1911.03.02
4,663 rows · 35,496 words · 399 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39.
Τῆς 2ης Μαρτίου 1911
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 50 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 185 Βουλευτῶν).
(Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς τὴν σελίδα 15, ἔνθα ὑπάρχει ἡ περίληψις τῆς ἀγορεύσεώς μου, δυστυχῶς δὲν περιλαμβάνεται τὸ καταστάλαγμα τῆς ὁμιλίας μου, διότι ἐγὼ ἐν τέλει εἶπον ὅτι, ἂν πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συμμετέχῃ τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου», εἶναι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία τῷ ἔδωκεν. Ἐν τούτοις ὅμως κατέληξα εἰς ἄλλο συμπέρασμα, ὅτι ἐκ τῶν βασίμων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνέλεξα, ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω ἀσφαλῆ γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πόρρω ἀπέχει νὰ εἶναι μέλος.
§3Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόρρω ἀπέχουσι—νὰ εἶσθε βέβαιος—τοῦ νὰ εἶναι ἀσφαλεῖς αἱ πληροφορίαι σας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται κατὰ τὰς γενομένας διορθώσεις. Προσκαλεῖται ὁ βουλευτὴς κ. Λούντζης, ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον. (Προσελθὼν ὁ κ. Α. Λούντζης δίδει τὸν κεκανονισμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὅρκον).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Βελίτσης τοῦ δήμου Τιθορέας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ γέφυρα τοῦ χειμάρρου Καχάλη καὶ συσταθῇ τηλεφωνεῖον· 2) Ἡ Χάϊδω χήρα Λιχαδιώτου ζητεῖ μηνιαῖον ἐπίδομα ὡς ἀπολέσασα τοὺς υἱούς της Εὐστάθιον καὶ Χρῖστον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ μείνασα ἔρημος· 3) Μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ἐκ Πατρῶν ζητοῦσι τὴν διάλυσιν ταύτης· 4) Ὁ Ν. Ἀλεξόπουλος πρώην τελωνιακὸς ὑπάλληλος ἐκ Καλημεριάνων διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐκκαθάρισίν του· 5) Ὁ κατάδικος Ῥίου Π. Παπανδρεόπουλος παρακαλεῖ ὡς νοσῶν νὰ μεταφερθῇ εἰς νοσοκομεῖον· 6) Διάφοροι κάτοικοι Παλαιᾶς Κορίνθου ζητοῦσι προαγωγὴν σχολείου των, ἣν δὲν ἐνέκρινε νομικὸς σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας· 7) Κατάδικοι φυλακῶν Παλαμηδείου ζητοῦσιν, ὅπως ἐγκριθῶσι μεταγωγαὶ πρὸς ἀραίωσιν διὰ λόγους ὑγείας· 8) Οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται παντοπωλείων καὶ οἰνοπωλείων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τῆς κυριακῆς ἀργίας· 9) Οἱ ἐν Ἀθήναις γονεῖς ζητοῦσιν, ὅπως μετὰ τὸν γάμον αἱ διδασκάλισσαι παύωνται· 10) Διάφοροι κάτοικοι Φαρσάλων κηρύσσονται ὑπὲρ δεκάτης· 11) Ὁ κατάδικος Ῥίου Ν. Σελινόπουλος ζητεῖ, ὅπως μεταφερθῇ εἰς Πάτρας· 12) Ὁ Π. καὶ Ε. Μαούνης κατάδικοι φυλακῶν Αἰγίνης ζητοῦσιν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης των ἢ βασιλικὴν χάριν· 13) Λαὸς Πλατάνου Ἠλείας ζητεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια πρὸς διακανονισμὸν τῶν χρεῶν· 14) Κάτοικοι Φανάρι Μαγούλας ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν φόρου ἀροτριώντων ἔτους 1909–1910· 15) Ἡ κοινότης Μπραχαμίου κηρύσσεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δεκάτης· 16) Ὁ ἐν Τριπόλει σύλλογος τῶν Σαράτζιδων κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 17) Ὁ ἐν Ἀθήναις σύνδεσμος τῶν Βυζαντίνων ἐκφράζει συγχαρητήρια τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν λύσιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος· καὶ 18) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λετρίνων ζητοῦσιν ἀντιμηνιγγιτικὸν ὀρρόν.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς.
§7ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀκριβές, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὅτι ἐνέσκηψεν ἡ νόσος μηνιγγῖτις ἐν τῷ δήμῳ καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη ὀροῦ, ἡ αἴτησις τοῦ λόγου ὑπὸ πολλῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ἐπεβράδυνε τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ὀροῦ, διότι θὰ παρέμενεν ἐνταῦθα ἡ ἀναφορὰ μέχρι τῆς αὔριον. Προτιμότερον θὰ εἶναι ν’ ἀποσταλῇ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ὡς τάχιστα ἐνεργηθῇ.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται ἀμέσως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 16 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἥτις θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ καὶ διανεμηθῇ. Ἐπίσης ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἄρθρου ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μονοκροῦσος. Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ι. Φουρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 85 καὶ 86 τοῦ Κυβερνητικοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος. Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Κ. Μάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασίς σας κ. Βουλευτὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς φράσεως· δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§11Κ. ΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§13Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα μοὶ δηλώσῃ ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ μὲ ἀκούσῃ, ἵνα δι’ ὀλίγων ἐκθέσω ὑπόθεσίν τινα καὶ ζητήσω ἱκανοποίησιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρὰ τίνος ζητεῖτε ἱκανοποίησιν;
§15Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρ’ ὑμῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν ἐλέγχου ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς;
§17ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἕνα τῶν κ. κ. ἀντιπροέδρων νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§19Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι βουλευταί, χθὲς περὶ τὴν 8ην τῆς ἑσπέρας ἠδικήθην, ἐσυκοφαντήθην, τολμῶ εἰπεῖν μέχρις ὕβρεως παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν. Κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὥραν ἐνῷ εἰσηρχόμην εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τοὺς διαδρόμους αὐτῆς ἀντελήφθην λογομαχίαν, καὶ εἶδον τὸν δημοσιογράφον κ. Χαμόδρακαν λογομαχοῦντα μετὰ κλητήρων τῆς Βουλῆς. Ἠρώτησα τὸν κλητῆρα Λαζάνην νὰ μοὶ εἴπῃ, τί συμβαίνει· καὶ ὁ κλητὴρ αὐτὸς μετ’ αὐθαδείας μοὶ ἀπήντησε «στάσου ἰατρέ». Λέγω τότε πρὸς αὐτόν: ἀπέναντί σου εἶμαι ὁ κύριος Μιχαλέας βουλευτής, συγχρόνως δὲ βλέπω ἐρχόμενον ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τὸν κύριον Ἔφορον, νομίζω, ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει, ἐκτελοῦμεν διαταγὰς τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡ διαταγὴ τοῦ κυρίου Προέδρου εἶναι σεβαστή, ἀπήντησα καὶ ἀπεμακρύνθην. Τί συνέβη, κύριοι; Ἐξετυλίχθη θέαμα δυσπερίγραπτον. Οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς, τέσσαρες περίπου, ἐκτύπων τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον πολίτην μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια, ὡς τὸν ἔσχατον τὸν λωποδυτῶν.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν λωποδύτην πρέπει νὰ τὸν κτυπῶσι;
§21Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δυστυχῶς αὐτὸ εἴθισται. Καὶ τοῦτο ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ τὰ ὄμματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως ἦτο ἑπόμενον νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ τίποτε ἄλλο. Τὸ ἐπεισόδιον ἐφάνη ὅτι ἔληξεν, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω πῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς φαίνεται διευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ καὶ κατὰ τρόπον ἀνοίκειον μοῦ λέγει: ὄχι Σεῖς ἀλλὰ σύ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σὺ δὲν εἶπον· εἶπον σεῖς.
§23Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔστω σεῖς. Σεῖς ἐδημιουργήσατε τὸ ἐπεισόδιον. Ἀπήντησα: Κύριε Πρόεδρε, ὄχι.—Καὶ οὐ μόνον, μοῦ εἶπε κατὰ τρόπον, ὡς σᾶς εἶπον, ἐντονώτατον, οὐ μόνον ἐδημιουργήσατε τὸ ἐπεισόδιον, ἀλλὰ καὶ σεῖς ἐσηκώσατε τὴν ῥάβδον σας καὶ ἐσπάσατε τὴν μύτην τοῦ κλητῆρος· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐραπίσατε.—Ἀλλὰ ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό;—Σᾶς εἶδον ἐγὼ μὲ τὰ ’μάτια μου. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, δεχθῆτε ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχον μπαστούνι — διότι σπανιώτατα φέρω μπαστούνι ἐγώ,—ἐσήκωσα μπαστούνι καὶ ἔσπασα τὴν μύτην τοῦ κλητῆρος, δὲν ἔχω θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐὰν ἔχω θέσιν, δὲν ἔχω θέσιν νὰ ὁμιλῶ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§24Κ. ΜΑΝΟΣ. Ὁ κλητὴρ μοῦ εἶπεν ὅτι ὁ Χαμόδρακας τὸν ἐκτύπησεν.
§25Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ λέγω τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς ἐπήκοον ὅλων. Ἐγὼ λοιπόν, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀπήντησα οὔτε ὡς βουλευτής, οὔτε ὡς Μιχαλέας πρὸς τὸν κ. Στράτον καὶ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὡς ἔπρεπε. Καὶ δὲν ἀπήντησα, ὄχι διότι ἐφοβήθην,—διότι ἡ λέξις φόβος εἰς τὰ λεξικά μου δὲν ὑπάρχει, — ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησα νὰ γεννήσω πράγματα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς τόσα ἄλλα πράγματα. Λοιπόν, προκαλῶ, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ δηλώσῃ ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι τουτέστι ἐὰν ἐγὼ ἐκτύπησα τὸν κλητῆρα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς φύλλα, τὰ ὁποῖα φίλα φρονοῦσι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ δυσμενῶς πρὸς τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην καὶ τὴν σκέψιν ἐλευθέραν, ἔγραψε....
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ποῖον εἶναι τὸ φύλλον;
§27Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡ «Ἀκρόπολις».
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Ἀκρόπολις μὲ ὑβρίζει καθημερινῶς· δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἴδητε τὰ γραφόμενα τῆς «Ἀκροπόλεως» ἵνα ἴδητε ὅτι μὲ ὑβρίζει καθημερινῶς.
§29Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καλά, παραδέχομαι. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ κ. Στράτον, οὔτε ὡς Μιχαλέας, οὔτε ὡς βουλευτής, ὄχι διότι ἐφοβήθην, διότι ἡ λέξις φόβος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ λεξικά μου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησα, ἵνα μὴ γεννήσω πράγματα, καθ’ ἣν ἐποχὴν τόσα ἄλλα πράγματα μᾶς ἀπασχολοῦσι. Προκαλῶ, καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ ὁμολογήσῃ ἐὰν βεβαιοῖ ὅτι ἐγὼ ἐσήκωσα τὸ μπαστούνι καὶ ἔσπασα τὴν μύτην τοῦ κλητῆρος καὶ ἐὰν ἔδειρα τὸν κλητῆρα.
§30Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Πρόεδρος). Ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, Κύριοι, συνέβησαν χθὲς τὰ ἑξῆς, ἀπορῶ δὲ πῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἦλθε ζήτημα μὴ σχετιζόμενον μὲ τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ σχετιζόμενον μὲ τὴν ἐν τῷ διαδρόμῳ τάξιν. Ἔχω δώσῃ αὐστηροτάτας διαταγὰς εἰς ὅλον τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς ἵνα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς κανένα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ εἰσιτηρίου θεωρείου, διὰ δὲ τοὺς διαδρόμους ἄνευ εἰσιτηρίου ἐλευθέρας κυκλοφορίας, τὰ ὁποῖα παρέχω ἐγὼ προσωπικῶς. Τοιαῦτα δὲ εἰσιτήρια παρέχονται μόνον εἰς τοὺς συντάκτας τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων ἡμερησίων φύλλων προσωπικὰ εἰς ἕκαστον, καὶ εἰς ὑπαλλήλους τινὰς διαφόρων ὁμάδων βουλευτῶν, οἵτινες καθ’ ὁμάδας συμφώνως πρὸς τὸν κανονισμὸν μοὶ ἐζήτησαν εἰσιτήρια. Παρεκάλεσα μάλιστα διαφόρους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐζήτησαν εἰσιτήρια ἐλευθέρας κυκλοφορίας δι’ ὑπαλλήλους αὐτῶν προσωπικοὺς, ὅπως συμμορφούμενοι πρὸς τὸν Κανονισμὸν ζητήσωσι παρ’ ἐμοῦ καθ’ ὁμάδας τοιαῦτα, καὶ οὕτως ἐγένετο. Νομίζω δ’ ὅτι ἔχω χορηγήσῃ 5–6 τοιαῦτα εἰσιτήρια ἐλευθέρας κυκλοφορίας. Ἵνα βεβαιῶμαι συγχρόνως περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαταγῶν μου, κατέρχομαι ἀπὸ τοῦ Προεδρείου καὶ κάμνω μίαν ἐπιθεώρησιν εἰς τὴν Βουλὴν· δηλῶ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπανειλημμένως ἀπέπεμψα ἐκ τῶν διαδρόμων συντάκτας ἐφημερίδων, οἵτινες δὲν ἦσαν ἐφωδιασμένοι μὲ τὸ εἰσιτήριον τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας, καίτοι ἐγνώριζον ὅτι εἶχε δοθῇ εἰς αὐτοὺς τοιοῦτον, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἠθέλησα νὰ μὴ γίνεται κακὴ χρῆσις τῶν εἰσιτηρίων τούτων παραδιδομένων ὑπὸ τῶν συντακτῶν εἰς ἄλλους, οἵτινες νὰ ποιῶνται αὐτῶν χρῆσιν, ἐνῷ οἱ ἀρχικοὶ παραλῆπται θὰ εἶχον οὕτω ἐλευθέραν τὴν κυκλοφορίαν ἄνευ τοῦ εἰσιτηρίου. Χθὲς ἐξῆλθον εἰς τὸν διάδρομον καὶ συνεζήτουν μετά τινος τῶν κ. κ. συναδέλφων—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τίνος— ὅτε εἷς κύριος μὲ ἐχαιρέτησε καὶ τὸν ἀντεχαιρέτησα, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν γνωρίζω....
§31Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸν ἐγνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε.
§32Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ, κύριε Μιχαλέα. Ἐγνώριζον τὴν ὄψιν του, δὲν εἶχον ὅμως τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω ποῖος εἶνε· δὲν ἐγνώριζον ἂν ἦνε ὁ κ. Χαμόδρακας, καὶ ἰδίᾳ ἐὰν ὁ κ. Χαμόδρακας εἶνε ὁ συντάκτης τῆς «Βροντῆς». Λοιπὸν ἔστειλα τὸν κλητῆρα Λαζάνην νὰ τὸν ἐρωτήσῃ τί θέλει ἐκεῖ, διότι περιεφέρετο εἰς τὸν διάδρομον. Ὁ κ. Χαμόδρακας ἐπαρουσίασεν ἕν εἰσιτήριον παλαιὸν δημοσιογραφικόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κλητὴρ, εἰπών μοι συνάμα, ὅτι εἶνε ὁ κ. Χαμόδρακας καὶ ἔχει αὐτὸ τὸ εἰσιτήριον. Ἠρώτησα τὸν κλητῆρα. Τί εἶνε αὐτό; Παλαιόν; Εἴπατέ του ὅτι δὲν ἔχει εἰσιτήριον κανονικὸν καὶ νὰ ἐξέλθῃ. Τότε ὁ κ. Χαμόδρακας ἦλθε πρὸς ἐμὲ καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τοῦ δώσω κανονικὸν εἰσιτήριον θεωρείου ἢ ἐλευθέρας κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐγὼ τῷ εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι, διότι τὰ εἰσιτήρια ἐλευθέρας κυκλοφορίας δίδονται μόνον εἰς τοὺς συντάκτας τῶν ἡμερησίων φύλλων τῶν ἐκδιδομένων ἐν Ἀθήναις, ἅτινα μετοχετεύουσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ κοινόν, οὐχὶ δὲ εἰς πάντα δημοσιογράφον ζητοῦντα· τὸν προσεκάλεσα δὲ καὶ αὖθις νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς. Ὑπήκουσε πρὸς στιγμὴν καὶ ἐφάνη ἐξερχόμενος, ὅτε συναντᾷ τὸν ἔφορον κ. Στάϊκον, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ εἰσιτήριον. Ὁ κ. Στάϊκος φυσικὰ τοῦ ἠρνήθη, τῷ προσέθηκε δέ: Πῶς, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος σοῦ ἠρνήθη, δύναμαι ἐγὼ νὰ σοῦ παράσχω τοιοῦτον εἰσιτήριον; Βλέπων ὅτι ὁ κ. Χαμόδρακας δὲν ἐξήρχετο, διέταξα τὸν κλητῆρα νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ἔξω, καὶ ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης εὐπειθῶς ἐφέρετο ὁ κ. Χαμόδρακας καὶ ἐξήρχετο ὁδηγούμενος ὑπὸ τοῦ κλητῆρος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσήρχετο ὁ συνάδελφος κ. Μιχαλέας, ὅστις ἰδὼν τὸν κ. Χαμόδρακαν ἐξερχόμενον, συνοδευόμενον δὲ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος τῆς Βουλῆς, ἔκαμε παρατηρήσεις ποῦ ὡδηγεῖτο ὁ πολίτης, καὶ διατὶ ὡδηγεῖτο ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν ὁ κλητὴρ τῷ εἶπε· «Στάσου γιατρέ», καὶ ὁ κ. Μιχαλέας τῷ ἀπήντησε· Δὲν εἶμαι ὁ γιατρός, ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς κ. Μιχαλέας. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὅτι ὁ κλητὴρ εἶπε πρὸς τὸν κ. Μιχαλέαν ὅτι ἐκτελεῖ διαταγὰς τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἀπήντησεν ἀμέσως· ἂς μείνῃ ἐδῶ καὶ θὰ ἴδω ἐγὼ ἀμέσως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Χαμόδρακας ἐνθαρρυνθεὶς ἐξ αὐτοῦ ἠρνήθη νὰ ἐξέλθῃ. Οἱ κλητῆρες ὅμως ἐπέμενον ἐκτελοῦντες τὰς διαταγάς μου, ὁπότε ὁ κ. Χαμόδρακας ἤγειρε τὴν ράβδον του καὶ ἐκτύπησε τοὺς δύο κλητῆρας, συγχρόνως δὲ ἀντελήφθην τοῦ κ. Μιχαλέα ἔχοντος τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἑνὸς κλητῆρος, τοῦ ὁποίου ἡ μύτη ἔρρεεν αἷμα, καὶ ἀμέσως διέταξα τὴν φρουρὰν νὰ συλλάβῃ τὸν κ. Χαμόδρακαν καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς, μάλιστα δὲ ἔκαμα καὶ ἔκθεσιν πρὸς τὴν ἀστυνομίαν ἵνα γίνῃ ἀνάκρισις. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τοῦτο μετέβην εἰς τὸ γραφεῖόν μου, ὁπότε ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. Μιχαλέας ἐν κύκλῳ βουλευτῶν καὶ δημοσιογράφων ἀφηγεῖτο τὰ τοῦ ἐπεισοδίου, διότι εἶχε γίνῃ συγκέντρωσις κόσμου ἐν τῷ διαδρόμῳ. Ἐξῆλθον ἵνα ἴδω τί συμβαίνει, καὶ ἰδὼν τὸν κ. Μιχαλέαν τὸν ἐπλησίασα καὶ τῷ εἶπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον οἱ κλητῆρες ἐνεργοῦσι διαταγὰς τοῦ Προέδρου αὐτῶν, εἶνε ὀρθὸν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ μὴ ἐπεμβαίνωσι πρὸς ἄρσιν τῶν διαταγῶν αὐτῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δημιουργεῖται ἀναρχία, δὲν θὰ γνωρίζωσι δὲ οἱ κλητῆρες τίς ὁ ὑπεύθυνος πρὸς παροχὴν πρὸς αὐτοὺς τῶν διαταγῶν. Λοιπὸν τῷ λέγω ὅτι ἐὰν ὑμεῖς δὲν ἐλαμβάνετε μέρος, δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, διότι ὁ ἄνθρωπος εὐπειθῶς ὑπήκουσε καὶ ἐξήρχετο. Συγχρόνως τῷ εἶπον ὅτι ὑμεῖς ἐκτυπήσατε τὸν κλητῆρα διὰ τῆς ράβδου σας, ὅταν δὲ μοῦ εἶπεν ὅτι· ἐγὼ δὲν ἔχω ράβδον, τότε ἐγὼ διώρθωσα τὴν φράσιν μου καὶ εἶπον «διὰ τῆς χειρός σας»—καὶ τὸ βεβαιῶ τοῦτο, διότι σᾶς εἶδον διὰ τῶν ὀφθαλμῶν μου.
§33Κ. ΜΑΝΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ κλητὴρ τὸ λέγει, ὅτι δὲν τὸν ἐκτύπησε διὰ ράβδου ὁ κ. Μιχαλέας.
§34Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ράβδου ἐλύθη παρ’ ἐμοῦ τὴν ἰδίαν στιγμήν, διότι ἡ ταχύτης τῆς ἐκφράσεως μὲ ἔκαμε νὰ εἴπω τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἀμέσως διώρθωσα, διότι καὶ πάλιν βεβαιῶ ὅτι ὁ κ. Μιχαλέας εἶχεν ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ κλητῆρος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμὲ καὶ τὴν τάξιν, εἶνε τοῦτο. Εἶδον τὴν χεῖρα τοῦ Ἐφόρου τῆς Βουλῆς αἱμορροοῦσαν, εἶδον τὴν ρῖνα τοῦ κλητῆρος αἱμορροοῦσαν, εἶδον τὸν κ. Μιχαλέαν ἔχοντα χεῖρα ἐπὶ τοῦ κλητῆρος, εἶδον τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τῆς χειρός του παρεμποδίζοντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν, καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἐνταῦθα διαταγὰς; Ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Καὶ ὅταν ἦνε ἐπιτετραμμένον ἕκαστος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν νὰ παρεμβαίνῃ καὶ παρεμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τοῦ Προέδρου, τότε παρακαλῶ πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ τηρηθῇ τάξις ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐὰν νομίζητε ὅτι πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρῇ τὰς διαταγὰς τοῦ Προέδρου, ἐγὼ τότε θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε παραυτίκα τὴν παραίτησίν μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀνακοινώσεως ὑπ’ ἐμοῦ εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ δεχθῶ γελῶν, διότι χθὲς τὴν ἑσπέραν μεταβὰς εἰς τὸν οἶκόν μου καὶ κεκοπιακὼς ἐκ τῆς προχθεσινῆς ὁλονυκτίας κατεκλίθην ἀπὸ τῆς δεκάτης ὥρας οὐδένα ἰδών, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὴν σύνταξιν τῆς «Ἀκροπόλεως». Φύλλα, τὰ ὁποῖα ἐπικοινωνοῦσι μετ’ ἐμοῦ λόγῳ στενωτάτης φιλίας μετὰ τῶν διευθυντῶν των, εἶνε ἡ «Πατρὶς» καὶ αἱ «Ἀθῆναι». Παρακαλῶ τὸν κ. Πὼπ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν τῷ ἀνεκοίνωσά τι σχετικόν.
§35Γ. ΠΩΠ. Πρώτην φορὰν τώρα λαμβάνω γνῶσιν τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ.
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Σῖμον νὰ ἀνακοινώσῃ ἐὰν τὸν παρεκάλεσα νὰ γράψῃ τίποτε. Ἐν τούτοις ἰδέτε τί γράφει ἡ «Ἀκρόπολις», ἥτις φέρεται ὅτι διάκειται φιλικῶς πρὸς ἐμέ ὡς εἶπεν ὁ κ. Μιχαλέας. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐνθυμεῖται ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ γλώσσης ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔσχε τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν ἐπιείκειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφρασθῇ περὶ ἐμοῦ ὅτι ἐκτελῶ τὰ καθήκοντά μου μετὰ τόσου ζήλου ἄνευ φειδοῦς πρὸς τὴν ὑγιείαν μου, ὥστε εἶπεν ὅτι μοῦ ἀξίζει ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη. Ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ εἴπῃ ταῦτα. Ἡ «Ἀκρόπολις» σήμερον γράφει ὅτι ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν εἶπε τίποτε. Ὅτι ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶπε μόνον ὅτι ἐγὼ ἀνῆκον εἰς τὰ κόμματα. Λοιπὸν διεστράφη ἡ φράσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπίτηδες ἵνα μὲ καθυβρίσῃ μίαν ἔτι φορὰν ὁ συντάκτης τοῦ φύλλου τούτου, διότι δὲν ἐβοήθησα αὐτὸν νὰ ἐκλεγῇ Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως ἀσκῇ τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Μιχαλέας παντάπασιν. Ὁ κ. Μιχαλέας ἰσχυρίσθη μόνον ὅτι παρεξηγήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν ὁ αἰκισμὸς κατὰ τοῦ κλητῆρος. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μιχαλέα καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου δὲν ὑφίσταται πλέον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὑπῆρξεν ἁπλῆ παρεξήγησις, ἡ ὁποία διὰ τῶν γενομένων δηλώσεων νομίζω ὅτι ἤρθη ἐντελῶς. Ἐφάνη μόνον τοῦτο ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ὁ κ. Μιχαλέας ἐπενέβη εἰς τὴν μεταξὺ τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ Χαμόδρακα ἁπλῶς σκηνήν. Τίποτε περισσότερον. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θίγει καθόλου τὴν φιλοτιμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§38Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐννοῶ ἀκόμη νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις, ἐννοῶ νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα πῶς ἔγιναν.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Μιχαλέα, μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ μετὰ τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα συνάγω ἐκ τῶν λεχθέντων, λέγω, ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ἐπεισόδιον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰ λεχθέντα τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανοποιητικὰ καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§40Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λοιπὸν ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀποκαλῶ οὐτιδανὸν ψεύστην καὶ βδελυρὸν συκοφάντην τὸν Νικόλαον Στράτον. (Θόρυβος).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε ἀμέσως τὴν φράσιν σας. Καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§42ΝΙΚ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Μετὰ τοιαύτην ἀσέβειαν τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς ἐμὲ δίδω Κύριοι τὴν παραίτησίν μου.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Προέδρου; Ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ὄχι, ὄχι!
§45Γ. ΠΩΠ. Αἱ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἀφῆκαν εἰς οὐδένα ἀμφιβολίαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀσκήσεως καθηκόντων ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀσκήσεως καθηκόντων τὰ ὁποῖα, ἀναμφιβόλως, ἐκπροσωποῦσι τὴν ἐντολὴν πάντων ἡμῶν, διότι τείνουσι νὰ καθησυχάζωσι τοὺς διαδρόμους, καὶ ἡ ἐν τοῖς διαδρόμοις ἡσυχία ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ ἕν τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς σεμνότητος ἱδρύματος καὶ ἰδίως ἱδρύματος οἷον τὸ Κοινοβούλιον. Πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως ἀναμφισβητήτου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἐφ’ ὅσον ἐνόμιζεν ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ ὑβρίζετο τὸ βουλευτικόν του ἀξίωμα εἶχε πάντα λόγον νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ζήτημα τῶν διαδρόμων εἰς τὸ ὁποῖον ἀναμιγνύεται Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς αἵτινες ἀπέδωκαν πληρέστατα δίκαιον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτήν, ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐμὴ ἐντύπωσις εἶναι ὅτι ὁ ἐρεθισμὸς ἐκεῖνος ὅστις ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς παρεξηγήσεως ἐξηκολούθησε νὰ ὑφίσταται ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ὅστις ὄντως καὶ σεμνῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλεῖ καὶ πολλῶν συμπαθειῶν ἀπολαμβάνει. Νομίζω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἵνα ἀποσύρῃ τὴν βαρυτάτην φράσιν τὴν οὐδέποτε ἀκουσθεῖσαν ἐνταῦθα κατὰ προσώπου Βουλευτοῦ, πολλῷ δὲ μᾶλλον κατὰ Προέδρου Βουλῆς, ἐκπροσωποῦντος αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ εὑρισκομένου εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον μετὰ τῆς ἄλλης ἀνευθύνου Ἀρχῆς. Ἤθελον παρακαλέσει συνεπῶς τὸν Βουλευτὴν Λακωνίας νὰ ἀποσύρῃ καὶ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν ταύτην ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν θὰ μειωθῇ παντάπασιν ἡ πρὸς αὐτὸν ἀγάπη καὶ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς. Τουναντίον θὰ ἐνισχύσῃ τὰ αἰσθήματα τῆς ἐκτιμήσεως πρὸς αὐτὸν πάντων ἡμῶν. Ὅταν πράξῃ τοῦτο ἀναμφισβητήτως θὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἰδιάζουσαν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ Βουλὴ εἰς παραίτησιν τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς τὸν ὁποῖον πάντες ἀγαπῶμεν καὶ ἐκτιμῶμεν, καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου, ἀναμφισβητήτως, παρ’ ὅλας τὰς γενομένας ὑπερμέτρους ἴσως αὐστηρότητας ἀλλὰ τεινούσας πάντοτε ἵνα συγκρατήσωσι τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἔχομεν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τὸν Πρόεδρον ὁ ὁποῖος ἁρμόζει εἰς Βουλὴν καὶ μάλιστα εἰς διπλῆν Βουλήν. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα καὶ εὖγε).
§46Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον καίτοι ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ ὑπόληψίς μου καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς Βουλευτοῦ ἐθίχθη, ἐν τούτοις ἔκρινα καλὸν διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκα νὰ μὴ ὑπεραμυνθῶ ὡς ὤφειλον καὶ ὡς ἔπρεπε. Ἤδη ὅμως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὲ καταγγείλῃ ψευδόμενον, ποῖον; ἐμὲ ὅστις βδελύττομαι τόσον τὸ ψεῦδος ὅσον καὶ τὴν εὐτέλειαν καὶ προκαλῶ ὅσους μὲ γνωρίζουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ εἴπουν ἂν τὰ λεγόμενά μου συμφωνοῦν μὲ τὰς πράξεις μου.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεξήγησις ἐγένετο.
§48Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἔπιασα τὸν κλητῆρα ἀπὸ τὸ χέρι....
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συγκίνησίς σας ἡ χθεσινή, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ βαθμοῦ αὐτῆς τοῦ σημερινοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν ἐνθυμεῖσθε ἂν ἐθέσατε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ κλητῆρος. Ἑπομένως δὲν θίγει διόλου τὴν φιλοτιμίαν σας ἡ περὶ τοῦ ἐναντίου βεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε λῆξαν τὸ ἐπεισόδιον. Γνωρίζετε τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐκτίμησιν καὶ ὑπόληψίν μου....
§50Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν ἀνακαλῶ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπον. (Χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ) Ἀλλὰ νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐκτύπησα τὸν κλητῆρα.
§51Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ἡ συγκίνησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας χθὲς ἦτο τοιαύτη ὥστε ὅταν μοῦ εἶπε· «Κύριε Πρόεδρε, σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου ὅτι δὲν ἐκτύπησα τὸν κλητῆρα», τῷ εἶπον ἀμέσως, «κύριε Μιχαλέα εἶσθε τόσῳ τεταραγμένος ὥστε δὲν ἐνθυμεῖσθε ἂν τὸν ἐκτυπήσατε».
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβῆτε εἰς τὴν θέσιν σας κύριε Πρόεδρε.
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα, δύο πράγματα πρέπει νὰ γίνωσι. Πρῶτον νὰ μὴ σημειωθῇ οὐδὲν ἐκ τῶν λεχθέντων εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ δεύτερον νὰ δώσωσιν οἱ δύο παρεξηγηθέντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας.
§54Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ποτέ, ποτέ.
§55Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Πρόεδρος). Αὐτὰ εἶναι λίαν περίεργα, ὥστε νὰ μὴ γίνωσι δεκτὰ ὑπ’ ἐμοῦ.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ἐπανερχόμενος ἐν μέσῳ χειροκροτημάτων εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν). Εὐγνωμονῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν συμπαθειῶν της καὶ διὰ τὴν τιμὴν μὲ τὴν ὁποίαν μὲ περιβάλλει. Διαβεβαιῶ δὲ αὐτὴν ὅτι ἂν ὑπῆρξα ποτέ, καὶ συχνάκις ὑπῆρξα ὀξὺς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μου τῶν προεδρικῶν, τοῦτο γίνεται ἐκ πολλῆς σπουδῆς καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς προάσπισιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἔργων της. (Χειροκροτήματα). Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μπακόπουλος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἤρξατο ἀπὸ χθές, κύριοι Βουλευταί, ἀφορᾷ ἕν ἐκ τῶν πολυτιμοτέρων δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου ἤτοι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι ὅλων τῶν Κρατῶν, πάντα τὰ πολιτεύματα προσπαθοῦσι νὰ περιφρουρήσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος ἀπὸ τῆς Παλιγγενεσίας αὐτοῦ καὶ πρὶν συνταγματοποιηθῇ διὰ τῆς νομοθεσίας ἡ ὁποία ἴσχυε καὶ ἰσχύει ἔλαβε μέτρα πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὰ μέτρα ὅμως ταῦτα ἐκρίθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἐνόμισεν ἡ τότε Ἐθνοσυνέλευσις ὅτι ἔπρεπε νὰ συνταγματοποιηθῇ ἡ περιφρούρησις τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐφάνη ἀνεπαρκὲς καὶ εἰς τὴν δευτέραν Συνέλευσιν, τὴν ἀναθεωρήσασαν τὸ Σύνταγμα καὶ θεσμοθετήσασαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, προσετέθησαν παράγραφοί τινες πρὸς περισσοτέραν περιφρούρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἤδη ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ προκειμένου νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα ἔχει ὑπ’ ὄψει της τὸ σχέδιον τῆς ἀναθεωρήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν, καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ ἄρθρου 5 ἐνόμισαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς διατυποῦσι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅτι περιφρουρεῖται περισσότερον ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς δύο σημεῖα τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 5. Εὐθὺς ὡς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, Κύριοι, ἀνεγεννήθη καὶ εἰσήχθησαν οἱ ποινικοὶ νόμοι διὰ τοῦ ἄρθρου 159 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας διετάχθη τὸ ἑξῆς: «ἐπὶ πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων ὅλοι οἱ εἰς τὰ ἄρθρα 15–18 εἰρημένοι ὑπάλληλοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φυλακίζωσι, 1) τὸν πράξαντα, ἐὰν οὗτος συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ κλπ. ἐντὸς 24 ὅμως ὡρῶν ὀφείλουσι νὰ προσαγάγωσι τοὺς συλληφθέντας εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχήν». Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη ἢ ἐφηρμόσθη καθ’ ὃν τρόπον ἐφήρμοζον τοὺς νόμους αἱ πρὸ τοῦ Συντάγματος ἀρχαί. Συνελαμβάνοντο οἱ πολῖται, ἐρρίπτοντο εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκεῖ ἐλησμονοῦντο χωρὶς νὰ προσάγωνται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου τούτου ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1844 ἐψήφισε τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος ἔχον ὡς ἑξῆς «ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὔτε φυλακίζεται εἰμὴ δι’ ἠτιολογημένου ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὲς διότι συλλαμβανομένου, ἔστω καὶ νομίμως, τοῦ πολίτου τί ἐγένετο; Ὁποία ἡ τύχη αὐτοῦ; Καὶ τότε ἐλησμονεῖτο εἰς τὰς φυλακάς, ὅπως ῥήτορες σοβαροί, ῥήτορες σπουδαῖοι τῶν ὁποίων τὸ ἐπιστημονικὸν ἀνάστημα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀτενίσω, ἐξέθηκαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, διότι δὲν ἔχω τὸ ἀνάστημα τοῦ Σαριπόλου, οὔτε τοῦ Διομήδους, οὔτε τοῦ Κοκκίνου ὅπως ἀναπτύξω τί τέλος πάντων ἐν τοῖς διαφόροις Κράτεσι ἰσχύει σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συνταγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου 159 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ τότε συνέβαινον πολλὰ ἀτοπήματα, διότι καὶ παρανόμως συνελαμβάνοντο οἱ πολῖται δι’ ὧν θέλω καταδείξει, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγατος καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἤρχοντο εἰς σύγκρουσιν μετὰ τοῦ Ποινικοῦ νόμου καθορίζοντος τὰ στοιχεῖα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως. Πρὸς περιστολὴν δὲ τοιούτων καταχρήσεων ἦλθεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἡ ὁποία προσέθηκε τὰς ἑξῆς διατάξεις εἰς τὸ ἄρθρον 5: «ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἤ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτήν», καὶ αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν θέλουσι περιστραφῆ. Τὴν φράσιν αὐτὴν «τῆς προσαγωγῆς ἄνευ ἀναβολῆς» ἔρχεται τὸ συζητούμενον ἄρθρον καὶ ὁρίζει «ἀπὸ τῆς συλλήψεως μέχρι τῆς προσαγωγῆς εἰς τὸν ἀνακριτὴν εἰς 24 ὥρας τὸ πολύ». Τοῦτο ἀντὶ νὰ περιφρουρῇ περισσότερον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, νομίζω πῶς ἐπεκτείνει τὰ δικαιώματα τῶν ὀργάνων τῆς καταδιωκτικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ παρανομήσωσιν εἰς βάρος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Φαντασθῆτε ἔν τινι πόλει ἐν ᾗ ἑδρεύει εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ἐν ᾗ ἑδρεύει ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ὁ χωροφύλαξ ὁ συλλαμβάνων τὸν πολίτην νὰ κρατῇ αὐτὸν ἐπὶ 24 ὥρας εἰς τὸ κρατητήριον, διότι ὁ χωροφύλαξ τὸ «πολὺ» θὰ τὸ κάμῃ «ἔλασσον», φαντασθῆτε, νὰ συλλαμβάνεται ὁ πολίτης εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Εἰσαγγελίας καὶ ἀντὶ νὰ προσάγεται ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ συλλαμβάνων τοῦτον χωροφύλαξ νὰ τὸν κρατῇ τὸ πολὺ 24 ὥρας! Δὲν ἠξεύρω πόσοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ἐπισκεφθῆ τὰ κρατητήρια τῶν διαφόρων διευθύνσεων τῶν ἀστυνομιῶν· καὶ προκειμένου περὶ ἐνόχων, ὑπομονὴ ἂν διανύσωσι μίαν νύκτα εἰς τὰ τοιούτου εἴδους κρατητήρια. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι πάντες οἱ συλλαμβανόμενοι εἶναι ἔνοχοι. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἀθῶοι, τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὁποίων ὁ εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ διατάξῃ αὐτοστιγμεί, εὐθὺς ὡς πεισθῇ ὅτι πρόκειται περὶ ἀθῴων, ἢ περὶ κατηγορουμένων δι’ ἀδικήματα μὴ συνεπαγόμενα προφυλάκισιν· ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς ἂν ψηφισθῇ ὡς προτείνεται τὸ ἄρθρον θὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ τῆς συλλήψεως μετὰ 24 ὥρας. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει τοὐλάχιστον ἡ φράσις αὕτη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 «ἄνευ ἀναβολῆς» νὰ μὴ μεταβληθῇ, νὰ ἐξαρτᾶται δὲ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀπαιτουμένου χρονικοῦ διαστήματος διὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ συλλαμβανομένου, ἀπὸ τῆς συλλήψεως αὐτοῦ μέχρι τῆς προσαγωγῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι εὐθὺς ὡς δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὰ ὄργανα τῆς καταδιωκτικῆς ἐξουσίας νὰ κρατήσωσι τὸν συλλαμβανόμενον 24 τὸ πολὺ ὥρας, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ διάστημα 23 ὡρῶν θὰ προσάγωσιν αὐτὸν εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, προκειμένου μάλιστα περὶ προσώπων πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ συλλαμβάνων ἔχει μνησικακίαν τινά, καί τοῦτο πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν, τὴν μὴ θεραπείαν τῆς μνησικακίας τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων κατὰ πολιτῶν ἐντίμων. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ διακεκριμένος ἐν δικηγόροις συνάδελφος κ. Ρακτιβὰν μὲ ἠρώτησε: τώρα τί γίνεται; Γίνεται τώρα διότι οἱ δικασταὶ ὁσάκις δικάζεται κατηγορούμενος ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 451 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ὁσάκις κατηγορεῖταί τις ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει τὰ Δικαστήρια δὲν εὑρίσκουσι δολίαν προαίρεσιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς ὅπως καταδικάσωσιν αὐτὰ ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Καὶ ἐκ τούτου ἤθελον προτείνει κ. Πρόεδρε τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου τούτου διὰ τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς τὰ ὁποῖα κατακρατοῦν, εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἐξ ἀμελείας, νὰ τιμωρῶνται. Ἀλλὰ λέγει τὸ ἄρθρον 471 Π. Ν. «ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι οἵτινες ἄνευ λόγου ἀναβάλλουσι πλέον τῶν 25 ὡρῶν τὴν πρώτην ἐξομολόγησιν τοῦ ἐπί τινι κατηγορίᾳ κρατηθέντος, ἄν τοῦτο προέρχεται ἐκ μίσους, μνησικακίας ἰδιοτελείας κλπ. τότε τιμωρεῖται».
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχομεν καὶ τὸ 322.
§60Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅσοι θέλουσι νὰ ἀθῳώσωσι τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ προσωπικῇ κρατήσει, ὀχυροῦνται ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε εἶδον κατηγορούμενον ἀξιωματικὸν εἴτε ὄργανον καταδιωκτικῆς ἀρχῆς οἱασδήποτε νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ προσωπικῇ κατακρατήσει δι’ ἔλλειψιν δολίας προαιρέσεως. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος «ἄνευ ἀναβολῆς»· νὰ ἀφήσῃ τοῦτο ὡς ἔχει. Ὡς πρὸς τὴν κύρωσιν δὲ τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ προτεινομένου ἄρθρου ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος ἤτοι «οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει κλπ. Ἀλλὰ τί εἶναι παράνομος κατακράτησις ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διὰ νὰ ἴδητε. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ εἰ δυνατὸν νὰ προστεθῇ «τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἐκ δόλου ἢ ἐξ ἀμελείας» καὶ τοῦτο διὰ νὰ εὐλαβῶνται τέλος πάντων τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσι τὴν καταδίωξιν τῶν πολιτῶν. Περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, Κύριοι, ἀνέγνωσα τὰς συζητήσεις αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864. Ἐγένετο μάλιστα καὶ συζήτησις ἂν ἐπιτρέπεται ἄμυνα εἰς τὸν πολίτην τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐπαπειλεῖται παρανόμως, καὶ οἱ δοκιμώτεροι τότε ῥήτορες ἐδέχθησαν μὲν ὅτι ἐπιτρέπεται ἄμυνα, ἀλλ’ ἐθεωρήθη περιττὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ πολίτου. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως τὸ ἀθῷον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 τουτέστιν ὡς πρὸς τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς συλλήψεως μέχρι τῆς προσαγωγῆς νὰ μείνῃ ἄνευ μεταβολῆς, διότι ἂν συμπεριληφθῇ προθεσμία 24 ὡρῶν καὶ ἡ παρέκτασις τῆς προθεσμίας, λόγῳ ἀποστάσεως, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον κυκεῶνα θὰ εὑρίσκωνται αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ τοιοῦτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔρχομαι βεβαίως νὰ ὁμιλήσω ὡς νομομαθής, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει θέσιν νὰ ὁμιλήσῃ ὡς πολίτης ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη τὸν πόνον τῶν συμπολιτῶν του. Εἶναι δυστυχῶς γνωστὸν ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχομεν πολλὰ προτερήματα ἔχομεν καὶ ἓν μέγα ἐλάττωμα. Δηλ: λίαν ζηλοτύπως διεκδικοῦντες τὰ δικαιώματα ἡμῶν, περιφρονοῦμεν τελείως τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἀκριβῶς ὁσάκις ἀναλαμβάνομεν ἐξουσίαν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος δὲν κάμνει κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ εἰς βάρος τοῦ πολίτου. Ποῖον λοιπὸν τὸ καθῆκον ἡμῶν; Τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ προφυλάξωμεν τὸν πολίτην ἀπὸ τῆς πιέσεως ταύτης. Ὡς ἐκ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐγνώμονες πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προσχεδίου, ἡ ὁποία ἔθεσεν ὁμολογουμένως εὐεργετικὰς διατάξεις εἰς τὸ ἄρθρον 5, καὶ τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἰδίως τὴν χρηματικὴν τιμωρίαν τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὰ τοιαῦτα παραπτώματα. Ἀλλὰ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Εὐβοίας, τοὐλάχιστον, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, εἰς τοῦτο ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ὡς ἔχουσι τὴν σήμερον καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς νόμων εἶναι ἀνεφάρμοστοι. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ πρότασις, ὅπως ἐν τῷ τέλει τοῦ ἄρθρου γραφῇ ὅτι νόμος θέλει καθορίσει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σημερινοῦ ἄρθρου, εἶναι ἀπαραίτητος. Καὶ τοῦτο μὲν καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Εὐβοίας. Ἀλλ’ ἤγγισεν ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας ἕτερον ζήτημα τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὁποίου ἀντελήφθην ἐν τῷ μακρῷ μου βίῳ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως πολλάκις δημιουργοῦσι τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον συλαμβάνεται ὁ φυλακιζόμενος, τὸ δημιουργοῦσι λόγῳ δῆθεν τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῆς ἐξουσίας. Καὶ ναὶ μὲν γενικὴ γνώμη ἐπικρατεῖ μεταξὺ ἡμῶν ὅτι δύναται ὁ συλλαμβανόμενος, ἂν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ἀθῶον νὰ ἀντιστῇ. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς δικαίωμα τοῦ πολίτου, τὰ δικαστήρια ὁσάκις πρόκειται νὰ δικάσουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν τὸ ἀναγνωρίζουν, καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδεμίαν εὐθύνην πλέον ἔχει ὁ ἐνεργήσας τὴν σύλληψιν. Εἶναι λοιπὸν ὀφθαλμοφανὲς ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα ὃ ἔχει ὁ πολίτης ν’ ἀντιστῇ, δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἐνόσῳ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ κρίνωσιν ὅπως θέλωσιν. Ἐνῷ, ἂν ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ δικαστὴς θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὁ συλληφθεὶς ἐκεῖνος ἀθῶος πολίτης οὐδὲν ἔγκλημα ἔπραξεν ἀντιστὰς εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς. Τὰ δύο ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω τὴν παραδοχὴν αὐτῶν· ἄλλως, ἐνῷ σκεπτόμεθα δῆθεν ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, οὐδὲν πράττομεν ὑπὲρ τῶν δύο ἐκείνων περιπτώσεων, αἵτινες καὶ συχνότερον παρουσιάζονται, καθ’ ἃς ποδοπατεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου.
§63Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀναμφιβόλως συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν προάσπισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, φρονῶ ὅτι παντὸς ἐξ ἡμῶν δικαίωμα εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις, ἵνα ὑποδείξῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἐκ τῆς εὐρυτάτης συζητήσεως καὶ τῶν διαφόρων γνωμῶν, αἵτινες πρόκειται ν’ ἀνταλλαγῶσιν, ἐξευρεθῇ ὁ τελειότερος τρόπος καὶ τὸ ἀσφαλέστερον μέσον τῆς προασπίσεως καὶ περιφρουρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀναμφιβόλως, Κύριοι, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ πολυτιμότερον ἀγαθὸν τοῦ ἀτόμου, εἶναι ἡ βάσις ὅλων τῶν ἄλλων ἐλευθεριῶν κατὰ τὸν ἀείμνηστον Σαρίπολον, καὶ ταύτης περιοριζομένης ἡ ἐνάσκησις παντὸς ἄλλου δικαιώματος τοῦ ἀτόμου ἐκμηδενίζεται. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐπεξεργασθείσῃ τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος βεβαίως ἐπρυτάνευσεν ἡ ἰδέα καὶ ἐκυριάρχησεν ἡ γνώμη, ὅπως, εἰ δυνατόν, διὰ μεγαλειτέρων ἐξασφαλιστικῶν μέσων περιφρουρηθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἰς τοῦτο μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ μετ’ ἰδιάζοντος ζήλου ἠσχολήθησαν ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ὀφείλω ὅμως, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ἡ ἐθνικὴ συνέλευσις τοῦ 1864, καὶ τὸ παρέλειψε, διότι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ, εἰς ἐκεῖνο, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἀσχοληθεῖσαν ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ μᾶλλον νὰ ἐνδιατρίψῃ καὶ ἐπὶ μᾶλλον ν’ ἀσχοληθῇ. Καὶ γνωρίζομεν πάντες, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ συνελεύσει τοῦ 1864 οἱ ἐπεξεργασθέντες τότε τὸ Σύνταγμα ἐπὶ πολὺ ἠσχολήθησαν καὶ ἐπὶ πολὺ ἐβασανίσθησαν καταναλώσαντες τέσσαρας ὁλοκλήρους συνεδριάσεις, ἵνα διατυπώσωσι ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθορίσωσιν ἔκτοτε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ συλλαμβανόμενος νὰ προσάγηται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Πλὴν ὑπεχώρησαν πρὸ τῆς ἀνάγκης ἕνεκεν ἐλλείψεως συγκοινωνίας. Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ὑστέρουν κατὰ πολὺ ἐν τῷ ἡμετέρῳ βασιλείῳ· τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας δύναταί τις εἰπεῖν ἦσαν ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὅτι ὁ συλλαμβανόμενος πρέπει νὰ προσάγηται ἄνευ ἀναβολῆς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1864. Σήμερον εὐτυχῶς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ πρωτοδικεῖόν τι, τοῦ ὁποίου τὸ τελευταῖον χωρίον τῆς δικαιοδοσίας νὰ ἀπέχῃ πλέον τῶν δύο ἡμερῶν.
§64Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οὐδέν.
§65Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπή, εὐθὺς ὡς ἐσκέφθη νὰ τάξῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ προσάγηται τὸ πολὺ ὁ συλλαμβανόμενος ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τάξῃ τοιαύτην καὶ διὰ τοὺς συλλαμβανομένους ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, διότι περὶ αὐτῶν κυρίως πρόκειται, καὶ οὐχὶ ν’ ἀφήσῃ τούτους εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Διότι τότε, καὶ μόνον τότε θὰ προελάμβανεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν φόβον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξε πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐπαρουσίαζεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σοβαρὰν ὄντως καὶ σπουδαίαν τροποποίησιν προασπίζουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, διότι, ἐπαναλαμβάνω Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τῶν συλλαμβανομένων ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, διότι δι’ αὐτοὺς εἶναι ἐλάχιστον τὸ κακὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀλλὰ περὶ τῶν συλλαμβανομένων ἐκτὸς τῆς ἕδρας, οἵτινες συνηθέστατα προσάγονται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ τὴν 4ην, 5ην, 6ην, ὁτὲ δὲ καὶ τὴν 10ην ἀκόμη ἀπὸ τῆς συλλήψεώς των ἡμέραν. Ἤκουσά τινος ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐνεδείκνυε τοὺς φόβους διὰ τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προθεσμίαν τοῦ εἰκοσιτετραώρου, εἰπόντος ὅτι ὅταν συλληφθῇ τις ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ βεβαίως δὲν εἶναι καὶ πολὺ σπουδαῖον ἂν δὲν προσαχθῇ ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ μετὰ 5 ἢ 6 ὥρας. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἡμεῖς νομίζωμεν ὄχι σπουδαῖον, ὄχι σοβαρὸν τὸ νὰ κρατηθῇ τις πέντε ἢ ἓξ ὥρας συλλαμβανόμενος ἔξωθι τῆς θύρας τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου, τότε φρονῶ ὅτι καὶ αἱ προηγηθεῖσαι ἐθνοσυνελεύσεις, αἵτινες ἐσυνταγματοποίησαν τὴν διάταξιν, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολούμεθα ἤδη πρὸς ἀναθεώρησιν αὐτῆς, πρέπει ὄχι σοβαρῶς, ὄχι σπουδαίως νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τὸν συλλαμβανόμενον αἱ ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, αἱ ὧραι αὐταὶ ἀξίζουσιν ἴσον ὅσον καὶ αἱ ἡμέραι καὶ οἱ μῆνες καὶ τὰ ἔτη.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων ἡ κατώγα!
§67Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Διότι, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὅτι ὑπάρχει κἄποια συγκοινωνία, ἥτις δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὁρίσωμεν ἓν χρονικὸν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ περιορίσωμεν πᾶν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς νὰ παρουσιάζῃ ὑποχρεωτικῶς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ τὸν συλλαμβανόμενον, διατί νὰ μὴ τὸ θέσωμεν ἡμεῖς ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπεριόριστον καὶ νὰ τὸ ἐξαρτήσωμεν ἐκ τῆς κρίσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ ὀργάνου, ὅταν μάλιστα ἔχωμεν σαφῆ ἰδέαν κατὰ πόσον τὰ τοιαῦτα ὄργανα τῆς ἀρχῆς κήδονται τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου; Διατί, ἐκεῖ ὅπου ἔθεσεν ἡ ἐπιτροπὴ «ἐντὸς 24 ὡρῶν» διὰ τοὺς ἐντὸς τῆς ἕδρας συλλαμβανομένους, νὰ μὴ εἴπῃ «τὸ πολὺ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἔστω ἡμερῶν» νὰ προσάγηται, ὁ ὁπουδήποτε συλλαμβανόμενος, ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ; Μάλιστα διὰ τοὺς ἐντὸς τῆς ἕδρας νὰ προσάγωνται αὐθωρεί;
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἄνευ ἀναβολῆς» αὐτὸ εἶναι.
§69Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐὰν συλληφθῇ εἰς τὸν Ὠκεανόν;
§70ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι εἰς τὸν Ὠκεανόν. Ἐὰν συλληφθῇ εἰς τὴν Ἀνάφην. Γνωρίζετε ὅτι, ἰδίως τὸ θέρος, ἡ συγκοινωνία τοῦ Αἰγαίου Πελάγους εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος ἕνεκα τῶν ἐτησίων ἀνέμων. Μὴ νομίζητε δὲ ὅτι εἰς τὴν Στερεὰν ἢ τὴν Πελοπόννησον δὲν ὑπάρχει ἡ δυσχέρεια.
§71Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τοὺς διακόψαντάς με ἀξιοτίμους συναδέλφους. Τὸ «ἄνευ ἀναβολῆς» δὲν εἶναί τι νέον κύριε ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφε! Οὔτε ἡ ἐν τῷ Ὠκεανῷ σύλληψις εἶναί τι σύνηθες φίλτατε κ. Πετρομανιάτη, ἀλλ’ εἶναί τι ὅλως ἐξαιρετικόν, ἂν μὴ ἀδύνατον, ἐνῷ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ἐὰν δυνάμεθα, τὸ συνήθως συμβαῖνον. Τὸ δὲ τῆς Ἀνάφης ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν, σεβαστὲ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφε.
§72ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§73Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἀλλὰ τί θὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν σᾶς εἴπω ἐγὼ ὅτι ὁ συλλαμβανόμενος ἔξωθι τῶν Πατρῶν προσάγεται μετὰ τέσσαρας ἡμέρας εἰς τὸν ἀνακριτήν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ συνηθέστερον; Τί γενήσεται τότε;
§74ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο ζήτημα.
§75Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο ζήτημα καθόλου, ἀλλ’ εἶναι τὸ μόνον καὶ κύριον ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Διότι περὶ τῶν ἐξαιρέσεων καὶ περὶ τῶν περιστάσεων τῆς ἀνάγκης βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προνοήσωμεν συνταγματικῶς, ἀλλὰ θὰ κρίνωμεν ταύτας ἐπιεικῶς ὁσάκις παρουσιασθῶσι.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι συμβαίνει πολλάκις νὰ θέλῃ νὰ μεταβῇ τις μίαν ἡμέραν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ ἵνα μεταβῇ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τόπου εἰς τὸν αὐτὸν νὰ χρειάζωνται πέντε ἡμέραι;
§77Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ποτὲ πέντε ἡμέραι (Διάλογοι). Ἔστω, Κύριοι. Ἐγὼ λέγων ταῦτα δὲν ὑπεραμύνομαι ἵνα ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν γνώμην μου, ὥστε νὰ ταχθῇ προθεσμία διὰ πάντα συλλαμβανόμενον ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκει ταύτην ὀρθήν. Λέγω ὅμως ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγεννήθη γνώμη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ἀοριστίαν ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ χρονικὸν ὅριον· τὸ ὅριον τοῦτο ἔδει νὰ καθορίσῃ γενικῶς διὰ πάντα συλλαμβανόμενον, πρωτίστως δὲ καὶ κυρίως διὰ τοὺς ἐκτὸς τῆς ἀνακριτικῆς ἕδρας συλλαμβανομένους, οἵτινες εἶναι καὶ οἱ πλεῖστοι. Διότι τὸ ταχθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ γεννήσῃ ἀσφαλῶς τὸν ἕτερον φόβον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος. Δηλονότι θὰ εἶναι δικαίωμα πλέον καὶ οὐχί τις ὑποχρέωσις τοῦ συλλαμβάνοντος τὸν πολίτην ὀργάνου ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, οὐχὶ ἀμέσως νὰ προσάγῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτοῦ ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ εἰκοσιτετρακώρου· ὅπερ μέχρι τοῦδε δὲν ἦτο δικαίωμά του. Εἰς περίπτωσιν ὅθεν, Κύριοι, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ παρατήρησίς μου ὅπως τεθῇ χρονικὸν ὅριον διὰ πάντα συλλαμβανόμενον, τότε συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τόσον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅσον καὶ τοῦ ἐξ Ἀττικοβοιωτίας ἐπίσης κ. Νέγρη, ὥστε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τεθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροποποίησις τοῦ 24ώρου καὶ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ ὑπάρχοντι Συντάγματι τοῦ 1864 ἡ φράσις «ἄνευ ἀναβολῆς». Ἐπίσης, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη, ἐὰν κηδώμεθα, καὶ κηδόμεθα βεβαίως, τῆς περιφρουρήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ ἡ προσθήκη ἡ ὑποδειχθεῖσα ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας Βουλευτοῦ, διὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη εἴτε ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα εἴτε ἡ μέλλουσα ὥστε διὰ σχετικοῦ νομοθετήματος προστατεύσῃ τὴν παράνομον κατακράτησιν, διότι οὐχὶ μόνον, Κύριοι, τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔχουσι λησμονήσει τελείως τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς ἀνωτέροις σχεδόν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ παράνομος κατακράτησις εἴθισται δύναταί τις εἰπεῖν νὰ μὴ θεωρῆται ἀδίκημα.
§78Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν τιμωροῦνται διὰ παράνομον κατακράτησιν τώρα;
§79Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ὅπως εἶναι σήμερον, κύριε συνάδελφε, ἡ παράνομος κατακράτησις, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς δικηγορίας μου, σπανιώτατα τὴν εἶδον ἐφαρμοζομένην δι’ οὓς λόγους καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε.
§80Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς φανῇ, κύριοι συνάδελφοι, τολμηρὰ κάπως ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Πρόκειται νὰ ζητήσω αὐτὴν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, τὴν γνώμην δὲ ταύτην τὴν στηρίζω εἰς ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη μολονότι ὑπὸ διαφόρους τύπους καὶ ὑπὸ διαφόρους ἐκδοχὰς ἐμνημονεύθη ἐν τοῖς διαφόροις Συντάγμασι τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἴσχυσαν. Ἐπανειλημμέναι καὶ ἀτελεύτητοι προσπάθειαι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐγένοντο ὑπὸ τῶν πατέρων ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν καὶ περιφρούρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τοῦ πολίτου, αἵτινες ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τεσσαράκοντα πέντε ἔτη ἐφαρμόζεται ἢ μᾶλλον δὲν ἐφαρμόζεται. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον ὅτι οὐδεμία περίπτωσις ἀναγράφεται εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτιμωρήθη εἴτε ὄργανον ἐκτελεστικόν, εἴτε δικαστικὸν ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ὅλα αὐτὰ τὰ διάφορα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἀπεδείχθησαν ἐκ τῆς πείρας καὶ καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἕνας χάρτης ἄγραφος· ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 τοῦ νὰ περιφρουρήσῃ ὅσον ἔνεστι διὰ μεγαλειτέρων ἐγγυήσεων τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἐναυάγησε διότι ἐν τῇ πράξει δὲν ἀπέδωκεν οὐδὲν καλὸν ἀποτέλεσμα, καὶ ὅτι ἀπέβη δῶρον ἄδωρον διὰ τὸν πολίτην ἡ τόσον διατυμπανισθεῖσα περιφρούρησις τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν δεχθῆτε, ὅτι εἶναι ἔμφυτον τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία δὲν δεῖται ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἀποβλέψητε εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος ἐν ᾧ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀνακηρύσσεται τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Συνταγματικῆς ἐλευθερίας, τότε θὰ ὁμολογήσητε ὅτι μόνον ἔργον νομοθετικῆς προνοίας εἶναι ἡ περιφρούρησις τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ὅτι τὸ 5ον ἄρθρον κατ’ οὐσίαν περιέχει δικονομικὰς διατάξεις. Οἵας δήποτε διατάξεις καὶ ἂν θέσητε ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, οἷα δήποτε ἐδάφια καὶ ἂν προσθέσητε εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 βεβαιωθῆτε ὅτι πάλιν θὰ ἔχητε τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τουτέστι τὴν μὴ ἐφαρμογήν. Ἦσαν πράγματι τόσον σαφεῖς αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ὡς εἶναι ἡ διάταξις ἢ ὁ ὅρος «ἄνευ ἀναβολῆς» τὸν ὁποῖον καὶ πάλιν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἐζήτησε νὰ ἐπαναληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἐν τούτοις ἐν τοῖς πράγμασιν ὁ ὅρος ἐκεῖνος κατήντησε, νὰ εἶναι ὄρος. «Μετὰ πολλὰς ἀναβολὰς» διότι πάντοτε μετὰ πολλὰς ἀναβολὰς προσήγετο ὁ συλλαμβανόμενος ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἢ μᾶλλον τὴν προσωπικὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐξασφαλίζεται διὰ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου; Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι μεγάλαι κατεβλήθησαν προσπάθειαι καὶ παρὰ τῶν 6 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ προσχέδιον καὶ παρὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ὅπως εἰ δυνατὸν τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασεν ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη τὰ συμπληρώσῃ διὰ νέων ἐγγυήσεων, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην ἐφαρμόσιμον διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις σᾶς λέγει· «Ἡ διὰ τοῦ σχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν προτεινομένη διόρθωσις εἰς τὸ βʹ. ἐδάφιον τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος προσδιορίζουσα ὅπως δήποτε πληρέστερονον τὸ ἀόριστον τῆς διατασσομένης «ἄνευ ἀναβολῆς» προσαγωγῆς τοῦ συλληφθέντος παρὰ τῷ ἀνακριτῇ εἶναι βεβαίως σκόπιμος, καίτοι ὁ προσδιορισμὸς οὗτος αὖθις κατ’ ἀνάγκην ἀποδίδεται δι’ ἐπίσης γενικοῦ ὅρου» Θὰ συνομολογήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι αὐτὸ τὸ «ὅπως δήποτε» ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι μὲ τὰς νέας μεταβολὰς τῶν λέξεων θὰ φέρῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα τῆς πλήρους ἐξασφαλίσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὡρίμανσις τῆς γνώμης παρὰ τῷ λαῷ κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ σχετικοῦ τούτου ἄρθρου, ὅτι δέον νὰ περιορισθῇ αὕτη εἰς ἁπλῆν μεταβολὴν τῶν λέξεων «ἄνευ ἀναβολῆς» διὰ τῆς ῥήτρας «ἀπόλυτος πρὸς μεταγωγὴν χρόνος» διότι μόνον ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν λέξεων ἐγένετο ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἄρθρῳ ἥτις ὅμως δὲν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀπωλείας ἃς ἐπαρουσίασεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ ἀναθεωρούμενον τοῦτο ἄρθρον διότι διὰ τῆς ἐναλλαγῆς τῶν λέξεων τούτων δὲν ἐπιτυγχάνομέν τι γενναιότερον...
§81Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὅρος «ἄνευ ἀναβολῆς» περιλαμβάνει ὅλα αὐτά.
§82Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι περὶ λέξεων καὶ οὐχὶ περὶ οὐσίας. Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν καμμίαν σαφῆ καὶ τελικὴν ἀπόφασιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ πεισθῶμεν πάντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρ’ οἱουδήποτε ὀργάνου, εἴτε δικαστικοῦ εἴτε διοικητικοῦ νὰ καταστρατηγηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, τότε, καὶ μόνον τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς. Ἄλλως, νὰ ἀπελπισθῶμεν ἐντελῶς, διότι, εἴτε ἐγγραφῇ εἴτε δὲν ἐγγραφῇ θὰ μείνῃ νεκρὰ ἡ διάταξις, ὡς ἔμεινε καὶ ἐπὶ τεσσαράκοντα πέντε ἔτη ἡ ἀντίστοιχος διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864.
§83Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τί νὰ γίνῃ;
§84Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Νὰ εἴπωμεν γυμνὴν καὶ ἀπερίστροφον τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν λαόν. Νὰ μὴ διαβουκολῶμεν αὐτὸν μὲ ψευδεῖς ἐπαγγελίας. Τί νὰ γίνῃ, κύριε Πετρέα; Ἁπλούστατον. Νὰ τὴν ἀπαλείψωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι οἱ δικονομικοὶ οὗτοι τύποι τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διότι τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἔμφυτον δικαίωμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε νὰ ἀναγνωρισθῇ κἂν συνταγματικῶς· ἄλλως ἀρκεῖ τὸ ἄρθρον 4. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐνόμισεν ὅτι ἤθελε προλάβει τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ τὰς προλάβῃ διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν ἀποδεδειγμένα διὰ σειρᾶς δεκαετηρίδων ἐτῶν, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν ἐξησφάλισαν ποσῶς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λαμβάνῃ ἑκάστοτε πρόσφορα μέτρα, ὥστε διὰ τῆς δοκιμαστικῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τέλους ποίαν ὁδὸν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ὁ νομοθέτης, ὥστε νὰ φθάσῃ πράγματι εἰς τὴν ποθητὴν ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν ἀρχῇ ἐχαρακτήρισα τὴν γνώμην μου λίαν τολμηράν, καὶ τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς τοιαύτην, ὄχι διότι δὲν θέλω νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὡς πιστεύεται διὰ τοῦ προτεινομένου ἄρθρου ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ἀλλά, διότι βλέπω ὅτι καὶ μὲ τὰ σήμερον γινόμενα δὲν ἐξασφαλίζεται ἐπαρκῶς ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Καὶ ἐπειδὴ θέλω τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, καὶ ἐπειδὴ ἔχω ἐνδοιασμούς, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ συμβαίνωσι τὰ αὐτὰ ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ὑποβάλλω γνώμην περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐὰν ὅμως δὲν εἰσακουσθῶ καὶ θελήσωμεν δοκιμαστικῶς νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν βελτιουμένην ταύτην ἔκδοσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν τινὰ μὴ ἀφήνοντες πλέον εἰς τὸν νομοθέτην νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἐλλείποντα, διότι τεσσαρακονταετὴς πεῖρα ἀπέδειξεν ἐναργῶς, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀφήνομεν εἰς τὸν νομοθέτην διὰ νὰ τὸ συμπληρώσῃ δὲν τὸ συνεπλήρωσεν. Ὁ ὅρος «ἄνευ ἀναβολῆς» προφανῶς ἔχρῃζε νομοθετικῆς κυρώσεως, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ διάστημα τῶν 45 ἐτῶν ὁ νόμος δὲν ἦλθε νὰ συμπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἀόριστον, τὴν ἀσαφῆ διάταξιν. Μάχονται, ἐὰν πρέπῃ νὰ εἶναι ὁ ὅρος «ἄνευ ἀναβολῆς», δηλαδὴ ἡ φράσις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἢ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει: «ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν». Ἐγὼ συμβιβάζων ἀμφοτέρας τὰς γνώμας ταύτας θὰ προτείνω νὰ ἀναγραφῶσιν ἀμφότεραι, ἤτοι «νὰ προσάγηται ἄνευ ἀναβολῆς ὁ συλλαμβανόμενος καὶ τὸ πολὺ ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς».
§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν συλληφθῇ εἰς τὴν Κέαν;
§86Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ συλλαμβανομένου ἐντὸς τῆς ἕδρας· αὐτὸς νὰ προσάγηται ἄνευ ἀναβολῆς καὶ τὸ πολὺ ἐντὸς 24 ὡρῶν οὐχὶ ὅμως πέραν τῆς προθεσμίας ταύτης. Καὶ εἶνε τοῦτο ἀναγκαῖον διότι ἡ Εἰσαγγελία θὰ κάμῃ ἔγγραφον καὶ θὰ παρέλθῃ ἕν διάστημα χρονικόν. Οὔτε ἄλλως τε ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ τὸ ὄργανον νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ὁ χωροφύλαξ θὰ τὸν προσαγάγῃ κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι πολλάκις πρόχειροι χωροφύλακες νὰ τὸν μεταφέρωσι, πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι καθ’ ἡμέραν. Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία, αὕτη ἡ ὁποία περιλαμβάνει, οὕτως εἰπεῖν, ἀμφοτέρας τὰς γνώμας μᾶλλον πλησιάζει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ φθάσωμεν. Νὰ προστεθῶσι λοιπὸν αἱ λέξεις «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἄνευ ἀναβολῆς καὶ τὸ πολὺ ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως αὐτοῦ». Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύλληψις γίνεται ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσαχθῇ ὁ συλλαμβανόμενος — Ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ οὐδὲν ἐβελτίωσε τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ πάλιν νὰ συμβαίνωσι ταῦτα καὶ θὰ δικαιολογῶσι τὰς παρανομίας καὶ τὰς καταχρήσεις διὰ τῶν γνωστῶν δικαιολογιῶν τοῦ παρελθόντος. Αἱ λέξεις τὰς ὁποίας ἀκριβῶς θέλομεν νὰ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι θὰ δικαιολογῶσι τὰ ὄργανα ἑκάστοτε, ὅτι δὲν ἠδύναντο «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου» νὰ προσαγάγωσι προτήτερα τὸν συλληφθέντα ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἡ δικαιολογία συνήθως τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα συλλαμβάνουσι πολίτας ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου εἶναι, ὅτι δὲν εἴχομεν χωροφύλακας ἀρκετούς, πρὸς μεταγωγὴν τῶν συλληφθέντων ἢ ὅτι δὲν εἴχομεν θαλασσίαν εὐκαιρίαν, ἢ ὅτι δὲν εἴχομεν δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ τί ἄλλο· πρέπει δὲ νὰ γίνῃ ἄλλως τε καὶ μία προανάκρισις, ἡ ὁποία πολλάκις περατοῦται μετὰ ἡμέρας καὶ τὸ πόρισμα τῆς προανακρίσεως μετὰ τοῦ κατηγορουμένου, δέον νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον τὴν δικαιολογίαν, ὅτι πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ὁ συλληφθεὶς εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν καὶ νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμὸν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἕδραν, ἐνῷ ἠδύνατο, ἐὰν ἠδύνατο νὰ μεταφερθῇ κατ’ εὐθεῖαν, καὶ ἄνευ προσεγγίσεων καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔφθανε τὸ ταχύτερον. Πάντα ταῦτα θὰ εἶναι ἡ δικαιολογία τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα κάμνουσι τὴν παράνομον κατακράτησιν ὡς ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ δὲν θὰ δύναται τὸ Σύνταγμα νὰ σώσῃ τὸν κατακρατηθέντα παρανόμως πολίτην. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ χρονικὸν διάστημα ὡρισμένον διὰ τὴν τοιαύτην μεταγωγήν. Ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, καὶ μίαν ἐξ αὐτῶν ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς Ἀνάφης, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσεγγίζει τὸ ἀτμόπλοιον κατὰ τὸ θέρος παρὰ κατὰ δεκαπενθήμερον, ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ δύναται τὸ ὄργανον νὰ ἀποδείξῃ διὰ νὰ ἀθωωθῇ, ὅτι τουτέστι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη θαλάσσιος εὐκαιρία, συντομωτέρα. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ εἰκοσιτετράωρον διὰ τοὺς ἐντὸς τῆς ἕδρας συλλαμβανομένους πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸν ἐκτὸς τῆς ἕδρας συλλαμβανόμενον, ἐπεκτεινομένης τῆς προθεσμίας λόγῳ ἀποστάσεως. Ἔχομεν σήμερον ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν πρόκειται περὶ ὡρισμένων σχοίνων, προσμετρεῖται μία ἡμέρα. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὴν διατίμησιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅλα τὰ χωρία καὶ τοὺς συνοικισμοὺς καὶ τὰς ὥρας τὰς πεζοπορικὰς τῶν ἀποστάσεων ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου. Ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ δεῖνα μέρος ἀπέχει τόσας ὥρας, ἐξ ἄλλου δὲ ὁ νόμος χορηγεῖ δι’ ὀκτὼ ὥρας μιᾶς ἡμέρας ἐπὶ πλέον προθεσμίαν, θὰ προστεθῇ μία ἡμέρα, ἀκριβῶς ὡς ἰσχύει σήμερον περὶ ἐπιδόσεως πολιτικῶν ἀγωγῶν ἐν ποινικῇ δίκῃ, ὅπου ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας περὶ σχοίνων, ἀνὰ ὀκτὼ ἢ δέκα ὥρας προστιθεμένης μιᾶς ἡμέρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ χρονικόν τι διάστημα, ἄλλως δὲν θὰ δυνηθῆτε ποσῶς νὰ προσεγγίσητε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ποθεῖτε, τουτέστιν εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς ποθουμένης ἐλευθερίας. Ἀλλὰ καὶ πέρα τούτου ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς εἴτε νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Καί, ἂν ἐπέλθῃ διαφωνία μεταξὺ ἀνακριτοῦ καὶ Εἰσαγγελέως, ἔχομεν ἄλλην παράτασιν τοῦ τριημέρου πρὸς ἄρσιν τῆς διαφωνίας καὶ ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, ἐὰν τὸ ἐδάφιον τοῦτο προνοῇ καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς διαφωνίας ἀνακριτοῦ καὶ εἰσαγγελέως, ἥτις συχνάκις παρουσιάζεται ἐν τῇ πράξει, καθόσον τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἐντάλματος φυλακίσεως, ὅπερ, ὡς γνωστόν, ἐκδίδει ὁ ἀνακριτής, καὶ οὐχὶ περὶ βουλεύματος, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ βούλευμα» ἤ, ἐὰν δὲν θεωρῆται τοῦτο ἀναγκαῖον ὡς συνυπακουόμενον ἐν ταῖς λέξεσιν, ἃς μεταχειρίζεται τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τότε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν δίδομεν εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο: «Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν πρέπει ὁριστικῶς νὰ κρίνηται ἡ θέσις τοῦ συλλαμβανομένου εἴτε δι’ ἐντάλματος εἴτε διὰ βουλεύματος», διότι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὸ τριήμερον γίνεται ἑξαήμερον. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον: «οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἴς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν 10 δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε χθὲς ὁ κ. Μπουρνιᾶς καὶ καθ’ ἣν «οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει ἐκδικαζομένης ἐντὸς 15 τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγχειρίσεως τῆς ἐγκλήσεως, καταδικάζονται διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς ἱκανοποίησιν ὑπὲρ τοῦ κρατηθέντος δραχ. 10–200 δι’ ἑκάστην ἡμέραν, ἐπιφυλασσομένης καὶ πάσης ἄλλης νομίμου ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἱκανοποίησις καταβάλλεται εἰς τὸν κρατηθέντα ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, γιγνομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου κρατήσεως τοῦ ⅓ τοῦ μισθοῦ κατὰ μῆνα ἀπὸ τῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν κοινοποιήσεως τοῦ ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως». Νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι πᾶσα ἀποζημίωσις πρέπει νὰ στρέφηται κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ τοῦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ προστήσαντος εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα αὐτοῦ ἐπιφέρουσι κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των καθ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου. Ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον ἐναντίον τῶν γενικῶν τούτων ἀρχῶν ἡ νομολογία δὲν καθιέρωσε τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μέχρις οὗ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀναγκάζομαι νὰ υἱοθετήσω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ. Ἄνευ τῆς συμπληρώσεως ταύτης παραμένει ἀνεκτέλεστος ἡ ἀποζημίωσις, ἡ διδομένη ἐπὶ παρανόμων κρατήσεων, διότι δὲν θὰ δύναται νὰ εἰσπραχθῇ οὔτε παρὰ τοῦ χωροφύλακος, ὅστις συνέλαβε καὶ ἐκράτησεν αὐτόν, οὔτε παρὰ τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν γνώσει τοῦ νόμου παρεκράτησεν αὐτόν, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς φυλακίσεως ἢ ἀποφυλακίσεως αὐτοῦ ἐντὸς 3 ἡμερῶν. Καὶ δὲν θὰ δύναται νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ παθὼν πολίτης, διότι τοῦ μὲν δικαστοῦ εἶναι ἀκατάσχετος ὁ μισθός, παρὰ δὲ τοῦ ὀργάνου τῆς ἐξουσίας δὲν ἔχει νὰ λάβῃ τι, ὡς δὲν λαμβάνει τις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ διάταξις δὲν συμπληρωθῇ εἴτε διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, εἴτε ἀναγνωριζομένης τῆς γενικῆς ἀρχῆς, καθ’ ἣν τὸ Κράτος εἶναι ὑπεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος, τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον.
§87Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑποβάλλετε εἰδικὴν τροπολογίαν, σχετικῶς πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον;
§88Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἡ κατάσχεσις τοῦ μισθοῦ κατὰ τὸ ⅓ ἀπὸ τῆς εἰς τοὺς ἁρμοδίους ταμίας κοινοποιήσεως ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄλλη ἀρχή, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον.
§89Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦτο, διότι συμφωνῶ τελείως μὲ τὴν γνώμην τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποτελουμένης ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Οὐχ ἧττον ὅμως χθεσινὴ ἀγόρευσις συναδέλφου μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ πρότασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλε. Δὲν ἐσκόπουν, λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι φρονῶ ὅτι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἐπῆλθον πλήρεις καὶ τέλειαι αἱ συμπληρώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν δυναταί, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐναντίον τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ὑπερβασιῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων ἀρχῶν. Ἰδίᾳ δὲ ἦτο ἀπαραίτητος ἡ προσθήκη τῆς τελευταίας παραγράφου, διὰ τῆς ὁποίας τηροῦνται αἱ διατάξεις αἱ ἀνωτέρω τῶν προηγουμένων ἄρθρων, ἀπαγγελλομένης χρηματικῆς ποινῆς καὶ ἀποζημιώσεως ὑπὲρ τοῦ παθόντος. Καὶ δὲν ἤλπιζον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παρὰ δικηγόρου μάλιστα ἐπικαλεσθέντος τὴν δικηγορικὴν αὐτοῦ πεῖραν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἶναι ὅλως περιττὸν προκειμένου περὶ δικαστικῶν ἀρχῶν αἱ προβλέψεις αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, καὶ τὴν ἰδίαν του πεῖραν ἐὰν συνεβουλεύετο, ἐὰν ἀπέκτησε πεῖραν εἰς τὸν δικηγορικόν του βίον, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι αἱ παραβάσεις αὗται συμβαίνουσι κατὰ τὸ πλεῖστον παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἐὰν καὶ μία μόνη μεταρρύθμισις ἢ προσθήκη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐγένετο, ἦτο αὕτη καὶ μόνη ἀπαραίτητος, διότι, ἐὰν δὲν προστεθῇ ἡ διάταξις αὐτή, οὐδὲν θὰ γίνῃ, καὶ θὰ ὑπεπίπτομεν αὖθις εἰς τὰς παραβάσεις τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβαινον καὶ πρὸ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς προτεινομένης εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως θεωρῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποστηρίζω τὴν προσθήκην ταύτην, μόνον διότι ἀφορᾶ τὰς ἀνακριτικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐσεβάσθησαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, διότι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἐὰν αἱ δικαστικαὶ καὶ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ ἐσέβοντο τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου καὶ ἐπροστάτευον ταύτην, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ παραβῶσι τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι κατηγορούμενοι μόνον διὰ πταισματικὰς παραβάσεις καὶ πλημμελήματα ἀφ’ ἧς προσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ μένουσι κρατούμενοι ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον, καὶ ὅτι μάρτυρες προσελθόντες βιαίως, ἵνα ἐξετασθῶσιν, ἐκρατήθησαν ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα. Ἐνθυμοῦμαι δέ, καὶ δὲν παρῆλθεν ἔτος ἀκόμη, ὅτι διεμαρτυρήθημεν τηλεγραφικῶς καὶ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ οὔτε ἀπαντήσεως κἂν ἠξιώθημεν παρ’ αὐτοῦ. Καὶ ὄχι μόνον αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ παρεβίαζον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν συνετέλουν, ὥστε νὰ παρορᾶται αὕτη καὶ ὑπὸ τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι, ὁσάκις παρουσιάσθη νὰ δικάσωσιν ὑπόθεσιν συνεπείᾳ μηνύσεως ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, πάντοτε πανηγυρικῶς καὶ ἐπιδεικτικῶς ἠθώωσαν τοὺς κατηγορουμένους, καίτοι τρανότατα ἀπεδεικνύετο ἡ πρᾶξις ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν μαρτύρων, ὀχυρούμεναι ὄπισθεν τῆς ἀσυλίας. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα τονίσω ὅτι μόνον χάριν τῶν παραβάσεων τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ὑποστηρίζω τὴν προσθήκην ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι.
§90Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ ὑμᾶς. Ἀλλὰ ποῖος θὰ τιμωρήσῃ τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον; Πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐπιβάλληται τιμωρία εἰς τὸν δικαστὴν ἢ τὸν ἀνακριτὴν τὸν παρανόμως κατακρατοῦντα.
§91Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Νὰ καταγγείλῃ ὁ ἀδικηθεὶς τὸν ἀνακριτήν, ὅστις θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον.
§92Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Μήπως καὶ τώρα δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις τοῦ νόμου;
§93Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης κυροῦται ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἀναφαίνεται ὅτι πρόθεσις τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ τιμωρῶνται οἱ δικασταὶ καὶ ἀνακριταὶ οἱ παραβαίνοντες τὰς περὶ κατακρατήσεως διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ δὲ ἀποζημίωσις νὰ εἶναι ἀνάλογος τῆς ἰδιότητος καὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ παθών, ἐκτὸς τῆς χρηματικῆς ποινῆς. Ἄλλο ποινὴ καὶ ἄλλο ἀποζημίωσις. Δύο λέξεις θὰ ἀπαντήσω, Κύριοι, εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε νὰ γραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ῥητῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως. Ἐγώ, Κύριοι, ὑποθέτω ὡς πρὸς τοῦτο ὅτι οὔτε σκόπιμον εἶναι οὔτε πολιτικὸν εἶναι νὰ δώσωμεν τόσον ἐμφανῶς τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πολίτην νὰ ἀνθίσταται ἀπέναντι τῆς παρανόμου συλλήψεως ἢ κατακρατήσεως.
§94Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί νὰ κάμῃ;
§95Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν τὸ νομίζω σκόπιμον, διότι ἐξαρτῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως ἐκ τοῦ ἀγρότου, ὅστις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τὸν συλλαμβάνει νομίμως ἢ παρανόμως τὸν κατακρατεῖ. Θὰ δημιουργήσωμεν σωρείαν ἀδικημάτων. Ἀρκετὰ ἑπομένως δύναται νὰ προστατεύηται ὁ πολίτης διὰ τῆς κυρώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§96Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι, ὡς ἐγένετο ἡ διατύπωσις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐγένετο κατὰ τὸ δυνατὸν τελείως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀκριβῶς προσεπάθησεν ἐν τῇ διατυπώσει νὰ περιφρουρήσῃ περισσότερον τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ὁρίσασα τὸ εἰκοσιτετράωρον ἀπὸ τῆς συλλήψεως, διότι πολλάκις παρετηρήθησαν περιπτώσεις κρατήσεως περισσότερον χρόνον ἢ τὸν ὁρισθέντα τῶν 24 ὡρῶν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μόνον ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς εἰσάγεται ἐντελῶς νέος θεσμὸς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ. Κατὰ τὴν παράγραφον ταύτην ὁ παρανόμως συλληφθεὶς καὶ κατακρατηθεὶς ἔχει δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ πᾶσαν ζημίαν, ἀλλ’ ἔχει καὶ δικαίωμα ἰδιωτικῆς ἱκανοποιήσεως. Ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πλὴν πάσης ἀποζημιώσεως εἰσάγεται καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιωτικῆς ποινῆς. Τὸ τοιοῦτον ἐξάγεται σαφέστατα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν 10 δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀμυδρῶς μόνον ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος καὶ περὶ τῆς φύσεως τῆς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως δὲν ἐξάγεται σαφῶς ἂν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ποινῆς ἢ ἂν πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀλλά, ὡς ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη οὐχὶ τῆς πλήρους ἠθικῆς ἀποζημιώσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δίδει δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ὑλικὰς βλάβας, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅπως δοθῇ δικαίωμα ἐπιβολῆς ἰδιωτικῆς ποινῆς, ὅπως δηλαδὴ θεωρηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὁ παρανόμως κατακρατηθεὶς οὐχὶ ὡς ἀποζημίωσις διὰ τὴν βλάβην, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, ἀλλ’ ὡς ποινὴ διδομένη πρὸς τῇ δημοσίᾳ ποινῇ. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξάρω τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι ἀποτελεῖ ἀληθῶς νέον θεσμὸν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ μόνον νέον θεσμὸν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, ἀλλ’ ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ νεωτερισμὸν καὶ ἐν τῇ καθόλου Εὐρωπαϊκῇ νομοθεσίᾳ, ὑφ’ ἣν διατύπωσιν ἡ καινοτομία αὐτὴ εἰσάγεται. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ἀρχαῖα δίκαια, ἰδίως τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, ἀναγνωρίζουσι τὴν τοιαύτην ποινήν· τὸ ποινικὸν δίκαιον τῶν ἀρχαίων χρόνων, ἰδίως δὲ τὸ Ῥωμαϊκὸν ποινικὸν δίκαιον ἦσαν ἀτελῶς ἀνεπτυγμένα, ἀνεγνώριζον δὲ τὸ σύστημα τῶν ἰδιωτικῶν ποινῶν, διότι δὲν εἶχε τελείως ἀναπτυχθῆ τὸ σύστημα τῆς δημοσίας ποινῆς, οὔτε εἶχον κατὰ τοιοῦτο σημεῖον εἰσαχθῇ αἱ ποιναὶ αἱ περιοριστικαὶ τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις ἀπέστη ἡ θεωρία ἀπὸ τῶν ἰδιωτικῶν ποινῶν καὶ ἐγένετο ἐντελῶς δεκτὴ ἡ θεωρία τῶν δημοσίων ποινῶν. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον ἐν Ἑλλάδι νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ σύστημα τῶν ἰδιωτικῶν ποινῶν, δὲν ἀναγνωρίζουσι δὲ καὶ αἱ ἄλλαι νεώτεραι νομοθεσίαι τὴν ἀναγραφὴν τοιούτων ἰδιωτικῶν ποινῶν. Ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία εἰς πολλὰς ἀκόμη περιπτώσεις ὄχι μόνον δὲν ἀναγνωρίζει τὰς ἰδιωτικὰς ποινάς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος διὰ τὴν προσγενομένην εἰς αὐτὸν ζημίαν ἐξ οἱουδήποτε ἀδικήματος περιορίζει κατ’ ἀνώτατον χρηματικὸν ὅριον. Ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία, καίτοι δὲν περιορίζει κατ’ ἀνώτατον χρηματικὸν ὅριον τὴν ἀποζημίωσιν, δὲν δίδει ἰδιωτικὴν ποινήν, ἀλλὰ δίδει ἀποζημίωσιν διὰ πᾶσαν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν βλάβην.
§97Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς, πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως· ἄλλο ἱκανοποίησις καὶ ἄλλο ποινή.
§98Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· λέγω ταῦτα διὰ νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν θὰ τὸ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας· θὰ τὸ εἰσαγάγωμεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιωτικῆς ποινῆς ἢ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς βλάβης;
§99Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπὸ τὴν δευτέραν ἔννοιαν.
§100Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δέον νὰ ἐξάγηται τοῦτο, διότι, ὅπως εἶναι τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐξάγεται. Εἶπον ταῦτα, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἦτο διατεθειμένη, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἱκανοποίησιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιωτικῆς ποινῆς, θὰ προέτεινα, νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατον ὅριον ἰδιωτικῆς ποινῆς, διότι, εἰσαγομένης τοιαύτης ἄνευ ὁρίου, ὁ δικαστὴς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ καὶ μέχρι δημεύσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ἀδίκως παθόντος. Βεβαίως ἐν γένει τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι πάντοτε καὶ εἰς πᾶν στάδιον εἶναι δυνατὸν νὰ περιφρουρῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου εἶναι αὐταπόδεικτον ὅτι περιφρουρεῖται μόνον ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐκ τῆς ὅλης ἀναπτύξεως καὶ τῆς τελειότητος, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ νομοθεσία ἑνὸς Κράτους. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Νέγρης ἐξεδήλωσεν ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ἣν νὰ μὴ χαρακτηρίζηται ὡς ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀρχῆς τὸ διαπραττόμενον ἐκ μέρους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀντισταθῆ κατὰ τῆς ἀρχῆς διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ παρόντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ γνώμη αὕτη καίτοι κατὰ θεωρίαν εἶναι ὀρθοτάτη, διότι ὁ πολίτης ἔχει πάντοτε δικαίωμα νὰ ἀνθίσταται κατὰ παρανόμου πράξεως τῆς ἐνεργούσης ἐξουσίας, ἴσως θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
§101ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Πρὶν καταλίπητε τὸ βῆμα, κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ζητήσω ὅπως ἀκούσω τὴν γνώμην σας ἐπὶ τῶν κωλυμάτων τῆς διαδικασίας τοῦ κακοδικίου ἂν ἔχει θέσιν ἐδῶ.
§102Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νομίζω ὄχι.
§103ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Πῶς θὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως καὶ περὶ ἱκανοποιήσεως;
§104Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ: ἐφ’ ὅσον δὲν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως ἢ ἡ περὶ ἱκανοποιήσεως θὰ κανονισθῇ ἀπὸ τὸν νόμον, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον ἢ εἰς τὸ πολιτικὸν ἢ εἰς τὸ ποινικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ περὶ παρανόμου κατακρατήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§106Γ. ΣΧΙΝΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κύριος Θρασύβουλος Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§108ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐζήτησα χθὲς τὸν λόγον προκειμένου ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακωνίας κ. Πετρέαν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ λαβούσης ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἡ γενομένη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ συζήτησις μοὶ δίδει ἐπίσης τὴν ἀφορμήν, ὅπως ὑποστηρίξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν ὡς προϊόν μακρᾶς μελέτης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πετρέαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος ἦτο σκοπιμώτερον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν· ἀκριβῶς δὲ ἡ διατύπωσις τοῦ κυρίου Πετρέα, ὅτι τὸ ἔγκλημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ πέρα τῶν 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως, ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι μέχρι τῶν 24 ὡρῶν δύναται νὰ προσδιορισθῇ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα, ἐνῷ τὸ ὅριον τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος φυσικώτερον πρέπει νὰ ὁρισθῇ πολὺ κατωτέρω τῶν 24 ὡρῶν. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ καθορισθῇ εἰδικῶς, ἂν τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν δικαίωμα ἐν τῇ προσθήκῃ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τοῦ ἄρθρου 12, ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξαρτᾶται ἐξ ἀδείας τινός, ἂν δηλαδὴ ἀπαιτεῖται ἄδειά τις πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἱκανοποιήσεως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ὅπως διατυποῦται ἡ διάταξις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν φαίνεται ὅτι ἀπαιτεῖται ἄδεια, οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπῆλθέ ποτε ἡ ἰδέα νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἔγερσις τῆς ἀγωγῆς ἔκ τινος ἀδείας. Ἀφοῦ δὲ ἡ διατύπωσις, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη τις ἄδεια, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον διὰ νόμου ν’ ἀπαιτηθῇ τοιαύτη τις ἄδεια καὶ νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἄσκησις τῆς ἀγωγῆς ἐξ ἀδείας προηγουμένης. Ἐν τούτοις ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἦτο κατὰ τοῦτο ἐπιτυχής, ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ τονισθῇ τοῦτο, νὰ τονισθῇ δηλονότι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μὴ παραμείνῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἔγερσις τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ἢ ἱκανοποίησιν ἀγωγῆς ἐξαρτᾶται ἔκ τινος ἀδείας. Παρηκολούθησα ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, τὴν γενομένην συζήτησιν ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὸ εὔλογον τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώθη ἐν τῇ συζητήσει, περὶ προστασίας τοῦ πολυτιμοτέρου πράγματι δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἐξεδήλωσαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ἐκ τῆς τυχὸν ἀτελείας τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, ὡς διετυπώθη. Διότι νομίζω, ὅτι ἡ σύγχρονος συνείδησις περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι τοσοῦτον ἀνεπτυγμένη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ συνείδησις αὕτη νὰ προβαίνῃ σὺν τῷ χρόνῳ ἐνδυναμουμένη καὶ ἐξασφαλίζουσα περισσότερον πάσης ἄλλης συνταγματικῆς διατάξεως τὸ δικίωμα τοῦτο, τὸ μέγα τοῦτο τοῦ ἀνθρώπου δικαίωμα. Ἐξ ἄλλου δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι οὐδεμία νομοθετικὴ διάταξις δύναται νὰ προστατεύσῃ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀναγνωρίζοντες δὲ ἡμεῖς τὴν ἀδυναμίαν τῆς διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἀπολύτου προστασίας τοῦ δικιώματος τούτου δὲν ζητοῦμεν νὰ προχωρήσῃ ἡ προσπάθεια πρὸς περιφρούρησιν αὐτοῦ ἐν τῷ Συντάγματι πέρα τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐμποδίσωσιν ἐφεξῆς τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ καθορισμῷ πλειόνων καὶ ἀσφαλεστέρων τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγγυήσεων. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες, θέλουσι νὰ περιφρουρήσωσι νῦν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας διὰ λεπτομερεστέρων διατάξεων ἀπὸ ὅσας ἠδυνήθημεν νὰ ἐξεύρωμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀντὶ καλοῦ θέλουσι προξενήσει κακόν. Διότι, ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ἐγγυήσεις νέας, ἐγγυήσεις δηλαδὴ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἐγγυήσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν Συντάγματι, δὲν εἶδον ἀναπτυσσομένας ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων. Οἱ προαγορεύσαντες εἰσῆλθον εἰς λεπτομερείας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐξετασθῶσι μόνον ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ νομοθετικὸς καθορισμός. Καὶ ἀκριβῶς ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν ἰδεῶν μου ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Φ. Νέγρη. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ τεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 5, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μία νομοθετικὴ τρόπον τινὰ προαγγελία, δηλαδὴ νὰ προστεθῇ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἐξαρτᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οὕτω ψηφιζομένου ἄρθρου ἐκ νόμου, ὁ ὁποῖος λεπτομερῶς θὰ κανονίσῃ τὸ θέμα. Κατ’ αὐτῆς τῆς προσθήκης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω ἀντίθετον γνώμην, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφίζεται ὁ νόμος οὗτος, δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ εἰσαχθῶσιν αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα ἀμέσως νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου ὡς παρουσιάζεται. Ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ οὔτε ἕτερον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ἀντίθετον γνώμην, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια.
§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει διατάξεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ νόμου, ἔχετε δίκαιον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω τοιαύτας διατάξεις τόσον σπουδαίας ἀπέναντι τῆς ἄλλης διατάξεως τῆς εὐεργετικῆς, τὴν ὁποίαν εἴχετε τὴν καλὴν ἔμπνευσιν νὰ θέσητε, τὴν διάταξιν περὶ ἀπαιτήσεως ἱκανοποιήσεως. Αὐτὸ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἂν δὲν γίνῃ νόμος.
§110ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἔχω ἀντίθετον γνώμην· νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως αὐτὴ ἡ διάταξις. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐγγύησιν, ἣν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἱκανοποιήσεως θέλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἄρθρον 5, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνάδελφος, ὁ προαγορεύσας κ. Δεμερτζῆς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἀγωγῆς, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἡ ἀγωγή, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν, δὲν εἶναι ἀγωγὴ ἰδιωτικῆς ποινῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀστικὴ ἀγωγή, ἡ ὁποία ὡς προϋπόθεσιν ἔχει οὐχὶ τὴν ὑλικὴν ζημίαν τοῦ παθόντος, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ζημίαν.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκεῖ κατέληξεν· ἀπέκρουσε τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιωτικῆς ποινῆς καὶ κατέληξεν ἐκεῖ.
§112ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. συνάδελφον καὶ ζητῶ παρ’ αὐτοῦ συγγνώμην, ἂν δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ ἀκριβῶς ὅσα εἶπε. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ποινῆς, ἀλλὰ περὶ ἀστικῆς ἱκανοποιήσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων.
§113Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ὅτι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ πολυτιμοτάτου δικαιώματος τοῦ πολίτου, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλὰ, ἂν δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο, δὲν δύναται ἐπίσης νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ τοιαύτη σπουδαία ὄντως ὑπηρεσία, ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, εἶναι, ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας φύσεως αὐτῆς, κατ’ ἀνάγκην ἀνατεθειμένη εἰς τὰ ἐκτελεστικὰ τῆς ἀρχῆς ὄργανα, εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὰ κατώτερα ἐκεῖνα ὄργανα, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς χωροφύλακας. Ὁ χωροφύλαξ, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, ἥτις εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη εἰς πᾶσαν εὐνομουμένην Πολιτείαν, εἰσέρχεται χωρὶς νὰ τύχῃ τῆς ἐλαχίστης προηγουμένως προπαιδεύσεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἴσως οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην γνῶσιν τῶν νόμων, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἂν οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἐφόδιον, ὅπως δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τελείως καὶ ὡς δεῖ καὶ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας καλεῖται. Οὐ μόνον τὸ ὕψος τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, οὐ μόνον τὸ μέγεθος τῶν συνεπειῶν καὶ τὴν σοβαρότητα τοῦ ἀντικτύπου, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παραβίασις τοῦ λεπτοῦ τούτου καὶ ἱεροῦ δικαιώματος εἰς τὸ ἄτομον καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, δὲν γνωρίζει τὸ ἐκτελεστικὸν ὄργανον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει ἴσως οὐδ’ αὐτὰ τὰ στοιχειωδέστατα καθήκοντά του, καὶ ἐντεῦθεν πολλάκις, ἴσως χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ κακὴ πρόθεσις καὶ ἡ κακὴ θέλησις, γίνεται παραβάτης τοῦ νόμου, γίνεται ἀναιρέτης τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος τοῦ πολίτου, ἀποβαίνει ὀλέθριος ἀκουσίως πρὸς τὴν Πολιτείαν, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἴσως νομίζει ὅτι ὑπηρετεῖ. Ἂν τοῦτο φρονῆτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι μία ἀλήθεια, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, φρονῶ ὅτι ἐπιβεβλημένον εἶναι ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἥτις γίνεται πρὸς βελτίωσιν τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐπιστηθῇ ἰδιάζουσα προσοχὴ εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τῶν ἀοριστιῶν αὐτοῦ, εἰς τὰ σημεῖα τῶν ἀσαφῶν ἐννοιῶν νόμων τινῶν δυσερμηνεύτων καὶ πολλὰς καὶ ποικίλας ἐπιδεχομένων ἑρμηνείας, νὰ δοθῇ, λέγω, προσοχή, ὥστε ταῦτα νὰ καθορισθῶσιν, ἰδίως δὲ τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες θίγουσιν ἀμέσως, οἵτινες θίγουσι καιρίως, οἵτινες ἐξουδετεροῦσι καὶ ἐκμηδενίζουσιν ἱερὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Μία τῶν διατάξεων τούτων ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Διὰ δύο λέξεων, διὰ δύο ἁπλουστάτων λέξεων «ἐκτὸς τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος» καὶ μόνον ἐνόμισεν ὁ θεσμοθέτης τοῦ 1864 ὅτι ἔλυσε τὸ σοβαρὸν ζήτημα, τὸ πῶς πρέπει νὰ προφυλάξῃ τὸν πολίτην ἀπὸ τὸ κατώτατον ἐκτελεστικὸν ὄργανον τοῦ νὰ τὸν συλλάβῃ, νὰ τὸν δεσμεύσῃ, νὰ τὸν στερήσῃ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπάρχει περίπτωσις ἐκ τοῦ νόμου, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἔχει πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα ὅλως ἀορίστως δι’ ἑνὸς ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐτέθη μὲ φράσεις, τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τις καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ γνώσεις ἐπιστημονικάς, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀσαφοῦς καὶ ἀορίστου τούτου ἄρθρου στηρίζεται ἡ ἐφαρμογὴ πολυτίμου καὶ μεγίστης ἀξίας διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἀφορώσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς κοινωνικῆς αὐτοῦ ζωῆς. Ἐντεῦθεν τὸ ἄτοπον ὅτι αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ ἐν Ἑλλάδι—καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ—ἀπὸ τὴν ποινικὴν αὐτῶν Δικονομίαν ἔχουσι σχεδὸν ἐξαλείψει τελείως τὸ ἄρθρον τὸ κανονίζον τὰ τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος καὶ προστατεῦον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν αἰσθάνεται ὁ ἀστυνομικός, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον κώλυμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν χεῖρα αὑτοῦ ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος δὲν τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξεπλάγην χθές, ὅτε ἀγαπητὸς συνάδελφος ἀνέφερε πρὸ ἡμῶν ὅτι δὲν ἐδίστασεν ἀστυνόμος τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀδίκημα αὐτόφωρον, ἀδίκημα τὸ ὁποῖον πρὸ ἓξ ὅλων μηνῶν καὶ πλέον εἶχεν ἐκτελεσθῆ.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δικαστικῶς.
§115Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Πολὺ περισσότερον. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω ἓν ὅμοιον παράδειγμα, συμβὰν μόλις πρὸ 8 ἡμερῶν ἐν αὐτῇ τῇ Χαλκίδι, παράδειγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλετε πεισθῆ ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐν Ἑλλάδι ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς.
§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;
§117Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Θὰ προτείνω νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θεωρεῖται αὐτόφωρον τὸ ἀδίκημα. Καὶ ναὶ μὲν δύναται νομοθετικῶς νὰ καθορισθῇ τοῦτο, ἀλλὰ δι’ ὅσων εἶπον καὶ θὰ εἴπω φρονῶ ὅτι ὁ καθορισμὸς οὗτος εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἤδη καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἕως τώρα οὐδὲν ἐγένετο, οὐδεμία νομοθετικὴ πρόνοια ἐλήφθη ἐπὶ πεντήκοντα ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ τοσαῦτα ἄτοπα συνέβησαν. Χωρικός τις ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἠγόρασεν 20 δραχμῶν καὶ λεπτῶν τινων ἀξίας ἄλευρον, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἐπὶ τοῦ διτρόχου του καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ χωρίον του τὴν παραμονὴν τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῶν Ἀπόκρεων. Ἰσχυρίζετο ὅτι κατέβαλε τὸ ἀντίτιμον εἰς τὸν πωλητήν, ἀλλά, ἐνῷ αὐτὸς αὐτὸ ἰσχυρίζετο, τὴν ἑπομένην ὁ βραχίων τοῦ Ἀστυνόμου διετάραξε τὴν εὐδαιμονίαν του, καὶ ἐν τοιαύτῃ ἡμέρᾳ τὸν συνέλαβεν ἀποσπάσας αὐτὸν ἐκ τῆς οἰκογενείας του καὶ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὸ κρατητήριον. Συνελήφθη τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος, διότι ὁ ὑπηρέτης τοῦ καταστήματος εἶπεν ὅτι δὲν κατέβαλε τὸ ἀντίτιμον, καὶ διὰ μίαν τοιαύτην πρᾶξιν, ἥτις ἄλλως δὲν ἔφερε ποινικὸν χαρακτῆρα, μετὰ μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν δὲν ἐδίστασεν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ νὰ τὸν φυλακίσῃ. Ἀλλὰ μήπως τὸν προσήγαγεν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἀμέσως; Ἡ ἡμέρα τῶν ἀπόκρεων δὲν ἔδιδε τὸν καιρὸν εἰς τοὺς χωροφύλακας νὰ τὸν φέρωσιν εἰς τὴν Χαλκίδα. Καὶ ὁ εὐυπόληπτος αὐτὸς πολίτης—διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀθῷος—διέμεινε τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐντὸς τοῦ κρατητηρίου τῆς Ἀστυνομίας τοῦ χωρίου. Τὴν ἑπομένην, τὴν Καθαρὰν Δευτέραν, μετεφέρθη εἰς Χαλκίδα καὶ ἠναγκάσθη νὰ διέλθῃ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κρατητήριον τῆς πόλεως, διότι ἡ ἡμέρα ἐκείνη δὲν καθίστα εὐχερῆ τὴν προσαγωγὴν αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ, ὅτε τὴν ἑπομένην προσήγετο ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως Χαλκίδος, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος ἀμέσως καὶ διαπορῶν καὶ ἐκπληττόμενος διέταξε τὴν ἀπόλυσίν του λέγων ὅτι ἴσως ὁ νόμος ὁ τελευταῖος ὁ περὶ τιμωρίας τῶν ψευδῶν μηνυτῶν, ὁ καταψηφίζων εἰς τὸν ψευδῶς μηνύοντα τὴν δικαστικὴν δαπάνην, εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, δι’ ἧς δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν πτωχὸν αὐτὸν πολίτην. Ποῖαι εἶναι, Κύριοι, αἱ συνέπειαι μιᾶς τοιαύτης παρανόμου ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν; Εἶναι μόνον ἡ ἀναίρεσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου; Ἀλλ’ ἡ ἀναίρεσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔχει ὡς ἀναπόφευκτον συνακολούθημα τὴν ἀναίρεσιν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐμπέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ χωροφύλακος, θὰ διασυρθῇ, θὰ διαπομπευθῇ καὶ θὰ περιαχθῇ δίκην φρικώδους ἐγκληματίου μέχρις ὅτου προσαχθῇ καὶ ἐγκλεισθῇ εἰς τὸ κρατητήριον. Ἀλλ’ εἶναι μόνον ἡ φοβερὰ αὕτη συνέπεια, ἢ δὲν εἶναι καὶ ἡ ἑτέρα ἐπίσης σπουδαία, ὅτι τοιαῦτα συχνάκις παρουσιαζομένη ὡς πράττουσα ἡ ἀρχὴ κλονίζει αὐτὴ ἑαυτήν, συγκλονίζει αὐτὴ αὕτη τὸ κῦρός της, ἐμβάλλει εἰς τὸν πολίτην τὴν δυσπιστίαν, ἐμβάλλει εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν ὅτι εὑρίσκεται πρὸ ἐχθροῦ, ὅστις καὶ εἰς τὴν ἐλαχίστην περίπτωσιν, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ὅτι, κατὰ τὴν ὁποίαν διέπραξε παράπτωμά τι, ὄχι σπουδαῖον, ἐπέρχεται κατ’ αὐτοῦ, ἵνα τὸν κατεξευτελίσῃ, ἵνα τὸν καταρρακώσῃ, ἵνα τὸν καταστήσῃ καὶ αὐτὸν δυστυχῆ καὶ τὴν οἰκογένειάν του; Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ βαρεῖα συνέπεια, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐπίσης σοβαραὶ συνέπειαι παρακολουθοῦσι τὴν παράνομον ταύτην ἐνέργειαν τοῦ ὀργάνου τῆς Πολιτείας. Δι’ ἐλαχίστης ἀξίας διαφοράν, διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα οὐδένα κλονισμὸν θὰ φέρωσιν οὐδὲ εἰς τὸν πολίτην οὐδὲ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τὸ παράπτωμα, ἡ τοιαύτη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνέργεια ἐμβάλλει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τοῦ ἐνόχου ἀκόμη τὸ μῖσος κατὰ τοῦ παθόντος, καὶ τοιουτοτρόπως ὑποθάλπεται καὶ ὑποβοηθεῖται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας διὰ τῆς ἀτελείας τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ἀτελείας τοῦ δικονομικοῦ ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἡ ἔρις καὶ τὸ πάθος, καὶ προκαλεῖται τὸ ἔγκλημα. Μόνον ὅσοι διήνυσαν τὸν βίον αὐτῶν ἐγκεκλεισμένοι εἰς τὰ σπουδαστήριά των καταγινόμενοι εἰς μελέτας συγγραμμάτων καὶ εἰς συγκρίσεις τῶν διαφόρων Συνταγμάτων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ὅπου ὅμως κατ’ ἀντίθεσιν τῶν παρ’ ἡμῖν τὰ πάντα λειτουργοῦσι καλῶς, μὴ εἰσελθόντες δὲ εἰς τὴν τύρβην τῆς κοινωνίας, μηδὲ ἔχοντες τὰ ἐφόδια τῆς πείρας ἀγνοοῦσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν λαμβάνουσι χώραν, καὶ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς σχεδὸν καθ’ ἑκάστην σφαγιάζεται ὁ νόμος καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, μόνον ἐκεῖνοι, λέγω, δύνανται νὰ παραμένωσιν ἀδιάφοροι ἢ θεωροῦσι περιττὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ διορθωθῇ ἔλλειψις, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὴν χώραν ἡμῶν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως οὐχὶ πεπολιτισμένην καὶ μεταβάλλει εἰς ἁπλῆν σκιὰν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Πεντηκονταετὴς ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν ἀόριστον φράσιν τοῦ 5ου ἄρθρου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατέστησαν ἀπαραίτητον τὴν ἀποσάφησιν καὶ τὸν χρονικὸν καθορισμὸν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, ὥστε νὰ εἶναι σαφὴς καὶ ἀντιληπτὸς καὶ εἰς τὰ κατώτερα ἐκτελεστικὰ τῶν ἀρχῶν ὄργανα. Ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλο τι, διότι συνομολογῶ ὅτι ὁ τέλειος ὁρισμὸς ὅλων τῶν λεπτομερειῶν δὲν εἶναι ἐντελῶς εὐχερής, τοὐλάχιστον ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ὁρισθῇ μέχρι τίνος χρονικοῦ ὁρίου δύναται τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα νὰ θεωρῆται τοιοῦτον καὶ ἀπὸ τίνος σημείου καὶ πέρα παύει νὰ θεωρῆται τοιοῦτον. Οὐδεμία ζημία ἐκ τοῦ τοιούτου χρονικοῦ περιορισμοῦ οὐσιαστικὴ ἀπειλεῖται κατὰ τῆς Πολιτείας ἢ τοῦ παθόντος, διότι ὁ ἔνοχος ἀδικήματος δὲν θὰ ἀποφύγῃ ἐκ τούτου νὰ δώσῃ λόγον τῆς πράξεώς του ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τιμωρηθῇ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ αʹ παράγραφος τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος: «ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος...» διὰ τῆς προσθήκης «ὅπερ μόνον ἐντὸς 12 ἢ ἔστω 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως δύναται νὰ θεωρῆται ὡς τοιοῦτον» καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι οὕτω φρονῶ ὅτι θέλει τεθῆ φραγμός τις εἰς τὰς πολλὰς καὶ συνήθεις παρεκτροπὰς τῶν ὀργάνων τῶν ἀρχῶν καὶ θέλει ὁπωσδήποτε προστατευθῆ τὸ σπουδαιότερον δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅπερ ἤδη εἶναι ἐγκαταλελειμμένον εἰς πᾶσαν αὐθαιρεσίαν.
§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ἀκριβῶς ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπιθυμῶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰς ἀναπτυχθείσας ἤδη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τροπολογίας, θέλουσι πεισθῆ ὅτι πᾶσαι αἱ ἀντιλήψεις αὐτῶν πληροῦνται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν. Ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι πολλαὶ ἐκ μέρους πλείστων, εἰς τὰς ὁποίας πάσας κοινὸν μειονέκτημα εὑρίσκω τοῦτο· ὅτι αἱ μέν, καὶ εἶναι αἱ ὀλιγώτεραι, ἀνευρίσκουσιν ἐλλείψεις εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, ἐλλείψεις ὅμως τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀνεύρωσιν εἰς τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν, αἱ δὲ ἀριθμοῦσιν ἐλλείψεις πολλάς, αἱ ὁποῖαι οὔτε τοῦ Συντάγματος ἐλλείψεις εἶναι οὔτε τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ εἶναι ἐλλείψεις τῆς ἐφαρμογῆς. Κέντρον πολλῶν συζητήσεων καὶ ἀναπτύξεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐπρωτοστάτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἀπετέλεσεν ἡ ῥήτρα ἐκείνη τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν «ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν τὸ πολὺ ἀπὸ τῆς συλλήψεως». Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ διατύπωσις θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὰς καταστρατηγήσεις καὶ τοὺς κινδύνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἱστορία τῆς διατάξεως, διότι ἡ ἰσχύουσα Ποινικὴ Δικονομία καθώριζεν ἤδη τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤδη ἀγωνιζόμεθα νὰ θεμελιώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐπηκολούθησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ μετ’ αὐτὸ τὸ τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῶν μᾶλλον φιλελευθέρων ὁρμώμενον καὶ ἵνα περιορίσῃ τὰς ὑπερβασίας τὰς ἐναντίον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διὰ τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ 24ώρου καὶ ἐκεῖ, ἔνθα οὐδεμία παρίστατο ἀνάγκη, ἔθετο τὸν ὅρον «ἄνευ ἀναβολῆς». Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἐπεδιώκετο σύντμησις τῆς προθεσμίας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ ἐφαρμογὴ ἦλθε καὶ ὑπερηκόντισε τὸ εἰκοσιτετράωρον. Ἤδη ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ εἰκοσιτετράωρον. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ, ὄχι τόσον, ἂν ἐπακολουθήσῃ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ δικονομικὴ νομοθεσία πληρεστέρα, ἀλλὰ κυρίως, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐφαρμογὴ εὐλαβεστέρα, διότι ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑπερβασίας τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων καὶ οὐχὶ ἐνίοτε τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, εἶναι δυστυχῶς κατώτερα τῶν ἀληθῶν. Ἀλλὰ τὸ σφάλμα δὲν εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ· τὸ σφάλμα βαρύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους, καὶ ἔτι πλέον, εἰ δυνατόν, τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐφορεύουσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἰδίᾳ τὸ κέντρον, τὸ ὁποῖον δίδει τὸν τόνον καὶ τὴν προσήκουσαν ὤθησιν καὶ εἰς τοὺς ἐφαρμόζοντας τὸν νόμον καὶ εἰς τοὺς ἐφορεύοντας τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Εἰς τὰ σημεῖα δὲ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δύναταί τις νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα ἔχομεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐδόθη μέχρι τοῦδε ἡ προσήκουσα προσοχή. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ἀναζητῶμεν ἐλλείψεις εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἀφοῦ αὗται κεῖνται εἰς τὰς ἐφαρμοζούσας ἀρχὰς καὶ ἀκόμη περισσότερον εἰς τὰς ἐποπτευούσας τὴν ἐφαρμογὴν ἀρχάς. Θὰ ἦτο προτιμότερον ἑκάστοτε νὰ ἐλέγχηται πρωτίστως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν δεδομέναις περιστάσεσιν ὡρισμέναις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔλαβε χώραν ἐφαρμογὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στραγγάλισμα τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων πρὸς παραβίασιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, παρὰ νὰ στρέφηται αἰτίασις κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἢ νὰ γίνηται ματαιοπονία καὶ προσπάθεια πρὸς περίληψιν διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αὐτὴ θὰ ἦτο ἐπαρκής, ἵνα περιφρουρήσῃ τὴν οὕτω παραβιαζομένην προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἤδη ὡς κεῖται ἡ διάταξις, μακρὰν τοῦ νὰ ὑπονοῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποπτεύονται πολλοί, τουτέστιν ὅτι δύναται δυνάμει αὐτῆς πάντοτε νὰ κρατῆται ἐπὶ 24 ὥρας ὁ συλληφθείς, ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην, περὶ τῆς ὁποίας νομίζω ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος· ὅτι, ἂν καὶ ἐπὶ μίαν μόνον ὥραν ἀναβληθῇ ἡ προσαγωγή του, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ὑπάρχει περίπτωσις παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ περίπτωσις καταδιώξεως τοῦ κρατήσαντος τὸν συλληφθέντα· καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ προσαγωγὴ μετὰ ἓν μόνον τέταρτον ἀπὸ τῆς συλλήψεως καὶ παροραθῇ τοῦτο, βεβαίως ὑπάρχει παράβασις, ὑπάρχει περίπτωσις καταδιώξεως ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει.
§119ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κατακρατῇ ἐπὶ 24 ὥρας;
§120Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀμφιβολίας ἐγέννησεν ἡ ἀναγραφὴ τῆς προθεσμίας 24 ὡρῶν, διότι ἐφοβήθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μήπως δι’ αὐτῆς ἤθελον ἀποκτήσει δικαίωμα αἱ καταδιωκτικαὶ ἀρχαὶ νὰ ἐξαντλήσωσι τὸ εἰκοσιτετράωρον. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰς ἀμφιβολίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως συνέβαλεν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἡ δοθεῖσα ἀπὸ ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπιτροπήν· λέγει δηλ. ἡ διατύπωσις «ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως, ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς προσαγωγὴν χρόνου». Ἐκ τῆς ἀντιθέσεως αὐτῆς ἠδύνατο νὰ πιστευθῇ ἴσως ὅτι, ἀφοῦ ἀπολύτως ἀναγκαῖος χρόνος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν μίαν περίπτωσιν, δηλ. ὅταν ἡ σύλληψις γίνηται ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν. Λέγω λοιπὸν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τροποποίησις οὕτω πως: «προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως πρὸς μεταγωγὴν ἀπαιτουμένου χρόνου, ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς 24 ὡρῶν». Ἡ διατύπωσις αὕτη θὰ ἐξασφαλίσῃ τοῦτο· ὅτι θὰ ἐπακολουθήσωσιν αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 5 εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ἀπολύτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν προσαγωγὴν χρόνος εἶναι κατώτερος τῶν 24 ὡρῶν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκω νὰ τεθῇ, δηλ. ὁ παλαιὸς ὅρος, ἐπιτυγχάνεται, ὑπάρχει δὲ καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 24 ὡρῶν.
§121ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μεταβολὴ τῆς διατάξεως.
§122Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι μεταβολή.
§123ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθοτάτη εἶναι ἡ παρατήρησις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὅτι τοιαύτη τις διαρρύθμισις θὰ ἀπετέλει μεταβολὴν τῆς διατάξεως καὶ θὰ καθίστα ἀναγκαίαν τὴν παραπομπὴν αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς νέαν μελέτην. Καί, ἂν μὲν ἦτο τοῦτο ἀναγκαῖον, ἔδει βεβαίως νὰ γίνῃ· ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως περιττόν. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἀπὸ ἀγαθῆς πίστεως ἀπορρέουσαν δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι, ὡς συνάγεται ἐκ τοῦ δευτέρου κώλου τῆς φράσεως, ὅτι βεβαίως κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου χρόνου πρέπει νὰ γίνηται ἡ προσαγωγή· ἐν τούτοις εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ γίνεται ἡ σύλληψις, τὸ ὑπέρτατον ὅριον, πέρα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ κρατηθῇ, εἶναι τὸ εἰκοσιτετράωρον. Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις, νομίζω ὅτι αἱ τόσον πανηγυρικαὶ δηλώσεις τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωσιν ἐκποδὼν πᾶσαν δυνατὴν ἀμφιβολίαν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ προσθέσω ὅτι ἀτελὴς θὰ ἦτο καὶ αὐτὴ καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἂν δὲν ἐπακολουθήσῃ διαρρύθμισίς τις τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἣν ἐν καιρῷ θέλομεν εἰσηγηθῆ. Πλειότερα ἐρρήθησαν καὶ μᾶλλον δεδικαιολογημένα, ἀναγόμενα εἰς τὰς συλλήψεις τὰς γενομένας ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἠκούσθησαν πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐγένετο δὲ ἀγὼν ἐπίμονος πρὸς ἐπιτυχίαν εἰδικωτέρου καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προσαγωγῆς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν οὗτος ἀπέβη μάταιος, διότι καὶ ἡ διαφορὰ τῶν ἀποστάσεων ἡ ποικίλη καὶ ἡ διαφορὰ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καθιστᾷ ἀδύνατον οὐ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν νόμον αὐτόν, τὸν εἰδικὸν καθορισμὸν τῶν ποικίλων περιστάσεων, πέρα τῶν ὁποίων νὰ θεωρῆται ὡς παρανόμως κατακρατήσας ὁ ὑπάλληλος, ὁ συλλαβὼν τὸν πολίτην. Καὶ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα οὐχὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ κυρίως μὲν τῆς νομοθεσίας καὶ ἔν τινι μέτρῳ τῆς ἐφαρμογῆς. Ὑπ’ ὄψει ἔχομεν συμπληροῦντες ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ δι’ ὀργανικῶν νόμων, ὅσας ἔχουσιν ἀνάγκην τοιούτων πρὸς ὀρθὴν ἐφαρμογήν, καὶ δυστυχῶς εἶναι πολλαί, αἵτινες δὲν εὑρίσκονται εἰς ἁρμονίαν μετὰ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, νὰ εἰσηγηθῶμεν καὶ μεταρρυθμίσεις τινὰς σχέσιν ἐχούσας μὲ τὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀρθῇ καὶ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐναργῶς ἐσημειώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σχετικῶς μὲ τὰς συλλήψεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀρκοῦμαι σήμερον νὰ σημειώσω τὴν πρακτικωτάτην διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἰταλικὴ ποινικὴ δικονομία εἰς τὸ ἄρθρον 195, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ συλλαμβανόμενος ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ δὲν προσάγεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν τῆς ἕδρας, ἀλλ’ εἰς τὸν πλησιέστερον εἰρηνοδίκην. Ἐκεῖνος προβαίνει εἰς προχείρους τινὰς ἐξελέγξεις ὁριζομένας εἰδικῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 195, ἐξακριβώνει τὴν ταυτότητα, τὸ κῦρος τοῦ ἐντάλματος, ἐξακριβώνει τὸ ἄλλοθι, ἂν τοῦτο ἰσχυρίζηται ὁ συλληφθείς, καὶ ἢ κρατεῖ τὸν συλληφθέντα ἢ ἀπολύει τοῦτον συνεννοούμενος μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε δὲν παρίσταται ἡ ἀνάγκη τοῦ φαινομένου τούτου, τῆς μεταγωγῆς τοῦ συλληφθέντος ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμὸν καὶ τῆς παρελεύσεως καὶ πέντε καὶ ὀκτὼ ἡμερῶν μέχρις οὗ ὁ συλληφθεὶς προσαχθῇ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ἀναλόγους διατάξεις περιέχει καὶ ἡ Γερμανικὴ ποινικὴ δικονομία. Ἀναφέρω ταῦτα, διὰ νὰ καθησυχάσω τὴν ἐξεγερθεῖσαν συνείδησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ νὰ πιστεύσητε ὅτι ταῦτα εἶναι ἔργον νομοθετικῆς προνοίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεδειγμένη νὰ ληφθῇ ταχέως, καὶ θὰ γίνῃ βεβαίως, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἤθελον παραγάγει ἡμῖν τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡ προσκομιζομένη πᾶσα νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου διετυπώθησαν ἐπίσης ἀπὸ τοῦ βήματος αἱ ὑπερβασίαι αἱ γενόμεναι, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουσι τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς κειμένης νομοθεσίας κατακρατοῦσαι παρανόμως τοὺς συλλαμβανομένους. Καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν ὡς φάρμακον νὰ τεθῇ ἐν τῇ διατάξει ὅτι ἡ τιμώρησις θὰ γίνεται καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις. Φαίνεται δὲ ὅτι τοιαῦταί τινες ἀντιλήψεις ἐπεκράτησαν καὶ ἐν τῇ συντακτικῇ ἐπιτροπῇ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς αὐτῆς ἐκθέσεως. Ἀποκρούω διαρρήδην τὴν προσθήκην τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπόν, πρὸς τὸν ὁποῖον τείνουσιν οἱ ὁμιλήσαντες· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἀπαλλαγή των μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα παραβάσεως τῶν κειμένων διατάξεων καὶ ὅτι, ἂν αὗται προσηκόντως ἐφηρμόζοντο, θὰ ἦτο δυνατὸν οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν παράνομον κατακράτησιν, νὰ διαφύγῃ. Διότι ἀπαιτεῖ μὲν ἡ κειμένη διάταξις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως δολίαν προαίρεσιν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόησε τὴν κακοβουλίαν ἀπὸ μέρους τοῦ κατακρατοῦντος· ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ἁπλῆ γνῶσις ὅτι κρατεῖ τινα, ἐνῷ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κρατήσῃ αὐτόν, ὅπως θεωρηθῇ ἐν δολίᾳ προαιρέσει, καὶ ἀδιάφορον εἶναι διὰ τίνα σκοπὸν ἐνεργεῖ τὴν κατακράτησιν. Ἂν πρὸς ὕπαρξιν δολίας προαιρέσεως ἀπῃτεῖτο κακοβουλία ἢ ἰδιοτέλεια, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν πάντως ἡ κατακράτησις θὰ ἐνηργεῖτο ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ οὐδεμία διάταξις θὰ δύναταί ποτε νὰ περιστείλῃ ταύτην. Φρονῶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ὅτι χάριν μείζονος προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δυνάμεθα ἀκόμη καὶ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἐκείνην τὴν δολίαν προαίρεσιν ὑπὸ πᾶσαν τὴν εὐρύτητα, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ ποινικῇ καὶ νὰ θεσπίσωμεν ὅτι ὑπάρχει παράνομος κατακράτησις καὶ εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἴσως ἠμέλησέ τις νὰ διαγνώσῃ, ἂν ἄνευ δικαιώματος κατακρατεῖ· νὰ δώσωμεν τουτέστι μεγαλειτέραν ἔκτασιν εἰς τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις τῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα μεταβολῆς τῆς ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἤδη ὡς ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν εἶναι ἁπλῆ ἡ παρατήρησις αὕτη, ἀλλ’ εἶναι σπουδαία κατὰ τοῦτο· ἐὰν θελήσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ εὑρεθῶμεν ὑπὸ νομοθεσίαν τιμωροῦσαν δι’ εἱρκτῆς τὴν παράνομον ἐν γένει κατακράτησιν, ἄρα καὶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐξ ἀμελείας κατακρατήσει, ὅπερ ἐννοεῖται κατὰ μείζονα λόγον ὅτι δὲν θὰ ἐφηρμόζετο ποτέ· ἐννοῶ νὰ εἰσαγάγωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἀλλὰ μὲ ἐλαφροτέρας ποινάς, αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἀκριβῶς δὲ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ ὅτι εἶναι μὲν λίαν δικαιολογημένη ἡ προσφυγὴ εἰς ποινὰς καὶ διατάξεις, προκειμένου περὶ ἀποτροπῆς τῶν κινδύνων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἐλάττωμα τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἔν τινι μέτρῳ ἐλάττωμα τῆς νομοθεσίας, καὶ ἐν μεγίστῳ μέτρῳ ἐλάττωμα τῆς ἐφαρμογῆς. Τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐφαρμογῆς θὰ ἀρθῇ διὰ τῆς κοινῆς συμπράξεως ὅλων.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θέλομεν δικαστάς.
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχομεν δικαστάς, ὅταν ἔχωμεν τοὺς ἐφορεύοντας τῶν δικαστῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ κατανοηθῇ ὅτι, ἐὰν γεννηθῇ ἡ πεποίθησις διὰ τῆς ἐφαρμογῆς, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ καταδίωξις δὲν μένει γράμμα κενόν, ἀλλ’ εἶναι θεσμὸς ζῶν, ἐὰν ἡ πεποίθησις αὕτη γεννηθῇ καὶ εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τὰς εἰσαγγελικάς, τὰς ἐφορευούσας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, διὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ κέντρου, τότε θέλουσιν ἐκλίπει οἱ τόσον ζωηρῶς εἰκονισθέντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κίνδυνοι τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
§127ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν δὲν παρενέβαινεν ἡ ὁμιλία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως αὐτοῦ. Εἰς τὸ γενικὸν μέρος αὐτοῦ ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς Νόμος ἀναγράφει τὸ μέτρον τῆς ποινῆς τῆς ἀμελείας· ἂν λοιπὸν τιμωρῆται ἡ ἐκ δολίας προαιρέσεως παράνομος κατακράτησις διὰ πολὺ μεγάλης ποινῆς, ἀναλόγως θέλει τιμωρηθῆ ἡ ἐξ ἀμελείας παράνομος κατακράτησις. Καὶ τοῦτο θὰ γένηται συμφώνως πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἂν ἠθέλομεν ὁρίσει ἄλλην ποινὴν διὰ τὴν ἐξ ἀμελείας παράνομον κατακράτησιν παρὰ τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ γενικοῦ μέρους τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τότε ἠθέλομεν περιπέσει εἰς μεγαλείτερον ἀτόπημα, διότι ἠθέλομεν ἀνατρέψει μίαν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα εἶναι περιττὰ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι παράνομος κατακράτησις ἐξ ἀμελείας εἶναι ἀδύνατον νὰ διαπραχθῇ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις· γνῶσις εἶναι ἡ δολία προαίρεσις, γνῶσις εἶναι καὶ ἡ ἀμέλεια. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ γνῶσις, οὔτε δόλος ὑπάρχει οὔτε ἀμέλεια. Ἐάν τις ὑπεχρεοῦτο νὰ ἔχῃ γνῶσιν καὶ δὲν ἔχῃ, παρέβη τὸ καθῆκόν του, παρέβη τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει πάντοτε ὑποχρέωσιν νὰ προσέξῃ μήπως θίξῃ τὴν προσωπικὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου· ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις δὲν ἐμερίμνησε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅτι παρανόμως κατακρατεῖ πολίτην τινά, ὁ δημόσιος ἐκεῖνος ὑπάλληλος εὑρίσκεται ἐν δολίᾳ προαιρέσει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, τοὐλάχιστον ὑπ’ ἐμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παράνομος κατακράτησις ἐξ ἀμελείας, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθότατα ἡ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν περὶ δόλου ἢ ἀμελείας, διότι πάντοτε θέλει νὰ τιμωρῆται ἡ παράνομος κατακράτησις, ὡς αὕτη ἐννοεῖται ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Ποινικοῦ Νόμου, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖ ἢ τὴν γνῶσιν, νὰ ἔχῃ τις γνῶσιν ὅτι παρανόμως κατακρατεῖ τινα, διότι ἄλλως ἤθελεν εἶναι ἄτοπον νὰ τιμωρῆταί τις ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ἐνῷ διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τούτου. Ἂν δὲν ἐμερίμνησεν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀμέλεια ἐν τούτῳ. Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ παράβασις καθήκοντος, παράβασις εἰς βαθμὸν ποινικὸν καὶ πειθαρχικόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ παράνομος κατακράτησις ἐξ ἀμελείας, διότι καὶ ἡ ἀμέλεια κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἡμετέρου Ποινικοῦ Νόμου νοεῖται τότε μόνον, ὅτε ἦτό τις δυνατὸν νὰ παρέβῃ ἐπιμελούμενος ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε, διότι, ἐὰν ὑπῆρξε μὲν ἀμέλεια, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τοῦτον τὸν βαθμόν, δὲν ὑπάρχει ἡ τιμωρουμένη ἀμέλεια, εἰς τὰς περιστάσεις δηλαδὴ ἐκείνας, καθ’ ἃς πᾶς τις θὰ ὑπελάμβανεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου τιμωρούμενον ἀποτέλεσμα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβληθῇ ἡ διατύπωσις ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀκόμη περισσότερον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια εἰς τὴν διάταξιν ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων, κύριοι συνάδελφοι, ἐλάχιστα θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς, διότι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοὐλάχιστον, πάντα τὰ λεχθέντα, πάντα τὰ ὑποβληθέντα, εἶχον ὑπ’ ὄψει παρανόμους πράξεις γενομένας μέχρι σήμερον. Ἐφ’ ὅσον αἱ τροπολογίαι λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν παρανομίας γενομένας μέχρι σήμερον, νομίζω, ὅτι αἱ τροπολογίαι δὲν ἔχουσι θέσιν. Ἔχω ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξ αἰτίας τῶν λεχθέντων ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, προκειμένου περὶ τῆς προλήψεως τῆς γενικῶς κρατούσης ὅτι αἱ Ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ δικαιοῦνται νὰ κρατῶσι τοὺς πολίτας ἐπὶ 24 ὥρας, κατ’ οὐδεμίαν διάταξιν νόμου. Οὐδέποτε νόμος τις ὑπῆρξε παρ’ ἡμῖν παρέχων εἰς αὐτὰς τοιοῦτον δικαίωμα.
§128Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Καὶ ὅμως δὲν ἐξακολουθεῖ αὐτὸ νὰ γίνηται;
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν καὶ τὸ μέχρι σήμερον γιγνόμενον παρανόμως ἐγίνετο.
§130Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ νὰ μεριμνήσωμεν. Διὰ ποῖον;
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδοὺ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο: Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ λέξις ἔγκλημα, γενικώτερον κειμένη, συμπεριλαμβάνει τά τε κακουργήματα καὶ τὰ πλημμελήματα, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰς πταισματικὰς παραβάσεις, ὡς τοῦτο ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἐκ τῆς διατασσομένης προσαγωγῆς πρὸς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτήν. Ἡ αὐτὴ δὲ ἔννοια τῆς λέξεως ἔγκλημα ὑπάρχει καὶ ἐν ἄρθρῳ 6 τοῦ Συντάγματος». Καὶ προχωρεῖ ἡ ἐπιτροπή: Κατ’ ἀκολουθίαν τὰ πταίσματα παραμένουσιν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, ἄνευ δὲ σχετικοῦ νόμου πᾶς ἕνεκεν αὐτῶν περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας ἐστὶν ἀντισυνταγματικός. Ἐντεῦθεν ἐπάναγκες ἀποβαίνει, ἵνα ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον εἰδικὸς νόμος ῥυθμίζων τὰ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβανομένων αὐτουργῶν πταίσματος, ἐπιτάσσων τὴν ἄμεσον ἀποστολὴν αὐτῶν πρὸς ἐξέτασιν παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ δικαστῇ ἢ ἀστυνομικῷ ὑπαλλήλῳ καὶ τὴν παραχρῆμα μετὰ τοῦτο ἀπόλυσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελε καταστῆ ἐφικτὴ καὶ ἡ παραχρῆμα ἐκδίκασις τῆς τοιαύτης παραβάσεως». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ δεκτὴ τροπολογία ἀφορῶσα τὰ πταίσματα. Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἔκαμε καὶ εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὴν ὁποίαν εὗρον ὀρθοτάτην, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν σύλληψιν ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη ἀναπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δύναται νὰ ἐπέλθῃ μία τις βελτίωσις τῆς ἐκφράσεως ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν πολλῶν συναδέλφων, ἴσως τοῦ μείζονος μέρους τῆς Βουλῆς.
§132Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλης τῆς Βουλῆς.
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύναται δὲ νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκφράσεως, ἢ ὡς προτείνει αὐτὴν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἢ ὡς προτείνει αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἥτις φαίνεται εἰς ἐμὲ ὀρθοτέρα, διότι εἶναι συντομωτέρα, διότι μεταβάλλει τὴν ἔκφρασιν ὀλιγώτερον.
§134Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ ἀναβολῆς καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν.
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Θὰ προστεθῶσι τρεῖς λέξεις: «ἄνευ ἀναβολῆς καί».
§136Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ προπαρασκευαστικὴ τοῦ σχεδίου ἐπιτροπὴ καὶ οἱ συντάξαντες τὸ προσχέδιον Βουλευταὶ ἠθέλησαν, τοῦ νὰ ἀσφαλίσωμεν πραγματικῶς τοὺς πολίτας ἀπέναντι αὐθαιρέτων συλλήψεων, πρέπει πραγματικῶς νὰ προφυλάξωμεν αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν 24 ὡρῶν, καὶ ἢ πρέπει βεβαίως νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, διότι βεβαίως, ὅταν ζητῶμεν τὸν ἀπολύτως ἀναγκαῖον χρόνον διὰ τοὺς ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ συλλαμβανομένους, νομίζομεν ὅτι πράττομεν μεγάλην ἀπερισκεψίαν θέτοντες 24 ὡρῶν προθεσμίαν διὰ τοὺς ἐντὸς τῆς ἕδρας αὐτοῦ.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ καταστῇ περιττὴ ἡ ἀγόρευσίς σας, ἐὰν ὁ Πρόεδρος διατάξῃ τὸν Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν προτείνω—ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς τροποποίησις παραπεμπομένη εἰς τὴν ἐπιτροπήν—, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὴν ἀκούσωμεν λοιπόν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἄνευ τινὸς ἀναβολῆς, τὸ βραδύτερον δὲ ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του».
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ ταῦτα, διότι ἀκριβῶς ἡ διατύπωσις ἐξασφαλίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν.
§141Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἦτο βεβαίως περιττὴ πᾶσα ἀγόρευσις, σκοπὸν ἔχουσα τὴν πρότασιν τροποποιήσεων σχετικῶν μὲ τὰς ἐπενεχθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ δύστηνον αὐτὸ ἄρθρον οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ὑπέδειξα καὶ ἐγώ· ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν βλάπτει.
§143Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θέλω νὰ τονισθῇ περισσότερον, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἐπακολουθήσῃ.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά· τὸ τελευταῖον ἄρθρον 5 ἔχει χρησιμότητα ἐνταῦθα.
§145Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἴσως τὸ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἔχει. Ἐσχάτως, κύριοι Βουλευταί, ἡ πολιτικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἑλλάδος ἐνεποίει αἴσθησίν τινα, τὴν ὁποίαν προξενεῖ δυσκρασία προδίδουσα νοσηρότητα πολιτειακήν. Πρὸς τοῦτο δ’ ἐκλήθησαν διάφοροι Μαχάοντες καὶ Ποδαλείριοι, ἵνα διαγνώσωσι τίνα τὰ νοσοῦντα καὶ τὰ δεόμενα θεραπείας ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Οἱ κληθέντες οὗτοι ἰατροὶ διέγνωσαν ὅτι νοσεῖ καὶ τὸ ἡμέτερον ἀτυχὲς Σύνταγμα εἴς τινα ἄρθρα αὐτοῦ· μεταξὺ δὲ τῶν νοσούντων κατελέχθη καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἀφοῦ κατέληξαν εἰς τὴν διάγνωσιν ταύτην, προέβησαν εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς θεραπείας ἐκείνης, ἥτις ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ, προέτειναν δὲ καὶ ἐγχείρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, προέτειναν καὶ ἔγχυσιν νέου αἵματος εἰς αὐτό. Ἡ ἐγχείρησις, ἥτις ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ κατὰ τοὺς θεράποντας ἰατρούς, ἦτο ἡ τῆς φράσεως «ἄνευ ἀναβολῆς», διότι ἴσως ἐθεώρησαν ὅτι ἡ φράσις αὕτη δὲν εἶχε τὸν τόπον αὐτῆς, ἢ δὲν ἠσφάλιζε τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν κέκληται ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ συζητούμενον ἄρθρον ἀρκούντως· πρὸς τοῦτο δὲ προέτειναν ἀντὶ τοῦ «ἄνευ ἀναβολῆς» ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἐντὸς 24 ὡρῶν καὶ ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου». Ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἐλάμβανε τηλεγράφημά τι, ἐν τῷ ὁποίῳ περιείχετο τὸ «ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα», καὶ ἕτερόν τι τηλεγράφημα λέγον «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου διὰ τὸ ταξίδιόν σας χρόνου πρέπει νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα», ἤθελον ἐρωτήσει, λέγω, οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ποία ἤθελεν εἶναι ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ; Ἆρά γε θὰ ἐνόμιζεν ὅτι συνεπείᾳ τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος πρέπει νὰ σπεύσῃ ἢ συνεπείᾳ τοῦ δευτέρου; Τουλάχιστον ἡ ἐμὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι, ὅταν μοὶ τηλεγραφήσῃ τις, ὅτι «ἄνευ ἀναβολῆς πρέπει νὰ μεταβῶ», δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον καιρὸν ἀχρησιμοποίητον, ἐὰν δὲ μοὶ τηλεγραφήσῃ «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου χρόνου», πάντοτε θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς συνθήκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι μίαν λογικὴν βραδύτητα εἰς οἱανδήποτε κίνησιν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν φρονῶ ἐπιτυχῆ τὴν ἐγχείρησιν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δὲν φρονῶ ὅτι ὁ ἐξοβελισμὸς τῆς φράσεως «ἄνευ ἀναβολῆς», ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς ὑπὸ τῆς φράσεως «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου» δίδει, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, περισσότερον τόνον εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προσαγωγῆς τοῦ συλληφθέντος ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§146Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρατηρήσητε καὶ τοῦτο, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐκεῖ ἦσαν ὅλα ἐντὸς αὐτῆς τῆς φράσεως περιειλημμένα, ἐνῷ ἐδῶ ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ δύο σταδίων. Τὸ «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου» εἶναι τὸ δεύτερον στάδιον.
§147Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καὶ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδεμία θὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ διασκευάσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο καλῶς τεθειμένον, διότι καλῶς, κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε οἱ πάντες, ὅτι δὲν ἐτέθη ἡ φράσις «ἄνευ ἀναβολῆς» τυχαίως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου πολλαὶ φράσεις ἐτυμολογήθησαν ὑπὸ τῶν διακεκριμένων συζητητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ νομοθετῶν, καὶ ἐν τούτοις ὅλων τῶν φράσεων ἐκείνων προεκρίθη ἡ φράσις «ἄνευ ἀναβολῆς», ὡς δίδουσα ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ ἔχῃ ἡ φράσις, τὴν ἔννοιαν τῆς ταχίστης τουτέστι προσαγωγῆς ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τοῦ συλληφθέντος. Ἀλλὰ παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ὅτι ἐκτὸς τῆς φράσεως ταύτης ἐτέθη καὶ ἑτέρα, ὅτι: «ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν».
§148Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ πρέπει νὰ προσαχθῇ εἰς αὐτὸν ἄνευ ἀναβολῆς καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἐὰν δὲ ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου», διότι ἐκεῖ δὲν δύναταί τις νὰ προσδιορίσῃ.
§149Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πολὺ ὀρθὸν τοῦτο. Θέλω ὅμως νὰ εἴπω, τοῦτο, ὅτι ἐξοβελίζοντες τὴν φράσιν «ἄνευ ἀναβολῆς», θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν χρῆσιν πολλῶν φράσεων. Ὑπομιμνήσκων δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνας τὰς λογικωτάτας, αἵτινες ἠγέρθησαν κατὰ τῆς φράσεως «ἐκτὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν», ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἀσφαλῶς θὰ δώσῃ πᾶσα ἀρχή, παρὰ τὴν ὀρθοτάτην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν φράσιν «ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν». Ὅτε τοιαῦται ἔννοιαι προκύπτουσι, τίς εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐξοβελισμοῦ τῆς φράσεως αὐτῆς;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτέθη ἡ φράσις.
§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέθη, ἀλλ’ ἀναιρεῖται ἡ φράσις αὐτή.
§152Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Διὰ νὰ τεθῇ τὸ «ἄνευ ἀναβολῆς», τοῦτο δεικνύει, ὅτι ἡ φράσις αὐτὴ μόνον εἶναι ἀπαραίτητος. Εἰς τὰ Συντάγματα τίθενται αἱ φράσεις αἱ ἀπαραίτητοι καὶ οὐδὲν ἄλλο, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ὅλην ἔννοιαν. Θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτων, ὅτι δὲν εἶναι εὐκταῖον νὰ ἐπιχειρῶμεν μεταρρυθμίσεις συνταγματικῶν διατάξεων, ὅταν δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη θεραπεία ἐπέρχεται εἰς τὸ νοσοῦν ἄρθρον διὰ τῆς ἐγχύσεως νέου αἵματος, διὰ διατάξεως πρῶτον ἤδη τιθεμένης καὶ ἐχούσης οὕτως: «Ὑποχρεοῦνται δ’ εἰς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν 10 δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τις: εἶναι σκόπιμος ἡ προσθήκη αὕτη, δύναται νὰ φέρῃ θεραπείαν τινὰ εἰς τὸ μέχρι τοῦδε κακὸν τῆς ἀτιμωρησίας τῶν παρανόμως κατακρατούντων; Ἡ διάταξις ἐπιτείνει ἀναμφιβόλως τὰς μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλομένας ποινὰς ἀπὸ τὸν νόμον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτροπῆς τοῦ ἀδικήματος τῆς παρανόμου κατακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ τοσοῦτον αἱ ποιναὶ αὗται, ὥστε νὰ πεισθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι συντελεστικαὶ αὗται καὶ μόναι εἰς τὸ νὰ ἀποτρέψωσι τὸ ἀδίκημα; Τουλάχιστον καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, οὐχί. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Τὰ Δικαστήρια, ἅτινα ἀτυχῶς δὲν ὑψώθησαν εἰσέτι εἰς τὴν ἀντίληψιν ἐκείνην τὴν δικαστικήν, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος καὶ ἀλληλεγγύης, μέχρι σήμερον δὲν ὑπῆρξαν αὐστηρὰ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτων ποινῶν. Ἀλλά, ὅτε ἔχομεν τοιοῦτον καθεστώς, εἶναι φρόνιμον νὰ ἐπιτείνωμεν τὰς ποινὰς καὶ δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιτάσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὗται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων; Ἴσως μέ τινα ἄλλην συμπλήρωσιν θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ διάταξις. Ὡς ἔχει ἤδη, ὡς εἶπον, ἔσται ἐντελῶς ἀλυσιτελὴς εἰς τὴν προστασίαν τοῦ παρανόμως κατακρατηθέντος. Διότι εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εἰσπράξῃ ὁ παρανόμως κατακρατηθεὶς χρηματικὸν ποσὸν παρὰ τοῦ καταδικασθέντος τυχὸν ὑπαλλήλου, ἀνωτέρου ἢ κατωτέρου ὀργάνου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐπιδικασθέντος εἰς αὐτόν; Δι’ αὐτὸ ἤθελον προτείνει προσθήκην τινά, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν, τῆς πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῆς ἐπιδικαζομένης χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι τότε ἴσα–ἴσα θὰ ἦσαν ἀνεφάρμοστοι αἱ διατάξεις αὗται, διότι οἱ δικασταὶ οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι ποινὴν καὶ ἐπιδικάζουσαν καὶ τὴν πληρωμὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοιούτου ποσοῦ. Ἐκ τῶν λόγων τούτων, κύριοι Βουλευταί, εὑρίσκω κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι περιττεύει καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Καὶ θὰ εἴπῃ τις: δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι συμβαίνουσι παράνομοι κατακρατήσεις καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Βασιλείου καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια τις περὶ τούτου; Λίαν εὐστόχως καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι γίνεται ὑπέρβασις καταχρήσεων, ἀλλ’ ἡ περιστολὴ τούτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ θεραπεία τούτων καὶ ἡ περιστολὴ τούτων γίνεται διὰ νομοθετικῆς προνοίας, ὡς ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι δυνατὸν διὰ νομοθετικῆς προνοίας νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἔλλειψιν προνοίας τοιαύτης ὀφείλεται τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων τῶν κειμένων νόμων. Ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλος τις οὐσιωδέστερος λόγος. Ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης ἐντυπώσεως ἐκ παρανόμου κατακρατήσεως παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ἐξ ἀδικίας κατὰ τοῦ ἱερωτάτου δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ἡ κοινωνία ἡμῶν φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ θεωρήσῃ ὡς ἔγκλημα τὴν παράνομον κατακράτησιν, τότε θὰ περιορισθῇ αὕτη. Καὶ ἄν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρξῃ δικαιοσύνη αὐστηρῶς ἐποπτεύουσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ τότε ἀκόμη δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον μέχρι τοῦ δυνατοῦ ὁρίου τῆς περιστολῆς τοῦ ἀδικήματος. Διότι τὸ δραστηριώτερον μέσον πρὸς τοιαύτην περιστολὴν εἶναι ἡ κοινὴ ἐξέγερσις κατὰ τῶν παρανόμων κατακρατήσεων. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀσθενεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐγχειρήσεων, οὔτε ἔχει ἀνάγκην ἐγχύσεως νέου αἵματος. Ἐὰν δύναταί τις νὰ τὸ παραβάλῃ πρὸς δένδρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μὴ παρουσιάζῃ ἐκ πρώτης ὄψεως εὐρωστίαν καὶ θαλερότητα, πρέπει νὰ πεισθῶμεν ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι αἱ ῥίζαι αὐτοῦ δὲν εἰσέδυσαν ἀκόμη κατὰ βάθος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἂς μὴ σπεύδωμεν λοιπὸν νὰ τὸ διασείωμεν, ἐπ’ ἐλαχίστῃ ἀφορμῇ, διότι δυνατὸν νὰ προξενήσωμεν ἀντὶ ὠφελείας βλάβην.
§153Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος...
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§155Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑπερκόπωσίν σας, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ εἶμαι σύντομος.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἡ Συνέλευσις συνεζήτησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας.
§157Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθυτάτης νυκτὸς ἠσχολήθη ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ πολὺ δικαίως, διότι, ὅπως βλέπετε, πρόκειται νὰ δώσωμεν τὸ ἱερόν, τὸ ἀτομικὸν ἐκεῖνο δικαίωμα εἰς χεῖρας ὀργάνων, καὶ ὀργάνων τοιούτων, ὁποῖα τὰ παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ στεναγμοὶ τῶν πολιτῶν ἔφθασαν καὶ εὗρον ἠχὼ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι ἄξια ὄντως συγχαρητηρίων ἡ ἐπιτροπή.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπιτροπή;
§159Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπιτροπή ἐπιτρέπει...
§161Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπει καὶ δικαίως, διότι «ὅπου τις ἀλγεῖ ἐκεῖ καὶ τὸν νοῦν ἔχει». Ὁ Θεσμὸς τῆς προφυλακίσεως, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι εἶναι θεσμὸς βλαβερός, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι τὰ Συντάγματα καὶ αἱ Πολιτεῖαι προκειμένου νὰ περιορίσωσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου μετὰ μεγίστης προσοχῆς ν’ ἀποφασίζωσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἠδύνατο νὰ προληφθῇ διὰ μιᾶς λέξεως, ὅτι καταργεῖται ἡ προφυλάκισις παρ’ ἡμῖν.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 6 ὁμιλεῖ περὶ προφυλακίσεως;
§163Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Μὴ λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 τὴν αὐτὴν ἱστορικὴν αἰτίαν ἔχουσι καὶ ὅτι περὶ προσωπικῆς πάντοτε κρατήσεως πρόκειται. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἡ ἐπιτροπὴ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ λέξις ἔγκλημα, γενικώτερον κειμένη, συμπεριλαμβάνει τά τε κακουργήματα καὶ τὰ πλημμελήματα». Εἶναι συζητητέον, Κύριοι, ἂν εἶναι ἔγκλημα ἢ πλημμέλημα, καὶ δι’ αὐτὸ δίδομεν εὐρύτητα μεγάλην εἰς τὴν προφυλάκισιν καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ὑφὴν τοῦ ἄρθρου τούτου. Φρονῶ, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένη ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει της.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μᾶς ὑποχρεοῖ ἡ ἔκθεσις· μὴ ἀσχολεῖσθε περὶ αὐτῆς.
§165Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὁ ἴδιος δὲν βλέπετε, ὅτι τὸ Σύνταγμα καθ’ ἡμέραν παραβιάζεται;
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ ἀσχολεῖσθε μὲ τὴν ἔκθεσιν.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ κάμῃ ἔκθεσιν, διότι συζητοῦμεν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι φρικαλέον τοῦτο.
§168Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἶμαι συντομώτατος. Ἡ ἀσάφεια τοῦ σχεδίου εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα εἶναι μεγάλη, καὶ ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως, ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου». Ἀντὶ νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὸ καλλίτερον, πηγαίνομεν πρὸς τὸ χειρότερον. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὡς ἦτο διατετυπωμένη, ἦτο καλλιτέρα καὶ ἔπρεπεν οὕτω νὰ μείνῃ. Καὶ μία ἄλλη ἀσάφεια. Τὸ ἄρθρον 5ον τοῦ Συντάγματος προβλέπει νὰ τιμωρῶνται οἱ παραβάται, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνηται τοῦτο δι’ ἀγωγῆς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετρέας δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρῶνται αἱ διατυπώσεις αὐταὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ ἄρθρου 56 περὶ κακοδικίου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ἢ τὴν τοῦ κ. Καφετζοπούλου, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας. Παραιτεῖται. (Ὁ κ. Κατσιμπίρης).
§170ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ζήτημα κατ’ ἐμὲ εἶναι λελυμένον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς νὰ κάμῃ ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ὅτε εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ καταψηφίσεως τῆς ποινῆς ἢ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδῶς καταμηνύοντας, ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτε ἐπῆλθε πολλῶν συναδέλφων ἡ ἀντίρρησις, ἰδιαιτέρως δ’ ἐξ ἐμοῦ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ψηφίζομεν καὶ ἄλλα περισσότερα, ὁπόταν τὰς ἐγγυήσεις μας τὰς δώσῃ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον δικάζει. Καὶ εἶπον ἐπὶ λέξει, ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὰ ἑξῆς· ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὴν ἀληθῆ αἰτίαν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν δύναται νὰ διακηρύξῃ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν ἑσπέραν ὅμως ταύτην ἠκούσατε ὅλοι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἐκεῖνος ὅστις κατ’ ἐμὲ θὰ δώσῃ τὴν κλεῖδα, ὅπως λυθῇ τὸ μυστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέστησε νεκρὸν γράμμα τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος καὶ τοῦ φαινομένου τοῦ ὀδυνηροῦ νὰ κατηγορῶμεν τὰς ἀρχὰς τῆς πατρίδος μας, συλλήβδην καὶ ἀθρόως, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἤτοι δικαστικὰς, στρατιωτικάς, διοικητικάς, ὡς ὑπαιτίους τῆς κακοδαιμονίας μας, ἕνεκεν τῆς πλημμελοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ παραξηγεῖτε. Ἑρμηνεύσατε τὰς ἰδέας σας, ὄχι τὰς ἰδικάς μου. Ἐγὼ εἶπον εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ δικαιοσύνη. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον σήμερον, φρονῶ ὅτι ἀφορῶσιν εἰς ὡρισμένας παρεκτροπάς, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ τὰς ὁποίας αὐστηρότατα τιμωρεῖ αὕτη. Αἱ παρεκτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σχέσιν πρὸς παραβίασιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, κυρίως βάσιν ἔχουσι καὶ ἕδραν ἰδίως τὰ κατώτερα ὄργανα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀρνηθῶ ὅτι μεμονωμέναι παραβάσεις δύνανται νὰ ἀφορῶσι καὶ ἀνώτερα ὄργανα.
§172Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ἰδιαζόντως τιμῶ.
§173Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λόγῳ τῆς ἡλικίας;
§174Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Λόγῳ τῆς θέσεώς του καὶ τῆς ἀξίας του. Ἀλλά, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος, φρονῶ ὅτι αἴρεται μία μεγάλη δύναμις, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ πιέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ πολιτικοῦ ζητήματος ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ ὡμολογήθη ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔπταισαν, ἀλλ’ οἱ ἐφαρμόσαντες τούτους. Μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος τοιοῦτον ζήτημα νὰ προτείνῃ.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὥριμος ἡ στιγμὴ αὐτὴ δι’ αὐτά;
§176Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἵνα ἀποκλείσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ διατυπωθέντα ὑπὸ τόσων κυρίων συναδέλφων καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδιαζόντως ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τὴν ἐκτίμησιν, εἶναι τὸ ὅτι μᾶς δίδεται ἀφορμὴ νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῆς διορθώσεως ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἔχει κλονίσει αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Πολιτείας.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβάν. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Ἀραβαντινός. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§178Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε καὶ λαμβάνει χώραν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων εἴτε τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, εἴτε τῆς δικαστικῆς, εἴτε τῆς εἰσαγγελικῆς, τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου μὲ οἱανδήποτε διατύπωσιν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτό, δὲν δύναται νὰ παύσῃ ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπάλληλοι στεροῦνται τῆς ἀπαιτουμένης μορφώσεως. Ἀλλά, καίτοι τοιαύτην ἔχω γνώμην, ἤθελον ποιεῖσθαι παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς συζητουμένης διατάξεως. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἡμῶν εἶχον συνείδησιν καὶ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναθεωροῦμεν, ἦτο ἀρκετὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ δὲν θὰ ἐδίδετο ἀφορμὴ εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν ἀπὸ προχθὲς περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου ἐκείνου. Ἀλλ’ αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν κατωτέρων μόνον ὀργάνων τῆς διοικήσεως τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δυστυχῶς καταχρήσεις γίγνονται ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν εἰσαγγελικῶν, αἱ καταχρήσεις αὗται μᾶς ἠνάγκασαν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ζητῶμεν ἤδη νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφάνη καὶ εἰς ἐμὲ ὡς καὶ εἰς τὸν κ. προλαλήσαντα ὅτι εἶπεν ὅτι «καταχρήσεις γενόμεναι ἐκ μέρους δικαστικῆς ἀρχῆς...».
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον δικαστικῆς.
§180Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. ἀλλὰ κατόπιν διεσαφήνισε πρὸς τὸν προλαλήσαντα τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρότερον, εἰπὼν ὄχι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ὄχι ἓν παράδειγμα, ὄχι 10, ὄχι 100, ἀλλὰ πολὺ πλείονα ὑπάρχουσιν.
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως μεμονωμένα.
§182Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ σειράν, καὶ εὐτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκεται καὶ εἷς πρώην εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν οὐχὶ ἀτοπημάτων, ἀλλ’ ἐγκλημάτων, τολμῶ εἰπεῖν, τῶν εἰσαγγελικῶν καὶ ἀνακριτικῶν ἀρχῶν. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπῆρξαν εἰσαγγελεῖς νομιμοποιήσαντες πράξεις ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, λέγω, ὅτι συνέλαβον πολίτας καὶ ἐστέρησαν αὐτοὺς τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, οὐχὶ ἕνα καὶ οὐχὶ ἅπαξ διὰ σοβαρὸν ἔγκλημα ἢ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τὸ ἐθεώρησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καὶ ἀντὶ οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ ἀφήσωσιν ἐλευθέρους τοὺς πολίτας ἐκείνους, ὡς ὤφειλον, ἀντὶ νὰ τοὺς προστατεύσωσιν, ἐνομιμοποίησαν τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ παρέπεμψαν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἀνακριτάς, καὶ πολλοὶ τούτων ἔμειναν προφυλακισμένοι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, τὰ συμβούλια μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως ἀπεφήναντο ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Ἄλλοι ἔφθασαν—καὶ οὗτοι δὲν εἶναι ὀλίγοι,—μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Κακουργιοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ ὅτε ἀπεκαλύπτετο ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ ὅτι ἀδίκως συνελήφθησαν, ὅτι ἀδίκως ἐκρατήθησαν, ὅτι ἀδίκως παρεπέμφθησαν, διηρώτα ὁ κόσμος· πρὸς τί αὐτοὶ οἱ πολῖται ἠδικήθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης; Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἓν παράδειγμα, δὲν ἔχομεν δύο, ἔχομεν ἄπειρα· δὲν ἔχομεν μεμονωμένα τοιαῦτα, ἀλλ’ ἔχομεν σειρὰν τοιαύτης ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν τιμωρεῖ τὰ ἀδικήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὅταν εὑρίσκῃ ταῦτα παρανομοῦντα καὶ περιφρονοῦντα τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀλλὰ νομιμοποιοῦσα τὴν πρᾶξιν τὴν παράνομον ἐπιφέρει ὡς συνέπειαν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἀτόμου, τὴν καταστροφὴν τοῦ προσώπου, τὴν καταστροφὴν τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. Λοιπὸν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ συνταγματικῆς διατάξεως δὲν δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὰ κακὰ τὰ μέλλοντα νὰ συμβῶσιν. Ἀλλὰ προσεδόκων νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον;
§184Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ δίδῃ ἐξουσίαν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, ἵνα οἱ ἐν ὑπαίθρῳ κατοικοῦντες ἢ μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου ἐξετάζωνται παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς κατοικίας των.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο γίνεται ἀλλαχοῦ, καὶ εἶπον ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ λάβω πρόνοιαν.
§186Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν, δὲν ἐξασφαλίζει...
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰσάγω νομοσχέδιον τώρα.
§188Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐξασφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συζητεῖτε ἐπὶ τοῦ μέλλοντος νὰ ὑποβληθῇ νομοσχεδίου.
§190Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δηλοῦντος ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀγωγῆς κακοδικίου κατὰ τῶν δικαστῶν τῶν παρανομούντων καὶ παραβαινόντων τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸν ἀνεφάρμοστον ἤδη νόμον, διότι ἄνευ τοιαύτης ἀπειλῆς κατ’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι διὰ τὰς παραβάσεις τῶν ὑπαλλήλων ἔχομεν τὸν ἔλεγχον καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς· τί πταίει ὁ Ὑπουργὸς καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὸν διὰ τὰς τοιούτου εἴδους παραβάσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων;
§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δικαιοδοσίαν.
§193Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δικαιοδοσίαν ἔχει καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχει, ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, διὰ νὰ ζητηθῇ εὐθύνη παρ’ αὐτοῦ, θὰ ζητήσῃ πληροφορίαν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως...
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν;
§195Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως.
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ σᾶς δώσω τὴν διασάφησιν ὅτι, ὅταν καταγγελθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν παράβασις ὡρισμένη καὶ δὲν ἀσκήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι δεδομένη ἐκ τοῦ νόμου, ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον. Τοῦτο ἐννοῶ.
§197Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ φθάσητε εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον, διότι αἱ ἁρμόδιαι δικαστικαὶ ἀρχαί, παρ’ ὧν θὰ ζητήσητε πληροφορίας, θὰ σᾶς δώσωσι τοιαύτας, ὥστε οὐ μόνον νὰ μὴ ὑπάρχωσι στοιχεῖα εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ ἀπειλὴν καταδιώξεως κατὰ τοῦ μηνυτοῦ νὰ περιέχωσιν.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω φθάσει πολλάκις. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιμείνητε νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἐπετηρὶς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου θὰ ἴδητε παραδείγματα καταδιώξεων ἀμειλίκτων διὰ τοιαύτας παραβάσεις.
§199ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συγκεκριμένως ὁμιλῶ, ὄχι γενικώτερον. Θὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πληροφορίας βεβαίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως πῶς συνέβη τοῦτο, πῶς συνέβη νὰ κρατηθῇ παρανόμως ὁ πολίτης, καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς θὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ βούλευμα ἢ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν τὴν δικαστικὴν νομιμοποιῶν πάντοτε τὴν πρᾶξιν τὴν παράνομον, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐλέγξῃ αὐτὸν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν θὰ ἀπαντήσῃ: Ἰδού, Κύριοι, νομίμως ἐνήργησεν ἡ Δικαιοσύνη· τὶ ζητεῖτε παρ’ αὐτῆς;
§200Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὅλοι οἱ Εἰσαγγελεῖς θὰ τὸ κάμωσιν αὐτό, διότι καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα.
§201Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὴν γενομένην ἐρώτησιν. Ἀπὸ μακρῶν χρόνων δικηγορῶν, μεταξὺ δὲ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν διαφόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ὑπηρέτησε καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἀπετέλεσε δέ—πρὸς τιμήν του τὸ λέγω—ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος.
§202ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι Βουλευτής.
§203Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μολαταῦτα εἶναι ἰδιώτης, ἐνῷ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν τῆς τοιαύτης καταχρήσεως. Ἐνθυμοῦμαι καὶ τὸν εὐγνωμονῶ...
§204ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Δραγούμης.
§205Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡμέραν τινὰ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Τριπόλεως εἰδοποιήθη ὅτι κρατεῖται παρανόμως πολίτης· δὲν περιέμενεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ μεταφέρωσιν αὐτὸν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλὰ μετέβη πάραυτα εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εὗρεν ὅτι παρανόμως κρατεῖται, καὶ ἀπέλυσε τοῦτον, ἐκαυτηρίασε τὴν πρᾶξιν καὶ κατεδίωξε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα παρέβαινον τοὺς νόμους.
§206ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο δυσαρμονία πρὸς τὸ ὅλον.
§207ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργόν, διότι ἡ λέξις ἐπ’ αὐτοφώρῳ εἶναι τόσον καθαρά, τόσον ἐμφανής, τόσον σαφής, ὥστε μοὶ φαίνεται ἄπορον πῶς εἰσέρχεται εἰς τὴν διάνοιάν τινος νὰ ζητῇ ἑρμηνείαν τῆς λέξεως αὐτῆς. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἔχομεν παραδείγματα, καθ’ ἃ οἱ ἁρμόδιοι διαφοροτρόπως ἑρμηνεύουσι, τινὲς μάλιστα ὁρίζουσιν εἰς ἑβδομάδων διάστημα· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔχει λυπήσει, εἶναι ὅτι διαπρεπὴς Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, ἔξοχος νομομαθὴς καὶ νομικός, ἀνώτερος ἤδη δικαστικός, ἐντιμότατος δὲ ὑπάλληλος, ὅτε παράπονα ἠγείροντο κατὰ τῆς τοιαύτης παραβάσεως, ἔλεγε: Κύριοι, τίς δύναται νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Τὸ ἀκούετε; Καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὡρῶν, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἡμερῶν, ἀλλὰ περὶ ἔτους ὁλοκλήρου, καὶ διέκοπτε τότε ἐκ τῆς ἕδρας τῶν συνέδρων τοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς ὑποθέσεως, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο κατὰ τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέβησαν τοὺς νόμους, καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτούς: Τίς δύναται νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ τοιαῦτα ἔχομεν παραδείγματα, νὰ ἐδίδετο εἷς ὁρισμὸς ἐπὶ τέλους εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείας καὶ ἐξηγήσεις. Ἔχομεν τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ἡ ὁποία ὁρίζει τέλος πάντων ἓν χρονικὸν διάστημα, ἀλλά, ἂν δὲν ἀρκῇ αὐτό, ἂς τὸ μεταβάλωμεν. Θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικήν, ἵνα μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἐνεργῶσι κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτὰ ταῦτα ἐθεώρησαν ὡς κατηγορουμένους. Διότι, Κύριοι, παρουσιαζόμεθα καθ’ ἑκάστην πρὸ θεάματος, τὸ ὁποῖον ἐμποιεῖ ὄχι ἀγανάκτησιν πλέον, ἀλλὰ φρίκην· ὁ πολίτης κακοποιεῖται ὑπὸ τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου καὶ κακοποιεῖται πολλάκις δεινῶς. Τὸ ὄργανον τὸ ἀστυνομικόν, ὅπερ μεταβάλλεται εἰς δικαστὴν τοῦ πολίτου ἐκείνου τοῦ κακοποιηθέντος ὑπ’ αὐτοῦ καὶ προβαῖνον εἰς πράξεις ἀνακριτικὸν συλλαμβάνει αὐτόν, θεωρεῖτε ὅτι εἶναι πλέον τὸ ὄργανον τὸ ἀστυνομικόν, ὅταν παριστᾷ ἑαυτὸ ὡς παθόν, ἁρμόδιον νὰ εἶναι δικαστὴς τοῦ πολίτου; Ἐντεῦθεν Κύριοι, αἱ μεγαλείτεραι καταχρήσεις κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ὁ πολίτης κακοποιεῖται διαφοροτρόπως, ὁ πολίτης τολμᾷ πολλάκις νὰ διαμαρτυρηθῇ, καὶ τί συμβαίνει; Μεταβάλλεται εἰς δικαστὴν τὸ ἀστυνομικὸν ἐκεῖνο ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐκτὸς τοῦ νόμου, συντάσσει μίαν ἔκθεσιν ἀντιστάσεως καὶ δέσμιον τὸν πολίτην τὸν κακοποιηθέντα ἀποστέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἀπὸ 10, 20 καὶ 30 ὡρῶν ἀπόστασιν περιφερόμενον καὶ διαπομπευόμενον ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμόν, καὶ ἔχομεν παραδείγματα, καθ’ ἃ διανύονται πολλάκις 15 ἡμέραι, διὰ νὰ φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἔχομεν δὲ καὶ ἓν παράδειγμα μεμονωμένον, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ 15 ἡμέρας ἐκρατήθη περιφερόμενος πολίτης, ἐκρατήθη καὶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου.
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ ἐξοικονομήσωμεν χρόνον, διὰ νὰ λάβωμεν νομοθετικὴν πρόνοιαν τοιαύτην, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχωμεν τὸν καιρὸν νὰ λάβωμεν.
§209Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂν τοιαῦτα ὑπενοεῖτε......
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ ὑπενόουν· εἶμαι σύμφωνος μαζί σας ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας.
§211Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ ὑποδείξω.
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀνάγκη χρόνου, διὰ νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια.
§213Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη διατάξεως κυρούσης τὴν τοιαύτην διάταξιν ἐκτὸς ἂν χρησιμεύῃ ἡ διάταξις μόνον πρὸς ἐκφοβισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁπότε ἂς μείνῃ, ἂν νομίζητε ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα, λόγῳ φόβου, ἄλλως δὲν ἔχει λόγον, διότι εἶναι ἀνεφάρμοστος τελείως, ἐφ’ ὅσον....
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης)...δὲν γίνῃ νόμος.
§215Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτό, διότι ἐγὼ δέχομαι ὅτι τὰ Δικαστήρια θὰ ἀνακαλύψωσι τὸ ἀδίκημα καὶ δὲν θὰ θέλωσιν ἐν τῇ ἀποφάσει νὰ θέσωσι διάταξιν ἀποζημιώσεως τοῦ ἀδικηθέντος καὶ ἐρωτῶ πόθεν οὗτος θὰ τὰ λάβῃ;
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τὰ εἴπῃ ὅλα αὐτὰ ὁ νόμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὸν ψηφίσωμεν.
§217Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι ἄλλως ἐκεῖθεν ἀφ’ ὅπου θὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι θὰ τοῦ ζητῶσι καὶ ῥέστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§219Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρέλκει πᾶσα ἐπὶ πλέον δικαιολογία τῆς διατυπώσεως τοῦ σχεδίου, ὡς φέρεται τοῦτο ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Εἰς διατάξεις Συνταγματικοῦ Χάρτου ἦτο ἀδύνατον νὰ περιληφθῇ διατύπωσις περιλαμβάνουσα ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας μόνον ἡ Ποινικὴ Δικονομία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβῃ. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτόνισεν ὅτι ὅλα τὰ καταγγελθέντα ἄτοπα ὀφείλονται ὄχι τόσον εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, ὅσον μέρος μὲν εἰς ἐλλείψεις τῆς νομοθεσίας, ἥτις χρήζει διορθώσεως, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως μέρος εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι ἀκόμη μεγαλείτερον μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν ὀλιγωρίαν τῆς κοινωνίας, εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ αἰσθήματος τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία πράγματι παρατηρεῖται δυστυχῶς εἰς τὴν πατρίδα μας. Ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις τῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἀτόμων εἶναι ἡ βαθεῖα συναίσθησις ὅλων τῶν πολιτῶν ὅτι, ὅταν πλήττωνται τὰ δικαιώματα ἑνός, πλήττονται τὰ δικαιώματα τῆς ὁλότητος. Τῶν ἐλευθεριῶν ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις δὲν εἶναι εἰς τὰ Συντάγματα, ἀλλ’ εἶναι εἰς τὰς κοινωνίας καὶ δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν παρατηρεῖται ὅτι τὴν ἔλλειψιν τῆς συναισθήσεως ταύτης τὴν διετήρει, ἂν μὴ τὴν ἐξῆπτε, τὸ ὅλον πολιτικὸν καθεστώς. Εἶχε λησμονήσει ἡ κοινωνία ὅτι τὸ Σύνταγμα προστατεύει τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν καὶ εἶχε φθάσει εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Κράτος τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι προστατεύουσι τὰς ἐλευθερίας μόνον τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Ἦτο ἡ κατάστασις ἡ συναφὴς πρὸς τὸν προσωπικὸν κομματισμόν. Κτυπήσατε τὸν προσωπικὸν κομματισμὸν καὶ τότε θὰ ἴδητε πῶς θὰ ἀπολαύσωμεν τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ Σύνταγμα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Θ’ ἀναγνωσθῶσι πρῶτον δύο προτάσεις τῶν κ. κ. Κλάδη καὶ Σχινᾶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν θέλει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§221Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἤδη ἡ τοῦ κ. Σχινᾶ.
§223ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ βουλεύματος πέραν τῶν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς προφυλακίσεως». «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν πλησιεστέραν δικαστικὴν ἀρχήν· ἐν ἐλλείψει τοιαύτης εἰς τὴν πλησιεστέραν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ἀποφαινομένην ὑπευθύνως ἐντὸς 3 ὡρῶν ἂν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ὁ παρανόμως συλλαβὼν καὶ παραπέμψας στερεῖται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ τιμωρεῖται πειθαρχικῶς κατὰ τὸν νόμον».
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀμέσως ἀπορριπτέα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Προβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή. Πρώτη ἡ τοῦ κ. Μπουρνιᾶ. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§225ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 6 «Τὸ δεύτερον καὶ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5, ὡς μεταρρυθμίζεται ἐν τῷ σχεδίῳ, ἀφίησιν ἀόριστον εἰς τὸ συλλαβόν τινα ὄργανον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος πρὸς μεταγωγήν. Ἐπίσης οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων καταδικάζονται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει καὶ εἰς ἱκανοποίησιν ὑπὲρ τοῦ κρατηθέντος δραχμῶν δέκα μέχρι διακοσίων δι’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπιφυλαττομένης καὶ πάσης ἄλλης νομίμου ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ δὲν τίθεται καὶ ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ γένηται ἡ ἐκδίκασις τῆς ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει ποινικῆς καταδιώξεως, διότι γνωστόν, ὅτι αὕτη εἶναι εὔκολον νὰ παραγραφῇ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ κρατηθέντος θὰ εἶναι ἐμπαιγμός, ἀφοῦ οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἀκατάσχετοι. Τούτων ἕνεκεν σκόπιμον ἐθεώρησα τὴν διατύπωσιν τούτου οὕτως: Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων τὸ πολὺ ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως· ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ δεδικαιολογημένου ἀποχρώντως ἐν τῷ συνοδεύοντι τὸν κρατηθέντα ἐγγράφῳ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου. Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς εἴτε νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς ἡμερῶν, χωρὶς νὰ ἐπιδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως τῷ δεσμοφύλακι ἢ ἄλλῳ ἐπιτετραμμένῳ τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικῷ ὑπαλλήλῳ εἴτε στρατιωτικῷ, ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ ἀπολύσωσι τὸν κρατούμενον παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ἐκδικαζομένης ἐντὸς 15 τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγχειρίσεως τῆς ἐγκλήσεως, καταδικάζονται διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς ἱκανοποίησιν ὑπὲρ τοῦ κρατηθέντος δραχμῶν δέκα μέχρι διακοσίων δι’ ἑκάστην ἡμέραν, ἐπιφυλαττομένης καὶ πάσης ἄλλης νομίμου ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἱκανοποίησις καταβάλλεται εἰς τὸν κρατηθέντα ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ γιγνομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου κρατήσεως τοῦ ⅓ τοῦ μισθοῦ κατὰ μῆνα ἀπὸ τῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν κοινοποιήσεως ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως».
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μουσούρη.
§227ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου νὰ τεθῇ: «Προτείνω, ἵνα ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 5ου τοῦ Συντάγματος, ὡς φέρεται τοῦτο ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, 1) μετὰ τὰς λέξεις «οἱ παραβάται» τεθῇ ἡ λέξις «ἁπασῶν» τῶν ἀνωτέρω διατάξεων καὶ 2) ἡ ὁριζομένη εἰκοσιτετράωρος προθεσμία προσαγωγῆς τοῦ συλλαμβανομένου εἰς τὸν ἀνακριτὴν περιορισθῇ εἰς δώδεκα ὥρας».
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι), Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θ’ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Πετρομανιάτου.
§229ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ παράγραφος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου ἀπὸ τὴν λέξιν «ὑποχρεοῦται» μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Πετρομανιάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Λαμπρακάκη καὶ Ν. Ξηροῦ.
§230ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει» τὸ ἑξῆς· «Μὴ ἀπαιτουμένης δολίας προαιρέσεως».
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀκολουθεῖ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Πετρέα.
§232ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχομεν τροπολογίαν φραστικὴν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Κ. Μάνου ἀντὶ τοῦ ὅρου «αὐτοφώρου ἐγκλήματος» νὰ τεθῇ «αὐτοφώρου ἀδικήματος». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 5 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§234ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 5. «Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἄνευ τινὸς ἀναβολῆς, τὸ βραδύτερον δὲ ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως, ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου. Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς εἴτε ν’ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Παρελθούσης ἀπράκτου ἑκατέρας τῶν προθεσμιῶν τούτων, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἴτε στρατιωτικός, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἴς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν 10 δι’ ἑκάστην ἡμέραν».
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Νικ. Σπηλιώτου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ ½. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ὧν ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἐπικύρωσις εἶχεν ἀναβληθῆ). Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος καὶ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχοντος οὕτω: Ἄρθρον 6. «Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τούτου ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή. Οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν». Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§239ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὔτε ἡ ἀτέλεια τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 οὔτε ἡ πλημμέλεια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ καταδολίευσις αὐτοῦ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ὅπως ἀναθεωρήσωμεν κυρίως ἐκείνας τὰς διατάξεις, ἃς ἡ Πολιτεία ἐνόθευσεν, ἢ ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν ὡς ἐμπόδιον εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Πολιτείας. Μία ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 6, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ κυρίως τὴν ἱστορίαν ἑκάστης τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἂν καὶ κατὰ πόσον αὕτη ἐφηρμόσθη, ποῦ προσέκοψε, ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε, καὶ ἐκ τῆς πείρας νὰ προτείνῃ τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν. Πολιτικοὺς ἐγκληματίας ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον δὲν εἴχομεν· ἡ διάταξις αὕτη ἐφηρμόσθη εἰς βάρος τῶν ἀβλαβεστέρων ἴσως ἢ μᾶλλον τῶν ἀθωοτέρων πολιτῶν. Θῦμα τῆς διατάξεως ταύτης ὑπῆρξε πρῶτος ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης. Μετ’ αὐτὸν ἐπιφανεῖς ἄνδρες τῆς καθ’ ἡμᾶς Πολιτείας ἐστερήθησαν τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, ἔτι δὲ καὶ τῆς ζωῆς των.
§240Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ Χοϊδᾶς.
§241ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς ὅτι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ Ῥόκκος Χοϊδᾶς ἀπέθανεν εἰς τὰς φυλακάς, ἀκριβῶς ἐκ τῆς πλημμελείας τοῦ ἄρθρου 6, ὅτι ἐφυλακίσθησαν διαπρεπεῖς ἄνδρες δημοσιολόγοι, διότι ὑπῆρξεν ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας κακοπιστία. Ὀρθῶς εἶπεν ἕτερος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἔχει ῥιζοβολήσει παρ’ ἡμῖν ὡς ἔπρεπε, διότι ἄλλως οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἤθελεν εἶσθαι πλημμελὴς καὶ περὶ οὐδενὸς θὰ ἦτο ἀνάγκη σήμερον νὰ ἀσχοληθῶμεν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ὑπερβασίας καὶ τὰς καταδολιεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ἄρθρων, ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, ὅπως καθορίσωμεν ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἡμάρτησαν. Καὶ ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς παρεῖδε τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἄρθρου καὶ δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον, ὅπως μεταρρυθμίσῃ τοῦτο κατὰ τὴν φράσιν: «Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τούτου». Τὸ δυνητικὸν τῆς προτάσεως ταύτης ἐχρησίμευσεν ὡς λαβὴ εἰς χεῖρας τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀδικήσῃ σκληρῶς πολίτας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοῦτο ὑπῆρξαν ἐγκληματίαι, ὅτι ἔθιξαν ἐν τῷ τύπῳ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς Πολιτείας. Γνωρίζετε ἴσως, Κύριοι, ὅτι ἔμεινεν ἐν ταῖς φυλακαῖς μῆνας ἕξ–ἑπτά, ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅπου ἔλαβε τὸ μικρόβιον τοῦ νοσήματος καὶ ἀπέθανε κατόπιν ὁ μακαρίτης διευθυντὴς καὶ ἐκδότης τοῦ «Σκρίπ», Κουσουλάκος. Τί νομίζετε ὅτι εἶχε γραφῆ εἰς τὴν ἐφημερίδα; Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς συνοικεσίου βασιλόπαιδος καὶ εἶχεν ἀναγγελθῆ ὅτι διελύθη. Τοῦτο ἤρκεσεν εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως τὸν συλλάβῃ, τὸν προφυλακίσῃ καὶ μετὰ ἑξάμηνον περιπέτειαν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐκήρυξεν αὐτὸν ἀθῷον. Μόνον αὐτό; Ἔχομεν ἄλλα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ μακαρίτης ὁ Ῥίσβης, ὁ Κανελλίδης, ὁ..........
§242ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦσαν ἔνοχοι πολιτικοῦ ἀδικήματος;
§243Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι. Κατὰ τὴν κρατήσασαν παρ’ ἡμῖν νομολογίαν παρεπέμποντο ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ τὸ «δύναται» ἀτυχῶς δὲν ἠδύνατο παρὰ «δύναται» νὰ εἶναι, διότι, ἐὰν εἴπητε ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ δεχθῇ τὴν ἐγγύησιν, ἠξεύρετε τί θὰ γίνῃ; Θὰ ὁρίζῃ 500.000 φρ. ἀποζημίωσιν. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω οὔτε τὸ «δύναται» οὔτε τὸ «ὑποχρεοῦται», ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται νόμος καθορίζων τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς ἐγκληματικότητος. Ἐννοεῖται ὅτι εἴτε ἀφήσωμεν τὸ «δύναται» εἴτε διαγράψωμεν αὐτό, ἡ ἔννοια εἶναι πάντοτε «δύναται». Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ προέτεινον τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατετυπωμένη καὶ ἡ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ταύτας μόνον τὰς παρατηρήσεις θὰ εἶχον νὰ κάμω, θεωρῶν ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν αὐτὴν τύχην τὸ ἄρθρον, οἱ δύο μῆνες εἶναι πολύ, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἦτο βραχύτερον τῶν δύο μηνῶν, διότι, καὶ ἑνὸς μηνὸς ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποστῇ κανεὶς φυλάκισιν ἄνευ λόγου, εἶναι πολύ. Ἄλλως ἡ διάταξις τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπαρκής, καθόσον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ νόμου νὰ χωρίσῃ τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς ἐγκληματικότητος, διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, φρονῶ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμένῃ μέσον αὐθαιρεσίας τῆς Πολιτείας κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ καταδιώξῃ. Μὴ ἔχων τί ἄλλο νὰ προσθέσω, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὸ ἕκτον ἄρθρον τοῦ προσχεδίου τοῦ κυβερνητικοῦ, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι θεωρῶ τὴν ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν πλέον ἢ ἀρκετήν.
§244Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τοὺς μεγίστους κινδύνους, κύριοι Βουλευταί, δὲν διαβλέπω ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκίνησε τόσον ζωηρὰν τὴν προσοχήν, διότι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ, ὁσασδήποτε συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ἐὰν καθιερώσωμεν, λόγῳ τῆς συνοπτικότητος καὶ λόγῳ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστήσωμεν σταθερὸν τὸ θεμέλιον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀποβλέπομεν. Τοὺς μεγίστους κινδύνους ἐγὼ διαβλέπω ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἐδάφους καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ μόνον ἔλαβον τὸν λόγον, διότι, ἐὰν μοὶ ἐλέγετε πῶς ἔχουσι τὰ τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν διατυπωθῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν θὰ ὑποστῇ καμμίαν μεταβολήν. Τὸν μεγάλον λοιπὸν κίνδυνον διαβλέπω ἀλλαχοῦ· διαβλέπω αὐτὸν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔδαφος καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας ψηφίσεως νομοθετικῶν διατάξεων διακανονιζουσῶν τὰ τῆς προφυλακίσεως οὐ μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς πᾶν ἐν γένει ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται προφυλάκισιν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ἐγὼ πρὸ τὴν Βουλὴν τὰς μεγάλας καταχρήσεις, τῶν ὁποίων παρέστημεν μάρτυρες καὶ δυστυχῶς ἐξακολουθοῦμεν νὰ παριστάμεθα. Καὶ ἐάν τις θελήσῃ νὰ παρακολουθήσῃ καὶ συμβουλευθῇ τὴν στατιστικὴν τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ἰδίᾳ τῶν δικαστικῶν, διαπραττομένων ἀδικημάτων κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, θέλει ἴδει ὅτι τὸ μέγα μέρος τῆς στατιστικῆς αὐτῆς κατέχουσι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν καταχρήσεων, καταχρήσεων ὅμως ἐπικινδύνων, διότι εἶναι ἀδύνατος πᾶς ἔλεγχος, διότι αἱ καταχρήσεις καλύπτονται ὑπὸ τοῦ πέπλου τῆς νομιμότητος. Δὲν εἶναι σκέψεις, Κύριοι, αὗται, αἱ ὁποῖαι τὸ πρῶτον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ βλέπουσι τὸ φῶς, διότι εἶναι σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλησαν νομοθέτας τῶν μᾶλλον πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν εἰς τὰ πεπολιτισμένα ἐκεῖνα Κράτη, ὑπῆρξαν σοφώτεραι καὶ λεπτομερέστεραι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ παρὰ ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ, καθ’ ὅσον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδάφους ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης νὰ στερεοποιήσῃ τὰ θεμέλια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἂν ἀλλαχοῦ ἡ προσοχὴ τοῦ κοινοῦ νομοθέτου ἐκρίθη ἀναγκαία, κατ’ ἐξοχὴν παρ’ ἡμῖν θεωρῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ταχίστη, ὡς πρὸς τοῦτο, νομοθετικὴ πρόνοια. Καὶ λέγω παρ’ ἡμῖν, διότι ἀκριβῶς μεθ’ ὅλην τὴν τελειότητα τῶν συνταγματικῶν διατυπώσεων, παραβαλλομένων ἀπέναντι ἀτελεστάτων συνταγματικῶν διατυπώσεων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, αἱ φωναὶ καὶ αἱ διαμαρτυρίαι κατὰ τῶν προσβολῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι συχνότεραι παρ’ ἡμῖν ἢ ἀλλαχοῦ. Δὲν ἀρέσκομαι, οὐδ’ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ κειμένη νομοθεσία παρέχει εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἵνα ἐνεργῇ τὴν προφυλάκισιν κατ’ ἰδίαν αὐτοῦ ἀπόφασιν καὶ κρίσιν μετὰ προηγουμένην σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ εἰσαγγελέως. Θὰ ἔβλεπον μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν, ἐὰν τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως, τὸ ζήτημα τῆς τύχης ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ δώσῃ προκριματικῶς λόγον ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως, ἀνετίθετο εἰς τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ὄχι μόνον τοῦ ἀνακριτικοῦ, τῇ προηγουμένῃ γνωμοδοτήσει τοῦ εἰσαγγελέως. Τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν μέχρι σήμερον εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἐπικίνδυνον, διότι, ἐνῷ ἔχομεν εἰς πλείστας περιστάσεις τὰς λεγομένας «κατ’ οἰκονομίαν» προφυλακίσεις, ἡ κειμένη νομοθεσία γίνεται πρόξενος ἑνὸς νέου μεγαλειτέρου κακοῦ, τοῦ κακοῦ ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν κατηγορούμενον οὐδ’ αὐτὸν τὸν οὐσιαστικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῆς κρίσεως τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ μιᾶς ἀνακοπῆς ἢ ἄλλου οἱουδήποτε ἐνδίκου μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, διὰ νὰ κρίνῃ τοῦτο ἂν ἡ κρίσις τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἡ γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα. Ταχίστη λοιπὸν πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως ἀνατεθῇ εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια καὶ τότε μόνον νὰ ἀρκῆται ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τὴν σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀπολύσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὲς καὶ θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ μία ἐπὶ πλέον ἐγγύησις, δηλονότι νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ προφυλακιζόμενος νὰ ἀσκῇ τὸ ἔνδικον τῆς ἀνακοπῆς μέσον κατὰ τοῦ βουλεύματος τῆς προφυλακίσεως, τοῦ ἐκδιδομένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ πρωτοβάθμου συμβουλίου, ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Θὰ εἴχομεν μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἄνευ μεγάλης βλάβης τῆς δικαιοσύνης, διότι εἰς τὸ ἔνδικον ἐκεῖνο μέσον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ χορηγήσωμεν ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἐὰν φράξωμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν πηγὴν τὴν ἀκένωτον τῶν καταχρήσεων, τὰς ὁποίας ὅλοι αἰσθανόμεθα καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰ ἔτη δικηγοροῦσιν· ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παραλλήλως πρὸς τὰ ἄλλα νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖα ὡς συμπληρωματικὰ μέσα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ Συντάγματος, συγκατέλεγε καὶ ἓν νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦγεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι οἱ πόνοι ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἐὰν δὲν ἐκλείψωσιν ἐντελῶς, θὰ κατασιγάσωσιν ὅμως αἰσθητῶς ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας.
§245Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκ τῶν δύο σχεδίων τῶν ὑποβεβλημένων ὑπὸ τὴν ψῆφον καὶ κρίσιν ὑμῶν, τοῦ σχεδίου τουτέστι τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, θὰ ἐξηγήσω δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ προκριτέον. Κυριωτάτη καὶ θεμελιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐπιψήφισιν ἢ τὴν παράλειψιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ὑφισταμένου ἤδη ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλίπῃ. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ φαίνεται ὅτι ὡρμήθη ἀπὸ ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς τουτέστιν ὅτι καὶ ὡς περιέχεται ἐν τῷ ἰσχύοντι ἤδη Συντάγματι τὸ ἐδάφιον παρέχει ἱκανὴν ἐγγύησιν καὶ ἐπαρκῆ προστασίαν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ παραμείνῃ, καίτοι ἡ προστασία αὕτη φαίνεται μικρά. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις πλάνη, ἔχουσα ἀνάγκην διασαφήσεως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ὅτε συνετάχθη τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὸ πρῶτον ἐδάφιον αὐτοῦ ἦτο μία περιφρούρησις καὶ οὐσιώδης κύρωσις ἀρχῶν φιλελευθέρων, ἦτο μία ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ ἓν προνόμιον οὕτως εἰπεῖν διδόμενον εἰς τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασιν· καθόσον ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀδικημάτων ἡ μὲν προφυλάκισις εἶναι ἐπιβεβλημένη, ἡ δὲ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις σπανία μὲν ἐπὶ πλημμελημάτων, ἀδύνατος δὲ ἐπὶ κακουργημάτων. Ἡ διάταξις ἄρα, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδεται ἡ ἐξουσία εἰς τὸ συμβούλιον, ἵνα ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλακίσῃ τοὺς ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι προφυλακισθέντας εἶχε δικαιολογικὴν βάσιν σπουδαίαν καὶ εἶχε τὴν κύρωσιν ἀρχῶν φιλελευθέρων ἡ διάταξις αὕτη, ψηφισθεῖσα κατὰ τὸ ἔτος 1864. Ἔκτοτε ὅμως καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ συνείδησις θεμελιωδῶς μετεβλήθησαν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νεώτεραι νομοθεσίαι ἔδειξαν ζωηρὰν ἀπέχθειαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς προφυλακίσεως, οὐχὶ πλέον ἁπλῶς ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα πολλαχοῦ μὲν τέλεον κατηργήθη, ἀλλαχοῦ δέ, ὅπου διετηρήθη εἰς τὰς βαρυτάτας μορφάς, κατέστη ὑποχρεωτικὴ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀδικημάτων. Αἴφνης μετὰ τὸ 1864, δηλαδὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν τὸν Γαλλικὸν νόμον τῆς 14 Ἰουλίου 1865, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ τῆς προφυλακίσεως ὑπὸ τάσιν φιλελευθέραν, ὑπὸ τάσιν δυσμενῆ πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς προφυλακίσεως, ὑπὸ τάσιν, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται προφυλάκισις, ἤ, ὁσάκις ἐπιτρέπεται αὕτη, καθιστῶσαν ὑποχρεωτικὴν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν. Καὶ ὡσεὶ μὴ ἤρκουν αἱ τότε δοθεῖσαι ἐγγυήσεις εἶναι ἤδη καὶ νομοσχέδιον ὑπὸ μᾶλλον φιλελευθέρους ἀρχὰς ὑποβεβλημένον ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ 1909. Ἐπίσης ἐν Ἰταλίᾳ τὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς προφυλακίσεως ἐκανονίσθησαν ὁμοίως ὑπὸ ἀρχὰς φιλελευθέρους καὶ διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα κατὰ τὸ 1866, ἐπηκολούθησε δὲ μετὰ τοῦτο νόμος τῆς 30 Ἰουνίου 1866 τείνων εὐθὺ πρὸς μᾶλλον φιλελευθέρους ἀρχάς. Τὰ αὐτὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς τοῦ 1877 καὶ κατὰ μείζονα λόγον τοῦ ἤδη ὑποβεβλημένου ἀπὸ τοῦ 1908 καὶ μήπω ψηφισθέντος νομοσχεδίου τοῦ νέου Γερμανικοῦ ποινικοῦ κώδικος. Τὰς νομοθεσίας ταύτας εἶχε καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον· διότι, ὡς προήγγειλα ἤδη εἰσηγούμενος τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ὁ θεσμὸς τῆς προφυλακίσεως ἀπησχόλησεν ἡμᾶς ἰδιαζόντως, κατηρτίσαμεν δὲ καὶ ἔχομεν ἕτοιμον, ὅπως ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θεμελιωδῶς μεταρρυθμίζονται αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν προφυλάκισιν, περιορίζονται οὐσιωδῶς αἱ περιπτώσεις τῆς προφυλακίσεως, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς ἡ προφυλάκισις ἐπιτρέπεται, καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, καθίσταται ὑποχρεωτικὴ δὲ καὶ διὰ τὰ κακουργήματα ἀκόμη τὰ τιμωρούμενα διὰ τῆς ἐγκληματικῆς ποινῆς τῆς εἱρκτῆς, ἀπαγορεύεται δὲ μόνον ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται διὰ θανάτου ἢ δεσμῶν. Ἀναχωροῦντες ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τούτων ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ ἤδη τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐὰν τοῦτο διετηρεῖτο ἐν ἰσχύϊ, θὰ καθίστατο πλέον ἀδύνατος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ εἰσαγωγὴ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οὐχὶ ἁπλῶς δυνητική, ἀλλ’ ὑποχρεωτικὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις. Οὗτοι ἦσαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὀφείλομεν τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ἀφήνοντες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, νὰ κανονίσῃ δὲ ὑπὸ πνεῦμα φιλελευθέρων ἀρχῶν, πνεῦμα περιορισμοῦ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων· διότι βεβαίως, συμφώνως πρὸς τὰ μέτρα τὰ εἰσηγηθησόμενα, κατὰ πλείστας περιστάσεις δὲν θὰ ἐπιτρέπηται κἂν ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων, θὰ ἐξαιρεθῶσι δὲ μόνον αἱ βαρύταται ἐκεῖναι περιστάσεις, καθ’ ἃς θὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα· εἰς τὸν εἰδικὸν δὲ νόμον περὶ τύπου θὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ ἀδικήματα τῆς ἐξυβρίσεως, ὁπουδήποτε στρεφόμενα, ἀπὸ τὴν προφυλάκισιν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε μάστιγα δεινὴν καὶ οὐχὶ εὐπρεπῆ ἐναντίον τῶν ἐργατῶν τοῦ τύπου, καὶ ὅτε ἀκόμη ἔσφαλλον· διότι ἀδικήσαντες βεβαίως ἔπρεπε νὰ ὑποστῶσι ποινήν, ποινὴν ὅμως καὶ ὄχι προφυλάκισιν. Περιορίζονται λοιπὸν σημαντικῶς αἱ περιπτώσεις τῆς προφυλακίσεως ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, αἴρονται αὗται ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, ἀλλὰ—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες—εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας τὰς βαρείας, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις ἕνεκα τῆς σοβαρότητος τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις μέχρις ὡρισμένων ὁρίων, ἀφοῦ καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀκόμη ἀδικημάτων, ὡς προλαβόντως εἶπον, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, καὶ ὅταν ἀκόμη κολάζωνται διὰ τῆς ποινῆς τῆς εἱρκτῆς. Ἀπὸ τοιούτων ἀρχῶν ἀναχωροῦντες ἐνομίσαμεν ὅτι ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος, νὰ διατηρήσωμεν δὲ τὴν ὑποβαλλομένην μορφὴν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, μορφὴν ἐνδεικνύουσαν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν τάσιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφωρμήθημεν, διότι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος, ἐπαρκῶς ἐνδεικνύει τὴν συλλογιστικὴν διαδικασίαν, τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἀπότοκος, «ὁσάκις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον προφυλάκισις», ὅπερ ἐνδεικνύει, ὅτι θὰ ὑπάρχωσι καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐπιτρέπηται τοιαύτη, χωρίς, ἐννοεῖται, νὰ δεσμεύηται ἐντεῦθεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ προεξοφλήσωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Λοιπόν, ὁσάκις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ἐπιτρέπεται προφυλάκισις, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο μηνῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, διὰ νὰ παράσχω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου, ἣν εἰσηγούμεθα εἰς τὴν Βουλήν.
§246Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν μὲν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν νομοθετικῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐμφοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν ἔχω ν’ ἀντείπω, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν σκέψιν αὐτοῦ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος θὰ καθίσταται περιττή, ἡ σκέψις αὕτη εἶναι προφανῶς ἄστοχος. Ἐπειδή, λέγω, τοῦτο προτίθεται νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν ταύτην νομοθετοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεως τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία θὰ ἀπαγορεύῃ—ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ Συντάγματος— τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν, προκειμένου περὶ προφυλακισθέντος διὰ κακούργημα; Τὸ πόρισμα τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης σκέψεως τοῦ προαγορεύσαντος κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐμελέτησε τὰ πράγματα, ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου τούτου, παρετήρησε δέ, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶχε δηλαδὴ μετὰ τοῦ ἐδαφίου πρώτου, τοῦ ὁποίου τὴν διατήρησιν προέτεινεν ἡ ἐπιτροπή, εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν ἐκείνην τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ καὶ σήμερον, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὃν ἐπαγγέλλεται ὁ κύριος Ὑπουργός.
§247Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἕως ὅτου τὸν ψηφίσωμεν. Τί νὰ κάμωμεν; Ὁ συλλογισμός σας εἶναι ἀκριβής, ἀλλὰ τοῦτο νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας: πρῶτον ὅτι ἡμεῖς εἰσηγούμεθα εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα ἀναχωροῦντες ἀπὸ ὡρισμένον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον· δεύτερον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, ὅτι, ἐὰν τὸ ψηφίσωμεν ἡμεῖς ὡς ἔχει, δεσμεύεται πλέον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταστήσῃ τὸ μέτρον ὑποχρεωτικόν.
§248Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πιστεύσατε, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς λέγω, εἶναι ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ψηφίζομεν τὸ Σύνταγμα, ἔχομεν μίαν κατάστασιν δικαίου τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ παριστᾷ ὡς πλεονέκτημα ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων τὴν ψήφισιν καὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου, 6 ἀλλά, καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου, τίς ἐγγυᾶται ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς σκέπτεσθε νὰ εἰσηγηθῆτε, ἐὰν γίνῃ νόμος, δὲν θὰ τὸ καταργήσῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι Κυβέρνησις Φιλελευθέρων; Γνωρίζω ὅτι τοιαῦτα φιλελεύθερα νομοθετήματα δυσκόλως καταργοῦνται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία κατάστασις ἀπολυταρχική, ἡ ὁποία νὰ θελήσῃ νὰ καταργήσῃ αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὅμως ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχῃ συνταγματικὴν κύρωσιν. Δεύτερον, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φοβεῖται ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι, θέλει ἀποκλείσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ πράγματι φιλελεύθερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἠπόρησα ὅμως, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρορᾷ, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων τμῆμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας των καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑφῆς των καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι διατάξεις ἐξασφαλίζουσαι τὸ minimum τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν, οὐδέποτε δὲ περιορίζουσαι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ παράσχῃ ἔτι μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς πολίτας.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε τὸ «δύναται» τοῦ Συντάγματος νὰ τὸ κάμωμεν «ὑποχρεοῦται»;
§250Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως, δύναται ὁ νόμος καὶ τοῦτο νὰ πράξῃ. Διότι μόνος περιορισμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι τὸ νὰ μεταβάλῃ τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τὸ ἀνελευθερώτερον διὰ τοὺς πολίτας.
§251ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ εἶναι θεωρία, ἀλλὰ παρακεκινδυνευμένη.
§252Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι πάντοτε αὐτὸ ἀκριβές.
§254Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαιότατα εἶναι ἀκριβές. Φαντάζεσθε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται λόγῳ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίσῃ ἑαυτὴν καὶ καταργήσῃ ὁλοσχερῶς τὴν προφυλάκισιν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἄριστα δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην κατάργησιν.
§255Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὅπερ εἴπετε· δύναται νὰ τὴν καταργήσῃ, ἀλλά, ἐὰν τὴν διατηρήσῃ, πῶς τὸ «δύναται» τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως θὰ τὸ κάμῃ «ὑποχρεοῦται»;
§256Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἀφοῦ δύναται νὰ καταργήσῃ ὁλοσχερῶς τὴν προφυλάκισιν, δύναται ἔτι μᾶλλον νὰ καταργήσῃ τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἀπολύσεως.
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ θεωρία ὅτι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅλως διόλου παρακεκινδυνευμένη.
§258Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν τὸ διετύπωσα οὕτω. Διετύπωσα τὸ πρᾶγμα μόνον ὡς πρὸς τὰς περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων διατάξεις. Ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα ὅτι «δύναται» ν’ ἀποφυλακισθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας, ἐπιτρέπει ἀναντιρρήτως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κανονίσῃ κατὰ ποίας περιπτώσεις ἐπιβάλλεται ἡ ἀποφυλάκισις καὶ ἐξ ὁλοκλήρου νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν.
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἕως ἐδῶ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι συζητήσιμον τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ γενικῶς ὡς ἀρχὴ οὐχί.
§260Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅτι τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος ἐξασφαλίζει τὸ minimum τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου· περιορίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίσῃ περιπλέον τὸν πολίτην, ἀλλὰ βεβαίως δὲν περιορίζει αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ παράσχῃ αὐτὰς μόνον τὰς ἐλευθερίας καὶ ὄχι ἄλλας.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖ τὸ ἐκτείνετε μόνον ἢ εἰς ὅλον τὸ κεφάλαιον;
§262Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὸ περὶ δημοσίων δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων.
§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἀνάγεται καὶ τὸ περὶ Τύπου, καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατάσχεσις.
§264Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δύναται νὰ ἐκδοθῇ εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν κατάσχεσιν.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις; Τὸ φρονεῖτε αὐτό; δύναται νὰ ἐκδοθῇ νόμος ἐδῶ;
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ναί, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἡ ἐφαρμόζουσα ἀρχὴ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἢ μὴ τὴν κατάσχεσιν. Πολλῷ μᾶλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ αὐτήν.
§267Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε ἦτο περιττὸν νὰ προστεθῇ.
§268Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι μέχρις οὗ ψηφίσωμεν ἄλλην διάταξιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταλύσωμεν τὴν παροῦσαν, ὅσον ὀλίγος χρόνος καὶ ἂν πρόκειται νὰ μεσολαβήσῃ ἕως ὅτου ψηφίσωμεν τὴν ἄλλην, διότι πολλὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεμπέσωσιν. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται, ἐξασφαλίζει κἄτι ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ὑπὸ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν. Πρὶν ἢ τροποποιήσωμεν δὲ τὴν νομοθεσίαν ταύτην φρονῶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολή, αἴρουσα τὴν ἄνω ἀσφάλειαν.
§269Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα δὲν ἐχρησιμοποιήθη. Ὥστε...
§270Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ζήτημα πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ὑπὸ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν.
§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθητε νὰ εἰσηγηθῆτε, θὰ εἶναι φιλελευθερώτερα.
§272Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπὸ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν δὲν εἶναι ἡ χρησιμότης ἀπόλυτος, εἶναι ὅμως σχετική. Τί λέγει τὸ ἄρθρον; Ὅτι προκειμένου περὶ πράξεως διδομένης εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, ἐν αἷς περιπτώσεσι χωρεῖ προφυλάκισις, καίτοι κατ’ ἄλλον τινὰ λόγον δὲν θὰ ἐπετρέπετο, ἡ ἀποφυλάκισις, ἐπιτρέπω λέγει, εἰς τὸ Συμβούλιον, κατὰ τὴν κρίσιν του ἔστω, νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι, ἐπὶ ἐγγυήσει. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι ἢ ὄχι εὐεργέτημα τοῦ νόμου, παρέχον τὸ μέσον εἰς ἕνα δικαστὴν εὐσυνείδητον, ὅστις βλέπει, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν φυλακήν, νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἐπὶ ἐλαχίστῃ ἐγγυήσει; Δεύτερον πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Δὲν πρόκειται περὶ μεγάλων εὐεργετημάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τοιαῦτα, ὥστε νὰ τὰ περιφρονήσωμεν. Ἐρωτῶ ὅμως· μήπως εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἄλλο, ὅτι παρεμποδίζομεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσαγάγῃ μέτρα ἔτι μᾶλλον ἐπιεικῆ; Οὐδόλως. Μία ἁπλῆ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τὸ ἐξηγεῖ. Τὸ ἄρθρον λέγει «δύναται», τουτέστιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸ συμβούλιον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον δι’ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει κώλυμα, ὥστε νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ συμβούλιον νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτόν; Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὸν κώλυμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμποδίσῃ τὸν νομοθέτην νὰ μεταβάλῃ τὸ «ἐπιτρέπεται» εἰς εὐρύτερον δικαίωμα ἀποφυλακίσεως;
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μείνωμεν σύμφωνοι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου, ὅπως προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Ἐὰν δηλαδὴ μετὰ τὸ «δύναται» παρεμβάλωμεν τὴν λέξιν «πάντοτε».
§274Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§275Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν θὰ ἀφήσῃ ἀμφιβολίαν.
§276Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἠδύνατό τις ἴσως εὐλογώτατα νὰ εἴπῃ «ἀρκοῦμαι», μετὰ τὴν διόρθωσιν, τὴν ἀληθῆ καὶ προσήκουσαν διόρθωσιν, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δοθείσης ὅμως τῆς εὐκαιρίας, τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον ἴσως νὰ δεχθῶμεν τοῦτο, ἀφοῦ οὕτως εἶχε διατυπωθῆ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τὸ 1864. Ἐγένετο τοῦτο ἐν ἀρχῇ, ἵνα ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ κοινῶν καὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Εὐνοοῦντος τοῦ Συντάγματος τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ὀρθὸν ἤθελεν εἶναι σήμερον τὴν αὐτὴν ἀρχὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συντάσσων τὰ νομοσχέδια, προβαίνων εἰς ἀρχὰς φιλελευθέρους ὅσον ἀφορᾷ τὰ κοινὰ ἀδικήματα, νὰ μὴ καθυστερήσῃ δηλαδὴ καὶ ὡς πρὸς ταῦτα· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα νὰ μὴ ἐξισώσῃ ταῦτα, τουτέστιν ὀρθὸν εἶναι οὐχὶ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ποινικότητος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν προφυλάκισιν διά τε τὰ κοινὰ ἀδικήματα καὶ διὰ τὰ πολιτικά. Ἀλλὰ διὰ τὰ πολιτικά, ὅταν εἶναι πολὺ βαρυτάτου βαθμοῦ, νὰ ἀπαιτήσῃ προφυλάκισιν, ἵνα προχωρήσῃ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐξ ἴσου εἰς ἀρχὰς φιλελευθέρους. Ἡ διόρθωσις κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο, λέγω, ἐντελῶς προσήκουσα.
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τῆς δηλώσεως αὐτῆς θὰ γίνῃ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς οὕτω τροποποιησάσης εἶναι, ὅτι δὲν κωλύεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἰσαγάγῃ νόμον ἢ καταργοῦντα τὴν προφυλάκισιν ἢ καθιστῶντα ὑποχρεωτικὴν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις ὑπὸ τίνος θὰ γίνωσι; Παρίσταται ἀνάγκη περισσοτέρας ἑρμηνευτικῆς δωλώσεως ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δηλώσεις γίνονται καὶ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματις ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ταύτην τὴν στιγμήν.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις αὐταὶ νὰ διατυπωθῶσι καὶ θὰ τεθῶσι κάτωθι τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ῥακτιβάν, ὥστε νὰ εἶναι ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς. Ταύτην τὴν ἐξήγησιν ἤθελον νὰ ζητήσω, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει μὲ τὴν ἑρμηνείαν.
§281Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ προετίμων νὰ εἶχεν ὡριμάσει ἤδη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς προφυλακίσεως διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ἀλλά, ἀφοῦ τέλος πάντων περὶ τούτου δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα δεχόμενοι ἀμφότερα τὰ σχέδια, καὶ τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ προταθὲν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν. Διότι νομίζω, ὅτι τὰ δύο σχέδια δὲν ἀντιπίπτουσι πρὸς ἄλληλα, ἀπεναντίας μάλιστα συμπληροῖ τὸ ἓν τὸ ἄλλο. Μάλιστα θὰ ἐτόλμων νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν τοῦτο, ὅτι ἡ περὶ ἐγγυήσεως ῥήτρα τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ εἶναι δυνητική, πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Δὲν φοβοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς φοβεῖται, ὅτι δηλαδὴ θὰ εὑρεθῶσι Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα καταδολιευόμενα τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν θὰ ζητήσωσι μίαν ἐγγύησιν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, μίαν ἀνέφικτον, μίαν ἀσύλληπτον ἐγγύησιν. Ἐὰν συμβῇ τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι δικασταὶ ἐπιλήσμονες ἐπὶ τοσοῦτον τῶν στοιχειωδῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν, θὰ εὑρεθῇ καὶ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία θὰ τοὺς στιγματίσῃ, καὶ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ προκαλέσωσι τὴν κατ’ αὐτῶν νόμιμον ἐνέργειαν τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστηρίων ἀρχῶν, τοῦθ’ ὅπερ θὰ δώσῃ τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν Δικαστηρίων. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς νομίζω ὅτι δύναται νὰ τροποποιηθῇ τοῦτο: «ὁσάκις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον προφυλάκισις, αὕτη ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο μηνῶν, πάντοτε δὲ τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν ὀφείλει τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος καὶ μὴ ὑπερβαινούσῃ ποτὲ τὰς 1000 δραχμάς, ὑποκειμένου δὲ εἰς ἀνακοπήν».
§282Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ πάντως ἡ ἀνακοπή, καὶ νὰ προβῆτε εἰς δήλωσιν, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἀφήνετε ἀμφιβολίαν εἰς ὁλόκληρον τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν εὑρεθῇ δικαστὴς ἔχων ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν, βεβαίως εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου θὰ καταλήξῃ ἡ προφυλάκισις. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ προβῆτε εἰς ὁμοίας φύσεως δήλωσιν, ἥτις νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὄχι ὡς νομολογία, ἀλλ’ ὡς ὑποχρέωσις, διότι καὶ περὶ τοῦ ἐγκλήματος περὶ ἐξυβρίσεως τοῦ Βασιλέως οὐδεμία διάταξις ὑπέχει τὸν τύπον αὐτόν. Εἶναι καθαρὸν ἀποτέλεσμα νομολογίας λόγῳ ἕξεως ἐξακολουθούσης. Δι’ αὐτὸ εἶμαι τῆς γνώμης νὰ τεθῇ μία δήλωσις.
§283Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§284Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παύει ἡ προφυλάκισις, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ἀμετάκλητος καταδίκη.
§285Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου.
§286Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συζήτησις, ὅπως ἐγένετο, κατέληξε μὲν εἰς διχασμόν τινα τῶν δύο σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπή, ἡ τοῦ Συντάγματος, καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ καταρτίσαντες τὸ προσχέδιον, ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἔφερε συνάμα εἰς φῶς καὶ ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤρχοντο βεβαίως, ἐὰν δὲν ἐλησμονοῦμεν ὅτι πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνονται κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τὸ πολιτικὸν τοῦτο ἀδίκημα ὅλαι αἱ νομοθεσίαι....
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ὡμίλησεν εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος. Ἀντιθέτως περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος κρατεῖ ἡ ἐκδοχὴ ὅτι δὲν χαρακτηρίζεται ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα.
§288Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως, γενομένης μνείας περὶ μιᾶς τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ παρελθόντι, ἐμνημονεύθησαν ὀνόματά τινα, τὰ ὁποῖα δι’ οὐδὲν ἕτερον κατεδιώχθησαν ἢ μὴ διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα. Τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς ἐμὲ τῆς ὑποδείξεως τῶν ἀτόπων μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθην ὅτι ἡ Βουλὴ εὐμενῶς μᾶλλον ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ ἐν μέλλοντι εἰς ἀληθὲς ἀδιέξοδον. Διότι δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο μόνον τὸ πολιτικὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ υἱοθετήσωμεν τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς, τῆς ὑποχρεωτικῆς δηλαδὴ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως, καὶ μάλιστα διὰ καθορισμοῦ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πολιτικὰ ἀδικήματα χαρακτηρίζονται τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 123 καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναγραφόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον βαρύτατα, διότι τείνουσι πρὸς προσβολὴν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας, πρὸς διατάραξιν τῆς ἐννόμου τάξεως, πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Προκειμένου περὶ τοιούτων πολιτικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωσι πολυσχιδῆ τὴν ἐξάπλωσιν ἐντὸς τῆς χώρας, εἶναι πολὺ ἄστοχον νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἀρχὴ νὰ διεξαγάγῃ ἀνακρίσεις, νὰ φέρῃ εἰς πέρας ταύτας, νὰ ἐκδώσῃ τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκδώσῃ, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δίκην τοῦ κατηγορουμένου εἰς διάστημα βραχύτατον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δυνητικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, νὰ ἀπολύσῃ ἐπὶ ἐγγυήσει κατηγορούμενον ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι, διότι, ἐὰν ὑποχρεώσωμεν αὐτὸ ἐξάπαντος νὰ ἀπολύῃ τοὺς τοιούτους κατηγορουμένους, τότε θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Πολιτεία νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέρους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἀλλοδαποί, διότι Ἕλλην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξῃ ἀδίκημα ἐσχάτης προδοσίας, θὰ εὑρεθῇ, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐπὶ χιλιοδράχμῳ ἐγγυήσει νὰ ἀπολύσῃ ἀνθρώπους ἐπιβουλευθέντας τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν δυνητικὴν ἐξουσίαν ἔχοντες ὡς ἀσφάλειαν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐξανάστασιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἤθελε κάμει κατάχρησιν ἐπιβάλλουσα ἐγγυήσεις ὑπερτέρας τοῦ δέοντος καὶ ἐξ ἑτέρου τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τρίμηνον διάστημα. Ὑποχρεωτικὴν ἐγγύησιν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ παραδεχθῶμεν.
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον τὸ ὑποχρεωτικὸν ἢ μὴ τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης, ἵνα ὑπομνήσω πρὸς αὐτὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἓν μόνον πολιτικὸν ἀδίκημα, ἀλλὰ πολλῶν εἰδῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἠσθάνθημεν καὶ ἐνοήσαμεν ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ παραδεχθῶμεν λ. χ. τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀπόλυσιν διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀπαρτισθῆ συνωμοσία κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν διακλαδουμένη πολλαχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν θὰ δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀνάκρισις νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσιν. Διὰ τοῦτο διετυπώθη τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη καὶ ἐλπίζω ὅτι διὰ τῆς χρηστῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ μόνη ἐὰν αὕτη ἐπιτευχθῇ, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ περιορίσωμεν τὰς καταχρήσεις εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον.
§291Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δυνητικὴ ἔκφρασις ἐν τῷ ἄρθρῳ εἶναι ἀπαισία. Ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων ἡ λέξις δύναται ἐφαρμοζομένη νὰ φέρῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Θὰ δοθῇ τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὸν δικαστήν, τῆς ὁποίας θὰ κάμνῃ συχνότατα κατάχρησιν. Ἡ τροπολογία μου λοιπὸν ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν διατύπωσιν. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τοῦ τόπου μας ποίας καὶ πόσας καταχρήσεις ἔκαμεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ καὶ πόσοι ἐσύρθησαν εἰς τὰς φυλακές, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἐκρίθησαν ἀθῷοι.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τίθεται πρῶτον εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ ταύτης, ἂν τὴν κρίνει παραπεμπτέαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ ἀπορριπτέαν. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἡλιοπούλου καὶ ἀπορρίπτεται). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Παρακαλῶ ἤδη τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἄρθρον κατόπιν τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 6.—«Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται πάντοτε τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τούτου ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή. Οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν».
§293ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐν συνόλῳ.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ δήλωσις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ν. Δημητρακόπουλος καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ῥακτιβάν, καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ διατύπωσις τοῦ αʹ) ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας καὶ ὑπὸ τὴν σαφῶς προκύπτουσαν καὶ ῥητῶς ἤδη δηλουμένην ἔννοιαν, ὅτι δι’ αὐτῆς οὐδόλως ἀποκλείεται ἡ ἐν τῷ μέλλοντι εἰσαγωγὴ γενικῶν ἢ εἰδικῶν νόμων, καταργούντων ἢ περιοριζόντων τὴν προφυλάκισιν, ἢ καθιστώντων τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν δικαστήν. Ἐννοεῖται ἐπίσης ὅτι ἡ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τιθεμένη τρίμηνος κατ’ ἀνώτατον ὅριον διάρκεια τῆς προφυλακίσεως περιλαμβάνει τό τε στάδιον τῆς ὅλης ἀνακρίσεως καὶ τὸ τῆς ἐνώπιον τῶν συμβουλίων διαδικασίας ὁριστικῆς ἐκδικάσεως». Ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται ἐπεδοκιμάσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς;
§295ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη προβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 9. Ὀφείλω πρὸ τούτου νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Χριστίδης ἔχει προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 νὰ προστεθῇ ἐδάφιον ἔχον οὕτως: «ἐδ. α.) οἱ δὲ νόμοι πρέπει νὰ εἶναι ἐπιτακτικοὶ διὰ τοῦ δικαιοῦται, ὑποχρεοῦται, πρέπει, ὀφείλει καὶ οὐδέποτε δυνητικοί, διὰ τοῦ δύναται, θεωρεῖται. ἐδ. βʹ.) Ἑρμηνεία νόμων ἱστορική, γραμματικὴ καὶ λογικὴ δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐφαρμογὴ κατὰ τὴν δεδηλωμένην ἔννοιαν αὐτοῦ. Νόμος ἀσαφὴς δὲν ἐφαρμόζεται.»
§297ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην ἐνόμισα ὅτι προήχθη τὸ πνεῦμα τὸ ἐπιστημονικὸν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι προωρισμένος νὰ ἐφαρμόζῃ δίκαιον καὶ οὐχὶ νὰ δημιουργῇ. Λοιπὸν κατὰ τὴν κρίσιν μου οἱ νόμοι πρέπει νὰ εἶναι συντεταγμένοι ἐπιτακτικῶς. Τότε ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόζῃ αὐτόν. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν δικαστὴν ἐλεύθερον, δὲν θὰ κρίνῃ κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ θὰ ἑρμηνεύῃ αὐτούς. Ἕν παράδειγμα ἂν σᾶς φέρω, θὰ πεισθῆτε περὶ τούτου. Ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐπιτροπείας, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ ἐκ μέρους τοῦ ἀνηλίκου, ἐὰν δὲν γνωματεύσῃ δικηγόρος. Λέγει λοιπὸν ἡ νομολογία ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ συμφέρον τοῦ ἀνηλίκου, ὡσανεὶ ὁ νόμος ὅλος νὰ μὴ ἀφορᾷ τὸ συμφέρον αὐτοῦ. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ νομολογία νὰ ἀπορρίπτῃ ἐνστάσεις, καὶ μετέπειτα ἐνηλικιοῦται ὁ ἀνήλικος καὶ λέγει ὅτι πᾶσα ἡ διαδικασία ἡ πρὸ τῆς ἀνηλικότητός του εἶναι ἄκυρος. Τοῦτο μόνον φέρω ὡς παράδειγμα. Τὸ συνέδριον θὰ κρίνῃ ἂν νομίζει ὅτι δύναται τοιαύτην διάταξιν νὰ συμπεριλάβῃ ἐνταῦθα.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χριστίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν ἢ ᾐτιολογημένην ἀπόρριψιν, πάντως δὲ εἰς ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς μηνός. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας.»
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ἔχει ὁ κ. Φουρίδης.
§300ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, οἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι ἡ κακὴ ἀντίληψις τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ὑπάλληλοι ἀπέναντι τῶν πολιτῶν· ὡσαύτως ἡ κακὴ ἀντίληψις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ πολῖται ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ὑποβοήθησις ἀμφοτέρων αὐτῶν τῶν κακῶν ἀντιλήψεων ὑπὸ τῶν πολιτευομένων. Ἐθεώρει, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεκινήθη καὶ ἔλαβεν ἄλλην τροπὴν ἡ πολιτικὴ κατάστασις, ὁ ὑπάλληλος ὅτι δὲν εἶναι τεταγμένος, ἵνα ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τοῦ πολίτου καὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι τυραννίσκος τεθειμένος ἐπὶ τοῦ θώκου του καὶ δίδων μόνον λόγον τῶν πράξεών του εἰς τὸν Βουλευτὴν καὶ ὄχι εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὸν πολίτην. Τὴν ἀντίληψιν ταύτην τοῦ ὑπαλλήλου τὴν ὑπεβοήθουν οἱ διάφοροι πολιτευόμενοι, ἐπειδὴ ἐξεμεταλλεύετο τὰς δυσκολίας τὰς παρεμβαλλομένας εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν ὑπὸ τῶν πολιτῶν εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσωσιν ἑαυτοὺς κομματικῶς, καὶ παρατηροῦμεν πλείστους των κ. Βουλευτῶν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ τὰ ⅔ τῶν Βουλευτῶν τοῦ παρελθόντος, στηρίζοντας τὴν ἰσχὺν αὐτῶν εἰς τὰς παροχὰς πληροφοριῶν καὶ εἰς ἡμιπαρανόμους παροχὰς ἐν τῇ κοινῇ ἐκτελέσει τῶν διαφόρων νόμων καὶ εἰς τοιαῦτα ζητήματα μικρᾶς φύσεως, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἀντελαμβάνετο ὁ πολίτης καὶ ἐφηρμόζετο ἀκριβῶς καὶ ἡ ἀντίστοιχος ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου πηγάζουσα ὑποχρέωσις τοῦ ὑπαλλήλου, οὐδεμία ἀνάγκη προσφυγῆς θὰ ὑπῆρχεν εἰς τὸν πολιτευόμενον, ἵνα λάβῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δικαιώματός του.
§301ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Τὴν ὁποίαν δὲν θὰ λάβῃ ποτέ.
§302ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος ὡς καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς ἀρχάς». Νομίζω ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰς ἀρχάς, ἐξυπακούεται καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἀρχῶν εἰς ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀναφορὰς ταύτας. Πράγματι λοιπὸν ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ὑποβαλλομένῳ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς βελτίωσις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπειδὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἀντίληψις δὲν ἦτο ὀρθή, εἶναι λαμπρά, οὐχ ἧττον ὅμως ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ χρόνου ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς μοὶ φαίνεται ὅτι πιθανὸν εἰς πλείστας μὲν περιστάσεις ὁ χρόνος οὗτος νὰ ᾖ λίαν μακρός, εἰς ἑτέρας δὲ περιστάσεις τοὐναντίον λίαν βραχύς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν προτέρων ποίου εἴδους πληροφορίας θὰ ζητήσῃ ὁ πολίτης καὶ πόση ἐργασία θὰ χρειασθῇ, ἵνα δοθῇ ἡ ἀπάντησις.
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον σας, λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ σχεδίου τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ προθεσμία διὰ τὴν ἀπάντησιν.
§304Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ κανονισθῇ εἰδικῶς δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν ὁ χρόνος.
§305Γ. ΠΩΠ. Χρειάζεται καὶ νέον προσωπικόν. Καλλίτερον νὰ μείνῃ ἀόριστον, διότι πιθανὸν ὁ μὴν νὰ γίνῃ 15 ἡμέραι, νὰ γίνῃ μία ἑβδομάς· εἶναι ζήτημα προσωπικόν.
§306Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐκταθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω, ὅπως καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐδηλώθη ποῖα θὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ δηλωθῇ καὶ νῦν, καὶ ἂν ἔστω δὲν γίνῃ ἐπίσημος δήλωσις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι διὰ νόμου θὰ κανονισθῇ ὁ χρόνος αὐτός, νὰ μὴ θεωρήσωμεν δὲ ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἀόριστος, διότι τὴν ἀοριστίαν αὐτὴν θὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ πάλιν ὁ ὑπάλληλος καὶ δὲν θὰ δίδῃ τὰς πληροφορίας. Πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου εἰδικοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ εἰδικαὶ περιστάσεις, αἵτινες θὰ συνέτρεχον εἰς τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ χρόνου. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§307Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἤθελον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς. Ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν ἤδη, βεβαίως ἔχει μίαν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν, τὴν προϋπόθεσιν τῆς προσηκούσης ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, μετὰ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ἐνεργὸς ἡ διάταξις καὶ ἀποτελεσματική. Ἐφ’ ὅσον αἱ ὑπηρεσίαι ἔχουσιν ὡς ἤδη ἔχουσι, συνταγματικὴ πρόνοια καὶ ἰδιαίτατα συνταγματικὴ κύρωσις εἶναι βεβαίως ἀνέφικτος· ἂν δὲ θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν ψηφιζομένην ὡς κεῖται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Προϋποθέτει ἑπομένως ἀναγκαίως — καὶ ἀλλαχοῦ ὅπου ὑπάρχει ὁμοία συνταγματικὴ διάταξις τοιαύτην ἔχει προϋπόθεσιν—τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν πλήρη ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ μόνην καθίσταται δυνατὴ ἡ ἀπάντησις εἴτε ἔγγραφος εἴτε μὴ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ποικιλλούσης κατὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι πρακτικῶς καλὸν νὰ θεμελιωθῇ μὲν ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἀρχή, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου καὶ ἄνευ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἀπαντήσεως ὡς ἐγγράφου ἢ μή, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ τρόποι, πλὴν τοῦ προφορικοῦ, ἀπαντήσεως. Ἐκεῖ, ὅπου κεῖται ὁμοία συνταγματικὴ διάταξις, ἐγὼ ὁ πολίτης δίδων ἔγγραφον ἐρώτησιν νὰ λαμβάνω ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπάντησιν, ὑπάρχει ἡ ἀναγκαία προϋπόθεσις τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Ταύτην τὴν ὀργάνωσιν πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν, ἥτις θὰ γίνῃ μετὰ τὴν θεμελίωσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῶν ἄλλων κατωτέρων συμβουλίων, καὶ τότε ἡ νομοθεσία θὰ συμπληρώσῃ τὰ καθέκαστα, θὰ καθορίσῃ ἰδίους τρόπους ἀπαντήσεως δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν καὶ ἰδίας προθεσμίας. Τώρα προστίθεται «ὑποχρεουμένας πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν», ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ προστίθησι δεύτερον ἐδάφιον, τοῦ ὁποίου μέγα μέρος ἔχει πολλὴν χρησιμότητα καὶ πρακτικότητα· προστίθησι τὸ ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς ἐν τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας». Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐκτίθενται οἱ πρακτικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ δεύτερον τοῦτο ἐδάφιον. Οἱ πρακτικοὶ αὐτοὶ λόγοι εἶναι ἄξιοι ἀναγνωρίσεως, καὶ θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ νὰ προστεθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀφαιρεθῇ τοῦτο τὸ περιοριστικόν. Εἶναι ὀρθὸν βεβαίως τῇ ἀδείᾳ τῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνθη ἡ ἀναφορά, καὶ πολλάκις εἶναι πρακτικῶς ἐπωφελὲς μετὰ τὴν ἄδειαν τῆς ἀρχῆς νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ζήτησις εὐθυνῶν διὰ παράβασιν ἢ ἐξύβρισιν, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἀναφοράν, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ καταδίωξις ἐναντίον αὐτοῦ, ἡ ὁποία τῇ ἀδείᾳ τῆς ἀρχῆς θὰ προέλθῃ, πρέπει ἐξάπαντος νὰ γίνῃ μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, καθ’ ἣν ἡ ἀπόφασις νὰ βραδύνῃ ἐπί τινα χρόνον, νὰ μὴ ὑπάρξῃ δὲ περίστασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ ζήτησις εὐθυνῶν· ἀναμφισβητήτως ὅμως ἡ ζήτησις εὐθυνῶν θὰ γίνῃ πάντοτε ἀδείᾳ τῆς ἀρχῆς, πρὸς ἣν ἡ ἀναφορά. Τοιουτοτρόπως νομίζω τὸ βʹ ἐδάφιον δύναται νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς: «Μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς ἀρχῆς, πρὸς ἣν ἡ ἀναφορά, ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».
§308Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ ἀπόφασις ἔχει ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως;
§309Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἡ ἀρχὴ τὸ νομίζῃ, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ζήτησιν εὐθυνῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐγγύησις, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἐξαρτῶμεν τὴν κίνησιν τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς καὶ ἐφ’ ὅσον λέγομεν ὅτι μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς ἀρχῆς, πρὸς ἣν ἡ ἀναφορά, ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δεσμεύσωμεν περαιτέρω.
§310Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ προετίμων τὴν τελικὴν ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν ἄδειαν.
§311Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ζήτησιν εὐθυνῶν ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἀρχῆς. Τοῦτο διὰ τὸν πολίτην εἶναι ἐπαρκὴς ἐγγύησις, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι δέσμευσις διὰ τὴν ἀρχήν.
§312Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδεὶς θὰ τολμᾷ νὰ ἀναφερθῇ, διότι θὰ ἔχῃ τὸ φάσμα τῆς καταδιώξεως.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι μέχρι σήμερον δὲν ὑπῆρχεν οὐδ’ αὐτὸς ὁ περιορισμός, διότι μέχρι σήμερον δὲν ἀπῃτεῖτο κἂν ἄδεια τῆς ἀρχῆς, διὰ νὰ γίνῃ καταδίωξις. Ὁ καθ’ οὗ ἀπηυθύνοντο τὰ παράπονα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὸν ἀναφερόμενον, καὶ νὰ κινηθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγή· σήμερον λέγομεν τοῦτο: ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀναφορά, ὁ καθ’ οὗ τὰ παράπονα, δὲν δύναται μόνος νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἀλλὰ πρέπει ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν καταδίωξιν, ὥστε εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ πολίτης εὑρέθη ἐν ἐξάψει, ἡ ὁποία κρίνεται ἀπὸ τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς καὶ τοῦ βασίμου, ὡς δεδικαιολογημένη, νὰ σταματᾷ ἕως ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ποινικὴ καταδίωξις. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ἂν πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν πάντως τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἀπαντήσεως. Ἐπειδὴ ἀφήσαμεν εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ αὐτά, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρίσωμεν νὰ γίνηται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν πάντως μετὰ τὴν ἀπάντησιν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία νὰ γεννᾷ τόσα ζητήματα, νὰ θέτῃ τόσα ἐρωτήματα, νὰ προκαλῇ τόσας ἐρεύνας, ὥστε νὰ ἀπαιτῶνται μῆνες ὁλόκληροι, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀρχὴ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ εἰλικρινῶς καὶ χωρὶς νὰ δώσῃ μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν εἰς ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνακοινοῖ ὁ ἀναφερόμενος, δὲν θὰ εἶναι δὲ δίκαιον, ἂν ἡ ἀρχή, πρὸς ἣν ἡ ἀναφορά, νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κινηθῇ ἡ ποινικὴ ἐξουσία, δὲν θὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἀφήσητε ἐκτεθειμένον τὸν καθ’ οὗ ἡ ἀναφορὰ εἰς ἔλλειψιν προστασίας, ὑποχρεούμενον νὰ ἀναμείνῃ μετὰ μῆνας νὰ κινηθῇ ἡ ποινικὴ αὐτοῦ ἀγωγή. Νομίζω ὅτι εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ καταλήξωμεν.
§314Γ. ΠΩΠ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡρισμένην ἀπόφασιν, ἵνα καθορίσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ καθωρίσωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀπαντήσεως, παρέχομεν μίαν ἐξουσίαν ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀναφερομένων.
§315ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρειάζηται μακρὸς χρόνος πρὸς αὐτό.
§316Γ. ΠΩΠ. Τοὺς δισταγμοὺς αὐτοὺς εἶχον ἁπλῶς.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§318Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀκριβῶς, ἵνα συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσηγῶνται δεόντως ἐπὶ παντὸς ἄρθρου τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἵνα οὕτω κατορθῶμεν νὰ προβαίνωμεν ἐπὶ τὸ ἔργον, χωρὶς μεγάλας φλυαρίας. Καθὼς βλέπω, ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι θὰ ἀνεγνώρισαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευόντων ἀπὸ τοῦ θέματος τούτου ἐθεώρησαν τὸ βῆμα τοῦτο ὡς βῆμα ἐπιδείξεως ῥητορικῆς καὶ εὐγλωττίας. (Διαμαρτυρίαι). Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὰς δοθείσας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐξηγήσεις ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, ἀφοῦ συμφωνοῦσι πρὸς τὴν τροπολογίαν μου, ὑποσχεθείσης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει λίαν προσεχῶς διὰ νόμου ὁρίσει τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου αἱ ἀρχαὶ ὀφείλουσι νά ἀπαντῶσι πρὸς τὸν ἀναφερόμενον.
§319Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἓξ κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, εἰσάγουσι δύο γενναίας καινοτομίας ἀπέναντι τῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος. Ὄχι ὅτι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος δὲν καθιεροῖ ἓν μέγα δικαίωμα τῶν πολιτῶν· πᾶν τοὐναντίον· ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου ἀποδεικνύει ὅτι καθιεροῖ πράγματι ἓν δικαίωμα ἔχον ἀνάγκην προστασίας. Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἀνάγεται εἰς τὴν Bill of Rights τοῦ 1689 τοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, ἐκεῖθεν μετωχετεύθη ἡ διάταξις εἰς τὸ ἀμερικανικὸν πολίτευμα καὶ πάλιν ἐπανῆλθεν εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Συντάγματα, εἶναι δὲ περίεργος ἡ παρατήρησις ἡ γενομένη τουλάχιστον διὰ τὴν συνταγματικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐπὶ τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων αὐτῆς καθιεροῦται καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου 9, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἀπολυταρχικῶν πολιτευμάτων τὸ ἄρθρον 9 ἐλλείπει. Ἡ ἐγγύησις ὅμως αὕτη ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ ἄρθρῳ 9, ἡ ἐγγύησις δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀναφέρεσθαι δὲν θεωρεῖται ὡς κολάσιμος πρᾶξις, ὡς ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ἡ ἐγγύησις αὕτη ἡ μεγάλη, παρετηρήθη ἐν Ἑλλάδι, ὅτι εἰς πολλὰς περιστάσεις καθίστατο γράμμα κενόν· διότι αἱ ἀρχαί, πρὸς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλοντο αἱ ἀναφοραί, ἢ μᾶλλον αἱ ἀρχαί, διὰ τῶν ὁποίων διεβιβάζοντο αἱ ἀναφοραὶ καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἐστρέφοντο αἱ ἀναφοραί, ἐσταμάτων τὰς ἀναφορὰς καὶ εἰσῆγον τακτικὴν ποινικὴν δίκην ἐναντίον τῶν ἀναφερομένων, ἢ αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ ζητοῦσαι πληροφορίας ἀπὸ τὰς ὑφισταμένας, καθ’ ὧν ἐστρέφοντο αἱ ἀναφοραί, μετεβίβαζον τὰς ἀναφορὰς πρὸς αὐτάς, καὶ οὕτω παρεῖχον τὴν ἀφορμήν, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην καὶ καταδικασθῶσι πολῖται δικαίως ἀναφερθέντες ἐπὶ τῇ αἰτίᾳ τῇ ἀληθεῖ καὶ πολλάκις τῇ ψευδεῖ ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑβριστικαὶ φράσεις ἐναντίον τῶν ἀρχῶν. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἐν τῷ δικηγορικῷ μου βίῳ, ὅτε πολῖται ἀναφερθέντες ἐναντίον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν εἰσήχθησαν εἰς δίκην καὶ κατεδικάσθησαν δῆθεν ὡς ὑβρισταὶ χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἀναφοραί των. Τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶχε κάμει καὶ ὁ ἀοίδιμος Διομήδης Κυριακός, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἔλεγε πρὸς τὴν τότε Ἐθνοσυνέλευσιν: «Σημειωτέον, ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἰδίως ἐν Ἑλλάδι, διηυκολύνθη τὸ ἀναφέρεσθαι ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἡ ἀναφορὰ περιέχει εἴτε προσβολὰς κατ’ ἀρχῶν εἴτε παραποιημένας ὑπογραφάς». Εἶχε δὲ προτείνει ὅπως, μόνον μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἀναφορᾶς εἰς ἣν ἀποτείνεται ἀρχὴν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς ἢ διὰ νόθευσιν τῶν ἐν αὐτῇ ὑπογραφῶν. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Διομήδους δυστυχῶς ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦ «ἐφωτίσθημεν» δὲν ἐνοήθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως αὐτῆς εἶχον διατυπώσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν πρότασιν νόμου, ἥτις ἀπετέλεσε τὸ ἄρθρον 9. Ἡ ἐμὴ πρότασις ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Διομήδους μὲ μίαν προσθήκην, εἶχε δὲ ὡς ἑξῆς· «μόνον μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἀναφορᾶς πρὸς ἣν ἀπευθύνεται ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις κατὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν κλπ.» Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐζητήθη νὰ προστεθῇ ἀκόμη πλὴν τῆς φράσεως ταύτης καὶ ἡ φράσις «καὶ μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀναφορᾶς ἐπιτρέπεται ἡ δίωξις». Τὸ κατ’ ἐμὲ εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς πειθαρχικῆς ἢ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐκ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς· διὰ τοῦτο εἶχον προτείνει, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς δύο δυνατὰς κατ’ ἐμὲ περιπτώσεις καταχρήσεως, τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ παραδόσεως τῆς ἀναφορᾶς ὑπὸ τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν παραδοθείσης τῆς ἀναφορᾶς ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ζητεῖ πληροφορίας παρὰ τῆς ὑφισταμένης, ἥτις ἀντὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐνεργεῖ κατὰ τοῦ ἀναφερομένου, εἶχον, λέγω, προτείνει ὡς μόνον περιορισμὸν τῆς διώξεως τοῦ ἀναφερομένου τὴν προγουμένην παράδοσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ τὴν ἄδειαν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ἤμην σύμφωνος νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ καὶ ἡ ἔκδοσις τελικῆς ἀποφάσεως τῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἀφοῦ αὕτη ἦτο ἡ ἀρχική μου ἰδέα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν καινοτομίαν, περὶ ἧς ὡμίλησα, ἡ διάταξις κυροῖ μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων. Τὰ πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων καθιεροῦσι μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Παραλλήλως ὅμως πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, πρὸς τὴν ἐντελῶς ἀρνητικὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὅτι δηλ. τὸ ἀναφέρεσθαι εἶναι δικαίωμα καὶ ὄχι πρᾶξις κολάσιμος, ἀνεπτύχθη ἰδίως εἰς τὰς Γερμανικὰς πολιτείας ἡ ἑτέρα ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος καὶ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας εἶναι ὑπόχρεα νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ἀναφορὰς τῶν πολιτῶν. Λέγων εἰς τὰς ἀναφοράς, ἐννοῶ κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως, καθ’ ἣν τὸ ἀναφέρεσθαι δὲν εἶναι τὸ αἰτεῖν πληροφορίας, ἀλλὰ τὸ μέμφεσθαι μιᾶς ἀρχῆς κατωτέρας καὶ ψέγειν τὴν κατωτέραν ἀρχὴν διὰ πράξεις παρανόμους ἢ ἐπιζημίους εἰς τὸν ἀναφερόμενον πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν μέχρι καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀναφορῶν ὡρισμένα πολιτεύματα καὶ ἰδίως γερμανικὰ καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ πολίτευμα τὸ Σαξωνικόν, τὸ πολίτευμα τῆς Βυττεμβέργης, τὸ πολίτευμα τῆς Κουρέσσης καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Βρέμης, καθιεροῦσι τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχὴ ὑποχρεοῦται ν’ ἀπαντήσῃ ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τῆς ἀναφορᾶς, ν’ ἀπαντήσῃ δ’ ἐγγράφως δι’ ἐγγράφου περιέχοντος καὶ τὰς αἰτιολογίας τῆς ἀπορρίψεως. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εἶχον εἰσηγηθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῶμεν, ἔλαβον ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ ἐπὶ τῶν αἰτήσεων, ὄχι τῶν ἀναφορῶν μόνον, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρχὴ δημοσίου δικαίου ὅτι ὀφείλουσιν αἱ ἀρχαὶ ν’ ἀπαντῶσι. Καὶ εἶχον διατυπώσει τὴν ἀρχικὴν πρότασιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἐπὶ αἰτήσεων καὶ ἀναφορῶν ὀφείλουσιν αἱ πρὸς ἃς αὗται ἀπευθύνονται ἀρχαὶ ν’ ἀνακοινῶσιν ἐγγράφως εἰς τὸν αἰτοῦντα ἢ τὸν ἀναφερόμενον τὰς ἀποφάσεις των. Ἀποφάσεις δὲ τῶν ἀρχῶν ἀπορρίπτουσαι τὰς ἀναφορὰς δέον νὰ κοινοποιῶνται εἰς τοὺς ἀνενεχθέντας μετὰ τῶν αἰτιολογιῶν». Ἤμην καὶ ἐγὼ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ὀφείλομεν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ ὁρίσωμεν χρόνον, ἡ ἀπαίτησις ὅμως νὰ ὁρισθῇ χρόνος προῆλθεν ἐξ ἐκείνων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου πολιτευόμενα καὶ τὰ ὁποῖα ἠξίωσαν νὰ τεθῇ ὁ χρόνος ἐν τῷ Συντάγματι καὶ λάβῃ συνταγματικὸν κῦρος, ὅπως οἱ πολιτευόμενοι ἀπαλλαχθῶσι τῶν ἐνοχλήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀναγκάζονται ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς πολλάκις νὰ ὑποβάλλωνται χάριν τῶν πολιτῶν. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν εἶμαι ἐπίσης σύμφωνος ν’ ἀφεθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θ’ ἀπαντῶσιν αἱ ἀρχαί, εἰς τὸν νόμον.
§320Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶσθε σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν;
§321Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις ἡ ἰδική μας, αἰρομένων τῶν δύο περιορισμῶν.
§322Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἰδική μας διατύπωσις.
§323Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§324Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιλαμβάνετε καὶ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς;
§325Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ ἐμὲ αἱ ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχουσιν ἄλλην διαδικασίαν, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν διοικητικὴν θὰ κανονισθῇ ἐν ταῖς λεπτομερείαις του διὰ νόμου.
§326ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἠρωτώμην, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῆς ἀναγκαιότητος μιᾶς ἐθνικῆς Συνελεύσεως μόνον διὰ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος, ὡς ζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις αὐτοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀδιστάκτως θὰ ἔλεγον ναί. Πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συζήτησις, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω καὶ αὖθις τὸν λόγον, ἐὰν δὲ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ διάταξις αὕτη, ἐγὼ προτείνω, ὅπως γένηται ἀποδεκτὴ ὡς αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ γένηται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§327Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα μετὰ πάσης προσοχῆς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν σχέσει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9 ἐπείσθη ὅτι, ὡς αὗται εἶχον, οὐδεμίαν κύρωσιν παρεῖχον τοῦ ὑψίστου δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι, καὶ διὰ τοῦτο αἱ πρὸς ἃς αἱ ἀναφοραὶ ἀρχαὶ οὐδέποτε ἢ σπανιώτατα ἀπήντων εἰς τὰς ἀποστελλομένας ἀναφοράς. Ἕνεκα τούτου ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Ἡ πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχὴ ἔδει νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἠτιολογημένην ἔγγραφον ἀπάντησιν ἐντὸς μηνός. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς προέβαλεν εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδεχθέντων ὅτι ἡ παρ’ ἡμῶν ὀργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δὲν ἐπιτρέπει τὸν διὰ τοῦ Συντάγματος προσδιορισμὸν προθεσμίας, τοῦθ’ ὅπερ διὰ νόμου δύναται κάλλιον νὰ καθιερωθῇ, ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος θὰ ὑπόκειται καὶ εἰς εὐχερεστέραν μεταβολήν, ἐδέχθη δὲ ἐπὶ πλέον ὅτι ἡ ἀπάντησις δέον νὰ μὴ ᾖ ὑποχρεωτικῶς ἔγγραφος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μὲ εὕρῃ σύμφωνον μόνον ὡς πρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ παρατήρησιν, καθ’ ὅσον τῳόντι περὶ τὴν ἀναγραφὴν τῆς μηνιαίας προθεσμίας οὔτε ἐξητάσθη ἀρκούντως τὸ ζήτημα οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοργάνωσιν καὶ τὴν κατάστασιν τῶν παρ’ ἡμῖν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ὅμως φρονῶ ὅτι δέον νὰ παραμείνῃ ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γενομένη ἀποδεκτὴ ἀρχή, καθ’ ἣν ἡ ἀπάντησις δέον νὰ ᾖ ἔγγραφος, καὶ τοῦτο, διότι ἡ προφορικὴ ἀπάντησις οὔτε ἀπάντησις εἶναι, οὔτε νὰ ἀποδειχθῇ ἐντελῶς εἶναι δυνατόν.
§328ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα νὰ τεθῇ ἔγγραφος.
§329ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ προφορικὴ εἶναι εἰρωνεία.
§330Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ βʹ ἐδάφιον ὀρθὴ ὡσαύτως παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ παρεῖχε κινδύνους νὰ παραμείνῃ ἡ διατύπωσις ὡς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐτέθη, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι μέχρις ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐπὶ πολυπλόκων ὑποθέσεων οὐδόλως ἀπίθανον νὰ παραγράφηται ἡ ποινικὴ ἀγωγή. Ἑπομένως ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη διατύπωσις σκόπιμος δύναται νὰ θεωρηθῇ.
§331Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χάριν τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος μοὶ φαίνεται ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγας στιγμάς, καίτοι εἶναι τοιαύτη ἡ ὥρα. Μία ἐκ τῶν ῥιζικῶν μεταβολῶν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὸ Σύνταγμά μας, εἶναι αὐτὴ ἡ θυσιαζομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 9· εἶναι ἡ μόνη καινοτομία, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατορθώσωμεν νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς, καὶ νὰ καταστρέψωμεν τὰς ῥίζας τῆς βουλευτοκρατίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον κατηγοροῦμεν. Διὰ τῆς καινοτομίας ταύτης καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὰς μικροενοχλήσεις τῶν ἐκλογέων καὶ οἱ πολῖται ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τῶν Βουλευτῶν. Αὐτὸ ὅμως ἵνα κατορθωθῇ, πρέπει νὰ εἴμεθα ὀλίγον ἀποφασιστικώτεροι εἰς τὰ μέτρα μας, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ θέσῃ ὡρισμένους περιορισμοὺς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, δηλ. ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὴν προθεσμίαν, δηλαδὴ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀπαντήσεως, καὶ δὴ τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἤτοι ἐὰν ἀπορρίψωμεν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν κάμνομεν τίποτε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ θεσπίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ἀφοῦ ἀσφαλῶς θὰ ναυαγήσῃ ὅπως ἐναυάγησε τὸ ἄρθρον 9 καὶ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπραγματοποίησεν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν θέσωμεν ὡρισμένην προθεσμίαν ἀπαντήσεως πρὸς τὸν ἀναφερόμενον πολίτην, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε. Θὰ ἤμην σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐκ τῆς νομοθεσίας τοῦ μέλλοντος, ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ συνέδεε πρὸς τὴν καλὴν ἐν τῷ μέλλοντι ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ὅτι τότε μόνον ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ὑποχρεώσεις, καὶ τότε μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ λαμβάνῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν ὁ ἀναφερόμενος πολίτης. Ἐὰν τοῦτο θέσωμεν ὡς βάσιν, τότε μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν θὰ περιμείνωμεν διὰ νομοθετικῆς διατάξεως τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι εἰς ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν, διότι, ὅταν πρόκειται νὰ ἐνεργήσωσιν αἱ ἀρχαὶ τὴν ἀναφοράν, δὲν ἔχουσι καμμίαν δυσκολίαν καὶ νὰ ἀπαντήσωσι δι’ ἑνὸς ἁπλουστάτου ἐγγράφου, τυπικοῦ, δι’ οὗ νὰ δηλοῦται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Οὐδ’ εἶναι μικρὸν τὸ διάστημα τοῦ μηνός, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἀπαντῶσι περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, διότι ἐνέργεια εἶναι καὶ νὰ ἀπαντήσωσιν αἱ ἀρχαί, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι: ἡ ἀναφορά σου χρειάζεται ὡρισμένην διαδικασίαν ἵνα ἐκτελεσθῇ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ περιμένῃς περισσότερον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἀπάντησις σαφής, σαφεστάτη. Αὗται εἶναι αἱ προϋποθέσεις, αἵτινες ἤγαγον τὴν ἐπιτροπὴν νὰ θέσῃ καὶ προθεσμίαν ἐν τῇ ὑποχρεώσει πρὸς ἔγγραφον ἀπάντησιν.
§332Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θεωρεῖτε ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπαλλήλου λέγοντος ὅτι ἡ αἴτησίς σου, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἀπαιτεῖ χρόνον μακρόν; Ἐὰν αὐτὸ τὸ θεωρῆτε ἐπαρκές, καὶ τὸ θεωρῆτε ἀπάντησιν, μὴ κοπιάζωμεν καὶ συζητῶμεν, διότι δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ καμμία ἀπάντησις. Ὁ ὑπάλληλος βαρυνόμενος ἢ μὴ θέλων νὰ ἐνεργήσῃ ἢ θέλων νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Βουλευτοῦ, ὅπως γνωρίζετε, θὰ γράφῃ εἰς τὸν ἀναφερόμενον: ἡ ἀναφορά σου ἔχει ἀνάγκην μακροῦ χρόνου ἐνεργείας. Αὐτὸς ἀπήντησεν: ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἐξεπληρώθη, καὶ ἐν τούτοις δὲν προσεθέσαμεν τίποτε ὑπὲρ τοῦ πολίτου.
§333Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἀπατᾶσθε, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν ἀπαντήσῃ σοβαρῶς ὅτι ἔχει κωλύματα εἰς τὴν ἐνέργειαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀπάντησις ἐκείνη δὲν ἦτο ἐπαρκής, διότι, ἐὰν ἦτο ψευδής, θὰ δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ὅπως τεθῇ ἡ προθεσμία τῆς ἀπαντήσεως, διότι οὐδὲν θὰ φέρῃ κώλυμα εἰς τὴν ἐνέργειαν.
§334ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε: Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀκεραία ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος καὶ πλήρης ἡ εὐσυνειδησία ὑμῶν, διεξαγομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ μιᾶς σπουδαιοτάτης διατάξεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ 25–30 Βουλευτάς; Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν προβάλλεται ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ἀλλὰ συγχρόνως λέγει ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται, ἐὰν ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὅταν μάλιστα ἐκφράζωνται ἀμφισβητήσεις περὶ τούτου, ἔχει, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ πιστωθῇ ἂν πράγματι ὑπάρχει ἀπαρτία. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω: νομίζετε ὅτι εἶναι πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου καὶ τοῦ Σώματος; Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, καὶ ἐπιρρίπτω ἅπασαν τὴν εὐθύνην ἐφ’ ὑμᾶς.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ μετριάζητε τὰς φράσεις σας περὶ ἀξιοπρεπείας ἢ μὴ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προεδρείου. Καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Προεδρεῖον εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ των. Ἐπαγγέλθητε ὅτι θὰ ζητήσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργηθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θὰ ἴδωμεν ἂν τὸ Σῶμα λαμβάνον τὰς ἀποφάσεις του εἶναι ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ τότε θὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις ὑμῶν καὶ θὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Τὴν παρατήρησίν σας δὲ ταύτην θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προβάλητε, ἐὰν ἐβλέπετε ὅτι ἐν μεγάλῃ διαστάσει γνωμῶν ἐγὼ θὰ ἐζήτουν τὴν δι’ ἀναστάσεως ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ δὲν θὰ εἶχον ἐνώπιόν μου Βουλὴν μὴ συνεδριάζουσαν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§336Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ μέρους ἀνθρώπων πολλὰ παθόντων ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς ὑπαλληλικῆς καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἀξιώσεως τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ μᾶς θεωρῶσιν ὄχι ὅτι ἐρχόμεθα ἐνταῦθα ὡς μόνον ἔργον ἔχοντες νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ διαρρύθμισιν πολλῶν νομοθετημάτων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ ἀτομικά των συμφέροντα, περιφερόμενοι ἀνὰ τὰ Ὑπουργεῖα δίκην μισθωτῶν ὑπαλλήλων. Ἡ κατάστασις αὕτη ἀναμφισβητήτως θέλει ἐκλείψει τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤθελε γεννηθῆ ἡ πεποίθησις εἰς ἕκαστον πολίτην Ἕλληνα, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφερθῇ πρὸς τὰς ἀρχάς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι ὑποχρεωμέναι ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ πολίτου ἐκείνου. Ἅμα ὡς γεννηθῇ ἡ πεποίθησις αὕτη εἰς τὸν πολίτην θὰ παύσῃ οὗτος νὰ θεωρῇ ὅτι ἱκανὸς νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύῃ ὡς Βουλευτὴς εἶναι ὁ μᾶλλον ταχύγραφος καὶ ὁ μᾶλλον ταχύπους μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον ἤδη πολιτευόμενος ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔλαβε πεῖραν τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι δὲν πολιτεύεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀναμφισβητήτως ὅμως ἔχει γνῶσιν καὶ ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ μὴ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ προθεσμία ἔστω δύο μηνῶν, ἔστω τριῶν μηνῶν, πάντως ὅμως νὰ τεθῇ, διότι, ἐὰν δὲν τεθῇ προθεσμία, ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις θὰ μείνῃ χάρτης ἄγραφος. Οὐδεμία πεποίθησις θὰ γεννηθῇ εἰς τοὺς πολίτας, ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις ἡ καὶ πρότερον κρατοῦσα θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως ἔχει καθῆκον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην εἰς τὸ νὰ συντελέσῃ νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις αὕτη ἐπὶ τὰ βελτίω.
§337ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν γνώμην τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι μία τῶν σπουδαιοτάτων μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐφέραμεν εἰς τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸ ἄρθρον 9. Καίπερ δὲ μὴ εὑρισκόμενος ἀπὸ πολλοῦ χρόνου μέσῳ ὑμῶν, γνωρίζω τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ διάταξις, διότι καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου Κρήτην τὰ αὐτὰ περίπου συμβαίνουσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸν καθορισμὸν τοῦ χρόνου. Δέχομαι ὅμως, ὅπως παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθορίζηται αὐτὴ ἡ προθεσμία καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ ἐπειγόντως μαζὶ μὲ τὸ Σύνταγμα. Ὥστε, ἐὰν ἐκ τῶν πραγμάτων φανῇ ὅτι ὁ χρόνος ἦτο μικρός, νὰ παρεκτείνωμεν τὴν προθεσμίαν, νὰ μὴ δεσμεύσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι καὶ ἐπαρκῶς μελετημένον τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ ἐν τῷ Συντάγματι νὰ ὁρισθῇ προθεσμία, τῆς Κυβερνήσεως ἀναλαμβανούσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται αὐτὴ ἡ προθεσμία, ἀλλὰ θὰ εἶναι σχέδιον νόμου ψηφιζομένου ὑπὸ τοῦ Σώματος ὡς νομοθετικοῦ καὶ οὐχὶ ὡς ἀσκοῦντος τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ εἶναι ἡ περαιτέρω τροποποίησις δυνατή.
§338Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑπὸ τοῦ νόμου ἔστω.
§339ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ χωρὶς νὰ τὰ λέγωμεν αὐτά, ἐννοοῦνται. Ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον τάχιστα, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§340Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Νὰ τεθῇ «ὁρισθησομένης τῆς προθεσμίας διὰ νόμου».
§341Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅτι τῆς προθεσμίας ταύτης ἐπιτρέπεται διὰ νόμου ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ μείωσις;
§342Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά!
§343Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅλοι μένομεν σύμφωνοι περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἀρχῶν πρὸς ἀπάντησιν, διότι ἄλλοι μὲν συνέπεσε νὰ ἀναφέρωσι τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον μέχρι τοῦ νῦν ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἄλλοι δέ— καὶ μεταξὺ τούτων ηὐτύχησα νὰ εἶμαι ἐγὼ—συνέπεσε νὰ ἴδωσι κατὰ πόσον τῳόντι ὁ πολίτης αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἐξυψούμενον, καὶ ποίαν ἀντίληψιν σοβαρὰν καὶ προσήκουσαν λαμβάνει περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαντώσης προθύμως εἰς αὐτόν. Ὁ νομός, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἰδιαιτέρως, συνέπεσε νὰ ἔχῃ ἄλλοτε νομάρχην τὸν νῦν νομάρχην Κεφαλληνίας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν συνήθειαν αὐτήν. Καὶ τῳόντι ἔβλεπέ τις ὅτι, μολονότι ὁ νόμος εἶχε πλείστας ἐργασίας, ἀπήντα ταχέως καὶ παρήγγελλεν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν νὰ καλέσῃ τὸν πολίτην, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν...
§344Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ ἴδιον δὲν πράττει ὅμως τώρα.
§345Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§346Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι πολιτικὸς πράκτωρ μιᾶς μερίδος καὶ ἀπαντᾷ μόνον εἰς μίαν.
§347Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε συνάδελφε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην, τὸ λέγω. Τὸ ἀντελήφθην δὲ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν εἶχον ἀκόμη μετάσχει τῶν πολιτικῶν ἀγώνων.
§348Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔμεινεν ὀλίγον καιρόν.
§349Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως κατὰ τοῦ νομάρχου τώρα, ὑποθέτω. Ἐγὼ ἀνέφερα ἕνα νομάρχην. Μάλιστα δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ ἂν νῦν ὑπηρετεῖ ἐν Κεφαλληνίᾳ.
§350Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι τὸ ὑπόδειγμα τοῦ κακοῦ. Δι’ αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω.
§351Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω (ψιθυρισμοί). Πρέπει ὅμως νὰ διασαφήσωμεν δισταγμούς τινας, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, ἐπὶ τῆς διατάξεως, διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν ἢ εἰς περιπλοκὰς περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ἄρθρου ἢ εἰς ματαίωσιν τελείαν αὐτοῦ. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον, οἷον διετυπώθη τῷ 1864 ἀτελῶς, οἷον εἶχε διατυπωθῆ ἐν τισι γερμανικαῖς Πολιτείαις, καὶ οἷον διατυποῦται σήμερον, παρεισάγει μίαν νέαν ἐξασφάλισιν ἀτομικὴν τοῦ πολίτου, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκομεν εἰς τινα ἄλλα Συντάγματα ἀναγεγραμμένην. Ἐὰν παρατηρήσωμεν αἴφνης τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐξασφαλίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος, τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, τῆς συνειδήσεως, τοῦ λόγου καὶ τῆς θρησκείας, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθημεν προχθές, τὸ δικαίωμα τοῦ τύπου, τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὰς Βουλὰς—οὐχὶ τὸ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὰς ἀρχάς—. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω προηγουμένως ἂν ἐν τῇ ὑποχρεώσει τῶν ἐν τῇ διατάξει ἐκείνῃ ἀπαντήσεων θὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας ἀπευθύνουσιν οἱ πολῖται πρὸς τὰς Βουλάς. Θὰ γεννηθῇ δὲ ἀναμφισβητήτως τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν.
§352Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος λύεται εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν εἰς τὰς Βουλὰς;
§353Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δηλαδή;
§354ΠΑΝ. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον 58: «Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος Βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὸ Γραφεῖον. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφοράς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι, καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς». Τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὰς Βουλὰς καθωρίσθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 58. Ἐὰν θέλωμεν νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, ἄλλο ζήτημα.
§355Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὴν σχέσιν τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὰς Βουλὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀναφοράς· δὲν κανονίζει τὴν σχέσιν τοῦ ἀναφερομένου πρὸς τὸν ἀναφέροντα, δὲν κανονίζει τὴν σχέσιν δηλαδὴ τῆς Ἀρχῆς, πρὸς ἣν ἡ ἀναφορά, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸν ἀναφερόμενον. Καὶ θέλω νὰ εἴπω μήπως γεννηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἐγγύησιν ταύτην ἐξησφαλισμένην ἐν ἄλλῳ Συντάγματι, καὶ βεβαίως θὰ καταφύγῃ ὁ ἑρμηνευτὴς εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅπως καταφεύγομεν ἡμεῖς νῦν εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄλλων Συνταγμάτων κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἔγινε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν. Πρέπει λοιπὸν ἡμεῖς νὰ καθορίσωμεν καὶ τοῦτο, γινομένης τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης δηλώσεως; Ἅλλο σημεῖον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, εἶναι τοῦτο: Ὁποίου εἴδους θὰ εἶναι ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπευθύνῃ ὁ πολίτης; Αἴτησις περὶ παροχῆς πληροφοριῶν ἢ αἴτησις, δι’ ἧς καθιστᾷ γνωστὴν πρὸς προϊσταμένην Ἀρχὴν ἐνέργειαν ἢ παράλειψιν τῆς ὑφισταμένης Ἀρχῆς; Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν πρόκειται ἀναμφισβητήτως περὶ μέμψεως, ἡ ὁποία δίδει ἀφορμὴν πρὸς ἐνέργειαν τῆς Ἀρχῆς, τοὐλάχιστον πρὸς καταδίωξιν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν πλέον τῆς Ἀρχῆς, τῆς ὑψηλότερον ἱσταμένης, νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τῆς ὑφισταμένης Ἀρχῆς καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν πολίτην· μέμφεσαι τὸν κατώτερον ὑπάλληλον καὶ ἀναφέρεσαι εἰς ἐμέ, ἐγὼ δὲ σοὶ ἀπαντῶ ὅτι ἐνεργῶ ἐναντίον αὐτοῦ, διότι παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ἢ ἐνήργησε πρᾶξίν τινα ἀντικειμένην εἰς τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ αἰτήσεων, δι’ ὧν ὁ πολίτης αἰτεῖ μόνον πληροφορίας, εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τῶν γενομένων συζητήσεων, καὶ ἰδίως ἕνεκα τοῦ ὁρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, νὰ ὑποστηριχθῇ κατόπιν ὅτι καὶ αἱ τοιαῦται αἰτήσεις πληροφοριῶν περιλαμβάνονται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§356ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δὲν περιλαμβάνονται.
§357Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν πρέπει σαφῶς νὰ δηλώσωμεν τί ἐννοοῦμεν, διότι τρέχομεν τὸν ἑξῆς σπουδαῖον κίνδυνον—καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται—τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἐὰν ἡ ἐναντία ἐκδοχὴ ἐγίνετό ποτε δεκτή, οἱ πολῖται ἀδιακόπως νὰ ζητῶσι πληροφορίας παρὰ τῶν Ἀρχῶν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Πῶς θὰ κάμητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀπαντῶσιν εἰς χιλιάδας αἰτήσεων; Πρέπει λοιπὸν νὰ διασαφήσωμεν, ὅτι αἱ αἰτήσεις πληροφοριῶν, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ—ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν δώσῃ—ἡ Βουλή, δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ διατάξει καὶ ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ὡρισμένων ἐνεργειῶν ἢ ὡρισμένων παραλείψεων τῶν ἀρχῶν, καταγγελλομένων εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς.
§358ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγάγωμεν ἡμεῖς εἰς δικαίωμα πολιτικὸν καὶ συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ἀρχῶν τὸ νὰ παρέχωσι τὰς αἰτουμένας πληροφορίας εἰς πάντα. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν εἰδικῶς, ὅπερ ἀναγνωρίζεται, νὰ ζητῶσι πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ πᾶς πολίτης. Τοῦτο δὲν ἀποκλείει κάποιαν τιμητικὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ἀρχῶν εἰς τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος θέλει πληροφορίας, νὰ τῷ δώσωσι τοιαύτας. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ ὡς συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, διότι ἄλλως θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ πολὺ μεγάλα ποσά, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν γραφείων διδόντων πληροφορίας εἰς πάντα.
§359Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ποιήσωμαι τὴν ἀνάλυσιν ταύτην, ὅπως δοθῇ ἡ διασάφησις αὕτη, διότι τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ περιπλέξωμεν τὴν διοίκησιν εἰς τὸ ἀτελεύτητον.
§360Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ δοθῇ διασάφησις. Δὲν ἐδόθη διασάφησις.
§361Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προκληθῇ συζήτησις.
§362Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἴπετε ὅτι ἐδόθη.
§363Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὑπεβλήθη εἰς ὑμᾶς τὸ ἐρώτημα, εἶμαι δ’ ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ὑμῶν. Ἠθέλησα, ἐπειδὴ ἡ λέξις ἀναφορὰ εἶναι κἄπως γενικωτέρα, νὰ δηλωθῇ ὅτι ἐξαιροῦνται τελείως, ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, αἱ αἰτήσεις πληροφοριῶν, διὰ νὰ μὴ περιπλέξωμεν τὴν διοίκησιν εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐντελῶς περιττὴ ἡ μνεία. Ἕτερον: ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν ἐνταῦθα, ἐγεννήθησαν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἀπάντησις προσήκουσα οὔτε θὰ ἐπλήρου τὴν συνταγματικὴν ἀπαίτησιν ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀπήντησαν ἐνταῦθα, ὅτι θὰ ἀπαντᾷ ἡ Ἀρχὴ ὅτι θέλει κάμει τὴν νόμιμον ἐνέργειαν, διότι τοιαύτη ἀπάντησις θὰ ἀναγκάζῃ πάλιν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὸν πολίτην νὰ καταφύγῃ εἰς πλάγια μέσα, διὰ νὰ εὕρῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εὕρῃ ἀπ’ εὐθείας, ἐὰν τεθῇ ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς μηνός.
§364Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δηλαδὴ τὴν ἀπάντησιν τὴν ἐννοεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§365Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τοὐλάχιστον ἐννοῶ, διότι ἡ ἀπάντησις «ἐλήφθη ἡ ἀναφορά σας καὶ θέλουσιν ἐνεργηθῆ τὰ νόμιμα» ἢ «ἐλήφθη ἡ ἀναφορά σας καὶ θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν», δὲν εἶναι καμμία ἀπάντησις.
§366Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπάλληλος ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ἀναφορᾶς ἀπαιτεῖ περισσότερον χρόνον ἕνεκα ἐργασίας. Ὅταν λοιπὸν ἠτιολογημένως ἀναφέρῃ τοιοῦτόν τι, εἶναι ἀρκοῦσα ἡ ἀπάντησις.
§367Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Αὐτή εἶναι ἠτιολογημένη ἀπάντησις. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν βεβαίως ἐγεννήθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν δισταγμοὶ ἂν πρέπει ἡ προθεσμία νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου ἢ διὰ τοῦ Συντάγματος· κατελήξαμεν δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἐκ σκέψεων, τὰς ὁποίας θὰ παρακαλέσω πάντας καὶ ἰδιαζόντως τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὑπεδήλωσεν ἐναντίαν γνώμην, νὰ παρακολουθήσωσιν. Ἡμεῖς ἐσκέφθημεν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν περιπτώσεων ἐπιδιώκει ἀπάντησιν ἐντὸς μηνός. Αὐταὶ εἶναι τὸ πλεῖστον τῶν περιπτώσεων. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀπάντησις δὲν δύναται νὰ δοθῇ οὔτε ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν. Τί θὰ συμβῇ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παραλείπων τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν, ἵνα δώσῃ ἐντὸς μηνὸς τὴν ἀπάντησιν; Αὐτὸς θὰ καταδιωχθῇ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ἥτις προϋποθέτει ἀμέλειαν. Ἐὰν ἡ περίπτωσις εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ φέρωσι κατάγνωσιν τοὐλάχιστον ἀμελείας, εἴτε διότι ὁ ὑπάλληλος εἶχε πολλὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε διότι ἡ ὑπόθεσις ἀπήτει ἐκπεραίωσιν μὴ δυναμένην νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ μηνός, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ θελήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, θὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον......
§368ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν σῴζετε τὸν ὑπάλληλον ἀπὸ ἐνδεχομένην καταδίωξιν, ὄχι ὅμως καὶ τὴν εὐλάβειαν ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Πῶς θέλετε νὰ θέσωμεν αὐτό, ἐνῷ γνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι εἰς πλείστας περιπτώσεις δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκδήλωσις αὐτὴ τῆς ὑποχρεώσεως; Δι’ αὐτὸ δέον νὰ καταφύγωμεν εἰς νόμον καί, ἂν ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι μικρά, τότε τὴν καθιστῶμεν μεγαλειτέραν.
§369Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ ἢ νὰ τὸ περιστείλῃ τὸ χρονικὸν διάστημα. Πάντως μόλις θὰ ψηφισθῇ θὰ ἔχωμεν τοὺς τρεῖς μῆνας.
§370Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παύει τότε πλέον τὸ Σύνταγμα νὰ περιέχῃ διατάξεις συνδεομένας μὲ τὴν διατήρησιν αὐτοῦ. Πρέπει ἡ Βουλὴ ἢ νὰ δεχθῇ τοῦτο, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ τοὐλάχιστον ὡς παρότρυνσις πρὸς τὸν ὑπάλληλον, ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τοῦτο ποσῶς, ὄχι νὰ τὸ δεχθῇ μὲ τὴν εὐχέρειαν τῆς διὰ τοῦ νόμου τροποποιήσεως.
§371Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀναγνώσας, κύριοι Βουλευταί, τὰ δύο συνταγματικὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς κείμενα τῆς συζητήσεώς μας, ἠσθάνθην ἐνθουσιασμόν, ἀλλὰ καὶ ἔκπληξιν, διότι ἐπίστευσα καὶ ὤφειλον νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἂν ἐκ τῶν καινοτομιῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται διὰ τοῦ ἄρθρου 9, ὁ ὅρος τῆς μηνιαίας προθεσμίας περιεβάλλετο τὸ κῦρος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἠδύνατο νὰ καταστῇ καὶ σεβαστὴ καὶ ἐφαρμόσιμος ἡ τοιαύτη διάταξις, βεβαίως θὰ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἤθελε παρουσιάζει μίαν πρωτότυπον εὐνομίαν. Δυστυχῶς ὅμως αἱ παρατηρήσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μοὶ κατήνυκταν τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις, ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ψηφιζομένη, δὲν δύναται νὰ εἶναι καὶ ἐφαρμόσιμος. Οὐχ ἧττον ὅμως, Κύριοι, ἡ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ γενομένη παρατήρησις νομίζω ὅτι δύναται νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ σπουδαῖον αὐτὸ συνταγματικὸν ἐγχείρημα. Διότι, ἐὰν ὄντως καθωρίζετο μία ῥητὴ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ὤφειλεν ἡ Ἀρχὴ νὰ δίδῃ τὴν ἀπάντησιν, συγχρόνως δ’ ἐνετέλλετο διὰ τῆς αὐτῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καθορίσῃ καὶ ἐν ἀπώτερον διά τινας περιστάσεις ὅριον τῆς πρὸς ἀπάντησιν προθεσμίας, νομίζω ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει οὕτως ὄντως μίαν καὶ λογικὴν καὶ λαοφιλῆ λύσιν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ καταστρατηγήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ὁρίζουσα δι’ ἑνὸς νόμου τὰ ὅρια τῆς προθεσμίας πέραν τοῦ πρέποντος. Πάντως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ ἐκανόνιζε τοιαύτας προθεσμίας, θὰ ἐκανόνιζεν ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπεδείκνυον αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις τοῦ μέρους αὐτοῦ τῆς διατάξεως, καθόσον ἀφορᾷ δηλαδὴ τὴν προθεσμίαν πρὸς ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ ἀπαντῶν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐπίσης ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀξιοτίμων προσώπων τροποποίησίς τις, ἡ ὁποία ὅμως νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ ἢ νὰ μηδενίσῃ ἐντελῶς τὸν σκοπὸν ὁλοκλήρου τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐὰν δηλονότι ἡ πρότασις, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, τροποποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὑπεδείχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι καθοριζομένου ὅτι δύναται ἡ Ἀρχή, καὶ πρὶν ἢ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, νὰ παραπέμπῃ τὴν ἀναφοράν, ὅπως ὁ ἀναφερόμενος διὰ τὴν τυχὸν ἐν αὐτῇ παράβασιν καταδιωχθῇ, βεβαίως τότε ἐπέρχεται τελεία αὐτοκατάργησις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶς ὑπάλληλος, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, εὐκολώτερον καὶ ἴσως καὶ εὐχαριστότερον θὰ ἦτο εἰς αὐτὸν νὰ παραπέμπῃ τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς Ἀρχῆς. Τοῦτο ἀσφαλῶς καὶ πλειστάκις θὰ γίνεται, ἐὰν οὕτω κανονισθῇ, ὥστε, πρὶν ἢ ἀπάντησιν δώσῃ ἡ Ἀρχὴ εἰς τὴν ἀναφοράν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τὸν ἀναφερόμενον, διότι αὐτὸς φρονεῖ ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἔχει ὕφος ἀνευλαβὲς ἢ ὑβριστικόν. Ἐπὶ τούτῳ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ φρονῶ, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο τὸ τελευταῖον ἐδάφιον νὰ λείψῃ ἐντελῶς παρὰ νὰ τροποποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐπροτάθη. Διότι, οὕτω τροποποιουμένου, ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν, νὰ ἐξαρτᾶται δηλονότι ἀπὸ τὴν διάκρισιν παντὸς ὑπαλλήλου, ἂν καὶ αὐτὸς θέλει νὰ λειτουργῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, ἂν αὐτὸς δὲν θέλῃ, παραπέμπει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἁρμοδίαν καταδιωκτικὴν Ἀρχήν, καὶ τότε ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἀντὶ ἐλευθερίας, εἰσάγει νέαν τυραννίαν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν λαϊκῶν δικαίων.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§373ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Θὰ φανῶ εἰς τὰ Πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου καὶ οὐδεμίαν θὰ ὑπέχω εὐθύνην. Ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς ὀλίγους ἀκροατάς, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον. Ὁρίζω προθεσμίαν ἀπαντήσεως. Τί φρονεῖ; Νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω; Τί κωλύει νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε προθεσμία τριῶν μηνῶν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ νὰ βραχύνῃ τὸ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα; Ἐρωτῶ, καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τούτῳ: τί θὰ συμβαίνῃ, ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἀπαντῶσι πρὸς τοὺς πολίτας εἰς τὸ μέλλον; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν διάταξιν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὑποθέσατε ὅτι πολίτης τις ὑποβάλλει πρὸς ἕνα εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἀναφορὰν κατὰ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν. Ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη κρίνεται ὡς σοβαρὰ ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ παραπέμπεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις ὅμως καταδιώκει ἐπὶ ἐξυβρίσει τὸν πολίτην ἐκεῖνον. Νομίζετε ὅτι μετὰ μίαν ἀπόφασιν κατὰ τοῦ πολίτου ἐκείνου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσι τὰ παράπονά του καθὼς πρέπει; Νομίζετε ὅτι, ἐὰν καταδιωχθῇ ἐπὶ συκοφαντίᾳ ὁ πολίτης ἐκεῖνος καὶ κριθῇ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ καταδικασθῇ ὡς συκοφάντης, θὰ δύναται πλέον νὰ ἀποδείξῃ τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀποδίδει ἐναντίον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ὅταν, λέγω, κατ’ αὐτοῦ θὰ ὑπάρχῃ μία ἀπόφασις καταδικαστικὴ ἐπὶ συκοφαντίᾳ; Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ποῖα εἶναι τὰ σπουδαιότερα ἀδικήματα, τὰ ὑπὸ τῶν πολιτῶν πραττόμενα ἢ τὰ ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Ποῖα εἶναι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι τὴν κοινωνίαν περισσότερον; Τὰ ἀδικήματα τῶν πολιτῶν ἢ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Ἐὰν τὰ ἀδικήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι τὰ σπουδαιότερα, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ἐὰν στοιχεῖον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ πρὸς πάντας καὶ ὁμοίως νομὴ αὐτῆς, διατί ἐνδιαφερόμεθα ταχύτερον νὰ κριθῇ τὸ ἀδίκημα τοῦ πολίτου παρὰ τὸ ἀδίκημα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου; Ποία λογική, λέγω, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελε μᾶς πείσει ὅτι δὲν πρέπει ταχύτερον νὰ κριθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ καταγγελλομένου ὑπαλλήλου τῆς πράξεως τοῦ πολίτου τοῦ καταγγείλαντος τὸν δημόσιον ἐκεῖνον ὑπάλληλον; Διατί τέλος πάντων μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι καὶ οἱ νόμοι πάντες καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πάντες ὑπάρχουσι καὶ προορισμὸν ἔχουσι νὰ προστατεύωσι τοὺς πολίτας, καὶ ὅτι χάριν τῶν πολιτῶν κατὰ πρῶτον λόγον ὁρίζεται ὑπὸ τῶν νόμων ἡ προστασία καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Διατί αὐτὴ ἡ στενὴ ἀντίληψις ἡ γραφειοκρατική, ἡ ὑπαλληλική, νὰ προστατευθῇ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ οὐχὶ ὁ πολίτης, ὁ πολίτης ὁ καταγγείλας; Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἄλλως διεξήγετο ἡ συζήτησις, βεβαίως θὰ ἔμενεν ἡ διάταξις ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§374Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μὴ σκόπιμον τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 9 χρονικῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἀρχὴ νὰ ἀπαντήσῃ ἠτιολογημένως εἰς τὸν πολίτην — εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πολὺ σκοπιμώτερον δύναται νὰ καθορίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία — Ἀλλ’ ἀναγνωρίζω ὅμως ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου ῥητὴ ὑπόδειξις ἐπιταγῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πρὸς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτι πρέπει ἑκάστοτε νὰ τὸ καθορίζῃ. Ἑπομένως θὰ ἐπροτίμων διατύπωσιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ πάντοτε δι’ ἐγγράφου ἀπαντήσεως εἰς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ὁριζομένης καὶ ὄχι τῆς ὁρισθησομένης διὰ νόμου, ὥστε ἑκάστοτε ἡ προθεσμία νὰ δύναται νὰ μεταβληθῇ διὰ πράξεως νομοθετικῆς καὶ οὐχὶ διὰ πράξεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, διότι, ἂν τεθῇ ἡ φράσις «ὁρισθησομένης διὰ νόμου», θὰ ἐξαρτᾶται ἡ μεταβολή της ἐκ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας.
§375Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι,
§376Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Πιθανὸν νὰ μὴ ἔχω καὶ διαυγῆ τὴν κρίσιν ὡς ἐκ τῆς κοπώσεως, εἰς ἣν τοὐλάχιστον ἐγὼ εὑρίσκομαι.
§377ΑΝ. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ἀπὸ πότε θὰ ἄρχηται ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μετρήσωμεν ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς τὴν ἀρχήν; Ἀλλά, ἐὰν παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη ἡ ἀρχὴ ἐκείνη νὰ στείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς ἄλλας ἀρχάς, ἀπὸ πότε θὰ ἄρχηται ἡ προθεσμία τῆς ἄλλης ἀρχῆς; Καὶ ποῖος θὰ εἶναι ὁ παραβάτης τῆς προθεσμίας ἐκείνης;
§378Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι λέγει ὁ νόμος.
§379Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Καταγγέλλομεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ δύναται νὰ ἐρευνήσῃ τὰ κατὰ τὸν εἰρηνοδίκην; Θ’ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν· αἱ προθεσμίαι αὐταὶ πῶς θὰ κανονισθῶσιν;
§380ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό· θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§381Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου, δηλονότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι θεωρῶ αὐτὴν τόσον οὐσιαστικήν, ὥστε πᾶσα μεταβολὴ αὐτῆς νὰ καθιστᾷ δῶρον ἄδωρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὸν πολίτην. Οὔτε θεωρῶ ὅτι συντρέχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τὴν καθιέρωσιν τῆς προθεσμίας καὶ παραδέχομαι τὴν διτύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἀναστολὴ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως δὲν θὰ ἀφορᾷ παρὰ μόνον παραβάσεις, ἐὰν αὐταὶ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ· δηλαδὴ ποῖαι θὰ εἶναι. Καὶ παραβάσεις ἐν τῇ ἀναφορᾷ; Ἴσως ἐξύβρισις ἑνὸς προσώπου. Ἂς περιμένῃ τὸ πρόσωπον τῆς ἀρχῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ὑπόληψίν του μετὰ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι προσβάλλεται τὸ κῦρος τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον φαντάζομαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρόσωπον δικαστικόν, ἐὰν περιμένῃ νὰ πραγματοθῇ ὁλοτελῶς ὁ σκοπός, δι’ ὃν γίνεται ἡ ἀναφορά, καὶ μετὰ τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ, τότε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ποινικὴ καταδίωξις. Θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, τόσον οὐσιώδη τὴν διάταξιν αὐτὴν κατὰ τὸ δεύτερον αὐτῆς μέρος, ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἰσηγήθη τῆς ἀπαλείψεως τοῦ σχετικοῦ ἐδαφίου ἀπὸ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο, διότι μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἐξήγησιν δὲν παρουσιάζεται τόσον εὔλογος ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ὑπέβαλον, διότι, καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἀρχικῶς ὑπετέθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως ἴσως μεγαλειτέρας. Τουλάχιστον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πρόκειται περὶ παραβάσεως κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ ἀσκοῦντος ὡρισμένην ἀρχήν· πρόκειται περὶ ἐξυβρίσεως ὡρισμένης ἀρχῆς. Αὐτὴ ἡ ἐξύβρισις μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκδικασθῇ, πρὶν ἢ τὸ παράπονον τοῦ πολίτου ἐξακριβωθῇ καὶ δοθῇ κατεύθυνσις πρὸς τὸν σκοπόν, ὥστε νὰ κριθῇ ἂν τὸ παράπονον εἶναι εὔλογον, ἀνεξαρτήτως ἂν ὁ πολίτης μετεχειρίσθη ἢ ὄχι τὴν προσήκουσαν ἔκφρασιν, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι ἱερόν, καὶ πρέπει νὰ τὸ προστατεύσωμεν δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς διατάξεως, καὶ νομίζω ὅτι πᾶσα ὑποχώρησις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καθιστᾷ τὴν διάταξιν ἄσκοπον, διὰ τοῦτο θὰ προετίμων νὰ μὴ τεθῇ οὕτω κεκολοβωμένη. Ἐπίσης συμφωνῶ μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συζητήσεως, ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ ἀκριβῶς, τί θὰ εἴπῃ ἀναφορά.
§382Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐσαφηνίσθη ὅτι ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἡ προσφυγή.
§383Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νὰ διασαφηνισθῇ δι’ ἀποφάσεως ἢ δηλώσεως τοῦ Σώματος, ὡς ἐπράξαμεν καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον.
§384Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ προκύπτει ἐκ τῆς ἱστορίας.
§385Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐξεδηλώθη παραδόξως ἡ ἀπορία, ἂν μεταξὺ τῶν ἀρχῶν, αἵτινες εἶναι ὑποχρεωμέναι εἰς ἀπάντησιν διὰ τὰς ἀναφοράς, συγκαταριθμεῖται καὶ ἡ Βουλή. Νομίζω ὅτι μία ἐκ τῶν ἀρχῶν, καὶ ἡ σπουδαιοτέρα καὶ ἡ πρώτη, εἶναι καὶ ἡ Βουλή, καὶ συνεπῶς καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ.
§386ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§387Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, διότι πᾶσα ἀναφορὰ ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν μὲν θεωρηθῇ τῆς ἁρμοδιότητος Ὑπουργοῦ τινος, θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀπαντήσῃ, αἱ δὲ ἀναφοραὶ αἱ ἀφορῶσαι ἄλλα θέματα θὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ τῶν ἀναφορῶν, τὸ ὁποῖον εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν τοῦ Κανονισμοῦ θὰ δίδῃ ἀπάντησιν. Καὶ οἱ λόγοι τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασιν, δημοσιευόμενοι ἐν τοῖς Πρακτικοῖς θ’ ἀποτελέσωσι μίαν ἀπάντησιν.
§388Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ προσοχῆς παρακολουθεῖ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Ἐπίσης μετ’ ἰδιαιτέρας ὅλως προσοχῆς ἤκουσε πάντα ὅσα ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κανακάρης εἶπεν. Δὲν εἶναί τι νέον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν νὰ δώσωμεν σήμερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἐδόθη ἢ μᾶλλον ὑπεσχέθη ἀπὸ τοῦ 1835, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω πῶς ὁ ἀείμνηστος Ὄθων ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου 1835 (ἀναγινώσκει τὸ Διάταγμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης). «Ὄθων, ἐλέῳ Θεοῦ.....Διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς καὶ πιστοὺς Ἡμῶν ὑπηκόους νέον δεῖγμα τῶν φιλοδικαίων αἰσθημάτων μας, διὰ νὰ διαγράψωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ θεραπεύωσι πάντοτε ὀγλήγορα τὰς τυχὸν δικαίας προσκλαύσεις των καὶ παράπονα, διὰ νὰ ἐνεργῆται προσέτι ἀπροσβλήτως ἡ ἔννομος ἁρμοδιότης τῶν συστηθεισῶν δημοσίων ἀρχῶν, καὶ διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἐντελὴς τάξις εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους.... προτάσσομεν καὶ διατάττομεν τὰ ἑξῆς: «Ὅλαι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ὀφείλουν ν’ ἀποφασίζωσι τάχιστα περὶ ἑκάστης ἀναφερομένης ὑποθέσεως· εἰδεμή, ὁ ἀναφερόμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαλέσῃ τὴν ἀμέλειαν ταύτην καὶ νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀνωτέραν ἀρχήν, ὅταν παρέλθουν 30 ἡμέραι...».
§389ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἰσχύει.
§390Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέχει θέσιν νόμου.
§391ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι μάλιστα Συνταγματικὴ διάταξις καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§392Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅταν ἐπαναστατῇ ἀκριβῶς ὁ λαός, διότι χρειάζεται νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς ἀρχάς του, καὶ δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ μόνος.
§393Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Θὰ τῷ δώσωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§394ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸν ἄλλον κόσμον!
§395Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται.
§396Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον, ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν λαόν, ὥστε νὰ δύναται οὗτος ν’ ἀναφέρηται πρὸς τὰς ἀρχάς του, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀπάντησιν, ἄλλως νὰ τιμωρῶνται οἱ ὑπάλληλοι.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§398ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόφασις νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον, καὶ λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 4ην ἀπογευματινήν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 1 καὶ 30′ τῆς νυκτός).