Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 21

1911.02.04

5.080 στίχοι · 38.412 λέξεις · 1 πίνακας · 263 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.02.04
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.

Τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1911

(Παρασκευή).

Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ.μ. παρόντων 186 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου ζητοῦσι μετριασμὸν τῆς ποινῆς των· 2) Ἐπίσης οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου ζητοῦσι μετριασμὸν τῆς ποινῆς των· 3) Δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Παλαμηδείου Φ. Μαθιὸς παραπονεῖται, ὅτι τῷ καθυστερεῖται συστημένον ταχυδρομικὸν δέμα· 4) Ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Καλαμῶν Ε. Γιαννακόπουλος ὑποβάλλει αἴτησιν, ὅπως τῷ μετριασθῇ ἡ ποινή του· 5) Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Βόλῳ ἁμαξηλατῶν παρακαλεῖ, ὅπως δοθῇ τέρμα εἰς τὰς εἰς βάρος τοῦ Σωματείου των γενομένας ἀδικίας ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Μπένος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.

§2Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Εἰ καὶ ἠδύνατό τις εἰπεῖν, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Τετάρτης θὰ ἐπερίττευε πλέον ἡ ἐπαναφορὰ τῆς συζητήσεως περὶ ἀποξηράνσεως τῆς ἐν τῷ δήμῳ Ταμυνέων εὑρισκομένης λίμνης «Δύστου» ἐπικαλουμένης, ἐν τούτοις, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, ἣν ἐπεδείξατο κατὰ τὰς δηλώσεις αὑτῆς, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἑλῶν, διότι, λέγω, φρονῶ, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσι μείνει ἄγευστοι τῶν τοιούτων εὐεργετημάτων τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ληφθησομένων, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν ὀλίγοις καὶ ἐκθέσω ἐνώπιον αὐτῆς τὴν περὶ τούτου σχετικὴν γνώμην μου. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων, τὸ ὁποῖον πρέπει πρωτίστως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἥτις ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῶν κατοίκων θέλει διασώσει ἕνεκεν τῶν ἑλωδῶν νόσων, ἀλλὰ καὶ γαίας εὐφορωτάτας θέλει ἐλευθερώσει ἐκ τῶν κατακλυζόντων αὐτὰς ὑδάτων καὶ θέλει παραδώσει εἰς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς ἀθρόως μεταναστεύοντας πρὸς ἀνεύρεσιν ἐργασίας. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἑλῶν τοῦ Κράτους εἶναι καὶ τὸ ἐν τῷ δήμῳ Ταμυνέων καὶ παρὰ τὸ χωρίον Δύστος κείμενον, κοινῶς ὀνομαζόμενον «Λίμνη Δύστος» ἐκτάσεως, κατὰ τὴν γενομένην ἐσχάτως καταμέτρησιν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἀντύπα ἐπὶ τούτῳ σταλέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Δραγούμη, ἐννέα ὅλων χιλιάδων στρεμμάτων, βάθους δὲ ὑπὲρ τὰ πέντε μέτρα. Εἶναι ὡσαύτως ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ λίμνη αὕτη εἶναι ἐφικτὴ ἀποξηράνσεως διὰ τῆς διοχετεύσεως πρὸς τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τοῦ Αἰγαίου, κατὰ τὸ πόρισμα τῆς γενομένης μελέτης τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἀντύπα. Ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ λίμνη αὕτη, ἀποξηραινομένη καὶ παραχωρουμένη εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παρακειμένων χωρίων δι’ ἐτησίων δόσεων, θέλει ἀποδώσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνὰ 300 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἤτοι ἐπὶ ἐννέα χιλιάδων στρεμμάτων δραχμὰς δύο ἑκατομμύρια ἑπτακοσίας χιλιάδας· ἐκ τούτων ἀφαιρουμένων τῶν δραχμῶν τριακοσίων χιλιάδων, αἵτινες θὰ ἀπαιτηθῶσι πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ταύτης, θέλει εἰσέλθει καθαρὸν ἔσοδον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμῶν δύο ἑκατομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων, ὅπερ λίαν ὑπερηφάνως ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως θέλει ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τὸ σοβαρώτερον κονδύλιον τῆς ἀποδόσεως ὑγείας καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας εἰς ὑπερτριάκοντα χιλιάδας ψυχῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἐξ ἴσου ἀληθές, Κύριοι, ὅτι πολλαὶ τῶν λιμνῶν τούτων διακατέχονται δι’ ἀνυπάρκτων τίτλων δημιουργηθέντων κατόπιν βίας καὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ χωρικῶν ἀγραμμάτων ὑπὸ τῶν τότε ἰσχυρῶν τῶν καὶ ὡς ἰδιοκτητῶν ἐμφανιζομένων δῆθεν δι’ ἁρπαγῆς. Καὶ κατὰ τῶν ἁρπάγων τούτων προνοεῖ καὶ σκοπὸν ἔχει ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑποβαλλομένη πρότασις νόμου, ἵνα προλάβῃ ἐνδεχόμενα προσκόμματα πρὸς στέρησιν τῆς πολυτίμου ὑγείας ὑπερτριάκοντα χιλιάδων ψυχῶν ἐπιζητουσῶν, τὴν στιγμὴν μὲν ταύτην ἀπὸ στόματος ἐμοῦ, ἀπὸ πολλῶν δὲ ἐτῶν τὴν ἀπόδοσιν τῆς ὑγείας των. Φρονῶ, Κύριοι, καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον, εἶναι ἀνθρώπινον οἱ τότε ἰσχυροὶ τῶν προσωπικῶν κομμάτων οἱ ὡς ἅρπαγες καταλαβόντες τὰς λίμνας ταύτας νὰ καθορίζωσι καὶ διέπωσι πλὴν τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῶν χωρικῶν καὶ τὴν ζωὴν αὐτῶν νὰ ῥυθμίζωσι διὰ τῆς μὴ ἀποξηράνσεως τῶν τοιούτων λιμνῶν καὶ δὴ εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, καθ’ ὃν, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε, τὰ πάντα θέλουσι τύχει τῆς ῥιζικῆς ἀνορθώσεως; Περαίνων, Κύριοι, ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν θὰ παρίδωσι τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεώς μου ταύτης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβαλλομένου νομοθετήματος θέλουσι ληφθῆ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν τοιούτων ἁρπάγων καὶ ἀπόδοσιν τῆς ὑγείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας εἰς τὴν χώραν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἑλῶν εἶχε ζητηθῆ γενίκευσις τῆς συζητήσεως. Ἐὰν μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομίζουν οἱ κ.κ. Βουλευταί, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§4Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἐπὶ τόσα ἔτη καταβάλλει ἀνελλιπῶς τόσους φόρους, ἀλλ’ οὐδ’ ὀβολὸς ἐξεδόθη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἔργα συγκοινωνίας καὶ δι’ ἔργα ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ δι’ αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πρώτη ἀναγραφῇ ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τόσα χρήματα εἰς τοιαῦτα ἔργα.

§5Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες, ἄλλως τε τοῖς πᾶσι γνωστά, διότι τοῦτο εἶναι ἀπώλεια χρόνου, οὗτινος ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην. Δὲν θὰ ὑψώσω φωνὴν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν Μεσσηνίας ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ἅπασα ἡ Ἑλλὰς βρίθει τοιούτων, καὶ ἅπαντες οἱ κάτοικοί της μαστιζόμεθα ὑπὸ τοῦ ἑλώδους μιάσματος· ἑπομένως ἡ μονομερὴς ὑποστήριξις εἶναι ἐναντίον τοῦ δοθέντος ὅρκου ὡς Βουλευτοῦ.

§6Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφοῦ ἔκαμε δηλώσεις ἡ Κυβέρνησις, θέλετε νὰ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὰς συζητήσεις; Ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ. Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ παρακωλύωμεν καὶ ἡμεῖς κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς συζητήσεις.

§7Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ διασκεδάσω· ἀλλ’ ἀδικεῖτε τὴν ἀντίληψίν σας, κύριε συνάδελφε.

§8ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Προστατεύσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀγορεύοντα. Θέλει νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ περιωπῆς τὸ ζήτημα τῶν ἑλῶν.

§9Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. .. Οὔτε θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, διότι, μεθ’ ὅσα εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο θὰ εἶναι ἔνδειξις δυσπιστίας πρὸς τὰς τόσον ἐπισήμους δηλώσεις του. Ἀλλὰ θὰ ὑποδείξω ἑτέραν καταστροφὴν ἐπερχομένην εἰς τὴν χώραν ἐκ τῆς ἑλώδους καχεξίας. Διὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὅλων ὑμῶν, ὅσον καὶ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς χώρας, ὅπως ἑνώσωμεν ἅπαντες τὰς δυνάμεις μας καὶ συντελέσωμεν νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ τοιοῦτον ἐθνοσωτήριον ἔργον. Ὅ,τι θ’ ἀφηγηθῶ ὑμῖν, εἶναι ἡ στενωτάτη σχέσις τῆς ἑλώδους καχεξίας πρὸς τὴν φυματίωσιν. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τοῦτο ἀγνοεῖτε, διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας μέχρι τοῦ 1904 ἡ ἐν γένει ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἐπρέσβευεν, ὅτι τὸ ἑλῶδες μίασμα ἀνταγωνίζεται πρὸς τὴν φυματίωσιν, πλὴν ἰατροῦ τινος μικρᾶς ἐθνικότητος καὶ ὑπὸ μανδραγόρα καθευδούσης, ὅστις πρὸ εἰκοσαετίας περίπου, σχηματίσας ἀντιθέτους πεποιθήσεις, ἤτοι, ὅτι «ὄχι, δὲν ἀνταγωνίζεται τὸ ἑλῶδες μίασμα πρὸς τὴν φυματίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, προδιαθέτει τὸν ὀργανισμὸν καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πολλαπλασιασμὸν τῆς δευτέρας, μεθ’ ἧς καὶ συνεργάζεται». Ὁ ἰατρὸς αὐτὸς ἠγωνίζετο ἐπὶ 12ετίαν, ὅπως πείσῃ διασήμους τινάς, νὰ μεταβάλλωσι τὰς πρώτας των πεποιθήσεις, ἔργον δυσχερὲς λίαν καὶ δὴ δι’ ἀλλοδαπόν. Μετὰ πολλοὺς ἐν τούτοις μόχθους ἔπεισέ τινας τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας (τοῦτο δὲ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπιστήμης) καὶ ἐστάλησαν ἰατροὶ ἰδικοὶ εἰς Ἀλγερίαν, ὅπως σπουδάσωσιν, ἂν ὄντως τὸ ἑλῶδες μίασμα ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸ τῆς φυματιώσεως, ἢ τοὐναντίον, ὡς γενικῶς ἐπρεσβεύετο. Μετὰ τριετεῖς ἐρεύνας καὶ πειραματικὰς μελέτας—σημειωτέον ὅτι τούτους ἐμιμήθησαν τότε καὶ ἰατροὶ τῆς Ἰταλίας— ὁ καθηγητὴς Crespin τὸ 1904, ὡς καὶ ἄλλοι, ἔφεραν παρόμοια συμπεράσματα τοῖς τοῦ πρώτου παρατηρητοῦ, καὶ οὕτως ἔκτοτε ἤρξαντο ἔρευναι βασιμώτεραι, αἵτινες διεσαφήνισαν πλέον τὸ τόσον σοβαρὸν ζήτημα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Π. χ. καὶ ἡ ἀνάλυσις τῆς χημικῆς ἐναλλαγῆς τῶν πνευμόνων, κατὰ μέθοδον τοῦ καθηγητοῦ Alb. Robin, ἐπιβεβαιοῖ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς καὶ τῶν τὴν δευτέραν περίοδον τῆς ἑλώδους καχεξίας διαγόντων κατὰ 60% καίεται, ὡς ὁ τοῦ φυματικοῦ, καίτοι ἡ κλινικὴ παρατήρησις καὶ ἐξέτασις οὐδαμῶς οὐδὲν φυμάτιον ἐν τῷ ὀργανισμῷ δύναται νὰ καθορίσῃ. Οὐ μήν, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χειρουργικῆς φυματιώσεως συντελεῖ ἡ ἑλώδης καχεξία, ὡς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἰσχυρίζετο καὶ ἐπέμενεν ὁ πρῶτος ἰατρός. Π. χ. ἐπρεσβεύετο ὅτι ὁ ἐξ ἀτροφικῆς κιρρώσεως τοῦ ἥπατος, συνεπείᾳ ἑλώδους καχεξίας, ὕδρωψ ἀσκίτης ὠφείλετο εἰς τὸ ἑλῶδες καὶ μόνον μίασμα. Σήμερον ὅμως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀναπτύσσεται συνεπείᾳ φυματιώσεως τῶν τε μεσεντερίων ἀδένων καὶ τοῦ περιτοναίου. Βλέπομεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν θὰ καταπολεμήσωμεν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῆς φυματιώσεως, ἅπαντα δὲ τὰ ἄλλα διαφημιζόμενα καὶ ἐφαρμοζόμενα μέσα πρὸς καταπολέμησιν τῆς φοβερᾶς αὐτῆς νόσου εἰσὶν ἀναγκαῖα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ λυσιτελῆ. Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις: Ναί, ἀλλ’ ἐὰν ἀποθνήσκωσιν 100 ἢ 200 τὸ ἔτος ἐκ φυματιώσεως, συνεπείᾳ ἑλώδους καχεξίας, τοῦτο δὲν ἐπιβάλλει τὴν πρόταξιν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν ἀπὸ τὴν τῆς συγκοινωνίας, καὶ δὴ τῆς σιδηροδρομικῆς, τῆς χώρας; Θὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὡς πρό τινων ἡμερῶν συνάδελφός τις εἶπεν ὅτι ἡ συγκοινωνία προσομοιάζει μὲ τὰ ἀγγεῖα ἑκάστου ζωικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ δέον τὰ ἀγγεῖα ν’ ἀντλῶσιν αἷμα ἀπὸ τὰ αἱμοπαραγωγὰ σπλάγχνα, διότι, ἐὰν τὰ αἱμοπαραγωγὰ σπλάγχνα ἐμπεριέχωσι σηπεδονώδεις οὐσίας καὶ μικροβιολογικὰ ὑγρά, ἅτινα μεταδίδουσι καὶ διὰ τῶν ἀγγείων εἰς τὸν ὀργανισμόν, ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος θὰ δηλητηριασθῇ τόσον, ὥστε οὐδεμία διηθητικὴ μηχανὴ θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸν διηθήσῃ, καὶ ὁ τοιοῦτος οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐνταφιασθῇ, διότι καὶ τὸ ἔδαφος θὰ δηλητηριάσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατακαῇ. Σημειωτέον σὺν τούτοις, ὅτι ἐκ τῶν κατοικούντων εἰς ἑλώδεις χώρας καὶ ἀποθνησκόντων ἐκ φυματιώσεως τὸ ¼ ἀρχικὴν αἰτίαν ἔχει τὴν ἑλώδη καχεξίαν καὶ τὸ ἕτερον ¼ τὴν πλημμελῆ καὶ ἐλαττωματικὴν θρέψιν, διό, ἂν δεχθῶμεν ὡς ἀκριβῆ τὴν Στατιστικὴν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, δηλ. ὅτι ἀποθνήσκουσιν ἐν Ἑλλάδι 10,000 ἐκ φυματιώσεως τὸ ἔτος, αἱ 2,500 ἀποθνήσκουσι συνεπείᾳ τῆς ἑλώδους καχεξίας, ἕτεροι δὲ 2,500 ἐλλείψει ἀναλόγου θρέψεως· συνεπῶς διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν θὰ ἐλαττωθῇ ἡ θνητότης ἐν Ἑλλάδι ἐκ φυματιώσεως κατὰ τὸ ½. Διὸ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ἣν δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῇ οὐδεὶς ἀβασανίστως, δέον νὰ προτιμηθῇ παντὸς ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν, ἐκτὸς ὅλως ἐκτάκτου περιστάσεως, δηλ. ἀμύνης τῆς χώρας κτλ. Διότι χώρα, τῆς ὁποίας αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσι πάντοτε ὡς βάσιν τὴν πλουτοπαραγωγήν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, πᾶσα ἄλλη πρᾶξίς των, πᾶσα ἄλλη ἐνέργειά των, πᾶν ἄλλο ἔργον των προσομοιάζει μὲ τὰ ψιμύθια τῶν Βουρβώνων.

§10Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἕκαστος θέλων νὰ ὁμιλήσῃ ἔχει λάβει ἐντολήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ. Εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων, καὶ ὁ ἐγγραφεὶς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ.

§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν.

§12Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅλοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα. Ἀλλά, ἐὰν ὁμιλῶμεν ὅλοι, ἀλλοίμονον. Πρέπει νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου.

§13Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ κατηγορῇ τὰς προγενεστέρας Κυβερνήσεις, ἡ δικαιοτέρα κατηγορία του εἶναι κατὰ τῆς ἐνόχου ἀμελείας καὶ ἀμεριμνησίας, ἣν ἐπέδειξαν αὗται ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν πόρων τῶν οἰκονομικῶν. Μία δὲ τῶν μεγαλειτέρων ἐλπίδων, ἃς ἀνέθηκεν ὁ λαὸς ἐπὶ τὴν ἀνορθωτικὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἡ ἐλπὶς τῆς οἰκονομικῆς του ἀνορθώσεως, τῆς ἀνορθώσεως τῶν πόρων τῶν πλουτοπαραγωγικῶν, δι’ ὧν καὶ αὐτὸς θὰ τονωθῇ οἰκονομικῶς καὶ τὸ Κράτος θὰ βελτιωθῇ κατὰ τὴν δικαιοσύνην, τὴν διοίκησιν, τὸν στρατόν, τὸν στόλον καὶ πάντα, διότι ὅλα ἐκ τοῦ χρήματος ἐξαρτῶνται. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων πόρων, ὅστις ἔδει νὰ ἐνισχυθῇ, καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸν ἐνισχύσῃ, εἶναι ἡ γεωργία. Εἰδικῶς θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ γεωργία ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ μοναδικοῦ μεγάλου ἕλους τῆς Λακωνίας τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου τῆς Λακεδαίμονος ἐκτάσεως 20.000 στρεμμάτων. Αἱ γαῖαι αἱ πέριξ αὐτοῦ καλλιεργούμεναι τιμῶνται ἤδη 500 δραχμὰς κατὰ στρέμμα λόγῳ τῆς παραγωγικότητος αὐτῶν. Συνεπῶς ἡ ἀξία τῶν γαιῶν τοῦ ἕλους εἶναι 10,000,000, αἱ δὲ δαπάναι τοῦ Κράτους πρὸς ἀποξήρανσιν δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰς 500,000 δραχμῶν. Τὸ ἕλος τοῦτο ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ μέχρι τοῦ 1850 ἐκαλλιεργεῖτο ἀποδίδον καρπούς, ἓν πρόχωμα ὅμως, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βασιλοποτάμου, κατεστράφη καὶ τὰ πλημμυροῦντα ὕδατα κατέλαβον τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέστη ἄχρηστον καί, ἀντὶ νὰ ἀποβαίνῃ πρὸς τροφὴν καὶ οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῶν κατοίκων, ἀποβαίνει πρὸς τροφὴν τῶν κωνώπων καὶ καταστροφὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἐπὶ πλέον σᾶς συνιστῶ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων μέχρις ἀξίας 10,000 δραχμῶν ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τοῦ Εὐρώτα, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσι τὰ χωρία Σεϋδαλῆ καὶ Ντουραλῆ. Πέρυσιν ἔπεσαν πέντε οἰκίαι ἐν αὐτοῖς.

§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ Τρινάσου.

§15Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος, καὶ καλλίτερον θὰ εἶναι νὰ ψηφίσωμεν ἄλλον ἐφαρμόσιμον. Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δὲν ὑπερβαίνει τὰς 350,000.

§16Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνεβίβασα τὴν δαπάνην εἰς 500 χιλιάδας. Ἀλλὰ τὰ κέρδη εἶναι μεγαλείτερα. Ἐπὶ πλέον γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἕλους ἐνέσκηψεν ἐγκεφαλονωτιαία μηνιγγῖτις καταστρέψασα ὁλοκλήρους οἰκογενείας καὶ πρέπει νὰ ἀποσταλῇ ὀρὸς ἀντιμηνιγγιτικὸς καὶ ληφθῶσιν ἄλλα σχετικὰ μέτρα πρὸς σωτηρίαν τῶν κατοίκων.

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ληφθῶσι παντοῦ.

§18Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀφοῦ ἀπεφασίσθη γενικὸν μέτρον, ἐγὼ παραιτοῦμαι.

§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.

§20ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας συναδέλφου προσθέτω τοῦτο μόνον, ὅτι ὑπάρχει μία κοινοτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔκαμε μερικοὺς χάνδακας, δι’ ὧν ἐφέτος ἀκριβῶς θὰ καλλιεργηθῶσιν ὑπὲρ τὰ 2000 στρέμματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον δι’ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν.

§21Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς Αἰγιαλείας, παραιτοῦμαι.

§22ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θέλησις νὰ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι θέλοντες τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Πάντοτε ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε τὸ χρῆμα ἴσως ἢ δὲν ὑπῆρχε πράγματι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ζήτημα χρημάτων.

§23Λ. ΠΑΠΑΦΩΤΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω σύστασιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἕλη τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας, καὶ πολὺ περισσότερον διὰ τὰ ἕλη τῆς λίμνης Τριχωνίδος, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ὑποφέρουσιν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἀγρινίου. Ἀφήνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν παράκλησίν μου, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ὑπόσχεσιν.

§24ΘΑΛΗΣ ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, διότι δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ ἕλους τινὸς τῆς ἐπαρχίας μου εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω καὶ ἐγὼ νὰ δείξω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὅτι φροντίζω περὶ τῆς ὑγείας των. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς πρὸς τὰς μεγάλης σημασίας δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνησις πολὺ ὀρθῶς ποιήσασα μετεκάλεσεν ὑδραυλικοὺς ἐξ Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι θὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἀποξηράνσεως. Ὑπάρχει ὅμως τόση ἀφθονία ἑλῶν, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν καὶ οὗτοι θὰ ἐπαρκέσωσι καὶ ἂν ὡσαύτως οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἐπαρκέσωσι. Διὰ τοῦτο εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχουσιν ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἑλονοσία εἶναι μεγαλειτέρα, πρέπει, ἔστω καὶ μὲ κάποιαν θυσίαν, νὰ μὴ περιμείνωμεν τὴν σοφίαν τῶν ξένων ὑδραυλικῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναλάβωσιν ἑταιρεῖαι τὴν ἀποξήρανσιν, τὴν δὲ ἐπὶ πλέον θυσίαν νὰ ὑποστῶσιν οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἐπείγονται νὰ ἴδωσι τὰ μέρη τὰ ἤδη καταστρεπτικὰ δι’ αὐτοὺς καθιστάμενα ὑγιεινά. Εἰς ἐκεῖνα λοιπὸν τὰ μέρη, ὅπου δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη, νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος. Χωρὶς νὰ ὀνομάσω τὸ ἕλος, διὰ νὰ μὴ παραβῶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ὑπάρχει ἑταιρεία, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ προτάσεις περὶ ἀποξηράνσεως ἕλους τινὸς—τὸ ὁποῖον δὲν ὀνομάζω— καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παραβῇ τὸν κανόνα, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ βραδύτης, διότι οἱ θάνατοι ἐκεῖ εἶναι πλεῖστοι.

§25ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τοῦτο· δὲν φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δυσπιστία πρὸς τὰς ἑταιρείας, αἵτινες θὰ ἀποβλέψωσι πῶς νὰ ἀποκαταστήσωσι πλείονας ἐκτάσεις καλλιεργησίμους, νὰ ἀφήσωσι δὲ τὸ ἕλος ἕλος;

§26Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ εἰς ὡρισμένην ἑταιρείαν τὴν ἀποξήρανσιν, ἀλλὰ δύναται νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἤθελε προτείνει ἡ ἑταιρεία καί, ἂν εὑρεθῇ ἄλλη ἑταιρεία προτείνουσα καλλιτέρους ὅρους, τότε βεβαίως θὰ προτιμηθῇ αὐτή. Ὑπάρχει ἑταιρεία, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἀποξηράνῃ ἓν ἕλος ἀντὶ 300000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀποδώσῃ ἡ ἀποξηρανθεῖσα γῆ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ δοθῇ ἓν προνόμιον, διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἡ ἑταιρεία, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ ἐκτελεσθῇ καλῶς ἡ ἀποξήρανσις, ὄχι τόσον διὰ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑγείαν. Εἶναι μέγα ζήτημα ἡ παραγωγή, ἀλλὰ σπουδαιότερον εἶναι ἡ ὑγεία.

§27ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι ἀποδέχομαι τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ληφθῇ πρόνοια γενικὴ περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν, ἐν τούτοις δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ ψηφισθῇ καὶ πάλιν ὁ πρακτικὸς ἐκεῖνος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Εὐθυμίου Κεχαγιᾶ, κατὰ τὸ 1885 καὶ ὁ ὁποῖος θὰ συντελέσῃ, ὅπως ταχύτερον ἀποξηρανθῶσι τὰ εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ Ἀχαΐαν ἐντὸς τῶν πόλεων ὑπάρχοντα ἕλη. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἂν μελετήσῃ καὶ ἐπαναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον ἐκεῖνον, θὰ φθάσωμεν σκοπιμώτερον καὶ ταχύτερον εἰς ἀποτέλεσμα πρακτικώτερον καὶ ἐπωφελέστερον τῆς πρακτικῆς καὶ κοινωνικῆς.

§28ΑΝ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπισήμους ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, τὰς γενομένας περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα σκοπεύει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, ἐθεώρουν καὶ ἐγὼ περιττὸν νὰ εἴπω οἱανδήποτε λέξιν. Ἐν τούτοις, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, ζωηρὰ εἶναι τὰ δείγματα τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὅπως δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, διότι, ἐνῷ οἱ κ. συνάδελφοι γνωρίζουσι τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι, τὰ σχέδια τὰ μελετώμενα, ἐν τούτοις δὲν συγκρατοῦνται, ἀλλὰ προβαίνουσιν εἰς παρατηρήσεις, ὑποδεικνύοντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Εὐλόγως, Κύριοι, δὲν δύνανται νὰ συγκρατηθῶσι, διότι τὰ ἕλη εἶναι ἡ φοβερωτέρα μάστιξ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Τὰ ἕλη δὲν ἐπιτρέπουσι τὸ ἀνθρωπίνως ζῆν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν ἐπιτρέπουσιν ὑγείαν, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ τόπου. Παραπονούμεθα, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι νωθρός, ὅτι δὲν ἐργάζεται, ὅτι ἀποφεύγει τὴν ἐργασίαν. Πολλοὶ ταξιδεύοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα βλέπουν ἐκτάσεις μεγάλας ἀκαλλιεργήτους καὶ ὑβρίζουσι καὶ προπηλακίζουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι δὲν προβαίνει εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλὰ προτιμᾷ νὰ ζῇ πένης μὲ ἐλαίας καὶ τυρίον καὶ καλαμπόκι, καὶ δὲν ἐξετάζουσιν οἱ σοφοὶ οὗτοι Κύριοι, ἂν δύναται νὰ προβῇ ὁ λαὸς εἰς καλλιέργειαν, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἔκτασις ἀκαλλιέργητος ἢ πέτραι καὶ βάλτοι. Πᾶσα πεδινὴ χώρα κατακαλύπτεται σήμερον ἢ αὔριον ὑπὸ ὑδάτων, ἐξ αὐτῶν δὲ δὲν ἀπορρέει τίποτε ἄλλο ἢ ἡ πεῖνα καὶ ὁ πυρετός. Ὁ λαὸς λοιπὸν μὲ ὅλας τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ συγκρατηθῇ· θέλει ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν. Ὁ νομός, Κύριοι, ἐξ οὗ κατάγομαι, δυστυχῶς εἶναι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῆς ἑλονοσίας. Δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν δυσχερείας εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζομεν δὲ τὰς δυσχερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦτο θέλω νὰ τονίσω κυρίως, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἡ δέουσα θέλησις πρὸς ἀποξήρανσιν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐξ ἀμαθείας παρεμβάλλονται καὶ προσκόμματα εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν. Παρὰ τὴν Ναύπακτον, Κύριοι, ὑπάρχει ἕλος, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο πολὺ μεγαλείτερον. Τὸ ἕλος τοῦτο δὲν ἀποξηραίνεται, διότι οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια. Τὸ ἕλος αὐτὸ ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχεν, εἰμὴ εἰς ἐλάχιστον βαθμόν, καὶ εἶναι τοῦτο ἓν σημεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κύπτωμεν τὸ μέτωπον, ὅτι ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα ἕλη, ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπεξετάθησαν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Οἱ χωρικοὶ ἀπελπισθέντες ἐκ τῆς προνοίας τῆς Κυβερνήσεως ἐπεδόθησαν ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς τὴν ἀποξήρανσιν· ἤνοιξαν σούδας, προέβησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἀπεξηράνθη μέγα μέρος, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἐδήλωσαν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον. Ἀκούσατε δὲ πρᾶγμα παράδοξον· ὅτι μόλις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔμαθεν, ὅτι ἐγένετο τὸ ἀνοσιούργημα αὐτό, νὰ ἀποξηράνωσιν οἱ κάτοικοι τὸ ἕλος καὶ νὰ τὸ δηλώσωσι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε τὰς δηλώσεις ταύτας, καὶ ἡ ἀποξήρανσις ἔπαυσε, καὶ ὅσον μέρος δὲν ἀπεξηράνθη ὑπάρχει ἀκόμη!

§29Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως;

§30Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Ἄλλο τι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει κατὰ πόσον αἱ Κυβερνήσεις ἔδειξαν πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν· εἰς τοὺς βάλτους ὑπάρχουσιν αὔλακες καὶ βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἰχθύες. Διὰ τῶν αὐλάκων ἀνέρχονται οἱ ἰχθύες ἐκ τῆς θαλάσσης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐνοικιάζει τὰς αὔλακας ὡς ἰχθυοτροφεῖα, δηλαδὴ ἐκμεταλλεύεται τὰς ἀρτηρίας τῶν νόσων· ὡς ἰχθυοτροφεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῶσι παρὰ δι’ ἔργων ἀνακοπτόντων τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων. Λοιπὸν ὄχι μόνον δὲν βλέπομεν πρόνοιάν τινα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, βλέπομεν ἐνέργειαν σοβαράν, ἐπίμονον πρὸς ἐπαύξησιν καὶ δημιουργίαν τῶν ἑλῶν. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι ἐπαρκές, ὑπάρχει δὲ καὶ εἷς νόμος τοῦ 1882, κατ’ ἐμὲ πρὸς δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος, προκληθεὶς βεβαίως ἴσως ἐκ καταχρήσεων, ἀλλὰ δημιουργήσας καὶ αὐτὸς δυστυχίας. Ἐκτὸς τούτου ἡ εἰς τὴν ἑταιρείαν μεταβίβασις, διὰ νόμου εἰδικοῦ, τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν δὲν εἶναι καὶ πολὺ εὐχάριστος, καί, ἐξ ὅσων μέχρι σήμερον παρετηρήσαμεν, ὁ λαὸς δυσπιστεῖ εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν εἰς ἑταιρείαν. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀγαθὴ θέλησις, δύναται νὰ εὑρεθῇ μέσον νὰ παρακάμψωμεν καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς εὑρέσεως τοῦ χρήματος ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὴν ἀποφυγὴν τῆς παραχωρήσεως πλουσιωτάτων ἐκτάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσι χρησιμώταται. Δύνανται νὰ ὀργανωθῶσιν αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι, δύναται νὰ γίνῃ νόμος, δι’ οὗ νὰ καταρτισθῇ Συνδικάτον ἐπιτοπίως ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον εἰς τὴν ἀποξήρανσιν καὶ δικαίωμα νὰ ὠφεληθῶσι, νὰ δημιουργηθῶσι Συνδικᾶτα, νομικὰ πρόσωπα, δυνάμενα νὰ λάβωσι δάνεια χρηματικά, νὰ ἐξεύρωσι χρήματα ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν ἀποξηρανθησομένων γαιῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη. Ἂν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἀγαθὴ θέλησις, ἐξευρίσκεται καὶ ὁ τρόπος. Ταῦτα ἤθελον, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω.

§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζητοῦμεν καὶ χθὲς καὶ σήμερον, κ. Πρόεδρε, συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλοτε περὶ ἑλῶν καὶ μᾶς λείπει μία βάσις διὰ τὴν συζήτησιν. Ἔχει ἡ Κυβέρνησις μελέτην περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἑλῶν ἐν Ἑλλάδι, ἔχει πρόχειρον μελέτην περὶ τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν; Ἐὰν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις σχετικὰς ἐκθέσεις, θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ ταύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῶμεν ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τοιαύτας μελέτας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ νὰ γίνωσι τοιαῦται, διότι ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης, ἡ συζήτησις εἶναι ματαιοπονία.

§32ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐπὶ τῶν ἑλῶν, θὰ θέσῃ αὐτὰ ἐπὶ ὡρισμένων βάσεων. Ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὰς σκέψεις καὶ τὰς μελέτας της ἡ Κυβέρνησις. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὴν ἀπαίτησιν νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μας.

§33Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι βεβαίως.

§34ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐπὶ τῶν ἑλῶν, θὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἐκτάσει.

§35Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ Σύλλογος πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν ἔχει ἤδη ἐπεξεργασθῆ πίνακα τῶν ὑπαρχόντων ἐν Ἑλλάδι ἑλῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν τῇ σχετικῇ ἐργασίᾳ του νὰ ζητήσῃ, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ τοῦ πίνακος τούτου.

§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπὸ οὐδένα ἐξ ἡμῶν ἐλλείπει ἡ γνῶσις τοῦ ῥήματος θέλω, θέλεις, θέλει, θέλομεν, θέλετε, θέλουσι· βεβαίως ὅλοι ἔχουσιν ἀνάγκας διαφόρους, θέλουσι πολλά, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα. Τὰ ἀπαραίτητα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἠξεύρετε τί λέγει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ συνειδήσει καὶ ἐν τῷ νῷ αὑτοῦ; «Δὲν θέλω τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά· θέλω δύο τινά, στρατὸν καὶ στόλον, διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν πατρίδα μου». (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§37Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἑλῶν ὑπὸ παραγωγικὴν ἄποψιν δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἄλλως τε ἔχομεν ῥητὰς καὶ κατηγορηματικὰς δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς ὁποίας ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως ἔσται καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, καθ’ ὃν θὰ ἴδωμεν τὰ ἕλη ἀποξηραινόμενα καὶ θὰ ἴδωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον κερδίζον ἐκ τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἵτινες παραμένουσιν ἤδη ἀκαλλιέργητοι, θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνισχύσῃ πρὸ παντὸς τὸν Σύλλογον τὸν ὑφιστάμενον ἔτι πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἑλωδῶν νόσων, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίδρασις ὑπῆρξεν ὄντως εὐεργετική. Ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους ὑπάρχει ἕλος μέγιστον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίδρασιν ὑφίστανται ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ χωρίων. Ὁ Σύλλογος οὗτος πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἑλωδῶν νόσων ἀπέστειλε πέρυσιν ἐκεῖ τὸν ἰατρὸν Καλογερᾶν, ὁ ὁποῖος ἔδωκε συμβουλὰς καὶ ὁδηγίας περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ περὶ τῆς προληπτικῆς ἐν γένει διαίτης, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ κάτοικοι. Τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν θαυμάσια· ἐκ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος κατατρύχονται ἐκ τῶν πυρετῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταστῆ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, τῶν ὁποίων ὁ ὀργανισμὸς εἶχεν ἐξαντληθῆ, τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐσώθη, καὶ ἤδη μόνον 5% ἔχομεν προσβολὰς ἑλωδῶν πυρετῶν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνισχυθῇ ὁ σωτήριος οὗτος Σύλλογος, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποσοβηθῶσι τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ πυρετοῦ ἐκείνου τοῦ καταστρεπτικοῦ.

§38ΑΝΤ. ΒΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§39ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἡ Ἀγγλικὴ Ἑταιρεία ἐδαπάνησε πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, δηλαδὴ 40,000,000 χρυσῶν φράγκων, ἀναλογούντων πρὸς 64,000,000 τῆς ἐποχῆς ταύτης, νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος ν’ ἀνταποκριθῇ. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ παρετηρήθη τοιαύτη νοσηρότης ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, ὥστε νὰ καταστρέφηται ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων πλείστων τῆς Ἑλλάδος μερῶν, νομίζω ὅτι οἱαδήποτε δαπάνη πρέπει νὰ διατεθῇ χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Ἁπλούστατα, ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῆς πενταετοῦς Στατιστικῆς τῶν τελευταίων χρόνων, ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1910, θὰ ἴδωμεν ὅτι κατ’ ἔτος νοσοῦσιν ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν 700,000 πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀποθνήσκουσι δὲ κατ’ ἔτος 2500 πολῖται Ἕλληνες. Κατὰ τὸ ἔτος 1895, ὁπότε κατὰ τὸ θέρος ὑπῆρξε πολυομβρία, οἱ παθόντες ἀνέρχονται εἰς τὸν τρομερὸν ἀριθμὸν τῶν 966048, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπέθανον 5940. Μία ὁλόκληρος ταξιαρχία συνισταμένη ἐκ δύο πλήρων συνταγμάτων ἀπωλέσθη χωρὶς νὰ χρησιμεύσῃ τὸ πολύτιμον τοῦτο αἷμα πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν. Ἀπὸ οἰκονομολογικῆς δὲ ἀπόψεως ἂν ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν ὑπολογισθῇ ὅτι ἐκ τῶν 700,000 τῶν πασχόντων κατ’ ἔτος, μόνον αἱ 150,000 ἀδυνατοῦσιν ἐπὶ 50 ἡμέρας κατ’ ἔτος νὰ ἐργασθῶσιν, ὑπολογιζομένου τοῦ ἡμερομισθίου, ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰς δραχμὰς 4–8, καὶ ἂν λάβωμεν τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν 4 δραχμῶν, ἔχομεν, 150,000 πάσχοντας ἐπὶ 50 ἡμέρας, 7,500,000 ἡμερομίσθια πρὸς 4 δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον, ἤτοι τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 30,000,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπόλλυνται ἐκ τῶν δημοσίων οἰκονομιῶν.

§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.

§41ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Πᾶσα δαπάνη ὑπὸ τῆς Πολιτείας γιγνομένη ὑπὲρ τῆς διασώσεως τόσων χιλιάδων πολιτῶν καὶ τόσων ἑκατομμυρίων χρήματος θὰ εἶναι ἀνταξία τῶν τρομερῶν τούτων ἀποτελεσμάτων.

§42Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγας στιγμάς, κύριοι Βουλευταί. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐνηργήθη διὰ τὰ σεισμοπαθῆ μέρη, ἐκ τῶν πρώτων δηλαδὴ σεισμῶν, τῶν συμβάντων τῷ 1909 εἰς τοὺς τρεῖς δήμους τῆς Ἠλείας, Ἤλιδος, Ἐλίσσης, Πηνειίων, οἵτινες κατέστρεψαν καὶ ἐξ ὁλοκλήρου τὰ δύο μεγάλα χωρία Χάβαρι καὶ Μπεζαΐτι, κατὰ μέγα δὲ μέρος καὶ τὴν Παλαιόπολιν. Ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν τούτων συνελέχθησαν ἔρανοι ἄνω τῶν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, κατατεθειμένων ἔκτοτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν τὸ ἔπραξεν ἤδη, νὰ στείλῃ μηχανικούς, διὰ νὰ βεβαιώσωσι τὰς προσγενομένας ζημίας εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν ἀνάλογα ποσὰ ἐκ τῶν κατατεθειμένων τούτων ἐράνων. Ἤκουσα νὰ λέγηται ὅτι μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐράνων ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῇ δημοσία ὁδός. Τὸ λεγόμενον ἥκιστα θεωρῶ σοβαρόν, διότι ἡ κατασκευὴ δημοσίων ὁδῶν εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους. Ταυτοχρόνως δὲ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ τὸν νέον συνοικισμὸν τῶν καταστραφέντων χωρίων. Εἶτα θὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐσκέφθη καὶ τίνας ἀποφάσεις ἔλαβε περὶ τῶν τελευταίων σεισμοπαθῶν τοῦ δήμου Μυρτουντίων, δηλαδὴ τῶν Λεχαινῶν, τοῦ Βαρθολομιοῦ καὶ τοῦ Σουλεϊμάναγα, τῶν τριῶν τούτων κωμοπόλεων, αἵτινες ὑπέστησαν σημαντικὰς καταστροφὰς ὑπὸ τῶν σεισμῶν. Καὶ τονίζω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, διότι ἔχω πληροφορίας ὅτι καὶ κατὰ τῶν σεισμοπαθῶν τούτων ἐνεργεῖται καταδίωξις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ φόρους οἰκοδομῶν, ἐνῷ κατέπεσαν αἱ οἰκίαι των. Οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι συμπολῖταί μου, ὡς ἀναξιοπαθοῦντες, εἶναι ἄξιοι ὄχι μόνον τῆς ἀναστολῆς τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης προστασίας, καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς νομοθετικῆς μερίμνης, ὄχι διὰ νὰ τοῖς δωρηθῇ τι ἀπέναντι τῶν προσγενομένων ζημιῶν, ἀλλ’ ἵνα ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος εἰς μίαν Τράπεζαν, διὰ νὰ δανεισθῶσιν οἱ ζημιωθέντες τὰ ἀναγκαιοῦντα ποσὰ πρὸς ἐπισκευὴν τῶν οἰκημάτων των ἀντισεισμικῶς, τὰ δὲ δάνεια νὰ πληρωθῶσιν ἐντὸς δεκαετίας μὲ μικρὸν τόκον χρεολυτικῶς. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ εἰς τὰ μᾶλλον εὐνομούμενα Κράτη. Ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι, ὅτε ἡ φυλλοξήρα ἐνέσκηψεν ἐν Γαλλίᾳ, τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἠγγυήθη πρὸς διαφόρους Τραπέζας, καὶ οἱ Γάλλοι ἀμπελοκτήμονες ἐδανείζοντο ἀνάλογα ποσὰ διὰ τὰ κτήματά των πρὸς 2 καὶ 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως, μόνον δὲ τοιουτοτρόπως ἠδυνήθησαν νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν κίνδυνον καὶ νὰ ἐπαναφυτεύσωσι τὰς ἀμπέλους των, ἡ δὲ Γαλλία νὰ ἐπανακτήσῃ τὴν πρότερον εὔκλειάν της διὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ἑτέρα κατηγορία παθόντων ἐν Ἠλείᾳ εἶναι καὶ οἱ παρόχθιοι τοῦ χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι. Ὁ ὁρμητικὸς δηλαδὴ οὗτος χείμαρρος, ὡς διαρκὴς θεομηνία ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων, Πύργου δηλαδή, καταστρέφει κατ’ ἔτος ἀπεράντους ἐκτάσεις σταφιδαμπέλων, ἀνηκουσῶν εἰς τοὺς κατοίκους διαφόρων χωρίων, οἷον Σκουροχωρίου, Μυρτιᾶς, Ἀλποχωρίου, Γρανιτσέϊκα, Ἁγίου Ἰωάννου, Βυτινέϊκα, Τζόγια κλπ. Οἱ πολυπαθεῖς οὗτοι παρόχθιοι κατ’ ἐπανάληψιν ἀνηνέχθησαν πρὸς τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις καὶ ἐζητήσαντο τὴν διαρρύθμισιν τοῦ χειμάρρου τούτου, διὰ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν καταστροφήν των. Προέβησαν μάλιστα εἰς τὴν ὑπόδειξιν νὰ ἐτίθετο καὶ φόρος στρεμματικὸς ὑποχρεώνων ἀποκλειστικῶς αὐτοὺς τοὺς παροχθίους, διὰ νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Δυστυχῶς οὐδὲν ἐνηργήθη μέχρι σήμερον, οὐδὲ διετάχθη κἂν μελέτη. Οἱ συνδημόται μου οὗτοι ἀναφέρονται ἤδη δι’ αἰτήσεώς των καὶ ἐνώπιον ὑμῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς καθικετεύουσι νὰ τοὺς προστατεύσητε διὰ νομοθετικοῦ μέτρου πρὸς διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου τούτου. Πρὸς τοὺς ἀναφερομένους τούτους ἑνούμεθα καὶ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, καθὼς καὶ ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν θερμῶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ δίκαιον καὶ σωτήριον αἴτημά των, ὑποβάλητε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοθέτημα. Τούτου γενομένου, σᾶς παρακαλῶ, νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἰς τοὺς παθόντας θὰ προσφέρητε εὐεργεσίαν, εἰς δὲ τὸ Δημόσιον θὰ προσπορίσητε μεγάλην ὠφέλειαν, διότι θὰ παραχθῇ σταφιδόκαρπος ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τὰ 2 καὶ ½ ὅλα ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν, ὅστις, κατὰ φυσικὸν λόγον, ἐξαγόμενος θὰ φορολογηθῇ εἰς τὸ τελωνεῖον. Καὶ μίαν τελευταίαν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως ἐν Ἠλείᾳ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην γίνεται ἡ καλλιέργεια τῶν σταφιδαμπέλων μὴ ἐπιδεχομένη ἀναβολήν, θὰ παραμεληθῇ δ’ αὕτη, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπηνὴς καταδίωξις, πρᾶγμα ὅπερ θὰ εἶναι μὲν καταστροφὴ διὰ τὸν σταφιδοπαραγωγόν, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος θὰ ζημιώσῃ οὐκ ὀλίγα, διότι θὰ φορολογήσῃ ἠλαττωμένην παραγωγήν. Ἐπὶ πλέον συντρέχουσιν εἰς τὸ ἐπιεικὲς τοῦτο μέτρον καὶ ἄλλοι λόγοι, καὶ διότι ἡ παρελθοῦσα ἐσοδεία ὑπῆρξεν ἠλαττωμένη ἕνεκα τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου ἐπὶ μὲν τῶν σταφιδαμπέλων μέχρι 30%, ἐπὶ δὲ τῶν ἀμπέλων ἀνυπολογίστως, μέχρι καταστροφῆς. Περὶ τῶν ἀμπέλων, ὑποθέτω, ὅτι ἔχει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ψηφισμάτων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων· νομίζω μάλιστα, ὅτι διέταξε τὰς ἐν Πύργῳ ἀρχὰς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς. Αἱ ἀρχαί, ἂν καλῶς εἶμαι πληροφορημένος, ἀντελήφθησαν τὴν καταστροφήν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἀπήντησαν καὶ ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα ἢ παραμένουσιν ἐν τῇ ἐφορίᾳ Ἠλείας. Καὶ κατὰ προσθήκην εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς Ἠλείας ἐνέσκηψεν ἡ ἐπιζωοτία. Εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην περὶ ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως μᾶς ἀντιτάσσεται, ὡς δικαιολογητικὴ βάσις, ὅτι ἡ Ἠλεία εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ καθυστερήσει τῶν ὑποχρεώσεών της ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸ ἀνομολογῶ, ὅτι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν καθυστερήσει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ Ἠλεία ἔτι περισσότερον. Ἀλλὰ πταίει ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἠμέλησε νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ἠδύναντο νὰ τὰ καταβάλλωσιν οἱ ὀφειλέται, ἠμέλησε δὲ σκοπίμως, διότι ἐν τῇ ἁμίλλῃ τῶν προσωπικῶν κομμάτων τὸ ἐπιτηδειότερον ἐνισχύετο καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου τῶν δημοσίων εἰσπράξεων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διῃρεῖτο εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, καὶ τὸ μὲν ἓν τῶν φίλων του, ὡς εὐνοούμενον, περιεβάλλετο μὲ τὴν ἀσυδοσίαν, τὸ δὲ ἕτερον τῶν ἀντιπάλων του παρεδίδετο εἰς τὴν καταδίωξιν. Πῶς ἐνήργουν οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες καὶ ἀποσπασματάρχαι κατὰ τῶν πτωχῶν φορολογουμένων, πρωτίστως δὲ τῶν χωρικῶν, τῶν ψηφιζόντων μὲ ποιάν τινα ἀνεξαρτησίαν φρονήματος, πάντες γνωρίζομεν καὶ δὲν ἐνδιατρίβω εἰς τὴν ἀφήγησιν, εὔχομαι δὲ μόνον, ὅπως ἡ κατάστασις αὕτη διὰ τῶν ἀνορθωτικῶν νομοθετημάτων τεθῇ ἐκποδών, καὶ παραμείνῃ ὑπὲρ ἡμῶν ἡ ἀνάμνησις ὅτι κατελύθη τὸ ὀλέθριον σύστημα τῆς ἀνηκούστου διαιρέσεως καὶ ἐκφοβήσεως. Ἐκτὸς τούτου ἡ Ἠλεία ἔχει καὶ ἄλλους λόγους διὰ τὴν καθυστέρησιν. Παραλείπω ὡς γνωστὴν τὴν δεκαπενταετῆ σταφιδικὴν κρίσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω ὅτι μέγα μέρος τῶν χρεῶν της στηρίζεται εἰς παγίας δόσεις δηλωθεισῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας δὲν κατέλαβον οἱ δηλώσαντες καὶ δέον νὰ δοθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ παραιτηθῶσιν οὗτοι, διὰ νὰ ὑπεισέλθωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των οἱ καταλαβόντες καὶ νεμόμενοι τὰς γαίας ταύτας. Ἔπειτα, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι πρέπει καὶ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς μίαν παραγραφήν, ὡς γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ λέγοντες ἀλλαχοῦ ἐννοοῦμεν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλούμεθα καὶ προσπαθοῦμεν νὰ μιμηθῶμεν εἰς ἀπόδειξιν τῶν προόδων μας. Οὕτως ἐν Γαλλίᾳ ἡ παραγραφὴ τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον εἶναι πενταετής, καὶ εὐλόγως, διότι, ὅτε τὸ Κράτος, ὅπερ ἔχει ὅλα τὰ μέσα καὶ διαθέτει τὴν δημοσίαν δύναμιν, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ εἰσπράξῃ εἰς τόσα ἔτη, τεκμαίρεται ὅτι τὰ ὀφειλόμενα ταῦτα δὲν εἶναι εἰσπράξιμα. Ἡμεῖς ἂς δεχθῶμεν τὴν δεκαετῆ παραγραφήν, ἂς δεχθῶμεν τὴν δωδεκαετῆ, ἀλλὰ τὰ πέρα τῆς δωδεκαετίας δέον ν’ ἀποσβεσθῶσι, τὰ δὲ τῆς δωδεκαετίας, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τὰ πρόστιμα καὶ οἱ βαρεῖς τόκοι, νὰ διαιρεθῶσιν εἰς πολλὰς μικρὰς δόσεις ἐτησίας, οὕτως ὥστε ὁ φορολογούμενος πληρώνων τὴν τελευταίαν χρῆσιν φόρων του νὰ καταβάλλῃ καὶ τὸ ποσοστόν, ἤτοι τὴν ἐτησίαν δόσιν διὰ τὰ παλαιὰ χρέη. Νὰ προσδιορισθῇ ἐποχὴ ἐκ τῶν προτέρων, καθ’ ἣν νὰ προσέρχηται ἄνευ προσκλήσεως ὁ φορολογούμενος, διὰ νὰ καταβάλλῃ τοὺς φόρους του, παρελθούσης δὲ τῆς ἐποχῆς ταύτης καὶ μὴ πληρώσαντος τοῦ φορολογουμένου, ἡ καταδίωξις ἀνεξαιρέτως νὰ εἶναι ἀπηνής, ἀμείλικτος καὶ ἀδιάλλακτος. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ θὰ προσφέρωμεν εὐεργετικὴν ἀνακούφισιν πρὸς τοὺς πενομένους πληθυσμοὺς τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ τριπλάσια τῶν ὅσα εἰσέπραττε, διότι καὶ οἱ φόροι θὰ καταβάλλωνται τακτικῶς καὶ ἀπὸ πολλὰς δαπάνας θὰ εἶναι ἀπηλλαγμένον τὸ Δημόσιον, οἷον προσωποκρατήσεων καὶ διατροφῶν, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καταλήγουσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς προσαγωγῆς πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης. Αἱ λαϊκαὶ ἀνακουφίσεις ἀποτελοῦσι κυρίαν βάσιν τῆς ἀνορθώσεως. Πάντες δὲ ἡμεῖς, οἵτινες ἐξελέγημεν καὶ παρακαθήμεθα ἐνταῦθα μὲ πρόγραμμα φιλελεύθερον καὶ ἀνορθωτικόν, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν λαοπρόβλητον Πρωθυπουργόν, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν ἀντάξιοι τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων καὶ τῶν λαϊκῶν ἀνακουφίσεων. Ταῦτα πράττουσα ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις ὄντως θὰ σημειώσῃ ἱστορικὸν σταθμὸν ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ τῆς ἡμετέρας χώρας.

§43ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς Ἠλείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. κ. Γόντικας καὶ Λαμπρινόπουλος μοὶ εἶχον ὑποβάλει διὰ τοῦ Προεδρείου ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω ἤδη ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, μόνον δὲ συμπλήρωσίς τις τοῦ σημειώματος ἐλλείπει, ἐθεώρησα δὲ ὅτι, διὰ νὰ εἶναι πλῆρες τὸ σημείωμα, ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβάλω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ τὸ φέρω, ὅτε καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι διὰ τῆς καταθέσεως τούτου θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκθέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὰς σκέψεις αὐτῆς.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς προτάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος πρὸς γενίκευσιν τῆς συζητήσεως.

§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω. Λυποῦμαι διὰ τὰς ἐκφράσεις, Κύριοι, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ἔχω καθῆκον συγχρόνως νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν, ὁ Διάδοχος ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰς γαίας τὰς καλλιεργησίμους τῆς Μανωλάδος, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους, ἐπὶ ἀποζημιώσει, ἐννοεῖται, ἥτις ἤθελε κανονισθῆ διὰ νόμου τοῦ Κράτους, κρατῶν μόνον τὰ δάση καὶ τὰ δύο ἰχθυοτροφεῖα, νομίζω. Ὅπως καταστῇ δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ προβῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν λύσιν τοῦ πράγματος, ἐστάλησαν ἀξιωματικοὶ τῆς Χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀσχολοῦνται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν γαιῶν αὐτῶν· νομίζω δὲ ὅτι αὐτὰ δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἄγνωστα εἰς τὸν πολὺν κόσμον καὶ ἑπομένως ἦσαν ἱκανὰ νὰ μὴ δικαιολογήσωσιν ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἦσαν αἱ προσήκουσαι, διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι κατέχει τὴν Μανωλάδα ἐπὶ τῇ βάσει νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισε τὸ συνέδριον τοῦτο, ὁ δὲ ἀσκῶν τὰ δικαιώματα τῆς κυριότητος, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ ὡρισμένου νόμου, ποτὲ δὲν δύναται, τοὐλάχιστον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, νὰ γίνῃ ὑποκείμενον ἐπιθέσεων.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω ἐπιθέσεις ἐναντίον μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῶμεν, ὅπως ἡ Βουλὴ δίδῃ τὸ σύνθημα εἰς τὴν ἀναρχίαν ἐν τῷ τόπῳ.

§48Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Γκλαβᾶν.

§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πέντε λεπτῶν ἦλθον καὶ ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου καὶ δὲν ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ συζήτησις ἐνταῦθα, διότι ἄλλως θὰ τὴν ἠμπόδιζον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορᾷ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς ἐν Ἠλείᾳ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγένετο ἡ συζήτησις. Τώρα, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νομίζωσιν ὅτι δύνανται νὰ ὁμιλῶσι περὶ ὅλων τῶν θεμάτων τῆς Ἠλείας, ἂς ὁμιλήσωσιν.

§52Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Μανωλὰς κεῖται ἐν Ἠλείᾳ.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Δὲν θὰ μὲ μάθητε γεωγραφίαν! Ἀλλὰ πρωτεύει τὸ θέμα τῶν σεισμοπαθῶν.

§54Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀπαγορεύω, κύριε Βουλευτά, νὰ ἐξακολουθῆτε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ μὲ αὐτὸν τὸν τόνον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Νὰ τὸ γνωρίζητε αὐτό.

§56Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Παπακυριακοπούλου εἶναι ἐν τάξει κατὰ τὸ πρῶτον αὐτῆς μέρος, τὸ ἀφορῶν τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα περὶ σεισμοπαθῶν Ἠλείας· τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς καθόλου καταστάσεως ἐν Ἠλείᾳ εἶναι ἀόριστον καὶ δὲν συνᾴδει πρὸς τὸν Κανονισμόν, κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὸν λόγον.

§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ ἡ Βουλὴ συναινεῖ τὸ ἀόριστον μέρος νὰ διαγραφῇ.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ τὸ ἀόριστον μέρος νὰ διαγραφῇ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ θελήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὁρίζωσι τὰ θέματα αὐτῶν, διότι ἄλλως ἀγόμεθα εἰς τὴν ἀναρχίαν, Κύριοι! Ὁ κ. Φλαμῆς λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον.

§60ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τῆς γνώμης αὐτῆς;

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§62Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ συζήτησις καθ’ ὃν τρόπον ἤρξατο πρέπει καὶ νὰ περατωθῇ, καὶ συνεπῶς ὀρθότατα ἐζητήσατε τὴν διαγραφὴν τοῦ ἀορίστου αὐτοῦ μέρους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔρχονται ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ μὴ περατῶνται αὗται καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἀναγράφωνται ἀοριστίαι τοιαῦται κατὰ τὸ μέλλον, καὶ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ἄτοπον νὰ διακόπτωμεν συζητήσεις ἀρξαμένας.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τοῦδε δὲν ἠθέλησα νὰ φαίνωμαι αὐστηρὸς τηρητὴς καὶ τοῦ ξηροῦ γράμματος πλέον, διότι ἀπέβλεπον εἰς τὸ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. Βουλευτῶν διὰ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἦσαν ἐντελῶς οἰκεῖοι πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ φαίνωμαι σκληρός. Σήμερον ὅμως ἔλαβον τὸ μέτρον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νὰ ἀναγράψω εἰς ἰδίαν στήλην καὶ τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, πρὸς ἃ ἀπευθύνεται ἑκάστη ἐπερώτησις, ἵνα καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ δίδωσι τὰς ἀπαντήσεις ἀμέσως. Πρὸς τούτοις δὲ ἀνακοινῶ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅτι ὅσαι μὲν ἐπερωτήσεις εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἐνταῦθα θὰ τελειώσωσι κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅσαι δὲ θὰ ὑποβληθῶσιν, ἂν μὴ ὁρίζωσι τὸ θέμα ῥητῶς καὶ δὲν εἶναι συγκεκριμέναι, δὲν θὰ στέλλωνται ὑπὸ τῆς Διεκπεραιώσεως πρὸς ἐκτύπωσιν. Ἤδη ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν· ἐπιτρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἀόριστον μέρος τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως;

§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀποφάσει τῆς Βουλῆς περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν σεισμοπαθῶν. Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον περὶ τῶν σεισμοπαθῶν καὶ μόνον.

§66Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύπης μου, ὅτι ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου τοῦ συναδέλφου μου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γκλαβᾶ παρεισέφρησε ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς ἀντισυνταγματικοῦ, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως ἡμῶν εἶναι ὄχι μόνον νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀντισυνταγματικῶς ἐδῶ μέσα...

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ὁμιλεῖτε;

§68Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κ. Πρόεδρε. Ὁμιλῶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ὀλίγων θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐθίγη τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος...

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον.

§70Λ. ΦΛΑΜΗΣ. ... ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν πεῖραν τοῦ δουλοπαροικισμοῦ τῆς Μανωλάδος, νὰ ὁμιλήσωμεν ἐφ’ ὅσον ἤρχισε τοιαύτη συζήτησις.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον. Ὁ κ. Φλαμῆς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὰ Πρακτικά.

§72ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κ. Πρόεδρε, πάντες νὰ σεβώμεθα τοὺς ὅρους τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνεται καὶ ἐξαίρεσις. Ὅτε ἐπετράπη καλῶς ἢ κακῶς...

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ ἐμοῦ εἰς οὐδένα ἐπετράπη. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ μὴ γίνῃ λόγος σήμερον περὶ Μανωλάδος.

§74ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε νὰ τελειώσω.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε, διότι παραβαίνετε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§76ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἀφήσατέ με, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ἐγγραφῆτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δωρεᾶς τῆς Μανωλάδος καὶ νὰ συζητήσητε τὴν Δευτέραν. Σήμερον δὲν ἔχετε τὸν λόγον.

§78ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ τελειώσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικῶς σκληρὰ ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτήν. Ἐπετράπη ἡ συζήτησις καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸν κ. συνάδελφον Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεξέκλινεν ἡ συζήτησις.

§80ΛΟΥΚ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐφ’ ὅσον παρεξέκλινε δι’ ἄλλους καὶ δι’ ἐμὲ θὰ παρεκκλίνῃ.

§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς σεβόμενος ὄχι μόνον τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ συνέδριον τοῦτο, θέλει προσχωρήσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Προεδρείου. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ αὕτη, οὔτε ὁ Πρόεδρος, οὔτε τὸ Σῶμα, οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως περιορισθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο διὰ τῆς ἀναρχίας, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀσκήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ἡμεῖς πρὸ παντὸς δὲν σεβώμεθα καὶ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλούμενον ὑπὸ εἰδικὴν περίστασιν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος εἶναι Σῶμα σχεδὸν κυρίαρχον, πῶς θέλετε νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ διακρίνῃ τὴν νομιμοφροσύνην καὶ τὴν ὑποταγὴν πρὸς τοὺς νόμους; (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον εἶναι συμπαθὴς πρὸς ἐμέ, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προεδρείου ἀφαιρέσαντος παρ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ χωρήσῃ περαιτέρω, ὅπως μὴ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν θέσιν του. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἐφαρμοσθῶσι μέχρι τέλους. Ἐλπίζω, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ποιῶν τὰς δηλώσεις αὐτάς. (Χειροκροτήματα).

§82Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐξυβρίσθην.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς σᾶς ὕβρισεν.

§84Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ καταπνίξῃ μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἤρχισε.

§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§86Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀκούσατε καὶ ἐμέ.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσδιορίσητε τὴν ἐπερώτησίν σας διὰ τὴν Δευτέραν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν.

§88Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτά.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§90Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω τὴν ἐμμονὴν τῆς Βουλῆς, καίτοι ἐθίγην ὅλως ἀδικαιολογήτως, ὅτι ἐδῶ ἤλθομεν νὰ δημιουργήσωμεν ἀναρχίαν, ἐνῷ εἴμεθα γνωστοί, ὅτι ἤλθομεν νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν...

§91Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν διὰ τὸν κ. Φλαμῆν.

§92Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Λυποῦμαι λέγω...

§93Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σιωπὴ λοιπόν! (Θόρυβος). (Ὁ κ. Καρασεβδᾶς κατέρχεται ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ διευθύνεται πρὸς τὸ βῆμα).

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Ὁ κ. Φλαμῆς συνεχίζει τὸν λόγον του.

§96Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύπης μου ἀναγκάζομαι νὰ διακόψω τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης πρὸ πολλοῦ ἔχει διαβιβάσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Μανωλάδος. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καταθέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἴς τινας τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὅπως, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν λόγων μου δὲν θίγονται ἀμέσως καὶ προσωπικῶς, νὰ μὴ παρεκτρέπωνται, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσωσι, παρὰ τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὴν ἀνατροφήν μου, νὰ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ τακτικὴν οὐχὶ ὀλιγώτερον κατωτέραν ἐκείνων, ἵνα οὕτω τοῖς ἐπιβάλω τὸν πρὸς ἐμὲ σεβασμόν, διότι δὲν ἐσυνήθισα οὐδέποτε νὰ πτοῶμαι πρὸ οὐδενός. Ἐπειδὴ ἐγενικεύθη τὸ ζήτημα τῶν σεισμοπαθῶν καὶ εἶχον καὶ ἐγὼ ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσω, δηλῶ ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πάντες, Κύριοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἠλεία ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων μαστίζεται ὑπὸ τῆς ζωοκλοπῆς, μαστίζεται ἐκ τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως, μαστίζεται ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως καὶ τῆς ἑλονοσίας, ἐσχάτως δὲ μαστίζεται καὶ ὑπὸ τῶν σεισμῶν, λόγῳ τοῦ ἐδάφους. Δυστυχῶς οὐδεμία μέριμνα κυβερνητικὴ ἐλήφθη ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων διὰ τὰ δεινοπαθήματα αὐτὰ τῶν Ἠλείων. Ἐσχάτως καὶ ἐπὶ τῆς ἤδη Κυβερνήσεως παρουσιάσθησαν οἱ σεισμοὶ τῶν Λεχαινῶν καὶ τοῦ Βαρθολομιοῦ. Βεβαίως οἱ κ. κ. προλαλήσαντες συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι ὅτι οὐδέποτε ἀμφέβαλλον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δείξῃ πατρικὴν στοργὴν καὶ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος δεινοπαθεῖ πρὸ πολλοῦ, ἀφοῦ, καίτοι ἀσθενής, ἐν καιρῷ χειμῶνος μετέβη ὁ ἴδιος, ἵνα αὐτοπροσώπως δώσῃ τὴν παρηγορίαν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς αὐτοὺς πληθυσμούς, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλῃ τις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν τάξεων, δὲν θὰ ἐμερίμνα δεόντως, ἵνα ὁ λαὸς αὐτὸς τῆς Ἠλείας τύχῃ τῆς δεούσης μερίμνης καὶ προστασίας. Βεβαίως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων θέλει μεριμνήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν μεριμνήσῃ περὶ τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι θὰ δημιουργήσῃ πλουτολογικὸν παράγοντα ἐν τῇ Ἠλείᾳ. Κρίνω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, διότι ὅσον οὔπω θέλω ἐπιληφθῇ ἐν πλάτει τόσον τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅσον καὶ τοῦ ζητήματος τῆς γεωργίας, κτηνοτροφίας καὶ ἐν γένει τῆς βελτιώσεως τῆς Ἠλείας καὶ ἰδίως τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Κυρίως ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξηνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τῆς Ἠλείας, δὲν ἦτο νὰ ἐξάρω τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ λόγος ἦτο ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν οἱ δυστυχεῖς σεισμοπαθεῖς τῆς Ἠλείας, ὅπως τύχωσιν ἱκανοποιήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ τὴν ἀκατονόμαστον διαγωγήν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο πρὸς αὐτοὺς ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ὁ κύριος αὐτός, ἄνθρωπος ἐκπροσωπῶν τὸ παρελθὸν καὶ δημιούργημα τοῦ παρελθόντος, δὲν ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ συναισθανθῇ τὴν κατάστασιν τῶν σεισμοπαθῶν καὶ σπεύσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἵνα ἀντιληφθῇ αὐτῶν τῶν ζημιῶν καὶ τῆς καταστάσεως καὶ περιθάλψεως τῶν σεισμοπαθῶν καὶ σπεύσῃ νὰ τηλεγραφήσῃ ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων. Συνηθισμένος ἐκ τῆς παλαιᾶς διοικήσεως καὶ στηριζόμενος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν ὑπεστήριξαν αὐτὸν καὶ ὑποστηρίζουσιν, ὄχι μόνον ἠδιαφόρησεν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ πρὸς τοὺς σεισμοπαθεῖς, ἀλλ’ ἔπραξε καὶ πρᾶξιν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ὄχι ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος τυχοδιώκτης.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ ἀνωτάτου διοικητικοῦ ὑπαλλήλου.

§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων νομαρχῶν, καὶ εἶναι ψεύδη αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.

§99Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ γεγονότων καὶ μαρτυρῶ τὰ γεγονότα. Ὁ Κύριος αὐτὸς ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν σεισμός, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος φωνασκεῖ καὶ διαμαρτύρεται, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἁρπάσῃ ἐπιχορήγημα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτό, Κύριοι, ἦτο ὄχι μόνον ἀστοργία ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἐκθέτουσα τὴν φιλοτιμίαν λαοῦ ἐγνωσμένου διὰ τὰ εὐγενῆ αὐτοῦ αἰσθήματα.

§100ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ νομάρχης συνέπεσε νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας, ἐὰν ἀκριβῶς ἐνθυμῶμαι, τὴν παραμονήν, ἢ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔγιναν οἱ σεισμοὶ τῶν Λεχαινῶν καὶ τοῦ Βαρθολομιοῦ. Ἦλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τηλεφωνικὴν συνεννόησιν, διὰ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος, διότι δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἐπαρκὴς ἡ τηλεγραφικὴ συνεννόησις. Διετάχθη νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως εἰς Λεχαινά, ὅπου μετέβη, ἐπανελθὼν αὐθημερὸν ἐκ Λεχαινῶν, ἐντεῦθεν δὲ εἰκάζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ παρεξήγησις, τὴν ὁποίαν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἦλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἀνεκοίνωσε τὰς ἐντυπώσεις του, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδας, ὅτι αἱ ἐντυπώσεις τοῦ νομάρχου ἦσαν δυσμενεῖς πρὸς τοὺς κατοίκους, καὶ ὅτι ὁ νομάρχης εἶχεν ἀποδώσει εἰς αὐτοὺς ὑπερβολὴν εἰς τὴν παράστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἡ ὑπερβολὴ αὕτη ἐξηγεῖται ὡς πρόδηλος διάθεσις τῶν κατοίκων, ὅπως ἐπωφεληθῶσι τὴν περίστασιν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα, καίτοι μοὶ ἐφάνη ὅλως ἀπίστευτον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τὸν νομάρχην αὐτά, μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ προκαλέσω ἐξηγήσεις τοῦ νομάρχου, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνέπεσε νὰ εἶμαι εἰς Πάτρας. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τηλεγράφημα ἐξεικονίζον τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ἀποδίδοντα τοιαύτας προθέσεις εἰς τοὺς κατοίκους. Ἀληθὲς εἶναι μόνον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ νομάρχης παρίστανε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ παραστάσεις αἱ δημοσιογραφικαὶ εἶναι ὑπερβολικαί, δὲν πρέπει δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἐπῆλθε πανωλεθρία. Δὲν παρίστανεν ὅμως καὶ ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἐπικουρίας ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχε συντελεσθῆ καταστροφή. Ὁπωσδήποτε ἐγεννήθη ἡ παρεξήγησις ἐκ τῶν δημοσιευμάτων εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐὰν διεγίνωσκον εἰς τοὺς λόγους τοῦ νομάρχου πρόθεσιν ἐξυβρίσεως τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, εἶχον πρωτίστως ἐγὼ καθῆκον νὰ θελήσω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν φιλοτιμίαν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν.

§101Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ ἑξῆς· οἱ σεισμοὶ ἤρχισαν τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς καὶ ὁ κ. νομάρχης μετέβη εἰς τὰ σεισμοπαθῆ μέρη τὴν Παρασκευὴν τὸ πρωί.

§102ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατί δὲν ἀναμένετε, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ καταθέσει τῶν πληροφοριῶν, ὁπότε θὰ εἶναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ τῆς συζητήσεως; Ἐφ’ ὅσον αἱ πληροφορίαι τοῦ νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔχουσι διαβιβασθῆ τηλεγραφικῶς ἢ δι’ ἐγγράφων, ἐννοεῖται ὅτι θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Λέγω δὲ ἐφ’ ὅσον ἔχουσι διαβιβασθῆ τηλεγραφικῶς ἢ δι’ ἐγγράφων, καθόσον, ὡς προεῖπον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν καλλιτέραν συνεννόησιν ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τοιαύτην καὶ τηλεφωνικήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ γίνῃ συζήτησις, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν.

§103Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡμεῖς βεβαίως θὰ ζητήσωμεν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀποδεχθῇ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ νομάρχου, διότι ἐπελήφθην, λέγω, τοῦ ζητήματος τοῦ νομαρχικοῦ, διότι, ὡς γνωρίζετε, παλαιότεροί μου εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς, πᾶς διορισμός, πᾶσα παῦσις ἢ μετάθεσις ἀνωτέρου ὑπαλλήλου γίνεται ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τὰ παρασκήνια. Τὰ παρασκήνια διαδίδουσιν, ὅτι ὁ κ. νομάρχης ὀλίγον ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀνατεθέντος εἰς αὐτὸν καθήκοντος, διότι τυγχάνει ὑποστηρίξεως ἀνωτέρας. Θὰ συμφωνήσω, ὅπως κατατεθῇ ὁ φάκελος, διότι θέλω νὰ εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἡμερομηνίας. Διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἰδίως τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, ὅπως ἀξιώσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τύχωσι πλήρους ἱκανοποιήσεως διὰ τὸν νομάρχην, ὅστις τόσον σκαιῶς τοὺς ὕβρισε. Θέλω δὲ καὶ νὰ ὁρισθῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα ἐξηγηθῇ κατὰ πόσον ὁ νομάρχης αὐτὸς εἶναι πρέπον νὰ συνεχίσῃ τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον ἄνθρωπος ὢν ὁλοκαύτωμα τοῦ παρελθόντος. (Ἱλαρότης).

§104ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐτονίσθη καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου περὶ προστασίας τοῦ νομάρχου, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι φυσικὸν εἶναι προκειμένου περὶ ἑκάστου ἐκ τῶν κατεχόντων δημοσίαν θέσιν, θέσιν μάλιστα ἐξαρτωμένην ἀπολύτως ἐκ τῆς ὑπουργικῆς δικαιοδοσίας, διότι αἱ θέσεις τῶν νομαρχῶν δὲν εἶναι μόνιμοι, νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια ὅτι οἱ κατέχοντες αὐτάς, ἐφ’ ὅσον δὲν συνδέονται πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ δεσμῶν κομματικῶν, ὅτι κατέχουσιν αὐτὰς χάριν ἄλλων, δὲν γνωρίζω ποίων, ὑποχρεώσεων. Ἐὰν ἤθελε ζητηθῆ τοιαύτη ἐξήγησις διὰ τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους σήμερον, φυσικὸν εἶναι νὰ θεωρηθῇ ὅτι πάντες τυγχάνουσι δὲν γνωρίζω ποίων, μεγάλων ὑποστηρίξεων, ἀφοῦ εὐτυχῶς δι’ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν εἶχεν ἀκόμη προφθάσει ὄχι μόνον σύνδεσμον στενῶν πολιτικῶν σχέσεων νὰ συνομολογήσῃ, ἀλλ’ ἴσως οὔτε καὶ τὰ πρόσωπα καλῶς νὰ γνωρίσῃ. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἴτε καὶ οἱουδήποτε ἄλλου νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐθύνεται, οὐδεμίαν δὲ δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν, ἐὰν ὁ νομάρχης ἐκεῖνος ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς ἢ πλημμελῶς διεξάγων τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξουσία τῷ εἶχεν ἐμπιστευθῆ. Ἐὰν λοιπὸν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς στάσεως καὶ πολιτείας τοῦ νομάρχου ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς ἢ πλημμελὴς ἢ ἀξία μομφῆς ἡ συμπεριφορά του, δηλῶ ὅτι τὴν εὐθύνην, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχον συνείδησιν τῆς θέσεώς μου, ὀφείλω νὰ φέρω, καὶ φέρω ἀκεραίαν. Οὐδέποτε θὰ ἠνειχόμην νομάρχην στηριζόμενον εἰς οἱανδήποτε ὑποστήριξιν, ἐὰν ἐθεώρουν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν θέσιν. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλω θεωρήσει ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν θέσιν αὐτόν, δὲν θὰ κατέχῃ τὴν θέσιν αὐτήν.

§105Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εἶναι ὄντως, κ. Βουλευταί, φαινόμενον λυπηρὸν καὶ ἄξιον προσοχῆς καὶ παρατηρήσεως μεγάλης, καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐκτὸς τούτου, τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον τὸ δεύτερον ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς ἐκ τῆς μὴ προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως, ὅσον τὸ δυνατόν, συντελέσωμεν εἰς τὴν ὁπωσδήποτε ἀποκατάστασιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μαστιζόντων τὴν Πολιτείαν παντοίων ἀνωμαλιῶν. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας κατηναλώθησαν συνεδριάσεις ἀσκόπως καὶ ἀκαίρως, παρὰ τὰς βεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὐπορεῖ χρημάτων καὶ ὅτι, ὅσα λέγονται, λέγονται μόνον χάριν ἐπιδείξεως, καὶ ἐδημιουργήθη τὸ πρῶτον ἐπεισόδιον, ὅπερ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, κατέρριπτε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Τὴν ἑσπέραν δὲ ταύτην ἡ αὐτὴ αἰτία τῶν ἀσκόπων λόγων εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς τύχης τῶν σεισμοπαθῶν συμπολιτῶν μας, ἐκτραπεῖσα ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος εἰς ζητήματα ἄσχετα, ὡς τὸ σοβαρώτατον ζήτημα τῆς Μανωλάδος, ἀπεκάλυψεν ἕτερον φαινόμενον παθολογικόν, ὅπερ πρέπει νὰ περιστείλωμεν, ἐὰν εὐλαβώμεθα τὴν δυστυχίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οὕς, οὕτω πολιτευόμενοι, ὄχι μόνον δὲν συντρέχομεν, ἀλλὰ συντρίβομεν, ἐὰν εὐλαβώμεθα τὴν Κυβέρνησιν τὴν διευθύνουσαν τὰς τύχας τῆς πατρίδος μας, ἵνα μὴ φαίνηται ὅτι Βουλευταὶ ὄντες καὶ θέλοντες νὰ συνεχίσωμεν τὸ πολιτικόν μας στάδιον ἐκμεταλλευώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, τὰ δεινοπαθήματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κηδεμὼν ἐτάχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. (Εὖγε, εὖγε). Ἐάν, κ. Βουλευταί, οἱ καταγγέλλοντες τὸν νομάρχην ἐκεῖνον καὶ τὰς στερήσεις καὶ τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ φρονῶσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἂς λάβωσι τὸ θάρρος νὰ κατηγορήσωσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀστοργίαν αὐτῆς, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι διὰ τῶν φωνῶν δὲν προσδίδομεν τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, οὔτε ἀνακουφίζομεν τὴν δυστυχίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ παρατείνωμεν τὴν ἀγωνίαν αὐτῶν. Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ὡς Βουλευτὴς τοῦ νομοῦ ἐκείνου νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν δηλώσεών της, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παπακυριακοπούλου. Οὐδεμίαν δ’ ἀπολύτως ἐμπιστοσύνην ἔχω εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς θρηνῳδοὶ ἀπαίσιοι τῶν ἀναγκῶν τῶν συμπολιτῶν μας ἐκφέρομεν, διότι ἂς εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ἐπισήμως ἂς εἴπωμεν ὅτι ταῦτα λέγομεν μόνον ἵνα ἀκουσθῶμεν, ὅτι φροντίζομεν διὰ τὰς ἀνάγκας των, ἡμεῖς οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντες μόνον, καὶ ὄχι ὅλοι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, οἱ τριάκοντα καὶ εἷς. (Εὖγε, εὖγε). Ὁ ἔλεγχος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶναι, ἀληθῶς, τὸ σημαντικώτερον καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξέρχεται τοῦ σημείου τῆς σκοπιμότητος· ἐφ’ ὅσον ὅμως γίνεται πρὸς ἐπίδειξιν καὶ πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, εἶναι καὶ ἐπικίνδυνον καὶ ἄτοπον μέσον. Ἐπικίνδυνον μέν, διότι παραλύει τὰ μέτρα τὰ Κυβερνητικὰ διὰ τῆς σπατάλης πολυτίμου χρόνου, ἄτοπον δέ, διότι πολιτευόμενοι ὄντες ἀναγκαζόμεθα νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκ τοῦ ἰδίου νομοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καὶ τὸ λέγω γενικῶς δι’ ὅλην τὴν Βουλήν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ συμπολῖταί μας ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδας καὶ πιστεύουσιν ὅτι μόνον οἱ ὁμιλοῦντες ἐνδιαφέρονται διὰ τὰς ὑποθέσεις των, ἀπατώμενοι φυσικά, καὶ ὄχι ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσωποί των. Ἐντεῦθεν δέ, ὡς εἶπον, ἀναγκαζόμεθα ἐν γνώσει τοῦ ἀτόπου τούτου νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, διότι τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶμεν ὡς μὴ μεριμνῶντες περὶ αὐτῶν, καὶ τότε ἀδύνατον νὰ ἀνταγωνισθῇ τις εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας μὲ τοὺς δημοκοποῦντας ἐπὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος λογοκόπους. (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε ἐκ τῆς Βουλῆς). Ἔκρινα προσῆκον τὰ ὀλίγα ταῦτα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, καίτοι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπακυριακοπούλου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπερίττευον, ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, πρὸς περιστολὴν τῶν ψευδομηνύσεων, ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ προσήκοντος νομοθετικοῦ μέτρου, σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ, ὅπως λάβῃ σωστικὸν μέτρον κατὰ τῆς ῥεκλάμας καὶ τῆς ἐπικινδύνου διαφημίσεως τῶν ἐπερωτώντων. Θὰ παρακαλέσω δ’ αὐτόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος μίαν σύστασίν μου, ἣν θεωρῶ ὡς ἄριστον μέτρον πρὸς θεραπείαν τῆς κοινοβουλευτικῆς ταύτης παθήσεως, ἵνα εἰς τὸ περὶ ἐλευθεροτυπίας κεφάλαιον καὶ εἰς τὸν περὶ Τύπου νόμον θέσῃ διάταξιν ἀπαγορεύουσαν εἰς τοὺς κ. δημοσιογράφους, χάριν τῆς κοινωνίας, ν’ ἀναγράφηται τὸ ὄνομα τῶν ἐπερωτώντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὰς Βουλὰς οἱ πρὸς διαφήμισιν σπαταλῶντες πολύτιμον χρόνον. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα).

§106Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν σεισμοπαθῶν, διότι τὸ ἐνδιαφέρον του ἔδειξε περιτράνως σπεύσας ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπιτοπίως καὶ ἀντιληφθεὶς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ καὶ τῶν ταύτας ἐκτελούντων ὀργάνων νομίζω ὅτι ὑπάρχει προφανὴς διαφωνία, διότι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ἡμερῶν διέταξε τὸν μηχανικόν, ἵνα ἐπιτοπίως μεταβαίνων βεβαιώσῃ τὴν γενομένην ζημίαν, βεβαιῶ ὑπευθύνως ὅτι μόλις τὴν 1ην Φεβρουαρίου ἔφθασεν ἐκεῖ. Νομίζω ὅθεν ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν μηχανικῶν. Πρόκειται δὲ ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεως τούτου νὰ βεβαιωθῶσιν αἱ ζημίαι, ὅπως χορηγηθῇ βοήθημά τι εἰς τοὺς παθόντας. Διότι μόνον μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ζημίας, ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ παρασχεθῇ τὸ βοήθημα, μέχρι σήμερον δὲ περιμένουσιν οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι τοὺς μηχανικοὺς πρὸς βεβαίωσιν τῶν ζημιῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τοὺς μηχανικούς, ἵνα ἐπισπεύσωσι τὰς ἐκθέσεις των περὶ τῶν ζημιῶν, διότι ἡ ἐπιβράδυνσις αὕτη ἀναγκάζει τοὺς κατοίκους νὰ μένωσιν εἰς τὰς σκηνὰς ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἀναμένοντες τὴν ἐπιχορήγησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιδιορθώσωσι τὰς κατοικίας των.

§107ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν τὸν νομομηχανικόν.

§108Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἀπὸ κοινοῦ μεταξὺ Λετρίνων καὶ Σουλεϋμάναγα, καὶ παρακαλῶ νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τῶν μηχανικῶν, οἵτινες παρέλαβον τὴν ὁδὸν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ δευτέρου χιλιομέτρου, διότι ἐνθυμεῖσθε τὴν κατάστασιν της. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καίπερ μὴ παρευρισκόμενον ἐνταῦθα, ὅπως, εἰ δυνατόν, διὰ διαταγῆς του ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῶν παθόντων, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἄδικον νὰ πληρώνωσι φόρους, ἀφοῦ οὐδὲν εἰσόδημα ἔχουσιν ἐκ τῶν οἰκοδομῶν των. Ἐπίσης διὰ γενικοῦ μέτρου δέον νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα καταδίωξις κατ’ αὐτῶν δι’ οἱανδήποτε φορολογίαν μέχρι τῆς 1ης 7)βρίου, ὁπότε θὰ δυνηθῶσιν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων των νὰ πληρώσωσι τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις των, διότι βεβαίως δὲν εἶναι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀρνηθῇ τὴν τιμὴν τοῦ νὰ συνεισφέρῃ ἐξ ἴσου πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλὰ μόνον ζητεῖ ἀναβολήν, καθ’ ὅσον λόγῳ τῶν συμβάντων σεισμῶν οἱ κάτοικοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀμφότεροι οἱ κ. Ὑπουργοὶ θέλουσι λάβει τὰς συστάσεις μου ταύτας ὑπ’ ὄψιν των καὶ θέλουσι λάβει τὰ ὡς ἄνω μέτρα ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν κατοίκων τῶν Λεχαινῶν.

§109Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ. Ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς κατοίκους Βαρθολομιοῦ νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θέλουσι νὰ τοῖς δωρηθῇ τίποτε παρὰ μόνον ζητοῦσι νὰ λάβωσι δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ πληρώσωσιν εἰς πολυετεῖς δόσεις ὁμοῦ μὲ τὸν τόκον.

§110Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πρέπει πάντες ἡμεῖς νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δὲν ἔχομεν θέσιν ἐν αὐτῇ. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: καταλύσατε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καταλύσατε τὸν ἔλεγχον τῶν ἐξουσιῶν, καταλύσατε τὰ πάντα καὶ μόνοι μείνατε ὑμεῖς οἱ ἑπτὰ Ὑπουργοί, διὰ νὰ δημιουργήσητε τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον: φρονεῖτε ὑμεῖς ὅτι εἶναι εἰς θέσιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ γνωρίζωσι τὰς ὑπερβασίας, τὰς παραλείψεις, τὰς πράξεις τῶν ὑφισταμένων αὐτοῖς ἐξουσιῶν. Νομίζετε ὑμεῖς ὅτι εἶναι εἰς θέσιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται περὶ τὰ σπουδαῖα καὶ τὰ σοβαρά, νὰ γνωρίζῃ τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ καὶ τὰς πράξεις τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων ἐναντίον τοῦ λαοῦ; Ἐὰν βεβαίως αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ἦσαν πράξεις τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐξέρχωνται τῶν χαρακωμάτων τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν ἢ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐρωτῶ τὸν ἀγαπητὸν συμπολίτην καὶ συμπαθῆ πρός με κ. Κατσιμπίρην: εἶναι δυνατὸν αἱ ἐξουσίαι αἱ ὑφιστάμεναι νὰ περιορισθῶσι μόνον δι’ ἐγγράφων τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν, ἂν δὲν γίνωνται αἱ σχετικαὶ ἐπερωτήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἂς δημιουργηθῇ ὀλιγαρχία· εἶμαι πρόθυμος πρὸς αὐτό...

§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκτὸς τοῦ θέματος.

§112Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, καίτοι οὐδένα ὀνομαστικῶς ἀνέφερα, ἵνα δώσω ἐξηγήσεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς, καὶ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ περιττῶν καὶ ἀσκόπων πραγμάτων, διότι ὅλοι μας πολιτευόμενοι ὄντες θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ θὰ μᾶς εἴπουν οἱ συμπολῖταί μας, πῶς ὑμεῖς δὲν ὡμιλήσατε, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, γεφυρῶν, ἀποτελματώσεων, ἴσως καὶ ἀεροπλοΐας, ἐνῷ ὑμεῖς, κ. συνάδελφε, δὲν θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ, διότι εἴχετε λάβει πρόνοιαν νὰ ἐπερωτήσητε περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων. (Γέλωτες).

§113Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρακαλῶ...

§114Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Λοιπόν, κ. συνάδελφε, δηλῶ, ὅτι σεῖς εἶσθε τὸ θῦμα τῆς συζητήσεως, τὸ θῦμα τῆς παρεκτροπῆς αὐτῆς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι σεῖς εἶσθε ἐν τάξει ζητήσαντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Μανωλάδος, διότι καὶ σεῖς ἔχετε τοὺς αὐτοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερον, νὰ διαμαρτυρηθῆτε, διότι εἰς τὸν κ. Γκλαβᾶν ἐπετράπη νὰ ὁμιλήσῃ παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ περὶ Μανωλάδος, ἀπὸ ὑμᾶς δ’ ἀφῃρέθη ὁ λόγος. Ὀφείλω δέ, κ. Βουλευταί, διὰ νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιρροήν, ἣν ἐξασκεῖ ἡ δημοκοπία ἐπὶ τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος καὶ ἐπὶ τῆς τύχης παντὸς πολιτευομένου, νὰ σᾶς διηγηθῶ τὸ ἑξῆς περίεργον, ὅπερ ἀπεκόμισα ἐκ τῆς ἐκλογικῆς μου περιοδείας μετὰ τῶν συνυποψηφίων μου. Ὅτε διήλθομεν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, μᾶς ἐδέχθησαν, ἀλλὰ τόσον εἶχον δημαγωγηθῆ, ὥστε μᾶς ἐζήτουν νὰ τοὺς βεβαιώσωμεν διὰ πρωτοκόλλου ὅτι, ἐὰν γίνωμεν Βουλευταί, νὰ τοὺς παραχωρήσωμεν τὴν Μανωλάδα, διότι ὁ κ. Γκλαβᾶς τοῖς εἶχε θέσει ὅρους ὅτι, ἐὰν δὲν ἐψηφιζόμεθα ἡμεῖς, τότε θὰ διένειμε τὴν γῆν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου νὰ λάβωμεν ἑκατοντάδα ψήφων, ὁ δὲ κ. Γκλαβᾶς νὰ λάβῃ τὸ ὅλον τῶν ψηφοφορησάντων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ γέλωτες).

§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λοιπὸν ἐστάλημεν βεβαίως, Κύριοι, ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα γίνωμεν πιστοὶ διερμηνεῖς τῶν ἰδεῶν του. Συνεπῶς εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμένος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅτι παρελαύνοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διάφοροι πολιτευόμενοι δὲν λέγουσί τι δημοκοπικόν, ἀλλὰ λέγουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνετάλησαν ἐκ μέρους τῶν ἐντολέων των. Ἂν πρὸς στιγμὴν ἡμεῖς οἱ 362 συνελθόντες εἴχομεν πάθει ἀπὸ ἀφασίαν καὶ ἐσιωπῶμεν κατὰ τὰ διάφορα νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουσιν οἱ κ. Ὑπουργοί, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἀγαθὸν ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν;

§116Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅταν τὰ λέγωμεν καὶ δὲν τὰ ἀκούῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον;

§117Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταστρέφων τὸν λόγον μου παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀμαλιάδος πολιτευτὴν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην κατηγόρησεν ἡμᾶς ὡς δημοκοποῦντας, ἐνῷ αὐτὸς ἐδημοκόπησεν ἀκριβῶς εἰς τὸ πρόσωπον ἡμῶν.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον; Οὐδείς. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Κασσαβέτης παρακαλεῖ ἐγγράφως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Δομοκοῦ. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δομοκοῦ.

§119ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν ἀπηυθύνετο ἡ ἐρώτησις, ἀναβάλλω.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος.

§121ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας.

§123Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καίτοι, Κύριοι, ὁ νομὸς Τρικκάλων στερεῖται γενικῶς συγκοινωνίας τηλεγραφικῆς, ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅμως τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δὲν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας ἐν γένει, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπέβαλον αἴτησιν, ὅπως ὁμιλήσω ἀποκλειστικῶς περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς τηλεγραφικῆς ἐν τῇ πόλει τῶν Τρικκάλων, καὶ οὕτω διετύπωσα τὴν σχετικὴν αἴτησίν μου. Ἡ πόλις τῶν Τρικκάλων εἶναι ἐκ τῶν μεγαλειτέρων πόλεων, ἔχουσα ἱκανὸν ἐμπόριον, στερεῖται ὅμως τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, μὴ ἐπικοινωνοῦσα, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας κατ’ ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ τηλεγραφείου, εἰμὴ καθ’ ὡρισμένας ὥρας μετὰ τῶν ἄλλων πόλεων καὶ τῆς πρωτευούσης. Οἱ συμπολῖταί μου πολλάκις παρεπονέθησαν, καὶ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἐδικαίωσε τὰ παράπονά των. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔπραξε. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν τοποθέτησιν ἑνὸς ἢ δύο εἰσέτι τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Τρικκάλων καὶ τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἀκόμη διανομέως, διότι πόλις ἔχουσα 22000 κατοίκων ἔχει ἕνα μόνον διανομέα, καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ νὰ διανείμῃ εἰς μίαν πόλιν τὰ τηλεγραφήματα. Συμβαίνει, Κύριοι, πολλάκις τηλεγραφήματα ἀποστελλόμενα ἐκ τῆς πρωτευούσης νὰ λαμβάνωνται ἐν Τρικκάλοις μετὰ 10, 12 καὶ 15 ὥρας. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον μόνον ἀπὸ τὰς ἐγχωρίους ἐφημερίδας τὰς καθημερινὰς εἰσπράττει τέλη 50 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Ἐζητήθη ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας· ὁ κ. Γαρδικιώτης ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας Τρικκάλων, ὥστε ἡ γενίκευσις εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ.

§125Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν αἴτησίν μου περὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας Τρικκάλων ἀνέγραφον.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν θέλουσι νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας Τρικκάλων, νὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις.

§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Γαρδικιώτου; Κακῶς ἀνεγράφη ἐν ταῖς ἐπερωτήσεσι γενικῶς περὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας.

§130Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαίως ἐγὼ παρεπονέθην διὰ τὴν διατύπωσιν, διότι ἐζήτουν τὸν λόγον εἰδικῶς περὶ τῶν Τρικκάλων.

§131ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος φαίνεται ὅτι τὸ ὥρισεν ἄλλως.

§132ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ὡς γνωρίζει, ἡ πόλις τῶν Τρικκάλων εἶναι πόλις ἔχουσα 20 ἕως 22 χιλιάδας ψυχῶν, ἔχει ἐμπόριον μέγα, ἔχει δύο ἐφημερίδας καθημερινάς, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε τὸ τηλεγραφεῖον Τρικκάλων ἐργάζεται πέρα τοῦ μεσονυκτίου, καὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι προσφέρουσι 50 ἕως 500 δραχμὰς μηνιαίως, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τηλεγραφήματα. Εἰς μικροτέρας πόλεις, ὅπως εἶναι ἡ Λαμία, ἡ Μεσσήνη καὶ ἄλλαι, ὑπάρχει διπλάσιος καὶ τριπλάσιος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων· δύναται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀποσπάσῃ δύο...

§133ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπόσπασιν ὄχι· ἂν ὑπάρχωσιν ὀργανικαὶ θέσεις κεναὶ ἢ ἂν ὑπάλληλοι διωρισμένοι εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Τρικκάλων ἔχωσιν ἀποσπασθῆ τυχὸν ἀλλαχοῦ, ὑπόσχομαι ὅτι οὗτοι θὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ τὸ ὑπόσχομαι, διότι ἐδόθησαν ἐπανειλημμέναι διαταγαί, καὶ μόνον τῆς συνελεύσεως τοῦ συμβουλίου ζήτημα εἶναι ἡ τοποθέτησις. Ἄν ὅμως ἐλλείπωσιν ὀργανικαὶ θέσεις, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν ἄλλων τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμένωσιν ἀξιοῦντες ἀποσπάσεις πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ καθιερωμένου ὑπὸ τοῦ νόμου, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἐν ταὐτῷ δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου, διότι ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐνέχει περιττευούσας θέσεις δημιουργηθείσας ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλαχοῦ δὲ ἐλλειπούσας.

§134ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ ἁπλῆς ἐρωτήσεως ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς μὴ ὤφελε, μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὑπεχρεώθην νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι θεωρῶ πολυτιμότατον τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. συνάδελφοι, νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰς ἐπουσιώδεις ἐπερωτήσεις, τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐκτεταμένας ἀγορεύσεις, θὰ πράξωμεν δὲ πατριωτικὸν καθῆκον ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας, ἐὰν συνδράμωμεν τὸν ἐπαξίως κατέχοντα τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα κ. Βενιζέλον πρὸς ἐκπεράτωσιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου αὐτοῦ ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἐκπερατώσωμεν δὲ τὰς ἐργασίας μας, εἰ δυνατόν, μέχρι τῆς ἀνοίξεως, ἀποδείξωμεν δέ, ὅπου δεῖ, ὅτι πλέον εὑρισκόμεθα ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ. Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Σκρὶπ» ἀνέγνωσα ὑπόμνημα τοῦ καθηγητοῦ καὶ συμπολίτου μου κ. Θεοκλήτου Κουρούκλη περὶ τροπολογίας τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συμμεριζόμενος καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἰσαγάγῃ νόμον περὶ μειώσεως τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἀμβύκων (καζανίων κοινῶς λεγομένων), καθόσον διὰ τοῦ ἰσχύοντος κατεστράφησαν οἱ γεωργοὶ ἰδιοκτῆται καὶ βιομήχανοι, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν εἰσπράττει ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Εἶναι ἀληθέστατον ὅτι οἱ ἀτυχεῖς γεωργοὶ καὶ ἰδιοκτῆται ζημιοῦνται φοβερὰ μὴ δυνάμενοι νὰ μεταπωλήσωσι τὰ στέμφυλα καὶ τοὺς ἐφθαρμένους οἴνους των, οἱ δὲ ἀτυχεῖς βιομήχανοι ἔκλεισαν τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ἀσύμφορον φορολογίαν. Ἐπιφυλάσσομαι, ἂν εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν τροπολογήσω. Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπανορθώσῃ ἓν ἄδικον, τὸ ὁποῖον διέπραξε κατ’ αὐτάς, τὴν ἀπόλυσιν τοῦ μόνου Κεφαλλῆνος ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ὑπηρετοῦντος ὡς τακτικοῦ κλητῆρος ἐπὶ ἑξαετίαν εὐδοκίμως, τοῦ κ. Δανάλη, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ῥιφθῇ εἰς τοὺς δρόμους ἄνευ ἀφορμῆς πτωχὸς οἰκογενειάρχης.

§135Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο παράλειψις νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς τοὐλάχιστον τὸ ἐθνικὸν συνέδριον. Ἔχω ἐπανειλημμένως λάβει ἀφορμάς, τελευταίως δὲ εἰς βαθμὸν μεγαλείτερον, καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαύτας ἔχουσι λάβει ὅλα τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ἐπὶ μιᾶς καταστάσεως, ἀφορώσης τὴν δίαιταν ἐν γένει τῆς τάξεως τῶν φυλακισμένων. Τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν δὲ παρουσίασε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ἡμερῶν, ὅτε εἰσηγεῖτο τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀναδιοργανώσεως ἐν γένει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν παρουσιάζει φαινόμενον ἀντιπροσωπευόμενον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὅτι αἱ τοιαῦται ἀντιλήψεις ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν φυλακῶν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἐπὶ τὸ ἀνθρωπιστικώτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ σκοπιμώτερον, ἡ διατήρησις αὐτῶν. Εἶναι ἀληθεῖς βεβαίως αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέλθῃ πολὺ ταχέως, διότι θὰ διαρρεύσῃ ἓν διάστημα μεταξὺ τοῦ σήμερον κρατοῦντος συστήματος καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου. Σκοπῶ λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον τὸ τοιοῦτον, κατὰ πόσον ὑπάρχει τὸ σκόπιμον νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀρκετὸν χρόνον διανύσει ἐντὸς αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ ἐπέλθῃ. Εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν φυλακῶν σκοπεῖ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνθρώπων, οἵτινες ὑπέστησαν ἐπαρκῶς τὴν ἐπίδρασιν τῆς νουθετήσεως πρὸς συνδυασμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐν γένει δίαιτα ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλική, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰς φυλακὰς σήμερον, δὲν παρουσιάζει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν ἐλπίδα τῆς πραγματώσεως τοῦ σκοποῦ αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν μὲ τὰς λεπτομερείας περὶ τῆς διαίτης τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους ἐγκαθειργμένων, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστή. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσω εἰλικρινῆ εὐχὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ καὶ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ τρίτον ἢ τέταρτον ὁ χρόνος τῆς φυλακίσεώς των, ἐφ’ ὅσον ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι τόσον δικαία, ὅσον καὶ σκόπιμος εἶναι μία γενικὴ ἀμνηστία· διότι ἄλλως τε πρόκειται καὶ περὶ τάξεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι πάντες ἐκ φύσεως ἐγκληματίαι, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ αἱ πολιτειακαὶ ἐλλείψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγωγὴν τῶν πολιτῶν, καὶ ἄλλαι πολλαὶ συμπτώσεις συνετέλεσαν εἰς τὴν διάπραξιν ἐγκλημάτων, ὧν θύματα ἐγένοντο οἱ δυστυχεῖς αὐτοί.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι Βουλευτῶν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Τὸν λόγον πρῶτος ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ὁ κ. Καλαντζόπουλος.

§137Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέφερε, θεωρῶ ὅλως περιττὸν καὶ πλεοναστικὸν μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε εἰσηγεῖτο τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ δὲν θὰ προέβαινον εἰς καμμίαν σύστασιν καὶ παράκλησιν, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ἀλλεπαλλήλους ἐπιστολὰς ἐκ τῶν καταδίκων τῶν ἐν Ῥίῳ καὶ Μεσολογγίῳ φυλακῶν τῶν καταγομένων ἐκ τῆς Ναυπακτίας καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, διὰ τῶν ὁποίων διὰ ζωηρῶν χρωμάτων παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῆς διαβιώσεως αὐτῶν ἐν αὐταῖς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ οὓς λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι πολὺς χρόνος θὰ διαρρεύσῃ, μέχρις ὅτου λάβῃ μέτρα ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς ἀνακαίνισιν τῶν κτιρίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς διοργάνωσιν τῆς διοικήσεως ἐν γένει τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποβάλλουσι διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν οἱ ἀναφερόμενοι τὴν εὐχήν, ἧς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐγένετο διερμηνεὺς καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅπως, εἰς ἐκείνους ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προτάσεις εἴτε εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν εἴτε δικαστικῶν ἀποφάσεων, χαρισθῇ μέρος τῆς ποινῆς, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπέτισαν τὸ πλεῖστον αὐτῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὴν τοιαύτην σύστασιν ἑπομένως ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν.

§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶδον ὅτι πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν καὶ ὄχι περὶ τῶν φυλακισμένων. Πλειστάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος πρὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, οὐχὶ περὶ τοῦ συστήματος, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐνδιαιτημάτων, ἐν οἷς ἐνδιαιτῶνται οἱ ἀπόκληροι ἐκεῖνοι τῆς κοινωνίας, Ἐντεῦθεν ὁρμώμενοι οἱ κατὰ καιροὺς πολιτευόμενοι καὶ Κυβέρνησίς τις, ἡ ὁποία διῴκει τὰ κοινὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1897, εἰσήγαγε νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦνται τὰ σχέδια καὶ αἱ μελέται καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ δι’ οἰκοδομὴν φυλακῶν ἐν Τριπόλει. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει προϋπολογισθῆ πρὸς οἰκοδομὴν φυλακῶν ἐν Τριπόλει, ὁ νόμος ὅμως τοῦ 1897 κεῖται ἀργός. Γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οἱ φυλακισμένοι Τριπόλεως ἐνδιαιτῶνται εἰς τοὺς στάβλους, εἰς τὰ χοιροστάσια ἑνὸς Τούρκου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, Ἀλῆ Τσεκούρα ὀνομαζομένου, ἔχουσι δὲ φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε οὐ μόνον ἀνυπόφορος εἶναι ἡ συμβίωσις ἐκεῖ εἰς τοὺς φυλακισμένους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως, διότι ἀτυχῶς τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο, ἢ μᾶλλον οἱ στάβλοι ἐκεῖνοι, ἐν οἷς συμφύρονται περὶ τοὺς 200 φυλακισμένους, κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τῆς πόλεως. Ὅλα δὲ τὰ μολύσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἐννοεῖται, ἐνσκήπτουσιν εἰς τοὺς διαφόρους κατῳκημένους τόπους, μεταδίδονται ἐκεῖθεν εἰς τὴν πόλιν, τὸ οἰκόπεδον δέ, ἐν τῷ ὁποίῳ κεῖνται οἱ στάβλοι ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι μικρᾶς ἀξίας, ἤδη δέ, ὅτε ἔχει τὸ εὐτύχημα ὁ νομὸς Ἀρκαδίας νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπὸ ἐπιλέκτου τέκνου αὐτοῦ, ὑποθέτω ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεώς τινος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισθέντος πρὸς οἰκοδομὴν τῶν φυλακῶν ἐν Τριπόλει, ἀλλὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοὐλάχιστον, ὅπως ἀρχίσῃ τὸ ἔργον καὶ εἰς διάστημα 2–3–4 ἐτῶν συντελεσθῇ καὶ χάριν φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀποκλήρους ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ὑγείας αὐτῆς τῆς πόλεως Τριπόλεως.

§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προανήγγειλεν ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκρεμεῖ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, προσμετρεῖται ὡς χρόνος προφυλακίσεως. Κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ἀναπτυχθεῖσαν περὶ κοινῆς συνειδήσεως καὶ ὡριμότητος ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ φαίνεται ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις παραδέχεται ὅτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκρεμεῖ ἡ ἀναίρεσις, ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζηται εἰς τὴν προφυλάκισιν, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐσφαλμένη, ἐφ’ ὅσον δέχεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνυπολογίζηται. Ἀφοῦ τοῦτο δέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐπεχείρουν νὰ παρακαλέσω αὐτόν—, διότι φοβοῦμαι μήπως πάλιν προσκρούω εἰς ἄλλην θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι συστάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, διότι τοιουτοτρόπως διοικοῦσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ ὄχι οἱ Ὑπουργοί· ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἀναγκασθῶ νὰ δώσω ἄλλην διατύπωσιν ὑποχρεοῦσαν τὸν κ. Ὑπουργόν—, θὰ ἐπεχείρουν, λέγω, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ὡς χρόνος προφυλακίσεως ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκρεμεῖ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως, νὰ προβῇ καὶ ὑποβάλῃ προτάσεις περὶ ἀπονομῆς Β. χάριτος διὰ τοὺς κρατουμένους πρὸς ἔκτισιν τῆς ποινῆς τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀναιρέσεως.

§140ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος καὶ διὰ τὸ παρελθόν.

§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος.

§142Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς διότι εἶναι τοιοῦτος, ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόσητε, μέχρις οὗ ψηφισθῇ οὗτος διὰ τῆς ἄλλης μεθόδου. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἀδίκως κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς οἱ ἐκτίνοντες τὸν χρόνον τῆς ἀναιρέσεως εἴτε κατὰ παρερμηνείαν τῆς διατάξεως τῆς Δικονομίας εἴτε διότι θεωρεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρατῶνται; Ἐὰν ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν, εἴτε διότι κακῶς ἑρμηνεύεται ἡ Δικονομία, εἴτε διότι εἶναι ἄδικον νὰ γίνηται τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ νὰ προβῆτε εἰς προτάσεις περὶ ἀπονομῆς Β. χάριτος, διότι πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, καὶ ἐφ’ ὅσον γνωρίζετε ὅτι αὐτοὶ ἀδίκως στεροῦνται τῆς ἐλευθερίας των ὀφείλετε νὰ σπεύσητε νὰ τὴν ἀποδώσητε εἰς αὐτούς, νὰ μὴ ἀναμένητε δὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, διότι μέχρις οὗ δημοσιευθῇ ὁ νόμος θὰ παρέλθῃ χρόνος, καὶ θὰ μείνωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ ἕνα σχεδὸν μῆνα εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ διὰ τῆς Β. χάριτος δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν ἀμέσως. Ἐπιθυμῶ μὲ τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖτε, νὰ προβῆτε εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς παρακλήσεώς μου αὐτῆς, διότι ἄλλως θὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ εἴχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἀδίκως κρατοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὰς φυλακάς, δὲν ἐσπεύσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν των, θὰ δύναμαι δὲ κατόπιν καὶ νὰ κατηγορήσω ὑμᾶς ὅτι περὶ ὀλίγου ποιεῖσθε τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν.

§143ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀλλεπάλληλοι αἰτήσεις, αἵτινες καταφθάνουσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑφ’ ὅλων τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν φυλακῶν ἡμῶν, δικαίως κινοῦσι τὴν συμπάθειαν ὅλων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν μέριμναν καὶ τὴν προσοχὴν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Προηγουμένως ἀξιότιμος συνάδελφος τὰ ἐνδιαιτήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους δαπάναις αὐτοῦ, ἐν οἷς διαβιοῦσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἕνεκα ὡρισμένων λόγων δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἐλευθέραν κίνησίν των, ἀπεκάλεσε καὶ λίαν δικαίως στάβλους, ἔχοντας σκοπὸν καὶ προορισμὸν ὅπως διαφθείρωσι καὶ συνείδησιν καὶ σῶμα. Ὅλοι, ὅσοι διῆλθον ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔτυχε νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰς φυλακάς, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς περιγράψω τὰς φράσεις, δι’ ὧν περιέγραψαν τὴν κατάστασιν αὐτῶν, ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ εἰς τὸ ἐπίσημον Κράτος καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον Πολιτείαν. Πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου σήμερον ἀνεπτύχθησαν ἴδια συστήματα, πανταχοῦ σχεδὸν ἐχειραφετήθη ἡ σωφρονιστικὴ διοίκησις καὶ ἔσχε τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, ὥστε νὰ φέρῃ μείωσιν τῆς ἐγκληματικότητος. Παρ’ ἡμῖν, κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ πολὺ ταχέως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἴδητε ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἐγκλημάτων διαπράττεται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Πάντες αἰσθανόμεθα ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι ἐγκλήματα, ὧν ἄμεσος ὑπαίτιος εἶναι ἡ ἀβελτερία τῆς Πολιτείας. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀναπτύξω πρὸς αὐτὴν τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν αἱ διάφοροι ἄλλαι ἐπικράτειαι, τῶν φυλακῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἂν εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΦΚʹ τοῦ 1887 περὶ φυλακῶν, καὶ ἂν ἡ μέριμνα καὶ ἡ ἐπιστασία καὶ ἡ ἐπιμέλεια αὐτῶν ἀκολουθεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, καί, ἐὰν γίνωνται αἱ ἐκθέσεις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτόν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου καὶ ἄλλοτε νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας τῶν ἐπισήμων ὀργάνων καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ΑΦΚʹ τοῦ (1887). Περαίνων, Κύριοι, λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία ἡμῶν ἔσπευδε νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ μέριμναν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἠθέλομεν ταχέως ἀποκτήσει ἀνθρωπίνους φυλακάς, καθόσον τὸ χρῆμα πρὸς τοῦτο ὑπάρχει, ὅπως κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, ἐὰν ἤθελον ληφθῆ μέτρα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ ἐγκληματικότης παρ’ ἡμῖν θὰ ἐμειοῦτο καὶ θὰ προήγοντο ἐν γένει τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΦΚʹ καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐνεργεῖται ἡ ἐπιστασία τῶν φυλακῶν.

§144ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, Κύριοι, συζητούμενον τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν εἶναι ζήτημα μέγα, τοσοῦτον μέγα, ὥστε, ἐὰν ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ δὲν ἤθελεν εἶναι σπουδαῖος, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν, ὅτι παραγνωρίζομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μία σύστασις, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ δοθῇ ἀθρόως χάρις εἰς πληθὺν καταδίκων. Ἡ σύστασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εὑρισκόμεθα ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀπηυθύνθη ἑτέρα σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ δοθῇ χάρις πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐκτίνουσι ποινὴν πράγματι μὴ ὑπάρχουσαν· καὶ ἡ σύστασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ, διότι τὸ προνόμιον τῆς χάριτος εἶναι προνόμιον βασιλικόν, ἀπονέμεται προσωπικῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ γενικὸν μέτρον. Ἤθελεν εἶναι μία σύγκρουσις αὐτόχρημα μεταξὺ τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας. Εὐτυχῶς ὑποβάλλεται τάχιστα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἄρει τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἀπηυθύνθη τρίτη σύστασις, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ φυλακῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη ὅτι θέλει προσαγάγει ἐνώπιον ἡμῶν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει ἀναμφιβόλως σοβαρώτατα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν. Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη εἰς τὸ παρελθὸν μεταξὺ τῶν σοφῶν καὶ τῶν ὁμολογούντων ἑαυτοὺς μὴ σοφούς, διὰ νὰ ὑποκρίνωνται τὸν σοφώτερον. Καὶ οἱ μὲν σοφοὶ ἀνέπτυσσον συστήματα φυλακῶν, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἢ καὶ ἐφαρμόζονται ἀλλαχοῦ, οἱ δὲ σοφώτεροι τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν τὸ ἐξετάζουσι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος ὡρισμένων τινῶν πόλεων. Τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν εἶναι ἓν τῶν μεγίστων ζητημάτων τοῦ τόπου μας. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μίαν Πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, διότι μεριμνᾷ εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν νὰ ἐκπαιδευθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μίαν Πολιτείαν μὴ ἔχουσαν πολιτικὴν ἴσως δικαιοσύνην, διότι ἔχει φθάσει εἰς τοσοῦτον ἠθικῆς τελειώσεως ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὥστε νὰ ἐπιλύῃ τὰς ἀστικὰς αὐτοῦ διαφορὰς διὰ διαιτητῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μίαν Πολιτείαν ἐστερημένην πάσης ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις Πολιτείαν ἐστερημένην ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἀλλά, ὅταν λέγωμεν ποινικὴν δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐννοῶμεν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ σύστημα προσῆκον φυλακῶν, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ προσῆκον σύστημα φυλακῶν, δὲν ὑπάρχει ἡ προσήκουσα εἰς τὰ ἀποτελέσματα ποινικὴ δικαιοσύνη, ἑπομένως ἡ Πολιτεία ἐκείνη εἶναι ἀναξία νὰ ὀνομάζηται Πολιτεία ἀνθρώπων. Τὸ ζήτημα ἑπομένως θὰ κριθῇ ὑπὸ τῶν σοφῶν, ἀλλὰ ὑπὸ τῶν σοφῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρύονται τὰς γνώσεις των μόνον ἀπὸ τὰς διαφόρους φυλλάδας, τὰς ὁποίας ἔχουν ἀναγνώσει εἰς διαφόρους γλώσσας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν σοφῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ κλασσικὰ ὄντως συγγράμματα ἔχουσιν ἀναγνώσει καὶ ἔχουσιν ἐννοήσει αὐτά, ἀλλὰ καὶ βαθέως ἔχουσιν ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου καὶ τῶν συνθηκῶν αὐτοῦ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους θέλει συζητηθῆ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχεθὲν νομοσχέδιον. Τό γε νῦν ἔχον, νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσωμεν προσανατολιζόμενοι πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἀρχίσωμεν προδιατιθέμενοι ψυχικῶς, ὅπως συζητήσωμεν μετὰ σοβαρότητος τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένοντο συστάσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ συζητήσωμεν, δοθείσης τῆς εὐκαιρίας, ἂν προσήκει, καὶ ἄλλο τι μέτρον νὰ ληφθῇ, προκειμένου περὶ τῶν καταδίκων. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ πολιτεύεται Βουλευτής τις, συμφέρον, ἄλλως ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ πολιτευόμενος, καίτοι δὲν εἶναι μόνον ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερος ἀντιλήπτωρ τῶν ἐπαρχιακῶν αὑτοῦ συμφερόντων, εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐντολὰς τῶν ἰδιαιτέρων αὑτοῦ συμπολιτῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται συμβιβάζονται πρὸς τὴν συνείδησιν αὑτοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗται συμβιβάζονται πρὸς τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ γνώμας· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν συμβιβάζονται εἶναι παραβάτης τοῦ γενικωτέρου αὑτοῦ καθήκοντος ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς αὐτὰς καὶ φροντίσῃ ὅπως μετατραπῶσιν αἱ ἐσφαλμέναι ἀντιλήψεις τῶν ἰδιαιτέρων αὑτοῦ συμπολιτῶν. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πολιτευόμενος δὲν εἶναι μόνον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περισσότερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐλάλησα ὅσα ἐλάλησα καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ συζητηθῇ, ὅπως ληφθῇ γενικὸν μέτρον περὶ χάριτος καταδίκων· καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ἀκόμη, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη ἡ γνώμη καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Αἱ φυλακαὶ εἶναι κυρίως κολαστήρια· οἱ διαταράσσοντες τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν πρόκειται νὰ ἐξυγιασθῶσι σωματικῶς ἢ ἠθικῶς, ἀλλὰ πρόκειται κυρίως νὰ κολασθῶσι.

§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι πράγματι κολαστήρια, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ κολάσεις.

§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε. Τὸ ζήτημα, ὡς ἀρχόμενος εἶπον, εἶναι σπουδαιότατον, δὲν λύεται τόσον εὐχερῶς. Λοιπὸν ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ποινῆς εἶναι νὰ τιμωρηθῇ ὁ διαταράξας τὴν δημοσίαν τάξιν, πάντα δὲ τὰ ἄλλα λεγόμενα εἶναι λεγόμενα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμελέτησαν σπουδαίως τὰ κοινωνικὰ καθεστῶτα καὶ τοὺς θεσμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν. Ἤδη ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς θεωρίας ὅτι αἱ φυλακαὶ εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα; Ἔχει καθῆκον καὶ συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ τοιαύτας φυλακάς, ὥστε νὰ μὴ βλάπτηται ἡ ὑγεία τῶν καταδίκων, ἔχει καθῆκον ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἔχει συμφέρον, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τάχιον ἢ βράδιον θέλουσιν ἐξέλθει τῶν φυλακῶν καὶ θὰ εἶναι προστάται οἰκογενειῶν καὶ θὰ γίνωσι πατέρες μελλόντων τέκνων καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὴν ὑγείαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ὑγιεῖς πολίτας, τοὺς ὁποίους θὰ γεννήσωσιν ἐκεῖνοι. Ἰδοὺ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς θεωρίας ἐκείνης· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν καὶ θὰ συναναστρέφωνται μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ μὴ διαφθαρῶσιν ἐντελῶς. Ἰδοὺ ἀκόμη ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς θεωρίας ἐκείνης· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι θὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ μεταδίδωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ βακτηρίδια πάσης νόσου. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ ὑπάρχον σύστημα φυλακῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑγείαν τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἠθικὴν τῶν κατοίκων τούτων, εὐεξίαν τῶν κατοίκων τούτων. Ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα καὶ περὶ προσωρινοῦ τινος μέτρου, μέτρου ἀσχέτου πρὸς τὸ ὑποβληθησόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον; Νομίζω ναί, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν διατελοῦμεν πάντες ἐν ἐπακριβεῖ γνώσει τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ὅστις δὲν μετέβη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν μετέβη πολλάκις καὶ δὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους πῶς συνωστίζονται, δὲν ἔχει ἐπακριβῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, διότι θέλω καταλήξει εἰς συμπέρασμα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, τούτου τεθέντος, τοῦ ὅτι δηλαδὴ ἐπακριβῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν δὲν ἔχομεν πάντες, αἱ ποιναὶ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπεβάλλοντο, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὅτι δεκαετὴς εἱρκτὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς φυλακὰς πολλάκις ἰσοδυναμεῖ μὲ 40ετῆ εἱρκτὴν εἰς ἄλλας φυλακάς, πολλάκις ἰσοδυναμεῖ μὲ καταδίκην εἰς θάνατον. Τεθέντος λοιπὸν ὅτι καὶ μὲ μικρότερον ὅριον ποινῆς ἐξετελεῖτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ γνωστοῦ ὄντος ὅτι καταστρέφεται ἢ ἡμικαταστρέφεται ἡ ὑγεία πολλῶν ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς ἐπιπολάζουσι νόσοι μεταδοτικαί, νομίζω ὅτι ἦλθεν ὁ καιρός—διότι καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἀποτελοῦμεν ἀνορθωτικὴν Βουλήν, τὴν ἀνόρθωσιν δὲ ἐγὼ τὴν πιστεύω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μόνον εἰς τὴν Βουλήν—, ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ ἐξετασθῶσιν εἷς πρὸς ἕνα οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις εὑρισκόμενοι καὶ νὰ συσταθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ ὅτι ἐξέτισαν, λόγῳ τῶν παθημάτων των, ποινὴν ἀρκοῦσαν, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν κοινωνίαν διὰ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν, ἢ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ μένωσιν εἰς τὰς φυλακάς, νὰ δοθῇ δὲ εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν βασιλικὴ χάρις. Διότι, π.χ., τί ἤθελε ζητήσει ἡ κοινωνία ἀπὸ ἕνα κατάδικον, ὅστις ἔμεινεν 25 ἔτη εἰς τὰς φυλακάς, εἰς τοιαύτας φυλακάς; Τί ἤθελε ζητήσει ἡ κοινωνία ἀπὸ ἕνα πατέρα πολυμελοῦς οἰκογενείας, ὅστις κατεδικάσθη εἰς ποινὴν 15 ἐτῶν δεσμῶν καὶ ἔχει μείνει ἤδη δέκα ὁλόκληρα ἔτη ἐν αὐταῖς; Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως καὶ μὲ τοιαύτην δικαιολογίαν καὶ μὲ ἐξέτασιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὑπὸ ἐπιτροπῆς δηλαδὴ Βουλευτῶν, βεβαίως κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον· πολὺ τοῦτο θὰ διηυκόλυνε καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖται διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ γένηται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἢ θὰ ἐξευρεθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀληθῶς φυλακὰς ἀναλόγους πρὸς τὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ζῶμεν, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπετύγχανε πάντα ταῦτα, ἐὰν συνηθροίζοντο εἰς τὰς νέας φυλακὰς ὅλοι οἱ σημερινοὶ κατάδικοι.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετμεζᾶς.

§148Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι ἡ ὥρα 8½ καὶ πλέον, κύριε Πρόεδρε!

§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν Βουλευτὴς ὑπέβαλε προχθὲς δύο ἐρωτήσεις ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεων. Ἡ πρώτη εἶναι ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα κανονίζοντα ἐν γένει τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑποβρυχίων. Ἡ δευτέρα εἶναι ἂν σκέπτεται νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν διὰ νόμου ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς τυχόντων συντάξεως. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐρωτήσεως ἀπαντῶ ὅτι, ἅμα ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν, εὗρον τὴν γνωστὴν συμφωνίαν περὶ προμηθείας τοῦ ὑποβρυχίου· ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἀποστείλω εἰς τὸν τόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑποβρυχίου ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, ὅπως παρακολουθήσωσι τὴν κατασκευὴν καὶ τοῦ σκάφους καὶ τῶν μηχανημάτων, ἐκμάθωσι δὲ καὶ τὰ τοῦ χειρισμοῦ αὐτοῦ. Ἀνέθηκα συγχρόνως εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς ἀποστολῆς, ὅπως μελετήσῃ τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνῃ πρόνοια περὶ παρασκευῆς καὶ δευτέρου προσωπικοῦ χρησίμου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ καταδυομένου, διότι φυσικὰ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκὲς πρὸς τοῦτο. Ἤδη ἀπὸ τῆς 28 Δεκεμβρίου ὁ προϊστάμενος τῆς ἀποστολῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1911 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου διεβιβάσθη πρὸς τὸ Γενικὸν ἐπιτελεῖον, ὅπως ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ τε προσωπικοῦ καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑποβρυχίου καὶ τοῦ κατασκευασθησομένου καταδυομένου. Ἀκόμη πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις πρὸς ἀποστολὴν ἀπὸ τοῦδε καὶ ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, ὅπως ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν καταδυομένων τούτων.

§152Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ τῆς πρώτης εἶμαι ἐν γνώσει ἐγώ. Μεταξὺ τῶν ἀποσταλέντων εἶναι καὶ ὑπαξιωματικοί, ὅπως εἴπετε, καὶ μηχανικοί. Αὐτοὶ ἐπληρώνοντο καὶ ἐλάμβανον ἐπίδομα, καὶ σήμερον ἐμειώθη κατὰ τὸ ἥμισυ.

§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη πρόνοια. Ἐνόμισεν ἡ ὑπηρεσία τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων ὅτι τὰ ἐπιδόματα πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εἰς Εὐρώπην ἀποστελλομένους ἦσαν μεγάλα. Τὰ ὑπεβίβασεν· ἐξαιρετικῶς ὅμως διὰ τοὺς ἀποσταλέντας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τὰ παράπονα εὑρέθησαν δίκαια, καὶ αὐξάνεται ἤδη τὸ ἐπίδομα. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ τὰ τῆς περαιτέρω μισθοδοσίας θὰ αὐξηθῶσι, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωνται αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται εἰς κίνδυνον, ἴσα μὲ τοὺς ἄλλους. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ὑπαξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. ἐπερωτήσαντα, ὅτι, ὅτε οὗτοι ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπολυθῶσι, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρηγγέλλετο, ὅπως διατάξῃ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐκκαθαρισθῆ κριθέντες ὡς ἀπολυτέοι λόγῳ ἀνιάτου νοσήματος. Ταυτοχρόνως διετάχθη νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος ἀπολυθέντας, ἔχοντας δὲ πολυετῆ ὑπηρεσίαν. Ὥστε πρόκειται προσεχῶς νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύω. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ ζητήσῃ καὶ ἄλλο τι. Ἤδη ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ὑποβάλω σκέψεις τινάς, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ν’ ἀκούσῃ ἐπιεικῶς. Παριῆλθον, Κύριοι, 28 ἡμέραι ἀφ’ ὅτου ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι ἡμῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται ἤθελον παραταθῆ εἰς τὸ ἀκρότατον ὅριον, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ εἰς ὁλόκληρον ἑξάμηνον, ὑπολείπονται 154 ἀκόμη ἡμέραι, ὅπως περατωθῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Αἱ 154 ἡμέραι εἶναι, νομίζω, 22 ἑβδομάδες· ἐὰν ἀπὸ ἑκάστην ἑβδομάδα ἀφαιρέσωμεν τὰς τρεῖς ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκονται διὰ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ αἱ ὁποῖαι — ἀφοῦ, ὡς βλέπετε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τοῦτο θὰ συνεχισθῇ — θ’ ἀπορροφῶσιν ὁλόκληρον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, χωρὶς νὰ φθάνωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν τῆς ἑπομένης, ἀφαιρεθῇ δὲ καὶ ἡ Κυριακή, ἔχομεν 88 ἡμέρας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς 154· ὑπολείπονται ἑπομένως 66 ἡμέραι, ἀπὸ τὰς ὁποίας, δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 16 ἡμέρας διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα καὶ τῶν Ἀπόκρεων. Οὕτω φαίνονται ὑπολειπόμεναι ἐργάσιμοι ἀκόμη ἡμέραι προτοῦ λήξῃ ἡ Σύνοδος 50 μόνον ἀκριβῶς. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖναι δηλαδή, τὰς ὁποίας ὅσοι τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν εἴτε καὶ ἁπλοῖ Βουλευταὶ προέτειναν ὅπως ἀναθεωρηθῶσιν, εἶναι 45. Δὲν θὰ εἴπω ὑπερβολήν, ἂν προσθέσω ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθησαν, ἡ τριακονταμελής, θὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα 5 ἄρθρα τοὐλάχιστον, ὥστε γίνονται 50 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀσχοληθῶμεν. Σᾶς ἐρωτῶ: Πιστεύετε ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν φαίνονται διεξαγόμεναι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἕως σήμερον, ὀλιγώτερον ἀπὸ μίαν ἡμέραν; Λέγω κατὰ μέσον ὅρον, διότι ὑπάρχουσιν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσουν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα περισσότερον ἴσως χρόνον. Ἔχω ἀκόμη καθῆκον, ἀφοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν σας αὐτά, νὰ προσθέσω ὅτι πλὴν τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῆς ἀφορώσης τὸ Σύνταγμα ὑπολείπεται ἄλλη κολοσσιαία ἐργασία. Θὰ ἀναφέρω τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἀναφέρω τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαχθέντα καὶ μέλλοντα νὰ εἰσαχθῶσι, προαγγελθέντα δὲ εἰδικῶς ἤδη· Θὰ ἀναφέρω τὸ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν τσιφλικιούχων πρὸς τοὺς ἀγρολήπτας ἐν Θεσσαλίᾳ· Θὰ ἀναφέρω ἄλλα τινὰ νομοσχέδια σχετικὰ μὲ τὴν γεωργικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ περὶ συνεργατικῶν ἑνώσεων τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, τὸ περὶ γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων, τὰ ἐργατικά, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ κυριώτατα. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ζωηρά). Θὰ ἀναφέρω τὰ ἀφορῶντα τὴν μεταβολὴν τὴν ῥιζικὴν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, προαναγγελθεῖσαν ἤδη εἰς τὴν Βουλήν· Θὰ ἀναφέρω τὰ πανεπιστημιακὰ καὶ τὰ ἄλλα ἐν γένει ἐκπαιδευτικά, ἀνερχόμενα εἰς δεκάδας, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ μόνον τὸ πανεπιστημιακόν, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀρκεῖ — καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔχωσιν ἀρθῇ αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουσι τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἄλλα τινὰ στρατιωτικά, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἄλλα τινὰ ὑπηρεσιακά, ἐπείγοντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν, ἐλπίζω ὅτι ὅλοι θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἐργασίας καταπληκτικῆς, ἀπέναντι τῆς ὁποίας διαθέτομεν χρόνον ἐλάχιστον σχετικῶς. Τώρα θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως: τί εἰσηγοῦμαι πρὸς θεραπείαν; τίνα μέτρα προτείνω, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ὄγκον αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἂν ὄχι ὅλης, τοῦ κυριωτέρου τοὐλάχιστον αὐτῆς μέρους; Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, νομίζω, νὰ ὑποδείξω εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἐξ ἴσου σπουδαῖον — τινὲς τὸ θεωροῦσι καὶ σπουδαιότερον τοῦ νομοθετικοῦ — εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον ἔχει μικροτέραν σημασίαν, διότι, ἐὰν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει συστηματοποιημένη ἀντιπολίτευσις· ὅλοι μάλιστα, ὁσάκις δίδεται ἀφορμή, παρελαύνουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος λέγοντες ὅτι εἶναι διατεθειμένοι νὰ παράσχωσιν ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξίν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον χάνομεν εἰς τὰς λεγομένας ἐπερωτήσεις, ἀπόλλυται ἐπὶ ματαίῳ. Ἡ ἐπερώτησις, Κύριοι, εἶναι αἴτησις πληροφοριῶν, περιέχουσα μομφὴν καὶ ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία φυσικὸν εἶναι νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπερωτῶν δὲν θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, διὰ μιᾶς κυρώσεως κοινοβουλευτικῆς. Εἴδετε καμμία ἀπὸ τὰς μακρὰς ἐπερωτήσεις ἐδῶ νὰ φέρῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Θέλετε νὰ λάβωμεν τὰς σημερινὰς ἐπερωτήσεις τὰς μέχρι τοῦδε ἢ τὰς ὑπολειπομένας ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διὰ νὰ τὰς ἐξετάσωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπερωτήσεις; Ἐπρόκειτο περὶ ἐρωτήσεων, ἐπρόκειτο περὶ συστάσεων. Διὰ τὰς ἐρωτήσεις ῥητῶς προβλέπει ὁ ὑπάρχων Κανονισμὸς ὅτι γίνονται ἐγγράφως, ὅπως ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Σπετσῶν, καὶ ἀπήντησα πρὸ ὀλίγου. Διὰ τὰς συστάσεις ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσι καὶ προφορικῶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: καὶ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ αἱ συστάσεις αὗται νὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦ βήματος ἐγγράφως, τῆς Κυβερνήσεως ἀναλαμβανούσης τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας τῶν ἓξ ἡμερῶν νὰ ἀπαντᾷ, ἂν πρόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς ἢ μή; Ἐὰν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ μέτρον ἐλαμβάνετο, ὅπως ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἔχων νὰ ζητήσῃ πληροφορίαν τινὰ ἢ νὰ κάμῃ σύστασιν, ἀπηυθύνετο ἐγγράφως ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον εἴτε διὰ τοῦ Προεδρείου, ὅπως λάβῃ ἐπισημότερον χαρακτῆρα, θὰ διηυκολύνετο λίαν τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι, ἐὰν καλῶς διερμηνεύω τὰ φρονήματά σας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπανερχόμενοι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς πρέπει νὰ μὴ φέρητε πρὸς αὐτοὺς ὡς πόρισμα τῶν ἐργασιῶν σας μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ ἂν ᾖ σπουδαῖον, ἀλλὰ καὶ ἄλλην σπουδαίαν νομοθετικὴν ἐργασίαν· ἔχετε δηλαδὴ τὴν γνώμην καὶ ὑμεῖς, ὅπως ψηφισθῇ καὶ ἓν μέγα μέρος τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔχω λοιπὸν νὰ προτείνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως σκεφθῇ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἂν δύναται νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἀποφεύγων νὰ καταναλίσκῃ χρόνον πολύτιμον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ σκοπούμενον διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐγγράφως τῆς ἐπερωτήσεως ἢ τῆς συστάσεώς του. Ἀλλ’ ἔχω συγχρόνως καθῆκον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀμέσως εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πρωτίστου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν, τῆς ἀναθεωρήσεως δηλαδὴ τοῦ πολιτεύματος Μὴ δυνάμενος νὰ γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ μὴ γνωρίζων πόσον χρόνον ἐπὶ τέλους θὰ ἠδύνατο νὰ καταναλώσῃ τὸ ἔργον τὸ κύριον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, βλέπων πόσον ὀλίγαι εἶναι αἱ ἐργάσιμοι ἡμέραι, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐξοικονομήσωμεν καὶ ἄλλας, διὰ νὰ τὰς προσθέσωμεν εἰς αὐτάς, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δι’ ἀποφάσεώς της, λαμβανομένης κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ταχθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τριακονταμελῆ ἐπιτροπὴν προθεσμία πέντε ἡμερῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὐλάχιστον τὰ πέντε ἢ ἓξ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μάλιστα δὲν προκαλοῦσι μεγάλας ἀντιρρήσεις.

§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτω θὰ κατωρθοῦμεν, ὥστε μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ ἀρχίσωμεν τακτικῶς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων ἐκείνων τοῦ Συντάγματος, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ καὶ καθ’ ὅσον θὰ ἐπροχώρει τὸ ἔργον τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἤρχοντο καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ παρεσκεύαζεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, οὕτως ὥστε θὰ ἐστρέφομεν τὴν κυριωτέραν προσοχήν μας κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πρωτίστου ἔργου, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν. Ἔχω ἀκόμη τὴν γνώμην, ὅτι, καθ’ ὅσον οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ συναισθάνωνται, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπισπεύσωμεν καὶ τὰς ἐργασίας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κινδυνεύομεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν, θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἓν κέντρον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἔκαμνε νὰ κερδίσωμεν χρόνον κατὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν χρόνον διὰ τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πενθήμερος προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ αὕτη τὰ πρῶτα ἄρθρα, τῆς Βουλῆς ἐπιφυλασσομένης μετὰ τὴν πάροδον τῶν πέντε ἡμερῶν νὰ ἀναγράψῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος πρώτην εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω, διακοπτομένης ἤδη τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον, διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Προσέτι δὲ θὰ ἐργαζώμεθα καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς ἡμέρας καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν μὲ τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν.

§156Γ. ΠΩΠ. Μήπως θέλετε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας;

§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε;

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ.κ. Βοζίκης καὶ Ζαβιτσᾶνος.

§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι, θὰ ἐπρότεινον νὰ ἐπιστρέψωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον.

§160Γ. ΠΩΠ. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν συνεχίσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι.

§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ ὑποθέτω, ὅτι διατυπῶ τὴν γνώμην καὶ τῶν ἄλλων ἀντιπολιτευομένων....

§162Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὥστε εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος.

§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. .... οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγοι, ὅτι οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει πρὸς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι, τὸ κατ’ ἐμέ, εἶμαι πρόθυμος νὰ συντελέσω, ἵνα συζητηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, εἰ δυνατὸν μάλιστα ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησόμενα. Ἐσκόπουν νὰ κάμω ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ καὶ μετὰ τὴν δεκάτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, νὰ διακόπτῃ δηλαδὴ διὰ τὸ φαγητὸν μεταξὺ 8 καὶ 9 μ. μ. καὶ νὰ συνεδριάζῃ καὶ πέρα τῆς δωδεκάτης, διότι μόνον οὕτω θὰ δυνηθῶμεν καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὰ νομοθετικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίσωμεν. Κατ’ ἄλλον τρόπον εἶναι ἀδύνατον, διότι θὰ μᾶς προλάβῃ τὸ ἑξάμηνον. Εἴμεθα ἀληθῶς ὑποχρεωμένοι πρὶν ἀπέλθωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὡς μέλος ἑνὸς τμήματος ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος.

§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦ πρώτου τμήματος;

§165Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦ δευτέρου, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάζεται ἀπὸ τὸ 22 ἄρθρον καὶ πέρα. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει διαιρεθῆ εἰς τρία τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεξεργάζονται ἕκαστον ἀνάλογον μέρος τοῦ Συντάγματος. Ἀκόμη τὰ τμήματα δὲν συνῆλθον κατ’ ἰδίαν, ἵνα ὑποβάλωσιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης των. Δὲν εἶναι δὲ γνωστόν, ἂν τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐπεράτωσε τὴν ἐπεξεργασίαν.

§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι.

§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πολὺ καλά. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοῦτο τὸ μέρος τῆς προτάσεως, περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ μὴ τὸ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀφήσῃ αὐτὸ δι’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἴδῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῇ ἡ μελέτη τῶν ἄρθρων αὐτῶν, διότι, ἐὰν τάξωμεν προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, τότε τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν χωρὶς νὰ εἶναι ἐπεξειργασμένα τὰ ἄρθρα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.

§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνησυχίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἀνάγονται εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς συμπεπλεγμένα μὲ τὰ λοιπά. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ἄρθρα δυνάμεθα νὰ τὰ συζητήσωμεν μετὰ πέντε ἡμέρας. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ τριακονταμελὴς ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε νὰ κάμῃ τὴν ἐπεξεργασίαν, δύναται ἐντὸς πέντε ἡμερῶν διακόπτουσα τὴν ἄλλην ἐργασίαν νὰ ἀσχοληθῇ εἰδικῶς εἰς αὐτά, ὥστε μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ τὰ ἔχωμεν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μας.

§169Γ. ΠΩΠ. Ἄλλως τε καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μας ὑπάρχει στάδιον συζητήσεως, διότι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένος πρὸς συζήτησιν ὁ προσωρινὸς Κανονισμὸς διὰ τὸ συνταγματικὸν μέρος.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 9 καὶ ½ μ. μ.

§171ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 9ην καὶ ½ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ καθορισμοῦ τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§174Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ ἐπεξεργασία τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, ἕκαστον δ’ ἐξ αὐτῶν ἀνέλαβεν ὅπως ἐπεξεργασθῇ ἓν τμῆμα τῶν διατάξεων τούτων. Ἑπομένως γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ μελέτη τῶν διαφόρων συνταγματικῶν διατάξεων δὲν ἤρχισεν ἀπὸ τῶν πρώτων ἄρθρων ἐπὶ τῷ τέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ τελευταῖον, ἀλλὰ γίνεται συγχρόνως ἐφ’ ὅλων. Ἡ προθεσμία ἡ σήμερον ὁριζομένη, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὸ ἔργον της διὰ τὰ δέκα πρῶτα ἄρθρα, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι προθεσμία ἐπαρκής, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τὴν ἐπεξεργασίαν ἁπασῶν τῶν διατάξεων, δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ διὰ τὰ δέκα πρῶτα ἄρθρα. Ἡ ἐργασία γίνεται συγχρόνως, εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐργάζονται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσι περισσότερον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ παρακολουθῶσι καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ δι’ ἐπιστημονικοὺς λόγους δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ κατάτμησις αὕτη τῆς ἐργασίας, διότι ἡ μελέτη τῶν μεταγενεστέρων ἄρθρων πιθανὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ἐπιβάλλουσα νὰ μεταρρυθμισθῶσι καὶ τὰ πρῶτα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἤδη ψηφισθῆ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὢν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς βλέπω τὸ ἀδύνατον ὅπως ἐπαρκέσῃ ἡ προθεσμία αὕτη, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὴν σχετικὴν πρότασιν. Ἀναγνωρίζω μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι βέβαιος δὲ ὅτι θὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ ἔργον τὸ κυβερνητικὸν περατωθῇ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος, ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρου, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θὰ συνδράμῃ ἐπὶ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἑξαμήνου, καίτοι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἤρκει, καὶ μάλιστα ἐντὸς βραχυτέρου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐπερατοῦτο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι προθεσμία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ προθεσμία ἡ συνταγματικὴ ἀποβλέπει τὴν τακτικὴν Βουλήν, ὄχι βεβαίως τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐκλήθη δι’ εἰδικὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Οὐδεμία ὑπάρχει προθεσμία τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρχε προθεσμία, θὰ ὑπῆρχον καὶ τὰ μέσα τῆς τροποποιήσεως καὶ διευκολύνσεως τοῦ ζητήματος, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπέβαλλεν ἡ ἀνάγκη, εἴτε διὰ μιᾶς ἐκτάκτου Συνόδου ἤ, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος, νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τὸ δὲ κῦρος τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν λάβει, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὴν νομιμοποιήσωμεν διὰ τῆς ὅλης ἐργασίας. Πλὴν τούτου νομίζω ἀκραδάντως, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, διότι, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε, τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ὡς καὶ ἄλλα νομοθετήματα, σχετικὰ πρὸς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως, ἄν, λέγω, αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕτοιμον μέρος τοῦ προγράμματος τούτου, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία εἴτε πρώτη γίνῃ εἴτε δευτέρα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Νομίζω ὁπωσδήποτε, ὅτι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προέχῃ, δὲν εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ συντομεύσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ποτὲ ὅμως νὰ θυσιάσωμεν τὴν ἐργασίαν διὰ τὸν χρόνον, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν χρόνον διὰ τὴν ἐργασίαν.

§175Γ. ΠΩΠ. Εὑρίσκομαι ἀπολύτως σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διαφωνῶ δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἤκουσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀντιλαμβάνονται ἀπὸ ἄλλης ἀρχῆς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὸ Σῶμα ἡμῶν. Ἐν τούτοις εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἀφετηρίαν ἐντελῶς διάφορον, τὴν ἀφετηρίαν δὲ ταύτην φρονῶ ὅτι μᾶς παρέχουσιν αἱ ἐπανειλημμέναι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ μὴ προκληθεῖσαι, ἀλλ’ αὐτοβούλως γενόμεναι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐνέχουσι μεγίστην σημασίαν, σημασίαν διττήν, σημασίαν κανονίζουσαν ἀφ’ ἑνὸς τὴν θέσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐξ ἄλλου τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς σφάλμα μέγα κοινοβουλευτικόν, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἠθέλομεν συμπέσει πάντες πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἑξάμηνος ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς Βουλῆς ταύτης. Αὕτη εἶναι νομολογία, ἡ ὁποία βεβαίως ἐπ’ οὐδεμιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως στηρίζεται. Ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι προωρισμένη νὰ ζήσῃ ἐφ’ ὅσον χρόνον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἔργα αὑτῆς, καὶ ἂν ἐρωτήσητε, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀπανταχοῦ κρατήσαντα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν καθωρισμένην νομολογίαν κοινοβουλευτικήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ διατάξεων συνταγματικῶν ὀφείλομεν ἀναμφισβητήτως νὰ περιορίσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς τὸ καθαρῶς συνταγματικὸν μέρος, τὸ καθαρῶς συντακτικὸν μέρος, διὰ τὸ ὁποῖον προορίζεται ἡ Συνέλευσις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, καὶ ἐφρόνει δικαίως, ὅτι τοῦτο δὲν ἤρκει, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἂν τοῦτο ἤρκει, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ διαλυθῇ καὶ ἡ προηγουμένη διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Συνεπῶς τὸ ἔργον ἡμῶν προβάλλεται διττόν, ἔργον συντακτικόν, ἔργον νομοθετικόν. Ἐξεταστέον ποῖον τῶν δύο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι συνεπέστερον καὶ πρὸς τὰ προηγουμένως τελεσθέντα καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην βεβαίως δὲν προέχει τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν θὰ εἶναι συνεπεῖς οἱ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ἣν περίπτωσιν θὰ ἤθελον διὰ συζητήσεων καὶ μικρολογιῶν ἴσως νὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν. Ὀφείλομεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ταχεῖαν πρόοδον τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἤρξατο νὰ γίνηται ἀντιπαθητικὸν παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ. Ἐπανειλημμένως ῥίπτονται μομφαὶ κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου ὡς μὴ ἐργαζομένου, διότι ἀκούουν νὰ λέγηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέλυσε τὸ παρελθόν, ὅτι τὰς εὐθύνας τὰς φέρει ἡ ἀνεύθυνος Βουλὴ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν θέλουν τὰ Κοινοβούλια νὰ παράσχουν τὴν ὑποστήριξιν ταύτην. Ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, διὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρηκολούθησα καὶ σωματικῶς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρηκολούθησα καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐνταῦθα καὶ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις, αἱ ὁποῖαι ποικιλοτρόπως ἐκδηλοῦνται κατὰ τρόπον ὅμοιον πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ τὰς προθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τείνουσιν, ἵνα ἐπιταχύνουν τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ὀφείλει νὰ εἶναι ἔργον εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως· συνεπῶς δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ἀντιλέγωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θέλουσαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς. Θὰ εἴχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν εἶναι συνεπὴς οὔτε πρὸς τὰς προχθὲς γενομένας δηλώσεις αὑτῆς, οὔτε πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς καθ’ ἣν περίπτωσιν θὰ ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ μᾶλλον τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς εἴχομεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν τὸν πόθον τῆς ἐπισπεύσεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, καί, ἂν δὲν ἐμεμφόμεθα τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔτασσε προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐπράττομεν τοῦτο, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι συνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Εἴχομεν δὲ πρὸς τοῦτο δεδομένον καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστώς. Τὸ παρελθόν, τὸ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, τὸ ἐνεστώς, τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνονται αἱ ἐργασίαι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τούτου Σώματος. Ὤφειλε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν εὐθύνην τὴν ἀκεραίαν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ὅτε δὲ ἠκούσαμεν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ζητοῦντα τὴν ψῆφον εἰς λευκὸν ὑπὲρ τῆς ἐπιστημονικῆς αὑτοῦ φιλαυτίας καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ἀληθὴς ἐκ μέρους ἡμῶν ἀπάρνησις τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἠθέλομεν ὑποβοηθήσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ κυριώτατον ἔργον, τὸ τῆς συντακτικῆς ἐργασίας τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν Σώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν πρωτοτύπους μὲν ἴσως, ἀλλὰ μεστὰς θάρρους, ἀξίας θαυμασμοῦ ὄντως, ὑποδείξεις, καὶ εἶπεν εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὅτι: ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν πρόκειται νὰ πείσητε ἐμέ· ἐγὼ θὰ σᾶς ἀκούω, ἐγὼ θὰ ἀποδέχομαι, ἐγὼ θὰ ἀποκρίνωμαι, ἀδιάφορον ἂν πρόκειται περὶ ἐπιστημονικοῦ θέματος, ἀδιάφορον ἂν περὶ πολιτικοῦ ζητήματος πρόκειται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθώρισε σαφῶς τὰ θέματα ταῦτα καὶ εἶπεν: ἔχετε τὸ στάδιον τῶν τροπολογιῶν· ἐγὼ θὰ παρίσταμαι σιωπῶν καὶ θὰ ἀκροῶμαι, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ πέρα παύει ἡ ὑμετέρα ἐντολή, ἐγὼ θὰ ἀποφασίζω, ἐγὼ εἶμαι ἡ Βουλή. Αὐτὸς εἶναι ὁ κοινοβουλευτισμός. Ὅτε δὲ βλέπομεν τοιαύτας δηλώσεις προκειμένου περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, οὐδεμίαν πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν ἔχουσι σχέσιν, περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπολείμματα ἔργου παρελθόντος, ἀδιάφορον ἂν τὰ ὑπολείμματα ταῦτα εἶναι ἔργα τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἔρριψεν ἔκθετα, ἵνα υἱοθετήσουν ταῦτα οἱ τοῦ παρελθόντος, ἢ εἶναι ἔργα τῆς προφάτου ἐργασίας αὐτοῦ· τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Καὶ βεβαίως ἡ Ἡμερησία Διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖται τὸ Σῶμα ἡμῶν ἵνα συζητήσῃ, δὲν εἶναι Ἡμερησία Διάταξις ἀνορθωτική, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, τί τάχα ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀπέμεινε, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν, ὅτε ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀποτελεῖται ἐκ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν συζητηθέντα, συνταχθέντα, ῥιφθέντα εἰς χοάνας ἐπιτροπῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ἐνεφανίσθησαν ὡς κορύφωμα καὶ πρώτη ἐμφάνισις τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως; Ὅτε συνεπῶς ἔχομεν τοιαύτας κυβερνητικὰς δηλώσεις περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ παρακαλέσωμεν αὐτὴν καὶ ὑποδείξωμεν εἰς αὐτὴν ὅτι ἔχει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ κανονίζῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὅλας τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ τὰς τροποποιήσῃ ὡς αὕτη θέλει; Ἀπὸ τοιούτων σκέψεων ἀγόμενος ἐσκέφθην ὅτι βεβαίως τὸ ὡραιότερον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ τέκνον αὐτῆς τὸ τηλαυγὲς θὰ ἦτο τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Καὶ ὅτε βλέπομεν τοιαύτην στοργὴν πρὸς τέκνον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι τὸ ὡραιότερον, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἦτο εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀμέριστον τὸν σεβασμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ἔργον αὐτῆς τὸ συντακτικόν. Τὰ Συντάγματα δὲν κανονίζονται μὲ διατάξεις· τὰ πνεύματα τὰ συνταγματικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πολίτευμα, καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀστεῖον νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ φέρωμεν τροπολογίας ἐπὶ ὀλιγοστίχων διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ μακρὸν ἐκοπίασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συντάξῃ, καὶ αἱ ὁποῖαι, σημειώσατε καλῶς τοῦτο, μετὰ τὴν ἀποψινὴν μάλιστα γενομένην συζήτησιν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὑψηλὰ πρόσωπα, σημειώσατέ το καλῶς, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προσχεδίου τούτου πρὸς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν καὶ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ προσχεδίου ἔπειτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ὑποστῶσι μυρίας μεταβολάς. Ἐὰν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοιούτου ἔργου, ὤφειλε νὰ τὴν ἀναλάβῃ μόνον καὶ μόνον, διότι ἐμεσολάβησε τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἰδιόρρυθμον, τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ὤφειλε νὰ δημιουργήσῃ, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ κύπτωμεν ὑπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπὸ ἐξαιρετικὰς ἐδημιουργήθη περιστάσεις, ἐξαιρετικὰς ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις καὶ ἐξαιρετικὰ δικαιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον πάντες ἡμεῖς νὰ κύπτωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας. Ἄν τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐκόμισεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει μορφὴν διάφορον τῶν ἐντυπώσεων ἡμῶν, τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Ἐνθυμοῦμαι, παρακολουθῶν ἐγγὺς τῶν ἑδρῶν τούτων ἄλλοτε συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ φίλου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κυρίου Δραγούμη, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς πολιτευτὴν μὴ διακρινόμενον ἐπὶ κοινοβουλευτικῇ εὐαισθησίᾳ: «δὲν εἶναι τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πταίει, ἀλλ’ εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται τὸ πολίτευμα τοῦτο». Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ὀφείλομεν ἀπολύτως νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, πρὸ παντὸς δὲ νῦν. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκόμισεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θὰ εὕρισκεν αὕτη διαφωνίας τοιαύτας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀντιδράσεις τοιαύτας, ὥστε δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἂν δὲν θὰ ηὔχετό τις νὰ μεταβληθῶσιν ἄρδην τὰ πράγματα. Διότι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἂν ἡ Α ἢ ἡ Β διάταξις λέγεται θεμελιώδης ἢ θεωρεῖται ἀναθεωρητική. Ἐν τῷ προσχεδίῳ τῷ ἀναθεωρητικῷ ἐκεῖνοι, οἵτινες ηὐτύχησαν νὰ τὸ ἀναγνώσουν, καὶ τὸ ἀνέγνωσαν πάντες, ὑπῆρχον παρεισδύσεις εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὑπῆρχε πνεῦμα ἀπολυταρχικὸν ἀφ’ ἑνός, μείωσις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξ ἑνὸς μέρους, αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς ἀφ’ ἑτέρου. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐγὼ θὰ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, μόνος ἔστω, θὰ ἀντέδρων, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅπως μὴ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς τὸ προσχέδιον τοῦτο. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διετυπώθη τὸ προσχέδιον τοῦτο. Τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ πολίτευμα. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ἐσκέπτετο φιλελευθέρως, φιλελευθέρα θὰ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον δὲ θὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν σκεπτομένην οὐχὶ φιλελευθέρως, ἀλλ’ ἀπολυταρχικῶς, οὐδὲν θὰ ἠμπόδιζε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ὅπως δίδῃ ἀπολυταρχικὴν ἐφαρμογὴν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καί, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ θὰ ἀπηύθυνον παράκλησιν, ἵνα ἀφεθῶσιν ἐλεύθεραι αἱ θύραι καὶ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ὁδὸς τῆς νέας ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, διότι ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, εἶναι τὸ φυτώριον ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, κατὰ προσεχὲς ἢ ἀπώτερον μέλλον, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἀλλὰ πάντως εἰς τὸ μέλλον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος, δὲν θὰ κατέχῃ τὴν ἐξουσίαν, εἶναι τὸ φυτώριον, λέγω, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἀνακύψωσι νέοι καρποὶ συνταγματικοί, νέας ὡριμάσεως, καὶ τῆς ὡριμάσεως ταύτης θὰ γευθῶσιν οἱ ἔχοντες ἰσχυροὺς τοὺς ὀδόντας, ἵνα δοκιμάζωσι τοὺς συνταγματικοὺς ὑδροπέπονας τοῦ μέλλοντος. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ πολιτεύματος καὶ οὕτω πρέπει τὰ πολιτεύματα νὰ ἐφαρμόζωνται. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἄρνησις καὶ τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, ἀπάρνησις καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίξεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀθέτησις τῆς ἱερᾶς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἵνα συντηρῶμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἡ παρεμβολὴ οἱουδήποτε προσκόμματος πρὸς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱαδήποτε παρεμβολὴ θὰ ἔθετε τὸ ζήτημα οὐχὶ μεταξὺ ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μεταξὺ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τοιούτων κινδύνων ἐπιθυμῶ ν’ ἀποτρέψω διὰ τῆς ἀσθενοῦς μου φωνῆς ἐκείνους, οἵτινες πιθανὸν θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις, ὅπως ὑποβοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς πρὸς ἐμφάνισιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου των ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλά, ἂν τοιαῦτα συμβαίνουσι κατὰ τὸ παρὸν καὶ τοιαύτη ἡ ἐν τῇ Βουλῇ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιαύτη ἡ θέσις τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς δημοσίας γνώμης, ἡ Κυβέρνησις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ ἐγκλήσεις τινάς, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οὗτος μὲ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς ἀριθμούς, τὴν ὁποίαν θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχε καὶ ὁ διαρκῶς ἀπουσιάζων τῆς Βουλῆς κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθώρισε λεπτὸν πρὸς λεπτὸν καὶ ὥραν πρὸς ὥραν τὰς ὑπολειπομένας ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς καθώρισεν ἐπὶ τῆς νομολογίας, τὴν ὁποίαν ἔπλασε καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ πλάσῃ, ὅτι δὲν ὑπολείπεται ἢ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην μακρηγορίαν νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν, καὶ πῶς, ἀφοῦ 50 ἡμέραι ἀπομένουσαι διὰ τὸ ἔργον αὐτό, πῶς θέλετε ὅλα αὐτὰ καὶ συνταγματικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμπληρωθῇ; Καὶ οἱ ἀκούοντες ταῦτα, ὄχι βεβαίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀπήχησιν αὐτῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἐμέμφοντο ἡμῶν ὅτι προσκόμματα μεγάλα παρεμβάλλομεν κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν τοσοῦτον ἐπειγόμενον ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἑξαμήνου βίου τῆς Βουλῆς, τί ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς 28ης Νοεμβρίου, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν μέχρι τῆς 8ης Ἰανουαρίου, καθ’ ἣν ἐκλήθημεν ἐνταῦθα; Διότι εἴχομεν μῆνα ὁλόκληρον ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ ἐπιτελέσῃ, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἀνέτοιμος ἡ χώρα, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν περιδεῶς ἀτενίζοντες τὸ μέλλον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἴσως ἀπροσδοκήτως ἐμφανισθῇ ἀνάγκη νὰ μὴ συνεδριάζῃ τὸ Σῶμα τοῦτο. Τί ἐγένετο τότε καὶ ποῦ κατηναλώθη τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα; Καὶ διατί τουλάχιστον μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης δὲν προσεκομίσθη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὄντως, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ τὸ κυρίως ἀνορθωτικὸν ἔργον; Καὶ ἐάν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον πρόκειται νὰ ἐμφανισθῇ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσι καὶ πάλιν ἢ οἱ ἡμίσεις ἢ τὸ τρίτον νὰ ζητήσωσι τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων των καὶ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία αὐτῶν ἐμφανίζηται ὡς ἐπιχείρημα εἰς ἐκείνους, τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων θὰ ζητηθῶσιν αἱ ψῆφοι; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ οὐχὶ τί θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς θὰ καταφύγωμεν νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους, ἀλλὰ τί θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ψήφου μετὰ παλμῶν συγκινήσεως παρακολουθοῦσι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἀλύτρωτοι καὶ παθαινόμενοι ἐν δυσχειμέρῳ ἐθνικῇ περιόδῳ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς πράττουσα καὶ ζητοῦσα τὴν πρόταξιν τοῦ συντακτικοῦ μέρους τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἡμετέρου Σώματος, ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ εὐθὺς ἀμέσως ὑπευθύνως καὶ τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον συνερχομένη ἂς προσκομίσῃ τὸ ἔργον τοῦτο ἐδῶ, καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ ψηφίσωμεν αὐτό. Ἐὰν φαντάζωνται δὲ ὅτι τὰ πολιτεύματα θὰ γίνωσι διὰ συζητήσεων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σπεύδουσιν ἀναζητοῦντες ἀπὸ τὰ διάφορα τῆς γῆς Κράτη παραδείγματα, διὰ νὰ μορφώσωσι πολίτευμα, ἀπατῶνται. Δὲν εἶναι αἱ προσπάθειαι αὗται, αἱ ὁποῖαι μορφώνουσι πολίτευμα. Τὸ πολίτευμα μιᾶς χώρας εἶναι ἡ ἀρτιωτέρα ἐκδήλωσις ὅλων τῶν ἀναπτύξεων αὐτῆς, τῶν πολιτειακῶν, τῶν κοινωνικῶν, τῶν ἐθνολογικῶν συνθηκῶν τοῦ βίου της. Ἐὰν διαρπάσωμεν ἓν ἀγγλικὸν ἔνδυμα, ἐὰν διαρπάσωμεν ἓν ἰαπωνικὸν κιμονὸ ἢ ἕνα τσαρούχι Ἑλληνικόν, βεβαίως δὲν θὰ σχηματίσωμεν πολίτευμα Ἑλληνικόν, διότι τοῦτο δὲν θὰ εἶναι συνταγματικὸν ἔνδυμα, ἀλλὰ συνταγματικὸς Καρνάβαλος. Δὲν εἶναι δὲ τοιοῦτος ὁ προορισμὸς τοῦ Σώματος ἡμῶν. Τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ προσκομίσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ποῦ εἶναι τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον αὐτῆς; Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοθετικὴ ἐργασία, καὶ βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ κρύπτηται ἀτυχῶς εἰσέτι ζηλοτύπως, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μέχρις ἡμῶν. Δὲν ἦλθε τὴν 10ην Δεκεμβρίου, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ, διότι τότε ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ νὰ ἑορτάσωμεν τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ τέλος ἐνώπιον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴδομεν ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μοναδικὸν φαινόμενον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου. Μὴν συμπληροῦται ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ Βουλή, οἱ ὑπάλληλοι πληρώνονται παρὰ τὸν νόμον, βεβαίως δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λήγουσι καὶ αἱ προκαταβολαὶ διὰ τὸν στρατόν, καὶ ἐν τούτοις ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει διαρκῆ ἀπουσίαν, ὡς ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαρκὲς ἔλλειμμα ὑγείας. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχωσι ψηφισθῆ τὰ δωδεκατημόρια, ὅπως παρασχεθῇ ἄνεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου της. Ὤφειλε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ προπαρασκευάσει τὸ νομοθετικὸν ἔργον της, διότι οὐδέποτε ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη ὑπὸ αἰσιωτέρους ὅρους ἢ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Οὐδεμίαν ταμιευτικὴν ἀνησυχίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις. Εἶχε πλήρη ἄνεσιν, ἵνα κανονίζουσα τὰ πράγματα προπαρασκευάσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ἐμφανίσῃ τοῦτο ἐνώπιον ἡμῶν. Νομίζω συνεπῶς ὅτι θὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν παρέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ ζήτημα εὐθύνης τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἠθέλομεν παρακαλέσει συγχρόνως αὐτήν, ὅπως προσκομίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἵνα συζητοῦντες αὐτὸ ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα Κοινοβούλιον ἄξιον τῆς μεγίστης ἀποστολῆς, διὰ τῆς ὁποίας περιέβαλεν ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα).

§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι ἀληθῶς δύναται ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ 10 πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. κ. Βουλευταί, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ὑπάρχουν ὅρια εἰς τὴν ἀνθρωπίνην δύναμιν, ἐμπνεομένην καὶ ἐνδυναμουμένην ὑπὸ τοῦ μεγάλου καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ πάσας τὰς ἑορτὰς καὶ κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἐλαχίστην ἔστω διακοπὴν εἴτε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἴτε κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα. Ἔχω ἀκόμη τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δυνάμεθα νὰ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἀσκεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.

§177Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἄλλως δὲν γίνεται.

§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀληθῶς ἤμην ἐγώ, πρὸς ἐμὲ ἀπήντα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπεν, ὅτι θεωρῶ τὸ ἔργον τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου σπουδαιότερον τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, διότι τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων εἶναι τὸ ἔργον τῆς πολιτικῆς διδασκαλίας τῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ πολιτικὴ διδασκαλία ἑνὸς λαοῦ εἶναι βεβαίως σπουδαιοτέρα ἑνὸς νομοθετικοῦ ἔργου, διότι, ὅταν ἔχητε λαὸν πολιτικῶς παιδαγωγημένον, θὰ ἐκλέγῃ τοὺς νομοθέτας αὑτοῦ ἀληθῶς τοὺς ἀρίστους, καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον καθίσταται ἐντελῶς εὔκολον καὶ παντελῶς σκόπιμον. Ἀλλὰ καιρὸς παντὶ πράγματι· καί, ἂν ἐπιβάλλωσιν αἱ περιστάσεις νὰ καταστῇ συντομώτερος ὁ χρόνος τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἂς μειωθῇ ὁ χρόνος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ζήτημα χρόνου, κύριοι συνάδελφοι, εἴχομεν καὶ κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ τὸν λόγον ἔφερεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ σήμερον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργός, τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς πρὸς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν). «Εἶναι βεβαίως κοινὴ εὐχὴ καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ἡ ταχεῖα περάτωσις τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω καὶ περαιτέρω γνώμην περὶ τούτου, θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, τῆς σπουδῆς, ἣν ὑπαγορεύουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῆς πολιτικῆς αὑτῶν θέσεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσι τὸν τόνον καὶ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν σωμάτων. Καὶ ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ ὁποία μετεβιβάσθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου περὶ σπουδῆς ἐν τοῖς ἔργοις, θὰ ἦτο πλήρης καὶ ἀρτία, ἐὰν συνεπληροῦτο διὰ τῆς βραδείας σπουδῆς. Οὐχὶ ἁπλῶς σπουδή, ἀλλὰ βραδεῖα σπουδὴ ἐνδείκνυται».— (Στ. Δραγούμης:) Μελέτη.— (Ν. Δημητρακόπουλος:) Τὴν ἡρμήνευσα ὡς ἐπίσπευσιν· ἄλλως τε ἀποβλέπω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον περὶ τούτου εἴπετε, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοσάκις διελαλήθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ὑφ’ ὑμῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὅτι ἐπὶ 40 τὸ πολὺ ἡμέρας θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνεκλήθησαν καὶ ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ παρεμφερῆ συνέδρια, ἵνα κρίνῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ σπουδὴ ἢ εἶναι ἐνδεδειγμένη πολλάκις καὶ ἀπώλεια ἀκόμη χρόνου, χάριν τῆς ἀκινδύνου διεξαγωγῆς τῶν ἔργων συνεδρίων ἐχόντων τόσον εὐρεῖαν ἐξουσίαν καὶ τοσαῦτα δικαιώματα. Δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ πόσον διήρκεσεν ἡ ἐν Πορτογαλλίᾳ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ἔτος 1885, καίτοι τὰ κόμματα εἶχον συμφωνήσει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, οὔτε τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1887 γενομένην ἀναθεώρησιν τοῦ Ὁλλανδικοῦ Συντάγματος. Περιορίζομαι νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐν ἔτει 1892–1893 ἀναθεώρησιν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὴν κανονικῶς καὶ οὐχὶ συνεπείᾳ ἐπαναστάσεως γενομένην. Ἀνεθεωρήθησαν ἕνδεκα μόνον ἄρθρα αὐτοῦ, καὶ ἐδαπανήθη, Κύριοι, πρὸς τοῦτο χρονικὸν διάστημα δεκατεσσάρων μηνῶν, ἀπὸ τῆς 12ης Ἰουλίου 1892 μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1893. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸ γεγονός. Περιορίζομαι μόνον νὰ βεβαιώσω τοῦτο καὶ ἀναζητήσω εἰς τοῦτο τοὺς ἐξαιρετικοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ τοιαύτης ἀποστολῆς Σώματα, καὶ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν ἀνοχὴν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες κανονίζουν τὴν ἔναρξιν καὶ τὸ πέρας τοιούτων συζητήσεων. Ἡ παράτασις αὕτη τῆς Βελγικῆς ἀναθεωρήσεως κατακρίνεται εὐλόγως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ πλημμελοῦς συστήματος, καθ’ ὃ ἡ ἀναθεώρησις γίνεται οὐχὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος τοῦ ἀποφαινομένου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ εἰδικῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ἂν τὴν ἐπιστημονικὴν κατάκρισιν τῆς τοιαύτης παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν συνεμερίσθη σοβαρά ποτε γνώμη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ πρόθεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τὰς ἐργασίας τῆς Βελγικῆς Συνελεύσεως, βεβαίως ἦτο ὑπὲρ τῆς ταχείας περατώσεως τῶν ἔργων αὐτῆς, ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ὅτι μικρὰ πολλάκις αὐστηρότης ἢ μικρὰ ἀδεξιότης περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς διαβήματα καὶ εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναιτίως τὰ προκαλοῦσι, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραφερόμενοι τὰ ἐκτελοῦσι». Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ σήμερον κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀπαιτῶν σήμερον ἐν τῇ ἀλληλεγγύῃ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἔργον συντακτικὸν καὶ ἔργον νομοθετικὸν μέγα συντελεσθῇ εἰς 50 ἡμέρας. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ θέσω κατὰ τάξιν τὰ πράγματα. Θέλω νὰ ἐρωτήσω πρῶτον· κατὰ ποίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 εἶναι περιωρισμένος ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς εἰς ἑξάμηνον; Θέλω νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη, ποῖον ὑπάρχει Σύνταγμα ἐν τῷ κόσμῳ, ποῖος ὑπάρχει συνταγματολόγος, ποῖος ὑπῆρξε πολιτικὸς ἀνήρ, ποῖον ὑπάρχει παράδειγμα ἐκ τῆς Ἱστορίας, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὡρισμένη ἐκ τῶν προτέρων ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν Σωμάτων πολιτικῶν τοιούτων; Θέλω νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη, ποία εἶναι ἡ λογικὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς συζητήσεως οἱουδήποτε νομοθετήματος; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ταχθῇ πενθήμερος προθεσμία ὡρισμένως, ὅπως προσκομισθῶσι τὰ 10 ἐκεῖνα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐπεξειργασμένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὁρισθῇ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβεβλημένου Κανονισμοῦ; Συνεκλήθημεν, Κύριοι, ἐνταῦθα, ἵνα ὁρίσωμεν τὴν ἀνόρθωσιν κατὰ χρόνον ἢ κατὰ ποιότητα; Βεβαίως αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀπαιτῶσιν ἀληθῶς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν περάτωσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἀλλ’ ὁρισμὸς χρόνου ἐκ τῶν προτέρων δὲν καταδηλοῖ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα, δὲν καταδηλοῖ εὐλάβειαν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν καταδηλοῖ ἐξάρτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καταδηλοῖ ἐπιταγὴν ἀνευλαβῆ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. (Εὖγε, εὖγε). Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐπῆλθεν ἡ τελευταία ἱστορικὴ περίοδος, τὴν ὁποίαν διατρέχομεν, καὶ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι καὶ πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ἔκυψαν χωρὶς νὰ ἀφήνωσι φωνὴν μίαν ὑπὸ τὰς ἐπιταγὰς τῶν συναθροισθέντων εἰς τὸ Γουδὶ—ἀποδεικνύουσι τὰ κείμενα ἐκεῖνο, ὅπερ θέλω εἴπει, Κύριοι—, ἐζήτησα τὰς στήλας πάσης ἐφημερίδος, ἵνα διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἐπέτρεπον αἱ ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου τούτου, ἵνα ἐγερθῇ τότε ἐπανάστασις. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρχον λόγοι, ἵνα ἐγερθῶσι δέκα ἐπαναστάσεις, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν αἱ πρόσφοροι. Δὲν μοὶ ἐδόθη οὐδὲ γραμμὴ μία. Μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα ἤρχιζε τὴν ἐτησίαν αὑτῆς περίοδον ἐπιστημονικὴ ἐφημερίς, ἡ Ἐφημερὶς τῶν δικηγόρων, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον νὰ εἶμαι συνδιευθυντὴς καὶ τακτικὸς συντάκτης. Διεμαρτυρήθην μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Ὅτε ἤρχισεν ἀνακινούμενον τὸ ζήτημα Ἐθνοσυνελεύσεως, κυριώτατα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δραγούμη, εὗρον τότε στήλας καὶ διεμαρτυρήθην ὅσον ἠδυνάμην κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναί τι μέγα διὰ τὸν βίον τῶν ἐθνῶν. Ἐπειδὴ ἐγένετο ἐξ αἰτίας τοῦ μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ λόγος περὶ Βελγίου, θὰ εἴπω, ὅτι εἷς ἐκ τῶν τελευταίων, ἀλλὰ καὶ κλασσικωτέρων ἑρμηνευτῶν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ὁ Ordan, ὁ ἔχων βεβαίως ὑπ’ ὄψει Ἐθνοσυνέλευσιν συγκαλουμένην ἐν ἡμέραις εἰρήνης, κατὰ τὰς διατάξεις ἀκριβῶς τοῦ Συντάγματος, λέγει, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι τὸ ἔσχατον φάρμακον εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῶν λαῶν· καί, ὅταν φθάνῃ τις εἰς τὸ ἔσχατον φάρμακον, πρέπει νὰ ἔχῃ δοκιμάσει πάντα τὰ ἄλλα. Ἐφρόνουν λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ συγκληθῇ Ἐθνοσυνέλευσις. Ὅτε ἦλθεν ἐν Ἀθήναις ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διευθετήσῃ τὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, μετέβην παρ’ αὐτῷ, αὐτοβούλως τὸ πρῶτον, προσκληθείς, κατὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμε, τὸ δεύτερον παρ’ αὐτῷ, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἡ περίοδος, τὴν ὁποίαν διατρέχει ὁ τόπος οὗτος, μετὰ τοιαύτην ἐπανάστασιν, τοιουτοτρόπως ἐγερθεῖσαν, τοιουτοτρόπως διοικηθεῖσαν, δὲν εἶναι περίοδος πολιτική, εἶναι περίοδος ἱστορική. Ἐκλήθητε ἐνταῦθα, εἶπον αὐτῷ, ἵνα διευθετήσητε περίοδον ἱστορικήν· αἰσθάνεσθε ἐν ὑμῖν αὐτοῖς τὴν δύναμιν, δύναμιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ παίξητε πρόσωπον ἱστορικοῦ ἀνδρός; Διευθύνατε τὴν ἐπανάστασιν. Δὲν αἰσθάνεσθε τοιαύτην δύναμιν; Ἀφήσατε τὴν ἐπανάστασιν νὰ ἐξελιχθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀφήσατε νὰ συγκρουσθῇ ὁ Σύνδεσμος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκ τῆς συγκρούσεως ταύτης ἀναδειχθῇ ὁ ἀνὴρ ὁ δυνατός. Καὶ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ τὴν 8 Αὐγούστου. Ἀπὸ τῆς 8 Αὐγούστου μέχρι τῆς 1ης Σεπτεμβρίου οἱ ἐκλεχθέντες τότε ἀνεξάρτητοι Βουλευταὶ προέβημεν εἰς δηλώσεις δημοσίᾳ, ὅτι εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσιώπα. Συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, συνεζητήσαμεν τὸ θέμα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐξηγγείλαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσίαζεν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἦλθε τὴν 5 Σεπτεμβρίου καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν τὴν 6 Σεπτεμβρίου νὰ μεταβῶμεν πρὸς αὐτόν, νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐδηλώσαμεν πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀνεπτύξαμεν πρὸς αὐτόν, νὰ εἴπωμεν δὲ εὐλαβῶς πρὸς τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργόν: Τασσόμεθα ὑπὸ τὴν σημαίαν ὑμῶν, ἀπαρνούμεθα τὰς γνώμας ἡμῶν, κανονίσατε τὰ πράγματα ὅπως ὑμεῖς θέλετε. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸν πόθον αὐτοῦ, τοῦτο ἐξώργισε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προεκάλεσεν οὗτος τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου τοῦ ἐκλεκτέου ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ ἐκείνων οἵτινες ἤθελον συμπράξει μεθ’ ἡμῶν, μετέβημεν ἐπιτροπὴ τῶν ἀνεξαρτήτων Βουλευτῶν πρὸς τὸν σήμερον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ τὸν κ. Γαρδικιώτην, βουλευτὴν Τρικκάλων, ἀπὸ τὸν κ. Παπαλουκᾶν, βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀπὸ τὸν κ. Πελοπίδαν Ἠλιόπουλον, βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ἀπὸ ἐμέ.

§179Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἱστορίαν.

§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἱστορικὰ θέματα σήμερον συζητοῦμεν. Καὶ ἐδήλωσε πρὸς ἡμᾶς τότε ὁ σήμερον κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν ἀμετάτρεπτον, ἐὰν ἀνελάμβανε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην. Εἴχομεν συνταγματικὴν γνώμην καὶ τότε, καθὼς καὶ τώρα, ἀντίθετον, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην. Ὑπεστήριξα τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει ῥητοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα. Ἀλλὰ πρὸς τὴν Συγέλευσιν ἐκείνην εἶχον ἀναπτύξει καὶ γνώμην πολιτικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο ἡ διάλυσις τοῦ Σώματος ἐκείνου διὰ λόγους πολιτικούς. Καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ἠρώτησα προηγουμένως ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ἤκουσα τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἀντίθετον γνώμην ἡμῶν, ἤκουσα αὐτῶν νὰ λέγωσι «ναί». Καὶ ἐρωτῶ· θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ κατόπιν κληθησομένη ἁπλῆ ἢ διπλῆ; Ἐὰν εἶναι ἁπλῆ, ἡ κλῆσις αὐτῆς δὲν σημαίνει κατάργησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, κωλυομένης οὕτω διὰ τῆς διαλύσεως ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ αὐτὰς τὰς ἐν αὐτῷ διατάξεις; Τίς ἔχει τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνο, ὥστε νὰ τολμήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν;». Εὑρέθη τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς νὰ καταμετρηθῇ τὸ ἀνάστημα... «Ἐὰν δὲ θὰ εἶναι διπλῆ ἡ κληθησομένη Βουλή, ἐρωτῶ· διατί ἤθελε διαλυθῆ; Βεβαίως, διότι ἤθελε διαφωνήσει πρὸς τὸν Βασιλέα. Καὶ ἐὰν ἡ ἐρχομένη δευτέρα διπλῆ Βουλὴ διαφωνήσῃ ὡσαύτως πρὸς τὸν Βασιλέα, θὰ διαλυθῇ καὶ αὐτή; Θὰ ἔλθῃ τρίτη καὶ τετάρτη διπλῆ Βουλή; Τοιοῦτον ἀγῶνα ἐνδεχόμενον, κ. Πρωθυπουργέ, θέλετε νὰ δημιουργήσητε μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως;». Τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀδυσώπητα προβάλλονται σήμερον πρὸ τῆς γνώμης ἡμῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἠπειλήθη ὁ διασκορπισμὸς τοῦ Σώματος τούτου ἐν ἐφημερίδι, καὶ ἡ ἵδρυσις δικτατωρίας, καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἀσεβοῦς ἐκείνου ἄρθρου δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν.

§181Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χθές, κύριοι Βουλευταί, ἄλλη ἐφημερὶς ἔγραφε (ἀναγινώσκει): «Τοῦτο δέ, ὑποθέτομεν, ἐννοεῖ κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀναμφιβόλως δὲν θὰ φαντάζηται, ὅτι εἰς τὴν ἀσύντακτον αὐτὴν ἀγέλην εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πειθαρχία». Καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν τελεῖ ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν. Καὶ γράφει ἡ αὐτὴ ἐφημερίς, κύριοι Βουλευταί, χθὲς μόλις (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲ ἀνεμένομεν ἡμεῖς ἀλλοίαν τῆς Κυβερνήσεως τὴν στάσιν. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες προέβαλον χθὲς καὶ σήμερον διαμαρτυρόμενοι ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας πιέζεται ἡ Βουλή, ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀπευθύνωμεν τὸ ἐρώτημα; Ποῦ ἐγνώριζεν αὐτοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μὴ ἐξελέγησαν διὰ τὸ ἔχειν πολιτικὴν ὀντότητα; Μὴ ἐξελέγησαν διὰ τὸ ἔχειν ἰδίας γνώμας; Ἐὰν δὲν εἶναι χαμαιλέοντες, θέλουσι συνομολογήσει μεθ’ ἡμῶν, ὅτι συνωστίζοντο ἀπὸ πρωίας μέχρι βαθείας νυκτὸς εἰς τοὺς πρωθυπουργικοὺς θαλάμους, διὰ νὰ λάβωσι τὸ χρῖσμα τῆς ἀνορθώσεως, ὅτι δὲ ὑπὸ τὴν σημαίαν καὶ τὴν σκέπην τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐξελέγησαν ὅλοι, ὅσους ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπίστευσε πιστοτέρους πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν Φιλελευθέρων. Σήμερον προβάλλουσιν ἀνεξαρτησίαν γνώμης καὶ τολμῶσι νὰ ἔχωσι γνώμας! Ποῖοι; Ποῖοι;». Καὶ ὁ συντάκτης καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν τελεῖ ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν. (Διαμαρτυρίαι).

§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σᾶς μέλει δι’ αὐτό;

§184ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ μέλει, διότι οἱ συντάκται τοιούτων αὐθαδειῶν δὲν τελοῦσιν ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν.

§185Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἀπορῶ, πῶς, ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τῆς ἰδικῆς σας, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶμεν μὲ τὰ ἀνευθύνως ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφόμενα.

§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θέλετε; Νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις;

§187ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἤδη ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν γνώμην περὶ ἐμοῦ ἐξ ὅσων ἔσχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω, ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἄλλων καθηκόντων ἔχομεν καὶ τὸ μέγα ἐπίσης καθῆκον τῆς τηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐπὶ λέξει εἶπον τοῦτο πρὸ ἡμερῶν, ἐπὶ λέξει καὶ σήμερον τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις πολιτικὴ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καθιστάμενα νόμοι τοῦ Κράτους κανονίζουσι τὸν κοινωνικὸν βίον. Συζήτησις πολιτικὴ ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὴν πορείαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, τουτέστιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς Διοικήσεως. Ἀπαντῶν εἰς ταῦτα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί (ἀναγινώσκει): «Θέλω παρακολουθεῖ μετ’ ἐπιστασίας καὶ μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις καὶ τὸν ἔλεγχον ἐξ οἱασδήποτε μερίδος προερχόμενον, τὸν ἔλεγχον τὸν τείνοντα εἰς βελτίωσιν τῶν νομοθετικῶν μέτρων, ἐν ᾗ πρωτίστως καὶ τὸ κυβερνητικὸν συμφέρον. Εἰς τὸ σημεῖον ὅμως τοῦτο νομίζω ὅτι περατοῦται τὸ ἔργον τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀκαδημαϊκῶν διαφωνιῶν. Πέρα τούτου αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι διαφωνίαι ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῶν ὑποβαλλομένων γνωμῶν καὶ τροπολογιῶν παύουσιν οὖσαι ἐπιστημονικαὶ καὶ προσλαμβάνουσιν ἀναγκαίως σημασίαν πολιτικήν, μὲ συνεπείας πολιτικάς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ἑκάστοτε γνωμῶν καὶ τροπολογιῶν θὰ ἐπιφυλάξω τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ τίνας θεωρῶ ὑπηρετικὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τίνας δὲ ἀντιπιπτούσας πρὸς αὐτόν». Καὶ καταλήγων ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, ἐπιβάλλει τὴν ἰδικήν της καὶ ἐκφέρει τὴν τελικὴν καὶ ὁριστικὴν κρίσιν. Ἡ διαφωνία ὅμως αὕτη εἶναι πολιτικὴ καὶ ἐπάγεται ἀναγκαίως πολιτικὰς συνεπείας». Ἡ συζήτησις εἶναι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιστημονική. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος εἶναι πολιτική. Ἐπιτρέπω νὰ λέγητε, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω νὰ ψηφίζητε. Παράδοξος θεωρία, κύριοι Βουλευταί, παράδοξος θεωρία, ἡ ἀποχωρίζουσα τὴν γνώμην τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τῆς ψήφου αὐτοῦ, καὶ παραδοξοτέρα, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκείνην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔλεγεν ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας: «δὲν θὰ δεχθῶ ποτε σύστασιν εἰς τὸ τί θὰ πράξω, οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις περὶ τοῦ τί θὰ πράξω, διότι, ἂν πράξω τοῦτο, ἔλεγεν, ἀποτελεῖ τοῦτο ὄχι μόνον ἐπέμβασιν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ μείωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, διότι στερεῖ τὸν Ὑπουργὸν τὴν εὐθύνην». Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν σύστασις τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ πῶς ἐπιτρέπεται σύστασις Ὑπουργῶν πρὸς τὴν Βουλήν; Ὅταν συνιστᾷ ἡ Βουλή, διοικεῖ ἐκείνη, ἀλλά, ὅταν συνιστᾷ ὁ Ὑπουργός, δὲν νομοθετεῖ ἐκεῖνος; Ἤθελον ἐρωτήσει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τί ἔπταισεν ἡ Συνέλευσις αὕτη, ὥστε τοιαῦτα νὰ δέχηται πλήγματα ἀλλεπάλληλα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Κατηναλώθη, λέγουσι, πολὺς χρόνος ἐπὶ ματαίῳ· ποῖος χρόνος, κύριοι συνάδελφοι; Ποῖος χρόνος κατηναλώθη κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν; Τίς ἦτο ὁ ὑπαίτιος; Ἡ Κυβέρνησις προεκάλει συζητήσεις μακρὰς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐπενέβαινε κατὰ τρόπον παράδοξον καὶ πρωτοφανῆ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἐπερατώθη τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, ποία δὲ ἦτο ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Σώματος; Τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διερμηνέων Λαρίσης–Τρικάλων. Τὸ νομοσχέδιον περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς, νομοσχέδιον συντεταγμένον, ὡς ὡμολογήθη, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὑποβληθὲν αὐτολεξεὶ κατὰ τὸ 1906, ὡς ἀπεδείχθη ἤδη, ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν, συντεταγμένον πρὸ δεκαετηρίδων. Ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ δέκα ὀκτὼ ὅλων ἐτῶν, ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, ἐπεξειργάσθησαν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.

§188Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Στεφάνου τὸ ὑπέβαλε κατὰ τὸ 1892.

§189ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι τὰ διοικητικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός; Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω ψόγον διότι ἐκάη ἀφθονώτατος λιβανωτὸς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου· εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι ἴσως ἦτο καθῆκον νὰ ἐκδηλωθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν φίλων αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τονώσῃ τὰς δυνάμεις αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ κνῖσα, φθάνουσα εἰς τοὺς ῥώθωνας τῶν Ὀλυμπίων τούτων θεῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ πληροῖ τούτους μόνον εὐφροσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιασμοῦ διὰ τὴν ὁλόψυχον ἐμπιστοσύνην, τῆς ὁποίας τυγχάνουσιν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὑπερφιάλων ἀξιώσεων, νὰ ὑποδουλῶσιν αὐτόχρημα τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς καθήκοντα μεγάλα καὶ δὲν ἔδιδε πρὸς αὐτοὺς δικαίωμα, διότι δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ ἔχῃ δικαιώματα ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἐσταμάτησέ που ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως; Ἔδειξα ἤδη, κύριοι Βουλευταί, καὶ δίδω πρὸς ὑμᾶς δήλωσιν, δίδω ἐγγύησιν περὶ τῆς πολιτικῆς ὑπολήψεως, περὶ τῆς πολιτικῆς μου ἠθικῆς, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶμαι ὁ αὐτός. Δὲν θὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συμπολιτεύομαι μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Θέλετε μὲ παρακολουθήσει καὶ θέλετε ἴδει πόσα ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιδοκιμάσω, ὡς τὸ ἔπραξα καὶ ἤδη. Ἀλλὰ θὰ εἶμαι πάντοτε ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω καὶ θὰ πιστεύω μέχρι τελευταίας πνοῆς τῆς ζωῆς μου, ὅτι ἡ φίμωσις τοῦ στόματος τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ νέκρωσις ὅλης τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Δὲν ὑπῆρξα ἐγὼ ἐκεῖνος, ποτέ, ὅστις συνεφώνησα μὲ τὴν δρᾶσιν τὴν μέχρι τοῦδε τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι μόνος, θαρρυνόμενος μόνον ὑπὸ τοῦ καθήκοντός μου, ἐμπνεόμενος μόνον ὑπὸ τοῦ πόνου διὰ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα ἀντεμετώπισα πάντας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον κατὰ πρῶτον λόγον ὑπαιτίους διὰ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπῆρξεν ἡ μεγίστη εὐθύνη, ἡ μεγίστη αἰτία τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν, μόνον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ σωτηρία. Ἡ μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ἡ καταδίκη ἡ ἐθνική, ἡ ὁριστική. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σήμερον Κυβέρνησιν προέβησαν πέρα παντὸς ὁρίου, ἐπιτρεπομένου εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος. Δημιουργοῦντες ἑαυτοὺς εἰς δισυπόστατα ὄντα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπολαμβάνοντες ἑαυτοὺς Ὑπουργούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ Βουλευτάς, προσεκόμισαν σχέδιον συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Δὲν ὑπάρχει ταύτης μεγαλειτέρα συνταγματικὴ παράβασις, δὲν ὑπάρχει τούτου μεγαλείτερον πλῆγμα τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, δὲν ὑπάρχει ταύτης μεγαλειτέρα μείωσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἡ ὑπεύθυνος ἔκφανσις τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς· οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι Ὑπουργοὶ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο. Ἐξαίρεσις εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ψηφοφοροῦσιν. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι μόνον Ὑπουργοί, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπαναλέγω, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῶσι. Προσκομίζοντες ἐνταῦθα προσχέδιον συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων τὸ προσεκόμισαν ἢ χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσι τὸν Βασιλέα ἢ συμφωνήσαντες μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ προσεκόμισαν χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσι τὸν Βασιλέα καὶ παρουσιασθῇ αὔριον, μεταρρυθμιζομένου τοῦ Συντάγματος πέρα τῶν τεταγμένων ὁρίων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μεταρρυθμιζομένου τοῦ Συντάγματος χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καὶ διαφωνήσῃ ὁ Βασιλεύς, ποία θὰ εἶναι ἡ εὐθύνη αὐτῶν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ προσχέδιον κατὰ τὰς ἐπιταγὰς μάλιστα, καθ’ ἃς θέλουσι νὰ κανονίζωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος; Ἐὰν προσεκόμισαν τὸ προσχέδιον, συμφωνήσαντες μετὰ τοῦ Βασιλέως, ποῖος ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμίξωσι τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος; Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος ἀποφασίζεται μετὰ πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ μετὰ νόμον. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἥτις μετὰ τὴν πρᾶξιν ἀποφασίζει τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπέρχεται οὐχὶ δικαιώματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καθ’ ὑποχρέωσιν αὐτοῦ.

§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις ἐσφάλησαν.

§191ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως· καὶ μὴ πλανᾶσθε, διότι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος καθὼς καὶ ἡ σύνταξις αὐτοῦ εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τοῦ ἔθνους. Δὲν συμπράττει ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν κατάρτισιν οὐδὲ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, οὐδ’ ἔχουσιν ἀνάγκην κύρους τοῦ Βασιλέως αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προκληθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ. Δὲν ὑπῆρξε, Κύριοι, οὐδεμία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται προσπάθεια ἐλαχίστη πρὸς κυβερνητικὴν μεταβολήν, ἀλλ’ εἶπον, καὶ λέγω τοῦτο· ἐμπιστεύεσθε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς, εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτέ ποτε τὰ δικαιώματα ὑμῶν, διότι τὰ δικαιώματα ὑμῶν δὲν εἶναι δικαιώματα ἀποκλειστικῶς ὑμῶν, εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνεπιστεύθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἀλλὰ μήπως μέχρι τοιούτου περιωρίσθησαν; Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, ὅτι συνταγματικὴ μεταρρύθμισις, ἐλέχθη, ὡρίμασεν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Ἰδέαι καὶ ἔννοιαι, Κύριοι, ἀτελῶς μελετηθεῖσαι καὶ ἀτελέστερον ἐννοηθεῖσαι. Διότι βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει, ὅστις νὰ νομίζῃ, ὅτι πρόκειται περὶ νεωτέρων τινῶν ἰδεῶν. Ὁ Σόλων, πολλοὺς αἰῶνας πρὸ Χριστοῦ, ἐρωτώμενος· ποίους ἔδωκας θεσμοὺς πρὸς τοὺς Ἀθηναίους; Ἔδωκα ἐκείνους, εἶπε, τοὺς ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶσιν. Ὁ Δημοσθένης ἐπαναλαμβάνει αὐτολεξεὶ τὸ δόγμα τοῦτο. Εἶναι γνωστοτάτη, Κύριοι, ἡ θεωρία αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν προηγοῦνται αἱ κοινωνικαὶ μεταβολαὶ καὶ ἕπονται οἱ θεσμοί, οἵτινες ῥυθμίζουσι καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀναγνωρίζουσι τὰς κοινωνικὰς ἐκείνας μεταβολάς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ ἐντεταλμένοι, οἵτινες ἐξακριβοῦσι τὰς κοινωνικὰς μεταβολὰς καὶ οἵτινες θέτουσι τοὺς θεσμούς. Ὁ ἐντεταλμένος νὰ διαγνώσῃ, ἂν ὑπάρχει κοινωνικὴ μεταβολή, ὁ ἐντεταλμένος νὰ ῥυθμίσῃ οὕτως ἢ οὕτω τὴν ἐπελθοῦσαν κοινωνικὴν μεταβολήν, δὲν ἦτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἦτο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία κατόπιν εὐρείας συζητήσεως, κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης τοῦ ζητήματος. Οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς διατάξεις συνταγματικὰς νὰ κλονίζωμεν τὸ κῦρος αὐτῶν, νὰ συντρίβωμεν τὴν δύναμιν αὐτῶν, ὅταν κατὰ νόμους ἐνδεχομένους εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν ἡμῶν, καὶ θέλωμεν ἀφήσει θεσμοὺς ἄνευ κύρους, θεσμοὺς συντετριμμένους. Ταῦτα ἀπὸ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς. Ἀπὸ δὲ πολιτικῆς ἀπόψεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κανένα νὰ προκαταλαμβάνῃ τὴν γνώμην τῶν ἐθνικῶν ἀντιπροσώπων, προκειμένου περὶ διατάξεων συνταγματικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπεύθυνος, ἐπαναλαμβάνω, ἔκφανσις τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς δὲν ἔχει θέσιν, δὲν ἔχει γνώμην, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ψῆφον. Καί, ἀφοῦ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἐπὶ τέλους ποῦ καταλήγουν; Παρορῶντες αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, παρορῶντες τοὺς νόμους τοὺς φυσικούς, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν νὰ ὁρίζῃ τις ἐκ τῶν προτέρων τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἔρχονται καὶ λέγουν· ἐγὼ ἐπιτάσσω, σεῖς ὑπακούετε. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω οὔτε ἐπιβεβλημένον, οὔτε νομοθετημένον, οὔτε ἐφηρμοσμένον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξε διὰ παμψηφίας σχεδὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ λέγω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην: ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἴσως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης διατηρεῖ πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, ἀναλάβετε ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἀνορθώσεως, κανονίσατε ὡς θέλετε τὴν ἀνόρθωσιν, εἴπατε πρὸς ἡμᾶς νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἀλλά, ὅτε εἴμεθα ἐνταῦθα, ἔχομεν γνώμην καὶ ψηφίζομεν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ ὄχι κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας.

§192Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπίεσεν ἡ Κυβέρνησις.

§193ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν δὲν πράττητε τοῦτο καὶ λέγητε ὅτι ἀποτελοῦμεν Βουλὴν Ἀναθεωρητικήν, συγκληθεῖσαν κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὑποστηρίζητε ὅτι τὸ Σύνταγμα ὑφίσταται, ὅταν λέγητε ὅτι ὑπάρχει τὸ πολίτευμα στερεὸν καὶ ἀκλόνητον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κυβερνᾶτε τὸν τόπον παρὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, αἱ δὲ διατάξεις τοῦ πολιτεύματος λέγουσιν, ὅτι τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν εἶναι ἔργον ἀποκλειστικῶς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, εἶναι ἔργον τῆς ἀπολύτου αὐτῆς θελήσεως, αἱ δὲ διατάξεις τοῦ πολιτεύματος λέγουσιν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν περιορίζεται κατὰ χρόνον. Ὁ περιορισμὸς κατὰ χρόνον τοῦ ἔργου τούτου ἀποτελεῖ στρέβλωσιν τοῦ ἔργου. Λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πάντα ταῦτα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀπετολμήθησαν καὶ ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκυκλοφόρησαν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι φαίνεται, ὅτι κάπου ἐψιθυρίσθη, ὅτι τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον καταλύει καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου τούτου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ πολίτευμα ὅμοιον πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον οἱ αἰῶνες τῆς ἀνθρωπότητος, χειρότερον ἀπὸ τὸ πολίτευμα τῶν Δέκα τῆς Βενετίας, χειρότερον ἀπὸ τὸ πολίτευμα τοῦ Χαμίτ, χειρότερον ἀπὸ τὸ Ῥωσσικὸν ἀπολυταρχικὸν πολίτευμα, ἐπληροφορήθησαν, λέγω, ὅτι τὸ προσχέδιον ἐκεῖνο βεβαίως θέλει καταρρακωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.

§194ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὅτε, κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὁμιλοῦντος περὶ τοῦ Τύπου καὶ ἐξενεγκόντος γνώμας, κατ’ ἐμέ, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, παραδόξους καὶ ἐντελῶς ξένας πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἐνόμισα ὅτι ἐκ παραισθήσεως ὁ κ. συνάδελφος ὑπέλαβεν ἑαυτὸν εὑρισκόμενον εἰς δημοσιογραφικὸν γραφεῖον καὶ ὑπαγορεύοντα ἄρθρα ἐφημερίδος. Διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω πῶς Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εὐθύνας δι’ ἄρθρα μιᾶς ἢ πλειοτέρων ἐφημερίδων. Οὐδὲ δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν θεωρίαν τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι δικαιοῦται Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀρθρογραφίαν τοῦ Τύπου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολιτευτής, ὁ ὁποῖος καυχᾶται ὅτι εἶναι εἰς ἄκρον φιλελεύθερος, ἤθελε φωραθῆ ἀναιρῶν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν ἐξουσιῶν συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ Κράτους.

§195ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ἰδικήν σας ἐφημερίδα ὑπηνίσσετο;

§196ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὑπηνίχθη τὴν ἐμὴν ἐφημερίδα, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν αὐτήν, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπεπειράθη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀρθρογραφίαν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ νὰ ζητῆται λόγος ἀπὸ τὸν Τύπον διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ὑπεύθυνός τις διὰ τὸ ἄρθρον, ὃ ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀναλάβω ἐγὼ αὐτὸς πλήρη τὴν εὐθύνην. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, προηγούμεναι Βουλαὶ ἐν ὥραις μεταμεσονυκτίοις κατέτριβον τὸν χρόνον τοῦ ἔργου αὑτῶν εἰς ἐπερωτήσεις περὶ ἀσημάντων ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ τότε ὁ Τύπος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Βουλήν. Καὶ τότε ἠκούσθησαν ἐντεῦθεν ἀραὶ κατὰ τοῦ Τύπου, ὅτι καθυβρίζει δῆθεν τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὰ κατόπιν γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀπωλείας πολυτίμου χρόνου, ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου.

§197ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἔφερε τὴν κατάστασιν.

§198ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μὴ νομίσητε ὅτι εἰς τὴν Ἐπανάστασιν δὲν συνετέλεσεν ἡ βαθμιαία ἔκπτωσις τοῦ Κοινοβουλίου ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, καὶ ὁ Τύπος θὰ παρέλειπε στοιχειῶδες καθῆκον, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγνώριζε καὶ πρὸς τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἂν λοιπὸν ἐγράφη ἄρθρον περὶ φόβων καὶ κινδύνων τοῦ πολιτεύματος, τοῦτο ἐγράφη ἐκ προνοίας καὶ ἀγάπης πρὸς τὸ πολίτευμα, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ μικρολογία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καταβιβάζει τὸ Κοινοβούλιον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ.

§199Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος;

§201Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος.

§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς καθύβρισεν ἡ ἐν λόγῳ ἐφημερίς, διότι ἡμεῖς δὲν κωλυσιεργοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα οἱ ἀληθεῖς ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὐτός...

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας, διότι ὑβρίσατε συνάδελφόν σας.

§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγει τὰ ἑξῆς· ὅτι ὅσοι λαμβάνουν τὸν λόγον εἶναι ἀνόητοι.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, διότι ὑβρίζετε συνάδελφόν σας.

§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς ὑβρίζει διὰ τοῦ κυρίου ἄρθρου, κύριε Πρόεδρε· μᾶς λέγει ὅτι εἴμεθα ἀνόητοι.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸν προσεβάλετε, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν τάξιν ἀνακαλοῦντες τὴν φράσιν σας.

§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακαλῶ τὴν φράσιν μου μόνον ὅσον ἀφορᾷ πρὸς τὸν παρόντα Βουλευτήν.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε, κύριε Σῖμε, ἐξακολουθήσατε.

§210ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἀποτελεῖ ἡ κατάχρησις αὐτοῦ. Ἐνομίσθη ὅτι ὁμὰς ὀλιγάριθμος δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς εἰς τοὺς περισσοτέρους.

§211Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξοικονόμησις χρόνου; Εἶναι 2 ἡ ὥρα.

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριε Φλαμῆ. Ἀρκετὰ ἀπησχολήσατε σήμερον τὴν Βουλήν· μὴ γεννᾶτε ἄλλα ἐπεισόδια.

§213ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκλήθη, προεκλήθη ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως δείξωμεν φειδὼ εἰς τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἠκούσθη ὁ προλαλήσας λέγων ὅτι ἐτέθη ἡμῖν ἀπεριόριστον τὸ χρονικὸν ὅριον ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ εἰς ἀπροσδιόριστον χρόνον λύσωμεν πάντα τὰ ζητήματα, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε. Διερμηνεύων, Κύριοι, τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ ἑρμηνεύων τὴν προέλευσιν τῆς ἀποστολῆς μου ἐνταῦθα φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἐξαπέστειλεν ἐνταῦθα ἵνα τὸ ταχύτερον ἐξαγάγωμεν τὴν χώραν ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ Συνέλευσις. Τοιαύτην ἔχων γνώμην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δικαιοῦμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νομίζουν ὅτι δυνάμεθα ἐπ’ ἄπειρον νὰ παρατείνωμεν ἐνταῦθα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι παρεξηγήσεως, ὥστε, ζητοῦντες φειδὼ χρόνου, βραχυλογίαν καὶ τάξιν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, νὰ θεωρώμεθα ὅτι εἴμεθα ἐχθροὶ δῆθεν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἐνῷ ἀκριβῶς αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ καταδυναστεύοντες ἡμᾶς διὰ τῆς καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν ποιοῦνται ἐν τῇ χρήσει τοῦ λόγου.

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Δραγούμη ἔχει ὁ κ. Δεμερτζῆς, ὁ κ. Παπαποστόλου, ὁ κ. Ἀλεξάκης. Ἐλπίζω ὅτι παραχωροῦσιν εἰς τὸν κ. Δραγούμην νὰ προηγηθῇ.

§215ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος νὰ παρατηρήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι ἴσως αὐτὸς ἦτο ὁ ὀλιγώτερον ἐνδεδειγμένος νὰ ὑποβάλῃ ἃς ὑπέβαλεν ἐνταῦθα ἐπιτιμήσεις συναδελφικάς, διότι ἀκριβῶς αὐτὸς ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρξε παραίτιος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς μακροτέρας συζητήσεως, τῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας, καὶ διότι δυστυχῶς ἀνωμολόγησεν ἐνταῦθα ὅτι ἀναλαμβάνει πᾶσαν τὴν εὐθύνην δημοσιεύματος, ὅπερ βεβαίως ἐτάραξε τὴν δημοσίαν συνείδησιν· δημοσίευμα τοσοῦτον ἐλαφρόν, ὁποῖον ἐκεῖνο, ὅπερ ταύτας τὰς ἡμέρας ἐκυκλοφορήθη, ἀκουσθὲν κατὰ τρόπον ὥστε αἱ σπουδαιότεραι παρατηρήσεις νὰ μὴ πείθωσι τὸν κόσμον ὅτι πρόκειται περὶ ἀσημάντου πράγματος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γεννήσῃ ἐνταῦθα αἰσθήματα, ἅτινα παρέσυραν τὴν Βουλὴν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ εἶχε φθάσει. Καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι οἱ μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας ἐνταῦθα τὸν λόγον διεξαγαγόντες καὶ ἀληθῆ αἰσθήματα ἐλευθερίας δείξαντες, μετὰ πολλῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν παραδόσεων τῶν συνταγματικῶν, ἐνόμισαν πρόσφορον τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας αὑτῶν ταύτας, τὰς ἄλλως ἀξίας καὶ πολλῆς προσοχῆς καὶ πολλῆς εὐλαβείας, καθ’ ἣν ὥραν οὗτοι ὡμολόγησαν ὅτι τὰ πράγματα εὑρίσκονται εἰς κρισιμωτάτην θέσιν καὶ ἐν Ἑλλάδι καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν Ἑλλάδι λόγῳ τοῦ περιβάλλοντος αὐτήν.

§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.

§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤμην δυστυχῶς παρὼν ἐνταῦθα καὶ ὁμολογῶ τὸ πταῖσμά μου, διότι ὤφειλον νὰ εἶμαι ἐγκαίρως παρών, καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο τὸ ἐπεισόδιον τὸ προκαλέσαν τὰς διακοπὰς τῆς συνεδριάσεως καὶ οὗτινος τὰ ἀποτελέσματα ἐνταῦθα ταύτην τὴν ὥραν ἡ συζήτησις περιλαμβάνει, ὥστε νὰ ἔχω ἀκριβῆ ἀντίληψιν καὶ τῶν λεχθέντων καὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ταῦτα ἐλέχθησαν. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐλέχθη τι ἐξ ὅσων τουλάχιστον ἐρωτήσας ἔμαθον, ὅπερ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὡς προελθὸν ἐκ προθέσεως νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς Βουλῆς καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἔργου ἐκείνου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ κυριώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅτι τοιαύτη ἰδέα ἀπέρρευσεν ἀπὸ τοῦ νοῦ καὶ τῶν προθέσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐξόχως φιλελευθέρου, ὅστις οὐδὲν ἔδειξε μέχρι τοῦδε δεῖγμα τάσεως, ὅπως μὴ πολιτευθῇ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀληθοῦς φιλελευθερίας· ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι ἰδέα ὑποβληθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ λόγῳ τῆς στενοχωρίας τῆς εὐλόγου, ἣν εἰς πάντας ἡμᾶς γεννᾷ τὸ θέαμα τῆς ἀπεραντολογίας ἐπὶ μηδαμινῶν ἢ δευτερευούσης ἀξίας, ταύτην τὴν ὥραν, θεμάτων ἔφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ ποῦ βαίνει τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ποῦ βαίνει αὐτὴ ἡ Βουλή, ἐκτιθεμένη εἰς τὴν ἐπίκρισιν ὅλων ἐκείνων, οἵτινες αὔριον τὴν πρωίαν θέλουσι μάθει πάντα τὰ νῦν ἐνταῦθα συμβαίνοντα — καὶ οὗτος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός —, ὅτι ἐκ τοιούτων λόγων στενοχωρηθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τρόπον διεξόδου πρὸς ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἴσως θὰ ἦτο ἐπίκαιρον, ἂν ἐκείνην τὴν ὥραν ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ εὐμένεια αὐτῆς, ὅπως ἐπιτευχθῇ, ὥστε τὰ θέματα, ἅτινα παρενοχλοῦσι τὸ κύριον ἔργον αὐτῆς ἀνὰ δύο ἡμέρας, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς ἑβδομάδος, ὅτε ἀποκλειστικῶς νὰ ἐπιδιδώμεθα ἐν ἀνέσει εἰς τὴν ἐξέτασιν πάντων τούτων τῶν θεμάτων, καὶ τῶν ἀξίων τῆς μακρᾶς συζητήσεως καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀναξίων — διότι ὁ λόγος πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθερος· — καὶ λυποῦμαι, διότι αὕτη ἡ ὑπόδειξις, ἣν πρὸ ὀλίγου ἤκουσα, δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ἀπ’ αὐτῆς τὸ κέρδος δύο ἡμερῶν. Ἴσως θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ μήπως δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐπισπευσθῶσι τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ λεχθῇ ὅτι θὰ ταχθῇ εἰς αὐτὴν προθεσμία εἰς προσκόμισιν εἴτε τμηματικὴν εἴτε ἀκεραίαν τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ταῦτα δὲν ἐλέχθησαν οὕτω, τοῦτο δὲν σημαίνει — εἰμὶ βέβαιος, καίτοι δὲν ἤμην παρὼν — ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠξίωσε νὰ προσκομίσῃ ταύτην, ὅπως περατωθῇ τὸ ἔργον ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ προσοχῆς εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας, ἣν αὐτὸς ἐζήτησεν ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν Βουλήν, διευκολύνουσα τὸ ἔργον, ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ προεπεξεργασία τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἴσως δύσκολον νὰ εἶναι τελείως περατωμένον κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Φεβρουαρίου. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν νὰ φαντασθῶ ὅτι τοιοῦτον ἔργον, εἰς τοσούτους ἄνδρας ἐμπιστευθέν, περιεμένετο νὰ προκαλέσῃ κατανάλωσιν ὀλιγωτέρου χρόνου, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι μικρὸς καὶ τὰ θέματα, οὐ μόνον τὰ ἐκ τοῦ σχεδίου ὑποβεβλημένα εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ὡς ἐκ τῶν παρακολουθημάτων, τῶν ἐκ τῆς ὑποβολῆς ταύτης γεννωμένων, τῶν εὐλόγων, ἀναφυόμενα, ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητος τῆς τε Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωσιν ὀλιγωτέραν τῆς καταβαλλομένης ἐπιμέλειαν. Ἡ ἐπιτροπή, πρὶν ἢ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μάθω ὅτι ἐξελέγην διευθυντὴς τῶν ἔργων αὐτῆς, ἅμα ἐκτελέσασα τὰς ἀρχαιρεσίας αὐθημερόν, ἐμοῦ μὴ δυνηθέντος νὰ μετάσχω αὐτῆς τότε, εἶχε διαιρεθῆ, καθ’ ἣν ἐγένετο κρίσιν, εἰς τρία τμήματα, ἕκαστον δὲ τμῆμα παρέλαβε τὸ εἰς αὐτὸ λαχὸν μέρος, ὅπως προπαρασκευάσῃ τὴν ἐργασίαν καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν, εὐθὺς ὡς ἡ ὁλομέλεια, καὶ τῶν ἄλλων τμημάτων περατωσάντων τὴν ἐργασίαν, ἤθελεν εὑρεθῆ ἕτοιμος πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ συνόλου. Ἡ ἐργασία οὕτω κατατμηθεῖσα παρεῖχεν ἐγγύησιν ταχυτέρας διεξαγωγῆς, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὡς ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ἣν εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ ἔχω σαφῆ, τοῦ εἴδους τῆς τμηματικῆς ἐργασίας καὶ τῆς μετὰ τῶν συναδέλφων ἐν τῷ δευτέρῳ τμήματι συσκέψεως κατὰ δύο μακρὰς συνεδριάσεις, ὅτι ὡς γίνεται ἡ ἐργασία παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα τῆς οὐχὶ βραδείας μελέτης καὶ ἐν ταὐτῷ πάντα τὰ ἐχέγγυα τῆς εὐκολωτέρας ἔπειτα συνεννοήσεως μετὰ τῶν δύο ἄλλων τμημάτων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἔργον, ὁποῖον ἔχει συνείδησιν ἡ Βουλὴ ὅτι ἀνετέθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι πρέπει ὑπ’ αὐτῆς ἀμελετήτως νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ τμήματι—δὲν γνωρίζω τί συνέβη εἰς τὰ ἄλλα τμήματα—, οὗ μετέχω, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἐδάφους καὶ προσυζήτησίν τινα, οὕτως εἰπεῖν, ἑνὸς ἑκάστου τῶν κυριωτέρων θεμάτων τῶν εἴτε ἐκ τοῦ σχεδίου τῶν ἑπτὰ Βουλευτῶν εἴτε ἐκ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου 1910 εἴτε καὶ ἐκ προτάσεων ἰδιαιτέρων ἐξεταζομένων, ἐκρίθη ἀναγκαῖον μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν νὰ γένηται παροχὴ εἰς τὰ μέλη τοῦ τμήματος ἡμερῶν τινων, ὅπως μετὰ πλήρη προμελέτην τὴν προσεχῆ Τετάρτην δυνηθῶμεν νὰ συνέλθωμεν καὶ ἐξετάσωμεν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν τὸ ὁριστικὸν σχέδιον τῶν ἄρθρων, τὸ εἰς ἡμᾶς ἐμπεπιστευμένον, τὸ ὑποβλητέον εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀνάλογόν τι, ὡς ὑποθέτω, θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὰ ἄλλα τμήματα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι παράδοξος ἤθελεν εἶναι ἡ ἔξωθεν ἀξίωσις ἐκείνων, οἵτινες ἐν τῷ τμήματι, οὗτινος μετέχω, ἤθελον ἀπαιτήσει, ὥστε πάντες οἱ μετέχοντες αὐτοῦ νὰ εἶναι εὐθὺς ἀμέσως ἕτοιμοι, ὥστε νὰ προβῶσιν εἰς τὰς περαιτέρω συζητήσεις. Ἐὰν μακροτέρα τῆς τοιαύτης κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀναγκαίας χρόνου κατανάλωσις εἶναι τοσοῦτον στενόχωρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ κατασταθῇ ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπισπεύσωμεν περισσότερον τὴν ἐργασίαν· ἀλλὰ μέγα κέρδος χρόνου διὰ σπουδαίαν ἐργασίαν δὲν θὰ εἶναι ἴσως εὔκολον ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιτύχωμεν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἡμεῖς τὴν ἐργασίαν στενοχωρήσωμεν, ἐκ τούτου θὰ προέλθῃ κέρδος. Φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν τὸ ἔργον δὲν τελεσθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐν τῷ προσήκοντι χρόνῳ, θὰ ἀπολεσθῇ πλείων χρόνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σκοπουμένων τῶν ζητημάτων, ἅτινα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς αὐτήν· καὶ τὰ ζητήματα θέλουσιν εἰσαχθῆ οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν προτάσεων καὶ τῶν μελετῶν τῶν προϋπαρχουσῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας ἑνὸς ἑκάστου, ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὗτινος βεβαίως ἡ προαίρεσις δὲν ἦτο νὰ περιορίσῃ κατ’ οὐδὲν τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ χρόνος, ὃν ὑπελογίσαμεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος εἰς αὐτὴν καὶ ὅτι θέλει ἐπιτρέψει, ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς ἄνευ περιορισμοῦ. Βεβαίως εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τυχὸν ἡ προθεσμία κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς θεωρηθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐντὸς τοσούτου χρόνου νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς, οἱ κίνδυνοι οἱ ἐκ τούτου εἶναι φανεροί· θέλει προσκομισθῆ ἐνταῦθα ἔργον ἀτελές, ἢ καὶ ἴσως δὲν θέλει ἐπὶ τέλους ὑπάρξει ἱκανὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προσαγάγῃ τὸ ἔργον. Ἡ θέσις τῶν πραγμάτων τῆς Βουλῆς ταύτης, Κύριοι, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει βεβαίως πάντες νὰ συνεργασθῶμεν, ὅπως διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἔργον τὸ ἀναληφθὲν κατ’ ἐπιταγὴν συνταγματικὴν κατόπιν δύο ἐκλογῶν Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν, τὸ ἔργον δὲν εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Καὶ ὁ καταρτισμὸς τῆς Βουλῆς ταύτης δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δείξῃ τις, ὅτι ἀπογινώσκει περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ἐν τῷ ἔργῳ. Ἀλλ’ ὅμως ἀπαιτεῖται εἷς ἕκαστος ἡμῶν πᾶν ἄλλο αἴσθημα νὰ παραμερίσῃ, ὅπως προσέξῃ ἀκριβῶς εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τούτου. Ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, καί, ἂν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων δὲν ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ νομοθετικά τινα ἔργα, βεβαίως ὤφειλε νὰ δεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶχεν ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ πράξῃ ἢ μόνον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὑτῆς ἔργον. Ἡ ἀνάγκη ὅμως τῶν πραγμάτων φέρει τὴν Κυβέρνησιν δεδικαιολογημένως εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρέπει ἐνταῦθα νὰ ὑποβληθῶσι νομοθετικά τινα ἔργα, ἅτινα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν πραγμάτων κατὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἰδέας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Βουλῆς ταύτης, τῆς Ἀναθεωρητικῆς, τὸ ἀνωμάλως ὑπ’ αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην ἀσκούμενον, πρέπει, λέγω, κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμήν, νὰ περιορισθῇ ὡς οἷόν τε αὐστηρότερον εἰς τὰ ἀπαραίτητα· νὰ μὴ ἐπιζητήσωμεν ἐνταῦθα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ ἀναπτύξωμεν ἐμπραγμάτως ἐκεῖνο, ὅπερ λίαν εὐλόγως, λίαν δικαίως πᾶς κυβερνήτης ἐπιθυμεῖ ταχέως νὰ ἴδῃ ἀναπτυσσόμενον, νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος, οὗτινος τὰς γενικὰς γραμμὰς διέγραψε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων· ἀλλ’ ἀναβάλλοντες τὰ ἄλλα εἰς τὸν προσήκοντα χρόνον καὶ ἀναμένοντες τὴν Βουλὴν τὴν νομοθετικήν, ἥτις θέλει διαδεχθῆ ταύτην τὴν Ἀναθεωρητικήν, ὁπότε θὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, νὰ περιορισθῶμεν σήμερον εἰς ὅσα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, κατὰ τὴν πάροδον τῶν μηνῶν, καθ’ οὓς ἡ Βουλὴ αὕτη θέλει ἐργασθῇ. Ἄλλο σύστημα θέλει διασκορπίσει τὰ πνεύματα ἡμῶν καὶ θέλομεν φθάσει, τοιούτου τινὸς τηρουμένου, νὰ λησμονήσωμεν τὸ κύριον τυρβαζόμενοι περὶ τὰ ἄλλα τὰ πολλὰ καὶ οὐχὶ μικρά. Ἐὰν τοιοῦτό τι πραχθῇ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πάθῃ τὸ κύριον ἔργον, ἴσως δὲ καὶ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς Βουλῆς ταύτης μὴ ἔχοντες τελείως ἐκπεπληρωμένην τὴν κυρίαν ἡμῶν ὑποχρέωσιν. Ἐκ τούτου δέ, πλὴν τῶν ἄλλων κινδύνων, ἴσως θὰ ἐγεννᾶτο καὶ τεκμήριον, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ δευτέρα μετὰ τὴν πρώτην, δὲν ἦλθον πρόθυμοι νὰ ψηφίσωσι τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐπειδὴ δύσκολον μοὶ εἶναι νὰ φαντασθῶ, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ τι τὸ τυχὸν ἀποβλέπον εἰς σύγκλησιν καὶ τρίτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νὰ φαντασθῶ τοῦτο ἐγώ, ὅστις δὲν ἐφανταζόμην δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς σύγκλησιν δευτέρας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ προσέξωσιν εἰς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο, ὅτι πρέπει ὁλοψύχως νὰ ἀφοσιωθῶμεν, ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει ἐνταῦθα σχεδὸν παμψηφίαν, καθοδηγούμενοι, λέγω, ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἔργον, ὅπως καὶ φωτιζόμενοι ὑπὸ τῶν συζητήσεων φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ κυρίου ἡμῶν ἔργου. Εἰς τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προεξεργασία ἡ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ θέλει συντελέσει πρὸς διευκόλυνσιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δείξας ἤδη τὴν εὔλογον αὐτοῦ ἐπιθυμίαν νὰ μὴ βραδύνῃ τὸ ἔργον, παράσχῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν εὐκολίαν νὰ περατώσῃ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένον καθῆκον, οὗτινος ἡ ἐκτέλεσις, καὶ πάλιν, ἐπαναλέγω, δύσκολον εἶναι νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ δύο ἔτι ἑβδομάδας, τὴν προσεχῆ καὶ τὴν μετέπειτα. Τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα τὰ εἰσαχθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν δύο συναδέλφων, τῶν ἐκ Ψαρῶν καὶ Λακεδαίμονος, πέποιθα ὅτι ἔχουσιν αὐτοὶ οὗτοι τὴν διάθεσιν νὰ παραμερίσωσι καὶ ἀναβάλωσιν, ἔχουσιν αὐτοὶ οὗτοι τὴν διάθεσιν νὰ μὴ διατηρήσωσιν ἐν τῇ μνήμῃ αὐτῶν τοὐλάχιστον διὰ τὴν διάρκειαν τῆς Περιόδου ταύτης τῆς Βουλευτικῆς. Ὑπάρχει καιρὸς ταῦτα νὰ συζητήσωμεν ἀλλαχοῦ, ὑπάρχει καιρὸς ταῦτα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐν τῇ κανονικῇ Βουλῇ. Τότε ἴσως εἴς τινα ἐκ τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων θὰ εὑρισκόμην καὶ ἐγὼ σύμμαχος, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν συζήτησιν ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι διαφωνῶ. Ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής, οὗτινος ἐθαύμασα τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκδήλωσιν προσηλώσεως εἰς τὰ δόγματα φιλελευθέρας συνταγματικότητος, ἀναφερόμενος εἰς τὸ παρελθὸν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τῆς κλήσεως ἀναθεωρητικοῦ συνεδρίου πρὸς λύσιν τῆς δυσχερείας τῆς γεννηθείσης κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1909 ἔτους. Ἐφοβεῖτο δικαίως, ὅπως πρέπει νὰ φοβῆταί τις πᾶν τὸ μὴ σύνηθες, πᾶν τὸ ἔκτακτον, πᾶν τὸ ὁπωσδήποτε ἀνώμαλον. Τοῦτο φοβούμενος τότε, τοῦτο καὶ σήμερον ὑπομιμνήσκων οὐχὶ ἄνευ νέας ἐκδηλώσεως φόβου, πρέπει νὰ προσέξῃ, ὥστε αὐτὸς πρῶτος νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι πᾶς φιλόπατρις ἀνὴρ ὀφείλει νὰ πράξῃ μὴ ἐξεγειρόμενος ἁπλῶς διότι φαντάζεται πράγματα, ἅτινα θὰ ἠδύνατο ἴσως περισσότερον ἐπιμένων εἰς σκέψιν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ. Ἡ σύγκλησις συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἰδέα ἐξηνέχθη ἐφαίνετο ἀναπόφευκτος, διότι μεταξὺ στρατοῦ ἐξεγερθέντος καὶ περικυκλωθέντος μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ καθεστῶτος μὴ καθαιρεθέντος, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν ἐξεγερθέντων, ὁ ἐρευνῶν ὅπως εὕρῃ τὸν ἀνώτατον ἐν τῇ διατάξει κριτὴν δὲν πιστεύω ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ αὐτὸν ἀλλαχοῦ ἢ ἐν ἀναθεωρητικῷ συνεδρίῳ. Καὶ παρακαλῶ πάντα, ὅστις εὗρεν ἄλλην λύσιν, νὰ προσκομίσῃ αὐτὴν ἐνταῦθα. Ὁ λαὸς ὁ ὁπλοφόρος μετὰ τοῦ λαοῦ τοῦ ἄλλου περὶ αὐτόν, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἐνώπιον τίνος ἤθελε κλίνει τὴν κεφαλὴν; Αἱ ἀρχαί, αἱ ἐξουσίαι, ἃς διετήρησε, ποῖον κῦρος εἶχον δι’ αὐτόν; αὐτὰς ἃς ἐνέκρωσε μὴ καταλύσας αὐτάς; αὐταὶ ἃς ἔθεσεν εἰς ληθαργίαν, αὐτὰς διατηρήσας μόνον, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ βουλευμάτων; Καὶ ἦτο δυνατὸν καὶ ἔκ τινος λόγου νὰ κύψῃ ἐνώπιον αὐτῶν; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον. Ἔπειτα ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἀδίκως κατηγορεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι παρεμβὰς ἔπραξεν ὅσα ἔπραξε, ποία ὥρα ἦτο; ἆρά γε ἡ ἐπιοῦσα παρεῖχεν ἐγγυήσεις ὁμαλῆς τῶν πραγμάτων διεξόδου; Ὑπῆρχεν ἐγγύησις, ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες παρήγαγον τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ πειθαρχία πρὸς τοὺς ἀνωτέρους εὑρίσκετο τότε εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο τὴν πρώτην ἡμέραν; Καί, ἂν ἡ ἀνωμαλία ἐγέννα ἀνωμαλίαν, ποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ τόπου; Ἔχετε ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι μόλις ὑπῆρξε μιᾶς ἑβδομάδος καιρός, ὅπως τὸ τραῦμα τὸ γεννηθὲν ἐκ τῆς ναυτικῆς ἀνωμαλίας ἐπουλωθῇ διὰ τῆς ἀμνηστίας, καὶ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπανάληψιν διαιρέσεως ἐν τῷ ναυτικῷ στρατῷ; Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε δυνηθῆ νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν; Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀξιέπαινος καὶ ἀξία θαυμασμοῦ ἡ πολιτεία τῶν διευθυνόντων τὸ στρατιωτικὸν κίνημα, ὅτι συναισθανθέντες τὸν κίνδυνον καὶ βλέποντες ὅτι κατὰ κρημνῶν βαίνομεν, καὶ βλέποντες ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχεν, ὅστις νὰ ἀναλάβῃ τὰ πράγματα καὶ σώσῃ ἀπὸ τοῦ κινδύνου τὴν πατρίδα ἦλθον καὶ ἔδωκαν χεῖρα εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἐκφράσει τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ἐνταῦθα ἐμφανιζομένη κανονικῶς—ὅσον ἦτο δυνατὸν τότε—νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὴν δυσχέρειαν καὶ παρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ περαιτέρω τὰ πράγματα ἤθελον βαδίσει κανονικῶς. Τοιοῦτος ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐκλήθημεν καὶ συνήλθομεν ἐνταῦθα. Βεβαίως ἡ παρουσία Σώματος ἀναθεωρητικοῦ μετὰ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχει, ὅσον καὶ ἂν εἶναι περιωρισμένα ἐντὸς τοῦ κύκλου, ὃν περιέγραψε καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ἀποτελεῖ κατάστασιν οὐχὶ κανονικήν. Ἀλλ’ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀποτελουμένη ὑπὸ τοιούτων ἐκλεκτῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ τοιούτων ἐφοδίων ἐμπιστοσύνης ἐλθόντων ἐνταῦθα, ὑπὸ Πληρεξουσίων τοιούτων τοῦ λαοῦ, περιλαμβανόντων πολυάριθμον πλειάδα ἀνδρῶν νέων, φιλοτίμων, φιλοπατρίδων καὶ ἐπιστημόνων, εὑρόντων συνεργάτην καὶ βοηθὸν εἰς τὴν ταχυτέραν πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας εἴσοδον, τοιαύτη Βουλὴ, τοιοῦτον συνέδριον, τοιαύτη πλειονοψηφία, ἔχουσα καὶ ἀρχηγὸν οὐχὶ τὸν τυχόντα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θέσῃ τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν λύσιν ἐπαναφέρουσαν τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖ ὅπου πρέπει ταχέως νὰ ἐπανέλθῃ· πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ταχέως, διότι οὐδεὶς δύναται, οὔτε ἐνταῦθα οὔτε εἰς τὰ μεγαλείτερα κέντρα, νὰ ἀσφαλίσῃ ἡμᾶς ἥσυχον τὴν προσεχῆ ἄνοιξιν. Ἡ Ἑλλὰς συγκινδυνεύει μετὰ τῶν ἄλλων— διότι κινδυνεύουσι πάντες, κινδυνεύουσι μικροὶ καὶ μεγάλοι—καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μεταξὺ μικρῶν καὶ μεγάλων, μετὰ μικροῦ ἀναστήματος μετὰ μικρῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ ἄνευ οὐδενὸς φίλου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).

§220ΙΩ. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν ἔχω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολύ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς καταπονήσω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι συγκεχωρημένον ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς μου νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Λακεδαίμονος. Τίς, κύριοι συνάδελφοι, ἠμπόδισεν ἡμᾶς, καὶ ἐμείωσε τὰ δικαιώματα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Τίς παρεκώλυσε τὴν ἐλευθέραν ἡμῶν συνείδησιν εἰς τὸ νὰ πράττωμεν ὅ,τι ἡμεῖς αὐτοὶ σκεπτόμεθα; Ποῖος παρεκώλυσεν ἡμᾶς κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ποῖος παρακωλύει ἡμᾶς κατὰ τὸ στάδιον τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου; Καὶ ὅμως ἐλέχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι πιέζουν τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ὅτι πιέζουν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα μόνοι ἡμεῖς νὰ βουλευώμεθα. Ἴσως–ἴσως ἐπιθυμοῦν καὶ θέλουσι νὰ συνεχισθῇ τὸ παρελθόν, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεζητεῖτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τόσων πραγμάτων, κατὰ τὸ παρελθόν, ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Παρελθούσης ταύτης, σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη, διότι, πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ θέλησις τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἡμῶν, εὑρέθη δὲ ἡ δύναμις ἐκείνη τῆς πατρίδος, ἡ ὁποία προεπορεύθη, τὴν ἠκολούθησε πάραυτα σύσσωμος ὁ λαὸς καὶ βεβαίως, ἂν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν κρίσιμον καὶ σπουδαιοτάτην τῆς χώρας ἡμῶν ὑπῆρχεν ὁ πολιτικὸς νοῦς, διὰ νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, ἠθέλομεν ἐπιτύχει τότε εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἔργον, ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα ἡμεῖς σήμερον ἐνταῦθα. Ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ κρίσιμος στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη ἀνωμαλία τοιαύτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐξευρεθῇ ἓν μέσον, διὰ νὰ καταπαύσῃ μία ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐνεῖχε μεγίστους κινδύνους διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐζητήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον σύμπασα ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀποθέσει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς σήμερον. Ἐγένετο ἡ πρώτη Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ ἂν τότε δὲν ὑπῆρχον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως καὶ σήμερον ζητοῦν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης, θὰ εἶχε περατωθῇ τὸ ἔργον, καὶ σήμερον, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν θὰ ἦτο διπλῆ Βουλή, ἀλλὰ νομοθετικὴ Βουλή. Καὶ τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 8 Αὐγούστου κατέλυσε διὰ τῆς δυνάμεως αὑτοῦ τὸ παρελθόν, καθ’ ὅσον ἠδύνατο, καὶ ἀπέστειλεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἑκατὸν καὶ πλέον ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπαρνηθῆ τὸ παρελθόν. Καὶ τί ἔπραξαν οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους μὲ τὸν ἁγνὸν πατριωτισμόν του ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλεν εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο; Τί ἐπεζήτουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Οὐχὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐπαναστάσεως. Εἰς ποίους τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε τὴν ἐντολήν, διὰ νὰ κηρύξουν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν; Ποῖοι παρουσίασαν πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι θὰ προσέλθουν ὡς συντακτικοί, διὰ νὰ θεωρήσουν καὶ τὴν Συνέλευσιν ὡς Συντακτικήν; Ἐδῶ ἐν Ἀθήναις ἐδημιούργησαν καὶ ἐγέννησαν τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ αὐτοὶ οὗτοι κυρίως καὶ οὐχὶ βεβαίως τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἤθελαν νὰ διέλθῃ ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος εἰς τὴν Βουλήν, αὐτοὶ οὗτοι συνετέλεσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ματαιωθῇ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, διότι αὐτοὶ οἱ κύριοι ἦσαν τὸ μεγαλείτερον πρόσκομμα τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ σήμερον ἀκόμη θαυμάζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ τοσούτου θάρρους; ἔρχονται καὶ λέγουν ὅτι ἠμποροῦν νὰ παρακωλύσωσι καὶ ἐμποδίσουν τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας ἡμῶν. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ἀπόψε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σεβασθῶμεν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν ματαίως μὲ τὰς ἐρωτήσεις, συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις, δὲν ἐπεζήτησε διὰ τῶν προτροπῶν του τούτων καὶ τῶν συμβουλῶν νὰ ἐπισπεύσῃ βεβαίως τὸν χρόνον, οὐδὲ νὰ μειώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Συνεβούλευσε καὶ προέτρεψεν ἡμᾶς, ἵνα μὴ μακρολογῶμεν καὶ χάνωμεν χρόνον ματαίως. Διότι, ὅταν τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἐργαζώμεθα διὰ τὰς ἐρωτήσεις, τὰς συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις καὶ φθάνωμεν μέχρι τῆς 12ης τῆς νυκτός, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τί ἄλλο κάμνομεν παρὰ νὰ χάνωμεν τὸν χρόνον ματαίως; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ μακρηγορήσω πλειότερον κατόπιν τῶν μεγάλων συμβουλῶν καὶ πατριωτικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τι πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐπερωτήσεων, καί, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, νὰ ἔχωμεν μίαν μόνην ἡμέραν καὶ νὰ ἀφοσιωθῶμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ τακτικὸν ἔργον, τὸ ἀνορθωτικόν, διότι ἡμεῖς αὐτοί, καὶ ἕνεκα τῆς ἀπειρίας μας, καὶ ἂς μᾶς συγχωρήσουν οἱ Βουλευταὶ τοῦ παρελθόντος, γινόμεθα, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, παραίτιοι τῆς παρελκύσεως τοῦ χρόνου. Διὰ νὰ μὴ γινώμεθα λοιπὸν ἡμεῖς παραίτιοι ἐκ τῆς ἀπειρίας μας, διότι πρώτην φορὰν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐπερωτήσεων εἰς μίαν μόνον ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος.

§221Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι βαρὺ καὶ ἄχαρι ἔργον νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν διεξοδικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, εἶμαι καὶ ἐγὼ εἰσηγητὴς τμήματος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἀνέλαβε τὸν καταρτισμὸν τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Καὶ τάσσομαι, Κύριοι, ἀπεριφράστως ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συντομώτατα ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἄρξηται τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ᾐσθάνθην ἀληθῆ ἀνακούφισιν, ὅτε εἶδον τέλος νὰ γίνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ κάμῃ εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς. Παρεγνωρίσθη, Κύριοι, ἐντελῶς τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ταύτης, παρεγνωρίσθη, διότι ἐκλήθημεν ἐνταῦθα οὐχὶ ὡς ἁπλῆ Βουλή, ἀλλ’ ὡς διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ὅτι κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς ταύτης εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον μῆνα κατεγίναμεν ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ἐξελέγξωμεν τὰ πληρεξούσια ἡμῶν, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ἐρωτήσωμεν ἢ ἐπερωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ψηφίσωμεν νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀποτελεῖ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ σημειώσωσιν εὐτυχῆ ἀρχὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι ἡ τοιαύτη παράτασις τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, ξένη ἐντελῶς πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε πρὸς τὴν ψυχικὴν κατάστασιν τῆς παρούσης Βουλῆς οὔτε πρὸς τὴν ψυχικὴν κατάστασιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Τὸ ὅλον ἔθνος, Κύριοι, ἡ κοινὴ γνώμη, προκειμένου περὶ καταρτισμοῦ συνταγματικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διέπῃ τὰς παρούσας καὶ μελλούσας γενεάς, εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον ἐφόδιον, ὅπως ἐνισχύηται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Καὶ πρόκειται νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες ἀπεριφράστως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς νὰ κινδυνεύωμεν, ὅπως χαρακτηρισθῶμεν ὡς μὴ φιλελεύθεροι, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐστράφη ἢ ἤρξατο στρεφομένη ἐναντίον τῆς παρούσης Βουλῆς ὡς παραμελούσης τὰ κύρια αὐτῆς ἔργα. Καὶ πάλιν χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶμεν ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ σφάλμα δὲν εἶναι τῆς Βουλῆς, ἀλλά, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις, σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τοιαύτην πλειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἰς ἧς τὸ νεῦμα δικαίως μὲ τὴν ὁμόθυμον γνώμην τοῦ λαοῦ δύναται νὰ συνταχθῇ ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλεν οὐδὲ μίαν ἡμέραν νὰ χάσῃ, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ παρουσιάσῃ τὰ 10 πρῶτα ἄρθρα αὐτοῦ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς νὰ ἀναμείνωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ὁλοσχερῶς τελειώσῃ, διότι εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τελειώσῃ προτοῦ παρέλθωσι 40 τοὐλάχιστον ἡμέραι. Τὰ τμήματα, τοὐλάχιστον τὸ δεύτερον, ἔχει προθεσμίαν μιᾶς ἑβδομάδος, ὅπως ἐργασθῶσι κατ’ ἰδίαν τὰ μέλη, θ’ ἀπαιτηθῶσι δὲ τοὐλάχιστον 10 ἡμέραι, ὅπως τὸ τμῆμα τοῦτο συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τί θὰ προτείνῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Μετὰ τὰς 25 τοὐλάχιστον ταύτας ἡμέρας θὰ χρειασθῶσιν ἕτεραι 25, ἵνα συζητηθῶσι τοὐλάχιστον 110 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῇ τοσοῦτον πολύτιμος χρόνος καὶ νὰ κατατριβῇ ἡ Βουλὴ περὶ μικρά, ἐν ᾧ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνεδυνάμωσε τοσοῦτον τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιάσῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, εἶναι δὲ ἀναντίρρητον ὅτι ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν δημόσιον βίον τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρισκόμενον πρὸς λοιπὰ τμήματα τοῦ Συντάγματος, δύνανται ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος νὰ καταρτισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ βεβαίως ἐλπίζω, ὅτι ἡ προσεχὴς ἑβδομὰς θὰ καταναλωθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀμέσως δὲ μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ἀναμένει νὰ ἴδῃ τὸ ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀφοῦ ἐπὶ μῆνα εἶδε τοὺς Πληρεξουσίους του καταγινομένους εἰς ἐπερωτήσεις.

§222ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἰσθάνομαι τὴν στενοχωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπολογίσαντος τὰς ὑπολειπομένας συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ λήξει τὸ ἔργον ἡμῶν, καὶ εὑρόντος ὅτι μόνον 50 συνεδριάσεις ὑπολείπονται εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα ν’ ἀντιληφθῶ πῶς ἐκ τῆς στενοχωρίας αὐτῆς κατέληξεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἀπόψε. Ὑπαίτιοι τοῦ ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἔχουν προχωρήσει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἔχουν προχωρήσει δὲν εἴμεθα βεβαίως ἡμεῖς. Τί πταίομεν ἡμεῖς, ἂν ἐκλήθημεν πρὸς ἐργασίαν ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα μετὰ τὰς ἐκλογάς; Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὡς ἐκλήθη νὰ σχηματισθῇ καὶ ὡς ἐσχηματίσθη ἐν σπουδῇ αὕτη, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τάχει νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, ἃς αἱ περιστάσεις τῇ ἐπέβαλον, οὐδὲ νὰ κατορθώσῃ νὰ συγκρατήσῃ τοιουτοτρόπως τὸ κόμμα αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ σπαταλᾶται πολὺς χρόνος ὑπ’ αὐτῶν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἀνερχομένων τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀπασχολούντων ἐπὶ πολλὰς ὥρας τὴν Βουλήν, ἵνα κατὰ τύπους μὲν ἐπερωτήσουν τοὺς Ὑπουργούς, πράγματι ὅμως, ὅπως ἐπαινέσωσιν αὐτούς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προφθάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑποβάλῃ τὰ πλεῖστα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλε καὶ ἡ ὑποβολὴ τῶν ὁποίων ἤθελε καταστήσει περιττὴν τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἀπασχολοῦν ὑπὲρ τὸ δέον τὴν Βουλήν. Δὲν πταίουσι λοιπὸν οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε οἱ Βουλευταί, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις. Καί, ἀφοῦ δὲν πταίομεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί προτείνεται μέτρον, τὸ ὁποῖον δεικνύει δυσπιστίαν τρόπον τινὰ ἰδίως πρὸς τὰ μέλη τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς οὔτε ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἐδείχθησαν διαθέσεις παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ παρουσιασθῶμεν πρὸ τῶν ἐκλογέων μας ὄχι μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, μὲ ὑποσχέσεις μόνον, ἀλλὰ μὲ ἔργα, τοῦτο δὲ ὄχι ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκ νέου εἴσοδόν μας ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅπως μὴ τελείως ἀπογοητεύσωμεν τὸν λαόν, ὅστις διαρκῶς ἀκούει ὑποσχέσεις καὶ δὲν βλέπει πράγματα. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ μὴ τὸν ἀπογοητεύσωμεν, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸν ἐνθουσιάσωμεν ἐκ νέου πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔργον μας αὐτὸ ἔχομεν πρὸ παντὸς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν μετ’ εἰλικρινείας καὶ περισκέψεως, νὰ σταθμίσωμεν καλῶς πᾶν ὅ,τι θὰ ψηφίσωμεν, πρὸ παντὸς δὲ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς των σπουδαιότητος, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταρρυθμίζηται τὸ Σύνταγμα καθ’ ἑκάστην. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω τελείως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Ψαρῶν, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ στοιχεῖα ἀληθείας. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ζήτημα διατυπώσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ κυρίως ζήτημα τῆς πολιτικῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ, ὅτι τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα δυνάμεως, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, λέγω, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διατύπωσις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ θέσις τοιούτων ἢ τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων δὲν ἔχει σημασίαν. Οὐδ’ ἐπίσης δύναμαι νὰ συμφωνήσω εἰς τὴν ἄλλην παράδοξον θεωρίαν, ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήνωμεν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ἐνταῦθα οὐδεμίαν εἴχομεν εὐθύνην. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, κληθείσης ὄντως ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐλευθερία περὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν γνωμῶν ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη. Οὐδ’ ἐπίσης δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν ἡ δημοσίευσις ἀπειλῶν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπέχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ δύνανται αἱ ἀπειλαὶ αὗται νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς προερχόμεναι ἐκ τῆς Κυβερνήσεως διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, παρόμοιαι ἀπειλαὶ ἐκτοξευθεῖσαι διὰ τοῦ τύπου ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατέληξαν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἥτις περιστοιχίζεται μόνον ἀπὸ φίλους, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ποτε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ συνέδριον τόσον ὁμοειδῶς συγκεκροτημένον, ὅσον αὐτό. Κατ’ ἀκολουθίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του περὶ ἐξαναγκασμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ὑποβολὴν τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ κατορθώσῃ ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ ἐπεξεργασθῇ ταῦτα, θὰ μᾶς τὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ συντόμευσις κατὰ τοιοῦτον τρόπον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐὰν θέλωμεν ἐπιτροπὴν σκεπτομένην, ἐπεξεργαζομένην καὶ παρουσιάζουσαν ὡρίμους διατάξεις, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν ἐλευθέραν. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἤθελον συντομευθῆ οὕτως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς, ἠθέλομεν προσκόψει κατὰ μεγαλειτέρων δυσχερειῶν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ περισσοτέρας ὥρας ἐνταῦθα τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι δὲ πολὺ εὔκολον νὰ μηκυνθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἀρκεῖ ἡ ὑποβολὴ οἱασδήποτε τροπολογίας, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιβραδυνθῇ ἡ ἐπιψήφισις συνταγματικῆς τινος διατάξεως, ἵνα ἀποφανθῇ προηγουμένως ἐπ’ αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του.

§223ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὄχι διότι πιστεύω ὅτι τὸ ἀνάστημά μου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προσθέσῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σοφοὶ ἄνδρες εἶπον πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἐκλεχθῶ Βουλευτὴς οὐχὶ ὑπὸ τὸ χρῖσμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρὸ μικροῦ ὑπηνίχθη ὁπωσδήποτε καὶ πάντας τοὺς Βουλευτάς, ὅσοι παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ εἶχον διάφορον γνώμην πρὸς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν, μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον ἔχουσι τὴν ἀπόφασιν νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον της. Σοφαὶ εἶναι αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, σοφώτεραι δ’ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται εἶναι θεωρίαι, αἵτινες εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν δύνανται νὰ εἴπῃ τις ὅτι θὰ παρακολουθηθῶσιν, ὡς κατὰ κανόνα ἐπιστημονικὸν πιστεύομεν, ὑπὸ τῶν πραγμάτων, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν ταύτας, διότι ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων μᾶς ἐπιβάλλει νὰ πράξωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἄλλως. Δὲν μᾶς ὠφελεῖ, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἡ δεῖνα Συνέλευσις εἰς ἄλλο Κράτος, εἴτε Ἀναθεωρητικὴ ὠνομάσθη εἴτε Συντακτική, τὸ Σύνταγμά της τὸ ἀνεθεώρησεν ἢ τὸ κατήρτισεν εἰς διάστημα 1, 2 ἢ 3 ἐτῶν, ἵνα ἐκ τούτου ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα καὶ πείσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὅριον διὰ τὴν Συνέλευσιν, διότι, ἀφοῦ λίαν ψυχραίμως καὶ ὡς μία οἰκογένεια σκεπτόμενοι συμφωνοῦμεν ὅτι τὰ πράγματα ἡμῶν καταβοῶσι καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι οἱ καιροὶ οὐ μενετοί, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἀντέχει εἰς μίαν τοιαύτην διεξοδικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία νὰ βραδύνῃ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, πρὸς τί νὰ ἀκούωμεν τὰς θεωρίας ταύτας; Ὡς σᾶς εἶπον, ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνωτέρα τῶν θεωριῶν καὶ ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως...

§224Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ὀλιγώτερα λόγια διὰ νὰ προχωρήσωμεν.

§225ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

§226Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Γενικῶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἐμπειρῖκος.

§227Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Βεβαίως.

§228Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγημεν οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἐδώσαμεν ἀφορμήν, ὥστε νὰ θεωρήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἢ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον παρελκύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι μίαν καὶ μόνην μικρὰν ἐπερώτησιν, ἀπασχολήσασαν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἓν λεπτόν, ἀπέτεινεν ὁ κ. Γαρδικιώτης. Φρονῶ δέ, ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου, ἂν εἴπω ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γνώμην, τοῦ νὰ προχωρήσωσιν αἱ ἐργασίαι καί, ἂν εἶναι δυνατὸν μάλιστα, νὰ περιορισθῇ πολὺ κατ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων, διότι πιστεύω ὅτι δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη ἀντέσχεν εἰς διαφόρους κακουχίας, πιέσεις καὶ ἀδικίας ἀπὸ μέρους ὑπαλλήλων καὶ ἀρχῶν, ἂν ἐπὶ δύο, τρεῖς μῆνας ἀκόμη δὲν ἐπερωτήσωμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ διὰ διαφόρους ὑποθέσεις τῶν ἐπαρχιῶν μας.

§229Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν λοιπὸν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.

§230ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τὸ θεωρῶ πανελλήνιον, καὶ ἀναγόμενον εἰς τὸ κύριον ἔργον καὶ οὐσιαστικὸν τῆς Βουλῆς. Ἐφρόνουν μάλιστα, Κύριοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολῆται οὔτε μίαν ἡμέραν καθ’ ἑβδομάδα, καθὼς ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν, ἀλλὰ μίαν τοιαύτην εἰς τὰς 15 ἡμέρας εἰς ζητήματα ἐπερωτήσεων. Καὶ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ πταίει διὰ τὴν μέχρι τοῦδε μὴ προχώρησιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε τοῦ οὐσιαστικοῦ νὰ ἐπιληφθῇ ἔργου ἐξ ὑπαρχῆς καί, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παραμερίζει τοὺς τύπους καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν οὐσίαν, εἶχον πεισθῆ, ὅτι ἤθελεν ἀποβλέψει ἐξ ὑπαρχῆς εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὰς οὐσιώδεις συζητήσεις παραμερίζοντες τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν. Διαφωνῶ δὲ πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν κατὰ τοῦτο, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ὁ λαὸς τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἔδωκε νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς μέτρα νομοθετικά, καὶ ἐπεθύμουν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε παρουσιάσει ἐνώπιον ἡμῶν σοβαρὰ μέτρα, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ τόσον ὁμόφωνος, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ καταλληλοτέρα, ταύτης δὲ δέον νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰσαγάγῃ σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ θυσίας τινὰς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα καὶ ἀποδέχομαι τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ προχωρήσωσιν οὐσιαστικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικόν, ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τοῦτο ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα μέτρα, διότι πιστεύω ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ τὴν συντρέξῃ, καθ’ ὅσον πιστεύω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ ἐπανέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ θὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ἀλλὰ πῶς θὰ ὑπηρετήσωμεν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μας, διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα αὐτῆς, ἀδιαφόρως ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀντιληφθῇ καλῶς τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ δὲν μᾶς ἀποστείλῃ πάλιν ἐνταῦθα.

§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.

§232Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ ἀνέμενον νὰ ἀκούσω δήλωσιν ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων σύμφωνον πρὸς τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Δραγούμη, ὁ ὁποῖος ἐγκύρως ἐνταῦθα διερμηνεύει τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος· ἐπειδὴ δὲ τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἤκουσα, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα προσθέσω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ θέσῃ προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἵνα αὕτη τμηματικῶς παρουσιάσῃ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Ἐνόμισα δέ, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθω τὸ βῆμα τοῦτο τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον διαφωνῶ πρὸς δύο σημεῖα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, ὅτι ἐκ συνταγματικῆς διατάξεως ἐπιβάλλεται ἡ συντόμευσις τοῦ ἔργου τοῦ συνεδρίου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς τὴν ὑπόδειξιν, ὅτι πολιτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν συντόμευσιν ταύτην. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν γνωρίζω, ἡ ὁποία νὰ διαγράφῃ χρονικὰ ὅρια εἰς τὴν Σύνοδον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅμως, ὅτι διαγράφει τοιαῦτα ὅρια, εἶναι τόσῳ σπουδαῖον τὸ ἔργον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὥστε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὴν ἀνύπαρκτον ταύτην συνταγματικὴν διάταξιν, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ὑπερέβημεν τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου μεταβολῆς ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εἰσάγεται κατάργησις συνταγματικῶν διατάξεων περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν μεταβολὴν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ὅτε τόσον ὀλίγον εὐλαβούμεθα τὸ Σύνταγμα προκειμένου περὶ διατάξεων οὐχὶ ἐπουσιωδῶν, νομίζω, ὅτι θὰ συνέτρεχε λόγος, ὅπως μὴ εὐλαβηθῶμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνύπαρκτος, προκειμένου περὶ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ ἔργον ἡμῶν, ἵνα ἀχθῇ εἰς εὐτυχὲς πέρας. Ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ βάσις αὕτη ἡ συνταγματική, καὶ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν σκέψιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας γενικῶς συντάσσομαι, ὅτι συμφέρον εἶναι ταχέως καὶ ἄνευ ἀπωλείας χρόνου εἰς μάτην νὰ περάνωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἡ ταχύτης δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἔργου. Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶμαι καὶ τόσον ἰταμός, ὥστε νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς τὴν σπουδαιότητα ταύτην, διότι ὑμεῖς τὴν γνωρίζετε ἴσως κάλλιον ἐμοῦ. Ἐὰν διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαφωνῶ κατὰ τοῦτο, ὅπως διαφωνῶ ἐπίσης πρὸς τὸν σεβαστὸν πολιτευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἀμφότεροι ἐτόνισαν τὴν ἀφορμὴν μόνον τοῦ συνεδρίου καὶ εἶπον, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο ἀφορμὴν ἔχει τὴν γνωστὴν ἔκρυθμον κατάστασιν τοῦ παρελθόντο ἔτους, ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ ταύτης καθώρισαν τὸν σκοπὸν τοῦ συνεδρίου, ὅτι συνεκλήθη μόνον, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο συνεκλήθη, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐκλήθη, ἵνα θέσῃ τέρμα δημιουργοῦν νέαν κατάστασιν. Οὐδένα ἐξ ἡμῶν λανθάνει, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς συγκλήσεως τοῦ συνεδρίου, ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἦτο γεγονὸς τυχαῖον, παρεσκευάζετο ἐκ μακροῦ χρόνου, παρεσκευάζετο ἐξ αὐτῶν τῶν γεγονότων, ἡ ἐπανάστασις ὑπῆρχε μέσα εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τοῦτο καὶ εὐωδώθη. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὸ αἴσθημα, ὅτι ἐκακοδαιμόνει· καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὰς πολιτικὰς διαμάχας ἑκάστοτε ἐπερρίπτετο ἡ αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ ἕτερον, ὅταν ὅμως ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων ἤναψε τὴν πυρκαϊάν, τότε ὅλοι συνῃσθάνθησαν, ὅτι δὲν ἔπταιον οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἔπταισε τὸ σύστημα τὸ πολιτικόν, ὅπερ ἦτο ἀνώτερον καὶ τῶν κομμάτων καὶ τῶν προσώπων καὶ ἔχρηζε μεταβολῆς. Ἂν ἡ ἀφορμὴ ἦτο ἡ ἐπανάστασις καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις συνεκλήθη, ἵνα καταπνίξῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς διέξοδος αὐτῆς, βεβαίως ὅμως εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ δημιουργήσῃ νέαν κατάστασιν, νὰ δημιουργήσῃ νέον σύστημα πολιτικόν. Καὶ ἐδῶ ἄρχεται ἡ σοβαρότης τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ἐκ τῆς σοβαρότητος τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καθίσταται ἐμφανὲς πρὸς ὑμᾶς, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ὡς ὕφασμα καὶ μὲ τὸν πῆχυν κατὰ παραγγελίαν νὰ φέρωμεν σήμερον 5 μέτρα καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἄλλα 5 μέτρα καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἤλθομεν ἐδῶ, ἵνα ἐξετάσωμεν τί ἔπταιεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ χρειαζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, καί, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχῃ συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, αὐτὸ θὰ κάμῃ, καὶ τὸ κάμνει, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἵνα ἴδωμεν τί ἔπταιε. Μόνον ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐξετάσεως δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας. Μὴ λησμονήσῃ κανείς, ὅτι, ὅτε συνεκλήθη ἡ πρώτη Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἄνδρες πολιτευθέντες ἐπὶ μακρὰ ἔτη δὲν εἶχον σκεφθῆ περὶ τῶν ἀναγκαίων μεταβολῶν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἦλθον ἀπαράσκευοι καὶ ἄνευ σχεδίου. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦσαν μελετημένα τὰ πράγματα· αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἔτι βαρύτερον εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Περὶ τούτου δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ προσχέδιον, τὸ καταρτισθὲν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παρατηρήσῃ ὅτι, μολονότι κατεβλήθη, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κατεβλήθη, σπουδαία ἐργασία ὑπ’ ἀνδρῶν ὑπερόχων, ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ ἔχει ἀτελείας, καὶ ἀτελείας μεγάλας. Μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν διατύπωσιν τῶν περὶ τύπου διατάξεων, διατύπωσιν, ἥτις, ἀντιθέτως πρὸς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τείνει εἰς παρακώλυσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου καὶ δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὸν τύπον εἰς πιεστικὰς καταδιώξεις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.

§233ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ.

§234ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.

§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἠθέλησα δι’ ἑνὸς παραδείγματος νὰ ἀποδείξω πόσον εἶναι δυσχερὴς ἡ διατύπωσις συνταγματικῶν διατάξεων, διότι εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην τῆς περὶ τύπου διατάξεως τοῦ κυβερνητικοῦ προσχεδίου διακρίνεται τάσις ἀντίθετος πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι σέβεται τὴν ἐλευθεροτυπίαν. Εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν δὲν εἰσέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι. Εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι πάντες κατανοεῖτε τὴν σοβαρότητα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν πρὸς τοῦτο ἐργασιῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ εἶναι καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ πεπεισμένη ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καταβάλλουσιν ὅ,τι δύνανται καὶ μὲ θυσίαν καὶ αὐτῆς τῆς ὑγείας των διαθέτοντα ὅλας τὰς ἐργασίμους των ὥρας εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία αὕτη κατὰ προσταγὴν καὶ κατὰ παραγγελίαν, διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἐμπόρευμα τὸ Σύνταγμα. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: καὶ πῶς θὰ ἀτενίσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς ἂν δὲν περάνωμεν ταχέως καὶ τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον καὶ τὸ νομοθετικόν; Καὶ θ’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, πρὶν λογοδοτήσω πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου, θὰ θελήσω νὰ λογοδοτήσω πρὸς τὴν συνείδησίν μου, ἐφ’ ὅσον δὲ κατὰ συνείδησιν ἐργάζομαι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου βραχυτάτου νὰ παρουσιάσω ἐργασίαν σπουδαίαν καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον τοιαύτη προθεσμία νὰ τεθῇ πρὸς ἡμᾶς. Ἔπειτα, ἂν δὲν παραγνωρίζω τὸν πολιτικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ τερματίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ παραγνωρισθῇ καὶ εἷς ἄλλος πολιτικὸς σκοπός, τὸν ὁποῖον πάντες, ὅσοι πονοῦσι τὸν τόπον μας, ἀναλογίζονται. Τὸ συνέδριον τοῦτο ἐκλήθη διὰ πραξικοπήματος, καὶ πᾶν ἔργον αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἐπὶ τοσοῦτον κῦρος, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι ἀπαύγασμα ἐργασίας τοιαύτης, ἥτις νὰ ἐμπνέῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαόν, ὅτι συνετελέσθη ἀρτία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῆς Κρήτης ἐλάβομεν ἕνα εὐθαλῆ βλαστὸν καὶ ἠθελήσαμεν νὰ τὸν μεταφυτεύσωμεν εἰς τὸν πολιτικόν μας βίον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλομεν νὰ λάβωμεν ἐκ τῆς Κρήτης καὶ διδάγματα διὰ τὰς μεταβολὰς τῶν Συνταγμάτων, τὰς ὁποίας ἀλλεπαλλήλους ἡ Κρήτη ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ. Ὅσοι εἶναι συνηθισμένοι εἰς ἀλλεπαλλήλους μεταβολὰς Συνταγμάτων, αὐτοὶ δύνανται νὰ θεῶνται τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου μετά τινος ὑπερφρονήσεως, ἀλλ’ ὅσοι εἶναι πιστοὶ εἰς τὰ ἤθη τοῦ τόπου τούτου καὶ ὅσοι δὲν ἀρέσκονται εἰς τὰς συχνὰς συνταγματικὰς μεταβολάς, αὐτοὶ βεβαίως ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ ἐργασία ἡμῶν γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀξία ἵνα μὴ σαρωθῇ, ὡς θὰ σαρωθῇ, ἐὰν ἐκλίπῃ ἡ ἐμπιστοσύνη ὅτι ἡ ἐργασία ἐξετελέσθη ἀρτία ἐνταῦθα.

§236Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐργασίαν καὶ περάτωσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον ἠναγκάσθην νὰ πράξω τοῦτο ὑπό τινων τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουσι καθῆκον ἢ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα, ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα, νὰ διδάσκωσι τοὺς ἄλλους συναδέλφους πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ ὁμιλῶσι καὶ πῶς πρέπει νὰ πολιτεύωνται, καὶ μάλιστα νὰ ἐπιτιμῶσι τοὺς συναδέλφους των, ἐνῷ ἔδει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἓν καὶ μόνον ἔχουσι καθῆκον, νὰ πολιτεύωνται κατὰ τὴν ἑαυτῶν συνείδησιν, καὶ ἁρμόδιοι, ὅπως τοὺς κρίνωσιν, εἰσὶ μόνον οἱ ἐκλογεῖς των. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη παράδοξον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διδάξωσι τοὺς ἄλλους εἰς τὸ σιωπᾶν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συχνά, συχνότατα λαμβάνουσι τὸν λόγον καὶ οὐχὶ περὶ σπουδαίων θεμάτων. Καὶ ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης νὰ ἐπιτιμᾷ σχεδὸν τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, διότι καταγίνονται εἰς οὐχὶ σοβαρὰ γεγονότα καὶ δὲν συζητοῦσι σοβαρῶς. Καὶ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶναι ἐκεῖνος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡμέρα καὶ νύξ, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἀναπτύσσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναπτύσσει τὰς θεωρίας του καὶ διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου, θεωρίας, αἱ ὁποῖαι, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἐνέβαλον εἰς σκέψεις πολλούς. Ἠκροασάμην, Κύριοι, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρριπτε μομφὴν κατὰ τῆς Βουλῆς ὡς μὴ ἐργαζομένης. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ εἶμαι οἰκτρὰ μειονοψηφία. (Ἱλαρότης). Δὲν εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ στεγασθῶσιν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τοῖς ἐμπιστευθῶσιν οἱ συμπολῖταί των τὴν εἴσοδόν των ἐνταῦθα· εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, ὅστις εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι δὲν φρονῶ φίλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§237ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.

§238Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ οἱ συμπολῖταί μου εἴτε πλανηθέντες εἴτε ἔχοντες ἐμπιστοσύνην μὲ ἐτίμησαν διὰ τῆς ψήφου των. (Ἱλαρότης). Δὲν πτοοῦμαι λοιπὸν ἐγὼ ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ θὰ παραλείψω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐξήσκησα ἐντεῦθεν, ἐλέγχων, ἀδυσωπήτως μάλιστα, ἁπάσας τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν, ὁσάκις εὕρισκον αὐτὰς παραβαινούσας τὸ καθῆκον αὐτῶν. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ πράττῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχομεν καιρόν, ὅτι τὸ ἑξάμηνον λήγει, καὶ ὅτι κατὰ ὑπολογισμούς, δὲν ἠξεύρω ποίας μεθόδου, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι 50 καὶ μόνον συνεδριάσεις ὑπολείπονται διὰ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· τί θέλετε ἐντὸς πεντήκοντα ἡμερῶν νὰ πράξωμεν; Νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ἀναθεωρητέαι, ἢ νὰ νομοθετήσωμεν τὰ πολλὰ καὶ σοβαρὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἴδομεν οὔτε διατετυπωμένα οὔτε ἀναπτυχθέντα ἐντεῦθεν; Μᾶς εἶπε μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐκτὸς τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων καὶ τῶν ὑποβληθησομένων σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον διακανονίζον τὰς σχέσεις τῶν ἐργατῶν, σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ ὅμοιον διακανονίζον τὸ ἀγροτικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, σκέπτεται νὰ προσαγάγῃ πρὸς ἡμᾶς νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων κλπ. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ταῦτα; Πότε θὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλή, πότε θὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ κοινωνία τῶν τοσούτῳ σοβαρῶν ὄντως νομοθετημάτων, ἵνα μελετήσῃ ταῦτα, ἵνα κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ μὲ συνείδησιν πλέον ἐλευθέραν ἀποφανθῇ γνώμην ὁ λαός, ἡ δὲ Βουλὴ δώσῃ ψῆφον πεφωτισμένην; Ἀλλ’ ἂς μὴ πτοῇ καὶ τοῦτο τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ἔχει ἔμπροσθέν του καιρόν. Ἡ Βουλή, καὶ ἑξάμηνον μόνον δικαίωμα ἐὰν ἔχῃ νὰ διαθέσῃ, ἔχει ἐνώπιόν του χρόνον πέντε μηνῶν. Οἱ πέντε μῆνες ἀποτελοῦνται ἀπὸ 150 καὶ πλέον ἡμέρας, ἀπὸ 150 συνεδριάσεις. Καὶ τίς εἶπεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐπὶ 15 ἡμέρας θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Ἀπόκρεων καὶ κατὰ τὸ Πάσχα; Αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι τόσον ἐλαφρῶς κατακρίνονται ἐντεῦθεν, εἰργάζοντο καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐξημέρωσεν ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα καὶ ψηφίζουσα νόμον τὴν Μεγάλην Πέμπτην. Ἐψήφιζε τὴν Μεγάλην Πέμπτην τὸν νόμον περὶ ἑρμηνείας τῆς ὁδοποιίας, ἐξ οὗ ἐσώθη ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ Ἀθῆναι ἀπειλούμεναι νὰ ἁρπαγῶσι. Καὶ διατί νὰ μὴ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὴ ὅλας τὰς ἡμέρας τῶν Ἀπόκρεων ὡς καὶ ὅλας τὰς ἡμέρας μέχρι τῆς Μεγάλης Πέμπτης; Καὶ διατί νὰ μὴ γίνῃ διακοπὴ μόνον τὸ Πάσχα τρεῖς ἡμέρας; Καὶ διατί νὰ συνερχώμεθα τὴν 4ην ὥραν, νὰ ἀρχίζωμεν τὴν 5ην καὶ νὰ διαλυώμεθα τὴν 8ην; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἐργασία; Ἂς συνεδριάζωμεν ἀπὸ πρωΐας, ἀπὸ τῆς 10ης ὥρας, ἂς διακόπτωμεν καὶ ἂς ἐπανερχώμεθα μετὰ μεσημβρίαν παρατείνοντες τὰς συνεδριάσεις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ πέρα αὐτοῦ, καὶ τότε θὰ συντελεσθῇ ἐργασία, καὶ τότε θὰ συντελεσθῇ ἐργασία μετὰ συζήτησιν, οὐχὶ δὲ νὰ ἐρχώμεθα 2–3 ὥρας τὴν ἡμέραν καὶ ν’ ἀδημονῶμεν πότε θὰ ἐξέλθωμεν, καὶ οἱ πολλοὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι συζήτησιν ὑπ’ ἄλλων γινομένην, ὡς ὁ φίλος μου ἐκ Πατρῶν κ. συνάδελφος, ὁ θέλων νὰ συζητῇ αὐτὸς μόνον. Θὰ εἶναι πολὺ παράδοξον τὸ πρᾶγμα, ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεφθῶμεν νὰ νομοθετήσωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως καὶ ὁ σεβαστός μοι Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν προτείναντα τὴν κατάργησιν τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, διότι περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου εἰς μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος θὰ εἴπῃ κατάργησιν παντὸς ἐλέγχου.

§239Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ἰδική μου πρότασις.

§240Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς συγχαρῶ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκηθῇ ὁ ἔλεγχος, ὅτε βλέπομεν ὅτι τρὶς τῆς ἑβδομάδος γινόμενος γεμίζει ὁλόκληρον σειράν; Καὶ ποίαν θέσιν θὰ λάβῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐλέγξῃ πρᾶξιν ὑπευθύνου ἐξουσίας ἢ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, ὅταν θὰ λάβῃ σειράν μετὰ ἑβδομάδας; Καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς ἄπρακτος; Καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ ὁ ἔλεγχος; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος. Χρόνος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν εἶναι ἐπαρκής, ἐπαρκέστατος· ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἐργασία. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω καὶ ἐγώ, εἶναι νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τὸ συντακτικόν, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῇ νομοθετικὴ ἐργασία συμβάλλουσα καὶ συντελοῦσα εἰς διόρθωσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας, οὐδαμόθεν θὰ εὕρῃ ἀντίρρησιν· ἀρκεῖ, ὡς εἶπον, ἡ ἐργασία νὰ εἶναι ἀξία καὶ σοβαρὰ καὶ νὰ πείθῃ ὅτι καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου θέλει βελτιώσει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν διοίκησιν τὴν ἐν γένει θέλει βελτιώσει.

§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριῶν τοῦ Σώματος ἔχει τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν της· ἐπεδίωξεν ὅπως μὴ καταναλίσκηται ἐπὶ ματαίῳ χρόνος οὐδὲ μιᾶς ὥρας, εἰ δυνατόν, ὅπως ταχέως περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ταχέως δὲ εἰσέλθῃ τὸ Σῶμα εἰς τὸ κύριον αὑτοῦ ἔργον, δι’ ὃ συνεκλήθη. Καὶ ἀληθῶς αἱ 14 ἡμέραι, αἱ ὁποῖαι κατηναλώθησαν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ χρόνος ὑπεράγαν μακρὸς διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Μόλις ἐπερατώθη τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐγένετο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ νομίμως τὸ Σῶμα, ἐπεζητήθη ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τριακονταμελοῦς, εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ σχεδίου τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν. Συγχρόνως ὑπεβλήθη νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλώσῃ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι, ὑπετίθετο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ παρενέπιπτον μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἦτο δυνατὸν νὰ κατηναλίσκοντο, λέγω, αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι ἡμέραι εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν ἄφθονον ἤδη προσεκόμισεν ἡ Κυβέρνησις. Δύναται ἡ προσκομισθεῖσα ἐργασία νὰ μὴ εἶναι τῆς ἀρεσκείας πάντων τῶν ἀποτελούντων τὸ συνέδριον τοῦτο· ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ἐν καλῇ τῇ πίστει συζητῶν, ὅτι δὲν προσεκομίσθη ἐργασία, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ διάστημα τὸ μεσολαβοῦν, ὡς εἶπον, τῶν ὀλίγων, ὡς ὑπετίθετο, ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τῆς προσκομίσεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐργασίας της εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὅτε μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν παρῆλθον δέκα ἡμέραι, καθ’ ἃς ἤρχισε νὰ γίνηται ἀντιληπτὸν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν βαίνουσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, δὲν πιστοποιεῖ ὅτι ταχέως δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας τὸ μέγα καὶ κύριον αὐτοῦ ἔργον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργον τὸ οὐχ ἧττον σπουδαῖον, τὸ νομοθετικόν, ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα μεμφθῶ κανένα, ἀλλ’ ἵνα θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μετὰ πάσης εὐλαβείας σκέψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἦτο φανερὸν ὅτι θὰ ἀπησχόλουν καὶ τὴν Βουλήν. Δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν μέχρι σήμερον νὰ φέρῃ καμμίαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, κατὰ τῆς καταχρήσεως, θὰ ἔλεγον ἀκόμη, τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ὀνομάζω κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τὴν ἀπώλειαν τὴν ἄσκοπον καὶ ματαίαν πολυτίμου χρόνου δι’ οὐδένα σκοπόν, χρόνου καταναλισκομένου πρὸς ἀερολογίαν, ὅταν ἡ ἀερολογία δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ κῦρος, ἀφοῦ δὲν καλεῖ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν μετ’ εὐλαβείας, χωρὶς κανένα νὰ μεμφθῶ: κύριοι Βουλευταί, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ κατάστασις· ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀκόμη νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἰδοὺ καὶ ποῖος εἶναι ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Καὶ ὑπελόγισα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταναλώσεως τριῶν ἡμερῶν καθ’ ἑβδομάδα δι’ ἐπερωτήσεις καὶ τῆς ἀπωλείας μιᾶς Κυριακῆς, ὅτι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μένει, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετικοῦ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι μόνον 50 συνεδριάσεις. Μὲ ἐμέμφθησαν διότι περιώρισα τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν εἰς ἓξ μῆνας καὶ μοὶ εἶπον ὅτι: δὲν γνωρίζω τάχα ὅτι δύναται τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ καὶ πέρα τοῦ ἑξαμήνου; Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησά ποτε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ παρὸν συνέδριον, ἐὰν θέλῃ, νὰ μεταβάλῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ παρατείνῃ καὶ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ τοιαύτη πρότασις. Ἀλλά, ἐὰν ἔθηκα ἑξάμηνον προθεσμίαν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, τὴν ἔθηκα ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ πρωτίστως θὰ ἤθελε νὰ μὴ παραταθῇ καὶ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον αὐτῆς πέρα τοῦ διαστήματος τούτου. Ὑπῆρχον χίλιοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ χάνωμεν τὸν χρόνον εἰς συζητήσεις ἀσκόπους, καὶ ὑπάρχουσιν ἐπίσης χίλιοι καὶ ἄλλοι λόγοι, δι’ οὓς πρέπει κατ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα νὰ περατώσῃ τὸ συνέδριον τοῦτο οὐ μόνον τὸ κύριον αὑτοῦ ἔργον, τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ νὰ περατώσῃ, εἰ δυνατόν, καὶ τὸ νομοθετικὸν μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μόλις ἔβλεπον ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο μέτρον τι, νὰ καταναλίσκεται ἀκόμη μακρότερος χρόνος εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, ἐζήτησα, ἀποβλέπων εἰς τὴν πρωτίστην ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τοῦ κυρίου ἔργου, δι’ ὃ συνεκλήθημεν, νὰ ὁρίσωμεν χρόνον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπεξειργασμένα τὰ πρῶτα τοὐλάχιστον ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον καὶ ἡ κατηγορία ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν δὲν ἐγένετό τι ἐπὶ πλέον μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει μία ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλεξεν ἡ Βουλή. Ἐκλέγουσα τὴν ἐπιτροπὴν ἡ Βουλὴ δὲν ἐσκέφθη νὰ ἀπεμπολήσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς δικαιώματα, οὐδὲ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δικαιώματα πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δίδει εἰς πᾶσαν ἐπιτροπήν, ὁριζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἐπεξεργασίαν νόμων. Ταῦτα λέγων ἀπευθύνομαι πρὸς ἕνα τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο σχεδὸν σκαιότης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπεμβῇ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως τεθῇ περιορισμὸς κατὰ χρόνον, καὶ τοῦτο, ἐνῷ μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας ἐκ μέρους μου ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη, ὅπως ὁρισθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν χρόνος πέντε ἡμερῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Καὶ διὰ πάντα καλῆς πίστεως συζητητήν, κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἤδη, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἡ ἐπιτροπή, καὶ πέντε ἀκόμη ἡμερῶν, ἃς θὰ παρατάξωμεν σήμερον, δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἔχῃ ἐνώπιόν της ἡ Βουλὴ τὰ πρῶτα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως συνδέονται πρὸς τὰ ἐπίλοιπα, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι θὰ ἠδύνατο ἐκ τῆς περαιτέρω διαρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων νὰ ἐπηρεασθῶσι καὶ ταῦτα, μολονότι οὐδὲν μᾶς κωλύει, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας ἡμῶν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ψήφισιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐθεωρεῖτο ἀντιφάσκον πρός τι ἐκ τῶν πρώτων, τίποτε δὲν κωλύει ἡμᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλομεν ὁρίσει τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ψηφισθείσας διατάξεις, διὰ νὰ φέρωμεν αὐτὰς εἰς ἁρμονίαν πρὸς μεταγενεστέρας. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ζητοῦντος ὅπως μὴ ταχθῇ προθεσμία εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ τάξῃ τὴν αἰτηθεῖσαν προθεσμίαν τῶν πέντε ἡμερῶν διὰ τὴν προσκόμισιν ἐνώπιον αὑτῆς τῶν πρώτων ἄρθρων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη δύναται νὰ προσαχθῇ καὶ ἐνωρίτερον τῶν πέντε ἡμερῶν...

§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν παραιτηθῇ ἡ ἐπιτροπή;

§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἀπολεσθῇ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξέλεγε νέαν ἐπιτροπήν· ἄλλως τε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἀντίδρασις ἐκεῖθεν, ὅθεν δὲν ἐπεριμένετο, δύναται ἄριστα ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ἄνευ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον προσεκομίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἔργον ἐκ τοῦ παραχρῆμα, ἀλλ’ ἔργον μακρᾶς μελέτης καὶ ἄξιον νὰ τύχῃ τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἀποφάσεις ἐπικινδύνους διὰ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, λαμβάνων τὸν λόγον, νὰ προέλθω εἰς ἐξηγήσεις τινὰς μετὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν πρὸς αὐτήν. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς μακρηγορίας νὰ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔκρινεν ἀναγκαῖον διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ δηλώσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἐκπλήττομαι διατί παρεξηγήθησαν ἀπὸ ἀρίστους φίλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι σαφὴς ἐξήγησις εἶναι ἀναγκαία. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ἐμπεριστατωμένη καὶ μακρὰ παντὸς νομοσχεδίου ὑποβαλλομένου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον προσάγει νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ προγράμματος της, αἰσθάνεται ὅτι ἔχει καὶ αὐτὴ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον, ἀφοῦ ἀκούσῃ πᾶσαν τὴν λεπτομερῆ συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξάγεται, ἀφοῦ ἀποδεχθῇ ὅσας ἐκ τῶν παρατηρήσεων θέλει ἐγκρίνει, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας, ἡ ὁποία ὀφείλεται ἐκ μέρους τῶν ἐντολοδόχων πρὸς τοὺς ἐντολεῖς, τὰ ἑξῆς: Κύριοι, ἂν θέλητε νὰ μὲ ἔχητε ὡς ἐντολοδόχον, δὲν δύναμαι νὰ ὑπέχω τὴν εὐθύνην τῆς ἐντολῆς, ἂν δὲν μὲ ἀκούσητε ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου. Ὑπῆρξάν τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐθεώρησαν ὅτι ἡ τοιαύτη γλῶσσα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γλῶσσα προκλητικὴ καὶ ἀπολυταρχική, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀναξία ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία, βλέπουσα κινδυνεῦον τὸ ἔργον αὑτῆς τὸ ἀνορθωτικόν, δὲν θὰ ἔθετεν εἰς πᾶσαν περίστασιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὕπαρξιν, διὰ νὰ σώσῃ τὸ νομοσχέδιόν της. Καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχω ἀνάγκην νὰ προέλθω εἰς μίαν περαιτέρω ἐξήγησιν πρὸς ἀξιότιμον φίλον μου, Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης. Ἤκουσα μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ μετὰ πολλῆς συμπαθείας, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ πρὸς στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ παραπείσῃ διὰ τῆς εὐγλωττίας του, ὅτε ἔλεγε ὅτι θὰ διατηρήσῃ τὴν γνώμην του καὶ δὲν δύναται νὰ θυσιάσῃ τὴν γνώμην του, διὰ νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην του μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι, ὅσον ἄξιον ἐκτιμήσεως εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς ἀνεξαρτησίας, εἶναι οὐχ ἧττον αἴσθημα ἥκιστα πολιτικόν. Ὅπου ὑπάρχουν πολιτικὰ σωματεῖα πολυάριθμα, ταῦτα δὲν δύνανται νὰ διαφύγουν τὸν κίνδυνον τῆς ἀναρχίας, ἂν μὴ ὑπάρχῃ πολιτικὴ πειθαρχία, καὶ τὴν πολιτικὴν πειθαρχίαν τὴν ἐξασφαλίζει ὁ καταμερισμὸς τῶν μεγάλων αὐτῶν σωματείων εἰς πολιτικὰ κόμματα, καί, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὸν κόμμα, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἡ θυσία συνήθως ἐκ μέρους ἑκάστου τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μέρους τινὸς τῶν ἰδίων ἰδεῶν καὶ ἰδίων πεποιθήσεων. Ἀλλ’ ἐζητήθη ἀκόμη λόγος, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοὺς μὴ φίλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὰς ἐκδηλώσεις γνωμῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν καλοῦμαι νὰ ἀπολογηθῶ διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ ἐφημερίδων. Ἐν τούτῳ τῷ συνεδρίῳ πρό τινος χρόνου ἐθεωρήθην καὶ πάλιν ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐγράφοντο εἰς ἐφημερίδα, ἡ ὁποία διηυθύνετο ἀπὸ ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐξακολουθῶ νὰ θεωρῶ ὡς κάλλιστον προσωπικόν μου φίλον, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐζητήθη καὶ λόγος ἀπὸ ἐμὲ δι’ ἄρθρα ἐφημερίδος, ἡ ὁποία, ὅτε ἐγράφοντο τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, δὲν ἦτο πλέον πολιτικῶς φίλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠδυνάμην τότε νὰ ἀποκηρύξω τὰ γραφόμενα· εἶπον μόνον, ὅτι δὲν θεωρῶ, ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει τὰς ἰδέας μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος τὰς δηλώσεις ταύτας νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, διὰ νὰ παύσωσι πλέον νὰ ζητοῦν εὐθύνας κυβερνητικὰς διὰ τὰς γνώμας τῶν δημοσιογράφων. Καὶ ἐζητήθησαν, Κύριοι, εὐθῦναι ἀπὸ ἐμὲ ὄχι μόνον δι’ ὅσα ἐγράφησαν ἐν ἐφημερίδι πολιτικῶς φίλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα ἐγράφησαν ἐν ἐφημερίδι, ἡ ὁποία δὲν διακρίνεται καθόλου διὰ τὴν πολιτικήν της συμπάθειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἑσπερινῇ τινι ἐφημερίδι. Διότι ἐζητήθη δικτατωρία ἀπὸ μίαν ἑσπερινὴν ἐφημερίδα ἐκρίθη ὅτι εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ, καὶ ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ἀπειλήσω τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ἐκβιάσω αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας μου, ἐπισείων κατ’ αὐτῆς τὴν ἰδέαν εἴτε τῆς διαλύσεως εἴτε τῆς δικτατωρίας. Ἀλλ’ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐν μέσῳ ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ εἶναι κυρία τῆς καταστάσεως, καὶ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον, δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸ εἴπω, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ εἴπω, διὰ νὰ παύσῃ τὸ στάδιον τῶν παρεξηγήσεων, ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον προσηνέχθη ἡ δικτατωρία καὶ τὴν ἀπέκρουσε, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν συνεβιβάζετο τότε πλέον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸν ἐπαναστατικὸν ἀγῶνα, τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτίθηται ὅτι σκέπτεται νὰ ἱδρύσῃ δικτατωρίαν. (Παταγώδη χειροκροτήματα). Εἶναι τόσον βαθεῖα ἡ πίστις μου πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ὥστε, καὶ ὅτε ἀκόμη τὰ πράγματα ἐφαίνοντο ἀπελπιστικά, ἐγὼ δὲν ἔπαυσα ἐλπίζων. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν σήμερον νὰ ἀπελπισθῶ, τὴν ἐπιοῦσαν ἑνὸς ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλα τὰ σφάλματα ὑπῆρξεν ἀγὼν ἅγιος, διότι ἦτο ἀγών, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἡ ἀναδημιούργησις νέας Ἑλλάδος ἀξιωτέρας τοῦ παρελθόντος. Ἂν παρατηροῦνται προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον αὐτῆς νὰ ὑποδείξῃ ἑκάστοτε εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι, ὥστε τὸ ἔργον νὰ ἀχθῇ ταχύτερον εἰς ἀσφαλὲς τέρμα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀπελπισθεῖσα περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου τοῦ παρόντος συνεδρίου, δύναμαι νὰ εἴπω ἀκόμη, ὅπως μὴ ἀφήσῃ στάδιον εἰς οὐδεμίαν σχετικὴν παρεξήγησιν, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔβλεπεν ἀπολλύμενον ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον καὶ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου καὶ καθισταμένου τούτου ἀνικάνου νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἀποστολήν, εἰς ἣν ἐκλήθη, δὲν θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι ὑπῆρχε καιρὸς πρὸς δικτατωρίαν, διότι ἔπρεπε τότε νὰ ἀπελπισθῇ τις περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω καὶ ἄλλας τινὰς ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν. Κύριοι Βουλευταί, ἐπεκρίθημεν, διότι ἔχομεν διπλῆν τὴν ὑπόστασιν, καὶ ἔχομεν τῳόντι διπλῆν τὴν ὑπόστασιν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ θυσιάσωμεν τὴν μίαν χάριν τῆς ἄλλης. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσωμεν τὴν ἑτέραν, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἐφυλάττομεν τὴν ὑπόστασιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἴμεθα συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ καὶ Ὑπουργοί, ὑπεύθυνοι διαχειρισταὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Μόνον οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἰδέαν τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ δύνανται νὰ φαντάζωνται ὅτι Ὑπουργοὶ ὄντες καὶ Βουλευταὶ ἔχομεν ἠλαττωμένα τὰ δικαιώματα ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν. Κατηγορήθημεν ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, διότι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προσκομισθῇ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν ν’ ἀνακοινώσωμεν τοῦτο καὶ πρὸς τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα σύμφωνοι μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Δὲν ἠθελήσαμεν διὰ τούτου νὰ καταστήσωμεν τὸν Βασιλέα συμμέτοχον τοῦ ἔργου τοῦ συνεδρίου τούτου, ὡς συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ, διότι γνωρίζετε, ὅσοι ἦσθε μέλη τοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον διελύθη, ὅτι διεκήρυξα τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀνεύθυνος παράγων δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν ὡς ἀναθεωρητικοῦ συνεδρίου. Ἀλλ’ ἦτο φανερόν, Κύριοι, ὅτι, ἂν μετὰ τοῦ Βασιλέως ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκετο σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τοῦ συνεδρίου τούτου, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐθεώρει καθῆκον αὑτῆς νὰ ἀπέλθῃ, διὰ νὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἔχουσα ταυτότητα τῆς γνώμης μετὰ τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος, νὰ ἔλθῃ νὰ συνεργάζηται ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ταῦτα ἦσαν, Κύριοι, ὅσα ἐπεβάλλετο νὰ εἴπω μετὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὴν ἑσπερινὴν συνεδρίασιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ τάξῃ τὴν προθεσμίαν τῶν πέντε ἡμερῶν, προσθέτων ὅτι πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν σεβαστὸν πρόεδρον αὐτῆς πλὴν τῆς προθεσμίας αὐτῆς ἀπευθύνω παράκλησιν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ὅπως ἐντὸς τῶν πέντε ἡμερῶν προσαγάγῃ, ὅπως εἶναι δυνατὸν καὶ χρήσιμον νὰ προσαγάγῃ, ἂν ὄχι τὸ σύνολον, τοὐλάχιστον τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος, τὸ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.

§245ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι σαφῶς καὶ βεβαίως τὴν θέσιν μου, ὥστε νὰ ἀνταπαντῶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, τὸν λατρευτὸν τοῦ ἔθνους ἐγώ, ὅστις εἶμαι μονάς. Δὲν ἀπηύθυνα ἐγὼ οὔτε τὴν ἐλαχίστην μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἐμέμφθην καὶ ἐξέφρασα τὴν ἔκπληξίν μου, διότι οἱ γράψαντες ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, δὲν ἐτέθησαν ἤδη ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν. Τοῦτο ἦτο ἓν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤμην ὑπόχρεος νὰ κάμω ἀνταπάντησιν. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τοῦτο: Δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε γνώμην περὶ ἐμοῦ θέλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸ αὐτὸν ὅτι ὁσάκις προήλθομεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων ἡττήθη κατὰ κράτος.

§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!

§247ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶσθε πλειονοψηφία καὶ δύνασθε νὰ σχετλιάζητε.

§248Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, πόσον εἶναι δυσχερὲς νὰ ἀκουσθῶ εὐμενῶς κατόπιν τῆς γοητείας, τὴν ὁποίαν προυξένησεν ἡ ἔκλαμπρος εὐγλωττία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Παρ’ ὅλην ὅμως τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ὁμιλῶν πρὸς τὸ συνέδριον τοῦτο, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω προχθὲς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε τοιαύτη παρερμηνεία ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἐνόμιζόν ποτε ὅτι εἰς τὰς γνώμας μου ἐκείνας θὰ ἐδίδετο ἡ ἐξήγησις, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἔπληξε κατάκαρδα. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀπομακρυνθῶ τῶν γνωμῶν μου πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἣν περιβάλλω διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης μου. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἴδιον πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι νὰ ἐμμένωσι καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν γνωμῶν των ἀκόμη, καὶ ὅταν αὗται πρόκειται νὰ ἀνατρέψωσιν ἄρδην τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ εἶμαι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι σκοπεύω νὰ συντρέξω τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον αὐτῆς, καὶ τὸ συντρέχω, ἀλλ’ εἶπον συγχρόνως, ὅτι δὲν εἶναι ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι τῆς Κυβερνήσεως γνῶμαι κεφαλαιώδεις, γνῶμαι ἀπαρτίζουσαι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἐγὼ εἶπον ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσιν ἓν κεφαλαιῶδες πρόγραμμα περὶ τὸ ὁποῖον εἶναι συντεταγμένοι οἱ φίλοι αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθῶσι καὶ τὰς μᾶλλον ἐπουσιώδεις λεπτομερείας τοῦ προγράμματος αὐτῶν. Ἐξακολουθῶ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λέγω ὅτι εἶμαι θιασώτης καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ ἐπίσης νὰ λέγω, ὅτι δὲν ἀποστῶ τῶν ἐπιστημονικῶν μου γνωμῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν θὰ ἀντίκεινται εἰς τὸ κεφαλαιῶδες, τὸ οὐσιῶδες πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τὸ ὁποῖον ἐτάχθην καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἀγωνισθῶ ὅση μοι δύναμις. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πὼπ.

§250Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ μακρῶν, οὔτε νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας διετύπωσεν εἰς ὡραίας, ὁμολογῶ, καὶ χρηστὰς ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐπεθύμουν δι’ ὀλίγων μόνον λέξεων νὰ ἐπανέλθω ἐκεῖ, ὁπόθεν ἤρχισα, καὶ νὰ ἐξάρω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρὶν ἢ κομίσῃ τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Βουλὴν ἐσκέφθη—οὔτε θέλω κἂν νὰ κρίνω ἂν ὀρθῶς ἢ καὶ σκοπίμως, ἂν καλῶς, ἂν κακῶς καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἢ καλῶς καὶ συνταγματικῶς ἔπραξε τοῦτο— καὶ ὑπέβαλε τὸ σχέδιον τοῦτο εἰς τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς τὴν ἔγκρισιν, διότι ἄλλως, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν μετεῖχε τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς, τὸ ζήτημα καθίστατο πολιτικόν. Ἀπὸ τῆς ἐννοίας ταύτης τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπάγομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς πρώτης μου ἀγορεύσεως καὶ φρονῶ ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἵνα εὕρηται ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῶν δηλώσεων αὑτῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῆς διευθύνσεως τοῦ ἔργου τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἡ διεύθυνσις τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου προεκάλεσε τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ταυτοχρόνως, ὅτι θεωρεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πᾶσαν συνταγματικὴν διάταξιν, διότι ἀντιθέτως δὲν θέτει μόνον τὴν ἑαυτῆς θέσιν ἀντιμέτωπον πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ θέτει ἀντιμέτωπον τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν σαφῶς γνώμην.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.

§252ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐγὼ ἀπὸ τόσην ὥραν.

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαιρετικῶς δι’ ὑμᾶς ἀνακαλῶ τὴν ἀπόφασιν καὶ παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσητε.

§254Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς τὸ ὀφείλω ὡς χάριν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, διότι νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμά μου! Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ προθεσμίας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ προσαγάγῃ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν συνιστῶν προθυμίαν εἰς τὴν ἐργασίαν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ κύριον αὑτῆς ἔργον, τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ οὐχ ἧττον σπουδαῖον ἔργον, τὸ νομοθετικόν, τὸ ἀποτελοῦν ὁλοκληρωτικόν, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, στοιχεῖον αὐτοῦ. Ἀπηρίθμησε μάλιστα κατὰ τὸ πρὸ τῆς διακοπῆς διάστημα τῆς συνεδριάσεως τὰ κεφαλαιώδη μέρη τῆς ἐργασίας τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος καὶ κατωνόμασε τὸν νόμον ἢ τὸ νομοσχέδιον περὶ καθορισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν τσιφλικίων, τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου, πάντα σχέδια μὴ προσαχθέντα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ δικαστικὰ τὰ προσαχθέντα καὶ τὰ δικαστικὰ τὰ μὴ προσαχθέντα, πάντα ταῦτα ὡς ἀποτελοῦντα τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοὐλάχιστον τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον μέρος ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως.

§255ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐλησμονήσατε τὰ ἐκπαιδευτικά.

§256Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἔκαμον ἐπίτηδες διὰ σᾶς! Καὶ τὰ ἐκπαιδευτικά. Ἡ Κυβέρνησις ἀπένειμεν ἴσην σπουδαιότητα πρὸς τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν, ὅσον καὶ πρὸς τὸ ἀναθεωρητικόν, ἀπέδειξε δὲ τοῦτο καὶ ἐμπράκτως, διότι ἐπελήφθη τῶν νομοθετικῶν ἔργων πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῶν ἔργων τῶν ἀναθεωρητικῶν, ἀδιάφορον ἂν ἐπελήφθη διότι δὲν ὑπῆρχεν ἑτοίμη ἀναθεωρητικὴ ἐργασία. Καὶ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει πάντα ταῦτα νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου τῆς μόνης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν ταῦτα. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ταῦτα ἐξ ἴσου σπουδαῖα καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρέπει τοῦτο ἅπαξ καὶ τοῦτο δὶς νὰ ψηφισθῇ. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις πάντων, ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἔχῃ ἐργασίαν ἡ Βουλὴ καθ’ ὃ διάστημα ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀναθεωρήσεως, ἢ νὰ μὴ ἔχῃ ἐργασίαν σοβαρὰν ἡ Βουλὴ καθ’ ὃν χρόνον ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπή, διὰ νὰ δικαιολογῆται ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ταχέως νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τεθεωρημένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐργασίαν ὑποβεβλημένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ νομοσχέδια τὰ δικαστικά, ἐξ ἴσου σπουδαῖα, ὡς λέγει, ὅσον καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος πρὸς συζήτησιν ἢ τείνει εἰς μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἢ τείνει εἰς ἀπόδοσιν ἄλλης τινὸς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δὲν κατεδήλωσε σαφῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ἀπόκρυψιν ἐννοίας. Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι καὶ φυσικῶς δυνατόν, ἐντὸς τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διέρρευσαν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀρχαιρεσίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μὲ τὴν προσθήκην δύο ἀκόμη ἡμερῶν, νὰ κατορθώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιάσῃ ἔστω καὶ ἓν τμῆμα τελείως ἐπεξειργασμένον τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν θεωροῦντα τὰς δεκατρεῖς ἡμέρας ὡς ἀποτελούσας χρονικὸν διάστημα μακρὸν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἤθελον νὰ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Νομίζει τάχα ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, ἔχοντας τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχοντας καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐν τόσῳ μικρῷ διαστήματι νὰ προσαγάγωμεν πλήρη ἐργασίαν μεμελετημένην; Εἶναι τόσον ἀδικαιολόγητος ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προσαγάγωμεν ἐν τόσῳ μικρῷ χρονικῷ διαστήματι τόσον μεγάλην ἐργασίαν, ὅσον ἀδικαιολόγητος ἤθελεν εἶναι, ἐὰν προετείνετο ὑφ’ ἡμῶν νὰ ταχθῇ προθεσμία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά της, τὸ πρὸ τόσου καιροῦ ἐπαγγελθέν, καὶ θὰ ἦτο τόσῳ περισσότερον ἡ γνώμη ἡμῶν δεδικαιολογημένη, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε πρὸ αὐτῆς τέσσαρας μῆνας ἐργασίας, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν παρὰ μίαν καὶ μόνην ἑβδομάδα. Πρὸ τοιαύτης ἀδικαιολογήτου προτάσεως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλοντος μεθ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ὑπεβλήθησαν, νὰ ψηφισθῇ ἡ πενθήμερος προθεσμία, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ὅτι συμβαίνει ἄλλο τι εἰμὴ ὅτι πρέπει νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο χαρακτηρίζεται ἡ Βουλὴ ὡς ἀπρόθυμος, καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖται ὅτι παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φέρει τὴν εὐθύνην ἂν ὁ χρόνος καταναλίσκεται ἐδῶ ἐπὶ ματαίῳ δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας· τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν προσήγαγεν ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλήν.

§257Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ συζήτησις θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐξεστόμισεν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ, ὅτι παρελάβομεν ἐκ Κρήτης ἀειθαλῆ βλαστόν, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ἀπ’ ἐκεῖ νὰ διδαχθῶμεν διδάγματα καὶ μαθήματα. Ἐν Κρήτῃ εἶναι ἐρριζωμένη ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις, ἅπαν δὲ τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι διατεθειμένον νὰ ἀκούσῃ διδάγματα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ μαθήματα, Ἐνόμισα, ὅτι ἦτο καθῆκόν μου νὰ τὸ τονίσω τοῦτο.

§258Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, μὴ ἀντιληφθεὶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ.

§259Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἀτοπωτάτη πρὸ πάντων ἡ συζήτησις ἡ προκληθεῖσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀντικείμενον ἔχουσα τὰ γραφέντα ἐν τῷ τύπῳ περὶ δικτατωρίας. Ἦτο βεβαίως ἀτομικὴ γνώμη τοῦ γράψαντος, ἀλλ’ ἀναξία πάσης προσοχῆς, διότι τοσαύτη εἶναι ἡ στοργὴ πρὸς τὸ πολίτευμα ἡ ἐκδηλωθεῖσα ὑφ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν παραγόντων τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ, ὥστε οὐδόλως ἠπόρησα διὰ τὴν διάψευσιν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως γενομένην. Ὅτε τὸ ἔθνος διῆλθε τὸν χρόνον τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε φανερῶς νὰ εἴπῃ τι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἠσθάνθη δὲ τοὐναντίον καὶ ἡ ἐπανάστασις τὴν ἀνάγκην νὰ σεβασθῇ αὐτὸ ὡς πρῶτον ὅρον θέσασα τὴν ἀκεραιότητα τοῦ πολιτεύματος, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι εἴτε αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς εἴτε ἄλλος οἱοσδήποτε θὰ ἐτόλμα νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος; Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῶμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει ἀκράτων ἐλευθεριῶν, ἀπὸ ἑξηκονταετίας καὶ πλέον, τὰς ὁποίας ἄλλοι μᾶλλον αὐτοῦ προηγμένοι λαοὶ σήμερον μόλις κατέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων, ἤθελεν ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ; Τοιαῦτα φρονῶν ὄχι μόνον δὲν ἠπόρησα καὶ δὲν ἐθαύμασα, ἀλλὰ καὶ δικαιολογῶ τὴν ἀγανάκτησιν, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέψευσε τὰς φήμας ταύτας ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει κατὰ τοῦτο ἄδικον, ὅτι ἐσφαλμένως νομίζει, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσιν, ἔστω καὶ εἰς μονάδας ἀριθμούμενοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε· διότι οὐδείς, ἐλπίζω, ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα ἐπιθυμεῖ ὑπὲρ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος νὰ θέσῃ τὰ ἀτομικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, εἴτε πολιτικὰ εἴτε ἰδιωτικά. Πάντες ἔχομεν τὸν αὐτὸν προορισμόν, νὰ συντελέσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ κατορθωτὸν τοῦτο, νὰ δώσωμεν εἰς τὴν χώραν πολίτευμα τελειότερον καὶ ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων πληρεστέραν. Διαφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι οὔτε τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν ἔχουσι κακῶς, ὡς οἱ ἀφειδῶς κατηγοροῦντες παραδέχονται, οὔτε ὅτι τὰ ἀληθῶς κακῶς κείμενα εἶναι τόσον εὔκολον νὰ βελτιωθῶσιν, ὅσον ἡ ἀπειρία πολλῶν τὰ ἐνόμισεν, ὅσον ἡ ἀπειρία πρὸ παντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ βαρυθυμοῦντος διὰ τὴν κατάστασιν καὶ ἐπιθυμοῦντος τὴν ἀνόρθωσιν εὐκόλως παρεδέχθη. Εὐτυχεῖς θὰ εἴμεθα, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ πράγματα οὐχὶ ἐντελῶς, ὡς νομίζουσιν οἱ εὔπιστοι, ἀλλ’ ἔστω νὰ τεθῶσιν ὑφ’ ἡμῶν αἱ ἀπαρχαὶ τῆς βελτιώσεως, διότι αἱ βελτιώσεις δὲν ἔρχονται εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὡς ἡ ἱστορία διδάσκει, τοσοῦτον ταχέως. Ὑπάρχει, ὅμως εἷς κίνδυνος ἐν τῇ καταστάσει, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, διότι τοσαῦτα ὑπεσχέθησαν οἱ κυβερνῶντες ὅτι θὰ πράξωσιν ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ὥστε ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὰς ὑποσχέσεις αὐτὰς ἐκπληρουμένας. Τὰς νομίζει καὶ εὐκόλους καὶ ἴσως ἤδη καὶ ἐκπληρωθείσας. Ὁ κίνδυνος ὑπάρχει, ὅταν ἴδῃ τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ διαψευδομένας, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ διαψευσθῶσι τοὐλάχιστον καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐντεῦθεν λοιπόν, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ θέσις τῶν κυβερνώντων εἶναι εὐχερεστάτη, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ δυσχερεστάτη. Εἶναι εὐχερεστάτη, διότι ὁδηγεῖ ὁλόκληρον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, διότι καὶ ἡ ἐλαχίστη καὶ σχεδὸν ἄτονος μειονοψηφία ἄγεται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων πρὸς τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος καὶ εἶναι ἑτοίμη νὰ συζητήσῃ καὶ οὐδέποτε νὰ παρακωλύσῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως καὶ δυσχερεστάτη, διότι τὸ ἔργον εἶναι δυσχερέστατον, αὐτὸ δὲ τὸ ἔργον καθ’ ἑαυτὸ εἶναι δυσκολώτατον, περιπλέκεται δὲ ὑπὸ περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος εὑρίσκεται, τοσούτων ἐπικινδύνων. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ ἐμβάλωσιν εἰς σκέψεις βαθυτάτας καὶ καθημερινὰς τοὺς κυβερνῶντας, οἵτινες εὐλόγως στενοχωροῦνται καὶ ἀδημονοῦσι μήπως παρεξηγηθῶσιν. Ἔχουσιν εἰς τοῦτο δίκαιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς μόνον τὴν ἡμετέραν γνώμην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, καὶ ταύτην συμβουλευτικήν. Δίδομεν τὴν γνώμην καὶ τὴν συμβουλήν, ἐὰν τοῦτο μᾶς ἐπιτρέπηται, νὰ μὴ ἐρεθιζώμεθα τοσοῦτον εὐκόλως ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ τὴν ἀπειρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ πρὸ πάντων διὰ τὸν διπλοῦν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐφ’ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, εἰς τὰς ὁποίας τελευταῖος ἔλαβον δι’ ὀλίγον τὸν λόγον, δὲν νομίζω ὅτι προήρχοντο ἐκ πνεύματος παρακωλυτικοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· αἱ συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, πολλοὶ δὲ ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι νὰ συζητήσωσιν ἐξ ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ πρὸ πάντων ἐκ πείρας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν εὐρεῖαν τοῦ θέματος συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ συζητήσῃ ἀνέτως, ἐφ’ ὅσον τὰ τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶχον προσκομισθῇ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ τυγχάνω μέλος, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ἔδειξε προθυμίαν μεγάλην, ἀλλ’ ἔχει καὶ πᾶσαν δικαιολογίαν μετὰ περισκέψεως βαδίζουσα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἐπῆλθε βραδύτης τις, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ κανονικὴ ἀνάπτυξις τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θὰ ἠσχολεῖτο, θὰ ἦτο ἡ ἀκόλουθος κατὰ τοὺς ἡμετέρους θεσμούς, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ ἐκείνας μόνον τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη Βουλὴ εἶχε καθορίσει ὡς ἀναθεωρητέας. Τότε οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε δυσχέρεια, διότι θὰ εἴχομεν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τὸ κείμενον. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶναι Συντακτικὴ Βουλὴ περιωρισμένην ἔχουσα ἐξουσίαν, ὅτι δὲ τοιαύτη εἶναι, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πᾶσαι αἱ ἄλλαι Βουλαὶ δὲν εἶχον τοιαύτην συντακτικὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὡρισμένως καλεῖται, ὅπως ἐπὶ συντακτικῶν διατάξεων ἀποφανθῇ. Ἀτυχῶς ὅμως ἐνταῦθα παρακαθήμεθα, ὅπως μετὰ παρρησίας ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, συνεπείᾳ πραξικοπήματος. Τὰ πραξικοπήματα κατὰ τὴν ἔκβασιν αὐτῶν δικαιολογοῦνται, ὅταν ἐπιτυγχάνωσι, καταδικάζονται δὲ καὶ ὑπὸ τῶν παρόντων καὶ ὑπὸ τῶν μελλόντων, ὅταν ἀποτυγχάνωσιν.

§260ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ τῶν παρόντων ὄχι.

§261Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Συμφέρον ἑπομένως ἔχομεν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, πάντες καὶ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος γένηται ὅσον τὸ δυνατὸν τελεία, διότι τότε καὶ μόνον πάντες θὰ σεβασθῶσι τὰ ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα ψηφιζόμενα. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ πολυμελῆ Σώματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνωνται ἄλλως εἰμὴ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν μερίδων, ἐὰν τοιοῦτοι ὑπάρχωσι, πρὸ παντὸς δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀποτελούμενον ἀπὸ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται, τοὐλάχιστον κατὰ πρόληψιν, οἱ ἄριστοι ἐκ τῆς κρατούσης πολιτικῆς μερίδος, εἰσηγεῖται τὰ θέματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲ τοῦτο συνέβη πάντοτε, πρὸ πάντων πρέπει νὰ συμβῇ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, διότι μεγάλαι εἶναι αἱ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας ὑπέχουσιν οἱ νῦν Ὑπουργοὶ ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον πολλὰ ὑπεσχέθησαν, ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ὥστε τάχιστα πρέπει νὰ ἀρξώμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ εὑρίσκω οὔτε σκόπιμον οὔτε ὀρθόν, διότι ὅσον χρόνον θὰ κερδίσωμεν συντέμνοντες τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, διπλοῦν χρόνον θὰ ἀπολέσωμεν ἐνταῦθα συζητοῦντες διὰ μακρῶν ἐπὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων ἡ προεξελεγκτικὴ τριακονταμελὴς ἐπιτροπὴ ἤθελε προλειάνει τὴν λύσιν. Ἔργον λοιπὸν συνέσεως εἶναι, νομίζω, νὰ ἀφήσωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν τοῦ πολυμελοῦς τούτου Σώματος, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούομεν πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ἡμετέρας συνειδήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἔργον πατριωτισμοῦ καὶ συνέσεως εἶναι, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα, οὔτε πρέπον εἶναι, νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα, νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς συστάσεις τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ ἐπισπεύσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου. Ὅταν δὲ ἀποπερατώσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν καὶ μόνον ἔργον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπερ εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος, τότε ἂς ἐπιληφθῶμεν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἀνορθωτικοῦ νομοθετικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως· θὰ ἔχῃ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις τὸν χρόνον, ὅπως προετοιμάσῃ τὴν ἐν γένει ἐργασίαν καὶ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θέσῃ ταύτην ὑπὸ τὴν κρίσιν της. Ἔχοντες δὲ περατωμένον τὸ ἔργον ἡμῶν τὸ κύριον δυνάμεθα, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπιτρέπωσι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες, ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπωσι, νὰ παύσωμεν συζητοῦντες. Ἐγώ, Κύριοι, εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἐν ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ τὰ πάντα ἐγένοντο· εἶχον πρὸ πάντων τὴν γνώμην ὅτι ἐν ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ ζητοῦμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Οἱ σωφρονοῦντες ἐπισκευάζουσι τοὺς οἴκους αὑτῶν ἐν θέρει καὶ μόνον οἱ μὴ προνοητικοὶ ἐπισκευάζουσι τοὺς οἴκους αὑτῶν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, χειμὼν δὲ εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ περὶ ἡμᾶς, καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, καὶ καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ σπεύσωμεν, ὅπως στεγασθῶμεν ἀνοικοδομοῦντες ὡς τάχιστα τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, τὸ πολίτευμά μας.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν καὶ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἡ Βουλὴ ὁρίζει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ σχέδιον ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων κεφάλαιον». Οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἀρκετοί). Δὲν θεωρῶ σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν οὕτω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κ. κ. Θ. Πετμεζᾶ καὶ Π. Πετροπουλάκη. Ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως οἱ ἑξῆς:)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικολ. Στράτος Ἐπ. Σουλτάνης
Νικολ. Χρυσόγελος Γεώργ. Ποῦλος
Ἀλέξ. Γρίβας Ἰωάν. Φαρμάκης
Σερ. Ψύχας Ἀντ. Ῥοντήρης
Παντ. Καρασεβδᾶς Ἀθαν. Τριγώνης
Ἰωάν. Καναβός Τριαντ. Παπαδάμ.
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Θωμᾶς Σκάσης
Ἰωάν. Τσιγκολίτης Ἰάκ. Ἀβάζος
Στέφ. Γρανίτσας Δημ. Ζαμπᾶνος
Γεώργ. Ἰατρίδης Νικ. Καμπάννης
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος
Ἰωάν. Χριστοδουλῆς Γεώργ. Γαϊτᾶνος
Ἰωάν. Ἀκρίδας Ἀντ. Ῥεβίνθης
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Μᾶρκος Βαλληνδρᾶς
Ἐμμ. Ῥέπουλης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος
Ἀθ. Χριστόπουλος Ἰω. Μαμάκης
Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΔημ. Καΐρης
Γεωργαντᾶς Θρόνος Γεώργ. Φικιώρης
Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΚωνστ. Μέρμηγκας
Ἀθ. Σωτηριάδης Γεώργ. Οἰκονόμου
Γερ. Νοταρᾶς Ν. Πετροπουλάκης
Δημ. Κούζης Παναγ. Πετροπουλάκης
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ἰω. Ἀθηνογένης
Νικολ. Σακελλάριος Βασίλ. Μιχαλέας
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἰω. Πατσουρᾶκος
Νικολ. ΔημητρακόπουλοςΧρ. Πετρέας
Ἀναστ. Βάρβογλης Πέτρ. Μαυρομιχάλης
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ἰω. Φουρίδης
Δημ. Πλαπούτας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Δημ. Χηνιάδης Ἰω. Χρυσοβελώνης
Ἀθ. Πετρόπουλος Μιλτ. Μπουφίδης
Νικολ. ΤριανταφυλλάκοςἈγαμέμνων Σλῆμαν
Ἀθ. Κατριβᾶνος Γεώργ. Τσαξίρης
Ἰωάν. Πολίτης Γεώργ. Σχινᾶς
Ἀντ. Βούτσης Γεώργ. Δρίβας
Θεόδ. Γρηγορίου Κωνστ. Χρυσογοΐδης
Σπυρ. Σῖμος Γεώργ. Βλάχος
Ἐλ. Βενιζέλος Κωνστ. Γιαννακόπουλος
Κωνστ. Ῥακτιβάν Φίλ. Ζαρζάμπας
Μιλτ. Νεγροπόντης Χρ. Μωραΐτης
Τιμ. Ἡλιόπουλος Νικολ. Παπαϊωάννου
Μιχ. Γαλανός Κωνστ. Ζησόπουλος
Ἰωάν. Ἀθανασάκης Σπήλ. Ντολιόπουλος
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Παναγ. Κασίμης
Κωνστ. Δεμερτζῆς Δημ. Κάβουρας
Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ἀντ. Πετρομανιάτης
Γεώργ. Σταμπάδος Πέτρ. Ἰατρόπουλος
Θεμ. Μιχαλόπουλος Γεώργ. Κορομηλᾶς
Δημ. Ἀνδρέου Δημ. Κανελλόπουλος
Ἐμμ. Κυπαρίδης Γεώργ. Σπηλιόπουλος
Ἀριστ. Σακελλαρίου Ἰωάν. Κουρτάκης
Νικολ. Σπηλιώτης Μεν. Πιπιλῆς
Σπυρ. Παπαχατζῆς Πέτρος Γκίνης
Σάββας Βαρβιτσιώτης Ἀλέξ. Διομήδης
Λουκ. Κουτσοπέταλος Ἀνδρ. Ἀναργύρου
Δημ. Λαζαρῆς Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
Σπῦρος Θεοδωρόπουλος Ἀλέξ. Παπαποστόλου
Νικολ. Ῥούσης Δημ. Θεοδοσόπουλος
Σπ. Φορέστης Παυσ. Ζωγλοπίτης
Ὀθ. Τετενές Γεώργ. Ζούκας
Γεώργ. Μουσούρης Διον. Γκλαβᾶς
Σωκ. Ἄν. ΚαβαλλιερᾶτοςἈνδρ. Μιχαλακόπουλος
Θεόδ. Κοντομίχαλλος Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης
Λέων Ἐμπειρῖκος Κωνστ. Γόντικας
Σταμ. Βαφειαδάκης Ἰωάν. Βέρροιος
Περ. Γρυπάρης Πολ. Πολυχρονιάδης
Κων. Καλομενόπουλος Δημ. Μάρκου
Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Μανωλίτσης
Σπήλ. Ἀγαπητός Σπυρ. Βλαντῆς
Ἀλέξ. Φωτήλας Χρ. Καποδίστριας
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ἀνδρ. Κρητικὸς Βαρούχας
Θεόδ. Ψυχαληνός Σπυρ. Λάσκαρις
Γ. Παπακυριακόπουλος Βασίλ. Πουλιάσης
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Κων. Ἀρβανιτάκης
Ἀνδρ. Καφετζόπουλος Διον. Βινιεράτος
Λουκ. Φλαμῆς Παν. Λιβιεράτος
Κωνστ. Πανοῦτσόπουλος Σπυρ. Ἰγγλέσης
Νικολ. Συριόπουλος Νικ. Χαριτᾶτος
Χρ. Κορύλλος Ἀνδρ. Μονοκροῦσος
Ξεν. Σταυρουλόπουλος Πέτρ. Βασιλόπουλος
Παν. Βουρλούμης Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
Ν. Ῥαφτόπουλος Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
Χρ. Μεϊτάνης Κων. Σταμούλης
Διον. Πολυζωγόπουλος Γεώργ. Τάγιας Κρῖκος
Ἰω. Δογάνης Κωνστ. Παπακυρίτσης
Γ. Λαμπρινόπουλος Χρ. Καραζ
Γεώργ. Ἀβέρωφ Ἀλκ. Θανόπουλος
Νικολ. Σταματιάδης Νικολ. Γιουβρῆς
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Κυρ. Κυριαζόπουλος
Νικολ. Ἀβέρωφ Ἰω. Τσιριμῶκος
Γεώργ. Μπένος Θεμ. Παπαϊωάννου
Νικολ. Κάραλης Ἰω. Γιδογιάννος
Δημ. Βάχλας Γεώργ. Συγγούρης
Γεώργ. Κοσδῖνας Κων. Δημοκωστούλας
Ἀποστ. Ἀποστολίδης Ἰωάν. Γραμματίκας
Μιχ. Σφακιανάκης Ἡρ. Βελλόπουλος
Πλούτ. Μαυρίκης Ἀθ. Χριστίδης
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἐμμ. Παγκάρας
Κωνστ. Χατζάκος (Ἡρνήθησαν ψήφο οἱ ἐξὴς:)
Γεώργ. Γαζέπης Δημ. Καλλέργης
Ἰωάν. Λούντζης Θρασ. Πετιμεζᾶς
Δ. Κουλουμπάρδος Στεφ. Ν. Δραγούμης
Ἀναστ. Λούντζης Κωνστ. Ζαβιτσάνος
Διον. Κλάδης Λίνος Κογεβίνας
Νικολ. Παπαδᾶτος Λαυρέντιος Μαβίλης
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Κωνστ. Κατηφόρης
Σπυρ. Χατζάρης

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 212. 205 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 7 δὲ ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν πρότασις περὶ προσθήκης εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διατάξεως ἀφορώσης εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἐπίσης πρότασις νόμου τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου «Κυρᾶς Λαγκάδι». Ἐπίσης πρότασις 7 Βουλευτῶν περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.
2Τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1911
3(Παρασκευή).
4Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ.μ. παρόντων 186
6Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ
7τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
91) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου ζητοῦσι μετριασμὸν
10τῆς ποινῆς των·
112) Ἐπίσης οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου ζητοῦσι
12μετριασμὸν τῆς ποινῆς των·
133) Δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Πα-
14λαμηδείου Φ. Μαθιὸς παραπονεῖται, ὅτι τῷ καθυστερεῖται
15συστημένον ταχυδρομικὸν δέμα·
164) Ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Καλαμῶν Ε. Γιαννακό-
17πουλος ὑποβάλλει αἴτησιν, ὅπως τῷ μετριασθῇ ἡ ποινή του·
185) Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Βόλῳ ἁμαξηλατῶν παρακαλεῖ,
19ὅπως δοθῇ τέρμα εἰς τὰς εἰς βάρος τοῦ Σωματείου των γε-
20νομένας ἀδικίας ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν.
21Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
22Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
23Ὁ κ. Μπένος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν
24νόμου.
25§2Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Εἰ καὶ ἠδύνατό τις εἰπεῖν, ὅτι μετὰ τὰς
26δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἑσπέ-
27ραν τῆς Τετάρτης θὰ ἐπερίττευε πλέον ἡ ἐπαναφορὰ τῆς
28συζητήσεως περὶ ἀποξηράνσεως τῆς ἐν τῷ δήμῳ Ταμυνέων
29εὑρισκομένης λίμνης «Δύστου» ἐπικαλουμένης, ἐν τούτοις,
30διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως μεθ’ ὅλην
31τὴν καλὴν διάθεσιν, ἣν ἐπεδείξατο κατὰ τὰς δηλώσεις αὑ-
32τῆς, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἐν τῇ χώρᾳ
33ἑλῶν, διότι, λέγω, φρονῶ, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσι
34μείνει ἄγευστοι τῶν τοιούτων εὐεργετημάτων τῶν ὑπὸ τῆς
35Κυβερνήσεως ληφθησομένων, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλήν,
36ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν ὀλίγοις καὶ ἐκθέσω ἐνώπιον αὐτῆς
37τὴν περὶ τούτου σχετικὴν γνώμην μου.
38Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων θε-
39μάτων, τὸ ὁποῖον πρέπει πρωτίστως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν
40Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν,
41εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἑλῶν καὶ τελμάτων,
42ἥτις ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῶν κατοίκων θέλει διασώσει ἕνε-
43κεν τῶν ἑλωδῶν νόσων, ἀλλὰ καὶ γαίας εὐφορωτάτας θέλει
44ἐλευθερώσει ἐκ τῶν κατακλυζόντων αὐτὰς ὑδάτων καὶ θέλει
45παραδώσει εἰς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς ἀθρόως μεταναστεύ-
46οντας πρὸς ἀνεύρεσιν ἐργασίας. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, Κύ-
47ριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἑλῶν τοῦ Κράτους εἶναι
48καὶ τὸ ἐν τῷ δήμῳ Ταμυνέων καὶ παρὰ τὸ χωρίον Δύστος
49κείμενον, κοινῶς ὀνομαζόμενον «Λίμνη Δύστος» ἐκτάσεως,
50κατὰ τὴν γενομένην ἐσχάτως καταμέτρησιν ὑπὸ τοῦ μηχα-
51νικοῦ κ. Ἀντύπα ἐπὶ τούτῳ σταλέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
52σεως Δραγούμη, ἐννέα ὅλων χιλιάδων στρεμμάτων, βάθους
53δὲ ὑπὲρ τὰ πέντε μέτρα.
54Εἶναι ὡσαύτως ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ λίμνη αὕτη εἶναι
55ἐφικτὴ ἀποξηράνσεως διὰ τῆς διοχετεύσεως πρὸς τὴν ἀνα-
56τολικὴν πλευρὰν τοῦ Αἰγαίου, κατὰ τὸ πόρισμα τῆς γενομέ-
57νης μελέτης τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἀντύπα.
58Ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ λίμνη αὕτη,
59ἀποξηραινομένη καὶ παραχωρουμένη εἰς τοὺς κατοίκους τῶν
60παρακειμένων χωρίων δι’ ἐτησίων δόσεων, θέλει ἀποδώσει
61εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνὰ 300 δραχμὰς κατὰ στρέμμα,
62ἤτοι ἐπὶ ἐννέα χιλιάδων στρεμμάτων δραχμὰς δύο ἑκα-
63τομμύρια ἑπτακοσίας χιλιάδας· ἐκ τούτων ἀφαιρουμένων
64τῶν δραχμῶν τριακοσίων χιλιάδων, αἵτινες θὰ ἀπαιτηθῶσι
65πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ταύτης, θέλει εἰσέλθει κα-
66θαρὸν ἔσοδον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμῶν δύο ἑκα-
67τομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων, ὅπερ λίαν ὑπερηφάνως ἡ
68Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως θέλει ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπο-
69λογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τὸ σοβαρώτερον
70κονδύλιον τῆς ἀποδόσεως ὑγείας καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας
71εἰς ὑπερτριάκοντα χιλιάδας ψυχῶν.
72Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἐξ ἴσου ἀληθές, Κύριοι, ὅτι πολλαὶ
73τῶν λιμνῶν τούτων διακατέχονται δι’ ἀνυπάρκτων τίτλων
74δημιουργηθέντων κατόπιν βίας καὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ χωρικῶν
75ἀγραμμάτων ὑπὸ τῶν τότε ἰσχυρῶν τῶν καὶ ὡς ἰδιοκτητῶν
76ἐμφανιζομένων δῆθεν δι’ ἁρπαγῆς. Καὶ κατὰ τῶν ἁρπάγων
77τούτων προνοεῖ καὶ σκοπὸν ἔχει ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βου-
78λῆς ὑποβαλλομένη πρότασις νόμου, ἵνα προλάβῃ ἐνδεχόμενα
79προσκόμματα πρὸς στέρησιν τῆς πολυτίμου ὑγείας ὑπερ-
80τριάκοντα χιλιάδων ψυχῶν ἐπιζητουσῶν, τὴν στιγμὴν μὲν
81ταύτην ἀπὸ στόματος ἐμοῦ, ἀπὸ πολλῶν δὲ ἐτῶν τὴν ἀπό-
82δοσιν τῆς ὑγείας των.
83Φρονῶ, Κύριοι, καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον, εἶναι ἀνθρώπι-
84νον οἱ τότε ἰσχυροὶ τῶν προσωπικῶν κομμάτων οἱ ὡς ἅρ-
85παγες καταλαβόντες τὰς λίμνας ταύτας νὰ καθορίζωσι καὶ
86διέπωσι πλὴν τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῶν χωρικῶν καὶ
87τὴν ζωὴν αὐτῶν νὰ ῥυθμίζωσι διὰ τῆς μὴ ἀποξηράνσεως
88τῶν τοιούτων λιμνῶν καὶ δὴ εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, καθ’
89ὃν, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε, τὰ
90πάντα θέλουσι τύχει τῆς ῥιζικῆς ἀνορθώσεως;
91Περαίνων, Κύριοι, ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ
92Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν θὰ παρίδωσι τὴν σπουδαιότητα
93τῆς προτάσεώς μου ταύτης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβαλ-
94λομένου νομοθετήματος θέλουσι ληφθῆ τὰ κατάλληλα μέ-
95τρα πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν τοιούτων ἁρπάγων καὶ ἀπόδο-
96σιν τῆς ὑγείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας εἰς τὴν χώραν.
97§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν σχετικῶς
98μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἑλῶν εἶχε ζητηθῆ γενίκευσις τῆς συζη-
99τήσεως. Ἐὰν μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
100γοῦ νομίζουν οἱ κ.κ. Βουλευταί, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολου-
101θήσῃ ἡ συζήτησις, δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
102§4Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προ-
103έδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο,
104εἰμὴ θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ
105ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἐπὶ τόσα ἔτη κατα-
106βάλλει ἀνελλιπῶς τόσους φόρους, ἀλλ’ οὐδ’ ὀβολὸς ἐξεδόθη
107ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἔργα συγκοινωνίας καὶ δι’
108ἔργα ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ δι’ αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω
109λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πρώτη ἀναγραφῇ ἡ ἀποξή-
110ρανσις τοῦ ἕλους τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ἀφοῦ ὁ κ. Πρό-
111εδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, πρό-
112κειται νὰ δαπανήσῃ τόσα χρήματα εἰς τοιαῦτα ἔργα.
113§5Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι Βου-
114λευταί, δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες,
115ἄλλως τε τοῖς πᾶσι γνωστά, διότι τοῦτο εἶναι ἀπώλεια
116χρόνου, οὗτινος ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην.
117Δὲν θὰ ὑψώσω φωνὴν καὶ ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
118ἑλῶν Μεσσηνίας ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ἅπασα ἡ Ἑλλὰς
119βρίθει τοιούτων, καὶ ἅπαντες οἱ κάτοικοί της μαστιζόμεθα
120ὑπὸ τοῦ ἑλώδους μιάσματος· ἑπομένως ἡ μονομερὴς ὑπο-
121στήριξις εἶναι ἐναντίον τοῦ δοθέντος ὅρκου ὡς Βουλευτοῦ.
122§6Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφοῦ ἔκαμε δηλώσεις ἡ Κυβέρνη-
123σις, θέλετε νὰ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὰς συζητήσεις;
124Ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ. Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε
125νὰ παρακωλύωμεν καὶ ἡμεῖς κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς συζη-
126τήσεις.
127§7Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ διασκεδάσω·
128ἀλλ’ ἀδικεῖτε τὴν ἀντίληψίν σας, κύριε συνάδελφε.
129§8ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Προστατεύσατε, κύριε Πρόεδρε,
130τὸν ἀγορεύοντα. Θέλει νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ περιωπῆς τὸ ζή-
131τημα τῶν ἑλῶν.
132§9Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ... Οὔτε θὰ παρακαλέσω τὴν Κυ-
133βέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν,
134διότι, μεθ’ ὅσα εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
135σεως, τοῦτο θὰ εἶναι ἔνδειξις δυσπιστίας πρὸς τὰς τόσον
136ἐπισήμους δηλώσεις του. Ἀλλὰ θὰ ὑποδείξω ἑτέραν κατα-
137στροφὴν ἐπερχομένην εἰς τὴν χώραν ἐκ τῆς ἑλώδους καχε-
138ξίας. Διὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν
139τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὅλων ὑμῶν, ὅσον καὶ ὅλων
140τῶν κατοίκων τῆς χώρας, ὅπως ἑνώσωμεν ἅπαντες τὰς δυ-
141νάμεις μας καὶ συντελέσωμεν νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ τοιοῦτον
142ἐθνοσωτήριον ἔργον.
143Ὅ,τι θ’ ἀφηγηθῶ ὑμῖν, εἶναι ἡ στενωτάτη σχέσις τῆς
144ἑλώδους καχεξίας πρὸς τὴν φυματίωσιν.
145Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τοῦτο
146ἀγνοεῖτε, διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας μέχρι τοῦ 1904 ἡ ἐν γένει
147ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἐπρέσβευεν, ὅτι τὸ ἑλῶδες μίασμα ἀντα-
148γωνίζεται πρὸς τὴν φυματίωσιν, πλὴν ἰατροῦ τινος μικρᾶς
149ἐθνικότητος καὶ ὑπὸ μανδραγόρα καθευδούσης, ὅστις πρὸ
150εἰκοσαετίας περίπου, σχηματίσας ἀντιθέτους πεποιθήσεις,
151ἤτοι, ὅτι «ὄχι, δὲν ἀνταγωνίζεται τὸ ἑλῶδες μίασμα πρὸς
152τὴν φυματίωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, προδιαθέτει τὸν ὀργα-
153νισμὸν καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πολλαπλασια-
154σμὸν τῆς δευτέρας, μεθ’ ἧς καὶ συνεργάζεται». Ὁ ἰατρὸς
155αὐτὸς ἠγωνίζετο ἐπὶ 12ετίαν, ὅπως πείσῃ διασήμους τινάς,
156νὰ μεταβάλλωσι τὰς πρώτας των πεποιθήσεις, ἔργον δυσ-
157χερὲς λίαν καὶ δὴ δι’ ἀλλοδαπόν. Μετὰ πολλοὺς ἐν τούτοις
158μόχθους ἔπεισέ τινας τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας (τοῦτο
159δὲ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπιστήμης) καὶ ἐστάλη-
160σαν ἰατροὶ ἰδικοὶ εἰς Ἀλγερίαν, ὅπως σπουδάσωσιν, ἂν ὄν-
161τως τὸ ἑλῶδες μίασμα ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸ τῆς φυμα-
162τιώσεως, ἢ τοὐναντίον, ὡς γενικῶς ἐπρεσβεύετο.
163Μετὰ τριετεῖς ἐρεύνας καὶ πειραματικὰς μελέτας—ση-
164μειωτέον ὅτι τούτους ἐμιμήθησαν τότε καὶ ἰατροὶ τῆς Ἰτα-
165λίας— ὁ καθηγητὴς Crespin τὸ 1904, ὡς καὶ ἄλλοι,
166ἔφεραν παρόμοια συμπεράσματα τοῖς τοῦ πρώτου παρατη-
167ρητοῦ, καὶ οὕτως ἔκτοτε ἤρξαντο ἔρευναι βασιμώτεραι, αἵ-
168τινες διεσαφήνισαν πλέον τὸ τόσον σοβαρὸν ζήτημα ὑπὸ
169πᾶσαν ἔποψιν. Π. χ. καὶ ἡ ἀνάλυσις τῆς χημικῆς ἐναλλα-
170γῆς τῶν πνευμόνων, κατὰ μέθοδον τοῦ καθηγητοῦ Alb. Ro-
171bin, ἐπιβεβαιοῖ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς καὶ τῶν τὴν δευτέραν πε-
172ρίοδον τῆς ἑλώδους καχεξίας διαγόντων κατὰ 60% καίε-
173ται, ὡς ὁ τοῦ φυματικοῦ, καίτοι ἡ κλινικὴ παρατήρησις
174καὶ ἐξέτασις οὐδαμῶς οὐδὲν φυμάτιον ἐν τῷ ὀργανισμῷ δύ-
175ναται νὰ καθορίσῃ.
176Οὐ μήν, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν
177τῆς χειρουργικῆς φυματιώσεως συντελεῖ ἡ ἑλώδης καχε-
178ξία, ὡς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἰσχυρίζετο καὶ ἐπέμενεν ὁ πρῶτος
179ἰατρός. Π. χ. ἐπρεσβεύετο ὅτι ὁ ἐξ ἀτροφικῆς κιρρώσεως
180τοῦ ἥπατος, συνεπείᾳ ἑλώδους καχεξίας, ὕδρωψ ἀσκίτης
181ὠφείλετο εἰς τὸ ἑλῶδες καὶ μόνον μίασμα. Σήμερον ὅμως
182ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀναπτύσσεται συνεπείᾳ φυματιώσεως
183τῶν τε μεσεντερίων ἀδένων καὶ τοῦ περιτοναίου.
184Βλέπομεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τῆς ἀποξηράνσεως
185τῶν ἑλῶν θὰ καταπολεμήσωμεν καὶ τὸν πολλαπλασια-
186σμὸν τῆς φυματιώσεως, ἅπαντα δὲ τὰ ἄλλα διαφημιζόμενα
187καὶ ἐφαρμοζόμενα μέσα πρὸς καταπολέμησιν τῆς φοβερᾶς
188αὐτῆς νόσου εἰσὶν ἀναγκαῖα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ λυσιτελῆ.
189Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις: Ναί, ἀλλ’ ἐὰν ἀποθνήσκωσιν 100 ἢ
190200 τὸ ἔτος ἐκ φυματιώσεως, συνεπείᾳ ἑλώδους καχεξίας,
191τοῦτο δὲν ἐπιβάλλει τὴν πρόταξιν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
192ἑλῶν ἀπὸ τὴν τῆς συγκοινωνίας, καὶ δὴ τῆς σιδηροδρομι-
193κῆς, τῆς χώρας; Θὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὡς
194πρό τινων ἡμερῶν συνάδελφός τις εἶπεν ὅτι ἡ συγκοινωνία
195προσομοιάζει μὲ τὰ ἀγγεῖα ἑκάστου ζωικοῦ ὀργανισμοῦ,
196ἀλλὰ δέον τὰ ἀγγεῖα ν’ ἀντλῶσιν αἷμα ἀπὸ τὰ αἱμοπαρα-
197γωγὰ σπλάγχνα, διότι, ἐὰν τὰ αἱμοπαραγωγὰ σπλάγχνα
198ἐμπεριέχωσι σηπεδονώδεις οὐσίας καὶ μικροβιολογικὰ
199ὑγρά, ἅτινα μεταδίδουσι καὶ διὰ τῶν ἀγγείων εἰς τὸν ὀρ-
200γανισμόν, ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος θὰ δηλητηριασθῇ τόσον,
201ὥστε οὐδεμία διηθητικὴ μηχανὴ θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν
202νὰ τὸν διηθήσῃ, καὶ ὁ τοιοῦτος οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ
203ἐνταφιασθῇ, διότι καὶ τὸ ἔδαφος θὰ δηλητηριάσῃ, ἀλλὰ
204πρέπει νὰ κατακαῇ.
205Σημειωτέον σὺν τούτοις, ὅτι ἐκ τῶν κατοικούντων εἰς
206ἑλώδεις χώρας καὶ ἀποθνησκόντων ἐκ φυματιώσεως τὸ
207¼ ἀρχικὴν αἰτίαν ἔχει τὴν ἑλώδη καχεξίαν καὶ τὸ ἕτε-
208ρον ¼ τὴν πλημμελῆ καὶ ἐλαττωματικὴν θρέψιν, διό,
209ἂν δεχθῶμεν ὡς ἀκριβῆ τὴν Στατιστικὴν τοῦ Ἰατροσυνε-
210δρίου, δηλ. ὅτι ἀποθνήσκουσιν ἐν Ἑλλάδι 10,000 ἐκ φυ-
211ματιώσεως τὸ ἔτος, αἱ 2,500 ἀποθνήσκουσι συνεπείᾳ τῆς
212ἑλώδους καχεξίας, ἕτεροι δὲ 2,500 ἐλλείψει ἀναλόγου θρέ-
213ψεως· συνεπῶς διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν θὰ ἐλατ-
214τωθῇ ἡ θνητότης ἐν Ἑλλάδι ἐκ φυματιώσεως κατὰ
215τὸ ½.
216Διὸ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ἣν δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ
217παραδεχθῇ οὐδεὶς ἀβασανίστως, δέον νὰ προτιμηθῇ παντὸς
218ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν, ἐκτὸς ὅλως ἐκτάκτου περιστά-
219σεως, δηλ. ἀμύνης τῆς χώρας κτλ.
220Διότι χώρα, τῆς ὁποίας αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν
221ἔχουσι πάντοτε ὡς βάσιν τὴν πλουτοπαραγωγήν, τὴν δικαιο-
222σύνην καὶ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, πᾶσα ἄλλη πρᾶξίς των,
223πᾶσα ἄλλη ἐνέργειά των, πᾶν ἄλλο ἔργον των προσομοιά-
224ζει μὲ τὰ ψιμύθια τῶν Βουρβώνων.
225§10Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἕκαστος θέλων νὰ ὁμιλήσῃ ἔχει λάβει
226ἐντολήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ. Εἶναι ἡμέρα
227ἐπερωτήσεων, καὶ ὁ ἐγγραφεὶς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ.
228§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν.
229§12Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅλοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα. Ἀλλά, ἐὰν
230ὁμιλῶμεν ὅλοι, ἀλλοίμονον. Πρέπει νὰ φειδώμεθα τοῦ
231χρόνου.
232§13Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ
233κατηγορῇ τὰς προγενεστέρας Κυβερνήσεις, ἡ δικαιοτέρα
234κατηγορία του εἶναι κατὰ τῆς ἐνόχου ἀμελείας καὶ ἀμε-
235ριμνησίας, ἣν ἐπέδειξαν αὗται ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν
236πόρων τῶν οἰκονομικῶν. Μία δὲ τῶν μεγαλειτέρων ἐλπί-
237δων, ἃς ἀνέθηκεν ὁ λαὸς ἐπὶ τὴν ἀνορθωτικὴν Κυβέρνησιν
238εἶναι ἡ ἐλπὶς τῆς οἰκονομικῆς του ἀνορθώσεως, τῆς ἀνορ-
239θώσεως τῶν πόρων τῶν πλουτοπαραγωγικῶν, δι’ ὧν καὶ
240αὐτὸς θὰ τονωθῇ οἰκονομικῶς καὶ τὸ Κράτος θὰ βελτιωθῇ
241κατὰ τὴν δικαιοσύνην, τὴν διοίκησιν, τὸν στρατόν, τὸν
242στόλον καὶ πάντα, διότι ὅλα ἐκ τοῦ χρήματος ἐξαρτῶνται.
243Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων πόρων, ὅστις ἔδει νὰ ἐνισχυθῇ, καὶ
244ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸν ἐνισχύσῃ, εἶναι ἡ γεωρ-
245γία. Εἰδικῶς θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ
246ἔχῃ ἡ γεωργία ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ μοναδικοῦ με-
247γάλου ἕλους τῆς Λακωνίας τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῷ δήμῳ
248Τρινάσου τῆς Λακεδαίμονος ἐκτάσεως 20.000 στρεμμά-
249των. Αἱ γαῖαι αἱ πέριξ αὐτοῦ καλλιεργούμεναι τιμῶνται
250ἤδη 500 δραχμὰς κατὰ στρέμμα λόγῳ τῆς παραγωγικό-
251τητος αὐτῶν. Συνεπῶς ἡ ἀξία τῶν γαιῶν τοῦ ἕλους εἶναι
25210,000,000, αἱ δὲ δαπάναι τοῦ Κράτους πρὸς ἀποξήραν-
253σιν δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰς 500,000 δραχμῶν. Τὸ ἕλος
254τοῦτο ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ μέχρι τοῦ 1850 ἐκαλλιερ-
255γεῖτο ἀποδίδον καρπούς, ἓν πρόχωμα ὅμως, τὸ ὁποῖον εὑ-
256ρίσκετο ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βασιλοποτάμου, κατεστράφη καὶ
257τὰ πλημμυροῦντα ὕδατα κατέλαβον τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ
258ὁποῖον κατέστη ἄχρηστον καί, ἀντὶ νὰ ἀποβαίνῃ πρὸς
259τροφὴν καὶ οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῶν κατοίκων, ἀπο-
260βαίνει πρὸς τροφὴν τῶν κωνώπων καὶ καταστροφὴν τῶν
261ἀνθρώπων.
262Ἐπὶ πλέον σᾶς συνιστῶ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυ-
263ρικῶν ἔργων μέχρις ἀξίας 10,000 δραχμῶν ἐπὶ τῶν ὀχθῶν
264τοῦ Εὐρώτα, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων κινδυνεύουσι νὰ
265καταστραφῶσι τὰ χωρία Σεϋδαλῆ καὶ Ντουραλῆ. Πέρυσιν
266ἔπεσαν πέντε οἰκίαι ἐν αὐτοῖς.
267§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἀποξηράν-
268σεως τοῦ Τρινάσου.
269§15Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐφαρμόσι-
270μος, καὶ καλλίτερον θὰ εἶναι νὰ ψηφίσωμεν ἄλλον ἐφαρμό-
271σιμον. Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δὲν ὑπερβαίνει τὰς 350,000.
272§16Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνεβίβασα τὴν δαπάνην εἰς 500
273χιλιάδας. Ἀλλὰ τὰ κέρδη εἶναι μεγαλείτερα.
274Ἐπὶ πλέον γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
275κῶν ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἕλους ἐνέσκηψεν ἐγκεφαλονωτιαία
276μηνιγγῖτις καταστρέψασα ὁλοκλήρους οἰκογενείας καὶ πρέ-
277πει νὰ ἀποσταλῇ ὀρὸς ἀντιμηνιγγιτικὸς καὶ ληφθῶσιν
278ἄλλα σχετικὰ μέτρα πρὸς σωτηρίαν τῶν κατοίκων.
279§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ληφθῶσι παντοῦ.
280§18Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀφοῦ ἀπεφασίσθη γενικὸν μέ-
281τρον, ἐγὼ παραιτοῦμαι.
282§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
283§20ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ.
284ἐκ Λακωνίας συναδέλφου προσθέτω τοῦτο μόνον, ὅτι ὑπάρ-
285χει μία κοινοτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔκαμε μερικοὺς χάν-
286δακας, δι’ ὧν ἐφέτος ἀκριβῶς θὰ καλλιεργηθῶσιν ὑπὲρ τὰ
2872000 στρέμματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
288Ἐσωτερικῶν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημό-
289σιον δι’ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν.
290§21Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ
291κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μεριμνήσῃ
292καὶ περὶ τῆς Αἰγιαλείας, παραιτοῦμαι.
293§22ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
294ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν θέλησις
295νὰ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπο-
296τεθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι θέλοντες τὴν καταστροφὴν τοῦ
297τόπου. Πάντοτε ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε τὸ
298χρῆμα ἴσως ἢ δὲν ὑπῆρχε πράγματι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν
299εἶναι ζήτημα χρημάτων.
300§23Λ. ΠΑΠΑΦΩΤΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω σύστασιν καὶ παρά-
301κλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἕλη τῆς ἐπαρχίας Τρι-
302χωνίας, καὶ πολὺ περισσότερον διὰ τὰ ἕλη τῆς λίμνης Τρι-
303χωνίδος, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ὑποφέρουσιν οἱ κάτοικοι τῆς
304πόλεως Ἀγρινίου. Ἀφήνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνή-
305σεως τὴν παράκλησίν μου, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν
306ὑπόσχεσιν.
307§24ΘΑΛΗΣ ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε, κύριοι Βουλευ-
308ταί, διότι δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ ἕλους τινὸς τῆς ἐπαρχίας
309μου εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω καὶ ἐγὼ νὰ
310δείξω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὅτι φροντίζω περὶ τῆς ὑγείας
311των. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς πρὸς τὰς μεγάλης
312σημασίας δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνη-
313σις πολὺ ὀρθῶς ποιήσασα μετεκάλεσεν ὑδραυλικοὺς ἐξ Εὐ-
314ρώπης, οἱ ὁποῖοι θὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἀποξηράνσεως.
315Ὑπάρχει ὅμως τόση ἀφθονία ἑλῶν, ὥστε εἶναι ζήτημα
316ἂν καὶ οὗτοι θὰ ἐπαρκέσωσι καὶ ἂν ὡσαύτως οἱ πόροι τοῦ
317Κράτους ἐπαρκέσωσι. Διὰ τοῦτο εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν
318ὑπάρχουσιν ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναλάβωσι
319τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἑλονοσία εἶναι μεγαλει-
320τέρα, πρέπει, ἔστω καὶ μὲ κάποιαν θυσίαν, νὰ μὴ περιμείνω-
321μεν τὴν σοφίαν τῶν ξένων ὑδραυλικῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναλάβωσιν
322ἑταιρεῖαι τὴν ἀποξήρανσιν, τὴν δὲ ἐπὶ πλέον θυσίαν νὰ ὑπο-
323στῶσιν οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἐπείγονται νὰ ἴδωσι τὰ μέρη
324τὰ ἤδη καταστρεπτικὰ δι’ αὐτοὺς καθιστάμενα ὑγιεινά.
325Εἰς ἐκεῖνα λοιπὸν τὰ μέρη, ὅπου δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη
326δαπάνη, νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος. Χωρὶς νὰ ὀνομάσω
327τὸ ἕλος, διὰ νὰ μὴ παραβῶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν
328ἔδωκα, ὑπάρχει ἑταιρεία, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ προτάσεις
329περὶ ἀποξηράνσεως ἕλους τινὸς—τὸ ὁποῖον δὲν ὀνομάζω—
330καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παραβῇ τὸν κανόνα,
331ἵνα μὴ ἐπέλθῃ βραδύτης, διότι οἱ θάνατοι ἐκεῖ εἶναι
332πλεῖστοι.
333§25ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν
334κρίσιν σας τοῦτο· δὲν φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δυσ-
335πιστία πρὸς τὰς ἑταιρείας, αἵτινες θὰ ἀποβλέψωσι πῶς
336νὰ ἀποκαταστήσωσι πλείονας ἐκτάσεις καλλιεργησίμους,
337νὰ ἀφήσωσι δὲ τὸ ἕλος ἕλος;
338§26Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὸ
339Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ
340εἰς ὡρισμένην ἑταιρείαν τὴν ἀποξήρανσιν, ἀλλὰ δύναται νὰ
341προκηρύξῃ διαγωνισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποί-
342ους ἤθελε προτείνει ἡ ἑταιρεία καί, ἂν εὑρεθῇ ἄλλη ἑται-
343ρεία προτείνουσα καλλιτέρους ὅρους, τότε βεβαίως θὰ προ-
344τιμηθῇ αὐτή.
345Ὑπάρχει ἑταιρεία, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἀπο-
346ξηράνῃ ἓν ἕλος ἀντὶ 300000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀπο-
347δώσῃ ἡ ἀποξηρανθεῖσα γῆ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Δὲν πρόκειται
348λοιπὸν νὰ δοθῇ ἓν προνόμιον, διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἡ ἑται-
349ρεία, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνον ὑπ’
350ὄψιν τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ
351ἐκτελεσθῇ καλῶς ἡ ἀποξήρανσις, ὄχι τόσον διὰ τὴν παρα-
352γωγήν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑγείαν. Εἶναι μέγα ζήτημα ἡ παρα-
353γωγή, ἀλλὰ σπουδαιότερον εἶναι ἡ ὑγεία.
354§27ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι ἀποδέχομαι τὰς δη-
355λώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ληφθῇ πρόνοια γενικὴ περὶ
356ἐκτελέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν, ἐν τούτοις δὲν θεωρῶ ἄσκο-
357πον νὰ ψηφισθῇ καὶ πάλιν ὁ πρακτικὸς ἐκεῖνος νόμος, ὁ
358ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Εὐθυμίου Κεχαγιᾶ,
359κατὰ τὸ 1885 καὶ ὁ ὁποῖος θὰ συντελέσῃ, ὅπως ταχύτερον
360ἀποξηρανθῶσι τὰ εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ Ἀχαΐαν ἐντὸς τῶν
361πόλεων ὑπάρχοντα ἕλη. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἂν μελετήσῃ
362καὶ ἐπαναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον ἐκεῖνον, θὰ φθάσω-
363μεν σκοπιμώτερον καὶ ταχύτερον εἰς ἀποτέλεσμα πρακτι-
364κώτερον καὶ ἐπωφελέστερον τῆς πρακτικῆς καὶ κοινωνικῆς.
365§28ΑΝ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· μετὰ τὰς δηλώσεις
366τὰς ἐπισήμους ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, τὰς γενομένας περὶ τῶν
367μέτρων, τὰ ὁποῖα σκοπεύει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρὸς
368ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, ἐθεώρουν καὶ ἐγὼ περιττὸν νὰ εἴπω
369οἱανδήποτε λέξιν. Ἐν τούτοις, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις ταύ-
370τας, ζωηρὰ εἶναι τὰ δείγματα τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὑπάρ-
371χει, ὅπως δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως
372τῶν ἑλῶν, διότι, ἐνῷ οἱ κ. συνάδελφοι γνωρίζουσι τὰς δια-
373θέσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρ-
374χουσι, τὰ σχέδια τὰ μελετώμενα, ἐν τούτοις δὲν συγκρα-
375τοῦνται, ἀλλὰ προβαίνουσιν εἰς παρατηρήσεις, ὑποδεικνύ-
376οντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Εὐλόγως,
377Κύριοι, δὲν δύνανται νὰ συγκρατηθῶσι, διότι τὰ ἕλη εἶναι
378ἡ φοβερωτέρα μάστιξ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Τὰ ἕλη
379δὲν ἐπιτρέπουσι τὸ ἀνθρωπίνως ζῆν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν,
380δὲν ἐπιτρέπουσιν ὑγείαν, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν οἰκονομικὴν
381εὐρωστίαν τοῦ τόπου. Παραπονούμεθα, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι,
382ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι νωθρός, ὅτι δὲν ἐργάζεται,
383ὅτι ἀποφεύγει τὴν ἐργασίαν. Πολλοὶ ταξιδεύοντες εἰς τὴν
384Ἑλλάδα βλέπουν ἐκτάσεις μεγάλας ἀκαλλιεργήτους καὶ
385ὑβρίζουσι καὶ προπηλακίζουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι
386δὲν προβαίνει εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλὰ προτιμᾷ
387νὰ ζῇ πένης μὲ ἐλαίας καὶ τυρίον καὶ καλαμπόκι, καὶ δὲν
388ἐξετάζουσιν οἱ σοφοὶ οὗτοι Κύριοι, ἂν δύναται νὰ προβῇ ὁ
389λαὸς εἰς καλλιέργειαν, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει
390ἄλλη ἔκτασις ἀκαλλιέργητος ἢ πέτραι καὶ βάλτοι.
391Πᾶσα πεδινὴ χώρα κατακαλύπτεται σήμερον ἢ αὔριον
392ὑπὸ ὑδάτων, ἐξ αὐτῶν δὲ δὲν ἀπορρέει τίποτε ἄλλο ἢ ἡ
393πεῖνα καὶ ὁ πυρετός.
394Ὁ λαὸς λοιπὸν μὲ ὅλας τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως
395δὲν δύναται νὰ συγκρατηθῇ· θέλει ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν.
396Ὁ νομός, Κύριοι, ἐξ οὗ κατάγομαι, δυστυχῶς εἶναι εἰς τὴν
397πρώτην γραμμὴν τῆς ἑλονοσίας.
398Δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν δυσχερείας εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυ-
399βερνήσεως, ἀναγνωρίζομεν δὲ τὰς δυσχερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ
400τοῦτο θέλω νὰ τονίσω κυρίως, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε
401ἡ δέουσα θέλησις πρὸς ἀποξήρανσιν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο,
402ἀλλ’ ἐξ ἀμαθείας παρεμβάλλονται καὶ προσκόμματα εἰς
403τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν. Παρὰ τὴν Ναύπακτον, Κύριοι,
404ὑπάρχει ἕλος, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο πολὺ μεγαλείτερον. Τὸ
405ἕλος τοῦτο δὲν ἀποξηραίνεται, διότι οὐδεμία λαμβάνεται
406πρόνοια. Τὸ ἕλος αὐτὸ ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχεν, εἰμὴ
407εἰς ἐλάχιστον βαθμόν, καὶ εἶναι τοῦτο ἓν σημεῖον, διὰ τὸ
408ὁποῖον πρέπει νὰ κύπτωμεν τὸ μέτωπον, ὅτι ἐπὶ Τουρκο-
409κρατίας ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα ἕλη, ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας
410δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπεξετάθησαν εἰς πολλὰ μέρη
411τῆς Ἑλλάδος.
412Οἱ χωρικοὶ ἀπελπισθέντες ἐκ τῆς προνοίας τῆς Κυβερνή-
413σεως ἐπεδόθησαν ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς τὴν ἀποξήρανσιν· ἤνοιξαν
414σούδας, προέβησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἀπεξηράνθη
415μέγα μέρος, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἐδήλωσαν εἰς τὸν οἰκονομικὸν
416ἔφορον. Ἀκούσατε δὲ πρᾶγμα παράδοξον· ὅτι μόλις τὸ Ὑπουρ-
417γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔμαθεν, ὅτι ἐγένετο τὸ ἀνοσιούρ-
418γημα αὐτό, νὰ ἀποξηράνωσιν οἱ κάτοικοι τὸ ἕλος καὶ νὰ
419τὸ δηλώσωσι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε
420τὰς δηλώσεις ταύτας, καὶ ἡ ἀποξήρανσις ἔπαυσε, καὶ ὅσον
421μέρος δὲν ἀπεξηράνθη ὑπάρχει ἀκόμη!
422§29Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως;
423§30Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων.
424Ἄλλο τι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει κατὰ πόσον αἱ
425Κυβερνήσεις ἔδειξαν πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
426ἑλῶν· εἰς τοὺς βάλτους ὑπάρχουσιν αὔλακες καὶ βεβαίως
427ὑπάρχουσι καὶ ἰχθύες. Διὰ τῶν αὐλάκων ἀνέρχονται οἱ ἰχθύες
428ἐκ τῆς θαλάσσης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐνοικι-
429άζει τὰς αὔλακας ὡς ἰχθυοτροφεῖα, δηλαδὴ ἐκμεταλλεύ-
430εται τὰς ἀρτηρίας τῶν νόσων· ὡς ἰχθυοτροφεῖα δὲν εἶναι
431δυνατὸν νὰ λειτουργῶσι παρὰ δι’ ἔργων ἀνακοπτόντων τὴν
432ῥοὴν τῶν ὑδάτων. Λοιπὸν ὄχι μόνον δὲν βλέπομεν πρό-
433νοιάν τινα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποξήρανσιν
434τῶν ἑλῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, βλέπομεν ἐνέργειαν σοβαράν,
435ἐπίμονον πρὸς ἐπαύξησιν καὶ δημιουργίαν τῶν ἑλῶν.
436Δυστυχῶς, Κύριοι, τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι ἐπαρ-
437κές, ὑπάρχει δὲ καὶ εἷς νόμος τοῦ 1882, κατ’ ἐμὲ πρὸς
438δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος, προκληθεὶς βεβαίως ἴσως ἐκ
439καταχρήσεων, ἀλλὰ δημιουργήσας καὶ αὐτὸς δυστυχίας.
440Ἐκτὸς τούτου ἡ εἰς τὴν ἑταιρείαν μεταβίβασις, διὰ νόμου
441εἰδικοῦ, τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν δὲν εἶναι καὶ πολὺ
442εὐχάριστος, καί, ἐξ ὅσων μέχρι σήμερον παρετηρήσαμεν, ὁ
443λαὸς δυσπιστεῖ εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
444ἑλῶν εἰς ἑταιρείαν. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ
445ἀγαθὴ θέλησις, δύναται νὰ εὑρεθῇ μέσον νὰ παρακάμψω-
446μεν καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς εὑρέσεως τοῦ χρήματος ἐκ τοῦ
447δημοσίου ταμείου καὶ τὴν ἀποφυγὴν τῆς παραχωρήσεως
448πλουσιωτάτων ἐκτάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσι χρησιμώτα-
449ται. Δύνανται νὰ ὀργανωθῶσιν αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι, δύνα-
450ται νὰ γίνῃ νόμος, δι’ οὗ νὰ καταρτισθῇ Συνδικάτον ἐπι-
451τοπίως ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, οἱ
452ὁποῖοι πάσχουσιν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον εἰς τὴν ἀποξή-
453ρανσιν καὶ δικαίωμα νὰ ὠφεληθῶσι, νὰ δημιουργηθῶσι Συν-
454δικᾶτα, νομικὰ πρόσωπα, δυνάμενα νὰ λάβωσι δάνεια χρη-
455ματικά, νὰ ἐξεύρωσι χρήματα ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν ἀποξηραν-
456θησομένων γαιῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη.
457Ἂν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἀγαθὴ θέλησις, ἐξευρίσκεται καὶ ὁ τρό-
458πος. Ταῦτα ἤθελον, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω.
459§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζητοῦμεν καὶ χθὲς καὶ σήμερον, κ.
460Πρόεδρε, συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλοτε περὶ ἑλῶν καὶ μᾶς
461λείπει μία βάσις διὰ τὴν συζήτησιν. Ἔχει ἡ Κυβέρνησις
462μελέτην περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἑλῶν ἐν Ἑλλάδι, ἔχει
463πρόχειρον μελέτην περὶ τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης
464πρὸς ἀποξήρανσιν; Ἐὰν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις σχετικὰς ἐκ-
465θέσεις, θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ ταύτας ἐνώπιον τῆς
466Βουλῆς, ἵνα δυνηθῶμεν ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως νὰ
467συζητήσωμεν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τοιαύτας μελέτας, θὰ παρα-
468καλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ νὰ γίνωσι τοιαῦται,
469διότι ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης, ἡ συζήτησις εἶναι ματαιο-
470πονία.
471§32ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
472Βεβαίως τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ
473ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐπὶ τῶν ἑλῶν, θὰ θέσῃ
474αὐτὰ ἐπὶ ὡρισμένων βάσεων. Ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς βά-
475σεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὰς σκέψεις καὶ τὰς μελέ-
476τας της ἡ Κυβέρνησις. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν
477ἔχει τὴν ἀπαίτησιν νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέ-
478ψεις μας.
479§33Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
480§34ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
481Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐπὶ
482τῶν ἑλῶν, θὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴ νὰ συζητήσωμεν
483ἐν ἐκτάσει.
484§35Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ Σύλλογος πρὸς καταπολέμησιν
485τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν ἔχει ἤδη ἐπεξεργασθῆ πίνακα τῶν
486ὑπαρχόντων ἐν Ἑλλάδι ἑλῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
487Ὑπουργὸν ἐν τῇ σχετικῇ ἐργασίᾳ του νὰ ζητήσῃ, ὅπως
488λάβῃ γνῶσιν καὶ τοῦ πίνακος τούτου.
489§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπὸ οὐδένα ἐξ ἡμῶν ἐλλείπει ἡ
490γνῶσις τοῦ ῥήματος θέλω, θέλεις, θέλει, θέλομεν, θέλετε,
491θέλουσι· βεβαίως ὅλοι ἔχουσιν ἀνάγκας διαφόρους, θέλουσι
492πολλά, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα. Τὰ ἀπαραί-
493τητα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
494Ἠξεύρετε τί λέγει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
495ἐν τῇ συνειδήσει καὶ ἐν τῷ νῷ αὑτοῦ; «Δὲν θέλω τίποτε
496ἀπὸ ὅλα αὐτά· θέλω δύο τινά, στρατὸν καὶ στόλον, διὰ νὰ
497ὑπερασπίσω τὴν πατρίδα μου». (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν
498ἀκροατηρίων).
499§37Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ζήτημα
500τῶν ἑλῶν ὑπὸ παραγωγικὴν ἄποψιν δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον,
501ἀφοῦ ἄλλως τε ἔχομεν ῥητὰς καὶ κατηγορηματικὰς δη-
502λώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς ὁποίας ἓν τῶν πρωτί-
503στων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως ἔσται καὶ ἡ ἀποξήραν-
504σις τῶν ἑλῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, καθ’ ὃν θὰ
505ἴδωμεν τὰ ἕλη ἀποξηραινόμενα καὶ θὰ ἴδωμεν τὸ δημόσιον
506ταμεῖον κερδίζον ἐκ τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἵτινες παραμέ-
507νουσιν ἤδη ἀκαλλιέργητοι, θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν,
508ὅπως ἐνισχύσῃ πρὸ παντὸς τὸν Σύλλογον τὸν ὑφιστάμενον
509ἔτι πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἑλωδῶν νόσων, τοῦ ὁποίου ἡ
510ἐπίδρασις ὑπῆρξεν ὄντως εὐεργετική. Ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους
511ὑπάρχει ἕλος μέγιστον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίδρασιν ὑφίσταν-
512ται ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ χωρίων. Ὁ Σύλλογος οὗτος
513πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἑλωδῶν νόσων ἀπέστειλε πέρυ-
514σιν ἐκεῖ τὸν ἰατρὸν Καλογερᾶν, ὁ ὁποῖος ἔδωκε συμβουλὰς
515καὶ ὁδηγίας περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ
516περὶ τῆς προληπτικῆς ἐν γένει διαίτης, εἰς τὴν ὁποίαν πρέ-
517πει νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ κάτοικοι. Τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν
518θαυμάσια· ἐκ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, οἱ
519ὁποῖοι κατ’ ἔτος κατατρύχονται ἐκ τῶν πυρετῶν, οἱ ὁποῖοι
520εἶχον καταστῆ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, τῶν ὁποίων
521ὁ ὀργανισμὸς εἶχεν ἐξαντληθῆ, τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐσώθη,
522καὶ ἤδη μόνον 5% ἔχομεν προσβολὰς ἑλωδῶν πυρετῶν εἰς
523τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν παράκλησιν εἰς τὴν
524Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνισχυθῇ ὁ σωτήριος οὗτος Σύλλογος, καὶ
525τοιουτοτρόπως ἀποσοβηθῶσι τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ
526πυρετοῦ ἐκείνου τοῦ καταστρεπτικοῦ.
527§38ΑΝΤ. ΒΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
528§39ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῆς δαπάνης,
529τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἡ Ἀγγλικὴ Ἑταιρεία ἐδαπάνησε πρὸς
530ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, δηλαδὴ 40,000,000 χρυσῶν
531φράγκων, ἀναλογούντων πρὸς 64,000,000 τῆς ἐποχῆς ταύ-
532της, νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν
533ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ δυ-
534νηθῇ τὸ Κράτος ν’ ἀνταποκριθῇ. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ παρε-
535τηρήθη τοιαύτη νοσηρότης ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, ὥστε
536νὰ καταστρέφηται ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων πλείστων τῆς Ἑλ-
537λάδος μερῶν, νομίζω ὅτι οἱαδήποτε δαπάνη πρέπει νὰ δια-
538τεθῇ χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Ἁπλούστατα, ἐὰν κρί-
539νωμεν ἐκ τῆς πενταετοῦς Στατιστικῆς τῶν τελευταίων χρό-
540νων, ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1910, θὰ ἴδωμεν ὅτι κατ’
541ἔτος νοσοῦσιν ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν 700,000 πολιτῶν
542Ἑλλήνων, ἀποθνήσκουσι δὲ κατ’ ἔτος 2500 πολῖται Ἕλ-
543ληνες. Κατὰ τὸ ἔτος 1895, ὁπότε κατὰ τὸ θέρος ὑπῆρξε
544πολυομβρία, οἱ παθόντες ἀνέρχονται εἰς τὸν τρομερὸν
545ἀριθμὸν τῶν 966048, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπέθανον 5940. Μία
546ὁλόκληρος ταξιαρχία συνισταμένη ἐκ δύο πλήρων συντα-
547γμάτων ἀπωλέσθη χωρὶς νὰ χρησιμεύσῃ τὸ πολύτιμον
548τοῦτο αἷμα πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος καὶ πρὸς πλήρωσιν
549τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν. Ἀπὸ οἰκονομολογικῆς δὲ ἀπόψεως
550ἂν ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν ὑπολογισθῇ ὅτι ἐκ τῶν
551700,000 τῶν πασχόντων κατ’ ἔτος, μόνον αἱ 150,000
552ἀδυνατοῦσιν ἐπὶ 50 ἡμέρας κατ’ ἔτος νὰ ἐργασθῶσιν, ὑπο-
553λογιζομένου τοῦ ἡμερομισθίου, ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰς δρα-
554χμὰς 4–8, καὶ ἂν λάβωμεν τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν 4 δρα-
555χμῶν, ἔχομεν, 150,000 πάσχοντας ἐπὶ 50 ἡμέρας, 7,500,000
556ἡμερομίσθια πρὸς 4 δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον, ἤτοι τὸν
557στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 30,000,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι
558ἀπόλλυνται ἐκ τῶν δημοσίων οἰκονομιῶν.
559§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
560§41ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Πᾶσα δαπάνη ὑπὸ τῆς Πολιτείας
561γιγνομένη ὑπὲρ τῆς διασώσεως τόσων χιλιάδων πολιτῶν
562καὶ τόσων ἑκατομμυρίων χρήματος θὰ εἶναι ἀνταξία τῶν τρο-
563μερῶν τούτων ἀποτελεσμάτων.
564§42Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω
565ὀλίγας στιγμάς, κύριοι Βουλευταί.
566Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί
567ἐνηργήθη διὰ τὰ σεισμοπαθῆ μέρη, ἐκ τῶν πρώτων δηλαδὴ
568σεισμῶν, τῶν συμβάντων τῷ 1909 εἰς τοὺς τρεῖς δήμους τῆς
569Ἠλείας, Ἤλιδος, Ἐλίσσης, Πηνειίων, οἵτινες κατέστρεψαν καὶ
570ἐξ ὁλοκλήρου τὰ δύο μεγάλα χωρία Χάβαρι καὶ Μπεζαΐτι,
571κατὰ μέγα δὲ μέρος καὶ τὴν Παλαιόπολιν. Ὑπὲρ τῶν σει-
572σμοπαθῶν τούτων συνελέχθησαν ἔρανοι ἄνω τῶν ἑκατὸν
573χιλιάδων δραχμῶν, κατατεθειμένων ἔκτοτε εἰς τὴν Ἐθνι-
574κὴν Τράπεζαν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
575Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν τὸ ἔπραξεν ἤδη, νὰ στείλῃ μηχανι-
576κούς, διὰ νὰ βεβαιώσωσι τὰς προσγενομένας ζημίας εἰς ἑκά-
577στην οἰκογένειαν ἀνάλογα ποσὰ ἐκ τῶν κατατεθειμένων
578τούτων ἐράνων. Ἤκουσα νὰ λέγηται ὅτι μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο
579τῶν ἐράνων ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῇ δημοσία ὁδός.
580Τὸ λεγόμενον ἥκιστα θεωρῶ σοβαρόν, διότι ἡ κατασκευὴ
581δημοσίων ὁδῶν εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους. Ταυτοχρό-
582νως δὲ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ
583τὸν νέον συνοικισμὸν τῶν καταστραφέντων χωρίων.
584Εἶτα θὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐσκέφθη καὶ
585τίνας ἀποφάσεις ἔλαβε περὶ τῶν τελευταίων σεισμοπαθῶν
586τοῦ δήμου Μυρτουντίων, δηλαδὴ τῶν Λεχαινῶν, τοῦ Βαρθο-
587λομιοῦ καὶ τοῦ Σουλεϊμάναγα, τῶν τριῶν τούτων κωμοπό-
588λεων, αἵτινες ὑπέστησαν σημαντικὰς καταστροφὰς ὑπὸ
589τῶν σεισμῶν. Καὶ τονίζω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, διότι
590ἔχω πληροφορίας ὅτι καὶ κατὰ τῶν σεισμοπαθῶν τούτων
591ἐνεργεῖται καταδίωξις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ φόρους οἰκο-
592δομῶν, ἐνῷ κατέπεσαν αἱ οἰκίαι των. Οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι
593συμπολῖταί μου, ὡς ἀναξιοπαθοῦντες, εἶναι ἄξιοι ὄχι μόνον
594τῆς ἀναστολῆς τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης προστα-
595σίας, καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς νομοθετικῆς μερίμνης, ὄχι διὰ
596νὰ τοῖς δωρηθῇ τι ἀπέναντι τῶν προσγενομένων ζημιῶν,
597ἀλλ’ ἵνα ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος εἰς μίαν Τράπεζαν, διὰ νὰ
598δανεισθῶσιν οἱ ζημιωθέντες τὰ ἀναγκαιοῦντα ποσὰ πρὸς
599ἐπισκευὴν τῶν οἰκημάτων των ἀντισεισμικῶς, τὰ δὲ δάνεια
600νὰ πληρωθῶσιν ἐντὸς δεκαετίας μὲ μικρὸν τόκον χρεολυ-
601τικῶς. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ εἰς τὰ μᾶλλον εὐνομού-
602μενα Κράτη. Ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι, ὅτε ἡ φυλλοξήρα ἐνέ-
603σκηψεν ἐν Γαλλίᾳ, τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἠγγυήθη πρὸς δια-
604φόρους Τραπέζας, καὶ οἱ Γάλλοι ἀμπελοκτήμονες ἐδανεί-
605ζοντο ἀνάλογα ποσὰ διὰ τὰ κτήματά των πρὸς 2 καὶ 2½
606ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως, μόνον δὲ τοιουτοτρόπως ἠδυνή-
607θησαν νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν κίνδυνον καὶ νὰ ἐπαναφυ-
608τεύσωσι τὰς ἀμπέλους των, ἡ δὲ Γαλλία νὰ ἐπανακτήσῃ
609τὴν πρότερον εὔκλειάν της διὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς.
610Ἑτέρα κατηγορία παθόντων ἐν Ἠλείᾳ εἶναι καὶ οἱ παρό-
611χθιοι τοῦ χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι. Ὁ ὁρμητικὸς δηλαδὴ
612οὗτος χείμαρρος, ὡς διαρκὴς θεομηνία ἐν τῷ δήμῳ Λετρί-
613νων, Πύργου δηλαδή, καταστρέφει κατ’ ἔτος ἀπεράντους
614ἐκτάσεις σταφιδαμπέλων, ἀνηκουσῶν εἰς τοὺς κατοίκους
615διαφόρων χωρίων, οἷον Σκουροχωρίου, Μυρτιᾶς, Ἀλποχω-
616ρίου, Γρανιτσέϊκα, Ἁγίου Ἰωάννου, Βυτινέϊκα, Τζόγια
617κλπ. Οἱ πολυπαθεῖς οὗτοι παρόχθιοι κατ’ ἐπανάληψιν ἀνη-
618νέχθησαν πρὸς τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις καὶ ἐζητή-
619σαντο τὴν διαρρύθμισιν τοῦ χειμάρρου τούτου, διὰ νὰ τεθῇ
620φραγμὸς εἰς τὴν καταστροφήν των. Προέβησαν μάλιστα εἰς
621τὴν ὑπόδειξιν νὰ ἐτίθετο καὶ φόρος στρεμματικὸς ὑποχρεώ-
622νων ἀποκλειστικῶς αὐτοὺς τοὺς παροχθίους, διὰ νὰ συντε-
623λεσθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Δυστυχῶς οὐδὲν ἐνηργήθη μέχρι σή-
624μερον, οὐδὲ διετάχθη κἂν μελέτη. Οἱ συνδημόται μου οὗ-
625τοι ἀναφέρονται ἤδη δι’ αἰτήσεώς των καὶ ἐνώπιον ὑμῶν,
626κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς καθικετεύουσι νὰ
627τοὺς προστατεύσητε διὰ νομοθετικοῦ μέτρου πρὸς διευθέ-
628τησιν τοῦ χειμάρρου τούτου. Πρὸς τοὺς ἀναφερομένους τού-
629τους ἑνούμεθα καὶ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, καθὼς καὶ ἅπαντες οἱ
630Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν
631θερμῶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ δίκαιον καὶ σωτήριον αἴτημά
632των, ὑποβάλητε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοθέτημα.
633Τούτου γενομένου, σᾶς παρακαλῶ, νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἰς
634τοὺς παθόντας θὰ προσφέρητε εὐεργεσίαν, εἰς δὲ τὸ Δη-
635μόσιον θὰ προσπορίσητε μεγάλην ὠφέλειαν, διότι θὰ παρα-
636χθῇ σταφιδόκαρπος ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τὰ 2 καὶ ½ ὅλα
637ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν, ὅστις, κατὰ φυσικὸν λόγον,
638ἐξαγόμενος θὰ φορολογηθῇ εἰς τὸ τελωνεῖον.
639Καὶ μίαν τελευταίαν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὴν
640Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκο-
641νομικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως ἐν
642Ἠλείᾳ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην γίνεται ἡ καλλιέρ-
643γεια τῶν σταφιδαμπέλων μὴ ἐπιδεχομένη ἀναβολήν, θὰ
644παραμεληθῇ δ’ αὕτη, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπηνὴς κατα-
645δίωξις, πρᾶγμα ὅπερ θὰ εἶναι μὲν καταστροφὴ διὰ τὸν
646σταφιδοπαραγωγόν, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος θὰ ζημιώσῃ οὐκ
647ὀλίγα, διότι θὰ φορολογήσῃ ἠλαττωμένην παραγωγήν.
648Ἐπὶ πλέον συντρέχουσιν εἰς τὸ ἐπιεικὲς τοῦτο μέτρον καὶ
649ἄλλοι λόγοι, καὶ διότι ἡ παρελθοῦσα ἐσοδεία ὑπῆρξεν ἠλατ-
650τωμένη ἕνεκα τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου ἐπὶ μὲν τῶν στα-
651φιδαμπέλων μέχρι 30%, ἐπὶ δὲ τῶν ἀμπέλων ἀνυπολογί-
652στως, μέχρι καταστροφῆς. Περὶ τῶν ἀμπέλων, ὑποθέτω,
653ὅτι ἔχει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ψηφισμάτων τῶν δη-
654μοτικῶν συμβουλίων· νομίζω μάλιστα, ὅτι διέταξε τὰς ἐν
655Πύργῳ ἀρχὰς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς κατα-
656στροφῆς. Αἱ ἀρχαί, ἂν καλῶς εἶμαι πληροφορημένος, ἀντε-
657λήφθησαν τὴν καταστροφήν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἀπήν-
658τησαν καὶ ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα ἢ παραμένουσιν ἐν τῇ
659ἐφορίᾳ Ἠλείας. Καὶ κατὰ προσθήκην εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δή-
660μους τῆς Ἠλείας ἐνέσκηψεν ἡ ἐπιζωοτία.
661Εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην περὶ ἀναστολῆς τῆς
662καταδιώξεως μᾶς ἀντιτάσσεται, ὡς δικαιολογητικὴ βάσις,
663ὅτι ἡ Ἠλεία εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ καθυστερήσει τῶν ὑπο-
664χρεώσεών της ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθές, κύριοι
665Βουλευταί, καὶ τὸ ἀνομολογῶ, ὅτι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκε-
666ται ἐν καθυστερήσει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ Ἠλεία
667ἔτι περισσότερον. Ἀλλὰ πταίει ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἠμέ-
668λησε νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ἠδύ-
669ναντο νὰ τὰ καταβάλλωσιν οἱ ὀφειλέται, ἠμέλησε δὲ σκο-
670πίμως, διότι ἐν τῇ ἁμίλλῃ τῶν προσωπικῶν κομμάτων τὸ
671ἐπιτηδειότερον ἐνισχύετο καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου τῶν
672δημοσίων εἰσπράξεων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διῃρεῖτο εἰς
673δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, καὶ τὸ μὲν ἓν τῶν φίλων του,
674ὡς εὐνοούμενον, περιεβάλλετο μὲ τὴν ἀσυδοσίαν, τὸ δὲ ἕτε-
675ρον τῶν ἀντιπάλων του παρεδίδετο εἰς τὴν καταδίωξιν.
676Πῶς ἐνήργουν οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες καὶ ἀποσπασμα-
677τάρχαι κατὰ τῶν πτωχῶν φορολογουμένων, πρωτίστως δὲ
678τῶν χωρικῶν, τῶν ψηφιζόντων μὲ ποιάν τινα ἀνεξαρτησίαν
679φρονήματος, πάντες γνωρίζομεν καὶ δὲν ἐνδιατρίβω εἰς τὴν
680ἀφήγησιν, εὔχομαι δὲ μόνον, ὅπως ἡ κατάστασις αὕτη διὰ
681τῶν ἀνορθωτικῶν νομοθετημάτων τεθῇ ἐκποδών, καὶ πα-
682ραμείνῃ ὑπὲρ ἡμῶν ἡ ἀνάμνησις ὅτι κατελύθη τὸ ὀλέθριον
683σύστημα τῆς ἀνηκούστου διαιρέσεως καὶ ἐκφοβήσεως.
684Ἐκτὸς τούτου ἡ Ἠλεία ἔχει καὶ ἄλλους λόγους διὰ τὴν
685καθυστέρησιν.
686Παραλείπω ὡς γνωστὴν τὴν δεκαπενταετῆ σταφιδικὴν
687κρίσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω ὅτι μέγα μέρος
688τῶν χρεῶν της στηρίζεται εἰς παγίας δόσεις δηλωθεισῶν
689γαιῶν, τὰς ὁποίας δὲν κατέλαβον οἱ δηλώσαντες καὶ δέον
690νὰ δοθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ παραιτηθῶσιν
691οὗτοι, διὰ νὰ ὑπεισέλθωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των οἱ
692καταλαβόντες καὶ νεμόμενοι τὰς γαίας ταύτας.
693Ἔπειτα, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι πρέπει καὶ τὰ
694ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς μίαν παρα-
695γραφήν, ὡς γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ λέγοντες ἀλλαχοῦ
696ἐννοοῦμεν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλούμεθα καὶ
697προσπαθοῦμεν νὰ μιμηθῶμεν εἰς ἀπόδειξιν τῶν προόδων
698μας. Οὕτως ἐν Γαλλίᾳ ἡ παραγραφὴ τῶν ὀφειλομένων
699πρὸς τὸ Δημόσιον εἶναι πενταετής, καὶ εὐλόγως, διότι,
700ὅτε τὸ Κράτος, ὅπερ ἔχει ὅλα τὰ μέσα καὶ διαθέτει τὴν
701δημοσίαν δύναμιν, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ εἰσπράξῃ εἰς τόσα
702ἔτη, τεκμαίρεται ὅτι τὰ ὀφειλόμενα ταῦτα δὲν εἶναι
703εἰσπράξιμα. Ἡμεῖς ἂς δεχθῶμεν τὴν δεκαετῆ παραγρα-
704φήν, ἂς δεχθῶμεν τὴν δωδεκαετῆ, ἀλλὰ τὰ πέρα τῆς δω-
705δεκαετίας δέον ν’ ἀποσβεσθῶσι, τὰ δὲ τῆς δωδεκαετίας, ἀφοῦ
706ἀφαιρεθῶσι τὰ πρόστιμα καὶ οἱ βαρεῖς τόκοι, νὰ διαι-
707ρεθῶσιν εἰς πολλὰς μικρὰς δόσεις ἐτησίας, οὕτως ὥστε ὁ
708φορολογούμενος πληρώνων τὴν τελευταίαν χρῆσιν φόρων
709του νὰ καταβάλλῃ καὶ τὸ ποσοστόν, ἤτοι τὴν ἐτησίαν δόσιν
710διὰ τὰ παλαιὰ χρέη. Νὰ προσδιορισθῇ ἐποχὴ ἐκ τῶν προ-
711τέρων, καθ’ ἣν νὰ προσέρχηται ἄνευ προσκλήσεως ὁ φο-
712ρολογούμενος, διὰ νὰ καταβάλλῃ τοὺς φόρους του, παρελθού-
713σης δὲ τῆς ἐποχῆς ταύτης καὶ μὴ πληρώσαντος τοῦ φορο-
714λογουμένου, ἡ καταδίωξις ἀνεξαιρέτως νὰ εἶναι ἀπηνής,
715ἀμείλικτος καὶ ἀδιάλλακτος. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ θὰ
716προσφέρωμεν εὐεργετικὴν ἀνακούφισιν πρὸς τοὺς πενομέ-
717νους πληθυσμοὺς τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν, τὸ
718Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ τριπλάσια τῶν ὅσα εἰσέπραττε,
719διότι καὶ οἱ φόροι θὰ καταβάλλωνται τακτικῶς καὶ ἀπὸ
720πολλὰς δαπάνας θὰ εἶναι ἀπηλλαγμένον τὸ Δημόσιον, οἷον
721προσωποκρατήσεων καὶ διατροφῶν, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ-
722στον καταλήγουσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς προσα-
723γωγῆς πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης. Αἱ λαϊκαὶ ἀνακουφί-
724σεις ἀποτελοῦσι κυρίαν βάσιν τῆς ἀνορθώσεως. Πάντες δὲ
725ἡμεῖς, οἵτινες ἐξελέγημεν καὶ παρακαθήμεθα ἐνταῦθα μὲ
726πρόγραμμα φιλελεύθερον καὶ ἀνορθωτικόν, ἔχοντες ἐπὶ κε-
727φαλῆς τὸν λαοπρόβλητον Πρωθυπουργόν, νομίζω ὅτι ὀφεί-
728λομεν νὰ φανῶμεν ἀντάξιοι τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων καὶ
729τῶν λαϊκῶν ἀνακουφίσεων. Ταῦτα πράττουσα ἡ παροῦσα
730Ἐθνοσυνέλευσις ὄντως θὰ σημειώσῃ ἱστορικὸν σταθμὸν ἐν τῷ
731πολιτικῷ βίῳ τῆς ἡμετέρας χώρας.
732§43ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
733Ἀπαντῶ εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅσον
734ἀφορᾷ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς Ἠλείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
735τος τούτου οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. κ.
736Γόντικας καὶ Λαμπρινόπουλος μοὶ εἶχον ὑποβάλει διὰ τοῦ
737Προεδρείου ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἐν γένει τῆς
738Κυβερνήσεως. Ἔχω ἤδη ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς
739ἐπερωτήσεως ταύτης, μόνον δὲ συμπλήρωσίς τις τοῦ ση-
740μειώματος ἐλλείπει, ἐθεώρησα δὲ ὅτι, διὰ νὰ εἶναι πλῆ-
741ρες τὸ σημείωμα, ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβάλω εἰς τὴν
742προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ τὸ φέρω, ὅτε καὶ οἱ κ. κ. συνάδελ-
743φοι διὰ τῆς καταθέσεως τούτου θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτι-
744μήσωσι καὶ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὰς
745ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκθέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὰς
746σκέψεις αὐτῆς.
747§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς προτάσεις ἐπὶ τοῦ προ-
748κειμένου θέματος πρὸς γενίκευσιν τῆς συζητήσεως.
749§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
750§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά,
751θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω. Λυποῦμαι διὰ τὰς
752ἐκφράσεις, Κύριοι, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος
753Βουλευτὴς περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων.
754Ἔχω καθῆκον συγχρόνως νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἀπὸ
755τῆς ἐποχῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν
756ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν, ὁ Διάδοχος
757ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
758νήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου
759ἐδήλου ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Κρά-
760τος τὰς γαίας τὰς καλλιεργησίμους τῆς Μανωλάδος, ὅπως
761διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους, ἐπὶ ἀποζημιώσει, ἐννοεῖ-
762ται, ἥτις ἤθελε κανονισθῆ διὰ νόμου τοῦ Κράτους, κρατῶν
763μόνον τὰ δάση καὶ τὰ δύο ἰχθυοτροφεῖα, νομίζω.
764Ὅπως καταστῇ δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὸ
765ζήτημα καὶ προβῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν λύσιν τοῦ πράγμα-
766τος, ἐστάλησαν ἀξιωματικοὶ τῆς Χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας,
767οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀσχολοῦνται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν
768γαιῶν αὐτῶν· νομίζω δὲ ὅτι αὐτὰ δὲν ἦσαν ἐντελῶς
769ἄγνωστα εἰς τὸν πολὺν κόσμον καὶ ἑπομένως ἦσαν ἱκανὰ νὰ
770μὴ δικαιολογήσωσιν ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἦσαν
771αἱ προσήκουσαι, διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἔχω καθῆ-
772κον νὰ εἴπω ὅτι κατέχει τὴν Μανωλάδα ἐπὶ τῇ βάσει νό-
773μου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισε τὸ συνέδριον τοῦτο, ὁ δὲ ἀσκῶν
774τὰ δικαιώματα τῆς κυριότητος, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ
775ὡρισμένου νόμου, ποτὲ δὲν δύναται, τοὐλάχιστον ἐν τῇ
776Βουλῇ ταύτῃ, νὰ γίνῃ ὑποκείμενον ἐπιθέσεων.
777§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν τῇ Βουλῇ δὲν
778εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω ἐπιθέσεις ἐναντίον μελῶν τῆς
779Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῶμεν, ὅπως ἡ Βουλὴ
780δίδῃ τὸ σύνθημα εἰς τὴν ἀναρχίαν ἐν τῷ τόπῳ.
781§48Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς
782τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
783§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Γκλαβᾶν.
784§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
785(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος κ. Ν.
786Στράτος).
787§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πέντε λεπτῶν ἦλθον καὶ ἀνέλαβον
788τὰ καθήκοντά μου καὶ δὲν ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ συζήτη-
789σις ἐνταῦθα, διότι ἄλλως θὰ τὴν ἠμπόδιζον. Εἶμαι ἠναγκα-
790σμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ
791ἀφορᾷ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς ἐν
792Ἠλείᾳ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγένετο ἡ συζήτησις. Τώρα, ἐὰν οἱ
793κύριοι Βουλευταὶ νομίζωσιν ὅτι δύνανται νὰ ὁμιλῶσι περὶ
794ὅλων τῶν θεμάτων τῆς Ἠλείας, ἂς ὁμιλήσωσιν.
795§52Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Μανωλὰς κεῖται ἐν
796Ἠλείᾳ.
797§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Δὲν θὰ μὲ μάθητε γεωγρα-
798φίαν! Ἀλλὰ πρωτεύει τὸ θέμα τῶν σεισμοπαθῶν.
799§54Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
800§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀπαγορεύω, κύριε Βουλευτά, νὰ
801ἐξακολουθῆτε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ μὲ αὐτὸν τὸν τόνον.
802Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
803Νὰ τὸ γνωρίζητε αὐτό.
804§56Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
805§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον. Ὀφείλω
806νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ
807κ. Παπακυριακοπούλου εἶναι ἐν τάξει κατὰ τὸ πρῶτον αὐ-
808τῆς μέρος, τὸ ἀφορῶν τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα περὶ σεισμο-
809παθῶν Ἠλείας· τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως περὶ
810τῆς καθόλου καταστάσεως ἐν Ἠλείᾳ εἶναι ἀόριστον καὶ δὲν
811συνᾴδει πρὸς τὸν Κανονισμόν, κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ἐπι-
812τρέψω τὸν λόγον.
813§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ ἡ Βουλὴ συναινεῖ τὸ ἀόριστον
814μέρος νὰ διαγραφῇ.
815§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ τὸ
816ἀόριστον μέρος νὰ διαγραφῇ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ κύριοι Βου-
817λευταὶ θὰ θελήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὁρίζωσι τὰ θέματα
818αὐτῶν, διότι ἄλλως ἀγόμεθα εἰς τὴν ἀναρχίαν, Κύριοι!
819Ὁ κ. Φλαμῆς λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον.
820§60ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ
821τῆς γνώμης αὐτῆς;
822§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
823§62Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ συζήτησις καθ’
824ὃν τρόπον ἤρξατο πρέπει καὶ νὰ περατωθῇ, καὶ συνεπῶς ὀρ-
825θότατα ἐζητήσατε τὴν διαγραφὴν τοῦ ἀορίστου αὐτοῦ μέ-
826ρους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔρχονται ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις δὲν
827εἶναι σκόπιμον νὰ μὴ περατῶνται αὗται καὶ διὰ τοῦτο
828θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἀναγράφωνται ἀοριστίαι τοιαῦται
829κατὰ τὸ μέλλον, καὶ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ἄτοπον νὰ διακό-
830πτωμεν συζητήσεις ἀρξαμένας.
831§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τοῦδε δὲν ἠθέ-
832λησα νὰ φαίνωμαι αὐστηρὸς τηρητὴς καὶ τοῦ ξηροῦ γράμ-
833ματος πλέον, διότι ἀπέβλεπον εἰς τὸ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν
834κ. Βουλευτῶν διὰ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βου-
835λὴν δὲν ἦσαν ἐντελῶς οἰκεῖοι πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν
836ἠθέλησα νὰ φαίνωμαι σκληρός. Σήμερον ὅμως ἔλαβον τὸ
837μέτρον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νὰ ἀναγράψω εἰς ἰδίαν
838στήλην καὶ τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, πρὸς ἃ ἀπευθύνεται
839ἑκάστη ἐπερώτησις, ἵνα καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ
840δίδωσι τὰς ἀπαντήσεις ἀμέσως. Πρὸς τούτοις δὲ ἀνακοινῶ
841εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅτι ὅσαι μὲν ἐπερωτήσεις εἶναι ἐγγε-
842γραμμέναι ἐνταῦθα θὰ τελειώσωσι κατὰ τὸν Κανονισμόν,
843ὅσαι δὲ θὰ ὑποβληθῶσιν, ἂν μὴ ὁρίζωσι τὸ θέμα ῥητῶς
844καὶ δὲν εἶναι συγκεκριμέναι, δὲν θὰ στέλλωνται ὑπὸ τῆς
845Διεκπεραιώσεως πρὸς ἐκτύπωσιν.
846Ἤδη ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν· ἐπιτρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἀό-
847ριστον μέρος τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως;
848§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
849§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀποφάσει τῆς Βουλῆς περι-
850ορίζεται μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν σεισμοπαθῶν.
851Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον περὶ τῶν σεισμοπαθῶν καὶ
852μόνον.
853§66Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύ-
854πης μου, ὅτι ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου τοῦ συναδέλφου μου ἐξ
855Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γκλαβᾶ παρεισέφρησε ζήτημα σπου-
856δαιότατον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν
857ἐπὶ μακρόν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς ἀντι-
858συνταγματικοῦ, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως ἡμῶν εἶναι
859ὄχι μόνον νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
860τος, ἀλλὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς νό-
861μους, οἱ ὁποῖοι ἀντισυνταγματικῶς ἐδῶ μέσα...
862§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
863§68Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κ. Πρόεδρε. Ὁμιλῶ
864σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ὀλίγων θέλω
865νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον λοι-
866πὸν ἐθίγη τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος...
867§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον.
868§70Λ. ΦΛΑΜΗΣ.... ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν
869πεῖραν τοῦ δουλοπαροικισμοῦ τῆς Μανωλάδος, νὰ ὁμιλήσω-
870μεν ἐφ’ ὅσον ἤρχισε τοιαύτη συζήτησις.
871§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον.
872Ὁ κ. Φλαμῆς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ ἀνα-
873γραφῇ τοῦτο εἰς τὰ Πρακτικά.
874§72ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κ.
875Πρόεδρε, πάντες νὰ σεβώμεθα τοὺς ὅρους τοῦ Κανονισμοῦ.
876Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνεται καὶ ἐξαίρεσις. Ὅτε ἐπε-
877τράπη καλῶς ἢ κακῶς...
878§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ ἐμοῦ εἰς οὐδένα ἐπετράπη. Ἡ
879Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ μὴ γίνῃ λόγος σήμερον περὶ Μανω-
880λάδος.
881§74ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε νὰ τε-
882λειώσω.
883§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε, διότι παραβαίνετε ἀπόφα-
884σιν τῆς Βουλῆς.
885§76ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἀποφά-
886σεως αὐτῆς. Ἀφήσατέ με, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω.
887§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ἐγγραφῆτε ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
888τος τῆς δωρεᾶς τῆς Μανωλάδος καὶ νὰ συζητήσητε τὴν
889Δευτέραν. Σήμερον δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
890§78ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ
891τελειώσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπερβολι-
892κῶς σκληρὰ ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται
893εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτήν. Ἐπετράπη
894ἡ συζήτησις καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸν
895κ. συνάδελφον Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
896§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεξέκλινεν ἡ συζήτησις.
897§80ΛΟΥΚ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐφ’ ὅσον παρεξέκλινε δι’ ἄλλους
898καὶ δι’ ἐμὲ θὰ παρεκκλίνῃ.
899§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε,
900ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς σεβό-
901μενος ὄχι μόνον τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ τὸ Σῶμα τοῦτο,
902τὸ συνέδριον τοῦτο, θέλει προσχωρήσει πρὸς τὰς ἀποφά-
903σεις τοῦ Προεδρείου. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι
904δυνατὸν ἡ Βουλὴ αὕτη, οὔτε ὁ Πρόεδρος, οὔτε τὸ Σῶμα,
905οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως περιορισθῇ τὸ Σῶμα
906τοῦτο διὰ τῆς ἀναρχίας, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχει τὴν διά-
907θεσιν νὰ ἀσκήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. (Χειροκροτήματα).
908Ἐὰν ἡμεῖς πρὸ παντὸς δὲν σεβώμεθα καὶ τὸν Κανονι-
909σμόν, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλούμε-
910νον ὑπὸ εἰδικὴν περίστασιν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντά-
911γματος εἶναι Σῶμα σχεδὸν κυρίαρχον, πῶς θέλετε νὰ περι-
912μένωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ διακρίνῃ τὴν νομιμοφροσύνην καὶ
913τὴν ὑποταγὴν πρὸς τοὺς νόμους; (Χειροκροτήματα). Διὰ
914τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
915Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον εἶναι συμπαθὴς πρὸς
916ἐμέ, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προεδρείου
917ἀφαιρέσαντος παρ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ
918χωρήσῃ περαιτέρω, ὅπως μὴ καταστήσῃ δυσχερεστέραν
919τὴν θέσιν του.
920Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ
921Ἤλιδος, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐν ἀνάγκῃ θὰ
922ἐφαρμοσθῶσι μέχρι τέλους.
923Ἐλπίζω, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ποιῶν
924τὰς δηλώσεις αὐτάς. (Χειροκροτήματα).
925§82Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐξυβρίσθην.
926§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς σᾶς ὕβρισεν.
927§84Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέ-
928λει νὰ καταπνίξῃ μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἤρ-
929χισε.
930§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
931§86Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀκούσατε καὶ ἐμέ.
932§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσδιορίσητε τὴν
933ἐπερώτησίν σας διὰ τὴν Δευτέραν συμφώνως πρὸς τὸν Κα-
934νονισμόν.
935§88Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτά.
936§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
937§90Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω τὴν ἐμμονὴν τῆς Βουλῆς,
938καίτοι ἐθίγην ὅλως ἀδικαιολογήτως, ὅτι ἐδῶ ἤλθομεν νὰ
939δημιουργήσωμεν ἀναρχίαν, ἐνῷ εἴμεθα γνωστοί, ὅτι ἤλθο-
940μεν νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθε-
941ριῶν...
942§91Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν διὰ τὸν κ. Φλα-
943μῆν.
944§92Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Λυποῦμαι λέγω...
945§93Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σιωπὴ λοιπόν! (Θόρυβος).
946(Ὁ κ. Καρασεβδᾶς κατέρχεται ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ
947διευθύνεται πρὸς τὸ βῆμα).
948§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε
949λεπτά.
950Μετὰ τὴν διακοπήν.
951§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
952δρίασις. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Ὁ
953κ. Φλαμῆς συνεχίζει τὸν λόγον του.
954§96Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύπης μου ἀναγ-
955κάζομαι νὰ διακόψω τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου ἐπὶ
956τοῦ ζητήματος τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
957νήσεως ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης
958πρὸ πολλοῦ ἔχει διαβιβάσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ
959ζητήματος τῆς Μανωλάδος. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν
960κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἔγγραφον αὐτὸ
961καταθέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὸ Προεδρεῖον,
962ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει καὶ
963τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἴς τινας τῶν κ.κ.
964Βουλευτῶν, ὅπως, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν λόγων μου δὲν θίγονται
965ἀμέσως καὶ προσωπικῶς, νὰ μὴ παρεκτρέπωνται, διότι
966θὰ μὲ ἀναγκάσωσι, παρὰ τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὴν ἀνα-
967τροφήν μου, νὰ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ τακτικὴν οὐχὶ ὀλι-
968γώτερον κατωτέραν ἐκείνων, ἵνα οὕτω τοῖς ἐπιβάλω τὸν
969πρὸς ἐμὲ σεβασμόν, διότι δὲν ἐσυνήθισα οὐδέποτε νὰ
970πτοῶμαι πρὸ οὐδενός. Ἐπειδὴ ἐγενικεύθη τὸ ζήτημα τῶν
971σεισμοπαθῶν καὶ εἶχον καὶ ἐγὼ ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσω,
972δηλῶ ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
973Πάντες, Κύριοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἠλεία ἀπὸ πολλῶν
974δεκαετηρίδων μαστίζεται ὑπὸ τῆς ζωοκλοπῆς, μαστίζεται
975ἐκ τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως, μαστίζεται ἐκ
976τῆς σταφιδικῆς κρίσεως καὶ τῆς ἑλονοσίας, ἐσχάτως δὲ μα-
977στίζεται καὶ ὑπὸ τῶν σεισμῶν, λόγῳ τοῦ ἐδάφους. Δυστυ-
978χῶς οὐδεμία μέριμνα κυβερνητικὴ ἐλήφθη ὑπὸ τῶν προ-
979κατόχων Κυβερνήσεων διὰ τὰ δεινοπαθήματα αὐτὰ τῶν
980Ἠλείων. Ἐσχάτως καὶ ἐπὶ τῆς ἤδη Κυβερνήσεως παρου-
981σιάσθησαν οἱ σεισμοὶ τῶν Λεχαινῶν καὶ τοῦ Βαρθολομιοῦ.
982Βεβαίως οἱ κ. κ. προλαλήσαντες συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὸ
983ζήτημα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως,
984ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι ὅτι
985οὐδέποτε ἀμφέβαλλον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
986τερικῶν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δείξῃ πατρικὴν στοργὴν καὶ
987ἐνδιαφέρον ὑπὲρ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος δεινοπαθεῖ πρὸ πολ-
988λοῦ, ἀφοῦ, καίτοι ἀσθενής, ἐν καιρῷ χειμῶνος μετέβη ὁ ἴδιος,
989ἵνα αὐτοπροσώπως δώσῃ τὴν παρηγορίαν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς
990τοὺς σεισμοπαθεῖς αὐτοὺς πληθυσμούς, καὶ οὔτε ἦτο δυνα-
991τὸν νὰ ἀμφιβάλῃ τις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
992ὅστις ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα ὑπὲρ τῶν
993λαϊκῶν τάξεων, δὲν θὰ ἐμερίμνα δεόντως, ἵνα ὁ λαὸς αὐ-
994τὸς τῆς Ἠλείας τύχῃ τῆς δεούσης μερίμνης καὶ προστα-
995σίας. Βεβαίως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων θέλει μερι-
996μνήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ἐφ’ ὅσον
997δὲν μεριμνήσῃ περὶ τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως
998καὶ δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι θὰ
999δημιουργήσῃ πλουτολογικὸν παράγοντα ἐν τῇ Ἠλείᾳ.
1000Κρίνω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ τῶν ζη-
1001τημάτων αὐτῶν, διότι ὅσον οὔπω θέλω ἐπιληφθῇ ἐν πλάτει
1002τόσον τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅσον καὶ
1003τοῦ ζητήματος τῆς γεωργίας, κτηνοτροφίας καὶ ἐν γένει
1004τῆς βελτιώσεως τῆς Ἠλείας καὶ ἰδίως τοῦ διακανονισμοῦ
1005τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Κυρίως ὁ λόγος, ὁ
1006ὁποῖος μὲ ἐξηνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος
1007αὐτοῦ τῆς Ἠλείας, δὲν ἦτο νὰ ἐξάρω τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν
1008ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ λόγος ἦτο
1009ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν οἱ δυστυχεῖς σεισμοπα-
1010θεῖς τῆς Ἠλείας, ὅπως τύχωσιν ἱκανοποιήσεως ἐκ μέρους
1011τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ τὴν ἀκατονόμα-
1012στον διαγωγήν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο πρὸς αὐτοὺς ὁ νομάρ-
1013χης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ὁ κύριος αὐτός, ἄνθρωπος ἐκ-
1014προσωπῶν τὸ παρελθὸν καὶ δημιούργημα τοῦ παρελθόντος,
1015δὲν ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ συναισθανθῇ τὴν κατάστασιν τῶν
1016σεισμοπαθῶν καὶ σπεύσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἵνα
1017ἀντιληφθῇ αὐτῶν τῶν ζημιῶν καὶ τῆς καταστάσεως καὶ
1018περιθάλψεως τῶν σεισμοπαθῶν καὶ σπεύσῃ νὰ τηλεγραφή-
1019σῃ ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων.
1020Συνηθισμένος ἐκ τῆς παλαιᾶς διοικήσεως καὶ στηριζόμενος
1021εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν ὑπεστήριξαν αὐτὸν καὶ ὑπο-
1022στηρίζουσιν, ὄχι μόνον ἠδιαφόρησεν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν
1023τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ πρὸς τοὺς σεισμοπαθεῖς, ἀλλ’ ἔπραξε
1024καὶ πρᾶξιν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ὄχι ἀνώτερος διοικητι-
1025κὸς ὑπάλληλος δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἀλλὰ καὶ ὁ τελευ-
1026ταῖος τυχοδιώκτης.
1027§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τοι-
1028οῦτον τρόπον περὶ ἀνωτάτου διοικητικοῦ ὑπαλλήλου.
1029§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων νομαρ-
1030χῶν, καὶ εἶναι ψεύδη αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
1031§99Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ γεγονότων καὶ μαρτυρῶ τὰ
1032γεγονότα. Ὁ Κύριος αὐτὸς ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν Κυβέρ-
1033νησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν σεισμός, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν
1034Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος φωνασκεῖ καὶ διαμαρτύρε-
1035ται, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἁρπάσῃ ἐπιχορήγημα τῆς Κυβερ-
1036νήσεως. Αὐτό, Κύριοι, ἦτο ὄχι μόνον ἀστοργία ἑνὸς ἀνω-
1037τάτου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἐκ-
1038θέτουσα τὴν φιλοτιμίαν λαοῦ ἐγνωσμένου διὰ τὰ εὐγενῆ
1039αὐτοῦ αἰσθήματα.
1040§100ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1041Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ δηλώσω,
1042ὅτι ὁ νομάρχης συνέπεσε νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας, ἐὰν ἀκρι-
1043βῶς ἐνθυμῶμαι, τὴν παραμονήν, ἢ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν
1044ἔγιναν οἱ σεισμοὶ τῶν Λεχαινῶν καὶ τοῦ Βαρθολομιοῦ. Ἦλ-
1045θον μετ’ αὐτοῦ εἰς τηλεφωνικὴν συνεννόησιν, διὰ τὸ ἐπεῖγον
1046τοῦ πράγματος, διότι δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἐπαρκὴς ἡ τη-
1047λεγραφικὴ συνεννόησις. Διετάχθη νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώ-
1048πως εἰς Λεχαινά, ὅπου μετέβη, ἐπανελθὼν αὐθημερὸν ἐκ
1049Λεχαινῶν, ἐντεῦθεν δὲ εἰκάζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ παρεξήγη-
1050σις, τὴν ὁποίαν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἦλθεν ἐκεῖθεν
1051καὶ ἀνεκοίνωσε τὰς ἐντυπώσεις του, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγρά-
1052φησαν εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδας, ὅτι αἱ ἐντυπώσεις
1053τοῦ νομάρχου ἦσαν δυσμενεῖς πρὸς τοὺς κατοίκους, καὶ ὅτι
1054ὁ νομάρχης εἶχεν ἀποδώσει εἰς αὐτοὺς ὑπερβολὴν εἰς τὴν
1055παράστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἡ ὑπερβολὴ αὕτη
1056ἐξηγεῖται ὡς πρόδηλος διάθεσις τῶν κατοίκων, ὅπως ἐπω-
1057φεληθῶσι τὴν περίστασιν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα, καί-
1058τοι μοὶ ἐφάνη ὅλως ἀπίστευτον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶ-
1059σιν ἀπὸ τὸν νομάρχην αὐτά, μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, καὶ
1060ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ προκαλέσω ἐξηγήσεις
1061τοῦ νομάρχου, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνέπεσε νὰ εἶμαι
1062εἰς Πάτρας. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
1063ρικῶν τηλεγράφημα ἐξεικονίζον τὰ πράγματα κατὰ τρό-
1064πον ἀποδίδοντα τοιαύτας προθέσεις εἰς τοὺς κατοίκους. Ἀλη-
1065θὲς εἶναι μόνον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ νομάρχης
1066παρίστανε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ παραστάσεις αἱ
1067δημοσιογραφικαὶ εἶναι ὑπερβολικαί, δὲν πρέπει δὲ τὸ
1068Ὑπουργεῖον νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἐπῆλθε πανωλεθρία. Δὲν παρί-
1069στανεν ὅμως καὶ ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἐπικουρίας ὁ λαὸς
1070ἐκεῖνος, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχε συντελεσθῆ καταστροφή. Ὁπωσ-
1071δήποτε ἐγεννήθη ἡ παρεξήγησις ἐκ τῶν δημοσιευμάτων εἰς
1072τὰς ἐφημερίδας. Ἐὰν διεγίνωσκον εἰς τοὺς λόγους τοῦ νο-
1073μάρχου πρόθεσιν ἐξυβρίσεως τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, εἶχον
1074πρωτίστως ἐγὼ καθῆκον νὰ θελήσω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν φι-
1075λοτιμίαν τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν.
1076§101Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ
1077ἑξῆς· οἱ σεισμοὶ ἤρχισαν τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς καὶ ὁ
1078κ. νομάρχης μετέβη εἰς τὰ σεισμοπαθῆ μέρη τὴν Παρα-
1079σκευὴν τὸ πρωί.
1080§102ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1081Διατί δὲν ἀναμένετε, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ
1082καταθέσει τῶν πληροφοριῶν, ὁπότε θὰ εἶναι ἡ καταλληλο-
1083τέρα στιγμὴ τῆς συζητήσεως; Ἐφ’ ὅσον αἱ πληροφορίαι
1084τοῦ νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔχουσι διαβιβασθῆ τη-
1085λεγραφικῶς ἢ δι’ ἐγγράφων, ἐννοεῖται ὅτι θὰ κατατεθῶ-
1086σιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Λέγω δὲ ἐφ’ ὅσον ἔχουσι
1087διαβιβασθῆ τηλεγραφικῶς ἢ δι’ ἐγγράφων, καθόσον, ὡς
1088προεῖπον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν καλλιτέραν συνεννόησιν
1089ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τοιαύτην καὶ τηλεφωνικήν. Ἐν τοι-
1090αύτῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα,
1091ὅπως ἀπὸ κοινοῦ γίνῃ συζήτησις, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ μέ-
1092τρα τὰ ληφθέντα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνερ-
1093γείας τῶν ἀρχῶν.
1094§103Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡμεῖς βεβαίως θὰ ζητήσωμεν νὰ κατα-
1095τεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀποδεχθῇ ποία ὑπῆρξεν
1096ἡ ἐνέργεια τοῦ νομάρχου, διότι ἐπελήφθην, λέγω, τοῦ ζη-
1097τήματος τοῦ νομαρχικοῦ, διότι, ὡς γνωρίζετε, παλαιότε-
1098ροί μου εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς, πᾶς διορισμός, πᾶσα παῦ-
1099σις ἢ μετάθεσις ἀνωτέρου ὑπαλλήλου γίνεται ἐκ λόγων, οἱ
1100ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τὰ παρασκήνια. Τὰ παρασκήνια
1101διαδίδουσιν, ὅτι ὁ κ. νομάρχης ὀλίγον ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν
1102ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀνατεθέντος εἰς αὐτὸν καθήκοντος, διότι
1103τυγχάνει ὑποστηρίξεως ἀνωτέρας. Θὰ συμφωνήσω, ὅπως
1104κατατεθῇ ὁ φάκελος, διότι θέλω νὰ εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντι
1105τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονό-
1106των, ἀλλὰ καὶ τῆς ἡμερομηνίας. Διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν
1107ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
1108καὶ ἰδίως τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, ὅπως ἀξιώσω ἀπὸ τὴν
1109Κυβέρνησιν, ἵνα τύχωσι πλήρους ἱκανοποιήσεως διὰ τὸν νο-
1110μάρχην, ὅστις τόσον σκαιῶς τοὺς ὕβρισε. Θέλω δὲ καὶ νὰ
1111ὁρισθῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα ἐξηγηθῇ
1112κατὰ πόσον ὁ νομάρχης αὐτὸς εἶναι πρέπον νὰ συνεχίσῃ τὸ
1113ἀνορθωτικὸν ἔργον ἄνθρωπος ὢν ὁλοκαύτωμα τοῦ παρελ-
1114θόντος. (Ἱλαρότης).
1115§104ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1116Ἐπειδὴ ἐτονίσθη καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου
1117περὶ προστασίας τοῦ νομάρχου, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς
1118τὴν Βουλὴν ὅτι φυσικὸν εἶναι προκειμένου περὶ ἑκάστου ἐκ
1119τῶν κατεχόντων δημοσίαν θέσιν, θέσιν μάλιστα ἐξαρτωμέ-
1120νην ἀπολύτως ἐκ τῆς ὑπουργικῆς δικαιοδοσίας, διότι αἱ
1121θέσεις τῶν νομαρχῶν δὲν εἶναι μόνιμοι, νὰ ὑπάρχῃ ὑπό-
1122νοια ὅτι οἱ κατέχοντες αὐτάς, ἐφ’ ὅσον δὲν συνδέονται πρὸς
1123τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ δεσμῶν κομματικῶν, ὅτι
1124κατέχουσιν αὐτὰς χάριν ἄλλων, δὲν γνωρίζω ποίων, ὑπο-
1125χρεώσεων. Ἐὰν ἤθελε ζητηθῆ τοιαύτη ἐξήγησις διὰ τοὺς
1126νομάρχας τοῦ Κράτους σήμερον, φυσικὸν εἶναι νὰ θεωρηθῇ
1127ὅτι πάντες τυγχάνουσι δὲν γνωρίζω ποίων, μεγάλων ὑπο-
1128στηρίξεων, ἀφοῦ εὐτυχῶς δι’ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις αὕτη
1129δὲν εἶχεν ἀκόμη προφθάσει ὄχι μόνον σύνδεσμον στενῶν
1130πολιτικῶν σχέσεων νὰ συνομολογήσῃ, ἀλλ’ ἴσως οὔτε καὶ τὰ
1131πρόσωπα καλῶς νὰ γνωρίσῃ. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ νομάρχου
1132Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἴτε καὶ οἱουδήποτε ἄλλου νομίζω
1133ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
1134τερικῶν εὐθύνεται, οὐδεμίαν δὲ δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολο-
1135γίαν, ἐὰν ὁ νομάρχης ἐκεῖνος ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς
1136ἢ πλημμελῶς διεξάγων τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξουσία
1137τῷ εἶχεν ἐμπιστευθῆ. Ἐὰν λοιπὸν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς
1138στάσεως καὶ πολιτείας τοῦ νομάρχου ἤθελεν ἀποδειχθῆ
1139ἀνεπαρκὴς ἢ πλημμελὴς ἢ ἀξία μομφῆς ἡ συμπεριφορά
1140του, δηλῶ ὅτι τὴν εὐθύνην, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχον συνεί-
1141δησιν τῆς θέσεώς μου, ὀφείλω νὰ φέρω, καὶ φέρω ἀκεραίαν.
1142Οὐδέποτε θὰ ἠνειχόμην νομάρχην στηριζόμενον εἰς οἱαν-
1143δήποτε ὑποστήριξιν, ἐὰν ἐθεώρουν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν
1144θέσιν. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλω θεωρήσει ἀνεπαρκῆ διὰ
1145τὴν θέσιν αὐτόν, δὲν θὰ κατέχῃ τὴν θέσιν αὐτήν.
1146§105Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εἶναι ὄντως, κ. Βουλευταί, φαινόμε-
1147νον λυπηρὸν καὶ ἄξιον προσοχῆς καὶ παρατηρήσεως μεγά-
1148λης, καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐκτὸς τούτου, τὸ φαι-
1149νόμενον, τὸ ὁποῖον τὸ δεύτερον ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ
1150Κοινοβουλίῳ, ὡς ἐκ τῆς μὴ προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν
1151ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ
1152τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως, ὅσον τὸ δυνατόν, συντελέσωμεν
1153εἰς τὴν ὁπωσδήποτε ἀποκατάστασιν τῶν κακῶς κειμένων
1154καὶ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μαστιζόντων τὴν Πολιτείαν παν-
1155τοίων ἀνωμαλιῶν. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ
1156ζητήματος τῆς συγκοινωνίας κατηναλώθησαν συνεδριάσεις
1157ἀσκόπως καὶ ἀκαίρως, παρὰ τὰς βεβαιώσεις τῆς Κυβερνή-
1158σεως, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὐπορεῖ χρημάτων καὶ ὅτι,
1159ὅσα λέγονται, λέγονται μόνον χάριν ἐπιδείξεως, καὶ ἐδημιουρ-
1160γήθη τὸ πρῶτον ἐπεισόδιον, ὅπερ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, κατέρ-
1161ριπτε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Τὴν
1162ἑσπέραν δὲ ταύτην ἡ αὐτὴ αἰτία τῶν ἀσκόπων λόγων εἰς
1163τὴν συζήτησιν περὶ τῆς τύχης τῶν σεισμοπαθῶν συμπολι-
1164τῶν μας, ἐκτραπεῖσα ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος εἰς ζητήματα
1165ἄσχετα, ὡς τὸ σοβαρώτατον ζήτημα τῆς Μανωλάδος,
1166ἀπεκάλυψεν ἕτερον φαινόμενον παθολογικόν, ὅπερ πρέπει νὰ
1167περιστείλωμεν, ἐὰν εὐλαβώμεθα τὴν δυστυχίαν τῶν ἀν-
1168θρώπων αὐτῶν, οὕς, οὕτω πολιτευόμενοι, ὄχι μόνον δὲν συν-
1169τρέχομεν, ἀλλὰ συντρίβομεν, ἐὰν εὐλαβώμεθα τὴν Κυβέρ-
1170νησιν τὴν διευθύνουσαν τὰς τύχας τῆς πατρίδος μας, ἵνα
1171μὴ φαίνηται ὅτι Βουλευταὶ ὄντες καὶ θέλοντες νὰ συνεχί-
1172σωμεν τὸ πολιτικόν μας στάδιον ἐκμεταλλευώμεθα ἀπὸ τοῦ
1173βήματος τούτου, πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, τὰ δεινο-
1174παθήματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κηδεμὼν ἐτά-
1175χθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. (Εὖγε,
1176εὖγε).
1177Ἐάν, κ. Βουλευταί, οἱ καταγγέλλοντες τὸν νομάρχην
1178ἐκεῖνον καὶ τὰς στερήσεις καὶ τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ
1179φρονῶσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἂς λάβωσι
1180τὸ θάρρος νὰ κατηγορήσωσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀστορ-
1181γίαν αὐτῆς, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι διὰ τῶν φωνῶν δὲν προσδί-
1182δομεν τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, οὔτε ἀνακου-
1183φίζομεν τὴν δυστυχίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον
1184φρονῶ, ὅτι συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ παρατείνωμεν τὴν ἀγω-
1185νίαν αὐτῶν. Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ὡς Βουλευτὴς τοῦ νομοῦ
1186ἐκείνου νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον πεποί-
1187θησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει
1188ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν δηλώσεών της, καὶ ἰδιαιτέρως
1189πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους ἀντιπροσώ-
1190πους τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ πρὸς τὴν Βουλήν,
1191ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παπακυ-
1192ριακοπούλου. Οὐδεμίαν δ’ ἀπολύτως ἐμπιστοσύνην ἔχω εἰς
1193τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς θρη-
1194νῳδοὶ ἀπαίσιοι τῶν ἀναγκῶν τῶν συμπολιτῶν μας ἐκφέρο-
1195μεν, διότι ἂς εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ἐπισήμως ἂς εἴπωμεν
1196ὅτι ταῦτα λέγομεν μόνον ἵνα ἀκουσθῶμεν, ὅτι φροντίζομεν
1197διὰ τὰς ἀνάγκας των, ἡμεῖς οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦν-
1198τες μόνον, καὶ ὄχι ὅλοι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι τοῦ νομοῦ
1199Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, οἱ τριάκοντα καὶ εἷς. (Εὖγε, εὖγε).
1200Ὁ ἔλεγχος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶναι, ἀληθῶς, τὸ σημαν-
1201τικώτερον καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξέρχεται
1202τοῦ σημείου τῆς σκοπιμότητος· ἐφ’ ὅσον ὅμως γίνεται πρὸς
1203ἐπίδειξιν καὶ πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, εἶναι καὶ ἐπικίνδυ-
1204νον καὶ ἄτοπον μέσον. Ἐπικίνδυνον μέν, διότι παραλύει τὰ
1205μέτρα τὰ Κυβερνητικὰ διὰ τῆς σπατάλης πολυτίμου χρό-
1206νου, ἄτοπον δέ, διότι πολιτευόμενοι ὄντες ἀναγκαζόμεθα
1207νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκ
1208τοῦ ἰδίου νομοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καὶ τὸ λέγω γε-
1209νικῶς δι’ ὅλην τὴν Βουλήν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ συμ-
1210πολῖταί μας ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδας καὶ πιστεύουσιν
1211ὅτι μόνον οἱ ὁμιλοῦντες ἐνδιαφέρονται διὰ τὰς ὑποθέσεις
1212των, ἀπατώμενοι φυσικά, καὶ ὄχι ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσω-
1213ποί των. Ἐντεῦθεν δέ, ὡς εἶπον, ἀναγκαζόμεθα ἐν γνώσει τοῦ
1214ἀτόπου τούτου νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, διότι τρέχομεν
1215τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶμεν ὡς μὴ μεριμνῶντες περὶ
1216αὐτῶν, καὶ τότε ἀδύνατον νὰ ἀνταγωνισθῇ τις εἰς τοὺς
1217ἐκλογικοὺς ἀγῶνας μὲ τοὺς δημοκοποῦντας ἐπὶ τοῦ δημο-
1218σίου φρονήματος λογοκόπους. (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε ἐκ
1219τῆς Βουλῆς).
1220Ἔκρινα προσῆκον τὰ ὀλίγα ταῦτα νὰ εἴπω πρὸς τὴν
1221Βουλήν, καίτοι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπακυρια-
1222κοπούλου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπερίττευον,
1223ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν
1224τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, πρὸς περιστολὴν τῶν ψευδομηνύ-
1225σεων, ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ προσήκοντος νομο-
1226θετικοῦ μέτρου, σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ, ὅπως λάβῃ σωστικὸν
1227μέτρον κατὰ τῆς ῥεκλάμας καὶ τῆς ἐπικινδύνου διαφημί-
1228σεως τῶν ἐπερωτώντων.
1229Θὰ παρακαλέσω δ’ αὐτόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν
1230συζήτησιν τοῦ Συντάγματος μίαν σύστασίν μου, ἣν θεωρῶ
1231ὡς ἄριστον μέτρον πρὸς θεραπείαν τῆς κοινοβουλευτικῆς
1232ταύτης παθήσεως, ἵνα εἰς τὸ περὶ ἐλευθεροτυπίας κεφά-
1233λαιον καὶ εἰς τὸν περὶ Τύπου νόμον θέσῃ διάταξιν ἀπαγο-
1234ρεύουσαν εἰς τοὺς κ. δημοσιογράφους, χάριν τῆς κοινωνίας,
1235ν’ ἀναγράφηται τὸ ὄνομα τῶν ἐπερωτώντων εἰς τὰς ἐφημε-
1236ρίδας, καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὰς Βουλὰς
1237οἱ πρὸς διαφήμισιν σπαταλῶντες πολύτιμον χρόνον. (Γέλω-
1238τες καὶ χειροκροτήματα).
1239§106Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀπευθύνω ἐπερώτησιν
1240πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν σεισμο-
1241παθῶν, διότι τὸ ἐνδιαφέρον του ἔδειξε περιτράνως σπεύσας
1242ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπιτοπίως καὶ ἀντιληφθεὶς τὰ
1243πράγματα. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ καὶ τῶν
1244ταύτας ἐκτελούντων ὀργάνων νομίζω ὅτι ὑπάρχει προφα-
1245νὴς διαφωνία, διότι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ἡμερῶν διέ-
1246ταξε τὸν μηχανικόν, ἵνα ἐπιτοπίως μεταβαίνων βεβαιώσῃ
1247τὴν γενομένην ζημίαν, βεβαιῶ ὑπευθύνως ὅτι μόλις τὴν 1ην
1248Φεβρουαρίου ἔφθασεν ἐκεῖ. Νομίζω ὅθεν ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ
1249κ. Ὑπουργοῦ δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν μηχα-
1250νικῶν. Πρόκειται δὲ ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεως τούτου
1251νὰ βεβαιωθῶσιν αἱ ζημίαι, ὅπως χορηγηθῇ βοήθημά τι
1252εἰς τοὺς παθόντας. Διότι μόνον μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς
1253ζημίας, ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ παρασχεθῇ τὸ
1254βοήθημα, μέχρι σήμερον δὲ περιμένουσιν οἱ δυστυχεῖς
1255ἐκεῖνοι τοὺς μηχανικοὺς πρὸς βεβαίωσιν τῶν ζημιῶν. Διὰ
1256τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τοὺς μη-
1257χανικούς, ἵνα ἐπισπεύσωσι τὰς ἐκθέσεις των περὶ τῶν ζη-
1258μιῶν, διότι ἡ ἐπιβράδυνσις αὕτη ἀναγκάζει τοὺς κατοί-
1259κους νὰ μένωσιν εἰς τὰς σκηνὰς ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἀναμέ-
1260νοντες τὴν ἐπιχορήγησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιδιορ-
1261θώσωσι τὰς κατοικίας των.
1262§107ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1263Ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν τὸν νομομηχανικόν.
1264§108Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ τὴν πο-
1265ρείαν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἀπὸ κοινοῦ μεταξὺ Λετρίνων
1266καὶ Σουλεϋμάναγα, καὶ παρακαλῶ νὰ δηλώσητε εἰς τὴν
1267Βουλὴν τίνα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τῶν μηχανικῶν, οἵτινες
1268παρέλαβον τὴν ὁδὸν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ
1269δευτέρου χιλιομέτρου, διότι ἐνθυμεῖσθε τὴν κατάστασιν της.
1270Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
1271καίπερ μὴ παρευρισκόμενον ἐνταῦθα, ὅπως, εἰ δυνατόν, διὰ
1272διαταγῆς του ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν
1273οἰκοδομῶν τῶν παθόντων, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι
1274ἄδικον νὰ πληρώνωσι φόρους, ἀφοῦ οὐδὲν εἰσόδημα ἔχουσιν
1275ἐκ τῶν οἰκοδομῶν των.
1276Ἐπίσης διὰ γενικοῦ μέτρου δέον νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα
1277καταδίωξις κατ’ αὐτῶν δι’ οἱανδήποτε φορολογίαν μέχρι
1278τῆς 1ης 7)βρίου, ὁπότε θὰ δυνηθῶσιν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων
1279των νὰ πληρώσωσι τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις των,
1280διότι βεβαίως δὲν εἶναι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Ἑλλάδος, τὸ
1281ὁποῖον θὰ ἀρνηθῇ τὴν τιμὴν τοῦ νὰ συνεισφέρῃ ἐξ ἴσου
1282πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλὰ μόνον ζητεῖ ἀναβολήν,
1283καθ’ ὅσον λόγῳ τῶν συμβάντων σεισμῶν οἱ κάτοικοι δὲν
1284εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των.
1285Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀμφότεροι
1286οἱ κ. Ὑπουργοὶ θέλουσι λάβει τὰς συστάσεις μου ταύτας
1287ὑπ’ ὄψιν των καὶ θέλουσι λάβει τὰ ὡς ἄνω μέτρα ὑπὲρ
1288τῶν σεισμοπαθῶν κατοίκων τῶν Λεχαινῶν.
1289§109Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ.
1290Ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς κατοίκους Βαρθολομιοῦ νὰ δηλώσω
1291ὅτι δὲν θέλουσι νὰ τοῖς δωρηθῇ τίποτε παρὰ μόνον ζη-
1292τοῦσι νὰ λάβωσι δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ πληρώσωσιν εἰς
1293πολυετεῖς δόσεις ὁμοῦ μὲ τὸν τόκον.
1294§110Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, λάβωμεν ὑπ’
1295ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου ἀπὸ
1296τῆς θέσεως ταύτης, πρέπει πάντες ἡμεῖς νὰ ἀπομακρυνθῶ-
1297μεν ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δὲν ἔχομεν
1298θέσιν ἐν αὐτῇ.
1299Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: καταλύσατε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
1300λόγου, καταλύσατε τὸν ἔλεγχον τῶν ἐξουσιῶν, καταλύ-
1301σατε τὰ πάντα καὶ μόνοι μείνατε ὑμεῖς οἱ ἑπτὰ Ὑπουργοί,
1302διὰ νὰ δημιουργήσητε τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ.
1303συνάδελφον: φρονεῖτε ὑμεῖς ὅτι εἶναι εἰς θέσιν οἱ κ. Ὑ-
1304πουργοὶ νὰ γνωρίζωσι τὰς ὑπερβασίας, τὰς παραλείψεις,
1305τὰς πράξεις τῶν ὑφισταμένων αὐτοῖς ἐξουσιῶν. Νομίζετε
1306ὑμεῖς ὅτι εἶναι εἰς θέσιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον,
1307τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται περὶ τὰ σπουδαῖα καὶ τὰ σο-
1308βαρά, νὰ γνωρίζῃ τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ καὶ τὰς πρά-
1309ξεις τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων ἐναντίον τοῦ λαοῦ; Ἐὰν βε-
1310βαίως αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ἦσαν πράξεις τοιαῦται,
1311ὥστε νὰ ἐξέρχωνται τῶν χαρακωμάτων τῶν συνταγματι-
1312κῶν ἐλευθεριῶν ἢ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐρωτῶ
1313τὸν ἀγαπητὸν συμπολίτην καὶ συμπαθῆ πρός με κ. Κατσιμ-
1314πίρην: εἶναι δυνατὸν αἱ ἐξουσίαι αἱ ὑφιστάμεναι νὰ περι-
1315ορισθῶσι μόνον δι’ ἐγγράφων τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν, ἂν
1316δὲν γίνωνται αἱ σχετικαὶ ἐπερωτήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος
1317τούτου; Ἂς δημιουργηθῇ ὀλιγαρχία· εἶμαι πρόθυμος πρὸς
1318αὐτό...
1319§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκτὸς τοῦ θέματος.
1320§112Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δή-
1321λωσιν, καίτοι οὐδένα ὀνομαστικῶς ἀνέφερα, ἵνα δώσω ἐξη-
1322γήσεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἐγὼ ὡμίλησα γε-
1323νικῶς, καὶ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπον εἰς τὴν Βουλήν,
1324ὅτι καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ πε-
1325ριττῶν καὶ ἀσκόπων πραγμάτων, διότι ὅλοι μας πολιτευό-
1326μενοι ὄντες θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ θὰ
1327μᾶς εἴπουν οἱ συμπολῖταί μας, πῶς ὑμεῖς δὲν ὡμιλήσατε,
1328περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, γεφυρῶν, ἀποτελματώσεων,
1329ἴσως καὶ ἀεροπλοΐας, ἐνῷ ὑμεῖς, κ. συνάδελφε, δὲν θὰ εὑ-
1330ρεθῆτε πρὸ τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ, διότι εἴχετε λάβει πρό-
1331νοιαν νὰ ἐπερωτήσητε περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων.
1332(Γέλωτες).
1333§113Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρακαλῶ...
1334§114Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Λοιπόν, κ. συνάδελφε, δηλῶ, ὅτι
1335σεῖς εἶσθε τὸ θῦμα τῆς συζητήσεως, τὸ θῦμα τῆς παρεκτρο-
1336πῆς αὐτῆς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι σεῖς εἶσθε ἐν τάξει
1337ζητήσαντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Μανωλάδος,
1338διότι καὶ σεῖς ἔχετε τοὺς αὐτοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερον, νὰ
1339διαμαρτυρηθῆτε, διότι εἰς τὸν κ. Γκλαβᾶν ἐπετράπη νὰ
1340ὁμιλήσῃ παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ περὶ Μανωλάδος, ἀπὸ
1341ὑμᾶς δ’ ἀφῃρέθη ὁ λόγος. Ὀφείλω δέ, κ. Βουλευταί, διὰ νὰ
1342σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιρροήν, ἣν ἐξα-
1343σκεῖ ἡ δημοκοπία ἐπὶ τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος καὶ ἐπὶ τῆς
1344τύχης παντὸς πολιτευομένου, νὰ σᾶς διηγηθῶ τὸ ἑξῆς
1345περίεργον, ὅπερ ἀπεκόμισα ἐκ τῆς ἐκλογικῆς μου περιο-
1346δείας μετὰ τῶν συνυποψηφίων μου. Ὅτε διήλθομεν ἐκ
1347τῶν μερῶν ἐκείνων, μᾶς ἐδέχθησαν, ἀλλὰ τόσον εἶχον δημα-
1348γωγηθῆ, ὥστε μᾶς ἐζήτουν νὰ τοὺς βεβαιώσωμεν διὰ πρω-
1349τοκόλλου ὅτι, ἐὰν γίνωμεν Βουλευταί, νὰ τοὺς παραχωρήσω-
1350μεν τὴν Μανωλάδα, διότι ὁ κ. Γκλαβᾶς τοῖς εἶχε θέσει
1351ὅρους ὅτι, ἐὰν δὲν ἐψηφιζόμεθα ἡμεῖς, τότε θὰ διένειμε τὴν
1352γῆν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου
1353νὰ λάβωμεν ἑκατοντάδα ψήφων, ὁ δὲ κ. Γκλαβᾶς νὰ λάβῃ
1354τὸ ὅλον τῶν ψηφοφορησάντων. (Χειροκροτήματα παρατετα-
1355μένα καὶ γέλωτες).
1356§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λοιπὸν ἐστάλημεν βεβαίως, Κύριοι, ὑπὸ
1357τοῦ λαοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα γίνωμεν πιστοὶ διερμη-
1358νεῖς τῶν ἰδεῶν του. Συνεπῶς εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμέ-
1359νος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὑφ’ ὅλης
1360τῆς Βουλῆς, ὅτι παρελαύνοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1361διάφοροι πολιτευόμενοι δὲν λέγουσί τι δημοκοπικόν, ἀλλὰ
1362λέγουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνετάλησαν ἐκ μέρους τῶν ἐντο-
1363λέων των. Ἂν πρὸς στιγμὴν ἡμεῖς οἱ 362 συνελθόντες
1364εἴχομεν πάθει ἀπὸ ἀφασίαν καὶ ἐσιωπῶμεν κατὰ τὰ διά-
1365φορα νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουσιν οἱ κ.
1366Ὑπουργοί, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἀγαθὸν ἐκ
1367τῶν μέτρων αὐτῶν;
1368§116Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅταν τὰ λέγωμεν καὶ δὲν τὰ ἀκούῃ
1369ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον;
1370§117Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταστρέφων τὸν λόγον μου παρακαλῶ
1371τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀμαλιάδος πολιτευτὴν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι
1372τὴν ἑσπέραν ταύτην κατηγόρησεν ἡμᾶς ὡς δημοκοποῦντας,
1373ἐνῷ αὐτὸς ἐδημοκόπησεν ἀκριβῶς εἰς τὸ πρόσωπον ἡμῶν.
1374§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον; Οὐδείς. Κη-
1375ρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
1376Ὁ κ. Κασσαβέτης παρακαλεῖ ἐγγράφως τὸν κ. Ὑπουρ-
1377γὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ τὴν Κυβέρνη-
1378σιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν αἴτησιν τῶν κα-
1379τοίκων Δομοκοῦ.
1380Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοί-
1381κων Δομοκοῦ.
1382§119ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1383τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν ἀπηυθύνετο ἡ ἐρώτησις, ἀνα-
1384βάλλω.
1385§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος.
1386§121ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω.
1387§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
1388τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας.
1389§123Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καίτοι, Κύριοι, ὁ νομὸς Τρικκάλων
1390στερεῖται γενικῶς συγκοινωνίας τηλεγραφικῆς, ἔχων ὑπ’
1391ὄψει ὅμως τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δὲν ὑπέβαλον ἐπερώ-
1392τησιν περὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας ἐν γένει, ἀλλ’
1393ἁπλῶς ὑπέβαλον αἴτησιν, ὅπως ὁμιλήσω ἀποκλειστικῶς περὶ
1394τῆς συγκοινωνίας τῆς τηλεγραφικῆς ἐν τῇ πόλει τῶν Τρικ-
1395κάλων, καὶ οὕτω διετύπωσα τὴν σχετικὴν αἴτησίν μου.
1396Ἡ πόλις τῶν Τρικκάλων εἶναι ἐκ τῶν μεγαλειτέρων πό-
1397λεων, ἔχουσα ἱκανὸν ἐμπόριον, στερεῖται ὅμως τηλεγραφι-
1398κῆς συγκοινωνίας, μὴ ἐπικοινωνοῦσα, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας
1399κατ’ ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ τηλεγραφείου, εἰμὴ καθ’
1400ὡρισμένας ὥρας μετὰ τῶν ἄλλων πόλεων καὶ τῆς πρωτευ-
1401ούσης. Οἱ συμπολῖταί μου πολλάκις παρεπονέθησαν, καὶ ἡ
1402Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἐδι-
1403καίωσε τὰ παράπονά των. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν
1404ἔπραξε. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω
1405τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν το-
1406ποθέτησιν ἑνὸς ἢ δύο εἰσέτι τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων εἰς
1407τὸ Τηλεγραφεῖον Τρικκάλων καὶ τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἀκόμη
1408διανομέως, διότι πόλις ἔχουσα 22000 κατοίκων ἔχει ἕνα
1409μόνον διανομέα, καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι οὗτος δὲν εἶναι
1410δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ νὰ διανείμῃ εἰς μίαν πόλιν τὰ τηλε-
1411γραφήματα. Συμβαίνει, Κύριοι, πολλάκις τηλεγραφήματα
1412ἀποστελλόμενα ἐκ τῆς πρωτευούσης νὰ λαμβάνωνται ἐν
1413Τρικκάλοις μετὰ 10, 12 καὶ 15 ὥρας. Διὰ τοῦτο ἐπανα-
1414λαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
1415κῶν νὰ διατάξῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ. Ἄλλως
1416τε πρόκειται περὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον μόνον
1417ἀπὸ τὰς ἐγχωρίους ἐφημερίδας τὰς καθημερινὰς εἰσπράτ-
1418τει τέλη 50 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν.
1419§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Ἐζη-
1420τήθη ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς
1421συγκοινωνίας· ὁ κ. Γαρδικιώτης ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς συγκοι-
1422νωνίας Τρικκάλων, ὥστε ἡ γενίκευσις εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ.
1423§125Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν αἴτησίν μου περὶ τη-
1424λεγραφικῆς συγκοινωνίας Τρικκάλων ἀνέγραφον.
1425§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ὅσοι
1426τῶν κ. Βουλευτῶν θέλουσι νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα
1427τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας Τρικκάλων, νὰ λάβωσι τὸν
1428λόγον.
1429§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
1430§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις.
1431§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Γαρδικιώτου;
1432Κακῶς ἀνεγράφη ἐν ταῖς ἐπερωτήσεσι γενικῶς περὶ τη-
1433λεγραφικῆς συγκοινωνίας.
1434§130Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαίως ἐγὼ παρεπονέθην διὰ τὴν
1435διατύπωσιν, διότι ἐζήτουν τὸν λόγον εἰδικῶς περὶ τῶν Τρικ-
1436κάλων.
1437§131ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος φαί-
1438νεται ὅτι τὸ ὥρισεν ἄλλως.
1439§132ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
1440τερικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ὡς
1441γνωρίζει, ἡ πόλις τῶν Τρικκάλων εἶναι πόλις ἔχουσα 20
1442ἕως 22 χιλιάδας ψυχῶν, ἔχει ἐμπόριον μέγα, ἔχει δύο ἐφη-
1443μερίδας καθημερινάς, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε τὸ τηλεγρα-
1444φεῖον Τρικκάλων ἐργάζεται πέρα τοῦ μεσονυκτίου, καὶ αἱ
1445ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι προσφέρουσι 50 ἕως 500 δραχμὰς
1446μηνιαίως, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τηλεγραφήματα. Εἰς μι-
1447κροτέρας πόλεις, ὅπως εἶναι ἡ Λαμία, ἡ Μεσσήνη καὶ ἄλ-
1448λαι, ὑπάρχει διπλάσιος καὶ τριπλάσιος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων·
1449δύναται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὑπαλλή-
1450λους νὰ ἀποσπάσῃ δύο...
1451§133ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
1452Ἀπόσπασιν ὄχι· ἂν ὑπάρχωσιν ὀργανικαὶ θέσεις κεναὶ ἢ ἂν
1453ὑπάλληλοι διωρισμένοι εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Τρικκάλων
1454ἔχωσιν ἀποσπασθῆ τυχὸν ἀλλαχοῦ, ὑπόσχομαι ὅτι οὗτοι
1455θὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ τὸ ὑπόσχομαι,
1456διότι ἐδόθησαν ἐπανειλημμέναι διαταγαί, καὶ μόνον τῆς
1457συνελεύσεως τοῦ συμβουλίου ζήτημα εἶναι ἡ τοποθέτησις.
1458Ἄν ὅμως ἐλλείπωσιν ὀργανικαὶ θέσεις, οἱαδήποτε καὶ ἂν
1459εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν ἄλλων τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, πα-
1460ρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμένωσιν ἀξιοῦντες
1461ἀποσπάσεις πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ καθιερωμένου ὑπὸ τοῦ
1462νόμου, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἐν ταὐ-
1463τῷ δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ τροποποίη-
1464σις τοῦ νόμου, διότι ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐνέχει πε-
1465ριττευούσας θέσεις δημιουργηθείσας ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ,
1466ἀλλαχοῦ δὲ ἐλλειπούσας.
1467§134ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, ἀξιότιμοι κύριοι συν-
1468άδελφοι, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ ἁπλῆς ἐρωτήσεως ἀπευ-
1469θυνθείσης πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ
1470ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς μὴ ὤφελε, μὲ παρέπεμψεν εἰς
1471τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὑπεχρεώθην νὰ λάβω τὸν λό-
1472γον, καίτοι θεωρῶ πολυτιμότατον τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν
1473τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς
1474ὁποίας διατελοῦμεν. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. συνάδελφοι,
1475νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰς ἐπουσιώδεις ἐπερωτήσεις, τρο-
1476πολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐκτεταμένας ἀγορεύ-
1477σεις, θὰ πράξωμεν δὲ πατριωτικὸν καθῆκον ὑψίστης ἐθνικῆς
1478σημασίας, ἐὰν συνδράμωμεν τὸν ἐπαξίως κατέχοντα τὸ
1479πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα κ. Βενιζέλον πρὸς ἐκπεράτωσιν τοῦ
1480ἀνορθωτικοῦ ἔργου αὐτοῦ ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἐκπερατώσω-
1481μεν δὲ τὰς ἐργασίας μας, εἰ δυνατόν, μέχρι τῆς ἀνοίξεως,
1482ἀποδείξωμεν δέ, ὅπου δεῖ, ὅτι πλέον εὑρισκόμεθα ἐν εἰρήνῃ
1483καὶ ὁμονοίᾳ.
1484Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Σκρὶπ» ἀνέγνωσα ὑπόμνημα τοῦ κα-
1485θηγητοῦ καὶ συμπολίτου μου κ. Θεοκλήτου Κουρούκλη περὶ
1486τροπολογίας τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
1487συμμεριζόμενος καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
1488Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1489γὸν καὶ κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἰσαγάγῃ νό-
1490μον περὶ μειώσεως τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἀμ-
1491βύκων (καζανίων κοινῶς λεγομένων), καθόσον διὰ τοῦ ἰσχύ-
1492οντος κατεστράφησαν οἱ γεωργοὶ ἰδιοκτῆται καὶ βιομήχα-
1493νοι, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν εἰσπράττει ἐκ τοῦ προϋπολογι-
1494σθέντος ποσοῦ.
1495Εἶναι ἀληθέστατον ὅτι οἱ ἀτυχεῖς γεωργοὶ καὶ ἰδιοκτῆ-
1496ται ζημιοῦνται φοβερὰ μὴ δυνάμενοι νὰ μεταπωλήσωσι
1497τὰ στέμφυλα καὶ τοὺς ἐφθαρμένους οἴνους των, οἱ δὲ ἀτυ-
1498χεῖς βιομήχανοι ἔκλεισαν τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, μὴ δυνά-
1499μενοι νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ἀσύμφορον φορο-
1500λογίαν. Ἐπιφυλάσσομαι, ἂν εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος, νὰ
1501ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν τροπολογήσω.
1502Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπα-
1503νορθώσῃ ἓν ἄδικον, τὸ ὁποῖον διέπραξε κατ’ αὐτάς, τὴν
1504ἀπόλυσιν τοῦ μόνου Κεφαλλῆνος ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς,
1505ὑπηρετοῦντος ὡς τακτικοῦ κλητῆρος ἐπὶ ἑξαετίαν εὐδοκί-
1506μως, τοῦ κ. Δανάλη, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ῥιφθῇ εἰς
1507τοὺς δρόμους ἄνευ ἀφορμῆς πτωχὸς οἰκογενειάρχης.
1508§135Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, κύριε Πρό-
1509εδρε, ὅτι θὰ ἦτο παράλειψις νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ
1510ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἔρ-
1511γον δικαιοσύνης νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς τοὐλά-
1512χιστον τὸ ἐθνικὸν συνέδριον. Ἔχω ἐπανειλημμένως λάβει
1513ἀφορμάς, τελευταίως δὲ εἰς βαθμὸν μεγαλείτερον, καὶ ὑπο-
1514θέτω ὅτι τοιαύτας ἔχουσι λάβει ὅλα τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ
1515ἐθνικοῦ συνεδρίου ἐπὶ μιᾶς καταστάσεως, ἀφορώσης τὴν δίαι-
1516ταν ἐν γένει τῆς τάξεως τῶν φυλακισμένων. Τὴν τοιαύτην ἀν-
1517τίληψιν δὲ παρουσίασε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1518πρὸ ἡμερῶν, ὅτε εἰσηγεῖτο τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀναδιορ-
1519γανώσεως ἐν γένει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἂν ἐνθυμῶ-
1520μαι καλῶς, ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν
1521φυλακῶν παρουσιάζει φαινόμενον ἀντιπροσωπευόμενον πρὸς
1522τὰς ἀξιώσεις τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὅτι αἱ τοιαῦ-
1523ται ἀντιλήψεις ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ὤφειλε νὰ
1524ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν φυλακῶν
1525εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἐπὶ τὸ ἀνθρωπιστικώ-
1526τερον, ἀλλὰ καὶ τὸ σκοπιμώτερον, ἡ διατήρησις αὐτῶν.
1527Εἶναι ἀληθεῖς βεβαίως αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
1528γοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα νὰ
1529ἐπέλθῃ πολὺ ταχέως, διότι θὰ διαρρεύσῃ ἓν διάστημα με-
1530ταξὺ τοῦ σήμερον κρατοῦντος συστήματος καὶ τῆς ἐφαρμο-
1531γῆς τοῦ νέου. Σκοπῶ λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, ἀφοῦ εἶναι βέ-
1532βαιον τὸ τοιοῦτον, κατὰ πόσον ὑπάρχει τὸ σκόπιμον νὰ ἐξα-
1533κολουθῶσι νὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι
1534ἔχουσιν ἀρκετὸν χρόνον διανύσει ἐντὸς αὐτῶν, χωρὶς νὰ
1535ἐπέλθῃ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα ἐκ μέρους τῆς Πολι-
1536τείας καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ ἐπέλθῃ. Εἶναι γνω-
1537στὸν ὑμῖν, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν φυλακῶν σκοπεῖ τὴν ἀπό-
1538δοσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνθρώπων, οἵτινες ὑπέστησαν ἐπαρ-
1539κῶς τὴν ἐπίδρασιν τῆς νουθετήσεως πρὸς συνδυασμὸν τῶν
1540δικαιωμάτων τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐν γένει δίαιτα ἡ
1541ἠθικὴ καὶ ὑλική, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰς φυλακὰς
1542σήμερον, δὲν παρουσιάζει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
1543δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν ἐλπίδα τῆς πραγματώσεως
1544τοῦ σκοποῦ αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν
1545Συνέλευσιν μὲ τὰς λεπτομερείας περὶ τῆς διαίτης τῶν ἐν
1546ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους ἐγκαθειργμένων, διότι εἶμαι
1547πεπεισμένος, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι τοῖς πᾶσι
1548γνωστή. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσω εἰλικρινῆ
1549εὐχὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως
1550ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ καὶ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ τρίτον
1551ἢ τέταρτον ὁ χρόνος τῆς φυλακίσεώς των, ἐφ’ ὅσον ἤθελε βεβαι-
1552ωθῆ, ὅτι τόσον δικαία, ὅσον καὶ σκόπιμος εἶναι μία γενικὴ
1553ἀμνηστία· διότι ἄλλως τε πρόκειται καὶ περὶ τάξεως ἀν-
1554θρώπων, οἱ ὁποῖοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι
1555πάντες ἐκ φύσεως ἐγκληματίαι, διότι δὲν δύναταί τις νὰ
1556ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ αἱ πολιτειακαὶ ἐλλείψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
1557ἀγωγὴν τῶν πολιτῶν, καὶ ἄλλαι πολλαὶ συμπτώσεις συνε-
1558τέλεσαν εἰς τὴν διάπραξιν ἐγκλημάτων, ὧν θύματα ἐγέ-
1559νοντο οἱ δυστυχεῖς αὐτοί.
1560§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ
1561εἴκοσι Βουλευτῶν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Τὸν
1562λόγον πρῶτος ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ὁ κ. Καλαντζόπουλος.
1563§137Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προ-
1564λαλήσας ἀνέφερε, θεωρῶ ὅλως περιττὸν καὶ πλεοναστικὸν
1565μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ.
1566Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε εἰσηγεῖτο τῶν δικα-
1567στικῶν νομοσχεδίων, νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐ-
1568τοῦ. Καὶ δὲν θὰ προέβαινον εἰς καμμίαν σύστασιν καὶ
1569παράκλησιν, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ἀλλεπαλλήλους ἐπιστολὰς
1570ἐκ τῶν καταδίκων τῶν ἐν Ῥίῳ καὶ Μεσολογγίῳ φυλακῶν
1571τῶν καταγομένων ἐκ τῆς Ναυπακτίας καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρ-
1572χιῶν, διὰ τῶν ὁποίων διὰ ζωηρῶν χρωμάτων παριστῶσι
1573τὴν κατάστασιν τῆς διαβιώσεως αὐτῶν ἐν αὐταῖς. Ἀλλ’
1574ἀκριβῶς δι’ οὓς λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
1575νης εἶπεν ὅτι πολὺς χρόνος θὰ διαρρεύσῃ, μέχρις ὅτου λάβῃ
1576μέτρα ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς ἀνακαίνισιν τῶν κτιρίων, ἀφ’
1577ἑτέρου δὲ πρὸς διοργάνωσιν τῆς διοικήσεως ἐν γένει τοῦ
1578σωφρονιστικοῦ συστήματος, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποβάλ-
1579λουσι διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν οἱ ἀναφερόμενοι τὴν εὐχήν,
1580ἧς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐγένετο διερμηνεὺς καὶ τὴν
1581ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅπως, εἰς ἐκείνους ἐξ αὐτῶν,
1582οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προτάσεις εἴτε εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν
1583εἴτε δικαστικῶν ἀποφάσεων, χαρισθῇ μέρος τῆς ποινῆς, ἐὰν
1584καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπέτισαν τὸ πλεῖστον αὐτῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς.
1585Τὴν τοιαύτην σύστασιν ἑπομένως ἐθεώρησα καθῆκόν μου
1586νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ
1587ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν
1588ἀπόφασιν αὐτῶν.
1589§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐν τῇ
1590Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶδον ὅτι πρόκειται περὶ τῆς κατα-
1591στάσεως τῶν φυλακῶν καὶ ὄχι περὶ τῶν φυλακισμένων.
1592Πλειστάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος πρὶ τῆς καταστά-
1593σεως τῶν φυλακῶν, οὐχὶ περὶ τοῦ συστήματος, ἀλλὰ περὶ
1594τῶν ἐνδιαιτημάτων, ἐν οἷς ἐνδιαιτῶνται οἱ ἀπόκληροι ἐκεῖ-
1595νοι τῆς κοινωνίας, Ἐντεῦθεν ὁρμώμενοι οἱ κατὰ καιροὺς
1596πολιτευόμενοι καὶ Κυβέρνησίς τις, ἡ ὁποία διῴκει τὰ
1597κοινὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1897, εἰσήγαγε νομοσχέδιον
1598ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ νόμος τοῦ Κράτους,
1599διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦνται τὰ σχέδια καὶ αἱ μελέται καὶ οἱ
1600προϋπολογισμοὶ δι’ οἰκοδομὴν φυλακῶν ἐν Τριπόλει. Δὲν
1601ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει
1602προϋπολογισθῆ πρὸς οἰκοδομὴν φυλακῶν ἐν Τριπόλει, ὁ νό-
1603μος ὅμως τοῦ 1897 κεῖται ἀργός. Γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ
1604ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οἱ φυλακισμένοι
1605Τριπόλεως ἐνδιαιτῶνται εἰς τοὺς στάβλους, εἰς τὰ χοιρο-
1606στάσια ἑνὸς Τούρκου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖ πρὸ τῆς ἐπανα-
1607στάσεως τοῦ 1821, Ἀλῆ Τσεκούρα ὀνομαζομένου, ἔχουσι
1608δὲ φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε οὐ μόνον ἀνυπόφορος
1609εἶναι ἡ συμβίωσις ἐκεῖ εἰς τοὺς φυλακισμένους, ἀλλ’ εἶναι
1610καὶ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως, διότι ἀτυχῶς
1611τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο, ἢ μᾶλλον οἱ στάβλοι ἐκεῖνοι, ἐν οἷς
1612συμφύρονται περὶ τοὺς 200 φυλακισμένους, κεῖται ἐν τῷ
1613μέσῳ τῆς πόλεως. Ὅλα δὲ τὰ μολύσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα,
1614ἐννοεῖται, ἐνσκήπτουσιν εἰς τοὺς διαφόρους κατῳκημένους
1615τόπους, μεταδίδονται ἐκεῖθεν εἰς τὴν πόλιν, τὸ οἰκόπεδον
1616δέ, ἐν τῷ ὁποίῳ κεῖνται οἱ στάβλοι ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι μι-
1617κρᾶς ἀξίας, ἤδη δέ, ὅτε ἔχει τὸ εὐτύχημα ὁ νομὸς Ἀρκα-
1618δίας νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπὸ ἐπιλέ-
1619κτου τέκνου αὐτοῦ, ὑποθέτω ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ
1620λειτουργήσῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεώς
1621τινος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ ποσοῦ τοῦ
1622προϋπολογισθέντος πρὸς οἰκοδομὴν τῶν φυλακῶν ἐν Τριπό-
1623λει, ἀλλὰ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοὐλάχιστον, ὅπως ἀρχίσῃ τὸ
1624ἔργον καὶ εἰς διάστημα 2–3–4 ἐτῶν συντελεσθῇ καὶ
1625χάριν φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀποκλήρους ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ
1626χάριν τῆς ὑγείας αὐτῆς τῆς πόλεως Τριπόλεως.
1627§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1628προανήγγειλεν ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
1629σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκρεμεῖ ἡ αἴ-
1630τησις ἀναιρέσεως τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, προσμετρεῖται
1631ὡς χρόνος προφυλακίσεως. Κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ἀναπτυ-
1632χθεῖσαν περὶ κοινῆς συνειδήσεως καὶ ὡριμότητος ἡ Κυβέρ-
1633νησις ἐκπροσωπεῖ τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ φαίνεται ὅτι
1634ἡ κοινὴ συνείδησις παραδέχεται ὅτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκ-
1635κρεμεῖ ἡ ἀναίρεσις, ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζηται εἰς τὴν
1636προφυλάκισιν, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου
1637Πάγου εἶναι ἐσφαλμένη, ἐφ’ ὅσον δέχεται ὅτι δὲν πρέπει
1638νὰ συνυπολογίζηται. Ἀφοῦ τοῦτο δέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς
1639τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐπεχείρουν νὰ παρακαλέσω αὐτόν—,
1640διότι φοβοῦμαι μήπως πάλιν προσκρούω εἰς ἄλλην θεω-
1641ρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1642νης, ὅτι συστάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται πρὸς
1643τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, διότι τοιουτο-
1644τρόπως διοικοῦσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ ὄχι οἱ Ὑπουργοί· ἐν
1645τούτοις ἐγὼ θὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν καὶ ὑποθέτω ὅτι
1646δὲν θὰ ἀναγκασθῶ νὰ δώσω ἄλλην διατύπωσιν ὑποχρεοῦ-
1647σαν τὸν κ. Ὑπουργόν—, θὰ ἐπεχείρουν, λέγω, νὰ παρακα-
1648λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον νο-
1649μίζει ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ὡς χρόνος προφυλακί-
1650σεως ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκρεμεῖ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως, νὰ
1651προβῇ καὶ ὑποβάλῃ προτάσεις περὶ ἀπονομῆς Β. χάριτος
1652διὰ τοὺς κρατουμένους πρὸς ἔκτισιν τῆς ποινῆς τῆς ἀντι-
1653στοιχούσης πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀναιρέ-
1654σεως.
1655§140ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος καὶ
1656διὰ τὸ παρελθόν.
1657§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1658καιοσύνης). Τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος.
1659§142Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς διότι εἶναι τοιοῦτος, ἐγὼ θεωρῶ
1660ὅτι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τῶν διατάξεων τοῦ
1661νόμου, πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόσητε, μέχρις οὗ ψηφισθῇ οὗ-
1662τος διὰ τῆς ἄλλης μεθόδου. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἀδίκως
1663κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς οἱ ἐκτίνοντες τὸν χρόνον τῆς
1664ἀναιρέσεως εἴτε κατὰ παρερμηνείαν τῆς διατάξεως τῆς
1665Δικονομίας εἴτε διότι θεωρεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρα-
1666τῶνται; Ἐὰν ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν, εἴτε διότι κακῶς
1667ἑρμηνεύεται ἡ Δικονομία, εἴτε διότι εἶναι ἄδικον νὰ γί-
1668νηται τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ νὰ προβῆτε εἰς προτάσεις περὶ
1669ἀπονομῆς Β. χάριτος, διότι πρόκειται περὶ προσωπικῆς
1670ἐλευθερίας, καὶ ἐφ’ ὅσον γνωρίζετε ὅτι αὐτοὶ ἀδίκως στε-
1671ροῦνται τῆς ἐλευθερίας των ὀφείλετε νὰ σπεύσητε νὰ τὴν
1672ἀποδώσητε εἰς αὐτούς, νὰ μὴ ἀναμένητε δὲ τὴν δημοσί-
1673ευσιν τοῦ νόμου, διότι μέχρις οὗ δημοσιευθῇ ὁ νόμος θὰ
1674παρέλθῃ χρόνος, καὶ θὰ μείνωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ ἕνα σχε-
1675δὸν μῆνα εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ διὰ τῆς Β. χάριτος δύ-
1676νανται νὰ ἐξέλθωσιν ἀμέσως. Ἐπιθυμῶ μὲ τὴν εὔνοιαν καὶ
1677τὴν κοινὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖτε, νὰ προ-
1678βῆτε εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς παρακλήσεώς μου αὐ-
1679τῆς, διότι ἄλλως θὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ εἴχετε τὴν
1680ἰδέαν ὅτι ἀδίκως κρατοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὰς φυ-
1681λακάς, δὲν ἐσπεύσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευ-
1682θερίαν των, θὰ δύναμαι δὲ κατόπιν καὶ νὰ κατηγορήσω
1683ὑμᾶς ὅτι περὶ ὀλίγου ποιεῖσθε τὴν ἐλευθερίαν τῶν πο-
1684λιτῶν.
1685§143ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀλλεπάλληλοι αἰτήσεις, αἵ-
1686τινες καταφθάνουσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑφ’
1687ὅλων τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων τῶν εὑρισκομένων εἰς
1688τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους περὶ τῆς ἐν γένει κα-
1689ταστάσεως τῶν φυλακῶν ἡμῶν, δικαίως κινοῦσι τὴν συμπά-
1690θειαν ὅλων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν πᾶσαν ἡμῶν
1691τὴν μέριμναν καὶ τὴν προσοχὴν πρὸς βελτίωσιν τῆς κα-
1692ταστάσεως. Προηγουμένως ἀξιότιμος συνάδελφος τὰ ἐνδι-
1693αιτήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους
1694δαπάναις αὐτοῦ, ἐν οἷς διαβιοῦσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἕνεκα
1695ὡρισμένων λόγων δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἐλευθέραν
1696κίνησίν των, ἀπεκάλεσε καὶ λίαν δικαίως στάβλους,
1697ἔχοντας σκοπὸν καὶ προορισμὸν ὅπως διαφθείρωσι καὶ
1698συνείδησιν καὶ σῶμα. Ὅλοι, ὅσοι διῆλθον ἀνὰ τὴν Ἑλ-
1699λάδα καὶ ἔτυχε νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰς φυλακάς, δὲν δύ-
1700ναμαι νὰ σᾶς περιγράψω τὰς φράσεις, δι’ ὧν περιέγραψαν
1701τὴν κατάστασιν αὐτῶν, ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ εἰς τὸ ἐπίση-
1702μον Κράτος καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον Πολιτείαν. Πανταχοῦ
1703τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου σήμερον ἀνεπτύχθησαν ἴδια
1704συστήματα, πανταχοῦ σχεδὸν ἐχειραφετήθη ἡ σωφρονιστικὴ
1705διοίκησις καὶ ἔσχε τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, ὥστε
1706νὰ φέρῃ μείωσιν τῆς ἐγκληματικότητος. Παρ’ ἡμῖν, κύριοι
1707Βουλευταί, θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ πολὺ ταχέως ὁ κ. Ὑπουργὸς
1708ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἴδητε ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἐγκλη-
1709μάτων διαπράττεται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Πάντες αἰσθανό-
1710μεθα ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ἐν ταῖς
1711φυλακαῖς, εἶναι ἐγκλήματα, ὧν ἄμεσος ὑπαίτιος εἶναι ἡ
1712ἀβελτερία τῆς Πολιτείας. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν
1713Βουλὴν καὶ νὰ ἀναπτύξω πρὸς αὐτὴν τὰ συστήματα, τὰ
1714ὁποῖα ἐδέχθησαν αἱ διάφοροι ἄλλαι ἐπικράτειαι, τῶν φυ-
1715λακῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέλη-
1716ξαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
1717Δικαιοσύνης νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἂν εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ
1718ὁ νόμος ΑΦΚʹ τοῦ 1887 περὶ φυλακῶν, καὶ ἂν ἡ μέ-
1719ριμνα καὶ ἡ ἐπιστασία καὶ ἡ ἐπιμέλεια αὐτῶν ἀκολου-
1720θεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, καί, ἐὰν γίνωνται
1721αἱ ἐκθέσεις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτόν, θὰ παρεκάλουν
1722τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου καὶ ἄλλοτε
1723νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν, ὅπως
1724προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας τῶν ἐπι-
1725σήμων ὀργάνων καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους συμφώνως
1726πρὸς τὸν νόμον ΑΦΚʹ τοῦ (1887).
1727Περαίνων, Κύριοι, λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία ἡμῶν ἔσπευδε
1728νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ μέριμναν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐ-
1729τοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἠθέλομεν ταχέως ἀπο-
1730κτήσει ἀνθρωπίνους φυλακάς, καθόσον τὸ χρῆμα πρὸς τοῦτο
1731ὑπάρχει, ὅπως κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1732κονομικῶν. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, ἐὰν ἤθελον ληφθῆ μέτρα ὑπὸ τῆς
1733Πολιτείας, καὶ ἡ ἐγκληματικότης παρ’ ἡμῖν θὰ ἐμειοῦτο καὶ
1734θὰ προήγοντο ἐν γένει τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Παρα-
1735καλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βου-
1736λήν, ἂν εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΦΚʹ καὶ ἂν ἐπὶ τῇ
1737βάσει αὐτοῦ ἐνεργεῖται ἡ ἐπιστασία τῶν φυλακῶν.
1738§144ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ πᾶσαν περίπτω-
1739σιν, Κύριοι, συζητούμενον τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν εἶναι
1740ζήτημα μέγα, τοσοῦτον μέγα, ὥστε, ἐὰν ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ
1741δὲν ἤθελεν εἶναι σπουδαῖος, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κατηγορη-
1742θῶμεν, ὅτι παραγνωρίζομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἀπηυθύνθη
1743πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μία σύστασις, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ
1744δοθῇ ἀθρόως χάρις εἰς πληθὺν καταδίκων. Ἡ σύστασις
1745αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
1746σεως, διότι εὑρισκόμεθα ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ καὶ εἴ-
1747μεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
1748Συντάγματος. Ἀπηυθύνθη ἑτέρα σύστασις πρὸς τὴν Κυ-
1749βέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ δοθῇ χάρις πρὸς ἐκείνους, οἵ-
1750τινες ἐκτίνουσι ποινὴν πράγματι μὴ ὑπάρχουσαν· καὶ ἡ σύ-
1751στασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ, διότι τὸ
1752προνόμιον τῆς χάριτος εἶναι προνόμιον βασιλικόν, ἀπονέ-
1753μεται προσωπικῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐπ’ αὐ-
1754τοῦ γενικὸν μέτρον. Ἤθελεν εἶναι μία σύγκρουσις αὐτό-
1755χρημα μεταξὺ τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς Δικαστικῆς ἐξου-
1756σίας. Εὐτυχῶς ὑποβάλλεται τάχιστα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1757θέλει ἄρει τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἐκ κακῆς
1758ἑρμηνείας τοῦ νόμου.
1759Ἀπηυθύνθη τρίτη σύστασις, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρ-
1760νησις περὶ φυλακῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη ὅτι θέλει
1761προσαγάγει ἐνώπιον ἡμῶν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, καὶ
1762τότε θέλομεν συζητήσει ἀναμφιβόλως σοβαρώτατα ἐπὶ τοῦ
1763ζητήματος τῶν φυλακῶν. Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τοῦτο συνε-
1764ζητήθη εἰς τὸ παρελθὸν μεταξὺ τῶν σοφῶν καὶ τῶν ὁμολο-
1765γούντων ἑαυτοὺς μὴ σοφούς, διὰ νὰ ὑποκρίνωνται τὸν σο-
1766φώτερον. Καὶ οἱ μὲν σοφοὶ ἀνέπτυσσον συστήματα φυλα-
1767κῶν, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἢ καὶ ἐφαρμόζονται ἀλλαχοῦ,
1768οἱ δὲ σοφώτεροι τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν τὸ ἐξετάζουσι
1769μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος ὡρισμένων τινῶν
1770πόλεων.
1771Τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν εἶναι ἓν τῶν μεγίστων ζητη-
1772μάτων τοῦ τόπου μας. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις
1773μίαν Πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐκπαιδεύ-
1774σεως τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, διότι μεριμνᾷ εἷς ἕκαστος ἐξ αὐ-
1775τῶν νὰ ἐκπαιδευθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μίαν
1776Πολιτείαν μὴ ἔχουσαν πολιτικὴν ἴσως δικαιοσύνην, διότι
1777ἔχει φθάσει εἰς τοσοῦτον ἠθικῆς τελειώσεως ὁ λαὸς ἐκεῖνος,
1778ὥστε νὰ ἐπιλύῃ τὰς ἀστικὰς αὐτοῦ διαφορὰς διὰ διαιτη-
1779τῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μίαν Πολιτείαν ἐστε-
1780ρημένην πάσης ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι
1781δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις Πολιτείαν ἐστερημένην ποινικῆς
1782δικαιοσύνης. Ἀλλά, ὅταν λέγωμεν ποινικὴν δικαιοσύνην,
1783δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐννοῶμεν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν
1784καὶ σύστημα προσῆκον φυλακῶν, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ
1785προσῆκον σύστημα φυλακῶν, δὲν ὑπάρχει ἡ προσήκουσα
1786εἰς τὰ ἀποτελέσματα ποινικὴ δικαιοσύνη, ἑπομένως ἡ Πο-
1787λιτεία ἐκείνη εἶναι ἀναξία νὰ ὀνομάζηται Πολιτεία ἀνθρώ-
1788πων. Τὸ ζήτημα ἑπομένως θὰ κριθῇ ὑπὸ τῶν σοφῶν, ἀλλὰ
1789ὑπὸ τῶν σοφῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρύονται τὰς γνώσεις
1790των μόνον ἀπὸ τὰς διαφόρους φυλλάδας, τὰς ὁποίας ἔχουν
1791ἀναγνώσει εἰς διαφόρους γλώσσας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν σοφῶν
1792ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ κλασσικὰ ὄντως συγγράμματα ἔχου-
1793σιν ἀναγνώσει καὶ ἔχουσιν ἐννοήσει αὐτά, ἀλλὰ καὶ βα-
1794θέως ἔχουσιν ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τῶν πραγμάτων τοῦ
1795τόπου καὶ τῶν συνθηκῶν αὐτοῦ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους
1796θέλει συζητηθῆ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχεθὲν νομο-
1797σχέδιον. Τό γε νῦν ἔχον, νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι
1798ἀνάγκη νὰ ἀρχίσωμεν προσανατολιζόμενοι πρὸς τὸ ζήτημα
1799τοῦτο, νὰ ἀρχίσωμεν προδιατιθέμενοι ψυχικῶς, ὅπως συ-
1800ζητήσωμεν μετὰ σοβαρότητος τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ οὐχὶ
1801κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένοντο συστάσεις, ἀφ’ ἑτέρου
1802δὲ νὰ συζητήσωμεν, δοθείσης τῆς εὐκαιρίας, ἂν προσήκει,
1803καὶ ἄλλο τι μέτρον νὰ ληφθῇ, προκειμένου περὶ τῶν κατα-
1804δίκων.
1805Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τὸ
1806ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ πολιτεύεται Βουλευτής τις,
1807συμφέρον, ἄλλως ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλήν,
1808ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ πολιτευόμενος, καίτοι
1809δὲν εἶναι μόνον ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαί-
1810τερος ἀντιλήπτωρ τῶν ἐπαρχιακῶν αὑτοῦ συμφερόντων,
1811εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐντολὰς τῶν ἰδιαιτέρων
1812αὑτοῦ συμπολιτῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται συμβιβάζονται πρὸς τὴν
1813συνείδησιν αὑτοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗται συμβιβάζονται πρὸς τὰς
1814πολιτικὰς αὑτοῦ γνώμας· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν συμβιβάζονται
1815εἶναι παραβάτης τοῦ γενικωτέρου αὑτοῦ καθήκοντος ὁ Βου-
1816λευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἀντιταχθῇ
1817πρὸς αὐτὰς καὶ φροντίσῃ ὅπως μετατραπῶσιν αἱ ἐσφαλμέ-
1818ναι ἀντιλήψεις τῶν ἰδιαιτέρων αὑτοῦ συμπολιτῶν. Διότι
1819ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πολιτευόμενος δὲν εἶναι μόνον ἐντὸς
1820τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περισσότερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Διὰ
1821τοῦτο ἐλάλησα ὅσα ἐλάλησα καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
1822νατὸν καὶ νὰ συζητηθῇ, ὅπως ληφθῇ γενικὸν μέτρον περὶ
1823χάριτος καταδίκων· καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ἀκόμη, ὅτι
1824εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη ἡ γνώμη καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι
1825αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα.
1826Αἱ φυλακαὶ εἶναι κυρίως κολαστήρια· οἱ διαταράσσοντες
1827τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν πρόκειται νὰ ἐξυγιασθῶσι σωμα-
1828τικῶς ἢ ἠθικῶς, ἀλλὰ πρόκειται κυρίως νὰ κολασθῶσι.
1829§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1830σύνης). Εἶναι πράγματι κολαστήρια, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ
1831τούτου, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ κολάσεις.
1832§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζε-
1833σθε. Τὸ ζήτημα, ὡς ἀρχόμενος εἶπον, εἶναι σπουδαιότατον,
1834δὲν λύεται τόσον εὐχερῶς. Λοιπὸν ὁ κύριος σκοπὸς τῆς
1835ποινῆς εἶναι νὰ τιμωρηθῇ ὁ διαταράξας τὴν δημοσίαν τά-
1836ξιν, πάντα δὲ τὰ ἄλλα λεγόμενα εἶναι λεγόμενα ἀνθρώπων,
1837οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμελέτησαν σπουδαίως τὰ κοινωνικὰ καθε-
1838στῶτα καὶ τοὺς θεσμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φυ-
1839λακῶν. Ἤδη ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς θεωρίας ὅτι
1840αἱ φυλακαὶ εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα; Ἔχει κα-
1841θῆκον καὶ συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ τοιαύτας φυλακάς,
1842ὥστε νὰ μὴ βλάπτηται ἡ ὑγεία τῶν καταδίκων, ἔχει κα-
1843θῆκον ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἔχει συμφέρον, διότι
1844οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τάχιον ἢ βράδιον θέλουσιν ἐξέλθει τῶν
1845φυλακῶν καὶ θὰ εἶναι προστάται οἰκογενειῶν καὶ θὰ γίνωσι
1846πατέρες μελλόντων τέκνων καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξασφα-
1847λίσωμεν καὶ τὴν ὑγείαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ
1848εἰς τὸ μέλλον ὑγιεῖς πολίτας, τοὺς ὁποίους θὰ γεννήσωσιν
1849ἐκεῖνοι. Ἰδοὺ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ποῖα εἶναι τὰ δικαιώ-
1850ματα τῆς θεωρίας ἐκείνης· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τάχιον ἢ
1851βράδιον θὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν καὶ θὰ συναναστρέφων-
1852ται μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ
1853μὴ διαφθαρῶσιν ἐντελῶς. Ἰδοὺ ἀκόμη ποῖα εἶναι τὰ δι-
1854καιώματα τῆς θεωρίας ἐκείνης· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι θὰ ἐξέλ-
1855θωσι τῶν φυλακῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ μεταδίδωσιν εἰς τὴν
1856κοινωνίαν τὰ βακτηρίδια πάσης νόσου. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν
1857τὸ ὑπάρχον σύστημα φυλακῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπο-
1858στηριχθῇ, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑγείαν τῶν κατοίκων τοῦ Βα-
1859σιλείου τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι θὰ
1860ἔχωμεν ἠθικὴν τῶν κατοίκων τούτων, εὐεξίαν τῶν κατοί-
1861κων τούτων.
1862Ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, δυνάμεθα
1863νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα καὶ περὶ προσωρινοῦ τινος
1864μέτρου, μέτρου ἀσχέτου πρὸς τὸ ὑποβληθησόμενον ὑπὸ τῆς
1865Κυβερνήσεως νομοσχέδιον; Νομίζω ναί, ἀλλὰ νομίζω ὅτι
1866δὲν διατελοῦμεν πάντες ἐν ἐπακριβεῖ γνώσει τῆς καταστά-
1867σεως τῶν φυλακῶν. Ὅστις δὲν μετέβη εἰς τὰς φυλακὰς
1868καὶ δὲν μετέβη πολλάκις καὶ δὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ἐκεί-
1869νους πῶς συνωστίζονται, δὲν ἔχει ἐπακριβῆ γνῶσιν τῆς κα-
1870ταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας,
1871διότι θέλω καταλήξει εἰς συμπέρασμα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι,
1872τούτου τεθέντος, τοῦ ὅτι δηλαδὴ ἐπακριβῆ γνῶσιν τῆς κα-
1873ταστάσεως τῶν φυλακῶν δὲν ἔχομεν πάντες, αἱ ποιναὶ ὑπὸ
1874τῶν Δικαστηρίων ἐπεβάλλοντο, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’
1875ὄψιν ὅτι δεκαετὴς εἱρκτὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς φυλακὰς πολ-
1876λάκις ἰσοδυναμεῖ μὲ 40ετῆ εἱρκτὴν εἰς ἄλλας φυλακάς,
1877πολλάκις ἰσοδυναμεῖ μὲ καταδίκην εἰς θάνατον. Τεθέντος
1878λοιπὸν ὅτι καὶ μὲ μικρότερον ὅριον ποινῆς ἐξετε-
1879λεῖτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ γνωστοῦ ὄντος ὅτι κατα-
1880στρέφεται ἢ ἡμικαταστρέφεται ἡ ὑγεία πολλῶν ἐκ
1881τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς ἐπιπολάζουσι
1882νόσοι μεταδοτικαί, νομίζω ὅτι ἦλθεν ὁ καιρός—διότι καὶ
1883ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἀποτελοῦμεν ἀνορθωτικὴν Βουλήν, τὴν
1884ἀνόρθωσιν δὲ ἐγὼ τὴν πιστεύω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μόνον
1885εἰς τὴν Βουλήν—, ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ ἐξετασθῶσιν εἷς πρὸς
1886ἕνα οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις εὑρισκόμενοι καὶ νὰ συ-
1887σταθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων,
1888οἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ ὅτι ἐξέτισαν, λόγῳ τῶν παθημάτων
1889των, ποινὴν ἀρκοῦσαν, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν κοινω-
1890νίαν διὰ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν, ἢ ὅτι εἶναι ἐπι-
1891κίνδυνον νὰ μένωσιν εἰς τὰς φυλακάς, νὰ δοθῇ δὲ εἰς ἕνα
1892ἕκαστον ἐξ αὐτῶν βασιλικὴ χάρις.
1893Διότι, π.χ., τί ἤθελε ζητήσει ἡ κοινωνία ἀπὸ ἕνα κα-
1894τάδικον, ὅστις ἔμεινεν 25 ἔτη εἰς τὰς φυλακάς, εἰς τοιαύ-
1895τας φυλακάς; Τί ἤθελε ζητήσει ἡ κοινωνία ἀπὸ ἕνα πα-
1896τέρα πολυμελοῦς οἰκογενείας, ὅστις κατεδικάσθη εἰς ποι-
1897νὴν 15 ἐτῶν δεσμῶν καὶ ἔχει μείνει ἤδη δέκα ὁλόκληρα
1898ἔτη ἐν αὐταῖς;
1899Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως καὶ μὲ τοιαύτην
1900δικαιολογίαν καὶ μὲ ἐξέτασιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὑπὸ
1901ἐπιτροπῆς δηλαδὴ Βουλευτῶν, βεβαίως κατὰ τὸ ἄρθρον
190258 τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον· πολὺ
1903τοῦτο θὰ διηυκόλυνε καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖται
1904διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως,
1905διότι, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ γένηται δεκτὸν τὸ νο-
1906μοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρ-
1907χουσιν ἢ θὰ ἐξευρεθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἀποκτή-
1908σωμεν καὶ ἡμεῖς ἀληθῶς φυλακὰς ἀναλόγους πρὸς τὴν
1909ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ζῶμεν, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπετύγχανε
1910πάντα ταῦτα, ἐὰν συνηθροίζοντο εἰς τὰς νέας φυλακὰς ὅλοι
1911οἱ σημερινοὶ κατάδικοι.
1912§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετμεζᾶς.
1913§148Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι ἡ ὥρα 8½ καὶ πλέον, κύριε Πρόεδρε!
1914§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε,
1915σᾶς παρακαλῶ.
1916§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1917βουλίου ἔχει τὸν λόγον.
1918§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1919Σπετσῶν Βουλευτὴς ὑπέβαλε προχθὲς δύο ἐρωτήσεις ὑπὸ
1920τύπον ἐπερωτήσεων. Ἡ πρώτη εἶναι ἂν σκέπτεται ἡ Κυ-
1921βέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα κανονίζοντα ἐν γένει τὰ τῆς ὑπη-
1922ρεσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑποβρυχίων. Ἡ δευτέρα εἶναι
1923ἂν σκέπτεται νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν διὰ νόμου ἐκ-
1924καθαρισθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς
1925τυχόντων συντάξεως.
1926Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐρωτήσεως ἀπαντῶ ὅτι, ἅμα ἀνέλαβον
1927τὴν Κυβέρνησιν, εὗρον τὴν γνωστὴν συμφωνίαν περὶ προ-
1928μηθείας τοῦ ὑποβρυχίου· ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἀποστείλω
1929εἰς τὸν τόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑποβρυχίου ἀξιωματικοὺς
1930καὶ ὑπαξιωματικούς, ὅπως παρακολουθήσωσι τὴν κατα-
1931σκευὴν καὶ τοῦ σκάφους καὶ τῶν μηχανημάτων, ἐκμά-
1932θωσι δὲ καὶ τὰ τοῦ χειρισμοῦ αὐτοῦ. Ἀνέθηκα συγχρόνως
1933εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς ἀποστολῆς, ὅπως μελετήσῃ τὰ
1934τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνῃ πρόνοια περὶ παρα-
1935σκευῆς καὶ δευτέρου προσωπικοῦ χρησίμου διὰ τὴν ὑπηρε-
1936σίαν τοῦ καταδυομένου, διότι φυσικὰ τὸ ὑπάρχον προσω-
1937πικὸν εἶναι ἀνεπαρκὲς πρὸς τοῦτο.
1938Ἤδη ἀπὸ τῆς 28 Δεκεμβρίου ὁ προϊστάμενος τῆς ἀπο-
1939στολῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία διὰ τοῦ ἀπὸ 8
1940Ἰανουαρίου 1911 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου διεβιβάσθη
1941πρὸς τὸ Γενικὸν ἐπιτελεῖον, ὅπως ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του,
1942ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ τε προσωπικοῦ καὶ τῆς
1943κατασκευῆς τοῦ ὑποβρυχίου καὶ τοῦ κατασκευασθησομένου
1944καταδυομένου.
1945Ἀκόμη πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐν τῷ Προϋπο-
1946λογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις πρὸς ἀποστολὴν ἀπὸ τοῦδε
1947καὶ ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, ὅπως ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν
1948λειτουργίαν τῶν καταδυομένων τούτων.
1949§152Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ τῆς πρώτης εἶμαι ἐν
1950γνώσει ἐγώ. Μεταξὺ τῶν ἀποσταλέντων εἶναι καὶ ὑπαξιω-
1951ματικοί, ὅπως εἴπετε, καὶ μηχανικοί. Αὐτοὶ ἐπληρώνοντο
1952καὶ ἐλάμβανον ἐπίδομα, καὶ σήμερον ἐμειώθη κατὰ τὸ
1953ἥμισυ.
1954§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη πρό-
1955νοια. Ἐνόμισεν ἡ ὑπηρεσία τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουρ-
1956γείων ὅτι τὰ ἐπιδόματα πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εἰς
1957Εὐρώπην ἀποστελλομένους ἦσαν μεγάλα. Τὰ ὑπεβίβασεν·
1958ἐξαιρετικῶς ὅμως διὰ τοὺς ἀποσταλέντας διὰ τὴν ὑπηρε-
1959σίαν αὐτὴν τὰ παράπονα εὑρέθησαν δίκαια, καὶ αὐξάνεται
1960ἤδη τὸ ἐπίδομα. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ
1961τὰ τῆς περαιτέρω μισθοδοσίας θὰ αὐξηθῶσι, διότι δὲν
1962εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωνται αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται
1963εἰς κίνδυνον, ἴσα μὲ τοὺς ἄλλους.
1964Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ὑπαξιωματικοὺς τοῦ
1965Ναυτικοῦ ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. ἐπερωτήσαντα, ὅτι,
1966ὅτε οὗτοι ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπολυθῶσι,
1967τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ναυ-
1968στάθμου ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρηγγέλλετο, ὅπως
1969διατάξῃ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα
1970ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐκκαθαρισθῆ κριθέντες
1971ὡς ἀπολυτέοι λόγῳ ἀνιάτου νοσήματος. Ταυτοχρόνως διε-
1972τάχθη νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπε-
1973φάσισε τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς λόγῳ σωματικῆς
1974ἀνικανότητος ἀπολυθέντας, ἔχοντας δὲ πολυετῆ ὑπηρε-
1975σίαν. Ὥστε πρόκειται προσεχῶς νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βου-
1976λὴν σχετικὸν νομοσχέδιον κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον
1977ὑποδεικνύω. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ ζητήσῃ καὶ
1978ἄλλο τι.
1979Ἤδη ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ὑπο-
1980βάλω σκέψεις τινάς, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ν’ ἀκούσῃ ἐπιει-
1981κῶς. Παριῆλθον, Κύριοι, 28 ἡμέραι ἀφ’ ὅτου ἤρξαντο αἱ
1982ἐργασίαι ἡμῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται
1983ἤθελον παραταθῆ εἰς τὸ ἀκρότατον ὅριον, τὸ προβλεπόμε-
1984νον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ εἰς ὁλόκληρον ἑξάμη-
1985νον, ὑπολείπονται 154 ἀκόμη ἡμέραι, ὅπως περατωθῶσι τὰ
1986ἔργα τῆς Βουλῆς. Αἱ 154 ἡμέραι εἶναι, νομίζω, 22 ἑβδομάδες·
1987ἐὰν ἀπὸ ἑκάστην ἑβδομάδα ἀφαιρέσωμεν τὰς τρεῖς ἡμέ-
1988ρας, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκονται διὰ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ αἱ
1989ὁποῖαι — ἀφοῦ, ὡς βλέπετε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τοῦτο
1990θὰ συνεχισθῇ — θ’ ἀπορροφῶσιν ὁλόκληρον τὴν Ἡμερησίαν
1991Διάταξιν, χωρὶς νὰ φθάνωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν τῆς ἑπο-
1992μένης, ἀφαιρεθῇ δὲ καὶ ἡ Κυριακή, ἔχομεν 88 ἡμέρας,
1993τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς 154· ὑπολεί-
1994πονται ἑπομένως 66 ἡμέραι, ἀπὸ τὰς ὁποίας, δὲν θὰ εἶναι
1995ὑπερβολὴ ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 16
1996ἡμέρας διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα καὶ τῶν Ἀπόκρεων.
1997Οὕτω φαίνονται ὑπολειπόμεναι ἐργάσιμοι ἀκόμη ἡμέραι
1998προτοῦ λήξῃ ἡ Σύνοδος 50 μόνον ἀκριβῶς.
1999Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ἀναθεωρητέαι δια-
2000τάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖναι δηλαδή, τὰς ὁποίας ὅσοι
2001τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν εἴτε καὶ ἁπλοῖ
2002Βουλευταὶ προέτειναν ὅπως ἀναθεωρηθῶσιν, εἶναι 45. Δὲν
2003θὰ εἴπω ὑπερβολήν, ἂν προσθέσω ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν
2004παρεπέμφθησαν, ἡ τριακονταμελής, θὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα
20055 ἄρθρα τοὐλάχιστον, ὥστε γίνονται 50 ἄρθρα τοῦ Συντά-
2006γματος, περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀσχοληθῶμεν.
2007Σᾶς ἐρωτῶ: Πιστεύετε ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστον
2008ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ,
2009μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν φαίνονται διεξαγόμεναι αἱ ἐργασίαι
2010τῆς Βουλῆς ἕως σήμερον, ὀλιγώτερον ἀπὸ μίαν ἡμέραν;
2011Λέγω κατὰ μέσον ὅρον, διότι ὑπάρχουσιν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα
2012θ’ ἀπαιτήσουν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα
2013περισσότερον ἴσως χρόνον.
2014Ἔχω ἀκόμη καθῆκον, ἀφοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν σας
2015αὐτά, νὰ προσθέσω ὅτι πλὴν τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῆς ἀφο-
2016ρώσης τὸ Σύνταγμα ὑπολείπεται ἄλλη κολοσσιαία ἐργα-
2017σία. Θὰ ἀναφέρω τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἀναφέρω τὰ δικα-
2018στικὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαχθέντα καὶ μέλλοντα νὰ εἰσα-
2019χθῶσι, προαγγελθέντα δὲ εἰδικῶς ἤδη· Θὰ ἀναφέρω τὸ νο-
2020μοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν τσιφλικι-
2021ούχων πρὸς τοὺς ἀγρολήπτας ἐν Θεσσαλίᾳ· Θὰ ἀναφέρω
2022ἄλλα τινὰ νομοσχέδια σχετικὰ μὲ τὴν γεωργικὴν ὑπηρε-
2023σίαν, τὸ περὶ συνεργατικῶν ἑνώσεων τῆς ἀγροτικῆς πί-
2024στεως, τὸ περὶ γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων, τὰ ἐργατικά, διὰ
2025νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ κυριώτατα. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειρο-
2026κροτήματα ζωηρά).
2027Θὰ ἀναφέρω τὰ ἀφορῶντα τὴν μεταβολὴν τὴν ῥιζικὴν
2028τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, προαναγγελθεῖσαν ἤδη εἰς τὴν
2029Βουλήν· Θὰ ἀναφέρω τὰ πανεπιστημιακὰ καὶ τὰ ἄλλα ἐν
2030γένει ἐκπαιδευτικά, ἀνερχόμενα εἰς δεκάδας, ἐκ τῶν
2031ὁποίων καὶ μόνον τὸ πανεπιστημιακόν, ἐὰν πρόκειται νὰ
2032ψηφίσωμεν, ἀρκεῖ — καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ ψηφί-
2033σωμεν, διότι ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔχωσιν ἀρθῇ αἱ
2034δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουσι τὴν ὑποβολὴν τοῦ νο-
2035μοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἄλλα τινὰ
2036στρατιωτικά, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἄλλα
2037τινὰ ὑπηρεσιακά, ἐπείγοντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑπο-
2038βληθῶσιν, ἐλπίζω ὅτι ὅλοι θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εὑρισκόμεθα
2039ἐνώπιον ἐργασίας καταπληκτικῆς, ἀπέναντι τῆς ὁποίας
2040διαθέτομεν χρόνον ἐλάχιστον σχετικῶς.
2041Τώρα θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως: τί εἰσηγοῦμαι πρὸς θεραπείαν;
2042τίνα μέτρα προτείνω, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀντιμε-
2043τωπίσωμεν τὸν ὄγκον αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἂν ὄχι ὅλης, τοῦ
2044κυριωτέρου τοὐλάχιστον αὐτῆς μέρους;
2045Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, νομίζω, νὰ ὑποδείξω εἰς τοὺς κ. Βου-
2046λευτάς, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς
2047εἶναι ἐξ ἴσου σπουδαῖον — τινὲς τὸ θεωροῦσι καὶ σπουδαιότε-
2048ρον τοῦ νομοθετικοῦ — εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν τὸ ἐλεγκτι-
2049κὸν ἔργον ἔχει μικροτέραν σημασίαν, διότι, ἐὰν καλῶς ἀντι-
2050λαμβάνωμαι τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει συ-
2051στηματοποιημένη ἀντιπολίτευσις· ὅλοι μάλιστα, ὁσάκις δί-
2052δεται ἀφορμή, παρελαύνουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος λέγοντες ὅτι
2053εἶναι διατεθειμένοι νὰ παράσχωσιν ἀμέριστον τὴν ὑπο-
2054στήριξίν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, πι-
2055στεύω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ὁ χρό-
2056νος, τὸν ὁποῖον χάνομεν εἰς τὰς λεγομένας ἐπερωτήσεις,
2057ἀπόλλυται ἐπὶ ματαίῳ. Ἡ ἐπερώτησις, Κύριοι, εἶναι αἴ-
2058τησις πληροφοριῶν, περιέχουσα μομφὴν καὶ ἔλεγχον κατὰ
2059τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία φυσικὸν εἶναι νὰ φέρῃ εἰς
2060ἀποτέλεσμα, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπερωτῶν δὲν θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι
2061εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, διὰ μιᾶς κυρώσεως κοινοβουλευτι-
2062κῆς. Εἴδετε καμμία ἀπὸ τὰς μακρὰς ἐπερωτήσεις ἐδῶ νὰ
2063φέρῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Θέλετε νὰ λάβωμεν τὰς
2064σημερινὰς ἐπερωτήσεις τὰς μέχρι τοῦδε ἢ τὰς ὑπολειπομέ-
2065νας ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διὰ νὰ τὰς ἐξετάσωμεν ὅτι
2066δὲν εἶναι ἐπερωτήσεις; Ἐπρόκειτο περὶ ἐρωτήσεων, ἐπρό-
2067κειτο περὶ συστάσεων. Διὰ τὰς ἐρωτήσεις ῥητῶς προβλέ-
2068πει ὁ ὑπάρχων Κανονισμὸς ὅτι γίνονται ἐγγράφως, ὅπως
2069ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Σπετσῶν, καὶ ἀπήντησα πρὸ
2070ὀλίγου. Διὰ τὰς συστάσεις ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσι καὶ προ-
2071φορικῶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: καὶ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ τροπο-
2072ποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ αἱ
2073συστάσεις αὗται νὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦ βήματος ἐγγράφως,
2074τῆς Κυβερνήσεως ἀναλαμβανούσης τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς
2075τῆς αὐτῆς προθεσμίας τῶν ἓξ ἡμερῶν νὰ ἀπαντᾷ, ἂν πρό-
2076κειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς ἢ μή;
2077Ἐὰν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ μέτρον ἐλαμβάνετο, ὅπως ἕκα-
2078στος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἔχων νὰ ζητήσῃ πληροφορίαν
2079τινὰ ἢ νὰ κάμῃ σύστασιν, ἀπηυθύνετο ἐγγράφως ἀπ’ εὐ-
2080θείας πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον εἴτε διὰ τοῦ Προε-
2081δρείου, ὅπως λάβῃ ἐπισημότερον χαρακτῆρα, θὰ διηυκολύ-
2082νετο λίαν τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι, ἐὰν καλῶς διερμηνεύω
2083τὰ φρονήματά σας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπανερχόμενοι μετὰ
2084τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς πρέπει νὰ μὴ
2085φέρητε πρὸς αὐτοὺς ὡς πόρισμα τῶν ἐργασιῶν σας μόνον τὸ
2086ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ ἂν
2087ᾖ σπουδαῖον, ἀλλὰ καὶ ἄλλην σπουδαίαν νομοθετικὴν ἐργα-
2088σίαν· ἔχετε δηλαδὴ τὴν γνώμην καὶ ὑμεῖς, ὅπως ψηφισθῇ
2089καὶ ἓν μέγα μέρος τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρ-
2090νησις ἔχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
2091Ἔχω λοιπὸν νὰ προτείνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως
2092σκεφθῇ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἂν δύναται νὰ δι-
2093ευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἀποφεύγων νὰ καταναλίσκῃ
2094χρόνον πολύτιμον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ δύναται νὰ
2095ἐπιτύχῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ σκοπούμενον διὰ τῆς ὑποβολῆς
2096ἐγγράφως τῆς ἐπερωτήσεως ἢ τῆς συστάσεώς του.
2097Ἀλλ’ ἔχω συγχρόνως καθῆκον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βου-
2098λήν, ὅπως στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀμέσως εἰς τὴν
2099διεξαγωγὴν τοῦ πρωτίστου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη-
2100μεν, τῆς ἀναθεωρήσεως δηλαδὴ τοῦ πολιτεύματος
2101Μὴ δυνάμενος νὰ γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ ὑποδείξεις, τὰς
2102ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἤθε-
2103λον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ μὴ γνωρίζων πόσον χρόνον ἐπὶ τέ-
2104λους θὰ ἠδύνατο νὰ καταναλώσῃ τὸ ἔργον τὸ κύριον τῆς
2105ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, βλέπων πόσον ὀλίγαι εἶ-
2106ναι αἱ ἐργάσιμοι ἡμέραι, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐξοικονομή-
2107σωμεν καὶ ἄλλας, διὰ νὰ τὰς προσθέσωμεν εἰς αὐτάς, κρί-
2108νω ἀναγκαῖον νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δι’ ἀπο-
2109φάσεώς της, λαμβανομένης κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τα-
2110χθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἀναθεω-
2111ρητέων διατάξεων τριακονταμελῆ ἐπιτροπὴν προθεσμία
2112πέντε ἡμερῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βου-
2113λὴν τοὐλάχιστον τὰ πέντε ἢ ἓξ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντά-
2114γματος, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μάλιστα δὲν προκα-
2115λοῦσι μεγάλας ἀντιρρήσεις.
2116§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2117§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτω θὰ κατωρ-
2118θοῦμεν, ὥστε μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ ἀρχίσωμεν τακτικῶς
2119τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων ἐκείνων τοῦ Συν-
2120τάγματος, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ καὶ καθ’ ὅσον θὰ ἐπροχώρει τὸ
2121ἔργον τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἤρχοντο καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα,
2122τὰ ὁποῖα θὰ παρεσκεύαζεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς
2123ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, οὕτως ὥστε θὰ ἐστρέφο-
2124μεν τὴν κυριωτέραν προσοχήν μας κατὰ πρῶτον λόγον εἰς
2125τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πρωτίστου ἔργου, ἐπαναλαμβάνω, διὰ
2126τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν.
2127Ἔχω ἀκόμη τὴν γνώμην, ὅτι, καθ’ ὅσον οἱ κύριοι Βουλευ-
2128ταὶ θὰ συναισθάνωνται, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπισπεύσωμεν καὶ τὰς
2129ἐργασίας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κινδυνεύομεν
2130νὰ ὑπάγωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν καὶ
2131τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν, θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἓν
2132κέντρον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἔκαμνε νὰ κερδίσωμεν χρόνον κατὰ
2133τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐξοι-
2134κονομήσωμεν χρόνον διὰ τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν.
2135Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν,
2136ὅπως δοθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
2137Συντάγματος πενθήμερος προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ
2138δυνηθῇ νὰ φέρῃ αὕτη τὰ πρῶτα ἄρθρα, τῆς Βουλῆς ἐπι-
2139φυλασσομένης μετὰ τὴν πάροδον τῶν πέντε ἡμερῶν νὰ
2140ἀναγράψῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος πρώτην εἰς
2141τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
2142Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω, διακοπτομένης ἤδη τῆς συνε-
2143δριάσεως, νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον, διὰ νὰ συνε-
2144χίσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Προσ-
2145έτι δὲ θὰ ἐργαζώμεθα καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς ἡμέρας καὶ
2146μετὰ τὸ δεῖπνον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν μὲ
2147τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ ἀντιμετωπί-
2148σωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν.
2149§156Γ. ΠΩΠ. Μήπως θέλετε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ
2150τῆς προτάσεώς σας;
2151§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε;
2152§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ.κ. Βοζίκης καὶ
2153Ζαβιτσᾶνος.
2154§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ
2155ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι, θὰ ἐπρότεινον νὰ ἐπιστρέψωμεν μετὰ
2156τὸ δεῖπνον.
2157§160Γ. ΠΩΠ. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ
2158τῆς προτάσεως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν συνεχίσωμεν
2159καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι.
2160§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ ὑποθέτω, ὅτι
2161διατυπῶ τὴν γνώμην καὶ τῶν ἄλλων ἀντιπολιτευομένων....
2162§162Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὥστε εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος.
2163§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ..... οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγοι, ὅτι οὐδεμία
2164διαφωνία ὑπάρχει πρὸς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ
2165τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι, τὸ κατ’ ἐμέ, εἶμαι πρό-
2166θυμος νὰ συντελέσω, ἵνα συζητηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πε-
2167ρισσότερα, εἰ δυνατὸν μάλιστα ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὑπὸ τῆς
2168Κυβερνήσεως ὑποβληθησόμενα. Ἐσκόπουν νὰ κάμω ἐγὼ τὴν
2169πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2170Πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ καὶ μετὰ
2171τὴν δεκάτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, νὰ διακόπτῃ δηλαδὴ
2172διὰ τὸ φαγητὸν μεταξὺ 8 καὶ 9 μ. μ. καὶ νὰ συνεδριάζῃ
2173καὶ πέρα τῆς δωδεκάτης, διότι μόνον οὕτω θὰ δυνηθῶμεν
2174καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ
2175τὰ νομοθετικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίσωμεν. Κατ’
2176ἄλλον τρόπον εἶναι ἀδύνατον, διότι θὰ μᾶς προλάβῃ τὸ ἑξά-
2177μηνον. Εἴμεθα ἀληθῶς ὑποχρεωμένοι πρὶν ἀπέλθωμεν νὰ
2178ἐπιληφθῶμεν ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ
2179τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς προθεσμίας,
2180ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συν-
2181τάγματος, ὡς μέλος ἑνὸς τμήματος ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως
2182τοῦ Συντάγματος, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
2183νὰ γίνῃ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος.
2184§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
2185οσύνης). Τοῦ πρώτου τμήματος;
2186§165Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦ δευτέρου, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάζεται
2187ἀπὸ τὸ 22 ἄρθρον καὶ πέρα. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δύ-
2188ναται νὰ γίνῃ τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον. Ἡ
2189ἐπιτροπὴ ἔχει διαιρεθῆ εἰς τρία τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεξ-
2190εργάζονται ἕκαστον ἀνάλογον μέρος τοῦ Συντάγματος.
2191Ἀκόμη τὰ τμήματα δὲν συνῆλθον κατ’ ἰδίαν, ἵνα ὑποβά-
2192λωσιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης των. Δὲν
2193εἶναι δὲ γνωστόν, ἂν τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνα-
2194τεθειμένη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγμα-
2195τος, ἐπεράτωσε τὴν ἐπεξεργασίαν.
2196§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι.
2197§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πολὺ καλά. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν
2198κ. Πρωθυπουργὸν τοῦτο τὸ μέρος τῆς προτάσεως, περὶ ἀνα-
2199θεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ μὴ τὸ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον
2200τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀφήσῃ αὐτὸ δι’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐν τῷ
2201μεταξὺ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἴδῃ, ἂν εἶναι
2202δυνατὸν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῇ ἡ μελέτη τῶν ἄρ-
2203θρων αὐτῶν, διότι, ἐὰν τάξωμεν προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν,
2204τότε τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν
2205χωρὶς νὰ εἶναι ἐπεξειργασμένα τὰ ἄρθρα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
2206§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπιμείνω εἰς
2207τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνησυ-
2208χίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἔχω νὰ παρατηρήσω,
2209ὅτι τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἀνάγονται εἰς τὸ
2210Δημόσιον Δίκαιον καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς συμπε-
2211πλεγμένα μὲ τὰ λοιπά. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ἄρθρα δυ-
2212νάμεθα νὰ τὰ συζητήσωμεν μετὰ πέντε ἡμέρας. Εἶμαι
2213βέβαιος, ὅτι ἡ τριακονταμελὴς ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε
2214νὰ κάμῃ τὴν ἐπεξεργασίαν, δύναται ἐντὸς πέντε ἡμερῶν
2215διακόπτουσα τὴν ἄλλην ἐργασίαν νὰ ἀσχοληθῇ εἰδικῶς εἰς
2216αὐτά, ὥστε μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ τὰ ἔχωμεν. Ἐν τού-
2217τοις, ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
2218εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν μετὰ τὴν
2219ἐπάνοδόν μας.
2220§169Γ. ΠΩΠ. Ἄλλως τε καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μας ὑπάρ-
2221χει στάδιον συζητήσεως, διότι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει
2222εἶναι ἀναγεγραμμένος πρὸς συζήτησιν ὁ προσωρινὸς Κανο-
2223νισμὸς διὰ τὸ συνταγματικὸν μέρος.
2224§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 9 καὶ ½ μ. μ.
2225§171ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι
2226παροῦσα.
2227§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 9ην
2228καὶ ½ μ. μ.
2229Μετὰ τὴν διακοπήν.
2230(Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)
2231§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2232δρίασις. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ καθορισμοῦ τῆς προθε-
2233σμίας πρὸς ὑποβολὴν τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐπιτροπῆς
2234ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
2235§174Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν πα-
2236ρεπέμφθη ἡ ἐπεξεργασία τῶν συνταγματικῶν διατάξεων,
2237νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ
2238ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, ἕκαστον δ’ ἐξ αὐτῶν
2239ἀνέλαβεν ὅπως ἐπεξεργασθῇ ἓν τμῆμα τῶν διατάξεων τού-
2240των. Ἑπομένως γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ μελέτη τῶν δια-
2241φόρων συνταγματικῶν διατάξεων δὲν ἤρχισεν ἀπὸ τῶν πρώ-
2242των ἄρθρων ἐπὶ τῷ τέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ τελευταῖον,
2243ἀλλὰ γίνεται συγχρόνως ἐφ’ ὅλων. Ἡ προθεσμία ἡ σήμε-
2244ρον ὁριζομένη, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὸ ἔργον της
2245διὰ τὰ δέκα πρῶτα ἄρθρα, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι προθεσμία
2246ἐπαρκής, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τὴν ἐπεξερ-
2247γασίαν ἁπασῶν τῶν διατάξεων, δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον
2248πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ διὰ τὰ
2249δέκα πρῶτα ἄρθρα. Ἡ ἐργασία γίνεται συγχρόνως, εἶναι
2250δὲ βέβαιον ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐργάζονται ἐπὶ
2251τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσι περισσότερον,
2252λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ
2253παρακολουθῶσι καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νο-
2254μίζω ὅτι καὶ δι’ ἐπιστημονικοὺς λόγους δὲν εἶναι σκόπιμος
2255ἡ κατάτμησις αὕτη τῆς ἐργασίας, διότι ἡ μελέτη τῶν
2256μεταγενεστέρων ἄρθρων πιθανὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει
2257περίπτωσις, ἐπιβάλλουσα νὰ μεταρρυθμισθῶσι καὶ τὰ
2258πρῶτα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἤδη ψηφισθῆ.
2259Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὢν μέ-
2260λος τῆς ἐπιτροπῆς βλέπω τὸ ἀδύνατον ὅπως ἐπαρκέσῃ ἡ
2261προθεσμία αὕτη, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2262ἀποσύρῃ τὴν σχετικὴν πρότασιν. Ἀναγνωρίζω μετὰ τῆς
2263Κυβερνήσεως, εἶμαι βέβαιος δὲ ὅτι θὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ὁλό-
2264κληρος ἡ Βουλή, τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ ἔργον τὸ κυβερ-
2265νητικὸν περατωθῇ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος, ὅσον τὸ δυ-
2266νατὸν μικροτέρου, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι σύσσωμος ἡ
2267Βουλὴ θὰ συνδράμῃ ἐπὶ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ
2268προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2269σεως, τοῦ ἑξαμήνου, καίτοι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἤρκει,
2270καὶ μάλιστα ἐντὸς βραχυτέρου χρονικοῦ διαστήματος νὰ
2271ἐπερατοῦτο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι εἶ-
2272ναι προθεσμία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Συντάγμα-
2273τος, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δι-
2274ότι ἡ προθεσμία ἡ συνταγματικὴ ἀποβλέπει τὴν τακτικὴν
2275Βουλήν, ὄχι βεβαίως τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐκλήθη
2276δι’ εἰδικὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ
2277ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Οὐδεμία ὑπάρχει προθε-
2278σμία τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρχε προθεσμία,
2279θὰ ὑπῆρχον καὶ τὰ μέσα τῆς τροποποιήσεως καὶ διευκο-
2280λύνσεως τοῦ ζητήματος, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπέβαλλεν
2281ἡ ἀνάγκη, εἴτε διὰ μιᾶς ἐκτάκτου Συνόδου ἤ, ὅπερ καὶ
2282σπουδαιότερον, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος, νὰ ληφθῇ
2283πρόνοια διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τὸ δὲ κῦρος τῆς ἀπο-
2284φάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν λάβει, θὰ ἤμεθα ἠναγ-
2285κασμένοι νὰ τὴν νομιμοποιήσωμεν διὰ τῆς ὅλης ἐργασίας.
2286Πλὴν τούτου νομίζω ἀκραδάντως, ὅτι πρέπει νὰ λάβω-
2287μεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ὑπε-
2288βλήθη, διότι, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνε-
2289γνώρισε, τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη-
2290σαν, ὡς καὶ ἄλλα νομοθετήματα, σχετικὰ πρὸς ἄλλους
2291κλάδους τῆς διοικήσεως, ἄν, λέγω, αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ πρό-
2292γραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ
2293εἰς τὴν κρίσιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕτοι-
2294μον μέρος τοῦ προγράμματος τούτου, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ
2295προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία εἴτε πρώτη γίνῃ
2296εἴτε δευτέρα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Νο-
2297μίζω ὁπωσδήποτε, ὅτι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προέχῃ,
2298δὲν εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει
2299νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία πρέ-
2300πει ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ
2301συντομεύσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ποτὲ ὅμως νὰ θυσιάσω-
2302μεν τὴν ἐργασίαν διὰ τὸν χρόνον, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν χρόνον
2303διὰ τὴν ἐργασίαν.
2304§175Γ. ΠΩΠ. Εὑρίσκομαι ἀπολύτως σύμφωνος, κύριοι συνά-
2305δελφοι, πρὸς τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ ὁ
2306ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διαφωνῶ δὲ πρὸς τὴν
2307γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ καὶ ἐκείνας
2308τὰς ὁποίας ἤκουσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας.
2309Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀντιλαμβάνονται ἀπὸ ἄλλης ἀρχῆς
2310τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὸ Σῶμα ἡμῶν. Ἐν τούτοις
2311εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ὀφείλο-
2312μεν νὰ λάβωμεν ἀφετηρίαν ἐντελῶς διάφορον, τὴν ἀφετη-
2313ρίαν δὲ ταύτην φρονῶ ὅτι μᾶς παρέχουσιν αἱ ἐπανειλημ-
2314μέναι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ μὴ προκληθεῖσαι, ἀλλ’
2315αὐτοβούλως γενόμεναι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐνέχουσι μεγίστην
2316σημασίαν, σημασίαν διττήν, σημασίαν κανονίζουσαν ἀφ’
2317ἑνὸς τὴν θέσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ
2318λαοῦ καὶ ἐξ ἄλλου τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι
2319τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς σφάλμα μέγα
2320κοινοβουλευτικόν, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἠθέλομεν συμ-
2321πέσει πάντες πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπι-
2322σπεύσωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ
2323παρακολουθήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν
2324θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἑξάμηνος ὁ χρόνος τῆς δι-
2325αρκείας τῆς Βουλῆς ταύτης. Αὕτη εἶναι νομολογία, ἡ ὁποία
2326βεβαίως ἐπ’ οὐδεμιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως στηρί-
2327ζεται.
2328Ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι προωρισμένη νὰ ζήσῃ ἐφ’ ὅσον χρό-
2329νον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἔργα αὑτῆς, καὶ ἂν ἐρωτήσητε,
2330συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀπαν-
2331ταχοῦ κρατήσαντα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν καθωρισμέ-
2332νην νομολογίαν κοινοβουλευτικήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ διατάξεων
2333συνταγματικῶν ὀφείλομεν ἀναμφισβητήτως νὰ περιορίσω-
2334μεν τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς τὸ καθαρῶς συνταγματικὸν μέρος, τὸ
2335καθαρῶς συντακτικὸν μέρος, διὰ τὸ ὁποῖον προορίζεται ἡ
2336Συνέλευσις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, καὶ ἐφρόνει
2337δικαίως, ὅτι τοῦτο δὲν ἤρκει, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν θέ-
2338λησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἂν τοῦτο ἤρκει, βεβαίως
2339δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ διαλυθῇ καὶ ἡ προηγουμένη διπλῆ
2340Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Συνεπῶς τὸ ἔργον ἡμῶν προβάλ-
2341λεται διττόν, ἔργον συντακτικόν, ἔργον νομοθετικόν. Ἐξε-
2342ταστέον ποῖον τῶν δύο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι συνε-
2343πέστερον καὶ πρὸς τὰ προηγουμένως τελεσθέντα καὶ τὰς
2344ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην
2345βεβαίως δὲν προέχει τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως
2346καὶ δὲν θὰ εἶναι συνεπεῖς οἱ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν
2347Κυβέρνησιν καθ’ ἣν περίπτωσιν θὰ ἤθελον διὰ συζητήσεων
2348καὶ μικρολογιῶν ἴσως νὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ συντακτικοῦ
2349ἔργου τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν.
2350Ὀφείλομεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς
2351τὴν ταχεῖαν πρόοδον τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι δὲν πρέπει νὰ
2352ἀποκρύπτωμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἤρξατο
2353νὰ γίνηται ἀντιπαθητικὸν παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ. Ἐπα-
2354νειλημμένως ῥίπτονται μομφαὶ κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου ὡς
2355μὴ ἐργαζομένου, διότι ἀκούουν νὰ λέγηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2356κατέλυσε τὸ παρελθόν, ὅτι τὰς εὐθύνας τὰς φέρει ἡ ἀνεύ-
2357θυνος Βουλὴ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει,
2358καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν θέλουν τὰ Κοινοβούλια νὰ παρά-
2359σχουν τὴν ὑποστήριξιν ταύτην. Ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν,
2360διὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
2361Δικαιοσύνης, παρηκολούθησα καὶ σωματικῶς τὸ Κοινοβού-
2362λιον τοῦτο.
2363Ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρηκολούθησα
2364καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐνταῦθα
2365καὶ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις, αἱ ὁποῖαι ποικιλοτρόπως ἐκδη-
2366λοῦνται κατὰ τρόπον ὅμοιον πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ τὰς προ-
2367θέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τείνουσιν, ἵνα ἐπιταχύνουν τὸ
2368τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν
2369ἡμῶν ὀφείλει νὰ εἶναι ἔργον εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως· συνε-
2370πῶς δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ἀντιλέγωμεν πρὸς τὴν
2371Κυβέρνησιν θέλουσαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς. Θὰ εἴ-
2372χομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν εἶ-
2373ναι συνεπὴς οὔτε πρὸς τὰς προχθὲς γενομένας δηλώσεις αὑ-
2374τῆς, οὔτε πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς καθ’ ἣν περίπτωσιν
2375θὰ ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ μᾶλλον
2376τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς εἴχομεν ἐν τῇ ψυχῇ
2377ἡμῶν τὸν πόθον τῆς ἐπισπεύσεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου
2378τῆς Βουλῆς, καί, ἂν δὲν ἐμεμφόμεθα τὴν Κυβέρνησιν, διότι
2379δὲν ἔτασσε προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργα-
2380σίαν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος,
2381ἐπράττομεν τοῦτο, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι συνέφερεν εἰς τὴν
2382Κυβέρνησιν νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Εἴ-
2383χομεν δὲ πρὸς τοῦτο δεδομένον καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ
2384ἐνεστώς. Τὸ παρελθόν, τὸ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, τὸ
2385ἐνεστώς, τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνονται αἱ ἐργα-
2386σίαι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τούτου Σώματος.
2387Ὤφειλε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν εὐθύνην τὴν
2388ἀκεραίαν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ὅτε δὲ ἠκού-
2389σαμεν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν
2390τῆς Δικαιοσύνης ζητοῦντα τὴν ψῆφον εἰς λευκὸν ὑπὲρ τῆς
2391ἐπιστημονικῆς αὑτοῦ φιλαυτίας καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβου-
2392λευτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ἀληθὴς ἐκ μέρους ἡμῶν
2393ἀπάρνησις τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ
2394λαοῦ, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἠθέλομεν ὑποβοηθήσει τὴν
2395Κυβέρνησιν εἰς τὸ κυριώτατον ἔργον, τὸ τῆς συντακτικῆς ἐρ-
2396γασίας τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν Σώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
2397τῆς Δικαιοσύνης ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν πρωτοτύπους μὲν
2398ἴσως, ἀλλὰ μεστὰς θάρρους, ἀξίας θαυμασμοῦ ὄντως, ὑπο-
2399δείξεις, καὶ εἶπεν εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὅτι: ἀγορεύοντες
2400ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν πρόκειται νὰ πείσητε ἐμέ·
2401ἐγὼ θὰ σᾶς ἀκούω, ἐγὼ θὰ ἀποδέχομαι, ἐγὼ θὰ ἀποκρί-
2402νωμαι, ἀδιάφορον ἂν πρόκειται περὶ ἐπιστημονικοῦ θέμα-
2403τος, ἀδιάφορον ἂν περὶ πολιτικοῦ ζητήματος πρόκειται.
2404Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθώρισε σαφῶς τὰ
2405θέματα ταῦτα καὶ εἶπεν: ἔχετε τὸ στάδιον τῶν τροπολο-
2406γιῶν· ἐγὼ θὰ παρίσταμαι σιωπῶν καὶ θὰ ἀκροῶμαι, ἀλλὰ
2407ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ πέρα παύει ἡ ὑμετέρα ἐντολή,
2408ἐγὼ θὰ ἀποφασίζω, ἐγὼ εἶμαι ἡ Βουλή. Αὐτὸς εἶναι ὁ
2409κοινοβουλευτισμός. Ὅτε δὲ βλέπομεν τοιαύτας δηλώσεις
2410προκειμένου περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα, ἂς μοὶ ἐπι-
2411τραπῇ νὰ εἴπω, οὐδεμίαν πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν ἔχουσι σχέσιν,
2412περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπολείμματα ἔργου
2413παρελθόντος, ἀδιάφορον ἂν τὰ ὑπολείμματα ταῦτα εἶναι
2414ἔργα τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
2415τὰ ὁποῖα ἔρριψεν ἔκθετα, ἵνα υἱοθετήσουν ταῦτα οἱ τοῦ πα-
2416ρελθόντος, ἢ εἶναι ἔργα τῆς προφάτου ἐργασίας αὐτοῦ·
2417τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Καὶ βεβαίως ἡ Ἡμερησία
2418Διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖται τὸ Σῶμα ἡμῶν ἵνα συ-
2419ζητήσῃ, δὲν εἶναι Ἡμερησία Διάταξις ἀνορθωτική, ἐν τοι-
2420αύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, τί τάχα ἐκ
2421τοῦ παρελθόντος ἀπέμεινε, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ
2422ἀποκρούσωμεν, ὅτε ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀπο-
2423τελεῖται ἐκ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς
2424ἐτῶν συζητηθέντα, συνταχθέντα, ῥιφθέντα εἰς χοάνας ἐπι-
2425τροπῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ἐνεφανίσθησαν
2426ὡς κορύφωμα καὶ πρώτη ἐμφάνισις τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως;
2427Ὅτε συνεπῶς ἔχομεν τοιαύτας κυβερνητικὰς δηλώσεις
2428περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμέ-
2429νον νὰ μὴ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα
2430νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς
2431Βουλῆς καὶ νὰ μὴ παρακαλέσωμεν αὐτὴν καὶ ὑποδείξωμεν
2432εἰς αὐτὴν ὅτι ἔχει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ κανονίζῃ ζη-
2433τήματα ἐμπιστοσύνης, ὅλας τὰς συνταγματικὰς διατάξεις
2434καὶ νὰ τὰς τροποποιήσῃ ὡς αὕτη θέλει; Ἀπὸ τοιούτων
2435σκέψεων ἀγόμενος ἐσκέφθην ὅτι βεβαίως τὸ ὡραιότερον
2436ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ τέκνον αὐτῆς τὸ τηλαυγὲς θὰ
2437ἦτο τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Καὶ
2438ὅτε βλέπομεν τοιαύτην στοργὴν πρὸς τέκνον, τὸ ὁποῖον
2439βεβαίως δὲν εἶναι τὸ ὡραιότερον, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
2440καιοσύνης, δὲν θὰ ἦτο εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀφή-
2441σωμεν ἀμέριστον τὸν σεβασμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ
2442ἔργον αὐτῆς τὸ συντακτικόν.
2443Τὰ Συντάγματα δὲν κανονίζονται μὲ διατάξεις· τὰ
2444πνεύματα τὰ συνταγματικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτε-
2445λοῦσι τὸ πολίτευμα, καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀστεῖον νὰ ἐρχώ-
2446μεθα ἐδῶ νὰ φέρωμεν τροπολογίας ἐπὶ ὀλιγοστίχων διατά-
2447ξεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ μακρὸν ἐκοπίασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ
2448συντάξῃ, καὶ αἱ ὁποῖαι, σημειώσατε καλῶς τοῦτο, μετὰ
2449τὴν ἀποψινὴν μάλιστα γενομένην συζήτησιν περὶ ζητήμα-
2450τος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ
2451ὑψηλὰ πρόσωπα, σημειώσατέ το καλῶς, μετὰ τὴν ὑποβο-
2452λὴν τοῦ προσχεδίου τούτου πρὸς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν καὶ
2453τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ προσχεδίου
2454ἔπειτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ὑποστῶσι μυρίας μεταβολάς.
2455Ἐὰν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνη-
2456σις ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοιούτου ἔργου,
2457ὤφειλε νὰ τὴν ἀναλάβῃ μόνον καὶ μόνον, διότι ἐμεσολά-
2458βησε τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἰδιόρρυθμον, τὸ γεγονός,
2459τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ὤφειλε νὰ δημιουργή-
2460σῃ, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ κύπτωμεν ὑπὸ τὰς ἀποφάσεις
2461τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπὸ ἐξαιρετικὰς ἐδημιουργήθη περι-
2462στάσεις, ἐξαιρετικὰς ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις καὶ ἐξαι-
2463ρετικὰ δικαιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον πάντες
2464ἡμεῖς νὰ κύπτωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας. Ἄν
2465τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐκόμισεν ἐνώπιον ἡμῶν ἡ Κυβέρ-
2466νησις, ἔχει μορφὴν διάφορον τῶν ἐντυπώσεων ἡμῶν, τοῦτο
2467οὐδὲν σημαίνει. Ἐνθυμοῦμαι, παρακολουθῶν ἐγγὺς τῶν
2468ἑδρῶν τούτων ἄλλοτε συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀξιοτί-
2469μου καὶ σεβαστοῦ φίλου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βου-
2470λευτοῦ κυρίου Δραγούμη, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς πολιτευτὴν μὴ
2471διακρινόμενον ἐπὶ κοινοβουλευτικῇ εὐαισθησίᾳ: «δὲν εἶναι
2472τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πταίει, ἀλλ’ εἶναι ὁ τρόπος,
2473καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται τὸ πολίτευμα τοῦτο».
2474Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ὀφείλομεν ἀπολύτως νὰ ἔχωμεν
2475πάντοτε ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, πρὸ παντὸς δὲ νῦν. Ἐὰν πρόκειται
2476νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκόμισεν ἐνώ-
2477πιον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θὰ εὕρισκεν αὕτη διαφωνίας
2478τοιαύτας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀντιδράσεις τοιαύτας, ὥστε δὲν
2479γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τοῦ
2480Κοινοβουλίου καὶ ἂν δὲν θὰ ηὔχετό τις νὰ μεταβληθῶσιν
2481ἄρδην τὰ πράγματα. Διότι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἂν ἡ
2482Α ἢ ἡ Β διάταξις λέγεται θεμελιώδης ἢ θεωρεῖται ἀνα-
2483θεωρητική. Ἐν τῷ προσχεδίῳ τῷ ἀναθεωρητικῷ ἐκεῖνοι,
2484οἵτινες ηὐτύχησαν νὰ τὸ ἀναγνώσουν, καὶ τὸ ἀνέγνωσαν
2485πάντες, ὑπῆρχον παρεισδύσεις εἰς τὰς θεμελιώδεις διατά-
2486ξεις τοῦ Συντάγματος, ὑπῆρχε πνεῦμα ἀπολυταρχικὸν ἀφ’
2487ἑνός, μείωσις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξ
2488ἑνὸς μέρους, αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀνευθύνου ἀρ-
2489χῆς ἀφ’ ἑτέρου.
2490Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐγὼ θὰ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, μό-
2491νος ἔστω, θὰ ἀντέδρων, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅπως μὴ τύχῃ
2492τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς τὸ προσχέδιον τοῦτο. Ἀλλά, ἐπανα-
2493λαμβάνω, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διε-
2494τυπώθη τὸ προσχέδιον τοῦτο. Τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος
2495εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ πολίτευμα. Ἐφ’ ὅσον
2496δὲ ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ἐσκέπτετο φιλελευθέρως,
2497φιλελευθέρα θὰ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον
2498δὲ θὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν σκεπτομένην οὐχὶ φιλελευθέ-
2499ρως, ἀλλ’ ἀπολυταρχικῶς, οὐδὲν θὰ ἠμπόδιζε τὴν Κυβέρ-
2500νησιν ταύτην, ὅπως δίδῃ ἀπολυταρχικὴν ἐφαρμογὴν εἰς
2501τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
2502Καί, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προσχεδίου
2503τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ θὰ ἀπηύθυνον παράκλησιν, ἵνα ἀφε-
2504θῶσιν ἐλεύθεραι αἱ θύραι καὶ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ὁδὸς τῆς
2505νέας ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, διότι ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι, ὡς εἶναι
2506συντεταγμένον τὸ προσχέδιον τῶν συνταγματικῶν δια-
2507τάξεων, εἶναι τὸ φυτώριον ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, κατὰ
2508προσεχὲς ἢ ἀπώτερον μέλλον, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν
2509ἔχει, ἀλλὰ πάντως εἰς τὸ μέλλον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πα-
2510ροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος, δὲν θὰ κατέχῃ
2511τὴν ἐξουσίαν, εἶναι τὸ φυτώριον, λέγω, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ
2512ἀνακύψωσι νέοι καρποὶ συνταγματικοί, νέας ὡριμάσεως,
2513καὶ τῆς ὡριμάσεως ταύτης θὰ γευθῶσιν οἱ ἔχοντες ἰσχυ-
2514ροὺς τοὺς ὀδόντας, ἵνα δοκιμάζωσι τοὺς συνταγματικοὺς
2515ὑδροπέπονας τοῦ μέλλοντος. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
2516Τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ πολιτεύματος καὶ οὕτω πρέπει
2517τὰ πολιτεύματα νὰ ἐφαρμόζωνται. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἄρνη-
2518σις καὶ τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, ἀπάρνησις καὶ τῆς ἀπαιτουμέ-
2519νης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίξεως, ἀλλὰ πρὸ
2520παντὸς ἀθέτησις τῆς ἱερᾶς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἵνα
2521συντηρῶμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἡ παρεμβολὴ
2522οἱουδήποτε προσκόμματος πρὸς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερ-
2523νήσεως, διότι οἱαδήποτε παρεμβολὴ θὰ ἔθετε τὸ ζήτημα
2524οὐχὶ μεταξὺ ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2525ἀλλὰ μεταξὺ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ Ἑλληνι-
2526κοῦ λαοῦ.
2527Ἀπὸ τοιούτων κινδύνων ἐπιθυμῶ ν’ ἀποτρέψω διὰ τῆς
2528ἀσθενοῦς μου φωνῆς ἐκείνους, οἵτινες πιθανὸν θὰ εἶχον ἀντιρ-
2529ρήσεις, ὅπως ὑποβοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρόε-
2530δρον αὐτῆς πρὸς ἐμφάνισιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου των
2531ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλά, ἂν τοιαῦτα συμβαίνουσι κατὰ τὸ
2532παρὸν καὶ τοιαύτη ἡ ἐν τῇ Βουλῇ θέσις τῆς Κυβερνήσεως,
2533καὶ τοιαύτη ἡ θέσις τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς δημο-
2534σίας γνώμης, ἡ Κυβέρνησις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω ἀντιρ-
2535ρήσεις ὅσον ἀφορᾷ ἐγκλήσεις τινάς, τὰς ὁποίας διετύπωσεν
2536ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
2537Οὗτος μὲ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς ἀριθμούς, τὴν ὁποίαν θὰ
2538ηὐχόμην νὰ εἶχε καὶ ὁ διαρκῶς ἀπουσιάζων τῆς Βουλῆς κ.
2539Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθώρισε λεπτὸν πρὸς λεπτὸν
2540καὶ ὥραν πρὸς ὥραν τὰς ὑπολειπομένας ἐργασίας τῆς Βου-
2541λῆς, καὶ τὰς καθώρισεν ἐπὶ τῆς νομολογίας, τὴν ὁποίαν
2542ἔπλασε καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ πλάσῃ, ὅτι δὲν ὑπολείπεται
2543ἢ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος
2544τῆς Κυβερνήσεως: Εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην μακρηγορίαν
2545νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν, καὶ πῶς, ἀφοῦ 50 ἡμέραι
2546ἀπομένουσαι διὰ τὸ ἔργον αὐτό, πῶς θέλετε ὅλα αὐτὰ καὶ
2547συνταγματικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2548συμπληρωθῇ;
2549Καὶ οἱ ἀκούοντες ταῦτα, ὄχι βεβαίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
2550τούτῳ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀπήχησιν αὐτῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου,
2551θὰ ἐμέμφοντο ἡμῶν ὅτι προσκόμματα μεγάλα παρεμβάλ-
2552λομεν κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλὰ θὰ ἠδύ-
2553νατό τις νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν τοσοῦτον
2554ἐπειγόμενον ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἑξαμήνου βίου τῆς
2555Βουλῆς, τί ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς
255628ης Νοεμβρίου, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν μέχρι τῆς 8ης Ἰανουα-
2557ρίου, καθ’ ἣν ἐκλήθημεν ἐνταῦθα;
2558Διότι εἴχομεν μῆνα ὁλόκληρον ἐργασίας, τὴν ὁποίαν
2559ἠδύνατο τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ ἐπιτελέσῃ, ἵνα μὴ εὑ-
2560ρεθῇ ἀνέτοιμος ἡ χώρα, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν περι-
2561δεῶς ἀτενίζοντες τὸ μέλλον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἴσως ἀπροσ-
2562δοκήτως ἐμφανισθῇ ἀνάγκη νὰ μὴ συνεδριάζῃ τὸ Σῶμα
2563τοῦτο. Τί ἐγένετο τότε καὶ ποῦ κατηναλώθη τὸ χρονικὸν
2564τοῦτο διάστημα; Καὶ διατί τουλάχιστον μέχρι τῆς ἡμέ-
2565ρας ταύτης δὲν προσεκομίσθη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς
2566Κυβερνήσεως, ἥτις ὄντως, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος
2567τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ τὸ κυρίως ἀνορθωτικὸν ἔργον;
2568Καὶ ἐάν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, τὸ ἀνορ-
2569θωτικὸν ἔργον πρόκειται νὰ ἐμφανισθῇ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ
2570ὁποῖοι θὰ μεταβῶσι καὶ πάλιν ἢ οἱ ἡμίσεις ἢ τὸ τρίτον νὰ
2571ζητήσωσι τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων των καὶ ἐὰν ἡ νομοθε-
2572τικὴ ἐργασία αὐτῶν ἐμφανίζηται ὡς ἐπιχείρημα εἰς ἐκεί-
2573νους, τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων θὰ ζη-
2574τηθῶσιν αἱ ψῆφοι; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ οὐχὶ τί θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι,
2575πρὸς οὓς θὰ καταφύγωμεν νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους, ἀλλὰ
2576τί θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ψήφου μετὰ παλμῶν
2577συγκινήσεως παρακολουθοῦσι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἀλύτρωτοι καὶ
2578παθαινόμενοι ἐν δυσχειμέρῳ ἐθνικῇ περιόδῳ. Διὰ τοῦτο
2579φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς πράττουσα καὶ ζητοῦσα
2580τὴν πρόταξιν τοῦ συντακτικοῦ μέρους τῶν ἐργασιῶν τοῦ
2581ἡμετέρου Σώματος, ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ εὐθὺς ἀμέσως ὑπευ-
2582θύνως καὶ τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
2583Ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον συνερχομένη ἂς προσκομίσῃ τὸ ἔρ-
2584γον τοῦτο ἐδῶ, καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ ψηφίσωμεν αὐτό. Ἐὰν
2585φαντάζωνται δὲ ὅτι τὰ πολιτεύματα θὰ γίνωσι διὰ συζη-
2586τήσεων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σπεύδουσιν ἀναζητοῦντες ἀπὸ τὰ
2587διάφορα τῆς γῆς Κράτη παραδείγματα, διὰ νὰ μορφώσωσι
2588πολίτευμα, ἀπατῶνται. Δὲν εἶναι αἱ προσπάθειαι αὗται,
2589αἱ ὁποῖαι μορφώνουσι πολίτευμα. Τὸ πολίτευμα μιᾶς χώ-
2590ρας εἶναι ἡ ἀρτιωτέρα ἐκδήλωσις ὅλων τῶν ἀναπτύξεων
2591αὐτῆς, τῶν πολιτειακῶν, τῶν κοινωνικῶν, τῶν ἐθνολογικῶν
2592συνθηκῶν τοῦ βίου της. Ἐὰν διαρπάσωμεν ἓν ἀγγλικὸν ἔν-
2593δυμα, ἐὰν διαρπάσωμεν ἓν ἰαπωνικὸν κιμονὸ ἢ ἕνα τσα-
2594ρούχι Ἑλληνικόν, βεβαίως δὲν θὰ σχηματίσωμεν πολίτευμα
2595Ἑλληνικόν, διότι τοῦτο δὲν θὰ εἶναι συνταγματικὸν ἔνδυμα,
2596ἀλλὰ συνταγματικὸς Καρνάβαλος. Δὲν εἶναι δὲ τοιοῦτος ὁ
2597προορισμὸς τοῦ Σώματος ἡμῶν. Τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ
2598προσκομίσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον
2599τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2600βερνήσεως. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
2601βερνήσεως ποῦ εἶναι τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον αὐτῆς; Ἐὰν
2602ὑπάρχῃ νομοθετικὴ ἐργασία, καὶ βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ
2603κρύπτηται ἀτυχῶς εἰσέτι ζηλοτύπως, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μέχρις
2604ἡμῶν.
2605Δὲν ἦλθε τὴν 10ην Δεκεμβρίου, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε
2606νὰ ἔλθῃ, διότι τότε ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς
2607Βουλῆς, καὶ οὐχὶ νὰ ἑορτάσωμεν τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστου-
2608γέννων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ τέλος ἐνώπιον ἡμῶν, οἱ
2609ὁποῖοι δὲν εἴδομεν ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
2610Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μοναδικὸν φαινόμενον ἐν τῇ ἱστορίᾳ
2611τοῦ Κοινοβουλίου. Μὴν συμπληροῦται ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ
2612Βουλή, οἱ ὑπάλληλοι πληρώνονται παρὰ τὸν νόμον, βεβαίως
2613δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λήγουσι καὶ αἱ προκαταβολαὶ διὰ
2614τὸν στρατόν, καὶ ἐν τούτοις ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει διαρκῆ
2615ἀπουσίαν, ὡς ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαρ-
2616κὲς ἔλλειμμα ὑγείας.
2617Ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχωσι ψηφισθῆ τὰ δωδεκατημόρια, ὅπως
2618παρασχεθῇ ἄνεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ
2619ἔργου της. Ὤφειλε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ προπαρασκευάσει
2620τὸ νομοθετικὸν ἔργον της, διότι οὐδέποτε ἀπὸ μακρᾶς σει-
2621ρᾶς ἐτῶν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη ὑπὸ αἰσιωτέρους
2622ὅρους ἢ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰ ταμεῖα τοῦ Κρά-
2623τους. Οὐδεμίαν ταμιευτικὴν ἀνησυχίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις.
2624Εἶχε πλήρη ἄνεσιν, ἵνα κανονίζουσα τὰ πράγματα προ-
2625παρασκευάσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ἐμφανίσῃ τοῦτο ἐνώ-
2626πιον ἡμῶν.
2627Νομίζω συνεπῶς ὅτι θὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑπο-
2628χρεώσεις ἡμῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν παρέχοντες εἰς τὴν Κυ-
2629βέρνησιν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ ζή-
2630τημα εὐθύνης τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἠθέλομεν παρα-
2631καλέσει συγχρόνως αὐτήν, ὅπως προσκομίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν
2632τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἵνα συζητοῦντες αὐτὸ ἀποδείξωμεν
2633ὅτι εἴμεθα Κοινοβούλιον ἄξιον τῆς μεγίστης ἀποστολῆς,
2634διὰ τῆς ὁποίας περιέβαλεν ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χει-
2635ροκροτήματα).
2636§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Βου-
2637λευταί, ὅτι ἀληθῶς δύναται ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ
2638νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ 10 πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ
2639νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἔχω τὴν
2640γνώμην, κ. κ. Βουλευταί, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσω-
2641μεν, ὅτι ὑπάρχουν ὅρια εἰς τὴν ἀνθρωπίνην δύναμιν, ἐμπνε-
2642ομένην καὶ ἐνδυναμουμένην ὑπὸ τοῦ μεγάλου καθήκοντος,
2643τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ νὰ ἐρ-
2644γαζώμεθα κατὰ πάσας τὰς ἑορτὰς καὶ κατὰ τὰς Κυριακὰς
2645καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἐλαχίστην ἔστω διακοπὴν εἴτε μετ’
2646ὀλίγας ἡμέρας εἴτε κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα.
2647Ἔχω ἀκόμη τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δυνάμεθα
2648νὰ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας
2649ἀσκεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
2650§177Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἄλ-
2651λως δὲν γίνεται.
2652§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀληθῶς ἤμην ἐγώ, πρὸς
2653ἐμὲ ἀπήντα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις
2654εἶπεν, ὅτι θεωρῶ τὸ ἔργον τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου σπου-
2655δαιότερον τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, διότι τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγ-
2656χου τῶν Κυβερνήσεων εἶναι τὸ ἔργον τῆς πολιτικῆς διδα-
2657σκαλίας τῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ πολιτικὴ διδασκαλία ἑνὸς λαοῦ
2658εἶναι βεβαίως σπουδαιοτέρα ἑνὸς νομοθετικοῦ ἔργου, διότι,
2659ὅταν ἔχητε λαὸν πολιτικῶς παιδαγωγημένον, θὰ ἐκλέγῃ
2660τοὺς νομοθέτας αὑτοῦ ἀληθῶς τοὺς ἀρίστους, καὶ τὸ νομοθε-
2661τικὸν ἔργον καθίσταται ἐντελῶς εὔκολον καὶ παντελῶς σκό-
2662πιμον.
2663Ἀλλὰ καιρὸς παντὶ πράγματι· καί, ἂν ἐπιβάλλωσιν αἱ
2664περιστάσεις νὰ καταστῇ συντομώτερος ὁ χρόνος τοῦ ἔργου
2665ἡμῶν, ἂς μειωθῇ ὁ χρόνος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
2666Ζήτημα χρόνου, κύριοι συνάδελφοι, εἴχομεν καὶ κατὰ τὴν
2667διαλυθεῖσαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ τὸν λόγον ἔφερεν ὑπὲρ
2668πάντα ἄλλον ὁ σήμερον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργός,
2669τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότι-
2670μος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς πρὸς τὸ συνέδριον
2671ἐκεῖνο (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν).
2672«Εἶναι βεβαίως κοινὴ εὐχὴ καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ἡ
2673ταχεῖα περάτωσις τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἂν
2674ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω καὶ περαιτέρω γνώμην περὶ τούτου,
2675θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πολιτι-
2676κῆς σκοπιμότητος, τῆς σπουδῆς, ἣν ὑπαγορεύουσιν ἐκεῖνοι,
2677οἵτινες ἐκ τῆς πολιτικῆς αὑτῶν θέσεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα
2678νὰ δίδωσι τὸν τόνον καὶ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰς συζητή-
2679σεις καὶ τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν σωμάτων.
2680»Καὶ ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ ὁποία μετεβιβάσθη ἡμῖν ὑπὸ
2681τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου περὶ σπουδῆς
2682ἐν τοῖς ἔργοις, θὰ ἦτο πλήρης καὶ ἀρτία, ἐὰν συνεπληροῦτο
2683διὰ τῆς βραδείας σπουδῆς. Οὐχὶ ἁπλῶς σπουδή, ἀλλὰ βρα-
2684δεῖα σπουδὴ ἐνδείκνυται».— (Στ. Δραγούμης:) Μελέτη.— (Ν.
2685Δημητρακόπουλος:) Τὴν ἡρμήνευσα ὡς ἐπίσπευσιν· ἄλλως τε
2686ἀποβλέπω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον περὶ τούτου εἴπετε, καὶ
2687ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοσάκις διελαλήθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ὑφ’
2688ὑμῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὅτι ἐπὶ 40 τὸ
2689πολὺ ἡμέρας θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνοσυνελεύ-
2690σεως. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
2691συνεκλήθησαν καὶ ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ παρεμφερῆ συνέ-
2692δρια, ἵνα κρίνῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ
2693σπουδὴ ἢ εἶναι ἐνδεδειγμένη πολλάκις καὶ ἀπώλεια ἀκόμη
2694χρόνου, χάριν τῆς ἀκινδύνου διεξαγωγῆς τῶν ἔργων συνε-
2695δρίων ἐχόντων τόσον εὐρεῖαν ἐξουσίαν καὶ τοσαῦτα δικαιώ-
2696ματα. Δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ πόσον διήρκεσεν ἡ ἐν Πορτο-
2697γαλλίᾳ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ἔτος 1885,
2698καίτοι τὰ κόμματα εἶχον συμφωνήσει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρη-
2699τέων διατάξεων, οὔτε τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1887 γενομένην
2700ἀναθεώρησιν τοῦ Ὁλλανδικοῦ Συντάγματος. Περιορίζομαι
2701νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐν ἔτει 1892–1893 ἀναθεώρησιν τοῦ
2702Βελγικοῦ Συντάγματος, τὴν κανονικῶς καὶ οὐχὶ συνεπείᾳ
2703ἐπαναστάσεως γενομένην. Ἀνεθεωρήθησαν ἕνδεκα μόνον ἄρ-
2704θρα αὐτοῦ, καὶ ἐδαπανήθη, Κύριοι, πρὸς τοῦτο χρονικὸν διά-
2705στημα δεκατεσσάρων μηνῶν, ἀπὸ τῆς 12ης Ἰουλίου 1892
2706μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1893. Δὲν προτίθεμαι βε-
2707βαίως νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸ γεγονός. Περιορίζομαι μόνον νὰ
2708βεβαιώσω τοῦτο καὶ ἀναζητήσω εἰς τοῦτο τοὺς ἐξαιρετι-
2709κοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ τοιαύ-
2710της ἀποστολῆς Σώματα, καὶ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα,
2711ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν ἀνοχὴν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες κα-
2712νονίζουν τὴν ἔναρξιν καὶ τὸ πέρας τοιούτων συζητήσεων.
2713Ἡ παράτασις αὕτη τῆς Βελγικῆς ἀναθεωρήσεως κατακρί-
2714νεται εὐλόγως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ πλημ-
2715μελοῦς συστήματος, καθ’ ὃ ἡ ἀναθεώρησις γίνεται οὐχὶ ὑπ’
2716αὐτοῦ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος τοῦ ἀποφαινομένου περὶ
2717τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ εἰδικῆς Ἀναθεω-
2718ρητικῆς Βουλῆς. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ἂν τὴν ἐπιστημονικὴν
2719κατάκρισιν τῆς τοιαύτης παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν συνε-
2720μερίσθη σοβαρά ποτε γνώμη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ πρό-
2721θεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τὰς ἐργασίας τῆς Βελ-
2722γικῆς Συνελεύσεως, βεβαίως ἦτο ὑπὲρ τῆς ταχείας περα-
2723τώσεως τῶν ἔργων αὐτῆς, ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ὅτι μικρὰ πολ-
2724λάκις αὐστηρότης ἢ μικρὰ ἀδεξιότης περὶ τὴν διεύθυνσιν
2725τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς δια-
2726βήματα καὶ εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολο-
2727γίσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναιτίως τὰ προκαλοῦσι, καὶ
2728ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραφερόμενοι τὰ ἐκτελοῦσι».
2729Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ σήμερον κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2730καιοσύνης, ὁ ἀπαιτῶν σήμερον ἐν τῇ ἀλληλεγγύῃ τῆς Κυ-
2731βερνήσεως, ἵνα ἔργον συντακτικὸν καὶ ἔργον νομοθετικὸν
2732μέγα συντελεσθῇ εἰς 50 ἡμέρας.
2733Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ θέσω κατὰ
2734τάξιν τὰ πράγματα.
2735Θέλω νὰ ἐρωτήσω πρῶτον· κατὰ ποίαν διάταξιν τοῦ
2736Συντάγματος τοῦ 1864 εἶναι περιωρισμένος ὁ βίος τῆς
2737παρούσης Βουλῆς εἰς ἑξάμηνον; Θέλω νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη,
2738ποῖον ὑπάρχει Σύνταγμα ἐν τῷ κόσμῳ, ποῖος ὑπάρχει συν-
2739ταγματολόγος, ποῖος ὑπῆρξε πολιτικὸς ἀνήρ, ποῖον ὑπάρχει
2740παράδειγμα ἐκ τῆς Ἱστορίας, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὡρι-
2741σμένη ἐκ τῶν προτέρων ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν
2742Σωμάτων πολιτικῶν τοιούτων; Θέλω νὰ ἐρωτήσω ἀκόμη,
2743ποία εἶναι ἡ λογικὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προ-
2744τέρων εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς συ-
2745ζητήσεως οἱουδήποτε νομοθετήματος; Πῶς εἶναι δυνατὸν
2746νὰ ταχθῇ πενθήμερος προθεσμία ὡρισμένως, ὅπως προσκο-
2747μισθῶσι τὰ 10 ἐκεῖνα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐπεξειργα-
2748σμένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω,
2749νὰ ὁρισθῇ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβε-
2750βλημένου Κανονισμοῦ;
2751Συνεκλήθημεν, Κύριοι, ἐνταῦθα, ἵνα ὁρίσωμεν τὴν ἀνόρ-
2752θωσιν κατὰ χρόνον ἢ κατὰ ποιότητα;
2753Βεβαίως αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου εἶναι τοιαῦται, ὥστε
2754νὰ ἀπαιτῶσιν ἀληθῶς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν περάτω-
2755σιν τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἀλλ’ ὁρισμὸς χρόνου ἐκ τῶν προτέρων
2756δὲν καταδηλοῖ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα, δὲν καταδηλοῖ εὐ-
2757λάβειαν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν καταδηλοῖ
2758ἐξάρτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ
2759καταδηλοῖ ἐπιταγὴν ἀνευλαβῆ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπρο-
2760σωπείαν. (Εὖγε, εὖγε).
2761Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐπῆλθεν ἡ τελευταία ἱστορικὴ
2762περίοδος, τὴν ὁποίαν διατρέχομεν, καὶ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι
2763καὶ πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ἔκυψαν χωρὶς νὰ ἀφήνωσι
2764φωνὴν μίαν ὑπὸ τὰς ἐπιταγὰς τῶν συναθροισθέντων εἰς τὸ
2765Γουδὶ—ἀποδεικνύουσι τὰ κείμενα ἐκεῖνο, ὅπερ θέλω εἴπει,
2766Κύριοι—, ἐζήτησα τὰς στήλας πάσης ἐφημερίδος, ἵνα δια-
2767μαρτυρηθῶ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἐπέτρεπον αἱ ἐσωτερι-
2768καὶ καὶ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου τούτου, ἵνα
2769ἐγερθῇ τότε ἐπανάστασις. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρ-
2770χον λόγοι, ἵνα ἐγερθῶσι δέκα ἐπαναστάσεις, ἀλλ’ αἱ περι-
2771στάσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν αἱ πρόσφοροι. Δὲν μοὶ ἐδόθη οὐδὲ
2772γραμμὴ μία. Μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα ἤρχιζε τὴν ἐτη-
2773σίαν αὑτῆς περίοδον ἐπιστημονικὴ ἐφημερίς, ἡ Ἐφημερὶς
2774τῶν δικηγόρων, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον νὰ εἶμαι συνδιευ-
2775θυντὴς καὶ τακτικὸς συντάκτης. Διεμαρτυρήθην μὲ ὅλην
2776τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον.
2777Ὅτε ἤρχισεν ἀνακινούμενον τὸ ζήτημα Ἐθνοσυνελεύ-
2778σεως, κυριώτατα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιω-
2779τίας Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δραγούμη, εὗρον τότε στήλας καὶ
2780διεμαρτυρήθην ὅσον ἠδυνάμην κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου,
2781διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναί τι μέγα διὰ τὸν
2782βίον τῶν ἐθνῶν.
2783Ἐπειδὴ ἐγένετο ἐξ αἰτίας τοῦ μέρους τῆς ἀγορεύσεως
2784τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ λόγος περὶ
2785Βελγίου, θὰ εἴπω, ὅτι εἷς ἐκ τῶν τελευταίων, ἀλλὰ καὶ
2786κλασσικωτέρων ἑρμηνευτῶν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ὁ
2787Ordan, ὁ ἔχων βεβαίως ὑπ’ ὄψει Ἐθνοσυνέλευσιν συγκαλου-
2788μένην ἐν ἡμέραις εἰρήνης, κατὰ τὰς διατάξεις ἀκριβῶς τοῦ
2789Συντάγματος, λέγει, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι τὸ ἔσχα-
2790τον φάρμακον εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῶν λαῶν· καί, ὅταν
2791φθάνῃ τις εἰς τὸ ἔσχατον φάρμακον, πρέπει νὰ ἔχῃ δοκιμά-
2792σει πάντα τὰ ἄλλα.
2793Ἐφρόνουν λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ συγκληθῇ Ἐθνο-
2794συνέλευσις.
2795Ὅτε ἦλθεν ἐν Ἀθήναις ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς
2796Κυβερνήσεως, ἵνα διευθετήσῃ τὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, μετέ-
2797βην παρ’ αὐτῷ, αὐτοβούλως τὸ πρῶτον, προσκληθείς, κατὰ
2798τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμε, τὸ δεύτερον παρ’ αὐτῷ,
2799καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἡ περίοδος, τὴν ὁποίαν διατρέχει ὁ
2800τόπος οὗτος, μετὰ τοιαύτην ἐπανάστασιν, τοιουτοτρόπως
2801ἐγερθεῖσαν, τοιουτοτρόπως διοικηθεῖσαν, δὲν εἶναι περίοδος
2802πολιτική, εἶναι περίοδος ἱστορική.
2803Ἐκλήθητε ἐνταῦθα, εἶπον αὐτῷ, ἵνα διευθετήσητε πε-
2804ρίοδον ἱστορικήν· αἰσθάνεσθε ἐν ὑμῖν αὐτοῖς τὴν δύναμιν,
2805δύναμιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ παίξητε πρόσωπον ἱστορικοῦ
2806ἀνδρός; Διευθύνατε τὴν ἐπανάστασιν. Δὲν αἰσθάνεσθε τοι-
2807αύτην δύναμιν; Ἀφήσατε τὴν ἐπανάστασιν νὰ ἐξελιχθῇ
2808ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀφήσατε νὰ συγκρουσθῇ ὁ Σύνδεσμος πρὸς τὴν
2809Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκ τῆς συγκρούσεως ταύτης ἀναδειχθῇ ὁ
2810ἀνὴρ ὁ δυνατός.
2811Καὶ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν.
2812Ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ τὴν 8 Αὐγούστου. Ἀπὸ τῆς 8 Αὐ-
2813γούστου μέχρι τῆς 1ης Σεπτεμβρίου οἱ ἐκλεχθέντες τότε
2814ἀνεξάρτητοι Βουλευταὶ προέβημεν εἰς δηλώσεις δημοσίᾳ,
2815ὅτι εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύ-
2816σεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσιώπα.
2817Συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, συνεζητήσαμεν τὸ θέμα τοῦ χα-
2818ρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐξηγγείλαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν
2819πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2820σεως ἀπουσίαζεν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἦλθε τὴν 5 Σεπτεμβρίου
2821καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν τὴν 6 Σεπτεμβρίου νὰ μεταβῶμεν
2822πρὸς αὐτόν, νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας
2823ἐδηλώσαμεν πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀνεπτύξαμεν πρὸς
2824αὐτόν, νὰ εἴπωμεν δὲ εὐλαβῶς πρὸς τὸν νῦν κ. Πρωθυπουρ-
2825γόν: Τασσόμεθα ὑπὸ τὴν σημαίαν ὑμῶν, ἀπαρνούμεθα τὰς
2826γνώμας ἡμῶν, κανονίσατε τὰ πράγματα ὅπως ὑμεῖς θέλετε.
2827Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸν πόθον αὐτοῦ, τοῦτο ἐξώρ-
2828γισε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προεκάλεσεν
2829οὗτος τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν Κυ-
2830βέρνησιν. Ὅτε ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κανονισθῇ
2831τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου τοῦ ἐκλεκτέου ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀνε-
2832ξαρτήτων καὶ ἐκείνων οἵτινες ἤθελον συμπράξει μεθ’ ἡμῶν,
2833μετέβημεν ἐπιτροπὴ τῶν ἀνεξαρτήτων Βουλευτῶν πρὸς τὸν
2834σήμερον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συζητήσωμεν
2835περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου.
2836Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ τὸν κ. Γαρδικιώτην, βου-
2837λευτὴν Τρικκάλων, ἀπὸ τὸν κ. Παπαλουκᾶν, βουλευτὴν
2838Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀπὸ τὸν κ. Πελοπίδαν Ἠλιόπουλον,
2839βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ἀπὸ ἐμέ.
2840§179Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἱστο-
2841ρίαν.
2842§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἱστορικὰ θέματα σήμερον συ-
2843ζητοῦμεν. Καὶ ἐδήλωσε πρὸς ἡμᾶς τότε ὁ σήμερον κύριος
2844Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν ἀμετάτρε-
2845πτον, ἐὰν ἀνελάμβανε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διαλύσῃ τὴν
2846Συνέλευσιν ἐκείνην. Εἴχομεν συνταγματικὴν γνώμην καὶ
2847τότε, καθὼς καὶ τώρα, ἀντίθετον, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι κατὰ
2848τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ
2849διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην. Ὑπεστήριξα τοῦτο ἐπὶ
2850τῇ βάσει ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει
2851ῥητοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863, ἐπὶ τῇ βά-
2852σει τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα. Ἀλλὰ πρὸς τὴν Συγ-
2853έλευσιν ἐκείνην εἶχον ἀναπτύξει καὶ γνώμην πολιτικήν,
2854κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο ἡ διάλυσις τοῦ Σώματος
2855ἐκείνου διὰ λόγους πολιτικούς. Καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν Συνέ-
2856λευσιν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ἠρώτησα προηγουμένως
2857ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀνα-
2858θεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ἤκουσα τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτι-
2859νες ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἀντίθετον γνώμην
2860ἡμῶν, ἤκουσα αὐτῶν νὰ λέγωσι «ναί». Καὶ ἐρωτῶ·
2861θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ κατόπιν κληθησομένη ἁπλῆ ἢ διπλῆ;
2862Ἐὰν εἶναι ἁπλῆ, ἡ κλῆσις αὐτῆς δὲν σημαίνει κατάργησιν
2863τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, κωλυομένης οὕτω διὰ τῆς δια-
2864λύσεως ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ αὐτὰς τὰς ἐν αὐτῷ
2865διατάξεις; Τίς ἔχει τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνο, ὥστε νὰ τολ-
2866μήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν;».
2867Εὑρέθη τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν, ὅταν ἔλθῃ ὁ και-
2868ρὸς νὰ καταμετρηθῇ τὸ ἀνάστημα...
2869«Ἐὰν δὲ θὰ εἶναι διπλῆ ἡ κληθησομένη Βουλή, ἐρωτῶ·
2870διατί ἤθελε διαλυθῆ; Βεβαίως, διότι ἤθελε διαφωνήσει
2871πρὸς τὸν Βασιλέα. Καὶ ἐὰν ἡ ἐρχομένη δευτέρα διπλῆ
2872Βουλὴ διαφωνήσῃ ὡσαύτως πρὸς τὸν Βασιλέα, θὰ διαλυθῇ
2873καὶ αὐτή; Θὰ ἔλθῃ τρίτη καὶ τετάρτη διπλῆ Βουλή;
2874Τοιοῦτον ἀγῶνα ἐνδεχόμενον, κ. Πρωθυπουργέ, θέλετε νὰ
2875δημιουργήσητε μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως;».
2876Τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀδυσώπητα προβάλλονται σήμε-
2877ρον πρὸ τῆς γνώμης ἡμῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ
2878ἔθνους. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἠπειλήθη ὁ διασκορπισμὸς τοῦ
2879Σώματος τούτου ἐν ἐφημερίδι, καὶ ἡ ἵδρυσις δικτατωρίας,
2880καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἀσεβοῦς ἐκείνου ἄρθρου δὲν εὑρίσκε-
2881ται ὑπὸ ποινικὴν καταδίωξιν.
2882§181Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
2883§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χθές, κύριοι Βουλευταί, ἄλλη
2884ἐφημερὶς ἔγραφε (ἀναγινώσκει): «Τοῦτο δέ, ὑποθέτομεν,
2885ἐννοεῖ κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀναμφιβόλως δὲν θὰ
2886φαντάζηται, ὅτι εἰς τὴν ἀσύντακτον αὐτὴν ἀγέλην εἶναι
2887δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πειθαρχία».
2888Καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν τελεῖ ὑπὸ ποι-
2889νικὴν καταδίωξιν.
2890Καὶ γράφει ἡ αὐτὴ ἐφημερίς, κύριοι Βουλευταί, χθὲς μό-
2891λις (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲ ἀνεμένομεν ἡμεῖς ἀλλοίαν τῆς
2892Κυβερνήσεως τὴν στάσιν. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες προέ-
2893βαλον χθὲς καὶ σήμερον διαμαρτυρόμενοι ὅτι διὰ τῶν δη-
2894λώσεων τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας πιέζεται ἡ Βουλή, ἐπι-
2895θυμοῦμεν ν’ ἀπευθύνωμεν τὸ ἐρώτημα; Ποῦ ἐγνώριζεν αὐτοὺς
2896ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μὴ ἐξελέγησαν διὰ τὸ ἔχειν πολιτικὴν
2897ὀντότητα; Μὴ ἐξελέγησαν διὰ τὸ ἔχειν ἰδίας γνώμας;
2898Ἐὰν δὲν εἶναι χαμαιλέοντες, θέλουσι συνομολογήσει μεθ’
2899ἡμῶν, ὅτι συνωστίζοντο ἀπὸ πρωίας μέχρι βαθείας νυκτὸς
2900εἰς τοὺς πρωθυπουργικοὺς θαλάμους, διὰ νὰ λάβωσι τὸ
2901χρῖσμα τῆς ἀνορθώσεως, ὅτι δὲ ὑπὸ τὴν σημαίαν καὶ τὴν
2902σκέπην τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐξελέγησαν ὅλοι, ὅσους ὁ Ἐλευ-
2903θέριος Βενιζέλος ἐπίστευσε πιστοτέρους πρὸς τὰς ἀρχὰς
2904τῶν Φιλελευθέρων. Σήμερον προβάλλουσιν ἀνεξαρτησίαν
2905γνώμης καὶ τολμῶσι νὰ ἔχωσι γνώμας! Ποῖοι; Ποῖοι;».
2906Καὶ ὁ συντάκτης καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν τελεῖ ὑπὸ
2907ποινικὴν καταδίωξιν. (Διαμαρτυρίαι).
2908§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σᾶς μέλει δι’ αὐτό;
2909§184ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ μέλει, διότι οἱ συν-
2910τάκται τοιούτων αὐθαδειῶν δὲν τελοῦσιν ὑπὸ ποινικὴν
2911καταδίωξιν.
2912§185Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοῦ Εἰσαγγελέως,
2913καὶ ἀπορῶ, πῶς, ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τῆς ἰδικῆς σας,
2914νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶμεν μὲ τὰ ἀνευθύνως ἐν
2915ταῖς ἐφημερίσι γραφόμενα.
2916§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θέλετε; Νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις;
2917§187ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἤδη ἡ
2918Βουλὴ ἔχει τὴν γνώμην περὶ ἐμοῦ ἐξ ὅσων ἔσχον τὴν τιμὴν
2919πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω, ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι με-
2920ταξὺ τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἄλλων καθηκόντων ἔχομεν
2921καὶ τὸ μέγα ἐπίσης καθῆκον τῆς τηρήσεως τῆς δημοσίας
2922τάξεως. Ἐπὶ λέξει εἶπον τοῦτο πρὸ ἡμερῶν, ἐπὶ λέξει καὶ
2923σήμερον τὸ ἐπαναλαμβάνω.
2924Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ
2925τοῦ βήματος τούτου. Εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ
2926ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν
2927ἐπιτρέπεται συζήτησις πολιτικὴ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ
2928ὁποῖα καθιστάμενα νόμοι τοῦ Κράτους κανονίζουσι τὸν
2929κοινωνικὸν βίον. Συζήτησις πολιτικὴ ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῶν
2930νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὴν πορείαν
2931τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν φορο-
2932λογικῶν, τουτέστιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς Διοικήσεως.
2933Ἀπαντῶν εἰς ταῦτα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2934καιοσύνης εἶπε πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί (ἀναγινώσκει):
2935«Θέλω παρακολουθεῖ μετ’ ἐπιστασίας καὶ μετὰ προσοχῆς
2936τὰς συζητήσεις καὶ τὸν ἔλεγχον ἐξ οἱασδήποτε μερίδος προ-
2937ερχόμενον, τὸν ἔλεγχον τὸν τείνοντα εἰς βελτίωσιν τῶν νο-
2938μοθετικῶν μέτρων, ἐν ᾗ πρωτίστως καὶ τὸ κυβερνητικὸν
2939συμφέρον. Εἰς τὸ σημεῖον ὅμως τοῦτο νομίζω ὅτι περα-
2940τοῦται τὸ ἔργον τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀκαδημαϊκῶν
2941διαφωνιῶν. Πέρα τούτου αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι διαφωνίαι
2942ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῶν ὑποβαλλομένων γνωμῶν
2943καὶ τροπολογιῶν παύουσιν οὖσαι ἐπιστημονικαὶ καὶ προσ-
2944λαμβάνουσιν ἀναγκαίως σημασίαν πολιτικήν, μὲ συνεπείας
2945πολιτικάς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’
2946ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ἑκάστοτε γνωμῶν καὶ τροπολο-
2947γιῶν θὰ ἐπιφυλάξω τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ
2948τίνας θεωρῶ ὑπηρετικὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου,
2949τίνας δὲ ἀντιπιπτούσας πρὸς αὐτόν».
2950Καὶ καταλήγων ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος ἔχει
2951τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, ἐπι-
2952βάλλει τὴν ἰδικήν της καὶ ἐκφέρει τὴν τελικὴν καὶ ὁρι-
2953στικὴν κρίσιν. Ἡ διαφωνία ὅμως αὕτη εἶναι πολιτικὴ καὶ
2954ἐπάγεται ἀναγκαίως πολιτικὰς συνεπείας».
2955Ἡ συζήτησις εἶναι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
2956νης, ἐπιστημονική. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος εἶναι πολιτική. Ἐπι-
2957τρέπω νὰ λέγητε, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω νὰ ψηφίζητε. Πα-
2958ράδοξος θεωρία, κύριοι Βουλευταί, παράδοξος θεωρία, ἡ
2959ἀποχωρίζουσα τὴν γνώμην τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τῆς
2960ψήφου αὐτοῦ, καὶ παραδοξοτέρα, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν
2961ἐκείνην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2962Ὑπουργὸς ἔλεγεν ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ
2963Ἀρκαδίας: «δὲν θὰ δεχθῶ ποτε σύστασιν εἰς τὸ τί θὰ
2964πράξω, οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ προβῶ εἰς
2965δηλώσεις περὶ τοῦ τί θὰ πράξω, διότι, ἂν πράξω τοῦτο, ἔλε-
2966γεν, ἀποτελεῖ τοῦτο ὄχι μόνον ἐπέμβασιν τοῦ Κοινοβου-
2967λίου εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ μείωσιν τῶν δικαιω-
2968μάτων αὐτοῦ, διότι στερεῖ τὸν Ὑπουργὸν τὴν εὐθύνην».
2969Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν σύστασις τῆς Βουλῆς πρὸς
2970τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ πῶς ἐπιτρέπεται σύστασις Ὑπουρ-
2971γῶν πρὸς τὴν Βουλήν; Ὅταν συνιστᾷ ἡ Βουλή, διοικεῖ
2972ἐκείνη, ἀλλά, ὅταν συνιστᾷ ὁ Ὑπουργός, δὲν νομοθετεῖ
2973ἐκεῖνος;
2974Ἤθελον ἐρωτήσει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τί ἔπταισεν ἡ
2975Συνέλευσις αὕτη, ὥστε τοιαῦτα νὰ δέχηται πλήγματα ἀλ-
2976λεπάλληλα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Κατηνα-
2977λώθη, λέγουσι, πολὺς χρόνος ἐπὶ ματαίῳ· ποῖος χρόνος, κύ-
2978ριοι συνάδελφοι; Ποῖος χρόνος κατηναλώθη κατὰ τὴν ἐξέ-
2979λεγξιν τῶν ἐκλογῶν; Τίς ἦτο ὁ ὑπαίτιος; Ἡ Κυβέρνησις
2980προεκάλει συζητήσεις μακρὰς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐπενέ-
2981βαινε κατὰ τρόπον παράδοξον καὶ πρωτοφανῆ κατὰ τὴν συ-
2982ζήτησιν ἐκείνην. Ἐπερατώθη τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκ-
2983λογῶν, ποία δὲ ἦτο ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ἡ
2984Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Σώματος;
2985Τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διερμηνέων Λα-
2986ρίσης–Τρικάλων. Τὸ νομοσχέδιον περὶ καταψηφίσεως
2987τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς, νομοσχέδιον συντετα-
2988γμένον, ὡς ὡμολογήθη, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους. Τὸ νο-
2989μοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὑπο-
2990βληθὲν αὐτολεξεὶ κατὰ τὸ 1906, ὡς ἀπεδείχθη ἤδη, ὑπὸ τοῦ
2991τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον περὶ
2992διαθηκῶν, συντεταγμένον πρὸ δεκαετηρίδων. Ὑπάρχου-
2993σιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ δέκα
2994ὀκτὼ ὅλων ἐτῶν, ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, ἐπεξειργάσθησαν αὐτὸ
2995τὸ νομοσχέδιον.
2996§188Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Στεφάνου τὸ ὑπέβαλε κατὰ
2997τὸ 1892.
2998§189ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι τὰ διοικητι-
2999κὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ
3000νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ
3001νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός;
3002Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω ψόγον διότι ἐκάη ἀφθονώτατος
3003λιβανωτὸς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου· εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι
3004ἴσως ἦτο καθῆκον νὰ ἐκδηλωθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν φίλων
3005αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τονώσῃ τὰς δυνάμεις αὐ-
3006τῆς· ἀλλ’ ἡ κνῖσα, φθάνουσα εἰς τοὺς ῥώθωνας τῶν Ὀλυμ-
3007πίων τούτων θεῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ πληροῖ τούτους μόνον εὐ-
3008φροσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιασμοῦ διὰ τὴν ὁλόψυχον ἐμπι-
3009στοσύνην, τῆς ὁποίας τυγχάνουσιν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπρο-
3010σώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὑπερφιάλων ἀξιώσεων, νὰ
3011ὑποδουλῶσιν αὐτόχρημα τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐπέ-
3012βαλεν εἰς αὐτοὺς καθήκοντα μεγάλα καὶ δὲν ἔδιδε πρὸς
3013αὐτοὺς δικαίωμα, διότι δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ ἔχῃ δι-
3014καιώματα ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’
3015ἐσταμάτησέ που ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως;
3016Ἔδειξα ἤδη, κύριοι Βουλευταί, καὶ δίδω πρὸς ὑμᾶς δήλω-
3017σιν, δίδω ἐγγύησιν περὶ τῆς πολιτικῆς ὑπολήψεως, περὶ τῆς
3018πολιτικῆς μου ἠθικῆς, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶμαι ὁ αὐ-
3019τός. Δὲν θὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συμπο-
3020λιτεύομαι μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Θέλετε μὲ παρακολου-
3021θήσει καὶ θέλετε ἴδει πόσα ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως
3022θὰ ἐπιδοκιμάσω, ὡς τὸ ἔπραξα καὶ ἤδη. Ἀλλὰ θὰ εἶμαι
3023πάντοτε ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπρο-
3024σωπείας, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω καὶ θὰ πιστεύω μέχρι
3025τελευταίας πνοῆς τῆς ζωῆς μου, ὅτι ἡ φίμωσις τοῦ στόμα-
3026τος τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ νέκρωσις ὅλης τῆς ἐθνικῆς ζωῆς.
3027Δὲν ὑπῆρξα ἐγὼ ἐκεῖνος, ποτέ, ὅστις συνεφώνησα μὲ τὴν
3028δρᾶσιν τὴν μέχρι τοῦδε τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εἶ-
3029ναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι μόνος, θαρρυνόμενος μό-
3030νον ὑπὸ τοῦ καθήκοντός μου, ἐμπνεόμενος μόνον ὑπὸ τοῦ πό-
3031νου διὰ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα ἀντεμετώπισα πάντας
3032ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον κατὰ πρῶτον λόγον ὑπαιτί-
3033ους διὰ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
3034ὑπῆρξεν ἡ μεγίστη εὐθύνη, ἡ μεγίστη αἰτία τῶν ἐθνικῶν
3035συμφορῶν, μόνον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ ἐπέλθῃ καὶ
3036ἡ σωτηρία. Ἡ μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντι-
3037προσωπείας εἶναι ἡ καταδίκη ἡ ἐθνική, ἡ ὁριστική. Καὶ
3038λέγω ταῦτα, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σήμερον Κυβέρνη-
3039σιν προέβησαν πέρα παντὸς ὁρίου, ἐπιτρεπομένου εἰς αὐ-
3040τοὺς ὑπὸ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος. Δημιουργοῦν-
3041τες ἑαυτοὺς εἰς δισυπόστατα ὄντα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπολαμβά-
3042νοντες ἑαυτοὺς Ὑπουργούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ Βουλευτάς, προσ-
3043εκόμισαν σχέδιον συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Δὲν
3044ὑπάρχει ταύτης μεγαλειτέρα συνταγματικὴ παράβασις, δὲν
3045ὑπάρχει τούτου μεγαλείτερον πλῆγμα τοῦ ἐλευθέρου πολι-
3046τεύματος, δὲν ὑπάρχει ταύτης μεγαλειτέρα μείωσις τῶν δι-
3047καιωμάτων τοῦ ἔθνους, τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ
3048λαοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἡ ὑπεύθυνος ἔκφανσις τῆς βα-
3049σιλικῆς ἀρχῆς· οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι Ὑπουργοὶ καὶ δὲν εἶναι
3050δυνατὸν νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο. Ἐξαίρεσις εἶναι ἡ διάταξις
3051τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ψηφοφοροῦσιν. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶ-
3052ναι μόνον Ὑπουργοί, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπαναλέγω, ἔχου-
3053σι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῶσι.
3054Προσκομίζοντες ἐνταῦθα προσχέδιον συνταγματικῶν με-
3055ταρρυθμίσεων τὸ προσεκόμισαν ἢ χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσι τὸν
3056Βασιλέα ἢ συμφωνήσαντες μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ προσεκό-
3057μισαν χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσι τὸν Βασιλέα καὶ παρουσιασθῇ
3058αὔριον, μεταρρυθμιζομένου τοῦ Συντάγματος πέρα τῶν τε-
3059ταγμένων ὁρίων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μεταρρυθμιζομένου τοῦ
3060Συντάγματος χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καὶ
3061διαφωνήσῃ ὁ Βασιλεύς, ποία θὰ εἶναι ἡ εὐθύνη αὐτῶν, ἐὰν
3062ὑποτεθῇ, ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ προσχέδιον κατὰ τὰς ἐπι-
3063ταγὰς μάλιστα, καθ’ ἃς θέλουσι νὰ κανονίζωσι τὰς ἐργα-
3064σίας τοῦ Σώματος; Ἐὰν προσεκόμισαν τὸ προσχέδιον,
3065συμφωνήσαντες μετὰ τοῦ Βασιλέως, ποῖος ἔδωκεν εἰς αὐ-
3066τοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμίξωσι τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἀνα-
3067θεώρησιν τοῦ πολιτεύματος; Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύ-
3068ματος ἀποφασίζεται μετὰ πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ μετὰ
3069νόμον. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἥτις μετὰ τὴν πρᾶξιν ἀπο-
3070φασίζει τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπέρχεται οὐχὶ
3071δικαιώματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καθ’ ὑποχρέωσιν αὐτοῦ.
3072§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιπτώ-
3073σεις ἐσφάλησαν.
3074§191ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως· καὶ μὴ πλα-
3075νᾶσθε, διότι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος καθὼς καὶ ἡ
3076σύνταξις αὐτοῦ εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τοῦ ἔθνους. Δὲν
3077συμπράττει ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν κατάρτισιν οὐδὲ κατὰ
3078τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, οὐδ’ ἔχουσιν ἀνάγκην
3079κύρους τοῦ Βασιλέως αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις,
3080ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν
3081παρελθόντα Ὀκτώβριον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προκλη-
3082θεὶς ὑπ’ ἐμοῦ.
3083Δὲν ὑπῆρξε, Κύριοι, οὐδεμία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν
3084εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνη-
3085σιν· δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον ἐγώ,
3086ὅτι πρέπει νὰ γένηται προσπάθεια ἐλαχίστη πρὸς κυβερ-
3087νητικὴν μεταβολήν, ἀλλ’ εἶπον, καὶ λέγω τοῦτο· ἐμπιστεύ-
3088εσθε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς, εἰς τὴν ἐνάσκησιν
3089τῶν καθηκόντων αὐτῆς· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτέ ποτε τὰ δικαι-
3090ώματα ὑμῶν, διότι τὰ δικαιώματα ὑμῶν δὲν εἶναι δικαι-
3091ώματα ἀποκλειστικῶς ὑμῶν, εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ
3092ἔθνους, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνεπιστεύθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων
3093Ἑλλήνων πολιτῶν.
3094Ἀλλὰ μήπως μέχρι τοιούτου περιωρίσθησαν; Ἐνθυμεῖ-
3095σθε κατὰ τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, ὅτι συν-
3096ταγματικὴ μεταρρύθμισις, ἐλέχθη, ὡρίμασεν ἐν τῇ κοινῇ
3097συνειδήσει. Ἰδέαι καὶ ἔννοιαι, Κύριοι, ἀτελῶς μελετηθεῖ-
3098σαι καὶ ἀτελέστερον ἐννοηθεῖσαι. Διότι βεβαίως οὐδεὶς ἐξ
3099ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει, ὅστις νὰ νομίζῃ, ὅτι πρό-
3100κειται περὶ νεωτέρων τινῶν ἰδεῶν. Ὁ Σόλων, πολλοὺς αἰ-
3101ῶνας πρὸ Χριστοῦ, ἐρωτώμενος· ποίους ἔδωκας θε-
3102σμοὺς πρὸς τοὺς Ἀθηναίους; Ἔδωκα ἐκείνους, εἶπε, τοὺς
3103ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶσιν. Ὁ Δημοσθένης ἐπανα-
3104λαμβάνει αὐτολεξεὶ τὸ δόγμα τοῦτο. Εἶναι γνωστοτάτη,
3105Κύριοι, ἡ θεωρία αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν προηγοῦνται αἱ
3106κοινωνικαὶ μεταβολαὶ καὶ ἕπονται οἱ θεσμοί, οἵτινες
3107ῥυθμίζουσι καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀναγνωρίζουσι τὰς κοινωνικὰς
3108ἐκείνας μεταβολάς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ ἐντεταλμένοι, οἵ-
3109τινες ἐξακριβοῦσι τὰς κοινωνικὰς μεταβολὰς καὶ οἵτινες θέ-
3110τουσι τοὺς θεσμούς. Ὁ ἐντεταλμένος νὰ διαγνώσῃ, ἂν
3111ὑπάρχει κοινωνικὴ μεταβολή, ὁ ἐντεταλμένος νὰ ῥυθμίσῃ
3112οὕτως ἢ οὕτω τὴν ἐπελθοῦσαν κοινωνικὴν μεταβολήν, δὲν
3113ἦτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἦτο ἡ
3114ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία κατόπιν εὐρείας συζητήσεως, κατό-
3115πιν ἐπισταμένης μελέτης τοῦ ζητήματος. Οὔτε εἶναι ἐπι-
3116τετραμμένον εἰς διατάξεις συνταγματικὰς νὰ κλονίζωμεν
3117τὸ κῦρος αὐτῶν, νὰ συντρίβωμεν τὴν δύναμιν αὐτῶν, ὅταν
3118κατὰ νόμους ἐνδεχομένους εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἶ-
3119ναι δυνατὸν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν
3120σκοπῶν ἡμῶν, καὶ θέλωμεν ἀφήσει θεσμοὺς ἄνευ κύρους, θε-
3121σμοὺς συντετριμμένους. Ταῦτα ἀπὸ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς.
3122Ἀπὸ δὲ πολιτικῆς ἀπόψεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς
3123κανένα νὰ προκαταλαμβάνῃ τὴν γνώμην τῶν ἐθνικῶν ἀντι-
3124προσώπων, προκειμένου περὶ διατάξεων συνταγματικῶν,
3125ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπεύθυνος, ἐπαναλαμβάνω, ἔκφανσις τῆς
3126βασιλικῆς ἀρχῆς δὲν ἔχει θέσιν, δὲν ἔχει γνώμην, δὲν πρέ-
3127πει νὰ ἔχῃ ψῆφον. Καί, ἀφοῦ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἐπὶ
3128τέλους ποῦ καταλήγουν;
3129Παρορῶντες αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, παρορῶν-
3130τες τοὺς νόμους τοὺς φυσικούς, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν νὰ
3131ὁρίζῃ τις ἐκ τῶν προτέρων τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῶν ἐρ-
3132γασιῶν ἡμῶν, ἔρχονται καὶ λέγουν· ἐγὼ ἐπιτάσσω, σεῖς
3133ὑπακούετε. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω οὔτε ἐπιβεβλημένον, οὔτε νο-
3134μοθετημένον, οὔτε ἐφηρμοσμένον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως,
3135δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις,
3136τὴν ὁποίαν ἐξέλεξε διὰ παμψηφίας σχεδὸν ὁ Ἑλληνικὸς
3137λαός. Ἀλλὰ λέγω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην: ἀληθῶς ὁ
3138Ἑλληνικὸς λαὸς ἴσως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης διατηρεῖ
3139πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, ἀναλάβετε ὅλην τὴν
3140εὐθύνην τῆς ἀνορθώσεως, κανονίσατε ὡς θέλετε τὴν ἀνόρ-
3141θωσιν, εἴπατε πρὸς ἡμᾶς νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας,
3142ἀλλά, ὅτε εἴμεθα ἐνταῦθα, ἔχομεν γνώμην καὶ ψηφίζο-
3143μεν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ ὄχι κατὰ τὴν γνώμην τὴν
3144ἰδικήν σας.
3145§192Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπίεσεν ἡ Κυβέρνησις.
3146§193ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν δὲν πράττητε τοῦ-
3147το καὶ λέγητε ὅτι ἀποτελοῦμεν Βουλὴν Ἀναθεωρητικήν, συγ-
3148κληθεῖσαν κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὑποστηρίζητε ὅτι τὸ
3149Σύνταγμα ὑφίσταται, ὅταν λέγητε ὅτι ὑπάρχει τὸ πολί-
3150τευμα στερεὸν καὶ ἀκλόνητον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ
3151κυβερνᾶτε τὸν τόπον παρὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ πολι-
3152τεύματος, αἱ δὲ διατάξεις τοῦ πολιτεύματος λέγουσιν, ὅτι
3153τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν εἶναι ἔργον ἀποκλειστικῶς τῆς ἐθνι-
3154κῆς ἀντιπροσωπείας, εἶναι ἔργον τῆς ἀπολύτου αὐτῆς θελή-
3155σεως, αἱ δὲ διατάξεις τοῦ πολιτεύματος λέγουσιν, ὅτι τὸ
3156ἔργον τοῦτο δὲν περιορίζεται κατὰ χρόνον. Ὁ περιορισμὸς
3157κατὰ χρόνον τοῦ ἔργου τούτου ἀποτελεῖ στρέβλωσιν τοῦ ἔρ-
3158γου. Λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν
3159ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἀνα-
3160κοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πάντα ταῦτα κατὰ τὰς ἡμέρας
3161ταύτας ἀπετολμήθησαν καὶ ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος
3162τούτου καὶ ἐκυκλοφόρησαν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διό-
3163τι φαίνεται, ὅτι κάπου ἐψιθυρίσθη, ὅτι τὸ προσχέδιον τῆς
3164Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον καταλύει καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος
3165τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου τούτου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ πολί-
3166τευμα ὅμοιον πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον οἱ αἰῶνες τῆς ἀνθρω-
3167πότητος, χειρότερον ἀπὸ τὸ πολίτευμα τῶν Δέκα τῆς Βενε-
3168τίας, χειρότερον ἀπὸ τὸ πολίτευμα τοῦ Χαμίτ, χειρότε-
3169ρον ἀπὸ τὸ Ῥωσσικὸν ἀπολυταρχικὸν πολίτευμα, ἐπληρο-
3170φορήθησαν, λέγω, ὅτι τὸ προσχέδιον ἐκεῖνο βεβαίως θέλει
3171καταρρακωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
3172§194ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὅτε, κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα τοῦ
3173ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὁμιλοῦντος περὶ τοῦ Τύπου καὶ
3174ἐξενεγκόντος γνώμας, κατ’ ἐμέ, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις,
3175παραδόξους καὶ ἐντελῶς ξένας πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ
3176ἔθιμα, ἐνόμισα ὅτι ἐκ παραισθήσεως ὁ κ. συνάδελφος ὑπέ-
3177λαβεν ἑαυτὸν εὑρισκόμενον εἰς δημοσιογραφικὸν γραφεῖον
3178καὶ ὑπαγορεύοντα ἄρθρα ἐφημερίδος. Διότι ἄλλως δὲν δύ-
3179ναμαι νὰ ἐξηγήσω πῶς Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
3180Βουλῆς ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εὐ-
3181θύνας δι’ ἄρθρα μιᾶς ἢ πλειοτέρων ἐφημερίδων. Οὐδὲ δύ-
3182ναμαι νὰ δεχθῶ τὴν θεωρίαν τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι δι-
3183καιοῦται Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς Κυβερ-
3184νήσεως διὰ τὴν ἀρθρογραφίαν τοῦ Τύπου, διότι ἐν τοιαύτῃ
3185περιπτώσει πολιτευτής, ὁ ὁποῖος καυχᾶται ὅτι εἶναι εἰς
3186ἄκρον φιλελεύθερος, ἤθελε φωραθῆ ἀναιρῶν τὴν ἐλευθερίαν
3187τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν ἐξου-
3188σιῶν συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ Κράτους.
3189§195ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ἰδικήν σας ἐφημερίδα
3190ὑπηνίσσετο;
3191§196ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὑπηνίχθη τὴν ἐμὴν ἐφημερίδα, ἀλλὰ
3192φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν
3193αὐτήν, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπε-
3194πειράθη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ
3195Βουλὴ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀρθρογραφίαν τῶν ἐφημερί-
3196δων. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ νὰ ζητῆται λό-
3197γος ἀπὸ τὸν Τύπον διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν δι-
3198καιωμάτων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ὑπεύθυ-
3199νός τις διὰ τὸ ἄρθρον, ὃ ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας,
3200δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀναλάβω ἐγὼ αὐτὸς
3201πλήρη τὴν εὐθύνην. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, προηγούμεναι
3202Βουλαὶ ἐν ὥραις μεταμεσονυκτίοις κατέτριβον τὸν χρόνον
3203τοῦ ἔργου αὑτῶν εἰς ἐπερωτήσεις περὶ ἀσημάντων ζητημά-
3204των, ἀλλὰ καὶ τότε ὁ Τύπος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
3205ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Βουλήν. Καὶ τότε ἠκούσθησαν
3206ἐντεῦθεν ἀραὶ κατὰ τοῦ Τύπου, ὅτι καθυβρίζει δῆθεν τὴν
3207Βουλήν, ἀλλὰ τὰ κατόπιν γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ
3208ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀπωλείας πολυτίμου
3209χρόνου, ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου.
3210§197ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου
3211ἔφερε τὴν κατάστασιν.
3212§198ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μὴ νομίσητε ὅτι εἰς τὴν Ἐπανάστασιν
3213δὲν συνετέλεσεν ἡ βαθμιαία ἔκπτωσις τοῦ Κοινοβουλίου ἐν
3214τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, καὶ ὁ Τύπος θὰ παρέλειπε στοι-
3215χειῶδες καθῆκον, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγνώριζε καὶ πρὸς τὴν πα-
3216ροῦσαν Βουλήν. Ἂν λοιπὸν ἐγράφη ἄρθρον περὶ φόβων καὶ
3217κινδύνων τοῦ πολιτεύματος, τοῦτο ἐγράφη ἐκ προνοίας καὶ
3218ἀγάπης πρὸς τὸ πολίτευμα, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρ-
3219νηθῇ ὅτι ἡ μικρολογία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καταβιβάζει
3220τὸ Κοινοβούλιον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ.
3221§199Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3222§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος;
3223§201Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος.
3224§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς καθύβρισεν ἡ ἐν λόγῳ ἐφη-
3225μερίς, διότι ἡμεῖς δὲν κωλυσιεργοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα οἱ ἀλη-
3226θεῖς ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὐτός...
3227§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν ν’ ἀνακαλέσητε
3228τὴν φράσιν σας, διότι ὑβρίσατε συνάδελφόν σας.
3229§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγει τὰ ἑξῆς· ὅτι
3230ὅσοι λαμβάνουν τὸν λόγον εἶναι ἀνόητοι.
3231§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, διότι ὑβρί-
3232ζετε συνάδελφόν σας.
3233§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς ὑβρίζει διὰ τοῦ κυρίου ἄρθρου,
3234κύριε Πρόεδρε· μᾶς λέγει ὅτι εἴμεθα ἀνόητοι.
3235§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης,
3236ἐφ’ ὅσον δὲ τὸν προσεβάλετε, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ
3237ἐπανέλθητε εἰς τὴν τάξιν ἀνακαλοῦντες τὴν φράσιν σας.
3238§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακαλῶ τὴν φράσιν μου μόνον
3239ὅσον ἀφορᾷ πρὸς τὸν παρόντα Βουλευτήν.
3240§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε, κύριε Σῖμε, ἐξακο-
3241λουθήσατε.
3242§210ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν
3243τοῦ λόγου ἀποτελεῖ ἡ κατάχρησις αὐτοῦ. Ἐνομίσθη ὅτι
3244ὁμὰς ὀλιγάριθμος δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐ-
3245τῆς εἰς τοὺς περισσοτέρους.
3246§211Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξοικονόμησις χρόνου; Εἶναι
32472 ἡ ὥρα.
3248§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριε Φλαμῆ. Ἀρκετὰ
3249ἀπησχολήσατε σήμερον τὴν Βουλήν· μὴ γεννᾶτε ἄλλα ἐπει-
3250σόδια.
3251§213ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προε-
3252κλήθη, προεκλήθη ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως δείξωμεν φειδὼ
3253εἰς τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἠκούσθη ὁ
3254προλαλήσας λέγων ὅτι ἐτέθη ἡμῖν ἀπεριόριστον τὸ χρονι-
3255κὸν ὅριον ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα
3256καὶ εἰς ἀπροσδιόριστον χρόνον λύσωμεν πάντα τὰ ζητή-
3257ματα, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε. Διερ-
3258μηνεύων, Κύριοι, τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ ἑρμηνεύων τὴν προέ-
3259λευσιν τῆς ἀποστολῆς μου ἐνταῦθα φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνι-
3260κὸς λαὸς μᾶς ἐξαπέστειλεν ἐνταῦθα ἵνα τὸ ταχύτερον ἐξα-
3261γάγωμεν τὴν χώραν ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, εἰς τὴν ὁποίαν
3262ὑπάρχει ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ Συνέλευσις. Τοιαύτην ἔχων
3263γνώμην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δικαιοῦμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ
3264κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νομίζουν
3265ὅτι δυνάμεθα ἐπ’ ἄπειρον νὰ παρατείνωμεν ἐνταῦθα τὰς
3266ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι παρεξηγή-
3267σεως, ὥστε, ζητοῦντες φειδὼ χρόνου, βραχυλογίαν καὶ
3268τάξιν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, νὰ θεωρώμεθα ὅτι εἴμεθα ἐχθροὶ
3269δῆθεν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἐνῷ ἀκριβῶς αὐτοὶ εἶναι
3270οἱ ἐχθροί, οἱ καταδυναστεύοντες ἡμᾶς διὰ τῆς καταχρή-
3271σεως, τὴν ὁποίαν ποιοῦνται ἐν τῇ χρήσει τοῦ λόγου.
3272§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Δραγούμη ἔχει ὁ κ.
3273Δεμερτζῆς, ὁ κ. Παπαποστόλου, ὁ κ. Ἀλεξάκης. Ἐλπίζω
3274ὅτι παραχωροῦσιν εἰς τὸν κ. Δραγούμην νὰ προηγηθῇ.
3275§215ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3276§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
3277§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἄρτι κατα-
3278βὰς τοῦ βήματος νὰ παρατηρήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι
3279ἴσως αὐτὸς ἦτο ὁ ὀλιγώτερον ἐνδεδειγμένος νὰ ὑποβάλῃ ἃς
3280ὑπέβαλεν ἐνταῦθα ἐπιτιμήσεις συναδελφικάς, διότι ἀκριβῶς
3281αὐτὸς ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρξε παραίτιος κατὰ τὴν παρελ-
3282θοῦσαν συνεδρίασιν τῆς μακροτέρας συζητήσεως, τῆς ἐπὶ
3283τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας, καὶ διότι δυστυχῶς ἀνω-
3284μολόγησεν ἐνταῦθα ὅτι ἀναλαμβάνει πᾶσαν τὴν εὐθύνην
3285δημοσιεύματος, ὅπερ βεβαίως ἐτάραξε τὴν δημοσίαν συνεί-
3286δησιν· δημοσίευμα τοσοῦτον ἐλαφρόν, ὁποῖον ἐκεῖνο, ὅπερ
3287ταύτας τὰς ἡμέρας ἐκυκλοφορήθη, ἀκουσθὲν κατὰ τρόπον
3288ὥστε αἱ σπουδαιότεραι παρατηρήσεις νὰ μὴ πείθωσι τὸν
3289κόσμον ὅτι πρόκειται περὶ ἀσημάντου πράγματος, δὲν ἦτο
3290δυνατὸν νὰ μὴ γεννήσῃ ἐνταῦθα αἰσθήματα, ἅτινα παρέ-
3291συραν τὴν Βουλὴν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ εἶχε φθάσει.
3292Καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι
3293οἱ μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας ἐνταῦθα τὸν λόγον διεξαγα-
3294γόντες καὶ ἀληθῆ αἰσθήματα ἐλευθερίας δείξαντες, μετὰ
3295πολλῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν παραδόσεων
3296τῶν συνταγματικῶν, ἐνόμισαν πρόσφορον τὴν στιγμὴν
3297ταύτην, ὅπως ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας αὑτῶν ταύτας, τὰς
3298ἄλλως ἀξίας καὶ πολλῆς προσοχῆς καὶ πολλῆς εὐλαβείας,
3299καθ’ ἣν ὥραν οὗτοι ὡμολόγησαν ὅτι τὰ πράγματα εὑρί-
3300σκονται εἰς κρισιμωτάτην θέσιν καὶ ἐν Ἑλλάδι καθ’ ἑαυ-
3301τὴν καὶ ἐν Ἑλλάδι λόγῳ τοῦ περιβάλλοντος αὐτήν.
3302§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε,
3303παρακαλῶ.
3304§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤμην δυστυχῶς παρὼν ἐνταῦθα
3305καὶ ὁμολογῶ τὸ πταῖσμά μου, διότι ὤφειλον νὰ εἶμαι
3306ἐγκαίρως παρών, καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο τὸ ἐπεισόδιον τὸ
3307προκαλέσαν τὰς διακοπὰς τῆς συνεδριάσεως καὶ οὗτινος τὰ
3308ἀποτελέσματα ἐνταῦθα ταύτην τὴν ὥραν ἡ συζήτησις
3309περιλαμβάνει, ὥστε νὰ ἔχω ἀκριβῆ ἀντίληψιν καὶ τῶν λε-
3310χθέντων καὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ταῦτα ἐλέχθησαν. Ἀλλὰ
3311καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐλέχθη τι ἐξ ὅσων του-
3312λάχιστον ἐρωτήσας ἔμαθον, ὅπερ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλη-
3313φθῇ ὡς προελθὸν ἐκ προθέσεως νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία
3314τῆς Βουλῆς καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διὰ τὴν ἐπεξερ-
3315γασίαν τοῦ ἔργου ἐκείνου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ κυριώτατον
3316ἔργον τῆς Βουλῆς.
3317Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅτι τοιαύτη ἰδέα ἀπέρρευ-
3318σεν ἀπὸ τοῦ νοῦ καὶ τῶν προθέσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3319Κυβερνήσεως, τοῦ ἐξόχως φιλελευθέρου, ὅστις οὐδὲν ἔδειξε
3320μέχρι τοῦδε δεῖγμα τάσεως, ὅπως μὴ πολιτευθῇ κατὰ τοὺς
3321κανόνας τῆς ἀληθοῦς φιλελευθερίας· ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι
3322ἰδέα ὑποβληθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ λόγῳ τῆς στενοχωρίας τῆς εὐ-
3323λόγου, ἣν εἰς πάντας ἡμᾶς γεννᾷ τὸ θέαμα τῆς ἀπεραντο-
3324λογίας ἐπὶ μηδαμινῶν ἢ δευτερευούσης ἀξίας, ταύτην τὴν
3325ὥραν, θεμάτων ἔφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ
3326ποῦ βαίνει τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ποῦ βαίνει αὐτὴ ἡ
3327Βουλή, ἐκτιθεμένη εἰς τὴν ἐπίκρισιν ὅλων ἐκείνων, οἵτινες
3328αὔριον τὴν πρωίαν θέλουσι μάθει πάντα τὰ νῦν ἐνταῦθα
3329συμβαίνοντα — καὶ οὗτος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός —, ὅτι
3330ἐκ τοιούτων λόγων στενοχωρηθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3331βερνήσεως ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τρόπον διεξόδου πρὸς ταχυτέ-
3332ραν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς.
3333Ἴσως θὰ ἦτο ἐπίκαιρον, ἂν ἐκείνην τὴν ὥραν ἐζητεῖτο
3334παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ εὐμένεια αὐτῆς, ὅπως ἐπιτευχθῇ,
3335ὥστε τὰ θέματα, ἅτινα παρενοχλοῦσι τὸ κύριον ἔργον αὐ-
3336τῆς ἀνὰ δύο ἡμέρας, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς μίαν τῶν συνε-
3337δριάσεων τῆς ἑβδομάδος, ὅτε ἀποκλειστικῶς νὰ ἐπιδιδώ-
3338μεθα ἐν ἀνέσει εἰς τὴν ἐξέτασιν πάντων τούτων τῶν θεμά-
3339των, καὶ τῶν ἀξίων τῆς μακρᾶς συζητήσεως καὶ αὐτῶν
3340ἔτι τῶν ἀναξίων — διότι ὁ λόγος πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθε-
3341ρος· — καὶ λυποῦμαι, διότι αὕτη ἡ ὑπόδειξις, ἣν πρὸ ὀλίγου
3342ἤκουσα, δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
3343νήσεως, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ἀπ’ αὐτῆς τὸ κέρδος δύο ἡμερῶν.
3344Ἴσως θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ μήπως δὲν ἦτο
3345δύσκολον νὰ ἐπισπευσθῶσι τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς
3346Βουλῆς χωρὶς νὰ λεχθῇ ὅτι θὰ ταχθῇ εἰς αὐτὴν προθε-
3347σμία εἰς προσκόμισιν εἴτε τμηματικὴν εἴτε ἀκεραίαν τῆς
3348ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ταῦτα δὲν ἐλέχθησαν
3349οὕτω, τοῦτο δὲν σημαίνει — εἰμὶ βέβαιος, καίτοι δὲν ἤμην
3350παρὼν — ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠξίωσε νὰ
3351προσκομίσῃ ταύτην, ὅπως περατωθῇ τὸ ἔργον ἐσπευσμένως
3352καὶ ἄνευ προσοχῆς εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας, ἣν αὐτὸς
3353ἐζήτησεν ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν Βουλήν, διευκολύνουσα τὸ
3354ἔργον, ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ προεπεξεργασία
3355τῆς ἀναθεωρήσεως.
3356Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἴσως
3357δύσκολον νὰ εἶναι τελείως περατωμένον κατὰ τὸ τελευ-
3358ταῖον δεκαήμερον τοῦ Φεβρουαρίου. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν
3359νὰ φαντασθῶ ὅτι τοιοῦτον ἔργον, εἰς τοσούτους ἄνδρας ἐμ-
3360πιστευθέν, περιεμένετο νὰ προκαλέσῃ κατανάλωσιν ὀλιγω-
3361τέρου χρόνου, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτρο-
3362πῆς δὲν εἶναι μικρὸς καὶ τὰ θέματα, οὐ μόνον τὰ ἐκ τοῦ
3363σχεδίου ὑποβεβλημένα εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ὡς ἐκ τῶν
3364παρακολουθημάτων, τῶν ἐκ τῆς ὑποβολῆς ταύτης γεννω-
3365μένων, τῶν εὐλόγων, ἀναφυόμενα, ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρ-
3366μοδιότητος τῆς τε Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτρο-
3367πῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωσιν ὀλιγωτέραν τῆς
3368καταβαλλομένης ἐπιμέλειαν.
3369Ἡ ἐπιτροπή, πρὶν ἢ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μάθω ὅτι ἐξε-
3370λέγην διευθυντὴς τῶν ἔργων αὐτῆς, ἅμα ἐκτελέσασα τὰς
3371ἀρχαιρεσίας αὐθημερόν, ἐμοῦ μὴ δυνηθέντος νὰ μετάσχω
3372αὐτῆς τότε, εἶχε διαιρεθῆ, καθ’ ἣν ἐγένετο κρίσιν, εἰς
3373τρία τμήματα, ἕκαστον δὲ τμῆμα παρέλαβε τὸ εἰς αὐτὸ λα-
3374χὸν μέρος, ὅπως προπαρασκευάσῃ τὴν ἐργασίαν καὶ εἰσαγάγῃ
3375εἰς τὴν ὁλομέλειαν, εὐθὺς ὡς ἡ ὁλομέλεια, καὶ τῶν ἄλλων
3376τμημάτων περατωσάντων τὴν ἐργασίαν, ἤθελεν εὑρεθῆ
3377ἕτοιμος πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ συνόλου.
3378Ἡ ἐργασία οὕτω κατατμηθεῖσα παρεῖχεν ἐγγύησιν τα-
3379χυτέρας διεξαγωγῆς, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὡς ἐκ τῆς ἀντι-
3380λήψεως, ἣν εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ ἔχω σαφῆ, τοῦ εἴδους τῆς
3381τμηματικῆς ἐργασίας καὶ τῆς μετὰ τῶν συναδέλφων ἐν τῷ
3382δευτέρῳ τμήματι συσκέψεως κατὰ δύο μακρὰς συνεδριά-
3383σεις, ὅτι ὡς γίνεται ἡ ἐργασία παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα
3384τῆς οὐχὶ βραδείας μελέτης καὶ ἐν ταὐτῷ πάντα τὰ ἐχέγ-
3385γυα τῆς εὐκολωτέρας ἔπειτα συνεννοήσεως μετὰ τῶν δύο
3386ἄλλων τμημάτων τῆς ἐπιτροπῆς.
3387Ἀλλ’ ἔργον, ὁποῖον ἔχει συνείδησιν ἡ Βουλὴ ὅτι ἀνετέθη
3388εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ ἰσχυ-
3389ρισθῇ τις ὅτι πρέπει ὑπ’ αὐτῆς ἀμελετήτως νὰ ἐκτελεσθῇ,
3390καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ τμήματι—δὲν γνωρίζω τί συνέβη εἰς
3391τὰ ἄλλα τμήματα—, οὗ μετέχω, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ
3392ἐδάφους καὶ προσυζήτησίν τινα, οὕτως εἰπεῖν, ἑνὸς ἑκάστου
3393τῶν κυριωτέρων θεμάτων τῶν εἴτε ἐκ τοῦ σχεδίου τῶν
3394ἑπτὰ Βουλευτῶν εἴτε ἐκ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου
33951910 εἴτε καὶ ἐκ προτάσεων ἰδιαιτέρων ἐξεταζομένων,
3396ἐκρίθη ἀναγκαῖον μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν νὰ γένηται
3397παροχὴ εἰς τὰ μέλη τοῦ τμήματος ἡμερῶν τινων, ὅπως
3398μετὰ πλήρη προμελέτην τὴν προσεχῆ Τετάρτην δυνηθῶμεν
3399νὰ συνέλθωμεν καὶ ἐξετάσωμεν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν τὸ πολὺ
3400ἡμερῶν τὸ ὁριστικὸν σχέδιον τῶν ἄρθρων, τὸ εἰς ἡμᾶς
3401ἐμπεπιστευμένον, τὸ ὑποβλητέον εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς
3402ἐπιτροπῆς.
3403Ἀνάλογόν τι, ὡς ὑποθέτω, θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὰ ἄλλα
3404τμήματα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι παρά-
3405δοξος ἤθελεν εἶναι ἡ ἔξωθεν ἀξίωσις ἐκείνων, οἵτινες ἐν τῷ
3406τμήματι, οὗτινος μετέχω, ἤθελον ἀπαιτήσει, ὥστε πάντες
3407οἱ μετέχοντες αὐτοῦ νὰ εἶναι εὐθὺς ἀμέσως ἕτοιμοι, ὥστε
3408νὰ προβῶσιν εἰς τὰς περαιτέρω συζητήσεις. Ἐὰν μακρο-
3409τέρα τῆς τοιαύτης κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀναγκαίας χρόνου
3410κατανάλωσις εἶναι τοσοῦτον στενόχωρος εἰς τὴν Κυβέρνη-
3411σιν, ἥτις διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι
3412δὲν θὰ κατασταθῇ ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπισπεύσωμεν
3413περισσότερον τὴν ἐργασίαν· ἀλλὰ μέγα κέρδος χρόνου διὰ
3414σπουδαίαν ἐργασίαν δὲν θὰ εἶναι ἴσως εὔκολον ἐπὶ τέλους
3415νὰ ἐπιτύχωμεν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν τυχὸν
3416ἡμεῖς τὴν ἐργασίαν στενοχωρήσωμεν, ἐκ τούτου θὰ προέλθῃ
3417κέρδος. Φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν τὸ ἔργον δὲν τελεσθῇ ἐν τῇ ἐπι-
3418τροπῇ ἐν τῷ προσήκοντι χρόνῳ, θὰ ἀπολεσθῇ πλείων χρό-
3419νος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σκοπουμένων τῶν ζητημάτων,
3420ἅτινα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς αὐτήν· καὶ τὰ ζητήματα θέ-
3421λουσιν εἰσαχθῆ οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν προτάσεων καὶ τῶν
3422μελετῶν τῶν προϋπαρχουσῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πρωτοβου-
3423λίας ἑνὸς ἑκάστου, ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ. Διὰ
3424τοῦτο πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὗ-
3425τινος βεβαίως ἡ προαίρεσις δὲν ἦτο νὰ περιορίσῃ κατ’
3426οὐδὲν τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει ἀναγνω-
3427ρίσει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ χρόνος, ὃν ὑπελογίσα-
3428μεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος εἰς αὐτὴν καὶ ὅτι θέλει ἐπι-
3429τρέψει, ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξα-
3430κολουθήσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς ἄνευ περιορισμοῦ. Βεβαίως εἰς
3431τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν
3432ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν τυχὸν ἡ προ-
3433θεσμία κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς θεωρηθῇ τοιαύτη,
3434ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐντὸς τοσούτου χρόνου νὰ περατώσῃ
3435τὸ ἔργον αὑτῆς, οἱ κίνδυνοι οἱ ἐκ τούτου εἶναι φανεροί· θέ-
3436λει προσκομισθῆ ἐνταῦθα ἔργον ἀτελές, ἢ καὶ ἴσως δὲν
3437θέλει ἐπὶ τέλους ὑπάρξει ἱκανὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προσαγάγῃ
3438τὸ ἔργον.
3439Ἡ θέσις τῶν πραγμάτων τῆς Βουλῆς ταύτης, Κύριοι,
3440εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει βεβαίως πάντες νὰ συνεργα-
3441σθῶμεν, ὅπως διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τὸ διευθυνόμενον
3442ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
3443Τὸ ἔργον τὸ ἀναληφθὲν κατ’ ἐπιταγὴν συνταγματικὴν
3444κατόπιν δύο ἐκλογῶν Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν, τὸ ἔργον
3445δὲν εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Καὶ ὁ καταρτι-
3446σμὸς τῆς Βουλῆς ταύτης δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δείξῃ
3447τις, ὅτι ἀπογινώσκει περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ἐν τῷ ἔργῳ.
3448Ἀλλ’ ὅμως ἀπαιτεῖται εἷς ἕκαστος ἡμῶν πᾶν ἄλλο αἴσθη-
3449μα νὰ παραμερίσῃ, ὅπως προσέξῃ ἀκριβῶς εἰς τὰ τῆς
3450διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τούτου.
3451Ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, καί, ἂν ἡ ἀνάγκη τῶν
3452πραγμάτων δὲν ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντι-
3453μετωπίσωμεν καὶ νομοθετικά τινα ἔργα, βεβαίως ὤφειλε
3454νὰ δεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶχεν ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ πράξῃ ἢ
3455μόνον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὑτῆς ἔργον. Ἡ
3456ἀνάγκη ὅμως τῶν πραγμάτων φέρει τὴν Κυβέρνησιν δεδι-
3457καιολογημένως εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρέπει
3458ἐνταῦθα νὰ ὑποβληθῶσι νομοθετικά τινα ἔργα, ἅτινα εἶναι
3459ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν πραγμά-
3460των κατὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἰδέας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3461Κυβερνήσεως γνωρίζει ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώ-
3462μην. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν
3463τῆς Βουλῆς ταύτης, τῆς Ἀναθεωρητικῆς, τὸ ἀνωμάλως ὑπ’
3464αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην ἀσκούμενον, πρέπει, λέγω, κατὰ τὴν
3465κρίσιν τὴν ἐμήν, νὰ περιορισθῇ ὡς οἷόν τε αὐστηρότερον
3466εἰς τὰ ἀπαραίτητα· νὰ μὴ ἐπιζητήσωμεν ἐνταῦθα, κατὰ
3467τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ ἀναπτύξωμεν ἐμπραγμάτως ἐκεῖνο,
3468ὅπερ λίαν εὐλόγως, λίαν δικαίως πᾶς κυβερνήτης ἐπιθυμεῖ
3469ταχέως νὰ ἴδῃ ἀναπτυσσόμενον, νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα
3470τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος, οὗτινος τὰς
3471γενικὰς γραμμὰς διέγραψε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων·
3472ἀλλ’ ἀναβάλλοντες τὰ ἄλλα εἰς τὸν προσήκοντα χρόνον καὶ
3473ἀναμένοντες τὴν Βουλὴν τὴν νομοθετικήν, ἥτις θέλει δια-
3474δεχθῆ ταύτην τὴν Ἀναθεωρητικήν, ὁπότε θὰ ἐπιζητήσωμεν
3475νὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, νὰ περιορισθῶμεν σήμερον εἰς ὅσα
3476εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, κατὰ τὴν πάροδον τῶν μη-
3477νῶν, καθ’ οὓς ἡ Βουλὴ αὕτη θέλει ἐργασθῇ.
3478Ἄλλο σύστημα θέλει διασκορπίσει τὰ πνεύματα ἡμῶν
3479καὶ θέλομεν φθάσει, τοιούτου τινὸς τηρουμένου, νὰ λησμονή-
3480σωμεν τὸ κύριον τυρβαζόμενοι περὶ τὰ ἄλλα τὰ πολλὰ καὶ
3481οὐχὶ μικρά. Ἐὰν τοιοῦτό τι πραχθῇ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον
3482νὰ πάθῃ τὸ κύριον ἔργον, ἴσως δὲ καὶ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς
3483Βουλῆς ταύτης μὴ ἔχοντες τελείως ἐκπεπληρωμένην τὴν
3484κυρίαν ἡμῶν ὑποχρέωσιν.
3485Ἐκ τούτου δέ, πλὴν τῶν ἄλλων κινδύνων, ἴσως θὰ ἐγεν-
3486νᾶτο καὶ τεκμήριον, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ δευτέρα
3487μετὰ τὴν πρώτην, δὲν ἦλθον πρόθυμοι νὰ ψηφίσωσι τὴν
3488ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐπειδὴ δύσκολον μοὶ
3489εἶναι νὰ φαντασθῶ, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ τι τὸ τυχὸν ἀπο-
3490βλέπον εἰς σύγκλησιν καὶ τρίτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς,
3491νὰ φαντασθῶ τοῦτο ἐγώ, ὅστις δὲν ἐφανταζόμην δυνατὸν νὰ
3492φθάσωμεν εἰς σύγκλησιν δευτέρας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς,
3493παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ προσέξωσιν εἰς τὸ σπου-
3494δαιότατον τοῦτο, ὅτι πρέπει ὁλοψύχως νὰ ἀφοσιωθῶμεν,
3495ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει ἐνταῦθα σχε-
3496δὸν παμψηφίαν, καθοδηγούμενοι, λέγω, ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἔρ-
3497γον, ὅπως καὶ φωτιζόμενοι ὑπὸ τῶν συζητήσεων φθάσωμεν
3498τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ κυρίου ἡμῶν ἔργου.
3499Εἰς τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προεξεργασία ἡ ἐν
3500τῇ ἐπιτροπῇ θέλει συντελέσει πρὸς διευκόλυνσιν, καὶ διὰ
3501τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον, ἂν ὁ κ. Πρω-
3502θυπουργός, δείξας ἤδη τὴν εὔλογον αὐτοῦ ἐπιθυμίαν νὰ μὴ
3503βραδύνῃ τὸ ἔργον, παράσχῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν εὐκο-
3504λίαν νὰ περατώσῃ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένον καθῆκον, οὗ-
3505τινος ἡ ἐκτέλεσις, καὶ πάλιν, ἐπαναλέγω, δύσκολον εἶναι
3506νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ δύο ἔτι ἑβδομάδας, τὴν προσεχῆ καὶ τὴν
3507μετέπειτα.
3508Τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα τὰ εἰσαχθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν
3509δύο συναδέλφων, τῶν ἐκ Ψαρῶν καὶ Λακεδαίμονος, πέ-
3510ποιθα ὅτι ἔχουσιν αὐτοὶ οὗτοι τὴν διάθεσιν νὰ παραμερί-
3511σωσι καὶ ἀναβάλωσιν, ἔχουσιν αὐτοὶ οὗτοι τὴν διάθεσιν νὰ
3512μὴ διατηρήσωσιν ἐν τῇ μνήμῃ αὐτῶν τοὐλάχιστον διὰ τὴν
3513διάρκειαν τῆς Περιόδου ταύτης τῆς Βουλευτικῆς. Ὑπάρ-
3514χει καιρὸς ταῦτα νὰ συζητήσωμεν ἀλλαχοῦ, ὑπάρχει και-
3515ρὸς ταῦτα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐν τῇ κανονικῇ Βουλῇ.
3516Τότε ἴσως εἴς τινα ἐκ τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων θὰ εὑρισκό-
3517μην καὶ ἐγὼ σύμμαχος, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατὰ ταύτην
3518τὴν ἑσπέραν συζήτησιν ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι διαφωνῶ.
3519Ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής, οὗτινος ἐθαύμασα τὴν
3520ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκδήλωσιν προσηλώσεως εἰς τὰ δόγματα
3521φιλελευθέρας συνταγματικότητος, ἀναφερόμενος εἰς τὸ πα-
3522ρελθὸν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τῆς
3523κλήσεως ἀναθεωρητικοῦ συνεδρίου πρὸς λύσιν τῆς δυσχε-
3524ρείας τῆς γεννηθείσης κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1909 ἔτους.
3525Ἐφοβεῖτο δικαίως, ὅπως πρέπει νὰ φοβῆταί τις πᾶν τὸ
3526μὴ σύνηθες, πᾶν τὸ ἔκτακτον, πᾶν τὸ ὁπωσδήποτε ἀνώ-
3527μαλον. Τοῦτο φοβούμενος τότε, τοῦτο καὶ σήμερον ὑπομι-
3528μνήσκων οὐχὶ ἄνευ νέας ἐκδηλώσεως φόβου, πρέπει νὰ προσέ-
3529ξῃ, ὥστε αὐτὸς πρῶτος νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι πᾶς φιλόπα-
3530τρις ἀνὴρ ὀφείλει νὰ πράξῃ μὴ ἐξεγειρόμενος ἁπλῶς διότι
3531φαντάζεται πράγματα, ἅτινα θὰ ἠδύνατο ἴσως περισσότε-
3532ρον ἐπιμένων εἰς σκέψιν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ.
3533Ἡ σύγκλησις συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ καθ’ ὃν χρόνον ἡ
3534ἰδέα ἐξηνέχθη ἐφαίνετο ἀναπόφευκτος, διότι μεταξὺ στρα-
3535τοῦ ἐξεγερθέντος καὶ περικυκλωθέντος μετ’ ἐνθουσιασμοῦ
3536ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ καθεστῶτος μὴ καθαιρεθέντος, κατὰ τὴν
3537ὁμολογίαν τῶν ἐξεγερθέντων, ὁ ἐρευνῶν ὅπως εὕρῃ τὸν
3538ἀνώτατον ἐν τῇ διατάξει κριτὴν δὲν πιστεύω ὅτι ἠδύνατο
3539νὰ εὕρῃ αὐτὸν ἀλλαχοῦ ἢ ἐν ἀναθεωρητικῷ συνεδρίῳ. Καὶ
3540παρακαλῶ πάντα, ὅστις εὗρεν ἄλλην λύσιν, νὰ προσκομίσῃ
3541αὐτὴν ἐνταῦθα. Ὁ λαὸς ὁ ὁπλοφόρος μετὰ τοῦ λαοῦ τοῦ
3542ἄλλου περὶ αὐτόν, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐθνικῆς κυριαρ-
3543χίας, ἐνώπιον τίνος ἤθελε κλίνει τὴν κεφαλὴν; Αἱ ἀρχαί,
3544αἱ ἐξουσίαι, ἃς διετήρησε, ποῖον κῦρος εἶχον δι’ αὐτόν;
3545αὐτὰς ἃς ἐνέκρωσε μὴ καταλύσας αὐτάς; αὐταὶ ἃς ἔθεσεν
3546εἰς ληθαργίαν, αὐτὰς διατηρήσας μόνον, ὅπως χρησιμεύσω-
3547σιν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ βουλευμάτων; Καὶ ἦτο
3548δυνατὸν καὶ ἔκ τινος λόγου νὰ κύψῃ ἐνώπιον αὐτῶν; Τοῦτο
3549εἶναι τὸ πρῶτον.
3550Ἔπειτα ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἀδίκως κατηγορεῖται ὁ κ. Πρω-
3551θυπουργός, ὅτι παρεμβὰς ἔπραξεν ὅσα ἔπραξε, ποία ὥρα
3552ἦτο; ἆρά γε ἡ ἐπιοῦσα παρεῖχεν ἐγγυήσεις ὁμαλῆς τῶν
3553πραγμάτων διεξόδου; Ὑπῆρχεν ἐγγύησις, ὅτι μεταξὺ ἐκεί-
3554νων, οἵτινες παρήγαγον τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ πειθαρχία πρὸς
3555τοὺς ἀνωτέρους εὑρίσκετο τότε εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρί-
3556σκετο τὴν πρώτην ἡμέραν; Καί, ἂν ἡ ἀνωμαλία ἐγέννα
3557ἀνωμαλίαν, ποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ τόπου; Ἔχετε
3558ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι μόλις ὑπῆρξε μιᾶς ἑβδο-
3559μάδος καιρός, ὅπως τὸ τραῦμα τὸ γεννηθὲν ἐκ τῆς ναυτι-
3560κῆς ἀνωμαλίας ἐπουλωθῇ διὰ τῆς ἀμνηστίας, καὶ ἀποφύγω-
3561μεν τὴν ἐπανάληψιν διαιρέσεως ἐν τῷ ναυτικῷ στρατῷ;
3562Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε δυνηθῆ νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν;
3563Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀξιέπαινος καὶ ἀξία θαυμασμοῦ ἡ πο-
3564λιτεία τῶν διευθυνόντων τὸ στρατιωτικὸν κίνημα, ὅτι συν-
3565αισθανθέντες τὸν κίνδυνον καὶ βλέποντες ὅτι κατὰ κρημνῶν
3566βαίνομεν, καὶ βλέποντες ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχεν,
3567ὅστις νὰ ἀναλάβῃ τὰ πράγματα καὶ σώσῃ ἀπὸ τοῦ κιν-
3568δύνου τὴν πατρίδα ἦλθον καὶ ἔδωκαν χεῖρα εἰς ἐκείνους, οἵ-
3569τινες εἶχον ἐκφράσει τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ἡ ἐθνικὴ κυρι-
3570αρχία ἐνταῦθα ἐμφανιζομένη κανονικῶς—ὅσον ἦτο δυνατὸν
3571τότε—νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὴν δυσχέρειαν καὶ παρασκευάσῃ
3572τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ περαιτέρω τὰ πράγματα ἤθελον βαδίσει
3573κανονικῶς.
3574Τοιοῦτος ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐκλήθημεν καὶ συνήλθομεν
3575ἐνταῦθα. Βεβαίως ἡ παρουσία Σώματος ἀναθεωρητικοῦ μετὰ
3576τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχει, ὅσον καὶ ἂν εἶναι περιωρι-
3577σμένα ἐντὸς τοῦ κύκλου, ὃν περιέγραψε καὶ αὐτὸ τὸ Σύν-
3578ταγμα, ἀποτελεῖ κατάστασιν οὐχὶ κανονικήν. Ἀλλ’ ἀνα-
3579θεωρητικὴ Βουλὴ ἀποτελουμένη ὑπὸ τοιούτων ἐκλεκτῶν
3580τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ τοιούτων ἐφοδίων ἐμπιστοσύνης
3581ἐλθόντων ἐνταῦθα, ὑπὸ Πληρεξουσίων τοιούτων τοῦ λαοῦ,
3582περιλαμβανόντων πολυάριθμον πλειάδα ἀνδρῶν νέων, φιλο-
3583τίμων, φιλοπατρίδων καὶ ἐπιστημόνων, εὑρόντων συνεργά-
3584την καὶ βοηθὸν εἰς τὴν ταχυτέραν πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας
3585εἴσοδον, τοιαύτη Βουλὴ, τοιοῦτον συνέδριον, τοιαύτη πλειο-
3586νοψηφία, ἔχουσα καὶ ἀρχηγὸν οὐχὶ τὸν τυχόντα, εἶναι ἀδύ-
3587νατον νὰ μὴ θέσῃ τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ νὰ μὴ
3588σπεύσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν λύσιν ἐπαναφέρουσαν τὴν Ἑλλάδα
3589ἐκεῖ ὅπου πρέπει ταχέως νὰ ἐπανέλθῃ· πρέπει νὰ ἐπα-
3590νέλθῃ ταχέως, διότι οὐδεὶς δύναται, οὔτε ἐνταῦθα οὔτε εἰς
3591τὰ μεγαλείτερα κέντρα, νὰ ἀσφαλίσῃ ἡμᾶς ἥσυχον τὴν προ-
3592σεχῆ ἄνοιξιν. Ἡ Ἑλλὰς συγκινδυνεύει μετὰ τῶν ἄλλων—
3593διότι κινδυνεύουσι πάντες, κινδυνεύουσι μικροὶ καὶ μεγά-
3594λοι—καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μεταξὺ μικρῶν καὶ μεγά-
3595λων, μετὰ μικροῦ ἀναστήματος μετὰ μικρῶν δυνάμεων,
3596ἀλλὰ καὶ ἄνευ οὐδενὸς φίλου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰ-
3597θούσης).
3598§220ΙΩ. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν ἔχω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀπασχο-
3599λήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολύ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς καταπονήσω
3600καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι συγκεχωρημένον
3601ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς μου νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα εἶ-
3602πεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Λακεδαίμονος.
3603Τίς, κύριοι συνάδελφοι, ἠμπόδισεν ἡμᾶς, καὶ ἐμείωσε τὰ
3604δικαιώματα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ;
3605Τίς παρεκώλυσε τὴν ἐλευθέραν ἡμῶν συνείδησιν εἰς τὸ νὰ
3606πράττωμεν ὅ,τι ἡμεῖς αὐτοὶ σκεπτόμεθα; Ποῖος παρεκώ-
3607λυσεν ἡμᾶς κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν,
3608ποῖος παρακωλύει ἡμᾶς κατὰ τὸ στάδιον τοῦ νομοθετικοῦ
3609ἡμῶν ἔργου; Καὶ ὅμως ἐλέχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι
3610πιέζουν τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ὅτι πιέζουν τὴν ἐλευθερίαν
3611ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα μόνοι ἡμεῖς νὰ βουλευώμεθα.
3612Ἴσως–ἴσως ἐπιθυμοῦν καὶ θέλουσι νὰ συνεχισθῇ τὸ πα-
3613ρελθόν, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεζητεῖτο ἐκεῖνο, τὸ
3614ὁποῖον ἐπιζητεῖται καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγένετο ἡ
3615ἐξέλεγξις τόσων πραγμάτων, κατὰ τὸ παρελθόν, ἐν τῇ πα-
3616τρίδι ἡμῶν. Παρελθούσης ταύτης, σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
3617ἐξηγέρθη, διότι, πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
3618ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ θέ-
3619λησις τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἡμῶν,
3620εὑρέθη δὲ ἡ δύναμις ἐκείνη τῆς πατρίδος, ἡ ὁποία προεπο-
3621ρεύθη, τὴν ἠκολούθησε πάραυτα σύσσωμος ὁ λαὸς καὶ βε-
3622βαίως, ἂν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, τὴν
3623στιγμὴν ἐκείνην τὴν κρίσιμον καὶ σπουδαιοτάτην τῆς χώ-
3624ρας ἡμῶν ὑπῆρχεν ὁ πολιτικὸς νοῦς, διὰ νὰ δώσῃ τὴν προσή-
3625κουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, ἠθέ-
3626λομεν ἐπιτύχει τότε εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἔργον, ὥστε νὰ μὴ
3627εἴμεθα ἡμεῖς σήμερον ἐνταῦθα. Ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο.
3628Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ κρίσιμος στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεν-
3629νήθη ἀνωμαλία τοιαύτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε βεβαίως νὰ
3630ἐξευρεθῇ ἓν μέσον, διὰ νὰ καταπαύσῃ μία ἀνωμαλία, ἡ ὁποία
3631ἐνεῖχε μεγίστους κινδύνους διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Κατὰ
3632τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐζητήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τὸν
3633ὁποῖον σύμπασα ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀποθέσει τὴν ἐμπιστο-
3634σύνην αὑτῆς σήμερον. Ἐγένετο ἡ πρώτη Ἐθνοσυνέλευσις,
3635καὶ ἂν τότε δὲν ὑπῆρχον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
3636ἴσως καὶ σήμερον ζητοῦν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταστά-
3637σεως ἐκείνης, θὰ εἶχε περατωθῇ τὸ ἔργον, καὶ σήμερον, ἐν
3638τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν θὰ ἦτο διπλῆ Βουλή, ἀλλὰ νομοθε-
3639τικὴ Βουλή. Καὶ τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς
3640τῆς 8 Αὐγούστου κατέλυσε διὰ τῆς δυνάμεως αὑτοῦ τὸ πα-
3641ρελθόν, καθ’ ὅσον ἠδύνατο, καὶ ἀπέστειλεν ἐν τῇ αἰθούσῃ
3642ταύτῃ ἑκατὸν καὶ πλέον ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, οἱ ὁποῖοι
3643εἶχον ἀπαρνηθῆ τὸ παρελθόν. Καὶ τί ἔπραξαν οἱ ἀντιπρό-
3644σωποι ἐκεῖνοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους μὲ τὸν
3645ἁγνὸν πατριωτισμόν του ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλεν εἰς
3646τὸ συνέδριον ἐκεῖνο; Τί ἐπεζήτουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
3647νην; Οὐχὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος
3648ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐπαναστάσεως. Εἰς ποί-
3649ους τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε τὴν ἐντολήν, διὰ νὰ κη-
3650ρύξουν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν; Ποῖοι παρουσίασαν
3651πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι θὰ προσέλθουν ὡς
3652συντακτικοί, διὰ νὰ θεωρήσουν καὶ τὴν Συνέλευσιν ὡς Συν-
3653τακτικήν; Ἐδῶ ἐν Ἀθήναις ἐδημιούργησαν καὶ ἐγέννη-
3654σαν τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ αὐτοὶ
3655οὗτοι κυρίως καὶ οὐχὶ βεβαίως τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἤθελαν
3656νὰ διέλθῃ ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος εἰς τὴν Βουλήν, αὐτοὶ οὗτοι
3657συνετέλεσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ματαιωθῇ τὸ ἔρ-
3658γον τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, διότι αὐτοὶ οἱ κύριοι ἦσαν
3659τὸ μεγαλείτερον πρόσκομμα τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου τῆς
3660πατρίδος ἡμῶν. Καὶ σήμερον ἀκόμη θαυμάζω, κύριοι Βου-
3661λευταί, ὅτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ τοσούτου θάρ-
3662ρους; ἔρχονται καὶ λέγουν ὅτι ἠμποροῦν νὰ παρακωλύσωσι
3663καὶ ἐμποδίσουν τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας ἡμῶν. Ἐὰν ὁ κ.
3664Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ἀπόψε ὅτι εἶναι ἀνάγκη
3665νὰ σεβασθῶμεν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν μα-
3666ταίως μὲ τὰς ἐρωτήσεις, συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις, δὲν
3667ἐπεζήτησε διὰ τῶν προτροπῶν του τούτων καὶ τῶν συμ-
3668βουλῶν νὰ ἐπισπεύσῃ βεβαίως τὸν χρόνον, οὐδὲ νὰ μειώσῃ
3669τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Συνεβούλευσε καὶ προέτρεψεν
3670ἡμᾶς, ἵνα μὴ μακρολογῶμεν καὶ χάνωμεν χρόνον ματαίως.
3671Διότι, ὅταν τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἐργαζώμεθα διὰ τὰς ἐρωτή-
3672σεις, τὰς συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις καὶ φθάνωμεν μέχρι
3673τῆς 12ης τῆς νυκτός, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς
3674τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τί ἄλλο κάμνομεν παρὰ νὰ χά-
3675νωμεν τὸν χρόνον ματαίως; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ μακρηγο-
3676ρήσω πλειότερον κατόπιν τῶν μεγάλων συμβουλῶν καὶ πα-
3677τριωτικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
3678Ἀττικῆς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· δὲν εἶναι
3679ἀνάγκη νὰ εἴπω τι πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ προταθῇ
3680εἰς τὴν Βουλήν, νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐπερω-
3681τήσεων, καί, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας τῆς
3682ἑβδομάδος, νὰ ἔχωμεν μίαν μόνην ἡμέραν καὶ νὰ ἀφοσιω-
3683θῶμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ τακτικὸν ἔργον, τὸ ἀνορθω-
3684τικόν, διότι ἡμεῖς αὐτοί, καὶ ἕνεκα τῆς ἀπειρίας μας, καὶ
3685ἂς μᾶς συγχωρήσουν οἱ Βουλευταὶ τοῦ παρελθόντος, γινό-
3686μεθα, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, παραίτιοι τῆς παρελκύσεως
3687τοῦ χρόνου. Διὰ νὰ μὴ γινώμεθα λοιπὸν ἡμεῖς παραίτιοι
3688ἐκ τῆς ἀπειρίας μας, διότι πρώτην φορὰν εἰσερχόμεθα εἰς
3689τὴν αἴθουσαν ταύτην, δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον νὰ περιο-
3690ρίσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐπερωτήσεων εἰς μίαν μόνον ἡμέ-
3691ραν τῆς ἑβδομάδος.
3692§221Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι βαρὺ καὶ ἄχαρι ἔργον νὰ λάβω
3693τὸν λόγον μετὰ τὴν διεξοδικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
3694Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον,
3695διότι ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, εἶμαι καὶ ἐγὼ εἰσηγητὴς
3696τμήματος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἀνέλαβε τὸν καταρτισμὸν
3697τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Καὶ τάσσο-
3698μαι, Κύριοι, ἀπεριφράστως ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέ-
3699δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συντομώτατα ἡ Ἀναθεωρη-
3700τικὴ Βουλὴ ἄρξηται τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
3701τάγματος. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ᾐσθάνθην ἀληθῆ
3702ἀνακούφισιν, ὅτε εἶδον τέλος νὰ γίνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3703ὤφειλε ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ κάμῃ εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει
3704τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς. Παρεγνωρίσθη, Κύριοι, ἐντελῶς τὸ
3705ἔργον τῆς Συνελεύσεως ταύτης, παρεγνωρίσθη, διότι ἐκλή-
3706θημεν ἐνταῦθα οὐχὶ ὡς ἁπλῆ Βουλή, ἀλλ’ ὡς διπλῆ Ἀνα-
3707θεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ὅτι κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς ταύτης
3708εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον
3709μῆνα κατεγίναμεν ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ἐξελέγξωμεν τὰ
3710πληρεξούσια ἡμῶν, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ἐρωτήσωμεν ἢ
3711ἐπερωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ψη-
3712φίσωμεν νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀποτελεῖ, ὡς
3713εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁλοκληρωτικὸν μέ-
3714ρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις δὲν
3715εἶναι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ σημειώ-
3716σωσιν εὐτυχῆ ἀρχὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Τούτου
3717ἕνεκα, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώ-
3718μην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ἐννοή-
3719σωμεν καλῶς, ὅτι ἡ τοιαύτη παράτασις τοῦ ἔργου τῆς
3720Συνελεύσεως, ξένη ἐντελῶς πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως
3721τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε πρὸς τὴν ψυ-
3722χικὴν κατάστασιν τῆς παρούσης Βουλῆς οὔτε πρὸς τὴν
3723ψυχικὴν κατάστασιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους.
3724Τὸ ὅλον ἔθνος, Κύριοι, ἡ κοινὴ γνώμη, προκειμέ-
3725νου περὶ καταρτισμοῦ συνταγματικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος
3726πρόκειται νὰ διέπῃ τὰς παρούσας καὶ μελλούσας γενεάς,
3727εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον ἐφόδιον, ὅπως ἐνισχύηται ἡ Βουλὴ
3728εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Καὶ πρόκειται νὰ ὁμολογήσωμεν πάν-
3729τες ἀπεριφράστως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς νὰ
3730κινδυνεύωμεν, ὅπως χαρακτηρισθῶμεν ὡς μὴ φιλελεύ-
3731θεροι, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐστράφη ἢ ἤρξατο στρεφομένη
3732ἐναντίον τῆς παρούσης Βουλῆς ὡς παραμελούσης τὰ κύρια
3733αὐτῆς ἔργα. Καὶ πάλιν χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶμεν ὀφείλο-
3734μεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ σφάλμα δὲν εἶναι τῆς Βουλῆς, ἀλλά,
3735ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις, σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως,
3736ἥτις ἔχει τοιαύτην πλειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ
3737εἰς ἧς τὸ νεῦμα δικαίως μὲ τὴν ὁμόθυμον γνώμην τοῦ
3738λαοῦ δύναται νὰ συνταχθῇ ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις δὲν
3739ὤφειλεν οὐδὲ μίαν ἡμέραν νὰ χάσῃ, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς τὸ
3740ἔργον τῆς Συνελεύσεως.
3741Ἀλλά, Κύριοι, καὶ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι θὰ εἶναι
3742δυνατὸν ἡ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἐντὸς ὡρισμένου χρό-
3743νου νὰ παρουσιάσῃ τὰ 10 πρῶτα ἄρθρα αὐτοῦ. Ἂς μοὶ
3744ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς νὰ ἀναμείνωμεν
3745τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ὁλοσχερῶς τελειώσῃ, διότι
3746εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τελειώσῃ προ-
3747τοῦ παρέλθωσι 40 τοὐλάχιστον ἡμέραι. Τὰ τμήματα, τοὐ-
3748λάχιστον τὸ δεύτερον, ἔχει προθεσμίαν μιᾶς ἑβδομάδος,
3749ὅπως ἐργασθῶσι κατ’ ἰδίαν τὰ μέλη, θ’ ἀπαιτηθῶσι δὲ
3750τοὐλάχιστον 10 ἡμέραι, ὅπως τὸ τμῆμα τοῦτο συζητήσῃ
3751καὶ ἀποφασίσῃ τί θὰ προτείνῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Μετὰ
3752τὰς 25 τοὐλάχιστον ταύτας ἡμέρας θὰ χρειασθῶσιν ἕτεραι
375325, ἵνα συζητηθῶσι τοὐλάχιστον 110 ἄρθρα τοῦ Συν-
3754τάγματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῇ τοσοῦτον πολύ-
3755τιμος χρόνος καὶ νὰ κατατριβῇ ἡ Βουλὴ περὶ μικρά, ἐν ᾧ ὁ
3756Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνεδυνάμωσε τοσοῦτον τὸ φρόνημα τῆς
3757Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἡ
3758ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιάσῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ
3759πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, εἶναι δὲ ἀναντίρρητον ὅτι
3760ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συν-
3761τάγματος, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν δημόσιον βίον τῶν Ἑλλή-
3762νων, καὶ εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρισκόμενον πρὸς λοιπὰ τμή-
3763ματα τοῦ Συντάγματος, δύνανται ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδο-
3764μάδος νὰ καταρτισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προσαχθῶ-
3765σιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ βεβαίως ἐλπίζω, ὅτι ἡ προ-
3766σεχὴς ἑβδομὰς θὰ καταναλωθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς
3767Βουλῆς, ἀμέσως δὲ μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ νὰ εἰσ-
3768έλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
3769τάγματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ὁλόκληρος ὁ
3770Ἑλληνικὸς κόσμος ἀναμένει νὰ ἴδῃ τὸ ἔργον τῆς παρούσης
3771Βουλῆς, ἀφοῦ ἐπὶ μῆνα εἶδε τοὺς Πληρεξουσίους του κατα-
3772γινομένους εἰς ἐπερωτήσεις.
3773§222ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἰσθάνομαι τὴν στενοχωρίαν
3774τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπολογίσαντος τὰς ὑπο-
3775λειπομένας συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐπιθυ-
3776μεῖ νὰ ἔχῃ λήξει τὸ ἔργον ἡμῶν, καὶ εὑρόντος ὅτι μόνον 50
3777συνεδριάσεις ὑπολείπονται εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ
3778δὲν κατώρθωσα ν’ ἀντιληφθῶ πῶς ἐκ τῆς στενοχωρίας αὐ-
3779τῆς κατέληξεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
3780ἀπόψε. Ὑπαίτιοι τοῦ ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἔχουν προχω-
3781ρήσει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἔχουν
3782προχωρήσει δὲν εἴμεθα βεβαίως ἡμεῖς. Τί πταίομεν ἡμεῖς,
3783ἂν ἐκλήθημεν πρὸς ἐργασίαν ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα μετὰ
3784τὰς ἐκλογάς; Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πταίει ἡ
3785Κυβέρνησις, διότι, ὡς ἐκλήθη νὰ σχηματισθῇ καὶ ὡς ἐσχη-
3786ματίσθη ἐν σπουδῇ αὕτη, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τάχει νὰ ἀν-
3787ταποκριθῇ εἰς τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, ἃς αἱ περιστάσεις
3788τῇ ἐπέβαλον, οὐδὲ νὰ κατορθώσῃ νὰ συγκρατήσῃ τοιουτο-
3789τρόπως τὸ κόμμα αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ σπαταλᾶται πολὺς
3790χρόνος ὑπ’ αὐτῶν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἀνερχομέ-
3791νων τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀπασχολούντων ἐπὶ πολλὰς ὥρας
3792τὴν Βουλήν, ἵνα κατὰ τύπους μὲν ἐπερωτήσουν τοὺς Ὑπουρ-
3793γούς, πράγματι ὅμως, ὅπως ἐπαινέσωσιν αὐτούς. Δὲν ἦτο
3794δυνατὸν νὰ προφθάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑποβάλῃ τὰ
3795πλεῖστα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλε καὶ ἡ ὑποβολὴ
3796τῶν ὁποίων ἤθελε καταστήσει περιττὴν τὴν συζήτησιν τῶν
3797ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἀπασχολοῦν ὑπὲρ τὸ
3798δέον τὴν Βουλήν. Δὲν πταίουσι λοιπὸν οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε
3799οἱ Βουλευταί, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις. Καί, ἀφοῦ δὲν πταίομεν
3800ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί προτεί-
3801νεται μέτρον, τὸ ὁποῖον δεικνύει δυσπιστίαν τρόπον τινὰ
3802ἰδίως πρὸς τὰ μέλη τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ,
3803ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς οὔτε ἐκ μέ-
3804ρους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἐδείχθησαν δια-
3805θέσεις παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Φρονῶ
3806καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ παρουσιασθῶμεν πρὸ
3807τῶν ἐκλογέων μας ὄχι μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, μὲ ὑποσχέ-
3808σεις μόνον, ἀλλὰ μὲ ἔργα, τοῦτο δὲ ὄχι ὅπως ἐξασφα-
3809λίσωμεν τὴν ἐκ νέου εἴσοδόν μας ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅπως
3810μὴ τελείως ἀπογοητεύσωμεν τὸν λαόν, ὅστις διαρκῶς
3811ἀκούει ὑποσχέσεις καὶ δὲν βλέπει πράγματα. Εἶναι δὲ
3812ἀνάγκη νὰ μὴ τὸν ἀπογοητεύσωμεν, διότι δὲν εἶναι εὔκο-
3813λον νὰ τὸν ἐνθουσιάσωμεν ἐκ νέου πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πρα-
3814γμάτων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔργον μας αὐτὸ ἔχομεν πρὸ παντὸς
3815τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν μετ’ εἰλικρινείας καὶ περι-
3816σκέψεως, νὰ σταθμίσωμεν καλῶς πᾶν ὅ,τι θὰ ψηφίσωμεν,
3817πρὸ παντὸς δὲ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος ὄχι
3818μόνον ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς των σπουδαιότητος, ἀλλὰ καὶ
3819διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταρρυθμίζηται τὸ Σύνταγμα
3820καθ’ ἑκάστην. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω τελείως μὲ τὴν
3821γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Ψαρῶν, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ στοι-
3822χεῖα ἀληθείας. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ
3823τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ζήτημα διατυπώσεως αὐτοῦ,
3824ἀλλὰ κυρίως ζήτημα τῆς πολιτικῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ, ὅτι
3825τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα δυνάμεως, δὲν δύ-
3826ναμαι νὰ συμφωνήσω, λέγω, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ τοιαύτη
3827ἢ τοιαύτη διατύπωσις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων,
3828ἡ θέσις τοιούτων ἢ τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων
3829δὲν ἔχει σημασίαν. Οὐδ’ ἐπίσης δύναμαι νὰ συμφωνήσω
3830εἰς τὴν ἄλλην παράδοξον θεωρίαν, ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ
3831ψηφίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, ἔχομεν ὑποχρέω-
3832σιν νὰ ἀφήνωμεν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς
3833ἐὰν ἡμεῖς ἐνταῦθα οὐδεμίαν εἴχομεν εὐθύνην. Ὅσον καὶ
3834ἂν εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, κληθείσης
3835ὄντως ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου
3836ὅτι ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐλευθερία περὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν γνω-
3837μῶν ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη. Οὐδ’ ἐπίσης δύναται νὰ
3838δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν ἡ δημοσίευσις ἀπει-
3839λῶν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπέχει
3840εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ δύνανται αἱ ἀπειλαὶ αὗται νὰ
3841ἐκληφθῶσιν ὡς προερχόμεναι ἐκ τῆς Κυβερνήσεως διὰ μό-
3842νον τὸν λόγον ὅτι καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βου-
3843λήν, παρόμοιαι ἀπειλαὶ ἐκτοξευθεῖσαι διὰ τοῦ τύπου ἀπε-
3844δόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατέληξαν εἰς τὴν διάλυ-
3845σιν τῆς Βουλῆς. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνη-
3846σις, ἥτις περιστοιχίζεται μόνον ἀπὸ φίλους, εἶναι δυνατὸν
3847νὰ σκεφθῇ ποτε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν
3848νὰ σχηματισθῇ συνέδριον τόσον ὁμοειδῶς συγκεκροτημένον,
3849ὅσον αὐτό. Κατ’ ἀκολουθίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυ-
3850πουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του περὶ ἐξαναγ-
3851κασμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ὑποβολὴν τῶν πρώτων ἄρθρων
3852τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ κατορθώσῃ ἐντὸς 5
3853ἡμερῶν νὰ ἐπεξεργασθῇ ταῦτα, θὰ μᾶς τὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ
3854μοὶ φαίνεται ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχημα-
3855τισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ συντόμευσις κατὰ τοιοῦτον τρόπον
3856τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐὰν θέλωμεν ἐπιτροπὴν σκεπτομέ-
3857νην, ἐπεξεργαζομένην καὶ παρουσιάζουσαν ὡρίμους διατά-
3858ξεις, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν ἐλευθέραν. Πολὺ φοβοῦμαι
3859ὅτι, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν
3860ἤθελον συντομευθῆ οὕτως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς, ἠθέ-
3861λομεν προσκόψει κατὰ μεγαλειτέρων δυσχερειῶν κατὰ τὴν
3862συζήτησιν καὶ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ
3863περισσοτέρας ὥρας ἐνταῦθα τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
3864Εἶναι δὲ πολὺ εὔκολον νὰ μηκυνθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἀρ-
3865κεῖ ἡ ὑποβολὴ οἱασδήποτε τροπολογίας, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ
3866συζήτησις καὶ ἐπιβραδυνθῇ ἡ ἐπιψήφισις συνταγματικῆς
3867τινος διατάξεως, ἵνα ἀποφανθῇ προηγουμένως ἐπ’ αὐτῆς ἡ
3868ἐπιτροπή. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κ.
3869Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του.
3870§223ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὄχι διότι
3871πιστεύω ὅτι τὸ ἀνάστημά μου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ
3872προσθέσῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σοφοὶ
3873ἄνδρες εἶπον πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ
3874ἐκλεχθῶ Βουλευτὴς οὐχὶ ὑπὸ τὸ χρῖσμα τοῦ ἀξιοτίμου
3875Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρὸ μικροῦ ὑπηνίχθη
3876ὁπωσδήποτε καὶ πάντας τοὺς Βουλευτάς, ὅσοι παρῆλθον ἐπὶ
3877τὸ βῆμα τοῦτο καὶ εἶχον διάφορον γνώμην πρὸς τὰς σκέψεις,
3878τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
3879παρουσιάσθησαν, μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι
3880φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον ἔχουσι τὴν ἀπόφασιν νὰ
3881συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον της.
3882Σοφαὶ εἶναι αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐν τῇ
3883αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ὡς καὶ
3884ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, σοφώτεραι δ’ ἐκεῖναι,
3885τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
3886Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται εἶναι θεωρίαι, αἵτινες εἰς τὴν ἐξαιρε-
3887τικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν δύνανται νὰ
3888εἴπῃ τις ὅτι θὰ παρακολουθηθῶσιν, ὡς κατὰ κανόνα ἐπι-
3889στημονικὸν πιστεύομεν, ὑπὸ τῶν πραγμάτων, καὶ ἑπομένως
3890δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν ταύτας,
3891διότι ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων μᾶς ἐπιβάλλει νὰ
3892πράξωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἄλλως. Δὲν μᾶς ὠφελεῖ,
3893κύριοι Βουλευταί, ἂν ἡ δεῖνα Συνέλευσις εἰς ἄλλο Κράτος,
3894εἴτε Ἀναθεωρητικὴ ὠνομάσθη εἴτε Συντακτική, τὸ Σύν-
3895ταγμά της τὸ ἀνεθεώρησεν ἢ τὸ κατήρτισεν εἰς διάστημα
38961, 2 ἢ 3 ἐτῶν, ἵνα ἐκ τούτου ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα καὶ
3897πείσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὅριον διὰ τὴν Συνέ-
3898λευσιν, διότι, ἀφοῦ λίαν ψυχραίμως καὶ ὡς μία οἰκογένεια
3899σκεπτόμενοι συμφωνοῦμεν ὅτι τὰ πράγματα ἡμῶν κατα-
3900βοῶσι καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι οἱ καιροὶ οὐ μενετοί, ὅτι τὸ
3901Κράτος δὲν ἀντέχει εἰς μίαν τοιαύτην διεξοδικὴν ἀναθεώ-
3902ρησιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία νὰ βραδύνῃ ἐπὶ ἓν ἢ δύο
3903ἔτη, πρὸς τί νὰ ἀκούωμεν τὰς θεωρίας ταύτας; Ὡς σᾶς
3904εἶπον, ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνωτέρα τῶν
3905θεωριῶν καὶ ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐρ-
3906γασίας τῆς Συνελεύσεως...
3907§224Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ὀλιγώτερα λόγια διὰ νὰ προχω-
3908ρήσωμεν.
3909§225ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
3910§226Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Γενικῶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἐμπειρῖκος.
3911§227Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Βεβαίως.
3912§228Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ οἱ συνάδελ-
3913φοί μου, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγημεν οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς
3914Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἐδώσαμεν ἀφορμήν,
3915ὥστε νὰ θεωρήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἢ ὁ ἀξιότι-
3916μος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον
3917παρελκύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι μίαν καὶ
3918μόνην μικρὰν ἐπερώτησιν, ἀπασχολήσασαν τὴν Βουλὴν ἐπὶ
3919ἓν λεπτόν, ἀπέτεινεν ὁ κ. Γαρδικιώτης. Φρονῶ δέ, ὅτι διερ-
3920μηνεύω τὴν γνώμην καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου, ἂν
3921εἴπω ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ
3922τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γνώμην, τοῦ νὰ προχω-
3923ρήσωσιν αἱ ἐργασίαι καί, ἂν εἶναι δυνατὸν μάλιστα, νὰ
3924περιορισθῇ πολὺ κατ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὸ ζή-
3925τημα τῶν ἐπερωτήσεων, διότι πιστεύω ὅτι δὲν ἔχει νὰ
3926πάθῃ τίποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη
3927ἀντέσχεν εἰς διαφόρους κακουχίας, πιέσεις καὶ ἀδικίας ἀπὸ
3928μέρους ὑπαλλήλων καὶ ἀρχῶν, ἂν ἐπὶ δύο, τρεῖς μῆνας
3929ἀκόμη δὲν ἐπερωτήσωμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ διὰ διαφόρους
3930ὑποθέσεις τῶν ἐπαρχιῶν μας.
3931§229Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν λοιπὸν περὶ τοῦ
3932ἀγροτικοῦ ζητήματος.
3933§230ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τὸ
3934θεωρῶ πανελλήνιον, καὶ ἀναγόμενον εἰς τὸ κύριον ἔργον
3935καὶ οὐσιαστικὸν τῆς Βουλῆς.
3936Ἐφρόνουν μάλιστα, Κύριοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ
3937μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολῆται οὔτε
3938μίαν ἡμέραν καθ’ ἑβδομάδα, καθὼς ὁ προλαλήσας συνάδελ-
3939φος εἶπεν, ἀλλὰ μίαν τοιαύτην εἰς τὰς 15 ἡμέρας εἰς ζη-
3940τήματα ἐπερωτήσεων.
3941Καὶ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, Κύριοι, ὀφείλω νὰ
3942ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου
3943τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέ-
3944ρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ πταίει διὰ τὴν μέχρι τοῦδε μὴ προ-
3945χώρησιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο διαφωνῶ
3946πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ φρονῶ
3947ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε τοῦ οὐσιαστικοῦ νὰ ἐπιληφθῇ
3948ἔργου ἐξ ὑπαρχῆς καί, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3949Κυβερνήσεως, ὅτι παραμερίζει τοὺς τύπους καὶ ἀποβλέπει
3950εἰς τὴν οὐσίαν, εἶχον πεισθῆ, ὅτι ἤθελεν ἀποβλέψει ἐξ
3951ὑπαρχῆς εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὰς οὐ-
3952σιώδεις συζητήσεις παραμερίζοντες τὰς ἐξελέγξεις τῶν
3953ἐκλογῶν.
3954Διαφωνῶ δὲ πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν
3955κατὰ τοῦτο, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ὁ λαὸς
3956τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἔδωκε νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπιψή-
3957φισιν τῶν μέτρων τοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυ-
3958βερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἀναθεώρη-
3959σιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς μέτρα νομοθετικά, καὶ
3960ἐπεθύμουν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε παρου-
3961σιάσει ἐνώπιον ἡμῶν σοβαρὰ μέτρα, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ
3962Βουλὴ τόσον ὁμόφωνος, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ψυχολογικὴ κατά-
3963στασις τοῦ λαοῦ καταλληλοτέρα, ταύτης δὲ δέον νὰ
3964ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰσαγάγῃ σπουδαῖα καὶ
3965σοβαρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέ-
3966λεσμα καὶ θυσίας τινὰς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
3967καὶ ἑπομένως, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα καὶ ἀποδέ-
3968χομαι τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ προχωρήσωσιν
3969οὐσιαστικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔρ-
3970γον τὸ ἀναθεωρητικόν, ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ διά-
3971στημα τοῦτο ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ σοβαρὰ καὶ
3972σπουδαῖα μέτρα, διότι πιστεύω ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἔχει
3973τὴν διάθεσιν νὰ τὴν συντρέξῃ, καθ’ ὅσον πιστεύω ὅτι δὲν
3974πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ ἐπανέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς
3975ἐπαρχίας μας καὶ θὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας
3976μας, ἀλλὰ πῶς θὰ ὑπηρετήσωμεν τὸ συμφέρον τῆς πατρί-
3977δος μας, διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα αὐτῆς, ἀδιαφό-
3978ρως ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀντιληφθῇ καλῶς τὸ ἔργον
3979ἡμῶν καὶ δὲν μᾶς ἀποστείλῃ πάλιν ἐνταῦθα.
3980§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
3981§232Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ
3982ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ ἀνέμενον νὰ ἀκούσω
3983δήλωσιν ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων σύμφωνον πρὸς τὰς
3984ὑποδείξεις τοῦ κ. Δραγούμη, ὁ ὁποῖος ἐγκύρως ἐνταῦθα δι-
3985ερμηνεύει τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ
3986τοῦ Συντάγματος· ἐπειδὴ δὲ τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἤκουσα,
3987ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦ-
3988το, ἵνα προσθέσω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνη-
3989σιν, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ θέσῃ προθε-
3990σμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἵνα
3991αὕτη τμηματικῶς παρουσιάσῃ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τού-
3992του τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Ἐνόμισα δέ, ὅτι ἔπρεπε νὰ πα-
3993ρέλθω τὸ βῆμα τοῦτο τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον διαφωνῶ
3994πρὸς δύο σημεῖα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
3995βερνήσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, ὅτι ἐκ
3996συνταγματικῆς διατάξεως ἐπιβάλλεται ἡ συντόμευσις τοῦ
3997ἔργου τοῦ συνεδρίου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς τὴν ὑπό-
3998δειξιν, ὅτι πολιτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν συντόμευσιν
3999ταύτην.
4000Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἐγὼ
4001τοὐλάχιστον οὐδεμίαν γνωρίζω, ἡ ὁποία νὰ διαγράφῃ
4002χρονικὰ ὅρια εἰς τὴν Σύνοδον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς
4003Βουλῆς, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅμως, ὅτι διαγράφει τοιαῦτα ὅρια,
4004εἶναι τόσῳ σπουδαῖον τὸ ἔργον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς
4005Βουλῆς, ὥστε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὴν ἀνύπαρ-
4006κτον ταύτην συνταγματικὴν διάταξιν, εἰς στιγμήν, καθ’
4007ἣν ὑπερέβημεν τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας
4008τῶν Βουλευτῶν, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν διὰ τοῦ κυβερνητι-
4009κοῦ σχεδίου μεταβολῆς ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βου-
4010λῆς εἰσάγεται κατάργησις συνταγματικῶν διατάξεων περὶ
4011τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς
4012ἀπαιτουμένης διὰ τὴν μεταβολὴν ἄρθρων τοῦ Συντάγμα-
4013τος, ὅτε τόσον ὀλίγον εὐλαβούμεθα τὸ Σύνταγμα προκει-
4014μένου περὶ διατάξεων οὐχὶ ἐπουσιωδῶν, νομίζω, ὅτι θὰ συν-
4015έτρεχε λόγος, ὅπως μὴ εὐλαβηθῶμεν διάταξιν τοῦ Συντά-
4016γματος, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνύπαρκτος, προ-
4017κειμένου περὶ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ ἔργον ἡμῶν,
4018ἵνα ἀχθῇ εἰς εὐτυχὲς πέρας.
4019Ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ βάσις αὕτη ἡ συνταγματική, καὶ ἀπο-
4020βλέψωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν σκέψιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας γενι-
4021κῶς συντάσσομαι, ὅτι συμφέρον εἶναι ταχέως καὶ ἄνευ ἀπω-
4022λείας χρόνου εἰς μάτην νὰ περάνωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔρ-
4023γον, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἡ ταχύτης
4024δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἔργου.
4025Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγμα-
4026τος, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶμαι καὶ τόσον ἰταμός, ὥστε νὰ ἀναπτύξω
4027πρὸς ὑμᾶς τὴν σπουδαιότητα ταύτην, διότι ὑμεῖς τὴν γνω-
4028ρίζετε ἴσως κάλλιον ἐμοῦ. Ἐὰν διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρό-
4029εδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαφωνῶ κατὰ τοῦτο, ὅπως δια-
4030φωνῶ ἐπίσης πρὸς τὸν σεβαστὸν πολιτευτὴν ἐξ Ἀττικῆς
4031καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἀμφότεροι ἐτόνισαν τὴν ἀφορμὴν μόνον
4032τοῦ συνεδρίου καὶ εἶπον, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο ἀφορμὴν
4033ἔχει τὴν γνωστὴν ἔκρυθμον κατάστασιν τοῦ παρελθόντο
4034ἔτους, ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ ταύτης καθώρισαν τὸν σκοπὸν
4035τοῦ συνεδρίου, ὅτι συνεκλήθη μόνον, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς
4036τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ συνέδριον
4037τοῦτο συνεκλήθη, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς ἀνώμαλον κατά-
4038στασιν, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐκλήθη, ἵνα θέσῃ τέρ-
4039μα δημιουργοῦν νέαν κατάστασιν. Οὐδένα ἐξ ἡμῶν λαν-
4040θάνει, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς συγκλήσεως τοῦ συνεδρίου, ἡ ἐπα-
4041νάστασις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἦτο γεγονὸς τυχαῖον, παρε-
4042σκευάζετο ἐκ μακροῦ χρόνου, παρεσκευάζετο ἐξ αὐτῶν τῶν
4043γεγονότων, ἡ ἐπανάστασις ὑπῆρχε μέσα εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ
4044Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τοῦτο καὶ εὐωδώθη. Ὁ Ἑλληνικὸς
4045λαὸς εἶχε τὸ αἴσθημα, ὅτι ἐκακοδαιμόνει· καὶ εἶναι ἀλη-
4046θές, ὅτι εἰς τὰς πολιτικὰς διαμάχας ἑκάστοτε ἐπερρίπτετο
4047ἡ αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ
4048ἕτερον, ὅταν ὅμως ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων ἤναψε τὴν
4049πυρκαϊάν, τότε ὅλοι συνῃσθάνθησαν, ὅτι δὲν ἔπταιον οὔτε
4050τὰ κόμματα οὔτε τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἔπταισε τὸ σύστημα
4051τὸ πολιτικόν, ὅπερ ἦτο ἀνώτερον καὶ τῶν κομμάτων καὶ
4052τῶν προσώπων καὶ ἔχρηζε μεταβολῆς.
4053Ἂν ἡ ἀφορμὴ ἦτο ἡ ἐπανάστασις καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις
4054συνεκλήθη, ἵνα καταπνίξῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἵνα χρησι-
4055μεύσῃ ὡς διέξοδος αὐτῆς, βεβαίως ὅμως εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ
4056δημιουργήσῃ νέαν κατάστασιν, νὰ δημιουργήσῃ νέον σύ-
4057στημα πολιτικόν. Καὶ ἐδῶ ἄρχεται ἡ σοβαρότης τῶν ἐργα-
4058σιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ἐκ τῆς σοβαρότητος τῶν
4059ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καθίσταται ἐμφανὲς πρὸς
4060ὑμᾶς, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν
4061εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ὡς ὕφασμα
4062καὶ μὲ τὸν πῆχυν κατὰ παραγγελίαν νὰ φέρωμεν σήμε-
4063ρον 5 μέτρα καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἄλλα 5 μέτρα καὶ
4064οὕτω καθεξῆς. Ἤλθομεν ἐδῶ, ἵνα ἐξετάσωμεν τί ἔπταιεν
4065εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ χρειαζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν,
4066καί, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχῃ συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὑ-
4067τῆς, αὐτὸ θὰ κάμῃ, καὶ τὸ κάμνει, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν
4068ἱστορίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν διατά-
4069ξεων αὐτοῦ, ἵνα ἴδωμεν τί ἔπταιε. Μόνον ἀπ’ αὐτῆς τῆς
4070ἐξετάσεως δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τὰ μέσα τῆς θερα-
4071πείας. Μὴ λησμονήσῃ κανείς, ὅτι, ὅτε συνεκλήθη ἡ πρώτη
4072Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἄνδρες πολιτευθέντες ἐπὶ μακρὰ
4073ἔτη δὲν εἶχον σκεφθῆ περὶ τῶν ἀναγκαίων μεταβολῶν τοῦ
4074Συντάγματος, καὶ ἦλθον ἀπαράσκευοι καὶ ἄνευ σχεδίου.
4075Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦσαν μελετημένα τὰ πράγματα·
4076αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἔτι βαρύτερον εἶναι τὸ ἔργον τῆς
4077ἐπιτροπῆς. Περὶ τούτου δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ
4078ἀμφιβολία, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν
4079τὸ προσχέδιον, τὸ καταρτισθὲν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνή-
4080σεως, ἵνα παρατηρήσῃ ὅτι, μολονότι κατεβλήθη, καὶ δὲν
4081ἀμφιβάλλω ὅτι κατεβλήθη, σπουδαία ἐργασία ὑπ’ ἀνδρῶν
4082ὑπερόχων, ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ ἔχει ἀτελείας, καὶ ἀτελείας
4083μεγάλας. Μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα
4084τὴν διατύπωσιν τῶν περὶ τύπου διατάξεων, διατύπωσιν,
4085ἥτις, ἀντιθέτως πρὸς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τείνει
4086εἰς παρακώλυσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου καὶ δύναται νὰ
4087ἐκθέσῃ τὸν τύπον εἰς πιεστικὰς καταδιώξεις ἐκ μέρους
4088τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
4089§233ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
4090§234ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
4091§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἠθέλησα δι’ ἑνὸς παραδείγμα-
4092τος νὰ ἀποδείξω πόσον εἶναι δυσχερὴς ἡ διατύπωσις συν-
4093ταγματικῶν διατάξεων, διότι εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην
4094τῆς περὶ τύπου διατάξεως τοῦ κυβερνητικοῦ προσχεδίου
4095διακρίνεται τάσις ἀντίθετος πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερ-
4096νήσεως, τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ
4097κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι σέβεται τὴν ἐλευθερο-
4098τυπίαν. Εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν δὲν εἰσέρχομαι,
4099κύριοι συνάδελφοι. Εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι πάντες
4100κατανοεῖτε τὴν σοβαρότητα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
4101τάγματος καὶ τῶν πρὸς τοῦτο ἐργασιῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ εἶναι
4102καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ πεπεισμένη ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτρο-
4103πῆς καταβάλλουσιν ὅ,τι δύνανται καὶ μὲ θυσίαν καὶ αὐτῆς
4104τῆς ὑγείας των διαθέτοντα ὅλας τὰς ἐργασίμους των ὥρας
4105εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ
4106ἐργασία αὕτη κατὰ προσταγὴν καὶ κατὰ παραγγελίαν,
4107διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἐμπόρευμα τὸ Σύνταγμα. Εἶπεν
4108ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: καὶ πῶς θὰ ἀτενίσωμεν
4109τοὺς ἐκλογεῖς ἂν δὲν περάνωμεν ταχέως καὶ τὸ κύριον
4110ἡμῶν ἔργον καὶ τὸ νομοθετικόν; Καὶ θ’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν
4111κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, πρὶν λογοδοτήσω πρὸς
4112τοὺς ἐκλογεῖς μου, θὰ θελήσω νὰ λογοδοτήσω πρὸς τὴν
4113συνείδησίν μου, ἐφ’ ὅσον δὲ κατὰ συνείδησιν ἐργάζομαι,
4114δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου βραχυτάτου νὰ
4115παρουσιάσω ἐργασίαν σπουδαίαν καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ
4116εἶναι δίκαιον τοιαύτη προθεσμία νὰ τεθῇ πρὸς ἡμᾶς.
4117Ἔπειτα, ἂν δὲν παραγνωρίζω τὸν πολιτικὸν σκοπόν, τὸν
4118ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ τερματίσῃ ὅσον
4119τὸ δυνατὸν τάχιστα τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου,
4120θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ παραγνωρισθῇ καὶ εἷς ἄλλος πολιτι-
4121κὸς σκοπός, τὸν ὁποῖον πάντες, ὅσοι πονοῦσι τὸν τόπον μας,
4122ἀναλογίζονται. Τὸ συνέδριον τοῦτο ἐκλήθη διὰ πραξικοπή-
4123ματος, καὶ πᾶν ἔργον αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἐπὶ τοσοῦτον κῦρος, ἐφ’
4124ὅσον θὰ εἶναι ἀπαύγασμα ἐργασίας τοιαύτης, ἥτις νὰ
4125ἐμπνέῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαόν, ὅτι συνετελέσθη
4126ἀρτία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῆς Κρήτης ἐλάβομεν ἕνα εὐ-
4127θαλῆ βλαστὸν καὶ ἠθελήσαμεν νὰ τὸν μεταφυτεύσωμεν εἰς
4128τὸν πολιτικόν μας βίον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλομεν νὰ λά-
4129βωμεν ἐκ τῆς Κρήτης καὶ διδάγματα διὰ τὰς μεταβολὰς
4130τῶν Συνταγμάτων, τὰς ὁποίας ἀλλεπαλλήλους ἡ Κρήτη
4131ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ. Ὅσοι εἶναι συνηθισμένοι εἰς ἀλλεπαλ-
4132λήλους μεταβολὰς Συνταγμάτων, αὐτοὶ δύνανται νὰ θεῶν-
4133ται τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου μετά τινος ὑπερ-
4134φρονήσεως, ἀλλ’ ὅσοι εἶναι πιστοὶ εἰς τὰ ἤθη τοῦ τόπου
4135τούτου καὶ ὅσοι δὲν ἀρέσκονται εἰς τὰς συχνὰς συνταγμα-
4136τικὰς μεταβολάς, αὐτοὶ βεβαίως ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅπως
4137ἡ ἐργασία ἡμῶν γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀξία ἵνα μὴ σαρωθῇ,
4138ὡς θὰ σαρωθῇ, ἐὰν ἐκλίπῃ ἡ ἐμπιστοσύνη ὅτι ἡ ἐργασία
4139ἐξετελέσθη ἀρτία ἐνταῦθα.
4140§236Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγώ, κύριοι Βουλευταί,
4141ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐργασίαν
4142καὶ περάτωσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐὰν ἔλαβον
4143τὸν λόγον ἠναγκάσθην νὰ πράξω τοῦτο ὑπό τινων τῶν κ.
4144κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουσι καθῆκον ἢ
4145ὅτι ἔχουσι δικαίωμα, ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα, νὰ διδάσκωσι
4146τοὺς ἄλλους συναδέλφους πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ ὁμιλῶσι
4147καὶ πῶς πρέπει νὰ πολιτεύωνται, καὶ μάλιστα νὰ ἐπιτι-
4148μῶσι τοὺς συναδέλφους των, ἐνῷ ἔδει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι οἱ
4149Βουλευταὶ ἓν καὶ μόνον ἔχουσι καθῆκον, νὰ πολιτεύωνται
4150κατὰ τὴν ἑαυτῶν συνείδησιν, καὶ ἁρμόδιοι, ὅπως τοὺς κρίνω-
4151σιν, εἰσὶ μόνον οἱ ἐκλογεῖς των. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη παράδοξον,
4152ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διδάξωσι τοὺς ἄλλους εἰς
4153τὸ σιωπᾶν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συχνά, συχνότατα λαμ-
4154βάνουσι τὸν λόγον καὶ οὐχὶ περὶ σπουδαίων θεμάτων. Καὶ
4155ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης νὰ ἐπιτιμᾷ
4156σχεδὸν τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, διότι καταγίνονται εἰς οὐχὶ
4157σοβαρὰ γεγονότα καὶ δὲν συζητοῦσι σοβαρῶς. Καὶ πάντες
4158ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶναι ἐκεῖνος,
4159ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡμέρα καὶ νύξ,
4160εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἀνα-
4161πτύσσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναπτύσσει τὰς θεωρίας
4162του καὶ διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου, θεωρίας, αἱ
4163ὁποῖαι, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἐνέβαλον εἰς σκέψεις
4164πολλούς.
4165Ἠκροασάμην, Κύριοι, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
4166μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι καὶ ὁ κ.
4167Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρριπτε μομφὴν κατὰ τῆς Βου-
4168λῆς ὡς μὴ ἐργαζομένης. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
4169θ’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι
4170ἐγὼ εἶμαι οἰκτρὰ μειονοψηφία. (Ἱλαρότης). Δὲν εἶμαι δὲ
4171ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ στεγασθῶσιν ὑπὸ τὴν
4172σκέπην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τοῖς ἐμπι-
4173στευθῶσιν οἱ συμπολῖταί των τὴν εἴσοδόν των ἐνταῦθα·
4174εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, ὅστις
4175εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς εἰς τοὺς
4176συμπολίτας μου, ὅτι δὲν φρονῶ φίλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
4177§237ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
4178§238Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ οἱ συμπολῖταί μου εἴτε πλανη-
4179θέντες εἴτε ἔχοντες ἐμπιστοσύνην μὲ ἐτίμησαν διὰ τῆς ψή-
4180φου των. (Ἱλαρότης).
4181Δὲν πτοοῦμαι λοιπὸν ἐγὼ ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ
4182κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ θὰ παραλείψω τὸ κα-
4183θῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐξήσκησα ἐν-
4184τεῦθεν, ἐλέγχων, ἀδυσωπήτως μάλιστα, ἁπάσας τὰς Κυ-
4185βερνήσεις ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν, ὁσάκις εὕρισκον
4186αὐτὰς παραβαινούσας τὸ καθῆκον αὐτῶν. Τοῦτο νομίζω
4187ὅτι ἔχει καθῆκον ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ πράττῃ.
4188Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
4189βερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχομεν καιρόν, ὅτι τὸ ἑξάμηνον λήγει,
4190καὶ ὅτι κατὰ ὑπολογισμούς, δὲν ἠξεύρω ποίας μεθόδου,
4191κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι 50 καὶ μόνον συνεδριά-
4192σεις ὑπολείπονται διὰ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ ἔρ-
4193γον τὸ συντακτικὸν τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· τί
4194θέλετε ἐντὸς πεντήκοντα ἡμερῶν νὰ πράξωμεν; Νὰ ἀνα-
4195θεωρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι
4196κρίνονται ἀναθεωρητέαι, ἢ νὰ νομοθετήσωμεν τὰ πολλὰ
4197καὶ σοβαρὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἴ-
4198δομεν οὔτε διατετυπωμένα οὔτε ἀναπτυχθέντα ἐντεῦθεν;
4199Μᾶς εἶπε μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4200Κυβερνήσεως ὅτι ἐκτὸς τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων τῶν
4201ὑποβληθέντων καὶ τῶν ὑποβληθησομένων σκέπτεται νὰ
4202ὑποβάλῃ νομοσχέδιον διακανονίζον τὰς σχέσεις τῶν ἐργα-
4203τῶν, σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ ὅμοιον διακανονίζον τὸ ἀγρο-
4204τικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, σκέπτεται νὰ προσαγάγῃ πρὸς ἡμᾶς
4205νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων κλπ. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ταῦτα;
4206Πότε θὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλή, πότε θὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ
4207κοινωνία τῶν τοσούτῳ σοβαρῶν ὄντως νομοθετημάτων, ἵνα
4208μελετήσῃ ταῦτα, ἵνα κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ μὲ συνείδησιν
4209πλέον ἐλευθέραν ἀποφανθῇ γνώμην ὁ λαός, ἡ δὲ Βουλὴ δώ-
4210σῃ ψῆφον πεφωτισμένην; Ἀλλ’ ἂς μὴ πτοῇ καὶ τοῦτο τὸν
4211κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ἔχει ἔμπροσθέν του καιρόν.
4212Ἡ Βουλή, καὶ ἑξάμηνον μόνον δικαίωμα ἐὰν ἔχῃ νὰ δια-
4213θέσῃ, ἔχει ἐνώπιόν του χρόνον πέντε μηνῶν. Οἱ πέντε μῆ-
4214νες ἀποτελοῦνται ἀπὸ 150 καὶ πλέον ἡμέρας, ἀπὸ 150
4215συνεδριάσεις. Καὶ τίς εἶπεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
4216βερνήσεως ὅτι ἐπὶ 15 ἡμέρας θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι
4217κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Ἀπόκρεων καὶ κατὰ τὸ Πάσχα; Αἱ
4218Βουλαὶ ἐκεῖναι τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι τόσον ἐλαφρῶς
4219κατακρίνονται ἐντεῦθεν, εἰργάζοντο καὶ τὴν Μεγάλην Παρα-
4220σκευήν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐξημέρωσεν ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα
4221καὶ ψηφίζουσα νόμον τὴν Μεγάλην Πέμπτην. Ἐψήφιζε τὴν
4222Μεγάλην Πέμπτην τὸν νόμον περὶ ἑρμηνείας τῆς ὁδοποιίας,
4223ἐξ οὗ ἐσώθη ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ Ἀθῆναι ἀπειλούμεναι νὰ
4224ἁρπαγῶσι. Καὶ διατί νὰ μὴ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὴ ὅλας
4225τὰς ἡμέρας τῶν Ἀπόκρεων ὡς καὶ ὅλας τὰς ἡμέρας μέχρι
4226τῆς Μεγάλης Πέμπτης; Καὶ διατί νὰ μὴ γίνῃ διακοπὴ μόνον
4227τὸ Πάσχα τρεῖς ἡμέρας; Καὶ διατί νὰ συνερχώμεθα τὴν
42284ην ὥραν, νὰ ἀρχίζωμεν τὴν 5ην καὶ νὰ διαλυώ-
4229μεθα τὴν 8ην; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζει ὁ κ.
4230Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συν-
4231τελεσθῇ ἐργασία; Ἂς συνεδριάζωμεν ἀπὸ πρωΐας, ἀπὸ
4232τῆς 10ης ὥρας, ἂς διακόπτωμεν καὶ ἂς ἐπανερχώμεθα
4233μετὰ μεσημβρίαν παρατείνοντες τὰς συνεδριάσεις μέχρι
4234τοῦ μεσονυκτίου καὶ πέρα αὐτοῦ, καὶ τότε θὰ συντελεσθῇ
4235ἐργασία, καὶ τότε θὰ συντελεσθῇ ἐργασία μετὰ συζήτησιν,
4236οὐχὶ δὲ νὰ ἐρχώμεθα 2–3 ὥρας τὴν ἡμέραν καὶ ν’ ἀδημο-
4237νῶμεν πότε θὰ ἐξέλθωμεν, καὶ οἱ πολλοὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι
4238συζήτησιν ὑπ’ ἄλλων γινομένην, ὡς ὁ φίλος μου ἐκ Πα-
4239τρῶν κ. συνάδελφος, ὁ θέλων νὰ συζητῇ αὐτὸς μόνον. Θὰ
4240εἶναι πολὺ παράδοξον τὸ πρᾶγμα, ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν
4241τρόπον σκεφθῶμεν νὰ νομοθετήσωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ
4242ὅμως καὶ ὁ σεβαστός μοι Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιω-
4243τίας νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν προτείναντα τὴν κατάργησιν
4244τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, διότι περιορισμὸς τοῦ
4245ἐλέγχου εἰς μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος θὰ εἴπῃ κατάργη-
4246σιν παντὸς ἐλέγχου.
4247§239Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ἰδική μου πρότασις.
4248§240Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς συγχαρῶ.
4249Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκηθῇ ὁ ἔλεγχος, ὅτε
4250βλέπομεν ὅτι τρὶς τῆς ἑβδομάδος γινόμενος γεμίζει ὁλό-
4251κληρον σειράν; Καὶ ποίαν θέσιν θὰ λάβῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
4252θὰ θελήσῃ νὰ ἐλέγξῃ πρᾶξιν ὑπευθύνου ἐξουσίας ἢ τὸν ὑπεύ-
4253θυνον Ὑπουργόν, ὅταν θὰ λάβῃ σειράν μετὰ ἑβδομάδας;
4254Καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς ἄπρακτος; Καὶ θὰ εἶναι δυ-
4255νατὸν πλέον νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ
4256ὁ ἔλεγχος; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγ-
4257χος. Χρόνος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν εἶναι ἐπαρκής, ἐπαρκέ-
4258στατος· ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἐργασία. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον θὰ
4259ζητήσω καὶ ἐγώ, εἶναι νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ περατωθῇ τὸ ἔρ-
4260γον τὸ συντακτικόν, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις
4261ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῇ νομοθετικὴ ἐργασία συμβάλλουσα καὶ
4262συντελοῦσα εἰς διόρθωσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας, οὐδα-
4263μόθεν θὰ εὕρῃ ἀντίρρησιν· ἀρκεῖ, ὡς εἶπον, ἡ ἐργασία νὰ
4264εἶναι ἀξία καὶ σοβαρὰ καὶ νὰ πείθῃ ὅτι καὶ τὴν οἰκονομι-
4265κὴν κατάστασιν τοῦ τόπου θέλει βελτιώσει, ἀλλὰ καὶ αὐ-
4266τὴν τὴν διοίκησιν τὴν ἐν γένει θέλει βελτιώσει.
4267§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί,
4268ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐνάρξεως τῶν
4269συνεδριῶν τοῦ Σώματος ἔχει τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσε
4270τὸ καθῆκόν της· ἐπεδίωξεν ὅπως μὴ καταναλίσκηται ἐπὶ
4271ματαίῳ χρόνος οὐδὲ μιᾶς ὥρας, εἰ δυνατόν, ὅπως ταχέως
4272περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ταχέως δὲ
4273εἰσέλθῃ τὸ Σῶμα εἰς τὸ κύριον αὑτοῦ ἔργον, δι’ ὃ συνε-
4274κλήθη. Καὶ ἀληθῶς αἱ 14 ἡμέραι, αἱ ὁποῖαι κατηναλώθη-
4275σαν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, δὲν δύναται νὰ θεω-
4276ρηθῇ χρόνος ὑπεράγαν μακρὸς διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Μόλις
4277ἐπερατώθη τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐγέ-
4278νετο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ νομίμως τὸ Σῶμα, ἐπεζητήθη
4279ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τριακονταμελοῦς, εἰς ἣν
4280παρεπέμφθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ σχεδίου τῶν ἀναθεωρητέων
4281διατάξεων, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων
4282τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν. Συγχρόνως ὑπεβλήθη νομοθε-
4283τικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλώσῃ τὰς
4284ὀλίγας ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι, ὑπετίθετο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν,
4285ὅτι θὰ παρενέπιπτον μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως
4286τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐργασίας αὐτῆς,
4287ἦτο δυνατὸν νὰ κατηναλίσκοντο, λέγω, αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι ἡμέ-
4288ραι εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν ἄφθονον ἤδη προσεκόμισεν
4289ἡ Κυβέρνησις. Δύναται ἡ προσκομισθεῖσα ἐργασία νὰ μὴ
4290εἶναι τῆς ἀρεσκείας πάντων τῶν ἀποτελούντων τὸ συνέ-
4291δριον τοῦτο· ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ἐν καλῇ
4292τῇ πίστει συζητῶν, ὅτι δὲν προσεκομίσθη ἐργασία, ἥτις
4293ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ διάστημα τὸ
4294μεσολαβοῦν, ὡς εἶπον, τῶν ὀλίγων, ὡς ὑπετίθετο, ἡμερῶν
4295ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τῆς προσκο-
4296μίσεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐργασίας της εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ
4297ὅτε μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν παρῆλθον
4298δέκα ἡμέραι, καθ’ ἃς ἤρχισε νὰ γίνηται ἀντιληπτὸν καὶ
4299ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν
4300βαίνουσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, δὲν πιστοποιεῖ ὅτι
4301ταχέως δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας τὸ μέγα καὶ κύριον αὐ-
4302τοῦ ἔργον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργον τὸ οὐχ ἧττον σπουδαῖον,
4303τὸ νομοθετικόν, ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὴν ἑσπέραν
4304ταύτην νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα μεμφθῶ κανένα, ἀλλ’
4305ἵνα θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μετὰ πάσης εὐλαβείας
4306σκέψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ
4307αἱ ὁποῖαι ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἦτο φανερὸν ὅτι θὰ
4308ἀπησχόλουν καὶ τὴν Βουλήν. Δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις
4309κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν μέχρι σή-
4310μερον νὰ φέρῃ καμμίαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἐλευθερίας
4311τοῦ λόγου, κατὰ τῆς καταχρήσεως, θὰ ἔλεγον ἀκόμη, τῆς
4312ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ὀνομάζω κατάχρησιν τῆς ἐλευ-
4313θερίας τὴν ἀπώλειαν τὴν ἄσκοπον καὶ ματαίαν πολυτίμου
4314χρόνου δι’ οὐδένα σκοπόν, χρόνου καταναλισκομένου πρὸς
4315ἀερολογίαν, ὅταν ἡ ἀερολογία δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ κῦρος,
4316ἀφοῦ δὲν καλεῖ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ δώσῃ λόγον ἐνώ-
4317πιον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν μετ’ εὐλα-
4318βείας, χωρὶς κανένα νὰ μεμφθῶ: κύριοι Βουλευταί, ἰδοὺ
4319ποία εἶναι ἡ κατάστασις· ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν
4320ὁποίαν ἔχομεν ἀκόμη νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἰδοὺ καὶ ποῖος εἶναι
4321ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Καὶ ὑπε-
4322λόγισα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταναλώσεως τριῶν ἡμερῶν
4323καθ’ ἑβδομάδα δι’ ἐπερωτήσεις καὶ τῆς ἀπωλείας μιᾶς Κυ-
4324ριακῆς, ὅτι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μένει, ἵνα ἀντιμετωπί-
4325σωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ
4326νομοθετικοῦ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι μόνον 50 συνε-
4327δριάσεις.
4328Μὲ ἐμέμφθησαν διότι περιώρισα τὸν χρόνον τῶν ἐργα-
4329σιῶν εἰς ἓξ μῆνας καὶ μοὶ εἶπον ὅτι: δὲν γνωρίζω τάχα
4330ὅτι δύναται τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργα-
4331σίας αὐτοῦ καὶ πέρα τοῦ ἑξαμήνου; Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ
4332δὲν ἠμφισβήτησά ποτε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ παρὸν συνέδριον,
4333ἐὰν θέλῃ, νὰ μεταβάλῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντά-
4334γματος καὶ νὰ παρατείνῃ καὶ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, καὶ νο-
4335μίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ τοιαύτη πρότασις. Ἀλλά, ἐὰν ἔθηκα
4336ἑξάμηνον προθεσμίαν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως
4337διὰ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, τὴν ἔθηκα ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι
4338αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ πρωτίστως θὰ ἤθελε νὰ μὴ παραταθῇ
4339καὶ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον αὐτῆς πέρα τοῦ διαστήματος
4340τούτου. Ὑπῆρχον χίλιοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε
4341νὰ χάνωμεν τὸν χρόνον εἰς συζητήσεις ἀσκόπους, καὶ ὑπάρ-
4342χουσιν ἐπίσης χίλιοι καὶ ἄλλοι λόγοι, δι’ οὓς πρέπει κατ’
4343αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα νὰ περατώσῃ τὸ συνέδριον
4344τοῦτο οὐ μόνον τὸ κύριον αὑτοῦ ἔργον, τῆς ἀναθεωρήσεως,
4345ἀλλὰ νὰ περατώσῃ, εἰ δυνατόν, καὶ τὸ νομοθετικὸν μέρος
4346τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μόλις ἔβλεπον
4347ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο μέτρον τι, νὰ
4348καταναλίσκεται ἀκόμη μακρότερος χρόνος εἰς ἐπιψήφισιν
4349νομοσχεδίων, ἐζήτησα, ἀποβλέπων εἰς τὴν πρωτίστην ἀνάγ-
4350κην τῆς παρατάσεως τοῦ κυρίου ἔργου, δι’ ὃ συνεκλήθημεν,
4351νὰ ὁρίσωμεν χρόνον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως προσκομίσῃ
4352ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπεξειργασμένα τὰ πρῶτα τοὐλάχιστον
4353ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον καὶ ἡ κα-
4354τηγορία ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν δὲν ἐγένετό
4355τι ἐπὶ πλέον μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις
4356εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸ ἔργον τῆς
4357ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει μία ἐσφαλ-
4358μένη ἀντίληψις ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν
4359ὁποίαν κατὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλεξεν ἡ Βουλή.
4360Ἐκλέγουσα τὴν ἐπιτροπὴν ἡ Βουλὴ δὲν ἐσκέφθη νὰ ἀπεμ-
4361πολήσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς δικαιώματα, οὐδὲ νὰ δώσῃ εἰς τὴν
4362ἐπιτροπὴν δικαιώματα πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δίδει εἰς
4363πᾶσαν ἐπιτροπήν, ὁριζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἐπεξεργα-
4364σίαν νόμων. Ταῦτα λέγων ἀπευθύνομαι πρὸς ἕνα τῶν κ. κ.
4365Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο σχεδὸν σκαιότης ἐκ
4366μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπεμβῇ εἰς τὸ ἔρ-
4367γον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως τεθῇ περιορισμὸς
4368κατὰ χρόνον, καὶ τοῦτο, ἐνῷ μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας ἐκ
4369μέρους μου ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη, ὅπως ὁρισθῇ εἰς τὴν
4370ἐπιτροπὴν χρόνος πέντε ἡμερῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὰ πρῶτα
4371ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ κεφάλαιον
4372περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Καὶ διὰ πάντα κα-
4373λῆς πίστεως συζητητήν, κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία δύνα-
4374ται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμε-
4375ρῶν ἤδη, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἡ ἐπιτροπή, καὶ πέντε ἀκόμη
4376ἡμερῶν, ἃς θὰ παρατάξωμεν σήμερον, δικαιοῦται ν’ ἀπαι-
4377τήσῃ, ὅπως ἔχῃ ἐνώπιόν της ἡ Βουλὴ τὰ πρῶτα ἄρθρα, τὰ
4378ὁποῖα οὐδόλως συνδέονται πρὸς τὰ ἐπίλοιπα, ὥστε νὰ ὑπο-
4379θέσῃ τις ὅτι θὰ ἠδύνατο ἐκ τῆς περαιτέρω διαρρυθμίσεως
4380τῶν ἄρθρων νὰ ἐπηρεασθῶσι καὶ ταῦτα, μολονότι οὐδὲν
4381μᾶς κωλύει, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας ἡμῶν
4382ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ψήφισιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐθεω-
4383ρεῖτο ἀντιφάσκον πρός τι ἐκ τῶν πρώτων, τίποτε δὲν
4384κωλύει ἡμᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλομεν ὁρίσει τὸν χρόνον τῆς ἐνάρ-
4385ξεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν, νὰ
4386ἐπανέλθωμεν εἰς ψηφισθείσας διατάξεις, διὰ νὰ φέρωμεν
4387αὐτὰς εἰς ἁρμονίαν πρὸς μεταγενεστέρας.
4388Διὰ τοῦτο λυποῦμαι μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδεχθῶ τὴν
4389γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοι-
4390ωτίας Βουλευτοῦ, ζητοῦντος ὅπως μὴ ταχθῇ προθεσμία εἰς
4391τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις
4392νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ τάξῃ τὴν αἰτηθεῖσαν προθεσμίαν
4393τῶν πέντε ἡμερῶν διὰ τὴν προσκόμισιν ἐνώπιον αὑτῆς τῶν
4394πρώτων ἄρθρων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ δημόσιον δί-
4395καιον τῶν Ἑλλήνων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη
4396δύναται νὰ προσαχθῇ καὶ ἐνωρίτερον τῶν πέντε ἡμερῶν...
4397§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν παραιτηθῇ ἡ ἐπιτροπή;
4398§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἀπολεσθῇ
4399τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξέλεγε νέαν ἐπιτρο-
4400πήν· ἄλλως τε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἠδύνατο νὰ προέλθῃ
4401ἀντίδρασις ἐκεῖθεν, ὅθεν δὲν ἐπεριμένετο, δύναται ἄριστα
4402ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ἄνευ τοῦ ἔρ-
4403γου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ εἰς τὸ
4404ἔργον τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, δύνα-
4405μαι νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον
4406προσεκομίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἔργον ἐκ τοῦ
4407παραχρῆμα, ἀλλ’ ἔργον μακρᾶς μελέτης καὶ ἄξιον νὰ τύχῃ
4408τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρ-
4409χει κίνδυνος νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἀποφάσεις ἐπι-
4410κινδύνους διὰ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους.
4411Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, λαμβάνων τὸν λό-
4412γον, νὰ προέλθω εἰς ἐξηγήσεις τινὰς μετὰ τῶν ἀξιοτίμων
4413μελῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰς
4414γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν
4415πρὸς αὐτήν. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη ὅτι ἦτο ἐνδεχό-
4416μενον ἐκ τῆς μακρηγορίας νὰ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον τὸ νο-
4417μοθετικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔκρινεν ἀναγκαῖον διὰ τοῦ
4418ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ δηλώσεις
4419τινάς, αἱ ὁποῖαι ἐκπλήττομαι διατί παρεξηγήθησαν ἀπὸ
4420ἀρίστους φίλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω
4421ἀνάγκην νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι
4422σαφὴς ἐξήγησις εἶναι ἀναγκαία. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
4423μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ἐμ-
4424περιστατωμένη καὶ μακρὰ παντὸς νομοσχεδίου ὑπο-
4425βαλλομένου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὄχι μόνον δικαίω-
4426μα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως
4427εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον προσάγει νομοσχέδιόν
4428τι, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ προγράμμα-
4429τος της, αἰσθάνεται ὅτι ἔχει καὶ αὐτὴ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ
4430καὶ τὸ καθῆκον, ἀφοῦ ἀκούσῃ πᾶσαν τὴν λεπτομερῆ συζή-
4431τησιν, ἡ ὁποία διεξάγεται, ἀφοῦ ἀποδεχθῇ ὅσας ἐκ τῶν
4432παρατηρήσεων θέλει ἐγκρίνει, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν
4433μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας, ἡ ὁποία ὀφείλεται ἐκ μέρους τῶν
4434ἐντολοδόχων πρὸς τοὺς ἐντολεῖς, τὰ ἑξῆς: Κύριοι, ἂν θέλητε
4435νὰ μὲ ἔχητε ὡς ἐντολοδόχον, δὲν δύναμαι νὰ ὑπέχω τὴν
4436εὐθύνην τῆς ἐντολῆς, ἂν δὲν μὲ ἀκούσητε ἐν τῇ ψηφίσει
4437τοῦ νόμου. Ὑπῆρξάν τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵ-
4438τινες ἐθεώρησαν ὅτι ἡ τοιαύτη γλῶσσα ἐκ μέρους τῆς Κυ-
4439βερνήσεως εἶναι γλῶσσα προκλητικὴ καὶ ἀπολυταρχική,
4440ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀναξία ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία, βλέ-
4441πουσα κινδυνεῦον τὸ ἔργον αὑτῆς τὸ ἀνορθωτικόν, δὲν θὰ
4442ἔθετεν εἰς πᾶσαν περίστασιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν μελῶν
4443τῆς Βουλῆς τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὕπαρξιν, διὰ νὰ σώσῃ τὸ νομο-
4444σχέδιόν της. Καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχω
4445ἀνάγκην νὰ προέλθω εἰς μίαν περαιτέρω ἐξήγησιν πρὸς ἀξι-
4446ότιμον φίλον μου, Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης. Ἤκουσα μετὰ
4447πολλοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ μετὰ πολλῆς συμπαθείας, δύνα-
4448μαι νὰ εἴπω, καὶ πρὸς στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ παρα-
4449πείσῃ διὰ τῆς εὐγλωττίας του, ὅτε ἔλεγε ὅτι θὰ διατη-
4450ρήσῃ τὴν γνώμην του καὶ δὲν δύναται νὰ θυσιάσῃ τὴν γνώ-
4451μην του, διὰ νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην του μὲ τὴν Κυβέρ-
4452νησιν. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι, ὅσον ἄξιον ἐκτιμή-
4453σεως εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς ἀνεξαρτησίας, εἶναι οὐχ
4454ἧττον αἴσθημα ἥκιστα πολιτικόν. Ὅπου ὑπάρχουν πολι-
4455τικὰ σωματεῖα πολυάριθμα, ταῦτα δὲν δύνανται νὰ δια-
4456φύγουν τὸν κίνδυνον τῆς ἀναρχίας, ἂν μὴ ὑπάρχῃ πολιτικὴ
4457πειθαρχία, καὶ τὴν πολιτικὴν πειθαρχίαν τὴν ἐξασφαλίζει
4458ὁ καταμερισμὸς τῶν μεγάλων αὐτῶν σωματείων εἰς πο-
4459λιτικὰ κόμματα, καί, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὸν κόμμα, εἶ-
4460ναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἡ θυσία συνήθως ἐκ μέρους ἑκά-
4461στου τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μέρους τινὸς τῶν ἰδίων ἰδεῶν
4462καὶ ἰδίων πεποιθήσεων.
4463Ἀλλ’ ἐζητήθη ἀκόμη λόγος, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοὺς
4464μὴ φίλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὰς ἐκδηλώσεις γνω-
4465μῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ
4466τὴν ὁποίαν καλοῦμαι νὰ ἀπολογηθῶ διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ
4467ἐφημερίδων. Ἐν τούτῳ τῷ συνεδρίῳ πρό τινος χρόνου ἐθε-
4468ωρήθην καὶ πάλιν ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐγράφοντο εἰς ἐφημε-
4469ρίδα, ἡ ὁποία διηυθύνετο ἀπὸ ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐξακο-
4470λουθῶ νὰ θεωρῶ ὡς κάλλιστον προσωπικόν μου φίλον, νὰ
4471μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐζητήθη καὶ λόγος ἀπὸ ἐμὲ
4472δι’ ἄρθρα ἐφημερίδος, ἡ ὁποία, ὅτε ἐγράφοντο τὰ ἄρθρα
4473ἐκεῖνα, δὲν ἦτο πλέον πολιτικῶς φίλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
4474Δὲν ἠδυνάμην τότε νὰ ἀποκηρύξω τὰ γραφόμενα· εἶπον
4475μόνον, ὅτι δὲν θεωρῶ, ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει
4476τὰς ἰδέας μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος τὰς δηλώσεις ταύτας
4477νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, διὰ νὰ παύσωσι πλέον νὰ ζη-
4478τοῦν εὐθύνας κυβερνητικὰς διὰ τὰς γνώμας τῶν δημοσιο-
4479γράφων.
4480Καὶ ἐζητήθησαν, Κύριοι, εὐθῦναι ἀπὸ ἐμὲ ὄχι μόνον δι’
4481ὅσα ἐγράφησαν ἐν ἐφημερίδι πολιτικῶς φίλη πρὸς τὴν Κυ-
4482βέρνησιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα ἐγράφησαν ἐν ἐφημερίδι, ἡ
4483ὁποία δὲν διακρίνεται καθόλου διὰ τὴν πολιτικήν της συμ-
4484πάθειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἑσπερινῇ τινι ἐφημερίδι.
4485Διότι ἐζητήθη δικτατωρία ἀπὸ μίαν ἑσπερινὴν ἐφημερίδα
4486ἐκρίθη ὅτι εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ, καὶ ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ἀπει-
4487λήσω τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ἐκβιάσω αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὰς
4488γνώμας μου, ἐπισείων κατ’ αὐτῆς τὴν ἰδέαν εἴτε τῆς δια-
4489λύσεως εἴτε τῆς δικτατωρίας. Ἀλλ’ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος
4490ἦλθεν ἐν μέσῳ ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐξηκολούθει ἀκόμη
4491νὰ εἶναι κυρία τῆς καταστάσεως, καὶ ἄνθρωπος, εἰς τὸν
4492ὁποῖον, δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸ εἴπω, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ
4493εἴπω, διὰ νὰ παύσῃ τὸ στάδιον τῶν παρεξηγήσεων, ἄν-
4494θρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον προσηνέχθη ἡ δικτατωρία καὶ τὴν
4495ἀπέκρουσε, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν συνεβιβάζετο τότε
4496πλέον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους καὶ
4497ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸν ἐπαναστατικὸν ἀγῶνα,
4498τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτίθηται ὅτι
4499σκέπτεται νὰ ἱδρύσῃ δικτατωρίαν. (Παταγώδη χειροκρο-
4500τήματα). Εἶναι τόσον βαθεῖα ἡ πίστις μου πρὸς τὴν δύναμιν
4501τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ὥστε, καὶ ὅτε ἀκόμη τὰ πράγματα
4502ἐφαίνοντο ἀπελπιστικά, ἐγὼ δὲν ἔπαυσα ἐλπίζων. Πῶς ἦτο
4503δυνατὸν λοιπὸν σήμερον νὰ ἀπελπισθῶ, τὴν ἐπιοῦσαν ἑνὸς
4504ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλα τὰ σφάλματα ὑπῆρξεν ἀγὼν
4505ἅγιος, διότι ἦτο ἀγών, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἡ ἀνα-
4506δημιούργησις νέας Ἑλλάδος ἀξιωτέρας τοῦ παρελθόντος.
4507Ἂν παρατηροῦνται προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, εἶναι
4508ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον αὐτῆς νὰ ὑποδείξῃ
4509ἑκάστοτε εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα
4510νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι, ὥστε τὸ ἔργον νὰ ἀχθῇ
4511ταχύτερον εἰς ἀσφαλὲς τέρμα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ πα-
4512ροῦσα, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀπελπισθεῖσα περὶ τῆς ἐπιτυχίας
4513τοῦ ἔργου τοῦ παρόντος συνεδρίου, δύναμαι νὰ εἴπω ἀκόμη,
4514ὅπως μὴ ἀφήσῃ στάδιον εἰς οὐδεμίαν σχετικὴν παρεξήγη-
4515σιν, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔβλεπεν ἀπολλύμε-
4516νον ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον καὶ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου καὶ
4517καθισταμένου τούτου ἀνικάνου νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἀποστο-
4518λήν, εἰς ἣν ἐκλήθη, δὲν θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι ὑπῆρχε καιρὸς
4519πρὸς δικτατωρίαν, διότι ἔπρεπε τότε νὰ ἀπελπισθῇ τις
4520περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω
4521καὶ ἄλλας τινὰς ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν. Κύριοι Βου-
4522λευταί, ἐπεκρίθημεν, διότι ἔχομεν διπλῆν τὴν ὑπόστασιν,
4523καὶ ἔχομεν τῳόντι διπλῆν τὴν ὑπόστασιν, καὶ δὲν δυνά-
4524μεθα νὰ θυσιάσωμεν τὴν μίαν χάριν τῆς ἄλλης. Ἐὰν
4525βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσωμεν τὴν ἑτέραν, εἶναι φα-
4526νερὸν ὅτι θὰ ἐφυλάττομεν τὴν ὑπόστασιν τοῦ ἀντιπρο-
4527σώπου τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἴμεθα συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσω-
4528ποι τοῦ λαοῦ καὶ Ὑπουργοί, ὑπεύθυνοι διαχειρισταὶ τῆς
4529ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Μόνον οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν
4530ἔχουν ἰδέαν τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ δύνανται νὰ
4531φαντάζωνται ὅτι Ὑπουργοὶ ὄντες καὶ Βουλευταὶ ἔχομεν
4532ἠλαττωμένα τὰ δικαιώματα ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν. Κατη-
4533γορήθημεν ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, διότι, ὅτε ἐπρόκειτο
4534νὰ προσκομισθῇ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου τὸ προσχέ-
4535διον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐθε-
4536ωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν ν’ ἀνακοινώσωμεν τοῦτο καὶ πρὸς
4537τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα σύμφω-
4538νοι μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων
4539ἡμῶν. Δὲν ἠθελήσαμεν διὰ τούτου νὰ καταστήσωμεν τὸν
4540Βασιλέα συμμέτοχον τοῦ ἔργου τοῦ συνεδρίου τούτου, ὡς
4541συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ, διότι γνωρίζετε, ὅσοι ἦσθε μέλη
4542τοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον διελύθη, ὅτι διεκήρυξα τὴν
4543γνώμην ὅτι ὁ ἀνεύθυνος παράγων δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ
4544ἔργου ἡμῶν ὡς ἀναθεωρητικοῦ συνεδρίου. Ἀλλ’ ἦτο φανε-
4545ρόν, Κύριοι, ὅτι, ἂν μετὰ τοῦ Βασιλέως ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρ-
4546νησις δὲν εὑρίσκετο σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τοῦ
4547συνεδρίου τούτου, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐθεώρει καθῆκον αὑτῆς
4548νὰ ἀπέλθῃ, διὰ νὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἔχουσα
4549ταυτότητα τῆς γνώμης μετὰ τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος,
4550νὰ ἔλθῃ νὰ συνεργάζηται ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου.
4551Ταῦτα ἦσαν, Κύριοι, ὅσα ἐπεβάλλετο νὰ εἴπω μετὰ τὰ
4552λεχθέντα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καὶ ἰδίᾳ
4553κατὰ τὴν ἑσπερινὴν συνεδρίασιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ
4554ἐπιμείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ τάξῃ τὴν προθεσμίαν τῶν πέντε
4555ἡμερῶν, προσθέτων ὅτι πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἰδιαιτέ-
4556ρως πρὸς τὸν σεβαστὸν πρόεδρον αὐτῆς πλὴν τῆς προθεσμίας
4557αὐτῆς ἀπευθύνω παράκλησιν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον αὑ-
4558τῆς καὶ ὅπως ἐντὸς τῶν πέντε ἡμερῶν προσαγάγῃ, ὅπως
4559εἶναι δυνατὸν καὶ χρήσιμον νὰ προσαγάγῃ, ἂν ὄχι τὸ σύνο-
4560λον, τοὐλάχιστον τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος,
4561τὸ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. (Ζωηρὰ καὶ παρα-
4562τεταμένα χειροκροτήματα).
4563§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
4564§245ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἰ-
4565σθάνομαι σαφῶς καὶ βεβαίως τὴν θέσιν μου, ὥστε νὰ ἀντα-
4566παντῶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, τὸν
4567λατρευτὸν τοῦ ἔθνους ἐγώ, ὅστις εἶμαι μονάς. Δὲν ἀπηύ-
4568θυνα ἐγὼ οὔτε τὴν ἐλαχίστην μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνή-
4569σεως διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἐμέμ-
4570φθην καὶ ἐξέφρασα τὴν ἔκπληξίν μου, διότι οἱ γράψαντες
4571ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, δὲν ἐτέθησαν ἤδη ὑπὸ ποινικὴν
4572καταδίωξιν. Τοῦτο ἦτο ἓν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤμην
4573ὑπόχρεος νὰ κάμω ἀνταπάντησιν.
4574Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τοῦτο: Δύναται νὰ ἔχῃ οἱαν-
4575δήποτε γνώμην περὶ ἐμοῦ θέλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
4576Κυβερνήσεως περὶ τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν
4577συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα
4578νὰ εἴπω πρὸ αὐτὸν ὅτι ὁσάκις προήλθομεν εἰς συζήτησιν
4579ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων ἡττήθη κατὰ κράτος.
4580§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!
4581§247ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶσθε πλειονοψηφία καὶ
4582δύνασθε νὰ σχετλιάζητε.
4583§248Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, πόσον εἶναι
4584δυσχερὲς νὰ ἀκουσθῶ εὐμενῶς κατόπιν τῆς γοητείας, τὴν
4585ὁποίαν προυξένησεν ἡ ἔκλαμπρος εὐγλωττία τοῦ κ. Πρωθυ-
4586πουργοῦ. Παρ’ ὅλην ὅμως τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν
4587αἰσθάνομαι ὁμιλῶν πρὸς τὸ συνέδριον τοῦτο, ἔχω τὴν ὑπο-
4588χρέωσιν νὰ δώσω ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας
4589ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω προχθὲς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐπὶ
4590τῶν ὁποίων ὑπῆρξε τοιαύτη παρερμηνεία ἀπὸ μέρους τοῦ
4591κ. Πρωθυπουργοῦ.
4592Δὲν ἐνόμιζόν ποτε ὅτι εἰς τὰς γνώμας μου ἐκείνας θὰ
4593ἐδίδετο ἡ ἐξήγησις, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ
4594ὁποία ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἔπληξε κατάκαρδα.
4595Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀπομα-
4596κρυνθῶ τῶν γνωμῶν μου πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀνορθωτικοῦ
4597προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἣν περιβάλλω διὰ τῆς
4598ἐμπιστοσύνης μου.
4599Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἴδιον πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι νὰ ἐμμέ-
4600νωσι καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν γνωμῶν των ἀκόμη, καὶ
4601ὅταν αὗται πρόκειται νὰ ἀνατρέψωσιν ἄρδην τὸ πρόγραμ-
4602μα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω.
4603Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ
4604εἶμαι.
4605Ἐγὼ εἶπον ὅτι σκοπεύω νὰ συντρέξω τὸ ἀνορθωτικὸν
4606ἔργον αὐτῆς, καὶ τὸ συντρέχω, ἀλλ’ εἶπον συγχρόνως, ὅτι
4607δὲν εἶναι ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι τῆς Κυβερνήσεως γνῶμαι
4608κεφαλαιώδεις, γνῶμαι ἀπαρτίζουσαι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς.
4609Ἐγὼ εἶπον ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσιν ἓν κεφαλαιῶδες
4610πρόγραμμα περὶ τὸ ὁποῖον εἶναι συντεταγμένοι οἱ φίλοι
4611αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθῶσι καὶ
4612τὰς μᾶλλον ἐπουσιώδεις λεπτομερείας τοῦ προγράμματος
4613αὐτῶν.
4614Ἐξακολουθῶ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λέγω ὅτι εἶμαι
4615θιασώτης καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ
4616ἐπίσης νὰ λέγω, ὅτι δὲν ἀποστῶ τῶν ἐπιστημονικῶν μου
4617γνωμῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν θὰ ἀντίκεινται εἰς τὸ κεφα-
4618λαιῶδες, τὸ οὐσιῶδες πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, περὶ
4619τὸ ὁποῖον ἐτάχθην καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἀγωνισθῶ ὅση
4620μοι δύναμις. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
4621§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πὼπ.
4622§250Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν
4623διὰ μακρῶν, οὔτε νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας
4624διετύπωσεν εἰς ὡραίας, ὁμολογῶ, καὶ χρηστὰς ἐλπίδας διὰ
4625τὸ μέλλον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐπεθύ-
4626μουν δι’ ὀλίγων μόνον λέξεων νὰ ἐπανέλθω ἐκεῖ, ὁπόθεν ἤρ-
4627χισα, καὶ νὰ ἐξάρω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
4628βερνήσεως, ὅτι πρὶν ἢ κομίσῃ τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρη-
4629τέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Βουλὴν ἐσκέ-
4630φθη—οὔτε θέλω κἂν νὰ κρίνω ἂν ὀρθῶς ἢ καὶ σκοπίμως,
4631ἂν καλῶς, ἂν κακῶς καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἢ καλῶς καὶ
4632συνταγματικῶς ἔπραξε τοῦτο— καὶ ὑπέβαλε τὸ σχέδιον
4633τοῦτο εἰς τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς τὴν ἔγκρισιν, διότι ἄλλως, ἐν ᾗ
4634περιπτώσει τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν μετεῖχε τῆς ἐγκρίσεως
4635τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς, τὸ ζήτημα καθίστατο πολιτικόν. Ἀπὸ
4636τῆς ἐννοίας ταύτης τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
4637βερνήσεως ἐπάγομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς πρώτης μου ἀγο-
4638ρεύσεως καὶ φρονῶ ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἵνα εὕ-
4639ρηται ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῶν δηλώσεων αὑτῆς καὶ ἐν τῇ ἀλη-
4640θείᾳ τῆς διευθύνσεως τοῦ ἔργου τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἡ
4641διεύθυνσις τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου προεκάλεσε τὴν
4642συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ταυτο-
4643χρόνως, ὅτι θεωρεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πᾶσαν συντα-
4644γματικὴν διάταξιν, διότι ἀντιθέτως δὲν θέτει μόνον τὴν
4645ἑαυτῆς θέσιν ἀντιμέτωπον πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ
4646θέτει ἀντιμέτωπον τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν
4647σαφῶς γνώμην.
4648§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ
4649συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
4650§252ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λό-
4651γον ἐγὼ ἀπὸ τόσην ὥραν.
4652§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαιρετικῶς δι’ ὑμᾶς ἀνακαλῶ τὴν ἀπό-
4653φασιν καὶ παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσητε.
4654§254Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς τὸ ὀφείλω ὡς χάριν ὅμως,
4655κύριε Πρόεδρε, διότι νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμά μου!
4656Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς ἐπὶ
4657τῆς προτάσεως περὶ προθεσμίας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ
4658προσαγάγῃ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρόεδρος
4659τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν συνιστῶν
4660προθυμίαν εἰς τὴν ἐργασίαν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ
4661ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ κύριον αὑτῆς ἔργον, τὴν ἀναθεώ-
4662ρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ
4663οὐχ ἧττον σπουδαῖον ἔργον, τὸ νομοθετικόν, τὸ ἀποτελοῦν
4664ὁλοκληρωτικόν, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου
4665τῆς Κυβερνήσεως, στοιχεῖον αὐτοῦ. Ἀπηρίθμησε μάλιστα
4666κατὰ τὸ πρὸ τῆς διακοπῆς διάστημα τῆς συνεδριάσεως τὰ
4667κεφαλαιώδη μέρη τῆς ἐργασίας τοῦ κυβερνητικοῦ προ-
4668γράμματος καὶ κατωνόμασε τὸν νόμον ἢ τὸ νομοσχέδιον
4669περὶ καθορισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς
4670τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν τσιφλικίων, τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια,
4671τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου, πάντα σχέδια μὴ
4672προσαχθέντα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ δικαστικὰ τὰ προσαχθέντα
4673καὶ τὰ δικαστικὰ τὰ μὴ προσαχθέντα, πάντα ταῦτα ὡς
4674ἀποτελοῦντα τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοὐλάχιστον
4675τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον μέρος ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς
4676Κυβερνήσεως.
4677§255ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
4678στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐλησμονήσατε
4679τὰ ἐκπαιδευτικά.
4680§256Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἔκαμον ἐπίτηδες διὰ σᾶς! Καὶ τὰ
4681ἐκπαιδευτικά.
4682Ἡ Κυβέρνησις ἀπένειμεν ἴσην σπουδαιότητα πρὸς τὸ
4683ἔργον τὸ νομοθετικόν, ὅσον καὶ πρὸς τὸ ἀναθεωρητικόν,
4684ἀπέδειξε δὲ τοῦτο καὶ ἐμπράκτως, διότι ἐπελήφθη τῶν νο-
4685μοθετικῶν ἔργων πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῶν ἔργων τῶν ἀναθεω-
4686ρητικῶν, ἀδιάφορον ἂν ἐπελήφθη διότι δὲν ὑπῆρχεν ἑτοίμη
4687ἀναθεωρητικὴ ἐργασία. Καὶ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος
4688τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει πάντα ταῦτα νὰ συζητηθῶσι
4689καὶ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου τῆς μό-
4690νης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ ὅτι δὲν
4691εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν
4692ταῦτα. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ταῦτα ἐξ ἴσου σπουδαῖα καὶ
4693δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρέπει τοῦτο ἅπαξ καὶ
4694τοῦτο δὶς νὰ ψηφισθῇ.
4695Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις πάντων, ἐσκέφθη
4696ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν
4697ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Θὰ
4698ἔπρεπε νὰ μὴ ἔχῃ ἐργασίαν ἡ Βουλὴ καθ’ ὃ διάστημα ἐρ-
4699γάζεται ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀναθεωρήσεως, ἢ νὰ μὴ ἔχῃ ἐρ-
4700γασίαν σοβαρὰν ἡ Βουλὴ καθ’ ὃν χρόνον ἐργάζεται ἡ ἐπι-
4701τροπή, διὰ νὰ δικαιολογῆται ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ.
4702Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ταχέως νὰ προσα-
4703χθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τεθεωρημένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς
4704τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν
4705ἐργασίαν ὑποβεβλημένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ νομο-
4706σχέδια τὰ δικαστικά, ἐξ ἴσου σπουδαῖα, ὡς λέγει, ὅσον
4707καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἡ πρό-
4708τασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προσαχθῶσι
4709τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος πρὸς συζήτησιν ἢ τείνει εἰς
4710μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἢ τείνει
4711εἰς ἀπόδοσιν ἄλλης τινὸς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δὲν κατεδή-
4712λωσε σαφῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ἀπό-
4713κρυψιν ἐννοίας. Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι καὶ φυσικῶς δυνατόν,
4714ἐντὸς τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διέρρευσαν μέχρι τοῦδε
4715ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, συμπεριλαμβανομένων
4716καὶ τῶν ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀρχαιρε-
4717σίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μὲ τὴν προσθήκην δύο ἀκόμη
4718ἡμερῶν, νὰ κατορθώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιάσῃ ἔστω
4719καὶ ἓν τμῆμα τελείως ἐπεξειργασμένον τοῦ Συντάγματος,
4720διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
4721Βουλῆς· καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν
4722θεωροῦντα τὰς δεκατρεῖς ἡμέρας ὡς ἀποτελούσας χρονικὸν
4723διάστημα μακρὸν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων
4724τοῦ Συντάγματος ἤθελον νὰ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν:
4725Νομίζει τάχα ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, ἔχοντας τὸ
4726δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχοντας καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω-
4727μεν ὅλας τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος,
4728ἐν τόσῳ μικρῷ διαστήματι νὰ προσαγάγωμεν πλήρη ἐρ-
4729γασίαν μεμελετημένην;
4730Εἶναι τόσον ἀδικαιολόγητος ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέ-
4731δρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προσαγάγωμεν ἐν τόσῳ μι-
4732κρῷ χρονικῷ διαστήματι τόσον μεγάλην ἐργασίαν, ὅσον
4733ἀδικαιολόγητος ἤθελεν εἶναι, ἐὰν προετείνετο ὑφ’ ἡμῶν
4734νὰ ταχθῇ προθεσμία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας
4735νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά της, τὸ πρὸ
4736τόσου καιροῦ ἐπαγγελθέν, καὶ θὰ ἦτο τόσῳ περισ-
4737σότερον ἡ γνώμη ἡμῶν δεδικαιολογημένη, διότι ἡ Κυβέρ-
4738νησις εἶχε πρὸ αὐτῆς τέσσαρας μῆνας ἐργασίας, ἐνῷ ἡμεῖς
4739δὲν ἔχομεν παρὰ μίαν καὶ μόνην ἑβδομάδα.
4740Πρὸ τοιαύτης ἀδικαιολογήτου προτάσεως δὲν δύναμαι νὰ
4741ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
4742θέλοντος μεθ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ὑπε-
4743βλήθησαν, νὰ ψηφισθῇ ἡ πενθήμερος προθεσμία, καὶ δὲν
4744δύναμαι νὰ ὑποθέσω ὅτι συμβαίνει ἄλλο τι εἰμὴ ὅτι πρέπει
4745νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν προσήγαγεν εἰς
4746τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο χαρακτη-
4747ρίζεται ἡ Βουλὴ ὡς ἀπρόθυμος, καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖται
4748ὅτι παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς.
4749Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φέρει τὴν εὐθύνην ἂν ὁ χρόνος κατα-
4750ναλίσκεται ἐδῶ ἐπὶ ματαίῳ δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας· τὴν
4751εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν προσήγαγεν
4752ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλήν.
4753§257Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ συζήτη-
4754σις θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντό-
4755νως κατ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ
4756Κορινθίας ἐξεστόμισεν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἤκουσα
4757παρ’ αὐτοῦ, ὅτι παρελάβομεν ἐκ Κρήτης ἀειθαλῆ βλαστόν,
4758ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ἀπ’ ἐκεῖ νὰ διδαχθῶμεν δι-
4759δάγματα καὶ μαθήματα. Ἐν Κρήτῃ εἶναι ἐρριζωμένη ἡ
4760Ἑλληνικὴ συνείδησις, ἅπαν δὲ τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι διατε-
4761θειμένον νὰ ἀκούσῃ διδάγματα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ μαθήματα,
4762Ἐνόμισα, ὅτι ἦτο καθῆκόν μου νὰ τὸ τονίσω τοῦτο.
4763§258Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς
4764ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, μὴ ἀντιληφθεὶς
4765ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ.
4766§259Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἀτοπωτάτη
4767πρὸ πάντων ἡ συζήτησις ἡ προκληθεῖσα ἐν τῇ αἰθούσῃ
4768ταύτῃ καὶ ἀντικείμενον ἔχουσα τὰ γραφέντα ἐν τῷ τύπῳ
4769περὶ δικτατωρίας. Ἦτο βεβαίως ἀτομικὴ γνώμη τοῦ γρά-
4770ψαντος, ἀλλ’ ἀναξία πάσης προσοχῆς, διότι τοσαύτη εἶναι
4771ἡ στοργὴ πρὸς τὸ πολίτευμα ἡ ἐκδηλωθεῖσα ὑφ’ ὅλων τῶν
4772πολιτικῶν παραγόντων τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ, ὥστε οὐ-
4773δόλως ἠπόρησα διὰ τὴν διάψευσιν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
4774θυπουργοῦ μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως γενομένην. Ὅτε
4775τὸ ἔθνος διῆλθε τὸν χρόνον τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οὐδεὶς
4776ἐτόλμησε φανερῶς νὰ εἴπῃ τι κατὰ τοῦ πολιτεύματος,
4777ἠσθάνθη δὲ τοὐναντίον καὶ ἡ ἐπανάστασις τὴν ἀνάγκην νὰ
4778σεβασθῇ αὐτὸ ὡς πρῶτον ὅρον θέσασα τὴν ἀκεραιότητα
4779τοῦ πολιτεύματος, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι εἴτε
4780αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς εἴτε ἄλλος οἱοσδήποτε θὰ ἐτόλμα
4781νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολι-
4782τεύματος; Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῶμεν ὅτι ὁ
4783Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει ἀκράτων ἐλευθεριῶν,
4784ἀπὸ ἑξηκονταετίας καὶ πλέον, τὰς ὁποίας ἄλλοι μᾶλλον
4785αὐτοῦ προηγμένοι λαοὶ σήμερον μόλις κατέκτησαν διὰ
4786πολλῶν ἀγώνων, ἤθελεν ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάργησιν τῶν
4787ἐλευθεριῶν αὐτοῦ; Τοιαῦτα φρονῶν ὄχι μόνον δὲν ἠπόρησα
4788καὶ δὲν ἐθαύμασα, ἀλλὰ καὶ δικαιολογῶ τὴν ἀγανάκτησιν,
4789μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέψευσε τὰς φήμας
4790ταύτας ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
4791Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει κατὰ τοῦτο ἄδικον, ὅτι
4792ἐσφαλμένως νομίζει, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσιν,
4793ἔστω καὶ εἰς μονάδας ἀριθμούμενοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπε-
4794θύμουν νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον τῆς
4795ἀνορθώσεως, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε· διότι οὐδείς, ἐλ-
4796πίζω, ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα ἐπιθυμεῖ ὑπὲρ τὰ
4797συμφέροντα τῆς πατρίδος νὰ θέσῃ τὰ ἀτομικὰ αὐτοῦ συμ-
4798φέροντα, εἴτε πολιτικὰ εἴτε ἰδιωτικά. Πάντες ἔχομεν τὸν
4799αὐτὸν προορισμόν, νὰ συντελέσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ
4800κατορθωτὸν τοῦτο, νὰ δώσωμεν εἰς τὴν χώραν πολίτευμα
4801τελειότερον καὶ ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων πληρεστέραν.
4802Διαφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες ἐν-
4803ταῦθα, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι οὔτε τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν
4804ἔχουσι κακῶς, ὡς οἱ ἀφειδῶς κατηγοροῦντες παραδέχονται,
4805οὔτε ὅτι τὰ ἀληθῶς κακῶς κείμενα εἶναι τόσον εὔκολον νὰ
4806βελτιωθῶσιν, ὅσον ἡ ἀπειρία πολλῶν τὰ ἐνόμισεν, ὅσον ἡ
4807ἀπειρία πρὸ παντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ βαρυθυμοῦντος διὰ
4808τὴν κατάστασιν καὶ ἐπιθυμοῦντος τὴν ἀνόρθωσιν εὐκόλως
4809παρεδέχθη. Εὐτυχεῖς θὰ εἴμεθα, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς συντε-
4810λέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ πράγματα οὐχὶ ἐντελῶς,
4811ὡς νομίζουσιν οἱ εὔπιστοι, ἀλλ’ ἔστω νὰ τεθῶσιν ὑφ’ ἡμῶν
4812αἱ ἀπαρχαὶ τῆς βελτιώσεως, διότι αἱ βελτιώσεις δὲν ἔρ-
4813χονται εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὡς ἡ ἱστορία διδάσκει,
4814τοσοῦτον ταχέως.
4815Ὑπάρχει, ὅμως εἷς κίνδυνος ἐν τῇ καταστάσει, ἡ ὁποία
4816ἐδημιουργήθη, διότι τοσαῦτα ὑπεσχέθησαν οἱ κυβερνῶντες
4817ὅτι θὰ πράξωσιν ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ὥστε ὁ λαὸς ἐπι-
4818θυμεῖ νὰ ἴδῃ τὰς ὑποσχέσεις αὐτὰς ἐκπληρουμένας. Τὰς
4819νομίζει καὶ εὐκόλους καὶ ἴσως ἤδη καὶ ἐκπληρωθείσας. Ὁ
4820κίνδυνος ὑπάρχει, ὅταν ἴδῃ τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ διαψευδο-
4821μένας, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ διαψευσθῶσι τοὐλάχιστον καθ’
4822ὁλοκληρίαν. Ἐντεῦθεν λοιπόν, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολο-
4823γήσωμεν, ὅτι ἡ θέσις τῶν κυβερνώντων εἶναι εὐχερεστάτη,
4824ἀλλὰ συγχρόνως καὶ δυσχερεστάτη. Εἶναι εὐχερεστάτη,
4825διότι ὁδηγεῖ ὁλόκληρον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, διότι
4826καὶ ἡ ἐλαχίστη καὶ σχεδὸν ἄτονος μειονοψηφία ἄγεται
4827ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων πρὸς τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος
4828καὶ εἶναι ἑτοίμη νὰ συζητήσῃ καὶ οὐδέποτε νὰ παρακω-
4829λύσῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως καὶ δυσχερεστάτη,
4830διότι τὸ ἔργον εἶναι δυσχερέστατον, αὐτὸ δὲ τὸ ἔργον
4831καθ’ ἑαυτὸ εἶναι δυσκολώτατον, περιπλέκεται δὲ ὑπὸ περι-
4832στάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος εὑρίσκεται, τοσούτων ἐπι-
4833κινδύνων. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ ἐμβάλωσιν εἰς σκέψεις
4834βαθυτάτας καὶ καθημερινὰς τοὺς κυβερνῶντας, οἵτινες εὐ-
4835λόγως στενοχωροῦνται καὶ ἀδημονοῦσι μήπως παρεξηγη-
4836θῶσιν. Ἔχουσιν εἰς τοῦτο δίκαιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς μόνον τὴν
4837ἡμετέραν γνώμην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, καὶ ταύτην συμβου-
4838λευτικήν. Δίδομεν τὴν γνώμην καὶ τὴν συμβουλήν, ἐὰν
4839τοῦτο μᾶς ἐπιτρέπηται, νὰ μὴ ἐρεθιζώμεθα τοσοῦτον εὐ-
4840κόλως ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται, καὶ δι’
4841ἄλλους λόγους καὶ διὰ τὴν ἀπειρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
4842φων καὶ πρὸ πάντων διὰ τὸν διπλοῦν ἀριθμὸν τῶν Βουλευ-
4843τῶν. Αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐφ’ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, εἰς
4844τὰς ὁποίας τελευταῖος ἔλαβον δι’ ὀλίγον τὸν λόγον, δὲν νο-
4845μίζω ὅτι προήρχοντο ἐκ πνεύματος παρακωλυτικοῦ τῶν
4846ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· αἱ συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τῆς με-
4847ταρρυθμίσεως τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, πολλοὶ δὲ ἦσαν οἱ
4848ἁρμόδιοι νὰ συζητήσωσιν ἐξ ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ
4849πρὸ πάντων ἐκ πείρας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ συνετέλεσαν
4850εἰς τὴν εὐρεῖαν τοῦ θέματος συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ
4851Βουλὴ ἔχει ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ συζητήσῃ
4852ἀνέτως, ἐφ’ ὅσον τὰ τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶχον προσκομι-
4853σθῇ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή,
4854τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ τυγχάνω μέλος, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον
4855ἔδειξε προθυμίαν μεγάλην, ἀλλ’ ἔχει καὶ πᾶσαν δικαιολο-
4856γίαν μετὰ περισκέψεως βαδίζουσα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν
4857τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἐπῆλθε βραδύτης τις, τοῦτο προ-
4858έρχεται ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ κανονικὴ ἀνάπτυξις
4859τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ
4860θὰ ἠσχολεῖτο, θὰ ἦτο ἡ ἀκόλουθος κατὰ τοὺς ἡμετέρους θε-
4861σμούς, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ καὶ
4862ἀναθεωρήσῃ ἐκείνας μόνον τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις,
4863τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη Βουλὴ εἶχε καθορίσει ὡς ἀνα-
4864θεωρητέας. Τότε οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε δυσχέρεια, διότι θὰ
4865εἴχομεν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τὸ κείμενον. Οὐδεμία
4866ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶναι Συν-
4867τακτικὴ Βουλὴ περιωρισμένην ἔχουσα ἐξουσίαν, ὅτι δὲ τοι-
4868αύτη εἶναι, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πᾶσαι αἱ ἄλλαι Βουλαὶ δὲν
4869εἶχον τοιαύτην συντακτικὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὡρι-
4870σμένως καλεῖται, ὅπως ἐπὶ συντακτικῶν διατάξεων ἀπο-
4871φανθῇ. Ἀτυχῶς ὅμως ἐνταῦθα παρακαθήμεθα, ὅπως μετὰ
4872παρρησίας ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, συνεπείᾳ πρα-
4873ξικοπήματος. Τὰ πραξικοπήματα κατὰ τὴν ἔκβασιν αὐ-
4874τῶν δικαιολογοῦνται, ὅταν ἐπιτυγχάνωσι, καταδικάζονται
4875δὲ καὶ ὑπὸ τῶν παρόντων καὶ ὑπὸ τῶν μελλόντων, ὅταν
4876ἀποτυγχάνωσιν.
4877§260ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ τῶν παρόντων ὄχι.
4878§261Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Συμφέρον ἑπομένως ἔχομεν,
4879ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κοριν-
4880θίας Βουλευτής, πάντες καὶ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, ὅπως
4881ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος γένηται ὅσον τὸ δυνατὸν
4882τελεία, διότι τότε καὶ μόνον πάντες θὰ σεβασθῶσι τὰ
4883ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα ψηφιζόμενα. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον
4884προσωπικῶς οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
4885τὰ πολυμελῆ Σώματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνωνται
4886ἄλλως εἰμὴ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν μερίδων, ἐὰν
4887τοιοῦτοι ὑπάρχωσι, πρὸ παντὸς δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου.
4888Τὸ Ὑπουργεῖον ἀποτελούμενον ἀπὸ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θεω-
4889ροῦνται, τοὐλάχιστον κατὰ πρόληψιν, οἱ ἄριστοι ἐκ τῆς
4890κρατούσης πολιτικῆς μερίδος, εἰσηγεῖται τὰ θέματα εἰς
4891τὴν Βουλὴν καὶ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂν
4892δὲ τοῦτο συνέβη πάντοτε, πρὸ πάντων πρέπει νὰ συμβῇ
4893εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, διότι μεγάλαι εἶναι αἱ εὐ-
4894θῦναι, τὰς ὁποίας ὑπέχουσιν οἱ νῦν Ὑπουργοὶ ἀπέναντι τοῦ
4895ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον πολλὰ ὑπεσχέθησαν, ἐὰν
4896μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς
4897ὁποίας διατελοῦμεν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι
4898τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ὥστε τάχιστα πρέπει νὰ
4899ἀρξώμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων συντα-
4900γματικῶν διατάξεων, ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι, ὅτι πρέ-
4901πει νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
4902Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ εὑρίσκω οὔτε σκόπιμον οὔτε
4903ὀρθόν, διότι ὅσον χρόνον θὰ κερδίσωμεν συντέμνοντες τὴν
4904προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν συν-
4905ταγματικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὰς ἀναθεωρη-
4906τέας διατάξεις, διπλοῦν χρόνον θὰ ἀπολέσωμεν ἐνταῦθα συ-
4907ζητοῦντες διὰ μακρῶν ἐπὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων ἡ προεξε-
4908λεγκτικὴ τριακονταμελὴς ἐπιτροπὴ ἤθελε προλειάνει τὴν
4909λύσιν. Ἔργον λοιπὸν συνέσεως εἶναι, νομίζω, νὰ ἀφήσωμεν
4910τὰς εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυ-
4911βέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν τοῦ πολυμελοῦς τούτου
4912Σώματος, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούομεν πρὸς τὰ καθήκοντα
4913τῆς ἡμετέρας συνειδήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἔργον πατριωτισμοῦ
4914καὶ συνέσεως εἶναι, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα, οὔτε πρέπον εἶ-
4915ναι, νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα, νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς
4916τὰς συστάσεις τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ ἐπισπεύσωμεν, ἐφ’
4917ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου τούτου.
4918Ὅταν δὲ ἀποπερατώσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν καὶ μόνον
4919ἔργον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπερ εἶναι ἡ ἀναθεώρησις
4920τοῦ πολιτεύματος, τότε ἂς ἐπιληφθῶμεν κατὰ τὴν γνώ-
4921μην τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἀνορθωτικοῦ νομοθετικοῦ
4922προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως· θὰ ἔχῃ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ
4923ἡ Κυβέρνησις τὸν χρόνον, ὅπως προετοιμάσῃ τὴν ἐν γένει
4924ἐργασίαν καὶ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θέσῃ
4925ταύτην ὑπὸ τὴν κρίσιν της. Ἔχοντες δὲ περατωμένον τὸ
4926ἔργον ἡμῶν τὸ κύριον δυνάμεθα, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπι-
4927τρέπωσι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες, ἐὰν δὲ αἱ περι-
4928στάσεις δὲν ἐπιτρέπωσι, νὰ παύσωμεν συζητοῦντες. Ἐγώ,
4929Κύριοι, εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἐν ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ τὰ
4930πάντα ἐγένοντο· εἶχον πρὸ πάντων τὴν γνώμην ὅτι ἐν
4931ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ ζητοῦμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ
4932πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Οἱ σω-
4933φρονοῦντες ἐπισκευάζουσι τοὺς οἴκους αὑτῶν ἐν θέρει καὶ
4934μόνον οἱ μὴ προνοητικοὶ ἐπισκευάζουσι τοὺς οἴκους αὑτῶν
4935ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, χειμὼν δὲ εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία
4936ἔχει δημιουργηθῆ περὶ ἡμᾶς, καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερι-
4937κῶς, καὶ καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ σπεύσωμεν, ὅπως στε-
4938γασθῶμεν ἀνοικοδομοῦντες ὡς τάχιστα τὸ πολιτικὸν ἡμῶν
4939οἰκοδόμημα, τὸ πολίτευμά μας.
4940§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν
4941καὶ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρό-
4942τασιν·
4943«Ἡ Βουλὴ ὁρίζει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν παρεπέμφθη
4944τὸ σχέδιον ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος,
4945προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑ-
4946τῆς ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν
4947ὑπαγομένων εἰς τὸ περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων
4948κεφάλαιον».
4949Οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
4950σιν. (Ἐγείρονται ἀρκετοί).
4951Δὲν θεωρῶ σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν οὕτω τὴν γνώμην τῆς
4952Βουλῆς καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομα-
4953στικῆς κλήσεως.
4954(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν
4955ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κ. κ. Θ. Πετμεζᾶ καὶ Π.
4956Πετροπουλάκη.
4957Ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως οἱ ἑξῆς:)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4958Νικολ. Στράτος Ἐπ. Σουλτάνης
4959Νικολ. Χρυσόγελος Γεώργ. Ποῦλος
4960Ἀλέξ. Γρίβας Ἰωάν. Φαρμάκης
4961Σερ. Ψύχας Ἀντ. Ῥοντήρης
4962Παντ. Καρασεβδᾶς Ἀθαν. Τριγώνης
4963Ἰωάν. Καναβός Τριαντ. Παπαδάμ.
4964Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Θωμᾶς Σκάσης
4965Ἰωάν. Τσιγκολίτης Ἰάκ. Ἀβάζος
4966Στέφ. Γρανίτσας Δημ. Ζαμπᾶνος
4967Γεώργ. Ἰατρίδης Νικ. Καμπάννης
4968Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος
4969Ἰωάν. Χριστοδουλῆς Γεώργ. Γαϊτᾶνος
4970Ἰωάν. Ἀκρίδας Ἀντ. Ῥεβίνθης
4971Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Μᾶρκος Βαλληνδρᾶς
4972Ἐμμ. Ῥέπουλης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος
4973Ἀθ. Χριστόπουλος Ἰω. Μαμάκης
4974Γεώργ. ΠαπασπυρόπουλοςΔημ. Καΐρης
4975Γεωργαντᾶς Θρόνος Γεώργ. Φικιώρης
4976Γεώργ. ΠαρασκευόπουλοςΚωνστ. Μέρμηγκας
4977Ἀθ. Σωτηριάδης Γεώργ. Οἰκονόμου
4978Γερ. Νοταρᾶς Ν. Πετροπουλάκης
4979Δημ. Κούζης Παναγ. Πετροπουλάκης
4980Ἀνδρ. Σαρλῆς Ἰω. Ἀθηνογένης
4981Νικολ. Σακελλάριος Βασίλ. Μιχαλέας
4982Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἰω. Πατσουρᾶκος
4983Νικολ. ΔημητρακόπουλοςΧρ. Πετρέας
4984Ἀναστ. Βάρβογλης Πέτρ. Μαυρομιχάλης
4985Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Ἰω. Φουρίδης
4986Δημ. Πλαπούτας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
4987Δημ. Χηνιάδης Ἰω. Χρυσοβελώνης
4988Ἀθ. Πετρόπουλος Μιλτ. Μπουφίδης
4989Νικολ. ΤριανταφυλλάκοςἈγαμέμνων Σλῆμαν
4990Ἀθ. Κατριβᾶνος Γεώργ. Τσαξίρης
4991Ἰωάν. Πολίτης Γεώργ. Σχινᾶς
4992Ἀντ. Βούτσης Γεώργ. Δρίβας
4993Θεόδ. Γρηγορίου Κωνστ. Χρυσογοΐδης
4994Σπυρ. Σῖμος Γεώργ. Βλάχος
4995Ἐλ. Βενιζέλος Κωνστ. Γιαννακόπουλος
4996Κωνστ. Ῥακτιβάν Φίλ. Ζαρζάμπας
4997Μιλτ. Νεγροπόντης Χρ. Μωραΐτης
4998Τιμ. Ἡλιόπουλος Νικολ. Παπαϊωάννου
4999Μιχ. Γαλανός Κωνστ. Ζησόπουλος
5000Ἰωάν. Ἀθανασάκης Σπήλ. Ντολιόπουλος
5001Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Παναγ. Κασίμης
5002Κωνστ. Δεμερτζῆς Δημ. Κάβουρας
5003Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ἀντ. Πετρομανιάτης
5004Γεώργ. Σταμπάδος Πέτρ. Ἰατρόπουλος
5005Θεμ. Μιχαλόπουλος Γεώργ. Κορομηλᾶς
5006Δημ. Ἀνδρέου Δημ. Κανελλόπουλος
5007Ἐμμ. Κυπαρίδης Γεώργ. Σπηλιόπουλος
5008Ἀριστ. Σακελλαρίου Ἰωάν. Κουρτάκης
5009Νικολ. Σπηλιώτης Μεν. Πιπιλῆς
5010Σπυρ. Παπαχατζῆς Πέτρος Γκίνης
5011Σάββας Βαρβιτσιώτης Ἀλέξ. Διομήδης
5012Λουκ. Κουτσοπέταλος Ἀνδρ. Ἀναργύρου
5013Δημ. Λαζαρῆς Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς
5014Σπῦρος Θεοδωρόπουλος Ἀλέξ. Παπαποστόλου
5015Νικολ. Ῥούσης Δημ. Θεοδοσόπουλος
5016Σπ. Φορέστης Παυσ. Ζωγλοπίτης
5017Ὀθ. Τετενές Γεώργ. Ζούκας
5018Γεώργ. Μουσούρης Διον. Γκλαβᾶς
5019Σωκ. Ἄν. ΚαβαλλιερᾶτοςἈνδρ. Μιχαλακόπουλος
5020Θεόδ. Κοντομίχαλλος Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης
5021Λέων Ἐμπειρῖκος Κωνστ. Γόντικας
5022Σταμ. Βαφειαδάκης Ἰωάν. Βέρροιος
5023Περ. Γρυπάρης Πολ. Πολυχρονιάδης
5024Κων. Καλομενόπουλος Δημ. Μάρκου
5025Γεώργ. Κατσιμπίρης Παν. Μανωλίτσης
5026Σπήλ. Ἀγαπητός Σπυρ. Βλαντῆς
5027Ἀλέξ. Φωτήλας Χρ. Καποδίστριας
5028Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ἀνδρ. Κρητικὸς Βαρούχας
5029Θεόδ. Ψυχαληνός Σπυρ. Λάσκαρις
5030Γ. Παπακυριακόπουλος Βασίλ. Πουλιάσης
5031Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Κων. Ἀρβανιτάκης
5032Ἀνδρ. Καφετζόπουλος Διον. Βινιεράτος
5033Λουκ. Φλαμῆς Παν. Λιβιεράτος
5034Κωνστ. Πανοῦτσόπουλος Σπυρ. Ἰγγλέσης
5035Νικολ. Συριόπουλος Νικ. Χαριτᾶτος
5036Χρ. Κορύλλος Ἀνδρ. Μονοκροῦσος
5037Ξεν. Σταυρουλόπουλος Πέτρ. Βασιλόπουλος
5038Παν. Βουρλούμης Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
5039Ν. Ῥαφτόπουλος Νικ. Ἀλιβιζᾶτος
5040Χρ. Μεϊτάνης Κων. Σταμούλης
5041Διον. Πολυζωγόπουλος Γεώργ. Τάγιας Κρῖκος
5042Ἰω. Δογάνης Κωνστ. Παπακυρίτσης
5043Γ. Λαμπρινόπουλος Χρ. Καραζ
5044Γεώργ. Ἀβέρωφ Ἀλκ. Θανόπουλος
5045Νικολ. Σταματιάδης Νικολ. Γιουβρῆς
5046Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Κυρ. Κυριαζόπουλος
5047Νικολ. Ἀβέρωφ Ἰω. Τσιριμῶκος
5048Γεώργ. Μπένος Θεμ. Παπαϊωάννου
5049Νικολ. Κάραλης Ἰω. Γιδογιάννος
5050Δημ. Βάχλας Γεώργ. Συγγούρης
5051Γεώργ. Κοσδῖνας Κων. Δημοκωστούλας
5052Ἀποστ. Ἀποστολίδης Ἰωάν. Γραμματίκας
5053Μιχ. Σφακιανάκης Ἡρ. Βελλόπουλος
5054Πλούτ. Μαυρίκης Ἀθ. Χριστίδης
5055Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἐμμ. Παγκάρας
5056Κωνστ. Χατζάκος (Ἡρνήθησαν ψήφο οἱ ἐξὴς:)
5057Γεώργ. Γαζέπης Δημ. Καλλέργης
5058Ἰωάν. Λούντζης Θρασ. Πετιμεζᾶς
5059Δ. Κουλουμπάρδος Στεφ. Ν. Δραγούμης
5060Ἀναστ. Λούντζης Κωνστ. Ζαβιτσάνος
5061Διον. Κλάδης Λίνος Κογεβίνας
5062Νικολ. Παπαδᾶτος Λαυρέντιος Μαβίλης
5063Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Κωνστ. Κατηφόρης
5064Σπυρ. Χατζάρης
5065§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 212. 205 ὑπὲρ τῆς προτά-
5066σεως, 7 δὲ ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις
5067ἐγένετο δεκτή.
5068Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν
5069πρότασις περὶ προσθήκης εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἀναθεω-
5070ρητικῆς Βουλῆς διατάξεως ἀφορώσης εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ
5071κυβερνητικοῦ ἐλέγχου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
5072(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
5073Ἐπίσης πρότασις νόμου τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου περὶ δι-
5074ευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου «Κυρᾶς
5075Λαγκάδι». Ἐπίσης πρότασις 7 Βουλευτῶν περὶ ὑπαγωγῆς
5076τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐ-
5077φετείου Ἀθηνῶν.
5078(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
5079Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5080(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).