰ τί ἔκαμεν; Ἠδράνησε μόνον.
4272Ὅτι δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, θεμελιώδης ἡ διάταξις
4273αὕτη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ
4274ὁ προτείνας τὸ ἀπαράδεκτον, εἶναι δῆλον καὶ ἐκ τῆς γνώ-
4275μης, τὴν ὁποίαν ἡ πρὸ ἡμῶν ἁπλῆ Βουλὴ κατὰ τὴν 18ην
4276Φεβρουαρίου 1910 διετύπωσεν ἐν τῷ προσχεδίῳ, καὶ ἐκ τῆς
4277γνώμης, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν οἱ ἕξ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι
4278ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν
4279διετύπωσεν αὐτὴ αὕτη ἡ συντακτικὴ ἐπιτροπή. Δὲν δύνα-
4280μαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες παρέβλεψαν
4281μίαν τοιαύτην θεμελιώδη διάταξιν καὶ τὴν ἔφεραν ἐνώπιον
4282ἡμῶν χωρὶς νὰ σκεφθῶσι, χωρὶς νὰ κτυπήσῃ εἰς τὰ μάτια
4283των ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ θεμελιῶδες τῆς διατάξεως
4284ταύτης. Τὸ ἀπαράδεκτον, Κύριοι, ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν ὡς
4285μία παρέκβασις τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ διευκολύνῃ ἴσως
4286μίαν λύσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ ἡ ἐπὶ
4287τῆς οὐσίας συζήτησις.
4288Κύριοι Βουλευταί· δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν,
4289διότι καὶ σεῖς εἶσθε κεκοπιακότες καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν
4290δύναμιν νὰ συγκρατήσω τὴν προσοχήν σας περισσότερον·
4291θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν μικρὰν
4292περικοπὴν ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ἑλλάδος,
4293πρὸς τὸν ὁποῖον ἰδιάζοντα εἶχε σεβασμὸν καὶ ἰδιάζουσαν
4294εἶχεν ἀγάπην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολι-
4295τευτὴς καὶ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δραγούμης. Κατὰ τὴν
429610ην Μαρτίου 1884 ἠλέγχετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ Χαριλάου
4297Τρικούπη, ὅτι παρημπόδισε τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4298σεως, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν 30 ὁλό-
4299κληρα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ὥρᾳ ἄνευ
4300συζητήσεως καὶ ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρωράθη τὸ
4301ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς τὴν ἐπίθεσιν ταύτην ὁ
4302Χαρίλαος Τρικούπης ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: —σημειώσατε,
4303ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους τότε ἐβασά-
4304νιζε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχε φέρει ἐνώπιον
4305τῆς Βουλῆς πληθὺν νομοσχεδίων, σχεδίων ὀργανικῶν νόμων,
4306διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζήτει ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ νὰ βελ-
4307τιώσῃ τὰ τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο
4308νὰ κάμῃ οὔτε ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός· ἐπὶ ὥρας ὁλοκλή-
4309ρους ὀκτὼ καὶ δέκα ὥρας συνεζήτουν ἐπὶ τῆς τελωνοφυλα-
4310κῆς, ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ παντὸς εἴδους πραγμά-
4311των καὶ περὶ λεμονίων ἀκόμη, ὅπως εἶχεν εἴπει ὁ μακα-
4312ρίτης Λομβάρδος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν— εἰς ἔλεγχον λοι-
4313πὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιεφρόνησε
4314τὸ ἔργον αὐτῆς ὡς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν ὁ Τρικούπης
4315(ἀναγινώσκει): «Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλο σκεπτομένη,
4316εἰμὴ πῶς παραβιάζουσα τὰ καθήκοντα αὑτῆς νὰ ἐξευτε-
4317λίζῃ τὴν Βουλὴν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἔθνος ἐνώπιον
4318τοῦ κόσμου, τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπρεπε νὰ προσ-
4319δοκᾷ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἁβροφροσύνην». Καὶ περαιτέρω·
4320«Τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν
4321βελτίονα βάσανον τῶν νόμων καὶ τὴν τελειοτέραν διατύπω-
4322σιν, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταστήσῃ
4323ἑαυτὴν οὕτως ἀνίκανον ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὥστε ἡ σύμπραξις
4324αὐτῆς οὐδὲν παρεῖχε κῦρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς·
4325τοὐναντίον ἀφῄρει ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πᾶν κῦ-
4326ρος, διότι κατεβίβαζε τὰς συζητήσεις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ὕψους,
4327εἰς ὃ πρέπει νὰ ἵστανται οἱ διασκεπτόμενοι περὶ τῶν μεγά-
4328λων τοῦ ἔθνους συμφερόντων εἰς ἔδαφος ταπεινόν, προσω-
4329πικὸν καὶ φατριαστικόν».
4330§167Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀπήντησεν ὁ Δηλιγιάννης τότε;
4331Ἠξεύρετε;
4332§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπήντησεν ἡ πτώχευσις τοῦ
4333Κράτους.
4334§169Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μὲ αὐτὴν τὴν περικοπὴν τοῦ Χα-
4335ριλάου Τρικούπη θὰ καταλίπω τὸ βῆμα καὶ θὰ ὑπομνήσω
4336εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ψαρῶν ὅτι ἡ Νέμεσις, ἂν
4337εἶναι Θεὰ Ἑλληνική, πρέπει νὰ εὕρῃ ἐδῶ μέσα εἰς τὴν
4338Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἡμᾶς τοὺς νέους λεγομένους ἄνδρας
4339τιμωροὺς τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν
4340Χαρίλαον Τρικούπην ἐξηυτέλισε τὸ ἔθνος ἐνώπιον τοῦ Κό-
4341σμου καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἄμυνα τῶν θεσμῶν, δὲν ἦτο
4342ἄμυνα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἦτο
4343νοθεία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νοθεία, ἡ
4344ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν
4345ἐδῶ. (Ἐπιδοκιμασίαι).
4346§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου κη-
4347ρύσσεται περατωμένη.
4348§171Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ
4349τοῦ ἀπαραδέκτου.
4350§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐζητήσατε τὸν
4351λόγον.
4352§173Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ καλά, ἀφοῦ τὸ θέλετε.
4353§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἔνστασιν περὶ
4354ἀπαραδέκτου, ὅτι δηλαδὴ ἡ διάταξις εἶναι θεμελιώδης
4355καὶ ἑπομένως μὴ δεκτικὴ ἀναθεωρήσεως, παρακαλοῦνται
4356νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέ-
4357χθη. Συνεπῶς ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ
4358κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
4359§175Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οὔτε δυνατὸν εἶναι, κύριοι Βουλευταί,
4360ἀλλ’ οὔτε καὶ ὠφέλιμον, ὅπως ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινο-
4361βουλίου ἔχῃ καὶ ἴδιον πρόγραμμα ἀνορθωτικόν, οὔτε καὶ
4362γνώμας τοιαύτας, ὥστε νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ἑκάστη αὐτοῦ
4363γνώμη γίνηται παραδεκτή. Ἐκεῖνοι, οἵτινες παρακάθηνται
4364ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ εὐτυχῶς εἶναι ἐλάχιστοι, καὶ
4365μεταξὺ αὐτῶν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν
4366προαγορευσάντων ὑπάγεται, ἐκεῖνοι, λέγω, οἵτινες διὰ ψι-
4367θυρισμῶν εὑρίσκουσιν, ἐκκεντρικὰς τὰς ἀνωτέρω ἰδέας μου
4368καὶ πρὸς οὓς ἀπαντῶ ταύτην τὴν στιγμήν, εἶναι ἀνάξιοι
4369καὶ ἐπιζήμιοι νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ.
4370Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ νο-
4371ηθῇ Κοινοβούλιον, οὐδεμία πληθὺς ἀνθρώπων δύναται νὰ
4372νοηθῇ ἄνευ μιᾶς κεφαλῆς, ἡ ὁποία νὰ διευθύνῃ.
4373Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ κολακεύσω
4374τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι τὰς αὐτὰς ἰδέας θὰ ἔχω
4375καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον καὶ πάντοτε· ἂν ὅμως ἕκαστος
4376ἐξ ὑμῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν νεοσσῶν τῆς πολιτικῆς καὶ ἀδαῶν
4377περὶ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ γνώ-
4378μας, τὰς ὁποίας νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ, ἐπιτρέπεται ὅμως
4379καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς
4380Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐκφράζωσιν ἐλευθέρως τὰς γνώμας αὑ-
4381τῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀσπασθῇ
4382ταύτας ἢ νὰ ἀπορρίψῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἐπη-
4383ρεασμόν τινα ἢ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις της.
4384Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βή-
4385ματος τούτου ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς
4386του τὰ συμβαίνοντα ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ—παρέλειψα
4387ὅμως νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ πάσης συζητήσεως
4388ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, διὰ νὰ εἶμαι συνεπής, νὰ δηλώσω ὅτι
4389θὰ ψηφίσω τὴν κυβερνητικὴν τροποποίησιν, ἂν ἡ Κυβέρνη-
4390σις ἐπιμένῃ, ἀφήνων ἀκεραίαν εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην τῶν
4391μελλόντων νὰ συμβῶσι.
4392Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματός μου.
4393Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἐπεκαλέσθη τὰ ἐν Γαλλίᾳ
4394καὶ Ἰταλίᾳ, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν προτεινομένην τροποποί-
4395ησιν ὑπ’ αὐτοῦ, παρέλειψεν ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ τὰ ἀκόλουθα:
4396πόσον ἀριθμὸν ἐτῶν ἐλευθερίαν ἀριθμεῖ τὸ Γαλλικὸν ἔθνος
4397καὶ ποῖοι διευθύνουσι τὰς τύχας τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Λέ-
4398γων ταῦτα οὐδένα ἐκ τῶν ἡμετέρων πολιτευτῶν θέλω νὰ
4399προσβάλω. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
4400γὸς τίνες διευθύνουσι τὰς τύχας τῆς Ἰταλίας καὶ τίνες
4401κάθηνται ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Θρόνου. Καὶ τελευταῖον, τοῦτο
4402ἔχει μεγίστην σημασίαν, ὡς θὰ ἀποδείξω κατωτέρω. Γνω-
4403ρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ πολι-
4404τικὴν πεῖραν ἔχει καὶ νομικὴν μόρφωσιν, ὅτι ἡ ἄκρατος
4405ἐλευθερία δημιουργεῖ τὰ δεσμά, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπολυταρχία
4406δημιουργεῖ καὶ προκαλεῖ τὰς ἐπαναστάσεις.
4407Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι ἡ ὑποβαλ-
4408λομένη τροποποίησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναιρεῖ τὰς
4409λαϊκὰς ἐλευθερίας.
4410Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ἀναιρεῖ τὰς λαϊκὰς ἐλευ-
4411θερίας, ἀλλὰ θὰ δημιουργήσῃ τὴν δυστυχίαν καὶ τὸν ὄλε-
4412θρον τοῦ λαοῦ καὶ τὸν τάφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούρ-
4413γησαν τὸ ἀνυπόφορον καὶ ὀλέθριον καθεστώς. Μᾶς εἶπεν ὁ
4414ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι
4415ἐν Κρήτῃ δὲν παρατηροῦνται κωλυσιεργίαι, καὶ ἐν Ἑλλάδι
4416παρατηροῦνται. Θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος
4417τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα
4418ἀπόλυτον σεβασμόν, νὰ μοὶ εἴπῃ διατί ἐν Κρήτῃ δὲν συμ-
4419βαίνουσι κωλυσιεργίαι καὶ ἐνταῦθα συμβαίνουσι; Δὲν θὰ
4420τύχω βεβαίως ἀπαντήσεως, θὰ ἀπαντήσω ὅμως ἐγώ. Τὰς
4421κωλυσιεργίας, κ. Πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἑλλάδι
4422δὲν ἐδημιούργησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε οἱ Ἕλληνες πο-
4423λιτευταί· τὰς κωλυσιεργίας τὰς ἐδημιούργησαν ἐκεῖνοι,
4424οἵτινες κάθηνται ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὅστις ἀνηγέρθη ἐπὶ ὀρέων
4425ἁγίων ὀστῶν, καὶ ὧν τὸ διάδημα τῆς κεφαλῆς ἐβάφη μὲ
4426τὸ ἅγιον αἷμα μυριάδων μαρτύρων καὶ ἡρώων.
4427Προχθὲς ἀκόμη, ὅτε τὸ ἔθνος ἐκαλεῖτο νὰ ἑορτάσῃ τὴν
4428μεγίστην αὐτοῦ ἐθνικὴν ἑορτήν, ἐκεῖνοι προηγοῦντο ὑμῶν
4429ἐποχούμενοι ἐπὶ τῆς εὐτελεστέρας αὐτῶν ἁμάξης, ὡσὰν
4430νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς (ἐπευφημίαι). Καὶ
4431ἐνῷ ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ, ἐπευφήμει κατὰ τὴν διάβασιν
4432ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐκείνους ἐν σιγῇ καὶ μετὰ περιφρονή-
4433σεως καὶ ἀποστροφῆς προσητένιζεν οὗτος.
4434Καὶ φρονεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι θὰ παρακάθησθε
4435πάντοτε εἰς ἣν θέσιν σήμερον; Οἱ παλαιοὶ πολιτευταὶ θὰ
4436ἔλθωσι πάλιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι πλειονοψηφίαν
4437τοιαύτην, ὁποίαν ὑμεῖς ἔχετε, καὶ τὰ μέλη ἐκείνης τῆς
4438πλειονοψηφίας τὰ ἔχοντα ἐλεύθερον τὸ φρόνημα εἶναι ἀδύ-
4439νατον νὰ συνεργασθῶσι μὲ τοὺς ἡγέτας τῶν τοιούτων Κυ-
4440βερνήσεων, οἵτινες ἄνωθεν θὰ ἐμπνέωνται, καὶ ὅλοι οἱ φι-
4441λοπάτριδες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δύνανται ἀπαθῶς νὰ παρα-
4442κολουθῶσι τὰ τελούμενα, θὰ ἀποσκιρτήσωσι καὶ θὰ παρα-
4443μείνωσι πιστοὶ τῆς Κυβερνήσεως φίλοι οἱ Τζουτζέδες ὧν
4444ἡ μοναδικὴ φιλοδοξία εἶναι ἡ ἀπόκτησις χρυσίου καὶ ἡ
4445ἀπόλαυσις ὑλικῶν ἀπολαύσεων.
4446Καὶ ἀκούσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὄχι γνώμην, διότι
4447γνώμην δὲν δίδω, ἀλλὰ ἰδέαν: Βεβαίως ἡ Ἱστορία θὰ ἀνα-
4448γνωρίσῃ, ὅτι ἤλθετε ἐνταῦθα ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὰ εὐγενέ-
4449στερα αἰσθήματα· ἡ ἱστορία θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἤλθετε
4450ἐνταῦθα μὲ τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ ἐλευθερώσητε τὸ
4451ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἦτο δοῦλον, καὶ δοῦλον τῆς χειροτέρας δου-
4452λείας, ἀλλ’ ἡ Ἱστορία οὐδέποτε θὰ σᾶς συγχωρήσῃ, ὅτι
4453καθ’ ἣν στιγμὴν ἦσθε τὸ ἴνδαλμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ
4454μᾶλλον τὸ Παλλάδιον τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, προσ-
4455ελθόντες ἐνταῦθα δὲν ἐπράξατε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξητε,
4456ἀλλά, ὡς ὁ ἰατρός, ὅστις δι’ ἐνέσεων προσπαθεῖ νὰ παρα-
4457τείνῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἀρρώστου, οὕτω καὶ ὑμεῖς προσπαθεῖτε
4458νὰ παρατείνητε δι’ ἡμιμέτρων τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ
4459Κράτους. Ἐὰν ἠθέλετε τὸ ἔργον σας νὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπι-
4460τυχίας, ἡ Ἱστορία νὰ σᾶς ἀναγνωρίσῃ μέγαν καὶ ὁ Ἑλλη-
4461νικὸς λαὸς νὰ σᾶς εὐγνωμονῇ, μίαν καὶ μόνην, ἐνταῦθα ἐλ-
4462θόντες, ἔπρεπε νὰ ἔχητε πρώτην σκέψιν, νὰ καταφέρητε τὴν
4463πυγμήν σας σφοδρότατα ἐπὶ τῆς λυκοφωλιᾶς, ἥτις, κυ-
4464ρίως, καὶ τὴν σημερινὴν ἀθλίαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους
4465ἐδημιούργησε κατάστασιν, καὶ ἥτις καὶ τὸ ἔργον ὑμῶν θὰ
4466ματαιώσῃ, ἀσφαλῶς, καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ βυθίσῃ
4467εἰς συμφοράς. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
4468§176Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω, κύριοι
4469συνάδελφοι, ὡς μέλος τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς
4470ἐργασίας τινός, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε μελέτην ἐπὶ τῶν ἀνα-
4471θεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τῇ ἐργασίᾳ
4472ταύτῃ συμπεριελήφθη ἀληθῶς καὶ μία πρότασις, ἀφορῶσα
4473εἰς μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, πρὸς τὴν ὁποίαν
4474πρότασιν κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ θεωρίας δὲν ἤμην σύμφωνος,
4475ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀντέταξα ἄρνησιν
4476ἀπόλυτον εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῆς, οὔτε συνεζήτησα ἐπὶ
4477πολύ, σεβόμενος τὴν γνώμην τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες
4478εἶχον κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἐφ’ ἧς ἐστήριζον τὰς γνώ-
4479μας των. Ἔκτοτε συνέπεσε νὰ ἀποκτήσω καὶ ἐγὼ κἄποιαν
4480πεῖραν σχετικήν, ἡ ἐντύπωσίς μου δ’ ἐκ τῆς ἐμπειρίας
4481μου ταύτης ὑπῆρξεν ὅτι ἔπρεπε τὸ ἀντίθετον νὰ τηρηθῇ,
4482ἡ παλαιὰ δηλαδὴ διάταξις, ὡς σοφωτέρα. Τὸ πρῶτον
4483παράδειγμα, ὅπερ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, ἦτο τὸ
4484ἑξῆς· συνεκλόνει τότε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν χώραν ὁ χα-
4485ρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἰδέα
4486ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ εὐρυτέραν ἀποστολὴν καὶ δικαιοδο-
4487σίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς μεταρρυθμιστέας συνταγματικὰς
4488διατάξεις. Τὸ ζήτημα ἐξερράγη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ τὴν
4489δόσιν τοῦ ὅρκου, προεκλήθη δὲ σχετικὴ ψηφοφορία, κατὰ τὴν
4490ὁποίαν ἐψήφισαν 140, ἐξ ὧν 100 καὶ πλέον ἦσαν κεκηρυ-
4491γμένοι ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐματαιώθη δὲ ἡ
4492ἀπόφασις, διότι οἱ 140 δὲν ἀπετέλουν τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν.
4493Ἐὰν εἴχομεν τὴν ἀπαρτίαν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν Βουλευτῶν,
4494οἵαν προτείνεται ἤδη ν’ ἀποδεχθῶμεν, οἱ 140 ὑπερέβαινον
4495τὸ τρίτον καὶ θὰ εἶχε κηρυχθῆ Συνέλευσις Συντακτική,
4496χωρὶς νὰ εἶναι τοιαύτη ἡ πραγματικὴ γνώμη αὐτῆς, διότι
4497οὔτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἶχεν
4498εἰσέτι ἀφιχθῆ, ὁ κ. Θεοτόκης, οὔτε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυ-
4499βερνήσεως. Μετὰ 1 ἢ 2 ἡμέρας ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
4500Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ σθεναρᾶς ὁμιλίας συν-
4501εκράτησε τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Συνελεύσεως,
4502ἐλύθη δὲ τὸ ζήτημα ἀντιθέτως, διὰ ψήφων 140, νομίζω,
4503ἐναντίον 120. Ἐπίσης τὸ παρελθὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς
4504Βουλῆς ταύτης μὲ ἔπεισεν, ὅτι, ἂν παρείχετο τοσαύτη εὐ-
4505χέρεια περὶ τὴν ἀποδοχὴν ἀποφάσεων διὰ μικρᾶς ἀπαρ-
4506τίας, ἦτο δυνατὸν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ληφθῶσι
4507οἱαιδήποτε ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶχαν ὀρθῶς.
4508Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔχει, ἐξασφαλί-
4509ζει τὴν Βουλὴν κατ’ ἀποφάσεων δυναμένων νὰ ληφθῶσιν
4510ἐκ συναρπαγῆς. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἀτελῶς
4511ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
4512ὑπεστηρίχθη παρ’ ὅλων μὲν νὰ διατηρηθῇ ὁ σήμερον ἀπαι-
4513τούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν, ἐδιχάσθη δὲ ἡ γνώμη
4514ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπαιτηθῇ οἱαδήποτε ἀπαρτία διὰ τὰς συ-
4515ζητήσεις, ἣν πάντες ἤθελον νὰ μειώσωσιν, ὑπεστηρίχθη
4516δὲ ὑπὸ μειονοψηφίας, εἰς ἣν ἀνήκει καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς
4517ἐπιτροπῆς, ὅτι διὰ τὰς συζητήσεις οὐδεμία ἀπαρτία ἔπρε-
4518πε ν’ ἀπαιτηθῇ. Κατὰ τὴν πρότασιν, εἰς ἣν κατέληξεν ἡ
4519συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀπαιτεῖται τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου
4520ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διὰ τὴν συζήτησιν, τὸ ἥμισυ δὲ
4521πλέον ἑνὸς διὰ τὴν ἀπόφασιν. Κατ’ ἐμὲ τὸ ¼ διὰ τὰς
4522συζητήσεις δύναται νὰ λείψῃ ἐντελῶς, καὶ ν’ ἀφεθῇ πλή-
4523ρης ἐλευθερία ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευ-
4524τῶν κατὰ τὰς συζητήσεις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ
4525ὅτι τὰ μεγαλείτερα μειονεκτήματα τὰ συνδεόμενα πρὸς
4526τὴν ἀπαρτίαν ἐκλείπουσιν. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμ-
4527βὰν χθές, ὅτι προεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἡ ὁποία κατέ-
4528ληξεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν εἴχομεν τὴν
4529διάταξιν ταύτην, ἡ συζήτησις θὰ ἐξηντλεῖτο κανονικῶς,
4530ὅλοι ὅσοι εἶχον νὰ ὁμιλήσωσι θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον εἴτε
4531χάριν τῶν Πρακτικῶν εἴτε χάριν τῶν ἀκροατηρίων, θὰ
4532ἐκηρύσσετο περατωμένη ἡ συζήτησις, θ’ ἀπηρχόμεθα καὶ
4533θὰ περιεμένομεν τὴν σήμερον, ἵνα λάβωμεν ἀπόφασιν, φω-
4534τιζόμενοι ἐκ τῆς προηγηθείσης συζητήσεως. Φρονῶ λοιπὸν
4535ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης αἴρεται τελείως τὸ κακὸν
4536τῆς κωλυσιεργίας. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τελευ-
4537ταίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θεραπεύει
4538μέγα μέρος τῶν μειονεκτημάτων τοῦ σημερινοῦ καθεστῶ-
4539τος, νομίζω ὅμως ὅτι προτιμητέα εἶναι ἡ πρότασις τῆς
4540ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τὴν ἀνωτέρω τροπολογίαν ἔτι. Ἡ πρότα-
4541σις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀφήνει τὴν ἀπαρ-
4542τίαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἑπομένως συμφώνως πρὸς ταύ-
4543την θὰ δύναται νὰ προταθῇ ἔνστασις ἀπαρτίας κατὰ τὴν
4544συζήτησιν. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ δύναται ἐπίσης νὰ χωρήσῃ ἔν
4545τινι μέτρῳ ἡ κατάχρησις ἐκείνη τῶν ἀποφάσεων ἐξ ὑφαρ-
4546παγῆς δι’ ἀριθμοῦ μικροτέρου Βουλευτῶν, καθ’ ὃν χρόνον
4547λείπουσιν οἱ ἄλλοι, ἢ διότι δὲν προσῆλθον ἀπουσιάζοντες εἰς
4548τὰς ἐπαρχίας των, ἢ διότι ἀπεχώρησαν τῆς αἰθούσης ἕνεκα
4549τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Αἴφνης εἰς τὸ παράδειγμα,
4550τὸ ὁποῖον εἶπον πρίν, δι’ οὗ ἐλήφθη ἀπόφασις 140 κατὰ
4551120, διὰ τῶν ⅘, διὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαμ-
4552βάνετο ἄλλη τις ἀπόφασις εἰς τὴν προκαλουμένην ψηφοφο-
4553ρίαν ὀλεθρία διὰ τὸ τόπον. Οὕτως αἱ ἐξ ὑφαρπαγῆς ἀπο-
4554φάσεις δὲν ἀποτρέπονται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προ-
4555έδρου τῆς Κυβερνήσεως.
4556Νομίζω λοιπὸν ὅτι καλλίτερον εἶναι ἡ συζήτησις νὰ
4557μείνῃ ἀπεριόριστος ἄνευ ἀπαρτίας, ἡ δὲ ἀπόφασις νὰ
4558ὑπόκειται εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν
4559Βουλευτῶν ὁσάκις πρόκειται ψήφισις νομοθετημάτων ἢ ζη-
4560τημάτων Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς καὶ τοῦ Προϋπολογι-
4561σμοῦ, ἂς ὁρισθῇ δὲ τὸ ⅓ μόνον δι’ ἄλλας ἀποφάσεις ἐπὶ
4562προτάσεων ἀναβολῆς ἢ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπάς. Οὕτως
4563εὐκολύνεται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, διατηρεῖται δὲ καὶ ἡ
4564ἀπαιτουμένη ἀσφάλεια ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων.
4565§177Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν
4566κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἡ τροποποίησις τῆς
4567διατάξεως ταύτης ἐγείρει φωνὰς διαμαρτυρίας ἐν τῇ Βουλῇ
4568καὶ προερχομένας ἀπὸ ἄνδρας ἔχοντας μακρὰν πεῖραν τῶν
4569ἐργασιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, νὰ συναινέσῃ τοὐλάχιστον
4570εἰς τοῦτο. Ὁπωσδήποτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέλλει ἡ Βουλὴ
4571νὰ παραδεχθῇ, εἶναι νεωτερισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστος
4572εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη τοῦ Ἕλληνος. Δὲν εἴμεθα βέ-
4573βαιοι, οὔτε οἱ προτείνοντες τὴν τροπολογίαν ταύτην δύναν-
4574ται ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι βέβαιοι ἂν θὰ εὐδοκιμήσῃ.
4575§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιοι, ἀφοῦ
4576τὴν προτείνουσιν, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ πλανῶνται.
4577§179Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔχουσι τὴν πεποίθησιν
4578αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶναι βέβαιος περὶ τοῦ μέλ-
4579λοντος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συνταγματικῆς διατά-
4580ξεως καὶ οὐχὶ περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ αὔριον νὰ
4581μεταβληθῇ, καὶ ἐπειδὴ τοσαῦται σοβαραὶ ἀντιρρήσεις ἠγέρ-
4582θησαν, τοὐλάχιστον νὰ παρείχετο εὐκολία μετὰ δύο Περιό-
4583δους τῆς τακτικῆς Βουλῆς, ἐὰν αὕτη δὲν εὐδοκιμήσῃ, νὰ
4584μεταβληθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.
4585§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
4586σύνης). Εἶναι ζητήματα αὐτὰ μεταβατικῶν διατάξεων.
4587§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τοῦ ἄρθρου
4588107. Τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ τὸ εὐκολύνωμεν· θὰ εὐκολύνωμεν
4589τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ μέλλον, δὲν θὰ
4590τὴν ἀφήσωμεν τοσοῦτον δεσμίαν, ὡς ἦτο μέχρι σήμερον.
4591§182Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν
4592Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, κ. Βουλευταί, εἰμὴ
4593ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον θὰ μοὶ ἀρκέσῃ, ἵνα δικαιολογήσω
4594τὴν ψῆφόν μου κατὰ τὴν μέλλουσαν ψηφοφορίαν.
4595Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ
4596ποίας συνθήκας ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρ-
4597νησις· ὡσαύτως δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι μετὰ πόνου
4598πατριωτικοῦ πόνου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδέχθη παρὰ τῆς
4599Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τὸ βάπτισμα τῆς προσωνυμίας
4600τῶν φιλελευθέρων. Ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ παροῦσα Κυ-
4601βέρνησις ἐφάνη ἀξία τοῦ ὀνόματός της, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ
4602ὁ χρόνος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω νὰ
4603εἴπω, εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῆς ἀναβάσεως αὐτῆς
4604ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν μέχρι σήμερον, ἵνα τὴν κρίνω, ἀλλ’ ἐπὶ
4605δύο σημείων στηριζόμενος θὰ σᾶς ὁμιλήσω.
4606Δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐν ἔτει 1911
4607ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου περιορίζουσι τὰ δικαιώματα τοῦ
4608ἀνευθύνου παράγοντος, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθε διὰ τοῦ
4609ψηφίσματός της νὰ δώσῃ πλειόνα δικαιώματα εἰς τὸν
4610Ἄνακτα.
4611§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν πλέον δι-
4612καίωμα ἔδωκα.
4613§184Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄρθρου, τὸ
4614ὁποῖον ἔρχεται μετὰ τόσου πείσματος ἡ Κυβέρνησις νὰ
4615ψηφίσῃ, τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιζητεῖ, εἰμὴ μόνον νὰ δεσμεύσῃ
4616τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι
4617εἶναι ἴσον πρὸς τὸ νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ.
4618Ἂν τοῦτο εἶναι ἄξιον τοῦ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως
4619τῶν φιλελευθέρων, ἢ ὄχι, εἶπον ὅτι δὲν θὰ τὸ κρίνω ἐγώ,
4620ἀλλὰ τὰ πράγματα καὶ ὁ μέλλων χρόνος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυ-
4621πουργὸς δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει του
4622πάντοτε τὴν ἰσχυρὰν Ἀλβιόνα δὲν ἠθέλησε μὲν νὰ τὴν φέρῃ
4623ὡς παράδειγμα, ἀλλὰ γλιχόμενος πάντοτε μᾶς ἀφῆκε νὰ
4624ἐννοήσωμεν ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ προσανατολισθῶμεν καὶ ὡς
4625πρὸς τὴν ψήφισιν τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
4626ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ μέχρι καὶ τοῦ 21
4627ἔτους τῆς ἡλικίας ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλεγῇ τις Βουλευτής,
4628καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βου-
4629λὴν καὶ εἰς μικροτέραν ταύτης ἡλικίαν, ὅπως βεβαίως ἄρι-
4630στα γνωρίζει ὅτι ὁ μέγας Πὶττ εἰσῆλθεν εἰς ἡλικίαν 19
4631ἐτῶν, εἰς ἡλικίαν 22 ἐτῶν ἐγένετο Ὑπουργὸς καὶ εἰς ἡλι-
4632κίαν 24 ἐτῶν ἐγένετο Πρωθυπουργός. Δὲν λησμονεῖ ὁ κ.
4633Πρωθυπουργός, οὐδ’ ἀγνοεῖ ὅτι ἐνταῦθα δὲν γεννῶνται
4634διαρκῶς Πίττ, καὶ ὅτι μάλιστα ἐσχάτως ἐλάβομεν ἀνάγ-
4635κην νὰ ἀναζητήσωμεν τὸν Πὶττ ἔξωθεν.
4636Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔφερεν ὡς
4637παράδειγμα τὴν Γαλλίαν· καὶ ποίαν Γαλλίαν; ἐκείνην, ἡ
4638ὁποία εὑρίσκετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν ἐπαναστά-
4639σει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ ἀχνίζῃ ἀκόμη τὸ αἷμα τὸ πρόσφατον
4640τῶν κεφαλῶν τῶν καρατομηθέντων Βασιλέων Της. Ἀλλὰ
4641διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα
4642καὶ τὸ 48 ἄρθρον τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος; Διατί δὲν
4643μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ Ἱσπανικὸν Σύνταγμα, τοῦ
4644ὁποίου ἀπόρροια εἶναι τὸ 49 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ
46451844, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πανομοιότυπον πρὸς τὸ ἄρθρον
464656 τοῦ ἐν ἰσχύϊ μέχρι τοῦδε Συντάγματός μας; Διατί δὲν
4647μᾶς ἀνέφερε τὴν Αὐστρίαν; Διατί δὲν μᾶς ἀνέφερε τὴν
4648Δανίαν; Διατί δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὴν Ὁλλανδίαν; Διατί
4649δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὴν Βυττεμβέργην, καὶ εἰς τόσα ἄλλα
4650Κράτη, ἐν τοῖς ὁποίοις ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι
4651ἰσχύουσι καὶ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν εἶμαι συνταγματολόγος,
4652ἀλλά, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἄρ-
4653θρου τούτου, ἵνα ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ ἵνα δώσω
4654τὴν ψῆφόν μου συμφώνως πρὸς τὴν συνείδησίν μου καὶ τὴν
4655ἀποστολήν μου καὶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ
4656τοῦ Λακωνικοῦ λαοῦ.
4657Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς
4658προτάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὡς ἔκθετον βρέφος μᾶς ἔστει-
4659λεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
4660τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραξε κατὰ τὴν γνώμην μου παρ’ ὅ,τι
4661πράττει ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρχισαν αἱ ἐργα-
4662σίαι μας ἐδῶ. Λοξίας Ἀπόλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς
4663τὸ γλωσσικὸν ζήτημα· καὶ ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς, καὶ ὑπὲρ
4664τῆς καθαρευούσης καὶ ὑπὲρ τῆς μέσης. Λοξίας Ἀπόλλων ὁ
4665κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα· καὶ ὑπὲρ τῶν
4666ἀγροτῶν καὶ ὑπὲρ τῶν τσιφλικιούχων καὶ ὑπὲρ οὐδενός.
4667Λοξίας Ἀπόλλων ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκειμένου
4668νὰ ὁρισθῇ τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέ-
4669χρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνωνται αἱ ἐκλογαί.
4670Καὶ ὑπὲρ τούτου καὶ ὑπὲρ ἐκείνου· καὶ ὑπὲρ τῶν δύο καὶ
4671ὑπὲρ τῶν τριῶν μηνῶν.
4672§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ καλὸς τὰ ἔχει μὲ ὅλους καλά!
4673§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐφαντάσθην ὅτι ἔχω ἕνα
4674Πρωθυπουργὸν νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του ὡρισμένην. Βεβαίως
4675ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἔχει τὴν γνώμην του
4676ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς· ἐπεθύμουν λοιπὸν ὁ Βουλευτὴς
4677ἐξ Ἀττικῆς νὰ εἴπῃ: αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου προκειμέ-
4678νου περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ
4679εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐλευθέρως, ὁ
4680κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἐνῷ ἀφῆκεν ἐλευθερίαν, εἶπεν εἰς
4681τὸ τέλος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως
4682παρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, καὶ αὐτὸ μοὶ ὑπεν-
4683θύμισέ τι προκειμένου περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς
4684τοῦ κ. Ντολιοπούλου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε: ἐγὼ
4685ἡ Κυβέρνησις δηλῶ ὅτι ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ ἔχω
4686τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλή. Τοιοῦτόν τι λοι-
4687πὸν παρατηρῶ πάντοτε προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν
4688διαφόρων συνταγματικῶν διατάξεων· πάντοτε Λοξίας,
4689πάντοτε συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ
4690σπουδαιότερον μαντεῖον τῆς ἀρχαιότητος, τὸ ἕδραν ἔχον
4691τοὺς Δελφούς.
4692Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι—καὶ ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος—ἔχω
4693τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως
4694τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιδιώκεται, εἰμὴ ἡ δέσμευσις τῆς ἐθνι-
4695κῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ διὰ ταύτης ἡ ἄντικρυς προσβολὴ
4696κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
4697δηλῶ δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου ὅτι θὰ καταψηφίσω τὴν
4698διάταξιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅπως
4699ἔχει, ἔχει ἄριστα, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διότι πιστεύω ὅτι
4700διὰ τῆς ψηφιζομένης διατάξεως, ὅπως ἀκριβῶς ὁ κ. Πρωθυ-
4701πουργὸς ὑπεστήριξε, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμωμεν, εἰμή,
4702κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, νὰ μεταβάλωμεν τὸ Κοι-
4703νοβούλιον εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς αἴθουσαν δημοτικοῦ
4704Συμβουλίου—οἱ ἀξιότιμοι Θεσσαλοὶ εἶναι ἐνταῦθα—τοῦ
4705δήμου Κωθωνίων.
4706§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
4707Πρόκειται περὶ ψηφοφορίας τῶν ἄρθρων 54 καὶ 56. Θὰ
4708ψηφοφορήσωμεν πρῶτον ἐπὶ τοῦ 54 καὶ ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ
4709τροπολογιῶν.
4710§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρῶτον νὰ ψηφι-
4711σθῇ τὸ ἄρθρον 56.
4712§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ προη-
4713γηθῇ τὸ ἄρθρον 54.
4714§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεβλήθη ἡ ψη-
4715φοφορία τοῦ 54, ἵνα γίνῃ μετὰ τὸ 56, διότι πρέπει νὰ
4716γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τοῦ ἄρθρου 54
4717τίνα διατύπωσιν θὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον 56.
4718§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς προτάσσεται
4719ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 56. Ἐπὶ τοῦ 56 ἄρθρου ὑπάρχει πρό-
4720τασις τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν,
4721τροπολογία δηλ. τοῦ ἄρθρου τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς
4722ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
4723νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ⅓ τοὐλάχιστον
4724τοῦ ὅλου τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψη-
4725φίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ
4726πρότασις ἀπορρίπτεται».
4727Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τροπολογηθῆ ὡς ἑξῆς ὑπὸ τῶν
4728ἰδίων Βουλευτῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
4729νὰ συζητήσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅓
4730τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι
4731ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις
4732ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν ⅕ τοῦ
4733κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας».
4734§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω
4735νὰ προσθέσητε εἰς αὐτὸ τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἕξ Βουλευ-
4736τῶν περιεχόμενον ἐν τέλει: «Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ
4737πρότασις ἀπορρίπτεται».
4738§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Ῥα-
4739κτιβάν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δὲν
4740δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τι, προκειμένου μὲν περὶ ψηφίσεως
4741νόμων, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Κανονι-
4742σμοῦ τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεος πλέον
4743ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, κατὰ πᾶσαν δ’ ἄλλην περίπτωσιν
4744ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου
4745ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψη-
4746φίας τῶν παρόντων μελῶν».
4747(Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥακτιβὰν δι’ ἀνα-
4748στάσεως).
4749Τώρα τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ προσχε-
4750δίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν.
4751§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4752§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν
4753ὑπάρχει.
4754§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι ἐπὶ
4755τῶν προτάσεων μεταρρυθμίσεων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος
4756ἐπιτρέπεται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
4757σεως, τῇ προτάσει ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ.
4758§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς
4759(ἀναγινώσκει): «Προτάσεις περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ προσθή-
4760κας συνταγματικῶν διατάξεων συζητοῦνται καὶ ψηφίζον-
4761ται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἅπαξ μόνον. Ἡ ψήφισις τούτων
4762δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνεται, ἐὰν ὁ Πρόεδρος κρίνῃ
4763ταύτην ἀναγκαίαν ἢ ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς Βουλευτοῦ.
4764Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν τῶν προτάσεων
4765τούτων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 58 καὶ 60
4766τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις
4767τῶν ἕξ Βουλευτῶν εἶναι τροπολογία τοῦ προσχεδίου.
4768§198Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἴμεθα 15.
4769§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ φέρητε τὴν πρότασίν σας.
4770§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν
4771τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος παρακαλῶ, κατ’ ἀπόφασιν τῆς
4772Βουλῆς, νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4773§201Γ. ΠΩΠ. Καὶ τότε δὲν γίνεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
4774§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ χρειά-
4775ζηται ἄλλη τροπολογία.
4776§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τάξις εἶναι αὕτη: Ἐπειδὴ ἔχω
4777τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ οἴκοθεν νὰ κάμω ψηφοφο-
4778ρίαν, θὰ τὸ πράξω, διότι ἔχω δικαίωμα καὶ οὐχὶ διότι
4779προβάλλεται ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
4780Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν ἓξ Βουλευτῶν
4781λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
4782Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ Βουλευταὶ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς
4783καὶ Ν. Βάρθης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς
4784κλήσεως, κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4785Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
4786 Ἀναστ. Βάρβογλης
4787Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
4788Λ. Παπαφώτης Ἰω. Π. Μανέτας
4789Ἀ. Γρίβας Ν Δ. Πλαπούτας Ν
4790Σερ. Ψύχας Ν Ἀλ. Παπαναστασίου Ο
4791Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἰωάν. Μπακόπουλος
4792Ἐπ. Σουλτάνης Δημ. Χηνιάδης Ν
4793Γ. Ποῦλος Ν Δημ. Καρέλας
4794Ἰ. Φαρμάκης Ἀθ. Πετρόπουλος Ν
4795Ἀντ. Ῥοντήρης Χαρ. Στασινόπουλος
4796Ἀ. Τριγώνης Κωνστ. Ῥεβελιώτης
4797Ἐ. Λαμπρακάκης Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
4798Ἰωάν. Καναβὸς Ν Ἀ. Κατριβάνος
4799Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Ἠλ. Φλέσσας
4800Ἐ. Σπετσέρης Ἰωάν. Πολίτης Ν
4801Ἰ. Τσιγκόλης Ν Παν. Δεληβοριᾶς Ν
4802Στέφ. Γρανίτσας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
4803Γ. Ἰατρίδης Ν Θ. Πέρρος Ν
4804Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν Χαρ. Βοζίκης
4805Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Ἀντ. Βούτσης Ν
4806Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν Νικ. Χαρδούβαλης
4807Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν Περ. Ἀλεξάκης
4808Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Θεόδ. Γρηγορίου Ν
4809Ἐμμ. Ῥέπουλης Ν Σπυρ. Σῖμος Ν
4810Δημ. Καλέργης Ο Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
4811Ἀθ. Χριστόπουλος Περ. Κ. Καραπᾶνος
4812Γεώργ. Νέζος Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
4813Παν. Ἀραβαντινὸς Ο Πύρ. Καραπᾶνος
4814Ἰωάν. Τερζάκης Ν Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
4815Παν. Φραντζῆς Ἐλ. Βενιζέλος Ν
4816Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΝ Ἐμμ. Μπενάκης
4817Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Φωκ. Νέγρης Ο
4818Γεώργ. Παρασκευόπουλος Παν. Χαροκόπος
4819Νικ. Κόνδης Ν Κ. Ῥακτιβὰν Ο
4820Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
4821Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ζερβουδάκης
4822Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
4823Γερ. Νοταρᾶς Ν Π. Λαγοπάτης Ν
4824Δημ. Κούζης Γεώργ. Στρατούλης Ν
4825Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Κ. Μᾶνος Ν
4826Δημ. Ῥοῦσος Ν
4827Νικόλ. Δελακοβίας Τιμ. Ἠλιόπουλος Ο
4828Νικόλ. Σακκελλαρίου Δημ. Βενιζέλος
4829Γεώργ. Βλάσης Μιχ. Γαλανός
4830Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
4831Γεώργ. Πολίτης Ν Δημ. Χρυσοστάλης Ν
4832Ἰωάν. Ἀθανασάκης Εὐάγ. Γεωργιάδης
4833Γεώργ. Νικολαΐδης Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν
4834Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ
4835Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν Γεώργ. Μπένος Ν
4836Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Νικόλ. Κάραλης
4837Κωνστ. Δεμερτζῆς Ο Κωνστ. Χατζηγιάννης
4838Θρ. Πετμεζᾶς Ο Δημ. Βάχλας
4839Γεώργ. Καζανόβας Ν Γεώργ. Κοσόνας
4840Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
4841Γεώργ. Σταμπάδος Μιχ. Σφακιανάκης Ν
4842Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν Πλούτ. Μαυρίκης
4843Δημ. Ἀνδρέου Ν Βασίλ. Ἀθανασούλας
4844Δημ. Ζαβογιάννης Ν Κωνστ. Χατζάκος
4845Ἐμμ. Κυταριόλος Ν Γεώργ. Γαζέπης Ν
4846Βασ. Κυρέλλος Ν Νικόλ. Πετσάλης
4847 Ἰωάν. Λούντζης Ν
4848Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν Διον. Κουλούμπαρδος
4849Νικ. Σπηλιώτης Ἀναστ. Λούντζης
4850Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν Καῖσαρ Ζέζας Ν
4851Σάββας Βαρβιτσιώτης Διον. Κλάδης Ο
4852Λουκ. Κουτσοπέταλος Νικ. Παπαδᾶτος
4853Νικ. Ἀνδρεαδάκης Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν
4854Δημ. Λαζαρῆς Νικ. Βάρθης Ο
4855Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν Ἀναστ. Σκιαδαρέσης
4856Ἀθ. Πουλῆς Ν Σπυρ. Χατζάρης
4857Νικόλ. Ῥούσης Ν Παν. Μανωλίτσης Ν
4858Στέφ. Ν. Δραγούμης Ο Σπ. Κογεβίνας Ν
4859Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀνδρ. Κεφαλληνός
4860Δ. Γκλαβᾶς Ο Σπυρ. Βλαντῆς Ν
4861Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης
4862Λ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΟ Χρ. Καποδίστριας
4863 Ἀνδρ. Κρητικός
4864Κωνστ. Γόντικας Ο Λαυρ. Μαβίλης Ο
4865Ν. Κοντογούρης Ν Κωνστ. Κατηφόρης
4866Ἰωάν. Βέρροιος Ν Σπυρ. Λάσκαρης
4867Πολ. Πολυχρονιάδης Ο Βασίλ. Πουλιάσης Ν
4868Παν. Ζαΐμης Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ν
4869Δ. Μάρκου Διον. Βινιεράτος
4870Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Λιβιεράτος Ν
4871Σπήλ. Ἀγαπητὸς Ν Σπυρ. Ἰγγλέσης ἀρν.
4872Ἀ. Φωτήλας Νικ. Χαριτᾶτος Ν
4873Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ν
4874Θεόδ. Ψυχαλῆνος Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
4875Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ν
4876Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
4877Ἀ. Καφετζόπουλος ἀρν.Σπ. Φορέστης
4878Λ. Φλαμῆς Ο Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ἀρν.
4879Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Ὄθ. Τετενὲς Ν
4880Νικ. Συριόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης
4881Θάν. Πετραλιᾶς Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
4882Π. Ἠλιόπουλος Ο Θ. Κοντομίχαλος
4883Χρ. Κορύλος Ν Λεων. Ἐμπειρῖκος Ο
4884Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
4885Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος Ν
4886Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
4887Χρ. Μεϊτάνης Ο
4888Διον. Πολυζωγόπουλος Ο Κωνστ. Καλομενόπουλος
4889Ἰωάν. Δογάνης Ν Τριαντ. Παπαδὰμ
4890Γεώργ. Λαμπρινόπουλος
4891Γεώργ. Ἀβέρωφ Θωμᾶς Σκάσης Ν
4892Νικόλ. Σταματιάδης Ν Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
4893Δημ. Ζαμᾶνος Ν. Παπαλέξης
4894Νικ. Καμπάνης Ο Δημ. Κάβουρας Ν
4895Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Μ. Δαζέας Ν
4896Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ἀ. Πετρομανιάτης Ν
4897Γεώργ. Γαϊτᾶνος ἀρν.Ἀθ. Περρωτῆς
4898Ἀντ. Ῥεβίνθης Π. Ἰατρόπουλος Ν
4899Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Καράπαυλος Ο
4900Νικ. Καλβοκορέσης Ν Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν
4901Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν
4902Δημ. Πετσετάκης Ν Γεώργ. Κορομηλᾶς
4903Χαρίλ. Προβελέγγιος Δημ. Κανελλόπουλος Ν
4904Ἐμμ. Πατρίκιος Ν Ἀθ. Αἰλιανὸς
4905Ἰωάν. Μαμάης Ν Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν
4906Ἰωάν. Κασδόνης Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν
4907Ἀντ. Φραγκίσκος Ν Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν
4908Δημ. Καΐρης Κωνστ. Τριγγέτας
4909Θαλ. Κουτούπης Ν Γεώργ. Ῥάλλης
4910Γεώργ. Φικιώρης Ο Γεώργ. Μποῦτος
4911Κωνστ. Μέρμηγκας Ἰωάν. Κουρτάκης Ν
4912Γεώργ. Οἰκονόμου Ν Φώτ. Βακαλόπουλος Ν
4913Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο Ἀθ. Παπαχελᾶς
4914Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ο Μεν. Πιπιλῆς
4915Νικ. Πετροπουλάκης Παν. Μερλόπουλος
4916Γεώργ. Τσοχώνης Δ. Ἀναστασόπουλος
4917Παναγ. Πετροπουλάκης Ν Ἰωάν. Λεωνίδας
4918Παν. Κουμάνταρος Πέτρος Γκίνης Ν
4919Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ο
4920Βασίλ. Μιχαλέας Ν Ἀνδρ. Ἀναργύρου
4921Ἰωάν. Βαββανάκος Ν Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
4922Λεων. Καπετανάκης Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ο
4923Ἰωάν. Πατσουράκος Ο Δημ. Θεοδοσόπουλος
4924Χρ. Πετρέας Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης
4925Πέτρ. Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ζούκας Ν
4926Ἰωάν. Φουρίδης Κωνστ. Σταμούλης
4927Ἀναστ. Ἀβέρωφ Ἰωάν. Κοττίκας
4928Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Βασίλ. Γρίβας
4929Δημ. Οἰκονόμου Ἀ. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος
4930Μιλτ. Μπουφίδης Ν. Γαρδικιώτης Ν
4931Νικ. Γεωργιάδης Δημ. Μπούσδρας
4932Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Γεώργιος Τάγιας
4933Δημ. Κουκιάδης Κωνστ. Παπακυρίτσης
4934Γεώργ. Τσαξίρης Χρ. Καρᾶς Ν
4935Γεώργ. Σχινᾶς Ἀ. Θανόπουλος Ν
4936Γεώργ. Δρίβας Ν Νικ. Γιουβρῆς Ν
4937Ἀλέξ. Κασσαβέτης Χρ. Βλάτσιος
4938Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Γεώργ. Καθάργιος
4939Γεώργ. Βλάχος Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ν
4940Πελ. Ἀγγελίδης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος
4941Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
4942Φίλ. Ζαρζάμπας Γεώργ. Ῥάμμος Ν
4943 Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
4944Χ. Μωραΐτης Λάμπρος Περιστέρης
4945Νικ. Παπαϊωάννου Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
4946Μιχ. Φωτιάδης Κυρ. Κυριαζόπουλος
4947Βασίλ. Σηλυβρίδης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
4948Περ. Ἀποστολίδης Παναγ. Βερβενιώτης
4949Λεων. Ἀναγνώστου Γεώργ. Καλλίτσης
4950Κωνστ. Ζησόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ν
4951Χ. Δικαῖος Ν Σπυρ. Ματσούκας
4952Σ. Ντολιόπουλος Ν Ῥήγας Χατζηρήγας Ν
4953Παν. Φλέσσας Ν Ι. Παπαλουκᾶς
4954Π. Κασίμης Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
4955Μιλτ. Σακελλαρίου Ν Γεώργ. Συγγούρης
4956Κ. Λιδωρίκης Ο Στέφ. Σομμαρίπας
4957Θεμ. Παπαϊωάννου
4958Ν. Ξηρὸς Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
4959Νικ. Φραγκίστας Ἰωάν. Γραμματίκας Ν
4960Ἰωάν. Γιδογιάννος Ἡρ. Βελλόπουλος
4961Νάκος Πολιτόπουλος Ἀθ. Χριστίδης
4962Κωνστ. Περιβολιώτης Γεώργιος Πὼπ Ο
4963Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν Δημ. Βρατσᾶνος Ν
4964Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν
4965Δημ. Δεδούσης
4966§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ ψηφοφορία. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ
4967189, ἐκ τῶν ὁποίων 152 εἶπον ναί, οἱ 33 εἶπον ὄχι καὶ
49684 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ τροπολογία ἐγένετο
4969δεκτή, καὶ τὸ ἄρθρον 56 μετὰ τοῦτο διασκευάζεται ὡς
4970ἑξῆς:
4971«Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς πα-
4972ρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀρι-
4973θμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ
4974ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις
4975ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν
4976⅘ τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας.
4977»Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρί-
4978πτεται»
4979Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον παρακαλοῦν-
4980ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
4981παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἀνεγνώσθη.
4982Τώρα θὰ ψηφίσωμεν τὸ 54ον ἄρθρον.
4983Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν.
4984Δελακοβία ἔχουσα οὕτω:
4985Τὸ 54ον ἄρθρον ν’ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ
4986συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου
4987μηνός, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ ἐνωρίτερον.
4988Ἡ διάρκεια ἑκάστης Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βρα-
4989χυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ. Ἅμα
4990τῷ καταρτισμῷ τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ
4991ὑποβάλλωσι τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἔτους καὶ τὸν
4992Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος μέχρι τῆς λήξεως τῆς συζη-
4993τήσεως αὐτῶν ἀπαγορεύεται ἡ ψήφισις νομοσχεδίων ἀσχέ-
4994των πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσωσι τὰ
4995⅔ τῆς Βουλῆς».
4996Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δελακοβία
4997παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
4998Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4999Ἐπὶ τοῦ 54 ἄρθρου τὸ πρῶτον ἐδάφιον παραμένει ὡς
5000ἔχει ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ
5001Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ
5002μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα,
5003ἐκτὸς ἐὰν διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν
5004πρότερον συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 37».
5005§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ἐδάφιον βε-
5006βαίως δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
5007§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ.
5008Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ὑπάρχει τροπολογία νὰ ἀπαλει-
5009φθῇ τοῦτο, καὶ ἔχει οὕτω: «Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 54
5010ἀπαλείφεται».
5011Τὸ ἐδάφιον γʹ διαρρυθμίζεται οὕτως:
5012«Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ
5013εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς δὲν λογίζεται ὁ
5014χρόνος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 38 ἀναστολῆς».
5015Ἡ τροπολογία τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν
5016Κυβέρνησιν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ
5017ἄρθρου 54.
5018Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακα-
5019λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5020Βουλὴ παρεδέχθη.
5021Κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ ἄρθρου ἀπαλείφεται τὸ δεύτερον
5022ἐδάφιον καὶ τὸ ἄρθρον μένει ὡς ἑξῆς:
5023Ἄρθρον 54ον.—«Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδι-
5024καίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου
5025εἰς τακτικὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα, ἐκτὸς ἂν
5026διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν
5027πρότερον συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 37.
5028» Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύ-
5029ναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς
5030δὲν λογίζεται ὁ χρόνος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 38
5031ἀναστολῆς».
5032Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροπολογήθη,
5033παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5034ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5035Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις.
5036(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 20′ τῆς πρωίας)