1911.02.28
5,919 rows · 44,592 words · 384 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37.
τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 197 Βουλευτῶν).
(Ἀναβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν φοιτητῶν διαμαρτυρομένων ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξαν ὄργανα κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐπίσης ψήφισμα ἐπιτροπῆς φοιτητῶν, συνταχθὲν προχείρως κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν περίβολον αὐτῆς κατὰ τῶν χυδαϊστῶν· 2) Αἴτησιν τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης περὶ διακανονισμοῦ τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν χρεῶν· 3) Ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Μαξιατῶν, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν· 4) Ἀναφορὰν τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου· 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ληλαντίων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δεκάτης· 6) Ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου τῶν καφεϋπαλλήλων Τρικκάλων περὶ καθορισμοῦ ἡμερῶν ἐπισήμων πρὸς ἀργίαν· 7) Εὐχὴν δημοτ. συμβουλίου τοῦ δήμου Νέσσωνος, περὶ ὁρισμοῦ μονίμου ἕδρας τοῦ εἰρηνοδικείου Κισσάμου ἐν Μ. Κεσερλί· 8) Ἀναφορὰν τοῦ πολιτικοῦ συλλόγου Δερβενίων ὑπὲρ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως· 9) Ἀναφορὰν τῶν χωρικῶν Καποῦς περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των· 10) Ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Κρίσης περὶ ἀπαλλαγῆς φόρων ἀμπέλων χρήσεως 1910· 11) Ἀναφορὰν τῶν ἐπιτηδευματιῶν περὶ μειώσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος· 12) Ἀναφορὰν τοῦ ἐν Ἀγρινίῳ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ Γιαννακοπούλου σχετικὴν μὲ τὴν ἀποστράτευσίν του. 13) Ἀναφορὰν τοῦ καταδίκου Κουβαρᾶ περὶ χάριτος· 14) Εὐχαριστήριον τῶν καταδίκων Κυπαρισσίας ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς χαρίτων· 15) Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Παλαμηδείου πρὸς ἔγκρισιν μεταγωγῶν· 16) Ἀναφορὰν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Μεσολογγίου κατὰ τοῦ περὶ σπειρομένων γαιῶν νομοσχεδίου· 17) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μενιδίου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δεκάτης· 18) Ἀναφορὰν τῶν κτηματιῶν Μώλου κατὰ τοῦ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν νομοσχεδίου· 19) Ἀναφορὰν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου· 20) Ἀναφορὰν κατοίκων Λεβαδείας κατὰ τοῦ περὶ σπειρομένων γαιῶν νομοσχεδίου· 21) Ὁμοίαν τοῦ λαοῦ Ἐλατείας· 22) Ἀναφορὰν τοῦ δήμου Αἰγιάλης περὶ χάριτος εἰς τοὺς Κ. καὶ Δ. Συνοδινὸν καταδίκους· 23) Ὑπόμνημα τοῦ ἐν Πύργῳ συνδέσμου τῶν σιγαροποιῶν· 24) Ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Μεσολογγίου περὶ προαγωγῆς τοῦ τελωνείου εἰς βʹ τάξεως· 25) Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Κερκύρας περὶ χαρισμοῦ τοῦ ⅓ τῆς ποινῆς των· 26) Ἀναφορὰν τοῦ λαοῦ Θουρίας περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας· 27) Ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Παπαδατῶν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τῆς Τριχωνίτιδος· 28) Ψήφισμα τοῦ Βιοτεχνικοῦ συνδέσμου τῶν Ξυλουργῶν κατὰ τοῦ ἐν τῷ προσχεδίῳ 16 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος· 29) Ἀναφορὰν τοῦ χωρίου Βάγια, τοῦ λαοῦ Χαιρωνείας, τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ κατὰ τῆς δεκάτης· 30) Ἀναφορὰν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Μώλου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σπειρομένων γαιῶν· 31) Ἀναφορὰν τῶν γεωργῶν Λαμίας καὶ Φθιώτιδος κατὰ τῆς δεκάτης· 32) Ὑπόμνημα τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Κυκλάδων περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ 16 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· 33) Ἀναφορὰν φοιτητῶν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου καὶ ὑπὲρ βεβαιώσεως ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἐν τῷ γλωσσικῷ ζητήματι ὄργανα κομμάτων· 34) Ἀναφορὰν κατοίκων Πύργου κατὰ τῆς μαλλιαρῆς γλώσσης· 35) Ψήφισμα τοῦ δημοτ. συμβουλίου Ἑρμουπόλεως διὰ τὴν γλῶσσαν· 36) Ἀναφορὰς τῶν καπνεργατῶν Καρδίτσης καὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Λαμίας ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης· 37) Ὁμοίως τῶν φοιτητῶν κατὰ τῶν χυδαϊστῶν· 38) Ὁμοίας τοῦ λαοῦ Κύμης, τοῦ λαοῦ Μενιδίου· 39) Ὁμοίας τοῦ λαοῦ Καλαμῶν, τοῦ λαοῦ Αἰγίου, τῆς κοινότητος Κιάτου, τῶν κατοίκων Λαμίας καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Λακεδαιμονίων ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης. 40) Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ζαβιτσάνου, Σκιαδαρέση, Κογεβίνα ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ ὁριστικῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΙΓʹ νόμου τοῦ 1894 περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ, ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ νόμου τοῦ 1908. 41) Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Τσαξίρη καὶ Σχινᾶ ὑποβάλλεται πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΠΓʹ τῆς 7 Αὐγούστου 1892. (Ἰδὲ προτάσεις ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ γυμνασιάρχου Σύρου θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἵνα ἱεραρχικῶς ὑποβληθῇ κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν, κανονιζομένης καὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ γυμνασιάρχου. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, Κύριοι, προσῆλθεν ἐπιτροπὴ ἐκ φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία μοὶ ἐπέδωκε τὸ ψήφισμα, τὸ ἀνακοινωθὲν ἐν τῇ ἀρχῇ τῶν ἀνακοινώσεων. Διὰ τούτου παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ προσθήκης συνταγματικῆς διατάξεως πρὸς προστασίαν τῆς καθαρευούσης, συγχρόνως δὲ δηλοῦσιν, ὅτι ἀπέφυγον ἐπιμελῶς νὰ γίνωσιν ὄργανα κομματικῶν ἐκμεταλλεύσεων. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀνεκοίνωσα, ὅτι θέλω ὑποβάλει τὸ ψήφισμά των κατὰ καθῆκον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ φρασεολογία τοῦ ψηφίσματος ἦτο προϊὸν ἀπειρίας καὶ περιεῖχεν ἐκφράσεις ἐπιτακτικάς, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ὡς ἔχει, ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς φοιτητάς, ὅτι θέλει ἀνακοινωθῇ τὸ ψήφισμά των ὡς ἐκδήλωσις ἐπιθυμίας καὶ παρακλήσεως, οὐχὶ ὡς ἐντολή, διότι ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἡ Βουλὴ παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ λάβῃ.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτούς, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συζητήσει τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θέλει εἶναι προϊὸν τῆς ἐλευθέρας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, σφυγμομετρούσης καὶ ἀνταποκρινομένης πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὅμως ὑποκυπτούσης εἰς βίαν οἱουδήποτε. (Χειροκροτήματα). Συγχρόνως δὲ ἀπεδέχθην νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν τὴν γνωστοποίησίν των ὅτι ἀπέφυγον νὰ γίνωσιν ὄργανα κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, προσθεὶς εἰς αὐτοὺς ὅτι...
§5Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἐγένετο ἀπόπειρα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... ὅτι ἀκριβῶς τοὺς συγχαίρω, διότι ἀντελήφθησαν σήμερον ὅτι ὀλίγου δεῖν χθὲς ἐγίνοντο θῦμα τῆς τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως καὶ τοὺς κατέστησα προσεκτικούς, ὅπως ἀποβάλωσιν ἐκ τῶν τάξεων αὑτῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ σπείρωσι ζιζάνια εἰς τὴν ἡσυχίαν τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Παρακαλῶ· ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§7Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τόσον μέγα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπό τινος ἠγέρθη καὶ τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τοσοῦτον τὴν κοινὴν γνώμην, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσωμεν νῦν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος...
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. .. ὅπως δοθῇ ὁ καιρὸς καὶ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἰς τοιαύτην ἀγωνίαν κρατεῖ καὶ τὸν λαὸν καὶ τὴν Βουλήν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅπως δὲ συγχρόνως τεθῇ καὶ τέρμα εἰς μίαν ἀχαλίνωτον δημοκοπίαν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἤρχισε θολώνουσα τὰ νερά, ζητοῦσα νὰ προσκτήσηται μὴ θεμιτὰς ὠφελείας ἐκ τῆς συζητήσεως τοιούτου ἱεροῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα). Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἰ δυνατόν, νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ καθησυχάσωσι τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἐξεγερθεῖσαν.
§10ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι πλεῖστοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσιν, ὅπως συμφωνήσω καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων λόγων ἀναμφιβόλως εἶναι καὶ τὸ λεχθὲν—ἀληθῶς ἢ ἀνακριβῶς ἀδιάφορον—ὅτι γίνεται τοῦ ἀληθῶς ἱεροῦ καὶ μεγάλου ζητήματος ἀνοσία καὶ βδελυρὰ ἐκμετάλλευσις, ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μαρτυρήσω ὅτι, ἂν ὄντως γίνεται ἀνοσία καὶ βδελυρὰ ἐκμετάλλευσις, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπακολουθήσῃ ἐκμετάλλευσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει εἰς ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σακελλαρίου.
§12ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύο λέξεις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀπόφασιν πλέον! Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§15Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καίτοι πρῶτος εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἵνα ἐλέγξω ἐπὶ παρανομίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὄντως τόσον μέγα εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπὸ ἡμερῶν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ καὶ νὰ ἀναβάλω εἰς ἄλλην ἡμέραν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω ἓν καὶ μόνον· ἐλέχθη καὶ ἐγράφη ὅτι γίνεται ἐκμετάλλευσις τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἁγνοῦ τῆς νεολαίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν: τί πράττει κατὰ τῶν ἀχρείων ἐκείνων ἐκμεταλλευτῶν; ποῦ ὑπάρχει ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν ἔθηκε χεῖρα ἐπὶ τοῦ αὐχένος τῶν ἀνοσίων ἐκείνων ἐκμεταλλευτῶν; Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο εἰσέτι, ἔρχομαι νὰ πιστεύσω ὅτι οὐδαμόθεν γίνεται ἐκμετάλλευσις, ἀλλ’ εἶναι ἓν φάσμα κινούμενον ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς τινων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε βλέπουσι φάσματα τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως, διότι, ἐὰν ὄντως, λέγω, ὑπῆρχεν ἢ ὑπῆρξε τοιαύτη ἐκμετάλλευσις, ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐδῶ καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ θέσῃ τὴν χεῖρα τῆς Δικαιοσύνης βαρεῖαν ἐπ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν ἐποιοῦντο. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ εἴπω εἰμὴ ὅτι παραιτοῦμαι καὶ ἐγώ, ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν ἄλλην συνεδρίασιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων νὰ λάβω τὸν λόγον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνοψίζω, Κύριοι, τὴν συζήτησιν. Θέλει γίνει δεκτὴ ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει περατωθῇ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προσθήκης τοῦ Συντάγματος, θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἵνα μὴ ἀπολεσθῇ ἡ ἡμέρα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου συνεζητήθη ὥρας 10,35′. Κατὰ συνέπειαν παραμένει μία ὥρα καὶ 25 λεπτά, μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ὁποίας θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται αἱ περαιτέρω ἀγορεύσεις νὰ διαρκέσωσιν ἕν τέταρτον τῆς ὥρας συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ δώσῃ τὸ δικαίωμα, ἵνα ποιήσωμαι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Βουλὴν κυρίως ἀνήκει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ἀμέσου ἐκκενώσεως τῶν θεωρείων ἐπὶ τῷ πρώτῳ θορύβῳ.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κλάδης.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη.
§20Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οὐδέποτε παρῃτήθην τοῦ λόγου. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι δύναταί τις νὰ μὲ θεωρήσῃ ἀντιλέγοντα ὄχι μόνον πρὸς τοὺς συναδέλφους τοὺς ὁμιλήσαντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτόν, ἀφοῦ συζητῶ ἐπὶ θέματος, οὗτινος ἐπρότεινα τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἔχω πλῆρες τὸ δικαίωμα, γενομένης συζητήσεως, νὰ μετάσχω αὐτῆς καὶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως... Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι πάρεξ ποῦ θὰ πρωτοπᾷς. Δὲν μιλεῖς, καὶ δὲν κουνιέσαι στὲς βρισιὲς ὁποῦ ἀγροικᾷς. Σὰν τὸν βράχο ὁποῦ ἀφήνει κάθε ἀκάθαρτο νερὸ Εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ εὐκολόσβυστον ἀφρό. Αὐτὰ τὰ δύο τετράστιχα ἐκ τοῦ ὕμνου πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἀνεμνήσθην τὰς ἡμέρας αὐτάς, καθ’ ἃς πίεσις καὶ ἐπίθεσις γίνεται ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ λόγου...
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἔγραψε;
§22Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸς ἐκεῖνος, ποῦ ἔγραψε τὸν ὕμνον πρὸς τὴν ἐλευθερίαν εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν... Ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ἔχει θέσιν ἐν ἑαυτῇ διὰ δύο κόσμους, διὰ δύο ἰδανικά, διὰ δύο ἐθνικὰ ἰδεώδη, καὶ διὰ τὸ ἐθνικὸν ἰδεῶδες τὸ ἀρχαῖον, ἐξ οὗ τὸ τῆς καθαρευούσης, καὶ διὰ τὸ ἕτερον ἐθνικὸν ἰδεῶδες, τὸ τῆς δημοτικῆς γλώσσης. Καὶ ἐνθουσιᾷ καὶ πάλλεται καὶ διὰ τὰ δύο αὐτὰ ἰδανικὰ ἡ ἐθνικὴ ψυχή. Ὁ διχασμὸς τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς εἶναι πρᾶξις ἀντεθνικὴ καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἐπίσημος διάκρισις περὶ γλώσσης. Ἐὰν ἡ Πολιτεία θέλῃ νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουσι τὴν γλῶσσαν, τοὺς ὁποίους ὁ κόσμος περιφρονεῖ καὶ μόνον ἡ φανατικὴ καταδίωξις τοὺς φέρει εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, δύναται βεβαίως καὶ ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα, ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος διάκρισις ἐν τῷ Συντάγματι ὑπὲρ ἑνὸς ἰδιώματος γλώσσης, ἐὰν τεθῇ διάταξις τοιαύτη, θὰ ἐπιφέρῃ τὸν διχασμὸν τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ θὰ προκύψῃ κατὰ τεκμήριον ἀμείλικτον, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου διακρίσεως, ὕβρις καὶ βεβήλωσις κατὰ τοῦ ἑτέρου ἐθνικοῦ ἰδεώδους. Τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα ἔθεσαν εἰς τὴν θέσιν του διὰ θαυμασίων καὶ ἐμπνευσμένων ἀγορεύσεων καὶ τὸ ἀνέπτυξαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οἱ κ. κ. Πετμεζᾶς, Μαβίλης, Ἀραβαντινὸς καὶ Δεμερτζῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς κεντρικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἀντὶ νὰ ἀναπτύξω θεωρίας παλαιὰς καὶ νέας περὶ γλώσσης καὶ νὰ σᾶς κουράσω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικοινωνήσω μᾶλλον μὲ τὴν ψυχήν σας παρὰ μὲ τὴν διάνοιάν σας. Καὶ πρῶτον ἀρχίζω ὑμνῶν τὴν καθαρεύουσαν. Ἰσχυρίζονταί τινες ὅτι μὲ τὴν καθαρεύουσαν δὲν δύναταί τις νὰ κάμῃ τέλεια ποιήματα σατυρικὰ ἢ βακχικὰ ἢ θούρια, τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀνοίγω τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῶν ἀναμνήσεων τοῦ μαθητικοῦ βίου μου καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ καθαρεύουσα, ὅταν γνωρίζῃ τις καλῶς νὰ τὴν γράφῃ καὶ τὸν βοηθῇ καὶ ἡ ἔμπνευσις, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πᾶν εἶδος ποιήσεως. Καὶ ἐν πρώτοις: Ὅτε τὴν προχθεσινὴν ἑσπέραν ὡμίλει περὶ γλώσσης ὁ κ. Μᾶνος καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν λέξιν «ἀπόκρεω», ἐνεθυμήθην ἓν σατυρικὸν τετράστιχον τῆς καθαρευούσης, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ λάβῃ ὀστᾶ καὶ σάρκα, ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν. Ὁμιλεῖ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ στόματος Σουρῆ: «Τῶν ἀπόκρεω τὰς νύκτας ἐν γαλήνῃ διελθόντες καὶ φαγόντες καὶ πιόντες καὶ χορεύσαντες πολὺ κ’ ἕν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὑπ’ ὄψιν μας λαβόντες διαλύομεν τοῦ ἔθνους τὴν ἀλλόκοτον Βουλή». Διὰ νὰ γίνῃ ποίημα βακχικόν, νομίζουν τινὲς ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ γλῶσσα τῆς ταβέρνας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἀκούσατε: «Ματαιότης ὁ ἀφρίζων ἐν τῷ ποτηρίῳ οἶνος; ματαιότης καὶ τὰ χείλη τὰ διψῶντα ἀσπασμῶν; Ἄν πραγματικότης εἶναι εἰς τὴν γῆν αὐτὴν ὁ θρῆνος, ἂς κενώσω τὴν φιάλην τὴν ἀπάτην προτιμῶν». Λέγουσι προσέτι, ὅτι θούρια δὲν γίνονται μὲ καθαρεύουσαν γλῶσσαν. Καὶ τοῦτο ἀνακριβές. Ἰδοὺ ἕν ἀπόσπασμα πολεμιστηρίου τοῦ μακαρίτου Σούτσου, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ λέξις «πυρῖτις» ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν τῆς λέξεως «μπαροῦτι». «Μᾶς φωνάζουν καὶ Σέρβοι, μᾶς φωνάζουν καὶ Δᾶκες, Θεσσαλοὶ κ’ Ἠπειρῶται, Μακεδόνες καὶ Θρᾷκες. Καὶ ὁ Αἷμος εἰς Ἄθων καὶ ὁ Ἄθως εἰς Ὄσσαν Μεταφέρουν ἐκείνων τὴν βροντόφωνον γλῶσσαν. Ἀντὶ σίτου πυρῖτις στοὺς ἀγρούς των σπαρμένη Ἕνα μόνον σπιθῆρα ἕνα μόνον προσμένει. Τῆς Ἑλλάδος οἱ παῖδες σεῖς γενῆτε σπινθῆρες, Στρατηγοί των γενῆτε καὶ τοῦ ἔθνους σωτῆρες». Αὐτὰ εἶναι πολεμιστήρια τῆς καθαρευούσης. Καὶ βεβαίως ὀφείλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι οἱ Ἑλληνόπαιδες θὰ γίνωσι στρατηγοὶ τῶν ὑποδούλων, ὄχι ὅμως ὅταν καταγίνωνται εἰς μικροσυζητήσεις, ὅταν εἶναι διῃρημένοι, ἐνῷ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος οὐδέποτε διῃρέθη, τὴν δὲ διαίρεσιν θὰ τὴν ἐπιφέρῃ ἡ ψήφισις τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, καὶ οἱ ὑβρισταὶ τῆς γλώσσης θὰ αὐξήσουν ἀντὶ νὰ περιορισθοῦν. Ἐγὼ ἐδίδαξα ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν καθαρεύουσαν καὶ εἰς αὐτὴν ὀφείλω τὴν ἀνάπτυξίν μου καὶ τὴν πρόοδόν μου. Τέκνον χωρικῶν ἄνευ περιουσίας ἐδίδασκον καὶ ἐσπούδαζον. Οἱ ὑβρίζοντες ἔχουν ἄλλα ἐλατήρια...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεὶς ὕβρισε...
§24Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς λεγομένων δὲν προσήκει λόγος ἐν τῇ Βουλῇ.
§26Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι τὴν καθαρεύουσαν δύναταί τις νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ἐκδήλωσιν παντὸς συναισθήματος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ψυχῇ ὑπάρχει θέσις καὶ διὰ τὸ ἕτερον ἰδανικὸν τῆς γλώσσης, τῆς γλώσσης τῶν γιγάντων καὶ τῶν ἡμιθέων τῆς ἁρματωλικῆς περιόδου, τῆς ἐποχῆς τῆς δουλείας. Ὁ φοβερός του ἀντίλαλος Στὸ Μεσολόγγι φθάνει Τὴν ὥρα ποῦ τοῦ κ’ κλειούσανε Τὰ μάτια ν’ ἀποθάνῃ. Τὴν ὥρα ποῦ ὁ Δεσπότης του Φλόγα καπνὸ ντυμένος Ἀνέβαινε καμένος Στὸν οὐρανὸ ψηλά.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δημοτικόν.
§28Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μάλιστα, δημοτικόν, διὰ τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θὰ ἐπιδράσῃ ἡ περὶ γλώσσης διάκρισις ἐν τῷ Συντάγματι. Διότι ὑπάρχει μέγας φόβος ὅτι ὁ νομοθέτης, ὁ Ὑπουργός, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος θ’ ἀπαγορεύσῃ νὰ διδάσκωνται εἰς τὰ σχολεῖα ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ καὶ τοῦ Βαλαωρίτου. Πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τονώσωμεν τὸν ὁσημέραι ἐκνευριζόμενον καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκφυλιζόμενον ἐθνικὸν ὀργανισμόν μας διὰ τῆς μελέτης τῶν κλασσικῶν τῆς δημοτικῆς Μούσης ἐπῶν...
§29Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖον ἐκφυλισμόν; Ἡμεῖς ἀνδρούμεθα.
§30Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ εὔχομαι καὶ τὸ θέλω νὰ ἀνδρούμεθα. Δὲν θέλω ὅμως νὰ διαιρεθῇ μὲ τὰς μικροσυζητήσεις εἰς δύο ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὔτε νὰ διχασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή. Θέλω νὰ μανθάνουν οἱ Ἑλληνόπαιδες πῶς ἐγεννήθη ὁ Βλαχάβας.... «Βλαχάβα, ποιὸς σ’ ἐγέννησε, ποιὰ μάννα, ποιὸς πατέρας; Ὁ Ὄλυμπος ἀγάπησε τὴν ὤμορφη τὴν Ὄσσα ............. Κ’ εὐθὺς μ’ ἐκεῖνο τὸ φιλί, ποὖναι ζωὴ καὶ φλόγα, Ἀνάφτουν, ζωντανεύουνε τῆς νιόνυφης τὰ σπλάχνα. Καὶ δὲν ἐπέρασε καιρός, χρόνοι πολλοὶ καὶ μῆνες Π’ ἀκούστηκε σὰ μιὰ βοὴ μέσ’ στ’ Ἄγραφα, στὸν Πίνδο Τ’ ἀρματωλοῦ τὸ πάτημα, τοῦ φοβεροῦ Βλαχάβα.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤδη βεβηλοῦνται, διότι συγχωνεύονται καὶ παραφθείρονται μὲ αὐτὰ τὰ κατασκευάσματα.
§32Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὰ κατασκευάσματα τῶν μαλλιαρῶν κανεὶς δὲν τὰ λογαριάζει, οὔτε τὰ φοβεῖται. Ὁ κατ’ αὐτῶν πόλεμος ἀναδεικνύει τοὺς μαλλιαρούς. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων ἀγορεύων ἐξέφρασεν ἱερὰν ἀγανάκτησιν, διότι καθηγητὴς Γερμανὸς μετεχειρίσθη τὴν λέξιν Ῥωμηοσύνη. Πλὴν τὴν λέξιν αὐτὴν τὴν μεταχειρίζεται εἰς τὴν ἱστορίαν του ὁ Παπαρρηγόπουλος, ἡ δὲ ἱστορία τοῦ Παπαρρηγοπούλου εἶναι ἐθνικὸν κειμήλιον. Ἀναφέρει ἓν δίστιχον Κρητικόν, τὸ ὁποῖον ἀπηθανάτισεν εἰς τὰ 1770, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ὑπὸ τὸν Δασκαλογιάννην Κρητικὴν ἐπανάστασιν, τὴν ἐποχὴν τοῦ Θ. Ὀρλώφ. Καὶ λέγει περὶ τοῦ Δασκαλογιάννη: «Ἀποὖταν τῶν Σφακιῶν κ’ ἦτον καὶ νοικοκύρης Κ’ ἔκανε παρακάλεσιν νὰ γίνῃ Ῥωμηοσύνη. Ἡ λέξις «παρακάλεσις» μοῦ ἐνθυμίζει τὴν λέξιν «συγκάλεσις», τὴν ὁποίαν ἐν ἄρθρῳ 37 ἀναφέρει τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ὁποία σήμερον θὰ ἐθεωρεῖτο μαλλιαρή. Ὁ ἴδιος Παπαρρηγόπουλος ἐν τῇ ἱστορίᾳ του ἀναφέρει κάτι, τὸ ὁποῖον κάμνει τὸν Ἕλληνα ἀναγνώστην ν’ ἀνατριχιάζῃ, ὅταν τὸ διαβάζῃ, ἢ τὸν ἀκροατήν, ὅταν τὸ ἀκούῃ. Εἷς ἐκ τῆς οἰκογενείας Τομπάζη ναυτικὸς ἐπῆγεν εἰς Πύλον καὶ εὗρεν ἐκεῖ τὸν ναυτικὸν Ν. Λάμπρον. Ἐσχετίσθησαν μὲ τὸν Τοῦρκον Ἀγᾶν, ὅστις τοὺς προσεκάλεσεν εἰς γεῦμα. Ἐπάνω εἰς τὴν εὐωχίαν ὁ Ἀγᾶς παρεκάλεσε τὸν Λάμπρον νὰ τραγουδήσῃ, καὶ τί, νομίζετε, ἐτραγούδησε; «Διψοῦνε οἱ κάμποι γιὰ νερὸ καὶ τὰ βουνὰ γιὰ χιόνια, Διψᾷ καὶ ὁ δόλιο–Ζαχαριᾶς γιὰ τούρκικα κεφάλια. Καὶ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ Λάμπρου «Ἀγᾶ μου, τὸ τραγούδι τὸ λέει» ὁ ὑπερήφανος Τοῦρκος ἀπήντησε: «Δὲν πειράζει, ῥεΐζη Νικόλα, ἐξακολούθει». Διὰ τὰ ἰδανικὰ αὐτὰ τοῦ ἔθνους φοβοῦμαι μήπως προκύψῃ κατὰ τεκμήριον ἐκ τῆς ἐπισήμου διακρίσεως τῆς καθαρευούσης βεβήλωσις ἰδανικῶν, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθη καὶ αὐτὸς ὁ κατακτητής, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ τρέφεται καὶ πάλλεται καὶ ἐνθουσιᾷ καὶ τ’ ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου μὲ τὰ ἰδανικὰ τῆς καθαρευούσης. Ὁ ποιητὴς Προβελέγγιος εἰς τὸν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὡραῖον ὕμνον του, γεγραμμένον εἰς καθαρεύουσαν, ἀναγκάζεται, διότι τοῦ τὸ λέγει τὸ μυστήριον τῆς τέχνης του, νὰ μεταχειρισθῇ λέξεις καθαρᾶς δημοτικῆς: «Εὐλογῶ τὴν ὥρα ποῦ ἄνοιξα τὰ μάτια Μέσ’ στὰ γαλανά σου μαγικὰ παλάτια. Ὁ Ὄλυμπος, τῶν ἀρχαίων θεῶν ἡ κατοικία, εἶναι καὶ αὐτὸς ἕν ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν. Ἀνέρχεται διὰ τῆς φαντασίας ὁ Ἕλλην εἰς τὰς οὐρανογείτονας κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου καὶ ἀκούει τὸν ἠχηρὸν γέλωτα τῶν οὐρανιώνων. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἔνδοξος ἁρματωλικὴ ἐποχή, καὶ ὁ Ὄλυμπος μετεβλήθη εἰς κατοικίαν τῶν γιγάντων ἁρματωλῶν καὶ κλεφτῶν καὶ ὁ Ὄλυμπος ἔγινε γέρο–Ὄλυμπος «Μὲ τὶς σαρανταδυὸ κορφές, μ’ ἑξηνταδυὸ βρυσούλες· Κάθε κορφὴ καὶ φλάμπουρο, κάθε κλαρὶ καὶ κλέφτης. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὁ ἀετὸς ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Ὀλύμπου κρατεῖ εἰς τὰ νύχια του αἱμοσταγῆ κεφαλὴν ἀρματωλοῦ μοιρολογοῦσαν καὶ λέγουσαν: «Φάγε, πουλί, τὰ νιάτα μου, φάγε καὶ τὴν ἀνδρειά μου, Νὰ κάμῃς πήχη τὸ φτερὸ καὶ πιθαμὴ τὸ νύχι. Στὸ Λοῦρο, στὸ Ξηρόμερα ἀρματωλὸς ἐστάθην, Στὰ Χάσια καὶ στὸν Ὄλυμπο δώδεκα χρόνια κλέφτης, Ἑξῆντ’ ἀγάδες ’σκότωσα κ’ ἔκαψα τὰ χωριά τους, Ὁ Δημήτριος Χαριτόπουλος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας μετέβη εἰς τὸ χωρίον Καταστάρι τῆς Ζακύνθου καὶ κάμνων τὴν διαθήκην του μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφει καὶ αὐτὰ τὰ ἱερὰ λόγια: «Ἐὰν δώσῃ ὁ Πανάγαθος καὶ Πανοικτίρμονας Θεὸς καὶ ἐλευθερωθῇ τὸ δυστυχισμένο Γένος μας ἀπὸ τὸν τρομερὸ καὶ ἀπάνθρωπο καὶ ἀντίχριστο καὶ ἀνελεήμονον Ἀγαρηνὸν νὰ ξεθάψῃ τὰ κόκκαλά μου καὶ τὰ κόκκαλα τοῦ μακαρίτου ἀδελφοῦ μας Φιλοθέου, ποῦ τὰ ἔχω κρυμμένα μὲ μιὰ σακκούλα στὴ σπηληὰ ποῦ ἐγνώριζε καὶ νὰ τὰ θάψῃ μαζὶ καὶ κοντὰ στὰ κόκκαλα τῶν γονιῶν μας εἰς τὴν ἐκκλησιὰ τῆς πατρίδος μας». Αὐτὴ ἡ γλῶσσα εἶναι πόνος ἱερὸς τέκνου τῆς πατρίδος ἐξορισθέντος εἰς Ζάκυνθον ἕνεκα τῆς ἀγρίας τοῦ κατακτητοῦ ἐκδικήσεως. Γνωρίζετε πάντες τὰ ποιήματα τοῦ Βαλαωρίτου γεγραμμένα εἰς τὴν δημοτικήν. Ἦτο λάτρης τῆς καθαρευούσης καὶ τὴν ἔγραφεν ὅσον ὀλίγοι. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῆς γλώσσης εἰς τὰ προλεγόμενα τῶν Μνημοσύνων: «Εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν γλωσσῶν εἶναι ἀναντίρρητον γεγονὸς ὅτι φράσεις καὶ λέξεις καὶ ἰδιωτισμοὶ ἀφιερώθησαν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ποίησιν. Ἡμεῖς εὐτυχέστεροι τῶν ἄλλων δυνάμεθα ἀκεραίαν διάλεκτον νὰ μεταχειρισθῶμεν ἐπὶ τούτῳ. Οἱ σοφοί, οἱ λόγιοι ἂς προσπαθήσωσιν, ἂν εἶναι δυνατόν, ν’ ἀνεγείρωσι τὴν ἤδη τεθνηκυῖαν. Οὔτε δύναμαι οὔτε θέλω νὰ γίνω μάντις κακῶν. Ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ εἶναι μία. Ἡ γλῶσσα τῶν λογίων εἶναι πολυειδής· τινὲς ἐξ αὐτῶν ῥίπτονται ἐκ μιᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν· ἄλλοι βαθμηδὸν μεταφυτεύουσι τ’ ἄνθη καὶ τοὺς βλαστοὺς αὐτῆς εἰς τὸ νέον Ἑλληνικὸν χῶμα, ἴσως ὄχι τόσον ἐπιδεκτικόν, ὅσον κοινῶς νομίζομεν, τοιαύτης καλλιεργείας. Ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἐλπίδες τῶν διεπόντων τώρα τὴν Ἑλληνικὴν φιλολογίαν, δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον οὔτε νὰ θυσιάσωσιν οὔτε νὰ κερματίσωσι τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν γλῶσσαν ταύτην ἐμοιρολόγησε τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν ἀπὸ Μωάμεθ τοῦ δευτέρου μέχρι Ῥήγα τοῦ λυτρωτοῦ. Εἰς τὴν γλῶσσαν ταύτην ἐτραγώδησεν ὁ κλέφτης ἐπὶ τοῦ Πίνδου, ἐπὶ τοῦ Κισσάβου, ἐπὶ τοῦ Ὀλύμπου. Ἂν εἶναι καὶ ἐρείπιον, ὡς τοιοῦτον ἂς τὸ σεβασθῶμεν. Τὰ δεσμά, οἱ θρῆνοι, οἱ διωγμοί, τὰ μαρτύρια, αἱ ἀπαγχονίσεις, τὰ αἵματα, αἱ παντοῖαι καταστροφαὶ τὸ καθιέρωσαν. Ἡ ἐθνικὴ ποίησις τὸ περιέβαλε μὲ τὸν ἀειθαλῆ κισσόν της, ἵνα μὴ τὰ διαχωριζόμενα ἐκ τοσούτων κλονισμῶν τεμάχιά του πέσωσι κατὰ γῆς καὶ συντριφθῶσι. Λύτρωσον αὐτὸ καὶ σύ, Ἑλλὰς ἐλευθέρα, καὶ μὴ καταδεχθῇς νὰ περιφρονήσῃς τόσον τὸ ἔνδυμα τῆς πτωχείας σου. Μὴ καταδεχθῇς νὰ λησμονήσῃς τὸ ἱερὸν σύστημα, δι’ οὗ συνενοήθησαν ἀπὸ περάτων τῆς γῆς μέχρι τῶν κόλπων σου τὰ διεσκορπισμένα τέκνα σου! Ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πτωχή, εἶναι πλαστικωτάτη καὶ ποιητικωτάτη. Παρέχει ἀναριθμήτους εὐκολίας εἰς τὸν ποιητήν, εἶναι ἰδιότροπος καὶ σπανίως μιμεῖται τὰς ξένας. Ἀλλὰ ταῦτα πρὸς οὐδὲν λογίζονται ἐνώπιον τῆς ἰδέας ὅτι αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἔκφρασις τῆς νέας Ἑλληνικῆς ποιήσεως. Αὐτομάτως γεννηθεῖσα δὲν εἶναι ἔργον τῆς τέχνης ὡς ἡ τώρα σκευαζομένη· εἶναι ὁ μόνος βλαστὸς ὁ ἐναπομείνας ἐπὶ τοῦ γηραιοῦ δένδρου τῆς ἐθνικότητός μας. Τὸν βλαστὸν τοῦτον διετηρήσαμεν χλοερὸν μέχρι τοῦδε ποτίζοντες αὐτὸν αἷμα καὶ χολήν. Ἤθελεν εἶναι τρομερὸν κακούργημα, ἂν ἡμεῖς αὐτοὶ τὸν ἀπετέμναμεν». (Χειροκροτήματα). Καταλήγων, Κύριοι, ἔχω νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν συγκεντροῦντα τὰς ἐλπίδας καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῶν λεοντοκάρδων καὶ ἀτρομήτων παλληκαριῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, τῶν ὁποίων αἱ μὲν σκιαὶ περιίπτανται ἄνωθεν ἡμῶν, τὰ δὲ κόκκαλα εἶναι ἐγκατεσπαρμένα εἰς τὰς πεδιάδας καὶ τὰς φάραγγας καὶ τὰς χαράδρας τῶν ὀρέων τῆς Ἑλλάδος, τῆς Κρήτης καὶ τῆς Μακεδονίας, ἐν ὀνόματι τῶν γενναίων ἐκείνων παλληκαριῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι πρὸ ὀλίγου χρόνου ὡδηγεῖτε, κύριε Πρωθυπουργέ, νικηφόρα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐὰν ἠθέλετε τυχὸν ἀφαιρέσει τὴν γλῶσσαν τῆς μάννας των, ἠθέλετε ἀφαιρέσει τὸ πολεμικὸν αὐτῶν μένος, ἐν ὀνόματι τῆς ματωμένης φουστανέλλας, μὲ τὴν ὁποίαν κατέβηκαν εἰς τὸν τάφον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὰ Ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα τὰ ἀδικοσκοτωμένα παλληκάρια τῶν εὐζώνων θύματα τῆς πονηρίας προκιωνίου ἐχθροῦ, θύματα τῆς συστηματικῆς αὐτοῦ προσπαθείας πρὸς ἐκμηδένισιν καὶ ἐξευτελισμὸν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὸν διχασμὸν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, νὰ σεβασθῆτε τὴν γλῶσσαν, μὲ τὴν ὁποίαν καταβιβάζομεν εἰς τὸν τάφον τὴν μαννούλα μας καὶ τὸ παιδάκι μας καὶ τρέχομεν ἀκάθεκτοι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ μακρὰ συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος γλωσσικοῦ ζητήματος, συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔκαμεν, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ γλωσσικῶν ζητημάτων, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνόμιζον ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα κείμενον ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων των καὶ τῆς ἐν γένει ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ κοινωνίᾳ δράσεως αὐτῶν, νὰ μορφώσωσι μίαν γνώμην ἐκ τῶν συζητήσεων. Βεβαίως ἡ γνώμη ἡμῶν, τῶν οὕτω πως μορφωσάντων αὐτήν, δὲν δύναται νὰ εἶναι γνώμη ἀξιοῦσα νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων, διότι πάντες ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ μεθ’ ὅσα ἤκουσα ἀναπτυχθέντα, ἀσφαλῶς γνωρίζω, εἶναι ὅτι οὐδὲν γνωρίζω. Ἐὰν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευσάντων νομίζωσιν ὅτι γνωρίζουσιν, ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς ὅτι νομίζουσιν ὅτι γνωρίζουσιν ὅσα δὲν γνωρίζουσιν. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀφεώρα πρῶτον τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀποδόσεως εἰς ἄλλο γλωσσικὸν ἰδίωμα τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τὴν ἀπαγόρευσιν ἰδίᾳ τῆς μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμία ἀντίρρησις.
§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις τιθεμένη ἐν τῷ Συντάγματι οὐδένα λόγον ἔχει. Ἀπεφάνθη δὲ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ἐκ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς οἱανδήποτε μεταβολὴν τῆς γλώσσης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπηγορευμένη ἐξ αὐτῶν τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ὡς διετυποῦντο. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ προβαίνοντες εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος πρέπει μελετῶντες τὸ παρελθὸν νὰ λαμβάνωσι μέτρα, ὁσονδήποτε αὐστηρά, ἐὰν προέκυψεν ὅτι διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος ἔχει ἀνάγκην μείζονος κυρώσεως καὶ ἐνισχύσεως, δὲν εὑρίσκω τὴν ἀξίωσιν τῶν κυρίων συναδέλφων ἀδικαιολόγητον, ὅπως διὰ τοῦ Συντάγματος προστατευθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων Γραφῶν· τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλως τε ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην οὐδενός, τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ ὅτι τὰ ἱερὰ γράμματα, τὰ θεῖα ῥήματα τὰ ἐξελθόντα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τῆς γραφίδος τῶν Εὐαγγελιστῶν, εἶναι πρέπον ν’ ἀκολουθήσωσιν οἱανδήποτε ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης. Τὰ ῥήματα ταῦτα δέον νὰ μείνωσιν ἀναλλοίωτα, ὅπως ἐλέχθησαν, ὅπως διετυπώθησαν. Αἱ ἀπόπειραι, αἱ γενόμεναι ἐν τῷ παρελθόντι μεταφράσεως καὶ παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἔλαβον χώραν τὰ Εὐαγγελιακά, τὰ ὁποῖα ἤγαγον εἰς τὸ βῆμα τὸν τότε Πρωθυπουργὸν διὰ νὰ χύσῃ δάκρυα. Ἀνάγονται εἰς ἔτι ἀπωτέραν ἐποχήν. Οἱ μεταφρασταὶ ἢ παραφρασταὶ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι κηρύττοντες μέχρι καὶ σήμερον τὸν θεῖον λόγον. Κατὰ τὸ 1896 τὸ πρῶτον καὶ κατὰ τὸ 1898 τὸ δεύτερον ἐγένοντο μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου, αἵτινες καὶ ἐκυκλοφόρησαν εὐρέως, καὶ ἀνεγνώσθησαν μέχρι τοῦ 1901, ὅτε ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς γλῶσσαν χυδαίαν ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ διαμένοντος Πάλλη συνεκίνησε πᾶσαν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ἐξήγειρε τὸν λαόν, ὅστις ἐν πανδήμῳ συναθροίσει πάσας ταύτας τὰς μεταφράσεις κατέκαυσεν, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος δι’ ἐγκυκλίου αὐτῆς ἀπεδοκίμασε μὲν ταύτας, τοὺς δ’ ἐργάτας τῶν τοιούτου εἴδους παραφράσεων καὶ ἐκχυδαϊσμῶν ἀνεθεμάτισεν. Ἔκτοτε ἐτέθη τὸ ἐρώτημα, ἂν δὲν πρέπει νὰ προστατευθῇ ἐπαρκέστερον ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Ἑπομένως, ἐάν τις εἶναι τῆς γνώμης ὅτι δὲν προστατεύεται ἐπαρκῶς διὰ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀντιλέγων, ὅπως τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, δι’ ἧς θὰ παρακωλύηται εἰς τὸ μέλλον πᾶσα μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν.
§36Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τὸν λόγον μόνον δι’ αὐτό.
§37Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἢ νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν μετάφρασις δύναται νὰ γίνῃ μόνον ἐγκρίσει τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς.
§38Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἑρμηνεία μόνον· μετάφρασις ὄχι.
§39Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπως θέλετε. Τοσούτῳ μᾶλλον, Κύριοι, πείθομαι ἐκ τῆς τριημέρου συζητήσεως, ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη, καθόσον εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ τυφλούμενοι ἐκ τοῦ φανατισμοῦ καὶ τοῦ κομματισμοῦ παρέσυραν τὰ πλήθη...
§40Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πότε;
§41Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. .. μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι προσβάλλεται ἡ θρησκεία, προσβάλλεται τὸ Εὐαγγέλιον ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ τῶν ἀντιτιθεμένων γνωμῶν ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ Τύπῳ περὶ τῆς ἀνάγκης ἀναγραφῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς προστασίαν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης. Καὶ βεβαίως εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην ὁπωσδήποτε γενομένην ἐκμετάλλευσιν διὰ τὸ μέλλον. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως ἀφεώρα τὸν καθορισμὸν ὡς ἐπισήμου γλώσσης τῆς καθαρευούσης. Εἰς τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἀντετάχθη...
§42Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κακῶς πράξασα.
§43Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην σας.
§44Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ τὴν ζητήσῃ τώρα ὅμως.
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. .. Καὶ εἶπεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ τοῦτο τὸ εἶπεν ὁμοφώνως, καθόσον ὁ τύπος τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους διατρανοῦται ἐν τῷ λεκτικῷ τοῦ Συντάγματος, ἐν τῷ λεκτικῷ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ πάντων τῶν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας δημοσίων ἐγγράφων. Ἡ ἔννοια λοιπὸν τῶν λόγων τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ γλῶσσα, εἰς ἣν συντάσσονται οἱ νόμοι, τὸ Σύνταγμα, τὰ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας καὶ ἐντεῦθεν δημόσια ἔγγραφα. Ἐξηγέρθησαν ὅμως κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἤγειραν ζήτημα γλωσσικόν, διὰ νὰ ἀνακοινώσωσι τὰς γνώμας των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, καὶ ἐξηγέρθησαν οἱ φρουροὶ τῆς καθαρευούσης καὶ ἔκρουσαν πάλιν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου! Ἀλλὰ τίς ἐπολέμησε τὴν καθαρεύουσαν ὡς γλῶσσαν ἐπίσημον τοῦ Κράτους, καὶ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἀντιφρονῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Μεταξὺ δὲ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐκεῖνοι...
§46Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§48Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μίαν λέξιν.
§49Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Διατί διακόπτετε; (Θόρυβος).
§50Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε, νὰ ἀποτείνησθε διὰ τοῦ κ. Προέδρου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Ἡσυχάσατε τέλος πάντων· ἐγίνατε ἀνυπόφορος.
§52Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγώ; Αὐτὸς ὁ ὁποῖος φωνάζει. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων δὲν παραπονεῖται....
§53Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μὴ διακόπτετε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ ἐπαναλήψεως τῆς παρεκτροπῆς γράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ Πρακτικά.
§55Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν ὁ κ. συνάδελφος θελήσῃ νὰ μὲ διακόψῃ, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοῦτο, νὰ εἶναι δὲ βέβαιος ὅτι θὰ δεχθῶ τὴν διακοπήν.
§56Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑμεῖς εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῆτε.
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διακοπήν, ἀλλὰ νὰ μὴ διακόπτῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ δώσω ἀπάντησιν. ...Καὶ τίς ἠρνήθη, ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ καθαρεύουσα; Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔλαβον μέρος πάντες οἱ ἐπίλεκτοι ἐκεῖνοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξήνεγκον ἐντεῦθεν γνώμας περὶ τῆς μὴ ἀνάγκης τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ὄχι μόνον δι’ οὓς λόγους ἡ ἔκθεσις ἀναγράφει, ἀλλὰ καὶ δι’ οὓς αὐτοὶ εἶχον καὶ ἐξέθετον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ ἐξελίσσεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὴν στῆθι εἰς ἓν σημεῖον. Πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσι καὶ ὑπεστήριξαν μετὰ τόσων ἁδρῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι μιᾶς τοιαύτης διατάξεως ἴσως χρησιμεύσῃ εἰς ἐνίσχυσιν μιᾶς ὁμάδος φανατικῆς ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, ὑπὲρ ἧς μάχεται, τῆς ἐπικρατήσεως τῆς καθαρευούσης, καθ’ ἑτέρας ὁμάδος, ἥτις μάχεται ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ προφορικοῦ λόγου, καὶ σημειώσατε τοῦ προφορικοῦ λόγου, τῆς ὁμιλουμένης, τῆς δημοτικῆς, διὰ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κανεὶς ἢ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ἔλαβόν ποτε ὑπ’ ὄψιν μίαν ὁμάδα τεταγμένην ὑπὸ τὸν κ. Ψυχάρην καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεκάλεσαν ὁμάδα μαλλιαρῶν, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁλόκληρον τὸ ἐθνικὸν συνέδριον, ἀντιπροσωπεῦον ἅπαν τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα, ἐτίθετο ἀντιμέτωπον 20 ἢ 30 μαλλιαρῶν καὶ ἐμάχετο, διότι τότε θὰ ὡμοίαζεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος Δὸν Κιχώτην μαχόμενον κατ’ ἀνεμομύλων... (Χειροκροτήματα).
§58Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. ... Ὁ πόνος τῶν φρουρῶν τῆς καθαρευούσης — καὶ τοὺς ὀνομάζω φρουρούς, διότι οὕτως ὠνόμασαν αὐτοὶ ἑαυτούς.....
§61Κ. ΜΑΝΟΣ. Εἴχομεν καὶ εἰς τὴν Κρήτην τοιούτους φρουρούς. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§62Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. ... Ὁ πόνος, λέγω, τῶν φρουρῶν τῆς καθαρευούσης δὲν εἶναι κατὰ τῶν μαλλιαρῶν, διότι δὲν ἀποδίδω εἰς αὐτοὺς τοιαύτην μικρότητα πνεύματος καὶ ἀντιλήψεως, ἀλλ’ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ φανατικὸν τοῦ δασκαλισμοῦ, μαχομένου κατὰ τῆς δημοτικῆς γλώσσης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν μέν, διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν δέ). Εἶναι αἱ δύο γλῶσσαι, αἱ ὁποῖαι μάχονται πρὸς ἀλλήλας.....
§63Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε τί θὰ εἴπῃ δασκαλισμός;
§64Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἡ πάλη ἡ διεξαγομένη μεταξὺ τοῦ γραπτοῦ καὶ τοῦ προφορικοῦ λόγου· εἶναι ἡ πάλη, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα καθημερινῶς βλέπομεν. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πάλης αὐτῆς; Τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἀγαθά, ὅπως ἀγαθὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα παντὸς εὐγενοῦς ἀνταγωνισμοῦ, πάσης ἐπιστημονικῆς συζητήσεως, εἶναι ἡ πρόοδος. Ὁ γραπτὸς λόγος ὑποχωρεῖ ὅπου εἶναι ἀνάγκη· ὁ προφορικὸς λόγος καθαίρεται, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ τείνωσι πρὸς ἀλλήλας αἱ γλῶσσαι τὰς χεῖρας. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο ζήτημα χρόνου σημερινοῦ· εἰς πολὺ ἀπώτερον μέλλον, ὅτε οὔτε οἱ ἔγγονοι ἡμῶν θὰ ὑπάρχωσιν, ἐξακολουθοῦντος τοῦ εὐγενοῦς τούτου ἀνταγωνισμοῦ, τοῦ ἐπιστημονικοῦ, τοῦ συζητητικοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ φθάσῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν προφορικὸς λόγος καὶ γραπτὸς θὰ εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτός, μία γλῶσσα εὐγενὴς καὶ ὑψηλή. Ἀλλά, καὶ ἂν καὶ τοῦτο δὲν γίνῃ, καὶ ἂν τοῦτο δὲν καταστῇ δυνατόν, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις βέβηλον ἤθελεν ἐγείρει χεῖρα, καὶ ὅστις θὰ ἐξεστόμιζε βλάσφημον λόγον κατὰ τοῦ προφορικοῦ ἢ γραπτοῦ λόγου τοῦ Ἑλληνικοῦ; Μία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, καὶ μὴ θέλετε νὰ διαιρέσητε αὐτήν. Μὴ αἰσθάνεσθε ἀνατριχιασμόν, ὅταν ἀκούητε ὁμιλοῦντας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, καὶ ἂς μὴ συγκινῆται ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος νομίζων ὅτι, διότι δὲν προέλαβε νὰ εἴπῃ «ὀφθαλμοὺς» καὶ εἶπε «μάτια», ὅτι ἔπραξε βλασφημίαν κατὰ τῆς γλώσσης. Εἶναι καὶ αὐτὴ γλῶσσα Ἑλληνική· εἶναι ὁ προφορικὸς λόγος ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος διέπει τὴν καθημερινὴν ζωήν, ὁ ὁποῖος κατεκυρίευσε τῆς ποιήσεως, ὁ ὁποῖος κατέκτησε τὸ θέατρον.
§65Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπόπτης τῶν διακοπῶν εἶμαι ἐγώ.
§67Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως σεῖς εἶσθε.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου δὲν ἐπιτρέπω.
§69Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπηνίχθη ἐμὲ ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐπιτρέπω.
§71Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά· ὁ ἀγορεύων δὲν δέχεται διακοπάς, διότι δὲν τὸν συμφέρει. Εἶναι εὐφυέστατος.
§72Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐπιτρέπω, διότι μοὶ ἐπετρέψατε καὶ σεῖς.
§73Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπουφίδη, λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι θὰ γίνῃ δι’ ὅλους.
§75Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ἂν ἐγὼ δὲν ἀπεδέχθην διακοπὰς καὶ ἂν δὲν ἀπήντησα εἰς αὐτὰς πάντοτε, γνωρίζει δέ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον πτοηθῆ ἐξ οἱασδήποτε ῥητορικῆς ἐπιθέσεως.
§76Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιθέσεως; Ποτέ. Διακοπῆς καὶ ἐναντιογνωμίας.
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι συζητῶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁβρότητος πρὸς πάντα, μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι τὸ πρώτιστον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἔχομεν νὰ κάμωμεν, εἶναι μετὰ πάσης σοβαρότητος καὶ εὐπρεπείας νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον χρήζει ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης καὶ δὲν χρήζει οὐδενὸς φανατισμοῦ, οὐδενὸς ὅπλου, οὐδενὸς συλλαλητηρίου, οὐδεμιᾶς διαδηλώσεως. (Χειροκροτήματα.
§78ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐθνικῆς ἐρεύνης· ὄχι ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂν λοιπόν, Κύριοι, ἀναγνωρίζω, ὅτι μία εἶναι ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα μὲ δύο μορφάς, ἡ γλῶσσα ἡ προφορικὴ καὶ ἡ γλῶσσα ἡ γραπτή, ἐννοεῖτε ποίας ἰδέας ἔχω περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Ἔχω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ τελευταῖος ἀγρότης· ἔχω τὰς ἰδέας, ἃς ἔχει ὁ πλούσιος καὶ ὁ πένης, ὁ ἀγράμματος καὶ ὁ ἐγγράμματος· ἔχω τὰς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ μὴ παρεμβαίνωσιν οἱ φρουροί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτάχθησαν τοιοῦτοι ὑπὲρ οὐδεμιᾶς γλώσσης, καὶ νὰ ἀφήσωσι τὰ πράγματα νὰ τρέχωσι τὸν δρόμον των, ὡς τρέχουσιν ἀπὸ αἰώνων καὶ ὡς θὰ τρέχωσι, χωρὶς οὐδένα νὰ διατρέχῃ κίνδυνον οὐδεμία γλῶσσα. Αἱ γλῶσσαι δὲν εἶναι ἐχθραί· αἱ γλῶσσαι διαγωνίζονται καὶ ἁμιλλῶνται εὐγενῶς μεταξὺ αὐτῶν. Εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Ἕλλην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸ πιάτο νὰ φάγῃ φασόλια, καὶ εἶναι ὁ ἴδιος Ἕλλην ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος καὶ λέγων θέλω πινάκιον, ἵνα φάγω φασιόλους. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι παύει νὰ εἶναι Ἕλλην, ἢ φασόλια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ φάγῃ, ἢ φασίολοι, τοὺς ὁποίους θέλουσι προσφέρει ἐντὸς πινακίου εἰς αὐτόν. Δὲν ἔχει δὲ κανείς, Κύριοι, ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀλάθητον, καί, ἂν ὑπάρχῃ ἐξέγερσις ἐθνική, ἡμεῖς θὰ παρακολουθήσωμεν βεβαίως τὴν ἐξέγερσιν πάντως· ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι οἱ πολλοὶ δὲν πλανῶνται· καὶ οἱ πολλοὶ πλανῶνται ὡς ἐπλανήθησαν ἐν τῷ παρελθόντι μέχρι σημείου, ὥστε νὰ διαπράξωσιν ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐπλανήθη ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐσταύρωσε τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν κηρύττοντα καινὰ δαιμόνια. Ἐπλανήθη ὁ Ἀθηναϊκὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπότισε τὸν Σωκράτην τὸ κώνειον, διότι ἄλλας ἰδέας ἔλεγε πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ πλανῶνται ὁ εἷς ἢ οἱ ὀλίγοι ἀντιθέτως, ὅταν οἱ πολλοὶ δὲν πλανῶνται. Ἐπλανήθη ὁ σοφὸς Μᾶρκος Αὐρήλιος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διώξῃ τὸν Χριστιανισμὸν ἐπερχόμενον, διότι ἐν τῇ σοφίᾳ του εὕρισκεν, ὅτι ἔπρεπε πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ προτέρου κλέους τῆς πατρίδος του νὰ ὑποστηριχθῶσιν οἱ παλαιοὶ θεοί. Λοιπὸν καὶ ἡ πλάνη τῶν ὀλίγων εἶναι πλάνη, καὶ ἡ πλάνη τῶν πολλῶν εἶναι πλάνη. Μόνον ἡ ἐλευθέρα συζήτησις, ὅτε ἤθελε καταλήξει εἰς ἀποδοχὴν μιᾶς γενικῆς γνώμης, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν πλανᾶται.
§80Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς.
§81Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν ὁμολογῶ ὅτι οὐδένα ἐντεῦθεν ῥήτορα ἤκουσα λαλοῦντα ὑπὲρ μαλλιαρισμοῦ ἢ χυδαϊσμοῦ. Συχνὰ συχνὰ ἐπεδείκνυε συνάδελφος πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας ἕν τεῦχος, τὸ ὁποῖον ἔσπευσα νὰ ἀναζητήσω, τὸ τεῦχος τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου», καὶ τοῦτο ἐπεδείκνυε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ὑπογραφὴν αὑτῶν θέσει ὑπὸ τὸ Καταστατικὸν τοῦ ὁμίλου τούτου. Μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τούτου ν’ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, ἵνα ἀνακαλύψω τί σκοποῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» συνέστησαν, καὶ ἂν ἀληθῶς αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» εἶναι ἐκ τῆς τάξεως τῶν μαλλιαρῶν ἢ εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ὁ προφορικὸς λόγος ἐν τῇ διαπάλῃ πρὸς τὸν γραπτὸν λόγον, ἢ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ πρέπει νὰ διδάσκεται μᾶλλον ὁ προφορικὸς λόγος, ἡ ζωντανὴ γλῶσσα παρὰ ἡ καθαρεύουσα, καί, ἂν τοιοῦτοι εἶναι, πῶς δὲν συνεζήτησαν πρὸς αὐτοὺς ὡς πρὸς ἀνθρώπους ἀπολαύοντας πάσης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ, ἐπιστημονικῶς καὶ φιλολογικῶς, ἀλλ’ ἐνόμισαν ὅτι διὰ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἐξευτελισμῶν καὶ τῆς ἀγρίας ἐπιθέσεως καὶ τῆς προσκλήσεως τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν ἐφεδρειῶν πρέπει νὰ σταματήσωσι καὶ κλείσωσι τὴν συζήτησιν; Δὲν ἀποδέχομαι, Κύριοι, ἐν πᾶσι τὴν γνώμην τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου», διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν διίσταμαι πρὸς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τοῦτον. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ τύπος τῆς καθαρευούσης δὲν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν ἐκεῖνοι ὑποστηρίζουσιν. Ἐν τῷ δελτίῳ εὑρίσκω τὴν γνώμην τῶν ἀποτελούντων τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» περὶ τῆς καταλλήλου γλώσσης διὰ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον (ἀναγινώσκει): «οἱ ἐπίσημοι παιδαγωγοὶ ἄρχισαν νὰ παραδέχονται ὅτι ὄργανο τῆς διδασκαλίας στὸ δημοτικὸ σχολεῖο πρέπει νὰ εἶναι ὁ «ἀνεπιτήδευτος προφορικὸς λόγος τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων». Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ποῦ ἀρχίζουν δειλὰ δειλὰ καὶ μὲ περιστροφὲς νὰ παραδέχονται οἱ ἐπίσημοι, αὐτὸ ἡμεῖς χωρὶς περιστροφὲς τὸ θεωροῦμε δόγμα καὶ θὰ τὸ βάλομε στὸ Δημοτικό μας σχολεῖο». Αὐτὰ γράφουν οἱ δημοτικισταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον»...
§82Γ. ΠΩΠ. Εἶναι δημοτικὴ αὐτὴ ἡ γλῶσσα;
§83Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶπον ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὰς περὶ γλώσσης γνώμας αὐτῶν, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως μᾶλλον τῶν τύπων τῆς καθαρευούσης... Προβαίνων περαιτέρω ἐν τῇ ἐρεύνη μου, ὅπως πεισθῶ περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς συστάσεως τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» καὶ περὶ τῶν περὶ γλώσσης δοξασιῶν αὐτοῦ, εὑρίσκω μελέτην τοῦ προχθὲς καταγγελλομένου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡς χυδαϊστοῦ κυρίου Δελμούζου, διευθυντοῦ τοῦ προτύπου σχολείου ἐν Βόλῳ ὑπὸ τὸν τίτλον «Τὸ πρότυπον δημοτικὸν σχολεῖον καὶ οἱ ἐπικριταί του», ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ὁποίας συνάγεται, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ προχθὲς ἀγορεύσας συνάδελφος, ἰσχυρισθεὶς ὅτι οὗτος εἶναι ἐκ τῶν Ψυχαριστῶν, ὅπερ παρέσχεν εἰς ἐμὲ ἀφορμὴν νὰ διακόψω τὸν λαλοῦντα, καὶ χαρακτηρισθῶ καὶ ἐγὼ ἕνεκα τούτου ὡς μαλλιαρός! Ἰδοὺ τί γράφει ὁ διευθυντὴς τοῦ Προτύπου σχολείου ἐν γλώσσῃ τελείως καθαρευούσῃ (ἀναγινώσκει): «Ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι σκοπός, ἀλλὰ μέσον· μέσον ἐπικοινωνίας καὶ μορφώσεως τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ὑπάρχομεν, διὰ νὰ τὴν ἐξυπηρετῶμεν· τὴν δημιουργοῦμεν, διὰ νὰ μᾶς ἐξυπηρετῇ. Ἐκείνη ἡ γλῶσσα εἶναι δι’ ἡμᾶς ἡ καλυτέρα, ἡ ὁποία μᾶς ἐξυπηρετεῖ καλύτερον· καὶ ζωντανοὺς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖ καλύτερον ἡ ζωντανὴ γλῶσσα... Ἐκείνη ἡ λέξις εἶναι ζωντανή, ἡ ὁποία ἐκφερομένη προκαλεῖ εἰς τὸν ἀκούοντα αὐτομάτως ζωηρὰν τὴν ἀντίστοιχον ἔννοιαν ἢ παράστασιν καὶ σειρὰν ἔστιν ὅτε συναφῶν παραστάσεων μὲ τὰ παρακολουθοῦντα συναισθήματα. Εἶναι ἡ συγχρόνως ἀπαστράπτουσα λάμψις λέξεως καὶ ἰδέας». Καὶ τί ἀνακαλύπτω ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἐπιμελῶς ἀπεκρύβη; Ἀνακαλύπτω ὅτι ἐν τῇ μελέτῃ του ταύτῃ ψέγει τὸν Ψυχάρην τὸν ἱδρυτὴν τῆς γλώσσης τῶν μαλλιαρῶν, ὡς ἐν σελίδι τοῦ δελτίου 19 γράφει (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἀκούω ψωμί, κρασί, νερό, μαντίλι, τραπεζομάντιλο, ψάρι, φίδι, ἄλογο, γάτα, παπαγάλος.... ἢ αἱμοφόρα ἀγγεῖα, ἀνθρακικὸν ὀξύ, ἐπιφάνεια, ἐξέλιξις, ἀλλοίωσις, θεωρία τῆς ἐπιλογῆς, συνέχεια κλπ., ἀμέσως παρουσιάζεται ἐμπρός μου ἡ ἀντίστοιχος ἔννοια ἢ παράστασις καθαρὰ μὲ ὅλην της τὴν δύναμιν καὶ συνοδεύεται συνήθως ἀπὸ σειρὰν συναφῶν παραστάσεων καὶ συναισθημάτων. Ὅταν ὅμως ἀκούω ἄρτος, οἶνος, ὕδωρ, ῥινόμακτρον, ἐπιτραπέζιος ὀθόνη, ἰχθύς, ὄφις, ἵππος, γαλῆ, ψιττακός, ἢ (λέξεις, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται ὁ Ψυχάρης καὶ οἱ μαλλιαροὶ) αἱματόσταμνα, καρβουνικὸ ὀξύ, ἀπανωσιά, ξετυλιξιά, ἀλλαξιά, θεωρία τῆς φυσικῆς ξεχωρισιᾶς, ξακολούθια κλπ., ἢ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ πολύπλοκος διανοητικὴ ἐργασία καὶ νὰ σπουδάσω τὸ γλωσσικὸν σύστημα τοῦ Α. (τοῦ Ψυχάρη) ἢ τοῦ Β., διὰ νὰ εὕρω ποία εἶναι ἡ ἀπανωσιὰ .... κ. τ. ὅ., ἢ νὰ ψάξω τὸ λεξικό μου, διὰ νὰ εὕρω τὸ ὗς, κνίψ, τρύξ, φάσγανον, κακκάζουσιν, ὕϊζουσιν, ἰύζουσιν, κοΐζουσιν (ἰδὲ Ἀλφαβητάριον Παπαμάρκου)». Καὶ κατωτέρω τὸ αὐτί μας ἐσυνήθισε τόσον πολὺ εἰς τὰς λέξεις...μικροσκόπιον, πτῶμα, ἐκδηλώσεις, ὄν, κτλ., ὥστε, ὅταν ἀκούσωμεν.... μικροσκόπι, φτῶμα, ἐγδήλωσες, ὄντο (λέξεις τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ μαλλιαροί), αἰσθανόμεθα, ἡμεῖς οἱ σημερινοὶ θνητοὶ» ποῦ τὰς μεταχειριζόμεθα, τὴν καλαισθησίαν μας νὰ διαμαρτύρηται. Τοιαῦται λέξεις εἶναι, δι’ ἡμᾶς τουλάχιστον τοὺς ἀγλωσσολογήτους, νεκραί, διότι ἀντὶ νὰ προκαλέσουν αὐτομάτως τὴν ἀντίστοιχον παράστασιν, προκαλοῦν σειρὰν δυσαρέστων συναισθημάτων κορυφουμένην ἐνίοτε μέχρι ἀηδίας καὶ ἀγανακτήσεως». Ὅταν λοιπὸν τοιαῦτά τινα γράφῃ, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ καταλεχθῇ μεταξὺ τῶν μαλλιαρῶν, μεταξὺ τῶν Ψυχαριστῶν· εἶναι παιδαγωγός, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἰδέας πεπλανημένας, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει ὁ τέως γυμνασιάρχης καὶ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων Μακεδονίας, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἤκουσα, ὅτε εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ περιοδεύω τὴν Μακεδονίαν, καὶ τὸν ὀνομάζω, ὁ κ. Εὐθύμιος Μπουντώνας. Ὁ κ. Μπουντώνας ἐν περισπουδάστῳ φυλλαδίῳ ἐκδοθέντι τὰς ἡμέρας ταύτας, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ὁ Ἐκπαιδευτικὸς ὅμιλος καὶ οἱ κίνδυνοι τῆς καθαρευούσης», λέγει, ὅτι ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς ὅμιλος» παρέχει ἀφορμὴν συζητήσεως ἐπιστημονικῆς σοβαρᾶς καὶ ὅτι «καὶ ἂν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχον πράγματι ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἐπαινοῦντες αὐτήν, ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἦτο οὔτε ἄχρηστος οὔτε κακὸς καθ’ ὅλου οἰωνός. Πάντως θὰ μᾶς ἔδιδεν εἰκόνα τῶν πραγμάτων ἀκριβεστέραν καὶ θὰ προῆγε τὸ σύγχρονον παιδαγωγικὸν πνεῦμα, ἢ θὰ καθώριζε τουλάχιστον τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται». Καὶ κατωτέρω, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς θέσεως τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, γράφει· «γενικεύεται ὁ πόθος νὰ γεφυρωθῇ τὸ μεταξὺ τοῦ γραπτοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ προφορικοῦ λόγου διάστημα. Τὰ θεωρητικὰ στηρίγματα τῆς στάσεως ταύτης ἔδωκε κυρίως ὁ σεβαστὸς διδάσκαλός μου κ. Χατζιδάκις... Γεφύρωσιν τοῦ χάσματος μετ’ ἐπιφυλάξεων πρὸς τὸ γλωσσικὸν συναίσθημα τῆς συγχρόνου γενεᾶς εὔχονται σήμερον καὶ οἱ συντηρητικώτεροι... Φερόμεθα πρὸς τύπον τοῦ γραπτοῦ λόγου ἁπλούστερον καὶ πλησιέστερον πρὸς τὸν τύπον τοῦ κοινοῦ προφορικοῦ λόγου». Καὶ καταλήγει ὁ ἄριστος διδάσκαλος καὶ παιδαγωγὸς ἐπὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος διὰ τῶν ἑξῆς· «σήμερον νομίζω ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς ἀμφότερα μὲν τὰ διαμαχόμενα μέρη σοβαρότητα, εἰς δὲ τὴν φρουρὰν τῆς καθαρευούσης καὶ δύο ἄλλα εὐκολώτερα καὶ πολὺ ἀναγκαιότερα πράγματα· δικαιοσύνην καὶ εἰλικρίνειαν. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ νομίζῃ ἡ ἐφορεία ὅτι εἰς ὀλίγους μῆνας θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ ἕτοιμον ὅ,τι δὲν κατώρθωσε νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ἔθνος εἰς αἰῶνα ὁλόκληρον. Δὲν εἶναι οὔτε σοβαρὸν οὔτε εἰλικρινὲς νὰ προσποιῆται ἡ φρουρὰ τῆς καθαρευούσης ὅτι δύναται νὰ κωδικοποιήσῃ τὴν καθαρεύουσαν, νὰ τὴν προφυλάξῃ διὰ συνταγματικῆς ῥήτρας καὶ νὰ τὴν παραδώσῃ ἀκήρατον καὶ ἀμόλυντον εἰς τὴν ἐπερχομένην γενεάν. Δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον οὔτε συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος ν’ ἀνησυχοῦν οἱ κύριοι φρουροὶ τὸν κόσμον διαρκῶς μὲ τὴν τραγικὴν ἀπόφασίν των νὰ θυσιασθοῦν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης. Θυσίαν εὔλογον καὶ εὔκολον ἀπαιτεῖ τὸ ἔθνος παρ’ αὐτῶν, νὰ παύσουν νὰ νομίζουν, ὅτι αἱ σκέψεις των εἶναι δόγματα πίστεως καὶ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸν κόπον τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῶν ἢ νὰ παρακολουθήσουν τοὐλάχιστον τὴν συζήτησιν καὶ νὰ παύσουν τὸν παράλογον θόρυβον. Δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον οὔτε συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος νὰ στιγματίζηται ἀμέσως ὡς ἐθνικὴ προδοσία πᾶσα τάσις πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων, ἀρκεῖ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὅτι ἐπίκειται ἔστω καὶ ὁ παραμικρὸς κίνδυνος τῆς καθαρευούσης». Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ συζήτησις. Βεβαίως δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πλανῶνται ἐκεῖνοι, ἢ νὰ πλανῶνται οἱ ἄλλοι. Ἡ συζήτησις θὰ φέρῃ εἰς φῶς τίς τῶν δύο πλανᾶται. Διατί νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν συζήτησιν, Κύριοι; Τοῦτο εἶναι ἀνελεύθερον, εἶναι τυραννικόν. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι, ἐὰν θελήσητε νὰ εἴπητε ἐνισχύοντες τὴν μίαν ὁμάδα ἐκ τῶν διαμαχομένων, ὅτι ἐπικρατεστέρα εἶναι ἡ γνώμη τῶν μὲν ἢ τῶν δέ, διατρέχετε κίνδυνον νὰ ἐνισχύσητε ἀκριβῶς ἐκείνους, οὓς θέλετε νὰ διώξητε; Διότι εἶναι ψυχολογικῶς ἀποδεδειγμένον ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται, καθίσταται ἐπιθυμητότερον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἀφωρίσθη σύγγραμμα εὐφυεστάτου Ἕλληνος συγγραφέως — τοῦ ἀειμνήστου Ῥοΐδου — ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔλαβε τοιαύτην διάδοσιν, ὥστε μετ’ ὀλίγον δὲν ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ καλύβη, ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὴν «Πάπισσαν Ἰωάνναν».
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡμίωρον συνεπληρώθη.
§85Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν μοὶ παρέχῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν, θὰ ἐξακολουθήσω ἀκόμη ἐπὶ δέκα λεπτά.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας περατώσεως τῆς προκειμένης συζητήσεως μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ζητήσω, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς κατὰ τοῦ κ. Τσιριμώκου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ἡ προσπάθειά μου, ὅπως τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν προκειμένου περὶ τοῦ κ. Τσιριμώκου. Ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἐζητεῖτο παρ’ ἄλλου τινός, ἔχοντος ἐναντίαν γνώμην, θὰ παρεξηγεῖτο ἴσως τοῦτο.
§87Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καταλήγων λέγω ὅτι παρ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως συνταγματικῆς ἐκτὸς τῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀπαγορευθῇ ἡ εἰς ἄλλο ἰδίωμα ἀπόδοσις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, εἶναι ὄχι μόνον ἄχρηστος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής, ἐπειδὴ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον δὲν παύει νὰ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ἐκμετάλλευσις ἔκαμεν, ὥστε ν’ ἀναστατωθῇ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον καὶ νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τῶν πολλῶν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, ἡ γλῶσσα ἡ μία καὶ ἀδιαίρετος, διατρέχει κίνδυνον, τεθῇ δὲ οὕτως ἐν κινδύνῳ ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγὼν πρὸς ἀνυπολόγιστον ἐθνικὴν ζημίαν, καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ τερματίζουσα τὴν συζήτησιν ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ἣν «ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς ἣν συντάσσονται τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους». Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἀποφεύγετε πάντας τοὺς κινδύνους, οὓς ἐφαντάσθητε ἐπερχομένους ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς διατάξεως τοιαύτης, ἐπαναπαύεται δὲ καὶ ἡ ἐξεγερθεῖσα ἐθνικὴ συνείδησις, χωρὶς νὰ παρασχεθῇ εὐκαιρία εἰς τοὺς πολεμίους τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐκ τῆς εὐπαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παν. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§89ΠΑΝ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο περιττόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσοι ῥήτορες καὶ εἰδήμονες ἄνδρες παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος, πολλῷ ἁρμοδιώτεροι βεβαίως ἐμοῦ, ἵνα ἐξετάσω τοῦτο ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως. Ἂν ὅμως ἔσχον τὸ θάρρος, ὅπως λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐνόμισα καθῆκόν μου, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν κοινὴν τοῦ ἔθνους συνείδησιν, νὰ συντελέσω πρὸς τὴν ὅσον ἔνεστι πανηγυρικωτέραν ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ τοσοῦτον σοβαροῦ τούτου ζητήματος τοῦ συνταράσσοντος τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, Κύριοι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν ἄλλων γλωσσῶν διὰ τὴν πρωτοτυπίαν καὶ καλλιλογίαν αὐτῆς· ἐκφράζει ἀκριβῶς καὶ καλλιεπῶς τὰς λεπτοτάτας καὶ τρυφερωτάτας ἐντυπώσεις καὶ διανοήματα· παριστᾷ τὸ ὕψιστον ἰδανικὸν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος ἐν τῷ λόγῳ· εἶναι τὸ ἀριστούργημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέπλασεν ἡ ἑλληνικὴ διάνοια τῆς ἀρχαιότητος καὶ τὸ περικαλλὲς μνημεῖον, τὸ ὁποῖον ὡς ἰσχυρὰ ἅλυσις συνδέει ἡμᾶς ἀρρήκτως πρὸς τὰς προαπελθούσας παλαιοτάτας ἑλληνικὰς γενεάς. Ἡ Ἑλληνικὴ αὕτη γλῶσσα διὰ μέσου τῶν αἰώνων διεσώθη ἀναλλοίωτος κατὰ τοὺς γενικοὺς αὐτῆς χαρακτῆρας καὶ περιῆλθεν εἰς ἡμᾶς ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη, ὡς ἱερὸν παλλάδιον ἀπὸ τῶν προγόνων μας. Ἡ γλῶσσα ἡμῶν κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς τῆς δουλείας χρόνους ὑπέστη βεβαίως τὴν ἐπίδρασιν τοῦ βαρβαρισμοῦ καὶ τῶν βαρβάρων κατακτητῶν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀλλὰ δὲν ἀπώλεσε τοὺς γενικοὺς αὐτῆς χαρακτῆρας. Ἅμα ὡς τῇ ἀναγεννήσει τοῦ γένους ἀνεγεννήθη ἀμέσως καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, καὶ ὁ ἐκκαθαριστὴς καὶ δημιουργὸς αὐτῆς, ὁ Κοραῆς, ἔθεσεν ἀσφαλεῖς τὰς βάσεις τῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς προόδου της. Ὑπὸ τὸν ζωογόνον τῆς ἐλευθερίας ἥλιον ἀνεπτύχθη καὶ διεμορφώθη ἡ δημοτική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν τὰ ἐθνικὰ θούρια καὶ τὰ ὄντως θαυμάσια ἔργα τῶν λυρικῶν ποιητῶν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀποτελεῖ περίλαμπρον σταθμὸν τῆς ἐξελίξεως τῆς ἡμετέρας γλώσσης, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ δημοτικὴ εἶναι ἐκείνη ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφυτευθῇ καὶ εἰς τὸν πεζὸν λόγον.
§90Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§91Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, ἥτις τοσούτους ἀγλαοὺς παρήγαγε καρποὺς ἐν τῇ λυρικῇ ποιήσει, βεβαίως κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐντελῶς ἀκατάλληλος ὅπως μεταφυτευθῇ καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ. Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ διαφωνία ἡμῶν μετὰ τῶν ἀντιφρονούντων συναδέλφων δημοτικιστῶν. Ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἐγέννησε παραφυάδα, τὴν ὁποίαν νοσοῦντές τινες ἐγκέφαλοι ἐδημιούργησαν. Περὶ αὐτοὺς δὲ τοὺς αἱρεσιάρχας, ὡς πρὸς μεγάλους διδασκάλους, προσέτρεξαν καὶ συνεσωρεύθησαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἀγράμματοι καὶ ἔκφυλοι νεανίσκοι, οἵτινες ἐγκαταλιπόντες τὰ βάθρα τῶν γυμνασιακῶν τάξεων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατανοήσωσι τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὴν περικαλλῆ ἡμετέραν γλῶσσαν.
§92Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὖγε.
§93Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νέος, Κύριοι, τῆς γλώσσης ἡμῶν ἐκκαθαριστὴς καὶ δημιουργός, νέος λογοτέχνης καὶ τεχνοκρίτης παρουσιάζεται φθίνοντος τοῦ 19ου αἰῶνος, ὁ ἀπαίσιος Ψυχάρης.
§94Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ.
§95Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καταλαμβάνων ἀτυχῶς τὴν ἕδραν τοῦ καθηγητοῦ τῆς σχολῆς τῆς νεοελληνικῆς γλώσσης ἐν Παρισίοις γράφει τὰ πρῶτα ἔργα αὐτοῦ, καὶ δυστυχῶς περὶ αὐτὸν κατορθώνει νὰ συγκεντρώσῃ κόσμον φιλολογικόν, ἀλλὰ νοσοῦντα ἀσφαλῶς διανοητικῶς. Ἡ ἐμφάνισις ὅμως τοῦ Ψυχάρη, Κύριοι, δὲν εἶναι τόσον ἁπλῆ καὶ γελοία, ὥς τινες ἠθέλησαν νὰ τὴν παραστήσωσιν ἐνώπιον ἡμῶν· ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ψυχάρη ἔσχεν ἀντίκτυπον, καὶ ἀντίκτυπον σοβαρὸν ἐν τῇ ξένῃ ὡς πρὸς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ψυχάρη ἔχομεν τὴν θεωρίαν αὐτοῦ προοδεύουσαν καὶ καρποφοροῦσαν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ τῇ ξένῃ. Προστίθεται εἰς τὴν γνώμην τούτου, τοῦ ἀπαισίου αὐτοῦ αἱρεσιάρχου, ὁ ἐν Μονάχῳ καθηγητὴς τῆς Βυζαντινολογίας καὶ νεοελληνικῆς κ. Κρουμβάχερ. Ἀποφαίνεται ὁ σοφὸς ἐκεῖνος καθηγητὴς γνώμην ἀποτροπαίαν, ὅτι: «ἡ γλῶσσα τῶν νεοελληνικῶν βιβλίων παντὸς γένους καὶ εἴδους δὲν εἶναι γλῶσσα πραγματικὴ οὐδὲ ζῶσα, ἀλλ’ εἶναι εἶδός τι μούμιας καὶ εἴδωλον νεκρὸν ἢ ἡμίνεκρον, συντηρούμενον διὰ τεχνητῶν μέσων ἢ ψιμυθιωμένον». Οὕτως ἀποφαίνεται, Κύριοι, ὁ πολὺς Κρουμβάχερ, ἀκολουθῶν κατὰ γράμμα τὸν Ψυχάρην. Ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ψυχάρη δίδει ἀφορμήν, ὅπως ὅμιλός τις, ὁ «Ἐκπαιδευτικός», ἐμφανισθῇ καὶ ἀναπτύξῃ γνώμας περὶ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ἐν τῇ κατωτάτῃ ἐκπαιδεύσει. Δὲν εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνος, ὅστις δύναμαι νὰ ἔχω αὐθεντικὴν γνώμην ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, διότι ὁμολογῶ ὅτι οὐδ’ ἄκρῳ δακτύλῳ ἐγευσάμην τῶν τῆς Φιλολογίας. Ἐν τούτοις μελετῶν τὸ Καταστατικόν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ τούτου ὁμίλου» δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω λύπην διὰ τὰς γνώμας καὶ ἰδέας, ἅστινας εὑρίσκω ἐν αὐτῷ. Ἐν πρώτοις εὑρίσκω διαθέσεις τοῦ ὁμίλου ἀπολύτως κεκηρυγμένας κατὰ τῆς καθαρευούσης (ἀναγινώσκει): «Ἡ σημερινὴ Πολιτεία καὶ οἱ ἐπίσημοι παιδαγωγοὶ ἄρχισαν νὰ παραδέχονται ὅτι ὄργανο τῆς διδασκαλίας στὸ Δημοτικὸ σχολεῖο πρέπει νὰ εἶναι ὁ «ἀνεπιτήδευτος προφορικὸς λόγος τῶν ἀνεπτυγμένων» κλπ. Καὶ προχωρεῖ ἔτι μᾶλλον. Δυστυχῶς δὲν φθάνει μέχρι τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ἐκεῖ ἀναγκαστικῶς ἐμφανίζεται σήμερον, ἵνα τείνῃ τὴν χεῖρα βραδύτερον καὶ μέχρι τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. (Ἀναγινώσκει): «Στὴ Μέση ἐκπαίδευση τέτοιο πείραμα εἶναι ὅσο γιὰ τὸ γλωσσικὸ μέρος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος, ἀδύνατο γιὰ τὴν ὥρα ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐπιβάλλει αὐτοῦ τὴν καθαρεύουσα». Δὲν σταματῶσι, λοιπόν, Κύριοι, μέχρι τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως· θίγουσι καὶ τὴν Μέσην· ἂν ὅμως σήμερον δὲν προβαίνουσι νὰ ἐκφράσωσι γνώμας καὶ περὶ αὐτῆς, τοῦτο πράττουσι, διότι εὑρίσκουσι προσκόμματα καὶ φραγμούς, τοὺς ὁποίους τό γε νῦν ἔχον ἔχει θέσει εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Καί, διὰ νὰ ἐννοηθῇ ὁποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ Κύριοι οὗτοι περὶ τῆς καθαρευούσης, ἀναγινώσκω ἕτερον χωρίον ἐκ τοῦ βιβλίου τούτου (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐθνικῆς μας γλώσσης εἶναι ἡ καθαρεύουσα, ἡ ὁποία εἶναι γλῶσσα ψεύτικη».
§96Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ὁ κ. Δελμοῦζος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§97Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἀποκαλοῦσι, Κύριοι, ψεύτικη τὴν γλῶσσαν τὴν καθαρεύουσαν, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἥτις ἐξελισσομένη καὶ προοδεύουσα ἀπὸ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, τοῦ ἀληθῶς θαυμασίου τούτου σταθμοῦ τῆς ὅλης γλώσσης ἡμῶν, καὶ προχωροῦσα βαίνει πρὸς τὴν ἀρχικὴν αὑτῆς πηγήν, βαίνει γοργῶς πρὸς τὴν ἀρχαίαν Ἀττικήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, μοὶ ἐπροξένησεν ἀληθῆ κατάπληξιν καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκε τὴν εἰκόνα ὅτι οἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς κεκηρυγμένοι δὲν ἀπέχουσι πολὺ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, εἶναι ἡ τελευταία σύστασις, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ βιβλίῳ των ἐκείνῳ ποιοῦνται, ὅπως ἀναγινώσκωνται τὰ ἔργα τοῦ Ψυχάρη. (Ἀναγινώσκει:) «Σὲ ὅσους θέλουν νὰ σχηματίσουν ἰδέα γιὰ τὴ γλῶσσα μας συσταίνουμε νὰ διαβάσουν τὸ «Ταξίδι» τοῦ Ψυχάρη».
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναγνώσατε καὶ παρακάτω.
§99Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶπον τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Ροΐδου καὶ τοῦ Ψυχάρη κ.τ.λ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος» εἶναι δημόσιον ἵδρυμα;
§101Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἰδιωτικόν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ θὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ τὰς ἰδέας ἑνὸς ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος;
§103ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναπτύσσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἂν ὑπάρχει ὄντως κίνδυνος ἢ ὄχι. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖ.
§104Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι τὸ «Ταξίδι» τοῦ Ψυχάρη ἔχει περίπου τὸ ἑξῆς λεκτικόν. Ἀκούσατε μίαν περικοπὴν (ἀναγινώσκει): «Γιαννούλά μου χρυσὴ τὴν ἐφκή σας! Τὄχω ἀπόφαση ἀπὸ χτές. Θὰ σύρω στὴν Ἑλλάδα κλπ.» Ἀποθαύμασα τοὺς ὁμογενεῖς (ἀφτὴ τὴ λέξη θυμοῦμαι, ἡ Γιαννούλα δὲν τὴν ἀγαποῦσε). Κοιμᾶται μέσα στὸ στῆθος βαθιὰ τῆς Πατρίδας ἡ ἀγάπη· ἄξαφνα μιὰ μέρα κ.λ.π.» Αὐτὸς εἶναι ὁ Ψυχάρης καὶ αὐτοῦ τὰ ἔργα συνιστῶσι νὰ μελετῶμεν!
§105ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ συνιστῶσι καὶ ἔπειτα λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ψυχάρη!
§106Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μὲ διακόπτητε διαρκῶς, κύριε συνάδελφε. Εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι δὲν τὰ λέγω καλῶς, δύνασθε νὰ μὲ διαδεχθῆτε ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου.
§107ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ λέγετε θαυμάσια, καὶ σᾶς συγχαίρω ἐκ μέσης ψυχῆς.
§108Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀλλὰ θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου ὅπως ἐγὼ θεωρῶ αὐτό.
§109ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξ ἐνθουσιασμοῦ σᾶς διέκοψα.
§110Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ὅτε, Κύριοι, οἱ παρ’ ἡμῖν δημοτικισταὶ δὲν ἀπέχουσι πολὺ ἀπὸ τοῦ Ψυχαρισμοῦ καὶ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, ὅτε ἀξιοῦσι νὰ μεταφυτεύσωσιν εἰς τὸν πεζὸν λόγον τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, εἰς δὲ τὸν γραπτὸν λόγον τὸ λεκτικὸν τοῦ προφορικοῦ καὶ ὅτε περὶ τῆς δημοτικῆς γλώσσης τοιαύτην ἔχουσι γνώμην μὴ ἀφισταμένην τοῦ Ψυχαρισμοῦ, δὲν φρονεῖτε ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν; Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον ἔχει ὑποχρέωσιν ἱερὰν νὰ θέσῃ τέρμα καὶ φραγμὸν εἰς τὰς προσπαθείας τῶν Κυρίων ἐκείνων, οἵτινες διαρκῶς ποιοῦνται ὑπούλους ἐπιθέσεις κατὰ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν γλώσσης; Δὲν νομίζετε δὲ ὅτι ἡ παράλειψις τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι ἤθελεν ἀφήσει τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν ἀνυπεράσπιστον, ὥστε νὰ πέσῃ αὕτη ὑπὸ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐφόδους τῶν μαλλιαρῶν, ὁπότε οἱ ὑπερασπισταὶ δὲν θὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων, διὰ ν’ ἀπακρούσωσι τὰς ἐφόδους τῶν μαλλιαρῶν καὶ τῶν Ψυχαριστῶν; Καὶ τότε ὑπὸ τὰς ἁδρὰς ἐκείνας ἐφόδους θέλει ὑποκύψει ἡ ἱερὰ ἡμῶν γλῶσσα καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ φυλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ὁλόκληρος. Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ὑποστῇ τὸ ἀτύχημα τοῦτο, ἂν ἡ γλῶσσα ἡμῶν πέσῃ ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν δημοτικιστῶν καὶ τῶν μαλλιαρῶν, τότε βεβαίως ἂς καταρρεύσωσι καὶ τὰ ἱστορικὰ καὶ περικαλλῆ ἐκεῖνα μνημεῖα τὰ περικοσμοῦντα σήμερον τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐκ τῶν στηλῶν τοῦ Παρθενῶνος καὶ τῶν μαρμάρων τῶν ἀθανάτων μνημείων τῆς Ἀκροπόλεως ἂς οἰκοδομηθῶσιν οἰκίαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἂς στεγασθῇ ὁλόκληρος ἡ σοφία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ δωδεκάωρον δὲν ἐτελείωσε;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη δέκα λεπτά. Ὁ κ. Καραπάνος.
§113ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς εἶναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος ὅτι παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν οἱ φρουροὶ τῆς καθαρευούσης, ὅπως περισώσωσιν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀρχομένης ἤδη νὰ ὀγκοῦται κοινῆς θελήσεως, ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι ὄχι μὲ συνταγματικὰς διατάξεις ἀλλὰ καὶ μὲ λόγχας δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς γλώσσης ἡμῶν.
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποίας γλώσσης;
§115ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς γλώσσης τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς γλώσσης τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα, τῆς γλώσσης μὲ τὴν ὁποίαν χαίρομεν, τῆς γλώσσης μὲ τὴν ὁποίαν πονοῦμεν. Ἡ συζήτησις φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐξετροχιάσθη τελείως, καὶ ὅτι συζήτησις ἐπιστημονικὴ περὶ γλώσσης δὲν ἐπετρέπετο κἂν νὰ λάβῃ χώραν εἰς συνέδριον ἀσχολούμενον περὶ καθορισμοῦ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες θὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Κανὼν ἀναγνωριζόμενος ὑπὸ πάντων τῶν ἐπιστημόνων εἶναι ὅτι ἡ γλῶσσα ὑφίσταται τὴν ἐπίδρασιν τοῦ νόμου τῆς ἐξελίξεως, τὸν νόμον δὲ τοῦτον οὐδείς, οὔτε ὁ κ. Πατσουράκος, δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Τὸν νόμον τοῦτον ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν, καὶ νὰ ταχθῶμεν πάντες κατὰ τῆς νομοθετήσεως διατάξεως, ἥτις κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἔχει, ἀλλὰ γελοιοποιεῖ τὴν σοβαρότητα τοῦ Σώματος ἡμῶν. Οἱ φρουροὶ τῆς καθαρευούσης αἰσθάνονται κλονιζόμενον τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν· οἱ φρουροὶ τῆς καθαρευούσης βλέπουσιν ἑαυτοὺς ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐρημουμένους τῶν φίλων αὐτῶν, βλέπουσιν ἑαυτοὺς ἐγκαταλειπομένους ὑπὸ τῶν μαθητῶν των, καὶ δι’ αὐτὸ διεξάγουσιν ἀγῶνα αὐτοσυντηρήσεως σήμερον καὶ θέλουσι νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας. Περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ σεβαστοῦ καθηγητοῦ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, περὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ σήμερον διεξάγεται ὁ ἀγών, ἀλλ’ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φυσικοὶ νόμοι θέλουσι πληρωθῆ καὶ θέλει ἐκλείψει ὁ σεβαστὸς καθηγητής, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον θὰ προέλθῃ ἡ ἐθνικὴ ἐκείνη φωνή, ἡ ὁποία θὰ φωνάξῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ζωντανήν. Θέλομεν τὴν γλῶσσαν ποῦ αἰσθανόμεθα καὶ δι’ αὐτὸ μετὰ τῶν συναδέλφων μου εἴχομεν τὴν αὐταπάρνησιν νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῶν ἀβούλων ἐκείνων, τῶν μὴ πατριωτῶν....
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε.
§117Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. ... Ἐν τῇ ἀντιλήψει ἡμῶν ἐνομίσαμεν ὅτι προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν συντελοῦντες εἰς τὴν ἵδρυσιν προτύπου δημοτικοῦ σχολείου, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ διδάσκεται τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ. Αὐτὸ ἐπεδιώξαμεν καὶ θὰ τὸ ἐπιδιώξωμεν, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς ἐμποδίσουν διὰ τῆς βίας νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν προσπάθειαν. Ἠσθάνθην ὑψίστην εὐχαρίστησιν, διότι εἶδον τὸ ὄνομά μου σήμερον εἰς ἀναθεματικὴν στήλην· δι’ ἐμὲ ἡ ἀναθεματικὴ στήλη εἶναι ἀναθηματική, καὶ καυχῶμαι καὶ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ὑπερήφανον, διότι τὸ ὄνομά μου ἀνεγράφη ἐκεῖ, ὅπου ἀνεγράφη σήμερον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης. Εἰδοποιῶ ὅτι τὸ δωδεκάωρον ἐξηντλήθη· λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ τάξῃ 15 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἀγόρευσιν, ὅτε ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης οἱ ἀγορεύσοντες θὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ 15 λεπτά.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε, κύριε Φουρίδη.
§121Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θὰ προσπαθήσω, Κύριοι, νὰ συμπυκνώσω τὸν λόγον μου, ἵνα εἴπω ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ὅσα θέλω νὰ εἴπω. Οἱ ἀντίπαλοι τῆς καθαρευούσης πρὸς ὑπεράσπισιν ἑαυτῶν, ἐπειδὴ εἶδον ὀγκωθὲν τὸ ῥεῦμα καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν καὶ ἀπὸ ὑποδιαιρέσεως εἰς ὑποδιαίρεσιν, ἠθέλησαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ τῆς δημοτικῆς, διὰ νὰ ἐξαπατήσωσιν ἡμᾶς, καὶ μὴ τεθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ζητεῖται σήμερον ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ ἐπιστημονικῶς περὶ τῆς γλώσσης μας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει Ἀκαδημία ποῖον ἄλλο εἶναι τὸ ἁρμοδιώτερον συνέδριον, ἵνα συζητήσῃ περὶ τῆς γλώσσης; Εὐτυχῶς ἐνταῦθα ἔχομεν καὶ καθηγητὰς καὶ γυμνασιάρχας καὶ παντὸς εἴδους ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔλλειψιν ἐκείνην τῆς Ἀκαδημίας ἐκ τῶν ἐνόντων δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσιν. Ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπαρουσίασαν οἱ Κύριοι αὐτοί, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν σεβασμὸν πρὸς τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ καὶ τοῦ Βαλαωρίτου καὶ ἄλλων. Οὐδεὶς ἔχει εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν· ὅλοι τὰ σεβόμεθα καὶ θὰ τὰ τηρήσωμεν ὡς κειμήλια, ἀλλ’ ὅπως οἱ ἀρχαῖοι δὲν ἐσεβάσθησαν τὰ ποιήματα τοῦ Ὁμήρου ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ τὰ ἐσέβοντο ὡς ποιήματα, τοιουτοτρόπως θὰ σεβασθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἔργα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὴν γλῶσσάν μας. Ἕτερος Κύριος εἶπεν ὅτι ἴσως ἡ γνώμη αὕτη τῶν ὀλίγων εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ τῶν ἄλλων τῶν πολλῶν εἶναι πεπλανημένη. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ εἴπω ὅτι, ἂν μεταξὺ χιλίων ἀνδρῶν οἱ 999 εἶναι τρελλοί, πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ τρελλός, διότι τὸ λογικὸν καὶ τὸ δίκαιον εἶναι πιθανώτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλουσιν οἱ πολλοί, ἡ ὁλότης τοῦ ἔθνους. Παρεπονέθησαν ὅτι δριμέως ἐπετέθησαν ἐναντίον αὐτῶν οἱ ἀντιφρονοῦντες· ἀλλὰ μήπως αὐτοὶ ἐφείσθησαν τοῦ καθηγητοῦ Μιστριώτου, τοῦ Μητροπολίτου, μήπως οὗτοι ἐφείσθησαν οὐδενός; Οἱ πέντε ἢ ἓξ ἐκεῖνοι ὕβρισαν ὅλους ἡμᾶς, καὶ ὄχι ἡμεῖς ἐκείνους. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ λαοῦ ἐξηντλήθη ὡς πρὸς αὐτό. Ἐπιστημονικῶς, λέγουσιν οἱ Κύριοι αὐτοὶ ὡς ὀρθότερον, ὅτι πρέπον εἶναι, ἐκ τῶν διαφόρων διαλέκτων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, νὰ σχηματίσωμεν τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἀπὸ τὰ γλωσσάρια αὐτὰ νὰ σχηματισθῇ γλῶσσα; Σήμερον ἔχομεν τὴν Μανιάτικην, τὴν Τσακώνικην, τὴν Ῥουμελιώτικην, τὴν Θεσσαλικήν· ἀπὸ αὐτὰ τὰ γλωσσάρια καὶ ἰδιώματα θὰ ἀρυσθῶμεν τὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν γλῶσσαν ἡμῶν τὴν ἐπίσημον; Ὄχι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν γλῶσσαν προηγμένην καὶ πλησιάζουσαν πρὸς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ξενοφῶντος, διότι περισσότερον ἀπέχει ἡ γλῶσσα τοῦ Δημοσθένους ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τοῦ Ξενοφῶντος ἀπὸ ὅ,τι ἀπέχει ἡ σημερινὴ ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τοῦ Ξενοφῶντος, καὶ περισσότερον διαφέρουσι τὰ ποιήματα τοῦ Σοφοκλέους καὶ Εὐριπίδου ἀπὸ τὸν γραπτὸν τότε λόγον. Ἐπὶ πλέον λέγουσιν ὡς ἐπιχείρημα ὅτι διαφέρει πολὺ ἡ γραπτὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν λαλουμένην. Ἀλλὰ ποῖος δὲν εἶδεν αὐτὴν τὴν διαφορὰν εἰς πάσας τὰς γλώσσας; Πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διαφορά. Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν μάλιστα ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἰδιώματα καὶ τόση διαφορά, ὅση δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖ ἡ ὁμιλουμένη γλῶσσα εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν γραφομένην. Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν, δὲν κατώρθωσαν τοὐλάχιστον νὰ πείσωσιν ἡμᾶς τοὺς ἄλλους ὅτι ἔχουσιν ἓν στερεὸν ἔδαφος, πρὸς τί νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν θέλησιν ὅλου τοῦ ἄλλου λαοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ διὰ συλλαλητηρίων καὶ διὰ τηλεγραφημάτων καὶ δι’ ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, διατί νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὰς Ἁγίας Γραφὰς καὶ νὰ μὴ προσέξωμεν εἰς τὸ σχολεῖον; Μοὶ φαίνεται ὅτι μεγαλειτέρα προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, διότι ἐκεῖ θέλουσι νὰ εἰσέλθωσι, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλουσι νὰ εἰσαγάγωσι τὴν ἐλεεινὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ σχηματίσωσιν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν εἶναι ἡ δέουσα, ἡ πρέπουσα, διότι αὐτὴ θὰ θέσῃ περιορισμὸν ὄχι κατὰ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἀλλὰ θὰ θέσῃ περιορισμὸν διὰ τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει, εἰς τὴν πρόοδον τῆς καθαρευούσης. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι ἐκείνη, εἰς ἣν ἐγράφησαν τὰ Συντάγματα μέχρι σήμερον κ. τ. λ.» Ἡμεῖς παραδεχόμεθα καὶ πιστεύομεν πάντες ὅτι ἡ γλῶσσα ἡμῶν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τελειότερον· θὰ φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου θέλομεν νὰ φθάσῃ. Ἄν τεθῇ ὅμως ἡ διάταξις αὕτη, τίθεται πλέον ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἡ μὴ μεταβαλλομένη πλέον κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ σημερινὴ γλῶσσα, ἐνῷ, ἂν παρατηρήσωμεν τὴν γλῶσσαν τὴν πρὸ εἰκοσαετίας γραφομένην, θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν σήμερον γραφομένην, ἤτοι βελτιωμένη· πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀλλοία ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, μὴ ἐμποδίζουσα τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω πρόοδον τῆς γλώσσης, καὶ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ σχολεῖα καὶ ἰδιαιτέρως τὸ δημοτικόν.
§122ΓΕΩΡΓ. Π. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀνάγκην ἐπιψηφίσεως εἰδικῆς προτάσεως ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν οἱ συνάδελφοι τῆς πτέρυγος αὐτῆς, οὔτε θὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἵτινες πρεσβεύουσιν, ὅτι τοιαῦται διατάξεις εἰσὶν ἀντιφιλελεύθεροι κτλ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ περιωρισμένον τῆς ὥρας δὲν θὰ μοὶ εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀναπτύξω τὸ πᾶν, ὡς δεῖ, κατά τε χρόνον καὶ τρόπον, θὰ προσπαθήσω νὰ περικόψω μέρος τι τῆς ὁμιλίας μου καὶ δὴ τὸ ἐπιστημονικόν. αʹ) Τὸ σαφὲς καὶ τέλειον ἐθνικῆς γλώσσης εἶναι ἡ βάσις τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος· βʹ) Ἡ τελειοποίησις τῆς γλώσσης εἶναι φαινόμενον προόδου καὶ ἐνδόξου διαιωνίσεως τοῦ ἔθνους, καὶ γʹ) Ἡ παραβολὴ τῶν κατὰ περιόδους διαφόρων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὡς καὶ ἡ τῶν συγγραμμάτων ἢ διαφόρων πραγματειῶν, ἰδίως τῶν τε δημοσίων καὶ δημοτικῶν λειτουργιῶν, εἶναι ἡ κινηματογραφικὴ εἰκὼν τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἔθνους, καθ’ ὅλου καὶ κατὰ τόπους, πρὸς πρόοδον ἢ παράλυσιν. Ἀλλὰ ἡ λέξις ἔθνος, καὶ δὴ τὸ Ἑλληνικόν, ἐμπερικλείει τὸ σύνολον τοῦ παντός· ἑπομένως ἡ γλῶσσά του, κατὰ φυσικὸν λόγον, δὲν ἀναπτύσσεται οὔτε τελειοποιεῖται μὲ θετοὺς νόμους, οὔτε εἶναι δυνατόν, νόμοι νὰ καθορίσωσι τὰ προοδευτικὰ ὅρια τῆς γλώσσης καὶ διότι ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα (ὡς βάσις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀλάνθαστος εἰκὼν τῆς κατὰ περιόδους πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. (Οἱ φυσικοὶ νόμοι εἶναι ἡ κυρία βάσις τῶν ἀντιφρονούντων ἡμῖν, τῶν κοινωνιολόγων). Ἀλλά, Κύριοι, τοιοῦτοι φυσικοὶ νόμοι διὰ τὸ ἀνθρώπινον βασίλειον, ἐφαρμοσθήσονται τότε καὶ μόνον, ὅταν, καὶ ἐάν ποτε, ἅπασα ἡ ἀνθρωπότης ἐφαρμόζῃ τὸ «ὅ,τι μισεῖς ἑτέρῳ μὴ ποιήσῃς», ὅταν οὐδενὸς νόμου πλέον ἀνάγκη θὰ ὑπάρξῃ, καὶ τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπέχει ἀπὸ τὴν διάνοιαν τῶν κοινωνιολόγων ἐν γένει ἢ ἀπὸ τὴν πλείστων ἄλλων θνητῶν. Τό γε νῦν ἔχον, δέον ν’ ἀκολουθῶμεν τοὺς βιολογικοὺς καὶ ἐθνολογικοὺς κανόνας, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιψήφισιν καὶ ἐφαρμογὴν προστατευτικῶν μὲν τῆς προόδου, τιμωρῶν δὲ τῶν πρὸς στάσιν καὶ ὀπισθοδρόμησιν τάσιν δεικνυόντων. Τούτους ἔχουσι βάσιν οἱ λεγόμενοι σήμερον πεπολιτισμένοι λαοί, ὡς καὶ οἱ μὴ γλῶσσαν καθωρισμένην ἔχοντες, καὶ διότι προβλέπουσιν ὅτι ἐγγίζει ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν θ’ ἀληθεύσῃ τὸ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος «οἱ πόλεμοι θὰ καταπαύσωσιν, ὅταν τὸ ὅπλον τελειοποιηθῇ». Καὶ ἂν ἅπαντες ἐξοπλίζονται σήμερον, καὶ δαπανῶνται περὶ τὰ 7,000,000,000 διὰ καπνόν, τοῦτο γίνεται μᾶλλον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐν Εὐρώπῃ τοὐλάχιστον εἰρήνης, μέχρις οὗ εὑρεθῇ τὸ μέσον τῆς δι’ ἀφοπλισμοῦ εἰρήνης. Οἱ βροτολοιγοὶ καὶ βροτοφθόροι πόλεμοι ἀλλάσσουσιν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καὶ τρόπον καὶ τόπον καὶ διεξάγονται μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ τὰς ἐπιστήμας, ἐν τοῖς γραφείοις καὶ ἐργαστηρίοις, τελειοποιοῦνται δ’ ἐν τοῖς σοβαροῖς ἐπιστημονικοῖς σωματείοις. Τὰ σήμερον πεπολιτισμένα ἔθνη γνωρίζουσιν ὅ,τι ἴσως ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, ἤτοι ὅτι οἱ Ἰνδοὶ καὶ οἱ Αἰγύπτιοι ἤκμασαν πρὸ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ πρῶτοι δὲν εἶχον μίαν καὶ μόνην γλῶσσαν θετικήν, ἀλλὰ διαλέκτους, καίπερ πολυπληθέστεροι, κατέχοντες γαίας ἐκτενεστέρας καὶ καρποφορωτέρας τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἀπέθανον καὶ ἐτάφησαν αἰωνίως, ἐνῷ ἡ Ἑλλάς, διότι εἶχε γλῶσσαν καὶ μόνον γλῶσσαν, ἡ Ἑλλάς, ἐὰν δὲν ἀπέθανεν οὔτε μίαν στιγμήν, σήμερον ὅμως κινδυνεύει τὸν σοβαρώτερον τῶν κινδύνων, καὶ ἂς μὴ αἰσιοδοξῶμεν. Τονίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι σήμερον κινδυνεύει, διότι οἱ τῶν ἄλλων ἐν γένει χωρῶν ὡς βάσιν εἶχον μέχρι τέλους τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, πάντοτε τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύναντο οὔτε ἓν βῆμα προοδευτικὸν νὰ κάμωσι· σήμερον ὅμως ἔχοντες ἁπάσας τὰς βάσεις καλλιεργοῦσι, τελειοποιοῦσι καὶ πλουτίζουσι τὴν ἰδίαν των ἐκ τῆς ἰδίας, τινὲς δ’ ἐκ φόβου καὶ φθόνου μὴ δὲν φθάσωσιν, ἂν ὄχι ὑπερβῶσί ποτε, τὸ ὕψος τῆς Ἑλληνικῆς ἐζήτησαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἐν ᾧ, εἰ δυνατόν, νὰ τὴν ἐνταφιάσωσιν, ἐπιθέτοντες τοιοῦτον ἐπιτύμβιον λίθον, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ πλέον ποτὲ νὰ βασιλεύσῃ, καὶ τοῦτο δυστυχῶς ἐπιτυγχάνεται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, καὶ τὸ χείριστον, ὅτι μεταχειρίζονται Ἕλληνας νεκροθάπτας. Μὲ τὰς λέξεις αὐτάς, κύριοι Βουλευταί, σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀμφιβάλλω ποσῶς, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Ἕλλην τίς που, ὅστις νὰ μὴ προσφέρῃ, ἐν ἀνάγκῃ, ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τὴν τελευταίαν σταγόνα τοῦ αἵματός του· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀμφισβητήσω τὸν χαρακτῆρά τινων, μὴ ἐχόντων τὸ θάρρος εἰς πράγματά τινα, ἅτινα ἀναγνωρίζουσι μὲν ὡς οὐσιώδη, θέλουσιν ἐν τούτοις νὰ τὰ παριστῶσι καὶ τὰ παριστῶσιν ὡς ἐπουσιώδη, ἐνῷ αὐτοὶ οὗτοι ἐν πολέμῳ ἴσως ἀποδειχθῶσιν ἥρωες. Οἱ πρὸς κατανόθευσιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀγῶνες, ἤρξαντο ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, ἰδίως δ’ ἀπὸ τοῦ 1881, διὰ προπαγάνδας τοῦ ν’ ἀνεύρωσιν Ἕλληνας, διαγινώσκοντας μὲν τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ τὸ κακόν, ἀλλ’ ἐκ χαρακτῆρος μὴ ἔχοντας τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ πρῶτον. Τοῖς ἐνεφύτευσαν ἐν ἀρχῇ τὴν ἀναξίαν καὶ ἀπεμάκρυναν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀξίαν ξενολατρείαν, ὥστε ἀκολούθως ν’ ἀποτάξωσι τὸν Θεόν, ὅστις μᾶς ἐδώρησε τὴν γλῶσσάν του, καὶ νὰ δοξάσωσι τὸν Μαμμωνᾶν. Τοιούτους δυστυχῶς εὑρῆκαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκκλησίᾳ. Ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων, αἵτινες ἐγένοντο τόσον ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἐξήτασαν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν καὶ θετικήν του ὄψιν, ὅσον καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες τὸ ἐξήτασαν ὑπὸ τὴν θεωρητικήν του, ᾐσθάνθην, κύριοι Βουλευταί, ἀνακούφισίν τινα, διότι ἤδη δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, 1ον) διατί κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας ἐγένοντο τοσαῦται αἰλουροειδεῖς κινήσεις καὶ εἰσπηδήσεις εἰς τὰ διάφορα δημόσια ἱδρύματα. 2ον) Διατί ἐν μέσῳ τόσων χιλιάδων δικηγόρων, ἄλλων τόσων χιλιάδων ἰατρῶν καὶ πολλῶν ἑκατοντάδων φιλοσόφων καὶ φιλολόγων, βιούντων ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀνευρίσκοντο, οὔτε 20, πρὸς συμπλήρωσιν γεννηθέντων, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, κενῶν ἔν τισιν ἐπιστημονικοῖς ἱδρύμασιν, ἐνῷ τοιοῦτοι θὰ ἀνευρίσκοντο εὐκόλως εἴτε εἰς τὰς ἐπαύλεις εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν θέλω, ταῦτα λέγων, νὰ διαφιλονεικήσω ὅτι καὶ ἐκεῖνοι δὲν φέρουσι τὰ στοιχεῖα τοῦ καλοῦ ἐπιστήμονος, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ἐπιτρέψω καὶ ἐγὼ εἰς κανένα ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπῆρχον, ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσιν ἀρκετοὶ ἱκανώτεροι καὶ πλεῖστοι ἴσοι μὲ ἐκείνους· ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι ὅτι οἱ πρῶτοι, διότι βεβαίως, ὡς εἶναι φυσικὸν ἄλλως τε, δὲν γνωρίζουσι τὴν καθαρεύουσαν, καὶ ἀκουσίως θὰ διδάσκωσι μὲ χυδαίαν, οἱ δὲ δεύτεροι τοὐναντίον. 3) Διατί πᾶν ἀνιχνευτικὸν πνεῦμα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ὡς καὶ πᾶς σοβαρὸς ἐπιστήμων, κατεδιώκετο μέχρις ἐξαφανίσεώς του ἢ ἐξουδετερώσεώς του ἢ καὶ ὁ ἐπιμένων, μέχρις οὗ, εἰ δυνατόν, τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον νὰ ὑποστῇ. (ὅρα Θ. Φλογαΐτην). Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς κατὰ τὴν μακρὰν αὐτὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος τόσον τοὺς μέν, ὅσον καὶ τοὺς δέ, ἰσχυριζομένους ὅτι τὴν κυρίαν ἑλληνικὴν γλῶσσαν οὐδείς ποτε θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν νοθεύσῃ, νὰ τὴν ἐξαλείψῃ. Τὸ τοιοῦτον ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον καὶ μετ’ ἐπιμονῆς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς διαφόρους κύκλους τῶν διαφόρων τάξεων, ἅπαντες δ’ ὡς ἐπιχείρημα ἔφερον τὸ ἑξῆς: τόσοι βάρβαροι, τόσοι τύραννοι ἐπεχείρησαν τὸ τοιοῦτον διὰ μέσου τόσων αἰώνων καὶ τὴν κατεδίωξαν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου χωρὶς κατ’ οὐδὲν νὰ τὴν ἀλλοιώσωσιν. Ἀλλ’, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, δὲν διατελοῦμεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις· οἱ βάρβαροι καὶ οἱ τύραννοι, οἱ καὶ μόνον δυνάμενοι ν’ ἀναγινώσκωσί τι, οἱ καὶ ἐλαχίστην ἀντίληψιν ἀνθρωπισμοῦ ἢ καὶ ἐλάχιστα στοιχεῖα ἀναπτύξεως καὶ προόδου—ἅτινα δὲν ἐλλείπουσιν οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀγρίους—φέροντες, δὲν ἐπεχείρησάν ποτε, οὐσιαστικῶς, τὴν ἐξάλειψιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀλλὰ τὴν ὑφαρπαγήν της· δὲν κατεδίωκον τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ τοὺς Ἕλληνας, ἐκ τούτου δ’ ἀνεπτύσσετο ἰσχυροτάτη ἀντίδρασις, ἀπὸ τὸ ἀόρατα ῥινήματα τῆς ὁποίας, ὡς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀναλυομένους ἱστοὺς τῶν ἀνδρείως πεσόντων, ἀνεφύοντο οἱ γίγαντες τό τε σῶμα καὶ νοῦν, καὶ ἐγεννᾶτο ἡ εὐώδης καὶ ἀθάνατος ἡμῶν ἱστορία, ἐνῷ σήμερον μᾶς κατατρύχουσιν ἡ πλάνη καὶ ὁ δόλος, ἡ ἀπάτη καὶ ὁ χρυσός, οἵτινες ἐπιφέρουσι τὴν ἐκ παραλύσεως καταστροφήν, ἥτις ὄπισθέν της ἀφήνει τὴν βρῶμαν καὶ τὴν δυσωδίαν. Δὲν αἰσιοδοξῶ, Κύριοι, ἀλλ’ ἀπαισιοδοξῶ λίαν, ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Λέγω ὑμῖν τάδε καὶ μόνον. Κατὰ τὸ 1888 ἠγέρθη εἰς διάφορα ἐπιστημονικὰ σωματεῖα τῆς Ἑσπερίας τόδε τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα: Ἂν ἦτο ἀναγκαῖον κατὰ τὰ διάφορα διεθνῆ συνέδρια νὰ ἐγίνοντο καὶ ἐδημοσιεύοντο αἱ ἀνακοινώσεις εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν· ἅπαντες εἶπον ὅτι τοῦτο ἦτο πλέον ἢ ἀναγκαῖον. Ἐπηκολούθησαν ἐπὶ μακρὸν συζητήσεις πρὸς ἐκλογὴν γλώσσης, διότι δὲ ἦτο βέβαιον τὸ ἀδύνατον νὰ προτιμηθῇ ἡ μία τῶν τεσσάρων Δυνάμεων (Ἀγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας καὶ Ἰταλίας), συνεζητήθησαν κατὰ σειρὰν ἡ Ἱσπανικὴ καί τις Volapuk· ἐν τέλει δὲ ὁ ἀγὼν διεξήχθη μεταξὺ τῆς Λατινικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔτεινεν ἡ ἐκλογὴ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ὡς ζώσης, διότι ἡ Λατινικὴ εἶναι τελείως νεκρά, καὶ ὁ κ. Cabanes εἶπε τὰ ἑξῆς: «ἡ τάσις πρὸς ἀναγέννησιν τῆς Λατινικῆς γλώσσης προσομοιάζει μὲ γαλβανιζόμενον πτῶμα». Ἐπιστημονικαὶ δ’ ἐφημερίδες, ὡς καὶ πολιτικαί, τῶν ξένων χωρῶν ἀνέλαβον τὴν ὑποστήριξιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καί τινες τὴν ὑπεστήριξαν ὡς τὴν μᾶλλον καταλληλοτέραν, πολλοὶ δὲ διάσημοι θαυμασταὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπεσκέφθησαν τὰς Ἀθήνας ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου. Πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ἐνθυμεῖται ὅτι ἐκ τοῦ 1888–1896 διήρχοντο ἐξ Ἀθηνῶν καὶ 3 καὶ 5 τοιοῦτοι ἀνὰ ἕκαστον ἔτος, ἔκτοτε δὲ σχεδὸν οὐδείς. Ἐπιτραπήτω μοι ν’ ἀναγνώσω ἐλάχιστόν τι μέρος ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου δημοσιεύματος. Ὁ ἰατρὸς κ. Thomas S. Stedman ἔγραφεν ἐκ Νέας Ὑόρκης πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις διευθυντὴν καὶ συντάκτην τῆς ἰατρικῆς ἐφημερίδος τῶν Παρισίων κατὰ τὸ 1894 καὶ τὰ ἑξῆς ἐν σχέσει πρός τε τὴν Λατινικὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν: «......Ἄλλοτε ἦτο ἡ Λατινικὴ γλῶσσα, διὰ τῆς ὁποίας ἅπαντες οἱ σοφοὶ τῶν διαφόρων ἐθνῶν ἠδύναντο ν’ ἀνακοινῶσι τὰς ἰδέας των, ἂν ὄχι διὰ ζώσης φωνῆς, τοὐλάχιστον διὰ τοῦ γράφειν. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς γλώσσης ἐκείνης, ἄνευ ἐλπίδος νὰ ἐπανέλθῃ. Ἡ Λατινικὴ γλῶσσα ἐγήρασε πλέον καὶ κατέστη δυσχερεστάτη τοῦ ἀναπληροῦν ἁπάσας τὰς συνθήκας διὰ μίαν διεθνῆ γλῶσσαν..... Ἐν τούτοις ὑπάρχει μία γλῶσσα ἀρχαιοτέρα καὶ τῆς Λατινικῆς, τῆς ὁποίας πλεῖστοι ὅσοι ἄνδρες τῶν γραμμάτων, οἱ μέγιστοι δέ, διὰ μέσου τῶν αἰώνων χρείαν ἐποιοῦντο, καὶ ἤδη εἶναι τόσον ἱκανὴ ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς φιλολογικὰς ἀνάγκας τῶν ἀνδρῶν τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, ὅσον ἦτο νὰ ἐκδηλῶνται αἱ ἰδέαι καὶ σκέψεις τοῦ Δημοσθένους κατὰ τὸν Δʹ αἰῶνα π. Χ......». Εἷς τῶν ἡμετέρων σοφῶν ἑλληνιστῶν, ὁ Γουσταῦος d’ Eichthal, ἔκρινεν οὕτω καὶ τόσον πλέον ἢ εὐνοϊκῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ὡς γλῶσσαν διεθνῆ, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἀνωφελὲς καὶ δὴ ἐγωιστικὸν ἐκ μέρους μου νὰ προσθέσω τὰ ἀσθενῆ μου ἐπιχειρήματα πρὸς τὰ ἐκείνου, τὰ τόσον ἄλλως τε πλειστάκις λεχθέντα καὶ ἀποδειχθέντα ἀνεπίδεκτα συζητήσεως καὶ ἀμφιβολίας. Ὁ Nefftzer (διευθυντὴς καὶ συντάκτης τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων): «....Ἀλλὰ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχουσι διαφοραὶ καὶ βαθμοί. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. d’ Eichthal ἐξέλεξε μὲ θετικὴν εὐστοχίαν κρίσεως ἐκείνην ἐξ ὅλων τῶν ὁμιλουμένων γλωσσῶν πρὸς σχηματισμὸν διεθνοῦς, ἥτις ὄντως ἤθελεν εἶσθαι ἡ ὀλιγώτερον δυσχερής. Ἡ γλῶσσα δ’ αὕτη εἶναι ἡ νέα Ἑλληνική, ἥτις, ὡς γνωστόν, πλησιάζει πολὺ τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν.....». Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, πολλοὶ Φιλέλληνες ἠγωνίζοντο ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1890–1895, διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ὡς διεθνοῦς. Τί μὲν ἡ τότε ἐπίσημος Ἑλληνικὴ Πολιτεία, τί δὲ οἱ ἄνδρες τῶν γραμμάτων ἐνήργησαν καὶ ἔπραξαν πρὸς διαφώτισιν τῶν διεθνῶν δικαιωμάτων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης!, διότι ὁ προεδρικὸς κώδων γρυλλίζει τὸν κίνδυνον τῆς λήξεως τῆς ὥρας, ἀφήνω τὰς λεπτομερείας καὶ λέγω: Οὐδὲν ἕτερον παρ’ ὅ,τι οἱ πρῶτοι κατεγίνοντο εἰς τὴν ἀνεύρεσιν καὶ παροχὴν ῥουσφετίων πρὸς ἀπόκτησιν καὶ συνασπισμὸν κομμάτων διὰ τῆς διασπαθήσεως τοῦ δημοσίου πλούτου. Οἱ δὲ δεύτεροι αἰλουροειδῶς εἰσπηδῶντες ἐν τοῖς διαφόροις ἱδρύμασι, συνεταιριζόμενοι μὲ τοὺς πρώτους, ἐπὶ προεξοφλήσει τινὲς τόσον τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, ὅσον καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας των, τοῦ ὑπηρετεῖν μὲ ἐκείνους δουλοπρεπῶς, ἀλλ’ ἀναλαμβάνειν ἀνευθύνως ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἣν νὰ χειρίζωνται διά τε τὰ ἴδιά των προσωπικὰ συμφέροντα καὶ διὰ τὸ πολιτικὸν κόμμα τῶν πρώτων. Οὕτως ἐνεστερνίσθησαν καὶ ἔσπειραν «τὸ Ῥωμαίικο δὲν διορθώνεται» καὶ τὸ «ὁ σκοπὸς νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ γαῖα πυρὶ μιχθήτω». Ἡ τοιαύτη ἐν γένει χαρακτηριστικὴ κατάστασις ἰδίως τῶν Ἑλλήνων σοφῶν συνετέλεσε καὶ εἰς τόσα ἄλλα ἀτυχήματα διά τε τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὁποίου ἔδει νὰ χυθῇ καὶ πάλιν ἀθῷον χριστιανικὸν αἷμα, καὶ κατὰ σύμπτωσιν εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ, εἰς τὴν διὰ παντὸς ἀπώλειαν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἐπιστημονικῶς διεθνοῦς, καὶ εἰς τὴν σκληρὰν δοκιμασίαν τοῦ νὰ συζητῶμεν σήμερον ἐπιψήφισιν ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς περιφρούρησίν της. Ἀλλά, καὶ τοιούτου ψηφισθέντος, περιφρουρεῖται ὅσον δεῖ ἀπὸ τοὺς δολίους ἐπιδρομεῖς; Βεβαίως ὄχι, Κύριοι. Ἀλλ’ οὔτε, κατ’ ἐμέ, δι’ ἄλλων ἐπιψηφισθησομένων νόμων, διότι ἡ ἐθνική μας γλῶσσα ἔχει ἀνάγκην καλλιεργείας καὶ σοβαρᾶς ἐπιστημονικῆς τελειοποιήσεως, ἥτις θὰ ἐπιτευχθῇ μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς λειτουργίας σοβαρῶν ἐπιστημονικῶν σωματείων, καὶ οὐχὶ οἷα τὰ σήμερον, ἅτινα οὐδένα προορισμὸν ἐκπληροῦσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σώσῃ, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα θὰ φθάσῃ εἰς οἷον σημεῖον δέον νὰ φθάσῃ, ἑπομένως καὶ ὁ ἐθνισμός, εἶναι ἡ Σιναία Ἀκαδημία. Ἂς ἀνοιχθῶσι σοβαρῶς αἱ τῆς Σιναίας Ἀκαδημίας πύλαι, ἀπὸ τῶν ὁποίων ν’ ἀποκλεισθῶσιν οἱ χυδαϊσταί, οἱ μαλλιαροὶ καὶ οἱ Μελαγχροινοὶ τῆς τε γλώσσης καὶ τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν. Ἂς ἀνοιχθῶσι, λέγω, διὰ νὰ εἰσέλθωσι καὶ εἰσέρχωνται ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνοις οἱ διὰ τὰς ἐπιστήμας ἐπιστήμονες, οἱ διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν Ἕλληνες, οἱ ἄριστοι, οὐ μόνον ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικῶν γνώσεων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἠθικῆς ἀγωγῆς καὶ χαρακτῆρος, οὐ μόνον ὑπὸ ἔποψιν λογικῆς δυνάμεως τοῦ διαγιγνώσκειν τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀποχρώσεως ἠθικῆς δυνάμεως τοῦ πράττειν τὸ ἀγαθόν. Ἄλλως ὁ ψηφιζόμενος νόμος σήμερον θὰ περιορίσῃ μὲν μεριστικῶς τὸ κακόν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἐκριζώσῃ, διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν πεπλανημένων καὶ ἁπανταχοῦ ἤδη διεσπαρμένων εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὴν ἐθνικὴν ὁδόν.
§123Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως περιττόν, ἀξιότιμοι κύριοι, νὰ δηλώσω ὅτι δὲν εἶμαι εἰδικός, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸς εἰδικοὺς ὁμιλῶ, ἐπὶ θεμάτων δὲ τῆς σημασίας τοῦ προκειμένου νομίζω ὅτι οἱ ὀλιγώτερον ἁρμόδιοι εἶναι οἱ εὐκόλως καὶ εὐλόγως φανατιζόμενοι εἰδικοί, καὶ τούτου ἕνεκα λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ δώσω καὶ ἐγὼ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι γλωσσολογικόν. Εἶναι καθαρῶς φιλοσοφικόν, εἶναι ἐθνικὸν καὶ πολιτικόν. Φιλοσοφικόν, διότι εἶναι ἐπάναγκες ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, πρὶν ἢ ἀποκρυσταλλώσῃ μίαν λέξιν ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τί ἀποφασίζει καὶ τί πράττει, εἶναι ἑπομένως φιλοσοφικόν, διότι πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ, μέχρι τῆς τελευταίας αὐτῆς λεπτομερείας, ἡ ἀλήθεια τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἐθνικόν, διότι πᾶσα λέξις ἐν τῷ Συντάγματι προώρισται νὰ ἐπηρεάσῃ, διὰ τῶν γενεῶν, οὐσιωδέστατα ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ θίξῃ καιριώτατα σημεῖα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Καὶ εἶναι τὸ ζήτημα πολιτικόν, διότι, ὡς προυτάθη ἡ πρότασις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θίγει τὰ θεμέλια τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ θίγει αὐτὴν ταύτην τὴν ἀνθρωπίνως ἀπαραβίαστον πνευματικὴν ἐλευθερίαν. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην ὅτι ἐν συνεδρίῳ ὡς τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀπέναντι διαπρεπῶν συναδέλφων, ἀπέναντι προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται σεβασμός, ν’ ἀφήνηται νὰ ὑπονοῶνται ἔννοιαι καὶ νὰ ῥίπτωνται δηλητηριώδεις ὑπαινιγμοὶ ἀνάξιοι καὶ δι’ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐκστομίζουσιν. Ἠκούσθη ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ κατὰ τὰς προηγουμένας ὁμιλίας, ὅτι Ἀρχηγός τις τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ὀπαδὸς δὲν γνωρίζω ποίου γλωσσικοῦ συστήματος καὶ κατηγγέλθη, ἐμμέσως πάντοτε, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ παρελθὸν μᾶς ἔχει κληροδοτήσει, ἀορίστως καὶ ἀβασανίστως, ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς ἐκεῖνος εἶχεν ἐπιβληθῆ ἄλλοθεν, χωρὶς ὅμως νὰ μᾶς ἀποκαλύψωσιν οἱ ταῦτα εἰπόντες καὶ πόθεν εἶχεν ἐκεῖνος ἐπιβληθῆ! Κατηγγέλθησαν ἀξιότιμοι ἡμῶν συνεργάται ἐν τῷ ἔργῳ τῆς Διπλῆς Βουλῆς αὐτὸ τοῦτο ὡς προδόται. Εἶναι, νομίζω, περιττὸν νὰ ἐξηγήσῃ τις πόσον ἀνάρμοστον εἶναι προκειμένου περὶ γνωμῶν ἐκφερομένων ἐκ μέρους πρώτης τάξεως ἀνθρώπων, ἐκ μέρους ἐπιλέκτων μελῶν οὐχὶ μόνον τοῦ Κοινοβουλίου ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν γένει κοινωνίας, νὰ ἐκφέρωνται τοιοῦτοι ὑπαινιγμοὶ καὶ τοιαῦται ἀπρεπεῖς κατηγορίαι. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Γαλανὸς—διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα—ὁμιλῶν περὶ τῶν περιοδειῶν του καὶ ἀφηγούμενος τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισε περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἀνέφερε πόσον εὐπρόσδεκτος ἦτο ἡ ὁμιλία του κατὰ τὰς ἀπὸ ἐκκλησίας ἢ ἀπὸ ἄλλου βήματος πρὸς τὸν λαὸν διδασκαλίας του. Τοῦτο εἶναι εὐλογώτατον καὶ φυσικώτατον, διότι εἶναι ῥήτωρ πρώτης τάξεως, πατριώτης πρώτης τάξεως, καὶ ὁμιλητὴς διακεκριμένος. Ἀλλὰ δὲν ἐπληροφόρησε τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος ἂν καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς περιοδείας συνήντησε χωρίον, ἂν συνήντησε δρόμον ἢ βράχον, ἂν συνήντησεν ἐκκλησίαν ἢ ἐρημοκλῆσι, ἂν συνήντησε λίθον κἄν, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι ἀναμεμιγμένη μὲ τὸ αἷμα τῶν Ἑλλήνων ἡ δημοτικὴ γλῶσσα. Εἶπον, ἀξιότιμοι Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας ἐντελῶς προσοχῆς, διότι δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς μίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν ὑπὸ τὸ κράτος ὄχι ἀνεπηρεάστων σκέψεων, ἀλλὰ προκαταλήψεων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, εὐλόγως ἢ ἀδίκως, περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκφέρουσιν ἐναντίας ἡμῶν σκέψεις. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν κατορθώσωμεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ ἡμᾶς τὴν προκατάληψιν αὐτήν, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλομεν θεωρήσει ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς Ἕλληνας ἁπλῶς συμπεσόντας ἐνταῦθα ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πάντες ἀπόφασιν. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ὁ χρόνος, ἵνα διεξοδικώτερον ἐκθέσω τὰς γνώμας μου καὶ ἐξηγήσω μερικὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κακῶς κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν διετυπώθησαν ἐντεῦθεν. Θὰ ἔλθω εἰς ἄμεσα, εἰς πρόσφατα μόνον σημεῖα τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἔχω ἐνώπιόν μου ἀγόρευσιν τοῦ καθηγητοῦ κυρίου Μιστριώτου—ὁ ὁποῖος, ἐν τῇ ἐνάτῃ αὐτῆς σελίδι, ἀγορεύων περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμύνης τῆς γλώσσης, λέγει ὅτι: «Μετὰ τοὺς εὐκλεεῖς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγῶνας, μετὰ τὰς λαμπρὰς νίκας καὶ τὰ περιφανῆ τρόπαια, οἱ πατέρες ἡμῶν εὑρέθησαν πρὸ ἀμηχανίας ἀμυθήτου. Διότι ἡ δουλικὴ αὐτῶν γλῶσσα κτλ. κτλ. ἦτο τόσον πτωχή, ὥστε δι’ αὐτῆς οἱ πατέρες ἡμῶν μόνον τὰς σωματικὰς αὐτῶν ἀνάγκας καὶ τὰ ταπεινότερα τῶν αἰσθημάτων ἠδύναντο νὰ δηλώσωσιν». Φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος κύριος—ἀνακαλῶ τὴν λέξιν—ὁ κύριος Μιστριώτης, ὁ ἑβδομηκοντούτης αὐτὸς γέρων, ὅτι μόνον τὰς σωματικὰς ἀνάγκας καὶ μόνον τὰ ταπεινότερα τῶν αἰσθημάτων ἠδύνατο νὰ διερμηνεύσῃ ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ὡμίλουν οἱ πατέρες ἡμῶν; Δὲν εἶμαι, Κύριοι, δημοτικιστής. Εἶναι τοῦτο γνωστὸν εἰς πάντα, ὅστις μὲ γνωρίζει, εἰς ὅλους τοὺς φιλικώτερον πρός με διακειμένους ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρὸς τοὺς ὁποίους συχνὰ συζητῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ εἶναι ἀφόρητος ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν μερικὰ ἄτομα.
§124Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ τὰ κατονομάσῃς, παρακαλῶ.
§125Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁ Μιστριώτης.
§126Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ Πατριάρχης;
§127Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ κάμνετε τοιαύτας συγκρίσεις. Καὶ ὅτε εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν ὑπάρχει καὶ σφαδάζει ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ὅτε αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπησε τὰ ἱερώτερα, τὰ θερμότερα καὶ τὰ γλυκύτερα ἰδανικὰ τοῦ γένους, ὅτε αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ὡμίλουν οἱ ἔνδοξοι πρόγονοι ἡμῶν, εἶναι, ἐρωτῶ, ἐπιτετραμμένον εἰς δημόσιον ὑπάλληλον, εἰς ἀντιπρόσωπον δῆθεν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, νὰ λέγῃ ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν ὡμίλουν γλῶσσαν, διὰ τῆς ὁποίας μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ σώματος καὶ τὰ ταπεινότερα τῶν αἰσθημάτων ἠδύναντο νὰ ἐκδηλώσωσιν; Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο μόνον ὁ κ. Μιστριώτης. Ὁμιλεῖ περὶ τῶν δημοτικιστῶν, τῶν ὁποίων δὲν ἀσπάζομαι ἐγὼ ἀπολύτως τὰς γνώμας, ἴσως διότι δὲν κατέγινα ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ζήτημα, μετὰ ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς ἕνα ἀνώτερον δημόσιον ὑπάλληλον. Καὶ ὅτε οἱ δημοτικισταὶ αὐτοὶ εἶναι ὁ Μαβίλης, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τὸν ὁποῖον εἴδομεν ἐδῶ ῥιγοῦντα ἐξ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, διὰ τὸν λόγον ἁπλῶς ὅτι εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὁποῖος, ἐμπνευσμένος ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, ἠγωνίσθη καὶ ἀγωνίζεται ἀγῶνα ἀπολύτως τίμιον, καὶ πάντες ἐκεῖνοι οἱ συναγωνισταὶ καὶ ὁμόφρονες πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐπιτρέπεται, παρακαλῶ, νὰ ὀνομάζῃ ἀπροκαλύπτως ὁ κ. Μιστριώτης πάντας αὐτοὺς ὡς προδότας;! Ἀλλ’ ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐντεῦθεν ἀκουσθεῖσαν καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν διαφωνῶ, αἰσθάνεται καὶ ἐννοεῖ τὴν καθαρεύουσαν, ἐννοεῖ αὐτήν, διότι εἶναι γλῶσσα πλήρης, καὶ διότι οἱ ὁμιλοῦντες αὐτὴν ἐνώπιόν του γνωρίζουσι τί νὰ εἴπωσι πρὸς τὸν λαὸν καὶ πῶς νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν γλῶσσαν. Ἀλλ’ ἂν ὁ λαὸς αἰσθάνεται ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν καθαρεύουσαν, εἶναι πράγματα καλά, εἶναι πράγματα ὀρθά, καὶ πράγματα συμφέροντα εἰς αὐτὸν καὶ τὰ δίκαιά του, σημαίνει τοῦτο ὅτι δὲν σφαδάζει κυριολεκτικῶς ἡ ψυχὴ τῶν Ἑλληνοπαίδων, ὅταν ἀκούωσι τὸν Ματσούκαν; Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἡ δημώδης Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀπολύτως ἀκαταμάχητος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δυνάμεως τῆς αἰσθηματικῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποιητικῆς καλαισθησίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ σφρίγους, τὸ ὁποῖον περικλείει; Ἐπιτρέψατε νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, ἵνα ἡ ἐντύπωσις ᾖ ἄμεσος, δύο εἰδῶν γλώσσας, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ τις ἐξ ὑμῶν, ἂν δύναται, ποίαν τῶν δύο προτιμᾷ. Ἀκούσατε πῶς ὁμιλεῖ ὁ Ἰσοκράτης: «Οἱ μὲν εἰωθότες, ὦ Νικόκλεις, τοῖς βασιλεῦσιν ὑμῖν ἐσθῆτας ἄγειν ἢ χαλκὸν ἢ χρυσὸν εἰργασμένον ἢ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων κτημάτων, ὧν αὐτοὶ μὲν ἐνδεεῖς εἰσιν, ὑμεῖς δὲ πλουτεῖτε, λίαν ἔδοξαν εἶναί μοι καταφανεῖς οὐ δόσιν ἀλλ’ ἐμπορίαν ποιούμενοι, καὶ πολὺ τεχνικώτερον αὐτὰ πωλοῦντες τῶν ὁμολογούντων καπηλεύειν. Ἡγησάμην δ’ ἂν γενέσθαι ταύτην καλλίστην δωρεὰν καὶ χρησιμωτάτην καὶ μάλιστα πρέπουσαν ἐμοί τε δοῦναι καὶ σοὶ λαβεῖν, εἰ δυνηθείην ὁρίσαι ποίων ἐπιτηδευμάτων ὀρεγόμενος καὶ τίνων ἔργων ἀπεχόμενος ἄριστ’ ἂν καὶ τὴν πόλιν καὶ τὴν βασιλείαν διοικοίης». Καὶ ὁμιλῶν ὁ Ἰσοκράτης κατωτέρω περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πλησιάζουσι τοὺς βασιλεῖς, λέγει: «Οἱ μὲν γὰρ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων αὐτοῖς οὐ πλησιάζουσιν, οἱ δὲ συνόντες πρὸς χάριν ὁμιλοῦσι. Καὶ γάρ τοι κύριοι γιγνόμενοι καὶ χρημάτων πλείστων καὶ πραγμάτων μεγίστων, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆσθαι ταύταις ταῖς ἀφορμαῖς πεποιήκασιν ὥστε πολλοὺς ἀμφισβητεῖν, πότερόν ἐστιν ἄξιον ἑλέσθαι τὸν βίον, τὸν τῶν ἰδιωτευόντων μέν, ἐπιεικῶς δὲ πραττόντων, ἢ τὸν τῶν τυραννευόντων. Ὅταν μὲν γὰρ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰς τιμὰς καὶ τοὺς πλούτους καὶ τὰς δυναστείας, ἰσοθέους ἅπαντας νομίζουσι τοὺς ἐν ταῖς μοναρχίαις ὄντας· ἐπειδὰν δ’ ἐνθυμηθῶσι τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ διεξιόντες ὁρῶσι τοὺς μὲν ὑφ’ ὧν ἥκιστα χρῆν διεφθαρμένους, τοὺς δ’ εἰς τοὺς οἰκειοτάτους ἐξαμαρτεῖν ἠναγκασμένους, τοῖς δ’ ἀμφότερα ταῦτα συμβεβηκότα, πάλιν ὁπωσοῦν ζῆν ἡγοῦνται λυσιτελεῖν μᾶλλον ἢ μετὰ τοιούτων συμφορῶν ἁπάσης τῆς Ἀσίας βασιλεύειν. Ταύτης δὲ τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῆς ταραχῆς αἴτιόν ἐστιν, ὅτι τὴν βασιλείαν ὥσπερ ἱερωσύνην παντὸς ἀνδρὸς εἶναι νομίζουσιν, ὃ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων μέγιστόν ἐστι καὶ πλείστης προνοίας δεόμενον». (Ἐπιδοκιμασίαι). Περαίνω τὸν λόγον, διότι ἐξηντλήθη τὸ κεκανονισμένον χρονικὸν ὅριον. Πρὶν ὅμως κατέλθω τοῦ βήματος, ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξίν μου, πῶς ὁ κ. Μιστριώτης, ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι γνωρίζει τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, φοβεῖται μὴ αὕτη καταστραφῇ! Πῶς ὁ Κύριος αὐτός, ὁ θέλων νὰ φωτίζῃ τὴν διάνοιαν τῶν Ἑλληνοπαίδων, ὁ θέλων νὰ μορφώνῃ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ φρόνημα αὐτῶν, πῶς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βουλῆς καὶ ἠξίωσε διὰ τοῦ γνωστοῦ ἐγγράφου παρ’ αὐτῆς νὰ ὀλισθήσῃ αὕτη εἰς ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον πέποιθα ὅτι οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν....
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρήλθεν ἡ ὥρα....
§129Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατερχόμενος, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τοῦ βήματος δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, μέλλουσαν νὰ μὴ δοξάσῃ τὸ ἔργον τῆς διπλῆς αὐτῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§130Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τῆς πατρίου ἡμῶν γλώσσης, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθῶς ζήτημα σοβαρώτατον, καὶ δικαίως ἀπασχολεῖ ἀπὸ ἐτῶν τὴν δημοσίαν γνώμην. Τυγχάνει γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι τὸ γλωσσικὸν ζήτημα πρὸ πολλοῦ συζητεῖται μεταξὺ τῶν εἰδικῶν, καὶ δυστυχῶς τῶν πλείστων μὴ εἰδικῶν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ διὰ πραγματειῶν καὶ ἄλλων βιβλίων καὶ οἱ συζητηταί, ὡς εἰκός, ἀντιμάχονται μεταξύ των. Ἀλλ’ ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψε δυστυχῶς ὁ φανατισμὸς τῶν μερίδων, αἵτινες ἐπραγματεύθησαν τὸ θέμα, τρανὸν τοῦτο δεῖγμα, ὅτι δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι οἱ πολλοὶ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τόσου μεγάλου ζητήματος. Ἐπέπρωτο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, καὶ δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω, ἂν ὀρθῶς ἢ μή, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπὸ προχθὲς εἰσέφρησεν εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο καὶ πραγματεύεται ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος, ἔλαβε πλέον τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπισήμου. Καί, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη ἡ μορφὴ τῆς ἐπισημότητος, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἠδυνήθη νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἀνάλογος πρὸς τὸ θέμα καὶ ἀνάλογος τοῦ συνεδρίου τούτου, τοῦ ὁποίου ὡμολογήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ὑψίστη ἀποστολή. Ἀλλὰ παρετηρήθη ὅτι τὸ ζήτημα, ἀφοῦ εἰσῆλθε τέλος πάντων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, δὲν ἐτηρήθη, ὡς ἐπεβάλλετο, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, δηλαδὴ ἡ ψυχραιμία, μεθ’ ἧς ἔδει νὰ πραγματευθῇ, καὶ ἡ ἔλλειψις τοῦ φανατισμοῦ καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, τοῦθ’ ὅπερ ἔδειξεν, ὅτι μετετέθη, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς δημοσιογραφίας εἰς τὸ Κοινοβούλιον μεθ’ ὅλων τῶν συμπαρομαρτούντων ἐλαττωμάτων τῆς συζητήσεως, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ. Καὶ ἀνεμένομεν παρὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων τινὲς ἐξ ἡμῶν, ἄμοιροι τῆς γνώσεως τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν νὰ ἀκούσωμεν ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ θέματος, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἀπὸ πολιτικῆς μᾶλλον ἀπόψεως καὶ ἐθνικῆς, καὶ οὐχὶ ἐπιστημονικῆς, ὡς παρὰ τῶν πλείστων ἀγορητῶν μέχρι τοῦδε ἐξητάσθη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι συνετάραξε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλοτε τὴν δημοσίαν γνώμην, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλους ὅρους, ὅτε ἐγένετο ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ἡ συντάραξις ἐγένετο μετ’ ἀποτελεσμάτων θλιβερῶν, ὡς πάντες ἐνθυμούμεθα. Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἴσως δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸν λαόν, διότι παρετηρήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐσχηματίσθη γνώμη περὶ περιφρουρήσεως τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἀπὸ τῆς βεβηλώσεως αὐτῶν διὰ τῆς μεταφράσεως. Ἡ ὀξύτης ὅμως, ἥτις παρετηρήθη κατ’ αὐτάς, ὀφείλεται καὶ εἰς ἓν ἄλλο, ὅτι ἄνδρες ἔχοντες θέσεις καὶ ἀξιώματα ὑψηλὰ ἐν τῇ Πολιτείᾳ καταχρῶνται τῶν θέσεων, ἃς τοῖς ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος, καὶ προσπαθοῦσι νὰ στρεβλώσωσι τὴν γλῶσσαν τὴν ἐπίσημον, τὴν ἀνεγνωρισμένην παρ’ αὐτοῦ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πολιτείας ἐλησμόνησαν ἑαυτούς, ἐπελάθοντο τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἶχον. Καὶ ἀναφέρω ῥητῶς τὸν γραμματέα τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ ὡς ποιητήν, ὡς ἕνα ἐκ τῶν ὀλίγων ποιητῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ νεωτέρα Ἑλλάς, καὶ ἐξετίμων αὐτὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπραγματεύετο εἰς τὸ πεζὸν διὰ τῆς γλώσσης τῆς ἀληθοῦς εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὰ περιοδικὰ τὰς ἰδέας αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν παρακολουθήσω ἔπαυσε καὶ ἡ ἐκτίμησίς μου καὶ ἀνήκει αὕτη εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ ἡ ἐκτίμησίς μου ἐμειώθη καὶ ὅτε παρετήρησα, ὅτι στερεῖται καὶ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλοτιμίας, δύναμαι νὰ εἴπω, καθότι οἱ ἄνθρωποι τῶν ἰδεῶν, ὅταν θέλωσι νὰ ἐπιβάλωσι ταύτας καὶ ὅταν προβαίνωσιν εἰς δηλώσεις ἐνυπογράφους, ὅτι «ἀρετή μου εἶναι ὁ μαλλιαρισμός μου», ὀφείλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι ταύτας ἐρρωμένως καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν, ἃς συνεπάγονται. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅτε ὁ κ. γραμματεὺς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, τὸ πρῶτον δοθὲν εἰς αὐτὸν ἔγγραφον ὑπὸ τοῦ Πρυτάνεως, ἂν τῷ ὄντι ἦτο ὀπαδὸς τῆς ἰδέας, νὰ τὸ συντάξῃ μαλλιαρικῶς, καὶ ὅτε θὰ ἀπερρίπτετο, ὡς ἀσφαλῶς θὰ ἐγίνετο, νὰ παραιτηθῇ. Οὕτω πράττουσιν οἱ ἄνδρες τῶν πεποιθήσεων καὶ τῆς ἰδέας, χάριν τῆς ὁποίας καὶ χύσις αἵματος προσφέρεται ὡς θυσία (χειροκροτήματα). Ὅτε δὲ ἐπελάθοντο τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, ὅπερ εἶχον οἱ φέροντες δημόσια ἀξιώματα ἐπιλήσμονες καὶ τῆς ἰδέας, ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ καὶ ὑποδείξῃ τὴν ὑποχρέωσίν των αὐτήν, διὰ νὰ καταδειχθῇ πράγματι ὅτι «ὁ μαλλιαρισμός των εἶναι ἡ ἀρετή των». Ἠκούσθη ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, περὶ κινδύνων, οὓς διατρέχει ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα παρ’ ἀνθρώπων, οὓς ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀνισορρόπους καὶ ἐκφύλους. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα δεικνύει ὅτι κίνδυνον οἱ οὕτω πως χαρακτηρισθέντες δὲν ἐπιφέρουσι. Δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὸν οἶκτον, τὸν γέλωτα ἢ καὶ νὰ ἐγκλεισθῶσιν εἰς εἰδικὰ θεραπευτήρια, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ἐμβάλωσιν εἰς κίνδυνον τὴν ἀθάνατον ἡμῶν γλῶσσαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει καθηγητής τις τῶν ξένων γλωσσῶν μεταξὺ ἡμῶν, ὅστις μετὰ πεποιθήσεως πρεσβεύει τὰ τοῦ Κουμφουκίου θρησκευτικῶς. Ὅταν τὸν ῥηθέντα καθηγητὴν ἴδῃ τις περιβαλλόμενον τὸ ἔνδυμα τοῦ κληρικοῦ καὶ κηρύττοντα ἀπ’ ἄμβωνος τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δὲν θὰ πεισθῇ ὅτι ἡ Ἐκκλησία διατρέχει κίνδυνον πραγματικόν, ὅταν εἰς τοιούτους λειτουργοὺς ἀνατίθεται ἡ ὑπηρεσία αὐτῆς; Ἀνάλογον νομίζω, συμβαίνει, προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἔχουσι περὶ γλώσσης ἰδέας ὅλως ἀντιθέτους πρὸς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Δὲν διατρέχει ἡ γλῶσσα ἡμῶν κίνδυνον, διότι ἀκολουθεῖ διὰ τῆς ἐξελίξεως τὴν πορείαν, ἣν οἱ φυσικοὶ νόμοι διεχάραξαν. Ζητοῦσι νὰ ὑπονομεύσωσι τὰ ἀσφαλῶς τεθέντα θεμέλια τῆς ἐθνικῆς μας γλώσσης καὶ δὲν παρατηροῦσι, δὲν διδάσκονται ὅτι ὁ τύπος ποιεῖται χρῆσιν τῆς καθαρευούσης, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποδέχεται τὰς ἐφημερίδας οὕτω συντασσομένας μετ’ εὐχαριστήσεως, καὶ διεπαιδαγωγήθη μάλιστα πολιτικῶς ὁ λαὸς διὰ τοῦ τύπου. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχομεν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν κατέχομεν διὰ τῆς δυνάμεως τῆς δημοσιογραφίας, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τοῦ ἐλευθέρου φρονήματος, ὅπερ ἀπὸ ἐτῶν ὑποστηρίζει, εἰσῆλθεν εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔφερε τὰ ἀγαστὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα (εὖγε, εὖγε). Παρετηρήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 8ης Αὐγούστου καὶ τῆς 28ης Νοεμβρίου, ὅτι, ὅπου ὑπῆρξαν συγκοινωνία καὶ τὰ μέσα τῆς διαδόσεως τοῦ τύπου εὔκολα, ἐκεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος ἦσαν ὑπέροχα. Καὶ ἕτερον παράδειγμα φέρω περὶ τοῦ πῶς δηλονότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ κάλλιστα τὴν καθαρεύουσαν γλῶσσαν, εἰς ἥν, ὡς γνωστόν, συντάσσονται αἱ ἐφημερίδες. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐκ τῶν 300,000 Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, αἱ 150,000 παραδέχομαι ὅτι δύνανται νὰ ἀναγινώσκωσιν ἐφημερίδας καὶ αἱ ἕτεραι 100,000 ἀκροῶνται, ὡς συνήθως συμβαίνει, τοὺς ἀναγινώσκοντας καὶ κατανοοῦσι τὸ περιεχόμενον. Ἂν ἤθελε γίνει στατιστική τις, οὕτως εἰπεῖν, τῶν συνδρομητῶν καὶ ἀναγνωστῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐφημερίδων, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εὑρεθῶσι μεταξὺ τῶν τόσων χιλιάδων καὶ 20 συνδρομηταὶ καὶ ἀναγνῶσται τοῦ «Νουμᾶ», τοῦ ὀργάνου τῶν μαλλιαρῶν, τὸ ὁποῖον οἰκειοποιεῖται ὅτι γράφει τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι συνεπὲς πρὸς τὴν ἀποστολήν του, θὰ ληφθῶσιν ἀνάλογα μέτρα ὑπὲρ τῆς γλώσσης, πάντοτε ἐν γνώσει τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ποτὲ ἡ Ἱστορία ὅσον ἀφορᾷ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα.
§131Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Εἶμαι ὁ δεύτερος ἐκ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, εἰς ὃν δίδεται ὁ λόγος, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκροασθῇ, ἵνα μὴ οἱ Θεσσαλοὶ ὑστερήσωσιν εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦσιν ἐντεῦθεν ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
§132Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ Θεσσαλία τὸ ἤρχισε.
§133Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Προσῆκον μικρὸν λέγειν, εἶπεν ὁ Ἀθηναῖος ῥήτωρ καὶ τοῦτον βεβαίως ἐγὼ πολὺ ὕστερον θὰ προσπαθήσω νὰ μιμηθῶ. Κατὰ τὸ λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τὸ ὁποῖον ὅλοι βεβαίως ἔχετε ἀναδιφήσει, αἱ λέξεις αὐτῆς ἀνέρχονται εἰς 171,000. Αἱ λέξεις αὗται εἶναι λίθοι τεράστιοι, εἶναι πελασγικοὶ λίθοι, δι’ ὧν ἐκτίσθη τὸ μεγαλοπρεπὲς Ἀνάκτορον, ὑφ’ ὃ ἐστεγάσθη ἐπὶ τρεῖς χιλιάδας ἔτη ὁ Ἑλληνισμός, διότι Ἑλληνισμὸς καὶ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀλληλένδετα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαχωρίσῃ ταῦτα. Ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Ὀρφέως μέχρι σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα διετηρήθη ὁμοουσία καὶ ἀδιαίρετος. Ποῖος θὰ εἶναι ὁ τολμηρὸς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ὑπεξαιρέσῃ ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος ἕνα λίθον, ἵνα τοποθετήσῃ ἄλλον; Ποῖος θὰ εἶναι ἱκανός, ὥστε ἕνα τῶν λίθων, τοὺς ὁποίους σοφώτατοι ἄνδρες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐτοποθέτησαν, χωρὶς τὸ οἰκοδόμημα νὰ διασαλευθῇ; Ἡ σημερινὴ κοινωνία δυστυχῶς ἀπὸ πολλοῦ ἀπαξιοῖ νὰ μελετήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, ὡς οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Νομίζει ὅτι τοῦτο εἶναι εὐχερὲς καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς προσπίπτον. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες οἱ μανθάνοντες περισσότερα καὶ γνωρίζοντες ἀναγνωρίζουσι ποία ἡ δυσχέρεια νὰ διασαλευθῇ καὶ ὁ ἐλάχιστος λίθος ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ γλωσσικὸν μέγαρον. Ἡ γλῶσσα, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦσιν, εἶναι ἡμέτερον κτῆμα; Εἶναι παγκόσμιον κτῆμα πρὸ πολλοῦ. Ἐνδιαφέρεται περὶ αὐτῆς ὁλόκληρος ὁ κόσμος, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἴσως οἱ προϊστορικοὶ χρόνοι ἐπὶ τῆς γῆς θὰ ἦσαν οἱ αὐτοί. Διότι ἡ Ἀσσυριακὴ καὶ ἡ Αἰγυπτιακὴ γλῶσσα ποῦ εἶναι; Ἀπέθανον, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ διέμεινεν ἀθάνατος διὰ μέσου 3000 χιλιάδων ἐτῶν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, οἱ γενόμενοι ἀντικείμενον τῆς μελέτης τῶν σοφωτέρων ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ ἔθνος μας μὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνας τῶν πατέρων μας θὰ ἀπέκτα τὴν παλιγγενεσίαν του; Ἐὰν ὁ Σατωβριάνδος, ὁ Βύρων, ὁ Γλάδστων, ὁ ἑλληνικώτερος καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων, δὲν ὑπῆρχον, δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Θεσσαλία θὰ ἦσαν ἐλεύθεραι; Ἐὰν ὁ Κάρολος ὁ βασιλεὺς τῆς Γαλλίας καὶ ὁ Λουδοβίκος τῆς Βαυαρίας δὲν ἦσαν ἑλληνισταί, θὰ ἠλευθεροῦτο ἡ πατρὶς ἡμῶν; Ὁ εὐθαρσὴς βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μᾶνος ἠρώτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Καὶ ποίαν, παρακαλῶ, τὴν καθαρεύουσαν ἢ τὴν δημοτικὴν θὰ προτιμήσητε; Θὰ ἀπήντων εἰς τὸν εὐρυμαθῆ Κύριον· θὰ προτιμήσωμεν τὴν γλῶσσαν, εἰς ἣν ἔγραφεν ὁ Φίλιππος Ἰωάννου, ὅστις ἔγραψε πεζὸν λόγον καὶ ἰδίως ἐπιγράμματα προξενήσαντα κατάπληξιν εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον. Μία λέξις τοῦ Ἰωάννου ἐμποιεῖ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Εὐρωπαίου ἢ ὅλα τὰ ποιήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀγαθοὶ συνάδελφοι ἀνέφεραν πρὸ ὀλίγου ὅτι δύνανται νὰ ἀναζωπυρήσωσι τὸ αἴσθημα τοῦ Ἕλληνος, τὴν γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔγραφον οἱ ἀδελφοὶ Βυζάντιοι ἐκδίδοντες τὴν «Ἡμέραν», τὴν γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔγραφον οἱ Ἑπτανήσιοι Λιβαδᾶς καὶ Θερειανός. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσά μας, τὴν ὁποίαν διέπλασαν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν μέσῳ φοβερᾶς δουλείας, ὅτε ἐδίδασκον εἰς τοὺς παῖδας αὑτῶν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ τοὺς ἐνεψύχουν εἰς τοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν. Πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐξεδίδετο ὁ «Λόγιος Ἑρμῆς», ὅστις ἐγράφετο εἰς γλῶσσαν ταπεινήν, καὶ τότε εὑρέθησαν διδάσκαλοι ἐξεγερθέντες κατ’ αὐτῆς. Εἰς τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἦτο φυσικὸν νὰ ὑποστῇ ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ νόθευσιν. Οἱ φίλοι Ἑπτανήσιοι ὑπέστησαν τὴν ἐπήρειαν τῶν Ἰταλῶν.
§134Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Οὐδενὸς ἐπήρειαν. Διετήρησαν μάλιστα ἁγνὴν τὴν γλῶσσαν.
§135Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ ποιητὴς Φώσκολος ἔγραψεν εἰς τὴν Ἰταλικήν.
§136Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐγνώριζε καὶ τὰς δύο γλώσσας.
§137Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Παραδέχομαι ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ὑπέστησαν ἐπήρειαν. Εἰς τὴν Μακεδονίαν διὰ τοῦ χρόνου οἱ Μακεδόνες ὑπέστησαν τὴν ἐπήρειαν τῶν Σλαύων, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν Ἕλληνας Βουλγαροφώνους. Εἰς τὴν Συρίαν ἔχομεν Ἕλληνας Ἀραβοφώνους, διότι ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ ἠναγκάσθησαν νὰ παραδεχθῶσιν ἄλλο ἰδίωμα γλωσσικὸν ἢ τὸ κληροδοτηθὲν παρὰ τῶν πατέρων μας. Εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ἔχομεν Ἕλληνας ἑλληνικωτάτους τὴν καρδίαν, τὸ πνεῦμα καὶ τὴν διάνοιαν Τουρκοφώνους. Οἱ πατέρες ἡμῶν, ὅτε εἶδον ὅτι ἡ γλῶσσα εἶχεν ὑποστῆ τοιαύτας ἐπηρείας, ἐσκέφθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ τραπῶσι τὴν πρὸς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν ὁδὸν ἀντιπαλαίοντες κατὰ τῶν ἐπηρειῶν, ὥστε νὰ ἱδρύσωσι Κράτος Ἑλληνικὸν σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχαίας παραδόσεις. Ἀλλὰ μήπως μόνοι ἡμεῖς ὑπέστημεν τὰς ἐπηρείας εἰς τὴν γλῶσσαν; Μήπως ἡ Γαλλία δὲν ὑπέστη ὁμοίας ἐκ τῶν πλησιοχώρων λαῶν; Διὰ τοῦτο ὁ μέγας Richelieu ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἀποσκορακίσῃ τὴν ἐπήρειαν ἐπὶ τῆς γλώσσης, συνέστησε τὴν Ἀκαδημίαν, ἥτις ἐργάζεται, διὰ νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν. Καὶ ἐπειδὴ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἴσως οἱ περισσότεροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, πρέπει νὰ τεθῇ κυρίως πρὸς περιφρούρησιν τῆς θρησκείας ἡμῶν ἀπὸ τῆς μεταγλωττίσεως τῶν ἱερῶν βιβλίων καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος ἔκαμε λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι οἱ πρόγονοι ἡμῶν συντάκται τοῦ Συντάγματος δὲν ἠθέλησαν νὰ παρακαθίσωσι μεταξὺ ἡμῶν κληρικοὶ ἢ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, διότι, ἐὰν ὑπῆρχον, τότε ὁ κ. Τσιριμῶκος θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν τολμηρὰν διάψευσιν δι’ ὅσα εἶπεν, διότι ἡ θρησκεία ἡμῶν ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων τοῦ Χριστιανισμοῦ φοβουμένη τὴν τοιαύτην παραφθορὰν τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἐθέσπισε διὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὅτι οὔτε κατὰ κεραίαν, οὔτε κατὰ στοιχεῖον ἢ γράμμα ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ ἢ μετάφρασις τόσον τοῦ Εὐαγγελίου, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων Γραφῶν. Οὐδεὶς λοιπὸν εἶναι ἱκανὸς οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ μεταγλωττίσῃ τὰς Γραφὰς εἰς μίαν ἢ ἄλλην γλῶσσαν. Ὅτε λοιπὸν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι φόβοι ἀπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν ἀκόμη Συνόδων, ὅτε συχνὰ πυκνὰ γίνονται ἀπόπειραι τοιαῦται, δὲν πρέπει ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα μόνον καὶ μόνον ὅπως προστατευθῇ ἡ θρησκεία; Ἐνόσῳ μένομεν χριστιανοὶ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφεται ὅτι θρησκεία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι περιττόν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν, διότι οὕτω θὰ ἠγνοοῦμεν τὴν ἐκκλησιαστικήν μας ἱστορίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ γνωσθῇ εἰς τὸν κόσμον ὅτι Ἕλληνες δὲν γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν των. Ἐσκίρτησεν, εἶπεν ὁ κ. Μαβίλης, ἡ ψυχὴ τῶν ἀκροατῶν, ὅτε ἤκουσε τὴν μεταγλώττισιν τῆς «Ἀντιγόνης». Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν παριστάμην ἐκεῖ, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐσκίρτων, ἀλλὰ θὰ ἐλυπούμην, διότι τὸ ἀριστούργημα τὸ ἑλληνικόν, ὅσον καὶ ἂν μετεφράσθη δεξιῶς ὑπὸ τοῦ κ. Μάνου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰ νοήματα τοῦ μεγάλου ἐκείνου τραγικοῦ συγγραφέως. Ἄν παραδεχθῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὅλα ταῦτα δύνανται μεταγλωττιζόμενα νὰ ἀποτελέσωσι παρ’ ἡμῖν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα κείμενα, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τοῦτ’ αὐτὸ εἰς ὅλας τὰς περισωθείσας ἀρχαιότητας. (Χειροκροτήματα).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Οἰκονόμου.
§139Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παραιτοῦμαι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.
§141Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον παραιτοῦμαι, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν, ἐὰν δὲν ἐθεωρεῖτο τολμηρόν, καὶ τοὺς ἄλλους κ. συναδέλφους, ὅπως καὶ οὗτοι παραιτηθῶσιν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου ὡς Προέδρου εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ κατεπονήθη.....
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... ὑπερβᾶσα τὸ δωδεκάωρον, εὑρισκομένη δὲ ἤδη εἰς τὸ δεκατετράωρον. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι συγχρόνως ὅτι τοσοῦτον εὐγλώττως καὶ λεπτομερῶς ἐξηνέχθησαν τὰ ἐπιχειρήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν διαμαχομένων γλωσσικῶν μερίδων, ὥστε δὲν φρονῶ ὅτι θὰ προστεθῶσι πολλὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ μόνον ὅτι θὰ αὐξήσῃ ἡ κόπωσις τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, συμφώνως ὅμως πρὸς τὸν Κανονισμὸν δὲν δύναμαι νὰ κηρύξω περατωμένην τὴν συζήτησιν πρὶν ἐρωτήσω πάντας τοὺς ἐγγεγραμμένους καὶ δηλώσωσιν ὅτι παραιτοῦνται, διότι, καὶ εἷς ἂν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὸν λόγον. Λοιπὸν ὁ κ. Μπουφίδης.
§145Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπον ἤδη ὅτι παραιτοῦμαι.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§147Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε, κύριε Πατσουράκε, μετὰ πάσης εὐγλωττίας, καὶ ἡ Βουλὴ σᾶς ἔδωκε παράτασιν.
§149Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χαίρω πολύ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος.
§151Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τιμολέων Ἠλιόπουλος.
§153Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§155Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, ἐν συνόψει.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, παραιτεῖται.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§158Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι· δὲν παραιτεῖται ὁ κ. Ῥοντήρης.
§160Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Χειροκροτοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν εἶπον ὅσα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι δὲν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Προσθέτω καὶ μίαν ἔτι ἀντίληψίν μου, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ὑπολειπομένων ὅπως ἀγορεύσωσιν εἶναι κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου...
§162Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς προκρίνετε, κύριε Πρόεδρε;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τί λέγομεν ἐδῶ;
§164Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι πολὺ καλά.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λέγω τὸ πλεῖστον, ἕπεται ὅτι ὑπάρχει καὶ μικρὰ μειονοψηφία, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖτε ὑμεῖς λησμονήσαντες προχθὲς νὰ ἀγορεύσητε κατὰ τὴν σειράν σας. Τὸ πλεῖστον τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν εἶναι Βουλευταί, οἵτινες, εἴτε διότι ζητοῦσι νὰ δευτερολογήσωσιν εἴτε διότι τὸ Προεδρεῖον ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ ἐκ τῶν διακοπῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας, εἶναι κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, δὲν ὑπάρχουσι δὲ παρὰ δύο ἢ τρεῖς ἐναντίοι τῆς προτάσεως, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ γίνῃ ἐφεξῆς ὁ ἀγὼν ἄνισος, διότι θὰ γίνηται εἷς μονόλογος ὑπὲρ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅπως φεισθῶσι τῶν νεύρων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἡσυχίας τοῦ κόσμου (χειροκροτήματα). Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§166ΑΝΤ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· βεβαίως εἶναι πολὺ δυσάρεστον νὰ ἀνέρχηταί τις τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ὑπὸ πολλῶν κ. συναδέλφων ἐπὶ μακρὰς ὥρας καὶ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι κατεπόνησε τὴν Βουλήν. Δὲν εἶχον καμμίαν διάθεσιν βεβαίως νὰ προστεθῶ καὶ ἐγώ (διάλογοι καὶ θόρυβος).
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ τί διαφέρει τὸ γινόμενον τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τὸ περιβόητον «ἐφωτίσθημεν»;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς τοὺς μὴ ἐπιθυμοῦντας νὰ ἀκούσωσι, ὅπως ἐξέλθωσιν ἠρέμα, διὰ νὰ προβῇ ὁ ἀγορεύων εἰς τὴν ἀγόρευσίν του.
§169ΑΝΤ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τὸ ζήτημα δὲν ἐξητάσθη— εἶναι ἴσως τολμηρὰ ἡ φράσις, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου—ὅτι δὲν ἐξητάσθη ὡς ἔδει νὰ ἐξετασθῇ μεθ’ ὅλον τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἀγορευσάντων. Ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, διότι δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς οὐδενὸς ἐκ τῶν ὁμιλησάντων τὰ συμπεράσματα, ὅπως εἶπε χθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀραβαντινός, δυστυχῶς δὲ δὲν εἶμαι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ. Ἔχω καθῆκον λοιπὸν ὄχι μόνον νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα μὲ τὴν πεποίθησιν τὴν ἐμήν, διότι ἔχω καθῆκον νὰ ἀγωνισθῶ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, καὶ ὁ εἰλικρινῶς ἀγωνιζόμενος ὀφείλει νὰ κάμῃ προπαγάνδαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας του καὶ νὰ τὴν διαδώσῃ. Δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω. Διὰ τοῦτο ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐννοῶ μὲν ὅτι μετὰ τοιαύτην κόπωσιν τῆς Βουλῆς ὁ ἀγορεύων δὲν εἶναι εὐάρεστος, ἀλλὰ παραβλέπων τὴν εὐαρέσκειαν ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω χάριν τῆς πεποιθήσεώς μου καὶ τῆς ἀληθείας. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς προχθὲς ὁμιλῶν ἀπεφάνθη ὅτι διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν γλῶσσαν δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Τὸ Σύνταγμα, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, Κύριοι, πράγματι ὑπὸ ἀπόλυτον ἔποψιν θεωρούμενον δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ κανονισμὸς τῆς μορφῆς τῆς Πολιτείας καὶ ὀργανισμὸς τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, ὅτι διάταξις περὶ γλώσσης δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἔποψις τοῦ ζητήματος, ἡ ἔποψις ὅτι οἱ νομοθέται νομοθετοῦντες δὲν δύνανται νὰ παρίδωσι τοὺς ἱστορικοὺς παράγοντας τῶν λαῶν. Οἱ νομοθέται, ὅταν νομοθετῶσι, δὲν νομίζω ὅτι λυσιτελῶς δύνανται νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις εἴτε τοῦ δημοσίου δικαίου εἴτε τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ τοιαύτην, ὁποίαν κατειργάσθησαν αὐτὴν αἱ πραγματικαὶ παραστάσεις, τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ἀπ’ αἰώνων δρῶντα ἐπὶ τῆς ψυχῆς τῶν λαῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ νομοθετήσωσιν· οἱ νομοθέται δὲν δύνανται νὰ μὴ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πραγματικοὺς παράγοντας, ἄνευ τῶν ὁποίων οἱοσδήποτε νομοθέτης θὰ πέσῃ εἰς οὐτοπίαν, θὰ περιπέσῃ εἰς οἰκτρὸν ναυάγιον. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην λοιπόν, Κύριοι, δὲν δύναται παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ πρώτην ἔποψιν φαίνονται δῆθεν ξέναι πρὸς τὴν κανονιστικὴν ἐνέργειαν τοῦ νομοθέτου, πρὸς τὴν κανονιστικὴν ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας, δύνανται ἐν τούτοις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην. Σαφές, Κύριοι, παράδειγμα ἔχομεν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν ὄχι ἕν, ἀλλὰ καὶ δύο καὶ ἴσως καὶ πλείονα. Ἔχομεν ἐν πρώτοις τὰ ἄρθρα περὶ θρησκείας. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶντα εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀτόμου περὶ ὑπερτάτων ὄντων καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδηλώσεως καὶ λειτουργίας τῶν πεποιθήσεων τούτων δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἂν τὸ θεωρήσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἀπόλυτον, περὶ ἧς ὡμίλησα. Τὸ Σύνταγμα εἶναι κανονισμὸς τῆς μορφῆς τῆς Πολιτείας, εἶναι ὀργανισμὸς τῶν σχέσεων τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν, εἶναι θεσμὸς τέλος, ἵνα ἁπλούστερον ἐκφρασθῶ, ἀφορῶν εἰς κοσμικὰ ἀντικείμενα καὶ συμφέροντα. Ἐν τοιούτῳ θεσμῷ, αὐστηρῶς ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἡ θρησκεία. Ἐν τούτοις οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀφ’ ἧς ἐσκέφθησαν νὰ δημιουργήσωσι πολίτευμα ἴδιον, Κράτος ἴδιον, ἀμέσως ἐσκέφθησαν ν’ ἀρχίσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν ἀπὸ τῆς θρησκείας καὶ τὰς πρώτας αὑτῶν διατάξεις, τὰ πρῶτα αὑτῶν ἄρθρα ν’ ἀφιερώσωσιν εἰς τὴν θρησκείαν. Διατί; Διότι ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἱστορικῶν παραγόντων, τῶν διαπλασάντων τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ ἤθη ἐν Ἑλλάδι, ἡ θρησκεία εἶναι βάσις τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως, διότι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἱστορικῶν παραγόντων, διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἕλληνος, διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, Σύνταγμα Ἑλληνικόν, ὀργανισμὸς θεμελιώδης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναί τι ῥιζικῶς ἀπαράδεκτον καὶ ἀκατανόητον, ἂν δὲν περιέχῃ διατάξεις περὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δεύτερον ἔχομεν ἄλλο κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τὸ φέρον τίτλον περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο κατεκρίθη ὁμοθυμαδὸν ὑπὸ πάντων τῶν πολιτειολόγων, ὅσοι ἠσχολήθησαν περὶ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, διότι τὰ ἀντικείμενα, τὰ θιγόμενα καὶ διαπραγματευόμενα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, δὲν εἶναι ποσῶς δημόσια δίκαια, ἀλλ’ ἀτομικὰ δίκαια. Ἆρά γε εἴμεθα σοφώτεροι ἡμεῖς οἱ ἐπικρίνοντες τοὺς νομοθετήσαντας τοιουτοτρόπως περὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, οἱ ἐπικρίνοντες τοὺς χαρακτηρίσαντας δίκαια, τὰ ὁποῖα ἁπλῶς ἦσαν ἀτομικά, ὡς δημόσια δίκαια; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἦσαν τόσον ἀπρόσεκτοι ἢ τόσον ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν ἀκατάρτιστοι, ὥστε νὰ ὑποπέσωσιν εἰς λάθος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἡμῖν τοσοῦτον ὀγκῶδες, νὰ λανθασθῶσιν ἢ νὰ παραβλέψωσι τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ὁ χαρακτηρισμὸς φαίνεται ἡμῖν ἁπλοῦς καὶ εὐχερής. Οἱ συντάξαντες τὸ πολίτευμα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄξιοι τοιαύτης μομφῆς· ἐνήργησαν ὡς ἐνήργησαν, διότι ὑπέστησαν τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἱστορικῶν παραγόντων. Διότι ἡ ἱστορία καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσιν ἐδίδαξεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην νὰ τεθῶσιν ἐγγυήσεις πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία βεβαίως οὐδεμιᾶς κυρώσεως συνταγματικῆς ἔχει ἀνάγκην ὑπὸ ἀπόλυτον ἔννοιαν, διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ λειτουργήσῃ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐλευθερία πιέζηται ὑπὸ τυράννων, ὅταν ὑπονομεύηται ὑπὸ πολιτικῶν ἐγωϊστῶν καὶ ἀπολυταρχικῶν, τότε τὰ δικαιώματα, τὰ στοιχεῖα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας κινδυνεύουσι καὶ ἀπόλλυνται καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν εἰμὴ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία τύχῃ καὶ συνταγματικῆς κυρώσεως. Ἔχομεν λοιπὸν παραδείγματα ἐν τῷ ἰδίῳ Συντάγματι, τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουσιν ὅτι δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ διατάξεις περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν φαίνονται ἔχοντα χαρακτῆρα δημοσίου δικαίου οὐδ’ ὑπαγόμενα κἂν εἰς τὸν κύκλον τῆς κανονιστικῆς ἐνεργείας τῆς Πολιτείας. Ποῖον ὅμως εἶναι τὸ κριτήριον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν ὡρισμένη τις σχέσις δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κανονιστικὴν ἐνέργειαν τῆς πολιτείας καὶ θὰ μᾶς ὑποδείξῃ καὶ τὸν βαθμὸν τῆς κανονιστικῆς ἐνεργείας τῆς Πολιτείας, ἂν δύναται δηλαδὴ νὰ κανονισθῇ ἁπλῶς διὰ Διατάγματος ἢ σπουδαιότερον διὰ νόμου ἢ σπουδαιότατα πάντων διὰ συνταγματικῆς κυρώσεως; Εἶναι αὐτὸ τὸ κριτήριον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἑκάστοτε τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς προνοίας ἐπὶ τῶν διαφόρων σχέσεων τῶν ἀτόμων πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὸ Κράτος. Εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ ἔθνους περὶ τῆς σπουδαιότητος μιᾶς σχέσεως, περὶ τῆς σπουδαιότητος ἑνὸς ἀντικειμένου, ἀναλόγως τῆς ἐπιδράσεως τῆς σχέσεως καὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν καὶ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους. Ἆρά γε, εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν συνταγματικὴν πρόνοιαν; Δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ἀναγραφομένην ἐν τῷ Συνταγματικῷ ἡμῶν Χάρτῃ; Ἐδῶ, Κύριοι, ἄρχεται τὸ πραγματικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ δυσχερέστερον. Εἶναι τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ζητήματος δυσχερές, καὶ διότι προκατάληψις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν διαφόρων ὁμάδων ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου,—προκατάληψις ἀναιροῦσα τὴν καλὴν πίστιν τὴν ὀφειλομένην πρὸς ἀλλήλας,—ἀλλ’ εἶναι τὸ ζήτημα δυσχερές, καὶ διότι εἶναι σύνθετον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν λύσιν ἀσφαλῆ, ἂν δὲν ἀναλύσωμεν τὴν φύσιν τῆς γλώσσης, ἂν δὲν ἐξετάσωμεν τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς. Ὁ χαρακτὴρ τῆς γλώσσης εἶναι διπλοῦς· ἡ γλῶσσα ἔχει φιλολογικὸν χαρακτῆρα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν γλῶσσαν οἱουδήποτε ἔθνους· ἡ γλῶσσα ἔχει χαρακτῆρα ἐθνολογικόν· ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην, Κύριοι, οὐδὲν ἐθνολογικὸν στοιχεῖον ἰσχυρότερον καὶ σπουδαιότερον ταύτης ὑπάρχει διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ οὐδὲν ἔθνος ὑπάρχει, οὐδὲν ἔθνος ὑπῆρξε, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀνάγκην ὑποστηρίξεως τῆς γλώσσης αὑτοῦ, ὁποίαν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα θετικὸν καὶ ἀσφαλές, ἂν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς δύο χαρακτῆρας τῆς γλώσσης; Ὑπὸ φιλολογικὴν ἔποψιν, Κύριοι, ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ζῶν ὀργανισμός. Τοῦτο βεβαίως εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν· ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι ζῶν ὀργανισμός, εἶναι μέσον ἐκδηλώσεως τῆς σκέψεως ζῶντος ὀργανισμοῦ, τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδὴ δὲ ἄνθρωπος ζῶν ὑπόκειται εἰς μεταβολὰς δὲν δύναται παρὰ καὶ ἡ γλῶσσα νὰ ὑπόκειται εἰς μεταβολάς. Ἡ γλῶσσα ὑπόκειται εἰς τὴν ἐξέλιξιν, εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἐξωτερικῶν ἱστορικῶν παραγόντων, τῶν ἐπιδρώντων ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ ἔθνους. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, φαίνεται ὀρθοτέρα ἡ γνώμη τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι ὡρισμένην μορφὴν τῆς γλώσσης δὲν δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι. Διότι ἡ γλῶσσα ἀκολουθεῖ τὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους καὶ συμμεταβάλλεται μετὰ τῶν μεταβολῶν αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ συλλάβωμεν ὡρισμένην μορφὴν καὶ νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν ὡς σταθερὰν καὶ παγίαν μορφὴν πράγματος, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς ἀδιάκοπον μεταβολήν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τοὺς νόμους τῆς φύσεως, δεσμεύει δὲ προφανῶς τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως. Διὰ τοῦτο ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν φιλολογικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι ὡρισμένην μορφὴν τῆς γλώσσης δὲν δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, ἐνῷ ὑπὸ φιλολογικὴν ἔποψιν ἡ τοιαύτη ἐξέτασις τοῦ ζητήματος μᾶς φέρει εἰς τοιαύτην λύσιν, ὑπὸ πραγματικὴν ὅμως ἔποψιν, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνολογικὴν δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τ’ ἀνωτέρω, τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἐθνικὸν παράγοντα πρώτης δυνάμεως ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὰς προσβολὰς τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιγενομένας. Εἶναι δὲ πρώτης δυνάμεως παράγων ἡ γλῶσσα ὑπὸ ἔποψιν ἐθνολογικήν, διότι εἶναι στοιχεῖον ἑνότητος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ὄχι μόνον πρὸς τὸ ἱστορικὸν αὐτοῦ παρελθόν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, διότι τὸ ἱστορικὸν αὐτοῦ παρελθὸν εἶναι πηγὴ φρονήματος διὰ τὸν λαὸν καὶ πηγὴ πλουσιωτάτη ἐθνικῆς δυνάμεως, ἀλλ’ εἶναι στοιχεῖον ἰσότητος καὶ πρὸς τὰ διάφορα μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διεσπαρμένου εἰς μεγάλην ἔκτασιν καὶ προφανῶς καταδεδικασμένου εἰς ἐθνικὴν ἀποσύνθεσιν ἄνευ τῆς ἑνότητος τῆς γλώσσης. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν δι’ ἐθνικοὺς καὶ πολιτικοὺς λόγους ὑπάτης σπουδαιότητος ν’ ἀφήσωμεν τὴν γλῶσσαν ἐντελῶς ἀνυπεράσπιστον καὶ ἀφρούρητον.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥοντήρη, προσεγγίζει τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὅριον διαρκείας τῶν ἀγορεύσεων.
§171Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, δὲν δύναμαι κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ἐκταθῶ περισσότερον καὶ σπεύδω εἰς τὸ συμπέρασμα. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡρισμένον τύπον γλώσσης ἐν τῷ Συντάγματι, ἀφοῦ δ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν γλῶσσαν ἀφρούρητον κατὰ τῶν κατ’ αὐτῆς προσβολῶν, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διέξοδός τις, νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἐν τῇ παιδεύσει καὶ τοῖς ἐπισήμοις ἐγγράφοις τηροῦνται ἐκεῖνοι οἱ τύποι, ὅσοι ἐξασφαλίζουσι τὴν ἑνότητα τῆς γλώσσης πρός τε τὸ ἔνδοξον αὐτοῦ παρελθὸν καὶ πρὸς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§172Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο. (Παραδίδει τῷ κ. Προέδρῳ ἔγγραφον φύλλον).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Καρασεβδᾶς ὑποβάλλει τὸ ἑξῆς σχέδιον ψηφίσματος: «Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὑπ’ ὄψει ἔχουσα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἤδη ἀνεγνωρισμένη ἐν τῷ λεκτικῷ τύπῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ πάντων τῶν ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας ἐγγράφων τῶν δημοσίων ἀρχῶν, καὶ ὅτι πᾶσα κατὰ τῆς ἐπισήμου ταύτης γλώσσης ἐπέμβασις πρὸς παραφθορὰν ἐπαρκῶς ἀποκρούεται ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἥτις δύναται ἐν ἀνάγκῃ καὶ νὰ συμπληρωθῇ, θεωρεῖ ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου μὴ ἀναγκαίαν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως καὶ συνεπῶς δὲν παρεδέχεται τὴν περὶ τούτου πρότασιν».
§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἐρωτηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§176Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνευρίσκω ἐν τῇ συνειδήσει μου τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀκούσητε ἐπαναλαμβάνοντα οὐδὲν ἐκ τῶν λεχθέντων. Δὲν θὰ προσφύγω εἰς κωδονοκρουσίαν φράσεων ἀνυμνῶν τὴν ὡραίαν γλῶσσαν τῶν ἐνδόξων ἡμῶν προγόνων ἢ ἀναθεματίζων τοὺς μαλλιαρούς. Ἐλπίζω νὰ εὐτυχήσω νὰ θέσω τὸ ζήτημα ὑπό τινα νέαν ὄψιν, καί, συγχωρηθήτω μοι νὰ εἴπω, ἴσως ἐκείνην, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν προέχει. Εἰσὶν ὑποβεβλημέναι δύο τροποποιήσεις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρώτη τούτων ἀφορᾷ τὴν περιφρούρησιν τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ πάσης μεταφραστικῆς βεβηλώσεως· ἡ ἄλλη ἀφορᾷ τὴν ῥητὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγνώρισιν τῆς καθαρευούσης ὡς γλώσσης ἐπισήμου τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἑνότης τῆς γραφομένης καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπικράτησις τῆς καθαρευούσης. Ἀμφότεραι αὗται κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν μορφὴν φαίνονται τιθέμεναι ὡς ζήτημα καθαρῶς πολιτικόν. Ἀλλὰ καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ κριθῇ ἐπὶ τῇ βάσει γενικῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, ἀλλαχοῦ διδασκομένων, ὑπὸ ὅλως διαφόρους πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικὰς συνθήκας ἐπικρατησασῶν. Πρέπει βεβαίως νὰ ἀκολουθήσωμεν γενικὰς ἀρχάς, ἀλλ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας, μελετῶντες τὰ καθ’ ἡμᾶς, θὰ μορφώσωμεν, διότι καλούμεθα νὰ συντάξωμεν Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Εἰς πᾶσαν σχεδὸν τὴν μέχρι τοῦδε νομοθετικὴν ἐργασίαν διαρκῶς καὶ μέχρι τοῦδε ἴσως δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ τὴν πλάνην ταύτην, τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ ξένα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ διδασκώμεθα ἐξ ἐκείνων, ἀλλὰ νὰ διατηρῶμεν ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν, τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν μελέτην τῶν καθ’ ἡμᾶς. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ποία ἡ φύσις τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος παρ’ ἡμῖν, πῶς ἐμφανίζεται καὶ τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ ἐθνικά, πρὸς τὰ κοινωνικὰ ἢ πρὸς τὰ θρησκευτικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Καὶ πρώτιστα, ὡς πρὸς τὴν τροποποίησιν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δόγμα, ἐξωτερικὴ λατρεία, παραδόσεις καὶ ἔθιμα ἀκόμη εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσιν ὅ,τι λέγομεν θρησκείαν, τὰ ὁποῖα ἐμπνέουσιν ἐξ ἴσου τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα. Γλῶσσα καὶ περιεχόμενον τοῦ Εὐαγγελίου, μορφὴ καὶ οὐσία, ταυτίζονται ἐν τῇ θρησκευτικῇ συνειδήσει κατὰ τρόπον, ὥστε, ἄνευ τούτων ἀλλοιωθῇ, ἀναιρεῖται τὸ ὅλον. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐξηγέρθη πάντοτε ἀγρίως ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ὅτε ὑπῆρξαν οἱ βέβηλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν νὰ μεταφράσωσι τὸ Εὐαγγέλιον. Προσεβλήθη εἰς τὰ καίρια ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ, ἥτις εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐξεγείρεται ἐπικίνδυνος καὶ ἔξαλλος. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον πρέπει νὰ προστατευθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἢ διὰ ψηφίσματος ἢ νὰ καθορισθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταφρασθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Τὸ Εὐαγγέλιον δέον νὰ προφυλαχθῇ ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν μαλλιαρήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἰσοκράτειον ἀκόμη γλῶσσαν. Ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ περιέχονται καὶ ἀδόκιμοι λέξεις. Ἐάν τις ἐπιχειρήσῃ νὰ διορθώσῃ ταύτας, νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ διὰ λέξεων δοκίμων, κατέστρεψε τὸ Εὐαγγέλιον. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ὑπολείπεται σύντομός τις μελέτη ἐπὶ τῆς δευτέρας ὑποβαλλομένης τροπολογίας τοῦ φιλτάτου μοι συναδέλφου ἐκ Λακωνίας, τῆς ὁρώσης εἰς τὴν προστασίαν τῆς καθαρευούσης διὰ τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῆς ὡς ἐπισήμου γλώσσης. Κύριοι, ἀφ’ ἧς ἠδυνήθην νὰ ἔχω γνώμην τινὰ ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, πᾶσαν ἀπορίαν μου ἐξήγησα εὐτυχήσας νὰ ἀναγνώσω Μεταφυσικὴν ἀπὸ τὰ 1705 ἐκδοθεῖσαν, τοῦ Βενιαμὶν τοῦ Λεσβίου, ὁ ὁποῖος γράφει εἰς τὸ περὶ γλώσσης κεφάλαιον, ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας, ἀλλὰ πληροῖ τὴν στοιχειώδη ἀνάγκην νὰ διερμηνεύωμεν τὰς ἐνδιαθέτους ἡμῶν σκέψεις καὶ βουλήσεις. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ γλῶσσα εἶναι πάντοτε ἀνάλογος τοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι καὶ αἰσθάνεσθαι κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχάς. Ἐντεῦθεν δύναταί τις νὰ ἐξηγήσῃ διατί ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπὸ ποικίλας καὶ ἀντιθέτους ἑκάστοτε κατὰ τὴν διέλευσιν τοῦ χρόνου εὑρεθεῖσα συνθήκας ἐτροποποιήθη κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ πρῶτον ἐπικρατῆσαν Ἀττικὸν ἰδίωμα νὰ καταλήξῃ σήμερον εἰς τὴν λεγομένην καθαρεύουσαν, ἡ δὲ ἑκασταχοῦ ὁμιλουμένη γλῶσσα νὰ διαμορφωθῇ καὶ παραμορφωθῇ μέχρι τῆς συγχρόνου δημοτικῆς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς διὰ τῆς ῥομφαίας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου κατέκτησε τὸν κόσμον, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Ἀττικὴ διάλεκτος κατέστη κοινὴ γλῶσσα. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἤρξαντο ἀναφαινόμενα τὰ κατὰ τόπους ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν δημοτικήν. Καὶ ἡ δημοτικὴ αὕτη ἔλαβε κυρίως αὐθυπαρξίαν, ὅτε εἰς αὐτὴν ἐγράφησαν τὰ Κρητικὰ ἔπη, ὁ Ἐρωτόκριτος καὶ ἡ Ἐρωφίλη καὶ τὸ Πανελλήνιον ἔπος τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτα. Τότε ἐσυστηματοποιήθη κυρίως καὶ διημφισβήτει μάλιστα τὴν ἐπικράτησιν. Ἴσως τότε θὰ ἐκρίνετο ὁ ἀγών, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἐκρίνετο ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης τῆς τότε, τῆς ὁποίας διάδοχος εἶναι ἡ νῦν, διότι μόνον ἡ καθαρεύουσα ἐξυπηρετεῖ τελείως τὴν σκέψιν. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν σκέψιν, ἂν ὁ ἀγὼν ἐκρίνετο ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς. Θὰ ἐχρεωκόπει. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω ἐξ ἄλλου, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοτική, ἡ κατ’ ἐξοχὴν διερμηνεύουσα τὸ συναίσθημα—καὶ ἂς μὴ ἀγανακτήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας, ἂν εἴπω μόνον τὸ συναίσθημα καὶ τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας—θὰ ἠτόνει καὶ ἴσως δὲν θὰ ὑπῆρχε λυρικὴ ποίησις ἡ διερμηνεύουσα τὰ συναισθήματα, ὅσα ἐν τῷ οἰκογενειακῷ βίῳ καλλιεργοῦνται. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ δουλεία, καὶ κατὰ τὴν δουλείαν ἐξεχυδαιώθη, προσλαβοῦσα ξένας λέξεις, Τουρκικάς, Ἀλβανικάς, Φραγκικὰς κλπ. καὶ διαστρεβλώσασα τὸν τύπον τῶν λέξεων. Ἡ Ἑλληνικὴ σκέψις, ἥτις θὰ ἐξηυγένιζε τὴν γλῶσσαν, ἠδράνει. Ἀλλ’ ὅτε ἤρξατο τὸ ἐμπόριον ἀναπτυσσόμενον, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς Ἐπαναστάσεως, ἤρξατο συγχρόνως ἀνανήφουσα ἡ Ἑλληνικὴ σκέψις καὶ κατέστη ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη γλώσσης, διότι ἡ δημοτικὴ δὲν ἤρκει. Καὶ τότε ἀνεφάνη ὁ μέγας Κοραῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδημιούργησε τὴν ἐποχήν, ἀλλὰ διηρμήνευσε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐποχῆς, καὶ ἡ ἀνάγκη ἐκείνη ἐδείκνυεν ἐξ ἑαυτῆς τὴν λύσιν. Καὶ ἐναντίον τοῦ Κοραῆ ἐτάσσοντο ἀφ’ ἑνὸς ὁ Νεόφυτος Δούκας καὶ ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις θέλοντες νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν σκέψιν τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Ἰόνιος Σχολή, τῆς ὁποίας ἄξιος καὶ σεμνὸς ἀντιπρόσωπος ἠκούσθη ἐντεῦθεν τοσοῦτον ὡραῖα ἀγορεύσας, ὁ κ. Μαβίλης, ὑπερμαχοῦσα τῆς ἀνεπαρκοῦς καὶ ἀδιαμορφώτου δημοτικῆς. Καὶ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τοῦ Κοραῆ, τουτέστι νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ νὰ καλλιεργηθῇ ἡ καθαρεύουσα γλῶσσα, διότι ἐκείνη μόνον ἦτο πλουσία καὶ διαμεμορφωμένη. Ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι τῆς γλώσσης ἐξελισσομένης πάντοτε ὑπὸ κανόνας ὡρισμένους γλωσσικούς, ἀναλόγως τοῦ ποικίλου περιβάλλοντος, δικαστικοῦ, κοινοβουλευτικοῦ, δημοσιογραφικοῦ, οἰκογενειακοῦ, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πρόγνωσιν, ὅτι ἡ καθαρεύουσα δὲν διατρέχει κίνδυνον, ὅτι θὰ ἐξελιχθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἐκκαθάρισιν τῆς δημοτικῆς, καὶ ἐπίσης ἀντιθέτως πρέπει νὰ προεικάσωμεν, ὅτι καὶ ἡ δημοτική, καθαιρομένη διὰ τῆς διαδόσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ἐπικρατήσεως ἐπὶ μᾶλλον τοῦ πολιτισμοῦ, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συναντήσῃ τὴν καθαρεύουσαν. Εἶναι ὑστερικὴ καὶ καθαρῶς νοσηρὰ ἡ προσπάθεια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι νὰ κατεργασθῶσιν ἐν τοῖς γραφείοις λέξεις, καθ’ ὃν τρόπον νομίζουσιν εὔκολον νὰ μαγειρεύσωσι μίαν σαλάταν εἰς τὸ μαγειρεῖόν των. Θὰ ἐφαίδρυνον τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶχον ὥραν, ἀναγινώσκων ἀπόσπασμα τοῦ Μὰξ Νορδάου, τοῦ φιλοσόφου, ἀλλὰ καὶ φρενιάτρου, ὁ ὁποῖος θὰ νομίσητε, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τοὺς Ἕλληνας μαλλιαρούς, ὅτε ἔγραφε τὰ συμπτώματα καὶ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ἐκφυλισμοῦ, τοῦ ὁποίου μορφὴ εἶναι ὁ μαλλιαρισμός. Ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ πάλιν διδάσκομαι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς περιφρονῶμεν, ὄχι διότι οὗτοι διερμηνεύουσί τι σοβαρόν, ὄχι διότι ἐκπροσωποῦσιν ἀξίαν τινὸς λόγου σχολήν, ἀλλὰ διότι διατρέχομεν χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ καινὸν θαυμάζεται, ἁπλῶς διότι εἶναι καινόν, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐχρεωκόπησεν ἡ ἀληθὴς ἔμπνευσις, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ φιλοσοφία ἀγνοεῖται καὶ ὡς ὅρος, ἴσως διότι τὸ σύγχρονον πνεῦμα ἐτράπη εἰς τὸν θετικισμόν. Καὶ ὅτε κατασκεύασμά τι παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν ἑλκυστικὴν μορφὴν τοῦ νέου, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μωρόν, εὑρίσκει πάντοτε μωρούς, διὰ νὰ τοὺς ἑλκύσῃ ὀπαδούς. Αὐτὸς ὁ Λαροσφουκὼ λέγει, ὅτι εἷς μωρὸς εὑρίσκει πάντοτε ἑπτὰ μωρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν θαυμάζουσι. Δὲν γνωρίζω διατί εὗρε τὸν ἀριθμὸν 7· ἴσως διότι εἶναι καββαλιστικός. Θὰ ὑπάρξωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρασυρθῶσιν ἁπλῶς, ἵνα εὕρωσιν ἀσχολίαν καὶ δικαιολογήσωσι τὴν ὕπαρξίν των. Ἀλλὰ τίνα κίνδυνον παρέχουσι; Τὸν κίνδυνον ἴσως τῆς στρεβλώσεως τῆς δημοτικῆς, μίαν ἀντίδρασιν ἴσως εἰς τὴν ὁμοιόμορφον καὶ τὴν κανονικὴν ἐξέλιξιν καὶ τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς καθαρευούσης. Διότι ἐξ ἀμφοτέρων ἀπεκδεχόμεθα πολλὰ τὰ καλά, ἐὰν ἐξελιχθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων ἰδεῶν καὶ τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς παρεγνώρισε τὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων εἰπών, ὅτι εἷς τις ἐξήγειρε τὰ πλήθη. Εἶναι ἀφιλοσόφητον νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἀρκεῖ εἷς νὰ ἐξεγείρῃ ἓν πλῆθος καὶ πλῆθος ἐπιστημόνων ἀνδρῶν, φοιτητῶν. Εἶναι ὅλως ἄσχετον, ἂν ὑπῆρξαν οἱ ἐκμεταλλευθέντες οὕτως ἢ ἄλλως τὴν ἐξέγερσιν. Ἐξηγέρθησαν, Κύριοι, διότι ἐν τῷ ζητήματι τῆς γλώσσης θίγεται τὸ πατριωτικὸν αὐτῶν συναίσθημα. Τί εἶναι πατριωτισμός; Εἶναι τὸ σύνολον τῶν συναισθημάτων τῶν ἀναφερομένων καὶ ἐμπνεομένων ἐκ τῆς γλώσσης, ἐκ τῶν παραδόσεων, ἐκ τῆς ἱστορίας, ἐκ τῆς θρησκείας, ἐξ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἐδάφους τῆς πατρίδος. Ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, δικαίως ἐθίχθη τὸ πατριωτικὸν συναίσθημα, ὅτε ὑπῆρξαν προσπάθειαι πρὸς ἀηδῆ διαστροφὴν τῆς γλώσσης. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι ἴσως δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ περιληφθῇ διάταξις εἰδικὴ προστατεύουσα τὴν καθαρεύουσαν, διότι τοῦτο θὰ παρεῖχε τὸν κίνδυνον νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὑπαρχούσας καὶ ἄλλας γλώσσας. Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ κοινοῦ συναισθήματος οὐχὶ ὡς ἐξεγέρσεως καὶ διαδηλώσεως, ἀλλ’ ὡς διερμηνεύοντος δικαίας καὶ εὐλόγους ἀξιώσεις, πρέπει νὰ λάβωμεν μίαν πρόνοιαν εἴτε διὰ ψηφίσματος εἴτε δι’ ἀποδοχῆς προτάσεως, διατρανοῦντες ὅτι ἡ καθαρεύουσα Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο πάντοτε καὶ ἔσται ἡ ἐπίσημος γλῶσσα. Καὶ ὑπὸ τὰς σκέψεις ταύτας, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἔχουσαν ὧδε: «Ἡ διπλῆ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων διαπιστοῦσα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ γλῶσσα, δι’ ἧς συντάσσονται οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα, πᾶσα δὲ παρεκτροπὴ δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς παραφθορὰν ταύτης, δυναμένη νὰ προκαλέσῃ δημόσιον σκάνδαλον, ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». (Χειροκροτήματα).
§177Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρώτην φορὰν ἀνερχόμενος τὸ βῆμα τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία τείνει νὰ λάβῃ φοβερὰς διαστάσεις. Αἱ ἀποδοκιμασίαι, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, μᾶς ἀποδεικνύουσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωμεν εἰς τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην σχετικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀπαγορεύηται ἡ μετάφρασις ἢ παράφρασις τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν, κύριοι Βουλευταί, μοὶ ἔκαμε συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἐξ ἱστορικῆς οἰκογενείας, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς γλώσσης.
§178Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐνοήσατε τί εἶπον.
§179Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Σεῖς εἶσθε γόνος ἱστορικῆς οἰκογενείας καὶ ὠφείλετε, κ. συνάδελφε, νὰ σεβασθῆτε τὴν γλῶσσαν τῶν προγόνων μας.
§180Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὴν οἰκογένειάν μου.
§181Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐξ οἰκογενείας ἱστορικῆς, ὡς καὶ ὑμεῖς.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα εἶναι διάνοιαι καὶ ὄχι οἰκογένειαι.
§183Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Εἶναι αἶσχος νὰ εὑρίσκωνται Βουλευταὶ εὐρυτάτης μορφώσεως, οἷοι οἱ κοινωνιολόγοι — οὓς ἀναγνωρίζω — οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὰ φῶτά των καὶ τὰς γνώσεις των διὰ τὸ κακὸν τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§184Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ ἀγορεύων τὴν φράσιν. Δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ.
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ προχωρήσητε, ἂν δὲν ἐξηγήσητε τὴν φράσιν σας.
§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§188ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νοταρᾶς προσκαλεῖται νὰ ἐξηγήσῃ τὴν φράσιν του, ἄλλως θὰ τὸν ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§190ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος).
§191Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Δὲν ἀνακαλῶ.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ῥήτωρ θὰ ἀνακαλέσῃ πᾶσαν φράσιν ἐξενεχθεῖσαν ἐκ τοῦ στόματός του κατὰ συναδέλφων παρεδρευόντων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ διὰ τῆς ὁποίας φράσεως ἤθελεν ἀρνεῖσθαι εἰς αὐτοὺς ὁ πατριωτισμός.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκάλεσα τὸν κ. ἀγορητὴν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς φράσεις του, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ θόρυβος δὲν ἐπέτρεψε. Τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ πράξῃ τώρα.
§194Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀντίληψις τῶν κυρίων εἶναι αὐτή, δι’ ἐμὲ ὅμως δὲν εἶναι αὐτή. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἔχουσι πατριωτισμόν. Δυνατὸν νὰ σφάλλωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν γλῶσσαν τῶν πατέρων μας. (Χειροκροτήματα).
§195Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· δὲν θὰ ἐπεκταθῶ πολύ, οὐ μόνον διότι πρέπει νὰ σεβασθῶ τὸν ψηφισθέντα Κανονισμόν, ἀλλὰ κυρίως καὶ διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγαλειτέραν ἔκτασιν τῆς ἁρμοζούσης, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αὕτη παρεξετράπη τῆς ὁδοῦ, ἣν ἔδει νὰ εἶχεν ἀκολουθήσει, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἀντικείμενον ἐρεύνης ἐγένετο κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν ποῖος θὰ ἦτο ὁ ὀρθότερος τύπος γλώσσης, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξηνέχθησαν διάφορα συμπεράσματα οὐχὶ βεβαίως ἀπηλλαγμένα προκαταλήψεως, ἐνῷ τοῦ ζητήματος τούτου προέχει καταφανέστατα ἕτερον περὶ τοῦ ἂν ὡρισμένος τύπος γλώσσης δέον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο τὸ ἀντικείμενον προέχει ἐν τῇ συζητουμένῃ προτάσει καὶ τοῦτο δέον πρωτίστως νὰ ἐξετασθῇ. Θὰ περιορίσω λοιπὸν τὴν συζήτησιν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις φρονῶ ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος οὕτω τιθεμένου θὰ στηριχθῇ ἀναγκαίως ἐπὶ τῶν αὐτῶν σκέψεων καὶ τῶν αὐτῶν συλλογισμῶν, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ ἀναγραφῆς συνταγματικῆς διατάξεως προστατευούσης τὴν καθαρεύουσαν, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ τοιαύτης προστατευούσης τὴν δημοτικήν. Πείθομαι δὲ ἀδιστάκτως ὅτι, ἐὰν οὕτω πως μετὰ ψυχραιμίας καὶ ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι ἐξητάζετο τὸ προέχον τοῦτο ζήτημα, πάντες θὰ ἐδεχόμεθα, ὅτι ζήτημα τοιοῦτον οὐδεμίαν ἀπολύτως θέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι. Ὅτι δὲ τοιοῦτον θὰ ἦτο τὸ συμπέρασμα ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ ὅλη συζήτησις, καθ’ ἣν ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς συζητουμένης προτάσεως προεβλήθησαν ὅσα ἐπιχειρήματα ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῶσι κατὰ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ καὶ αἰσθανομένων τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὰς λαϊκὰς τάξεις, διὰ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, προαγωγὴν καὶ εὐημερίαν αὐτῶν καὶ ἐννοούντων κάλλιστα ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν δὲν καλλιεργηθῇ ἡ γλῶσσα ἐκείνη, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν ὡς μεταδοθεῖσα αὐτῷ ἀβιάστως παρὰ τῶν γονέων αὐτοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τούτων σοβαρὸν τοὐλάχιστον ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ὅτι δέον ἐν τῷ Συντάγματι ν’ ἀναγραφῇ ὡς ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους ὁ τύπος τῆς καθαρευούσης. Καὶ παρουσίασε βεβαίως ἡ Βουλὴ ὄψιν ἄλλου συνεδρίου, ἴσως ὄψιν Ἀκαδημίας ἢ οἱασδήποτε ἐπιστημονικῆς ἑταιρείας, δὲν παρουσίασεν ὅμως βεβαίως κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν ὄψιν νομοθετικοῦ σώματος ὀφείλοντος νὰ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς ἔργα καθαρῶς νομικά. Τοῦτο ἴσως νὰ ὀφείληται καὶ εἰς ἄλλους λόγους καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἀτυχῶς οὐδεμία ἐπιστημονικὴ δρᾶσις διεξάγεται, ἐπειδὴ δὲ μόνον ἅμιλλα πολιτικὴ ἐνεργεῖται, κατ’ ἀνάγκην ἅπαντα τὰ ζητήματα, οἱασδήποτε φύσεως καὶ ἂν ὦσιν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεταφέρονται. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δέον νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ ὄψις αὕτη δὲν εἶναι εὐχάριστος, διότι δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστον νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ περὶ γλωσσολογικῶν θεωριῶν, ὅπως δὲν εἶναι ποσῶς εὐχάριστος ὁ ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν τῆς καθαρευούσης τεθεὶς τρόπος πολεμικῆς συνιστάμενος τοῦτο μὲν εἰς τὴν ὑποστήριξιν γεγονότων μὴ δυναμένων οὔτε πόρρωθεν νὰ ἀποδειχθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἀπεχόντων βεβαίως πολὺ τῆς συκοφαντίας, τοῦτο δὲ εἰς τὴν προσπάθειαν ὅπως ἐξ ὡρισμένων λέξεων καὶ περικοπῶν κρίνωσιν ἐπιστημονικὰς κορυφὰς χωρὶς νὰ λαμβάνωσι τὸν κόπον νὰ συνδέωσι τὰς περικοπὰς ταύτας πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἔργων, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὴν πρόθεσιν τῶν συγγραφέων καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ὡρισμένα συστήματα καὶ διδασκαλίαι ὁλόκληροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσιν ἐκ τῆς πανθομολογουμένης ἀποτυχίας ὀπαδῶν τινων ἢ ἐξ ὡρισμένων σφαλμάτων ἐξημμένων ἢ ἀμαθῶν ὑποστηρικτῶν τῶν ἐν λόγῳ συστημάτων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως προυξένησεν εἰς ἐμὲ αἴσθησιν θλιβεράν, εἶναι καὶ ἡ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης παρατηρουμένη ἀτυχῶς προσπάθεια, ὅπως τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλὴ πίστις τῶν δημοτικιστῶν, τὸ δὲ λυπηρότερον ὅτι παρεστάθη ὅτι οὗτοι εἶναι ὄργανα ἔχοντα σκοποὺς ἀντεθνικοὺς καὶ τρόπον τινὰ ἐχθροὶ μισθωτοὶ μάλιστα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως συκοφαντία αὕτη χρήζουσα σοβαρᾶς ἀντικρούσεως ἐφ’ ὅσον ἐξετάζεται μεταξὺ νοημόνων, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀποκρύψῃ ὅτι τὰ τοιαῦτα, μεταδιδόμενα μάλιστα ὑπ’ ἀνθρώπων ἀρίστης κοινωνικῆς θέσεως καὶ ὑπὸ τὸν πέπλον δῆθεν τοῦ μυστηρίου, ἐπιβλαβέστατα ἐπενεργοῦσι παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεισδύσωσιν εἰς τὰ ἀληθῆ ἐλατήρια τῶν συκοφαντιῶν τούτων, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ χειρίστην ὑπηρεσίαν συνεπάγονται, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους παριστάμεθα ὡς ἔχοντες μεταξὺ ἡμῶν προδότας τῶν τιμαλφεστέρων καὶ ἱερωτέρων συμφερόντων. Καὶ ταῦτα λέγονται καὶ γράφονται χωρὶς βεβαίως νὰ ἐξετάζηται μετὰ προσοχῆς τοὐλάχιστον τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες διαχειρίζονται τὴν καταπολεμουμένην ἰδέαν, ἐνῷ φρονῶ, ὅτι, ἂν τοιαύτη παρατήρησις ἤθελε γίνει, δὲν θὰ ὑπῆρχε βεβαίως θάρρος, διὰ νὰ ἐκτοξευθῶσι τοιοῦτοι ἄδικοι ὑπαινιγμοί. Καθόσον φρονῶ ὅτι, ἂν τοιαύτη ἔρευνα ἐγίνετο, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλὴ πίστις καὶ τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ υἱοῦ τοῦ Στεφάνου Δραγούμη, οὗτινος τὸ ὄνομα ἐμνημονεύθη ἐνταῦθα, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστος ἡ συμφώνως πρὸς τὴν οἰκογενειακὴν αὐτοῦ ἀνατροφὴν δρᾶσίς του, ἀκριβῶς ὡς ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δρᾶσις, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος πολλὰς εὐγνωμοσύνας ὀφείλει, δρᾶσις, ἧς ἕνεκα καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐν κινδύνῳ ἐτέθη, δρᾶσις τέλος, ἧς ἕνεκα ἀμέσως διεκρίθη οὗτος ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ μεταξὺ τῶν συναδέλφων του. Ἀλλὰ πλὴν τούτων μικρὰν ἐγγύησιν περὶ τῶν ἁγνῶν αὐτῶν προθέσεων παρέχουσι τὰ ὀνόματα, ἅτινα καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπανελήφθησαν καὶ δὴ τὰ ὀνόματα τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Σωτηριάδου, τοῦ Δεμερτζῆ, τοῦ Διομήδους, τοῦ Παπαναστασίου, τοῦ Κεφαληνοῦ, τοῦ Πετμεζᾶ, τοῦ Μάνου καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τόσων ἄλλων; Καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔντιμος καὶ ἐπιβλητικὴ ἐκείνη μορφὴ τοῦ σεβαστοῦ μου φίλου κ. Μαβίλη, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἰσχυρὰν ἐγγύησιν περὶ τῶν ἀγαθωτάτων καὶ πατριωτικωτάτων προθέσεων τῶν μετ’ αὐτοῦ συναγωνιζομένων; Καὶ ἐπετρέπετο, Κύριοι, εἰς δημόσιον μάλιστα ὑπάλληλον νὰ δημοσιεύσῃ ὅτι γνωρίζει τινὰς ἐν Ἑλλάδι βιοῦντας Ἕλληνας μισθοδοτουμένους προδότας τῶν τιμαλφεστέρων συμφερόντων, καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατηγορίας ταύτης ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ ἀμέσως δικαστικὴ ἀνάκρισις, ἵνα ἢ ἀνακαλυφθῶσιν οἱ ἔνοχοι οὗτοι καὶ αὐστηρῶς τιμωρηθῶσιν ἢ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ συκοφαντία καὶ συνεπαγάγῃ τὰς εὐθύνας αὑτῆς, ἀφοῦ μάλιστα ὡς δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει καὶ τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλῃ τὰ εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ὁπωσδήποτε περιελθόντα ἀδικήματα, ὑπέχων εὐθύνας ἐπὶ τῇ ἐνδεχομένῃ παραλείψει; Καὶ τί νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ αὐτοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅστις ἐνυπογράφως ἐδημοσίευσεν ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως εἶναι προσχήματα, ὅπως καλύψωσιν οἱ λέγοντες τὴν ἀσθένειαν τοῦ πολιτικοῦ ἤθους, ὅπερ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ἵνα ἀντιστῇ πρὸς τὰς πιέσεις ἀλλοδαπῶν πολιτευτῶν; Ἐπετρέπετο, Κύριοι, εἰς δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἐκτοξεύσῃ τὰ τοιαῦτα, ἀποτελοῦντα οὐ μόνον ὕβριν, ἀλλὰ καὶ μυσαρὰν συκοφαντίαν καθ’ ὅλων τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν, οἵτινες παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν τὴν ἐπιστημονικὴν αὑτῶν γνώμην, ὅτι δὲν ἥρμοζεν ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ τῆς συζητουμένης τροπολογίας; Ἐγὼ βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην ταύτην καὶ ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ προστατεύσῃ καὶ μὲ ἱκανοποιήσῃ ἀπὸ τὴν τοιαύτην μυσαρὰν συκοφαντίαν, ἥτις καὶ εἰς ἐμὲ μετὰ τῶν ἄλλων ἀπεδόθη, διότι εἰς οὐδένα ἀπολύτως ἐπιτρέπω νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν καλήν μου πίστιν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§196ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§197Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁ Μιστριώτης. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως ἔδει νὰ διεξαχθῇ καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἔρευναν, περὶ τοῦ ἂν ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις περὶ ἀναγραφῆς ἰδίου τύπου γλώσσης ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι σκόπιμος. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν πρέπει τουλάχιστον νὰ δεχθῶσιν ὅτι ἡ γλῶσσα, ἧς τὴν καθιέρωσιν διὰ τοῦ Συντάγματος ἐπιδιώκουσι, θὰ μείνῃ ἐπὶ αἰῶνας ἀμετάβλητος καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ καὶ αὕτη εἰς τὸν γενικὸν τῆς ἐξελίξεως νόμον ἀναφαινόμενον καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ ἐναργέστατα. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν, ἥτις πράγματι πρὸ πολλῶν αἰώνων ὑφίσταται, δὲν θὰ παύσῃ ἤδη ἐξελισσομένη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐρωτῶ, ἀφοῦ γλῶσσα Ἑλληνικὴ ἐν χρήσει δὲν θὰ εἶναι βεβαίως εἰς τὸ μέλλον ἡ σήμερον ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς προτάσεως ὑποδεικνυομένη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιφρουρηθῇ αὕτη διὰ συνταγματικῆς διατάξεως; Καὶ ποίαν σημασίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ τιθεμένη ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ νόμοι τῆς ἐξελίξεως, ὡς νόμοι φυσικοὶ καὶ ἀνώτεροι τῶν ἀνθρωπίνων νόμων, ἀναγκαίως θὰ κατισχύσωσι πάσης οἱασδήποτε νομικῆς ἢ καὶ συνταγματικῆς διατάξεως; Τὸ Σύνταγμα οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ σύνολον νομικῶν διατάξεων, ἀλλὰ ποίαν σχέσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν αἱ νομικαὶ αὗται διατάξεις πρὸς τὸ καθαρῶς ἐπιστημονικὸν ζήτημα τῆς γλώσσης; Καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ κύρωσις τῆς ἐπιζητουμένης νομικῆς διατάξεως; καὶ ἐπὶ ποίων κριτηρίων στηριζόμενοι οἱ μέλλοντες νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν διάταξιν ταύτην θὰ κανονίσωσι τὰς συνεπείας αὐτῆς; Ποῖαι καὶ πόσαι λέξεις θὰ θεωρῶνται χυδαῖαι κατὰ τὴν φράσιν τῶν ὀπαδῶν τῆς καθαρευούσης; ποῖαι δὲ καὶ πόσαι ἐπιτρεπόμεναι; Ἐπὶ ποίων συλλογισμῶν ἢ ἐπιστημονικῶν διδαγμάτων στηριζόμενός τις θὰ καταλήγῃ εἰς τὰς διὰ τῆς προτάσεως καθοριζομένας συνεπείας, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδὲ μεταξὺ τῶν γλωσσολόγων τῆς αὐτῆς Σχολῆς ὑπάρχει συμφωνία περὶ τὴν χρῆσιν τῶν διαφόρων ὅρων; Ἐὰν λ. χ. εἰς αὐτὸν τὸν κ. Μιστριώτην ὡς εἰδήμονα ἤθελεν ἀνατεθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐπιζητουμένων διατάξεων, οὗτος θὰ κατέληγεν εἰς τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα, ὅτι τὰς ἐπιδιωκομένας συνεπείας ἔδει νὰ ἐπισύρωσι πάντες, ὅσοι δὲν συμμορφοῦνται πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένους γλωσσικοὺς ὅρους, περὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ἔχητε ἰδέαν τινά, θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου γραφεῖσαν, ἔχουσαν οὕτως: «Ἐν ταῖς μεγαλοτόξοις τοῦ οὐρανοῦ ἁψῖσιν, ἐν ταῖς σελασφόροις τῶν λεωφόρων τοῦ ἀπείρου λαμπτῆρσιν, ἐν τοῖς μεγαλοπρεπέσι τοῦ ὑπερτάτου ὄντος φωσφορίοις καὶ ἐν ταῖς ἀπείροις τοῦ αἰθέρος στιβάσι σιωπηλὸς καὶ οἱονεὶ ἀγέρωχος δολιχοδρομεῖ ὁ ἡμέτερος πλανήτης. Οὗτος δὲν διαπρέπει οὔτε ὡς αὐταυγὴς καὶ φωτοβόλος οὔτε κατὰ τὸ ὑπερφυσικὸν αὐτοῦ μέγεθος, ἀλλὰ διότι ἐπ’ αὐτοῦ ὡς ἐφ’ ἅρματος ὀχεῖται τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα, ὅπερ, καίπερ καθειργμένον ἐν μικρῷ ὀστεΐνῳ νάρθηκι, εἶναι ὅμως ὑπέρτερον πασῶν ὁμοῦ τῶν ἀλόγων σφαιρῶν, ὅσαι τῶν φυσικῶν νόμων χορηγούντων οἱονεὶ ὀρχοῦνται τὸν κύκλιον». Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, εἰς Συντάγματα ἄλλα οἱουδήποτε Κράτους, ἔστω καὶ τοῦ βαρβαρωτέρου, ἐγράφη παρομοία στρεβλωτικὴ διάταξις; Καὶ ὑπεστηρίχθη, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦθ’ ὅπερ ἄλλως τε καὶ ἐγράφη, ὅτι δηλαδὴ τοιαύτην διάταξιν ἀναγράφει τό τε Ῥωσικὸν καὶ τὸ τῆς Νορβηγίας Σύνταγμα. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ψευδέστερον, διότι οὐδεμίαν τοιαύτην διάταξιν ἀναγράφουσι τὰ εἰρημένα Συντάγματα καὶ μάλιστα τὸ Σύνταγμα τῆς Νορβηγίας ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 1100, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς ἕκαστον νὰ ἐκφράζηται ἐλευθέρως». Διάταξιν περὶ γλώσσης ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναγράψωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ Κράτη, ἔνθα, ἕνεκα τῶν διαφόρων ἱστορικῶν καὶ πολιτειακῶν περιστάσεων ἢ ἐσχηματίσθησαν ἐκ διαφόρων λαῶν εἰς διαφόρους ἐθνικότητας ὑπαγομένων, δι’ ὃ καὶ ἔδει κατ’ ἀνάγκην νὰ ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἢ δὲν ἔχουσιν ἰδίαν γλῶσσαν, ἢ ἔχουσιν ἐπιβληθῆ εἰς ἄλλους λαοὺς ἔχοντας ἄλλην γλῶσσαν. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο τὸ Ἑλβετικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 116 ἀναγράφει, ὅτι «Ἐθνικὴ γλῶσσα τῆς ὁμοσπονδίας εἶναι ἡ Γαλλική, ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Ἰταλική». Ἡ Αὐστρία ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ 16 τὴν ἀρχήν, ὅτι ἑκάστη φυλή, ἐξ ὧν ἀπετελέσθη τὸ Αὐστριακὸν Κράτος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ καὶ καλλιεργήσῃ τὴν γλῶσσάν της. Ὥστε παρατηρεῖται ἡ τάσις οὐχὶ τοῦ περιορισμοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας. Τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ὁρίζει ὡς ἐθνικὴν γλῶσσαν τὴν Γαλλικὴν καὶ Φλαμανδικήν, τὸ Σύνταγμα τοῦ Καναδᾶ τὴν Γαλλικὴν καὶ Ἀγγλικήν, τὸ Σύνταγμα τῆς Φιλλανδίας τὴν Σουηδικὴν καὶ Φιλλανδικήν, τὸ Σύνταγμα τοῦ Λεξεμβούργου τὴν Γαλλικὴν καὶ Γερμανικήν. Ἡ Ἰταλία δεχθεῖσα ὡς Σύνταγμα τὸ θεμελιῶδες Statuto τοῦ βασιλείου τῆς Σαρδηνίας ὁμιλεῖ ἐν ἄρθρῳ 62 περὶ τῆς Ἰταλικῆς γλώσσης, ὡς ἐπισήμου τῆς Βουλῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Γαλλικήν, ἐπιτρέπει δὲ μολαταῦτα τὴν χρῆσιν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς εἶναι ἐν χρήσει ἡ Γαλλικὴ γλῶσσα, διάταξις, ἥτις οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Σαβοΐα καὶ ἡ Νίκαια προσηρτήθησαν εἰς τὴν Γαλλίαν. Μόνον τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ πρόσληψις εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν προϋποθέτει τὴν γνῶσιν τῆς Τουρκικῆς. Καὶ εἶναι γνωσταὶ βεβαίως αἱ ὅλως ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας καὶ τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐν αὐτῇ ἤδη κρατεῖ, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὴν ἀναγραφὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἥτις ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν καὶ ὑποστηριζομένην πρότασιν. Καθόσον ὁπωσδήποτε καὶ εἰς τὰ Συντάγματα, εἰς ἃ γίνεται λόγος περὶ γλώσσης, δὲν καθορίζεται βεβαίως ὁ τύπος τῆς γλώσσης, ἀλλ’ ὁρίζεται ἡ γλῶσσα, λ. χ. Γαλλικὴ κ. λ. π., καθόσον ὁ τύπος οὔτε ὡρίσθη ποτὲ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ. Ἂς μείνωμεν λοιπὸν ἥσυχοι ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ δρᾶσις καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἀπορρέουσα ἐξέλιξις δὲν ἀναχαιτίζεται δι’ οἱασδήποτε συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ ἐὰν τοιαύτη τις διάταξις ἤθελε καθιερωθῆ, θὰ ἀντέκειτο εἰς τὰς θεμελιωδεστέρας τῶν ἐλευθεριῶν, ἃς σκοπεῖ νὰ περιφρουρήσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, καὶ δὴ θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ λόγου. Ἡ γλῶσσα, Κύριοι, ἑνὸς ἔθνους εἶναι τὸ μέσον, δι’ οὗ ἐξασκοῦνται ἅπασαι αἱ ἐλευθερίαι αὗται, καὶ ἑπομένως περιορισμὸς τῆς γλώσσης οὐδὲν ἕτερον σημαίνει ἢ περιορισμὸν τῶν ἀτομικῶν τούτων ἐλευθεριῶν, ἡ ἐξασφάλισις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ τὴν ζωτικωτέραν ὑπηρεσίαν τῶν φιλελευθέρων Συνταγματικῶν Χαρτῶν. Φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως ὅτι ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν ἤθελεν εἶσθαι διὰ τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς ἔθνους συνερχομένου κατὰ τὸ 1911 μετὰ μίαν ἐπανάστασιν διὰ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν Καταστατικὸν αὐτοῦ Χάρτην, νὰ περιορίζῃ ἐπὶ τὸ ἀνελευθερώτερον τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὁποίων καὶ μόνην ἴσως καθιερώθησαν τὰ νεώτερα Συντάγματα καὶ δημοκρατικὰ πολιτεύματα καὶ ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων. Ἡ συζήτησις, ἔστε βέβαιοι, καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἅμιλλα εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ λύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Καὶ περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα δέον ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἐλευθερίας καταλήξῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ἔνθα ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς λογικῆς ἤθελεν ὑποδειχθῆ. Εἶναι λυπηρόν, Κύριοι, ὁμολογουμένως ὅτι τοιοῦτον ζήτημα διεξάγεται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διὰ τῶν γνωστῶν μέσων, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως λυπηρότερον ὅτι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μέγας ἀριθμὸς ἐντίμων συναδέλφων δὲν διεῖδεν ἐν τῇ ἐπιτηδείως ἐπιδιωκομένῃ ἐξεγέρσει τὸν δάκτυλον τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, ὅστις διαρκῶς γεννᾷ ζητήματα, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ δι’ οἱωνδήποτε θυσιῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ γενικῆς καὶ ὁριστικῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας ἀπώλεσεν. Εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὸ νεώτερον πνεῦμα καὶ τὴν νέαν ἀναζύμωσιν, εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἥτις εἶναι καὶ δέον νὰ παραμείνῃ τὸ γνήσιον καὶ πιστὸν τέκνον τῆς ἐπαναστάσεως, ἀπόκειται μὲ ὅλον τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὡς ἐπιβάλλει οὐ μόνον αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια. Ἂς μείνωμεν δὲ ἀπολύτως ἥσυχοι, ὅτι αἱ θρησκευτικαὶ ἡμῶν παραδόσεις, βαθύτατα ἐρριζωμέναι εἰς τὴν ἐθνικὴν καὶ λαϊκὴν ἐν γένει συνείδησιν, οὐδὲν ἔχουσι νὰ πάθωσι. Καὶ ἐὰν τοιαῦται παραδόσεις διατρέχωσι κίνδυνόν τινα, οὗτος τῳόντι ὑφίσταται ἐκ τῶν μέσων, ἅτινα τίθενται ἐν ἐνεργείᾳ κυρίως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως δοθῇ ἄλλος χαρακτηρισμὸς εἰς τὸ ζήτημα καὶ ὅπως ἐκβιασθῇ ἢ παραπλανηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Μὴ θέσητε πρὸς Θεοῦ τὴν Ἐκκλησίαν ἀντιμέτωπον τῆς νεωτέρας κινήσεως τοῦ πνεύματος, διότι ἡ ἡμετέρα ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑπῆρξε πάντοτε τῳόντι ὁ συνεκτικὸς δεσμὸς τῆς φυλῆς μας, εἰς ὃν καὶ μόνον ὀφείλεται ἡ ἑνότης καὶ ἡ διατήρησις τοῦ ἔθνους μας. Καὶ ἂς προσπαθήσωμεν πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀποφύγωμεν, ὡς μέχρι τοῦδε ἀπεφύγομεν, τὸ λυπηρὸν θέαμα τῆς Δύσεως, ἔνθα ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἀνάπτυξις ὑπῆρξε πάντοτε τὸ προϊὸν πάλης μεταξὺ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος. Εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις κατέκρινα πάντοτε πάντα χυδαϊσμὸν καὶ οἱανδήποτε διαστρέβλωσιν τῆς γλώσσης. Εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις ἀμείλικτος τιμωρὸς θὰ ἤμην οἱουδήποτε δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅστις ἤθελε μεταχειρισθῆ ἐν τοῖς δημοσίοις ἐγγράφοις γλῶσσαν ἀνάρμοστον, ἐξευτελίζουσαν ὁμολογουμένως καὶ τὸν γράφοντα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς οὗτος προέρχεται. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὑπάρχουσι διατάξεις πειθαρχικαί, αἵτινες ὑπεραρκοῦσιν, ὅπως ἐν ἐνδεχομένῃ παρεκτροπῇ θέσωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἀφοῦ δύνανται, ἐφαρμοζόμεναι, νὰ συνεπαγάγωσι καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ παρεκτραπέντος δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀλλά, ὅπως ὑποδεικνύω τὴν ἐπιβαλλομένην ἐφαρμογὴν τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω συγχρόνως καὶ κατὰ μείζονα λόγον καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ποινικῶν διατάξεων, αἵτινες κυρίως ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων προσβαλλόμεναι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας συνεπιφέρουσι τὴν ἄμεσον ὑποχρέωσιν τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὸν νόμον, διότι οὐδένα δύναται νὰ διαφύγῃ ὅτι ἅπασαι αἱ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ὑποκινούμεναι στάσεις ὡς καὶ τὰ μέσα, ἅτινα ἐν ἐνεργείᾳ πρὸς ἐπιτυχίαν τίθενται, βεβαίως προσκρούουσιν εἰς τὰς θεμελιωδεστέρας τῶν ποινικῶν διατάξεων. Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τελείως ἀδιαφορῶ διὰ τὴν ἐξήγησιν, ἥτις ἤθελε δοθῆ εἰς τοὺς λόγους μου τούτους, καθόσον ἀρχὴ δι’ ἐμὲ θεμελιώδης καὶ ἣν θέλω ἀπαρεγκλίτως τηρήσει καθ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν μου, ἔσεται ἀπαράβατος, οὐχὶ ὁ συμβιβασμὸς ὁπωσδήποτε τῶν διαφόρων περιστάσεων πρὸς τὴν συνείδησίν μου συνῳδὰ πρὸς τὸ ἑκάστοτε πολιτικὸν καὶ κομματικὸν συμφέρον, ἀλλ’ ὁ διακανονισμὸς τῶν ἐνεργειῶν καὶ διαβημάτων μου συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν συνείδησίν μου καὶ μόνον πρὸς αὐτήν (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης).
§198ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς θὰ εἶμαι συντομώτατος. Ἀναγνωρίζω ὅτι κατόπιν τριημέρου ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος κατὰ βάθος καὶ κατὰ πλάτος, κατόπιν τῆς διασαφηνίσεως αὐτοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὑπό τε ἐπιστημονικὴν καὶ ἐθνικὴν καὶ πολιτικήν, δὲν ἀναμένει νὰ ἀκούσῃ βεβαίως ἡ Βουλὴ παρ’ ἐμοῦ νεώτερόν τι. Ἤθελον μόνον νὰ ἐξετάσω τὸ ἑξῆς: εἶναι εὔλογος ἡ παρατηρουμένη ἀνησυχία ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ; Εἶναι ἑπομένως ἐπιτακτικὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ αἴτια τῆς ἀνησυχίας προέρχονται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας· προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν προβλέπει προκαταβολικῶς καὶ ἐγκαίρως πάντοτε ἡ Πολιτεία νὰ κανονίζῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἐστρέφετο περὶ μεταφράσεις ὅλως ἀνωδύνους, οὐδεὶς βεβαίως εἶχε δικαίωμα νὰ θέλῃ νὰ στραφῇ κατὰ τῶν διαπραττόντων ταύτας. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας του καὶ τὰς γνώμας του. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Πολιτεία βλέπει ὅτι διὰ τῆς τάσεως ταύτης διαστρεβλοῦται καὶ παραχαράσσεται ἡ γλῶσσα ἡμῶν, καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς γλωσσικῆς ταύτης αἱρέσεως θέλουσι νὰ βάλωσι χεῖρα ἐκεῖ, ὁπόθεν ἀναμένεται ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους μας, τότε νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀνησυχία τοῦ λαοῦ. Θέλω ἀρυσθῆ, Κύριοι, ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ἐκ συγγραμμάτων καὶ γνωμῶν ἐκείνων ἀκριβῶς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθησαν ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἐν πολλοῖς συμφωνῶ, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς αὐτοὺς γνώμην. Θὰ ἀναγνώσω περικοπὴν ἔκ τινος τελευταίως γραφέντος βιβλιαρίου τοῦ κ. Μπουντώνα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄλλην περικοπὴν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἄλλην θὰ ἀναγνώσω ἐγώ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ συγγραφεὺς διαρρήδην ὁμολογεῖ, ὅτι δικαίως καὶ εὐλόγως ἀνησυχεῖ ὁ λαός (ἀναγινώσκει): «Τὸ κίνημα, ἡ ἵδρυσις δηλ. τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» δὲν περιορίζεται, ὡς ἄλλοτε, εἰς συζητήσεις εἰδικὰς ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, καὶ ἀνωδύνους ἢ ἀκαίρους μεταφράσεις καὶ λογοτεχνήματα κατὰ τὸ πλεῖστον ἡμερόβια, ἀλλ’ ἔχει τὸν σατανικὸν σκοπὸν νὰ καταλάβῃ τὸν σπουδαιότατον παράγοντα τῆς ἐθνικῆς μορφώσεως, τὸ δημοτικὸν σχολεῖον». Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ὁ γραπτὸς λόγος νὰ ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν προφορικόν, ἀλλὰ πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἔχει τὴν ἐξέλιξίν της. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, Κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ εἰς τὴν καθαρεύουσαν γλῶσσαν ἐγράφησαν ἀριστουργήματα· ἀλλὰ τίς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔγραψαν τὰ ἀριστουργήματα ταῦτα, δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐμορφώθη καὶ ἐπαιδεύθη εἰς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας μάχεται σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Οὐδεὶς βεβαίως. Ἰδοὺ τί φοβεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μήπως ἡ γλωσσικὴ αὕτη αἵρεσις ἐπικρατήσῃ εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ γραπτοῦ λόγου δὲν γίνεται ὅπως πρέπει νὰ γίνεται. Ἰδοὺ δὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ νέου αὐτοῦ σχολείου, συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς ἐφορείας αὐτοῦ: «... Νὰ κάνῃ στὰ παιδιὰ συνειδητοὺς τοὺς γραμματικοὺς καὶ συντακτικοὺς κανόνες, ποῦ ἀσυνείδητα ἔχουν στὰ χείλη τους. Ἡ γλωσσικὴ διδασκαλία θὰ ἀποφύγῃ κάθε τάση μεταβολῆς τοῦ λεκτικοῦ καὶ τυπικοῦ τοῦ παιδιοῦ, ἐφόσον αὐτὸ δὲν ἀπομακρύνεται γιὰ διαλεκτικοὺς λόγους ἀπὸ τὴν πανελλήνια κοινὴ προφορικὴ γλῶσσα». Ἡ γλῶσσα βεβαίως, Κύριοι, εἶναι ἔργον καὶ δημιούργημα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἔργον τοῦ λαοῦ εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτοῦ· καὶ δικαίως ἀνησυχεῖ ὁ λαὸς ὅτε βλέπει ὅτι διατρέχει κίνδυνον ὁ εἷς πόλος τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ὑποστάσεως· διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι περὶ δύο πόλους στρέφεται ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος, τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσαν. Πρὸς τούτους μετὰ πίστεως καὶ ἐλπίδων διαρκῶς ἀτενίζει, ὡς πρὸς φάρους φωτίζοντας τὴν διὰ τῶν αἰώνων πορείαν αὐτοῦ. Καὶ δικαίως ὁ λαός, ἂν αἰσθάνεται ἀνησυχίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναται νὰ θέλῃ ἐν τῷ Συντάγματι νὰ προστατεύσῃ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ. Δὲν βλέπω δὲ κατὰ τί διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ παραγνωρισθῇ ὁ τύπος τοῦ Συντάγματός μας, ἐὰν θέσωμεν ἐν αὐτῷ διάταξιν προστατεύουσαν τὴν γλῶσσάν μας, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἐκφρασθεῖσαν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς γωνίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἀπὸ τὸν Πατριάρχην αὐτὸν τοῦ Γένους, ὁ ὁποῖος, νομίζω, δὲν κινδυνεύει νὰ παυθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔχει εὔλογόν τινα ἀξίωσιν. Δὲν φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον δὲν θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας.
§200ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ εἶναι μακρὰ ἡ διακοπή, ἀλλὰ μιᾶς ὥρας τὸ πολύ, διότι ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἀπόψε πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ θέμα αὐτό.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μέρμηγκας. Ἡ ὥρα εἶναι 10 καὶ 20′.
§204Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἴσως οὐδὲν ἄλλο ζήτημα, ὅσον τὸ παρόν, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀπόδειξιν περὶ τοῦ πῶς δυνατὸν κατὰ τὴν διάρκειαν διεξαγωγῆς συζητήσεώς τινος νὰ μετατρέψῃ τις τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Ὅτε ἀπ’ ἀρχῆς ἀπεφάσισα νὰ παρακολουθήσω καὶ συμμετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν ἤμην ἐντελῶς ἀπροκατάληπτος. Ἤμην δυσμενῶς προκατειλημμένος πρὸς τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ πάλιν ἀγὼν διεξάγεται διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα καὶ ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν καλεῖται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἐνεργὸν μέρος μετὰ τῆς ἀπαιτήσεως ὅπως καὶ συνταγματικὴν διάταξιν εἰδικὴν ἀναγράψῃ. Τὴν δυσμενῆ δέ μου προκατάληψιν ἐπέτειναν οἱ ἑξῆς τρεῖς λόγοι· πρῶτον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κινήματος τούτου, ὁ ἄλλως τοσοῦτον σεβαστὸς καθηγητὴς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἤδη ἀπό τινος χρόνου ἔχῃ ἐκπέσει εἰς τὴν ἐκτίμησίν μου· ὅτε δηλονότι ὁ καθηγητὴς οὗτος προκειμένου — πρὸ ἓξ περίπου μηνῶν — περὶ παροξύνσεως τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ ὁμόρου Κράτους, ἐδημοσίευσεν ἐνυπόγραφον διατριβήν, δι’ ἧς προσεκάλει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συγκαλέσῃ συμπάσας τὰς ἡλικίας τῆς τε ἐφεδρείας καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ οὕτω, πληροῦσα, ὡς ἔλεγε, τοὺς στρατῶνας καὶ πλημμυροῦσα τὰ σύνορα καταπτοήσῃ τὸν γείτονα πολέμιον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ πρὸς τὸν παλαίμαχον καθηγητὴν ἐκτίμησίς μου κατῆλθεν ἀποτόμως, ὡς κατέρχεται ἡ θερμομετρικὴ στήλη ὑδραργύρου ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν πνοὴν παγεροῦ ἀνέμου. Καί τι δ’ ἄλλο ἐπέτεινε τὴν προκατάληψίν μου κατὰ τῆς ἀναγραφῆς συνταγματικῆς διατάξεως πρὸς προστασίαν τῆς γλώσσης, τουτέστιν ἡ προβολὴ καὶ αὖθις τοῦ ἀηδοῦς ἐκείνου ἐπιχειρήματος τῶν ξενικῶν δακτύλων, ὅπερ ἄλλως ἐκληροδοτήθη ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων· γνωσταὶ αἱ ἐκφράσεις «μηδίζει», «φιλιππίζει», τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίουν ἐν παρομοίαις περιπτώσεσιν οἱ πρόγονοι ἐκεῖνοι. Ἐπικαίρως μοὶ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην ἡ σάτυρα τοῦ ποιητοῦ τοῦ «Ῥωμηοῦ», ὅστις παρατηρεῖ ὅτι παντοῦ ἀνακαλύπτομεν δακτύλους ξενικοὺς καὶ μόνον ὅταν κλέπτωνται ταμεῖα, τότε εἶναι οἱ δάκτυλοι ἁγνῶς Ἑλληνικοί. Ἴσως δὲ μάλιστα δὲν σφάλλονται οἱ διαβλέποντες καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δακτύλους τινὰς κομματικούς, προσπαθοῦντας ὅπως ἐκμεταλλευθῶσι τὴν περίστασιν πρὸς βλάβην τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματος. Ταῦτα πάντα μὲ εἶχον διαθέσει ἤδη δυσμενῶς κατὰ τῆς προτάσεως πρὸς ἀναγραφὴν ὡρισμένης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι προκειμένου περὶ γλώσσης. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἐπέπρωτο νὰ μεταπέσω εἰς τὴν ἀντίθετον γνώμην· ἐπὶ τούτου δὲ καὶ παρακαλῶ, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις, αἵτινες μὲ ὡδήγησαν. Πρῶτον ὁ βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι γεννᾶται κίνδυνος ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων τοῦ Κράτους, οἵτινες διατηροῦντες ἑαυτοὺς ἐν ᾗ θέσει ἔταξεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία καθυβρίζουσιν ἐν τούτοις αὐτὴν ὡς μὴ συμμορφουμένην πρὸς τοὺς γλωσσικοὺς αὐτῶν παραλογισμούς. Πρῶτον τὸ ζήτημα τοῦτο. Δεύτερον τὸ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου προκῦψαν, ὅτι σύστημα ἐκπαιδευτικὸν ὑπάρχει ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ, κατὰ τὸ ὁποῖον προσπάθεια καταβάλλεται συστηματική, ἐπίμονος, ὅπως ἡ διαφορὰ τῆς γλώσσης ἡμῶν κυριαρχήσῃ, καὶ ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἠκούσαμεν ἤδη ὅτι δὲν ἔμεινεν ἐντελῶς ἀπρόσβλητος καὶ αὐτὴ ἡ θρησκεία ἡμῶν. Ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου ἐλέχθη ὅτι ἔμελλε νὰ προσκομισθῇ διάψευσις τῆς κατηγορίας ἐκείνης κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ «Προτύπου σχολείου» Βόλου, καθ’ ἣν οὗτος ἐμυκτήρισε τὴν θρησκείαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐπισκόπου Δημητριάδος· ἀλλ’ ἡ διάψευσις αὕτη δὲν προσηνέχθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα, τὰ ἀναφερόμενα τὸ μὲν πρῶτον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, τὸ δὲ δεύτερον εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν ταύτην τάσιν, μὲ παρεκίνησαν εἰς ζωηρὰν προσοχήν. Κατηύθυνα τὴν ἔρευνάν μου ἀκριβῶς εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὅπως ἴδω ἂν πράγματι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ληφθῇ μέτρον δραστικὸν κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ἔρευνα αὕτη μὲ ἤγαγεν ἤδη ἐπὶ τὴν ἀνακάλυψίν τινων γεγονότων, τὰ ὁποῖα καὶ ὀφείλω νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐὰν ἀποδείξω τὰ ἑξῆς τρία, πρῶτον ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ὀργανώσεως ὡρισμένου συστήματος ἐκπαιδευτικοῦ, ὅπερ οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ζητεῖ ν’ ἀναιρέσῃ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται τὸ ἤδη ἰσχῦον, ὅπερ ἄρα παριστᾷ Κράτος ἐν Κράτει, καὶ τοῦ ὁποίου ἱδρυταὶ καὶ θιασῶται εἶναι ἄνδρες ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων, τῶν ὁποίων οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπιτρέπεται νὰ παραγνωρίσωμεν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν δύναμιν τῆς θελήσεως, δεύτερον δ’ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἐκπαιδευτικὸν ὡς βάσιν καὶ ὑπόστασιν ἔχει τὴν διαφορὰν τῆς γλώσσης, καὶ τρίτον ὅτι μάλιστα μέχρι τοσούτου προέβη, ὥστε δὲν ἐφείσθη ἔτι οὐδὲ τοῦ Εὐαγγελίου, ἐὰν ἀποδείξω ἐνώπιον ὑμῶν ταῦτα, ἔτι δ’ ἀποδείξω καὶ ὅτι οἱ ὀργανωταὶ τοῦ συστήματος τούτου, ὧν πολλοὶ παρακάθηνται ἐνταῦθα ὡς Βουλευταί, ἐργάζονται μετὰ δραστηριότητος καὶ ἐπιμονῆς, δὲν θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρου δραστικοῦ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ τοιούτου κινδύνου; Ἤδη ἐπὶ τὴν ἀπόδειξιν. Πρῶτον, ὑπάρχει ὡργανωμένον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, ἀντίθετον τοῦ μέχρι τοῦ νῦν παραδεδεγμένου. Ἐν σελίδι 9 τοῦ ἐπισήμου δελτίου τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» ἀναπτύσσεται τὸ πρόγραμμα τῶν ἱδρυτῶν, τῶν ἀνδρῶν τούτων, τῶν ἄλλως τοσοῦτον ἱκανῶν. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς ὅμιλος» ἔχει ἀκράδαντη πεποίθηση ὅτι ὅλοι οἱ κόποι γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τῆς παιδείας μας θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ πηγαίνουν χαμένοι, ἂν ὅλες οἱ ἀναμορφωτικὲς προσπάθειες δὲ στηριχθοῦν σὲ στερεὰ καὶ πραγματικὰ θεμέλια». Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει ἐκπαιδευτικὸν σύστημα ἄντικρυς ἐναντίον τοῦ νομίμως παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος; Ναὶ ἢ οὔ; Δεύτερον, θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι τοῦ συστήματος τούτου τὴν βάσιν ἀποτελεῖ ἡ διαφθορὰ τῆς γλώσσης. Ὅτι τὴν βάσιν ἀποτελεῖ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα καταφαίνεται ἤδη ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν σελίδι 9 τοῦ δελτίου. Ἐκεῖ σημειοῦται: «Ἡ ἐργασία ὅμως αὐτὴ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀτόμων, ἂν καὶ ἀξιέπαινη, δὲν ἔδωσε τὰ ποθούμενα ἀποτελέσματα, γιατὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναμορφωτὰς τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ὣς τώρα δὲν «ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων», δηλαδὴ κανείς τους δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ξεχωρίσει ἀπὸ τὴ γλωσσικὴ πρόληψη καὶ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸν κλασσικισμό». Ἤτοι εὐθύνει τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην λύσεως τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος μέλλει νὰ ἐπενεχθῇ ἡ ποθητὴ βελτίωσις καὶ ἀνόρθωσις τῆς παιδείας. Καὶ δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι τὴν βάσιν τῆς ὑπ’ αὐτῶν ἐπιδιωκομένης ἀνορθώσεως ἀποτελεῖ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα; Ἀλλὰ καί τι ἄλλο. Ἐν σελίδι 10 ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει: «Κι αὐτὸ ἀκριβῶς ποῦ ἀρχίζουν δειλὰ καὶ μὲ περιστροφὲς νὰ παραδέχονται οἱ ἐπίσημοι, αὐτὸ ἐμεῖς, χωρὶς περιστροφές, τὸ θεωροῦμε δόγμα καὶ θὰ τὸ βάλομε βάση στὸ δημοτικό μας σχολεῖο». Ὁμοίως δ’ ἐν σελ. 14: «Ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῶν σχολείων μας εἶναι ὅτι ταῦτα, περιφρονοῦντα τὴν μητρικὴν τοῦ παιδὸς γλῶσσαν, καταναλίσκουσι τὸ τετραετὲς ἢ ἑξαετὲς διάστημα τῆς φοιτήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν διδασκαλίαν μιᾶς ξένης πρὸς τὴν ζωήν του γλώσσης, τῆς καθαρευούσης». Ὅτι δὲ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διαφθορᾶς τῆς γλώσσης πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καταφαίνεται ἐκ τῶν λέξεων «ἡ γλῶσσα τῆς γλώσσας» (σελ. 3), «ὁ δάσκαλος» (σελ. 3). Ὁποία χυδαιότης ἐκφράσεως! Ὡς προσβολὴν αὐτόχρημα θὰ θεωρήσῃ ὁ διδάσκαλος τὴν προσωνυμίαν αὑτοῦ διὰ τῆς λέξεως «δάσκαλος». Ἐνθυμεῖσθε τὸ τοῦ Ὀρφανίδου: «Ἀπέχει δὲ ὁ δάσκαλος ἀπὸ τοῦ διδασκάλου ὅσον ἀπέχει πόλος εἷς τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Τολμήσατε νὰ ὀνομάσητε οἱονδήποτε ἄνθρωπον τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς γλώσσης τοῦ ὁποίου καὶ φαίνεσθε τοσοῦτον κοπτόμενοι, διὰ τῆς χυδαίας ὀνομασίας τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ· προσαγορεύσατε τὸν ὑποδηματοποιὸν «παπουτσῆν», τὸν βυρσοδέψην «ταμπάκην», τὸν ἀρτοπώλην «φούρναρην», τὸν σιδηρουργὸν «γύφτον» καὶ θὰ ἴδητε πῶς θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Ἐν σελ. 5 ἡ λέξις «ἑφτά», ἡ «ἐφημερίδα τῆς ἐφημερίδας», ἐν σελ. 13 ἡ «Πανελλήνια γλῶσσα». Ἐρωτήσατε οἱονδήποτε λεμβοῦχον ἂν τὴν «Πανελλήνιον ἀτμοπλοΐαν» εἶπεν ἢ ἤκουσέ ποτε ὡς «Πανελλήνια»! Ἐν σελ. 11 «ὁ Ροβινσῶνας»! Ἐν σελ. 64 «ὁ συγγραφέας». Καὶ τότε ποῖος ὁ πληθυντικὸς τῆς λέξεως ταύτης;
§205Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ ἀκριβῶς δὲν καταλαμβάνει ὁ λαός!
§206Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καὶ μόνον δὲ τὸ ὅτι ὑπὸ τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» συνιστᾶται ὡς ἀξιανάγνωστον καὶ ἀπαραίτητον τὸ βιβλίον τοῦ Ψυχάρη (ἰδὲ σελ. 61), τοῦτο χαρακτηρίζει τὰς σκέψεις καὶ τοὺς σκοποὺς τῶν ἐπαναστατῶν τούτων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀπέδειξα ἢ ὄχι ὅτι τὴν λύσιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐπιζητοῦσιν οἱ ἄνδρες οὗτοι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διαφθορᾶς τῆς γλώσσης; Ὅτι δὲ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἀλλὰ ὅτι βλέψις ὑπάρχει καὶ πρὸς τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, καταδηλοῦται σαφῶς ἐκ τῆς σελ. 9, ἔνθα σημειοῦται: «Γιὰ τὴν ὥρα, τὴ μέση καὶ ἀνώτερη ἐκπαίδευση, ὁ ὅμιλός μας δὲν μπορεῖ καὶ δὲ θέλει νὰ τὲς ἀγγίσει, ἐπειδὴ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀναγέννηση τῆς παιδείας δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει μονομιᾶς καὶ σὲ ὅλους τοὺς κλάδους της ἀμέσως». Προκαλῶ πάντα νὰ μὲ διακόψῃ ὅστις ἀμφισβητεῖ ὅτι ἀπέδειξα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην, ὅτι δηλ. ὑπάρχει σύστημα ἐκπαιδευτικὸν ὠργανωμένον, οὗτινος τὴν βάσιν ἀποτελεῖ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα—τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὑποκινηταί του ἐξαιτοῦνται παρ’ ἡμῶν ὅπως θεωρήσωμεν παρέλκον καὶ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλήν—, καὶ ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ἐν πνεύματι διαφθορᾶς τῆς γλώσσης; Νῦν δὲ καὶ τὸ τρίτον, ὅτι τὸ ἐπαναστατικὸν τοῦτο ἐκπαιδευτικὸν σύστημα δὲν φείδεται οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐν σελίδι 47 ἀναγράφεται «ὁ μαθητής μας εἰς τὴν Εην καὶ ΣΤην τοῦ λαϊκοῦ θὰ διδάσκεται ἐκτὸς τῆς λαλουμένης καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου, ἢ σωστότερα τὸ Εὐαγγέλιον....Φυσικὰ θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως προτιμότερον, ἐὰν ἠδυνάμεθα εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν λαλουμένην· θὰ μᾶς ἔμενε τότε περισσότερος καιρὸς διὰ μεγαλειτέραν θετικὴν μόρφωσιν τῶν μαθητῶν». Ἰδοὺ ὁ πυρὴν ὁ κρυπτόμενος ὑπὸ τὸ ἀπατηλὸν περίβλημα, ὁ θετικισμός.
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναγινώσκετε παρακάτω;
§208Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Λίαν εὐχαρίστως. «Δυστυχῶς ὅμως τὰ πράγματα καὶ ἡ ἐπίσημος Πολιτεία δὲν μᾶς τὸ ἐπιτρέπουν ἀκόμη». Εἶσθε εὐχαριστημένος; (Χειροκροτήματα).
§209Γ. ΠΩΠ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§210Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου». Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου καὶ ἐκηρύχθην ὑπέρμαχος τῆς ἀναγραφῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ὀργανωτῶν τοῦ συστήματος τούτου. Μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν ἡ γελοία κατηγορία περὶ ἀντεθνικῶν τάσεων κτλ.· μόνον πεπλανημένην ἀντίληψιν ἐπιδικάζω εἰς αὐτούς. Οὕτω κρίνων φρονῶ ὅτι συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ Βουλή.
§211Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε ἡ πλειονοψηφία λύει αὐτὰ τὰ ζητήματα;
§212Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔχω τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύω, ὅτι, ὁμιλῶν πρὸ ἀκροατηρίου τοιούτου, δικαιοῦμαι νὰ ἐναβρύνωμαι, ὅταν κατακτῶ τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἐπιδοκιμασίαν, εὔχομαι δὲ καὶ εἰς ὑμᾶς νὰ μὴ μένητε πάντοτε ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ, ὡς τοῦτο νῦν συμβαίνει. Συνεχίζω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ δελτίου: «Θὰ διδάσκωμεν τὸ παιδὶ εἰς τὴν Εην καὶ ΣΤην τάξιν τοῦ σχολείου μας ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν λαλουμένην καὶ τὸ Εὐαγγέλιον. Θὰ τὸ διδαχθῇ ὅπως διδάσκονται αἱ νεκραὶ γλῶσσαι, ὅπως τὸ Γερμανόπουλο π. χ. διδάσκεται τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά», δηλαδὴ οἱ Ἑλληνόπαιδες θὰ διδάσκωνται τὸ Εὐαγγέλιον ὡς γλῶσσαν νεκράν, ὅπως οἱ Γερμανόπαιδες τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν! Ἀπέδειξα λοιπόν, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τούτου συστήματος δὲν φείδονται οὔτε τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀποδεικνύω ἀκόμη, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν ὑπάρχει καὶ βαθμός τις ὑπουλότητος, διότι ἐν σελ. 63 τοῦ δελτίου τούτου κηρύττεται ὑπ’ αὐτῶν ἡ ἀνεξιγλωσσία· «ὁ σκοπὸς τοῦ ὁμίλου δὲν εἶναι ν’ ἀνακατώνεται σὲ γλωσσικοὺς καυγάδες», ἣν ἄλλως καὶ προβάλλουσιν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ συνεχῶς οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ῥήτορες· ἀλλ’ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπατηλὸν τέχνασμα, καταδηλοῦται ἐξ ὅσων τὸ αὐτὸ δελτίον ἀναγράφει ἐν σελ. 12: «Καθὼς θὰ παρατηρηθεῖ, δὲν ἔγινε κανένας ἐδῶ λόγος γιὰ τὴ γλωσσικὴ διδασκαλία, ἐπειδὴ στὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ ὅμιλος ἔχει ἐντελῶς ὡρισμένη γνώμη» καὶ ἐν σελ. 13: «Τὴν παρατήρηση αὐτὴ θεωρήσαμε ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ γνωρίζουν οἱ συγγραφεῖς τὸν γλωσσικὸ τύπο ποὺ πρέπει νὰ δώσουν στὰ διδακτικὰ βιβλία ποῦ θὰ μᾶς στείλουν». Ἔτι δὲ καὶ ἄλλο τι ἐν σελ. 10 ῥίπτεται ὡς δέλεαρ ἡ βεβαίωσις, ὅτι τὴν βάσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ταύτης ἐπιχειρήσεως ἀποτελεῖ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ «ἀνεπιτηδεύτου προφορικοῦ λόγου τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων». Ἀλλ’ ἤδη ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα πρὸς αὐτοὺς τούτους τοὺς ὀργανωτὰς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συστήματος, τοὺς ἀξιοτίμους ἡμῶν συναδέλφους ἐν τῇ Βουλῇ, οἵτινες ἐπίσης ἀνήκουσιν εἰς τὰς «ἀνεπτυγμένας τάξεις»: ποῦ καὶ πότε καὶ ἐν ποίᾳ, ὄχι πλέον αἰθούσῃ συναναστροφῆς, ἀλλὰ πλατείᾳ χωρίου, ἐν ᾗ ἀσφαλῶς ἠγόρευσαν καὶ ὑποψήφιοι, ἢ ἔτι ἐν ποίῳ καφενείῳ ἢ οἰνοπωλείῳ ἐτόλμησαν νὰ μεταχειρισθῶσι τὰς λέξεις τοῦ δελτίου των «ἡ Πανελλήνια», «ὁ συγγραφέας,» «ὁ Ροβινσῶνας» κ. τ. τ.! Δύνανται λοιπὸν ν’ ἀποτελέσωσιν αὐταὶ τὸν «ἀνεπιτήδευτον προφορικὸν λόγον τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων»; Ἥκιστα ἀνεπιτήδευτος ἡ προσπάθεια αὐτῶν αὕτη. Ὅτε λοιπὸν οὗτοι δεικνύονται τοσοῦτον δεσποτικοὶ ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν τοῦ περιφήμου των σχολείου (ἤ, ὡς πρότερον ἔγραφον, «σκολειοῦ»), πῶς δικαιοῦνται ν’ ἀξιῶσι τοσοῦτον ὑποκριτικῶς παρ’ ἡμῶν ἀνεξιγλωσσίαν; Βλέπετε ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰσέρχομαι εἰς τὸ ἀκαδημαϊκόν, ὡς εἰπεῖν, γλωσσικὸν ζήτημα. Ἀναγνωρίζω τὸν οἱονεὶ ἔρωτα πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην, τὴν μορφὴν τῆς γλώσσης, καὶ δι’ αὐτὸ σέβομαι τὴν ἀφοσίωσιν τῶν ὀπαδῶν τῆς δημοτικῆς, ἀλλ’ ὅμως ἀφ’ ἑτέρου αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ τονίσω τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου, ὅστις προκύπτει ἐκ τῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν παρασκευάζει τὸ ἐκπαιδευτικὸν τοῦτο σύστημα. Δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ κεφαλαιώδης ἀρχὴ τοῦ τερατώδους τούτου διδακτικοῦ προγράμματος, ἡ ἐν σελ. 13 τοῦ περιφήμου δελτίου καθοριζομένη, καθ’ ἣν ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς ὅμιλος» ἔχει σκοπὸν «νὰ κάνῃ στὰ παιδιὰ συνειδητοὺς τοὺς γραμματικοὺς καὶ συντακτικοὺς κανόνες, ποῦ ἀσυνείδητα ἔχουν στὰ χείλη τους». Ὥστε ὅ,τι χυδαῖον, καὶ ῥυπαρὸν φέρουσι τὰ χείλη τοῦ παιδίου ἐκ τῆς οἰκίας καὶ τῶν τριόδων πρέπει νὰ μονιμοποιῇ τὸ σχολεῖον καὶ νὰ τὰ θεσπίζῃ ὡς κανόνας. Καὶ διατί νὰ μὴ ἐφαρμόσητε τὴν ἀγωγὴν ὑμῶν ταύτην καὶ εἰς τὴν συμπεριφορὰν καὶ εἰς τὴν περιβολὴν καὶ ἔτι καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου; Τοιουτοτρόπως θὰ εἶσθε συνεπέστεροι πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, καθιστάντες παρὰ τοῖς παιδίοις συνειδητὸν πᾶν ὅ,τι ἀσυνείδητον φέρουσι ταῦτα μεθ’ ἑαυτῶν ἐρχόμενα εἰς τὸ σχολεῖον! Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν ὅλως τοὐναντίον παρὰ τοῦ σχολείου, δηλ. νὰ καθάρῃ τὸ παιδίον ἀπὸ παντὸς ὅ,τι ῥυπαρὸν φέρει τοῦτο μεθ’ ἑαυτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας καὶ τῶν ἀγυιῶν. Ἀποδείξας, κύριοι Βουλευταί, τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ τῆς ἐκπαιδευτικῆς ταύτης ἐπιβουλῆς πηγάζοντα ἐπικαλοῦμαι καὶ αὖθις τὴν προσοχὴν ἐπὶ τὴν ὑπουλότητα, μεθ’ ἧς διεξάγεται ὁ ἀγὼν ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων. Δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν ὑπ’ αὐτῶν κηρυττομένην ἀνεξιγλωσσίαν. Αὕτη εἶναι ὁ Δούρειος ἵππος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγκεκρυμμένοι ζητοῦσι νὰ εἰσχωρήσωσι καὶ κυριεύσωσι τὴν νομοθεσίαν. Μὴ ἐπιλανθανώμεθα τὸ τοῦ Λαοκόωντος «φοβοῦμαι τοὺς Δαναοὺς καὶ δῶρα φέροντας»· οὕτω φοβοῦ τοὺς μαλλιαροὺς καὶ ἀνεξιγλωσσίαν φέροντας.
§213Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μετὰ τὴν γλαφυρὰν ὄντως καὶ ἀποκαλυπτικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου, ἂν δὲν ᾐσθανόμην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου καὶ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Ζαβιτσάνου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῃνίχθη ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, ὑπῃνίχθησαν δὲ καὶ ἄλλοι ῥήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, περὶ τεχνητῆς ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης ὑποθαλπομένης ὑπὸ τῶν κομμάτων καὶ τοῦ κ. Μιστριώτου, πόρρω ἀπέχει τῆς ἀληθείας. Κατὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ ἐκείνου διαμαρτύρομαι δι’ ὅλης μου τῆς δυνάμεως, διότι ἡ ὁμόφωνος σχεδὸν γνώμη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη ἡ συζήτησις αὕτη ἐξεδηλώθη παντοιοτρόπως, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν ἐπιτηδείων οὔτε ἔξωθεν πιέσεως. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς αὐθορμήτου καὶ φυσικωτάτης ἐξεγέρσεως τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου κατὰ τῶν ἐργατῶν τῆς καταστροφῆς τῆς ὡραίας ἡμῶν γλώσσης. Τοῦ λαοῦ τούτου ἀναπόσπαστα ἀποτελοῦντες μέλη κείμεθα ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις αὕτη. Κατὰ τὴν προτελευταίαν περίοδον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μ. Καβαλλιερρᾶτος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου ὁμοίαν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου περὶ προσθήκης εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ὁ κ. Καβαλλιερᾶτος διὰ γλαφυρωτάτης ἀγορεύσεως συνήρπασε τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν τότε Βουλευτῶν, καὶ τὸν ἐχειροκροτήσαμεν ἐνθουσιωδῶς. Ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον νὰ λέγηται καὶ νὰ ῥίπτηται ὁ ὑπαινιγμὸς ὅτι, ἂν τοιαύτη τις παρατηρεῖται σήμερον ὁμόφωνος ἐν τῇ Βουλῇ γνώμη, αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα εἴτε τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Μιστριώτου εἴτε τῶν ἐπιτηδείως προκαλουμένων φωνῶν τοῦ λαοῦ. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι). Οἱ ἐναντία πρὸς ἡμᾶς φρονοῦντες προσπαθοῦσι νὰ μεταστρέψωσι τὸν ῥοῦν τῆς συζητήσεως βλέποντες νὰ ὀλισθαίνῃ τὸ ἔδαφος πρὸ τῶν ποδῶν των. Τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Μιστριώτου ἢ τῶν φοιτητῶν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ πάντων τῶν Ἑλλήνων (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Ἐὰν ἡ συζήτησις παρεξετράπη ὀλίγον προσλαβοῦσα καθαρῶς ἀκαδημαϊκὸν χαρακτῆρα, τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι εἰς Σῶμα πολυμελὲς ἀποτελούμενον ἀπὸ 362 ἀντιπροσώπους δὲν εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε συζήτησις νὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἐπιβαλλομένης τροχιᾶς. Ἐὰν ἡ συζήτησις παρεξέκλινε, καὶ ἐξεφράσθησαν διὰ μακρῶν ἀκαδημαϊκαὶ περὶ γλώσσης γνῶμαι, ὡς δὲν ἔδει, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἦτο ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτου θέματος καὶ ἀνάρμοστον ἢ ξένον πρὸς τὰ ἔργα της. Ξένη πρὸς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ποία γλῶσσα εἶναι προτιμοτέρα μεταξὺ καθαρευούσης καὶ δημοτικῆς. Ἐκ τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ γνώμη ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γλώσσης. Τὴν γνώμην του τὴν ἔχει σχηματίσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τόσα ἔτη διὰ τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ διὰ βιβλίων γενομένων συζητήσεων. Ἡ γενομένη ὅθεν καθαρῶς γλωσσολογικὴ συζήτησις παρέλκεν ὠθηθεῖσα πρὸς τὴν τοιαύτην ὀλίσθησιν ἐπιτηδείως καὶ ἐκ προθέσεως ὑπὸ τῶν ἐναντιοφρονούντων. Ἡ συζήτησις μίαν βάσιν δέον νὰ ἔχῃ, ἂν ἔχει δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν πολιτῶν ἀποδέχεται καὶ θέλει ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν τὴν καθαρεύουσαν καὶ ὀνειροπολεῖ τὴν πρὸς ταύτην εἰς τὸ μέλλον ῥοπήν, ἂν ἔχει δικαίωμα, λέγω, νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπηρετοῦσι, νὰ κάμωσι χρῆσιν ἄλλης γλώσσης ἢ νὰ ἐπιβουλεύωνται τὴν γλῶσσαν αὐτῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Ὅτε ἡ Πολιτεία θέτει ὡρισμένους κανονισμοὺς διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ψηφίζει νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐπιβάλλει πῶς ἀξιοῖ οὗτοι νὰ φέρωνται καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν των βίον, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους της νὰ πράττωσιν ὅ,τι αὐτὴ θέλει; (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Καὶ θὰ μοὶ φέρωσι τὴν ἀντίρρησιν καὶ θὰ ἀκούσω διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Ζαβιτσάνου καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅτι δεσμεύομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Ἀλλὰ ποίαν ἐλευθερίαν δεσμεύομεν καὶ τίνος; Ἐκτὸς τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου θέλομεν καὶ ἀξιοῦμεν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς καθιερωθησομένης ἐπισήμου γλώσσης. Ὄχι μόνον δὲ οὐδενὸς δεσμεύομεν τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ζητοῦμεν διὰ τῶν διατάξεων τούτων νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ ἀπειθήσαντες ὑπάλληλοι ἀπὸ τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεών των δι’ ἀπομακρύνσεώς των ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. (Χειροκροτήματα). Ὅταν δὲ οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δημοτικῆς ἰδιῶται κατορθώσωσι διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν βιβλίων των νὰ πείσωσί ποτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁλόκληρον ὅτι πρέπει τὴν δημοτικὴν ἢ μαλλιαρὴν γλῶσσαν νὰ παραδεχθῇ ὡς ἐπίσημον τοῦ Κράτους, τίς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν λύσιν τῶν σήμερον τιθεμένων δεσμῶν; Ὅταν ποτὲ τοιοῦτόν τι συμβῇ, θὰ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς καὶ θὰ ζητήσῃ ἄλλην Συνέλευσιν, διὰ νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν. (Ζωηραὶ ἐπευφημίαι).
§214ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν θὰ παρηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἐὰν κατὰ τὴν μεταμεσονύκτιον συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου δὲν ἤκουον Βουλευτοῦ ἐκ τῆς ὁμάδος, τῆς ὑπὲρ τοῦ χυδαϊσμοῦ, βοῶντος καὶ λέγοντος πρὸς τὴν φάλαγγα, τὴν ἀποδοκιμάζουσαν τὸν μαλλιαρισμόν, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προεκλήθη ἡ συζήτησις, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν, εἶναι ἔργον τῶν κομμάτων καὶ ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπείαν, ἥτις ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εἶναι πράκτορες τῶν κομμάτων. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ἡμάρτησεν ἐπιρρίψας αὐτοῖς μομφὴν ὅτι προέρχονται ἐκ τῶν κομμάτων, καθόσον διατελεῖ ἐν γνώσει πῶς κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπεία.
§215ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι ὁ Βουλευτής;
§216Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Παρευρέθην, Κύριοι, μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπαμιχαλοπούλου, Νομάρχου Ἀττικῆς, κατὰ τὴν διάλεξιν, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Μιστριώτης, καὶ παρέμεινα μέχρι τοῦ τέλους αὐτῆς· κατὰ τὸ τέλος τοῦ λόγου του προεκάλεσε τὸ ἀκροατήριον, ἵνα, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πράγματι διατρέχει κίνδυνον ἡ γλῶσσα, ἐκλέξῃ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς ἐννόμου ἀμύνης τῆς γλώσσης. Τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξελέξατο τὸ ἀκροατήριον, ἕτερα δὲ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μιστριώτου ἐπεδοκίμασε τὸ ἀκροατήριον. Πρὸς πίστωσιν τῶν λεγομένων ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὁ ὁποῖος παρίστατο κατὰ τὴν διάλεξιν ἐκείνην. Ἐπερρίφθη προσέτι ἡ μομφὴ ὅτι ἡ φοιτητικὴ νεολαία ἐγένετο ὄργανον τῶν κομμάτων καὶ ὅτι δὲν ὁρμᾶται ἐξ αἰσθήματος πατριωτικοῦ ὑπὲρ τῆς γλώσσης. Τοῦτο εἶναι ἀναληθές, διότι ἐκ πατριωτικοῦ αἰσθήματος καὶ μόνου οἱ παριστάμενοι κύριοι φοιτηταὶ προέπεμψαν τὸν καθηγητὴν μέχρι τῆς οἰκίας του. Τίνες εἰσὶν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπείαν, ἵνα ἐπιρρίψωμεν τὴν μομφὴν ταύτην, ὅτι εἶναι πράκτορες τῶν κομμάτων; Εἶναι ὁ Μητροπολίτης, ὁ Πρύτανις καὶ τέσσαρες καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου· εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Τζιβανόπουλος, ὁ νομάρχης κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἄλλα ἀξιότιμα μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὰ γνωρίζω.
§217ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Λεβίδης καὶ ὁ κ. Στάης εἶναι μέλη;
§218Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἶναι ὁ Καρυτινός, ὁ Γεωργιάδης, ὁ Γαρδίκας, ὁ Παπαϊωάννου, ὁ πρόεδρος τῶν Συντεχνιῶν, ὁ κ. Πουλόπουλος, ἐργοστασιάρχης, ὁ κ. Μαντζούνης, ὁ κ. Καπετανάκης.
§219ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε ὅλα τὰ ὀνόματα;
§220Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὅσα σᾶς εἶπον νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά. Εὑρίσκετε, Κύριοι, κανὲν ἐκ τῶν προσώπων αὐτῶν προερχόμενον ἐκ τῶν κομμάτων; Ὁθενδήποτε ὅμως καὶ ἂν προέρχωνται οὗτοι, ἐνῷ κρούουσι τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τὰ Πατριαρχεῖα, ἠμάρτησαν λέγοντες ὅτι προέρχονται ἐκ τῶν κομμάτων. Τὰ Πατριαρχεῖα δι’ ἐγγράφου των «περὶ τῆς λύμης τοῦ χυδαϊσμοῦ» λέγουσιν: «Εἰς ἱδρύματα γηραιά, εἰς σωματεῖα περιφανῆ, εἰς ἀρχὰς κοινοτικάς, εἰς ὄργανα δημοσίας γνώμης ὑπεισῆλθε τὸ μικρόβιον τῆς νόσου ταύτης, τεῖνον νὰ κατεδαφίσῃ ὅ,τι αἰῶνες μετὰ κόπου καὶ μόχθου ᾠκοδόμησαν». Ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κρούουσι τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου· ἀλλὰ τί θέλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν ἔξω; Ἰδοὺ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑπάρχει ὁμὰς ὑποστηρικτῶν τοῦ χυδαϊσμοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀξίωσιν.....
§221ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Μὴ διαστρέφετε τὸ πρᾶγμα.
§222Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. .... ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν· δηλαδὴ τὸ 1)35 τῆς Βουλῆς ἀξιοῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς ὅλην τὴν Βουλήν. Δὲν βλέπετε τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν; Δὲν εἴδετε ὀλίγους ὀπαδοὺς τοῦ μαλλιαρισμοῦ παλαίοντας καὶ ξυλοκοπουμένους ἐν τοῖς θεωρείοις;
§223Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὁμάδες ἐκεῖναι ἐξεγείρονται ὄχι διὰ τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ διότι τοῖς ἀνέμιξαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τὴν θρησκείαν. Εἴμεθα εἰς τὸν αὐτὸν συνδυασμὸν καὶ γνωρίζετε ὅτι ὁ ἀντίθετος ἔγραφεν εἰς τὴν κάλπην «Θεός, λαός, 18», δηλαδὴ ὡσανεὶ ἡμεῖς ἤμεθα ἄθεοι. Καὶ τοῦτο ἐγένετο, διὰ νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ κοινωνιολόγοι, ὁ κ. Κουτούπης καὶ ἐγώ (θόρυβος).
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἔγραψα ἐγὼ αὐτά.
§225Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ ὁμὰς ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν χυδαίαν γλῶσσαν ἤρξατο ὑποχωροῦσα κανονικῶς, διότι βλέπουσα ὅτι χάνει τὸ πᾶν προσπαθεῖ διὰ κανονικῆς ὑποχωρήσεως νὰ κερδίσῃ ἔστω καὶ σπιθαμὴν ἐδάφους· καὶ ἀντὶ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, τὸν ὁποῖον διὰ παντὸς τρόπου προσπαθοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι καὶ νὰ εἰσαγάγωσι καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ δι’ οὗ ἠθέλησαν νὰ διαστρέψωσι τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὃν εἰσήγαγον εἰς τὰ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους διάφορα σχολεῖα, προσπαθοῦντες νὰ κερδίσωσιν ἔδαφος μετέβαλον αὐτὸν ἀπὸ μαλλιαρισμὸν εἰς δημοτικήν. Ἀλλὰ σεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦτε νὰ ἐπιβάλητε τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν σεῖς φρονεῖτε, ὡς γλῶσσαν τοῦ Κράτους, τὴν μαλλιαριστικὴν ἢ δημοτικὴν ἢ ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την, ἐν τίνι δικαιώματι ἀξιοῦτε νὰ ἐπιβάλητε ταύτην;
§226Σ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ἀξιοῦμεν τίποτε.
§227Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Διατί δὲν ἀκολουθεῖτε μίαν εὐθεῖαν καὶ ὁμαλὴν ὁδὸν περισυλλέγοντες τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις τὰς δημοτικάς, τὰς ὁποίας σεῖς θέλετε νὰ ἐπιβάλητε, καὶ ποιούμενοι ἔκκλησιν εἰς συνέδριον ἐκ φιλολόγων καὶ φιλοσόφων νὰ ὑποβάλητε τὰς γνώμας σας, τὸ λεξικόν σας, τὰς σκέψεις σας καὶ ζητήσητε νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε; Διὰ τίνα λόγον δι’ ἀπειλῶν καὶ βίας τρομοκρατοῦνται οἱ φοιτηταὶ τῆς φιλολογίας καὶ φιλοσοφίας; Ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὑπάρχουσι χυδαϊσταί, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσιν αὐτοὺς κατὰ τὰς ἐξετάσεις. Μπιλλιέτα ἐστάλησαν πρό τινος χρόνου διὰ φοιτητικὴν συνέλευσιν καί, ὡς μοὶ εἶπε χθὲς ἀξιότιμος κύριος, στενώτατος φίλος μου, εἶδε τοιοῦτο μπιλλιέτο πρὸς ἕνα φοιτητὴν τῆς φιλολογίας ἀπευθυνόμενον· ὅτε δὲ ἔμαθε παρὰ τοῦ φοιτητοῦ περὶ τίνος πρόκειται καὶ συνεβούλευσεν αὐτὸν νὰ μὴ ὑπάγῃ, ὁ φοιτητὴς ἀπήντησεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάγῃ εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην, διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον κατὰ τὰς ἐξετάσεις. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου προσπαθοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι τὰς ἐσφαλμένας γνώμας των. Μᾶς λέγουσι δὲ οἱ Κύριοι οὗτοι ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῶμεν κἂν τῆς ὑποθέσεως τῆς προστασίας τῆς γλώσσης. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶμεν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι νὰ διαφθείρωσι τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἐδόξασε τοὺς προπάτορας ἡμῶν καὶ δοξάζει ἡμᾶς μέχρι σήμερον; Θὰ περιορισθῇ, λέγουσιν, ἡ ἐξέλιξις τῆς γλώσσης. Ποσῶς. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσωμεν τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου ἡ τάξις διασαλεύεται ἀπὸ δεκαετίας περίπου ἕνεκα τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ περιλάβωμεν διάταξιν καθορίζουσαν τὴν γλῶσσαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διδάσκηται εἰς τὰ σχολεῖα, τὴν γλῶσσαν τὴν καθαρεύουσαν. Δὲν θὰ βλαβῇ ποσῶς ἡ λαϊκὴ γλῶσσα. Ὁ λαὸς θὰ μείνῃ ἐλεύθερος νὰ ὁμιλῇ οἱανδήποτε γλῶσσαν θέλει. Δὲν θὰ τὸν περιορίσῃ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἐν τῷ Συντάγματι πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν ἡ ὁμὰς τῶν Κυρίων θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὰ σχολεῖα κλπ. Ἡ ἐξέλιξις τῆς γλώσσης θὰ προχωρήσῃ ἀπροσκόπτως. Δὲν ὑπάρχει ἄλλως τε κίνδυνος οἱοσδήποτε, ἀφοῦ ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ καὶ μέλλει νὰ συζητηθῇ μετ’ οὐ πολύ, περιλαμβάνεται διάταξις ὅτι μετ’ ὀλίγα ἔτη ἡ τακτικὴ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἐὰν πράξωμέν τι λοιπὸν τώρα πλημμελές, δύναται αὐτὸ μετά τινα ἔτη νὰ διορθωθῇ.
§228Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· νὰ προσθέσω ὀλίγας ἁπλῶς λέξεις εἰς ὅσα διὰ μακρῶν ἐξέθηκα περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος ἐν τῇ συνεδρίᾳ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Ἐλέχθη ὅτι πρωτοφανῶς ζητεῖται ἡ ἀναγραφὴ τῆς γλωσσικῆς διατάξεως ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι. Ἀπαντῶ ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς ὡσαύτως τὸ γεγονὸς γλωσσικῆς αἱρέσεως ἀποτολμώσης ὅσα ἀποτολμᾷ παρ’ ἡμῖν ἡ ὁμὰς ἡ ξιφουλκήσασα ὑπὲρ τῆς χυδαίας γλώσσης.
§229Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ παντὸς νὰ λέγωμεν τὰ γεγονότα. Κανεὶς δὲν ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς χυδαίας γλώσσης. Διαστρέφεται ἡ ἀλήθεια, Κύριε Πρόεδρε.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Κουτούπη.
§231Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι γίνεται ἐκβιασμὸς ἐναντίον τῆς γλωσσικῆς ἐλευθερίας· ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῆς λέξεως, εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως πραγματικότητα ἀντιστοιχούσης. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ συνταγματικὴ διάταξις, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀναγραφή, σκοπεῖ τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐπισήμου γλώσσης μὲ πλήρη ἄδειαν καὶ μὲ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης ἐν τῇ σφαίρᾳ τῇ συγγραφικῇ, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν σχετίζεται πρὸς ἐπίσημα καθήκοντα, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δῆθεν τοιουτοτρόπως ἀσκεῖται πίεσις ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῆς γλώσσης ἀπολύτως οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Ἡ δ’ ἐπιμονὴ πρὸς μὴ ἀναγραφὴν διατάξεως, οἵα ἡ ἐπιζητουμένη ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, δίδει ἁπλῶς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ τάσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολέμιοι αὐτῆς, ἔχουσί τι τὸ δυνάμενον νὰ κινήσῃ ποιάν τινα ὑποψίαν, ὅτι δηλαδὴ φιλοδοξοῦσι νὰ ἐκπορθήσωσιν ἡμέραν τινὰ τὰ ἐπίσημα χαρακώματα τοῦ ἔθνους μας, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἀναπετάσωσι τὴν σημαίαν τοῦ χυδαϊσμοῦ. Ἂν τὸ ἔθνος ζητεῖ ἄμυναν ὑπὲρ τῆς ἐπισήμου γλώσσης, ἡ ζήτησις τῆς ἀμύνης ταύτης εἶναι λίαν εὔλογος, ἐφ’ ὅσον τὸ ἔθνος πιστεύει, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ καθαρεύουσα ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς πολυτιμοτάτας ἐθνικὰς δυνάμεις, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ φυλὴ ἡμῶν ἀπειλεῖται ὑπὸ μυρίων κινδύνων, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ ἀντεπεξέλθῃ. Δικαίωμα τοῦ ἔθνους εἶναι νὰ ζητήσῃ τὴν περιφρούρησιν τῆς γλώσσης του, ὅπως δικαίωμα τοῦ ἔθνους εἶναι νὰ ζητήσῃ τὴν περιφρούρησιν τῆς ζωῆς του. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ Τουρκόφωνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ πολλῶν θυσιῶν ἱδρύουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα. Δὲν ἱδρύουσι τὰ σχολεῖα ταῦτα, διὰ νὰ μάθωσι τὴν μαλλιαρήν· δὲν θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς θυσίας τόσας καὶ εἰς διωγμοὺς ἀκόμη ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ κρατούντων, ἂν ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ λαλήσωσιν ὅπως λαλοῦσιν οἱ ἐφευρέται τοῦ μαλλιαροῦ ἰδιώματος. Ὅ,τι ἐμπνέει τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ὅ,τι τοὺς θερμαίνει καὶ τοὺς ὑποβάλλει εἰς θυσίας, τοῦτο εἶναι ἡ συναίσθησις, ὅτι ἱδρύουσι σχολεῖα, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ τέκνα των ἢ τὰ τέκνα τῶν τέκνων των διὰ βαθμιαίας βελτιώσεως τῆς γλώσσης θέλουσι δυνηθῆ νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τὴν γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλάλουν οἱ ἀθάνατοι πρόγονοι ἡμῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς κρίνων τὰ πράγματα, ἀναφερόμενος δὲ εἰς ὅσα ἐξέθηκα καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ ὁμιλίᾳ μου, ἐνόμισα ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Εἰς τὸ 1ον ἄρθρον προστίθεται βʹ ἐδάφιον ἔχον οὕτως: «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται τὸ πολίτευμα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα. Πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη τις διάταξις εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἀντιρρήσεως. Ἂν δι’ αὐτῆς ἀναγνωρίζεται καὶ περιφρουρεῖται ἡ ἐπίσημος τοῦ Κράτους γλῶσσα, τοῦτο ὅμως γίνεται κατὰ τρόπον φιλελεύθερον, ὅστις οὐδαμῶς θίγει τὰ δικαιώματα τῆς γλωσσικῆς ἐλευθερίας, ἔνθα αὕτη δύναται καὶ προσήκει νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη. Δὲν ἔχουσιν ὡσαύτως νὰ φοβηθῶσί τι οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐν τῇ περὶ γλώσσης συνταγματικῇ διατάξει πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν τυχὸν παραβατῶν αὐτῆς.
§232Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον νόμου.
§233Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἴπω. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν, ὅπως εἰς τὸ Σύνταγμα εἰσχωρῶσι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀλλότριαι τῆς φύσεώς του. Καὶ ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀρκετόν, ὅτι ἡ συνταγματικὴ περιφρούρησις τῆς γλώσσης θεσπίζεται καθ’ ὃν τρόπον ἔχουσι τεθῆ αἱ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐγγυήσεις. Δεχομένη τὴν προσθήκην ταύτην ἡ διπλῆ Βουλὴ θὰ παράσχῃ πρὸς τὸ ἔθνος μίαν ἀπὸ τὰς σπουδαιοτάτας αὐτῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τιμήν της, ὅτι δὲν ἠμέλησε νὰ προστατεύσῃ ἕνα ἐκ τῶν πρώτων καὶ κυριωτάτων παραγόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ζωῆς. Καί, ἐνῷ κατὰ τὰς προηγουμένας δεκαετηρίδας ὁ μαλλιαρισμὸς ὠργίαζε καὶ ἀνεπτύσσετο, χωρὶς οὐδεμία ποτὲ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ, ὅπως ἀνακόψῃ διὰ νομοθετικῆς προνοίας τὰς προόδους του, καὶ χωρὶς καμμία ποτὲ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑπομνήσῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ τοιούτου μέτρου, εἰς ἡμᾶς θ’ ἀνήκῃ ἡ τιμή, ὅτι ἠσφαλίσαμεν τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς ὃ ὁ κομματισμὸς τοῦ παρελθόντος ἄφηνεν αὐτό, ὅπως καὶ εἰς τόσα ἄλλα, ἄνευ τῆς δεούσης προστασίας.
§234Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μόνον ὁ κ. Καβαλλιερᾶτος.
§235Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία, ἐνῷ τώρα προσποιεῖται ὅτι κήδεται θερμῶς τῆς γλώσσης, ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισε περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπολακτίσῃ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Καβαλλιεράτου. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν γνησίως τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους, θὰ θεσπίσωμεν βεβαίως τὴν προσθήκην, τὴν ἀποσκοποῦσαν εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς γλώσσης. Καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἐπιβεβλημένον, ὅσῳ διὰ τῆς τοιαύτης συνταγματικῆς ἀναγραφῆς θὰ ἀποδοθῇ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ἐπανάπαυσις εἰς τὸν ἐθνικὸν ὀργανισμόν, ἀκριβῶς δὲ καθ’ ὃν χρόνον ἔχει οὗτος ἐξαιρετικὴν ἀνάγκην ἠθικῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἰσχύος, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τοὺς συνέχοντας αὐτὸν πολλαπλοῦς κινδύνους, καὶ χωρήσῃ μετὰ δόξης ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῶν πατρίων παραδόσεων καὶ τῆς κοσμοϊστορικῆς ἀποστολῆς του.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§237ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι παρουσιάζομαι τὸ δεύτερον συζητῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐνώπιον ὑμῶν, ἔχων καὶ ἐγὼ μεταβεβλημένην γνώμην. Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, εἰς τὸν ἀπὸ τεσσαρακονταετίας καθηγητὴν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ νὰ ἀσχολῆται περὶ τῆς γλώσσης, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς ἐμέ, τὸν δικηγόρον, εἰς τὸν ἰατρόν, τὸν ὑπολοχαγόν, τὸν φαρμακοποιὸν καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλον! Ἀπὸ ἐτῶν, Κύριοι, ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, ὁ ὑπέροχος πολίτης, ἡ προσωποποίησις τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς φιλοπατρίας, καταγγέλλει....
§238Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§239ΣΤΕΦ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Οὐδεὶς Ἕλλην εἶναι πατριώτης περισσότερον τοῦ ἄλλου· ὅλοι εἶναι πατριῶται.
§240ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ἐγὼ ὅτι εἶναι περισσότερον ὑμῶν;
§241ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Εἴπετε «ἡ προσωποποίησις τοῦ πατριωτισμοῦ».
§242ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Γρανίτσα, ἂν τὸ ἰσχυρίζησθε ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε ἡ προσωποποίησις, ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τὸ ἀρνηθῶ καὶ θὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶσθε.
§243ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ περισσότερον πατριώτης τῶν ἄλλων.
§244ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. .. Ἡ προσωποποίησις, λέγω, τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς φιλοπατρίας καταγγέλλει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀληθῶς ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐξέτασις ἐπὶ τῶν συμβαινόντων καὶ τεκταινομένων κατὰ τῆς πατρίου ἡμῶν γλώσσης, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς συγκινεῖται καὶ οὐδεὶς νομίζει ἐπιβεβλημένην ἐνέργειαν πρὸς βεβαίωσιν ἢ ἀναίρεσιν τῶν καταγγελλομένων. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ σήμερον, ἵνα λάβω τὴν τιμὴν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ὅπως ὑποβάλω πρότασιν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος. Προτείνω νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τοῦ ὑπερόχου ἀληθῶς πολίτου καὶ διδασκάλου. (Χειροκροτήματα).
§245ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Μακάρι νὰ γίνῃ!
§246ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπηυθύνθη ἐντεῦθεν μομφὴ κατὰ τοῦ σοφοῦ γέροντος διδασκάλου τοῦ Γένους, διότι καταγγέλλει ἀπὸ ἐτῶν ἐπὶ ματαίῳ. Ἦλθον ἀλλεπάλληλοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀπεκήρυξαν τὸν μαλλιαρισμὸν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι ἀπεχθάνονται τὸν μαλλιαρισμόν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ὁ λέγων ὅτι ἀπεχθάνεται τὸν μαλλιαρισμόν, ὁ καταγγέλλων ὡς στρεβλωτὴν τῆς γλώσσης τὸν μαλλιαρισμὸν ἐπιτρέπεται νὰ συνεργάζηται εἰς ζητήματα γλωσσικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ μετὰ μαλλιαρῶν; Ὄχι βεβαίως. Οἱ ἀποτελοῦντες τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» συνεργάζονται μετὰ μαλλιαρῶν ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἐρωτῶ: ὁ κ. Κ. Πασαγιάννης εἶναι μαλλιαρός;
§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§248ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Πετροκόκκινος ὁ συνεργάτης καὶ μαθητὴς τοῦ Πάλλη εἶναι μαλλιαρός;
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄξιος μαθητής!
§250ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ: ὁ τίτλος βιβλίου «Λοξοὶ στρατοκόποι» εἶναι μαλλιαρός;
§251ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Διατί εἶναι μαλλιαρός; Ἡ λέξις «λοξὸς» εἶναι μαλλιαρή; Ἡ λέξις «στρατοκόπος» εἶναι μαλλιαρή; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
§252ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ λέξις «κόκκινος» δὲν εἶναι Ἑλληνική; Μήπως ἡ λέξις «ἀνατριχίλα» δὲν εἶναι λέξις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε; Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον ἀνέγνων εἰς ἓν διήγημα μίαν φορὰν «Κόκκινες ἀνατριχίλες» εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἄγαν μαλλιαρός; Ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου «Λοξοὶ στρατοκόποι» εἶναι μέλος τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου». Συνεργάζονται λοιπὸν μετὰ μαλλιαρῶν καὶ ἐν τούτοις ἔρχονται εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ ἔθνος ἀναμένει τὴν σωτηρίαν, καὶ ἀποκηρύσσουσι τὸν μαλλιαρισμόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτήρ των. Ἂν δὲν εἶχον τὴν γνώμην περὶ τοῦ γραμματέως τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκδηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ ἔλεγον ὅτι τὸν θαυμάζω, διότι ἔσχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ: «ὁ μαλλιαρισμὸς εἶναι ἡ ἀρετή μου». Ἀλλὰ δὲν τὸν θαυμάζω, διότι εἶπον ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Ἡμεῖς, λέγουσι, δὲν πολεμοῦμεν τὴν καθαρεύουσαν· εἶπον ἐπίσης καὶ λέγουσιν ἐν τῇ γνωστῇ ἐγκυκλίῳ (ἀναγινώσκει)........... Ἔρχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, λέγω, μεταβεβλημένην ἔχων τὴν γνώμην. Εἶπον πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὅτι δὲν παρουσιάζεται κίνδυνος διὰ τὴν γλῶσσαν. Μετανοῶ, διότι τὸ εἶπον· ἀποδεικνύομαι ἀμελέτητος, διότι ἤμην δικηγόρος καὶ δὲν ἐνόμιζόν ποτε, ὅτι εἶχον προορισμὸν οἱ δικηγόροι, ἰατροί, ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, εἰρηνοδίκαι, ἔμποροι νὰ καταρτίσωσιν ὅμιλον, πρὸς τί; νὰ συντάξῃ πρόγραμμα ἐκπαιδευτικόν! Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἔχω γενικὰς γνώμας περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ κατέχω γενικάς τινας ἐννοίας περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀνεγνώριζον εἰς ἐμαυτὸν εἰδικότητα νὰ ἀσχοληθῶ εἰς κατάρτισιν ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος, προβλέποντος καὶ περὶ λεπτομερειῶν. Καὶ ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τοιαύτας ἰδέας καταλαμβάνουσι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὴν προεδρίαν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ Διδασκαλεῖον, συνιστῶσι σχολεῖον εἰς τὸν Βόλον, συνιστῶσιν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» ἐν Ἀθήναις, συνιστῶσιν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον» ἐν Κρήτῃ, περιοδεύουσιν ἀνὰ τὴν ἔσω καὶ ἔξω Ἑλλάδα—μέλος τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ποιεῖται διαλέξεις μακροτάτας ἀνὰ τὴν Αἴγυπτον—, ὅτε ἔχω ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ὅλην αὐτὴν τὴν προπαγανδικὴν ἐνέργειαν, ὁλόκληρον βιβλιοθήκην προσκομισθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε βλέπω ἐπὶ πλέον ὑποστηριζομένας τὰς γνώμας αὐτῶν μετὰ λύσσης, μετὰ παραφορᾶς διαφέροντος, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ παρὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διανοητικῆς διαστροφῆς ἢ ὑπὸ τὴν ἔποψιν μεγάλων συμφερόντων, πῶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ εἴπω: ἀληθῶς κινδυνεύει ἡ γλῶσσα, ἀληθῶς κινδυνεύει ἡ ὑπόστασις τοῦ ἔθνους μου; (Χειροκροτήματα) Δὲν εἶναι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοιαῦται, δυστυχῶς, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιτρέπωσι νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα, εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν Ὑπουργείων ἤρχισε νὰ χύνηται, σταγὼν πρὸς σταγόνα, τὸ δηλητήριον.
§253Κ. ΜΑΝΟΣ. Τί εἶναι αὐτά!
§254ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἴδητε, κύριε Μᾶνε· καὶ πόσον ἔχουσιν ὁπλισθῆ δύναμιν, πόσον θάρρος ἐπιδεικνύουσιν! Εἶναι τὸ εὐαγγέλιόν των τὸ φύλλον τοῦτο (ἐπιδεικνύει φύλλα ἔντυπα). Αὐτὸ τὸ ἀποτρόπαιον φύλλον κατὰ ποῖον τρόπον προκαλεῖ τὸ ἔθνος δὲν ἐπιτρέπει τὸ βῆμα τοῦτο νὰ εἴπω. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ περιεχόμενα αὐτοῦ, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀμφιβάλλοντα εἰς τοὺς λόγους νὰ ζητήσῃ νὰ ἴδῃ τὸ φύλλον.
§255ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§256ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀδύνατον· εἶναι τόση ἡ βδελυγμία ἡ ἐκ τῆς ῥυπαρότητος τῶν φράσεων αὐτοῦ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον. Ὅστις ἄλλος ἂν θέλῃ ἂς τὸ ἀναγνώσῃ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§257ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ αὐτὸ ἔχει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, διατί δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§258ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατὸν, σᾶς λέγω. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ πραγματικὴ ὄψις τοῦ ζητήματος, οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες κατ’ ἐμὲ δικαιολογοῦσι πραγματικῶς νὰ ληφθῇ μέτρον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ποία δὲ εἶναι ἡ νομικὴ ἄποψις; Λέγουσιν οἱ Κύριοι: «παρεμποδίζεται ἡ ἐλευθερία». Πολλὰ ἐλέχθησαν πλειστάκις καὶ πολλὰ ἐγένοντο ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθερία ὑπερβαίνουσά τινα ὅρια καὶ ἐκείνη μεταβάλλει ὄνομα καὶ καλεῖται ἀχαλινωσία. Τὸ Σύνταγμα ῥυθμίζει τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς, τὸ δικαίωμα τῆς περιουσίας, ῥυθμίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς προσωπικῆς, ῥυθμίζει ἀκόμη τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκφράσεως. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως, διὰ τούτου πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν τί καὶ πῶς κατὰ τοὺς νόμους ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν καὶ νὰ γράφωμεν. Ὅτε ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Σύνταγμα νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ὕλην τῆς ἐκφράσεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκφράσεως; Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς νομικοὺς ἄνδρας νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἐναντίον; Ἐπαναλαμβάνω, ἵνα καταστῶ σαφέστερος: Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ τί ἐπιτρέπεται νὰ λέγηται καὶ νὰ γράφηται, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ῥυθμίσωμεν κατὰ τίνα γλωσσικὸν τρόπον θὰ λέγηται τοῦτο καὶ θὰ γράφηται; «Ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, λέγουσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν θαυμάσια ποιήματα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώθησαν οἱ πόνοι τοῦ Γένους καὶ τὰ ὄνειρα αὐτοῦ, ἡ δημοτικὴ γλῶσσα τί θὰ γίνῃ; ἁμαρτάνετε κατὰ τῶν ἰδεωδῶν τοῦ ἔθνους, ἁμαρτάνετε κατὰ τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων τοῦ ἔθνους, διότι θέλετε νὰ περιορίσητε τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν». Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, δημοτικὴ γλῶσσα; ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, καθαρεύουσα γλῶσσα; Ὄχι· μία γλῶσσα ὑπάρχει, μία γλῶσσα, ἥτις ἕνεκα τῶν ἱστορικῶν ἡμῶν περιπετειῶν ἐκδηλοῦται καὶ παρίσταται κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἡ γλῶσσα τοῦ βιβλίου ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, ἡ γλῶσσα τῆς οἰκογενείας, ἡ γλῶσσα ἐν τῇ πλατείᾳ, ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ διαφόρους εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα μορφάς. Ἀλλὰ μία γλῶσσα ὑπάρχει, καὶ ἡ γλῶσσα ἐκείνη βαίνει πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζηται, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Ποία εἶναι ἡ κατεύθυνσις, Κύριοι; Ὅτε ἤμην παιδίον, οἱ συγχώριοί μου ἔλεγον «ὁ ἀφέντης μου» καὶ οὐδέποτε «ὁ πατέρας μου». Ὅτε ἔγινα μαθητὴς τοῦ γυμνασίου, οὐδεὶς ἔλεγεν «ὁ ἀφέντης μου», ἀλλ’ ἔλεγον «ὁ πατέρας μου». Σήμερον, ἐρχόμενοι αὐτοὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰς Ἀθήνας, μοὶ λέγουσιν: «Ὁ κύριος πατήρ σας εἶναι πολὺ καλά». Αὐτὴ εἶναι ἡ κατεύθυνσις. Πρὸ δεκαετηρίδος εἰς Ἀθήνας οὐδεμία ἴσως ὑπηρέτρια ἔλεγεν «ἐξῆλθεν ἡ Κυρία»· ἔλεγον: «ἐβγῆκαν τὰ ἀφεντικά». Σήμερον πᾶσαι αἱ ὑπηρέτριαι λέγουσιν· «ἡ Κυρία ἐξῆλθεν» (ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα). Θέλομεν, λέγουσι, νὰ προστατεύσωμεν τὸν λαόν, νὰ προστατεύσωμεν τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ. Δὲν ἀκούετε αὐτὸν μυκώμενον ὑπὲρ τῶν ἱερῶν του καὶ ὁσίων; Ἐναντίον του θέλεις, ὦ ἄνθρωπε, νὰ προστατεύσῃς αὐτόν; Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκμετάλλευσις· ἐκμετάλλευσις ὑπάρχει ἐπὶ ποίῳ ζητήματι; ἐν τῷ ζητήματι, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ἐκ τῶν στενωτάτων φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγώ, Κύριοι; Ποῖος θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκμεταλλεύομαι διὰ τὰ κόμματα; Ποῖος τολμᾷ νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ τοῦτο; Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησα τὰ κόμματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ποῖος βδελύσσεται περισσότερον τὰ κόμματα ἀπὸ ἐμέ; Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ, Κύριοι, μέχρις ἑνὸς ὁρίου! Πολεμοῦμεν τὰ συστήματα, ἀλλὰ σεβασθῶμεν τὰ πρόσωπα. Τὸ κόμμα ὑμῶν εἶναι κόμμα φιλελεύθερον, ἐπιλέκτους περιέχον ἐν αὑτῷ ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται αὐτόχρημα ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη· διότι πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦτον, ὅστις καταναλίσκει ὅλην αὑτοῦ τὴν ὑγείαν, ὅστις διακινδυνεύει αὐτήν του τὴν ὕπαρξιν, καταβάλλων τόσους κόπους, ἐθνικὴ ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη, καὶ ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς ὑπῆρξεν ἐπὶ τῶν κομμάτων. Κατεδικάσθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς πολιτικὸν θάνατον; Ἔπαυσαν νὰ εἶναι Ἕλληνες; Ἐξέλιπε πᾶσα ἐλπίς, ὅτι θὰ ἀσπασθῶσι τὰς νέας ἰδέας; Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ τολμήσωσι νὰ εἴπωσί τι περὶ ἐμοῦ; Μήπως ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τῶν κομμάτων εὐγνωμοσύνην, διότι τοὺς ἔσωσα τὴν 6ην Σεπτεμβρίου; Ἄλλος τοὺς ἔσωσε τὴν 6ην Σεπτεμβρίου, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν εὐγνωμοσύνην, καὶ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Ἄλλος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἀνεζήτει αὐτοὺς ἀμέσως μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, μετὰ τὰς ὁποίας κατηρτίσθη τό, κατ’ ἐμέ, θαυμάσιον τοῦτο συνέδριον, τὸ κατὰ πάντα ἱκανόν, ἂν ἄλλως διηυθύνετο, ἵνα δώσῃ τὴν ποθουμένην κατεύθυνσιν διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους τούτου. Ἂν λοιπὸν ἄνθρωποι ἀνήκοντες εἰς κόμματα ἐζητωκραύγασαν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, εἶναι τοῦτο ἁμάρτημα, καὶ θὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν κομμάτων; Μίαν ἐξήγησιν ἔχω ἀκόμη νὰ δώσω. Ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα ἀπεδοκίμασα δι’ ἐνυπογράφου δηλώσεώς μου εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», τὰ ὁποῖα ἀπεδοκίμασα δι’ ἐνυπογράφου δηλώσεώς μου, καταχωρισθείσης εἰς τὴν ἐφημερίδα «Λακωνίαν», καταχωρισθείσης εἰς τὴν ἐφημερίδα «Σπάρτην»· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἀξίωσις, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐνώπιον εἰρηνοδίκου νὰ καλέσω μάρτυρας, ὅπως δηλώσωσιν ἐνόρκως, ὅτι δὲν εἶχα γράψει ἐγὼ τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα. (Χειροκροτήματα).
§259ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι Βουλευταί, νὰ φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὡς ἐγένετο, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο, παρεῖλκε καὶ δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι. Ἐνῷ συζήτησις ἦτο ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι καθορίζουσα τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, ἐξετράπη εἰς ἀναζήτησιν λεξειδίων καὶ φρασειδίων ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀπὸ διαφόρους μονάδας, διαφόρους λογίους καὶ ἐσυζητήθη καὶ ἠρευνήθη ἀκαδημαϊκῶς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἐνῷ ἐπρόκειτο μόνον καὶ μόνον περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ τεθῇ μία διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα περιορίζουσα τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης, διότι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι θεσμός· εἶναι μέσον τῆς διατυπώσεως τοῦ στοχασμοῦ, διαφεῦγον τὰ νομοθετικὰ ὅρια καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν σφαῖραν καὶ ὑποκείμενον εἰς τὸν αἰώνιον νόμον τῆς ἐξελίξεως. Ἡ γλῶσσα τοῦ ἔθνους ἀκολουθεῖ τὸν δρόμον της, χωρὶς νὰ προσέχῃ εἰς τὰ δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα τὰ ἐξ ἴσου σχολαστικά. Ὑπάρχουν πράγματι εἰς Συντάγματα, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀναγεγραμμέναι διατάξεις καθορίζουσαι τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ ἐκεῖ συμβαίνει ἄλλο τι ὅλως ἀντίστροφον ἀφ’ ὅ,τι ζητεῖται σήμερον. Θεσπίζονται διάφοροι γλῶσσαι ἐν Αὐστρίᾳ ὡς ἐπίσημοι, διότι ἡ ὅλη Ἐπικράτεια σύγκειται ἐκ διαφόρων ἀλλογλώσσων λαῶν, καθὼς καὶ ἐν Ἑλβετίᾳ, ὅπου τρεῖς διάφοροι γλῶσσαι θεσπίζονται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι ἀφορῶσα τὸν καθορισμὸν ἐπισήμου γλώσσης. Τοὐναντίον ὅμως φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐμποδίζουσα τὴν παράφρασιν τῶν Γραφῶν, διότι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως, ὄντως δὲ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ κοινὴ συνείδησις. Φρονῶ ὅτι οὐ μόνον ἀντιεπιστημονικὴ θὰ εἶναι ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως περὶ γλώσσης ἐπισήμου, ἀλλὰ καὶ ἄσκοπος, διότι δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα μετὰ τοῦ Συντάγματος νὰ προσαρτήσωμεν καὶ πλῆρες λεξικὸν καὶ γραμματικὴν καὶ νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ποινάς· μόνον ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν τῶν Γραφῶν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν προστατευτικὰ μέτρα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν.
§260Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ὡς πολίτης ἐλευθέρας Ἐπικρατείας καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὸν ὑπαινιγμόν, ὅστις ἐρρίφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι πάντες σχεδὸν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτάχθησαν ὑπέρμαχοι συνήγοροι τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ὑποκινοῦνται ἀπὸ κομματικὰς ἰδέας καὶ μόνον αὐτάς.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐλέχθη ἀπὸ κανένα.
§262ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλέχθη, καὶ μάλιστα ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐλέχθη ὑπ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸ πρῶτον περιεβλήθησαν ὅλους τοὺς πολιτικοὺς χιτῶνας, τελευταίως περιεβλήθησαν καὶ τὸν λευκὸν χιτῶνα τῶν φιλελευθέρων ἀνδρῶν, ἐλέχθη, λέγω, δι’ ἡμᾶς τοῦτο, οἵτινες τὸ πρῶτον εἰσήλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν ἐπράξαμεν τοὐλάχιστον ἄλλο τι, δυνάμεθα μετὰ θάρρους νὰ ὁμολογήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι προελειάναμεν τὸ ἔδαφος τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς κατήλθομεν, ἵνα ἐμπεδώσωμεν τὸ πολιτικὸν ἔδαφος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς κατήλθομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ κραταιὰ πολιτικὰ κόμματα, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς, οἵτινες καθ’ ἡμῶν τὴν βλασφημίαν ταύτην ἐξέφρασαν, εἶχον συνάψει σύμβασιν πολιτικὴν πρὸς ἀπόκρουσιν πάσης πολιτικῆς φιλελευθέρου ἰδέας. Δι’ αὐτὸ τονίζω ὅτι ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν βλασφημίαν ταύτην καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος ἐλευθέρου λαοῦ, τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, περὶ τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ὑποκινώμεθα ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουσι τῶν παλαιῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καταδικασθῆ ἅπαξ διὰ παντός. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ νοσταλγήσωμεν τὸ παρελθόν; Καὶ ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ χρησιμεύσωμεν ὡς γέφυρα, ἵνα ἐπανέλθωσιν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἐγκληματίαι καὶ ἀναλάβωσι πάλιν τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς ὑπήρξαμεν πρὸς στιγμὴν ὄργανα πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, φρονεῖτε ὑμεῖς ὅτι ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐδάφους τοῦ πολιτικοῦ ἠθέλησε νὰ ποιήσηται ἡ ὑπέροχος ἐκείνη κεφαλή, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἥρως καὶ μάρτυς τοῦ Βοσπόρου; Ὥστε πρέπει πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οὐδεὶς ὑπεκίνησε τὸν λαὸν πρὸς ἐξέγερσιν καὶ περιφρούρησιν τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ γλώσσης· μόνον ἡ ἰδέα τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἐξήγειρε τὸν λαόν, ἵνα τρόπον τινὰ περιφρουρήσῃ τὴν κινδυνεύουσαν ὁπωσδήποτε δι’ αὐτὸν γλῶσσαν. Ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγει σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρωτοστατούσης τῆς φοιτώσης νεολαίας, εἶναι ἀγών, ὁ ὁποῖος ἀριθμεῖται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901, σήμερον δὲ δὲν πράττει ἄλλο τι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ συνεχίζει τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον τοῦ 1901. Ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία μετὰ τὰ θύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπεσον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ συσκεφθῇ νηφαλίως ἀναμετροῦσα τὴν λαϊκὴν τότε ἐκείνην ἐξέγερσιν καὶ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ἂν ὄχι πρὸς περιφρούρησιν τῆς κινδυνευούσης γλώσσης, πάντως ὅμως πρὸς ἡσυχίαν τῆς ἔκτοτε διαταραχθείσης γαλήνης καὶ τάξεως. Εἶπον προχθὲς καὶ πάλιν τὸ τονίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πιστεύω ἀπολύτως ὅτι διατρέχει σπουδαῖον καὶ κρίσιμον κίνδυνον ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα, ἀλλ’ ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμότητος ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ κινήσῃ τὴν Πολιτείαν καὶ ἐν ταὐτῷ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ πολυμελῆ νομοθετικὰ Σώματα συνερχόμενα οὐδεμίαν ἄλλην ἀποστολὴν ἔχουσιν ἢ τὸ πῶς νὰ λαμβάνωσι μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωσι πᾶσαν εἰς τὸ μέλλον διατάραξιν τῆς κοινωνικῆς γαλήνης. Εἶναι πράγματι, Κύριοι, ἀκατανόητος ὁ σωβινισμός, ὁ ὁποῖος διενεργεῖται ἐκ μέρους κοινωνικῆς ὁμάδος· δὲν θέλουσιν οἱ Κύριοι νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι πρὸ τῆς ἐξεγερθείσης ἐθνικῆς θελήσεως, πρὸ τοῦ πανελληνίου τούτου συναγερμοῦ, δὲν ἔχουσι νὰ κερδίσωσιν ἄλλο τι, εἰμή, ἐὰν ἐπιμένωσιν εἰς τὰς πλατωνικὰς αὐτῶν ἰδέας προκειμένου περὶ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἀσφαλῶς θὰ σπεύσωσι πρωίαν τινὰ κατόπιν τῆς ἐξεγέρσεως τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως νὰ σωθῶσιν ὑπὸ τοὺς μανδύας τῆς ἰδέας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι καὶ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης. Εἶπον καὶ πάλιν τονίζω ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις φοβοῦμαι ὅτι διατρέχει κρίσιμον κίνδυνον ἡ ἡμετέρα γλῶσσα· πρὸ παντὸς πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι δὲν διατρέχουσι κρίσιμον κίνδυνον αἱ ἅγιαι Γραφαὶ καὶ τὸ ἅγιον ἡμῶν Εὐαγγέλιον, διότι γλῶσσα, ἥτις διετήρησε τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς διὰ μέσου τῶν αἰώνων, γλῶσσα, ἡ ὁποία διῆλθε τὰς σκληροτέρας τῶν δοκιμασιῶν καὶ ὅμως δὲν ἐξηφανίσθη ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ γηίνου πλανήτου, ἡ γλῶσσα αὕτη πρόκειται νὰ μὴ ἐξαφανισθῇ. Εἶπον καὶ πάλιν ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης, οὐχὶ βεβαίως διότι φρονῶ ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ὅλην ἐθνικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ διότι πιστεύω ὅτι ἡ καθαρεύουσα γλῶσσα ἐκπροσωπεῖ πρὸ παντὸς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην σήμερον ἡ κοινωνία. Ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ, εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον τῶν ἐπιστημῶν, εἰς τὸν κόσμον τῶν τεχνῶν· ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην γλώσσης τοιαύτης πλουσίας, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τοὺς ἐπιστημονικοὺς καὶ τεχνικοὺς ὅρους. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα συμπαθεῖς καὶ πρὸς τοὺς δημοτικιστάς· ἀλλ’ ἄν πρὸς τοὺς δημοτικιστὰς πρέπει νὰ ἔχωμεν συμπαθῶς, διότι πράγματι εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν ἐγράφησαν τὰ ἀπαυγάσματα τῶν θουρίων τοῦ Ῥήγα, πρέπει ὅμως νὰ εἴμεθα ἀδυσώπητοι καὶ ἀμείλικτοι εἰς τοὺς πράγματι ἀκατανοήτους ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον τὴν δημιουργίαν ἑνὸς γλωσσικοῦ κατασκευάσματος τελείως ἀκατανοήτου καὶ ἀλλοκότου. Θὰ εἴπω τι σχετιζόμενον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ἐζήτησα ἐπανειλημμένως πληροφορίας κατὰ πόσον οὐσιαστικῶς καὶ βασίμως ὁ ἐν λόγῳ Ὑπουργὸς ἀποτελεῖ μέλος τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου», καὶ κατὰ πόσον συμμετέχει εἰς τὰ πνευματικὰ ἐκεῖνα συμπόσια καὶ τὰς πνευματικὰς ἐκείνας ἐργασίας.
§263Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπὼν καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπολογηθῇ.
§264ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προκαλεῖ κατάπληξιν ἀκόμη πῶς εἶναι Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας!
§265Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ὁ ἐν λόγῳ Ὑπουργὸς πραγματικῶς συμμετέχει τοῦ συμποσίου τούτου τοῦ πνευματικοῦ, καὶ κατὰ πόσον ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι θιασώτης τοιούτου γλωσσικοῦ κατασκευάσματος, θὰ εἴπω αὐτῷ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι: ἐρρέτω τοιαύτη Πολιτεία, ἥτις κρατεῖ εἰς τὰς τάξεις αὐτῆς τὰς κυβερνητικὰς τοιοῦτον σεσηπὸς νεόπλασμα ἐκπαιδευτικόν! Ἠρώτησα καὶ ἐξηκρίβωσα κατὰ πόσον μετέχει τούτου, δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀποκρύψω τὴν χαράν μου, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην, ὅτε ἀνέγνων ἐπίσημον διάψευσιν τοῦ ἐν λόγῳ Ὑπουργοῦ. Διότι καὶ πάλιν νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ ἐν λόγῳ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς φοβηθεὶς τὴν θύελλαν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐξέγερσιν προέβη εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, καὶ πάλιν νομίζω ὅτι δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς αὑτοῦ, καὶ πρέπει ἀσφαλῶς νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς κερκίδας ταύτας. Ἀλλὰ παρατηρήσας τὴν σχετικήν του δήλωσιν ἔμαθον ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ἐπισήμως πλέον ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Ὑπουργὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἔπεσεν εἰς τὰ δίκτυα τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ τούτου λεγομένου ὁμίλου. Ὁμὰς ἐκ τῶν Κυρίων αὐτῶν ἔστειλαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἐν λόγῳ Ὑπουργὸν παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ συμμετάσχῃ ζητήματος ἐκπαιδευτικοῦ. Ὁ ἐν λόγῳ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔστειλεν ἐπιστολὴν ἐν ᾗ ἔγραφεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο πραγματικῶς περὶ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος ἦτο διατεθειμένος καὶ αὐτὸς νὰ συνεισφέρῃ τὸν πνευματικόν του ἔρανον. Γίνεται ἡ δευτέρα συνεδρίασις τοῦ ἐν λόγῳ ὁμίλου, στέλλουσι πρὸς τὸν ἐν λόγῳ Ὑπουργὸν καὶ πάλιν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι νὰ μετάσχῃ τῆς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ καὶ λάβῃ μέρος, διότι ἦτο ἀπησχολημένος εἰς ἄλλας ὑποθέσεις. Ὁ ἐν λόγῳ ὅμιλος ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ προέβη εἰς τὸ σχετικὸν τοῦτο κατασκεύασμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ θέσῃ βάσιν ἐκπαιδευτικὴν διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Συνεπῶς, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι πραγματικῶς ἔλαβε μέρος εἰς τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον», πρῶτος ἐγὼ ἤθελον εἴπει εἰς αὐτόν: ἔχετε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἐπιβεβλημένην νὰ θυσιασθῆτε πρὸ τοῦ ἐθνικοῦ βωμοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ πληροφορίαι μου, αἱ ὁποῖαι εἶναι βάσιμοι, δὲν ἀποδεικνύουσι τὸν ἐν λόγῳ Ὑπουργὸν συμμετασχόντα τοῦ τρομεροῦ τούτου ἀνοσιουργήματος εἶμαι ὑπόχρεος ἐκ καθήκοντος νὰ εἴπω ὅτι δὲν συμμετέσχε τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς διατελεῖ ἐν ἀνωμάλῳ διανοητικῇ καταστάσει. Περαίνων τὸν λόγον τρέφω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλὴ σπουδαίως σκεπτομένη περὶ τῶν ἐθνικῶν κινδύνων, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν ἐθνικὴν ἐξέγερσιν καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τὸν λαόν, θέλει ἐξασφαλίσει τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ, διότι θρησκεία ἄνευ γλώσσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, οὐδὲ ἔθνος ἄνευ θρησκείας. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὴν σχετικὴν διάταξιν, καὶ πρὸς τοῦτο συνεισφέρω καὶ ἐγὼ τὸν πενιχρόν μου πνευματικὸν ἔρανον. (Καταθέτει ἐπὶ τοῦ Προεδρείου σχετικὴν τροπολογίαν).
§266Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σῶμα τοῦτο συνεδριάζει δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἀνθρώπους ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἐγείρωσι τρικυμίαν παθῶν, καὶ νομίζει τις ὅτι ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν πολιορκίᾳ καὶ ὅτι ἡ πρωτεύουσα εἶναι ἐν ἐπαναστάσει. Ὤφειλον οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἀναμείνωσι πρῶτον τὸ τέλος τῆς συζητήσεως καὶ νὰ ἴδωσι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καί, ὅταν ἴδωσιν ὅτι αὐτὴ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τὴν πανελλήνιον, τότε νὰ κάμωσιν ἀκόμη καὶ ἐπανάστασιν. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον οὔτε ἡ συζήτησις ἐτελείωσεν οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐξήνεγκε τὴν γνώμην αὑτῆς οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πράξωσιν ὅσα ἔπραξαν. Ἀκούω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι πιστεύουσιν ὅτι ἡ γλῶσσα κινδυνεύει. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ γλῶσσα οὐδένα κίνδυνον διατρέχει. Καὶ φρονοῦσιν ὅτι—καὶ τοὺς προκαλῶ νὰ ἀπαντήσωσιν—ἂν ἐκινδύνευεν ἡ γλῶσσα, καὶ Βουλαὶ καὶ Συνέδρια καὶ Ἀκαδημίαι θὰ ἠδύναντο νὰ σώσωσιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ κινδύνου; Ὄχι. Ἂν ἡ γλῶσσα ἔχῃ ζωὴν καὶ δύναμιν, ἀσφαλῶς αὐτὴ θὰ νικήσῃ, ἄλλως οὐδὲ Συντάγματα οὐδὲ διατάξεις δύνανται νὰ σώσωσιν αὐτήν. Κατερχόμενος τοῦ βήματος παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, διότι ὑπέχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγαπητός.
§268Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δεδομένου ὅτι ἀνεπτύχθη ἤδη τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἀπόψεις, μόνον ἴσως τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι θὰ εἶχον νὰ ἐκθέσω ὑμῖν καὶ ὄχι ἐπιχειρήματα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων μου ἐξέθεσε πλήρη, σχεδὸν αὐτολεξεί, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ κ. Λαγοπάτης. Τρεῖς ἀπόψεις ἔχει τὸ ζήτημα, τὴν φιλολογικήν, τὴν ἐθνικὴν καὶ τὴν πολιτικήν. Ὑπὸ φιλολογικὴν ἄποψιν δύο τμήματα πρέπει πάλιν νὰ διακρίνωμεν, τὸ ἐπιστημονικὸν καὶ τὸ καλλιτεχνικόν, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐπιστημονικὸν μοῦ διαφεύγει τελείως—τὸ ὁμολογῶ—δύο λέξεις θὰ εἴπω διὰ τὴν καλλιτεχνικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Δηλῶ ἀπεριφράστως ὅτι ἡ καλαισθησία μου ἡ ἀτομικὴ καὶ ἡ καλαισθησία μου ἡ ἐθνικὴ δὲν συμβιβάζεται, δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ τὸ γλωσσικὸν ἐκεῖνο κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔστειλαν ἐκ Λονδίνου καὶ Παρισίων. Ἡ καλαισθησία ἡμῶν ἡ ἐθνικὴ μόνον μεταξὺ δύο ὁρίων τῆς γλώσσης δύναται νὰ σταθῇ, μεταξὺ τῆς ὁμιλουμένης καὶ τῆς γραφομένης γλώσσης, διότι ἡ μὲν γραφομένη γλῶσσα εἶναι ἡ τελειότερον συμβιβαζομένη μὲ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἡ δὲ ὁμιλουμένη μὲ τὸν τρόπον τοῦ αἰσθάνεσθαι. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅλοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἓν ἔχει ἰδανικόν, νὰ κατορθώσῃ μίαν ἡμέραν νὰ αἰσθάνηται καὶ νὰ σκέπτηται διὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐθνικῆς γλώσσης. Ἡ ἐθνικὴ αὕτη γλῶσσα, ὁτιδήποτε καὶ ἂν ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, οἱαδήποτε γλωσσικὰ ἰδιώματα καὶ ἂν ἐφεύρωσιν εἴτε ἐκ τοῦ ἑνὸς εἴτε ἐκ τοῦ ἄλλου μέρους, θὰ εἶναι πάντοτε μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ὁρίων, ἤτοι τῆς σήμερον γραφομένης καὶ τῆς σήμερον ὁμιλουμένης γλώσσης. Τὸ ἰδανικόν μας αὐτὸ τοῦ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μοναδικὴν αὐτὴν γλῶσσαν, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ νὰ αἰσθανώμεθα καὶ σκεπτώμεθα, τὸ ἰδανικόν μας αὐτὸ θέλουσι νὰ συντρίψωσι καὶ νὰ τὸ ματαιώσωσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι νὰ αὐξήσωσι τὴν ἀπόστασιν τῶν δύο αὐτῶν γλωσσικῶν ὁρίων πρὸς τὸ ἓν μὲν μέρος οἱ κατασκευασταὶ τῶν ἰδιωμάτων, πρὸς τὸ ἄλλο δὲ μέρος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀνειρεύονται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ γλωσσικὸν ἰδίωμα πρὸς τὴν κλασσικὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν αὐτῆς οὐδέτερον λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν. Ἑπομένως ὑπὸ ἔποψιν φιλολογικὴν νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία ἐξέλιξις. Ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἐπίσης δέον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ δύο διαφόρους ἐπόψεις· εἶναι ἀνάγκη ἡ γλῶσσα ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν νὰ εἶναι ἀμετάβλητος; πρῶτον· καὶ δεύτερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος; Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ ἐθνικὴ δέον νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι ἀμετάβλητος; Νὰ εἶναι ἀμετάβλητος ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸ ὡμολόγησαν ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἴτε εἰς τὴν μίαν μερίδα ἀνήκουσιν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις ὁρίζουσα τὸ ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ διατηρηθῇ ἡ γλῶσσα.
§269ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κανὲν ὅριον.
§270Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ εἶναι ὅριον, πιθανὸν νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ γλῶσσα δέον νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος. Κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα· δύναται νὰ ὁρισθῇ νομοθετικῶς· δύναται ἑκάστοτε ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ ὁρίζῃ, ὅπως ἡ γλῶσσα τηρῆται ὁμοιόμορφος ἰδίως ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους καὶ δὴ τοὺς διδάσκοντας τὴν γλῶσσαν. Ἂς ἴδωμεν ἤδη ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν, καὶ ἴσως ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα, ὁμολογῶ δὲ καὶ θὰ τὸ ὁμολογήσωσιν ὅλοι ὅτι ἡ ἀναγραφὴ περιοριστικῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι καθ’ ἣν ἐποχὴν ζῶμεν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν καυχώμεθα καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ εὐχόμεθα νὰ γίνῃ θετικὴ παρὰ τὴν εὐχὴν ἐνίων συναδέλφων μας, ἡ ἀναγραφή, λέγω, περιοριστικῆς διατάξεως εἶναι ἀνελευθέρα, εἶναι ἀντιφιλελευθέρα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν ὑπὸ μορφὴν διλήμματος, ἢ ἐκτιθέμεθα νὰ ἴδωμεν μὴ ἐπανερχομένην τὴν γαλήνην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἢ πάλιν νὰ ἀποφασίσωμεν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν στιγμιαίων ἐρεθισμῶν, καὶ ὅπως δώσωμεν τὴν γαλήνην αὐτὴν νὰ ὑποπέσωμεν εἰς σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον ταχύτατα ἀσφαλῶς θέλομεν μετανοήσει. Δηλῶ ὅμως ἐπίσης ὅτι διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἄποψιν τοῦ ζητήματος τὴν εὐθύνην φέρει καὶ ὀφείλει νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σήμερον προέρχεται ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην δηλῶ ὅτι καθῆκον ὅλων τῶν ἐκ πεποιθήσεως φιλελευθέρων εἶναι νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυταριόλος.
§272ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§274ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπερόπουλος.
§276Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι Βουλευταί, μετὰ προσοχῆς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὁμολογουμένως ἐθνικωτάτου ἐνδιαφέροντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπό τινων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, παρετήρησα δέ, ὅτι ὁ τρόπος τῆς πολεμικῆς καὶ τῆς συζητήσεως τῶν διαφωνουσῶν μερίδων διαφέρει κατὰ πολύ. Ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως εἶναι ἱκανὴ νὰ πείσῃ καὶ τὸν πλέον ἀδαῆ ποῖοι ἔχουν δίκαιον. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀποκρούσαντες τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Μιχαλοπούλου, στηριζόμενοι εἰς ἐπιχειρήματα εἰλημμένα ἐκ τῆς γλωσσολογίας, μᾶς ἀπέδειξαν ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναί τι διηνεκῶς μεταβαλλόμενον, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι σοβαρὸς ὁ καθορισμὸς ἐν τῷ Συντάγματι ὡρισμένου γλωσσικοῦ τύπου. Μᾶς ἀπέδειξαν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἡ διαφορὰ ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τῆς κλασσικῆς καὶ τῆς σημερινῆς γραπτῆς γλώσσης ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς ὁμιλουμένης τῆς δημοτικῆς ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀμαθείας ἢ μακραίωνος δουλείας, δὲν εἶναι δημιούργημα μερικῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα γλωσσολογικῆς ἐξελίξεως μακρῶν αἰώνων. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη, ἡ ὁποία πράγματι ἐπηρεάζει τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῇ οὔτε ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν μεγάλων συγγραφέων τῆς ἀρχαιότητος οὔτε ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῶν σχολείων ἐπὶ τόσους αἰῶνας. Μᾶς ἀπέδειξαν ἐπὶ πλέον ὅτι ἡ ἐργασία ἡ γινομένη, ἵνα προσεγγίσῃ ὁ γραπτὸς ἡμῶν λόγος πρὸς τὸν προφορικόν, δὲν εἶναι ἀντεθνική, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐθνωφελής. Ἑπομένως δὲν εἶναι οὔτε συμφέρον οὔτε φιλελεύθερον νὰ ἐμποδίσωσι τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ νὰ συμμετέχουν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἐκτός, ἐννοεῖται, τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας των. Ἐξ ἀντιθέτου, ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀντέταξαν οἱ ἀποκρούοντες τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰς σκέψεις αὐτάς; ὕβρεις, προσωπικαὶ ἐπιθέσεις, ἀναπόδεικτα γεγονότα. Ἐζήτησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς ὑπαλλήλου, τοῦτο δὲ ἀναφορικῶς πρὸς τὸν κ. Παλαμᾶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐξύβρισε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος βάρβαρον καὶ βλακῶδες. Ὁπότε δὲ ἠρωτήθησαν, ποῦ καὶ πότε ὕβρισεν ὁ κ. Παλαμᾶς οὕτω τὸ ἔθνος, ἠρκέσθησαν νὰ ἀπαντήσουν χωρὶς νὰ ἐρυθριάσουν, ὅτι δὲν καταδέχονται νὰ ἀναγινώσκωσι τὰ βιβλία τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ποιητοῦ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἀνέθεσε νὰ συντάξῃ τὸν ὕμνον τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων· πάντες δὲ γνωρίζομεν πόσον λαμπρῶς ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν ταύτην ὁ κ. Παλαμᾶς, πόσον συνεκίνησε, ἐνεθουσίασε καὶ ἐνθουσιάζει ὁ ὕμνος ἐκεῖνος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐζήτησαν τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι μαλλιαρός, διότι ἔγραφεν εἰς βιβλίον του τὴν λέξιν Γιάννης (Ἰωάννης) καὶ ἄλλας ὁμοίας, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Πολίτης, διότι περὶ τούτου ἐπρόκειτο, περιέλαβε τὰς λέξεις αὐτὰς εἰς τὸ βιβλίον του ὡς λαογραφικὸς καὶ ἐθνογραφικὸς συλλέκτης, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον ὡς καθηγητὴς τῆς φιλολογίας καὶ λαογραφίας.
§277Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καθηγητὴς λαογραφίας δὲν ὑπάρχει.
§278Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ὄνομα, ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιστήμης. Πρὸς τούτοις, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀντεθνικότητα τῆς στάσεως τῶν ἀντιφρονούντων, εἶπον ὅτι μέλος τῆς Κοινωνιολογικῆς Ἑταιρείας εἶναι ὁ κ. Χαλκοκονδύλης, ὁ ὁποῖος ἔχει προσωπικὰς γνώμας γνωστάς, καὶ τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσε, περὶ τῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ γάμου. Τοῖς ἀντετάχθη ὅμως ὁ κ. Χαλκοκονδύλης, ὅτι εἶναι ἀμείλικτος ὀπαδὸς τῆς καθαρευούσης. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τῶν Κυρίων αὐτῶν; ὅτι δὲν γράφει ὁ κ. Χαλκοκονδύλης τὴν γλῶσσαν τοῦ ἀειμνήστου θείου του Βυζαντίου. Ἀνέφεραν ἀκόμη ἓν περιοδικόν, τὴν «Ἀνεμώνην», τὴν ὁποίαν ἐξέδιδον νέοι τινές, τοὺς ὁποίους κατήγγειλαν ἐπὶ ἐκτρόποις ὁρμαῖς, κατὰ τὴν φράσιν των. Ἀλλὰ τὸ περιοδικὸν «Ἀνεμώνη» συνετάσσετο εἰς τὴν καθαρεύουσαν, μόνον δὲ τὰ ποιήματα αὐτῆς συνετάσσοντο εἰς τὴν δημοτικήν. Ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ καταγγελίαι αὐταὶ εἶναι βάσιμοι καὶ βαρύνουν αἱ ῥηθεῖσαι ἀτιμωτικαὶ ἰδιότητες τοὺς ἔχοντας ἰδίας γλωσσικὰς ἰδέας, βεβαίως τότε βαρύνουν αὗται τὴν ῥάχιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ἕτερον προσέτι στοιχεῖον ἐκ τῆς ὑπερβολῆς μερικῶν νέων, οἱ ὁποῖοι ἐκ φανατισμοῦ πρὸς μίαν γλωσσολογικὴν θεωρίαν καὶ τῆς ἀγνοίας ἴσως ἐδημιούργησαν εἰς τὸ γραφεῖόν των λέξεις γελοίας. Καὶ τί εὐθύνει τοῦτο τὴν δημοτικήν; Εὐθύνει τὴν καθαρεύουσαν, ἂν ὁ Μελαγχροινὸς ἀποκαλεῖ τὸν πῖλον καρκαλύπτην; Τέλος ἐφεῦρον καὶ λέξεις, διὰ νὰ δυσφημήσωσι τοὺς δημοτικιστάς, διότι πρόκειται περὶ ἐφευρέσεως λέξεων. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ πίστει, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Τὴν ἰδίαν μέθοδον μετεχειρίσθησαν καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτε ἀνέμιξαν καὶ τὴν θρησκείαν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Πρὸς ἀπόδειξιν δ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πατσουράκου, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμὸν πρὸς τὸν συνδυασμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκομεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Κουτούπης, καὶ ὁ ἀντίθετος συνδυασμὸς ἐκεῖνος ἐκαλεῖτο «Θεός, λαός, 18», δηλαδὴ ἡμεῖς οἱ ἀντίθετοι ἤμεθα ἀντίθεοι· διέδιδον δὲ εἰς τὸν νομὸν ὁλόκληρον, ὅτι ἡμεῖς ἤμεθα ἀντίθεοι. Τοιοῦτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ ἀναμιγνύουν τὴν θρησκείαν μὲ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα καὶ δίδουν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι βάρβαρος τόπος. (Χειροκροτήματα).
§279Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἀποδοκιμασίας τῆς συνομοταξίας ἐκείνης τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται μαλλιαροὶ καὶ μαλλιαρισταί, ἐνόμισα ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις θὰ ἦτο περιττή. Αἰσθάνομαι ὅμως, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπὶ εἰδικῶν τινων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀντιπαρέλθω. Βεβαίως δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, τὸν μεταφραστὴν τῆς «Ἀντιγόνης», δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς μεταφράσεώς του, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς δύο σημεῖα. Τὸ πρῶτον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, εἶναι τοῦτο· εἶπεν ὅτι δὲν ἀντεμετωπίσαμεν ἡμεῖς τὰ πεδία τῶν μαχῶν ἐν Κρήτῃ καὶ ἀλλαχοῦ.
§280Κ. ΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅτι δὲν εἶσθε σεῖς μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντεμετωπίσατε τὰ πεδία τῶν μαχῶν.
§281Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ τονίσω τοῦτο, διότι ἔχω καὶ προγενεστέραν ὁμοίας φύσεως ἀφορμήν. Ἀνεφέρθησαν, Κύριοι, τὰ πεδία τῶν μαχῶν περὶ τίνος; περὶ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς καὶ δύο ἀνεψιοί του ἐφονεύθησαν ἐν Κρήτῃ. Περὶ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου εἷς ἐξάδελφος κατὰ τὸ 1896 ἐφονεύθη ἐν Κρήτῃ· περὶ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μήτηρ εἶναι Κρῆσσα· περὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος κατάγομαι ἀπὸ τὴν χώραν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν Μάνην, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχει οὔτε μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα καὶ δύο καὶ τρία μέλη τεθαμμένα ἐν τῇ Κρήτῃ· ἐλέχθησαν περὶ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς κεῖται ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ ἡ στήλη τοῦ Πανεπιστημίου καὶ μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει πῶς μαχόμεθα εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν· περὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ μακαρίτου Μαρίνου Ἀντύπα καὶ τοῦ ἰατροῦ Τρουπάκη ἐφόρεσα λιάπικα, διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Κρήτην καὶ πολεμήσω. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ἐπιστημονικόν. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὡμίλησε περὶ τοῦ Ξενοφῶντος ὡς βαρβάρου.
§282Κ. ΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶπα ὅτι ὁ Ξενοφῶν ἦτο βάρβαρος· εἶπα ὅτι μετεχειρίζετο βαρβάρους λέξεις.
§283Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Περὶ τοῦ Ξενοφῶντος, λέγω, περὶ τῆς γλώσσης τοῦ ὁποίου ὁ Κικέρων ὁμιλῶν γνωρίζετε πῶς τὴν ὀνομάζει; μὲ δύο λέξεις μόνον: «γλυκυτέραν τοῦ μέλιτος».
§284Κ. ΜΑΝΟΣ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται αὐτό;
§285Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὡμίλησε περὶ βαρβάρων λέξεων ἐν τῷ Ξενοφῶντι, χωρὶς νὰ νομισθῇ, λέγει, ὅτι ὁ Ξενοφῶν εἶναι βάρβαρος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον ἐπὶ τῆς γραμματικῆς ἐκείνης, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὁποία μὲ ἠνάγκασεν ἐπὶ 1 καὶ ½ ὥραν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω προχθές. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ πόσον χρόνον ἔμεινα ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ δι’ αὐτὸ τὸ .... κοσκυλμάτιον, ἐπὶ ὁλόκληρον ὥραν. Τὴν Βατραχομυομαχίαν ἀκούσατε πῶς τὴν ὀνομάζει εἷς τῶν πατρώνων τῶν μαλλιαρῶν συγγραφεύς: «Μπακακοποντικοπόλεμον». Ἀκούσατε λοιπὸν τὰ ὀνόματα τῶν μπακάκων. Τὸν Πηλέα δὲν τὸν ἐννοεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸν λέγουν Λασπιᾶν. Τὴν Ὑδρομέδουσαν τὴν ὀνομάζουσι Νεροθρόναν. Τὸν Ὑψιβόαν ὀνομάζουσι Χουγιατᾶν. Τὸν Πηλίωνα=Βαλτίσιον. Τὸν Σεουτλαῖον=Βλητρούδην. Τὸν Ὑδρόχαριν=Νερορρούφην! Ἀκούσατε τώρα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ποντικῶν. Ὁ Ψιχάρπαξ (ὁ ἁρπάζων τὰ ψιχία) ὀνομάζεται Τριμμούδης. Ὁ Πτερνοτρώκτης=Ξυγκομάσης. Ὁ Φιλτραῖος = Ἀσκοτρύπας. Ὁ Πετροτρώκτης=Ῥουκανούλης. Ὕστερον μὴ πιστεύετε, Κύριοι, ὅτι τὸν «Μυστικὸν δεῖπνον» τὸν ὠνόμασαν «κρυφὸ τσιμποῦσι». Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Ἀκούσατε ἓν τεμάχιον ἐκκλησιαστικοῦ κανόνος: «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν.....». Πῶς τὸ μεταφράζουσι νομίζετε; Ἐλᾶτε, ῥέ, καὶ ’μεῖς μὲ ξελαμπικαρισμένες σκέψες νὰ πηγαίνομε μαζὶ νὰ σταυρωθοῦμε μὲ δαύτονε!» (γέλωτες). Δὲν θὰ θελήσω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῆς ποιήσεώς των, παραβάλλων αὐτὴν πρὸς τὴν ποίησιν τῶν νεωτέρων ποιητῶν, ἀλλὰ τῶν γραψάντων τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, πρὸ τῆς ἀξίας τῆς ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀποκαλύπτωνται. Ὑπάρχει ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, Κύριοι, ἀτυχῶς, ὁ ὁποῖος γράφει ποιήματα, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπόθεσιν ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Μαυροβούνιον, καὶ ἔχει καὶ τὴν εἰκόνα του ἐδῶ. Ἀκούσατε ἓν τεμάχιον: «Τὰ νέφη ἀποῦ σκορπίζουσι....». Δὲν θὰ θελήσω, λέγω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῆς ποιήσεως, ἀναφέρων εἰς ὑμᾶς μόνον ἓν τεμάχιον τοῦ Σούτσου ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου πρὸς τὸν Μέγαν Ναπολέοντα —τῶν δύο δηλ. γιγάντων— τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου, διότι μᾶς ἀνέφεραν τὸν Παλαμᾶν, πρὸς αἶσχος τῆς νέας Ἑλλάδος, νὰ τὸν παραβάλωσι πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Σοῦτσον.
§286Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. «Κ’ ἡ κοσκινοῦ τὸν ἄνδρα της μὲ τοὺς πραγματευτάδες»!
§287Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς Κυρίους ἡ γλῶσσα τοῦ Σούτσου, Κύριοι! Τοῖς ἀρέσκει ἡ γλῶσσα ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὡμιλήσαμεν! «Σβάτιδες» ἠξεύρει κανεὶς τί θὰ εἴπῃ; (διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν ἑδρῶν τῶν κοινωνιολόγων). Κύριοι, εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς κορυφαίους σας, ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Παῦλος Νιρβάνας, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, Πέτρος δηλονότι Ἀποστολίδης. Εἰς αὐτὰ ἀσχολεῖται τὸ Ναυτικόν! Δι’ αὐτὸ ἐλάβομεν ἀνάγκην νὰ μετακαλέσωμεν ξένους ὀργανωτάς!
§288Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀσχολοῦνται καὶ ἀλληλοτρώγονται.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, κ. Πετραλιᾶ.
§290Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔλθωμεν, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ διάσημον αὐτὸ βιβλίον τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου». Ἠκούσατε, Κύριοι, προχθὲς τὰ ὀνόματα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους κατήγγειλα ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἠκούσατε τί εἶπεν ὑπερασπίζων αὐτοὺς ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιριμῶκος. Τί θὰ ἐννοήσῃ καλλίτερον ὁ Ἕλλην, Κύριοι; Πάγκρεας; αἱμοφόρα ἀγγεῖα; ἀνθρακικὸν ὀξύ; ἐπιφάνεια; ἐξέλιξις; ἀλλοιώσεις; θεωρία τῆς ἐπιλογῆς; συνέχεια; ἢ παγκρηάς; ματοσχοίνια; καρβουνικὸ ξυνό; καὶ λοιπά;
§291ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Ποιὸς τὰ λέγει αὐτά; Θὰ τὰ διαβάζετε ἀνάποδα!
§292Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ. Γνωρίζω ἐγὼ τί λέγω.
§293Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δώσατε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὰ ἀναγνώσῃ.
§294Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ ἀποτείνεσθε εἰς τὸν Πρόεδρον, ὄχι εἰς ἐμέ. Ὁμιλοῦσιν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, περὶ ἐξελίξεως. Ἀλλ’ ἐγὼ προχθὲς ἠκούσατε ὅτι ὡμίλησα περὶ ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, ὡμίλησα ὅτι κατὰ κανόνα ἀπαράβατον, φυσικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακωλύσῃ τίποτε τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης. Ἕν μόνον ἐζήτησα, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἐξέλιξις εἶναι δύο εἰδῶν, ἀπὸ τοῦ χείρονος πρὸς τὸ βέλτιον καὶ ἀπὸ τοῦ βελτίονος πρὸς τὸ χεῖρον.
§295Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι τὸ δεύτερον καλεῖται ἐκφυλισμός.
§296Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστρέβλωσαν τὸν Ὅμηρον καὶ ἀπολογοῦνται ἤδη, ὅτε ἀπεκαλύφθησαν ἐνώπιον τῆς ἔθνους; (ἀνησυχίαι ἐκ τῶν κοινωνιολόγων).
§297Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἀπολογούμεθα πρὸ οὐδενός.
§298Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπολογοῦνται, Κύριοι, καὶ λέγουσιν: ἐννοοῦμεν ἐξέλιξιν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συνειργάσθημεν συνελθόντες ἐπὶ τὸ αὐτό. Ἀλλά, Κύριοι, ἠκολουθήσατε τὴν στρεβλὴν ὁδόν, ἠκολουθήσατε τὴν ὁδὸν τῆς ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βελτίονος πρὸς τὸ χεῖρον πλανώμενοι, καὶ τὸ χεῖρον ἐκεῖνο — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν —, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα. Εἰς τὸ τέλος ἰδοὺ ἀκριβῶς τί λέγουσιν εἰς τὸ «Δελτίο» (ἀναγινώσκει)..... Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας μᾶς παραπέμπουσιν εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ Ψυχάρη «Πᾶμε σκολειό», μᾶς παραπέμπουσιν εἰς τὸν Ἀργύρην Ἐφταλιώτην: «Ἡ καινούργια πολιτική»....
§299ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ, Γ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ.
Παρακάτω, παρακάτω.
§300Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἔχει ἄλλο, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε. Τί ἀπαντᾶτε; Μᾶς παραπέμπουσιν εἰς τὸν «Νουμᾶν», διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος! Ὁ «Νουμᾶς» δὲ γνωρίζετε ποῖος εἶναι; Ἰδοὺ τί γράφει περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι, ὡς φαίνεται, μετέγνω καὶ τοὺς διέψευσεν (ἀναγινώσκει): «...Ἡ κοινὴ γνώμη ποῦ, φίλε Νουμᾶ, σὰν τὸ Πέτρο, ὁ κ. Ἀλεξαντρῆς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπαρνεῖται τοὺς ἄλλους τοὺς ὑπογραμμένους στὸ Δελτίο, καθὼς θὰ ἀρνηθῇ αὔριο καὶ τὸ Βενιζέλο, ἅμα βρῇ ἀλλοῦ τὸ συφέρο του κλπ. Εἶναι δὲ ὑπογραμμένοι καὶ ἄλλοι στὸ Δελτίο, μαζὶ μὲ δαύτους δὲ καὶ ἕνας.... Ἴδας». Ἴδας δὲ γνωρίζετε ποῖος εἶναι; Εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ κ. Δραγούμη! Προσέξατε καλῶς. Εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξαγάγει ἐν τῇ ἰδιότητι τῆς ἀρχῆς του γεγραμμένα εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν μαλλιαρῶν ἑκατοντάδας ἐγγράφων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§302Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔστω. Ἄλλως τε καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§304Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, διὰ νὰ συμφωνήσω πλήρως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτήν, ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὴν λύσιν, τῆς ὁποίας θὰ τύχῃ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἐπάναγκες ν’ ἀξιώσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῦ κ. Μιστριώτου νὰ καταγγείλῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προδίδουσι τὸ ἔθνος, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ ἐξετάσῃ μόνον τὸν κ. Μιστριώτην, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσωσιν οὗτοι τὴν φράσιν τὴν ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπιστολῇ των «τῶν ἀπαισίων ἐχθρῶν τοῦ Γένους». Ὅτε ἡ Α. Σ. ὁ Μητροπολίτης, ὅτε ὁ Πρόεδρος καὶ ἡ λοιπὴ ἐπιτροπεία καταγγέλλουσι πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: «γενόμενοι ὄργανα ἐν συνειδήσει τῶν ἀπαισίων ἐχθρῶν τοῦ Γένους», εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις. Τὴν μέθοδον αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας τινὲς καταγγέλλουσι διαρκῶς ὡς ἀπαισίους ἐχθροὺς τοῦ Γένους πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, τὴν εἴδομεν καὶ ἀλλοῦ, τὴν εἴδομεν καὶ εἰς τὴν Κρήτην. Εἴδομεν καὶ ἐκεῖ ὅτι μεγίστη κατεβλήθη προσπάθεια, διὰ νὰ καταδειχθῇ ὁ Κρητικὸς λαὸς διῃρημένος εἰς δύο, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Κρήτῃ ἄνθρωποι ἀποτελοῦντες μερίδα, ἥτις ἐπεζήτει νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἕνωσις! (Θόρυβος). Ὑπῆρξε τοιαύτη προσπάθεια! Καὶ μετὰ τὴν πάροδον ὀλίγου χρόνου ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καλῶς ᾐσθάνθη ἂν ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δῆθεν κατηγγέλλοντο, ἢ ἂν ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσεπάθουν ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Κρήτῃ προδόται.
§305Γ. ΠΩΠ. Ἠξεύρετε ποῖος τὸ διέδωκεν αὐτό;
§306Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ γνωρίζω.
§307Γ. ΠΩΠ. Διατί δὲν τὸ ἀποκαλύπτετε λοιπόν;
§308Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διότι δὲν μὲ ἠρωτήσατε.
§309Γ. ΠΩΠ. Σᾶς ἐρωτῶ τώρα.
§310Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τώρα ποῦ μὲ ἠρωτήσατε θὰ τὸ εἴπω. Τὸ διέδωκεν ὁ Ὕπατος Ἁρμοστὴς Κρήτης, ὁ πρῶτος, ὁ πρίγκιψ Γεώργιος. (Αἴσθησις). Εἶναι γνωστὴ ἡ μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἐναντίας ἔχοντες γνώμας προσπαθοῦσι νὰ μειώσωσι τὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν προσωπικότητα ὀφείλει πᾶς τις νὰ σέβηται, ἡ μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας ἄνθρωποι οὐδὲν ὄφελος ἔχοντες ἐκ τῆς συγκρίσεως πρὸς τοὺς καταγγελλομένους προσπαθοῦσι νὰ μειώσωσι τὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν προσώπων ἐπιλέκτων, ὅπως εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ διαπρεποῦς πολιτευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, υἱὸς πολυτίμους προσενεγκὼν ὑπηρεσίας...
§311Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§312Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. .. προσενεγκὼν ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, τὰς ὁποίας ἐπὶ μακρὸν ἀγωνιζόμενος ὁ κ. Πατσουράκος ἤθελε κατορθώσει νὰ παράσχῃ...
§313Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ προβῶ εἰς ἀποκαλύψεις ἀπὸ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἀποδείξω τοὺς προδότας καὶ τοὺς δολοφόνους.
§314Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὅλο σεῖς θὰ ὁμιλῆτε καὶ οὐδεὶς ἄλλος!
§315Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ σημειώνητε τὰς διακοπάς. ...Καὶ ἐπανελήφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλα ἐκεῖνα τὰ περὶ κινδύνου τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ὡσεὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ν’ ἀντιπροσωπεύηται μόνον ἀπὸ τὸν κ. Πατσουράκον, ἀπὸ τὸν κ. Γκλαβᾶν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κουλουμβάκην.
§316Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ γλῶσσά μου εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§317Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§318Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδένα ἀπολύτως ὑβρίζω, ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι τὸν ἔρωτα πρὸς τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύηται αὕτη, ἔχουσι μόνον οἱ κ. κ. Πατσουράκος, Γκλαβᾶς καὶ Κουλουμβάκης. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§319ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ, ὅτι τὴν φιλοπατρίαν τὴν ἔχει ὁ κ. Κοντογούρης.
§320Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐπανελήφθησαν, λέγω, τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς δῆθεν κινδυνευούσης γλώσσης. Καί, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὡριμάσῃ ποτὲ ἐν τῇ συνειδήσει τῇ δημοσίᾳ τοιαύτη ἀδικαιολόγητος γνώμη, ἔπρεπε νὰ συνδέσωσι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης πρὸς ἄλλον κίνδυνον, ἀνύπαρκτον ἐπίσης, τὸν κίνδυνον τῆς θρησκείας! Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐγνώριζον ποίου εἴδους Πολιτεία θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἔλεγε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: ἔχε σὺ τὴν γλῶσσάν σου, ἔχε σὺ τὰς ἐλπίδας σου, ἔχε σὺ τοὺς πόθους σου· ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδικήν μου γλῶσσαν καὶ τοὺς ἰδικούς μου πόθους! Ἤθελον νὰ ἐγνώριζον, ἂν ἡ Πολιτεία αὕτη θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν Μπαρμπάσαιναν, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὸ 97, ἡ ὁποία ἐγέννησε τοὺς ἐνθουσιασμοὺς διὰ τοὺς Νεοτούρκους καὶ ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν «Τραγιάσκα».
§321Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὴν Μπαρμπάσαιναν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§322Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε: γνωρίζω τί λέγω. Καὶ διαμαρτύρομαι, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν φανατισμόν, μετὰ τοῦ ὁποίου διεξήχθη ἡ συζήτησις καὶ διεξάγεται αὕτη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, φανατισμόν, ὁ ὁποῖος ἔφθασεν εἰς σημεῖον προδίδον ὅτι εἶναι πολὺ ἀμφίβολον ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ὥριμος ἡ σκέψις, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, φανατισμόν, ὁ ὁποῖος, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὡδήγησεν εἰς γνώμας ἀπολύτως ἀποτροπαίους. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδίσταζε νὰ εἴπῃ τὰς σκέψεις του. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἤκουσα παρὰ Βουλευτοῦ, μανιώδους ὑποστηρικτοῦ τῆς ἰδέας τοῦ κινδύνου τῆς καθαρευούσης, ἤκουσα νὰ μοὶ λέγῃ, ὅτι ὁ Σολωμὸς ἦτο Ἰταλός! Παρίσταται ἐνταῦθα ὁ συνάδελφος αὐτός.
§323Σ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Αὐτός, ὁ ὁποῖος σοῦ τὸ εἶπεν αὐτό, ἦτο Βούλγαρος!
§324Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι Βούλγαρος· εἶναι Ἕλλην καὶ πολὺ Ἕλλην. Ἀλλ’ εἶναι θῦμα τοῦ φανατισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀναγκάσῃ τὸν συνάδελφον νὰ βεβηλώσῃ, νὰ στιγματίσῃ μίαν Ἑλληνικὴν δόξαν, μίαν ἐθνικὴν κορυφήν, τὴν ψυχὴν αὐτὴν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος.
§325ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν βεβηλοῦται.
§326Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διατυπώσω κατηγορηματικῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ δύναμις αὐτῆς, ἡ ὡραιότης καὶ τὸ μουσικὸν κάλλος της εἶναι τόσον ἰσχυρὰ καὶ μεγάλα, ὥστε εἶναι ἀνάξιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διερμηνεύουσι τὰ διανοήματα αὐτῶν διὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, εἶναι ἀνάξιον νὰ φαντάζωνται καὶ νὰ φοβῶνται, ὅτι ὁ κόσμος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι δυνατὸν νὰ μολυνθῇ, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, διὰ λέξεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ ὡς προερχομένας ἐκ τῶν μαλλιαρῶν. Ἂν ὑπάρχουσιν οἱ μαλλιαροὶ ἢ δὲν ὑπάρχουσι, τοῦτο εἶναι δι’ ἐμὲ ἀπολύτως ἀσήμαντον. Δὲν εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑποστῇ ἐπίδρασιν ἐκ τοιούτων παραφρόνων. Δὲν εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνακόψῃ τὸν πρὸς τὴν τελειοποίησιν ῥοῦν της ἕνεκα τῆς φαντασιώδους παρεμβολῆς, τῆς ὅλως φαντασιοπληκτικῆς παρεμβολῆς, ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα μία Συνέλευσις, ἐκπροσωποῦσα αὐτὸν τοῦτον τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπερτιμήσῃ. Ἀπὸ τοῦ Ὀρφέως καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἀπὸ τοῦ Ἡσιόδου καὶ τοῦ Τυρταίου, ἀπὸ τῶν κλασσικῶν δραματικῶν συγγραφέων μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ Γρηγορίου, Βασιλείου καὶ Ἰωάννου μέχρι τῶν κατόπιν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ γένος τὸ Ἑλληνικὸν ὑπέστη τὰς εἰς ὅλους ἡμᾶς γνωστὰς περιπετείας καὶ δοκιμασίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξῆλθεν ἐν τούτοις ἄτρωτον, ἀπὸ τοῦ Ὀρφέως, λέγω, μέχρι τοῦ Κοραῆ καὶ Σολωμοῦ, καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν αὑτῆς ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπέστη παμπόλλας μεταβολάς, ἀπέδειξεν ὅμως ὅτι εἶναι πάντοτε ὡραία, πάντοτε ἰσχυρά, πάντοτε πλουσία, πάντοτε ἱκανὴ νὰ διερμηνεύῃ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνταξίου αὑτῆς Ἑλληνικοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἑπομένως δίκαιον, ἀπέναντι τοιαύτης γλώσσης, ἀπέναντι λαοῦ ἀγαπῶντος ἐπὶ τοσοῦτον τὴν γλῶσσαν αὑτοῦ καὶ τόσον ἐμμανῶς προσκεκολλημένου εἰς τὴν λατρείαν του πρὸς αὐτήν, δὲν εἶναι δίκαιον ἀπέναντι τοιούτου θησαυροῦ γλώσσης καὶ τοιούτου λαϊκοῦ πρὸς αὐτὴν αἰσθήματος, νὰ φαντασθῇ μία Συνέλευσις, ἐκπροσωποῦσα τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους, τὰ δεινοπαθήματα καὶ τὴν ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία ἦλθε νὰ πατάξῃ τὰς ἀφορμὰς τῶν δεινοπαθημάτων, ἐκπροσωποῦσα ἀκόμη πᾶν ὅ,τι ἑλληνικόν, ἀπὸ τῆς Ἤδης μέχρι τῆς Ῥοδόπης καὶ ἀπὸ τῆς Κύπρου μέχρι τῆς Χειμάρρας, δὲν εἶναι δίκαιον, λέγω, μία συνέλευσις τοιαύτη νὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ δύο ἡμέρας μὲ τὸν παράφρονα Ψυχάρην ἢ τοὺς ὁμοίους του καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν φόβον εἰς τὸ ἔθνος ὅτι ἀπειλεῖται ἡ γλῶσσα ἀπὸ ἐχθροὺς ἀγνώστους.
§327Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστοί. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καθηγηταί τινες τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ σχολεῖον τοῦ Βόλου, τὸ σχολεῖον εἰς τὴν Κρήτην, τὸ σχολεῖον εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁ Ψυχάρης καὶ τόσοι ἄλλοι.
§328Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὅτε τοιαῦτα λέγονται καὶ τοιαῦτα ἀκούονται ἐνταῦθα, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις δὲν προώρισται νὰ μεταδώσῃ τόνον καὶ ἠθικὴν δύναμιν εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ μόνον πανικόν. Ἡ Συνέλευσις εὐθὺς μόλις πρὸς αὐτὴν ἀπηυθύνθη τὸ ὀλιγόψυχον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, ἔπρεπε νὰ ἁρπάσῃ αὐτὸ καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἀνησυχοῦντας γέροντας: «Μὴ τρέμετε, γέροντες· ὑπάρχει ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος θὰ διαφυλάξῃ τὴν γλῶσσάν του. (Εὖγε, εὖγε).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§330ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπέρλαμπρος κληρονομία τῆς ἀρχαίας φιλολογίας, τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπὶ αἰῶνας ἀπώλεια τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐκληροδότησαν εἰς αὐτὸ παρὰ τὴν ὑπέρλαμπρον ἐκείνην κληρονομίαν καὶ τὸ μέγα ἀτύχημα τῆς διγλωσσίας, διγλωσσίας τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ὄχι ἡ μεταβολὴ τῶν τύπων τῆς ἀρχαίας γραμματικῆς, τὴν ὁποίαν μεταβολὴν ἦτο ἀναπόδραστον νὰ φέρῃ ὁ χρόνος ἐν τῇ μακρᾷ αὐτοῦ περιφορᾷ, ἀλλὰ διότι διὰ τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ γένους ἔπαυσαν πλέον νὰ παράγωνται ἔργα φιλολογικὰ ἄξια λόγου, τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναστέλλωσιν ἐν μέτρῳ τινὶ τὴν περαιτέρω μεταβολὴν τῶν τύπων τῆς λαλουμένης γλώσσης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ παρηκολούθουν τὴν λαλουμένην γλῶσσαν, ὅπως εὑρίσκωνται διαρκῶς εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτῆς. Καὶ ὅτε ἐπῆλθε μετὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας ἡ ἀνάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς γωνίας ταύτης, τὸ ἔθνος κληθὲν εἰς νέον ἐλεύθερον πολιτικὸν βίον ἐδοκίμασε τὴν δυσχέρειαν, ἥτις ἦτο φυσικὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς αὐτὸ διὰ τὴν ἔλλειψιν γραπτῆς γλώσσης ἀνταποκρινομένης πρὸς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ νέου ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου. Αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι τότε διετυπώθησαν, ὑπῆρξαν τρεῖς, ὡς εἶναι γνωστόν. Ἄλλοι ἐζήτησαν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ὅπως ὡς γραπτὴ γλῶσσα τοῦ ἔθνους χρησιμεύσῃ ἡ ἀρχαία γλῶσσα, ἄλλοι ἐζήτησαν, ὅπως ὁ γραπτὸς ἡμῶν λόγος προσαρμοσθῇ πρὸς τὸν προφορικὸν καὶ ἄλλοι πρωτοστατοῦντος τοῦ μεγάλου Κοραῆ ἐπεδίωξαν, ὅπως διὰ τῆς ἀποκαθάρσεως τοῦ προφορικοῦ λόγου ἐπιδιωχθῇ ὁ ἐξευγενισμὸς τῆς γλώσσης καὶ ὅπως ἡ καθαρεύουσα, ὡς βραδύτερον ὠνομάσθη ἡ γλῶσσα, ἀποβῇ τὸ γραπτὸν ἰδίωμα τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἡ τελευταία γνώμη ὑπῆρξεν ἡ κρατήσασα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παραφθορὰ τῶν ἀρχαίων τύπων τῆς γραμματικῆς, ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἐπέφερον οἱ αἰῶνες, συνέπεσε πρὸς ἐποχὴν δουλείας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡρμηνεύθη ὡς σημαῖνον ὅτι ἡ ἀλλοίωσις τῶν τύπων ἀπετέλει φθορὰν καὶ ἐκχυδαϊσμὸν τῆς γλώσσης. Οἱ τύποι τοῦ ἀρχαίου ἐτυμολογικοῦ ἔλαβον ἐν τῇ φαντασίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους μίαν ὑπερκόσμιον ἐκτίμησιν, καὶ ὅλη ἡ λαμπρότης τῆς ἀρχαίας φιλολογίας ἐθεωρήθη συνδεομένη πρὸς ὡρισμένον γραμματικὸν τυπικόν, ὑπῆρξε δὲ τοσαύτη ἡ λατρεία πρὸς τοὺς τύπους τῆς ἀρχαίας γραμματικῆς, ὥστε καὶ ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων συγγραφέων ἐπὶ μακρὰν ἤδη σειρὰν ἐτῶν νὰ ἀποβλέψῃ κυρίως εἰς τὸ τυπικόν, εἰς τὸ γραμματικὸν τοῦτο μέρος ἐπὶ θυσίᾳ ὅλης τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν περιεῖχον τὰ ἀθάνατα συγγράμματα τῶν προγόνων μας. Ἡ δημοτικὴ ὅμως γλῶσσα δὲν ἀπεσκορακίσθη· ἐγένετο χρῆσις αὐτῆς καὶ γίνεται ἐν τῇ ποιήσει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν γραπτὸν λόγον ἐπεβιβάσθημεν ἐπὶ πλοίου καὶ ἀνεπετάσαμεν τὰ ἱστία κατευθυνόμενοι εἰς τὴν γλῶσσαν, ἂν ὄχι παλαιοτέραν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τοῦ Ξενοφῶντος, καὶ μόλις μετὰ μακρὰν σειρὰν δεκαετηρίδων παρετηρήσαμεν ὅτι τὸ ταξίδιον τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς πέρας, ὅτι ὅσον χρόνον καὶ ἂν ἐπεμένομεν νὰ πλέωμεν πρὸς τὸ τέρμα ἐκεῖνο, ἦτο ἀδύνατον ὁ μονολεκτικὸς μέλλων νὰ ἀναβιώσῃ καὶ ὁ παρακείμενος καὶ ὁ ὑπερσυντελικός. Ἀλλ’ ἐμάθομεν ἔτι καὶ ἄλλα πράγματα· ἐμάθομεν διὰ τῆς προόδου τῶν φώτων, διὰ τῶν διδαγμάτων τῆς γλωσσολογίας, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ κερδίσῃ τὸ ἔθνος μας, καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβιώσῃ ὁ μονολεκτικὸς μέλλων ἢ ὁ παρακείμενος ἢ ὁ ὑπερσυντελικός. Ἀλλ’ ἡ ὑπερβολὴ τοῦ λογιωτατισμοῦ δὲν ἄφηνε τοὐλάχιστον νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὴν γλῶσσαν ἐκείνην τὴν καθαρεύουσαν, τὴν ὁποίαν ἐχειρίσθησαν κάλαμοι θαυμάσιοι, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἡ ὁποία ἐν τῇ γλώσσῃ τῶν Βυζαντίων, ἵνα μὴ ἀναφέρω ἄλλους, παρουσίασε κάλλος ἁμιλλώμενον πρὸς πᾶσαν ἄλλην γλῶσσαν. Τὴν λέμβον, τὴν ὁποίαν εἴχομεν παραλάβει ἐκ τῆς ἀρχαίας γλώσσης, μᾶς ἐδίδασκον ὅτι ἐκάμνομεν λάθος ἐπὶ τόσα ἔτη νὰ τὴν ὀνομάζωμεν «ἡ λέμβος». Ἔπρεπε νὰ γίνῃ «ὁ λέμβος». Ὁ ὑπερσυντελικὸς ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὑπερσυντέλικος. Ἡ καθομιλουμένη γλῶσσα ἦτο ἔγκλημα νὰ λέγηται καθομιλουμένη· ἔπρεπε νὰ γίνῃ καθωμιλημένη ἢ καθημαξευμένη. Καὶ ὅτε ἡ ἐντεῦθεν ἀηδία ὑπερεπλεόνασε, τότε ἐπαρουσιάσθη εἰς φῶς τὸ ἔργον τοῦ Ῥοΐδου, τὰ Εἴδωλα, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν εἶναι ἔργον καθαρῶς ἐπιστημονικόν, ἂν κατ’ ἐρακτιτεχνικὸν τρόπον πραγματεύεται τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἔρριψεν ὅμως ἀρκετὸν φῶς, διὰ νὰ πεισθῶσι πάντες ὅτι ἡ λεγομένη φθορὰ τῆς γλώσσης εἶναι ἀλλοίωσις φυσιολογική, ὅτι ἡ πολυτυπία δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἑνὸς λαοῦ μεταχειριζομένου τὸ πολύτυπον τυπικόν, ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι γλῶσσα πλουσιωτάτη· ἀλλ’ ὁ Ῥοΐδης, ὅστις ἦτο καὶ δοκιμώτατος λογογράφος, διακηρύξας τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν δὲν παρεγνώρισεν ἐν τούτοις καὶ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ ἐκ τοῦ ἐπὶ μακρὸν κρατήσαντος καθεστῶτος, καὶ ἀντὶ νὰ προτείνῃ, ὅπως τὸ ἐπρότειναν ἄλλοι βραδύτερον, νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἀμέσως τὸν γραπτὸν λόγον, τὴν καθαρεύουσαν, διὰ νὰ παραλάβωμεν τοὺς τύπους τῆς δημοτικῆς καὶ εἰς τὸν πεζὸν λόγον, ἔχων ὀξύτατον τὸ γλωσσικὸν αἴσθημα συνέστησε μόνον νὰ προσπαθήσωμεν τοῦ λοιποῦ νὰ προσανατολισθῶμεν σκοπιμώτερον, μὴ ἐπιδιώκοντες νὰ φέρωμεν τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, τὴν γραφομένην, εἰς τὸ τυπικὸν τῆς ἀρχαίας γραμματικῆς, ἀλλὰ προσπαθοῦντες κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἁπλουστεύσωμεν αὐτήν, ἵνα καταστῇ δυνατὴ μίαν ἡμέραν ἡ προσέγγισις ἡ πληρεστέρα πρὸς τὸν προφορικόν, καὶ προέτεινε νὰ ἀφήσωμεν τοὺς μέσους μέλλοντας, τοὺς ἀορίστους καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε. Μίαν παρένθεσιν ἔχω νὰ κάμω· λυποῦμαι, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ φέρων τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρω, ἀσχολοῦμαι εἰς τοιαύτην ὁμιλίαν· ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅλη ἡ Βουλὴ ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, καίπερ μὴ εἰδικός, νὰ πραγματευθῶ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Περίπου κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐγκριτώτατος γλωσσολόγος, ὁ τιμῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἐπιστημονικὸν ὄνομα καὶ ἐν τῇ ξένῃ, ὁ κ. Χατζιδάκις, διετύπου μετὰ κύρους πλέον ἀναλόγους ἀρχὰς καὶ ἐδίδασκεν ὅτι ἡ ἁπλοποίησις τῶν τύπων, ἡ ὁποία εἰσῆλθεν εἰς τὴν λαλουμένην γλῶσσαν, ἦτο ἐξέλιξις φυσιολογική, ἡ ὁποία δὲν ἦτο καθόλου ἀτύχημα. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Χατζιδάκις, καίπερ τοῦτο διδάσκων, καίπερ ἀναγνωρίζων ὅλον τὸν πλοῦτον τῆς δημοτικῆς γλώσσης, δὲν προέτεινε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν καθαρεύουσαν ἀμέσως, ὅπως καὶ εἰς τὸν γραπτὸν λόγον μεταχειριζώμεθα τὴν δημοτικήν. Ἐδίδαξε συγχρόνως ὅτι ἡ λογία παράδοσις φέρει τὴν καθαρεύουσαν ὡς ἐξέλιξιν καὶ αὐτῆς τῆς Ἀττικῆς καὶ ὕστερον τῆς κοινῆς γλώσσης διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ὡς ἐξέλιξιν γενομένην ὑπὸ τοῦ λογίου Ἑλληνικοῦ κόσμου. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Χατζιδάκι, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, συνετέλεσεν ὅπως κατανοηθῇ ὅτι ἡ διεύθυνσις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν λάβει πρὸς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ξενοφῶντος, ἦτο σφαλερὰ καὶ ὅτι πρὸς ἄλλην διεύθυνσιν ἔπρεπε νὰ φερώμεθα τοῦ λοιποῦ. Ὁ κ. Χατζιδάκις μάλιστα ρητῶς ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπῆρξε δυστύχημα μέγα ὅτι ἀπὸ αἰῶνος ἢ μᾶλλον δύο ἢ τριῶν αἰώνων ἦσαν ἄγνωστα τὰ πορίσματα ταύτης τῆς γλωσσολογικῆς ἐπιστήμης καὶ ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐπεδιώχθη ἡ προσαρμογὴ τοῦ γραπτοῦ λόγου πρὸς τὸν προφορικόν, ἀλλ’ ἔκρινεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἕνεκα τῆς λογίας παραδόσεως δὲν ἦτο τοῦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον. Ὡς ἀντίδρασις κατὰ τοῦ λογιωτατισμοῦ ἐπαρουσιάσθη τρίτος γλωσσολόγος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα καταντᾷ μετὰ τινος δειλίας νὰ προφέρῃ τις εἰς τὰς σημερινὰς ἡμέρας. Εἶναι ὁ κ. Ψυχάρης, ὅστις γλωσσολογικῶς ἐδίδαξε τὰ αὐτὰ μὲ τὸν κ. Χατζιδάκιν, ἀλλ’ ὅστις παρεσύρθη ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ δογματισμοῦ, ὅστις πρὸς τούτοις ἐστερεῖτο γνησίου Ἑλληνικοῦ γλωσσικοῦ αἰσθήματος, ὅστις παρεῖδεν ἐντελῶς ὅλην τὴν λογίαν παράδοσιν καὶ ὅλον τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ ἀπὸ τοσούτων δεκαετηρίδων καὶ ὅστις ἐπεχείρησε νὰ ἐξομαλύνῃ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν καὶ νὰ πλουτίσῃ αὐτήν, διὰ νὰ τὴν καταστήσῃ ὄργανον πρόσφορον πρὸς ἄμεσον χρησιμοποίησιν καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ. Χωρὶς καθόλου νὰ ὑποτιμῶ ὅλην τὴν μεγάλην ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρὸς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἐν πολλοῖς ὀλεθρία διὰ τὴν ἐξέλιξιν τὴν γλωσσικὴν ἐν Ἑλλάδι, ὄχι δὲ τόσον αὐτοῦ, ὅσον τῶν μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν του, ὀπαδῶν οἱ ὁποῖοι ἄγοντες, ὅπως συνήθως συμβαίνει, εἰς τὰς ἀκρότητας τὴν διδασκαλίαν τοῦ διδασκάλου ἐπεδίωξαν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ ὀνομάσωσιν ἱστορίαν τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν ὀνομάζει ὁ λαός, νὰ τὴν ὀνομάσωσι Κουβέρνο, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν μέχρι τῶν βδελυγμάτων, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, μιᾶς γραμματικῆς, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη καὶ πρὸ ὑμῶν μὲ τοὺς ἤχους τοὺς «τριμμένους» καὶ τοὺς «μισότριβους»! Εἶναι φυσικὸν ἡ ἄλλη αὐτὴ ὑπερβολὴ τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ λογιωτατισμοῦ νὰ φέρῃ καὶ αὐτή, ὅπως εἶχε φέρει καὶ ὁ λογιωτατισμός, τὴν ἀντίδρασίν του, νὰ φέρῃ καὶ αὐτὴ ἡ ὑπερβολὴ τὴν κατ’ ἀνάστροφον λόγον ἀντίδρασιν. Ἡ νέα δὲ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, ὅπως ἀπεκλήθη ἡ γλωσσοπλαστικὴ αὕτη ἀτυχὴς προσπάθεια τῶν περὶ τὸν κ. Ψυχάρην, ἡ νέα αὐτὴ ἀντίδρασις ἐκορυφώθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Εὐαγγελιακῶν, ὁπότε διὰ τῆς παραφράσεως εἰς τὸ ἰδίωμα τοῦτο τὸ γλωσσοπλαστικὸν καὶ τοῦ Εὐαγγελίου ἐπῆλθεν ἡ γνωστὴ ἐκείνη ἔκρηξις τῆς κοινῆς ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία ἤγαγεν εἰς μίαν μικροεπανάστασιν. Ἀτυχῶς καὶ μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὀξυτάτης ἐκείνης καταστάσεως καὶ μετὰ τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὕτη, οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη σχετικὸν τοὐλάχιστον πρὸς τὰς ἀποπείρας αὐτὰς πρὸς μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, μετάφρασιν τὴν ὁποίαν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἀπαγορεύουσιν ἄνευ ῥητῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐπῆλθε, λέγω, ἡ λῆψις κανενὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον κρίνω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον, ὄχι διότι φοβοῦμαι ἐπάνοδον ταχεῖαν προσπαθείας πρὸς ἐκχυδαϊσμὸν καὶ πάλιν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ διότι ἡ μέριμνα αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὥστε νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἢ τοὐλάχιστον νὰ καταστῇ δυσχερεστέρα ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ὡς συνδυαζομένου καὶ μὲ τὸ θρησκευτικόν, δι’ ἄλλους σκοπούς. (Χειροκροτήματα). Λέγων ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος δι’ ἄλλους σκοποὺς δὲν θὰ ὁμιλήσω περικεκαλυμμένως καὶ λυποῦμαι, διότι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦμεν τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, θὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ μεταχειρισθῶ μετά τινος αὐστηρότητος ἄνδρα, τὸν ὁποῖον καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρει, καὶ διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, θὰ εἶχον πᾶσαν ἐπιθυμίαν νὰ μεταχειρισθῶ μετ’ εὐλαβείας ἰδιαιτέρας. Τὸ ζήτημα ἐξεμεταλλεύθη ἀρχικῶς ὁ κομματισμός, ὄχι ὁ πολιτικός, ἀλλ’ ὁ γλωσσικός. Ὁ κ. Μιστριώτης ἦτο ἀρχηγὸς μιᾶς σχολῆς φιλολογικῆς, γλωσσικῆς, εἶχε δὲ ἀντιπάλους, φαίνεται—δὲν ἠξεύρω καλὰ ἐντελῶς τὰ πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, κατὰ τὰ λοιπὰ εἶναι ἀκριβὴς ἡ διήγησίς μου—, εἶχεν ἀντιπάλους, φαίνεται, εἰς ἄλλην σχολὴν φιλολογικήν, γλωσσικήν, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την, τὸν κ. Πολίτην, τὸν κ. Λάμπρον, τὸν κ. Χατζιδάκιν. Καὶ ὅπως ἐπιβάλῃ διὰ τῆς βίας τὰς γνώμας αὑτοῦ οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἀχρησιμοποίητον ἀφῆκεν. Καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγα ἔτη μετὰ τὰ Εὐαγγελιακὰ ἦλθον τὰ Ὀρεστειακά· ἂν δὲ τὰ πρῶτα ἦσαν δικαιολογημένα ἐκ τῆς βαθυτάτης συγκινήσεως, ἣν προεκάλεσε παρὰ τῷ ἑλληνικῷ λαῷ ἡ γνώμη ὅτι τὸ ἱερὸν αὐτοῦ βιβλίον ἐπεβουλεύετο πρὸς ἐκχυδαϊσμόν, τὰ Ὀρεστειακὰ δὲν εἶχον πλέον κανένα λόγον, κανένα σκοπόν. Συνεκίνησαν βαθύτατα τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ ἔφεραν μέχρι τῆς χύσεως ἀκόμη αἵματος διὰ τίνα λόγον, Κύριοι; Διότι εἷς λόγιος εἶχε μεταφράσει τὴν «Ὀρέστειαν» εἰς τὸ δημοτικὸν ἰδίωμα καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ παράστασις αὐτῆς εἰς τὸ Βασιλικὸν θέατρον. Ὅτε συνεκλήθη ἡ διπλῆ Βουλή, δὲν ἠξεύρω ἂν ὅτε συνεκλήθη καὶ ἡ πρώτη διπλῆ Βουλή, πάντως ὅμως μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς δευτέρας, ὁ κ. Μιστριώτης πρὸς ἐπιβράβευσιν τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διεξῆγε μετὰ τὰ Εὐαγγελιακὰ ὑπὲρ τῶν φιλολογικῶν του ἰδεῶν, ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν παρέμβασιν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἦλθε πρὸς συνάντησίν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ φροντίσω, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις ὁρίζουσα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ἑλληνική—σημειωτέον ὅτι κανένα λόγον δὲν μοὶ ἔκαμε περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Εὐαγγελίου ἢ τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ κ. Μιστριώτου περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι ἡ Ἑλληνική—, καὶ ὅτε παρετήρησα ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἀμφισβητεῖται, τότε μοὶ ἐξηγήθη ὅτι λέγων ἑλληνικὴν ὁ κ. καθηγητὴς ἐννοεῖ τὴν καθαρεύουσαν. Μοὶ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μιστριώτης τὰ γενόμενα ἀλλαχοῦ, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, τῇ Κρήτῃ, ἐν Τουρκίᾳ, εἰς ἄλλα μέρη. Τῷ ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐκεῖ καθιεροῦται μία γλῶσσα ὡς ἐπίσημος κατ’ ἀντίθεσιν ἄλλων γλωσσῶν ἄλλων ἐθνοτήτων βιουσῶν εἰς τὰ Κράτη αὐτά, καὶ τέλος, ὅτε ἔβλεπον ὅτι δὲν κατώρθουν νὰ πείσω αὐτόν, τῷ εἶπον: Κύριε καθηγητά, μὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως περιλάβῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, διάταξιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὅλως διόλου ξένην εἰς πολιτικὸν Σύνταγμα... (Χειροκροτήματα). Θὰ παρακαλέσω νὰ λείψωσι τὰ χειροκροτήματα ἰδιαιτέρως διὰ τὸν λόγον τὸν ἰδικόν μου· ἄλλως τε τόσα πολλὰ χειροκροτήματα ἠκούσθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ κἄποια διακοπὴ αὐτῶν. ...Εἶπον λοιπὸν εἰς τὸν κ. καθηγητήν, ὅτε δὲν τὸν ἔπεισα κατὰ τὰ λοιπά· Κύριε καθηγητά, μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλλότριον πρὸς τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην τὸν πολιτικόν, δὲν κερδίζετε τίποτε. Ἀπὸ τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἔχετε, οὐδόλως ἐξασφαλίζεσθε· διότι τότε μόνον θὰ ἠσφαλίζεσθε, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρητε καὶ τὴν γραμματικὴν αὐτῆς τῆς καθαρευούσης, διὰ νὰ ψηφισθῇ καὶ αὐτὴ ὡς μέρος τοῦ Συντάγματος.
§331Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι δά....
§332ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πατσουράκε, ὅλοι ἔχετε τὰς ἰδέας σας· μόνος ἐγὼ δὲν θὰ στερηθῶ τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχω τὰς ἰδικάς μου. Διότι εἶπον εἰς τὸν κ. καθηγητήν, ὅτι τότε μόνον δύνασθε νὰ ἀσφαλισθῆτε ὁπωσδήποτε ἀπὸ τῆς φυσικῆς καὶ ἀναποτρέπτου περαιτέρω ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, ἂν διὰ διατάξεως νομοθετικῆς καθιεροῦτε ὡρισμένους τύπους, τοὺς νῦν, τοὺς ὁποίους θὰ περιέχῃ ἡ γραμματική σας, καὶ τῶν ὁποίων ἡ παράβασις θὰ ἦτο τέλος πάντων αὐστηρῶς εἰς τὸ μέλλον ἀπηγορευμένη τοὐλάχιστον ἐν τῷ ἐπισήμῳ γραπτῷ λόγῳ. Ἐξήγησα ἀκόμη, προσεπάθησα δηλαδὴ νὰ ἐξηγήσω, πρὸς τὸν κύριον καθηγητήν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ οὐδένα κίνδυνον εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξῃ ἀπὸ τὰς ἀποπείρας τῶν λεγομένων μαλλιαρῶν, καὶ διεβεβαίωσα αὐτόν, ὅτι οὐδαμῶς συμμερίζομαι τοὺς φόβους του περὶ τῶν κινδύνων κατὰ τῆς γλώσσης. Ὁ κ. καθηγητὴς ἀπῆλθε καὶ ἐπεζήτησε, καθ’ ὃ ἄλλως τε εἶχε δικαίωμα, κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον γενομένης τῆς ἐργασίας, διὰ τῆς κοινῆς γνώμης νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιβολὴν πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως αὑτῆς. Ὅτε πρὸ τινων ἡμερῶν τὸ πρῶτον παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μιχαλόπουλος μὲ ἐπεσκέφθη κατ’ οἶκον, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἵνα μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν πρότασιν σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς γλώσσης καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν θὰ εἶχον ἀντίρρησίν τινα κατὰ τῆς ὑποβολῆς τοιαύτης προτάσεως. Ἐδήλωσα πρὸς αὐτόν, ὅτι, καίτοι ἐνόμιζον ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν εἶχε τὴν θέσιν της εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲν ἄτοπον ὅμως ἔβλεπον, ὅπως τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα προκληθῇ συζήτησις, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς κανονισθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ κύριοι Βουλευταί, ἡ ὅλη συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, παρ’ ὅλην τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ ἐναλλαγὴν παρέλασιν τῶν ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης διατάξεως καὶ κατ’ αὐτῆς ἐν ἴσῳ ἀριθμῷ, ἐνῷ ἡ ὅλη συζήτησις καταφώρως ὑπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο διατεθειμένη νὰ εἰσακούσῃ εὐμενῶς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε πρὸς στασιασμοὺς (χειροκροτήματα), ἀπόπειρα στασιασμοῦ ἤρξατο γιγνομένη χθές. Ἤρξατο γιγνομένη ἀπόπειρα στασιασμοῦ, καὶ θὰ προσθέσω ἀκόμη, Κύριοι, καίτοι τὸ πρᾶγμα λεχθὲν καὶ ὑπ’ ἄλλων προεκάλεσε δυσμενῆ ἐντύπωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι ἐγένετο πλὴν τῆς ἀποπείρας στασιασμοῦ καὶ ἀπόπειρα πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει βαθύτατα τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, τὸ ὁποῖον ἔφεραν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ὅλοι ὅσοι τὸ ἔφεραν ἀπὸ χρηστοτάτου συνειδότος, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὸν φοιτητικὸν καὶ μαθητικὸν κόσμον καὶ μέγα μέρος τοῦ λαοῦ ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐπιστεύθη ὅτι ἀκριβῶς διότι συνεκίνει τόσον βαθέως τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ εὐθέως καὶ πρὸς ἄλλους ἀνομολογήτους σκοπούς. Θὰ ἦτο δὲ τυφλός, Κύριοι, ὅστις δὲν θὰ ἀνεγνώριζε σήμερον, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη κυρίως μὲν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἀλλὰ πιθανώτατα καὶ ἡ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, παραπλανωμένη κατὰ τὸ ἕτερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν γλῶσσαν τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, παραπλανωμένη περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀληθῶν καὶ πραγματικῶν καὶ ἐπικειμένων κινδύνων κατὰ τῆς γλώσσης ἡμῶν, ἀξιοῖ ὅπως ληφθῶσι προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἤδη αὐτὴν τρίτην ταύτην ἡμέραν; Νομίζω λοιπὸν πρὸ παντὸς ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ παράγραφον τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὁρισθῇ ὅτι: «ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ εἰς ἄλλον λεκτικὸν τύπον ἀπόδοσις τοῦ κειμένου τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως, τῆς συναινέσεως, τῆς γνώμης τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγίας καὶ Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἐδοκιμάσαμεν δυσκολίαν τινὰ ἐν τῇ διατυπώσει ταύτῃ τοῦ ἄρθρου, διότι δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπετρέπετο νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ μετάφρασις εἰς τὴν νέαν ἑλληνικήν, καθόσον ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ καθαρὰ καὶ ἡ δημοτικὴ εἶναι μία γλῶσσα, ἡ Ἑλληνική, αὐτὴ αὕτη ἡ ἀρχαία ἐν τῇ ἐξελίξει, τὴν ὁποίαν ὑπέστη. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς λέξεως μετάφρασις διὰ τὴν εἰς ἄλλο ἰδίωμα τῆς γλώσσης αὐτῆς ἀπόδοσιν τοῦ κειμένου τῶν Γραφῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου ἀνταποκρίνεται πρὸς ἀνάγκην, τὴν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας κατέδειξε τὸ πρόσφατον παρελθόν, νομίζω δ’ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θ’ ἀποφεύγηται τοῦ λοιποῦ, ὅπως ἐν τῇ περαιτέρω συζητήσει καὶ τῇ πάλῃ καὶ διαμάχῃ περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι, ὅσα μέτρα καὶ ἂν λάβωμεν νομοθετικά, νὰ τὴν ὑφιστάμεθα ἐφ’ ὅσον ἔχομεν διγλωσσίαν, καὶ θὰ τὴν ἔχωμεν εἰς μακρὸν ἀκόμη μέλλον, θὰ συντελέσῃ ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε τοῦ λοιποῦ ἐν τῇ περαιτέρω συζητήσει νὰ φύγῃ ἐκ τοῦ μέσου τὸ ζήτημα τὸ θρησκευτικόν, καὶ μόνον νὰ ἀντιμετωπίζηται τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον ἐπίσης παρεμβάλλεται ἐν τῇ συζητήσει. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε: κρίνω ἀρκετὸν τοῦτο καὶ μόνον; Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἔλειπεν ἡ παραπλάνησις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ προκαλουμένη ἐκ τοῦ ἀβασίμου φόβου, ὅτι ἡ γλῶσσα κινδυνεύει, ἡ γλῶσσα ἡ ἐπίσημος τοῦ Κράτους, θὰ ἐνόμιζον ἐντελῶς ἀρκετὴν τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ψήφισιν τῆς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς ἀποδοχῆς μιᾶς προτάσεως (χειροκροτήματα), ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπιτύχωμεν μὲν τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἐπισήμου γλώσσης διὰ ψηφίσματος, ἔχοντος ἴσον κῦρος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ περιλάβωμεν εἰς ἓν πολιτικὸν Σύνταγμα τὸν περιστατικὸν τοῦτον νόμον. Ὑπεβλήθη ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον περίπου δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὑπ’ ὄψει ἔχουσα...». Ἀλλὰ λέγων ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο ἠδύνατο νὰ θεσπισθῇ ὑπὸ τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἵνα ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι περιελαμβάνομεν τοιαύτην διάταξιν, ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος, ὅστις θὰ ἔκρινε τὸ Σύνταγμά μας, θὰ προσέκρουεν εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, οὐχὶ κρίνων αὐτὴν πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἐν ψηφίσματι ἰδιαιτέρῳ διατύπωσις τῆς διατάξεως ταύτης περὶ καθιερώσεως τῆς ἐπισήμου γλώσσης δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὴ ὅπως κατευνάσῃ τὴν ἐξεγηγερμένην κοινὴν γνώμην, τὴν παραπλανωμένην κοινὴν γνώμην, δὲν θὰ εἰσηγούμην μὲν τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀντὶ ψηφίσματος ἰδιαιτέρου περιλάβῃ τὴν περὶ τούτου διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς ἀκροατηρίοις). Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι νὰ προνοήσωμεν, ὅπως ἀφαιρεθῇ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τὸ ἔδαφος τοῦτο τὸ ἰδιαίτερον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος ὀλισθηρόν. Ἐὰν δὲν εἶχον ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀναγραφῆς, ὡς μὴ προσαδούσης εἰς πολιτικὸν Σύνταγμα, ἀναγνωρίζω συγχρόνως καὶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν περιέχει κανένα κίνδυνον κατὰ τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ καὶ τῆς λαλουμένης γλώσσης, διότι ἡ πρόνοια λαμβάνεται μόνον περὶ τῆς ἐπισήμου γραπτῆς γλώσσης. Ἀλλ’ οὐδαμῶς ἐντεῦθεν πρόκειται νὰ παρακωλυθῇ ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῆς δημώδους γλώσσης, καὶ ὡς γλώσσης γραπτῆς διὰ τὴν λυρικήν, ἐπικὴν καὶ δραματικὴν ποίησιν ἢ καὶ διὰ πάντα ἄλλον σκοπόν. Οὐδὲ δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἐλευθεριάζῃ εἰς τὰς ἰδέας, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ ἀντιθέτους γνώμας γλωσσικάς, περὶ τῆς ἀξίας τῆς δημοτικῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθαρεύουσαν, οὐδεὶς δύναται, λέγω, νὰ ἀμφισβητήσῃ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ λεγομένη καθαρεύουσα, τῆς ὁποίας ἐλπίζω ὅμως τὴν διατύπωσιν μᾶλλον νὰ ἀκολουθήσητε, οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν λάβητε, τοιαύτην, ἣν ὑπέδειξα, δηλαδὴ καθορίζοντες αὐτὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους.
§333ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§334ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ὡμιλήσατε τρίς· διεκόψατε εἰκοσάκις καὶ τρίς· νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν, ἵνα μὴ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλὴν περισσότερον. Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι καὶ οἱ ἔχοντες μᾶλλον ἀντιθέτους γνώμας πρὸς ἐκείνας, ἡ ἐπικράτησις τῶν ὁποίων θὰ φέρῃ τὴν ἀναγραφὴν τοιαύτης διατάξεως, θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ὑποχρεωμένοι εἰς τὴν γλῶσσαν ταύτην νὰ ἐκτελῶσιν ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν γλῶσαν ταύτην νὰ σέβωνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ (χειροκροτήματα). Ἡ ψήφισις τοῦ ψηφίσματος ἢ ἡ καθόρισις συνταγματικῆς διατάξεως, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἐπικρατήσει, φέρει ὡς συνέπειαν ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν θὰ συνῆγε τὰς λογικὰς συνεπείας τῆς ἀπαγορεύσεως, ὁποίας τὰς ὑποστηρίζω, ἐκείνη θὰ εἶχε νὰ δώσῃ λόγον φυσικὰ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου, οὐδ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διατύπωσις ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων μᾶς ἀσφαλίζει. Ὁσουσδήποτε νόμους καὶ ἂν ψηφίσωμεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς ἀσκοῦντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς τοὺς ἐλέγχοντας αὐτήν —ὁμιλῶ ὡς Βουλευτὴς ἤδη—, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῶσι τὰ ἀποφασισμένα. Ἀλλ’ ἔχω, κύριοι Βουλευταί, καθῆκον ταῦτα δεχόμενος νὰ διακηρύξω μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, ὡς ἔχω μάλιστα τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο δύναται νὰ φθάσῃ, ὅπως ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἔξω τῆς ὑπηρεσίας του τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τῆς δημοτικῆς διὰ τὰ φιλολογικά του ἔργα (χειροκροτήματα). Ἡ ὑποβληθεῖσα, κύριοι Βουλευταί, πρότασις ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅπως ὡρισμέναι γλωσσικαὶ ἰδέαι ἀποτελῶσι στιγματισμὸν πολιτικὸν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ἀνικανότητα πρὸς ἀνάληψιν ἀρχῆς, εἶναι ἀναξία τοῦ συνεδρίου τούτου, εἶναι ὅμως ἀναξία πρὸ παντὸς τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ θεσπισθῇ τοιαύτη διάταξις. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον χθὲς κατ’ ἀναθεώρησιν ἀκόμη ἐψηφίσαμεν, λέγει ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας ἀρχὰς πάντες οἱ πολῖται Ἕλληνες. Πῶς δι’ ὡρισμένας ἰδέας, εἴτε φιλολογικάς, εἴτε γλωσσικάς, εἴτε φιλοσοφικάς, εἴτε ἐπιστημονικάς, εἴτε θρησκευτικάς, εἴτε καὶ ἀκόμη πολιτικάς, δύνασθε νὰ δεχθῆτε ὅτι εἷς πολίτης Ἕλλην ἀποκλείεται ἀπὸ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ πολιτικοῦ του δικαιώματος, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀναλάβῃ δημοσίαν ἀρχήν; Τοιαύτην πρότασιν, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ, διότι, ἐὰν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην πεπλανημένην, ἐξεγηγερμένην δ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν καλῇ πίστει, ἐπιβάλληται ἀνασκόπησις, ὅπως καθησυχάσῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἀνασκόπησις αὕτη, κύριοι Βουλευταί, νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως ψηφίζοντες καὶ καθιεροῦντες ἐλεύθερον πολίτευμα καταντήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰς τυραννικωτέρας καὶ ἀναχρονιστικωτέρας διατάξεις. Ἀλλὰ τοῦτο θέτων ὡς βάσιν τῶν σκέψεών μου καὶ διεκδικῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὑπηρεσίας του συμμορφοῦται ἀπολύτως πρὸς τὰς ἐπιταγάς, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῆς καθιερώσεως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὡς ἐπισήμου γλώσσης τῆς γλώσσης τῆς νομοθεσίας μας, ἔχω τὸ καθῆκον διεκδικῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος τυχὸν νὰ εἶναι καὶ λογογράφος ἢ ποιητής, τὸ δικαίωμα ὅπως τὰ προϊόντα αὐτοῦ τὰ φιλολογικὰ γράφῃ εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν τῷ ἀρέσκει...
§335Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὄχι τὴν μαλλιαρήν, κύριε Πρόδρε!
§336ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Χρυσοστάλη, καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Τουρκικὴν καὶ τὴν Ἀρμενικήν, ἂν θέλῃ, καὶ εἰς πᾶσαν γλῶσσαν, διότι εἶναι δικαίωμά του. ...Διεκδικῶν λοιπόν, λέγω, ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπως ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας του ἀκωλύτως γράφῃ τὰ φιλολογικὰ αὐτοῦ προϊόντα εἰς τὸ ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρεστὸν εἰς αὐτόν, ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ εἴπω πρὸς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ὅτι ἡ Πολιτεία δικαιοῦται παρέχουσα εἰς αὐτὸν ὅλην ταύτην τὴν ἐλευθερίαν, ἀναγνωρίζουσα ἀκόμη εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς κριτικῆς, τῆς συζητήσεως ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του τῶν φιλολογικῶν, ἔχω, λέγω, τὸ δικαίωμα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἀξιώσω παρ’ αὐτοῦ, ὅπως διὰ τῆς διαγωγῆς του μὴ προκαλῇ σκάνδαλα. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν διαφαινομένην ἀπορίαν. Ὀνομάζω σκάνδαλον, Κύριοι, τὴν ἐν μέσῳ τῆς κινήσεως αὐτῆς καὶ τῆς συγκινήσεως τῶν πνευμάτων γενομένην ὑπὸ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐπιδεικτικὴν καὶ προκλητικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἦτο πρόκλησις σήμερον πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ συγχρόνως, ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ ὑπαλλήλων, ἔχω ἐξ ἴσου τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ πρὸς ἄλλην κατηγορίαν ὑπαλλήλων, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωσιν, ὅπως μὴ διὰ τῆς πολιτείας αὐτῶν καὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν γίνωνται ἀφορμὴ συνταράξεων λαϊκῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω ὀλίγον εἰς τὰ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐζήτησα ἀκώλυτον τὸ δικαίωμα οὐ μόνον τὰ φιλολογικά των ἔργα νὰ γράφωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἢ καὶ ἀκόμη εἰς τὴν μαλλιαρήν, ὅπως εἶπε κἄποιος, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς γνώμας των, μὴ προκαλοῦντες σκάνδαλα, ἐλησμόνησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις, ὡς πρὸς ὡρισμένην κατηγορίαν ὑπαλλήλων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης, διὰ τοὺς ὁποίους, ὅπως διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησε κἄποιος, ὑπάρχει ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον τὸ νὰ ἐντέλλωνται καὶ νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν διδασκαλίαν ἐν τοῖς σχολείοις τῆς ἐπισήμου γλώσσης καὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν ἔξω τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ὅτι αὐτή ἡ γλῶσσα εἶναι κακὴ καὶ βδέλυγμα καὶ ὀλεθρία ἢ καὶ δὲ ἠξεύρω τι. (Χειροκροτήματα). Δι’ ἐκείνους λοιπὸν ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι τὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις, κύριοι Βουλευταί, μήπως ἆρά γε διὰ τῶν μέσων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύονται καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι, χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὰ ἔμφυτα δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, μήπως διὰ τῶν μέτρων τούτων εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ παύσῃ πᾶσα περὶ γλώσσης συζήτησις καὶ πᾶς ἐντεῦθεν κίνδυνος; Ὄχι, δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταί. Τὸ δυστύχημα τῆς διγλωσσίας εἶναι προωρισμένον νὰ βαρύνῃ ὄχι μόνον τὴν γενεὰν τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἀκόμη γενεάς, φοβοῦμαι. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ σήμερον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ γραπτοῦ λόγου, ὄχι διὰ τὴν ἔλλειψιν πλούτου αὐτῆς, διότι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα δύναται, καθαιρομένη βεβαίως ἀπὸ πάσης ξενικῆς λέξεως, ἡ ὁποία δὲν συνυφάνθη μετ’ αὐτῆς τόσον, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτῆς ἀναπόσπαστον, καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ ἄλλην ἑλληνικωτέραν, ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, λέγω, ἐκτὸς τοῦ ἑαυτῆς πλούτου δύναται νὰ πλουτίζηται ἐκ τοῦ ἀκενώτου λεξικοῦ τῆς ἀρχαίας γλώσσης, τῶν λέξεων μόνον προσαρμοζομένων πρὸς τὸν τύπον τῆς δημοτικῆς. Οὐχὶ λοιπὸν ἡ πτωχεία τῆς δημοτικῆς εἶναι ἡ κωλύουσα, ὅπως αὕτη ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πεζοῦ λόγου, ἀλλὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἅμα ὡς γίνῃ χρῆσις τῆς γλώσσης ταύτης, καὶ οὕτω πλουτιζομένης, εἰς ἔργα ἐπιστημονικὰ καὶ φιλοσοφικὰ καὶ εἰς τὸ πλεῖστον τοῦ πεζοῦ λόγου, προκαλεῖ ἓν αἴσθημα γλωσσικῆς δυσφορίας, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τὴν γενεὰν ἡμῶν, καὶ θὰ εἶναι διὰ πολὺν ἀκόμη χρόνον, ὑποθέτω, ἀκατανίκητον. Ὅσην δὲ ἡδονὴν αἰσθανόμεθα, ὅσην αἰσθανόμεθα, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὅλοι συγκισθανόμεθα, διὰ τὴν γνησίαν δημοτικὴν ἡμῶν ποίησιν, διὰ τὰ ἀθάνατα δημοτικὰ τραγούδια, διὰ τὸν ὕμνον τοῦ Σολωμοῦ, διὰ τὴν ποίησιν τοῦ Βαλαωρίτου, ὅσην ἡδονὴν αἰσθανόμεθα, τόσην δυσφορίαν, ἐπαναλαμβάνω, αἰσθανόμεθα, ὅταν αὐτὴν ταύτην τὴν γλῶσσαν τὴν ἴδωμεν χρησιμοποιουμένην δι’ ἓν σύγγραμμα ἐπιστημονικὸν ἢ φιλοσοφικόν. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀκόμη, ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος εἶναι ὑποχρεωμένον ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ ὑφίσταται τὰ δεινὰ τῆς διγλωσσίας. Ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, Κύριοι, ὅτι ἡ κατεύθυνσις πρέπει νὰ τείνῃ εἰς ἐξάλειψιν τῆς διγλωσσίας. Πῶς θὰ κατορθωθῇ νὰ γίνῃ ἡ σύμπτωσις αὕτη τοῦ γραπτοῦ λόγου πρὸς τὸν προφορικόν; Δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀπαντήσῃ τις. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ κρίνω, ἀφοῦ ὅλοι ἐτόλμησαν ὑποθέσεις καὶ διὰ τὸ μέλλον, κρίνω ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ μέλλοντος ἡ γραπτὴ θὰ εἶναι, ὅπως εἶπε καὶ ἄλλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥήτωρ, ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν οἱ μορφωμένοι κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος ὁμιλοῦσιν ἐν συγκναστροφῇ πρὸς ἀλλήλους ἀβιάστως. Λέγω ἐν συναναστροφῇ πρὸς ἀλλήλους καὶ δὲν λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἢ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, διότι ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ τοῦ ἄμβωνος εἶναι ἡ καθαρεύουσα, ἐνῷ ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦσι δύο μορφωμένοι ἄνθρωποι ἀβιάστως, ἐν συναναστροφῇ, εἶναι ὁ κεκαθαρμένος προφορικός, ἀλλὰ ζωντανὸς λόγος, πρὸς τὸν ὁποῖον δύναται νὰ συμπέσῃ ἡ γραπτὴ γλῶσσα. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἡ εὐκταία σύμπτωσις τοῦ γραπτοῦ πρὸς τὸν προφορικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ καταργήσῃ τὴν παρ’ ἡμῖν διγλωσσίαν, ἡ ὁποία ἔχει ὅρια πολὺ τρομερώτερα παρὰ τὰ ἀλλαχοῦ ὑπάρχοντα, θὰ ἐπέλθῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διὰ τῆς συμπτώσεως τοῦ γραπτοῦ λόγου πρὸς τὸν προφορικὸν αὐτὸν τῶν ἀβιάστως ἐν συναναστροφῇ ὁμιλούντων μορφωμένων ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις αὕτη, ὅσον ἐνδέχεται νὰ προΐδῃ τις, θὰ εἶναι βραδυτάτη, καὶ μόνον μεγάλοι δημιουργοί, μεγαλοφυεῖς ποιηταὶ πρὸ παντός, συγγραφεῖς κατὰ δεύτερον λόγον, θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δυνηθῶσι νὰ συντάμωσι, νὰ συντέμωσιν ἤθελον νὰ εἴπω, τὸν χρόνον τοῦτον, ὁ ὁποῖος μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν σύμπτωσιν τῶν δύο γλωσσῶν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἔσται τοῦ μέλλοντος, τοῦ ἀπωτέρου δυστυχῶς, κατόρθωμα. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξύ, κύριοι Βουλευταί, ἓν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀνοχὴν τῶν μὲν πρὸς τὰ γνώμας τῶν δέ. Ἡ ἀδιαλλαξία, ὁ φανατισμός, μετὰ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ γλωσσικὴ συζήτησις, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω καὶ νὰ κηρύξω, ὅτι εἶναι ξένα ἐντελῶς πρὸς τὸ ἀληθὲς Ἑλληνικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον παρέσχον εἰς ἡμᾶς ἀκριβῶς τὰ ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλολογίας. Καὶ διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν πάντοτε θλίψιν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἀγανάκτησιν, ὅταν βλέπω ἀκριβῶς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δι’ ὅλου τοῦ βίου των ἀνατρέφονται μὲ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα— καὶ ἐννοεῖτε τίνα ὑπαινίττομαι, ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου—, νὰ μὴ ἔχωσι μαλαχθεῖσαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν διὰ τῆς ἐπηρείας τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ νὰ δεικνύωσιν ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἰδεῶν των τὴν ἀδιαλλαξίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσιν. Ἀλλ’ ἔχω τὸ καθῆκον ἀκόμη νὰ συστήσω πρὸς τὸν δημοτικισμόν, πρὸς τοὺς θαυμαστὰς τῆς ἀθανάτου δημοτικῆς μας γλώσσης, προσοχὴν ἀπὸ τοῦ κινδύνου τοῦ μαλλιαρισμοῦ. Ὁ μαλλιαρισμός, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ αὐτὸς νὰ ἐλαύνηται ἀπὸ εὐγενεστάτας διαθέσεις—ἀποκρούω ἀπολύτως τὰς ῥιπτομένας οὕτως ἀνευθύνως κατηγορίας, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὄργανα ξένων ἐπὶ χρήμασιν, ἀλλ’ εἶναι πάρεργον τὸ ζήτημα τοῦτο—, μαλλιαρισμὸς ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς οὐχὶ τῆς καθαρευούσης, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπηρεάσῃ, ἀλλὰ τῆς δημοτικῆς, διότι ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ μέρους τῶν μὴ βαθύτερον ἐξεταζόντων τὰ πράγματα μεταξὺ τῶν γνησίων ὀπαδῶν τῆς ἀληθοῦς δημοτικῆς γλώσσης πρὸς τοὺς ἐξαμβλωτὰς τῆς γλώσσης ταύτης καὶ γλωσσοκατασκευαστάς, ἡ σύγχυσις αὕτη εἶναι ἡ παραβλάπτουσα καὶ κινδυνεύουσα νὰ ἀνακόψῃ τὴν πρόοδον τῆς δημοτικῆς γλώσσης, τῆς ὁποίας ἡ πρόοδος εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, διὰ νὰ σμικρυνθῇ τὸ χάσμα, τὸ χωρίζον τὰς δύο γλώσσας, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν ταχυτέραν τὴν σύμπτωσιν αὐτῶν. (Χειροκροτήματα). Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι, ἂν αἱ συστάσεις μου αὗται ἀκουσθῶσι, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην τῶν πνευμάτων, τῆς ὁποίας τόσην ἀπαραίτητον ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἀγάγωμεν εἰς πέρας τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνορθώσεως. Καὶ ὁμιλήσας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν δὲν θὰ κατηγορηθῶ βεβαίως, ἂν ἀπευθύνω καὶ ἰδιαιτέραν ἔκκλησιν πρὸς ἐκείνους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, ὅπως συσπειρωθῶσι, πᾶσαν καταβάλλοντες καὶ οὗτοι ἐνέργειαν, καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου, ἵνα ἐπιτύχωμεν μὲν τὴν ἀναγκαίαν αὐτὴν γαλήνην, διατηρήσωμεν δὲ τὴν συνοχήν, ἡ ὁποία εἶναι εἴπερ ποτὲ ἀναγκαία διὰ νὰ βγάλωμεν εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν. (Χειροκροτήματα). Ὅτε ἐκλήθην, κύριοι Βουλευταί, ὅπως τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἔργου τούτου καὶ τοῦ ἀγῶνος τούτου, δὲν παρεγνώρισα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὰς δυσχερείας, κατὰ τῶν ὁποίων εἴχομεν νὰ παλαίσωμεν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἀγῶνος. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον συνήντησεν ὁ ἀγών, ἀποδεικνύονται οὐχὶ μεγαλείτεραι, ἀλλὰ μικρότεραι τῶν προβλέψεών μου. Ἂν δὲ τοῦτο συμβαίνει, προέρχεται τοῦτο, διότι τὰς δυσχερείας τὰς μεγάλας καὶ τρομερὰς τὰς ἐφανταζόμην ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔτι μᾶλλον κολοσσιαίας. Ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι ἤρχισαν νὰ ἀναφαίνωνται, τὰς βλέπετε καθ’ ἑκάστην, ἐκ πάσης ἀφορμῆς, καί, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω κανένα ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων, δὲν θὰ κατηγορηθῶ ἂν εἴπω—διότι τὸ πρᾶγμα καὶ φυσικὸν εἶναι καὶ ἀνθρώπινον—ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἐξέγερσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγών, εἶναι ἕτοιμοι—ὅπως εἶναι φυσικόν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ δὲν τοὺς κατακρίνω διὰ τοῦτο—, εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς χαλαρώσεως, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναφανῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, διὰ νὰ ἀνακύψωσι καὶ καταλάβωσι καὶ πάλιν τὴν ἀρχήν. (Χειροκροτήματα). Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἶμαι αὐστηρὸς πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μένων ἀνεπηρέαστος ἐν τῇ κρίσει αὐτοῦ, τιθεμένου κατὰ μέρος τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον βαθύτατα τὸν συγκινεῖ, θέλει ἀναγνωρίσει καὶ πάλιν ὁρμεμφύτως ὅλους τοὺς σοβαροὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει, ἐὰν ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγὼν ἐματαιοῦτο. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ μακρότερον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι αὕτη, ἀσκοῦσα τὸ ἀνῆκον αὐτῇ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατυπώσεως τοῦ περὶ γλωσσικοῦ ζητήματος μέρους τῆς προτάσεώς μου, ψηφίζουσα δὲ τὴν πρότασιν περὶ ἀπαγορεύσεως ἀπολύτου τῆς εἰς ἄλλο ἰδίωμα ἀποδόσεως τοῦ κειμένου τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀποδεχομένη τὰς δηλώσεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀποκρούουσα πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀνελευθέρα καὶ ἀντικειμένη ἐντελῶς πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συνεδρίου τούτου, θὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν χώραν γενικώτερον καὶ εἰς τὴν δημοσίαν γαλήνην καὶ εἰς τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐκλήθη νὰ συντελέσῃ καὶ θὰ συντελέσῃ τὸ συνέδριον τοῦτο. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§337ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις, ἡ διαυγής, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρεσκεύασεν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐλπίζω ὅτι, ἄνευ ἀπωλείας χρόνου, προπαρασκευάζοντες ἐπὶ τὸ ἀκριβὲς τὰς προσαχθείσας κατὰ τὴν ὑπόδειξιν αὐτοῦ προτάσεις, θέλομεν δυνηθῆ νὰ περατώσωμεν ταύτην τὴν ἑσπέραν τὸ ἀνιαρὸν ἔργον τῶν τριῶν τελευταίων ἡμερῶν.
§338ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἅγιον.
§339ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἅγιον, ἀλλ’ ἀνιαρόν, ὅπως καὶ τὸ ἀσκητικὸν ἔργον εἶναι ἀνιαρόν, καίτοι εἶναι ἅγιον. Ἅγιον ἔργον, ἐφ’ ὅσον ἁγνοὶ ἀπὸ παντὸς ἔξωθεν πάθους, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ἁγνῆς καὶ καθαρᾶς ἐμπνεύσεως ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ ἀνοίξωμεν συζήτησιν, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶμεν τὴν καταδίκην τῶν ἐπιγόνων καὶ τὴν καταδίκην τῶν περὶ ἡμᾶς οὔτε ὡς θελήσαντες νὰ κατάσχωμεν χειμάρρους ἀκατασχέτους οὔτε ὡς θελήσαντες νὰ καταργήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν. Ἕν πρεσβεύω, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, καὶ δὲν θέλω νὰ διατυπώσω αὐτὸ ἁπλῶς, εἰμὴ μόνον ἀναγινώσκων ὀλίγους στίχους ἀνδρός, οὗτινος τὸ ὄνομα εἶναι παγκοσμίως γνωστόν· πρεσβεύω ὅτι τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν τὸ ἔθνος ἔχει καθῆκον ὥστε νὰ περιφρουρῇ καὶ διατηρῇ, καὶ πρεσβεύω τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον θέλω ἀναγνώσει πρὸς ὑμᾶς: (ἀναγινώσκει) «Οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουσι νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν γλῶσσαν αὑτῶν ὡς ἐπὶ κληρονομικὴν περιουσίαν διατηρητέαν ἅμα τε καὶ τελειοποιητέαν ὅσον τὸ δυνατόν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ διαφθείρωσιν αὐτὴν μεταβαίνοντες εἰς κατώτερον τύπον. Ἔργον συνειδήσεως τὸ μὴ διαφθείρειν τὰς λέξεις· ἔργον συνειδήσεως τὸ ἀνθίστασθαι εἰς τὴν ἀλλοίωσιν αὐτῶν». Ταῦτα ἔλεγε, ταῦτα ἔγραψεν ὁ Ἑρβέρτος Σπένσερ. Τοῦτ’ αὐτὸ πρεσβεύω, καὶ πρεσβεύω τοῦτο περὶ γλώσσης, ἥτις μακροὺς αἰῶνας διῆλθεν, ἀνεπλάσσετο, μετεσχηματίζετο, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔτεινεν εἰς ἀπώλειαν. Ἔθνη ἔχοντα τὴν φυλὴν γενναίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωσι παρηγμένον ὄργανον λόγου εὐγενὲς καὶ μὴ εἶναι κύρια γλώσσης προωρισμένης, ὅπως αὐτά, εἰς ἀθανασίαν. Καὶ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, παρ’ ὅλην τὴν μεταβολήν, ἣν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, ὡς εἰκός, ὑπέστη, ἐξηκολούθησε νὰ μένῃ ἡ γλῶσσα ἡ ἀξία τῆς ἀθανασίας, ἧς ἄξιον εἶναι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι μία, μετὰ διαφορᾶς τοῦ προφορικοῦ λόγου ἀπὸ τοῦ γραπτοῦ τοιαύτης, ὥστε νὰ δυνάμεθα μὲν νὰ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὴν μείζονα ἢ παρὰ πάσαις ταῖς ἄλλαις Εὐρωπαϊκαῖς γλώσσαις, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀδιάλλακτος, ἀνεπίδεκτος διαλλαγῆς, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον ὅτι θέλει, τῇ βοηθείᾳ καὶ τοῦ φωτὸς τῆς ἀρχαίας γλώσσης, ἐπιτευχθῇ τάχιον ἢ βράδιον ἡ ἐξομάλυνσις ἐκείνη ἡ τελική, ἥτις θέλει καταβιβάσει τὴν διαφορὰν ἐπὶ τὸ ἐλάχιστον, ὡς πάντοτε τοῦτο συμβαίνει. Ἡ ἐπίσημος γλῶσσα, ὑπὲρ ἧς ζητεῖται σήμερον ἡ προστασία τῆς Πολιτείας, καὶ θέλει, ὡς βλέπω, μετ’ ὀλίγον ψηφισθῆ, εἶναι αὐθυπόστατος, ἀπ’ αἰῶνος ὁλοκλήρου αὐθυπόστατος· ἕνδεκα μόλις ἔτη λείπουσιν ἀπὸ τοῦ αἰῶνος τούτου, διότι ὁ ἀναγινώσκων τὰ Συντάγματα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν ἀλλεπάλληλον σειρὰν τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων τῆς Ἑλλάδος βλέπει ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1822 πάντα τὰ Συντάγματα εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν γλῶσσαν γεγραμμένα, εἰς ἣν καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ταύτην τὴν ὥραν ἀναθεωροῦμεν, εἰς ἣν καὶ ἡ ἀναθεώρησις, ἣν ταύτην τὴν ὥραν διεξάγομεν· τὸ δὲ γράμμα τοῦ Συντάγματος εἶναι αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ προφορικοῦ λόγου ὡς ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀκούεται, προφορικοῦ λόγου οὐχὶ βεβαίως τῆς ἀγορᾶς, προφορικοῦ λόγου ἐξ ἄλλου μέρους οὐχὶ τῆς Ἀκαδημίας, ἀλλὰ προφορικοῦ λόγου ἀποτελοῦντος τὸν μέσον ὅρον τῆς καθαρευούσης, ὅστις ἀντανακλᾶται εἰς τὸ γραπτὸν κείμενον τῶν Συνταγμάτων ἡμῶν. Καὶ μήπως ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι νέα; Καὶ μήπως ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν παρετηρεῖτο, ὑπὸ ἄλλους τινὰς ὅρους, παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἡμῶν προγόνοις; Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀνατρέξητε εἰς κείμενα ἀρχαῖα, ὅπως ἀποκαλύψητε ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ παλαιότεροι ἡμῶν πρόγονοι διέκρινον τὸν λόγον κατὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας. Τοῦτο πιστοποιεῖ Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεύς, κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα δισταγμόν. Ἀλλ’ ἤθελεν εἶναι, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπὶ πλέον ἀνιαρὸν νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀναγινώσκων κείμενα. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἠθέλησα νὰ δείξω, εἶναι ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα ὑπάρχει ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας ἀνεγνωρισμένη, διατηρήσασα μέχρι τοῦ νῦν αὐτὸν τοῦτον τῆς πρώτης ἡμέρας τὸν τύπον, τὸν παρηγμένον ἤδη πρὶν ἢ ἐξεγερθῇ τὸ ἔθνος. Διότι ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τῆς 17ης ἑκατονταετηρίδος τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἐγένετο ἐργασία λυκείων καὶ σχολείων ἐνιδρυμένων περὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὥστε, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀναγεννήσεως τῆς πολιτικῆς, ἡ ὥρα τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, τὰ πάντα ἦσαν ἤδη ἕτοιμα, ὅπως ὁ τύπος οὗτος τοῦ λόγου κατασταθῇ ὁ ἐπίσημος τῆς Ἑλλάδος. Κρίνει τὸ ἔθνος ὅτι ἔχει ἀνάγκην προστασίας ὁ αὐθυπόστατος οὗτος λόγος; Τὸ πρᾶγμα εἰς πολλοὺς ἐφάνη περιττόν· τὸ πρᾶγμα ἐφάνη παρέλκον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἥτις καὶ ἐπεξειργάσθη τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἥ τε παραχθεῖσα κίνησις καὶ ἡ γεννηθεῖσα δυσπιστία τῆς κοινῆς συνειδήσεως πείθουσι τὸ συνέδριον τοῦτο ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσχερείας ἄνευ καθιερώσεως προστασίας περιττῆς, ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω φέρει πρόσκομμα, οὐδὲ θέλω ἀντιτάξει διαφωνίαν εἰς τὸ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συνεπικουροῦντος μέλλον ἐνταῦθα νὰ τελεσθῇ. Τούτου οὕτως ἔχοντος, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος τῆς συζητήσεως. Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι προτάσεως ζητούσης τὴν προστασίαν τοῦ ἐπισήμου λόγου, καὶ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου εἶναι συντεταγμένη εἰς τρόπον, ὥστε νὰ πρέπῃ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτῆς πᾶν τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ πρώτου ἄρθρου. Διότι, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τὸν λόγον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μόνον, ὅπερ ἐδέχθη ὅπως εἰς τοῦ Συντάγματος τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναγραφῇ, εἶναι τὸ περὶ τοῦ Εὐαγγελίου· περὶ τούτου οὐδεὶς ἔχει ἀνάγκην νὰ εἴπῃ ὁτιδήποτε· θὰ εἰσαχθῇ ἡ διάταξις, καὶ ἀπαλλαττόμεθα τοῦ φόβου τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Μένει ἄρα ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ὁ πρῶτος στίχος καὶ μέρος τοῦ δευτέρου στίχου «ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ καθαρεύουσα», διότι τὰ ἄλλα, ἅτινα ἀναγινώσκονται ἐν τῇ προτάσει, ἔχουσι χαρακτῆρα αἰτιολογίας μᾶλλον ἢ πιστοποιήσεως: «ἐν ᾗ καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως ἐγράφησαν τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ μετ’ αὐτὴν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ τὰ Β. Διατάγματα κλπ.» Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν τοῦτο τυχὸν δὲν θεωρηθῇ ὅλως περιττόν, πάντως πρέπει νὰ στηριχθῇ τὸ περὶ τῆς προστασίας τῆς γλώσσης ἄρθρον οὐχὶ εἰς τὰ ἄνω, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν Συνταγμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς παλιγγενεσίας, διότι μόνον ὅταν ταῦτα τὰ Συντάγματα ἀναγραφῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα τὸν ἐπίσημον λόγον, τὸν ἐθνικόν, τὸν Ἑλληνικόν, ἔχομεν ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ὅπως θεμελιωθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς ζητεῖται, ἡ προστασία τοῦ ἐπισήμου λόγου. Οἱ νόμοι ἔρχονται κατόπιν ὡς ἁπλᾶ παρακολουθήματα. Τὸ κύριον εἶναι ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους ἡ ἐνδεδειγμένη ἐν ταῖς Ἐθνικαῖς Συνελεύσεσι καὶ ἐκδηλωθεῖσα ὑπὸ τὸν ἐπίσημον τοῦτον τύπον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκεῖ ὅπου, καὶ τοῦτο δὲν θέλει ἀρκέσει, διότι καλῶς παρετηρήθη ὅτι εἶναι ἀνάγκη οὐχὶ μόνον περὶ τῶν ἐγγράφων τῶν Δημοσίων Ἀρχῶν νὰ γένηται πρόνοια, ψηφιζομένης ταύτης τῆς διατάξεως, οὐχὶ μόνον εἰς ταῦτα ν’ ἀποβλέψωμεν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀνάγκη, οὕτως ὁριζομένων τῶν τῆς ἐπισήμου γλώσσης, ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· καὶ περὶ τούτων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν δυνάμεθα μόνον δι’ ἐξηγήσεως ἁπλῆς τῶν προθέσεων ἡμῶν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, εὐθὺς ὡς ἀπεδέχθημεν τὴν ἰδέαν τῆς καταχωρίσεως τοιούτων διατάξεων ἐν τῷ Συντάγματι, ἢ ἂν δὲν καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ προνοοῦντι περὶ τῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ περιληφθῇ πρόβλεψις περὶ ῥυθμίσεως τῶν κατὰ τὴν διδασκαλίαν κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὸν τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπισήμου γλώσσης. Τοῦτο νομίζω ἀπαραίτητον. Λέγω δὲ ταῦτα σήμερον, διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν κριθῇ οὕτω τὸ πρᾶγμα, πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ διακρίνωμεν ποῦ θέλει χωρήσει ἡ τοποθέτησις ἑκατέρας τῶν προτάσεων τούτων. Τῆς πρώτης προτάσεως ἡ θέσις δὲν ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ποῦ θέλει εὑρεθῆ, καὶ εἶναι ἀνάγκη...
§340ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως μετὰ τὸ τρίτον ἄρθρον.
§341ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἄρθρον ἴδιον;
§342ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰ καὶ ὑπάρχει πρότασις, νομίζω, τοῦ κ. Γαλανοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπιβοηθητικῶς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ δεχθῇ, ὅπως διὰ ψηφίσματος λυθῇ τὸ ζήτημα, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν Ὁ κύριος Γαλανὸς προτείνει νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ σχετικὴ εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἢ 3, νομίζω, ὡς δευτέρα παράγραφος.
§343ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἀνευρέθη ἡ θέσις αὕτη, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἡ θέσις τῆς ἄλλης διατάξεως κεῖται ἐν τῷ ἄρθρῳ 16, καὶ ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν μου ὀρθὸν νὰ μὴ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης ἄνευ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς περὶ τοῦ θέματος τούτου φροντίδος, θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω, ὅπως ἀπὸ ταύτης τῆς ἑσπέρας, μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων, ψηφίσωμεν καὶ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ ἄρθρου 16...
§344ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ!, ἄ!.
§345ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Θέλω δώσει ἐξήγησιν τῆς ἰδέας μου. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ πρῶτον τμῆμα, καὶ ἔπειτα ψηφίζοντες τὸ ὑπόλοιπον μέρος θέλομεν συγκολλήσει αὐτὸ μετ’ αὐτοῦ, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα.
§346Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μόνον δηλώσεις διὰ τὴν Ἐκπαίδευσιν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. (Θόρυβος).
§347ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μόνος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον τρέχομεν, εἶναι νὰ μὴ τελειώσωμεν πάλιν ἀπόψε!
§348ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εὐθὺς ὡς ἐδέχθητε τὴν διάταξιν ἐκείνην ἔχετε ἀνάγκην νὰ σκεφθῆτε καὶ περὶ ταύτης τῆς διατάξεως.
§349ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν συζητηθῶσι τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τότε θὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ συναφῆ.
§350ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν ἐπεφυλάττετε τοῦτο, τότε καὶ ἐγὼ δέχομαι.
§351ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐπιφυλάττομαι ἐγώ, ἀλλ’ ἡ Βουλή.
§352ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐγώ, ἐπειδὴ παρετήρησα ὅτι ὑπῆρχε σπουδὴ ταύτην τὴν ἑσπέραν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ γεννηθέντος ζητήματος καθ’ ὁλοκληρίαν, διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω τὸ πρᾶγμα. Μετὰ ταῦτα τὸ μόνον, ὅπερ ὑπολείπεται νὰ ἴδωμεν, εἶναι τὸ ἀκριβὲς κείμενον τῶν προτάσεων, ὅπως συνεννοηθῶμεν.
§353ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι αἱ προτάσεις, ἡ ἰδική μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ κ. Καρασεβδᾶ καὶ τοῦ κ. Γαλανοῦ.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι 6–7 προτάσεις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πὼπ.
§355Γ. ΠΩΠ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελειώσωμεν τὴν συζήτησιν ἀπόψε καὶ νὰ ἐξέλθωμεν ἄνευ φροντίδος καὶ μεριμνῶν περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπίστευσεν ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης ἄνευ φροντίδων καὶ ἄνευ μεριμνῶν. Ὁμολογῶ δὲ εἰλικρινῶς τὴν κατάπληξίν μου, ὅτε ἤκουσα μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως χειροκροτήματα ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἀνελθόντες ἐδῶ κατήγγειλαν ὡρισμένας ῥητὰς πράξεις, οὐδεμίαν δὲ ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων ἐλάμβανον ἀπάντησιν. Ἐλάμβανον ἀπαντήσεις μόνον ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐλέχθησαν οὔτε ἐντὸς οὔτε ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου· ἐλάμβανον ἀπάντησιν, ὅτι πρόκειται νὰ περιφρουρηθῇ τὸ Εὐαγγέλιον. Τὸ Εὐαγγέλιον περιφρουρεῖ τὸ αἷμα τῶν θυμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνευλάβεια ὑπερτάτη πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ γένους ἔρριψε τὴν 9 Νοεμβρίου ἔτους τινὸς ἐγγὺς ἡμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν εὑρισκομένου, καὶ διότι αἱ μεταφράσεις ἐκεῖναι προήρχοντο ἐκεῖθεν, ὁπόθεν δὲν ἔπρεπε νὰ προέρχωνται. Οὐδεὶς ἐζήτησεν ἔξω τῆς Βουλῆς περιφρούρησιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Οὐδεὶς ἐζήτησεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περιφρούρησιν ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους εἰς τὰ πνευματικὰ αὐτῶν ἔργα, τὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῶν τελούμενα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δὲν σχετίζονται πρὸς πράξεις ἀντιβαινούσας πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι ὡραῖαι αἱ θεωρίαι περὶ ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους φίλους μου τῆς ὁμάδος τῶν κοινωνιολόγων, τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως τιμῶ, ἀλλ’ εἰς νέας ἰδέας νέοι εἰσελθόντες μετὰ μεγαλειτέρας ὁρμῆς βαίνουσι τῆς ἁρμοζούσης. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀρέσκουσι καὶ εἰς ἐμὲ αἱ ἰδέαι τῆς ἐλευθέρας γνώμης τοῦ πνεύματος, διότι ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο, διότι πρὸ πάντων ἐγὼ ἐξ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως νὰ ἀμύνωμαι, ἀλλὰ δὲν θέλω τὴν ἐλευθερίαν ἀναρχίαν· ἐκεῖ, ἔνθα ἀρχίζουσι τὰ ὅρια ἄλλης ἐλευθερίας, παύει ἡ ἐλευθερία οἱουδήποτε, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ ἱσταμένου· ἐκεῖ ἀρχίζουσι τὰ ὅρια νόμου, πρὸς τὴν εὐλάβειαν τοῦ ὁποίου πάντες ὀφείλουσι νὰ ὑποταχθῶσι. Τὸ καθῆκον δὲ τῆς ἀντιπροσωπείας ἡμῶν εἶναι, ὅπως, ἐρχομένη ἐνταῦθα ἐπερωτᾷ, διατί νόμοι ῥητοὶ δὲν ἐφαρμόζονται. Καὶ σήμερον ἦλθον καὶ κατέστρωσαν ἐπὶ ἡμέρας ὁλόκληρον τὸ θέμα ὑπὸ τὴν μορφήν, ἥτις ἥρμοζεν αὐτῷ, καὶ ἡ ὁποία, ὁμολογῶ, ἐτέθη θαυμασίως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ κ. Μέρμηγκα. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ζήτημα· ἐνόμισα δὲ ἀληθῶς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ σεβαστός μοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς κατῆλθον ἐξ ἄλλου κόσμου αἰφνιδίως μέσῳ ἡμῶν καὶ ἀνευρέθησαν ἐνώπιον περιβάλλοντος τοιούτου, ὥστε ὁ εἷς ὑποβοηθῶν τὸν ἕτερον νὰ φαντάζωνται ὅτι ὑπάρχουσι μηχανορραφίαι καὶ περιπλοκαὶ ποικίλαι, ἵνα συγκλονίσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Εἶχε καθῆκον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτε ἐρρίφθη ἡ μομφὴ αὕτη ἡ ἀνακριβὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἀνέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ: παύσατε· δὲν εἶναι ἀκριβής. Τὴν στιγμὴν ταύτην — καὶ τοῦτο ἐγένετο πρὸ 5–6 ὡρῶν — ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος, συνελθοῦσα μοὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον ψήφισμα αὑτῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκαλεῖτο τὴν προσοχήν μου, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν προσοχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, συμφώνως πρὸς τὰ κελεύσματα τοῦ ἱσταμένου ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς μερίμνης τῆς γλώσσης, τῆς θρησκείας καὶ τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐκεῖ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἡ γλῶσσα μετὰ τῆς θρησκείας καὶ τοῦ ἔθνους εὕρηνται ἐν τῇ στοιχειώδει, τῇ κυρίᾳ ἐκπαιδεύσει. Τὸ πνεῦμα τοῦ θετικισμοῦ, τὸ πνεῦμα τῆς πρακτικότητος, διέφθειρεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰς σκέψεις, ὥστε νὰ φαντασθῶσί τινες, ὅτι μία καὶ μόνη ἀλήθεια θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησε καὶ μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔξωθι καὶ ἐκεῖνο μετακληθέν, ὅτι ἦλθεν, ἵνα διορθώσῃ μόνον διὰ γεωργικῶν γνώσεων τὴν ἡμιμάθειαν τῆς Ἑλλάδος! Πρόκειται περὶ συστήματος ἐκπαιδευτικοῦ, περὶ αὐτοῦ δὲ ἐπρόκειτο ἡ μέριμνα, καὶ πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀντίθετα πρὸς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἀντίθετα πρὸς τὴν πρόκλησιν σειρᾶς ἐπαναστάσεων, ἔρχονται καὶ ἀνομολογοῦσιν, ὅτι εὑρίσκονται ὑπὲρ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τούτου συστήματος. Ποία μέριμνα ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Δηλώσεις ὅτι θὰ φροντίσωμεν διὰ τὸ μέλλον. Δηλώσεις τοιαῦται θὰ ἀρκέσωσιν, ὥστε νὰ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν ὄντως, ὅπως πάντες ποθοῦμεν, ἀπηλλαγμένοι τῶν μεριμνῶν καὶ τῶν φροντίδων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσιν εὐλόγως πανελλήνιον ἐξέγερσιν, σειρὰν μακρᾶς ἐξεγέρσεως προκαλουμένην οὐχὶ ἀπὸ ταπεινὰ ἐλατήρια, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκαλουμένην ἀπὸ τὴν φωνὴν τοῦ Πατριάρχου, ἀπὸ τὴν ἀπομονὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ἥτις διαβλέπει κίνδυνον γλώσσης, κίνδυνον συνεπῶς ἐθνικόν. Δὲν πρέπει δὲ μετὰ τοιαύτης περιφρονήσεως νὰ φερώμεθα, οὔτε κἂν πρὸς τὰς παραδόσεις, ἔστω καὶ ἂν ὡς παραδόσεις αὗται εἰσῆλθον εἰς τὴν γλῶσσαν· ἡ παράδοσις εἶναι ὁ δεσμὸς πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἀφετηρία πρὸς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ εὑρίσκηται σχολεῖον ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς ὅμιλος», διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ νὰ ῥίπτωνται εἰς τοῦ πρώτου μεταρρυθμιστοῦ τὰς χεῖρας ὡς πίθηκοι καὶ κόνικλοι. (Εὖγε, εὖγε. Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὄντως ἄνευ μεριμνῶν καὶ ἄνευ φροντίδων ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης.
§356ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλη ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὴν γνώμην του καὶ τὴν ἐξέφρασε πολὺ καλὰ καὶ καταλλήλως.
§357ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἐξασφαλίζετε τὴν γλῶσσαν μὲ τὰ λόγια;
§358Γ. ΠΩΠ. Ὁ κίνδυνος, Κύριοι, εὕρηται ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐκπαιδευτικῇ ταύτῃ μεθόδῳ, ἡ ὁποία τείνει νὰ παραδώσῃ τὰ τέκνα ἡμῶν πρὸς πειραματισμόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κίνδυνος. Πόθεν δὲ πηγάζει οὗτος δὲν ἔχω νὰ εἴπω, καίτοι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω πλείονα παντὸς ἄλλου, διότι εὑρισκόμην εἰς τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικὸν ἐν τῇ πρώτῃ σειρᾷ ἀρχισυντάκτου καὶ διηύθυνα τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδημοσιεύετο ἡ ἀνίερος ἐκείνη μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, διευθυντὴς δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου παρήλασαν πᾶσαι αἱ γνῶμαι ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐν τῇ αὐτῇ ἐλευθέρᾳ γνώμῃ, ἡ ὁποία παρέχεται καὶ ἀπὸ τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος τούτου. Ἀπὸ ἐκείνου τοῦ βήματος ὡμίλησεν ὁ Κρουμβάχερ, ὁ ὀργανωτὴς αὐτὸς τῆς γλώσσης, διότι καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν ἀτυχῶς ὀργανωτὰς ἐζήτησαν πάλιν προσφεύγοντες ἐντεῦθεν, ἵνα συνεχίσωσι τὰς σπουδάς των ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ὑπὸ ἐκείνην τὴν θεωρίαν τοῦ ἐπιγονισμοῦ νὰ στηρίξωσι τὸ σύστημα αὐτῶν. Καὶ εἶπεν ἐκεῖνος τὴν θεωρίαν τοῦ ἐπιγονισμοῦ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς ἐφημερίδος τῆς ἐμῆς, καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι κατάρα νὰ φαντάζηται ὁ νεώτερος Ἕλλην ἑαυτὸν ἀπόγονον τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων. Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅτι ἡ ψυχὴ τῶν νέων Ἑλλήνων τῶν ἀνεπτυγμένων εἶναι ψυχὴ πιθήκων, διότι εἶναι ἀπόγονοι Καρναβάλων!
§359Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σὰν τὰ μοῦτρά του.
§360Γ. ΠΩΠ. Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅτι μία ὁδὸς ἀπομένει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν διὰ νὰ σωθῇ, εἶναι δ’ αὕτη ἡ ἁπλοποίησις τῆς γλώσσης διὰ πρωτοτύπων σχολείων. Πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἔπεμψαν, διὰ νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἔργα αὐτοῦ, οὐχὶ συνδρομήν, ἀλλ’ ἐπιχορήγησιν!
§361Σ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Τί εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτά;
§362Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐξέπεμψεν ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων διημφισβητεῖτο τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Βιβλίον δέ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἔπαυσε νὰ εἶναι συνέχεια τοῦ παλαιοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ μετεπήδησεν ἀπὸ τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορος εἰς τὸν Τσάρον τῆς Ῥωσίας, αὐτὸ μετεφράσθη διὰ χρημάτων ἐθνικῶν, μετεφράσθη διὰ τῶν χρημάτων τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Μαρασλῆ! Μοὶ ἔλεγε Βουλευτὴς παρακαθήμενος τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδῶ, φίλτατος τῇ Κυβερνήσει, προσωπικὸς φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπίσης μέλος τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου, ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρισκόμενος ἔλαβε καταγγελίαν ὅτι διδάσκαλος ἐψωμίζετο ὑπὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ κομιτάτου, καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, καίτοι ἐπανειλημμένως ἔλαβε καταγγελίας, δὲν τὸν ἀπέλυσε, διότι εἶχε τὸ μέγα προσὸν ὁ Βούλγαρος ἐκεῖνος νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἣν ἐδίδασκεν εἰς τὰ παιδία! Γνωρίζω καὶ καταγγέλλω, ὅτι ἐξωμότης ἰδεῶν ἀπεστάλη καθηγητὴς ὑπὸ τοῦ ἐν Λίβερπουλ κ. Πάλλη τῆς σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ἀγῶνες διεξάγονται καὶ μὲ σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν διεκδίκησις δικαιωμάτων ὑπάρχει...
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα.
§364Γ. ΠΩΠ. Νὰ παραταθῇ ὀλίγον ἡ ὥρα.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παράτασις τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται διὰ τὸ ἡμίωρον καὶ ὄχι διὰ τὸ τέταρτον.
§366Γ. ΠΩΠ. Εὐλαβοῦμαι τοὺς Κανονισμοὺς τῆς Βουλῆς, καίτοι ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθην πάντοτε διὰ τοὺς περιορισμοὺς τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἄλλως τε τὴν ἀγόρευσιν θὰ ἠδυνάμην νὰ συνεχίσω κατόπιν συζητουμένων τινῶν σχετικῶν ἄρθρων. Ἀλλ’ εἶναι θλιβερὸν νὰ ἔρχηται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ βεβαιοῖ ὅτι ἔξω μαίνεται ἡ ἐπανάστασις, σεῖς δὲ νὰ μετρῆτε τὴν ὥραν.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μαίνεται ἡ ἐπανάστασις.
§368Γ. ΠΩΠ. Μαίνεται εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ κόσμου, καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ εἶπεν· εἶπεν, ὅτι ἐγένετο προχθὲς στασιασμός. Δὲν εἶναι μόνος αὐτός, ὁ ὁποῖος λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρητε τὴν ἐπανάστασιν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη.
§370Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἓν παράδειγμα θὰ ἀναφέρω, ὅτι συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι τὰ ἐθνικά μας ἰδεώδη θὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἐὰν εἴπωμεν τὸν οἰσοφάγον καταπιόναν, τῇ συστάσει τοῦ κ. Πάλλη διωρίσθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ὠδεῖον καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν δύναται νὰ ζήσῃ μισθοδοτούμενος ἐκεῖ εἷς Καμηλιέρης καὶ ὁ μοναδικὸς μουσουργὸς τῆς Ἑλλάδος Λαυράγκας. Ἐκλήθη ὅμως ὁ οὕτω γλωσσολογικῶς φρονῶν καὶ μόνον διὰ τοῦτο καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὠδεῖον μὲ μηνιαῖον μισθὸν 600 δραχμῶν. Δὲν εἶναι ἄρα πάντα ταῦτα σκανδαλώδη; Καὶ δὲν παρέχουσιν εὐλόγως τῇ κοινωνίᾳ τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες; Τὴν δικαιολογίαν τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων ἐπόθουν καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐζήτησα ἐν τῇ μνήμῃ μου τὰ παραδείγματα, ἅτινα ἠκούσατε. Δι’ ἐμὲ θὰ ἦσαν ἀρκετὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὰς ὑπονοίας τῆς δημοσίας γνώμης.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι κεχωρισμένον. Προκειμένου περὶ τοῦ κειμένου τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τῶν ἄλλων γλωσσικῶν τύπων, ὑπάρχει πρότασις νὰ προστεθῇ ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος τὸ ἑξῆς κείμενον (ἀναγινώσκει): «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον· ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου, ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κων)πόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ ἐδαφίου τούτου εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προκειμένου περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι προτάσεις ἀπώτεραι. Ἀπώτεραι προτάσεις εἶναι αἱ ἀποκρούουσαι τὴν προσθήκην τῆς συνταγματικῆς διατάξεως δεχόμεναι μόνον τὸ καθολικὸν ψήφισμα.
§372ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί εἶναι ἀπώτερα τὰ ψηφίσματα;
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι, ἐὰν ἀπορριφθῶσιν αὐτά, θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διατύπωσιν συνταγματικῆς διατάξεως. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Φωτήλα ἔχον οὕτω: «Ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συζητήσεως ἐπὶ προτάσεως Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως καθοριζούσης τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, ἀποφαίνεται ἀνύπαρκτον τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀποδοκιμάζουσα συνάμα πάντα ἀποπειρώμενον τὴν στρέβλωσιν τῆς ὡραίας Ἑλληνικῆς γλώσσης». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Π. Λαγοπάτη, ὅπερ ἔχει οὕτως: «Ἡ διπλῆ Βουλὴ διαπιστοῦσα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ γλῶσσα, δι’ ἧς συντάσσονται οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα, πᾶσα δὲ παρεκτροπὴ δημοσίου ὑπαλλήλου κατὰ τῆς παραδεδεγμένης τοιαύτης γλώσσης, δυναμένη νὰ προκαλέσῃ δημόσιον σκάνδαλον, ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων τῶν νόμων, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Καρασεβδᾶ ἔχον οὕτως: «Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὑπ’ ὄψει ἔχουσα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἤδη ἀνεγνωρισμένη ἐν τῷ λεκτικῷ τύπῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ πάντων τῶν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας ἐγγράφων τῶν δημοσίων ἀρχῶν, καὶ ὅτι πᾶσα κατὰ τῆς ἐπισήμου ταύτης γλώσσης ἐπέμβασις πρὸς παραφθορὰν ἐπαρκῶς ἀποκρούεται ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἥτις δύναται ἐν ἀνάγκῃ καὶ νὰ συμπληρωθῇ, θεωρεῖ ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου μὴ ἀναγκαίαν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως καὶ συνεπῶς δὲν παραδέχεται τὴν περὶ τούτου πρότασιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει περὶ διατυπώσεως ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι ἡ πρότασις τοῦ κ. Θ. Μιχαλοπούλου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ συζήτησις, ὡς καὶ τῶν κ. κ. Ἰ. Βερροίου, Μ. Γαλανοῦ, Κ. Μέρμηγκα, Ἀ. Ῥοντήρη, Ἰ. Φουρίδου, Μ. Γαλανοῦ, Δ. Γκλαβᾶ, Δ. Ῥούσου καὶ Ε. Κουλουμβάκη, ὡς καὶ τοῦ κ. Γ. Οἰκονόμου.
§374Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὡς πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἑξῆς ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι διατυπωθησόμενον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ἄρθρον 4ον. Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἀνεγνωρισμένη ἐν τῷ λεκτικῷ τύπῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τῶν κειμένων τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Πᾶσα δ’ ἐπέμβασις πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἀπαγορεύεται ἀπολύτως, ἰδίᾳ δ’ ἀπαγορεύεται εἰς πάντα δημόσιον ὑπάλληλον ἢ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας του παρεκτροπὴ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου γλώσσης καὶ πᾶσα κατὰ ταύτης ἀπευθυνομένη κατὰ σκανδαλώδη τρόπον ἐπέμβασις τελουμένη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας του».
§375Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαλανοῦ εἶναι μᾶλλον ἐπαρκὴς καὶ πληρέστερον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐκπροσωποῦσαι τὰς γλωσσικὰς πεποιθήσεις ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Βουλῆς· διότι ἡ πρότασις ἐκείνη ἦτο διατετυπωμένη ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 ὑπὸ τὴν αὐτὴν γλωσσικὴν μορφὴν καὶ διατύπωσιν καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν γενικότητα τῆς ἐκφράσεως, ὑφ’ ἣν προστατεύεται ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος ἡ θρησκεία. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπουφίδου, ἐνῷ φαίνεται πληρεστέρα, εἶναι ἐν τούτοις ὑποδεεστέρα· διότι ὁμιλεῖ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νομίζει ὅτι ἐξασφαλίζει τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ πράγματι προστατεύει μόνον τὴν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ χρῆσιν τῆς ἐπισήμου γλώσσης, ἐνῷ ἐξ ἄλλου καταλείπει ἐλευθέραν τὴν κατὰ σκανδαλώδη τρόπον ἐπέμβασιν πρὸς ὑπονόμευσιν τῆς ἐπισήμου ταύτης γλώσσης, ἰδίᾳ εἰς μίαν μεγάλην τάξιν ὑπαλλήλων, τὴν τῶν διδασκάλων.
§376Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις;
§377Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὡμίλησαν καὶ περὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἐλευθέρως νὰ συνιστᾷ τις ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια, ἀλλ’ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία θὰ διεξάγηται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας. Ὥστε ἡ πρότασις τοῦ κ. Γαλανοῦ εἶναι ἐπαρκής.
§378ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ τὸ «ἀπαγορεύεται» τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γαλανοῦ, κατὰ τί προφυλάσσεται ἡ γλῶσσα;
§379Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, ὥστε νὰ ἐξαντληθῇ ἡ ὑπομονὴ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπείσθητε, θὰ ἤρκει ἴσως νὰ σᾶς πείσῃ μόνον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ γενικὴ διατύπωσις ἡ διὰ τοῦ «ἀπαγορεύεται» ὑπάρχει καὶ διὰ τὴν θρησκείαν. Θὰ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ αὐστηροτέρα διάταξις διὰ τὴν γλῶσσαν.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γαλανοῦ, ἥτις θὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσονται τὸ Πολίτευμα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα. Πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γαλανοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). (Ἀπορρίπτονται εἶτα κατὰ σειρὰν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ προτάσεις τῶν κ. κ. Θ. Μιχαλοπούλου, Ἰ. Βερροίου, Κ. Μέρμηγκα, Σ. Σίμου, Ἀ. Ῥοντήρη, Ἰ. Φουρίδου, καὶ Δ. Γκλαβᾶ). Ὁ κ. Κουλουμβάκης ζητεῖ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ὑπάρχουσι 15 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§381Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐν ᾗ περιπτώσει κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δὲν γίνῃ συνεδρίασις, ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐπειδὴ σήμερον κατηναλώθη εἰς συνταγματικὴν συζήτησιν, αὔριον θὰ ἔχωμεν πάλιν τοιαύτην ἐργασίαν.
§383ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σύνταγμα. Μάλιστα.
§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3ῃ τῆς νυκτός).