Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 48

1911.03.12

2,572 rows · 18,017 words · 1 table · 225 turns

Date
1911.03.12
Presidency
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Period
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48.

τῆς 12ης Μαρτίου 1911.

(Σάββατον)

Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 193 Βουλευτῶν).

Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Μερλόπουλος, τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη ἐν μέρει ἡ ἐκλογή, ἐξελέχθη εὐτυχῶς καὶ πάλιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, στηριζομένην εἰς τὴν τάξιν ἡ ὁποία τηρεῖται ἐν τῇ Βουλῇ πάντοτε, ὁσάκις Βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, ἐπιτυγχάνει καὶ πάλιν, πρέπει νὰ ὁρκίζηται καὶ πάλιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἂν συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κ. Μερλόπουλος παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. Παρακαλεῖται ἐπίσης καὶ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Καῖσαρ Ζέζας νὰ προσέλθῃ, ὅπως ὁρκισθῇ. (Προσέρχονται καὶ δίδουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μερλόπουλος Μεσσηνίας καὶ Καῖσαρ Ζέζας Ζακύνθου).

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Καρδιτσομαγούλας καταγγέλλει διαρπαγὴν 400 στρεμμάτων γαιῶν Ζαππείων· 2) Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Σικυωνίων ζητεῖ προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ὅπως μὴ θεωρῆται ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας ἢ ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις τῶν σταφιδαμπέλων· 3) Ὁ ἀγωνιστὴς Ν. Φωτάκης Καπετανάκης ζητεῖ ἐπαναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν σύνταξιν, ἐξ ἧς ἐξέπεσε, μετ’ ἀποδόσεως καὶ τῶν καθυστερουμένων δόσεων αὐτῆς· 4) Γονεῖς μαθητῶν ἐξ Ἀμφίσσης ζητοῦσι τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου Σταματίου· 5) Ὁ ἐν Ἅγ. Ματθαίῳ ὁμώνυμος Σύλλογος ζητεῖ ἀποστολὴν θειικοῦ χαλκοῦ· 6) Ὁ λαὸς τῆς κωμοπόλεως Λάκκου ζητεῖ τὴν δωρεὰν παροχὴν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· 7) Ὁ λαὸς Μεσσηνίας ζητεῖ νὰ μὴ τροποποιηθῇ τὸ 16ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· 8) Ὁ σύλλογος παντοπωλῶν Τυρνάβου ζητεῖ νὰ μὴ μεταρρυθμισθῇ τὸ 16ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· 9) Οἱ κάτοικοι Σοφάδων παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῶσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς δεκάτης· 10) Ὑπόμνημα τοῦ πρώην Ἐφόρου Γ. Καθαρίου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκκαθάρισίν του· 11) Οἱ ἐν Μαγνησίᾳ Ἕλληνες ζητοῦσι προστασίαν σχετικῶς μὲ τὸν κατ’ αὐτῶν διενεργούμενον ἀποκλεισμόν· 12) Ἀναφορὰν πολιτῶν ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων· 13) Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χαλίλης τοῦ δήμου Σπερχειάδος τῆς Φθιώτιδος πρὸς λῆψιν μέτρων κατὰ πλημμυρῶν ἐκχειλίζοντος χειμάρρου. Συνιστᾷ αὐτὴν ὁ βουλευτὴς κ. Τσιριμῶκος· 14) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ῥ. Χατζηρήγα ὑποβάλλεται προσθήκη ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Διαθηκῶν, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν· 15) Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ἰ. Φουρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 18ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τυπωθησομένην πρὸς διανομήν· 16) Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Περιβολιώτου, Ν. Βρ. Βάρθη, Α. Σκιαδαρέση, Β. Μιχαλέα, Π. Κουμαντάρου, Πελ. Ἠλιοπούλου, Ἐλ. Σπετσιέρη. Π. Ἀποστολίδου, Ν. Γαρδικιώτου, Ε. Κουλουμβάκη, Ν. Δελακοβία, Λ. Περιστέρη, Γ. Σταυροπούλου, Σπ. Φορέστη κλπ. ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἑλλ. Δικαστηρίων ἐπιβεβλημένων ποινῶν». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς· «ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἰς γʹ συζήτησιν τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐζητήθη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται ὁ κ. Βάρθης καὶ ὁ κ. Γκλαβᾶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας ἄρχεται ἡ διαλογὴ κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικ. Α. Στράτος Ν Ἡλ. Φλέσσας Ν
Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Πολίτης
Λ. Παπαφώτης Παν. Δεληβορίας Ν
Α. Γρίβας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
Σερ. Ψύχας Ν Θ. Πέρρος Ν
Π. Καρασεβδᾶς Ν Χαρ. Βοζίκης Ο
Ἐπ. Σουλτάνης Ἀντ. Βούτσης Ν
Γ. Ποῦλος Ν Νικ. Χαρδούβαλης
Ι. Φαρμάκης Περ. Ἀλεξάκης Ο
Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Θεόδ. Γρηγορίου
Α. Τριγώνης Ο Σπυρ. Σίμος Ν
Ε. Λαμπρακάκης Ο Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Ἰωάν. Καναβὸς Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ο
Ε. Σπετσέρης Ο Πύρ. Καραπᾶνος
Ι. Τσιγκολάκης Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
Στέφ. Γρανίτσας Ἐλ. Βενιζέλος Ν
Γ. Ἰατρίδης Ν Ἐμμ. Μπενάκης Ν
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Φωκ. Νέγρης Ο
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Παν. Χαροκόπος
Ἰωάν. Χριστοδουλίας Ν Κ. Ῥακτιβὰν
Ἰωάν. Ἀκρίδας ἀρν.Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Γ. Ζερβουδάκης
Ἐμμ. Ῥέπουλης Λάμπρος Κορομηλᾶς
Δημ. Καλέργης Π. Λαγοπάτης Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος Γεώργ. Στρατούλης Ν
Γεώργ. Νέζος Ν Κ. Μάνος
Παν. Ἀραβαντινός Τιμ. Ἡλιόπουλος Ν
Ἰωάν. Τερζάκης Δημ. Βενιζέλος Ν
Παν. Φραντζῆς Μιχ. Γαλανός Ν
Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΝ Α. Παναγιωτόπουλος Ν
Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Γεώργ. Πολίτης Ν
Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΝ Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
Νικ. Κόνδης Ν Γεώργ. Νικολαΐδης Ν
Ἀθ. Σωτηριάδης Λουκᾶς Μπέλλος Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
Γερ. Νοταρᾶς Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
Δημ. Κούζης Ν Θρ. Πετμεζᾶς
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Γεώργ. Καζανόβας
Δημ. Ῥοῦσσος Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Νικολ. Δελακοβίας Ν Γεώργ. Σταμπάδος
Νικολ. Σακελλαρίου Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος
Γεώργ. Βλάσης Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
Χαρ. Σπηλιόπουλος Δημ. Ζαβογιάννης
Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Ἐμμ. Κυταριόλος
Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Βασ. Κυρέλλος
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
Ἰω. Π. Μανέτας Ο Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
Δ. Πλαπούτας Νικ. Σπηλιώτης
Ἀλ. Παπαναστασίου Σπυρ. Παπαγατζῆς
Ἰωάν. Μπακόπουλος Ο Σάββας Βαρβιτσιώτης
Δημ. Χηνιάδης Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
Δημ. Καρέλας Ν Νικ. Ἀνδρεαδάκης
Ἀθ. Πετρόπουλος Ν Δημ. Λαζαρῆς Ν
Χαρ. Στασινόπουλος Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ἀθ. Πουλῆς
Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Νικολ. Ῥούσης Ν
Α. Κατριβάνος Ν Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπυρ. Βλαντῆς Ν
Δ. Γκλαβᾶς Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης
Λ. Μιχαλακόπουλος Ν Χρ. Καποδίστριας
Λ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΝ Ἀνδρ. Κρητικὸς
Κωνστ. Γόντικας Ν Λαυρ. Μαβίλης
Ν. Κοντογούρης Ν Κωνστ. Κατηφόρης
Ἰωάν. Βέρροιος Ν Σπυρ. Λάσκαρις Ν
Πολ. Πολυχρονιάδης Ν Βασίλ. Πουλιάσης
Παν. Ζαΐμης ἀρν Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
Δ. Μάρκου Ν Διον. Βινιεράτος Ν
Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Λιβιεράτος
Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
Α. Φωτήλας Ν Νικ. Χαριτᾶτος Ν
Α. Χοιῒδᾶς Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσσος Ο
Θεόδ. Ψυχαληνὸς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀνδρ. Βαλσαμάκης ἀρν.
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
Λ. Καφετζόπουλος Σπ. Φορέστης Ν
Λ. Φλαμῆς Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Ὀθ. Τετενὲς
Νικ. Συριόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης Ο
Θᾶν. Πετραλιᾶς Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Ο
Π. Ἠλιόπουλος Ο Θ. Κοντομίχαλος Ν
Χρ. Κοφῦλος Ν Λεων. Ἐμπειρῖκος Ν
Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος
Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
Χρ. Μεϊτάνης
Διον. Πολυζωγόπουλος Ο Κωνστ. Καλομενόπουλος
Ἰωάν. Δογάνης Τριαντ. Παπαδᾶμ
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Θωμᾶς Σκάσης Ν
Νικολ. Σταματιάδης Ν Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
Δημ. Χρυσοστάλης Δημ. Ζαμᾶνος
Εὐάγ. Γεωργιάδης Νικ. Καμπάνης Ο
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας
Γεώργ. Μπένος Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος
Νικόλ. Κάραλης Ἀντ. Ῥεβίνθης
Κωνστ. Χατζηγιάννης Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
Δημ. Βάχλας Ν Νικ. Καλβοκορέσης Ν
Γεώργ. Κοσονὰς Ν Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ν Δημ. Πετσετάκης Ν
Μιχ. Σφακιανάκης Χαρίλ. Προβελέγγιος
Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἐμμ. Πατρίκιος
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Μαμᾶης Ν
Κωνστ. Χατζάκος Ἰωάν. Κασδόνης Ν
Γεώργ. Γαζέπης Ν Ἀντ. Φραγκίσκος
Νικόλ. Πετσάλης Δημ. Καϊρης Ο
Ἰωάν. Λούντζης Ν Θαλ. Κουτούπης
Διον. Κουλούμπαρδος Γεώργ. Φικιώρης
Ἄναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
Καῖσαρ Ζέζας Ν Γεώργ. Οἰκονόμου
Διον. Κλάδης Ν Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
Νικ. Παπαδᾶτος Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
Κωνστ. Ζαβιτσάνος Νικ. Πετρουλάκης
Νικ. Βάρθης Ο Γεώργ. Τσοχώνης
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
Σπυρ. Χατζάρης Παν. Κουμάνταρος Ν
Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης
Σπ. Κογεβίνας Ν Βασίλ. Μιχαλέας Ν
Ἰωάν. Βαββανάκος Πέτρος Γκίνης Ν
Ἰωάν. Πατσουράκος Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ν
Χρ. Πετρέας Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ο
Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
Ἰωάν. Φουρίδης Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
Ἀναστ. Ἀβέρωφ Δημ. Θεοδοσόπουλος
Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης Ν
Δημ. Οἰκονόμου Γεώργ. Ζούκας Ν
Μιλτ. Μπουφίδης ἀρν.Κωνστ. Σταμούλης Ν
Νικ. Γεωργιάδης Ν Ἰωάν. Κοττίκας Ν
Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν Βασίλ. Γρίβας Ν
Δημ. Κουκιάδης Ν Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
Γεώργ. Τσαξίρης Ν Ν. Γαρδικιώτης Ν
Γεώργ. Σχινᾶς Ν Δημ. Μπούσδρας
Γεώργ. Δρίβας Ν Γεώργιος Τάγιας Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ο Χρ. Καρᾶς Ν
Γεώργ. Βλάχος Ν Α. Θανόπουλος Ο
Πελ. Ἀγγελίδης Ο Νικ. Γιουβρῆς Ν
Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Χρ. Βλάτσιος Ο
Φίλ. Ζαρζάμπας Ο Γεώργ. Καθάργιος Ν
Χ. Μωραΐτης Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ο
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
Μιχ. Φωτιάδης Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης Ν
Βασίλ. Σηλυβρίδης Γεώργ. Ῥάμμος Ν
Περ. Ἀποστολίδης Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
Λεων. Ἀναγνώστου Ν Λάμπρος Περιστέρης Ν
Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Χ. Δικαῖος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος
Σ. Ντολιόπουλος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Παν. Φλέσσας Ν Παναγ. Βερβενιώτης
Π. Κασίμης Ν Γεώργ. Καλλίτσης Ν
Ν. Παπαλέξης Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Δημ. Κάβουρας Ν Σπυρ. Ματσούκας
Μ. Διζέας Ῥήγας Χατζηρήγας
Α. Πετρομανιάτης Ν Ι. Παπαλουκᾶς
Ἀθ. Περρωτῆς Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Π. Ἰατρόπουλος Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
Π. Καράπαυλος Κ. Λιδωρίκης Ο
Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου
Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Ν. Ξηρός
Γεώργ. Κορομηλᾶς Νικ. Φραγκίστας Ν
Δημ. Κανελλόπουλος Ἰωάν. Γιδογιάννος
Ἀθ. Αἰλιανός Νάκος Πολιτόπουλος Ν
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
Κωνστ. Τριγγέτας Ν Δημ. Δεδούσης
Γεώργ. Ῥάλλης Γεώργ. Συγγούρης Ν
Γεώργ. Μποῦτος Στέφ. Σομμαρίπας Ν
Ἰωάν. Κουρτάκης Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Φώτ. Βακαλόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Ἡρ. Βελλόπουλος Ο
Μεν. Πιπιλῆς Ν Ἀθ. Χριστίδης
Παν. Μερλόπουλος Ο Γεώργιος Πὼπ Ο
Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Δημ. Βρατσάνος Ν
Ἰωάν. Λεωνίδας Ἔμμ. Παγκάρας

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν μὴ ψηφίσας;

§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς. (Ἡ ψηφοφορία κηρύσσεται περατωμένη. Ἄρχεται ἡ διαλογή, μεθ’ ἥν ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα).

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 212. Ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς 178, κατὰ τῆς ἀρχῆς 30 καὶ τέσσαρες ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. (Ἄρχεται μετὰ τοῦτο ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις). Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκεται).

§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐκ διαδόσεων δὲ ἤκουσα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκοπεῖ νὰ φέρῃ τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπεθύμουν, πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐγνωρίζομεν τὰς τροπολογίας αὐτάς, ὅπως λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δὲ αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οὐσιώδεις καὶ μεταβάλλωσιν οὐσιωδῶς τὰς διατάξεις, τὰς ἐν τῷ προσχεδίῳ διατυπουμένας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ στέρξῃ, κατὰ τὴν τρίτην τοὐλάχιστον ἀνάγνωσιν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν. Εἶναι πολὺ λογικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω, καὶ πολὺ χρήσιμον εἰς τὴν συναρμολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι οὐσιώδεις. Ἐὰν θέλητε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τότε εἶναι περιττὴ ἡ πρότασίς μου, καὶ τὴν ἀποσύρω· ἄλλως δέ, προτείνω, ὅπως ἐξετασθῶσιν αἱ τροπολογίαι συντόμως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα συναρμολογηθῶσιν. Ἐὰν δὲ αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι οὐσιώδεις, καίτοι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἡ πρότασίς μου, τότε προχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριοι Βουλευταί, τοῦ πρώτου, μεταρρυθμίζονται τὰ ἄρθρα 145, 146, 163 καὶ 274 τῆς ἰσχυούσης Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἃ «ἡ κλήτευσις ἐπὶ πταισμάτων γίνεται πρὸ 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν, ἐπὶ δὲ πλημμελημάτων πρὸ τριῶν τοὐλάχιστον ἡμερῶν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον εἰσαγωγῆς». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 145 παρατείνει τὴν προθεσμίαν τῆς κλητεύσεως καὶ ὡς πρὸς τὰ πταίσματα ἀπὸ 24 ὡρῶν εἰς τρεῖς ἡμέρας καὶ ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας εἰς 8. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρατηρήσει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 145 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἶναι εἰς τὸ τέλος τῆς τελευταίας παραγράφου. Δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κλητῆρα νὰ ἐπιδίδῃ τὸ κλητήριον θέσπισμα, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ τὸν κατηγορούμενον, εἰς ἕνα τῶν συγγενῶν, ὄχι ὅμως συγγενῆ ἡλικίας κατωτέρας τῶν 16 ἐτῶν. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θέλει διαγινώσκει τὴν ἡλικίαν τοῦ πρὸς ὃν ἤθελον παραδίδοσθαι τὰ δικόγραφα. Θὰ κυττάζῃ τούτους εἰς τὰ δόντια ἢ θὰ ἔχῃ τὰς ληξιαρχικὰς πράξεις;

§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι λέγει τὸ ἄρθρον.

§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «ἐξαιρουμένων ἐκ τούτου τῶν παίδων ἡλικίας κατωτέρας τῶν 14 ἐτῶν κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν». Ἀνεξέλεγκτος λοιπὸν ὁ κλητὴρ μεταβαίνει ἐκεῖ ἐπὶ τόπου νὰ ἐπιδώσῃ τὸ δικόγραφον καὶ ἔχων συμφέρον νὰ ξεφορτώνηται τὰ δικόγραφα, τὰ ὁποῖα φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ, βεβαίως θὰ ἐπιδίδῃ τὰ δικόγραφα εἰς οἱονδήποτε καὶ θὰ πιστοποιῇ: «μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου, εὗρον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι ἄνω τῶν 16 ἐτῶν». Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ὁρισμὸς τῆς ἡλικίας, διότι ὁ δικαστικὸς κλητήρ, καὶ γνωρίζομεν τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, τοὺς καταγινομένους εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγινώσκῃ τὴν ἡλικίαν τῶν παίδων, ἐκτὸς ἂν εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν εἰσαχθῆ κρανιοσκοπία ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ κλητὴρ ποίαν ἡλικίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελε συναντήσει. Ἡ δευτέρα δὲ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης....

§11Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;

§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ προτείνω. Ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρῶ τὰ ἄτοπα τοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὰς διορθώσεις. Τὸ δικαίωμα τὸ ἰδικόν μου εἶναι νὰ παρατηρῶ, καί, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις μου κριθῶσι λογικαὶ καὶ τὰς δεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ κολακεύωμαι νὰ πιστεύω ὅτι ἐφάνην χρήσιμος εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δ’ αἱ παρατηρήσεις μου κριθῶσι παράλογοι καὶ ἀπορριφθῶσι, τότε οὐδὲν θὰ ἔχω παράπονον, διότι ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐλαχίστης μειονοψηφίας, ἡ ὁποία μετρεῖται εἰς τοὺς δακτύλους, καί, μειονοψηφίας, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς συνεννόησιν μεταξύ της. Θέλω δὲ παρατηρήσει καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, ἤτοι τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὴν δευτέραν ταύτην παράγραφον. Ἴδετε ἂν εἶναι ἐφαρμόσιμος, καὶ ἀπευθύνομαι ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ζῶντας, καὶ ἀπευθύνομαι εἰς τούτους, διότι ἐκεῖνοι γνωρίζουσι τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσιν οἱ ἐπαρχιῶται, διότι οἱ ἐν Ἀθήναις ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἴσως ὑπερβαίνουσιν ἡμᾶς τοὺς ἐν ἐπαρχίαις βιοῦντας κατὰ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ τὸ πολύγλωσσον, ἀλλὰ διάγουσι τὸν βίον των ἐν τοῖς γραφείοις μελετῶντες τὰ διάφορα βιβλία, καὶ ὅταν θέλωσι λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωσι πρὸς ἡμᾶς κανὲν βιβλίον ἐπιστημονικὸν τί γράφει, διότι οὐδεὶς τῶν Γάλλων ἢ Γερμανῶν ἐπιστημόνων ἦλθε νὰ ἐξετάσῃ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῶσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως οἱ κατοικοῦντες τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἐξ οὗ προερχόμεθα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, πολλοὶ χωρικοί, πολλοὶ συνοικισμοὶ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας ἀποδημοῦσι πανοικεὶ εἰς τὰ παραχειμάσια, οἱ τόποι δέ, εἰς τοὺς ὁποίους παραχειμάζουσιν, εἶναι ἄγνωστοι καὶ εἰς τὸν ἱερέα καὶ εἰς τὸν πάρεδρον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ἀκούσητε τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, καί, ἂν νομίζητε ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ψηφίσατέ την, ἂν δὲ ψηφίσητε χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐγὼ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου καὶ διατυπῶ μίαν εὐχήν. Ἂν λαμβάνω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ κάμνω ὄχι διότι ἔχω προσωπικὸν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ζῶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν συμπολιτῶν μου διαρκῶς, καὶ ὅταν θὰ βλέπω αὐτοὺς ὁδηγουμένους εἰς τὰς φυλακάς, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀπολογηθῆ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, νὰ ἔχω τὸ δικαιολόγημα ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ μονὰς ὢν δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταπείσω τοὺς συναδέλφους τοὺς 361 τῆς διπλῆς Βουλῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλῶ. Ἀκούσατε λοιπὸν πῶς ἔχει ἡ βʹ παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἀρνουμένου τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ»· ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς. Κατωτέρω διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει, νομοθετεῖται ἡ ἀγγαρεία ἐν Ἑλλάδι, ἐπιβάλλεται ἡ ἀγγαρεία εἰς τὸν ἱερέα, εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον ἢ τὸν πάρεδρον, νὰ παραλαμβάνῃ τὰ δικόγραφα τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ ποινῇ προστίμου, καὶ τί ἄλλο; Νὰ εἰδοποιῇ τὸν κατηγορούμενον, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον διαιτᾶται, χωρὶς δὲ νὰ ἐφαρμόζηται ἐν Ἑλλάδι ὁ νόμος περὶ διαβατηρίων, νὰ γνωρίζῃ τουτέστι ὁ ἱερεὺς ἢ ὁ πάρεδρος ποῦ μετέβη ὁ συγχώριός του, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ εἰδοποιῇ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ποινῇ ὅτι εἰδοποίησε τὸν κατηγορούμενον. Εἶναι προσωπικὴ τοῦτο ἀγγαρεία, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐν τίνι δικαιώματι ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις τοιαύτη εἰς τὸν ἱερέα, τὸν δημοδιδάσκαλον ἢ τὸν πάρεδρον; Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «ἀντίγραφον δὲ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως καὶ συντάσσει ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παραλαμβάνοντος, ὑποβαλλομένην δὲ εἰς τὴν καλοῦσαν Ἀρχὴν καὶ ἐπισυναπτομένην εἰς τὴν δικογραφίαν πρὸς πληροφορίαν τοῦ δικάζοντος πταισματοδίκου. Οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παράδοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσιν ἀμελλητί», νὰ πάρῃ δηλ. ὁ παπᾶς τὰ ῥάσα του καὶ νὰ τρέξῃ νὰ τὸν εὕρῃ. «Παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δραχμῶν 10», δηλ. εἴτε εἰδοποιηθῇ ὁ κατηγορούμενος εἴτε δὲν εἰδοποιηθῇ, μίαν συνέπειαν ἔχει ἡ παράβασις αὕτη τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου, τοῦ ἱερέως, νὰ τιμωρηθῇ διὰ δεκαδράχμου προστίμου, ὁ δὲ κατηγορούμενος δικάζεται ἐρήμην. «Φυλαττομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις» κτλ. Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σκεφθῆτε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Πρῶτον ἐν τίνι δικαιώματι ἡμεῖς ἐδῶ ἐπιβάλλομεν ἀγγαρείαν εἰς τοὺς ἱερεῖς, εἰς τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους καὶ τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων, τρία πρόσωπα ἄγνωστα, τὰ ὁποῖα ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ μεριμνῶσι διὰ τὰ τῆς θρησκείας, διὰ τὰ κοινοτικὰ συμφέροντα καὶ ὁ πάρεδρος νὰ ὑπογράφῃ κανὲν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον τῷ στέλλει ὁ δήμαρχος ἐκεῖ διὰ τὰς δηλώσεις; Καὶ ἂν εἶναι ἀγράμματος εἴτε ὁ πάρεδρος εἴτε ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος καὶ συνήθως οἱ ἱερεῖς, ποῖος θὰ γράφῃ αὐτὴν τὴν ἀλληλογραφίαν, νὰ εἰδοποιῇ τὸν κατηγορούμενον τὸν ἀποδημοῦντα καὶ τὸν Εἰσαγγελέα; Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φαλάνθου διαχειμάζουσιν εἰς τὴν Πύλον, εἰς τὸ Ναύπλιον, εἰς τὴν Ἠλείαν, διαχειμάζουσιν εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ ὁρίζοντος· οἱ συμπολῖται μάλιστα τοῦ κ. Ἀλεξάκη καὶ εἰς τὴν Ἀλάσκαν μεταβαίνουσιν. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι, παρακαλῶ, ἐπιβάλλετε τὴν ἀγγαρείαν εἰς τὰ πρόσωπα αὐτά; Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ὁ πάρεδρος, ὁ ἱερεύς, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος νὰ εἰδοποιῶσι τοὺς κατηγορουμένους, τῶν ὁποίων τὸ ἐνδιαίτημα τὸ χειμερινὸν ἀγνοοῦσι; Καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γράψωσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἀναφοράς, νὰ τὰς στέλλωσι διὰ τοῦ ταχυδρομείου; Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἀνεφάρμοστον, καὶ ὄχι μόνον ἀνεφάρμοστον, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ διὰ τοὺς κατηγορουμένους. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω διὰ τὸ ἄρθρον 145 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος θελήσῃ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τριῶν ἄρθρων τῆς Ποιν. Δικονομίας.

§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν εἶναι τὸ ἄρθρον.

§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται κατ’ ἄρθρον. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνέπτυξεν εἰς ὀλίγα ἄρθρα, ἀλλ’ ἕκαστον τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται περὶ πολλῶν ἄρθρων τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 145. Ἔχομεν καὶ τὸ 146, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς κοινοποιήσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπίδοσις ποινικῶν δικογράφων δὲν γίνεται εἴτε δι’ ἔλλειψιν κλητήρων εἴτε δι’ ἔλλειψιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καλῶς λοιπὸν ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κανονίσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως· ἂν ὅμως εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ ἢ ὄχι τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ φανῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται τὰ ὄργανα τὰ ἐντεταλμένα τὴν ἐπίδοσιν τοιούτων δικογράφων. Ἐν τέλει ὅμως τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαγράψῃ. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι κλητήρ τις μεταβαίνει εἴς τι χωρίον πρὸς ἐπίδοσιν διαφόρων ποινικῶν δικογράφων, καὶ εἴτε ἐξ ἀδυναμίας εἴτε ἐκ προθέσεως δὲν ἐπιδίδει τὰ δικόγραφα ταῦτα, συντάσσονται ὅμως ἐπιδοτήρια καὶ δίδονται ἐπιδοτήρια τύποις ἔγκυρα· γνωρίζετε ὅμως πάντες ὑμεῖς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις βιοῦντες ὅτι πολλάκις οἱ κλητῆρες ὄχι μόνον τὰ ποινικὰ ἐπιδοτήρια, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιδοτήρια τῶν δικογράφων τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων κατορθώνουσι νὰ ὑπογράφωσιν οἱ μάρτυρες ἐν λευκῷ. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ ὄχι; Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι μεταβαίνει κλητήρ τις ἔν τινι χωρίῳ καὶ ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατόν, ὅσα ἐπιδοτήρια ἔχει, τόσους μάρτυρας νὰ εὕρῃ, ἀλλὰ προσκαλεῖ δύο χωρικούς, ὑπογράφει τὰ ἐπιδοτήρια ἐν λευκῷ, χωρὶς ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ἔρχεται ἡ δίκη, δικάζεται ἐρήμην ὁ κατηγορούμενος, λαμβάνει γνῶσιν ὅτι ἐδικάσθη ἐρήμην, ἀνακόπτει τὴν ἀπόφασιν καὶ προσβάλλει τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν. Ἡ πλαστότης αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς προόδου τῆς δίκης. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα παραπέμπεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς πλαστογραφίας. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποιν. δίκης ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ». Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ παραιτηθῆτε, διότι γνωρίζετε τὰς συνεπείας τοῦ προσβάλλοντος ἔγγραφα ὡς πλαστὰ ψευδῶς. Ὁ νόμος ἀπαγγέλλει ὄχι μόνον τὰς ποινὰς ψευδοῦς μηνύσεως, ἀλλὰ εἰς τὰ πολιτικὰ δικόγραφα ἀπαγγέλλει καὶ χρηματικὰς ποινάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου νὰ προσβάλλῃ ἔγγραφα ὡς πλαστὰ ψευδῶς. Καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ποίου εἴδους καταγίνονται τὰ διάφορα Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους· περὶ παρανόμου ὑλοτομίας, διὰ τρία φορτία καυσόξυλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρέθη ἓν χλωρὸν καὶ ἀπὸ χρήσιμον ἐλάτην! Αὐταὶ εἶναι αἱ συνήθεις ὑποθέσεις. Σοβαρὰς ὑποθέσεις εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν, ἰδίως ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δικηγορῶ. Θὰ εἶναι λοιπὸν πολὺ ῥιψοκίνδυνον εἰς τὸν κατηγορούμενον ψευδῶς νὰ προσβάλῃ ἐπιδοτήριά τινα ὡς πλαστά, ὅσον ῥιψοκίνδυνος εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς ἐνστάσεως περὶ πλαστογραφίας τοῦ ἐπιδοτηρίου ἀπὸ μέρους τοῦ Δικαστηρίου. Μὴ περιορίζετε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, διότι τὸ Δικαστήριον, ἐὰν θέλῃ, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐνεργείας τοῦ κατηγορουμένου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλῃ οὗτος νὰ καταδολιευθῇ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλά, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ὁ προσαγόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀθῷος, διατί νὰ περιστείλητε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως; μήπως ὀλίγοι ἀθῷοι στενάζουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς; Καὶ περὶ τῶν ἀθῴων πρόκειται. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐνόχους, ἐὰν καταδικασθῶσιν οὗτοι πέντε ἡμέρας περισσότερον, δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσάγονται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι ἀθῷοι. Κατὰ τὴν στατιστικὴν τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν εἴτε ὑμεῖς εἴτε ἄλλος ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀνέγνωσε πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀριθμοῦνται κατὰ χιλιάδας αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυσάρεστον, ὅπως τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ. Κατ’ ἐμὲ εἶναι πολὺ εὐχάριστον. Εἶναι δέ, κύριε Ὑπουργέ, εὐχάριστον, διότι αἱ πλεῖσται ὑποθέσεις αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα εἶναι τελείως ἀβάσιμοι. Ὅταν πηγαίνωσιν οἱ δασοφύλακες καὶ εὑρίσκωσι τὴν στέγην τῆς οἰκίας καὶ δὲν βλέπωσιν ἐσφραγισμένα καὶ συντάσσωσι πρωτόκολλον παρανόμου ὑλοτομίας, τὸ Δικαστήριον βεβαίως θὰ ἀθωώσῃ τὸν κατηγορούμενον. Τοιαῦται εἶναι δυστυχῶς αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα νὰ ἀθωῶνται εἰς συνεδριάσεις ὅλαι σχεδὸν αἱ εἰσαγόμεναι ὑποθέσεις. Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνέγνωσα, Κύριοι, εἰς τὰ βιβλία· τὰ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι, διότι τὰ βιβλία δὲν τὰ λέγουσιν αὐτά. Ἐὰν τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τῆς στατιστικῆς σας τοὺς ἐξελέγξητε ὄχι κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαφόρων ἀποφάσεων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὕλην ἑκάστης ὑποθέσεως, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχετε στατιστικὴν ὁποίου εἴδους ἀδίκημα ἀφορᾷ ἑκάστη ποινικὴ ἀπόφασις, εἴτε καταδικαστικὴ εἴτε ἀθωωτική, θὰ ἐβλέπετε τὸ κῦρος τῶν λόγων μου ἀπρόσβλητον, διότι αὐτά, σᾶς εἶπον, εἶναι τῆς ἀντιλήψεώς μου, δὲν ἐξάγονται ἐκ συγγραφέων οὔτε Γερμανῶν οὔτε Λατίνων, διότι δυστυχῶς δὲν γνωρίζω οὔτε Γερμανικὰ οὔτε Λατινικά. Ἤθελον λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει νὰ παραιτηθῆτε τῆς διατάξεως αὐτῆς περὶ πλαστογραφίας καὶ ἀφήτητε τὸν νόμον ὅπως ἔχει. Ἀλλὰ προβάλλει ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν. Λέγει: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν». Ἡ διάταξις αὕτη, ἐὰν νομοθετηθῇ, θὰ εἶναι ἓν μέσον χρηματισμοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ὅπως ἦτο μέσον χρηματισμοῦ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τὰ σύλληπτρα τῶν διαφόρων ζώων ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Θὰ μεταβαίνῃ ὁ κλητὴρ εἰς ἓν χωρίον νὰ ἐπιδώσῃ διάφορα ἔγγραφα, θὰ συντάσσῃ ἐκθέσεις, καὶ θὰ λαμβάνῃ τοὺς εὐπορωτέρους, ὅτι ὁ δεῖνα ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, καὶ ὕστερον θὰ τὰ παρουσιάζῃ καὶ θὰ τοῖς λέγῃ: Μοῦ δίδετε τὰ τσαρούχια μου ἢ νὰ τὰ στείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Μὴ φαίνεται εἰς ὑμᾶς παράδοξον αὐτό, κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὰ συμβαίνουσιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, Κύριοι, ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ συμπεριλαμβάνονται τέσσαρα ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ἓν μάλιστα διχάζεται, εἰς 146 καὶ 146 δίς. Μεγάλην εὐχαρίστησιν δὲ ἤθελον αἰσθανθῆ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς συνῄνει εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς παρατηρήσεις μου αὐτὰς ὡς ὀρθάς, διότι αἱ παρατηρήσεις μου αὗται, ἐπαναλέγω, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσι παρὰ τὴν προστασίαν τῶν ἀδικουμένων, ἀγομένων ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ μαρτυρήσῃ ὅτι δὲν ὁδηγοῦνται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης πολῖται ἀθῷοι. Περὶ τούτου ἔχομεν τὸ δεδικασμένον τῆς Βουλῆς, διότι πρὸ ἡμερῶν διὰ χειροκροτημάτων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νομοσχέδιον περὶ ψευδῶν μηνυτῶν, ἐνῷ ἅπαντας τοὺς ὁμιλήσαντας κατ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπίσης ἐχειροκρότησε παταγωδῶς.

§15Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ ὑποβάλω, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, παρατηρήσεις ἐπὶ ὅλων τῶν ἐδαφίων τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ μάλιστα προβλέπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι ῥιζικῶς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ εἰσαγάγῃ. Ὑποβάλλω ὅμως μίαν τροπολογίαν ἐν σχέσει μὲ ὡρισμένην τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν, διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ τελείως ἡ διάταξις αὕτη, διότι, ἐνῷ μέχρι σήμερον προκειμένου περὶ τῶν κοινοποιήσεων εἰς τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰς φυλακάς, οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα ἐσφαλμένης κοινοποιήσεως, ἤδη μετὰ τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον πλείστους ἔχομεν κινδύνους νὰ ἔχωμεν ἀκυρότητα κοινοποιήσεων, νὰ ἔχωμεν ζητήματα προκειμένου περὶ κοινοποιήσεων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρίζεται ὅτι: «Ἐὰν ὁ κληθεὶς εὑρίσκεται φυλακισμένος, ἐγχειρίζεται τὸ δικόγραφον εἰς αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, ὁπότε σύνοικοι θεωροῦνται οἱ μετ’ αὐτοῦ συγκρατούμενοι, ὁ ἐπιστάτης καὶ ὁ ὑπεπιστάτης τῶν φυλακῶν». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζονται σύνοικοι τοῦ κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τὰς διατάξεις ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη κατ’ ἀρχήν, εἰς συνοίκους γίνεται κοινοποίησις τότε μόνον, ὅταν ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖται αὕτη. Ἀλλὰ ὁ φυλακισμένος οὐδέποτε ἀπουσιάζει τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖται ἡ κοινοποίησις, διότι ἀναγκαστικῶς ὁ φυλακισμένος εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ.

§16ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Ἐὰν ἀρνηθῇ;

§17Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ποῖος ὁ λόγος νὰ ἀναγράψωμεν διάταξιν περὶ συνοίκων, προκειμένου περὶ κοινοποιήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ εἰς συνοίκους; Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι εἷς νομικὸς σολοικισμός, ἔχομεν καὶ πλείστους ὅσους κινδύνους καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῆς κοινοποιήσεως, διότι δὲν ὁρίζει ἐπὶ τέλους τί θὰ ἐνεργηθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις ἀρνεῖται νὰ παραλάβῃ τὸ κοινοποιούμενον δικόγραφον. Μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα, διότι ἐπεκράτησεν ἐν τῇ πρακτικῇ, ἂν ὁ φυλακισμένος ἠρνεῖτο νὰ παραλάβῃ τὸ κοινοποιούμενον πρὸς αὐτὸν δικόγραφον, νὰ κολλᾶται εἰς τὴν θύραν τοῦ δωματίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ἐγκαθειργμένος. Ἤδη διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο κατ’ ἀναλογίαν τῆς διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἥν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνεῖται ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις νὰ παραλάβῃ αὐτό, τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν θύραν τῆς κατοικίας του. Ἡ πρακτικὴ ἐθεώρησεν ὅτι κατοικίαν ἔχει τὸ δωμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐγκαθειργμένος καὶ κατὰ συνέπειαν ὅτι τὸ δικόγραφον, ἀρνουμένου αὐτοῦ νὰ παραλάβῃ τοῦτο, πρέπει νὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὴν θύραν τοῦ δωματίου του. Ἤδη διὰ τῆς γενομένης τροποποιήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ κοινοποίησις αὕτη, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ὁ φυλακισμένος ἀρνῆται νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, δὲν ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἣν θὰ ἐνεργηθῇ ἡ πρὸς αὐτὸν κοινοποίησις. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατόπιν ἡ διάταξις ὁρίζει ὅτι: «ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 50 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον ἢ ὑπογράψῃ τὸ ἐπιδοτήριον». Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ διάταξις τιμωρεῖ τὸν ἐπιστάτην, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνηθῇ νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ κοινοποίησις εἰς ἄλλο πρόσωπον ἐκτὸς τοῦ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις, δηλαδὴ εἰς τὸν ἐπιστάτην.

§18Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι σαφὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.

§19Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Διόλου. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ τὸ ἑξῆς σύστημα κοινοποιήσεως. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ φυλακισμένος ἀρνεῖται νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν κολλᾶται πλέον, ἀλλὰ παραδίδεται τοῦτο εἰς τὸν ἐπιστάτην ὑποχρεούμενον νὰ τὸ παραλάβῃ καὶ τιμωρούμενον ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνηθῇ νὰ τὸ παραλάβῃ. Ἀλλὰ τοῦτο, λέγω, ἴσως ἦτο ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ· τοῦτο ὅμως ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι ἐν τῇ διατάξει, περὶ τῆς ὁποίας ἤδη πρόκειται, δὲν εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ πολὺ ταχέως νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι καλλίτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, ἐπειδὴ ἤδη μετὰ τοσαύτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τροπολογίαν καὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς πρέπει νὰ διατυπώσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, φρονῶ ὅτι εἶναι πρακτικώτερον, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐξαλείψωμεν τελείως τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ κοινοποιήσεις γινόμεναι ὅπως ἐγίνοντο μέχρι σήμερον. Ἀφοῦ δὲ μέχρι σήμερον οὐδέποτε ἀνεφύη ζήτημα, οὐδέποτε ὑπῆρξε παράπονον, οὐδεμία δυσχέρεια, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῶν κοινοποιήσεων, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐνῷ ἐκ τῆς ἀσαφοῦς αὐτῆς διατάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τὸ δικόγραφον, ἀρνουμένου τοῦ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις, τοῦ φυλακισμένου, νὰ παραλάβῃ αὐτό, παραδοθῇ εἰς τὸν ἐπιστάτην, ὁ φυλακισμένος θὰ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη νομίμως, διότι δὲν ὑπάρχει ὡρισμένη καὶ σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ὁρίζουσα, ὅτι ἀρνουμένου αὐτοῦ κοινοποιεῖται τὸ δικόγραφον εἰς τὸν ἐπιστάτην. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ νὰ παραδίδηται τὸ δικόγραφον εἰς τὸν ἐπιστάτην, καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν θεωρῶ ὀρθόν, διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐπιστάται εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι τῶν κομμάτων, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μισθὸν ὀγδοήκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα καὶ οἱ ὁποῖοι ἑπομένως δὲν εἶναι τοιαύτης περιωπῆς, ὥστε νὰ ἔχωμεν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει νὰ ἐξαφανισθῇ τὸ δικόγραφον τὸ προωρισμένον διὰ φυλακισμένον τινὰ παραδιδόμενον εἰς τὸν ἐπιστάτην.

§20Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ καταλογίζονται καὶ πεντήκοντα δραχμαὶ εἰς τὸν ἐπιστάτην ὡς πρόστιμον.

§21Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὸ πρόστιμον τοῦτο δύναται νὰ τὸ πληρώσῃ ὁ ἐπιστάτης. Ἂς ἀφήσωμεν, ὅτι θὰ εὕρῃ δικαιολογίαν πάντοτε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἢ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν. Ἂς ἀφήσωμεν τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ προτιμήσῃ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ πρόστιμον, ὅταν πρόκειται διὰ μιᾶς κοινοποιήσεως νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐκοινοποίησεν ἐμπροθέσμως εἰς ἕνα κατηγορούμενον ἀγωγήν, δι’ ἧς καλεῖται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, διὰ νὰ ἔχῃ ὁ παθὼν τὸ δικαίωμα νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης. Ἐξηγοῦμαι. Ὑποθέσατε, ὅτι δικάζεται ποινικὴ δίκη ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου· ὁ παθὼν δὲν ἐφρόντισε νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀγωγήν, ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, παρῆλθεν αὕτη καὶ δὲν δύναται νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ὑπόδικον κατηγορούμενον· τότε πράττει τὸ ἑξῆς. Συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ἐπιστάτου ἢ πληρώνει αὐτόν, καὶ δέχεται νὰ λάβῃ τὸ δικόγραφον καὶ νὰ προχρονολογήσωσι τὸ ἐπιδοτήριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ γράψῃ ὁ κλητήρ: «ἀρνηθέντος αὐτοῦ παρέδωκα τὸ δικόγραφον εἰς τὸν ἐπιστάτην».

§22Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει, ἂν ἔχετε κανὲν παράδειγμα τοιοῦτον.

§23Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω τὸν συλλογισμόν μου. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν θὰ δύναται νὰ κοινοποιήσῃ, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ἐπιστάτου, θὰ δύναται νὰ κοινοποιήσῃ δικόγραφον καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κοινοποιήσῃ καὶ νὰ παρασταθῇ κατόπιν ὡς πολιτικῶς ἐνάγων. Γνωρίζομεν δὲ καὶ εἶναι γνωστὸν πόση ἀνάγκη ὑπάρχει καὶ ποίαν στενοχωρίαν ἔχουσι πολλάκις οἱ παθόντες, ὅτε ἐμπροθέσμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κοινοποιήσωσι τὰ δικόγραφα.

§24Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι προκειμένου περὶ κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα κατηγορουμένου νὰ φέρῃ τοιαύτην ἔνστασιν. Δὲν τολμᾷ ὁ κλητὴρ τῆς Εἰσαγγελίας ποτὲ νὰ κάμῃ πλαστὸν ἐπιδοτήριον. Ὁμιλῶ περὶ τῶν φυλακῶν, διότι ἐκεῖ γίνεται ἡ κοινοποίησις.

§25Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅλα εἶναι πλαστά· εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τὰ λέγετε ὑμεῖς αὐτά. Ὅλα αὐτὰ συντάσσονται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας.

§26Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος διακόψας με νῦν συνάδελφος πρώην εἰσαγγελεὺς πρὸ παντὸς ὡμολόγησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶπον, καὶ τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐγεννήθη παράπονον ἐκ μέρους τῶν φυλακισμένων διὰ τὰς πρὸς αὐτοὺς κοινοποιήσεις, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, κ. συνάδελφε, ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγεννήθη, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξε παράπονον ποτέ, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς νομοθετικὰς μεταρρυθμίσεις διὰ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἡ διακοπή σας ἀφορᾷ κοινοποίησιν βουλευμάτων, ἀποφάσεων καὶ τὰ λοιπά, ἐνῷ ἐγὼ τὰς ἀνησυχίας μου, ὅτε τὰς διετύπωσα, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει κοινοποιήσεις δικογράφων ἐκ μέρους τῆς Εἰσαγγελίας προερχομένων, κοινοποίησιν βουλευμάτων, ἀποσπασμάτων καὶ τὰ λοιπά. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου κοινοποίησιν ἐνεργουμένην οὐχὶ ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδιώτου διὰ ἰδιώτου, οὐχὶ διὰ κλητῆρος τῆς Εἰσαγγελίας, ἀλλὰ διὰ κλητῆρος ἀπεσπασμένου εἰς δικηγορικὸν γραφεῖον ἢ ἀνθρώπου ἀποζῶντος ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀνησυχία μου, φρονῶ δέ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι διὰ τῶν διακοπῶν ἐδόθη μεγάλη σημασία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ τοῦτο δυσχεραίνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἐνῷ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τίποτε. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας μου ταύτης, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δημιουργήσωμεν ζητήματα, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἔχωμεν ἀνησυχίας καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπάρχουσι παράπονα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινοποιήσεις. Καὶ προκειμένου νὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον σόλοικον, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ κακοῦ τούτου θὰ ἔχῃ καὶ τὸν κίνδυνον νὰ συμβῶσιν ἀταξίαι κατὰ τὴν κοινοποίησιν τῶν δικογράφων, ἀταξίαι τοιαῦται, ὥστε νὰ εὑρεθῇ ὅτι εἰς κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐκοινοποιήθησαν δικόγραφα χωρὶς νὰ κοινοποιηθῶσι τοιαῦτα, ὅταν ἔχωσι τὰ πράγματα οὕτω, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γεννῶνται μεγάλα ζητήματα περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅτι τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ καταπαύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης τροπολογίας οὐδόλως ἀντικειμένης πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δύναται ν’ ἀποδεχθῇ αὐτήν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα ἐκ τῆς ἀναμφισβητήτως ἀπαλειπτέας διατάξεως. (Εὖγε, εὖγε).

§27Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 145, Κύριοι, τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐν παραγράφῳ δευτέρᾳ ἀριθμοῦνται τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ κλητὴρ ἐπιδίδει ἀντίγραφον τῆς κλήσεως, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ παραλάβῃ αὐτὴν ὁ πρὸς ὃν αὕτη, ἢ ἤθελον εὑρεθῆ ἀπόντα τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ κλητὴρ ὀφείλει νὰ ἐπιδώσῃ τὴν κλῆσιν. Ἀναγράφονται δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὴν ἑξῆς τάξιν: «Πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως». Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ἀνάλογα θέματα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀναγράφονται περισσότερα τοῦ ἑνὸς πρόσωπα ἁρμόδια νὰ ἐπιτελέσωσι πρᾶξίν τινα, ἐγείρεται τὸ ζήτημα, ἂν ἀναγράφονται τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ τάξιν προτιμήσεως ἢ ἀφίεται ἡ ἐπιλογὴ αὐτῶν πρὸς τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνηται πρὸς αὐτὰ ἢ νὰ προκαλῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Καὶ λύουσι τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλοτε ἄλλως. Ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην διάταξιν δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ὁμοία ἀμφιβολία, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τὸ συνέταξεν ἐν τῷ πνεύματι, ὅτι, εἰς οἱονδήποτε τῶν προσώπων τούτων καὶ ἂν ἐπιδοθῇ τὸ ἀντίγραφον τῆς κλήσεως, καλῶς ἐπιδίδεται. Ἐὰν τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἀποδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεγράφετο εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸς ἀποφυγὴν συζητήσεων.

§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα.

§29Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐπακολουθοῦσαν διάταξιν ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τὴν ἔχουσαν οὕτω: «Παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεως των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δραχμῶν δέκα», ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι ὁ ὅρος «μόνην» θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἀποκλείων καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, καὶ ὅτε ἀκόμη ἐπείθετο τὸ Δικαστήριον, ὅτι πράγματι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς κλήσεως ὁ κατηγορούμενος.

§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν κωλύεται τὸ Δικαστήριον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναβολήν. Τοῦτο προκύπτει σαφῶς!

§31Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν δίδετε. Εἰς τὸ ἄρθρον 146, τὸ ὁποῖον ἐπίσης διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τροπολογεῖται, ἔχω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου ἐχούσης οὕτω: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι πεντήκοντα δραχμῶν». Παρατηρητέον, ὅτι τὸ ἄρθρον 146, περιλαμβάνεται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῷ ἀναφερομένῳ εἰς τὴν πταισματοδικειακὴν διαδικασίαν. Ἐὰν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νόμου ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι τὴν ποινὴν ταύτην θὰ ἀπαγγέλλῃ τὸ δικάζον τὴν κυρίαν πρᾶξιν Δικαστήριον, καὶ τοῦτο ὑποθέτω εἶναι, δὲν ἔχει ὀρθῶς ὁ ὅρος «χρηματικὴ ποινή», διότι τοιαύτην ποινὴν δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Πταισματοδικεῖον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐπανορθωτικῆς ποινῆς. Θὰ ἐφρόνουν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ὀρθότερον ἤθελεν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὅρου «χρηματικὴ ποινὴ» ἀνεγράφετο ὁ ὅρος «πρόστιμον». Καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω ὑποβάλει σχετικὴν τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔχω ὑποβάλει καὶ ἄλλην τροπολογίαν, ἥτις ἔχει οὕτω περιλαμβάνουσα καὶ τὴν προηγουμένην «... ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ δικάσοντος τὴν κυρίαν πρᾶξιν Δικαστηρίου πρόστιμον μέχρι πεντήκοντα δραχμῶν». Ἔγραψα Δικαστηρίων ἐν γένει, διότι ἡ διάταξις αὕτη, εἰ καὶ ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν διαδικασίαν τῶν Πταισματοδικείων, ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν τῶν Πλημμελειοδικείων δυνάμει ἄλλης διατάξεως τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον κατὰ τὴν κρατοῦσαν δικονομικὴν ἀρχὴν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς κατωτέρας δικαιοδοσίας, ὥστε δὲν μεταβάλλεται τὸ δικονομικὸν καθεστώς. Δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὸ τίνος Δικαστηρίου ἀπαγγέλλεται, καί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγράφεται ὑπὸ τίνος Δικαστηρίου ἀπαγγέλλεται, τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰδικὴ διαδικασία πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ προστίμου, ἐὰν δὲ ἡ κυρία δίκη δικάζηται ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, ὁ πταισματοδίκης δὲν θὰ εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν ταύτην, διότι θὰ ἐπρόκειτο περὶ χρηματικῆς ποινῆς, ἥτις ἐξέρχεται τῆς δικαιοδοσίας του, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸν μάρτυρα π. χ. τὸν ἀρνηθέντα νὰ παραλάβῃ τὴν κλῆσιν ἢ κατηγορούμενον νὰ τὸν καλῇ δι’ εἰδικῆς κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅτε θὰ ἔχωμεν νέας δίκας καὶ νέας κλήσεις καὶ μάρτυρας καὶ ἔξοδα καὶ ἀπασχολήσεις ἴσως ματαίας κατηγορουμένου, μαρτύρων, δικαστῶν...

§32Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι νέον ἀδίκημα, εἶναι ἰδιώνυμον.

§33Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι δημιουργεῖτε οὕτω μίαν ματαίαν διαδικασίαν μεγάλην, ἐνῷ θὰ ἦτο κατάλληλος ὁ κρίνων τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν νὰ κρίνῃ ἂν ὑπῆρξεν ὑπαιτιότης καὶ εἰς τὸν ἀρνηθέντα νὰ παραλάβῃ τὴν κλῆσιν.

§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς μεγαλειτέραν ἐγγύησιν, διότι, ἂν ἀνατεθῇ εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον, δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὸ πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ ἐξοικονομεῖται χρόνος, δύναται ὅμως νὰ προέλθῃ εἰς ὑπερβασίαν τινὰ καὶ εἰς ἀδικήματά τινα.

§35Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω δύο λέξεις ἐφ’ ὅσων παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 146, καθ’ ἣν «ἡ προσβολὴ τῆς ἐκδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται πᾶς τις νὰ προχωρήσῃ».

§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως θὰ διαφωνήσωμεν;

§37Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ συμφωνήσωμεν, διὰ νὰ διαφωνήσωμεν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἢ ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου 321 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν προσβάλληται ἓν ἔγγραφον ὡς πλαστόν, ἡ δίκη ἀναβάλλεται μόνον, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ὡς οὐσιῶδες. Κατ’ ἀκολουθίαν κατὰ βάσιν δὲν παρατηρεῖ τις νεωτερισμόν τινα, οὐχ ἧττον ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ περιέχει τοῦτον τὸν νεωτερισμὸν καὶ δὴ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον, ὅτι ἡ κλῆσις, τὴν ἐπίδοσιν τῆς ὁποίας βεβαιοῖ τὸ ἐπιδοτήριον, εἶναι πάντως οὐσιώδης. Τοιουτοτρόπως ἔχει ταύτην τὴν διαφορὰν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 321, ὅτι, καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀπολύτως οὐσιώδους ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον προσβάλλεται ὡς πλαστόν, ἐν τούτοις κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται νὰ προχωρήσῃ. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ αὐστηρὰ ἡ διάταξις αὕτη. Ἴσως τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς στρεψοδίκως ὑποβαλλομένας ἐνστάσεις, ἀλλά, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὁ προκαλῶν τὸν νόμον τοῦτον λόγος δὲν εἶναι ἀληθής. Σπανίως ἢ οὐδέποτε ψευδῶς προβάλλεται τοιαύτη ἔνστασις, διότι κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν τὰ ἔγγραφα προσβάλλονται μόνον ὡς πλαστὰ καὶ ὄχι ὡς μὴ γνήσια ἁπλῶς, πρέπει δὲ ἡ πλαστογραφία ν’ ἀποδίδηται εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, πᾶσα δὲ τοιαύτη ψευδὴς προσβολὴ φέρει τὴν εὐθύνην τῆς ψευδοῦς μηνύσεως...

§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἔχει πρακτικὸν σκοπόν. Πρόκειται νὰ κυρωθῇ δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται ἐν τῇ πρακτικῇ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἐπὶ προσβολῆς ἐπὶ πλαστότητι κατά τινος, ἡ ὁποία δυστυχῶς παρὰ πᾶσαν τὴν φαινομενικὴν ἀλήθειαν γίνεται συχνὰ πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης, ὁ δὲ κατηγορούμενος ἔχει πάντα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως οὐδένα κίνδυνον διατρέχων. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δύναται μόνον νὰ ἀνοίξῃ ὁδόν.

§39Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πάντως.

§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ δίκη, ὅταν οὐδὲν δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου δὲν παραβιάζηται διὰ τῆς προόδου τῆς δίκης.

§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ στηριχθῇ ὁ δικαστής;

§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ.

§43Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστότητι καὶ προσελθών.

§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἄλλοθεν λαβὼν γνῶσιν προσέλθῃ, πάλιν δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τι ἡ ὑπεράσπισις. Ἐὰν συνέπεσεν ὁ κατηγορούμενος οὗτος νὰ εἶναι τόσον ἐπιμελής, ὥστε νὰ ἔχῃ προπαρασκευάσει ὑπεράσπισιν ἀρτίαν, ὁ δικαστὴς δὲ πείθηται περὶ τούτου, διατί νὰ μὴ προβῇ ἡ δίκη; Διὰ τοῦτο ἀνατίθεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ κρίνῃ, ἂν εὑρίσκεται πρὸ περιστάσεως, καθ’ ἣν δὲν δικαιολογεῖται ἡ πρόοδος τῆς δίκης, ἢ ἂν εὑρίσκεται πρὸ περιστάσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος καὶ ἄλλοθεν λαβὼν γνῶσιν, καὶ οὐχὶ ἐγκαίρως, εὑρίσκεται ὅμως μὲ ἀρτίαν τὴν ὑπεράσπισιν, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ἡ ἀναβολὴ τῆς δίκης. Διατί νὰ μὴ ἀνατίθηται εἰς τὸν δικαστὴν ἡ κρίσις αὕτη;

§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι σκοπὸς τῶν νόμων εἶναι ἡ περιστολὴ τῆς δικαστικῆς αὐθαιρεσίας.

§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σεῖς ἀναχωρῆτε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἶδον ὑποδηλουμένην καὶ ἔκ τινων ἄλλων σημείων, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἐχθροί...

§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλοι.

§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθυνώμεθα πρὸς αὐτοὺς ὡς πρὸς δημίους ἢ πρὸς λωποδύτας, βεβαίως αἱ σκέψεις σας εἶναι ὀρθαί. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἡ τῶν νόμων παραφυλακὴ σοφῶς εἶναι ἀνατεθειμένη πρὸς τὸν δικαστήν, καὶ εἶναι ἀδύνατον αἱ ἐκ τοῦ νόμου ἐγγυήσεις νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εἶναι ξέναι πρὸς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναβολῆς ἢ τῆς προόδου τῆς δίκης θὰ εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ μὴ ἀναθέτωμεν αὐτὴν εἰς τὸν δικαστήν, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν ἀναθέτομεν μετὰ πεποιθήσεως τὴν ὅλην οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δηλ. τὸ πᾶν.

§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι μὲ παρηρμήνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶπον λωποδύτας τοὺς δικαστάς.

§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ εἴπετε.

§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι σκοπὸς τῶν νόμων εἶναι ἡ περιστολὴ τῆς δικαστικῆς αὐθαιρεσίας. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἔχομεν καλοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι καὶ αὐθαίρετοι δικασταί, ἀπέναντι τῶν ὁποίων θὰ τεθῇ φραγμὸς ὁ νόμος.

§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένω νὰ τελειώσωσιν ὅλοι, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀπώλεια χρόνου, καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς πάσας τὰς ἀντιρρήσεις. Εἶμαι δὲ τελείως πεπεισμένος ὅτι θὰ ἄρω μερικὰς διαφωνίας, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἴσως, διότι αἱ ἐξηγήσεις ἀπὸ μέρους μου δὲν ἐγένοντο πλήρως. Νομίζω ὅτι ἐπείσθη τελείως ἡ Βουλὴ ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει.

§53Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔθετον ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὸν φόβον μου μήπως ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται, δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς αὐστηροτέραν τροπὴν τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, ὄχι διότι δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς θέτουσα κατ’ ἀρχὴν τὴν μὴ ἀναβολὴν τῆς δίκης καὶ εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τούτου, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον, ὡς προεῖπον, ἡ προσβολὴ τοῦ ἐπιδοτηρίου ὡς πλαστοῦ, ἡ ὁποία πάντως πρέπει νὰ ἀποδίδηται εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐπάγεται μεγάλην εὐθύνην διὰ τὸν προσβαλόντα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται κατ’ ἀρχὴν τεκμήριον ὅτι ἁπλῶς πρὸς στρεψοδικίαν ἐγένετο ἡ προσβολή.

§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύναται νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ πλαστογραφία καὶ ὅμως ἀληθοῦς ταύτης ὑποτιθεμένης οὐδὲν οὐσιαστικὸν κώλυμα νὰ παρουσιάζηται δικαιολογοῦν τὴν μὴ πρόοδον τῆς δίκης. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ κλητὴρ πιστοποιεῖ πλαστῶς ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν 12ην, ἐνῷ ἐκοινοποίησε τὴν 10ην.

§55Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος, ἂν τοιαύτην προϋπόθεσιν ἔχῃ ἡ σχετικὴ διάταξις.

§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι περιλαμβάνονται μόνον αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας στρεψοδίκως ὑποβάλλεται ἡ ἔνστασις, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖναι, καθ’ ἃς οὐχὶ οὐσιωδῶς ὑποβάλλεται.

§57Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἂν πρόκειται νὰ παγιδεύσωμεν τοὺς κατηγορουμένους. Ἡ παρατήρησίς σας νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά. Ὑπολείπεται καὶ ἄλλη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεμνήσαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτε ἐλάβομεν τὴν τιμὴν κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, τὴν Τρίτην, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑπέβαλον τότε δισταγμούς τινας περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους θὰ διατρέχωσι, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν, οἱ καλούμενοι ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐφ’ ὅσον δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ καλῶσι καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν σώζεται ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅταν ὑποχρεοῦται πάντως ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ διατάσσῃ προανάκρισιν, διότι, ὡς εἶπον, αὕτη δύναται νὰ διεξαχθῇ στοιχειωδῶς, περιωρισμένως, καὶ νὰ ληφθῇ μία κατάθεσις. Πολλάκις δὲ—καὶ ἔσχον ἀφορμήν τινα τελευταῖον— δὲν καλεῖται εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ἐγκλήματος. Π. χ. προχθὲς πολιτευόμενος ἐν Ἀθήναις ἐκλήθη δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου διὰ νόθευσιν τῆς ἐκλογῆς ἐν Αἰγίνῃ.

§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι συνέβη μία νομοθετικὴ ἀνωμαλία περιεργοτάτη, αἰρομένη δὲ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους πέρυσιν, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ἀνεθεώρησε, συνελήρωσε καὶ ἐτροποποίησε τοῦτο, ἐνομίσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἵνα δύναται νὰ συμβαδίσῃ ἀπροσκόπτως καὶ συμπορευθῇ ἀκινδύνως τὸ σύστημα τὸ ἀπαγορεῦον τὴν ἐρημοδικίαν τὴν ἀδικαιολόγητον μὲ τὴν πλήρη ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου. Ἐσκέφθη τότε ὁ παρασκευάσας τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ κατήργει τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα καὶ ὑπεχρέου τὸν κατηγορούμενον νὰ ἔλθῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τῷ δώσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ἄρα ὑποχρεωτικὴν τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν. Τί ὅμως συνέβη; Ὁ νόμος καταργηθεὶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐρημοδικίας ἀνέγραψε πάλιν ὡς δικαίωμα, παρέμεινε δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία καθίστα ὑποχρεωτικὴν τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν. Αἱ εἰσαγγελικαὶ ἀρχαὶ εὑρέθησαν πρὸ αὐτοῦ τοῦ ἀνωμάλου μετὰ τὴν κατάργησιν ταύτην νὰ ἰσχύῃ ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἀπέναντι δηλαδὴ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἑνὸς ἐμφανοῦς ἀτόπου τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς ἐπικειμένης ἐρημοδικίας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἰς τὸ ἀκροατήριον. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ κάμωσι τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον μᾶς καταγγέλλεται, εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζουσιν ὅτι ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις θὰ εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ διανοίξῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἀνακριτικῆς διαδικασίας εἰς τὸν κατηγορούμενον, διότι τότε θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι καταργεῖ ταύτην τὴν ἀνωμαλίαν, ἵνα μὴ ὁδηγηθῇ ὁ κατηγορούμενος εἰς τὴν ἐρημοδικίαν.

§59Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ πάλιν θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας μίαν ἀπορίαν. Ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν παραμένει ἁπλῶς τύπος, ὑφ’ ὃ πνεῦμα ὀρθῶς νῦν γίνεται ἐκ τῆς παρεξηγήσεως, τὴν ὁποίαν εἴπετε, καὶ πάλιν καθ’ ἑαυτὴν οὐδεμίαν ἐγγύησιν παρέχει ὅτι διαγιγνώσκεται καὶ ἐξετάζεται τὸ ἀδίκημα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ γνωρίζῃ καλῶς ὁ καλούμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, τί κατ’ αὐτοῦ θὰ λεχθῇ, ὥστε νὰ παρασκευάσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως.

§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παραγγέλληται τακτικὴ ἀνάκρισις.

§61Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κατὰ κανόνα οἱ εἰσαγγελεῖς —καὶ ὁ κ. Γιαμαρέλος μαρτυρησάτω— πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν τῶν δικογραφιῶν προτιμῶσι τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, ἐκτὸς τῶν σοβαρῶν ὑποθέσεων, εἴτε ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς εἴτε ἐκ τῶν προσώπων. Ἡ φύσις τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ὡς ἔσχον τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι νὰ ἐξελέγχῃ πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν πράξεων τούτων· μάλιστα ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ὑπέρβασις τοῦ προορισμοῦ της, ἐὰν ἐξετείνετο ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις καὶ εἰς λεπτομερείας. Ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις εἶναι κεκλημένη νὰ ἐξετάζῃ χονδρομερῶς τὰ πράγματα, χονδρομερῶς καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα, νὰ μὴ στρέφηται δὲ καὶ κατὰ τῶν προσώπων κἄν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καλεῖται ὁ πρὸς ὃν ἀποδίδεται ἡ πρᾶξις, δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ αὐτὸς ὡς κατηγορούμενος, ὡς ἔνοχος· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τῷ ἀπαγγελθῇ κατηγορία. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω σολοίκως ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως, ὅτι αὕτη ἐκτείνεται καὶ εἰς τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν νομοθετοῦντα, ὅτι εἰς τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ κατηγορούμενος. Δὲν μὲ λανθάνει ὅτι συχνάκις καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἄλλοι ἀνακριτικοὶ τοιοῦτοι, θὰ ἤθελον δὲ νὰ προσθέσω καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ἀκόμη, δὲν προσέχουσιν ἢ ἀγνοοῦσι τὰς λεπτομερείας ταύτας καὶ ἐνίοτε ἀπαγγέλλουσι κατηγορίαν ἐν προανακρίσει. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι νόμιμον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ φύσις τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως κατὰ πᾶν τεκμήριον δὲν ὑπόσχεται παρὰ στοιχειώδη τῆς πράξεως βεβαίωσιν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἔλλειψιν τῶν μέσων πρὸς ἄμυναν τοῦ κατηγορουμένου, ὑπέβαλον κατὰ τὴν συζήτησιν τροπολογίαν, καθ’ ἣν τουλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ γνωστοποιῶσι κατάλογον μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα τουλάχιστον ἐκ τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θὰ καλῶνται, νὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ κατηγορούμενος νὰ συμπεράνῃ τί κατ’ αὐτοῦ θὰ λεχθῇ καὶ τί πρέπει νὰ εἴπῃ. Καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐκ συμφώνου ὑπεβάλομεν μετὰ τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἐνόμισα δέ, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶχε ληφθῆ ὑπὸ σοβαρὰν τότε σημείωσιν. Ἄν, ὑπομιμνήσκων ταύτην, ἤθελον εὐτυχήσει νὰ ἐπαναφέρω ὑπὸ τὴν μελέτην τῶν ἁρμοδίων τὴν τροπολογίαν ταύτην, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τροπολογήσω τὴν ὑποβεβλημένην τροπολογίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀνεγράψαμεν τότε μὲ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ κλητήριον θέσπισμα, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν πολυγραφίας δὲν ἀνεγράψαμεν εἰς ἰδιαίτερον κατάλογον νὰ ἐγγράφῃ τὰ ὀνόματα τῶν κλητευθέντων μαρτύρων, τοὺς ὁποίους, ἐλέγομεν, ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ πάντοτε ἐκ τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων. Κατόπιν δευτέρας σκέψεως μὲ τὸν κ. Τσιριμῶκον εὕρομεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι θὰ ἀπεκλείετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ καλῶσι μάρτυρας, τοὺς ὁποίους κατόπιν ἤθελον μάθει, ὡς δυναμένους νὰ καταθέσωσιν οὐσιώδη, καὶ ἐνόμισα ὅτι, ἂν ἤθελε τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἡ τροπολογία αὐτή, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ μάρτυρες λαμβάνονται ὑποχρεωτικῶς ἐκ τῶν ἐξετασθέντων ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως.

§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι αἱ σκέψεις σας εἶναι λογικώταται, παραβλέπουσαι τοῦτο μόνον, ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ζήτημα αὐτό.

§63Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐλπίς, νομίζετε, νὰ γίνῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον;

§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐλπὶς διὰ πολλὰς διατάξεις μεμονωμένας.

§65Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν πρῶτος ἐγὼ τότε νὰ σᾶς εἴπω εἰς τὴν πρώτην μας ὁμιλίαν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, ὅτε δὲ εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐρωτήσητε, ἂν θὰ ἔχω τροπολογίαν τινά, ἐκ τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς ἐνεθαρρύνθην καὶ ἔσχον τὴν ἐντύπωσιν, ἴσως πλανηθείς, ὅτι αἱ γνῶμαί μου ἐλήφθησαν ὑπὸ σημείωσιν καὶ ἀκόμη ἔσχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μοὶ ὑπεδεικνύετο, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν συνεργασίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου καὶ τὴν συνέταξα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχετε αὐτὴν ὑπ’ ὄψει. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω φυλάξει ἤδη.

§67Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου, πράξετε ὅπως ὑμεῖς νομίζετε.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης ἔχει τὸν λόγον.

§69ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κατεψήφισα, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὄχι τόσον διὰ τὸ 1ον ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, διότι καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πάσχῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἀλλὰ τὸ κατεψήφισα διὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν τὰς ἐρημοδικίας καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀπειρίας τῶν ποινικῶν δικογράφων, τὴν ὁποίαν τεραστίως αὐξάνει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὴν αὐξάνει δὲ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ κλητὴρ ὁ δικαστικὸς εἰς μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ἐπιδίδων τὸ δικόγραφον συντάσσει ἓν καὶ μόνον ἀποδεικτικόν, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν προσωπικῶς τὸ ἐπιδίδει εἰς τὸν ἐγκαλούμενον, ἐνῷ καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις ὁ κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάσσῃ τρία ἐπιδοτήρια, ἓν ἐπιδοτήριον τῆς θυροκολλήσεως, ἓν ἐπιδοτήριον τῆς ἐπιδόσεως εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν πάρεδρον, δύο ἀντίγραφα τῶν ἐπιδιδομένων δικογράφων, καὶ αὐτὰ ὅλα θὰ συντάξῃ ὁ κλητήρ, δηλαδὴ ἡ ἐργασία τοῦ κλητῆρος τετραπλασιάζεται.

§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε γίνεται αὐτό;

§71ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὰ 9)10, διότι σᾶς διαβεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι λόγῳ τῆς ἐρημίας τῶν χωρίων καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τοῦ ἔτους, καὶ ἐκτὸς τῶν ἑορτῶν καὶ λόγῳ τῶν μεγάλων ἀποστάσεων...

§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἑορτὰς γίνονται κυρίως αἱ κοινοποιήσεις καὶ τώρα.

§73ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἑορτὴ εἶναι μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος. Λαμβανομένων, λέγω, ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀτελειώτων ἀποστάσεων καὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἀποκέντροις, τοῦ ποιοῦ τῶν κλητήρων καὶ τοῦ γλίσχρου τῆς ἀμοιβῆς αὐτῶν, νὰ εἶσθε βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὰ ἐπιδοτήρια αὐτὰ τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἂν ὄχι ὅλα, τοὐλάχιστον τὰ 9)10 θὰ συντάσσωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι οὐδέποτε εὑρίσκει τοὺς καλουμένους προσωπικῶς, καὶ ὁ κλητήρ, ὁ μεταβαίνων εἰς ἓν χωρίον νὰ ἐπιδώσῃ δικόγραφα εἶναι ἠναγκασμένος νὰ συντάξῃ τέσσαρα δικόγραφα. Καὶ δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος σπουδαιότερος λόγος, τὸν ὁποῖον θὰ ἴδωμεν εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ φανῆτε φειδωλὸς εἰς τὴν κίνησιν τῆς διαδικασίας τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων; Καὶ εἰς τοῦτο ἔχετε δίκαιον καὶ κατ’ ἀρχὴν θὰ μὲ εὕρητε σύμφωνον, ἀλλὰ φειδωλὸς εἶσθε, ὅτε, προκειμένου νὰ ἀνακοπῇ μία ἀπόφασις, καλεῖτε τὸν μηνυτήν, τὸν κατηγορούμενον, τὸν παθόντα, αὐξάνετε τουτέστι τὰς κοινοποιήσεις κατὰ τρία ἐπὶ πλέον δικόγραφα. Ἀλλὰ δικάζεται ἡ ὑπόθεσις, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸ παραδεκτὸν τύποις τῆς ἀνακοπῆς καὶ τὸ Δικαστήριον δέχεται τὴν ἀνακοπὴν τὴν δικαιολογηθεῖσαν, δὲν δικάζεται ὅμως ἀμέσως ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ παραπέμπεται νὰ δικασθῇ κατ’ οὐσίαν μετὰ 15 ἡμέρας, ὅτε καὶ τότε ὑποβάλλεται εἰς τέσσαρας νέας κλητεύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον, τουτέστι καλεῖτε καὶ τότε δύο μάρτυρας οὐσιώδεις, τὸν μηνυτὴν καὶ τὸν παθόντα, αὐξάνοντες τουτέστι κατὰ τέσσαρα τὰ δικόγραφα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς μίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου μοὶ ἐπέτρεψε νὰ παρευρεθῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ζαβιτσᾶνος ἔφερε στατιστικὴν πληροφορίαν ὅτι μὲ τὸν ὑφιστάμενον νόμον εἰς ἕκαστον κλητῆρα ἀναλογοῦσι νὰ κοινοποιῇ καθ’ ἑκάστην 100 δικόγραφα, ἂν δὲ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ αὐτὴν τὴν τεραστίαν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔλεγε βεβαίως ὅτι ὄχι μόνον 100 δικόγραφα, ἀλλὰ 300 καὶ 350 ἀναλογοῦσι δι’ ἕκαστον κλητῆρα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν μοὶ ἐπετρέπετε νὰ σχετίσω τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μὲ τὸ ἄλλο πολὺ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἡ ἐξέτασις εἶναι πλήρης, ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν οἱ κλητῆρες αὐτοί, τῶν ὁποίων αὐξάνετε τὸν μισθὸν κατὰ 20 δραχμάς, πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ποιὸν τῶν κλητήρων, ἔστω καὶ ἂν αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ 10 ἢ 20, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων;

§74Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν αὐξάνουσιν αἱ ἐπιδόσεις· τὰ ἀντίγραφα αὐξάνουσιν.

§75ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ συντάσσωνται καὶ ἐπιδοτήρια· ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ, ἵνα λάβῃ τὴν ὑπογραφήν του;

§76Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ δι’ ἓν ἐπιδοτήριον αὐτὸ θὰ ἐγίνετο.

§77ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἀσφαλῆ ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, κατ’ ἀνάγκην θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα: ἢ τὰ ἐπιδοτήρια θὰ συντάσσωνται πλαστῶς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν προσώπων, ἢ θὰ ἀναγκασθῶμεν λίαν προσεχῶς, ἀλλ’ ἀφοῦ τυραννηθῇ ὁ κόσμος, νὰ καταργήσωμεν παταγωδῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γενόμενον νόμον, ὅπως καὶ ἄλλοτε κατηργήθη. Οὐδεμία περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως τῆς συζητουμένης. Τὸ νομοσχέδιον ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν προσώπων τῶν μελλόντων νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι, δηλαδὴ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, καὶ καθιεροῖ ἕνα ὁλόκληρον κυκεῶνα. Ἐπιδίδουσιν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες προσωπικῶς ἢ θυροκολλοῦσι, καὶ καθιεροῖ εἶτα ἐπικουρικὰ πρόσωπα, τοὺς διδασκάλους, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς παρέδρους, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει εἰς μίαν ἀγγαρείαν, καὶ ἀγγαρείαν μὲ εὐθύνας. Φαντασθῆτε ὁ ἱερεὺς νὰ ἔχῃ εὐθύνην, διότι δὲν εἰδοποίησε τὸν καλούμενον, καὶ ὅταν δὲν δύναται νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ, διότι λείπει ἀπὸ τὸ χωρίον 5, 10 ἡμέρας, νὰ εἶναι ἀρκετὴ ἡ εἰδοποίησις τοῦ ἱερέως. Ἀναγνωρίζον τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ ὁλόκληρον κυκεῶνα. Ἀναθέτει εἰς τὸν ἀστυνόμον τὴν κοινοποίησιν, ὅταν δὲν ἔχῃ κατοικίαν ὁ κατηγορούμενος. (Διάλογοι). Ὅ,τι, Κύριοι, ὑποστηρίζω, ἀναγνωρίζεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ παρὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς συγκοινωνίας, ἂν ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην νὰ καταρτίσῃ σῶμα δικαστικῶν κλητήρων ἱκανὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὐξάνουσα κατὰ 110,000 δρ. ἐπὶ πλέον τὴν δαπάνην δὲν δίδει εἰς τοὺς κλητῆρας μισθὸν ἀνάλογον, διότι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μίαν πολὺ ἐπίμοχθον ἐργασίαν. Διότι τί πρόκειται νὰ κάμωσι; Νὰ ἀναχωρῶσιν ἀπὸ τὰς ἕδρας τῶν πρωτοδικείων καὶ τῶν εἰρηνοδικείων καὶ νὰ ἐπιδίδωσι δικόγραφα εἰς μέρη καὶ 35 ὥρας ἀπέχοντα. Ἀναλαμβάνουσι λοιπὸν πολὺ ἐπίμοχθον ἐργασίαν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες, ἐνῷ ἀμείβονται μὲ 60 δραχ. μόνον μηνιαίως, ὅταν δὲ καλέσητε κλητῆρας νὰ ἀναλάβωσι μὲ 60 δρ., οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ νὰ ἀναλάβῃ, τοῦτο δὲ τὸ ἀντελήφθην, διότι ἔρχομαι ἀπὸ τὸν τόπον μου, ὅπου χάριν ἀναρρώσεως μετέβην, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ, ἐκεῖνοι δέ, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς αὐξάνεται κατὰ 20 δραχ., εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδεχθῶσι, διότι θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν, ὅτι δι’ εἴκοσι δραχμὰς δὲν πηγαίνουσι νὰ συντριβῶσιν, ἀφοῦ δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ κάμωσιν ἄλλην ἐργασίαν λόγῳ τῆς ἀπειρίας τῶν ποινικῶν δικογράφων, τῆς κολοσσιαίας αὐτῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον. Θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπίδοσιν πιστεύοντες ὅτι δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὴν Ἑλλάδα εἰς Γερμανίαν, εἰς τὸ πειθαρχικώτερον καὶ μᾶλλον πεπολιτισμένον Κράτος τῆς οἰκουμένης, εἰς τὴν ὁποίαν Γερμανίαν ἐλύθησαν τελείως τὰ ζητήματα τῆς συγκοινωνίας, ἐλύθη τελείως τὸ ζήτημα τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων, περιωρίσθη ἡ ἐγκληματικότης εἰς μέγαν βαθμόν. Θέλετε νὰ μᾶς μεταβάλητε εἰς Γερμανίαν; μεταβάλετέ μας, ἀλλὰ νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, νὰ αὐξήσητε τὴν δαπάνην τῶν 110 χιλ. δραχμῶν εἰς πολλὰς ἀκόμη χιλιάδας, διὰ νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἡμεῖς νὰ συγκριθῶμεν πρὸς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τοιοῦτος νόμος ἐψηφίσθη καὶ ἐφηρμόσθη καὶ ἐν τούτοις ἐκρίθη ἄγαν αὐστηρὸς καὶ τραχὺς ἀπὸ τὰ Δικαστήρια;

§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργεῖται ἐν Γερμανίᾳ.

§79ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐπιεικέστερα...Καὶ θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὸν ἔρημον αὐτὸν τόπον τὸν μὴ ἔχοντα συγκοινωνίαν, πολιτισμούς, καταλλήλους ὑπαλλήλους; Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἂν τοῦτο ψηφισθῇ, ἂς λείψωσιν αἱ συνέπειαι τῆς βʹ διατάξεως τοῦ ἄρθρου, νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ ἡμεῖς θὰ προβιβασθῶμεν, ἂν οἱ μάρτυρες θὰ συνηθίσωσι νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς δίκας, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ τὸ μέγα κακὸν τῶν ἀναβολῶν τῶν δικῶν, καὶ τότε νὰ συζητηθῶσι σοβαρῶς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν αὐστηρά, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρημοδικίας. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἄνευ τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, δηλαδὴ τοῦ καταρτισμοῦ σώματος ἐπαρκοῦς καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Δικαιοσύνη, καὶ οἱ κλητῆρες θὰ συντάσσωσι κατ’ ἀνάγκην ψευδῆ ἐπιδοτήρια, ὁπότε ἀφιεμένου τοῦ ζητήματος εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν ταῦτα προσβάλλωνται ἐπὶ πλαστότητι, νὰ προχωρῇ ἢ νὰ σταματᾷ. Κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, θὰ ἔχωμεν ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Διότι ὁ Δικαστὴς προκειμένου νὰ κρίνῃ πρέπει νὰ ἔχῃ στοιχεῖα· προκειμένου ὅμως περὶ προσβολῆς πλαστῶν δικογράφων, οὐδὲν στοιχεῖον ἔχει, ἵνα κρίνῃ ἐκ τῶν προτέρων. Ἐγὼ ὁ μάρτυς, ὁ κατηγορούμενος προσέρχομαι καὶ προσβάλλω τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν· τίνα στοιχεῖα ἔχει ὁ Δικαστής, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τῶν λόγων μου; Λοιπὸν δύο τινὰ θὰ συμβῶσιν, ἢ τὸ Δικαστήριον μὴ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν προσβολὴν ἐπὶ πλαστότητι τοῦ ἐπιδοτηρίου θὰ προχωρῇ καὶ ἀπορριπτομένης τῆς ἀνακοπῆς θὰ καταδικάζηται ἀναπολόγητος ἐντελῶς ὁ κατηγορούμενος, ἢ θ’ ἀναβάλῃ τὴν δίκην. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐξασφαλίζεται μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, εἶναι ἐπάναγκες, ὅπως ἡ προσβολὴ ἐπὶ πλαστότητι τῶν ἐπιδοτηρίων σταματᾷ τὴν δίκην, διότι ὁ Δικαστὴς οὐδὲν στοιχεῖον ἔχει, ὅπως κρίνῃ περὶ αὐτῆς. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν συζητουμένην διάταξιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο πρωτίστως, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἀφορῶν τὰς ἐρημοδικίας. Ἐκεῖ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεώς του, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις ἀποστρέφεται τὰς ἐρημοδικίας ὄχι ὀλιγώτερον ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅστις καταργῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐρημοδικίας δημιουργεῖ ἐρημοδικίαν μὲ τὰς χειρίστας συνεπείας.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Κ. Παπακυρίτση ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§81ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτε συνεζητεῖτο κατ’ ἀρχὴν τοῦτο· γνώμας συμπιπτούσας πρὸς τὰς τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις, ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ τὰς τῶν ποινικῶν δικογράφων ἐπιδόσεις, ἀντιτιθεμένας ὅμως πρὸς τὰς τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου, ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ τὰς ἐρημοδικίας. Ἤδη δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον μερικὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ ἐν συντομίᾳ ἐξαιρετικῇ νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὰς τροπολογίας ταύτας θεωρῶ ἀναγκαῖον δι’ ὀλίγων νὰ ὑποδείξω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποδεχθῇ αὐτάς. Τὸ ἄρθρον 145, κύριοι Βουλευταί, λέγει ὅτι ἡ κλῆσις γίνεται ἐγγράφως καὶ κοινοποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμενον καὶ τοὺς μάρτυρας, τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ ἐκ παροράματος παρελείφθη ἡ παρέκτασις τῆς προθεσμίας λόγῳ ἀποστάσεως.

§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 163 θὰ γίνῃ μνεία περὶ αὐτοῦ.

§83ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν, ὅπως αὐξηθῇ ἡ προθεσμία. Ὁρίζεται ὅτι ἡ κλῆσις ἐπιδίδεται τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει καλῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι, ὅπως βλέπομεν κατωτέρω, ὁ κλητὴρ παραδίδει ἀντίγραφον εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὰ ἄλλα ὁριζόμενα πρόσωπα τοῦ ἐγγράφου, συντάσσει δ’ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν δικάσουσαν ἀρχήν. Πότε θὰ σταλῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη; Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν δὲν ἐπεκτείνωμεν τὴν προθεσμίαν καὶ ἂν δὲν ὁρίσωμεν ὅτι ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν δικάζουσαν ἀρχὴν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ μὴ πληρώσωμεν τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως τεθειμένης ὅπως πληροφορῆται περὶ τοῦ κατηγορουμένου καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν ἐπιδόσεως ἡ καλέσασα ἀρχή. Παρέχομεν δῶρον ἄδωρον πρὸς τοὺς κλητευομένους, διότι πιθανὸν νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁποία νὰ ὑποβληθῇ μετὰ τὴν δίκην. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ κλῆσις πρέπει νὰ ἐπιδίδηται πρὸ ἕξ ἡμερῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις τοῦ κλητῆρος νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν δικάζουσαν ἀρχὴν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου.

§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ πταισμάτων καὶ ὅτι τώρα ἡ προθεσμία εἶναι 24ωρος;

§85ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ πρὶν δὲν ἐπεβάλλετο τοσούτων διατυπώσεων ἡ τήρησις. Κατωτέρω ὁρίζεται ὅτι ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται. Ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄλλου σχεδίου νόμου περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων, καθ’ ἣν ἡ ἐπίδοσις γίνεται καὶ διὰ χωροφυλάκων; Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ, ὅπως τεθῶσιν ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν διατάξει ἀντὶ «διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος» αἱ λέξεις «διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν προσώπων».

§86Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται.

§87ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατωτέρω ἀναγράφεται «μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος». Νομίζω ὅτι τὸ «τελευταίων τούτων» παρέλκει, ἵνα μὴ θεωρηθῇ—ὡς πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατὰ γραμματικὴν ἑρμηνείαν—ὅτι αἱ ἑπόμεναι διατυπώσεις λαμβάνουσι χώραν ἐν περιπτώσει ἀπουσίας συνοίκων καὶ ὑπηρετῶν. Κατωτέρω ἀναγράφεται «ἀντίγραφον τοῦ κοινοποιουμένου ἐγγράφου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως. Νομίζω ὅτι, ὑπαρχούσης ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἔν τινι τόπῳ, δὲν θὰ εἶναι ἀξιοπρεπὲς ν’ ἀναθέσωμεν καθήκοντα τοιαῦτα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ τὰ λοιπὰ ἐν τῷ σχεδίῳ ἀναφερόμενα πρόσωπα, μόνον δ’ ἐν ἐλλείψει ταύτης νὰ ἀναθέτωμεν τοιαῦτα καθήκοντα. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει οὐχὶ ἐκλεκτικῶς, ἀλλὰ κατὰ σειράν τινα νὰ ἀνατίθενται τοιαῦτα καθήκοντα προτιμωμένων τῶν ὀλιγώτερον ξένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην προσώπων. Πρέπει λοιπὸν νὰ κατατάξωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ τὴν ἑξῆς τάξιν, πρῶτον ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή, δεύτερον ὁ διδάσκαλος, τρίτον ὁ πρόεδρος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ τέταρτον ὁ ἱερεύς. Εἰδικὸς πάρεδρος εἴς τινα χωρία δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, ὅπου ὑπάρχουσιν, εἶναι ἐντελῶς ἀγράμματοι, εἶναι πρόσωπα οὐδεμίαν παρέχοντα ἐμπιστοσύνην. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους τῶν τοιούτων καθηκόντων ἢ μᾶλλον ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τοὺς εἰδικούς παρέδρους. Προτείνω ὅθεν τὴν διαγραφὴν τῶν λέξεων «εἰδικὸς πάρεδρος». Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν συμφώνως πρὸς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ὅπως θεσπισθῇ ὅτι, ἐὰν δὲν ὑποβληθῶσιν ἐγκαίρως αἱ ἐκθέσεις, ν’ ἀποβάλῃ τὴν ἐκδίκασιν τὸ Δικαστήριον καὶ προβῇ εἰς νέαν κλήτευσιν μαρτύρων καὶ κατηγορουμένων, μὴ δικαιούμενον ἴσως, οὕτως ἀφιεμένου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ Δικαστήριον εἰς τοιαύτην ἀναβολὴν ἀναγκαίαν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐπιβαλλομένων ἐκθέσεων. Ἐν ἄρθρῳ 146 ἔχω νὰ παρατηρήσω ταῦτα τὰ ὀλίγα. Ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ ὁρίζεται ὅτι «ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματον, ἢ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἀρνῆται νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἐὰν τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, γίνεται ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ μνεία περὶ τούτων προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μάρτυρος, οὗτινος δέον ν’ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα καὶ ἐπάγγελμα ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ καὶ ὅστις προσυπογράφει αὐτό, ἐὰν γινώσκῃ γράμματα». Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπαλείψῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο συνῳδὰ τῇ τροπολογίᾳ μου, διότι φοβοῦμαι ὅτι αἱ πολλαὶ αὗται διατυπώσεις θὰ κάμωσι τοὺς κλητῆρας νὰ συντάσσωσι ψευδῆ ἐπιδοτήρια καὶ μὴ προσλαμβάνωσι μάρτυρα. Ἐπίσης κατὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματος, νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 145, ἵνα μὴ νομισθῇ ὑπὸ τῶν χωρικῶν, οἵτινες πρὸ παντὸς ἀπασχολοῦσι τὴν Ποιν. Δικαιοσύνην, ὅτι τούτῳ τῷ τρόπῳ ἀπέφυγον τὰς συνεπείας τῆς ἐπιδόσεως. Κατωτέρω ἐν τῷ ἄρθρῳ 146 δὶς ὁρίζεται ὅτι ἡ «ποινὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἐκδικάζοντος τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἡ παράβασις, εἴτε παρίσταται ὁ κλητὴρ εἴτε μή». Τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι παράβασις τῆς στοιχειώδους διαδικασίας, νὰ δικάζηται δηλαδὴ ὁ κλητὴρ χωρὶς νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν. Θὰ παρεκάλουν, ἵνα θεσπισθῇ ὅτι ἔχει ὁ κλητὴρ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἢ ἄλλως νὰ καλῇ τοῦτον ἡ ἀρχὴ πρὸς ἀπολογίαν.

§88Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη τείνει, ὅπως παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων, χωρὶς ποσῶς νὰ προσκρούῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, καθιεροῖ διατάξεις, αἵτινες, νομίζω, παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου· θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν διὰ τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ν’ ἀποδεχθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παράσχωμεν ὁπωσδήποτε εὐκολίας εἰς αὐτὸν τὸν κατηγορούμενον. Ἡ παρατήρησίς μου εἰς τοῦτο ἀποβλέπει, ὅπως εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 145, ἐκεῖ ἔνθα λέγει «οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παράδοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ καὶ ν’ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς», συμπεριληφθῇ τροποποίησις, διὰ τῆς ὁποίας τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποστείλωσι τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὴν ἀρχήν, νὰ βεβαιῶσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀπουσιάζει τοῦ τόπου· δηλαδὴ ὁ κλητὴρ ὁ μεταβαίνων πρὸς ἐπίδοσιν εἰς χωρίον τι καὶ εὑρίσκων κλειστὴν τὴν οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου κοινοποιεῖ τὸ ἔγγραφον καὶ εἰδοποιεῖ εἴτε τὸν δήμαρχον εἴτε τὸν ἀστυνόμον τοῦ χωρίου, οἵτινές εἰσιν ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιήσωσιν αὐτοὶ τοῦτον, πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, καὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν εἰς τὴν καλοῦσαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς τοιαύτης γενομένης εἰδοποιήσεως. Ἐὰν ὅμως ὁ κατηγορούμενος, ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, ἀπουσιάζῃ τοῦ χωρίου, ὡς συνήθως συμβαίνει, καὶ εὑρίσκηται εἴτε ἐν ἑτέρῳ δήμῳ εἴτε εἰς ἄλλην τινὰ ἐπαρχίαν εἴτε ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος δυνάμει τοῦ ἐπιψηφισθησομένου νομοσχεδίου νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου πολὺ δικαίως τὸ Δικαστήριον θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐρήμην ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν ὅμως, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἁρμόδια ταῦτα πρόσωπα βεβαιώσωσιν ἐν τῇ ὑποβαλλομένῃ ἐκθέσει πρὸς τὴν καλοῦσαν Ἀρχήν, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦτο ἀπουσιάζει τοῦ τόπου του, καί, ἂν ὁ κατηγορούμενος ἐρημοδικασθῇ, βεβαίως θὰ ἔχῃ πρόσφορα τὰ μέσα εἰς τὴν κατ’ ἀνακοπὴν δίκην τῆς ἀποδείξεως ὅτι ἔλειπε τοῦ τόπου, ὅπως ἡ ἀνακοπή του γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, θὰ εἶναι τοιαύτη βεβαίωσις, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ Δικαστήριον βεβαίως δὲν θὰ δύναται νὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπὴν αὐτοῦ. Θὰ μοὶ ἀντιτάξητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως ὁ κατηγορούμενος, ἂν δὲν συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡ βεβαίωσις τῆς ἀπουσίας του ἐκ τοῦ τόπου. Ἀληθὲς εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ ἀντιτάξω, ὅτι τὴν τοιαύτην μὲν βεβαίωσιν θὰ ἔχῃ ἐξ ἐπισήμου ἐγγράφου τὸ Δικαστήριον, ὁ δὲ κατηγορούμενος δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσκομίσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, τοὺς ὁποίους γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας ὅτι τὸ Δικαστήριον οὐδέποτε σχεδὸν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὁσάκις μάλιστα εἶναι ἐκ τῶν κατωτέρων κοινωνικῶν τάξεων, ὅπως συνήθως θὰ συμβαίνῃ, ὅταν πρόκειται περὶ χωρικῶν ἐμφανιζομένων εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ μοὶ ἀντέταττεν, ὅπως μοὶ ἀντέταξεν, ὅτι τοιαύτη τροποποίησις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ παρεῖχε κίνδυνον καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, δηλαδὴ εἴτε ὁ δήμαρχος, ἡ δημοτικὴ Ἀρχή, εἴτε ὁ ἀστυνόμος εἴτε ὁ ἱερεὺς πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν συγχωρίων θὰ ἠδύναντο ἑκάστοτε νὰ βεβαιώνωσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κατηγορούμενος, ὁ πρὸς ὃν δηλαδὴ ἡ ἐπίδοσις, χωρὶς πράγματι νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τοῦ τόπου. Καὶ δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἀντείπω εἰς τοῦτο, ὅτι δυνατὸν νὰ γένηται καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ κατὰ τῆς τοιαύτης παρανομίας ὑπάρχει διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία προβλέπει, καὶ βεβαίως, ἐὰν ὁ δήμαρχος ἐβεβαίου ἐν τῇ ἐκθέσει του, εἴτε ὁ ἀστυνόμος, ὅτι ἀπουσιάζει τοῦ τόπου του ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, καὶ οὗτος δὲν ἀπουσίαζεν, ἡ ποινικὴ καταδίωξις θὰ ἦτο πολὺ εὔκολος, καὶ ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἱερέα καὶ τὸν ἀστυνόμον εἰς δίκην διὰ τὴν τοιαύτην ψευδῆ βεβαίωσιν· δὲν ἔχομεν ὅμως καὶ διάταξιν ἐξασφαλίζουσαν ἐπίσης τὸν κατηγορούμενον. Συνεπῶς φρονῶ, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν κατηγορούμενον, ἀφοῦ ἡ καταστρατήγησις τοῦ νόμου ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς τοιαύτης αὐστηρᾶς διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θὰ ἦτο πολὺ ὀρθὸν νὰ συμπεριληφθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§89Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πόθεν θὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας του ὁ κλητήρ;

§90Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι ὁ κλητήρ. Ὁ κλητὴρ θὰ τοιχοκολλήσῃ τὸ ἔγγραφον, θὰ εἰδοποιήσῃ τὸν δήμαρχον ἢ τὸν ἱερέα ἢ τὸν ἀστυνόμον, ὁ δὲ ἱερεὺς εἴτε ὁ δήμαρχος εἴτε ὁ ἀστυνόμος εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν πρὸς ὃν ἡ εἰδοποίησις περὶ τῆς γενομένης ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως κτλ., εἶναι δὲ ὑποχρεωμέναι δυνάμει τοῦ παρ’ ὑμῶν ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου νὰ εἰδοποιήσωσι τὴν ἐγκαλοῦσαν Ἀρχὴν περὶ τῆς γενομένης εἰδοποιήσεως. Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλωσι ταχυδρομικῶς δι’ ἀτελοῦς ἀναφορᾶς, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συμπεριλαμβάνωσι καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος, δηλαδὴ ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, εἶναι ἐν τῷ τόπῳ ἢ ὄχι;

§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἀποκλείεται εἰς αὐτὸν νὰ τὸ περιλάβῃ ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ;

§92Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει.

§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει; Ἀλλὰ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ γίνηται ἡ προσήκουσα βεβαίωσις, ὁπότε δὲν εἶναι εὐκολώτερον ὁ κατηγορούμενος, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐὰν ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο;

§94Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ προεῖπον, ὅτι ἀκριβῶς τὰ Δικαστήρια δὲν δέχονταί ποτε τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως. Διατί νὰ μὴ παράσχωμεν, ἀφοῦ τόσας διατάξεις εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου συμπεριελάβομεν, διατί νὰ μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι οὐδόλως προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου;

§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστρατηγήσωμεν ὅλον τὸν νόμον.

§96Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δήμαρχος ὑποβάλλει ψευδῆ βεβαίωσιν, δὲν εἶναι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποβάλῃ κατ’ αὐτοῦ μήνυσιν ἐπὶ ψευδεῖ βεβαιώσει; Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἐξασφάλισις αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐνῷ ἀπεναντίας ἔχομεν τὸν κατηγορούμενον καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπροστάτευτον ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀφαιροῦντες ὅλα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, εἴτε θεμιτὰ εἴτε ἀθέμιτα; Διότι ἡ ἐρημοδικία, ἂν εἶναι μέσον ὑπερασπίσεως, παραδέχομαι ὅμως πολλάκις ὅτι εἶναι μέσον ἀθέμιτον. Συνεπῶς δὲν βλέπω ποῦ δύναται νὰ προσκρούσῃ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ βλάβη τῆς κοινωνίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν δεχθῶμεν αὐτήν, ἐὰν παράσχωμεν εἰς αὐτὸν τὸν πτωχὸν κατηγορούμενον τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως κάμωσιν ἀποδεκτὴν τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ 145. Εἰς τοῦτο ἰδίως λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοῦ τῆς Κεφαλληνίας, ὅπου, καθὼς γνωρίζετε πάντες, οἱ πλεῖστοι ἀπουσιάζουσι τῆς νήσου. Θὰ εἶναι δὲ φοβερὸν νὰ ἀπουσιάζῃ ὁ κατηγορούμενος ἐκ τοῦ χωρίου ἢ τοῦ δήμου καὶ ἐρχόμενος νὰ εὑρεθῇ ἐρημοδικασμένος μὲ μίαν βαρεῖαν ποινήν, ν’ ἀπαιτῶνται δὲ μάρτυρες ὑπερασπίσεως, ἵνα βεβαιώσωσι τὴν ἀπουσίαν του, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θὰ γίνωσί ποτε πιστευτοὶ οὗτοι ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ὡς τοῦτο πολλάκις συμβαίνει.

§97Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 145 εἰς τὴν ἀρχήν, ἐκεῖ ὅπου λέγει: «Ἡ κλῆσις γίνεται ἐγγράφως καὶ κοινοποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμενον καὶ τοὺς μάρτυρας τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν...», αἱ «τρεῖς ἡμέραι», ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀρκεταὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅπως προστρέξῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, συνάμα δὲ νὰ κοινοποιήσῃ καὶ κλήσεις μαρτύρων, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν συμπέσῃ ὥστε οἱ μάρτυρες, τοὺς ὁποίους θὰ κλητεύσῃ, νὰ κατοικῶσιν εἰς ἄλλο μέρος παρὰ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως δεχθῇ, λέγω, ἵνα αἱ «τρεῖς ἡμέραι» τροποποιηθῶσιν εἰς «ὀκτὼ ἡμέρας».

§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ πταισμάτων;

§99Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Μάλιστα.

§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ποίαν προθεσμίαν σᾶς καθιεροῖ ἡ Δικονομία;

§101Γ. ΜΠΕΝΟΣ. 24 ὥρας ὁρίζει.

§102Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη δὲν σᾶς ἀρκοῦσιν αἱ τρεῖς ἡμέραι;

§103Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Διότι πρόκειται ἀκριβῶς νὰ διορθώσωμεν τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς ἓν ἕτερον μειονέκτημα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει τὸ τριήμερον νὰ τροποποιηθῇ εἰς ὀκταήμερον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι νῦν δὲν θὰ ἐπιτρέπωνται καὶ ἐρημοδικίαι.

§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ εἶναι νὰ γίνῃ καὶ εἰκοσαήμερον, ἀλλὰ δὲν εἶναι προσῆκον.

§105Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Πλὴν τούτου εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 145, ἵνα μὴ θεωρηθῶ ὡς κωλυσιεργῶν, ἀρκοῦμαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Μπακοπούλου, διότι ἐν τῇ πρακτικῇ θέλει ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει ἀποβῆ ἀπολύτως ἀνεφάρμοστος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Μπακοπούλου, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι δικαστικοὶ κλητῆρες μὲ τὸν μισθὸν τὸν γλίσχρον, τὸν ὁποῖον παρέχομεν εἰς αὐτούς, ἵνα ἐπιδώσωσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα, καὶ οὕτως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου.

§106Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπίστευσα, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐγκαταλείψῃ πλέον τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὴν κατ’ αὐτοῦ κατακραυγὴν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἐμόρφωσα τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν ἐλέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ θέσις αὐτοῦ, μὴ γενομένης τῆς ψηφοφορίας μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐχαρακτήρισε καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς μέρος τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς, ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἐπίστευον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατελίμπανε τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον καὶ οὕτω νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ θέσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρ’ ἐλπίδα σήμερον τὸ εἴδομεν πρῶτον πάλιν ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, καὶ εἴδομεν καὶ τὸ φαινόμενον νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπερογδοήκοντα Βουλευταὶ κατ’ αὐτοῦ, εἴκοσι δὲ μόνον νὰ καταψηφίσωσι τὴν ἀρχήν, ἐθεώρουν, ὅτι θὰ εἶναι ματαιοπονία νὰ ἐξακολουθήσω καὶ ἐγὼ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ τέλος πάντων εἶναι οὐχὶ ἐνδεδειγμένον, ἀλλ’ ἀποδεδειγμένον ὅτι οἱ κ. κ. Βουλευταὶ θέλουσιν ὑπερψηφίσει τούτου. Λέγω ὅτι ματαιοπονία εἶναι νὰ ποιήσηταί τις καὶ παρατηρήσεις μόνον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα.

§107Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μὲ πείσητε ὅτι αἱ παρατηρήσεις σας εἶναι ὀρθαί, θὰ τὰς δεχθῶ.

§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ σᾶς πείσῃ; Εἶσθε ἀμετάπειστος!

§109Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ πρῶτον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ: «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας». Καὶ ὅτε ἐνεχείρισεν εἰς ἕνα τῶν συνοίκων, διὰ τὸ Δικαστήριον εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἐπεδόθη εἰς τὸν κατηγορούμενον ἢ τὸν μάρτυρα τὸ κλητήριον ἢ ἡ κλῆσις, καὶ ἂν δὲν παρουσιασθῇ κατὰ τὴν δίκην δικασθήσεται ἐρήμην. Ἀλλ’ ἐάν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιδίδεται εἰς τὸν σύνοικον, ὁ πρὸς ὃν ἡ κλῆσις, εἴτε μάρτυς εἶναι εἴτε κατηγορούμενος, εὑρίσκηται οὗτος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δὲν θὰ ἔχητε μίαν ἐρημοδικίαν κατ’ αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ εἶναι ἄδικος ἡ ἐρημοδικία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν καλούμενον, ὅστις εὑρίσκεται μακρὰν τῆς πατρίδος του ἢ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐν μεμακρυσμένῳ τόπῳ; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐβεβαιοῦτο ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ τοῦ κλητῆρος διὰ προσθήκης, ἂν πράγματι εὑρίσκεται εἰς τὸν τόπον του, διότι, ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν γίνῃ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἀνθρώπους καταδικαζομένους ἐρήμην, χωρὶς κἂν νὰ πταίσωσι, χωρὶς κἂν νὰ λάβωσιν οὐσιαστικῶς γνῶσιν τῆς ἐπιδόσεως τοῦ δικογράφου. Τοῦτο θὰ εἶναι σύνηθες ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἐμήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐπαρχία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μένουσιν οἰκογένειαι εἰς τὸν τόπον, μένουσι σύζυγοι· οἱ ἄρρενες κατὰ τὰ 9)10 ἀπουσιάζουσι τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους. Λοιπόν, ἐνῷ εὑρίσκεται ὁ κάτοικος Καρυταίνης ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν Ἀμερικῇ, ὡς ἔχομεν καθ’ ἡμέραν παραδείγματα, ἐπιδίδεται ἡ κλῆσις εἰς τοὺς οἰκείους του καὶ αὐτὸς δικάζεται ἐρήμην. Αὐτὸ εἶναι ἄδικον.

§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ οἰκεῖοί του δὲν θὰ γνωρίζωσι ποῦ εἶναι;

§111Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζουσι καὶ θὰ κάμωσι τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κλητῆρα.

§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν νὰ δικασθῇ.

§113Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε θὰ τὸν εἰδοποιήσωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν;

§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι δεκαπέντε ἡμερῶν παράτασιν.

§115Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρῶτον εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ γνωρίζουσιν οἱ οἰκεῖοι, διότι γνωρίζετε, ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι κατὰ κανόνα δὲν γνωρίζουσι τὸν τόπον τῆς διαμονῆς οἱ οἰκεῖοι. Τοῦτο εἶναι κατὰ τὰ 9)10 βέβαιον καὶ θετικόν, διότι τρέχουσιν ἀπὸ μέρους εἰς μέρος νὰ ἐξασκήσωσι τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ δὲν ἔχουσι μόνιμον διαμονήν, ὅπως εἰδοποιηθῶσιν.

§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε σεῖς ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζωνται; Τί νομίζετε;

§117Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κλητὴρ νὰ βεβαιοῖ, ἂν διαμένει ἐν τῷ τόπῳ ἢ ἀποδημεῖ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξασφαλίζεται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, νὰ ζητῇ νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Διὰ τοὺς μὴ εὑρισκομένους ἐπιδίδεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον. Καὶ ἐρωτῶ· ἔχομεν εἰδικοὺς παρέδρους; Ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ πάρεδροι, ὅπως ὁ νόμος ἐπιθυμεῖ καὶ τοὺς θέλει; Νομίζω, Κύριοι, ὄχι, διότι ἐκλογαὶ πρὸς ἐκλογὴν εἰδικῶν παρέδρων δὲν γνωρίζω ἄν ποτε ἐγένοντο. Ὁ δὲ νόμος τοὺς ἅπαξ ἐκλεχθέντας δὲν θεωρεῖ μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς θητείας των ὑπάρχοντας. Λοιπὸν εἰδικοὶ πάρεδροι δὲν ὑπάρχουσι, καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῶν παρέδρων παρέλκει τελείως. Ἀλλ’ ἔχομεν ἱερεῖς. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὡς πρὸς τοὺς ἱερεῖς, θὰ ὑποβληθῶσιν οὗτοι εἰς προστριβάς; Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν συμβιβάζεται τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρουσι, τὸ ἐκκλησιαστικόν, μὲ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς αὐτούς, νὰ τρέχωσι νὰ εὑρίσκωσι μάρτυρας καὶ κατηγορουμένους, νὰ γνωστοποιῶσι καὶ παραδίδωσιν εἰς αὐτοὺς κλητήρια καὶ κλήσεις; Δὲν νομίζετε, ὅτι, ἐνῷ ἔχουσι τὴν ἀγάπην καὶ τὸν σεβασμόν, ὡς ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι, τῶν συμπολιτῶν των, θὰ μεταβάλωσι τοὺς συμπολίτας καὶ τὸ ποίμνιόν των εἰς ἐχθρούς; Νομίζετε, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ κατάστασις ἡμῶν γενικῶς, διότι τοῦτο συμβαίνει καὶ θὰ συμβῇ ἀσφαλῶς, δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀπὸ τοιαύτας προστριβὰς καὶ τοιαύτην αἰσχύνην; Ἀλλ’ ὅταν ἀξιοῦτε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀμελλητὶ νὰ εἰδοποιῶσι τοὺς κατηγορουμένους, πῶς ἐννοεῖτε τὸ ἀμελλητί; Διότι δύναται νὰ παρατάξῃ τις μυρία παραδείγματα τοῦ ἀδυνάτου τοῦ ἀμελλητί. Καὶ πρῶτον, ἐὰν ὁ ἱερεὺς ἐπιμελῆται μιᾶς κηδείας, θὰ φθάσῃ ὁ κλητήρ, θὰ τῷ ἐγχειρίσῃ τὸ δικόγραφον καὶ ἀμελλητὶ θὰ ἀφήσῃ τὴν κηδείαν, θὰ τρέξῃ νὰ ὑπάγῃ νὰ εὕρῃ ποῖον; Τὸν πρὸς ὃν ἡ κλῆσις. Καὶ ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτόν; Θὰ εἶναι ἐντὸς τοῦ χωρίου ἢ θὰ εἶναι εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν εἰς τὴν ἐργασίαν του ὁ πρὸς ὃν ἡ κλῆσις; Πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε αὐτὸν καὶ νὰ ἐπιβάλητε ποινὴν μάλιστα, ἐὰν δὲν σπεύσῃ νὰ τὸν εὕρῃ; Καὶ πῶς θέλετε αὐτὸν τὸν δυστυχῆ ἱερέα τοῦ Ὑψίστου νὰ ἀφήσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ νὰ τρέχῃ ἀνὰ τοὺς ἀγροὺς, ἀνὰ τὰ ποιμνιοστάσια νὰ εὑρίσκῃ τοὺς καλουμένους ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης; Καί, ἂν δὲν τοὺς εὕρῃ καὶ δὲν ἀναφέρῃ ἐμπροθέσμως, θὰ ἐπιβάλληται καὶ ποινὴ εἰς αὐτόν. Ἐπίσης κινδυνώδη εὑρίσκω τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ διδασκάλου, διότι θὰ ἀπομακρύνητε αὐτὸν ἀπὸ τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα. Φοβούμενος τὰς εὐθύνας θὰ ἐγκαταλιμπάνῃ τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον, τὴν ἐπιτήρησιν καὶ ἐπιμέλειαν τῶν τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ θὰ τρέξῃ καὶ αὐτὸς ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰ δάση, ἵνα εὕρῃ τοὺς μὴ εὑρισκομένους εἰς τὸ χωρίον καὶ ἐγχειρίσῃ τὰς κλήσεις πρὸς αὐτούς. Φρονῶ, ὅτι μόνον ἡ ἀστυνομία εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: Ἐπαρκεῖ; Εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἀστυνομία; Γνωρίζετε πάντως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ δύναμις τῆς ἀστυνομίας τῶν ἀγροτικῶν δήμων σύγκειται ἐκ τριῶν χωροφυλάκων, κατὰ κανόνα ἀγραμμάτων, αἱ δὲ ἀποστάσεις τῶν δήμων τῶν ἀγροτικῶν εἶναι τοιαύτη καὶ τηλικαύτη, ὥστε καθίσταται ἀδύνατον καὶ εἰς τὸν κλητῆρα καὶ εἰς τὴν ἀστυνομίαν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα φέρω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, τὸν δῆμον Θελπούσης τῆς ἐπαρχίας μου, τὸ εἰρηνοδικεῖον τοῦ ὁποίου σύγκειται ἀπὸ δύο δήμους, τὸν δῆμον Τροπαίων καὶ τὸν δῆμον Θελπούσης. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ εἰρηνοδικείου μέχρι τῶν ἄκρων χωρίων τοῦ δήμου Θελπούσης; Εἶναι 8 ὧραι μέχρι Βιδιακίου, εἶναι ἄλλη τόση ἀπόστασις μέχρι Μπέλεσι. Καὶ ἐλέγετε πρότερον εἰς ἕτερον κ. συνάδελφον, ὅτι μόνον τὰς Κυριακὰς γίνονται ἐπιδόσεις.

§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον μόνον.

§119Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται τοῦτο, ὅτε τοιαύτην περιφέρειαν ἔχει εἷς δῆμος, νὰ ἐπαρκέσωσι μεταβαίνοντες εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν καὶ νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς αὐτό; Ἡ παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου 10 δραχμῶν. Ἀλλὰ πῶς θὰ βεβαιοῦται, κύριε Ὑπουργέ, τοῦτο; Ἔχετε ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον, ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἀντίγραφον δ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως, καὶ συντάσσει ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παραλαβόντος κλ.». Πῶς θὰ βεβαιοῦται τοῦτο; Ἐκ μόνης τῆς ἐκθέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅτι ἠρνήθη ὁ Α νὰ παραλάβῃ τὰ δικόγραφα; Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ βεβαιοῦται, καὶ τὸ Δικαστήριον θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινήν! Ἀλλοίμονον, ἐὰν τοιοῦτόν τι εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον ἀρνήσεως νὰ εἶναι μόνον ἡ βεβαίωσις τοῦ κλητῆρος! Τότε ἀλλοίμονον!

§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Λαγοπάτης, ἔδωκα ἐξήγησιν, ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοτελοῦς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζηται καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδεικνύηται ὅπως πάντα τὰ λοιπά. Ἐὰν ἠρνήθη ἑπομένως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτελῇ μόνον τοῦτο στοιχεῖον.

§121Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ κατηγορία τίνα ἄλλα μέσα ἀποδεικτικὰ θὰ παρουσιάσῃ;

§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἄλλα ἔχει.

§123Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδὲν ἄλλο ἔχει, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ. Ἄλλως, ὅταν ἀποκαλύπτηται ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ καὶ βεβαιοῦται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κλητῆρος ὅτι ὁ Α ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ, ἔχει δικαίωμα τὸ Δικαστήριον ἀμέσως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν αὐτήν. Ὅπως ἔχει τοῦτο, εἶναι κινδυνῶδες. Τοῦτο θὰ ἀνατρέψῃ τὴν κοινωνικὴν ἡσυχίαν, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω, διότι αἰσθάνομαι ὅτι πάλιν ἐπὶ ματαίῳ θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ θὰ κουράσω ἴσως μάλιστα καὶ τὸν ἑαυτόν μου, διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶναι, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος φέρουσιν, ἡ αὐτή, οἵα καὶ πρότερον.

§124Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν ἡμερῶν, ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ τὴν ἐπεκτείνῃ, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι χωρία ἀπέχοντα ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ πταισματοδικείου 12 ὥρας καὶ πλέον.

§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον περὶ αὐτοῦ.

§126Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Καὶ εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 145 ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα κατὰ πρῶτον λόγον ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή, καὶ κατόπιν, μὴ ὑπαρχούσης ταύτης, ἐπιδίδωσι τὰ δικόγραφα οἱ ἀστυνομικοί, οἱ πάρεδροι καὶ οἱ ἄλλοι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε καὶ ἄλλος συνάδελφος, καὶ διὰ τὸν λόγον νὰ μὴ καταστήσωμεν τὸν ἱερέα μισητόν, διότι, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν διαζευκτικῶς, τότε ἠμπορεῖ νὰ προτιμᾷ τὸν διδάσκαλον, καὶ τότε ὁ διδάσκαλος θὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ πολύ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἔχει τὰ μέσα νὰ στέλλῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον τὰ κλητήρια διὰ τῶν χωροφυλάκων, ἐνῷ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ διδάσκαλος δὲν ἔχουσι, καὶ θὰ ἴδωμεν ὁ διδάσκαλος νὰ στέλλῃ τοὺς μαθητὰς νὰ διανέμωσι τὰ κλητήρια. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ νὰ προτιμᾶται, καὶ ἐλλείψει ταύτης νὰ ἔρχηται ὁ διδάσκαλος καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ ἱερεύς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ χωρία, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καὶ διδάσκαλον καὶ ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, παρὰ μόνον πάρεδρον εἰδικόν, ὅστις δὲν ἠξεύρει καὶ γράμματα· τότε τί θὰ γίνῃ; Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία ἔχει ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ἀποστέλλῃ τὰ κλητήρια. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 145 λέγει, ὅτι ἐπὶ προσώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν γίνεται ἡ ἐπίδοσις κατὰ τὸ ἄρθρον 146, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἤξευρον ἂν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 146, ἔνθα ἀναφέρεται περὶ τῶν ἀρνουμένων νὰ λάβωσι τὰ δικόγραφα περιλαμβάνεται καὶ ὁ κατηγορούμενος.

§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικά.

§128Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐπιστήμην, διότι ὁ κατηγορούμενος κατ’ οὐδεμίαν ἀρχὴν γραπτοῦ νόμου ὑποχρεοῦται νὰ συμπράττῃ εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ καταδίκην του.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας.

§130Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, μόνον ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω πρακτικάς, μᾶλλον ἐμπειρικὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀλλ’ οὐδεμίαν θὰ ἐποίουν προκειμένου περὶ ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου δὲν εἰσῆγε κάτι τι τὸ καινοφανές, κάτι τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προξενήσῃ καὶ κακὸν βεβαίως. Διότι μέχρι τοῦδε ἡ ἀνακοπὴ ἐθεωρεῖτο ὡς δικαίωμα καί, ἐφ’ ὅσον ἦτο δικαίωμα, δὲν ἀπεδίδετο μεγίστη προσοχὴ εἰς τὴν δικαιολογίαν τῆς ἐπιδόσεως, διότι τὸ πολὺ πολὺ ὁ κατηγορούμενος θὰ ἐζημιοῦτο 10 ἕως 15 δραχμάς. Σήμερον ὅμως ἡ ἀνακοπὴ δὲν εἶναι δικαίωμα, καὶ προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ, ὥστε τὰ ὑπὸ τοῦ σχεδίου ἐπιδιωκόμενα νὰ πραγματοποιῶνται ὄντως καὶ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος. Νομίζω ὅτι τὸ πνεῦμα τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 145 τῆς παραγράφου αʹ καὶ βʹ εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἰδοποιῆται πάντως ὁ κατηγορούμενος, ἵνα ἔχων γνῶσιν προσέρχηται εἰς τὸ Δικαστήριον, ὁσάκις καλεῖται. Ἐπιτυγχάνεται τοῦτο δι’ ὅσων ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ναὶ ἢ ὄχι; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν ἐπιτυγχάνεται ἀπολύτως. Καὶ πρῶτον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς οἰκίας του, θὰ ἐγχειρισθῇ εἰς οἰκείους του. Ἂν ὅμως ἀναχωρήσωσιν ὅλοι, π.χ. ἀπὸ τὰ Λαγκάδια πηγαίνωσιν ὅλοι εἰς Σπάρτην, τότε οὐδεὶς σύνοικος θὰ παρουσιασθῇ καὶ ὁ κατηγορούμενος θὰ δικασθῇ ἐρήμην. Ἀνακοπὴν δὲν θὰ δύναται νὰ κάμῃ, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνωτέρα βία· συνεπῶς ἐδικάσθη ἀναπολόγητος. Κατόπιν λαμβάνονται προφυλάξεις διὰ τῆς παραγράφου δευτέρας: «Ἀρνουμένου τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον, ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἀντίγραφον δ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον κ.τ.λ.» Φρονῶ ὅτι αἱ προφυλάξεις αὗται δὲν εἶναι σκόπιμοι δημιουργοῦσαι ἁπλῶς μίαν πολυτέλειαν γραφειοκρατείας ἄνευ οὐδενὸς σπουδαίου λόγου. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων τὴν ἀπάλειψιν ἐντελῶς τῆς παραγράφου ταύτης, καὶ ἀντὶ τούτου νὰ ἐτίθετο ὥστε ὁ κλητὴρ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν εὑρίσκει τὸν ἴδιον τὸν καλούμενον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπογράφῃ ἢ νὰ λαμβάνῃ ὁ ἴδιος προσωπικῶς τὸ ἐπιδιδόμενον δικόγραφον, τότε νὰ εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἐπιδίδῃ ἀντίγραφον εἰς τὸν ἱερέα καὶ εἰς τὸν πάρεδρον καὶ νὰ συντάσσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἡ περίπτωσις αὐτή. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ νὰ βεβαιοῖ ὅτι ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις διαμένει ἐν τῷ τόπῳ. Αὐτὴ θὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ τὸν δικάσῃ ἐρήμην. Οὕτω νομίζω ὅτι πληροῦται πληρέστατα ὁ σκοπός, νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν κλητῆρα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τὸ παραλάβῃ ὁ ἴδιος, νὰ τὸ ἐπιδίδῃ ἐν ἀντιγράφῳ εἰς τὸν ἱερέα καὶ τὸν διδάσκαλον, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν συντασσομένην ἔκθεσιν νὰ βεβαιῶσιν ἂν ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις διαμένει ἐν τῷ τόπῳ. Οὕτω νομίζω ὅτι πληροῦται ὁ σκοπὸς πληρέστατα. Καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς τὸ ἄρθρον 146 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἀναφέρεται ὅτι «....προσλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μάρτυρες», εἰσάγεται δηλαδὴ ἡ τροποποιηθεῖσα τελευταῖον διάταξις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ γείτονος προσλαμβάνονται μάρτυρες. Τοῦτο, Κύριοι, προκειμένου περὶ ἀνακοπῆς ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα, εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι μάρτυρας ὁ κλητὴρ λαμβάνει ὁθενδήποτε. Μεταβαίνει εἰς τὰ χωρία καὶ παρουσιάζει κατόπιν τὰ ἐπιδοτήρια ὑπογραφέντα ὑπὸ μάρτυρος διαμένοντος ἐν τῇ πόλει. Θεωρῶ ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ, ὥστε ὁ μάρτυς νὰ εἶναι κάτοικος τοῦ χωρίου, ὅπου πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδοσις. Ἔτι πλέον θέλω ὁ μάρτυς νὰ γνωρίζῃ γράμματα, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἓν ὁλόκληρον χωρίον νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς γράμματα, τὰ δὲ γράμματα τὰ θέλω, διότι θὰ ὑπογράψῃ, καὶ θὰ ἔχω ἀκόμη μίαν ἄλλην ὑπογραφὴν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ καταγγείλω ἐπὶ ψευδεῖ βεβαιώσει, ἐνῷ τώρα ἔχομεν μόνον τὸν κλητῆρα. Ἐπίσης τὴν διάταξιν «κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν» θεωρῶ καινοφανῆ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐγώ, ὁ πρὸς ὃν ἐπιδίδεται δικόγραφον πολιτικόν, ἔχω σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶ τὴν παραλαβὴν αὐτοῦ. Ἡ διάταξις εἶναι καινοφανής, ὥστε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ δικάζωνται ἀναπολόγητοι.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης.

§132Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διατυπώσεις τινὲς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος. Ἀλλά, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις αὗται, ποία θὰ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς μὴ τηρήσεως; Καὶ ἤθελον νὰ ἀναγραφῇ ὅτι «ἡ μὴ τήρησις τῶν διατυπώσεων τούτων συνεπάγεται τὴν ἀκυρότητα τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος».

§133Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ ἑνώσω τὰς συστάσεις μου, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν τάσσει τὸ ἄρθρον 145. Φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ παρατείνηται ἡ προθεσμία λόγῳ ἀποστάσεως.

§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει παράτασιν εἰς τὸ ἄρθρον 143.

§135Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὥστε γίνονται αἱ παρατάσεις.

§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπίσης κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεώς του ὡς ἔχει. Ἐφηρμόσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτε ἦτο νόμος, ἐν πολλοῖς Δικαστηρίοις, ἐφηρμόσθη δὲ καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Πατρῶν ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον, εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι μὴ ληφθείσης τότε προνοίας περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνήργουν τὰς ἐπιδόσεις, αἱ ἐπιδόσεις ἐνηργοῦντο δυσχερῶς, καὶ αἱ δίκαι, αἱ ὁποῖαι εἰσήγοντο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, ἦσαν εὐάριθμοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐθεώρησα ἀτύχημα. Τοὐναντίον, εἶδον ὅτι οἱ δικασταὶ ἠδύναντο νὰ ἐξακριβῶσιν αὐτὰς λεπτομερέστερον καὶ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον καλλίτερον. Ἄλλως τε σήμερον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν συγχρόνως καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον τὸ προνοοῦν περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν προσώπων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ὅλας τὰ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας κρίνομεν οὐσιώδεις. Τότε δὲ συνδυάζων τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τῆς διατάξεως τῆς συγχρόνως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καταστάσης νόμου περὶ ὑποχρεωτικοῦ τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, εἶδον καὶ ἐπείσθην ὅτι ἐπέρχεται ποιά τις καταστολὴ εἰς τήν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀσέβειαν τῶν κατηγορουμένων, οἵτινες ἠδιαφόρουν τελείως, ὁσάκις ἐλάμβανον κλῆσιν, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των. Ἡ λέξις ἀσέβεια εἶναι ἡ ἐλαφροτέρα, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ μεταχειρισθῇ. Ἐλάχιστοι ἐλάμβανον ὑπὸ σοβαρὰν ὄψιν ὅτι κατηγοροῦντο, ὅτι ἐπέκειτο κακόν τι δι’ αὐτούς, ὅτι κατηγορία σημαίνει, ὅτι ἐπίκειται κακόν τι ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας διὰ κακόν, ὅπερ ἔπραξεν οὗτος καὶ ὅπερ ἀνταποδίδει ἡ Πολιτεία εἰς τὸν καλούμενον καὶ κατηγορούμενον. Ἡ πρώτη συζήτησις πάντοτε ἐθεωρεῖτο μηδέν. Δὲν εἶναι βεβαίως παράστασις εὐπρόσωπος ἐκ μέρους πολίτου ἀνήκοντος εἰς Κράτος εὔνομον ἀπέναντι τοῦ Κράτους τούτου. Ἡ δευτέρα συζήτησις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐγίνετο κατὰ τρόπον δεικνύοντα περιφρόνησιν ἐπίσης πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἢ μᾶλλον τάσιν εἰς τὸ ἐνεδρεῦσαι διὰ τὸ ἐπιτυχεῖν ἀπόφασιν, οἵαν ὁ κατηγορούμενος ἤθελεν αὐτήν· διότι ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι παρέστην εἰς δίκας, κατὰ τὰς ὁποίας κατηγορούμενοι ἐνασκοῦντες δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ μὴ ἀρεσκόμενοι εἰς τὰς πρώτας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπὸ τοὺς Πλημμελειοδίκας, εὑρίσκοντες ταύτας αὐστηράς, ἀπεσύροντο, ἄφηνον νὰ ἀπορριφθῇ ἡ ἀνακοπή των, διὰ νὰ ἐνασκήσωσι τρίτην, τετάρτην, πέμπτην, μέχρις ὅτου ἐπιτύχωσιν ἐκείνους τοὺς δικαστάς, οἵτινες ἐπιεικῶς εἴτε ἀπὸ φύσεως εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἤθελον δικάσει αὐτούς.

§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;

§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.

§140ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτὲ δὲν γίνεται αὐτό.

§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐδικηγόρησα τοὐλάχιστον ὅσον καὶ ὑμεῖς.

§142ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες ἐδικηγορήσαμεν καὶ οὐδέποτε ἀπηντήσαμεν τρίτην καὶ τετάρτην ἀνακοπήν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι, διὰ νὰ συνταχθῇ ἡ δευτέρα ἀνακοπή, πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ κρατῆται ἐν φυλακῇ, διότι ἄλλως δὲν συντάσσεται.

§143Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσι τὰ βιβλία τῶν συζητήσεων, θὰ ἐβλέπετε ὅτι πολλάκις ἀπερρίπτετο ἡ δευτέρα ἀνακοπή, μὴ ἐκφωνοῦντος «παρὼν» τοῦ κατηγορουμένου, ἐγίνετο δὲ ἄλλη μετέπειτα, χωρὶς νὰ γνωσθῇ ὅτι ἡ ἐνασκουμένη ἀνακοπὴ ἦτο ἡ τρίτη. Ἰδοὺ ὁ τρόπος. Ἐκεῖνος βεβαίως, ὁ ὁποῖος προσέρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τρίτην ἀνακοπήν, δὲν ἔχει τὴν ἀφέλειαν νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνήσκησεν ἤδη δευτέραν ἀνακοπήν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον μιᾶς, δύο ἑβδομάδων ἐνήσκει ἀνακοπήν, ὡσανεὶ αὐτὴ ἦτο ἡ δευτέρα (ἀντιρρήσεις καὶ διάλογοι ζωηροί). Ἐὰν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ὅλοι ὁμοῦ νὰ συγκεντρωθῆτε εἰς δύο ἢ τρεῖς, διὰ νὰ διεξαγάγω μεθ’ ὑμῶν μίαν διαλογικὴν συζήτησιν, εὐχαρίστως ἤθελον πράξει τοῦτο καὶ ἤθελον δώσει ἀπαντήσεις, ἀλλὰ μὲ διακόπτετε τόσον πολλοί, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαγάγω μεθ’ ὅλων συζήτησιν. Ἡ ἐγγύησις, Κύριοι, ἡ ὁποία προνοεῖται διὰ τοῦ ἑτέρου νόμου τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς πλήρη ἐφαρμογήν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως εἶπε καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Λαγοπάτης, ὅτι δὲν τηρεῖται ἐπαρκῶς ἐν τῇ πράξει σήμερον ἡ ἐγγύησις αὕτη· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἰδιαιτέρου τινὸς νόμου, διότι νόμος ὑπάρχει· εἶναι ζήτημα μιᾶς ὑποδείξεως διοικητικῆς, ὑποδείξεως διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης θὰ κληθῇ εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσῃ ταύτην πιστῶς. Θὰ ἔχωμεν λοιπόν, ἐὰν τοῦτο γίνῃ, ἐὰν πιστῶς ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ μίαν ἐγγύησιν προκαταρκτικὴν διὰ τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ λάβῃ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως, γνῶσιν τῆς κατηγορίας καὶ ἐν καιρῷ νὰ ἀμυνθῇ. Τεθέντος τούτου, ἐξεταστέαι εἶναι παρατηρήσεις τινές, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐφάνησαν εὔλογοι. Ἤκουσα μίαν παρατήρησιν, ταύτην, ὅτι τὸ κλητήριον, ὅπερ κατὰ τὸ σχέδιον πρέπει νὰ περιέχῃ ὡρισμένους ὅρους, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνταχθῇ κατὰ τοὺς ὅρους τούτους, καὶ ὑπεβλήθη εὐχή, ὅπως ἀπαγγέλληται ἡ ἀκυρότης διὰ τὴν παράβασιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ αὐστηρὰ αὕτη συνέπεια, διὰ πᾶσαν παράλειψιν. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ κλητήριον, ὅπερ πρέπει κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ νόμου νὰ ἀναφέρῃ συνοπτικῶς τὸ πταῖσμα, συνετάχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀναφέρηται μὲν συνοπτικῶς τὸ πταῖσμα, ἀλλὰ νὰ εἶναι τελείως βεβαιωμένον εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅτι καλεῖται διὰ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα πρᾶξιν. Νομίζετε τώρα ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς πληροῦται, ἐὰν ἀπαγγείλωμεν ἀκυρότητας διὰ τοιαύτας ἐπουσιώδεις παραλείψεις, ὡσανεὶ ἐζῶμεν εἰς τὴν παλαιοτάτην ἐκείνην ἐποχὴν τοῦ δικαίου, καθ’ ἣν ἡ παράβασις μιᾶς μόνης τυπικῆς λέξεως ἐκ τοῦ ὅλου τύπου τῆς formula ἐπέφερεν ἀκυρότητα; Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον. Τοὐναντίον θὰ ἐθέτομεν περισσότερους φραγμοὺς καὶ ἐμπόδια εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ὁποίας σκοποῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἤκουσα ἐπίσης ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἀναγομένην εἰς τοῦτο—ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Μουσούρης ὑπέβαλε ταύτην—, ὅτι ἀναφέρεται μὲν ἡ ὑποχρέωσις περὶ τῶν ἐπιστατῶν ὡς συνοίκων, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τίνες θὰ εἶναι οἱ σύνοικοι, ἐπιστάται κλπ...

§144Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι, προκειμένου περὶ κοινοποιήσεως γενομένης εἰς φυλακισμένους, περὶ συνοίκων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι εἰς σύνοικον κοινοποιεῖται τὸ δικόγραφον, ὅταν ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις εἶναι ἀπών, ὁ πρὸς ὃν δὲ ἡ κοινοποίησις, ὅταν εἶναι φυλακισμένος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπὼν τῶν φυλακῶν.

§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ.

§146Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὅταν ἀρνηθῇ, τοιχοκολλᾶται.

§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν ἀντελήφθην τί εἴπετε;

§148Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὰ συγχύζετε.

§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἐσύγχυσα ποσῶς. Ἡ σύγχυσις βεβαίως δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ μέρος τὸ ἐμόν. Λέγει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὅτι: «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας .... Ἀρνουμένου τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κλπ.» Ὅταν ἀρνηθῇ λοιπὸν ὁ καλούμενος, εἶναι πρόδηλον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, διὰ νὰ τοιχοκολληθῇ τὸ δικόγραφον, μόνη ἡ ἄρνησις τοῦ καλουμένου, διότι ὁ κλητήρ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν τοιχοκόλλησιν, πρέπει νὰ ἔχῃ βεβαιωμένην τὴν ἄρνησιν «τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων». Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ σύνοικοι; Ὑπάρχει ἡ γραμματικὴ σημασία τῆς λέξεως, ἡ ὁποία δεικνύει εἰς ἡμᾶς· ἀλλ’ ὁ νόμος δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐθεώρησεν ὡς σύνοικον, καίτοι ἠδύνατο νὰ μὴ εἶναι οὕτως ἀκριβὲς τὸ πρᾶγμα, καὶ τὸν ἐπιστάτην, διότι παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις ἀπὸ τοὺς συνοίκους· ὁ σύνοικος ἐνδέχεται νὰ ἀπουσιάσῃ μίαν, δύο, τρεῖς ἡμέρας, ἀλλ’ ὁ ἐπιστάτης τῆς φυλακῆς οὐδέποτε. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο· ἐὰν παρατηρήσητε εἰς δύο διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδητε πόσον αὐστηρότερον εἶναι τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν ἐπιστάτην, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὅτι δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ. Λέγει τὸ ἄρθρον δηλαδή: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν». «Ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 50 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον». Ὑψώνει, βλέπετε, τὴν εὐθύνην τοῦ ἐπιστάτου. Καὶ δικαίως. Διότι αὐτοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι μείζονα εὐθύνην, καὶ πρέπει ὁ ἐπιστάτης καὶ ὁ ὑπεπιστάτης νὰ ἐκπληρώνωσιν ἀκριβῶς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνέθηκεν ὁ νόμος. Ἐγὼ δὲ φρονῶ ὅτι, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐγερθῶσι παράπονα, θὰ εἶναι ἡ περίπτωσις, αὕτη, καθ’ ἣν ὁ κλητὴρ πρόκειται νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον καὶ τὸ δώσῃ εἰς τὸν φυλακισμένον. Τὸ νομοσχέδιον τώρα προνοεῖ, εἰς μὲν τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 145, ὅπως τροποποιεῖται, περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος ἔχει κατοικίαν καὶ ἡ κατοικία εἶναι γνωστή, εἰς δὲ τὴν τρίτην παράγραφον περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει κατοικίαν· εἶναι καὶ ἄλλη τις περίπτωσις ἐκτὸς ταύτης, ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐφαρμόζεται ἡ γνωστὴ διαδικασία κατὰ ἀπόντων καὶ φυγοδίκων. Ἔχομεν λοιπὸν δύο περιπτώσεις μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· εἰς τὴν πρώτην εἶναι γνωστὴ ἡ κατοικία τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις· εἰς τὴν δευτέραν δὲν εἶναι. Ἤκουσα τώρα: τί θὰ γίνῃ δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι παραθερίζουσιν εἰς τὸ ἄλφα μέρος καὶ παραχειμάζουσιν εἰς τὸ βῆτα; Ἀλλὰ τότε εἶναι δύο κατοικίαι. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ἐὰν ἡ μία ἐκ τῶν δύο κατοικιῶν δὲν εἶναι ἐπικρατεστέρα, ὥστε νὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς περὶ τῆς μιᾶς μόνον κατοικίας ὡς χαρακτηριστικῆς τοῦ κέντρου τῶν ἰδιαιτέρων ἀτομικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ὑποθέσεων. Καὶ αἱ δύο θὰ θεωρηθῶσιν ὡς κατοικίαι, καὶ ὅπου εὑρίσκεται ὁ καλούμενος, ἐκεῖ θὰ μεταβῇ ὁ κλητὴρ πρὸς ἐπίδοσιν.

§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν δίδεται ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία ὅτι εἰς τὴν λέξιν «ἀπόντων» ἐννοεῖται ἡ διαμονὴ τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ γεννῶμεν ζητήματα;

§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ποινικὸς δικαστὴς δὲν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς· θὰ ἔχῃ τὸν νόμον.

§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ «ἀπόντων» σημαίνει αὐτό;

§153Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι στενοκέφαλος ἴσως ὁ δικαστὴς καὶ τὸ παρερμηνεύει.

§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι στενοκέφαλος.

§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ λοιπὸν ἡ κατοικία, Κύριοι, προνοεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί θὰ γίνῃ· πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος ἢ οἱ σύνοικοι. Σήμερον τί γίνεται; Εἶναι γνωστὸν πῶς διανέμονται τὰ ποινικὰ δικόγραφα· μεταβαίνει εἷς κλητήρ, λαμβάνει τινὰ ἐξ αὐτῶν καὶ τὰ δίδει εἰς τὸν πρῶτον, τὸν ὁποῖον θὰ συναντήσῃ καθ’ ὁδόν, καὶ ἐκεῖνος ἢ τὰ διανέμει ἢ ὄχι κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του.

§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χωρὶς νὰ μεταβῇ.

§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ἐγγυήσεις μεγαλειτέρας, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε δικαίως προεβλέφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἔπρεπε νὰ προνοηθῶσιν, ἀφοῦ ἡ ἀνακοπὴ σήμερον δὲν θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη ὅπως τὸ πρίν, ὡς δικαίωμα ἁπλῶς. Ποῖα μέτρα λαμβάνονται; Τὸ σχέδιον τοῦ νόμου ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὅσον τὸ δυνατὸν διὰ περισσοτέρων ἐξασφαλίσεων γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος. Εἶπε λοιπὸν ὅτι ἀποτείνεται ὁ κλητὴρ καὶ εἰς τὴν «ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως». Περὶ τίνος πρόκειται; Περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἀρνεῖται ὁ καλούμενος καὶ οἱ σύνοικοι νὰ ὑπογράψωσιν.

§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κεκλεισμένην οἰκίαν του;

§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν ἔχετε ὑπομονήν; Ὑμᾶς δὲν διέκοψε κανείς.

§160Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε δύο περιπτώσεις. Διὰ τὴν τρίτην περίπτωσιν.

§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νῦν περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἀρνεῖται ὁ καλούμενος καὶ οἱ σύνοικοι νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον —ἐὰν εἶναι παρὼν καὶ ἀρνῆται.—Ἡ εἰδοποίησις ἐγένετο, ἀφοῦ μετέβη ἐκεῖ ὁ κλητήρ, τὸν εὗρε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ παραλάβῃ· αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται εἰς τὸν νόμον, εἶναι περιτταὶ διὰ τὴν περίπτωσιν. Ἐὰν ὅμως ἀπουσιάζῃ προσωρινῶς ὁ καλούμενος οὐχὶ μακρὰν τοῦ τόπου, ὅπου διαμένει, εὑρίσκωνται δὲ οἱ σύνοικοι, οἱ ἄνθρωποι μετὰ τῶν ὁποίων θὰ συμβιοῖ, καὶ οἵτινες εἶναι οἱ ἐγγύτεροι αὐτῷ, οἱ συγγενεῖς του, αὐτοὶ δὲν εἶναι φυσικώτατον ὅτι θὰ τὸν εἰδοποιήσωσι προφορικῶς; Δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτὴν τὴν πιθανωτάτην εἰδοποίησιν ὁ νόμος, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πολιτικὰ καὶ ἠθικὰ γενικὰ καθήκοντα, νὰ εἰδοποιήσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, μίαν θεωρίαν, ὅτι εἶναι ἀγγαρεία, ἐὰν εἴπητε εἰς τὸν ἀστυνόμον, ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν ἱερέα νὰ τρέχῃ νὰ ἀσχολῆται, εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὅλοι αὐτοί, Κύριοι, εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρέπει νὰ ἀναθέτῃ πᾶν πρόσφορον ἔργον ἡ Πολιτεία. Ἀφοῦ αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀγγαρεία, ἐὰν ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς μίαν ὑποχρέωσιν; Εἶναι ἀγγαρεία, ὅταν ἀναθέτωμεν εἰς τοὺς δημάρχους καθ’ ἑκάστην τόσα καθήκοντα; Ποίου εἴδους θεωρία εἶναι αὕτη, ὅτι πᾶσα ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τὴν Πολιτείαν μετατρέπεται εἰς ἀγγαρείαν;

§162Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἔκαμνον εἰς ὑμᾶς;

§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἐὰν εἶναί τις δικηγόρος, καὶ ἐπιβάλλῃ εἷς νόμος ὑποχρέωσίν τινα, ὀφείλει νὰ μὴ τὴν ἐκπληρώσῃ ἀρνούμενος καὶ λέγων ὅτι εἶναι ἀγγαρεία; Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ ἀντίληψίς σας διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δικηγορικοῦ καθήκοντος ὑπὸ τὴν ὄψιν αὐτήν.

§164Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μιχαλακόπουλε, θὰ εἶναι δύσκολος.

§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, φαίνεται, δὲν ἐλάβετε, ὅτι ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει συνοίκους ἢ ἔχει κακούς.

§166Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ φύγει;

§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ νόμος. Ἐὰν ἔχῃ κατοικίαν, εἶναι γνωστὸς καὶ ἔχει συνοίκους· ἐὰν δὲν ἔχῃ, θὰ εὑρίσκηταί τις ἐν τῷ τόπῳ ἐκ τῶν ἐν τῷ σχεδίῳ ἀναφερομένων.

§168Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφυγεν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς κατοικίας.

§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ κατοικεῖ;

§170Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέχει δέκα ὥρας· ποῦ θὰ ὑπάγῃ;

§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ;

§172Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε ὥρας μακράν.

§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡ κατοικία του;

§174Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ διαμονή του.

§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ νόμος ἐπὶ προσώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν; Τὸν θεωρεῖτε φερέοικον δηλαδή;

§176Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει κατοικίαν καὶ ἔχει διαμονὴν ἄλλην.

§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κατοικίαν του.

§178Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ γίνῃ τότε;

§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ νόμος. Ἢ ἔχει τις κατοικίαν ἢ δὲν ἔχει· τὸν θεωρεῖτε φερέοικον ἢ ἔχοντα κατοικίαν;

§180Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει κατοικίαν καὶ ἔχει διαμονὴν ἀλλοῦ.

§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κατοικίαν του, ὅπου θὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ χωρίῳ εἷς ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§182Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν ἱερέα. Ὑποθέσατε, ὅτι πηγαίνει αὔριον, ὅτι πηγαίνει τὴν δευτέραν ἡμέραν ἢ τὴν τρίτην ἢ τὴν τετάρτην ἡμέραν· θὰ μεταβληθῇ εἰς φορητὸν νοσοκομεῖον, ἐὰν πηγαίνῃ τακτικώτατα.

§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς φαντάζεσθε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς χωρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λείπουσι καὶ μένει μόνον ὁ ἱερεύς. Ἐὰν ὅλοι ἔχωσι μετοικήσει προσωρινῶς, βεβαίως θὰ ἔχῃ μετοικήσει καὶ ὁ ἱερεύς. Ἐὰν μεταβληθῇ ἡ ἕδρα τοῦ δήμου καὶ πάντες μεταβῶσιν εἰς τὴν χειμερινήν, βεβαίως ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ὁ ἱερεύς. Διατί τότε ὁ κλητὴρ θὰ προτιμήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ μὴ κατοικούμενον χωρίον καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄλλο, ὅπου μετέβησαν οἱ κάτοικοι, καὶ ὅπου ἡ συγκοινωνία θὰ εἶναι εὐχερεστέρα; Διότι τὸ δυσχερὲς τῆς συγκοινωνίας ἀναγκάζει τοὺς κατοίκους νὰ ἀλλάσσωσι διαμονήν. Καὶ φυσικὸν εἶναι ὅτι ὁ κλητὴρ θὰ ἐκλέξῃ τὴν εὐκολωτέραν συγκοινωνίαν καὶ ὄχι τὴν δυσκολωτέραν. Δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι οἱ ἱερεῖς θὰ πλαστογραφῶσιν, ὅτι οἱ κλητῆρες θὰ συνεννοηθῶσι μὲ τοὺς ἀστυνόμους; Ἐὰν φαντάζησθε τοιαῦτα ἐγκλήματα, εἶναι περιττὸν τότε νὰ συζητῶμεν. Μία ἄλλη παρατήρησις ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. Λαγοπάτην, καὶ ἥτις συνίστατο εἰς τὴν ἀπορίαν, ποῖον Δικαστήριον ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῶν 50 δραχμῶν. Δικαίως ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, ἂν τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ τὴν κυρίαν δίκην, θὰ δικάζῃ καὶ τὸ ἀδίκημα τὸ δημιουργούμενον νῦν ὑπὸ τοῦ σχεδίου τοῦ νόμου ὡς ἀδίκημα. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ἂν δημιουργεῖται ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης ἴδιον εἶδος ἀδικήματος ἢ ἂν δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, εἰς τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν κληθῇ δημόσιος ὑπηρέτης ἢ ἰδιώτης ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς συνδρομὴν πρὸς ἐπιτέλεσιν ὡρισμένης πράξεως καὶ ἀρνηθῇ οὗτος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν, τιμωρεῖται. Ὁπωσδήποτε ὅμως διασαφηνίζεται τὸ πρᾶγμα διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶναι περιττὸν ἤδη νὰ συζητῶμεν, ἂν ὑπάγεται εἰς τὴν γενικὴν διάταξιν ἢ νῦν τὸ πρῶτον πλάσσεται ὡς ἀδίκημα. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δημιουργεῖται ἰδιώνυμον ἀδίκημα. Ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω. Ἀλλ’ ἆρά γε θὰ δικάσῃ τὸ Δικαστήριον καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν δικάζῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν; Τοῦτο ἐξαρτᾶται. Ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ ἀρχαί. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔπραξε τὸ ἀδίκημα, εἶναι πρόσωπον δημοσίου ὑπηρέτου, δημοσίου ὑπαλλήλου, τότε δικάζεται ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, θὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ ἴδιον Δικαστήριον, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν τὸ Δικαστήριον τοῦτο εἶναι τὸ Πταισματοδικεῖον.

§184Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχει ὁμοιότητα αὐτό, διότι τὸ Πταισματοδικεῖον ἔχει δικαιοδοσίαν τότε, ὅταν τὸ ἀδίκημα γεννᾶται ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ.

§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθῇ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, κ. συνάδελφε. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ πταισματοδίκης ἀνακαλύπτει, ὅτι εἷς κλητὴρ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, δύναται νὰ τὸν τιμωρήσῃ ἀμέσως.

§186Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ.

§187Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι κατηργήθη ὁ κανὼν ὁ λέγων, ὅτι ὁ δικαστὴς τοῦ κυρίου εἶναι καὶ δικαστὴς τοῦ παρεμπίπτοντος, διότι καὶ ἐδῶ τὸ ζήτημα θὰ εἶναι παρεμπῖπτον, ἴσως εἶναι πέρα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ δικαστοῦ τοῦ κυρίου, ἐν τούτοις ὀφείλει νὰ τὸ τιμωρήσῃ ὁ δικάζων δικαστής. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν σχετίζεται μὲ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀναμφισβητήτως θὰ γίνῃ τακτικὴ δίκη. Δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι ἰδιώνυμον αὐτὸ τὸ ἀδίκημα.

§188Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οὕτω πως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.

§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἴδιον ἀδίκημα.

§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες ἰδιώνυμον ἀδίκημα;

§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνάγεται εἰς γενικωτέραν τινὰ κατηγορίαν, π. χ. εἰς τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ζωῆς, εἰς τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ σώματος.

§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνήκει ὅμως τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀδίκημα εἰς τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς Πολιτείας, εἰς τὴν ἀπάθειαν πρὸς τὰς δημοσίας ἀρχάς, καὶ πρέπει νὰ κατατάξωμεν ἐκεῖ καὶ τοῦτο. Δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι προσβολὴ κατὰ τῶν ἀρχῶν τῆς Πολιτείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, ἥτις ὑπεβλήθη, ὅτι ἡ προσβολὴ τοῦ ἐπιδοτηρίου δέον νὰ σταματᾷ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καθορίσωμεν τὸν κανόνα τοῦτον, διότι τότε εὐχερέστατα πᾶς κατηγορούμενος θὰ προσέβαλλε πάντα τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά.

§193ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡς πλαστά;

§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶσθε δικηγόρος καὶ ἐκπλήττεσθε ὅτι τὸ προσβάλλειν ὡς πλαστὰ τὰ ἐπιδοτήρια εἰς τὸν κατηγορούμενον θεωρεῖται ὡς φυσικὸν μέσον τῆς ἀμύνης· εἰς τὰς πολιτικὰς μάλιστα δίκας εἶναι συχνότατον τὸ φαινόμενον.

§195Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις σπανίως, εἰς τὰς ποινικὰς ὅμως σπανιώτατα.

§196Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὰς πολιτικὰς σπανιώτατα.

§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, ὄχι ποσάκις σεῖς προσεβάλετε τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά, ἀλλὰ ποσάκις εἴδετε προσβαλλόμενα αὐτά. Ἐγὼ εἶδον πλείστας ὅσας περιπτώσεις. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν, ἄγονται ἀπὸ ἓν πνεῦμα γενικῆς δυσπιστίας πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους πάντας καὶ πρὸς τοὺς κλητῆρας, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο τὸ πνεῦμα πρόκειται νὰ διέπῃ ἡμᾶς, καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν, πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς πάντας τοὺς ὑπηρέτας, πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τοὺς δικαστάς, πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἐν γένει, τότε πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν βεβαίως πάσης ὀρέξεως πρὸς μεταρρύθμισιν, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν νόσον, οἵα εὑρίσκεται νῦν, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐξ ὕψους θεραπείαν, ἡμεῖς δὲ νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς περαιτέρω πᾶσαν μέριμναν καὶ πᾶσαν σκέψιν πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ δέκα συναδέλφων περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τοιαύτη πρότασις εἶναι παρεμπίπτουσα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶ, Ἰ. Μπακοπούλου, Π. Ἠλιοπούλου, Σ. Θεοδωροπούλου, Π. Ἀλεξάκη, Ἐλ. Σπετσιέρη, Γ. Μουσούρη, Δ. Πολυζωγοπούλου, Ἰ. Παπαθανασιάδου καὶ Ἐπαμ. Λαμπρακάκη. Ὁ κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως.

§199Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πραγματικῶς ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αἱ γνῶμαι διχάζονται, καὶ ἡ μὲν γνώμη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πλειόνων Βουλευτῶν, ἡ δὲ ἀντίθετος γνώμη ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦ νομοσχεδίου, σθεναροῦ προμάχου αὐτοῦ. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν κατεβλήθη προσπάθειά τις πρὸς συνδιαλλαγὴν τῶν πραγμάτων.

§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ συνδιαλλαγῆς.

§201Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν πολεμίων τοῦ νομοσχεδίου τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προβλέπεται, ἐὰν καταστῇ ἐφαρμόσιμον, διότι καὶ περὶ τοῦ ἐφαρμοσίμου αὐτοῦ ἱκαναὶ ἀμφιβολίαι προέκυψαν. Ἐὰν καταστῇ ἐφαρμόσιμον, θέλει ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς βάρος αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης. Παραλείπω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς βάρος τῆς πολυπληθεστάτης τάξεως τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ ἰδίως τῶν πτωχῶν. Θέλουσιν ὑπερπληρωθῆ αἱ φυλακαὶ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας των, αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος παντὸς ἀνθρώπου ὡς πολίτου. Θέλουσιν ἐγκαθειρχθῆ εἰς φυλακὰς ῥυπαρὰς καὶ δυσώδεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐλάβετε πρόνοιαν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὑπεσχέθητε μόνον, ὅτι θὰ λάβητε πρόνοιαν· θέλουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐγκαθειρχθῆ ἀθῷοι ἄνθρωποι, στερηθέντες τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως. Θέλουσι συμπυκνωθῆ τὰ ὄρη ἀπὸ φυγοδίκους, διότι ὅλοι οἱ ἐρημοδικαζόμενοι θὰ φοβῶνται πλέον νὰ ἀτενίσωσι τὴν δικαιοσύνην, διότι οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ἐλπίδα περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀνακοπῆς των. Θὰ προτιμήσωσι νὰ μένωσιν εἰς τὰ ὄρη φυγόδικοι. Εἶναι δὲ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ φυγόδικος τῆς σήμερον γίνεται ὁ λῃστὴς τῆς αὔριον.

§202Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν.

§203Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν, κύριοι Βουλευταί, τοιοῦτον νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθη τοσαύτη ἀντίδρασις ἐν τῇ Βουλῇ ὑπ’ ἀνδρῶν πεφωτισμένων, ὑπ’ ἀνδρῶν ἐμπείρων, οἵτινες, ἐὰν δὲν ὑπερβαίνωσι τὸ ἀνάστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀπέχουσιν ὅμως πολὺ κατὰ τὸ ὕψος αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἀντίδρασις ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους ὅμως τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν παρετήρησα προσοχὴν εἰς τὴν ἐξέγερσιν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ περιέβαλεν αὐτὸ διὰ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρόκειται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συζητήσω, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ὑποχωροῦσα ἔστω βεβαία ὅτι θὰ ἐξέλθῃ νικήτρια, διότι θὰ ἀποδείξῃ ὅτι σέβεται πρὸ παντὸς ἄλλου αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, Κύριοι, ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ θεωρῶ τερατῶδες. Δὲν ἐπεθύμουν δὲ ποτὲ χάριν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔλθω εἰς σύγκρουσιν καὶ νὰ ἀκούηται ἡ φωνή μου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, τῆς ὁποίας ἤμην ὀπαδός. Διατί, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς περιάγετε εἰς τοιαύτην στενόχωρον θέσιν; Χθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς δηλώσεις, ὅτι μέχρι τοῦ Πάσχα εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν συμπληρώσει τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας χθὲς τὴν ἑσπέραν μόλις ἐκάμετε πρὸς τὴν Βουλήν, θεωρεῖτε ἁρμόζον, θεωρεῖτε προσῆκον σήμερον νὰ ἀπασχολήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων; Διατί δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ἂν ὄχι τὰς παρατηρήσεις τοσούτων πολυαρίθμων φίλων, τοὐλάχιστον τὰς παρακλήσεις μας; Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, χάριν ἀκριβῶς τοῦ συμφέροντος....

§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποθέτω νὰ εἶσθε ἐκ τῶν φίλων μου, ὅταν ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρὸ 7 ἡμερῶν, ἐχαρακτηρίσατε τὴν συμπεριφοράν μου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικοινοβουλευτικήν. Δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ ἐξακολουθῆτε προσποιούμενος, ὅπως γίνεται προσποίησις ἐκ μέρους ἄλλων τινῶν, ὅτι εἶσθε φίλος μου, διὰ νὰ καταφέρητε ἀσφαλέστερον τὰ πλήγματα.

§205Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετατοπίζει τὸ ζήτημα ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους.

§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχθὲς ὁ κ. ῥήτωρ ἔλεγεν ὅτι ἦτο ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἀντισυνταγματικὴ ἡ συμπεριφορά μου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῖοι εἶναι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.

§207Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐλέγχει, διότι ἐξέφρασα γνώμην, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἦτο ἀντικοινοβουλευτική.

§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐλέγχω. Ἀλλά, ἀφοῦ ἡ Ἡμερησία Διάταξις καταρτίζεται ἐν συνεννοήσει τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, σεῖς ἔρχεσθε νὰ μεμφθῆτε ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Προφανῶς δὲν δύνασθε νὰ ἀξιοῦτε ὅτι εἶσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι σαφέστατον.

§209ΕΥ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἤλεγξε, διότι ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἦτο ἀντικοινοβουλευτική. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ γνώμη μου δὲν εἶναι ὀρθή. Ἔχω ὅμως τὸν ἐγωισμὸν νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου.

§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην σας.

§211Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἂν ὑπῆρχε χρόνος ἐπαρκής, ἵνα συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο, βεβαίως θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης μου.

§212ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!

§213Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄχι πλέον δι’ ὑπαινιγμοῦ, ἀλλ’ ἀπεριφράστως καὶ ἀπροκαλύπτως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν μὲ θεωρεῖ φίλον του καὶ ὅτι προσποιοῦμαι τὸν φίλον του. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδώσω μετὰ πάσης ἁβρότητος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς ἐμέ. Ἀκριβῶς τὰς δηλώσεις ταύτας τοῦ κ. Προέδρου δέον ν’ ἀποδώσω εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀπειρίαν αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει τίνες εἶναι φίλοι του καὶ νομίζει ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ θάρρος τῆς γνώμης μας καὶ ὑποστηρίζομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νομίζει ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰλικρινεῖς φίλοι. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, Κύριοι, προσῆκον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ὅλως προσωπικοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὄχι πλέον ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀπεκηρύχθην, ἀλλ’ ὡς πολέμιος, καὶ πολέμιος ἀδιάλλακτος αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν μέρει, διὰ νὰ συνδιαλλάξῃ τὰ πράγματα χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς δικαιοσύνης, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐξακολουθήσῃ μετὰ τὴν περάτωσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς.

§214Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει αἴτησις ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως....

§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν τώρα καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.

§217ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ διακοπῆς ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι δὲν γνωρίζω πρὸς ποίους κανόνας πολιτικῆς ἀξιοπρεπείας—δὲν θέλω νὰ εἴπω τι βαρύτερον—συμβιβάζεται ἡ διαρκὴς τροπὴ εἰς φυγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν πρόκειται περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§218ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδηλώθη ἐκ μέρους Βουλευτῶν ὅτι ἀφήνομεν ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν πρέπει νὰ προχωρήσῃ τώρα ἡ ψηφοφορία ἢ νὰ συνεχισθῇ κατὰ τὴν δεκάτην ὥραν, μετὰ τὴν διακοπήν, ἥτις συνήθως γίνεται κατὰ τὴν ἐνάτην. Ἐν τούτοις μετὰ τὰς παρατηρήσεις σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε νὰ γίνῃ τώρα ἡ ψηφοφορία.

§219Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.

§221Γ. ΠΩΠ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§223Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τῆς διακοπῆς.

§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται διακοπή. Προσκαλῶ ὡς ψηφολέκτας τοὺς κ. κ. Γαλαβᾶν καὶ Μέρμηγκαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν ὄχι. Ἀναγινώσκονται πρῶτον τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Μεθ’ ὃ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ληξάσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς εὑρέθησαν ψηφίσαντες 169 Βουλευταί).

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48.
2τῆς 12ης Μαρτίου 1911.
3(Σάββατον)
4Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ
6Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 193 Βουλευτῶν).
7Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προ-
8ηγουμένης συνεδριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ βουλευ-
10τὴς Μεσσηνίας κ. Μερλόπουλος, τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη ἐν μέ-
11ρει ἡ ἐκλογή, ἐξελέχθη εὐτυχῶς καὶ πάλιν. Κατ’
12ἐμὴν γνώμην, στηριζομένην εἰς τὴν τάξιν ἡ ὁποία τηρεῖ-
13ται ἐν τῇ Βουλῇ πάντοτε, ὁσάκις Βουλευτής, τοῦ ὁποίου
14ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, ἐπιτυγχάνει καὶ πάλιν, πρέπει νὰ ὁρ-
15κίζηται καὶ πάλιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ
16ἂν συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην.
17§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
18§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κ. Μερλόπουλος παρακαλεῖται
19νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. Παρακαλεῖται ἐπίσης καὶ ὁ βου-
20λευτὴς Ζακύνθου κ. Καῖσαρ Ζέζας νὰ προσέλθῃ, ὅπως
21ὁρκισθῇ.
22(Προσέρχονται καὶ δίδουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ
23βουλευταὶ κ. κ. Π. Μερλόπουλος Μεσσηνίας καὶ Καῖσαρ
24Ζέζας Ζακύνθου).
25§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλήν·
261) Τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Καρδιτσομα-
27γούλας καταγγέλλει διαρπαγὴν 400 στρεμμάτων γαιῶν
28Ζαππείων·
292) Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Σικυωνίων ζητεῖ προσθή-
30κην εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ὅπως μὴ θεωρῆ-
31ται ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας ἢ ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις τῶν
32σταφιδαμπέλων·
333) Ὁ ἀγωνιστὴς Ν. Φωτάκης Καπετανάκης ζητεῖ ἐπα-
34ναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν σύνταξιν, ἐξ ἧς ἐξέπεσε, μετ’ ἀπο-
35δόσεως καὶ τῶν καθυστερουμένων δόσεων αὐτῆς·
364) Γονεῖς μαθητῶν ἐξ Ἀμφίσσης ζητοῦσι τὴν ἀνάκλησιν
37τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου Σταματίου·
385) Ὁ ἐν Ἅγ. Ματθαίῳ ὁμώνυμος Σύλλογος ζητεῖ ἀπο-
39στολὴν θειικοῦ χαλκοῦ·
406) Ὁ λαὸς τῆς κωμοπόλεως Λάκκου ζητεῖ τὴν δωρεὰν
41παροχὴν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως·
427) Ὁ λαὸς Μεσσηνίας ζητεῖ νὰ μὴ τροποποιηθῇ τὸ 16ον
43ἄρθρον τοῦ Συντάγματος·
448) Ὁ σύλλογος παντοπωλῶν Τυρνάβου ζητεῖ νὰ μὴ
45μεταρρυθμισθῇ τὸ 16ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος·
469) Οἱ κάτοικοι Σοφάδων παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιη-
47θῶσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς δεκάτης·
4810) Ὑπόμνημα τοῦ πρώην Ἐφόρου Γ. Καθαρίου ἐν
49σχέσει πρὸς τὴν ἐκκαθάρισίν του·
5011) Οἱ ἐν Μαγνησίᾳ Ἕλληνες ζητοῦσι προστασίαν σχε-
51τικῶς μὲ τὸν κατ’ αὐτῶν διενεργούμενον ἀποκλεισμόν·
5212) Ἀναφορὰν πολιτῶν ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρα-
53τουμένων τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων·
5413) Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χαλίλης τοῦ δή-
55μου Σπερχειάδος τῆς Φθιώτιδος πρὸς λῆψιν μέτρων κατὰ
56πλημμυρῶν ἐκχειλίζοντος χειμάρρου. Συνιστᾷ αὐτὴν ὁ βου-
57λευτὴς κ. Τσιριμῶκος·
5814) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ῥ. Χατζηρήγα ὑποβάλλεται
59προσθήκη ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Διαθηκῶν, τυπω-
60θησομένη πρὸς διανομήν·
6115) Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ἰ. Φουρίδης ὑποβάλλει
62τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 18ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τυ-
63πωθησομένην πρὸς διανομήν·
6416) Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Περιβολιώτου, Ν. Βρ.
65Βάρθη, Α. Σκιαδαρέση, Β. Μιχαλέα, Π. Κουμαντάρου, Πελ.
66Ἠλιοπούλου, Ἐλ. Σπετσιέρη. Π. Ἀποστολίδου, Ν. Γαρδι-
67κιώτου, Ε. Κουλουμβάκη, Ν. Δελακοβία, Λ. Περιστέρη, Γ.
68Σταυροπούλου, Σπ. Φορέστη κλπ. ὑποβάλλεται πρότασις
69νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἑλλ. Δι-
70καστηρίων ἐπιβεβλημένων ποινῶν».
71(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
72Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
73Ἡμερησίαν Διάταξιν
74τὴν νομοθετικήν.
75Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς· «ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
76εἰς γʹ συζήτησιν τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου
77νόμου περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν
78κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
79ἐζητήθη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλῶ
80νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται ὁ κ. Βάρθης καὶ ὁ κ.
81Γκλαβᾶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου
82λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
83Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐπὶ τῆς
84ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν
85δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν».
86(Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας ἄρχεται ἡ διαλογὴ κατὰ
87τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
88Νικ. Α. Στράτος Ν Ἡλ. Φλέσσας Ν
89Νικ. Χρυσόγελος Ἰωάν. Πολίτης
90Λ. Παπαφώτης Παν. Δεληβορίας Ν
91Α. Γρίβας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
92Σερ. Ψύχας Ν Θ. Πέρρος Ν
93Π. Καρασεβδᾶς Ν Χαρ. Βοζίκης Ο
94Ἐπ. Σουλτάνης Ἀντ. Βούτσης Ν
95Γ. Ποῦλος Ν Νικ. Χαρδούβαλης
96Ι. Φαρμάκης Περ. Ἀλεξάκης Ο
97Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Θεόδ. Γρηγορίου
98Α. Τριγώνης Ο Σπυρ. Σίμος Ν
99Ε. Λαμπρακάκης Ο Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
100Ἰωάν. Καναβὸς Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος
101Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ο
102Ε. Σπετσέρης Ο Πύρ. Καραπᾶνος
103Ι. Τσιγκολάκης Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς
104Στέφ. Γρανίτσας Ἐλ. Βενιζέλος Ν
105Γ. Ἰατρίδης Ν Ἐμμ. Μπενάκης Ν
106Ἰωάν. Κουρκουμέλης Φωκ. Νέγρης Ο
107Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Παν. Χαροκόπος
108Ἰωάν. Χριστοδουλίας Ν Κ. Ῥακτιβὰν
109Ἰωάν. Ἀκρίδας ἀρν.Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
110Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Γ. Ζερβουδάκης
111Ἐμμ. Ῥέπουλης Λάμπρος Κορομηλᾶς
112Δημ. Καλέργης Π. Λαγοπάτης Ν
113Ἀθ. Χριστόπουλος Γεώργ. Στρατούλης Ν
114Γεώργ. Νέζος Ν Κ. Μάνος
115Παν. Ἀραβαντινός Τιμ. Ἡλιόπουλος Ν
116Ἰωάν. Τερζάκης Δημ. Βενιζέλος Ν
117Παν. Φραντζῆς Μιχ. Γαλανός Ν
118Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΝ Α. Παναγιωτόπουλος Ν
119Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Γεώργ. Πολίτης Ν
120Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΝ Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
121Νικ. Κόνδης Ν Γεώργ. Νικολαΐδης Ν
122Ἀθ. Σωτηριάδης Λουκᾶς Μπέλλος Ν
123Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
124Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
125Γερ. Νοταρᾶς Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
126Δημ. Κούζης Ν Θρ. Πετμεζᾶς
127Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Γεώργ. Καζανόβας
128Δημ. Ῥοῦσσος Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
129Νικολ. Δελακοβίας Ν Γεώργ. Σταμπάδος
130Νικολ. Σακελλαρίου Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος
131Γεώργ. Βλάσης Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
132Χαρ. Σπηλιόπουλος Δημ. Ζαβογιάννης
133Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Ἐμμ. Κυταριόλος
134Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Βασ. Κυρέλλος
135Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
136Ἰω. Π. Μανέτας Ο Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
137Δ. Πλαπούτας Νικ. Σπηλιώτης
138Ἀλ. Παπαναστασίου Σπυρ. Παπαγατζῆς
139Ἰωάν. Μπακόπουλος Ο Σάββας Βαρβιτσιώτης
140Δημ. Χηνιάδης Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
141Δημ. Καρέλας Ν Νικ. Ἀνδρεαδάκης
142Ἀθ. Πετρόπουλος Ν Δημ. Λαζαρῆς Ν
143Χαρ. Στασινόπουλος Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
144Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ἀθ. Πουλῆς
145Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Νικολ. Ῥούσης Ν
146Α. Κατριβάνος Ν Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
147Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπυρ. Βλαντῆς Ν
148Δ. Γκλαβᾶς Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης
149Λ. Μιχαλακόπουλος Ν Χρ. Καποδίστριας
150Λ. Θ. Ῥοῦφος ΚανακάρηςΝ Ἀνδρ. Κρητικὸς
151Κωνστ. Γόντικας Ν Λαυρ. Μαβίλης
152Ν. Κοντογούρης Ν Κωνστ. Κατηφόρης
153Ἰωάν. Βέρροιος Ν Σπυρ. Λάσκαρις Ν
154Πολ. Πολυχρονιάδης Ν Βασίλ. Πουλιάσης
155Παν. Ζαΐμης ἀρν Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
156Δ. Μάρκου Ν Διον. Βινιεράτος Ν
157Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Λιβιεράτος
158Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
159Α. Φωτήλας Ν Νικ. Χαριτᾶτος Ν
160Α. Χοιῒδᾶς Ν Ἀνδρ. Μονοκροῦσσος Ο
161Θεόδ. Ψυχαληνὸς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
162Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀνδρ. Βαλσαμάκης ἀρν.
163Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
164Λ. Καφετζόπουλος Σπ. Φορέστης Ν
165Λ. Φλαμῆς Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
166Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Ὀθ. Τετενὲς
167Νικ. Συριόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης Ο
168Θᾶν. Πετραλιᾶς Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Ο
169Π. Ἠλιόπουλος Ο Θ. Κοντομίχαλος Ν
170Χρ. Κοφῦλος Ν Λεων. Ἐμπειρῖκος Ν
171Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
172Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος
173Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
174Χρ. Μεϊτάνης
175Διον. Πολυζωγόπουλος Ο Κωνστ. Καλομενόπουλος
176Ἰωάν. Δογάνης Τριαντ. Παπαδᾶμ
177Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ν
178Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Θωμᾶς Σκάσης Ν
179Νικολ. Σταματιάδης Ν Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
180Δημ. Χρυσοστάλης Δημ. Ζαμᾶνος
181Εὐάγ. Γεωργιάδης Νικ. Καμπάνης Ο
182Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
183Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας
184Γεώργ. Μπένος Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος
185Νικόλ. Κάραλης Ἀντ. Ῥεβίνθης
186Κωνστ. Χατζηγιάννης Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
187Δημ. Βάχλας Ν Νικ. Καλβοκορέσης Ν
188Γεώργ. Κοσονὰς Ν Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
189Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ν Δημ. Πετσετάκης Ν
190Μιχ. Σφακιανάκης Χαρίλ. Προβελέγγιος
191Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἐμμ. Πατρίκιος
192Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Μαμᾶης Ν
193Κωνστ. Χατζάκος Ἰωάν. Κασδόνης Ν
194Γεώργ. Γαζέπης Ν Ἀντ. Φραγκίσκος
195Νικόλ. Πετσάλης Δημ. Καϊρης Ο
196Ἰωάν. Λούντζης Ν Θαλ. Κουτούπης
197Διον. Κουλούμπαρδος Γεώργ. Φικιώρης
198Ἄναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
199Καῖσαρ Ζέζας Ν Γεώργ. Οἰκονόμου
200Διον. Κλάδης Ν Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
201Νικ. Παπαδᾶτος Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
202Κωνστ. Ζαβιτσάνος Νικ. Πετρουλάκης
203Νικ. Βάρθης Ο Γεώργ. Τσοχώνης
204Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
205Σπυρ. Χατζάρης Παν. Κουμάνταρος Ν
206Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης
207Σπ. Κογεβίνας Ν Βασίλ. Μιχαλέας Ν
208Ἰωάν. Βαββανάκος Πέτρος Γκίνης Ν
209Ἰωάν. Πατσουράκος Ο Ἀλέξ. Διομήδης Ν
210Χρ. Πετρέας Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ο
211Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
212Ἰωάν. Φουρίδης Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
213Ἀναστ. Ἀβέρωφ Δημ. Θεοδοσόπουλος
214Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης Ν
215Δημ. Οἰκονόμου Γεώργ. Ζούκας Ν
216Μιλτ. Μπουφίδης ἀρν.Κωνστ. Σταμούλης Ν
217Νικ. Γεωργιάδης Ν Ἰωάν. Κοττίκας Ν
218Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν Βασίλ. Γρίβας Ν
219Δημ. Κουκιάδης Ν Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
220Γεώργ. Τσαξίρης Ν Ν. Γαρδικιώτης Ν
221Γεώργ. Σχινᾶς Ν Δημ. Μπούσδρας
222Γεώργ. Δρίβας Ν Γεώργιος Τάγιας Ν
223Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
224Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ο Χρ. Καρᾶς Ν
225Γεώργ. Βλάχος Ν Α. Θανόπουλος Ο
226Πελ. Ἀγγελίδης Ο Νικ. Γιουβρῆς Ν
227Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν Χρ. Βλάτσιος Ο
228Φίλ. Ζαρζάμπας Ο Γεώργ. Καθάργιος Ν
229Χ. Μωραΐτης Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ο
230Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
231Μιχ. Φωτιάδης Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης Ν
232Βασίλ. Σηλυβρίδης Γεώργ. Ῥάμμος Ν
233Περ. Ἀποστολίδης Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
234Λεων. Ἀναγνώστου Ν Λάμπρος Περιστέρης Ν
235Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
236Χ. Δικαῖος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος
237Σ. Ντολιόπουλος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
238Παν. Φλέσσας Ν Παναγ. Βερβενιώτης
239Π. Κασίμης Ν Γεώργ. Καλλίτσης Ν
240Ν. Παπαλέξης Ἰωάν. Μᾶνος Ν
241Δημ. Κάβουρας Ν Σπυρ. Ματσούκας
242Μ. Διζέας Ῥήγας Χατζηρήγας
243Α. Πετρομανιάτης Ν Ι. Παπαλουκᾶς
244Ἀθ. Περρωτῆς Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
245Π. Ἰατρόπουλος Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
246Π. Καράπαυλος Κ. Λιδωρίκης Ο
247Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου
248Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Ν. Ξηρός
249Γεώργ. Κορομηλᾶς Νικ. Φραγκίστας Ν
250Δημ. Κανελλόπουλος Ἰωάν. Γιδογιάννος
251Ἀθ. Αἰλιανός Νάκος Πολιτόπουλος Ν
252Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
253Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
254Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
255Κωνστ. Τριγγέτας Ν Δημ. Δεδούσης
256Γεώργ. Ῥάλλης Γεώργ. Συγγούρης Ν
257Γεώργ. Μποῦτος Στέφ. Σομμαρίπας Ν
258Ἰωάν. Κουρτάκης Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
259Φώτ. Βακαλόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
260Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Ἡρ. Βελλόπουλος Ο
261Μεν. Πιπιλῆς Ν Ἀθ. Χριστίδης
262Παν. Μερλόπουλος Ο Γεώργιος Πὼπ Ο
263Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Δημ. Βρατσάνος Ν
264Ἰωάν. Λεωνίδας Ἔμμ. Παγκάρας
265§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν μὴ
266ψηφίσας;
267§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς.
268(Ἡ ψηφοφορία κηρύσσεται περατωμένη. Ἄρχεται ἡ δια-
269λογή, μεθ’ ἥν ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα).
270§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 212. Ὑπὲρ τῆς παρα-
271δοχῆς τῆς ἀρχῆς 178, κατὰ τῆς ἀρχῆς 30 καὶ τέσσαρες
272ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον γίνεται
273δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
274(Ἄρχεται μετὰ τοῦτο ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις).
275Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκεται).
276§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο κατ’ ἀρ-
277χὴν δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐκ διαδόσεων δὲ ἤκουσα
278ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκοπεῖ νὰ φέρῃ τροπο-
279λογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
280Ἐπεθύμουν, πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
281σχεδίου, νὰ ἐγνωρίζομεν τὰς τροπολογίας αὐτάς, ὅπως λά-
282βωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δὲ αἱ τροπολογίαι τοῦ
283κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οὐσιώδεις καὶ με-
284ταβάλλωσιν οὐσιωδῶς τὰς διατάξεις, τὰς ἐν τῷ προσχεδίῳ
285διατυπουμένας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
286στέρξῃ, κατὰ τὴν τρίτην τοὐλάχιστον ἀνάγνωσιν, νὰ παρα-
287πεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχε-
288δίου κατ’ ἀρχήν. Εἶναι πολὺ λογικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω,
289καὶ πολὺ χρήσιμον εἰς τὴν συναρμολογίαν τοῦ νομοσχεδίου,
290ἐὰν αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι οὐσιώδεις. Ἐὰν θέλητε
291νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τότε εἶναι περιττὴ ἡ
292πρότασίς μου, καὶ τὴν ἀποσύρω· ἄλλως δέ, προτείνω, ὅπως
293ἐξετασθῶσιν αἱ τροπολογίαι συντόμως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς,
294ἵνα συναρμολογηθῶσιν. Ἐὰν δὲ αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι
295οὐσιώδεις, καίτοι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἡ
296πρότασίς μου, τότε προχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
297σχεδίου τούτου.
298Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριοι Βουλευταί, τοῦ πρώτου,
299μεταρρυθμίζονται τὰ ἄρθρα 145, 146, 163 καὶ 274 τῆς
300ἰσχυούσης Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἃ «ἡ κλήτευσις ἐπὶ
301πταισμάτων γίνεται πρὸ 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν, ἐπὶ δὲ
302πλημμελημάτων πρὸ τριῶν τοὐλάχιστον ἡμερῶν πρὸ τῆς
303ἡμέρας τῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον εἰσαγωγῆς».
304Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 145 παρατείνει τὴν προ-
305θεσμίαν τῆς κλητεύσεως καὶ ὡς πρὸς τὰ πταίσματα ἀπὸ
30624 ὡρῶν εἰς τρεῖς ἡμέρας καὶ ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα
307ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας εἰς 8. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον πα-
308ρατηρήσει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 145 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας,
309εἶναι εἰς τὸ τέλος τῆς τελευταίας παραγράφου. Δίδει τὸ
310δικαίωμα εἰς τὸν κλητῆρα νὰ ἐπιδίδῃ τὸ κλητήριον θέσπι-
311σμα, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ τὸν κατηγορούμενον, εἰς ἕνα τῶν
312συγγενῶν, ὄχι ὅμως συγγενῆ ἡλικίας κατωτέρας τῶν 16
313ἐτῶν.
314Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θέλει διαγινώσκει τὴν
315ἡλικίαν τοῦ πρὸς ὃν ἤθελον παραδίδοσθαι τὰ δικόγραφα.
316Θὰ κυττάζῃ τούτους εἰς τὰ δόντια ἢ θὰ ἔχῃ τὰς ληξιαρχι-
317κὰς πράξεις;
318§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
319οσύνης). Νομίζω ὅτι λέγει τὸ ἄρθρον.
320§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀνα-
321γινώσκει): «ἐξαιρουμένων ἐκ τούτου τῶν παίδων ἡλικίας
322κατωτέρας τῶν 14 ἐτῶν κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον τοῦ δικα-
323στικοῦ κλητῆρος ἀντίληψιν».
324Ἀνεξέλεγκτος λοιπὸν ὁ κλητὴρ μεταβαίνει ἐκεῖ ἐπὶ τό-
325που νὰ ἐπιδώσῃ τὸ δικόγραφον καὶ ἔχων συμφέρον νὰ ξε-
326φορτώνηται τὰ δικόγραφα, τὰ ὁποῖα φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ, βε-
327βαίως θὰ ἐπιδίδῃ τὰ δικόγραφα εἰς οἱονδήποτε καὶ θὰ πι-
328στοποιῇ: «μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου, εὗ-
329ρον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι ἄνω τῶν
33016 ἐτῶν». Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ὁρισμὸς τῆς
331ἡλικίας, διότι ὁ δικαστικὸς κλητήρ, καὶ γνωρίζομεν τοὺς
332δικαστικοὺς κλητῆρας, τοὺς καταγινομένους εἰς τὴν ἐπί-
333δοσιν τῶν δικογράφων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγινώσκῃ
334τὴν ἡλικίαν τῶν παίδων, ἐκτὸς ἂν εἰσαχθῇ νομοσχέδιον,
335διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν εἰσαχθῆ κρανιοσκοπία ἐν Ἑλλάδι,
336ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ κλητὴρ ποίαν ἡλικίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι,
337τοὺς ὁποίους ἤθελε συναντήσει.
338Ἡ δευτέρα δὲ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον λάβει
339τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαι-
340οσύνης....
341§11Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;
342§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ προ-
343τείνω. Ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρῶ τὰ ἄτοπα τοῦ
344νομοσχεδίου. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὰς
345διορθώσεις. Τὸ δικαίωμα τὸ ἰδικόν μου εἶναι νὰ παρατηρῶ,
346καί, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις μου κριθῶσι λογικαὶ καὶ τὰς
347δεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ κολακεύωμαι
348νὰ πιστεύω ὅτι ἐφάνην χρήσιμος εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ
349νομοσχεδίου. Ἐὰν δ’ αἱ παρατηρήσεις μου κριθῶσι παρά-
350λογοι καὶ ἀπορριφθῶσι, τότε οὐδὲν θὰ ἔχω παράπονον,
351διότι ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐλαχίστης μειονοψηφίας, ἡ
352ὁποία μετρεῖται εἰς τοὺς δακτύλους, καί, μειονοψηφίας, ἡ
353ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς συνεννόησιν μεταξύ της.
354Θέλω δὲ παρατηρήσει καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγρά-
355φου τοῦ ἄρθρου 2, ἤτοι τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς Ποινικῆς
356Δικονομίας, τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχε-
357δίου, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνα-
358γνώσω τὴν δευτέραν ταύτην παράγραφον. Ἴδετε ἂν εἶναι
359ἐφαρμόσιμος, καὶ ἀπευθύνομαι ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς ἐν ταῖς
360ἐπαρχίαις ζῶντας, καὶ ἀπευθύνομαι εἰς τούτους, διότι ἐκεῖ-
361νοι γνωρίζουσι τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσιν οἱ ἐπαρ-
362χιῶται, διότι οἱ ἐν Ἀθήναις ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἴσως
363ὑπερβαίνουσιν ἡμᾶς τοὺς ἐν ἐπαρχίαις βιοῦντας κατὰ τὰς
364ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ τὸ πολύγλωσσον, ἀλλὰ διάγουσι
365τὸν βίον των ἐν τοῖς γραφείοις μελετῶντες τὰ διάφορα βι-
366βλία, καὶ ὅταν θέλωσι λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωσι
367πρὸς ἡμᾶς κανὲν βιβλίον ἐπιστημονικὸν τί γράφει, διότι
368οὐδεὶς τῶν Γάλλων ἢ Γερμανῶν ἐπιστημόνων ἦλθε νὰ ἐξε-
369τάσῃ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῶσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως οἱ
370κατοικοῦντες τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἐξ οὗ προερχόμεθα καὶ
371ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν στιγμὴν
372ταύτην, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, πολ-
373λοὶ χωρικοί, πολλοὶ συνοικισμοὶ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας ἀπο-
374δημοῦσι πανοικεὶ εἰς τὰ παραχειμάσια, οἱ τόποι δέ, εἰς
375τοὺς ὁποίους παραχειμάζουσιν, εἶναι ἄγνωστοι καὶ εἰς τὸν
376ἱερέα καὶ εἰς τὸν πάρεδρον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν
377νὰ ἀκούσητε τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, καί, ἂν
378νομίζητε ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ψηφίσατέ την, ἂν δὲ
379ψηφίσητε χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐγὼ ἐκτελῶ τὸ
380καθῆκόν μου καὶ διατυπῶ μίαν εὐχήν. Ἂν λαμβάνω μέρος
381εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ κάμνω ὄχι
382διότι ἔχω προσωπικὸν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν τι-
383μὴν νὰ ζῶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν συμπολιτῶν μου διαρκῶς, καὶ
384ὅταν θὰ βλέπω αὐτοὺς ὁδηγουμένους εἰς τὰς φυλακάς, χω-
385ρὶς νὰ ἔχωσιν ἀπολογηθῆ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, νὰ ἔχω τὸ
386δικαιολόγημα ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον
387ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ μονὰς ὢν δὲν ἠδυνήθην νὰ μετα-
388πείσω τοὺς συναδέλφους τοὺς 361 τῆς διπλῆς Βουλῆς. Αὐ-
389τὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλῶ. Ἀκούσατε λοιπὸν
390πῶς ἔχει ἡ βʹ παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἀρνουμένου
391τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παρα-
392λάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τε-
393λευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς
394τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ»· ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς. Κατω-
395τέρω διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει, νο-
396μοθετεῖται ἡ ἀγγαρεία ἐν Ἑλλάδι, ἐπιβάλλεται ἡ ἀγγα-
397ρεία εἰς τὸν ἱερέα, εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον ἢ τὸν πάρεδρον,
398νὰ παραλαμβάνῃ τὰ δικόγραφα τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ
399ποινῇ προστίμου, καὶ τί ἄλλο; Νὰ εἰδοποιῇ τὸν κατηγο-
400ρούμενον, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ μέρος, εἰς τὸ
401ὁποῖον διαιτᾶται, χωρὶς δὲ νὰ ἐφαρμόζηται ἐν Ἑλλάδι ὁ
402νόμος περὶ διαβατηρίων, νὰ γνωρίζῃ τουτέστι ὁ ἱερεὺς ἢ ὁ
403πάρεδρος ποῦ μετέβη ὁ συγχώριός του, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ
404εἰδοποιῇ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ποινῇ ὅτι εἰδοποίησε τὸν
405κατηγορούμενον. Εἶναι προσωπικὴ τοῦτο ἀγγαρεία, ναὶ ἢ
406ὄχι; Ἐν τίνι δικαιώματι ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις τοιαύτη
407εἰς τὸν ἱερέα, τὸν δημοδιδάσκαλον ἢ τὸν πάρεδρον; Ἀκού-
408σατε, παρακαλῶ, τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «ἀντί-
409γραφον δὲ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει
410οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ
411εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ
412συμβουλίου ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως καὶ
413συντάσσει ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παρα-
414λαμβάνοντος, ὑποβαλλομένην δὲ εἰς τὴν καλοῦσαν Ἀρχὴν
415καὶ ἐπισυναπτομένην εἰς τὴν δικογραφίαν πρὸς πληροφο-
416ρίαν τοῦ δικάζοντος πταισματοδίκου. Οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο
417ἡ παράδοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσιν ἀμελλητί»,
418νὰ πάρῃ δηλ. ὁ παπᾶς τὰ ῥάσα του καὶ νὰ τρέξῃ νὰ τὸν
419εὕρῃ. «Παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην
420συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου
421δραχμῶν 10», δηλ. εἴτε εἰδοποιηθῇ ὁ κατηγορούμενος εἴτε
422δὲν εἰδοποιηθῇ, μίαν συνέπειαν ἔχει ἡ παράβασις αὕτη τοῦ
423εἰδικοῦ παρέδρου, τοῦ ἱερέως, νὰ τιμωρηθῇ διὰ δεκαδρά-
424χμου προστίμου, ὁ δὲ κατηγορούμενος δικάζεται ἐρήμην.
425«Φυλαττομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ
426Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις» κτλ. Παρακαλῶ, κύριοι
427συνάδελφοι, νὰ σκεφθῆτε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ
428διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνα-
429γνώσω. Πρῶτον ἐν τίνι δικαιώματι ἡμεῖς ἐδῶ ἐπιβάλλομεν
430ἀγγαρείαν εἰς τοὺς ἱερεῖς, εἰς τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους καὶ
431τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων, τρία πρόσωπα ἄγνωστα,
432τὰ ὁποῖα ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ μεριμνῶσι διὰ τὰ τῆς θρη-
433σκείας, διὰ τὰ κοινοτικὰ συμφέροντα καὶ ὁ πάρεδρος νὰ
434ὑπογράφῃ κανὲν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον τῷ στέλλει ὁ δήμαρ-
435χος ἐκεῖ διὰ τὰς δηλώσεις; Καὶ ἂν εἶναι ἀγράμματος εἴτε
436ὁ πάρεδρος εἴτε ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος καὶ συνήθως οἱ
437ἱερεῖς, ποῖος θὰ γράφῃ αὐτὴν τὴν ἀλληλογραφίαν, νὰ
438εἰδοποιῇ τὸν κατηγορούμενον τὸν ἀποδημοῦντα καὶ τὸν
439Εἰσαγγελέα; Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φαλάνθου διαχειμά-
440ζουσιν εἰς τὴν Πύλον, εἰς τὸ Ναύπλιον, εἰς τὴν Ἠλείαν,
441διαχειμάζουσιν εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ ὁρί-
442ζοντος· οἱ συμπολῖται μάλιστα τοῦ κ. Ἀλεξάκη καὶ εἰς
443τὴν Ἀλάσκαν μεταβαίνουσιν. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι,
444παρακαλῶ, ἐπιβάλλετε τὴν ἀγγαρείαν εἰς τὰ πρόσωπα
445αὐτά; Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ὁ πάρε-
446δρος, ὁ ἱερεύς, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος νὰ εἰδοποιῶσι
447τοὺς κατηγορουμένους, τῶν ὁποίων τὸ ἐνδιαίτημα τὸ χει-
448μερινὸν ἀγνοοῦσι; Καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γράψωσιν εἰς
449τὸν εἰσαγγελέα ἀναφοράς, νὰ τὰς στέλλωσι διὰ τοῦ ταχυ-
450δρομείου; Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἀνεφάρμοστον, καὶ ὄχι μόνον
451ἀνεφάρμοστον, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον καὶ διὰ τὴν δικαιο-
452σύνην καὶ διὰ τοὺς κατηγορουμένους.
453Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω διὰ τὸ ἄρθρον 145 τῆς
454Ποινικῆς Δικονομίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος θελήσῃ
455νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τριῶν ἄρθρων τῆς Ποιν.
456Δικονομίας.
457§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν εἶναι τὸ ἄρθρον.
458§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ νομο-
459σχέδια συζητοῦνται κατ’ ἄρθρον. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον
460ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
461συνέπτυξεν εἰς ὀλίγα ἄρθρα, ἀλλ’ ἕκαστον τῶν ἄρθρων τοῦ
462νομοσχεδίου πραγματεύεται περὶ πολλῶν ἄρθρων τῆς Ποιν.
463Δικονομίας. Ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 145. Ἔχομεν καὶ
464τὸ 146, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς κοινοποιήσεως
465τῶν ποινικῶν δικογράφων. Καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔπρεπε
466νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικο-
467γράφων, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπίδοσις ποινι-
468κῶν δικογράφων δὲν γίνεται εἴτε δι’ ἔλλειψιν κλητήρων
469εἴτε δι’ ἔλλειψιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καλῶς λοι-
470πὸν ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κανονίσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου
471τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως· ἂν ὅμως εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρ-
472μογὴ ἢ ὄχι τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ φανῇ ἐκ τῆς ἐφαρ-
473μογῆς τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται
474τὰ ὄργανα τὰ ἐντεταλμένα τὴν ἐπίδοσιν τοιούτων δικογρά-
475φων. Ἐν τέλει ὅμως τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ μίαν
476διάταξιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
477σύνης νὰ διαγράψῃ. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι κλητήρ τις
478μεταβαίνει εἴς τι χωρίον πρὸς ἐπίδοσιν διαφόρων ποινι-
479κῶν δικογράφων, καὶ εἴτε ἐξ ἀδυναμίας εἴτε ἐκ προθέσεως
480δὲν ἐπιδίδει τὰ δικόγραφα ταῦτα, συντάσσονται ὅμως ἐπι-
481δοτήρια καὶ δίδονται ἐπιδοτήρια τύποις ἔγκυρα· γνωρίζετε
482ὅμως πάντες ὑμεῖς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις βιοῦντες ὅτι πολ-
483λάκις οἱ κλητῆρες ὄχι μόνον τὰ ποινικὰ ἐπιδοτήρια, ἀλλὰ
484καὶ τὰ ἐπιδοτήρια τῶν δικογράφων τῶν πολιτικῶν Δικα-
485στηρίων κατορθώνουσι νὰ ὑπογράφωσιν οἱ μάρτυρες ἐν
486λευκῷ. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ ὄχι; Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι
487μεταβαίνει κλητήρ τις ἔν τινι χωρίῳ καὶ ἐκεῖ δὲν εἶναι
488δυνατόν, ὅσα ἐπιδοτήρια ἔχει, τόσους μάρτυρας νὰ εὕρῃ, ἀλλὰ
489προσκαλεῖ δύο χωρικούς, ὑπογράφει τὰ ἐπιδοτήρια ἐν λευκῷ,
490χωρὶς ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ἔρχεται ἡ δίκη,
491δικάζεται ἐρήμην ὁ κατηγορούμενος, λαμβάνει γνῶσιν ὅτι
492ἐδικάσθη ἐρήμην, ἀνακόπτει τὴν ἀπόφασιν καὶ προσβάλλει
493τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν. Ἡ πλαστότης αὕτη οὐδεμίαν
494ἔχει ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς προόδου τῆς δίκης. Τοῦτο ἐξαρ-
495τᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ κατὰ τὰ μέ-
496χρι τοῦδε κρατοῦντα παραπέμπεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ
497λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς πλαστογραφίας. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς
498ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως
499ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποιν. δίκης ἐφ’
500ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ
501προχωρήσῃ». Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριε Ὑπουργέ,
502πρέπει νὰ παραιτηθῆτε, διότι γνωρίζετε τὰς συνεπείας τοῦ
503προσβάλλοντος ἔγγραφα ὡς πλαστὰ ψευδῶς. Ὁ νόμος
504ἀπαγγέλλει ὄχι μόνον τὰς ποινὰς ψευδοῦς μηνύσεως, ἀλλὰ
505εἰς τὰ πολιτικὰ δικόγραφα ἀπαγγέλλει καὶ χρηματικὰς
506ποινάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὁ κατηγορούμενος ἐνώ-
507πιον τοῦ Πταισματοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου νὰ
508προσβάλλῃ ἔγγραφα ὡς πλαστὰ ψευδῶς. Καὶ εἰς ἄλλην
509συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς
510τὴν Βουλὴν περὶ ποίου εἴδους καταγίνονται τὰ διάφορα
511Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους· περὶ παρανόμου ὑλοτομίας,
512διὰ τρία φορτία καυσόξυλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρέθη ἓν
513χλωρὸν καὶ ἀπὸ χρήσιμον ἐλάτην! Αὐταὶ εἶναι αἱ συνήθεις
514ὑποθέσεις. Σοβαρὰς ὑποθέσεις εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν, ἰδίως ἐν
515τῷ Πρωτοδικείῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δικηγορῶ.
516Θὰ εἶναι λοιπὸν πολὺ ῥιψοκίνδυνον εἰς τὸν κατηγορού-
517μενον ψευδῶς νὰ προσβάλῃ ἐπιδοτήριά τινα ὡς πλαστά,
518ὅσον ῥιψοκίνδυνος εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς ἐνστάσεως περὶ
519πλαστογραφίας τοῦ ἐπιδοτηρίου ἀπὸ μέρους τοῦ Δικαστη-
520ρίου. Μὴ περιορίζετε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δι-
521καιοσύνης, τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, διότι τὸ Δικαστή-
522ριον, ἐὰν θέλῃ, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐνεργείας
523τοῦ κατηγορουμένου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλῃ οὗτος νὰ
524καταδολιευθῇ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλά, ἐὰν ὁ κατηγορούμε-
525νος ὁ προσαγόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀθῷος,
526διατί νὰ περιστείλητε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δι-
527καιοσύνης, τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως; μήπως ὀλίγοι
528ἀθῷοι στενάζουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς; Καὶ περὶ τῶν ἀθῴων
529πρόκειται. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐνόχους, ἐὰν καταδικασθῶσιν
530οὗτοι πέντε ἡμέρας περισσότερον, δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος. Ἀλλ’
531ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσάγονται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου,
532εἶναι ἀθῷοι.
533Κατὰ τὴν στατιστικὴν τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων τοῦ
534Κράτους, τὴν ὁποίαν εἴτε ὑμεῖς εἴτε ἄλλος ἐκ τῶν κυρίων
535συναδέλφων ἀνέγνωσε πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος
536τῆς Βουλῆς, ἀριθμοῦνται κατὰ χιλιάδας αἱ ἀθωωτικαὶ
537ἀποφάσεις. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυσάρεστον, ὅπως τινὲς ἐκ
538τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ. Κατ’ ἐμὲ
539εἶναι πολὺ εὐχάριστον. Εἶναι δέ, κύριε Ὑπουργέ, εὐχάρι-
540στον, διότι αἱ πλεῖσται ὑποθέσεις αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ
541Πλημμελειοδικεῖα εἶναι τελείως ἀβάσιμοι. Ὅταν πηγαί-
542νωσιν οἱ δασοφύλακες καὶ εὑρίσκωσι τὴν στέγην τῆς οἰκίας
543καὶ δὲν βλέπωσιν ἐσφραγισμένα καὶ συντάσσωσι πρωτό-
544κολλον παρανόμου ὑλοτομίας, τὸ Δικαστήριον βεβαίως θὰ
545ἀθωώσῃ τὸν κατηγορούμενον. Τοιαῦται εἶναι δυστυχῶς αἱ
546πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε εἰς τὰ Πλημ-
547μελειοδικεῖα νὰ ἀθωῶνται εἰς συνεδριάσεις ὅλαι σχεδὸν αἱ
548εἰσαγόμεναι ὑποθέσεις.
549Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνέγνωσα, Κύριοι, εἰς τὰ βιβλία· τὰ εἶδον
550ἰδίοις ὄμμασι, διότι τὰ βιβλία δὲν τὰ λέγουσιν αὐτά.
551Ἐὰν τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τῆς στατιστικῆς σας τοὺς ἐξε-
552λέγξητε ὄχι κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαφόρων ἀποφά-
553σεων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὕλην ἑκάστης ὑποθέσεως, ἐὰν ἦτο
554δυνατὸν νὰ εἴχετε στατιστικὴν ὁποίου εἴδους ἀδίκημα
555ἀφορᾷ ἑκάστη ποινικὴ ἀπόφασις, εἴτε καταδικαστικὴ εἴτε
556ἀθωωτική, θὰ ἐβλέπετε τὸ κῦρος τῶν λόγων μου ἀπρόσ-
557βλητον, διότι αὐτά, σᾶς εἶπον, εἶναι τῆς ἀντιλήψεώς μου,
558δὲν ἐξάγονται ἐκ συγγραφέων οὔτε Γερμανῶν οὔτε Λατίνων,
559διότι δυστυχῶς δὲν γνωρίζω οὔτε Γερμανικὰ οὔτε Λατινικά.
560Ἤθελον λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει νὰ παραιτηθῆτε τῆς
561διατάξεως αὐτῆς περὶ πλαστογραφίας καὶ ἀφήτητε τὸν
562νόμον ὅπως ἔχει.
563Ἀλλὰ προβάλλει ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ μίαν
564ἄλλην διάταξιν. Λέγει: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ πα-
565ραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι
566τὸ ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι
56750 δραχμῶν».
568Ἡ διάταξις αὕτη, ἐὰν νομοθετηθῇ, θὰ εἶναι ἓν μέσον
569χρηματισμοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ὅπως ἦτο μέσον
570χρηματισμοῦ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς
571ἐξουσίας διὰ τὰ σύλληπτρα τῶν διαφόρων ζώων ἐπὶ τῇ
572παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Θὰ μεταβαίνῃ ὁ
573κλητὴρ εἰς ἓν χωρίον νὰ ἐπιδώσῃ διάφορα ἔγγραφα, θὰ
574συντάσσῃ ἐκθέσεις, καὶ θὰ λαμβάνῃ τοὺς εὐπορωτέρους, ὅτι
575ὁ δεῖνα ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, καὶ ὕστερον θὰ
576τὰ παρουσιάζῃ καὶ θὰ τοῖς λέγῃ: Μοῦ δίδετε τὰ τσαρού-
577χια μου ἢ νὰ τὰ στείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Μὴ φαίνεται
578εἰς ὑμᾶς παράδοξον αὐτό, κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὰ συμβαίνουσιν.
579Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, Κύριοι, ἐν τῷ πρώτῳ ἄρ-
580θρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ συμπεριλαμβάνονται
581τέσσαρα ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ἓν μάλιστα
582διχάζεται, εἰς 146 καὶ 146 δίς. Μεγάλην εὐχαρίστησιν
583δὲ ἤθελον αἰσθανθῆ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς συνῄνει εἰς
584τὸ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς παρατηρήσεις μου αὐτὰς ὡς ὀρθάς,
585διότι αἱ παρατηρήσεις μου αὗται, ἐπαναλέγω, οὐδένα
586ἄλλον σκοπὸν ἔχουσι παρὰ τὴν προστασίαν τῶν ἀδικου-
587μένων, ἀγομένων ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐδεὶς ἐξ
588ὑμῶν δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ μαρτυρήσῃ ὅτι δὲν ὁδη-
589γοῦνται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης πολῖται ἀθῷοι. Περὶ τού-
590του ἔχομεν τὸ δεδικασμένον τῆς Βουλῆς, διότι πρὸ ἡμε-
591ρῶν διὰ χειροκροτημάτων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νομοσχέδιον
592περὶ ψευδῶν μηνυτῶν, ἐνῷ ἅπαντας τοὺς ὁμιλήσαντας κατ’
593αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπίσης ἐχειροκρότησε παταγωδῶς.
594§15Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ ὑποβάλω, κύριοι Βουλευταί,
595ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, παρατηρήσεις ἐπὶ
596ὅλων τῶν ἐδαφίων τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου
597τούτου, ἀφοῦ μάλιστα προβλέπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουρ-
598γὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τρο-
599ποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι ῥιζικῶς τὴν βάσιν τοῦ
600νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ σύστημα, τὸ
601ὁποῖον θέλει νὰ εἰσαγάγῃ. Ὑποβάλλω ὅμως μίαν τροπο-
602λογίαν ἐν σχέσει μὲ ὡρισμένην τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν,
603διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ τελείως ἡ διάταξις
604αὕτη, διότι, ἐνῷ μέχρι σήμερον προκειμένου περὶ τῶν κοι-
605νοποιήσεων εἰς τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰς φυλακάς, οὐδέποτε
606ἐγεννήθη ζήτημα ἐσφαλμένης κοινοποιήσεως, ἤδη μετὰ
607τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον πλείστους ἔχομεν
608κινδύνους νὰ ἔχωμεν ἀκυρότητα κοινοποιήσεων, νὰ ἔχωμεν
609ζητήματα προκειμένου περὶ κοινοποιήσεων, περὶ τῶν ὁποίων
610οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα.
611Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρίζεται ὅτι: «Ἐὰν ὁ κλη-
612θεὶς εὑρίσκεται φυλακισμένος, ἐγχειρίζεται τὸ δικόγραφον
613εἰς αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, ὁπότε σύνοικοι θεωροῦνται οἱ μετ’
614αὐτοῦ συγκρατούμενοι, ὁ ἐπιστάτης καὶ ὁ ὑπεπιστάτης τῶν
615φυλακῶν».
616Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνω-
617ρίζονται σύνοικοι τοῦ κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλὰ
618κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τὰς δια-
619τάξεις ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη
620κατ’ ἀρχήν, εἰς συνοίκους γίνεται κοινοποίησις τότε μόνον,
621ὅταν ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν τόπον,
622εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖται αὕτη. Ἀλλὰ ὁ φυλακισμένος οὐ-
623δέποτε ἀπουσιάζει τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖται ἡ
624κοινοποίησις, διότι ἀναγκαστικῶς ὁ φυλακισμένος εὑρίσκε-
625ται εἰς τὰς φυλακάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ.
626§16ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Ἐὰν ἀρνηθῇ;
627§17Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ποῖος ὁ
628λόγος νὰ ἀναγράψωμεν διάταξιν περὶ συνοίκων, προκειμέ-
629νου περὶ κοινοποιήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ
630εἰς συνοίκους;
631Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι εἷς νομικὸς σολοικισμός,
632ἔχομεν καὶ πλείστους ὅσους κινδύνους καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ
633κῦρος τῆς κοινοποιήσεως, διότι δὲν ὁρίζει ἐπὶ τέλους τί θὰ
634ἐνεργηθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις ἀρνεῖ-
635ται νὰ παραλάβῃ τὸ κοινοποιούμενον δικόγραφον. Μέχρι
636τοῦδε οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα, διότι ἐπεκράτησεν ἐν τῇ
637πρακτικῇ, ἂν ὁ φυλακισμένος ἠρνεῖτο νὰ παραλάβῃ τὸ
638κοινοποιούμενον πρὸς αὐτὸν δικόγραφον, νὰ κολλᾶται
639εἰς τὴν θύραν τοῦ δωματίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ἐγκαθειρ-
640γμένος. Ἤδη διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν δύναται νὰ
641ἐφαρμοσθῇ πλέον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο κατ’ ἀνα-
642λογίαν τῆς διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἥν,
643ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνεῖται ὁ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις νὰ
644παραλάβῃ αὐτό, τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν θύραν τῆς κατοι-
645κίας του. Ἡ πρακτικὴ ἐθεώρησεν ὅτι κατοικίαν ἔχει τὸ
646δωμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐγκαθειργμένος καὶ
647κατὰ συνέπειαν ὅτι τὸ δικόγραφον, ἀρνουμένου αὐτοῦ νὰ
648παραλάβῃ τοῦτο, πρέπει νὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὴν θύραν
649τοῦ δωματίου του. Ἤδη διὰ τῆς γενομένης τροποποιή-
650σεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ κοινοποίησις αὕτη,
651καὶ ἑπομένως, ἐὰν ὁ φυλακισμένος ἀρνῆται νὰ παραλάβῃ
652τὸ δικόγραφον, δὲν ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἣν
653θὰ ἐνεργηθῇ ἡ πρὸς αὐτὸν κοινοποίησις.
654Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατόπιν ἡ διάταξις ὁρίζει
655ὅτι: «ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρημα-
656τικὴν ποινὴν δραχμῶν 50 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν ἀρνηθῇ
657νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον ἢ ὑπογράψῃ τὸ ἐπιδοτήριον».
658Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ διάταξις τιμωρεῖ τὸν ἐπιστάτην, ἐν ᾗ περι-
659πτώσει ἀρνηθῇ νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, δὲν ὑπάρχει
660ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται
661ἡ κοινοποίησις εἰς ἄλλο πρόσωπον ἐκτὸς τοῦ πρὸς ὃν ἡ κοι-
662νοποίησις, δηλαδὴ εἰς τὸν ἐπιστάτην.
663§18Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
664καιοσύνης). Εἶναι σαφὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
665§19Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Διόλου. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουρ-
666γὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ τὸ ἑξῆς
667σύστημα κοινοποιήσεως. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ φυλακισμένος
668ἀρνεῖται νὰ παραλάβῃ τὸ δικόγραφον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
669σει δὲν κολλᾶται πλέον, ἀλλὰ παραδίδεται τοῦτο εἰς τὸν ἐπι-
670στάτην ὑποχρεούμενον νὰ τὸ παραλάβῃ καὶ τιμωρούμενον
671ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνηθῇ νὰ τὸ παραλάβῃ. Ἀλλὰ τοῦτο,
672λέγω, ἴσως ἦτο ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ·
673τοῦτο ὅμως ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι ἐν τῇ διατάξει, περὶ
674τῆς ὁποίας ἤδη πρόκειται, δὲν εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
675τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ πολὺ ταχέως νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν
676δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ
677κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι καλλίτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνε-
678ται σήμερον, ἐπειδὴ ἤδη μετὰ τοσαύτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
679νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς
680τροπολογίαν καὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς πρέπει νὰ διατυπώ-
681σωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, φρονῶ ὅτι εἶναι πρακτικώτε-
682ρον, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐξαλείψωμεν τελείως τὴν
683διάταξιν αὐτήν, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ ἐξακο-
684λουθήσωσιν αἱ κοινοποιήσεις γινόμεναι ὅπως ἐγίνοντο μέχρι
685σήμερον. Ἀφοῦ δὲ μέχρι σήμερον οὐδέποτε ἀνεφύη ζή-
686τημα, οὐδέποτε ὑπῆρξε παράπονον, οὐδεμία δυσχέρεια, ὅσον
687ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῶν κοινοποιήσεων, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ
688εἰς τὸ μέλλον, ἐνῷ ἐκ τῆς ἀσαφοῦς αὐτῆς διατάξεως εἶναι
689δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, διότι ἐν τοιαύτῃ περι-
690πτώσει, ἐὰν τὸ δικόγραφον, ἀρνουμένου τοῦ πρὸς ὃν ἡ κοινο-
691ποίησις, τοῦ φυλακισμένου, νὰ παραλάβῃ αὐτό, παραδοθῇ
692εἰς τὸν ἐπιστάτην, ὁ φυλακισμένος θὰ δύναται νὰ ἰσχυρι-
693σθῇ ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη νομίμως, διότι δὲν ὑπάρχει ὡρι-
694σμένη καὶ σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ
695ὁρίζουσα, ὅτι ἀρνουμένου αὐτοῦ κοινοποιεῖται τὸ δικόγρα-
696φον εἰς τὸν ἐπιστάτην. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ νὰ παραδίδηται τὸ
697δικόγραφον εἰς τὸν ἐπιστάτην, καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν θεωρῶ
698ὀρθόν, διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐπιστάται εἶναι καὶ
699αὐτοὶ ἄνθρωποι τῶν κομμάτων, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, οἱ
700ὁποῖοι ἔχουσι μισθὸν ὀγδοήκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα καὶ
701οἱ ὁποῖοι ἑπομένως δὲν εἶναι τοιαύτης περιωπῆς, ὥστε νὰ
702ἔχωμεν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει νὰ
703ἐξαφανισθῇ τὸ δικόγραφον τὸ προωρισμένον διὰ φυλακι-
704σμένον τινὰ παραδιδόμενον εἰς τὸν ἐπιστάτην.
705§20Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ καταλογίζονται καὶ
706πεντήκοντα δραχμαὶ εἰς τὸν ἐπιστάτην ὡς πρόστιμον.
707§21Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὸ πρόστιμον τοῦτο δύναται νὰ τὸ
708πληρώσῃ ὁ ἐπιστάτης. Ἂς ἀφήσωμεν, ὅτι θὰ εὕρῃ δικαιο-
709λογίαν πάντοτε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἢ τῶν προϊστα-
710μένων Ἀρχῶν. Ἂς ἀφήσωμεν τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ προτιμήσῃ
711νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ πρόστιμον, ὅταν πρόκειται διὰ μιᾶς
712κοινοποιήσεως νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐκοινοποίησεν ἐμπροθέσμως
713εἰς ἕνα κατηγορούμενον ἀγωγήν, δι’ ἧς καλεῖται νὰ ἐμφανι-
714σθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, διὰ νὰ ἔχῃ ὁ παθὼν τὸ
715δικαίωμα νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου
716κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης. Ἐξηγοῦμαι. Ὑποθέσατε, ὅτι
717δικάζεται ποινικὴ δίκη ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου· ὁ
718παθὼν δὲν ἐφρόντισε νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀγωγήν, ἐντὸς τῆς
719νομίμου προθεσμίας, παρῆλθεν αὕτη καὶ δὲν δύναται νὰ
720κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ὑπόδικον κατηγορούμενον· τότε πράττει
721τὸ ἑξῆς. Συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ἐπιστάτου ἢ πληρώνει αὐ-
722τόν, καὶ δέχεται νὰ λάβῃ τὸ δικόγραφον καὶ νὰ προχρονο-
723λογήσωσι τὸ ἐπιδοτήριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ
724γράψῃ ὁ κλητήρ: «ἀρνηθέντος αὐτοῦ παρέδωκα τὸ δικόγρα-
725φον εἰς τὸν ἐπιστάτην».
726§22Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει, ἂν ἔχετε
727κανὲν παράδειγμα τοιοῦτον.
728§23Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω τὸν συλλο-
729γισμόν μου. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν θὰ δύναται νὰ κοινοποιήσῃ,
730διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ἐπιστάτου,
731θὰ δύναται νὰ κοινοποιήσῃ δικόγραφον καθ’ ὃν χρόνον δὲν
732εἶχε δικαίωμα νὰ κοινοποιήσῃ καὶ νὰ παρασταθῇ κατόπιν
733ὡς πολιτικῶς ἐνάγων. Γνωρίζομεν δὲ καὶ εἶναι γνωστὸν
734πόση ἀνάγκη ὑπάρχει καὶ ποίαν στενοχωρίαν ἔχουσι πολ-
735λάκις οἱ παθόντες, ὅτε ἐμπροθέσμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ
736κοινοποιήσωσι τὰ δικόγραφα.
737§24Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω,
738ὅτι προκειμένου περὶ κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὡς ἐκ
739τῆς ὑπηρεσίας μου γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα κα-
740τηγορουμένου νὰ φέρῃ τοιαύτην ἔνστασιν. Δὲν τολμᾷ ὁ
741κλητὴρ τῆς Εἰσαγγελίας ποτὲ νὰ κάμῃ πλαστὸν ἐπιδοτή-
742ριον. Ὁμιλῶ περὶ τῶν φυλακῶν, διότι ἐκεῖ γίνεται ἡ κοι-
743νοποίησις.
744§25Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅλα εἶναι πλαστά· εἶναι ἀπο-
745ρίας ἄξιον πῶς τὰ λέγετε ὑμεῖς αὐτά. Ὅλα αὐτὰ συντάσ-
746σονται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας.
747§26Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος διακόψας με νῦν συνά-
748δελφος πρώην εἰσαγγελεὺς πρὸ παντὸς ὡμολόγησεν ἐκεῖνο,
749τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶπον, καὶ τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο,
750ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐγεννήθη παράπονον ἐκ μέρους τῶν
751φυλακισμένων διὰ τὰς πρὸς αὐτοὺς κοινοποιήσεις, καὶ ἀκρι-
752βῶς διὰ τοῦτο, κ. συνάδελφε, ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμ-
753βάνω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγεννήθη, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξε παράπονον
754ποτέ, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς νομο-
755θετικὰς μεταρρυθμίσεις διὰ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν
756ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἡ διακοπή
757σας ἀφορᾷ κοινοποίησιν βουλευμάτων, ἀποφάσεων καὶ τὰ
758λοιπά, ἐνῷ ἐγὼ τὰς ἀνησυχίας μου, ὅτε τὰς διετύπωσα,
759δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει κοινοποιήσεις δικογράφων ἐκ μέρους τῆς
760Εἰσαγγελίας προερχομένων, κοινοποίησιν βουλευμάτων,
761ἀποσπασμάτων καὶ τὰ λοιπά. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου κοινο-
762ποίησιν ἐνεργουμένην οὐχὶ ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας, ἀλλ’ ὑπὸ
763ἰδιώτου διὰ ἰδιώτου, οὐχὶ διὰ κλητῆρος τῆς Εἰσαγγελίας,
764ἀλλὰ διὰ κλητῆρος ἀπεσπασμένου εἰς δικηγορικὸν γραφεῖον
765ἢ ἀνθρώπου ἀποζῶντος ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ
766ἄλλου. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀνη-
767συχία μου, φρονῶ δέ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς
768μεταρρυθμίσεως.
769Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι διὰ τῶν διακοπῶν
770ἐδόθη μεγάλη σημασία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ τοῦτο δυσ-
771χεραίνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν
772τροπολογίαν μου, ἐνῷ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τίποτε. Ὁ λό-
773γος, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς τρο-
774πολογίας μου ταύτης, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δη-
775μιουργήσωμεν ζητήματα, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἔχωμεν
776ἀνησυχίας καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπάρχουσι παράπονα, ὅσον
777ἀφορᾷ τὰς κοινοποιήσεις. Καὶ προκειμένου νὰ ἔχωμεν ἕνα
778νόμον σόλοικον, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ κακοῦ τούτου θὰ ἔχῃ
779καὶ τὸν κίνδυνον νὰ συμβῶσιν ἀταξίαι κατὰ τὴν κοινοποίη-
780σιν τῶν δικογράφων, ἀταξίαι τοιαῦται, ὥστε νὰ εὑρεθῇ
781ὅτι εἰς κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐκοινο-
782ποιήθησαν δικόγραφα χωρὶς νὰ κοινοποιηθῶσι τοιαῦτα,
783ὅταν ἔχωσι τὰ πράγματα οὕτω, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει
784νὰ γεννῶνται μεγάλα ζητήματα περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅτι
785τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ καταπαύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
786Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης
787τροπολογίας οὐδόλως ἀντικειμένης πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ
788νομοσχεδίου δύναται ν’ ἀποδεχθῇ αὐτήν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ
789τὰ κακά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα ἐκ τῆς ἀναμφισβη-
790τήτως ἀπαλειπτέας διατάξεως. (Εὖγε, εὖγε).
791§27Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 145, Κύριοι, τῆς
792Ποινικῆς Δικονομίας, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχε-
793δίου, καὶ ἐν παραγράφῳ δευτέρᾳ ἀριθμοῦνται τὰ πρόσωπα,
794πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ κλητὴρ ἐπιδίδει ἀντίγραφον τῆς κλήσεως,
795εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ
796παραλάβῃ αὐτὴν ὁ πρὸς ὃν αὕτη, ἢ ἤθελον εὑρεθῆ ἀπόντα
797τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ κλητὴρ ὀφείλει νὰ ἐπιδώσῃ
798τὴν κλῆσιν. Ἀναγράφονται δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὴν
799ἑξῆς τάξιν: «Πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδά-
800σκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ
801κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπι-
802δόσεως».
803Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ἀνάλογα θέματα τῆς Ποινικῆς
804Δικονομίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀναγράφονται περισ-
805σότερα τοῦ ἑνὸς πρόσωπα ἁρμόδια νὰ ἐπιτελέσωσι πρᾶξίν
806τινα, ἐγείρεται τὸ ζήτημα, ἂν ἀναγράφονται τὰ πρόσωπα
807ταῦτα κατὰ τάξιν προτιμήσεως ἢ ἀφίεται ἡ ἐπιλογὴ αὐ-
808τῶν πρὸς τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνηται πρὸς
809αὐτὰ ἢ νὰ προκαλῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Καὶ λύουσι τὸ
810ζήτημα τοῦτο ἄλλοτε ἄλλως. Ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην,
811ὅτι εἰς τὴν προκειμένην διάταξιν δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ
812ὁμοία ἀμφιβολία, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
813καιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τὸ συνέταξεν ἐν τῷ πνεύματι,
814ὅτι, εἰς οἱονδήποτε τῶν προσώπων τούτων καὶ ἂν ἐπιδοθῇ
815τὸ ἀντίγραφον τῆς κλήσεως, καλῶς ἐπιδίδεται. Ἐὰν τὴν
816ἑρμηνείαν ταύτην ἀποδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
817νης, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεγράφετο εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸς
818ἀποφυγὴν συζητήσεων.
819§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
820καιοσύνης). Βεβαιότατα.
821§29Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐπακολουθοῦσαν διά-
822ταξιν ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τὴν ἔχουσαν οὕτω: «Πα-
823ράλειψις τῆς ὑποχρεώσεως των ταύτης μόνην συνέπειαν
824ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δρα-
825χμῶν δέκα», ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι ὁ ὅρος «μόνην» θὰ ἠδύ-
826νατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἀποκλείων καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς δί-
827κης, καὶ ὅτε ἀκόμη ἐπείθετο τὸ Δικαστήριον, ὅτι πράγματι
828δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς κλήσεως ὁ κατηγορούμενος.
829§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν κω-
830λύεται τὸ Δικαστήριον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναβολήν. Τοῦτο
831προκύπτει σαφῶς!
832§31Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν
833ὁποίαν δίδετε.
834Εἰς τὸ ἄρθρον 146, τὸ ὁποῖον ἐπίσης διὰ τοῦ πρώτου
835ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τροπολογεῖται, ἔχω
836παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου ἐχού-
837σης οὕτω: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοι-
838νοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδεικτικὸν
839ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι πεντήκοντα δρα-
840χμῶν».
841Παρατηρητέον, ὅτι τὸ ἄρθρον 146, περιλαμβάνεται ἐν
842τῷ κεφαλαίῳ τῷ ἀναφερομένῳ εἰς τὴν πταισματοδικειακὴν
843διαδικασίαν. Ἐὰν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νόμου ἤθελεν εἶσθαι,
844ὅτι τὴν ποινὴν ταύτην θὰ ἀπαγγέλλῃ τὸ δικάζον τὴν κυρίαν
845πρᾶξιν Δικαστήριον, καὶ τοῦτο ὑποθέτω εἶναι, δὲν ἔχει ὀρ-
846θῶς ὁ ὅρος «χρηματικὴ ποινή», διότι τοιαύτην ποινὴν δὲν
847θὰ δύναται πλέον νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Πταισματοδικεῖον, ἀφοῦ
848πρόκειται περὶ ἐπανορθωτικῆς ποινῆς. Θὰ ἐφρόνουν ἐν τοι-
849αύτῃ περιπτώσει, ὅτι ὀρθότερον ἤθελεν ἔχει τὸ νομοσχέ-
850διον, ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὅρου «χρηματικὴ ποινὴ» ἀνεγράφετο ὁ
851ὅρος «πρόστιμον». Καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω ὑποβάλει σχετικὴν
852τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔχω ὑποβάλει καὶ ἄλλην
853τροπολογίαν, ἥτις ἔχει οὕτω περιλαμβάνουσα καὶ τὴν προ-
854ηγουμένην «... ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ δικάσοντος τὴν
855κυρίαν πρᾶξιν Δικαστηρίου πρόστιμον μέχρι πεντή-
856κοντα δραχμῶν». Ἔγραψα Δικαστηρίων ἐν γένει, διότι
857ἡ διάταξις αὕτη, εἰ καὶ ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν διαδικασίαν
858τῶν Πταισματοδικείων, ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν τῶν Πλημ-
859μελειοδικείων δυνάμει ἄλλης διατάξεως τῆς Ποιν. Δικονο-
860μίας. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον κατὰ τὴν
861κρατοῦσαν δικονομικὴν ἀρχὴν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς
862κατωτέρας δικαιοδοσίας, ὥστε δὲν μεταβάλλεται τὸ δικο-
863νομικὸν καθεστώς.
864Δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὸ τίνος Δικαστη-
865ρίου ἀπαγγέλλεται, καί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγράφεται ὑπὸ τίνος
866Δικαστηρίου ἀπαγγέλλεται, τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔπρεπε νὰ
867γίνῃ εἰδικὴ διαδικασία πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ προστίμου, ἐὰν
868δὲ ἡ κυρία δίκη δικάζηται ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, ὁ
869πταισματοδίκης δὲν θὰ εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποι-
870νὴν ταύτην, διότι θὰ ἐπρόκειτο περὶ χρηματικῆς ποινῆς,
871ἥτις ἐξέρχεται τῆς δικαιοδοσίας του, καὶ ἐν τοιαύτῃ περι-
872πτώσει ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν ἀνάγκην
873τὸν μάρτυρα π. χ. τὸν ἀρνηθέντα νὰ παραλάβῃ τὴν κλῆσιν
874ἢ κατηγορούμενον νὰ τὸν καλῇ δι’ εἰδικῆς κλήσεως εἰς τὸ
875Πλημμελειοδικεῖον, ὅτε θὰ ἔχωμεν νέας δίκας καὶ νέας
876κλήσεις καὶ μάρτυρας καὶ ἔξοδα καὶ ἀπασχολήσεις ἴσως
877ματαίας κατηγορουμένου, μαρτύρων, δικαστῶν...
878§32Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
879καιοσύνης). Εἶναι νέον ἀδίκημα, εἶναι ἰδιώνυμον.
880§33Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐν τοιαύτῃ πε-
881ριπτώσει νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι δημιουργεῖτε
882οὕτω μίαν ματαίαν διαδικασίαν μεγάλην, ἐνῷ θὰ ἦτο
883κατάλληλος ὁ κρίνων τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν νὰ κρίνῃ ἂν
884ὑπῆρξεν ὑπαιτιότης καὶ εἰς τὸν ἀρνηθέντα νὰ παραλάβῃ
885τὴν κλῆσιν.
886§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς μεγα-
887λειτέραν ἐγγύησιν, διότι, ἂν ἀνατεθῇ εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστή-
888ριον, δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὸ πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγ-
889καῖα, καὶ ἐξοικονομεῖται χρόνος, δύναται ὅμως νὰ προέλθῃ
890εἰς ὑπερβασίαν τινὰ καὶ εἰς ἀδικήματά τινα.
891§35Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω δύο λέξεις ἐφ’
892ὅσων παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὡς πρὸς τὴν
893διάταξιν τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 146, καθ’ ἣν «ἡ προσβολὴ
894τῆς ἐκδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς
895ποινικῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου
896δύναται πᾶς τις νὰ προχωρήσῃ».
897§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως θὰ διαφωνήσωμεν;
898§37Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ συμφωνήσωμεν, διὰ νὰ διαφω-
899νήσωμεν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἢ ἐπανάληψις τοῦ
900ἄρθρου 321 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν
901προσβάλληται ἓν ἔγγραφον ὡς πλαστόν, ἡ δίκη ἀναβάλλεται
902μόνον, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου τὸ ἔγγραφον
903τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ὡς οὐσιῶδες. Κατ’ ἀκολουθίαν κατὰ
904βάσιν δὲν παρατηρεῖ τις νεωτερισμόν τινα, οὐχ ἧττον ἐν
905τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ περιέχει τοῦτον τὸν νεωτερισμὸν καὶ δὴ
906ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον, ὅτι ἡ κλῆσις, τὴν ἐπίδοσιν τῆς ὁποίας
907βεβαιοῖ τὸ ἐπιδοτήριον, εἶναι πάντως οὐσιώδης. Τοιουτο-
908τρόπως ἔχει ταύτην τὴν διαφορὰν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 321,
909ὅτι, καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀπολύτως οὐσιώδους ἐγγράφου,
910τὸ ὁποῖον προσβάλλεται ὡς πλαστόν, ἐν τούτοις κατὰ τὸ
911νομοσχέδιον δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς δίκης, ἐφ’ ὅσον
912αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται νὰ προ-
913χωρήσῃ. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ αὐστηρὰ ἡ διάταξις αὕτη.
914Ἴσως τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς στρεψοδί-
915κως ὑποβαλλομένας ἐνστάσεις, ἀλλά, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές,
916ὁ προκαλῶν τὸν νόμον τοῦτον λόγος δὲν εἶναι ἀληθής.
917Σπανίως ἢ οὐδέποτε ψευδῶς προβάλλεται τοιαύτη ἔνστα-
918σις, διότι κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν τὰ ἔγγραφα προσ-
919βάλλονται μόνον ὡς πλαστὰ καὶ ὄχι ὡς μὴ γνήσια ἁπλῶς,
920πρέπει δὲ ἡ πλαστογραφία ν’ ἀποδίδηται εἰς ὡρισμένα
921πρόσωπα, πᾶσα δὲ τοιαύτη ψευδὴς προσβολὴ φέρει τὴν εὐ-
922θύνην τῆς ψευδοῦς μηνύσεως...
923§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἔχει πρα-
924κτικὸν σκοπόν. Πρόκειται νὰ κυρωθῇ δι’ εἰδικῆς διατά-
925ξεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται ἐν τῇ πρακτικῇ εἰς
926περίστασιν, καθ’ ἣν ἐπὶ προσβολῆς ἐπὶ πλαστότητι κατά
927τινος, ἡ ὁποία δυστυχῶς παρὰ πᾶσαν τὴν φαινομενικὴν
928ἀλήθειαν γίνεται συχνὰ πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης, ὁ δὲ
929κατηγορούμενος ἔχει πάντα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως
930οὐδένα κίνδυνον διατρέχων. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δύ-
931ναται μόνον νὰ ἀνοίξῃ ὁδόν.
932§39Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πάντως.
933§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ προχωρήσῃ
934ἡ δίκη, ὅταν οὐδὲν δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου δὲν πα-
935ραβιάζηται διὰ τῆς προόδου τῆς δίκης.
936§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ στηριχθῇ ὁ δικαστής;
937§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα
938θὰ ἔχῃ.
939§43Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως
940ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστότητι καὶ προσελθών.
941§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἄλλοθεν λαβὼν
942γνῶσιν προσέλθῃ, πάλιν δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τι ἡ ὑπεράσπισις.
943Ἐὰν συνέπεσεν ὁ κατηγορούμενος οὗτος νὰ εἶναι τόσον
944ἐπιμελής, ὥστε νὰ ἔχῃ προπαρασκευάσει ὑπεράσπισιν ἀρ-
945τίαν, ὁ δικαστὴς δὲ πείθηται περὶ τούτου, διατί νὰ μὴ
946προβῇ ἡ δίκη; Διὰ τοῦτο ἀνατίθεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ
947κρίνῃ, ἂν εὑρίσκεται πρὸ περιστάσεως, καθ’ ἣν δὲν δικαιο-
948λογεῖται ἡ πρόοδος τῆς δίκης, ἢ ἂν εὑρίσκεται πρὸ περι-
949στάσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος καὶ ἄλλοθεν λαβὼν
950γνῶσιν, καὶ οὐχὶ ἐγκαίρως, εὑρίσκεται ὅμως μὲ ἀρτίαν τὴν
951ὑπεράσπισιν, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ἡ ἀναβολὴ τῆς
952δίκης. Διατί νὰ μὴ ἀνατίθηται εἰς τὸν δικαστὴν ἡ κρίσις
953αὕτη;
954§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι σκοπὸς τῶν νόμων εἶναι ἡ
955περιστολὴ τῆς δικαστικῆς αὐθαιρεσίας.
956§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σεῖς ἀναχωρῆτε ἀπὸ
957τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἶδον ὑποδηλουμένην καὶ ἔκ τινων
958ἄλλων σημείων, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἐχθροί...
959§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλοι.
960§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπευ-
961θυνώμεθα πρὸς αὐτοὺς ὡς πρὸς δημίους ἢ πρὸς λωποδύτας,
962βεβαίως αἱ σκέψεις σας εἶναι ὀρθαί. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἡ
963τῶν νόμων παραφυλακὴ σοφῶς εἶναι ἀνατεθειμένη πρὸς τὸν
964δικαστήν, καὶ εἶναι ἀδύνατον αἱ ἐκ τοῦ νόμου ἐγγυήσεις νὰ
965εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εἶναι ξέναι πρὸς τὴν κρίσιν τοῦ
966δικαστοῦ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναβολῆς ἢ τῆς προόδου
967τῆς δίκης θὰ εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ μὴ ἀναθέτωμεν αὐτὴν
968εἰς τὸν δικαστήν, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν ἀναθέτομεν μετὰ πεποι-
969θήσεως τὴν ὅλην οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δηλ. τὸ πᾶν.
970§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι μὲ παρηρμήνευσεν
971ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶπον λωποδύτας τοὺς
972δικαστάς.
973§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ εἴπετε.
974§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι σκοπὸς τῶν νόμων εἶναι
975ἡ περιστολὴ τῆς δικαστικῆς αὐθαιρεσίας. Δὲν δύναταί τις
976νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἔχομεν καλοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον
977νὰ ὑπάρχωσι καὶ αὐθαίρετοι δικασταί, ἀπέναντι τῶν
978ὁποίων θὰ τεθῇ φραγμὸς ὁ νόμος.
979§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένω νὰ τελειώσωσιν
980ὅλοι, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀπώλεια χρόνου, καὶ θὰ ἀπαν-
981τήσω εἰς πάσας τὰς ἀντιρρήσεις. Εἶμαι δὲ τελείως πεπει-
982σμένος ὅτι θὰ ἄρω μερικὰς διαφωνίας, αἱ ὁποῖαι ὑφίσταν-
983ται ἴσως, διότι αἱ ἐξηγήσεις ἀπὸ μέρους μου δὲν ἐγέ-
984νοντο πλήρως. Νομίζω ὅτι ἐπείσθη τελείως ἡ Βουλὴ ὅτι
985οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει.
986§53Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔθετον
987ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὸν φόβον μου μήπως ἡ διάταξις αὕτη,
988καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται, δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς αὐστη-
989ροτέραν τροπὴν τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, ὄχι διότι δὲν
990ἐμπιστεύομαι εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι
991δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς θέτουσα κατ’ ἀρχὴν τὴν μὴ ἀνα-
992βολὴν τῆς δίκης καὶ εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις τὴν
993ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τούτου, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον,
994ὡς προεῖπον, ἡ προσβολὴ τοῦ ἐπιδοτηρίου ὡς πλαστοῦ, ἡ
995ὁποία πάντως πρέπει νὰ ἀποδίδηται εἰς ὡρισμένα πρό-
996σωπα, ἐπάγεται μεγάλην εὐθύνην διὰ τὸν προσβαλόντα,
997ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται κατ’ ἀρχὴν τεκμήριον ὅτι ἁπλῶς
998πρὸς στρεψοδικίαν ἐγένετο ἡ προσβολή.
999§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1000οσύνης). Δύναται νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ πλαστογραφία
1001καὶ ὅμως ἀληθοῦς ταύτης ὑποτιθεμένης οὐδὲν οὐσιαστικὸν
1002κώλυμα νὰ παρουσιάζηται δικαιολογοῦν τὴν μὴ πρόοδον
1003τῆς δίκης. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ κλητὴρ πιστοποιεῖ πλαστῶς
1004ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν 12ην, ἐνῷ ἐκοινοποίησε τὴν 10ην.
1005§55Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος, ἂν τοιαύτην
1006προϋπόθεσιν ἔχῃ ἡ σχετικὴ διάταξις.
1007§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι
1008περιλαμβάνονται μόνον αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας
1009στρεψοδίκως ὑποβάλλεται ἡ ἔνστασις, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖναι,
1010καθ’ ἃς οὐχὶ οὐσιωδῶς ὑποβάλλεται.
1011§57Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἂν πρόκειται νὰ πα-
1012γιδεύσωμεν τοὺς κατηγορουμένους. Ἡ παρατήρησίς σας νὰ
1013ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
1014Ὑπολείπεται καὶ ἄλλη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεμνή-
1015σαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτε ἐλάβομεν τὴν τιμὴν
1016κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, τὴν Τρίτην, ἐπὶ τοῦ
1017νομοσχεδίου νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑπέβαλον
1018τότε δισταγμούς τινας περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους θὰ
1019διατρέχωσι, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν, οἱ καλούμενοι ἐνώπιον
1020τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐφ’ ὅσον δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς
1021τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ καλῶσι καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως.
1022Ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν σώζεται ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου,
1023ὅταν ὑποχρεοῦται πάντως ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ διατάσσῃ προ-
1024ανάκρισιν, διότι, ὡς εἶπον, αὕτη δύναται νὰ διεξαχθῇ στοι-
1025χειωδῶς, περιωρισμένως, καὶ νὰ ληφθῇ μία κατάθεσις.
1026Πολλάκις δὲ—καὶ ἔσχον ἀφορμήν τινα τελευταῖον— δὲν
1027καλεῖται εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος, καὶ ὅταν πρό-
1028κειται περὶ σοβαρωτάτου ἐγκλήματος. Π. χ. προχθὲς πο-
1029λιτευόμενος ἐν Ἀθήναις ἐκλήθη δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως
1030ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου διὰ νόθευσιν τῆς ἐκλογῆς
1031ἐν Αἰγίνῃ.
1032§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι συνέβη μία νομοθε-
1033τικὴ ἀνωμαλία περιεργοτάτη, αἰρομένη δὲ διὰ τοῦ παρόν-
1034τος νομοσχεδίου. Ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ
1035ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους πέρυσιν, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ἀνε-
1036θεώρησε, συνελήρωσε καὶ ἐτροποποίησε τοῦτο, ἐνομίσθη,
1037ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ καθίσταται
1038ὑποχρεωτικὴ ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἵνα δύναται νὰ
1039συμβαδίσῃ ἀπροσκόπτως καὶ συμπορευθῇ ἀκινδύνως τὸ σύ-
1040στημα τὸ ἀπαγορεῦον τὴν ἐρημοδικίαν τὴν ἀδικαιολόγη-
1041τον μὲ τὴν πλήρη ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου. Ἐσκέ-
1042φθη τότε ὁ παρασκευάσας τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ κατήργει
1043τὴν ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα καὶ ὑπεχρέου τὸν κατηγορού-
1044μενον νὰ ἔλθῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τῷ δώσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπε-
1045ρασπίσεως, ἄρα ὑποχρεωτικὴν τὴν προεισαγωγικὴν ἀνά-
1046κρισιν. Τί ὅμως συνέβη; Ὁ νόμος καταργηθεὶς ὅσον ἀφορᾷ
1047τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐρημοδικίας ἀνέγραψε πάλιν ὡς δι-
1048καίωμα, παρέμεινε δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία καθίστα
1049ὑποχρεωτικὴν τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν. Αἱ εἰσαγγε-
1050λικαὶ ἀρχαὶ εὑρέθησαν πρὸ αὐτοῦ τοῦ ἀνωμάλου μετὰ τὴν
1051κατάργησιν ταύτην νὰ ἰσχύῃ ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις,
1052ἀπέναντι δηλαδὴ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἑνὸς ἐμφανοῦς ἀτό-
1053που τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς ἐπικειμένης
1054ἐρημοδικίας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἰς τὸ ἀκροατή-
1055ριον. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ κάμωσι τὸ ἀτό-
1056πημα, τὸ ὁποῖον μᾶς καταγγέλλεται, εἰς περίστασιν, κατὰ
1057τὴν ὁποίαν γνωρίζουσιν ὅτι ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις θὰ
1058εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ διανοίξῃ τὴν ὁδὸν τῆς
1059ἀνακριτικῆς διαδικασίας εἰς τὸν κατηγορούμενον, διότι
1060τότε θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι καταργεῖ ταύτην τὴν ἀνω-
1061μαλίαν, ἵνα μὴ ὁδηγηθῇ ὁ κατηγορούμενος εἰς τὴν ἐρημο-
1062δικίαν.
1063§59Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ πάλιν θὰ ἤμην ἠναγκασμένος
1064νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας μίαν ἀπορίαν. Ἡ προεισα-
1065γωγικὴ ἀνάκρισις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν παραμένει ἁπλῶς
1066τύπος, ὑφ’ ὃ πνεῦμα ὀρθῶς νῦν γίνεται ἐκ τῆς παρεξηγή-
1067σεως, τὴν ὁποίαν εἴπετε, καὶ πάλιν καθ’ ἑαυτὴν οὐδεμίαν
1068ἐγγύησιν παρέχει ὅτι διαγιγνώσκεται καὶ ἐξετάζεται τὸ
1069ἀδίκημα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ γνωρίζῃ κα-
1070λῶς ὁ καλούμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, τί κατ’ αὐτοῦ
1071θὰ λεχθῇ, ὥστε νὰ παρασκευάσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερα-
1072σπίσεως.
1073§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παραγγέλληται τα-
1074κτικὴ ἀνάκρισις.
1075§61Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κατὰ κανόνα οἱ εἰσαγγελεῖς —καὶ
1076ὁ κ. Γιαμαρέλος μαρτυρησάτω— πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν
1077τῶν δικογραφιῶν προτιμῶσι τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρι-
1078σιν, ἐκτὸς τῶν σοβαρῶν ὑποθέσεων, εἴτε ἐκ τῆς πράξεως αὐ-
1079τῆς εἴτε ἐκ τῶν προσώπων. Ἡ φύσις τῆς προεισαγωγικῆς
1080ἀνακρίσεως, ὡς ἔσχον τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν πρώτην μου
1081ὁμιλίαν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι νὰ ἐξελέγχῃ
1082πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν πράξεων τούτων· μάλιστα
1083ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ὑπέρβασις τοῦ προορισμοῦ της, ἐὰν ἐξετεί-
1084νετο ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις καὶ εἰς λεπτομερείας. Ἡ
1085προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις εἶναι κεκλημένη νὰ ἐξετάζῃ χον-
1086δρομερῶς τὰ πράγματα, χονδρομερῶς καὶ πρόσωπα καὶ
1087πράγματα, νὰ μὴ στρέφηται δὲ καὶ κατὰ τῶν προσώ-
1088πων κἄν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καλεῖται ὁ πρὸς ὃν ἀπο-
1089δίδεται ἡ πρᾶξις, δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ αὐτὸς ὡς
1090κατηγορούμενος, ὡς ἔνοχος· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τῷ ἀπαγ-
1091γελθῇ κατηγορία. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω σολοίκως ἀναγεγραμ-
1092μένον ἐν τῷ νόμῳ περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως, ὅτι αὕτη ἐκ-
1093τείνεται καὶ εἰς τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, καθ’ ὃν
1094χρόνον ἔπρεπε νὰ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν νομοθετοῦντα, ὅτι
1095εἰς τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
1096ὑπάρχῃ κατηγορούμενος. Δὲν μὲ λανθάνει ὅτι συχνάκις καὶ
1097οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἄλλοι ἀνακριτικοὶ τοιοῦ-
1098τοι, θὰ ἤθελον δὲ νὰ προσθέσω καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ἀκόμη,
1099δὲν προσέχουσιν ἢ ἀγνοοῦσι τὰς λεπτομερείας ταύτας καὶ
1100ἐνίοτε ἀπαγγέλλουσι κατηγορίαν ἐν προανακρίσει. Ἀλλὰ
1101τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι νόμιμον. Ἐφ’ ὅσον λοι-
1102πὸν ἡ φύσις τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως κατὰ πᾶν τε-
1103κμήριον δὲν ὑπόσχεται παρὰ στοιχειώδη τῆς πράξεως βε-
1104βαίωσιν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἔλλειψιν τῶν μέσων πρὸς
1105ἄμυναν τοῦ κατηγορουμένου, ὑπέβαλον κατὰ τὴν συζήτη-
1106σιν τροπολογίαν, καθ’ ἣν τουλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλ-
1107ληται εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ γνωστοποιῶσι κατάλογον
1108μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο ἐνώπιον τοῦ Δικαστη-
1109ρίου, ἵνα τουλάχιστον ἐκ τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θὰ κα-
1110λῶνται, νὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ κατηγορούμενος νὰ συμπεράνῃ
1111τί κατ’ αὐτοῦ θὰ λεχθῇ καὶ τί πρέπει νὰ εἴπῃ.
1112Καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐκ συμφώνου ὑπεβάλομεν
1113μετὰ τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἐνόμισα δέ, ὅτι ἡ τροπολογία
1114αὕτη εἶχε ληφθῆ ὑπὸ σοβαρὰν τότε σημείωσιν.
1115Ἄν, ὑπομιμνήσκων ταύτην, ἤθελον εὐτυχήσει νὰ ἐπανα-
1116φέρω ὑπὸ τὴν μελέτην τῶν ἁρμοδίων τὴν τροπολογίαν ταύ-
1117την, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τροπολογήσω τὴν ὑποβεβλημένην τρο-
1118πολογίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀνεγράψαμεν τότε μὲ τὸν κ. Τσι-
1119ριμῶκον, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ κλη-
1120τήριον θέσπισμα, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν πολυγραφίας δὲν ἀνε-
1121γράψαμεν εἰς ἰδιαίτερον κατάλογον νὰ ἐγγράφῃ τὰ ὀνό-
1122ματα τῶν κλητευθέντων μαρτύρων, τοὺς ὁποίους, ἐλέγομεν,
1123ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ πάντοτε ἐκ τῶν ἐξετασθέντων
1124μαρτύρων. Κατόπιν δευτέρας σκέψεως μὲ τὸν κ. Τσιριμῶ-
1125κον εὕρομεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι θὰ ἀπεκλεί-
1126ετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς εἰσαγ-
1127γελεῖς νὰ καλῶσι μάρτυρας, τοὺς ὁποίους κατόπιν ἤθελον
1128μάθει, ὡς δυναμένους νὰ καταθέσωσιν οὐσιώδη, καὶ ἐνόμισα
1129ὅτι, ἂν ἤθελε τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἡ τροπολο-
1130γία αὐτή, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ
1131μάρτυρες λαμβάνονται ὑποχρεωτικῶς ἐκ τῶν ἐξετασθέντων
1132ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως.
1133§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1134οσύνης). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι
1135αἱ σκέψεις σας εἶναι λογικώταται, παραβλέπουσαι τοῦτο
1136μόνον, ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τοῦ νομοσχεδίου τὸ
1137ζήτημα αὐτό.
1138§63Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐλπίς, νομίζετε, νὰ γίνῃ εἰ-
1139δικὸν νομοσχέδιον;
1140§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐλπὶς διὰ πολ-
1141λὰς διατάξεις μεμονωμένας.
1142§65Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν πρῶτος ἐγὼ τότε
1143νὰ σᾶς εἴπω εἰς τὴν πρώτην μας ὁμιλίαν, κύριε Ὑπουργέ,
1144ὅτι τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέ-
1145ρου νομοσχεδίου, ὅτε δὲ εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐρω-
1146τήσητε, ἂν θὰ ἔχω τροπολογίαν τινά, ἐκ τῆς ἐρωτήσεως
1147αὐτῆς ἐνεθαρρύνθην καὶ ἔσχον τὴν ἐντύπωσιν, ἴσως πλανη-
1148θείς, ὅτι αἱ γνῶμαί μου ἐλήφθησαν ὑπὸ σημείωσιν καὶ
1149ἀκόμη ἔσχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μοὶ ὑπεδεικνύετο, ὅτι θὰ
1150ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν
1151συνεργασίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου καὶ τὴν συνέταξα. Ἐν πάσῃ
1152περιπτώσει ἔχετε αὐτὴν ὑπ’ ὄψει.
1153(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
1154§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω φυλάξει ἤδη.
1155§67Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει ν’ ἀποτε-
1156λέσῃ ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου, πράξετε ὅπως ὑμεῖς
1157νομίζετε.
1158§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
1159§69ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κατεψήφισα, κύριοι Βουλευ-
1160ταί, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὄχι τόσον διὰ τὸ 1ον ἄρ-
1161θρον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων,
1162διότι καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην τῆς
1163ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων,
1164διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πάσχῃ ἡ ποι-
1165νικὴ δικαιοσύνη, ἀλλὰ τὸ κατεψήφισα διὰ τὸ δεύτερον ἄρ-
1166θρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν τὰς ἐρημοδικίας καὶ ἐπὶ
1167τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητή-
1168σεως. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι
1169Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, λαμβανο-
1170μένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀπειρίας τῶν ποινικῶν δικογράφων,
1171τὴν ὁποίαν τεραστίως αὐξάνει τὸ συζητούμενον νομοσχέ-
1172διον, τὴν αὐξάνει δὲ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ κλητὴρ ὁ
1173δικαστικὸς εἰς μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ἐπιδίδων τὸ δι-
1174κόγραφον συντάσσει ἓν καὶ μόνον ἀποδεικτικόν, εἰς τὴν
1175περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν προσωπικῶς τὸ ἐπιδίδει εἰς
1176τὸν ἐγκαλούμενον, ἐνῷ καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις
1177ὁ κλητὴρ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάσσῃ τρία ἐπιδοτήρια,
1178ἓν ἐπιδοτήριον τῆς θυροκολλήσεως, ἓν ἐπιδοτήριον τῆς ἐπι-
1179δόσεως εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν πάρεδρον, δύο ἀντίγραφα
1180τῶν ἐπιδιδομένων δικογράφων, καὶ αὐτὰ ὅλα θὰ συντάξῃ
1181ὁ κλητήρ, δηλαδὴ ἡ ἐργασία τοῦ κλητῆρος τετραπλασιά-
1182ζεται.
1183§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε γίνεται αὐτό;
1184§71ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὰ 9)10, διότι σᾶς δια-
1185βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι λόγῳ τῆς ἐρημίας τῶν χωρίων
1186καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τοῦ ἔτους, καὶ ἐκτὸς τῶν ἑορτῶν καὶ
1187λόγῳ τῶν μεγάλων ἀποστάσεων...
1188§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἑορτὰς γίνονται κυ-
1189ρίως αἱ κοινοποιήσεις καὶ τώρα.
1190§73ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἑορτὴ εἶναι μία ἡμέρα τῆς
1191ἑβδομάδος. Λαμβανομένων, λέγω, ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀτελειώ-
1192των ἀποστάσεων καὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας ἐν
1193ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἀποκέντροις, τοῦ ποιοῦ τῶν κλητήρων
1194καὶ τοῦ γλίσχρου τῆς ἀμοιβῆς αὐτῶν, νὰ εἶσθε βέβαιος,
1195κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὰ ἐπιδοτήρια αὐτὰ τοὐλάχιστον εἰς
1196τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἂν ὄχι ὅλα, τοὐλάχιστον τὰ
11979)10 θὰ συντάσσωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι οὐδέ-
1198ποτε εὑρίσκει τοὺς καλουμένους προσωπικῶς, καὶ ὁ κλητήρ,
1199ὁ μεταβαίνων εἰς ἓν χωρίον νὰ ἐπιδώσῃ δικόγραφα εἶναι
1200ἠναγκασμένος νὰ συντάξῃ τέσσαρα δικόγραφα. Καὶ δὲν εἶ-
1201ναι μόνος αὐτὸς ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ
1202ἄλλος σπουδαιότερος λόγος, τὸν ὁποῖον θὰ ἴδωμεν εἰς
1203τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε, κ. Ὑπουργέ,
1204νὰ φανῆτε φειδωλὸς εἰς τὴν κίνησιν τῆς διαδικασίας τῶν
1205ποινικῶν ὑποθέσεων; Καὶ εἰς τοῦτο ἔχετε δίκαιον καὶ κατ’
1206ἀρχὴν θὰ μὲ εὕρητε σύμφωνον, ἀλλὰ φειδωλὸς εἶσθε, ὅτε,
1207προκειμένου νὰ ἀνακοπῇ μία ἀπόφασις, καλεῖτε τὸν μηνυ-
1208τήν, τὸν κατηγορούμενον, τὸν παθόντα, αὐξάνετε τουτέστι
1209τὰς κοινοποιήσεις κατὰ τρία ἐπὶ πλέον δικόγραφα. Ἀλλὰ
1210δικάζεται ἡ ὑπόθεσις, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸ παραδε-
1211κτὸν τύποις τῆς ἀνακοπῆς καὶ τὸ Δικαστήριον δέχεται τὴν
1212ἀνακοπὴν τὴν δικαιολογηθεῖσαν, δὲν δικάζεται ὅμως ἀμέ-
1213σως ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ παραπέμπεται νὰ δικασθῇ κατ’ οὐ-
1214σίαν μετὰ 15 ἡμέρας, ὅτε καὶ τότε ὑποβάλλεται εἰς τέσ-
1215σαρας νέας κλητεύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον, τουτέστι
1216καλεῖτε καὶ τότε δύο μάρτυρας οὐσιώδεις, τὸν μηνυτὴν καὶ
1217τὸν παθόντα, αὐξάνοντες τουτέστι κατὰ τέσσαρα τὰ δικό-
1218γραφα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς μίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1219ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου μοὶ ἐπέτρεψε νὰ παρευρεθῶ,
1220ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ζαβιτσᾶνος ἔφερε
1221στατιστικὴν πληροφορίαν ὅτι μὲ τὸν ὑφιστάμενον νόμον
1222εἰς ἕκαστον κλητῆρα ἀναλογοῦσι νὰ κοινοποιῇ καθ’ ἑκά-
1223στην 100 δικόγραφα, ἂν δὲ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βου-
1224λευτὴς καὶ αὐτὴν τὴν τεραστίαν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν δη-
1225μιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔλεγε βεβαίως ὅτι ὄχι μόνον
1226100 δικόγραφα, ἀλλὰ 300 καὶ 350 ἀναλογοῦσι δι’ ἕκα-
1227στον κλητῆρα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν μοὶ ἐπετρέπετε νὰ σχε-
1228τίσω τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μὲ τὸ
1229ἄλλο πολὺ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι
1230ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἡ
1231ἐξέτασις εἶναι πλήρης, ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν οἱ κλητῆρες
1232αὐτοί, τῶν ὁποίων αὐξάνετε τὸν μισθὸν κατὰ 20 δραχμάς,
1233πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ποιὸν τῶν κλητήρων,
1234ἔστω καὶ ἂν αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ 10 ἢ 20,
1235εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπί-
1236δοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων;
1237§74Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν αὐξάνουσιν αἱ ἐπιδόσεις· τὰ ἀντί-
1238γραφα αὐξάνουσιν.
1239§75ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ συντάσσωνται καὶ ἐπιδο-
1240τήρια· ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ, ἵνα λάβῃ τὴν ὑπογραφήν του;
1241§76Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ δι’ ἓν ἐπιδοτήριον αὐτὸ θὰ ἐγίνετο.
1242§77ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὰ
1243ὄργανα, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἀσφαλῆ
1244ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, κατ’ ἀνάγκην θὰ μᾶς
1245φέρωσιν εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα: ἢ τὰ ἐπιδοτήρια θὰ
1246συντάσσωνται πλαστῶς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν προσώπων,
1247ἢ θὰ ἀναγκασθῶμεν λίαν προσεχῶς, ἀλλ’ ἀφοῦ τυραννηθῇ
1248ὁ κόσμος, νὰ καταργήσωμεν παταγωδῶς τὸ νομοσχέδιον
1249τοῦτο γενόμενον νόμον, ὅπως καὶ ἄλλοτε κατηργήθη. Οὐ-
1250δεμία περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφιβολία.
1251Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς
1252διατάξεως τῆς συζητουμένης. Τὸ νομοσχέδιον ἀμφιβάλλει
1253περὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν προσώπων τῶν μελλόντων νὰ τὸ
1254ἐφαρμόσωσι, δηλαδὴ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, διότι αὐτὴ
1255εἶναι ἡ βάσις, καὶ καθιεροῖ ἕνα ὁλόκληρον κυκεῶνα. Ἐπι-
1256δίδουσιν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες προσωπικῶς ἢ θυροκολ-
1257λοῦσι, καὶ καθιεροῖ εἶτα ἐπικουρικὰ πρόσωπα, τοὺς διδα-
1258σκάλους, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς παρέδρους, τοὺς ὁποίους ὑποβάλ-
1259λει εἰς μίαν ἀγγαρείαν, καὶ ἀγγαρείαν μὲ εὐθύνας. Φαντα-
1260σθῆτε ὁ ἱερεὺς νὰ ἔχῃ εὐθύνην, διότι δὲν εἰδοποίησε τὸν
1261καλούμενον, καὶ ὅταν δὲν δύναται νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ, διότι
1262λείπει ἀπὸ τὸ χωρίον 5, 10 ἡμέρας, νὰ εἶναι ἀρκετὴ ἡ
1263εἰδοποίησις τοῦ ἱερέως. Ἀναγνωρίζον τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὸ
1264τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ ὁλόκληρον κυκεῶνα. Ἀναθέτει
1265εἰς τὸν ἀστυνόμον τὴν κοινοποίησιν, ὅταν δὲν ἔχῃ κατοι-
1266κίαν ὁ κατηγορούμενος. (Διάλογοι).
1267Ὅ,τι, Κύριοι, ὑποστηρίζω, ἀναγνωρίζεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ
1268νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ παρὰ τὴν ἔλ-
1269λειψιν τῆς συγκοινωνίας, ἂν ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἀνα-
1270λαμβάνῃ τὴν εὐθύνην νὰ καταρτίσῃ σῶμα δικαστικῶν κλη-
1271τήρων ἱκανὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν
1272δικογράφων, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις
1273αὐξάνουσα κατὰ 110,000 δρ. ἐπὶ πλέον τὴν δαπάνην δὲν
1274δίδει εἰς τοὺς κλητῆρας μισθὸν ἀνάλογον, διότι πρόκειται
1275νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μίαν πολὺ ἐπίμοχθον ἐργασίαν. Διότι
1276τί πρόκειται νὰ κάμωσι; Νὰ ἀναχωρῶσιν ἀπὸ τὰς ἕδρας
1277τῶν πρωτοδικείων καὶ τῶν εἰρηνοδικείων καὶ νὰ ἐπιδίδωσι
1278δικόγραφα εἰς μέρη καὶ 35 ὥρας ἀπέχοντα. Ἀναλαμβά-
1279νουσι λοιπὸν πολὺ ἐπίμοχθον ἐργασίαν οἱ δικαστικοὶ κλη-
1280τῆρες, ἐνῷ ἀμείβονται μὲ 60 δραχ. μόνον μηνιαίως, ὅταν
1281δὲ καλέσητε κλητῆρας νὰ ἀναλάβωσι μὲ 60 δρ., οὐδεὶς θὰ
1282προσέλθῃ νὰ ἀναλάβῃ, τοῦτο δὲ τὸ ἀντελήφθην, διότι ἔρχο-
1283μαι ἀπὸ τὸν τόπον μου, ὅπου χάριν ἀναρρώσεως μετέβην,
1284καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ, ἐκεῖνοι δέ, τῶν
1285ὁποίων ὁ μισθὸς αὐξάνεται κατὰ 20 δραχ., εἶναι ἀδύνατον
1286νὰ ἀποδεχθῶσι, διότι θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν, ὅτι δι’ εἴκοσι
1287δραχμὰς δὲν πηγαίνουσι νὰ συντριβῶσιν, ἀφοῦ δὲν τοῖς ἐπι-
1288τρέπεται νὰ κάμωσιν ἄλλην ἐργασίαν λόγῳ τῆς ἀπειρίας
1289τῶν ποινικῶν δικογράφων, τῆς κολοσσιαίας αὐτῆς ἐργασίας,
1290τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον.
1291Θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπίδοσιν πιστεύοντες ὅτι
1292δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὴν Ἑλλάδα εἰς Γερμανίαν, εἰς
1293τὸ πειθαρχικώτερον καὶ μᾶλλον πεπολιτισμένον Κράτος
1294τῆς οἰκουμένης, εἰς τὴν ὁποίαν Γερμανίαν ἐλύθησαν τελείως
1295τὰ ζητήματα τῆς συγκοινωνίας, ἐλύθη τελείως τὸ ζήτημα
1296τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων, περιωρίσθη ἡ ἐγκλημα-
1297τικότης εἰς μέγαν βαθμόν. Θέλετε νὰ μᾶς μεταβάλητε εἰς
1298Γερμανίαν; μεταβάλετέ μας, ἀλλὰ νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐ-
1299θύνην, νὰ αὐξήσητε τὴν δαπάνην τῶν 110 χιλ. δραχμῶν
1300εἰς πολλὰς ἀκόμη χιλιάδας, διὰ νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἐπί-
1301δοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἡμεῖς νὰ συγκριθῶμεν
1302πρὸς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τοιοῦτος νόμος ἐψηφί-
1303σθη καὶ ἐφηρμόσθη καὶ ἐν τούτοις ἐκρίθη ἄγαν αὐστηρὸς
1304καὶ τραχὺς ἀπὸ τὰ Δικαστήρια;
1305§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργεῖται ἐν Γερμανίᾳ.
1306§79ΕΠ. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ
1307ληφθῶσι μέτρα ἐπιεικέστερα...Καὶ θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἐφαρ-
1308μόσωμεν εἰς τὸν ἔρημον αὐτὸν τόπον τὸν μὴ ἔχοντα συγ-
1309κοινωνίαν, πολιτισμούς, καταλλήλους ὑπαλλήλους; Ἀλλ’
1310ἐπὶ τέλους, ἂν τοῦτο ψηφισθῇ, ἂς λείψωσιν αἱ συνέπειαι τῆς
1311βʹ διατάξεως τοῦ ἄρθρου, νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ ἡμεῖς θὰ προ-
1312βιβασθῶμεν, ἂν οἱ μάρτυρες θὰ συνηθίσωσι νὰ προσέρχων-
1313ται εἰς τὰς δίκας, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ τὸ μέγα κακὸν τῶν
1314ἀναβολῶν τῶν δικῶν, καὶ τότε νὰ συζητηθῶσι σοβαρῶς τὰ
1315μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν αὐστηρά, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
1316Δικαιοσύνης, τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρη-
1317μοδικίας.
1318Φρονῶ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἄνευ τοιαύτης με-
1319ταρρυθμίσεως, δηλαδὴ τοῦ καταρτισμοῦ σώματος ἐπαρ-
1320κοῦς καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι
1321ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Δικαιοσύνη, καὶ οἱ κλητῆρες
1322θὰ συντάσσωσι κατ’ ἀνάγκην ψευδῆ ἐπιδοτήρια, ὁπότε
1323ἀφιεμένου τοῦ ζητήματος εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου,
1324ὅταν ταῦτα προσβάλλωνται ἐπὶ πλαστότητι, νὰ προχωρῇ ἢ
1325νὰ σταματᾷ. Κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, θὰ ἔχωμεν ὀλέθρια
1326ἀποτελέσματα. Διότι ὁ Δικαστὴς προκειμένου νὰ κρίνῃ
1327πρέπει νὰ ἔχῃ στοιχεῖα· προκειμένου ὅμως περὶ προσβο-
1328λῆς πλαστῶν δικογράφων, οὐδὲν στοιχεῖον ἔχει, ἵνα κρίνῃ
1329ἐκ τῶν προτέρων. Ἐγὼ ὁ μάρτυς, ὁ κατηγορούμενος προσ-
1330έρχομαι καὶ προσβάλλω τὸ ἐπιδοτήριον ὡς πλαστόν· τίνα
1331στοιχεῖα ἔχει ὁ Δικαστής, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τῶν λόγων μου;
1332Λοιπὸν δύο τινὰ θὰ συμβῶσιν, ἢ τὸ Δικαστήριον μὴ λαμ-
1333βάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν προσβολὴν ἐπὶ πλαστότητι τοῦ ἐπιδο-
1334τηρίου θὰ προχωρῇ καὶ ἀπορριπτομένης τῆς ἀνακοπῆς θὰ
1335καταδικάζηται ἀναπολόγητος ἐντελῶς ὁ κατηγορούμενος, ἢ
1336θ’ ἀναβάλῃ τὴν δίκην. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἴμεθα βέβαιοι
1337ὅτι ἐξασφαλίζεται μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ νομο-
1338σχέδιον, ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, εἶναι ἐπά-
1339ναγκες, ὅπως ἡ προσβολὴ ἐπὶ πλαστότητι τῶν ἐπιδοτηρίων
1340σταματᾷ τὴν δίκην, διότι ὁ Δικαστὴς οὐδὲν στοιχεῖον ἔχει,
1341ὅπως κρίνῃ περὶ αὐτῆς.
1342Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν
1343συζητουμένην διάταξιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο πρωτίστως, τὸ ὁποῖον
1344μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου τὸ
1345ἀφορῶν τὰς ἐρημοδικίας. Ἐκεῖ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν,
1346ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεώς του, καὶ εἶμαι βέβαιος
1347ὅτι θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις ἀποστρέφεται τὰς ἐρη-
1348μοδικίας ὄχι ὀλιγώτερον ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅστις καταργῶν τὸ δι-
1349καίωμα τῆς ἐρημοδικίας δημιουργεῖ ἐρημοδικίαν μὲ τὰς
1350χειρίστας συνεπείας.
1351§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Κ.
1352Παπακυρίτση ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρ-
1353θρου τοῦ Συντάγματος.
1354(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
1355§81ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω τὰς
1356γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτε συνε-
1357ζητεῖτο κατ’ ἀρχὴν τοῦτο· γνώμας συμπιπτούσας πρὸς τὰς
1358τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις, ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ τὰς τῶν ποι-
1359νικῶν δικογράφων ἐπιδόσεις, ἀντιτιθεμένας ὅμως πρὸς τὰς
1360τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου, ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ τὰς ἐρημοδικίας.
1361Ἤδη δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον μερικὰς τρο-
1362πολογίας, τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ ἐν συντομίᾳ ἐξαιρετικῇ νὰ
1363ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
1364Τὰς τροπολογίας ταύτας θεωρῶ ἀναγκαῖον δι’ ὀλίγων νὰ
1365ὑποδείξω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποδε-
1366χθῇ αὐτάς.
1367Τὸ ἄρθρον 145, κύριοι Βουλευταί, λέγει ὅτι ἡ κλῆσις γί-
1368νεται ἐγγράφως καὶ κοινοποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμε-
1369νον καὶ τοὺς μάρτυρας, τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς
1370πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ διατάξει
1371ταύτῃ ἐκ παροράματος παρελείφθη ἡ παρέκτασις τῆς προ-
1372θεσμίας λόγῳ ἀποστάσεως.
1373§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1374καιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 163 θὰ γίνῃ μνεία περὶ αὐτοῦ.
1375§83ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν, ὅπως αὐξηθῇ
1376ἡ προθεσμία. Ὁρίζεται ὅτι ἡ κλῆσις ἐπιδίδεται τρεῖς
1377τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμφάνισιν ὡρισμένης.
1378Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει καλῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι,
1379ὅπως βλέπομεν κατωτέρω, ὁ κλητὴρ παραδίδει ἀντίγραφον
1380εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὰ ἄλλα ὁριζόμενα πρό-
1381σωπα τοῦ ἐγγράφου, συντάσσει δ’ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπο-
1382βάλλει εἰς τὴν δικάσουσαν ἀρχήν. Πότε θὰ σταλῇ ἡ ἔκθε-
1383σις αὕτη; Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν δὲν ἐπεκτείνωμεν τὴν προ-
1384θεσμίαν καὶ ἂν δὲν ὁρίσωμεν ὅτι ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ὑπο-
1385βάλληται εἰς τὴν δικάζουσαν ἀρχὴν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς δι-
1386κασίμου, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ μὴ πληρώσωμεν τὸν
1387σκοπὸν τῆς διατάξεως τεθειμένης ὅπως πληροφορῆται περὶ
1388τοῦ κατηγορουμένου καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν ἐπιδόσεως ἡ κα-
1389λέσασα ἀρχή. Παρέχομεν δῶρον ἄδωρον πρὸς τοὺς κλητευο-
1390μένους, διότι πιθανὸν νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις ὑπὲρ τοῦ κα-
1391τηγορουμένου, ἡ ὁποία νὰ ὑποβληθῇ μετὰ τὴν δίκην. Νο-
1392μίζω λοιπὸν ὅτι ἡ κλῆσις πρέπει νὰ ἐπιδίδηται πρὸ ἕξ ἡμε-
1393ρῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις τοῦ κλητῆρος νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν δι-
1394κάζουσαν ἀρχὴν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου.
1395§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1396καιοσύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ πταισμά-
1397των καὶ ὅτι τώρα ἡ προθεσμία εἶναι 24ωρος;
1398§85ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ὑπ’ ὄψει ὅτι
1399τὸ πρὶν δὲν ἐπεβάλλετο τοσούτων διατυπώσεων ἡ τήρησις.
1400Κατωτέρω ὁρίζεται ὅτι ἡ κοινοποίησις γίνεται διὰ δικα-
1401στικοῦ κλητῆρος, ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται
1402ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον κα-
1403ταργεῖται. Ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὴν διάτα-
1404ξιν τοῦ ἄλλου σχεδίου νόμου περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν
1405ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων, καθ’ ἣν ἡ
1406ἐπίδοσις γίνεται καὶ διὰ χωροφυλάκων; Θὰ παρεκάλουν
1407τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ, ὅπως τεθῶσιν
1408ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν διατάξει ἀντὶ «διὰ δικαστικοῦ κλη-
1409τῆρος» αἱ λέξεις «διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν
1410προσώπων».
1411§86Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται.
1412§87ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατωτέρω ἀναγράφεται «μηδενὸς
1413ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος».
1414Νομίζω ὅτι τὸ «τελευταίων τούτων» παρέλκει, ἵνα μὴ
1415θεωρηθῇ—ὡς πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατὰ γραμματικὴν ἑρμη-
1416νείαν—ὅτι αἱ ἑπόμεναι διατυπώσεις λαμβάνουσι χώραν ἐν
1417περιπτώσει ἀπουσίας συνοίκων καὶ ὑπηρετῶν.
1418Κατωτέρω ἀναγράφεται «ἀντίγραφον τοῦ κοινοποιουμέ-
1419νου ἐγγράφου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει οὗτος
1420εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς
1421τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ
1422συμβουλίου, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως. Νο-
1423μίζω ὅτι, ὑπαρχούσης ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἔν τινι τόπῳ, δὲν
1424θὰ εἶναι ἀξιοπρεπὲς ν’ ἀναθέσωμεν καθήκοντα τοιαῦτα εἰς
1425τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου καὶ τὰ λοιπὰ ἐν
1426τῷ σχεδίῳ ἀναφερόμενα πρόσωπα, μόνον δ’ ἐν ἐλλείψει ταύ-
1427της νὰ ἀναθέτωμεν τοιαῦτα καθήκοντα. Ἐκτὸς δὲ τούτου
1428πρέπει οὐχὶ ἐκλεκτικῶς, ἀλλὰ κατὰ σειράν τινα νὰ ἀνατί-
1429θενται τοιαῦτα καθήκοντα προτιμωμένων τῶν ὀλιγώτερον
1430ξένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην προσώπων.
1431Πρέπει λοιπὸν νὰ κατατάξωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα
1432κατὰ τὴν ἑξῆς τάξιν, πρῶτον ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή, δεύτε-
1433ρον ὁ διδάσκαλος, τρίτον ὁ πρόεδρος τοῦ κοινοτικοῦ συμ-
1434βουλίου καὶ τέταρτον ὁ ἱερεύς. Εἰδικὸς πάρεδρος εἴς τινα
1435χωρία δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ
1436εἰδικοὶ πάρεδροι, ὅπου ὑπάρχουσιν, εἶναι ἐντελῶς ἀγράμ-
1437ματοι, εἶναι πρόσωπα οὐδεμίαν παρέχοντα ἐμπιστοσύ-
1438νην. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαλ-
1439λάξῃ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους τῶν τοιούτων καθηκόντων ἢ
1440μᾶλλον ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τοὺς εἰδικούς παρέ-
1441δρους. Προτείνω ὅθεν τὴν διαγραφὴν τῶν λέξεων «εἰδικὸς
1442πάρεδρος». Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν συμφώνως πρὸς τὰς
1443τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ὅπως θεσπισθῇ ὅτι, ἐὰν
1444δὲν ὑποβληθῶσιν ἐγκαίρως αἱ ἐκθέσεις, ν’ ἀποβάλῃ τὴν ἐκδί-
1445κασιν τὸ Δικαστήριον καὶ προβῇ εἰς νέαν κλήτευσιν μαρ-
1446τύρων καὶ κατηγορουμένων, μὴ δικαιούμενον ἴσως, οὕτως
1447ἀφιεμένου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ Δικαστήριον εἰς τοιαύτην
1448ἀναβολὴν ἀναγκαίαν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐπιβαλλο-
1449μένων ἐκθέσεων.
1450Ἐν ἄρθρῳ 146 ἔχω νὰ παρατηρήσω ταῦτα τὰ ὀλίγα.
1451Ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ ὁρίζεται ὅτι «ἐὰν τὸ πρόσωπον
1452τοῦτο δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀγράμματον, ἢ δὲν δύναται νὰ
1453ὑπογράψῃ, ἢ ἀρνῆται νὰ ὑπογράψῃ, ἢ ἐὰν τὸ κοινοποι-
1454ούμενον ἔγγραφον κολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καλουμένου
1455κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, γίνεται ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ
1456μνεία περὶ τούτων προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ κλητῆρος
1457μάρτυρος, οὗτινος δέον ν’ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα καὶ ἐπάγ-
1458γελμα ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ καὶ ὅστις προσυπογράφει αὐτό,
1459ἐὰν γινώσκῃ γράμματα». Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουρ-
1460γὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπαλείψῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο
1461συνῳδὰ τῇ τροπολογίᾳ μου, διότι φοβοῦμαι ὅτι αἱ πολλαὶ
1462αὗται διατυπώσεις θὰ κάμωσι τοὺς κλητῆρας νὰ συντάσ-
1463σωσι ψευδῆ ἐπιδοτήρια καὶ μὴ προσλαμβάνωσι μάρτυρα.
1464Ἐπίσης κατὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ δηλώσῃ ὅτι
1465εἶναι ἀγράμματος, νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ παράγραφος τοῦ
1466ἄρθρου 145, ἵνα μὴ νομισθῇ ὑπὸ τῶν χωρικῶν, οἵτινες πρὸ
1467παντὸς ἀπασχολοῦσι τὴν Ποιν. Δικαιοσύνην, ὅτι τούτῳ τῷ
1468τρόπῳ ἀπέφυγον τὰς συνεπείας τῆς ἐπιδόσεως.
1469Κατωτέρω ἐν τῷ ἄρθρῳ 146 δὶς ὁρίζεται ὅτι ἡ «ποινὴ
1470αὕτη δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ
1471ἐκδικάζοντος τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθε-
1472λεν ἀνακαλυφθῆ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἡ παράβασις, εἴτε παρί-
1473σταται ὁ κλητὴρ εἴτε μή». Τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι
1474παράβασις τῆς στοιχειώδους διαδικασίας, νὰ δικάζηται
1475δηλαδὴ ὁ κλητὴρ χωρὶς νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν. Θὰ παρε-
1476κάλουν, ἵνα θεσπισθῇ ὅτι ἔχει ὁ κλητὴρ τὸ δικαίωμα τῆς
1477ἀνακοπῆς ἢ ἄλλως νὰ καλῇ τοῦτον ἡ ἀρχὴ πρὸς ἀπολογίαν.
1478§88Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑπο-
1479βάλω, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1480νης καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη τείνει,
1481ὅπως παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν μέσων τῆς
1482ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων, χωρὶς ποσῶς νὰ προσ-
1483κρούῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὸν ἐπιδιωκόμενον
1484σκοπόν. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, καθιεροῖ
1485διατάξεις, αἵτινες, νομίζω, παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς
1486τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου· θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον,
1487ἂν διὰ τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ν’ ἀποδεχθῇ ὁ κύριος
1488Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παράσχωμεν ὁπωσδήποτε
1489εὐκολίας εἰς αὐτὸν τὸν κατηγορούμενον. Ἡ παρατήρησίς
1490μου εἰς τοῦτο ἀποβλέπει, ὅπως εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρ-
1491θρου 145, ἐκεῖ ἔνθα λέγει «οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παρά-
1492δοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελ-
1493λητὶ καὶ ν’ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέ-
1494σασαν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς παραδιδομένης εἰς τὴν
1495ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς», συμπεριληφθῇ τροπο-
1496ποίησις, διὰ τῆς ὁποίας τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ
1497ἀποστείλωσι τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὴν ἀρχήν, νὰ βεβαιῶσιν
1498ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ καὶ ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀπουσιάζει
1499τοῦ τόπου· δηλαδὴ ὁ κλητὴρ ὁ μεταβαίνων πρὸς ἐπίδοσιν
1500εἰς χωρίον τι καὶ εὑρίσκων κλειστὴν τὴν οἰκίαν τοῦ κατη-
1501γορουμένου κοινοποιεῖ τὸ ἔγγραφον καὶ εἰδοποιεῖ εἴτε τὸν
1502δήμαρχον εἴτε τὸν ἀστυνόμον τοῦ χωρίου, οἵτινές
1503εἰσιν ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιήσωσιν αὐτοὶ τοῦτον,
1504πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, καὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν εἰς τὴν
1505καλοῦσαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς τοιαύτης γενομένης εἰδοποιήσεως.
1506Ἐὰν ὅμως ὁ κατηγορούμενος, ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, ἀπου-
1507σιάζῃ τοῦ χωρίου, ὡς συνήθως συμβαίνει, καὶ εὑρίσκηται
1508εἴτε ἐν ἑτέρῳ δήμῳ εἴτε εἰς ἄλλην τινὰ ἐπαρχίαν εἴτε ἐν
1509τῷ Ἐξωτερικῷ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος δυνάμει τοῦ ἐπι-
1510ψηφισθησομένου νομοσχεδίου νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ἐν τῇ ἀνα-
1511φορᾷ, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου πολὺ δικαίως τὸ Δικαστήριον θὰ
1512προβῇ εἰς τὴν ἐρήμην ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν ὅμως,
1513κύριοι Βουλευταί, τὰ ἁρμόδια ταῦτα πρόσωπα βεβαιώσω-
1514σιν ἐν τῇ ὑποβαλλομένῃ ἐκθέσει πρὸς τὴν καλοῦσαν Ἀρχήν,
1515ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦτο ἀπουσιάζει τοῦ τόπου του, καί, ἂν
1516ὁ κατηγορούμενος ἐρημοδικασθῇ, βεβαίως θὰ ἔχῃ πρόσφορα
1517τὰ μέσα εἰς τὴν κατ’ ἀνακοπὴν δίκην τῆς ἀποδείξεως ὅτι
1518ἔλειπε τοῦ τόπου, ὅπως ἡ ἀνακοπή του γίνῃ δεκτὴ
1519ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, θὰ εἶναι τοιαύτη βεβαίωσις, δυνά-
1520μει τῆς ὁποίας τὸ Δικαστήριον βεβαίως δὲν θὰ δύναται νὰ
1521ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπὴν αὐτοῦ. Θὰ μοὶ ἀντιτάξητε, κύριοι
1522Βουλευταί, ὅτι δὲν στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως
1523ὁ κατηγορούμενος, ἂν δὲν συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡ
1524βεβαίωσις τῆς ἀπουσίας του ἐκ τοῦ τόπου. Ἀληθὲς εἶναι,
1525ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ ἀντιτάξω, ὅτι τὴν τοιαύτην μὲν βεβαίω-
1526σιν θὰ ἔχῃ ἐξ ἐπισήμου ἐγγράφου τὸ Δικαστήριον, ὁ δὲ
1527κατηγορούμενος δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσκομίσῃ
1528μάρτυρας ὑπερασπίσεως, τοὺς ὁποίους γνωστὸν εἶναι εἰς
1529πάντας ὅτι τὸ Δικαστήριον οὐδέποτε σχεδὸν λαμβάνει
1530ὑπ’ ὄψιν, ὁσάκις μάλιστα εἶναι ἐκ τῶν κατωτέρων κοινωνι-
1531κῶν τάξεων, ὅπως συνήθως θὰ συμβαίνῃ, ὅταν πρόκειται
1532περὶ χωρικῶν ἐμφανιζομένων εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὁ δὲ κ.
1533Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ μοὶ ἀντέταττεν, ὅπως μοὶ
1534ἀντέταξεν, ὅτι τοιαύτη τροποποίησις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ
1535παρεῖχε κίνδυνον καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, δηλαδὴ
1536εἴτε ὁ δήμαρχος, ἡ δημοτικὴ Ἀρχή, εἴτε ὁ ἀστυνόμος
1537εἴτε ὁ ἱερεὺς πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν συγχωρίων θὰ ἠδύναντο
1538ἑκάστοτε νὰ βεβαιώνωσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των ὅτι ἀπουσιά-
1539ζει ὁ κατηγορούμενος, ὁ πρὸς ὃν δηλαδὴ ἡ ἐπίδοσις, χωρὶς
1540πράγματι νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τοῦ τόπου. Καὶ δὲν δύναμαι
1541βεβαίως νὰ ἀντείπω εἰς τοῦτο, ὅτι δυνατὸν νὰ γένηται καὶ
1542τοῦτο. Ἀλλὰ κατὰ τῆς τοιαύτης παρανομίας ὑπάρχει διά-
1543ταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία προβλέπει, καὶ βεβαίως,
1544ἐὰν ὁ δήμαρχος ἐβεβαίου ἐν τῇ ἐκθέσει του, εἴτε ὁ ἀστυνό-
1545μος, ὅτι ἀπουσιάζει τοῦ τόπου του ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις,
1546καὶ οὗτος δὲν ἀπουσίαζεν, ἡ ποινικὴ καταδίωξις θὰ ἦτο
1547πολὺ εὔκολος, καὶ ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ εἰσα-
1548γάγῃ καὶ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἱερέα καὶ τὸν ἀστυνόμον
1549εἰς δίκην διὰ τὴν τοιαύτην ψευδῆ βεβαίωσιν· δὲν ἔχομεν
1550ὅμως καὶ διάταξιν ἐξασφαλίζουσαν ἐπίσης τὸν κατηγορού-
1551μενον. Συνεπῶς φρονῶ, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν
1552τὸν κατηγορούμενον, ἀφοῦ ἡ καταστρατήγησις τοῦ νόμου
1553ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς τοιαύτης αὐστηρᾶς διατάξεως τοῦ
1554Ποινικοῦ Νόμου, θὰ ἦτο πολὺ ὀρθὸν νὰ συμπεριληφθῇ τοι-
1555αύτη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
1556§89Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1557οσύνης). Πόθεν θὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας του ὁ κλητήρ;
1558§90Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι ὁ κλητήρ. Ὁ κλητὴρ θὰ τοι-
1559χοκολλήσῃ τὸ ἔγγραφον, θὰ εἰδοποιήσῃ τὸν δήμαρχον ἢ
1560τὸν ἱερέα ἢ τὸν ἀστυνόμον, ὁ δὲ ἱερεὺς εἴτε ὁ δήμαρχος εἴτε
1561ὁ ἀστυνόμος εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν πρὸς
1562ὃν ἡ εἰδοποίησις περὶ τῆς γενομένης ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως
1563κτλ., εἶναι δὲ ὑποχρεωμέναι δυνάμει τοῦ παρ’ ὑμῶν ὑποβαλλο-
1564μένου νομοσχεδίου νὰ εἰδοποιήσωσι τὴν ἐγκαλοῦσαν Ἀρχὴν
1565περὶ τῆς γενομένης εἰδοποιήσεως. Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν,
1566τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλωσι ταχυδρομικῶς δι’ ἀτελοῦς ἀνα-
1567φορᾶς, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συμπεριλαμβάνωσι καὶ ἂν ὁ κα-
1568τηγορούμενος, δηλαδὴ ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, εἶναι ἐν τῷ
1569τόπῳ ἢ ὄχι;
1570§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἀποκλείεται εἰς
1571αὐτὸν νὰ τὸ περιλάβῃ ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ;
1572§92Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει.
1573§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει; Ἀλλὰ
1574τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ γίνηται ἡ προσήκουσα βε-
1575βαίωσις, ὁπότε δὲν εἶναι εὐκολώτερον ὁ κατηγορούμενος,
1576ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐὰν ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ἀπο-
1577δείξεως νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο;
1578§94Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ προεῖπον, ὅτι ἀκριβῶς τὰ
1579Δικαστήρια δὲν δέχονταί ποτε τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερα-
1580σπίσεως. Διατί νὰ μὴ παράσχωμεν, ἀφοῦ τόσας διατάξεις
1581εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου συμπεριελάβομεν, διατί νὰ
1582μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι
1583οὐδόλως προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου;
1584§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ
1585καταστρατηγήσωμεν ὅλον τὸν νόμον.
1586§96Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δήμαρχος ὑπο-
1587βάλλει ψευδῆ βεβαίωσιν, δὲν εἶναι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος
1588δύναται νὰ ὑποβάλῃ κατ’ αὐτοῦ μήνυσιν ἐπὶ ψευδεῖ βεβαι-
1589ώσει; Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἐξασφάλισις αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ
1590Ποινικοῦ Νόμου, ἐνῷ ἀπεναντίας ἔχομεν τὸν κατηγορούμε-
1591νον καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπροστάτευτον ἐνώπιον τῆς ποινικῆς
1592δικαιοσύνης, ἀφαιροῦντες ὅλα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως,
1593εἴτε θεμιτὰ εἴτε ἀθέμιτα; Διότι ἡ ἐρημοδικία, ἂν εἶναι
1594μέσον ὑπερασπίσεως, παραδέχομαι ὅμως πολλάκις ὅτι εἶ-
1595ναι μέσον ἀθέμιτον. Συνεπῶς δὲν βλέπω ποῦ δύναται νὰ
1596προσκρούσῃ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ βλάβη
1597τῆς κοινωνίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν δεχθῶμεν αὐτήν,
1598ἐὰν παράσχωμεν εἰς αὐτὸν τὸν πτωχὸν κατηγορούμενον τὰ
1599μέσα τῆς ὑπερασπίσεως.
1600Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1601νης καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως κάμωσιν ἀποδεκτὴν τὴν τροπο-
1602λογίαν ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ 145. Εἰς τοῦτο ἰδίως λαμ-
1603βάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοῦ τῆς Κεφαλληνίας, ὅπου, καθὼς
1604γνωρίζετε πάντες, οἱ πλεῖστοι ἀπουσιάζουσι τῆς νήσου. Θὰ
1605εἶναι δὲ φοβερὸν νὰ ἀπουσιάζῃ ὁ κατηγορούμενος ἐκ τοῦ χω-
1606ρίου ἢ τοῦ δήμου καὶ ἐρχόμενος νὰ εὑρεθῇ ἐρημοδικασμένος
1607μὲ μίαν βαρεῖαν ποινήν, ν’ ἀπαιτῶνται δὲ μάρτυρες ὑπερα-
1608σπίσεως, ἵνα βεβαιώσωσι τὴν ἀπουσίαν του, ἀφοῦ εἶναι βέ-
1609βαιον ὅτι δὲν θὰ γίνωσί ποτε πιστευτοὶ οὗτοι ὑπὸ τοῦ Δι-
1610καστηρίου, ὡς τοῦτο πολλάκις συμβαίνει.
1611§97Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
1612Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον
1613145 εἰς τὴν ἀρχήν, ἐκεῖ ὅπου λέγει: «Ἡ κλῆσις γίνεται
1614ἐγγράφως καὶ κοινοποιεῖται εἴς τε τὸν κατηγορούμενον καὶ
1615τοὺς μάρτυρας τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πρὸς ἐμ-
1616φάνισιν...», αἱ «τρεῖς ἡμέραι», ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀρκεταὶ εἰς
1617τὸν κατηγορούμενον, ὅπως προστρέξῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν
1618μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, συνάμα δὲ νὰ κοινοποιήσῃ καὶ
1619κλήσεις μαρτύρων, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν συμπέσῃ ὥστε οἱ
1620μάρτυρες, τοὺς ὁποίους θὰ κλητεύσῃ, νὰ κατοικῶσιν εἰς
1621ἄλλο μέρος παρὰ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως
1622δεχθῇ, λέγω, ἵνα αἱ «τρεῖς ἡμέραι» τροποποιηθῶσιν εἰς
1623«ὀκτὼ ἡμέρας».
1624§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρό-
1625κειται περὶ πταισμάτων;
1626§99Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Μάλιστα.
1627§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ποίαν
1628προθεσμίαν σᾶς καθιεροῖ ἡ Δικονομία;
1629§101Γ. ΜΠΕΝΟΣ. 24 ὥρας ὁρίζει.
1630§102Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη δὲν σᾶς ἀρκοῦσιν
1631αἱ τρεῖς ἡμέραι;
1632§103Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Διότι πρόκειται ἀκριβῶς νὰ διορθώσωμεν
1633τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσ-
1634θέσωμεν εἰς ἓν ἕτερον μειονέκτημα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέ-
1635πει τὸ τριήμερον νὰ τροποποιηθῇ εἰς ὀκταήμερον, λαμβα-
1636νομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι νῦν δὲν θὰ ἐπιτρέπωνται καὶ ἐρημο-
1637δικίαι.
1638§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ εἶναι νὰ γίνῃ καὶ
1639εἰκοσαήμερον, ἀλλὰ δὲν εἶναι προσῆκον.
1640§105Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Πλὴν τούτου εἰς τὴν δευτέραν παράγρα-
1641φον τοῦ ἄρθρου 145, ἵνα μὴ θεωρηθῶ ὡς κωλυσιεργῶν, ἀρ-
1642κοῦμαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς παρατηρήσεις
1643τοῦ κ. Μπακοπούλου, διότι ἐν τῇ πρακτικῇ θέλει ἀποδειχθῇ
1644ὅτι ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει ἀποβῆ ἀπολύ-
1645τως ἀνεφάρμοστος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1646Δικαιοσύνης πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς παρα-
1647τηρήσεις τοῦ κ. Μπακοπούλου, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευ-
1648ρεθῶσι δικαστικοὶ κλητῆρες μὲ τὸν μισθὸν τὸν γλίσχρον,
1649τὸν ὁποῖον παρέχομεν εἰς αὐτούς, ἵνα ἐπιδώσωσι τὰ ποι-
1650νικὰ δικόγραφα, καὶ οὕτως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις
1651τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου.
1652§106Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπίστευσα, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
1653γὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐγκαταλείψῃ
1654πλέον τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὴν κατ’ αὐτοῦ κατακραυγὴν
1655καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἐμόρ-
1656φωσα τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν ἐλέ-
1657χθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ θέσις
1658αὐτοῦ, μὴ γενομένης τῆς ψηφοφορίας μετὰ τὴν περάτωσιν
1659τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1660τῆς Δικαιοσύνης ἐχαρακτήρισε καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
1661ὡς μέρος τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνή-
1662σεως, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
1663ἐζήτησε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς, ὑπ’ αὐτὰς
1664τὰς συνθήκας ἐπίστευον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατε-
1665λίμπανε τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον καὶ οὕτω
1666νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ θέσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ
1667παρ’ ἐλπίδα σήμερον τὸ εἴδομεν πρῶτον πάλιν ἀναγεγραμ-
1668μένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, καὶ εἴδομεν καὶ τὸ φαι-
1669νόμενον νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπερογδοήκοντα Βουλευταὶ κατ’
1670αὐτοῦ, εἴκοσι δὲ μόνον νὰ καταψηφίσωσι τὴν ἀρχήν, ἐθεώ-
1671ρουν, ὅτι θὰ εἶναι ματαιοπονία νὰ ἐξακολουθήσω καὶ ἐγὼ
1672συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ τέλος πάντων εἶναι
1673οὐχὶ ἐνδεδειγμένον, ἀλλ’ ἀποδεδειγμένον ὅτι οἱ κ. κ. Βου-
1674λευταὶ θέλουσιν ὑπερψηφίσει τούτου. Λέγω ὅτι ματαιοπονία
1675εἶναι νὰ ποιήσηταί τις καὶ παρατηρήσεις μόνον, καὶ διὰ
1676τοῦτο θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα.
1677§107Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μὲ πείσητε ὅτι αἱ
1678παρατηρήσεις σας εἶναι ὀρθαί, θὰ τὰς δεχθῶ.
1679§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ σᾶς πείσῃ; Εἶσθε ἀμε-
1680τάπειστος!
1681§109Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ πρῶτον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ
1682κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ:
1683«Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ
1684τῆς διαμονῆς ἢ τῆς κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον
1685πρός τινα τῶν συνοίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας».
1686Καὶ ὅτε ἐνεχείρισεν εἰς ἕνα τῶν συνοίκων, διὰ τὸ Δι-
1687καστήριον εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἐπεδόθη εἰς τὸν κατηγορού-
1688μενον ἢ τὸν μάρτυρα τὸ κλητήριον ἢ ἡ κλῆσις, καὶ ἂν δὲν
1689παρουσιασθῇ κατὰ τὴν δίκην δικασθήσεται ἐρήμην. Ἀλλ’
1690ἐάν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιδίδεται εἰς τὸν σύνοικον, ὁ πρὸς
1691ὃν ἡ κλῆσις, εἴτε μάρτυς εἶναι εἴτε κατηγορούμενος, εὑ-
1692ρίσκηται οὗτος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δὲν θὰ ἔχητε μίαν ἐρη-
1693μοδικίαν κατ’ αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ εἶναι ἄδικος ἡ ἐρημο-
1694δικία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν καλούμενον, ὅστις εὑρί-
1695σκεται μακρὰν τῆς πατρίδος του ἢ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐν
1696μεμακρυσμένῳ τόπῳ; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπε-
1697θύμουν νὰ ἐβεβαιοῦτο ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ τοῦ κλητῆρος διὰ
1698προσθήκης, ἂν πράγματι εὑρίσκεται εἰς τὸν τόπον του,
1699διότι, ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν γίνῃ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ
1700ἴδωμεν ἀνθρώπους καταδικαζομένους ἐρήμην, χωρὶς κἂν
1701νὰ πταίσωσι, χωρὶς κἂν νὰ λάβωσιν οὐσιαστικῶς γνῶσιν
1702τῆς ἐπιδόσεως τοῦ δικογράφου. Τοῦτο θὰ εἶναι σύνηθες
1703ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἐμήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐπαρ-
1704χία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μένουσιν οἰκογένειαι εἰς τὸν τόπον,
1705μένουσι σύζυγοι· οἱ ἄρρενες κατὰ τὰ 9)10 ἀπουσιάζουσι
1706τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους.
1707Λοιπόν, ἐνῷ εὑρίσκεται ὁ κάτοικος Καρυταίνης ἐν Θεσ-
1708σαλίᾳ, ἢ εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν Ἀμερικῇ, ὡς ἔχομεν καθ’
1709ἡμέραν παραδείγματα, ἐπιδίδεται ἡ κλῆσις εἰς τοὺς οἰ-
1710κείους του καὶ αὐτὸς δικάζεται ἐρήμην. Αὐτὸ εἶναι ἄδικον.
1711§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1712οσύνης). Οἱ οἰκεῖοί του δὲν θὰ γνωρίζωσι ποῦ εἶναι;
1713§111Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζουσι καὶ θὰ κάμωσι τοῦτο
1714γνωστὸν εἰς τὸν κλητῆρα.
1715§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Θεσσα-
1716λίαν νὰ δικασθῇ.
1717§113Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε θὰ τὸν εἰδοποιήσωσιν εἰς τὴν
1718Θεσσαλίαν;
1719§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι δεκαπέντε ἡμε-
1720ρῶν παράτασιν.
1721§115Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρῶτον εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ γνω-
1722ρίζουσιν οἱ οἰκεῖοι, διότι γνωρίζετε, ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγώ,
1723ὅτι κατὰ κανόνα δὲν γνωρίζουσι τὸν τόπον τῆς διαμονῆς οἱ
1724οἰκεῖοι. Τοῦτο εἶναι κατὰ τὰ 9)10 βέβαιον καὶ θετικόν,
1725διότι τρέχουσιν ἀπὸ μέρους εἰς μέρος νὰ ἐξασκήσωσι τὰ
1726διάφορα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ δὲν ἔχουσι
1727μόνιμον διαμονήν, ὅπως εἰδοποιηθῶσιν.
1728§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε σεῖς ὅτι
1729δὲν πρέπει νὰ δικάζωνται; Τί νομίζετε;
1730§117Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρε-
1731ωμένος ὁ κλητὴρ νὰ βεβαιοῖ, ἂν διαμένει ἐν τῷ τόπῳ ἢ
1732ἀποδημεῖ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξασφαλίζεται τὸ δι-
1733καίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, νὰ ζητῇ νὰ μὴ ἀδι-
1734κηθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
1735Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα.
1736Διὰ τοὺς μὴ εὑρισκομένους ἐπιδίδεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν,
1737εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν διδάσκα-
1738λον. Καὶ ἐρωτῶ· ἔχομεν εἰδικοὺς παρέδρους; Ὑπάρχουσιν εἰ-
1739δικοὶ πάρεδροι, ὅπως ὁ νόμος ἐπιθυμεῖ καὶ τοὺς θέλει; Νο-
1740μίζω, Κύριοι, ὄχι, διότι ἐκλογαὶ πρὸς ἐκλογὴν εἰδικῶν πα-
1741ρέδρων δὲν γνωρίζω ἄν ποτε ἐγένοντο. Ὁ δὲ νόμος τοὺς
1742ἅπαξ ἐκλεχθέντας δὲν θεωρεῖ μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς
1743θητείας των ὑπάρχοντας. Λοιπὸν εἰδικοὶ πάρεδροι δὲν
1744ὑπάρχουσι, καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῶν παρέ-
1745δρων παρέλκει τελείως. Ἀλλ’ ἔχομεν ἱερεῖς. Δὲν νομίζετε,
1746κύριε Ὑπουργέ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε
1747ὡς πρὸς τοὺς ἱερεῖς, θὰ ὑποβληθῶσιν οὗτοι εἰς προστριβάς;
1748Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν συμβιβάζεται τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον
1749φέρουσι, τὸ ἐκκλησιαστικόν, μὲ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνα-
1750τίθεται εἰς αὐτούς, νὰ τρέχωσι νὰ εὑρίσκωσι μάρτυρας
1751καὶ κατηγορουμένους, νὰ γνωστοποιῶσι καὶ παραδίδωσιν
1752εἰς αὐτοὺς κλητήρια καὶ κλήσεις;
1753Δὲν νομίζετε, ὅτι, ἐνῷ ἔχουσι τὴν ἀγάπην καὶ τὸν σεβα-
1754σμόν, ὡς ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι, τῶν συμπολιτῶν των, θὰ μετα-
1755βάλωσι τοὺς συμπολίτας καὶ τὸ ποίμνιόν των εἰς ἐχθρούς;
1756Νομίζετε, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ κατάστασις ἡμῶν γενικῶς, διότι
1757τοῦτο συμβαίνει καὶ θὰ συμβῇ ἀσφαλῶς, δὲν νομίζετε, ὅτι
1758πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀπὸ τοι-
1759αύτας προστριβὰς καὶ τοιαύτην αἰσχύνην;
1760Ἀλλ’ ὅταν ἀξιοῦτε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀμελ-
1761λητὶ νὰ εἰδοποιῶσι τοὺς κατηγορουμένους, πῶς ἐννοεῖτε τὸ
1762ἀμελλητί; Διότι δύναται νὰ παρατάξῃ τις μυρία παραδεί-
1763γματα τοῦ ἀδυνάτου τοῦ ἀμελλητί. Καὶ πρῶτον, ἐὰν ὁ ἱερεὺς
1764ἐπιμελῆται μιᾶς κηδείας, θὰ φθάσῃ ὁ κλητήρ, θὰ τῷ ἐγχει-
1765ρίσῃ τὸ δικόγραφον καὶ ἀμελλητὶ θὰ ἀφήσῃ τὴν κηδείαν, θὰ
1766τρέξῃ νὰ ὑπάγῃ νὰ εὕρῃ ποῖον; Τὸν πρὸς ὃν ἡ κλῆσις. Καὶ
1767ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτόν; Θὰ εἶναι ἐντὸς τοῦ χωρίου ἢ θὰ εἶναι εἰς
1768ἀπόστασιν δύο ὡρῶν εἰς τὴν ἐργασίαν του ὁ πρὸς ὃν ἡ
1769κλῆσις; Πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε αὐτὸν καὶ νὰ ἐπιβά-
1770λητε ποινὴν μάλιστα, ἐὰν δὲν σπεύσῃ νὰ τὸν εὕρῃ; Καὶ
1771πῶς θέλετε αὐτὸν τὸν δυστυχῆ ἱερέα τοῦ Ὑψίστου νὰ ἀφήσῃ
1772τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ νὰ τρέχῃ ἀνὰ τοὺς ἀγροὺς, ἀνὰ
1773τὰ ποιμνιοστάσια νὰ εὑρίσκῃ τοὺς καλουμένους ὑπὸ τῆς
1774Δικαιοσύνης; Καί, ἂν δὲν τοὺς εὕρῃ καὶ δὲν ἀναφέρῃ ἐμπρο-
1775θέσμως, θὰ ἐπιβάλληται καὶ ποινὴ εἰς αὐτόν. Ἐπίσης
1776κινδυνώδη εὑρίσκω τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ διδασκάλου, διότι
1777θὰ ἀπομακρύνητε αὐτὸν ἀπὸ τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα. Φοβού-
1778μενος τὰς εὐθύνας θὰ ἐγκαταλιμπάνῃ τὸ κύριον αὐτοῦ ἔρ-
1779γον, τὴν ἐπιτήρησιν καὶ ἐπιμέλειαν τῶν τέκνων τοῦ Ἑλ-
1780ληνικοῦ λαοῦ, καὶ θὰ τρέξῃ καὶ αὐτὸς ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰ
1781δάση, ἵνα εὕρῃ τοὺς μὴ εὑρισκομένους εἰς τὸ χωρίον καὶ ἐγ-
1782χειρίσῃ τὰς κλήσεις πρὸς αὐτούς. Φρονῶ, ὅτι μόνον ἡ ἀστυ-
1783νομία εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἐρω-
1784τᾶται: Ἐπαρκεῖ; Εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἀστυνομία; Γνωρίζετε
1785πάντως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ δύναμις τῆς ἀστυνομίας
1786τῶν ἀγροτικῶν δήμων σύγκειται ἐκ τριῶν χωροφυλάκων,
1787κατὰ κανόνα ἀγραμμάτων, αἱ δὲ ἀποστάσεις τῶν δήμων
1788τῶν ἀγροτικῶν εἶναι τοιαύτη καὶ τηλικαύτη, ὥστε καθί-
1789σταται ἀδύνατον καὶ εἰς τὸν κλητῆρα καὶ εἰς τὴν ἀστυνο-
1790μίαν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἓν
1791καὶ μόνον παράδειγμα φέρω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν,
1792τὸν δῆμον Θελπούσης τῆς ἐπαρχίας μου, τὸ εἰρηνοδικεῖον
1793τοῦ ὁποίου σύγκειται ἀπὸ δύο δήμους, τὸν δῆμον Τροπαίων
1794καὶ τὸν δῆμον Θελπούσης. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ
1795τῆς ἕδρας τοῦ εἰρηνοδικείου μέχρι τῶν ἄκρων χωρίων τοῦ
1796δήμου Θελπούσης; Εἶναι 8 ὧραι μέχρι Βιδιακίου, εἶναι
1797ἄλλη τόση ἀπόστασις μέχρι Μπέλεσι. Καὶ ἐλέγετε πρότε-
1798ρον εἰς ἕτερον κ. συνάδελφον, ὅτι μόνον τὰς Κυριακὰς γίνον-
1799ται ἐπιδόσεις.
1800§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον μόνον.
1801§119Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται τοῦτο,
1802ὅτε τοιαύτην περιφέρειαν ἔχει εἷς δῆμος, νὰ ἐπαρκέσωσι
1803μεταβαίνοντες εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν καὶ νὰ εἶναι συνε-
1804πεῖς πρὸς αὐτό;
1805Ἡ παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέ-
1806πειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου
180710 δραχμῶν. Ἀλλὰ πῶς θὰ βεβαιοῦται, κύριε Ὑπουργέ,
1808τοῦτο;
1809Ἔχετε ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ
1810τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγ-
1811γραφον, ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ
1812εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας αὐτοῦ,
1813ἀντίγραφον δ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος γενόμενον παραδίδει
1814οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρε-
1815δρον, ἢ εἰς τὸν ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως, καὶ συν-
1816τάσσει ἔκθεσιν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ παραλα-
1817βόντος κλ.».
1818Πῶς θὰ βεβαιοῦται τοῦτο; Ἐκ μόνης τῆς ἐκθέσεως τοῦ
1819δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅτι ἠρνήθη ὁ Α νὰ παραλάβῃ τὰ δι-
1820κόγραφα;
1821Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ βεβαιοῦται, καὶ τὸ Δι-
1822καστήριον θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινήν!
1823Ἀλλοίμονον, ἐὰν τοιοῦτόν τι εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὡς ἀπο-
1824δεικτικὸν μέσον ἀρνήσεως νὰ εἶναι μόνον ἡ βεβαίωσις τοῦ
1825κλητῆρος! Τότε ἀλλοίμονον!
1826§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Λαγο-
1827πάτης, ἔδωκα ἐξήγησιν, ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοτελοῦς
1828ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζηται καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπο-
1829δεικνύηται ὅπως πάντα τὰ λοιπά. Ἐὰν ἠρνήθη ἑπομένως,
1830δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτελῇ μόνον τοῦτο στοιχεῖον.
1831§121Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ κατηγορία τίνα ἄλλα μέσα ἀπο-
1832δεικτικὰ θὰ παρουσιάσῃ;
1833§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἄλλα ἔχει.
1834§123Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδὲν ἄλλο ἔχει, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν
1835νὰ ἔχῃ. Ἄλλως, ὅταν ἀποκαλύπτηται ἐν τῷ ἀκροατη-
1836ρίῳ καὶ βεβαιοῦται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κλητῆρος ὅτι ὁ
1837Α ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ, ἔχει δικαίωμα τὸ Δικαστήριον
1838ἀμέσως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν αὐτήν. Ὅπως ἔχει τοῦτο,
1839εἶναι κινδυνῶδες. Τοῦτο θὰ ἀνατρέψῃ τὴν κοινωνικὴν ἡσυ-
1840χίαν, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ,
1841ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω, διότι αἰσθάνομαι ὅτι πά-
1842λιν ἐπὶ ματαίῳ θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ θὰ κου-
1843ράσω ἴσως μάλιστα καὶ τὸν ἑαυτόν μου, διότι ἡ ψῆφος τῆς
1844Βουλῆς εἶναι, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ
1845τοῦ βήματος φέρουσιν, ἡ αὐτή, οἵα καὶ πρότερον.
1846§124Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν
1847νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν ἡμερῶν, ὑποθέτω δὲ
1848ὅτι θὰ τὴν ἐπεκτείνῃ, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι χωρία ἀπέχοντα
1849ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ πταισματοδικείου 12 ὥρας καὶ πλέον.
1850§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον περὶ αὐτοῦ.
1851§126Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Καὶ εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ
1852αὐτοῦ ἄρθρου 145 ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα κατὰ πρῶτον λό-
1853γον ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή, καὶ κατόπιν, μὴ ὑπαρχούσης ταύ-
1854της, ἐπιδίδωσι τὰ δικόγραφα οἱ ἀστυνομικοί, οἱ πάρε-
1855δροι καὶ οἱ ἄλλοι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε
1856καὶ ἄλλος συνάδελφος, καὶ διὰ τὸν λόγον νὰ μὴ καταστή-
1857σωμεν τὸν ἱερέα μισητόν, διότι, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν διαζευ-
1858κτικῶς, τότε ἠμπορεῖ νὰ προτιμᾷ τὸν διδάσκαλον, καὶ
1859τότε ὁ διδάσκαλος θὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ πολύ. Ἐκτὸς ὅμως
1860τούτου ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἔχει τὰ μέσα νὰ στέλλῃ εἰς
1861τὸν κατηγορούμενον τὰ κλητήρια διὰ τῶν χωροφυλάκων,
1862ἐνῷ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ διδάσκαλος δὲν ἔχουσι, καὶ θὰ ἴδωμεν ὁ
1863διδάσκαλος νὰ στέλλῃ τοὺς μαθητὰς νὰ διανέμωσι τὰ κλη-
1864τήρια. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ νὰ
1865προτιμᾶται, καὶ ἐλλείψει ταύτης νὰ ἔρχηται ὁ διδάσκαλος
1866καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ ἱερεύς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ χωρία, τὰ
1867ὁποῖα δὲν ἔχουσι καὶ διδάσκαλον καὶ ἀστυνομικὴν Ἀρ-
1868χήν, παρὰ μόνον πάρεδρον εἰδικόν, ὅστις δὲν ἠξεύρει καὶ
1869γράμματα· τότε τί θὰ γίνῃ; Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει
1870νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία
1871ἔχει ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ἀποστέλλῃ τὰ
1872κλητήρια. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 145 λέγει, ὅτι
1873ἐπὶ προσώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν γίνεται ἡ ἐπίδοσις
1874κατὰ τὸ ἄρθρον 146, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἤξευρον ἂν εἰς τὸ τε-
1875λευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 146, ἔνθα ἀναφέρεται περὶ
1876τῶν ἀρνουμένων νὰ λάβωσι τὰ δικόγραφα περιλαμβάνεται
1877καὶ ὁ κατηγορούμενος.
1878§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικά.
1879§128Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς
1880τὴν ἐπιστήμην, διότι ὁ κατηγορούμενος κατ’ οὐδεμίαν ἀρ-
1881χὴν γραπτοῦ νόμου ὑποχρεοῦται νὰ συμπράττῃ εἰς τὴν κατα-
1882δίωξιν καὶ καταδίκην του.
1883§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας.
1884§130Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, μόνον ὀλίγας παρατηρή-
1885σεις ἔχω νὰ κάμω πρακτικάς, μᾶλλον ἐμπειρικὰς ἐπὶ τοῦ
1886νομοσχεδίου ἀλλ’ οὐδεμίαν θὰ ἐποίουν προκειμένου περὶ ἐπι-
1887δόσεως τῶν δικογράφων, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου δὲν
1888εἰσῆγε κάτι τι τὸ καινοφανές, κάτι τι, τὸ ὁποῖον δύναται
1889νὰ προξενήσῃ καὶ κακὸν βεβαίως. Διότι μέχρι τοῦδε ἡ
1890ἀνακοπὴ ἐθεωρεῖτο ὡς δικαίωμα καί, ἐφ’ ὅσον ἦτο δικαίωμα,
1891δὲν ἀπεδίδετο μεγίστη προσοχὴ εἰς τὴν δικαιολογίαν τῆς
1892ἐπιδόσεως, διότι τὸ πολὺ πολὺ ὁ κατηγορούμενος θὰ ἐζη-
1893μιοῦτο 10 ἕως 15 δραχμάς. Σήμερον ὅμως ἡ ἀνακοπὴ δὲν
1894εἶναι δικαίωμα, καὶ προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ, ὥστε τὰ ὑπὸ
1895τοῦ σχεδίου ἐπιδιωκόμενα νὰ πραγματοποιῶνται ὄντως καὶ
1896νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος. Νομίζω ὅτι τὸ πνεῦ-
1897μα τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 145 τῆς παραγράφου αʹ καὶ
1898βʹ εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἰδοποιῆται πάντως ὁ κατηγορού-
1899μενος, ἵνα ἔχων γνῶσιν προσέρχηται εἰς τὸ Δικαστήριον,
1900ὁσάκις καλεῖται. Ἐπιτυγχάνεται τοῦτο δι’ ὅσων ἀναγρά-
1901φονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ναὶ ἢ ὄχι; Κατὰ τὴν γνώμην μου,
1902ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν ἐπιτυγχάνεται ἀπολύτως.
1903Καὶ πρῶτον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἐξ
1904Ἀρκαδίας συνάδελφος, ἂν ὁ κατηγορούμενος ἀπουσιάζῃ ἐκ
1905τῆς οἰκίας του, θὰ ἐγχειρισθῇ εἰς οἰκείους του. Ἂν ὅμως
1906ἀναχωρήσωσιν ὅλοι, π.χ. ἀπὸ τὰ Λαγκάδια πηγαίνωσιν ὅλοι
1907εἰς Σπάρτην, τότε οὐδεὶς σύνοικος θὰ παρουσιασθῇ καὶ ὁ
1908κατηγορούμενος θὰ δικασθῇ ἐρήμην. Ἀνακοπὴν δὲν θὰ δύνα-
1909ται νὰ κάμῃ, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνωτέρα βία· συνεπῶς
1910ἐδικάσθη ἀναπολόγητος. Κατόπιν λαμβάνονται προφυλά-
1911ξεις διὰ τῆς παραγράφου δευτέρας: «Ἀρνουμένου τοῦ τε
1912καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ παραλάβωσι
1913τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον, ἢ μηδενὸς ἐκ τῶν τελευταίων
1914τούτων ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρεθέντος, κολλᾷ τοῦτο εἰς τὴν θύραν
1915τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἀντίγραφον δ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος
1916γενόμενον παραδίδει οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν ἢ εἰς
1917τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον κ.τ.λ.» Φρονῶ
1918ὅτι αἱ προφυλάξεις αὗται δὲν εἶναι σκόπιμοι δημιουργοῦσαι
1919ἁπλῶς μίαν πολυτέλειαν γραφειοκρατείας ἄνευ οὐδενὸς
1920σπουδαίου λόγου.
1921Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων τὴν ἀπάλειψιν ἐντελῶς
1922τῆς παραγράφου ταύτης, καὶ ἀντὶ τούτου νὰ ἐτίθετο ὥστε
1923ὁ κλητὴρ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν εὑρίσκει τὸν ἴδιον τὸν
1924καλούμενον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπογράφῃ ἢ νὰ λαμβάνῃ ὁ ἴδιος
1925προσωπικῶς τὸ ἐπιδιδόμενον δικόγραφον, τότε νὰ εἶναι
1926ὑπόχρεος νὰ ἐπιδίδῃ ἀντίγραφον εἰς τὸν ἱερέα καὶ εἰς τὸν
1927πάρεδρον καὶ νὰ συντάσσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνα-
1928γράφει ἡ περίπτωσις αὐτή. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ νὰ βε-
1929βαιοῖ ὅτι ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις διαμένει ἐν τῷ τόπῳ. Αὐτὴ
1930θὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ τὸν δικάσῃ ἐρήμην.
1931Οὕτω νομίζω ὅτι πληροῦται πληρέστατα ὁ σκοπός, νὰ
1932ὑποχρεώσωμεν τὸν κλητῆρα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τὸ παρα-
1933λάβῃ ὁ ἴδιος, νὰ τὸ ἐπιδίδῃ ἐν ἀντιγράφῳ εἰς τὸν ἱερέα καὶ
1934τὸν διδάσκαλον, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν
1935συντασσομένην ἔκθεσιν νὰ βεβαιῶσιν ἂν ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδο-
1936σις διαμένει ἐν τῷ τόπῳ. Οὕτω νομίζω ὅτι πληροῦται ὁ
1937σκοπὸς πληρέστατα.
1938Καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς
1939τὸ ἄρθρον 146 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἀναφέρεται ὅτι
1940«....προσλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μάρτυρες», εἰσά-
1941γεται δηλαδὴ ἡ τροποποιηθεῖσα τελευταῖον διάταξις τῆς
1942πολιτικῆς δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ γείτονος προσ-
1943λαμβάνονται μάρτυρες. Τοῦτο, Κύριοι, προκειμένου περὶ
1944ἀνακοπῆς ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα, εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι
1945μάρτυρας ὁ κλητὴρ λαμβάνει ὁθενδήποτε. Μεταβαίνει εἰς
1946τὰ χωρία καὶ παρουσιάζει κατόπιν τὰ ἐπιδοτήρια ὑπογρα-
1947φέντα ὑπὸ μάρτυρος διαμένοντος ἐν τῇ πόλει. Θεωρῶ
1948ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ, ὥστε ὁ μάρτυς νὰ εἶναι κάτοικος
1949τοῦ χωρίου, ὅπου πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδοσις. Ἔτι πλέον
1950θέλω ὁ μάρτυς νὰ γνωρίζῃ γράμματα, διότι εἶναι ἀδύνατον
1951εἰς ἓν ὁλόκληρον χωρίον νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς γράμματα,
1952τὰ δὲ γράμματα τὰ θέλω, διότι θὰ ὑπογράψῃ, καὶ θὰ ἔχω
1953ἀκόμη μίαν ἄλλην ὑπογραφὴν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον δύνα-
1954μαι νὰ καταγγείλω ἐπὶ ψευδεῖ βεβαιώσει, ἐνῷ τώρα ἔχομεν
1955μόνον τὸν κλητῆρα.
1956Ἐπίσης τὴν διάταξιν «κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παρα-
1957λάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ
1958ἀποδεικτικὸν ἀπαγγέλλεται ποινὴ μέχρι 50 δραχμῶν»
1959θεωρῶ καινοφανῆ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς
1960δικονομίας ἐγώ, ὁ πρὸς ὃν ἐπιδίδεται δικόγραφον πολιτικόν,
1961ἔχω σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶ τὴν παραλαβὴν αὐ-
1962τοῦ. Ἡ διάταξις εἶναι καινοφανής, ὥστε πρέπει νὰ ληφθῇ
1963πρόνοια οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ δικάζωνται ἀναπολόγητοι.
1964§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης.
1965§132Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διατυπώσεις τινὲς ἐπιβάλλονται
1966εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος. Ἀλλά, ἐν ᾗ
1967περιπτώσει δὲν τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις αὗται, ποία θὰ
1968εἶναι ἡ συνέπεια τῆς μὴ τηρήσεως; Καὶ ἤθελον νὰ ἀνα-
1969γραφῇ ὅτι «ἡ μὴ τήρησις τῶν διατυπώσεων τούτων συνε-
1970πάγεται τὴν ἀκυρότητα τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος».
1971§133Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ ἑνώσω τὰς συστάσεις μου, κύριε
1972Πρόεδρε, διὰ τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν τάσ-
1973σει τὸ ἄρθρον 145. Φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ παρατεί-
1974νηται ἡ προθεσμία λόγῳ ἀποστάσεως.
1975§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1976οσύνης). Ἔχει παράτασιν εἰς τὸ ἄρθρον 143.
1977§135Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὥστε γίνονται αἱ παρατάσεις.
1978§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1979§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκηρύ-
1980χθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον
1981τοῦτο ἐπίσης κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεώς του ὡς
1982ἔχει. Ἐφηρμόσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτε ἦτο νόμος,
1983ἐν πολλοῖς Δικαστηρίοις, ἐφηρμόσθη δὲ καὶ εἰς τὸ Δικαστή-
1984ριον τῶν Πατρῶν ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον, εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι
1985μὴ ληφθείσης τότε προνοίας περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ
1986τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνήργουν τὰς ἐπιδόσεις, αἱ ἐπι-
1987δόσεις ἐνηργοῦντο δυσχερῶς, καὶ αἱ δίκαι, αἱ ὁποῖαι εἰσή-
1988γοντο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, ἦσαν εὐάρι-
1989θμοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐθεώρησα ἀτύχημα. Τοὐναντίον, εἶ-
1990δον ὅτι οἱ δικασταὶ ἠδύναντο νὰ ἐξακριβῶσιν αὐτὰς λεπτο-
1991μερέστερον καὶ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον καλλίτερον. Ἄλλως
1992τε σήμερον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν συγχρόνως καὶ τὸ ἕτερον
1993νομοσχέδιον τὸ προνοοῦν περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν
1994προσώπων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν, εἰς τὸ ὁποῖον
1995δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ὅλας τὰ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας
1996κρίνομεν οὐσιώδεις. Τότε δὲ συνδυάζων τὴν διάταξιν, τὴν
1997ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τῆς διατάξεως τῆς
1998συγχρόνως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καταστάσης νόμου
1999περὶ ὑποχρεωτικοῦ τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, εἶδον
2000καὶ ἐπείσθην ὅτι ἐπέρχεται ποιά τις καταστολὴ εἰς τήν,
2001δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀσέβειαν τῶν κατηγορουμένων, οἵτι-
2002νες ἠδιαφόρουν τελείως, ὁσάκις ἐλάμβανον κλῆσιν, ὅπως
2003προσέλθωσιν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ δώσωσι λό-
2004γον τῶν πράξεών των. Ἡ λέξις ἀσέβεια εἶναι ἡ ἐλαφρο-
2005τέρα, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ μεταχειρισθῇ. Ἐλάχιστοι
2006ἐλάμβανον ὑπὸ σοβαρὰν ὄψιν ὅτι κατηγοροῦντο, ὅτι ἐπέ-
2007κειτο κακόν τι δι’ αὐτούς, ὅτι κατηγορία σημαίνει, ὅτι
2008ἐπίκειται κακόν τι ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας διὰ κακόν,
2009ὅπερ ἔπραξεν οὗτος καὶ ὅπερ ἀνταποδίδει ἡ Πολιτεία εἰς
2010τὸν καλούμενον καὶ κατηγορούμενον.
2011Ἡ πρώτη συζήτησις πάντοτε ἐθεωρεῖτο μηδέν. Δὲν εἶναι
2012βεβαίως παράστασις εὐπρόσωπος ἐκ μέρους πολίτου ἀνή-
2013κοντος εἰς Κράτος εὔνομον ἀπέναντι τοῦ Κράτους τούτου.
2014Ἡ δευτέρα συζήτησις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐγίνετο κατὰ τρό-
2015πον δεικνύοντα περιφρόνησιν ἐπίσης πρὸς τὴν δικαιοσύνην,
2016ἢ μᾶλλον τάσιν εἰς τὸ ἐνεδρεῦσαι διὰ τὸ ἐπιτυχεῖν ἀπόφα-
2017σιν, οἵαν ὁ κατηγορούμενος ἤθελεν αὐτήν· διότι ὁμολογῶ, Κύ-
2018ριοι, ὅτι παρέστην εἰς δίκας, κατὰ τὰς ὁποίας κατηγορού-
2019μενοι ἐνασκοῦντες δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ μὴ ἀρεσκόμενοι
2020εἰς τὰς πρώτας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν τὴν ἡμέ-
2021ραν ἐκείνην ἀπὸ τοὺς Πλημμελειοδίκας, εὑρίσκοντες ταύ-
2022τας αὐστηράς, ἀπεσύροντο, ἄφηνον νὰ ἀπορριφθῇ ἡ ἀνακοπή
2023των, διὰ νὰ ἐνασκήσωσι τρίτην, τετάρτην, πέμπτην, μέ-
2024χρις ὅτου ἐπιτύχωσιν ἐκείνους τοὺς δικαστάς, οἵτινες ἐπι-
2025εικῶς εἴτε ἀπὸ φύσεως εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἤθελον δι-
2026κάσει αὐτούς.
2027§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;
2028§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
2029§140ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτὲ δὲν γίνεται αὐτό.
2030§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐδικηγό-
2031ρησα τοὐλάχιστον ὅσον καὶ ὑμεῖς.
2032§142ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες ἐδικηγορήσαμεν καὶ
2033οὐδέποτε ἀπηντήσαμεν τρίτην καὶ τετάρτην ἀνακοπήν,
2034πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι, διὰ νὰ συνταχθῇ ἡ δευτέρα ἀνα-
2035κοπή, πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ κρατῆται ἐν φυλακῇ,
2036διότι ἄλλως δὲν συντάσσεται.
2037§143Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προσ-
2038κομισθῶσι τὰ βιβλία τῶν συζητήσεων, θὰ ἐβλέπετε ὅτι
2039πολλάκις ἀπερρίπτετο ἡ δευτέρα ἀνακοπή, μὴ ἐκφωνοῦν-
2040τος «παρὼν» τοῦ κατηγορουμένου, ἐγίνετο δὲ ἄλλη μετέ-
2041πειτα, χωρὶς νὰ γνωσθῇ ὅτι ἡ ἐνασκουμένη ἀνακοπὴ ἦτο
2042ἡ τρίτη. Ἰδοὺ ὁ τρόπος. Ἐκεῖνος βεβαίως, ὁ ὁποῖος προσ-
2043έρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τρίτην ἀνακοπήν, δὲν ἔχει τὴν
2044ἀφέλειαν νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνήσκησεν ἤδη δευτέραν ἀνακοπήν,
2045ἀλλὰ μετὰ πάροδον μιᾶς, δύο ἑβδομάδων ἐνήσκει ἀνακο-
2046πήν, ὡσανεὶ αὐτὴ ἦτο ἡ δευτέρα (ἀντιρρήσεις καὶ διάλο-
2047γοι ζωηροί).
2048Ἐὰν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ὅλοι ὁμοῦ νὰ συγκεντρωθῆτε
2049εἰς δύο ἢ τρεῖς, διὰ νὰ διεξαγάγω μεθ’ ὑμῶν μίαν διαλο-
2050γικὴν συζήτησιν, εὐχαρίστως ἤθελον πράξει τοῦτο καὶ ἤθε-
2051λον δώσει ἀπαντήσεις, ἀλλὰ μὲ διακόπτετε τόσον πολλοί,
2052ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαγάγω μεθ’ ὅλων συζήτησιν.
2053Ἡ ἐγγύησις, Κύριοι, ἡ ὁποία προνοεῖται διὰ τοῦ ἑτέ-
2054ρου νόμου τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, πρέπει νὰ τεθῇ
2055εἰς πλήρη ἐφαρμογήν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως
2056εἶπε καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
2057βουλευτὴς κ. Λαγοπάτης, ὅτι δὲν τηρεῖται ἐπαρκῶς ἐν τῇ
2058πράξει σήμερον ἡ ἐγγύησις αὕτη· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, διὰ νὰ
2059τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἰδιαιτέρου τινὸς
2060νόμου, διότι νόμος ὑπάρχει· εἶναι ζήτημα μιᾶς ὑποδείξεως
2061διοικητικῆς, ὑποδείξεως διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἐπιτετραμμένος
2062τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης θὰ κληθῇ εἰς τὸ νὰ
2063ἐφαρμόσῃ ταύτην πιστῶς.
2064Θὰ ἔχωμεν λοιπόν, ἐὰν τοῦτο γίνῃ, ἐὰν πιστῶς ἐφαρ-
2065μοσθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ μίαν ἐγγύησιν προκαταρκτι-
2066κὴν διὰ τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ λάβῃ,
2067ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως,
2068γνῶσιν τῆς κατηγορίας καὶ ἐν καιρῷ νὰ ἀμυνθῇ.
2069Τεθέντος τούτου, ἐξεταστέαι εἶναι παρατηρήσεις τινές,
2070αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐφάνησαν εὔλογοι. Ἤκουσα
2071μίαν παρατήρησιν, ταύτην, ὅτι τὸ κλητήριον, ὅπερ κατὰ
2072τὸ σχέδιον πρέπει νὰ περιέχῃ ὡρισμένους ὅρους, εἶναι δυ-
2073νατὸν νὰ μὴ συνταχθῇ κατὰ τοὺς ὅρους τούτους, καὶ ὑπε-
2074βλήθη εὐχή, ὅπως ἀπαγγέλληται ἡ ἀκυρότης διὰ τὴν πα-
2075ράβασιν.
2076Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ
2077αὐστηρὰ αὕτη συνέπεια, διὰ πᾶσαν παράλειψιν. Ὑποθέ-
2078σατε ὅτι τὸ κλητήριον, ὅπερ πρέπει κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ
2079νόμου νὰ ἀναφέρῃ συνοπτικῶς τὸ πταῖσμα, συνετάχθη
2080κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀναφέρηται μὲν συνο-
2081πτικῶς τὸ πταῖσμα, ἀλλὰ νὰ εἶναι τελείως βεβαιωμένον
2082εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅτι καλεῖται διὰ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα
2083πρᾶξιν. Νομίζετε τώρα ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δι-
2084καιοσύνης καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς πληροῦται, ἐὰν ἀπαγγεί-
2085λωμεν ἀκυρότητας διὰ τοιαύτας ἐπουσιώδεις παραλεί-
2086ψεις, ὡσανεὶ ἐζῶμεν εἰς τὴν παλαιοτάτην ἐκείνην ἐποχὴν
2087τοῦ δικαίου, καθ’ ἣν ἡ παράβασις μιᾶς μόνης τυπικῆς λέ-
2088ξεως ἐκ τοῦ ὅλου τύπου τῆς formula ἐπέφερεν ἀκυρότητα;
2089Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον. Τοὐναντίον θὰ ἐθέτομεν περισσότε-
2090ρους φραγμοὺς καὶ ἐμπόδια εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιο-
2091σύνης, τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ὁποίας σκοποῦμεν διὰ τοῦ νο-
2092μοσχεδίου τούτου.
2093Ἤκουσα ἐπίσης ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἀναγομένην
2094εἰς τοῦτο—ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Μουσούρης ὑπέβαλε
2095ταύτην—, ὅτι ἀναφέρεται μὲν ἡ ὑποχρέωσις περὶ τῶν ἐπι-
2096στατῶν ὡς συνοίκων, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τίνες θὰ εἶναι
2097οἱ σύνοικοι, ἐπιστάται κλπ...
2098§144Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου συνίστατο εἰς
2099τοῦτο, ὅτι, προκειμένου περὶ κοινοποιήσεως γενομένης εἰς
2100φυλακισμένους, περὶ συνοίκων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος,
2101διότι εἰς σύνοικον κοινοποιεῖται τὸ δικόγραφον, ὅταν ὁ πρὸς
2102ὃν ἡ κοινοποίησις εἶναι ἀπών, ὁ πρὸς ὃν δὲ ἡ κοινοποίησις,
2103ὅταν εἶναι φυλακισμένος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπὼν
2104τῶν φυλακῶν.
2105§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ.
2106§146Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὅταν ἀρνηθῇ, τοιχοκολλᾶται.
2107§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν ἀντελή-
2108φθην τί εἴπετε;
2109§148Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὰ συγχύζετε.
2110§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἐσύγχυσα ποσῶς.
2111Ἡ σύγχυσις βεβαίως δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ μέρος τὸ ἐμόν.
2112Λέγει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὅτι: «Ἐὰν ὁ κλητὴρ δὲν
2113»εὑρίσκῃ τὸν καλούμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαμονῆς ἢ τῆς
2114»κατοικίας του, ἐγχειρίζει τὸ ἔγγραφον πρός τινα τῶν συν-
2115»οίκων αὐτοῦ ἢ ὑπηρετῶν τῆς οἰκίας .... Ἀρνουμένου
2116»τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων ἢ ὑπηρετῶν νὰ πα-
2117»ραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον κλπ.»
2118Ὅταν ἀρνηθῇ λοιπὸν ὁ καλούμενος, εἶναι πρόδηλον, ὅτι
2119δὲν ἀρκεῖ, διὰ νὰ τοιχοκολληθῇ τὸ δικόγραφον, μόνη ἡ ἄρ-
2120νησις τοῦ καλουμένου, διότι ὁ κλητήρ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν
2121τοιχοκόλλησιν, πρέπει νὰ ἔχῃ βεβαιωμένην τὴν ἄρνησιν
2122«τοῦ τε καλουμένου καὶ τῶν συνοίκων».
2123Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ σύνοικοι; Ὑπάρχει ἡ γραμματικὴ ση-
2124μασία τῆς λέξεως, ἡ ὁποία δεικνύει εἰς ἡμᾶς· ἀλλ’ ὁ νόμος
2125δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐθεώρησεν ὡς σύνοικον, καίτοι ἠδύ-
2126νατο νὰ μὴ εἶναι οὕτως ἀκριβὲς τὸ πρᾶγμα, καὶ τὸν ἐπι-
2127στάτην, διότι παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις ἀπὸ τοὺς συνοί-
2128κους· ὁ σύνοικος ἐνδέχεται νὰ ἀπουσιάσῃ μίαν, δύο, τρεῖς
2129ἡμέρας, ἀλλ’ ὁ ἐπιστάτης τῆς φυλακῆς οὐδέποτε. Καὶ ὄχι
2130μόνον τοῦτο· ἐὰν παρατηρήσητε εἰς δύο διατάξεις τοῦ νο-
2131μοσχεδίου, θὰ ἴδητε πόσον αὐστηρότερον εἶναι τὸ νομοσχέ-
2132διον διὰ τὸν ἐπιστάτην, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν,
2133τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὅτι δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ. Λέγει τὸ ἄρ-
2134θρον δηλαδή: «Κατὰ τῶν ἀρνουμένων νὰ παραλάβωσι τὸ
2135»κοινοποιούμενον ἔγγραφον ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὸ ἀποδει-
2136»κτικὸν ἀπαγγέλλεται χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 50 δρα-
2137»χμῶν».
2138«Ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ ὑπεπιστάτης τιμωρεῖται μὲ χρημα-
2139τικὴν ποινὴν δραχμῶν 50 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον». Ὑψώνει,
2140βλέπετε, τὴν εὐθύνην τοῦ ἐπιστάτου. Καὶ δικαίως. Διότι
2141αὐτοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι μεί-
2142ζονα εὐθύνην, καὶ πρέπει ὁ ἐπιστάτης καὶ ὁ ὑπεπιστάτης νὰ
2143ἐκπληρώνωσιν ἀκριβῶς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνέθηκεν
2144ὁ νόμος. Ἐγὼ δὲ φρονῶ ὅτι, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις,
2145καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐγερθῶσι παράπονα, θὰ εἶναι ἡ περίπτωσις,
2146αὕτη, καθ’ ἣν ὁ κλητὴρ πρόκειται νὰ παραλάβῃ τὸ δικό-
2147γραφον καὶ τὸ δώσῃ εἰς τὸν φυλακισμένον.
2148Τὸ νομοσχέδιον τώρα προνοεῖ, εἰς μὲν τὴν δευτέραν πα-
2149ράγραφον τοῦ ἄρθρου 145, ὅπως τροποποιεῖται, περὶ τῆς
2150περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος ἔχει κατοικίαν καὶ
2151ἡ κατοικία εἶναι γνωστή, εἰς δὲ τὴν τρίτην παράγραφον
2152περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει
2153κατοικίαν· εἶναι καὶ ἄλλη τις περίπτωσις ἐκτὸς ταύτης,
2154ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ πρόνοια
2155διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐφαρμόζεται ἡ γνωστὴ διαδι-
2156κασία κατὰ ἀπόντων καὶ φυγοδίκων. Ἔχομεν λοιπὸν δύο
2157περιπτώσεις μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· εἰς τὴν πρώτην εἶναι
2158γνωστὴ ἡ κατοικία τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις· εἰς τὴν δευτέ-
2159ραν δὲν εἶναι. Ἤκουσα τώρα: τί θὰ γίνῃ δι’ ἀνθρώπους,
2160οἱ ὁποῖοι παραθερίζουσιν εἰς τὸ ἄλφα μέρος καὶ παραχει-
2161μάζουσιν εἰς τὸ βῆτα; Ἀλλὰ τότε εἶναι δύο κατοικίαι.
2162Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ἐὰν ἡ μία ἐκ τῶν δύο κατοι-
2163κιῶν δὲν εἶναι ἐπικρατεστέρα, ὥστε νὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς
2164περὶ τῆς μιᾶς μόνον κατοικίας ὡς χαρακτηριστικῆς τοῦ
2165κέντρου τῶν ἰδιαιτέρων ἀτομικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ὑπο-
2166θέσεων. Καὶ αἱ δύο θὰ θεωρηθῶσιν ὡς κατοικίαι, καὶ ὅπου
2167εὑρίσκεται ὁ καλούμενος, ἐκεῖ θὰ μεταβῇ ὁ κλητὴρ πρὸς
2168ἐπίδοσιν.
2169§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν δίδεται ἡ ἐπίσημος ἑρ-
2170μηνεία ὅτι εἰς τὴν λέξιν «ἀπόντων» ἐννοεῖται ἡ διαμονὴ
2171τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ γεννῶμεν ζητήματα;
2172§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ποινικὸς δικαστὴς δὲν θὰ
2173ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς· θὰ ἔχῃ τὸν νόμον.
2174§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καμμίαν ἀμφι-
2175βολίαν, ὅτι τὸ «ἀπόντων» σημαίνει αὐτό;
2176§153Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι στενοκέφαλος ἴσως ὁ δικαστὴς καὶ
2177τὸ παρερμηνεύει.
2178§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι στενοκέφαλος.
2179§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ λοιπὸν ἡ κα-
2180τοικία, Κύριοι, προνοεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί θὰ γίνῃ·
2181πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος ἢ οἱ σύνοικοι.
2182Σήμερον τί γίνεται; Εἶναι γνωστὸν πῶς διανέμονται τὰ
2183ποινικὰ δικόγραφα· μεταβαίνει εἷς κλητήρ, λαμβάνει τινὰ
2184ἐξ αὐτῶν καὶ τὰ δίδει εἰς τὸν πρῶτον, τὸν ὁποῖον θὰ συν-
2185αντήσῃ καθ’ ὁδόν, καὶ ἐκεῖνος ἢ τὰ διανέμει ἢ ὄχι κατὰ
2186τὴν ἀρέσκειάν του.
2187§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χωρὶς νὰ μεταβῇ.
2188§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ἐγγυήσεις
2189μεγαλειτέρας, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε δικαίως προεβλέφθησαν
2190ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἔπρεπε νὰ προνοηθῶσιν, ἀφοῦ ἡ
2191ἀνακοπὴ σήμερον δὲν θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη ὅπως τὸ
2192πρίν, ὡς δικαίωμα ἁπλῶς. Ποῖα μέτρα λαμβάνονται; Τὸ
2193σχέδιον τοῦ νόμου ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὅσον τὸ δυνατὸν διὰ
2194περισσοτέρων ἐξασφαλίσεων γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος. Εἶπε
2195λοιπὸν ὅτι ἀποτείνεται ὁ κλητὴρ καὶ εἰς τὴν «ἀστυνομικὴν
2196Ἀρχὴν ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον
2197ἢ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τὸν
2198ἱερέα τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως». Περὶ τίνος πρόκειται;
2199Περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἀρνεῖται ὁ καλούμενος καὶ
2200οἱ σύνοικοι νὰ ὑπογράψωσιν.
2201§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κεκλεισμένην οἰκίαν του;
2202§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν ἔχετε ὑπομονήν;
2203Ὑμᾶς δὲν διέκοψε κανείς.
2204§160Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε δύο περιπτώσεις. Διὰ
2205τὴν τρίτην περίπτωσιν.
2206§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νῦν περὶ τῆς πε-
2207ριπτώσεως, καθ’ ἣν ἀρνεῖται ὁ καλούμενος καὶ οἱ σύνοικοι
2208νὰ παραλάβωσι τὸ κοινοποιούμενον ἔγγραφον —ἐὰν εἶ-
2209ναι παρὼν καὶ ἀρνῆται.—Ἡ εἰδοποίησις ἐγένετο, ἀφοῦ με-
2210τέβη ἐκεῖ ὁ κλητήρ, τὸν εὗρε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πα-
2211ραλάβῃ· αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται εἰς τὸν νόμον,
2212εἶναι περιτταὶ διὰ τὴν περίπτωσιν. Ἐὰν ὅμως ἀπουσιάζῃ
2213προσωρινῶς ὁ καλούμενος οὐχὶ μακρὰν τοῦ τόπου, ὅπου δια-
2214μένει, εὑρίσκωνται δὲ οἱ σύνοικοι, οἱ ἄνθρωποι μετὰ τῶν
2215ὁποίων θὰ συμβιοῖ, καὶ οἵτινες εἶναι οἱ ἐγγύτεροι αὐτῷ,
2216οἱ συγγενεῖς του, αὐτοὶ δὲν εἶναι φυσικώτατον ὅτι θὰ τὸν
2217εἰδοποιήσωσι προφορικῶς; Δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτὴν τὴν πι-
2218θανωτάτην εἰδοποίησιν ὁ νόμος, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ ὅλα τὰ
2219πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πολιτικὰ καὶ ἠθικὰ γενικὰ κα-
2220θήκοντα, νὰ εἰδοποιήσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι,
2221μίαν θεωρίαν, ὅτι εἶναι ἀγγαρεία, ἐὰν εἴπητε εἰς τὸν ἀστυ-
2222νόμον, ἢ εἰς τὸν διδάσκαλον, ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον,
2223ἢ εἰς τὸν ἱερέα νὰ τρέχῃ νὰ ἀσχολῆται, εἰς τὰ τοιαῦτα.
2224Ἀλλ’ ὅλοι αὐτοί, Κύριοι, εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἰς
2225τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρέπει νὰ ἀναθέτῃ πᾶν πρόσ-
2226φορον ἔργον ἡ Πολιτεία. Ἀφοῦ αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι, πῶς
2227εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀγγαρεία, ἐὰν ἀναθέσωμεν εἰς
2228αὐτοὺς μίαν ὑποχρέωσιν; Εἶναι ἀγγαρεία, ὅταν ἀναθέτωμεν
2229εἰς τοὺς δημάρχους καθ’ ἑκάστην τόσα καθήκοντα; Ποίου
2230εἴδους θεωρία εἶναι αὕτη, ὅτι πᾶσα ὑποχρέωσις ἐπιβαλλο-
2231μένη εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τὴν Πολιτείαν μετατρέ-
2232πεται εἰς ἀγγαρείαν;
2233§162Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἔκαμνον εἰς ὑμᾶς;
2234§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἐὰν εἶναί
2235τις δικηγόρος, καὶ ἐπιβάλλῃ εἷς νόμος ὑποχρέωσίν τινα,
2236ὀφείλει νὰ μὴ τὴν ἐκπληρώσῃ ἀρνούμενος καὶ λέγων ὅτι
2237εἶναι ἀγγαρεία; Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ ἀντί-
2238ληψίς σας διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δικηγορικοῦ καθήκοντος
2239ὑπὸ τὴν ὄψιν αὐτήν.
2240§164Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μιχαλακόπουλε, θὰ
2241εἶναι δύσκολος.
2242§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἓν
2243πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, φαίνεται, δὲν ἐλάβετε, ὅτι ἡ περίπτω-
2244σις, τὴν ὁποίαν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ περίπτωσις,
2245καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει συνοίκους ἢ ἔχει
2246κακούς.
2247§166Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ φύγει;
2248§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ νόμος. Ἐὰν ἔχῃ
2249κατοικίαν, εἶναι γνωστὸς καὶ ἔχει συνοίκους· ἐὰν δὲν ἔχῃ,
2250θὰ εὑρίσκηταί τις ἐν τῷ τόπῳ ἐκ τῶν ἐν τῷ σχεδίῳ ἀνα-
2251φερομένων.
2252§168Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφυγεν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς
2253κατοικίας.
2254§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ κατοικεῖ;
2255§170Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέχει δέκα ὥρας· ποῦ θὰ
2256ὑπάγῃ;
2257§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ;
2258§172Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε ὥρας μακράν.
2259§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡ κατοικία
2260του;
2261§174Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ διαμονή του.
2262§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ νόμος ἐπὶ προ-
2263σώπων μὴ ἐχόντων κατοικίαν; Τὸν θεωρεῖτε φερέοικον δη-
2264λαδή;
2265§176Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει κατοικίαν καὶ ἔχει
2266διαμονὴν ἄλλην.
2267§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κατοι-
2268κίαν του.
2269§178Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ γίνῃ τότε;
2270§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ νόμος. Ἢ ἔχει τις
2271κατοικίαν ἢ δὲν ἔχει· τὸν θεωρεῖτε φερέοικον ἢ ἔχοντα
2272κατοικίαν;
2273§180Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει κατοικίαν καὶ ἔχει
2274διαμονὴν ἀλλοῦ.
2275§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κατοι-
2276κίαν του, ὅπου θὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ χωρίῳ εἷς ἐκ τῶν ἀνα-
2277φερομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
2278§182Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν ἱερέα.
2279Ὑποθέσατε, ὅτι πηγαίνει αὔριον, ὅτι πηγαίνει τὴν δευτέ-
2280ραν ἡμέραν ἢ τὴν τρίτην ἢ τὴν τετάρτην ἡμέραν· θὰ με-
2281ταβληθῇ εἰς φορητὸν νοσοκομεῖον, ἐὰν πηγαίνῃ τακτικώ-
2282τατα.
2283§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς φαντάζεσθε, ὅτι πρό-
2284κειται περὶ ἑνὸς χωρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λεί-
2285πουσι καὶ μένει μόνον ὁ ἱερεύς. Ἐὰν ὅλοι ἔχωσι μετοική-
2286σει προσωρινῶς, βεβαίως θὰ ἔχῃ μετοικήσει καὶ ὁ ἱερεύς.
2287Ἐὰν μεταβληθῇ ἡ ἕδρα τοῦ δήμου καὶ πάντες μεταβῶσιν
2288εἰς τὴν χειμερινήν, βεβαίως ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ὁ ἱερεύς.
2289Διατί τότε ὁ κλητὴρ θὰ προτιμήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ μὴ
2290κατοικούμενον χωρίον καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄλλο, ὅπου μετέβησαν
2291οἱ κάτοικοι, καὶ ὅπου ἡ συγκοινωνία θὰ εἶναι εὐχερεστέρα;
2292Διότι τὸ δυσχερὲς τῆς συγκοινωνίας ἀναγκάζει τοὺς κα-
2293τοίκους νὰ ἀλλάσσωσι διαμονήν. Καὶ φυσικὸν εἶναι ὅτι ὁ
2294κλητὴρ θὰ ἐκλέξῃ τὴν εὐκολωτέραν συγκοινωνίαν καὶ ὄχι
2295τὴν δυσκολωτέραν. Δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν πράγματα, τὰ
2296ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι. Δύνασθε νὰ φαντα-
2297σθῆτε, ὅτι οἱ ἱερεῖς θὰ πλαστογραφῶσιν, ὅτι οἱ κλητῆρες
2298θὰ συνεννοηθῶσι μὲ τοὺς ἀστυνόμους; Ἐὰν φαντάζησθε τοι-
2299αῦτα ἐγκλήματα, εἶναι περιττὸν τότε νὰ συζητῶμεν.
2300Μία ἄλλη παρατήρησις ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. Λαγοπάτην,
2301καὶ ἥτις συνίστατο εἰς τὴν ἀπορίαν, ποῖον Δικαστήριον ἐπι-
2302βάλλει τὴν ποινὴν τῶν 50 δραχμῶν.
2303Δικαίως ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, ἂν τὸ Δικαστήριον,
2304τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ τὴν κυρίαν δίκην, θὰ δικάζῃ καὶ τὸ
2305ἀδίκημα τὸ δημιουργούμενον νῦν ὑπὸ τοῦ σχεδίου τοῦ νό-
2306μου ὡς ἀδίκημα. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ἂν δημιουργεῖται
2307ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης ἴδιον εἶδος ἀδικήματος ἢ ἂν δὲν
2308ὑπάγεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, εἰς τὴν διάταξιν, κατὰ
2309τὴν ὁποίαν, ἐὰν κληθῇ δημόσιος ὑπηρέτης ἢ ἰδιώτης ὑπὸ
2310τῆς Πολιτείας εἰς συνδρομὴν πρὸς ἐπιτέλεσιν ὡρισμένης
2311πράξεως καὶ ἀρνηθῇ οὗτος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν, τιμωρεῖται.
2312Ὁπωσδήποτε ὅμως διασαφηνίζεται τὸ πρᾶγμα διὰ τοῦ
2313νομοσχεδίου καὶ εἶναι περιττὸν ἤδη νὰ συζητῶμεν, ἂν
2314ὑπάγεται εἰς τὴν γενικὴν διάταξιν ἢ νῦν τὸ πρῶτον πλάσ-
2315σεται ὡς ἀδίκημα. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δημιουρ-
2316γεῖται ἰδιώνυμον ἀδίκημα. Ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω. Ἀλλ’
2317ἆρά γε θὰ δικάσῃ τὸ Δικαστήριον καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν δι-
2318κάζῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν; Τοῦτο ἐξαρτᾶται. Ἐφαρμόζονται
2319αἱ γενικαὶ ἀρχαί. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ
2320ὁποῖον ἔπραξε τὸ ἀδίκημα, εἶναι πρόσωπον δημοσίου ὑπη-
2321ρέτου, δημοσίου ὑπαλλήλου, τότε δικάζεται ἐπ’ ἀκροατη-
2322ρίῳ, θὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ ἴδιον Δικαστήριον, καὶ εἶναι ἀδιά-
2323φορον ἂν τὸ Δικαστήριον τοῦτο εἶναι τὸ Πταισματοδι-
2324κεῖον.
2325§184Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχει ὁμοιότητα αὐτό, διότι τὸ
2326Πταισματοδικεῖον ἔχει δικαιοδοσίαν τότε, ὅταν τὸ ἀδί-
2327κημα γεννᾶται ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ.
2328§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθῇ ἐπ’
2329ἀκροατηρίῳ, κ. συνάδελφε. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ πταισμα-
2330τοδίκης ἀνακαλύπτει, ὅτι εἷς κλητὴρ δὲν ἐξετέλεσε τὸ κα-
2331θῆκόν του, δύναται νὰ τὸν τιμωρήσῃ ἀμέσως.
2332§186Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν
2333αὐτοῦ.
2334§187Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν,
2335ὅτι κατηργήθη ὁ κανὼν ὁ λέγων, ὅτι ὁ δικαστὴς τοῦ κυ-
2336ρίου εἶναι καὶ δικαστὴς τοῦ παρεμπίπτοντος, διότι καὶ
2337ἐδῶ τὸ ζήτημα θὰ εἶναι παρεμπῖπτον, ἴσως εἶναι πέρα
2338τῆς δικαιοδοσίας τοῦ δικαστοῦ τοῦ κυρίου, ἐν τούτοις ὀφεί-
2339λει νὰ τὸ τιμωρήσῃ ὁ δικάζων δικαστής. Ἐὰν ὅμως ὑποθέ-
2340σωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν
2341σχετίζεται μὲ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀναμφισβητήτως
2342θὰ γίνῃ τακτικὴ δίκη. Δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι
2343εἶναι ἰδιώνυμον αὐτὸ τὸ ἀδίκημα.
2344§188Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οὕτω πως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2345τῆς Δικαιοσύνης.
2346§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
2347σύνης). Ἴδιον ἀδίκημα.
2348§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες ἰδιώ-
2349νυμον ἀδίκημα;
2350§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνάγεται
2351εἰς γενικωτέραν τινὰ κατηγορίαν, π. χ. εἰς τὰ ἀδικήματα
2352κατὰ τῆς ζωῆς, εἰς τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀκεραιότη-
2353τος τοῦ σώματος.
2354§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνήκει ὅμως τὸ προβλεπό-
2355μενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀδίκημα εἰς τὰ ἀδικήματα
2356κατὰ τῆς Πολιτείας, εἰς τὴν ἀπάθειαν πρὸς τὰς δημοσίας
2357ἀρχάς, καὶ πρέπει νὰ κατατάξωμεν ἐκεῖ καὶ τοῦτο. Δὲν
2358δύναται παρὰ νὰ εἶναι προσβολὴ κατὰ τῶν ἀρχῶν τῆς
2359Πολιτείας.
2360Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, ἥτις ὑπεβλήθη,
2361ὅτι ἡ προσβολὴ τοῦ ἐπιδοτηρίου δέον νὰ σταματᾷ τὴν
2362πρόοδον τῆς δίκης, νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ
2363εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καθορίσωμεν τὸν κανόνα τοῦτον,
2364διότι τότε εὐχερέστατα πᾶς κατηγορούμενος θὰ προσέ-
2365βαλλε πάντα τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά.
2366§193ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡς πλαστά;
2367§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶσθε δικη-
2368γόρος καὶ ἐκπλήττεσθε ὅτι τὸ προσβάλλειν ὡς πλαστὰ τὰ
2369ἐπιδοτήρια εἰς τὸν κατηγορούμενον θεωρεῖται ὡς φυσικὸν
2370μέσον τῆς ἀμύνης· εἰς τὰς πολιτικὰς μάλιστα δίκας εἶναι
2371συχνότατον τὸ φαινόμενον.
2372§195Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις σπα-
2373νίως, εἰς τὰς ποινικὰς ὅμως σπανιώτατα.
2374§196Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὰς πολιτικὰς σπανιώτατα.
2375§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς,
2376ὄχι ποσάκις σεῖς προσεβάλετε τὰ ἐπιδοτήρια ὡς πλαστά,
2377ἀλλὰ ποσάκις εἴδετε προσβαλλόμενα αὐτά. Ἐγὼ εἶδον
2378πλείστας ὅσας περιπτώσεις.
2379Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, αἱ
2380ὁποῖαι προεβλήθησαν, ἄγονται ἀπὸ ἓν πνεῦμα γενικῆς δυσ-
2381πιστίας πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους πάντας καὶ
2382πρὸς τοὺς κλητῆρας, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο τὸ πνεῦμα πρόκειται
2383νὰ διέπῃ ἡμᾶς, καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ τὰς πράξεις
2384ἡμῶν, πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς πάντας τοὺς ὑπηρέτας,
2385πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τοὺς δικαστάς, πνεῦμα δυσπιστίας
2386πρὸς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἐν γένει, τότε πρέπει
2387νὰ παραιτηθῶμεν βεβαίως πάσης ὀρέξεως πρὸς μεταρρύ-
2388θμισιν, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν νόσον, οἵα εὑρίσκεται
2389νῦν, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐξ ὕψους θεραπείαν, ἡμεῖς δὲ
2390νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς περαιτέρω πᾶσαν μέ-
2391ριμναν καὶ πᾶσαν σκέψιν πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κει-
2392μένων.
2393§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ δέκα συναδέλ-
2394φων περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν
2395Κανονισμὸν τοιαύτη πρότασις εἶναι παρεμπίπτουσα, εἶμαι
2396ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἡ πρότασις εἶναι
2397ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶ, Ἰ.
2398Μπακοπούλου, Π. Ἠλιοπούλου, Σ. Θεοδωροπούλου, Π. Ἀλε-
2399ξάκη, Ἐλ. Σπετσιέρη, Γ. Μουσούρη, Δ. Πολυζωγοπούλου, Ἰ.
2400Παπαθανασιάδου καὶ Ἐπαμ. Λαμπρακάκη.
2401Ὁ κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν
2402τῆς προτάσεως.
2403§199Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πραγματικῶς
2404ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν τῇ
2405Βουλῇ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αἱ γνῶμαι δι-
2406χάζονται, καὶ ἡ μὲν γνώμη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ
2407κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ὑποστηρίζε-
2408ται ὑπὸ τῶν πλειόνων Βουλευτῶν, ἡ δὲ ἀντίθετος γνώμη
2409ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦ νομοσχεδίου, σθεναροῦ
2410προμάχου αὐτοῦ. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὔτε ἐντεῦθεν
2411οὔτε ἐκεῖθεν κατεβλήθη προσπάθειά τις πρὸς συνδιαλλα-
2412γὴν τῶν πραγμάτων.
2413§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2414καιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ συνδιαλλαγῆς.
2415§201Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν πολεμίων
2416τοῦ νομοσχεδίου τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προβλέπεται, ἐὰν
2417καταστῇ ἐφαρμόσιμον, διότι καὶ περὶ τοῦ ἐφαρμοσίμου
2418αὐτοῦ ἱκαναὶ ἀμφιβολίαι προέκυψαν. Ἐὰν καταστῇ ἐφαρ-
2419μόσιμον, θέλει ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς βάρος αὐτῆς
2420τῆς δικαιοσύνης. Παραλείπω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλέθρια
2421ἀποτελέσματα εἰς βάρος τῆς πολυπληθεστάτης τάξεως τῶν
2422συμπολιτῶν μας, καὶ ἰδίως τῶν πτωχῶν. Θέλουσιν ὑπερ-
2423πληρωθῆ αἱ φυλακαὶ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται
2424τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας των, αὐτοῦ τοῦ
2425δικαιώματος παντὸς ἀνθρώπου ὡς πολίτου. Θέλουσιν ἐγκα-
2426θειρχθῆ εἰς φυλακὰς ῥυπαρὰς καὶ δυσώδεις, περὶ τῶν
2427ὁποίων δὲν ἐλάβετε πρόνοιαν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιο-
2428σύνης, ἀλλ’ ὑπεσχέθητε μόνον, ὅτι θὰ λάβητε πρόνοιαν·
2429θέλουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐγκαθειρχθῆ ἀθῷοι ἄνθρωποι,
2430στερηθέντες τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως. Θέλουσι συμ-
2431πυκνωθῆ τὰ ὄρη ἀπὸ φυγοδίκους, διότι ὅλοι οἱ ἐρημοδικα-
2432ζόμενοι θὰ φοβῶνται πλέον νὰ ἀτενίσωσι τὴν δικαιοσύνην,
2433διότι οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ἐλπίδα περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς
2434ἀνακοπῆς των. Θὰ προτιμήσωσι νὰ μένωσιν εἰς τὰ ὄρη φυ-
2435γόδικοι. Εἶναι δὲ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ φυγόδικος τῆς
2436σήμερον γίνεται ὁ λῃστὴς τῆς αὔριον.
2437§202Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον αὐτὸ ἀπὸ τὴν
2438πρώτην ἡμέραν.
2439§203Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν, κύριοι Βουλευ-
2440ταί, τοιοῦτον νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθη το-
2441σαύτη ἀντίδρασις ἐν τῇ Βουλῇ ὑπ’ ἀνδρῶν πεφωτισμένων,
2442ὑπ’ ἀνδρῶν ἐμπείρων, οἵτινες, ἐὰν δὲν ὑπερβαίνωσι τὸ
2443ἀνάστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀπέχου-
2444σιν ὅμως πολὺ κατὰ τὸ ὕψος αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἀν-
2445τίδρασις ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους ὅμως
2446τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν παρετήρησα προσοχὴν εἰς
2447τὴν ἐξέγερσιν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει καὶ χθὲς καὶ
2448σήμερον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ περιέ-
2449βαλεν αὐτὸ διὰ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρόκειται
2450ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συζητήσω, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς
2451ἔπραξε καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ περιορίσῃ τὴν
2452ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς διὰ τῆς μεθόδου τοῦ
2453ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλ’
2454ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν,
2455τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι νὰ ὑποχω-
2456ρήσῃ, καὶ ὑποχωροῦσα ἔστω βεβαία ὅτι θὰ ἐξέλθῃ νική-
2457τρια, διότι θὰ ἀποδείξῃ ὅτι σέβεται πρὸ παντὸς ἄλλου
2458αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν καὶ τὴν ἐλευ-
2459θερίαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, Κύριοι, ἐδήλωσα ὅτι
2460εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ θεωρῶ τερατῶδες. Δὲν
2461ἐπεθύμουν δὲ ποτὲ χάριν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔλθω
2462εἰς σύγκρουσιν καὶ νὰ ἀκούηται ἡ φωνή μου ἐναντίον τῆς
2463Κυβερνήσεως αὐτῆς, τῆς ὁποίας ἤμην ὀπαδός. Διατί, κύριε
2464Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς περιάγετε εἰς τοιαύτην
2465στενόχωρον θέσιν; Χθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2466Κυβερνήσεως προέβη εἰς δηλώσεις, ὅτι μέχρι τοῦ Πάσχα
2467εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν συμπληρώσει τὸ ἔργον
2468τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ νομίζετε, κύριε
2469Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις αὐτάς,
2470τὰς ὁποίας χθὲς τὴν ἑσπέραν μόλις ἐκάμετε πρὸς τὴν Βου-
2471λήν, θεωρεῖτε ἁρμόζον, θεωρεῖτε προσῆκον σήμερον νὰ ἀπα-
2472σχολήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων; Διατί
2473δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ἂν ὄχι τὰς παρατηρήσεις τοσούτων
2474πολυαρίθμων φίλων, τοὐλάχιστον τὰς παρακλήσεις μας;
2475Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, χάριν ἀκριβῶς τοῦ
2476συμφέροντος....
2477§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποθέτω νὰ
2478εἶσθε ἐκ τῶν φίλων μου, ὅταν ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρὸ ὀλίγων
2479ἡμερῶν, πρὸ 7 ἡμερῶν, ἐχαρακτηρίσατε τὴν συμπεριφοράν
2480μου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ
2481ἀντικοινοβουλευτικήν. Δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε ὅτι δύνα-
2482σθε νὰ ἐξακολουθῆτε προσποιούμενος, ὅπως γίνεται προσ-
2483ποίησις ἐκ μέρους ἄλλων τινῶν, ὅτι εἶσθε φίλος μου, διὰ νὰ
2484καταφέρητε ἀσφαλέστερον τὰ πλήγματα.
2485§205Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2486Κυβερνήσεως μετατοπίζει τὸ ζήτημα ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους.
2487§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχθὲς ὁ κ. ῥήτωρ ἔλεγεν ὅτι ἦτο
2488ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἀντισυνταγματικὴ ἡ συμπεριφορά
2489μου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω
2490ποῖοι εἶναι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.
2491§207Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2492μὲ ἐλέγχει, διότι ἐξέφρασα γνώμην, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς
2493Ἡμερησίας Διατάξεως ἦτο ἀντικοινοβουλευτική.
2494§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐλέγχω. Ἀλλά, ἀφοῦ ἡ
2495Ἡμερησία Διάταξις καταρτίζεται ἐν συνεννοήσει τοῦ Προέ-
2496δρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, σεῖς ἔρχεσθε νὰ
2497μεμφθῆτε ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν
2498τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Προφανῶς
2499δὲν δύνασθε νὰ ἀξιοῦτε ὅτι εἶσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως.
2500Τοῦτο εἶναι σαφέστατον.
2501§209ΕΥ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Πρω-
2502θυπουργὸς μὲ ἤλεγξε, διότι ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, ὅτι
2503ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἦτο ἀντικοινο-
2504βουλευτική. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ
2505γνώμη μου δὲν εἶναι ὀρθή. Ἔχω ὅμως τὸν ἐγωισμὸν νὰ ἐπι-
2506μένω εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου.
2507§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην σας.
2508§211Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἂν ὑπῆρχε χρόνος ἐπαρκής,
2509ἵνα συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο, βεβαίως θὰ κατελήγομεν
2510εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς
2511γνώμης μου.
2512§212ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
2513§213Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος
2514τῆς Κυβερνήσεως ὄχι πλέον δι’ ὑπαινιγμοῦ, ἀλλ’ ἀπερι-
2515φράστως καὶ ἀπροκαλύπτως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν μὲ θεωρεῖ
2516φίλον του καὶ ὅτι προσποιοῦμαι τὸν φίλον του. Ἂς μοὶ ἐπι-
2517τρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδώσω μετὰ
2518πάσης ἁβρότητος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς ἐμέ. Ἀκρι-
2519βῶς τὰς δηλώσεις ταύτας τοῦ κ. Προέδρου δέον ν’ ἀποδώσω
2520εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀπειρίαν αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν γνωρί-
2521ζει τίνες εἶναι φίλοι του καὶ νομίζει ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι
2522ἔχομεν τὸ θάρρος τῆς γνώμης μας καὶ ὑποστηρίζομεν ἐκεῖνο,
2523τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ
2524τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νομίζει ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴ-
2525μεθα εἰλικρινεῖς φίλοι.
2526Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, Κύριοι, προσῆκον νὰ ἀπασχολήσω
2527τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ὅλως προσωπικοῦ. Ἐπαναλαμ-
2528βάνω ὄχι πλέον ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀπεκη-
2529ρύχθην, ἀλλ’ ὡς πολέμιος, καὶ πολέμιος ἀδιάλλακτος αὐ-
2530τῆς, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
2531νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν μέρει, διὰ νὰ συνδιαλλάξῃ τὰ πράγματα
2532χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ συμφέρον-
2533τος τῆς δικαιοσύνης, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας.
2534Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς, ὅπως ἡ συζή-
2535τησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐξακολουθήσῃ μετὰ τὴν περά-
2536τωσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς.
2537§214Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει αἴτησις ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2538§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβο-
2539λὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
2540Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως....
2541§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν τώρα καὶ
2542μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
2543§217ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ διακοπῆς ὑποθέτω
2544ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι δὲν γνωρίζω πρὸς
2545ποίους κανόνας πολιτικῆς ἀξιοπρεπείας—δὲν θέλω νὰ εἴπω
2546τι βαρύτερον—συμβιβάζεται ἡ διαρκὴς τροπὴ εἰς φυγὴν
2547τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν πρόκειται
2548περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2549§218ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδηλώθη ἐκ μέ-
2550ρους Βουλευτῶν ὅτι ἀφήνομεν ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν πρέπει
2551νὰ προχωρήσῃ τώρα ἡ ψηφοφορία ἢ νὰ συνεχισθῇ κατὰ
2552τὴν δεκάτην ὥραν, μετὰ τὴν διακοπήν, ἥτις συνήθως γί-
2553νεται κατὰ τὴν ἐνάτην. Ἐν τούτοις μετὰ τὰς παρατηρή-
2554σεις σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε νὰ γίνῃ τώρα ἡ ψη-
2555φοφορία.
2556§219Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...
2557§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
2558§221Γ. ΠΩΠ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
2559§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2560§223Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τῆς διακοπῆς.
2561§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται διακοπή. Προσκαλῶ ὡς ψη-
2562φολέκτας τοὺς κ. κ. Γαλαβᾶν καὶ Μέρμηγκαν.
2563Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως λέγουσι
2564ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν ὄχι. Ἀναγινώ-
2565σκονται πρῶτον τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρό-
2566τασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Μεθ’ ὃ ἄρχεται ἡ ψηφο-
2567φορία.
2568(Ληξάσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς
2569εὑρέθησαν ψηφίσαντες 169 Βουλευταί).
2570§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνε-
2571δρίασις.
2572(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.).