Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 50

1911.03.15

6,222 rows · 45,936 words · 1 table · 432 turns

Date
1911.03.15
Presidency
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Period
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50.

τῆς 15ης Μαρτίου 1911.

(Τρίτη)

Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 196 Βουλευτῶν.

Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως συμφώνως πρὸς παρατήρησιν τοῦ κ. Ἰ. Μπακοπούλου).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τῶν ἱερέων Καστρίου τοῦ δήμου Τανίας τῆς Κυνουρίας, παρακαλούντων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱεροῦ κλήρου, νὰ ἐφαρμοσθῇ δὲ καὶ εἰς τὰς κωμοπόλεις ὁ περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου νόμος· 2) Ψήφισμα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Μηλεῶν «Δήμητρα» περὶ συμπεριλήψεως εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν· 3) Ἀναφορὰν τῶν χωρίων τοῦ δήμου Κορινθίων περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπὶ 3 μῆνας ἕνεκα ἐξαιρετικῆς ἀφορίας· 4) Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10, ἐδαφίου γʹ τοῦ «περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ΧΛΒʹ νόμου» τυπωθησωμένη πρὸς διανομήν· 5) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χρ. Μεϊτάνη ὑποβάλλεται προσθήκη εἰς τὸ 18 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν· 6) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χρ. Κορύλου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου» τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Κατόπιν τῆς δοθείσης μοι χθὲς ἐντολῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: Ἐξοχώτατον Πρόεδρον τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς Ῥώμην Τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς Ἰταλικῆς παλιγγενεσίας, ἀνακαλοῦσαν εἰς τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου τοὺς ἡρωικοὺς ἀγῶνας ἑνὸς μεγάλου καὶ εὐγενοῦς ἔθνους, συνεορτάζει μεθ’ ὑμῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὑπὲρ τῶν ἰδανικῶν τοῦ ὁποίου ἔρρευσεν ἐν τοῖς πεδίοις τῶν ἀγώνων τὸ πολύτιμον αἷμα τῶν Ἰταλῶν φιλελλήνων, δημιουργῆσαν ἀϊδίους δεσμοὺς ἀδελφότητος δύο λαῶν, οὓς διέκριναν ἐνάμιλλοι φιλελεύθεροι παραδόσεις καὶ ἐθνικὴ ἰδεώδη. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐνετείλατό μοι, ὅπως διαβιβάσω πρὸς τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα, καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὰ ἔντιμα μέλη τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς τὰ θερμότατα συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ πανιταλικῇ ἑορτῇ καὶ τὰς ἀδελφικὰς καὶ ἐγκαρδιωτάτας εὐχὰς ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου καὶ τοῦ κλέους τοῦ Βασιλείου τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Νικόλαος Στράτος (Παρατεταμένα καὶ παταγώδη χειροκροτήματα.). Πρὸ ὀλίγης δὲ ὥρας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς ἀπήντησεν εὐχαριστῶν ὡς ἑξῆς: Α. Ἐξοχότητα Τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς Ἀθήνας Ἀπὸ τὴν Ῥώμην, τὴν συνδεομένην μετὰ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀθανάτων ἱστορικῶν ἀναμνήσεων, ὁ Ἰταλικὸς λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, τῶν ὁποίων καθίσταμαι διερμηνεύς, ἀνταποδίδει τὸν χαιρετισμὸν τῆς Ἑλλάδος τῆς ἐνδόξου ταύτης προδρόμου τῆς Ἰδέας τῶν ἐθνικοτήτων, τῆς ἐπαληθευσάσης τὴν ὑπεροχὴν τοῦ δικαίου ἐπὶ τῆς ἰσχύος, εὐχαριστῶν τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ τόσον πρόφρονι καὶ εὐγενεῖ συμμετοχῇ αὐτῆς εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς ἡμετέρας πεντηκονταετηρίδος. Ἐν ὀνόματι ἐπίσης τῶν συναδέλφων μου ἐκφράζω τὰς θερμοτέρας εὐχάς, ὅπως τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀείποτε ἐνάμιλλον πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῶν παραδόσεών της. Ὁ Πρόεδρος Μάρκορα (Παρατεταμένα καὶ παταγώδη χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τῆς Ἰταλίας).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χρυσοστάλης.

§3Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὸν λόγον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ εἶπον ὅτι εἰς πολυμελῆ, ὡς ἡ παροῦσα Βουλή, Σώματα ἀπαρτιζόμενα ἐξ ἐκλεκτῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ μὴ μεμυημένων εἰς τὰ τῆς τάξεως τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων τοιοῦτος ἥρμοζε Πρόεδρος, οἷος ὑμεῖς. Ἀλλὰ σεῖς....

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ· Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον, διότι ἐπί τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως λαβόντες τὸν λόγον ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλητε νὰ ψέξητε αὐτόν, δύνασθε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐπαινέσητε ὄχι.

§5Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀκριβῶς χθές, ἐνῷ σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, δὲν μοὶ τὸν ἐδώκατε, ὥστε τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἠδικήθην παρ’ ὑμῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δέ, ὅπως εὐαρεστούμενος προέλθητε εἰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν δὲν σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον, διότι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς λίμνης Τάκας, σᾶς ἠρώτησα ἂν θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ μοὶ εἴπετε ὄχι, ἀλλὰ περὶ λίμνης τῆς Καρυστίας. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σχετικὸν καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμὸν μετὰ τῆς αὐστηρότητος τῆς συνήθους, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων, πρώτην φορὰν εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δύνανται ἀμέσως νὰ λάβωσι πλήρη γνῶσιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἔχουσι ζυμωθῆ μετ’ αὐτοῦ, ἁπλῆ δὲ ἀνάγνωσις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ τοὺς καταστήσῃ ἐνημέρους τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, διὰ τοῦτο δὲν προέβην εἰς ἀναγραφὴν τῶν χθὲς γενομένων σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰ Πρακτικά. Τοῦτο εἶναι ἐπαρκές.

§7Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». Ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§9Γ. ΠΩΠ. Νὰ μὴ γίνῃ. Ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς γενομένης ψηφοφορίας εἶναι ἐμφανὲς τὸ σημεῖον, ἐφ’ οὗ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, εἶναι περιττὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς ἄλλην ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ νὰ καταναλίσκωμεν ἀδίκως χρόνον.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, πρέπει νὰ ἐρωτήσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ἂν παραιτοῦνται. Εἶναι οἱ κ.κ. Γαρουφαλλιᾶς, Πὼπ, Βοζίκης, Μπακόπουλος...

§11Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτούμεθα ὅλοι.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν.

§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προτίθεμαι νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὰς ἀντιρρήσεις τὰς διατυπωθείσας κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· εἰδικῶς δὲ τὰς διατυπωθείσας κυρίως ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, διότι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων. Αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρξαν δριμεῖαι καὶ αὐστηραί, ἀνάλογοι ὁμολογουμένως πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ πρὸς τὰς προσπαθείας τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅπως προασπίσωσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν κατηγορουμένων καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πλήρους αὐτῶν ὑπερασπίσεως. Ἔχω τὴν γνώμην ἐν τούτοις ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ διατυπωθεῖσαι πᾶσαι οὐδαμῶς εἶναι βάσιμοι· ὅτι οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν ὑφιστάμενοι ὡς πρὸς τὴν ἀρτίαν ὑπεράσπισιν τῶν κατηγορουμένων, δὲν εἶναι σπουδαῖοι· ὅτι δὲ κυρίως αἱ ἀντιρρήσεις αἱ σπουδαιότεραι ἀφορμὴν καὶ ἀφετηρίαν ἔχουσι πεπλανημένας τινὰς προϋποθέσεις. Ἐὰν αἱ προϋποθέσεις αὗται ἀρθῶσι διὰ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλήν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ λοιπὸν αὐτῆς μέρος, ἀλλὰ καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ διατυπώσαντες τὰς ἀντιρρήσεις δὲν θὰ πείσωσιν ἑαυτούς, ὅπως ἐμμείνωσιν εἰς ταύτας. Ἡ κυριωτέρα πασῶν τῶν διατυπωθεισῶν ἀντιρρήσεων, ἀλλὰ καὶ ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας ὑπέρμαχοι ἐτάχθησαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευταί· ἡ ἀντίρρησις ὅτι κίνδυνος ὑπάρχει μέγιστος νὰ μὴ περιέλθωσιν αἱ κλήσεις εἰς γνῶσιν τῶν κατηγορουμένων, πλεῖστοι δὲ τοιοῦτοι νὰ δικασθῶσιν ἐρήμην, τιθέμενοι δὲ ὑπὸ τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τῆς ἀνακοπῆς νὰ εὑρεθῶσιν εἰς κίνδυνον ἀναπολόγητοι νὰ καταδικασθῶσιν. Εἰς ὑπεράσπισιν δὲ τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης τῆς σπουδαιοτάτης ἐτονίσθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὁ ἕτερος δὲ τῶν ἐξ Ἀρκαδίας κ. κ. Βουλευτῶν εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀγορεύσεις του κατὰ διαφόρους συνεδριάσεις ἐπέμεινεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὁ κίνδυνος ὁ ἀναφαινόμενος εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας κυρίως, καθ’ ἃς γίνεται ἡ ἐπίδοσις εἰς τὴν κατοικίαν, ἐνῷ ὁ καλούμενος εὑρίσκεται εἰς ἄλλην πόλιν, δυνατὸν δὲ νὰ εὑρίσκηται καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔτι δὲ καὶ εἰς ἐκείνας, καθ’ ἃς ὁ καλούμενος τυγχάνει νὰ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς. Εἰς πάσας ταύτας τὰς περιστάσεις, εἶπον οἱ ἀντιλέγοντες, ὁ καλούμενος τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ ὑπὸ τὸ Κράτος αὐστηρῶν διατάξεων καὶ νὰ δικασθῇ ἀναπολόγητος. Ἀντιληφθεὶς τὴν πλάνην, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφωρμῶντο οἱ οὕτω συζητοῦντες, καὶ προτιθέμενος νὰ διαγνώσω τὴν ἔκτασιν αὐτῆς ἀπεφάσισα νὰ διακόψω τοὺς ὁμιλοῦντας καὶ ἐρωτήσω αὐτούς: Εἶναι δυνατὸν οἱ οἰκεῖοι, πρὸς τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ ἐπίδοσις, νὰ μὴ γνωρίζωσι τὴν διαμονὴν τῶν καλουμένων; Καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι καὶ τοῦτο δυνατὸν εἶναι· ὅτι ἠδύναντο ἄριστα εἰς πλείστας περιστάσεις νὰ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς καὶ πρὸς τοὺς οἰκείους αὐτῶν οἱ καλούμενοι καὶ νὰ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῶν αὐστηρῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ῥιζική, Κύριοι, ἡ πλάνη καὶ ἀπολύτως ψευδὴς ἡ προϋπόθεσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωροῦσιν οἱ οὕτω σκεπτόμενοι. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι, ἂν ἡ προϋπόθεσις αὕτη ἦτο ἀκριβής, ἂν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οὑτωσὶν ἀγωνίζονται εὐλόγως νὰ προστατεύσωσιν, ἔκειντο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, οἱ κίνδυνοι θὰ ἦσαν σοβαροί, ἡ πολεμικὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δεδικαιολογημένη, ἀδικαιολόγητος δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ πολεμικὴ στηρίζεται εἰς μίαν ῥιζικὴν καὶ πεπλανημένην προϋπόθεσιν. Τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ κανονίζει ἐπιδόσεις εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ νοουμένου ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου· εἰς τὴν κατ’ αὐτὸν κατοικίαν, τουτέστιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ὁ καλούμενος ἔχει τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεών του. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην θὰ ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐπηκολούθουν αἱ συνέπειαι αὐταὶ αἱ αὐστηραί, εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν εἶχε μὲν τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων ὁ καλούμενος εἰς τὴν Α πόλιν, οὗτος ὅμως διέμενεν εἰς ἄλλην πόλιν, διέμενεν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἢ οὗτος ἦτο ἀγνώστου διαμονῆς. Ὅμως ἐλησμονήθησαν δύο τινὰ θεμελιώδη· δύναμαι δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν πῶς ἄνδρες ἔμπειροι, ὡς εἶναι ἀναμφιβόλω; ὅσοι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὡμίλησαν, κυριώτατα δὲ πάντων οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευταί, περιέπεσον εἰς πλάνην, τὴν ὁποίαν δικαιοῦμαι νὰ θεωρήσω ἀδικαιολόγητον. Ἐλησμόνησαν ἐν πρώτοις ὅτι διὰ τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς, διὰ τοὺς κατηγορουμένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν τῶν κειμένων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τῶν μὴ μεταβληθεισῶν, διὰ τοὺς κατηγορουμένους τῶν ὁποίων ἀγνοεῖται ὁ τόπος τῆς διαμονῆς, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν οὔτε τὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα μεταρρυθμίζονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οὔτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰδικὴ διαδικασία, οὐδόλως θιγομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει κατὰ φυγοδίκων καὶ ἀπόντων, ἄσχετος ἐντελῶς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ πρὸς τὰς συνεπείας αὐτοῦ; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· ἀπομένει ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ ἐπίδοσις γίνεται εἰς τὴν Α πόλιν, εἰς τὴν κατοικίαν—κατοικίαν νοουμένην κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον—, εἰς τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων αὐτοῦ ὁ καλούμενος, ἐνῷ εὑρίσκεται οὗτος εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Οὐδὲν τούτων ὅμως συμβαίνει. Καὶ δὲν συμβαίνει διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει περίστασιν κατοικίας οὑτωσὶ νοουμένην· ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὴν διαμονήν, εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὸ μέρος, ὅπου πράγματι διαμένει ὁ καλούμενος καὶ οὐχὶ ἐκεῖ, ὅπου κατὰ νομικὸν πλάσμα κατοικεῖ. Καί, ἵνα γνωσθῇ τοῦτο, θὰ ἤρκει ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον· Θὰ ἤρκει ἴσως καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου νὰ μνησθῇ τις τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, νὰ μνησθῇ τις τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη σταθερῶς καὶ παγίως ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας εἰς ταύτας· καὶ θὰ ἤρκει πάντα ταῦτα νὰ συνδυάσῃ μὲ ἓν βλέμμα ἄνευ σπουδῆς πολλῆς, ἄνευ μελέτης πολλῆς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ διαγνώσῃ ὅτι ἦτο τελείως ἀδικαιολόγητος ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσον οἱ κ. συνάδελφοι οἱ οὑτωσὶν ὁμιλήσαντες. Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς ἰσχυούσης Δικονομίας ὁμιλοῦσι περὶ ἐπιδόσεως διὰ τῆς ἀφέσεως τῆς κλήσεως εἰς τὸν οἶκον τοῦ καλουμένου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἔρις ἐγεννήθη ἑρμηνευτικὴ τί ἆρά γε ἐννοεῖ ἡ Ποινικὴ Δικονομία ὑπὸ ταύτην τὴν διατύπωσιν; Ἐννοεῖ τάχα τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον πράγματι διαμένει ὁ καλούμενος ἢ μήπως ἐννοεῖ τὴν κατοικίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου νοουμένην; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι σταθερῶς καὶ ἀνέκαθεν καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ νομολογία εἶπον ὅτι οὑτωσὶ νοεῖται οὐχὶ ἡ κατοικία τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ὁ τόπος, ὅπου ἔχει τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων αὑτοῦ ὁ καλούμενος, ἀλλ’ ἐννοεῖται ἡ διαμονή, ὁ οἶκος, εἰς τὸν ὁποῖον πράγματι αὐτὸς παραμένει; Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰσηγητὴς αὐτοῦ διετύπωσε τὸ πρᾶγμα κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε παρερμηνείας καὶ ἀμφισβητήσεως. Καὶ ἐκύρωσε διὰ τῶν διατάξεων αὑτοῦ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ δίδει σταθερῶς ἡ ἐπιστήμη ἡ κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ νομολογία αἴρουσα τὰς ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς ἀμφιβόλου πως ἐκφράσεως τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Καὶ εἶπεν ὁ συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου: τὸ δικόγραφον παραδίδεται εἰς χεῖρας τοῦ καλουμένου. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, εἶναι ἀδύνατος τουτέστιν ἡ ἐγχείρισις εἰς αὐτὸν τοῦτον, τί γίνεται; Τὸ νομοσχέδιον ἀπαντᾷ, ἀπαντᾷ δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀμφιλογίαν εἰς τὴν ἀπασχόλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν πολεμικὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν...» Ποῦ; «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει...» Τί προϋποθέτει τοῦτο; Εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε νὰ ἀπαντήσῃ τις; Καί, ἂν ἀπαντήσῃ τις, δὲν θὰ εἶναι ἠναγκασμένος ὑπὸ τῆς βίας τῶν πραγμάτων νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς λέξεις τοῦ νομοσχεδίου «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει...»;

§14ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἄρθρον, κύριε Ὑπουργέ;

§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθητε τόσον! «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει». Ὅτε τοῦτο εἶναι δεδομένον, Κύριοι, ἐρωτῶ· τίνα ἐφαρμογὴν ἔχει ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον εὐγλώττως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καλούμενος εὑρίσκεται εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν; Ἀλλ’ ἂν εἰς ἄλλην πόλιν εὑρίσκηται, ἂν εἰς ἄλλην πόλιν διαμένῃ, εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδοσις· καὶ ἂν γίνῃ ἡ ἐπίδοσις εἰς τὴν κατοικίαν κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον νοουμένην, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ κλῆσις εἶναι ἄκυρος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ δίκης. Θὰ ἀπετέλει δὲ τοῦτο παράβασιν τοῦ κλητῆρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ διαμένει ὁ καλούμενος, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐπίδοσιν. Θὰ παρεπλανήθησαν πάντες ἀδικαιολογήτως οἱ οὕτω κρίνοντες ἐκ τοῦ βʹ ἐδαφίου, εἰς τὸ ὁποῖον λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε κανεὶς εὑρεθῇ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ καλουμένου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ συμπεράνῃ τις ἐντεῦθεν ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ μόνον ὅταν εὑρίσκηται διαμονὴ καὶ κατοικία εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν; Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τοῦ μελετῶντος εἰς τὴν αὐτονόητον περίστασιν, καθ’ ἣν διαμένει ὁ καλούμενος ἐν τῇ πόλει, εἰς ἣν ἡ ἐπίδοσις, διαμένει ἐν τῇ οἰκίᾳ, τὴν στιγμὴν ὅμως ἐκείνην, τὴν ὥραν ἐκείνην, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐπίδοσις, οὐδείς, οὔτε ὁ καλούμενος οὔτε οἱ οἰκεῖοι οὔτε οἱ σύνοικοι εὑρίσκονται εἰς τὴν οἰκίαν; Εἶναι τοῦτο ἀδύνατον εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμούς; Δὲν εἶναι δὲ συνηθέστατον εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς; Ἰδοὺ ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν προεῖδε τὸ βʹ ἐδάφιον. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν περιτταὶ διὰ τοὺς θέλοντας νὰ ἀναγνώσωσι τὸ νομοσχέδιον, ἐρωτῶ· ἀφοῦ αἱ προϋποθέσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀνεχώρησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἦσαν ἀληθεῖς, θὰ ἐδικαιολόγουν τὰ συμπεράσματα, ἀφοῦ αἱ προϋποθέσεις, λέγω, ἤρθησαν, δὲν νομίζετε ὅτι κατέπεσον κατὰ τρόπον ὀδυνηρὸν ὅλα τὰ συμπεράσματα καὶ ὅλοι οἱ φόβοι τῶν ἀντιφρονούντων;

§16ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ταράττει τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων.

§18ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Σᾶς ἐπέτρεψα ἐγὼ προχθές· πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ σεῖς.

§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀκούω.

§20ΕΥΑΓΓΕΛ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἂν ὁ δικαστικὸς κλητὴρ συντάξῃ ἐπιδοτήριον καὶ βεβαιώσῃ ἐν αὐτῷ ὅτι ἐκοινοποίησεν ἢ ἐτοιχοκόλλησε τὸ κλητήριον θέσπισμα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου, ἐνῷ ὁ κατηγορούμενος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς ἄλλον τόπον.....

§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐνόησα.

§22Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ.

§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε ἂν ὑπ’ αὐτὸ τὸ ἐπιδοτήριον θὰ δικασθῇ ἐρήμην ἢ ὄχι.

§24Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Περιμείνατε νὰ τελειώσω. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδετε, ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἢ μᾶλλον ὑποχρεοῦται ὁ κλητὴρ νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τὸ κλητήριον θέσπισμα ἐν τῇ κατοικίᾳ, ἀλλ’ ὀφείλει πλέον, ἐὰν δὲν εὑρίσκηται ἐκεῖ ὁ κατηγορούμενος, νὰ τὸ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν τόπον τῆς διαμονῆς του. Ἀλλὰ τοῦτο τί πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακοπὴ καὶ ἐπιτρέπεται εἰς δύο περιπτώσεις;

§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχεῖτε καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἀρθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις σας. Διότι ἀγωνιζόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ στηρίζοντες συλλογιστικὴν διαδικασίαν οὐχὶ ἐπὶ τηρήσεως τούτου, ἀλλ’ ἐπὶ παραβάσεως τοῦ κλητῆρος, σφάλλεσθε κατὰ βάσιν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν συλλογισμὸς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ παραβάσεως αὐτοῦ. Ὅταν ὁ νόμος διατάσσῃ νὰ γίνηται ἡ κοινοποίησις εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μένει ὁ καλούμενος, ἔρχεσθε καὶ μοὶ λέγετε ὅτι δὲν θὰ ἐνεργῇ ἐκεῖ τὴν κοινοποίησιν. Σᾶς ἀπαντῶ· αὐτὸ εἶναι μία παράβασις. Προστίθημι ὅμως ὅτι καὶ ἡ παράβασις αὕτη, ἡ πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν δυνατή, ἡ παράβασις ὅμως ἡ οὐχὶ πιθανή, ἡ ἐπαγομένη κινδύνους διὰ τοὺς κλητῆρας, εἶναι παράβασις ἀκίνδυνος διὰ τὸν καλούμενον· διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι οὑτωσὶν ἀκύρως ἐγένετο ἡ κοινοποίησις, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθίσταται γνωστὸν τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, ὥστε νὰ μὴ εἰσάγηται ἡ ὑπόθεσις καὶ προκαλῆται ἐρημοδικία, ἀλλὰ πάντως θὰ εἶναι δυνατὸν ἀποδεικνυομένου τοῦ πράγματος νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀνακοπή.

§26Γ. ΠΩΠ. Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ;

§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ τὴν ἀδυναμίαν μου νὰ ἐξακολουθήσω συζητῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριε Βουλευτά. «Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ»! Κατέπεσον ἑπομένως, Κύριοι, κατέπεσον τελείως αἱ αἰτιάσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, καὶ δὲν ἀδικῶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιλέγοντας, ὅτι ἀφωρμήθησαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ πεπλανημένης ἀφετηρίας. Τοῦτο ἦτο τὸ σφάλμα των. Ἄν ἡ ἀφετηρία των ἦτο ἀκριβής, ἂν αἱ προϋποθέσεις, ἀφ’ ὧν ἀνεχώρησαν, ἦσαν ἀσφαλεῖς, καὶ τὰ συμπεράσματα θὰ ἦσαν ἀσφαλῆ, οἱ κίνδυνοι εὔλογοι καὶ αἱ αἰτιάσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου σπουδαῖαι. Ἀλλ’ οὕτω τιθεμένων τῶν πραγμάτων ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἄλλας αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τοιαύτη αἰτίασις ἀπηυθύνθη ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις ἀγνοῶ πῶς συλλογισθεὶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον σκεφθείς, ἀγνοῶ, διατί ἀμνήμων γενόμενος τοῦ συνεδρίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο, εἶπε πρὸς ὑμᾶς: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτο; Πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ ἀποστάσεις αἱ γιγάντειαι, αἱ ὁποῖαι χωρίζουσι τὴν κατοικίαν τῶν προσώπων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν, ἀπὸ τῶν πρὸς οὓς ἡ ἐπίδοσις, νὰ μηδενισθῶσι διὰ τοιούτων ἀμοιβῶν, τὰς ὁποίας δίδετε πρὸς τοὺς κλητῆρας; Καὶ ὡμίλησεν—ὁ ὁμιλῶν ἴσως ἦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας—καὶ ὡμίλησε περὶ Μεσολογγίου καὶ εἶπε: πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κλητὴρ νὰ διανύῃ 35 ὁλοκλήρους ὥρας, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὰ ἀκρότατα μέρη τοῦ νομοῦ, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐπίδοσιν μιᾶς κλήσεως; Τοιαύτην τινὰ ἐρώτησιν ὑπέβαλεν, ὑποβάλλω δὲ καὶ ἐγὼ ἀντὶ ἀπαντήσεως ἐρώτησιν: Εἶναι σπουδαῖον νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἀνασκευὴ τούτου, δὲν θὰ εἶναι δ’ ἀνευλαβὲς διὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Σώματος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἀνασκευὴν τοιούτων ἰσχυρισμῶν, ὅτε εἶναι πασίδηλον εἰς πάντας, ἔχει δὲ βεβαίως ὑπ’ ὄψει του καὶ ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἢ προχθές, ὅτι κλητῆρες ἔμμισθοι θὰ ὑπάρχωσι πλείονες, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἐνεστῶτως ἱκανοὶ εἰς πάντα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, πολλὰ δὲ τοιαῦτα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νομόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν; Προέρχομαι εἰς ἄλλην ἀντίρρησιν, τῆς ὁποίας γεννήτωρ καὶ πατὴρ καὶ ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς ὑπῆρξε καὶ πάλιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτής. Τὴν ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία ἔδωκεν εὐκαιρίαν εἰς τὸ εὔθυμον πνεῦμά του νὰ προξενήσῃ ἱλαρότητα πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· βλέπω εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 145 ὅτι τὸ νομοσχέδιον λέγει «.... ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει, ἐξαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν παίδων ἡλικίας κατωτέρας τῶν 16 ἐτῶν κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν· καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής: Καὶ λοιπὸν ὁ κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κυττάζῃ εἰς τὰ δόντια τοὺς συνοίκους ἢ τοὺς ὑπηρέτας, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ἡλικίαν αὐτῶν; Καὶ ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἐρώτησιν. Ἀγνοεῖτε ἆρά γε, ὅτι ἡ ἀντίστοιχος διάταξις τῆς ἰσχυούσης Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἐπιδόσεων, μὴ περιέχουσα τοιαύτην περὶ τῆς ἡλικίας τῶν συνοίκων καὶ ὑπηρετῶν ῥῆσιν, ἡρμηνεύθη οὕτως ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας; Ἀγνοεῖτε ὅτι, ἐνῷ ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἀνάλογος λέγει, ὅτι ἡ ἐπίδοσις γίνεται πρὸς τοὺς συνοίκους ἢ ὑπηρέτας, ἡρμηνεύθη ὅτι πάντως, καίπερ τοῦ νόμου οὐδὲν λέγοντος, πρέπει τὰ πρόσωπα ταῦτα νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἡλικίαν, ὥστε νὰ ἔχωσι συνείδησιν τῶν πραττομένων καὶ νὰ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐγχειρίσεως; Καὶ τί εὐλογώτερον, τί πρακτικώτερον παρὰ τὸ πόρισμα ἐκεῖνο τῆς ἐπιστήμης, τὸ πόρισμα τῆς νομολογίας νὰ ἀποκρυσταλλωθῇ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ καὶ ἀνατεθῇ, ὡς ἦτο εὔλογον, εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος κρίσιν; Καί, ἐνῷ τοῦτο ἀποτελεῖ μείζονα ἐγγύησιν, ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ὀδόντων· ὄχι διότι πιστεύετε εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς ἀντιρρήσεως, ἀλλὰ μόνον ἵνα δείξητε τοὺς ὀδόντας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. (Ἱλαρότης).

§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τώρα ὀδόντας.

§29Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶχεν ἐπικινδύνους. Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ ἄλλας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αἰτιάσεις εἰς τὴν ἐπίδοσιν ἀναγομένας. Μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ παρηρμηνεύθη τὸ νομοσχέδιον καὶ παρωράθησαν αἱ δι’ αὐτοῦ εἰσαγόμεναι ἐγγυήσεις. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα ἡ κλῆσις ἀφήνεται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ προσκαλουμένου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος, συντάσσεται δὲ περὶ τούτου ἐπιδοτήριον, ὅπερ ὑπογράφεται ὑπὸ μόνου τοῦ κλητῆρος, ὄχι δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ προσκαλουμένου. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις βλέμμα εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἴδῃ τίνες ἐγγυήσεις εἰς ὅλην τὴν τοιαύτην ἐπίδοσιν λαμβάνονται ἤδη. Λαμβάνονται ἐγγυήσεις οὐ μόνον ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἐπιδόσεις, τὰς κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς καὶ πληρέστεραι τούτων· διότι βαρύτερα δύνανται νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀτελοῦς κλήσεως, προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐνόμισεν, ὅτι καὶ πέρα τῶν ἐγγυήσεων τούτων, καὶ πέρα τῶν διατυπώσεων, δι’ ὧν θεωρεῖται συντετελεσμένη ἡ ἐπίδοσις, εἰσάγει καὶ πρόσθετόν τινα διαδικασίαν, χρησίμην κυρίως διὰ τὴν καθοδήγησιν τῶν καταδιωκτικῶν ἀρχῶν, ὅπως εἰσάγωσιν ἢ μὴ εἰσάγωσιν ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἔστω καὶ μετὰ προσήκουσαν κλῆσιν, τὰς ποινικὰς δίκας. Καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὀφείλεται τμῆμά τι τῆς διατάξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 145. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν ἐν γένει τὰς κατὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου ἀντιρρήσεις. Κατ’ αὐτὸ ἀντίγραφον τοῦ κοινοποιουμένου ἐγγράφου παραδίδει ὁ κλητὴρ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως. Ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, πολλαπλῶς κατεκρίθη· ὑπῆρξαν δὲ οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι ὑπάρχουσι καὶ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲν τῶν προσώπων τούτων εὑρίσκεται, καὶ συνεπῶς ἀδύνατος ἀποβαίνει τοῦ νόμου ἡ ἐφαρμογή. Τοσοῦτον δ’ ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν συνείδησιν πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἡ διαβεβαίωσις αὕτη, ὥστε ὑπῆρξέ τις τούτων, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπλησίασεν ἔντρομος καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὑπάρχουσι χωρία τινά, εἰς τὰ ὁποῖα ὄντως δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀστυνομικὴ ἀρχή, οὔτε διδάσκαλος, οὔτε εἰδικὸς πάρεδρος, οὔτε πρόεδρος κοινοτικοῦ συμβουλίου, οὔτε ἱερεύς. Καὶ μὲ ἠρώτησε· τί θὰ γίνῃ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα; Θὰ εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου νὰ φέρωμεν ἱερέα, ἵνα ἐνεργηθῇ ἡ διατύπωσις αὕτη; Καὶ ὅμως θὰ ἤρκει ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, νὰ γίνῃ πρόχειρος ἐπ’ αὐτῆς σκέψις, ἵνα καταστῇ νοητὸν ὅτι ἡ διάταξις ἐφαρμόζεται μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς· διότι ἡ διάταξις λέγει «ἢ εἰς τὸν ἱερέα κλπ. τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως», ἐὰν ἑπομένως ὑφίσταται τοιοῦτος εἰς τὸν τόπον τῆς ἐπιδόσεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· ἂν δὲν ὑφίσταται; Ἡ ἀπάντησις εἶναι πρόδηλος. Ἡ ἐπίδοσις θεωρεῖται συντετελεσμένη διὰ τῆς θυροκολλήσεως, ἀφοῦ ἀδύνατος ἀποβαίνει ἡ διατύπωσις τῆς παραδόσεως ἀντιγράφου εἰς τὸν ἱερέα κλπ. καὶ ἡ σύνταξις ἐκθέσεως περὶ τούτου. Προφανὲς εἶναι βεβαίως ὅτι ἐλάχιστα θὰ εἶναι τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἱερεύς, οὔτε διδάσκαλος, οὔτε ἀστυνομικὴ ἀρχή, οὔτε εἰδικὸς πάρεδρος, οὔτε πρόεδρος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἑπομένως δὲν θὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη διατύπωσις. Ἡ χρησιμότης ὅμως τῆς διατυπώσεως εἶναι σπουδαία κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ διδάσκαλος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα παραδίδεται τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἐπιδοτηρίου, ὑποχρεοῦνται νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ καὶ νὰ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως ταύτης εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχήν. Ἡ ἀναφορὰ δὲ αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ στείλῃ ἓν τῶν προσώπων τούτων πρὸς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, ἡ ἔκθεσις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἰδοποιῆται ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἰδοποιήθη ὁ καλούμενος, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πολύτιμος ὁδηγία, ἵνα εἰσαγάγῃ ἢ μὴ εἰσαγάγῃ ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ τὴν δίκην εἰς τὸ ἀκροατήριον. Εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πρόσωπον τὸ ἐπιφορτιζόμενον διὰ τὴν εἰδοποίησιν τῶν καλουμένων ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν ὅτι ἀδύνατος κατέστη ἡ εἰδοποίησις, βεβαίως ἡ καταδικαστικὴ ἀρχὴ δὲν θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ποινικὴν δίκην καὶ δὲν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐρημοδικία. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ, ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, περίστασιν καθ’ ἣν ἡ κλῆσις οὐδαμῶς περιῆλθεν εἰς τὸν καλούμενον, εἶναι ἕτοιμον τὸ ἔδαφος, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή; Ὑπάρχει λόγος πρὸς ἀπουσίαν μᾶλλον ἀνυπέρβλητον ἐκείνου, καθ’ ὃν δὲν εἰδοποιήθη τις, ὅπως παρασταθῇ; Ἀλλὰ δὲν κατεκρίθη μόνον διὰ τοῦτο ἡ διάταξις. Ἠκούσατε ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰσάγεται ἀγγαρεία εἰς βάρος ὡρισμένων προσώπων. Καὶ ἔλεγον οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο· ἠγγαρεύσατε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ὑπηρετήσωσιν. Ἠγγαρεύσατε, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, καὶ ἀπομακρύνετε τούτους ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα. Καὶ ὁ ἕτερος δὲ ἀξιότιμος Βουλευτής, πάντοτε ἐξ Ἀρκαδίας, προεῖδεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τρομερὸν καὶ φοβερὸν κίνδυνον! Ἐφαντάσθη ἐκ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν ἱερέων ἄταφα πτώματα νεκρῶν. Διότι, ἐσκέφθη, ὁ ἱερεὺς ὁ συνοδεύων τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταλίπῃ τὸ φέρετρον, ν’ ἀνασύρῃ τὰ κράσπεδα τοῦ ἱματίου του καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν καλούμενον (ἱλαρότης). Ἐὰν ἀπὸ τῆς εὐθυμίας ἠδύνατό τις νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν σοβαρότητα, ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῇ αἰτιάσει ταύτῃ ὅτι ἀντιρρήσεις τοιαῦται ἀποδεικνύουσι κατὰ βάσιν πλημμελῆ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς σχέσεως τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀποτελοῦσιν ἔλλειψιν προσηκούσης διαγνώσεως καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀρχῶν τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς εἰσιν ἄγνωστοι τοιαύτης φύσεως καὶ τοιούτου καθολικοῦ χαρακτῆρος διατάξεις. Λησμονοῦσιν ὅτι ἀνάλογος, τὴν αὐτὴν κατὰ θεωρίαν ἔχουσα δικαιολογητικὴν βάσιν, εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖταί τις ὡς μάρτυς καὶ ποιναὶ ἀπαγγέλλονται κατ’ αὐτοῦ, ἵνα βοηθήσῃ τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ δὲν εἶναι ὁμοία ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων, εἰς τὸν ὁποῖον καλεῖται ὁ πολίτης καὶ ποιναὶ ἀπαγγέλλονται κατ’ αὐτοῦ ἀρνουμένου νὰ προσέλθῃ, ὅπως συνδράμῃ τὴν Πολιτείαν ἐν τῷ δικαιονομικῷ αὐτῆς ἔργῳ; Ἀλλὰ παραβλέπων πρὸς στιγμὴν τὰ ἀναμφισβήτητα ταῦτα καὶ παρακολουθῶν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτὴν εἰς τὰς εὐθύμους σκέψεις του σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ὑπὸ τὴν αὐτὴν σειρὰν σκέψεων καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν συλλογιστικὴν διαδικασίαν ἀναζῶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου περὶ ἐνόρκων, καὶ φαντάζομαι ἀγορητὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμοίως ἀγορεύοντα ἀπὸ τοιούτων ὁρμώμενον ἰδεῶν, κρούοντα τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νόμου, καὶ βοῶντα καὶ κεκραγότα καὶ λέγοντα (ἱλαρότης): Πῶς, Κύριοι, τολμᾶτε νὰ ψηφίσητε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἀγγαρεία, ἐργασία ἄνευ τινὸς ἀμοιβῆς, εἰς πρόσωπα ξένα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικήν, εἰς ἐμπόρους, εἰς ἰατρούς; Πῶς τολμᾶτε ν’ ἀπασχολήσητε ἀπὸ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ ἔργου τὸν ἰατρόν; Δὲν φαντάζεσθε ὅτι θ’ ἀναγκάσητε τοῦτον νὰ ἐγκαταλίπῃ εἰς κίνδυνον θανάτου τοὺς ἀσθενεῖς αὐτοῦ, ἵνα σπεύσῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον; Δὲν φαντάζεσθε ἰατρὸν χειρουργοῦντα, ἠναγκασμένον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν καὶ τὴν ἀνατομικὴν λαβίδα, ἵνα προσέλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως μετάσχῃ εἰς τὴν δίκην ὡς ἔνορκος δικαστής; Δὲν σκέπτεσθε τὸν ἐπακολουθήσοντα θάνατον τοῦ ἐγχειρουμένου, δὲν λυπεῖσθε τὰ ὀρφανά, τὰ ὁποῖα θὰ μείνωσιν ἀπροστάτευτα; (ἱλαρότης). Ἀλλά, Κύριοι, ὑπῆρξε καί τις ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλο ἐδάφιον ἐστήριξε τὴν πολεμικήν του εἰς τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς προβλέπομεν τὴν περίστασιν τῆς ἐπιδόσεως τοῦ δικογράφου εἰς φυλακισμένον. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής: ἡ ὀνομασία τῶν συγκρατουμένων καὶ τοῦ ἐπιστάτου ὡς συνοίκων τοῦ καλουμένου εἶναι ἄτοπος, ἀφοῦ ὁ φυλακισμένος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς φυλακῆς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως ἄλλων, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐλεγχθῇ τὸ ἄστοχον τῆς παρατηρήσεως, θὰ ἤρκει νὰ σημειωθῇ ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς φυλακῆς ὁ εἰς ταύτην κρατούμενος. Λησμονεῖ τάχα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ φυλακισμένοι οὐχὶ σπανίως ἀπουσιάζουσι νομίμως; Ὅτι οὐχὶ σπανίως λ. χ. καλοῦνται, ὅπως ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες εἰς διαφόρους δίκας; Ἄλλο ἐδάφιον ἔτυχεν ἀναλόγου πολεμικῆς· τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 146, κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν. Καὶ ἠρωτήθην· τίς θ’ ἀπαγγείλῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν ταύτην; πῶς θ’ ἀποδεικνύηται ἡ παράβασις, ὅ ἐστὶν ἡ ἄρνησις τῆς παραλαβῆς; μόνον ἐκ τοῦ ἐπιδοτηρίου καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ κλητῆρος ἢ θὰ ἀπαιτῆται καὶ ἄλλο ἀποδεικτικὸν μέσον; Καὶ ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδοχῆς ἐτονίσθησαν σκέψεις διάφοροι, ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι καὶ ἐπὶ πᾶσιν ἐθεωρήθη τὸ νομοσχέδιον ὡς οὐδὲν προϊόν. Ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ διακόψω, τὴν ἄδειαν λαβών, τὸν ῥήτορα καὶ εἶπον ὅ,τι καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω. Εἶναι ἆρά γε τοσοῦτον δύσκολον νὰ κατανοηθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον θεμελιοῖ ἁπλῶς τὸ ἀδίκημα ἀπαγγέλλον καὶ τὴν ποινήν, οὐδὲν περαιτέρω ὁρίζον καὶ συνεπῶς καταλεῖπον τὰ τῆς διαδικασίας πρὸς κολασμὸν τούτου εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας; Τελευταία παρατήρησις, ἡ ὁποία συνήνωσεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀδιαλλάκτους πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἶναι ἡ διάταξις ἡ λέγουσα, ὅτι ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ. Καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· πῶς εἰσάγεται τοιαύτη ἐπικίνδυνος διάταξις καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Δικαστήριον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν κρίσιν ἀνατίθεσθε τὰ πάντα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπιδοτήριον καὶ πῶς ἐν τῇ ἐρημίᾳ τοιούτων ἀποδείξεων ἐξαρτᾶτε τὸ πᾶν ἐκ τῆς κρίσεως αὐτοῦ καὶ ἐπιτρέπετε νὰ διατάξῃ τοῦτο ἢ μὴ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς διατάξεως ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅτι πλεῖσται ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ἐπὶ πλαστότητι γίνεται μόνον πρὸς στρεψοδικίαν, ἠγέρθησαν ζωηραὶ ἀντιρρήσεις, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐν πᾶσιν ἀκριβὲς ἢ ὅτι σπανιώτατα συμβαίνει. Δὲν προτίθεμαι νὰ παρεμβῶ εἰς τὰς ἔριδας τῶν ἐναντιοφρονούντων· δύναμαι ὅμως ἄνευ περαιτέρω ἐξηγήσεως νὰ εἴπω ὅτι συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ. Δύναται νὰ ὑπάρχῃ ποικιλία ἀντιλήψεως ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ τις τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμά του. Φρονῶ ὅμως ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τὴν ἀλήθειαν τὴν πάντοθεν πιστουμένην, ὅτι ἡ ἐπὶ πλαστότητι προσβολὴ χάριν ἁπλῆς στρεψοδικίας οὐχὶ σπανίως λαμβάνει χώραν καὶ ἐν ταῖς ἀστικαῖς καὶ ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἆρά γε ἀνάγκη, ὅπως ἀνευρεθῇ ἡ προσήκουσα δικαιολογικὴ βάσις ταύτης τῆς διατάξεως, ἵνα εἰς τοιαύτην τινὰ ἐπικίνδυνον καὶ ἀμφισβητουμένην καταφύγωμεν ἐκδοχήν; Θὰ ἦτο ἆρά γε ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τοιαῦτά τινα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ νὰ διαιρέσωσιν ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἔδαφος θεμελιοῦν τὴν διάταξιν, ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα πάντες νὰ συναντηθῶμεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι; Ὑπάρχει, Κύριοι· καὶ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο ἀκριβῶς εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, τὸ ὁποῖον ἔσχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ διάταξις, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως ἐθεμελιώθη. Διότι οἱ ὁπωσδήποτε οἰκείως ἔχοντες πρὸς τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα δὲν ἀγνοοῦσιν ὅτι πλειστάκις ὑποβάλλονται ἐνστάσεις ἐπὶ πλαστότητι, ἀληθεῖς κατὰ τὴν δικονομικὴν αὐτῶν βάσιν, ἀκίνδυνοι ἄρα διὰ τὸν προτείνοντα· ἀλλ’ ἐνστάσεις πλαστότητος, αἱ ὁποῖαι παρὰ τὴν τυπικὴν αὐτῶν ἀλήθειαν ἀποτελοῦσι παγίδα ἐπικίνδυνον διὰ τὰ κρινόμενα δίκαια· παγίδα τῶν οὐσιαστικῶν δικαίων οὐδὲν ἔχουσαν τὸ σκόπιμον διὰ τὸν προτείνοντα, οὐδὲν προτιθεμένην νὰ προστατεύσῃ οὐσιαστικὸν δίκαιον αὐτοῦ, οὐδένα ἔχουσαν λόγον. Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ ὑπομνήσω ὅτι πολλάκις συμβαίνει ἐν ταῖς ἀστικαῖς δίκαις τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν πάντων ἡμῶν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω λ. χ. ὅτι πλειστάκις παρουσιάζεται διάδικος προσβάλλων τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστὰ καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀγωγὴ ἢ ἄλλο τι δικόγραφον, ἐνῷ τὸ δικόγραφον αὐτὸ φέρει ἐν τῷ φακέλῳ αὐτοῦ καὶ παρουσιάζει πλήρη τὴν ὑπεράσπισίν του; Ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης διεξάγει ἀγῶνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικονομικῶν ἀξιώσεων, καὶ προκαλεῖ τὴν διάταξιν ἀποδείξεων, καὶ διαιωνίζει τὴν δίκην καὶ κρατεῖ οὕτω τὸ Δικαστήριον δέσμιον καὶ δοῦλον ὑπὸ τὸ δεσποτικὸν σύστημα τῶν δικονομικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀκολουθήσῃ, καίτοι ἔχει πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι ἐμπαίζει οὗτος τὸ Δικαστήριον καὶ ποδοπατεῖ τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον; Ἐσχάτως μόλις, Κύριοι, ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ βήματος, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὑπῆρξε δισταγμὸς κανεὶς τοιαύτη τις ἔνστασις πλαστότητος νὰ ὑποβληθῇ· καὶ ὅτε ἐρώτημά τι ἀπότοκον καθολικῆς ἀγανακτήσεως Δικαστηρίου καὶ ἀκροατηρίου ὑπεβλήθη ἀπὸ τῶν δικαστικῶν ἑδρῶν, ἐρώτημα ἔχον σχέσιν πρὸς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἔνστασιν ταύτην προέβαλλεν, ὅτε, λέγω, ἐρώτημά τι τοιοῦτον ὑπεβλήθη, ἠκούσθη ξηρὰ καὶ ἀπτόητος ἡ ἀπάντησις: ἡ Δικονομία μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω τὴν ἔνστασιν. Καὶ τὸ Δικαστήριον, ὡς ὤφειλε, δουλεῦον εἰς τὰς ἐπιταγὰς τῆς Δικονομίας, δουλεῦον εἰς τὰς δεσποτικὰς αὐτῆς τυπικὰς διατάξεις, ἤνοιξεν ἰδίαν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν ἄσκοπον· καὶ παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη, ἐπανειλημμέναι ἐξεδόθησαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις, καὶ δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι τὸ Δικαστήριον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ἐπιμάχων ζητημάτων, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ἐνδεδειγμένον ἐκ στοιχειώδους δικαιολογικῆς ἀντιλήψεως νὰ εἰσέλθῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Εἶναι ἆρά γε τὰ παραδείγματα ταῦτα σπάνια; Καὶ ἦτο ὀρθὸν νὰ κατακριθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἡ κεκλημένη τοιαύτας κυρίως περιστάσεις νὰ κανονίσῃ; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας κυρίους συναδέλφους: Τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὄντως ὁ κλητὴρ ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου νὰ κοινοποιήσῃ πρὸ ὀκτὼ λ. χ. ἡμερῶν ἐκοινοποίησε τὸ δικόγραφον πρὸ ἑπτὰ ἡμερῶν ἐξ οἱουδήποτε λόγου; Διότι δὲν ἐκοινοποίησε τοῦτο πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, καὶ πιστοποιεῖ ψευδῶς τὸ ἀντίθετον, βεβαίως ὁ κλητὴρ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ προσβληθέντος νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δικαστήριον βλέπῃ ὅτι οὗτος, καίπερ κατὰ μίαν ἡμέραν βραδύτερον κληθεὶς προσῆλθεν ἔχων ἀρτίαν ἐν πᾶσι τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ, διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Καὶ ἐὰν ὁ κλητήρ, ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ τὴν ἐπίδοσιν εἰς τὴν κατοικίαν, καθ’ ὃν τρόπον διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἐπέδωκεν ὅμως ἀλλαχοῦ, οὐχὶ εἰς τὴν κατοικίαν, ἀκύρως δὲ καὶ πλαστῶς ἐβεβαίωσε τὸ ἀντίθετον, ἐν τούτοις ἐκεῖθεν, ὅπου ἔκαμε τὴν ἐπίδοσιν, ἡ κλῆσις διεβιβάσθη εἰς τὸν καλούμενον, οὗτος δὲ προσέρχεται ἔχων ἐν πᾶσι πλήρη καὶ ἄρτια τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν πλαστότητος, ἐρωτῶ· τίς λόγος προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δύναται νὰ κωλύσῃ τὸ Δικαστήριον ἀπὸ τοῦ νὰ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, καὶ ἐὰν ἀκόμη τὸ ἐπιδοτήριον εἶναι πλαστόν; Ἰδού, Κύριοι, περιστάσεις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, περιστάσεις ἐξεγείρουσαι τὴν κοινὴν συνείδησιν ὅλων ἡμῶν, περιστάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδένα βεβαίως ἔχω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιλέγοντα. Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὑπαρχούσης Ποινικῆς Δικονομίας, ἄνευ τῆς εἰσαγομένης μεταρρυθμίσεως δύνανται νὰ ἀποτελματώσωσι τὰς ὑποθέσεις, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγώ, κύριε συνάδελφε, τὴν φράσιν σας.

§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τι εἶπον ἐγώ.

§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταχειρίζομαι τὴν φράσιν σας.

§32Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἴπετε ὅτι, ἐὰν προσβληθῇ τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς δίκης.

§33Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου.

§34Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω πρῶτον ἂν ἓν ἐπιδοτήριον προσβαλλόμενον ὡς πλαστὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ νομικὴν ὑπόστασιν, νομικὴν ὕπαρξιν· καὶ δεύτερον ἐπεθύμουν νὰ μάθω· ἂν ἐπιτρέπεται δυνητικῶς εἰς τὸ Δικαστήριον κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ νὰ διατάσσῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, τότε ποῖον τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ποῖον τὸ πρακτικὸν ὄφελος διὰ τὸν κατηγορούμενον τὸν προσβάλλοντα τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστὸν καὶ νὰ δημιουργῇ δίκην ἐπὶ πλαστότητι ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι βαρύταται διὰ τὸν κατηγορούμενον, διότι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πλαστότης εἶναι ψευδής, θὰ καταδιωχθῇ ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει, καί, ἐνῷ ὁ δυστυχὴς πρόκειται νὰ ἀπολογηθῇ δι’ ἓν πταῖσμα καὶ νὰ τιμωρηθῇ μόνον μὲ ποινὴν 10 ἡμερῶν, θὰ κινδυνεύῃ νὰ ὑποστῇ ποινὴν πέντε ἐτῶν; Ποῦ εἶναι ἡ πρακτικότης;

§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω ἂν ὁ κύριος Βουλευτὴς θὰ πεισθῇ νὰ παράσχῃ εἰς ἑαυτὸν συγγνώμην, ὅταν κατανοήσῃ τὸ ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: Εἰς ποῖον νομικὸν κανόνα στηρίζεται ἡ διάταξις, καθ’ ἥν, ἐνῷ εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπιδοτήριον, παρέχεται ἐν τούτοις εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Καὶ ποῖον τὸ ἐντεῦθεν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ποῖον ἄλλο παρὰ αὔξησις τῶν κινδύνων διὰ τὸν κατηγορούμενον; Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι, εἶναι πρόχειρος. Ἡ διάταξις στηρίζεται εἰς τοῦτον τὸν νομικὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἤδη εἰσάγομεν. Ἡμεῖς δὲν ἑρμηνεύομεν ἐδῶ κειμένην νομοθεσίαν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον Δικαστηρίου; Ἐξ ἄλλου ἄπορον εἶναι πῶς παραβλέπει τὴν πρακτικὴν χρησιμότητα τῆς διατάξεως, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς ἀποτρέπεται ἡ διάταξις ἀποδείξεων ματαίων διὰ τὴν δίκην καὶ ἡ διαιώνισις ταύτης. Λησμονεῖ ὅτι πολλάκις ἡ πρακτικὴ τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας, ἀφορμωμένη ἀπὸ γενικωτέρας ἀφετηρίας καὶ ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἔνστασις ὑποβάλλεται ἄνευ ἐννόμου συμφέροντος καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ὑποθέσεων προσέχουσα, ἀπέρριψεν ἐνστάσεις ἀναλόγους ὡς στρεψοδίκους; (Χειροκροτήματα).

§36Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Χειροκροτήσατε! (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα ἐπακολουθοῦσιν). Αὐτὰ ὀφείλονται εἰς ἐμέ.

§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δευτέρα, κύριοι Βουλευταί, παρατήρησις τοῦ διακόψαντός με κ. συναδέλφου, ἡ εἰς ταύτην τὴν διάταξιν ἀναγομένη, ὑπῆρξεν ἐρώτησίς τις τρομακτικὸν ἔχουσα τὸ περιεχόμενον. Καὶ δὲν συλλογίζεσθε, εἶπε, ποῖαι περιπέτειαι καὶ τίνες ποιναὶ θὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην ἔνστασιν, τοιαύτην ἐπὶ πλαστότητι προσβολήν; Ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι βεβαίως δυσχερής. Συλλογιζόμεθα πάντα ταῦτα· καὶ χωρίζομεν τὰς δύο περιπτώσεις· τὴν περίπτωσιν τῆς διώξεως τοῦ ἀδικήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ κλητήρ, διότι ἐπλαστογράφησε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταδιωχθῇ, ἵνα ἀνορθωθῇ τὸ κράτος τοῦ προσβληθέντος νόμου, καὶ τὴν περίστασιν τῆς προόδου τῆς ποινικῆς δίκης, δι’ ἣν ἐγένετο τὸ πλαστὸν ἐπιδοτήριον. Καὶ λέγομεν: ἐὰν εἰς τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς ταύτης δίκης οὐδὲν ἀπολύτως συμβάλλῃ τὸ γεγονὸς ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπιδοτήριον, ἡ δίκη πρέπει νὰ προχωρήσῃ, νὰ ταμῇ κατ’ οὐσίαν ἡ ἐκκρεμὴς διαφορὰ καὶ νὰ τερματισθῇ· νὰ παραμείνῃ ἡ κατὰ τοῦ κλητῆρος ποινικὴ δίκη, ἵνα ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἡ ὁποία σκοπὸν θὰ ἔχῃ νὰ συνεπιφέρῃ κατὰ τοῦ παραβάτου τοῦ νόμου τὴν ἐπιβολὴν τῶν προσηκουσῶν ποινῶν. Ἐπεράτωσα, κύριοι συνάδελφοι, ὅσας εἶχον νὰ ὑποβάλω σκέψεις ἐπὶ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πάντες οἱ ἀντειπόντες—δὲν ἐξαιρῶ δὲ οὐδὲ τὸν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπιμένοντα κύριον συνάδελφον—θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι, ἴσως ἐν πολλοῖς εὐλόγως διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἤδη ἔδωκα, κατεκρίθη δεινῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ κατεδικάσθη ἀναπολόγητον· κατεδικάσθη ἐρήμην τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν διατάξεων αὐτοῦ λόγους, ἤδη, ὅτε διετυπώθη ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, θὰ θελήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἀντιδοξοῦντες νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἀβάσιμον τῶν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων. Αὐτοὶ μάλιστα οἱ τοσοῦτον εὐνοοῦντες τὴν ἀνακοπήν, οἱ τοσοῦτον ἐπιεικεῖς εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς, θὰ θελήσωσιν ἤδη νὰ ἀναθεωρήσωσι τὰς ἐρήμην καταδικαστικὰς ἀποφάσεις των καὶ νὰ ὑπερψηφίσωσι τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).

§38Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ, ὅπως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικά, λαμβανομένης πρὸς τοῦτο τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἥτις θέλει θεωρηθῆ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτοῦ.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τοῦτο;

§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§41ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι κυριωτέραν ἀντίρρησιν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.

§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ ζητήσας νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἡ ἀγόρευσις ἄλλο τι θὰ ἐνόει, καὶ ὄχι τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς. Ἐάν, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἡ ἀγόρευσίς σας, τοῦτο ἐγένετο δεκτόν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐψηφίσαμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ τὰ ἄρθρα καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Λοιπὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐξήγησις αὕτη.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τὴν θέσιν της μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ οἰκείου ἄρθρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δήλωσις, τότε ἀντὶ δηλώσεως δύναται νὰ δημοσιευθῇ ἡ ὅλη ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατόπιν ἀποφάσεως αὐτῆς.

§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§45Λ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαμπρακάκης.

§47ΕΠΑΜ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὡμίλουν, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῆς συζητουμένης διατάξεως ἐκ νέου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις του. Πολλά, Κύριοι, παράδοξα συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πολλαὶ παραδοξολογίαι, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ συμβιβάζωνται μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, οὐδέποτε ὅμως μὲ τὴν ὀρθότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Δὲν γνωρίζω, διότι ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ παρακολουθῶ τὰς συνεδριάσεις, τί οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀρκαδίας ἐξέθεσαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τί εἶπον ἐγώ, καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας μου ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἓν καὶ μόνον σημεῖον ἐτόνισα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνῆλθε σήμερον τὸ βῆμα καὶ ἔθιξεν ἓν μόνον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε παντάπασι σχέσιν πρὸς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἀποστάσεων καὶ ἐρημίας χωρίων εἶπον ὅτι ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου μέχρι τοῦ ἀπωτάτου χωρίου τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ ἔχομεν ἀποστάσεις 35 ὡρῶν. Ἀληθῶς τὸ εἶπον αὐτό. Οὐδέποτε ὅμως εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου ὁ κλητὴρ θὰ παραλαμβάνῃ τὰ δικόγραφα, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τὰ ἀπώτατα σημεῖα τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐκεῖ αὐτὸς νὰ ἐνεργῇ τὴν ἐπίδοσιν· διότι ἐγὼ κάλλιον ἴσως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι διάμεσα Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι κλητῆρες ἐκεῖ ἔμμισθοι, καὶ ἐκεῖνοι ἀναλαμβάνουσι τὰς ἐπιδόσεις, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀληθῶς εἰς μικροτέραν ἀπόστασιν. Αὐτὸ τὸ ἔφερα, ἵνα παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέγεθος τῶν ἄνευ συγκοινωνίας ἀποστάσεων, καὶ ἰδίως τῶν ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὄχι ὅτι ἐκεῖθεν ὁ κλητὴρ θὰ λαμβάνῃ τὸ δικόγραφον, ἵνα τὸ μεταφέρῃ εἰς τὰ ἄκρα τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου καὶ τὸ ἐπιδώσῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἐγνώριζον τί εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἕδρας τῶν Εἰρηνοδικείων μέχρι τοῦ ἀπωτάτου χωρίου τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶναι μακραὶ αἱ ἀποστάσεις· καὶ ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς· ἔχει ἓν καὶ μόνον Εἰρηνοδικεῖον· ἔχει τοῦτο ἕνα καὶ μόνον κλητῆρα ἀλκοολικὸν καὶ ἀνάπηρον, ἵνα ἐπιδίδῃ ποινικὰ ἔγγραφα· ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου αὐτοῦ μέχρι τῶν τελευταίων χωρίων τοῦ δήμου εἶναι ἀπόστασις δωδεκάωρος καὶ πλέον. Εἶπον τότε ἐγώ, ὅτι οἱ κλητῆρες αὐτοί, ζητηθέντες, ὅτε πέρυσιν ἐψηφίσθη καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ διὰ βοῆς καταργηθέν, οἱ κλητῆρες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον μισθοδοσίαν 40 δραχ. κατὰ μῆνα, ἀπήντησαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ὅτι «εἴμεθα ἀνεπαρκεῖς· τοιαύτην ὑπηρεσίαν δὲν ἀναλαμβάνομεν· παραιτούμεθα». Μὲ αὐτοὺς τοὺς κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐθεώρησαν ὡς ἔργον πάρεργον τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐξῆλθον τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἵνα ἐπιδώσωσι ποινικὰ δικόγραφα, ἀλλὰ ταῦτα δίδουσιν εἰς διαφόρους χωρικούς, ἵνα τὰ δώσωσιν εἰς τὰ διάφορα χωρία—καὶ οὕτω γίνεται ἡ ἐπίδοσις—, μὲ αὐτοὺς τοὺς κλητῆρας, καὶ μὲ ἄλλους ὁμοίους αὐτῶν, αὐτοὺς τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ κάμητε μὲ 60 δραχμὰς μηνιαῖον μισθόν, νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων; Δὲν ἐτόνισα λοιπὸν αὐτό. Ἁπλῶς τὸ ἀνέφερα ὡς ἀπόστασιν σημαντικὴν τῶν 35 ὡρῶν· ἀλλ’ ἐτόνισα καὶ τονίζω καὶ ἐπιμένω ὅτι μὲ τοὺς κλητῆρας αὐτοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, τεραστίως αὐξανομένων μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι, ἐὰν φρονῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ κλητῆρες αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν καὶ καταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ὑπέχομεν εὐθύνην· ἡ εὐθύνη θὰ ἀνήκῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ 110,000 δρχ. ἐπὶ πλέον χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Τοῦτο εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει καὶ πολύ, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω κυρίως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι τὸ ἐνδιαφέρον ζήτημα εἶναι ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου.

§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον, νὰ ἐπιφυλαχθῆτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου.

§49ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν φεύγω ἀπὸ τὸ ἄρθρον. Καὶ εἶπον προχθὲς εἰς ὑμᾶς, καὶ δὲν ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, πῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐξάνουσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα· εἶπον ὅτι τριπλασιάζονται καὶ τετραπλασιάζονται. Ἐπεκαλέσθην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ζαβιτσάνου, διότι ἤμην ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ὑπελόγισε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, ὅτι 80–100 ἐπιδοτήρια καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θὰ ἀναλογῶσιν εἰς ἕκαστον κλητῆρα. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τεραστίαν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τουτέστι διὰ τῆς αὐξήσεως κατὰ 20 δραχμὰς κατὰ μῆνα τῶν παλαιῶν κλητήρων καὶ 60 ἢ καὶ 70 δρχ. τῶν νέων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Πῶς δὲ εἶπον ὅτι αὐξάνουσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα; Διότι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς τοιχοκολλήσεως, αἱ ὁποῖαι περιπτώσεις θὰ εἶναι περισσότεραι, ἂν ὄχι τὰ ¾, ἀξιοῖ ἐπιδοτήριον διὰ τὴν τοιχοκόλλησιν, ἀξιοῖ ἀντίγραφον τοῦ θυροκολλωμένου δικογράφου.

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ εἶναι ἔντυπα.

§51ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ εἶναι ἔντυπα· δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἔντυπα. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἔντυπα τὰ τυπικά, ἤτοι τὸ Δικαστήριον, τὸ συμβούλιον καὶ λοιπά. Τὰ ἄλλα, τὰ ἀφορῶντα τὴν οὐσίαν, ὄχι· ἀπολύτως ἀδύνατον. Διότι ὁ κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περιγράψῃ τὴν ἡμέραν, τὴν αἰτίαν τῆς πράξεως καὶ τὰ λοιπά. Θὰ εἶναι λοιπὸν ἔντυπα ἐλάχιστα πράγματα, ἐνῷ ἐν αὐτοῖς πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι τόσα, ὥστε παρὰ πολὺ νὰ ἀπασχολήσωσιν ἕνα δικαστικὸν κλητῆρα. Ποῖος ἐκδίδει ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ βουλεύματος; Ὁ δικαστικὸς κλητήρ· καὶ αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπιδώσῃ εἰς τὸν πάρεδρον ἢ τὸν διδάσκαλον ἢ τὸν ἱερέα, εἰς ἕνα ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς σωρείας τῶν προσώπων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνεργῶν τὴν ἐπίδοσιν εἰς αὐτοὺς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάξῃ ἐπιδοτήριον· καὶ ποῦ νὰ εὕρῃ αὐτούς; Νομίζετε ὅτι ὁ ἱερεύς, ὁ πάρεδρος παρευρίσκονται εἰς τὸ χωρίον; Θὰ μεταβαίνῃ πρὸς ἀναζήτησιν αὐτῶν· ἀλλ’ ἔστω, καὶ ἂν ἀνευρίσκῃ αὐτούς, τοῦτο εἶναι μία ἐνασχόλησις δι’ αὐτόν, διότι πάντοτε θὰ συντάξῃ ἐπιδοτήριον. Εἶπον λοιπὸν αὐτὸ ὡς λόγον αὐξήσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, καὶ εἶπον ὡς λόγον αὐξήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἡ διαδικασία εἰς τὰς ποινικὰς δίκας. Καλεῖ τὸν κατηγορούμενον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκαλεῖτο μέχρι τοῦδε· ὁ κατηγορούμενος, ὁ ἀνακόπτων, ἤρχετο εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, ἀνέκοπτεν ἄνευ κλητεύσεως. Θέλω νὰ παραστήσω τὴν αὔξησιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Τί εἶπον ἐγὼ ἐντεῦθεν; Καλεῖ τὸν μηνυτὴν καὶ τὸν παθόντα, ἵνα παρίστανται εἰς τὴν πρώτην δίκην, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὴν πρώτην δίκην τὴν τυπικὴν νὰ ἐκδικασθῇ καὶ ἡ κατ’ οὐσίαν ὑπόθεσις, παραβιαζομένης τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγράψει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ καταδικάζηται ὁ κατηγορούμενος κατ’ ἀντιπαράστασιν. Διότι ἔχει τοιαύτην διάταξιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ γίνῃ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως, συναινούντων ὅλων τῶν διαδίκων, ἤτοι κατὰ παράβασιν τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ κατηγορούμενος καταδικάζεται κατ’ ἀντιπαράστασιν. Λοιπὸν ἐνεργεῖ τρεῖς κλητεύσεις, καὶ συνεπῶς τρία ἐπιδοτήρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε. Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν δευτέραν δίκην τὴν κατ’ οὐσίαν· καὶ ἀκούσατε ποίαν αὔξησιν δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον ποινικῶν δικογράφων. Ὁ κατηγορούμενος δὲν καλεῖται, ἀλλὰ εἰδοποιεῖται διὰ τῆς ἀποφάσεως· ἐν τῇ ἀποφάσει ἀναγράφεται ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν ὁ κατηγορούμενος θὰ προσέλθῃ. Αὐτὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καλοῦνται, Κύριοι, ὁ παθών, ὁ μηνυτὴς καὶ δύο μάρτυρες οὐσιώδεις τῆς κατηγορίας. Δηλαδὴ τέσσαρες κλητεύσεις διὰ δίκην, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε δυνάμει τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Αὔξησις λοιπὸν τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ κλητῆρες αὐτοὶ νὰ κοινοποιήσωσιν αὐτὴν τὴν πληθώραν τῶν ποινικῶν δικογράφων; Ἐγὼ αὐτὸ εἶπον. Μάλιστα καταλήγων ἔλεγον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς, ἂς προχωρήσῃ, ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ νὰ σταματήσῃ μέχρις αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, θὰ ἔχωμεν ἓν μέγιστον καλόν, τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναβολῶν τῶν δικῶν, καὶ τότε βλέποντες ὅτι ὁ κόσμος συνήθισε νὰ προσέρχηται, καὶ ὅτι πραγματικῶς αἱ ἐπιδόσεις γίνονται ἀσφαλῶς, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν καὶ μέτρα αὐστηρά, ἔστω καὶ δρακόντεια, κατὰ τῆς ἐρημοδικίας. Αὐτά, Κύριοι, εἶπον περίπου ἐν συντομίᾳ εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου. Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησεν. Ἐγὼ ἁπλῶς μόνον εἶπον περὶ μιᾶς ἀποστάσεως μεγάλης, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχουσι χωρία, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς ἀπεράντους ἀποστάσεις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου ἄνευ οὐδεμιᾶς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐλέχθησαν πολλαὶ παραδοξολογίαι. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας βουλευτὴν κυρίου Μιχαλακόπουλον, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τίποτε ἄλλο εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια παρὰ ὅτι προσεβάλλοντο τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά.

§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ.

§53Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατόν, ὅσοι δὲ ἀγνοοῦσι, δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ ὅτι ἐγένετο τοιοῦτόν τι. Ἐλέχθη ὅτι εἰς τὰ κατώτερα ποινικὰ Δικαστήρια, διότι περὶ τῶν κατωτέρων ποινικῶν Δικαστηρίων πρόκειται, τὰ ἐπιδοτήρια προσεβάλλοντο καθ’ ἡμέραν ὡς πλαστά, καὶ εἰς ἐμὲ θελήσαντα νὰ διακόψω τὸν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον ἀπήντησε: Πῶς ἀγνοεῖτε αὐτά; δὲν γνωρίζετε τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε; Ἐγὼ εἶπον ὅτι σπανιώτατα γίνεται τοῦτο εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί γίνεται διὰ βραχέων, διότι ἡ ὑπομονή σας ἐξηντλήθη ἀπὸ τὰς μακρὰς συζητήσεις, καὶ ἡ συζήτησις κατέστη ἀνιαρά. Ὅσοι δὲν ἔχετε δικηγορήσει εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις καὶ δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζητε τὰς λεπτομερείας τῆς διαδικασίας τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, βεβαίως δὲν γνωρίζετε τί γίνεται. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα προσβολῆς ποινικῶν δικογράφων ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις. Γνωστοῦ ὄντος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887 περὶ ἐρημοδικιῶν ἐφηρμόσθη, ὡς ἐφηρμόσθη, δηλαδὴ τὰ Δικαστήρια κατ’ ἀρχὴν νὰ δέχωνται τὰς ἐκπροθέσμους καὶ τὰς δευτέρας ἀνακοπάς, οὐδεὶς λόγος ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ οὔτε ἐγεννήθη ποτέ, ὥστε ἐπιδοτήριον νὰ προσβληθῇ ὡς πλαστόν. Διατί; Ὑπῆρχε καμμία ἀντίρρησις, ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ ἢ ἐκπρόθεσμος νὰ μὴ γίνῃ δεκτή; Οὐδεὶς λόγος βεβαίως ὑπῆρχε. Τὰ Δικαστήρια τὰς δέχονται χωρὶς ἀντιρρήσεις. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, κ. Ὑπουργέ, παράδειγμα τοιοῦτον.

§54Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ παράδειγμα.

§55Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀνωτέραν δικαιοσύνην ὑπάρχει παράδειγμα, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς δὲν πρόκειται σήμερον. Γνωρίζετε τὸ παράδειγμα, καὶ ἴσως ἀφορμὴ ἐξ αὐτοῦ ἐδόθη, διὰ νὰ συνταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Σᾶς ἐρωτῶ· ὑπάρχει λόγος, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ αἱ ἀνακοπαὶ ἦσαν δεκταὶ κατ’ ἀρχήν, ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, νὰ προσβληθῇ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν; Οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει λόγος. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ δικηγορῶν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν οὐδέποτε συνέβη νὰ ἴδω τοιοῦτον παράδειγμα, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ συμβῇ. Τί νὰ προσβάλῃ εἷς δικηγόρος, διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν δικαιοσύνην; Θὰ προσβάλῃ τὸ ἐπιδοτήριον, ὅταν θὰ ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του· διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀδυναμίας τοῦ κατηγορουμένου νὰ ἀνακόψῃ ἐμπροθέσμως ἢ νὰ προσέλθῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του. Τοιοῦτον παράδειγμα κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα ἐπὶ τριάκοντα ἔτη καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1910 δὲν ὑπάρχει σήμερον, διότι ὁ ἰσχύων νόμος ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι σήμερον καθιεροῖ τὴν ἀρχήν, ὅτι δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἐπὶ προκαταβολῇ παραβόλου δέκα δραχμῶν, τὴν δὲ ἐκπρόθεσμον ἐπὶ προκαταβολῇ παραβόλου πέντε δραχμῶν. Δηλαδὴ δὲν ἀξιοῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον· ἐὰν καταβάλῃ δέκα δραχμάς, ἡ ἀνακοπὴ γίνεται δεκτή· ἐὰν καταβάλῃ πέντε δραχμάς, ἡ ἀνακοπὴ γίνεται πάλιν δεκτή. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει παράδειγμα. Δὲν εἶχε δὲ διόλου δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Μιχαλακόπουλος, ὅτε ἔλεγε χαριεντιζόμενος, ὅτι ἐγὼ αὐτὰ τὰ ἀγνοῶ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν παράδειγμα εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια· εἰς τὰ ἀνώτερα Δικαστήρια ὑπάρχει παράδειγμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἓν μεμονωμένον παράδειγμα, τὸ ἑξῆς. Πρὸ πενταετίας δύο μαθηταί, ἡλικίας ὁ εἷς δέκα τεσσάρων ἐτῶν καὶ ὁ ἄλλος δέκα πέντε ἐτῶν, ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων βεβαιουμένης τῆς ἡλικίας των, ἐφόνευσαν τὸν καθηγητήν των, διότι ὁ καθηγητής των ἀπέβαλεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ Γυμνασίου δι’ ἓν μικρὸν παράπτωμα. Οἱ παῖδες αὐτοὶ ἐξερεθισθέντες ἐφόνευσαν τὸν ἀτυχῆ καθηγητήν των. Ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρξε σπαρακτική, ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο ταχύτατα, τὸ βούλευμα ἐξεδόθη μετὰ πέντε ἡμέρας καὶ μετὰ πάροδον εἰκοσιπέντε ἡμερῶν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ εἰσήχθησαν, ἵνα δικασθῶσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Πατρῶν. Ἡ ὑπεράσπισις ἀνετέθη εἰς τοὺς ὑπερόχους δικηγόρους κ.κ. Δ. Γούναρην, Α. Μιχαλακόπουλον καὶ Δ. Μάρκου. Ἡ ἐκ τῆς ἐντυπώσεως προκατάληψις ὅλης τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν μαθητῶν ἐκείνων ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐθεώρησεν ἡ ὑπεράσπισις ἀντιπροσωπευομένη ἀπὸ τοιούτους συνηγόρους ἐπιβεβλημένον αὐτῆς καθῆκον, ἵνα μὴ ἡ ὑπόθεσις δικασθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐντυπώσεων αὐτῶν. Συγκίνησις φοβερὰ κατεῖχε τοὺς ἐνόρκους· ἐκινδύνευσαν νὰ πέσωσι δύο κεφαλαὶ παίδων ἐκ τῆς ἐντυπώσεως αὐτῆς, ἐὰν δὲ ἔπιπτον αἱ κεφαλαὶ τῶν παίδων αὐτῶν, κατὰ τί οὗτοι θὰ διέφερον ἀπὸ τοὺς χειρίστους κακούργους; Ἐὰν λοιπὸν ἡ ὑπεράσπισις ἀντιπροσωπευομένη καὶ ὑπό τινος νεκροῦ δικηγόρου ὀνομαζομένου Μαυρομμάτη δὲν μετήρχετο αὐτὸ τὸ μέσον, νὰ προσβάλῃ τουτέστι τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστὰ καὶ παρέλθῃ ἡ ἐντύπωσις, ἂν καὶ τὰ ἐπιδοτήρια δὲν ἦσαν πλαστά, ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἀνεβάλλετο, ὅπως ἐκδικασθῇ μετὰ δύο μῆνας καὶ νὰ καταδικασθῶσιν οἱ δύο παῖδες εἰς ἰσόβια δεσμά. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα μόνον, Κύριοι, γνωρίζω ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ μου βίου, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἰδίως τοὺς δικηγοροῦντας εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις, ἐὰν γνωρίζωσιν ἄλλο παράδειγμα, νὰ ἀναφέρωσι τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὰς ποινικὰς δίκας ἡ τοιαύτη στρεψοδικία ἔχει τὴν θέσιν της.

§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἑκατέρωθεν ἡ στρεψοδικία ἔχει τὴν θέσιν της, καὶ ἐκ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ἐκ τῆς κατηγορίας.

§57Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα. Εἰς ἐμὲ προσῆλθέ ποτε νὰ τὸν ὑπερασπίσω εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον εἷς δασοκόμος ἐκ τῶν μερῶν τῆς Ἠλείας, ὁ ὁποῖος ἐκατηγορεῖτο ὅτι συνέταξεν ἓν πλαστὸν πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο ὅτι εἷς χωρικὸς ἔκοψε τέσσαρα ἕως πέντε δένδρα, καὶ προσῆλθον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐξητάσθησαν οἱ μάρτυρες, οἵτινες εἶπον, ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη τὸ πρωτόκολλον, αὐτὸς εἶχεν ὑπάγει εἰς γάμον. Τὸ Δικαστήριον κατεχόμενον ἐκ προκαταλήψεως κατὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων τὸν ἀπήλλαξε, θεωρῆσαν ἀρκετὴν ποινὴν τὴν δίμηνον προφυλάκισίν του. Οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου προσεβλήθη δικόγραφον ποινικὸν ὡς πλαστόν. Δι’ αὐτὸ ἐξανέστην διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξανίσταμαι διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀκολουθῶν τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός· ἀφοῦ, Κύριοι, μέχρι τοῦδε δὲν συνέβη, διατί θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, διὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ἰσχύσῃ νόμου; Ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’ αὐτὸ ἀντέστην εἰς τὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀφήνεται ὁ δικαστὴς εἰς τὴν κρίσιν του, ὅταν προσβάλλωνται τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά, νὰ προχωρῇ ἢ νὰ σταματᾷ ἡ δίκη· τῷ εἶπον, ὅτι θὰ γεννήσῃ κινδύνους, διότι δὲν ἔχει ὁ δικαστὴς στοιχεῖα νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτιμήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ὁ δικαστὴς σήμερον δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ. Οἱ δίδοντες, κύριοι Βουλευταί, τοιαύτας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν ἀγνοοῦσιν ἐν γένει τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας. Πότε ἔχει συμφέρον, Κύριοι, ὁ κατηγορούμενος νὰ προσβάλῃ τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά; Ὁποία εἶναι ἡ περίπτωση; Ἡ μόνη περίπτωσις εἶναι, ὅταν εἰς τὸν κατηγορούμενον κοινοποιηθῇ ἡ κλῆσις πρὸς ἐμφάνισιν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του, καὶ αὐτὸς δὲν προσέρχηται παρὰ προσέρχηται διὰ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς καὶ λέγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον: Κύριοι, κακῶς ἀπερρίψατε τὴν ἀνακοπήν, διότι τὸ δικόγραφον εἰς ἐμὲ δὲν ἐκοινοποιήθη. Ἡ μόνη περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κατηγορούμενοι ἔχουσι συμφέρον νὰ προσβάλωσι τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν, εἶναι αὐτή. Οὐδεμία ἀπάντησις μᾶς δίδεται· μόνον μᾶς δίδουσιν αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, καὶ εὑρίσκονται Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι αὐταὶ αἱ ἐξηγήσεις νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ· ὁποία εἶναι ἡ περίπτωσις; Τότε καὶ μόνον ἔχει συμφέρον ὁ κατηγορούμενος, ὅταν τῷ κοινοποιήσωσι τὴν κλῆσιν πρὸς ἐμφάνισιν, καὶ προσέρχηται καὶ ὑποστηρίζῃ τὴν ἀνακοπὴν καὶ λέγῃ οὐδεμίαν εὐθύνην ὑπέχω διὰ τὰ ἀδύνατα καὶ προσβάλλω τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν τὴν δέχομαι καὶ διὰ τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου νὰ προχωρήσῃ ἢ νὰ σταματήσῃ. Καὶ προχωροῦν τὸ Δικαστήριον τί θὰ κάμῃ; Θὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπήν. Εἰς ποίαν δίκην θὰ προχωρήσῃ τὸ Δικαστήριον; Φαίνεται, ὅτι ἀγνοοῦσι τὰς λεπτομερείας τῆς ποινικῆς διαδικασίας. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σφαλερά, διότι εἰς τὸν δικαστὴν δὲν δίδει τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνῃ καὶ διότι μία καὶ μόνη ἐξαιρετικὴ περίπτωσις προσβολῆς ποινικοῦ δικογράφου ὑπάρχει, ἡ περίστασις αὕτη· οὐδὲ δύναται δικαστὴς ἄλλως ἐκτιμῶν τὰ πράγματα νὰ εἴπῃ ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν. Θὰ ἀπορρίψῃ ὁριστικῶς τὴν ἀνακοπήν, καὶ ὁ κατηγορούμενος θὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν, ἥτις τῷ ἐπεβλήθη ἄνευ ἀπολογίας. Ἐλέχθη καὶ ἄλλη παραδοξολογία. Εἰς ἀγορεύσαντα συνάδελφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι καὶ δευτέρα καὶ τρίτη ἀνακοπὴ δύναται νὰ γίνῃ. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος μὴ ὢν ἕτοιμος τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἀπήντησε καίπερ ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἓν αἴσθημα εὐγενὲς καὶ ὑψηλόν, τοῦ ὅτι οὐδεὶς δικάζεται ἀναπολόγητος. Ἐπίσης ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλησε περὶ τρίτης ἀνακοπῆς.

§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὸ δεύτερον μέρος;

§59Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν. Ἄλλη περίπτωσις ἀνακοπῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις εἴτε ἀπορριπτομένων τῶν ἀνακοπῶν εἴτε καθισταμένων τῶν ἀποφάσεων ἐκπροθέσμων, διότι δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ἡ ἀνακοπή, ἵνα ἀνακοπῶσι κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐκτελουμένων δὲ ὁ κατηγορούμενος εἰσέρχεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁπόθεν θὰ ἀνακόψῃ καὶ συνοδείᾳ χωροφυλάκων θὰ μεταχθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα κατ’ ἀντιμολίαν πλέον δικασθῇ. Καὶ ἐρωτῶ· πῶς θὰ ὑπάρξῃ τρίτη ἀνακοπή, ἀφοῦ κατ’ ἀντιμολίαν δικάζεται;

§60Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν παρουσιασθῇ εἰς τὸ ἀκροατήριον;

§61Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.

§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κάμῃ τὴν ἀνακοπὴν διὰ πληρεξουσίου;

§63Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαράδεκτος. Οὔτε ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν.

§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὴν εἰσαγάγῃ ὁ Εἰσαγγελεύς;

§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καταδιωκτέος ὁ ὑπάλληλος, ὅστις θὰ δεχθῇ κατάδικον νὰ ἀπολογηθῇ.

§66Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κατηγορούμενος λοιπὸν προσάγεται εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἐκεῖ τὸν ἐρωτᾷ ὁ δικαστής· τὸ γραμμάτιον; Ἐὰν τυχὸν δὲν ἔχῃ, ἴσως διότι δὲν ἔχει χρήματα, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν ἀποσύρει ἢ τὸ Δικαστήριον ἀπορρίπτει τὴν ἀνακοπὴν τυπικῶς, ἵνα συνταχθῇ νέα, διότι ὁ δικαστὴς κρίνων ἐπιεικῶς δὲν θέλει νὰ στερήσῃ αὐτὸν τοῦ δικαιώματος νὰ δικασθῇ δι’ 11 δραχμάς, ἀφοῦ εἶναι ἐν ταῖς φυλακαῖς.

§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκτιμᾶται συνήθως ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις.

§68Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κατηγορούμενος νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν ἢ ὁπόταν θέλῃ, δεδομένου ὅτι δὲν τῷ ἀρέσκει τὸ Δικαστήριον, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν προστάτης, ὅστις θέλει νὰ τὸν ὑπερασπίσῃ κ.τ.λ.

§69Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι συζήτησις ὡς περὶ διατάξεως ἤδη εἰσαγομένης δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι καὶ ἡ ἰσχύουσα δικονομία λέγει ὅτι δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Λοιπὸν τὰς αὐτὰς διατάξεις περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, τὰς ὁποίας τὰ Δικαστήρια ἐπιεικῶς ἔκρινον.

§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ διεξαχθῇ κωλυσιεργικὴ συζήτησις, δὲν θὰ τελειώσωμεν οὔτε αὔριον οὔτε μεθαύριον. Καίτοι φρονῶ ὅτι οὐδαμῶς σεῖς πρὸς κωλυσιεργίαν συζητεῖτε. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπανέλθετε εἰς τὸ ἄρθρον.

§71Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Βεβαίως οὐδὲ πόρρωθεν ἀποβλέπω εἰς κωλυσιεργίαν. Εἶναι μία παρέκβασις εἰς ἀπάντησιν παρατηρήσεων καὶ ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς δευτέρας διατάξεως, ἐν πεποιθήσει —καὶ μὴ θαυμάζετε ἐκείνους, οἵτινες διὰ ῥητορικῆς δεινότητος παρασύρουσι τὴν Βουλήν, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι θαυμαστὴς τῶν λόγων, ἀλλὰ τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν εἰς μέγαν βαθμὸν κέκτηται εἰς τοὺς λόγους του ὁ κ. Πρωθυπουργός— θὰ κατηγορήσω τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν πολυτέλειαν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ εἰς ἄκρον δαπανηράν. Θὰ μάθητε, ὅταν ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ βαρύνωσι τοὺς κατηγορουμένους ἐν καταδίκῃ, θὰ ἀνέρχωνται εἰς 135 δρ., προστιθέμενα δὲ εἰς τὰ τακτικὰ θὰ ἀποτελέσωσι ποσὸν 200 δ. Καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀθῳωθῇ πληρώνων μόνον 40 δρ., τὰ ὑπόλοιπα θὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον. Καὶ νομίζετε ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβαρύνωμεν οὕτω καὶ στραγγαλίσωμεν οὕτω τὸν λαόν;

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε πάλιν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου.

§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζετε τὸν Κανονισμὸν προσηκόντως.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί;

§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἐπιτρέπετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναφέρῃ δόγματα καὶ συστήματα καὶ συγγραφεῖς καὶ νομολογίας προκειμένου περὶ τῆς φιλοπονήσεως ἑνὸς ἐπιδοτηρίου.

§76Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ ἐπιβλαβῆ καὶ νομίζω ὅτι δὲν δικαιούμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν.

§77ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ φθάνομεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην μετὰ γεγονότα πρώτην φορὰν λαβόντα χώραν ἐν Κοινοβουλίῳ, καὶ φθάνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ παριστάμεθα μίαν ἔτι φορὰν πρὸς ταῖς χιλίαις θεαταὶ λόγων καὶ ἀκροαταὶ πραγμάτων καὶ ἀκούομεν περὶ τῆς ἐπιστήμης, περὶ τῆς νομολογίας, περὶ τῶν συγγραφέων, περὶ τῶν συστημάτων, περὶ τῶν δογμάτων, περὶ τῶν πλανῶν, περὶ τῶν προϋποθέσεων, περὶ τούτων καὶ ἐκείνων καὶ ἄλλων πολλῶν, προκειμένου περὶ τίνος; Περὶ θυροκολλήσεως ἐπιδοτηρίου τινὸς ποινικῆς ὑποθέσεως, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἀπευθυνθῆ πρὸς ἕνα ἱερέα ἢ εἰδικὸν πάρεδρον εἷς δικαστικὸς κλητήρ, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἷς χωροφύλαξ θέλει συντάξει ποινικὸν ἐπιδοτήριον! Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος ὁ προσήκων, συζητουμένων νομοσχεδίων ὑπὸ ἀνορθωτικῆς Βουλῆς, κατ’ εἰσήγησιν ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως; Συνερχόμεθα λοιπὸν ἐνταῦθα, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα καταπλήσσωμεν διὰ λόγων οἱ μέν, ἵνα χειροκροτῶμεν ἀφ’ ἑτέρου οἱ δέ, καὶ τοιουτοτρόπως θέτομεν τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ζήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ μέλλον;

§78Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸ κατέστησαν Νομικὸν Φροντιστήριον.

§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.

§80Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου.

§81ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου ἐπανειλημμένως λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου δὲν ἔχω πολλὰς ἀντιρρήσεις. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι αἱ διατάξεις καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλουσιν ἀποτύχει οἰκτρότατα. Ἀλλὰ συζήτησις σπουδαία πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ δόγματα ἐπιστημονικὰ καὶ τομὰς ὑπὸ τῆς νομολογίας τῶν δογμάτων, ἀφοῦ οὔτε ἀποσαφήσεως βλέπω τὴν ἀνάγκην, οὔτε στασιασμὸν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἴδω; Ἡ μόνη ἀντίρρησις ἡ σημαντική, ἥτις δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐδαφίου: «Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ». Καὶ ποία ἔσται ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου ὅτι ὁ κατηγορούμενος προσέρχεται νὰ δικασθῇ ἔχων ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν, ἔχων ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν κατὰ τὴν κρίσιν, λέγω, τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν θὰ συμβῇ ἴσως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ μὴ ἔχῃ ἐσχηματισμένην τὴν γνώμην οὔτε ὁ συνήγορος αὐτοῦ. Ὑποθέσατε κατηγορούμενόν τινα διαμένοντα εἰς Λάρισαν, καλούμενον νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τῶν Καλαμῶν καὶ μεταβαίνοντα εἰς τὰς Καλάμας καὶ διηγούμενον πρὸς τὸν συνήγορόν του ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ δεδικασμένον, δεδικασμένον ὅμως ἐν Λαρίσῃ ἢ ἐν Πάτραις ἢ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἐρωτᾶται ὑπὸ τοῦ συνηγόρου του: μόλις ἔλαβες τὸ κλητήριον, διατί δὲν ἐφρόντισας νὰ προσκομίσῃς τὴν ἀπόφασιν;—Ναί, ἀλλὰ τὸ κλητήριον τὸ ἔλαβον βραδέως καὶ δὲν προελάμβανον. Προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὑποβάλλει τὴν ἔνστασίν του ὅτι εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπιδοτήριον. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἔχει ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισίν του, ἐνῷ ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ, διότι καὶ ὁ συνήγορός του ἀκόμη πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ βασίμως ὅτι ἔχει δεδικασμένον ὁ πελάτης του, ὅταν ἀγνοῇ τὴν ἀπόφασιν, ἀγνοῇ διατί ἐδικάσθη, ὅταν ἔχῃ ἴσως λόγους νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ὁ πελάτης αὐτοῦ φρονεῖ ὅτι ἔχει δεδικασμένον, ἐνῷ ἴσως δὲν ἔχει; Καὶ ἐνῷ ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν χωρεῖ ἀνακοπὴ διὰ παράβασιν τῶν προθεσμιῶν. Καὶ λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐὰν τὸ κλητήριον ἔπρεπε νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὰς 10 τοῦ μηνός, ἐπεδόθη δὲ εἰς τὰς 12 τοῦ μηνός, ἐν τούτοις ὁ κατηγορούμενος προσέρχεται ἔχων κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, διατί νὰ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν; Καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν προσέλθῃ, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀνακοπῆς, ἢ πάλιν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου θὰ εἴπωμεν ὄχι, διότι δὲν παρεβλάφθησαν τὰ δικαιώματά του, εἶχεν ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ; Δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις, ὅταν εἰς τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν παράβασιν τῆς προθεσμίας τόσον μεγάλην καὶ σπουδαίαν τὴν θεωρεῖτε, ὥστε νὰ τὴν ἐξισοῦτε πρὸς τὴν ἀνωτέραν βίαν, πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, πῶς ἔρχεσθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λέγετε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται τοῦτο νὰ μὴ ἀναβάλῃ; Καὶ ὅτε τοιαῦτα ἀλλόκοτα λέγονται, ἐπακολουθεῖ ἡ πρότασις νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ὡς ἑρμηνευτικὴ τοῦ νομοσχεδίου! Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀρκοῦσι δύο μάρτυρες ὑπερασπίσεως εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅταν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ συνηγόρου του πρέπῃ νὰ κληθῶσι 15 μάρτυρες ὑπερασπίσεως ἐξετασθέντες κατὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ σπουδαῖα καταθέσαντες ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου γεγονότα. «Λοιπόν, Κύριοι», θὰ λέγῃ ὁ συνήγορος ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ, «σεῖς κανονίζετε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πελάτου μου καὶ οὐχὶ ἐγώ;» — «Μάλιστα ἡμεῖς» — «Διατί;» — Διότι, κ. κ. Βουλευταί, τέμνομεν δίκαιον ἐνταῦθα, καθορίζομεν κανόνας δικαίου! Χειροκροτεῖ ἡ Βουλή! Εἰς ἐμὲ ὀφείλονται τὰ χειροκροτήματα, ἀπαντᾷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης. Διατί; Διότι εἶπε σπουδαῖον πρᾶγμα ὁ κ. Ὑπουργός, πρωτοφανὲς δόγμα, ὅτι μία τοιαύτη Συνέλευσις θέτει κανόνα δικαίου! Πρώτην φορὰν τὸ ἠκούσαμεν! Ἔπρεπε καὶ νὰ χειροκροτήσωμεν!

§82Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἀντελήφθητε τί ἐλέχθη.

§83ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν σας, κύριε ἀστυνόμε τῆς Βουλῆς! Δι’ αὐτὸ διωρίσθητε ἀστυνόμος τῆς Βουλῆς, διότι ἔχετε ἔκτακτον ἀντίληψιν!

§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ σεῖς ἐλεγκτής!

§85ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς εἴπετε; Ἐγὼ συζητῶ· δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν; Πᾶς ὁ ἔχων διάφορον γνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἐλεγκτής; Ὥστε νομίζετε ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθωρίσαμεν τὴν θέσιν ἡμῶν ὡς θέσιν ἀντιπολιτευομένου, δὲν ἔχομεν ἄλλην ὑποχρέωσιν παρὰ νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, νὰ ἀνάπτωμεν καὶ ἡμεῖς λιβανωτόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σεῖς νὰ χειροκροτῆτε, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταρτίζωμεν τὴν ἀνόρθωσιν; Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβάνεσθε τῆς ἀνορθώσεως; Δὲν πιστεύω οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ὑπάρχῃ, ὅστις νὰ ὑπολαμβάνῃ τοιαύτην τὴν ἀνόρθωσιν. Καὶ εἶναι καιρός, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμφωνήσωμεν ἐπί τινων ἁπλουστάτων πραγμάτων, διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἁπάντων ὑμῶν αἱ προθέσεις εἶναι εὐγενεῖς, εἶναι ὑπὲρ τοῦ τόπου, εἶναι ὑπὲρ ἀληθοῦς ἀνορθώσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία ἐπί τινων ἁπλουστάτων πραγμάτων. Σεβόμεθα τὰς γνώμας ὑμῶν καὶ τὰς σεβόμεθα τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον εἶσθε πλειότεροι ἡμῶν, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ὅτι οἱ πλείονες πολλάκις διέπραξαν σφάλματα ἀσυγχώρητα, διέπραξαν κακουργήματα αὐτόχρημα, καὶ πρέπει νὰ κατορθωθῇ συνεννόησις ἐν μέσῳ ἡμῶν, διότι πάντες ἔχομεν τὰς αὐτὰς προθέσεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμφωνίαν, ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν συμφωνήσωμεν πρῶτον ἐπὶ ἁπλουστάτων τινῶν πραγμάτων.

§86Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι διδασκαλία ἀπὸ ἄμβωνος καὶ οὐχὶ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίου.

§87ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡμῶν. (Θόρυβος).

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, νὰ ἀπευθύνησθε πρὸς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἡσυχάσωσι καὶ ὑμᾶς νὰ παύσητε διδάσκοντες τὴν Βουλήν, διότι οὐδεὶς ἐτάχθη διδάσκαλος αὐτῆς.

§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ παρατηρήσητε τοὺς διακόπτοντας.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς διακόπτοντας ἔκαμα παρατήρησιν. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς νὰ παύσητε νὰ διδάσκητε.

§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπορεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς διατί χειροκροτεῖ ἡ Βουλή, ὅταν δὲν χειροκροτῇ αὐτός.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου ἡ Βουλὴ χειροκροτεῖ τοὺς ὀρθότερα φρονοῦντας.

§93Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι Βουλευταί· «θὰ κανονίσητε σεῖς, λέγει ὁ συνήγορος πρὸς τοὺς δικαστάς, τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πελάτου μου; — Μάλιστα. Θὰ κανονίσητε τὴν ὑπεράσπισιν, χωρὶς νὰ ἀκούσητε αὐτόν; — Μάλιστα. Χωρὶς νὰ ἀκούσωσι ποίους μάρτυρας ἔχει νὰ προσαγάγῃ ὁ κατηγορούμενος, τί θὰ καταθέσωσιν οἱ μάρτυρες ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ προσαγάγῃ ὁ κατηγορούμενος, χωρὶς νὰ ἀναμείνωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, θὰ δύνανται οἱ δικασταὶ νὰ εἴπωσιν: «ἔχει ἐν πᾶσιν ὁ κατηγορούμενος παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζετε ὅτι περιττεύει καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, περιττεύει καὶ ὁ συνήγορος, περιττεύει καὶ ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, διότι ἐκ τῶν προτέρων καὶ πρὸ πάσης ἀναπτύξεως εἶναι δυνατὸν οἱ δικασταὶ νὰ κρίνωσιν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἢ μὴ πλήρης ὑπεράσπισις; Καὶ νομίζετε πλέον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τέμνετε δίκαιον, ὅτι καθορίζετε κανόνας δικαίου, ἢ καθορίζετε κανόνας ἐσχάτης αὐθαιρεσίας;) Σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνητε, κύριοι Βουλευταί, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ποιώμεθα τὰς ὑποδείξεις ταύτας, κατὰ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐλευθέρως νὰ εἴπωμεν πρὸς ὑμᾶς τὰς γνώμας ἡμῶν.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.

§95Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.

§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ σπουδαιότεραι εὐχαρίστως εἶδον ὅτι ἐνεγράφησαν εἰς τὸ ἀναμορφωθὲν καὶ ἀνατυπωθὲν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ ἐπίμονος προτέλευσίς μου, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον ῥηξικελεύθων, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος, ἡ προσήλωσίς μου, λέγω, ἡ μεγάλη πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μοὶ ἐνέπνευσε μίαν νέαν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔλαβον τὴν τιμήν, ὑπὸ τὸν τύπον τροπολογίας, νὰ ὑποβάλω ἀπὸ χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ὅμως, φαίνεται, δὲν ἐδόθη καιρὸς νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐπειδὴ δὲ σχετίζεται ἡ τροπολογία μου αὕτη μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου ταύτην διὰ βραχέων, χωρὶς νὰ κουράσω αὐτήν. Κύριοι Βουλευταί· ἐξ ὅσων ἤκουσα περὶ τῶν αἰτίων τῶν ἐρημοδικιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ συζητήσαντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν ἤκουσα τὸν σπουδαιότερον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς τὸν μεγαλείτερον συντελεστὴν τῶν ἐρημοδικιῶν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν εἶναι μόνον αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες παρεμβάλλονται εἰς τὸν καλούμενον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν· εἶναι καὶ τοῦτο βεβαίως μία, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἐλαχίστας αἰτίας· διότι σπάνιον εἶναι τῳόντι εἰς πάντας τοὺς κατηγορουμένους νὰ παρεμβάλλονται πάντοτε τοιαῦτα κωλύματα, ἅπερ νὰ παρακωλύωσιν αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης μίαν ὡρισμένην ἡμέραν. Ἀλλὰ τὸ σύνηθες, τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ 9/10 εἶναι ἡ αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν, εἶναι αἱ δυσχέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀτενίζει ὁ κατηγορούμενος ὄχι διὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν καλεῖται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐπακόλουθα, διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ ἐμφάνισίς του. Διότι ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν καλεῖται, ὑπολογίζει ὅτι εἶναι ἄμεσον ἐπακόλουθον, νὰ κρατηθῇ εἴτε τρεῖς ἡμέρας, εἴτε τρεῖς μῆνας, εἴτε τρία ἔτη, μακρὰν τῶν ἐργασιῶν του, νὰ ἀφήσῃ ἔρημον τὸν ἀγρόν του, ἀφύλακτα τὰ ποίμνιά του, τὰ τέκνα του λιμώττοντα, τὴν σύζυγόν του ἐν κακῇ καταστάσει. Ἔχω λοιπὸν ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἀφορμὴ τῶν ἐρημοδικιῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας γνωρίζομεν ἐκ πείρας, ὅσοι ἔχομεν δικηγορικὴν πεῖραν, ὅτι ἕνεκα τοιούτων λόγων οἱ ἐρημοδικοῦντες ἀποφασίζουσι νὰ μὴ προσέλθωσι λέγοντες, ὅτι, ἂν σήμερον, ὅτε καλοῦμαι νὰ δικασθῶ, προσέλθω, ὅπως εἶμαι ἀνέτοιμος σήμερον, καὶ καταδικασθῶ, εἶμαι κατεστραμμένος, ἔχω, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου προσφεύγουσιν εἰς τὰς ἐρημοδικίας, ἵνα κερδίσωσι...

§98Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι γενικῶς.

§99Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον· κατὰ τὰ 9/10, προσφεύγουσιν εἰς τὰς ἐρημοδικίας, ἵνα κερδίσωσι τὸν ὀλίγον χρόνον, ὅστις θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς καταδίκης κατ’ ἐρήμην μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἐμφανισθῶσι διὰ τῆς ἀνακοπῆς αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπολογίζοντες ὅτι θὰ κερδίσωσι χρόνον, ἕνα ἢ δύο μῆνας, ὅστις ἀναγκαιοῖ εἰς αὐτούς, διὰ νὰ τακτοποιήσωσι τὰς οἰκιακάς των ἐργασίας καὶ ἀνάγκας. Ἐσκέφθην λοιπόν: δὲν ἠδύνατο τάχα ὁ νόμος νὰ παράσχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν τοιαύτην εὐκολίαν εἰς τοὺς κατηγορουμένους; Ἐφ’ ὅσον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀναγκάζονται νὰ ἐρημοδικῶσιν, ἐὰν παρείχετο εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ εὐκολία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦσιν οἱ κατηγορούμενοι διὰ τῆς ἐρημοδικίας, ἐὰν δηλαδὴ ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς ἀναβολὴ τῆς πρώτης δίκης μέχρι 2 τὸ πολὺ μηνῶν, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον πλήρη τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, καὶ θὰ ἐδίδετο λαβὴ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐμμείνῃ εἰς τὴν πρώτην του γνώμην, ἣν εἶχε διατυπώσει ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, μὴ ἐπιτρεπομένης δηλονότι ἀνακοπῆς δι’ ἄλλους λόγους παρὰ διὰ τὸν μόνον λόγον τῆς ἀνωτέρας βίας.... Τοῦτο βεβαίως ἐπιτυγχάνεται, ἐὰν ληφθῇ πρόνοια νὰ παρέχηται εἰς τοὺς κατηγορουμένους, ὁσάκις καλοῦνται εἰς δίκην, νὰ παρέχηται τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι παρὰ μόνης τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, χωρὶς ν’ ἀπασχολῶνται διόλου τὰ Δικαστήρια καὶ ἡ δικαιοσύνη, τοιουτοτρόπως δὲ κατὰ κοινήν, οὕτως εἰπεῖν, συνεννόησιν κατηγορουμένου καὶ Εἰσαγγελέω; ν’ ἀναβάλληται ἡ δίκη εἰς μίαν μεταγενεστέραν δικάσιμον ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν. Ἐὰν τοιαύτη παρείχετο εὐκολία, ὁποῖα θὰ εἶχεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα; Θὰ εἶχε δὲ τότε μόνον βεβαίως καὶ ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτύχῃ διαδικαστικὰς οἰκονομίας, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον· σοὶ δίδω τὴν ἀναβολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ζητεῖς, ἀλλὰ σοὶ ἀπαγορεύω τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, πλὴν τῆς περιπτώσεως τῆς ἀναμφισβητήτου ἀδυναμίας. Μία τοιαύτη πρόνοια λαμβανομένη διὰ τοῦ νόμου θὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν πλήρη γνῶσιν τοῦ κατηγορουμένου περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς δίκης του καὶ τὴν συγκατάθεσιν μάλιστα αὐτοῦ εἰς τοῦτο, θὰ ἐπέτρεπε δὲ νὰ κρατήσῃ τότε ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἀρχὴ τοῦ περιορισμοῦ τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν, τὴν τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας. Μία τοιαύτη πρόνοια τὰ μάλιστα θὰ συνέβαλλε, χωρὶς ποσῶς καὶ αἱ γενικαὶ τοῦ δικαίου ἀρχαὶ νὰ παραβλάπτωνται, θὰ συνέβαλλε τὰ μάλιστα καὶ εἰς τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι νὰ περιορίσῃ τὰς δίκας τὰς ἐπὶ ἀνακοπῇ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀμφιβολίαν ὅτι, ἐὰν τοιαύτη εὐκολία παρείχετο διὰ τοῦ νόμου, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θὰ ἔσπευδον νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς τοιαύτης τοῦ νόμου εὐκολίας, θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ προκαταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς ἐκ νέου μετὰ τὴν ἀναβολὴν κλητεύσεως τῶν μαρτύρων καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι προφυλακισμένοι, ἢ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς, οἵτινες κατ’ ἀνάγκην προσέρχονται. Τὸ πλεῖστον ἄρα τῶν καλουμένων ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων θὰ ἐποιεῖτο χρῆσιν μιᾶς τοιαύτης εὐεργετικῆς διατάξεως καὶ θὰ παρεῖχε τοῦτο ἑτέρωθεν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν δικαιολογίαν, ὅπως μὴ περιλάβῃ εἰς τὸν νόμον περίπτωσιν ἀνακοπῆς ἄλλην, παρὰ τὴν τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐπακόλουθον θὰ εἶχεν ἓν τοιοῦτον μέτρον· θὰ ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ ἐξυπηρετηθῇ δι’ αὐτοῦ καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἀκόμη ζήτημα τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα διετύπωσα τὴν τροπολογίαν μου ὡς προσθήκην ἐδαφίου βʹ ἐν ἄρθρῳ 146, τὴν ὁποίαν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): ὁ κατηγορούμενος ἐντὸς 5 ἡμερῶν (ἢ 8 ἢ 10 ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως κλητηρίου θεσπίσματος δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τὸν προσδιορισμὸν τῆς δίκης αὐτῆς εἰς ἄλλην ὡρισμένην δικάσιμον ἐκ τῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς (ἢ ἐντὸς δύο μηνῶν) ἀμέσως ἐπακολουθουσῶν δικῶν, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον κληθῇ, ἐὰν προκαταβάλῃ τὰ διὰ τὴν νέαν κλήτευσιν τῶν αὐτῶν μαρτύρων καὶ ἀνὰ δραχμὰς 2 δι’ ἕκαστον ἔξοδα εἰς ὄφελος τοῦ ἐνεργήσοντος τὴν νέαν κοινοποίησιν κλητῆρος». Βεβαίως ἡ Πολιτεία παρέχουσα τοιαύτην εὐκολίαν εἰς τὸν κατηγορούμενον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ, ὅπως προκαταβάλῃ τὰς δαπάνας διὰ τὴν νέαν κλήτευσιν τῶν μαρτύρων. Ἐκεῖνα δέ, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ ὁ ζητῶν τὴν ἀναβολήν, ὀφείλει, νομίζω, ἡ Πολιτεία ν’ ἀποδώσῃ εἰς ὄφελος τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐκείνων οἵτινες θὰ ἐνεργήσωσι τὰς νέας ἐπιδόσεις. Καὶ ἐπὶ πλέον φρονῶ ὅτι μόνον μία τοιαύτη ἐλπὶς κέρδους θὰ προσείλκυε καὶ θὰ ἐνεθάρρυνε τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων ὄργανα, ἤτοι τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, ἵνα ἀναλάβωσι μίαν τοιαύτην ἐπίμοχθον ὑπηρεσίαν μὲ τὴν γλίσχρον μισθοδοσίαν τῶν 30 καὶ 40 καὶ 60 δραχμῶν, ἃς κανονίζει τὸ ἕτερον σχετικὸν νομοσχέδιον.

§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 167 δύναται ὁ κατηγορούμενος νὰ ζητῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκδικάσεως τῆς δίκης του, χωρὶς νὰ καταβάλῃ τίποτε.

§101Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι τὸ 167 ἄρθρον ἀξιοῖ πολλὰς καὶ ποικίλας διατυπώσεις καὶ διαδικασίας καὶ ἐπικρατεῖ καὶ ἡ συνήθεια, τοιαύτη εὐκολία νὰ μὴ παρέχηται· ἐνῷ, ὡς ἐγὼ ὑποστηρίζω, ἡ πρώτη ἀναβολὴ πρέπει νὰ θεωρῆται δικαίωμα καὶ παρέχηται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἄνευ μεσολαβήσεως δικαστικῆς, ἀποφευγομένης οὕτω καὶ τῆς πολυδικίας, ὅπερ κυρίως σκοπεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ τροπολογία μου αὕτη, τὴν ὁποίαν, κ. Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐὰν ἤθελε συνδυασθῆ μετὰ τῆς διατάξεως τῆς ἄλλης, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοὺς ποιησαμένους χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς ἀναβολῆς οἱ λόγοι τῆς ἀνακοπῆς περιορίζονται εἰς μόνον τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, ἐὰν αἱ δύο αὐταὶ διατάξεις συνδυασθῶσιν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ φθάσητε ἀσφαλῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, τοῦ περιορισμοῦ δηλαδὴ τῶν δικῶν, ἄνευ ὅμως προγραφῆς καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, κηρύσσεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι: 1ον) Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαλσαμάκη ἔχουσα οὕτως: Ἐπὶ τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 145 μετὰ τὰς λέξεις «παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς» νὰ προστεθῇ «βεβαιοῦντες ἐν αὐτῷ τὴν τυχὸν ἀποδημίαν ἐκ τοῦ δήμου τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις».

§103Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ αὐτό, πλὴν τῶν λέξεων «ἐκ τοῦ δήμου», τὸ ὁποῖον περιττεύει.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς ὑπετροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ψήφισις πρέπει νὰ γίνῃ διαιρετῶς, διότι εἶναι πολλὰ τὰ ἄρθρα τὰ τροποποιούμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀξίωσις δύναται τοῦτο νὰ γίνῃ.

§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀξίωσις, δέχομαι τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Καζαντζῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ἀστυνομικὴν ἀρχὴν» προστεθῇ «προκειμένης ἐπιδόσεως ἐν ᾧ τόπῳ ἑδρεύει τοιαύτη, εἰς πᾶσαν δ’ ἄλλην περίπτωσιν πρὸς τὸν δημοδιδάσκαλον, μὴ ὑπάρχοντος δὲ τοιούτου ἢ ἀπόντος πρὸς τὸν...». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κυρίων Κ. Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάννου. Μετὰ τὴν φράσιν «παραδίδει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν», ἀντὶ «ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον», νὰ τεθῇ «καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον». Ἐπίσης νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς προτελευταίας παραγράφου αἱ φράσεις «προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ». Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Π. Πετροπουλάκη ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Τὸ ἐδάφιον δʹ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄνω ἄρθρου μετὰ τὰς λέξεις «ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμένος» ἀντικαθίσταται οὕτως· «Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμένος, τὸ δικόγραφον ἐγχειρίζεται αὐτῷ διὰ τοῦ ἐπιστάτου ἢ ὑπεπιστάτου τῶν φυλακῶν, πρὸς οὓς ἐπιδίδεται, οἵτινες ἄνευ ἄλλης τινὸς παραγγελίας εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσαγωγὴν τοῦ κληθέντος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, παρ’ ᾧ εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν δικάσιμον, ἀναφέροντες τὴν τυχὸν ἄρνησιν αὐτοῦ πρὸς προσέλευσιν εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχήν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Γ. Λαγοπάτη καὶ Ι. Δ. Τσιριμώκου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον παράγραφος μετὰ τὸ 146 (δὶς) ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 162. Τὸ εἰρημένον κλητήριον θέσπισμα πρέπει νὰ ἀναφέρῃ τὸ πλημμέλημα καὶ τὸν κατηγορούμενον, νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέως, ν’ ἀναγράφῃ δὲ καὶ κατάλογον τῶν κλητευθέντων μαρτύρων, οἵτινες πάντοτε λαμβάνονται ἐκ τῶν κατὰ τὴν προανάκρισιν ἢ ἀνάκρισιν ἐξετασθέντων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Λαγοπάτη ἔχουσα οὕτως: Εἰς τὸ ἄρθρον 145 § 2 μετὰ τὴν φράσιν «παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν» νὰ προστεθῇ «ἐπὶ πλειόνων δὲ ἀστυνομικῶν τμημάτων εἰς τὸ οἰκεῖον τοιοῦτο». Μετὰ τὴν φράσιν αὐτόθι «φυλαττομένων τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίστασις» νὰ προστεθῇ «ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναβολὴ τῆς δίκης ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος». Εἰς τὸ ἄρθρον 146 § 2 μετὰ τὴν φράσιν «ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν» νὰ προστεθῇ «ὑπὸ τοῦ δικάσοντος τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν Δικαστηρίου»· ὁ δὲ ὄρος «χρηματικὴ ποινὴ» νὰ τροποποιηθῇ εἰς «πρόστιμον». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Χριστίδου ἔχουσα οὕτω· «Τὸ κλητήριον θέσπισμα καὶ αἱ κλήσεις ἐπὶ πλημμελημάτων πρέπει νὰ κοινοποιῶνται ἐπὶ μὲν τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πλημμελειοδικείου πρὸ εἴκοσι πλήρων ἡμερῶν τῆς δικασίμου, ἐπὶ δὲ τῶν κατοικούντων ἐκτὸς τῆς ἕδρας κατηγορουμένων καὶ μαρτύρων πρὸ τριάκοντα πλήρων ἡμερῶν τῆς δικασίμου. Οἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον κλητευόμενοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς δικαζόμενοι ἐρήμην. Κατ’ ἐξαίρεσιν γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, ἐὰν ἕνεκα γεγονότων ἀνωτέρας βίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρασταθῶσι καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλήθησαν καὶ βεβαιώσωσι τὰ γεγονότα ταῦτα διὰ τὸ παραδεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: Ἐν τῇ βʹ § τοῦ ἄρθρ. 145 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἀναφέρωσιν τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχὴν» νὰ προστεθῇ «δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς, παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς». Ἐν τῇ αʹ § τοῦ ἄρθρ. 146 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «προσυπογράφει αὐτῷ, ἐὰν γινώσκῃ γράμματα», νὰ προστεθῇ «Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ὥραν τῆς τοιχοκολλήσεως οὐδεὶς παρευρίσκηται ἐντὸς τοῦ χωρίου, γίνεται τούτου μνεία ἔν τε τῷ ἀποδεικτικῷ τῆς ἐπιδόσεως ὡς καὶ ἐν τῷ κατὰ τὴν βʹ § τοῦ ἄρθρ. 145 παραδιδομένῳ ἀντιγράφῳ τοῦ ἐπιδοθέντος ἐγγράφου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μουσούρη ἔχουσα οὕτω: Προτείνω, ἵνα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῷ δι’ αὐτοῦ τροποποιουμένῳ ἄρθρῳ 145 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας 1) ἐκ τῆς φράσεως «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του» ἐξαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ τῆς κατοικίας του» καὶ 2) ἐξαλειφθῇ ὁλόκληρος ἡ φράσις «Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμένος κ.τ.λ.». Ἐν τῷ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τροποποιουμένῳ ἄρθρῳ 163 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἰς τὴν φράσιν «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἢ ὁ μάρτυς ἢ ὁ πραγματογνώμων κατοικῇ εἰς ἄλλον παρὰ τὸν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου τόπον» ἡ λέξις «κατοικῇ» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «διαμένῃ» ἀντὶ δὲ τῶν προστιθεμένων 5 ἡμερῶν ὁσάκις ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου προστεθῶσι 10 ἡμέραι καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν 20 ἡμέραι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἰγγλέση ἔχουσα οὕτω: «Πᾶν δικόγραφον δέον νὰ φέρῃ ἐκτὸς τοῦ ὀνόματος τοῦ ζητουμένου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τὸ ἐπάγγελμα καὶ τὸ παρεπώνυμον προσέτι, ἐὰν ὁ ζητούμενος ἔχῃ τοιοῦτον. Ὅσον δὲ δυνατὸν καὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ. Πᾶν δικόγραφον μὴ συντεταγμένον κατὰ τὸν ὡς ἄνω τρόπον θεωρεῖται ἄκυρον, ὁ δὲ παραβάτης καταδικάζεται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων πρὸς ἀνάλογον ἀποζημίωσιν τοῦ ὁπωσδήποτε ἀδίκως παθόντος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Μπουφίδου.

§109Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Χαριτάτου.

§111Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν ἀποσύρω μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ μέσον τῆς βʹ παραγράφου, ἐκεῖ ἔνθα λέγει «ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, παραδίδοντος» παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν ἑξῆς· «Ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποιν. δικογράφων προσώπων, παραδιδόντων».

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰω. Ἀκρίδα.

§114ΙΩ. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλ. Φωτήλα ἔχουσα οὕτως: Ἐν τῇ πρώτῃ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου 145 προτείνω, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας» καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς φράσεως «6 τοὐλάχιστον ἡμέρας παρεκτεινομένης τῆς προθεσμίας ταύτης λόγῳ ἀποστάσεως». Ἐν τῇ τρίτῃ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου 145 ἀντὶ «ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος», νὰ τεθῇ «ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων». Ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 145 φέρεται «ἀρνουμένου τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος». Προτείνω νὰ παραλειφθῇ τὸ «ἐκ τῶν τελευταίων τούτων». Κατωτέρω ἀντὶ «παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ τὸν ἱερέα», νὰ τεθῇ «παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ ἐλλείψει ταύτης εἰς τὸν διδάσκαλον, τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ τὸν ἱερέα». Ἐπίσης κατωτέρω προτείνω, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς φράσεως «πρὸς πληροφορίαν τοῦ δικάζοντος Πταισματοδίκου» ἡ φράσις «δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου». Ἐν ἄρθρῳ 146, 2ᾳ περιόδῳ, προτείνω, ὅπως προστεθῇ μετὰ τὸ «Ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματον καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ ἢ ἐὰν ἀρνῆται νὰ ὑπογράψῃ ἢ ἐὰν τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον» ἡ φράσις «ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διατεταγμένα». Ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ φράσις «γίνεται μνεία» κλπ. μέχρι τέλους. Ἄρθρ. 146 (δίς). Ἐν τῇ προτελευταίᾳ περιόδῳ, ὅπου φέρεται «εἴτε παρίσταται ὁ κλητὴρ εἴτε μή», νὰ τεθῇ «ἐὰν παρίσταται ὁ κλητήρ, ἄλλως καλεῖται νομίμως πρὸς ἀπολογίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οὐδεμία ἄλλη τροπολογία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Τὸ ἄρθρον 1, Κύριοι, ἐτροποποιήθη κατόπιν τῶν τροποποιήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατόπιν τῶν γενομένων δεκτῶν τροπολογιῶν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 1.—Τὰ ἄρθρα 145, 146, 163 καὶ 274 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τροποποιοῦνται οὕτως: Ἄρθρον 145.—Ἡ κλῆσις γίνεται ἐγγράφως καὶ κοινοποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμενον καὶ τοὺς μάρτυρας, εἰς ἐκεῖνον μὲν πέντε, εἰς τούτους δὲ τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης καὶ ἐν αὐτῇ καθ’ ἡμέραν καὶ ὥραν μνημονευομένης δικασίμου, ἀναφέρει δὲ τὸ ὄνομα τοῦ καλουμένου καὶ τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας δέον νὰ ἐμφανισθῇ. Τὸ κλητήριον θέσπισμα δέον ν’ ἀναφέρῃ προσέτι συνοπτικῶς τὸ πταῖσμα, νὰ ὑπογράφηται ὑπὸ τῆς καλούσης ἀρχῆς καὶ νὰ εἶναι ἐσφραγισμένον διὰ τῆς ἐπισήμου σφραγῖδος ταύτης. Ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων παραδιδόντων τὸ κοινοποιητέον ἔγγραφον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ καλουμένου. Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας, ἔνθα διαμένει, ἐξαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν παίδων ἡλικίας κατωτέρας τῶν 16 ἐτῶν, κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν. Ἀρνουμένου τοῦ καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον, ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἀντίγραφον δὲ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως καὶ συντάσσει ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παραλαμβάνοντος, ὑποβαλλομένην δὲ εἰς τὴν καλοῦσαν ἀρχὴν καὶ ἐπισυναπτομένην εἰς τὴν δικογραφίαν πρὸς πληροφορίαν τοῦ δικάζοντος πταισματοδίκου. Οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παράδοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ καὶ νὰ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς, βεβαιούσης ἐν αὐτῇ τὴν τυχὸν ἀποδημίαν τῶν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις. Παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δραχμῶν 10, φυλαττομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις. Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμένος, ἐγχειρίζεται τὸ δικόγραφον εἰς αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, ὁπότε σύνοικοι θεωροῦνται οἱ μετ’ αὐτοῦ συγκρατούμενοι, ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τῶν φυλακῶν. Ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν πεντήκοντα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον ἢ ὑπογράψῃ τὸ ἐπιδοτήριον. Ἐπὶ προσώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν, ἡ ἐπίδοσις γίνεται διὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἐγχειριζούσης τὴν κλῆσιν ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα εἰς χεῖρας τοῦ καλουμένου, συντασσομένου ἀποδεικτικοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 146. Ἄρθρον 146.—Περὶ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κοινοποιήσεως ὀφείλει ὁ κλητὴρ νὰ συντάσσῃ ἐπὶ τόπου ἀποδεικτικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦται ἀκριβῶς τὸ ἔτος, ὁ μήν, ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς κοινοποιήσεως, ὁ τόπος, ἔνθα αὕτη ἐγένετο, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ προσώπου, εἰς ὃ παρεδόθη ἡ κλῆσις ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα, ὑπογράφεται δὲ τὸ ἀποδεικτικὸν ὑπὸ τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ προσώπου, εἰς ὃ παρεδόθη τὸ κοινοποιηθὲν ἔγγραφον. Ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματον, ἢ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἐὰν τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, γίνεται ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ μνεία περὶ τούτων, προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μάρτυρος, οὗτινος δέον ν’ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα καὶ ἐπάγγελμα ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ, καὶ ὅστις προσυπογράφει αὐτό, ἐὰν γινώσκῃ γράμματα. Ὁ κλητὴρ ὀφείλει προσέτι νὰ σημειώσῃ ἐπὶ τοῦ κοινοποιουμένου ἐγγράφου τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω χρονολογίαν, τὸν τόπον τῆς κοινοποιήσεως καὶ τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ τοῦτο παρεδόθη, ἢ τὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ τὸ ἐκόλλησε, καὶ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σημείωσιν ταύτην. Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ. Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν. Ἄρθρον 146 (δίς). Ἡ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας παράβασις τῶν διατάξεων τῶν προηγουμένων ἄρθρων 145 καὶ 146 τιμωρεῖται διὰ χρηματικῆς ποινῆς, ἥτις ἐν ὑποτροπῇ δὲν δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τῶν δραχμῶν 50. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει ἐπέρχεται αὐτοδικαίως ἔκπτωσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ ἀνικανότης εἰς ἀνάληψιν οἱασδήποτε δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἡ ποινὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἐκδικάζοντος τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἡ παράβασις, εἴτε παρίσταται ὁ κλητὴρ εἴτε μή. Ἐπιφυλάσσεται δὲ μείζων ποινή, ἐὰν ὑπάρχῃ βαρυτέρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου παράβασις, κατὰ παντὸς τῶν ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἄρθροις ὑπευθύνων. Ἄρθρον 163.—Ἡ κοινοποίησις γίνεται κατὰ τὰ ἄρθρα 145 καὶ 146 εἰς μὲν τὸν κατηγορούμενον ὀκτὼ τοὐλάχιστον, εἰς δὲ τοὺς μάρτυρας καὶ πραγματογνώμονας τρεῖς τουλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐν αὐτῇ τῇ κλήσει ὡρισμένης πρὸς ἐμφάνισιν δικασίμου ἡμέρας. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἢ ὁ μάρτυς ἢ ὁ πραγματογνώμων κατοικῇ εἰς ἄλλον παρὰ τὸν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου τόπον, προστίθενται ὀκτὼ ἡμέραι, ὁσάκις ὁ τόπος οὗτος εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου· ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει προστίθενται δέκα πέντε ἡμέραι. Αἱ παρεκτάσεις αὗται τῶν προθεσμιῶν τηροῦνται καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον 145 γινομένων κλήσεων. Ἄρθρον 274. — Ἡ ἐπίδοσις τοῦ ἐγκλητηρίου μετὰ τοῦ περὶ παραπομπῆς βουλεύματος καὶ ἡ κλῆσις τοῦ κατηγορουμένου καὶ τῶν μαρτύρων γίνεται ἐπιμελείᾳ τοῦ παρὰ τοῖς ἐφέταις Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποκατασταθέντος Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν κατὰ τοὺς ἐν τοῖς ἄρθροις 145, 146 καὶ 190 § 1 ὡρισμένους τύπους. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 9 καὶ 30′.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 9 καὶ 30′. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει τοῦτο ὁ κ. Γραμματεύς). Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.

§119Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρὰ τὸν φόρτον, Κύριοι, τῶν διατυπώσεων, δι’ ὧν εἶναι βεβαρημένον τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ψηφισθέν, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, καὶ δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐπ’ αὐτοῦ, τοὺς πλείστους, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἔχει ἀρετὰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, διότι, καὶ ἂν ἡ πρᾶξις ἀποδείξῃ αὐτὸ δυσεφάρμοστον, ἂν ἀποδείξῃ ὅτι παρεμβάλλονται δυσχέρειαι ἕνεκα τοῦ φόρτου τοῦ ὑπερβολικοῦ τῶν διατυπώσεων, πάλιν ὅμως πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι καὶ προσπαθεῖ νὰ διασφαλίσῃ, ἀλλὰ καὶ διασφαλίζει τὴν βεβαιοτέραν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων εἰς τοὺς καλουμένους ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Τὸ σημεῖον ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ, καὶ ἰδιαίτατα αἱ διατάξεις αὐτοῦ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὡς εἶχεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι τὸ πρῶτον νομοσχεδίῳ, τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὡς ἔχει καὶ ἐν τῷ μεταρρυθμισθέντι νομοσχεδίῳ τῷ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω διαφοράν τινα μεταξὺ τῆς ῥήτρας, ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὸ κατὰ πρῶτον εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, ὅτι δηλ. ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον λόγῳ νομίμου κωλύματος, ἐπακολουθούσης τῆς ἐπεξηγήσεως ὅτι νόμιμα κωλύματα εἶναι περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας, καὶ τῆς ἐν τῷ μεταρρυθμισθέντι νομοσχεδίῳ ῥήτρας, καθ’ ἣν ὡς λόγοι ἀνακοπῆς ἀναγράφονται καὶ ἄλλαι ἀνυπέρβλητοι αἰτίαι, οὐδεμιᾶς δὲ οὐσιώδους, οὐδεμιᾶς κεφαλαιώδους ὑπαρχούσης διαφορᾶς, διαφορᾶς ἡ ὁποία μεταβάλλει τὸ πρώην καθεστὼς ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον, αἱ κατὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου αἰτιάσεις παραμένουσιν ἀμείωτοι. Καὶ τῳόντι, ὅταν ἐν συγκεκριμένῃ περιπτώσει κληθῇ ὁ δικαστὴς νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ μιᾶς ἀνακοπῆς καὶ ἐξαντλήσῃ τὴν ζήτησιν περὶ κωλύματος ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἐξήντλησεν ἤδη ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν ζήτησιν τοῦ ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων κωλύματος. Ἀλλά, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι μεταξὺ τοῦ νομίμου κωλύματος τῆς ἀνωτέρας βίας καὶ τοῦ ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων ὑπάρχει τις σκιώδης, χαώδης διαφορά, δὲν εἶναι ὅμως τοιαύτη, ὥστε νὰ ἡσυχάζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι προσβάλλονται σπουδαῖα δικαιώματα τοῦ πολίτου, ὅτι προσβάλλεται κεφαλαιώδης ἀρχὴ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὅταν δὲν παράσχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀκουσθῇ, ὅταν δὲν δώσωμεν ἰδίως τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δικάσῃ κρίνων οὐχὶ περὶ συμβατικῆς ἀληθείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀληθείας τῆς ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐγγυτέρας πρὸς τὴν ἀπόλυτον τοιαύτην, διότι, ἂν ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ κρατεῖ ὁ κανὼν τῆς συμβατικῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν συνομολογοῦσιν οἱ διάδικοι, ἀληθείας τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ ὁ δικαστής, ἐν τῷ ποινικῷ ὅμως δικαίῳ ἰσχύει ἡ ἀντίθετος ἀρχή, καθ’ ἣν ἐκζητεῖται ἡ ἀλήθεια ἡ ἀπόλυτος. Πρὸς ταύτην τείνει ἡ ἐνέργεια πρωτίστως τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ πρὸς ταύτην τείνουσιν ἐπίσης αἱ ἐνέργειαι τῆς τε κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως· ὁ ποινικὸς δικαστὴς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δεχθῇ συμβατικὴν ἀλήθειαν μεταξὺ τοῦ κατηγορουμένου καὶ αὐτοῦ, δὲν δύναται ὁ ποινικὸς δικαστὴς καὶ ἐκ τῆς κρατούσης Ποινικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀϊδίου ἀρχῆς τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τῆς φύσεως τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ὁμολογίαν τοῦ κατηγορουμένου. Ἡ ὁμολογία τοῦ κατηγορουμένου, καθὼς γνωρίζετε πάντες, ἀποτελεῖ τὴν κατωτάτην βαθμίδα τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ἢ μᾶλλον δὲν ἀποτελεῖ ποσῶς ἀποδεικτικὸν μέσον, ἂν μὴ συμβαδίζῃ καὶ συνδυάζηται πρὸς ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸ αὑτοῦ ὁ δικαστής· ὅτε λοιπὸν ἔχομεν ὡς βάσιν τοιαύτην ἀρχήν, ὅτε ἀναζητοῦμεν ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν, καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν πεπερασμένον ἄνθρωπον, ἂν ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀπολύτου ἀληθείας εἶναι θεῖον δῶρον, ὁ δὲ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ προσεγγίσῃ εἰς αὐτό, ζητεῖ ὅμως ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἐγγύτερον, νὰ θίξῃ τὰ κράσπεδα τῆς θείας ἀληθείας, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ἰδεῶδες τοῦ ποινικοῦ δικαστοῦ, δὲν δικαιούμεθα ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ παρεμβάλλωμεν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ δικαστοῦ προσκόμματα δικονομικά, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί, ὅταν πρόκειται τοιοῦτον νομοθέτημα νὰ νομοθετήσωμεν, ὅταν πρόκειται νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν δικαστήν, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κατηγορουμένου, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν, λέγω, εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἀσκήσῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτοῦ, καὶ νὰ τὴν ἀσκήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἀπαιτοῦσιν οἱ αἰώνιοι κανόνες οἱ διέποντες τοὺς ποινικοὺς νόμους ὅλου τοῦ κόσμου, ὅταν, λέγω, θέτωμεν τοιαῦτα προσκόμματα, πρέπει μετὰ πολλῆς συνέσεως, μετὰ πολλῆς προσοχῆς, πολλῆς περισκέψεως, πολλοῦ φόβου νὰ προχωρῶμεν εἰς τὸ ἔργον, διότι τὸ ἔργον εἶναι κινδυνῶδες. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τίθενται κανόνες δικαίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὑπερτάτην ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σεβώμεθα τοὺς αἰωνίους, τοὺς ἀϊδίους κανόνας τοῦ δικαίου. Πρέπει ἆρά γε ν’ ἀφήσωμεν ἀχαλίνωτον τὸ στάδιον εἰς τὴν ἀκολασίαν τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι ἐκ παντὸς τρόπου ζητοῦσι νὰ ἀποφύγωσι τὴν δίκην, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἐρημοδικιῶν των καταφορτώνουσι τὰ Δικαστήρια δι’ ἐπανειλημμένων ἐκδικάσεων τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως; Ὄχι, ἀλλ’ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρέπει τὰς σκέψεις ἡμῶν νὰ κατευθύνῃ ἡ μέριμνα, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν πληθώραν τῆς ἐπαναλήψεως τῆς αὐτῆς δίκης, πρέπει ἐπίσης ἡ μέριμνα ἡμῶν νὰ εἶναι πολὺ σύντονος, μήτοι ἐν τῇ φροντίδι ἐκείνῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν ὡς μοναδικὸν σκοπόν, παρίδωμεν ἄλλας ἀρχάς, τὰς ὁποίας πρέπει πλειότερον νὰ σεβασθῶμεν. Νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτην πλημμέλειαν ὑπέπεσεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου· νομίζω ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὡς φάρον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ τείνῃ, ἔθετο τὸ σημεῖον τῆς περιστολῆς τῶν πολλῶν ἐρημοδικιῶν, ἀλλὰ παρεῖδεν ἐν τῇ ἀκαθέκτῳ πρὸς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ὁρμῇ του, παρεῖδε τὰ σπουδαῖα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔνθεν κἀκεῖθεν καταπατεῖ καὶ παρορᾷ. Εἰς τοῦτο θέλω καλέσει τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Ὅ,τι δὲ καθιστᾷ ἀκόμη προδηλότερον τὸ πλημμελὲς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ὅτι εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν, Κύριοι, ὑπάρχει αὐτόχρημα τοιαύτη διάταξις. Εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν, εἶπον, ἂν καὶ δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ προστρέχωμεν εἰς τὰς νομοθεσίας τὰς ξένας, ὁσάκις μάλιστα πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ποινικὰ νομοθετήματα, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι αἱ ξέναι νομοθεσίαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις μελετῶν, ὡς ἀφετηρία σκέψεων, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀντιγράφωμεν τὰς νομοθεσίας τὰς ξένας, ἵνα τὰς ἐγκαταστήσωμεν παρ’ ἡμῖν, διότι ὅ,τι θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι λαμπρὰ διάταξις διὰ τὸν Ἄγγλον, ὅ,τι ἠδύνατο διὰ τὸν Ἰταλὸν νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτον, διὰ τὸν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ συνήθισεν οὐδὲ προέκυψεν ἐκ τῆς κοινῆς περὶ τοῦ θεσμοῦ συνειδήσεως αὐτοῦ, δὲν εἶναι πρόσφορον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς εἶπον, οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου βλέπω κρατοῦσαν. Παρεμφερῆ διάταξιν συναντῶμεν ἐν τῷ Γερμανικῷ κώδικι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ συναντῶμεν τὴν καταδίκην τῆς παρεμφεροῦς αὐτῆς διατάξεως, καὶ συναντῶμεν τὴν καταδίκην αὐτῆς κατὰ τρόπον τοσοῦτον ἐμφανῶς πείθοντα ἡμᾶς ὅτι ἀπέτυχε καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὥστε θὰ ἦτο τῳόντι τολμηρὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιμένων εἰς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ νομοθετήματος. Ἀπέτυχε δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκρίθη ἀπαραίτητον νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖται ἡ διάταξις, ἢ μᾶλλον ἀναιρεῖται ἡ αὐστηρότης τοῦ ποινικοῦ Γερμανικοῦ νόμου καὶ γίνεται δεκτὸν ἔνδικον μέσον εἰς τὸν ἀπολειπόμενον κατὰ τὴν δίκην κατηγορούμενον. Τὴν ἀνάγκην αὐτὴν κατεῖδον ἐν Γερμανίᾳ, καὶ τί νομίζετε ἀναγράφουσιν εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθη, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἡ παρεμφερής, λέγω, οὐχὶ ὁμοία, διάταξις πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν; Παρετηρήθη, λέγουσιν, ἐν Γερμανίᾳ ὅτι ἡ πρακτικὴ τῶν Δικαστηρίων ποῦ μὲν καθιέρωσε τραχύτητας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὸν Γερμανὸν δικαστὴν νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν, ποῦ δέ, ἔτι χεῖρον, ἠνάγκασεν ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἄσπλαγχνος, ἡ ἀντικειμένη εἰς τὴν αἰωνίαν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου περὶ τῆς προσεγγίσεως πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν, ἠνάγκασε τὸν Γερμανὸν δικαστὴν νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐπὶ τοσοῦτον τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὥστε κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται πλέον ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας αὐτῆς. Ἂν τοῦτο ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ, ἂν οἱ Γερμανοὶ δικασταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ κειμένου τοῦ νόμου ἕνεκα τῶν τραχυτήτων, τὰς ὁποίας τὸ κείμενον αὐτὸ δύναται νὰ προκαλέσῃ κατὰ τῶν κατηγορουμένων, ἂν ἐκεῖ ἐπῆλθε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, φαντάσθητε ἂν εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ εἶναι ἀνεκτὸν τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, τὴν ἀκολασίαν εἰς τὰς ποινικὰς δίκας, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθῇ ἡ εὐκοσμία ἡ δικαστικὴ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν κατηγορουμένων, ἀλλὰ διαφέρει πολὺ ἡ σκέψις περὶ ἐξευρέσεως τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀκολασίαν αὐτήν, διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀναίρεσιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον πλὴν τῶν ποινικῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγεται κατά τινος μὴ ἀκουσθέντος πολίτου, ὁ ὁποῖος πάντως εἶχε δικαίωμα ν’ ἀκουσθῇ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ἐπάγεται ὅμως καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀδιόρθωτον. Ὅπως γνωρίζετε, Κύριοι, ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων εἰσάγονται καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀπαιτήσεις τοῦ ζημιωθέντος. Εἰς τὰς πολιτικὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ζημιωθέντος ὁ δικαστὴς εἶναι δεδεσμευμένος· ἐκεῖ δὲν ζητεῖ τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν. Ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς Δικονομίας νὰ δεχθῇ τὴν πρόχειρον ἀλήθειαν, ἣν ἐμφανίζει τὸ τεκμήριον τῆς μὴ ἀντικρούσεως. Ὁ κατηγορούμενος ἀπολείπεται, ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ ἀποτελεῖ, ὡς εἴρηται, ἀλήθειαν διὰ τὸν ποινικὸν δικαστήν, καὶ ἐνῷ καταδικάζεται ὁ κατηγορούμενος ἐρήμην εἰς πέντε ἢ δέκα ἡμερῶν, εἰς ἑνὸς ἢ καὶ πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, συγχρόνως συγκαταδικάζεται εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς πολιτικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τὸν παθόντα δραχμῶν ὁσουδήποτε ποσοῦ, τὸ βάρος τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δύναμιν εἰς ἀπότισιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ καταδικασθέντος. Καταδικάζεται εἰς χιλίας δραχμὰς ὁ μὴ δυνάμενος ν’ ἀποτίσῃ τὰς χιλίας δραχμάς, ἢ καταδικάζεται εἰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς ἕτερος συντριβόμενος διὰ τῆς καταδίκης ταύτης ἢ τέλος καταδικάζεταί τις εἰς ποσόν, ὅπερ πάντως δὲν δύναται νὰ ἀποτίσῃ. Ἐναντίον, Κύριοι, αὐτῆς τῆς καταδίκης —καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου—, ἐναντίον τῆς ἀμέτρου αὐτῆς καταδίκης, Κύριοι, οὐδὲν φάρμακον ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ οὔτε καὶ δύναται νὰ ἐξευρεθῇ καταφυγή τις ἄνευ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ κρατοῦντος δικονομικοῦ παρ’ ἡμῖν συστήματος. Ἤκουσα, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ θεραπεία τις πρόχειρος καὶ ἐμπειρική, δὲν γνωρίζω ἀκόμη τὴν θεραπείαν αὐτήν, διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτῆς, οὐδὲ γνωρίζω, ἂν θὰ γίνῃ τοιαύτη. Ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, καὶ εὑρίσκω, ὅτι, ἐὰν ὅλας τὰς ἀρετὰς τοῦ κόσμου ἔφερε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν εἶχε τὰς πλημμελείας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως, τοῦτο τὸ ἀδιόρθωτον ἐλάττωμα αὐτοῦ καὶ μόνου θὰ ἦτο ἱκανόν, ἵνα πείσῃ πάντας, οἱ ὁποῖοι ἀναμετροῦσι τὰς συνεπείας, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως καταψηφίσωμεν αὐτοῦ.

§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀνακοπὴ τί γίνεται;

§121Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ. Δὲν ὑπάρχει ἀνακοπή.

§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πλανᾶσθε.

§123Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Θὰ ἤμην εὐτυχής. (Χειροκροτήματα). Εἶπον ὅτι εὔχομαι νὰ πλανῶμαι, διότι ὄντως μία τοιαύτη πλημμέλεια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκατανόητος, προερχομένη ἀπὸ εἰσηγητὴν μελετηρόν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ βλέπῃ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαπραγματεύεται, ἀπὸ εἰσηγητήν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ εὐδοκιμώτατα καὶ διαπρεπέστατα ἐδικηγόρησεν, ἀπὸ εἰσηγητήν, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἴδῃ πολλάκις στεφομένας ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων τὰς λαμπρὰς αὐτοῦ ἀγορεύσεις, ὅπως εἶδε χειροκροτουμένας τὰς ἄλλας ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ἀπὸ τοιοῦτον εἰσηγητήν, τοιαύτη κεφαλαιώδης πλημμέλεια εἶναι ἀσύγγνωστος τῳόντι, καὶ θὰ μὲ καθίστα εὐτυχῆ ἡ ἀπόδειξις ὅτι πλανῶμαι. Ἀλλὰ δυστυχῶς νομίζω ὅτι δὲν πλανῶμαι, διότι αἱ περιπτώσεις τῆς ἀναποφεύκτου ἐρημοδικίας, ἐὰν ἔχωμεν δικαστὰς θέλοντας νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, ἐὰν ἔχωμεν δικαστὰς εὐσυνειδήτους, ὅπως εὔχομαι νὰ ἔχωμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς στενὰς τοῦ νομοσχεδίου ῥήσεις. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν λόγους ἀνακοπῆς, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ ὁ κατηγορούμενος εἰς τὴν ἀνακοπὴν ταύτην, ἐὰν ὅμως ἀπολειφθῇ καὶ δὲν ἐμφανισθῇ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσάγεται πρὸς ἐκδίκασιν ἡ ἀνακοπή του, ἐξ οἱουδήποτε κωλύματος, ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθεν ἀνεπανόρθωτος· οὔτε ἀνυπέρβλητος αἰτία, οὔτε ἀνωτέρα βία, οὔτε ἀδυναμία σώζουσι τὸν ἀτυχήσαντα. Ἐδῶ εἶναι κεκλεισμένη, Κύριοι, ἡ θύρα, δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι πάντοτε ἀπαράδεκτος. Καὶ ἰδοὺ πάλιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν διακεκριμένον εἰσηγητήν, ἰδοὺ πάλιν μία κατάργησις μιᾶς κεφαλαιώδους, μιᾶς μεγάλης ἀρχῆς ἐπίσης τοῦ δικαίου. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν θέτομεν κανόνας δικαίου, ἀλλά, ἐνῷ θέτομεν κανόνας νέου δικαίου, δὲν καταργοῦμεν τοὺς παλαιοὺς καὶ ἰδίᾳ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καταργῶμεν τοὺς κανόνας, οὓς ἐθεμελίωσε καὶ ἐστήριξεν ἡ σοφία τῶν αἰώνων, βεβαίως δὲ ἡ σοφία τῶν αἰώνων καθιέρωσε τὸν κανόνα, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὰ ἀδύνατα οὐδεὶς ὑποχρεοῦται. Ἀλλ’ οὔτε τὴν ἀδυναμίαν αὐτὴν εὐηρεστήθη ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναγνωρίσῃ. Δευτέρα ἀνακοπή, Κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτος. Ἀπελείφθη ὁ κατηγορούμενος δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνακοπήν, ἀπελείφθη, διότι ἦτο φύσει ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀπελείφθη, διότι εἶχε 40 βαθμῶν πυρετόν, ἀπελείφθη, διότι ἀσθενεῖ ἢ ἀπέθανεν ἡ σύζυγός του ἢ ὁ πατήρ του ἢ τὸ τέκνον του, ἀπελείφθη, διότι κατέπεσεν ἡ γέφυρα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἦτο τὸ Δικαστήριον, ἀπελείφθη, διότι μία θύελλα τὸν παρεκώλυσε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀπελείφθη ἀπὸ οἱανδήποτε ἀδυναμίαν· ἡ ἀδυναμία αὐτὴ οὐδεμίαν ἔχει θέσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· εἶναι κεκλεισμένα τὰ ὦτα τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ἀκούσωσιν, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐμφανισθῇ. Νομοσχέδιον, Κύριοι, λοιπόν, τὸ ὁποῖον περιέχει αὐτὰς τὰς δύο κεφαλαιώδεις πλημμελείας, τὴν πλημμέλειαν τῆς δυσχερεστάτης ἀποδοχῆς τῆς πρώτης ἀνακοπῆς, τὴν πλημμέλειαν τοῦ ἀπολύτως ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, νομίζω ὅτι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἄνευ παραβάσεως τῶν στοιχειωδεστέρων ἡμῶν καθηκόντων καὶ ὡς νομοθετῶν καὶ ὡς πολιτῶν νὰ γένηται δεκτόν. Εἶναι πιθανὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ψηφίσῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἡ πλειονοψηφία αὕτη τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἡ πλειονοψηφία αὕτη τὰς γνώμας τῆς κοινωνίας, ἃς ὀφείλει διὰ τοῦ κύρους αὑτῆς πάντοτε νὰ περιβάλλῃ. (Χειροκροτήματα). Θέλομεν, Κύριοι, λοιπὸν νὰ νομοθετῶμεν, ὅπως νομοθετοῦσιν ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου; Δηλαδὴ πρέπει αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν νὰ εἶναι τὸ ἀπαύγασμα καὶ ἡ ἀπόρροια τῆς κοινῆς θελήσεως, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ κυροῦμεν καὶ πιστοποιοῦμεν; Ἐὰν τοῦτο θέλωμεν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ἐδέχθημεν τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, καίτοι περιέχει φόρτον διατυπώσεων, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἴσως δυσεφάρμοστον αὐτό. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἐψήφισα τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἐψήφισα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μετ’ ἐπιφυλάξεως, ἀλλὰ θὰ καταψηφίσω τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ.

§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφιβόλως, κύριοι Βουλευταί, τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξάγεται ἤδη ἡ συζήτησις, περιέχει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου· περιέχει τὰς θεμελιώδεις βάσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθη τοῦτο· περιέχει τὸν θεμελιώδη σκοπόν, τοῦ ὁποίου τὴν πλήρωσιν ἐπιδιώκει. Ἐξετίμησα προσηκόντως τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ταύτην τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐξετίμησα τὴν ἀφετηρίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμήθησαν αὗται καὶ τὰ φιλελεύθερα φρονήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεπνεύσθησαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν τούτοις νὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ παράπαν δεδικαιολογημένοι οἱ διατυπωθέντες φόβοι τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει δῆθεν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, τῶν κινδύνων νὰ μείνῃ ἀνυπεράσπιστος ἔστω καὶ μίαν φορὰν ὁ κατηγορούμενος. Διότι ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι, καὶ ἐὰν διὰ μίαν ἔστω φορὰν ὑπῆρχε τοιοῦτος κίνδυνος, ἐνδεδειγμένον εἶναι νὰ ληφθῶσι πάντα τὰ προσήκοντα μέτρα εἰς ἀποτροπὴν τούτου καὶ νὰ παροραθῶσι σκέψεις ἄλλαι, οἱασδήποτε φύσεως, διὰ νὰ μὴ κινδυνεύσῃ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ σκεφθῇ τις ἄλλως. Ἀντιλήψεις διάφοροι, οἱουδήποτε εἴδους, ἔπρεπε πᾶσαι νὰ ὀπισθοχωρήσωσιν ἀπέναντι τῆς ἀπολύτου προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ ζήτημα ὅμως κεῖται ἐνταῦθα· μήπως ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα, καὶ μήπως πλανώμενοι ἀνευρίσκομεν κινδύνους ἐκεῖ, ὅπου πράγματι δὲν ὑφίστανται τοιοῦτοι, καὶ μήπως ὑπὸ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας κινδυνεύομεν νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς τὴν ἐφεστῶσαν ἀκολασίαν. Ὑπεστηρίχθη ὅτι οὐδέποτε νομοθεσία περιέχει διάταξιν τοιαύτην, ὡς πρὸς τὴν ἐρημοδικίαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς· ὅτι ἡ νομοθεσία ἡ Γερμανικὴ περιέχει μόνον τοιαύτην διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐπεμελήθησαν ἐκεῖ νὰ καταργήσωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὰς ἀδικίας, ὧν ἐγίνετο πρόξενος. Ἐξελέγη, Κύριοι, καὶ ἀπὸ ἄλλου βήματος, ἐξελέγη καὶ ὑπ’ ἄλλων ἐπιστημόνων τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ ἐκ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, ἵνα πολεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι κυριολεκτικῶς ἔδακον τὸ ἄγκιστρον.

§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδάγκασαν.

§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς καθιερώθη διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ καθαρεύουσα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμιλῶμεν εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ μέγιστον τῶν ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τοῦ ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ταύτης οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον διατρέχει ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ὅτι οὐδεμία ἀδικία ἀπειλεῖται, περιέχει αὐτὴ ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία καὶ νῦν εἶναι ἐν ἰσχύϊ, περιέχουσα διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς περίπτωσιν ἀνωτέρας βίας. Εἶπον ἡμῖν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἀπὸ τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει ὡς τραχεῖαν τὴν διάταξιν ταύτην, εἰσηγεῖται τὴν ἀπὸ ταύτης ἀπομάκρυνσιν καὶ τὴν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου καθιέρωσιν ἠπιωτέρων ἀρχῶν· τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ μετὰ μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν. Ἡ Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία, ἡ ἰσχύουσα καὶ ἤδη, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1898 ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη, ἔχει ἡλικίαν ὑπερτριακονταετῆ· ἐπὶ τοιαύτην σειρὰν ἐτῶν ἰσχύει καὶ ἐφαρμόζεται. Δὲν νομίζετε ἆρά γε, ὅτι μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριακονταετίαν, χωρὶς νὰ παραστῇ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ ἄμεσος ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει ἐναργῶς, κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι οὐδὲν πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον παρουσιάσθη, ὅτι οὐδεμία συνέβη ἀδικία ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς; Εἶναι δυνατὸν νὰ φιλονεικῶμεν σοβαρῶς, ὅτι ἡ Γερμανικὴ συνείδησις ἠνέχθη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης συντελούσης ἀδικίας, οἵας οἱ ἐνταῦθα ἀντιλέγοντες διατυποῦσιν, ἐπὶ τρεῖς ὅλας δεκαετηρίδας; Τὸ γεγονὸς ὅτι προτείνεται ἤδη ἡ μεταρρύθμισις δὲν ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου προτείνοντος τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ μόνης. Πρόκειται περὶ νέου κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Εἶναι δ’ εὔλογον, εἶναι εὐνόητον, ὅταν τις ἀνακαθαίρῃ διὰ κωδικοποιήσεως τὴν νομοθεσίαν, νὰ τακτοποιῇ αὐτήν, καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἀδικίαν παρουσίασαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, νὰ καθαίρῃ ἐπὶ τὸ προσῆκον καὶ νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τὸ ὀρθότερον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη καλούμεθα νὰ κρίνωμεν. Καλούμεθα νὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν— ὄχι ἐνδεχόμενον—ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐκτρέψῃ ἡμᾶς εἰς ἀδικήματα, ὄχι εἰς τραχύτητα, διότι, ἂν ἐκτρέψῃ εἰς τραχύτητα, ἐγὼ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ στέρξω τὴν τραχύτητα, ὅπως ἀνακόψω τὴν ὑφισταμένην ἀκολασίαν. Ἡ ἀδικία μόνη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀποφύγω, καὶ ἡ ἀδικία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πάντες ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐντεῦθεν ἐν τούτῳ: Διάταξις τοιαύτη, αὐστηροτέρα μάλιστα τῆς νῦν ὑπαρχούσης ἐν τῷ μεταρρυθμιζομένῳ νομοσχεδίῳ, ἐφαρμοσθεῖσα ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας ἐκεῖ, ἔνθα ἡ δικαιολογικὴ ἀντίληψις εἶναι τοσοῦτον ἀνεπτυγμένη, δύνασθε νὰ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι παρουσίασε καὶ ἓν ἀδίκημα, ὥστε νὰ μὴ ἐξεγείρῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἥτις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον κατάργησιν;

§127Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἑρμηνείας ἀπὸ τοῦ κειμένου; Διότι ἀπεμακρύνθη τοῦ κειμένου ἡ ἑρμηνεία.

§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἐξήγησα. Διότι ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ διατάξεων τοιαύτης φύσεως ἔχει κατ’ ἀνάγκην ἐλευθερωτέραν κίνησιν, ὅπως προσαρμόζῃ εἰς τὸν νόμον τὴν ποικιλίαν τῶν παραστάσεων. Θὰ σᾶς εἴπω δ’ ἀμέσως καὶ ἀναλυτικώτερον ποία κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ συζητουμένου κειμένου καὶ ἡ σχέσις τοῦ κειμένου τούτου πρὸς τὴν ἑρμηνείαν καὶ πρὸς τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ. Εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ τοιαύτης ὕλης τὸ κείμενον τοῦ νόμου νὰ προσαρμοσθῇ ποτε πρὸς τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις, τὰς ἀπείρους καὶ ποικίλας, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ στάδιον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εὐρὺ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὁρισμός τις τοῦ κωλύματος, καὶ ὁ ὁρισμὸς ἐτέθη. Ἐτέθη ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἐξ ἀνωτέρας μόνον βίας, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ ἡμῶν προσετέθησαν καὶ περιπτώσεις ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων δεδικαιολογημένου κωλύματος. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀνωτέρα βία; Καὶ τίνες αἱ περιπτώσεις τῶν ἀνυπερβλήτων αἰτίων; Ὅταν δὲν ἔχητε νόμον καθορίζοντα τί εἶναι ἀνωτέρα βία, τίνα εἰσὶ τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέσῃ τὸν νόμον ἐν τῷ καθορισμῷ; Ποῖος ἄλλος παρὰ ἡ κρίσις τοῦ δικαστοῦ; Ἡ κρίσις ἄρα τοῦ δικαστοῦ καλεῖται ἑκάστοτε, ὁδηγουμένη πλέον ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία τοῦτο μόνον τὸν ἐδίδαξε, νὰ εἶναι αὐστηρὸς ἐν τῇ κρίσει τοῦ κωλύματος, νὰ ὑπαγάγῃ τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Δύναται ἑπομένως νὰ εἴπῃ ὁ δικαστής· ἀνωτέρα βία δὲν εἶναι μόνον ἡ φυσική, δὲν εἶναι μόνον οἱ σεισμοὶ καὶ οἱ καταποντισμοί, δὲν εἶναι αἱ τρικυμίαι καὶ αἱ χιόνες· ἀνωτέρα βία εἶναι καὶ ἡ ψυχική, ἴσως ὑπερτέρα ἐκείνης· ἀνωτέρα βία εἶναι ἐνίοτε, καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ οἰκονομική. Ἰδοὺ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὡς ἀνωτέραν βίαν καὶ ἰδίᾳ ὡς ἀνυπέρβλητον κώλυμα ἀπουσίας (θόρυβος). Παρακαλῶ, ἡσυχεῖτε.

§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος.

§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι τὰ λέγει, ἀλλὰ διὰ τὸν θέλοντα νὰ ἀναγινώσκῃ, διὰ τὸν θέλοντα νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον καὶ ὁ δικαστὴς πάντοτε ἠθέλησε καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ θελήσῃ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτόν.

§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἀνάγνωσιν θὰ γνωρίζωσιν ὅλοι οἱ Βουλευταί. Ἀλλὰ δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτά. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θορυβεῖτε. Θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ οὐσίαν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὑμεῖς νομίζετε ὅτι πρὸς τὰς ἰδέας σας δὲν εἶναι ὑπηρετικὸν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου· ἐγὼ νομίζω ὅτι πρὸς τὰς ἰδέας σας, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ ἐμοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ συμπέσωσιν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ὑπηρετικὸν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτε, Κύριοι, τὸ κείμενον λέγει ὅτι ἀνακοπὴν ἐπιτρέπω ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας καὶ ἐξ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων, νομίζω ὅτι ὑπηρετεῖ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ὅταν προσηκόντως ἐξηγηθῶμεν. Κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, Κύριοι, καὶ τὴν ἡμετέραν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσωσι καὶ οἱ συνεχῶς διακόπτοντες, ἐννοοῦμεν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα καὶ ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ταύτην μόνον ὡς ἀνάγκην. (Ὡραῖα, ὡραῖα). Ἰδοὺ τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζομεν τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον. Δύο λοιπὸν εἶναι τὰ κύρια σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀγωνιζόμεθα νὰ στρέψωμεν τὴν ἡμετέραν νομοθετικὴν πρόνοιαν· κατάλυσις τοῦ δικαιώματος, ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης. Δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ εἴπῃ: ἐρημοδικῶ, διότι θέλω νὰ ἐρημοδικῶ· ἐρημοδικῶ, διότι δὲν θέλω νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ θέλομεν πλὴν ταύτης καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν νὰ περιορίσωμεν αὐτόν. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι παρ’ αὐτῷ καὶ ὡρισμένοι λόγοι κωλύοντες τὴν ἐμφάνισίν του εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλὰ λόγοι δευτερευούσης σημασίας. Θέλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅτι πρέπει οἱ λόγοι οὗτοι νὰ ὑποχωρήσωσι, πρέπει νὰ ὑποταχθῶσιν ἐνώπιον τῶν πρώτης σημασίας λόγων, ἐνώπιον τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ὑποταγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Πολιτείαν. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι κοινωνικοὶ ἢ οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως λόγοι δευτερευούσης σημασίας, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τὸν κατηγορούμενον κατὰ τὰς κοινωνικὰς ἢ τὰς παντοδαπὰς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου συνθήκας καὶ ἀντιλήψεις νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ἀξίωσιν ἔχομεν νὰ ὑποτάξῃ τοὺς λόγους τούτους, τὰς ἀνάγκας ταύτας εἰς τὸ καθῆκον τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν. Θέλομεν ὑπέρτερον τοῦτο, κατωτέρους ἐκείνους. Καὶ μόνον ὅτε ἡ μὴ προσέλευσις προῆλθεν ἐκ λόγων ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἐξ αἰτίων κρινομένων ἀνυπερβλήτων, τότε μόνον ἐννοοῦμεν νὰ συγχωρήσωμεν ταύτην. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Πολιτεία ἡ ἀξιοῦσα τὴν προσέλευσιν, καὶ θὰ ἀνακόψῃ τὸ ἄτομον τὸ μὴ προσερχόμενον; Ποῖον τὸ ὅριον τὸ χωρίζον τὰ τοιαύτης ἢ τοιαύτης φύσεως κωλύματα, τίς ἡ διαστέλλουσα ταῦτα γραμμή; Τὸ ὅριον τοῦτο θὰ καθορίσῃ βεβαίως ὁ δικαστής, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς ἀρχῆς· ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ὄχι μόνον τὴν φυσικήν, τὴν προερχομένην ἐξ ὑπερτέρων φυσικῶν αἰτίων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴσην δύναμιν πρὸς ταῦτα πολλάκις ἔχουσαν ἠθικὴν καὶ ψυχικὴν ἀνάγκην. Καὶ ἐξηγοῦμαι διὰ παραδειγμάτων. Βεβαίως εἰς περίπτωσιν ἀνωτέρας βίας, ἐκ φυσικῶν, ἐξ ὑλικῶν προερχομένης λόγων, εὑρίσκεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ἕνεκα τρικυμίας, ἕνεκα ἀποκοπῆς γεφυρῶν, ἕνεκα ἀσθενείας, ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων μνείαν ἐποιήσατο ὁ ἔντιμος συνάδελφος, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ἴσης δυνάμεως, ἂν μὴ ὑπερτέρας, ἀνάγκην ἀποτελεῖ καὶ ἡ ψυχικὴ βία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ τέκνον του ἑτοιμοθάνατον ἢ τὸ τέκνον του ἀσθενές, δεόμενον τῆς προστασίας ἐκείνου καὶ μὴ δυνάμενον ἄνευ ταύτης νὰ σωθῇ. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης μεγίστης ἐπιβολῆς οἰκονομικοὶ λόγοι, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις εἶναι ἴση ἐνίοτε πρὸς τὰ φυσικὰ ἐμπόδια, εἶναι ἀνυπέρβλητος. Ἐὰν πρόκειται ὁ καλούμενος νὰ ὑποστῇ οἰκονομικὸν ὄλεθρον, διὰ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, βεβαίως εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀνυπερβλήτου αἰτίου. Ἐὰν πρόκειται προσερχόμενος νὰ ὑποστῇ ἄλλους κοινωνικῆς δυνάμεως μεγίστης καὶ ἐπιβολῆς ἐξαιρετικῆς κινδύνους, βεβαίως εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀνυπερβλήτου αἰτίου, καὶ συνεπῶς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ μέτρον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διακρίνωμεν ἐν τούτῳ τὸ προσῆκον ὅριον; Ποία ἡ γραμμὴ ἡ χωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ καλουμένου ὡς μάρτυρος ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ; Ἡ γραμμὴ εἶναι αὕτη. Ἐννοοῦμεν οἱ λόγοι οἱ κωλύοντες τὴν προσέλευσιν νὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς σοβαροὶ καὶ ἐξαιρετικῶς σπουδαῖοι· νὰ εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐκτιμῶντος τὰς κατ’ ἰδίαν περιπτώσεις δικαστοῦ ὡς ἀνυπέρβλητοι, καὶ οὕτω νὰ τεθῶσιν ὑπέρτεροι, νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνώτεροι τῶν ἀξιώσεων τῆς Πολιτείας. Ἐὰν λόγοι δὲν ὑπάρχωσιν ἢ ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι δυνάμενοι εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν σχέσεις νὰ θεωρηθῶσι σοβαροί, δυνάμενοι κατὰ τὰς ἄλλας σχέσεις, κατὰ τὰς διαφόρους συνθήκας τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς εὔλογοι, ἐννοοῦμεν νὰ θεωρήσωμεν ἀδικαιολόγητον τὴν μὴ ἐμφάνισιν· διότι ἐννοοῦμεν, ὅπως τοὺς τοιούτους λόγους ὑποτάξωμεν ἐνώπιον τῆς Πολιτείας· ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ λόγοι οὗτοι, αἱ δευτερεύουσαι αὗται ἀνάγκαι, καὶ νὰ ὀρθωθῇ ἡ ἀξίωσις τῆς Πολιτείας, ὅπως ὁ κατηγορούμενος προσέλθῃ ἐνώπιόν της καὶ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Αὗται εἶναι αἱ ἀρχαί, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἠθελήσαμεν νὰ θεμελιώσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθελήσαμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα· ἠθελήσαμεν πρὸς τούτοις νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν, καὶ ὅταν προβάλληται στηριζομένη εἰς λόγους καὶ εἰς κωλύματα δευτερευούσης φύσεως. Ἠθελήσαμεν δὲ μόνον νὰ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὴν ὡς ἀνάγκην ὑπερτάτην, ὡς ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀπὸ λόγους ὄχι μόνον φυσικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λόγους ἠθικῆς, ψυχικῆς, κοινωνικῆς ἢ οἰκονομικῆς φύσεως ἐντελῶς ἐξαιρετικῆς, ἀπὸ λόγους ὑπερτέρους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποτάξωσι τὰς ἀξιώσεις τῆς Πολιτείας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀτόμου. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἡμετέρας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπώσεως, οὐδαμῶς δὲ διὰ τῆς τροπολογίας. Τὴν κρίσιν βεβαίως καὶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ὁρίου μεταξὺ τῶν λόγων ἐκείνων, τὴν διαστολὴν μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως καὶ τοῦ δικαιώματος, οὐδεὶς ἄλλος εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἐν τοῖς καθέκαστα ἢ ὁ δικαστής. Ὁ νόμος εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμῃ τι πλέον. Δὲν εἶμαι δ’ ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς τόσας ἄλλας περιστάσεις τῆς νομοθεσίας, καθ’ ἃς οἱ κίνδυνοι ἐκτιμῶνται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. «Κίνδυνοι ἐπικείμενοι καὶ σπουδαῖοι», λέγουσι τὰ κείμενα τοῦ νόμου. Τίνες οὗτοι; Τοὺς ἐκτιμᾷ ὁ δικαστής. Καὶ εἰς τὴν ἄμυναν καὶ εἰς τὴν ψυχολογικὴν βίαν καὶ εἰς τόσα ἄλλα σημεῖα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου διάφοροι καθορισμοὶ τοιοῦτοι ἐτέθησαν, δεικνύοντες εἰς τὸν δικαστὴν τὴν κρατήσασαν νομοθετικὴν ἀντίληψιν, καὶ καταλείποντες εἰς τοῦτον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμᾷ τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις καὶ προσαρμόζῃ ταύτας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι θὰ εὑρεθῇ δικαστὴς ὑπὸ τοιοῦτον κείμενον τοῦ νόμου, ἐπιτρέπον εἰς αὐτὸν νὰ δέχηται ἀνακοπὴν ἐκ λόγων ἀνυπερβλήτων αἰτίων οἱωνδήποτε, ἅτινα, ἐννοεῖται, οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκονται εἰδικῶς ἀναγεγραμμένα, δέχεσθε, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτε δικαστὴς νὰ ἀπορρίψῃ ἀνακοπὴν ἐκτρεπόμενος παρὰ τὴν θέλησίν του καὶ ἐκ νομικῆς ἀνάγκης εἰς ἀδικίαν; Δέχεσθε δηλαδὴ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν ὁ δικαστής, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀνακοπῆς θὰ ἦτο ἀδικία, καὶ ὅμως νὰ κωλύηται ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἀνακοπήν; Καὶ ἀφοῦ κώλυμα τοιοῦτον οὐδὲν παρεμβάλλεται, διατί ἀποκρούετε τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ παρέχονται νομοθετικαὶ ὁδηγίαι πρὸς ἐκτίμησιν τῶν λόγων, ὁδηγίαι, αἵτινες θὰ εἶναι σύμβουλος σοφὸς πρὸς τοῦτον, ἵνα προσαρμόσῃ τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις καὶ νὰ ἀποτρέψῃ πᾶσαν ἀδικίαν; Μή τις δὲ ἐξ ὑμῶν τολμήσῃ καὶ πάλιν νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ γίνῃ ἐχθρὸς τοῦ κατηγορουμένου· διότι, ἂν ἀπὸ τοιαύτης ἀφορμηθῆτε ἀφετηρίας, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ σώσων τὸν κατηγορούμενον· διότι πάντοτε εἰς χεῖρας τοῦ δικαστοῦ εὑρίσκεται.

§133Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ τὸν δεσμεύσῃ ἡ λέξις «πάντοτε» τὸν δικαστήν.

§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ «πάντοτε». Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν. Εἶμαι ἤδη εἰς τὴν πρώτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα, ἢ τουλάχιστον κατέστησα σαφεῖς τὰς γνώμας μου, πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὑπὸ τίνας ὅρους, ὑπὸ τίνας προϋποθέσεις. Ἐὰν οἱ ὅροι οὗτοι καὶ αἱ προϋποθέσεις αὗται εἶναι ἀληθεῖς καὶ συμπίπτωσι πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συναχθῇ ἐκ τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν νομίζω ὅτι δύναταί ποτε νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις τις, εἶναι ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου οὐδαμῶς παρεμποδίζει τὴν ἐξυπηρέτησιν τοιούτων ἰδεῶν καὶ τοιαύτης ἐφαρμογῆς, δὲν εἶναι τουτέστι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει θὰ ἐμποδίσῃ δικαστήν, θέλοντα νὰ προσαρμόσῃ τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις καὶ νὰ δεχθῇ ἀνακοπήν, ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν καὶ θὰ ἐκτραπῇ ἄκων εἰς ἀδικίαν προερχομένην ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου. Θέλω νὰ εἴπω συμπεραίνων ὅτι τὸ κείμενον ἔχει οὕτως, ὅτι ἡ διατύπωσις ἔχει οὕτως, ὥστε παρέχεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ στάδιον εὐρὺ νὰ προσαρμόσῃ τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις ἀποφεύγων πᾶσαν ἀδικίαν. Ἀλλὰ παρετηρήθη ἄλλο τι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, τί θὰ γίνῃ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἡ πολιτικὴ ἀγωγή; Ἐσκέφθη δὲ ὅτι ἐρήμην δικαζομένου τοῦ κατηγορουμένου θὰ ἐπιδικασθῇ ὡς ὡμολογημένη δυνάμει τῆς εἰκαζομένης ἀληθείας ἡ πολιτικὴ ἀγωγή, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ θεσπισθῇ, ὅπως καὶ αὕτη ἐξετάζηται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἐξωδίκως μοὶ ὑπεβλήθη τοιαύτη τις παρατήρησις, ἀναχωρῶν ἀπὸ προϋποθέσεως ἄλλης κατ’ ἐξοχὴν θεωρητικῆς ἔκρινα ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον, ἵνα τὸ τεκμήριον τῆς ὁμολογίας καταργηθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐξετάζωνται ἐξ ἐπαγγέλματος ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀποζημιώσεις. Παρατηρῶ ὅμως ἐξ ὅσων εἶπεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ θεωρητικὴ αὕτη κρίσις ἄλλον ἔχουσα σκοπὸν καὶ ἄλλην ἀξίαν δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνέπνεε καὶ τοῦτον τὸν ὑποβαλόντα τὴν παρατήρησιν. Οὗτος φαίνεται φοβούμενος ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιγίγνεται ἀδικία εἰς τὸν κατηγορούμενον εἰς τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων καθώρισε τὸ ποσόν, καὶ δὲν εὗρε τρόπον ἀποτροπῆς τοῦ κινδύνου τούτου, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐνῷ παραδόξως τὸν κίνδυνον τοῦτον δὲν ἐφάνη φοβηθείς, τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ κατηγορουμένου.

§135Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶπον ὅτι δύναται τέλος πάντων νὰ θεραπευθῇ ἐκεῖνος.

§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, ἐὰν οὗτος θεραπεύηται, ὁμοίως καὶ συγχρόνως θεραπεύεται καὶ ἐκεῖνος. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις κίνδυνος νὰ δικασθῇ ἀναπολόγητος ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν τρέξῃ κίνδυνον ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ἐλευθερία, ὁ κίνδυνος βεβαίως οὗτος εἶναι θεωρητικῶς τοὐλάχιστον μεγαλείτερος ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον θὰ διατρέξῃ ἡ ἐπιδίκασις τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς.

§137Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μὲ τὴν ἑξῆς διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν τῶν πολιτικῶν ἀποζημιώσεων ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἀγωγήν, ἐνῷ ἐρευνῶν τὴν ἀγωγὴν καὶ μὴ γνωρίζων ὅλα τὰ περιστατικὰ δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα εὐνοϊκώτερον.

§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι ἡ κρίσις καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς ταύτην ὁ δικαστὴς ὡς πρὸς τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, συμφέρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ συνεφέλκεται καὶ τὴν τύχην τῆς ἀστικῆς ἀγωγῆς. Διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι οὑτωσὶ ἐξετάζων ὁ δικαστής, καὶ ὀφείλει οὕτω νὰ ἐξετάσῃ, τὰ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου, φρονεῖτε ὑμεῖς ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν;

§139Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τί νὰ ἀθωώσῃ;

§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι ἐδικάσθη ὁ κατηγορούμενος, ἀποδειχθείσης τῆς ἐνοχῆς του καὶ δι’ ἔλλειψιν ἀντιρρήσεων ἐπεδικάσθη ἡ πολιτικὴ ἀγωγή· σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀνακοπῆς; Μήπως ἡμεῖς ἐνταῦθα ἀπεκρούσαμεν τὴν ἀνακοπήν; Ἀπεκρούσαμεν αὐτὴν διὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας σπουδαίως τυγχάνει δικαιολογημένη; Βεβαίως ὄχι. Ὁ κατηγορούμενος ἄρα, ὅπως καὶ διὰ τὴν κατηγορίαν, οὕτω καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν οὐδαμῶς ἀδικεῖται. Διότι περὶ ἀμφοτέρων εἰδοποιεῖται ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὅτι, ἂν δὲν προσέλθῃ, θὰ δικασθῇ ἐρήμην καὶ καταδικαζόμενος εἰς τὴν δημοσίαν ποινὴν θὰ καταδικασθῇ καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Θὰ ἔχῃ δὲ δικαίωμα ἀνακοπῆς τῆς ἀποφάσεως διὰ τε τὴν ποινὴν καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις, μόνον ἂν ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν δίκην. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι καὶ διὰ τὴν ποινικὴν καὶ διὰ τὴν μετ’ αὐτῆς συνεκδικαζομένην πολιτικὴν ἀγωγὴν δικαίωμα αὐτὴ ἡ ἀνακοπή. Γνωρίζει δὲ ὁ κατηγορούμενος ὅτι, καὶ διὰ νὰ δικάσῃ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, πρέπει νὰ προσέλθῃ, καὶ τότε δικαιοῦται νὰ μὴ προσέλθῃ, ὅταν ἔχῃ σπουδαῖον καὶ ἀνυπέρβλητον λόγον. Ἐὰν τοιοῦτον λόγον δὲν ἔχῃ καὶ προσέλθῃ, ἰδοὺ ὅτι κατ’ ἀντιμολίαν θὰ δικασθῇ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν καὶ ἰδιωτικὴν ἀγωγὴν καὶ θὰ ἀκουσθῇ. Ἐὰν σπουδαῖον ἔχῃ λόγον νὰ μὴ προσέλθῃ, οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι ἀνακόπτων τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταδίκην εἰς δημοσίαν ποινήν, συνανακόπτει ταύτην καὶ διὰ τὴν ἀστικὴν ἀγωγήν. Καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λειτουργήσωσι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ποινήν, θὰ εἶναι λόγοι συλλειτουργοῦντες καὶ διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀνακοπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Δὲν βλέπω ἑπομένως τοὺς προβληθέντας κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἀλλαχοῦ νὰ ὁδηγήσωσι· δὲν βλέπω τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀνευρίσκει ὁ κ. συνάδελφος.

§141Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κίνδυνος εἶναι εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν.

§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὸ εὔλογον τῆς παρατηρήσεώς σας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐξετάσω, ὅταν φθάσω ἐκεῖ. Ἐν τούτοις πρὸς στιγμὴν ἀνοίγω μίαν παρένθεσιν, ἵνα ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν παρατήρησίν σας· μοὶ εἶναι δὲ ἡ διακοπή σας κατ’ ἐξοχὴν χρήσιμος, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ἱκανὰ εἶναι τὰ λεχθέντα περὶ πρώτης ἀνακοπῆς· καὶ ὑμεῖς ὁ τοσαύτην πεῖραν ἔχων, ὁ τοσαῦτα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰπών, ὁμολογεῖτε ἤδη ὅτι δὲν διαβλέπετε κίνδυνόν τινα εἰς τὴν πρώτην ἀνακοπήν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσί τινες νὰ ἐπιτρέψωμεν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι καὶ αἱ γενόμεναι ἐν τούτῳ παρατηρήσεις, παρὰ τὴν σπάνιν τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεδείχθησαν, εἶναι ἄξιαι λόγου καὶ δέον νὰ ἐρευνηθῶσιν. Ἡ σπάνις τῶν περιπτώσεων καὶ ἡ σπάνις τῶν κινδύνων εἶναι αὐτόφωρος. Δύναταί τις ἴσως ἐξωθῶν τὰς σκέψεις του νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀμφίβολον, ἄν ποτε τύχῃ νὰ ἐμφανισθῇ κίνδυνος καὶ δευτέρας ἐρημοδικίας δεδικαιολογημένης κατὰ τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θέλω ὅμως διὰ τούτου νὰ εἴπω ὅτι εἶναι καὶ ἀδύνατος· ἀρκεῖ δὲ ἀληθῶς νὰ μὴ εἶναι ἀδύνατος, ἵνα ἐμβάλλῃ εἰς σκέψεις καὶ μερίμνας, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος, ὁσονδήποτε σπάνιος καὶ ἂν εἶναι καὶ μεμακρυσμένος. Τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζω πληρέστατα, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελέ τις μὲ πείσει ὅτι κίνδυνος τοιοῦτος, ἔστω σπανιώτατος, ἐντελῶς ἐξαιρετικὸς καὶ μεμακρυσμένος, δύναται νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἀναπότρεπτος, ἐνδεδειγμένον εἶναι νὰ εὕρωμεν τρόπον ἀποτροπῆς αὐτοῦ καί, ἂν τοιοῦτον δὲν εὕρωμεν, νὰ ἐπιτρέψωμεν δευτέραν ἀνακοπήν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἐν τούτοις νὰ νομίζω ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος ἀναπότρεπτος δὲν ὑφίσταται. Ἔχομεν ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον σπανιωτάτας τὰς περιπτώσεις τῆς ἐρημοδικίας, ἄρα σπανιωτάτας τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνακοπῆς. Ἔχομεν τοὺς ἀνακόπτοντας, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑποχρεωθῶσιν, ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν εἶναι, ὅπως προσέλθωσιν εἰς συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ 15 ἢ μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συντάξεως τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ ἐρωτῶσιν· ὁσονδήποτε σπάνιαι καὶ ἂν ὦσιν αἱ περιστάσεις, εἶναι ἆρά γε ἀδύνατον μεταξὺ τῶν σπανίων περιστάσεων νὰ ὑπάρξῃ καὶ δεύτερος βαθμὸς σπάνεως, καὶ νὰ μὴ συμβῇ κάτι τι εἰς τὸν ἀνακόψαντα κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα τῶν 15 ἢ 20 ἡμερῶν, μεταξὺ τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐκδικάσεως αὐτῆς, καθιστῶν ἀδύνατον τὴν προσέλευσίν του; Ἀδύνατον δὲν εἶναι. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προσέθετον ὅτι, καὶ δικαίωμα πρὸς δευτέραν ἀνακοπὴν ἐὰν δώσητε, πάλιν ἀδύνατον δὲν εἶναι νὰ συμβῇ τὸ αὐτό. Ἀδύνατον δὲν εἶναι ὁ κατηγορούμενος φυλακισμένος ὢν νὰ ἀσθενήσῃ λ. χ. καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ προσέλθῃ. Ἀδύνατον δὲν εἶναι νὰ συμβῇ τοῦτο καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ δεκάκις. Πρέπει λοιπὸν διὰ τοιαύτας ἀπολύτως μοναδικὰς καὶ ἐξεζητημένας περιστάσεις νὰ ἱδρύσωμεν δέκα ἀνακοπάς; Ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέτρον ἀποτροπῆς τοῦ τοιούτου κινδύνου τοῦ εἰς σπανιωτάτας περιστάσεις δυναμένου ἴσως νὰ ἐμφανισθῇ; Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει προχειρότατον ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, μέτρον οὐχὶ ἄγνωστον ἤδη καὶ ἐκ τῆς καθ’ ἡμέραν ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς παρορῶμεν. Πρέπει τάχα νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ διάταξις τῆς ποινικῆς δικονομίας τοῦ ἄρθρου 339, ἥτις ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδαμῶς μεταβάλλεται, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν προθεσμίαν τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι διάταξις δυνητική; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 339 τῆς ἰσχυούσης δικονομίας λέγει ὅτι ἡ ἀνακοπὴ δικάζεται τὴν πρώτην εἰς τὴν προσεχῆ ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ συνεδρίασιν. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἡ μεταρρυθμίζουσα ταύτην ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ὁρίζει ὅτι δικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέρας. Ἐρωτῶ· διατί νὰ ἐγερθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἰς τὴν συνείδησιν οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν παρακολουθοῦντος ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα ἢ ἑρμηνεύοντος τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὡς εἶναι καὶ εὐλόγως ἐθεωρήθη ἀείποτε, καὶ τῆς δικονομίας ἀντίστοιχος ἁπλῶς δυνητικὴ καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰς καταδιωκτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ Δικαστήρια; Καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ὁσάκις εὑρεθῶσιν οὐχὶ ἀπέναντι τοιαύτης περιστάσεως διὰ τὸν ἀνακόπτοντα ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπολαμβάνομεν, ἀλλὰ καὶ ὀλιγώτερον σοβαρᾶς καὶ σπουδαίας, δὲν εἰσάγουσι τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰς ἀνακοπὰς εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς συζήτησιν εἰς ταύτην τὴν δικάσιμον, ἀλλ’ εἰς ἑτέραν ὁριζομένην διὰ νέας κλήσεως; Καὶ ἀφοῦ τοιοῦτον εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου, καὶ ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ εὐχέρεια τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ἐρωτῶ ὑμᾶς· πείθεσθέ ποτε, ὅτι εἰς μίαν σπανιωτάτην περίπτωσιν καὶ τόσῳ ἐξαιρετικὴν περίστασιν, ἥτις ἤθελεν ἐμφανισθῆ εἰς τὸν ἀνακόψαντα κατηγορούμενον, ἀδυνατοῦντα νὰ προσέλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του, πείθεσθε ὅτι ἡ περίστασις αὕτη, φερομένη ὁπωσδήποτε εἰς γνῶσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Δικαστηρίου, εἴτε ὑπὸ τοῦ δικηγόρου τοῦ ἀνακόψαντος κατηγορουμένου, εἴτε ὑπ’ αὐτοῦ τούτου, εἴτε ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου, δύνασθε σπουδαίως ποτὲ νὰ πεισθῆτε ὅτι θὰ ἀρνηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀποσύρῃ καὶ νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς συζήτησιν;

§143Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀρνηθῇ νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἀποσύρῃ.

§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ γνώμη του αὕτη εἶναι σεβαστή, ἀλλ’ ἀντιτίθεται πρὸς τὴν σταθερὰν καὶ ὀρθὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον 339 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν σταθερὰν ἐφαρμογήν, ἥτις ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἂν τὸ ἐφήρμοσαν ἢ οὐ πάντοτε οἱ Εἰσαγγελεῖς· ἐξετάζω ὅμως τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς πλὴν τῆς μεμονωμένης γνώμης τοῦ κ. συναδέλφου δύναται νὰ φιλονεικήσῃ, ὅτι ἡ διάταξις ἐθεωρήθη καὶ εἶναι πάντοτε δυνητική. Ἔχουσιν ἑπομένως τὴν εὐχέρειαν οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ μὴ εἰσάγωσι πρὸς συζήτησιν τὰς ἀνακοπὰς ταύτας. Καὶ ὅτε ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν εὐχέρειαν ταύτην, ἐρωτῶ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις, ὅτι περίπτωσις τοιαύτη γνωστὴ ἁπλῶς γενομένη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δὲν θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπήν;

§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν τὴν εἰσαγάγῃ;

§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο πάλιν ἐάν· ἐγὼ οὐδέποτε φαντάζομαι τοῦτο, ἔχων μάλιστα ὑπ’ ὄψει μου τὰ μέχρι νῦν δεδομένα, οὐ μόνον ἐν ποινικαῖς, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἐν ἀστικαῖς δίκαις. Διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι περιστάσεις ὑπῆρξαν πολλαί, καθ’ ἃς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν εἶχον τὰ Δικαστήρια νὰ δικάσωσιν εἰσαγομένας ἀνακοπάς, ἐρήμην τῶν ἀνακοπτόντων ἀστικὰς διαφοράς, καὶ ὅμως ἐξ αὐτοβούλου καὶ οὐχὶ νομίμου, ἀλλὰ προσηκούσης καὶ συνετῆς μερίμνης πρὸς παραφυλακὴν τῶν ἰδιωτικῶν δικαίων, ἀπέσχον νὰ δικάσωσι πολλάκις τὰς ἀνακοπὰς, καὶ ὑπέδειξαν εἰς τοὺς διαδίκους νὰ ἀποσύρωσι ταύτας. Ἀλλά, ἐὰν τοῦτο σπανίως συνέβη εἰς ἀστικὰς διαφοράς, ἐρωτῶ ὅσους προσήγγισαν τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, ἂν δὲν γνωρίζουσι μυρίας περιστάσεις οὐχὶ τόσον σοβαράς, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον, καθ’ ἃς εἴτε οἱ Εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ ἀπέσυραν, εἴτε αὐτὰ ταῦτα τὰ Δικαστήρια ὑπέδειξαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ ἀποσύρωσι τὰς εἰσαχθείσας δικογραφίας.

§147Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα· τιμωροῦνται.

§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πεπλανημένη ἀντίληψις τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις αὕτη.

§149Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐννοεῖτε κατηγορουμένους κατοικοῦντας ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου καὶ δυναμένους νὰ καταστήσωσι γνωστὰ τὰ γεγονότα ταῦτα εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ διὰ κατοικοῦντας μακρὰν τῆς ἕδρας;

§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι προχειροτάτη. Ἐν πρώτοις ὁ ἀνακόψας κατηγορούμενος, ὁ γνωρίζων ὅτι ἡ ἀνακοπή του δικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέρας, δύσκολον εἶναι νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν θὰ διώριζε συγχρόνως καὶ τὸν δικηγόρον του, ὅστις θὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἐγένετο, φρονεῖτε σπουδαίως ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς περὶ τοῦ συμβάντος εἰς τὸν ἀνακόπτοντα; Νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, εἴτε δι’ ἐπιστολῆς, εἴτε διὰ τηλεγραφήματος, εἴτε διὰ δικηγόρου νὰ καταστήσῃ γνωστὸν τὸ κώλυμα; Φρονεῖτε ὅτι τοιαύτη δυσκολία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ, ὥστε νὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ συνεννόησις πρὸς τὸ Δικαστήριον; Αὐτὸ φαντάζεσθε;

§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀκριβῶς.

§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαύτας διαρκεῖς ὑποψίας καὶ ἐκζητήσεις περιστάσεων, αἵτινες οὐδαμοῦ φαίνονται στηριζόμεναι, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὑπὸ τοιούτους φόβους καὶ ὑπὸ τοιαύτην συρροὴν περιστάσεων, ἀσυλλήπτων καὶ εἰς τὴν φαντασίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ θεμελιώσητε κείμενα νόμων. Ἐν ᾧ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἣν ἀνέπτυξα ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος δικαιολογῶν ἰδίαν νομοθετικὴν πρόνοιαν, εἰς θεμελίωσιν μάλιστα δευτέρας ἀνακοπῆς. Καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην, ἐν παρόδῳ λέγω τοῦτο, σκεπτόμενος τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε τυχὸν γίνει νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον, εἶχον σκοπὸν νὰ καταστήσω δήλην εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς καὶ δι’ ἰδίας ἐγκυκλίου νὰ ὑποδείξω τὴν δυνητικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, νὰ ὑποδείξω τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴν καὶ νὰ ὑποδείξω ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν εἰσαχθῆ ἡ ἀνακοπὴ καὶ δὲν παρίσταται ὁ κατηγορούμενος, πρέπει ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ὁδηγὸν ἔχουσα ταύτην τὴν διάταξιν καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, νὰ σκεφθῇ, ὅπως μὴ εἰσαγάγῃ ταύτην. Διότι φυσικὸν εἶναι ἡ σκέψις ὅτι, διὰ νὰ μὴ παρίσταται ὁ ἀνακόψας κατηγορούμενος, ἐνῷ ἀπειλεῖται ὑπὸ τοῦ ἀπαραδέκτου δευτέρας ἀνακοπῆς, εἶναι ἰσχυρὸν τεκμήριον ὅτι κώλυμά τι βεβαίως ὑπάρχει καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα, οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ καὶ ἡ Πολιτεία, ἂν ἀποσύρῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀνακοπῆς.

§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐγκυκλίου θὰ ἀνατρέψητε τὸν νόμον;

§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, κύριε Βουλευτά· ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀναχωρεῖτε ἀπ’ ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀποδίδετε ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν εἰς τὴν διάταξιν, βεβαίως ἔχετε λόγον νὰ πιστεύητε ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.

§155Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι θὰ εἶναι ἐγκύκλιος ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον.

§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς σκέπτεσθε, ἀναχωροῦντες ὅμως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι οἵαν ὑμεῖς φρονεῖτε, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη, οἵα ἐδόθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη πάντοτε ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι διάταξις δυνητικὴ οὐδέποτε ὑποχρεώσασα τοὺς Εἰσαγγελεῖς· καὶ ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς τρίβων τῶν δικαστικῶν πραγμάτων ἰσχυρίζεσθε τοιαῦτα.

§157Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω ὅμως καὶ ἀνάγνωσιν καὶ ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον.

§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι δύσκολον ἐνίοτε· καὶ ἡ ἀνάγνωσις εἶναι δύσκολος.

§159Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, μίαν διακοπήν;

§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.

§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι ἡ διάταξις περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἀνακοπῆς πρὸς συζήτησιν εἶναι δυνητικὴ συμφωνῶ.

§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούετε, κύριε Μπακόπουλε;

§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ δὲν θὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ κωλύματος τοῦ κατηγορουμένου ἢ θὰ λάβῃ γνῶσιν ἔκ τινος ἀνακοινώσεως. Ἂν δὲν λάβῃ γνῶσιν τοῦ κωλύματος....

§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τοῦτο εἶναι δυσκολώτατον νὰ τὸ ὑποθέσητε. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους καὶ ἄν ποτε συμβῇ, ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαίως καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, σκεπτόμενος ὡς ὑπέδειξα ἤδη, πεποίθησιν ἔχω ὅτι ἀσκῶν τὸ δικαίωμά του δὲν θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν μὴ ἐμφανιζομένου τοῦ ἀνακόπτοντος.

§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς; πῶς;

§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν νομίζητε ὅτι ὀφείλει νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐκ τοῦ νόμου, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ὑπὲρ ὑμῶν, Κύριοι. Ἀλλά, ἂν θεωρῆτε, ὡς ἐγώ, τοῦτο δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως, πρέπει νὰ δεχθῆτε ὅτι σωφρόνως θὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ.

§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ ἄρθρον τὸ δυνητικόν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν πρὸς συζήτησιν τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέρας, ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐμφανισθῇ· ἡ διάταξις λέγει: ἀπορριπτομένης τῆς ἀνακοπῆς ὡς ἀνυποστηρίκτου, ἂν δὲν ἐμφανισθῇ τις νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, ἡ ἀνακοπὴ ἀπορρίπτεται. Θὰ γίνῃ τί λοιπόν; Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπαλλασσομένου τοῦ κατηγορουμένου θὰ τὴν ἀποσύρῃ ἐπὶ μόνῃ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου; Ἂν τοῦτο ὑποστηρίζητε ὡς εἰσηγητής.....

§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αὐτὸ ὑποστηρίζω, οὐχὶ ὡς συναγόμενον ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὡς ἐνδεικνυόμενον ἐκ τῆς προσηκούσης ἀντιλήψεως ἐν τῇ διώξει τῆς κατηγορίας.

§169Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε ἐγὼ ὄχι μόνον συμφωνῶ μαζί σας διὰ τὰς ἄλλας διατάξεις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἀλλὰ καὶ δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι δίδεται κἄτι πλέον εἰς τοὺς κατηγορουμένους ἀπὸ ὅ,τι εἶχον ἕως τώρα.

§170Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις, καὶ δικαιοῦται νὰ τὴν ἀποσύρῃ καὶ ὅτι βεβαίως θὰ τὸ πράξῃ μὴ ἐμφανιζομένου τοῦ κατηγορουμένου. Αὐτὸ ὑποστηρίζω μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τις ὑποστηρίζων γνώμας ἀπὸ ὑψηλῆς θέσεως.

§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάμετε τοιαύτην ἐγκύκλιον;

§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς; Ἴσως παρεξηγήθην· νομίζω ὅμως ὅτι σαφῶς ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐσκέφθην ἁπλῶς νὰ πράξω τοῦτο, ἄν ποτε ἤθελε καταστῆ νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον.

§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι περὶ τῆς ἰσχυούσης διατάξεως τῆς Δικονομίας ἐκάμετε τοιαύτην ἐγκύκλιον.

§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεράτωσα, κύριοι Βουλευταί, τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω. Ἂν ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἔπραξα καὶ πράττω τοῦτο ἀφορμώμενος ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἐκδοχὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀδικίας, ὅτι αἱ σπανιώταται περιστάσεις, καθ’ ἃς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη ταύτης, θεραπεύονται ἐπαρκῶς διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: διατί διὰ τὰς σπανίας ταύτας περιστάσεις καταφεύγομεν εἰς ταύτην τὴν ἐξοικονόμησιν καὶ δὲν ἀνοίγομεν τὴν ὁδὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἔστω διὰ φραγμῶν αὐστηροτέρων ὡς πρὸς τοὺς λόγους; Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές, οὐ μόνον διότι κατὰ τὴν λογικὴν αὐτὴν ἔπρεπε καὶ τρίτην καὶ τετάρτην καὶ δεκάτην ἀνακοπὴν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς πρώτης ἀνακοπῆς ἀνοίξωμεν ἐν τῇ διατυπώσει τῶν λόγων θύραν πέρα τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον φέρει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἀναγορεύσωμεν τουτέστι πᾶν εὔλογον ἢ πᾶν προσῆκον κώλυμα εἰς περιωπὴν τοιαύτην, ὥστε ἐνώπιον αὐτοῦ νὰ ὑποταχθῇ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν· ἂν ἐξ ἑτέρου ἐπιτρέψωμεν καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, ἔστω καὶ δι’ ἀνυπερβλήτους λόγους, καταλύομεν τελείως τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.

§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιεικείας, μεθ’ ἧς κρίνουσι τὰ ἡμέτερα Δικαστήρια τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λαρίσης, ὁ ὁποῖος ὀρθῶς ἐσημείωσεν, ὅτι νομοθετῶν τις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ καθ’ ἑαυτὸν λαμβάνοντα χώραν, ἄν, λέγω, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀδικαιολόγητον πολλάκις ἐπιείκειαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκρίθησαν πάντοτε τὰ ζητήματα τῆς ἀνακοπῆς ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, ἂν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἤδη ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν μόνον εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἀπειθήσας δὲν ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος, καὶ ὅμως πάντες γνωρίζομεν ὅτι πάντοτε ἐγένοντο δεκταὶ αἱ δεύτεραι ἀνακοπαί, χωρὶς νὰ ἐρευνηθῇ κἂν ὁ λόγος τῆς μὴ ἀπειθείας· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τακτικὴν ταύτην, ἀγόμεθα ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀνακοπὴ δὲν θὰ μεταβάλῃ τὸ παράπαν τὸ ὑπάρχον καθεστώς, θ’ ἀνοίξῃ εὐρεῖαν τὴν λεωφόρον τῆς ἀκολασίας τῶν κατηγορουμένων, ἡ δὲ δευτέρα ἀνακοπὴ θὰ γίνῃ τακτικὸν ἔνδικον μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον πάντοτε πάντες θέλουσι προσφεύγει. Ἐνώπιον τοιούτων κινδύνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν ἡμῶν νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου θὰ ἤνοιγον τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ἀκολασίαν τῶν κατηγορουμένων, εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικῶν, ἀπέναντι τοιούτων κινδύνων νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἀφοῦ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην τακτικὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀδικία τις.

§177Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑποθέτομεν· δὲν εἴμεθα πεπεισμένοι.

§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι πεπεισμένος.

§179Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπὶ ὑποθέσεως ὡμιλήσατε· μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης λέγει, ὅτι οἱ καλλίτεροι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουσι τὰ ὀλιγώτερα εἰς τὸν δικαστὴν νὰ κρίνῃ.

§180ΙΩ. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Λογίζομαι εὐτυχής, κύριοι συνάδελφοι, διότι διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδίως μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀπόψε ἔκαμε καὶ διὰ τῶν ὁποίων διεσάφησε πλήρως τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθετο διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς πρώτης συζητήσεως, ὅτε ἐψήφιζον ἀνεπιφυλάκτως τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διεῖδον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει βάσιν ὀρθήν, βάσιν ἠθικοποιητικήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ νὰ διασκευάσῃ διὰ τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Δύο εἶναι αἱ καινοτομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἡ μὲν μία, νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς πολίτας, ὥστε νὰ ἀτενίζωσι μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των καὶ νὰ προσέρχωνται ἀμέσως καὶ ἄνευ ὑπεκφυγῶν ἐνώπιον αὐτῆς, ἵνα δίδωσι λόγον τῶν ὑπ’ αὐτῶν πεπραγμένων, ὅτε ἠδίκησαν, ἡ δευτέρα δὲ καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι νὰ ἐθισθῶσι καὶ διαπαιδαγωγηθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι νὰ βλέπωσιν ἐνώπιόν των κατὰ τὴν ὥραν τῆς δίκης παρόντα τὸν παθόντα καὶ τὸν μηνυτὴν καὶ νὰ διεξάγωσι τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ αὐτῶν ἐπὶ παρουσίᾳ ἐκείνων. Αὐταὶ εἶναι αἱ καινοτομίαι, τὰς ὁποίας ἔχει ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καταργῆσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὡς δικαίωμα περιορίζει τὸ παραδεκτὸν αὐτῆς εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας μόνον, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λαμβάνει πρόνοιαν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ διασφαλίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως διὰ τοιούτων ἐξασφαλιστικῶν μέτρων κατὰ τὸ ἐνὸν καὶ ἀνθρωπίνως δυνατόν, ὥστε νὰ εἶναι ἡ ἐπίδοσις τῶν κλητηρίων θεσπισμάτων καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐγγράφων τῆς προδικασίας ἀσφαλεστέρα παρ’ ὅ,τι ἦτο μέχρι σήμερον διησφαλισμένη, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον νὰ προσέρχηται καὶ δίδῃ λόγον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένων ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἀμέσως. Καθόσον, ὡς εἴπομεν, αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὴν βάσιν ταύτην, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα πραγματικῶς ἠθικοποιητικά, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον· τὸ μέλλον τοῦτο τὸ ἀπώτερον δύναται νὰ εἶναι πολὺ ἐγγύς, πρὸς τὸ παρόν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ οὔτε αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅτι βεβαίως μέχρις ὅτου ἐθισθῶμεν εἰς τὴν νέαν ταύτην καινοτομίαν θὰ παρέλθῃ χρόνος. Ἀλλ’ ἡμεῖς κηδόμενοι περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχομεν καθῆκον νὰ συμβάλωμεν κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν ἡμῶν δυνάμεων, νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ τροποποιοῦντες καταλλήλως τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν οὐσίαν καὶ τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νέου νομοθετήματος, ἵνα διασφαλίσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τύχην τοῦ ἠθικοποιητικοῦ τούτου νομοθετήματος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φιλονομώτερος λαὸς τοῦ κόσμου, θὰ συνηθίσῃ νὰ παρουσιάζηται ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης κλήσεως ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ παθόντος καὶ θὰ θεωρῇ ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἀδικῆται παρὰ ν’ ἀδικῇ, τὸ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πεπραγμένων ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἐθισθῶμεν καὶ δικασταὶ καὶ δικαζόμενοι εἰς τὸ νέον σύστημα τὸ καθιερούμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι θὰ ὑπάρξωσι παρεξηγήσεις καὶ ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων, εἰθισμένων εἰς τὰ ἐπὶ ἑξηκονταετίαν κρατοῦντα καὶ τὰς σκέψεις τοῦ παρελθόντος, ὥστε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ ἴδωμεν εὐθὺς ἀμέσως ἐπιτυγχάνοντα τὸν ἠθικοποιητικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως ὡς ἀποτυχὼν εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ φέρῃ λαμπρὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Κηδόμενος ὅθεν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κηδόμενος τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ῥίψῃ βλέμμα εὐμενὲς εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ ἡ ὁποία διόλου δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτίθεται. Σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι τότε εἶναι δεκτή, ὅταν εἶναι δεδικαιολογημένη κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Ὅταν ὁ δικαστής, εἰς τὸν ὁποῖον συνήθισα νὰ δίδω μεγάλην ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, διὰ τὴν ἐπιείκειαν αὐτοῦ, διὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, τότε νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ δικαζόμενος νὰ θεωρῇ τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ματαιοῦται, ἐνόσῳ ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἤρτηται ἂν πρέπει ἡ ἀνακοπὴ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἢ μή. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικέστεροι· πρέπει νὰ δώσωμεν μεγαλειτέραν εὐρύτητα εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς νὰ παραδέχηται εἰς πλειοτέρας περιστάσεις καὶ μὲ μεγαλειτέραν εὐκολίαν τὴν ἀνακοπήν. Παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν λέγω ἀντὶ τῶν «ἀνυπερβλήτων αἰτίων» νὰ τεθῇ «δεδικαιολογημένων αἰτίων» δὲν ἀπομακρυνόμεθα τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχομεν δεδομένον, ὅτι θὰ γίνωνται δεκταὶ ἐκεῖναι μόνον αἱ ἀνακοπαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἔχουσι δεδικαιολογημένας αἰτίας. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸν λόγον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ὀλίγον διαφέρει τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παραδεκτοῦ γενομένου, φρονῶ ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τῆς παραδοχῆς του. Τώρα προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παραδεκτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ ἐγίνετο χρῆσις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς σκοπὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποκλείωμεν τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλ’ ὅταν ὁ λαὸς ἐθισθῇ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν εὑρέθησαν τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδέχωνται τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, φρονεῖτε ὅτι μετὰ τόσων χρόνων χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου θὰ δυνηθῇ ἀμέσως ὁ δικαστὴς νὰ μὴ δεχθῇ ταύτην; Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὑπό τινας περιορισμοὺς ὄχι νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπαγορεύσωμεν τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ὥστε ὁ δικαστὴς νὰ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ μέτρου τούτου εἰς ἀπολύτως σπουδαίας περιστάσεις πρὸς κάλυψιν μεγάλων ἀδικημάτων. Καὶ θὰ ἦτο πολὺ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον τοῦτο, τῆς παραδοχῆς τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, παρὰ νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένην τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας εἰς τὸν τρόπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀπαγορεύων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, διότι τίς δύναται νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην, ὅπως ἐν περιπτώσει ἀνωτέρας βίας ζητῆται δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα ν’ ἀποσύρηται ἡ ἀνακοπή, δὲν θὰ κατορθώνωσιν ἐπισωρεύοντες τοιαύτας αἰτήσεις νὰ ματαιώνωσιν τὴν ἐκδίκασιν πάσης ἀνακοπῆς;

§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ἔχῃ κἄποιαν βεβαίωσιν, δὲν λέγω ἀπόδειξιν.

§182Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Θὰ εἶναι δυσκολώτερον καὶ ἐπικίνδυνον· τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν τὸ παραδεκτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς εἰς ἐξαιρετικὰς καὶ ἐκτάκτους περιστάσεις.

§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται κανών.

§184Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Νὰ τὸ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιστάσει νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἔχῃ λαμπρὰ ἀποτελέσματα, καὶ δὲν θὰ τὸ ἴδωμεν ἀποτυγχάνον. Ταῦτα τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλει δεχθῆ ταῦτα καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀφήσῃ νὰ ἀποτύχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τῆς αὐστηρᾶς αὐτοῦ ἐφαρμογῆς.

§185ΧΡ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, κύριοι νομικοί, διότι ἰατρὸς ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς νομικοῦ· δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, διότι εἶμαι πεζότατος, ἀλλ’ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἤκουσα διαπρεπεστάτων ἀγορευόντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑπεραμυνομένων μόνον τῶν ἀδικούντων, οὐδενὸς δὲ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων. Πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ κοινωνίᾳ βιοῦντες καὶ ἀναστρεφόμενοι μετὰ τοῦ λαοῦ γνωρίζομεν ποῖα ἀποτελέσματα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς ἡσυχίας καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξεως. Τὰ ἐγκλήματα γνωρίζετε ὅτι εἶναι προμεμελετημένα καὶ ἀπρομελέτητα, καὶ ἐγὼ ὡς ἔνορκος ἐπὶ τῶν ἀπρομελετήτων ὑπῆρξα πάντοτε ἐπιεικής, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προμεμελετημένων ὑπῆρξα πάντοτε αὐστηρότατος, διότι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διαπράττει τις μετὰ μελέτην καὶ σκέψιν, πρέπει νὰ τιμωρῆται αὐστηρῶς. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς ἄλλους νομούς, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδικόν μας νομὸν κυριεῦον ἔγκλημα εἶναι τὸ τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ διὰ τὸν νομὸν τὸν ἰδικόν μας αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπαγόμενον ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἡ ζωοκλοπὴ ἔχει ἐρημώσει ὁλοκλήρους πληθυσμούς· οἱ ζωοκλέπται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουσι νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν δικαιοσύνην εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, οἱ δὲ ἄλλοι οἱ δώσαντες μίαν ξυλιάν, οἱ ὑποπεσόντες εἰς ἓν ἔγκλημα ἐκ τῶν ἀπρομελετήτων προσέρχονται καὶ δικάζονται καὶ ἀποτίνουσι τὴν ποινήν των, ἀλλ’ οἱ ζωοκλέπται, οἱ κλέπται, οἱ πλαστογράφοι, αὐτοὶ ἀποφεύγουσι νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, διότι διὰ τῶν ἀνακοπῶν κατορθοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον νὰ ἀποφύγῃ, τὴν ἀθώωσιν. Διαπρεπεῖς Βουλευταὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον, διηγοῦντο εἰς κύκλον συναδέλφων, ὅτι διάσημος ζωοκλέπτης δικασθεὶς εἰς πενταετῆ φυλάκισιν ἐρήμην προσῆλθεν, ἵνα δικασθῇ, καὶ μόλις εἶδεν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τῶν δικαστικῶν ἀνθρώπους γνωστοὺς ὡς αὐστηροὺς καὶ δικαίους δικαστὰς ἀπεχώρησε καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα προσδιορισθείσης ἐκ νέου τῆς δίκης προσῆλθε καὶ κατεδικάσθη εἰς μιᾶς ἑβδομάδος φυλάκισιν. Μετὰ ταῦτα δ’ ἔγινε καὶ δήμαρχος, διότι εἶχε κατατρομάξει τὸν τόπον, καί, ἂν δὲν τὸν ἔκαμνον δήμαρχον ἠπείλει, ὅτι θὰ ἐφόνευεν ὅλους, καὶ αὐτοὺς καὶ τὰ παιδιά των. Ὅμοιον συνέβη καὶ εἰς ἐμέ· διηύθυνα τὸ νοσοκομεῖον τῶν Πατρῶν, νοσοκόμος δέ τις μοὶ ἔκλεψε πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα σπεύσας κατέσχον εἰς τὸ σπίτι του. Τὸν ἔφεραν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ὡμολόγησε τὴν πρᾶξίν του καὶ ἐδικάσθη ἐρήμην εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν. Μετὰ μίαν ἢ δύο ἀνακοπάς, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὁποίων δὲν ἐκαλούμεθα ἡμεῖς, ἠθῳώθη λόγῳ ἀμφιβολιῶν, διότι ὁ γραμματεύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναγνώσει τὰ Πρακτικά, εἶχεν ὀμματοϋάλια μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Γεωργίου Σταύρου, καὶ ἐδιάβαζεν ὅσα ἤθελε, καὶ ὅσα δὲν ἤθελε δὲν τὰ ἐδιάβαζεν. Εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν λάβετε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν ἕνα χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βῶδί του καὶ τὸ μουλάρι του, τὰ ὁποῖα εἶναι μέλη τῆς οἰκογενείας του (ἱλαρότης). Μάλιστα, Κύριοι, εἰς τὰ χωρία θεωροῦνται καὶ αὐτὰ ὡς μέλη τῆς οἰκογενείας, καὶ τὰ παιδιὰ προσευχόμενα λέγουσι· φύλαττε, Θεέ μου, τὸν πατέρα μας, τὴ μάννα μας, τοὺς ἀδελφούς μας, τὸ βῶδί μας, τὸ μουλάρι μας, (ἱλαρότης). Συμπεριλαμβάνουσι καὶ αὐτὰ εἰς τὰ ἄτομα τῆς οἰκογενείας. Φαντασθῆτε λοιπὸν τὸν δυστυχῆ χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζεται τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ πάρῃ τὸ βῶδί του, νὰ ὑπάγῃ νὰ σπείρῃ ἢ νὰ ὀργώσῃ, φαντασθῆτε αὐτόν, ὅταν ἐξυπνήσῃ τὴν πρωίαν, νὰ μὴ εὕρῃ τὸ βῶδί του. Ἔτυχον μάρτυς εἰς μίαν τοιαύτην σκηνήν, μεταβὰς ὡς ἰατρὸς εἴς τι χωρίον. Ὁ χωρικὸς εἶχεν ἑτοιμάσει τὰ πάντα, διὰ νὰ μεταβῇ τὴν πρωίαν καὶ ὀργώσῃ τὸν ἀγρόν του, τοῦ ἔκλεψαν ὅμως καὶ τὸ ὑποζύγιον καὶ τὸ βῶδι· τὴν πρωίαν δὲ ὠλοφύρετο ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια, ἐνῷ ὅλοι οἱ χωρικοὶ τοὺς ἔβλεπον, μεταξὺ δὲ τῶν θεωμένων ἦτο καὶ ὁ γνωστὸς ζωοκλέπτης. Ἠρώτησα· διατί δὲν τὸν συλλαμβάνετε, διατί δὲν τὸν καταγγέλλετε; —Διότι θὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς Πάτρας, θὰ ἀθῳωθῇ καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθῃ νὰ ἁρπάσῃ καὶ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους. Μάθετε δὲ ὅτι, ὅπως τὸ Πρακτορεῖον τῶν ἐφημερίδων ἔχει ὀργανώσει ὑπηρεσίαν, διὰ τῆς ὁποίας διανέμει τὰς ἐφημερίδας εἰς ὅλας τὰς ἐσχατιὰς τῆς Ἑλλάδος, οὕτω καὶ οἱ ζωοκλέπται ἔχοντες ὠργανωμένην ὑπηρεσίαν, κλέπτουσιν ἐδῶ τὸ βῶδι, τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ βῶδι εὑρίσκεται εἰς τὴν Λάρισαν· κλέπτει ὁ Λαρισαῖος ἐκεῖ ἓν ἄλογον, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ ἔχουσιν ὁδηγήσει εἰς τὴν Σπάρτην. Ἔχουσι δὲ κατορθώσει νὰ μεταβάλλωσι καὶ τὸ χρῶμα τοῦ τριχώματος τοῦ ζῴου, ὥστε, ὅταν εὑρεθῇ, καὶ αὐτὸς ὁ κύριός του δὲν δύναται νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Θέτουσιν ἐπὶ τοῦ τριχώματος ὀλίγον κρέας σεσηπός, διὰ τοῦ μέσου δὲ τούτου πίπτουσιν αἱ τρίχες, μεθ’ ὃ φύονται ἄλλαι λευκαί, καὶ βλέπετε ἓν κόκκινον ἄλογον νὰ γίνῃ ἔπειτα ψαρί. Φαντασθῆτε τὸν δυστυχῆ χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ μαννάρι του, διὰ νὰ τὸ φάγῃ τὴν Λαμπράν, νὰ τὸ χάνῃ ἀπὸ ’μπροστὰ ἀπὸ τὰ ’μάτια του. Διατί δι’ ἐκεῖνα τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ἔμειναν νηστικὰ καὶ δυστυχισμένα, δὲν μεριμνᾶτε, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν ζωοκλεπτῶν καὶ εὑρίσκετε ὅτι ὅλα τὰ γεφύρια εἶναι χαλασμένα καὶ ὅλοι οἱ δρόμοι ἀδιάβατοι καὶ ὅτι καθ’ ἡμέραν ἔχομεν σεισμοὺς καὶ καταποντισμούς; Ὅταν θέλῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ προσέλθῃ, προσέρχεται. Καὶ πολλάκις εὑρίσκεται ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸ ἀκροατήριον καί, ὅταν βλέπῃ ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παίρνουν ’μιλιά, ἀποχωρεῖ. Τώρα οἱ δικασταὶ τρομεροὶ φαίνονται εἰς αὐτούς, διότι μετὰ τὴν χειραφέτησίν των διὰ τῶν τελευταίων νόμων, ὅταν προσέρχωνται δι’ ἀνακοπῆς εἰς τὰ Δικαστήρια οἱ τοιοῦτοι ἐγκληματίαι, ἐὰν εἶχον καταδικασθῆ ἐρήμην εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν, καταδικάζονται κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς ἑνὸς ἔτους. Τώρα οἱ μάρτυρες δὲν φοβοῦνται· προσέρχονται καὶ λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, διότι βλέπουσιν ὅτι τὸ ἔγκλημα πατάσσεται. Εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κατὰ πολὺ περιεστάλη ἡ ζωοκλοπὴ ἕνεκα τούτου, διότι τιμωροῦνται, διότι δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσιν. Ἐὰν καταργηθῇ ἡ δευτέρα ἀνακοπή, σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ ἔγκλημα αὐτὸ θὰ ἐκλείψῃ, καὶ τούτου ἐκλιπόντος θὰ ἀναθαρρήσῃ ἡ κοινωνία καὶ θὰ χαρῇ.

§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ καταργεῖται καὶ ἡ πρώτη ἀνακοπή.

§187ΧΡ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι δεδικαιολογημέναι, οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι θηρία, εἶναι ἄνθρωποι· θὰ δεχθῶσι τὴν πρώτην ἀνακοπήν, ὅταν ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀληθής. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδειχθῇ τοῦτο, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοὺς δικαστὰς νὰ μὴ δέχωνται πιστοποιητικὰ ἰατρῶν, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρωσι μέσα εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ ὁρκίζωνται, διότι πολλάκις ἰατροὶ ἐπιστοποίησαν ἀσθένειαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐχόρευον εἰς γάμους. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκλήματος, μὴ ὄντος ἐκ προμελέτης, ἀλλ’ ἐξ ὁρμῆς ψυχικῆς, εἰς ἐκεῖνον ὡς δικαστὴς θὰ ἐπέτρεπον νὰ κάμῃ καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, διότι αὐτὸς θὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀνυπερβλήτου κωλύματος, οἱ δὲ ἄλλοι δὲν ἔχουσι τοιοῦτον ἀνυπέρβλητον κώλυμα καὶ δύνανται νὰ προσέλθωσιν, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι ἀσθενεῖς ἢ ἂν ἔχωσιν ἀσθενῆ βαρέως συγγενῆ των. Τὰ περὶ γεφυρῶν καὶ τὰ λοιπὰ τὰ θεωρῶ ὅτι εἶναι μόνον διὰ νὰ λέγωνται. Ὅταν πρόκειται νὰ περάσουν κανένα κλεμμένο ἄλογο, τὸ περνοῦν καὶ μεσάνυκτα καὶ ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα ποτάμια· ὅταν δὲ πρόκειται νὰ ἔλθωσι νὰ δικασθῶσι, τότε δυσκολεύονται, καὶ βεβαίως. Πατάξατε, Κύριοι, τὸ ἔγκλημα, διότι ὑπερεπλεόνασε· μνησθῆτε καὶ τῶν πασχόντων, ὄχι τῶν κατηγορουμένων· μνησθῆτε καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ περισσότεροι, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ φορολογοῦνται, οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι αἰσχροὶ φορολόγοι. Ἔφθασαν, Κύριοι, νὰ κλέπτουν καὶ τὰ σκυλλιά. Πτωχὸς ἄνθρωπος κυνηγὸς ἔχει ἕνα σκυλλί, καὶ τοῦ τὸ κλέπτουν. Κλέπτουν ὅ,τι ἄλλο εὕρουν, τὸ σιτάρι καὶ τὸ κριθάρι. Αὐτοὶ οἱ σκοπίμως πράττοντες τὸ ἔγκλημα πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι, καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν ἀμειλίκτως. (Χειροκροτήματα).

§188Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δι’ αὐτοῦ δίδεται τέρμα εἰς τὸ νὰ παρατηρῶμεν, ὡς μέχρι τοῦδε, νὰ προσάγωνται ἐπιδοτήρια, χωρὶς νὰ ἐπιδίδωνται αἱ κλήσεις πρὸς τοὺς καλουμένους. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ διάφοροι ἀπορίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἵνα δώσω ἀφορμὴν καὶ δοθῶσι διασαφήσεις ἐπ’ αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡ δίκη ἀναβάλλεται ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν μαρτύρων, μικρὰν παρουσιάζει διαφορὰν πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὅμως καταδικασθῇ τις ὡς λιπομάρτυς, ἡ δὲ δίκη ἐξακολουθήσῃ ὡς πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ ἀποπερατωθῇ, τὸ παρὸν νομοσχέδιον παρουσιάζει μεγάλην διαφορὰν ὡς πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, διότι ἐξακολουθεῖ νέα δίκη ὡς πρὸς τὸν λιπομάρτυρα, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις κατεδίκασεν αὐτὸν ὡς λιπομάρτυρα, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὡρισμένην διαδικασίαν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἕνεκα τούτου παρίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ Δημόσιον ὡς κερδοσκόπον, διότι, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος κηρυχθῇ ἔνοχος καὶ καταδικασθῇ, καταδικάζεται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ὁ λιπομάρτυς καταδικάζεται νὰ καταβάλῃ καὶ αὐτὸς τὰ ἔξοδα καὶ τέλη τῆς δίκης. Τὸ Δημόσιον ἑπομένως, ἐνῷ ἅπαξ δαπανᾷ, θὰ εἰσπράξῃ δὶς τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ παρὰ τοῦ κατηγορουμένου καὶ παρὰ τοῦ μάρτυρος. Ἡ διαδικασία αὕτη ὡς πρὸς τὸν λιπομάρτυρα μοὶ γεννᾷ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θὰ ἀναγκάσῃ πολλοὺς μάρτυρας νὰ καταθέτωσι κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ὅτι οὐδὲν γνωρίζουσιν, ἵνα ἀποφύγωσι νὰ κληθῶσιν ὡς μάρτυρες καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἵνα μὴ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἄλλως τε, ἐνῷ διὰ προηγουμένου νόμου ψηφισθέντος πρό τινων ἡμερῶν ἐκοπτόμεθα πῶς νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ποινικὰς δίκας, ἤδη διὰ τοῦ παρόντος κοπτόμεθα πῶς νὰ αὐξήσωμεν αὐτάς, καὶ θὰ αὐξήσωσι κατὰ πολύ. Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ὑποβάλλω καὶ πιστεύω νὰ ἔχω διασάφησιν ἐπ’ αὐτῆς, προτείνω δέ, ἵνα πρὸς θεραπείαν ἔμμεσον ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἂν πρέπει νὰ καταδικάσῃ τὸν λιπομάρτυρα εἰς πρόστιμον καὶ εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀποφάσεως, τεθῇ δηλονότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 334 ἀντὶ «καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ πταισματοδίκου» ἡ φράσις «δύναται νὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τοῦ πταισματοδίκου». Ὡς πρὸς τὰς ἀνακοπὰς τῶν κατηγορουμένων τῶν ἐρήμην δικαζομένων εἶναι τὸ ἀληθὲς ὅτι μέχρι σήμερον πλεῖστοι ἐδικάζοντο ἐρήμην, ἵνα ἀποφεύγωσι τὴν ἀντιπαράστασιν αὐτῶν μετὰ τῶν μηνυτῶν καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο καταστέλλεται ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ διατάσσεται νὰ καλῆται καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀνακοπὴν δίκην ὁ μηνυτὴς καὶ δύο μάρτυρες τῆς κατηγορίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ χαρίζεται τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων εἰς τὰς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀντιμολίαν καταδικαζομένας. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ μηνυτοῦ καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας θὰ κλεισθῇ ἡ θύρα πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος ἐθεώρει δικαίωμά του νὰ δικάζηται ἐρήμην, νὰ ἀνακόπτῃ τὴν ἀπόφασιν, ἵνα κατ’ ἀνακοπὴν δικασθῇ ἀπόντων τοῦ μηνυτοῦ καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, μοὶ φαίνεται ὅτι οὐ μόνον εἶναι περιτταὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 238, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἀποτόμως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον, νὰ καταργήσωμεν δηλονότι τὰς ἀνακοπάς, ἐνῷ μέχρι σήμερον κατὰ κανόνα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὰ Δικαστήρια δέχονται καὶ δευτέραν ἀνακοπήν. Ἐν τούτοις ὅμως, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τοὺς ἄλλους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων αὐστηρὰ μέτρα λαμβάνονται κατὰ τῆς ἀνακοπῆς τοῦ κατηγορουμένου, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι αὐστηρότατον τὸ μέτρον τῆς καταβολῆς τῶν ἐξόδων τῆς ἐρήμην δίκης. Διότι, ἐὰν μὲν τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης εἶναι μόνον αὐτά, ὅσα σήμερον καταβάλλονται, ἔχει καλῶς· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 336 τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης κανονίζονται οὕτως: «Εἰς τὰ τέλη τοῦ Πρακτικοῦ, εἰς τὰ τέλη τῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἐκθέσεων καὶ τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων». Ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι μόνον τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι σήμερον οἱ κατηγορούμενοι οἱ ἀνακόπτοντες ἐρήμην ἀποφάσεις, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κλήσεων τῶν κοινοποιουμένων πρὸς αὐτούς, καὶ ἑπομένως σχεδὸν ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς διαδικασίας. Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ἔχω ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ ἤθελον, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μοὶ ἐδίδετο διασάφησις, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλῶν ἀνέφερεν ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ προκαταβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ ἀνακόπτοντος θὰ εἶναι ὅσα καὶ σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικαιολογῶν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔλεγεν ὅτι ἀνωτέρα βία θὰ εἶναι καὶ οἰκονομικὴ ἀνάγκη τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλά, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην, καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του, θὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καλέσῃ καὶ ἄλλους μάρτυρας ἐκτὸς τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως, τῶν γνωριζόντων δηλαδὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς κατηγορίας δηλονότι, μάρτυρος ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐδικάσθη ἐρήμην, καὶ ἑπομένως θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην μεγαλειτέραν, καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποβεβλημένος, ἵνα μὴ κατορθώσῃ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν πρώτην δίκην καὶ δικασθῇ ἐρήμην, θὰ εἶναι διπλασία, ὅταν ποιήσηται ἀνακοπήν, ὢν ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ ἑαυτὸν καὶ μάρτυρας, ἵνα ἀποδείξῃ τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς. Τοιαύτην γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἐν τούτοις ὅμως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ψηφίσωμεν αὐτό, ὡς ἔχει, δηλῶ ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω μὴ θέλων ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀνακόψω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἀφ’ ἑτέρου εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ.

§189Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν δικανικὴν δεινότητα καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσηγηθὲν νομοσχέδιον, οὐ μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συζήτησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, νομίζω ὅτι —ἴσως δὲ καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ — ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἔτι μᾶλλον ὀφείλει νὰ ἐπιρρωσθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὰ ἐναντία. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ ἀντίληψις, ὑπεστήριξεν ὅτι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ βίᾳ ἢ ἐν τῷ ἀνυπερβλήτῳ κωλύματι συμπεριλαμβάνονται καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος τῶν ὁμογνωμονούντων μετ’ ἐμοῦ ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι τὰ ἠθικὰ κωλύματα, τὰ χρηματικὰ κωλύματα καὶ ἐν γένει πάνθ’ ὅσα ἡ κοινὴ πεῖρα καὶ ἡ λογικὴ διδάσκει, ὅτι ὄντως εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κωλύματα πρὸς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἐνῷ δὲ οὕτω πως δίδει αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ἐνῷ δηλαδὴ οὕτω καταδεικνύεται ὅτι καταλήγει εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς γνώμης αὐτῆς, ἐν τούτοις ἐπιμένει ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, καὶ δὲν θέλει νὰ καθορισθῇ τουλάχιστον, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ὡς ἀόριστον δικαίωμα ἡ πρώτη ἀνακοπή, νὰ ἀναγραφῇ ἡ φράσις ἐκείνη, ἥτις θὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν ἑρμηνείαν καὶ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν, ἤτοι ὅτι πᾶσα δεδικαιολογημένη αἰτία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος ἀνακοπῆς.

§190Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Οὐσιωδῶς δεδικαιολογημένη.

§191Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα, διότι τοιουτοτρόπως θὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἑρμηνείαν. Νομίζω ὅτι ἐν παντὶ νόμῳ ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ πάντοτε νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας εἰς τὸν δικαστήν, διότι, ἂν ἐν παντὶ ἰσχύει τὸ ἀρχαῖον ῥητὸν ὅτι: «σοφὸν τὸ σαφές», δέον πρῶτον τοῦτο ἐν τοῖς νόμοις νὰ κεῖται. Ἐπίσης δὲ καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ἠναγκάσθη ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἀνομολογήσῃ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν δεδικαιολογημένως νὰ συμβῇ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἀλλὰ διὰ πλαγίων ὑποδείξεων ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν. Νομίζω ὅτι δὲν χρήζει μεγάλης ἀντικρούσεως τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέν, τὸ ὅτι δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν αἱ περιστάσεις αὗται νὰ προβλεφθῶσιν ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς μὴ εἰσαγούσης τὴν ἀνακοπὴν ἐν περιπτώσει ἀπουσίας τοῦ κατηγορουμένου, εἴτε δι’ εἰδοποιήσεως εἴτε ἄνευ εἰδοποιήσεως, νομίζω ὅτι εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅταν τῷ συμβαίνῃ τὸ ἀνυπέρβλητον τοῦτο κώλυμα καὶ δώσῃ λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, νομίζω ὅτι τὸ κώλυμα τοῦτο θὰ συμβαίνῃ εἰς χρόνον ἐλάχιστα ἀπέχοντα ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς δίκης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν περὶ τοῦ κωλύματος τούτου, λαμβανομένων μάλιστα ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, νομίζω ὅτι ζητεῖ τις τὰ ἀδύνατα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων αἴρονται τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἴσως ὅμως, φαίνεται, τὸ ἐγὼ τῆς πατρότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως νὰ ἠμπόδισε τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῇ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τῆς λογικῆς ἐνεδεικνύετο πρὸς ἄρσιν τῶν ἀτόπων τούτων. Νομίζω ὅμως ὅτι πλεῖσται ὅσαι τροπολογίαι ἔχουσιν ὑποβληθῆ, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν πᾶσαι εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ διὰ πραγματικοῦ τρόπου καὶ ἀσφαλοῦς ἄρσεως τῶν ἀτόπων τούτων, καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν τεθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, κυρίαρχοι εἴμεθα πάντες νὰ ψηφίσωμεν τὰς τροπολογίας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστήσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐλαφροτέρας τὰς συνεπείας τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ἔχει ψηφισθῆ τὸ πρῶτον ἄρθρον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἂν τοὐλάχιστον περιωρίζετο εἰς τὸ πρῶτον μέρος, νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους τὸ πρῶτον μέρος; τὸ ἀφορῶν τὸν τρόπον τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων, βεβαίως θὰ ἦτο καλὸν τοῦτο, διότι θὰ ἐχρησίμευεν ὡς προπαρασκευὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου, ἄν, λέγω, περιωρίζετο εἰς τὸ πρῶτον μέρος καὶ ἐπεφυλάττετο διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν συνεπειῶν τῶν ἐρημοδικιῶν διὰ βραδύτερον χρόνον, ὅταν ἐφαρμοσθῇ ὁ πρῶτος νόμος ὁ περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὅτε ἐβλέπομεν ὅτι πράγματι ἠσφαλίσθη ἡ ἐπίδοσις τῶν δικογράφων, τότε ἠδύναντο νὰ τεθῶσι καὶ αἱ αὐστηραὶ συνέπειαι τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔσπευσεν ἐν τούτῳ παρασυρθεὶς ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων, ὅπως καὶ πράγματι ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἰσχυόντων. Ἴσως ὡς νομοσχέδιον μελετημένον ἐν τῷ γραφείῳ ἑνὸς νομομαθοῦς, ἴσως νὰ φέρῃ πάντα τὰ στοιχεῖα ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ψηφίσωσι τὸν νόμον τοῦτον, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωσιν αὐτὸν φερόμενοι ἀπὸ ἀπόψεως ἁπλῶς θεωρητικῆς, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσι καὶ τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον Θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ τόπος καὶ ἡ συγκοινωνία, ἣν ἔχει. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἔνθα ἡ συγκοινωνία ἐν πολλοῖς εἶναι εἰς τὸ ἀρχέγονον σημεῖον, δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν αἱ διατάξεις αὗται καὶ τότε νὰ νομοθετήσωμεν καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ νομοθεσία αὕτη. Εἶναι πολὺ καλὴ ἡ ἀρχή, ὅπως συνηθίσωμεν τὸν πολίτην νὰ σέβηται τὰς Ἀρχάς, ὅταν τὸν προσκαλῶσι νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῶν, νὰ σέβηται τὸν νόμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἔχομεν τὸν πολίτην εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδον τῆς μορφώσεως, ὥστε νὰ δύναται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου τούτου, νὰ λάβῃ τὴν ἀντίληψιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν. Οἱ νομοθέται πρέπει ψηφίζοντες νὰ ἐξετάζωσι τὸν τόπον, δι’ ὃν ψηφίζουσι, τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ λαοῦ, τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Δὲν πρόκειται ἂν ἐλλείπουσιν οἱ Σόλωνες καὶ οἱ Λυκοῦργοι τῆς νέας Ἑλλάδος, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως νὰ δανειζώμεθα ἐξ ἄλλων ἐθνῶν, μᾶλλον προωδευμένων, νομοθετήματα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα πρέπει νὰ προσαρμόζωνται πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν αὐτοῦ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰ μέσα αὐτῆς οὕτως ἀνεπτυγμένα, ὥστε νὰ καθίσταται ἀσφαλὴς ἡ ἐπίδοσις τῶν δικογράφων, ἵνα ἀπαιτήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν βαρειῶν συνεπειῶν· μᾶς λείπουσι τόσα μέσα συγκοινωνίας, ὥστε ἡ αὐτοπρόσωπος μετάβασις εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ ὑφίσταται πλεῖστα ὅσα κωλύματα. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἀμέσως νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐδῶ πᾶν τὸ ἰσχῦον ἐκεῖ, νὰ τὸ μεταφυτεύσωμεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ πρέπει σιγὰ καὶ βαθμηδὸν δοκιμάζοντες ἕν πρὸς ἕν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχουσι φθάσει τὰ ἄλλα Κράτη. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητοι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας κατέδειξα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος νὰ καταδικασθῇ ἀναπολόγητος· δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην τῆς σπουδῆς νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀνακοπῆς. Ἂς παραδεχθῶμεν τὸ πρῶτον μέρος μόνον, καὶ μετὰ δύο τρία ἔτη, ὅτε κοινωνικῶς τὰ πράγματα θέλουσι βελτιωθῆ καὶ ἡ συνείδησις τοῦ πολίτου θέλει βελτιωθῆ, τότε νὰ φανῶμεν αὐστηρότεροι καὶ νὰ περικόψωμεν ἀκόμη καὶ ἄλλα δικαιώματα ὡς πρὸς τὰς ἐρημοδικίας.

§192Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος, κύριοι Βουλευταί, συνάδελφον χθὲς ἐδόθη ὁ λόγος, χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου· σήμερον ἐδόθη ὁ λόγος χωρὶς νὰ εἶναι ἡ σειρὰ αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπῆρξέ ποτε Βουλὴ ἐν τῷ κόσμῳ, ἥτις εἶχεν ἀπὸ συμφωνίας ἀντιπολίτευσιν, ἡ Βουλὴ τοῦ Μιδάτ. Καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, παρετηρήθη, ὅτι ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει θέλησιν νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἤρχισαν αἱ γνῶμαι νὰ διχάζωνται, καὶ ἤρχισαν οἱ Βουλευταὶ νὰ σκέπτωνται ποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι τροπολογίαι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, καὶ ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται σοβαρῶς οἱ Βουλευταὶ ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ φανατισθῇ ἡ πλειονοψηφία, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐγένετο διὰ παραβιάσεως τῆς σειρᾶς τῶν ἀγορευόντων.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν συνήθειάν του ἔχει ἄδικον, διότι ὁ κ. Βοζίκης εἶχεν ἐγγραφῆ χθὲς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 1ου ἄρθρου κατὰ λάθος. Ἐζήτησε τὸν λόγον, καὶ ἐγὼ νομίσας ὅτι τὸν ἐζήτησεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τὸν ἐνέγραψα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ὅτε ἐζήτησε τὸν λόγον, εἶπον ὅτι εἶναι λάθος τοῦ Προεδρείου, τὸν ἐνέγραψα δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ τὸν ἐνέγραψα πέμπτον. Ὥστε ἔχασε τέσσαρας ἀριθμούς. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κ. Βουλευτής.

§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι ἀνέγνων μετὰ πολλῶν συναδέλφων χθὲς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ θέματος.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ θέματος, σᾶς λέγω ὅτι δὲν λέγετε ἀκριβῆ.

§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι λέγω ἀκριβῆ.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος ἔχει πολὺ ἄδικον ὁ κ. Βουλευτής, διότι ὁ κ. Βοζίκης εἶναι κατὰ σειράν. Ὁ κ. Βοζίκης εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς, καὶ τὸν εἶχον ἐγγράψει ἰδιοχείρως.

§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔρχεται παραπλεύρως ἑνὸς ἄλλου.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, ἔχει γραφῆ ἕκτος. Ἐὰν δέ τις ἔχῃ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, θὰ εἶχον παραπονεθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγγραφῆ συγχρόνως μετὰ τοῦ κ. Βοζίκη.

§201Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ ὁ κ. Βοζίκης εἶπεν ὅτι δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ 2ου.

§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνῷ ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι τὰ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὁ κ. Βοζίκης εἶναι παραπλεύρως τοῦ πέμπτου ὀνόματος.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης εἶναι κατὰ σειράν, καὶ εἶσθε ἀνακριβής, καὶ ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος, ἐπαναλαμβάνω. Ἐπὶ τούτου βεβαιῶ τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Βοζίκης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς καὶ τὸν ἐνέγραψα ἰδιοχείρως. Ἐν τῷ τυπογραφείῳ δὲ παρελείφθη τὸ ὄνομά του κατὰ λάθος. Παρεπονέθη λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ἰδὼν ὅτι ἦτο ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἐμοῦ ἰδιοχείρως τῷ ἔδωκα τὸν λόγον. Ταῦτα διὰ τὴν τάξιν, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν συνηθίζει νὰ λέγῃ ἀνακριβείας. Μόνον συνήθως οἱ ἀντιπολιτευόμενοι κατ’ ἀρχὴν λέγουσιν ἀνακριβείας ἑκάστοτε.

§204Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶπον τὴν ἀλήθειαν.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐν ὥρᾳ ἐπισήμου συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἠθελήσατε νὰ εἴπητε ἀνακρίβειαν εἰς βάρος τοῦ Προεδρείου, διακόπτοντες ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἐπίσημον τῆς ἡμέρας.

§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν διέκοψα τίποτε.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐκάμετε. Ἐδείξατε μίαν ἀσχημίαν, καὶ λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ παραστήσω τώρα. Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ ὀρθοφροσύνη.

§208Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι νομιμοφρονέστερος παντὸς ἄλλου, καὶ ὅστις ἀπευθύνεται εἰς ἐμὲ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν γλῶσσαν ἁβράν.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε ἡσύχως—διότι ὑπάρχουσι μέσα τῆς τάξεως— καὶ σεῖς καὶ ὅλοι ἐνταῦθα.

§210Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ δώσητε τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ δίδω τέρμα, διότι ἐνταῦθα ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, ὅστις ἔχει ἰσχυροτέραν φωνὴν νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει.

§212Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀπὸ σᾶς ἰσχυροτέραν.

§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσητε, παρακαλῶ. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.

§214ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῶν δύο ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν τὰς πολλὰς ἐνταῦθα ἀμφισβητήσεις, ἐπὶ τοῦ ζητήματος δηλαδὴ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, Κύριοι, πλεῖστοι ῥήτορες καὶ τελευταῖον ἠκούσθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀγόρευσις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἄρῃ πολλοὺς φόβους πολλῶν συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων βεβαίως οὐχὶ κατὰ τὸ ὅλον, ἀλλὰ κατὰ μέρος, καὶ ἐμοῦ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, λέγω, ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν σοβαρῶν ζητημάτων, διότι ἄλλως τε ἐπ’ αὐτῶν ὡμίλησα ἐν τῇ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει. Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς εὐρυτέραν πως ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν μου, αἵτινες λίαν περιληπτικῶς διετυπώθησαν ἐν τῷ ἐντύπῳ. Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 2. Ἐν τούτῳ ἀναφέρεται: «Ἄρθρον 334.— Ἐάν τις τῶν μαρτύρων ἢ τῶν πραγματογνωμόνων νομίμως κλητευθεὶς (ἄρθρ. 144 κ. ἑ.) δὲν ἐμφανισθῇ, καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ δημοσίου κατηγόρου ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως εἰς πρόστιμον δραχμῶν 5 μέχρι 15 καὶ εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀποφάσεως...». Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος ἡ λέξις «συμμέτρως», διότι, ἐὰν δὲν προστεθῇ ἡ λέξις αὕτη, ὁ πρῶτος μάρτυς ἢ ὁ πρῶτος πραγματογνώμων, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ περιπέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, ἢ θὰ εἶναι εὐπειθής, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ θὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, ὁ δὲ δεύτερος θὰ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς, διότι οὔτε τὸ Δικαστήριον διατάσσει τὴν ἐκ δευτέρου πληρωμήν, οὔτε ὁ ταμίας εἶναι ὑποχρεωμένος ἢ ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῇ τὴν ἐκ δευτέρου πληρωμήν. Ἐὰν δὲ θέλῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ τιμωρῇ τὸν μάρτυρα ἢ τὸν πραγματογνώμονα, ὁ ὁποῖος παραμελεῖ τὸ καθῆκόν του, δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ προστίμου· δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ ὅλον πρόστιμον τῶν 15 δραχμῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ διόρθωσις αὕτη διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «συμμέτρως». Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 338 ἀναγράφεται ὅτι: «Ἄρθρον 338. Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἐπιτρέπεται μόνον: 1) ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας διατάξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164· καὶ 2) ἐὰν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα νομίμου κωλύματος». Ἀφήνω τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἤγειρε τὴν θύελλαν ἐνταῦθα, καὶ ἀσχολοῦμαι μόνον μὲ τὴν πρώτην. Γράφεται: «Ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας διατάξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164». Νομίζω σκόπιμον, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις ὧδε· «ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ προδικασίας διατάξεις»· διότι δὲν θὰ ἔχωμεν μόνον τὸν κίνδυνον τῆς παραβάσεως τῶν προθεσμιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, τῶν διατυπώσεων δηλαδὴ τῶν ἐκθέσεων ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, ἱερέων κλπ. Κατωτέρω γράφεται: «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἶναι τότε μόνον δεκτή, ἐὰν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας εἰδικῶς ἠτιολογημένης ἐν τῇ ἀποφάσει». Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ἐὰν τοῦτο διωρθοῦτο κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ γίνεται δεκτή, ἂν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐκ νομίμου κωλύματος ἢ ἐκ παραβάσεως τῶν περὶ προδικασίας διατάξεων», Ἡ παρέλευσις τῆς προθεσμίας ἄνευ ὑπαιτιότητος ἐκείνου, καθ’ οὗ παρῆλθε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀξία τιμωρίας. Ἐὰν ἄνευ ὑπαιτιότητος ἀφήσῃ τις νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, πρέπει νὰ ἀποκαθίσταται εἰς ἀκέραιον. Τοιαύτην διάταξιν πλεῖσται ξέναι νομοθεσίαι περιέχουσιν, ὡς καὶ ἡ Γερμανική, ὁρίζουσα τὴν εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασιν, παρομοίαν μὲ τὴν in integrum restitutio τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Κατωτέρω λέγει τὸ σχέδιον νόμου ὅτι, ἐν τῇ ἐκθέσει πρέπει νὰ περιέχωνται «καὶ οἱ λόγοι τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην καὶ τῆς μὴ ἐμπροθέσμου ἀσκήσεως τῆς ἀνακοπῆς ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου». Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ δικαστὴς ὁ ποινικὸς εἶναι δικαστὴς τῆς οὐσίας, καὶ ἐν γένει ἐν τῇ ποινικῇ διαδικασίᾳ λαμβάνεται πρὸ παντὸς ἡ οὐσία ὑπ’ ὄψιν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον οἱ τύποι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται οἱ τύποι ὑπ’ ὄψιν, ὅταν οὗτοι προτίθενται νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἀπώτερόν τινα σκοπόν. Ἐνταῦθα ὅμως, Κύριοι, τρέχομεν τοιοῦτον κίνδυνον, ἀφήνοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ὡς ἔχει, νὰ ὑπάρξῃ λόγος σοβαρὸς ἀνακοπῆς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς ἀνακοπῆς, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, νὰ προταθῇ καὶ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι εἶναι σοβαρός, καὶ ὅμως τὸ Δικαστήριον νὰ ἀπόσχῃ καὶ εἴπῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον· δεδικαιολογημένως ἐγένεσο ἐκπρόθεσμος, ἐν τούτοις ὅμως, διότι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς ἀνακοπῆς ὁ σοβαρὸς λόγος αὐτός, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀνακοπήν. Φαντάζεσθε, Κύριοι, ποίαν ἐντύπωσιν προκειμένου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης θὰ προκαλῇ τοιαύτη περίπτωσις ἀπαραδέκτου ἀνακοπῆς; Οἱ λόγοι τῆς ἀνακοπῆς, Κύριοι, δὲν θὰ δημιουργηθῶσιν ἐπ’ ἀκροατηρίου· ἢ ὑπάρχουσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ λέγω ὅτι δὲν θὰ δημιουργηθῶσιν ἐπ’ ἀκροατηρίου, διότι πρέπει νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ τῶν ἀναγκαίων ἀποδείξεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν τροπολογίαν μου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως σοβαρῶς σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 339 φέρεται: «Ἡ ἀνακοπὴ γνωστοποιεῖται ἀμελλητὶ τῷ πολιτικῶς ἐνάγοντι». Θὰ παρεκάλουν, ὅπως τεθῇ ἡ φράσις: «Ἐὰν οὗτος κατοικῇ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου», πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων. Ἐπίσης κατωτέρω φέρεται: «Ἡ ἀνακοπὴ εἰσάγεται ἐπιμελείᾳ τούτου (τοῦ κατηγόρου), ἄνευ κλητεύσεως τοῦ ἀνακόπτοντος». Ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἦτο σκόπιμος, θὰ ἦτο ὠφέλιμος, ἐὰν ὁ κατήγορος δὲν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ καλέσῃ μάρτυρας· ἀλλά, ἀφοῦ θὰ κάμῃ αὐτὸν τὸν κόπον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κλητεύσῃ τὸν ἀνακόπτοντα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν δικάσιμον τῆς ὑποθέσεως, διότι ἡ ἀνακοπή, ὡς γνωρίζομεν, ἐκδικάζεται μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτῆς, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἡμέρα ἀργίας τοῦ Δικαστηρίου ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδικάσεως ὁ ἀνακόπτων. Ἀφοῦ λοιπὸν θὰ γίνῃ ἡ διαδικασία αὐτὴ τῆς κλητεύσεως ἄλλων προσώπων, καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὴν κλήτευσιν τοῦ ἀνακόπτοντος. Εἰς τὸ ἄρθρον 340 ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Λέγει τὸ ἄρθρον: «Ἄρθρον 340. Νέοι μάρτυρες πλὴν τῶν ἐξετασθέντων ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ ἢ τῇ προανακρίσει ἐνόρκως εἰσὶ πάντοτε παραδεκτοί, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐξετασθέντων ὀφείλει νὰ καλῇ ὁ δημόσιος κατήγορος ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν παθόντα, τὸν μηνυτὴν καὶ δύο τοὐλάχιστον ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς διατάξεως ταύτης τὰ σιδηροδρομικὰ ἀδικήματα, τὰ πρωτόκολλα τῶν δασοφυλάκων καὶ αἱ ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πταισματοδικείων, πρῶτον μὲν διὰ τὸ εὐτελὲς τῶν ὑποθέσεων, δεύτερον δέ, διότι δὲν θὰ ἦτο εὔκολον οὔτε ὠφέλιμον νὰ ἐγκαταλείπωσιν οἱ δασοφύλακες τὰς ὑποθέσεις των καὶ οἱ σταθμάρχαι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα τὰς κατηγορίας κατὰ διαφόρων ἀνθρώπων. Ταύτας εἶχον τὰς παρατηρήσεις νὰ κάμω. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως σοβαρῶς συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νικόλαος Παπαϊωάννου.

§216Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐψήφισα, κύριοι Βουλευταί, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πάντοτε ἔχων τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἀποδεχθῆ τροποποιήσεις τινάς, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον πράγματι λαμβάνονται ἐγγυήσεις τινὲς περὶ τῆς πράγματι ἐπακριβοῦς παραδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων εἰς τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς μάρτυρας, ἐνῷ τοιαῦται ἐγγυήσεις μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐλαμβάνοντο. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ πρὸ παντὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιέτριψαν εἰς τὰ δικαστικά, πῶς ἐγίνοντο αἱ κοινοποιήσεις τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ὁ κλητὴρ ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν κοινοποίησιν τῶν κατηγορητηρίων καὶ τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων μετέβαινεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν ἀγωγιατῶν μετεβίβαζε τὰς κλήσεις πρὸς τοὺς κατηγορουμένους πλειστάκις καὶ τοὺς μάρτυρας. Συνεπῶς διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ Κράτους....

§217Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο.

§218Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐγένετο, διότι ἐψηφίσθη ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει λοιπόν τις νὰ ἀντείπῃ τι, εἰμὴ νὰ ἐπαινέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔλαβε τοιαύτην μέριμναν περὶ τῆς ἀκριβοῦς κοινοποιήσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλπίζω, ὅτι κατόπιν τῆς μακρᾶς συζητήσεως καὶ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ κάμῃ ὑποχώρησίν τινα, διότι πράγματι κίνδυνοι ἐπαπειλοῦσι τοὺς κατηγορουμένους. Πρὸ παντὸς ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 336 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐδαφίου 2, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἐν τῇ δίκῃ ἀποχωρήσῃ ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, λογίζεται ὡς κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενος». Ἐὰν δεχθῶμεν, κύριοι Βουλευταί, ἀπολύτως, ὅτι, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ δὲν δύναται κατόπιν νὰ ἀποχωρήσῃ μετὰ πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ περὶ ἀναβολῆς τῆς δίκης, εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον διὰ τὸν κατηγορούμενον τοῦτον, διότι οἱ πλεῖστοι γνωρίζετε ὅτι κατηγορούμενός τις θέλων νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης κλητεύει νομίμως τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως του, ἐὰν ὅμως δὲν προσέλθωσιν οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἢ προσέλθωσι καὶ ἀποχωρήσωσι, τότε ποία εἶναι ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου, προκειμένου οὗτος νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα τροποποίησις ὑπὸ τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ἥτις λέγει· «Ὁ κατηγορούμενος δύναται ἐμφανιζόμενος ν’ ἀποχωρήσῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς πρὸς ἀπόδειξιν διαδικασίας, μόνον ἂν τὸ Δικαστήριον ἀπέρριψε τὴν περὶ ἀναβολῆς τῆς δίκης αἴτησίν του, στηριζομένην εἰς τὴν μὴ προσέλευσιν τῶν νομίμως κλητευθέντων μαρτύρων του».

§219Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ ἤδη.

§220Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Μάλιστα ἰσχύει, ἀλλ’ εἶναι παρακεκινδυνευμένον νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένους τοὺς κατηγορουμένους ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἄνευ ὑπερασπίσεως, ἄλλως τε δὲ ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἀναβολῆς δὲν ἔχει νὰ πάθῃ μέγα τι κακὸν ἡ δικαιοσύνη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνακοπὴν τῶν κατηγορουμένων πραγματικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἴρεται πλέον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον μέχρι σήμερον ἀπὸ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ ζητοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λόγοι διατί δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, καὶ ἰδίως ἀπαιτοῦνται ἀποχρῶντες καὶ σοβαροὶ λόγοι, οἱ δὲ λόγοι αὐτοὶ ἀφίενται πάντοτε νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Βεβαίως οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πάντως πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προστεθῇ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ κ. κ. Χρυσοβελώνης καὶ Ἐξαρχόπουλος, ἡ φράσις «ἢ ἄλλης δεδικαιολογημένης αἰτίας». Καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Ὁποῖοι κίνδυνοι ἐπαπειλοῦσι τοὺς κατηγορουμένους διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς! Οἱ ἐνδιατρίβοντες εἰς τὰ δικαστικὰ αὐτοὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταί, κατηγορούμενον μὴ δυνάμενον ἕνεκεν ἀποχρώντων λόγων, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὸ πρῶτον καὶ κατόπιν ἀνακόπτοντα αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου νὰ μὴ δυνηθῇ πάλιν δι’ ἀποχρῶντας λόγους νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του. Τί γενήσεται τότε; Ἡ ἀπόφασις ἡ ἐκδοθεῖσα ἐρήμην γίνεται ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος. Φαντασθῆτε τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ὁ κατηγορούμενος νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ῥάχιν του ἀπόφασιν ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον, ἡ ὁποία γνωρίζετε πῶς ἐκδίδεται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ὅταν ἐρήμην δικάζηται ὁ κατηγορούμενος. Δι’ ἁπλούστατον πταῖσμα, τοὐλάχιστον εἰς τὸν εἰκοσαετῆ ἐγὼ βίον μου, εἶδον κατηγορούμενον τιμωρούμενον μὲ φυλάκισιν τριῶν καὶ ἓξ μηνῶν, δι’ ἁπλούστατον δὲ τραῦμα μὲ φυλάκισιν δύο ἐτῶν. Φαντασθῆτε ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τοῦ κατηγορουμένου, διότι δι’ ἀποχρῶντας λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ εἶχεν εἰς τὴν πρώτην δίκην καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀνακοπὴν τοιαύτην, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης· θὰ ἔχῃ καθ’ ἑαυτοῦ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ θὰ ἀποτίσῃ μεγάλην ποινὴν δι’ ἐλάχιστον ἔγκλημα, πλειστάκις δὲ καὶ ἀθῷος ὤν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ κίνδυνος μόνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ὁ κατηγορούμενος, ὅταν ἀποκλεισθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς; Καὶ ἕτερος μέγιστος κίνδυνος ἐπαπειλεῖ αὐτόν, καὶ οὗτος εἶναι ὁ κίνδυνος τῶν πολιτικῶν ἀποζημιώσεων. Ὁ παθὼν ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, εἰσάγει τὰ πολιτικὰ δικόγραφα καὶ τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν ζητῶν ὑπερόγκους ἀξιώσεις, ὅπως συνήθως συντάσσονται αἱ πολιτικαὶ ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, διότι αἱ πολιτικαὶ ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν ἔχουσι λόγον τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ τὴν παράστασιν τοῦ παθόντος ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν λοιπὸν ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν ὁ τοιοῦτος κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ καὶ καθ’ ἑαυτοῦ τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν καὶ ἐξ ἀνυπερβλήτων λόγων δὲν δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ ἀποκρούσῃ τὴν ἀγωγήν, θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ὁ παθὼν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ. Καὶ εἶπεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ποῦ θὰ φθάσωμεν; Θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς κατηγορουμένους νὰ κάμωσι καὶ δευτέραν καὶ τρίτην καὶ τετάρτην ἀνακοπήν, καὶ δὲν γνωρίζω πόσας ἄλλας ἀνακοπὰς ἀνέφερε. Λυποῦμαι, διότι ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ στόματος πεπειραμένου συναδέλφου καὶ διαπρεποῦς νομικοῦ, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ τρίτη καὶ τετάρτη ἀνακοπή. Πάντες οἱ διατρίβοντες εἰς τὰ δικαστικὰ γνωρίζουσιν, ὅτι ἀνακοπαὶ ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς: ἡ πρώτη, ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπή, γνωρίζετε δὲ πότε γίνεται ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρίσκεται ὁ κατηγορούμενος, καὶ πότε ἡ δευτέρα ἀνακοπή.

§221Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν ταῖς δυσὶν αὐταῖς ἀνακοπαῖς ὁ κατηγορούμενος ἀποστέλλεται εἰς τὴν φυλακήν.

§222Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω. Ὁ ἐνασκῶν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπὴν εἴτε συλλαμβάνεται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁπότε καλεῖ τὸν γραμματέα ἐν ταῖς φυλακαῖς, διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, εἴτε προσέρχεται αὐθορμήτως καὶ ἐγκλείεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁ δὲ ἐνασκῶν δευτέραν ἀνακοπὴν ὑφίσταται καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιον, διότι ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁριστική, καὶ εἴτε συλλαμβάνεται οὗτος ὑπὸ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς καὶ προσάγεται ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, εἴτε ἐρχόμενος αὐτοβούλως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἐγκλείεται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκεῖ ἐνασκεῖ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, καὶ κατόπιν προσέρχεται σιδηροδέσμιος, ὡς βλέπομεν καθ’ ἑκάστην τοὺς κατηγορουμένους μεταφερομένους ἀπὸ τὰς φυλακὰς εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου ὑποστηρίζει τὴν δευτέραν ἀνακοπήν του, προσάγει τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀποφαίνεται περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ τετάρτη καὶ ἡ πέμπτη ἀνακοπή, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος; Φαίνεται ὅτι ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡμίλησεν οὕτω πως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν θελήσῃ νὰ μὴ ἀπαγορεύσῃ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἢ μᾶλλον νὰ μὴ ἀναφέρῃ ἐντελῶς, ὅτι ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, νὰ ἀφήσῃ τουτέστι νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε συνεπείᾳ τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἢ μᾶλλον συνεπείᾳ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν τὰ Δικαστήρια, διότι ἡ Ποινικὴ Δικονομία δὲν ἀναφέρει δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια ἐπέτρεψαν τοιαύτην, θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης.

§223Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐφεξῆς δὲν θὰ ἐπιτρέπηται, κύριε συνάδελφε· θὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 341.

§224Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν καταργεῖται.

§225Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργεῖται τὸ ἄρθρον 341;

§226Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καταργεῖται.

§227Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ τὸ ἐπαναφέρωσιν.

§228Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι καὶ ἄλλοτε εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους πρὸ διετίας σχεδόν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ γίνῃ ἐπανάστασις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι πραγματικῶς διεκινδύνευσεν ἡ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, καὶ ἠναγκάσθη αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον τοῦτον, νὰ ἔλθῃ κατόπιν νὰ καταργήσῃ αὐτόν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοιοῦτον, διότι τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα δὲν ἐξῳκειώθησαν πρὸς ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη, δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν νὰ ἐνασκῶσιν οἱ πολῖται τὰ δικαιώματα αὐτά, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπομεν σπουδαίους κινδύνους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ δικαιοσύνη διὰ τῆς μὴ καταργήσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Τὸν περιορισμὸν τῶν δικῶν τῶν ἐρημοδικιῶν ἰδίᾳ ἐπέφερε καὶ ἕτερος νόμος ψηφισθεὶς πρὸ διετίας, ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὸ πρῶτον καὶ δικαζόμενοι κατ’ ἀντιμολίαν πληρώνουσι τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων καὶ τελῶν. Γνωρίζετε ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερεν; Ἐγὼ ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος δικηγόρος δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἐκ τῶν εἰσαγομένων ποινικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Βόλου ἑκατὸν καθ’ ἑβδομάδα ἐδικάζοντο εἴκοσι τὸ πολὺ κατ’ ἀντιμολίαν, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἐγίνοντο ἐρήμην, ἤδη μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου εἶναι ζήτημα, ἂν δικάζωνται εἴκοσι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐρήμην. Ἰδοὺ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν αἱ δίκαι, διότι πράγματι, ὡς διαβλέπω ἐγώ, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι νὰ περιορίσῃ τὰς δίκας, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Ἰδοὺ πῶς ἐπέρχεται ἀποτέλεσμα καλὸν ὑπὲρ τῶν πολιτῶν καὶ οὐχὶ διὰ βεβιασμένων μέτρων, οὐχὶ βεβαίως διὰ τοιαύτης ἀπαγορεύσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἡ ὁποία ἀπαγόρευσις θὰ γεννήσῃ κίνδυνον νὰ στερηθῶσι πολλοὶ πολῖται τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δύναται ἐμφανιζόμενος νὰ ἀποχωρήσῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, μόνον ἐὰν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκλήτευσε μάρτυρας ὑπερασπίσεως ἀποδεδειγμένως καὶ νομίμως ἐπίσης νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χρυσοβελόνη, ὥστε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος ἡ λέγουσα ὅτι δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ νὰ τεθῇ ὅτι εἶναι πάντοτε δεκτὴ ἕνεκα ἀνυπερβλήτου κωλύματος. Ἐλπίζω ὅτι τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σκεπτόμενος ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, εἶναι ἀτελής, τὰ δὲ ἔργα του δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἀτελῆ.

§229Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Χρυσοβελόνη νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν δι’ ὀλίγων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ διὰ τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι ἢ πταίσματι κατηγορουμένους ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας ὡς δικαίωμα, ἐνῷ διὰ τοὺς ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένους δὲν ἀναγνωρίζεται, καὶ ἀναγκάζονται παρουσιαζόμενοι ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου μόνον τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως νὰ ζητήσωσιν, οὐχὶ δὲ νὰ ἀποχωρήσωσι δικαζόμενοι ἐρήμην. Σήμερον ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἡ ἀναγνωρισθεῖσα, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αἴρεται, καὶ ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ πλημμελήματι ἢ πταίσματι νὰ δικασθῇ ἐρήμην, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ δικασθῇ κατ’ ἀντιμωλίαν, ἐὰν δὲ δὲν ἐμφανισθῇ, μόνον ἕνεκεν ὡρισμένων λόγων καὶ αἰτιῶν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ ὡρίσθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 338 ὅτι «ὁ κατηγορούμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἔνδικον......». Διὰ τῆς τροπολογίας ἐζητήσαμεν νὰ προστεθῇ ὅτι καὶ πᾶσα ἄλλη αἰτία ἀποχρώντως δεδικαιολογημένη εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον ὡς δίδουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον, ποιούμενον χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς καὶ στηριζόμενον ἐπὶ τῶν λόγων αὐτῆς, νὰ ἀκουσθῇ καὶ νὰ μὴ δικασθῇ ἀναπολόγητος. Ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, δι’ ἣν λόγον δι’ ἀποχρώντως δικαιολογημένον κώλυμα δύναται νὰ γίνῃ δευτέρα ἀνακοπή, νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπῃ νὰ γίνῃ δεκτή. Ὁ ἐρήμην καταδικαζόμενος κατηγορούμενος συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιον ἔχει προθεσμίαν 10 ἡμερῶν ἐν ᾗ περιπτώσει κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν ἡ ἀπόφασις, ὅπως ποιήσηται χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ προθεσμία δὲν εἶναι ἀρκετή· ὁ λιπομάρτυς ἔχει προθεσμίαν 15 ἡμερῶν πρὸς ἐνάσκησιν τῆς ἀνακοπῆς, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ κατηγορούμενος, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία κινδυνεύει, ἔχει 10 ἡμερῶν προθεσμίαν. Νομίζω ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, εἶναι ὀρθὸν νὰ αὐξηθῇ εἰς 20 ἡμέρας ἡ προθεσμία αὕτη. Ἐπίσης εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡρίσαμεν, ὅτι ὁ λιπομάρτυς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀνακοπὴν καὶ διὰ πληρεξουσίου, ἐνῷ ἡ διὰ πληρεξουσίου ἐνάσκησις παραλείπεται διὰ τὸν κατηγορούμενον. Καὶ ναὶ μέν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαγορεύεται τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ὁ πληρεξούσιος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν κατηγορούμενον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ τὸν λιπομάρτυρα τὸ δικαίωμα τοῦτο, παραλείπεται δὲ διὰ τὸν κατηγορούμενον, εἶναι ὀρθὸν νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ ἀνακοπὴ γίνεται εἴτε ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου εἴτε ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου του. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι δυνάμει τῆς κειμένης Ποινικῆς Δικονομίας δευτέρα ἀνακοπὴ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 341 αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἡρμηνεύθη κατὰ τρόπον, ὅστις ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐγίνετο δεκτὸς καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἐπιτρέπεται καὶ δευτέρα ἀνακοπή. Ὥστε, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου καταργοῦμεν τὸ ἄρθρον 341, διὰ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν, ζητοῦμεν νὰ διαγραφῇ τὸ ὅτι δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὥστε νομίζω ὅτι πρέπει εἰδικῶς νὰ προστεθῇ ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ γίνεται δεκτὴ ἕνεκεν ἀνωτέρας βίας, ἡ ὁποία εἰδικῶς αἰτιολογεῖται. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, καὶ ἂν πρέπῃ ἀκριβῶς νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ὁρμᾶται ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐρημοδικίαι. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἂν γίνωσι δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. (Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§230Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καίπερ κηρυχθεὶς κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διατυποῦται, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω μετὰ τοῦ κ. Ἐξαρχοπούλου τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν οὗτος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου. Πρὸ τούτου ὅμως αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλήσαντος ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου κυρίως, ὅπως ἀποκρούσῃ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἐπείσθην ἐξ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔδακον τὸ ἄγκιστρον οἱ πολεμήσαντες τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλὰ τὸ ἔδακεν αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργός, διότι, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου παύει πλέον ἡ ἀνακοπὴ νὰ εἶναι δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ δέον νὰ θεωρῆται ἀποτέλεσμα ἀνάγκης, ὀφείλει ἐπίσης νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἰς ἀποτέλεσμα ἀνάγκης καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται. Εἶμαι τελείως πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προαγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μαντεύσω ἕνεκα τίνος λόγου, ἴσως ἕνεκα προσωπικῆς φιλοτιμίας, δὲν θέλει νὰ παραδεχθῇ τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ διεκήρυξε τὰς θεωρίας, ὅσας ἐντεῦθεν διεκήρυξεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας δικαιοῦνται οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ θεραπεύωσι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης προσγιγνόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε κατήρχετο τοῦ βήματος, ἐγὼ παρετήρησα τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ὁ ὕπατος τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Ἀριστοτέλης, διδάσκει ἐν τῇ ῥητορικῇ του ὅτι οἱ ἄριστοι τῶν νόμων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουσι τὰ ὀλιγώτερα εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ κρίνωσιν. Ἀκούσατε τὴν σχετικὴν περικοπὴν τοῦ φιλοσόφου· «Μάλιστα μὲν οὖν προσήκει τοὺς ὀρθῶς κειμένους νόμους ὅσα ἐνδέχεται πάντα διορίζειν αὐτούς, καὶ ὅτι ἐλάχιστα καταλείπειν ἐπὶ τοῖς κρίνουσιν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι εἶναι μελετητὴς τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, βεβαίως θὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Ἀριστοτέλους, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι εἴτε ἐκ προσωπικῆς φιλοτιμίας εἴτε διότι ἡ ἐπίθεσις τῆς Βουλῆς ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἢ ἡ ἀντίκρουσις τούτου ὑπ’ αὐτῆς δὲν διενηργήθη κατὰ τὴν κρίσιν του μὲ τὴν δέουσαν ἠρεμίαν, ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην του καὶ δὲν θέλει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, σᾶς εἶπεν, ἀναγνωρίζει κατάστασιν ἀνάγκης διὰ τὴν πρώτην ἀνακοπὴν καὶ ἀναγνωρίζει τοιαύτην καὶ διὰ τὴν δευτέραν, διατί δὲν θεσπίζει ταύτην; Καί, ἵνα ὁμιλήσω καὶ διὰ παραδειγμάτων, ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Γίνεται πρώτη ἀνακοπὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέρας δέον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὑποθέσατε ὅμως ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς Κυκλάδας, ὅπου τὸ ἀτμόπλοιον δὲν προσεγγίζει εἴς τινας νήσους ἐγκαίρως, ἀπολείπεται ὁ κατηγορούμενος ἀνακόπτων κατὰ τὴν δικάσιμον καὶ ἀπορρίπτεται ἡ ἀνακοπή, καθισταμένης οὕτω τελεσιδίκου τῆς ἀποφάσεως. Ὁ κατηγορούμενος τότε θὰ ἐγκλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς τελείως ἀναπολόγητος. Ὑπάρχει λοιπὸν κατάστασις ἀνάγκης καὶ διὰ τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, καὶ ἀντὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν δικαστῶν ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἐν τῷ νόμῳ, περιορίζοντες ὅμως βεβαίως μόνον εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν τοὺς λόγους αὐτῆς. Τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ἡ τελευταία νομοθετικὴ συνείδησις, διὸ καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ἐνομοθετήθη καὶ ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς καὶ ἀνεγνωρίσθη καὶ αὐτὸ ὡς ἔκτακτον μέσον ἔνδικον μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι διὰ ταύτην καταβάλλεται τέλος ἰδιαίτερον. Ὑποθέτω λοιπὸν κατόπιν πάντων τούτων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ ἐπὶ τέλους νὰ θεσπίσῃ καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἐὰν δὲ τοῦτο πράξῃ, τὸν βεβαιῶ τότε ὅτι θὰ εὕρῃ τὴν Βουλὴν πᾶσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ προαγορούσαντες συνάδελφοι, ἔχω ὅμως μετὰ τοῦ κ. Ἐξαρχοπούλου ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀκούσῃ. Προκειμένου περὶ τῆς προθεσμίας ὁρίζει τὸ ἄρθρον 338: «Ἡ ἀνακοπὴ γίνεται παρὰ τῷ γραμματεῖ τοῦ ἐκδόντος τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν Δικαστηρίου ἐντὸς δέκα μὲν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως αὐτῆς, ἐὰν ἡ ἡ ἐρήμην ἀπόφασις ἐκοινοποιήθη προσωπικῶς εἰς τὸν καταδικασθέντα, ἐντὸς 30 δὲ ἡμερῶν, ἐὰν δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη προσωπικῶς...» Ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑφ’ ἡμῶν οὐδαμῶς παραβλάπτει τὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ μόνον προστίθησι τὸ ἑξῆς: «αὐτοπροσώπως ἢ διὰ πληρεξουσίου», τοῦθ’ ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 335 προκειμένου περὶ λιπομαρτύρων. Προτείνεται ἐπίσης διὰ τῆς τροπολογίας, ὅπως ἡ προθεσμία τῶν 10 ἡμερῶν, ἥτις ὁρίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου, ἂν κοινοποιηθῇ προσωπικῶς εἰς τὸν κατηγορούμενον ἡ ἀπόφασις, νὰ αὐξηθῇ εἰς 20 ἡμέρας, διότι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπως θὰ σᾶς εἴπω, μεταξὺ τῶν δέκα ἡμερῶν, ἐφ’ ὅσον ἐνεργεῖται προσωπικῶς πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ἡ ἐπίδοσις, καὶ τῶν 30 ἡμερῶν, ἂν ἡ ἀπόφασις δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη προσωπικῶς, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐπίδοσις θὰ ἐνεργῆται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 335, ὅπερ ὁρίζει ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἐπίδοσιν ὀφείλουσιν ἀμελλητὶ τὸ δικόγραφον, τὴν κλῆσιν ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα νὰ τὸ δίδωσιν εἰς τὸν καλούμενον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν τὴν βεβαιότητα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θὰ ἐπιδίδηται ἀμελλητὶ τὸ δικόγραφον εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὀρθὸν εἶναι, ἐφ’ ὅσον ὁρίζεται ἑνὸς μηνὸς προθεσμία διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἐπίδοσις δὲν ἤθελε γίνει προσωπικῶς πρὸς αὐτόν, νὰ ὁρισθῇ 20 ἡμερῶν προθεσμία, ὅταν θὰ γίνηται προσωπικῶς ἡ ἐπίδοσις, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τῷ κοινοποιεῖται προσωπικῶς, καὶ εἰς τὴν δευτέραν, καθ’ ἣν δὲν κοινοποιεῖται αὐτῷ προσωπικῶς, ὅτι τάχιστα ὁ κατηγορούμενος θὰ λάβῃ τὴν κοινοποιουμένην κλητήριον ἀπόφασιν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης. Ἡ τροπολογία ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει καὶ θεσπίζει τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ, τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται ὅτι «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἶναι τότε μόνον δεκτή, ἐὰν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας εἰδικῶς ἠτιολογημένης ἐν τῇ ἀποφάσει». Ὀρθὸν βεβαίως τοῦτο· διότι, ἀφοῦ ἡ ἐμπρόθεσμος ἀνακοπὴ δὲν θεωρεῖται δικαίωμα, πολὺ περισσότερον δὲν δύναται νὰ θεωρῆται δικαίωμα ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή. Θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ ὄχι μόνον ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων εἰδικῶς αἰτιολογουμένων ἐν τῇ ἀποφάσει, διότι δυνατὸν μὲν ἐν δεδομένῃ τινὶ περιστάσει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνωτέρα βία, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλα ἀνυπέρβλητα αἴτια, τὰ ὁποῖα προκειμένου περὶ τῆς ἐμπροθέσμου ἀνακοπῆς ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀπεδέχθη ὡς δυνάμενα νὰ ὑπάρξωσι. Τούτων οὕτως ἐχόντων ὑποβάλλω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ἐξαρχοπούλου τὴν τροπολογίαν ταύτην εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω Κύριοι, εἰμὴ νὰ διαδηλώσω, ὅτι θεωρῶ ὅτι ὑπάρχει ἐπιβεβλημένον καθῆκον εἰς ἐμὲ δικηγόρον Βουλευτὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τῆς γνώμης ἐνίων συναδέλφων, μὴ δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγόρους Βουλευτὰς καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους, ἐγεννήθη, διότι προσβάλλονται δῆθεν τὰ δικηγορικά των συμφέροντα.

§231ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον, προστατεύονται.

§232Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀκριβῶς.

§233Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἴτε σήμερον εἴτε αὔριον θὰ ἔλθωσιν εἰς τοὺς δικηγόρους.

§234Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον, κύριε συνάδελφε, νὰ φέρητε ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.

§235Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς λέγω ὅτι ἠναγκάσθην νὰ τὸ εἴπω, διότι πρὸ ὀλίγου τὸ ἤκουσα λεγόμενον ἀπὸ Βουλευτάς.

§236Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε γνώμην θέλουσιν· αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐκδηλώσαντας ἐναντίαν γνώμην.

§237Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ πλάνη πρέπει νὰ διαλυθῇ.

§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαντήσητε εἰς ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν θὰ ἐπέτρεπον νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ δικηγόροι Βουλευταὶ μάχονται ὑπὲρ ἰδίων συμφερόντων.

§239Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, τουτέστι τὴν ἀλήθειαν καθαρὰν καὶ ἀπερίφραστον. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῶσι ταῦτα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος· ἀρκεῖ ὅτι ταῦτα λέγονται καὶ διαδίδονται, ὡς εἶπον.

§240Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εἴμεθα τελείως ἀδιάφοροι περὶ τοῦ ποίαν γνώμην ἔχουσιν.

§241Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι· ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται.

§242Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ λέγηται, ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα ἀδιάφοροι εἰς τοιαύτας διαδόσεις.

§243Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ ὁ κόσμος, διότι ἡ ἀλήθεια δὲν φέρει ἀποτελέσματα, ἐφ’ ὅσον τὴν ἀγνοεῖ ὁ κόσμος. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ μὴ δικηγόροι Βουλευταί, ὅτι οἱ δικηγόροι οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι πᾶν ὅ,τι ἔπραξαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἔπραξαν ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως ἀκραδάντου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους ἀντὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ καλοῦ, ὃν φρονεῖ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ καλοῦ θὰ γίνῃ βλάβης καὶ πιέσεως πρόξενον καὶ θὰ ἔχῃ τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἀφ’ ὅσα ἐπιδιώκονται δι’ αὐτοῦ. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ κρίνῃ, ὅτι, ἀφοῦ οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ ἔχωσι γνώμην μετὰ κύρους ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁμοφώνως ἀποφαίνονται κατ’ αὐτοῦ, πάντως τὸ τοιοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τι τὸ σοβαρῶς ἐλαττωματικόν. (Χειροκροτήματα).

§244Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται δευτέρα ἀνακοπή.

§245Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὡς ἔκτακτον μέσον.

§246Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Διατί τοῦ εὐεργετήματος τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς νὰ ἀπολαύωσι καὶ οἱ ζωοκλέπται;

§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν δύνασθε οὔτε νὰ διακόψητε, διότι ὁ ἀγορεύων ἐπεράτωσε τὸν λόγον του, ἀλλά, ἂν θέλητε νὰ σᾶς ἐγγράψω, νὰ ὁμιλήσητε. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μουσούρης.

§248Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐπιθυμῶν, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ συντελέσω εἰς παράτασιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀπήντησα, ὡς ὤφειλον, εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἀπάντησιν ὅσων ἐγὼ εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ μὴ συντελέσω εἰς τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἐκθέτους δύο τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἐν σχέσει μὲ τὸ συζητούμενον δεύτερον ἄρθρον, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ αἱ τροπολογίαι αὗται δὲν ἐγγίζουσι τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ θίξω, ὅπως δὲν θέλω νὰ πικράνω καὶ τὴν ἀρκετὰ πικραμμένην καρδίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καθόλου πικραμμένη.

§250Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἔκρινα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω τὰς τροπολογίας, διότι αὗται ἔχουσι σκοπὸν καὶ θὰ ἔχωσι τὴν συνέπειαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἔχωσι τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποφύγωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰ κακά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς πλημμελοῦς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Καὶ ἡ μὲν πρώτη τροπολογία δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ μεγάλην συζήτησιν, διότι ἐλπίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἅμα ἀκούσῃ ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ θεραπεύσῃ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν δικῶν, τὸ ἄτοπον ὅτι, ἐνῷ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων ὁ παριστάμενος κατὰ τὴν ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου δίκην ἦτο ἔκτοτε διάδικος, ἦτο δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ἡ δίκη, νὰ δικασθῇ δηλαδὴ ἡ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἀνακοπὴ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ οὗτος νὰ μὴ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, καὶ εἶχε τὴν πρόνοιαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς νὰ γράψῃ ἐν τῷ προσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ ἀκριβῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δημόσιος κατήγορος εἶναι ὑπόχρεος νὰ κοινοποιῇ τὴν γενομένην ἀνακοπὴν εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ. Ἀλλά, ἐνῷ ἔσχε τὴν πρόνοιαν καὶ ἐφρόντισε νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν ὥρισε τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς κοινοποιήσεως, καὶ ἑπομένως, ἂν δὲν διορθώσωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, θὰ ἔχωμεν τὸ ἄτοπον ν’ ἀποβῇ τελείως ἀτελεσφόρητος ἡ διάταξις αὕτη, διότι, ἂν δὲν ὁρίσωμεν τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς κοινοποιήσεως, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Εἰσαγγελίας καὶ ὁ γραφεὺς τοῦ δημοσίου κατηγόρου, εἰς τοὺς ὁποίους, ὡς εἶναι φυσικόν, θὰ ἀνετίθετο ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας ταύτης, ἠδύναντο νὰ παραλείψωσιν εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἐξ ἀμελείας τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, εἴτε οὐδόλως ἀνακοινοῦντες εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα τὴν γενομένην ἀνακοπὴν εἴτε ἀνακοινοῦντες ταύτην τὴν προτεραίαν τῆς δίκης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ συνηγόρου αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ δίκαιά του. Ὑπέβαλον ἕνεκα τούτου προσθήκην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τὴν ὁρίζουσαν ὅτι «Ἡ ἀνακοπὴ γνωστοποιεῖται τῷ πολιτικῶς ἐνάγοντι ἢ τῷ πληρεξουσίῳ ἢ ἀντικλήτῳ αὐτοῦ τῷ διωρισμένῳ παρὰ τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου ὑπὸ τοῦ κατηγόρου κλπ.», νὰ προστεθῇ «κοινοποιεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τούτου ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτῆς», ὅτι δηλαδή, ὅταν γίνῃ ἀνακοπή, εἶναι ὑπόχρεος ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ δημόσιος κατήγορος νὰ ἀποστείλῃ ἔγγραφον εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ εἰς τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναφέρηται ὅτι ἐγένετο ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὡς πολιτικῶς ἐνάγων, τοῦτο δὲ τὸ ἔγγραφον νὰ κοινοποιῆται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἂν γίνῃ νόμος, δηλαδὴ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ τῆς Εἰσαγγελίας ἢ ὁ χωροφύλαξ νὰ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ κοινοποιῶσιν αὐτὸ εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ εἰς τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ καὶ νὰ συντάσσωσιν ἐπιδοτήριον, καὶ οὕτω δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ παραβίασις τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν πρόνοιαν νὰ θέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ· πρόκειται περὶ προσθήκης, ἡ ὁποία οὐδεμίαν θὰ φέρῃ σύγχυσιν, δὲν θὰ πλήξῃ διόλου τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τουλάχιστον τὴν μικρὰν τροπολογίαν ταύτην δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ ἀποδεχθῇ.

§251Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ Βουλή;

§252Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐννοεῖται τότε ὅτι ἔτι μᾶλλον θὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν ἡ Βουλή. Μεγαλειτέραν ἔτι σημασίαν ἔχει ἑτέρα τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐμφανισθῇ, δικάζεται ἐρήμην, νὰ θέσωμεν τὰς ἑξῆς λέξεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν τῇ τροπολογίᾳ. Ὅτι δικαζομένης ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου τῆς ὑποθέσεως νὰ δύναται —μὴ ἐκπλαγῆτε κύριοι Βουλευταί, διότι θὰ ἀναφέρω ἀμέσως καὶ τὴν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθην τὴν τροπολογίαν ταύτην—, νὰ δύναται ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τοῦ κατηγορουμένου νὰ παρίσταται κατὰ τὴν δίκην καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐκλητεύθη νομίμως ἢ ὅτι ὑπάρχει νόμιμος λόγος δικαιολογῶν τὴν μὴ ἐμφάνισίν του. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Δικαστήριον, ἂν εὕρῃ βασίμους τοὺς ἰσχυρισμούς του, ἀναβάλλει τὴν δίκην. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς: «Δικαζομένης τῆς ὑποθέσεως ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου δύναται νὰ παραστῇ πᾶς πληρεξούσιος αὐτοῦ δικηγόρος, ὅπως ὑποβάλῃ ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐκλητεύθη νομίμως ἢ ὅτι δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα τοῦ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένου νομίμου κωλύματος, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἀποδείξῃ. Τὸ Δικαστήριον, ἐὰν εὕρῃ βασίμους τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ἀναβάλλει τὴν δίκην». Τὴν διάταξιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, ἠρύσθην ἐκ τοῦ ἄρθρου 465 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, τεθειμένον ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ διαδικασίας κατὰ φυγοδίκων καὶ ἀπόντων ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ὁρίζει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν ἀπόντα δὲν δίδεται ἐξ ἐπαγγέλματος συνήγορος, εἶναι δεκτὸς ὅμως ἕκαστος, ὅστις παρίσταται, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὸν ἢ διὰ νὰ ἀποδείξῃ νόμιμα κωλύματα, καταστήσαντα ἀδύνατον τὴν ἐμφάνισίν του. Ἀποδειχθείσης νομίμου κωλύσεως, δίδει τὸ Δικαστήριον νέαν πρὸς ἐμφάνισιν προθεσμίαν, παρελθούσης δὲ αὐτῆς ἀνωφελῶς, δικάζει κατ’ ἐρήμην». Ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων δίκης ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἐφρόντισε νὰ θέσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κατηγορούμενος πρόκειται νὰ δικασθῇ ἐρήμην, δύναται οἱοσδήποτε πολίτης νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν, νὰ μελετήσῃ αὐτήν, νὰ παρατηρήσῃ ἂν ἐτηρήθησαν ἅπασαι αἱ κατὰ τὸν νόμον διατάξεις τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων καί, ἐν ᾗ περιπτώσει εὕρῃ, ὅτι αἱ διατυπώσεις αὗται δὲν ἐτηρήθησαν, νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λόγους τοῦ ἀκύρου τῆς κοινοποιήσεως εἰς τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ. Ἀλλὰ δύναται ἐκτὸς τούτου νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Δικαστήριον· «ὁ κλητευθεὶς εἶχε νόμιμα κωλύματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμφανισθῇ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ Δικαστήριον ν’ ἀποδείξω τὰ κωλύματα ταῦτα». Καὶ δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ξένος, ὁ μὴ δικηγόρος καὶ μὴ πληρεξούσιος, νὰ προσαγάγῃ μάρτυρας καὶ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κλητευθεὶς νὰ προσέλθῃ ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τὸ Δικαστήριον εὕρῃ ὅτι τὰ κωλύματα ταῦτα ἀποδεικνύονται ὑπὸ τοῦ ὑπερασπιστοῦ αὐτοῦ τῆς ζωῆς ἢ τῆς ἐλευθερίας τοῦ δικαζομένου ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δώσῃ ἑτέραν προθεσμίαν πρὸς ἐμφάνισιν. Ἀλλά, ἂν ὁ νομοθέτης ἡμῶν ἔθηκε τὴν διάταξιν ταύτην προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως δικῶν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου, δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος, δὲν ὑπάρχει μείζων λόγος, ὅπως δεχθῶμεν τοῦτο, προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως δίκης ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου; Ὑπάρχει μείζων λόγος, διότι, ἐνῷ ὁ δικαζόμενος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐρήμην δύναται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὁποτεδήποτε ἐμφανιζόμενος ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ προκαλέσῃ ἀμέσως νέαν ἐκδίκασιν, καὶ μάλιστα ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεύς, καίτοι ἔχει ἀπόφασιν κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, ὅταν ἐμφανισθῇ οὗτος ἢ συλληφθῇ, εἶναι ὑπόχρεος ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ προκαλέσῃ νέαν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα δικασθῇ ἐκ νέου, καταστρεφομένης τελείως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐρήμην τοῦ καταδικασθέντος ἐκδοθείσης, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἅμα ὁ καταδικασθεὶς ἐρήμην συλληφθῇ, οὐδὲν δικαίωμα ἀνακοπῆς κέκτηται, πλὴν ὅταν ἀποδείξῃ ἀνυπέρβλητα κωλύματα. Ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὸν νομοθέτην νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κακουργιοδικείου, ὁ αὐτὸς ἔτι μᾶλλον ὑπάρχει καὶ διὰ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομοθετικοῦ λόγου, δι’ ὃν ἀπεφάσισε τοῦτο ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ συμπεράσματα εἶναι πολὺ λογικά, εἶναι πολὺ ὀρθά, ἐὰν ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν πεῖραν καὶ κατὰ τὴν μικρὰν ἡμῶν μόρφωσιν τὰ συνήθως συμβαίνοντα. Ὑποθέσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἐκοινοποιοῦντο αἱ κλήσεις πρὸς τοὺς κατηγορουμένους καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκονται δι’ ὑποθέσεις ἐκτὸς τῆς οἰκίας των, ἐκτὸς τοῦ τόπου, ἐν ᾧ κατῴκει. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν τόπον μου καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου πολλοὶ γεωργοὶ ἀπέρχονται ἀπὸ τὰ χωρία τῆς Κεφαλληνίας καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς κοινοποιεῖται τακτικῶς δικόγραφον, καθ’ ὃν χρόνον ἀπουσιάζουσι τοῦ χωρίου των· οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Τότε οἱ σύνοικοι ἢ οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνου θὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸν πληρεξούσιον αὐτοῦ δικηγόρον, θὰ ἔχωσι καὶ τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι θὰ βεβαιῶσιν ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι εἰς τὸ χωρίον του, καὶ τὸ Δικαστήριον, ἐὰν εὕρῃ ὅτι πράγματι ἀπεδείχθη, ὅτι ἕνεκα νομίμου κωλύματος δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κλητευθεὶς κατηγορούμενος, θὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην. Τί λογικώτερον, τί ἁπλούστερον, τί δικαιότερον τούτου; Ἀλλὰ μήπως, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι τοῦτο ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τὰς εὐλόγους παρατηρήσεις πολλῶν ἐξ ὑμῶν παρατηρησάντων ὅτι πολλάκις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσέρχωνται οἱ κατηγορούμενοι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης, εἶπεν ὅτι ἔχει ἐν τῷ νῷ καὶ θὰ συντάξῃ κατεπειγόντως ἐγκύκλιον πρὸς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ὁδηγῇ αὐτάς, ἐὰν δι’ ἐξωδίκων πληροφοριῶν πείθωνται ὅτι ἕνεκα νομίμου κωλύματος ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη, νὰ ἀποσύρωσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς τὴν δίκην. Τοῦτο δὲν εἶναι μία πρᾶξις ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ἐπιδιώκει; Ὁ Εἰσαγγελεύς, χωρὶς νὰ δίδῃ λογαριασμὸν καὶ χωρὶς οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀπόδειξις, ἂν εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, συμφώνως πρὸς τὰ ὑποδειχθέντα ἢ μὴ πραγματικὰ περιστατικά, θὰ δύναται νὰ ἀποσύρῃ τὴν δίκην. Δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὅπως ἐνεργῇ αὐτοβούλως μὲ ὅλην τὴν ἀνόρθωσιν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, νὰ ἀποσύρῃ ὑποθέσεις, καίπερ μὴ ὑπάρχοντος νομίμου κωλύματος, ἐκ προσωπικῆς συμπαθείας εἴτε πρὸς τοὺς κατηγορουμένους εἴτε πρὸς τοὺς συνηγόρους αὐτῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ δημιουργήσωμεν δίκας, τὰς ὁποίας ἀκριβῶς θέλομεν νὰ καταργήσωμεν, καὶ νὰ διαιρέσωμεν τοὺς πολίτας εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ τοιούτους, καὶ νὰ δημιουργήσωμεν διακρίσεις μεταξὺ φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ Εἰσαγγελέως; Καὶ γνωρίζομεν μεθ’ ὅλους τοὺς ἐπαίνους, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καί τινες τῶν Εἰσαγγελέων δὲν εὑρίσκονται εἰς τόσον βαθμὸν τελειότητος, ὥστε νὰ δικάζωσι πάντοτε ἅπαντας ἐξ ἴσου, ἀλλ’ ὅτι πολλάκις ἔχουσι τὰς συμπαθείας των καί, ἂν ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι νὰ πράττωσι συμφώνως πρὸς τὰς διαθέσεις αὐτῶν, εἶναι μέγιστος κίνδυνος νὰ πράττωσι συμφώνως πρὸς τὰς προσωπικὰς αὐτῶν συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη ἡ τοσοῦτον συνδυαζομένη πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἡ ὁποία δὲν ἑδράζεται ἐπὶ ἄλλης ἀρχῆς εἰμὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καθιέρωσαν οἱ συντάκται τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας, θὰ θεραπεύσῃ ἐν μέρει τὰ κατά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι, διότι οἱ κατηγορούμενοι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δὲν θὰ κινδυνεύωσιν, ἐὰν δὲν ἐμφανίζωνται, νὰ δικάζωνται ἐρήμην, καὶ οὕτως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐμφανισθῶσι, θὰ προσέρχωνται κατὰ τὴν νέαν δικάσιμον καὶ οὕτω θὰ ἐξοφλῶσι μετὰ μίαν ἀναβολὴν τοὺς μετὰ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λογαριασμούς των. Ἡ διάταξις δ’ αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι ἐγώ, καίτοι ὡμίλησα κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου φρονῶν ὅτι δὲν θὰ ἐνεργῶνται τακτικῶς αἱ κοινοποιήσεις, ἔχω ὅμως πάντοτε τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐρημοδικιῶν. Δυστυχῶς εἰς μεταμεσονυκτίους ὥρας, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα, πολλῶν τροπολογιῶν ἡ ἐπιψήφισις ἐξηρτήθη καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν εὐδοκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, εἶπον ὅτι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου. Ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν μετὰ περισκέψεως, νὰ τὴν βασανίσῃ, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι θὰ θεραπεύσῃ τὰ κακά, ὅτι θὰ εἶναι πολὺ ὠφέλιμος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν καταστῇ τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ καὶ οὗτος ὑπ’ ὄψιν καὶ ὑποστηρίξῃ καὶ τὴν τροπολογίαν μου αὐτήν, διότι φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἔστω τροπολογημένον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, προτιμότερον, λέγω, ἢ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἀρχικῶς διετύπωσεν αὐτό, ὅπως τὸ θέλει, κατόπιν δὲ θᾶττον ἢ βράδιον εὔλογος καὶ δικαία ἀγανάκτησις, ἡ ὁποία εἶναι κίνδυνος ν’ ἀναπτυχθῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν τούτου κατάργησιν. (Χειροκροτήματα). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§253Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρὰ τὴν ἐπιμονὴν τὴν ἀνένδοτον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν διαμαρτυριῶν καὶ εὐχῶν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, τῶν διαμαρτυριῶν μεγάλου μέρους τοῦ ἡμετέρου Σώματος, δὲν παύω νὰ διατηρῶ τὴν ἐλπίδα, διαγνώσας τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀκολουθῶν μετὰ προσοχῆς τὴν συζήτησιν θὰ πεισθῇ ἐπὶ τέλους ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὡς ἔχει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Δύο τινά, Κύριοι, διὰ τῆς διατάξεως τῆς συζητουμένης ἐπιδιώκονται κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν· ἐπιδιώκεται ὁ περιορισμὸς τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ ἡ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις τοῦ κατηγορουμένου πρὸς τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας.

§254Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκουράσθημεν· δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ὑποφέρωμεν. Τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη· εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας.

§255Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τοιαύτας ἐλλείψεις, ὥστε ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀνεξάντλητος.

§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἶναι τόσον καταφανεῖς αἱ ἐλλείψεις αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀπορρίψῃ.

§257Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ συζήτησις, θὰ ἀκούσητε δ’ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἰδικῆς μου ὅτι ἔχει τοιαῦτα ἐλαττώματα, ὥστε πᾶσα ἐφαρμογὴ αὐτοῦ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Καὶ αὐτὴ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ αὐτὴ εἶναι ματαία καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω τρανότατα. Καὶ πρὸς στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατηγορούμενος ἤθελε δικαιολογήσει ἀνυπέρβλητα κωλύματα. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶν λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀνεκτέλεστος, διότι θὰ ῥίψῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς τὰς φυλακὰς καὶ θὰ τῷ εἴπῃ: μετὰ 30 ἡμέρας θὰ δικασθῇς. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες, ὅσοι δικηγορεῖτε, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνωρίζει, ἵνα γίνῃ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ὁ κατηγορούμενος νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Ἔκαμε τὴν ἀνακοπήν, θὰ κληθῇ ἀπὸ τὰς φυλακὰς μετὰ 15 ἡμέρας, καὶ τότε θέλει συζητηθῇ τὸ παραδεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς του, καί, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του, τότε ὁ κατηγορούμενος θὰ ἀπέλθῃ χωρὶς νὰ δικασθῇ κατ’ οὐσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τῆς διατάξεως ταύτης, ἔφερε στατιστικὰς πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ὅτι τὸ ⅓ τῶν δικαζομένων ὑποθέσεων δικάζεται ἐρήμην. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τῶν δοθεισῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι εἰς τὸ ⅓ αὐτὸ νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις τῶν λιπομαρτύρων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι μέγας. Ἔφερεν ὅμως πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τίνος ἔτους, κύριοι Βουλευταί; Τοῦ 1909. Τίς νόμος ἐλειτούργει τότε; Ὁ νόμος ὁ καταργηθεὶς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1910. Τίς νόμος ἴσχυεν ἀπὸ τότε καὶ ἐντεῦθεν; Ὁ νῦν ἰσχύων νόμος. Διατί εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρῃ πληροφορίας νόμου καταργηθέντος, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρεπομένων ὅλων τῶν ἀνακοπῶν ἀληθῶς ἡ ἐρημοδικία παρουσίασεν αὐτὸ τὸ φάσμα, τὸ ὁποῖον τόσον ἐτρόμαξε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν λειτουργεῖ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο ἀποτελέσματα, τὸ μὲν θαυμάσιον ὡς συντελέσαν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, τὸ δὲ ἀτυχές, τὸ ἀφορῶν τὴν τελεσιδικίαν. Ὁ νόμος ὁ λειτουργῶν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1910, ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, περιώρισεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὰς ἐρημοδικίας, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχομεν ἐρημοδικίας εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνάγκης, καὶ εἰς ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῆς κλητεύσεώς του. Ἐὰν τὸ ⅓ ἐδικάζοντο ἐρήμην, σήμερον, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι περιωρίσθησαν ἔλαττον καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκάτου. Ἐὰν ἑκατὸν ὑποθέσεις εἰσάγωνται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς ἑκάστην συνεδρίαν, ἐκ τῶν 100 ὑποθέσεων τῶν εἰσαγομένων δὲν δικάζονται ἐρήμην πλέον τῶν δέκα.

§258Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὄχι δά!

§259Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τί συνετέλεσε, Κύριοι, ὥστε νὰ περιορίσῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος τὰς ἐρημοδικίας εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν; Μία διάταξις ἀληθῶς σοφή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατηγορούμενος τὸ πρῶτον καλούμενος καὶ καταδικαζόμενος πληρώνει τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Μία ἐπίσης ἄλλη διάταξις πρακτικωτάτη εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ὑπόθεσις εἰσάγεται νὰ δικασθῇ ἄνευ προανακρίσεως. Ὁ κατηγορούμενος λοιπὸν οὐδὲν συμφέρον ἔχει σήμερον νὰ καταδικασθῇ ἐρήμην, οὐδὲν συμφέρον ἔχει νὰ μὴ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, διότι ἀντὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας εὑρίσκει ἀπέναντί του τί, κύριοι Βουλευταί; Προανάκρισιν ἐνεργηθεῖσαν ἀπὸ ἀντεισαγγελέα ἢ ἀπὸ ἕνα πταισματοδίκην, προανάκρισιν πάντοτε εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου λόγῳ τῆς προκαταλήψεως. Ἡ δὲ διάταξις τῆς πληρωμῆς τοῦ ἡμίσεος τῶν ἐξόδων ἀπὸ τοὺς κατ’ ἀντιμολίαν δικαζομένους εἶναι λίαν ὑπηρετικὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι καὶ τὸν κατηγορούμενον προσελκύει καὶ διότι προκειμένου ὁ δικαστὴς διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δικάζονται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ποινὴν τριῶν ἡμερῶν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον καὶ ἀναλογιζόμενος ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἔξοδα 50 καὶ 100 δραχμῶν, βεβαίως ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ἀποφεύγει νὰ ἐξοντώσῃ οἰκονομικῶς ἕνα χωρικὸν καὶ δὴ ἄπορον. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἴχομεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῆς τελεσιδικίας, εἴχομεν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα καὶ ηὔξησε τὴν μόνην κακὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐρημοδικία, ηὔξησε τὴν φυγοποινίαν. Δὲν πάσχει ἀπὸ τὴν ἐρημοδικίαν ὁ τόπος, ἀλλὰ πάσχει ἀπὸ τὸ χείριστον ἀποτέλεσμα τῆς ἐρημοδικίας, τὴν φυγοποινίαν. Οἱ φυγόποινοι εἶναι μάστιξ τῆς κοινωνίας. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, Κύριοι, ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ πολεμήσωμεν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν πολεμεῖ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, ἀλλὰ τὸ ἐνισχύει, καὶ τὸ ἐνισχύει κατὰ τρόπον λίαν ἐπικίνδυνον κατὰ τῆς κοινωνίας, κατὰ τῆς Πολιτείας, διότι οἱ φυγόποινοι συνταράσσουσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ὑπόκεινται εἰς τοιαύτας καταδιώξεις ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν ἀρχῶν, ὥστε τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς ἐγκληματικότητος ἐν Ἑλλάδι κατήντησε νὰ διαπράττηται κατ’ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν. Καὶ τότε δὲν εἴχομεν τὰ ἀπελπιστικὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, δὲν εἴχομεν ληστρικὰς συμμορίας, δὲν εἴχομεν προβιβασμοὺς φυγοποίνων εἰς φυγοδίκους, ἀλλ’ εἰς σπανίας περιπτώσεις. Σήμερον ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ φυγόποινος ἀπηλπισμένος πλέον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντικρύσῃ τὸ Δικαστήριον....

§260Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι θὰ πείσητε κανένα μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἐξακολουθεῖτε, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ἐγὼ ὅτι οὐδένα θὰ πείσητε.

§261Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· κάμνω τὸ καθῆκόν μου. Τὸ κακὸν λοιπὸν αὐτό, Κύριοι, ἔχομεν καθῆκον νὰ περιορίσωμεν, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζει τὸ κακόν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ ἐνισχύει, διότι τὸν φυγόποινον τὸν ἀπελπίζει ἐντελῶς. Τῷ λέγει· ἡ ἀνακοπή σου ἡ πρώτη εἶναι ἀπαράδεκτος ἐκτὸς μόνον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν παρουσιασθῇς εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ δικαιολογήσῃς τὴν μὴ ἐμφάνισίν σου. Τὸ μέρος αὐτὸ δὲν μὲ τρομάζει, ὡς τρομάζει ἄλλους συναδέλφους. Ὁ κατηγορούμενος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ ψευδομάρτυρας. Ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον μὲ φοβίζει, εἶναι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὁ κατηγορούμενος καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον εἰς περίπτωσιν ἀθῳώσεως τοῦ κατηγορουμένου, αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, θὰ πεισθῆτε ὅτι ἀνέρχονται εἰς 137 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῶν συνήθων δικαστικῶν ἐξόδων. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε· ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται αὐτὸς ὁ δυστυχής, ὁ ὁποῖος, εἴτε διότι δὲν ἔλαβε τὴν κλῆσιν εἴτε διὰ τὸν ἕνα καὶ ἄλλον λόγον, δὲν προσῆλθε νὰ δικασθῇ; Ἡ ἀνακοπή, ὡς γνωρίζετε, εἰσάγεται διὰ κλήσεως, συντάσσεται ἔκθεσις ἀνακοπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγράφηται καὶ ὁ λόγος τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ὁ κατηγορούμενος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὑποβαλλόμενος εἰς μίαν μικρὰν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω ἴσην πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ πληρεξουσίου, 7 δρ., καὶ ἐκεῖ ἐμφανίζεται μὲ ἕνα δικηγόρον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, διότι συντάσσει ἔκθεσιν· θὰ πληρώσῃ τί νομίζετε; 5 δραχμάς· 7 καὶ 5, 12. Τί θὰ πληρώσῃ ἐπὶ πλέον διὰ τὰς 2 δίκας; Μίαν τὴν δίκην τὴν τυπικὴν καὶ μίαν τὴν δίκην τῆς οὐσίας, 10 εἰς ἑκάστην, διότι τόσην ἀμοιβὴν ὁρίζουσιν οἱ σύλλογοι οἱ δικηγορικοί. Τί θὰ φέρῃ πρὸς δικαιολογίαν του ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου; Δύο μάρτυρας τοὐλάχιστον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον τὸν ἠμπόδισε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον. Τίς, Κύριοι θὰ ἀρνηθῇ ὅτι, διὰ νὰ φέρῃ δύο μάρτυρας ὁ κατηγορούμενος, θὰ δαπανήσῃ δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν 10 δραχμάς;

§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν.

§263ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἐλέχθησαν, θὰ λεχθῶσι καὶ ἀπὸ ἐμέ. Γνωρίζετε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τρεῖς κλητεύσεις γίνονται διὰ τὴν δίκην τὴν τυπικήν. Τί στοιχίζουσιν αἱ τρεῖς αὐταὶ κλήσεις; Ἂν σᾶς εἴπω ὅτι στοιχίζουσι 18 δραχμάς, νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε. Ἕκαστον ἐπιδοτήριον στοιχίζει δραχμὰς 2. Ἑκάστη κλῆσις δραχμὴν 1 καὶ ἕκαστον ἀντίγραφον δραχμὰς 2. Καὶ εἰς βάρος ποίου τὰ ἔξοδα αὐτά; Τοῦ κατηγορουμένου. Πόσαι κλητεύσεις γίνονται εἰς τὴν δευτέραν, τὴν οὐσιαστικὴν δίκην; Γίνονται 5 κλητεύσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι 10 ἐπιδοτήρια, καὶ 10 ἐπιδοτήρια στοιχίζουσι δραχμὰς 20. Τί ἄλλο ἐπὶ πλέον προστίθεται, Κύριοι, εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου; Δραχμαὶ 11 διὰ τὴν ἀπόφασιν. Καὶ εἰς πόσα ποσὰ ἀνέρχονται τὰ ἐπιπλέον ἔξοδα; Εἰς δραχμὰς 137. Αὐτό, Κύριοι, μὲ τρομάζει· πιστεύσατε ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ὑπώπτευσαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θίγει ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα, πλανῶνται, διότι ἀπ’ ἐναντίας πολλαπλασιάζονται αἱ δίκαι καὶ ἀπὸ μιᾶς γίνονται τρεῖς· ἑπομένως συμφέροντα ἐπαγγελματικὰ δὲν θίγονται, ἀλλὰ θίγεται αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ. Εἰς αὐτὰ δὲ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τὰ τακτικά, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦσιν εἰς 40 δραχμάς, καὶ τὰ τέλη 11 δραχμάς· καὶ ποῦ φθάνομεν; εἰς 198 δραχμάς. 198 δραχμὰς λοιπὸν θὰ πληρώσῃ εἷς κατηγορούμενος διὰ μίαν ἀνακοπήν. Ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνωσι φυγόδικοι, διότι, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀποφασίσῃ ν’ αὐτοκτονήσῃ. Μόνον ὁ δυστυχὴς γεωργός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ φυγοδικήσῃ, μόνον ἐκεῖνος θὰ κύψῃ τὸν αὐχένα καὶ θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀναπνέουσι τὸν ἀέρα τῶν ὀρέων καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ἐθελονταὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακάς, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ γίνωσι πρόξενοι μεγαλειτέρων κακῶν. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστον, καὶ εἶναι ἀνεφάρμοστον ἐκ τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπιδέχεται τροποποίησιν· ἄλλως τε καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν.

§264Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπητε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§265Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ λέγω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου καὶ δὲν φεύγω καθόλου ἀπὸ τὸ θέμα. Ἐγώ, Κύριοι, ἀντιπαθῶ τὴν ἐρημοδικίαν ἴσως περισσότερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ θὰ ἐπρότεινον τελείαν κατάργησιν τῆς ἐρημοδικίας, ὑπάρχει δὲ σύστημα νὰ καταργηθῇ ἡ ἐρημοδικία, χωρὶς νὰ διατρέξωμεν τοιούτους κινδύνους, διότι οἱ ζῶντες πλησίον τῆς Δικαιοσύνης πονοῦσι καὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον δι’ αὐτὴν παρὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μακρόθεν βλέπουσι καὶ ὁμιλοῦσι περὶ δικαιοσύνης. Ὑπάρχει σύστημα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ καί, ὡς πληροφοροῦμαι, λειτουργεῖ θαυμάσια, ἐν Κρήτῃ, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τοιαύτην μεταβολὴν δύναται νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐκείνη ἡ διαδικασία δὲν καθιεροῖ ἐρήμην ἀποφάσεις· ἐλευθερίαν πολλὴν δίδει εἰς τοὺς κατηγορουμένους, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν θὰ ζητήσωμεν, διότι οἱ Κρῆτες εἶναι ἄξιοι πάσης ἐλευθερίας. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, κύριοι Βουλευταί, ὁ κατηγορούμενος καλούμενος τὸ πρῶτον μετὰ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, ἂν μὲν ἐμφανισθῇ, δικάζεται κατ’ ἀντιμολίαν, ἂν δὲ δὲν ἐμφανισθῇ, τὸ Δικαστήριον ἐξετάζον τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, ἐξετάζον τὸν παθόντα διατάσσει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως εἰς ἄλλην δικάσιμον ὁριστέαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐντὸς δύο μηνῶν, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος θὰ λάβῃ γνῶσιν ὅτι οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν καί, ἐὰν δὲν προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ δικασθῇ, τότε πλέον καταδικάζεται ὁριστικῶς, τῆς ἀποφάσεως μὴ ἐπιδεχομένης ἀνακοπήν. Ἐκεῖ ἐδόθη, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως εἰς τὸν κατηγορούμενον ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδιδομένων. Αὐτὸ ἦτο ἀληθῶς μεγάλη ἐλευθερία, διὰ νὰ δοθῇ καὶ ἐπὶ τῶν κατ’ ἀντιμολίαν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐδῶ βεβαίως δὲν ζητοῦμεν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος γνωρίζῃ ὅτι τὸ πρῶτον καλούμενος καὶ καταδικαζόμενος θὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι εἰς τὴν πρώτην δίκην θὰ σπεύσῃ νὰ ἐμφανισθῇ, διότι ὁπωσδήποτε κατ’ ἀντιμολίαν θὰ δικασθῇ, καθότι εἰς τὴν δευτέραν δίκην θὰ εὕρῃ δύο οὐσιώδεις μάρτυρας.

§266Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἰσχύει αὐτὴ ἡ διάταξις, κύριε συνάδελφε.

§267ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει.

§268Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.

§269ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τὴν εἴδομεν. Δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιημένον, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἡ διάταξις ὅτι ὁ κατηγορούμενος καταδικαζόμενος τὸ πρῶτον κατ’ ἀντιμολίαν πληρώνει τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔχωμεν ἀπόφασιν ἐρήμην, καὶ μὴ ἔχοντες καὶ ἐρημοδικίαν δὲν ἔχομεν καὶ φυγοποινίαν.

§270Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλεῖτε.

§271ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Ὁμιλῶ ὑπὲρ ἄλλου συστήματος.

§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε ὑπὲρ τοῦ Γερμανικοῦ συστήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις ἡ Γερμανική.

§273ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπ’ ἐναντίας ὁμιλῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁμιλῶ, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἐρημοδικίας ὄχι διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διότι ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἡ ἐρημοδικία μᾶς δίδει τὸν φυγόποινον. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σύστημα αὐτὸ δεχθῶμεν καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τελείως, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχωμεν πλήρη ἐφαρμογὴν καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν κακὴν συνέπειαν, ἀλλ’ οὐσιωδῶς θὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπίδεκτον τροποποιήσεως, καὶ ὅτι αἱ ζητούμεναι τροποποιήσεις εἶναι μάταιαι. Ἀλλὰ, ἐὰν μάθητε τὴν ἱστορίαν τῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἡμῶν, θὰ πεισθῆτε. (Ἀνυπομονησίαι καὶ θόρυβος).... Ἐὰν μᾶς ἐξελάβετε ὡς κωλυσιεργούς, πλανᾶσθε. Ὅ,τι ὑποστηρίζομεν τὸ ὑποστηρίζομεν ἐντεῦθεν καὶ ὅ,τι ψηφίσωμεν ἐδῶ θὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐκ πεποιθήσεως, διότι ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ παράβασις τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ νομοθετῇ, ἡ παράβασις, λέγω, αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερε τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τὰ προκαλέσαντα τὴν ἐπανάστασιν. Ἐγώ, Κύριοι, ἀνήκων εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ψηφίσω τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θίγουσι τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἀφορῶσι τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ προγράμματός της, ἀλλὰ προκειμένου περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ἔχω γνῶσιν καὶ πεῖραν καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὀλέθρια, νομίζω ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης μου εἶναι ἀπόλυτος καὶ ὅτι τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δείξῃ ἐλευθερίαν γνώμης, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι τότε ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, τότε ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀποστολήν της, τότε ἐξυπηρετεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν, διότι μὴ διστάσητε, Κύριοι, νὰ πιστεύσητε, ὅτι ψηφίζοντες μέτρα, τὰ ὁποῖα τόσον δεινῶς θίγουσι τὸν λαόν, ὑπάρχει κίνδυνος τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ταχέως νὰ σταματήσῃ πρὸς ἀληθῆ καταστροφὴν τοῦ τόπου.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.

§275Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν. Ἡ ὥρα εἶναι περασμένη. Εἶναι 2 καὶ 10′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, ἡ Συνέλευσις νὰ συνεδριάζῃ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον χάριν ἑνὸς νομοσχεδίου τοιούτου. Νομίζω ὅτι καὶ λόγοι ἁβρότητος ἐπιβάλλουσι τὴν διακοπήν.

§276Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. Ῥακτιβάν, παρακαλῶ.

§277Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ εἶμαι ὅσον ἔνεστι σύντομος καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ εὕρω ἔδαφος συνεννοήσεως κατόπιν τῆς τόσῳ μακρᾶς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πάντες οἱ παρελθόντες τὸ βῆμα αὐτὸ συνάδελφοι, πολλοὶ δ’ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν κομίζοντες καὶ τὰ ἐφόδια τῆς ἐπαρχιακῆς αὐτῶν πείρας, πάντες ἀνεξαιρέτως μᾶλλον ἐμοῦ εἰδήμονες περὶ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ποινικῶν δικῶν, ἐξέθηκαν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτα κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι ἐλαττώματα ἀρχῆς, διότι, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐρημοδικίας εἶναι τόσον ἀπαραίτητον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἀποχωρῶν ὁποτανδήποτε θέλῃ τῆς συζητήσεως, νὰ ἀφήνῃ τοὺς δικαστὰς νὰ ἐξετάζωσι τοὺς μάρτυρας ἐν ἀπουσίᾳ του καὶ νὰ θεᾶται αὐτοὺς ἔκ τινος γωνίας τοῦ Δικαστηρίου ὁ ἴδιος. Εἶναι ὅμως ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης παρ’ ἡμῖν δικονομίας δύνανται πραγματικῶς νὰ φέρωσιν ἀδικήματα, διότι, ὅταν συστείλωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς, δὲν χορηγοῦμεν καὶ τὸ ἔνδικον τῆς ἐφέσεως μέσον. Εἶναι ἀνθρώπινον νὰ ὑπάρχωσι περιστάσεις, καθ’ ἃς θὰ μείνωσιν ἀνεπανόρθωτα ἀδικήματα εἴς τε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ κατηγορουμένου ἀφορῶντα. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετηρήθη, τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα πρέπει νὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας· ἁπλῶς παρατηρῶ ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἀδελφῇ Κρήτῃ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως· ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἐν Γερμανίᾳ αὐστηρότεροι νόμοι, ἐμετριάστησαν ὑπὸ τῆς νομολογίας, ἡ ἐπιστήμη δὲ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν προπαρασκευαζομένῳ νομοσχεδίῳ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιφέρῃ μετριασμόν τινα. Σήμερον ἡμεῖς νομοθετοῦντες κατὰ πρῶτον φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν μετριασμόν ἐξ ἀρχῆς· ὁ μετριασμὸς δὲ αὐτὸς ἐνδείκνυται κατ’ ἐμὲ εἰς δύο σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν λαμπρὰν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 338 ὡς πρὸς τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια καὶ μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι δι’ ἑρμηνευτικῆς ἐγκυκλίου θὰ συστήσῃ τὴν παραδοχὴν τῆς ἑρμηνείας ταύτης, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν, ἀντὶ ἐγκυκλίου, ἀφοῦ σήμερον ψηφίζομεν αὐτὸν τὸν νόμον, νὰ θέσωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου τὴν πλήρη ἔννοιαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ δεικνύωμεν πλήρη πεποίθησιν εἰς τοὺς δικαστάς, καὶ δικαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποτείνεται εἰς τὴν σύνεσιν τῶν δικαστῶν, ὅπως ἑρμηνεύσωσι τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια, ὡς ἀναγόμενα καὶ εἰς οἰκονομικοὺς λόγους ἀκόμη τοῦ κατηγορουμένου· ἀλλ’ ἐπίσης ὁ δικαστὴς εἶναι ἄξιος ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅταν δώσωμεν αὐτῷ μίαν γενικωτέραν διάταξιν, καὶ ἔστω δι’ ἐγκυκλίου ὑποδείξωμεν ὅτι πρέπει αὐτὴν τὴν διάταξιν νὰ ἑρμηνεύσῃ στενῶς, καλλίτερον, παρὰ νὰ τῷ θέσωμεν αὐστηρὰν διάταξιν καὶ νὰ τῷ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἑρμηνεύῃ ἐλευθερώτερον. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι μία εὐρυτέρα πως διατύπωσις δύναται νὰ δώσῃ τὴν λύσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς διατάξεως, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τόσην συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ δεύτερον μέρος, ὅπερ ἐπίσης κατ’ ἐμὲ χρήζει θεραπείας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι εὗρον τὴν συνηγορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀσθενεστάτην, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Μᾶς παραπέμπει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν σύνεσιν τῶν Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἰσάγωσι τὰς ἀνακοπὰς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ κατηγορουμένου εἰδοποιούμενοι τυχὸν δι’ ἐπιστολῆς ἢ ἄλλως πως ὑπὸ τῶν ἰδίων ἀνακοπτόντων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν μάλιστα μὲ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τὰ ἰδικά μας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ γίνῃ καμμία εἰδοποίησις, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον καὶ νὰ μὴ τὴν πιστεύσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλη γενικὴ ἄποψις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ καλέσῃ τὸν μηνυτὴν καὶ δύο μάρτυρας, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῶν κλήσεων καὶ τῆς προσελεύσεως αὐτῶν· νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον, νὰ πεισθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὅτε προσῆλθον ἤδη οἱ κλητευθέντες; Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ὅτι δίδονται κανονικῶς ἀναβολαί, καὶ ἔχομεν τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἐπὶ τούτῳ ὑποχρεουμένους. Τότε, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, θὰ ἀναβάλλωνται οἴκοθεν ὅλαι αἱ ἀνακοπαί, ἢ ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι θὰ στέλλωσιν ἓν μπιλλιέτον καὶ δὲν θὰ ἐμφανίζωνται. Διὰ τοὺς λόγους τούτους λοιπὸν ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ μία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀνακοπὴν διὰ λόγους ἀνωτέρας βίας. Ἐὰν γίνωσι δεκταὶ αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι, φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ σημειώσῃ ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἐπαναλάβω μίαν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἷς μέγας συμπολίτης του καὶ πρωτεργάτης τοῦ ἀγῶνος, ὁ γέρων Κολοκοτρώνης, ὅστις μεμφόμενος τοῦ Καποδιστρίου, διότι ἤθελε νὰ κάμῃ τὴν χώραν διὰ μιᾶς εὐρωπαϊκήν, τὸν συνεβούλευε νὰ κάμῃ κατ’ ἀρχὰς τὸ ἥμισυ φράγκικον καὶ τὸ ἥμισυ τούρκικον, καὶ κατόπιν νὰ συμπληρώσῃ τὴν μεταβολήν! Λοιπὸν καὶ ἐδῶ ἂς προχωρήσωμεν ἓν βῆμα, ἂς θέσωμεν φραγμούς τινας εἰς τὴν ἀνακοπήν, χωρὶς νὰ τὴν δεσμεύωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι κίνδυνος ζημίας. Ἐὰν δὲ εὐδοκιμήσῃ τὸ νομοσχέδιον, δύναται δι’ ἑνὸς νέου νομοθετήματος νὰ συμπληρωθῇ καὶ τοῦτο τὸ σημεῖον καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ ἀκόμη καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπή, ἐὰν φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δευτέρας ἀνακοπῆς, διότι ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι ἐμφανίζονται, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν εἰσάγει τὰς ἀνακοπάς, ὅταν δὲν εἶναι παρόντες οἱ κατηγορούμενοι. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι δύναται νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἐὰν γίνωσιν αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι, ἡ μὲν μία ἐπεκτείνουσα τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διασαφηνιζομένου ἐν αὐτῷ τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου ὅτι τὰ ἀνυπέρβλητα αὐτὰ αἴτια ἐννοοῦνται ἐν γένει δεδικαιολογημένα αἴτια, καὶ δεύτερον νὰ ἐπιτραπῇ διὰ λόγους ὑπάτης ἀνωτέρας βίας ἡ δευτέρα ἀνακοπή. Εἶναι αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Χρυσοβελόνη καὶ ἐμοῦ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§278Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἔχω μίαν τροπολογίαν. Τὴν ἐγκρίνετε καὶ αὐτήν; Ἕνεκα ἀποχρώντως δεδικαιολογημένου κωλύματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἀνακοπήν, καὶ τὴν δευτέραν ἕνεκα ἀνωτέρας βίας (διάλογοι).

§279ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν νομίζω ὅτι περιττεύει ἐντελῶς πᾶσα συζήτησις.

§280ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ αὐτὰς τὰς δύο λέξεις νὰ εἴπω, ὅτι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει οὗτος εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν, διαφωνοῦμεν δὲ μόνον ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου. Ὁ Ὑπουργὸς ἑρμηνεύων τὰ τῆς ἀνωτέρας βίας καὶ δηλώσας εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην θὰ διατυπώσῃ πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς δι’ ἐγκυκλίου οὐδὲν εἶπεν ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω διατυπώσει ἐγὼ εἰς τὴν τροπολογίαν μου. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι τόσον εὐρεῖα θὰ εἶναι ἡ ἑρμηνεία του, ὥστε δὲν θὰ θεωρηθῇ τις ἀπομακρυνόμενος τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐννοεῖ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ μὲν πρώτη ἀνακοπὴ γίνεται δεκτή, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα ἀποχρώντως δεδικαιολογημένου κωλύματος». Εἶναι μάλιστα, ἐὰν θέλητε, στενωτέρα ἀκόμη ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἰδική μου τροπολογία, τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὸν ὅρον τῆς ἀνωτέρας βίας τοῦ νομοσχεδίου. Φέρει ἡ τροπολογία μου ὄχι μόνον κώλυμα οἱονδήποτε, ἀλλὰ καὶ ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον, τοῦθ’ ὅπερ θὰ δώσῃ εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι οὐχὶ πᾶν κώλυμα, ἀλλὰ κώλυμα, τὸ ὁποῖον εἶναι δεδικαιολογημένον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον δύναται νὰ καταστήσῃ ἀζήμιον τὴν μὴ ἐμφάνισιν τοῦ κατηγορουμένου. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην ἀνακοπήν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, παύει πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, ἵνα δικαιολογῇ ἁπλῶς τὴν ἀπουσίαν του, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδεικνύῃ συγχρόνως ὅτι ἡ ἀπουσία του κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς προῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας πλέον βίας, ἡ ὁποία ἐν διαστολῇ πρὸς τὴν ἀποχρώντως δεδικαιολογημένην αἰτίαν τῆς πρώτης ἀνακοπῆς δίδει τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν καὶ τὸν προσήκοντα τόνον εἰς αὐτήν, καὶ δὲν ἀπομακρυνόμεθα οὕτω τῆς περὶ ἀνωτέρας βίας ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὅλοι οἱ νομικοί. Διότι ἡ ἀνωτέρα βία δὲν εἶναί τι ἀόριστον καὶ τελείως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀφιέμενον· ἀπ’ ἐναντίας ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναί τι, τὸ ὁποῖον καθορίζεται ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ, ταύτην δ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ δικασταὶ νὰ δεχθῶσι. Διατί λοιπόν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι τελείως σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνωτέρας βίας, μὲ τὴν διατύπωσιν τὴν ἰδικήν μου, διατί μένει τόσον ἄκαμπτος, ὥστε νὰ μὴ δέχηται τὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς διερμηνεύει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν ὅρον τῆς ἀνωτέρας βίας;

§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἀνυπερβλήτου κωλύματος.

§282ΜΙΛ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι· ἂς ἀφήσωμεν ἔστω τὴν ἀνωτέραν βίαν διὰ τὸ κώλυμα καὶ ἂς προσθέσωμεν μεταβάλλοντες τὴν ἀνυπέρβλητον αἰτίαν εἰς ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον λόγον.

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε διατυπώσει τὴν τροπολογίαν σας;

§284ΜΙΛ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§285ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐκφράζῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν, διότι αἱ δηλώσεις αὗται θὰ κανονίσωσι τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δέχεται τὴν τροπολογίαν ἢ ὄχι;

§286Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡμίλησα διὰ μακρῶν ἐγώ.

§287ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τότε τὴν ἀποκρούετε.

§288Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα ν’ ἀπορρίψω ἐγώ.

§289ΠΑΝ. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καθῆκον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω βραχέα τινὰ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Ἀλλ’ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὸν λόγον, καὶ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ Βουλή, μοὶ δίδουσι τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύω ὅτι οὐχὶ πρεπόντως ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, εὐλαβούμενος δὲ τὴν θέλησιν τὴν πολλάκις ἐκδηλωθεῖσαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀπέχω τοῦ λόγου, μολονότι ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι δι’ ὅσων θ’ ἀνεκοίνουν πρὸς τὴν Βουλὴν θὰ ἐξέφραζον ἐντελῶς ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τὴν διατυπουμένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ πολεμήσαντες τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν καλοῦμαι νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει, ἵνα μὴ γίνω παραίτιος δυσφορίας περαιτέρω τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἐκδηλοῦται ἡ δυσφορία αὕτη διὰ τὸ ἄκαιρον τῆς συζητήσεως διὰ διαφόρων τρόπων.

§290Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐψήφισα ἐπίσης καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἤδη, προκειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, δι’ οὓς λόγους ἐδήλωσαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες συνάδελφοι, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι καταστρεπτικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα, οὐχὶ διὰ νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἐλευθερίας των, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ διατηρήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας.

§291Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.

§292ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§293Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἴμεθα καταπεπονημένοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, διότι βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ., εἶναι δὲ ἡ ὥρα 2½ τῆς πρωίας. Νομίζω ὅτι λόγῳ ἁβρότητος πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀγορεύσωσιν, ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, καὶ τοῦτο πρὸς χάριν τοῦ γοήτρου καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὅτι νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίδρασις ἐν τῇ Βουλῇ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὑφαρπάζεται τὴν 3ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σιωπή σας ἀποδεικνύει ὅτι δὲν συναινεῖτε εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ συνεπῶς ἐπιτρέψατέ μοι νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον χάριν ποικιλίας. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ φανῇ ἐπιεικὴς πρὸς ἐμέ, διότι εἶναι δικαίωμά μου, ἀφοῦ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος. Τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖ, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ δεύτερον αὐτοῦ ἄρθρον. Τὸ θεμέλιον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 338 ἀποτελεῖ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, τῆς καταλύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης. Νομίζω ὅτι οὕτω πως ἐξεφράσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θέλει νὰ ἐρημοδικάζωνται, δὲν θέλει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ κατηγορούμενος νὰ ἐρημοδικάζηται. Τὸ τοιοῦτον, ἐὰν καθιερωθῇ, θέλει ἀνοίξει εὐρεῖαν τὴν λεωφόρον εἰς τὴν ἀκολασίαν, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ παριστῶ τὴν ἄλλην ὄψιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Δὲν ἠδυνήθην, κύριε Ὑπουργέ, λαβὼν τὴν κλῆσιν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἐρημοδικάσθην, ἔχω δικαίωμα νὰ δικασθῶ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Πολιτείαν νὰ μοὶ ἀπονείμῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἔχει ὑποχρέωσιν στοιχειώδη ἡ Πολιτεία νὰ μοὶ ἀνοίξῃ τὰς πύλας τῆς δικαιοσύνης. Ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη, ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς ἢ χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸ Κράτος, καὶ μία, ἡ σπουδαιοτέρα, ἡ κυριωτέρα εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ θέλετε σεῖς διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, θέλετε νὰ καταργήσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, καὶ θέλετε σεῖς διὰ τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν θέτετε, νὰ καταργήσητε τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς πολίτας; Αὐταὶ εἶναι αἱ νέαι θεωρίαι, αὐτὰ εἶναι τὰ καινὰ δαιμόνια, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεισάγετε, μεταφυτεύοντες αὐτὰ ἔξωθεν; Ἀλλά, ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐλπίδος, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα συνδιαλλαγῆς μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλή, ὄχι ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται ἀμετάπειστος. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην μέθοδον τὴν μέθοδον τῆς διαλεκτικῆς συζητήσεως.

§294Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διαλλακτικῆς.

§295ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι, ἀφοῦ εἶσθε ἀδιάλλακτος, καὶ σᾶς συγχαίρω δι’ αὐτό, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀδιάλλακτος εἴς τινα ζητήματα. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 338 ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἐπιτρέπεται μόνον: 1ον) Ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας διατάξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164. Αὐτὴ βεβαίως ἡ περίπτωσις νομίζω ὅτι εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι, ἐὰν πράγματι δὲν κοινοποιηθῶσιν ἐμπροθέσμως αἱ κλήσεις, τότε ἔχομεν ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου, ἐκ τῶν γενικῶν νομικῶν διατάξεων τῆς κειμένης νομοθεσίας, τὴν ἔνστασιν τῆς ἀκυρότητος, καὶ συνεπῶς ἡ περίπτωσις αὕτη κατ’ ἐμέ παρέλκει ὅλως διόλου καὶ μόνον ὡς δῶρον ἄδωρον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ. Συνεπῶς ἡ ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου, καθ’ ἣν δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κατηγορούμενος ἕνεκα νομίμου κωλύματος ἢ ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων. Ὑποθέσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Ἄλφα καὶ ὁ Βῆτα κατηγορούμενος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀνακοπτόντων, ὑποθέσατε, ὅτι δύο κατηγορούμενοι ὡς ἀνακόπτοντες διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ἢ περιστάσεις, δηλαδὴ θὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐν τῇ ἀνακοπῇ των τὸν α λόγον τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικαλεσθῶσι καὶ ὁ Ἄλφα καὶ ὁ Βῆτα. Συνεπῶς, κατὰ τὴν διάταξιν, ἑκάτερος ἐν τῇ ἀνακοπῇ του θὰ διατυπώσῃ τὸν λόγον τὸν δικαιολογοῦντα τὴν μὴ ἐμφάνισίν του κατὰ τὴν περὶ ἐρημοδικίας δίκην. Ὀφείλει λοιπὸν ἑκάτερος αὐτῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ κατὰ τὴν πρώτην δίκην. Εἴμεθα σύμφωνοι; Ὑποτεθείσθω, ὅτι ὁ Α εἶναι εὔπορος, ὁ δὲ Β ἄπορος· ἡ ἀπόδειξις πῶς θὰ διεξαχθῇ; Ποῖα μέσα ἀποδείξεως θὰ προσαγάγῃ ἑκάτερος τῶν ἀνακοπτόντων, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Α δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ κατὰ τὴν πρώτην δίκην, διότι ἡ σύζυγός του ἠσθένει σοβαρῶς, ἢ ὅτι ὁ ἴδιος ἦτο ἀσθενής, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ προσαγάγῃ τὰς ἀποδείξεις; Δὲν ἔχει οὕτω; Ποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως; Οἱ μάρτυρες; Ὁ Α, εἶπον, εἶναι εὔπορος, καὶ δύναται ἡ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ νὰ εἶναι ἀληθής, δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ μάρτυρας, δύναται νὰ καταβάλῃ εἰς ἐκείνους τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν δραχμάς, ἢ δύναται νὰ δαπανήσῃ χιλίας δραχμὰς στρατολογῶν ψευδομάρτυρας. Ὁ Β, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἄπορος, δὲν θὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τὰ ὁδοιπορικὰ εἰς τοὺς μάρτυρας καὶ συνεπῶς παρουσιαζόμενος ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων θὰ παρουσιασθῇ ἄνευ μέσων ἀποδείξεως, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀνακοπή του θ’ ἀπορριφθῇ ὡς ἀναπόδεικτος, ἐνῷ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ Α θὰ γίνῃ δεκτή, διότι οὗτος εὔπορος ὢν θὰ προσκομίσῃ τὴν ἀπόδειξιν. Ποῖον ὅθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι ὁ Α, καίτοι ἔνοχος, δυνατὸν ν’ ἀθωωθῇ, ἐνῷ ὁ Β, καίτοι ἀθῷος, ἀσφαλῶς θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Α ὁ ἀληθὴς ἔνοχος ἔχων τὰ μέσα τῆς προσκομιδῆς τῶν μαρτύρων θὰ κατορθώσῃ νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοπὴ αὐτοῦ δεκτὴ καὶ δικαζόμενος νὰ ἀθωωθῇ, ὁ δὲ Β στερούμενος τῶν μέσων τῆς προσκομιδῆς τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἄλλων μέσων δικαζόμενος θὰ καταδικασθῇ, καὶ θὰ ἔχητε ἕνα ἀθῷον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακὰς μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἐρημοδικίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνισότης, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖτε μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης. Δὲν σᾶς προκαλεῖ τοῦτο τὴν προσοχήν; Ἢ, διότι προέρχεται ἐκ Γερμανίας, δὲν ἐπιτρέπεται κἂν οὔτε νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ὀρθότητα τῆς ἀρχῆς, ἣν ὑποστηρίζετε; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπεκαλέσθη τὸ γεγονός, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις κατὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἄρα ἡ διάταξις ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ἕτερόν τι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ αὐτοῦ καὶ πάντων τῶν συναδέλφων, τὸ γεγονὸς ὅτι τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἀντίδρασις ἐξεδηλώθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο τὸ γεγονὸς νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι δυοῖν θἄτερον, ἢ σεῖς διατελεῖτε ἐν πλάνῃ, ἢ τόσοι πεφωτισμένοι καὶ ἔμπειροι ῥήτορες τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι κατερράκωσαν τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ; Ποῖος εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ποῖος εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ; Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔπρεπε νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ὄχι τὸ γεγονός, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ οὐδεμία ἀντίδρασις ἐξεδηλώθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§296Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπιτρέπεται μία διακοπή;

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§298Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε ἔχω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Ἐγὼ ἤθελον διὰ τῆς διακοπῆς νὰ κερδίσωμεν χρόνον.

§299Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἐπρόκειτο ἢ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀπορριφθῇ. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιδόσεων καὶ ἐρημοδικιῶν ἢ φυγοδικιῶν θὰ ἐθεώρει ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι τὸ τοιοῦτον οὔτε προσῆκον οὔτε ἁρμόζον οὔτε σκόπιμον εἶναι.

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.

§301Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖ.

§302Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν.

§303Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Χάριν τοῦ κ. Χηνιάδου θὰ τελειώσω ἀμέσως. Διὰ χιλιοστὴν φορὰν θὰ ἐπαναλάβω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐπὶ τέλους ὑποχωρήσητε ἐν μέρει καὶ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οὐδόλως δὲ θὰ θυσιάσητε τὸν ἐγωισμόν σας, ἢ μᾶλλον, ἐὰν θυσιάσητε τὸν ἐγωισμόν σας, τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ τιμὴν καὶ ἱκανοποίησιν δι’ ὑμᾶς, διότι θὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶσθε ἐγωιστής, ὅτι σέβεσθε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ὅτι σέβεσθε τὴν γνώμην τῶν πλειόνων, τὴν γνώμην τῶν πεφωτισμένων καὶ ἐμπείρων ῥητόρων, ἐλπίζω δέ, ὅτι θὰ παύσῃ ἡ βλαβερὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ὑποχωρήσεώς σας.

§304Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσόνας.

§306Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Παραιτοῦμαι.

§307Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρετήρησα καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔθιξαν καὶ ἐπολέμησαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἥκιστα σοβαρόν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ ἐψηφίσθη, νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ κεκριμένα. Συζητουμένου τοῦ δευτέρου ἄρθρου νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐντοπισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς διορθώσεως τῶν ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ διατάξεων. Ἀπὸ ταύτης τῆς σκέψεως ὁρμώμενος ἐγώ, ὅστις δὲν ὑπερεψήφισα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισα ὅτι ἐδικαιολογούμην μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὁ καὶ πρόεδρος τοῦ ἐν Ἀθήναις δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας συνάδελφος καὶ φίλος μου, τὴν τροπολογίαν δηλαδή, καθ’ ἣν δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι πάντοτε ἀπαράδεκτος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐρημοδικία κατὰ τὴν δίκην ἐπὶ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς δικαιολογῆται ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ἐν συνόψει θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους, μετὰ τῶν συναδέλφων τῶν ὑπογραψάντων τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἤχθημεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ τοιαύτη τροπολογία τοῦ ἄρθρου θὰ εἶναι σκόπιμος. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν πάντοτε καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τῆς τροπολογίας, ἡ καθιέρωσις, λέγω, τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ἐπικίνδυνος, ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, δύναται νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος, καθόσον ὁρμῶμαι ἀπὸ τῶν ἑξῆς σκέψεων: ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνέχεται μὲ τὸ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤδη καθιεροῦται καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν δὲν ἔχομεν ἴδει. Θὰ εἶναι ἑπομένως σκληρὸν νὰ καταστήσωμεν ἀπαράδεκτον τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ὅταν δὲν ἔχωμεν εἰσέτι πεῖραν περὶ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ νῦν καθιερουμένου συστήματος τῆς ἐπιδόσεως· ἀφ’ ἑτέρου δέ, καὶ αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα σκέψις, ἥτις μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας ἡμῶν, ὅτι ἐν τῷ διέποντι ἡμᾶς συστήματι τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ἀναγνωρίζεται διὰ τὰς ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων δικαζομένας ὑποθέσεις δεύτερος βαθμὸς δικαιοδοσίας. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον ὅτι, ἐνῷ διὰ πολὺ μικρότερα ἀδικήματα, διὰ τὰ πταίσματα, ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐθεώρησεν ὡς οὐχὶ ἀσφαλῆ τὴν χρῆσιν τοῦ ἑνὸς βαθμοῦ καὶ εἰσήγαγε τὸν δεύτερον βαθμόν, ἐνῷ ὁ νομοθέτης τῆς ἀστικῆς δικονομίας δι’ ὑποθέσεις περιουσιακὰς ἀνωτέρας τῶν 40 καὶ τῶν 500 δραχμῶν ἐθεώρησεν ὡς οὐχὶ ἀσφαλῆ τὴν χρῆσιν τοῦ ἑνὸς δικαστοῦ, τοῦ ἑνὸς βαθμοῦ, καὶ εἰσήγαγε δεύτερον βαθμόν, ἐν τούτοις προκειμένου περὶ τῶν πλημμελημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶντα εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν δικάζονται οὐχὶ ὑπὸ ἐνόρκων, ὁπότε ἔχομεν ἀσφαλῆ ἐγγύησιν, ἀλλ’ ὑπὸ τακτικοῦ Δικαστηρίου, προκειμένου, λέγω, περὶ πλημμελημάτων δὲν καθιέρωσε τὸν δεύτερον βαθμὸν τῆς δικαιοδοσίας, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ προτείνεται ἡ εἰσαγωγή του καὶ ἔχει εἰσαχθῆ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἐν ἀμέσῳ μέλλοντι πρὸ τῆς κατ’ οὐσίαν ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν ψηφισθῇ καὶ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν ὀργανωθῆ ὁ δεύτερος βαθμὸς ἐπὶ πλημμελημάτων, δὲν θὰ ὑπεστήριζον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχω τὴν ἐγγύησιν τοῦ δευτέρου βαθμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἀπέχω τῆς ἀληθείας χαρακτηρίζων ὡς ῥιψοκίνδυνον ἐγχείρημα τὴν ἀπάλειψιν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς δι’ ἐρημοδικοῦντας, καὶ ὅταν ἀκόμη συντρέχωσι λόγοι ἀνωτέρας βίας, τῆς ὁποίας αἱ περιπτώσεις δὲν συμπίπτουσι πρὸς τὰς τοῦ ἄρθρου 338, ἀλλ’ εἶναι πολὺ στενώτεραι. Ἐπίσης καὶ ἡ ἄλλη σκέψις ὅτι τὰ Πλημμελειοδικεῖα δικάζουσιν ἤδη συντεθειμένα ἐκ τριῶν τακτικῶν δικαστῶν μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τοὺς ἐνδοιασμούς, οὓς ἔχω, περὶ τῆς δικαίας καὶ ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ ἀποκλείοντος τὴν δευτέραν ἀνακοπήν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ὑποβάλω, καθὼς ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ἥκιστα σοβαρὸν ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει νὰ θίγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἐπεψηφίσθη καὶ προεδίκασε τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐθεώρουν ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἠδίκει καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν τροπολογίαν ἐπιστήμονας, οἵτινες ἀπὸ ἁγνῆς ἐπιστημονικῆς πεποιθήσεως εἰσηγοῦνται τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν δὲν συνεζήτει τὴν τροπολογίαν ἡμῶν ἐντελῶς ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως.

§308Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συνεζήτησα ἤδη. Ἦτο ὑποβεβλημένη καὶ ἀπὸ ἄλλους.

§309Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἐπιστημονικῆς συζητήσεως καὶ ὄχι περὶ πολιτικῆς καὶ πολιτικῶν ζητημάτων καὶ πεισμάτων, ἅτινα δὲν ἔχουσι τὴν θέσιν των ἀπέναντι ἡμῶν.

§310Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σημεῖον συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι οἱ κατ’ ἀρχὴν ἐμφανιζόμενοι ἐγένετο δεκτὸν νὰ πληρώνωσι τὰ ἡμίση.

§311Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἔχει ὁ νόμος.

§312Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δεύτερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς ἐνστάσεως, διότι, καθὼς ἔχει διατυπωθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καταντᾷ ἀδύνατος ἡ ἔνστασις. Εἶμαι κατηγορούμενος, ἀποχωρῶ, μοὶ κοινοποιεῖται ἡ ἐρήμην ἀπόφασις, ἀνακόπτω αὐτὴν καὶ καταβάλλω τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ Γραμματέως, ὅπως καλέσῃ πέντε ἢ δέκα μάρτυρας, τοὺς ὁποίους θέλει. Ἐὰν ἐμφανισθῶσιν οἱ κληθέντες μάρτυρες, ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως δὲν ἐμφανισθῶσιν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποχωρήσω καὶ συνεπῶς δικάζομαι κατ’ ἀντιμολίαν. Εἶναι τοῦτο δίκαιον;

§313Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Φρονεῖτε ὅτι τὸ Δικαστήριον δὲν θὰ κρίνῃ τὴν βασιμότητα τοῦ λόγου αὐτοῦ;

§314Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον.

§315Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, πρέπει νὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπάρχει, τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς.

§316Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Περιλάβετέ το εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν θὰ κάμητε.

§317Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§318Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ἤμην ἀφελής, ἐὰν ἀνηρχόμην τὸ βῆμα νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Δὲν ἔρχομαι οὔτε τροποποίησιν νὰ προτείνω, οὔτε τὰ λεχθέντα τῶν ἀντιφρονούντων νὰ ἀνασκευάσω, οὔτε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου νὰ συνηγορήσω. Ἀλλ’ ἀνῆλθον ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις πιέζει, ἡ δὲ πλειονοψηφία ὑπακούει. Τὸ λεχθὲν τοῦτο οὐ μόνον εἶναι ἀνακριβές, ἀλλὰ οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσαντες, ὡς ὡμίλησαν, καὶ αὐτοὺς ἠδίκησαν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶναί ποτε δυνατὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ ἀνέχηται ὀπαδούς, οἵτινες κύπτουσιν ὑπὸ τὸ κράτος οἱασδήποτε πιέσεως.

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιγκόλης.

§320Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν Κρητικὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ἡ ὁποία ἔχει εἰσαγάγει ἤδη τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως, ἀνέπτυξα καὶ λόγους τινὰς περὶ δευτέρας ἀνακοπῆς, οὐχὶ διότι ἐφρόνουν ὅτι ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ δευτέρα ἔρευνα ἀποφάσεως ἐκδοθείσης μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἀνακοπῆς κατηγορουμένου τινός. Διαφωνῶ πρὸς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ δευτέρα ἀνακοπή· ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀσυμβίβαστος τελείως πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι δὲ μόνον ἡ δευτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκπρόθεσμος. Σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι μόνον ἡ παραδοχὴ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως. Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, διότι, διὰ νὰ γίνῃ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ φυλακισθῇ πρῶτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ὑπὸ γραμματέως ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι εἰς τὰς φυλακάς. Ὅταν φυλακισθῇ ὁ κατηγορούμενος, θὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις μετὰ 15 ἡμέρας, διὰ νὰ κριθῇ τὸ παραδεκτὸν τύποις τῆς ἐκπροθέσμου ἀνακοπῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γίνῃ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀνακοπῇ, καὶ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν δευτέραν δικάσιμον, ὅτε θὰ κληθῇ ὁ μηνυτὴς καὶ οἱ δύο ἀπολειπόμενοι μάρτυρες. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν θὰ ἔχωμεν τυραννίαν τῶν μαρτύρων, διότι οἱ μάρτυρες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν πρώτην δικάσιμον, ὅταν θὰ καταδικασθῇ ἐρήμην, νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν δευτέραν δικάσιμον, ὅταν ἡ ἀνακοπὴ θὰ ἀπορριφθῇ ὡς ἀνυποστήρικτος, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐκ τρίτου, ὅταν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅτι τὸ μαρτυρεῖν εἶναι ὑποχρέωσις διὰ τοὺς πολίτας, εἶναι βάρος αὐτῶν νὰ ἐμφανίζωνται ὡς μάρτυρες ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ βάρος δὲν πρέπει νὰ τὸ καταστήσωμεν μέγα, ὥστε νὰ στενοχωρήσωμεν τοὺς πολίτας εἰς μέγαν βαθμόν. Ἴσως ἀλλαχοῦ ὅπου εἶναι εὔκολα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, νὰ μὴ εἶναι τόσον μέγα τὸ βάρος, ἐδῶ ὅμως δυσκολεύονται οἱ μάρτυρες νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου πολλάκις ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ προανακρίσει, διὰ νὰ ἀποφύγωσι νὰ κληθῶσιν ὡς μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Σήμερον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀρχῆς τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατυπουμένης τοῦ νὰ ἐπανέρχωνται ἐκ δευτέρου οἱ μάρτυρες, θὰ καταστήσωμεν τὴν ψευδομαρτυρίαν εἰς μεγαλείτερον βαθμόν, ἂν δὲ δεχθῶμεν καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ ἀναγκάσωμεν τοὺς μάρτυρας καὶ ἐκ τρίτου νὰ προσέρχωνται, ἡ κατάστασις θὰ εἶναι πολὺ χειροτέρα. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ λιπομαρτύρων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης προκειμένου περὶ τῆς διατάξεως περὶ λιπομαρτύρων νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις ὅτι δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ καταγινώσκῃ ποινὰς κατὰ τῶν λιπομαρτύρων, διότι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς κατωτέρω διατάξεως, καὶ ἂν προχωρήσῃ ἡ δίκη, πρέπει πάντως νὰ καταδικασθῶσιν οἱ λιπομάρτυρες καὶ μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς δίκης νὰ ἔλθωσι νὰ δώσωσι λόγον διατί δὲν ἦλθον.

§321Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ γίνῃ δυνητικὴ ἡ διάταξις;

§322Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Συμβαίνει νὰ μὴ δίδηται ἡ δέουσα προσοχὴ ἐκ μέρους τῶν πταισματοδικῶν ἢ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ νὰ καλῶνται πλειότεροι.

§323Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἐκεῖνος ὁ μάρτυς, ὅστις δὲν προσέρχεται ἀπειθῶν;

§324Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα καλοῦνται μάρτυρες 6, 7, 8, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι χρήσιμοι.

§325Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὅλοι σκεφθῶσι οὕτω, δὲν θὰ ὑπάγῃ κανείς.

§326Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμοι· γίνεται μία ἀγροζημία, εἰς τὴν ὁποίαν καλοῦνται τρεῖς ἢ τέσσαρες μάρτυρες, ἀλλὰ συμβαίνει τὸ ἑξῆς· εἰς τὸν νόμον περὶ ἀγροζημιῶν ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν...

§327Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνωρίζω τὴν διάταξιν· δὲν πλήττεται ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον.

§328Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὅταν συμβιβασθῇ ὁ παθών.

§329Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ καταλύεται τὸ ἀδίκημα· δὲν δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ μάρτυρες.

§330Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Θὰ τιμωρῶνται κατὰ τὴν διάταξιν, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτική.

§331Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον ποινικῆς δίκης· οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ.

§332Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς θὰ τὸ ἑρμηνεύσωσιν οἱ διάφοροι πταισματοδίκαι.

§333Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸ ἑρμηνεύσωσιν ἄλλως, θὰ ἀποτελέσῃ δὲ μίαν ἐπικίνδυνον νομοθετικὴν ὁδηγίαν νὰ μὴ πηγαίνωσι ποτὲ οἱ μάρτυρες.

§334Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν πολὺ πρὸς τὰ Δικαστήρια· συμφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπανειλημμένως μᾶς εἶπεν· ἀφοῦ εἰς τοὺς δικαστὰς ἀνεθέσαμεν σπουδαῖα καθήκοντα, διατί νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ δικαίωμα, ἂν πεισθῇ ὅτι δὲν ἐχρησίμευσαν οἱ μάρτυρες καὶ ἡ δίκη προυχώρησεν ἄνευ αὐτῶν καὶ ὁ κατηγορούμενος κατεδικάσθη, διατί νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς τιμωρῶσιν, ὅταν νομίζωσιν ὅτι πρέπει νὰ τοὺς τιμωρῶσι, καὶ διατί νὰ ἀφήσωμεν τοὺς λιπομάρτυρας νὰ κάμνωσιν ἀνακοπάς...

§335Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρῶ πολὺ ἐπιεικές, ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ.

§336Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Θὰ ἀφήνηται πάντοτε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ χορηγηθῇ, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως ἔχει ἐν τῇ Κρητικῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, διότι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βαρυνθῶσι τὰ Ἐφετεῖα, οὐδὲ πρέπει διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν νὰ γίνηται ἔφεσις ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων.

§337Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνακοπὴ εἰς τὴν Κρήτην.

§338Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀναβολὴ τῆς δίκης· ἀναβάλλεται ἡ δίκη, ὅπερ εἶναι ἐγγύησις, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ πάσης ὁριστικῆς ἀποφάσεως, καὶ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ δώσωμεν τόσον ἀπόλυτον δικαίωμα ἐφέσεως, ἀλλὰ νὰ προστατεύσωμεν ἐκείνους τοὺς κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι δικάζονται εἰς φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν ἕξ μηνῶν. Εἶναι σπάνιαι αἱ περιπτώσεις αὐταί, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατοι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «Κατὰ πάσης ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καταγιγνωσκούσης ποινὴν φυλακίσεως ἀνωτέραν τῶν ἕξ μηνῶν ἐπιτρέπεται τὸ ἔνδικον τῆς ἐφέσεως μέσον ἐνώπιον τῶν Ἐφετείων»

§339Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι τόσον ῥιζικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνετε, ὥστε ὄχι τροπολογία δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς μεγάλου θεσμοῦ. Δύναμαι νὰ σᾶς καταστήσω γνωστὸν ὅτι ἐμμέσως ἀντικείμενον σπουδῆς ἐγένετο πέρυσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ἐξ ἀφορμῆς τῆς καταργήσεως τῶν πενταμελῶν Πλημμελειοδικείων καὶ εἰσαγωγῆς τῶν τριμελῶν, καὶ τότε οἱ εἰσηγησάμενοι τὸ νομοσχέδιον ἠσχολήθησαν διὰ μακρῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐφέσεως εἶναι ζήτημα κολοσσιαίας μεταρρυθμίσεως, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὴν πεποίθησιν δὲ τῶν πλείστων κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἄκαρπος καὶ ἄστοχος ὁ θεσμὸς τῆς ἐφέσεως. Ἡμεῖς ἤδη τὸν ἔχομεν διὰ τὰ προξενικὰ Δικαστήρια, Πλημμελειοδικεῖα τουτέστι, καὶ ἐν τούτοις δὲν ηὐτύχησε νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ παρ’ ἡμῖν νομοθετικὴ συνείδησις εἶναι δυσμενῶς παρεσκευασμένη κατὰ τοῦ θεσμοῦ.

§340Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§341Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε· αὐτὸ δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι γιγάντειος θεσμός.

§342ΙΩ. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἤθελον νὰ καταδείξω ὅτι οὐδεμία ἐγγύησις παρέχεται, ἀφοῦ καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς. Θὰ παρεκάλουν νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἐμφανιζόμενοι τὸ πρῶτον αὐθορμήτως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καταβάλλουσι τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.

§343Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· αὐτὸ τὸ ἐδέχθην ἤδη.

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.

§345ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5ης Μαρτίου, κύριοι Βουλευταί, εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐκ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὑπὸ πλείστων καὶ τότε συναδέλφων ἐξηγήθησαν οἱ λόγοι, τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως συνεκίνησαν τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους καὶ ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ στέλλωσι τὰ ψηφίσματα καὶ τὰς διαμαρτυρίας, τῶν ὁποίων εἶναι ἐν γνώσει, ἡ Βουλή. Μετὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεκήρυξεν ὅτι θὰ παράσχῃ δωρεὰν μὲν τὴν παιδείαν, ἀφειδῶς δὲ θ’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Προβαίνων δὲ περαιτέρω ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀσχοληθῆ μέχρι τοῦ Πάσχα πρὸς πέρανσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἔργου αὐτῆς, καὶ μετὰ τὸ Πάσχα θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ δικαστικὰ καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐφησύχασε πρός τινα χρόνον καὶ ὁ λαός, ἰδίως δὲ διὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἤδη ὅμως ἀπὸ προχθὲς συζητοῦμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠκούσαμεν δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰδικῶς καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ μακρῶν ἀγορεύσαντος. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἀκριβῶς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπόμνημα, δι’ οὗ κρίνουσι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἄσκοπον, ἔπαθον τὸ ἄγκιστρον.

§346ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔδακον τὸ ἄγκιστρον.

§347ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ μεταβάλῃ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας εἰς παγίδα. (Διαμαρτυρίαι). Ἀλλὰ παγὶς εἶναι, Κύριοι, ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν δὲν παρέχωμεν εἰς τὸν πολίτην τὸ ποσὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτόν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ νὰ ἄρωμεν τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε ὑπάρχουσι σήμερον. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἰδίως κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἰμὴ μία παγίς. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν ἐκ τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι ἐκεῖ ἐπὶ τριακονταετίαν ὁλόκληρον ἐφαρμόζεται καὶ ὅτι, ἂν εἶχε τὰ τρωτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν, δὲν θὰ διέμενεν ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ κατηργεῖτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἔχομεν τὸ νεώτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὑπὸ τίνων ἀπηρτίζετο καὶ τί διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέλαβε καὶ πῶς τὸ μετέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ τρεῖς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, πέντε ἀνωτέρους δικαστικούς, ἓξ δικηγόρους. Ὥστε, ὡς βλέπετε, δὲν ἦτο ἀκριβές, δὲν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. συναδέλφου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ συμβαίνει· αὐτὸ τὸ ἀναιρεῖ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠθέλετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ εἰσαγάγητε τοιοῦτον νομοσχέδιον παρ’ ἡμῖν, ἔπρεπε νὰ ἦσθε συνεπὴς καὶ νὰ ἠκολουθεῖτε ὅλην τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἀναγράφει ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ διαφόρους ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 199. Παρ’ ἡμῖν ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς τὸ ἀκροατήριον. Νομίζετε ὅτι τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Γερμανικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην καὶ τὴν ἡμετέραν καὶ ὄχι μόνον ἓν ἄρθρον αὐτῆς. Ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία ὁρίζει ὅτι τὸν κατηγορούμενον καλεῖ ὁ πρόεδρος καὶ τὸν ἐρωτᾷ ἂν θέλει νὰ καλέσῃ μάρτυρας, τίνας θέλει νὰ καλέσῃ καὶ ἄλλα πολλά. Ἠκούσατε καὶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ρακτιβάν, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐστηρίχθη εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τί νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὰς ὑπουργικὰς ἐγκυκλίους; Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νομοθετοῦμεν καὶ ὀφείλομεν τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς ἀκριβῶς, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ τὰς θεσπίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ· ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ κατασκευάζωμεν κατηγορουμένους, νὰ δημιουργῶμεν ἀνθρώπους ἐγκληματίας καὶ δὴ ἀναπολογήτους, καὶ τοῦτο εἰς τὸν αἰῶνα τὸν εἰκοστόν. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, δύναται νὰ μιμηθῇ τὸν συνάδελφόν του, τὸν κ. Μωρίς, ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ὅλως ἀνακαινιστικὴν νομοθεσίαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Γαλλικοῦ συνεδρίου. Εὔχομαι τοιοῦτον σύστημα νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.

§348ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δι’ ὀλίγων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν ἡ ἀνακοπὴ δικάζεται κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον, ἀφ’ ἧς συνετάχθη. Κατὰ τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ δέκα πέντε ἡμέρας. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατηγορούμενον καταδικασθέντα ἐρήμην εἰς 14 ἡμερῶν φυλάκισιν καὶ ἀνακόψαντα ἐκπροθέσμως ἐξ ἀδυναμίας, εἰσαχθέντα δ’ ἐν τῇ φυλακῇ λόγῳ τοῦ ἐκπροθέσμου τῆς ἀνακοπῆς, μέχρις ὅτου δικασθῇ ἡ ἀνακοπή του — μετὰ 15 ἡμέρας — θὰ ἔχῃ ἐκτίσει τὴν ποινήν του.

§349ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παραιτηθῇ τῆς προθεσμίας.

§350ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐξάγεται ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου· τοὐναντίον μάλιστα καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νομοσχεδίου σαφῶς συνάγεται, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, καὶ συνεπῶς ὁ κατηγορούμενος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ παραιτηθῇ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ, ὅπως συντμηθῇ ἡ προθεσμία αὕτη, ἵνα βοηθῶνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταδικάζωνται ἐρήμην εἰς μικρὰς ποινάς.

§351ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατ’ ἔτος τὰ ἑλληνικὰ Πλημμελειοδικεῖα ἐκδικάζουσιν ὑποθέσεις 16 ἕως 17 χιλιάδας, δικάζουσιν Ἕλληνας πολίτας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 40,000. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἀθωωτικαὶ κατὰ 65%, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι 25,000 τοὐλάχιστον Ἑλλήνων πολιτῶν ἀθωοῦνται κατ’ ἔτος. Νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς 25,000 Ἑλλήνων πολιτῶν παρέχει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι στέρησιν τῆς ἐλευθερίας των, ζημίαν τῆς περιουσίας των, ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι βλάβην δεινήν, καὶ ἀνεπανόρθωτον ἴσως, τῆς τιμῆς των; Ἄριστα κατεδηλώθη πανηγυρικῶς ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, καὶ οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, ἀποδεικνύουσιν ἐντελῶς δεδικαιολογημένην τὴν πανηγυρικώτατα ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ 25,000 Ἑλλήνων πολιτῶν ἐντελῶς ἀθώων.

§352ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βέβαιον ὅτι πλέον τῶν 15,000 ἀθωοῦνται ἐρήμην.

§353Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον.

§354ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁριστικῶν τῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδιδομένων· ἐκ τούτων εἶναι βεβαιωμένον ὅτι 65% εἶναι ἀθωωτικαί, καί, ἂν δεχθῆτε ὅτι εἰς ἑκάστην δίκην εἶναι κατὰ μέσον ὅρον δύο πρόσωπα τοὐλάχιστον κατηγορουμένων, ἔχετε τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τοιαύτας ἀποφάσεις τῶν Πταισματοδικείων 30,000· πόσαι εἶναι αἱ χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, αἵτινες κινδυνεύουσι νὰ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν τῶν Πταισματοδικείων τὴν μικράν, ἀλλὰ πάντως λίαν ἐνοχλητικήν; Πρὸ ἡμερῶν ἐξεδήλωσα τὴν ἀπορίαν μου πρὸς τὴν Βουλήν, πῶς ὑπεβλήθη τοιοῦτο νομοσχέδιον, πάντως καθιστῶν δυσχερεστέραν τὴν χρῆσιν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, ἐνῷ ἐψηφίσαμεν ἤδη ἄλλο νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου βάσις καὶ προϋπόθεσις ἦτο ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων τῶν δικαζομένων ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Ἔχω νὰ σημειώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δευτέραν ἀπορίαν· πῶς ὑπεβλήθη καὶ πῶς συζητεῖται τοσαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδιον, νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων θεσμῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐνῷ ἔχει ψηφισθῆ ἄλλο νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ συσταθῶσιν ἐπιτροπεῖαι, καὶ δὴ ἐπιτροπεῖαι ἔχουσαι καθῆκον τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διὰ τὰς ὁποίας ἐπιτροπείας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θὰ καταβάλῃ 70.000 καὶ πλέον δραχμῶν; Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο τόσον ἐπεῖγον τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπεία ἐκείνη καὶ θὰ μεταρρυθμίσῃ ὁλόκληρον τὸν Ποινικὸν νόμον καὶ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ θὰ δώσῃ εἱρμὸν εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἀπομείνῃ ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς ἐξ ὑμῶν δισταγμός, περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ὠφελιμότητος αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι τὸν τόπον ἡμῶν μαστίζει ἡ πολυδικία—ἐλέχθη κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἀφήνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν εἰς ὅλους ἡμᾶς—, ἀλλά, διότι ἡ μάστιξ αὕτη ἀληθῶς ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον, ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχὴ προκειμένου περὶ μέτρων ἀφορώντων τὰ μέγιστα καὶ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχή, μήπως θέλοντες νὰ πολεμήσωμεν τὴν ἐρημοδικίαν φθάσωμεν εἰς ἀπερίγραπτον ἀδικίαν, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ἔχομεν ἤδη λάβει πρόνοιαν πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν ποινικῶν ἡμῶν κωδίκων. Ἐλέχθησαν, κύριοι συνάδελφοι, πολλὰ περὶ Γερμανίας· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἐλέχθησαν τὰ προσήκοντα. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν μέχρι σήμερον ἰσχύουσαν Γερμανικὴν Ποινικὴν Δικονομίαν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν, οὐδ’ ἐλαχίστην σχέσιν, κύριοι συνάδελφοι. Ἐν Γερμανίᾳ συμβαίνει τοῦτο: Ἐὰν δὲν προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος, διατάσσεται ἡ βιαία προσαγωγή του. Μόνον ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων τῶν ἐπισυρουσῶν ποινὴν χρηματικὴν ἢ ποινὴν στερήσεως τῆς ἐλευθερίας μέχρις ἓξ ἑβδομάδων ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ζητήσῃ ἄδειαν νὰ μὴ παραστῇ ἢ νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτὸν δικηγόρος· ἐπὶ τῶν μικρῶν, λέγω, ἐκείνων ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη, Κύριοι, ἂν καταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποκατάστασιν, ἔχει δικαίωμα τουτέστι νὰ ζητήσῃ, ὅπως δικασθῇ κατ’ ἀντιμολίαν. Οὐδεμίαν ἑπομένως σχέσιν ἔχει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πρὸς τὴν Γερμανικὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Τὸ δὲ νῦν συντεταγμένον νομοσχέδιον, τὸ Γερμανικόν, καὶ ταύτας τὰς διατάξεις θεωροῦν ἀνελευθέρας εἰσάγει τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν πλημμελημάτων, προτείνεται δὲ ὑπὸ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἔφεσις καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν κακουργημάτων ἀκόμη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις παρ’ ἡμῖν ὅτι εἰσάγομεν θεσμὸν ἰσχύοντα ἀλλαχοῦ, ὅτε οὕτως ἔχει ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος; Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ὀλίγας λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι ἀκόμη. Διατί, ἀφοῦ θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ δικασθέντα ἐρήμην νὰ ἐγείρῃ ἀνακοπήν, δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον; Διατί εὑρίσκομεν ὅτι εὐλόγως ὁ κατηγορούμενος δὲν προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; διότι ἀναγνωρίζομεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθῃ· ὅτε δὲ τοῦτο ἀναγνωρίζομεν, πῶς ὑποβάλλομεν αὐτὸν εἰς ζημίας; Διατί ὑποβάλλομεν αὐτὸν εἰς ζημίας; Ἐλέχθη ὅτι δικαιολογεῖται ὁ κατηγορούμενος μὴ προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν ἡ σύζυγος αὐτοῦ ἢ τὸ τέκνον κινδυνεύωσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ὑποθέσατε, Κύριοι, εἰς τὸν νομόν μου ἕνα κάτοικον τοῦ δήμου Βοϊῶν, δικαζόμενον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, εὑρεθέντα δὲ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἀδυνατοῦντα ἀπολύτως νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἀπὸ Βοϊῶν μέχρι Σπάρτης εἶναι ταξίδιον μακρότατον, ἀλλὰ καὶ δαπανηρότατον. Ἵνα ἀποδείξῃ τὸν λόγον, ὅστις ἐκώλυσεν αὐτὸν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, λόγον, ὅστις κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ περιληφθῇ ῥητῶς ἐν τῇ ἀποφάσει, θὰ ἔχῃ βεβαιότατα ἀνάγκην νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ τοῦ θεραπεύσαντος τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς ἑαυτοῦ οἰκογενείας. Νομίζετε, ὅτι ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος θέλει ἀποφασίσει ἀπὸ Βοϊῶν εἰς Σπάρτην νὰ μεταβῇ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀμοιβὴν ἁδροτάτην; Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἰατρὸς νὰ ἀπουσιάσῃ τοῦ τόπου, ὅπου εὑρίσκεται, ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ταξίδιον δαπανηρότατον καὶ κοπιωδέστατον, χωρὶς νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ διακοσίων τουλάχιστον δραχμῶν; Καὶ θὰ ὑποβάλλητε εἰς τοιαύτας τεραστίας δαπάνας ἕνα ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζετε ὅλον τὸ εὔλογον, ὅλον τὸ δίκαιον τῆς μὴ προσελεύσεώς του ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου; Ἀλλὰ κρίνεται ἐντελῶς ἀπαράδεκτος καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις, ὅπως ἐπιτρέπηται λόγῳ ἀδυναμίας ἀπολύτου ἡ δευτέρα ἀνακοπή. Ἀπέναντι, Κύριοι, τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν εἶναι ἓν ξενοδοχεῖον. Ὑποθέσατε ἕνα κατηγορούμενον, ὅστις ἔχει ἀσκήσει τὴν ἀνακοπήν του· προσκαλεῖται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου· ἄρχεται ἡ διαδικασία τὴν πρωίαν· δὲν φθάνει μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δίκης του ἡ ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου μέχρι τῆς μεσημβρίας· ἀποχωρεῖ εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τὸ ἀπέναντι τοῦ Πλημμελειοδικείου· ἡ δίκη του εἶναι πρώτη εἰς τὸ μετὰ μεσημβρίαν διάστημα τῆς διαδικασίας· μένει ἐπὶ τοῦ παραθύρου τοῦ ξενοδοχείου καὶ ἀναμένει τὸν κώδωνα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον· ἠχεῖ ὁ κώδων, σπεύδει εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλά, ἐνῷ κατέρχεται τὰς κλίμακας τοῦ ξενοδοχείου, φεῦ! ὀλισθαίνει, θραύει τὸν ἕνα του πόδα καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὸν σταθμὸν τῶν πρώτων βοηθειῶν! Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ ἐκδικάζεται ἡ ἀνακοπή του χωρὶς νὰ εἶναι αὐτὸς παρών, καὶ οὕτω μένει ὁ ἀθῷος αὐτὸς ἄνθρωπος ὁριστικῶς καταδεδικασμένος εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν μὴ δυνάμενος πλέον νὰ κάμῃ δευτέραν ἀνακοπήν! Νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ πρὸς οἱονδήποτε κανόνα φιλανθρωπίας, πρὸς τὸν ὁποῖον οἱ διάφοροι νόμοι καὶ κατ’ ἐξοχὴν νόμοι ποινικοὶ πρέπει νὰ συμβιβάζωνται καθ’ ὁλοκληρίαν; Ἀλλ’ ἠκούσθησαν παράδοξα πράγματα, κύριοι συνάδελφοι, μὰ πολὺ παράδοξα! Πιστεύσατέ με. Τὴν τραχύτητα, εἶπε, τὴν δέχομαι, τὴν ἐπιθυμῶ μάλιστα! Ἀλλ’ ἡ τραχύτης εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους ποίαν ἄλλην δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν παρὰ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἀδικία; Καὶ ὅμως ἐλέχθη· πρὸ τῆς ἀδικίας φρίσσω, καὶ ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ ἓν μόνον παράδειγμα ὅτι θὰ συνέβαινεν ἀδικία, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐψήφιζον τὸ νομοσχέδιόν μου. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην σημασίαν ἡ τραχύτης ἐπὶ τῶν ποινικῶν νόμων παρὰ τὴν σημασίαν τῆς ἀδικίας; Ποινικὸς δικαστὴς πῶς θέλει λεχθῆ ὡς τραχέως ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ἀδικήσῃ τὸν κατηγορούμενον; Ποινικὸς νόμος πῶς θέλει λεχθῆ ὡς τραχύς, ἐὰν ὁ ποινικὸς ἐκεῖνος νόμος δὲν εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ ἀδικῶνται οἱ κατηγορούμενοι; Εὐλογώτατα, Κύριοι, ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν ἀφορῶσι τοὺς κατηγορουμένους· βεβαίως οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν ἐτέθησαν, ἵνα προστατεύωσι τοὺς κατηγορουμένους· οἱ ποινικοὶ νόμοι ὑπάρχουσιν ἀναμφιβόλως ὑπὲρ τῶν παθόντων, ἀλλ’ οἱ ποινικοὶ νόμοι ἔχουσι ἕνα ἀπώτερον σκοπόν, νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ ὁποία δημοσία τάξις ὑπάρχει κυριώτατα ἐν τῇ συνειδήσει ἑκάστου ἡμῶν ὅτι προστατεύεται ὑπὸ τῶν ποινικῶν νόμων. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν συνείδησις ὅτι οἱ ποινικοὶ νόμοι ἀδικοῦσι· θὰ ἐξέλειπε τὸ συναίσθημα ἐκεῖνο τῆς ἀσφαλείας, καὶ θὰ ἠγείρετο ἄλλο συναίσθημα, τοῦ μίσους κατὰ τῶν νόμων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δημοσία τάξις, ὅταν ὑπάρχῃ συναίσθημα μίσους κατὰ τῶν νόμων.

§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης.

§356Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Μόνον τὴν ψῆφόν μου θὰ δικαιολογήσω. Ἐψήφισα κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ ἐθεώρησα ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβές· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μπουφίδου καὶ Ῥακτιβάν, δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.

§357Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§358Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐκ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα διακρίνει νόμον ἀπὸ νόμον, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ προτείνῃ νόμον, καθὼς δίδει καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἀφίεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται περὶ προτάσεως νόμου, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι αὐτὴ νομοθετεῖ καὶ ὄχι ἡ Κρβέρνησις. Εἶναι ὅλως ἀδιάφορον διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι καὶ αὐτὴ Βουλευταί, καὶ οἷον δικαίωμα ἔχομεν ἡμεῖς ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα τροπολογίας; Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἐξακολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε θὰ προοδεύσωμεν. Τὸ σύστημα αὐτὸ κατέρριψε τὴν πατρίδα μας, τὸ σύστημα αὐτὸ διέσπειρε τὴν ἀπελπισίαν εἰς τὸ ἔθνος περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου ἐχρεοκόπησε. Πρέπει λοιπὸν ἕκαστος νὰ ἀναλάβῃ τὸ καθῆκόν του, ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ παρέχει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Ἀκολουθοῦμεν, Κύριοι, ἓν σύστημα Ἀγγλικόν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἄλλα τὰ ἤθη καὶ ἄλλη ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους ἐκείνου. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὐδὲ εἰσόδου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ Ἀμερικανικὸν σύστημα.

§359ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.

§360Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὰ λέγω αὐτά, διότι βλέπω τὴν Βουλὴν διατεθειμένην νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον μόνον καὶ μόνον, διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις.

§361ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§362Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Μείνατε ἥσυχοι· ὅλοι εἴμεθα συνάδελφοι ἐδῶ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἐναντίον πάσης τροπολογίας· εἶμαι ἐναντίον πάσης τροπολογίας, ἐφ’ ὅσον προσβάλλεται ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς. Ἐκτὸς τῆς Γερμανίας, περὶ τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη· ὑπάρχει ἡ Γαλλία. Διατί δὲν τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν; Πρὸ 38 ἐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς εἶναι δικαίωμα ἀπεριόριστον. Θέλετε νὰ μεταφυτεύσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐν Γερμανίᾳ; Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ πρὸ ἑκατονταετηρίδος καὶ οὐδὲν παράπονον ὑπῆρξεν, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ ἰσχύῃ. Πῶς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν καὶ τὰ λοιπὰ Λατινικὰ ἔθνη, δὲν ἐνόησε τὴν πλημμέλειαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη; Καὶ πῶς δὲν ἐφρόντισαν νὰ τὴν διορθώσωσιν; Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν Foustan — Hélie. Λέγει ὁ Foustan — Hélie (ἀναγινώσκει): «Ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ κατασταθῇ ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις ἀπέναντι τοῦ κατηγορουμένου, ὅστις δὲν ἔλαβε τὸ κλητήριον ἢ ἐξ ἐμποδίου τινὸς δὲν προσῆλθεν εἰς τὸ ἀκροατήριον· ἐξ ἑτέρου ἐθεώρησε νὰ ἐξομοιώσῃ πρὸς τοῦτο τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν ἀμέσως, εἴτε διότι δὲν ἐπρομηθεύθη τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο ἔγγραφα, εἴτε διότι δὲν ἐκλήτευσε τοὺς μάρτυράς του, εἴτε διότι προθεσμία τις τῷ φαίνεται ἀναγκαία, ὅπως διασκεδάσῃ τὰς προλήψεις καὶ ἐμποδίσῃ ἐσπευσμένην ἀπόφασιν». Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τὴν Γαλλικὴν Δικονομίαν. Καὶ λέγει ὁ Foustan—Hélie (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζεσθαι ἐρήμην εἶναι δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Δικαστήριον δὲν δύναται οὔτε νὰ περιορίσῃ οὔτε νὰ καταργήσῃ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἔθεσεν εἰς χεῖρας τῶν δικαζομένων, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέροντά των, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει ἐλευθέρως νὰ ἐξασκῶσιν». Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀνακοπή, διότι εἶναι δικαίωμα, καὶ δικαίωμα ἱερόν. Πᾶσα τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν δεχθῆ, θὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὴν ἀρχήν, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ πολεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσιν του καὶ νὰ μὴ γίνῃ οἱαδήποτε μεταβολὴ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ ἀπὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κατηγορούμενος, νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀνακοπὴ εἰς ὑποχρέωσιν.

§363Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως....Ὅπως ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, θὰ καταδιωχθῇ ὁ κατηγορούμενος καὶ θὰ ὑποστῇ ποινὴν πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 336 δύναται νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις.

§364Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Ἀναγινώσκονται αἱ τροπολογίαι πρῶτον τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Ν. Χαριτάτου καὶ δεύτερον τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ἐξαρχοπούλου, αἵτινες ἀπορρίπτονται). Ἔρχεται εἶτα ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου, ἣν θ’ ἀναγνώσω τελευταῖον, διότι ὑπάρχει πρότασις ἐπ’ αὐτῆς. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Φωτήλα· Τί πρῶτον, τί δ’ ὕστατον ἐδῶ;! Δὲν τὰς ἀποσύρετε, διὰ νὰ μὴ τὰς ἀναγινώσκω ἄδικα; Ὁ κ. Φωτήλας ἀποσύρει.

§366Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.

§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε;

§368Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι.

§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί μὲ κάμνετε ἀδίκως νὰ ἀναγινώσκω μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μίαν ὥραν; Δὲν φείδεσθε ἐμοῦ; Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§370ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι;

§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνεγνώσατε ὅλοι. Τροπολογία τοῦ κ. Ι. Ἀκρίδα. Ἀπέσυρεν ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου. Ἀποσύρετε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐπίσης;

§372Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Μάλιστα.

§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων;

§374Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ὅλας.

§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Χαριτάτου ἐπίσης ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ὁ κ. Χαριτάτος ἐπιμένει;

§376ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀποσύρει.

§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χαριτάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Μπουφίδου. Ὁ κ. Μπουφίδης ἐπιμένει;

§378Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς ἑνώνομεν πάσας.

§379Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἑνώνονται ὅλαι εἰς μίαν.

§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τοῦ κ. Ῥακτιβάν.

§381Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα.

§382Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δηλαδὴ ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διὰ νὰ μὴ ἐρωτῶ ἀδίκως. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Τὴν θέτετε ὑπὸ ψηφοφορίαν; ἢ τὴν ἀποσύρετε;

§384Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω.

§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα. Ἐπιμένει.

§386ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρεται.

§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπεμβαίνητε οἱ ἄλλοι, διὰ νὰ γνωρίζω τί κάμνω ἐδῶ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Λαγοπάτη.

§388Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλων; Διότι εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.

§390Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὅλων.

§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Π. Πετροπουλάκη.

§392Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀποσύρεται.

§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. κ. Κ. Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάννου. Οὐδέτερος εἶναι ἐδῶ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Χρηστίδου. Ἀποσύρεται κατόπιν τῆς δηλώσεώς του. Μένομεν λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Χρυσοβελόνη Ἐξαρχοπούλου. Ἑνοῦνται μὲ τὴν τοῦ κ. Ῥακτιβάν;

§394Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. Διότι εἶναι διαφορετικὸν ζήτημα.

§395ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ. Ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ εἰδικῶς εἰς τὸ ἄρθρον 338 τῆς Ποιν. Δικονομίας νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων, εἰδικῶς ἠτιολογημένων ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ ἀποδεχομένου τὴν ἀνακοπὴν Δικαστηρίου» καὶ νὰ τεθῶσιν «ἢ πάσης ἄλλης ἀποχρώντως δεδικαιολογημένης αἰτίας». Τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου συμπίπτει μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥακτιβάν.

§396Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρομεν τὸ δεύτερον μέρος.

§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοβελόνης ἀποσύρει ἐπίσης; Ἔχετε δύο θέματα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 338. Ἐμμένετε ἢ ἀποσύρετε;

§398Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμμένομεν.

§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης τῶν κ. κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου ὑπάρχει πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 15 Βουλευτῶν.

§400Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπτυχθῶσιν αἱ δύο προτάσεις, τοῦ κ. Ῥακτιβάν καὶ τοῦ κ. Ἐξαρχοπούλου, ὥστε νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία;

§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥακτιβάν κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον θὰ ὑποτροπολογηθῇ, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ὅλη τροπολογία, ἡ ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς: τὸ μὲν ἄρθρον 338 θὰ τροποποιηθῇ συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Χρυσοβελώνη καὶ Ἐξαρχοπούλου, ἤτοι θὰ τεθῇ «ἢ πάσης ἄλλης ἀποχρώντως δεδικαιολογημένης αἰτίας» ἀντὶ τῶν ἀνυπερβλήτων αἰτίων κ.τ.λ.—Ἐπίσης δὲ θὰ τροπολογηθῇ συμφώνως πρὸς τὰς ἡνωμένας πλέον τροπολογίας τὸ ἄρθρον 339 ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ θὰ τεθῇ ὅτι: «ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι πάντοτε ἀπαράδεκτος ἐκτὸς ἂν ἡ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀνακοπῇ ἐρημοδικία δικαιολογῆται ἕνεκα ἀνωτέρας βίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀμφίβολον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θέλει ἐνεργηθῆ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§402ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία θὰ διεξαχθῇ, διότι ζητεῖται ὑπὸ 15...

§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δεκαπέντε Βουλευτῶν.

§404ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλως θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ.

§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἐπειδὴ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὑπάρχουσι τρεῖς προτάσεις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ματαίαν τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἀποτελέσματος. Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ἀ. Μιχαλακόπουλος καὶ Γαρουφαλλιᾶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἀπὸ τῶν ὀνομάτων τῶν ζητησάντων τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ ἐνεργεῖται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον:)

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικ. Α. Στράτος Ο Παν. Φραντζῆς Ν
Νικ. Χρυσόγελος Ο Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΟ
Δ. Παπαφώτης Ο Γεωργαντᾶς Θρόνος Ο
Α. Γρίβας Ο Γεώργ. Παρασκευόπουλος
Σερ. Ψύχας Ο Νικ. Κόνδης Ο
Π. Καρασεβδᾶς Ο Ἀθ. Σωτηριάδης
Ἐπ. Σουλτάνης Ο Κωνστ. Οἰκονομόπουλος
Γ. Ποῦλος Κωνστ. Καζαντζῆς
Ι. Φαρμάκης Ν Γερ. Νοταρᾶς Ο
Ἀντ. Ροντήρης Δημ. Κούζης Ο
Α. Τριγώνης ἀρν.Ἀνδρ. Σαρλῆς Ο
Ε. Λαμπρακάκης Ν Δημ. Ῥοῦσος
Ἰωάν. Καναβός Ο Νικόλ. Δελακοβίας
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Νικόλ. Σακελλαρίου Ο
Ε. Σπετσέρης Ν Γεώργ. Βλάσης Ο
Ι. Τσιγκόλης Ν Χαρ. Σπηλιόπουλος
Στέφ. Γρανίτσας Ο Νικ. Δημητρακόπουλος Ο
Γ. Ἰατρίδης Ο Ἀναστ. Βάρβογλης
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ο
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ο Ἰω. Π. Μανέτας
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ο Δ. Πλαπούτας
Ἰωάν. Ἀκρίδας Ο Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Ἰωάν. Μπακόπουλος
Ἐμμ. Ῥέπουλης Ο Δημ. Χηνιάδης Ο
Δημ. Καρέλας Ο
Δημ. Καλέργης Ν Ἀθ. Πετρόπουλος Ο
Ἀθ. Χριστόπουλος Ο Χαρ. Στασινόπουλος
Γεώργ. Νέζος Κωνστ. Ρεβελιώτης
Παν. Ἀραβαντινός Ν Τριανταφυλλάκος
Ἰωάν. Τερζάκης Α. Κατριβάνος
Ἤλ. Φλέσσας Ο Α. Μιχαλακόπουλος Ο
Ἰωάν. Πολίτης Ο Α. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΟ
Παν. Δεληβοριᾶς Ο Κωνστ. Γόντικας Ο
Σπυρ. Τσαγκάρης Ο Ν. Κοντογούρης Ν
Θ. Πέρρος Ο Ἰωάν. Βέρροιος Ο
Χαρ. Βοζίκης Ν Πολ. Πολυχρονιάδης
Ἀντ. Βούτσης Ο Παν. Ζαΐμης
Νικ. Χαρδούβαλης Δ. Μάρκου
Περ. Ἀλεξάκης Γεώργ. Κατσιμπίρης
Θεόδ. Γρηγορίου Σπηλ. Ἀγαπητός
Σπυρ. Σίμος Ο Α. Φωτήλας Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Α. Χοϊδᾶς Ο
Περ. Κ. Καραπάνος Θεόδ. Ψυχαλήνος Ο
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ν Γ. Παπακυριακόπουλος
Πύρ. Καραπάνος Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος
Ἐλ. Βενιζέλος Ο Δ. Φλαμῆς Ο
Ἐμμ. Μπενάκης Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ο
Φωκ. Νέγρης Νικ. Συριόπουλος Ο
Παν. Χαροκόπος Θάν. Πετραλῆς
Κ. Ῥακτιβάν Ν Π. Ἠλιόπουλος Ν
Μιλτ. Νεγροπόντης Ο Χρ. Κορύλος Ο
Γ. Ζερβουδάκης Ξεν. Σταυρουλόπουλος
Λάμπρος Κορομηλᾶς Παν. Βουρλούμης Ο
Π. Λαγοπάτης Ο Νικ. Ῥαφτόπουλος
Γεώργ. Στρατούλης Ο Χρ. Μεϊτάνης Ν
Κ. Μᾶνος Διον. Πολυζωγόπουλος Ν
Τιμ. Ἠλιόπουλος Ο Ἰωάν. Δογάνης
Δημ. Βενιζέλος Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ο
Μιχ. Γαλανός Ο Γεώργ. Ἀβέρωφ
Α. Παναγιωτόπουλος Νικόλ. Σταματιάδης
Γεώργ. Πολίτης Ο Δημ. Χρυσοστάλης
Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν Εὐάγ. Γεωργιάδης
Γεώργ. Νικολαΐδης Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ο
Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ Ο
Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Γεώργ. Μπένος Ο
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ο Νικόλ. Κάραλης
Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν Κωνστ. Χατζηγιάννης
Θρ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Βάχλας Ο
Γεώργ. Καζανόβας Γεώργ. Κοσόνας Ο
Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ο Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ο
Γεώργ. Σταμπάδος Ο Μιχ. Σφακιανάκης Ο
Θεμ. Μιχαλόπουλος Ο Πλούτ. Μαυρίκης Ο
Δημ. Ἀνδρέου Ο Βασίλ. Ἀθανασούλας
Δημ. Ζαβογιάννης Κωνστ. Χατζάκος
Ἐμμ. Κυταριόλος Ο Γεώργ. Γαζέπης Ο
Βασ. Κυρέλλος Ο Νικόλ. Πετσάλης Ν
Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ο Ἰωάν. Λούντζης Ο
Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κουλούμπαρδος
Σπυρ. Παπαχατζῆς Ο Ἀναστ. Λούντζης
Σάββας Βαρβιτσιώτης Καῖσαρ Ζέζας Ο
Λουκ. Κουτσοπέταλος Διον. Κλάδης
Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ο Νικ. Παπαδάτος
Δημ. Λαζαρῆς Ο Κωνστ. Ζαβιτσάνος Ν
Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Νικ. Βάρθης
Ἀθ. Πουλῆς Ο Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ν
Νικόλ. Ρούσης Ο Σπυρ. Χατζάρης
Στέφ. Ν. Δραγούμης Παν. Μανωλίτσης Ο
Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπ. Κογεβίνας Ν
Δ. Γκλαβάς Ο Σπυρ. Βλαντῆς Ο
Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Πατσουράκος
Χρ. Καποδίστριας Χρ. Πετρέας Ν
Ἀνδρ. Κρητικός Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
Λαυρ. Μαβίλης Ν Ἰωάν. Φουρίδης
Κωνστ. Κατηφόρης Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Σπυρ. Λάσκαρις ἀρν.Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
Βασίλ. Πουλιάσης Δημ. Οἰκονόμου
Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
Διον. Βινιέρᾶτος Ο Νικ. Γεωργιάδης
Παν. Λιβιεράτος Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ο
Σπυρ. Ἰγγλέσης Ο Δημ. Κουκιάδης Ο
Νικ. Χαριτᾶτος ἀρν.Γεώργ. Τσαξίρης Ο
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Γεώργ. Σχινᾶς
Πέτρ. Βασιλόπουλος Γεώργ. Δρίβας
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Κασσαβέτης
Νικ. Ἀλιβιζάτος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
Σπ. Φορέστης Γεώργ. Βλάχος Ο
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Πελ. Ἀγγελίδης Ν
Ὄθ. Τετενές Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ο
Γεώργ. Μουσούρης Ν Φίλ. Ζαρζάμπας
Σωκρ. Αν. Καβαλλιερᾶτος Χ. Μωραΐτης Ν
Θ. Κοντομίχαλος Νικ. Παπαϊωάννου Ν
Λεων. Ἐμπειρίκος Μιχ. Φωτιάδης
Σταμ. Βαφειαδάκης Βασίλ. Σηλυβρίδης
Δημ. Μάνθος Περ. Ἀποστολίδης
Περ. Γρυπάρης Ο Λεων. Ἀναγνώστου
Κωνστ. Καλομενόπουλος Κωνστ. Ζησόπουλος
Τριαντ. Παπαδὰμ Χ. Δικαῖος Ο
Θωμᾶς Σκάσης Ο Σ. Ντολιόπουλος Ο
Ἰάκ. Ἀβάζος Παν. Φλέσσας Ο
Δημ. Ζαμᾶνος Ο Π. Κασίμης Ο
Νικ. Καμπάνης Ν Ν. Παπαλέξης
Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Δημ. Κάβουρας Ο
Ἀλέξ. Μαλασπίνας Μ. Δηζέας
Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ο Α. Πετρομανιάτης Ο
Ἀντ. Ρεβίνθης Ἀθ. Περρωτής Ο
Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Ἰατρόπουλος
Νικ. Καλβοκορέσης Π. Καράπαυλος
Κωνστ. Ἀλαβάνος Ο Ἀνδρ. Κοκκέβης Ο
Δημ. Πετσετάκης Ο Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος Γεώργ. Κορομηλᾶς
Ἐμμ. Πατρίκιος Δημ. Κανελλόπουλος Ο
Ἰωάν. Μαμάης Ἀθ. Αἰλιανός
Ἰωάν. Κασδόνης Ο Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ο
Ἀντ. Φραγκίσκος Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ο
Δημ. Καΐρης Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ο
Θαλ. Κουτούπης Ν Κωνστ. Τριγγέτας
Γεώργ. Φικιώρης Γεώργ. Ράλλης
Κωνστ. Μέρμηγκας Γεώργ. Μποῦτος
Γεώργ. Οἰκονόμου Ο Ἰωάν. Κουρτάκης Ο
Εὐστρ. Κουλουμβάκης Φώτ. Βακαλόπουλος Ο
Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ν Ἀθ. Παπαχελᾶς Ο
Νικ. Πετροπουλάκης Ο Μεν. Πιπιλῆς Ο
Γεώργ. Τσοχώνης Παν. Μερλόπουλος
Παναγ. Πετροπουλάκης Δ. Ἀναστασόπουλος
Παν. Κουμάνταρος Ἰωάν. Λεωνίδας
Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ν Πέτρος Γκίνης Ο
Βασίλ. Μιχαλέας Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ν
Ἰωάν. Βαββανάκος Ἀνδρ. Ἀναργύρου
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
Ἀλέξ. Παπαποστόλου
Δημ. Θεοδοσόπουλος Ο Ἰωάν. Μᾶνος Ο
Παυσ. Ζωγλοπίτης Ο Σπυρ. Ματσούκας
Γεώργ. Ζούκκας Ῥήγας Χατζηρήγας
Κωνστ. Σταμούλης Ο Ι. Παπαλουκᾶς Ο
Ἰωάν. Κοττίκας Ο Ἰωάν. Τσιριμῶκος
Βασίλ. Γρίβας Ο Μιλτ. Σακελλαρίου
Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ Κ. Λιδωρίκης
Ν. Γαρδικιώτης Θ. Παπαϊωάννου
Δημ. Μπούσδρας Ν. Ξηρός Ο
Γεώργιος Τάγκας Ν Νικ. Φραγκίστας
Κωνστ. Παπακυρίτσης Ἰωάν. Γιδογιάννος
Χρ. Καρζῆς Νάκος Πολιτόπουλος
Α. Θανόπουλος Κωνστ. Περιβολιώτης
Νικ. Γιουβρῆς Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ο
Χρ. Βλάτσιος Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ο
Γεώργ. Καθάργιος Ο Δημ. Δεδούσης Ο
Δημ. Κουκουλέτσος Ν Γεώργ. Συγγούρης Ν
Γεώργ. Σπυρόπουλος Ο Στέφ. Σομμαρίπας Ο
Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Γεώργ. Ῥάμμος Ο Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Εὐθ. Μαντόπουλος Ἰωάν. Γραμματίκας
Λάμπρος Περιστέρης Ἡρ. Βελλόπουλος
Θεμ. Ῥαφαηλίας Ἀθ. Χριστίδης Ο
Κυρ. Κυριαζόπουλος Γεώργιος Πὼπ Ν
Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Δημ. Βράτσανος
Παναγ. Βερβενιώτης Ἐμμ. Παγκάρας Ν
Γεώργ. Καλλίτσης

§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 185, ὄχι 135. Ναὶ 46 καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.

§407Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 314 νὰ τεθῇ ἀντὶ «καταδικάζομεν» «δύνανται νὰ καταδικασθῶσιν». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 339, ἀντὶ «15», «20» ἡμέραι.

§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν... Ὑπεβλήθη πρότασις ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον.

§409Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ δοκιμασία, ἣν ὑπέστη ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτῆς συζητήσεως καὶ ὅτι ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἀποδείξῃ, εἶναι δὲ ἁπλῶς κωλυσιεργική. Ἐὰν δὲν ἐπιμένωσιν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ ψηφοφορία.

§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν ἐν τῇ προτάσει κυρίων Βουλευτῶν κατὰ πρῶτον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ἐν τῇ προτάσει Βουλευτῶν). Ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ματαιοῦται ἕνεκεν ἀπουσίας τῶν ζητησάντων αὐτήν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον δι’ ἀναστάσεως, ὡς καὶ τὸ τρίτον, τέταρτον, πέμπτον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἕκτον).

§411Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει εὐεργετικὴ διάταξις διὰ τοὺς ἐμφανιζομένους κατηγορουμένους;

§412Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ἕκτον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἕβδομον).

§413Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, προκειμένου περὶ ἀνακοπῆς πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐρημοδικασθέντων, νὰ ἐδίδετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἑρμηνεία ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παραδοχὴ αὐτῆς.

§414Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ νόμου, θὰ διέπηται ὑπ’ αὐτοῦ. Φρονῶ ὅμως ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια πρέπει νὰ δέχωνται τὴν ἀνακοπήν.

§415Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχομεν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὴ δευτέρα ἀνακοπὴ καὶ ἐκπρόθεσμος, ἀπέκειτο δὲ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Κατ’ ἔθος μακρότατον πάντες οἱ κατηγορούμενοι ἀπελείποντο καὶ προέβαινον εἰς δευτέραν ἀνακοπήν, ἡ ὁποία ἐγίνετο δεκτή. Οὐδεὶς δικαστὴς ἠρνήθη τοιαύτην, καὶ ὅμως προχθὲς εὑρέθησαν δικασταὶ ἀπορρίψαντες τοιαύτας ἀνακοπάς. Θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ ἡ φράσις· «ἡ ἀνακοπὴ τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐρήμην ἀποφάσεων διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ εἶναι ὑποχρεωτική».

§416Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε πρώτη εἴτε δευτέρα;

§417ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐκπρόθεσμος;

§418Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Γίνεται ἐπὶ τόσα ἔτη. Δὲν ἔχει νὰ ἐπέλθῃ βλάβη.

§419Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Θὰ προστεθῇ λοιπόν: «ἡ ἀνακοπὴ τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου δικασθέντων διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΥΞΒʹ καὶ εἶναι πάντοτε δεκτή». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον οὕτω τροπολογηθὲν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 8ον).

§420Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἐκεῖ ἔνθα λέγεται ἐν ἀρχῇ «Τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ ͵ΓΧΞΘʹ» κλπ. νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «καὶ 5». Ἐπίσης εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον ἀντὶ «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «ἄρχεται μετὰ δύο μῆνας...».

§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ἰ. Τσιριμώκου ἔχουσα οὕτως... (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Δαζέα περὶ προσθήκης ἐνάτου ἄρθρου ἔχοντος οὕτως... (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ὁ κ. Γ. Συγγούρης προτείνει, ὅπως ἐκ τοῦ ἄρθρου 8 ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἡ καταργοῦσα τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ͵ΓΧΞΘʹ (3669) νόμου, καθ’ ὃ ὁ κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενος κατηγορούμενος ἐπλήρωσε τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§422Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὴν παράγραφον 5 τοῦ ἄρθρου 2 προστεθῶσι καὶ τρία εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων. Τὰ εἰρηνοδικεῖα ταῦτα περιλαμβάνουσι πλείονας τοῦ ἑνὸς δήμους, εἶναι δὲ ἀποστάσεις πολὺ μεγάλαι καὶ δὲν δύναται ὁ κλητὴρ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἂν δὲν τῷ δοθῇ μεγαλειτέρα ἀμοιβή.

§423Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξελέγξω τὰ πράγματα. Ὅσαι τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν ἐγκαίρως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἐξήτασα τὰ στατιστικὰ δεδομένα, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων...

§424Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω...

§425Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν· δὲν ἔχω στοιχεῖα ὑπηρεσιακά. Τοῦτο μόνον, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον μετὰ τὴν λέξιν «Ἡλείας» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «Κεφαλληνίας», διότι ἡ τροπολογία ὑπεβλήθη ἐγκαίρως καὶ ἐγένετο ὁ ἔλεγχος.

§426Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Αἱ ἀποστάσεις εἶναι πολὺ μεγάλαι· ἡμερῶν ὁλοκλήρων.

§427Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια διὰ τοῦ Διατάγματος, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν παριστάνετε, ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

§428Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ προστεθῇ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας.

§429Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Ἀποσύρονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Χριστίδου, Νοταρᾶ, Χαριτάτου, Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάννου). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). (Ἀποσύρονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Μάνου, Πολίτου, Μπρισιμιτζάκη, Ἀραβαντινοῦ καὶ Πετμεζᾶ). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀλ. Φωτήλα ἔχουσα οὕτως: εἰς τὸ τέλος τοῦ 3ου ἄρθρου προστίθεται ἐδάφιον 3 ἔχον οὕτως· «ἐπίσης ἡ κοινοποίησις αὕτη δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησόμενα».

§431Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, προκειμένου νὰ γίνῃ νόμος περὶ ἀγροτικῶν διανομέων.

§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φωτήλα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται ἐπίσης εἰς γʹ συζήτησιν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον 4 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 10′ τῆς πρωίας).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50.
2τῆς 15ης Μαρτίου 1911.
3(Τρίτη)
4Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἡ
6Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 196 Βουλευτῶν.
7Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προ-
8ηγουμένης συνεδριάσεως συμφώνως πρὸς παρατήρησιν τοῦ
9κ. Ἰ. Μπακοπούλου).
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν:
111) Ἀναφορὰν τῶν ἱερέων Καστρίου τοῦ δήμου Τανίας
12τῆς Κυνουρίας, παρακαλούντων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
13περὶ ἱεροῦ κλήρου, νὰ ἐφαρμοσθῇ δὲ καὶ εἰς τὰς κωμοπό-
14λεις ὁ περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου νόμος·
152) Ψήφισμα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Μηλεῶν «Δή-
16μητρα» περὶ συμπεριλήψεως εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ φορο-
17λογίας ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν·
183) Ἀναφορὰν τῶν χωρίων τοῦ δήμου Κορινθίων περὶ ἀνα-
19στολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπὶ 3 μῆνας ἕνεκα ἐξαι-
20ρετικῆς ἀφορίας·
214) Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις νό-
22μου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10, ἐδαφίου γʹ τοῦ
23«περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ΧΛΒʹ νόμου»
24τυπωθησωμένη πρὸς διανομήν·
255) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χρ.
26Μεϊτάνη ὑποβάλλεται προσθήκη εἰς τὸ 18 ἄρθρον τοῦ Συν-
27τάγματος, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν·
286) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χρ.
29Κορύλου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου
30«περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογρα-
31φείου» τυπωθησομένη πρὸς διανομήν.
32(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
33Κατόπιν τῆς δοθείσης μοι χθὲς ἐντολῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς
34ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
35Ἐξοχώτατον Πρόεδρον
36τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς
37Ῥώμην
38Τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς Ἰταλικῆς παλιγγενε-
39σίας, ἀνακαλοῦσαν εἰς τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου τοὺς
40ἡρωικοὺς ἀγῶνας ἑνὸς μεγάλου καὶ εὐγενοῦς ἔθνους,
41συνεορτάζει μεθ’ ὑμῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὑπὲρ
42τῶν ἰδανικῶν τοῦ ὁποίου ἔρρευσεν ἐν τοῖς πεδίοις τῶν
43ἀγώνων τὸ πολύτιμον αἷμα τῶν Ἰταλῶν φιλελλήνων,
44δημιουργῆσαν ἀϊδίους δεσμοὺς ἀδελφότητος δύο λαῶν,
45οὓς διέκριναν ἐνάμιλλοι φιλελεύθεροι παραδόσεις καὶ
46ἐθνικὴ ἰδεώδη.
47Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐνετείλατό
48μοι, ὅπως διαβιβάσω πρὸς τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα,
49καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὰ ἔντιμα μέλη τῆς Ἰταλικῆς Βου-
50λῆς τὰ θερμότατα συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ πανιταλικῇ
51ἑορτῇ καὶ τὰς ἀδελφικὰς καὶ ἐγκαρδιωτάτας εὐχὰς
52ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου καὶ τοῦ κλέους τοῦ Βασιλείου τῆς
53Ἰταλίας καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους.
54Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
55Νικόλαος Στράτος
56(Παρατεταμένα καὶ παταγώδη χειροκροτήματα.).
57Πρὸ ὀλίγης δὲ ὥρας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἰταλικῆς Βου-
58λῆς ἀπήντησεν εὐχαριστῶν ὡς ἑξῆς:
59Α. Ἐξοχότητα
60Τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς
61Ἀθήνας
62Ἀπὸ τὴν Ῥώμην, τὴν συνδεομένην μετὰ τοῦ πολι-
63τισμοῦ τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀθανάτων ἱστορικῶν ἀναμνή-
64σεων, ὁ Ἰταλικὸς λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ,
65τῶν ὁποίων καθίσταμαι διερμηνεύς, ἀνταποδίδει τὸν χαι-
66ρετισμὸν τῆς Ἑλλάδος τῆς ἐνδόξου ταύτης προδρόμου
67τῆς Ἰδέας τῶν ἐθνικοτήτων, τῆς ἐπαληθευσάσης τὴν
68ὑπεροχὴν τοῦ δικαίου ἐπὶ τῆς ἰσχύος, εὐχαριστῶν τὴν
69Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ τόσον πρόφρονι καὶ εὐ-
70γενεῖ συμμετοχῇ αὐτῆς εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς ἡμετέρας
71πεντηκονταετηρίδος.
72Ἐν ὀνόματι ἐπίσης τῶν συναδέλφων μου ἐκφράζω
73τὰς θερμοτέρας εὐχάς, ὅπως τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος
74εἶναι ἀείποτε ἐνάμιλλον πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῶν παρα-
75δόσεών της.
76Ὁ Πρόεδρος
77Μάρκορα
78(Παρατεταμένα καὶ παταγώδη χειροκροτήματα καὶ ζη-
79τωκραυγαὶ ὑπὲρ τῆς Ἰταλίας).
80§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
81Ἡμερησίαν Διάταξιν
82τὴν νομοθετικήν.
83Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χρυσοστάλης.
84§3Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὸν
85λόγον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ εἶπον ὅτι εἰς πολυμελῆ,
86ὡς ἡ παροῦσα Βουλή, Σώματα ἀπαρτιζόμενα ἐξ ἐκλεκτῶν
87ἀνδρῶν, ἀλλὰ μὴ μεμυημένων εἰς τὰ τῆς τάξεως τῶν κοι-
88νοβουλευτικῶν συζητήσεων τοιοῦτος ἥρμοζε Πρόεδρος, οἷος
89ὑμεῖς. Ἀλλὰ σεῖς....
90§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ·
91Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον, διότι ἐπί
92τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως λαβόντες τὸν λόγον ὁμιλεῖτε
93περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλητε νὰ ψέξητε αὐ-
94τόν, δύνασθε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐπαινέσητε
95ὄχι.
96§5Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀκριβῶς χθές, ἐνῷ σᾶς ἐζήτησα
97τὸν λόγον, δὲν μοὶ τὸν ἐδώκατε, ὥστε τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω
98ὅτι ἠδικήθην παρ’ ὑμῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δέ, ὅπως εὐ-
99αρεστούμενος προέλθητε εἰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου
100αὐτοῦ.
101§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν δὲν σᾶς ἔδωκα τὸν λό-
102γον, διότι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς λίμνης Τάκας,
103σᾶς ἠρώτησα ἂν θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ
104καὶ μοὶ εἴπετε ὄχι, ἀλλὰ περὶ λίμνης τῆς Καρυστίας. Σᾶς
105εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σχετικὸν καὶ δὲν δύναμαι
106νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμὸν μετὰ
107τῆς αὐστηρότητος τῆς συνήθους, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ
108τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ λαμβάνω
109ὑπ’ ὄψιν ὅτι πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων, πρώτην φορὰν
110εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δύνανται ἀμέσως νὰ λά-
111βωσι πλήρη γνῶσιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἔχουσι ζυ-
112μωθῆ μετ’ αὐτοῦ, ἁπλῆ δὲ ἀνάγνωσις αὐτοῦ δὲν δύναται
113νὰ τοὺς καταστήσῃ ἐνημέρους τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ,
114διὰ τοῦτο δὲν προέβην εἰς ἀναγραφὴν τῶν χθὲς γενομένων
115σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰ Πρακτικά. Τοῦτο
116εἶναι ἐπαρκές.
117§7Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ.
118§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συν-
119όλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δι-
120κογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν».
121Ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
122§9Γ. ΠΩΠ. Νὰ μὴ γίνῃ. Ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος
123τῆς γενομένης ψηφοφορίας εἶναι ἐμφανὲς τὸ σημεῖον, ἐφ’
124οὗ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, εἶναι περιττὸν νὰ προβαίνωμεν
125εἰς ἄλλην ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ νὰ καταναλίσκωμεν ἀδί-
126κως χρόνον.
127§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, πρέπει νὰ ἐρω-
128τήσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ἂν παραιτοῦνται.
129Εἶναι οἱ κ.κ. Γαρουφαλλιᾶς, Πὼπ, Βοζίκης, Μπακόπουλος...
130§11Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτούμεθα ὅλοι.
131§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν.
132§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
133καιοσύνης). Προτίθεμαι νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς
134τὴν Βουλὴν σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὰς ἀντιρρήσεις τὰς δια-
135τυπωθείσας κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· εἰδικῶς
136δὲ τὰς διατυπωθείσας κυρίως ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, διότι εὑ-
137ρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, καὶ δὲν δι-
138καιοῦμαι νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων. Αἱ ἀντιρρή-
139σεις ὑπῆρξαν δριμεῖαι καὶ αὐστηραί, ἀνάλογοι ὁμολογου-
140μένως πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὴν
141σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, καὶ
142φυσικῷ τῷ λόγῳ πρὸς τὰς προσπαθείας τῶν κ. κ. Βουλευ-
143τῶν, ὅπως προασπίσωσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν
144κατηγορουμένων καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πλήρους αὐτῶν
145ὑπερασπίσεως.
146Ἔχω τὴν γνώμην ἐν τούτοις ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ δια-
147τυπωθεῖσαι πᾶσαι οὐδαμῶς εἶναι βάσιμοι· ὅτι οἱ κίνδυνοι,
148οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν ὑφιστάμενοι ὡς πρὸς τὴν ἀρτίαν
149ὑπεράσπισιν τῶν κατηγορουμένων, δὲν εἶναι σπουδαῖοι· ὅτι
150δὲ κυρίως αἱ ἀντιρρήσεις αἱ σπουδαιότεραι ἀφορμὴν καὶ
151ἀφετηρίαν ἔχουσι πεπλανημένας τινὰς προϋποθέσεις.
152Ἐὰν αἱ προϋποθέσεις αὗται ἀρθῶσι διὰ τῶν ἐξηγήσεων,
153τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παράσχω εἰς τὴν Βου-
154λήν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ λοι-
155πὸν αὐτῆς μέρος, ἀλλὰ καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ διατυπώσαν-
156τες τὰς ἀντιρρήσεις δὲν θὰ πείσωσιν ἑαυτούς, ὅπως ἐμμεί-
157νωσιν εἰς ταύτας.
158Ἡ κυριωτέρα πασῶν τῶν διατυπωθεισῶν ἀντιρρήσεων,
159ἀλλὰ καὶ ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας ὑπέρμα-
160χοι ἐτάχθησαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευταί· ἡ ἀν-
161τίρρησις ὅτι κίνδυνος ὑπάρχει μέγιστος νὰ μὴ περιέλθωσιν
162αἱ κλήσεις εἰς γνῶσιν τῶν κατηγορουμένων, πλεῖστοι δὲ
163τοιοῦτοι νὰ δικασθῶσιν ἐρήμην, τιθέμενοι δὲ ὑπὸ τὰς αὐ-
164στηρὰς διατάξεις τῆς ἀνακοπῆς νὰ εὑρεθῶσιν εἰς κίνδυνον
165ἀναπολόγητοι νὰ καταδικασθῶσιν. Εἰς ὑπεράσπισιν δὲ τῆς
166ἀντιρρήσεως ταύτης τῆς σπουδαιοτάτης ἐτονίσθη κατ’ ἐπα-
167νάληψιν, ὁ ἕτερος δὲ τῶν ἐξ Ἀρκαδίας κ. κ. Βουλευτῶν
168εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀγορεύσεις του κατὰ διαφόρους συνε-
169δριάσεις ἐπέμεινεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὁ κίνδυνος ὁ ἀνα-
170φαινόμενος εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας κυρίως, καθ’ ἃς γί-
171νεται ἡ ἐπίδοσις εἰς τὴν κατοικίαν, ἐνῷ ὁ καλούμενος εὑ-
172ρίσκεται εἰς ἄλλην πόλιν, δυνατὸν δὲ νὰ εὑρίσκηται καὶ
173εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔτι δὲ καὶ εἰς ἐκείνας, καθ’ ἃς ὁ καλού-
174μενος τυγχάνει νὰ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς. Εἰς πάσας
175ταύτας τὰς περιστάσεις, εἶπον οἱ ἀντιλέγοντες, ὁ καλού-
176μενος τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ ὑπὸ τὸ Κράτος αὐστη-
177ρῶν διατάξεων καὶ νὰ δικασθῇ ἀναπολόγητος.
178Ἀντιληφθεὶς τὴν πλάνην, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφωρμῶντο
179οἱ οὕτω συζητοῦντες, καὶ προτιθέμενος νὰ διαγνώσω τὴν
180ἔκτασιν αὐτῆς ἀπεφάσισα νὰ διακόψω τοὺς ὁμιλοῦντας καὶ
181ἐρωτήσω αὐτούς: Εἶναι δυνατὸν οἱ οἰκεῖοι, πρὸς τοὺς
182ὁποίους γίνεται ἡ ἐπίδοσις, νὰ μὴ γνωρίζωσι τὴν διαμονὴν
183τῶν καλουμένων; Καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι καὶ τοῦτο
184δυνατὸν εἶναι· ὅτι ἠδύναντο ἄριστα εἰς πλείστας περιστά-
185σεις νὰ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς καὶ πρὸς τοὺς οἰκείους
186αὐτῶν οἱ καλούμενοι καὶ νὰ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑπο-
187στῶσι τὰς συνεπείας τῶν αὐστηρῶν διατάξεων τοῦ νομο-
188σχεδίου.
189Εἶναι ῥιζική, Κύριοι, ἡ πλάνη καὶ ἀπολύτως ψευδὴς ἡ
190προϋπόθεσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωροῦσιν οἱ οὕτω σκεπτό-
191μενοι. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι, ἂν ἡ προϋπόθεσις αὕτη ἦτο ἀκρι-
192βής, ἂν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οὑτωσὶν ἀγωνίζονται εὐλόγως
193νὰ προστατεύσωσιν, ἔκειντο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως
194τοῦ νομοσχεδίου, οἱ κίνδυνοι θὰ ἦσαν σοβαροί, ἡ πολεμικὴ
195κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δεδικαιολογημένη, ἀδικαιολόγητος
196δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν
197ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι
198ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ πολεμικὴ στηρίζεται εἰς μίαν ῥιζικὴν
199καὶ πεπλανημένην προϋπόθεσιν. Τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τὸ
200νομοσχέδιον προβλέπει καὶ κανονίζει ἐπιδόσεις εἰς τὴν κα-
201τοικίαν τοῦ νοουμένου ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Ἀστικοῦ Δι-
202καίου· εἰς τὴν κατ’ αὐτὸν κατοικίαν, τουτέστιν εἰς τὸν
203τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ὁ καλούμενος ἔχει τὸ κέντρον τῶν ὑπο-
204θέσεών του. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην θὰ ἦτο δυνατὸν,
205νὰ ἐπηκολούθουν αἱ συνέπειαι αὐταὶ αἱ αὐστηραί, εἰς τὴν
206περίστασιν, καθ’ ἣν εἶχε μὲν τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων ὁ
207καλούμενος εἰς τὴν Α πόλιν, οὗτος ὅμως διέμενεν εἰς ἄλ-
208λην πόλιν, διέμενεν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἢ οὗτος ἦτο ἀγνώ-
209στου διαμονῆς. Ὅμως ἐλησμονήθησαν δύο τινὰ θεμε-
210λιώδη· δύναμαι δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν πῶς ἄνδρες
211ἔμπειροι, ὡς εἶναι ἀναμφιβόλω; ὅσοι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύ-
212την ὡμίλησαν, κυριώτατα δὲ πάντων οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀρ-
213καδίας Βουλευταί, περιέπεσον εἰς πλάνην, τὴν ὁποίαν δι-
214καιοῦμαι νὰ θεωρήσω ἀδικαιολόγητον. Ἐλησμόνησαν ἐν
215πρώτοις ὅτι διὰ τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς, διὰ τοὺς κατη-
216γορουμένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, ἵνα με-
217ταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν τῶν κειμένων διατάξεων τῆς
218Ποινικῆς Δικονομίας τῶν μὴ μεταβληθεισῶν, διὰ τοὺς
219κατηγορουμένους τῶν ὁποίων ἀγνοεῖται ὁ τόπος τῆς δια-
220μονῆς, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν οὔτε τὰ ἄρθρα τῆς Ποι-
221νικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα μεταρρυθμίζονται διὰ τοῦ ὑπὸ
222συζήτησιν νομοσχεδίου οὔτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
223Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι
224εἰδικὴ διαδικασία, οὐδόλως θιγομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου,
225ὑπάρχει κατὰ φυγοδίκων καὶ ἀπόντων, ἄσχετος ἐντελῶς
226πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ πρὸς τὰς
227συνεπείας αὐτοῦ;
228Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· ἀπομένει ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν
229ἡ ἐπίδοσις γίνεται εἰς τὴν Α πόλιν, εἰς τὴν κατοικίαν—κα-
230τοικίαν νοουμένην κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον—, εἰς τὴν πό-
231λιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων αὐτοῦ
232ὁ καλούμενος, ἐνῷ εὑρίσκεται οὗτος εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς
233τὴν ἀλλοδαπήν. Οὐδὲν τούτων ὅμως συμβαίνει. Καὶ δὲν
234συμβαίνει διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
235δὲν προβλέπει περίστασιν κατοικίας οὑτωσὶ νοουμένην·
236ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὴν διαμονήν, εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὸ μέ-
237ρος, ὅπου πράγματι διαμένει ὁ καλούμενος καὶ οὐχὶ ἐκεῖ,
238ὅπου κατὰ νομικὸν πλάσμα κατοικεῖ. Καί, ἵνα γνωσθῇ
239τοῦτο, θὰ ἤρκει ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομο-
240σχέδιον· Θὰ ἤρκει ἴσως καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου νὰ μνησθῇ
241τις τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, νὰ
242μνησθῇ τις τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη σταθερῶς καὶ
243παγίως ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας εἰς ταύτας·
244καὶ θὰ ἤρκει πάντα ταῦτα νὰ συνδυάσῃ μὲ ἓν βλέμμα ἄνευ
245σπουδῆς πολλῆς, ἄνευ μελέτης πολλῆς πρὸς τὰς διατάξεις
246τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ διαγνώσῃ ὅτι ἦτο τελείως ἀδικαιο-
247λόγητος ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσον οἱ κ. συνάδελ-
248φοι οἱ οὑτωσὶν ὁμιλήσαντες.
249Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
250αἱ διατάξεις τῆς ἰσχυούσης Δικονομίας ὁμιλοῦσι περὶ ἐπι-
251δόσεως διὰ τῆς ἀφέσεως τῆς κλήσεως εἰς τὸν οἶκον τοῦ κα-
252λουμένου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἔρις ἐγεννήθη ἑρ-
253μηνευτικὴ τί ἆρά γε ἐννοεῖ ἡ Ποινικὴ Δικονομία ὑπὸ ταύ-
254την τὴν διατύπωσιν; Ἐννοεῖ τάχα τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον
255πράγματι διαμένει ὁ καλούμενος ἢ μήπως ἐννοεῖ τὴν κα-
256τοικίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου νοουμένην;
257Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι σταθερῶς καὶ ἀνέκαθεν καὶ
258ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ νομολογία εἶπον ὅτι οὑτωσὶ νοεῖται
259οὐχὶ ἡ κατοικία τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ὁ τόπος, ὅπου ἔχει
260τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεων αὑτοῦ ὁ καλούμενος, ἀλλ’ ἐννοεῖ-
261ται ἡ διαμονή, ὁ οἶκος, εἰς τὸν ὁποῖον πράγματι αὐτὸς
262παραμένει;
263Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου καὶ
264εἰσηγητὴς αὐτοῦ διετύπωσε τὸ πρᾶγμα κατὰ τρόπον ἀνε-
265πίδεκτον οἱασδήποτε παρερμηνείας καὶ ἀμφισβητήσεως.
266Καὶ ἐκύρωσε διὰ τῶν διατάξεων αὑτοῦ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν,
267τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ δίδει σταθερῶς ἡ ἐπιστήμη ἡ κρα-
268τοῦσα παρ’ ἡμῖν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ νομολογία αἴρουσα
269τὰς ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς ἀμφιβόλου πως
270ἐκφράσεως τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Καὶ εἶπεν ὁ συντά-
271κτης καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου: τὸ δικόγραφον παρα-
272δίδεται εἰς χεῖρας τοῦ καλουμένου. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν,
273κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, εἶναι ἀδύνατος
274τουτέστιν ἡ ἐγχείρισις εἰς αὐτὸν τοῦτον, τί γίνεται; Τὸ
275νομοσχέδιον ἀπαντᾷ, ἀπαντᾷ δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος,
276ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀμφιλογίαν εἰς τὴν ἀπα-
277σχόλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν πολεμικὴν ἐναντίον τοῦ νο-
278μοσχεδίου· καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν
279εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κα-
280τοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων
281αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν...» Ποῦ; «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμέ-
282νει...»
283Τί προϋποθέτει τοῦτο; Εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε νὰ ἀπαν-
284τήσῃ τις; Καί, ἂν ἀπαντήσῃ τις, δὲν θὰ εἶναι ἠναγκασμέ-
285νος ὑπὸ τῆς βίας τῶν πραγμάτων νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς λέ-
286ξεις τοῦ νομοσχεδίου «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει...»;
287§14ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἄρθρον, κύριε Ὑπουργέ;
288§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ
289ὁποίου ἠσχολήθητε τόσον! «τῆς οἰκίας ἔνθα διαμένει».
290Ὅτε τοῦτο εἶναι δεδομένον, Κύριοι, ἐρωτῶ· τίνα ἐφαρ-
291μογὴν ἔχει ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον εὐγλώττως
292ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἡ περίστα-
293σις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καλούμενος εὑρίσκεται εἰς ἄλλην
294πόλιν ἢ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν; Ἀλλ’ ἂν εἰς ἄλλην πόλιν εὑ-
295ρίσκηται, ἂν εἰς ἄλλην πόλιν διαμένῃ, εἰς ἐκείνην τὴν πό-
296λιν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδοσις· καὶ ἂν γίνῃ ἡ ἐπίδοσις εἰς
297τὴν κατοικίαν κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον νοουμένην, εἰς
298τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ κλῆσις εἶναι ἄκυρος καὶ δὲν εἶναι
299δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ δίκης. Θὰ ἀπετέλει δὲ τοῦτο πα-
300ράβασιν τοῦ κλητῆρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὴν
301οἰκίαν, ἐν ᾗ διαμένει ὁ καλούμενος, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐπί-
302δοσιν.
303Θὰ παρεπλανήθησαν πάντες ἀδικαιολογήτως οἱ οὕτω
304κρίνοντες ἐκ τοῦ βʹ ἐδαφίου, εἰς τὸ ὁποῖον λαμβάνεται
305πρόνοια διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε
306κανεὶς εὑρεθῇ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ καλουμένου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ·
307εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ συμπεράνῃ τις ἐντεῦθεν ὅτι τοῦτο
308δύναται νὰ συμβῇ μόνον ὅταν εὑρίσκηται διαμονὴ καὶ κα-
309τοικία εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν; Καὶ δὲν
310εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τοῦ
311μελετῶντος εἰς τὴν αὐτονόητον περίστασιν, καθ’ ἣν δια-
312μένει ὁ καλούμενος ἐν τῇ πόλει, εἰς ἣν ἡ ἐπίδοσις, διαμένει
313ἐν τῇ οἰκίᾳ, τὴν στιγμὴν ὅμως ἐκείνην, τὴν ὥραν ἐκείνην,
314τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐπίδοσις, οὐδείς, οὔτε
315ὁ καλούμενος οὔτε οἱ οἰκεῖοι οὔτε οἱ σύνοικοι εὑρίσκονται
316εἰς τὴν οἰκίαν; Εἶναι τοῦτο ἀδύνατον εἰς τοὺς ἀστικοὺς
317πληθυσμούς; Δὲν εἶναι δὲ συνηθέστατον εἰς τοὺς ἀγροτι-
318κοὺς πληθυσμούς;
319Ἰδοὺ ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν προεῖδε τὸ βʹ ἐδάφιον.
320Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν περιτταὶ διὰ
321τοὺς θέλοντας νὰ ἀναγνώσωσι τὸ νομοσχέδιον, ἐρωτῶ·
322ἀφοῦ αἱ προϋποθέσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀνεχώρησαν οἱ ἀξιό-
323τιμοι συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἦσαν ἀληθεῖς, θὰ ἐδικαιολό-
324γουν τὰ συμπεράσματα, ἀφοῦ αἱ προϋποθέσεις, λέγω, ἤρθη-
325σαν, δὲν νομίζετε ὅτι κατέπεσον κατὰ τρόπον ὀδυνηρὸν
326ὅλα τὰ συμπεράσματα καὶ ὅλοι οἱ φόβοι τῶν ἀντιφρο-
327νούντων;
328§16ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
329§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω
330ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ταράττει τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων.
331§18ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Σᾶς ἐπέτρεψα ἐγὼ προχθές·
332πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ σεῖς.
333§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀκούω.
334§20ΕΥΑΓΓΕΛ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἂν ὁ δικαστικὸς κλη-
335τὴρ συντάξῃ ἐπιδοτήριον καὶ βεβαιώσῃ ἐν αὐτῷ ὅτι ἐκοι-
336νοποίησεν ἢ ἐτοιχοκόλλησε τὸ κλητήριον θέσπισμα εἰς τὴν
337οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου, ἐνῷ ὁ κατηγορούμενος δὲν εὑ-
338ρίσκεται ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς ἄλλον
339τόπον.....
340§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐνόησα.
341§22Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ.
342§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε ἂν ὑπ’ αὐτὸ
343τὸ ἐπιδοτήριον θὰ δικασθῇ ἐρήμην ἢ ὄχι.
344§24Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Περιμείνατε νὰ τελειώσω. Αὐτὴ
345ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδετε, ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν ὅτι
346εἶναι δυνατὸν ἢ μᾶλλον ὑποχρεοῦται ὁ κλητὴρ νὰ μὴ κοι-
347νοποιήσῃ τὸ κλητήριον θέσπισμα ἐν τῇ κατοικίᾳ, ἀλλ’
348ὀφείλει πλέον, ἐὰν δὲν εὑρίσκηται ἐκεῖ ὁ κατηγορούμενος,
349νὰ τὸ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν τόπον τῆς διαμονῆς του. Ἀλλὰ
350τοῦτο τί πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, ἀφοῦ κατὰ τὸ
351ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακοπὴ καὶ
352ἐπιτρέπεται εἰς δύο περιπτώσεις;
353§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχεῖτε καὶ θὰ ἴδητε
354ὅτι θὰ ἀρθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις σας. Διότι ἀγωνι-
355ζόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ στηρίζοντες συλλογιστι-
356κὴν διαδικασίαν οὐχὶ ἐπὶ τηρήσεως τούτου, ἀλλ’ ἐπὶ πα-
357ραβάσεως τοῦ κλητῆρος, σφάλλεσθε κατὰ βάσιν. Διότι δὲν
358εἶναι δυνατὸν συλλογισμὸς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ θεμε-
359λιωθῇ ἐπὶ παραβάσεως αὐτοῦ. Ὅταν ὁ νόμος διατάσσῃ νὰ
360γίνηται ἡ κοινοποίησις εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μένει
361ὁ καλούμενος, ἔρχεσθε καὶ μοὶ λέγετε ὅτι δὲν θὰ ἐνεργῇ
362ἐκεῖ τὴν κοινοποίησιν. Σᾶς ἀπαντῶ· αὐτὸ εἶναι μία παρά-
363βασις. Προστίθημι ὅμως ὅτι καὶ ἡ παράβασις αὕτη, ἡ
364πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν δυνατή, ἡ παράβασις
365ὅμως ἡ οὐχὶ πιθανή, ἡ ἐπαγομένη κινδύνους διὰ τοὺς κλη-
366τῆρας, εἶναι παράβασις ἀκίνδυνος διὰ τὸν καλούμενον·
367διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι οὑτω-
368σὶν ἀκύρως ἐγένετο ἡ κοινοποίησις, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυ-
369νατὸν νὰ καθίσταται γνωστὸν τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις
370τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, ὥστε νὰ
371μὴ εἰσάγηται ἡ ὑπόθεσις καὶ προκαλῆται ἐρημοδικία,
372ἀλλὰ πάντως θὰ εἶναι δυνατὸν ἀποδεικνυομένου τοῦ πρά-
373γματος νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νο-
374μοσχεδίου ἀνακοπή.
375§26Γ. ΠΩΠ. Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ;
376§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ τὴν ἀδυνα-
377μίαν μου νὰ ἐξακολουθήσω συζητῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον,
378κύριε Βουλευτά. «Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ»!
379Κατέπεσον ἑπομένως, Κύριοι, κατέπεσον τελείως αἱ
380αἰτιάσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν ἁπλούστατον λό-
381γον, καὶ δὲν ἀδικῶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν τοὺς ἀξιοτίμους
382ἀντιλέγοντας, ὅτι ἀφωρμήθησαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ πε-
383πλανημένης ἀφετηρίας. Τοῦτο ἦτο τὸ σφάλμα των. Ἄν ἡ
384ἀφετηρία των ἦτο ἀκριβής, ἂν αἱ προϋποθέσεις, ἀφ’ ὧν
385ἀνεχώρησαν, ἦσαν ἀσφαλεῖς, καὶ τὰ συμπεράσματα θὰ ἦσαν
386ἀσφαλῆ, οἱ κίνδυνοι εὔλογοι καὶ αἱ αἰτιάσεις κατὰ τοῦ
387νομοσχεδίου σπουδαῖαι.
388Ἀλλ’ οὕτω τιθεμένων τῶν πραγμάτων ἂς προχωρήσω-
389μεν εἰς τὰς ἄλλας αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ
390τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τοιαύτη αἰτίασις ἀπηυθύνθη ἀπὸ ἀξι-
391ότιμον συνάδελφον, ὅστις ἀγνοῶ πῶς συλλογισθεὶς καὶ κατὰ
392τίνα τρόπον σκεφθείς, ἀγνοῶ, διατί ἀμνήμων γενόμενος τοῦ
393συνεδρίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο, εἶπε πρὸς ὑμᾶς: Πῶς
394εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτο; Πῶς εἶ-
395ναι δυνατὸν αἱ ἀποστάσεις αἱ γιγάντειαι, αἱ ὁποῖαι χωρί-
396ζουσι τὴν κατοικίαν τῶν προσώπων τῶν ἐπιτετραμμένων
397τὴν ἐπίδοσιν, ἀπὸ τῶν πρὸς οὓς ἡ ἐπίδοσις, νὰ μηδενι-
398σθῶσι διὰ τοιούτων ἀμοιβῶν, τὰς ὁποίας δίδετε πρὸς τοὺς
399κλητῆρας; Καὶ ὡμίλησεν—ὁ ὁμιλῶν ἴσως ἦτο ὁ ἀξιότιμος
400Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας—καὶ ὡμίλησε περὶ
401Μεσολογγίου καὶ εἶπε: πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κλητὴρ νὰ δι-
402ανύῃ 35 ὁλοκλήρους ὥρας, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον
403καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὰ ἀκρότατα μέρη τοῦ νομοῦ, διὰ νὰ
404ἐνεργήσῃ τὴν ἐπίδοσιν μιᾶς κλήσεως;
405Τοιαύτην τινὰ ἐρώτησιν ὑπέβαλεν, ὑποβάλλω δὲ καὶ
406ἐγὼ ἀντὶ ἀπαντήσεως ἐρώτησιν: Εἶναι σπουδαῖον νὰ γίνῃ
407εἰδικὴ ἀνασκευὴ τούτου, δὲν θὰ εἶναι δ’ ἀνευλαβὲς διὰ τὴν
408ἀντίληψιν τοῦ Σώματος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἀνασκευὴν τοιού-
409των ἰσχυρισμῶν, ὅτε εἶναι πασίδηλον εἰς πάντας, ἔχει δὲ
410βεβαίως ὑπ’ ὄψει του καὶ ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἢ προχθές, ὅτι
411κλητῆρες ἔμμισθοι θὰ ὑπάρχωσι πλείονες, ὑπάρχουσι δὲ καὶ
412ἐνεστῶτως ἱκανοὶ εἰς πάντα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, πολλὰ δὲ
413τοιαῦτα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νομόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμί-
414λησεν;
415Προέρχομαι εἰς ἄλλην ἀντίρρησιν, τῆς ὁποίας γεννήτωρ
416καὶ πατὴρ καὶ ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς ὑπῆρξε καὶ πάλιν
417ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτής. Τὴν ἀντίρρησιν, ἡ
418ὁποία ἔδωκεν εὐκαιρίαν εἰς τὸ εὔθυμον πνεῦμά του νὰ προ-
419ξενήσῃ ἱλαρότητα πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Βου-
420λευτής· βλέπω εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 145
421ὅτι τὸ νομοσχέδιον λέγει «.... ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον
422πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας ἔνθα
423διαμένει, ἐξαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν παίδων ἡλικίας κα-
424τωτέρας τῶν 16 ἐτῶν κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστι-
425κοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν· καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής: Καὶ
426λοιπὸν ὁ κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κυττάζῃ εἰς τὰ
427δόντια τοὺς συνοίκους ἢ τοὺς ὑπηρέτας, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ
428τὴν ἡλικίαν αὐτῶν;
429Καὶ ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἐρώ-
430τησιν. Ἀγνοεῖτε ἆρά γε, ὅτι ἡ ἀντίστοιχος διάταξις τῆς
431ἰσχυούσης Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἐπιδόσεων, μὴ περιέ-
432χουσα τοιαύτην περὶ τῆς ἡλικίας τῶν συνοίκων καὶ ὑπηρε-
433τῶν ῥῆσιν, ἡρμηνεύθη οὕτως ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης
434καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας; Ἀγνοεῖτε ὅτι, ἐνῷ ἡ διάταξις
435ἐκείνη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἀνάλογος λέγει, ὅτι ἡ
436ἐπίδοσις γίνεται πρὸς τοὺς συνοίκους ἢ ὑπηρέτας, ἡρμηνεύθη
437ὅτι πάντως, καίπερ τοῦ νόμου οὐδὲν λέγοντος, πρέπει τὰ
438πρόσωπα ταῦτα νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἡλικίαν, ὥστε νὰ ἔχωσι
439συνείδησιν τῶν πραττομένων καὶ νὰ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς
440τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐγχειρίσεως; Καὶ τί εὐλογώτερον, τί πρα-
441κτικώτερον παρὰ τὸ πόρισμα ἐκεῖνο τῆς ἐπιστήμης, τὸ πό-
442ρισμα τῆς νομολογίας νὰ ἀποκρυσταλλωθῇ ἐν τῇ διατάξει
443ταύτῃ καὶ ἀνατεθῇ, ὡς ἦτο εὔλογον, εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον
444τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος κρίσιν; Καί, ἐνῷ τοῦτο ἀποτελεῖ
445μείζονα ἐγγύησιν, ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ὀδόντων· ὄχι
446διότι πιστεύετε εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς ἀντιρρήσεως, ἀλλὰ
447μόνον ἵνα δείξητε τοὺς ὀδόντας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ
448τοῦ νομοσχεδίου. (Ἱλαρότης).
449§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τώρα
450ὀδόντας.
451§29Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶχεν ἐπικινδύ-
452νους.
453Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ ἄλλας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αἰ-
454τιάσεις εἰς τὴν ἐπίδοσιν ἀναγομένας. Μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι
455καὶ ἐν τούτῳ παρηρμηνεύθη τὸ νομοσχέδιον καὶ παρωράθη-
456σαν αἱ δι’ αὐτοῦ εἰσαγόμεναι ἐγγυήσεις.
457Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα ἡ κλῆ-
458σις ἀφήνεται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ προσκαλουμένου ὑπὸ τοῦ
459κλητῆρος, συντάσσεται δὲ περὶ τούτου ἐπιδοτήριον, ὅπερ
460ὑπογράφεται ὑπὸ μόνου τοῦ κλητῆρος, ὄχι δὲ καὶ ὑπὸ
461τοῦ προσκαλουμένου. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις βλέμμα εἰς τὸ νο-
462μοσχέδιον, ἵνα ἴδῃ τίνες ἐγγυήσεις εἰς ὅλην τὴν τοιαύ-
463την ἐπίδοσιν λαμβάνονται ἤδη. Λαμβάνονται ἐγγυήσεις
464οὐ μόνον ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἐπιδόσεις, τὰς κατὰ τὴν Πο-
465λιτικὴν Δικονομίαν, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς καὶ πληρέστεραι τού-
466των· διότι βαρύτερα δύνανται νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα
467τῆς ἀτελοῦς κλήσεως, προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευ-
468θερίας. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐνόμισεν, ὅτι
469καὶ πέρα τῶν ἐγγυήσεων τούτων, καὶ πέρα τῶν διατυπώ-
470σεων, δι’ ὧν θεωρεῖται συντετελεσμένη ἡ ἐπίδοσις, εἰσά-
471γει καὶ πρόσθετόν τινα διαδικασίαν, χρησίμην κυρίως
472διὰ τὴν καθοδήγησιν τῶν καταδιωκτικῶν ἀρχῶν, ὅπως
473εἰσάγωσιν ἢ μὴ εἰσάγωσιν ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἔστω
474καὶ μετὰ προσήκουσαν κλῆσιν, τὰς ποινικὰς δίκας.
475Καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὀφείλεται τμῆμά τι τῆς
476διατάξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 145. Ἀλλ’
477ἐξετάσωμεν ἐν γένει τὰς κατὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου ἀντιρρή-
478σεις. Κατ’ αὐτὸ ἀντίγραφον τοῦ κοινοποιουμένου ἐγγράφου
479παραδίδει ὁ κλητὴρ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν
480διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον
481τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς
482ἐπιδόσεως. Ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, πολλαπλῶς κατε-
483κρίθη· ὑπῆρξαν δὲ οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι ὑπάρχουσι καὶ
484χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲν τῶν προσώπων τούτων εὑρίσκε-
485ται, καὶ συνεπῶς ἀδύνατος ἀποβαίνει τοῦ νόμου ἡ ἐφαρμογή.
486Τοσοῦτον δ’ ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν συνείδησιν πολλῶν ἐκ τῶν
487κυρίων Βουλευτῶν ἡ διαβεβαίωσις αὕτη, ὥστε ὑπῆρξέ τις
488τούτων, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπλησίασεν ἔντρομος καὶ μὲ ἐβεβαίω-
489σεν ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὑπάρχουσι χωρία τινά, εἰς
490τὰ ὁποῖα ὄντως δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀστυνομικὴ ἀρχή, οὔτε
491διδάσκαλος, οὔτε εἰδικὸς πάρεδρος, οὔτε πρόεδρος κοινοτι-
492κοῦ συμβουλίου, οὔτε ἱερεύς. Καὶ μὲ ἠρώτησε· τί θὰ γίνῃ εἰς
493τὰ χωρία ἐκεῖνα; Θὰ εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν
494τοῦ δήμου νὰ φέρωμεν ἱερέα, ἵνα ἐνεργηθῇ ἡ διατύπωσις
495αὕτη; Καὶ ὅμως θὰ ἤρκει ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ διάταξις αὕτη,
496νὰ γίνῃ πρόχειρος ἐπ’ αὐτῆς σκέψις, ἵνα καταστῇ νοητὸν
497ὅτι ἡ διάταξις ἐφαρμόζεται μόνον εἰς τὰς περιστάσεις
498ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς·
499διότι ἡ διάταξις λέγει «ἢ εἰς τὸν ἱερέα κλπ. τοῦ τόπου
500τῆς ἐπιδόσεως», ἐὰν ἑπομένως ὑφίσταται τοιοῦτος εἰς τὸν
501τόπον τῆς ἐπιδόσεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· ἂν δὲν ὑφί-
502σταται; Ἡ ἀπάντησις εἶναι πρόδηλος. Ἡ ἐπίδοσις θεω-
503ρεῖται συντετελεσμένη διὰ τῆς θυροκολλήσεως, ἀφοῦ ἀδύ-
504νατος ἀποβαίνει ἡ διατύπωσις τῆς παραδόσεως ἀντιγράφου
505εἰς τὸν ἱερέα κλπ. καὶ ἡ σύνταξις ἐκθέσεως περὶ τούτου.
506Προφανὲς εἶναι βεβαίως ὅτι ἐλάχιστα θὰ εἶναι τὰ μέρη,
507εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἱερεύς, οὔτε διδάσκαλος, οὔτε
508ἀστυνομικὴ ἀρχή, οὔτε εἰδικὸς πάρεδρος, οὔτε πρόεδρος
509τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἑπομένως δὲν
510θὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη διατύπωσις. Ἡ χρησιμότης ὅμως τῆς
511διατυπώσεως εἶναι σπουδαία κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ διδάσκα-
512λος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα παραδίδεται τὸ ἀν-
513τίγραφον τοῦ ἐπιδοτηρίου, ὑποχρεοῦνται νὰ εἰδοποιήσωσι
514τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ καὶ νὰ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποι-
515ήσεως ταύτης εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχήν. Ἡ ἀναφορὰ δὲ
516αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ στείλῃ ἓν τῶν προσώπων τούτων πρὸς
517τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, ἡ ἔκθεσις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ
518εἰδοποιῆται ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἰ-
519δοποιήθη ὁ καλούμενος, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πολύτιμος ὁδη-
520γία, ἵνα εἰσαγάγῃ ἢ μὴ εἰσαγάγῃ ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ
521τὴν δίκην εἰς τὸ ἀκροατήριον. Εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας,
522κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πρόσωπον τὸ ἐπιφορτιζόμενον διὰ τὴν
523εἰδοποίησιν τῶν καλουμένων ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν κα-
524ταδιωκτικὴν ἀρχὴν ὅτι ἀδύνατος κατέστη ἡ εἰδοποίησις,
525βεβαίως ἡ καταδικαστικὴ ἀρχὴ δὲν θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ποι-
526νικὴν δίκην καὶ δὲν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐρημοδικία. Ἀλλά,
527καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ, ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι εἰς
528τὴν περίστασιν ταύτην, περίστασιν καθ’ ἣν ἡ κλῆσις οὐδα-
529μῶς περιῆλθεν εἰς τὸν καλούμενον, εἶναι ἕτοιμον τὸ ἔδαφος,
530ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή; Ὑπάρχει λόγος πρὸς ἀπουσίαν
531μᾶλλον ἀνυπέρβλητον ἐκείνου, καθ’ ὃν δὲν εἰδοποιήθη τις,
532ὅπως παρασταθῇ;
533Ἀλλὰ δὲν κατεκρίθη μόνον διὰ τοῦτο ἡ διάταξις. Ἠκού-
534σατε ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰσάγεται ἀγγαρεία εἰς
535βάρος ὡρισμένων προσώπων. Καὶ ἔλεγον οἱ ὑποστηρίζοντες
536τοῦτο· ἠγγαρεύσατε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὑπο-
537χρέωσιν νὰ σᾶς ὑπηρετήσωσιν. Ἠγγαρεύσατε, ἔλεγεν ὁ ἀξι-
538ότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, καὶ ἀπομακρύνετε τού-
539τους ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα. Καὶ ὁ ἕτε-
540ρος δὲ ἀξιότιμος Βουλευτής, πάντοτε ἐξ Ἀρκαδίας, προ-
541εῖδεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τρομερὸν καὶ φο-
542βερὸν κίνδυνον! Ἐφαντάσθη ἐκ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν
543ἱερέων ἄταφα πτώματα νεκρῶν. Διότι, ἐσκέφθη, ὁ ἱερεὺς
544ὁ συνοδεύων τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν
545ἀνάγκην νὰ καταλίπῃ τὸ φέρετρον, ν’ ἀνασύρῃ τὰ κρά-
546σπεδα τοῦ ἱματίου του καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ εἰδοποιήσῃ
547τὸν καλούμενον (ἱλαρότης). Ἐὰν ἀπὸ τῆς εὐθυμίας ἠδύνατό
548τις νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν σοβαρότητα, ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ
549τῇ αἰτιάσει ταύτῃ ὅτι ἀντιρρήσεις τοιαῦται ἀποδεικνύουσι
550κατὰ βάσιν πλημμελῆ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς
551σχέσεως τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀποτελοῦσιν ἔλ-
552λειψιν προσηκούσης διαγνώσεως καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀρ-
553χῶν τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν
554οὐδαμῶς εἰσιν ἄγνωστοι τοιαύτης φύσεως καὶ τοιούτου κα-
555θολικοῦ χαρακτῆρος διατάξεις. Λησμονοῦσιν ὅτι ἀνάλογος,
556τὴν αὐτὴν κατὰ θεωρίαν ἔχουσα δικαιολογητικὴν βάσιν,
557εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖταί τις ὡς μάρτυς
558καὶ ποιναὶ ἀπαγγέλλονται κατ’ αὐτοῦ, ἵνα βοηθήσῃ τὴν Πο-
559λιτείαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ δὲν εἶναι
560ὁμοία ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων,
561εἰς τὸν ὁποῖον καλεῖται ὁ πολίτης καὶ ποιναὶ ἀπαγγέλλον-
562ται κατ’ αὐτοῦ ἀρνουμένου νὰ προσέλθῃ, ὅπως συνδράμῃ
563τὴν Πολιτείαν ἐν τῷ δικαιονομικῷ αὐτῆς ἔργῳ; Ἀλλὰ
564παραβλέπων πρὸς στιγμὴν τὰ ἀναμφισβήτητα ταῦτα καὶ
565παρακολουθῶν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτὴν εἰς
566τὰς εὐθύμους σκέψεις του σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ὑπὸ τὴν αὐτὴν
567σειρὰν σκέψεων καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν συλλογιστικὴν διαδικα-
568σίαν ἀναζῶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὰς ἡμέρας τῆς συζη-
569τήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου περὶ ἐνόρκων, καὶ φαντά-
570ζομαι ἀγορητὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμοίως ἀγορεύ-
571οντα ἀπὸ τοιούτων ὁρμώμενον ἰδεῶν, κρούοντα τὸν κώδωνα
572τοῦ κινδύνου ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νόμου, καὶ βο-
573ῶντα καὶ κεκραγότα καὶ λέγοντα (ἱλαρότης): Πῶς, Κύριοι,
574τολμᾶτε νὰ ψηφίσητε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται
575ἀγγαρεία, ἐργασία ἄνευ τινὸς ἀμοιβῆς, εἰς πρόσωπα ξένα
576πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικήν, εἰς ἐμπόρους, εἰς ἰα-
577τρούς; Πῶς τολμᾶτε ν’ ἀπασχολήσητε ἀπὸ τοῦ ἰδιαιτέρου
578αὐτοῦ ἔργου τὸν ἰατρόν; Δὲν φαντάζεσθε ὅτι θ’ ἀναγκά-
579σητε τοῦτον νὰ ἐγκαταλίπῃ εἰς κίνδυνον θανάτου τοὺς ἀσθε-
580νεῖς αὐτοῦ, ἵνα σπεύσῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον; Δὲν φαντάζε-
581σθε ἰατρὸν χειρουργοῦντα, ἠναγκασμένον νὰ ἐγκαταλίπῃ
582τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν καὶ τὴν ἀνατομικὴν λαβίδα,
583ἵνα προσέλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως μετάσχῃ εἰς τὴν
584δίκην ὡς ἔνορκος δικαστής; Δὲν σκέπτεσθε τὸν ἐπακολου-
585θήσοντα θάνατον τοῦ ἐγχειρουμένου, δὲν λυπεῖσθε τὰ ὀρ-
586φανά, τὰ ὁποῖα θὰ μείνωσιν ἀπροστάτευτα; (ἱλαρότης).
587Ἀλλά, Κύριοι, ὑπῆρξε καί τις ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βου-
588λευτῶν, ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλο ἐδάφιον ἐστήριξε τὴν πολεμικήν
589του εἰς τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς προβλέπο-
590μεν τὴν περίστασιν τῆς ἐπιδόσεως τοῦ δικογράφου εἰς φυ-
591λακισμένον. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής: ἡ ὀνομασία τῶν
592συγκρατουμένων καὶ τοῦ ἐπιστάτου ὡς συνοίκων τοῦ κα-
593λουμένου εἶναι ἄτοπος, ἀφοῦ ὁ φυλακισμένος δὲν εἶναι
594δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς φυλακῆς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτή-
595τως ἄλλων, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐλεγχθῇ τὸ ἄστοχον τῆς πα-
596ρατηρήσεως, θὰ ἤρκει νὰ σημειωθῇ ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ἀδύ-
597νατον εἶναι νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς φυλακῆς ὁ εἰς ταύτην
598κρατούμενος. Λησμονεῖ τάχα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι
599καὶ αὐτοὶ οἱ φυλακισμένοι οὐχὶ σπανίως ἀπουσιάζουσι νο-
600μίμως; Ὅτι οὐχὶ σπανίως λ. χ. καλοῦνται, ὅπως ἐξετα-
601σθῶσιν ὡς μάρτυρες εἰς διαφόρους δίκας;
602Ἄλλο ἐδάφιον ἔτυχεν ἀναλόγου πολεμικῆς· τὸ τελευ-
603ταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 146, κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τῶν
604ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον
605ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρημα-
606τικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν. Καὶ ἠρωτήθην· τίς θ’
607ἀπαγγείλῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν ταύτην; πῶς θ’ ἀπο-
608δεικνύηται ἡ παράβασις, ὅ ἐστὶν ἡ ἄρνησις τῆς παραλαβῆς;
609μόνον ἐκ τοῦ ἐπιδοτηρίου καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ κλητῆ-
610ρος ἢ θὰ ἀπαιτῆται καὶ ἄλλο ἀποδεικτικὸν μέσον; Καὶ
611ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδοχῆς ἐτονίσθησαν σκέ-
612ψεις διάφοροι, ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι καὶ ἐπὶ πᾶσιν
613ἐθεωρήθη τὸ νομοσχέδιον ὡς οὐδὲν προϊόν. Ἀλλ’ ἠναγκά-
614σθην νὰ διακόψω, τὴν ἄδειαν λαβών, τὸν ῥήτορα καὶ εἶπον
615ὅ,τι καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω. Εἶναι ἆρά γε τοσοῦτον δύσκο-
616λον νὰ κατανοηθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον θεμελιοῖ ἁπλῶς τὸ
617ἀδίκημα ἀπαγγέλλον καὶ τὴν ποινήν, οὐδὲν περαιτέρω ὁρί-
618ζον καὶ συνεπῶς καταλεῖπον τὰ τῆς διαδικασίας πρὸς κο-
619λασμὸν τούτου εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δι-
620κονομίας;
621Τελευταία παρατήρησις, ἡ ὁποία συνήνωσεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ
622ἀδιαλλάκτους πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἶναι ἡ διά-
623ταξις ἡ λέγουσα, ὅτι ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς
624δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον
625κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προ-
626χωρήσῃ. Καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ
627ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· πῶς εἰσάγεται τοιαύτη ἐπικίν-
628δυνος διάταξις καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Δικαστήριον, εἰς
629τοῦ ὁποίου τὴν κρίσιν ἀνατίθεσθε τὰ πάντα, πῶς εἶναι δυ-
630νατὸν νὰ γνωρίζῃ ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπι-
631δοτήριον καὶ πῶς ἐν τῇ ἐρημίᾳ τοιούτων ἀποδείξεων ἐξαρ-
632τᾶτε τὸ πᾶν ἐκ τῆς κρίσεως αὐτοῦ καὶ ἐπιτρέπετε νὰ δι-
633ατάξῃ τοῦτο ἢ μὴ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Ἐπὶ
634τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δι-
635ατάξεως ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βου-
636λευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅτι πλεῖσται ὑπάρχουσι περιστάσεις,
637κατὰ τὰς ὁποίας ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ἐπὶ πλαστό-
638τητι γίνεται μόνον πρὸς στρεψοδικίαν, ἠγέρθησαν ζωηραὶ
639ἀντιρρήσεις, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐν πᾶσιν
640ἀκριβὲς ἢ ὅτι σπανιώτατα συμβαίνει. Δὲν προτίθεμαι νὰ
641παρεμβῶ εἰς τὰς ἔριδας τῶν ἐναντιοφρονούντων· δύναμαι
642ὅμως ἄνευ περαιτέρω ἐξηγήσεως νὰ εἴπω ὅτι συντάσσομαι
643μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
644Βουλευτοῦ. Δύναται νὰ ὑπάρχῃ ποικιλία ἀντιλήψεως ἐκ
645τῆς ποικιλίας τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ τις τὸ δικη-
646γορικὸν ἐπάγγελμά του. Φρονῶ ὅμως ὅτι δύσκολον εἶναι
647νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τὴν ἀλήθειαν τὴν πάντοθεν πιστουμέ-
648νην, ὅτι ἡ ἐπὶ πλαστότητι προσβολὴ χάριν ἁπλῆς στρεψο-
649δικίας οὐχὶ σπανίως λαμβάνει χώραν καὶ ἐν ταῖς ἀστικαῖς
650καὶ ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις.
651Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἆρά γε ἀνάγκη, ὅπως ἀνευρεθῇ ἡ προσή-
652κουσα δικαιολογικὴ βάσις ταύτης τῆς διατάξεως, ἵνα εἰς
653τοιαύτην τινὰ ἐπικίνδυνον καὶ ἀμφισβητουμένην καταφύ-
654γωμεν ἐκδοχήν; Θὰ ἦτο ἆρά γε ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν
655εἰς τοιαῦτά τινα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ νὰ
656διαιρέσωσιν ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Καὶ δὲν ὑπάρχει
657ἄλλο ἔδαφος θεμελιοῦν τὴν διάταξιν, ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον
658δυνάμεθα πάντες νὰ συναντηθῶμεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν
659παρὰ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι; Ὑπάρχει, Κύριοι· καὶ τὸ
660ἔδαφος ἐκεῖνο ἀκριβῶς εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, τὸ
661ὁποῖον ἔσχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ διάταξις, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου
662κυρίως ἐθεμελιώθη. Διότι οἱ ὁπωσδήποτε οἰκείως ἔχοντες
663πρὸς τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα δὲν ἀγνοοῦσιν ὅτι πλει-
664στάκις ὑποβάλλονται ἐνστάσεις ἐπὶ πλαστότητι, ἀληθεῖς
665κατὰ τὴν δικονομικὴν αὐτῶν βάσιν, ἀκίνδυνοι ἄρα διὰ τὸν
666προτείνοντα· ἀλλ’ ἐνστάσεις πλαστότητος, αἱ ὁποῖαι παρὰ
667τὴν τυπικὴν αὐτῶν ἀλήθειαν ἀποτελοῦσι παγίδα ἐπικίν-
668δυνον διὰ τὰ κρινόμενα δίκαια· παγίδα τῶν οὐσιαστικῶν
669δικαίων οὐδὲν ἔχουσαν τὸ σκόπιμον διὰ τὸν προτείνοντα,
670οὐδὲν προτιθεμένην νὰ προστατεύσῃ οὐσιαστικὸν δίκαιον αὐ-
671τοῦ, οὐδένα ἔχουσαν λόγον. Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ ὑπο-
672μνήσω ὅτι πολλάκις συμβαίνει ἐν ταῖς ἀστικαῖς δίκαις τοι-
673οῦτόν τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν
674πάντων ἡμῶν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω λ. χ. ὅτι πλειστά-
675κις παρουσιάζεται διάδικος προσβάλλων τὰ ἐπιδοτήρια ὡς
676πλαστὰ καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἡ
677ἀγωγὴ ἢ ἄλλο τι δικόγραφον, ἐνῷ τὸ δικόγραφον αὐτὸ φέ-
678ρει ἐν τῷ φακέλῳ αὐτοῦ καὶ παρουσιάζει πλήρη τὴν ὑπερά-
679σπισίν του; Ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον στηριζόμενος ἐπὶ τῆς
680ἐνστάσεως ταύτης διεξάγει ἀγῶνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικο-
681νομικῶν ἀξιώσεων, καὶ προκαλεῖ τὴν διάταξιν ἀποδείξεων,
682καὶ διαιωνίζει τὴν δίκην καὶ κρατεῖ οὕτω τὸ Δικαστήριον
683δέσμιον καὶ δοῦλον ὑπὸ τὸ δεσποτικὸν σύστημα τῶν δικο-
684νομικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμέ-
685νον νὰ ἀκολουθήσῃ, καίτοι ἔχει πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι
686ἐμπαίζει οὗτος τὸ Δικαστήριον καὶ ποδοπατεῖ τὸ κατ’ οὐ-
687σίαν δίκαιον; Ἐσχάτως μόλις, Κύριοι, ἐνώπιον τοῦ ἀνω-
688τάτου δικαστικοῦ βήματος, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου,
689δὲν ὑπῆρξε δισταγμὸς κανεὶς τοιαύτη τις ἔνστασις πλα-
690στότητος νὰ ὑποβληθῇ· καὶ ὅτε ἐρώτημά τι ἀπότοκον κα-
691θολικῆς ἀγανακτήσεως Δικαστηρίου καὶ ἀκροατηρίου ὑπε-
692βλήθη ἀπὸ τῶν δικαστικῶν ἑδρῶν, ἐρώτημα ἔχον σχέσιν
693πρὸς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἔν-
694στασιν ταύτην προέβαλλεν, ὅτε, λέγω, ἐρώτημά τι τοιοῦ-
695τον ὑπεβλήθη, ἠκούσθη ξηρὰ καὶ ἀπτόητος ἡ ἀπάντησις:
696ἡ Δικονομία μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω τὴν ἔν-
697στασιν. Καὶ τὸ Δικαστήριον, ὡς ὤφειλε, δουλεῦον εἰς τὰς
698ἐπιταγὰς τῆς Δικονομίας, δουλεῦον εἰς τὰς δεσποτικὰς αὐ-
699τῆς τυπικὰς διατάξεις, ἤνοιξεν ἰδίαν ἀποδεικτικὴν διαδι-
700κασίαν ἄσκοπον· καὶ παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη, ἐπανει-
701λημμέναι ἐξεδόθησαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις, καὶ δὲν κα-
702τώρθωσεν εἰσέτι τὸ Δικαστήριον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐ-
703σίαν τῶν ἐπιμάχων ζητημάτων, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ἐνδε-
704δειγμένον ἐκ στοιχειώδους δικαιολογικῆς ἀντιλήψεως νὰ
705εἰσέλθῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Εἶναι ἆρά γε τὰ παρα-
706δείγματα ταῦτα σπάνια; Καὶ ἦτο ὀρθὸν νὰ κατακριθῇ ἡ
707διάταξις αὕτη τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἡ κεκλημένη τοι-
708αύτας κυρίως περιστάσεις νὰ κανονίσῃ; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς
709ἀντιλέγοντας κυρίους συναδέλφους: Τί θὰ συμβῇ εἰς πε-
710ρίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὄντως ὁ κλητὴρ ὑποχρεωμένος
711ἐκ τοῦ νόμου νὰ κοινοποιήσῃ πρὸ ὀκτὼ λ. χ. ἡμερῶν ἐκοι-
712νοποίησε τὸ δικόγραφον πρὸ ἑπτὰ ἡμερῶν ἐξ οἱουδήποτε
713λόγου; Διότι δὲν ἐκοινοποίησε τοῦτο πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν,
714καὶ πιστοποιεῖ ψευδῶς τὸ ἀντίθετον, βεβαίως ὁ κλητὴρ
715πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ προσ-
716βληθέντος νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δικαστήριον βλέπῃ ὅτι οὗ-
717τος, καίπερ κατὰ μίαν ἡμέραν βραδύτερον κληθεὶς προσῆλ-
718θεν ἔχων ἀρτίαν ἐν πᾶσι τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ, διὰ τίνα
719λόγον νὰ μὴ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Καὶ ἐὰν ὁ
720κλητήρ, ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ τὴν ἐπίδοσιν εἰς τὴν κα-
721τοικίαν, καθ’ ὃν τρόπον διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἐπέ-
722δωκεν ὅμως ἀλλαχοῦ, οὐχὶ εἰς τὴν κατοικίαν, ἀκύρως δὲ
723καὶ πλαστῶς ἐβεβαίωσε τὸ ἀντίθετον, ἐν τούτοις ἐκεῖθεν,
724ὅπου ἔκαμε τὴν ἐπίδοσιν, ἡ κλῆσις διεβιβάσθη εἰς τὸν κα-
725λούμενον, οὗτος δὲ προσέρχεται ἔχων ἐν πᾶσι πλήρη καὶ
726ἄρτια τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν
727πλαστότητος, ἐρωτῶ· τίς λόγος προστασίας τῆς προσωπι-
728κῆς ἐλευθερίας δύναται νὰ κωλύσῃ τὸ Δικαστήριον ἀπὸ τοῦ
729νὰ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, καὶ ἐὰν ἀκόμη τὸ ἐπι-
730δοτήριον εἶναι πλαστόν;
731Ἰδού, Κύριοι, περιστάσεις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως,
732περιστάσεις ἐξεγείρουσαι τὴν κοινὴν συνείδησιν ὅλων ἡμῶν,
733περιστάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδένα βεβαίως ἔχω ἐν τῇ αἰ-
734θούσῃ ταύτῃ ἀντιλέγοντα. Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις,
735αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὑπαρχούσης Ποινικῆς Δικονο-
736μίας, ἄνευ τῆς εἰσαγομένης μεταρρυθμίσεως δύνανται νὰ
737ἀποτελματώσωσι τὰς ὑποθέσεις, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγώ,
738κύριε συνάδελφε, τὴν φράσιν σας.
739§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τι εἶπον ἐγώ.
740§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταχειρίζομαι τὴν φρά-
741σιν σας.
742§32Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἴπετε ὅτι, ἐὰν προσβληθῇ τὸ
743ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον
744τῆς δίκης.
745§33Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δι-
746καστηρίου.
747§34Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα.
748Ἐπεθύμουν νὰ μάθω πρῶτον ἂν ἓν ἐπιδοτήριον προσ-
749βαλλόμενον ὡς πλαστὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ νομικὴν ὑπό-
750στασιν, νομικὴν ὕπαρξιν· καὶ δεύτερον ἐπεθύμουν νὰ μάθω·
751ἂν ἐπιτρέπεται δυνητικῶς εἰς τὸ Δικαστήριον κατὰ τὴν
752κρίσιν αὐτοῦ νὰ διατάσσῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, τότε
753ποῖον τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ποῖον τὸ πρακτικὸν ὄφε-
754λος διὰ τὸν κατηγορούμενον τὸν προσβάλλοντα τὸ ἐπιδο-
755τήριον ὡς πλαστὸν καὶ νὰ δημιουργῇ δίκην ἐπὶ πλαστότητι
756ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι
757θὰ εἶναι βαρύταται διὰ τὸν κατηγορούμενον, διότι, ἐὰν
758ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πλαστότης εἶναι ψευδής, θὰ καταδιωχθῇ
759ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει, καί, ἐνῷ ὁ δυστυχὴς πρόκειται νὰ
760ἀπολογηθῇ δι’ ἓν πταῖσμα καὶ νὰ τιμωρηθῇ μόνον μὲ
761ποινὴν 10 ἡμερῶν, θὰ κινδυνεύῃ νὰ ὑποστῇ ποινὴν πέντε
762ἐτῶν; Ποῦ εἶναι ἡ πρακτικότης;
763§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω ἂν ὁ κύριος
764Βουλευτὴς θὰ πεισθῇ νὰ παράσχῃ εἰς ἑαυτὸν συγγνώμην,
765ὅταν κατανοήσῃ τὸ ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν.
766Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: Εἰς ποῖον νομικὸν κανόνα στηρί-
767ζεται ἡ διάταξις, καθ’ ἥν, ἐνῷ εἶναι πλαστὸν τὸ ἐπιδοτή-
768ριον, παρέχεται ἐν τούτοις εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ δικαίωμα
769νὰ διατάσσῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης; Καὶ ποῖον τὸ ἐντεῦθεν
770πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ποῖον ἄλλο παρὰ αὔξησις τῶν κιν-
771δύνων διὰ τὸν κατηγορούμενον;
772Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι, εἶναι πρόχειρος. Ἡ διάταξις
773στηρίζεται εἰς τοῦτον τὸν νομικὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἤδη
774εἰσάγομεν. Ἡμεῖς δὲν ἑρμηνεύομεν ἐδῶ κειμένην νομοθε-
775σίαν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα
776ἐνώπιον Δικαστηρίου; Ἐξ ἄλλου ἄπορον εἶναι πῶς παρα-
777βλέπει τὴν πρακτικὴν χρησιμότητα τῆς διατάξεως, ἀφοῦ
778δι’ αὐτῆς ἀποτρέπεται ἡ διάταξις ἀποδείξεων ματαίων διὰ
779τὴν δίκην καὶ ἡ διαιώνισις ταύτης. Λησμονεῖ ὅτι πολλά-
780κις ἡ πρακτικὴ τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν
781ἀκόμη τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας, ἀφορμω-
782μένη ἀπὸ γενικωτέρας ἀφετηρίας καὶ ἀρχῆς, κατὰ τὴν
783ὁποίαν οὐδεμία ἔνστασις ὑποβάλλεται ἄνευ ἐννόμου συμ-
784φέροντος καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ὑποθέσεων προσέχουσα,
785ἀπέρριψεν ἐνστάσεις ἀναλόγους ὡς στρεψοδίκους; (Χειρο-
786κροτήματα).
787§36Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Χειροκροτήσατε! (Ῥαγδαῖα χει-
788ροκροτήματα ἐπακολουθοῦσιν).
789Αὐτὰ ὀφείλονται εἰς ἐμέ.
790§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δευτέρα, κύριοι Βου-
791λευταί, παρατήρησις τοῦ διακόψαντός με κ. συναδέλφου, ἡ
792εἰς ταύτην τὴν διάταξιν ἀναγομένη, ὑπῆρξεν ἐρώτησίς τις
793τρομακτικὸν ἔχουσα τὸ περιεχόμενον. Καὶ δὲν συλλογίζε-
794σθε, εἶπε, ποῖαι περιπέτειαι καὶ τίνες ποιναὶ θὰ ἐπακο-
795λουθήσωσιν ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην
796ἔνστασιν, τοιαύτην ἐπὶ πλαστότητι προσβολήν; Ἡ ἀπάν-
797τησις δὲν εἶναι βεβαίως δυσχερής. Συλλογιζόμεθα πάντα
798ταῦτα· καὶ χωρίζομεν τὰς δύο περιπτώσεις· τὴν περίπτω-
799σιν τῆς διώξεως τοῦ ἀδικήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ
800κλητήρ, διότι ἐπλαστογράφησε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει
801νὰ καταδιωχθῇ, ἵνα ἀνορθωθῇ τὸ κράτος τοῦ προσβληθέν-
802τος νόμου, καὶ τὴν περίστασιν τῆς προόδου τῆς ποινικῆς
803δίκης, δι’ ἣν ἐγένετο τὸ πλαστὸν ἐπιδοτήριον. Καὶ λέγο-
804μεν: ἐὰν εἰς τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς ταύτης δίκης οὐδὲν
805ἀπολύτως συμβάλλῃ τὸ γεγονὸς ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι πλα-
806στὸν τὸ ἐπιδοτήριον, ἡ δίκη πρέπει νὰ προχωρήσῃ, νὰ
807ταμῇ κατ’ οὐσίαν ἡ ἐκκρεμὴς διαφορὰ καὶ νὰ τερματισθῇ·
808νὰ παραμείνῃ ἡ κατὰ τοῦ κλητῆρος ποινικὴ δίκη, ἵνα
809ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἡ ὁποία σκοπὸν θὰ ἔχῃ νὰ
810συνεπιφέρῃ κατὰ τοῦ παραβάτου τοῦ νόμου τὴν ἐπιβολὴν
811τῶν προσηκουσῶν ποινῶν.
812Ἐπεράτωσα, κύριοι συνάδελφοι, ὅσας εἶχον νὰ ὑποβάλω
813σκέψεις ἐπὶ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρήσεων τῶν
814κυρίων Βουλευτῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πάντες οἱ ἀντει-
815πόντες—δὲν ἐξαιρῶ δὲ οὐδὲ τὸν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης
816ἐπιμένοντα κύριον συνάδελφον—θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι, ἴσως
817ἐν πολλοῖς εὐλόγως διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς
818ὁποίας ἤδη ἔδωκα, κατεκρίθη δεινῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ
819κατεδικάσθη ἀναπολόγητον· κατεδικάσθη ἐρήμην τοῦ εἰση-
820γητοῦ αὐτοῦ. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε τοὺς
821συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν διατάξεων αὐτοῦ λόγους, ἤδη, ὅτε
822διετυπώθη ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, θὰ θελήσωσιν
823οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἀντιδοξοῦντες νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ
824ἀβάσιμον τῶν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων. Αὐτοὶ μάλιστα οἱ
825τοσοῦτον εὐνοοῦντες τὴν ἀνακοπήν, οἱ τοσοῦτον ἐπιεικεῖς
826εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς, θὰ θελήσωσιν
827ἤδη νὰ ἀναθεωρήσωσι τὰς ἐρήμην καταδικαστικὰς ἀποφά-
828σεις των καὶ νὰ ὑπερψηφίσωσι τοῦ νομοσχεδίου. (Χειρο-
829κροτήματα).
830§38Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ, ὅπως ἡ ἀγό-
831ρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγραφῇ
832εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικά, λαμβανομένης πρὸς τοῦτο τῆς
833γνώμης τῆς Βουλῆς, ἥτις θέλει θεωρηθῆ ὡς ἐπίσημος ἑρμη-
834νεία τοῦ νόμου αὐτοῦ.
835§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τοῦτο;
836§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
837§41ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις
838κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι κυριωτέραν ἀντίρρησιν νὰ
839θεωρηθῶσιν ὡς ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ
840κ. Ὑπουργός.
841§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ ζητήσας νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρα-
842κτικὰ ἡ ἀγόρευσις ἄλλο τι θὰ ἐνόει, καὶ ὄχι τοῦτο, τὸ
843ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς. Ἐάν, ἀποφά-
844σει τῆς Βουλῆς, ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος
845ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἡ ἀγόρευσίς σας, τοῦτο ἐγένετο δεκτόν·
846ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐψηφίσαμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ τὰ ἄρθρα
847καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Λοιπὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐξήγησις αὕτη.
848§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τὴν θέσιν της
849μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ οἰκείου ἄρθρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγ-
850κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δήλωσις, τότε ἀντὶ δη-
851λώσεως δύναται νὰ δημοσιευθῇ ἡ ὅλη ἀγόρευσις τοῦ κ.
852Ὑπουργοῦ κατόπιν ἀποφάσεως αὐτῆς.
853§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
854§45Λ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).
855§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαμπρακάκης.
856§47ΕΠΑΜ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὡμίλουν, κύριοι
857Βουλευταί, ἐπὶ τῆς συζητουμένης διατάξεως ἐκ νέου, ἐὰν ὁ
858κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον νὰ
859ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις του.
860Πολλά, Κύριοι, παράδοξα συζητουμένου τοῦ νομοσχε-
861δίου, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πολλαὶ παραδο-
862ξολογίαι, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ συμβιβάζωνται μὲ τὸ συ-
863ζητούμενον νομοσχέδιον, οὐδέποτε ὅμως μὲ τὴν ὀρθότητα
864καὶ τὴν ἀλήθειαν.
865Δὲν γνωρίζω, διότι ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου δὲν μοὶ
866ἐπέτρεψε νὰ παρακολουθῶ τὰς συνεδριάσεις, τί οἱ ἀξιότι-
867μοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀρκαδίας ἐξέθεσαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε
868συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνω-
869ρίζω, εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τί εἶπον ἐγώ, καὶ ἐκ τῆς ὁμι-
870λίας μου ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἓν καὶ μόνον σημεῖον ἐτό-
871νισα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνῆλθε σήμερον τὸ
872βῆμα καὶ ἔθιξεν ἓν μόνον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε παν-
873τάπασι σχέσιν πρὸς ὅσα ἐγὼ εἶπον.
874Ἐγὼ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἀποστάσεων
875καὶ ἐρημίας χωρίων εἶπον ὅτι ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτο-
876δικείου Μεσολογγίου μέχρι τοῦ ἀπωτάτου χωρίου τῆς δι-
877καιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ ἔχομεν ἀποστάσεις 35
878ὡρῶν. Ἀληθῶς τὸ εἶπον αὐτό. Οὐδέποτε ὅμως εἶπον ἐγώ,
879ὅτι ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου ὁ κλητὴρ θὰ παραλαμ-
880βάνῃ τὰ δικόγραφα, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τὰ ἀπώτατα σημεῖα
881τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐκεῖ αὐτὸς νὰ ἐνεργῇ
882τὴν ἐπίδοσιν· διότι ἐγὼ κάλλιον ἴσως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
883Δικαιοσύνης γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι διάμεσα Εἰρηνοδικεῖα,
884καὶ ὅτι ὑπάρχουσι κλητῆρες ἐκεῖ ἔμμισθοι, καὶ ἐκεῖνοι ἀνα-
885λαμβάνουσι τὰς ἐπιδόσεις, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀληθῶς
886εἰς μικροτέραν ἀπόστασιν. Αὐτὸ τὸ ἔφερα, ἵνα παραστήσω
887εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέγεθος τῶν ἄνευ συγκοινωνίας ἀπο-
888στάσεων, καὶ ἰδίως τῶν ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὄχι
889ὅτι ἐκεῖθεν ὁ κλητὴρ θὰ λαμβάνῃ τὸ δικόγραφον, ἵνα τὸ
890μεταφέρῃ εἰς τὰ ἄκρα τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου καὶ
891τὸ ἐπιδώσῃ.
892Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἐγνώριζον τί
893εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἕδρας τῶν Εἰρηνοδι-
894κείων μέχρι τοῦ ἀπωτάτου χωρίου τῆς δικαιοδοσίας τοῦ
895Εἰρηνοδικείου εἶναι μακραὶ αἱ ἀποστάσεις· καὶ ὡς παρά-
896δειγμα ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
897Βουλῆς· ἔχει ἓν καὶ μόνον Εἰρηνοδικεῖον· ἔχει τοῦτο ἕνα
898καὶ μόνον κλητῆρα ἀλκοολικὸν καὶ ἀνάπηρον, ἵνα ἐπιδίδῃ
899ποινικὰ ἔγγραφα· ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου αὐτοῦ
900μέχρι τῶν τελευταίων χωρίων τοῦ δήμου εἶναι ἀπόστασις
901δωδεκάωρος καὶ πλέον.
902Εἶπον τότε ἐγώ, ὅτι οἱ κλητῆρες αὐτοί, ζητηθέντες, ὅτε
903πέρυσιν ἐψηφίσθη καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ διὰ
904βοῆς καταργηθέν, οἱ κλητῆρες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον
905μισθοδοσίαν 40 δραχ. κατὰ μῆνα, ἀπήντησαν εἰς τοὺς Εἰσ-
906αγγελεῖς ὅτι «εἴμεθα ἀνεπαρκεῖς· τοιαύτην ὑπηρεσίαν
907δὲν ἀναλαμβάνομεν· παραιτούμεθα». Μὲ αὐτοὺς τοὺς κλη-
908τῆρας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐθεώρησαν ὡς ἔργον πάρεργον
909τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε
910ἐξῆλθον τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἵνα ἐπιδώσωσι ποι-
911νικὰ δικόγραφα, ἀλλὰ ταῦτα δίδουσιν εἰς διαφόρους χωρι-
912κούς, ἵνα τὰ δώσωσιν εἰς τὰ διάφορα χωρία—καὶ οὕτω γί-
913νεται ἡ ἐπίδοσις—, μὲ αὐτοὺς τοὺς κλητῆρας, καὶ μὲ
914ἄλλους ὁμοίους αὐτῶν, αὐτοὺς τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ κά-
915μητε μὲ 60 δραχμὰς μηνιαῖον μισθόν, νομίζετε, κύριε
916Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινι-
917κῶν δικογράφων;
918Δὲν ἐτόνισα λοιπὸν αὐτό. Ἁπλῶς τὸ ἀνέφερα ὡς ἀπό-
919στασιν σημαντικὴν τῶν 35 ὡρῶν· ἀλλ’ ἐτόνισα καὶ τονίζω
920καὶ ἐπιμένω ὅτι μὲ τοὺς κλητῆρας αὐτοὺς δὲν εἶναι δυνα-
921τὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικο-
922γράφων, τεραστίως αὐξανομένων μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ.
923Ὑπουργοῦ, καὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι, ἐὰν φρονῇ ὁ κ. Ὑπουργός,
924ὅτι οἱ κλητῆρες αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἂς ψηφι-
925σθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν καὶ κα-
926ταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ὑπέχομεν εὐθύνην·
927ἡ εὐθύνη θὰ ἀνήκῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸ
928νομοσχέδιον, διότι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ
929110,000 δρχ. ἐπὶ πλέον χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπί-
930δοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων.
931Τοῦτο εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει
932καὶ πολύ, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω
933κυρίως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι τὸ ἐνδιαφέρον ζήτημα
934εἶναι ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου.
935§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακα-
936λέσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον, νὰ ἐπιφυλαχθῆτε
937κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
938§49ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν φεύγω ἀπὸ τὸ ἄρθρον. Καὶ
939εἶπον προχθὲς εἰς ὑμᾶς, καὶ δὲν ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
940Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, πῶς διὰ τοῦ νομοσχε-
941δίου αὐξάνουσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα· εἶπον ὅτι τριπλα-
942σιάζονται καὶ τετραπλασιάζονται. Ἐπεκαλέσθην τὴν ἀγό-
943ρευσιν τοῦ κ. Ζαβιτσάνου, διότι ἤμην ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ὑπε-
944λόγισε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, ὅτι 80–100 ἐπι-
945δοτήρια καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θὰ ἀναλογῶσιν εἰς ἕκαστον
946κλητῆρα. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τεραστίαν αὔ-
947ξησιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ σώ-
948ματος αὐτοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τουτέστι διὰ τῆς
949αὐξήσεως κατὰ 20 δραχμὰς κατὰ μῆνα τῶν παλαιῶν κλη-
950τήρων καὶ 60 ἢ καὶ 70 δρχ. τῶν νέων, εἶναι ἀδύνατον νὰ
951ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων.
952Πῶς δὲ εἶπον ὅτι αὐξάνουσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα; Διότι
953τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς τοιχοκολλήσεως,
954αἱ ὁποῖαι περιπτώσεις θὰ εἶναι περισσότεραι, ἂν ὄχι τὰ
955¾, ἀξιοῖ ἐπιδοτήριον διὰ τὴν τοιχοκόλλησιν, ἀξιοῖ ἀντί-
956γραφον τοῦ θυροκολλωμένου δικογράφου.
957§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ εἶναι ἔντυπα.
958§51ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ εἶναι ἔντυπα· δὲν δύναν-
959ται νὰ εἶναι ἔντυπα. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἔντυπα τὰ τυπικά,
960ἤτοι τὸ Δικαστήριον, τὸ συμβούλιον καὶ λοιπά. Τὰ ἄλλα,
961τὰ ἀφορῶντα τὴν οὐσίαν, ὄχι· ἀπολύτως ἀδύνατον. Διότι ὁ
962κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περιγράψῃ τὴν ἡμέραν, τὴν
963αἰτίαν τῆς πράξεως καὶ τὰ λοιπά. Θὰ εἶναι λοιπὸν ἔντυπα
964ἐλάχιστα πράγματα, ἐνῷ ἐν αὐτοῖς πρέπει νὰ συμπερι-
965ληφθῶσι τόσα, ὥστε παρὰ πολὺ νὰ ἀπασχολήσωσιν ἕνα
966δικαστικὸν κλητῆρα. Ποῖος ἐκδίδει ἀντίγραφον τῆς ἀποφά-
967σεως ἢ τοῦ βουλεύματος; Ὁ δικαστικὸς κλητήρ· καὶ αὐτὸ
968εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπιδώσῃ εἰς τὸν πάρεδρον ἢ τὸν
969διδάσκαλον ἢ τὸν ἱερέα, εἰς ἕνα ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς σωρείας
970τῶν προσώπων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνεργῶν τὴν ἐπίδοσιν
971εἰς αὐτοὺς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάξῃ ἐπιδοτήριον· καὶ
972ποῦ νὰ εὕρῃ αὐτούς; Νομίζετε ὅτι ὁ ἱερεύς, ὁ πάρεδρος
973παρευρίσκονται εἰς τὸ χωρίον; Θὰ μεταβαίνῃ πρὸς ἀναζή-
974τησιν αὐτῶν· ἀλλ’ ἔστω, καὶ ἂν ἀνευρίσκῃ αὐτούς, τοῦτο εἶ-
975ναι μία ἐνασχόλησις δι’ αὐτόν, διότι πάντοτε θὰ συντάξῃ
976ἐπιδοτήριον.
977Εἶπον λοιπὸν αὐτὸ ὡς λόγον αὐξήσεως τῶν ποινικῶν δι-
978κογράφων, καὶ εἶπον ὡς λόγον αὐξήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
979δημιουργεῖ ἡ διαδικασία εἰς τὰς ποινικὰς δίκας. Καλεῖ τὸν
980κατηγορούμενον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν, ὁ ὁποῖος
981δὲν ἐκαλεῖτο μέχρι τοῦδε· ὁ κατηγορούμενος, ὁ ἀνακόπτων,
982ἤρχετο εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, ἀνέκοπτεν
983ἄνευ κλητεύσεως. Θέλω νὰ παραστήσω τὴν αὔξησιν τῶν
984ποινικῶν δικογράφων. Τί εἶπον ἐγὼ ἐντεῦθεν; Καλεῖ τὸν
985μηνυτὴν καὶ τὸν παθόντα, ἵνα παρίστανται εἰς τὴν πρώτην
986δίκην, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὴν πρώτην δίκην τὴν
987τυπικὴν νὰ ἐκδικασθῇ καὶ ἡ κατ’ οὐσίαν ὑπόθεσις, παρα-
988βιαζομένης τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνα-
989γράψει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ
990καταδικάζηται ὁ κατηγορούμενος κατ’ ἀντιπαράστασιν.
991Διότι ἔχει τοιαύτην διάταξιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ
992γίνῃ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως, συναινούντων ὅλων τῶν δια-
993δίκων, ἤτοι κατὰ παράβασιν τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ κατηγορού-
994μενος καταδικάζεται κατ’ ἀντιπαράστασιν. Λοιπὸν ἐνερ-
995γεῖ τρεῖς κλητεύσεις, καὶ συνεπῶς τρία ἐπιδοτήρια, τὰ
996ὁποῖα δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε.
997Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν δευτέραν δίκην τὴν κατ’ οὐσίαν·
998καὶ ἀκούσατε ποίαν αὔξησιν δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον ποι-
999νικῶν δικογράφων. Ὁ κατηγορούμενος δὲν καλεῖται, ἀλλὰ
1000εἰδοποιεῖται διὰ τῆς ἀποφάσεως· ἐν τῇ ἀποφάσει ἀναγρά-
1001φεται ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν ὁ κατηγορούμενος θὰ προσέλθῃ.
1002Αὐτὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καλοῦνται, Κύριοι, ὁ
1003παθών, ὁ μηνυτὴς καὶ δύο μάρτυρες οὐσιώδεις τῆς κατη-
1004γορίας. Δηλαδὴ τέσσαρες κλητεύσεις διὰ δίκην, ἡ ὁποία δὲν
1005ὑπῆρχε δυνάμει τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Αὔξησις λοιπὸν τῶν
1006ποινικῶν δικογράφων καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Πῶς
1007λοιπὸν θὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ κλητῆρες αὐτοὶ νὰ κοινοποιήσω-
1008σιν αὐτὴν τὴν πληθώραν τῶν ποινικῶν δικογράφων; Ἐγὼ
1009αὐτὸ εἶπον. Μάλιστα καταλήγων ἔλεγον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρ-
1010νησις φρονῇ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς, ἂς προχωρήσῃ, ἀλλὰ
1011πρὸς Θεοῦ νὰ σταματήσῃ μέχρις αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν ἐξασφα-
1012λισθῇ ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, θὰ ἔχωμεν ἓν
1013μέγιστον καλόν, τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναβολῶν τῶν δικῶν,
1014καὶ τότε βλέποντες ὅτι ὁ κόσμος συνήθισε νὰ προσέρχηται,
1015καὶ ὅτι πραγματικῶς αἱ ἐπιδόσεις γίνονται ἀσφαλῶς, δυ-
1016νάμεθα νὰ λάβωμεν καὶ μέτρα αὐστηρά, ἔστω καὶ δρακόν-
1017τεια, κατὰ τῆς ἐρημοδικίας.
1018Αὐτά, Κύριοι, εἶπον περίπου ἐν συντομίᾳ εἰς τὴν προη-
1019γουμένην ὁμιλίαν μου. Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1020Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησεν. Ἐγὼ ἁπλῶς μόνον εἶπον περὶ
1021μιᾶς ἀποστάσεως μεγάλης, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχουσι
1022χωρία, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς ἀπεράντους ἀποστάσεις ἀπὸ
1023τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου ἄνευ οὐδεμιᾶς συγκοινωνίας.
1024Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐλέχθησαν πολλαὶ
1025παραδοξολογίαι. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας βου-
1026λευτὴν κυρίου Μιχαλακόπουλον, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο
1027τίποτε ἄλλο εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια παρὰ ὅτι προσε-
1028βάλλοντο τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά.
1029§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ.
1030§53Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατόν, ὅσοι δὲ
1031ἀγνοοῦσι, δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ
1032γίνῃ τοῦτο καὶ ὅτι ἐγένετο τοιοῦτόν τι. Ἐλέχθη ὅτι εἰς
1033τὰ κατώτερα ποινικὰ Δικαστήρια, διότι περὶ τῶν κατω-
1034τέρων ποινικῶν Δικαστηρίων πρόκειται, τὰ ἐπιδοτήρια
1035προσεβάλλοντο καθ’ ἡμέραν ὡς πλαστά, καὶ εἰς ἐμὲ θε-
1036λήσαντα νὰ διακόψω τὸν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελ-
1037φον ἀπήντησε: Πῶς ἀγνοεῖτε αὐτά; δὲν γνωρίζετε τί ἐγέ-
1038νετο μέχρι τοῦδε; Ἐγὼ εἶπον ὅτι σπανιώτατα γίνεται
1039τοῦτο εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί
1040γίνεται διὰ βραχέων, διότι ἡ ὑπομονή σας ἐξηντλήθη ἀπὸ
1041τὰς μακρὰς συζητήσεις, καὶ ἡ συζήτησις κατέστη ἀνιαρά.
1042Ὅσοι δὲν ἔχετε δικηγορήσει εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις καὶ δὲν
1043εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζητε τὰς λεπτομερείας τῆς
1044διαδικασίας τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, βεβαίως δὲν γνω-
1045ρίζετε τί γίνεται. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα
1046προσβολῆς ποινικῶν δικογράφων ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις.
1047Γνωστοῦ ὄντος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887
1048περὶ ἐρημοδικιῶν ἐφηρμόσθη, ὡς ἐφηρμόσθη, δηλαδὴ τὰ Δι-
1049καστήρια κατ’ ἀρχὴν νὰ δέχωνται τὰς ἐκπροθέσμους καὶ
1050τὰς δευτέρας ἀνακοπάς, οὐδεὶς λόγος ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ
1051οὔτε ἐγεννήθη ποτέ, ὥστε ἐπιδοτήριον νὰ προσβληθῇ ὡς
1052πλαστόν. Διατί; Ὑπῆρχε καμμία ἀντίρρησις, ἡ δευτέρα
1053ἀνακοπὴ ἢ ἐκπρόθεσμος νὰ μὴ γίνῃ δεκτή; Οὐδεὶς λόγος
1054βεβαίως ὑπῆρχε. Τὰ Δικαστήρια τὰς δέχονται χωρὶς ἀντιρ-
1055ρήσεις. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, κ. Ὑπουργέ, παράδειγμα τοι-
1056οῦτον.
1057§54Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ παράδειγμα.
1058§55Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀνωτέραν δικαιοσύνην
1059ὑπάρχει παράδειγμα, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς δὲν πρόκειται σή-
1060μερον. Γνωρίζετε τὸ παράδειγμα, καὶ ἴσως ἀφορμὴ ἐξ αὐ-
1061τοῦ ἐδόθη, διὰ νὰ συνταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Σᾶς
1062ἐρωτῶ· ὑπάρχει λόγος, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ αἱ ἀνακοπαὶ
1063ἦσαν δεκταὶ κατ’ ἀρχήν, ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, νὰ προσ-
1064βληθῇ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν; Οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει
1065λόγος. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ δικηγορῶν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν
1066οὐδέποτε συνέβη νὰ ἴδω τοιοῦτον παράδειγμα, διότι δὲν
1067ὑπῆρχε λόγος νὰ συμβῇ. Τί νὰ προσβάλῃ εἷς δικηγόρος,
1068διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν δικαιοσύνην; Θὰ προσβάλῃ τὸ ἐπι-
1069δοτήριον, ὅταν θὰ ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος πρὸς ὑπο-
1070στήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του· διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν δικαιολο-
1071γίαν τῆς ἀδυναμίας τοῦ κατηγορουμένου νὰ ἀνακόψῃ ἐμπρο-
1072θέσμως ἢ νὰ προσέλθῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του.
1073Τοιοῦτον παράδειγμα κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα ἐπὶ
1074τριάκοντα ἔτη καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1910 δὲν ὑπάρχει
1075σήμερον, διότι ὁ ἰσχύων νόμος ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι σήμε-
1076ρον καθιεροῖ τὴν ἀρχήν, ὅτι δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὴν δευ-
1077τέραν ἀνακοπὴν ἐπὶ προκαταβολῇ παραβόλου δέκα δρα-
1078χμῶν, τὴν δὲ ἐκπρόθεσμον ἐπὶ προκαταβολῇ παραβόλου
1079πέντε δραχμῶν. Δηλαδὴ δὲν ἀξιοῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν
1080κατηγορούμενον· ἐὰν καταβάλῃ δέκα δραχμάς, ἡ ἀνακοπὴ
1081γίνεται δεκτή· ἐὰν καταβάλῃ πέντε δραχμάς, ἡ ἀνακοπὴ
1082γίνεται πάλιν δεκτή. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος, καὶ ὡς ἐκ
1083τούτου δὲν ὑπάρχει παράδειγμα. Δὲν εἶχε δὲ διόλου δίκαιον
1084ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Μιχαλακόπουλος, ὅτε ἔλεγε
1085χαριεντιζόμενος, ὅτι ἐγὼ αὐτὰ τὰ ἀγνοῶ. Δὲν ὑπάρχει λοι-
1086πὸν παράδειγμα εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια· εἰς τὰ ἀνώ-
1087τερα Δικαστήρια ὑπάρχει παράδειγμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον
1088γνωρίζω ἓν μεμονωμένον παράδειγμα, τὸ ἑξῆς. Πρὸ πενταε-
1089τίας δύο μαθηταί, ἡλικίας ὁ εἷς δέκα τεσσάρων ἐτῶν καὶ ὁ
1090ἄλλος δέκα πέντε ἐτῶν, ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων βεβαιουμέ-
1091νης τῆς ἡλικίας των, ἐφόνευσαν τὸν καθηγητήν των, διότι
1092ὁ καθηγητής των ἀπέβαλεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ Γυμνασίου δι’ ἓν
1093μικρὸν παράπτωμα. Οἱ παῖδες αὐτοὶ ἐξερεθισθέντες ἐφόνευ-
1094σαν τὸν ἀτυχῆ καθηγητήν των. Ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρξε σπα-
1095ρακτική, ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο ταχύτατα, τὸ βούλευμα ἐξε-
1096δόθη μετὰ πέντε ἡμέρας καὶ μετὰ πάροδον εἰκοσιπέντε
1097ἡμερῶν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ εἰσήχθησαν, ἵνα δικασθῶσιν εἰς
1098τὸ Κακουργιοδικεῖον Πατρῶν. Ἡ ὑπεράσπισις ἀνετέθη εἰς
1099τοὺς ὑπερόχους δικηγόρους κ.κ. Δ. Γούναρην, Α. Μιχαλα-
1100κόπουλον καὶ Δ. Μάρκου. Ἡ ἐκ τῆς ἐντυπώσεως προκατά-
1101ληψις ὅλης τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν μαθητῶν ἐκείνων ἦτο
1102τοιαύτη, ὥστε ἐθεώρησεν ἡ ὑπεράσπισις ἀντιπροσωπευομένη
1103ἀπὸ τοιούτους συνηγόρους ἐπιβεβλημένον αὐτῆς καθῆκον,
1104ἵνα μὴ ἡ ὑπόθεσις δικασθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐντυπώσεων
1105αὐτῶν. Συγκίνησις φοβερὰ κατεῖχε τοὺς ἐνόρκους· ἐκινδύ-
1106νευσαν νὰ πέσωσι δύο κεφαλαὶ παίδων ἐκ τῆς ἐντυπώσεως
1107αὐτῆς, ἐὰν δὲ ἔπιπτον αἱ κεφαλαὶ τῶν παίδων αὐτῶν, κατὰ
1108τί οὗτοι θὰ διέφερον ἀπὸ τοὺς χειρίστους κακούργους;
1109Ἐὰν λοιπὸν ἡ ὑπεράσπισις ἀντιπροσωπευομένη καὶ ὑπό
1110τινος νεκροῦ δικηγόρου ὀνομαζομένου Μαυρομμάτη δὲν με-
1111τήρχετο αὐτὸ τὸ μέσον, νὰ προσβάλῃ τουτέστι τὰ ἐπιδο-
1112τήρια ὡς πλαστὰ καὶ παρέλθῃ ἡ ἐντύπωσις, ἂν καὶ τὰ
1113ἐπιδοτήρια δὲν ἦσαν πλαστά, ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἀνεβάλ-
1114λετο, ὅπως ἐκδικασθῇ μετὰ δύο μῆνας καὶ νὰ καταδικα-
1115σθῶσιν οἱ δύο παῖδες εἰς ἰσόβια δεσμά.
1116Αὐτὸ τὸ παράδειγμα μόνον, Κύριοι, γνωρίζω ἐκ τοῦ δι-
1117κηγορικοῦ μου βίου, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἰδίως τοὺς δικη-
1118γοροῦντας εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις, ἐὰν γνωρίζωσιν ἄλλο πα-
1119ράδειγμα, νὰ ἀναφέρωσι τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὰς
1120ποινικὰς δίκας ἡ τοιαύτη στρεψοδικία ἔχει τὴν θέσιν της.
1121§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἑκατέρωθεν ἡ στρεψο-
1122δικία ἔχει τὴν θέσιν της, καὶ ἐκ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ἐκ
1123τῆς κατηγορίας.
1124§57Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἓν ἄλλο παρά-
1125δειγμα. Εἰς ἐμὲ προσῆλθέ ποτε νὰ τὸν ὑπερασπίσω εἰς τὸ
1126Κακουργιοδικεῖον εἷς δασοκόμος ἐκ τῶν μερῶν τῆς Ἠλείας,
1127ὁ ὁποῖος ἐκατηγορεῖτο ὅτι συνέταξεν ἓν πλαστὸν πρωτό-
1128κολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο ὅτι εἷς χωρικὸς ἔκοψε
1129τέσσαρα ἕως πέντε δένδρα, καὶ προσῆλθον ἐνώπιον τοῦ Δι-
1130καστηρίου καὶ ἐξητάσθησαν οἱ μάρτυρες, οἵτινες εἶπον, ὅτι,
1131ὅτε ἐξεδόθη τὸ πρωτόκολλον, αὐτὸς εἶχεν ὑπάγει εἰς γά-
1132μον. Τὸ Δικαστήριον κατεχόμενον ἐκ προκαταλήψεως κατὰ
1133τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Κακουργιο-
1134δικεῖον, καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων τὸν ἀπήλλαξε,
1135θεωρῆσαν ἀρκετὴν ποινὴν τὴν δίμηνον προφυλάκισίν του.
1136Οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου προσεβλήθη δικόγραφον ποινικὸν
1137ὡς πλαστόν. Δι’ αὐτὸ ἐξανέστην διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς
1138ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, καὶ
1139δι’ αὐτὸ ἐξανίσταμαι διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δίδει
1140ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀκολουθῶν τὴν γνώμην
1141τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός·
1142ἀφοῦ, Κύριοι, μέχρι τοῦδε δὲν συνέβη, διατί θὰ συμβῇ εἰς
1143τὸ μέλλον, διὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ἰσχύσῃ νόμου; Ἔχω νὰ
1144ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’
1145αὐτὸ ἀντέστην εἰς τὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ
1146ὁποῖον ἀφήνεται ὁ δικαστὴς εἰς τὴν κρίσιν του, ὅταν προσ-
1147βάλλωνται τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά, νὰ προχωρῇ ἢ νὰ στα-
1148ματᾷ ἡ δίκη· τῷ εἶπον, ὅτι θὰ γεννήσῃ κινδύνους, διότι δὲν
1149ἔχει ὁ δικαστὴς στοιχεῖα νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτιμήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1150γὸς ἀπήντησεν, ὅτι ὁ δικαστὴς σήμερον δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ.
1151Οἱ δίδοντες, κύριοι Βουλευταί, τοιαύτας πληροφορίας καὶ
1152ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν ἀγνοοῦσιν ἐν γένει τὸν τρόπον
1153τῆς διαδικασίας. Πότε ἔχει συμφέρον, Κύριοι, ὁ κατηγορού-
1154μενος νὰ προσβάλῃ τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά; Ὁποία εἶναι
1155ἡ περίπτωση; Ἡ μόνη περίπτωσις εἶναι, ὅταν εἰς τὸν κα-
1156τηγορούμενον κοινοποιηθῇ ἡ κλῆσις πρὸς ἐμφάνισιν, διὰ νὰ
1157ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του, καὶ αὐτὸς δὲν προσέρχηται
1158παρὰ προσέρχηται διὰ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς καὶ λέγῃ
1159εἰς τὸ Δικαστήριον: Κύριοι, κακῶς ἀπερρίψατε τὴν ἀνα-
1160κοπήν, διότι τὸ δικόγραφον εἰς ἐμὲ δὲν ἐκοινοποιήθη. Ἡ
1161μόνη περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κατηγορούμενοι
1162ἔχουσι συμφέρον νὰ προσβάλωσι τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλα-
1163στόν, εἶναι αὐτή. Οὐδεμία ἀπάντησις μᾶς δίδεται· μόνον
1164μᾶς δίδουσιν αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, καὶ εὑρίσκονται Βουλευ-
1165ταί, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι αὐταὶ αἱ ἐξηγήσεις νὰ ἀνα-
1166γραφῶσιν εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ἐγὼ
1167σᾶς ἐρωτῶ· ὁποία εἶναι ἡ περίπτωσις; Τότε καὶ μόνον ἔχει
1168συμφέρον ὁ κατηγορούμενος, ὅταν τῷ κοινοποιήσωσι τὴν
1169κλῆσιν πρὸς ἐμφάνισιν, καὶ προσέρχηται καὶ ὑποστηρίζῃ
1170τὴν ἀνακοπὴν καὶ λέγῃ οὐδεμίαν εὐθύνην ὑπέχω διὰ τὰ
1171ἀδύνατα καὶ προσβάλλω τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά. Ὁ κ.
1172Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν
1173τὴν δέχομαι καὶ διὰ τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δι-
1174καστηρίου νὰ προχωρήσῃ ἢ νὰ σταματήσῃ. Καὶ προχωροῦν
1175τὸ Δικαστήριον τί θὰ κάμῃ; Θὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπήν.
1176Εἰς ποίαν δίκην θὰ προχωρήσῃ τὸ Δικαστήριον; Φαίνεται,
1177ὅτι ἀγνοοῦσι τὰς λεπτομερείας τῆς ποινικῆς διαδικασίας.
1178Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σφαλερά, διότι
1179εἰς τὸν δικαστὴν δὲν δίδει τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνῃ καὶ διότι
1180μία καὶ μόνη ἐξαιρετικὴ περίπτωσις προσβολῆς ποινικοῦ
1181δικογράφου ὑπάρχει, ἡ περίστασις αὕτη· οὐδὲ δύναται δι-
1182καστὴς ἄλλως ἐκτιμῶν τὰ πράγματα νὰ εἴπῃ ὅτι εἰσέρχε-
1183ται εἰς τὴν οὐσίαν. Θὰ ἀπορρίψῃ ὁριστικῶς τὴν ἀνακοπήν,
1184καὶ ὁ κατηγορούμενος θὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν, ἥτις τῷ
1185ἐπεβλήθη ἄνευ ἀπολογίας.
1186Ἐλέχθη καὶ ἄλλη παραδοξολογία. Εἰς ἀγορεύσαντα συνά-
1187δελφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι καὶ δευ-
1188τέρα καὶ τρίτη ἀνακοπὴ δύναται νὰ γίνῃ. Καὶ ὁ κ. συνά-
1189δελφος μὴ ὢν ἕτοιμος τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἀπήντησε
1190καίπερ ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἓν αἴσθημα εὐγενὲς καὶ ὑψηλόν, τοῦ
1191ὅτι οὐδεὶς δικάζεται ἀναπολόγητος. Ἐπίσης ὁ κ. Μιχαλα-
1192κόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλησε περὶ τρίτης ἀνακοπῆς.
1193§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1194καιοσύνης). Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὸ δεύ-
1195τερον μέρος;
1196§59Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθησαν ἐν-
1197τεῦθεν. Ἄλλη περίπτωσις ἀνακοπῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
1198Αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις εἴτε ἀπορριπτομένων τῶν ἀνακο-
1199πῶν εἴτε καθισταμένων τῶν ἀποφάσεων ἐκπροθέσμων,
1200διότι δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ἡ ἀνακοπή, ἵνα ἀνακοπῶσι
1201κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐκτελουμένων δὲ
1202ὁ κατηγορούμενος εἰσέρχεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁπόθεν θὰ
1203ἀνακόψῃ καὶ συνοδείᾳ χωροφυλάκων θὰ μεταχθῇ εἰς τὸ Δι-
1204καστήριον, ἵνα κατ’ ἀντιμολίαν πλέον δικασθῇ. Καὶ ἐρωτῶ·
1205πῶς θὰ ὑπάρξῃ τρίτη ἀνακοπή, ἀφοῦ κατ’ ἀντιμολίαν δι-
1206κάζεται;
1207§60Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν παρουσιασθῇ εἰς τὸ
1208ἀκροατήριον;
1209§61Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.
1210§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κάμῃ τὴν ἀνακο-
1211πὴν διὰ πληρεξουσίου;
1212§63Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαράδεκτος. Οὔτε ἀναστέλ-
1213λει τὴν ἐκτέλεσιν.
1214§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὴν εἰσαγάγῃ ὁ
1215Εἰσαγγελεύς;
1216§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καταδιωκτέος ὁ ὑπάλληλος,
1217ὅστις θὰ δεχθῇ κατάδικον νὰ ἀπολογηθῇ.
1218§66Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κατηγορούμενος λοιπὸν προσ-
1219άγεται εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἐκεῖ τὸν ἐρωτᾷ ὁ δικαστής·
1220τὸ γραμμάτιον; Ἐὰν τυχὸν δὲν ἔχῃ, ἴσως διότι δὲν ἔχει
1221χρήματα, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν ἀποσύρει ἢ τὸ Δικαστήριον
1222ἀπορρίπτει τὴν ἀνακοπὴν τυπικῶς, ἵνα συνταχθῇ νέα, διότι
1223ὁ δικαστὴς κρίνων ἐπιεικῶς δὲν θέλει νὰ στερήσῃ αὐτὸν
1224τοῦ δικαιώματος νὰ δικασθῇ δι’ 11 δραχμάς, ἀφοῦ εἶναι ἐν
1225ταῖς φυλακαῖς.
1226§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκτιμᾶται συνήθως ἡ ἐξω-
1227τερικὴ παράστασις.
1228§68Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος
1229ὁ κατηγορούμενος νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν ἢ ὁπόταν θέλῃ, δεδο-
1230μένου ὅτι δὲν τῷ ἀρέσκει τὸ Δικαστήριον, ὅτι δὲν εἶναι
1231παρὼν προστάτης, ὅστις θέλει νὰ τὸν ὑπερασπίσῃ κ.τ.λ.
1232§69Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι συζήτησις ὡς περὶ δι-
1233ατάξεως ἤδη εἰσαγομένης δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι καὶ
1234ἡ ἰσχύουσα δικονομία λέγει ὅτι δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι
1235ἀπαράδεκτος. Λοιπὸν τὰς αὐτὰς διατάξεις περιλαμβάνει
1236τὸ νομοσχέδιον, τὰς ὁποίας τὰ Δικαστήρια ἐπιεικῶς ἔκρινον.
1237§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα εἰς
1238αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν
1239πρόκειται νὰ διεξαχθῇ κωλυσιεργικὴ συζήτησις, δὲν θὰ
1240τελειώσωμεν οὔτε αὔριον οὔτε μεθαύριον. Καίτοι φρονῶ
1241ὅτι οὐδαμῶς σεῖς πρὸς κωλυσιεργίαν συζητεῖτε. Σᾶς παρα-
1242καλῶ λοιπὸν νὰ ἐπανέλθετε εἰς τὸ ἄρθρον.
1243§71Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Βεβαίως οὐδὲ πόρρωθεν ἀπο-
1244βλέπω εἰς κωλυσιεργίαν. Εἶναι μία παρέκβασις εἰς ἀπάν-
1245τησιν παρατηρήσεων καὶ ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν καὶ τοῦ
1246κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
1247ἐξέτασιν τῆς δευτέρας διατάξεως, ἐν πεποιθήσει —καὶ
1248μὴ θαυμάζετε ἐκείνους, οἵτινες διὰ ῥητορικῆς δεινότητος
1249παρασύρουσι τὴν Βουλήν, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι θαυμαστὴς
1250τῶν λόγων, ἀλλὰ τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν εἰς μέγαν
1251βαθμὸν κέκτηται εἰς τοὺς λόγους του ὁ κ. Πρωθυπουργός—
1252θὰ κατηγορήσω τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν πολυτέλειαν, τὴν
1253ὁποίαν εἰσάγει εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ποινικῶν ὑποθέ-
1254σεων, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ εἰς ἄκρον δαπανηράν. Θὰ μάθητε,
1255ὅταν ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
1256θὰ βαρύνωσι τοὺς κατηγορουμένους ἐν καταδίκῃ, θὰ ἀνέρ-
1257χωνται εἰς 135 δρ., προστιθέμενα δὲ εἰς τὰ τακτικὰ θὰ
1258ἀποτελέσωσι ποσὸν 200 δ. Καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀθῳ-
1259ωθῇ πληρώνων μόνον 40 δρ., τὰ ὑπόλοιπα θὰ βαρύνωσι τὸ
1260Δημόσιον. Καὶ νομίζετε ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβα-
1261ρύνωμεν οὕτω καὶ στραγγαλίσωμεν οὕτω τὸν λαόν;
1262§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε πάλιν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου.
1263§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζετε τὸν Κανονι-
1264σμὸν προσηκόντως.
1265§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί;
1266§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἐπιτρέπετε εἰς τὸν κ.
1267Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναφέρῃ δόγματα καὶ συ-
1268στήματα καὶ συγγραφεῖς καὶ νομολογίας προκειμένου περὶ
1269τῆς φιλοπονήσεως ἑνὸς ἐπιδοτηρίου.
1270§76Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχε-
1271δίου θεωρῶ ἐπιβλαβῆ καὶ νομίζω ὅτι δὲν δικαιούμεθα κατ’
1272αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν.
1273§77ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ
1274τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ φθάνομεν εἰς τὴν
1275συζήτησιν ταύτην μετὰ γεγονότα πρώτην φορὰν λαβόντα
1276χώραν ἐν Κοινοβουλίῳ, καὶ φθάνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
1277ἄρθρου τούτου καὶ παριστάμεθα μίαν ἔτι φορὰν πρὸς ταῖς
1278χιλίαις θεαταὶ λόγων καὶ ἀκροαταὶ πραγμάτων καὶ ἀκού-
1279ομεν περὶ τῆς ἐπιστήμης, περὶ τῆς νομολογίας, περὶ τῶν
1280συγγραφέων, περὶ τῶν συστημάτων, περὶ τῶν δογμάτων,
1281περὶ τῶν πλανῶν, περὶ τῶν προϋποθέσεων, περὶ τούτων καὶ
1282ἐκείνων καὶ ἄλλων πολλῶν, προκειμένου περὶ τίνος; Περὶ
1283θυροκολλήσεως ἐπιδοτηρίου τινὸς ποινικῆς ὑποθέσεως, περὶ
1284τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἀπευθυνθῆ πρὸς ἕνα ἱερέα ἢ εἰ-
1285δικὸν πάρεδρον εἷς δικαστικὸς κλητήρ, περὶ τοῦ τρόπου,
1286καθ’ ὃν εἷς χωροφύλαξ θέλει συντάξει ποινικὸν ἐπιδοτή-
1287ριον! Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος ὁ προσήκων, συζητουμένων νο-
1288μοσχεδίων ὑπὸ ἀνορθωτικῆς Βουλῆς, κατ’ εἰσήγησιν ἀνορ-
1289θωτικῆς Κυβερνήσεως; Συνερχόμεθα λοιπὸν ἐνταῦθα, κύριοι
1290συνάδελφοι, ἵνα καταπλήσσωμεν διὰ λόγων οἱ μέν, ἵνα
1291χειροκροτῶμεν ἀφ’ ἑτέρου οἱ δέ, καὶ τοιουτοτρόπως θέτομεν
1292τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ζήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς
1293λαὸς εἰς τὸ μέλλον;
1294§78Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸ κατέστησαν Νομικὸν Φρον-
1295τιστήριον.
1296§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
1297§80Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου.
1298§81ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου
1299ἐπανειλημμένως λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομο-
1300σχεδίου δὲν ἔχω πολλὰς ἀντιρρήσεις. Ἡ γνώμη μου εἶναι
1301ὅτι αἱ διατάξεις καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλουσιν ἀποτύχει
1302οἰκτρότατα. Ἀλλὰ συζήτησις σπουδαία πῶς εἶναι δυνατὸν
1303νὰ γίνῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ δόγματα ἐπι-
1304στημονικὰ καὶ τομὰς ὑπὸ τῆς νομολογίας τῶν δογμάτων,
1305ἀφοῦ οὔτε ἀποσαφήσεως βλέπω τὴν ἀνάγκην, οὔτε στασια-
1306σμὸν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἴδω; Ἡ μόνη ἀντίρ-
1307ρησις ἡ σημαντική, ἥτις δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι
1308ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐδαφίου: «Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς
1309πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης,
1310ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ
1311προχωρήσῃ». Καὶ ποία ἔσται ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου
1312κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Ἡ κρίσις τοῦ Δι-
1313καστηρίου ὅτι ὁ κατηγορούμενος προσέρχεται νὰ δικασθῇ
1314ἔχων ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν, ἔχων ἐν
1315πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν κατὰ τὴν κρίσιν,
1316λέγω, τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν θὰ συμβῇ ἴσως ἐπὶ τοῦ θέμα-
1317τος τούτου νὰ μὴ ἔχῃ ἐσχηματισμένην τὴν γνώμην οὔτε ὁ
1318συνήγορος αὐτοῦ.
1319Ὑποθέσατε κατηγορούμενόν τινα διαμένοντα εἰς Λάρι-
1320σαν, καλούμενον νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδι-
1321κείου τῶν Καλαμῶν καὶ μεταβαίνοντα εἰς τὰς Καλάμας
1322καὶ διηγούμενον πρὸς τὸν συνήγορόν του ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυ-
1323τοῦ δεδικασμένον, δεδικασμένον ὅμως ἐν Λαρίσῃ ἢ ἐν Πά-
1324τραις ἢ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἐρωτᾶται ὑπὸ τοῦ συνηγόρου του:
1325μόλις ἔλαβες τὸ κλητήριον, διατί δὲν ἐφρόντισας νὰ προσ-
1326κομίσῃς τὴν ἀπόφασιν;—Ναί, ἀλλὰ τὸ κλητήριον τὸ ἔλαβον
1327βραδέως καὶ δὲν προελάμβανον. Προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ
1328Δικαστηρίου καὶ ὑποβάλλει τὴν ἔνστασίν του ὅτι εἶναι
1329πλαστὸν τὸ ἐπιδοτήριον. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστη-
1330ρίου ἔχει ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισίν του,
1331ἐνῷ ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀδύνατον νὰ σχηματι-
1332σθῇ, διότι καὶ ὁ συνήγορός του ἀκόμη πῶς εἶναι δυνατὸν
1333νὰ ὑποστηρίξῃ βασίμως ὅτι ἔχει δεδικασμένον ὁ πελάτης
1334του, ὅταν ἀγνοῇ τὴν ἀπόφασιν, ἀγνοῇ διατί ἐδικάσθη, ὅταν
1335ἔχῃ ἴσως λόγους νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ὁ πελάτης αὐτοῦ φρονεῖ
1336ὅτι ἔχει δεδικασμένον, ἐνῷ ἴσως δὲν ἔχει; Καὶ ἐνῷ ὑπάρ-
1337χει ἡ διάταξις αὕτη, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νομο-
1338σχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν χωρεῖ ἀνακοπὴ διὰ παράβασιν
1339τῶν προθεσμιῶν. Καὶ λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης·
1340ἐὰν τὸ κλητήριον ἔπρεπε νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὰς 10 τοῦ μηνός,
1341ἐπεδόθη δὲ εἰς τὰς 12 τοῦ μηνός, ἐν τούτοις ὁ κατηγορού-
1342μενος προσέρχεται ἔχων κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου
1343ἐν πᾶσι παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, διατί νὰ
1344ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν; Καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν
1345προσέλθῃ, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀνακοπῆς, ἢ πάλιν κατὰ τὴν
1346κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου θὰ εἴπωμεν ὄχι, διότι δὲν παρε-
1347βλάφθησαν τὰ δικαιώματά του, εἶχεν ἐν πᾶσι παρεσκευα-
1348σμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ; Δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις,
1349ὅταν εἰς τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν παρά-
1350βασιν τῆς προθεσμίας τόσον μεγάλην καὶ σπουδαίαν τὴν
1351θεωρεῖτε, ὥστε νὰ τὴν ἐξισοῦτε πρὸς τὴν ἀνωτέραν βίαν,
1352πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, πῶς ἔρχεσθε ἐνώπιον τῆς
1353Βουλῆς καὶ λέγετε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύ-
1354ναται τοῦτο νὰ μὴ ἀναβάλῃ;
1355Καὶ ὅτε τοιαῦτα ἀλλόκοτα λέγονται, ἐπακολουθεῖ ἡ
1356πρότασις νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ
1357ἐπίσημα Πρακτικὰ ὡς ἑρμηνευτικὴ τοῦ νομοσχεδίου!
1358Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀρκοῦσι δύο μάρτυρες
1359ὑπερασπίσεως εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅταν κατὰ τὴν κρίσιν
1360τοῦ συνηγόρου του πρέπῃ νὰ κληθῶσι 15 μάρτυρες ὑπερα-
1361σπίσεως ἐξετασθέντες κατὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ σπουδαῖα
1362καταθέσαντες ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου γεγονότα. «Λοιπόν,
1363Κύριοι», θὰ λέγῃ ὁ συνήγορος ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ,
1364«σεῖς κανονίζετε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πελάτου μου καὶ
1365οὐχὶ ἐγώ;» — «Μάλιστα ἡμεῖς» — «Διατί;» — Διότι, κ. κ.
1366Βουλευταί, τέμνομεν δίκαιον ἐνταῦθα, καθορίζομεν κανόνας
1367δικαίου!
1368Χειροκροτεῖ ἡ Βουλή! Εἰς ἐμὲ ὀφείλονται τὰ χειροκρο-
1369τήματα, ἀπαντᾷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης. Διατί;
1370Διότι εἶπε σπουδαῖον πρᾶγμα ὁ κ. Ὑπουργός, πρωτοφανὲς
1371δόγμα, ὅτι μία τοιαύτη Συνέλευσις θέτει κανόνα δικαίου!
1372Πρώτην φορὰν τὸ ἠκούσαμεν! Ἔπρεπε καὶ νὰ χειροκρο-
1373τήσωμεν!
1374§82Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἀντελήφθητε τί ἐλέχθη.
1375§83ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ νὰ εὕρωμεν τὴν
1376ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν σας, κύριε ἀστυνόμε τῆς Βουλῆς! Δι’
1377αὐτὸ διωρίσθητε ἀστυνόμος τῆς Βουλῆς, διότι ἔχετε ἔκτα-
1378κτον ἀντίληψιν!
1379§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ σεῖς ἐλεγκτής!
1380§85ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς εἴπετε; Ἐγὼ συ-
1381ζητῶ· δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν; Πᾶς ὁ ἔχων
1382διάφορον γνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἐλεγκτής;
1383Ὥστε νομίζετε ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθωρίσαμεν τὴν θέ-
1384σιν ἡμῶν ὡς θέσιν ἀντιπολιτευομένου, δὲν ἔχομεν ἄλλην
1385ὑποχρέωσιν παρὰ νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, νὰ ἀνάπτωμεν καὶ
1386ἡμεῖς λιβανωτόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σεῖς νὰ χειροκροτῆτε, καὶ
1387τοιουτοτρόπως νὰ καταρτίζωμεν τὴν ἀνόρθωσιν; Τοιουτο-
1388τρόπως ἀντιλαμβάνεσθε τῆς ἀνορθώσεως; Δὲν πιστεύω οὐ-
1389δεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ὑπάρχῃ, ὅστις νὰ ὑπολαμβάνῃ τοιαύτην τὴν
1390ἀνόρθωσιν. Καὶ εἶναι καιρός, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμφω-
1391νήσωμεν ἐπί τινων ἁπλουστάτων πραγμάτων, διότι ἐγὼ
1392πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἁπάντων ὑμῶν αἱ προθέσεις εἶναι
1393εὐγενεῖς, εἶναι ὑπὲρ τοῦ τόπου, εἶναι ὑπὲρ ἀληθοῦς ἀνορ-
1394θώσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία ἐπί τινων
1395ἁπλουστάτων πραγμάτων.
1396Σεβόμεθα τὰς γνώμας ὑμῶν καὶ τὰς σεβόμεθα τοσοῦτο
1397μᾶλλον, καθόσον εἶσθε πλειότεροι ἡμῶν, ἀλλὰ συλλογι-
1398σθῆτε, ὅτι οἱ πλείονες πολλάκις διέπραξαν σφάλματα ἀσυγ-
1399χώρητα, διέπραξαν κακουργήματα αὐτόχρημα, καὶ πρέπει
1400νὰ κατορθωθῇ συνεννόησις ἐν μέσῳ ἡμῶν, διότι πάντες
1401ἔχομεν τὰς αὐτὰς προθέσεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κα-
1402τορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμφωνίαν, ἐάν, ἐπαναλαμ-
1403βάνω, δὲν συμφωνήσωμεν πρῶτον ἐπὶ ἁπλουστάτων τινῶν
1404πραγμάτων.
1405§86Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι διδασκαλία ἀπὸ
1406ἄμβωνος καὶ οὐχὶ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίου.
1407§87ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡμῶν.
1408(Θόρυβος).
1409§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, νὰ ἀπευθύνησθε πρὸς
1410τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἡσυχάσωσι
1411καὶ ὑμᾶς νὰ παύσητε διδάσκοντες τὴν Βουλήν, διότι οὐδεὶς
1412ἐτάχθη διδάσκαλος αὐτῆς.
1413§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ παρατη-
1414ρήσητε τοὺς διακόπτοντας.
1415§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς διακόπτοντας ἔκαμα παρατήρη-
1416σιν. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς νὰ παύσητε νὰ διδάσκητε.
1417§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπορεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς διατί χει-
1418ροκροτεῖ ἡ Βουλή, ὅταν δὲν χειροκροτῇ αὐτός.
1419§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου ἡ
1420Βουλὴ χειροκροτεῖ τοὺς ὀρθότερα φρονοῦντας.
1421§93Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι Βου-
1422λευταί· «θὰ κανονίσητε σεῖς, λέγει ὁ συνήγορος πρὸς τοὺς
1423δικαστάς, τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πελάτου μου; — Μάλιστα.
1424Θὰ κανονίσητε τὴν ὑπεράσπισιν, χωρὶς νὰ ἀκούσητε αὐ-
1425τόν; — Μάλιστα. Χωρὶς νὰ ἀκούσωσι ποίους μάρτυρας ἔχει
1426νὰ προσαγάγῃ ὁ κατηγορούμενος, τί θὰ καταθέσωσιν οἱ μάρ-
1427τυρες ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ
1428ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ προσαγάγῃ ὁ κατηγορούμενος, χωρὶς
1429νὰ ἀναμείνωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, θὰ δύ-
1430νανται οἱ δικασταὶ νὰ εἴπωσιν: «ἔχει ἐν πᾶσιν ὁ κατηγο-
1431ρούμενος παρεσκευασμένην τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ». Ἐν
1432τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζετε ὅτι περιττεύει καὶ ὁ Εἰσ-
1433αγγελεύς, περιττεύει καὶ ὁ συνήγορος, περιττεύει καὶ ἡ
1434ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, διότι ἐκ τῶν προτέρων καὶ
1435πρὸ πάσης ἀναπτύξεως εἶναι δυνατὸν οἱ δικασταὶ νὰ κρί-
1436νωσιν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἢ μὴ πλήρης ὑπεράσπισις; Καὶ
1437νομίζετε πλέον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τέμνετε δίκαιον, ὅτι
1438καθορίζετε κανόνας δικαίου, ἢ καθορίζετε κανόνας ἐσχάτης
1439αὐθαιρεσίας;)
1440Σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνητε, κύριοι Βουλευταί,
1441ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ποι-
1442ώμεθα τὰς ὑποδείξεις ταύτας, κατὰ τὸ πολίτευμα, τὸ
1443ὁποῖον διέπει ἡμᾶς, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, κατὰ
1444τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐλευθέρως νὰ
1445εἴπωμεν πρὸς ὑμᾶς τὰς γνώμας ἡμῶν.
1446§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.
1447§95Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
1448§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
1449§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ
1450ὑποβάλω τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχε-
1451δίου, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ σπουδαιότεραι εὐχαρίστως εἶδον
1452ὅτι ἐνεγράφησαν εἰς τὸ ἀναμορφωθὲν καὶ ἀνατυπωθὲν νο-
1453μοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ ἐπίμονος προτέλευσίς μου, κύριοι Βου-
1454λευταί, εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἓν ἐκ
1455τῶν μᾶλλον ῥηξικελεύθων, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνορθω-
1456τικὴ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος, ἡ προσή-
1457λωσίς μου, λέγω, ἡ μεγάλη πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μοὶ
1458ἐνέπνευσε μίαν νέαν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔλαβον τὴν
1459τιμήν, ὑπὸ τὸν τύπον τροπολογίας, νὰ ὑποβάλω ἀπὸ χθὲς
1460εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ὅμως, φαίνεται, δὲν ἐδόθη καιρὸς νὰ
1461τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐπειδὴ δὲ σχετίζεται ἡ τροπο-
1462λογία μου αὕτη μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ νομοσχε-
1463δίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναπτύξω
1464τὴν τροπολογίαν μου ταύτην διὰ βραχέων, χωρὶς νὰ κου-
1465ράσω αὐτήν.
1466Κύριοι Βουλευταί· ἐξ ὅσων ἤκουσα περὶ τῶν αἰτίων τῶν
1467ἐρημοδικιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ συζητήσαντες ἐπὶ τῆς
1468ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν ἤκουσα τὸν σπου-
1469δαιότερον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς τὸν μεγαλείτε-
1470ρον συντελεστὴν τῶν ἐρημοδικιῶν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι
1471αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν εἶναι μόνον αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες
1472παρεμβάλλονται εἰς τὸν καλούμενον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον
1473τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν· εἶναι καὶ τοῦτο
1474βεβαίως μία, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἐλαχίστας αἰτίας· διότι σπάνιον
1475εἶναι τῳόντι εἰς πάντας τοὺς κατηγορουμένους νὰ παρεμ-
1476βάλλονται πάντοτε τοιαῦτα κωλύματα, ἅπερ νὰ παρακω-
1477λύωσιν αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης
1478μίαν ὡρισμένην ἡμέραν.
1479Ἀλλὰ τὸ σύνηθες, τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ
14809/10 εἶναι ἡ αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν, εἶναι αἱ δυσχέρειαι,
1481εἰς τὰς ὁποίας ἀτενίζει ὁ κατηγορούμενος ὄχι διὰ τὴν
1482ἡμέραν, καθ’ ἣν καλεῖται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς
1483Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐπακόλουθα, διὰ τὰς συνεπείας,
1484τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ ἐμφάνισίς του. Διότι ἐμφανιζόμενος
1485ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν κα-
1486λεῖται, ὑπολογίζει ὅτι εἶναι ἄμεσον ἐπακόλουθον, νὰ κρα-
1487τηθῇ εἴτε τρεῖς ἡμέρας, εἴτε τρεῖς μῆνας, εἴτε τρία ἔτη,
1488μακρὰν τῶν ἐργασιῶν του, νὰ ἀφήσῃ ἔρημον τὸν ἀγρόν του,
1489ἀφύλακτα τὰ ποίμνιά του, τὰ τέκνα του λιμώττοντα, τὴν
1490σύζυγόν του ἐν κακῇ καταστάσει.
1491Ἔχω λοιπὸν ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ σπουδαιο-
1492τέρα ἀφορμὴ τῶν ἐρημοδικιῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας γνωρίζο-
1493μεν ἐκ πείρας, ὅσοι ἔχομεν δικηγορικὴν πεῖραν, ὅτι ἕνεκα
1494τοιούτων λόγων οἱ ἐρημοδικοῦντες ἀποφασίζουσι νὰ μὴ
1495προσέλθωσι λέγοντες, ὅτι, ἂν σήμερον, ὅτε καλοῦμαι νὰ δι-
1496κασθῶ, προσέλθω, ὅπως εἶμαι ἀνέτοιμος σήμερον, καὶ κατα-
1497δικασθῶ, εἶμαι κατεστραμμένος, ἔχω, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ὅτι
1498ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου προσφεύγουσιν εἰς τὰς ἐρημοδικίας,
1499ἵνα κερδίσωσι...
1500§98Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι γενικῶς.
1501§99Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον· κατὰ τὰ 9/10, προσ-
1502φεύγουσιν εἰς τὰς ἐρημοδικίας, ἵνα κερδίσωσι τὸν ὀλίγον
1503χρόνον, ὅστις θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς καταδίκης κατ’
1504ἐρήμην μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἐμφανισθῶσι διὰ τῆς
1505ἀνακοπῆς αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπολογίζοντες
1506ὅτι θὰ κερδίσωσι χρόνον, ἕνα ἢ δύο μῆνας, ὅστις ἀναγκαιοῖ
1507εἰς αὐτούς, διὰ νὰ τακτοποιήσωσι τὰς οἰκιακάς των ἐργα-
1508σίας καὶ ἀνάγκας. Ἐσκέφθην λοιπόν: δὲν ἠδύνατο τάχα ὁ
1509νόμος νὰ παράσχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν τοιαύτην εὐκο-
1510λίαν εἰς τοὺς κατηγορουμένους; Ἐφ’ ὅσον ἕνεκα τοῦ λόγου
1511τούτου ἀναγκάζονται νὰ ἐρημοδικῶσιν, ἐὰν παρείχετο εἰς
1512αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ εὐκολία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπιζη-
1513τοῦσιν οἱ κατηγορούμενοι διὰ τῆς ἐρημοδικίας, ἐὰν δη-
1514λαδὴ ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς ἀναβολὴ τῆς πρώτης δίκης μέχρι
15152 τὸ πολὺ μηνῶν, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν τὸ εὐά-
1516ρεστον ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν εἰς τὸ νο-
1517μοσχέδιον τὸ συζητούμενον πλήρη τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκο-
1518ποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, καὶ θὰ ἐδίδετο λαβὴ καὶ εἰς τὸν κ.
1519Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐμμείνῃ εἰς τὴν πρώτην
1520του γνώμην, ἣν εἶχε διατυπώσει ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ,
1521μὴ ἐπιτρεπομένης δηλονότι ἀνακοπῆς δι’ ἄλλους λόγους
1522παρὰ διὰ τὸν μόνον λόγον τῆς ἀνωτέρας βίας....
1523Τοῦτο βεβαίως ἐπιτυγχάνεται, ἐὰν ληφθῇ πρόνοια νὰ
1524παρέχηται εἰς τοὺς κατηγορουμένους, ὁσάκις καλοῦνται εἰς
1525δίκην, νὰ παρέχηται τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι παρὰ μόνης
1526τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, χωρὶς
1527ν’ ἀπασχολῶνται διόλου τὰ Δικαστήρια καὶ ἡ δικαιοσύνη,
1528τοιουτοτρόπως δὲ κατὰ κοινήν, οὕτως εἰπεῖν, συνεννόησιν
1529κατηγορουμένου καὶ Εἰσαγγελέω; ν’ ἀναβάλληται ἡ δίκη
1530εἰς μίαν μεταγενεστέραν δικάσιμον ἐντὸς ὡρισμένου χρονι-
1531κοῦ διαστήματος, ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν. Ἐὰν τοιαύτη παρεί-
1532χετο εὐκολία, ὁποῖα θὰ εἶχεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα; Θὰ
1533εἶχε δὲ τότε μόνον βεβαίως καὶ ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα
1534νὰ ἐπιτύχῃ διαδικαστικὰς οἰκονομίας, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κα-
1535τηγορούμενον· σοὶ δίδω τὴν ἀναβολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν
1536ζητεῖς, ἀλλὰ σοὶ ἀπαγορεύω τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς,
1537πλὴν τῆς περιπτώσεως τῆς ἀναμφισβητήτου ἀδυναμίας.
1538Μία τοιαύτη πρόνοια λαμβανομένη διὰ τοῦ νόμου θὰ εἶχεν
1539ὡς ἐπακόλουθον τὴν πλήρη γνῶσιν τοῦ κατηγορουμένου περὶ
1540τοῦ καθορισμοῦ τῆς δίκης του καὶ τὴν συγκατάθεσιν μά-
1541λιστα αὐτοῦ εἰς τοῦτο, θὰ ἐπέτρεπε δὲ νὰ κρατήσῃ τότε ἐν
1542τῷ νόμῳ ἡ ἀρχὴ τοῦ περιορισμοῦ τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς
1543εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν, τὴν τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας.
1544Μία τοιαύτη πρόνοια τὰ μάλιστα θὰ συνέβαλλε, χωρὶς πο-
1545σῶς καὶ αἱ γενικαὶ τοῦ δικαίου ἀρχαὶ νὰ παραβλάπτωνται,
1546θὰ συνέβαλλε τὰ μάλιστα καὶ εἰς τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νο-
1547μοσχεδίου, ἤτοι νὰ περιορίσῃ τὰς δίκας τὰς ἐπὶ ἀνακοπῇ.
1548Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀμφιβολίαν ὅτι, ἐὰν τοι-
1549αύτη εὐκολία παρείχετο διὰ τοῦ νόμου, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν
1550θὰ ἔσπευδον νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς τοιαύτης τοῦ νόμου εὐκο-
1551λίας, θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ προκα-
1552ταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς ἐκ νέου μετὰ τὴν ἀναβολὴν
1553κλητεύσεως τῶν μαρτύρων καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι προφυ-
1554λακισμένοι, ἢ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς, οἵτινες κατ’
1555ἀνάγκην προσέρχονται.
1556Τὸ πλεῖστον ἄρα τῶν καλουμένων ἐνώπιον τῶν Πλημμε-
1557λειοδικείων θὰ ἐποιεῖτο χρῆσιν μιᾶς τοιαύτης εὐεργετικῆς
1558διατάξεως καὶ θὰ παρεῖχε τοῦτο ἑτέρωθεν καὶ εἰς τὴν Πο-
1559λιτείαν τὴν δικαιολογίαν, ὅπως μὴ περιλάβῃ εἰς τὸν νό-
1560μον περίπτωσιν ἀνακοπῆς ἄλλην, παρὰ τὴν τῆς ἀπολύτου
1561ἀδυναμίας.
1562Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐπακόλουθον θὰ εἶχεν ἓν τοιοῦτον μέ-
1563τρον· θὰ ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ ἐξυπηρετηθῇ δι’ αὐτοῦ καὶ
1564τὸ οἰκονομικὸν ἀκόμη ζήτημα τῶν νομοθετικῶν μέτρων,
1565τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος κ.
1566Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
1567Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα διετύπωσα τὴν τροπολογίαν μου
1568ὡς προσθήκην ἐδαφίου βʹ ἐν ἄρθρῳ 146, τὴν ὁποίαν νὰ
1569μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): ὁ κατη-
1570γορούμενος ἐντὸς 5 ἡμερῶν (ἢ 8 ἢ 10 ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸν
1571κοινοποιήσεως κλητηρίου θεσπίσματος δύναται νὰ ζητήσῃ
1572παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τὸν προσδιορισμὸν τῆς δίκης αὐτῆς
1573εἰς ἄλλην ὡρισμένην δικάσιμον ἐκ τῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς (ἢ
1574ἐντὸς δύο μηνῶν) ἀμέσως ἐπακολουθουσῶν δικῶν, ἀφ’ ἧς τὸ
1575πρῶτον κληθῇ, ἐὰν προκαταβάλῃ τὰ διὰ τὴν νέαν κλήτευσιν
1576τῶν αὐτῶν μαρτύρων καὶ ἀνὰ δραχμὰς 2 δι’ ἕκαστον ἔξοδα
1577εἰς ὄφελος τοῦ ἐνεργήσοντος τὴν νέαν κοινοποίησιν κλητῆ-
1578ρος». Βεβαίως ἡ Πολιτεία παρέχουσα τοιαύτην εὐκολίαν
1579εἰς τὸν κατηγορούμενον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ παρ’
1580αὐτοῦ, ὅπως προκαταβάλῃ τὰς δαπάνας διὰ τὴν νέαν κλή-
1581τευσιν τῶν μαρτύρων. Ἐκεῖνα δέ, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ
1582καταβάλῃ ὁ ζητῶν τὴν ἀναβολήν, ὀφείλει, νομίζω, ἡ Πολι-
1583τεία ν’ ἀποδώσῃ εἰς ὄφελος τῶν δικαστικῶν κλητήρων,
1584ἐκείνων οἵτινες θὰ ἐνεργήσωσι τὰς νέας ἐπιδόσεις. Καὶ
1585ἐπὶ πλέον φρονῶ ὅτι μόνον μία τοιαύτη ἐλπὶς κέρδους θὰ
1586προσείλκυε καὶ θὰ ἐνεθάρρυνε τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἐπίδο-
1587σιν τῶν ποινικῶν δικογράφων ὄργανα, ἤτοι τοὺς δικαστι-
1588κοὺς κλητῆρας, ἵνα ἀναλάβωσι μίαν τοιαύτην ἐπίμοχθον
1589ὑπηρεσίαν μὲ τὴν γλίσχρον μισθοδοσίαν τῶν 30 καὶ 40 καὶ
159060 δραχμῶν, ἃς κανονίζει τὸ ἕτερον σχετικὸν νομοσχέδιον.
1591§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 167 δύναται ὁ
1592κατηγορούμενος νὰ ζητῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκδικάσεως τῆς
1593δίκης του, χωρὶς νὰ καταβάλῃ τίποτε.
1594§101Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι τὸ 167 ἄρθρον ἀξιοῖ
1595πολλὰς καὶ ποικίλας διατυπώσεις καὶ διαδικασίας καὶ ἐπι-
1596κρατεῖ καὶ ἡ συνήθεια, τοιαύτη εὐκολία νὰ μὴ παρέχηται·
1597ἐνῷ, ὡς ἐγὼ ὑποστηρίζω, ἡ πρώτη ἀναβολὴ πρέπει νὰ θεω-
1598ρῆται δικαίωμα καὶ παρέχηται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἄνευ
1599μεσολαβήσεως δικαστικῆς, ἀποφευγομένης οὕτω καὶ τῆς
1600πολυδικίας, ὅπερ κυρίως σκοπεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον.
1601Ἡ τροπολογία μου αὕτη, τὴν ὁποίαν, κ. Βουλευταί, λαμ-
1602βάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐὰν ἤθελε συνδυασθῆ μετὰ
1603τῆς διατάξεως τῆς ἄλλης, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοὺς ποιη-
1604σαμένους χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς ἀναβολῆς οἱ
1605λόγοι τῆς ἀνακοπῆς περιορίζονται εἰς μόνον τὴν ἀπόλυτον
1606ἀδυναμίαν, ἐὰν αἱ δύο αὐταὶ διατάξεις συνδυασθῶσιν ἐν τῷ
1607προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιο-
1608σύνης, ὅτι θὰ φθάσητε ἀσφαλῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον
1609ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, τοῦ περιορισμοῦ δη-
1610λαδὴ τῶν δικῶν, ἄνευ ὅμως προγραφῆς καὶ τοῦ δικαιώμα-
1611τος τῆς ἀνακοπῆς.
1612§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον,
1613κηρύσσεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου περατωμένη.
1614Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι:
16151ον) Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαλσαμάκη ἔχουσα
1616οὕτως: Ἐπὶ τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 145 μετὰ τὰς λέξεις «πα-
1617ραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς» νὰ
1618προστεθῇ «βεβαιοῦντες ἐν αὐτῷ τὴν τυχὸν ἀποδημίαν ἐκ
1619τοῦ δήμου τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις».
1620§103Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1621καιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ αὐτό,
1622πλὴν τῶν λέξεων «ἐκ τοῦ δήμου», τὸ ὁποῖον περιττεύει.
1623§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
1624Βουλευτοῦ, ὡς ὑπετροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
1625Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
1626περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1627§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ψήφισις
1628πρέπει νὰ γίνῃ διαιρετῶς, διότι εἶναι πολλὰ τὰ ἄρθρα τὰ
1629τροποποιούμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ.
1630§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀξίωσις
1631δύναται τοῦτο νὰ γίνῃ.
1632§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν παρουσιασθῇ
1633τοιαύτη ἀξίωσις, δέχομαι τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
1634§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ
1635βουλευτοῦ κ. Καζαντζῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται,
1636ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ἀστυνομικὴν ἀρχὴν» προστεθῇ
1637«προκειμένης ἐπιδόσεως ἐν ᾧ τόπῳ ἑδρεύει τοιαύτη, εἰς
1638πᾶσαν δ’ ἄλλην περίπτωσιν πρὸς τὸν δημοδιδάσκαλον, μὴ
1639ὑπάρχοντος δὲ τοιούτου ἢ ἀπόντος πρὸς τὸν...». Οἱ πα-
1640ραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ
1641ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1642Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν Φθιώτι-
1643δος καὶ Φωκίδος κυρίων Κ. Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάν-
1644νου. Μετὰ τὴν φράσιν «παραδίδει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρ-
1645χήν», ἀντὶ «ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον», νὰ τεθῇ «καὶ
1646εἰς τὸν διδάσκαλον». Ἐπίσης νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς προ-
1647τελευταίας παραγράφου αἱ φράσεις «προσβολὴ τῆς ἐπιδό-
1648σεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς
1649δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται
1650αὕτη νὰ προχωρήσῃ». Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας
1651ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
1652Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1653Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας
1654κ. Π. Πετροπουλάκη ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
1655Τὸ ἐδάφιον δʹ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄνω ἄρθρου μετὰ
1656τὰς λέξεις «ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμένος» ἀντι-
1657καθίσταται οὕτως· «Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλακισμέ-
1658νος, τὸ δικόγραφον ἐγχειρίζεται αὐτῷ διὰ τοῦ ἐπιστάτου ἢ
1659ὑπεπιστάτου τῶν φυλακῶν, πρὸς οὓς ἐπιδίδεται, οἵτινες
1660ἄνευ ἄλλης τινὸς παραγγελίας εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ προκαλέ-
1661σωσι τὴν προσαγωγὴν τοῦ κληθέντος ἐνώπιον τοῦ Δικαστη-
1662ρίου, παρ’ ᾧ εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν
1663δικάσιμον, ἀναφέροντες τὴν τυχὸν ἄρνησιν αὐτοῦ πρὸς
1664προσέλευσιν εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχήν». Οἱ παραδεχόμενοι
1665τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
1666ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1667Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Γ. Λαγοπάτη καὶ
1668Ι. Δ. Τσιριμώκου ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
1669Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον παράγραφος μετὰ τὸ
1670146 (δὶς) ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
1671«Ἄρθρον 162. Τὸ εἰρημένον κλητήριον θέσπισμα πρέπει
1672νὰ ἀναφέρῃ τὸ πλημμέλημα καὶ τὸν κατηγορούμενον, νὰ
1673φέρῃ τὴν σφραγῖδα καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ παρὰ Πρωτο-
1674δίκαις Εἰσαγγελέως, ν’ ἀναγράφῃ δὲ καὶ κατάλογον τῶν
1675κλητευθέντων μαρτύρων, οἵτινες πάντοτε λαμβάνονται ἐκ
1676τῶν κατὰ τὴν προανάκρισιν ἢ ἀνάκρισιν ἐξετασθέντων». Οἱ
1677παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
1678σιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1679Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Λαγοπάτη
1680ἔχουσα οὕτως:
1681Εἰς τὸ ἄρθρον 145 § 2 μετὰ τὴν φράσιν «παραδίδει
1682οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν» νὰ προστεθῇ «ἐπὶ πλει-
1683όνων δὲ ἀστυνομικῶν τμημάτων εἰς τὸ οἰκεῖον τοιοῦτο».
1684Μετὰ τὴν φράσιν αὐτόθι «φυλαττομένων τῶν διατάξεων
1685τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίστασις» νὰ προστεθῇ
1686«ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναβολὴ τῆς δί-
1687κης ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ Εἰσαγγελέως,
1688τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἢ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος».
1689Εἰς τὸ ἄρθρον 146 § 2 μετὰ τὴν φράσιν «ἀπαγγέλλεται
1690χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν» νὰ προστεθῇ «ὑπὸ
1691τοῦ δικάσοντος τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν Δικαστηρίου»· ὁ δὲ
1692ὄρος «χρηματικὴ ποινὴ» νὰ τροποποιηθῇ εἰς «πρόστιμον».
1693Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
1694ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1695Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Χριστίδου
1696ἔχουσα οὕτω· «Τὸ κλητήριον θέσπισμα καὶ αἱ κλήσεις ἐπὶ
1697πλημμελημάτων πρέπει νὰ κοινοποιῶνται ἐπὶ μὲν τῶν κα-
1698τοικούντων ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πλημμελειοδικείου πρὸ εἴκοσι
1699πλήρων ἡμερῶν τῆς δικασίμου, ἐπὶ δὲ τῶν κατοικούντων ἐκ-
1700τὸς τῆς ἕδρας κατηγορουμένων καὶ μαρτύρων πρὸ τριάκοντα
1701πλήρων ἡμερῶν τῆς δικασίμου. Οἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον
1702κλητευόμενοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς δι-
1703καζόμενοι ἐρήμην. Κατ’ ἐξαίρεσιν γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνακοπή,
1704ἐὰν ἕνεκα γεγονότων ἀνωτέρας βίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ
1705παρασταθῶσι καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλήθησαν καὶ βεβαιώσωσι
1706τὰ γεγονότα ταῦτα διὰ τὸ παραδεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς». Οἱ
1707παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
1708θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1709Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Δαζέα ἔχουσα
1710οὕτως:
1711Ἐν τῇ βʹ § τοῦ ἄρθρ. 145 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ἀνα-
1712φέρωσιν τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχὴν» νὰ
1713προστεθῇ «δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς, παραδιδομένης εἰς τὴν
1714ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς».
1715Ἐν τῇ αʹ § τοῦ ἄρθρ. 146 καὶ μετὰ τὰς λέξεις «προσυ-
1716πογράφει αὐτῷ, ἐὰν γινώσκῃ γράμματα», νὰ προστεθῇ «Ἐὰν
1717δὲ κατὰ τὴν ὥραν τῆς τοιχοκολλήσεως οὐδεὶς παρευρίσκηται
1718ἐντὸς τοῦ χωρίου, γίνεται τούτου μνεία ἔν τε τῷ ἀποδει-
1719κτικῷ τῆς ἐπιδόσεως ὡς καὶ ἐν τῷ κατὰ τὴν βʹ § τοῦ ἄρθρ.
1720145 παραδιδομένῳ ἀντιγράφῳ τοῦ ἐπιδοθέντος ἐγγράφου».
1721Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
1722θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1723Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μουσούρη ἔχουσα
1724οὕτω:
1725Προτείνω, ἵνα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῷ
1726δι’ αὐτοῦ τροποποιουμένῳ ἄρθρῳ 145 τῆς Ποινικῆς Δικο-
1727νομίας 1) ἐκ τῆς φράσεως «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ
1728τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας
1729του» ἐξαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ τῆς κατοικίας του» καὶ 2)
1730ἐξαλειφθῇ ὁλόκληρος ἡ φράσις «Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκη-
1731ται φυλακισμένος κ.τ.λ.».
1732Ἐν τῷ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τροποποιουμένῳ ἄρθρῳ 163
1733τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἰς τὴν φράσιν «Ἐὰν ὁ κατηγορού-
1734μενος ἢ ὁ μάρτυς ἢ ὁ πραγματογνώμων κατοικῇ εἰς ἄλλον
1735παρὰ τὸν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου τόπον» ἡ λέξις «κα-
1736τοικῇ» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «διαμένῃ» ἀντὶ
1737δὲ τῶν προστιθεμένων 5 ἡμερῶν ὁσάκις ὁ τόπος εὑρίσκεται
1738εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου προστεθῶσι 10 ἡμέραι καὶ
1739εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν 20 ἡμέραι. Οἱ παραδεχόμενοι
1740τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
1741ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1742Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἰγγλέση ἔχουσα
1743οὕτω:
1744«Πᾶν δικόγραφον δέον νὰ φέρῃ ἐκτὸς τοῦ ὀνόματος τοῦ
1745ζητουμένου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τὸ ἐπάγγελμα
1746καὶ τὸ παρεπώνυμον προσέτι, ἐὰν ὁ ζητούμενος ἔχῃ τοιοῦ-
1747τον. Ὅσον δὲ δυνατὸν καὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ.
1748»Πᾶν δικόγραφον μὴ συντεταγμένον κατὰ τὸν ὡς ἄνω
1749τρόπον θεωρεῖται ἄκυρον, ὁ δὲ παραβάτης καταδικάζεται
1750εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων πρὸς ἀνάλογον ἀποζημίωσιν
1751τοῦ ὁπωσδήποτε ἀδίκως παθόντος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
1752τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλί-
1753γοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1754Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Μπουφίδου.
1755§109Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε, ὅσον
1756ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1.
1757§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν.
1758Χαριτάτου.
1759§111Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν ἀποσύρω μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ
1760κ. Ὑπουργοῦ.
1761§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1762καιοσύνης). Εἰς τὸ μέσον τῆς βʹ παραγράφου, ἐκεῖ ἔνθα λέ-
1763γει «ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, πα-
1764ραδίδοντος» παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν ἑξῆς·
1765«Ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπί-
1766δοσιν τῶν ποιν. δικογράφων προσώπων, παραδιδόντων».
1767§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
1768Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰω. Ἀκρίδα.
1769§114ΙΩ. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.
1770§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλ.
1771Φωτήλα ἔχουσα οὕτως:
1772Ἐν τῇ πρώτῃ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου 145 προτείνω, ὅπως
1773ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας» καὶ ἀντι-
1774κατασταθῇ διὰ τῆς φράσεως «6 τοὐλάχιστον ἡμέρας παρεκ-
1775τεινομένης τῆς προθεσμίας ταύτης λόγῳ ἀποστάσεως».
1776Ἐν τῇ τρίτῃ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου 145 ἀντὶ «ἡ κοινο-
1777ποίησις γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος», νὰ τεθῇ «ἡ
1778κοινοποίησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν
1779τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων».
1780Ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 145 φέρεται «ἀρνου-
1781μένου τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ
1782παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ μηδενὸς ἐκ
1783τῶν τελευταίων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος». Προτείνω νὰ
1784παραλειφθῇ τὸ «ἐκ τῶν τελευταίων τούτων». Κατωτέρω
1785ἀντὶ «παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν
1786διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον
1787τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ τὸν ἱερέα», νὰ τεθῇ «παρα-
1788δίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ ἐλλείψει ταύτης
1789εἰς τὸν διδάσκαλον, τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβου-
1790λίου ἢ τὸν ἱερέα».
1791Ἐπίσης κατωτέρω προτείνω, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ τέ-
1792λος τῆς φράσεως «πρὸς πληροφορίαν τοῦ δικάζοντος Πται-
1793σματοδίκου» ἡ φράσις «δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς
1794δικασίμου».
1795Ἐν ἄρθρῳ 146, 2ᾳ περιόδῳ, προτείνω, ὅπως προστεθῇ
1796μετὰ τὸ «Ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμ-
1797ματον καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ ἢ ἐὰν ἀρνῆται νὰ
1798ὑπογράψῃ ἢ ἐὰν τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κολλᾶται εἰς
1799τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον»
1800ἡ φράσις «ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρ-
1801θρῳ διατεταγμένα». Ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ φράσις «γίνεται
1802μνεία» κλπ. μέχρι τέλους.
1803Ἄρθρ. 146 (δίς). Ἐν τῇ προτελευταίᾳ περιόδῳ, ὅπου
1804φέρεται «εἴτε παρίσταται ὁ κλητὴρ εἴτε μή», νὰ τεθῇ «ἐὰν
1805παρίσταται ὁ κλητήρ, ἄλλως καλεῖται νομίμως πρὸς ἀπολο-
1806γίαν».
1807Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
1808ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1809Οὐδεμία ἄλλη τροπολογία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
1810Τὸ ἄρθρον 1, Κύριοι, ἐτροποποιήθη κατόπιν τῶν τροπο-
1811ποιήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατό-
1812πιν τῶν γενομένων δεκτῶν τροπολογιῶν τῶν κ. κ. Βουλευ-
1813τῶν ὡς ἑξῆς:
1814Ἄρθρον 1.—Τὰ ἄρθρα 145, 146, 163 καὶ 274 τῆς
1815Ποινικῆς Δικονομίας τροποποιοῦνται οὕτως:
1816Ἄρθρον 145.—Ἡ κλῆσις γίνεται ἐγγράφως καὶ κοινο-
1817ποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμενον καὶ τοὺς μάρτυρας, εἰς
1818ἐκεῖνον μὲν πέντε, εἰς τούτους δὲ τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέ-
1819ρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης καὶ ἐν αὐτῇ καθ’
1820ἡμέραν καὶ ὥραν μνημονευομένης δικασίμου, ἀναφέρει δὲ
1821τὸ ὄνομα τοῦ καλουμένου καὶ τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ἐνώ-
1822πιον τῆς ὁποίας δέον νὰ ἐμφανισθῇ. Τὸ κλητήριον θέσπι-
1823σμα δέον ν’ ἀναφέρῃ προσέτι συνοπτικῶς τὸ πταῖσμα, νὰ
1824ὑπογράφηται ὑπὸ τῆς καλούσης ἀρχῆς καὶ νὰ εἶναι ἐσφρα-
1825γισμένον διὰ τῆς ἐπισήμου σφραγῖδος ταύτης. Ἡ κοινοποί-
1826ησις γίνεται διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν
1827ποινικῶν δικογράφων προσώπων παραδιδόντων τὸ κοινοποι-
1828ητέον ἔγγραφον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ καλουμένου. Ἐὰν ὁ
1829κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς δια-
1830μονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός
1831τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας, ἔνθα δια-
1832μένει, ἐξαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν παίδων ἡλικίας κατω-
1833τέρας τῶν 16 ἐτῶν, κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστι-
1834κοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν.
1835Ἀρνουμένου τοῦ καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπη-
1836ρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον, ἢ μη-
1837δενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος,
1838κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἀντίγραφον δὲ
1839αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν
1840ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν
1841πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου,
1842ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως καὶ συντάσσει
1843ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παραλαμβάνον-
1844τος, ὑποβαλλομένην δὲ εἰς τὴν καλοῦσαν ἀρχὴν καὶ ἐπισυν-
1845απτομένην εἰς τὴν δικογραφίαν πρὸς πληροφορίαν τοῦ δι-
1846κάζοντος πταισματοδίκου. Οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παράδο-
1847σις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ
1848καὶ νὰ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν
1849ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυ-
1850δρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς, βεβαιούσης ἐν αὐτῇ τὴν τυ-
1851χὸν ἀποδημίαν τῶν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις. Παράλειψις τῆς
1852ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμω-
1853ρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δραχμῶν 10, φυλατ-
1854τομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου,
1855ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις. Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκηται φυλα-
1856κισμένος, ἐγχειρίζεται τὸ δικόγραφον εἰς αὐτὸν ἐν τῇ φυ-
1857λακῇ, ὁπότε σύνοικοι θεωροῦνται οἱ μετ’ αὐτοῦ συγκρα-
1858τούμενοι, ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τῶν φυλακῶν. Ὁ
1859ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν
1860ποινὴν δραχμῶν πεντήκοντα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν ἀρ-
1861νηθῇ νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον ἢ ὑπογράψῃ τὸ ἐπιδο-
1862τήριον.
1863Ἐπὶ προσώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν, ἡ ἐπίδοσις γίνε-
1864ται διὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἐγχειριζούσης τὴν κλῆσιν
1865ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα εἰς χεῖρας τοῦ καλουμένου, συν-
1866τασσομένου ἀποδεικτικοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομέ-
1867νου ἄρθρου 146.
1868Ἄρθρον 146.—Περὶ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον
1869κοινοποιήσεως ὀφείλει ὁ κλητὴρ νὰ συντάσσῃ ἐπὶ τόπου ἀπο-
1870δεικτικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦται ἀκριβῶς τὸ ἔτος, ὁ μήν,
1871ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς κοινοποιήσεως, ὁ τόπος, ἔνθα αὕτη
1872ἐγένετο, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ προσώπου, εἰς ὃ παρεδόθη ἡ
1873κλῆσις ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα, ὑπογράφεται δὲ τὸ ἀπο-
1874δεικτικὸν ὑπὸ τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ προσώπου, εἰς ὃ παρε-
1875δόθη τὸ κοινοποιηθὲν ἔγγραφον. Ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο
1876δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματον, ἢ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ,
1877ἢ ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἐὰν τὸ κοινοποιούμενον ἔγ-
1878γραφον κολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου κατὰ τὸ
1879προηγούμενον ἄρθρον, γίνεται ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ μνεία
1880περὶ τούτων, προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μάρτυ-
1881ρος, οὗτινος δέον ν’ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα καὶ ἐπάγγελμα
1882ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ, καὶ ὅστις προσυπογράφει αὐτό, ἐὰν γι-
1883νώσκῃ γράμματα. Ὁ κλητὴρ ὀφείλει προσέτι νὰ σημει-
1884ώσῃ ἐπὶ τοῦ κοινοποιουμένου ἐγγράφου τὴν κατὰ τὰ ἀνω-
1885τέρω χρονολογίαν, τὸν τόπον τῆς κοινοποιήσεως καὶ τὸ
1886πρόσωπον, εἰς ὃ τοῦτο παρεδόθη, ἢ τὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ τὸ ἐκόλ-
1887λησε, καὶ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σημείωσιν ταύτην. Ἡ προσβολὴ
1888τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς
1889ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου
1890δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ.
1891Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιού-
1892μενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγ-
1893γέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν.
1894Ἄρθρον 146 (δίς). Ἡ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος ἐξ ἀσυγγνώ-
1895στου ἀμελείας παράβασις τῶν διατάξεων τῶν προηγουμέ-
1896νων ἄρθρων 145 καὶ 146 τιμωρεῖται διὰ χρηματικῆς ποι-
1897νῆς, ἥτις ἐν ὑποτροπῇ δὲν δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τῶν
1898δραχμῶν 50. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει ἐπέρ-
1899χεται αὐτοδικαίως ἔκπτωσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀπὸ
1900τῆς θέσεώς του καὶ ἀνικανότης εἰς ἀνάληψιν οἱασδήποτε
1901δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἡ ποινὴ αὕτη δύναται
1902νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἐκδικάζοντος
1903τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ
1904ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἡ παράβασις, εἴτε παρίσταται ὁ κλητὴρ
1905εἴτε μή. Ἐπιφυλάσσεται δὲ μείζων ποινή, ἐὰν ὑπάρχῃ βα-
1906ρυτέρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου παράβασις, κατὰ παντὸς τῶν
1907ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἄρθροις ὑπευθύνων.
1908Ἄρθρον 163.—Ἡ κοινοποίησις γίνεται κατὰ τὰ ἄρθρα
1909145 καὶ 146 εἰς μὲν τὸν κατηγορούμενον ὀκτὼ τοὐλάχι-
1910στον, εἰς δὲ τοὺς μάρτυρας καὶ πραγματογνώμονας τρεῖς
1911τουλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐν αὐτῇ τῇ κλήσει ὡρισμένης
1912πρὸς ἐμφάνισιν δικασίμου ἡμέρας. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος
1913ἢ ὁ μάρτυς ἢ ὁ πραγματογνώμων κατοικῇ εἰς ἄλλον παρὰ
1914τὸν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου τόπον, προστίθενται ὀκτὼ
1915ἡμέραι, ὁσάκις ὁ τόπος οὗτος εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς περιφε-
1916ρείας τοῦ Δικαστηρίου· ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει προστί-
1917θενται δέκα πέντε ἡμέραι. Αἱ παρεκτάσεις αὗται τῶν προ-
1918θεσμιῶν τηροῦνται καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρ-
1919θρον 145 γινομένων κλήσεων.
1920Ἄρθρον 274. — Ἡ ἐπίδοσις τοῦ ἐγκλητηρίου μετὰ τοῦ
1921περὶ παραπομπῆς βουλεύματος καὶ ἡ κλῆσις τοῦ κατηγο-
1922ρουμένου καὶ τῶν μαρτύρων γίνεται ἐπιμελείᾳ τοῦ παρὰ
1923τοῖς ἐφέταις Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποκαταστα-
1924θέντος Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν κατὰ τοὺς ἐν τοῖς
1925ἄρθροις 145, 146 καὶ 190 § 1 ὡρισμένους τύπους.
1926Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτρο-
1927ποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
1928ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1929§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ
1930διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 9 καὶ 30′.
1931§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 9 καὶ 30′.
1932Μετὰ τὴν διακοπήν.
1933§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἀνα-
1934γινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγι-
1935νώσκει τοῦτο ὁ κ. Γραμματεύς).
1936Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
1937§119Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρὰ τὸν φόρτον, Κύριοι, τῶν δια-
1938τυπώσεων, δι’ ὧν εἶναι βεβαρημένον τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ
1939νομοσχεδίου τὸ ψηφισθέν, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, καὶ
1940δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι
1941ἠγόρευσαν ἐπ’ αὐτοῦ, τοὺς πλείστους, δὲν δύναταί τις ν’
1942ἀρνηθῇ ὅτι ἔχει ἀρετὰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, διότι, καὶ ἂν ἡ
1943πρᾶξις ἀποδείξῃ αὐτὸ δυσεφάρμοστον, ἂν ἀποδείξῃ ὅτι πα-
1944ρεμβάλλονται δυσχέρειαι ἕνεκα τοῦ φόρτου τοῦ ὑπερβολι-
1945κοῦ τῶν διατυπώσεων, πάλιν ὅμως πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι
1946καὶ προσπαθεῖ νὰ διασφαλίσῃ, ἀλλὰ καὶ διασφαλίζει τὴν
1947βεβαιοτέραν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων εἰς τοὺς καλουμέ-
1948νους ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Τὸ σημεῖον ὅμως,
1949εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχε-
1950δίου, εἶναι τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ, καὶ ἰδιαίτατα αἱ διατάξεις
1951αὐτοῦ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὡς εἶ-
1952χεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι τὸ πρῶτον νομοσχεδίῳ, τὸ δικαίωμα
1953τῆς ἀνακοπῆς ὡς ἔχει καὶ ἐν τῷ μεταρρυθμισθέντι νομο-
1954σχεδίῳ τῷ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον
1955δὲν εὑρίσκω διαφοράν τινα μεταξὺ τῆς ῥήτρας, ἥτις ὑπῆρ-
1956χεν εἰς τὸ κατὰ πρῶτον εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, ὅτι δηλ.
1957ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον λόγῳ νομίμου κωλύματος, ἐπα-
1958κολουθούσης τῆς ἐπεξηγήσεως ὅτι νόμιμα κωλύματα εἶναι
1959περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας, καὶ τῆς ἐν τῷ μεταρρυθμι-
1960σθέντι νομοσχεδίῳ ῥήτρας, καθ’ ἣν ὡς λόγοι ἀνακοπῆς ἀνα-
1961γράφονται καὶ ἄλλαι ἀνυπέρβλητοι αἰτίαι, οὐδεμιᾶς δὲ
1962οὐσιώδους, οὐδεμιᾶς κεφαλαιώδους ὑπαρχούσης διαφορᾶς,
1963διαφορᾶς ἡ ὁποία μεταβάλλει τὸ πρώην καθεστὼς ἐπὶ τὸ
1964ἐλαφρότερον, αἱ κατὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου
1965αἰτιάσεις παραμένουσιν ἀμείωτοι. Καὶ τῳόντι, ὅταν ἐν
1966συγκεκριμένῃ περιπτώσει κληθῇ ὁ δικαστὴς νὰ ἀποφανθῇ
1967περὶ τοῦ παραδεκτοῦ μιᾶς ἀνακοπῆς καὶ ἐξαντλήσῃ τὴν
1968ζήτησιν περὶ κωλύματος ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἐξήντλησεν ἤδη
1969ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν ζήτησιν τοῦ ἐξ ἀνυπερβλήτων
1970αἰτίων κωλύματος. Ἀλλά, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι μεταξὺ τοῦ
1971νομίμου κωλύματος τῆς ἀνωτέρας βίας καὶ τοῦ ἐξ ἀνυπερ-
1972βλήτων αἰτίων ὑπάρχει τις σκιώδης, χαώδης διαφορά,
1973δὲν εἶναι ὅμως τοιαύτη, ὥστε νὰ ἡσυχάζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1974νομίζουσιν ὅτι προσβάλλονται σπουδαῖα δικαιώματα τοῦ
1975πολίτου, ὅτι προσβάλλεται κεφαλαιώδης ἀρχὴ τοῦ ποινικοῦ
1976δικαίου, ὅταν δὲν παράσχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατη-
1977γορούμενον νὰ ἀκουσθῇ, ὅταν δὲν δώσωμεν ἰδίως τὸ δικαί-
1978ωμα εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δικάσῃ κρίνων οὐχὶ περὶ συμβα-
1979τικῆς ἀληθείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀληθείας τῆς ὅσῳ τὸ δυνα-
1980τὸν ἐγγυτέρας πρὸς τὴν ἀπόλυτον τοιαύτην, διότι, ἂν ἐν τῷ
1981ἀστικῷ δικαίῳ κρατεῖ ὁ κανὼν τῆς συμβατικῆς ἀληθείας,
1982τὴν ὁποίαν συνομολογοῦσιν οἱ διάδικοι, ἀληθείας τὴν ὁποίαν
1983εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ ὁ δικαστής, ἐν τῷ ποινικῷ
1984ὅμως δικαίῳ ἰσχύει ἡ ἀντίθετος ἀρχή, καθ’ ἣν ἐκζητεῖται
1985ἡ ἀλήθεια ἡ ἀπόλυτος. Πρὸς ταύτην τείνει ἡ ἐνέργεια πρω-
1986τίστως τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ πρὸς ταύτην τείνουσιν ἐπίσης
1987αἱ ἐνέργειαι τῆς τε κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως· ὁ
1988ποινικὸς δικαστὴς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δεχθῇ συμβατικὴν
1989ἀλήθειαν μεταξὺ τοῦ κατηγορουμένου καὶ αὐτοῦ, δὲν δύ-
1990ναται ὁ ποινικὸς δικαστὴς καὶ ἐκ τῆς κρατούσης Ποινικῆς
1991Δικονομίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀϊδίου ἀρχῆς τῆς ἀπορ-
1992ρεούσης ἐκ τῆς φύσεως τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, δὲν δύνα-
1993ται νὰ δεχθῇ ὁμολογίαν τοῦ κατηγορουμένου. Ἡ ὁμολογία
1994τοῦ κατηγορουμένου, καθὼς γνωρίζετε πάντες, ἀποτελεῖ
1995τὴν κατωτάτην βαθμίδα τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ἢ μᾶλ-
1996λον δὲν ἀποτελεῖ ποσῶς ἀποδεικτικὸν μέσον, ἂν μὴ συμβα-
1997δίζῃ καὶ συνδυάζηται πρὸς ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχει
1998πρὸ αὑτοῦ ὁ δικαστής· ὅτε λοιπὸν ἔχομεν ὡς βάσιν τοι-
1999αύτην ἀρχήν, ὅτε ἀναζητοῦμεν ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ
2000τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν, καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον εἰς
2001τὸν πεπερασμένον ἄνθρωπον, ἂν ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀπολύτου
2002ἀληθείας εἶναι θεῖον δῶρον, ὁ δὲ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ
2003προσεγγίσῃ εἰς αὐτό, ζητεῖ ὅμως ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ φθάσῃ
2004ἐγγύτερον, νὰ θίξῃ τὰ κράσπεδα τῆς θείας ἀληθείας,
2005ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ἰδεῶδες τοῦ ποινικοῦ δικαστοῦ, δὲν
2006δικαιούμεθα ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς,
2007πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ παρεμβάλλωμεν μεταξὺ αὐτῆς καὶ
2008τοῦ δικαστοῦ προσκόμματα δικονομικά, καὶ διὰ τοῦτο
2009νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί, ὅταν
2010πρόκειται τοιοῦτον νομοθέτημα νὰ νομοθετήσωμεν, ὅταν
2011πρόκειται νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν δικαστήν, δὲν ὁμιλῶ
2012περὶ τοῦ κατηγορουμένου, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν, λέγω, εἰς τὸν
2013δικαστὴν νὰ ἀσκήσῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτοῦ, καὶ νὰ τὴν
2014ἀσκήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἀπαιτοῦσιν οἱ αἰώνιοι κανόνες οἱ
2015διέποντες τοὺς ποινικοὺς νόμους ὅλου τοῦ κόσμου, ὅταν, λέγω,
2016θέτωμεν τοιαῦτα προσκόμματα, πρέπει μετὰ πολλῆς συνέ-
2017σεως, μετὰ πολλῆς προσοχῆς, πολλῆς περισκέψεως, πολλοῦ
2018φόβου νὰ προχωρῶμεν εἰς τὸ ἔργον, διότι τὸ ἔργον εἶναι
2019κινδυνῶδες. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τί-
2020θενται κανόνες δικαίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν
2021ὑπερτάτην ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σεβώμεθα τοὺς αἰωνίους,
2022τοὺς ἀϊδίους κανόνας τοῦ δικαίου. Πρέπει ἆρά γε ν’ ἀφή-
2023σωμεν ἀχαλίνωτον τὸ στάδιον εἰς τὴν ἀκολασίαν τῶν κα-
2024τηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι ἐκ παντὸς τρόπου ζητοῦσι νὰ ἀπο-
2025φύγωσι τὴν δίκην, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἐρημοδικιῶν των
2026καταφορτώνουσι τὰ Δικαστήρια δι’ ἐπανειλημμένων ἐκδι-
2027κάσεων τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως; Ὄχι, ἀλλ’ ἂν αὐτὸ εἶναι
2028ἀληθές, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρέπει τὰς σκέψεις ἡμῶν νὰ
2029κατευθύνῃ ἡ μέριμνα, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν πληθώραν τῆς
2030ἐπαναλήψεως τῆς αὐτῆς δίκης, πρέπει ἐπίσης ἡ μέριμνα
2031ἡμῶν νὰ εἶναι πολὺ σύντονος, μήτοι ἐν τῇ φροντίδι ἐκείνῃ,
2032εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν ὡς μοναδικὸν σκοπόν, παρί-
2033δωμεν ἄλλας ἀρχάς, τὰς ὁποίας πρέπει πλειότερον νὰ σε-
2034βασθῶμεν. Νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτην πλημμέλειαν ὑπέπε-
2035σεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου· νομίζω ὅτι ὁ κ. εἰση-
2036γητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὡς φάρον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὤφειλε
2037νὰ τείνῃ, ἔθετο τὸ σημεῖον τῆς περιστολῆς τῶν πολλῶν ἐρη-
2038μοδικιῶν, ἀλλὰ παρεῖδεν ἐν τῇ ἀκαθέκτῳ πρὸς τὸ σημεῖον
2039ἐκεῖνο ὁρμῇ του, παρεῖδε τὰ σπουδαῖα δικαιώματα, τὰ
2040ὁποῖα ἔνθεν κἀκεῖθεν καταπατεῖ καὶ παρορᾷ. Εἰς τοῦτο
2041θέλω καλέσει τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Ὅ,τι δὲ καθιστᾷ
2042ἀκόμη προδηλότερον τὸ πλημμελὲς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ
2043ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ὅτι εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν, Κύριοι,
2044ὑπάρχει αὐτόχρημα τοιαύτη διάταξις. Εἰς οὐδεμίαν νομο-
2045θεσίαν, εἶπον, ἂν καὶ δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ προστρέχωμεν εἰς
2046τὰς νομοθεσίας τὰς ξένας, ὁσάκις μάλιστα πρόκειται νὰ
2047νομοθετήσωμεν ποινικὰ νομοθετήματα, διότι ἔχω τὴν γνώ-
2048μην ὅτι αἱ ξέναι νομοθεσίαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς
2049βάσις μελετῶν, ὡς ἀφετηρία σκέψεων, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι
2050ἐπιτετραμμένον νὰ ἀντιγράφωμεν τὰς νομοθεσίας τὰς ξέ-
2051νας, ἵνα τὰς ἐγκαταστήσωμεν παρ’ ἡμῖν, διότι ὅ,τι θὰ ἠδύ-
2052νατο νὰ εἶναι λαμπρὰ διάταξις διὰ τὸν Ἄγγλον, ὅ,τι ἠδύ-
2053νατο διὰ τὸν Ἰταλὸν νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτον, διὰ τὸν Ἕλ-
2054ληνα, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ συνήθισεν οὐδὲ προέκυψεν ἐκ τῆς κοινῆς
2055περὶ τοῦ θεσμοῦ συνειδήσεως αὐτοῦ, δὲν εἶναι πρόσφο-
2056ρον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς εἶπον, οὐ-
2057δαμοῦ τοῦ κόσμου βλέπω κρατοῦσαν. Παρεμφερῆ διάταξιν
2058συναντῶμεν ἐν τῷ Γερμανικῷ κώδικι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ συν-
2059αντῶμεν τὴν καταδίκην τῆς παρεμφεροῦς αὐτῆς διατά-
2060ξεως, καὶ συναντῶμεν τὴν καταδίκην αὐτῆς κατὰ τρόπον
2061τοσοῦτον ἐμφανῶς πείθοντα ἡμᾶς ὅτι ἀπέτυχε καὶ ἐκεῖ
2062ἀκόμη, ὥστε θὰ ἦτο τῳόντι τολμηρὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὁ
2063εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιμένων εἰς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ
2064παρ’ ἡμῖν τοῦ νομοθετήματος. Ἀπέτυχε δὲ κατὰ τοιοῦτον
2065τρόπον, ὥστε ἐκρίθη ἀπαραίτητον νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον,
2066κατὰ τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖται ἡ διάταξις, ἢ μᾶλλον ἀναιρεῖται
2067ἡ αὐστηρότης τοῦ ποινικοῦ Γερμανικοῦ νόμου καὶ γίνεται
2068δεκτὸν ἔνδικον μέσον εἰς τὸν ἀπολειπόμενον κατὰ τὴν δί-
2069κην κατηγορούμενον. Τὴν ἀνάγκην αὐτὴν κατεῖδον ἐν Γερ-
2070μανίᾳ, καὶ τί νομίζετε ἀναγράφουσιν εἰς τὴν δικαιολογητι-
2071κὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐψηφί-
2072σθη, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἡ παρεμφερής, λέγω,
2073οὐχὶ ὁμοία, διάταξις πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου
2074ἡμῶν; Παρετηρήθη, λέγουσιν, ἐν Γερμανίᾳ ὅτι ἡ πρακτικὴ
2075τῶν Δικαστηρίων ποῦ μὲν καθιέρωσε τραχύτητας τοιαύτας,
2076αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὸν Γερμανὸν δικαστὴν νὰ καταργήσῃ
2077τὴν διάταξιν, ποῦ δέ, ἔτι χεῖρον, ἠνάγκασεν ἡ διάταξις
2078αὕτη ἡ ἄσπλαγχνος, ἡ ἀντικειμένη εἰς τὴν αἰωνίαν ἀρχὴν
2079τοῦ ποινικοῦ δικαίου περὶ τῆς προσεγγίσεως πρὸς τὴν ἀπό-
2080λυτον ἀλήθειαν, ἠνάγκασε τὸν Γερμανὸν δικαστὴν νὰ ἀπο-
2081μακρυνθῇ ἐπὶ τοσοῦτον τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὥστε κατὰ
2082τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης νὰ μὴ ἀναγνωρίζη-
2083ται πλέον ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας αὐτῆς. Ἂν τοῦτο
2084ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ, ἂν οἱ Γερμανοὶ δικασταὶ ἠναγκάσθη-
2085σαν νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ κειμένου τοῦ νόμου ἕνεκα τῶν
2086τραχυτήτων, τὰς ὁποίας τὸ κείμενον αὐτὸ δύναται νὰ προ-
2087καλέσῃ κατὰ τῶν κατηγορουμένων, ἂν ἐκεῖ ἐπῆλθε τοιοῦ-
2088τον ἀποτέλεσμα, φαντάσθητε ἂν εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν
2089καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ εἶναι ἀνεκτὸν τὸ νομοθέτημα
2090τοῦτο. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ὡς εἶπον
2091καὶ προηγουμένως, τὴν ἀκολασίαν εἰς τὰς ποινικὰς δίκας,
2092δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ θυ-
2093σιασθῇ ἡ εὐκοσμία ἡ δικαστικὴ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν
2094κατηγορουμένων, ἀλλὰ διαφέρει πολὺ ἡ σκέψις περὶ ἐξευ-
2095ρέσεως τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀκολα-
2096σίαν αὐτήν, διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀναίρεσιν δικαιώματος,
2097τὸ ὁποῖον πλὴν τῶν ποινικῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπά-
2098γεται κατά τινος μὴ ἀκουσθέντος πολίτου, ὁ ὁποῖος πάντως
2099εἶχε δικαίωμα ν’ ἀκουσθῇ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ἐπά-
2100γεται ὅμως καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀδι-
2101όρθωτον. Ὅπως γνωρίζετε, Κύριοι, ἐνώπιον τῶν ποινικῶν
2102Δικαστηρίων εἰσάγονται καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀπαιτήσεις τοῦ
2103ζημιωθέντος. Εἰς τὰς πολιτικὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ζημιωθέν-
2104τος ὁ δικαστὴς εἶναι δεδεσμευμένος· ἐκεῖ δὲν ζητεῖ τὴν
2105ἀπόλυτον ἀλήθειαν. Ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ
2106τῆς Δικονομίας νὰ δεχθῇ τὴν πρόχειρον ἀλήθειαν, ἣν ἐμφα-
2107νίζει τὸ τεκμήριον τῆς μὴ ἀντικρούσεως. Ὁ κατηγορούμε-
2108νος ἀπολείπεται, ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ ἀποτελεῖ, ὡς εἴρηται,
2109ἀλήθειαν διὰ τὸν ποινικὸν δικαστήν, καὶ ἐνῷ καταδικάζεται
2110ὁ κατηγορούμενος ἐρήμην εἰς πέντε ἢ δέκα ἡμερῶν, εἰς
2111ἑνὸς ἢ καὶ πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, συγχρόνως συγκαταδικά-
2112ζεται εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς πολιτικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς
2113τὸν παθόντα δραχμῶν ὁσουδήποτε ποσοῦ, τὸ βάρος τοῦ
2114ὁποίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δύναμιν εἰς ἀπότισιν αὐτοῦ ὑπὸ
2115τοῦ καταδικασθέντος. Καταδικάζεται εἰς χιλίας δραχμὰς
2116ὁ μὴ δυνάμενος ν’ ἀποτίσῃ τὰς χιλίας δραχμάς, ἢ κατα-
2117δικάζεται εἰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς ἕτερος συντριβόμε-
2118νος διὰ τῆς καταδίκης ταύτης ἢ τέλος καταδικάζεταί τις
2119εἰς ποσόν, ὅπερ πάντως δὲν δύναται νὰ ἀποτίσῃ. Ἐναν-
2120τίον, Κύριοι, αὐτῆς τῆς καταδίκης —καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ
2121ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου—, ἐναντίον τῆς
2122ἀμέτρου αὐτῆς καταδίκης, Κύριοι, οὐδὲν φάρμακον ὑπάρ-
2123χει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ οὔτε καὶ δύναται νὰ ἐξευ-
2124ρεθῇ καταφυγή τις ἄνευ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ κρατοῦντος
2125δικονομικοῦ παρ’ ἡμῖν συστήματος. Ἤκουσα, ὅτι πρόκειται
2126νὰ γίνῃ θεραπεία τις πρόχειρος καὶ ἐμπειρική, δὲν γνωρίζω
2127ἀκόμη τὴν θεραπείαν αὐτήν, διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτῆς,
2128οὐδὲ γνωρίζω, ἂν θὰ γίνῃ τοιαύτη. Ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ νο-
2129μοσχέδιον, ὡς ἔχει, καὶ εὑρίσκω, ὅτι, ἐὰν ὅλας τὰς ἀρετὰς
2130τοῦ κόσμου ἔφερε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν εἶχε τὰς πλημ-
2131μελείας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως, τοῦτο
2132τὸ ἀδιόρθωτον ἐλάττωμα αὐτοῦ καὶ μόνου θὰ ἦτο ἱκανόν,
2133ἵνα πείσῃ πάντας, οἱ ὁποῖοι ἀναμετροῦσι τὰς συνεπείας,
2134ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως
2135καταψηφίσωμεν αὐτοῦ.
2136§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀνακοπὴ τί γίνεται;
2137§121Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ. Δὲν ὑπάρχει
2138ἀνακοπή.
2139§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
2140οσύνης). Πλανᾶσθε.
2141§123Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Θὰ ἤμην εὐ-
2142τυχής. (Χειροκροτήματα). Εἶπον ὅτι εὔχομαι νὰ πλανῶ-
2143μαι, διότι ὄντως μία τοιαύτη πλημμέλεια τοῦ νομοσχε-
2144δίου εἶναι ἀκατανόητος, προερχομένη ἀπὸ εἰσηγητὴν μελε-
2145τηρόν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ βλέπῃ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὰ
2146ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαπραγματεύεται, ἀπὸ εἰσηγητήν, ὁ
2147ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ εὐδοκιμώτατα καὶ διαπρεπέ-
2148στατα ἐδικηγόρησεν, ἀπὸ εἰσηγητήν, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἀφορ-
2149μὴν νὰ ἴδῃ πολλάκις στεφομένας ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας
2150ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων τὰς λαμπρὰς αὐτοῦ ἀγο-
2151ρεύσεις, ὅπως εἶδε χειροκροτουμένας τὰς ἄλλας ἐνώπιον τῶν
2152πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ἀπὸ τοιοῦτον εἰσηγητήν, τοιαύτη
2153κεφαλαιώδης πλημμέλεια εἶναι ἀσύγγνωστος τῳόντι, καὶ
2154θὰ μὲ καθίστα εὐτυχῆ ἡ ἀπόδειξις ὅτι πλανῶμαι. Ἀλλὰ
2155δυστυχῶς νομίζω ὅτι δὲν πλανῶμαι, διότι αἱ περιπτώσεις
2156τῆς ἀναποφεύκτου ἐρημοδικίας, ἐὰν ἔχωμεν δικαστὰς θέ-
2157λοντας νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, ἐὰν ἔχωμεν δικαστὰς εὐ-
2158συνειδήτους, ὅπως εὔχομαι νὰ ἔχωμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ
2159ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς στενὰς τοῦ νομοσχεδίου ῥήσεις.
2160Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἔχο-
2161μεν λόγους ἀνακοπῆς, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ ὁ
2162κατηγορούμενος εἰς τὴν ἀνακοπὴν ταύτην, ἐὰν ὅμως ἀπο-
2163λειφθῇ καὶ δὲν ἐμφανισθῇ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσάγεται
2164πρὸς ἐκδίκασιν ἡ ἀνακοπή του, ἐξ οἱουδήποτε κωλύματος,
2165ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθεν ἀνεπανόρθωτος· οὔτε ἀνυπέρβλητος
2166αἰτία, οὔτε ἀνωτέρα βία, οὔτε ἀδυναμία σώζουσι τὸν ἀτυ-
2167χήσαντα. Ἐδῶ εἶναι κεκλεισμένη, Κύριοι, ἡ θύρα, δευτέρα
2168ἀνακοπὴ εἶναι πάντοτε ἀπαράδεκτος. Καὶ ἰδοὺ πάλιν ἀπὸ
2169αὐτὸν τὸν διακεκριμένον εἰσηγητήν, ἰδοὺ πάλιν μία κατάρ-
2170γησις μιᾶς κεφαλαιώδους, μιᾶς μεγάλης ἀρχῆς ἐπίσης τοῦ
2171δικαίου. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν
2172θέτομεν κανόνας δικαίου, ἀλλά, ἐνῷ θέτομεν κανόνας νέου
2173δικαίου, δὲν καταργοῦμεν τοὺς παλαιοὺς καὶ ἰδίᾳ δὲν ἔχο-
2174μεν δικαίωμα νὰ καταργῶμεν τοὺς κανόνας, οὓς ἐθεμελίωσε
2175καὶ ἐστήριξεν ἡ σοφία τῶν αἰώνων, βεβαίως δὲ ἡ σοφία
2176τῶν αἰώνων καθιέρωσε τὸν κανόνα, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς
2177τὰ ἀδύνατα οὐδεὶς ὑποχρεοῦται. Ἀλλ’ οὔτε τὴν ἀδυναμίαν
2178αὐτὴν εὐηρεστήθη ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀνα-
2179γνωρίσῃ. Δευτέρα ἀνακοπή, Κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀπα-
2180ράδεκτος. Ἀπελείφθη ὁ κατηγορούμενος δι’ ἕνα οἱονδήποτε
2181λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνακοπήν, ἀπελείφθη, διότι ἦτο
2182φύσει ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀπελείφθη,
2183διότι εἶχε 40 βαθμῶν πυρετόν, ἀπελείφθη, διότι ἀσθε-
2184νεῖ ἢ ἀπέθανεν ἡ σύζυγός του ἢ ὁ πατήρ του ἢ τὸ τέκνον
2185του, ἀπελείφθη, διότι κατέπεσεν ἡ γέφυρα καὶ δὲν ἠδύνατο
2186νὰ διέλθῃ, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἦτο
2187τὸ Δικαστήριον, ἀπελείφθη, διότι μία θύελλα τὸν παρεκώ-
2188λυσε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀπελείφθη
2189ἀπὸ οἱανδήποτε ἀδυναμίαν· ἡ ἀδυναμία αὐτὴ οὐδεμίαν
2190ἔχει θέσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· εἶναι κεκλεισμένα
2191τὰ ὦτα τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ἀκούσωσιν, ὅτι ἦτο ἀπολύτως
2192ἀδύνατον νὰ ἐμφανισθῇ.
2193Νομοσχέδιον, Κύριοι, λοιπόν, τὸ ὁποῖον περιέχει αὐτὰς
2194τὰς δύο κεφαλαιώδεις πλημμελείας, τὴν πλημμέλειαν τῆς
2195δυσχερεστάτης ἀποδοχῆς τῆς πρώτης ἀνακοπῆς, τὴν πλημ-
2196μέλειαν τοῦ ἀπολύτως ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς,
2197νομίζω ὅτι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἄνευ
2198παραβάσεως τῶν στοιχειωδεστέρων ἡμῶν καθηκόντων καὶ
2199ὡς νομοθετῶν καὶ ὡς πολιτῶν νὰ γένηται δεκτόν. Εἶναι πι-
2200θανὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ψηφίσῃ, ἀλλὰ βε-
2201βαίως δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἡ πλειονοψηφία αὕτη τὴν κοι-
2202νὴν συνείδησιν, δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἡ πλειονοψηφία αὕτη
2203τὰς γνώμας τῆς κοινωνίας, ἃς ὀφείλει διὰ τοῦ κύρους αὑ-
2204τῆς πάντοτε νὰ περιβάλλῃ. (Χειροκροτήματα).
2205Θέλομεν, Κύριοι, λοιπὸν νὰ νομοθετῶμεν, ὅπως νομοθε-
2206τοῦσιν ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου; Δηλαδὴ πρέπει αἱ
2207ἀποφάσεις ἡμῶν νὰ εἶναι τὸ ἀπαύγασμα καὶ ἡ ἀπόρροια
2208τῆς κοινῆς θελήσεως, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ κυροῦμεν καὶ πιστο-
2209ποιοῦμεν; Ἐὰν τοῦτο θέλωμεν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπορ-
2210ρίψωμεν τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ἐδέ-
2211χθημεν τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, καίτοι περιέχει φόρτον
2212διατυπώσεων, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἴσως δυσεφάρμοστον αὐτό.
2213Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἐψήφισα τὸ πρῶ-
2214τον ἄρθρον, ἐψήφισα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μετ’ ἐπι-
2215φυλάξεως, ἀλλὰ θὰ καταψηφίσω τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ.
2216§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφιβόλως, κύριοι Βου-
2217λευταί, τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξάγεται ἤδη
2218ἡ συζήτησις, περιέχει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὴν καρδίαν τοῦ
2219νομοσχεδίου· περιέχει τὰς θεμελιώδεις βάσεις, ἀπὸ τῶν
2220ὁποίων ἀφωρμήθη τοῦτο· περιέχει τὸν θεμελιώδη σκοπόν,
2221τοῦ ὁποίου τὴν πλήρωσιν ἐπιδιώκει.
2222Ἐξετίμησα προσηκόντως τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτί-
2223μου προλαλήσαντος ταύτην τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος·
2224ἐξετίμησα τὴν ἀφετηρίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμήθησαν αὗ-
2225ται καὶ τὰ φιλελεύθερα φρονήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεπνεύ-
2226σθησαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν τούτοις νὰ νομίζω, ὅτι δὲν
2227εἶναι τὸ παράπαν δεδικαιολογημένοι οἱ διατυπωθέντες φό-
2228βοι τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει δῆθεν ἡ προσω-
2229πικὴ ἐλευθερία, τῶν κινδύνων νὰ μείνῃ ἀνυπεράσπιστος
2230ἔστω καὶ μίαν φορὰν ὁ κατηγορούμενος. Διότι ἀναγνωρίζω
2231καὶ ἐγὼ ὅτι, καὶ ἐὰν διὰ μίαν ἔστω φορὰν ὑπῆρχε τοιοῦ-
2232τος κίνδυνος, ἐνδεδειγμένον εἶναι νὰ ληφθῶσι πάντα τὰ
2233προσήκοντα μέτρα εἰς ἀποτροπὴν τούτου καὶ νὰ παρορα-
2234θῶσι σκέψεις ἄλλαι, οἱασδήποτε φύσεως, διὰ νὰ μὴ κινδυ-
2235νεύσῃ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ σκε-
2236φθῇ τις ἄλλως. Ἀντιλήψεις διάφοροι, οἱουδήποτε εἴδους,
2237ἔπρεπε πᾶσαι νὰ ὀπισθοχωρήσωσιν ἀπέναντι τῆς ἀπολύτου
2238προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ ζήτημα ὅμως
2239κεῖται ἐνταῦθα· μήπως ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα, καὶ μή-
2240πως πλανώμενοι ἀνευρίσκομεν κινδύνους ἐκεῖ, ὅπου πρά-
2241γματι δὲν ὑφίστανται τοιοῦτοι, καὶ μήπως ὑπὸ τὴν ἀγα-
2242θὴν πρόθεσιν τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας κινδυνεύομεν
2243νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς τὴν ἐφεστῶσαν ἀκολασίαν.
2244Ὑπεστηρίχθη ὅτι οὐδέποτε νομοθεσία περιέχει διάταξιν
2245τοιαύτην, ὡς πρὸς τὴν ἐρημοδικίαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς
2246ἀνακοπῆς· ὅτι ἡ νομοθεσία ἡ Γερμανικὴ περιέχει μόνον τοι-
2247αύτην διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐπεμελήθησαν ἐκεῖ νὰ κα-
2248ταργήσωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὰς ἀδικίας, ὧν ἐγίνετο πρό-
2249ξενος. Ἐξελέγη, Κύριοι, καὶ ἀπὸ ἄλλου βήματος, ἐξελέγη
2250καὶ ὑπ’ ἄλλων ἐπιστημόνων τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ ἐκ
2251τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, ἵνα πολεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
2252Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τὸ ἐπιχείρημα
2253τοῦτο, ὅτι κυριολεκτικῶς ἔδακον τὸ ἄγκιστρον.
2254§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδάγκασαν.
2255§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς καθιερώθη διὰ
2256τοῦ Συντάγματος ἡ καθαρεύουσα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
2257ὁμιλῶμεν εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν. Θέλω
2258νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ μέγιστον τῶν ἐπιχει-
2259ρημάτων ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τοῦ ὅτι
2260ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ταύτης οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον διατρέ-
2261χει ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ὅτι οὐδεμία ἀδικία ἀπειλεῖται,
2262περιέχει αὐτὴ ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία καὶ νῦν εἶ-
2263ναι ἐν ἰσχύϊ, περιέχουσα διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνα-
2264κοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς περίπτωσιν ἀνωτέρας βίας.
2265Εἶπον ἡμῖν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἀπὸ τοῦ 1898, τὸ
2266ὁποῖον χαρακτηρίζει ὡς τραχεῖαν τὴν διάταξιν ταύτην,
2267εἰσηγεῖται τὴν ἀπὸ ταύτης ἀπομάκρυνσιν καὶ τὴν ἐν τῷ
2268κειμένῳ τοῦ νόμου καθιέρωσιν ἠπιωτέρων ἀρχῶν· τῶν ἀρ-
2269χῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ
2270τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ μετὰ
2271μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν. Ἡ
2272Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία, ἡ ἰσχύουσα καὶ ἤδη, διότι
2273τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1898 ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη, ἔχει ἡλι-
2274κίαν ὑπερτριακονταετῆ· ἐπὶ τοιαύτην σειρὰν ἐτῶν ἰσχύει
2275καὶ ἐφαρμόζεται. Δὲν νομίζετε ἆρά γε, ὅτι μόνον τὸ γε-
2276γονὸς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριακοντα-
2277ετίαν, χωρὶς νὰ παραστῇ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Γερμανικοῦ
2278λαοῦ ἄμεσος ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως
2279ταύτης, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει ἐναρ-
2280γῶς, κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι οὐ-
2281δὲν πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον παρουσιάσθη, ὅτι οὐδεμία
2282συνέβη ἀδικία ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς; Εἶναι δυνατὸν νὰ
2283φιλονεικῶμεν σοβαρῶς, ὅτι ἡ Γερμανικὴ συνείδησις ἠνέχθη
2284τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης συντελούσης ἀδι-
2285κίας, οἵας οἱ ἐνταῦθα ἀντιλέγοντες διατυποῦσιν, ἐπὶ τρεῖς
2286ὅλας δεκαετηρίδας;
2287Τὸ γεγονὸς ὅτι προτείνεται ἤδη ἡ μεταρρύθμισις δὲν
2288ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἀντίληψιν,
2289τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν.
2290Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου προτείνοντος τὴν τροπο-
2291ποίησιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ μόνης. Πρόκειται περὶ
2292νέου κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Εἶναι δ’ εὔλογον,
2293εἶναι εὐνόητον, ὅταν τις ἀνακαθαίρῃ διὰ κωδικοποιήσεως
2294τὴν νομοθεσίαν, νὰ τακτοποιῇ αὐτήν, καὶ διατάξεις, αἱ
2295ὁποῖαι οὐδεμίαν ἀδικίαν παρουσίασαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, νὰ
2296καθαίρῃ ἐπὶ τὸ προσῆκον καὶ νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τὸ ὀρθότερον.
2297Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη καλούμεθα
2298νὰ κρίνωμεν. Καλούμεθα νὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν—
2299ὄχι ἐνδεχόμενον—ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐκτρέψῃ ἡμᾶς εἰς
2300ἀδικήματα, ὄχι εἰς τραχύτητα, διότι, ἂν ἐκτρέψῃ εἰς τρα-
2301χύτητα, ἐγὼ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ στέρξω τὴν τραχύ-
2302τητα, ὅπως ἀνακόψω τὴν ὑφισταμένην ἀκολασίαν. Ἡ ἀδι-
2303κία μόνη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀποφύγω, καὶ ἡ
2304ἀδικία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πάντες ζητοῦμεν νὰ ἀπο-
2305φύγωμεν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ νὰ
2306ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐντεῦθεν ἐν τούτῳ: Διάταξις
2307τοιαύτη, αὐστηροτέρα μάλιστα τῆς νῦν ὑπαρχούσης ἐν τῷ
2308μεταρρυθμιζομένῳ νομοσχεδίῳ, ἐφαρμοσθεῖσα ἐπὶ τόσας
2309δεκαετηρίδας ἐκεῖ, ἔνθα ἡ δικαιολογικὴ ἀντίληψις εἶναι
2310τοσοῦτον ἀνεπτυγμένη, δύνασθε νὰ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι
2311παρουσίασε καὶ ἓν ἀδίκημα, ὥστε νὰ μὴ ἐξεγείρῃ τὴν κοι-
2312νὴν συνείδησιν, ἥτις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον κατάργησιν;
2313§127Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς
2314ἑρμηνείας ἀπὸ τοῦ κειμένου; Διότι ἀπεμακρύνθη τοῦ κει-
2315μένου ἡ ἑρμηνεία.
2316§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2317καιοσύνης). Σᾶς ἐξήγησα. Διότι ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ διατάξεων
2318τοιαύτης φύσεως ἔχει κατ’ ἀνάγκην ἐλευθερωτέραν κίνησιν,
2319ὅπως προσαρμόζῃ εἰς τὸν νόμον τὴν ποικιλίαν τῶν παρα-
2320στάσεων. Θὰ σᾶς εἴπω δ’ ἀμέσως καὶ ἀναλυτικώτερον ποία
2321κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
2322συζητουμένου κειμένου καὶ ἡ σχέσις τοῦ κειμένου τούτου
2323πρὸς τὴν ἑρμηνείαν καὶ πρὸς τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ. Εἶναι
2324ἀδύνατον ἐπὶ τοιαύτης ὕλης τὸ κείμενον τοῦ νόμου νὰ
2325προσαρμοσθῇ ποτε πρὸς τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις, τὰς
2326ἀπείρους καὶ ποικίλας, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ στάδιον κατὰ τὸ
2327μᾶλλον ἢ ἧττον εὐρὺ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἔπρεπε
2328νὰ τεθῇ ὁρισμός τις τοῦ κωλύματος, καὶ ὁ ὁρισμὸς ἐτέθη.
2329Ἐτέθη ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἐξ ἀνω-
2330τέρας μόνον βίας, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ ἡμῶν προσετέθησαν
2331καὶ περιπτώσεις ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων δεδικαιολο-
2332γημένου κωλύματος. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀνωτέρα βία;
2333Καὶ τίνες αἱ περιπτώσεις τῶν ἀνυπερβλήτων αἰτίων;
2334Ὅταν δὲν ἔχητε νόμον καθορίζοντα τί εἶναι ἀνωτέρα βία,
2335τίνα εἰσὶ τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ
2336ὁποῖος θὰ ἀποτελέσῃ τὸν νόμον ἐν τῷ καθορισμῷ; Ποῖος
2337ἄλλος παρὰ ἡ κρίσις τοῦ δικαστοῦ; Ἡ κρίσις ἄρα τοῦ
2338δικαστοῦ καλεῖται ἑκάστοτε, ὁδηγουμένη πλέον ἐκ τῆς
2339νομοθετικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία τοῦτο μόνον τὸν ἐδίδαξε,
2340νὰ εἶναι αὐστηρὸς ἐν τῇ κρίσει τοῦ κωλύματος, νὰ ὑπαγάγῃ
2341τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
2342Δύναται ἑπομένως νὰ εἴπῃ ὁ δικαστής· ἀνωτέρα βία δὲν
2343εἶναι μόνον ἡ φυσική, δὲν εἶναι μόνον οἱ σεισμοὶ καὶ οἱ
2344καταποντισμοί, δὲν εἶναι αἱ τρικυμίαι καὶ αἱ χιόνες· ἀνω-
2345τέρα βία εἶναι καὶ ἡ ψυχική, ἴσως ὑπερτέρα ἐκείνης· ἀνω-
2346τέρα βία εἶναι ἐνίοτε, καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ οἰκονομική.
2347Ἰδοὺ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὡς ἀνωτέ-
2348ραν βίαν καὶ ἰδίᾳ ὡς ἀνυπέρβλητον κώλυμα ἀπουσίας (θό-
2349ρυβος).
2350Παρακαλῶ, ἡσυχεῖτε.
2351§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτά,
2352τὰ ὁποῖα λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος.
2353§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι τὰ λέγει,
2354ἀλλὰ διὰ τὸν θέλοντα νὰ ἀναγινώσκῃ, διὰ τὸν θέλοντα νὰ
2355ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον καὶ ὁ δικαστὴς πάντοτε ἠθέλησε καὶ
2356ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ θελήσῃ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτόν.
2357§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἀνάγνωσιν θὰ γνω-
2358ρίζωσιν ὅλοι οἱ Βουλευταί. Ἀλλὰ δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον
2359αὐτά. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
2360§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θορυβεῖτε. Θὰ ἴδητε
2361ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ οὐσίαν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι
2362ὑμεῖς νομίζετε ὅτι πρὸς τὰς ἰδέας σας δὲν εἶναι ὑπηρετικὸν
2363τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου· ἐγὼ νομίζω ὅτι πρὸς τὰς
2364ἰδέας σας, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ ἐμοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ συμπέσω-
2365σιν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ὑπηρετικὸν τὸ κείμενον τοῦ
2366νομοσχεδίου. Ὅτε, Κύριοι, τὸ κείμενον λέγει ὅτι ἀνακο-
2367πὴν ἐπιτρέπω ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας καὶ ἐξ ἄλλων
2368ἀνυπερβλήτων αἰτίων, νομίζω ὅτι ὑπηρετεῖ τὰς ἀντιλήψεις
2369ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ὅταν
2370προσηκόντως ἐξηγηθῶμεν.
2371Κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, Κύριοι, καὶ τὴν ἡμετέ-
2372ραν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσωσι καὶ οἱ
2373συνεχῶς διακόπτοντες, ἐννοοῦμεν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ
2374νομοσχεδίου νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα
2375καὶ ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ταύτην μόνον ὡς ἀνάγκην.
2376(Ὡραῖα, ὡραῖα). Ἰδοὺ τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρί-
2377ζομεν τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον. Δύο λοιπὸν εἶναι τὰ κύρια
2378σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀγωνιζόμεθα νὰ στρέψωμεν τὴν
2379ἡμετέραν νομοθετικὴν πρόνοιαν· κατάλυσις τοῦ δικαιώμα-
2380τος, ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης. Δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνωρί-
2381σωμεν τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν κα-
2382τηγορούμενον νὰ εἴπῃ: ἐρημοδικῶ, διότι θέλω νὰ ἐρημο-
2383δικῶ· ἐρημοδικῶ, διότι δὲν θέλω νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῆς
2384δικαιοσύνης. Ἀλλὰ θέλομεν πλὴν ταύτης καὶ ὑπὸ ἄλλην
2385ἔποψιν νὰ περιορίσωμεν αὐτόν. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι παρ’
2386αὐτῷ καὶ ὡρισμένοι λόγοι κωλύοντες τὴν ἐμφάνισίν του
2387εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλὰ λόγοι δευτερευούσης σημασίας.
2388Θέλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κατηγο-
2389ρούμενον ὅτι πρέπει οἱ λόγοι οὗτοι νὰ ὑποχωρήσωσι, πρέ-
2390πει νὰ ὑποταχθῶσιν ἐνώπιον τῶν πρώτης σημασίας λόγων,
2391ἐνώπιον τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ὑποταγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν
2392Πολιτείαν. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι κοινωνικοὶ ἢ οἱασδή-
2393ποτε ἄλλης φύσεως λόγοι δευτερευούσης σημασίας, οἱ
2394ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τὸν κατηγορούμενον κατὰ τὰς κοινωνι-
2395κὰς ἢ τὰς παντοδαπὰς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου συνθήκας καὶ
2396ἀντιλήψεις νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ἀξίωσιν
2397ἔχομεν νὰ ὑποτάξῃ τοὺς λόγους τούτους, τὰς ἀνάγκας ταύ-
2398τας εἰς τὸ καθῆκον τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν. Θέλομεν ὑπέρ-
2399τερον τοῦτο, κατωτέρους ἐκείνους. Καὶ μόνον ὅτε ἡ μὴ
2400προσέλευσις προῆλθεν ἐκ λόγων ἐξαιρετικῆς σπουδαιότη-
2401τος, ἐξ αἰτίων κρινομένων ἀνυπερβλήτων, τότε μόνον ἐν-
2402νοοῦμεν νὰ συγχωρήσωμεν ταύτην. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ
2403σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Πολιτεία ἡ ἀξι-
2404οῦσα τὴν προσέλευσιν, καὶ θὰ ἀνακόψῃ τὸ ἄτομον τὸ μὴ
2405προσερχόμενον; Ποῖον τὸ ὅριον τὸ χωρίζον τὰ τοιαύτης ἢ
2406τοιαύτης φύσεως κωλύματα, τίς ἡ διαστέλλουσα ταῦτα
2407γραμμή; Τὸ ὅριον τοῦτο θὰ καθορίσῃ βεβαίως ὁ δικαστής,
2408ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς ἀρχῆς· ἐννοοῦμεν νὰ ἀνα-
2409γνωρίσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ὄχι μόνον τὴν
2410φυσικήν, τὴν προερχομένην ἐξ ὑπερτέρων φυσικῶν αἰτίων,
2411ἀλλὰ καὶ τὴν ἴσην δύναμιν πρὸς ταῦτα πολλάκις ἔχουσαν
2412ἠθικὴν καὶ ψυχικὴν ἀνάγκην. Καὶ ἐξηγοῦμαι διὰ παρα-
2413δειγμάτων. Βεβαίως εἰς περίπτωσιν ἀνωτέρας βίας, ἐκ φυ-
2414σικῶν, ἐξ ὑλικῶν προερχομένης λόγων, εὑρίσκεται ἐκεῖνος,
2415ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ἕνεκα τρικυμίας, ἕνεκα ἀποκοπῆς
2416γεφυρῶν, ἕνεκα ἀσθενείας, ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐκείνων,
2417τῶν ὁποίων μνείαν ἐποιήσατο ὁ ἔντιμος συνάδελφος, νὰ
2418ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ἴσης δυνάμεως, ἂν μὴ
2419ὑπερτέρας, ἀνάγκην ἀποτελεῖ καὶ ἡ ψυχικὴ βία ἐκείνου, ὁ
2420ὁποῖος ἔχει τὸ τέκνον του ἑτοιμοθάνατον ἢ τὸ τέκνον του
2421ἀσθενές, δεόμενον τῆς προστασίας ἐκείνου καὶ μὴ δυνάμε-
2422νον ἄνευ ταύτης νὰ σωθῇ. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης μεγίστης ἐπι-
2423βολῆς οἰκονομικοὶ λόγοι, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις εἶναι ἴση
2424ἐνίοτε πρὸς τὰ φυσικὰ ἐμπόδια, εἶναι ἀνυπέρβλητος. Ἐὰν
2425πρόκειται ὁ καλούμενος νὰ ὑποστῇ οἰκονομικὸν ὄλεθρον, διὰ
2426νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, βεβαίως εὑρίσκεται
2427ἐνώπιον ἀνυπερβλήτου αἰτίου. Ἐὰν πρόκειται προσερχόμε-
2428νος νὰ ὑποστῇ ἄλλους κοινωνικῆς δυνάμεως μεγίστης καὶ
2429ἐπιβολῆς ἐξαιρετικῆς κινδύνους, βεβαίως εὑρίσκεται ἐνώ-
2430πιον ἀνυπερβλήτου αἰτίου, καὶ συνεπῶς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ
2431κειμένου τοῦ νομοσχεδίου.
2432Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ μέτρον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ
2433διακρίνωμεν ἐν τούτῳ τὸ προσῆκον ὅριον; Ποία ἡ γραμμὴ
2434ἡ χωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ κα-
2435λουμένου ὡς μάρτυρος ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ; Ἡ
2436γραμμὴ εἶναι αὕτη. Ἐννοοῦμεν οἱ λόγοι οἱ κωλύοντες τὴν
2437προσέλευσιν νὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς σοβαροὶ καὶ ἐξαιρετικῶς
2438σπουδαῖοι· νὰ εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν
2439νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐκτιμῶντος τὰς κατ’ ἰδίαν περιπτώ-
2440σεις δικαστοῦ ὡς ἀνυπέρβλητοι, καὶ οὕτω νὰ τεθῶσιν ὑπέρ-
2441τεροι, νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνώτεροι τῶν ἀξιώσεων τῆς
2442Πολιτείας. Ἐὰν λόγοι δὲν ὑπάρχωσιν ἢ ἐὰν ὑπάρχωσι λό-
2443γοι δυνάμενοι εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν σχέσεις νὰ θεωρηθῶσι σο-
2444βαροί, δυνάμενοι κατὰ τὰς ἄλλας σχέσεις, κατὰ τὰς δια-
2445φόρους συνθήκας τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου νὰ θεωρηθῶσι καὶ
2446ὡς εὔλογοι, ἐννοοῦμεν νὰ θεωρήσωμεν ἀδικαιολόγητον τὴν
2447μὴ ἐμφάνισιν· διότι ἐννοοῦμεν, ὅπως τοὺς τοιούτους λόγους
2448ὑποτάξωμεν ἐνώπιον τῆς Πολιτείας· ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι νὰ
2449ὑποχωρήσωσιν οἱ λόγοι οὗτοι, αἱ δευτερεύουσαι αὗται ἀνάγ-
2450και, καὶ νὰ ὀρθωθῇ ἡ ἀξίωσις τῆς Πολιτείας, ὅπως ὁ κατη-
2451γορούμενος προσέλθῃ ἐνώπιόν της καὶ δώσῃ λόγον τῶν πρά-
2452ξεών του.
2453Αὗται εἶναι αἱ ἀρχαί, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἠθελήσαμεν
2454νὰ θεμελιώσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθελήσαμεν νὰ
2455καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα· ἠθελήσαμεν
2456πρὸς τούτοις νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀνακοπὴν, καὶ ὅταν
2457προβάλληται στηριζομένη εἰς λόγους καὶ εἰς κωλύματα
2458δευτερευούσης φύσεως. Ἠθελήσαμεν δὲ μόνον νὰ ἀναγνω-
2459ρίσωμεν αὐτὴν ὡς ἀνάγκην ὑπερτάτην, ὡς ἀνάγκην, ἡ ὁποία
2460ἐπιβάλλεται ἀπὸ λόγους ὄχι μόνον φυσικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ
2461λόγους ἠθικῆς, ψυχικῆς, κοινωνικῆς ἢ οἰκονομικῆς φύσεως
2462ἐντελῶς ἐξαιρετικῆς, ἀπὸ λόγους ὑπερτέρους, οἱ ὁποῖοι δύ-
2463νανται νὰ ὑποτάξωσι τὰς ἀξιώσεις τῆς Πολιτείας εἰς τὰς
2464ἀνάγκας τοῦ ἀτόμου. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἡμε-
2465τέρας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπώσεως, οὐδαμῶς δὲ διὰ τῆς
2466τροπολογίας.
2467Τὴν κρίσιν βεβαίως καὶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ὁρίου μεταξὺ
2468τῶν λόγων ἐκείνων, τὴν διαστολὴν μεταξὺ τῆς ὑποχρεώ-
2469σεως καὶ τοῦ δικαιώματος, οὐδεὶς ἄλλος εἶναι δυνατὸν νὰ
2470κάμῃ ἐν τοῖς καθέκαστα ἢ ὁ δικαστής. Ὁ νόμος εἶναι
2471ἀδύνατον νὰ κάμῃ τι πλέον. Δὲν εἶμαι δ’ ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ
2472ὁποῖος θὰ ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς τό-
2473σας ἄλλας περιστάσεις τῆς νομοθεσίας, καθ’ ἃς οἱ κίνδυνοι
2474ἐκτιμῶνται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια.
2475«Κίνδυνοι ἐπικείμενοι καὶ σπουδαῖοι», λέγουσι τὰ κεί-
2476μενα τοῦ νόμου. Τίνες οὗτοι; Τοὺς ἐκτιμᾷ ὁ δικαστής. Καὶ
2477εἰς τὴν ἄμυναν καὶ εἰς τὴν ψυχολογικὴν βίαν καὶ εἰς τόσα
2478ἄλλα σημεῖα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου
2479διάφοροι καθορισμοὶ τοιοῦτοι ἐτέθησαν, δεικνύοντες εἰς τὸν
2480δικαστὴν τὴν κρατήσασαν νομοθετικὴν ἀντίληψιν, καὶ κα-
2481ταλείποντες εἰς τοῦτον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμᾷ τὰς κατ’
2482ἰδίαν περιστάσεις καὶ προσαρμόζῃ ταύτας εἰς τὰς διατά-
2483ξεις τοῦ νόμου.
2484Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· εἶναι δυνατὸν νὰ φαντα-
2485σθῆτέ ποτε ὅτι θὰ εὑρεθῇ δικαστὴς ὑπὸ τοιοῦτον κείμενον
2486τοῦ νόμου, ἐπιτρέπον εἰς αὐτὸν νὰ δέχηται ἀνακοπὴν ἐκ
2487λόγων ἀνυπερβλήτων αἰτίων οἱωνδήποτε, ἅτινα, ἐννοεῖται,
2488οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκονται εἰδικῶς ἀναγεγραμμένα, δέ-
2489χεσθε, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτε δικαστὴς νὰ
2490ἀπορρίψῃ ἀνακοπὴν ἐκτρεπόμενος παρὰ τὴν θέλησίν του
2491καὶ ἐκ νομικῆς ἀνάγκης εἰς ἀδικίαν; Δέχεσθε δηλαδὴ ὅτι
2492εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν νὰ ἔχῃ τὴν
2493συναίσθησιν ὁ δικαστής, ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀνακοπῆς θὰ
2494ἦτο ἀδικία, καὶ ὅμως νὰ κωλύηται ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νό-
2495μου νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἀνακοπήν; Καὶ ἀφοῦ κώλυμα τοι-
2496οῦτον οὐδὲν παρεμβάλλεται, διατί ἀποκρούετε τὴν διατύ-
2497πωσιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ παρέχονται νομοθετικαὶ
2498ὁδηγίαι πρὸς ἐκτίμησιν τῶν λόγων, ὁδηγίαι, αἵτινες θὰ
2499εἶναι σύμβουλος σοφὸς πρὸς τοῦτον, ἵνα προσαρμόσῃ τὰς
2500κατ’ ἰδίαν περιστάσεις καὶ νὰ ἀποτρέψῃ πᾶσαν ἀδικίαν;
2501Μή τις δὲ ἐξ ὑμῶν τολμήσῃ καὶ πάλιν νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ δι-
2502καστὴς θὰ γίνῃ ἐχθρὸς τοῦ κατηγορουμένου· διότι, ἂν ἀπὸ
2503τοιαύτης ἀφορμηθῆτε ἀφετηρίας, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ σώσων
2504τὸν κατηγορούμενον· διότι πάντοτε εἰς χεῖρας τοῦ δικα-
2505στοῦ εὑρίσκεται.
2506§133Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ τὸν δεσμεύσῃ ἡ λέξις «πάντοτε»
2507τὸν δικαστήν.
2508§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου.
2509Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ «πάντοτε». Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς
2510τὴν δευτέραν ἀνακοπήν. Εἶμαι ἤδη εἰς τὴν πρώτην.
2511Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα, ἢ τουλάχιστον κατέ-
2512στησα σαφεῖς τὰς γνώμας μου, πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν
2513ἄσκησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὑπὸ τίνας ὅρους, ὑπὸ τίνας προϋ-
2514ποθέσεις. Ἐὰν οἱ ὅροι οὗτοι καὶ αἱ προϋποθέσεις αὗται
2515εἶναι ἀληθεῖς καὶ συμπίπτωσι πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν, τοῦτο
2516εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συναχθῇ ἐκ τῆς ψηφοφορίας.
2517Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν νομίζω ὅτι δύναταί ποτε
2518νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις τις, εἶναι ὅτι τὸ κείμενον τοῦ
2519νομοσχεδίου οὐδαμῶς παρεμποδίζει τὴν ἐξυπηρέτησιν τοι-
2520ούτων ἰδεῶν καὶ τοιαύτης ἐφαρμογῆς, δὲν εἶναι τουτέστι
2521δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ
2522νομοσχεδίου ὡς ἔχει θὰ ἐμποδίσῃ δικαστήν, θέλοντα νὰ
2523προσαρμόσῃ τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις καὶ νὰ δεχθῇ ἀνα-
2524κοπήν, ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν καὶ θὰ
2525ἐκτραπῇ ἄκων εἰς ἀδικίαν προερχομένην ἐκ τοῦ κειμένου
2526τοῦ νόμου.
2527Θέλω νὰ εἴπω συμπεραίνων ὅτι τὸ κείμενον ἔχει οὕτως,
2528ὅτι ἡ διατύπωσις ἔχει οὕτως, ὥστε παρέχεται εἰς τὴν
2529κρίσιν τοῦ δικαστοῦ στάδιον εὐρὺ νὰ προσαρμόσῃ τὰς
2530ἑκάστοτε περιστάσεις ἀποφεύγων πᾶσαν ἀδικίαν.
2531Ἀλλὰ παρετηρήθη ἄλλο τι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ
2532ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, τί θὰ γίνῃ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προ-
2533λαλήσας, ἡ πολιτικὴ ἀγωγή; Ἐσκέφθη δὲ ὅτι ἐρήμην δι-
2534καζομένου τοῦ κατηγορουμένου θὰ ἐπιδικασθῇ ὡς ὡμο-
2535λογημένη δυνάμει τῆς εἰκαζομένης ἀληθείας ἡ πολιτικὴ
2536ἀγωγή, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ θεσπισθῇ, ὅπως καὶ αὕτη ἐξε-
2537τάζηται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐξ ἐπαγγέλμα-
2538τος. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἐξωδίκως μοὶ ὑπεβλήθη τοιαύτη
2539τις παρατήρησις, ἀναχωρῶν ἀπὸ προϋποθέσεως ἄλλης κατ’
2540ἐξοχὴν θεωρητικῆς ἔκρινα ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον, ἵνα
2541τὸ τεκμήριον τῆς ὁμολογίας καταργηθῇ ἐν τοιαύτῃ περι-
2542πτώσει καὶ ἐξετάζωνται ἐξ ἐπαγγέλματος ὑπὸ τοῦ δικα-
2543στοῦ καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀποζημιώσεις. Παρατηρῶ ὅμως ἐξ
2544ὅσων εἶπεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ θεωρητικὴ
2545αὕτη κρίσις ἄλλον ἔχουσα σκοπὸν καὶ ἄλλην ἀξίαν δὲν ἦτο
2546ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνέπνεε καὶ τοῦτον τὸν ὑποβαλόντα τὴν πα-
2547ρατήρησιν. Οὗτος φαίνεται φοβούμενος ὅτι διὰ τοῦ νομοσχε-
2548δίου ἐπιγίγνεται ἀδικία εἰς τὸν κατηγορούμενον εἰς τὰς πο-
2549λιτικὰς ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων καθώρισε τὸ ποσόν, καὶ
2550δὲν εὗρε τρόπον ἀποτροπῆς τοῦ κινδύνου τούτου, ἂν ψηφι-
2551σθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐνῷ παραδόξως τὸν κίνδυνον τοῦτον
2552δὲν ἐφάνη φοβηθείς, τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
2553προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ κατηγορουμένου.
2554§135Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶπον ὅτι δύναται
2555τέλος πάντων νὰ θεραπευθῇ ἐκεῖνος.
2556§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, ἐὰν οὗτος θερα-
2557πεύηται, ὁμοίως καὶ συγχρόνως θεραπεύεται καὶ ἐκεῖνος. Ἐὰν
2558ὑπάρχῃ τις κίνδυνος νὰ δικασθῇ ἀναπολόγητος ὁ κατηγο-
2559ρούμενος, ἐὰν τρέξῃ κίνδυνον ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ἐλευθε-
2560ρία, ὁ κίνδυνος βεβαίως οὗτος εἶναι θεωρητικῶς τοὐλάχι-
2561στον μεγαλείτερος ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον θὰ διατρέξῃ
2562ἡ ἐπιδίκασις τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς.
2563§137Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μὲ τὴν ἑξῆς διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν
2564περίστασιν τῶν πολιτικῶν ἀποζημιώσεων ὁ δικαστὴς εἶναι
2565ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἀγωγήν, ἐνῷ ἐρευνῶν τὴν ἀγω-
2566γὴν καὶ μὴ γνωρίζων ὅλα τὰ περιστατικὰ δὲν θὰ κατα-
2567λήξῃ εἰς συμπέρασμα εὐνοϊκώτερον.
2568§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι ἡ κρίσις καὶ
2569τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς ταύτην ὁ δικαστὴς ὡς
2570πρὸς τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, συμφέρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ
2571συνεφέλκεται καὶ τὴν τύχην τῆς ἀστικῆς ἀγωγῆς. Διότι,
2572ἂν ὑποτεθῇ ὅτι οὑτωσὶ ἐξετάζων ὁ δικαστής, καὶ ὀφείλει
2573οὕτω νὰ ἐξετάσῃ, τὰ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς καταλήγει εἰς
2574τὸ συμπέρασμα τῆς ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου, φρο-
2575νεῖτε ὑμεῖς ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν;
2576§139Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τί νὰ ἀθωώσῃ;
2577§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι ἐδι-
2578κάσθη ὁ κατηγορούμενος, ἀποδειχθείσης τῆς ἐνοχῆς του καὶ
2579δι’ ἔλλειψιν ἀντιρρήσεων ἐπεδικάσθη ἡ πολιτικὴ ἀγωγή·
2580σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀνακοπῆς; Μήπως ἡμεῖς
2581ἐνταῦθα ἀπεκρούσαμεν τὴν ἀνακοπήν; Ἀπεκρούσαμεν αὐ-
2582τὴν διὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας σπουδαίως τυγ-
2583χάνει δικαιολογημένη; Βεβαίως ὄχι. Ὁ κατηγορούμενος
2584ἄρα, ὅπως καὶ διὰ τὴν κατηγορίαν, οὕτω καὶ διὰ τὴν πολι-
2585τικὴν ἀγωγὴν οὐδαμῶς ἀδικεῖται. Διότι περὶ ἀμφοτέρων
2586εἰδοποιεῖται ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὅτι, ἂν δὲν προσέλ-
2587θῃ, θὰ δικασθῇ ἐρήμην καὶ καταδικαζόμενος εἰς τὴν δη-
2588μοσίαν ποινὴν θὰ καταδικασθῇ καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζη-
2589μιώσεις. Θὰ ἔχῃ δὲ δικαίωμα ἀνακοπῆς τῆς ἀποφάσεως
2590διὰ τε τὴν ποινὴν καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις, μόνον ἂν
2591ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν δίκην. Ἐν
2592ἄλλαις λέξεσιν ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι καὶ διὰ τὴν ποινικὴν
2593καὶ διὰ τὴν μετ’ αὐτῆς συνεκδικαζομένην πολιτικὴν ἀγω-
2594γὴν δικαίωμα αὐτὴ ἡ ἀνακοπή. Γνωρίζει δὲ ὁ κατηγορού-
2595μενος ὅτι, καὶ διὰ νὰ δικάσῃ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις,
2596πρέπει νὰ προσέλθῃ, καὶ τότε δικαιοῦται νὰ μὴ προσέλθῃ,
2597ὅταν ἔχῃ σπουδαῖον καὶ ἀνυπέρβλητον λόγον. Ἐὰν τοιοῦ-
2598τον λόγον δὲν ἔχῃ καὶ προσέλθῃ, ἰδοὺ ὅτι κατ’ ἀντιμο-
2599λίαν θὰ δικασθῇ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν καὶ ἰδιωτικὴν ἀγω-
2600γὴν καὶ θὰ ἀκουσθῇ. Ἐὰν σπουδαῖον ἔχῃ λόγον νὰ μὴ
2601προσέλθῃ, οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι ἀνακόπτων τὴν ἐρή-
2602μην ἀπόφασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταδίκην εἰς δημοσίαν
2603ποινήν, συνανακόπτει ταύτην καὶ διὰ τὴν ἀστικὴν ἀγωγήν.
2604Καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λειτουργήσωσι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ
2605ἀνακοπή του ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ποινήν, θὰ εἶναι λό-
2606γοι συλλειτουργοῦντες καὶ διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀνακο-
2607πῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Δὲν βλέπω
2608ἑπομένως τοὺς προβληθέντας κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται
2609ἀλλαχοῦ νὰ ὁδηγήσωσι· δὲν βλέπω τοὺς κινδύνους, τοὺς
2610ὁποίους ἀνευρίσκει ὁ κ. συνάδελφος.
2611§141Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κίνδυνος εἶναι εἰς τὴν δευτέ-
2612ραν ἀνακοπήν.
2613§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὸ εὔλογον
2614τῆς παρατηρήσεώς σας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐξετάσω,
2615ὅταν φθάσω ἐκεῖ. Ἐν τούτοις πρὸς στιγμὴν ἀνοίγω μίαν
2616παρένθεσιν, ἵνα ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν παρατήρησίν σας· μοὶ
2617εἶναι δὲ ἡ διακοπή σας κατ’ ἐξοχὴν χρήσιμος, διότι ἀπο-
2618δεικνύει ὅτι ἱκανὰ εἶναι τὰ λεχθέντα περὶ πρώτης ἀνακο-
2619πῆς· καὶ ὑμεῖς ὁ τοσαύτην πεῖραν ἔχων, ὁ τοσαῦτα κατὰ
2620τοῦ νομοσχεδίου εἰπών, ὁμολογεῖτε ἤδη ὅτι δὲν διαβλέπετε
2621κίνδυνόν τινα εἰς τὴν πρώτην ἀνακοπήν.
2622Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, τὴν ὁποίαν
2623ἀξιοῦσί τινες νὰ ἐπιτρέψωμεν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι καὶ αἱ γε-
2624νόμεναι ἐν τούτῳ παρατηρήσεις, παρὰ τὴν σπάνιν τῶν κιν-
2625δύνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεδείχθησαν, εἶναι ἄξιαι λόγου καὶ δέον
2626νὰ ἐρευνηθῶσιν. Ἡ σπάνις τῶν περιπτώσεων καὶ ἡ σπάνις
2627τῶν κινδύνων εἶναι αὐτόφωρος. Δύναταί τις ἴσως ἐξωθῶν
2628τὰς σκέψεις του νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀμφίβολον, ἄν ποτε τύχῃ
2629νὰ ἐμφανισθῇ κίνδυνος καὶ δευτέρας ἐρημοδικίας δεδικαιο-
2630λογημένης κατὰ τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου.
2631Δὲν θέλω ὅμως διὰ τούτου νὰ εἴπω ὅτι εἶναι καὶ ἀδύνα-
2632τος· ἀρκεῖ δὲ ἀληθῶς νὰ μὴ εἶναι ἀδύνατος, ἵνα ἐμβάλλῃ
2633εἰς σκέψεις καὶ μερίμνας, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχει τρόπος
2634νὰ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος, ὁσονδήποτε σπάνιος καὶ ἂν εἶναι
2635καὶ μεμακρυσμένος. Τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζω πληρέστατα, καὶ
2636ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελέ τις μὲ πείσει ὅτι κίνδυνος τοιοῦτος,
2637ἔστω σπανιώτατος, ἐντελῶς ἐξαιρετικὸς καὶ μεμακρυσμέ-
2638νος, δύναται νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἀναπότρεπτος, ἐνδεδειγμένον
2639εἶναι νὰ εὕρωμεν τρόπον ἀποτροπῆς αὐτοῦ καί, ἂν τοιοῦτον
2640δὲν εὕρωμεν, νὰ ἐπιτρέψωμεν δευτέραν ἀνακοπήν. Θὰ μοὶ
2641ἐπιτραπῇ ἐν τούτοις νὰ νομίζω ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος ἀνα-
2642πότρεπτος δὲν ὑφίσταται. Ἔχομεν ψηφίζοντες τὸν νόμον
2643τοῦτον σπανιωτάτας τὰς περιπτώσεις τῆς ἐρημοδικίας, ἄρα
2644σπανιωτάτας τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνακοπῆς. Ἔχομεν τοὺς
2645ἀνακόπτοντας, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ ὁποῖοι κατὰ
2646τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑποχρεωθῶσιν, ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν εἶναι,
2647ὅπως προσέλθωσιν εἰς συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς τὴν πρώτην
2648συνεδρίασιν μετὰ 15 ἢ μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συντάξεως
2649τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ ἐρωτῶσιν· ὁσονδήποτε σπάνιαι καὶ ἂν
2650ὦσιν αἱ περιστάσεις, εἶναι ἆρά γε ἀδύνατον μεταξὺ τῶν σπα-
2651νίων περιστάσεων νὰ ὑπάρξῃ καὶ δεύτερος βαθμὸς σπάνεως,
2652καὶ νὰ μὴ συμβῇ κάτι τι εἰς τὸν ἀνακόψαντα κατὰ τὸ
2653μεσολαβοῦν διάστημα τῶν 15 ἢ 20 ἡμερῶν, μεταξὺ τῆς
2654ἐνασκήσεως τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐκδικάσεως αὐτῆς, καθι-
2655στῶν ἀδύνατον τὴν προσέλευσίν του; Ἀδύνατον δὲν εἶναι.
2656Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προσέθετον ὅτι, καὶ δικαίωμα πρὸς δευ-
2657τέραν ἀνακοπὴν ἐὰν δώσητε, πάλιν ἀδύνατον δὲν εἶναι νὰ
2658συμβῇ τὸ αὐτό. Ἀδύνατον δὲν εἶναι ὁ κατηγορούμενος φυ-
2659λακισμένος ὢν νὰ ἀσθενήσῃ λ. χ. καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ
2660προσέλθῃ. Ἀδύνατον δὲν εἶναι νὰ συμβῇ τοῦτο καὶ δὶς καὶ
2661τρὶς καὶ δεκάκις. Πρέπει λοιπὸν διὰ τοιαύτας ἀπολύτως
2662μοναδικὰς καὶ ἐξεζητημένας περιστάσεις νὰ ἱδρύσωμεν
2663δέκα ἀνακοπάς; Ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέ-
2664τρον ἀποτροπῆς τοῦ τοιούτου κινδύνου τοῦ εἰς σπανιωτάτας
2665περιστάσεις δυναμένου ἴσως νὰ ἐμφανισθῇ; Ἡμεῖς νομίζο-
2666μεν ὅτι ὑπάρχει προχειρότατον ἐκ τῆς κειμένης νομοθε-
2667σίας, μέτρον οὐχὶ ἄγνωστον ἤδη καὶ ἐκ τῆς καθ’ ἡμέραν
2668ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς παρορῶμεν. Πρέπει τάχα
2669νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ διάταξις τῆς ποινικῆς δικονομίας
2670τοῦ ἄρθρου 339, ἥτις ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδαμῶς με-
2671ταβάλλεται, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν προθεσμίαν τῆς συζητή-
2672σεως τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι διάταξις δυνητική; Ἡ διάταξις
2673τοῦ ἄρθρου 339 τῆς ἰσχυούσης δικονομίας λέγει ὅτι ἡ ἀνα-
2674κοπὴ δικάζεται τὴν πρώτην εἰς τὴν προσεχῆ ἐν τῷ ἀκροα-
2675τηρίῳ συνεδρίασιν. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἡ μεταρ-
2676ρυθμίζουσα ταύτην ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ὁρίζει ὅτι δι-
2677κάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέρας. Ἐρωτῶ·
2678διατί νὰ ἐγερθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἰς τὴν συνείδησιν
2679οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν παρακολουθοῦντος ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ
2680πράγματα ἢ ἑρμηνεύοντος τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὅτι ἡ
2681διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὡς εἶναι καὶ εὐλόγως ἐθεω-
2682ρήθη ἀείποτε, καὶ τῆς δικονομίας ἀντίστοιχος ἁπλῶς δυνη-
2683τικὴ καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰς καταδιωκτικὰς ἀρχὰς
2684καὶ τὰ Δικαστήρια; Καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Εἰσαγ-
2685γελεῖς ὁσάκις εὑρεθῶσιν οὐχὶ ἀπέναντι τοιαύτης περιστά-
2686σεως διὰ τὸν ἀνακόπτοντα ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, τὴν
2687ὁποίαν ἡμεῖς ὑπολαμβάνομεν, ἀλλὰ καὶ ὀλιγώτερον σοβα-
2688ρᾶς καὶ σπουδαίας, δὲν εἰσάγουσι τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰς
2689ἀνακοπὰς εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς συζήτησιν εἰς ταύτην
2690τὴν δικάσιμον, ἀλλ’ εἰς ἑτέραν ὁριζομένην διὰ νέας κλή-
2691σεως; Καὶ ἀφοῦ τοιοῦτον εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου, καὶ
2692ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ εὐχέρεια τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς,
2693ἐρωτῶ ὑμᾶς· πείθεσθέ ποτε, ὅτι εἰς μίαν σπανιωτάτην πε-
2694ρίπτωσιν καὶ τόσῳ ἐξαιρετικὴν περίστασιν, ἥτις ἤθελεν ἐμ-
2695φανισθῆ εἰς τὸν ἀνακόψαντα κατηγορούμενον, ἀδυνατοῦντα
2696νὰ προσέλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του, πείθεσθε
2697ὅτι ἡ περίστασις αὕτη, φερομένη ὁπωσδήποτε εἰς γνῶσιν
2698τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Δικαστηρίου, εἴτε ὑπὸ τοῦ δικηγό-
2699ρου τοῦ ἀνακόψαντος κατηγορουμένου, εἴτε ὑπ’ αὐτοῦ τού-
2700του, εἴτε ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου, δύνασθε σπουδαίως ποτὲ
2701νὰ πεισθῆτε ὅτι θὰ ἀρνηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀποσύρῃ καὶ
2702νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς
2703συζήτησιν;
2704§143Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀρ-
2705νηθῇ νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
2706§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει
2707ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ γνώμη του αὕτη
2708εἶναι σεβαστή, ἀλλ’ ἀντιτίθεται πρὸς τὴν σταθερὰν καὶ
2709ὀρθὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον 339 τῆς
2710Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν σταθερὰν ἐφαρμογήν, ἥτις
2711ἐγένετο μέχρι τοῦδε.
2712Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἂν τὸ ἐφήρμοσαν ἢ οὐ πάντοτε
2713οἱ Εἰσαγγελεῖς· ἐξετάζω ὅμως τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς πλὴν
2714τῆς μεμονωμένης γνώμης τοῦ κ. συναδέλφου δύναται νὰ
2715φιλονεικήσῃ, ὅτι ἡ διάταξις ἐθεωρήθη καὶ εἶναι πάντοτε
2716δυνητική. Ἔχουσιν ἑπομένως τὴν εὐχέρειαν οἱ Εἰσαγγελεῖς
2717νὰ μὴ εἰσάγωσι πρὸς συζήτησιν τὰς ἀνακοπὰς ταύτας.
2718Καὶ ὅτε ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν εὐχέρειαν ταύτην,
2719ἐρωτῶ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις, ὅτι περίπτωσις
2720τοιαύτη γνωστὴ ἁπλῶς γενομένη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δὲν
2721θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
2722μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπήν;
2723§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν τὴν εἰσαγάγῃ;
2724§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο πάλιν ἐάν· ἐγὼ οὐ-
2725δέποτε φαντάζομαι τοῦτο, ἔχων μάλιστα ὑπ’ ὄψει μου τὰ
2726μέχρι νῦν δεδομένα, οὐ μόνον ἐν ποινικαῖς, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ
2727ἐν ἀστικαῖς δίκαις. Διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι περιστά-
2728σεις ὑπῆρξαν πολλαί, καθ’ ἃς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν εἶ-
2729χον τὰ Δικαστήρια νὰ δικάσωσιν εἰσαγομένας ἀνακοπάς,
2730ἐρήμην τῶν ἀνακοπτόντων ἀστικὰς διαφοράς, καὶ ὅμως
2731ἐξ αὐτοβούλου καὶ οὐχὶ νομίμου, ἀλλὰ προσηκούσης καὶ συνε-
2732τῆς μερίμνης πρὸς παραφυλακὴν τῶν ἰδιωτικῶν δικαίων,
2733ἀπέσχον νὰ δικάσωσι πολλάκις τὰς ἀνακοπὰς, καὶ ὑπέ-
2734δειξαν εἰς τοὺς διαδίκους νὰ ἀποσύρωσι ταύτας. Ἀλλά, ἐὰν
2735τοῦτο σπανίως συνέβη εἰς ἀστικὰς διαφοράς, ἐρωτῶ ὅσους
2736προσήγγισαν τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, ἂν δὲν γνωρίζουσι
2737μυρίας περιστάσεις οὐχὶ τόσον σοβαράς, ἀλλὰ πολὺ ὀλι-
2738γώτερον, καθ’ ἃς εἴτε οἱ Εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ ἀπέσυραν, εἴτε
2739αὐτὰ ταῦτα τὰ Δικαστήρια ὑπέδειξαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς
2740νὰ ἀποσύρωσι τὰς εἰσαχθείσας δικογραφίας.
2741§147Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα· τιμω-
2742ροῦνται.
2743§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πεπλανημένη ἀντί-
2744ληψις τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι
2745δυνητικὴ ἡ διάταξις αὕτη.
2746§149Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐννοεῖτε κατηγορουμένους κατοικοῦν-
2747τας ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου καὶ δυναμένους νὰ κατα-
2748στήσωσι γνωστὰ τὰ γεγονότα ταῦτα εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς.
2749Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ διὰ κατοικοῦντας μακρὰν τῆς ἕδρας;
2750§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι προ-
2751χειροτάτη. Ἐν πρώτοις ὁ ἀνακόψας κατηγορούμενος, ὁ γνω-
2752ρίζων ὅτι ἡ ἀνακοπή του δικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον
2753μετὰ 15 ἡμέρας, δύσκολον εἶναι νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν θὰ
2754διώριζε συγχρόνως καὶ τὸν δικηγόρον του, ὅστις θὰ παρα-
2755κολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἐγένετο,
2756φρονεῖτε σπουδαίως ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Εἰσ-
2757αγγελεὺς περὶ τοῦ συμβάντος εἰς τὸν ἀνακόπτοντα; Νο-
2758μίζετε ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, εἴτε δι’
2759ἐπιστολῆς, εἴτε διὰ τηλεγραφήματος, εἴτε διὰ δικηγόρου
2760νὰ καταστήσῃ γνωστὸν τὸ κώλυμα; Φρονεῖτε ὅτι τοιαύτη
2761δυσκολία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ, ὥστε νὰ καταστῇ
2762ἀδύνατος ἡ συνεννόησις πρὸς τὸ Δικαστήριον; Αὐτὸ φαντά-
2763ζεσθε;
2764§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀκριβῶς.
2765§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
2766νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαύτας διαρκεῖς ὑποψίας καὶ ἐκζητήσεις
2767περιστάσεων, αἵτινες οὐδαμοῦ φαίνονται στηριζόμεναι, δὲν
2768δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὑπὸ τοι-
2769ούτους φόβους καὶ ὑπὸ τοιαύτην συρροὴν περιστάσεων, ἀσυλ-
2770λήπτων καὶ εἰς τὴν φαντασίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ θεμελι-
2771ώσητε κείμενα νόμων. Ἐν ᾧ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἣν
2772ἀνέπτυξα ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος
2773δικαιολογῶν ἰδίαν νομοθετικὴν πρόνοιαν, εἰς θεμελίωσιν μά-
2774λιστα δευτέρας ἀνακοπῆς. Καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην,
2775ἐν παρόδῳ λέγω τοῦτο, σκεπτόμενος τὴν περίστασιν, καθ’
2776ἣν ἤθελε τυχὸν γίνει νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον,
2777εἶχον σκοπὸν νὰ καταστήσω δήλην εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς
2778ἀρχὰς καὶ δι’ ἰδίας ἐγκυκλίου νὰ ὑποδείξω τὴν δυνητικὴν
2779διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, νὰ ὑποδείξω τὴν μέχρι τοῦδε
2780ἐφαρμογὴν καὶ νὰ ὑποδείξω ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ
2781τὴν ὁποίαν ἤθελεν εἰσαχθῆ ἡ ἀνακοπὴ καὶ δὲν παρίσταται
2782ὁ κατηγορούμενος, πρέπει ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ὁδηγὸν
2783ἔχουσα ταύτην τὴν διάταξιν καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς δευτέρας
2784ἀνακοπῆς, νὰ σκεφθῇ, ὅπως μὴ εἰσαγάγῃ ταύτην. Διότι φυ-
2785σικὸν εἶναι ἡ σκέψις ὅτι, διὰ νὰ μὴ παρίσταται ὁ ἀνακό-
2786ψας κατηγορούμενος, ἐνῷ ἀπειλεῖται ὑπὸ τοῦ ἀπαραδέ-
2787κτου δευτέρας ἀνακοπῆς, εἶναι ἰσχυρὸν τεκμήριον ὅτι κώ-
2788λυμά τι βεβαίως ὑπάρχει καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν ἀκόμη
2789δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα, οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ ἡ καταδιωκτικὴ
2790Ἀρχὴ καὶ ἡ Πολιτεία, ἂν ἀποσύρῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀνα-
2791κοπῆς.
2792§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐγκυκλίου θὰ ἀνατρέψητε
2793τὸν νόμον;
2794§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας,
2795κύριε Βουλευτά· ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀναχωρεῖτε ἀπ’ ἀντιθέτου
2796ἐκδοχῆς, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀποδίδετε ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν εἰς
2797τὴν διάταξιν, βεβαίως ἔχετε λόγον νὰ πιστεύητε ὅτι ἡ ἐγ-
2798κύκλιος δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
2799§155Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι θὰ εἶναι ἐγκύ-
2800κλιος ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον.
2801§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς σκέπτεσθε, ἀνα-
2802χωροῦντες ὅμως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶ-
2803ναι οἵαν ὑμεῖς φρονεῖτε, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι
2804ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη, οἵα ἐδόθη μέχρι τοῦδε
2805ὑπὸ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη πάντοτε ὑπὸ τῆς ἐφαρ-
2806μογῆς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι διάταξις δυνητικὴ οὐδέποτε ὑπο-
2807χρεώσασα τοὺς Εἰσαγγελεῖς· καὶ ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς τρίβων
2808τῶν δικαστικῶν πραγμάτων ἰσχυρίζεσθε τοιαῦτα.
2809§157Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω ὅμως καὶ ἀνάγνωσιν καὶ
2810ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον.
2811§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι δύσκολον
2812ἐνίοτε· καὶ ἡ ἀνάγνωσις εἶναι δύσκολος.
2813§159Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, μίαν
2814διακοπήν;
2815§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
2816§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι ἡ διάταξις περὶ εἰσαγωγῆς τῆς
2817ἀνακοπῆς πρὸς συζήτησιν εἶναι δυνητικὴ συμφωνῶ.
2818§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούετε, κύριε Μπακό-
2819πουλε;
2820§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ δὲν θὰ λάβῃ γνῶ-
2821σιν τοῦ κωλύματος τοῦ κατηγορουμένου ἢ θὰ λάβῃ γνῶσιν
2822ἔκ τινος ἀνακοινώσεως. Ἂν δὲν λάβῃ γνῶσιν τοῦ κωλύμα-
2823τος....
2824§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τοῦτο εἶναι
2825δυσκολώτατον νὰ τὸ ὑποθέσητε. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους καὶ ἄν
2826ποτε συμβῇ, ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαίως καὶ ἐξ ἰδίας πρωτο-
2827βουλίας, σκεπτόμενος ὡς ὑπέδειξα ἤδη, πεποίθησιν ἔχω ὅτι
2828ἀσκῶν τὸ δικαίωμά του δὲν θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν
2829μὴ ἐμφανιζομένου τοῦ ἀνακόπτοντος.
2830§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς; πῶς;
2831§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν νομίζητε ὅτι ὀφείλει
2832νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐκ τοῦ νόμου, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμέ-
2833νον ὑπὲρ ὑμῶν, Κύριοι. Ἀλλά, ἂν θεωρῆτε, ὡς ἐγώ, τοῦτο
2834δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως, πρέπει νὰ δεχθῆτε ὅτι σωφρό-
2835νως θὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ.
2836§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν δικαιολογεῖ-
2837ται ἀπὸ τὸ ἄρθρον τὸ δυνητικόν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ εἰσα-
2838γάγῃ τὴν ἀνακοπὴν πρὸς συζήτησιν τὴν πρώτην δικάσιμον
2839μετὰ 15 ἡμέρας, ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐμφανισθῇ· ἡ
2840διάταξις λέγει: ἀπορριπτομένης τῆς ἀνακοπῆς ὡς ἀνυπο-
2841στηρίκτου, ἂν δὲν ἐμφανισθῇ τις νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, ἡ ἀνα-
2842κοπὴ ἀπορρίπτεται. Θὰ γίνῃ τί λοιπόν; Ὁ Εἰσαγγελεὺς
2843ἀπαλλασσομένου τοῦ κατηγορουμένου θὰ τὴν ἀποσύρῃ ἐπὶ
2844μόνῃ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου; Ἂν τοῦτο ὑποστηρί-
2845ζητε ὡς εἰσηγητής.....
2846§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αὐτὸ ὑποστη-
2847ρίζω, οὐχὶ ὡς συναγόμενον ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὡς ἐνδει-
2848κνυόμενον ἐκ τῆς προσηκούσης ἀντιλήψεως ἐν τῇ διώξει
2849τῆς κατηγορίας.
2850§169Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε ἐγὼ ὄχι μόνον συμφωνῶ μαζί σας
2851διὰ τὰς ἄλλας διατάξεις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἀλλὰ καὶ
2852δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι δίδεται κἄτι πλέον εἰς τοὺς κα-
2853τηγορουμένους ἀπὸ ὅ,τι εἶχον ἕως τώρα.
2854§170Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι
2855δυνητικὴ ἡ διάταξις, καὶ δικαιοῦται νὰ τὴν ἀποσύρῃ καὶ
2856ὅτι βεβαίως θὰ τὸ πράξῃ μὴ ἐμφανιζομένου τοῦ κατηγο-
2857ρουμένου. Αὐτὸ ὑποστηρίζω μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην, τὴν
2858ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τις ὑποστηρίζων γνώμας ἀπὸ ὑψη-
2859λῆς θέσεως.
2860§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάμετε τοιαύτην ἐγκύκλιον;
2861§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προ-
2862εξοφλήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς; Ἴσως παρεξηγήθην· νο-
2863μίζω ὅμως ὅτι σαφῶς ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐσκέ-
2864φθην ἁπλῶς νὰ πράξω τοῦτο, ἄν ποτε ἤθελε καταστῆ νό-
2865μος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον.
2866§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι περὶ τῆς
2867ἰσχυούσης διατάξεως τῆς Δικονομίας ἐκάμετε τοιαύτην
2868ἐγκύκλιον.
2869§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεράτωσα, κύριοι Βου-
2870λευταί, τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω. Ἂν
2871ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς δευτέρας ἀνα-
2872κοπῆς, ἔπραξα καὶ πράττω τοῦτο ἀφορμώμενος ἀπὸ τῆς
2873ἀφετηρίας ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ὑπὸ τοι-
2874αύτας προϋποθέσεις καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἐκδοχὰς εἶναι ἀδύ-
2875νατον νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀδικίας, ὅτι αἱ σπανιώταται περι-
2876στάσεις, καθ’ ἃς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη
2877ταύτης, θεραπεύονται ἐπαρκῶς διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν
2878ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς.
2879Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: διατί διὰ τὰς σπανίας ταύτας
2880περιστάσεις καταφεύγομεν εἰς ταύτην τὴν ἐξοικονόμησιν
2881καὶ δὲν ἀνοίγομεν τὴν ὁδὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἔστω
2882διὰ φραγμῶν αὐστηροτέρων ὡς πρὸς τοὺς λόγους; Τὸ πρᾶ-
2883γμα εἶναι σαφές, οὐ μόνον διότι κατὰ τὴν λογικὴν αὐτὴν
2884ἔπρεπε καὶ τρίτην καὶ τετάρτην καὶ δεκάτην ἀνακοπὴν
2885νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂν εἰς
2886τὴν ἐνάσκησιν τῆς πρώτης ἀνακοπῆς ἀνοίξωμεν ἐν τῇ δια-
2887τυπώσει τῶν λόγων θύραν πέρα τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ
2888ὁποῖον φέρει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἀναγορεύσωμεν τουτέστι
2889πᾶν εὔλογον ἢ πᾶν προσῆκον κώλυμα εἰς περιωπὴν τοιαύ-
2890την, ὥστε ἐνώπιον αὐτοῦ νὰ ὑποταχθῇ τὸ καθῆκον πρὸς
2891τὴν Πολιτείαν· ἂν ἐξ ἑτέρου ἐπιτρέψωμεν καὶ δευτέραν
2892ἀνακοπήν, ἔστω καὶ δι’ ἀνυπερβλήτους λόγους, καταλύο-
2893μεν τελείως τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
2894§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
2895§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Λαμβανομένης
2896ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιεικείας, μεθ’ ἧς κρίνουσι τὰ ἡμέτερα Δι-
2897καστήρια τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦ-
2898μαι τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λα-
2899ρίσης, ὁ ὁποῖος ὀρθῶς ἐσημείωσεν, ὅτι νομοθετῶν τις πρέ-
2900πει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ καθ’ ἑαυτὸν λαμβάνοντα χώραν, ἄν,
2901λέγω, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀδικαιολόγητον πολλάκις ἐπι-
2902είκειαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκρίθησαν πάντοτε τὰ ζητήματα
2903τῆς ἀνακοπῆς ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, ἂν ἔχω-
2904μεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἤδη ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ ἐπιτρέπε-
2905ται ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν μόνον εἰς τὴν περίστα-
2906σιν, καθ’ ἣν ἀπειθήσας δὲν ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος,
2907καὶ ὅμως πάντες γνωρίζομεν ὅτι πάντοτε ἐγένοντο δεκταὶ
2908αἱ δεύτεραι ἀνακοπαί, χωρὶς νὰ ἐρευνηθῇ κἂν ὁ λόγος τῆς
2909μὴ ἀπειθείας· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τακτικὴν ταύτην,
2910ἀγόμεθα ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀνα-
2911κοπὴ δὲν θὰ μεταβάλῃ τὸ παράπαν τὸ ὑπάρχον καθεστώς,
2912θ’ ἀνοίξῃ εὐρεῖαν τὴν λεωφόρον τῆς ἀκολασίας τῶν κατηγο-
2913ρουμένων, ἡ δὲ δευτέρα ἀνακοπὴ θὰ γίνῃ τακτικὸν ἔνδικον
2914μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον πάντοτε πάντες θέλουσι προσφεύγει.
2915Ἐνώπιον τοιούτων κινδύνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν ἀγαθὴν πρό-
2916θεσιν ἡμῶν νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου
2917θὰ ἤνοιγον τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ἀκολασίαν τῶν κατηγορουμέ-
2918νων, εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικῶν, ἀπέναντι τοιού-
2919των κινδύνων νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀρνηθῶ-
2920μεν τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἀφοῦ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι
2921ὑπὸ τοιαύτην τακτικὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀδι-
2922κία τις.
2923§177Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑποθέτομεν· δὲν εἴμεθα πεπεισμένοι.
2924§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι
2925πεπεισμένος.
2926§179Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπὶ ὑποθέσεως ὡμιλήσατε· μὴ λη-
2927σμονῶμεν δ’ ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης λέγει, ὅτι οἱ καλλίτεροι
2928νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουσι τὰ ὀλιγώτερα εἰς
2929τὸν δικαστὴν νὰ κρίνῃ.
2930§180ΙΩ. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Λογίζομαι εὐτυχής, κύριοι
2931συνάδελφοι, διότι διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον
2932Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδίως μετὰ τὰς δηλώ-
2933σεις, τὰς ὁποίας ἀπόψε ἔκαμε καὶ διὰ τῶν ὁποίων διεσάφησε
2934πλήρως τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθετο διὰ τοῦ νομοσχε-
2935δίου. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς πρώτης συζητήσεως, ὅτε ἐψήφιζον ἀνε-
2936πιφυλάκτως τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διεῖδον ὅτι τὸ νο-
2937μοσχέδιον τοῦτο ἔχει βάσιν ὀρθήν, βάσιν ἠθικοποιητικήν,
2938τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ νὰ διασκευάσῃ διὰ
2939τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Δύο εἶναι αἱ και-
2940νοτομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ
2941τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δι-
2942καιοσύνης· ἡ μὲν μία, νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς πολίτας,
2943ὥστε νὰ ἀτενίζωσι μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην
2944τῆς πατρίδος των καὶ νὰ προσέρχωνται ἀμέσως καὶ ἄνευ
2945ὑπεκφυγῶν ἐνώπιον αὐτῆς, ἵνα δίδωσι λόγον τῶν ὑπ’ αὐ-
2946τῶν πεπραγμένων, ὅτε ἠδίκησαν, ἡ δευτέρα δὲ καινοτο-
2947μία, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2948δίου, εἶναι νὰ ἐθισθῶσι καὶ διαπαιδαγωγηθῶσιν οἱ κατη-
2949γορούμενοι νὰ βλέπωσιν ἐνώπιόν των κατὰ τὴν ὥραν τῆς
2950δίκης παρόντα τὸν παθόντα καὶ τὸν μηνυτὴν καὶ νὰ διεξ-
2951άγωσι τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ αὐτῶν ἐπὶ
2952παρουσίᾳ ἐκείνων. Αὐταὶ εἶναι αἱ καινοτομίαι, τὰς ὁποίας
2953ἔχει ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καταργῆ-
2954σαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὡς δικαίωμα περιορίζει τὸ
2955παραδεκτὸν αὐτῆς εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας μόνον, τὰς
2956ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι διὰ τοῦ
2957πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λαμβάνει
2958πρόνοιαν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ διασφαλίσῃ τὸν
2959τρόπον τῆς ἐπιδόσεως διὰ τοιούτων ἐξασφαλιστικῶν μέ-
2960τρων κατὰ τὸ ἐνὸν καὶ ἀνθρωπίνως δυνατόν, ὥστε νὰ εἶναι
2961ἡ ἐπίδοσις τῶν κλητηρίων θεσπισμάτων καὶ ὅλων ἐκείνων
2962τῶν ἐγγράφων τῆς προδικασίας ἀσφαλεστέρα παρ’ ὅ,τι
2963ἦτο μέχρι σήμερον διησφαλισμένη, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἔχῃ
2964τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον νὰ προσ-
2965έρχηται καὶ δίδῃ λόγον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένων ἐνώ-
2966πιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἀμέσως. Καθόσον, ὡς
2967εἴπομεν, αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχε-
2968δίου τούτου, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ νο-
2969μοσχέδιον ἔχει τὴν βάσιν ταύτην, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα
2970πραγματικῶς ἠθικοποιητικά, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον·
2971τὸ μέλλον τοῦτο τὸ ἀπώτερον δύναται νὰ εἶναι πολὺ ἐγγύς,
2972πρὸς τὸ παρόν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ οὔτε αὐτὸς ὁ
2973εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅτι βεβαίως μέχρις ὅτου
2974ἐθισθῶμεν εἰς τὴν νέαν ταύτην καινοτομίαν θὰ παρέλθῃ
2975χρόνος. Ἀλλ’ ἡμεῖς κηδόμενοι περὶ τῆς τύχης τοῦ νομο-
2976σχεδίου τούτου ἔχομεν καθῆκον νὰ συμβάλωμεν κατὰ τὸ
2977μέτρον τῶν ἀσθενῶν ἡμῶν δυνάμεων, νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ
2978ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ τροποποιοῦντες καταλλήλως τὸ δεύ-
2979τερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν οὐ-
2980σίαν καὶ τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νέου νομοθετήμα-
2981τος, ἵνα διασφαλίσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἐξασφαλίσωμεν
2982τὴν τύχην τοῦ ἠθικοποιητικοῦ τούτου νομοθετήματος.
2983Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον ὁ
2984Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φιλονομώτερος λαὸς τοῦ
2985κόσμου, θὰ συνηθίσῃ νὰ παρουσιάζηται ἀμέσως ἀπὸ τῆς
2986πρώτης κλήσεως ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ δίδῃ λόγον
2987τῶν πράξεών του ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ παθόντος καὶ θὰ θεωρῇ
2988ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἀδικῆται παρὰ ν’ ἀδικῇ, τὸ νὰ
2989δώσῃ λόγον τῶν πεπραγμένων ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δι-
2990καιοσύνης. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἐθισθῶμεν καὶ δικασταὶ καὶ
2991δικαζόμενοι εἰς τὸ νέον σύστημα τὸ καθιερούμενον ὑπὸ
2992τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι θὰ ὑπάρξωσι
2993παρεξηγήσεις καὶ ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν καὶ ἐκ μέρους
2994τῶν κατηγορουμένων, εἰθισμένων εἰς τὰ ἐπὶ ἑξηκονταετίαν
2995κρατοῦντα καὶ τὰς σκέψεις τοῦ παρελθόντος, ὥστε θὰ εὑρε-
2996θῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ ἴδωμεν εὐθὺς ἀμέσως
2997ἐπιτυγχάνοντα τὸν ἠθικοποιητικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου
2998τούτου, καὶ νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως ὡς
2999ἀποτυχὼν εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ φέρῃ
3000λαμπρὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Κηδόμενος
3001ὅθεν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κηδόμενος τῆς
3002ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ παρα-
3003καλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ
3004ῥίψῃ βλέμμα εὐμενὲς εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
3005βαλον καὶ ἡ ὁποία διόλου δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὸν σκοπόν,
3006τὸν ὁποῖον προτίθεται. Σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ
3007ἀνακοπὴ εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι τότε εἶναι δεκτή, ὅταν
3008εἶναι δεδικαιολογημένη κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ.
3009Ὅταν ὁ δικαστής, εἰς τὸν ὁποῖον συνήθισα νὰ δίδω μεγά-
3010λην ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, διὰ τὴν ἐπιείκειαν
3011αὐτοῦ, διὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ
3012γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, τότε νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή. Σκοπὸς
3013τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ
3014δικαίωμα ὁ δικαζόμενος νὰ θεωρῇ τὴν ἀνακοπὴν ὡς δι-
3015καίωμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν μα-
3016ταιοῦται, ἐνόσῳ ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἤρτηται ἂν
3017πρέπει ἡ ἀνακοπὴ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἢ μή. Προκειμένου δὲ
3018περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, φρονῶ ὅτι
3019πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικέστεροι· πρέπει νὰ δώσωμεν μεγα-
3020λειτέραν εὐρύτητα εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ
3021δικαστὴς νὰ παραδέχηται εἰς πλειοτέρας περιστάσεις καὶ
3022μὲ μεγαλειτέραν εὐκολίαν τὴν ἀνακοπήν. Παραδεχόμενοι
3023τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν
3024λέγω ἀντὶ τῶν «ἀνυπερβλήτων αἰτίων» νὰ τεθῇ «δεδι-
3025καιολογημένων αἰτίων» δὲν ἀπομακρυνόμεθα τοῦ σκοποῦ
3026τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχομεν δεδομένον, ὅτι θὰ γίνωνται
3027δεκταὶ ἐκεῖναι μόνον αἱ ἀνακοπαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν
3028κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἔχουσι δεδικαιολογημένας αἰτίας. Ὅσον
3029ἀφορᾷ λοιπὸν τὸν λόγον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ὀλίγον διαφέρει
3030τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παραδεκτοῦ γενομένου, φρονῶ
3031ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τῆς πα-
3032ραδοχῆς του. Τώρα προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρα-
3033δεκτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω
3034ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ
3035ἐγίνετο χρῆσις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς
3036σκοπὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποκλείωμεν τὴν δευτέραν ἀνα-
3037κοπήν, ἀλλ’ ὅταν ὁ λαὸς ἐθισθῇ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν
3038διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀπὸ
3039μακρῶν ἐτῶν εὑρέθησαν τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
3040παραδέχωνται τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, φρονεῖτε ὅτι μετὰ
3041τόσων χρόνων χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου θὰ δυνηθῇ
3042ἀμέσως ὁ δικαστὴς νὰ μὴ δεχθῇ ταύτην; Φρονῶ λοιπόν,
3043ὅτι ὑπό τινας περιορισμοὺς ὄχι νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἀλλὰ νὰ
3044μὴ ἀπαγορεύσωμεν τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ὥστε ὁ δικα-
3045στὴς νὰ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ μέτρου τούτου εἰς
3046ἀπολύτως σπουδαίας περιστάσεις πρὸς κάλυψιν μεγάλων
3047ἀδικημάτων. Καὶ θὰ ἦτο πολὺ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον τὸ
3048μέτρον τοῦτο, τῆς παραδοχῆς τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, παρὰ
3049νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένην τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος
3050μας εἰς τὸν τρόπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος
3051κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀπαγορεύων διὰ τοῦ
3052νομοσχεδίου τούτου τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, διότι τίς δύ-
3053ναται νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, λαμβά-
3054νοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην, ὅπως ἐν περιπτώσει
3055ἀνωτέρας βίας ζητῆται δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγε-
3056λέα ν’ ἀποσύρηται ἡ ἀνακοπή, δὲν θὰ κατορθώνωσιν ἐπι-
3057σωρεύοντες τοιαύτας αἰτήσεις νὰ ματαιώνωσιν τὴν ἐκδίκα-
3058σιν πάσης ἀνακοπῆς;
3059§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
3060καιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ἔχῃ κἄποιαν βεβαίωσιν, δὲν
3061λέγω ἀπόδειξιν.
3062§182Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Θὰ εἶναι δυσκολώτερον καὶ ἐπι-
3063κίνδυνον· τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν
3064τῶν δικαστῶν τὸ παραδεκτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς εἰς
3065ἐξαιρετικὰς καὶ ἐκτάκτους περιστάσεις.
3066§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται
3067κανών.
3068§184Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Νὰ τὸ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ ἐν
3069τοιαύτῃ περιστάσει νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
3070τοῦτο θὰ ἔχῃ λαμπρὰ ἀποτελέσματα, καὶ δὲν θὰ τὸ ἴδω-
3071μεν ἀποτυγχάνον. Ταῦτα τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω καὶ
3072φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι πατὴρ τοῦ νομο-
3073σχεδίου τούτου, θέλει δεχθῆ ταῦτα καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ
3074ἀφήσῃ νὰ ἀποτύχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τῆς αὐστηρᾶς
3075αὐτοῦ ἐφαρμογῆς.
3076§185ΧΡ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία,
3077κύριοι νομικοί, διότι ἰατρὸς ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ
3078ζητήματος καθαρῶς νομικοῦ· δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ νομικῆς
3079ἀπόψεως, διότι εἶμαι πεζότατος, ἀλλ’ ἀπὸ κοινωνικῆς
3080ἀπόψεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπὶ τόσας
3081ἡμέρας ἤκουσα διαπρεπεστάτων ἀγορευόντων ἐπὶ τοῦ νομο-
3082σχεδίου τούτου καὶ ὑπεραμυνομένων μόνον τῶν ἀδικούντων,
3083οὐδενὸς δὲ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων. Πρόκειται περὶ ἐγκλη-
3084μάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ κοινωνίᾳ βιοῦντες καὶ ἀνα-
3085στρεφόμενοι μετὰ τοῦ λαοῦ γνωρίζομεν ποῖα ἀποτελέσματα
3086ἔχουσιν ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς ἡσυχίας καὶ τῆς κοινωνικῆς τά-
3087ξεως. Τὰ ἐγκλήματα γνωρίζετε ὅτι εἶναι προμεμελετημένα
3088καὶ ἀπρομελέτητα, καὶ ἐγὼ ὡς ἔνορκος ἐπὶ τῶν ἀπρομελε-
3089τήτων ὑπῆρξα πάντοτε ἐπιεικής, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προμεμελε-
3090τημένων ὑπῆρξα πάντοτε αὐστηρότατος, διότι ἔγκλημα, τὸ
3091ὁποῖον διαπράττει τις μετὰ μελέτην καὶ σκέψιν, πρέπει νὰ
3092τιμωρῆται αὐστηρῶς. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς ἄλ-
3093λους νομούς, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδικόν μας νομὸν κυριεῦον ἔγ-
3094κλημα εἶναι τὸ τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ διὰ τὸν νομὸν τὸν ἰδι-
3095κόν μας αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπαγόμενον ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ
3096νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἡ ζωοκλοπὴ ἔχει ἐρη-
3097μώσει ὁλοκλήρους πληθυσμούς· οἱ ζωοκλέπται εἶναι ἐκεῖνοι,
3098οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουσι νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν δικαιοσύνην
3099εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, οἱ δὲ ἄλλοι οἱ δώσαντες μίαν ξυλιάν, οἱ ὑπο-
3100πεσόντες εἰς ἓν ἔγκλημα ἐκ τῶν ἀπρομελετήτων προσέρ-
3101χονται καὶ δικάζονται καὶ ἀποτίνουσι τὴν ποινήν των, ἀλλ’
3102οἱ ζωοκλέπται, οἱ κλέπται, οἱ πλαστογράφοι, αὐτοὶ ἀπο-
3103φεύγουσι νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, διότι διὰ
3104τῶν ἀνακοπῶν κατορθοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ τὸ
3105παρὸν νομοσχέδιον νὰ ἀποφύγῃ, τὴν ἀθώωσιν. Διαπρεπεῖς
3106Βουλευταὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεστήριξαν τὸ νομο-
3107σχέδιον, διηγοῦντο εἰς κύκλον συναδέλφων, ὅτι διάσημος
3108ζωοκλέπτης δικασθεὶς εἰς πενταετῆ φυλάκισιν ἐρήμην προσ-
3109ῆλθεν, ἵνα δικασθῇ, καὶ μόλις εἶδεν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τῶν δι-
3110καστικῶν ἀνθρώπους γνωστοὺς ὡς αὐστηροὺς καὶ δικαίους
3111δικαστὰς ἀπεχώρησε καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα προσδιορι-
3112σθείσης ἐκ νέου τῆς δίκης προσῆλθε καὶ κατεδικάσθη εἰς
3113μιᾶς ἑβδομάδος φυλάκισιν. Μετὰ ταῦτα δ’ ἔγινε καὶ δή-
3114μαρχος, διότι εἶχε κατατρομάξει τὸν τόπον, καί, ἂν δὲν τὸν
3115ἔκαμνον δήμαρχον ἠπείλει, ὅτι θὰ ἐφόνευεν ὅλους, καὶ αὐ-
3116τοὺς καὶ τὰ παιδιά των. Ὅμοιον συνέβη καὶ εἰς ἐμέ·
3117διηύθυνα τὸ νοσοκομεῖον τῶν Πατρῶν, νοσοκόμος δέ τις μοὶ
3118ἔκλεψε πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα σπεύσας κατέσχον εἰς
3119τὸ σπίτι του. Τὸν ἔφεραν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ὡμολόγησε
3120τὴν πρᾶξίν του καὶ ἐδικάσθη ἐρήμην εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκι-
3121σιν. Μετὰ μίαν ἢ δύο ἀνακοπάς, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν
3122ὁποίων δὲν ἐκαλούμεθα ἡμεῖς, ἠθῳώθη λόγῳ ἀμφιβολιῶν,
3123διότι ὁ γραμματεύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναγνώσει τὰ Πρακτικά,
3124εἶχεν ὀμματοϋάλια μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Γεωργίου Σταύρου,
3125καὶ ἐδιάβαζεν ὅσα ἤθελε, καὶ ὅσα δὲν ἤθελε δὲν τὰ ἐδιά-
3126βαζεν. Εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν λάβετε, Κύριοι, ὑπ’
3127ὄψιν ἕνα χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βῶδί του καὶ τὸ μου-
3128λάρι του, τὰ ὁποῖα εἶναι μέλη τῆς οἰκογενείας του (ἱλα-
3129ρότης). Μάλιστα, Κύριοι, εἰς τὰ χωρία θεωροῦνται καὶ
3130αὐτὰ ὡς μέλη τῆς οἰκογενείας, καὶ τὰ παιδιὰ προσευχό-
3131μενα λέγουσι· φύλαττε, Θεέ μου, τὸν πατέρα μας, τὴ μάννα
3132μας, τοὺς ἀδελφούς μας, τὸ βῶδί μας, τὸ μουλάρι μας,
3133(ἱλαρότης). Συμπεριλαμβάνουσι καὶ αὐτὰ εἰς τὰ ἄτομα τῆς
3134οἰκογενείας. Φαντασθῆτε λοιπὸν τὸν δυστυχῆ χωρικόν, ὁ
3135ὁποῖος ἑτοιμάζεται τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ πάρῃ τὸ βῶδί
3136του, νὰ ὑπάγῃ νὰ σπείρῃ ἢ νὰ ὀργώσῃ, φαντασθῆτε
3137αὐτόν, ὅταν ἐξυπνήσῃ τὴν πρωίαν, νὰ μὴ εὕρῃ τὸ βῶδί
3138του. Ἔτυχον μάρτυς εἰς μίαν τοιαύτην σκηνήν, μεταβὰς
3139ὡς ἰατρὸς εἴς τι χωρίον. Ὁ χωρικὸς εἶχεν ἑτοιμάσει τὰ
3140πάντα, διὰ νὰ μεταβῇ τὴν πρωίαν καὶ ὀργώσῃ τὸν ἀγρόν
3141του, τοῦ ἔκλεψαν ὅμως καὶ τὸ ὑποζύγιον καὶ τὸ βῶδι· τὴν
3142πρωίαν δὲ ὠλοφύρετο ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια, ἐνῷ ὅλοι οἱ
3143χωρικοὶ τοὺς ἔβλεπον, μεταξὺ δὲ τῶν θεωμένων ἦτο καὶ
3144ὁ γνωστὸς ζωοκλέπτης. Ἠρώτησα· διατί δὲν τὸν συλλαμ-
3145βάνετε, διατί δὲν τὸν καταγγέλλετε; —Διότι θὰ ὑπάγῃ
3146εἰς τὰς Πάτρας, θὰ ἀθῳωθῇ καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθῃ νὰ ἁρπάσῃ
3147καὶ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους. Μάθετε δὲ ὅτι, ὅπως τὸ Πρακτορεῖον
3148τῶν ἐφημερίδων ἔχει ὀργανώσει ὑπηρεσίαν, διὰ τῆς ὁποίας
3149διανέμει τὰς ἐφημερίδας εἰς ὅλας τὰς ἐσχατιὰς τῆς Ἑλ-
3150λάδος, οὕτω καὶ οἱ ζωοκλέπται ἔχοντες ὠργανωμένην ὑπη-
3151ρεσίαν, κλέπτουσιν ἐδῶ τὸ βῶδι, τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ βῶδι
3152εὑρίσκεται εἰς τὴν Λάρισαν· κλέπτει ὁ Λαρισαῖος ἐκεῖ
3153ἓν ἄλογον, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ ἔχουσιν ὁδηγήσει εἰς
3154τὴν Σπάρτην. Ἔχουσι δὲ κατορθώσει νὰ μεταβάλλωσι καὶ
3155τὸ χρῶμα τοῦ τριχώματος τοῦ ζῴου, ὥστε, ὅταν εὑρεθῇ,
3156καὶ αὐτὸς ὁ κύριός του δὲν δύναται νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Θέ-
3157τουσιν ἐπὶ τοῦ τριχώματος ὀλίγον κρέας σεσηπός, διὰ τοῦ
3158μέσου δὲ τούτου πίπτουσιν αἱ τρίχες, μεθ’ ὃ φύονται ἄλλαι
3159λευκαί, καὶ βλέπετε ἓν κόκκινον ἄλογον νὰ γίνῃ ἔπειτα
3160ψαρί. Φαντασθῆτε τὸν δυστυχῆ χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ
3161μαννάρι του, διὰ νὰ τὸ φάγῃ τὴν Λαμπράν, νὰ τὸ χάνῃ ἀπὸ
3162’μπροστὰ ἀπὸ τὰ ’μάτια του. Διατί δι’ ἐκεῖνα τὰ παιδιά,
3163τὰ ὁποῖα ἔμειναν νηστικὰ καὶ δυστυχισμένα, δὲν μερι-
3164μνᾶτε, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν ζωοκλεπτῶν καὶ εὑρίσκετε
3165ὅτι ὅλα τὰ γεφύρια εἶναι χαλασμένα καὶ ὅλοι οἱ δρόμοι
3166ἀδιάβατοι καὶ ὅτι καθ’ ἡμέραν ἔχομεν σεισμοὺς καὶ κατα-
3167ποντισμούς; Ὅταν θέλῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ προσέλθῃ,
3168προσέρχεται. Καὶ πολλάκις εὑρίσκεται ὁ κατηγορούμενος
3169εἰς τὸ ἀκροατήριον καί, ὅταν βλέπῃ ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι
3170ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παίρνουν ’μιλιά, ἀποχωρεῖ. Τώρα οἱ
3171δικασταὶ τρομεροὶ φαίνονται εἰς αὐτούς, διότι μετὰ τὴν
3172χειραφέτησίν των διὰ τῶν τελευταίων νόμων, ὅταν προσ-
3173έρχωνται δι’ ἀνακοπῆς εἰς τὰ Δικαστήρια οἱ τοιοῦτοι
3174ἐγκληματίαι, ἐὰν εἶχον καταδικασθῆ ἐρήμην εἰς ἓξ μηνῶν
3175φυλάκισιν, καταδικάζονται κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς ἑνὸς ἔτους.
3176Τώρα οἱ μάρτυρες δὲν φοβοῦνται· προσέρχονται καὶ λέ-
3177γουσι τὴν ἀλήθειαν, διότι βλέπουσιν ὅτι τὸ ἔγκλημα πα-
3178τάσσεται. Εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κατὰ πολὺ
3179περιεστάλη ἡ ζωοκλοπὴ ἕνεκα τούτου, διότι τιμωροῦνται,
3180διότι δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσιν. Ἐὰν καταργηθῇ ἡ δευ-
3181τέρα ἀνακοπή, σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ ἔγκλημα αὐτὸ θὰ ἐκ-
3182λείψῃ, καὶ τούτου ἐκλιπόντος θὰ ἀναθαρρήσῃ ἡ κοινωνία καὶ
3183θὰ χαρῇ.
3184§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ καταργεῖται καὶ ἡ πρώτη
3185ἀνακοπή.
3186§187ΧΡ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ περιπτώσεων, αἱ
3187ὁποῖαι εἶναι δεδικαιολογημέναι, οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι θη-
3188ρία, εἶναι ἄνθρωποι· θὰ δεχθῶσι τὴν πρώτην ἀνακοπήν, ὅταν
3189ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀληθής. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδειχθῇ τοῦτο,
3190θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοὺς δικαστὰς νὰ μὴ
3191δέχωνται πιστοποιητικὰ ἰατρῶν, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρωσι
3192μέσα εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ ὁρκίζωνται, διότι πολλάκις
3193ἰατροὶ ἐπιστοποίησαν ἀσθένειαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐχό-
3194ρευον εἰς γάμους.
3195Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα
3196ἀνακοπὴ προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκλήματος, μὴ ὄντος ἐκ
3197προμελέτης, ἀλλ’ ἐξ ὁρμῆς ψυχικῆς, εἰς ἐκεῖνον ὡς δικαστὴς
3198θὰ ἐπέτρεπον νὰ κάμῃ καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, διότι αὐτὸς
3199θὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀνυπερβλήτου κωλύματος, οἱ δὲ ἄλλοι δὲν
3200ἔχουσι τοιοῦτον ἀνυπέρβλητον κώλυμα καὶ δύνανται νὰ
3201προσέλθωσιν, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι ἀσθενεῖς ἢ ἂν ἔχωσιν ἀσθενῆ
3202βαρέως συγγενῆ των. Τὰ περὶ γεφυρῶν καὶ τὰ λοιπὰ τὰ
3203θεωρῶ ὅτι εἶναι μόνον διὰ νὰ λέγωνται. Ὅταν πρόκειται νὰ
3204περάσουν κανένα κλεμμένο ἄλογο, τὸ περνοῦν καὶ μεσά-
3205νυκτα καὶ ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα ποτάμια· ὅταν δὲ πρόκειται
3206νὰ ἔλθωσι νὰ δικασθῶσι, τότε δυσκολεύονται, καὶ βεβαίως.
3207Πατάξατε, Κύριοι, τὸ ἔγκλημα, διότι ὑπερεπλεόνασε· μνη-
3208σθῆτε καὶ τῶν πασχόντων, ὄχι τῶν κατηγορουμένων· μνη-
3209σθῆτε καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται, διότι αὐτοὶ εἶναι
3210οἱ περισσότεροι, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσφέ-
3211ρουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ φορολο-
3212γοῦνται, οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι αἰσχροὶ φορολόγοι. Ἔφθασαν,
3213Κύριοι, νὰ κλέπτουν καὶ τὰ σκυλλιά. Πτωχὸς ἄνθρωπος κυ-
3214νηγὸς ἔχει ἕνα σκυλλί, καὶ τοῦ τὸ κλέπτουν. Κλέπτουν
3215ὅ,τι ἄλλο εὕρουν, τὸ σιτάρι καὶ τὸ κριθάρι. Αὐτοὶ οἱ σκο-
3216πίμως πράττοντες τὸ ἔγκλημα πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι,
3217καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν ἀμειλίκτως. (Χειροκροτήματα).
3218§188Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ
3219τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δι’ αὐτοῦ δίδεται τέρμα εἰς τὸ
3220νὰ παρατηρῶμεν, ὡς μέχρι τοῦδε, νὰ προσάγωνται ἐπιδο-
3221τήρια, χωρὶς νὰ ἐπιδίδωνται αἱ κλήσεις πρὸς τοὺς καλου-
3222μένους. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ διά-
3223φοροι ἀπορίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
3224βάλω, ἵνα δώσω ἀφορμὴν καὶ δοθῶσι διασαφήσεις ἐπ’
3225αὐτῶν.
3226Ἐφ’ ὅσον ἡ δίκη ἀναβάλλεται ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν
3227μαρτύρων, μικρὰν παρουσιάζει διαφορὰν πρὸς τὴν ἰσχύου-
3228σαν νομοθεσίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὅμως κα-
3229ταδικασθῇ τις ὡς λιπομάρτυς, ἡ δὲ δίκη ἐξακολουθήσῃ ὡς
3230πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ ἀποπερατωθῇ, τὸ παρὸν νο-
3231μοσχέδιον παρουσιάζει μεγάλην διαφορὰν ὡς πρὸς τὴν
3232ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, διότι ἐξακολουθεῖ νέα δίκη ὡς πρὸς
3233τὸν λιπομάρτυρα, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ ἀνακόψῃ τὴν
3234ἀπόφασιν, ἥτις κατεδίκασεν αὐτὸν ὡς λιπομάρτυρα, καὶ νὰ
3235ὑποβληθῇ εἰς ὡρισμένην διαδικασίαν προβλεπομένην ὑπὸ
3236τοῦ νομοσχεδίου. Ἕνεκα τούτου παρίσταται διὰ τοῦ νο-
3237μοσχεδίου τὸ Δημόσιον ὡς κερδοσκόπον, διότι, ἐὰν ὁ κατη-
3238γορούμενος κηρυχθῇ ἔνοχος καὶ καταδικασθῇ, καταδικά-
3239ζεται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξό-
3240δων καὶ τελῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ὁ λιπομάρτυς καταδι-
3241κάζεται νὰ καταβάλῃ καὶ αὐτὸς τὰ ἔξοδα καὶ τέλη τῆς
3242δίκης. Τὸ Δημόσιον ἑπομένως, ἐνῷ ἅπαξ δαπανᾷ, θὰ
3243εἰσπράξῃ δὶς τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ παρὰ τοῦ κατηγορουμέ-
3244νου καὶ παρὰ τοῦ μάρτυρος. Ἡ διαδικασία αὕτη ὡς πρὸς
3245τὸν λιπομάρτυρα μοὶ γεννᾷ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θὰ ἀναγ-
3246κάσῃ πολλοὺς μάρτυρας νὰ καταθέτωσι κατὰ τὴν ἀνά-
3247κρισιν ὅτι οὐδὲν γνωρίζουσιν, ἵνα ἀποφύγωσι νὰ κληθῶσιν
3248ὡς μάρτυρες καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἵνα μὴ ὑπο-
3249στῶσι τὰς συνεπείας τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχε-
3250δίου τούτου. Ἄλλως τε, ἐνῷ διὰ προηγουμένου νόμου ψη-
3251φισθέντος πρό τινων ἡμερῶν ἐκοπτόμεθα πῶς νὰ ἐλαττώ-
3252σωμεν τὰς ποινικὰς δίκας, ἤδη διὰ τοῦ παρόντος κοπτόμεθα
3253πῶς νὰ αὐξήσωμεν αὐτάς, καὶ θὰ αὐξήσωσι κατὰ πολύ.
3254Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ὑποβάλλω καὶ πιστεύω νὰ ἔχω διασά-
3255φησιν ἐπ’ αὐτῆς, προτείνω δέ, ἵνα πρὸς θεραπείαν ἔμμεσον
3256ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἂν πρέπει νὰ καταδι-
3257κάσῃ τὸν λιπομάρτυρα εἰς πρόστιμον καὶ εἰς πληρωμὴν
3258τῶν ἐξόδων τῆς ἀποφάσεως, τεθῇ δηλονότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 334
3259ἀντὶ «καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ πταισματοδίκου» ἡ φράσις
3260«δύναται νὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τοῦ πταισματοδίκου».
3261Ὡς πρὸς τὰς ἀνακοπὰς τῶν κατηγορουμένων τῶν ἐρή-
3262μην δικαζομένων εἶναι τὸ ἀληθὲς ὅτι μέχρι σήμερον πλεῖ-
3263στοι ἐδικάζοντο ἐρήμην, ἵνα ἀποφεύγωσι τὴν ἀντιπαράστα-
3264σιν αὐτῶν μετὰ τῶν μηνυτῶν καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κα-
3265τηγορίας, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο καταστέλλεται ἀφ’ ἑνὸς
3266διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ διατάσσεται νὰ καλῆται καὶ
3267εἰς τὴν κατ’ ἀνακοπὴν δίκην ὁ μηνυτὴς καὶ δύο μάρτυρες
3268τῆς κατηγορίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ χαρί-
3269ζεται τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων εἰς τὰς κατὰ τὴν πρώτην συ-
3270ζήτησιν κατ’ ἀντιμολίαν καταδικαζομένας. Ἀφοῦ λοιπὸν
3271διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ μηνυτοῦ καὶ τῶν μαρτύρων τῆς
3272κατηγορίας θὰ κλεισθῇ ἡ θύρα πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ὁ
3273ὁποῖος ἐθεώρει δικαίωμά του νὰ δικάζηται ἐρήμην, νὰ
3274ἀνακόπτῃ τὴν ἀπόφασιν, ἵνα κατ’ ἀνακοπὴν δικασθῇ ἀπόν-
3275των τοῦ μηνυτοῦ καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, μοὶ
3276φαίνεται ὅτι οὐ μόνον εἶναι περιτταὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις
3277αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 238, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι
3278ὀρθὸν ἀποτόμως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ
3279ἕτερον, νὰ καταργήσωμεν δηλονότι τὰς ἀνακοπάς, ἐνῷ μέχρι
3280σήμερον κατὰ κανόνα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὰ Δικαστήρια
3281δέχονται καὶ δευτέραν ἀνακοπήν. Ἐν τούτοις ὅμως, καὶ ἂν
3282παραδεχθῶμεν τοὺς ἄλλους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων αὐ-
3283στηρὰ μέτρα λαμβάνονται κατὰ τῆς ἀνακοπῆς τοῦ κατη-
3284γορουμένου, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι αὐστηρότατον τὸ μέτρον
3285τῆς καταβολῆς τῶν ἐξόδων τῆς ἐρήμην δίκης. Διότι, ἐὰν
3286μὲν τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης εἶναι μόνον αὐτά, ὅσα σή-
3287μερον καταβάλλονται, ἔχει καλῶς· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι
3288κατὰ τὸ ἄρθρον 336 τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης κανονί-
3289ζονται οὕτως: «Εἰς τὰ τέλη τοῦ Πρακτικοῦ, εἰς τὰ τέλη τῆς
3290ἀποφάσεως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἐκθέσεων καὶ τῆς κλη-
3291τεύσεως τῶν κατηγορουμένων». Ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι μό-
3292νον τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι σήμερον οἱ κατηγο-
3293ρούμενοι οἱ ἀνακόπτοντες ἐρήμην ἀποφάσεις, ἀλλὰ θὰ εἶναι
3294καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κλήσεων τῶν κοινοποιουμένων πρὸς αὐ-
3295τούς, καὶ ἑπομένως σχεδὸν ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς διαδικασίας.
3296Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ἔχω ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ ἤθελον, ἐὰν
3297ἦτο δυνατόν, νὰ μοὶ ἐδίδετο διασάφησις, καθόσον ὁ κ.
3298Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλῶν ἀνέφερεν ὅτι τὰ
3299ἔξοδα τὰ προκαταβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ ἀνακόπτοντος θὰ
3300εἶναι ὅσα καὶ σήμερον.
3301Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικαιολογῶν
3302τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔλεγεν ὅτι ἀνωτέρα βία θὰ εἶναι καὶ οἰ-
3303κονομικὴ ἀνάγκη τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλά, διὰ νὰ ἀπο-
3304δείξῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην, καὶ νὰ
3305γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του, θὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ κα-
3306λέσῃ καὶ ἄλλους μάρτυρας ἐκτὸς τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερα-
3307σπίσεως, τῶν γνωριζόντων δηλαδὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς
3308ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς κατηγορίας δηλονότι, μάρτυρος ἐκ τῶν
3309λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐδικάσθη ἐρήμην, καὶ ἑπομένως θὰ
3310ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην μεγαλειτέραν, καὶ ἡ οἰκονομικὴ
3311ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποβεβλημένος, ἵνα μὴ κατορ-
3312θώσῃ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν πρώτην δίκην καὶ δικασθῇ ἐρή-
3313μην, θὰ εἶναι διπλασία, ὅταν ποιήσηται ἀνακοπήν, ὢν
3314ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ ἑαυτὸν καὶ μάρτυρας, ἵνα ἀποδείξῃ
3315τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς.
3316Τοιαύτην γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἐν τούτοις
3317ὅμως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι
3318νὰ ψηφίσωμεν αὐτό, ὡς ἔχει, δηλῶ ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω μὴ
3319θέλων ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀνακόψω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
3320διότι ἀφ’ ἑτέρου εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ.
3321§189Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
3322μεθ’ ὅλην τὴν δικανικὴν δεινότητα καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ
3323πνεύματος, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
3324Δικαιοσύνης, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσηγηθὲν νο-
3325μοσχέδιον, οὐ μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην,
3326τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ
3327τὴν προλαβοῦσαν συζήτησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, νομίζω ὅτι
3328—ἴσως δὲ καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ —
3329ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἔτι μᾶλλον ὀφείλει νὰ ἐπιρρωσθῇ
3330ἡ γνώμη ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὰ ἐναντία. Διότι ὁ
3331κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ παραδε-
3332κτὸν ἢ μὴ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ ἀντί-
3333ληψις, ὑπεστήριξεν ὅτι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ βίᾳ ἢ ἐν τῷ ἀνυπερ-
3334βλήτῳ κωλύματι συμπεριλαμβάνονται καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ
3335περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος τῶν ὁμογνωμονούντων μετ’
3336ἐμοῦ ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι τὰ ἠθικὰ κω-
3337λύματα, τὰ χρηματικὰ κωλύματα καὶ ἐν γένει πάνθ’ ὅσα ἡ
3338κοινὴ πεῖρα καὶ ἡ λογικὴ διδάσκει, ὅτι ὄντως εἶναι δυνατὸν
3339νὰ εἶναι κωλύματα πρὸς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
3340Ἐνῷ δὲ οὕτω πως δίδει αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ἐνῷ δηλαδὴ
3341οὕτω καταδεικνύεται ὅτι καταλήγει εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν
3342τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς γνώμης αὐτῆς, ἐν τούτοις ἐπιμένει
3343ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, καὶ δὲν θέλει νὰ κα-
3344θορισθῇ τουλάχιστον, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ὡς ἀόριστον δικαί-
3345ωμα ἡ πρώτη ἀνακοπή, νὰ ἀναγραφῇ ἡ φράσις ἐκείνη, ἥτις
3346θὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν ἑρμηνείαν καὶ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν,
3347ἤτοι ὅτι πᾶσα δεδικαιολογημένη αἰτία δύναται νὰ χρησι-
3348μεύσῃ ὡς λόγος ἀνακοπῆς.
3349§190Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Οὐσιωδῶς δεδικαιολογημένη.
3350§191Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα, διότι τοιουτοτρόπως
3351θὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἑρμηνείαν. Νομίζω ὅτι ἐν παντὶ νόμῳ
3352ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ πάντοτε νὰ δίδῃ τὸ δι-
3353καίωμα τῆς ἑρμηνείας εἰς τὸν δικαστήν, διότι, ἂν ἐν παντὶ
3354ἰσχύει τὸ ἀρχαῖον ῥητὸν ὅτι: «σοφὸν τὸ σαφές», δέον πρῶ-
3355τον τοῦτο ἐν τοῖς νόμοις νὰ κεῖται.
3356Ἐπίσης δὲ καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς
3357δευτέρας ἀνακοπῆς ἠναγκάσθη ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
3358πουργὸς νὰ ἀνομολογήσῃ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’
3359ἃς εἶναι δυνατὸν δεδικαιολογημένως νὰ συμβῇ. Ἀλλὰ καὶ
3360πάλιν δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάτα-
3361ξις τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἀλλὰ διὰ
3362πλαγίων ὑποδείξεων ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ τὸ
3363κακόν. Νομίζω ὅτι δὲν χρήζει μεγάλης ἀντικρούσεως τὸ
3364ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέν, τὸ ὅτι δη-
3365λαδὴ εἶναι δυνατὸν αἱ περιστάσεις αὗται νὰ προβλεφθῶ-
3366σιν ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς μὴ
3367εἰσαγούσης τὴν ἀνακοπὴν ἐν περιπτώσει ἀπουσίας τοῦ κα-
3368τηγορουμένου, εἴτε δι’ εἰδοποιήσεως εἴτε ἄνευ εἰδοποιή-
3369σεως, νομίζω ὅτι εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅταν τῷ συμ-
3370βαίνῃ τὸ ἀνυπέρβλητον τοῦτο κώλυμα καὶ δώσῃ λόγον
3371κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, νομίζω ὅτι τὸ κώλυμα
3372τοῦτο θὰ συμβαίνῃ εἰς χρόνον ἐλάχιστα ἀπέχοντα ἀπὸ τὸν
3373χρόνον τῆς δίκης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰδο-
3374ποιήσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν περὶ τοῦ κωλύματος τού-
3375του, λαμβανομένων μάλιστα ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν μέσων τῆς
3376συγκοινωνίας, νομίζω ὅτι ζητεῖ τις τὰ ἀδύνατα. Νομίζω
3377λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουρ-
3378γὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν νὰ
3379μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων αἴρονται τὰ
3380ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νο-
3381μοσχεδίου τούτου. Ἴσως ὅμως, φαίνεται, τὸ ἐγὼ τῆς πα-
3382τρότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως νὰ ἠμπόδισε τὸν Ὑ-
3383πουργὸν νὰ παραδεχθῇ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπὸ
3384τῆς λογικῆς ἐνεδεικνύετο πρὸς ἄρσιν τῶν ἀτόπων τούτων. Νο-
3385μίζω ὅμως ὅτι πλεῖσται ὅσαι τροπολογίαι ἔχουσιν ὑποβλη-
3386θῆ, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν πᾶσαι εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ διὰ
3387πραγματικοῦ τρόπου καὶ ἀσφαλοῦς ἄρσεως τῶν ἀτόπων τού-
3388των, καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν τεθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται
3389ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, κυρίαρχοι εἴμεθα πάντες νὰ ψηφίσωμεν τὰς
3390τροπολογίας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστήσωμεν ὅσῳ τὸ δυ-
3391νατὸν ἐλαφροτέρας τὰς συνεπείας τοῦ ψηφιζομένου νομο-
3392σχεδίου. Ἐπειδὴ ἔχει ψηφισθῆ τὸ πρῶτον ἄρθρον περὶ τοῦ
3393τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἂν τοὐ-
3394λάχιστον περιωρίζετο εἰς τὸ πρῶτον μέρος, νὰ καταστῇ
3395νόμος τοῦ Κράτους τὸ πρῶτον μέρος; τὸ ἀφορῶν τὸν τρόπον
3396τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων, βεβαίως
3397θὰ ἦτο καλὸν τοῦτο, διότι θὰ ἐχρησίμευεν ὡς προπαρα-
3398σκευὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου, ἄν, λέγω, πε-
3399ριωρίζετο εἰς τὸ πρῶτον μέρος καὶ ἐπεφυλάττετο διὰ τὴν
3400διατύπωσιν τῶν συνεπειῶν τῶν ἐρημοδικιῶν διὰ βραδύτε-
3401ρον χρόνον, ὅταν ἐφαρμοσθῇ ὁ πρῶτος νόμος ὁ περὶ ἐπιδό-
3402σεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὅτε ἐβλέπομεν ὅτι πρά-
3403γματι ἠσφαλίσθη ἡ ἐπίδοσις τῶν δικογράφων, τότε ἠδύ-
3404ναντο νὰ τεθῶσι καὶ αἱ αὐστηραὶ συνέπειαι τοῦ ἀποκλει-
3405σμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ
3406ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔσπευσεν ἐν τούτῳ παρα-
3407συρθεὶς ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων, ὅπως καὶ πράγματι
3408ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη
3409ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἰσχυόντων. Ἴσως ὡς νομο-
3410σχέδιον μελετημένον ἐν τῷ γραφείῳ ἑνὸς νομομαθοῦς, ἴσως
3411νὰ φέρῃ πάντα τὰ στοιχεῖα ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον
3412πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
3413πρέπει νὰ ψηφίσωσι τὸν νόμον τοῦτον, δὲν πρέπει νὰ ἐξε-
3414τάσωσιν αὐτὸν φερόμενοι ἀπὸ ἀπόψεως ἁπλῶς θεωρητικῆς,
3415ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσι καὶ τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον
3416Θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατε-
3417λεῖ καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ τόπος καὶ ἡ συγκοινωνία, ἣν ἔχει.
3418Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἔνθα ἡ συγκοινω-
3419νία ἐν πολλοῖς εἶναι εἰς τὸ ἀρχέγονον σημεῖον, δύνανται νὰ
3420ἐφαρμοσθῶσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι πρέ-
3421πει νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι δύνανται νὰ
3422ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν αἱ διατάξεις αὗται καὶ
3423τότε νὰ νομοθετήσωμεν καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας
3424ἀναγράφει ἡ νομοθεσία αὕτη. Εἶναι πολὺ καλὴ ἡ ἀρχή,
3425ὅπως συνηθίσωμεν τὸν πολίτην νὰ σέβηται τὰς Ἀρχάς, ὅταν
3426τὸν προσκαλῶσι νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῶν, νὰ σέβηται
3427τὸν νόμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἔχομεν τὸν πο-
3428λίτην εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδον τῆς μορφώσεως, ὥστε νὰ δύ-
3429ναται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου τού-
3430του, νὰ λάβῃ τὴν ἀντίληψιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς
3431τὴν Πολιτείαν. Οἱ νομοθέται πρέπει ψηφίζοντες νὰ ἐξετά-
3432ζωσι τὸν τόπον, δι’ ὃν ψηφίζουσι, τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰ
3433ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ λαοῦ, τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, ἐν
3434τῷ ὁποίῳ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Δὲν πρόκειται ἂν ἐλλεί-
3435πουσιν οἱ Σόλωνες καὶ οἱ Λυκοῦργοι τῆς νέας Ἑλλάδος, καὶ
3436ἴσως διὰ τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως νὰ δανειζώμεθα ἐξ ἄλ-
3437λων ἐθνῶν, μᾶλλον προωδευμένων, νομοθετήματα, ἀλλὰ νο-
3438μίζω ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα πρέπει νὰ προσαρμό-
3439ζωνται πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐν γένει
3440κατάστασιν αὐτοῦ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Ἡμεῖς δὲν
3441ἔχομεν τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰ μέσα αὐτῆς οὕ-
3442τως ἀνεπτυγμένα, ὥστε νὰ καθίσταται ἀσφαλὴς ἡ ἐπίδο-
3443σις τῶν δικογράφων, ἵνα ἀπαιτήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν
3444τῶν βαρειῶν συνεπειῶν· μᾶς λείπουσι τόσα μέσα συγκοι-
3445νωνίας, ὥστε ἡ αὐτοπρόσωπος μετάβασις εἰς τὰ Δικαστή-
3446ρια νὰ ὑφίσταται πλεῖστα ὅσα κωλύματα. Δὲν πρέπει λοι-
3447πὸν ἀμέσως νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐδῶ πᾶν τὸ ἰσχῦον ἐκεῖ, νὰ
3448τὸ μεταφυτεύσωμεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ πρέπει σιγὰ καὶ βαθμη-
3449δὸν δοκιμάζοντες ἕν πρὸς ἕν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν
3450τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχουσι φθάσει τὰ ἄλλα Κράτη.
3451Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητοι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι,
3452τὰς ὁποίας κατέδειξα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος νὰ κα-
3453ταδικασθῇ ἀναπολόγητος· δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην
3454τῆς σπουδῆς νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀνα-
3455κοπῆς. Ἂς παραδεχθῶμεν τὸ πρῶτον μέρος μόνον, καὶ μετὰ
3456δύο τρία ἔτη, ὅτε κοινωνικῶς τὰ πράγματα θέλουσι βελτι-
3457ωθῆ καὶ ἡ συνείδησις τοῦ πολίτου θέλει βελτιωθῆ, τότε νὰ
3458φανῶμεν αὐστηρότεροι καὶ νὰ περικόψωμεν ἀκόμη καὶ ἄλλα
3459δικαιώματα ὡς πρὸς τὰς ἐρημοδικίας.
3460§192Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3461§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ
3462ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ.
3463Εἰς τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος, κύριοι Βου-
3464λευταί, συνάδελφον χθὲς ἐδόθη ὁ λόγος, χωρὶς νὰ εἶναι ἐγ-
3465γεγραμμένος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγ-
3466χου· σήμερον ἐδόθη ὁ λόγος χωρὶς νὰ εἶναι ἡ σειρὰ αὐτοῦ.
3467Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Δὲν
3468ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπῆρξέ ποτε Βουλὴ ἐν τῷ κόσμῳ, ἥτις
3469εἶχεν ἀπὸ συμφωνίας ἀντιπολίτευσιν, ἡ Βουλὴ τοῦ Μιδάτ.
3470Καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, παρετηρήθη,
3471ὅτι ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει θέλησιν νὰ συζητήσῃ σο-
3472βαρῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἤρχισαν αἱ γνῶμαι νὰ δι-
3473χάζωνται, καὶ ἤρχισαν οἱ Βουλευταὶ νὰ σκέπτωνται ποῖαι
3474εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι τροπολογίαι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νο-
3475μοσχέδιον, καὶ ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται σοβαρῶς οἱ Βουλευ-
3476ταὶ ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’
3477ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ φανατισθῇ ἡ πλειονοψηφία, καὶ τὸ πρᾶ-
3478γμα ἐγένετο διὰ παραβιάσεως τῆς σειρᾶς τῶν ἀγορευόντων.
3479§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν συνήθειάν του
3480ἔχει ἄδικον, διότι ὁ κ. Βοζίκης εἶχεν ἐγγραφῆ χθὲς εἰς τὴν
3481συζήτησιν τοῦ 1ου ἄρθρου κατὰ λάθος. Ἐζήτησε τὸν λό-
3482γον, καὶ ἐγὼ νομίσας ὅτι τὸν ἐζήτησεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου
3483ἄρθρου τὸν ἐνέγραψα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Οὕτως ἔχει τὸ
3484πρᾶγμα. Ὅτε ἐζήτησε τὸν λόγον, εἶπον ὅτι εἶναι λάθος
3485τοῦ Προεδρείου, τὸν ἐνέγραψα δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ τὸν
3486ἐνέγραψα πέμπτον. Ὥστε ἔχασε τέσσαρας ἀριθμούς. Δι’
3487αὐτὸ λέγω ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κ. Βουλευτής.
3488§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι ἀνέγνων μετὰ πολ-
3489λῶν συναδέλφων χθὲς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ δὲν ἦτο
3490ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ θέματος.
3491§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἦτο ἐγγεγραμμέ-
3492νος ἐπὶ τοῦ θέματος, σᾶς λέγω ὅτι δὲν λέγετε ἀκριβῆ.
3493§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι λέγω ἀκριβῆ.
3494§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος ἔχει πολὺ
3495ἄδικον ὁ κ. Βουλευτής, διότι ὁ κ. Βοζίκης εἶναι κατὰ σει-
3496ράν. Ὁ κ. Βοζίκης εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς,
3497καὶ τὸν εἶχον ἐγγράψει ἰδιοχείρως.
3498§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔρχεται παρα-
3499πλεύρως ἑνὸς ἄλλου.
3500§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, ἔχει γραφῆ ἕκτος.
3501Ἐὰν δέ τις ἔχῃ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, θὰ εἶχον παρα-
3502πονεθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγγραφῆ συγχρόνως μετὰ
3503τοῦ κ. Βοζίκη.
3504§201Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ
3505τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ ὁ κ. Βοζίκης εἶπεν ὅτι δὲν ἐζήτησε τὸν
3506λόγον ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ 2ου.
3507§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνῷ ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι τὰ
3508ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὁ κ. Βοζίκης εἶναι παραπλεύρως τοῦ
3509πέμπτου ὀνόματος.
3510§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης εἶναι κατὰ σειράν, καὶ εἶ-
3511σθε ἀνακριβής, καὶ ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος, ἐπαναλαμ-
3512βάνω. Ἐπὶ τούτου βεβαιῶ τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὁ κ.
3513Βοζίκης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς καὶ τὸν ἐνέ-
3514γραψα ἰδιοχείρως. Ἐν τῷ τυπογραφείῳ δὲ παρελείφθη τὸ
3515ὄνομά του κατὰ λάθος. Παρεπονέθη λοιπὸν κατὰ τὴν συζή-
3516τησιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ἰδὼν ὅτι ἦτο ἐγγεγραμμένος
3517ὑπ’ ἐμοῦ ἰδιοχείρως τῷ ἔδωκα τὸν λόγον. Ταῦτα διὰ τὴν
3518τάξιν, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν συνηθίζει νὰ λέγῃ ἀνακριβείας.
3519Μόνον συνήθως οἱ ἀντιπολιτευόμενοι κατ’ ἀρχὴν λέγουσιν
3520ἀνακριβείας ἑκάστοτε.
3521§204Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶ-
3522πον τὴν ἀλήθειαν.
3523§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐν ὥρᾳ
3524ἐπισήμου συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἠθελήσατε νὰ εἴπητε
3525ἀνακρίβειαν εἰς βάρος τοῦ Προεδρείου, διακόπτοντες ὅλην
3526τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἐπίσημον τῆς ἡμέρας.
3527§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν διέκοψα τίποτε.
3528§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐκάμετε. Ἐδείξατε μίαν ἀσχημίαν,
3529καὶ λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ παραστήσω τώρα. Ἀν-
3530τιπολίτευσις εἶναι ἡ ὀρθοφροσύνη.
3531§208Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι νομιμοφρονέστερος παν-
3532τὸς ἄλλου, καὶ ὅστις ἀπευθύνεται εἰς ἐμὲ πρέπει νὰ ἔχῃ
3533τὴν γλῶσσαν ἁβράν.
3534§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε ἡσύχως—διότι
3535ὑπάρχουσι μέσα τῆς τάξεως— καὶ σεῖς καὶ ὅλοι ἐνταῦθα.
3536§210Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ δώσητε τέρμα εἰς
3537τὴν συζήτησιν αὐτήν.
3538§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ δίδω τέρμα,
3539διότι ἐνταῦθα ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, ὅστις ἔχει ἰσχυρο-
3540τέραν φωνὴν νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει.
3541§212Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀπὸ σᾶς ἰσχυ-
3542ροτέραν.
3543§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσητε, παρακαλῶ.
3544Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
3545§214ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῶν
3546δύο ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν τὰς πολλὰς ἐνταῦθα
3547ἀμφισβητήσεις, ἐπὶ τοῦ ζητήματος δηλαδὴ τῆς πρώτης
3548ἀνακοπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς
3549δευτέρας ἀνακοπῆς. Ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
3550Βουλῆς, Κύριοι, πλεῖστοι ῥήτορες καὶ τελευταῖον ἠκούσθη
3551καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ ὅτι
3552ἡ ἀγόρευσις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἄρῃ πολλοὺς φόβους
3553πολλῶν συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων βεβαίως οὐχὶ κατὰ
3554τὸ ὅλον, ἀλλὰ κατὰ μέρος, καὶ ἐμοῦ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ,
3555λέγω, ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν σοβαρῶν ζητημάτων, διότι ἄλ-
3556λως τε ἐπ’ αὐτῶν ὡμίλησα ἐν τῇ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει.
3557Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς εὐρυτέραν πως ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν
3558μου, αἵτινες λίαν περιληπτικῶς διετυπώθησαν ἐν τῷ ἐν-
3559τύπῳ.
3560Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 2. Ἐν τούτῳ
3561ἀναφέρεται: «Ἄρθρον 334.— Ἐάν τις τῶν μαρτύρων ἢ
3562τῶν πραγματογνωμόνων νομίμως κλητευθεὶς (ἄρθρ. 144
3563κ. ἑ.) δὲν ἐμφανισθῇ, καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ Πταισματο-
3564δικείου κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ δημοσίου κατηγόρου ἢ καὶ
3565αὐτεπαγγέλτως εἰς πρόστιμον δραχμῶν 5 μέχρι 15 καὶ
3566εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀποφάσεως...».
3567Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος ἡ λέξις
3568«συμμέτρως», διότι, ἐὰν δὲν προστεθῇ ἡ λέξις αὕτη, ὁ πρῶ-
3569τος μάρτυς ἢ ὁ πρῶτος πραγματογνώμων, ὁ ὁποῖος θὰ
3570ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ περιπέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύ-
3571νης, ἢ θὰ εἶναι εὐπειθής, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον
3572αὐτῆς καὶ θὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, ὁ δὲ δεύτερος
3573θὰ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς, διότι οὔτε τὸ Δικαστήριον δια-
3574τάσσει τὴν ἐκ δευτέρου πληρωμήν, οὔτε ὁ ταμίας εἶναι
3575ὑποχρεωμένος ἢ ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῇ τὴν ἐκ δευτέρου
3576πληρωμήν. Ἐὰν δὲ θέλῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ τιμωρῇ τὸν
3577μάρτυρα ἢ τὸν πραγματογνώμονα, ὁ ὁποῖος παραμελεῖ τὸ
3578καθῆκόν του, δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ προστίμου·
3579δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ ὅλον πρόστιμον τῶν 15 δραχμῶν.
3580Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ διόρθωσις αὕτη
3581διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «συμμέτρως».
3582Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 338 ἀναγράφεται ὅτι:
3583«Ἄρθρον 338. Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως
3584ἐπιτρέπεται μόνον: 1) ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προ-
3585θεσμίας διατάξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164· καὶ 2) ἐὰν ὁ κα-
3586τηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα νομίμου κωλύματος».
3587Ἀφήνω τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἤγειρε τὴν
3588θύελλαν ἐνταῦθα, καὶ ἀσχολοῦμαι μόνον μὲ τὴν πρώτην.
3589Γράφεται: «Ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας
3590»διατάξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164». Νομίζω σκόπιμον, ἵνα
3591ἀντικατασταθῇ ἡ φράσις ὧδε· «ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ
3592προδικασίας διατάξεις»· διότι δὲν θὰ ἔχωμεν μόνον τὸν
3593κίνδυνον τῆς παραβάσεως τῶν προθεσμιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν
3594ἄλλων διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον ἐν
3595τῷ ἄρθρῳ 1, τῶν διατυπώσεων δηλαδὴ τῶν ἐκθέσεων
3596ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, ἱερέων κλπ.
3597Κατωτέρω γράφεται: «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἶναι τότε
3598»μόνον δεκτή, ἐὰν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας
3599»βίας εἰδικῶς ἠτιολογημένης ἐν τῇ ἀποφάσει».
3600Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ἐὰν τοῦτο διωρ-
3601θοῦτο κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ γίνε-
3602»ται δεκτή, ἂν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐκ νομίμου κωλύμα-
3603»τος ἢ ἐκ παραβάσεως τῶν περὶ προδικασίας διατάξεων»,
3604Ἡ παρέλευσις τῆς προθεσμίας ἄνευ ὑπαιτιότητος ἐκείνου,
3605καθ’ οὗ παρῆλθε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀξία τι-
3606μωρίας. Ἐὰν ἄνευ ὑπαιτιότητος ἀφήσῃ τις νὰ παρέλθῃ ἡ
3607προθεσμία, πρέπει νὰ ἀποκαθίσταται εἰς ἀκέραιον. Τοιαύ-
3608την διάταξιν πλεῖσται ξέναι νομοθεσίαι περιέχουσιν, ὡς
3609καὶ ἡ Γερμανική, ὁρίζουσα τὴν εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστα-
3610σιν, παρομοίαν μὲ τὴν in integrum restitutio τοῦ Ῥω-
3611μαϊκοῦ Δικαίου.
3612Κατωτέρω λέγει τὸ σχέδιον νόμου ὅτι, ἐν τῇ ἐκθέσει
3613πρέπει νὰ περιέχωνται «καὶ οἱ λόγοι τῆς μὴ ἐμφανίσεως
3614»τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην καὶ τῆς μὴ
3615»ἐμπροθέσμου ἀσκήσεως τῆς ἀνακοπῆς ἐπὶ ποινῇ ἀπαρα-
3616»δέκτου».
3617Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρ-
3618θρου τούτου. Ὁ δικαστὴς ὁ ποινικὸς εἶναι δικαστὴς τῆς
3619οὐσίας, καὶ ἐν γένει ἐν τῇ ποινικῇ διαδικασίᾳ λαμβάνεται
3620πρὸ παντὸς ἡ οὐσία ὑπ’ ὄψιν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον οἱ
3621τύποι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται
3622οἱ τύποι ὑπ’ ὄψιν, ὅταν οὗτοι προτίθενται νὰ ἐξυπηρετή-
3623σωσιν ἀπώτερόν τινα σκοπόν. Ἐνταῦθα ὅμως, Κύριοι, τρέ-
3624χομεν τοιοῦτον κίνδυνον, ἀφήνοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν
3625ὡς ἔχει, νὰ ὑπάρξῃ λόγος σοβαρὸς ἀνακοπῆς, ὁ ὁποῖος νὰ
3626μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς ἀνακοπῆς, ὅταν δὲ
3627ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, νὰ προταθῇ καὶ ἀνα-
3628γνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι εἶναι σοβαρός, καὶ ὅμως
3629τὸ Δικαστήριον νὰ ἀπόσχῃ καὶ εἴπῃ εἰς τὸν κατηγορούμε-
3630νον· δεδικαιολογημένως ἐγένεσο ἐκπρόθεσμος, ἐν τούτοις
3631ὅμως, διότι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς ἀνακοπῆς ὁ
3632σοβαρὸς λόγος αὐτός, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ἐπιτρέ-
3633ψωμεν τὴν ἀνακοπήν. Φαντάζεσθε, Κύριοι, ποίαν ἐντύπω-
3634σιν προκειμένου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης θὰ
3635προκαλῇ τοιαύτη περίπτωσις ἀπαραδέκτου ἀνακοπῆς;
3636Οἱ λόγοι τῆς ἀνακοπῆς, Κύριοι, δὲν θὰ δημιουργηθῶσιν
3637ἐπ’ ἀκροατηρίου· ἢ ὑπάρχουσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ
3638λέγω ὅτι δὲν θὰ δημιουργηθῶσιν ἐπ’ ἀκροατηρίου, διότι
3639πρέπει νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ τῶν ἀναγκαίων ἀποδείξεων.
3640Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,
3641ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν τροπολογίαν μου καὶ παρακαλῶ τὴν
3642Βουλήν, ὅπως σοβαρῶς σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
3643Ἐν τῷ ἄρθρῳ 339 φέρεται: «Ἡ ἀνακοπὴ γνωστοποιεῖ-
3644ται ἀμελλητὶ τῷ πολιτικῶς ἐνάγοντι». Θὰ παρεκάλουν,
3645ὅπως τεθῇ ἡ φράσις: «Ἐὰν οὗτος κατοικῇ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ
3646Δικαστηρίου», πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων.
3647Ἐπίσης κατωτέρω φέρεται: «Ἡ ἀνακοπὴ εἰσάγεται
3648ἐπιμελείᾳ τούτου (τοῦ κατηγόρου), ἄνευ κλητεύσεως τοῦ
3649ἀνακόπτοντος».
3650Ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἦτο σκόπιμος, θὰ ἦτο ὠφέλιμος,
3651ἐὰν ὁ κατήγορος δὲν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ καλέσῃ μάρ-
3652τυρας· ἀλλά, ἀφοῦ θὰ κάμῃ αὐτὸν τὸν κόπον, νομίζω ὅτι
3653πρέπει νὰ κλητεύσῃ τὸν ἀνακόπτοντα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ
3654γνωρίζῃ τὴν δικάσιμον τῆς ὑποθέσεως, διότι ἡ ἀνακοπή,
3655ὡς γνωρίζομεν, ἐκδικάζεται μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συν-
3656τάξεως αὐτῆς, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἡμέρα ἀρ-
3657γίας τοῦ Δικαστηρίου ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ
3658γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδικάσεως ὁ ἀνακόπτων.
3659Ἀφοῦ λοιπὸν θὰ γίνῃ ἡ διαδικασία αὐτὴ τῆς κλητεύσεως
3660ἄλλων προσώπων, καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὴν κλή-
3661τευσιν τοῦ ἀνακόπτοντος.
3662Εἰς τὸ ἄρθρον 340 ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο.
3663Λέγει τὸ ἄρθρον:
3664«Ἄρθρον 340. Νέοι μάρτυρες πλὴν τῶν ἐξετασθέντων
3665ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ ἢ τῇ προανακρίσει ἐνόρκως εἰσὶ πάντοτε
3666παραδεκτοί, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐξετασθέντων ὀφείλει νὰ καλῇ ὁ
3667δημόσιος κατήγορος ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν παθόντα, τὸν μη-
3668νυτὴν καὶ δύο τοὐλάχιστον ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων».
3669Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς διατάξεως ταύτης
3670τὰ σιδηροδρομικὰ ἀδικήματα, τὰ πρωτόκολλα τῶν δασο-
3671φυλάκων καὶ αἱ ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πταισματο-
3672δικείων, πρῶτον μὲν διὰ τὸ εὐτελὲς τῶν ὑποθέσεων, δεύ-
3673τερον δέ, διότι δὲν θὰ ἦτο εὔκολον οὔτε ὠφέλιμον νὰ ἐγ-
3674καταλείπωσιν οἱ δασοφύλακες τὰς ὑποθέσεις των καὶ οἱ
3675σταθμάρχαι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὰ
3676Πταισματοδικεῖα τὰς κατηγορίας κατὰ διαφόρων ἀνθρώ-
3677πων. Ταύτας εἶχον τὰς παρατηρήσεις νὰ κάμω. Παρακαλῶ
3678δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως σοβαρῶς συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν.
3679§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νικόλαος Παπαϊω-
3680άννου.
3681§216Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐψήφισα, κύριοι Βουλευταί,
3682ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πάντοτε ἔχων τὴν ἐλπίδα
3683ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἀποδεχθῆ τρο-
3684ποποιήσεις τινάς, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον
3685τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον πράγματι
3686λαμβάνονται ἐγγυήσεις τινὲς περὶ τῆς πράγματι ἐπακρι-
3687βοῦς παραδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων εἰς τοὺς κατη-
3688γορουμένους καὶ τοὺς μάρτυρας, ἐνῷ τοιαῦται ἐγγυήσεις
3689μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐλαμβάνοντο.
3690Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ πρὸ παν-
3691τὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιέτριψαν εἰς τὰ δικαστικά,
3692πῶς ἐγίνοντο αἱ κοινοποιήσεις τῶν ποινικῶν δικογράφων.
3693Ὁ κλητὴρ ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν κοινοποίησιν τῶν κατη-
3694γορητηρίων καὶ τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων μετέβαινεν εἰς
3695τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν ἀγωγια-
3696τῶν μετεβίβαζε τὰς κλήσεις πρὸς τοὺς κατηγορουμένους
3697πλειστάκις καὶ τοὺς μάρτυρας. Συνεπῶς διὰ τοῦ πρώτου
3698ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ
3699Κράτους....
3700§217Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο.
3701§218Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐγένετο, διότι ἐψηφίσθη ἤδη
3702ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
3703Δὲν ἔχει λοιπόν τις νὰ ἀντείπῃ τι, εἰμὴ νὰ ἐπαινέσῃ τὸν
3704κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔλαβε τοιαύτην μέ-
3705ριμναν περὶ τῆς ἀκριβοῦς κοινοποιήσεως τῶν ποινικῶν δι-
3706κογράφων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ
3707κρίσιν νομοσχεδίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω παρα-
3708τηρήσεις τινὰς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλπίζω, ὅτι κατόπιν
3709τῆς μακρᾶς συζητήσεως καὶ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἐμοῦ
3710καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
3711νης θὰ κάμῃ ὑποχώρησίν τινα, διότι πράγματι κίνδυνοι
3712ἐπαπειλοῦσι τοὺς κατηγορουμένους. Πρὸ παντὸς ἔχω νὰ
3713παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
3714336 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐδαφίου 2, τὸ ὁποῖον λέγει:
3715«Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἐν τῇ δίκῃ ἀποχω-
3716ρήσῃ ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, λογίζεται ὡς κατ’
3717ἀντιμολίαν δικαζόμενος». Ἐὰν δεχθῶμεν, κύριοι Βουλευ-
3718ταί, ἀπολύτως, ὅτι, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθῇ ἐνώ-
3719πιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ δὲν δύναται κατόπιν νὰ ἀποχω-
3720ρήσῃ μετὰ πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ περὶ ἀναβολῆς
3721τῆς δίκης, εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον διὰ τὸν κατη-
3722γορούμενον τοῦτον, διότι οἱ πλεῖστοι γνωρίζετε ὅτι κατη-
3723γορούμενός τις θέλων νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύ-
3724νης κλητεύει νομίμως τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως
3725του, ἐὰν ὅμως δὲν προσέλθωσιν οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπί-
3726σεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἢ προσέλθωσι καὶ ἀποχω-
3727ρήσωσι, τότε ποία εἶναι ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου, προ-
3728κειμένου οὗτος νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης;
3729Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπο-
3730ποίησις ὑπὸ τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ἥτις λέγει· «Ὁ κατη-
3731γορούμενος δύναται ἐμφανιζόμενος ν’ ἀποχωρήσῃ πρὸ τῆς
3732ἐνάρξεως τῆς πρὸς ἀπόδειξιν διαδικασίας, μόνον ἂν τὸ Δι-
3733καστήριον ἀπέρριψε τὴν περὶ ἀναβολῆς τῆς δίκης αἴτησίν
3734του, στηριζομένην εἰς τὴν μὴ προσέλευσιν τῶν νομίμως
3735κλητευθέντων μαρτύρων του».
3736§219Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ ἤδη.
3737§220Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Μάλιστα ἰσχύει, ἀλλ’ εἶναι πα-
3738ρακεκινδυνευμένον νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένους τοὺς κατη-
3739γορουμένους ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἄνευ ὑπερασπίσεως,
3740ἄλλως τε δὲ ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἀναβολῆς δὲν ἔχει νὰ πάθῃ
3741μέγα τι κακὸν ἡ δικαιοσύνη.
3742Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνακοπὴν τῶν κατηγορουμένων πρα-
3743γματικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἴρεται πλέον τὸ δικαίωμα,
3744τὸ ὁποῖον εἶχον μέχρι σήμερον ἀπὸ τὴν Ποινικὴν Δικονο-
3745μίαν, καὶ ζητοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λό-
3746γοι διατί δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τῆς
3747ποινικῆς δικαιοσύνης νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, καὶ
3748ἰδίως ἀπαιτοῦνται ἀποχρῶντες καὶ σοβαροὶ λόγοι, οἱ δὲ
3749λόγοι αὐτοὶ ἀφίενται πάντοτε νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῶν Δικα-
3750στηρίων. Βεβαίως οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ
3751νομοσχεδίῳ πάντως πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ πρὸ παν-
3752τὸς πρέπει νὰ προστεθῇ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
3753ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ κ. κ. Χρυσοβελώνης καὶ
3754Ἐξαρχόπουλος, ἡ φράσις «ἢ ἄλλης δεδικαιολογημένης αἰ-
3755τίας».
3756Καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς
3757τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Ὁποῖοι κίνδυνοι ἐπα-
3758πειλοῦσι τοὺς κατηγορουμένους διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς
3759δευτέρας ἀνακοπῆς! Οἱ ἐνδιατρίβοντες εἰς τὰ δικαστικὰ
3760αὐτοὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Φαν-
3761τασθῆτε, κύριοι Βουλευταί, κατηγορούμενον μὴ δυνάμενον
3762ἕνεκεν ἀποχρώντων λόγων, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀνα-
3763φέρει, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὸ πρῶτον καὶ
3764κατόπιν ἀνακόπτοντα αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τοῦ
3765Δικαστηρίου νὰ μὴ δυνηθῇ πάλιν δι’ ἀποχρῶντας λόγους
3766νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου πρὸς ὑποστήριξιν
3767τῆς ἀνακοπῆς του. Τί γενήσεται τότε; Ἡ ἀπόφασις ἡ
3768ἐκδοθεῖσα ἐρήμην γίνεται ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος. Φαν-
3769τασθῆτε τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ὁ κατηγορού-
3770μενος νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ῥάχιν του ἀπόφασιν ὁριστικὴν καὶ
3771τελεσίδικον, ἡ ὁποία γνωρίζετε πῶς ἐκδίδεται ὑπὸ τῶν Δι-
3772καστηρίων, ὅταν ἐρήμην δικάζηται ὁ κατηγορούμενος. Δι’
3773ἁπλούστατον πταῖσμα, τοὐλάχιστον εἰς τὸν εἰκοσαετῆ ἐγὼ
3774βίον μου, εἶδον κατηγορούμενον τιμωρούμενον μὲ φυλάκι-
3775σιν τριῶν καὶ ἓξ μηνῶν, δι’ ἁπλούστατον δὲ τραῦμα μὲ
3776φυλάκισιν δύο ἐτῶν. Φαντασθῆτε ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τοῦ
3777κατηγορουμένου, διότι δι’ ἀποχρῶντας λόγους, τοὺς ὁποί-
3778ους θὰ εἶχεν εἰς τὴν πρώτην δίκην καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀνα-
3779κοπὴν τοιαύτην, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῆς δι-
3780καιοσύνης· θὰ ἔχῃ καθ’ ἑαυτοῦ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ θὰ
3781ἀποτίσῃ μεγάλην ποινὴν δι’ ἐλάχιστον ἔγκλημα, πλειστά-
3782κις δὲ καὶ ἀθῷος ὤν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ κίνδυνος
3783μόνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ὁ κατηγορούμενος, ὅταν ἀπο-
3784κλεισθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς; Καὶ
3785ἕτερος μέγιστος κίνδυνος ἐπαπειλεῖ αὐτόν, καὶ οὗτος εἶναι
3786ὁ κίνδυνος τῶν πολιτικῶν ἀποζημιώσεων. Ὁ παθὼν ἐμφα-
3787νίζεται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, εἰσάγει τὰ πο-
3788λιτικὰ δικόγραφα καὶ τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν ζητῶν ὑπερ-
3789όγκους ἀξιώσεις, ὅπως συνήθως συντάσσονται αἱ πολιτι-
3790καὶ ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, διότι αἱ
3791πολιτικαὶ ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν
3792ἔχουσι λόγον τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ τὴν παράστασιν τοῦ
3793παθόντος ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν λοιπὸν
3794ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν ὁ τοιοῦτος κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος θὰ
3795ἔχῃ καὶ καθ’ ἑαυτοῦ τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν καὶ ἐξ ἀνυπερ-
3796βλήτων λόγων δὲν δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν
3797καὶ ἀποκρούσῃ τὴν ἀγωγήν, θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ ἀποζημι-
3798ώσεις, τὰς ὁποίας ὁ παθὼν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ. Καὶ
3799εἶπεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι δι’
3800αὐτοῦ τοῦ τρόπου ποῦ θὰ φθάσωμεν; Θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς
3801τοὺς κατηγορουμένους νὰ κάμωσι καὶ δευτέραν καὶ τρίτην
3802καὶ τετάρτην ἀνακοπήν, καὶ δὲν γνωρίζω πόσας ἄλλας ἀνα-
3803κοπὰς ἀνέφερε. Λυποῦμαι, διότι ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ στόμα-
3804τος πεπειραμένου συναδέλφου καὶ διαπρεποῦς νομικοῦ, ὅτι
3805ἐπιτρέπεται καὶ τρίτη καὶ τετάρτη ἀνακοπή. Πάντες οἱ
3806διατρίβοντες εἰς τὰ δικαστικὰ γνωρίζουσιν, ὅτι ἀνακοπαὶ
3807ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς: ἡ πρώτη, ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ καὶ
3808ἡ δευτέρα ἀνακοπή, γνωρίζετε δὲ πότε γίνεται ἡ ἐκπρόθε-
3809σμος ἀνακοπή, ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρίσκεται ὁ κατη-
3810γορούμενος, καὶ πότε ἡ δευτέρα ἀνακοπή.
3811§221Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν ταῖς δυσὶν αὐταῖς ἀνα-
3812κοπαῖς ὁ κατηγορούμενος ἀποστέλλεται εἰς τὴν φυλακήν.
3813§222Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω. Ὁ ἐνα-
3814σκῶν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπὴν εἴτε συλλαμβάνεται ὑπὸ τῶν
3815ἀρχῶν καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁπότε καλεῖ τὸν
3816γραμματέα ἐν ταῖς φυλακαῖς, διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐκπρό-
3817θεσμον ἀνακοπήν, εἴτε προσέρχεται αὐθορμήτως καὶ ἐγ-
3818κλείεται εἰς τὰς φυλακάς, ὁ δὲ ἐνασκῶν δευτέραν ἀνακο-
3819πὴν ὑφίσταται καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιον, διότι ἡ ἀπόφασις εἶναι
3820ὁριστική, καὶ εἴτε συλλαμβάνεται οὗτος ὑπὸ τῆς καταδιω-
3821κτικῆς ἀρχῆς καὶ προσάγεται ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως,
3822εἴτε ἐρχόμενος αὐτοβούλως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἐγκλεί-
3823εται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκεῖ ἐνασκεῖ τὴν δευτέραν ἀνα-
3824κοπήν, καὶ κατόπιν προσέρχεται σιδηροδέσμιος, ὡς βλέπο-
3825μεν καθ’ ἑκάστην τοὺς κατηγορουμένους μεταφερομένους
3826ἀπὸ τὰς φυλακὰς εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀκρο-
3827ατηρίου ὑποστηρίζει τὴν δευτέραν ἀνακοπήν του, προσά-
3828γει τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀπο-
3829φαίνεται περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ τε-
3830τάρτη καὶ ἡ πέμπτη ἀνακοπή, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐξ
3831Ἀχαΐας συνάδελφος; Φαίνεται ὅτι ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου,
3832διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡμίλησεν οὕτω πως ἐνώ-
3833πιον τῆς Βουλῆς.
3834Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν
3835θελήσῃ νὰ μὴ ἀπαγορεύσῃ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἢ μᾶλ-
3836λον νὰ μὴ ἀναφέρῃ ἐντελῶς, ὅτι ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι
3837ἀπαράδεκτος, νὰ ἀφήσῃ τουτέστι νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο,
3838τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε συνεπείᾳ τῶν διατάξεων
3839τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἢ μᾶλλον συνεπείᾳ τῆς ἑρμηνείας,
3840τὴν ὁποίαν ἔδωκαν τὰ Δικαστήρια, διότι ἡ Ποινικὴ Δικο-
3841νομία δὲν ἀναφέρει δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλὰ τὰ Δικαστή-
3842ρια ἐπέτρεψαν τοιαύτην, θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης.
3843§223Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐφεξῆς δὲν θὰ ἐπιτρέπηται, κύριε
3844συνάδελφε· θὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 341.
3845§224Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν καταργεῖται.
3846§225Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργεῖται τὸ ἄρθρον 341;
3847§226Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καταργεῖται.
3848§227Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ τὸ ἐπανα-
3849φέρωσιν.
3850§228Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς δευτέρας
3851ἀνακοπῆς, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
3852σας ὅτι καὶ ἄλλοτε εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐγέ-
3853νετο νόμος τοῦ Κράτους πρὸ διετίας σχεδόν, καὶ τὸ ἀπο-
3854τέλεσμα ἦτο νὰ γίνῃ ἐπανάστασις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος,
3855διότι πραγματικῶς διεκινδύνευσεν ἡ ἐλευθερία τῶν πολι-
3856τῶν, καὶ ἠναγκάσθη αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐψήφισε
3857τὸν νόμον τοῦτον, νὰ ἔλθῃ κατόπιν νὰ καταργήσῃ αὐτόν.
3858Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα, ὅτι ἡ κοινὴ
3859συνείδησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοιοῦτον, διότι τὰ
3860ἤθη καὶ ἔθιμα δὲν ἐξῳκειώθησαν πρὸς ἄλλα πεπολιτισμένα
3861Κράτη, δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν νὰ ἐνασκῶσιν οἱ πο-
3862λῖται τὰ δικαιώματα αὐτά, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπομεν σπουδαί-
3863ους κινδύνους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ Πολι-
3864τεία καὶ ἡ δικαιοσύνη διὰ τῆς μὴ καταργήσεως τῆς δευτέ-
3865ρας ἀνακοπῆς.
3866Τὸν περιορισμὸν τῶν δικῶν τῶν ἐρημοδικιῶν ἰδίᾳ ἐπέ-
3867φερε καὶ ἕτερος νόμος ψηφισθεὶς πρὸ διετίας, ὁ νόμος, διὰ
3868τοῦ ὁποίου οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὸ
3869πρῶτον καὶ δικαζόμενοι κατ’ ἀντιμολίαν πληρώνουσι τὸ
3870ἥμισυ τῶν ἐξόδων καὶ τελῶν. Γνωρίζετε ποῖον ἀποτέλεσμα
3871ἔφερεν; Ἐγὼ ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος δικηγόρος δύναμαι νὰ
3872βεβαιώσω, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἐκ τῶν εἰσαγομένων ποινικῶν
3873ὑποθέσεων ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Βόλου ἑκατὸν
3874καθ’ ἑβδομάδα ἐδικάζοντο εἴκοσι τὸ πολὺ κατ’ ἀντιμολίαν,
3875ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἐγίνοντο ἐρήμην, ἤδη μετὰ τὴν ψήφισιν
3876τοῦ νόμου τούτου εἶναι ζήτημα, ἂν δικάζωνται εἴκοσι ἐπὶ
3877τοῖς ἑκατὸν ἐρήμην.
3878Ἰδοὺ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν αἱ δίκαι, δι-
3879ότι πράγματι, ὡς διαβλέπω ἐγώ, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχε-
3880δίου τούτου εἶναι νὰ περιορίσῃ τὰς δίκας, καὶ οὐχὶ διὰ
3881τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Ἰδοὺ πῶς ἐπέρ-
3882χεται ἀποτέλεσμα καλὸν ὑπὲρ τῶν πολιτῶν καὶ οὐχὶ διὰ
3883βεβιασμένων μέτρων, οὐχὶ βεβαίως διὰ τοιαύτης ἀπαγο-
3884ρεύσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ἡ ὁποία ἀπαγόρευσις θὰ
3885γεννήσῃ κίνδυνον νὰ στερηθῶσι πολλοὶ πολῖται τῆς προσω-
3886πικῆς των ἐλευθερίας.
3887Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν
3888κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑποβληθεί-
3889σας ὑπὸ τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δύ-
3890ναται ἐμφανιζόμενος νὰ ἀποχωρήσῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς
3891ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, μόνον ἐὰν προτείνῃ τὴν ἀναβο-
3892λὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκλήτευσε μάρτυρας ὑπερασπίσεως
3893ἀποδεδειγμένως καὶ νομίμως ἐπίσης νὰ δεχθῇ τὴν τρο-
3894πολογίαν τοῦ κ. Χρυσοβελόνη, ὥστε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παρά-
3895γραφος ἡ λέγουσα ὅτι δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδε-
3896κτος καὶ νὰ τεθῇ ὅτι εἶναι πάντοτε δεκτὴ ἕνεκα ἀνυπερ-
3897βλήτου κωλύματος. Ἐλπίζω ὅτι τὰς παρατηρήσεις μου
3898ταύτας θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σκε-
3899πτόμενος ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, εἶναι
3900ἀτελής, τὰ δὲ ἔργα του δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι
3901ἀτελῆ.
3902§229Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν μετὰ τοῦ
3903συναδέλφου κ. Χρυσοβελόνη νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν
3904ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν
3905αὐτῆς νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν δι’ ὀ-
3906λίγων.
3907Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ διὰ τοὺς ἐπὶ πλημμελή-
3908ματι ἢ πταίσματι κατηγορουμένους ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῆς
3909ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας ὡς δικαίωμα, ἐνῷ διὰ τοὺς
3910ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένους δὲν ἀναγνωρίζεται, καὶ
3911ἀναγκάζονται παρουσιαζόμενοι ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου
3912μόνον τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως νὰ ζητήσωσιν, οὐχὶ δὲ
3913νὰ ἀποχωρήσωσι δικαζόμενοι ἐρήμην. Σήμερον ἡ ἀρχὴ
3914αὕτη, ἡ ἀναγνωρισθεῖσα, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
3915δίου αἴρεται, καὶ ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ
3916κατηγορούμενος ἐπὶ πλημμελήματι ἢ πταίσματι νὰ δικα-
3917σθῇ ἐρήμην, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ δικασθῇ κατ’ ἀντιμωλίαν,
3918ἐὰν δὲ δὲν ἐμφανισθῇ, μόνον ἕνεκεν ὡρισμένων λόγων καὶ
3919αἰτιῶν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ
3920ὡρίσθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 338 ὅτι «ὁ κατηγορούμενος ἔχει δι-
3921καίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἔνδικον......».
3922Διὰ τῆς τροπολογίας ἐζητήσαμεν νὰ προστεθῇ ὅτι καὶ
3923πᾶσα ἄλλη αἰτία ἀποχρώντως δεδικαιολογημένη εἶναι ὀρ-
3924θὸν καὶ δίκαιον ὡς δίδουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγο-
3925ρούμενον, ποιούμενον χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς καὶ στηριζόμε-
3926νον ἐπὶ τῶν λόγων αὐτῆς, νὰ ἀκουσθῇ καὶ νὰ μὴ δικασθῇ
3927ἀναπολόγητος.
3928Ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, δι’ ἣν λό-
3929γον δι’ ἀποχρώντως δικαιολογημένον κώλυμα δύναται νὰ
3930γίνῃ δευτέρα ἀνακοπή, νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνα-
3931κοπὴ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπῃ νὰ γίνῃ δεκτή.
3932Ὁ ἐρήμην καταδικαζόμενος κατηγορούμενος συμφώνως
3933μὲ τὸ νομοσχέδιον ἔχει προθεσμίαν 10 ἡμερῶν ἐν ᾗ περι-
3934πτώσει κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν ἡ ἀπόφασις, ὅπως ποιήση-
3935ται χρῆσιν τῆς ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ προθεσμία δὲν
3936εἶναι ἀρκετή· ὁ λιπομάρτυς ἔχει προθεσμίαν 15 ἡμερῶν
3937πρὸς ἐνάσκησιν τῆς ἀνακοπῆς, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ κατηγορού-
3938μενος, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία κινδυνεύει, ἔχει
393910 ἡμερῶν προθεσμίαν. Νομίζω ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν
3940τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, εἶναι ὀρθὸν νὰ αὐξηθῇ
3941εἰς 20 ἡμέρας ἡ προθεσμία αὕτη.
3942Ἐπίσης εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡρίσαμεν, ὅτι ὁ λιπομάρτυς
3943ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀνακοπὴν καὶ διὰ πληρε-
3944ξουσίου, ἐνῷ ἡ διὰ πληρεξουσίου ἐνάσκησις παραλείπεται
3945διὰ τὸν κατηγορούμενον. Καὶ ναὶ μέν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαγο-
3946ρεύεται τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ὁ πλη-
3947ρεξούσιος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν κατη-
3948γορούμενον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ τὸν
3949λιπομάρτυρα τὸ δικαίωμα τοῦτο, παραλείπεται δὲ διὰ τὸν
3950κατηγορούμενον, εἶναι ὀρθὸν νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ ἀνακοπὴ
3951γίνεται εἴτε ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου εἴτε ὑπὸ τοῦ πληρε-
3952ξουσίου του.
3953Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι δυνάμει τῆς κειμένης Ποινικῆς
3954Δικονομίας δευτέρα ἀνακοπὴ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι κατὰ
3955τὸ ἄρθρον 341 αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἡρμηνεύθη κατὰ τρόπον,
3956ὅστις ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐγίνετο δεκτὸς καὶ κατὰ τὴν
3957ἑρμηνείαν ταύτην ἐπιτρέπεται καὶ δευτέρα ἀνακοπή. Ὥσ-
3958τε, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου κα-
3959ταργοῦμεν τὸ ἄρθρον 341, διὰ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν
3960ὑποβάλλομεν, ζητοῦμεν νὰ διαγραφῇ τὸ ὅτι δευτέρα ἀνα-
3961κοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὥστε νομίζω ὅτι πρέπει εἰδικῶς
3962νὰ προστεθῇ ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ γίνεται δεκτὴ
3963ἕνεκεν ἀνωτέρας βίας, ἡ ὁποία εἰδικῶς αἰτιολογεῖται. Τοῦτο
3964πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, καὶ ἂν πρέπῃ ἀκριβῶς νὰ περιφρου-
3965ρήσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ὁρμᾶται
3966ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐρημοδι-
3967κίαι.
3968Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἂν γίνωσι δεκταὶ ὑπὸ
3969τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ
3970τὸ νομοσχέδιον.
3971(Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητι-
3972κῆς Βουλῆς).
3973§230Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καίπερ κηρυχθεὶς κατ’ ἀρχὴν ἐναν-
3974τίον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διατυποῦται, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἡ
3975ἀρχὴ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω
3976τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω μετὰ τοῦ κ. Ἐξαρχοπούλου τὴν
3977τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν οὗτος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
39782ου. Πρὸ τούτου ὅμως αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ γνω-
3979ρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς
3980τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλή-
3981σαντος ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου κυρίως, ὅπως ἀποκρούσῃ, ἐκτὸς
3982τῶν ἄλλων, καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ἐπείσθην ἐξ αὐ-
3983τῶν, ὅτι δὲν ἔδακον τὸ ἄγκιστρον οἱ πολεμήσαντες τὴν
3984δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλὰ τὸ ἔδακεν αὐτὸς ὁ ἴδιος κ.
3985Ὑπουργός, διότι, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3986παύει πλέον ἡ ἀνακοπὴ νὰ εἶναι δικαίωμα τοῦ κατηγορου-
3987μένου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ δέον νὰ
3988θεωρῆται ἀποτέλεσμα ἀνάγκης, ὀφείλει ἐπίσης νὰ ἀναγνω-
3989ρίσῃ ὅτι εἰς ἀποτέλεσμα ἀνάγκης καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ
3990πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται. Εἶμαι τελείως πεπεισμένος, ὅτι
3991ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρη-
3992μάτων τῶν προαγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μαν-
3993τεύσω ἕνεκα τίνος λόγου, ἴσως ἕνεκα προσωπικῆς φιλο-
3994τιμίας, δὲν θέλει νὰ παραδεχθῇ τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχει-
3995ρημάτων αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ
3996διεκήρυξε τὰς θεωρίας, ὅσας ἐντεῦθεν διεκήρυξεν ὅσον ἀφορᾷ
3997τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῆς, ἐφ’
3998ὅσον διὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας δικαιοῦνται οἱ Εἰσαγγελεῖς
3999νὰ θεραπεύωσι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης προσ-
4000γιγνόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε κατήρχετο τοῦ βήματος,
4001ἐγὼ παρετήρησα τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ὁ ὕπατος τῶν φιλο-
4002σόφων τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Ἀριστοτέλης, διδάσκει ἐν τῇ ῥη-
4003τορικῇ του ὅτι οἱ ἄριστοι τῶν νόμων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
4004ἀφήνουσι τὰ ὀλιγώτερα εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ κρίνωσιν.
4005Ἀκούσατε τὴν σχετικὴν περικοπὴν τοῦ φιλοσόφου· «Μάλι-
4006στα μὲν οὖν προσήκει τοὺς ὀρθῶς κειμένους νόμους ὅσα
4007ἐνδέχεται πάντα διορίζειν αὐτούς, καὶ ὅτι ἐλάχιστα κατα-
4008λείπειν ἐπὶ τοῖς κρίνουσιν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
4009νης, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι εἶναι μελετητὴς τῶν ἀρχαίων
4010συγγραφέων, βεβαίως θὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ
4011Ἀριστοτέλους, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι εἴτε ἐκ προσωπικῆς
4012φιλοτιμίας εἴτε διότι ἡ ἐπίθεσις τῆς Βουλῆς ἐναντίον τοῦ
4013νομοσχεδίου ἢ ἡ ἀντίκρουσις τούτου ὑπ’ αὐτῆς δὲν διενηρ-
4014γήθη κατὰ τὴν κρίσιν του μὲ τὴν δέουσαν ἠρεμίαν, ἐπι-
4015μένει εἰς τὴν γνώμην του καὶ δὲν θέλει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ
4016ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, σᾶς
4017εἶπεν, ἀναγνωρίζει κατάστασιν ἀνάγκης διὰ τὴν πρώτην
4018ἀνακοπὴν καὶ ἀναγνωρίζει τοιαύτην καὶ διὰ τὴν δευτέραν,
4019διατί δὲν θεσπίζει ταύτην; Καί, ἵνα ὁμιλήσω καὶ διὰ πα-
4020ραδειγμάτων, ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Γίνεται πρώτη ἀνακοπὴ
4021κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 15 ἡμέ-
4022ρας δέον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὑποθέσατε ὅμως
4023ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς Κυκλάδας, ὅπου τὸ ἀτμόπλοιον δὲν
4024προσεγγίζει εἴς τινας νήσους ἐγκαίρως, ἀπολείπεται ὁ κα-
4025τηγορούμενος ἀνακόπτων κατὰ τὴν δικάσιμον καὶ ἀπορ-
4026ρίπτεται ἡ ἀνακοπή, καθισταμένης οὕτω τελεσιδίκου τῆς
4027ἀποφάσεως.
4028Ὁ κατηγορούμενος τότε θὰ ἐγκλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς
4029τελείως ἀναπολόγητος. Ὑπάρχει λοιπὸν κατάστασις ἀνάγ-
4030κης καὶ διὰ τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, καὶ ἀντὶ
4031νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην τοῦ Εἰσαγγελέως
4032ἢ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν δικαστῶν ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ
4033ἀναγράψωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἐν τῷ νόμῳ, πε-
4034ριορίζοντες ὅμως βεβαίως μόνον εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν τοὺς
4035λόγους αὐτῆς. Τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ἡ τελευταία νομοθε-
4036τικὴ συνείδησις, διὸ καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ἐνομο-
4037θετήθη καὶ ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς καὶ ἀνεγνω-
4038ρίσθη καὶ αὐτὸ ὡς ἔκτακτον μέσον ἔνδικον μὲ τὴν διαφο-
4039ρὰν ὅτι διὰ ταύτην καταβάλλεται τέλος ἰδιαίτερον. Ὑπο-
4040θέτω λοιπὸν κατόπιν πάντων τούτων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
4041θὰ δεχθῇ ἐπὶ τέλους νὰ θεσπίσῃ καὶ τὴν δευτέραν ἀνακο-
4042πὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἐὰν δὲ τοῦτο πράξῃ, τὸν βεβαιῶ τότε ὅτι
4043θὰ εὕρῃ τὴν Βουλὴν πᾶσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
4044Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τροπολογιῶν, τὰς
4045ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ προαγορούσαντες συνάδελφοι, ἔχω ὅμως
4046μετὰ τοῦ κ. Ἐξαρχοπούλου ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροπολο-
4047γίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ.
4048Ὑπουργὸν νὰ ἀκούσῃ. Προκειμένου περὶ τῆς προθεσμίας
4049ὁρίζει τὸ ἄρθρον 338: «Ἡ ἀνακοπὴ γίνεται παρὰ τῷ γραμ-
4050ματεῖ τοῦ ἐκδόντος τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν Δικαστηρίου
4051ἐντὸς δέκα μὲν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως αὐτῆς, ἐὰν ἡ
4052ἡ ἐρήμην ἀπόφασις ἐκοινοποιήθη προσωπικῶς εἰς τὸν κατα-
4053δικασθέντα, ἐντὸς 30 δὲ ἡμερῶν, ἐὰν δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη
4054προσωπικῶς...»
4055Ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑφ’ ἡμῶν οὐδαμῶς παρα-
4056βλάπτει τὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ μόνον προστίθησι τὸ ἑξῆς: «αὐ-
4057τοπροσώπως ἢ διὰ πληρεξουσίου», τοῦθ’ ὅπερ ἀναγράφεται
4058ἐν τῷ ἄρθρῳ 335 προκειμένου περὶ λιπομαρτύρων. Προτεί-
4059νεται ἐπίσης διὰ τῆς τροπολογίας, ὅπως ἡ προθεσμία τῶν
406010 ἡμερῶν, ἥτις ὁρίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου, ἂν κοινοποιηθῇ
4061προσωπικῶς εἰς τὸν κατηγορούμενον ἡ ἀπόφασις, νὰ αὐ-
4062ξηθῇ εἰς 20 ἡμέρας, διότι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, κατὰ
4063τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπως θὰ σᾶς εἴπω, μεταξὺ τῶν δέκα
4064ἡμερῶν, ἐφ’ ὅσον ἐνεργεῖται προσωπικῶς πρὸς τοὺς κατη-
4065γορουμένους ἡ ἐπίδοσις, καὶ τῶν 30 ἡμερῶν, ἂν ἡ ἀπόφασις
4066δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη προσωπικῶς, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐπίδο-
4067σις θὰ ἐνεργῆται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 335, ὅπερ
4068ὁρίζει ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἐπίδοσιν
4069ὀφείλουσιν ἀμελλητὶ τὸ δικόγραφον, τὴν κλῆσιν ἢ τὸ κλη-
4070τήριον θέσπισμα νὰ τὸ δίδωσιν εἰς τὸν καλούμενον. Ἀφοῦ
4071λοιπὸν ἔχομεν τὴν βεβαιότητα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θὰ
4072ἐπιδίδηται ἀμελλητὶ τὸ δικόγραφον εἰς τὸν κατηγορούμε-
4073νον, ὀρθὸν εἶναι, ἐφ’ ὅσον ὁρίζεται ἑνὸς μηνὸς προθεσμία διὰ
4074τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἐπίδοσις δὲν ἤθελε γίνει προσω-
4075πικῶς πρὸς αὐτόν, νὰ ὁρισθῇ 20 ἡμερῶν προθεσμία, ὅταν
4076θὰ γίνηται προσωπικῶς ἡ ἐπίδοσις, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον καὶ
4077εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τῷ κοινοποιεῖται προσω-
4078πικῶς, καὶ εἰς τὴν δευτέραν, καθ’ ἣν δὲν κοινοποιεῖται αὐτῷ
4079προσωπικῶς, ὅτι τάχιστα ὁ κατηγορούμενος θὰ λάβῃ τὴν
4080κοινοποιουμένην κλητήριον ἀπόφασιν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ.
4081Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς
4082τροπολογίας ταύτης. Ἡ τροπολογία ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν
4083ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει καὶ θεσπί-
4084ζει τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ, τοῦ ὁποίου ἀνα-
4085γράφεται ὅτι «ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἶναι τότε μόνον δε-
4086κτή, ἐὰν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας εἰδικῶς
4087ἠτιολογημένης ἐν τῇ ἀποφάσει». Ὀρθὸν βεβαίως τοῦτο·
4088διότι, ἀφοῦ ἡ ἐμπρόθεσμος ἀνακοπὴ δὲν θεωρεῖται δικαί-
4089ωμα, πολὺ περισσότερον δὲν δύναται νὰ θεωρῆται δικαί-
4090ωμα ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή. Θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ἐπι-
4091τραπῇ ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ ὄχι μόνον ἐξ ἀνωτέρας βίας,
4092ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων εἰδικῶς αἰτιολο-
4093γουμένων ἐν τῇ ἀποφάσει, διότι δυνατὸν μὲν ἐν δεδομένῃ
4094τινὶ περιστάσει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνωτέρα βία, ἀλλὰ δυνατὸν
4095νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλα ἀνυπέρβλητα αἴτια, τὰ ὁποῖα προκει-
4096μένου περὶ τῆς ἐμπροθέσμου ἀνακοπῆς ἐξήγησεν ὁ κ.
4097Ὑπουργὸς καὶ ἀπεδέχθη ὡς δυνάμενα νὰ ὑπάρξωσι. Τού-
4098των οὕτως ἐχόντων ὑποβάλλω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ.
4099Ἐξαρχοπούλου τὴν τροπολογίαν ταύτην εἰς τὴν κρίσιν τῆς
4100Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
4101(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
4102Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω Κύριοι, εἰμὴ νὰ διαδη-
4103λώσω, ὅτι θεωρῶ ὅτι ὑπάρχει ἐπιβεβλημένον καθῆκον εἰς
4104ἐμὲ δικηγόρον Βουλευτὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τῆς θέ-
4105σεως ταύτης κατὰ τῆς γνώμης ἐνίων συναδέλφων, μὴ δι-
4106κηγόρων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία
4107ἐγεννήθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἀπὸ τοὺς δικη-
4108γόρους Βουλευτὰς καὶ ἀπὸ τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ
4109Κράτους, ἐγεννήθη, διότι προσβάλλονται δῆθεν τὰ δικηγο-
4110ρικά των συμφέροντα.
4111§231ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον, προστατεύονται.
4112§232Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀκριβῶς.
4113§233Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἴτε σήμερον εἴτε αὔριον θὰ
4114ἔλθωσιν εἰς τοὺς δικηγόρους.
4115§234Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον, κύριε συνά-
4116δελφε, νὰ φέρητε ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
4117§235Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς λέγω ὅτι ἠναγ-
4118κάσθην νὰ τὸ εἴπω, διότι πρὸ ὀλίγου τὸ ἤκουσα λεγόμενον
4119ἀπὸ Βουλευτάς.
4120§236Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε
4121γνώμην θέλουσιν· αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς Βουλευ-
4122τὰς τοὺς ἐκδηλώσαντας ἐναντίαν γνώμην.
4123§237Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ πλάνη πρέπει νὰ διαλυθῇ.
4124§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν εἶναι
4125ὀρθὸν νὰ ἀπαντήσητε εἰς ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν θὰ
4126ἐπέτρεπον νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν εἶναί ποτε
4127δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ δικηγόροι Βουλευταὶ μάχονται
4128ὑπὲρ ἰδίων συμφερόντων.
4129§239Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ λέγω-
4130μεν τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, τουτέστι τὴν
4131ἀλήθειαν καθαρὰν καὶ ἀπερίφραστον. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ὅτι δὲν
4132εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῶσι ταῦτα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος·
4133ἀρκεῖ ὅτι ταῦτα λέγονται καὶ διαδίδονται, ὡς εἶπον.
4134§240Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εἴμεθα τε-
4135λείως ἀδιάφοροι περὶ τοῦ ποίαν γνώμην ἔχουσιν.
4136§241Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι· ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται.
4137§242Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ λέγηται, ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα
4138ἀδιάφοροι εἰς τοιαύτας διαδόσεις.
4139§243Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ
4140ὁ κόσμος, διότι ἡ ἀλήθεια δὲν φέρει ἀποτελέσματα, ἐφ’
4141ὅσον τὴν ἀγνοεῖ ὁ κόσμος. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ κοινὴ
4142γνώμη καὶ οἱ μὴ δικηγόροι Βουλευταί, ὅτι οἱ δικηγόροι οἱ
4143εὑρισκόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οἱ δικηγορικοὶ σύλ-
4144λογοι πᾶν ὅ,τι ἔπραξαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἔπραξαν
4145ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως ἀκραδάντου,
4146ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους
4147ἀντὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ καλοῦ, ὃν φρονεῖ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπι-
4148διώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ τοῦ σκοποῦ
4149τοῦ καλοῦ θὰ γίνῃ βλάβης καὶ πιέσεως πρόξενον καὶ θὰ ἔχῃ
4150τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἀφ’ ὅσα ἐπιδιώκονται δι’ αὐ-
4151τοῦ. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ
4152κρίνῃ, ὅτι, ἀφοῦ οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ ἔχωσι γνώμην
4153μετὰ κύρους ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁμοφώνως ἀποφαίνονται
4154κατ’ αὐτοῦ, πάντως τὸ τοιοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ νομοσχέ-
4155διον ἔχει τι τὸ σοβαρῶς ἐλαττωματικόν. (Χειροκροτήματα).
4156§244Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται δευ-
4157τέρα ἀνακοπή.
4158§245Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὡς ἔκτακτον μέσον.
4159§246Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Διατί τοῦ εὐεργετήματος τῆς δευτέρας
4160ἀνακοπῆς νὰ ἀπολαύωσι καὶ οἱ ζωοκλέπται;
4161§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν δύνασθε οὔτε νὰ διακό-
4162ψητε, διότι ὁ ἀγορεύων ἐπεράτωσε τὸν λόγον του, ἀλλά, ἂν
4163θέλητε νὰ σᾶς ἐγγράψω, νὰ ὁμιλήσητε.
4164Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μουσούρης.
4165§248Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐπιθυμῶν, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ
4166συντελέσω εἰς παράτασιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχε-
4167δίου τούτου δὲν ἀπήντησα, ὡς ὤφειλον, εἰς τὰ λεχθέντα
4168ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἀπάντησιν ὅσων
4169ἐγὼ εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου
41701 τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν,
4171τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ μὴ συντελέσω εἰς τὴν παράτασιν τῆς
4172συζητήσεως δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἐκθέτους δύο τροπολο-
4173γίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἐν σχέσει μὲ τὸ συζητούμενον
4174δεύτερον ἄρθρον, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ αἱ τροπολογίαι αὗται
4175δὲν ἐγγίζουσι τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπεν ὁ
4176ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν
4177θέλω νὰ θίξω, ὅπως δὲν θέλω νὰ πικράνω καὶ τὴν ἀρκετὰ
4178πικραμμένην καρδίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
4179§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καθόλου πι-
4180κραμμένη.
4181§250Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἔκρινα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑπο-
4182στηρίξω τὰς τροπολογίας, διότι αὗται ἔχουσι σκοπὸν καὶ θὰ
4183ἔχωσι τὴν συνέπειαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν
4184τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἔχωσι τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπο-
4185φύγωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰ κακά, τὰ ὁποῖα
4186θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς πλημμελοῦς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ.
4187Καὶ ἡ μὲν πρώτη τροπολογία δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ μεγάλην
4188συζήτησιν, διότι ἐλπίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουρ-
4189γὸς δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἅμα ἀκούσῃ ταύτην. Ὁ
4190κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ θεραπεύσῃ ἄτοπον, τὸ
4191ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ποι-
4192νικῶν δικῶν, τὸ ἄτοπον ὅτι, ἐνῷ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων ὁ παρι-
4193στάμενος κατὰ τὴν ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου δίκην ἦτο
4194ἔκτοτε διάδικος, ἦτο δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ἡ δίκη, νὰ δικα-
4195σθῇ δηλαδὴ ἡ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἀνακοπὴ τοῦ
4196κατηγορουμένου, καὶ οὗτος νὰ μὴ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀνακοπῆς
4197καὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, καὶ εἶχε τὴν πρόνοιαν ὁ ἀξιότι-
4198μος κ. Ὑπουργὸς νὰ γράψῃ ἐν τῷ προσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον
4199συζητοῦμεν καὶ ἀκριβῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ
4200περιπτώσει ὁ δημόσιος κατήγορος εἶναι ὑπόχρεος νὰ κοι-
4201νοποιῇ τὴν γενομένην ἀνακοπὴν εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνά-
4202γοντα ἢ τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ. Ἀλλά, ἐνῷ ἔσχε τὴν πρό-
4203νοιαν καὶ ἐφρόντισε νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν ὥρισε
4204τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς κοινοποιήσεως, καὶ ἑπομέ-
4205νως, ἂν δὲν διορθώσωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, θὰ ἔχωμεν τὸ
4206ἄτοπον ν’ ἀποβῇ τελείως ἀτελεσφόρητος ἡ διάταξις αὕτη,
4207διότι, ἂν δὲν ὁρίσωμεν τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς κοι-
4208νοποιήσεως, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Εἰσαγγελίας καὶ ὁ γραφεὺς
4209τοῦ δημοσίου κατηγόρου, εἰς τοὺς ὁποίους, ὡς εἶναι φυσικόν,
4210θὰ ἀνετίθετο ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας ταύτης, ἠδύναντο
4211νὰ παραλείψωσιν εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἐξ ἀμελείας τὴν ἐκ-
4212τέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, εἴτε οὐδόλως ἀνακοινοῦντες
4213εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα τὴν γενομένην ἀνακοπὴν εἴτε
4214ἀνακοινοῦντες ταύτην τὴν προτεραίαν τῆς δίκης, οὕτως
4215ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ
4216συνηγόρου αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν
4217συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ δίκαιά του.
4218Ὑπέβαλον ἕνεκα τούτου προσθήκην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς
4219τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τὴν ὁρίζουσαν ὅτι «Ἡ ἀνακοπὴ
4220γνωστοποιεῖται τῷ πολιτικῶς ἐνάγοντι ἢ τῷ πληρεξουσίῳ
4221ἢ ἀντικλήτῳ αὐτοῦ τῷ διωρισμένῳ παρὰ τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δι-
4222καστηρίου ὑπὸ τοῦ κατηγόρου κλπ.», νὰ προστεθῇ «κοινοποι-
4223εῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τούτου ἐντὸς πέντε ἡμε-
4224ρῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτῆς», ὅτι δηλαδή, ὅταν γίνῃ ἀνα-
4225κοπή, εἶναι ὑπόχρεος ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ δημόσιος κατήγο-
4226ρος νὰ ἀποστείλῃ ἔγγραφον εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ
4227εἰς τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναφέρηται ὅτι
4228ἐγένετο ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
4229προέβη ὡς πολιτικῶς ἐνάγων, τοῦτο δὲ τὸ ἔγγραφον νὰ κοι-
4230νοποιῆται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχε-
4231δίου, ἂν γίνῃ νόμος, δηλαδὴ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ τῆς
4232Εἰσαγγελίας ἢ ὁ χωροφύλαξ νὰ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ κοινοποιῶ-
4233σιν αὐτὸ εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ἢ εἰς τὸν ἀντίκλητον
4234αὐτοῦ καὶ νὰ συντάσσωσιν ἐπιδοτήριον, καὶ οὕτω δὲν θὰ εἶναι
4235δυνατὴ ἡ παραβίασις τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν
4236πρόνοιαν νὰ θέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θεωρῶ πε-
4237ριττὸν νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς
4238διατάξεως ταύτης, διότι τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ· πρόκει-
4239ται περὶ προσθήκης, ἡ ὁποία οὐδεμίαν θὰ φέρῃ σύγχυσιν,
4240δὲν θὰ πλήξῃ διόλου τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑπο-
4241θέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τουλάχιστον τὴν
4242μικρὰν τροπολογίαν ταύτην δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ ἀπο-
4243δεχθῇ.
4244§251Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ Βουλή;
4245§252Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐννοεῖται τότε ὅτι ἔτι μᾶλλον
4246θὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν ἡ Βουλή. Μεγαλειτέραν ἔτι σημασίαν
4247ἔχει ἑτέρα τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν διάτα-
4248ξιν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κα-
4249τηγορούμενος δὲν ἐμφανισθῇ, δικάζεται ἐρήμην, νὰ θέσω-
4250μεν τὰς ἑξῆς λέξεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν τῇ τροπολογίᾳ.
4251Ὅτι δικαζομένης ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου τῆς ὑποθέ-
4252σεως νὰ δύναται —μὴ ἐκπλαγῆτε κύριοι Βουλευταί, διότι
4253θὰ ἀναφέρω ἀμέσως καὶ τὴν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθην
4254τὴν τροπολογίαν ταύτην—, νὰ δύναται ὁ πληρεξούσιος δι-
4255κηγόρος τοῦ κατηγορουμένου νὰ παρίσταται κατὰ τὴν δίκην
4256καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅτι ὁ κατηγορούμενος
4257δὲν ἐκλητεύθη νομίμως ἢ ὅτι ὑπάρχει νόμιμος λόγος δικαιο-
4258λογῶν τὴν μὴ ἐμφάνισίν του. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ
4259Δικαστήριον, ἂν εὕρῃ βασίμους τοὺς ἰσχυρισμούς του, ἀνα-
4260βάλλει τὴν δίκην. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς:
4261«Δικαζομένης τῆς ὑποθέσεως ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου
4262δύναται νὰ παραστῇ πᾶς πληρεξούσιος αὐτοῦ δικηγόρος,
4263ὅπως ὑποβάλῃ ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐκλητεύθη νομί-
4264μως ἢ ὅτι δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα τοῦ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ
4265ἀναφερομένου νομίμου κωλύματος, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἀπο-
4266δείξῃ. Τὸ Δικαστήριον, ἐὰν εὕρῃ βασίμους τοὺς ἰσχυρισμοὺς
4267αὐτοῦ, ἀναβάλλει τὴν δίκην».
4268Τὴν διάταξιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, ἠρύσθην ἐκ τοῦ
4269ἄρθρου 465 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, τε-
4270θειμένον ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ διαδικασίας κατὰ φυγοδίκων
4271καὶ ἀπόντων ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ὁρίζει ἐπὶ λέ-
4272ξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν ἀπόντα δὲν δίδεται
4273ἐξ ἐπαγγέλματος συνήγορος, εἶναι δεκτὸς ὅμως ἕκαστος,
4274ὅστις παρίσταται, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὸν ἢ διὰ νὰ ἀπο-
4275δείξῃ νόμιμα κωλύματα, καταστήσαντα ἀδύνατον τὴν
4276ἐμφάνισίν του. Ἀποδειχθείσης νομίμου κωλύσεως, δίδει τὸ
4277Δικαστήριον νέαν πρὸς ἐμφάνισιν προθεσμίαν, παρελθούσης
4278δὲ αὐτῆς ἀνωφελῶς, δικάζει κατ’ ἐρήμην».
4279Ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, προκειμένου περὶ
4280ἐκδικάσεως ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων δίκης ἐνώπιον τοῦ
4281Κακουργιοδικείου, ἐφρόντισε νὰ θέσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν
4282ὁποίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κατηγορούμενος πρόκειται νὰ
4283δικασθῇ ἐρήμην, δύναται οἱοσδήποτε πολίτης νὰ ἐμφανι-
4284σθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν,
4285νὰ μελετήσῃ αὐτήν, νὰ παρατηρήσῃ ἂν ἐτηρήθησαν ἅπα-
4286σαι αἱ κατὰ τὸν νόμον διατάξεις τῆς κλητεύσεως τῶν κα-
4287τηγορουμένων καί, ἐν ᾗ περιπτώσει εὕρῃ, ὅτι αἱ διατυπώ-
4288σεις αὗται δὲν ἐτηρήθησαν, νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λόγους τοῦ
4289ἀκύρου τῆς κοινοποιήσεως εἰς τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον
4290θὰ δικάσῃ. Ἀλλὰ δύναται ἐκτὸς τούτου νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Δι-
4291καστήριον· «ὁ κλητευθεὶς εἶχε νόμιμα κωλύματα, ἕνεκα
4292τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμφανισθῇ, καὶ παρακαλῶ νὰ
4293ἐπιτρέψῃ τὸ Δικαστήριον ν’ ἀποδείξω τὰ κωλύματα ταῦτα».
4294Καὶ δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ξένος, ὁ μὴ δικηγό-
4295ρος καὶ μὴ πληρεξούσιος, νὰ προσαγάγῃ μάρτυρας καὶ
4296ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κλητευθεὶς νὰ προσέλθῃ
4297ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τὸ
4298Δικαστήριον εὕρῃ ὅτι τὰ κωλύματα ταῦτα ἀποδεικνύονται
4299ὑπὸ τοῦ ὑπερασπιστοῦ αὐτοῦ τῆς ζωῆς ἢ τῆς ἐλευθερίας τοῦ
4300δικαζομένου ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δώσῃ ἑτέραν προ-
4301θεσμίαν πρὸς ἐμφάνισιν. Ἀλλά, ἂν ὁ νομοθέτης ἡμῶν ἔθηκε
4302τὴν διάταξιν ταύτην προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως δικῶν ἐνώ-
4303πιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου, δὲν
4304ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος, δὲν ὑπάρχει μείζων λόγος, ὅπως δεχθῶ-
4305μεν τοῦτο, προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως δίκης ἐνώπιον τοῦ
4306Πλημμελειοδικείου; Ὑπάρχει μείζων λόγος, διότι, ἐνῷ ὁ
4307δικαζόμενος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐρήμην δύναται
4308κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὁποτεδήποτε
4309ἐμφανιζόμενος ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ προκαλέσῃ
4310ἀμέσως νέαν ἐκδίκασιν, καὶ μάλιστα ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’
4311αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεύς, καίτοι ἔχει ἀπόφασιν κατὰ τοῦ κα-
4312τηγορουμένου, ὅταν ἐμφανισθῇ οὗτος ἢ συλληφθῇ, εἶναι
4313ὑπόχρεος ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ προκαλέσῃ νέαν
4314συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα δικασθῇ ἐκ νέου, καταστρε-
4315φομένης τελείως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐρήμην τοῦ κατα-
4316δικασθέντος ἐκδοθείσης, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως
4317κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἅμα ὁ καταδικα-
4318σθεὶς ἐρήμην συλληφθῇ, οὐδὲν δικαίωμα ἀνακοπῆς κέ-
4319κτηται, πλὴν ὅταν ἀποδείξῃ ἀνυπέρβλητα κωλύματα.
4320Ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὸν νομο-
4321θέτην νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κα-
4322κουργιοδικείου, ὁ αὐτὸς ἔτι μᾶλλον ὑπάρχει καὶ διὰ τὸ
4323Πλημμελειοδικεῖον. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἀνεξαρτήτως
4324τοῦ νομοθετικοῦ λόγου, δι’ ὃν ἀπεφάσισε τοῦτο ὁ νομοθέ-
4325της τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ συμπεράσματα εἶναι πολὺ
4326λογικά, εἶναι πολὺ ὀρθά, ἐὰν ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν πεῖραν
4327καὶ κατὰ τὴν μικρὰν ἡμῶν μόρφωσιν τὰ συνήθως συμβαί-
4328νοντα. Ὑποθέσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἐκοι-
4329νοποιοῦντο αἱ κλήσεις πρὸς τοὺς κατηγορουμένους καθ’ ὃν
4330χρόνον εὑρίσκονται δι’ ὑποθέσεις ἐκτὸς τῆς οἰκίας των,
4331ἐκτὸς τοῦ τόπου, ἐν ᾧ κατῴκει. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο,
4332τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν τόπον μου καὶ εἰς τὸν τόπον
4333τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου πολλοὶ γεωργοὶ
4334ἀπέρχονται ἀπὸ τὰ χωρία τῆς Κεφαλληνίας καὶ μετα-
4335βαίνουσιν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα
4336πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας.
4337Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς κοινοποι-
4338εῖται τακτικῶς δικόγραφον, καθ’ ὃν χρόνον ἀπουσιάζουσι
4339τοῦ χωρίου των· οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν
4340ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐμφανι-
4341σθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Τότε
4342οἱ σύνοικοι ἢ οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνου θὰ
4343μεταβαίνωσιν εἰς τὸν πληρεξούσιον αὐτοῦ δικηγόρον, θὰ
4344ἔχωσι καὶ τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι θὰ βεβαιῶσιν ὅτι ὁ κα-
4345τηγορούμενος δὲν εἶναι εἰς τὸ χωρίον του, καὶ τὸ Δικαστή-
4346ριον, ἐὰν εὕρῃ ὅτι πράγματι ἀπεδείχθη, ὅτι ἕνεκα νομίμου
4347κωλύματος δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κλητευθεὶς κατηγορούμενος,
4348θὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην. Τί λογικώτερον, τί ἁπλούστερον,
4349τί δικαιότερον τούτου; Ἀλλὰ μήπως, κύριοι Βουλευταί,
4350δὲν εἶναι τοῦτο ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότι-
4351μος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαν-
4352τῶν εἰς τὰς εὐλόγους παρατηρήσεις πολλῶν ἐξ ὑμῶν παρα-
4353τηρησάντων ὅτι πολλάκις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσέρ-
4354χωνται οἱ κατηγορούμενοι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης, εἶ-
4355πεν ὅτι ἔχει ἐν τῷ νῷ καὶ θὰ συντάξῃ κατεπειγόντως ἐγ-
4356κύκλιον πρὸς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους, διὰ τῆς
4357ὁποίας θὰ ὁδηγῇ αὐτάς, ἐὰν δι’ ἐξωδίκων πληροφοριῶν πεί-
4358θωνται ὅτι ἕνεκα νομίμου κωλύματος ὁ κατηγορούμενος δὲν
4359ἐνεφανίσθη, νὰ ἀποσύρωσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς τὴν δίκην. Τοῦτο
4360δὲν εἶναι μία πρᾶξις ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ἐπι-
4361διώκει; Ὁ Εἰσαγγελεύς, χωρὶς νὰ δίδῃ λογαριασμὸν καὶ
4362χωρὶς οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀπόδειξις, ἂν εἰς ἑκάστην συγ-
4363κεκριμένην περίπτωσιν ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὸ δί-
4364καιον, συμφώνως πρὸς τὰ ὑποδειχθέντα ἢ μὴ πραγματικὰ
4365περιστατικά, θὰ δύναται νὰ ἀποσύρῃ τὴν δίκην. Δὲν ὑπάρ-
4366χει φόβος, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας, τὴν
4367ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην,
4368ὅπως ἐνεργῇ αὐτοβούλως μὲ ὅλην τὴν ἀνόρθωσιν καὶ μὲ ὅλην
4369τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, νὰ
4370ἀποσύρῃ ὑποθέσεις, καίπερ μὴ ὑπάρχοντος νομίμου κωλύμα-
4371τος, ἐκ προσωπικῆς συμπαθείας εἴτε πρὸς τοὺς κατηγο-
4372ρουμένους εἴτε πρὸς τοὺς συνηγόρους αὐτῶν, καὶ ἐν τοι-
4373αύτῃ περιπτώσει νὰ δημιουργήσωμεν δίκας, τὰς ὁποίας
4374ἀκριβῶς θέλομεν νὰ καταργήσωμεν, καὶ νὰ διαιρέσωμεν
4375τοὺς πολίτας εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ τοιούτους, καὶ νὰ δη-
4376μιουργήσωμεν διακρίσεις μεταξὺ φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ
4377Εἰσαγγελέως; Καὶ γνωρίζομεν μεθ’ ὅλους τοὺς ἐπαίνους, τοὺς
4378ὁποίους ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τὸν κ. Ὑ-
4379πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καί τινες τῶν Εἰσαγγελέων
4380δὲν εὑρίσκονται εἰς τόσον βαθμὸν τελειότητος, ὥστε νὰ δι-
4381κάζωσι πάντοτε ἅπαντας ἐξ ἴσου, ἀλλ’ ὅτι πολλάκις ἔχουσι
4382τὰς συμπαθείας των καί, ἂν ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι νὰ πράτ-
4383τωσι συμφώνως πρὸς τὰς διαθέσεις αὐτῶν, εἶναι μέγιστος
4384κίνδυνος νὰ πράττωσι συμφώνως πρὸς τὰς προσωπικὰς αὐ-
4385τῶν συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας.
4386Φρονῶ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ τροπολογία μου
4387αὕτη ἡ τοσοῦτον συνδυαζομένη πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς
4388νομοθεσίας ἡμῶν, ἡ ὁποία δὲν ἑδράζεται ἐπὶ ἄλλης ἀρχῆς
4389εἰμὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καθιέρωσαν οἱ συντάκται
4390τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας, θὰ θεραπεύσῃ ἐν μέρει τὰ
4391κατά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι, διότι οἱ κα-
4392τηγορούμενοι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δὲν θὰ κινδυνεύωσιν,
4393ἐὰν δὲν ἐμφανίζωνται, νὰ δικάζωνται ἐρήμην, καὶ οὕτως
4394ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐμφανισθῶσι, θὰ προσ-
4395έρχωνται κατὰ τὴν νέαν δικάσιμον καὶ οὕτω θὰ ἐξοφλῶσι
4396μετὰ μίαν ἀναβολὴν τοὺς μετὰ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας
4397λογαριασμούς των. Ἡ διάταξις δ’ αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἁρ-
4398μονίᾳ καὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
4399Διότι ἐγώ, καίτοι ὡμίλησα κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομο-
4400σχεδίου φρονῶν ὅτι δὲν θὰ ἐνεργῶνται τακτικῶς αἱ κοινο-
4401ποιήσεις, ἔχω ὅμως πάντοτε τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ κα-
4402ταργηθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐρημοδικιῶν. Δυστυχῶς εἰς με-
4403ταμεσονυκτίους ὥρας, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα, πολλῶν
4404τροπολογιῶν ἡ ἐπιψήφισις ἐξηρτήθη καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ
4405τὴν εὐδοκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ
4406τοῦτο προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, εἶπον ὅτι δὲν ἀμ-
4407φιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἀρ-
4408νηθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου. Ἀλλὰ παρακαλῶ
4409καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν μετὰ περισκέψεως, νὰ
4410τὴν βασανίσῃ, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι θὰ θεραπεύσῃ τὰ κακά, ὅτι
4411θὰ εἶναι πολὺ ὠφέλιμος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀκριβῶς τοῦ
4412νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν καταστῇ τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους.
4413Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, συνιστῶ εἰς τὸν
4414κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ καὶ οὗτος ὑπ’ ὄψιν
4415καὶ ὑποστηρίξῃ καὶ τὴν τροπολογίαν μου αὐτήν, διότι φρονῶ
4416ὅτι θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομο-
4417σχέδιον, ἔστω τροπολογημένον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῇ
4418ἐφαρμογῇ, προτιμότερον, λέγω, ἢ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἀρχι-
4419κῶς διετύπωσεν αὐτό, ὅπως τὸ θέλει, κατόπιν δὲ θᾶττον
4420ἢ βράδιον εὔλογος καὶ δικαία ἀγανάκτησις, ἡ ὁποία εἶναι
4421κίνδυνος ν’ ἀναπτυχθῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν
4422ἄμεσον καὶ ταχεῖαν τούτου κατάργησιν. (Χειροκροτήματα).
4423(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
4424§253Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρὰ τὴν
4425ἐπιμονὴν τὴν ἀνένδοτον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
4426ἀπέναντι τῶν διαμαρτυριῶν καὶ εὐχῶν τῶν δικηγορικῶν
4427συλλόγων, τῶν διαμαρτυριῶν μεγάλου μέρους τοῦ ἡμετέρου
4428Σώματος, δὲν παύω νὰ διατηρῶ τὴν ἐλπίδα, διαγνώσας
4429τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
4430ὅτι ἀκολουθῶν μετὰ προσοχῆς τὴν συζήτησιν θὰ πεισθῇ ἐπὶ
4431τέλους ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὡς ἔχει, δὲν ἐπιτρέπεται
4432νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
4433Δύο τινά, Κύριοι, διὰ τῆς διατάξεως τῆς συζητουμένης
4434ἐπιδιώκονται κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν· ἐπιδιώκεται
4435ὁ περιορισμὸς τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ ἡ κατ’ ἀντιπαράστα-
4436σιν ἐξέτασις τοῦ κατηγορουμένου πρὸς τοὺς μάρτυρας τῆς
4437κατηγορίας.
4438§254Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκουράσθημεν· δὲν
4439δυνάμεθα πλέον νὰ ὑποφέρωμεν. Τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη· εἴ-
4440μεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας.
4441§255Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέ-
4442διον ἔχει τοιαύτας ἐλλείψεις, ὥστε ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ
4443εἶναι ἀνεξάντλητος.
4444§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἶναι τόσον
4445καταφανεῖς αἱ ἐλλείψεις αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀπορρίψῃ.
4446§257Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον
4447ἡ συζήτησις, θὰ ἀκούσητε δ’ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἰδι-
4448κῆς μου ὅτι ἔχει τοιαῦτα ἐλαττώματα, ὥστε πᾶσα ἐφαρ-
4449μογὴ αὐτοῦ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Καὶ αὐτὴ ἡ τροπο-
4450ποίησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
4451καὶ αὐτὴ εἶναι ματαία καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ,
4452καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω τρανότατα. Καὶ πρὸς στιγμὴν ὁ κ.
4453Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· γίνεται δεκτὴ καὶ
4454ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπὴ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
4455ὁ κατηγορούμενος ἤθελε δικαιολογήσει ἀνυπέρβλητα κωλύ-
4456ματα. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶν λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι
4457ἀνεκτέλεστος, διότι θὰ ῥίψῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς τὰς φυ-
4458λακὰς καὶ θὰ τῷ εἴπῃ: μετὰ 30 ἡμέρας θὰ δικασθῇς. Ὡς
4459γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες, ὅσοι δικηγορεῖτε, ὡς καὶ ὁ κ.
4460Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνωρίζει, ἵνα γίνῃ
4461ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ ἐκτελεσθῇ,
4462καὶ ὁ κατηγορούμενος νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Ἔκαμε
4463τὴν ἀνακοπήν, θὰ κληθῇ ἀπὸ τὰς φυλακὰς μετὰ 15 ἡμέρας,
4464καὶ τότε θέλει συζητηθῇ τὸ παραδεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς του,
4465καί, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του, τότε ὁ κατηγορούμενος
4466θὰ ἀπέλθῃ χωρὶς νὰ δικασθῇ κατ’ οὐσίαν.
4467Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν
4468περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τῆς διατά-
4469ξεως ταύτης, ἔφερε στατιστικὰς πληροφορίας ἀπὸ τοὺς
4470Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ὅτι τὸ ⅓ τῶν δικαζομένων ὑπο-
4471θέσεων δικάζεται ἐρήμην. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν
4472ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τῶν δοθεισῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
4473γόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι εἰς τὸ
4474⅓ αὐτὸ νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις τῶν
4475λιπομαρτύρων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι μέγας. Ἔφε-
4476ρεν ὅμως πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τίνος ἔτους, κύ-
4477ριοι Βουλευταί; Τοῦ 1909. Τίς νόμος ἐλειτούργει τότε;
4478Ὁ νόμος ὁ καταργηθεὶς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1910. Τίς
4479νόμος ἴσχυεν ἀπὸ τότε καὶ ἐντεῦθεν; Ὁ νῦν ἰσχύων νόμος.
4480Διατί εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρῃ πληροφορίας νόμου καταρ-
4481γηθέντος, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρεπομένων ὅλων τῶν
4482ἀνακοπῶν ἀληθῶς ἡ ἐρημοδικία παρουσίασεν αὐτὸ τὸ φά-
4483σμα, τὸ ὁποῖον τόσον ἐτρόμαξε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
4484Δικαιοσύνης; Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν λει-
4485τουργεῖ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο ἀποτελέσματα, τὸ μὲν
4486θαυμάσιον ὡς συντελέσαν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐρημο-
4487δικιῶν, τὸ δὲ ἀτυχές, τὸ ἀφορῶν τὴν τελεσιδικίαν. Ὁ νό-
4488μος ὁ λειτουργῶν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1910, ἀπὸ ἑνὸς καὶ
4489ἡμίσεος ἔτους, περιώρισεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὰς ἐρημο-
4490δικίας, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχομεν ἐρημοδικίας
4491εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνάγκης, καὶ εἰς ἐκείνας, κατὰ
4492τὰς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς ἐπι-
4493δόσεως τῶν δικογράφων δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῆς κλητεύ-
4494σεώς του. Ἐὰν τὸ ⅓ ἐδικάζοντο ἐρήμην, σήμερον, κύριοι
4495Βουλευταί, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι περιωρίσθησαν ἔλαττον καὶ
4496αὐτοῦ τοῦ δεκάτου. Ἐὰν ἑκατὸν ὑποθέσεις εἰσάγωνται εἰς
4497τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς ἑκάστην συνεδρίαν, ἐκ τῶν 100
4498ὑποθέσεων τῶν εἰσαγομένων δὲν δικάζονται ἐρήμην πλέον
4499τῶν δέκα.
4500§258Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὄχι δά!
4501§259Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τί συνετέλεσε, Κύριοι,
4502ὥστε νὰ περιορίσῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος τὰς ἐρημοδικίας εἰς τὸν
4503βαθμὸν αὐτόν; Μία διάταξις ἀληθῶς σοφή, κατὰ τὴν
4504ὁποίαν ὁ κατηγορούμενος τὸ πρῶτον καλούμενος καὶ κατα-
4505δικαζόμενος πληρώνει τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
4506Μία ἐπίσης ἄλλη διάταξις πρακτικωτάτη εἶναι ἐκείνη,
4507κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ὑπόθεσις εἰσάγεται νὰ δικασθῇ
4508ἄνευ προανακρίσεως. Ὁ κατηγορούμενος λοιπὸν οὐδὲν συμ-
4509φέρον ἔχει σήμερον νὰ καταδικασθῇ ἐρήμην, οὐδὲν συμφέ-
4510ρον ἔχει νὰ μὴ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγο-
4511ρίας, διότι ἀντὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας εὑρίσκει
4512ἀπέναντί του τί, κύριοι Βουλευταί; Προανάκρισιν ἐνεργη-
4513θεῖσαν ἀπὸ ἀντεισαγγελέα ἢ ἀπὸ ἕνα πταισματοδίκην,
4514προανάκρισιν πάντοτε εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου λόγῳ
4515τῆς προκαταλήψεως. Ἡ δὲ διάταξις τῆς πληρωμῆς τοῦ
4516ἡμίσεος τῶν ἐξόδων ἀπὸ τοὺς κατ’ ἀντιμολίαν δικαζομέ-
4517νους εἶναι λίαν ὑπηρετικὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι καὶ τὸν
4518κατηγορούμενον προσελκύει καὶ διότι προκειμένου ὁ δικα-
4519στὴς διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δικάζονται εἰς τὸ Πλημ-
4520μελειοδικεῖον, νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ποινὴν τριῶν ἡμερῶν, ἐφαρ-
4521μόζων τὸν νόμον καὶ ἀναλογιζόμενος ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ καὶ
4522ἔξοδα 50 καὶ 100 δραχμῶν, βεβαίως ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος
4523ἀποφεύγει νὰ ἐξοντώσῃ οἰκονομικῶς ἕνα χωρικὸν καὶ δὴ
4524ἄπορον. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἴχομεν ἐκ τοῦ
4525νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῆς τελε-
4526σιδικίας, εἴχομεν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα καὶ ηὔξησε
4527τὴν μόνην κακὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐρημοδικία,
4528ηὔξησε τὴν φυγοποινίαν. Δὲν πάσχει ἀπὸ τὴν ἐρημοδικίαν
4529ὁ τόπος, ἀλλὰ πάσχει ἀπὸ τὸ χείριστον ἀποτέλεσμα τῆς
4530ἐρημοδικίας, τὴν φυγοποινίαν. Οἱ φυγόποινοι εἶναι μάστιξ
4531τῆς κοινωνίας. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, Κύριοι, ἐκ παντὸς
4532τρόπου πρέπει νὰ πολεμήσωμεν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νο-
4533μοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν πολεμεῖ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό,
4534ἀλλὰ τὸ ἐνισχύει, καὶ τὸ ἐνισχύει κατὰ τρόπον λίαν ἐπι-
4535κίνδυνον κατὰ τῆς κοινωνίας, κατὰ τῆς Πολιτείας, διότι οἱ
4536φυγόποινοι συνταράσσουσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ὑπόκειν-
4537ται εἰς τοιαύτας καταδιώξεις ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτι-
4538κῶν ἀρχῶν, ὥστε τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς ἐγκληματικότητος
4539ἐν Ἑλλάδι κατήντησε νὰ διαπράττηται κατ’ αὐτῶν τῶν
4540δυστυχῶν. Καὶ τότε δὲν εἴχομεν τὰ ἀπελπιστικὰ αὐτὰ
4541ἀποτελέσματα, δὲν εἴχομεν ληστρικὰς συμμορίας, δὲν εἴ-
4542χομεν προβιβασμοὺς φυγοποίνων εἰς φυγοδίκους, ἀλλ’ εἰς
4543σπανίας περιπτώσεις. Σήμερον ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου
4544ὁ φυγόποινος ἀπηλπισμένος πλέον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντι-
4545κρύσῃ τὸ Δικαστήριον....
4546§260Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι θὰ πείσητε κα-
4547νένα μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἐξακολουθεῖτε, ἀλλὰ σᾶς
4548βεβαιῶ ἐγὼ ὅτι οὐδένα θὰ πείσητε.
4549§261Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· κάμνω τὸ
4550καθῆκόν μου. Τὸ κακὸν λοιπὸν αὐτό, Κύριοι, ἔχομεν καθῆ-
4551κον νὰ περιορίσωμεν, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον
4552δὲν περιορίζει τὸ κακόν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ ἐνισχύει, διότι
4553τὸν φυγόποινον τὸν ἀπελπίζει ἐντελῶς. Τῷ λέγει· ἡ ἀνα-
4554κοπή σου ἡ πρώτη εἶναι ἀπαράδεκτος ἐκτὸς μόνον εἰς περί-
4555πτωσιν, καθ’ ἣν παρουσιασθῇς εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ δι-
4556καιολογήσῃς τὴν μὴ ἐμφάνισίν σου. Τὸ μέρος αὐτὸ δὲν
4557μὲ τρομάζει, ὡς τρομάζει ἄλλους συναδέλφους. Ὁ κατη-
4558γορούμενος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον
4559τοῦ Δικαστηρίου, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ ψευδομάρτυρας. Ἐκεῖνο
4560τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον μὲ φοβίζει, εἶναι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς
4561ὁποίας ὑποβάλλεται ὁ κατηγορούμενος καὶ αὐτὸ τὸ Δημό-
4562σιον εἰς περίπτωσιν ἀθῳώσεως τοῦ κατηγορουμένου, αἱ δα-
4563πάναι, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ
4564ὁποῖαι ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, θὰ
4565πεισθῆτε ὅτι ἀνέρχονται εἰς 137 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῶν
4566συνήθων δικαστικῶν ἐξόδων. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε· ποῖαι εἶναι
4567αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται αὐτὸς ὁ δυστυχής,
4568ὁ ὁποῖος, εἴτε διότι δὲν ἔλαβε τὴν κλῆσιν εἴτε διὰ τὸν
4569ἕνα καὶ ἄλλον λόγον, δὲν προσῆλθε νὰ δικασθῇ; Ἡ ἀνα-
4570κοπή, ὡς γνωρίζετε, εἰσάγεται διὰ κλήσεως, συντάσσεται
4571ἔκθεσις ἀνακοπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγράφηται
4572καὶ ὁ λόγος τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ὁ
4573κατηγορούμενος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν
4574πρωτεύουσαν, ὑποβαλλόμενος εἰς μίαν μικρὰν δαπάνην,
4575τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω ἴσην πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ πληρε-
4576ξουσίου, 7 δρ., καὶ ἐκεῖ ἐμφανίζεται μὲ ἕνα δικηγόρον, τὸν
4577ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, διότι συντάσσει ἔκθεσιν· θὰ
4578πληρώσῃ τί νομίζετε; 5 δραχμάς· 7 καὶ 5, 12. Τί θὰ
4579πληρώσῃ ἐπὶ πλέον διὰ τὰς 2 δίκας; Μίαν τὴν δίκην τὴν
4580τυπικὴν καὶ μίαν τὴν δίκην τῆς οὐσίας, 10 εἰς ἑκάστην, διότι
4581τόσην ἀμοιβὴν ὁρίζουσιν οἱ σύλλογοι οἱ δικηγορικοί. Τί θὰ
4582φέρῃ πρὸς δικαιολογίαν του ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου;
4583Δύο μάρτυρας τοὐλάχιστον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ κώ-
4584λυμα, τὸ ὁποῖον τὸν ἠμπόδισε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Δικα-
4585στήριον. Τίς, Κύριοι θὰ ἀρνηθῇ ὅτι, διὰ νὰ φέρῃ δύο μάρ-
4586τυρας ὁ κατηγορούμενος, θὰ δαπανήσῃ δι’ ἕκαστον ἐξ
4587αὐτῶν 10 δραχμάς;
4588§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν.
4589§263ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἐλέχθησαν, θὰ λεχθῶσι
4590καὶ ἀπὸ ἐμέ. Γνωρίζετε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τρεῖς κλη-
4591τεύσεις γίνονται διὰ τὴν δίκην τὴν τυπικήν. Τί στοιχίζουσιν
4592αἱ τρεῖς αὐταὶ κλήσεις; Ἂν σᾶς εἴπω ὅτι στοιχίζουσι 18
4593δραχμάς, νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε. Ἕκαστον ἐπιδοτήριον στοιχίζει
4594δραχμὰς 2. Ἑκάστη κλῆσις δραχμὴν 1 καὶ ἕκαστον ἀντί-
4595γραφον δραχμὰς 2. Καὶ εἰς βάρος ποίου τὰ ἔξοδα αὐτά;
4596Τοῦ κατηγορουμένου. Πόσαι κλητεύσεις γίνονται εἰς τὴν
4597δευτέραν, τὴν οὐσιαστικὴν δίκην; Γίνονται 5 κλητεύσεις,
4598αἱ ὁποῖαι θέλουσι 10 ἐπιδοτήρια, καὶ 10 ἐπιδοτήρια στοιχί-
4599ζουσι δραχμὰς 20. Τί ἄλλο ἐπὶ πλέον προστίθεται, Κύριοι, εἰς
4600βάρος τοῦ κατηγορουμένου; Δραχμαὶ 11 διὰ τὴν ἀπόφασιν.
4601Καὶ εἰς πόσα ποσὰ ἀνέρχονται τὰ ἐπιπλέον ἔξοδα; Εἰς
4602δραχμὰς 137. Αὐτό, Κύριοι, μὲ τρομάζει· πιστεύσατε ἐν
4603πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ὑπώπτευσαν ὅτι τὸ
4604νομοσχέδιον αὐτὸ θίγει ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα, πλα-
4605νῶνται, διότι ἀπ’ ἐναντίας πολλαπλασιάζονται αἱ δίκαι
4606καὶ ἀπὸ μιᾶς γίνονται τρεῖς· ἑπομένως συμφέροντα ἐπαγ-
4607γελματικὰ δὲν θίγονται, ἀλλὰ θίγεται αὐτό, τὸ ὁποῖον
4608ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσούτου ἐνθου-
4609σιασμοῦ μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ. Εἰς αὐτὰ δὲ τὰ ἔξοδα πρέπει
4610νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τὰ τακτικά, τὰ ὁποῖα ἀναλο-
4611γοῦσιν εἰς 40 δραχμάς, καὶ τὰ τέλη 11 δραχμάς· καὶ ποῦ
4612φθάνομεν; εἰς 198 δραχμάς. 198 δραχμὰς λοιπὸν θὰ πλη-
4613ρώσῃ εἷς κατηγορούμενος διὰ μίαν ἀνακοπήν. Ὥστε κατ’
4614ἀνάγκην θὰ γίνωσι φυγόδικοι, διότι, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι
4615οὐδεὶς θ’ ἀποφασίσῃ ν’ αὐτοκτονήσῃ. Μόνον ὁ δυστυχὴς
4616γεωργός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ φυγοδικήσῃ, μόνον ἐκεῖ-
4617νος θὰ κύψῃ τὸν αὐχένα καὶ θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακάς.
4618Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀναπνέουσι τὸν ἀέρα τῶν ὀρέων
4619καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ἐθελονταὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακάς, νὰ
4620εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ γίνωσι πρόξενοι μεγαλειτέρων κακῶν.
4621Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστον, καὶ
4622εἶναι ἀνεφάρμοστον ἐκ τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν καθιε-
4623ροῖ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπιδέχεται τροποποίησιν·
4624ἄλλως τε καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν.
4625§264Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπητε ἐπὶ τῆς
4626ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
4627§265Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ λέγω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ
4628σχετικοῦ ἄρθρου καὶ δὲν φεύγω καθόλου ἀπὸ τὸ θέμα. Ἐγώ,
4629Κύριοι, ἀντιπαθῶ τὴν ἐρημοδικίαν ἴσως περισσότερον τοῦ
4630κ. Ὑπουργοῦ καὶ θὰ ἐπρότεινον τελείαν κατάργησιν τῆς
4631ἐρημοδικίας, ὑπάρχει δὲ σύστημα νὰ καταργηθῇ ἡ ἐρη-
4632μοδικία, χωρὶς νὰ διατρέξωμεν τοιούτους κινδύνους, διότι
4633οἱ ζῶντες πλησίον τῆς Δικαιοσύνης πονοῦσι καὶ ἐνδιαφέρον-
4634ται περισσότερον δι’ αὐτὴν παρὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μακρό-
4635θεν βλέπουσι καὶ ὁμιλοῦσι περὶ δικαιοσύνης. Ὑπάρχει σύ-
4636στημα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ καί, ὡς πληροφοροῦμαι,
4637λειτουργεῖ θαυμάσια, ἐν Κρήτῃ, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τοι-
4638αύτην μεταβολὴν δύναται νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’
4639ἐκείνη ἡ διαδικασία δὲν καθιεροῖ ἐρήμην ἀποφάσεις· ἐλευ-
4640θερίαν πολλὴν δίδει εἰς τοὺς κατηγορουμένους, τὴν ὁποίαν
4641ἡμεῖς δὲν θὰ ζητήσωμεν, διότι οἱ Κρῆτες εἶναι ἄξιοι πά-
4642σης ἐλευθερίας.
4643Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, κύριοι Βουλευταί, ὁ κατηγο-
4644ρούμενος καλούμενος τὸ πρῶτον μετὰ τῶν μαρτύρων τῆς
4645κατηγορίας, ἂν μὲν ἐμφανισθῇ, δικάζεται κατ’ ἀντιμολίαν,
4646ἂν δὲ δὲν ἐμφανισθῇ, τὸ Δικαστήριον ἐξετάζον τοὺς μάρτυ-
4647ρας τῆς κατηγορίας, ἐξετάζον τὸν παθόντα διατάσσει τὴν
4648ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως εἰς ἄλλην δικάσιμον ὁρι-
4649στέαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐντὸς δύο μηνῶν, καθ’ ἣν ὁ κα-
4650τηγορούμενος θὰ λάβῃ γνῶσιν ὅτι οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν
4651καί, ἐὰν δὲν προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ δικασθῇ,
4652τότε πλέον καταδικάζεται ὁριστικῶς, τῆς ἀποφάσεως μὴ
4653ἐπιδεχομένης ἀνακοπήν.
4654Ἐκεῖ ἐδόθη, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως εἰς τὸν
4655κατηγορούμενον ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν,
4656ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδιδο-
4657μένων. Αὐτὸ ἦτο ἀληθῶς μεγάλη ἐλευθερία, διὰ νὰ δοθῇ
4658καὶ ἐπὶ τῶν κατ’ ἀντιμολίαν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐδῶ βε-
4659βαίως δὲν ζητοῦμεν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ὁ
4660κατηγορούμενος γνωρίζῃ ὅτι τὸ πρῶτον καλούμενος καὶ
4661καταδικαζόμενος θὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν
4662ἐξόδων, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι εἰς τὴν πρώτην δίκην θὰ
4663σπεύσῃ νὰ ἐμφανισθῇ, διότι ὁπωσδήποτε κατ’ ἀντιμολίαν
4664θὰ δικασθῇ, καθότι εἰς τὴν δευτέραν δίκην θὰ εὕρῃ δύο
4665οὐσιώδεις μάρτυρας.
4666§266Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἰσχύει αὐτὴ ἡ διάταξις, κύριε συνά-
4667δελφε.
4668§267ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ διάταξις
4669αὕτη δὲν ἰσχύει.
4670§268Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.
4671§269ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τὴν εἴδομεν. Δὲν εἶναι
4672ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιημένον, τὸ
4673ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἡ διάταξις ὅτι ὁ κατηγορούμε-
4674νος καταδικαζόμενος τὸ πρῶτον κατ’ ἀντιμολίαν πληρώ-
4675νει τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον.
4676Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔχω-
4677μεν ἀπόφασιν ἐρήμην, καὶ μὴ ἔχοντες καὶ ἐρημοδικίαν δὲν
4678ἔχομεν καὶ φυγοποινίαν.
4679§270Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὁμι-
4680λεῖτε.
4681§271ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
4682δίου. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Ὁμιλῶ ὑπὲρ ἄλλου συστήματος.
4683§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε ὑπὲρ τοῦ Γερ-
4684μανικοῦ συστήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις ἡ Γερμανική.
4685§273ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
4686δίου. Ἀπ’ ἐναντίας ὁμιλῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁμιλῶ,
4687διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἐρημοδικίας ὄχι διὰ λόγους,
4688τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ
4689διότι ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἡ ἐρημοδικία μᾶς δίδει τὸν φυγό-
4690ποινον. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σύστημα αὐτὸ δεχθῶμεν καὶ τὸ
4691ὁποῖον δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τε-
4692λείως, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχωμεν πλήρη ἐφαρμογὴν
4693καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν κακὴν συνέπειαν, ἀλλ’ οὐσι-
4694ωδῶς θὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφα-
4695λείας.
4696Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπίδεκτον
4697τροποποιήσεως, καὶ ὅτι αἱ ζητούμεναι τροποποιήσεις εἶναι
4698μάταιαι. Ἀλλὰ, ἐὰν μάθητε τὴν ἱστορίαν τῆς ποινικῆς
4699νομοθεσίας ἡμῶν, θὰ πεισθῆτε. (Ἀνυπομονησίαι καὶ θό-
4700ρυβος).... Ἐὰν μᾶς ἐξελάβετε ὡς κωλυσιεργούς, πλανᾶσθε.
4701Ὅ,τι ὑποστηρίζομεν τὸ ὑποστηρίζομεν ἐντεῦθεν καὶ ὅ,τι ψη-
4702φίσωμεν ἐδῶ θὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐκ πεποιθήσεως, διότι ἔχω
4703τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ παράβασις τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία
4704ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι
4705ἡ Βουλὴ πρέπει καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ νομοθετῇ, ἡ παράβα-
4706σις, λέγω, αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερε τὰ ὀλέθρια ἀπο-
4707τελέσματα τὰ προκαλέσαντα τὴν ἐπανάστασιν.
4708Ἐγώ, Κύριοι, ἀνήκων εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ψηφίσω τὰ
4709μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θίγουσι τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς
4710Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἀφορῶσι τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ προ-
4711γράμματός της, ἀλλὰ προκειμένου περὶ δικαστικῶν νομο-
4712σχεδίων, τῶν ὁποίων ἔχω γνῶσιν καὶ πεῖραν καὶ τὰ ὁποῖα
4713θεωρῶ ὀλέθρια, νομίζω ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης μου
4714εἶναι ἀπόλυτος καὶ ὅτι τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ
4715δείξῃ ἐλευθερίαν γνώμης, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι τότε ἀν-
4716ταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, τότε ἐξ-
4717υπηρετεῖ τὴν ἀποστολήν της, τότε ἐξυπηρετεῖ αὐτὴν ταύ-
4718την τὴν Κυβέρνησιν, διότι μὴ διστάσητε, Κύριοι, νὰ πι-
4719στεύσητε, ὅτι ψηφίζοντες μέτρα, τὰ ὁποῖα τόσον δεινῶς
4720θίγουσι τὸν λαόν, ὑπάρχει κίνδυνος τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον
4721ταχέως νὰ σταματήσῃ πρὸς ἀληθῆ καταστροφὴν τοῦ τό-
4722που.
4723§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
4724§275Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω
4725τὴν παράκλησιν. Ἡ ὥρα εἶναι περασμένη. Εἶναι 2 καὶ 10′
4726μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, ἡ Συνέ-
4727λευσις νὰ συνεδριάζῃ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον χάριν
4728ἑνὸς νομοσχεδίου τοιούτου. Νομίζω ὅτι καὶ λόγοι ἁβρότη-
4729τος ἐπιβάλλουσι τὴν διακοπήν.
4730§276Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. Ῥακτιβάν, παρα-
4731καλῶ.
4732§277Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ εἶμαι ὅσον ἔνεστι σύντομος καὶ θὰ
4733προσπαθήσω νὰ εὕρω ἔδαφος συνεννοήσεως κατόπιν τῆς τό-
4734σῳ μακρᾶς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης ἐπὶ τοῦ νομο-
4735σχεδίου τούτου.
4736Πάντες οἱ παρελθόντες τὸ βῆμα αὐτὸ συνάδελφοι, πολ-
4737λοὶ δ’ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν κομίζοντες καὶ τὰ ἐφόδια τῆς
4738ἐπαρχιακῆς αὐτῶν πείρας, πάντες ἀνεξαιρέτως μᾶλλον
4739ἐμοῦ εἰδήμονες περὶ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ποινι-
4740κῶν δικῶν, ἐξέθηκαν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκου-
4741σιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτα κατ’
4742ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι ἐλαττώματα ἀρχῆς, διότι, μεθ’
4743ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, δὲν
4744δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐρημοδικίας
4745εἶναι τόσον ἀπαραίτητον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι
4746πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἀποχωρῶν
4747ὁποτανδήποτε θέλῃ τῆς συζητήσεως, νὰ ἀφήνῃ τοὺς δικαστὰς
4748νὰ ἐξετάζωσι τοὺς μάρτυρας ἐν ἀπουσίᾳ του καὶ νὰ θεᾶται
4749αὐτοὺς ἔκ τινος γωνίας τοῦ Δικαστηρίου ὁ ἴδιος. Εἶναι
4750ὅμως ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμέ-
4751νης παρ’ ἡμῖν δικονομίας δύνανται πραγματικῶς νὰ φέρω-
4752σιν ἀδικήματα, διότι, ὅταν συστείλωμεν κατὰ τοιοῦτον
4753τρόπον τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς, δὲν χορηγοῦμεν καὶ τὸ
4754ἔνδικον τῆς ἐφέσεως μέσον. Εἶναι ἀνθρώπινον νὰ ὑπάρχωσι
4755περιστάσεις, καθ’ ἃς θὰ μείνωσιν ἀνεπανόρθωτα ἀδικήματα
4756εἴς τε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ
4757κατηγορουμένου ἀφορῶντα.
4758Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, διότι,
4759ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετηρήθη, τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα πρέ-
4760πει νὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας· ἁπλῶς πα-
4761ρατηρῶ ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἀδελφῇ
4762Κρήτῃ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως· ἐὰν δὲ
4763ὑπάρχωσιν ἐν Γερμανίᾳ αὐστηρότεροι νόμοι, ἐμετριάστησαν
4764ὑπὸ τῆς νομολογίας, ἡ ἐπιστήμη δὲ καὶ ἡ νομοθετικὴ
4765ἐξουσία ἐν προπαρασκευαζομένῳ νομοσχεδίῳ ἀνεγνώρισε
4766τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιφέρῃ μετριασμόν τινα.
4767Σήμερον ἡμεῖς νομοθετοῦντες κατὰ πρῶτον φρονῶ ὅτι
4768ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν μετριασμόν ἐξ
4769ἀρχῆς· ὁ μετριασμὸς δὲ αὐτὸς ἐνδείκνυται κατ’ ἐμὲ εἰς
4770δύο σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν
4771λαμπρὰν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 338 ὡς πρὸς
4772τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια καὶ μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι δι’ ἑρμηνευ-
4773τικῆς ἐγκυκλίου θὰ συστήσῃ τὴν παραδοχὴν τῆς ἑρμηνείας
4774ταύτης, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν, ἀντὶ ἐγκυκλίου, ἀφοῦ
4775σήμερον ψηφίζομεν αὐτὸν τὸν νόμον, νὰ θέσωμεν ἐντὸς τοῦ
4776νόμου τὴν πλήρη ἔννοιαν.
4777Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ δεικνύωμεν
4778πλήρη πεποίθησιν εἰς τοὺς δικαστάς, καὶ δικαίως ὁ κ.
4779Ὑπουργὸς ἀποτείνεται εἰς τὴν σύνεσιν τῶν δικαστῶν,
4780ὅπως ἑρμηνεύσωσι τὰ ἀνυπέρβλητα αἴτια, ὡς ἀναγόμενα
4781καὶ εἰς οἰκονομικοὺς λόγους ἀκόμη τοῦ κατηγορουμένου·
4782ἀλλ’ ἐπίσης ὁ δικαστὴς εἶναι ἄξιος ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅταν
4783δώσωμεν αὐτῷ μίαν γενικωτέραν διάταξιν, καὶ ἔστω δι’
4784ἐγκυκλίου ὑποδείξωμεν ὅτι πρέπει αὐτὴν τὴν διάταξιν νὰ
4785ἑρμηνεύσῃ στενῶς, καλλίτερον, παρὰ νὰ τῷ θέσωμεν αὐ-
4786στηρὰν διάταξιν καὶ νὰ τῷ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ τὴν
4787ἑρμηνεύῃ ἐλευθερώτερον.
4788Φρονῶ λοιπὸν ὅτι μία εὐρυτέρα πως διατύπωσις δύνα-
4789ται νὰ δώσῃ τὴν λύσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς
4790διατάξεως, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τόσην συζήτησιν ἐν τῇ αἰ-
4791θούσῃ ταύτῃ.
4792Τὸ δεύτερον μέρος, ὅπερ ἐπίσης κατ’ ἐμὲ χρήζει θερα-
4793πείας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι εὗρον τὴν συνηγο-
4794ρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀσθενεστάτην, εἶναι τὸ δικαίωμα
4795τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς. Μᾶς παραπέμπει ὁ κ. Ὑπουργὸς
4796εἰς τὴν σύνεσιν τῶν Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἰσά-
4797γωσι τὰς ἀνακοπὰς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ κατηγορουμέ-
4798νου εἰδοποιούμενοι τυχὸν δι’ ἐπιστολῆς ἢ ἄλλως πως ὑπὸ
4799τῶν ἰδίων ἀνακοπτόντων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν μάλιστα μὲ
4800τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τὰ ἰδικά μας εἶναι ἐνδεχόμε-
4801νον νὰ μὴ γίνῃ καμμία εἰδοποίησις, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον
4802καὶ νὰ μὴ τὴν πιστεύσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τού-
4803του ὑπάρχει καὶ ἄλλη γενικὴ ἄποψις. Κατὰ τὸ νομοσχέ-
4804διον ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ καλέσῃ τὸν μηνυτὴν καὶ δύο μάρ-
4805τυρας, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῶν κλήσεων
4806καὶ τῆς προσελεύσεως αὐτῶν· νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον,
4807νὰ πεισθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὅτε
4808προσῆλθον ἤδη οἱ κλητευθέντες;
4809Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ὅτι δίδονται κανονικῶς ἀναβολαί, καὶ
4810ἔχομεν τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἐπὶ τούτῳ ὑποχρεουμένους. Τότε,
4811ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελ-
4812φος, θὰ ἀναβάλλωνται οἴκοθεν ὅλαι αἱ ἀνακοπαί, ἢ ὅλοι
4813οἱ κατηγορούμενοι θὰ στέλλωσιν ἓν μπιλλιέτον καὶ δὲν
4814θὰ ἐμφανίζωνται. Διὰ τοὺς λόγους τούτους λοιπὸν ἐγὼ
4815φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ μία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ
4816ἐπιτρέπῃ τὴν ἀνακοπὴν διὰ λόγους ἀνωτέρας βίας.
4817Ἐὰν γίνωσι δεκταὶ αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι, φρονῶ ὅτι
4818τὸ νομοσχέδιον θὰ σημειώσῃ ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω. Ἂς
4819μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἐπαναλάβω μίαν
4820συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἷς μέγας συμπολίτης του
4821καὶ πρωτεργάτης τοῦ ἀγῶνος, ὁ γέρων Κολοκοτρώνης, ὅστις
4822μεμφόμενος τοῦ Καποδιστρίου, διότι ἤθελε νὰ κάμῃ τὴν
4823χώραν διὰ μιᾶς εὐρωπαϊκήν, τὸν συνεβούλευε νὰ κάμῃ
4824κατ’ ἀρχὰς τὸ ἥμισυ φράγκικον καὶ τὸ ἥμισυ τούρκικον,
4825καὶ κατόπιν νὰ συμπληρώσῃ τὴν μεταβολήν!
4826Λοιπὸν καὶ ἐδῶ ἂς προχωρήσωμεν ἓν βῆμα, ἂς θέσω-
4827μεν φραγμούς τινας εἰς τὴν ἀνακοπήν, χωρὶς νὰ τὴν δε-
4828σμεύωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι κίνδυνος
4829ζημίας. Ἐὰν δὲ εὐδοκιμήσῃ τὸ νομοσχέδιον, δύναται δι’
4830ἑνὸς νέου νομοθετήματος νὰ συμπληρωθῇ καὶ τοῦτο τὸ ση-
4831μεῖον καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ ἀκόμη καὶ ἡ δευτέρα ἀνακοπή,
4832ἐὰν φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δευτέρας ἀνακοπῆς, διότι
4833ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι ἐμφανίζονται, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς
4834δὲν εἰσάγει τὰς ἀνακοπάς, ὅταν δὲν εἶναι παρόντες οἱ κα-
4835τηγορούμενοι. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι δύναται νὰ τεθῇ ἓν
4836τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἐὰν γίνωσιν αἱ δύο αὐταὶ
4837τροπολογίαι, ἡ μὲν μία ἐπεκτείνουσα τοὺς λόγους τῆς ἀνα-
4838κοπῆς κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διασα-
4839φηνιζομένου ἐν αὐτῷ τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου ὅτι τὰ ἀνυπέρ-
4840βλητα αὐτὰ αἴτια ἐννοοῦνται ἐν γένει δεδικαιολογημένα
4841αἴτια, καὶ δεύτερον νὰ ἐπιτραπῇ διὰ λόγους ὑπάτης ἀνω-
4842τέρας βίας ἡ δευτέρα ἀνακοπή. Εἶναι αἱ τροπολογίαι τοῦ
4843κ. Χρυσοβελόνη καὶ ἐμοῦ.
4844(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
4845§278Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἔχω
4846μίαν τροπολογίαν. Τὴν ἐγκρίνετε καὶ αὐτήν;
4847Ἕνεκα ἀποχρώντως δεδικαιολογημένου κωλύματος, ὅσον
4848ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἀνακοπήν, καὶ τὴν δευτέραν ἕνεκα
4849ἀνωτέρας βίας (διάλογοι).
4850§279ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ
4851τοῦ προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ ἀξιο-
4852τίμου συναδέλφου ἡμῶν νομίζω ὅτι περιττεύει ἐντελῶς
4853πᾶσα συζήτησις.
4854§280ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ αὐτὰς τὰς δύο
4855λέξεις νὰ εἴπω, ὅτι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἴμεθα ἐντελῶς
4856σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει οὗτος εἰς
4857τὴν ἀνωτέραν βίαν, διαφωνοῦμεν δὲ μόνον ὡς πρὸς τὴν δια-
4858τύπωσιν τοῦ ἄρθρου. Ὁ Ὑπουργὸς ἑρμηνεύων τὰ τῆς ἀνω-
4859τέρας βίας καὶ δηλώσας εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὴν ἑρμηνείαν
4860ταύτην θὰ διατυπώσῃ πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς δι’ ἐγκυκλίου
4861οὐδὲν εἶπεν ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω διατυπώσει
4862ἐγὼ εἰς τὴν τροπολογίαν μου. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι τόσον εὐ-
4863ρεῖα θὰ εἶναι ἡ ἑρμηνεία του, ὥστε δὲν θὰ θεωρηθῇ τις
4864ἀπομακρυνόμενος τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐννοεῖ αὐ-
4865τὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
4866ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς
4867ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
4868«Ἡ μὲν πρώτη ἀνακοπὴ γίνεται δεκτή, ἐὰν ὁ κατη-
4869γορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα ἀποχρώντως δεδικαιολο-
4870γημένου κωλύματος».
4871Εἶναι μάλιστα, ἐὰν θέλητε, στενωτέρα ἀκόμη ἡ ἔννοια,
4872τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἰδική μου τροπολογία, τῆς ἐννοίας, τὴν
4873ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὸν ὅρον
4874τῆς ἀνωτέρας βίας τοῦ νομοσχεδίου. Φέρει ἡ τροπολογία
4875μου ὄχι μόνον κώλυμα οἱονδήποτε, ἀλλὰ καὶ ἀποχρώντως
4876δεδικαιολογημένον, τοῦθ’ ὅπερ θὰ δώσῃ εἰς τὸν δικαστὴν
4877νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι οὐχὶ πᾶν κώλυμα, ἀλλὰ κώλυμα, τὸ ὁποῖον
4878εἶναι δεδικαιολογημένον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
4879ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον δύναται νὰ καταστήσῃ
4880ἀζήμιον τὴν μὴ ἐμφάνισιν τοῦ κατηγορουμένου. Αὐτὰ ὅσον
4881ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην ἀνακοπήν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δευ-
4882τέραν ἀνακοπήν, παύει πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορου-
4883μένου, ἵνα δικαιολογῇ ἁπλῶς τὴν ἀπουσίαν του, ἀλλ’ εἶναι
4884ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδεικνύῃ συγχρόνως ὅτι ἡ ἀπουσία του
4885κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς προῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας
4886πλέον βίας, ἡ ὁποία ἐν διαστολῇ πρὸς τὴν ἀποχρώντως δε-
4887δικαιολογημένην αἰτίαν τῆς πρώτης ἀνακοπῆς δίδει τὴν
4888ἀκριβῆ ἔννοιαν καὶ τὸν προσήκοντα τόνον εἰς αὐτήν, καὶ
4889δὲν ἀπομακρυνόμεθα οὕτω τῆς περὶ ἀνωτέρας βίας ἐννοίας,
4890τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὅλοι οἱ νομικοί. Διότι ἡ ἀνωτέρα βία
4891δὲν εἶναί τι ἀόριστον καὶ τελείως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικα-
4892στοῦ ἀφιέμενον· ἀπ’ ἐναντίας ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναί τι, τὸ
4893ὁποῖον καθορίζεται ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ, ταύτην δ’ εἶ-
4894ναι ὑποχρεωμένοι οἱ δικασταὶ νὰ δεχθῶσι. Διατί λοιπόν,
4895ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι τελείως σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν
4896ἔννοιαν τῆς ἀνωτέρας βίας, μὲ τὴν διατύπωσιν τὴν ἰδικήν
4897μου, διατί μένει τόσον ἄκαμπτος, ὥστε νὰ μὴ δέχηται τὴν
4898διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς διερμηνεύει τὴν ἔννοιαν, τὴν
4899ὁποίαν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν ὅρον τῆς ἀνω-
4900τέρας βίας;
4901§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἀνυπερβλήτου κωλύ-
4902ματος.
4903§282ΜΙΛ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι· ἂς ἀφήσωμεν ἔστω
4904τὴν ἀνωτέραν βίαν διὰ τὸ κώλυμα καὶ ἂς προσθέσωμεν
4905μεταβάλλοντες τὴν ἀνυπέρβλητον αἰτίαν εἰς ἀποχρώντως
4906δεδικαιολογημένον λόγον.
4907§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε διατυπώσει τὴν τροπολογίαν σας;
4908§284ΜΙΛ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα.
4909(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
4910§285ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
4911ὤφειλε νὰ ἐκφράζῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων τροπο-
4912λογιῶν, διότι αἱ δηλώσεις αὗται θὰ κανονίσωσι τὴν περαι-
4913τέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δέχεται τὴν τροπο-
4914λογίαν ἢ ὄχι;
4915§286Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
4916καιοσύνης). Ὡμίλησα διὰ μακρῶν ἐγώ.
4917§287ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τότε τὴν ἀποκρούετε.
4918§288Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα ν’
4919ἀπορρίψω ἐγώ.
4920§289ΠΑΝ. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καθῆκον, κύριε Πρό-
4921εδρε, νὰ εἴπω βραχέα τινὰ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου.
4922Ἀλλ’ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὸν λόγον, καὶ ἡ
4923ψυχολογικὴ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ Βουλή,
4924μοὶ δίδουσι τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύω ὅτι οὐχὶ πρεπόντως
4925ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, εὐλαβούμενος δὲ τὴν θέλησιν τὴν
4926πολλάκις ἐκδηλωθεῖσαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀπέχω τοῦ
4927λόγου, μολονότι ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι δι’ ὅσων θ’ ἀνεκοί-
4928νουν πρὸς τὴν Βουλὴν θὰ ἐξέφραζον ἐντελῶς ἐναντίαν γνώ-
4929μην πρὸς τὴν γνώμην τὴν διατυπουμένην ἐν τῷ νομοσχε-
4930δίῳ καὶ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ πολε-
4931μήσαντες τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι ἡ ὥρα,
4932κατὰ τὴν ὁποίαν καλοῦμαι νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο,
4933δὲν μοὶ ἐπιτρέπει, ἵνα μὴ γίνω παραίτιος δυσφορίας πε-
4934ραιτέρω τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἐκδηλοῦται ἡ δυσφορία
4935αὕτη διὰ τὸ ἄκαιρον τῆς συζητήσεως διὰ διαφόρων τρό-
4936πων.
4937§290Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
4938σχεδίου τούτου, ἐψήφισα ἐπίσης καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον.
4939Ἤδη, προκειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀναγ-
4940κάζομαι νὰ δηλώσω, δι’ οὓς λόγους ἐδήλωσαν οἱ πρὸ ἐμοῦ
4941ὁμιλήσαντες συνάδελφοι, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ ἄρθρον
4942αὐτό, διότι νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι καταστρε-
4943πτικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα, οὐχὶ διὰ
4944νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἐλευθερίας των, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ
4945διατηρήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας.
4946§291Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ πά-
4947λιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ αὔριον
4948νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
4949§292ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
4950§293Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἴμεθα καταπεπονημένοι, καὶ
4951παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναι-
4952νέσῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, διότι βλέπετε
4953ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ., εἶναι δὲ ἡ ὥρα
49542½ τῆς πρωίας. Νομίζω ὅτι λόγῳ ἁβρότητος πρὸς τὴν
4955Βουλὴν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀγορεύσωσιν,
4956ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, καὶ τοῦτο πρὸς χά-
4957ριν τοῦ γοήτρου καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ
4958νὰ μὴ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὅτι νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ
4959ὁποίου ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίδρασις ἐν τῇ Βουλῇ, ἂς μοὶ ἐπι-
4960τραπῇ νὰ εἴπω, ὑφαρπάζεται τὴν 3ην ὥραν μετὰ τὸ με-
4961σονύκτιον. Ἡ σιωπή σας ἀποδεικνύει ὅτι δὲν συναινεῖτε εἰς
4962τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ συνεπῶς ἐπιτρέψατέ μοι
4963νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλά-
4964χιστον χάριν ποικιλίας. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ
4965φανῇ ἐπιεικὴς πρὸς ἐμέ, διότι εἶναι δικαίωμά μου, ἀφοῦ
4966εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος. Τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου
4967ἀποτελεῖ, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ δεύτερον αὐτοῦ ἄρθρον.
4968Τὸ θεμέλιον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 338 ἀποτελεῖ ἡ
4969ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου,
4970τῆς καταλύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς
4971ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης. Νομίζω ὅτι οὕτω πως ἐξεφράσθη
4972ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θέλει νὰ ἐρημοδικά-
4973ζωνται, δὲν θέλει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ κατηγορούμενος νὰ
4974ἐρημοδικάζηται. Τὸ τοιοῦτον, ἐὰν καθιερωθῇ, θέλει ἀνοίξει
4975εὐρεῖαν τὴν λεωφόρον εἰς τὴν ἀκολασίαν, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
4976γός. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ παριστῶ τὴν ἄλλην ὄψιν τοῦ ζητήμα-
4977τος εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Δὲν ἠδυνήθην, κύριε Ὑπουργέ,
4978λαβὼν τὴν κλῆσιν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Δικαστη-
4979ρίου, ἐρημοδικάσθην, ἔχω δικαίωμα νὰ δικασθῶ, ἔχω τὸ
4980δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Πολιτείαν νὰ μοὶ ἀπο-
4981νείμῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἔχει ὑποχρέωσιν στοιχειώδη ἡ
4982Πολιτεία νὰ μοὶ ἀνοίξῃ τὰς πύλας τῆς δικαιοσύνης. Ἡ
4983κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη, ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Πρωθυπουρ-
4984γὸς προχθὲς ἢ χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις
4985εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸ Κράτος, καὶ μία, ἡ σπουδαιο-
4986τέρα, ἡ κυριωτέρα εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ
4987θέλετε σεῖς διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, θέ-
4988λετε νὰ καταργήσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, καὶ
4989θέλετε σεῖς διὰ τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν θέτετε, νὰ καταρ-
4990γήσητε τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πο-
4991λιτεία πρὸς τοὺς πολίτας; Αὐταὶ εἶναι αἱ νέαι θεωρίαι,
4992αὐτὰ εἶναι τὰ καινὰ δαιμόνια, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεισάγετε,
4993μεταφυτεύοντες αὐτὰ ἔξωθεν; Ἀλλά, ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς
4994μέχρι τοῦδε συζητήσεως, δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐλ-
4995πίδος, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα συνδιαλλαγῆς
4996μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταλήξῃ
4997ἡ Βουλή, ὄχι ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται ἀμετάπειστος.
4998Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην μέθοδον
4999τὴν μέθοδον τῆς διαλεκτικῆς συζητήσεως.
5000§294Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διαλλακτικῆς.
5001§295ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι, ἀφοῦ εἶσθε ἀδιάλλα-
5002κτος, καὶ σᾶς συγχαίρω δι’ αὐτό, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀδιάλ-
5003λακτος εἴς τινα ζητήματα. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 338
5004ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως ἐπιτρέπεται μόνον:
50051ον) Ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας διατά-
5006ξεις κατὰ τὸ ἄρθρον 164. Αὐτὴ βεβαίως ἡ περίπτωσις νο-
5007μίζω ὅτι εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι, ἐὰν πράγματι δὲν κοι-
5008νοποιηθῶσιν ἐμπροθέσμως αἱ κλήσεις, τότε ἔχομεν ἐκ τῆς
5009γενικῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου, ἐκ τῶν γενικῶν νομικῶν δια-
5010τάξεων τῆς κειμένης νομοθεσίας, τὴν ἔνστασιν τῆς ἀκυρό-
5011τητος, καὶ συνεπῶς ἡ περίπτωσις αὕτη κατ’ ἐμέ παρέλκει
5012ὅλως διόλου καὶ μόνον ὡς δῶρον ἄδωρον δύναται νὰ χαρα-
5013κτηρισθῇ. Συνεπῶς ἡ ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν
5014δευτέραν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου, καθ’ ἣν δὲν ἐνεφανίσθη ὁ
5015κατηγορούμενος ἕνεκα νομίμου κωλύματος ἢ ἐξ ἀνυπερβλή-
5016των αἰτίων.
5017Ὑποθέσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Ἄλφα
5018καὶ ὁ Βῆτα κατηγορούμενος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τῶν
5019ἀνακοπτόντων, ὑποθέσατε, ὅτι δύο κατηγορούμενοι ὡς ἀνα-
5020κόπτοντες διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ἢ περι-
5021στάσεις, δηλαδὴ θὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐν τῇ ἀνακοπῇ των τὸν
5022α λόγον τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικαλεσθῶσι καὶ ὁ Ἄλφα καὶ ὁ Βῆτα.
5023Συνεπῶς, κατὰ τὴν διάταξιν, ἑκάτερος ἐν τῇ ἀνακοπῇ του θὰ
5024διατυπώσῃ τὸν λόγον τὸν δικαιολογοῦντα τὴν μὴ ἐμφάνισίν
5025του κατὰ τὴν περὶ ἐρημοδικίας δίκην. Ὀφείλει λοιπὸν
5026ἑκάτερος αὐτῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ λόγου,
5027διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ κατὰ τὴν πρώτην
5028δίκην. Εἴμεθα σύμφωνοι; Ὑποτεθείσθω, ὅτι ὁ Α εἶναι εὔ-
5029πορος, ὁ δὲ Β ἄπορος· ἡ ἀπόδειξις πῶς θὰ διεξαχθῇ; Ποῖα
5030μέσα ἀποδείξεως θὰ προσαγάγῃ ἑκάτερος τῶν ἀνακοπτόν-
5031των, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Α δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ
5032κατὰ τὴν πρώτην δίκην, διότι ἡ σύζυγός του ἠσθένει σο-
5033βαρῶς, ἢ ὅτι ὁ ἴδιος ἦτο ἀσθενής, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ἐπα-
5034ναλαμβάνω, δὲν θὰ προσαγάγῃ τὰς ἀποδείξεις; Δὲν ἔχει
5035οὕτω; Ποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως; Οἱ μάρτυρες;
5036Ὁ Α, εἶπον, εἶναι εὔπορος, καὶ δύναται ἡ κατηγορία κατ’
5037αὐτοῦ νὰ εἶναι ἀληθής, δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ μάρτυρας, δύ-
5038ναται νὰ καταβάλῃ εἰς ἐκείνους τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, τὰ
5039ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν
5040δραχμάς, ἢ δύναται νὰ δαπανήσῃ χιλίας δραχμὰς στρατο-
5041λογῶν ψευδομάρτυρας. Ὁ Β, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἄπορος, δὲν
5042θὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τὰ ὁδοιπορικὰ εἰς
5043τοὺς μάρτυρας καὶ συνεπῶς παρουσιαζόμενος ἐνώπιον τῶν
5044Δικαστηρίων θὰ παρουσιασθῇ ἄνευ μέσων ἀποδείξεως, ἀλλ’
5045ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀνακοπή του θ’ ἀπορριφθῇ ὡς
5046ἀναπόδεικτος, ἐνῷ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ Α θὰ γίνῃ δεκτή, διότι
5047οὗτος εὔπορος ὢν θὰ προσκομίσῃ τὴν ἀπόδειξιν.
5048Ποῖον ὅθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι
5049ὁ Α, καίτοι ἔνοχος, δυνατὸν ν’ ἀθωωθῇ, ἐνῷ ὁ Β, καίτοι
5050ἀθῷος, ἀσφαλῶς θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακάς.
5051Ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Α ὁ ἀληθὴς
5052ἔνοχος ἔχων τὰ μέσα τῆς προσκομιδῆς τῶν μαρτύρων θὰ
5053κατορθώσῃ νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοπὴ αὐτοῦ δεκτὴ καὶ δικαζόμε-
5054νος νὰ ἀθωωθῇ, ὁ δὲ Β στερούμενος τῶν μέσων τῆς προσ-
5055κομιδῆς τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἄλλων μέσων δικαζόμενος
5056θὰ καταδικασθῇ, καὶ θὰ ἔχητε ἕνα ἀθῷον ἄνθρωπον, ὁ
5057ὁποῖος θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακὰς μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἐρη-
5058μοδικίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνισότης, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖτε
5059μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης. Δὲν σᾶς
5060προκαλεῖ τοῦτο τὴν προσοχήν; Ἢ, διότι προέρχεται ἐκ
5061Γερμανίας, δὲν ἐπιτρέπεται κἂν οὔτε νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμ-
5062φισβήτησιν τὴν ὀρθότητα τῆς ἀρχῆς, ἣν ὑποστηρίζετε;
5063Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νο-
5064μοσχεδίου ἐπεκαλέσθη τὸ γεγονός, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου
5065λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, οὐδεμία ἐξε-
5066δηλώθη ἀντίδρασις κατὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἄρα ἡ δι-
5067άταξις ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
5068Δικαιοσύνης καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν
5069ἕτερόν τι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται ἐν τῇ αἰθούσῃ
5070ταύτῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ αὐτοῦ καὶ πάντων τῶν συναδέλφων,
5071τὸ γεγονὸς ὅτι τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἀντίδρασις ἐξεδηλώθη
5072κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο τὸ γεγονὸς νὰ σᾶς
5073πείσῃ ὅτι δυοῖν θἄτερον, ἢ σεῖς διατελεῖτε ἐν πλάνῃ, ἢ τόσοι
5074πεφωτισμένοι καὶ ἔμπειροι ῥήτορες τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι
5075κατερράκωσαν τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ;
5076Ποῖος εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ποῖος εὑρίσκεται ἐν
5077πλάνῃ; Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔπρεπε νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν
5078καὶ ὄχι τὸ γεγονός, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ οὐδεμία ἀντίδρασις
5079ἐξεδηλώθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
5080§296Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπιτρέπεται μία διακοπή;
5081§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
5082§298Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τότε ἔχω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω
5083κατόπιν. Ἐγὼ ἤθελον διὰ τῆς διακοπῆς νὰ κερδίσωμεν
5084χρόνον.
5085§299Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἐπρόκειτο
5086ἢ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐ-
5087τοῦ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ
5088ἀπορριφθῇ. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ
5089τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν
5090πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔφθανε μέχρι τοῦ ση-
5091μείου, ὥστε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιδόσεων
5092καὶ ἐρημοδικιῶν ἢ φυγοδικιῶν θὰ ἐθεώρει ὡς ζήτημα ἐμπι-
5093στοσύνης, διότι τὸ τοιοῦτον οὔτε προσῆκον οὔτε ἁρμόζον
5094οὔτε σκόπιμον εἶναι.
5095§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
5096§301Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖ.
5097§302Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν.
5098§303Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Χάριν τοῦ κ. Χηνιάδου θὰ τε-
5099λειώσω ἀμέσως.
5100Διὰ χιλιοστὴν φορὰν θὰ ἐπαναλάβω, κ. Ὑπουργὲ τῆς
5101Δικαιοσύνης, τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐπὶ τέλους ὑποχωρή-
5102σητε ἐν μέρει καὶ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπε-
5103βλήθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οὐδόλως δὲ θὰ θυ-
5104σιάσητε τὸν ἐγωισμόν σας, ἢ μᾶλλον, ἐὰν θυσιάσητε τὸν
5105ἐγωισμόν σας, τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ τιμὴν καὶ ἱκανοποίη-
5106σιν δι’ ὑμᾶς, διότι θὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶσθε ἐγωιστής,
5107ὅτι σέβεσθε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ὅτι σέβεσθε τὴν
5108γνώμην τῶν πλειόνων, τὴν γνώμην τῶν πεφωτισμένων καὶ
5109ἐμπείρων ῥητόρων, ἐλπίζω δέ, ὅτι θὰ παύσῃ ἡ βλαβερὰ συ-
5110ζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ὑποχωρήσεώς σας.
5111§304Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
5112§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσόνας.
5113§306Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Παραιτοῦμαι.
5114§307Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρετήρησα καθ’ ὅλην τὴν συζή-
5115τησιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐν συναφείᾳ
5116πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔθιξαν
5117καὶ ἐπολέμησαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι
5118εἶναι ἥκιστα σοβαρόν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ ἐψηφίσθη, νὰ ἐπανερ-
5119χώμεθα εἰς τὰ κεκριμένα. Συζητουμένου τοῦ δευτέρου ἄρ-
5120θρου νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐντοπισθῇ ἐπ’ αὐ-
5121τοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς διορθώσεως τῶν ἐν τῷ δευ-
5122τέρῳ ἄρθρῳ διατάξεων. Ἀπὸ ταύτης τῆς σκέψεως ὁρμώμε-
5123νος ἐγώ, ὅστις δὲν ὑπερεψήφισα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου,
5124ἐνόμισα ὅτι ἐδικαιολογούμην μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ
5125ὑποβάλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀτ-
5126τικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὁ καὶ πρόεδρος τοῦ ἐν Ἀθή-
5127ναις δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε
5128καὶ ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας συνάδελφος καὶ φίλος μου, τὴν
5129τροπολογίαν δηλαδή, καθ’ ἣν δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι πάν-
5130τοτε ἀπαράδεκτος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐρημοδικία κατὰ τὴν δί-
5131κην ἐπὶ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς δικαιολογῆται ἐξ ἀνωτέρας
5132βίας. Ἐν συνόψει θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω
5133τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους, μετὰ τῶν συναδέλφων τῶν
5134ὑπογραψάντων τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἤχθημεν εἰς τὸ
5135συμπέρασμα ὅτι ἡ τοιαύτη τροπολογία τοῦ ἄρθρου θὰ εἶναι
5136σκόπιμος. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν πάντοτε
5137καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος
5138ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγω-
5139μεν διὰ τῆς τροπολογίας, ἡ καθιέρωσις, λέγω, τῆς ἀρχῆς
5140ταύτης εἶναι ἐπικίνδυνος, ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, δύ-
5141ναται νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος, καθόσον ὁρμῶμαι ἀπὸ τῶν
5142ἑξῆς σκέψεων: ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συν-
5143έχεται μὲ τὸ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων σύ-
5144στημα, τὸ ὁποῖον ἤδη καθιεροῦται καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρ-
5145μογὴν δὲν ἔχομεν ἴδει. Θὰ εἶναι ἑπομένως σκληρὸν νὰ κα-
5146ταστήσωμεν ἀπαράδεκτον τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, ὅταν
5147δὲν ἔχωμεν εἰσέτι πεῖραν περὶ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ
5148νῦν καθιερουμένου συστήματος τῆς ἐπιδόσεως· ἀφ’ ἑτέρου
5149δέ, καὶ αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα σκέψις, ἥτις μὲ ἤγαγεν εἰς
5150τὴν ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας ἡμῶν, ὅτι ἐν τῷ διέποντι
5151ἡμᾶς συστήματι τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ἀναγνωρίζε-
5152ται διὰ τὰς ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων δικαζομένας ὑπο-
5153θέσεις δεύτερος βαθμὸς δικαιοδοσίας. Εἶναι ἀξιοπαρατήρη-
5154τον ὅτι, ἐνῷ διὰ πολὺ μικρότερα ἀδικήματα, διὰ τὰ
5155πταίσματα, ὁ νομοθέτης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐθεώρη-
5156σεν ὡς οὐχὶ ἀσφαλῆ τὴν χρῆσιν τοῦ ἑνὸς βαθμοῦ καὶ εἰσή-
5157γαγε τὸν δεύτερον βαθμόν, ἐνῷ ὁ νομοθέτης τῆς ἀστικῆς
5158δικονομίας δι’ ὑποθέσεις περιουσιακὰς ἀνωτέρας τῶν 40
5159καὶ τῶν 500 δραχμῶν ἐθεώρησεν ὡς οὐχὶ ἀσφαλῆ τὴν
5160χρῆσιν τοῦ ἑνὸς δικαστοῦ, τοῦ ἑνὸς βαθμοῦ, καὶ εἰσήγαγε
5161δεύτερον βαθμόν, ἐν τούτοις προκειμένου περὶ τῶν πλημ-
5162μελημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶντα εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευ-
5163θερίαν δικάζονται οὐχὶ ὑπὸ ἐνόρκων, ὁπότε ἔχομεν ἀσφαλῆ
5164ἐγγύησιν, ἀλλ’ ὑπὸ τακτικοῦ Δικαστηρίου, προκειμένου,
5165λέγω, περὶ πλημμελημάτων δὲν καθιέρωσε τὸν δεύτερον
5166βαθμὸν τῆς δικαιοδοσίας, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς
5167ἐπιστήμης καὶ προτείνεται ἡ εἰσαγωγή του καὶ ἔχει εἰσα-
5168χθῆ εἰς ἄλλα Κράτη.
5169Ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἐν ἀμέσῳ μέλλοντι πρὸ
5170τῆς κατ’ οὐσίαν ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν ψη-
5171φισθῇ καὶ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν ὀργανωθῆ ὁ
5172δεύτερος βαθμὸς ἐπὶ πλημμελημάτων, δὲν θὰ ὑπεστήριζον
5173τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἐφ’ ὅσον ὅμως
5174δὲν ἔχω τὴν ἐγγύησιν τοῦ δευτέρου βαθμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν
5175ἀπέχω τῆς ἀληθείας χαρακτηρίζων ὡς ῥιψοκίνδυνον ἐγχεί-
5176ρημα τὴν ἀπάλειψιν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς δι’ ἐρημοδι-
5177κοῦντας, καὶ ὅταν ἀκόμη συντρέχωσι λόγοι ἀνωτέρας
5178βίας, τῆς ὁποίας αἱ περιπτώσεις δὲν συμπίπτουσι πρὸς
5179τὰς τοῦ ἄρθρου 338, ἀλλ’ εἶναι πολὺ στενώτεραι.
5180Ἐπίσης καὶ ἡ ἄλλη σκέψις ὅτι τὰ Πλημμελειοδικεῖα
5181δικάζουσιν ἤδη συντεθειμένα ἐκ τριῶν τακτικῶν δικαστῶν
5182μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τοὺς ἐνδοιασμούς, οὓς ἔχω, περὶ τῆς δι-
5183καίας καὶ ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου
5184τοῦ ἀποκλείοντος τὴν δευτέραν ἀνακοπήν.
5185Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν,
5186ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ὑποβάλω,
5187καθὼς ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ἥκιστα σοβαρὸν ἐν τῇ παρούσῃ
5188συζητήσει νὰ θίγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις
5189ἐπεψηφίσθη καὶ προεδίκασε τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχε-
5190δίου, θὰ ἐθεώρουν ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
5191νης θὰ ἠδίκει καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τοὺς ὑπογράψαντας
5192τὴν τροπολογίαν ἐπιστήμονας, οἵτινες ἀπὸ ἁγνῆς ἐπιστη-
5193μονικῆς πεποιθήσεως εἰσηγοῦνται τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν
5194δὲν συνεζήτει τὴν τροπολογίαν ἡμῶν ἐντελῶς ἀπὸ ἐπιστη-
5195μονικῆς ἀπόψεως.
5196§308Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συνεζήτησα ἤδη.
5197Ἦτο ὑποβεβλημένη καὶ ἀπὸ ἄλλους.
5198§309Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἐπιστημονικῆς συ-
5199ζητήσεως καὶ ὄχι περὶ πολιτικῆς καὶ πολιτικῶν ζητημά-
5200των καὶ πεισμάτων, ἅτινα δὲν ἔχουσι τὴν θέσιν των ἀπέ-
5201ναντι ἡμῶν.
5202§310Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σημεῖον συγχαίρω
5203τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι οἱ κατ’ ἀρχὴν ἐμφανιζόμενοι ἐγέ-
5204νετο δεκτὸν νὰ πληρώνωσι τὰ ἡμίση.
5205§311Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἔχει ὁ νόμος.
5206§312Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δεύτερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι
5207δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς ἐνστάσεως, διότι,
5208καθὼς ἔχει διατυπωθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχε-
5209δίῳ, καταντᾷ ἀδύνατος ἡ ἔνστασις. Εἶμαι κατηγορούμε-
5210νος, ἀποχωρῶ, μοὶ κοινοποιεῖται ἡ ἐρήμην ἀπόφασις, ἀνα-
5211κόπτω αὐτὴν καὶ καταβάλλω τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ἐνώ-
5212πιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ Γραμματέως, ὅπως καλέσῃ πέντε
5213ἢ δέκα μάρτυρας, τοὺς ὁποίους θέλει. Ἐὰν ἐμφανισθῶσιν
5214οἱ κληθέντες μάρτυρες, ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως δὲν ἐμφανι-
5215σθῶσιν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποχωρήσω καὶ συνεπῶς δι-
5216κάζομαι κατ’ ἀντιμολίαν. Εἶναι τοῦτο δίκαιον;
5217§313Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
5218σύνης). Φρονεῖτε ὅτι τὸ Δικαστήριον δὲν θὰ κρίνῃ τὴν βασι-
5219μότητα τοῦ λόγου αὐτοῦ;
5220§314Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναγραφῇ
5221εἰς τὸ νομοσχέδιον.
5222§315Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε,
5223πρέπει νὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπάρχει, τὸ δικαίωμα τῆς ἀνα-
5224βολῆς.
5225§316Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Περιλάβετέ το εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν
5226ὁποίαν θὰ κάμητε.
5227§317Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
5228§318Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ἤμην ἀφελής, ἐὰν ἀνηρχόμην τὸ
5229βῆμα νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀπη-
5230σχόλησε τὴν Βουλήν.
5231Δὲν ἔρχομαι οὔτε τροποποίησιν νὰ προτείνω, οὔτε τὰ
5232λεχθέντα τῶν ἀντιφρονούντων νὰ ἀνασκευάσω, οὔτε ὑπὲρ
5233τοῦ νομοσχεδίου νὰ συνηγορήσω. Ἀλλ’ ἀνῆλθον ἁπλῶς καὶ
5234μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βή-
5235ματος τούτου κατήγγειλαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειο-
5236νοψηφίαν, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις πιέζει, ἡ δὲ πλειονοψηφία
5237ὑπακούει. Τὸ λεχθὲν τοῦτο οὐ μόνον εἶναι ἀνακριβές, ἀλλὰ
5238οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσαντες, ὡς ὡμίλησαν,
5239καὶ αὐτοὺς ἠδίκησαν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυ-
5240βέρνησιν, διότι δὲν εἶναί ποτε δυνατὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνη-
5241σις νὰ ἀνέχηται ὀπαδούς, οἵτινες κύπτουσιν ὑπὸ τὸ κράτος
5242οἱασδήποτε πιέσεως.
5243§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιγκόλης.
5244§320Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν προ-
5245χθεσινὴν συζήτησιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν Κρητικὴν Ποινικὴν
5246Δικονομίαν, ἡ ὁποία ἔχει εἰσαγάγει ἤδη τὸ ἔνδικον μέσον
5247τῆς ἐφέσεως, ἀνέπτυξα καὶ λόγους τινὰς περὶ δευτέρας
5248ἀνακοπῆς, οὐχὶ διότι ἐφρόνουν ὅτι ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ συμ-
5249βιβάζεται μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ
5250διὰ νὰ παραστήσω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν
5251ὁποίαν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ δευτέρα ἔρευνα ἀποφά-
5252σεως ἐκδοθείσης μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἀνακοπῆς κατηγο-
5253ρουμένου τινός. Διαφωνῶ πρὸς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι
5254ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ δευτέρα ἀνακοπή· ἡ δευτέρα ἀνα-
5255κοπὴ εἶναι ἀσυμβίβαστος τελείως πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νο-
5256μοσχεδίου τούτου, ὄχι δὲ μόνον ἡ δευτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκ-
5257πρόθεσμος. Σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου θὰ
5258εἶναι μόνον ἡ παραδοχὴ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως.
5259Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, διότι, διὰ νὰ
5260γίνῃ ἐκπρόθεσμος ἀνακοπή, πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ
5261φυλακισθῇ πρῶτον.
5262Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ὑπὸ γραμματέως ἐκ-
5263πρόθεσμος ἀνακοπή, ἂν ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι εἰς τὰς
5264φυλακάς. Ὅταν φυλακισθῇ ὁ κατηγορούμενος, θὰ εἰσαχθῇ
5265ἡ ὑπόθεσις μετὰ 15 ἡμέρας, διὰ νὰ κριθῇ τὸ παραδεκτὸν
5266τύποις τῆς ἐκπροθέσμου ἀνακοπῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γίνῃ
5267καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀνακοπῇ, καὶ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν δευτέ-
5268ραν δικάσιμον, ὅτε θὰ κληθῇ ὁ μηνυτὴς καὶ οἱ δύο ἀπολει-
5269πόμενοι μάρτυρες. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν θὰ ἔχωμεν
5270τυραννίαν τῶν μαρτύρων, διότι οἱ μάρτυρες εἶναι ὑποχρεω-
5271μένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν πρώτην δικάσιμον, ὅταν θὰ κα-
5272ταδικασθῇ ἐρήμην, νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν δευτέραν δικάσιμον,
5273ὅταν ἡ ἀνακοπὴ θὰ ἀπορριφθῇ ὡς ἀνυποστήρικτος, καὶ νὰ
5274ἐπανέλθωσιν ἐκ τρίτου, ὅταν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς δευ-
5275τέρας ἀνακοπῆς. Νομίζω ὅτι τὸ μαρτυρεῖν εἶναι ὑποχρέω-
5276σις διὰ τοὺς πολίτας, εἶναι βάρος αὐτῶν νὰ ἐμφανίζωνται
5277ὡς μάρτυρες ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ βάρος
5278δὲν πρέπει νὰ τὸ καταστήσωμεν μέγα, ὥστε νὰ στενοχω-
5279ρήσωμεν τοὺς πολίτας εἰς μέγαν βαθμόν. Ἴσως ἀλλαχοῦ
5280ὅπου εἶναι εὔκολα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, νὰ μὴ εἶναι
5281τόσον μέγα τὸ βάρος, ἐδῶ ὅμως δυσκολεύονται οἱ μάρτυρες
5282νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου
5283τούτου πολλάκις ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ προ-
5284ανακρίσει, διὰ νὰ ἀποφύγωσι νὰ κληθῶσιν ὡς μάρτυρες
5285ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Σήμερον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς
5286ἀρχῆς τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατυπουμένης τοῦ νὰ ἐπα-
5287νέρχωνται ἐκ δευτέρου οἱ μάρτυρες, θὰ καταστήσωμεν τὴν
5288ψευδομαρτυρίαν εἰς μεγαλείτερον βαθμόν, ἂν δὲ δεχθῶμεν
5289καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ ἀναγκάσωμεν τοὺς μάρτυ-
5290ρας καὶ ἐκ τρίτου νὰ προσέρχωνται, ἡ κατάστασις θὰ εἶναι
5291πολὺ χειροτέρα.
5292Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ λιπομαρτύρων, θὰ πα-
5293ρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης προκειμένου
5294περὶ τῆς διατάξεως περὶ λιπομαρτύρων νὰ γίνῃ ἡ διάκρι-
5295σις ὅτι δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ καταγινώσκῃ ποινὰς
5296κατὰ τῶν λιπομαρτύρων, διότι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς κα-
5297τωτέρω διατάξεως, καὶ ἂν προχωρήσῃ ἡ δίκη, πρέπει πάν-
5298τως νὰ καταδικασθῶσιν οἱ λιπομάρτυρες καὶ μετὰ τὴν
5299περάτωσιν τῆς δίκης νὰ ἔλθωσι νὰ δώσωσι λόγον διατί δὲν
5300ἦλθον.
5301§321Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ γίνῃ δυνητικὴ
5302ἡ διάταξις;
5303§322Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Συμβαίνει νὰ μὴ δίδηται ἡ δέουσα
5304προσοχὴ ἐκ μέρους τῶν πταισματοδικῶν ἢ τῶν Εἰσαγγε-
5305λέων καὶ νὰ καλῶνται πλειότεροι.
5306§323Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι
5307ἀδικαιολόγητος ἐκεῖνος ὁ μάρτυς, ὅστις δὲν προσέρχεται
5308ἀπειθῶν;
5309§324Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα καλοῦνται
5310μάρτυρες 6, 7, 8, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι χρήσιμοι.
5311§325Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὅλοι σκεφθῶσι οὕτω,
5312δὲν θὰ ὑπάγῃ κανείς.
5313§326Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμοι·
5314γίνεται μία ἀγροζημία, εἰς τὴν ὁποίαν καλοῦνται τρεῖς ἢ
5315τέσσαρες μάρτυρες, ἀλλὰ συμβαίνει τὸ ἑξῆς· εἰς τὸν νόμον
5316περὶ ἀγροζημιῶν ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν...
5317§327Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνωρίζω τὴν διάτα-
5318ξιν· δὲν πλήττεται ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον.
5319§328Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὅταν συμβιβασθῇ ὁ παθών.
5320§329Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ καταλύεται τὸ
5321ἀδίκημα· δὲν δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ μάρτυρες.
5322§330Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Θὰ τιμωρῶνται κατὰ τὴν διάταξιν,
5323ἥτις εἶναι ὑποχρεωτική.
5324§331Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀντι-
5325κείμενον ποινικῆς δίκης· οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ.
5326§332Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς θὰ τὸ ἑρμηνεύσωσιν
5327οἱ διάφοροι πταισματοδίκαι.
5328§333Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ
5329τὸ ἑρμηνεύσωσιν ἄλλως, θὰ ἀποτελέσῃ δὲ μίαν ἐπικίνδυνον
5330νομοθετικὴν ὁδηγίαν νὰ μὴ πηγαίνωσι ποτὲ οἱ μάρτυρες.
5331§334Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν πολὺ πρὸς
5332τὰ Δικαστήρια· συμφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
5333ὅστις ἐπανειλημμένως μᾶς εἶπεν· ἀφοῦ εἰς τοὺς δικαστὰς ἀνε-
5334θέσαμεν σπουδαῖα καθήκοντα, διατί νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὸ
5335Δικαστήριον τὸ δικαίωμα, ἂν πεισθῇ ὅτι δὲν ἐχρησίμευσαν οἱ
5336μάρτυρες καὶ ἡ δίκη προυχώρησεν ἄνευ αὐτῶν καὶ ὁ κατη-
5337γορούμενος κατεδικάσθη, διατί νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ δι-
5338καίωμα νὰ τοὺς τιμωρῶσιν, ὅταν νομίζωσιν ὅτι πρέπει νὰ
5339τοὺς τιμωρῶσι, καὶ διατί νὰ ἀφήσωμεν τοὺς λιπομάρτυρας
5340νὰ κάμνωσιν ἀνακοπάς...
5341§335Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρῶ πολὺ ἐπιεικές,
5342ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ.
5343§336Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Θὰ ἀφήνηται πάντοτε εἰς τὴν κρίσιν
5344τοῦ Δικαστηρίου.
5345Νομίζω ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, τὸ ὁποῖον
5346εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ
5347χορηγηθῇ, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως ἔχει ἐν τῇ Κρητικῇ Ποινικῇ Δι-
5348κονομίᾳ, διότι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βαρυν-
5349θῶσι τὰ Ἐφετεῖα, οὐδὲ πρέπει διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν νὰ γί-
5350νηται ἔφεσις ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων.
5351§337Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνακοπὴ εἰς τὴν
5352Κρήτην.
5353§338Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀναβολὴ τῆς δίκης· ἀνα-
5354βάλλεται ἡ δίκη, ὅπερ εἶναι ἐγγύησις, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ δι-
5355καίωμα τῆς ἀνακοπῆς, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, ὑπάρχει
5356ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ πάσης ὁριστικῆς
5357ἀποφάσεως, καὶ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τριῶν ἡμε-
5358ρῶν φυλάκισιν. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ δώσωμεν τόσον ἀπόλυτον
5359δικαίωμα ἐφέσεως, ἀλλὰ νὰ προστατεύσωμεν ἐκείνους τοὺς
5360κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι δικάζονται εἰς φυλάκισιν ἀνω-
5361τέραν τῶν ἕξ μηνῶν. Εἶναι σπάνιαι αἱ περιπτώσεις αὐταί,
5362ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατοι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς
5363τροπολογίαν· «Κατὰ πάσης ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Δι-
5364καστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καταγιγνωσκούσης ποινὴν
5365φυλακίσεως ἀνωτέραν τῶν ἕξ μηνῶν ἐπιτρέπεται τὸ ἔνδικον
5366τῆς ἐφέσεως μέσον ἐνώπιον τῶν Ἐφετείων»
5367§339Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
5368καιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι τό-
5369σον ῥιζικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνετε, ὥστε ὄχι τροπολογία
5370δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς μεγάλου θεσμοῦ.
5371Δύναμαι νὰ σᾶς καταστήσω γνωστὸν ὅτι ἐμμέσως ἀντι-
5372κείμενον σπουδῆς ἐγένετο πέρυσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ
5373ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ἐξ ἀφορμῆς τῆς καταργή-
5374σεως τῶν πενταμελῶν Πλημμελειοδικείων καὶ εἰσαγωγῆς τῶν
5375τριμελῶν, καὶ τότε οἱ εἰσηγησάμενοι τὸ νομοσχέδιον ἠσχο-
5376λήθησαν διὰ μακρῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ τὸ
5377ζήτημα τῆς ἐφέσεως εἶναι ζήτημα κολοσσιαίας μεταρρυθμί-
5378σεως, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ
5379τὴν πεποίθησιν δὲ τῶν πλείστων κατέληξαν εἰς τὸ συμπέ-
5380ρασμα ὅτι εἶναι ἄκαρπος καὶ ἄστοχος ὁ θεσμὸς τῆς ἐφέ-
5381σεως. Ἡμεῖς ἤδη τὸν ἔχομεν διὰ τὰ προξενικὰ Δικαστή-
5382ρια, Πλημμελειοδικεῖα τουτέστι, καὶ ἐν τούτοις δὲν ηὐτύ-
5383χησε νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ
5384ἡ παρ’ ἡμῖν νομοθετικὴ συνείδησις εἶναι δυσμενῶς παρεσκευ-
5385ασμένη κατὰ τοῦ θεσμοῦ.
5386§340Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
5387§341Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε· αὐτὸ δὲν
5388εἶναι τροπολογία, εἶναι γιγάντειος θεσμός.
5389§342ΙΩ. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ἤθελον νὰ καταδείξω ὅτι οὐδεμία
5390ἐγγύησις παρέχεται, ἀφοῦ καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς
5391ἀνακοπῆς.
5392Θὰ παρεκάλουν νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις, καθ’
5393ἣν οἱ ἐμφανιζόμενοι τὸ πρῶτον αὐθορμήτως ἐνώπιον τῶν
5394Δικαστηρίων καταβάλλουσι τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν
5395ἐξόδων.
5396§343Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· αὐτὸ τὸ ἐδέ-
5397χθην ἤδη.
5398§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
5399§345ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5ης
5400Μαρτίου, κύριοι Βουλευταί, εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ
5401εἴπω ἐκ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζη-
5402τήματος καὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὑπὸ πλείστων
5403καὶ τότε συναδέλφων ἐξηγήθησαν οἱ λόγοι, τὰ σημεῖα
5404ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως συνεκίνησαν τοὺς δικηγορικοὺς
5405συλλόγους καὶ ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ στέλλωσι τὰ ψηφί-
5406σματα καὶ τὰς διαμαρτυρίας, τῶν ὁποίων εἶναι ἐν γνώσει,
5407ἡ Βουλή. Μετὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρη-
5408τέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος
5409τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεκήρυ-
5410ξεν ὅτι θὰ παράσχῃ δωρεὰν μὲν τὴν παιδείαν, ἀφειδῶς δὲ
5411θ’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Προβαί-
5412νων δὲ περαιτέρω ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν
5413μου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀσχοληθῆ μέχρι τοῦ Πάσχα πρὸς
5414πέρανσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἔργου αὐ-
5415τῆς, καὶ μετὰ τὸ Πάσχα θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ δι-
5416καστικὰ καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δη-
5417λώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐφησύχασε πρός
5418τινα χρόνον καὶ ὁ λαός, ἰδίως δὲ διὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
5419Ἤδη ὅμως ἀπὸ προχθὲς συζητοῦμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου
5420τούτου, ἠκούσαμεν δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰδικῶς καὶ
5421τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ μα-
5422κρῶν ἀγορεύσαντος. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν
5423ἀκριβῶς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον
5424πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπόμνημα, δι’ οὗ κρίνουσι τὸ νομο-
5425σχέδιον ὡς ἄσκοπον, ἔπαθον τὸ ἄγκιστρον.
5426§346ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔδακον τὸ ἄγκιστρον.
5427§347ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
5428σύνης θέλει νὰ μεταβάλῃ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος
5429μας εἰς παγίδα. (Διαμαρτυρίαι). Ἀλλὰ παγὶς εἶναι, Κύ-
5430ριοι, ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν δὲν παρέχωμεν εἰς τὸν πολίτην τὸ
5431ποσὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτόν,
5432καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ νὰ ἄρωμεν τὰς ἐγ-
5433γυήσεις, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε ὑπάρχουσι σήμερον. Τίποτε
5434ἄλλο δὲν εἶναι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἰδίως κατὰ τὸ
5435ἄρθρον τοῦτο, εἰμὴ μία παγίς. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
5436τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
5437μετέφρασεν ἐκ τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι
5438ἐκεῖ ἐπὶ τριακονταετίαν ὁλόκληρον ἐφαρμόζεται καὶ ὅτι, ἂν
5439εἶχε τὰ τρωτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος
5440τούτου ἀνέπτυξαν, δὲν θὰ διέμενεν ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ το-
5441σαῦτα ἔτη ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ κατηργεῖτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἔχο-
5442μεν τὸ νεώτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἐπιτροπή,
5443ἡ ὁποία ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὑπὸ τίνων ἀπηρτί-
5444ζετο καὶ τί διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέλαβε καὶ πῶς τὸ με-
5445τέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ τρεῖς
5446καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, πέντε ἀνωτέρους δικαστι-
5447κούς, ἓξ δικηγόρους. Ὥστε, ὡς βλέπετε, δὲν ἦτο ἀκριβές,
5448δὲν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ στόματος
5449τοῦ κ. συναδέλφου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν Γερμα-
5450νίᾳ συμβαίνει· αὐτὸ τὸ ἀναιρεῖ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ
5451ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠθέλετε, κ. Ὑπουργέ,
5452νὰ εἰσαγάγητε τοιοῦτον νομοσχέδιον παρ’ ἡμῖν, ἔπρεπε νὰ
5453ἦσθε συνεπὴς καὶ νὰ ἠκολουθεῖτε ὅλην τὴν Γερμανικὴν
5454νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἀναγράφει ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ διαφόρους
5455ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Καὶ θὰ σᾶς ἀνα-
5456γνώσω τὸ ἄρθρον 199. Παρ’ ἡμῖν ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται
5457δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς
5458τὸ ἀκροατήριον. Νομίζετε ὅτι τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο
5459ἐν Γερμανίᾳ; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Γερμα-
5460νικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην
5461καὶ τὴν ἡμετέραν καὶ ὄχι μόνον ἓν ἄρθρον αὐτῆς. Ἡ Γερ-
5462μανικὴ νομοθεσία ὁρίζει ὅτι τὸν κατηγορούμενον καλεῖ ὁ
5463πρόεδρος καὶ τὸν ἐρωτᾷ ἂν θέλει νὰ καλέσῃ μάρτυρας, τίνας
5464θέλει νὰ καλέσῃ καὶ ἄλλα πολλά. Ἠκούσατε καὶ τὴν ὁμι-
5465λίαν τοῦ κ. Ρακτιβάν, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐστηρίχθη εἰς ὅσα
5466εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τί νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὰς ὑπουρ-
5467γικὰς ἐγκυκλίους; Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νομοθετοῦμεν
5468καὶ ὀφείλομεν τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς ἀκριβῶς, τὰς ὁποίας
5469ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ τὰς
5470θεσπίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ· ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ κατασκευ-
5471άζωμεν κατηγορουμένους, νὰ δημιουργῶμεν ἀνθρώπους ἐγ-
5472κληματίας καὶ δὴ ἀναπολογήτους, καὶ τοῦτο εἰς τὸν αἰῶνα
5473τὸν εἰκοστόν. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, δύναται νὰ μιμηθῇ
5474τὸν συνάδελφόν του, τὸν κ. Μωρίς, ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος ὑπέ-
5475βαλεν ὅλως ἀνακαινιστικὴν νομοθεσίαν ὑπὸ τὴν κρίσιν
5476τοῦ Γαλλικοῦ συνεδρίου. Εὔχομαι τοιοῦτον σύστημα νὰ
5477ὑποβάλῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.
5478§348ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δι’ ὀλίγων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ
5479ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζή-
5480τησιν. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν ἡ ἀνακοπὴ δικάζε-
5481ται κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον, ἀφ’ ἧς συνετάχθη. Κατὰ
5482τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
5483δικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ δέκα πέντε ἡμέρας.
5484Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατηγορούμενον καταδικασθέντα
5485ἐρήμην εἰς 14 ἡμερῶν φυλάκισιν καὶ ἀνακόψαντα ἐκπρο-
5486θέσμως ἐξ ἀδυναμίας, εἰσαχθέντα δ’ ἐν τῇ φυλακῇ λόγῳ
5487τοῦ ἐκπροθέσμου τῆς ἀνακοπῆς, μέχρις ὅτου δικασθῇ ἡ ἀνα-
5488κοπή του — μετὰ 15 ἡμέρας — θὰ ἔχῃ ἐκτίσει τὴν ποι-
5489νήν του.
5490§349ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παραιτηθῇ τῆς προθεσμίας.
5491§350ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐξάγε-
5492ται ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου· τοὐ-
5493ναντίον μάλιστα καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύ-
5494ματος τοῦ νομοσχεδίου σαφῶς συνάγεται, ὅτι ἡ προθεσμία
5495εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, καὶ συνεπῶς ὁ κα-
5496τηγορούμενος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ παραιτηθῇ. Ἤθελον παρα-
5497καλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ,
5498ὅπως συντμηθῇ ἡ προθεσμία αὕτη, ἵνα βοηθῶνται καὶ ἐκεῖ-
5499νοι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταδικάζωνται ἐρήμην εἰς μικρὰς
5500ποινάς.
5501§351ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατ’
5502ἔτος τὰ ἑλληνικὰ Πλημμελειοδικεῖα ἐκδικάζουσιν ὑποθέ-
5503σεις 16 ἕως 17 χιλιάδας, δικάζουσιν Ἕλληνας πολίτας
5504κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 40,000. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναμφι-
5505σβήτητον ὅτι αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἀθωωτικαὶ κατὰ 65%, τὸ
5506ὁποῖον σημαίνει ὅτι 25,000 τοὐλάχιστον Ἑλλήνων πολι-
5507τῶν ἀθωοῦνται κατ’ ἔτος. Νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι,
5508ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς 25,000 Ἑλλήνων πολιτῶν παρέχει τὸ
5509συζητούμενον νομοσχέδιον ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ὅτι δὲν θὰ
5510ὑποστῶσι στέρησιν τῆς ἐλευθερίας των, ζημίαν τῆς περιου-
5511σίας των, ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι βλάβην δεινήν, καὶ ἀνε-
5512πανόρθωτον ἴσως, τῆς τιμῆς των;
5513Ἄριστα κατεδηλώθη πανηγυρικῶς ἡ γνώμη τῆς Βου-
5514λῆς ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, καὶ οἱ
5515ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς,
5516ἀποδεικνύουσιν ἐντελῶς δεδικαιολογημένην τὴν πανηγυρι-
5517κώτατα ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ
551825,000 Ἑλλήνων πολιτῶν ἐντελῶς ἀθώων.
5519§352ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βέβαιον ὅτι πλέον τῶν
552015,000 ἀθωοῦνται ἐρήμην.
5521§353Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάγον-
5522ται εἰς τὸν νόμον.
5523§354ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν
5524ἀποφάσεων τῶν ὁριστικῶν τῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδιδομέ-
5525νων· ἐκ τούτων εἶναι βεβαιωμένον ὅτι 65% εἶναι ἀθωω-
5526τικαί, καί, ἂν δεχθῆτε ὅτι εἰς ἑκάστην δίκην εἶναι κατὰ
5527μέσον ὅρον δύο πρόσωπα τοὐλάχιστον κατηγορουμένων,
5528ἔχετε τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλήν.
5529Ἐπίσης εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τοιαύτας ἀποφάσεις
5530τῶν Πταισματοδικείων 30,000· πόσαι εἶναι αἱ χιλιάδες
5531τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, αἵτινες κινδυνεύουσι νὰ ὑποστῶσι
5532τὴν ποινὴν τῶν Πταισματοδικείων τὴν μικράν, ἀλλὰ πάν-
5533τως λίαν ἐνοχλητικήν; Πρὸ ἡμερῶν ἐξεδήλωσα τὴν ἀπορίαν
5534μου πρὸς τὴν Βουλήν, πῶς ὑπεβλήθη τοιοῦτο νομοσχέδιον,
5535πάντως καθιστῶν δυσχερεστέραν τὴν χρῆσιν τῶν ἀποδει-
5536κτικῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, ἐνῷ ἐψηφίσαμεν ἤδη
5537ἄλλο νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου βάσις καὶ προϋπόθεσις ἦτο
5538ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων τῶν δικαζομένων ἐνώπιον
5539τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι.
5540Ἔχω νὰ σημειώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δευτέραν ἀπορίαν·
5541πῶς ὑπεβλήθη καὶ πῶς συζητεῖται τοσαύτης σπουδαιότη-
5542τος νομοσχέδιον, νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον ἕνα τῶν σπου-
5543δαιοτέρων θεσμῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐνῷ ἔχει ψη-
5544φισθῆ ἄλλο νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ συσταθῶσιν
5545ἐπιτροπεῖαι, καὶ δὴ ἐπιτροπεῖαι ἔχουσαι καθῆκον τὴν με-
5546ταρρύθμισιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονο-
5547μίας, διὰ τὰς ὁποίας ἐπιτροπείας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
5548Κράτους θὰ καταβάλῃ 70.000 καὶ πλέον δραχμῶν; Δὲν
5549νομίζω ὅτι ἦτο τόσον ἐπεῖγον τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ θὰ ἔλθῃ
5550ἡ ἐπιτροπεία ἐκείνη καὶ θὰ μεταρρυθμίσῃ ὁλόκληρον τὸν
5551Ποινικὸν νόμον καὶ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ θὰ δώσῃ
5552εἱρμὸν εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς νομοθεσίας.
5553Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ
5554ἀπομείνῃ ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς ἐξ ὑμῶν δισταγμός, περὶ
5555τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ὠφελιμότη-
5556τος αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι
5557τὸν τόπον ἡμῶν μαστίζει ἡ πολυδικία—ἐλέχθη κατὰ τρό-
5558πον, ὅστις δὲν ἀφήνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν εἰς ὅλους
5559ἡμᾶς—, ἀλλά, διότι ἡ μάστιξ αὕτη ἀληθῶς ὑπάρχει εἰς τὸν
5560τόπον, ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχὴ προκειμένου περὶ μέ-
5561τρων ἀφορώντων τὰ μέγιστα καὶ τὰ ὕψιστα συμφέροντα
5562τῶν πολιτῶν.
5563Ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχή, μήπως θέλοντες νὰ πο-
5564λεμήσωμεν τὴν ἐρημοδικίαν φθάσωμεν εἰς ἀπερίγραπτον
5565ἀδικίαν, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω
5566καὶ τονίζω, ἔχομεν ἤδη λάβει πρόνοιαν πρὸς μεταρρύθμι-
5567σιν τῶν ποινικῶν ἡμῶν κωδίκων.
5568Ἐλέχθησαν, κύριοι συνάδελφοι, πολλὰ περὶ Γερμανίας·
5569ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἐλέχθησαν τὰ
5570προσήκοντα. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν μέχρι σήμερον
5571ἰσχύουσαν Γερμανικὴν Ποινικὴν Δικονομίαν τὸ συζητού-
5572μενον νομοσχέδιον, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν, οὐδ’
5573ἐλαχίστην σχέσιν, κύριοι συνάδελφοι. Ἐν Γερμανίᾳ συμ-
5574βαίνει τοῦτο: Ἐὰν δὲν προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος, διατάσ-
5575σεται ἡ βιαία προσαγωγή του. Μόνον ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων
5576ἐκείνων τῶν ἐπισυρουσῶν ποινὴν χρηματικὴν ἢ ποινὴν στε-
5577ρήσεως τῆς ἐλευθερίας μέχρις ἓξ ἑβδομάδων ἐπιτρέπεται
5578εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ζητήσῃ ἄδειαν νὰ μὴ παραστῇ
5579ἢ νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτὸν δικηγόρος· ἐπὶ τῶν μικρῶν, λέγω,
5580ἐκείνων ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη, Κύριοι, ἂν κα-
5581ταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
5582ἀποκατάστασιν, ἔχει δικαίωμα τουτέστι νὰ ζητήσῃ, ὅπως
5583δικασθῇ κατ’ ἀντιμολίαν. Οὐδεμίαν ἑπομένως σχέσιν ἔχει
5584τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πρὸς τὴν Γερμανικὴν Ποινι-
5585κὴν Δικονομίαν. Τὸ δὲ νῦν συντεταγμένον νομοσχέδιον, τὸ
5586Γερμανικόν, καὶ ταύτας τὰς διατάξεις θεωροῦν ἀνελευθέρας
5587εἰσάγει τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως καὶ διὰ τὰς ἀποφά-
5588σεις τῶν πλημμελημάτων, προτείνεται δὲ ὑπὸ μελῶν τῆς
5589ἐπιτροπῆς νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἔφεσις καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν
5590κακουργημάτων ἀκόμη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται συ-
5591ζήτησις παρ’ ἡμῖν ὅτι εἰσάγομεν θεσμὸν ἰσχύοντα ἀλλα-
5592χοῦ, ὅτε οὕτως ἔχει ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος; Σᾶς παρακαλῶ,
5593Κύριοι, ὀλίγας λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι ἀκόμη.
5594Διατί, ἀφοῦ θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς
5595ἀνακοπῆς, ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ δι-
5596κασθέντα ἐρήμην νὰ ἐγείρῃ ἀνακοπήν, δι’ οὓς λόγους ἀνα-
5597φέρει τὸ νομοσχέδιον; Διατί εὑρίσκομεν ὅτι εὐλόγως ὁ κα-
5598τηγορούμενος δὲν προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; δι-
5599ότι ἀναγνωρίζομεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθῃ· ὅτε δὲ
5600τοῦτο ἀναγνωρίζομεν, πῶς ὑποβάλλομεν αὐτὸν εἰς ζημίας;
5601Διατί ὑποβάλλομεν αὐτὸν εἰς ζημίας; Ἐλέχθη ὅτι δικαι-
5602ολογεῖται ὁ κατηγορούμενος μὴ προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ
5603Δικαστηρίου, ὅταν ἡ σύζυγος αὐτοῦ ἢ τὸ τέκνον κινδυνεύ-
5604ωσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ὑποθέσατε, Κύριοι, εἰς τὸν
5605νομόν μου ἕνα κάτοικον τοῦ δήμου Βοϊῶν, δικαζόμενον
5606ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, εὑρεθέντα δὲ
5607ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἀδυνατοῦντα ἀπολύτως νὰ
5608προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἀπὸ Βοϊῶν μέχρι
5609Σπάρτης εἶναι ταξίδιον μακρότατον, ἀλλὰ καὶ δαπανη-
5610ρότατον. Ἵνα ἀποδείξῃ τὸν λόγον, ὅστις ἐκώλυσεν αὐτὸν νὰ
5611προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, λόγον, ὅστις κατὰ τὸ
5612νομοσχέδιον πρέπει νὰ περιληφθῇ ῥητῶς ἐν τῇ ἀποφάσει,
5613θὰ ἔχῃ βεβαιότατα ἀνάγκην νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ
5614τοῦ θεραπεύσαντος τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς ἑαυτοῦ οἰκογενείας.
5615Νομίζετε, ὅτι ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος θέλει ἀποφασίσει ἀπὸ Βοϊῶν
5616εἰς Σπάρτην νὰ μεταβῇ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀμοιβὴν ἁδροτά-
5617την; Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἰατρὸς νὰ ἀπουσι-
5618άσῃ τοῦ τόπου, ὅπου εὑρίσκεται, ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέ-
5619ρας καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ταξίδιον δαπανηρότατον καὶ κο-
5620πιωδέστατον, χωρὶς νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ διακοσίων τουλά-
5621χιστον δραχμῶν; Καὶ θὰ ὑποβάλλητε εἰς τοιαύτας τερα-
5622στίας δαπάνας ἕνα ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζετε
5623ὅλον τὸ εὔλογον, ὅλον τὸ δίκαιον τῆς μὴ προσελεύσεώς του
5624ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου;
5625Ἀλλὰ κρίνεται ἐντελῶς ἀπαράδεκτος καὶ ἡ ἑτέρα πρό-
5626τασις, ὅπως ἐπιτρέπηται λόγῳ ἀδυναμίας ἀπολύτου ἡ δευ-
5627τέρα ἀνακοπή. Ἀπέναντι, Κύριοι, τοῦ Πλημμελειοδικείου
5628Ἀθηνῶν εἶναι ἓν ξενοδοχεῖον. Ὑποθέσατε ἕνα κατηγορού-
5629μενον, ὅστις ἔχει ἀσκήσει τὴν ἀνακοπήν του· προσκαλεῖται
5630ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου· ἄρχεται ἡ διαδικασία
5631τὴν πρωίαν· δὲν φθάνει μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δίκης του
5632ἡ ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου μέχρι τῆς μεσημβρίας· ἀπο-
5633χωρεῖ εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τὸ ἀπέναντι τοῦ Πλημμελειοδι-
5634κείου· ἡ δίκη του εἶναι πρώτη εἰς τὸ μετὰ μεσημβρίαν δι-
5635άστημα τῆς διαδικασίας· μένει ἐπὶ τοῦ παραθύρου τοῦ ξε-
5636νοδοχείου καὶ ἀναμένει τὸν κώδωνα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Δικα-
5637στήριον· ἠχεῖ ὁ κώδων, σπεύδει εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλά,
5638ἐνῷ κατέρχεται τὰς κλίμακας τοῦ ξενοδοχείου, φεῦ! ὀλι-
5639σθαίνει, θραύει τὸν ἕνα του πόδα καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὸν στα-
5640θμὸν τῶν πρώτων βοηθειῶν! Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ ἐκδικά-
5641ζεται ἡ ἀνακοπή του χωρὶς νὰ εἶναι αὐτὸς παρών, καὶ
5642οὕτω μένει ὁ ἀθῷος αὐτὸς ἄνθρωπος ὁριστικῶς καταδεδι-
5643κασμένος εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν μὴ δυνάμενος πλέον νὰ
5644κάμῃ δευτέραν ἀνακοπήν! Νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι δυ-
5645νατὸν νὰ συμβιβασθῇ πρὸς οἱονδήποτε κανόνα φιλανθρω-
5646πίας, πρὸς τὸν ὁποῖον οἱ διάφοροι νόμοι καὶ κατ’ ἐξοχὴν
5647νόμοι ποινικοὶ πρέπει νὰ συμβιβάζωνται καθ’ ὁλοκληρίαν;
5648Ἀλλ’ ἠκούσθησαν παράδοξα πράγματα, κύριοι συνάδελ-
5649φοι, μὰ πολὺ παράδοξα! Πιστεύσατέ με. Τὴν τραχύτητα,
5650εἶπε, τὴν δέχομαι, τὴν ἐπιθυμῶ μάλιστα! Ἀλλ’ ἡ τρα-
5651χύτης εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους ποίαν ἄλλην δύναται νὰ
5652ἔχῃ σημασίαν παρὰ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἀδι-
5653κία; Καὶ ὅμως ἐλέχθη· πρὸ τῆς ἀδικίας φρίσσω, καὶ ἐὰν
5654εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ ἓν μόνον παράδειγμα ὅτι θὰ συνέβαινεν
5655ἀδικία, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐψήφιζον τὸ νομοσχέδιόν μου. Ἀλλὰ
5656δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην σημασίαν ἡ τραχύτης ἐπὶ τῶν ποι-
5657νικῶν νόμων παρὰ τὴν σημασίαν τῆς ἀδικίας; Ποινικὸς
5658δικαστὴς πῶς θέλει λεχθῆ ὡς τραχέως ἐφαρμόζων τὸν νό-
5659μον, ἐὰν δὲν ἀδικήσῃ τὸν κατηγορούμενον; Ποινικὸς νόμος
5660πῶς θέλει λεχθῆ ὡς τραχύς, ἐὰν ὁ ποινικὸς ἐκεῖνος νόμος
5661δὲν εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ ἀδικῶνται οἱ κατηγορούμενοι;
5662Εὐλογώτατα, Κύριοι, ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι
5663οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν ἀφορῶσι τοὺς κατηγορουμένους· βε-
5664βαίως οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν ἐτέθησαν, ἵνα προστατεύωσι
5665τοὺς κατηγορουμένους· οἱ ποινικοὶ νόμοι ὑπάρχουσιν ἀναμ-
5666φιβόλως ὑπὲρ τῶν παθόντων, ἀλλ’ οἱ ποινικοὶ νόμοι ἔχουσι
5667ἕνα ἀπώτερον σκοπόν, νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν δημοσίαν τά-
5668ξιν, ἡ ὁποία δημοσία τάξις ὑπάρχει κυριώτατα ἐν τῇ
5669συνειδήσει ἑκάστου ἡμῶν ὅτι προστατεύεται ὑπὸ τῶν ποινι-
5670κῶν νόμων. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν
5671συνείδησις ὅτι οἱ ποινικοὶ νόμοι ἀδικοῦσι· θὰ ἐξέλειπε τὸ
5672συναίσθημα ἐκεῖνο τῆς ἀσφαλείας, καὶ θὰ ἠγείρετο ἄλλο
5673συναίσθημα, τοῦ μίσους κατὰ τῶν νόμων. Δὲν νομίζω, ὅτι
5674εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δημοσία τάξις, ὅταν ὑπάρχῃ
5675συναίσθημα μίσους κατὰ τῶν νόμων.
5676§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης.
5677§356Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Μόνον τὴν ψῆφόν μου θὰ δικαιολο-
5678γήσω.
5679Ἐψήφισα κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ
5680ἐθεώρησα ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβές· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουρ-
5681γὸς τῆς Δικαιοσύνης δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ.
5682Μπουφίδου καὶ Ῥακτιβάν, δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ
5683νομοσχεδίου.
5684§357Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
5685§358Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἀπευ-
5686θυνθῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς καὶ
5687θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε τὸ δικαίωμα, τὸ
5688ὁποῖον ἔχετε ἐκ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα διακρίνει
5689νόμον ἀπὸ νόμον, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον Βου-
5690λευτὴν νὰ προτείνῃ νόμον, καθὼς δίδει καὶ εἰς τοὺς Ὑπουρ-
5691γούς, καὶ μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἀφίεται τὸ δι-
5692καίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρό-
5693κειται περὶ προτάσεως νόμου, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ λη-
5694σμονῇ, ὅτι αὐτὴ νομοθετεῖ καὶ ὄχι ἡ Κρβέρνησις. Εἶναι
5695ὅλως ἀδιάφορον διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ποίαν γνώ-
5696μην ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι καὶ αὐτὴ Βου-
5697λευταί, καὶ οἷον δικαίωμα ἔχομεν ἡμεῖς ἔχει καὶ ἡ Κυβέρ-
5698νησις. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Ὑπουρ-
5699γὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα
5700τροπολογίας; Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἐξακολουθήσωμεν τὸ
5701σύστημα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε
5702θὰ προοδεύσωμεν. Τὸ σύστημα αὐτὸ κατέρριψε τὴν πα-
5703τρίδα μας, τὸ σύστημα αὐτὸ διέσπειρε τὴν ἀπελπισίαν εἰς
5704τὸ ἔθνος περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον,
5705σᾶς βεβαιῶ, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου ἐχρεοκόπησε.
5706Πρέπει λοιπὸν ἕκαστος νὰ ἀναλάβῃ τὸ καθῆκόν του, ἡ Κυ-
5707βέρνησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ
5708παρέχει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ
5709δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Ἀκολου-
5710θοῦμεν, Κύριοι, ἓν σύστημα Ἀγγλικόν, χωρὶς νὰ λάβωμεν
5711ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἄλλα τὰ ἤθη καὶ ἄλλη ἡ κατάστασις τοῦ
5712ἔθνους ἐκείνου. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ
5713Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὐδὲ εἰσόδου εἰς τὴν Βου-
5714λήν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ Ἀμερικανικὸν σύστημα.
5715§359ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
5716§360Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὰ λέγω αὐτά, διότι βλέπω τὴν Βου-
5717λὴν διατεθειμένην νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον μόνον καὶ μό-
5718νον, διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις.
5719§361ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
5720§362Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Μείνατε ἥσυχοι· ὅλοι εἴμεθα συνάδελ-
5721φοι ἐδῶ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἐναντίον πάσης τρο-
5722πολογίας· εἶμαι ἐναντίον πάσης τροπολογίας, ἐφ’ ὅσον προσ-
5723βάλλεται ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς. Ἐκτὸς
5724τῆς Γερμανίας, περὶ τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει,
5725ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη· ὑπάρχει ἡ Γαλλία. Διατί δὲν
5726τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν; Πρὸ 38 ἐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς
5727ἀνακοπῆς εἶναι δικαίωμα ἀπεριόριστον. Θέλετε νὰ μετα-
5728φυτεύσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐν Γερμανίᾳ; Αὐτὸ
5729τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ πρὸ ἑκατον-
5730ταετηρίδος καὶ οὐδὲν παράπονον ὑπῆρξεν, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ
5731ἰσχύῃ. Πῶς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν καὶ τὰ
5732λοιπὰ Λατινικὰ ἔθνη, δὲν ἐνόησε τὴν πλημμέλειαν τοῦ
5733θεσμοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη; Καὶ πῶς δὲν ἐφρόν-
5734τισαν νὰ τὴν διορθώσωσιν; Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν Fou-
5735stan — Hélie. Λέγει ὁ Foustan — Hélie (ἀναγινώσκει):
5736«Ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ κατασταθῇ ὁριστικὴ
5737ἡ ἀπόφασις ἀπέναντι τοῦ κατηγορουμένου, ὅστις δὲν ἔλαβε
5738τὸ κλητήριον ἢ ἐξ ἐμποδίου τινὸς δὲν προσῆλθεν εἰς τὸ
5739ἀκροατήριον· ἐξ ἑτέρου ἐθεώρησε νὰ ἐξομοιώσῃ πρὸς τοῦτο
5740τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυ-
5741τὸν ἀμέσως, εἴτε διότι δὲν ἐπρομηθεύθη τὰ ἀναγκαῖα πρὸς
5742τοῦτο ἔγγραφα, εἴτε διότι δὲν ἐκλήτευσε τοὺς μάρτυράς
5743του, εἴτε διότι προθεσμία τις τῷ φαίνεται ἀναγκαία, ὅπως
5744διασκεδάσῃ τὰς προλήψεις καὶ ἐμποδίσῃ ἐσπευσμένην ἀπό-
5745φασιν».
5746Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ
5747ἀνακοπὴ κατὰ τὴν Γαλλικὴν Δικονομίαν. Καὶ λέγει ὁ
5748Foustan—Hélie (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦ δι-
5749κάζεσθαι ἐρήμην εἶναι δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, δικαί-
5750ωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Δικαστήριον δὲν δύναται οὔτε νὰ πε-
5751ριορίσῃ οὔτε νὰ καταργήσῃ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἔθεσεν εἰς
5752χεῖρας τῶν δικαζομένων, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέ-
5753ροντά των, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει ἐλευθέρως νὰ ἐξασκῶσιν».
5754Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομο-
5755σχέδιον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀνακοπή, διότι εἶναι δικαί-
5756ωμα, καὶ δικαίωμα ἱερόν. Πᾶσα τροπολογία, τὴν ὁποίαν
5757ἠθέλομεν δεχθῆ, θὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὴν ἀρχήν, καὶ δι’ αὐτὸ
5758σᾶς παρακαλῶ νὰ πολεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσιν
5759του καὶ νὰ μὴ γίνῃ οἱαδήποτε μεταβολὴ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ,
5760καὶ ἀπὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κατηγορούμενος, νὰ
5761μεταβληθῇ ἡ ἀνακοπὴ εἰς ὑποχρέωσιν.
5762§363Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν
5763νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως....Ὅπως
5764ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, θὰ καταδιωχθῇ ὁ κατηγορούμενος
5765καὶ θὰ ὑποστῇ ποινὴν πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις.
5766Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 336 δύναται νὰ
5767διαγραφῇ ἡ λέξις.
5768§364Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
5769§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
5770(Ἀναγινώσκονται αἱ τροπολογίαι πρῶτον τοῦ βουλευτοῦ
5771Κεφαλληνίας κ. Ν. Χαριτάτου καὶ δεύτερον τοῦ βουλευτοῦ
5772κ. Γ. Ἐξαρχοπούλου, αἵτινες ἀπορρίπτονται).
5773Ἔρχεται εἶτα ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Χρυ-
5774σοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου, ἣν θ’ ἀναγνώσω τελευταῖον,
5775διότι ὑπάρχει πρότασις ἐπ’ αὐτῆς.
5776Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α.
5777Φωτήλα· Τί πρῶτον, τί δ’ ὕστατον ἐδῶ;! Δὲν τὰς ἀποσύ-
5778ρετε, διὰ νὰ μὴ τὰς ἀναγινώσκω ἄδικα; Ὁ κ. Φωτή-
5779λας ἀποσύρει.
5780§366Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.
5781§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε;
5782§368Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι.
5783§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί μὲ κάμνετε ἀδίκως νὰ ἀναγινώσκω
5784μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μίαν ὥραν; Δὲν φείδε-
5785σθε ἐμοῦ; Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρα-
5786καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
5787δὲν παρεδέχθη.
5788§370ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι;
5789§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνεγνώσατε ὅλοι.
5790Τροπολογία τοῦ κ. Ι. Ἀκρίδα. Ἀπέσυρεν ἐπὶ τοῦ 1
5791ἄρθρου. Ἀποσύρετε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐπίσης;
5792§372Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Μάλιστα.
5793§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων;
5794§374Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ὅλας.
5795§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Χαριτά-
5796του ἐπίσης ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ὁ κ. Χαριτάτος
5797ἐπιμένει;
5798§376ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀποσύρει.
5799§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος. Λοιπὸν ἀναγινώ-
5800σκεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χαρι-
5801τάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
5802Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5803Τροπολογία τοῦ κ. Μπουφίδου. Ὁ κ. Μπουφίδης ἐπιμένει;
5804§378Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς ἑνώνομεν πάσας.
5805§379Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἑνώνονται ὅλαι εἰς μίαν.
5806§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τοῦ κ. Ῥακτιβάν.
5807§381Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μάλιστα.
5808§382Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δηλαδὴ ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνο-
5809μαστικῆς κλήσεως.
5810§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διὰ νὰ μὴ ἐρωτῶ ἀδίκως.
5811Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
5812Τὴν θέτετε ὑπὸ ψηφοφορίαν; ἢ τὴν ἀποσύρετε;
5813§384Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω.
5814§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
5815τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
5816ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5817Τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα. Ἐπιμένει.
5818§386ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρεται.
5819§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπεμβαίνητε οἱ ἄλλοι,
5820διὰ νὰ γνωρίζω τί κάμνω ἐδῶ.
5821(Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
5822τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλί-
5823γοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5824Τροπολογία τοῦ κ. Λαγοπάτη.
5825§388Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παραιτοῦμαι.
5826§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλων; Διότι εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.
5827§390Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὅλων.
5828§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Π. Πετροπουλάκη.
5829§392Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀποσύρεται.
5830§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν Φθιώτιδος
5831καὶ Φωκίδος κ. κ. Κ. Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάννου. Οὐ-
5832δέτερος εἶναι ἐδῶ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
5833Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
5834ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
5835δέχθη.
5836Τροπολογία τοῦ κ. Χρηστίδου. Ἀποσύρεται κατόπιν
5837τῆς δηλώσεώς του.
5838Μένομεν λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Χρυσο-
5839βελόνη Ἐξαρχοπούλου. Ἑνοῦνται μὲ τὴν τοῦ κ. Ῥακτιβάν;
5840§394Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. Διότι εἶναι διαφορετικὸν ζήτημα.
5841§395ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
5842προσέξῃ. Ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχο-
5843πούλου ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ εἰδικῶς εἰς τὸ
5844ἄρθρον 338 τῆς Ποιν. Δικονομίας νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέ-
5845ξεις «ἢ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων, εἰδικῶς ἠτιολογη-
5846μένων ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ ἀποδεχομένου τὴν ἀνακοπὴν Δι-
5847καστηρίου» καὶ νὰ τεθῶσιν «ἢ πάσης ἄλλης ἀποχρώντως
5848δεδικαιολογημένης αἰτίας».
5849Τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Χρυσοβε-
5850λόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου συμπίπτει μὲ τὴν τροπολογίαν
5851τοῦ κ. Ῥακτιβάν.
5852§396Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρομεν τὸ δεύτερον μέρος.
5853§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοβελόνης ἀποσύρει ἐπίσης;
5854Ἔχετε δύο θέματα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ
5855ἄρθρον 338. Ἐμμένετε ἢ ἀποσύρετε;
5856§398Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμμένομεν.
5857§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης τῶν
5858κ. κ. Χρυσοβελόνη καὶ Ἐξαρχοπούλου ὑπάρχει πρότασις
5859περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπογεγραμμένη
5860ὑπὸ 15 Βουλευτῶν.
5861§400Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπτυχθῶσιν
5862αἱ δύο προτάσεις, τοῦ κ. Ῥακτιβάν καὶ τοῦ κ. Ἐξαρχοπού-
5863λου, ὥστε νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία;
5864§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥακτιβάν
5865κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον θὰ ὑποτροπολογηθῇ, καὶ τοιου-
5866τοτρόπως ἡ ὅλη τροπολογία, ἡ ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφο-
5867ρίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς: τὸ μὲν ἄρθρον 338 θὰ τροποποιηθῇ
5868συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Χρυσοβελώνη καὶ
5869Ἐξαρχοπούλου, ἤτοι θὰ τεθῇ «ἢ πάσης ἄλλης ἀποχρών-
5870τως δεδικαιολογημένης αἰτίας» ἀντὶ τῶν ἀνυπερβλήτων αἰ-
5871τίων κ.τ.λ.—Ἐπίσης δὲ θὰ τροπολογηθῇ συμφώνως πρὸς
5872τὰς ἡνωμένας πλέον τροπολογίας τὸ ἄρθρον 339 ὅσον ἀφορᾷ
5873τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ θὰ τεθῇ ὅτι: «ἡ δευτέρα ἀνα-
5874κοπὴ εἶναι πάντοτε ἀπαράδεκτος ἐκτὸς ἂν ἡ ἐπὶ τῇ πρώτῃ
5875ἀνακοπῇ ἐρημοδικία δικαιολογῆται ἕνεκα ἀνωτέρας βίας».
5876Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
5877ται νὰ ἐγερθῶσιν.
5878Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀμφίβολον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ
5879πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θέλει ἐνεργηθῆ ψη-
5880φοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
5881§402ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ
5882δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία θὰ διεξαχθῇ, διότι ζη-
5883τεῖται ὑπὸ 15...
5884§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δεκα-
5885πέντε Βουλευτῶν.
5886§404ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλως θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἐξακρι-
5887βωθῇ.
5888§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἐπειδὴ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι
5889ὑπάρχουσι τρεῖς προτάσεις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, δι’
5890αὐτὸ ἐθεώρησα ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα, διὰ νὰ μὴ ἔχω-
5891μεν ματαίαν τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἀποτελέσματος.
5892Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ἀ. Μιχαλακό-
5893πουλος καὶ Γαρουφαλλιᾶς.
5894Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι ναί, οἱ μὴ
5895παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
5896(Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἀπὸ τῶν ὀνομά-
5897των τῶν ζητησάντων τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ ἐνεργεῖ-
5898ται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον:)
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
5899Νικ. Α. Στράτος Ο Παν. Φραντζῆς Ν
5900Νικ. Χρυσόγελος Ο Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΟ
5901Δ. Παπαφώτης Ο Γεωργαντᾶς Θρόνος Ο
5902Α. Γρίβας Ο Γεώργ. Παρασκευόπουλος
5903Σερ. Ψύχας Ο Νικ. Κόνδης Ο
5904Π. Καρασεβδᾶς Ο Ἀθ. Σωτηριάδης
5905Ἐπ. Σουλτάνης Ο Κωνστ. Οἰκονομόπουλος
5906Γ. Ποῦλος Κωνστ. Καζαντζῆς
5907Ι. Φαρμάκης Ν Γερ. Νοταρᾶς Ο
5908Ἀντ. Ροντήρης Δημ. Κούζης Ο
5909Α. Τριγώνης ἀρν.Ἀνδρ. Σαρλῆς Ο
5910Ε. Λαμπρακάκης Ν Δημ. Ῥοῦσος
5911Ἰωάν. Καναβός Ο Νικόλ. Δελακοβίας
5912Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Νικόλ. Σακελλαρίου Ο
5913Ε. Σπετσέρης Ν Γεώργ. Βλάσης Ο
5914Ι. Τσιγκόλης Ν Χαρ. Σπηλιόπουλος
5915Στέφ. Γρανίτσας Ο Νικ. Δημητρακόπουλος Ο
5916Γ. Ἰατρίδης Ο Ἀναστ. Βάρβογλης
5917Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ο
5918Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ο Ἰω. Π. Μανέτας
5919Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ο Δ. Πλαπούτας
5920Ἰωάν. Ἀκρίδας Ο Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
5921Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Ἰωάν. Μπακόπουλος
5922Ἐμμ. Ῥέπουλης Ο Δημ. Χηνιάδης Ο
5923 Δημ. Καρέλας Ο
5924Δημ. Καλέργης Ν Ἀθ. Πετρόπουλος Ο
5925Ἀθ. Χριστόπουλος Ο Χαρ. Στασινόπουλος
5926Γεώργ. Νέζος Κωνστ. Ρεβελιώτης
5927Παν. Ἀραβαντινός Ν Τριανταφυλλάκος
5928Ἰωάν. Τερζάκης Α. Κατριβάνος
5929Ἤλ. Φλέσσας Ο Α. Μιχαλακόπουλος Ο
5930Ἰωάν. Πολίτης Ο Α. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΟ
5931Παν. Δεληβοριᾶς Ο Κωνστ. Γόντικας Ο
5932Σπυρ. Τσαγκάρης Ο Ν. Κοντογούρης Ν
5933Θ. Πέρρος Ο Ἰωάν. Βέρροιος Ο
5934Χαρ. Βοζίκης Ν Πολ. Πολυχρονιάδης
5935Ἀντ. Βούτσης Ο Παν. Ζαΐμης
5936Νικ. Χαρδούβαλης Δ. Μάρκου
5937Περ. Ἀλεξάκης Γεώργ. Κατσιμπίρης
5938Θεόδ. Γρηγορίου Σπηλ. Ἀγαπητός
5939Σπυρ. Σίμος Ο Α. Φωτήλας Ο
5940Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Α. Χοϊδᾶς Ο
5941Περ. Κ. Καραπάνος Θεόδ. Ψυχαλήνος Ο
5942Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ν Γ. Παπακυριακόπουλος
5943Πύρ. Καραπάνος Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ο
5944Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος
5945Ἐλ. Βενιζέλος Ο Δ. Φλαμῆς Ο
5946Ἐμμ. Μπενάκης Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ο
5947Φωκ. Νέγρης Νικ. Συριόπουλος Ο
5948Παν. Χαροκόπος Θάν. Πετραλῆς
5949Κ. Ῥακτιβάν Ν Π. Ἠλιόπουλος Ν
5950Μιλτ. Νεγροπόντης Ο Χρ. Κορύλος Ο
5951Γ. Ζερβουδάκης Ξεν. Σταυρουλόπουλος
5952Λάμπρος Κορομηλᾶς Παν. Βουρλούμης Ο
5953Π. Λαγοπάτης Ο Νικ. Ῥαφτόπουλος
5954Γεώργ. Στρατούλης Ο Χρ. Μεϊτάνης Ν
5955Κ. Μᾶνος Διον. Πολυζωγόπουλος Ν
5956Τιμ. Ἠλιόπουλος Ο Ἰωάν. Δογάνης
5957Δημ. Βενιζέλος Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ο
5958Μιχ. Γαλανός Ο Γεώργ. Ἀβέρωφ
5959Α. Παναγιωτόπουλος Νικόλ. Σταματιάδης
5960Γεώργ. Πολίτης Ο Δημ. Χρυσοστάλης
5961Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν Εὐάγ. Γεωργιάδης
5962Γεώργ. Νικολαΐδης Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ο
5963Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ Ο
5964Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Γεώργ. Μπένος Ο
5965Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ο Νικόλ. Κάραλης
5966Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν Κωνστ. Χατζηγιάννης
5967Θρ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Βάχλας Ο
5968Γεώργ. Καζανόβας Γεώργ. Κοσόνας Ο
5969Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ο Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ο
5970Γεώργ. Σταμπάδος Ο Μιχ. Σφακιανάκης Ο
5971Θεμ. Μιχαλόπουλος Ο Πλούτ. Μαυρίκης Ο
5972Δημ. Ἀνδρέου Ο Βασίλ. Ἀθανασούλας
5973Δημ. Ζαβογιάννης Κωνστ. Χατζάκος
5974Ἐμμ. Κυταριόλος Ο Γεώργ. Γαζέπης Ο
5975Βασ. Κυρέλλος Ο Νικόλ. Πετσάλης Ν
5976Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ο Ἰωάν. Λούντζης Ο
5977Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κουλούμπαρδος
5978Σπυρ. Παπαχατζῆς Ο Ἀναστ. Λούντζης
5979Σάββας Βαρβιτσιώτης Καῖσαρ Ζέζας Ο
5980Λουκ. Κουτσοπέταλος Διον. Κλάδης
5981Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ο Νικ. Παπαδάτος
5982Δημ. Λαζαρῆς Ο Κωνστ. Ζαβιτσάνος Ν
5983Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Νικ. Βάρθης
5984Ἀθ. Πουλῆς Ο Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ν
5985Νικόλ. Ρούσης Ο Σπυρ. Χατζάρης
5986Στέφ. Ν. Δραγούμης Παν. Μανωλίτσης Ο
5987Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπ. Κογεβίνας Ν
5988Δ. Γκλαβάς Ο Σπυρ. Βλαντῆς Ο
5989Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Πατσουράκος
5990Χρ. Καποδίστριας Χρ. Πετρέας Ν
5991Ἀνδρ. Κρητικός Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
5992Λαυρ. Μαβίλης Ν Ἰωάν. Φουρίδης
5993Κωνστ. Κατηφόρης Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
5994Σπυρ. Λάσκαρις ἀρν.Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
5995Βασίλ. Πουλιάσης Δημ. Οἰκονόμου
5996Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
5997Διον. Βινιέρᾶτος Ο Νικ. Γεωργιάδης
5998Παν. Λιβιεράτος Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ο
5999Σπυρ. Ἰγγλέσης Ο Δημ. Κουκιάδης Ο
6000Νικ. Χαριτᾶτος ἀρν.Γεώργ. Τσαξίρης Ο
6001Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Γεώργ. Σχινᾶς
6002Πέτρ. Βασιλόπουλος Γεώργ. Δρίβας
6003Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Κασσαβέτης
6004Νικ. Ἀλιβιζάτος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
6005Σπ. Φορέστης Γεώργ. Βλάχος Ο
6006Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Πελ. Ἀγγελίδης Ν
6007Ὄθ. Τετενές Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ο
6008Γεώργ. Μουσούρης Ν Φίλ. Ζαρζάμπας
6009Σωκρ. Αν. Καβαλλιερᾶτος Χ. Μωραΐτης Ν
6010Θ. Κοντομίχαλος Νικ. Παπαϊωάννου Ν
6011Λεων. Ἐμπειρίκος Μιχ. Φωτιάδης
6012Σταμ. Βαφειαδάκης Βασίλ. Σηλυβρίδης
6013Δημ. Μάνθος Περ. Ἀποστολίδης
6014Περ. Γρυπάρης Ο Λεων. Ἀναγνώστου
6015Κωνστ. Καλομενόπουλος Κωνστ. Ζησόπουλος
6016Τριαντ. Παπαδὰμ Χ. Δικαῖος Ο
6017Θωμᾶς Σκάσης Ο Σ. Ντολιόπουλος Ο
6018Ἰάκ. Ἀβάζος Παν. Φλέσσας Ο
6019Δημ. Ζαμᾶνος Ο Π. Κασίμης Ο
6020Νικ. Καμπάνης Ν Ν. Παπαλέξης
6021Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Δημ. Κάβουρας Ο
6022Ἀλέξ. Μαλασπίνας Μ. Δηζέας
6023Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ο Α. Πετρομανιάτης Ο
6024Ἀντ. Ρεβίνθης Ἀθ. Περρωτής Ο
6025Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Ἰατρόπουλος
6026Νικ. Καλβοκορέσης Π. Καράπαυλος
6027Κωνστ. Ἀλαβάνος Ο Ἀνδρ. Κοκκέβης Ο
6028Δημ. Πετσετάκης Ο Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ο
6029Χαρίλ. Προβελέγγιος Γεώργ. Κορομηλᾶς
6030Ἐμμ. Πατρίκιος Δημ. Κανελλόπουλος Ο
6031Ἰωάν. Μαμάης Ἀθ. Αἰλιανός
6032Ἰωάν. Κασδόνης Ο Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ο
6033Ἀντ. Φραγκίσκος Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ο
6034Δημ. Καΐρης Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ο
6035Θαλ. Κουτούπης Ν Κωνστ. Τριγγέτας
6036Γεώργ. Φικιώρης Γεώργ. Ράλλης
6037Κωνστ. Μέρμηγκας Γεώργ. Μποῦτος
6038Γεώργ. Οἰκονόμου Ο Ἰωάν. Κουρτάκης Ο
6039Εὐστρ. Κουλουμβάκης Φώτ. Βακαλόπουλος Ο
6040Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ν Ἀθ. Παπαχελᾶς Ο
6041Νικ. Πετροπουλάκης Ο Μεν. Πιπιλῆς Ο
6042Γεώργ. Τσοχώνης Παν. Μερλόπουλος
6043Παναγ. Πετροπουλάκης Δ. Ἀναστασόπουλος
6044Παν. Κουμάνταρος Ἰωάν. Λεωνίδας
6045Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ν Πέτρος Γκίνης Ο
6046Βασίλ. Μιχαλέας Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ν
6047Ἰωάν. Βαββανάκος Ἀνδρ. Ἀναργύρου
6048 Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
6049 Ἀλέξ. Παπαποστόλου
6050Δημ. Θεοδοσόπουλος Ο Ἰωάν. Μᾶνος Ο
6051Παυσ. Ζωγλοπίτης Ο Σπυρ. Ματσούκας
6052Γεώργ. Ζούκκας Ῥήγας Χατζηρήγας
6053Κωνστ. Σταμούλης Ο Ι. Παπαλουκᾶς Ο
6054Ἰωάν. Κοττίκας Ο Ἰωάν. Τσιριμῶκος
6055Βασίλ. Γρίβας Ο Μιλτ. Σακελλαρίου
6056Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ Κ. Λιδωρίκης
6057Ν. Γαρδικιώτης Θ. Παπαϊωάννου
6058Δημ. Μπούσδρας Ν. Ξηρός Ο
6059Γεώργιος Τάγκας Ν Νικ. Φραγκίστας
6060Κωνστ. Παπακυρίτσης Ἰωάν. Γιδογιάννος
6061Χρ. Καρζῆς Νάκος Πολιτόπουλος
6062Α. Θανόπουλος Κωνστ. Περιβολιώτης
6063Νικ. Γιουβρῆς Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ο
6064Χρ. Βλάτσιος Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ο
6065Γεώργ. Καθάργιος Ο Δημ. Δεδούσης Ο
6066Δημ. Κουκουλέτσος Ν Γεώργ. Συγγούρης Ν
6067Γεώργ. Σπυρόπουλος Ο Στέφ. Σομμαρίπας Ο
6068Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
6069Γεώργ. Ῥάμμος Ο Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
6070Εὐθ. Μαντόπουλος Ἰωάν. Γραμματίκας
6071Λάμπρος Περιστέρης Ἡρ. Βελλόπουλος
6072Θεμ. Ῥαφαηλίας Ἀθ. Χριστίδης Ο
6073Κυρ. Κυριαζόπουλος Γεώργιος Πὼπ Ν
6074Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Δημ. Βράτσανος
6075Παναγ. Βερβενιώτης Ἐμμ. Παγκάρας Ν
6076Γεώργ. Καλλίτσης
6077§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 185, ὄχι 135. Ναὶ
607846 καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς ἡ τροπολογία ἀπερ-
6079ρίφθη.
6080§407Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρ-
6081θρου 314 νὰ τεθῇ ἀντὶ «καταδικάζομεν» «δύνανται νὰ κα-
6082ταδικασθῶσιν». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 339, ἀντὶ «15»,
6083«20» ἡμέραι.
6084§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπο-
6085ποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
6086σιν... Ὑπεβλήθη πρότασις ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ διὰ τὸ
6087δεύτερον ἄρθρον.
6088§409Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω εἰς τοὺς
6089ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ δοκιμασία,
6090ἣν ὑπέστη ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτῆς συζητήσεως καὶ
6091ὅτι ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ἔχει τίποτε
6092νὰ ἀποδείξῃ, εἶναι δὲ ἁπλῶς κωλυσιεργική. Ἐὰν δὲν ἐπιμέ-
6093νωσιν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ
6094ψηφοφορία.
6095§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν ἐν τῇ
6096προτάσει κυρίων Βουλευτῶν κατὰ πρῶτον. Οἱ παραδεχό-
6097μενοι τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι ναί,
6098οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἀναγινώσκονται τὰ
6099ὀνόματα τῶν ἐν τῇ προτάσει Βουλευτῶν). Ἡ ὀνομαστικὴ
6100κλῆσις ματαιοῦται ἕνεκεν ἀπουσίας τῶν ζητησάντων αὐτήν.
6101(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον δι’ ἀναστάσεως, ὡς καὶ τὸ τρί-
6102τον, τέταρτον, πέμπτον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἕκτον).
6103§411Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει εὐεργετικὴ διάταξις διὰ
6104τοὺς ἐμφανιζομένους κατηγορουμένους;
6105§412Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
6106(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ἕκτον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ
6107ἕβδομον).
6108§413Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν,
6109προκειμένου περὶ ἀνακοπῆς πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐρη-
6110μοδικασθέντων, νὰ ἐδίδετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἑρμηνεία ὅτι
6111εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παραδοχὴ αὐτῆς.
6112§414Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
6113καιοσύνης). Ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ νόμου, θὰ διέπη-
6114ται ὑπ’ αὐτοῦ. Φρονῶ ὅμως ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα
6115νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια πρέπει νὰ δέχωνται τὴν
6116ἀνακοπήν.
6117§415Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχομεν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δυνάμει
6118τοῦ παλαιοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε νὰ γίνῃ
6119δεκτὴ δευτέρα ἀνακοπὴ καὶ ἐκπρόθεσμος, ἀπέκειτο δὲ εἰς
6120τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Κατ’ ἔθος μακρότατον πάν-
6121τες οἱ κατηγορούμενοι ἀπελείποντο καὶ προέβαινον εἰς
6122δευτέραν ἀνακοπήν, ἡ ὁποία ἐγίνετο δεκτή.
6123Οὐδεὶς δικαστὴς ἠρνήθη τοιαύτην, καὶ ὅμως προχθὲς
6124εὑρέθησαν δικασταὶ ἀπορρίψαντες τοιαύτας ἀνακοπάς. Θὰ
6125παρακαλέσω νὰ προστεθῇ ἡ φράσις· «ἡ ἀνακοπὴ τῶν πρὸ
6126τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐρήμην ἀποφάσεων διέπε-
6127ται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ εἶναι ὑποχρεωτική».
6128§416Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε πρώτη εἴτε δευτέρα;
6129§417ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐκπρόθεσμος;
6130§418Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Γίνεται ἐπὶ τόσα ἔτη. Δὲν ἔχει νὰ
6131ἐπέλθῃ βλάβη.
6132§419Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Θὰ προστεθῇ λοι-
6133πόν: «ἡ ἀνακοπὴ τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου
6134δικασθέντων διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΥΞΒʹ καὶ εἶναι πάν-
6135τοτε δεκτή».
6136(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον οὕτω τροπολογηθὲν καὶ ἀνα-
6137γινώσκεται τὸ 8ον).
6138§420Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἐκεῖ
6139ἔνθα λέγεται ἐν ἀρχῇ «Τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ ͵ΓΧΞΘʹ»
6140κλπ. νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «καὶ 5».
6141Ἐπίσης εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον ἀντὶ «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόν-
6142τος νόμου ἄρχεται μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως
6143ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «ἄρχεται
6144μετὰ δύο μῆνας...».
6145§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτρο-
6146ποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
6147περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6148Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ βουλευτοῦ
6149Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ἰ. Τσιριμώκου ἔχουσα οὕτως...
6150(ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρα-
6151καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
6152δὲν παρεδέχθη.
6153Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Δαζέα περὶ
6154προσθήκης ἐνάτου ἄρθρου ἔχοντος οὕτως... (ἀναγινώσκει).
6155Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
6156ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
6157Ἐπίσης ὁ κ. Γ. Συγγούρης προτείνει, ὅπως ἐκ τοῦ ἄρ-
6158θρου 8 ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου
6159ἡ καταργοῦσα τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ͵ΓΧΞΘʹ (3669) νόμου,
6160καθ’ ὃ ὁ κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενος κατηγορούμενος
6161ἐπλήρωσε τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν.
6162Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται
6163νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
6164Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
6165θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6166Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμέ-
6167νων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων».
6168(Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
6169Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
6170§422Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν
6171τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὴν παράγραφον 5 τοῦ
6172ἄρθρου 2 προστεθῶσι καὶ τρία εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα
6173ὑπάγονται εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων.
6174Τὰ εἰρηνοδικεῖα ταῦτα περιλαμβάνουσι πλείονας τοῦ
6175ἑνὸς δήμους, εἶναι δὲ ἀποστάσεις πολὺ μεγάλαι καὶ δὲν
6176δύναται ὁ κλητὴρ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἂν δὲν
6177τῷ δοθῇ μεγαλειτέρα ἀμοιβή.
6178§423Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
6179σύνης). Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶ, διότι εἶναι ἀδύ-
6180νατον νὰ ἐξελέγξω τὰ πράγματα. Ὅσαι τροπολογίαι ὑπε-
6181βλήθησαν ἐγκαίρως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἐξήτασα τὰ
6182στατιστικὰ δεδομένα, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων...
6183§424Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω...
6184§425Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν· δὲν
6185ἔχω στοιχεῖα ὑπηρεσιακά. Τοῦτο μόνον, κύριε Πρόεδρε,
6186ἤθελον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον μετὰ τὴν λέξιν «Ἡ-
6187λείας» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «Κεφαλληνίας», διότι ἡ τροπολο-
6188γία ὑπεβλήθη ἐγκαίρως καὶ ἐγένετο ὁ ἔλεγχος.
6189§426Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Αἱ ἀποστάσεις εἶναι πολὺ μεγάλαι·
6190ἡμερῶν ὁλοκλήρων.
6191§427Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ ληφθῇ ἄλλη
6192πρόνοια διὰ τοῦ Διατάγματος, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν
6193ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν παριστάνετε, ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον δὲν
6194εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
6195§428Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ προστεθῇ καὶ
6196τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας.
6197§429Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
6198§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
6199(Ἀποσύρονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Χριστίδου, Νο-
6200ταρᾶ, Χαριτάτου, Λιδωρίκη καὶ Θ. Παπαϊωάννου).
6201Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ
6202τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
6203θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6204Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
6205(Ἀποσύρονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Μάνου, Πολίτου,
6206Μπρισιμιτζάκη, Ἀραβαντινοῦ καὶ Πετμεζᾶ).
6207Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀλ. Φωτήλα ἔχουσα οὕτως:
6208εἰς τὸ τέλος τοῦ 3ου ἄρθρου προστίθεται ἐδάφιον 3 ἔχον
6209οὕτως· «ἐπίσης ἡ κοινοποίησις αὕτη δύναται νὰ γίνῃ καὶ
6210διὰ τοῦ ταχυδρομείου κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθη-
6211σόμενα».
6212§431Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ
6213γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, προκειμένου νὰ γίνῃ νόμος περὶ
6214ἀγροτικῶν διανομέων.
6215§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
6216κ. Φωτήλα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
6217περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6218(Ψηφίζεται ἐπίσης εἰς γʹ συζήτησιν τὸ ἄρθρον 3 ὡς
6219ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον 4 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
6220σχεδίου).
6221Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις.
6222(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 10′ τῆς πρωίας).