1911.03.01
2,380 rows · 18,118 words · 183 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38.
τῆς 1ης Μαρτίου 1911.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 55′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 190 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως θέλουσι διανεμηθῆ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, διότι ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς λήξεως τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν ἡτοιμάσθησαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τοῦ λαοῦ τοῦ χωρίου Βουνὸ τῆς Τεγέας περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης «Τάκας»· 2) Τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Εὐρωστίνης περὶ μειώσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου· 3) Τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Μεσσήνης ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 4) Ἀναφορὰς τῶν ἐφημερίων Καστρακίου καὶ Καλαμπάκας· 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μαζεΐκων κατὰ τοῦ τηλεγραφητοῦ Α. Κορωνιοῦ· 6) Τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Τριπόλεως ζητούντων χάριν· 7) Ἀναφορὰν τῶν μοναχῶν τῶν μονῶν Ἁγίου Νικολάου, Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἁγίων Θεοδώρων καὶ Μακελλαριᾶς ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΙΔʹ· 8) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Λαρίσῃ μετόχων τῆς «Ἀμοιβαίας» ὑπὲρ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Β. Δ. τῆς ἱδρύσεώς της καὶ πρὸς διενέργειαν ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς· 9) Τοῦ λαοῦ Πειραιῶς ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 10) Τοῦ λαοῦ Τριπόλεως ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 11) Τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Ἀρμινίου κατὰ τῆς δεκάτης· 12) Τοῦ λαοῦ Ἀταλάντης κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν· 13) Τοῦ λαοῦ Δεσφίνης τῆς Ἀντικύρρας κατὰ τῆς δεκάτης· 14) Τοῦ λαοῦ Σπάρτης ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 15) Τοῦ λαοῦ Ἀμαλιάδος κατὰ ἐπικειμένης μεταθέσεως τοῦ ἀστυνόμου αὐτῶν· 16) Τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Εὔας, ὅπως ἀρθῇ ἡ καταναγκαστικὴ εἴσπραξις φόρων μέχρι τῆς συγκομιδῆς ἐ. ἔ· 17) Τοῦ Πατριωτικοῦ Συνδέσμου Ἀθηνῶν κατὰ ἐπιβολῆς νέων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων. 18) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δικαίου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 273, 280, 331 332 τοῦ Ποινικοῦ νόμου, (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§2Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορίας τινὰς πρόκειται νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλήν, συνεπείᾳ ἐρωτήσεων, τὰς ὁποίας τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν ἀπηύθυναν εἰς ἐμέ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Γρηγορίου ἐζήτησε νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἂν ὑπάρχει ἀπὸ μηνῶν κατηγορία κατὰ τοῦ δημάρχου Τανίας ἐπὶ καταχρήσει ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων καὶ εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Εὐθὺς ὡς ἐλήφθη τὸ ἐρώτημα ἀπέστειλα ἔγγραφον πρὸς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα Τριπόλεως, δι’ οὗ ἐζητήθησαν πᾶσαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μόλις σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς γνῶσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σπηλιόπουλος ἐρωτᾷ, ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον μερίμνης τῆς Βουλῆς νῦν ἢ ἐν τῷ μέλλοντι. Τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατέστησεν ἤδη γνωστὰ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεώς του ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τινὰ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν ἤδη. Εἰς τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα ὑπάρχουσι καί τινα τὰ μὲν ἀμέσως, τὰ δὲ ἐμμέσως ἁπτόμενα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Ὑπέβαλεν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς καὶ δεύτερον ἐρώτημα περὶ βασιλικῶν χαρίτων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἀφορμῆς δοθείσης, ἔδωκα πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν. Προστίθημι ἤδη τὴν δήλωσιν ὅτι, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν ἀπὸ μέρους τῆς ὑπευθύνου μέτρα σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι λόγοι ὥστε νὰ ἐνδεικνύηται συμφέρουσα εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἡ ἀπονομὴ τῶν χαρίτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ἀραβαντινὸς ζητεῖ τὰς ἀκολούθους πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Σημείωμα ἐμφαῖνον αʹ) πόσοι ἐκ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους κρατουμένων καταδίκων ἀπέθανον καὶ ἐκ τίνων νόσων, βʹ) τίνες ποιναὶ ἐβάρυνον τοὺς ἀποθανόντας, γʹ) ποῖον τὸ ἔτος τῆς εἰς τὰς φυλακὰς εἰσαγωγῆς των καὶ δʹ) ποία ἡ ἡλικία των. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι καταρτίζονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἰδίως μετὰ τὴν λειτουργίαν τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου ἤρχισεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβάλλεται λεπτομερὴς πίναξ περιέχων πάσας τὰς ζητουμένας πληροφορίας ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, διότι εἰδικώτερος καθορισμὸς τοῦ χρόνου δὲν γίνεται ὑπὸ τοῦ ἐρωτῶντος κ. Βουλευτοῦ. (Ἀναγινώσκει): «βʹ) σημείωμα ἐμφαῖνον αʹ) πόσοι ἐκ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους κρατουμένων πάσχουσι σήμερον ἐκ νόσων μεταδοτικῶν, ἰδίᾳ φυματιώσεως (πνευμόνων, ὀστῶν, λάρυγγος), καὶ πόσοι ἐκ νόσων φρενικῶν, βʹ) τίνες ποιναὶ βαρύνουσιν αὐτούς, ποῖον τὸ ἔτος τῆς εἰς τὰς φυλακὰς εἰσαγωγῆς των, καὶ ποία ἡ ἡλικία των. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων δὲν δύναται νὰ δοθῇ σημείωσις τοιαύτη, ὡς ζητεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ποιοῦμαι ἐν τούτοις τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐπετηρίδι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Β. Διάταγμα εἰς τὸ Δʹ Τεῦχος, θὰ ὑπάρχωσι πᾶσαι αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι. (Ἀναγινώσκει). γʹ) σημείωμα ἐμφαῖνον τὸν τόπον καὶ τρόπον τῆς διαίτης τῶν ὑπὸ μεταδοτικῶν νόσων πασχόντων καταδίκων. Ὁ τρόπος τῆς διαίτης τῶν πασχόντων κανονίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου. Κυρία δὲ διαφορὰ ὑπάρχει, ὡς πρὸς τὴν δίαιταν τῶν πασχόντων, εἰς τὰ ὄψα. Διότι εἰς αὐτοὺς παρέχεται ποσὸν 75 λεπτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καθιστῶ ἐν τούτοις γνώριμον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι νοσοκομεῖα ὑπὸ τοιούτους ὅρους λειτουργοῦντα ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπάρχουσι δυστυχῶς μόνον εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, εἰς τὰς κεντρικὰς γυναικείας φυλακάς, ὡς καὶ εἰς τὰς φυλακὰς Βόλου, Ναυπλίου, Αἰγίνης καὶ Κερκύρας. Εἰς τὰς λοιπὰς φυλακὰς ἐγκατεστημένας εἰς τὰ ὑπάρχοντα οἰκήματα δὲν ὑπάρχουσι νοσοκομεῖα ὑπὸ τοιούτους ὅρους λειτουργοῦντα. Ἐν τούτοις ἤδη λαμβάνεται πρόνοια, ὥστε κατὰ πᾶσαν νέαν μίσθωσιν οἰκημάτων νὰ γίνηται διαρρύθμισις εἰδικοῦ τινος διαμερίσματος, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων χρησιμοποιηθῇ τοῦτο ὡς νοσοκομεῖον τῶν καταδίκων. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις ῥιζικαὶ τῆς νομοθεσίας καθιστῶσαι ἀδύνατον τὴν πλήρη ὀργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς μισθοδοσίας εἰς τὸν ἰατρὸν τῶν φυλακῶν, εἰς ὃν δίδονται 20 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Τὰς τοιαύτας ἐλλείψεις τὸ ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ ἄρῃ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Παπακυρίτσης παρακαλεῖ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει) αʹ) πίναξ ἐμφαίνων τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν δωδεκαετίαν ποινικὰς ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων Καρδίτσης, Τρικκάλων, Βόλου καὶ Ἄρτης, τὰς ἐκδοθείσας ἐπὶ ἀδικημάτων μεταξὺ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι οὐ μόνον τοιαῦτα στοιχεῖα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ἐπάγγελμα τῶν παθόντων καὶ τῶν μηνυτῶν καὶ εἰς τὴν ἰδιότητα αὐτῶν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐν τῇ ἐκδοθησομένῃ ἐπετηρίδι. Ἵνα δοθῶσιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν πληροφορίαι τοιαῦται, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία μελέτη ὅλων τῶν δικογραφιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατατεθειμέναι εἰς τὰ γραφεῖα τῶν διαφόρων Δικαστηρίων, πρὸς τοῦτο δὲ θὰ ἀπῃτοῦντο μῆνες πολλοὶ καὶ ὀργάνωσις εἰδικοῦ προσωπικοῦ. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει:) βʹ) πίναξ ἐμφαίνων τὸν χρόνον τῆς ὑποβολῆς τῶν μηνύσεων καὶ τὸν προορισμὸν τῆς ἐκδικάσεως καὶ γʹ) πίναξ ἐμφαίνων τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀδικήματος. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ὁλόκληρον πίνακες δὲν ἐτηρήθησαν. Μόνον τελευταίως ἤρχισαν νὰ συντάσσωνται τοιοῦτοι πίνακες, τοὺς ὁποίους καὶ θὰ καταθέσω.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4Γ. ΠΩΠ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναγεγραμμένα τὰ δύο φορολογικὰ νομοσχέδια, ἤτοι τὸ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ τὸ περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπάς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, συνδεόμενα ἀναποσπάστως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι φυσικὸν νὰ μελετῶνται καὶ ἔξω τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ παραλλήλου ὑπὸ Βουλευτῶν, καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ὡς νομοθετήματα, ἀλλὰ καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις ἔχω πληροφορίας ὅτι ἐξεδόθη δευτέρα ἔκδοσις ἐπηυξημένη καὶ ἐπιδιωρθωμένη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔφθασεν οὐδὲ μέχρι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως εἰς ἰδιαιτέραν ἐρώτησιν ἀπήντησεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε μέχρι τῆς Βουλῆς, ἀναμφισβητήτως δὲ αἱ διορθώσεις αἱ γενόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ εἶναι σημαντικώταται, διότι ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἤρχισα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1911, συνήγαγον ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖα παραβλέψεων, λαθῶν, ἀναγραφῆς ἐσόδων ἐπὶ νομοσχεδίοις στηριζομένων, ἅτινα δὲν ἰσχύουσιν ὡς νόμοι, καὶ ἐσόδων στηριζομένων ἐπὶ νόμοις, οἵτινες δὲν ἐψηφίσθησαν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου, εἰς ἐρώτησίν μου πῶς συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπεν ὅτι συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, παρακαλῶ.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτής;
§7Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁμιλῶ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐρωτῶ. Ζητεῖτε τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§9Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνησυχήσητε, κ. Πρωθυπουργέ. Νομίζω ὅτι ἀπὸ σᾶς ἀναμένομεν καὶ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι καὶ ἀσθενέστεροι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες μονάδας, ἵνα μορφούμενοι καὶ σπουδάζοντες τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς εἰσηγεῖσθε, ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπεκαλέσθητε χθὲς τὴν συνδρομὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ στοιχειώδη καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, ἐφ’ ὅσον ὑμεῖς δὲν μᾶς παρέχετε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς παράσχητε;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τροποποίησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; θέλω νὰ ἀντιληφθῶ.
§11Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ σᾶς εἴπω τί ζητῶ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ζητοῦντες τροποποίησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ κάμνητε ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§13Γ. ΠΩΠ. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ζητῆτε νὰ σᾶς δώσω τὰ συμπεράσματα τῆς ἀγορεύσεώς μου, πρὶν φθάσω εἰς ταῦτα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ζητῶ νὰ μοὶ δώσητε νὰ ἐννοήσω τί ζητεῖτε. Δὲν ζητῶ τὰ συμπεράσματά σας, ἀλλὰ κάμνετε ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§15Γ. ΠΩΠ. Δὲν κάμνω ἀγόρευσιν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀνησυχῇ καὶ ὑμᾶς ἡ ἀγόρευσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμὲ δὲν ἀνησυχεῖ οὔτε ἡ ἀγόρευσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὔτε τίποτε. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.
§17Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀνησυχεῖτε, ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐξασκήσητε τοιαύτην πίεσιν, καθ’ ὃν τρόπον ἐξασκεῖτε ταύτην πρὸς τοὺς μὴ φίλα φρονοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐφαρμόζοντες δῆθεν τὸν Κανονισμόν, ἐνῷ χθὲς παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν ἐπὶ μίαν καὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας! (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τόσον ἀκριβὴς ὑπῆρξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ χθές, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Δραγούμης μόνον ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας ὡμίλησεν, οὐδὲ λεπτὸν δὲ περισσότερον.
§19Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ σέβομαι τὸν Κανονισμόν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ γνωρίζει. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι ηὐλαβήθην πάντοτε τὸν Κανονισμόν, μέχρι τοιαύτης δ’ εὐλαβείας ἔφθασα, ὥστε παράλειψιν τοῦ κ. Προέδρου χάριν ἀστεϊσμοῦ γενομένην εἰς βάρος τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράλειψιν ἐμοῦ;
§21Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα. Ὅτε ὁ κ. Χριστίδης εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ πρότασιν νόμου, χαριεντιζόμενος ὑμεῖς ἠρωτήσατε ἂν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ δὲν εἴπομεν τίποτε.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἠθέλετε νὰ εἴπητε; Νὰ μεμφθῆτε τὸν Πρόεδρον ἐπὶ παραβάσει τοῦ Κανονισμοῦ;
§23Γ. ΠΩΠ. Ἔρχεται Βουλευτής, καὶ μάλιστα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ζητεῖ πληροφορίας, καὶ σεῖς λέγετε ὅτι...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡμέρα πληροφοριῶν.
§25Γ. ΠΩΠ. Θέλω νὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν τῶν δύο φορολογικῶν νομοσχεδίων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ ὅλων τῶν πραγμάτων εἰς ὥραν ἀκατάλληλον.
§27Γ. ΠΩΠ. .. δὲν θὰ τὴν ὁρίσητε σεῖς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὁρίζει ὁ Κανονισμός.
§29Γ. ΠΩΠ. Ὁ Κανονισμὸς μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁμιλήσατε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§31Γ. ΠΩΠ. Ἐπ’ αὐτῆς ὁμιλῶ. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές. Τοῦτο γίνεται καθ’ ἑκάστην, διότι καθ’ ἑκάστην ἀσκεῖται πίεσις, διὰ νὰ εἴπω τὴν λέξιν, τυραννικὴ ἐπὶ τῆς σκέψεως τῶν Βουλευτῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀσκῶ τυραννικὴν πίεσιν ἐπὶ τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα;
§33Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως, ὅταν ζητῆτε παρὰ τῶν Βουλευτῶν νὰ σᾶς εἴπωσι ποῦ θὰ καταλήξωσι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἕκαστος Βουλευτὴς ἀρχίζῃ δηλῶν ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ὁμιλῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τίνος ἄλλου θέματος, τότε δύναται ἕκαστος νὰ παραβαίνῃ τὸν Κανονισμόν, εἰρωνευόμενος τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§35Γ. ΠΩΠ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι, ἂν ἀφήνατε, θὰ εἶχεν ἤδη συμπληρωθῆ ἡ συζήτησις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε λοιπὸν τὴν πρόταξιν τῶν δύο φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 32 καὶ 33, καθ’ ὅσον παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπήν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν θέλει γὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§37ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ σημερινὴ Ἡμερησία Διάταξις, κύριε Πρόεδρε, εἶναι συνέχεια τῆς χθεσινῆς, ἑπομένως, πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει σήμερον νομοσχέδια, προέχει ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα χθές, ὅπως συσταθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν της νὰ συζητηθῇ.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὤφειλεν ὅμως νὰ ἐρωτηθῇ χθὲς ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ πρότασις αὕτη ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὴν προσεχῆ Πέμπτην, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§41ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι θέμα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη ὑπεβλήθη συζητουμένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀνεγράφετο συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος· ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἀφεώρα τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἦτο ὅμως πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγραφῇ χθὲς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, δύναται ὅμως ν’ ἀναγραφῇ καθ’ ἣν ἡμέραν ὁρίσῃ ἡ Βουλή.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χθὲς ἐδέχθημεν νὰ μὴ γίνῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, καὶ οὕτως ἀνεβλήθη οὗτος διὰ τὴν Πέμπτην. Ἐὰν ὁρισθῇ ἡ Πέμπτη πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, οὐδὲν ἕτερον θὰ πράξωμεν ἢ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην, ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Τρίτη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§45Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπεβλήθη χθὲς πρότασις παρὰ τοῦ ἐντίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ἡ ὁποία, κύριε Πρόεδρε, ἀφορᾷ μέγιστα συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Πανταχόθεν ἐρρίφθησαν κατηγορίαι κατ’ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος διδάσκει ἀπὸ πεντηκονταετίας τὰ ἑλληνικὰ γράμματα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἐρρίφθησαν γνῶμαι καὶ ἰδέαι κατ’ αὐτοῦ ὅτι, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, συκοφαντεῖ. Αἱ κατηγορίαι αὗται ἀποδίδονται εἰς ἕνα πολίτην Ἕλληνα καὶ ὄχι ἁπλοῦν πολίτην, ἀλλὰ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἔφθασαν ν’ ἀγάγωσι τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Λακωνίας εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, διοικητικὴν ἀνάκρισιν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποφαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἔργον αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ νὰ κληθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα κατηγορεῖ.
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§47Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως θέλω νὰ διορθώσω ἐμαυτόν, ἀκούων τί εἴπετε.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τίποτε· οὔτε ἠρωτήθην, οὔτε εἶπόν τι.
§49Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαῦται ἐρρίφθησαν ἰδέαι καὶ γνῶμαι ὅτι ὑπάρχουσιν Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται παρὰ ξένων πρὸς ὄφελος ἐκείνων καὶ πρὸς ζημίαν ἐθνικήν· ἀφοῦ ἄλλοθεν ἐρρίφθη ἡ ἰδέα ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, πῶς δύναται νὰ μείνῃ τὸ Κράτος, τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὑπὸ τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην καὶ νὰ μὴ δύναται ἀμέσως νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀληθείας τῆς πραγματικῆς καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, ἵνα θέση χεῖρα ἡ δικαιοσύνη ἐπὶ τῶν ἐνόχων ἢ ἂν δὲν εἶναι ἀληθῆ νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει ταῦτα. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται ἀνησυχίαν τὸ Πανελλήνιον, ἔχομεν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς ἐπ’ ἀόριστον τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως. Σήμερον μάλιστα, Κύριοι, ἔξωθεν τοῦ Πρωτοδικείου συνέβη σοβαρώτατον γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κινήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων. Διήρχετο ἐκεῖθεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κύριος Λάμπρος καί τις πολίτης ἰδὼν αὐτὸν εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι μαλλιαρός. Ὁ κύριος Λάμπρος στρέψας εἶπεν ἐνώπιον πλήθους δικηγόρων καὶ ἄλλου κόσμου. «Θεωρῶ τιμήν μου καὶ ἀρετήν μου νὰ εἶμαι μαλλιαρός. Χωροφύλαξ, συλλάβετε αὐτόν». Τοιαύτη αὐθάδεια, Κύριοι, οὐδέποτε ἠκούσθη. Καταγγέλλω καὶ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοιαύτης προτάσεως ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἢ ἔπρεπεν ἀμέσως χθὲς ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη καὶ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἢ ἄλλως νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὰ κατ’ αὐτόν.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι Βουλευταί, νὰ συναινέσω ὅπως σήμερον καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας. Εἶναι ὑπέρτατον καθῆκον νὰ δώσωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τριήμερον ἠσχολήθημεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἀφοῦ κατελήξαμεν νὰ λάβωμεν τὰς ζητουμένας ἀποφάσεις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι κινδυνεύουσι τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια, ἔχομεν δικαίωμα ὡς Κυβέρνησις ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔχωμεν ταύτην, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ δεχθῇ καὶ σήμερον τὴν ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως ταύτης. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐζήτησα νὰ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς του γένηται μετὰ δύο ἡμέρας, καί, ὅτε εἶδον ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτόν, ἐζήτησα νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις πρὶν παρέλθωσι τοὐλάχιστον ὀκτὼ ἡμέραι. Οὔτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ παραπλανώμενος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα πιστεύῃ ὅτι εὑρίσκονται ἐν τοῖς κόλποις του οἱ προδόται οἱ ἐπιβουλεύοντες πᾶν ὅσιον καὶ πᾶν ἱερόν. (Χειροκροτήματα). Ὑπάρχει κἄτι τι βάσιμον εἰς τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι πῶς ἔμειναν ἀνεξέταστοι αἱ διατυπωθεῖσαι κατηγορίαι, ὄχι πολὺ συγκεκαλυμμέναι, ἐκ μέρους προσώπου δημοσίαν κατέχοντος θέσιν, καθηγητοῦ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Αἱ κατηγορίαι ἐκεῖναι δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀπαρατήρητοι, ἀλλὰ δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἀπὸ πρωΐας ὁ ἁρμόδιος κ. Εἰσαγγελεὺς ἐκλήθη καὶ διετάχθη νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας ἀνακρίσεις (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα), ὅπως ἐκ τῶν πληροφοριῶν τοῦ καταγγέλλοντος ἀορίστως κυρίου καθηγητοῦ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπάρχουσι τῳόντι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνοντες χρήματα παρ’ ἄλλων ἐπιβουλεύονται χάριν ξένων συμφερόντων τὴν γλῶσσαν τὴν ἑλληνικὴν ἢ τὸν ἐθνισμόν. Ἡ Κυβέρνησις διέταξεν ἤδη τὰς ἀνακρίσεις καὶ θέλει προσκομίσει βεβαίως εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα αὐτῶν, ὅταν θὰ παύσῃ νὰ καλύπτῃ αὐτὰς ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως. Ἐν τούτοις δὲν ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τὴν προσεχῆ Τρίτην, ἀναγραφομένης πρώτης εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τοῦ πορίσματος τῆς ἕως τότε ἀνακριτικῆς ἐνεργείας.
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι παρετήρησα ὅτι γίνεται μία παρανόησις μεταξὺ προτάσεως παρεμπιπτούσης καὶ προτάσεως κυρίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ὑπέβαλε παρεμπιπτόντως πρότασίν τινα, ἥτις δὲν ἐψηφίσθη. Ἡ πρότασις ἀφεώρα τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα φανῇ κατὰ πόσον εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαδίδει πρόσωπον γνωστόν, καθηγητὴς γνωστός, ἐντελῶς ἀορίστως, κατὰ τρόπον συκοφαντοῦντα πρόσωπα ἔντιμα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐνεργοῦσι προδοσίας, ἃς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιληφθῶμεν, διότι καλύπτονται ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἀοριστίας. Δὲν ὁρίζει ὁ καταγγέλλων τὰ πρόσωπα καὶ τὰ παραπτώματα, ἐνῷ γνωρίζει αὐτὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὅτι σοφὸς Ἕλλην ἔλεγεν ὅτι ὁ ἀορίστως καταγγέλλων συκοφαντεῖ, διότι μόνον οἱ συκοφάνται, ὅταν θέλωσι νὰ διαβάλωσιν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ἀόριστα λέγουσι, φοβούμενοι τὸν ἔλεγχον· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ προκληθῇ χθὲς παρεμπιπτόντως ψηφοφορία. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐπὶ παρεμπίπτοντός τινος ζητήματος ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, πρὸ τῆς κατ’ οὐσίαν συζητήσεως, περί τε τοῦ χαρακτῆρος τοῦ παρεμπίπτοντος καὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ἔπρεπε λοιπόν, Κύριοι, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, χθὲς ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου ἦτο παρεμπίπτουσα πρότερον καὶ ἂν ἔδει νὰ ἐπιψηφισθῇ δεύτερον. Νομίζω λοιπόν, καὶ τὸ νομίζω συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς παρεμπιπτούσης ἐκείνης προτάσεως μηδὲ νὰ τὴν κρίνωμεν κατ’ οὐσίαν. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐπέλθῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς καὶ εὔχομαι νὰ καταλήξῃ εἰς παραδοχὴν αὐτῆς, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ τίποτε τὸ ἀόριστον ἐκ τῶν ῥιπτομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς, καὶ συνταρασσόντων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πράττουσι τὰς προδοσίας, τὰς ὁποίας διαδίδει ὁ γνωστὸς καθηγητής, ἢ ἂν οὗτος, ἐκμεταλλευόμενος τὰ ἱερώτερα καὶ εὐγενέστερα αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τολμᾷ νὰ συκοφαντῇ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐβίωσαν ἐντίμως ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γελάσῃ ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος διὰ τὸν φόβον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐψηφίσαμεν χθές....
§52Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποτέ!
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ἐκ τῆς ἱστορίας...
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήθη τὰς προτάσεις αὐτάς, κύριε συνάδελφε, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε οὕτω περὶ τῆς Κυβερνήσεως.... (Διακόπτουσι πολλοὶ Βουλευταί).
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μάθητε, Κύριοι, κοινοβουλευτικὴν ἀγωγήν, ἡ δὲ κοινοβουλευτικὴ ἀγωγὴ ἐπιβάλλει νὰ μὴ διακόπτωσιν οὕτω θορυβωδῶς τὸν ἀγορεύοντα. Δὲν ὡμίλησα χθές, Κύριοι, διότι εὑρίσκετό τις ἐν μέσῳ ἀληθοῦς παροξυσμοῦ, καὶ ὑπῆρχε μία ἀτμόσφαιρα τοιαύτη, ὥστε ἦτο ὑπέρτατον πολιτικὸν καθῆκον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σωτηρίᾳ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων ἐπελάβοντο τοῦ βαρέος ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον σήμερον διεξάγουσιν, ἦτο καθῆκον νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη, διότι ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψῃ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος, διὰ τὸν ὁποῖον πάντες ἐξελέγημεν. Ἀλλ’ ὤφειλον σήμερον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ ἡ γνώμη μου διὰ τὴν ἱστορίαν. Πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐψηφίσθησαν νόμοι, διὰ τοὺς ὁποίους μετεμελήθησαν αἱ Βουλαὶ κατόπιν οἰκτρῶς. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη διὰ βοῆς, καὶ σήμερον διὰ βοῆς ἐρχόμεθα νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ θέλω ἡ γνώμη μου νὰ μείνῃ ὄχι δι’ ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ διὰ τὴν ἱστορίαν. Καταλήγων δὲ ἐπὶ τῆς κυρίας προτάσεως νομίζω ὅτι, ἐὰν συζητηθῇ κατὰ τὸν Κανονισμόν, θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ καταλήξῃ ἡ πρότασις αὕτη εἰς παραδοχήν, διότι διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς ἐπιτροπῆς θὰ φανῇ, ἂν ἐνταῦθα ὑπάρχουσιν ἄνθρωποί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἢ ἂν ὑπάρχει ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον καὶ εἰς τὰ στήθη ἡμῶν τῶν ἄλλων ἴση πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπη, καὶ θὰ φανῇ ἂν δὲν πλανῶνται ἐκεῖνοι περὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ἄλλων. Καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ἔχω τοιαύτας ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀντιλήψεώς των, διότι παρετήρησα, ὅτι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις, ἡ ὁποία ἔθιγεν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ὁποία ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τοῦ μεγάλου ἔθνους, ἡ ὁποία ἐπεζήτει τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μικροῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μεγάλου ἔθνους, μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατριαρχείων, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπεσπάσθη κατὰ οἰκτρὰν πλάνην, καὶ ὁ μέγας πατριώτης, ὁ καθηγητής, δὲν συνεκινήθη οὐδ’ αὐτὸς οὐδ’ οἱ σύμμαχοι αὐτοῦ διὰ τὸ μέγα τοῦτο καὶ ζωτικὸν ζήτημα. Ἔχω λοιπὸν δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουν αὐτοὶ τὸν μονοπωλιακὸν πατριωτισμόν, καὶ ὅτι πλανῶνται περὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ἄλλων.
§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, οὐδ’ ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι οἱ ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι ἡγήτορες τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁρμώμενοι ἀπὸ ἐπιστημονικῶν πεποιθήσεων, θλῖψιν καὶ ὀδύνην ἠσθάνοντο χθές, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ προσθήκη ἐκείνη εἰς τὸ Σύνταγμα. Σήμερον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω, ὅπως τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ χθεσινὴ πρότασίς μου. Εἶχον ὑπ’ ὄψει ἄλλου εἴδους ἀντιρρήσεις ὅτι θὰ προεκάλει ἡ πρότασίς μου, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ προεκάλει καὶ συζήτησιν. Περὶ συζητήσεως ἐλάλησεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τί νὰ συζητήσωμεν, Κύριοι; Ἵνα δώσωμεν εἰς τὸν τόπον τὴν γαλήνην; Νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον τὴν γαλήνην ταχέως ἢ ἀσφαλῶς;
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀμφότερα.
§58ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ δώσωμεν ταχέως γαλήνην ψευδῆ ἢ βραδέως, ἀλλὰ γαλήνην ἀσφαλῆ; Ἀόριστα κατήγγειλεν ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος καθηγητής, ἀλλὰ μετὰ θάρρους ἀπαραμίλλου καὶ προκλητικώτατα. Τὴν στιγμὴν ταύτην μοὶ ἀπεστάλη ἐφημερίς, ἥτις περιέχει πρόκλησιν τοῦ σεβαστοῦ ἐκείνου καθηγητοῦ, ἡ ὁποία λέγει: «ἔλθετε νὰ μὲ ἐξετάσητε». Ἀλλὰ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς νὰ συζητήσωμεν τὴν Πέμπτην, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι βεβαίως δὲν θὰ δεχθῶμεν τὴν Πέμπτην, διότι βεβαίως τὸ καθῆκον ἡμῶν συγκρούεται πρὸς τὴν παραδοχὴν τοιαύτης προτάσεως, διότι τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀσπαζόμεθα τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, κυριώτατα εἶνε τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἀνεκπλήρωτον τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐπὶ δέκα καὶ πλέον ἡμέρας. Ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν θέλομεν δεχθῆ νὰ ὁρισθῇ ἡ Πέμπτη ὡς ἡμέρα συζητήσεως, προτείνομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν Τρίτην ἡ συζήτησις, νὰ προκαλέσωσιν ἄλλην ἀναβολήν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ ἐνεργῆται ὅπως ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξέτασις ὑπὸ ἐπιβολήν, ὑπὸ τοὺς καπνούς, ὑπὸ τοὺς φόβους ὅτι διαταράσσεται ἡ γαλήνη, ἵνα τύχωμεν ἄλλου τραγελαφικοῦ βουλεύματος περικαλύπτοντος τὰ πράγματα, ἵνα διὰ τούτου δοθῇ εἰς τὸν τόπον ἡ γαλήνη. Ὄχι, Κύριοι, θὰ μεγαλοποιηθῶσιν αἱ ὑπόνοιαι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξοβελισθῶσιν αἱ ὑπόνοιαι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ περιλάβῃ ἡ χεὶρ τοῦ νόμου ὅλους τοὺς ἐνόχους, οἱουσδήποτε ἐνόχους, ὁπουδήποτε ἱσταμένους, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι γοητείαν, ὁσηνδήποτε μαγείαν καὶ ἂν ἐνασκῶσι.
§59Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐδὲ ἤθελον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, διότι ἐνόμιζον ὅτι οὐδεμίαν θέσιν εἶχεν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Δὲν ἐζήτησα δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι ἔλαβεν ἡ συζήτησις τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ μετεπήδησεν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐμφάνισίς του ἐγέννησε πολλοὺς φόβους εἰς τὴν καρδίαν παντὸς φιλοπάτριδος, ὡς ἐκ τῶν ἐνδεχομένων περιπλοκῶν· κατόπιν ὅμως τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπεδόθησαν ἀορίστως ὑπ’ ἀνθρώπων ἐπίσημον κατεχόντων θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνήκω εἰς τὸ Θεοτοκικὸν κόμμα, καὶ ὡς ἀνεξάρτητος ἐξετέθην κατὰ τὰς ἐκλογάς, οὐχ ἧττον ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔπραξε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Κατόπιν δὲ τῶν δηλώσεων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι διέταξε τὸν εἰσαγγελέα νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, νομίζω ὅτι εἰς οὐδένα πλέον ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. (Εὖγε, εὖγε).
§60Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ὑπενθύμισε χρόνους παλαιούς, νεανικούς. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅτε καὶ ἐγὼ ὑπηρέτουν ὡς στρατιώτης τὴν πατρίδα, μίαν ἡμέραν ἠρωτήθην ὑπὸ τοῦ λοχαγοῦ μου καί, ἐνῷ προσεπάθουν νὰ ἀπαντήσω, ὁ λοχαγός μου ἐν ὀργῇ ἀνταπαντᾷ: «σὲ θέτω εἰς περιορισμὸν δύο ἡμερῶν», Διατί, κύριε λοχαγέ; ἐτόλμησα νὰ εἴπω, ἀλλ’ οὗτος αὐξάνει εἰς δέκα ἡμέρας τὸν περιορισμόν. Δὲν σᾶς ἐφάνη ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην ἐγὼ μὲ τὸν λοχαγόν μου; (γέλωτες). Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπείγει ἡ συζήτησις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀπάντησιν, διότι φέρετε ἀντίρρησιν, ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν ὀκτὼ ἡμερῶν ἀναβολῆς (χειροκροτήματα). Τώρα, διότι καὶ ἐγὼ ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν, φοβοῦμαι μήπως ἐπιβάλῃ καὶ ἄλλην ἀναβολήν, ὀκτὼ ἡμερῶν ἀκόμη. Κύριε Πρόεδρε, ἐφρόνουν καὶ φρονῶ καὶ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη πρὸ ὀλίγου ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι διετάχθη ἡ ἁρμοδία δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν καταγγελλομένων, νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι πᾶσα ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις περὶ τούτου παρέλκει. Νομίζω ἀκόμη ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς Βουλῆς ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, θὰ φθάσωμεν ἀσφαλῶς εἰς σύγκρουσιν δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπείας, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ ἔχῃ τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργῇ τὴν ἀνάκρισιν μυστικὴν μέχρις οὗ εὑρεθῇ ὁ κατηγορούμενος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, ἡ δὲ διοικητικὴ ἀνάκρισις—δὲν γνωρίζω ποίας διαστάσεις θὰ λάβῃ—θὰ φέρηται καθ’ ἑκάστην δημοσιευομένη εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ τότε ποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχητε ἐκ τοιαύτης διπλῆς ἀνακρίσεως; Ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ νὰ μετέβαλλε τὰς προθεσμίας, διότι ὑπῆρξεν ἀντίρρησις, ἐγνώριζεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐδόθη ὄντως παραγγελία εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν ἤθελε λάβει τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, οὔτε ἐγὼ ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὸν κόπον νὰ λάβω δὶς τὸν λόγον. Ἀλλά, ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο ἤδη γνωστόν, ἐγὼ νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ ἐξέτασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ πράξῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Δύο λέξεις ἀκόμη. Ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου καὶ ἀγαπητοῦ μου φίλου ὡς γελοία. Ἀλλὰ γνωρίζω εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου ὅτι ἀπὸ τοῦ 1835 ἐλήφθησαν ἀποφάσεις τοιαῦται καὶ νομοθετικαὶ καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησέ ποτε νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὰς γελοίας οὔτε ἐγέλασε κανεὶς οὔτε ἡ ἱστορία δι’ αὐτὰς μέχρι τοῦδε. Διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐπέχει ἰσχὺν νόμου, περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφράσεως τῶν ἱερῶν κανόνων· τί ἄλλο ἐπράξαμεν ἡμεῖς; Τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τῆς χθεσινῆς καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἀλληλένδετα πρὸς αὐτὸ τὸ γλωσσικόν, καί, ὅτε ἐπὶ 70 ἢ 80 ἔτη δὲν κατέκρινε κανεὶς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, εἶναι πολὺ θαρραλέον νὰ κατακρίνωμεν ἡμεῖς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν διὰ παμψηφίας σχεδὸν ἐξέδωκεν ἡ Βουλὴ χειροκροτοῦντος ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§61Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως, κύριε Πρόεδρε, ἂν εἶχε δοθῆ εἰς ὑμᾶς καιρὸς νὰ φροντίσητε περὶ τῆς ὑποθέσεως, θὰ εἴχομεν ἀπαλλαχθῆ συζητήσεως, ἥτις καὶ ἄλλως εἶναι δυσάρεστος, ἀλλὰ καὶ παρεκκλίνει ἀπὸ τῆς κανονικῆς πορείας τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἀλλὰ βραδέως ἀπελθόντες τῆς Βουλῆς δὲν ἔσχετε βεβαίως καιρὸν νὰ κανονίσητε τὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· διότι, ἂν καιρὸς εἶχε δοθῆ εἰς ὑμᾶς, βεβαίως ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἤθελε περιλαμβάνει ἐγγεγραμμένην πρότασιν τόσον σπουδαίαν ὡς ἐκείνη, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ἐκ τούτου ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ ἔχοντος ἐπιθυμίαν νὰ πράξῃ τοῦτο νὰ προταχθῇ ἡ ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρότασις, ὅτε θὰ ἐνεφανίζετο τὸ ζήτημα, ἂν ἐπετρέπετο νὰ προταχθῇ ἢ μήπως ἄλλαι κατεπείγουσαι ὑποθέσεις ἔπρεπε νὰ μένωσι κατέχουσαι τὴν θέσιν, ἐφ’ ᾗ εἰσι τεταγμέναι. Ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ παραβλεφθῇ ὅτι ἐνέχει χαρακτῆρα σπουδαῖον, διότι παρεμβάλλεται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἡ ἀξίωσις ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιτετραμμένη εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ζητήσωσι διορισμὸν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, πρᾶξιν δηλ. ἥτις πρωτίστως ἐνέχει ζήτημα ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀναβολή, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδώσω ὅσα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅστις ὅμως, ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἐζήτει, ὅπως γένηται ἡ ἐγγραφὴ καὶ εἴπῃ ταῦτα κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἐνεφανίζετο ἡ Ἡμερησία Διάταξις κανονικῶς κατηρτισμένη. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον καὶ συμφέρει, εἶναι ὑποχρέωσις νὰ μείνῃ ἐγγεγραμμένη ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι κατὰ πᾶσαν ὥραν τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ, ἂν θέλει νὰ προτιμηθῇ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη, ὄχι διότι ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπιμεληθῶ τὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καθόσον ἔπραξα τοῦτο, ἀλλὰ διότι τὴν πρότασιν ταύτην ἡρμήνευσα ὡς ἑξῆς: Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας διαρκούσης τῆς συζητήσεως, δὲν ἐξεδηλώθη δὲ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε πρόθεσις τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παραβάσει τινὸς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου· τοὐναντίον ἐξεδηλώθη πρόθεσις ἀνακρίσεως γινομένης διὰ Βουλευτῶν, ἥτις ἤθελε βεβαιώσει ἂν ὑπῆρχον οἱ ἐπιβουλεύοντες τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἐθεώρησα λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς προπαρασκευαστικὴν ἐλέγχου γενησομένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε βεβαιωθῆ διὰ τῆς ἐξετάσεως, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν δὲν ἐλήφθησαν τὰ προσήκοντα μέτρα ὑπ’ αὐτῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἐπακολουθήσει ἡ πρότασις. Πιθανὸν νὰ ἐπλανήθην ἐν τῇ ἐκτιμήσει μου ταύτῃ, ἀλλὰ τοῦτο ὑπῆρξε τὸ αἴτιον νὰ μὴ ἀναγράψω τὴν πρότασιν. Κατὰ συνέπειαν ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπει ἡ πρότασις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ ἡμέρας κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἀντικρούων τὴν σημερινὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς καὶ ζητῶν νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν προσεχῆ Τρίτην ἐννοῶ καλῶς ὅτι, ἂν ἡ πρότασις ἤθελε περιέχει καὶ πόρρωθεν μομφήν—, σπανιώτατα δὲ δὲν περιέχει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς—, ἄν, λέγω, ἤθελεν ἀποκρουσθῆ ἡ ἐμὴ πρότασις, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ πρότασις διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην, τότε ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὥστε καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δὲν φυγομαχεῖ ἡ Κυβέρνησις μὴ δεχομένη σήμερον νὰ γίνῃ μακροτέρα συζήτησις, ἀφήνουσα ὅμως ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, νὰ ἐκφράσῃ ἐμμέσως ἂν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀγόρευσιν ἦσαν ὀρθά· ἐννοῶ ὅτι ταῦτα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι προκειμένου περὶ τοιαύτης προτάσεως· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ παραστήσω ἐνταῦθα, εἶναι ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει κανὼν τάξεως. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσι ταῦτα, ὅπως καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ὥρας ἀποφασισθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὁσάκις τοιαύτη πρότασις ὑποβάλλεται ἐν τῇ Βουλῇ. Πρότασις δὲ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐνέχει πάντοτε ἐν ἑαυτῇ τὸ σπέρμα τῆς ἐκδηλώσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ τὴν παρεμβολὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκτελέσωσιν ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς—ἐπιτροπὴ—ἐκεῖνα τὰ ἔργα, ἅτινα συνήθως ἡ Κυβέρνησις ἐκτελεῖ διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅσα εἶπον, καλῶς δὲ ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθορίσας ὡς καθώρισε τὰ πράγματα.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατελῶ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, Κύριοι, ποῖοι ἐπιστημονικοὶ λόγοι—διότι βεβαίως περὶ ἐπιστημονικῶν μόνον λόγων πρόκειται—πείθουσι τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ ὅσα διετύπωσεν. Ἀλλὰ λησμονεῖ, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεκλήθημεν καὶ ἐργαζόμεθα, λησμονεῖ ὅτι καθ’ ἑκάστην συζήτησιν ὑφ’ ἑκάστου, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν ῥητόρων ἀκούεται ἐνταῦθα ἡ φράσις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· «ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγών», «ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγών». Λησμονεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἦλθεν ν’ ἀνορθώσῃ τὸ Κράτος. Καὶ δι’ ὅσα παρέλυσε τὸ Κράτος καὶ εὑρίσκονται παραλελυμένα οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην, οὐ μόνον ἱστορικήν, ἀλλὰ καὶ πολιτικήν, ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν, δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ πόρρωθεν νὰ ἐνέχῃ ἡ ἐμὴ πρότασις μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρότασίς μου ἐνέχει μομφήν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς διὰ παντὸς τρόπου θέλων νὰ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τὴν ὀνομαστικὴν τῆς Βουλῆς ἡ πρότασίς μου, ὡς πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἔχει ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἡ πρότασις ὡς πρότασις ἐμπιστοσύνης, θὰ ἀπορριφθῇ βεβαίως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, δὲν θ’ ἀνακαλυφθῶσιν ἐκεῖνα, ἅτινα ἐπιβουλεύουσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν!
§67Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐμπιστεύεσθε τὸν εἰσαγγελέα!
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον. Κύριε Δεμερτζῆ, θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος; Διότι προηγεῖται ἄλλος ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος.
§69Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος τῆς ἀναβολῆς.
§70Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἴδιον δὲν εἶναι;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι ὁ κ. Δραγούμης ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἡρμήνευσε τὸν Κανονισμόν.
§72Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, τοῦ μόλις κατελθόντος τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις περὶ παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελεῖ προδήλως πρότασιν ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Βεβαίως, βεβαίως.
§74Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ἀποτελεῖ συνέχισιν τῆς ἀκολουθηθείσης τακτικῆς—καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτήν, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐντελῶς ἀπροσώπως—προδήλως ἐμφαίνει ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ γιγνομένη πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις εἰς βάρος τοῦ ἀρχιεκμεταλλευτοῦ καθηγητοῦ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Διὰ τοῦτο θὰ ἤμην, Κύριοι, τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς παρούσης συζητήσεως, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ τεθῇ μετά τινας ἡμέρας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ σήμερον τὴν Βουλὴν τῆς περαιτέρω συζητήσεως τῆς ἀνιαρᾶς ταύτης ὑποθέσεως καὶ ν’ ἀποδεχθῇ σήμερον τὴν συζήτησιν, ἵνα ἐπὶ τέλους λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον δύνανται ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οἱ γνωστοὶ ἐκμεταλλευταὶ καὶ νὰ δημιουργῶσιν ἀενάως ζητήματα ἐκεῖ, ὅπου οὐδέποτε τοιαῦτα ζητήματα ὑφίσταντο. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὅτι ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ἐμμέσως παραπομπὴν τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς, καὶ ὅτι, ὅσον μέγας καὶ ἂν ἐγένετο — ψευδῆ ἐννοῶ μεγαλειότητα — καὶ αὐτὸς εἶναι ὑποκείμενος εἰς τοὺς κειμένους νόμους ὡς ὁ τελευταῖος πολίτης τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ὡς εἰλικρινὴς φίλος αὐτῆς, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ὅπως θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης σήμερον προβαίνουσα ἀμέσως εἰς συζήτησιν τῆς προτάσεως, προτείνουσα δὲ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως ταύτης ζητήσῃ μετὰ ταῦτα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.
§75Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀποτελῶν καὶ ἐγὼ μέλος τῆς μεγάλης κατηγορίας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συμπίπτει νὰ διαφωνῶσι πρὸς τὸν κ. καθηγητὴν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδέχθημεν τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἀπὸ μέρους αὐτοῦ, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν, καὶ ἐλέχθησαν ἀπὸ μέρους εὐφυεστάτου, ὀξυδερκεστάτου συναδέλφου, τοῦ κ. Κουλουμβάκη.
§76ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε; Ἐὰν ἀποδειχθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἅπαξ συνήντησα τὸν κ. Μιστριώτην, δηλῶ ὅτι θὰ παραιτηθῶ τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐπίσης δηλῶ πρὸς ὑμᾶς ὅτι πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι ἀπηύθυνε μομφὴν κατὰ πάντων τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην.
§77Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ ἔγραψεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ προσεκόμισαν ἄλλοι τὰς ἐφημερίδας ἐνταῦθα.
§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀνέγνωσα.
§79Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὑπονοεῖ οὗτος πάντα διαφωνοῦντα πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὅτε ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων προκαλεῖ, ὅτε ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ ὁ κ. καθηγητής, σιωπᾷ, γνωρίζων δὲ ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπα ὑπονομεύοντα τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, προδίδοντα τὸ ἔθνος καὶ δυνάμενα νὰ ἀσκήσωσι τοιαύτην ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἡμῶν, ὥστε ν’ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ὅσα χθὲς ἐψήφισεν, ὅτε, λέγω, ὁ καθηγητὴς αὐτὸς τοιαῦτα φρονεῖ καὶ ἐν τούτοις σιωπᾷ, ἐρωτῶ ὄχι πλέον ἀνθρώπους τῆς περιωπῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ τὸν τελευταῖον ἀγρότην: εἶναι δεδικαιολογημένος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, οὐδεμίαν πίστιν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. καθηγητής; Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πᾶς Ἕλλην πολίτης, ὄχι Ἕλλην τῆς περιωπῆς, ἐπαναλέγω, τοῦ καθηγητοῦ ἐκείνου, ἀλλ’ ὁ τελευταῖος εὐσυνείδητος Ἕλλην, θὰ ἔσπευδεν εἰς τὰς ἀρχάς, θὰ ἔσπευδε πρὸς τὴν Πολιτείαν, νὰ καταγγείλῃ πᾶν ὅ,τι γνωρίζει, ὄχι μόνον ὅτε περὶ τοιούτου ζητήματος πρόκειται, ἀλλ’ ὅταν ἀκόμη πρόκειται περὶ κινδύνου μικρᾶς ἐθνικῆς βλάβης, ἤθελε βεβαίως σπεύσει καὶ ὁ τελευταῖος εὐσυνείδητος Ἕλλην νὰ καταγγείλῃ ὅσα γνωρίζει. Πληροφορούμεθα ὅμως — καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ τοιαύτη νὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως — ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἔσπευσεν ἡ ἁρμοδία δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς δέ, καθ’ ἣν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἁρμοδίως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ λέγηται, ὅτι θέλει ἀσκηθῆ κυβερνητικὴ πίεσις καὶ ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τοιαύτης πιέσεως κατὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῇ κοινοβουλευτικὴ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή. Ἡ πίεσις κατὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς δὲν εἶναι ἱκανή, Κύριοι, νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ ἐθναποστόλου Μιστριώτου, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τῆς δόξης αὐτῆς τοῦ ἔθνους, ἀπορῶ δὲ πῶς ἀμφιβάλλουσι περὶ τούτου οἱ θαυμασταὶ τοῦ γέροντος, διότι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσπαθήσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ παραλείψῃ, ν’ ἀποσιωπήσῃ καὶ νὰ καλύψῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσῃ παρὰ τοῦ μεγάλου ἀνθρώπου, ὁ μέγας οὗτος ἄνθρωπος πάντως θὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ καταγγείλῃ. Ἂς μὴ ἀνησυχῶσι λοιπὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ἡ ἀνάκρισις, ἡ ἐπιληφθησομένη τοῦ ἔργου της ἁρμοδίως, νὰ ὑποστῇ πίεσιν καὶ ὅτι τὴν πίεσιν ταύτην θὰ ὑποστῇ παρὰ τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως! Εἶμαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις αὕτη περὶ τῶν δακτύλων καὶ τῶν προδοσιῶν θέλει καταλήξει εἰς πομφόλυγας· εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος ὅτι ἐκ τῆς ὅλης διεξαγωγῆς καὶ ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ἓν μόνον θέλει καταδειχθῆ, ὅτι οἱ εἰς τὰ ὕπατα, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀξιώματα τῆς ἐπιστήμης ἀνερχόμενοι εἶναι πολλάκις οἱ ὀλιγώτερον τὸν νοῦν ἔχοντες. Θέλει ἀποδειχθῆ ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, ὁ ἀπὸ μακροῦ χρόνου διαρκῶς ὑπαινισσόμενος προδοσίας καὶ δακτύλους καὶ οὐδέποτε αἰσθανθεὶς ἑαυτὸν ὑπόχρεων, ἱκανὸν ἢ ἁρμόδιον νὰ προβῇ εἰς ὁριστικὰς καταγγελίας, ὡς ἀοριστολόγος, θέλει ἀποδειχθῇ οὐδὲν θετικὸν γινώσκων, θέλει ἀποδειχθῆ γνωρίζων τοῦτο μόνον, νὰ συμπαρασύρῃ τοὺς ἀγαθούς, νὰ συμπαρασύρῃ τοὺς φιλοτίμους, νὰ συμπαρασύρῃ τοὺς εὐπίστους ἀληθῶς Ἑλληνόπαιδας! Θέλει ἀποδειχθῆ ὡσαύτως ὅτι τοῦτο μόνον γνωρίζει, πῶς προσαρμόζων ἄλλας αὑτοῦ ἀδυναμίας εἰς ζητήματα θίγοντα καιρίως τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν νὰ κατορθώνῃ, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ν’ ἀπασχολῇ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, νὰ κατορθώνῃ νὰ συνταράσσῃ τὴν τάξιν, ἓν μόνον οὐδέποτε κατορθώνων, νὰ πείσῃ ἐπὶ τέλους ἡμᾶς ὅτι ὄντως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαρκῶς ὑπαινίσσεται, ἔχουσιν ἐλαχίστην ἔστω ὑπόστασιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ τῆς προτάσεως νὰ ὁμιλήσητε, διότι αὐτὰ εἶναι ἴσως δικαιολογητικὰ τῆς προτάσεως, ἀλλὰ μακρὰ λίαν δύνανται νὰ προκαλέσωσι καὶ ἄλλην ἀνάπτυξιν.
§81Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Περατῶν τὸν λόγον μου ἤθελον ἐκφράσει τὴν γνώμην, ὅπως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ Βουλὴ συναινέσῃ νὰ διορισθῇ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή. Ἂς περιορισθῇ τὸ καθῆκον τῆς ἐξετάσεως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἂς περιορισθῇ ἡ ἐξέτασις εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία θέλει προσκομίσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. Καὶ ἄν, μετὰ τοῦτο, ὑπάρξῃ ἐλαχίστη τις ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἀκριβείας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσι προσκομισθῆ ἐνώπιον ἡμῶν, τότε ἡ Βουλὴ εἶναι πάντοτε ἐλευθέρα ν’ ἀπασχοληθῇ καὶ πάλιν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ μὴ ἀπασχολῇ αὐτήν.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀποκαλέσῃ ἀγαπητὸν φίλον, καὶ τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι, εἶπεν ὅτι ἀπεκάλεσα τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς γελοίαν. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω τὴν λέξιν ταύτην, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσω κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπόφασιν Σώματος κυριάρχου. Εἶπον τοῦτο μόνον ὅτι ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος θὰ γελάσῃ διὰ τοὺς φόβους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐψηφίσθη ὅ,τι ἐψηφίσθη. Εἶπον δὲ τοῦτο ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ὅλους ἡμᾶς, διότι τὸ ζήτημα τῆς μὴ μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὔτε ἓν μέλος τῆς Βουλῆς ἀπησχόλησε. Τῆς προτάσεως τῆς μὴ ἀποδόσεως τῶν ἱερῶν γραφῶν εἰς ἄλλην διάλεκτον, εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐνταῦθα ἐναντίος.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς, οὐδείς.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι τις εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, διότι συνεδέθη ἐν τῇ ἐθνικῇ ἡμῶν ἐξελίξει τόσον στερρῶς ἡ γλῶσσα μετὰ τῆς θρησκείας, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ θελήσωμεν νὰ ἔχωμεν τὰ ῥήματα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν θρησκείας ἀποδεδομένα εἰς ἄλλο ἰδίωμα. Ἀλλ’ ἕτερόν τι εἶπον ἐγὼ καὶ ἐπαναλέγω. Εἶπον, ὅτι ἡ Ἱστορία μίαν ἡμέραν θὰ σημειώσῃ, ὅτι τριακόσιοι ἑξήκοντα δύο ὄντως ἐνταῦθα ἐπιλέκτοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐφοβήθημεν κίνδυνον ἀκίνδυνον, καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν περὶ γλώσσης, ἐνῷ δὲν ἀναγράφομεν ποινικὰς διατάξεις, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ἐναντίον ἄλλων κακούργων καὶ κακοποιῶν, ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες ἐπιβουλεύονται τὴν πατρίδα, ἐναντίον τῶν ἐνόχων ἐσχάτης προδοσίας. Ἤρκει εἷς νόμος, Κύριοι, ἤρκει ἓν Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἠθέλησα νὰ δώσω καὶ μίαν ἄλλην ἐξήγησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος εἶπεν ὅτι λυπεῖται, διότι δὲν ἐξέφερα γνώμην χθές, ὁπότε συνεζητεῖτο τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Ὁμολογῶ, ὅτι γνώσεις γλωσσολογικὰς δὲν δύναμαι νὰ ἔχω. Ὡμίλησαν χθὲς οἱ φρονοῦντες ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, ὡμίλησαν καὶ οἱ δημοτικισταί, οἱ δεύτεροι δὲ ἀπέκρουον τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὑπερκαθαρεύων καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἠθέλησα νὰ δώσω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ πορεία μου εἶναι σαφής, καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν εὐθύτητα, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διὰ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ταῦτα εἰπὼν ἀπέβλεψα εἰς τὴν ἱστορικὴν τοῦ πράγματος σημείωσιν, καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ χάνωμεν ὥραν πολύτιμον. Πρόκειται περὶ προτάσεως ἀναβολῆς.
§87Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις θὰ διατυπωθῇ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§89Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐζήτησα κατ’ ἐπανάληψιν τὸν λόγον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§91Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Λέγω τὸ ἑξῆς, ὅτι τὴν συζήτησιν δὲν ἐγέννησεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη· κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τὴν ἐγέννησεν ἡ ἄστοχος ὁμιλία τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, διότι ἔθιξε κάπως τὸν ἐγωϊσμὸν ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι χθὲς διὰ παμψηφίας ἐψηφίσαμεν τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρέλκει πᾶς ἔλεγχος διὰ τὸν κ. Μιχαλακόπουλον.
§93Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὁσονδήποτε διακεκριμένοι ἐπιστήμονες καὶ ἂν εἶναι, πρέπει κατὰ πλάσμα νὰ θεωρήσωσιν, ὅτι εἶναι ἴσοι καὶ νὰ μὴ νομίζωσιν ὅτι ἔχουσι τὸ μονοπώλιον τῶν γνώσεων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς...
§95ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑμεῖς τὸ θέτετε αὐτό· ἐγὼ εἶπον δι’ αὔριον.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλὸν εἶναι νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς ψηφοφορίας. Νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἐγγραφῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη διὰ τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς ὡς πρώτου ἀντικειμένου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς προσεχοῦς Τρίτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§98ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω πληροφορίας εἰς ἀπάντησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Χριστίδου. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γ. Τσαξίρη. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων κ. Θ. Σκάση. Ἐπίσης ἀπάντησιν μετ’ ἐγγράφου ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Νεγροπόντη. Ἐπίσης ἀπάντησιν μετ’ ἐγγράφων ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Δελακοβία.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§100Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, διότι πρὸ καιροῦ εἶχον ὑποβάλει πρότασιν περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου δὲν ἔφερεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοίνωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ διαφόρων προτάσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ὑμετέρα. Αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν γίνεται ἡ τυπογραφικὴ διόρθωσις. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐν τῷ μεταξύ, ὅταν θὰ προσκομίσωσι τὴν ἔκθεσιν, θὰ σᾶς τὸ καταστήσω γνωστόν.
§102Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔχω ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου καὶ νομίζω, ὅτι τὸ τέταρτον ἄρθρον προηγεῖται τοῦ πέμπτου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἀκολουθοῦμεν τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ὑμετέρα πρότασις εἶναι πρότασις προσθήκης ἄρθρου τινός. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§104Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φουρίδου ἔχει ἀπορριφθῆ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω αὐτό. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν θέλει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις.
§106Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§108Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἡ ἑξῆς τροπολογία· Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον· «Οὐδέποτε δὲ στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας πολίτης Ἕλλην δι’ ἰδιωτικὰ χρέη, ἐὰν δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸ Δικαστήριον τῆς κατοικίας του δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται τῆς περιουσίας του ὑπὲρ τῶν δανειστῶν του». Ὡς ταύτην τὴν στιγμὴν ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Ρακτιβάν, τὴν πρότασίν μου ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψεν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἦτο ἀξία μιᾶς πληρεστέρας αἰτιολογίας ἐν τῇ μακροσκελεστάτῃ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐνώπιον ὑμῶν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ὑπὸ πάσας αὐτῆς τὰς ἀπόψεις, μία δὲ τῶν ἀπόψεων ἐκείνων, ἡ ὁποία ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι εἶναι σπουδαιοτάτη, εἶναι ἡ σχέσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου πρὸς τὰ χρέη. Ἂν δηλαδὴ τὸ χρῆμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δύνηται νὰ δεσμεύῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐντίμου πολίτου ἢ ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀνωτέρα τοῦ χρήματος. Καὶ τοῦτο λέγων ἐννοῶ μόνον ὡς πρὸς πάντα τὰ ἰδιωτικὰ χρέη καὶ ὄχι διὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον. Περὶ τῆς ἐλευθερίας ταύτης ὡς πρὸς τὸ χρῆμα ἢ μᾶλλον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν δανειστῶν ἐκράτησαν διάφοροι ἰδέαι. Ἐὰν ἐξετάσωμεν ἀπὸ τῶν ἀρχαίων προγόνων ἡμῶν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τότε παρὰ τὸ φιλελεύθερον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκράτουν ἰδέαι ἀνελεύθεροι, διότι ὁ ὀφειλέτης, ἐὰν δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὴν ὀφειλὴν αὐτοῦ, μετεβάλλετο εἰς δοῦλον τοῦ δανειστοῦ. Εὐτυχῶς ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔχομεν ἓν σημεῖον φαεινότατον, τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν πιεσθεὶς πλέον καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃ τὰς πιέσεις τῶν δανειστῶν του ἐπανέστη καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν τότε Κυβέρνησιν διὰ τοῦ Σόλωνος νὰ νομοθετήσῃ τὴν γνωστὴν σεισάχθειαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπήλλαξε τῶν χρεῶν τοὺς πολίτας καὶ συνεπῶς ἀπήλλαξε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν τῆς δουλείας. Παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ῥωμαίοις ἐκράτει πολὺ φρικωδεστέρα ἰδέα περὶ τῆς σχέσεως δανειστοῦ πρὸς ὀφειλέτην. Ἔφθανον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, ἐὰν ὁ ὀφειλέτης δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὸν σκληρὸν δανειστήν του καὶ εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἔχῃ πολλοὺς δανειστάς, εἶχον τὸ δικαίωμα οὗτοι μέχρι τοῦ νὰ τὸν κατατάμωσιν εἰς τεμάχια καὶ νὰ διαμοιράσωσι τὸ σῶμα τοῦ ἀτυχοῦς ὀφειλέτου. Μὲ τὴν πάροδον τῶν αἰώνων καὶ τὴν πρόοδον εὐτυχῶς τοῦ πολιτισμοῦ ἄλλαι ἐκράτησαν ἰδέαι ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ὀφειλέτου πρὸς τὸν δανειστήν. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πρῶτον εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1779, ὅτι ἀναγράφεται μία ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέος φθάνον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δύο λιρῶν. Κατὰ τὸ 1820 ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ παρουσιάζεται ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ἀπολύτως μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 250 φράγκων (ten Pounds) Κατόπιν ἔφθασαν μέχρι σχεδὸν τῆς ἀπολύτου καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον, Κύριοι, τὰ Συντάγματα τῶν διαφόρων Κρατῶν (states), Ἡνωμένων Πολιτειῶν κ. λ., διότι, ὡς γνωστόν, ὑπάρχουσι διάφορα Συντάγματα τοῦ κοινοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καταργήσει ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, προκειμένου πάντοτε περὶ ἐντίμου ὀφειλέτου καὶ ὄχι περὶ δολίου, διότι ὁ δόλος ποινικῶς τιμωρεῖται. Ἴσως φέρῃ τις τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη θέλει βλάψει τὸ ἐμπόριον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, διότι, ἐὰν μὲν ὁ ἔμπορος εἶναι δόλιος χρεοκόπος, ἰδοὺ ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τὸν παραλαμβάνει καὶ τὸν τιμωρεῖ, ἐὰν δὲ κατορθώσῃ τὴν περιουσίαν του νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰκονικῶς, ἰδοὺ τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνακαλύψωσι τὴν εἰκονικότητα, καὶ θὰ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον εἰς τοὺς δανειστάς. Διότι, λέγουσι, καταργουμένης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως θὰ μειωθῇ ἡ ἐμπορικὴ πίστις, ἐπειδὴ θὰ παρουσιασθῇ σειρὰ δολίων χρεοκοπιῶν ἢ εἰκονικοτήτων, ὥστε νὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἔμποροι, καὶ συνεπῶς τὸ ἐμπόριον θὰ μαρανθῇ. Τοῦτο δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον, διότι ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ἀποδεικνύεται τὸ ἀντίθετον· διότι ποῖα εἶναι τὰ ἐμπορικώτερα Κράτη εἰς τὸν κόσμον αὐτόν; Ἡ Ἀγγλία εἶναι καὶ πρὸ παντὸς ἡ Ἀμερική. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, καὶ ἰδίᾳ τὸ τῆς Ἀμερικῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ῥητὰς διατάξεις εἰς τὰ Συντάγματα, ἐφ’ ὅσον τὰ Κράτη ἐκεῖνα, λέγω, ἐμπορικῶς ἀνθοῦσι, προοδεύουσι καὶ κατακτῶσιν ἔδαφος ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ὑφηλίου καὶ διακυβερνῶνται δι’ αὐτῶν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν προσωπικὴν κράτησιν, πῶς θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς ἡμᾶς θὰ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως; Ἡ πρόοδος τοῦ ἐμπορίου, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐκεῖ, μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ νὰ προστατεύσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ τιμίου ἐμπόρου ὀφειλέτου. Ἄλλη διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις, εἶναι, ὅταν εἶναι ὀφειλέτης συνεπείᾳ ἀδικήματος. Καὶ θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι, ἀφοῦ ἠδίκησε, πρέπει νὰ φυλακισθῇ. Ἐφ’ ὅσον παρέβη τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ δικαστὴς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν παράβασιν καὶ τῷ ἐπιβάλλει ἀνάλογον ποινήν, διὰ τὸ χρέος ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ὀφείλῃ συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς ἀποφάσεως, ἐὰν μὲν ἔχῃ περιουσίαν ὁ φυλακισθείς, πληρώνει εἴτε αὐτοθελήτως εἴτε συνεπείᾳ κατασχέσεως, ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ, τί ὄφελος θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς φυλακίσεως; Θὰ προστεθῇ καὶ βασανισμός, νέα ποινή; Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ἐφήρμοσε τὸν νόμον καὶ ἐπέβαλε τὴν ἀνάλογον ποινήν. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἀντίρρησις, ὅτι δὲ ἡ ἰδέα αὕτη ὡριμάζει κατὰ μικρὸν παρὰ τῷ λαῷ τεκμηριοῦσιν οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες περὶ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐνδεικνύουσιν ὅτι ὁ λαὸς ἀποστρέφεται καὶ καταδικάζει τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δανειστοῦ εἴτε ἐμπόρου εἴτε οἱουδήποτε νὰ φυλακίζῃ ἔντιμον ὀφειλέτην. Καὶ βλέπετε ὅτι ἐψηφίσθη περιορισμός, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις μόνον δι’ ἐμπορικὰς πράξεις καὶ μεταξὺ ἐμπόρων, ἐπὶ πλέον δ’ ἐψηφίσθη ἕτερος περιορισμὸς καὶ περὶ τὴν ἡλικίαν τοῦ φυλακισμένου, ὅστις δὲν ἐπιτρέπει τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὅταν οὗτος εἶναι ἄνω τῶν 65 ἐτῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν βλέπομεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐκδοχὴν εἶναι ἐπισημοποίησις τῆς παρὰ τῷ λαῷ ἀποκρυσταλλουμένης ἰδέας, ἐφ’ ὅσον βλέπομεν νόμους τοιούτους εἰσαγομένους καὶ ψηφιζομένους, ἀπόδειξις ὅτι ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Θὰ ἦτο συμφωνότατον πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματά του καὶ πρὸς τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐὰν ἐψηφίζετο τοιαύτη διάταξις, ἥτις ἐπιτραπήτω μοι νὰ νομίζω ὅτι εἰς οὐδὲν θὰ ἐπηρεάσῃ. Ἂς συνηθίσῃ ὁ ἔμπορος νὰ δανείζῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου καὶ οὐχὶ τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δ’ ἀκόμη νὰ νομίζω ὅτι κατ’ ὄνομα εἶναι φιλελεύθερον τὸ Σύνταγμά μας, διότι διὰ τῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει, καθίσταται εἰκονικῶς ἐλεύθερον.
§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ὁ φυλακιζόμενος ἕνεκα χρεῶν, ἐὰν μὲν ἔχῃ περιουσίαν, καλῶς φυλακίζεται, ἀλλὰ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν θέλει παραδεχθῆ ὅτι ὁ φυλακιζόμενος, ὅταν δὲν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του, κακῶς φυλακίζεται, διότι ἀκριβῶς ἀφαιροῦμεν ἀπὸ ἐκεῖνον τὰ μέσα ὄχι νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ θρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀνάξιον λόγου. Ἄλλο εἶναι ἂν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὸν νόμον, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν, ἦτο νὰ ἐγνώριζον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν ἔκρινεν ἀξίαν οὐδὲ ἐκθέσεως τὴν πρότασιν ταύτην. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Καί, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, τότε ἴσως ἀπαντήσω πάλιν δι’ ὀλίγων.
§110Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκηρύχθην κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. συναδέλφου καὶ ἤδη κηρύσσομαι κατ’ αὐτῆς, διότι ἡ τροπολογία αὕτη παρεισάγει τὸ ζήτημα τῆς ἐντελοῦς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται εἴς τινας περιπτώσεις καὶ κατὰ μὴ ἐμπόρων, ὑπάρχει δὲ πάντοτε τὸ δικαίωμα τοῦ μὴ ἐμπόρου ὀφειλέτου, ἵνα ἐπὶ παραχωρήσει τῆς περιουσίας του ἀπαλλαγῇ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶχεν οὔτε κατὰ τὸ παλαιότερον δίκαιον οὔτε κατὰ τὸ σημερινὸν ὁ ὀφειλέτης ἔμπορος, καθ’ οὗ διετηρήθη ἡ προσωπικὴ κράτησις, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐμπορίου, εἶναι δὲ γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας σήμερον ὅτι καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ μερικὴ κατάργησις δὲν συνέβαλεν εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς πίστεως ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνομοθετήθη.
§111Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον.
§112Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία ἔχει καὶ μίαν σαθρὰν νομικὴν βάσιν, διότι δι’ αὐτῆς ζητουμένης τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ἐμπόρων ἐπὶ παραχωρήσει τῆς περιουσίας ζητεῖται, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, αὐτὴ ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τοῦ ἐμπόρου, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ της δὲν εἶναι μόνον μέσον ἐξαναγκασμοῦ τοῦ ὀφειλέτου πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους, ἀλλὰ καὶ μέτρον συντηρητικόν, ἔχον καὶ ἄλλους σκοπούς, ἰδίως τὸν σκοπὸν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς πτωχεύσεως ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς δραπετεύσεως τοῦ ὀφειλέτου. Μὴ παρεξηγῶμεν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τῆς ἀπαγγελλομένης διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς πτωχεύσεως κατὰ τοῦ ἐμπόρου, διότι αὐτὴ εἶναι μέτρον συντηρητικὸν πρὸ παντός, τὸ ὁποῖον συμφέρον τοῦ ἐμπόρου καὶ τοῦ ἐμπορίου εἶναι νὰ μὴ θίξωμεν. Ἐὰν δὲ ἀπὸ στενῆς συνταγματικῆς ἀπόψεως ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ συζήτησις νὰ ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ἔχουσα σχέσιν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ παρεπέμπετο εἰς τὴν τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ διακανονίσῃ τὸ θέμα οὕτως ἢ ἄλλως.
§113Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ διακρίνω, ποῦ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας ἐστηρίχθη εἰπὼν ὅτι δὲν ὑπάρχει καλὴ νομικὴ βάσις. Ὡς νομικὴ βάσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἡ συντηρητικότης, ὡς αὐτὸς εἶπε, διότι εἰς τὰ Συντάγματα δὲν λαμβάνονται ὡς νομικαὶ βάσεις αἱ συντηρητικότητες καὶ οἱ τύποι, ἀλλὰ τὸ συμφέρον, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν ἕτερον ἰσχυρισμόν, ὅτι ὡς μέτρον συντηρητικὸν κατὰ τὰς πτωχεύσεις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ προσωπικὴ κράτησις, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἐὰν ὡς πρὸς μόνον τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἡ νομοθεσία μας, ἵνα ὑπάρχῃ ἡ προσωπικὴ κράτησις, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ χρησιμότης της εἶναι μηδαμινὴ καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἔλειπε τελείως, διότι, ἐὰν μείνῃ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ βάρβαρος οὗτος θεσμός, θὰ διατηρηθῇ ἐπὶ κακῷ καὶ μόνον διὰ τὸν πτωχεύσαντα ἕνεκεν ἀτυχημάτων, ὅστις δὲν ἔχει κεφάλαια οὔτε τὴν πτώχευσίν του νὰ ζητήσῃ τῇ αἰτήσει του, καὶ διὰ τὸν μὴ κυρίως ἔμπορον πολίτην, ὅστις θὰ ὀφείλῃ 100 δραχμὰς διὰ συναλλαγματικῆς ἢ γραμματίου ἐμπορικοῦ καὶ θὰ συλλαμβάνηται καὶ κρατῆται εἰς τὰς φυλακάς. Μυρία εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὸν ἔμπορον τὸν τίμιον, τὸν ἀπολέσαντα πραγματικῶς τὰ χρήματά του, διότι ὁ δόλιος χρεοκόπος θὰ ἔχῃ χρήματα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς πτωχεύσεώς του καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ μὴ φυλακισθῇ. Ὁ ἔμπορος ὅμως ὁ ἀπολέσας καὶ τὸ τελευταῖον λεπτόν του θὰ συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ, ἵνα τὸν συνθλίψῃ οὗτος καὶ ἀφαιρέσῃ τὸ αἷμά του ἢ ἐξαναγκάσῃ τοὺς συγγενεῖς του πρὸς πληρωμήν.
§114Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ ἔκθεσις ἡ πρώτη τῆς ἐπιτροπῆς συνετάχθη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς βραχείας προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία Βουλὴ ἔταξεν. Ἑπομένως εἶναι δεδικαιολογημένον, ἂν ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἐγένετο συντόμως καὶ ἂν ἔλαβον ἴσως χώραν καταχρήσεις τινές, αἱ ὁποῖαι, ἂν ὑπὸ ὁμαλωτέρας συνθήκας συνετάσσετο ἡ ἔκθεσις, δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φουρίδου ἀληθῶς ἡ γνώμη ἡ κρατήσασα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἦτο ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ἡ πρότασις, ἦτο θέμα δικονομικῶν διατάξεων, οὐδὲ κἂν κατήργει τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ἔλεγεν ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ ὀφειλέτης ὑπὸ δεδομένας συνθήκας. Δι’ αὐτὸ ἐθεωρήσαμεν ὁμοφώνως τὸ θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δι’ αὐτὸ εἶναι ἐπαρκὴς ὁ κανὼν τοῦ 4 ἄρθρου, καθ’ ὃ «οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Δηλαδὴ ὁ νόμος ὁρίζει τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει ἡ πρότασις τοῦ κ. Φουρίδου.
§115Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα συγχαρῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι φρονῶ ὅτι ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη τὸ ζήτημα, ὅτι συνδέεται μὲ τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, λείψανον βαρβάρου ἐποχῆς πανταχοῦ καταπῖπτον ὁσημέραι, κατέπεσε καὶ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τῆς χώρας ταύτης. Διὰ τοῦτο μὲ ἀπορίαν εἶδον ὅτι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπειράθη νὰ ἀρυσθῇ ἐκ τοῦ παρελθόντος ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τῆς ἐν μέρει καταργηθείσης καὶ εἶπεν ὅτι ἡ κατάργησις δὲν συνέφερεν. Ὄχι. Ἡ κοινωνία ἠσθάνθη τοὐναντίον ἀνακούφισιν ἐκ τῆς μερικῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, οὐδὲν δὲ τῶν ἐκφερομένων δεινῶν ἐπηκολούθησε, καθόσον δὲν ἔλειψαν τότε τὰ ἐπιχειρήματα κατ’ αὐτῆς καὶ ὡσανεὶ νὰ μὴ ἤρκει ἡ ἀναστάτωσις ἡ γενικὴ τῶν συναλλαγῶν, ἣν ἐφαντάζοντο, παρέστησαν ἀκόμη τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ὡς κεφάλαιον ὑπὲρ τῶν μὴ ἐχόντων περιουσίαν, συνηγόρουν δηλ. ὑπὲρ αὐτῶν ὡς μελλόντων θυμάτων τῆς καταργήσεως. Τί νὰ κάμῃ ὁ δυστυχὴς ὁ πτωχός, ὁποῦ δὲν ἔχει, ἔλεγον, ἄλλο τι ἢ τὸ πρόσωπόν του; Πρέπει νὰ δύναται νὰ δίδῃ ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸν δανειστήν του τὸν ἑαυτόν του, τὸ σῶμά του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ καὶ αὐτός. Ἔφθανον μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου τῆς ταπεινώσεως τοῦ ἀνθρώπου! Οὐδεὶς ὅμως ἐζημιώθη, οὐδεὶς παρεπονέθη ἐκ τῶν ἀκτημόνων, ὅτε, χάρις εἰς ἕνα ἀϊδίου μνήμης Ὑπουργόν, τὸν μακαρίτην Καράπαυλον, τὸ αἶσχος αὐτὸ τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ἂν δὲν ἐξηλείφθη ὁριστικῶς, ἐμειώθη τότε τοὐλάχιστον αἰσθητῶς καὶ οὐδὲν ἐκινδύνευσεν. Ὅθεν εἰς συνέδριον ὡς τὸ ἡμέτερον ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ τοὐλάχιστον φωνὴ διαμαρτυρίας, καθόσον ὑπάρχουσι πολλὰ ζητήματα συγκινοῦντα τὴν δημοσίαν γνώμην, ὡς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύσαμεν χθὲς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐφάνημεν πράγματι ἀντιπρόσωποι τῆς κοινῆς γνώμης, μεθ’ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν περὶ ἡμῶν ὅτι ἐνεργήσαμεν δῆθεν ὑπὸ τὴν πίεσιν ἄλλων, ἐνῷ δὲν εἴμεθα ἢ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτό, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως λέγω ὅτι πρέπει ἕκαστος νὰ ἐκφράσῃ τὴν αὐτὴν ἀποφασιστικὴν ὑπὲρ τῆς τελείας καταργήσεώς της γνώμην. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἶπε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἔχει τὸ ζήτημα θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τὸ θεωρεῖ οἰκονομικόν. Ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ δίκαιον· δὲν θέλω νὰ τὸ φιλονεικήσω· οὐχ ἧττον ὅμως χαίρω πολύ, διότι ἠκούσθη ὁπωσδήποτε φωνὴ νέας καταδίκης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ ἀμετακλήτως καταδεδικασμένου θεσμοῦ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης.
§117Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐφ’ ὅσον ἐντοπίζεται μεταξὺ τῶν ἐμπόρων, τὸ πρᾶγμα ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἡ ἀπόδειξις ποῖος εἶναι ἔμπορος καὶ ποῖος δὲν εἶναι ἀπασχολεῖ τὰ ¾ τοῦ κόσμου. Ἡ ἀπαλλάξατέ τους ὅλους ἢ προσδιορίσατε ποῖος εἶναι ἔμπορος.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φουρίδου περὶ προσθήκης καὶ βʹ ἐδαφίου ἔχοντος οὕτω: «Οὐδέποτε δὲ στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας πολίτης Ἕλλην δι’ ἰδιωτικὰ χρέη, ἐὰν δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸ Δικαστήριον τῆς κατοικίας του δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται τῆς περιουσίας του ὑπὲρ τῶν δανειστῶν του», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ 5ου ἄρθρου. Ἀναγινώσκεται τὸ 5ον ἄρθρον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχον οὕτως: «Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων τὸ πολὺ ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως· ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου. Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς εἴτε ν’ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Παρελθούσης ἀπράκτου ἑκατέρας τῶν προθεσμιῶν τούτων, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἴτε στρατιωτικὸς ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν 10 δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§119ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῆς δὲν ἐλήφθη, φαίνεται, ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τούτοις ἐγώ, Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη ἴσως νὰ εἶναι σκόπιμος καί, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, τοὐλάχιστον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῆς διὰ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἵνα μᾶλλον ὡρισμένως ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ συλλαβών τινα ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ ὀφείλει νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς μεταγωγῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι, λέγω, πολὺ δύσκολον, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ ὁρισθῇ· ἐν τούτοις ὅμως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο ἀντὶ τῆς ἀορίστου φράσεως νὰ τεθῇ μᾶλλον ὡρισμένη. Καὶ ἐξηγοῦμαι· ἀντὶ νὰ τεθῇ «ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου» ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις· «ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ ἐντὸς τοῦ δεδικαιολογημένου ἀποχρώντως ἐν τῷ συνοδεύοντι τὸν κρατηθέντα ἐγγράφῳ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου». Δηλαδὴ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ συλλαβών τινα θὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ταχυτέρας αὐτοῦ ἀποστολῆς πρὸς τὸν ἀνακριτήν, ἂν εἶναι ὑποχρεωμένος ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὸν συλληφθέντα, νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐβράδυνε νὰ ἀποστείλῃ αὐτόν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ καταναλίσκηται καὶ χρόνος μακρότερος, νὰ καλῆται εἰς ἀπολογίαν ὁ συλλαβών τινα. Ἐπίσης ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δῶρον ἄδωρον θὰ εἶναι διὰ τὸν συλληφθέντα καὶ κατακρατηθέντα παρανόμως ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ προβλεπομένη ἱκανοποίησις, διότι παρὰ τῶν παραβατῶν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται διὰ τῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς ἱκανοποίησιν ὑπὲρ τοῦ κρατηθέντος, δὲν θὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τῆς ἱκανοποιήσεώς του, διότι πάντες οὗτοι θὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὡς δὲ γνωστόν, ὁ μισθὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἀκατάσχετος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὐτὴ προερχομένη ἐξ ἀδικήματος ἐπισύρει καὶ προσωπικὴν κράτησιν κατ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεὶς δικαστικὸς κλητὴρ θὰ τολμήσῃ νὰ συλλάβῃ εἰσαγγελέα ἢ ἀνακριτὴν πρὸς εἴσπραξιν τοιούτου ποσοῦ ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως τεθῇ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν μία φράσις ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἱκανοποίησις καταβάλλεται εἰς τὸν κρατηθέντα ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ γιγνομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου κρατήσεως τοῦ ⅓ τοῦ μισθοῦ κατὰ μῆνα ἀπὸ τῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν κοινοποιήσεως ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως» Τοῦτο, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως τουλάχιστον ῥυθμισθῇ διὰ νόμου· Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§121Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σκοπός, κύριοι, τῶν Συνταγμάτων δὲν εἶναι βεβαίως νὰ καθιερώσωσι τὰς διαφόρους ἐλευθερίας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ διαγράψωσι τὰς ἐγγυήσεις τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας θὰ καθορίσωσι ταῦτα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος ὡμίλησε περὶ μιᾶς τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων, τῆς ἰσότητος ἀπέναντι τοῦ νόμου. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως ὅτι τὰ Συντάγματα διακρίνουσι τρεῖς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐγγυήσεις· πρῶτον τὴν συνταγματικήν, δεύτερον τὴν δικαστικὴν καὶ τρίτην τὴν ἠθικὴν ἐγγύησιν. Βεβαίως αἱ γνῶμαι αὗται δὲν εἶναι ἡμέτεραι· εἶναι γνῶμαι ἑνὸς τῶν ἐγκριτωτέρων πολιτειολόγων τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν Ἰταλίᾳ κ. Brunialti καὶ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ ἐν λόγῳ συνταγματολόγος ἐξέδωκε σύγγραμμα περὶ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ περὶ πολιτικῆς ἔν τε τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τοῖς θεσμοῖς, ἐξεδόθη δὲ δευτέρα ἔκδοσις πρὸ ὀλίγων μηνῶν κατὰ τὸ 1911. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως παρὰ νὰ συγχαρῶμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διέγραψεν εὐρυτέρας καὶ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις σχετικῶς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, παρ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέγραφε τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Παρ’ ὅλον ὅμως τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον κατέβαλεν ἡ ἐπιτροπή, παρ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ διεκδικήσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι βεβαίως — τοῦτο εἶναι ἀνθρώπινον — δὲν ἠδυνήθη, ἵνα ἐν ὅλῃ τῇ σημασίᾳ τῆς λέξεως περιφρουρήσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἀπέναντι τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν παρουσιάσῃ ὑπὸ πλήρη μορφήν. Ἄν, Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς Κράτος Ἀγγλικόν, ὅπου ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅσον καὶ ἡ διοίκησις αὐτοῦ, ἔχει ὑψηλὴν τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, θὰ ἔλεγον ὅτι περιττεύει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἠθῶν τῆς ἡμετέρας χώρας, ὅπου ὁ πολιτικὸς βίος δὲν εἶναι μακρός, ὅπου εἰσέτι δὲν ὠργανώθημεν πολιτικῶς, ὅπου ἕκαστος δὲν γνωρίζει τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ τὰ ὅρια τῶν καθηκόντων, βεβαίως μία τοιαύτη συνταγματικὴ διάταξις εἶναι πάνυ σκόπιμος. Μὲ ὅλην τὴν περιφρούρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν εἶχε διαγράψει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος, δυστυχῶς—ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, διότι αὐτὸ μᾶς τὸ λέγει ἡ μακρὰ πεῖρα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ συνταγματικῆς διατάξεως — δὲν περιεφρουρήθη ἀπολύτως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, διότι δυστυχῶς δὲν ἐπηκολούθησαν τοιαῦται ποινικαὶ νομοθετικαὶ διατάξεις, οὕτως ὥστε ἀπολύτως καὶ σκοπίμως νὰ περιφρουρηθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Θὰ ἦτο τότε καιρὸς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας ποινικὰς διατάξεις, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν, νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ὁ περιορισμός, προκειμένου περὶ προφυλακίσεως, ἡ καθιέρωσις ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ οἱ εἰσαγγελεῖς θὰ ὑποβάλωσι τὴν σχετικὴν αὐτῶν πρότασιν πρὸς ἔκδοσιν τῶν σχετικῶν βουλευμάτων, διότι— ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν ὅλοι μας, ἰδίᾳ δ’ οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις—ὑπῆρξαν ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεραιώθησαν εἰς ἓν οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὴν περαίωσιν δ’ αὐτῶν ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς οἰκείους εἰσαγγελεῖς, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν προτάσεων αὐτῶν, καὶ δυστυχῶς αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐπὶ σειρὰν πολλῶν μηνῶν εὑρέθησαν ἐκεῖ εἰς τὰ κονιορτοβριθῆ γραφεῖα τῶν κ. εἰσαγγελέων. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν αὑτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε περιοριστικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ὑποβάλληται ἡ σχετικὴ πρότασις. Ἐξ ἄλλου τότε θὰ περιλάβωμεν τὴν σκόπιμον διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰς Κράτη ἄλλα εὑρίσκομεν, καθ’ ἥν, ὁσάκις κατηγορούμενός τις ἀθωωθῇ, ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἀθωωθέντα πολίτην. Παρ’ ἡμῖν παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς γεγονός: Κατηγορεῖται ὁ Α. δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν ἐγκληματικήν· ἀφοῦ παραμείνῃ ἐπὶ σειρὰν μηνῶν ἐν προφυλακίσει, μετὰ ταῦτα ἐπέρχεται βούλευμα παῦον πρὸς καιρὸν ἢ ἀθωωτικόν. Ἀλλά, καὶ ἄν, Κύριοι, τὸ βούλευμα πρὸς στιγμὴν παύει πρὸς καιρόν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι πολλάκις τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα εἰς ἓν ἀποβλέπει, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ καταπέσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο θῦμα ἐπὶ σειρὰν μηνῶν τῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸ τονίζω τὴν περίπτωσιν ταύτην καὶ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Βεβαίως εἶναι τόλμη μεγάλη εἰς ἐμέ, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος χθὲς εἰσῆλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἐπιφέρω τροπολογίας σχετικὰς μὲ συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὲ δικαιολογεῖ ἡ ἐκ προκαταβολῆς εὐμενὴς γνώμη τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ προσχεδίου λέγει: «ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως κλπ.». Ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου δεῖται πολλῆς προσοχῆς. Δὲν γνωρίζω πόθεν διετύπωσε τὴν σκέψιν της ταύτην ἡ ἐπιτροπή· φρονῶ πάντως ὅτι παρέλαβε ταύτην ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἀλλ’ ἔχομεν νεώτερα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα περισσότερον ἐξασφαλίζουσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, διὰ χρονικοῦ διαστήματος μικροτέρου σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς συλλήψεως τοῦ ἄνευ ἐντάλματος, προκειμένου περὶ προφυλακίσεως. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος τοῦ Βελγικοῦ προνοεῖ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Οὐδεὶς καταδιώκεται εἰμὴ εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ἐν τῷ τόπῳ, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος διαγράφει, ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος». Φρονῶ ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον σχετικῶς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὁσάκις συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ ἔνταλμα συλλήψεως τὸ καταδιωκτικὸν ὄργανον, διότι, ἐὰν ἔχῃ, δύναται βεβαίως νὰ ἐπιδεικνύῃ πρὸς τὸν συλληφθέντα τὸ σχετικὸν ἔγγραφον, εἶναι μάλιστα ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ καὶ ἀντίγραφον κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, Κύριοι, ὅτι πολλάκις ὄργανα εἴτε τῆς διοικήσεως εἴτε τῆς δικαιοσύνης ἐξυπηρέτησαν τὰς ἀπαισιωτέρας σκέψεις πολιτευομένων. Ἔχοντα τὰ ὄργανα ταῦτα οἱονδήποτε ἔνταλμα ἐκ μέρους οἱασδήποτε δικαστικῆς ἢ διοικητικῆς ἀρχῆς συνελάμβανον τὸν πολίτην, τὸν ὁποῖον ἔρριπτον εἰς τὰ κρατητήρια, μὲ τὴν ἰδέαν πάντοτε ἵνα τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἢ τὴν μεθεπομένην σταλῇ ὁ συλληφθεὶς πολίτης εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικόν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πείρας. Ἐκ τῆς μικρᾶς μου ἐπαγγελματικῆς ζωῆς ἀπεκόμισα τὸ ἑξῆς γεγονός: Ὑπῆρξαν ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα, συλλαμβάνοντα πολίτην δὲν τὸν ὡδήγουν ἀμέσως εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἀλλ’ ἀνέμενον νὰ συλλάβωσιν ἄλλους 10 ἢ δεκαπέντε, ἵνα πάντας ὁμοῦ ὁδηγήσωσιν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, οὕτως, ὥστε ὁ πρῶτος συλληφθεὶς μέχρι τῆς συλλήψεως καὶ τοῦ τελευταίου νὰ κρατῆται ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἡμέρας ἐν τῷ κρατητηρίῳ. Καὶ εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ μέρους τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ, καὶ οὐχὶ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Δεμερτζῆ, διότι ὁ κ. Δεμερτζῆς οὔτε τὴν πεῖραν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ ἔχει, οὔτε ἐμελέτησεν ἴσως τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως πολιτικῶν ὑποθέσεων, εἶχον, λέγω, τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἐν τῇ φωτεινῇ αὑτοῦ σκέψει καὶ ἀντιλήψει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς συλλάβῃ τοιαύτην σκέψιν, ὥστε νὰ περιφρουρήσῃ περισσότερον τὸ πολύτιμον τῆς ἐλευθερίας δικαίωμα τοῦ πολίτου. Πρέπει νὰ μάθητε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων μέχρι τῶν Πατρῶν, καίτοι ὑπάρχει ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμή, καταντᾷ πολλάκις ἐπὶ δεκαπενθήμερον νὰ μεταφέρωνται κρατούμενοι πολῖται πρὸς αἶσχος τῶν ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως. Καὶ θὰ εἴπητε ἴσως πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔπρεπεν ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ἐπὶ τόσας ἡμέρας παρανόμως κρατηθεὶς ν’ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ἥτις ἤθελεν ἱκανοποιήσει αὐτόν. Αἴ, Κύριοι, πάντες παροικοῦμεν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἡ μακρὰ ἱστορία τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων ἀπέδειξε τρανῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι, ὁσάκις πολίτης ἀνεφέρθη πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ἀκριβῶς ἵνα εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, λόγῳ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, δυστυχῶς, ὄχι μόνον δὲν εὗρε τὸ δίκαιον αὑτοῦ, ἀλλὰ σήμερον διατρέχει καὶ τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ καὶ τὸν κολασμὸν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Βουλήν, εὑρισκομένην ἔτι ἐν συσκέψει, νὰ δεχθῇ νὰ διατυπωθῇ διάταξις σχετικὴ μετὰ τὴν συζήτησιν, ὥστε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ πατάξῃ τὰς καταχρήσεις καὶ τὰς ὑπερβασίας, τὰς γινομένας ἐκ μέρους ὀργάνων τινῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Μπουρνιᾶς, ὅτι τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον ὁ πολίτης ἤθελεν ἀναφερθῆ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὑτοῦ, καὶ τὸ κατηγορούμενον ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει ὄργανον τῆς Δικαιοσύνης ἢ τῆς Διοικήσεως ἤθελε καταδικασθῆ, νὰ κρατῆται ἐκ τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐν λόγῳ ὀργάνου, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἡ σχετικὴ ἀποζημίωσις διὰ τὸν πολίτην. Ἀλλ’ ἤθελε μοὶ εἴπῃ τις, καὶ ὅταν τοῦ ὀργάνου ἐκείνου ἀποστερηθῇ οὕτως ἡ μισθοδοσία ἡ πενιχρά, τί ἤθελε τοῦτο πράξει; Εἰς αὐτὸν θὰ ἀπαντήσω ὅτι ὄργανον, τὸ ὁποῖον δὲν σέβεται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ προβαίνει εἰς τοιαύτας σκέψεις ἐγκληματικάς, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην διατρέχει τὸν κίνδυνον ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης νὰ μειωθῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῶν σκοπῶν, νὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν διατάξεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου, οὕτως ὥστε ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, εἰς τὸν ὁποῖον δυστυχῶς οὐδὲν ἕτερον ἀπέμεινε, διότι τῷ ἀφῃρέθη πᾶσα ἰκμὰς καὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ τοῦ πολίτου καὶ τοῦ μέλους τῆς Πολιτείας, οὕτως, ὥστε ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου νὰ περιφρουρηθῇ. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ἡ ἑξῆς διάταξις: «Ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως τὸ βραδύτερον νὰ κοινοποιῆται τὸ ἔνταλμα».
§122Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, μετὰ τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ προσχέδιον ὑπὸ τόσων ἐπιστημονικοῦ κύρους ἀνδρῶν, εἶναι τολμηρὸν νὰ ἐκφέρῃ τις καὶ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν ἐπὶ τούτου, διὰ τοῦτο δὲ, μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας προβαίνω καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ δισταγμοῦ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος εἶναι λίαν βεβαρημένον καὶ ὑπερβολικόν, καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ φόρτος οὗτος τοῦ ἄρθρου ἀπὸ τῆς παραγράφου «Ὑποχρεοῦνται δὲ εἴς τε τὴν ἀνόρθωσιν κ.λ.π.». Καὶ νομίζω τοῦτο, διότι αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν Συνταγμάτων, ὁσάκις γίνονται, σκοπὸν κυρίως ἔχουσι τοῦτο: ὅπως μεταρρυθμίσωσι τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἐπαρουσίασαν ἄτοπα. Ὅταν αἱ μεταρρυθμίσεις προβαίνωσι περαιτέρω, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται εἶναι ὑπερβολικαὶ καὶ τολμηραί. Τὸ ὀλιγώτερον ἴσως πταῖσαν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ ἄρθρον 5· ἐὰν δ’ ἔπταισε τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς τὴν προσωπικὴν ἀληθῶς ἐλευθερίαν, ἔπταισεν εἰς τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐγκληματίαι δὲν προσάγονται ἐγκαίρως εἰς τὰς ἀνακριτικὰς ἀρχάς. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως ἐκείνου μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ ἀποφαίνονται εἴτε περὶ τῆς ἀπολύσεως εἴτε περὶ τῆς προφυλακίσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι εἰς ὀλίγας παραβάσεις τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμήν. Δικηγορῶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀπὸ τῆς ὁποίας προσήχθησαν οἱ διάφοροι ἐγκληματίαι εἰς τὰς διαφόρους δικαστικὰς ἀρχάς, νομίζω ὅτι σπανιώταται περιστάσεις ὑπάρχουσι, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπερέβησαν τὰς τρεῖς ἡμέρας οἱ ἐγκληματίαι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἔμενον κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα ὑπὸ ἐκκρεμότητα. Ἐάν, λέγω, ὑπῆρξαν ἄτοπα, τὰ ἄτοπα ταῦτα ὑπῆρξαν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προσήγοντο ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἄτοπα, ὑπῆρξαν, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ κακῶς ποιοῦσα, κακῶς ἐνεργοῦσα ἐκράτει τούτους πλέον τῶν πέντε, πλέον τῶν ὀκτώ, πλέον τῶν δέκα ἡμερῶν, ἀτυχῶς μάλιστα μὴ δίδουσα λόγον, δὲν ἠξεύρω ἕνεκα τίνων περιστάσεων. Αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ὅμως εἰς πολὺ σπανίας καὶ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις συνέβη, ὥστε νὰ ὑπερβῶσι τὸ ὅριον τῶν τριῶν ἡμερῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον γνωρίζω, εἰς σπανίας περιπτώσεις, ἵνα μὴ εἴπω εἰς καμμίαν περίπτωσιν, εἶδον τοιαύτην παράβασιν. Ὅταν λοιπὸν αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος πρόκειται νὰ διορθώσωσιν ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, πρέπει αὐταὶ νὰ διορθώσωσι, καὶ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο ἐπαρκῶς διορθοῖ τὸ ἄρθρον 5, τάσσον χρονικὸν σημεῖον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσιν αἱ ἐκτελεστικαὶ ἀρχαὶ νὰ προσάγωσι τοὺς διαφόρους ἐγκληματίας ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Τὸ διορθοῖ δ’ ἐπαρκῶς, διότι τάσσει χρονικὸν σημεῖον 24 ὡρῶν, ἵνα προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ προσθέτει καὶ χρονικὸν ὅριον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπὸ τοῦ σημείου, ἀφ’ οὗ συλλαμβάνονται, μέχρι τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ ἄρθρον πέρα τῆς διορθώσεως ταύτης προβαῖνον εἶναι ὑπερβολικόν. Τάσσον ὅμως πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, τάσσον ὅμως χρηματικὴν ποινὴν κατὰ τῶν παραβατῶν καὶ ἰδίως κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι θέλει νὰ διορθώσῃ ἄτοπον μὴ παρουσιασθὲν μέχρι τοῦδε, καὶ νομίζω ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωσι προληπτικὰς διατάξεις, ἀλλὰ πρέπει κυρίως νὰ περιλαμβάνωσι τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἐλλιπεῖς. Ὁσάκις ὅμως περιλαμβάνουσι διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα δὲν ἀπέδειξεν ἀναγκαίας, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι ὑπερβολικαί, αἱ διατάξεις αὗται εἶναι πολυτελεῖς. Τὴν γνώμην ταύτην, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι τὴν ἠρύσθην καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκ τοῦ παρόντος· τὴν ἠρύσθην, λέγω, ἐκ τοῦ παρελθόντος, διότι μελετήσας μετ’ ἐπιμελείας καὶ ἐπισταμένως τὰ Πρακτικὰ τοῦ 1864 παρετήρησα ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐγένετο μέγας καὶ εὐρὺς λόγος περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ παρετήρησα ὅτι ἔξοχοι καὶ ἐπιφανεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ φῶτα ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη θὰ φωτίζωσι τὰς ἐπερχομένας γενεάς, οἱ ἀείμνηστοι Σαρίπολος καὶ Καλλιγᾶς, οἱ διαπρεπέστεροι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νομομαθεῖς διέρρηξαν τὰ ἱμάτια αὑτῶν, προκειμένου νὰ διατυπωθῇ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία νὰ καθιεροῖ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν κατὰ τοῦ δῆθεν παθόντος ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Καὶ παρετήρησα, λέγω, καὶ ἐμελέτησα ἐπισταμένως ὅτι μετὰ τοσαύτης μάλιστα ἐπιμονῆς καὶ μετὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἀντετάχθησαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, κατὰ τῆς καθιερώσεως τοιαύτης διατάξεως, ὥστε ὁμολογῶ ὅτι δύνανται νὰ πείσωσι πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην. Ἔλεγε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ ἀποθανὼν Σαρίπολος: «Μὴ θέτετε τοιαύτας διατάξεις· μὴ φορτώνετε τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τοσούτων διατάξεων, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι θεσμὸς θεμελιώδης, δὲν εἶναι συμφύρματα διαφόρων νόμων. Δὲν θὰ καταστήσητε τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους». Ὁ ἀείμνηστος Καλλιγᾶς ἔλεγε καὶ ὠνόμαζε τὴν προσθήκην ταύτην καὶ παρομοίας τροπολογίας, συνταγματικὰ «σκαλαθύρματα»: «Μὴ θέτετε τοιαύτας διατάξεις εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό· ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις κατὰ τῶν παραβατῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας». Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ ἱερώτερον τῶν δικαιωμάτων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως ταύτης, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ οἱ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰ ξένα Κράτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσωσι καὶ νὰ μεταφυτευθῶσιν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ τῶν πολιτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι διάφορος. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ ἐν Ἑλλάδι; Καὶ δύνασθε πάντοτε ὅλας τὰς ἐν Ἀγγλίᾳ διατάξεις νὰ τὰς μεταφέρητε ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους; Δύνασθε νὰ μεταφέρητε τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἥτις λέγει ὅτι, ἵνα καταδικασθῇ τις ἐν Ἀγγλίᾳ, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ παμψηφία τῶν ἐνόρκων; Δύνασθε νὰ τὴν μεταφέρητε τὴν διάταξιν ταύτην, χωρὶς νὰ ἴδητε ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐγκληματιῶν θὰ τεθῇ ἐντὸς τῶν φυλακῶν; Δύνασθε νὰ μεταφέρητε τοιαύτην διάταξιν, χωρὶς νὰ φοβηθῆτε ὅτι θὰ διασαλεύσητε τοὺς θεσμοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας τάξεως; Δύνασθε νὰ εἴπητε: Θὰ μεταφέρωμεν ἐνταῦθα ἕνα θεσμὸν ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ, καθ’ ὃν δύναται ν’ ἀποφυλακισθῇ καταθέτων ἐγγύησιν ὅτι θέλει παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης, χωρὶς νὰ φοβηθῆτε ὅτι θὰ φύγωσιν ὅλοι ἀμέσως διὰ τὴν Ἀμερικήν;
§123Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διαβάζετε τί λέγει ὁ Σαρίπολος, ἵνα ἴδητε τὸ ὅλον πνεῦμα;
§124Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Τὸ ἐμελέτησα πολὺ ἐπισταμένως, σᾶς βεβαιῶ δὲ τόσον ἐπισταμένως, ὅσον ἀμφιβάλλω ἂν ὑμεῖς ἐκάμετε τοιαύτην μελέτην. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Ἔχω ἀνὰ χεῖράς μου μίαν μελέτην ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Διπλῆν Βουλὴν ἐξ ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἓν δὲ τούτων εἶναι καὶ ὁ κ. Ῥακτιβάν, ὅστις καὶ νῦν εἶναι καὶ μέλος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς καταρτισμὸν τοῦ προσχεδίου ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἔφθασαν μέχρι τέλους τῶν ποινικῶν διατάξεων, ἐσταμάτησαν, ἤτοι τῶν λέξεων «ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει». Νομίζετε ὅτι εἶναι τυχαῖον τοῦτο; Νομίζετε ὅτι δὲν προέβησαν περαιτέρω, διότι ἐλησμόνησαν τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, ἢ ὅτι δὲν προέβησαν περαιτέρω σκοπίμως καὶ ἐξ ὑπολογισμοῦ συντηρητικοῦ ἢ ἐξ ὑπολογισμῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀναγκῶν; Εἶναι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα μοὶ ἐμπνέουσι κῦρος καὶ ὑπόληψιν, διότι εἰσὶν ἄνθρωποι ἄριστα ἐκπαιδευθέντες καὶ ἐγκρατεῖς πείρας μεγάλης. Εἶναι, λέγω, ἡ μελέτη αὕτη ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τῶν τοιούτων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε τὰ ἰσχῦον πολιτικὸν κόμμα παρεκάλεσεν ἵνα ἐπεξεργασθῶσι τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ μελέτη αὕτη δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀπορριπτέα, διότι εἶναι μελέτη ἐπιστημόνων σοβαρῶν καὶ ἀξίων πάσης ὑπολήψεως. Ἀλλ’ οὐ μόνον, Κύριοι, ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἄλλην μελέτην τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπίσης ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ ὁποίου παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ ὁποῖον, ὅτε ἐπεξειργάσθη τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἐμελέτησεν, ἔφθασε μέχρι τῆς διατάξεως ἐκείνης, τῆς διατάξεως «ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει», καὶ δὲν ἐπροχώρησε περαιτέρω.
§125ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί λέγει ἡ μελέτη; Ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἔχει «ἱκανοποίησιν».
§126Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Βεβαίως· δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ ὁμιλῶ τώρα περὶ τοῦ σχεδίου καὶ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἵνα ἐκ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἔχῃ ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν του. Καὶ παρετήρησα ἐκ τῆς μελέτης ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπίσης δὲν ἔθηκε τὰς τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ διορθοῖ καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη καὶ παρουσιάζεται καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν πεῖραν, τῆς μὴ προσαγωγῆς τῶν διαφόρων ἐγκληματιῶν ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἐντὸς τοῦ τακτοῦ χρονικοῦ διαστήματος, πέρα τούτου δὲν ποιεῖται διόρθωσιν σχετικῶς μὲ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν συνεζητήθη ἡ τοιαύτη γνώμη καὶ δὲν ἐλήφθησαν ἀποφάσεις μεταξὺ τῶν ἐκλεκτῶν μελῶν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀξιοσέβαστα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον κατηρτισμένα νομικῶς, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον κατηρτισμένα πολιτικῶς; Δὲν ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν γνώμην μου μόνον ἐκ τοῦ παρελθόντος, μόνον ἐκ τῶν γνωμῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ συγγράμματα σήμερον ἐξακολουθοῦσι νὰ φωτίζωσι πολλὰς γενεὰς ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου καὶ ἐκ τοῦ παρόντος, στηριζόμενος ἐπὶ γνωμῶν ἐπιλέκτων ἀνδρῶν τοῦ παρόντος. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι προβαίνω μετὰ μεγάλης δειλίας καὶ μετὰ μεγάλου σεβασμοῦ εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, διότι φοβοῦμαι —ἴσως οἱ φόβοι μου εἶναι ἀόριστοι, ἴσως οἱ φόβοι μου εἶναι ὑπερβολικοί— φοβοῦμαι, λέγω, μὴ τυχὸν οἱ διάφοροι ἐγκληματίαι δημιουργήσωσιν ἀνυποστάτους δίκας κατὰ διαφόρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν ἔπταισαν· καὶ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, δὲν ἔπταισαν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατ’ ἀνθρώπων μὴ πταισάντων, διότι τότε λαμβάνοντες μέτρα προληπτικὰ κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπταισαν, εἶναι ὡς νὰ λαμβάνῃ ὑγιὴς ὀργανισμὸς φάρμακα προληπτικὰ διὰ νόσημά τι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν πάσχει, καὶ τὰ ὁποῖα φάρμακα δύνανται νὰ προξενήσωσιν εἰς αὐτὸν βλάβην παρὰ ὠφέλειαν.
§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάταξις συνταγματική, ἥτις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὑπέστη τὰ πάνδεινα, εἶναι ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἀσφαλίζουσα ἢ νομισθεῖσα ὅτι δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τὴν προσωπικὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ μελετῶν πρὸς διόρθωσιν πολλὰ βλέπει, πολλὰ ἐξετάζει καὶ πολλὰ μετὰ λύπης ἀναγκάζεται νὰ παραλίπῃ, διότι ἀναγνωρίζει ἐπὶ τέλους τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νομοθέτου καὶ περιορίζεται εἰς ὅσα ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι εἰς τοιαύτας λεπτομερείας δὲν καταβαίνουσι τὰ Συντάγματα. Ἀλλά, ὅτε τοιαῦται ἐλλείψεις ὑπάρχουσι, ἔθνη σεβόμενα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ὀφείλουσι νὰ μεριμνήσωσι περὶ αὐτῶν· εἶναι ἀνάγκη τὸ Σύνταγμα παρεμβαῖνον νὰ λεπτολογήσῃ. Καὶ τόσον τοῦτο εἶναι δίκαιον, ὥστε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους εἰς πάντα τὰ Συντάγματα ἀναλόγως τοῦ πόνου, ὃν ᾐσθάνετο ἑκάστη χώρα, περιελήφθησαν λεπτομερεῖς διατάξεις πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, διότι ὅπου τις ἀλγεῖ ἐκεῖ καὶ τὸν νοῦν ἔχει. Ἡ τελευταία ἔκδοσις τῶν Συνταγμάτων τῶν δύο κόσμων ὑπὸ τοῦ Γάλλου Dareste, ἔκδοσις τοῦ 1910, ἀκριβῶς ἐν τῷ προλόγῳ τοῦτο παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας προασπίσεως τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, εἴτε γενικῶν εἴτε προσωπικῶν, τὰ διάφορα Συντάγματα κατέβησαν εἰς ὁρισμοὺς λεπτομερειῶν πολλῶν ἐν πολλοῖς ἄρθροις ἐκτεθειμένων. Καὶ ἀναγνωρίζει, καὶ ἀναγνωρίζουσι τοῦτο καὶ ἄλλοι, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἡ τοιαύτη δικαιολογεῖ τὴν εἰς τὰς λεπτομερείας κατάβασιν τοῦ Συντάγματος. Δικαιολογῶν δὲ καὶ αὐτὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅτινα ἕνεκα καταχρήσεων φθάνουσιν εἰς τὴν περίληψιν τοιούτων διατάξεων, λέγει ὅτι ἡ ποικιλία ἐν ταῖς διαφόροις χώραις τῶν περὶ τὰ θέματα ταῦτα προβλέψεων λόγον ἔχει τὸν χαρακτῆρα καὶ μάλιστα τὴν ἱστορίαν ἑκάστου λαοῦ, καὶ ἀναγράφει, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸ θέμα τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διότι πολλαχοῦ ἡ συχνὴ παραβίασις ἀρχῶν τινων ἠνάγκασε τοὺς νεωτέρους νομοθέτας τῶν Συνταγμάτων νὰ ἐπιμείνωσι εἰς λεπτομερέστερον ὁρισμὸν καὶ ἀπαρίθμησιν αὐτῶν, ὅπως ἐγγυηθῶσιν εἰς αὐτὰς πανηγυρικὴν ἀσφάλειαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ἐνταῦθα εὑρέθημεν, ὅτε ἤλθομεν νὰ ἐξετάσωμεν θέματά τινα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, τὸ θέμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ θέμα τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου. Ἤλθομεν καὶ λεπτομερῶς ἐξητάσαμεν πάντα τὰ ἤδη προπαρεσκευασμένα εἴτε ὑπὸ ἄλλων εἴτε καὶ ὑπό τινων ἡμῶν, ἰδίως δὲ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξητάσαμεν πάντα ταῦτα καὶ ἐξετάσαντες ἐπακριβῶς εἴδομεν ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς μελέτης νὰ προκύψῃ καί τι περισσότερον. Καὶ ὅτε ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς λαβὼν τὸν λόγον ὑπέμνησε τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντα ἐπὶ πάσης προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, καὶ ὑπέδειξε τὴν εἰς χρήματα τροπὴν τῆς ζημίας, τὴν εἰς τὰ μύχια θίγουσαν τὸν ἔχοντα νὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα, πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον ἡ φυλάκισις ἢ ἡ κράτησις ὀλίγων ἡμερῶν, ὁμοφώνως πάντες ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ περιληφθῇ ἐνταῦθα τοιαύτη διάταξις, ἥτις πλέον ἢ πᾶσα ἄλλη θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐθισθῶσιν οἱ Ἕλληνες μικροὶ καὶ μεγάλοι νὰ προσέχωσιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, πολὺ περισσότερον ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε προσέχουσι, νὰ ὁπλίζωνται δι’ εὐλαβείας ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου τοῦ νὰ μένῃ ἀπὸ ἐνοχλήσεων ἐλεύθερος. Ποία ἀκολασία περὶ τὴν καταδίωξιν, τὴν σύλληψιν, τὴν φυλάκισιν τοῦ πολίτου, τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, τὴν προσαγωγὴν καὶ ἔπειτα τὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας ἔκδοσιν τοῦ ἀποτελέσματος, ποία ἀκολασία βασιλεύει ἐν Ἑλλάδι ἔτι καὶ ταύτην τὴν ὥραν, εἶναι περίεργον ὅτι Βουλευτὴς ἐξ ἐπαρχίας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ ὁλοσχερῶς τοῦτο.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§129ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἀκριβῶς τὰ ἔξω τῶν κέντρων ὑφίστανται τὰς μεγάλας πιέσεις, καὶ τὰ ἔξω τῶν κέντρων περιέχουσιν ἀποστάσεις, αἵτινες δικαιολογοῦσι διὰ προφάσεων τὴν μεταφοράν, ὁπόταν θελήσῃ ὁ ἔχων τὴν ἐντολὴν νὰ μεταγάγῃ τὸν συλληφθέντα. Ἤρχισα ἀπὸ τούτου, διότι καὶ ἡ διαδικασία ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς συλλήψεως ἄρχεται καὶ διότι ἡ τελευταία διάταξις ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης ἐφαρμόζεται. Ἀλλά, λέγει ὁ συνάδελφος, ὅταν προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ ὁ συλληφθεὶς ἐκεῖ, δὲν γνωρίζει αὐτὸς ὅτι ὑπάρχει οἱοσδήποτε κίνδυνος, δὲν παρετήρησεν ἐν τῇ πείρᾳ, ἣν ἔχει, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀναβολαί. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα οὕτως ἀληθῶς ἔχῃ, διατί τοσοῦτον θερμαίνεται ὁ ζῆλος αὐτοῦ, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις διὰ τοὺς τοιούτους δικαστάς, τοὺς δικαστὰς οἵτινες πάντοτε ἐγκαίρως ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον; Ἄν δὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἐπ’ αὐτῶν. Τί βλάπτει τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι καὶ ἐπὶ τούτων ἐκτείνεται ἡ διάταξις; Ἡ διάταξις ἐτέθη διὰ τοὺς πρώτους· ἂν τεθῇ καὶ διὰ τοὺς δευτέρους, ἂν τεθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ τρίτου, ποία ζημία; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι λίαν παρήγορον νὰ βλέπωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἀνοίγωσι τὸ Σύνταγμα φόβῳ μήπως ὑποπέσωσιν εἰς παραβάσεις, νὰ διακρίνωσιν ὅτι ὄχι μόνον ὁ χωροφύλαξ ἢ ὁ ἀστυνόμος, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑψηλότερον ἱστάμενος ἢ καθήμενος καὶ καυχώμενος ἐπὶ δικαιοσύνῃ ὑπηρέτης τῆς δικαιοσύνης ἀπειλεῖται διὰ τῶν αὐτῶν κινδύνων, δι’ ὧν καὶ οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι; Ἡ ἰσότης ἡ τοιαύτη μοὶ ἐφάνη ὠφέλιμος ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὸ φαινόμενον τῆς ἰσότητος ἐν δικαιοσύνῃ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, δι’ οὗ θὰ δυνηθῶμεν νὰ διοικήσωμεν τὰ καθόλου ἡμέτερα κατὰ τρόπον, ὥστε μετ’ αὐστηρότητος πολιτευόμενοι νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῶν πασχόντων ἕνεκα τῶν τοιούτων παρεκτροπῶν ὅτι δὲν διακρίνομεν μεταξὺ μικρῶν καὶ μεγάλων ὑπηρετῶν τῆς Ἀρχῆς. Ταῦτα καὶ μόνα θέλω νὰ εἴπω, διότι τὰ ἄλλα δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δικαιολογοῦσιν οἱανδήποτε ἐπιμονήν. Τὰ θέματα πάντα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κειμένου, ἂν δὲ ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τινὰ φόρτον περισσότερον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὁ φόρτος οὗτος προῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἐξητάσαμεν τὰ πάντα, ὠφελήθημεν ἐκ τῆς ἐργασίας τῆς προγενεστέρας καὶ ἤλθομεν νὰ προτείνωμέν τι, ὅπερ νομίζω ὅτι εἶναι, ὡς ἐκ τῆς φροντίδος μεθ’ ἧς ἐλέχθη, τελειότερον, πληρέστερον ἐκείνου, ὅπερ μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐγινώσκομεν.
§130ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὰ ἄρθρα, Κύριοι, 4 καὶ 5 προνοοῦσι καὶ πραγματεύονται περὶ τῆς παραβιάσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ τὸ μὲν 4 ἄρθρον ἀποτελεῖ τὸν κανόνα, τὸ δὲ 5 τὴν οἱονεὶ ἐξαίρεσιν. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται· θὰ ἀσχοληθῶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 5, τὸ ἀποτελοῦν τὴν ἐξαίρεσιν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω καθ’ ὅλα λαμπρῶς καὶ ὀρθότατα διατυπωμένον ὑπὸ τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῶσιν ἐν αὐτῷ δύο σκόπιμοι προσθῆκαι. Τὸ ἄρθρον 5 λέγει, ὅτι «οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ δικαιολογημένου ἐντάλματος δικαστικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως, ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος». Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «οὐδέποτε τὸ ἔγκλημα δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ, πέρα τῶν 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως». Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήντησεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν ταύτην (ἀναγινώσκει:) «Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος δέον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν δὲν κρίνεται εὔστοχος». Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην, διότι τὴν θεωρῶ σκοπιμωτάτην. Ἡ λέξις αὐτόφωρος, Κύριοι, σημαίνει κυρίως κλέπτην καταλαμβανόμενον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς πράξεως, ἐν γένει δὲ δράστην καταλαμβανόμενον, καθ’ ὃν χρόνον καὶ αὐτὸς ἐνεργεῖ τὴν πρᾶξιν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὅμως θέλουσα νὰ ὁρίσῃ πότε ἡ πρᾶξις ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐν ἄρθρῳ 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ 25 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὥρισε τὰ ἑξῆς: «ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρᾶξις ὑπάρχει, ὅταν 1) τὸ κακούργημα ἢ πλημμέλημα εἶναι ἐν τῷ πράττεσθαι ἢ ἐπράχθη ἀρτίως· 2) ὁ κατηγορούμενος εὑρέθη ἐν καιρῷ τῆς κολασίμου πράξεως ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου αὕτη ἐτελέσθη, μὲ πράγματα, ἐργαλεῖα, ὅπλα καὶ ἄλλα πειστήρια δείγματα· 3) ὁ κατηγορούμενος κατεδιώχθη διὰ δημοσίας κραυγῆς». Τὰ δύο ἐδάφια, τὸ αʹ καὶ τὸ γʹ, ὡς διετυπώθησαν, ἐγένοντο ἀφετηρία, ὥστε πολλάκις τόσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅσον καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ νὰ παραβιάσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας οὐδεὶς καταδιώκεται κλπ., ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, δηλ. νὰ θεωρήσωσι τὴν πρᾶξιν ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καὶ ἂν ἤθελον παρέλθει τρεῖς καὶ τέσσαρες ἡμέραι· ἐκ πείρας δὲ γνωρίζω, συμπράττων ἐν ποινικοῖς Δικαστηρίοις μετὰ δικαστῶν, ὅτε ὑπέβαλον εἰς αὐτοὺς τὴν γνώμην, πῶς, ἐνῷ ἡ πρᾶξις ἐξετελέσθη κατ’ Ἰανουάριον καὶ ἀνεκαλύφθη κατὰ τὰ μέσα Ἰουνίου, πῶς ἐθεωρήθη, ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δηλαδὴ μετὰ πέντε καὶ ἥμισυ μῆνας. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ ἑξῆς: ὅτι δικονομία ἐν ἄρθρῳ 168 λέγει ὅτι, ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ θεωρεῖται ἡ πρᾶξις, καὶ ὅταν καταδιώκηται διὰ δημοσίας κραυγῆς. Λοιπὸν ὁ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἰδοποιήθη, ὅτι ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις τῆς λαθρεμπορίας, παρηκολούθησεν, ἐπελήφθη ἀνακρίσεων καὶ ἐξηκολούθει παρακολουθῶν τὴν ἀνακάλυψιν τῶν δραστῶν, ἀνεκάλυψε μετὰ πέντε καὶ ἥμισυ μῆνας καὶ τότε προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὥστε νομίμως ἦλθεν ἡ πρᾶξις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ζῇ αὐτὸς ὁ ἀδάμας ὁ δικαστικός;
§132ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καλὸς δικαστικὸς εἶναι, ἀλλ’ ἐπλανᾶτο ὁ ἄνθρωπος. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἐγένετο ἴσως ἀφορμὴ εἰς τὸ νὰ ἀναβάλῃ τὸ Δικαστήριον τὴν δίκην, διότι προεῖδεν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ προταθῇ ἐκ μέρους τῆς ὑπερασπίσεως ἔνστασις ἀπαραδέκτου τῆς κατηγορίας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καὶ ὅτι ἐγὼ ἤθελον μετὰ σθένους ὑποστηρίξει τὴν ἔνστασιν αὐτήν, ὥστε νὰ ἀπολυθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι. Ἡ πεῖρα λοιπὸν μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ λέξις ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐνῷ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ συλληφθῇ ὁ δράστης κατ’ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν τῆς πράξεως, ἑρμηνεύεται εὐρέως ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων πρὸς βλάβην τῶν πολιτῶν. Παρατηρεῖ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι εἶναι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἔργον· ἀτυχῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἀντὶ νὰ σαφηνίσῃ τὴν λέξιν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, τὴν ἐσύγχυσε, καὶ ἐδόθη ἀφορμή, ὥστε νὰ παρεξηγῆται καὶ παραβιάζηται. Κρίνω λοιπὸν σκόπιμον καὶ ἀπαραίτητον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις ὁρίζουσα τὸν χρόνον, πέρα τοῦ ὁποίου νὰ μὴ θεωρῆται ἡ πρᾶξις ἐπ’ αὐτοφώρῳ· ἂν δὲ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 24 ὡρῶν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τάσσω, θεωρεῖται ὡς βραχύ, ἂς τὸ ἐπεκτείνῃ ἡ Βουλὴ εἰς δύο ἡμέρας ἢ τρεῖς ἡμέρας, οὐδέποτε ὅμως πέρα τῶν τριῶν ἡμερῶν. Ἐπίσης ἐζήτησα καὶ ἑτέραν προσθήκην. Ὀρθῶς καὶ σκοπιμώτατα ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ περιέλαβε διάταξιν ὑποχρεοῦσαν τὸν παραβάτην δικαστικὸν ἢ ἀστυνομικὸν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ὑπάλληλον, ὅστις ἤθελε παραβιάσει τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν, εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν. Ἀλλά, ὡς ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι δῶρον ἄδωρον, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τοὺς πολίτας, εἰς τὸν ἀδικούμενον πολίτην, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς. Ἐγὼ εἶπον νὰ προστεθῇ «μὴ ἀπαιτουμένης ἀδείας τινὸς πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς περὶ ἀποζημιώσεως ἢ ἱκανοποιήσεως ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν ἢ πολιτικῶν Δικαστηρίων». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία ἦτο νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ τέλει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαντᾷ ὅτι «ὡς διατυποῦται τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν δικαίωμα ἐν ταῖς γενομέναις προσθήκαις...οὐδεμία ἀμφιβολία γεννᾶται, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ αἰτίας τινὸς οὐδὲ δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων τοιαύτη ἄδεια ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ὁρίζεται τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι». Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἐπελάθετο, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων τὴν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰσαγωγὴν δίκης κατ’ ἀνακριτικῶν ἢ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Διάταγμα τοῦ 1838 «περὶ ἀγωγῆς κακοδικίου», ἐν ἄρθρῳ δὲ 65 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἀναγράφεται ὅτι δύναται ὁ ἀδικούμενος νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ δικαστοῦ, ἀνακριτοῦ, ἀστυνομικοῦ κλπ., ὑπαλλήλων ὧν τὰ ὀνόματα ἀναγράφει ἐν τῷ ἄρθρῳ 65 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρέπει πρὸς εἰσαγωγὴν ἀγωγῆς ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων τούτων, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1838 Διάταγμα «περὶ ἀγωγῆς κακοδικίου», τὸ Διάταγμα δὲ ἐκεῖνο ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν ὡρισμέναι διατυπώσεις, ἀπειλεῖ δὲ ποινὰς χρηματικὰς κτλ. κατὰ τοῦ αἰτοῦντος, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰσαγωγὴ δίκης κακοδικίου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε κριθῆ ἀπαράδεκτος ἡ αἴτησις. Ὡς γνωρίζετε ὅλοι οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ νομικά, αἱ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι προαπαιτοῦνται, ὅπως τηρηθῶσιν αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ 65 ἄρθρῳ τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ 56 τῆς πολιτικῆς δικονομίας, εἶναι ἀνεφάρμοστοι. Οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ὑποβάλῃ, νὰ εἰσαγάγῃ αἴτησιν περὶ ἀγωγῆς κακοδικίου, διότι, ἂν ἡ αἴτησίς του δὲν κριθῇ βάσιμος, καταδικάζεται εἰς ἔξοδα καὶ ὑποβάλλεται εἰς χρηματικὰς ποινάς. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἀποφαινομένη ἐν τῇ ἐκθέσει της, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἀδείας τινός, οὔτε δύναται νὰ ἀπαιτηθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ἄδεια, νομίζω ὅτι παρηρμήνευσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· διότι πῶς θὰ τεθῇ ἐκποδὼν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ; Τὸ Σύνταγμα, ὡς διετυπώθη καὶ ὡς θὰ ψηφισθῇ ὑφ’ ἡμῶν, λέγει, ὅτι ἕκαστος ἔχει δικαίωμα, ἂν προσωποκρατηθῇ παρανόμως, νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν καὶ ἀποζημίωσιν, ἀλλά, ὅταν θὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, τοῦτο θὰ εἴπῃ εἰς αὐτόν: Κύριε, ὀφείλεις νὰ συμμορφωθῇς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1838 Διατάγματος, καὶ ἀμέσως ἡ ἀγωγή του θὰ κηρυχθῇ ἀπαράδεκτος. Ἂν λοιπὸν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν νὰ περιλάβωμεν τὴν προσθήκην ταύτην ἢ νὰ τεθῶσιν ἄλλαι φράσεις, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, τὸ δῶρον ὅμως ἄδωρον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἵνα περιλάβῃ ἀμφοτέρας τὰς διατάξεις, διότι ἡ πεῖρα τοὐλάχιστον μὲ ἐδίδαξεν ὅτι πολλάκις παρεβιάσθη ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, οὔτε εἶναι ἱκανοποίησις ἡ ποινικὴ ἱκανοποίησις. Ἀποτείνομαι εἰς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ σχεδὸν ὅλους ἐπιστήμονας. Γνωρίζετε ἂν εἶναι ἐφικτὴ καὶ εὔκολος, ὅσον οἱ νόμοι τὴν ὑποθέτουσιν, ἡ καταδίωξις δικαστικῶν ὑπαλλήλων παραβαινόντων τὰ καθήκοντά των. Πικρὰ πεῖρα μὲ ἔχει διδάξει ὅτι δικαστικοί, οἱ ὁποῖοι πολλάκις παρέβησαν τὰ καθήκοντά των, δὲν κατωρθώθη νὰ δώσωσι λόγον οὔτε πολιτικὸν οὔτε ποινικόν. Τελευτῶν παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις ταύτας καὶ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς ὑπὲρ αὐτῶν.
§133Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος τοῦ πολίτου, τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, ἐρρήθη πολλάκις ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας συγγραφέων ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύουσα ὁλόκληρον λαὸν διὰ τῶν ἀποφάσεών της καταρτίζει τὸ δοκιμώτερον σύγγραμμα συνταγματικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλὴ ἐν ταῖς ἀποφάσεσί της καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὰς περιστάσεις. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, ἔχω νὰ παρατηρήσω μόνον ἓν πρᾶγμα. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως. Γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι τοῦτο εἶναι μᾶλλον δικονομικὸν μέτρον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔχω ἱερὰν ὑποχρέωσιν καὶ ἔχω καθῆκον, ἀφικομένης τῆς συζητήσεως εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τούτου.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλετε τροπολογίαν περὶ τούτου; Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου.
§135Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι δικονομικόν, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ ἐνταῦθα ἡ συζήτησις αὕτη.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως. Νὰ ὑποβάλητε τὴν τροπολογίαν σας καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας.
§137Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Θέλω ὅμως νὰ κάμω λόγον τοιοῦτον, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἀνακριτῶν. Καὶ εἷς ἀνακριτής, ἐὰν εἶναι αὐθαίρετος, ἀρκεῖ, ἵνα λάβωμεν μέτρα.
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν μέτρα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλάριος.
§140Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι εὗρον πολλὰ τὰ κενὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5ῳ. Ἐγὼ μόνον ἓν κενὸν βλέπω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Μπουρνιᾶς. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι πλήρης, ἀλλὰ τελείως ἀόριστος, διότι δὲν ὁρίζεται ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον συλλαμβάνει τὸν πολίτην ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, νὰ προσαγάγῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ ἀοριστία αὕτη θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία καταχρήσεων, ὑπερβασιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν, ὅπως συνήθως, ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεταλμένα τὴν σύλληψιν καὶ τὴν προσαγωγήν. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων τῶν διαγραφομένων ἐν τῷ Ποινικῷ νόμῳ ὑπάρχει καὶ ἓν ἀδίκημα, τὸ τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῆς ἀρχῆς, ὅπερ πολλάκις δὲν συμβαίνει, ἀλλὰ δημιουργεῖται.
§141Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Πάντοτε δημιουργεῖται.
§142Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ὄχι πάντοτε. Σχεδὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δημιουργεῖται. Καὶ ὁσάκις μὲν πρόκειται περὶ τοῦ πολίτου τοῦ εὑρισκομένου ἐν ταῖς πόλεσιν, ἔνθα ἑδρεύει ὁ ἀνακριτής, καλῶς ἐτέθη ἐκεῖ ἡ διάταξις τοῦ εἰκοσιτετραώρου· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται καὶ περὶ τοῦ πολίτου ἐκείνου τοῦ μεμακρυσμένου δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὑπενωμοτάρχης, εἶναι ἡγεμονίσκος, εἶναι σατράπης, τότε ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, διότι αὐτὸς δημιουργεῖ τὸ ἔγκλημα, αὐτὸς συλλαμβάνει, αὐτὸς προσάγει. Συνέπεσε, Κύριοι, κἄποτε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς πραξικόπημα, ὅπερ καὶ ἀνοσιούργημα ἢ ἀμπλάκημα τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς δύναταί τις ν’ ἀποκαλέσῃ καὶ ὅπερ μὲ ἔκαμε νὰ φρίξω. Πάντες θὰ ἔχητε διέλθει διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Τὸ χωρίον Ἅγιοι Θεόδωροι ἀπέχει ἀπὸ τὴν Κόρινθον τρεῖς ὥρας πεζῇ, 40 λεπτὰ δὲ τῆς ὥρας σιδηροδρομικῶς· ὑπάγεται εἰς τὸν δῆμον Περαχώρας· ἡ ἕδρα τοῦ δήμου εἶναι τὸ Λουτράκιον. Ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ κεντρικὸς σταθμὸς τῆς ἀστυνομίας· ἔχει δὲ καὶ ἕτερον σταθμὸν ἐν Ἰσθμίᾳ, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ὑποτελωνεῖον. Ἐκεῖ δὲ συνήθως τοποθετεῖται ὑπενωμοτάρχης, ἐν δὲ Λουτρακίῳ ἐνωμοτάρχης πρώτης τάξεως ἢ δευτέρας. Συνέπεσε δὲ πρὸ ἐτῶν ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς νεαρὸς τὴν ἡλικίαν νὰ νοστιμευθῇ κόρην τινὰ (γέλωτες), ἧς ὁ ἀδελφὸς ἐν ἡμέρᾳ χοροῦ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτε ὁ ὑπενωμοτάρχης τῷ ἐπετέθη καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιστάσεως· συνελήφθη τότε αὐτός, μετεφέρθη εἰς τὸν πρῶτον σταθμόν, ἐκεῖ ἔφαγε τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας του, λόγῳ δὲ ἀλληλεγγύης συναδελφικῆς τὸν ἐφιλοξένησαν δεόντως καὶ εἰς τὸν ἄλλον σταθμόν, καὶ μετὰ ἑπτὰ ὅλας ἡμέρας κατέληξεν εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ οὕτω τὰς τρεῖς ὥρας τὰς διήνυσεν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς διάστημα ἑπτὰ ἡμερῶν προικοδοτηθεὶς καὶ μὲ τραυματικὴν πνευμονίαν! Φρονῶ ὅθεν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος νὰ τεθῇ καὶ ἐκεῖ ἀνάλογος προθεσμία, ὅπως εἰς τὴν προηγουμένην περίπτωσιν, διότι, ὅπως ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον «ἐντὸς τοῦ ἀναλόγου» ἢ «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου»—οὕτω πως δ’ ἔχει περίπου καὶ τὸ προηγούμενον ἄρθρον—, ἀφήνει μέγα στάδιον καταχρήσεων.
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐντονώτερον.
§144Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Εἶναι ἐντονώτερον, ἀλλὰ πάντοτε εὑρίσκουσι τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα τρόπον νὰ καταστρατηγῶσιν αὐτό, λόγῳ, ὡς εἶπον, τῆς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης, καθόσον μεταφέρουσιν αὐτὸν ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμόν. Λάβετε ἕνα δῆμον ἀπόκεντρον, παραδείγματος χάριν τὸν δῆμον Φενεοῦ ἢ τῆς Στυμφαλίας τῆς Κορινθίας ἢ τὴν Κοντοβάζαιναν τῆς Γορτυνίας, ἥτις ἀπέχει 25 ὥρας τῆς Τριπόλεως. Θὰ διανύσῃ τὸ διάστημα αὐτὸ εἰς κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος δυσηρέστησε τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν τῆς χώρας, καὶ ἐννοῶ τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυνομίας καὶ ὄχι τοὺς ἀνωτέρους, εἰς διάστημα δέκα ἡμερῶν, καὶ θὰ ἔχῃ ἐφοδιασθῆ καὶ μὲ ἓν κάταγμα ἢ μὲ μίαν τραυματικὴν πνευμονίαν ἢ μὲ ἄλλο νόσημα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ χρόνος τριπλάσιος ἢ τετραπλάσιος τῆς προηγουμένης περικοπῆς, τουτέστι τεσσάρων ἡμερῶν, διότι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἡμερῶν, οἱαδήποτε ἔλλειψις καὶ ἂν ὑπάρχῃ, δὲν θὰ τὸν κρατήσῃ τέσσαρας ἡμέρας, ὡς διατείνεται ὁ κ. Τσιριμῶκος, διότι 24 ὥρας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κρατήσῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης. Λοιπὸν δὲν ἀπομένουσιν οὕτω παρὰ τρεῖς ἡμέραι.
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἀπόστασις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον.
§147Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Τὸ ἄρθρον δὲν ἀναφέρει ἀπόστασιν, ἀλλὰ λέγει: «ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἐντὸς 24 τὸ πολὺ ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως· ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου». Λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίπτωσιν, διὰ τὸν συλλαμβανόμενον τουτέστιν ἐντὸς τῆς πόλεως, ἔνθα ἑδρεύει ἡ ἕδρα τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι 24 ὧραι τὸ διάστημα· τώρα δύναται νὰ τεθῇ ἀνάλογος προθεσμία ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως.
§148ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου, δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 24 ὡρῶν.
§149Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ὄχι.
§150ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι βέβαια.
§151Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Λέγει ὅμως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συλλήψεως, καὶ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ὁ πολίτης εὑρίσκεται εἰς ἕνα δῆμον ὀρεινόν, ὅτι θὰ κάμῃ πέντε ἡμέρας νὰ φθάσῃ, καὶ τότε θ’ ἀρχίζῃ κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ εἰκοσιτετράωρον. Συνεπῶς τὸ πρῶτον διάστημα δικαιολογεῖται. Αὐτὸ ἐννοῶ. Λοιπὸν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, διὰ νὰ μὴ δώσῃ χώραν εἰς καταστρατήγησιν ἡ διατύπωσις αὕτη, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καθ’ ὥρας, ὑπολογιζομένης καὶ τῆς ἀποστάσεως, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν παρεκτροπῶν καὶ τῶν καταχρήσεων.
§152Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, ὡς διετυπώθη ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, εὑρίσκω ὅτι πληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρουσιάσθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προβλέψεις, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποινὰς ἤθελε προτιμήσει «τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 5», κατὰ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἄρθρου, «καθὸ ἐπιτακτικώτερον καὶ ἀπολύτως καθιστῶσα τιμωρητέαν ὡς ἀδίκημα» τὴν παράνομον κατακράτησιν. Προσέθηκε μάλιστα κατ’ ἀντιδιαστολὴν βεβαίως πρὸς τὸ παλαιὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ ποινὴ ἐπέρχεται «ἄνευ διακρίσεως τῆς προαιρέσεως τοῦ ὑπαιτίου». Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν καθιστῶσαν σαφεστέραν τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἤτοι τὴν τροπολογίαν ὅπως μὴ ἀπαιτῆται ἡ δολία προαίρεσις ἐπὶ τῶν ἀδικούντων διὰ λόγον παρανόμου κατακρατήσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία ὁρίζει ἀληθῶς βαρείας ποινὰς ὡς πρὸς τὴν παράνομον κατακράτησιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν θεωρῶ ἄσκοπον τὴν προσθήκην τῆς τροπολογίας ταύτης, διότι δι’ αὐτῆς θέλει τεθῇ τέρμα καὶ φραγμός, φρονῶ, εἰς τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τὴν παράνομον κατακράτησιν, διότι μέχρι τοῦδε ἦτο ἀδύνατον νὰ τιμωρηθῇ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε παρανόμως κατακρατήσει, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ περικαλύμματος τῆς δολίας προαιρέσεως, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε δυστυχῶς μέχρι τοῦδε τὰ Δικαστήρια ἐδέχοντο ὅτι ὑπῆρχεν, ἔστω καὶ ἂν ὀφθαλμοφανῶς ὑπῆρχεν ἡ δολία προαίρεσις. Ἐπὶ τούτοις ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ἀποφανθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§153Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἰμὶ συμφωνότατος, Κύριοι, πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ διαφωνῶ καὶ ἐγώ, ὡς καὶ ἄλλοι προαγορεύσαντες, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ μέρους «ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν αὐτῶν χρόνου». Σκοπὸς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἡ καταλληλοτέρα διασκευὴ τοῦ ὅρου «ἄνευ ἀναβολῆς». Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡδράζετο ὅλη ἡ διαστροφὴ τοῦ νόμου καὶ ἡ μὴ κατάλληλος ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐξεύρεσιν τῆς καταλλήλου διατυπώσεως, ἡ ὁποία νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν αὐτό, μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπέτυχε κατὰ τὸ ὀλιγώτερον μέρος, διότι ὁρίσασα, ὅτι ἐντὸς 24 ὡρῶν προσάγεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν ὁ συλλαμβανόμενος ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, κατώρθωσεν, ὥστε νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν μόνον εἰς τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει τὴν ἕδραν του ὁ ἀνακριτής.
§154Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπῆρχε μάλιστα τὸ «ἐντὸς 24 ὡρῶν».
§155Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε, Κύριε. Ἠπατήθητε. Μόνον ὁ ὅρος «ἄνευ ἀναβολῆς» ἀνεγράφετο.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περιορίζει, νομίζετε, τὸ κακὸν δι’ αὐτοῦ;
§157Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ναί. Ἀφοῦ τίθεται εἰκοσιτετράωρον, πάντως τὸ περιορίζει, διότι παρουσιάζονται περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας γίνεται χιλιάωρον τὸ εἰκοσιτετράωρον. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, Κύριοι, ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ χωρία, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι πολλὰς ὥρας ἢ καὶ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ. Συνεπῶς ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐπιτροπῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο ἐλαχίστη καὶ εἶναι παρομοία πρὸς τὴν διόρθωσιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου 3 διὰ τοῦ «ἀναλόγως», «κατὰ λόγον ἀνάλογον», καὶ συνεπῶς ἄστοχος. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶναι δύσκολον βέβαια νὰ ὁρισθῇ ἐπακριβῶς ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ ὄργανον τῆς ἀρχῆς νὰ φέρῃ ἀπὸ μέρος τι τὸν συλληφθέντα ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι νόμος κατάλληλος δύναται νὰ διορθώσῃ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἐπιδόσεως ποινικῶν δικογράφων καὶ ἐρημοδικιῶν καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν πολίτην, ὅταν θὰ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς δίκης, ἐὰν ἔχῃ πρὸ ὡρισμένης προθεσμίας εἰδοποιηθῆ, νὰ εἶναι ὑπόχρεος νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τοῦ Δικαστηρίου. Διατί νὰ μὴ ληφθῇ μία τοιαύτη ἀνάλογος διάταξις, ὥστε τὸ ὄργανον τῆς ἀρχῆς τὸ συλλαμβάνον τὸν πολίτην νὰ εἶναι ὑπόχρεον ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ προσαγάγῃ τὸν πολίτην τοῦτον ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ; Θὰ εἴπῃ τις, ὅτι διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ, διότι θὰ εἶναι πολύπλοκος, καὶ φυσικώτερον θὰ εἶναι νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, καίτοι ὡς πρὸς τὴν πολυλογίαν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι προκειμένου περὶ καταρτισμοῦ ἑνὸς καταλλήλου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρουσιάζῃ τρωτὰ καὶ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἑρμηνείας, αἱ διατάξεις αὐτοῦ πρέπει νὰ εἶναι σαφεῖς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ εἶναι καταλληλότερον νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου καὶ ἁπλῶς μετὰ τὴν λέξιν «χρόνος» νὰ προστεθῇ «ὁρισθησομένου δι’ εἰδικοῦ νόμου». Νὰ ψηφισθῇ δὲ τοιοῦτος νόμος ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης —. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τώρα τοιοῦτος νόμος, ἐπειδὴ ἔχομεν πλείστας ὅσας ἐργασίας νὰ ἐπιτελέσωμεν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐκφρασθῇ μία εὐχὴ καὶ κατατεθῇ δήλωσις εἰς τὰ Πρακτικά, ὅπως, ἂν ὄχι ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου, τοὐλάχιστον νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, διότι θὰ συμπληρώσῃ μίαν ἀνάγκην μεγίστην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον βεβαίως δὲν ἔχομεν τὴν Χωροφυλακὴν ἐκείνην, τὴν Ἀστυνομίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐπετέλει τὸ καθῆκόν της, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τῇ ἐπιβάλλεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον θὰ χωλαίνῃ αἰωνίως, οἱονδήποτε περιορισμὸν καὶ ἂν θέσωμεν, διότι ἡ Χωροφυλακὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ θὰ τὸ τονώσῃ.
§158Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εὑρίσκετε ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ διατυπωθῇ μία διάταξις τόσον περιοριστικὴ καὶ διὰ νόμου νὰ γίνῃ αὐτὸ ἀμέσως, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὰς ἀποστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἷς κατηγορούμενος, καὶ δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκοῦσα ἐγγύησις εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος δὲν μετηνέχθη ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν καὶ ἐν δίκῃ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ μετενεχθῇ, καὶ ἐπειδὴ δὲν μετηνέχθη δικαιοῦται εἰς ἱκανοποίησιν;
§159Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν πλέον. Διότι, ἐφ’ ὅσον, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἀνάλογος νόμος πρὸς αὐτὸν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποχρεοῖ τὸν πολίτην πρὸς προσέλευσιν ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, θὰ ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ εἷς χρόνος παρόμοιος, ὅπως ἔχομεν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ὅτι ἡ ἀπόστασις ὡρισμένου χρόνου ἢ χιλιομέτρων δίδει τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ ὄργανον τῆς ἀρχῆς νὰ μεταφέρῃ τὸν πολίτην ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου.
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τώρα πρόκειται περὶ λεπτῶν.
§161Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὁ χρόνος ἔχει μίαν διαβάθμισιν. Δὲν εἶναι σπουδαῖον ἐπιχείρημα τοῦτο· ἀφοῦ ἔχομεν τὸ παρόμοιον αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἕνα ἀνάλογον νόμον. Τώρα δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα λόγου δὲν μετεφέρθη ὁ πολίτης ἐκεῖνος καὶ συνεπῶς τὸ ὄργανον τῆς ἀρχῆς θὰ τιμωρηθῇ. Ἀλλ’ ὅπως ἔχομεν καὶ δικαιολογοῦμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνωτέρας βίας, οὕτω πως δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν μὴ ἔγκαιρον προσαγωγὴν τοῦ συλληφθέντος εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἕνεκα ἀνωτέρας βίας. Τὰ στοιχεῖα τῆς ἀνωτέρας βίας θὰ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον· θὰ ἔλθῃ ὁ συλληφθεὶς καὶ θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Δικαστήριον, ἂν ἦτο πράγματι βία ἀνωτέρα ἢ ἀνάγκη σπουδαία.
§162Δ. ΡΟΥΣΟΣ. Πῶς θέλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονισθῇ τοῦτο, ἀφοῦ τὰ μέσα τῆς μεταγωγῆς εἶναι πολὺ διαφορετικά;
§163Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὁ χρόνος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς βίας θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου.
§164Δ. ΡΟΥΣΟΣ. Πῶς θὰ κανονισθῇ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπέχει δέκα καὶ εἴκοσιν ὥρας μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μεταφερθῇ λόγῳ συγκοινωνίας ἐν διαστήματι τριῶν ὡρῶν; Νὰ τεθῇ ὅριον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κανονισθῇ ἡ μεταφορὰ τῶν διαφόρων πολιτῶν ἐν σχέσει μὲ τὸ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα;
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει, κύριε Πρόεδρε, ὑποβληθῆ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου;
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τώρα ὑπεβλήθη κατὰ τὴν συζήτησιν.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τώρα· πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§168Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν Χωροφυλακήν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτελῇ τὸν προορισμόν της, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συναισθανθῶσιν ἀπὸ ἀνωτέρας ἀπόψεως τὰ καθήκοντα αὑτῶν καὶ θὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὰ κανονικῶς, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ θέσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους φραγμούς, διὰ τῶν ὁποίων θὰ περιορίσωμεν τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἀδικίαν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ αὐτό;
§170Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δι’ ὁρισθησομένου εἰδικοῦ νόμου. Ἐὰν δὲν ἀναλαμβάνῃ κανεὶς ἄλλος, ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ συντάξω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπληροῖ κἄπως τοὺς ὅρους αὐτούς. Νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάταξιν ἡ φράσις «Δι’ ὁρισθησομένου εἰδικοῦ νόμου».
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν τοῦτο. Ἐννοεῖτε ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ τὰ ἀνακανονίσῃ αὐτά;
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διστάζετε μήπως, ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἔχει, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ὁ νομοθέτης νὰ κανονίσῃ τὸ «ἐντὸς ὡρισμένου ἀπολύτως χρόνου»· διστάζετε εἰς αὐτό;
§173Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θέλω νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ πρὸς μεγαλειτέραν ἐπιταγήν.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατί θέλετε νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν προσθήκην; Διὰ νὰ καταναλώσωμεν τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα;
§175Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Οὐδέποτε ἐγὼ κωλυσιεργῶ.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1864 παρῆλθον πεντήκοντα ἔτη καὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια διά τινας διατάξεις, δι’ αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλεῖ.
§177Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἷς λόγος, διὰ νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ στρεβλὴ ἀντίληψις τοῦ ὅρου τῆς προηγουμένης ἀποζημιώσεως τῶν δικαστῶν. Εἷς ὅρος εἶναι νὰ μὴ ἀφήνωμεν ἀοριστίας, δι’ αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν. Ὠφέλεια θὰ προέλθῃ καὶ οὐχὶ βλάβη. Δύο ἢ πέντε λέξεις εἰς οἱονδήποτε ἄρθρον τιθέμεναι δὲν βλάπτουσι. Νὰ τεθῇ λοιπὸν μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου» ἡ φράσις «ὁρισθησομένου δι’ εἰδικοῦ νόμου». Ἐὰν τεθῇ αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐξυπνᾷ ὁ Βουλευτὴς καθ’ ἡμέραν καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου· δι’ αὐτὸ ἐπιμένω νὰ τεθῇ ὁ ὅρος αὐτός.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν δὲν γίνῃ νόμος;
§179Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θὰ γίνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἡ στρεβλὴ ἑρμηνεία καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀοριστίαν τοῦ παρελθόντος.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις σήμερον διατυποῦται, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φουρίδου ἔχουσαν οὕτω: Νὰ τεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «χρόνου» ἡ φράσις «ὁρισθησομένου δι’ εἰδικοῦ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὄρεξιν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ πλέον, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 9 καὶ 15′ μ. μ.).