1911.02.12
2.420 στίχοι · 18.106 λέξεις · 185 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28.
Τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1911
(Σάββατον).
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ.μ. παρόντων 185 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Εὐρυτανίας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν· 2) Ὁ Ν. Ἀγγελάκης ἐκ Βόλου ὑπηρετήσας ὡς Chef du Personnel εἰς τὸ «Μέγα Ξενοδοχεῖον» τῶν Παρισίων, παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως τῷ χορηγήσῃ τὰ ἔξοδά του, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του· 3) Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἐν Πειραιεῖ φορτηγίδων ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ καταργήσεως τῶν φαρικῶν τελῶν· 4) Ἡ Πανελλήνιος Φαρμακευτικὴ Ἑταιρεία ζητεῖ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· 5) Ὁ Π. Μπουρῆς κατ’ ἐντολὴν τῶν κατοίκων Σχοινοχωρίου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τοῦ ἰατροῦ Κ. Μπούκουρα ὡς καταλαβόντος ἀδικαιολογήτως ἅπασαν τὴν περιφέρειαν Κολυμπούζα τῶν Μυκηνῶν· 6) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἠλείας ὑποβάλλει ὑπόμνημα παρακαλῶν, ὅπως τοῦτο ἀνακοινωθῇ τῇ Βουλῇ· 7) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Κερκύρας κηρύσσεται κατὰ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων· 8) Ὁ Πρόεδρος τῆς Πανελληνίου Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας παραπονεῖται δι’ ἀναφορᾶς του, ὅτι ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Κοφινᾶς παρημπόδισεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ἐπὶ ταύτης ἐγγράφονται ὅπως ὁμιλήσωσιν οἱ κ. κ. Κουλουμβάκης, Χρυσοστάλης καὶ Ἀλαβάνος. 9) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Καρυστίας παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς παραχωρηθῇ δίμηνος προθεσμία διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Ἐπὶ ταύτης ἐγγράφονται ὅπως ὁμιλήσωσιν οἱ κ. κ. Μπένος, Μπουρνιᾶς, Μαυρίκης, Χρυσοστάλης καὶ Σφακιανάκης. 10) Ἡ Σχολὴ τῶν ἀπόρων Αἰγίου ζητεῖ τὴν ἀρωγὴν τῆς Πολιτείας. Τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔχουσιν οἱ κ. Δ. Γκλαβᾶς, Ἀρ. Φωτήλας καὶ Ἰ. Βέρροιος. 11) Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Μ. Μπουφίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν», ἥτις θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ· 12) Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Σῖμος καὶ Λ. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος, αἵτινες καὶ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Λιμπερόπουλος ἔχει πρῶτος τὸν λόγον.
§2Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης «περὶ ἐγγραφῆς δωρεὰν τῶν σπουδαστῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον». Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πρέπει νὰ προταχθῇ, διότι ἡ προθεσμία λήγει.
§3Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§4ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί, ἐνῷ εἶναι τόσα ἄλλα νομοσχέδια σπουδαῖα, νὰ καταγινώμεθα εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν παρουσιάζει σπουδαιότητα. Ἄλλως τε αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος, δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ κάμωμεν δωρεὰς ἔνθεν κἀκεῖθεν. Τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρώνουσιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ τὰ πληρώνωσι καὶ οἱ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον, ὥστε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§5Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κ. Πρόεδρε, ἀναγράφονται οἱ ὅροι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαλλάσσονται ἐκ τῶν τελῶν οἱ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καταγόμενοι. Πρέπει δηλαδὴ νὰ φέρωσι πιστοποιητικὰ τῆς Δημογεροντίας καὶ τῶν κατὰ τόπους προξενικῶν ἀρχῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πιστοποιῆται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ γίνῃ κατάχρησις, ἐπειδὴ δὲ ὁ χρόνος ἐπείγει, καλὸν εἶναι νὰ προτιμήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν γίνῃ πρότασις ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν ὑπογεγραμμένη συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν ὑπάρχωσι δέκα, νὰ ἐγερθῶσι.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουσι δέκα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνταῦθα. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ οἱ ἐκ τῆς μὴ ἐλευθέρας Ἑλλάδος ὁμογενεῖς πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ φέρωσι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, ἐκτὸς ἂν εἰδικοὶ λόγοι ἐπιβάλλωσι τοῦτο, ὅτε πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ εἰσαγωγὴν συστήματος, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§10Σ. ΣΙΜΟΣ. Τουλάχιστον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσσεται τὸ νομοσχέδιον καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§12Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ εἰκοστὸν πέμπτον νομοσχέδιον, περὶ ἀμβύκων τοῦ κ. Μπουρνιᾶ.
§13Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἀφήνετε τὴν Δευτέραν νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι σκεπτόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν πολλοί.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἰ. Μπουρνιᾶ, Ν. Ἀβέρωφ, Π. Πετροπουλάκη, Γ. Μπένου, Σ. Ψύχα, Π. Ἡλιοπούλου, Κ. Χατζηγιάννη, Α. Μονοκρούσου, Λ. Κατριβάνου, Γ. Μουσούρη «περὶ προτάξεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25 προτάσεως νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου οἰνοπνεύματος τῶν ἀμβύκων». Παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται τὴν πρότασιν αὐτήν.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ μελετήσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἀτελές, καθόσον ἀνάγεται εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον τῶν οἰνοπνευμάτων. Ὅταν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της —καὶ νὰ πράξῃ τοῦτο μέχρι τῆς Δευτέρας ἢ Τρίτης— τότε νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις, ὁπότε θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ παρεσκευασμένη.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, διότι τοιαῦτα νομοσχέδια δέον νὰ εἰσάγωνται τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, διότι συνδέονται μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν τὴν ἀποσύρουσιν;
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ δραχμῶν 4,288,637.36».
§21ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, εἰμὴ διὰ νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ διενεμήθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως.
§23ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν μοὶ ἐδόθη.
§24Γ. ΠΩΠ. Αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι ποῦ εἶναι;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς συναδέλφους ὅσοι δὲν λαμβάνουν τακτικὰ τὰ διανεμόμενα εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἔντυπα νὰ μοὶ καθιστῶσι τοῦτο ἀμέσως γνωστόν, διότι θέλω λάβει δρακόντεια μέτρα κατὰ τῶν κλητήρων.
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον ἔλαβον ὅλα τὰ ἔντυπα τριπλᾶ, οὐδεμίαν δὲ πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔλαβον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο προέκυψε, διότι διενεμήθη ἐδῶ χάριν τοῦ ἐπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου.
§28ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ τῆς διανομῆς τῶν ἐντύπων ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ τύπωσις γίνεται πλημμελής, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§29Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν αἰτηθεισῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 21, ἄρθρου 11 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀναφερομένου εἰς δαπάνας ἀπαριθμήσεως ἀροτριώντων κτηνῶν ζητοῦνται ἐπὶ πλέον δραχ. 11500. Εἶχον ψηφισθῆ δρ. 18000. Σημειώσατε, ὅτι τὸ 1909 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον δρ. 29000, τὸ δὲ 1908 ἐδαπανήθησαν δρ. 26000. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 ἀνεγράφησαν ἐν τούτοις μόνον δραχ. 18000. Ἡ πίστωσις ἦτο καταφανῶς ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ προσθέτως ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ αὐθόρμητος δήλωσις τῶν φορολογουμένων καθυστέρησε, καὶ ἑπομένως ἐχρειάσθη πλείονα ζῷα νὰ ἀπαριθμηθῶσι καὶ δι’ αὐτὸ αἱ δαπάναι ὑπερέβησαν ὀλίγον τὰς τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 21, ἄρθρῳ 15 ἔχομεν ἀνώτερα ἔξοδα διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, διότι καὶ τούτων καθυστέρησαν αἱ αὐθόρμητοι δηλώσεις, ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ πλειότερα διὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 21, ἄρθρῳ 20, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοπέδων, ζητοῦνται δρ. 30000. Ὁ φόρος ἦτο ἄγνωστος, ἠγνοεῖτο καὶ τί θὰ ἐδαπανᾶτο διὰ τὴν βεβαίωσίν του. Τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν 2000 δραχμῶν, δὲν ἐπήρκεσε, διότι ἔμειναν πολλὰ ἀδήλωτα οἰκόπεδα καὶ θὰ χρειασθῇ δαπάνη, διὰ νὰ ἐξακριβωθῶσιν οἱ μὴ δηλώσαντες. Περὶ τούτου λαμβάνονται μέτρα καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1911. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 23, ἄρθρου 14, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς ἐπειγούσας μικρὰς ἐπισκευὰς τελωνειακῶν καταστημάτων, ζητοῦνται δρ. 12000 ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διότι ἐδέησε νὰ γίνωσι πλειότεραι ἐπισκευαί, αἵτινες δὲν εἶχον καθόλου προβλεφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κατόπιν ἔχομεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δρ. 25000 περίπου διὰ σιγαρόχαρτον. Παραδόξως πάντοτε δαπάναι τινὲς ἀναγράφονται περικεκομμέναι ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Διατί τὸ 1910 ἀνεγράφησαν διὰ σιγαρόχαρτον μόνον δρ. 150000; Κατὰ τὸ 1908 ἐδαπανήθησαν 171000, κατὰ τὸ 1909 ἐδαπανήθησαν 170000. Ἐν τούτοις ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 ἐπέμεινεν ἀγνοῶν τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα· καὶ οὕτως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ζητῶμεν πιστώσεις ἀναπληρωματικάς. Ὁμοίως δι’ ἀντίτιμον προμηθευομένων πυρείων, ἐνῷ ἐδαπανήθησαν τὸ 1909 δραχ. 459000, ὁ τοῦ 1910 Προϋπολογισμὸς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγράψῃ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 350000 δραχμῶν, ἡμεῖς δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦτο δραχ. 37250 ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Δι’ ἀντίτιμον χάρτου πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατασκευαζομένου χαρτοσήμου ζητοῦνται δρ. 58000. Ἡ προμήθεια τοῦ χαρτοσήμου γίνεται ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ἀναγράφομεν δ’ ἡμεῖς ὅσον αὕτη δαπανᾷ, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς τί θὰ δαπανηθῇ. Κατόπιν ἔχομεν διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις δραχμὰς 160000. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι διατί ἐπληρώσαμεν περισσοτέρας δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις ἀναφέρονται εἰς ὅσα τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων. Αἱ καθ’ ἡμῶν ἀποφάσεις ἀπῄτησαν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφέντος πέρυσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, διατί αἱ δαπάναι ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ δραχ. 221000, ζητοῦμεν δὲ διὰ τοῦτο τοσαύτην πίστωσιν. Ἀλλὰ τόσα εἰσεπράξαμεν πλειότερα, ἐπειδὴ δὲ αὐτὰ ἀποδίδονται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου, ζητοῦμεν πίστωσιν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἀποδώσωμεν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ζητοῦνται 60000 ἐπὶ πλέον διὰ τὸν φωτισμὸν τῶν φυλακῶν. Πρότερον τὸ ὅλον κεφάλαιον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἦτο συνεπτυγμένον, ἐχωρίσθη δὲ ἀπὸ τοῦ 1910. Δὲν ὑπελογίσθη ἀκριβῶς ἡ δαπάνη τῶν διαφόρων ἄρθρων καὶ ἀνεγράφη μικροτέρα πίστωσις διὰ τὸν φωτισμόν, μεγαλειτέρα δὲ τοῦ δέοντος πίστωσις διὰ τὰ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Δι’ αὐτὸ θὰ περισσεύσῃ εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἐξόδων ποσὸν 100.000, ἀλλὰ δὲν ἔφθασε διὰ τὸ κεφάλαιον τοῦ φωτισμοῦ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἀμοιβὰς ἐπὶ φόνῳ λῃστῶν, ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διότι ἐξωντώθησαν περισσότεροι λῃσταὶ καὶ ἐδόθησαν ἑπομένως περισσότεραι ἀμοιβαί. Διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν ζητοῦνται δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα, ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῆς χολέρας, δρ. 50.000 ἐπὶ πλέον. Εἶναι εὐνόητον διατί ἦτο ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γεωργίαν ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 40.000 δραχμῶν, διότι ἐδαπανήθησαν περισσότερα πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀναφανέντων πολυαριθμοτάτων ἀρουραίων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπίσης καὶ διὰ τὰς ἀκρίδας. Ἐν ταῖς δαπάναις ταῖς ἀναφερομέναις εἰς τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 60.000 δραχμῶν, διότι δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἠλπίζετο ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἐπειδὴ ἠλπίζετο ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐζητήθη μικροτέρα πίστωσις. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐδαπανήθη τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη διὰ τὴν ἀγροτικὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἔχω νὰ προσθέσω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ζητοῦνται 89.000 ἐπὶ πλέον, ὧν 36.000 διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν θέρμανσιν τοῦ καταστήματος. Ἐπειδὴ ἐγένοντο ἐπισκευαί, προσετέθη ἓν ὁλόκληρον πάτωμα καὶ ἐχρειάσθη νὰ ἐπιπλωθῇ αὐτό, αἱ δαπάναι ὑπερέβησαν τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεπαρκῶς προβλεφθείσας. Ἄλλαι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἀναφέρονται εἰς τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀνεπαρκῶς προεβλέφθησαν, καὶ οὕτω τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 89.000 ἐπὶ πλέον. Ἐπίσης ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δι’ ἔξοδα τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, αὐξηθεισῶν τῶν δαπανῶν συμφώνως πρὸς τὸν πρό τινων ἡμερῶν ψηφισθέντα Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι διατεθειμένος ἄνευ πολλῶν τοὐλάχιστον δισταγμῶν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἐνόμιζον, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα, θὰ παρέβαινον τὸ καθῆκόν μου, ἐὰν πρὸ τῆς ψήφου μου δὲν ἔλεγον ὀλίγα τινὰ ἀναγκαῖα καὶ προσήκοντα, ὡς νομίζω, καὶ τὰ ὁποῖα εὐρύτερον θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς, ὅταν καταξιωθῶμεν τέλος πάντων νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εἰς πάντας ὑμᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι, διὰ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασε προοδεῦσαν τὸ πολίτευμα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, ἤρξατο ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς διεκδικήσεως ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων τοῦ δικαιώματος νὰ θέτωσιν ἐκεῖνοι τοὺς φόρους καὶ ἀκολούθως νὰ ἐξελέγχωσι τὴν διαχείρισιν τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ἐκ τῶν φόρων. Ἑπομένως τὸ ἐπιβλητικώτερον καθῆκον διὰ τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια χρήματα εἶναι νὰ παρέχωσιν ἀκριβεῖς καὶ λεπτομερεῖς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεώς των εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Ἄν τοῦτο ἐπιβάλλεται κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, κυριώτατα ἐπιβάλλεται, ὅταν συζητῶνται τοιαῦτα νομοσχέδια, δι’ ὧν ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ὅταν πρόκειται νὰ δοθῇ λόγος διὰ τὴν ὑπέρβασιν πλέον ἐντολῆς καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο τονίζω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ πρὸ τῆς Βουλῆς ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ τὰ δικαιολογητικὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πιθανώτατα αἱ ζητούμεναι πιστώσεις δὲν βαρύνουσιν αὐτὴν ὁλοκλήρως. Δικαιολογῶ ἤδη τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἀναγινώσκω ἐν κεφαλαίῳ 23, ἄρθρῳ 13: «ἐνοίκια τελωνειακῶν καταστημάτων.» Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατί τοῦτο δὲν σημαίνει ἐπέκτασιν ὑπηρεσίας. Πῶς συνέβη, ἐνῷ ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ τὰ τελωνειακὰ καταστήματα, ἐνῷ ἐνοικιάζονται πάντα τὰ κτίρια τὰ χρησιμεύοντα ὡς δημόσια καταστήματα διὰ συμβολαίων καὶ εἶναι ἑπομένως γνωστὰ τὰ δι’ αὐτὰ πληρωνόμενα μισθώματα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, πῶς συνέβη ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας νὰ δαπανηθῶσιν ἐπὶ πλέον ἐνοίκια. Ἀναγινώσκω ἐν κεφαλαίῳ 28, ἄρθρῳ 4. «Ἐνοίκια τῶν ἐν Πάτραις Καλάμαις καὶ Στυλίδι Κεντρικῶν ἀποθηκῶν τοῦ πετρελαίου». Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐνοικίων τῶν παραρτημάτων τῶν Κεντρικῶν ἀποθηκῶν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ Κεντρικαὶ ἀποθῆκαι καὶ ἀπῃτήθη ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐνοικιασθῶσι καὶ παραρτήματα τῶν ἀποθηκῶν. Ἐν κεφαλαίῳ 57, ἄρθρῳ 1, προκειμένου περὶ τοῦ σφραγιστηρίου, «μισθοὶ προσωπικοῦ», πῶς συνέβη νὰ προστεθῇ προσωπικόν; Φθάνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ ἀτελοῦς τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὁποίου ὑπηνίχθην προχθές. Κεφάλαιον 1, ἄρθρον 2: «Ἔξοδα ὑπηρεσίας Ὑπουργείου». Τοῦτο νομίζετε, ὅτι ἀποτελεῖ δικαιολογητικὸν διὰ τὴν Βουλὴν; Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ, ποίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου; Ἐν Κεφαλαίῳ 14 ἄρθρῳ 16: «Διὰ πλύσιν τῶν ἐνδυμάτων τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων καὶ δι’ ἀγορὰν ἐνδυμάτων, δραχ. 25.000». Ἄνευ δικαιολογητικοῦ οὐδενός; Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου δὲν νομίζω ὅτι κατέστησε τὴν Βουλὴν σοφωτέραν, οὔτε ὅτι ἐξετέλεσεν ἐπαρκῶς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, νὰ παρίσταται ἐνώπιον αὐτῆς μετὰ πάσης εὐλαβείας καὶ προσοχῆς καὶ ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας ἐκθέτων ὅσα ἔχει νὰ ἐκθέσῃ, καὶ οὐχὶ μετὰ τῆς ἀφελείας, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐδαπανήθησαν περισσότερα, διότι ἀπῃτήθησαν περισσότερα. Πόσα ἐνδύματα ἠγοράσθησαν; Διὰ ποῖον λόγον ἠγοράσθησαν; Ἀκολούθως: «διὰ φωτισμὸν καὶ θέρμανσιν τῶν φυλακῶν δρ. 60.000». Συνήθως εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς δὲν εἶναι ὑπέρτερον τὸ κονδύλιον τοῦτο. Πῶς συνέβη νὰ διπλασιασθῇ; Ἀκολούθως εἰς τὸ ἄρθρον 18: «ἀγορὰ σκευῶν κ.τ.λ.». Εἶναι αὐτὸ δικαιολογία πρὸς τὴν Βουλήν; Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Κεφάλ. 3: ἄρθρον 11: «Ἔξοδα γραφείων δραχ. 15.000». Ποίων γραφείων; Διατί; Κεφάλαιον 3, ἄρθρον 30. «Ἀμοιβαὶ ἐπὶ φόνῳ λῃστῶν, νοσηλεία τῶν ἕνεκα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πληγωθέντων κ.τ.λ.». Ποῖοι λῃσταὶ ἐφονεύθησαν; Ποῖοι ἔλαβον τὰς ἀμοιβάς;
§32ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο.
§33ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ παρελθὸν αἱ Βουλαὶ δὲν ἐγνώριζον τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων.
§34ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅταν συζητῶνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, δὲν εἶναι δυνατόν, πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις νὰ προσάγωνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν προτέρων, ἕκαστος ὅμως ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ ζητήσῃ τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς γενομένης χρήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ποσῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν εὕρει ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἀδικαιολογήτως ἐνέκρινεν ὁ Ὑπουργὸς ἢ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἔχει ἢ νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται τοῦτο ἢ καὶ τῶν ποινικῶν ἐν περιπτώσει παρανομίας. Ὅτε εἰς πᾶσαν περίστασιν ζητουμένης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ὁ Ὑπουργὸς ὑπεχρεοῦτο νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλον τὸν ὄγκον τῶν φακέλων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν πίστωσιν, τοῦτο θὰ παρενέβαλλε σπουδαιότατα προσκόμματα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε, ἐφ’ ὅσον πρόκειται παρ’ ἐμοῦ τοὐλάχιστον νὰ ζητήσητε πληροφορίας, εἶμαι διατεθειμένος νὰ κομίσω καὶ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅλους τοὺς σχετικοὺς φακέλους.
§35ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα διατί ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἄν θέλητε νὰ μοὶ ἀποδώσητε ὑπερβολὴν εἰς τὴν συζήτησιν, σᾶς ἀνταποδίδω ὑπερβολὴν εἰς τὴν συντομίαν. Διότι τὸ «ἔξοδα γραφείων 15.000 δραχμὰς» οὐχὶ σύντομον δικαιολογίαν δὲν ἀποτελεῖ, ἀλλ’ εἰρωνείαν δικαιολογίας. Ἠδύνασθε ἀξιόλογα νὰ εἴπητε: ἔξοδα γραφείων τοῦ Ὑπουργείου, ἔξοδα γραφείων τῶν Νομαρχιῶν κτλ. οὐχὶ ἔξοδα γραφείων. Ποίων γραφείων; Ποῖον κεφάλαιον;
§36ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ εἶναι κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ἅμα ἀνατρέξητε εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θέλετε εὕρει ἐν γένει ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, ὡς πρὸς τὴν κατανομήν.
§37ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὰ εὑρίσκω, κύριε Ὑπουργέ.
§38ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ πᾶς Ὑπουργὸς βεβαίως εἶναι ὑπόχρεος νὰ φέρῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁσαδήποτε στοιχεῖα ἤθελον ζητηθῆ παρὰ τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§39Γ. ΠΩΠ. Μήπως ἔχει ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι προσεκόμισε πληροφορίας τοιαύτας.
§40ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φθάνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Κεφάλαιον 14, ἄρθρον 1: «Προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων δραχμαὶ 260,000.» Διωρίσθη νέον προσωπικόν; Ἔχω τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία λέγει: «Ἕνεκα τῆς διαφορᾶς μισθοῦ τῶν συμπληρωσάντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ἀνωτέρῳ βαθμῷ σχολαρχῶν καὶ διδασκάλων καὶ διορισμοῦ διδασκάλων διαφόρων βαθμῶν, ὡς καὶ διὰ προσθήκην τάξεων ἢ διαίρεσιν τούτων εἰς τμήματα λόγῳ τοῦ ὑπερβάλλοντος ἀριθμοῦ τῶν ἐγγραφέντων μαθητῶν». Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογία αὐτὴ θὰ ἦτο πλήρης, ἐὰν μᾶς ἔλεγε πόσον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ; Πόσοι Ἑλληνοδιδάσκαλοι διωρίσθησαν; Πότε; Διότι πιθανὸν νὰ διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§41ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέψατέ μοι μίαν παρατήρησιν. Ὑποθέτω ὅτι ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω, διότι τώρα παρετήρησα προχείρως τὸ νομοσχέδιον, ἀνάγονται εἰς εὐθύνας παρῳχημένας, καὶ πιθανὸν νὰ ἀνάγωνται εἰς εὐθύνας, ἃς ἐγὼ θὰ ἔφερον, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς ταύτην τὴν ὥραν.
§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πιθανόν.
§43ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ὅτι οἱ σήμερον κυβερνῆται ὑποβαλόντες ὅσα ὑπέβαλον, καὶ ἂν περισσότερον ἠσχολοῦντο, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ εὕρωσιν εὐκόλως κατάλληλον τρόπον νὰ δώσωσι τὴν δικαιολογίαν. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, ὅπως εὑρίσκησθε εἰς θέσιν καὶ κανονίσητε τὰ περαιτέρω, ὅπως ὑμεῖς νομίσητε κάλλιον καὶ μετ’ ἀσφαλείας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 κατηρτίσθη κατὰ τροπολογίαν τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1909, ὅστις κατὰ τὰς πεποιθήσεις τῶν τότε Ὑπουργῶν ἦτο συντεταγμένος κατὰ τρόπον τοιοῦτον: ἀφαίρεσις θέσεων· κατάργησις καὶ ἀφαίρεσις τῶν πιστώσεων· τροποποίησις καὶ ἀφαίρεσις κατὰ μῆνα τῶν πιστώσεων καὶ προσθήκη ἄλλων πιστώσεων· οἰκονομίαι ἀνάλογοι ἐκείνων ἃς εἴδετε, καὶ ἐδικαιολόγησεν ὁ Ὑπουργός, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι, διότι ἦσαν οἰκονομίαι δι’ ἀποκρύψεως, δυστυχῶς, ποσῶν, ἅτινα πάντως θὰ ἐδαπανῶντο· καὶ ἐκτὸς τούτου ὑπολογισμοὶ τοιοῦτοι, ὥστε ὀφείλω νὰ εἴπω ἐνταῦθα ὅτι ἐγὼ ὑποβαλὼν τὴν τροποποίησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διέγραψα ἐξ ὑπολογισμοῦ 1,250,000 ἐπὶ πλέον τῶν βεβαιωθεισῶν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 750,000 δρχ. (ὑπολογισμοῦ γενομένου ἐπὶ τῇ πεποιθήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, ὅτι νομοσχέδιόν τι, ὅπερ ὑπέβαλε διὰ τὰ προξενικά, ἤθελε φέρει διὰ μιᾶς ἔσοδον ἐπὶ πλέον 1,250,000 δραχμῶν) διέγραψα, λέγω, ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ ἑκατομμύριον, δηλώσας εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐ μόνον 1,250,000 δρχ. δὲν θὰ ἔφερεν ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ὅτι ἤμην πεπεισμένος ἐκ πείρας καὶ τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων, διότι ἐγνώριζον τὰ τῶν Προξενείων, ὅτι οὐδὲ 250 χιλιάδας· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἵνα μὴ διασπάσω τὴν πρόσθετον πίστωσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ προξενηθῇ τέλειος σπαραγμός, διέγραψα ἐκ τοῦ ποσοῦ 1,250,000 δρχ. τὸ ἓν μόνον ἑκατομμύριον, ἀφῆκα δὲ τὰς 250,000 δρχ., βεβαιώσας ὅτι κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου οὐδὲ αὗται θὰ εἰσπραχθῶσιν. Εἶναι δὲ βεβαιότατον ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγίνετο ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων, τοῦ τρόπου τοῦ λίαν ἐσπευσμένου, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἠξίου κατ’ ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ὡς τάχιον τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνταῦθα, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐνδιατρίψωμεν περισσότερον καὶ μελετήσωμεν πάσας τὰς λεπτομερείας, διὰ τοῦτο δὲ ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσω ὅτι τὸ περίσσευμα, ὅπερ ὑπῆρχε δεδηλωμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἦτο καθαρῶς τυπικόν, διότι ἀδύνατον ἦτο νὰ γίνῃ ἄλλως καθὼς καὶ τὸ ἂν ἐδεικνύετο ἰσοζύγιον καὶ ἐκεῖνο θὰ ἦτο τυπικόν, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου τοῦ ἔτους 1910, ὃν ἐψήφιζεν ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἐπαρκῶς μέγα ἔλλειμμα. Ἡ εἰλικρίνεια δὲ αὕτη ἔφερεν εἰς τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα ὅπως πιστευθῶμεν, ἔξω καὶ ἀποδεδειγμένου ἄλλοθεν ὄντος, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι πόροι διαθέσιμοι εἰς ἐγγύησιν ὑπὸ τοῦ Κράτους κατορθωθῇ τὸ δάνειον.
§44ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐναργῶς ὑπεδήλωσα ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὅσα εἶπον τὰ λέγω, ὄχι ἵνα κανονίσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἔχω κανονίσει αὐτήν, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, ἵνα ὑποδηλώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν κατὰ ποῖον τρόπον εἴμεθα ἀποφασισμένοι ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ ἔχῃ προπαρασκευασθῆ ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἀναγινώσκω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν: «Κεφάλαιον 14, ἄρθρον 3. Ἀποζημιώσεις καὶ ἔξοδα ὁδοιπορικὰ ἀξιωματικῶν, οἰκογενειῶν αὐτῶν καὶ ὁπλιτῶν ἕνεκα μεταθέσεως, ἀποσπάσεως ἢ λόγῳ ὑπηρεσίας κινουμένων καὶ ἀποστελλομένων εἰς ἀλλοδαπὴν καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς κτηνῶν δρχ. 221,890». Δὲν ἐπετρέπετο κατὰ στοιχειώδη λογιστικὸν κανόνα νὰ ἀναμιγνύωνται ἄνδρες, γυναῖκες, κτήνη καὶ τὰ πάντα εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐδάφιον. Ταύτας τὰς ὑποδείξεις εἶχον νὰ κάμω ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς.
§45ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πάντοτε, Κύριοι, ὁσάκις παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε αἰτήσεις δαπανῶν γενησομένων εἴτε ἐγκρίσεις πιστώσεων γενομένων, πάντοτε καὶ αἱ Κυβερνήσεις φροντίζουσι νὰ προσάγωσι τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ δαπάναι, καί, ἂν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ δὲν ἤθελον προσαγάγει τὰ ἀναγκαῖα δικαιολογητικὰ στοιχεῖα, εὐλόγως ἀξιοῦσιν αὐτὰ αἱ Βουλαί. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι μοὶ ἐφάνη ὑπερβολικὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ἀξιοῦντος οὐδὲν ἔλαττον ἢ τὴν προσαγωγὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν ἀποδείξεων τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐνέκριναν οἱ Ὑπουργοί, καὶ τὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγονται αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, ἀξιώσαντος κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἴσως καὶ αὐτῶν τῶν καταστάσεων, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ μισθῶν, ἢ οἱωνδήποτε ἄλλων ἀποδείξεων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ δαπάναι. Ἀλλ’ ὑποτίθεται, καὶ ὄχι ὑποτίθεται, ἀλλ’ εἶναι φανερόν, εἶναι γεγονὸς ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφωνται οὐ μόνον κατ’ ἐδάφιον καὶ ἄρθρον, ὅπως νῦν ἀναγράφονται, ἀλλὰ νὰ ἀναγράφωνται καὶ μὲ ὀνόματα τῶν δικαιούχων!
§46ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἠξίωσα τοιοῦτό τι.
§47ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φυσικώτατα, τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων ἠξιώσατε. Λέγει ὄχι ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τότε τί ζητεῖ. Αἴφνης λέγει ὁ κ. συνάδελφος: «βλέπω ἓν κονδύλιον «ἔξοδα γραφείων 15,000 δρχ.»· τί εἶναι αὐτά;». Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐὰν παρετήρει τὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃ ἀνάγεται ἡ ζητουμένη πίστωσις, δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀπορίαν αὐτήν, διότι θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἀνάγεται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. «Τί δὲ ἐννοοῦσι τὰ ἔξοδα γραφείων;». Ἀπλούστατον, ἔξοδα ὅλων τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων τοῦ Κράτους. Ὁ κ. συνάδελφος πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἑτέραν ἀπορίαν: ἆρά γε αὐτὰ τὰ ἔξοδα ἐγένοντο; Καὶ ἂν εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ ἀφελεῖς, οἵτινες ἐνέκριναν αὐτὰ τὰ ἔξοδα, ἐγὼ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ προσαγάγητε καὶ τὰς ἀποδείξεις τῶν καθεκλοποιῶν, οἱ ὁποῖοι παρέσχον τὰς καθέκλας εἰς τὰς ἀστυνομίας, καὶ τῶν τραπεζοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπρομήθευσαν τὰς τραπέζας, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων ἀποδείξεις, οἱ ὁποῖοι παρέσχον ἄλλα σκεύη ἢ εἴδη γραφικῆς ὕλης! Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ὅτι, πρὶν ἢ ἐγκριθῶσιν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, βεβαίως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν ζητοῦνται αἱ ἀποδείξεις, αἵτινες πιστοποιοῦσιν ὅτι ἐγένοντο αὐταὶ αἱ δαπάναι. Λέγω ταῦτα, διότι εἶναι πιθανὸν ἐκ τῶν συναδέλφων τινὲς τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα νὰ ἐκπλαγῶσι νομίζοντες ὅτι ἴσως ἡ Κυβέρνησις, εἴτε θέλουσα νὰ καλύψῃ ἰδίας παρανομίας ἢ παρανομίας προκατόχου αὐτῆς, ἵνα φανῇ πρὸς αὐτοὺς χαριστική, πράττει τοῦτο ζητοῦσα ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τόσων ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἔδει νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δηλῶ ὅτι, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, θὰ ζητήσω καὶ θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλους τοὺς ὄγκους ὅλων τῶν ἀποδείξεων, εἰς ἃς στηρίζονται αἱ δαπάναι αὗται.
§48ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐζήτησα τοῦτο, ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ εἶναι τακτικώτερον συντεταγμένοι οἱ προσαγόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν λογκριασμοί, οὐχὶ δὲ διὰ γενικωτάτων ἐκφράσεων.
§49Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἴχετε προϋπολογίσει, κύριε Ὑπουργέ, αὐτὰς τὰς δαπάνας;
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂν καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, ἐν τούτοις ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα τοῦτο. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀκριβὴς πρόβλεψις ὅλων τῶν δαπανῶν, διὰ τοῦτο δὲ βλέπετε εἰς τὸ τέλος ἑκάστης χρήσεως αὐξομειώσεις, δηλαδὴ παρουσιαζόμενον ἕνα Προϋπολογισμὸν δαπανῶν ποὺ μὲν ἐπιπλέον, ποὺ δὲ ἐπὶ ἔλαττον.
§51ΕΛΕΥΘΕΡ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, παρεγνωρίσθη ὅτι δὲν καλεῖσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κρίνητε Προϋπολογισμόν, προσαγόμενον ἐνώπιον ὑμῶν. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὴν χρῆσιν Προϋπολογισμοῦ γενομένου ὑπ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἀφορῶντος ἐν μέρει καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, χρήσεως ὅμως, ἥτις δὲν ἔληξεν εἰσέτι—μόνον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἔληξε—καὶ τοῦ ὁποίου Προϋπολογισμοῦ αἱ πιστώσεις αἱ χορηγηθεῖσαι ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεπαρκεῖς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει παρὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας ὅτι θὰ ἐπαρκέσωσι μέχρις οὗ λήξῃ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1910. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἂν τυχὸν διαψευσθῶσιν αἱ προβλέψεις της, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἑτέρας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ Ἀπολογισμοῦ, τότε θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἐλπίζομεν, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἀσχολουμένη ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 24 ἢ εἰς 48 ὥρας, ἀλλὰ εἰς πολὺ περισσότερον διάστημα, τότε δὲ θέλει ἀσχοληθῆ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, φρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ παλαιὰ μέθοδος τῆς ἀσυζητητὶ ἐγκρίσεως, ἀλλ’ ὅτι, ἂν καὶ ἐξελέγχεται οὗτος ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐν τούτοις πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ τὸν ἔλεγχον ὑμῶν. Διὰ τῶν λεχθέντων λοιπὸν ὑπῆρξε σύγχυσις μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο ἐργασιῶν καὶ τῶν δύο ἀποστολῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Βουλευτήριον.
§52ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ὄντως πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ Προϋπολογισμοῦ, ὑποθέτω ὅτι ἡ παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σημαντικωτέρα, διότι ἦλθε μὲ ἓν νομοσχέδιον ἁπλούστατον, μὲ λογαριασμοὺς γενικωτάτους, μὲ δικαιολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μονοσυλλάβων νὰ ζητήσῃ πιστώσεις, αἵτινες δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι, πιστώσεις ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων. Πρέπει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν Βουλὴν τότε, ἐὰν πρόκειται περὶ Προϋπολογισμοῦ, διατί ζητεῖ πιστώσεις τόσων ἑκατομμυρίων. Ἆρά γε μέχρι σήμερον ἐξήντλησε τὰς χορηγηθείσας ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ πιστώσεις τόσων ἄλλων ἑκατομμυρίων; Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, λέγω, καθίσταται τὸ ζήτημα σημαντικώτερον, διότι πρέπει νὰ μάθωμεν εἰς ποίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα. Τὸ πρᾶγμα, ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φοράν, καθίσταται σημαντικώτερον ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§53Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μόνον μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ μεσολαβήσασα συζήτησις μὲ ἀναγκάζει νὰ προσθέσω μερικά. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι βεβαίως ἡ ἐξέλεγξις τῶν δαπανῶν ἀφορᾷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι διετέθησαν ὅλαι αἱ δαπάναι καὶ ὑπάρχουν κονδύλια ἤδη ἐψηφισμένα, τότε δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας ἔφερε τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι ἐπροκλήθησαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι θὰ ὑπάρξῃ καιρὸς νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μάθῃ τὰ πολιτικὰ κατορθώματα τοῦ ἐκ Δαδίου πολιτευτοῦ. Ἐξ ἄλλου ὅμως θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ, ἐφ’ ὅσον αἱ ζητούμεναι πιστώσεις πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἶναι δυνατόν, δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ἀλλὰ συνέβη ἤδη, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, νὰ ζητῇ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὅπως συνέβη ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἐζητήθη πίστωσις καὶ ἐγένετο προμήθεια πετρελαίου τὸν Δεκέμβριον, ὥστε νὰ λογισθῇ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Διότι δυστυχῶς τὸ σύστημά μας τὸ λογιστικὸν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δύναται μία Κυβέρνησις ζητοῦσα ἀναπληρωματικήν τινα πίστωσιν εἰς βάρος τοῦ προηγουμένου ἔτους νὰ θέλῃ νὰ ἐλαφρύνῃ τὸ βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ. Δὲν ὑποθέτω οὔτε πιστεύω, ὅτι συμβαίνει τοῦτο εἰς τὴν παροῦσαν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, εἶχέ τι τὸ ἀγαθόν, ἔστω καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι εἶχέ τι τὸ παράτυπον, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετασθῇ κάπως προσεκτικώτερον ὁ Ἀπολογισμός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κηρύσσεται περατωμένη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχ. 6,290,85 καὶ ἑτέρα τροπολογία ἐκ δραχ. 89,000. Ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,389,428,21. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἀλλοτρίας πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσίας». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθμοὺς 3, 4, 5 καὶ 6 ἀνεγράφησαν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι εἶχον διανεμηθῆ καὶ εἶχε παρέλθει τὸ 24ωρον. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις αὐτῶν θέλει ἀναβληθῆ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὴν ἔκθεσίν της. Κατὰ συνέπειαν προχωροῦμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 7. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΒʹ τῆς 5ης Νοεμβρίου 1909 καὶ ͵ΓΥΙʹ τῆς 16 Νοεμβρίου 1909». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως ἐδαφίων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΒʹ (3432) περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς 5 § τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΔʹ (3374).
§55Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου προσκομίσῃ μερικὰς πληροφορίας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ κατ’ ἀρχήν, διότι ὁμιλεῖ περὶ κτημάτων τοῦ μετοχικοῦ ταμείου. Ἂν δὲν πλανῶμαι, ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου χωλαίνει, διότι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κτήματα εἰς ἐπαρχίαν, ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει ἀσάφειά τις ὡς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν ἀκινήτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς χρῆσιν τοῦ Δημοσίου. Τὰς ἀσαφείας αὐτὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ χάριν τάξεως κυρίως καὶ ἵνα μὴ παρεμβάλλωνται καὶ δυσχέρειαι, καλὸν θὰ ἦτο ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ τὰς διατυπώσητε σαφέστερον. Διότι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ μίσθωσις ἄνευ δημοσίου διαγωνισμοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν τὸ ἀκίνητον ἀνήκῃ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν ἐπιστρατεύσεως ἢ γενικῶν γυμνασίων, ἢ καὶ δι’ ἐπειγούσας ἀνάγκας κλπ.». Αὐτὸ τὸ «κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως» ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι δευτέρα παράγραφος, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι εἶναι κακὴ διατύπωσις.
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ διατύπωσις νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανῶς σαφής. Ἐπιτρέπεται ἡ ἐνοικίασις πρῶτον, ὅταν πρόκειται περὶ ἀκινήτου τοῦ μετοχικοῦ ταμείου· δεύτερον ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως· τρίτον ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης· καὶ τέταρτον ὁσάκις πρόκειται περὶ κτημάτων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές.
§57Γ. ΠΩΠ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, διότι προκύπτει κἄποια ἀσάφεια, νὰ παρατηρήσητε τὸ ἑξῆς: Ἐδῶ λέγει ὅτι δύναται νὰ ἐνοικιάσῃ κτήματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου. Εἶναι γνωστὰ τὰ κτήματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου· συγχρόνως εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κτήματα εἰς ἐπαρχίας. Μετεβλήθη ὁ νόμος, πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, καὶ ποῖα εἶναι τὰ κτήματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ; Αὐτὰ ἤθελον νὰ διασαφηνισθῶσιν, ὅπως ἐπεθύμουν νὰ εἶχον διασαφήσεις καὶ περὶ μισθώσεως ἀκινήτων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Πρόκειται πράγματι περὶ ἐνοικιάσεως ἀκινήτων; Δὲν εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν θέλητε προξενεῖα ἢ πρεσβείας, δὲν εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα; Ὁ κ. Βουλευτὴς παρεῖδεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἐπρόσεξε καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τροποποιεῖται κατὰ τὸ μέρος τοῦτο.
§59Γ. ΠΩΠ. Τὸ παρετήρησα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ἐνοικιάσεως ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀφορῶσι τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐφ’ ὅσον ἡ διασάφησις, τὴν ὁποίαν ζητῶ ἐγώ, θίγει ἄλλα συμφέροντα, γενικώτερα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μείνωσι μυστικά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ μυστικῶν, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν δὲν τὸν δυσκολεύῃ, εἰς προσεχῆ συζήτησιν νὰ προσκομίσῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ἵνα συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως ἄρθρου τοῦ νόμου ᾼΧΚΗʹ τοῦ ἔτους 1887 «περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ».
§61Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς χρονοτριβάς. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι ὁ ἑξῆς: Εἷς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ εἰς ὡρισμένον μέρος ἐκτὸς τῆς ἕδρας του ὑπηρεσίαν τινὰ πέρα τῶν τριάκοντα ἡμερῶν, ἔχει πλέον ἐγκατασταθῇ· ὑπάρχει δι’ αὐτὸν ἐγκατάστασις, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ δίδηται τὸ ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον ἰδίως διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι ἴσον κάποτε μὲ τὸν μισθόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὅτι, ἐὰν εἷς ἀξιωματικὸς παραμένῃ πέρα τῶν τριάκοντα ἡμερῶν, θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐγκατάστασιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκεῖ, καὶ νὰ μὴ ὑποβάλληται τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πρόσθετον δαπάνην. Πολλάκις ὅμως συμβαίνει, ὥστε ἡ φύσις τῆς ἐργασίας νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ ἀξιωματικὸς οὐδενὸς εἴδους ἐγκατάστασιν νὰ ἔχῃ, εἶναι δὲ ὑπηρεσίαι τινές, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωσιν εἰς ἕνα μῆνα, ὅπως εἶναι ἡ χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία. Ἐρωτῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί δὲν ἔλαβε τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ναυτικόν; Ὁ ἴδιος νόμος ἰσχύει, καὶ ἴσως ἀναγκασθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1911». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§63Γ. ΠΩΠ. Διενεμήθη σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην δὲν ἐτηρήθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ὁπωσδήποτε μορφήν τινα νομοθετικὴν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρόκειται, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται τὸ ἄρθρον 1, νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς ἀνώμαλον· νὰ στηριχθῇ νόμος ἐπὶ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τίνος Β. Διατάγματος; Ἐπὶ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἥμισυ ἔχει καταργηθῆ, διότι εἰς τὸ αὐτὸ Διάταγμα ἀναφέρονται πρόσωπα. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μερίσωμεν τὸ Β. Διάταγμα εἰς ἀπρόσωπον, καὶ εἰς Β. Διάταγμα προσώπων; Πλὴν τούτου αἱ αὐταὶ ἀσάφειαι, αἱ ὁποῖαι διήκουσιν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ νομοσχεδίου, παρατηροῦνται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἅμα τῇ παραβολῇ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ θελήσῃ νὰ διατυπώσῃ πρὸ τῆς συζητήσεως καλῶς τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο κατὰ τὸ ἥμισυ ἰσχύει, κατὰ τὸ ἥμισυ δὲ κατηργήθη σιωπηρῶς, οὐσιαστικῶς, ἄγνωστον πῶς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς διευκολύνῃ, ἵνα κάμωμεν συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου παραδόξου δημιουργήματος.
§64ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅτε καὶ ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν συμπολιτῶν μας, εἴπομεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι θὰ συμβάλωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν ὑπὲρ τῆς ἐξυγιάσεως τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἡμετέρας χώρας, διότι καὶ ἡμεῖς ἀπὸ πεποιθήσεως φρονοῦμεν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐν πολλοῖς ὑπῆρξε δίκτυον διὰ τοὺς μικροὺς ἰχθῦς καὶ μόνον διὰ τοὺς ἀτυχεῖς αὐτούς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον κλάδον ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἀνάγκην ἀνακαθάρσεως, ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἀνάγκην τονώσεως, ἡ νομοθεσία ἔχει ἀνάγκην κωδικοποιήσεως, διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ θάρρους, ὅτι οἱ ἡμέτεροι νόμοι, ὡς ἔχουσι νῦν, δύνανται νὰ ἔχωσι μόνον ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, καὶ μόνον ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, διότι οἱ ἡμέτεροι νόμοι εὑρίσκονται εἰς στασιμότητα, ἐνῷ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλάβομεν αὐτούς, ἔχουσι μεταρρυθμίσει τούτους δὶς καὶ τρίς, καὶ πάντες γνωρίζομεν ὅτι προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὰ Βαυαρικὰ σχέδια, παρὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἔχομεν παραλάβει τὸν νῦν κρατοῦντα Ποινικὸν Νόμον, ἔχουσι τρὶς καὶ τετράκις μέχρι τοῦδε μεταρρυθμισθῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐπιβάλλεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν καὶ κωδικοποίησιν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, διότι ἀνεξαρτήτως τῶν ἡμετέρων νόμων τὰ ἐλαττώματα τὰ παρατηρούμενα εἰς τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν, ἐν γένει ἡ ἑρμηνεία τῶν διαφόρων νόμων ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν αὐτῶν πρὸς τὰ διάδικα μέρη, πρέπει νὰ φέρωσι τὴν Βουλὴν εἰς σκέψιν, ὥστε νὰ προβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν σχετικῶν νόμων. Καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις σχεδίου νόμου σχετικῶς πρὸς τὴν κωδικοποίησιν ἐκ μέρους ἐπιτροπειῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ὅτι εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία περιποιεῖ πράγματι τιμὴν εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, καίτοι ἔχω ἀπειρίαν δικανικήν, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν τελειοτέραν μορφὴν τῆς ἐπιστήμης, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐξυγίασιν καὶ ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι πράγματι ὥριμος ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν ἡμετέρων νόμων, διότι καὶ ἄλλα Κράτη ἔχουσι προβῆ εἰς τὴν τοιαύτην κωδικοποίησιν. Ἀλλά, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν σχετικῶν μας νόμων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἐκεῖνοι τυχόν, οἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν σχετικὴν κωδικοποίησιν, κάθαρσιν, ἐξυγίασιν καὶ ἀνακάθαρσιν τῶν σχετικῶν αὐτῶν νόμων, θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐκπροσωποῦσι τὴν ἰδέαν τοῦ νόμου τούτου. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς κωδικοποιήσεως τῶν ποινικῶν νόμων πρώτη ἡ Ἰταλία κατὰ τὸ ἔτος 1872 συνέστησε μεγάλην ἐπιτροπήν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κωδικοποίησιν αὐτῶν. Ἀλλά, ὅτε ὁ οἰκεῖος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἰταλίᾳ ἀπετάθη εἰς τὸν πολὺν καὶ διάσημον καθηγητὴν τοῦ Ποιν. Δικαίου Carara, ἀκούσατε, Κύριοι, τί εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ πολὺς ἐκεῖνος καθηγητής—καὶ ὅτε λέγομεν, Κύριοι, περὶ Carara, δὲν ἀποκρύπτομεν, ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὰς ὑπερτέρας κορυφὰς τῆς ἐπιστήμης· ἐχρημάτισε καθηγητὴς ἐν Πίζῃ τῆς Ἰταλίας, ὑπῆρξε διδάκτωρ τῆς Φιλολογίας, ὑπῆρξε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας, ὑπῆρξε διδάκτωρ τῆς Νομικῆς—ὅτε, λέγω, ἀπετάθη ὁ οἰκεῖος Ὑπουργὸς εἰς τὸν διάσημον τοῦτον καθηγητὴν καὶ κοινωνιολόγον καὶ ψυχολόγον καὶ φιλόσοφον πρὸ τοῦ ἔτους 1872, ἀπήντησεν ὁ μέγας ἐκεῖνος ὄντως ἀνήρ, ἔχων συναίσθησιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνελάμβανεν, ὅτι: δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὐθὺς ἅμα τῇ προτάσει θὰ ἀναλάβω τὴν κωδικοποίησιν, ἢ θὰ ἀποτελέσω μέλος τῆς ἐπιτροπείας πρὸς κωδικοποίησιν τῶν νόμων. Ἀπήντησε, λέγω, ὁ σοφὸς ἐκεῖνος καθηγητὴς ὅτι: ἔχω ἀνάγκην πενταετοῦς μελέτης εἰς τὸ σπουδαστήριόν μου, ἵνα μελετήσω φιλοσοφίαν. Καὶ ὅτε τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον ἀπετάθη πρὸς ἕτερον τῶν ποινικολόγων, τὸν κ. Pessina, ὁ ὁποῖος εἶναι καθηγητὴς ἤδη ἐν τῷ πανεπιστημίῳ τῆς Νεαπόλεως τῆς Ἰταλίας, συγγραφεὺς τῆς ἐγκυκλοπαιδείας τοῦ Δικαίου, καὶ ὁ ἐν λόγῳ καθηγητὴς δισταγμοὺς ἐξέφρασε. Καὶ ὅτε τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον τῆς Ἰταλίας ἀπετάθη πρὸς τὸν κ. Ferri, καθηγητὴν τοῦ πανεπιστημίου ἐν Ῥώμῃ τοῦ Ποιν. Δικαίου, καὶ πάλιν ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος μετὰ πολλῶν δισταγμῶν ἀπεδέχθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1872, καὶ προκειμένου περὶ ἐπεξεργασίας καὶ μόνον τῶν ποινικῶν κωδίκων ἐχρησίμευσε χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1872 μέχρι τοῦ 1890, ἤτοι 18 συναπτὰ ἔτη. Καὶ ταῦτα προκειμένου περὶ τῶν πρυτάνεων τῆς Φιλολογίας, τῆς Ψυχολογίας, τῆς Κοινωνιολογίας, τῶν μελετητῶν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Καὶ εἶπον ταῦτα προκειμένου περὶ Ἰταλίας, διότι πολλάκις ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπικαλώμεθα τὰ φῶτα τῶν ξένων συγγραφέων καὶ δὴ Ἰταλῶν. Ἀλλ’ ἂς ἀνατρέξωμεν πρὸς στιγμὴν καὶ εἰς ἕτερον Κράτος, Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον πρυτανεύει ἤδη ἡ ἐπιστήμη, Κράτος τὸ ὁποῖον καταγίνεται ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὰς κλασσικὰς μελέτας καὶ τὰς μελέτας τὰς φιλοσοφικὰς καὶ τὰς ψυχολογικὰς καὶ τὰς κοινωνιολογικὰς καὶ τὰς μελέτας παντὸς δικαίου, εἰς τὸ Κράτος τὸ Γερμανικόν. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἤδη ἔχει συσταθῆ ἐπιτροπὴ ἐν Γερμανίᾳ ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κορυφαίων τῆς ἐπιστήμης, ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἴσως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς—καὶ μὴ τὸ θεωρήσητε ὅτι θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξίαν σας—ἴσως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, λέγω, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὰς ἐπιτροπὰς τῶν σχεδίων νόμων καὶ τῆς κωδικοποιήσεως, δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξαρθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον καὶ τὸ αὐτὸ πνευματικὸν παράστημα. Καὶ ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κωδικοποίησιν τῶν Γερμανικῶν νόμων ἐν συνόλῳ τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ δὴ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα δὲν ἔθεσαν βάσιν γενικὴν ἰδίας μελέτης πρὸς σύνταξιν καὶ κωδικοποίησιν τῶν σχετικῶν νόμων ἐν τῷ συνόλῳ τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλ’ ἔλαβον ὡς βάσιν τῆς μελέτης αὐτῶν τὸν Ἰταλικὸν νόμον τοῦ 1890. Καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα τῶν ταγῶν τούτων τῆς ἐπιστήμης· εἶναι ὁ Λύστ, εἶναι ὁ Μπὶτ καὶ ὁ Μάγερ. Ὅλοι βεβαίως οἱ γερμανομαθεῖς θὰ γνωρίζωσι τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1895 καταγίνεται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πρὸς κωδικοποίησιν τῶν σχετικῶν ποινικῶν Κωδίκων ἐν συνόλῳ τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἐνῷ ἐργάζεται ἐπὶ 16 συναπτὰ ἔτη, δυστυχῶς δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τῶν ποινικῶν Κωδίκων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν τῷ Κράτει τούτῳ τῷ πρωτοτύπῳ ἴσως ἔχομεν, Κύριοι, ἰδίαν ἰδέαν, προκειμένου περὶ συντάξεως νόμων, καὶ δὴ νόμων οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι νομοθεσίαν πλήρους ἐπιστημονικῆς μορφῆς. Ἀναφέρω γεγονός, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὅτι προκειμένου περὶ νόμων οἱ νόμοι συντάσσονται ἀφ’ ἑσπέρας, ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρωίαν, ψηφίζονται καὶ μετὰ δέκα ἡμέρας ἐφαρμόζονται ἐν συνόλῳ. Κατὰ τὸ 1884 ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐκάλεσε τὸν Οἰκονομίδην, τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν νομικὴν κεφαλὴν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν νόμου φορολογικοῦ προκειμένου περὶ καπνοῦ. Ἠρώτησεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τὸν Οἰκονομίδην πόσον χρονικὸν διάστημα θὰ ἀπαιτηθῇ, διὰ νὰ τῷ παρουσιάσῃ σχέδιον νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὁ δὲ Οἰκονομίδης ἀπήντησεν: «ὄχι ὀλιγώτερον τῶν ἓξ μηνῶν». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δυσηρεστήθη ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ μεγάλου χρονικοῦ διαστήματος ἐκ τῆς μεγάλης προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἔταξε πρὸς αὐτόν, καὶ ἀμέσως καλεῖ τὸν οἰκεῖον τμηματάρχην καὶ ἀναθέτει εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ψηφίζεται καὶ γίνεται νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Εἰς τὸ 2 ἄρθρον ἔλεγεν ὅτι τὰ χαβάνια τῶν καπνοκοπτηρίων κατάσχονται καὶ ἐκπλειστηριάζονται, καὶ πράγματι κατεσχέθησαν χαβάνια καπνοῦ καὶ ἐξεπλειστηριάσθησαν, κἄποιος δὲ ἠγόρασεν ἓν χαβάνιον εἰς τὸν πλειστηριασμόν. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἡ ἀστυνομία τρέχει καὶ ἐνεργεῖ κατάσχεσιν τοῦ χαβανίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀγοράσει ὁ ἀτυχὴς πολίτης εἰς τὸν πλειστηριασμόν. Ὥστε βλέπετε ὅτι διέτρεχε τὸν κίνδυνον ὄχι μόνον τῆς ἀπωλείας τῆς περιουσίας αὑτοῦ, τὴν ὁποίαν νομίμῳ τρόπῳ καὶ νομίμῳ δικαίῳ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τοῦ ἐκπλειστηριασθέντος χαβανίου, ἀλλὰ διέτρεχε καὶ τὸν κίνδυνον νὰ φιλοξενήσωσιν αὐτὸν αἱ φυλακαὶ ἑρμητικῶς. Καλεῖται τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἀποφανθῇ σχετικῶς πρὸς τὸν ὑποβληθέντα νόμον καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μελετῆσαν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀπήντησεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι μωρός. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχομεν, Κύριοι, προκειμένου περὶ συντάξεως νομοσχεδίων, τοιαύτην ἰδέαν δυστυχῶς ἔχομεν προκειμένου περὶ κωδικοποιήσεως τῶν ἡμετέρων νόμων, ὁσάκις μάλιστα πρόκειται νὰ μὴ συνέρχωνται αἱ Βουλαὶ ἀπὸ Συνόδου εἰς Σύνοδον καὶ ἀπὸ Περιόδου εἰς Περίοδον νὰ μεταβάλλωσιν αὐτούς, καὶ ἡ κωδικοποίησις δὲν γίνεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ἡ κωδικοποίησις δὲν συντάσσεται ἐκ τοῦ προχείρου. Ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου ἐκ τῶν ὑποτιθεμένων μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν σχετικὴν ἐπιτροπήν, πόσον χρονικὸν διάστημα θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ὅρους οὕτως ὥστε νὰ παρουσιάσῃ πρὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας κώδικα ἐν προσχεδίῳ, προκειμένου περὶ Ποινικῶν Κωδίκων, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο «ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν». Καὶ ὅμως ἐν Ἰταλίᾳ ἐργάζονται 18 ἔτη, ἐν Γερμανίᾳ ἐξακολουθοῦσιν ἤδη 16 συναπτὰ ἔτη ἐργαζόμενοι, καὶ ἀκόμη τὸ ἔργον δὲν ἀπεπερατώθη. Καὶ ὅτε ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ὑπέρταται ἐπιστημονικαὶ κεφαλαί, καὶ ὅτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν, ἴσως ἴσως νὰ ὑπῆρξαν ἢ νὰ μὴ ὑπῆρξαν μαθηταὶ ἐκείνων, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν ἰδέαν τῆς κωδικοποιήσεως ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ αἴγλῃ καὶ ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ μορφῇ. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ διὰ παντὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ὁ περίβολος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι κέντρον μικροφιλοτιμιῶν· ὁ περίβολος τῆς Βουλῆς εἶναι παλαίστρα ἰδεῶν, παλαίστρα κοινωνικῶν συμφερόντων, καὶ ὁσάκις τις παλαίει περὶ τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ τυγχάνῃ παρεξηγήσεων ὑφ’ οἱουδήποτε ἄλλου. Προχθὲς ἐν τῇ συζητήσει, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μερὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθενται ὅτι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς, παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δίκην κινηματογράφων καὶ ὑπέβαλον τὰς σχετικάς των παραιτήσεις. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ παρακαλέσω αὐτούς: μὴ ὑποβάλετε πρὸς Θεοῦ τὰς παραιτήσεις σας, διότι εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ἐξεπορεύθη ἡ Ἀθηνᾶ ἐκ τῶν κεφαλῶν αὐτῶν. Ἀληθὲς ὅτι αἱ παραιτήσεις ἐκεῖναι σκοπὸν εἶχον τὴν βολιδοσκόπησιν τοῦ ἐδάφους τοῦ Κοινοβουλίου· ἀληθὲς ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι παραιτήσεις εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεπον, ἵνα ἡμεῖς οἱ ἐκεῖ καθήμενοι διὰ βοῆς παρακαλέσωμεν αὐτούς, ἵνα μὴ πρὸς Θεοῦ παύσωσι προσφέροντες τὰ φῶτα αὐτῶν εἰς τὴν ἀτυχῆ δικαιοσύνην Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ παρακαλέσω αὐτούς, ἵνα καὶ πάλιν ἀναλάβωσι τὸν ἐπιστημονικὸν τρίβωνά των, τὸν ὁποῖον κατέθεσαν πρὸ τῶν ποδῶν τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε ἂς ἔχωμεν ὡς δεδομένον πρὸς στιγμὴν ὅτι τὰ μέλη ἐκεῖνα καὶ δὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἤδη διπλῆν τὴν ἰδιότητα, τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑτέρου, ἂς λάβωμεν ὡς δεδομένον, ὅτι ἀρκετὰ αὐτοὶ ἐκπροσωποῦν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιστήμης ἐν ὅλῃ τῇ αἴγλῃ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ μορφῇ αὐτῆς. Ἀλλά, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὸ κέντρον τῆς πρωτευούσης καὶ ἐκπροσωποῦν τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, φρονοῦσι καὶ πιστεύουσιν ὅτι ἔχουσι καιρὸν ἀνάλογον οὕτως ὥστε νὰ συνεισφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς τὴν πατρίδα διὰ τῶν νομοθετικῶν παροχῶν ὅσον καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διὰ τῆς κωδικοποιήσεως τῶν σχετικῶν ποινικῶν νόμων. Ἀλλά, ὅταν δὲν εὑρίσκωνται ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἀπέρχωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας, φρονοῦσιν ὅτι θὰ ἐγκαταλείψωσι πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, διὰ νὰ τοὺς ἀπορροφήσῃ ἡ σκέψις τῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων; Φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ὁμολογήσωσιν εἰλικρινῶς, διότι ἀνάγκη εἰλικρινείας, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν, εἴτε πρὸ παντὸς διὰ τὸν ἀνάλογον ὑλικὸν χρόνον εἴτε διότι δὲν ἐμελέτησαν ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς των ἡλικίας ἢ ἐκ τῆς μικροτέρας αὐτῶν κοινωνικῆς πείρας τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πῶς θὰ συνεισφέρητε τὰ φῶτα ὑμῶν Κύριοι, ὅταν δὲν ἔχητε μελετήσει σοβαρῶς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν; Καὶ πῶς θὰ ἐξυπηρετήσητε ὑμεῖς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος σας, ὅταν δὲν ἔχητε μελετήσει τὰς διαφόρους περιφερείας τοῦ Κράτους, διὰ νὰ γνωρίσητε διὰ τίνας λόγους καὶ διὰ ποίας αἰτίας ἐγκληματοῦσιν εἰς τὸ ἄλφα μέρος καὶ διὰ ποίας αἰτίας εἰς τὸ βῆτα μέρος; Δύνανταί τινες ἀπὸ θεωρίας νὰ εἶναι ἐγκρατεῖς καὶ δυνατοί, ἐγὼ ὅμως τοὐλάχιστον ἀπὸ πείρας κοινωνικῆς καταδικάζω αὐτοὺς εἰς τελείαν ἀνυπαρξίαν. Δι’ αὐτὸ Κύριοι, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, τοιαύτης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν Ποινικῶν Κωδίκων τῆς Ἰταλίας, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ γεωγραφικοῦ πλάτους μετὰ τῆς Ἰταλίας, ὅτι παρουσιάζομεν τὸ αὐτὸ ἦθος καὶ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα μετὰ τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ. Ἂν ἡ Γερμανία φέρει ὡς βάσιν τῆς μελέτης αὐτῆς, προκειμένου περὶ Ποινικοῦ Κώδικος, τὸν Ἰταλικὸν νόμον, ἡμεῖς ἔχομεν ἐπιβεβλημένην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταφράσωμεν τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα ἢ μᾶλλον τοὺς Ἰταλικοὺς Κώδικας, καὶ κατόπιν ἡ μετάφρασις αὕτη ἡ φωτεινὴ καὶ πλήρης νὰ ἀναθεωρηθῇ ὑπὸ δευτέρας ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ συνεισφέρῃ τὰ φῶτα αὐτῆς, καὶ κατόπιν τὸ προσχέδιον αὐτὸ τῶν Ποινικῶν Κωδίκων νὰ ῥιφθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ συζητηθῇ διὰ μακρῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁμολογῶ ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ οἰκεῖος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναλάβῃ, καὶ θὰ ἀναλάβῃ διὰ τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, τὸν διορισμὸν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φρονεῖ καὶ πιστεύει ὅτι θὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν ἐπιστήμην ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ μορφῇ, βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ τῶν σχετικῶν τούτων προσώπων, θὰ ἀναγκασθῶ πάντως νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος ὀψέποτε οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκολουθήσωσι τὴν πεπατημένην τοῦ παρελθόντος ὁδὸν νὰ ἐλέγξω τὸν φίλτατόν μοι Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§65ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ὑπεβλήθησαν τρεῖς ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ πρώτη τῶν ἀντιρρήσεων ἦτο ὅτι δὲν συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν κωδίκων ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποκατεστάθημεν εἰσέτι ἐθνικῶς. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος.
§66Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ εἶπον κάτι τι ἄλλο.
§67ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι ἡ Γερμανία τότε προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κώδικός της, ὅτε ἀποκατεστάθη ἐθνικῶς.
§68Γ. ΠΩΠ. Εἶπον ὅτι προκειμένου περὶ Κληρονομικοῦ Δικαίου ἔπρεπε νὰ συσταθῇ καὶ ἄλλη ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων ἐκεῖθεν καταγομένων, ἵνα μὴ χωρίσωμεν ἕξ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον.
§69ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μονομερὴς νομοθετικὴ πρόοδος δὲν εἶναι ἐμπόδιον τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἀποκατεστάθη ἡ Γερμανία, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἑνότητα δικαίου, ὡς γνωρίζετε, καὶ τὸ διάφορον Ἀστικὸν Δίκαιον τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἠμπόδισεν αὐτὴν νὰ ἔχῃ ἰσχυρὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα. Ἐπίσης ἡ κωδικοποίησις ἐν Κρήτῃ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Δικονομίας οὐδόλως ἐμποδίζει τοὺς Κρῆτας νὰ ἀγωνίζωνται, ὅπως αὐτοὶ γνωρίζουν νὰ ἀγωνίζωνται, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς των ἀποκαταστάσεως. Ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἡ πρόοδος πρὸς τὸν πολιτισμόν, πρόοδος δὲ εἰς τὸν πολιτισμὸν εἶναι ἡ συμφώνως πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τροποποίησις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις συνίστατο εἰς τὸ ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ νομοπαρασκευαστικὴ ἐργασία καὶ εἰς Βουλευτάς. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ προβληθῇ μετὰ τὴν μεταρρύθμισιν, ἣν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν, εἶναι ἀστήρικτος, διότι προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ἐντελῶς ἐξαιρετικῶν ἐργασιῶν εἶναι σόλοικον νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐξ αὐτῶν διακεκριμένοι νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ μέλη τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὡς ἐὰν εἶναι παρ’ ἡμῖν εὔκολος ἡ ἀντικατάστασις τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τόσον σπουδαίαν ἐργασίαν ἢ ὡς ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνός τις ἐπηρεασμοῦ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ διορισμοῦ Βουλευτῶν εἰς τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπάς. Καὶ ἀλλαχοῦ προκειμένου νὰ συντελεσθῇ τόσον σπουδαία ἐργασία, ὅπως ἡ σύνταξις κωδίκων, δὲν ἐδίστασαν νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ Βουλευτάς. Ἀναφέρω πλὴν τῆς Ἰταλίας, τῆς ὁποίας τὸ παράδειγμα ἄλλος συνάδελφος ἐμνημόνευσε, τὴν Ἑλβετίαν, ὅπου διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἔγινε μεγάλη ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον καὶ Βουλευταί. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξε χθὲς ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ἰδιαίτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἤκουσε νὰ ἐγερθῇ καμμία ἀντίρρησις, καὶ εἶχε δίκαιον. Τοιαύτας ἀντιρρήσεις σήμερον πρῶτον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς καὶ τοιαύτας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν σκοπεύω νὰ κάμω καὶ ἐγώ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τὸ συνέταξε, καὶ τοῦ Β. Διατάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, προβλέπονται καὶ ἀποσοβοῦνται ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὸ ναυάγιον τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἢ ὀρθότερον τοῦ Β. Διατάγματος, εἰς ὃ παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, συνιστᾶται ἐπιτροπὴ—ἐγὼ κυρίως θὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος— πενταμελής, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ ἡ σύνταξις τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ. Πρὸς τούτοις καθορίζεται ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους καὶ τὰ Δικαστήρια, τίθεται δὲ χρονικὸν ὅριον πέντε μηνῶν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τὰ πολυμελῆ ταῦτα Σώματα πρέπει νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, τέλος λαμβάνεται πρόνοια περὶ συστάσεως μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρονικοῦ τούτου ὁρίου καὶ δευτέρας ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ ἀπαρτισθῇ ἐκ τῶν μελῶν τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλων νομομαθῶν καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ σχέδιον τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς οὕτως ὥστε τοῦτο διυλισμένον πλέον καὶ ὥριμον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶναι αὐτὸς ὁ καταλληλότερος τρόπος, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποσοβοῦνται ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν μέχρι τοῦδε τὸ ναυάγιον τῶν προηγηθεισῶν ἐπιτροπῶν; Κατὰ τὴν γνώμην μου, πρὶν συσταθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας αὐτῆς, διότι ὁ τρόπος αὐτός, ἡ μέθοδος τῆς ἐργασίας τῆς συντάξεως τοῦ κώδικος δὲν εἶναί τι ἁπλοῦν καὶ ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένος. Εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα, ἐὰν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος θὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν Βυζαντίνων Αὐτοκρατόρων καὶ ἐὰν θὰ ἀκολουθήσωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τὸ γερμανικὸν ἢ τὸ γαλλικὸν πρότυπον ἢ ἂν θὰ λάβωμεν ὡς βάσιν ἄλλο σύστημα ἁπλουστέρας διατυπώσεως καὶ ἀφέσεως μεγαλειτέρας ἐλευθερίας εἰς τὸν δικαστήν, σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν ἐσχάτως εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται σήμερον ὑπὸ πολλῶν νομικῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν σχολὴν τῆς ἐλευθέρας ἐρεύνης. Εἶναι, λέγω, σπουδαιότατον νὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ποίαν ὁδὸν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ πρώτη ἐπιτροπή, διότι ἄλλως τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἐντελῶς μάταιον. Εἰς τὴν Γερμανίαν πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ σύνταξις τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, συνεστάθη ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπιφανῶν νομομαθῶν, ἡ προεπιτροπὴ καλουμένη, ἡ ὁποία προδιέγραψε τὴν μέθοδον τῆς ἐργασίας τῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως ἐπιτροπῆς, προδιέγραψε δηλαδὴ κατὰ ποῖον τρόπον ἤθελε τεθῆ ὡς βάσις τὸ κοινὸν δίκαιον ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὰ ἰδιαίτερα δίκαια, τὰ ὁποῖα ἴσχυον εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον Κράτη. Παρ’ ἡμῖν δὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὸν μὴ ἐκ τῶν προτέρων προσήκοντα καθορισμὸν τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν πρὸς σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ὀφείλεται κατὰ μέρος τὸ ναυάγιον τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτροπῶν. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ πρώτη, ἡ παλαιὰ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἠκολούθησε τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα. Τοῦτο δὲ ἦτο εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καταρτισθὲν σχέδιον δὲν ἐγένετο ἀποδεκτόν. Τὰ μέλη τῶν μεταγενεστέρων ἐπιτροπῶν δὲν ἦσαν μεταξὺ αὐτῶν σύμφωνα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας· μερικοὶ ἠξίουν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ Γερμανικὸν πρότυπον, ἄλλοι τὸ Γαλλικὸν καὶ ἄλλοι συνέταττον ἐργαζόμενοι ἰδιαιτέρως μέρη τινὰ τοῦ κώδικος κατὰ τρόπον πρωτότυπον. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὴ ἡ διχογνωμία τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν ἦτο εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς μὴ προόδου τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ὅπως ἀνεμένετο. Ἡ κατάστασις αὕτη συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ καταλήξῃ ἡ τελευταία ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν σύνταξιν σχεδίου πλήρους Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν ἰδιαιτέρων τμημάτων τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας μᾶλλον ἐπειγόντων, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἓν τῶν τμημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθη ἡ τελευταία ἐπιτροπή, ὑπεβλήθη καὶ εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συνεδρίου τούτου. Ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῆς μεθόδου τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ἔχουν ἁρμοδιότητα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαρτίσουν τὴν πρώτην ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σπουδαῖον καὶ αἱ συνέπειαι ἐκ τῆς κακῆς λύσεως αὐτοῦ τόσον μεγάλαι, ὥστε δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφεθῇ εἰς μόνην τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ὁ καθορισμὸς τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι τὴν πρώτην ἐργασίαν θὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον λόγῳ τῶν σπουδῶν των εἶναι κατάλληλοι διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἡλικίας καὶ λόγῳ τῶν ἐπαγγελματικῶν των ἀσχολιῶν θὰ ἠδύναντο νὰ διαθέσωσι περισσότερον καιρὸν διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν. Βεβαίως ἡ γνῶσις τῶν ξένων νομοθεσιῶν εἶναι σπουδαιότατον προτέρημα πρὸς σύνταξιν νόμων· ἀλλ’ ἡ σύνταξις νόμων προϋποθέτει καὶ ἰδιοφυΐαν, προϋποθέτει καὶ παρατήρησιν καὶ πεῖραν· θὰ ἦτο δὲ ἀπαραίτητον, προκειμένου νὰ καθορίσωμεν ἀκριβῶς τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς τῆς μεταρρυθμιστικῆς, νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν ἰδιοφυΐαν καὶ τὴν πεῖραν ἐν γένει καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔχουν τὰ ἀνωτέρω προτερήματα, δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ ξένα κλασσικά, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὰ πρότυπα.
§70Γ. ΠΩΠ. Θέλετε μίαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς βοηθήσῃ ἀκριβῶς εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§71ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, μίαν στιγμὴν νὰ τελειώσω.
§72Γ. ΠΩΠ. Μίαν λέξιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1893, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ τοὺς κ. Στεφάνου, Κρασσᾶν, μακαρίτην Ψαρᾶν, Μομφερρᾶτον, Βαλαωρίτην, Ἰ. Εὐταξίαν ἐξετέλεσε τὸ ἔργον της σοβαρῶς καὶ ἔχει παραδώσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑξῆς ἐργασίαν: Τὰς γενικὰς ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ Ψαρᾶ· τὸ ἐνοχικὸν δίκαιον ὑπὸ τοῦ Εὐταξίου· τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ὑπὸ Κρασσᾶ καὶ Βαλαωρίτου.
§73ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιγράμματα εἶναι αὐτὰ ἢ νόμοι;
§74Γ. ΠΩΠ. Ὄχι· νόμοι τοῦ κώδικος. Τί ἔγινεν αὐτὴ ἡ ἐργασία; Ἐπὶ ματαίῳ θ’ ἀποβῇ;
§75ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω τι περὶ αὐτῆς τῆς ἐργασίας.
§76Γ. ΠΩΠ. Καὶ ὅμως ὑπάρχει.
§77ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ὅπως χρησιμοποιήσωμεν τὰ φῶτα τῶν ἐπιστημόνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, θὰ ἦτο ἀπαραίτητον πρὶν ἢ κάμωμεν ἔναρξιν οἱανδήποτε τῆς συντάξεως τῶν κωδίκων νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν ἰδικήν μας γλῶσσαν τὰ πρότυπα ἐκεῖνα νομοθετήματα καὶ τὰς αἰτιολογίας αὐτῶν. Τοιαῦτα δὲ εἶναι ὁ Γερμανικὸς Κῶδιξ, ὁ Ἑλβετικὸς καὶ ὁ Γαλλικός. Ὁ τοιοῦτος τρόπος ἐργασίας, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐφεύρεσις ἰδική μου. Εἰς τὴν Γερμανίαν, προκειμένου ν’ ἀναθεωρήσουν τὸ Ποινικόν των Δίκαιον, πρὶν προβῶσιν εἰς σύνταξιν σχεδίου ἀναθεωρητικοῦ ἐπεμελήθησαν τὴν μελέτην τοῦ ἰσχύοντος Ποινικοῦ Δικαίου εἰς ὅλους τοὺς πεπολιτισμένους τόπους. Τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς πολλοὺς ἐπιστήμονας, συνεπληρώθη πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ νέου Ποινικοῦ Κώδικος τῆς Γερμανίας. Τοιοῦτόν τινα τρόπον εἶχον σκεφθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν ἄλλοτε. Εἰς τὰ 1835, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προλειάνῃ τὴν σύνταξιν Ἀστικοῦ Κώδικος, ἀνέθεσεν εἰς τέσσαρας νομομαθεῖς τὴν μετάφρασιν τοῦ Γαλλικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἥτις καὶ ἐγένετο μετ’ ἐπιτυχίας. Αὗται εἶναι αἱ σκέψεις μου περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὠφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ μας Κώδικος. Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω πράγματι τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν σπουδὴν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ τοιούτου ἔργου, δὲν θέλω ἐπιμείνει εἰς τοῦτο, θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ κάμω ἄλλας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, κατὰ πολὺ ἤθελον βελτιώσει τὰ πράγματα καὶ ἤθελον συντελέσει, ὥστε νὰ μὴ συμβῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ πρῶτον, διὰ νὰ ἀρχίσω πάλιν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς ἡ πρώτη μεγάλη ἐπιτροπὴ τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ δεκατέσσαρα ἔτη, ἠστόχησεν ἐν πολλοῖς, ἦτο ὁ μυστικισμὸς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐπὶ 14 ἔτη εἰργάζοντο οἱ σοφοὶ νομομαθεῖς κεκλεισμένοι εἰς τὰ σπουδαστήριά των. Κανεὶς δὲν ἐγνώριζε τί ἔκαμνον καὶ ποίας ἀποφάσεις ἐλάμβανον. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ εἰργάζοντο τοιουτοτρόπως, ὁ βίος, αἱ ἀνάγκαι, καὶ αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ μετεβάλλοντο. Οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἐπιστήμονες δὲν εὑρίσκοντο εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν ζωήν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασαν ἐπὶ 14 ἔτη, δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν γερμανικὴν ζωὴν καὶ δὲν ἱκανοποίει ποσῶς τὰς προσδοκίας τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἀνάλογόν τι συνέβη μὲ ὅλας τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συσταθείσας ἐπιτροπάς. Κανεὶς δὲν ἐγνώριζε πῶς εἰργάζοντο αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, τίνας σκέψεις εἶχον, ποίας ἀποφάσεις ἐλάμβανον· διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιτροπῶν τούτων ἦσαν τόσον ὀλίγα. Ἐὰν ἤρχοντο εἰς τὴν δημοσιότητα αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, ἡ κριτικὴ θὰ συνετέλει, ὥστε καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας νὰ λάβῃ τὴν ἁρμόζουσαν διεύθυνσιν καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιτροπῶν νὰ συμπληρωθῇ καταλλήλως, τοιουτοτρόπως δὲ θὰ εἴχομεν σήμερον πολὺ διάφορα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Τοιοῦτόν τινα τρόπον δημοσιότητος τῶν ἀποφάσεων αὑτῆς ἠκολούθησεν ἡ δευτέρα γερμανικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ τέσσαρα ἔτη καὶ ἥτις ἕνεκα τούτου, διότι εἶχε συμβούλους καὶ συνεργάτας καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τῆς Γερμανίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετεῖχον τῆς ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τούτου, λέγω, κατώρθωσε νὰ μεταρρυθμίσῃ πολὺ ἐπιτυχῶς τὸ σχέδιον τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῶν συσταθησομένων νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν ἔρχωνται εἰς φῶς ὅσον τὸ δυνατὸν συχνότερον, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος τί πράττουν, πῶς σκέπτονται, τί ἀποφασίζουν, οὕτως ὥστε νὰ δύναται ἡ ἐπιστημονικὴ κριτικὴ νὰ τὰς παρακολουθῇ διαρκῶς καὶ νὰ εἶναι εἰς αὐτὰς φωτεινὸς σύμβουλος. Ἕτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἡ μεγίστη σπουδή, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκει τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν διαφόρων κωδίκων, ὡς ἐὰν οὗτοι ἦσαν βιομηχανικὰ κατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔλθουν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἀγοράν. Ἐντὸς πέντε μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν σχεδίων τῶν πρώτων, τῶν εἰσηγητικῶν καλουμένων ἐπιτροπῶν, πρέπει νὰ ἐκφέρουν τὴν ἐπὶ τούτων κρίσιν των τὰ Δικαστήρια, οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι καὶ ἡ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου. Μετὰ πάροδον τῆς προθεσμίας ταύτης θέλουν συσταθῇ δεύτεραι ἐπιτροπαί, αἱ ἀναθεωρητικαὶ καλούμεναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπαρτισθοῦν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν μελῶν τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τῶν ὁποίων τάσσεται περιοριστικὴ προθεσμία ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναί ποτε δυνατὸν ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία θὰ συντελεσθῇ εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἢ καὶ πέντε ἔτη, ἡ ἐργασία αὐτὴ νὰ ὑποστῇ σοβαρὰν κριτικὴν καὶ ἀναθεώρησιν ἐντὸς τῶν συντόμων τούτων προθεσμιῶν; Μεταξὺ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ πρώτου σχεδίου τοῦ Γερμανικοῦ Κώδικος καὶ τοῦ διορισμοῦ τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς ἐμεσολάβησε διάστημα τεσσάρων ἐτῶν, ἡ ἐργασία δὲ τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς κατηνάλωσε χρονικὸν διάστημα περίπου τεσσάρων ἐτῶν. Ἡ πρώτη ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ὅπου, ὡς γνωρίζετε, τὸ πρῶτον σχέδιον κατηρτίσθη ὑπὸ μόνου τοῦ Huber, ἐπεξειργάσθη τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, ἡ δὲ δευτέρα ἐπιτροπὴ κατηνάλωσε διὰ τὴν ἐργασίαν της ἓν περίπου ἔτος. Ὅτε ἔχομεν τοιαῦτα παραδείγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐδῶ θὰ κατορθωθῇ ἐντὸς πέντε μηνῶν καὶ ἑνὸς ἔτους νὰ γίνῃ ἡ δέουσα κριτικὴ πρὸς τελείαν παρασκευὴν νομοθετημάτων τόσον μεγάλης σημασίας, ὡς εἶναι ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, τὸ Ἐμπορικὸν καὶ τὸ Ποινικὸν δίκαιον; Ἐγὼ θεωρῶ τοῦτο ἐντελῶς ἀδύνατον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ καὶ προτείνω ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὁρισθῇ πολὺ μεγαλείτερον τὸ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρώτων σχεδίων καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ τεθῇ χρονικὸν ὅριον διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν. Ἄλλο ἐλάττωμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοῦτο, ὅτι ἀποβλέπει διὰ τὴν σύνταξιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κωδίκων εἰς νομικοὺς μόνον. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι οἱ νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὑπάρχοντος δικαίου, εἶναι ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους ἁρμόδιοι πρὸς σύνταξιν νέου δικαίου, ἀλλ’ εἶναι αὐτοὶ μόνον ἁρμόδιοι; μόνον αὐτοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς τοῦτο; Οἱ νομικοὶ ἀσχολούμενοι διηνεκῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ θετικοῦ δικαίου καθ’ ὡρισμένους κανόνας δὲν ἔρχονται εἰς τόσην μεγάλην ἐπαφὴν μὲ τὴν ζωήν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει κίνδυνος μήπως νομοθεσία παρασκευαζομένη μόνον ὑπὸ νομικῶν δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν δευτέραν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος περιελήφθησαν, πλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, βιομηχανικῶν, ἐμπορικῶν καὶ γεωργικῶν, καὶ οἰκονομολόγοι, δηλαδὴ ἐπιστήμονες, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία συνίσταται εἰς τὴν μελέτην τῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν ῥυθμίζει τὸ δίκαιον, καὶ οἵτινες ἕνεκα τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀντιλαμβάνονται πολὺ ἐνωρίτερον παρὰ οἱ νομικοὶ τὴν ἀνάγκην τῶν μεταρρυθμίσεων. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ ὅτι οἰκονομολόγοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν αὐστηροτέραν κριτικὴν ἐπὶ τοῦ πρώτου σχεδίου τοῦ Γερμανικοῦ Κώδικος καὶ ἐπροκάλεσαν ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις αὐτοῦ. Εἰς τὴν πρώτην μεγάλην ἐπιτροπὴν τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος περιελήφθησαν ἐκτὸς εἰδικῶν ἐπιστημόνων Βουλευτῶν καὶ Καθηγητῶν καὶ εἰδήμονες ἐπαγγελματίαι. Πρὸς τούτοις ἡ Κυβέρνησις συνέλεξε διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς τὰς γνώμας πάντων τῶν δυναμένων νὰ ἐκφέρουν τοιαύτας ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος εἴτε ἐπιστημόνων εἴτε ἐπαγγελματιῶν, καὶ τὰς διεβίβασεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις καὶ τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Συμφώνως πρὸς τὰ παραδείγματα ταῦτα θὰ ἐπεθύμουν καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας δευτέραν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τὴν ἀναθεωρητικὴν πλὴν τῶν νομομαθῶν νὰ περιληφθοῦν καὶ ἐπαγγελματίαι. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ περιληφθοῦν καὶ οἰκονομολόγοι, ἐπειδὴ ὅμως ὁμολογουμένως δὲν ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς τοιούτων ἐπιστημόνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων νὰ κάμῃ ἐκλογὴν ἡ Κυβέρνησις, προτείνω, ὅπως οἱ προσληφθησόμενοι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μὴ νομικοὶ εἶναι ἢ εἰδήμονες ἐπαγγελματίαι ἢ οἰκονομολόγοι.
§78Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τί εἴδους ἐπαγγελματίαι;
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βιομήχανοι, ἔμποροι καὶ ἐκ τῶν γεωργικῶν καὶ ἐργατικῶν τάξεων. Εἰς τὴν τροπολογίαν μου δὲν μετέβαλον τὸν ἐν τῷ Διατάγματι ὁριζόμενον ἀριθμὸν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμός. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἦτο πολὺ μεγαλείτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν. Ὅθεν θὰ ἐπεθύμουν καὶ κατὰ τοῦτο νὰ διορθωθῇ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν κατὰ σύστασιν πολλῶν νομικῶν, ἀξίων παντὸς σεβασμοῦ καὶ ἐκτιμήσεως, ὅπως δοθῇ πᾶσα εὐκολία εἰς πάντα ἐπιθυμοῦντα νὰ μελετήσῃ καὶ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν σχεδίων τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε τὰ σχέδια τῶν κωδίκων καὶ αἱ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις νὰ εἶναι προσιταὶ εἰς πάντας.
§80Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ δημοσιευθῶσι γρήγορα;
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ παρελθὸν διδάσκει ὅτι τὰ δημοσιευόμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι προσιτὰ εἰς ὅλους. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ πωλῶνται εἰς μικρὰν τιμήν, διὰ νὰ τὰ ἀγοράζῃ καθείς. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις θὰ πλουτισθῇ δι’ ὅλων τῶν διὰ τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν ἀναγκαίων ἐπιστημονικῶν βοηθημάτων, νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα εἰς τὴν χρῆσιν παντὸς θέλοντος νὰ ἐργασθῇ. Αὐτὰ εἶναι αὐτονόητα καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἐδίδαξεν, ὅτι εἰς τὸν τόπον μας δὲν θεωροῦνται πάντοτε αὐτονόητα, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω σχετικὴν τροπολογίαν κατὰ παράκλησιν διαφόρων ἐπιστημόνων. Ἐν τέλει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἀπόψε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν μὴ δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον διὰ λόγους αἰσθητικοὺς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς Διάταγμα, ὅπερ ἐν μέρει λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐν μέρει δὲν λαμβάνομεν. Καλὸν εἶναι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ γενόμεναι ἀπόψε παρατηρήσεις καὶ νὰ ἀνασκευασθῇ καταλλήλως τὸ νομοσχέδιον.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς φανῇ, Κύριοι, παράξενον, ἂν σᾶς βεβαιώσω, ὅτι, ἐνῷ ἠρξάμην τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶμαι ὀλιγώτερον ὅλων ὑμῶν ὑπεύθυνος· καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθές, ὅτι οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπέχω εὐθύνην, μολονότι ἠρξάμην τῆς συζητήσεως δι’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ δι’ ὅσα ἐγένοντο προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, δι’ ὅσα ἀληθῶς λυπηρότατα ἐλέχθησαν χθὲς μὲ κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶσι συνάδελφοι ἔντιμοι, συνάδελφοι κατέχοντες ἐξαιρετικὴν θέσιν ὡς ἐπιστήμονες. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, περισσότερον δὲ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ παραδεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ Διάταγμα λέγει: «Ἑκάστη ἐπιτροπὴ θέλει προβαίνει ἐμπροθέσμως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ οἰκείου προσχεδίου τοῦ νόμου». Δὲν ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ ὁποίου πάντες ὅσοι ἐλάλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον ποίας περιωπῆς εἶναι, ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν τελευταῖον νομικὸν τοῦ κόσμου: εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἀστικὸς Κῶδιξ χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Σᾶς ἐφάνη παράξενον, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι εἶπον καὶ ὁ τελευταῖος νομικὸς τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν σᾶς φαίνεται παράξενος ἡ ἐρώτησις. Εἶναι δυνατὸν λέγω, νὰ ὑπάρξῃ στοιχειώδης μόρφωσις νομικοῦ, ὅστις νὰ εἴπῃ τοῦτο: «ἑκάστη ἐπιτροπὴ θέλει προβαίνει ἐμπροθέσμως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ οἰκείου προσχεδίου νόμου»; Κατὰ τὴν προθεσμίαν τὴν ἰδιαιτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συντάξῃ ἑκάστη ἐπιτροπὴ χωριστὰ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα, χωριστὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, καὶ κατ’ ἄλλην προθεσμίαν καὶ χωριστὰ τὸν Ἐμπορικὸν Κώδικα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ Ἐμπορικὸς Κῶδιξ χωρὶς νὰ συμβιβάζηται πρὸς τὸν Πολιτικὸν Κώδικα; Καὶ προχωρῶ: «θὰ ἀποσταλῶσιν οἱ κώδικες εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους, οἵτινες θὰ ἐκθέσωσιν ἐντὸς πέντε μηνῶν τὰς παρατηρήσεις των». Ἐντὸς πέντε μηνῶν! Ἐρωτῶ πάντας τοὺς νομικούς: πόσος χρόνος ἐχρειάσθη, διὰ νὰ δώσωμεν τὰς ἐπὶ διδακτορίᾳ ἐξετάσεις; Εἶναι δυνατὸν εἰς πέντε μῆνας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἰσχυρὰν πλέον τὴν μνήμην, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλήρη τὸν ἐγκέφαλον ἐκ τῶν διατάξεων τῶν μέχρι τοῦ νῦν ἰσχυόντων νόμων, εἰς πέντε μῆνας νὰ μάθωσι τέλειον Ἀστικὸν Κώδικα, Πολιτικὴν Δικονομίαν, Ποινικὸν Δίκαιον καὶ Ἐμπορικὸν Κώδικα, νὰ τοὺς μάθωσι, λέγω, ἐντελῶς; Κατὰ ποῖον δὲ τρόπον; Ὥστε νὰ διακρίνωσιν ἂν ὑπάρχει σύγκρουσις διατάξεώς τινος τῶν κωδίκων τούτων, καὶ ἐντὸς πέντε μηνῶν νὰ συντάξωσι τὴν ἔκθεσίν των! Αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα σοβαρὰ καὶ δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ συζητηθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει μίαν κατ’ ἐξοχὴν ἀρετήν, τὴν θεληματικότητα· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ θεληματικότης, ὅταν ὑπερβῇ ὅριά τινα, μεταλλάσσει καὶ ὄνομα. Μία ἔγκαιρος καὶ καλὴ ὑποχώρησις ἀξίζει πλειστάκις περισσότερον μιᾶς νίκης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει διὰ παντὸς τρόπου νὰ κρατήσῃ τὸ Διάταγμα, δὲν θέλει νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ Διάταγμα ἠκυρώθη, καὶ ὄχι μόνον θέλει νὰ κρατήσῃ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ θέλει νὰ κρατήσῃ προδήλως καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, νὰ πράξῃ διὰ τοῦ Διατάγματος: «ἑκάστη ἐπιτροπὴ διορίζεται κλπ.» «Τὰ ἀποτελέσοντα ἑκάστην τῶν τεσσάρων ἐπιτροπειῶν πρόσωπα ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδιδομένου». Ἀλλ’ ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εὕρῃ, ὅτι τὰ πάντα δὲν ἐγένοντο ἐν τάξει;
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§84ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ. Ἐὰν ἔλθῃ μία Βουλή, ἡ ὁποία ἤθελε πεισθῆ, ὅτι κάκιστα συνεκροτήθησαν αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐκεῖναι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς συγκροτήσῃ ἄλλως, εἰμὴ ἐπὶ ποινῇ νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος τὰς ἀμοιβὰς, διότι αὐτοὶ θὰ ἔχωσι κεκτημένον δικαίωμα, καὶ θὰ πληρώσῃ πάντως τὸ Κράτος. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει ἐπιστήμων, ὅστις ἔχει γράψει βιβλίον περὶ Ποινικοῦ Δικαίου, καὶ λέγει: ἐὰν εἶσθε πτωχός, δὲν τρέφεσθε καλῶς, καὶ ἕνεκα τῆς ἀτροφίας γίνεσθε κακοῦργος. Ἐὰν εἶσθε πλούσιος, τρέφεσθε πολὺ καλά, καὶ ἕνεκα τῆς ὑπερτροφίας γίνεσθε κακοῦργος. Ἢ ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὸς συγγράφει ἔργον ἐπὶ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ λέγει: ἐὰν εἶσθε πτωχός, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὁ πατήρ σας δὲν ἦτο πλούσιος καὶ δὲν ἐκληρονομήσατε· τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ ψυχή σας, ὅτε ἦτο εἰς ἄλλο σῶμα, ἦτο σπάταλος. Διὰ τοῦτο εἶσθε πτωχός. Ὁ υἱὸς π. χ. τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας δὲν θὰ εἶναι πλούσιος διότι θὰ κληρονομήσῃ τὸν πατέρα του, ἀλλὰ διότι, ὅτε ἡ ψυχή του πρὸ 200 ἐτῶν ἦτο εἰς ἄλλο σῶμα, τὸ ὄν, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο τότε ἐξ αὐτῆς, συνέβη νὰ εἶναι πτωχόν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἀναλαμβάνω νὰ προσκομίσω τὸ βιβλίον.
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§86ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ὁ συγγραφεύς;
§87ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος, ὅστις διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ διορίζεται μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ συντάξῃ Ποινικὸν Νόμον καὶ Δικονομίαν, καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καθ’ ἃς συζητοῦμεν, ἐπειδὴ ἦτο ὑποψήφιος κατὰ τὰς ἐκλογάς, τρέχει μὲ τὸ Διάταγμα ἀνὰ χεῖρας ἀνὰ τὰ χωρία τῆς Κερκύρας λέγων: δὲν μὲ ἐψηφίσατε σεῖς, ἐγὼ ἔγινα ὅμως νομοθέτης.
§88ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος γράφει ἰδίας γνώμας;
§89ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὁμιλεῖ δὲ καὶ περὶ μετεμψυχώσεως.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περὶ μετενσαρκώσεως.
§91ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ διοριζόμενοι πρὸς σύνταξιν τοῦ κώδικος!
§92Ν. ΡΟΥΣΗΣ. Μὲ τὸν ἕνα μὴ συμπεριλαμβάνετε ὅλους.
§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι βεβαίως. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ, διότι βεβαίως, ἂν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ βιβλίον τοῦ κ. Γιωτοπούλου, ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ συζήτησις. Λοιπόν, ἐὰν κατόπιν ἄνευ τῆς συζητήσεως ταύτης συνέβαινε νὰ γνωρίσῃ τὸ βιβλίον τοῦ κ. Γιωτοπούλου, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ διορίζων ἄλλον, εἰμὴ ἀφοῦ κατέβαλλε τὰς 15,000.
§94Ν. ΡΟΥΣΗΣ. Ἐὰν εἰργάσθη.
§95ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δηλαδὴ παρεῖχεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ παράσχῃ. Σᾶς διαβεβαιῶ δέ, ὅτι θὰ εἰργάζετο, καὶ ἡ ἐργασία του κατ’ ὄγκον θὰ ἦτο μεγάλη. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὑποχωρήσῃ ἐν καιρῷ.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐφάνη δῶσαν ἰδιαίτερον ἐρεθισμὸν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς χθὲς καὶ σήμερον, ἔληξε, καὶ βεβαίως ἐπ’ αὐτοῦ δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον, ὅπως δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον χθές, εἰμὴ ἵνα δώσω ἔξοδον εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν, ἥτις ἐπυκνώθη εἴτε ἀκουσίως εἴτε ἑκουσίως.
§97Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ ἠμπορέσητε.
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ φέρητε ὑμεῖς τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§99Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐνόουν ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ παραιτηθῆτε. Θὰ διορισθῆτε καὶ θὰ ἀναγκασθῆτε.
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μὴ εὑρισκόμενος νῦν λόγῳ τῆς χθεσινῆς παραιτήσεώς μου ἐν τῷ Β. Διατάγματι, δύναμαι, χωρὶς ποσῶς νὰ παρεξηγηθῶ, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἀναιρέσω ἀνακριβείας χονδροειδεῖς, ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, ἐκφρασθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅθεν ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ σεβώμεθα τὴν ἀλήθειαν καί, ἂν δὲν γνωρίζωμεν αὐτήν, νὰ φροντίζωμεν προηγουμένως οἱονεὶ μαθηματικῶς νὰ ἐξακριβώνωμεν αὐτήν, ἵνα μὴ ὑποκείμεθα εἰς τὸν κίνδυνον νὰ μὴ μᾶς πιστεύσωσι, καὶ ὅταν ἀκόμη λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐγένετο λόγος περὶ συζητήσεως καὶ παρασκευῆς κωδίκων ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ ἤκουσα ἔκτασιν ἐτῶν μεγάλην, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ὅστις συνάμα ἐπιστοποίησε καὶ περὶ πάντων τῶν ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν σοφίαν, τὴν ὁποίαν οὐκ οἶδα τίς ἄλλη κεφαλὴ δύναται νὰ ἔχῃ, κατὰ τὸν ῥήτορα. Λοιπὸν ἐθεώρησα, Κύριοι, καθῆκόν μου, ὄχι μὲ λόγους, ἀλλὰ μὲ ἀποδείξεις, νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ πῶς ἐγένοντο ἀλλαχοῦ αἱ νομοθετικαὶ μεταρρυθμίσεις. Σημειώσατε δὲ καὶ ἓν πρᾶγμα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς παρεῖδε, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν τὴν ἰδιαιτέραν, ἥτις τὸν διακρίνει περὶ τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐπρόκειτο ἐκεῖ περὶ ἑνοποιήσεως πολλῶν καὶ διαφόρων νομοθεσιῶν.
§101Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ εἰς ἡμᾶς πρόκειται τὸ αὐτὸ νὰ γίνῃ διὰ τὸν Ἀστικὸν Νόμον.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος σπεύσας νὰ μὲ διακόψῃ εἶπε κἄτι τι κατώτερον τῶν γνώσεών του καὶ τῆς νοημοσύνης του· ὑπάρχει διαφορὰ κωδίκων ἐν γένει; Ὑπάρχουσι μόνον δύο ἀστικοὶ νόμοι, ὑπάρχει μικρὸν μέρος ἔχον ἴδιον ἀστικὸν νόμον, γνωρίζει δὲ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἔχει ἐλαχίστας διαφορὰς.
§103Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Γνωρίζω τὸ ἀντίθετον, ὅτι αἱ διαφοραὶ εἶναι οὐσιώδεις.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐλάχισται αἱ διαφοραὶ αἱ οὐσιώδεις. Ὁ κ. συνάδελφος φαίνεται ὅτι ὑπονοεῖ ὅτι ἡ ἑνοποίησις, τῆς ὁποίας ἡ δυσκολία παρεστάθη ἐν Γερμανίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ὑπάρχει καὶ ἐν Ἑλλάδι. Μοὶ ἀπήντησαν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἂν ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τοὺς κλάδους τοῦ δικαίου, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον. Ὑπάρχει πόσον κωδίκων Ἀστικοῦ Δικαίου; Μία καὶ μόνη διαφορά. Ὁ κῶδιξ ὁ ἰσχύων ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Πόσας διαφορὰς θέλετε ἐν αὐτῷ; 5; 10; 50;
§105Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Πλείστας διαφορὰς τοῦ Κληρονομικοῦ, τοῦ Οἰκογενειακοῦ, τοῦ Πραγματικοῦ Δικαίου.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι θεμελιώδεις διαφοραί, ἔν τισι βάσεσιν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐξερευνήσῃ τὰς διαφορὰς ταύτας. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνοποιήσεως 5 ἢ 10 κωδίκων. Ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ θεσμοῦ τινος ἐν τῇ βάσει; Ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη, θὰ γίνῃ μεγάλη συζήτησις ἐπὶ τῆς βάσεως καί, τῆς βάσεως λυθείσης κατὰ τινα τρόπον, θὰ ἐπακολουθήσωσιν ὁμοιόμορφοι λύσεις τῶν λεπτομερειῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν λοιπὸν ὅτι ἡ δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ἀπήντησαν ἐν Γερμανίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, θὰ ἀπαντηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν.
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἦτο μόνον τὸ ζήτημα τῆς διαφορᾶς κωδίκων οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ οὔτε ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς διαφορᾶς τοῦ δικαίου.
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐσπεύδετε νὰ μὲ διακόψητε, ἤθελον ἀκριβῶς περὶ τούτου ὁμιλήσει. Καὶ θέλω ὁμιλήσει κατωτέρω. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Ποινικοῦ Νόμου εἶχον ἐκεῖ τὸν κώδικα τὸν Ἀλβερτῖνον, ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐρρύθμιζε τὰ τοῦ Πεδεμοντίου καὶ τῆς Σαρδηνίας, τὸν Αὐστριακὸν κώδικα τοῦ 1852, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις ἀγνοῶν, ὅτι μεγάλα τμήματα τῆς Ἰταλίας ἠλευθερώθησαν οὐχὶ πρὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ἀπὸ τοὺς Αὐστριακούς, τὸν κώδικα τὸν Βενετικόν, ὅστις ἴσχυεν εἰς τὰ τμήματα τῆς Πάρμας καὶ τῆς Πλακεντίας, τὸν κώδικα τοῦ 1856 διὰ τὴν Μεσσήνην, τὸν τοῦ 1855 διὰ τὴν Τοσκάνην, τὸν τοῦ 1819 διὰ τὸ βασίλειον τῶν Δύο Σικελιῶν καὶ τὸν κώδικα τὸν τότε ἰσχύοντα διὰ τὸ Κράτος τοῦ Πάππα. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἑνοποιήσεως τόσων καὶ τόσων κωδίκων. Τί ἔγινεν; Εἰς τὰ 1862 τὴν 19 Ἰανουαρίου ὁ Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε καὶ κατόπιν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1863, δι’ ἧς ἠθέλησε τὸν Ποινικὸν Κώδικα νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς ὅλον τὸ βασίλειον κατόπιν διαρρυθμίσεως. Καὶ ἐδῶ περὶ διαρρυθμίσεως πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ συντάξεως τελείως νέου Κώδικος Ποινικοῦ, διότι πολλαὶ διατάξεις θὰ μείνωσιν ἴσως ἀναλλοίωτοι, οἷον αἱ διατάξεις περὶ κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως, δὲν θὰ ὑποστῶσι τελείως νέαν διαμόρφωσιν. Εἰς τὰ 1862 ὁ Ὑπουργὸς συνέλαβε τὸ σχέδιον, εἰς τὰ 1863 ἐγένετο ἡ ἐγκύκλιος, κατὰ τὰς χρονολογίας, ἃς ἐμνημόνευσα. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, δηλαδὴ ἑνὸς περίπου ἔτους, μία ἐπιτροπεία συνέταξε τὸ πρῶτον βιβλίον τοῦ κώδικος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἶπεν ὅτι θὰ χρειασθῶσι 4 ἔτη. Καὶ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες ὑπῆρξαν ἀλλαχοῦ. Αἱ σοβαραὶ δὲ δυσχέρειαι εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἦσαν ἡ διαφορὰ τῶν δικαίων, τῶν ἠθῶν, ἡ διαφορὰ καὶ τὸ ἄνισον τοῦ βαθμοῦ τοῦ πολιτισμοῦ, πολλαὶ τοπικαὶ ἔριδες ὑπάρχουσαι μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἐκείνων ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων καὶ ἄλλαι πολλαὶ δυσκολίαι. Ταῦτα πάντα δὲν ὑπάρχουσι κατὰ τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῖν. Δευτέρα περίπτωσις. Εἰς τὰ 1869, 3 Σεπτεμβρίου, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐν Ἰταλίᾳ ἐπεφόρτισε νέαν ἐπιτροπὴν νὰ προπαρασκευάσῃ σχέδιον Ποινικοῦ Νόμου, διὰ νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀπὸ τῆς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 1869 μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου 7870 ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ ἔργον της, δηλαδὴ εἰς ἕξ μῆνας. Τὰ 16 ἔτη λοιπόν, ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς, ὅτι τάχα ἀπῃτήθησαν, ἔγιναν 6 μῆνες. Τρίτη περίπτωσις. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος βεβαίως δὲν διετέλει ἐν κακῇ πίστει ταῦτα λέγων, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι τὸν γνωρίζω ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· βεβαίως ὑπέπεσεν εἰς ἄγνοιαν, ἡ ὁποία ἄλλως τε εἶναι συγγνωστή, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἀφήσω νὰ μένωσι τὰ πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ ἐπανορθώσεως.
§109ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν μὲ γνωρίζετε ἀπὸ πολλοῦ χρόνου πρῶτον.
§110ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ συμπολίτου μου κ. Γκλαβᾶ.
§111Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔτος παρ’ ἔτος θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτό.
§112ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ μὴ ἀπαντήσω ἐκ νέου, ὅταν θὰ ὁμιλήσῃ· ἐγὼ λέγω ὅτι συνεπλήρωσεν ἡ διορισθεῖσα ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της ἐντὸς ἕξ μηνῶν καὶ ὁ κ. συνάδελφος μοῦ ἀπαντᾷ ὅτι ἔτος παρ’ ἔτος, ἂν δηλαδὴ μετρήσωμεν καὶ τὸν ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύο ἐπιτροπειῶν χρόνον, καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτό· ἐπειδὴ γνωρίζομεν τὰς πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔτη τῆς πλήρους ἐργασίας καὶ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ διαστήματα τῆς ἀδρανείας, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ἀνακριβὲς ἱστορικῶς τοῦ κ. συναδέλφου. Ἀπετελέσθη οὕτω τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἔμενε μὴ ψηφισθέν, καὶ γνωρίζετε διατί δὲν ἐψηφίσθη; Θὰ εἴπω καὶ τοῦτο, διότι πρέπει ὅλα νὰ τὰ γνωρίζωμεν, ἵνα μορφώσωμεν σαφῆ γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἰταλίας διέταξε τότε νὰ γίνῃ ἓν σχέδιον, καὶ ἐγένετο πλῆρες, ὡς εἶπον, ἀλλὰ τῆς ἐπιστήμης προοδευσάσης φυσικὸν ἦτο ὁ νέος Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν ἀνακάθαρσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐπωφελήθη ὅλην τὴν προηγουμένην ἐργασίαν. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος τοῦ καθηγητοῦ Pessina, καὶ εἶπεν ὅτι ἀπέσχεν οὗτος νὰ λάβῃ μέρος, προσκληθείς, καὶ ὅμως (ἀναγινώσκει ἐν βιβλίον) τί ἀποδεικνύεται; ὅτι καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν σύνταξιν ὁ Pessina καὶ ὑπέβαλε καὶ ἔκθεσιν εἰσηγητήριον καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεδοκίμασεν αὐτὴν εἰς τὸ 1887!
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶπον καὶ αὐτό.
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα περὶ συγγραφέως ἐγκυκλοπαιδείας τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου· ἐκδότης τοιαύτης ἐγκυκλοπαιδείας τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ Pessina, καὶ αὐτὸς δὲν ἠρνήθη νὰ λάβῃ μέρος, ὡς εἴπετε.
§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ εἶπον.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Pessina λοιπὸν ἔλαβε μέρος καὶ συνέταξε καὶ τὴν ἔκθεσιν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζετε πῶς ἐψηφίσθη ἐπὶ τέλους; Οἱ Ἰταλικοὶ Κώδικες εἶναι ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, καὶ δύναμαι νὰ τοὺς ζητήσω ἀμέσως, διὰ νὰ ἴδητε πῶς εἰσήγαγον τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν ἰσχύουσαν ποινικὴν νομοθεσίαν. Δὲν ἐψηφίζοντο ἐπὶ τόσον χρόνον, διότι ὑπάρχει διάταξις καὶ ἐν τῷ Ἰταλικῷ Συντάγματι, — πρέπει, τονίζω, ὅλα νὰ τὰ γνωρίζωμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀκριβὲς συμπέρασμα — καθ’ ἣν πρέπει ἕκαστος νόμος νὰ ψηφίζηται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὴν αὐτὴν δυσκολίαν αἰσθάνεται καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ περὶ τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων καὶ ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ δεξιώτατος Πρόεδρος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσι νόμοι τοιοῦτοι, ἔστω καὶ ἂν σύγκεινται ἀπὸ 40 ἄρθρα. Ἐκεῖ ὅμως παρέκαμψαν τὴν δυσκολίαν. Μολονότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι κρατοῦσι τὰ ἱερὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων, οἱ θεσμοφύλακες, ἔκριναν τὸ πρᾶγμα ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἐν τούτοις, ἐπέτυχον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, συντάξαντες ὀλίγα ἄρθρα εἰσαγωγικοῦ νόμου καὶ ψηφίσαντες ὁλόκληρον τὸν κώδικα ὡς παράρτημα αὐτοῦ, ἀποτελοῦν τὸν Ποινικὸν Κώδικα τὸν ἰσχύοντα νῦν ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ οὕτως ἐψηφίσθη καὶ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ. Ὅτε λέγομεν λοιπὸν ὅτι ἐβράδυνεν ἡ ἐπιψήφισις.
§117ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι εἰς τὴν Γερμανίαν.
§118ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ νῦν περὶ τῆς Γερμανίας. Φροντίζω νὰ λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πάντοτε ἀκριβῆ. Ἂν ἐβράδυνεν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν κωδίκων, ἐβράδυνε, διότι ἀκόμη δὲν εἶχον ἐφεύρει ἢ δὲν εἶχον παραδεχθῆ τὸ σύστημα τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου διηυκολύνετο ἡ κωδικοποίησις, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν καὶ ἐπεράτωσαν τὸ ἔργον εἰς διάστημα βραχέος χρόνου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τι αὐτονόητον, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἑκάστη ἐπιτροπὴ νέα ἔχει βεβαίως νὰ ἐπωφεληθῇ ἀπὸ τὸ ὑλικὸν τὸ ὑπάρχον, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ξένους κώδικας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Κράτει. Τοῦτο συμπίπτει ἀκριβῶς διὰ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα εἰς ἡμᾶς, διότι ὑπάρχει ἀρκοῦσα προκαταρκτικὴ ἐργασία ἐπ’ αὐτοῦ. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν Γερμανίαν. Πάλιν ἐμνημονεύθη ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπὶ 16 ἔτη ἐργάζεται διὰ τοὺς Ποινικοὺς Κώδικας.
§119ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι καὶ ἐγὼ εἶπον ἀνακριβείας· ἐγὼ μόνον τὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἀνέφερα.
§120ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦτο, ὅπερ παρεῖδεν ὁ κ. Βουλευτής, σχετικῶς μὲ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα, ὅτι ἐκεῖ ἦσαν διάφορα τὰ θέσμια, τὰ ὁποῖα διεῖπον τὰ διάφορα κρατείδια, αὐτὸ δὲ εἶναι ἡ μεγίστη τῶν δυσκολιῶν καὶ διὰ τὴν ἑνοποίησιν ὑποθέτω ὅτι τὸ παραδέχονται πάντες.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἀνέφερα.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶπεν, ὅτι ἐγένετο ἐπιτροπή, ἥτις δὲν ἐπεράτωσεν εἰσέτι τὰς ἐργασίας της, καίτοι παρῆλθον ἀρκετὰ ἔτη. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ ἐν τῷ προλόγῳ τὰ πάντα δύναταί τις νὰ μάθῃ. Δέν πρόκειται περὶ κώδικος· πρόκειται περὶ προεργασίας, τὴν ὁποίαν καταρτίζει ἡ ἐπιτροπή, συσταθεῖσα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συνισταμένη δὲ ἀπὸ πολλοὺς καὶ ὄχι τρεῖς, ὅπως ἠκούσατε. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ πότε συνεστήθη; Σᾶς εἶπον ὅτι 18 ἔτη, πιστεύω, εἰργάσθη καὶ αὐτή! Ὁ πρόλογος τοῦ 1ου τόμου τοῦ ἔργου ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀνακαθάρσεως τῶν Ποινικῶν Κωδίκων καὶ λέγει: τῇ μεσολαβήσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἤδη περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1902 συνεστάθη μία ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπεία, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο ἡ συγκριτικὴ μελέτη τῶν ποινικῶν νόμων τῶν διαφόρων Κρατῶν. Πότε ἐξεδόθη ὁ 1ος τόμος; Τὸ 1908. Παρακαλῶ, παρατηρήσατε· «Βερολῖνον 1908». Ἕξ ἔτη. Δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἓν ἄλλο, ὡς πρὸς τὸ κύριον ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι 14 τόμοι.
§124ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκδόσεως.
§125ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε, κύριε συνάδελφε· περιμείνατε νὰ ἀκούσητε ποῦ θὰ καταλήξω. Εἰς τί κατέγινε, νομίζετε, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπή; Εἰς σύνταξιν Κώδικος, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής; Οὐχί· εἰς συγκριτικὴν μελέτην τοῦ τε Γερμανικοῦ καὶ τοῦ ἀλλοδαποῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Πρόκειται νὰ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι τοιοῦτό τι; Πρόκειται νὰ κάμωμεν ἔκθεσιν πολύτομον περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Ποινικὸν Δίκαιον ἀνὰ πάντα τὰ ἔθνη; Ὄχι βεβαίως. Θέλομεν ἀναντιρρήτως ἐπωφεληθῆ καὶ θέλομεν μελετήσει ὅλα τὰ σοφὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἔργον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς μελέτης αὐτοῦ μέχρι τῆς συντάξεως αὐτοῦ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ ὤφειλε νὰ συνδέσῃ τὰ ξένα πρὸς τὸ καθ’ ἡμᾶς δίκαιον, ὑπάρχει κολοσσιαία διαφορά. Ἀφοῦ δὲ τόσῳ δυσχερῆ ἔργα ἠδυνήθησαν νὰ ἀχθῶσιν εἰς πέρας εἰς σχετικῶς βραχύτατα χρονικὰ διαστήματα, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ παρ’ ἡμῖν ἐπιστημονικὴ κίνησις δύναται νὰ παρουσιάσῃ, νὰ συντελεσθῶσιν ἔργα πολὺ εὐχερέστερα, σχετικῶς πρὸς τὰ μνημονευθέντα εἰς διάστημα τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν; Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου. Τὸ ἔργον δύναται οὕτω, καὶ μόνον οὕτω, νὰ γίνῃ. Ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἑκάστη ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν θὰ ἐργάζηται κεχωρισμένως, ἀλλὰ παρεῖδεν, ἐξ ἀμελείας βεβαίως, τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, καὶ ὅπως ἦτο πρὸ τῆς τροπολογίας καὶ ὅπως νῦν ἔχει, λέγει καθαρῶς τὰ ἑξῆς: ὅτι «δύνανται αἱ ἐπιτροπαί, νὰ ἐργασθῶσι καὶ ὁμοῦ, ἰδίᾳ πρὸς κανονισμὸν γενικῶν ζητημάτων ἀφορώντων τὴν ὁμοιογένειαν τῶν παρασκευασθησομένων κωδίκων διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Ἦτο δυνατὸν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσάγων νομοσχέδιον τοιοῦτο νὰ μὴ ἤθελε προνοήσει περὶ αὐτῆς τῆς οὐσιώδους τῳόντι λεπτομερείας; Βεβαίως θὰ ἔλθωσιν εἰς συνάφειαν καὶ συναρμολόγησιν ὄχι μόνον αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὄχι μόνον αἱ διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος πρὸς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἀλλὰ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου πρὸς τὰς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, διότι ὑπάρχουσι ζητήματα συναφῆ, ὑπάρχουσι δίκαια, τὰ ὁποῖα προστατεύονται δι’ ἰδιωτικῶν ἀγωγῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα προσβαλλόμενα τίκτουσι καὶ ποινικὴν ἀγωγήν. Θὰ γίνεται λοιπὸν συνεργασία εἴτε τινῶν ἐπιτροπῶν μόνον εἴτε καὶ ὅλων ὁμοῦ. Ἤκουσα καὶ ἄλλο τι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ δύο ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ θὰ ἀπαρτίζωνται ἀπὸ ἓξ ἕτερα μέλη, ἐκ τῶν ὁποίων τρία δέον νὰ μὴ εἶναι νομικοί.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ὑποβάλω ἄλλην τροποποίησιν.
§127ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τροποποίησιν τῆς τροποποιήσεως; Τότε παραιτοῦμαι. Θὰ λάβητε ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ τροποποίησις, τὸ Διάταγμα προνοοῦν περὶ τούτου δὲν ὁρίζει ὅτι τὰ πρόσωπα δέον νὰ εἶναι πάντως νομικοί. Λέγει τὸ Διάταγμα ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα πρόσωπα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὅσα θὰ ὑποδείξῃ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, θὰ κρίνουν περὶ τῶν διοριστέων μελῶν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπειῶν. Ποῖα ἄλλα πρόσωπα πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς θέλει κριθῆ ὑπὸ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατονομαζομένων. Ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἔκαμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ἐστάληταν δηλαδὴ τὰ παρασκευασθέντα ἔργα εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ φέρωσι παρατηρήσεις ἢ νὰ συμβουλεύσωσι πρὸς πληρέστερον καταρτισμὸν τῶν κωδίκων. Τοῦτ’ αὐτὸ διατάσσει καὶ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ σταλῶσι τὰ ἔργα εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν, εἰς τοὺς δικηγορικούς συλλόγους, εἰς τὰ Δικαστήρια. Εἶμαι εὐτυχής, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, διότι, ἐκλιπόντος τελείως τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἠδυνήθην νὰ φέρω ὅσα εἶπον εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ ἀκριβῶν γεγονότων, περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ προώρισται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν, ὅσον ἔνεστι, καὶ ὀργανικὴν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν κωδίκων ἐπεξεργασίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν συντέλεσιν ἔργου ὑψίστης σπουδαιότητος διὰ πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος.
§128ΣΠΥΡ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης κατέκρινε τοὺς διορισμούς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ Διάταγμα σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνακάθαρσιν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἰδίως δὲ ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Γιωτοπούλου, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὡς οὐδεμίαν ἔχοντα ἀξίαν καὶ ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν. Ἀναντιρρήτως ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔπραξε τοῦτο ἐκ κακῶν πληροφοριῶν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἀνέγνωσεν οὔτε διατριβήν τινα τοῦ κ. Γιωτοπούλου οὔτε τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ ἐξελίξεως τοῦ Ποιν. Δικαίου ἐν Ἰταλίᾳ», καὶ οὗτινος ἐξέδωκε τὸν πρῶτον τόμον, δι’ οὗ ἐπέσπασε τὰ συγχαρητήρια τῶν Ἰταλῶν νομομαθῶν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τὸν ἐτίμησε διὰ τοῦ παρασήμου τοῦ Στέμματος τῆς Ἰταλίας. Πρέπει νὰ ἀναγνώσῃ τις τὸν τόμον τοῦτον τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Γιωτοπούλου καὶ νὰ τὸν μελετήσῃ ἐπισταμένως, ἵνα ἴδῃ ὁποῖος εἶναι ὁ κ. Γιωτόπουλος, ὅστις διακρίνεται διὰ τὴν βαθεῖαν ὅσον καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ μόρφωσιν, καὶ ὅστις διαπρέπει σήμερον μεταξὺ τῶν νεωτέρων ποινικολόγων, δικηγορῶν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ, πιστεύω δὲ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐδῶ συνάδελφοι ἐκ Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξίας τοῦ κ. Γιωτοπούλου. Καὶ ὄντως εἰς ταῦτα βασιζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διώρισεν αὐτὸν μέλος τῆς ἐπιτροπείας πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ νέαν κωδικοποίησιν τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, οὕτω δ’ ἐνεργήσας ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέθεσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέλος ἔξοχον, τὸ ὁποῖον θέλει παράσχει μεγάλην συμβολὴν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, συμφώνως πρὸς τὰ νεώτερα διδάγματα τοῦ Δικαίου καὶ τῆς ἐπιστήμης.
§129Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν περιέμενον ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτὴν νὰ ὑπεραμύνηται τρόπον τινὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅτε ἀπεφάσισεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτὴς νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ σεμνοῦ καὶ ἱεροῦ τούτου βήματος, ἐφρόνουν ὅτι δὲν θὰ ἐξῄρετο ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ εὐαισθησία μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξήρθη. Ἐπίστευον, ὁμολογῶ, ὅτι ἀνερχόμενος τὸ βῆμα τοῦτο ἤθελε τονίσει πρὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ αὐτὸ ἀνέμενον, ὅτι «προσφέρομαι νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θέτω ἐκποδὼν τὸ μικρὸν ἐκεῖνο χορήγημα». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ μόνον ἀνέμενον νὰ ἐξαρθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτής. Ἀλλὰ πρέπει πάντες νὰ τῷ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὡμίλησεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης οὐχὶ ὡς Βουλευτής, ἀλλ’ ὡς συνήγορος τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§130ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸν γνωρίζετε ὡς πλούσιον;
§131Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ φιμωθῶσιν αὐτὰ τὰ χείλη, διότι πρέπει πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει τοὐλάχιστον ἡ ἁβρότης ὑπηγόρευεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴν νὰ μὴ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ἐκλάβῃ ὅτι ὁμιλεῖ ἀπὸ ἄλλο βάθρον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐν τῷ ζητήματι τῷ χρηματικῷ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ ὅτι, χωρὶς νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν κανενός, πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον διὰ τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος διορισθῆ ὅτι ἤθελον συμμετάσχει ὡς μέλη τῶν ἐπιτροπειῶν, ἐξ ἁβρότητος δὲν ἔπρεπε νὰ παρελάσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι πρέπει πάντες νὰ γνωρίζωμεν ὅτι καὶ αἱ κοινωνικαὶ προλήψεις πολλάκις συμπαρασύρουσι καὶ τὰς μεγαλειτέρας ἠθικὰς ὑποστάσεις.
§132Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑβρίζει ὁ κ. Βουλευτής, κύριε Πρόεδρε.
§133Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὴν ἀντίληψίν σας, κύριε Πρόεδρε· ἀδικεῖ ὁ κ. συνάδελφος.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην ὅτι ὑβρίζει, ἀλλ’ ὅτι παραπλανᾶται ἡ φράσις του ἄνευ προθέσεως ὑβριστικῆς.
§135Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς ὅλην των τὴν ζωὴν θέλουσι νὰ διακόπτωσι, μόνον καὶ μόνον ἵνα ἀκούωνται καὶ γράφωνται τὰ ὀνόματά των.
§136Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν διέκοψα ποτέ.
§137Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πετροπουλάκη, ἐγὼ δὲν δέχομαι διακοπάς. Λοιπὸν ἡ ἁβρότης ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιβάλλει νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§138Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὀφείλετε νὰ τηρῆτε ὅρια.
§139Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τηρῶ τοιαῦτα ὑπὲρ πάντα ἄλλον. Ὅταν λοιπὸν ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ παίξωμεν μέρος προσώπου συνηγόρου διὰ μίαν οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν προικιζώμεθα ἀπὸ τὴν εὐγλωττίαν, ἡ ὁποία καταντᾷ εἰς πολλὰς περιστάσεις σοφιστεία, φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, χάριν καὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπολήψεων ἡμῶν αὐτῶν, νὰ μὴ ὁμιλῶμεν.
§140ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφον νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμήν, μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ γραφεῖόν του νὰ τῷ δείξω τὸ βιβλίον καὶ τὰ σχετικὰ χειρόγραφα. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος ὑφηγητὴς ἀσχολεῖται σχεδὸν καθ’ ἑκάστην εἰς πνευματιστικὰ φαινόμενα, γνωρίζω δὲ καὶ ὅλους τοὺς μετέχοντας τῶν πνευματιστικῶν τούτων πειραμάτων.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτής, τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι κατὰ σύμπτωσιν συμφωνοῦσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως—δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικῆς ἀρχῆς αὐτὸ βέβαια, ἀλλ’ ἁπλῆ σύμπτωσις—...
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ σκέψιν, ὄχι κατὰ σύμπτωσιν.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ κατὰ σύμπτωσιν καὶ κατὰ σκέψιν. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι περιέπεσα καὶ ἐγὼ εἰς ἀνακριβείας ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐν Γερμανίᾳ κρατοῦντα, περιέμενα δὲ νὰ ἀκούσω τὰς ἀνακριβείας αὐτάς, ἵνα γίνω σοφώτερος, ἀλλ’ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἐλησμόνησε νὰ μοὶ κάμῃ τὸ μάθημα τοῦτο. Τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ κοινοῦ δικαίου τοῦ Ῥωμαϊκοῦ καὶ τοῦ ἰδιαιτέρου, τοῦ τοπικοῦ δικαίου τῶν διαφόρων Κρατῶν, τὸ ἀνέφερα ἐγὼ ἤδη· ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἀναλόγους δυσχερείας ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἡ δυσχέρεια δὲ τῆς κωδικοποιήσεως δὲν κεῖται μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ζήτημα ἐν γένει μεταρρυθμίσεως τῆς νομοθεσίας, συμφώνως μὲ τὰς νεωτέρας κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ἐγὼ ἔψεξα ὅτι δὲν καθορίζεται ἡ δημοσιότης τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν· περὶ τούτου δὲν ἀνέφερε τίποτε ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ψέξω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεδείξατε σεῖς· τοιούτου εἴδους κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν δὲν τὴν ἐννοῶ.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ τὸ ἰδικόν σας συμπέρασμα ἦτο ἀντίθετον τοῦ ἰδικοῦ μου, διὰ τοῦτο τὸ ἀνέφερα.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 8 ἀναφέρει περὶ δημοσιότητος. Εἶμαι σύμφωνος κατ’ οὐσίαν μαζί σας.
§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἄρθρον 8 δὲν λέγει τίποτε περὶ δημοσιότητος. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι δῆθεν δὲν καθορίζεται διὰ τοῦ Διατάγματος, ὅτι νομομαθεῖς θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν, παρατηρῶ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 13 λέγεται, ὅτι θὰ εἶναι τρεῖς καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπὶ πλέον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν λέγει αὐτό.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτο πρᾶγμα τὸ νομοσχέδιον.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ εἶναι φανερόν, ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ὑποδείξεως τῶν μελῶν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς ἀποβλέπει τὸ Διάταγμα μόνον εἰς νομικούς, ἀφοῦ ἄλλως οὐδὲν ἀναφέρει περὶ ἐπαγγελματιῶν ἢ οἰκονομολόγων. Ὁπωσδήποτε ἐπιμένω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βλέπετε ὅτι πλανᾶσθε, διότι δὲν ἀνεγνώσατε τὸ Διάταγμα, διότι κατ’ οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πλανῶμαι καθόλου. Τὰς διαφορὰς τὰς διετύπωσα σαφῶς. Ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σόλοικον νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς Διάταγμα ἐν μέρει καταργούμενον καὶ ἐν μέρει διατηρούμενον ἐν ἰσχύϊ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§154ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἔσχον, κύριοι Βουλευταί, τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠκολούθησα πάντοτε τὴν τακτικὴν νὰ μὴ λαμβάνω τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον αἱ γνῶμαί μου εἶναι σύμφωνοι πρὸς ἐκείνας τῶν ὑποβαλόντων τὰ ἑκάστοτε νομοσχέδια, ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ λαμβάνω τὸν λόγον ὁσάκις αἱ γνῶμαί μου διίστανται πρὸς τὰς τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, νὰ σιωπῶ δὲ ὁσάκις αἱ γνῶμαι ἡμῶν συνταυτίζονται. Συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν θὰ ἠρχόμην καὶ σήμερον, ἵνα σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ματαίῳ, ἐὰν μὴ λόγοι σοβαροὶ συνδεόμενοι πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν μὲ ἠνάγκαζον νὰ ἀνέλθω καὶ πάλιν τὸ βῆμα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, Κύριοι, τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἐπιβεβλημένην κατ’ ἐμέ, διότι ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει καταρτισθῆ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιληφθησομένη τῆς συστηματοποιήσεως ἢ μᾶλλον τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ ἡμῶν Νόμου. Ὡς γνωστόν, εἰς μέγα τμῆμα τῆς πατρίδος ἡμῶν, τὴν Ἑπτάνησον, ἰσχύει ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ὁ Ἰόνιος κῶδιξ. Τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη διὰ τῆς πολυτίμου συνεργασίας σοφῶν νομοθετῶν, ἐλήφθη μὲν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κώδικος, διεπλάσθη ὅμως συμφώνως πρὸς τὰς παραδόσεις, τὰ ἔθιμα, τὰς ἕξεις καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ. Μετὰ τοῦ νόμου τούτου ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἔζησεν, ἐξῳκειώθη πρὸς αὐτόν, ὁ νόμος οὗτος διερρύθμισε τὰς σχέσεις του, καὶ ὑπ’ αὐτοῦ διεπλάσθη τὸ νομικὸν περιβάλλον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πᾶσα μεταβολὴ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, ἀπότομος μάλιστα μεταβολή, φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι οὐ μόνον ὀδυνηρά, ἀλλά, τολμῶ εἰπεῖν, καὶ ἐπί τινα χρόνον ἐπιβλαβής. Καίτοι ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς θ’ ἀπεδέχετο πᾶσαν τοιαύτην μεταβολήν, τείνουσαν εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ δικαίου αὐτοῦ πρὸς τὸ δίκαιον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, καθόσον ἔδωκε πολλάκις δείγματα περιφρονήσεως τῶν ὑψίστων αὑτοῦ συμφερόντων ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἠψήφησε τὰ πάντα προκειμένου περὶ τῆς ἑνώσεως αὑτοῦ μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ ψυχραίμως καὶ ἠρεμώτερον ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ ἑκάστοτε ἀναφυόμενα ζητήματα, ἐπιβάλλεται μετὰ μεγίστης ἠρεμίας καὶ προσοχῆς νὰ μελετήσωμεν τὸ προκείμενον καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα φρονῶ ὅτι θέλουσι μᾶς βοηθήσει κατὰ πολύ, θέλουσι μᾶς συνδράμει εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ φέρω τροπολογίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ δύναται μὲν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ὁρίσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπείαν, ἥτις θ’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἀλλ’ ἐκ τῶν προσώπων τούτων πάντως δύο νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν πεπειραμένων Ἑπτανησίων νομομαθῶν, καὶ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι προτείνω οὐχὶ ἀπὸ λόγους στενοῦ τοπικισμοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ λόγων, οἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τείνουσιν εἰς τὸ νὰ μὴ καταστῇ ἐν Ἑπτανήσῳ τοσοῦτον ἐπαισθητὴ ἡ μεταβολή, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συνδέονται μὲ τὴν τελειοτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου· διότι φρονῶ, καὶ θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαρτίσωσι τὴν ἐπιτροπὴν τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἐκτὸς τῆς εὐρείας θεωρητικῆς μορφώσεως, πρέπει καὶ εἰδικώτερον νὰ ἔχωσιν ἀσχοληθῆ καὶ νὰ ἔχωσι μελετήσει τὰ τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδικος οὐ μόνον ἁπλῶς κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ πρᾶξει καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι καὶ τὰ ἐκ τῆς πείρας συμπεράσματα εἶναι καὶ αὐτὰ πολύτιμος ἀρωγὸς καὶ θ’ ἀποτελέσωσι μεγίστην συμβολὴν εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ ἡμῶν Κώδικος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν χάριν, ὅπως δεχθῇ μετ’ εὐμενείας τὴν ὑποβαλλομένην ταύτην τροπολογίαν, ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ὡρμήθη, ἐφ’ ὅσον διὰ ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται, εἰμὴ ἡ τελειοτέρα διάπλασις καὶ ἐπιτέλεσις τοῦ ἔργου, τοῦ ὁποίου ἐκεῖνος ἔρχεται νὰ θέση τὰ θεμέλια, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν ἀνοικοδομηθῇ καὶ πλῆρες καταρτισθῇ τὸ ἔργον ἐκεῖνο τὸ τόσον μέγα, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του ἐπὶ χρόνον μακρόν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Προτείνω, ὅπως... δύο τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ληφθῶσιν ἐκ νομομαθῶν Ἑπτανησίων λόγῳ τῆς τοπικῆς νομικῆς πείρας των». Ἐὰν νομίζητε ὅτι αὕτη στηρίζεται ἐπὶ λόγων δικαιοσύνης ἀφ’ ἑνὸς, ὠφελιμότητος καὶ σκοπιμότητος ἀφ’ ἑτέρου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν. (Ἡ τροπολογία αὕτη ἀπεσύρθη ὑπὸ τοῦ κ. Σκιαδαρέση).
§155Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ μακρὰ ἀνάπτυξις τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου μὲ ἀπήλλαξε τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον, ὅπως καὶ ἐγὼ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ θέμα τοῦτο. Ἀπομένει εἰς ἐμὲ νὰ συνενώσω τὰς εὐχάς μου μὲ τὰς τοῦ προαγορεύσαντος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι φρονῶ ἀναμφισβητήτως ὅτι ἡ συμμετοχὴ Ἑπτανησίων προκειμένου περὶ τῆς καταρτίσεως τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδικος ὄχι μόνον εἶναι συμφέρουσα, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἡ διαφορὰ τῆς νομοθεσίας ἡ οὐσιώδης, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δύο νομοθεσιῶν, αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι διέπουν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καθιερώσασαι ἄλλας νομικὰς διατάξεις, ὑποδεικνύουν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συμμετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωρίζουν ἀκριβῶς τὰ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, διὰ νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ποῖοι οἱ ὅροι καὶ ποῖαι αἱ σχέσεις καὶ αἱ συνθῆκαι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι εἶναι οὐσιώδης διαφορά. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν τοῦτο γίνῃ, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον αἱ διατάξεις τοῦ ὑποβληθησομένου κώδικος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο συνενῶ καὶ ἐγὼ τὰς εὐχάς μου μὲ τὰς εὐχὰς τοῦ προαγορεύσαντος καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι πνεῦμα στενοῦ τοπικισμοῦ μᾶς ὑπαγορεύει τὰς κρίσεις ταύτας. Τοιοῦτο δὲ μάλιστα πιστοποιεῖται, ἅμα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ μετάσχωμεν εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, διότι τοῦτο νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ θεωρήσῃ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ σκέψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ὑποβάλλοντες τὴν τροπολογίαν, εἶναι βεβαίως ὀρθαὶ καὶ καθ’ ἑαυτὰς ἄξιαι πάσης ἐπιδοκιμασίας. Ἀποκρούω ἐν τούτοις διαρρήδην τὴν τροπολογίαν, διότι δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη τροπολογία δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἑλληνικὸν νομοθέτημα. Δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω Ἑπτανησίους καὶ Θεσσαλοὺς καὶ Πελοποννησίους· ἐγὼ γνωρίζω Ἕλληνας. Δὲν θέλω διὰ τοῦτο νὰ ἀρνηθῶ ὅτι δύνανται ὡρισμένοι ἐπιστήμονες νὰ ἔχωσιν ἐπίδοσιν μείζονα, πλὴν τῶν ἄλλων, εἰς ὡρισμένους κλάδους τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου νὰ νομοθετηθῇ τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον, ἐπαγαλαμβάνω, δὲν τὸ θεωρῶ οὐδ’ ἐθνικὸν οὐδὲ προσῆκον, ὑπάρχει ἀπόστασις σπουδαία. Πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ Ἑλληνικὸς Κῶδιξ· καὶ ὅτι βεβαίως κράτιστοι εἶναι οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἄριστοι γνῶσται αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ θελήσωσιν ἴσως νὰ ἀρνηθῶσιν ὅτι, καὶ ἀπὸ θεωρητικῶν ἐρευνῶν καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως γενικωτέρας καὶ ἐξ ἐφαρμογῆς, καὶ οἱ λοιποὶ Ἕλληνες ἐπιστήμονες, ἂν οὐχὶ πάντες, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι, καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀξίαν νὰ νομίζουν ὅτι παρακολουθοῦν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ τὸ ἰσχῦον δίκαιον ἐν Ἑλλάδι, εἶναι κάτοχοι τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχυόντων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως τοὐλάχιστον ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἐξ ἀγαθῆς βεβαίως προθέσεως καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικοὺς λόγους ὁρμηθέντας νὰ ἀποσύρωσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτόν τι. Κατ’ οὐσίαν βεβαίως εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ Διατάγματος θὰ διορίσῃ τὴν σχετικὴν ἐπιτροπήν, εἴτε ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐπιτροπήν, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πάντες οἱ λόγοι, ἵνα ἐξευρεθῶσι καὶ ἐξοικονομηθῶσι πάντα τὰ κεφάλαια καὶ πᾶσαι αἱ εἰδικότητες, ὅπως καταρτισθῇ ἀληθῶς Ἀστικὸς Κῶδιξ. Ἡ μέχρι τοῦδε μάλιστα ἱστορία τῶν ἀποπειρῶν πρὸς καταρτισμὸν Ἀστικοῦ Κώδικος μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου· διότι προσεκλήθησαν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων των ἀσχολιῶν τῶν ἐπιστημονικῶν παρεῖχον τὰ τεκμήρια καὶ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἦσαν τελείως κάτοχοι τοῦ Ἰονίου Κώδικος. Ἡ ἀντίληψις λοιπὸν αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ ἤδη νὰ ἐπικρατήσῃ εἴτε εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θὰ διορίσῃ τὰς ἀρχικὰς ἐπιτροπάς, εἴτε εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐπιτροπάς.
§157ΣΠ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἀναντιρρήτως παρεξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας καὶ τὰς ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων. Διότι βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν διακρίσεως μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οὔτε πόρρωθεν προέκειτο περὶ διακρίσεως τῶν Ἑπτανησίων ἀπὸ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων. Ἀλλά, ἐπειδὴ εἰς τμῆμά τι τοῦ Βασιλείου ἰσχύει μία ἰδιαιτέρα νομοθεσία, ἡ πρόσληψις καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τμήματος νομομαθῶν, ἵνα συνεργαζόμενοι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος συνεισφέρωσιν ὅσα ἡ πεῖρά των καὶ ἡ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐφαρμογὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἐν Ἑπτανήσῳ τοὺς ἐδίδαξε, ἡ πρόσληψις, λέγω τοιούτων νομομαθῶν, ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν καλλιτέραν κατάρτισιν τοῦ ψηφισθησομένου Κώδικος. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τῶν προαγορευσάντων καὶ οὐχὶ διάκρισις μεταξὺ Ἑλλήνων, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἔκαμε, πολὺ ὀλιγώτερον δὲ οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε καὶ ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο ἐλεύθερον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἔδειξαν τόσα δείγματα πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως χάριν τῆς Ἐθνικῆς Ἰδέας. Οὐχ ἧττον ὅμως ἔχει δίκαιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ θέλων νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον διάταξις τοιαύτη, ὅτι τουτέστι προσλαμβάνονται καὶ Ἑπτανήσιοι, διότι τὸ τοιοῦτον ἀναντιρρήτως ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ διορίσῃ τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ὁ ὁποῖος ἀναμφιβόλως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι δίκαιόν ἐστι νὰ προσλάβῃ καὶ νομομαθεῖς ἐκ τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰδικὴν ἀστικὴν νομοθεσίαν, ἵνα καὶ αὐτοὶ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των εἰς τὴν καλλιτέραν κατάρτισιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, μίαν μικρὰν τροπολογίαν φέρω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Μετὰ τὴν λέξιν «ἐπιτροπειῶν», προστίθεται: «ὧν ἡ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου θέλει εἶσθαι τοὐλάχιστον ἑξαμελής».
§159Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ζαβιτσᾶνε.
§161Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§162Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ διορίζειν τὰ μέλη τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπροκάλεσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι λίαν λυσιτελὲς εἶναι εἰς τὴν μέλλουσαν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος καὶ προεξόφλησις τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἔδωκε τὸ πρῶτον ἀφορμὴν τῆς μακρᾶς συζητήσεως καὶ τῆς συνεπεία ταύτης προκληθείσης δηλώσεως παραιτήσεως ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἦτο ἐπάναγκες νὰ εἶναι ἐν τῇ νομοπαρασκευαστικῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ προκαλέσαν τὴν συζήτησιν ταύτην εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε καὶ τὴν προβληθεῖσαν τροπολογίαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἡ διαφορὰ τῆς νομοθεσίας τῆς ἰσχυούσης ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ἀπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ κατὰ τὸ Κληρονομικὸν Δίκαιον καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ δικαίου ὑπάρχουσι σπουδαῖαι διαφοραί, διαφοραὶ τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐλάχιστοι γνωρίζουσιν ἐκ τῶν ἐνασκούντων τὸ ἐπάγγελμα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι. Ὄχι μόνον, Κύριοι, τοῦτο· οἱ Ἑπτανήσιοι ἐν τῷ ὑποβληθέντι Β. Διατάγματι παρηγκωνίσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι δὲν συμπεριελήφθησαν πρόσωπα ἐν τῷ Διατάγματι, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν ὄχι μόνον διὰ τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχῦον δίκαιον, ἀλλ’ ἦσαν ἐπίσης ἱκανὰ νὰ προσφέρωσιν αὐτὰ καὶ διὰ τὸ λοιπὸν ἐν Ἑλλάδι ἰσχῦον δίκαιον, καὶ τὰ ὁποῖα προϋπῆρξαν ὡς νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπή, εἰργάσθησαν δὲ καὶ ὑπέβαλον τὰ πορίσματα αὐτῶν. Ὄχι μόνον, Κύριοι, ἡ διαφορὰ τοῦ συστήματος τοῦ δικαίου προκαλεῖ, ὅπως ληφθῶσι καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων πρόσωπα εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ ὁ χαρακτήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι, σᾶς βεβαιῶ, κατά τι διάφορος τῶν λοιπῶν, ἀπαιτοῦσι πρὸ πάντων τὴν πρόσληψιν μελῶν ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἀφοῦ πρόκειται διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ συμπεριληφθῶσι, διὰ νὰ προληφθῶσιν ἄτοπα.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς δηλώσεις μου δὲν ὑπάρχει ζήτημα πλέον. Δὲν ἀποκρούω τὰς σκέψεις σας, ἀποκρούω ὅμως τὴν τροπολογίαν.
§164Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ;
§165Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἄν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως τότε δὲν θὰ εἶχον τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ δικαιολογικὴν βάσιν τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας προέβαλον ὄχι τὸ ὅτι οἱ λοιποὶ νομομαθεῖς δὲν ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅτι δὲν εἶναι ἐντριβεῖς ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, ἀλλὰ κυρίως ἐστήριξα τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὸ ὅτι, ἐκτὸς τῶν θεωρητικῶν γνώσεων ἀπαιτοῦνται καὶ πρακτικαὶ τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἀποκτῶνται μᾶλλον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομικῶν διατάξεων καὶ τῆς μακρᾶς πείρας, ὡς ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ἢ τῆς παρακολουθήσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων ἔν τινι τόπῳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς τροπολογίας μου. Προσθέτω ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§167Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου θέλω νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Παρετήρησα ἐν ἀρχῇ ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ αʹ ἐδαφίου καὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ συμβιβάσῃ τὴν ἀντίφασιν ὁ Ὑπουργὸς δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ὅλης διατυπώσεως εἶναι ἐμφανές, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν διορισμὸν εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἀναφέρει. Δύναται ὅμως νὰ στερηθῇ τῶν κυριωτέρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ Διατάγματι ἐκείνῳ, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν παράγραφον ἐκείνην νὰ προστεθῇ ὅρος ὑποδείξεως τῶν προσώπων καὶ ἄλλοθεν. Διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κρατεῖ δι’ ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ αὐτοβούλως προσώπων, θὰ ἐστερεῖτο πέντε ἐγκρίτων συναδέλφων, οἵτινες εὑρισκόμενοι ἐδῶ ὑπέβαλον χθὲς τὰς παραιτήσεις των, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἂν ἀπέσυρον αὐτὰς σήμερον καὶ διωρίζοντο μετὰ ταῦτα, θὰ ἐφαίνοντο ὅτι ψευδῶς τοῦτο ἔπραττον, θὰ ἐφαίνοντο ὅτι οὐχὶ ἀπὸ πεποιθήσεως παρῃτήθησαν, ἀλλ’ ἐξ ὑπολογισμοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀφήσωσιν ἀνυπεράσπιστον τὸν Ὑπουργὸν καί, ὅτε ἡ θύελλα παρῆλθεν, ἦλθον νὰ βοηθήσωσι τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοῦτο ἤθελον ἐνισχύσει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν τῷ ὑποδείξω τὸν τρόπον νὰ μὴ στερηθῇ ἡ ἐπιστήμη διαπρεπῶν παραγόντων ἐν τῷ ἔργῳ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξελέξατο αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ὑποδείξω τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διορίζωνται καθ’ ὃν τρόπον θὰ διορίζωνται τὰ μέλη τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, δηλαδὴ νὰ προτείνωσι τὸν διορισμὸν τὰ μέλη τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ 9 ἄρθρου, τὰ πρόσωπα δὲ ταῦτα θὰ εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ἀντιπρόεδρος, ὁ εἰσαγγελεύς, τρεῖς ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων καθηγητῶν τῆς Νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν. Ὑποδεικνύων δὲ τοῦτο θέλω ἀκριβῶς νὰ ὑποβοηθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὰ πέντε μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τὰ παραιτηθέντα δὲν θὰ ἐπαναδιορισθοῦν, διὰ νὰ ἴδωσι τὸν ἐκ νέου διορισμόν των συνοδευόμενον ὑπὸ μειδιάματος ἀρκετὰ εἰρωνικοῦ.
§168Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γεννήσῃ τὸ ἐκδοθησόμενον Διάταγμα καὶ διὰ νὰ μὴ προκαλέσῃ τὰς αὐτὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας προεκάλεσε τὸ Διάταγμα τῆς 20 Ἰανουαρίου 1911, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ἑξῆς. Εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου πρώτου (ἀναγινώσκει) «τὰ ἀποτελέσοντα κλπ. πρόσωπα διορισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ». Θὰ ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ θὰ ὁρίζῃ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκλείψωσι διὰ τοῦ θανάτου, θὰ χρειασθῇ νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ θὰ περιμένῃ τὴν Βουλὴν νὰ τῷ χορηγήσῃ διὰ νόμου τὴν ἄδειαν νὰ διορίσῃ νέα πρόσωπα. Λοιπόν, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ἐφάπαξ, καὶ οὕτω πως καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχει κατὰ νοῦν ὁ Ὑπουργὸς διὰ Β. Διατάγματος νὰ τὰ διορίσῃ καὶ νὰ παραμένωσι, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν φόβον νὰ ἔλθῃ ἄλλος Ὑπουργὸς νὰ τὰ ἀπολύσῃ, διότι προστατεύονται διὰ τῆς προσθήκης ταύτης.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση, τὴν ὁποίαν ἀπέσυρεν ὁ κ. Σκιαδαρέσης καὶ δὲν θὰ ψηφισθῇ. Τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου.
§170ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο λέξεις.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§172ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ἐν τῷ Β. Διατάγματι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἀποσύρω ὅλας τὰς τροπολογίας μου.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤτοι μὲ τὴν προσθήκην — μετὰ τὴν λέξιν «ἐπιτροπειῶν» — «ὧν ἡ τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου θέλει εἶσθαι τοὐλάχιστον ἑξαμελής», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§174Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίας τροπολογίας;
§176ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ παράγραφον νὰ λείψῃ τὸ «ἐφάπαξ» καὶ νὰ τεθῇ τὸ «μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν». Διότι, ἂν τυχὸν ἀποθάνῃ εἷς ἢ καὶ πλείονες ἐκ τῶν ἀποτελεσόντων τὰς ἐπιτροπείας, θὰ ἀπαιτηθῇ, ἄνευ τῆς ἡμετέρας τροπολογίας, νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τοῦ πράγματος ἡ Βουλή. Εἶπον προφορικῶς νὰ τὴν ἀναπτύξω.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 1. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§178Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἔχομεν νὰ κάμωμεν τροπολογίαν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς διορίσῃ ὁ ἴδιος τὰ πρόσωπα, θὰ στερηθῇ 5 καταλληλοτάτων, τῶν ὑποβαλόντων χθὲς ἐντεῦθεν τὰς παραιτήσεις των Βουλευτῶν. Ὅθεν, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κακοῦ, δύναται νὰ γίνῃ ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιτροπειῶν οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῇ προτάσει τοῦ συμβουλίου.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ὡσαύτως τὰ ἄρθρα 4, 5, 6 καὶ 7 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ὑποβάλλεται ὑπὸ τῶν κ. κ. Ἀθανασάκη, Δεμερτζῆ καὶ Νεγροπόντη πρότασις νόμου, καθ’ ἣν «τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ͵ΓΤΗΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3397) περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καταργεῖται». Ἐκτυπωθήσεται πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τοῦ κ. Ἀθανασάκη ὑποβάλλονται τροπολογίαι εἰς τὰ ἄρθρα 53 καὶ 55 τοῦ νόμου «περὶ διαθηκῶν», ἐκτυπωθησόμεναι πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κεφαλληνίας Ν. Χαριτάτου, Δ. Βινιεράτου, Σ. Τ. Φορέστη, Σ. Καβαλλιεράτου, Σπ. Κ. Ἰγγλέση καὶ Σταματιάδου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ παντὸς φόρου καὶ πάσης διατυπώσεως τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα (σούμαν) ἐκ προϊόντων αὐτῶν, δι’ ἀμβύκων μικρᾶς χωρητικότητος». Ἐκτυπωθήσεται πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τοῦ κ. Ν. Χαριτάτου ὑποβάλλεται τροποποίησις ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων». Ἐκτυπωθήσεται πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τοῦ κ. Ν. Χαριτάτου ὑποβάλλεται τροποποίησις ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». Ἐκτυπωθήσεται πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ προτάσεις καὶ τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν».
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§181Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καθίσωμεν ἕως τὰς ἐννέα νὰ γλυτώσωμεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτ. Δικονομίας» κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§182Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τὸ τελευταῖον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807, 808 τῆς Πολιτ. Δικονομίας».
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ. μ.).