1911.02.02
2,495 rows · 19,324 words · 122 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19.
τῆς 2ας Φεβρουαρίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ.μ. παρόντων Βουλευτῶν 191, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως συλλογικῶς λάβωσι τὴν μέριμναν νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἀκόμη σήμερον δὲν ἐλάβομεν τὰ Πρακτικά, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκτυπωθῶσι ταῦτα, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν. Τοῦτο δευτέραν ἤδη φορὰν μᾶς συμβαίνει, καὶ δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μεριμνήσωσι καὶ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας διαταγάς. (Προσέρχονται εἶτα καὶ ὀμνύουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ οἱ κ. κ. Ἀνδρ. Μαρλᾶς καὶ Σ. Ἰγγλέσης.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ καταδίκου τῶν φυλακῶν Αἰγίνης Νικολάου Ζαρναβέλη ζητοῦντος χάριν. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἀναφορῶν. Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καλυβίων τῆς Τριχωνίας.
§3Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ χωρίον Καλύβια ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὸν λόγον, κεῖται εἰς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Ἀχελῴου ποταμοῦ. Ἕνεκα τῶν συνεχῶν καὶ ῥαγδαίων βροχῶν κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον καὶ πρὸς τούτοις ἕνεκα τῶν σφοδρῶν καὶ νοτίων ἀνέμων ὁ Ἀχελῷος ποταμὸς ἐξεχείλισε πλησίον τοῦ χωρίου. Διὰ τοῦ γενομένου ῥήγματος ἐξῆλθον τὰ ὕδατα, κατεκάλυψαν τὴν πεδιάδα ὅλην τὴν ἐσπαρμένην σίτου καὶ ἔμειναν ἐκεῖ στάσιμα ἐπὶ 10 καὶ πλέον ἡμέρας Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε πλήρης καταστροφὴ τῆς σιτοσπορᾶς. Οἱ κάτοικοι ἑπομένως παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτούς. Τοιαῦται θεομηνίαι ζημιοῦσι τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ ἄλλους κτηματίας καὶ ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δώρησιν τῶν σχετικῶν φόρων. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαρίσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἄλλο εἰσόδημα πλὴν τῆς σιτοσπορᾶς δὲν ἔχουσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἔγινεν ἡ πλήμμυρα αὕτη, ἔλαβε γνῶσιν. Οἱ κάτοικοι εἶχον ζητήσει νὰ τοῖς δοθῇ νέα σπορά, ἵνα καλλιεργήσωσιν, ἀλλ’ εἰς μάτην. Ἔμειναν λοιπὸν ἐφέτος ἄνευ καλλιεργείας. Προέβη ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἵνα προλάβῃ μελλούσας καταστροφὰς τοῦ ῥήγματος, καί, ὡς μανθάνω, οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ ὑπέβαλον ἔκθεσιν σχετικήν, ἡ ὁποία ὅμως καὶ αὕτη ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Καί, ἐὰν τὸ ῥῆγμα δὲν ἐπιτειχισθῇ καλῶς, βεβαίως θὰ ἔχωμεν νέας πλημμύρας καὶ νέας καταστροφάς. Πρὸ ἐτῶν εἶχεν ἐπέλθει ῥῆγμα, ἄνωθεν πρὸς τὴν αὐτὴν πλευράν, ἀλλὰ ἀρκτικώτερον. Ἦτο Ὑπουργὸς τότε ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐπιτοπίως μετὰ μηχανικῶν, παρετήρησε τὴν κατάστασιν καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἐγένετο ἡ μελέτη, τὸ δὲ ῥῆγμα ἐξησφαλίσθη διὰ στερεοῦ περιφράγματος, καὶ ἔκτοτε οὐδεμία πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐπῆλθεν ἐκχείλισις τοῦ ποταμοῦ. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβῇ πάλιν ὁ ἴδιος ἐπιτοπίως— τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι λίαν εὔκολα—νὰ ἀντιληφθῇ μόνος τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, διότι ὁ ποταμὸς Ἀχελῶος, ὅπως ἔχει σήμερον, εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τῶν καλλιεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πλησίον τῶν ἀκτῶν, καὶ ἕνεκεν τοῦ μακροῦ χρόνου, ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς τακτικῆς του κοίτης καὶ ὑπερπηδῶν τὰ προχώματα νὰ διέλθῃ ταῦτα καὶ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ὁ Ἀχελῶος ποταμός, κύριοι συνάδελφοι, ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἀρχαιότητα. Εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἐγένοντο ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα τοιαῦτα, ὥστε κατωρθώθη αἱ ἐκχειλίσεις νὰ παύσωσι καὶ αἱ ἀχανεῖς πεδιάδες κατακλυζόμεναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κατοίκων. Συνεβουλεύθην νόμισμα τῶν Ἀκαρνάνων, τὸ ὁποῖον εἶναι παραστατικὸν τῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐπὶ τῆς μιᾶς προσόψεως ἔχει μίαν κεφαλὴν τοῦ Ἀχελῴου μὲ δύο κέρατα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν μυθολογίαν παριστῶσιν ἀλληγορικῶς τὴν ταχύτητα τοῦ ῥεύματος καὶ ὑπομιμνήσκουσιν, ὅτι μετεβλήθη ὁ Ἀχελῶος εἰς ταῦρον, ὅπως καταπολεμήσῃ τὸν Ἡρακλέα.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐκ τῆς μυθολογίας εἶναι εἰλημμένον;
§5Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸ εἶδον εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν Ἱστορίαν τοῦ Δουρουή, ἥτις ἔχει τὸ νόμισμα καὶ ἔχει καὶ τὴν ἐξήγησιν. Ἰδοὺ τί ἔκαμον, Κύριοι, οἱ ἀρχαῖοι. Ὑπάρχουσι δύο πεδιάδες, μία πρὸς δυσμάς, ἡ Στρατικὴ λεγομένη πεδιάς, καὶ ἑτέρα λεγομένη Αἰτωλική. Αἱ δύο αὗται πεδιάδες ἔχουσιν ἀπεράντους γαίας καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων, καὶ ἐν τούτοις αὗται μένουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγονοι. Πρὸς τὴν Στρατικὴν ἐκτείνονται γαῖαι 120,000 στρεμμάτων, αἱ ὁποῖαι πρό τινων ἐτῶν κατακλυσθεῖσαι ὑπὸ τῶν ποταμῶν κατεστράφησαν. Ἐκεῖ πλησίον ὑπάρχει λίμνη, Μικρὰ Ὀζηρὸς ὀνομαζομένη, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Θουκυδίδην ἦτο ὁ ποταμὸς Ἄναπις, μετεσχηματίσθη ὅμως βραδύτερον εἰς λίμνην ἕνεκα τῶν ἐκχειλίσεων τοῦ ποταμοῦ. Ὅλαι αὗται αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσι πᾶσαι εἰς τὸ μέρος τοῦτο, εἶναι 120.000 στρεμμάτων, ὡς εἶπον, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἀχρησιμοποίητοι. Ἠδύνατο λοιπὸν εὐκόλως ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ ὀλίγης δαπάνης, νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ μέρος τοῦτο ἐγκαθιστῶσα τοὺς πρόσφυγας, καὶ μὴ δαπανῶσα χρήματα πρὸς ἐξαγορὰν κτημάτων ἰδιωτῶν. Ἐὰν ἐγίνετο πρόχωμα στερεόν, ὡς ἔπραξαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι, πρὸς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, τὰ ὕδατα δὲν θὰ ἐξήρχοντο πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, καὶ ἡ λίμνη Μικρὰ Ὀζηρὸς θὰ περιωρίζετο, αἱ δὲ ὑπ’ αὐτῆς καλυπτόμεναι γαῖαι θὰ ἀπεδίδοντο εἰς τὴν καλλιέργειαν. Τὴν αὐτὴν ἐργασίαν ἔκαμον καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρὸς τὸ μέρος τῆς Αἰτωλικῆς πεδιάδος. Ὁ ποταμὸς Ἀχελῷος, Κύριοι, εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους ποταμοὺς τοῦ Κράτους. Δὲν πλημμυρεῖ μόνον ἐκ τῶν βροχῶν, ἀλλὰ πλημμυρεῖ ἰδίως ὅταν πνέωσι νότιοι ἄνεμοι πρὸς τὰς ἐκβολάς, καὶ ἑπομένως τὰ ὕδατα ὀπισθοδρομοῦντα καὶ μὴ ἔχοντα διέξοδον κατακαλύπτουσι τὰς ὄχθας, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται πλήμμυρα. Τὸ ἓν ἐκ τῶν κεράτων, περὶ τῶν ὁποίων λέγει τὸ νόμισμα, εἶναι μία διακλάδωσις τοῦ ποταμοῦ, ἡ ὁποία ῥέει πρὸς τὴν πεδιάδα, καὶ ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρδευθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ νὰ καλλιεργῶνται αἱ γαῖαι. Τοιαύτη διακλάδωσις ἐγένετο πρὸς τὴν πεδιάδα τὴν Στρατικήν, ἐγένετο πρὸς τὸ μέρος τοῦ δήμου Παραχελωίτιδος, καθὼς καὶ πρὸς τὸν δῆμον Οἰνιάδος. Ὅταν τοιαύτη διακλάδωσις γίνῃ, τὰ ὕδατα περιορίζονται, καὶ ἑπομένως παύουσιν αἱ πλήμμυραι. Πρὸς τὸ χωρίον Καλύβια, πλησίον τοῦ ποταμοῦ, ὑπάρχουσι δύο λίμναι, ἡ τῆς Λυσιμαχίας καὶ ἡ τῆς Τριχωνίδος. Ἄλλοτε δ’ ἐγένετο μελέτη, ἥτις καὶ σῴζεται — ὑπενθυμίζω τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν — διὰ τὴν ἐκσκαφὴν μιᾶς τάφρου μεγάλης, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διωχετεύοντο τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Λυσιμαχίας πρὸς τὸν Ἀχελῷον ποταμόν. Ἡ μελέτη ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1898 ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ ἀρχηγείου τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχει χάρτης καὶ προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης. Ἐκ τῆς ἐκσκαφῆς ταύτης θὰ ἐπήρχοντο τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Λυσιμαχίας χυνόμενα εἰς τὸν ποταμὸν δὲν θὰ κατεκάλυπτον πλέον τὰς παραποταμίους γαίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον οὐσιωδῶς ἀποτελοῦσι τέλματα, προσβάλλοντα τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν καὶ θέτοντα ἐκποδὼν ἀπεράντους γαίας, τὰς ὁποίας ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῶν κατοίκων. Μία τοιαύτη ἐργασία θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα πρὸς τούτοις νὰ δώσῃ ἓν μέσον συγκοινωνίας εὐρυτάτης πρὸς τοὺς κατοίκους. Διὰ τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς τάφρου ταύτης διέρχεται ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀργυροκάστρου. Ἐὰν γίνῃ μία γέφυρα πρὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἑνώνει τὰς δύο λίμνας, τῆς Λυσιμαχίας καὶ τῆς Τριχωνίδος, θὰ δώσῃ συγκοινωνίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας Ναυπακτίας–Εὐρυτανίας, εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας καὶ εἰς ὅλην τὴν Μακρυνείαν. Τοιαῦτα ἔργα κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν μηχανικῶν, δὲν ἀπαιτοῦσι μεγάλας δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκειται περὶ δαπανῶν μεγάλων, προκειμένου περὶ μεγάλης ὠφελείας, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τούτων, καὶ ἐκ τοῦ περιφραγμοῦ τοῦ ὕδατος τῶν λιμνῶν, θὰ εὑρεθῇ εὐκόλως ἑταιρεία νὰ ἀναλάβῃ ταύτας, ἀρκεῖ τὸ Δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θὰ ὑποδείξω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν λίμνην τῆς Κωπαΐδος, νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ διὰ τὰς ἄλλας λίμνας. Ἤδη, προτοῦ ἄρξωνται τὰ ἔργα, διὰ μικρᾶς διαδικασίας, δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν κατακλυζομένων ἤδη ὑπὸ τῶν ὑδάτων, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο λιμνῶν καὶ τῆς πρὸς τὸν ποταμὸν διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων θὰ ἀποκαλυφθῶσιν. Αἱ δὲ γαῖαι αὐταὶ εἶναι τόσον πολλαί, ὥστε μία ἑταιρεία δύναται δι’ οὐχὶ μεγάλης δαπάνης καὶ διὰ τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ διὰ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, νὰ ἐξευρεθῇ λίαν εὐκόλως.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία ἡ δαπάνη;
§7Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι μεγάλη· πρόκειται περὶ ἐκσκαφῆς τάφρου δύο χιλιάδων μέτρων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μελέτην αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ μηχανικοί, καὶ νὰ φέρῃ καὶ τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων. Σημειώσατε, Κύριοι, καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι παρὰ τὰς λίμνας αὐτὰς ὑπῆρχον ἄλλοτε δάση περικαλλέστατα, μεγίστης ἀξίας, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν ὑλοτομίαν θὰ ἦσαν λίαν χρήσιμα. Τὰ δάση ταῦτα ἤρξαντο νὰ καταστρέφωνται οὐ μόνον ἐκ τῶν σιωπηρῶν ἀδειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον μέσα ὡς Βάνδαλοι καὶ κατέστρεψαν τὰ δάση ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καλλιεργείας, ἡ ὁποία γίνεται ἐκεῖ. Κατεστράφησαν ὅμως καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ὅτε ἐγένετο ἡ γραμμὴ ἀπὸ Μεσολογγίου εἰς Ἀγρίνιον, ἡ ὁποία ἐγένετο παραπλεύρως τῶν γεφυρῶν τοῦ Ἀχελώου, δὲν ἐλήφθη φροντίς, ὥστε νὰ γίνωσι γέφυραι πολλαί, ἵνα συγκοινωνῶσιν αἱ δύο λίμναι, ἀλλ’ ἀπέμεινε μόνον μία γέφυρα, ἵνα διευκολύνῃ τὴν ἐκροὴν τῶν ὑδάτων. Τὰ ὕδατα λοιπὸν πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος μένουσι στάσιμα, θερμαινόμενα, καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς μεγάλης θέρμης καὶ στασιμότητος καὶ ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων προσβάλλεται καὶ τὰ δάση ταῦτα καταστρέφονται. Ὅτε οἱ Τοῦρκοι ἔκαμον τὴν γέφυραν τοῦ Ἀχελώου, εἶχον 180 γεφύρας, δι’ ὧν συνεκοινώνουν αἱ δύο λίμναι. Ἡμεῖς θέλομεν διὰ μιᾶς μόνον γεφύρας νὰ ἀναπληρώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκον οἱ Ὀθωμανοὶ διὰ τῶν τόσων γεφυρῶν. Ἂν λοιπὸν γίνωσι γέφυραι πολλαὶ ἢ ἂν γίνῃ μία πολὺ μεγάλη γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα εὐκόλως νὰ κατέρχωνται ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην λίμνην, οὐ μόνον μέσα συγκοινωνίας θὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ καὶ τὰ δάση θὰ ἀναλάβωσι καὶ ἡ ὑγεία θὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὸν τόπον. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου, παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους τούτους καὶ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ φόρου τοῦ καθυστερουμένου, περὶ τοῦ ὁποίου κάμνουσι μνείαν εἰς τὴν ἀναφοράν των. Θὰ ὑπομνήσω δὲ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν τούτων εἶναι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι ὕψωσαν τὴν σημαίαν τοῦ Βενιζελισμοῦ. Ὥστε, καὶ διότι εἶναι πτωχοί, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κατοίκους τούτους.
§8Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θεωρῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐξήντλησεν, ἢ μᾶλλον ὑπερεξήντλησε, τὸ θέμα, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν πραγματικῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀντελήφθην μόνος μου μεταβὰς ἐκεῖ.
§9Λ. ΠΑΠΑΦΩΤΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἑνώνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐπίσης δέ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ συγκοινωνία εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ὑπάρχει, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸ χωρίον Σπολάϊτα τηλεφωνεῖον.
§10Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλυβίων διὰ τῆς αἰτήσεώς των ταύτης ζητοῦσι νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δύναται πρὸς στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐξετάζοντες τὴν αἴτησιν αὐτήν, νὰ σκεφθῶσιν ὅτι, ἀφοῦ ἡ πλήμμυρα ἐγένετο μετὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν τοῦ 1910, δὲν δικαιοῦνται οἱ κάτοικοι αὐτοὶ εἰς ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου, καὶ ἕνεκα τούτου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῶν Καλυβίων, διότι ὁ Ἀχελῶος ποταμὸς ἐξεχείλισε καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Πρέπει λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν των αὐτὴν καὶ νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θεωρῶν ταύτην ὡς χορήγησιν βοηθήματος πρὸς αὐτούς.
§11Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὄντως οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Καλυβίων ὑπέστησαν ἐκ πλημμυρῶν ἀνυπολογίστους ζημίας καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθῇ πρόνοια ἵνα δοθῇ εἰς αὐτοὺς βοήθημά τι ὑπὸ τύπον ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νομοθετικῶς. Ἐπίσης συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ κύριος Σουλτάνης.
§13Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω τὰς ζημίας καὶ καταστροφάς, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι Καλυβίων ἕνεκα τῆς πλημμύρας, ἡ ὁποία ἐγένετο τὸν Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Συνεπῶς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οὐ μόνον αἱ οἰκίαι τῶν κατοίκων κατεστράφησαν, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ κτηματικὴ κτῆσις ἐπεχώσθη ἐκ τῶν χαλίκων. Ἔργον λοιπὸν δικαιοσύνης θὰ εἶναι ὅπως εἰσαχθῇ νομοθετικὸν μέτρον καὶ ἀπαλλαγῶσιν οἱ κάτοικοι αὐτοὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἔργον προνοίας θὰ εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις διατάξῃ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ κακὸν εἰς τὸ μέλλον. Ἐλπίζω ὅτι θὰ εἰσακουσθῇ ἡ παράκλησις αὕτη τῶν κατοίκων, διότι εἶναι δικαιοτάτη.
§14Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ποιοῦμαι τὰς αὐτὰς εὐχὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§15Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κατὰ τὰς πλημμύρας ἐγένετο καταστροφὴ εἰς τὰς σποράς, διότι αἱ πλήμμυραι ἐγένοντο κατὰ τὸν Νοέμβριον, τὸν Νοέμβριον δὲ ὑπῆρχον αἱ σποραὶ τοῦ 1910–1911, ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι σποραί.
§16Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος δευτέραν σειρὰν νομοσχεδίων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσηγούμενος τοῦ ὅλου κυβερνητικοῦ προγράμματος ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ ἐσημείωσα ἐσχάτως. Τὰ ὑποβαλλόμενα ἤδη νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἀκόλουθα: 1) Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490 ἐδαφ. αʹ § 1 καὶ 530 ἐδαφ. αʹ § 2 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· 2) Περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· 3) Περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». Ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν γενομένην γενικὴν εἰσήγησιν ἀνέπτυξα ὅτι συνεστάθησαν ἤδη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τέσσαρες τοιαῦται ἐπιτροπαὶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, καὶ τὴν ῥιζικὴν ἀνακαίνισιν τῶν θεμελιωδῶν δικαστικῶν ἡμῶν νόμων, τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικονομίας. Διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου συνεστάθησαν αἱ τέσσαρες Ἐπιτροπαί, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νομοθετικῆς παρεμβάσεως, ὅπως κανονισθῇ ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων κατὰ τὸ προσῆκον μέτρον, ἀπαλλαγῶσι δὲ τῶν ἀβεβαιοτήτων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένα τὰ μέτρα, τὰ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος λαμβανόμενα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει εὐθὺς ἀμέσως διανεμηθῆ εἰς τὴν Βουλήν, συνημμένον ἔχον καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα. 4) Περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσάγονται μεταρρυθμίσεις τινές, τείνουσαι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, προσθέτως δὲ ἐκπληροῦται καὶ οὐσιώδη οἰκονομικὸν σκοπόν. Τὰ κυριώτερα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι πρῶτον ὁ νομοθετικὸς κανονισμὸς τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἔθους, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς περὶ τὰ δικαστικὰ πράγματα ἀσχολουμένους, καθιερώθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ὡς ἤδη ἔχουσι δὲν διατίθενται δι’ ὃν προορίζονται σκοπόν, γίνονται δὲ τοὐναντίον ἀφορμαὶ ἀδικιῶν καὶ παρεκτροπῶν, αἵτινες δὲν συνάδουσι πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διότι συμβαίνει δυστυχῶς, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες πραγματικῶς ἐργάζονται καὶ διὰ τοὺς ὁποίους προορίζονται τὰ κατὰ συνθήκην ἰσχύοντα ἀντιγραφικὰ δικαιώματα, νὰ εἶναι οἱ ὀλιγώτερα, ἢ οὐδόλως ἀπολαμβάνοντες· τὰ προϊόντα δὲ τῆς ἐργασίας αὐτῶν νὰ ἐκμεταλλεύωνται καὶ καρπῶνται ἄλλοι ἢ οὐδόλως ἢ ἐλάχιστα ἐργαζόμενοι. Τοῦτο ἐγένετο ἀντιληπτὸν εἰς πάντας τοὺς ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα, ἡ κοινὴ δὲ ἀγανάκτησις ἐκορυφώθη πρὸ πολλοῦ ἐναντίον τῆς τακτικῆς ταύτης. Συμβαίνει δυστυχῶς γραμματεῖς πολυμελῶν Δικαστηρίων νὰ δεκαπλασιάζωσι τοὺς κανονικοὺς αὑτῶν μισθούς, καθ’ ὃν χρόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐργάζονται, σχεδὸν οὐδὲν ἀπολαμβάνουσι. Τὸ νομοσχέδιον τείνει νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην, προστατεῦον τὴν ἐργαζομένην τάξιν τῶν δικαστικῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων ἀπέναντι τῶν ἐκμεταλλευομένων τὰ προϊόντα τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Στατιστική τις πληροφορία, τῆς ὁποίας τὰς λεπτομερείας καὶ τὰ στοιχεῖα θέλει ἰδεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν, ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνονται εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως ποσὰ θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 600.000 περίπου δραχμῶν ἐτησίως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ σήμερον ὑποβάλλομεν, τὸ ποσὸν τοῦτο διατίθεται ὑπὸ τοιαύτην διαρρύθμισιν. Τὸ ἥμισυ αὐτοῦ διανέμεται κατά τινας ἀναλογίας, εἰδικῶς ὁριζομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρὸς τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς τῶν Δικαστηρίων, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ περιέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα χρησιμεύσῃ καὶ τοῦτο ὡς εἷς ἐκ τῶν πόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἰς οὓς περιλαμβάνονται καὶ αὐτοί, οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι. Διὰ καταλλήλων διατάξεων διαρρυθμίζεται καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα ἡ προσήκουσα διανομή, λαμβάνεται πρόνοια περὶ μὴ καθυστερήσεως τῶν ἀντιγράφων, αἴρεται δὲ καὶ ἐκείνη ἀκόμη ἡ ἀταξία, ἡ ὁποία ἤδη, παρατηρεῖται περὶ τὴν προτεραιότητα τῆς παροχῆς τούτων, ἥτις καὶ ἀταξιῶν καὶ καταπιέσεων πολλάκις γίνεται πρόξενος. Δεύτερον σημεῖον τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου εἶναι διαρρυθμίσεις τινὲς ἀναγόμεναι εἰς τὰ τέλη· εἰς τὰ δικόγραφα τὰ εἰσαγωγικὰ δίκης, εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων καὶ εἰς τὰ χαρτόσημα τῶν προτάσεων ὅτι ἐπιβάλλεται γενικωτέρα τις μεταρρύθμισις τοῦ ὅλου συστήματος τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, πληροῦσα τοὺς ὅρους τῆς ἰσότητος καὶ καταλογίζουσα τὰ τέλη εἴτε ἐπὶ τῶν ὁριστικῶν καὶ τελεσιδίκων ἀποφάσεων, εἴτε ἄλλως, πάντοτε ὅμως ἀναλόγως τοῦ ἀντικειμένου τῆς δίκης, διαρρύθμισις ἐνδεικνυομένη ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, γενομένη δεκτὴ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, κυρωθεῖσα δὲ καὶ ἐν ταῖς ξέναις νομοθεσίαις, ἰδίως δὲ ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀτυχῶς ὅμως ὑποχρεώσεις διεθνεῖς δὲν ἐπέτρεπον εἰς ἡμᾶς ἐν τῷ παρόντι τοιαύτας ῥιζικὰς μεταβολάς, μονομερῶς λαμβανομένας. Ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον αὐτοβούλως νὰ ἐνεργῶμεν, πρέπει πᾶσαι αἱ νομοθετικαὶ τάσεις καὶ μεταβολαὶ νὰ βαδίζωσι πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ὅπως ἀποκαταστήσωσιν ἰσότητα ἢ λογικήν τινα ἀναλογίαν ἐν τῇ κατανομῇ τοῦ φόρου τούτου. Ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ ἐλάχιστα εἶναι τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξεδηλώθη ἡ νομοθετικὴ ἀντίληψις ὑπὸ τοιούτων ὁδηγουμένη ἰδεῶν, κυριώτερον δὲ ἡ θεσπιζομένη διαφορὰ τῶν τελῶν μεταξὺ τῶν εἰρηνοδικειακῶν, τῶν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων. Κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν ἤδη εἰσάγομεν ὑπὸ τοιούτου ἐμφορούμενοι πνεύματος, ἀγωγαὶ ἢ ἄλλα δικόγραφα εἰσαγωγικὰ δίκης, τῶν ὁποίων τὸ ἀντικείμενον ὑπερβαίνει τὴν ἀξίαν τῶν 10,000 δραχμῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν 50,000 δραχμῶν, ὑποβάλλονται εἰς πρόσθετον τέλος ὁριζόμενον εἰς δραχμὰς 10. Ἀγωγαὶ δέ, τῶν ὁποίων τὸ ἀντικείμενον ὑπερβαίνει τὰς 50,000 δραχμάς, ὑποβάλλονται εἰς τέλος δραχμῶν 50, αὐξανόμενον καθ’ ὡρισμένην κλίμακα ὁριζομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τοιουτοτρόπως δὲν πληροῦμεν μόνον κατάδηλον ἀρχὴν ἰσότητος ὑπὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην, ἀλλ’ ἀνταποκρινόμεθα ἔν τινι μέτρῳ καὶ εἰς τὴν καθολικὴν εὐχήν, τοῦ κολασμοῦ τῶν ὑπεραπαιτήσεων ἢ τῶν προπετῶν κρισολογιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐξοκέλλουσιν οἱ ἐνάγοντες, ὡς δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ περὶ τὰ δικαστικὰ ἀσχολούμενοι, παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ συνήθεια αὕτη ἔχει λάβει καταπληκτικὰς διαστάσεις. Πάντοτε σχεδὸν τὸ διὰ τῆς ἀγωγῆς ζητούμενον ποσὸν εἶναι πολλαπλάσιον τοῦ ἀληθῶς ὀφειλομένου, ἰδιαίτατα δὲ προκειμένου περὶ ὡρισμένων τάξεων ἐναγομένων, οἷον τοῦ Δημοσίου, ἑταιρειῶν καὶ λοιπῶν, ἀναβιβάζονται εἰς μυθώδη πολλάκις ποσὰ καὶ ὅπερ πολλαχῶς δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπικίνδυνον. Τρίτον σημεῖον τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἐκθέσεων τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων. Διαρρύθμισιν καθ’ ἣν ἡ ἐξέτασις πλειόνων τῶν τριῶν μαρτύρων ὑποβάλλεται εἰς ἴδιον τέλος γραφῆς, διαβαθμιζόμενον καθ’ ὡρισμένην κλίμακα καὶ εἰσπραττόμενον πάλιν δι’ ἐπικολλήσεως τοῦ ἐνσήμου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συντάσσονται αἱ ἐκθέσεις τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων. Ἕτερον τέλος σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου ἀνάγεται εἰς βαθμιαίαν τινὰ αὔξησιν τοῦ τέλους τῶν προτάσεων, ὁσάκις αὗται ὑπερβαίνουσιν ἀριθμόν τινα φύλλων εἰδικῶς ὁριζόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀναλόγως τοῦ Δικαστηρίου εἰς ὃ ὑποβάλλονται. Βεβαίως θὰ ἦτο ἄσκοπον, οὐχὶ δὲ ἴσως καὶ ἄγαν ὑπηρετικὸν εἰς διάγνωσιν τοῦ πράγματος, ἂν ἐπέμενον καὶ τὰς παραιτέρω λεπτομερείας νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια ἔχουσιν ἤδη ἐκτυπωθῆ καὶ μετὰ μικρὸν θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς χεῖρας τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§17ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ χαρτόσημον τῶν δικῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν, αὐξάνεται. Τὸ χαρτόσημον τῶν δικῶν, ὧν τὸ ἀντικείμενον εἶναι μικρότερον, μειοῦται;
§18Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη συστηματικωτέρα διαρρύθμισις, τὴν ὁποίαν λόγοι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς μας καθιστῶσιν ἀδύνατον.
§19Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν αὐξάνηται ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, νομίζω ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἔρχεται εἰς κἄποιαν συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μειοῦνται ἀλλαχοῦ.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ ἐπιμένητε εἰς τοιοῦτο ζήτημα. Εἶπον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὥστε νὰ καταστῇ ἀντιληπτόν, ἄνευ περαιτέρω ἐξηγήσεων, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου λαμβάνεται ἡ προσήκουσα πρόνοια, ὅπως ἀπομένῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει ἐκ τῶν εἰσαγομένων μεταρρυθμίσεων. Παρακκλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνας ταύτας τὰς ἐξηγήσεις· θέλει δὲ πεισθῆ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσιν. Τὸ τελευταῖον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγόρων. Ἡ φύσις τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἡ εὐρεῖα τάξις, τῆς ὁποίας τὸν κανονισμὸν τῶν συμφερόντων ἀφορᾷ, ἡ ποικιλία τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ κανονίσῃ, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτείνω ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν διατάξεων αὐτοῦ, κατά τε τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας του. Πρὸς τοῦτο, μετὰ τὴν ἔρευναν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνταῦθα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων, ἐνόμισα ὅτι χρήσιμον θὰ ἦτο εἰς διάγνωσιν ἰδίως τῶν ἐν τοῖς καθέκαστα κοινωνικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδαμῶς ἀπίθανον νὰ διέφυγον τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν γνῶσιν ἡμῶν, νὰ ἀπευθύνω ἔγγραφον πρὸς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ παρακαλέσω τούτους, ὅπως μοὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐπ’ αὐτῶν γνώμας των. Ἀτυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ηὐτύχησα νὰ τύχω ἀπαντήσεων ἢ παρ’ ἑνὸς καὶ μόνου, ἴσως διότι δὲν ἐδόθη εἰσέτι ἐπαρκὴς χρόνος πρὸς ἔρευναν τοῦ νομοσχεδίου. Θέλω δὲ ἐπιμεληθῆ εὐθὺς ὡς ἤθελον ὑποβληθῆ τὰ πορίσματα τῶν συλλόγων νὰ ὑποβάλω τὰ συμπεράσματα καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀπαντήσεις αὐτῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εὐχάριστον εἶναι ἐν τούτοις, ὅτι πληθὺς εἰδημόνων ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ· Θὰ εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ ἐνταῦθα παραπεμπόμενον τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν νὰ ὑποστῇ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποκαλύψῃ τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας ἐλλείψεις, θὰ φέρῃ εἰς φῶς σχέσεις κοινωνικὰς καὶ ἐπαγγελματικὰς ἀγνώστους ἴσως εἰς ἡμᾶς, καὶ θὰ συντείνῃ εἰς τὸ νὰ ἀποκαταστήσῃ ὅσον οἷόν τε ἄρτιον νομοσχέδιον κεκλημένον νὰ πληρώσῃ μεγάλην, τονίζω τὴν λέξιν, πολιτειακὴν καὶ δικαστικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνάγκην. Ἤθελον ἑπομένως ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ πρὸς ἔλεγχον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§21Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Αὐτὸ μόνον;
§22Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον αὐτό· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἀφορμὴν δὲ λαμβάνων ἐκ τῆς διακοπῆς ταύτης νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος οὐχὶ νὰ προσθέσω τι, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς τὰς σκέψεις ἐκείνας καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν της, καθ’ ἣν ἑσπέραν εἰσηγήθην τὸ σύνολον τοῦ νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Εἶπον ὅτι ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων ἀποτελεῖ μέτρον οὐχὶ αὐτοτελὲς καὶ καθ’ ἑαυτὸ καὶ μόνον ἐξεταστέον, ἀλλὰ μέτρον καὶ στοιχεῖον ἑτεροτελές, στοιχεῖον ὁλοκληρωτικὸν τοῦ ὅλου συστήματος ἡμῶν. Δὲν μὲ λανθάνει ἡ μνήμη οὔτε ἀγνοῶ τίνες ἦσαν αἱ ἀρχαί, αἵτινες ἀπὸ πολιτικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς ἀντιλήψεως ἐκράτησαν ἄλλοτε παρ’ ἡμῖν εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι νομοσχέδια ἐκπροσωποῦντα τὴν νομοθετικὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων, καθίσταντο ἐν τῇ Βουλῇ κείμενα ἐρεύνης καὶ ἐλέγχου ἐμπνεομένου ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ μόνον τῶν ἀντιπολιτευομένων μερίδων. Δὲν ἀγνοῶ δὲ ὅτι συνέβαινε διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης νὰ νομοθετῇ μὲν ἡ Κυβέρνησις, νὰ κυβερνᾷ δὲ ἡ Βουλή. Ταῦτα πάντα δὲν ἀγνοῶ, ὡς δὲν ἀγνοεῖ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος δὲν μετέσχε μὲν σωματικῶς εἰς τὰ ἑκάστοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνέδρια, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος παρηκολούθει τὴν ζωὴν καὶ τὴν κίνησιν καὶ τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ἀρχαὶ πολιτικαὶ καὶ κοινοβουλευτικαὶ τοιαῦται δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ πολιτικὸν κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὑπὸ τοιούτων δὲ ἀγόμενος σκέψεων καὶ ἀρχῶν, εἶπον, καταλήγων τὴν εἰσήγησιν ἐκείνην, ὑπὸ τίνας ὅρους ἐνόουν καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος πάντων ἐν γένει τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἐκπροσωπεῖ τὴν νομοθετικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει τῆς δικαιοσύνης, πολιτικὴν ἀποτελοῦσαν ὁλοκληρωτικὸν στοιχεῖον καὶ ἑτεροτελὲς τοῦ ὅλου κυβερνητικοῦ προγράμματος. Εἶπον ὅτι ἀγόμενος ὑπὸ ἄλλων ἀντιλήψεων κοινοβουλευτικῶν καὶ κυβερνητικῶν οὐ μόνον στέργω, ἀλλὰ καὶ παρακαλῶ καὶ ἐπιθυμῶ τὰ προβαλλόμενα νομοθετήματα νὰ κατασταθῶσιν ὑποκείμενον ἐλέγχου, ἀναπτύξεως καὶ συζητήσεως εὐρείας, ὅπως τὴν τελευταίαν αὐτῶν βάσανον ὑφιστάμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατασταθῶσιν ὡς οἷόν τε τελειότερα. Καίτοι ὑπέστησαν ταῦτα πολλαπλᾶς καὶ ἐπανειλημμένας βασάνους, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι κατεστάθησαν τέλεια. Ἀλλ’ ἔτι πλέον· δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι δυνατὸν κεφάλαια μελέτης καὶ πείρας, ἅτινα συγκεντροῦνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ θεωρηθῶσιν ἄχρηστα καὶ ἡ συνεργασία αὐτῶν ὡς περιττεύουσα διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν νομοσχεδίων. Ὑπὸ τοιούτων ἑπομένως ἀγόμενος σκέψεων, ὑπὸ σκέψεων πολιτικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ σκέψεων σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος τούτου, παρεκάλεσα, ὅπως πᾶσα συζήτησις, πᾶς ἔλεγχος, πᾶσα τροπολογία ὑποβληθῇ εἰς τὰ νομοσχέδια, ἵνα παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν ἐπωφεληθῶ ἐξ αὐτῆς καὶ βελτιώσω ταῦτα. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, πάντοτε δέ, ὡς μέχρι σήμερον, θέλω παρακολουθεῖ μετ’ ἐπιστασίας καὶ μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις καὶ τὸν ἔλεγχον ἐξ οἱασδήποτε μερίδος προερχόμενον· προσφιλέστερος βεβαίως εἶναι ὁ προερχόμενος ἐκ τῶν πολιτικῶς φιλικῶς διακειμένων τάξεων, ἀλλὰ βεβαίως ἐξ ἴσου εὐπρόσδεκτος θέλει εἶναι πᾶς ἔλεγχος ἐξ οἱασδήποτε πολιτικῆς ἀντιλήψεως καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως ὑπαγορευόμενος. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἔλεγχος τείνων εἰς βελτίωσιν νομοθετικῶν μέτρων, τὴν βελτίωσιν τῶν ὁποίων πάντες μέν, πρωτίστως ὅμως, ἕνεκα τοῦ μεγέθους τῆς ἰδίας εὐθύνης, συμφέρον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ. Ὑπὸ τοιαύτην συζήτησιν καὶ ὑπὸ τοιοῦτον ἔλεγχον θὰ καθίσταται πάντοτε δυνατὸν εἰς ἐμὲ μετὰ τὸ πέρας νὰ ἐξηγῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας θεωρῶ βελτιούσας τὰ νομοσχέδια, τίνες, ἐκεῖναι αἱ τροποποιήσεις, αἵτινες μὴ ἀναιροῦσαι τὸν σκοπὸν συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν καὶ γίνονται δεκταί, καὶ τίνες κρίνονται ὑφ’ ἡμῶν ὡς οὐχὶ σκόπιμοι. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὅμως νομίζω, Κύριοι, ὅτι περατοῦται τὸ ἔργον τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀκαδημαϊκῶν διαφωνιῶν. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου αἱ ὑπάρχουσαι διαφωνίαι εἶναι διαφωνίαι καθαρῶς ἐπιστημονικαί· εἶναι διαφωνίαι, ἀντιλήψεων τείνουσαι εἰς σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῶν νομοσχεδίων. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι διαφωνίαι, ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῶν ὑποβαλλομένων γνωμῶν καὶ τροπολογιῶν, παύουσιν οὖσαι ἐπιστημονικαὶ διαφωνίαι, προσλαμβάνουσι δ’ ἀναγκαίως σημασίαν πολιτικήν, καὶ ἔχουσιν ἀναγκαίως συνεπείας πολιτικάς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ Βουλή. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει ταύτην νὰ ἀκούσῃ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θέλω δώσει ἐπὶ τοῦ πράγματος. Εἶπον ὅτι ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων ἑκάστοτε γνωμῶν καὶ τροπολογιῶν θὰ ἐπιφυλάξω πάντοτε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ τίνας θεωρῶ ὑπηρετικὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τίνας δὲ θεωρῶ ἀντιπιπτούσας πρὸς τοῦτον. Καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον νομίσει ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θέλω ἀποδεχθῆ· καὶ τοῦτο, οὐχὶ διότι νομίζω ὅτι ἡ ἐμὴ κρίσις ἦτο δυνατὸν νὰ κατασταθῇ μέτρον τῆς καθόλου κρίσεως· οὐχὶ διότι νομίζω ὅτι τὰ νομοσχέδια θὰ ἦσαν πάντως ἀλάθητα καὶ ὅτι ἡ ἐμὴ περὶ αὐτῶν γνώμη θὰ ἦτο ἡ καλλιτέρα τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἤθελε τυχὸν ἐκδηλώσει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ διότι πάντως προκειμένου περὶ διαφορᾶς γνώμης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντιπίπτει εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις, εἰς τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ αὕτη τὴν εὐθύνην τῶν γνωμῶν ἐκείνων, περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ὁποίων δὲν ἤθελε τυχὸν πεισθῆ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ διαφωνία εἶναι βεβαίως δυνατή. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα κυρίαρχον ἐπιβάλλει τὴν ἰδικήν της καὶ ἐπιφέρει τὴν τελικὴν καὶ ὁριστικὴν κρίσιν. Ἡ διαφωνία ὅμως αὕτη εἶναι καθαρῶς πολιτική, καὶ ἐπάγεται ἀναγκαίως πολιτικὰς συνεπείας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§23Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐπὶ τῶν υἱοθετηθέντων ἔργων ἢ ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν ὑποβληθέντων τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως;
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔδωκα τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι προσήκουσιν, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἐπιτρέπει νὰ καταρτίσω τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ δικηγόρων.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταρτίζω πολυμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ δώδεκα μελῶν ἐξαιρετικῶς, διότι εἶναι καὶ τὸ ἀντικείμενον σπουδαῖον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ὑπὸ τῶν κ. κ. Κ. Ῥακτιβάν. Ἰω. Τσιριμώκου, Ἰω. Βερροίου, Π. Κασίμη, Π. Ἰατροπούλου, Δ. Γκλαβᾶ, Ν. Καμπάνη, Ἰω. Ἀκρίδα, Γ. Πούλου, Κ. Γόντικα, Δ. Οἰκονόμου καὶ Ἀ. Σκιαδαρέση. Ὁ κ. Ἰω. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 81032 ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§28ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ἐλησμόνησεν, ὅτι προχθὲς μόλις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν στρεφόμενος πρὸς τὸ ὡρολόγιον τῆς αἰθούσης μᾶς ὑπέδειξε καὶ μᾶς ἐτόνισεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων καταναλίσκεται χρόνος πολύτιμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαιότατος διὰ τὰς παρούσας ἐθνικὰς περιστάσεις! Οὐδεὶς ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτεινώμεθα πρῶτον εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς δι’ ἑκάστην ἐπερώτησιν, καὶ μετὰ ταῦτα, ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ ἐπερωτῶμεν. Ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον ἴσως καὶ ἐγὼ ἐθεώρησα ὀρθόν, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, προκειμένου περὶ ἁπλῆς ἐρωτήσεως, νὰ καταφύγω πρὸ τοῦ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως μιᾶς ἐγκυκλίου ὑπ’ ἀριθμὸν 81032 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸ βῆμα. Συνεπῶς ἐγὼ δὲν θὰ χαρακτηρισθῶ ὡς κωλυσιεργός, οὔτε τὸ ὡρολόγιον θὰ δειχθῇ εἰς ἐμέ.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πότε σᾶς παρέπεμψα εἰς τὸ βῆμα;
§30ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Χθές.
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας καὶ νὰ ἐρωτήσω τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὄχι νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα προκειμένου περὶ ἐρωτήσεως ἁπλῆς. Ἂν θέλητε ὅμως νὰ μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν, τότε εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσητε. Ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου περὶ ἐρωτήσεως, πρέπει νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐρώτησίν σας.
§32ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν εἶχον ὑποβάλει τὴν προηγουμένην ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Θέλω ὅμως νὰ δικαιολογηθῶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουσι πολύτιμον χρόνον διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 81032 ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἐπεξηγεῖ προτέραν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως «εἰκοσάμηνον πραγματικὴν ὑπηρεσίαν». Οἱ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1906 ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως κληθέντες καὶ ὑπηρετοῦντες ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου 1909 μέχρι πρώτης Νοεμβρίου 1910, συμπληρώσαντες δηλαδὴ τεσσάρων καὶ δέκα μηνῶν ὑπηρεσίαν πραγματικήν, ἀπεσπάσθησαν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐξακολουθοῦσιν ὅμως νὰ εἶναι στρατιῶται, διότι δὲν ἀπηλλάγησαν, ἀλλ’ ἀπεσπάσθησαν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἤδη ὅμως καλοῦνται διὰ τῆς ῥηθείσης ἐγκυκλίου νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ πράξῃ τοῦτο, καίτοι αὐτὸ ἀντιστρατεύεται καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ φυσικὸν δίκαιον. Ἐγὼ ὅμως ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Διατί αὐτοὶ δὲν ἀπολαμβάνουσι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ 1906; Διότι ἐκεῖνοι ὑπηρέτησαν δέκα τέσσαρας μῆνας, αὐτοὶ δὲ θὰ ὑπηρετήσωσιν εἰκοσάμηνον πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἔμειναν εἰς τὰς ἑστίας των. Πρὸ τούτου ὅμως ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ: ὁ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως ἀφυπηρετῶν ἀποσπᾶται εἰς τὴν ἑστίαν του, ἢ μεταβαίνει εἰς τὴν ἐφεδρείαν τῆς ἡλικίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει; Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι, ἂν ἀποσπᾶται εἰς τὴν ἑστίαν του, εἶναι στρατιώτης, καὶ ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν καλέσῃ οἱανδήποτε στιγμὴν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου ἐρωτῶ, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κληρωτοῦ τοῦ 1906 ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως ὑπηρετοῦντος κατὰ τὸ 1909 καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἀπελύθη, καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρετεῖ, κληθῇ καὶ ἡ ἡλικία τοῦ 1906, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, τί θὰ γίνῃ δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Ποῦ θὰ καταταχθῇ αὐτός; Εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ 1909 ἢ τοῦ 1906; Ἐὰν προτοῦ ἀφυπηρετήσῃ πέντε ἡμέρας ἡ ἡλικία του ἐξαιρετικῶς κληθῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπηρετῇ; Διότι, ἂν μεταβῇ εἰς τὴν ἐφεδρείαν τῆς ἡλικίας του καὶ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ διετὲς διάστημα τῆς θητείας του, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῇ. Ἐὰν ὅμως ἀποσπᾶται εἰς τὴν ἑστίαν του, βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου. Οἱ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως κληρωτοὶ ὑπηρετοῦντες ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀπογραφήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον τότε καὶ ὄχι εἰς τὴν ὁποίαν ἔρχονται νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, εἶναι τοῦτο. Τοῦ νῦν ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου ὁρίζοντος, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ πραγματικὴ πρέπει νὰ εἶναι εἰκοσάμηνος, μετὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ἄνευ ἀποδοχῶν τοὺς κληρωτούς, οἱ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως προηγουμένων ἀπογραφῶν ὑπηρετοῦντες μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1910, αὐτοὶ ὑπηρετοῦσιν εἴκοσι μῆνας, ἢ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ἄνευ ἀποδοχῶν, μετὰ συμπλήρωσιν ὑπηρεσίας δεκατεσσάρων μηνῶν; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως ὑπηρετοῦντες νῦν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συγχρόνου στρατολογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος δημοσίας τάξεως καὶ ἐφαρμόζεται ἐπὶ πάντων. Ἐὰν δὲ οἱ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸ καθεστὼς στρατολογικοῦ νόμου ὁρίζοντος, ὅτι μετὰ εἰκοσάμηνον ὑπηρεσίαν δύνανται οἱ κληρωτοὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἐννοεῖται κάλλιστα, ὅτι οἱ ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τοῦ συγχρόνου νόμου. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ποινή, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ αὐστηρότερος νόμος δὲν ἐφαρμόζεται. Ἐάν, ὅταν προσέρχηται νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ στρατιώτης, ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ὃν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστῇ στρατιώτης ἱκανός, ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας εἶναι, ὅτι ἀπαιτεῖται μακρότερος χρόνος ὑπηρεσίας, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συγχρόνου νόμου. Συνέβη δὲ καὶ τοῦτο. Ὑπηρέτησάν τινες ἐπὶ δεκαοκτάμηνον μόνον, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ δεκαοκταμήνου ἀπεστάλησαν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐγεννήθη δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο: μήπως καὶ αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ κληθῶσι, διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὸ εἰκοσάμηνον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν σκέπτεται νὰ ζητήσῃ διὰ νομοθετικῆς προνοίας, νὰ θεωρήσῃ τὴν δεκαοκτάμηνον ὑπηρεσίαν ἐπαρκῆ. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς χθὲς πρότασις Βουλευτοῦ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§35Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περιμένετε νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοθετικὸν μέτρον, καὶ τότε συζητοῦμεν.
§37Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῇ ἐξήγησις διὰ τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπως συμπληρώσωσι τὸ δεκαοκτάμηνον, ὑπάγονται καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§39Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, Κύριοι, καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πᾶσα συζήτησις οὐ μόνον περιττεύει, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὀχληρά. Δέχομαι καὶ συμφωνῶ ὅτι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, προσθέτω δὲ ἀκόμη ὅτι καὶ οἱ καιροὶ χαλεποί. Συμμεριζόμενος πάντα ταῦτα καὶ ἔχων πλήρη συναίσθησιν τῆς ἐνταῦθα ἀποστολῆς μου, δηλῶ ὅτι ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο, οὐχὶ ὁρμηθεὶς ἀπὸ τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον τῆς δημοκοπικῆς ῥεκλάμας, ἥτις μαίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ μᾶς παρακωλύει πᾶσαν σοβαρὰν ἐργασίαν, ἀλλὰ διότι φρονῶ ὅτι ἀμφότερα τὰ ζητήματα, περὶ ὧν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἶναι τοιαύτης φύσεως καὶ σπουδαιότητος, ὥστε νὰ ἐπισύρωσι τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως εὐμενῶς μὲ ἀκούσωσιν εἰς ὅσα θὰ εἴπω. Καὶ ἤδη, Κύριοι, πρὸς οἰκονομίαν χρόνου, εἰσέρχομαι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἀφήνων τὰ λοιπά, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει, πρὸς δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ ἐξιστορήσῃ τὰς διαφόρους σιδηροδρομικὰς συμβάσεις. Εἰς τὸν νομομηχανικὸν Στράτον, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, οὐδεμίαν ἔχει συγγένειαν μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ μελέτη τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου ἔργου. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία, Κύριοι, ἐγένετο ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὸ θεαθῆναι. Καὶ ἐδόθη εἰς τὸν κ. Στράτον τὸν νομομηχανικὸν ἡ μελέτη τῆς ἐργασίας ταύτης, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν εἰδικότητα, καὶ ἐδόθη καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τμῆμα κατασκευῆς καὶ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων. Ἐάν, Κύριοι, τὸ ἔργον δὲν ἐξετελέσθη μέχρι σήμερον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ἥτις ἐπιζητεῖ καὶ ἐπιδιώκει νὰ εὕρῃ εὐνοϊκὰς περιστάσεις νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, ὅπως αὐτὴ θέλει. Ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ προέτεινεν εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, αὕτη ἀπήντησεν ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν ἀντὶ 14.000.000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι σιδηρόδρομοι στενοί, ὡς εἶναι ὁ σιδηρόδρομος Τριπόλεως–Σπάρτης, ἑνὸς μέτρου πλάτους, δὲν τιμῶνται περισσότερον ἀπὸ 70.000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην δὲν εἶναι περισσότερα τῶν 75 χιλιομέτρων, ἄρα τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ στοιχίσῃ περισσότερον τῶν 5.500.000 δραχ. Καί, διὰ νὰ πεισθῆτε, Κύριοι, μεθ’ ὁποίας σατανικῆς μεθόδου ἐργάζεται μία περιώνυμος ἐν Ἀθήναις σπεῖρα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὴν σύμβασιν τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης. Καὶ τώρα ἀκούσατε τί κελεύει ἡ ἑταιρεία Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου. (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 7. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην μετὰ ἢ ἄνευ προεκτάσεως μέχρι Γυθείου, ἡ κατασκευὴ ταύτης ἐνεργηθήσηται διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῆς ἀπὸ 19 Μαρτίου 1900 περὶ κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων Πύργου–Κυπαρισσίας μετὰ διακλαδώσεως εἰς Μελιγαλᾶ συγγραφῆς, πλὴν τῶν σιδηρῶν ῥάβδων, αἵτινες ἔσονται ὅμοιαι πρὸς τὰς τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μειοδοτικῆς δημοπρασίας δι’ ἐσφραγισμένων προσφορῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γενησομένου Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν μελετῶν αὐτῆς. Ἐπὶ ἴσῃ προσφορᾷ προτιμηθήσεται ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ἐὰν ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου δὲν ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κατασκευήν, θέλει δικαιοῦσθαι νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ὁριστικῶν σχεδίων πρὸ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν καὶ νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐπιτηρῇ τήν τε χάραξιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ὅπως βεβαιωθῇ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις δύναται νὰ ἐκτελῆται ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ. Θέλει δὲ ἐφοδιασθῆ ἡ γραμμὴ δι’ ὅλου τοῦ ἀναγκαίου μονίμου ὑλικοῦ, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ καλὴ ἐκμετάλλευσις καὶ διὰ τοῦ ἑξῆς τροχαίου ὑλικοῦ, ἐκπληροῦντος τοὺς διὰ τῆς συμβάσεως καὶ συγγραφῆς τῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καθοριζομένους ὅρους· ἤτοι 5 ἀτμαμάξας, 5 ἁμάξας αʹ καὶ βʹ θέσεως ἀρθρωτάς, 12 ἁμάξας γʹ θέσεως ἀρθρωτάς, 5 σκευοφόρους ἀρθρωτάς, 53 ἁμάξας φορτηγοὺς τύπου Ζ καὶ Θ, 1 φορητὴν δεξαμενήν. Τὸ ἄνω τροχαῖον ὑλικὸν ὁρίζεται, ἐὰν ἡ γραμμὴ κατασκευασθῇ μέχρι Σπάρτης μόνον, ἐὰν ὅμως προεκταθῇ αὕτη μέχρι Γυθείου, τὸ χορηγούμενον τροχαῖον ὑλικὸν αὐξηθήσεται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ μήκους τῆς προεκτάσεως». Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, διατί ἐτέθη αὐτὸς ὁ ὅρος; Εἰς ποῖον δίκαιον, εἰς ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους στηρίζεται; Ἐξηγοῦμαι· ἐκεῖνος, ὅστις ἐκτὸς τῆς ἑταιρείας αὐτῆς ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος ἢ νὰ φέρῃ τὸ ὑλικὸν διὰ μέσου Γυθείου, ὁπότε, ὡς ἐκ τῶν ἀτελῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἀποστάσεως, θὰ ὑπεβάλλετο εἰς μεγάλας δαπάνας, ἢ θὰ ἦτο ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ τὸ ὑλικὸν διὰ μέσου Ναυπλίου, ὅτε ἀσφαλῶς ἡ ἑταιρεία θὰ ἀπεγύμνου τὸν δυστυχῆ ἐργολάβον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἡ ἑταιρεία ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὸ ἔργον, θὰ ἔχῃ ὄχι μόνον τὸν ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς χαριτωμένης αὐτῆς ἑταιρείας. Καὶ προχωρῶ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 8ον. Μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὡς ἄνω σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης ἢ Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ὑποχρεοῦται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ταύτης, ἐφ’ ὅσον χρόνον θὰ ἔχῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἀνέλαβε τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς ταύτης δυνάμει τῆς ἀπὸ 19 Μαρτίου 1900 συμβάσεως καὶ τῆς συνημμένης αὐτῇ συγγραφῆς, ἐξαιρέσει τῶν ὅρων, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν καὶ ὑπηρεσίαν τοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ δανείου καὶ ἐκείνων οἵτινες τροποποιοῦνται διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἢ ἀντίκεινται εἰς αὐτήν». «Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χορηγουμένων τῇ ἑταιρείᾳ ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως, ὡς ὁρίζονται κατωτέρω ἐν ἄρθρῳ 11, ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης, μετὰ τῆς τυχὸν προεκτάσεως αὐτῆς, θὰ κατατίθηται ὑπὸ τῆς ἑταιρείας εἰς τὸ κεντρικὸν Ταμεῖον». Ἀλλά, Κύριοι, μὴ ταράττεσθε· τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ συμβῇ· θὰ συμβῇ μόνον ὅ,τι συνέβη μὲ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης, ὅπου ἡ ἑταιρεία, ἥτις ἐξετέλεσε τὸ ἔργον καὶ ἡ ὁποία τὸ ἐκμεταλλεύεται σήμερον, εἶχε προτείνει εἰς τὸ Κράτος 200,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἡ ἰδία δὲ ἑταιρεία, μὲ ἄλλο ὅμως ὄνομα, ἐπρότεινε 280,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον πρὸς τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος, εὑρεθὲν πρὸ δύο προσφορῶν, ἐπροτίμησε τὴν πρώτην, καὶ συνεπῶς ἡ ἰδία ἑταιρεία μὲ δύο ὀνόματα ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐδῶ. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι, ἀφοῦ θὰ συμβῇ καὶ αὐτὸ ἐδῶ, διατί ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν; Διότι, πολὺ πιθανόν, τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ βραδύτερον, καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω τὴν ἀτυχίαν ἢ εὐτυχίαν νὰ μὴ παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι ἡ σύμβασις συνήφθη τὴν 25ην Νοεμβρίου 1909. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ τί ἐβίασε τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ καὶ τὸ ζήτημα ἀκόμη εὑρίσκετο ἐν σπαργάνοις, καὶ τὸ δάνειον δὲν εἶχε συναφθῆ, καὶ οὔτε ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ συναφθῇ, διότι εὐτυχῶς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀποστέργει τὴν σύναψιν τοῦ δανείου; Θὰ ἐπεθύμουν, ἀκόμη, καὶ ἓν ἄλλο, νὰ ἔβλεπον τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ συνῆψε τὴν σύμβασιν, ἐκτὸς ἂν συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνηθέστατα συμβαίνει, νὰ συνάπτωνται συμβάσεις καὶ τὸ Συμβούλιον νὰ μὴ λαμβάνηται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, Κύριοι, ὑπὸ ποίους ὅρους ἀναλαμβάνει τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς ἡ ἑταιρεία Σ.Π.Α.Π.; Ἀκούσατε. Δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ἡ ἑταιρεία τῶν Σ.Π.Α.Π. ἡ ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκμετάλλευσιν, θὰ πληρώνηται 4,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον ἐκ τῶν ἀκαθάρτων κερδῶν. Εἶναι ὅμως πασίγνωστον, Κύριοι, ὅτι γραμμαὶ εἰς τὴν Εὐρώπην δαπανῶσι κατ’ ἀνώτατον ὅρον 1500–1800 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον. Γραμμή τις π.χ. μὲ ὀκτὼ τραῖνα τὴν ἡμέραν ἔχει δαπάνην 3,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἄλλη δὲ γραμμὴ μὲ ἕξ τραῖνα τὴν ἡμέραν ἔχει δαπάνην 6,000 δραχμῶν.
§40ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνηφόρους καὶ κατηφόρους.
§41ΒΑΣ. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡ ἑταιρεία τῶν ΣΠΑΠ μὲ δύο μόνον τραῖνα τὴν ἡμέραν ζητεῖ 4.000 δραχ. ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα κέρδη. Καὶ τώρα, Κύριοι, πρὸς ἀποστόμωσιν ἐνδεχομένης ἀντιρρήσεως, καθιστῶ γνωστὸν εἰς τοὺς ἀγνοοῦντας, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἠγόρασεν ὅλους τοὺς σιδηροδρόμους ἀπὸ τὰς ἑταιρείας τῆς Ἰταλίας, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κέρδη τοῦ Κράτους ἀπὸ τοὺς Ἰταλικοὺς σιδηροδρόμους, ὥστε ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ὑπεβίβασε τὴν τιμὴν τῶν κομίστρων εἰς τὸ ἥμισυ, καὶ γνωρίζω, ἀσφαλῶς, ὅτι προτίθεται νὰ ὑποβιβάσῃ ἀκόμη τὴν τιμὴν τῶν κομίστρων, διότι εὑρίσκει ὅτι καὶ πάλιν κερδίζει. Καταγγέλλω λοιπὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως τὴν σύμβασιν Τριπόλεως–Σπάρτης, οὐ μόνον ὡς ληστρικὴν καὶ ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς αὕτη ἔχει, ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην ἑταιρείαν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μου, καταγγέλλω ἀκόμη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θὰ καταγγέλλω ἐφ’ ὅσον ὑπάρχω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι ὑπάρχει, ἐν μέσαις Ἀθήναις, σπεῖρα μεγαλοσχήμων καὶ τιτλούχων, ἐξ ἧς ἐπήγασαν ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ συμφοραὶ καὶ ἥτις ἀπορροφᾷ τὸ δημόσιον χρῆμα καὶ παρακωλύει πᾶσαν ἐργασίαν ἀντιτιθεμένην εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Εἰς τὴν ἰδίαν ὀφείλεται ἡ ματαίωσις τοῦ ἔργου, εἰς τὴν ἰδίαν ἡ ἔκλυσις τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἡ ποταπότης καὶ εὐτέλεια τῶν χαρακτήρων, ἡ κατάλυσις τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἐπανάστασις τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ πολεμικὴ ἡμῶν γυμνότης, τὸ χαρβάλωμα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, εἰς τὴν ἰδίαν ἡ παρατηρουμένη παρὰ τῷ λαῷ ἀφόρητος πενία.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι τὴν ἀποτελοῦσιν;
§43ΒΑΣ. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι μετά τινας ἡμέρας νὰ ἀποκαλύψω ὅλα τὰ ὀνόματα. Εἰς τὴν ἰδίαν θὰ ὀφείληται, ἂν δὲν συνετισθῇ, καὶ ἡ δημιουργία ἐσωτερικοῦ ἀλληλοσπαραγμοῦ. Ἡ παροῦσα λοιπὸν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔλαβεν ἀπεριόριστον ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ, ἄνευ δισταγμοῦ, τὴν σπεῖραν ταύτην καὶ καταφέρῃ, ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ, ἀμειλίκτως κατ’ αὐτῆς τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἀκόμη νὰ γνωρίσῃ, καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ἐκτός, καὶ ἄνω καὶ κάτω, καὶ ἀπεριφράστως, ὅτι ἦλθε βαλεῖν μάχαιραν καὶ ὄχι εἰρήνην. Μόνον τότε καὶ τότε μόνον καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, οὗ τὴν ἐκπλήρωσιν μετὰ τόσης ἀγωνίας ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ ἐπιτύχῃ, ὑμᾶς δέ, κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ πατρὶς θὰ σᾶς ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐλευθερωτήν, εὐεργέτην καὶ σωτῆρά της.
§44ΙΩ. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, καθ’ ἣν ἐξ ἀφορμῆς τηλεγραφήματος ἀποσταλέντος εἰς τὰς ἐν Βιέννῃ ἐφημερίδας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κ. Δραγούμης διετύπωσεν ἐρώτημα περὶ θέματος ἀναγομένου εἰς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥουμανίας, καὶ μὴ δυνηθεὶς ἔκτοτε νὰ παραστῶ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω πρὸς αὐτὴν σήμερον, ὅτι οὐδεμία πρότασις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ῥουμανικήν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπανάληψιν τῶν διακεκομμένων σχέσεων. Ἀλλ’ ὀφείλω ταυτοχρόνως νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἀντιθέτως οὐδὲν διάβημα ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ῥουμανικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικήν, πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐν λόγῳ σχέσεων. Πρόκειται κατ’ ἀκολουθίαν, κύριοι Βουλευταί, προφανῶς περὶ τούτου καὶ μόνου, ὅτι αἱ σκέψεις καὶ αἱ διαθέσεις, αἱ ὁποῖαι, ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ τῆς ὑστεραίας, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἐξεδηλώθησαν παρὰ φίλων Δυνάμεων, ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐκδηλῶνται. Περὶ οὐδενὸς ἄλλου, οὐδεμία πρότασις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Ῥουμανικῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικήν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπανάληψιν τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥουμανίας σχέσεων. Αὐτὰ εἶχον νὰ ἀνακοινώσω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§45Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσι καταπονηθῆ ἀπὸ τὰς διαφόρους παρακλήσεις καὶ συστάσεις, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἀναβαίνω τὸ βῆμα, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἶναι ἰδιαζούσης σημασίας. Κυβέρνησις, ἔχουσα φιλοδοξίαν ἁπλῶς νὰ κυβερνᾷ, ἔρχεται καὶ ἐπιβάλλει φόρον εἰς τὸν λαὸν τῆς Μάνης. Ἐπειδὴ δὲ εἰς πολλοὺς ὑμῶν εἶναι ἄγνωστος ὁ τόπος οὗτος, δὲν ἔχω ἢ νὰ δώσω ἀμυδρὰν ἰδέαν περὶ αὐτοῦ. Ἐξ ὅσων δὲ θὰ εἴπω θὰ κρίνητε, ἂν εἶναι δικαία, πατριωτικὴ καὶ συμφέρουσα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ φορολογία αὕτη. Ἡ Μάνη εἶναι πέτραι καὶ βράχοι. Ποῦ καί που ὑπάρχει ἐλαχίστη ποσότης χώματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φιλοπονία τῶν κατοίκων ἔχει φυτεύσει ἐλαχίστας ἐλαίας. Τὸ μόνον προϊόν τοῦ τόπου εἶναι τὸ ἐλαιόλαδον. Συμβαίνει ὅμως συνηθέστατα, ἢ μᾶλλον πάντοτε, ἓν ἔτος εὐφορίας νὰ διαδέχηται ἕτερον ἀφορίας. Κατὰ συνέπειαν οἱ κάτοικοι πρέπει νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς των ἐκ τῆς εὐφορίας τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους διὰ διετίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ τόπος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχει οὔτε νερά. Θὰ μοὶ εἴπητε, πῶς ζῶσι χωρὶς νερά; Κατὰ τὸν χειμῶνα οἱ κάτοικοι συλλέγουσιν ὄμβριον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἐναποθέτουσιν εἰς μικρὰς δεξαμενάς. Ἐξ αὐτοῦ ποτίζονται οἵ τε κάτοικοι καὶ τὰ ζῷά των. Συμβαίνει ὅμως πολλάκις, τὸ θέρος νὰ παραταθῇ, καὶ τὸ ὕδωρ νὰ ἐξαντληθῇ, κατὰ συνέπειαν δὲ οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι κάτοικοι ἀναγκάζονται νὰ πίνωσιν ὑφάλμυρον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκουσι παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς θαλάσσης. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, εἷς τοιοῦτος λαός, ὁ ὁποῖος οὔτε ἠδυνήθη ποτὲ νὰ πληρώσῃ φόρους, οὔτε καὶ θὰ δυνηθῇ, δύναται ὅμως νὰ πληρώσῃ, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κρίσιμος στιγμή, ὡς εἶναι πασίγνωστον, φόρον αἵματος, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτην φορολογίαν; Καὶ εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δεκατίζεται ἀπὸ τὴν φθίσιν, μαστίζεται ἀπὸ πυρετούς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἐθνικὴ ἀναιμία αὐξάνει, συνεπείᾳ τῆς ἀκατασχέτου αἱμορραγίας τῆς μεταναστεύσεως, εἶναι δίκαιον, εἶναι πατριωτικὸν νὰ ἀναγκάζητε τὸν λαὸν αὐτὸν διὰ τῆς φορολογίας ταύτης ν’ ἀποθάνῃ τῆς πείνης ἢ νὰ ἐκπατρισθῇ; Διισχυρίσθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι καλῶς ἔπραξεν, ἀλλὰ, ἐὰν εἶχεν αὕτη κόκκον πατριωτισμοῦ καὶ νοημοσύνης, θὰ ἐπέβαλλε τοιοῦτον φόρον εἰς τόπον πτωχὸν μέν, ἀλλὰ μεστὸν φιλοπατρίας;
§46Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποία ἦτο ἡ Κυβέρνησις;
§47Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Διισχυρίσθη δὲ ὅτι ἐπέβαλλε τὸν φόρον χάριν τῆς παιδείας. Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, θέλητε νὰ φορολογήσητε τὸν λαὸν τῆς Μάνης χάριν τῆς παιδείας, σᾶς δηλῶ, ὅτι ὁ λαὸς αὐτῆς εἶναι πρόθυμος νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὀλιγώτεροι καλαμαράδες καὶ ὀλιγώτεροι ἡμιμαθεῖς δὲν σημαίνουσι τίποτε οὔτε διὰ τὴν Ἑλλάδα οὔτε καὶ διὰ τὴν Μάνην. Διότι ὑπομιμνήσκω, εἰς κἄποιον χθὲς ἀγορεύσαντα, ὅτι δὲν εἶναι οἱ καλαμαράδες καὶ οἱ ἡμιμαθεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσιν ἐφόδους πρὸς ἀνάκτησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων, ἀλλ’ οἱ ὀρεσίβιοι ἀγρόται. Διὰ πάντα ταῦτα παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν πάντα τὰ ἐκτεθέντα καὶ ἐνεργήσῃ ὡς νομίζει συμφερώτερον καὶ πατριωτικώτερον. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι καταργῶν τὴν φορολογίαν ταύτην οὐ μόνον σπουδαίως θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην θὰ ἐπισύρῃ τοῦ πτωχοῦ μέν, ἀλλ’ ὑπερηφάνου τῆς Μάνης λαοῦ.
§48ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἔδωκα ἐξηγήσεις πρὸς πολλοὺς τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες ὑπεστήριξαν παρομοίας διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ἐπιβολῆς ἐμμέσων φόρων εἰς δήμους, ὅπου δὲν ὑφίστανται τοιοῦτοι, ἢ αὐξήσεως τῶν ὑφισταμένων ἀπὸ 2 εἰς 3 ἢ 4%. Εἰς ἐπερώτησιν γενομένην εἰδικῶς διὰ τὰς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου ἐδήλωσα ὅτι εἶχον ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου, ἂν ἦτο δικαιολογημένη ἡ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων. Αἱ πληροφορίαι περιορίζονται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τῶν δήμων τὴν ἐκ τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου. Αἱ πληροφορίαι ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)....
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πόσων ἐτῶν χρέη εἶναι αὐτά;
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλα ἐκ προκαταβολῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τινὰ ἀνανεωθέντα, ὡς γνωρίζετε. Πρόκειται περὶ καθυστερήσεων ἀπὸ τοῦ 1901 μέχρι τοῦ 1909, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἀνανεωθέντα προηγουμένων χρήσεων. Καὶ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἐπίσης ἐλλειμματικοί, καὶ οἱ τρεῖς δῆμοι ὀφείλουσι πολλὰ πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ ὑποχρεώσεων τῆς ἐκπαιδεύσεως (ἀναγινώσκει).... Μὲ αὐτὰ ἐννοεῖτε ὅτι δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πᾶσα οἱαδήποτε αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου ἐπιβάλλεται, ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δημοτῶν δὲν ἀντέχῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου, δι’ ἧς αὐξάνεται τὸ φορολογικὸν ὅριον, πρέπει νὰ ὁμολογήσωσι καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι φαίνεται δικαιολογημένη. Εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ἐζήτησε καὶ ἄλλας πληροφορίας ἀναγομένας καὶ εἰς τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἀπόκειται ἤδη νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον δύναται νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἶναι ἐπίσης μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ εὑρισκομένου ἐνώπιον τοιούτου φαινομένου οἰκονομικοῦ, ὁποῖον ἐξεικονίζουσιν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερον. Εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προβαίνοντος εἰς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων τὴν αὔξησιν τοῦ ὁρίου τῶν δημοτικῶν φόρων. Παρὰ πᾶσαν ἐν τούτοις τὴν εὐθύνην δὲν ἐδίστασα νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου οἱ νομάρχαι ἐκ παρεξηγήσεως τοῦ νόμου ἐθεώρησαν ὅτι ὤφειλον ἀμέσως νὰ ἐπιβάλωσιν ἀρχικὸν φόρον 3% ἢ 4%, ἐγὼ ἐμείωσα τοῦτον εἰς 2%, καὶ ὅπου ἤθελον νὰ αὐξήσωσιν ἀπὸ 2% εἰς 4% καὶ ἐκεῖ ἐμείωσα τὸ ὅριον, ἐφ’ ὅσον ἐπείσθην ὅτι τοῦτο ἐπέβαλλεν ἡ ὀρθὴ κρίσις. Τὸ Ὑπουργεῖον εὑρεθὲν ἀπέναντι ἐφέσεων τῶν ἁρμοδίων δημοτικῶν συμβουλίων πάντοτε ἠρεύνησε τοὺς λόγους τῶν ἐφέσεων καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο ἐνδεδειγμένον ἐκ τῆς δικαιοσύνης πρὸς τοὺς δήμους ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον.
§51Α. ΤΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ δασῶν προσωρινόν. Λέγω δὲ προσωρινόν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐκπληροῦνται αἱ ἀνάγκαι τῆς δασικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Σήμερον τοιαύτην νομοθεσίαν σχεδὸν δὲν ἔχομεν ἐντελῶς, οὔτε εἶναι δυνατὸν σήμερον κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον δασῶν τέλειον, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ συντάξῃ τέλειον νομοσχέδιον. Σᾶς παρακαλῶ δέ, ἂν ἀμφιβάλλητε, νὰ μοὶ ὑποδείξετε ἕνα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποβάλῃ τις τοιοῦτον νομοσχέδιον δασικόν, δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν νὰ διαχειρισθῇ τοῦτο. Ἐπὶ τῶν ἀειμνήστων πρῴην Πρωθυπουργῶν Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη ἐστάλησαν εἰς τὴν Εὐρώπην δι’ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου νὰ σπουδάσωσιν ὡς δασολόγοι ἑπτά. Ἐξ αὐτῶν ἔχομεν μόνον δύο, ἐξ ὧν ὁ εἷς εἶναι δασάρχης Λαρίσης, ὁ δ’ ἕτερος διευθύνει τὸ τμῆμα τὸ δασικόν. Ἐκ τῶν ἄλλων 5 οἱ 3 ἐξεκαθαρίσθησαν, ὁ εἷς ηὐτοκτόνησεν, ὁ ἕτερος εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος, καὶ μάλιστα τολμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ τὸν παύσῃ καὶ τῷ δώσῃ διπλάσιον μισθὸν τοῦ σημερινοῦ, διότι εἶναι γνωστὸς αὐτὸς ὁ Κύριος εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐπῆγεν ἄλλοτε εἰς τὰς Πάτρας νὰ σφραγίσῃ ξυλείαν, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ἦτο 70,000, καὶ εὗρεν, ὅτι ἔπρεπεν ὁ κάτοχος νὰ πληρώσῃ ἄδειαν ἐπὶ πλέον 200000 δραχμῶν. Εἶναι ὁ κ. Ἐμμανουήλ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀποκάλυψις ὀνομάτων καθ’ ἑκάστην ἐκ περιεργείας τινῶν δὲν εἶναι σκόπιμος εἰς τὴν Βουλήν.
§53Α. ΤΑΚΗΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας νὰ ἀποφανθῇ ἂν τὸ δάσος Γουδουβάσδας εἶναι ὑλοτομήσιμον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐνοικιασθῆ ἀντὶ 70,000 δραχμῶν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν χαρτόσημον μόνον συμβολαιογραφικὸν πλέον τῶν 1000 δραχμῶν, ἂν καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι μόνον 64 κυβικὰ μέτρα πρέπει νὰ ὑλοτομηθῶσιν ἐκ τοῦ δάσους ἐκείνου. Ἐστάλη νὰ ἐλέγξῃ ἕνα πριόνι Περτουλίγ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἐν ὅλῳ ἦτο 300 δραχμῶν μόνον, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι δι’ ἄδειαν 23000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι ἄχρηστος. Ἐντιμότατος ὅσῳ παίρνει, ἀλλ’ ἀνεπαρκής.
§54ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέθανεν. Ἄφησέ τον.
§55Α. ΤΑΚΗΣ. Ποῖοι διαχειρίζονται τὸν δασικὸν νόμον; Οἱ χωροφύλακες. Ὁ ἀδαὴς νεανίσκος χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν 40 ἡμερῶν δίδει ἐξετάσεις εἰς ὀλίγην ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν, γίνεται δασικός. Καὶ ὁ νεώτερος ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ἀνθυπομοίραρχος, δηλαδὴ ὁ χθεσινὸς ἐνωμοτάρχης, εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνωσι δάση, καὶ δάση ἀπὸ 7 καὶ 8 ἑκατομμύρια στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ πατρὶς ἡμῶν; Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι οὔτε ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον δασῶν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ διαχειρισθῇ. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη εἰσήχθη δασικὸν νομοσχέδιον πολυσέλιδον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρέπεμψεν εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἐπεξειργάσθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, τὸ μετέβαλεν ἄρδην, ἀλλά, ὅσον προεχώρει εἰς τὰς ἐργασίας της, τόσον περισσοτέρας εὕρισκε τὰς ἐλλείψεις, καὶ ὅτε τὸ ὑπέβαλεν ἐξέφρασεν εὐχήν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καὶ χρόνον πολὺν ἀπήτει πρὸς συζήτησιν καὶ καλῶς δὲν εἶχε τὸ νομοσχέδιον μεθ’ ὅλην τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γενομένην ἐπεξεργασίαν. Καὶ ἠξεύρετε διατί; Διότι ἦτο ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ ἀπὸ Γερμανικὸν δασικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον γράψει σοφοὶ καθηγηταὶ ἐν Γερμανίᾳ διὰ δάση, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς ἀναψυχήν, καὶ διὰ δάση, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι σχέσιν οὔτε μὲ τὴν κτηνοτροφίαν οὔτε μὲ τὴν μικρὰν γεωργίαν. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ποῖον δάσος ἐν Ἑλλάδι δὲν συνδέεται μὲ τὴν κτηνοτροφίαν ἢ μὲ τὴν μικρὰν γεωργίαν; Ἐπαρχίαι ὁλόκληροι κατοικοῦσιν ἐντὸς τῶν δασῶν, ἂν δὲ διώξητε ἐκεῖθεν τὴν κτηνοτροφίαν ἢ ἂν ἀπογορεύσητε τὴν γεωργίαν, πῶς θὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ κόσμος, διότι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡρίζετο ὅτι δὲν δύναται νὰ καλλιεργήσῃ τις οὔτε σιγάρον νὰ ἀνάψῃ, ἂν δὲν εὑρίσκηται 300 μέτρα μακρὰν τοῦ δάσους. Λοιπόν, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν μετακαλεῖ δασολόγον ξένον, ὁ ὁποῖος νὰ μελετήσῃ τὸν τόπον καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων σχετικῶς μὲ τὰ δάση, εἶναι ἀδύνατον νὰ συνταχθῇ κατάλληλον νομοσχέδιον. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ δασολόγους, καὶ νομίζω ὅτι ὕστερον ἀπὸ πολλὰ ἔτη θὰ ὑποβληθῇ τέλειον νομοσχέδιον, ἀφοῦ καλέσωμεν δασολόγους, καὶ ἱδρύσωμεν σχολάς, ἐξ ὧν νὰ ἐξέλθωσι δασάρχαι ἐπιστήμονες. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, ἀποβλέπει εἰς μερικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου χώρας. Ὅλα ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ ἰσχύων νόμος τὰ συμπεριλαμβάνει, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ τὰ ἀπολαύσωσιν. Ὁ ὑπάρχων νόμος δίδει εἰς τὸν χωρικὸν ἀτελῶς τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δι’ ἀδείας νὰ κάμῃ ποιμνιοστάσιον, νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὸ σπίτι του, νὰ κόψῃ διὰ τὰ πατώματα ξυλείαν, ἀλλ’ ἔχει τοιαῦτα ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ὁ χωρικὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβάλλῃ, διότι ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι τὸ δάσος εἰς τὸν πίνακα ἑκάστου ἔτους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν γίνεται, νὰ κάμῃ αἴτησιν ὅτι θὰ κόψῃ τὴν ξυλείαν ὁ ἴδιος, θὰ τὴν μεταφέρῃ ὁ ἴδιος, ὅτι εἶναι φύλαξ τοῦ δάσους κατὰ τὸ θέρος, νὰ φέρῃ τοῦ ἀρχιτέκτονος σχεδιαγράμματα, καὶ νὰ ὑπάγῃ ὁ δασάρχης ἐπὶ τόπου καὶ προσδιορίσῃ τὴν ἀπαιτουμένην ξυλείαν. Καὶ ποῦ νὰ πρωτοϋπάγῃ αὐτός; Ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐκτελέσῃ, ἢ πράγματα ἐντελῶς ἀδύνατα;
§56ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτελῶς μεταβαίνει ὁ δασάρχης;
§57ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Αὐτὰ ὅλοι τὰ ἠξεύρομεν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, βλέπομεν ὅτι ἄνθρωποι ἔχοντες ἀνάγκην δύο ξύλων, διὰ νὰ στηρίξωσι τὴν στέγην των, μεταβαίνουσι νὰ τὰ κόψωσι, καὶ ὁ δασικὸς τοῖς συντάσσει πρωτόκολλον, καὶ καταντᾷ, ὥστε 70% εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα νὰ εἶναι δίκαι ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζετε ὅσοι ἐξ ὑμῶν συμπίπτει νὰ εἶσθε δικηγόροι, καὶ δὲν εἶσθε καὶ ὀλίγοι. Ἕτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀπόδοσις τῶν κοινοτικῶν δασῶν εἰς τὰς κοινότητας. Διορθοῦται ἓν μέγα ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, ὁπότε τὸ Δημόσιον ἥρπασε τὰ δάση ἀπὸ τὰς κοινότητας καὶ εἶπε: τὰ παίρνω, διότι δὲν ἔχουσιν αἱ κοινότητες τίτλους καὶ διότι δὲν δύνανται αἱ κοινότητες νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ δάση, ὅπως θὰ τὰ ἐπιτηρῇ τὸ Δημόσιον. Ἔκτοτε δ’ ἔχομεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν δασῶν τὴν τελείως ἐλεεινήν, καὶ ἔκτοτε ἀπεψιλώθησαν μεγάλαι ἐκτάσεις· εἰς τὸ 1904 μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας ὑλοτόμουν 2500 ὑλοτόμοι. Ἔκτοτε ἐβλέπετε ἔκθεσιν τοῦ δασάρχου κατὰ Σεπτέμβριον ὅτι εἰς τὸ δάσος δεῖνα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑλοτομηθῇ οὔτε ἓν κυβικὸν μέτρον, διότι εἶναι κατεστραμμένον, καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἄλλην ἔκθεσιν περὶ τοῦ αὐτοῦ δάσους, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ πυκνόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑλοτομηθῶσι 3000 κυβικὰ μέτρα!
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐγένετο πίναξ;
§59ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ κάθε μῆνα ἤλλασσε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπανέρχεται τὸ δίκαιον εἰς τὸν τόπον του. Ὑποστηρίζω, ὅτι διὰ μερικὰ δάση ἡ συνθήκη τὰ ἀναγνωρίζει ὡς ἐθνικά, ἀλλὰ δι’ αὐτὰ τὰ δάση τὰ ἴδια κατέφυγον οἱ κάτοικοι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καί, ἀφοῦ ἐξώδευσαν 200, 300 λίρας ἕκαστος, ἔφερον ταπιά, δι’ ὧν σήμερον ἀναγνωρίζονται ὡς ἰδιόκτητα. Ἀφοῦ ὅμως τὰ ὑλοτόμησαν, τὰ κατέγραψαν ὡς δημόσια δάση καὶ τοὺς ἐξηνάγκασαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀφοῦ δηλαδὴ τὰ ἐπλήρωσαν δίς. Διὰ νὰ ἴδητε δέ, ὅτι τὰ δάση οἱ Τοῦρκοι τὰ σέβονται περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω ἐπιστολὴν ἐκ τῆς κοινότητος Μαλακασίου τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ κοινότης αὕτη εἶναι εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, ἀποτελεῖται ἀπὸ 500 οἰκογενείας, ἔχει δὲ 30 χιλιάδας στρέμματα δάσους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ 6 ἢ 7000 εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δάσος τὸ ἐτελείωσαν ὅλον, τὸ ὑλοτόμησαν μὲ ἄδειαν ἐθνικήν, οἱ ἴδιοι δὲ ὑλοτόμοι ἔκαμον αἴτησιν εἰς τοὺς Τούρκους νὰ ὑλοτομήσωσι καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπάρχον δάσος τῆς αὐτῆς κοινότητος, διότι, διὰ νὰ μεταφέρωσιν ἀπὸ τὸ ἐσωτερικόν, πληρώνουσι περισσότερον, καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῖς εἶπον: δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν ἄδειαν, διότι τὸ δάσος εἶναι τῆς κοινότητος Μαλακασίου καί, ὅτε τοῖς εἶπον «ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὰ ἀνεγνώρισεν ὡς ἐθνικά, σεῖς δὲν τὰ ἀναγνωρίζετε;» καὶ πάλιν δὲν τοῖς ἔδωκαν ἄδειαν. Αὐτὰ μοὶ γράφει ὁ πρόεδρος Μαλακασίου. Καὶ πρὸ 4 μηνῶν ἐφόνευσαν ἕνα κάτοικον Μαλακασίου, διότι ἐπῆγε νὰ κόψῃ ξυλείαν. Ἐπίσης καὶ ἄλλοτε συνέβη τὸ αὐτό, διότι ἐξήντλησαν τὰ δάση εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ μετέβαινον ἔξω νὰ κόψωσι ξυλείαν καὶ τοὺς ἐφόνευον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιέβαλε μὲ τόσην ἀγάπην καὶ ἐμπιστοσύνην καὶ τῷ ἔδωκε δύναμιν δικτάτωρος, νὰ συστήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ψήφισις αὐτῆς θὰ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ σώσῃ τὸν ἀγρότην Ἕλληνα. Καταθέτω, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐλπίζω ὅτι θὰ συναινέσῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασίν τινα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅπως προσδιορίζωσι τὴν πρότασιν, ἣν θὰ ὑποβάλωσι, διότι τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ ὦσιν ἕτοιμοι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπερωτήσεως.
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂς μὴ ἀναγράφωνται, ὅταν δὲν προσδιορίζωνται.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προειδοποιῶ, διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνῃ αὐτό.
§63Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μεγάλης σπουδαιότητος καὶ σημασίας ζήτημα ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικόν, ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Θέλω δὲ ἐξετάσει τὸ προβληθὲν ζήτημα καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀπόψεις τὰς διατυπουμένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἤτοι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐπὶ τῶν δασῶν ἰδιοκτησίας τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κοινοτήτων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ὅπως μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν καὶ μὲ παρακολουθήσῃ ἐν τῇ συζητήσει. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθ’ ὅλου διαχείρισιν τῶν δασῶν, οὐδένα λανθάνει ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε διαχείρισις καὶ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε πλημμελής, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον πλημμελής, ὥστε κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς νὰ χάσῃ τὰ ὡραῖά της δάση. Καὶ ὄχι μόνον ἡ διαχείρισις καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις ὑπῆρξε πλημμελής, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐποπτεία ἡ ἐνεργουμένη ἐπὶ τῶν ἰδιοκτήτων δασῶν εἶναι καταθλιπτικωτάτη καὶ ἱκανὴ νὰ μειοῖ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἰδιοκτήτου ἐπὶ τῆς περιουσίας του. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀτυχὴς εἶναι καὶ ἡ ἐπιτρεπομένη χρῆσις εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς διὰ τὰς ἀνάγκας των καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καταντᾷ δυσχερὴς ἢ πολλάκις ἀδύνατος ἕνεκα τῶν πολλῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει θέσει ἡ παρ’ ἡμῖν δασικὴ νομοθεσία. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν τὴν προτοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀνορθώσεως νὰ διαφύγῃ καὶ ὁ κλάδος τῆς δασικῆς παραγωγῆς, εἷς τῶν κυριωτέρων πλουτοπαραγωγῶν παραγόντων, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως ἠκούσθη παρ’ ὅλων μας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται σοβαρῶς νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ὅτι μετεκαλέσατο καὶ ξένον δασολόγον, ὅστις θὰ δυνηθῇ συστηματικώτερον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὀργάνωσιν τῆς διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν· τοῦτο ὅμως θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον πολύν, αἱ δὲ ἀνάγκαι ἰδίᾳ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ περὶ τὴν χρῆσιν τῶν δασῶν, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐπιτρέπεται, ἀπαιτοῦσι τὴν ἄμεσον λῆψιν μέτρων προσωρινῶν, ὥστε νὰ καταστῇ αὕτη εὐχερής, καὶ τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐν μέρει ἐκπληροῖ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἤδη δι’ ὀλίγων θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἐξετάζων τὴν ἑτέραν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπὶ τῶν καινοτικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κοινοτήτων. Τοῦτο πολλάκις καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἀπησχόλησε τὰ ἐθνικὰ συνέδρια, ἀλλ’ εἰσέτι μένει ἐκκρεμές. Καὶ ἡ ἐκκρεμότης ἔχει μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς προαγωγῆς τῆς δασικῆς παραγωγῆς τῆς χώρας μας. Τὸ ζήτημα εἶναι, κατὰ πόσον αἱ ἀξιώσεις αἱ προβαλλόμεναι ὑπὸ τῶν Κοινοτήτων περὶ ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν δασῶν εἰσι νόμιμοι. Καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν αὗται στηρίζονται εἰς τὸν νόμον καὶ εἶναι δίκαιαι, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ν’ ἀρνηθῇ τις εἰς τὰς Κοινότητας τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αὗταί εἰσι νόμιμοι καὶ εὔλογοι. Αἱ κοινότητες ἐν Θεσσαλίᾳ προϋπῆρξαν καὶ αὐτῆς τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας ἔχουσαι ὑπὸ τὴν νομὴν καὶ τὴν κυριότητά των ἀνέκαθεν γαίας κοινοτικὰς καὶ δάση κοινοτικά. Ἡ ἐπελθοῦσα Τουρκικὴ κυριαρχία ἐσεβάσθη τὴν ἀκίνητον ταύτην κτῆσιν τῶν κοινοτήτων καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ὁ ὀθωμανικὸς ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν κοινοτήτων. Ἐπῆλθεν ἡ συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας περὶ προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Οὕτω δ’ ἐξηκολούθησαν αἱ κοινότητες νὰ ἔχωσιν ὑπὸ τὴν ἀδιατάρακτον νομὴν καὶ κυριότητά των μέχρι τοῦ 1896 τὰ δάση. Ἀλλ’ αἴφνης τῷ 1897 οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισαν, φαίνεται, ἂν δὲν συνέτρεχεν ἄλλος λόγος, ὅτι πρέπει τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, ὡς καλλιτέρου καὶ συντηρητικωτέρου διαχειριστοῦ καὶ κυρίου. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεμνήσθη ὅτι ὑπῆρχε Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὰ δάση τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, Διάταγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως διὰ τὰ δάση, ὅπως θέλω ἐκθέσει, τῶν νέων ἐπαρχιῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχύν, ἀλλὰ καὶ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τοῦ 1844 κατεδικάσθη ὡς δημευτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ καταδικάσωσι καὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτὸ τὸ Διάταγμα δὲν ἔχει πλέον ἰσχὺν νόμου. Καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ὅλη ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ εἰσήχθη καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἐνόμισαν ὅτι δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου ἠδύναντο νὰ καταλάβωσι καὶ τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας. Καὶ μίαν ἡμέραν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δασονομικοῦ τμήματος ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον διαταγὴν καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν δασῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν τὴν προσαγωγὴν τίτλων. Καὶ ἐζήτησε καὶ ἀπὸ τὰς κοινότητας τὴν προσαγωγὴν τίτλων, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου νὰ ὑπάρχωσι τίτλοι. Αὕτη ἦτο τῳόντι σατανικὴ μέθοδος τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ζητῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐξ αὐτῆς τῆς Ὀθωμανικῆς νομοθεσίας νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν διατί δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν αἱ κοινότητες τίτλους, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ἡ ἀπαίτησις τοῦ δασονομικοῦ τμήματος. Κατὰ τὸν ὀθωμανικὸν νόμον, ὡς εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, τίτλοι ἐξεδίδοντο εἰς δύο μόνον περιστάσεις, προκειμένου εἴτε περὶ καθολικῆς εἴτε περὶ εἰδικῆς διαδοχῆς. Ἀλλ’ αἱ κοινότητες, ὡς εἶπον, ἀνέκαθεν εἶχον ὑπὸ τὴν κυριότητα τὰ δάση, οὔτε τὰ ἐκληρονόμησαν οὔτε τὰ ἠγόρασαν, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τίτλους. Ἐκτὸς τούτου ῥητῶς ἐν τῷ ὀθωμανικῷ νόμῳ ὁρίζεται, ὅτι διὰ τὴν ἐπὶ τῶν δασῶν κατοχὴν τῶν κοινοτήτων δὲν ἀπῃτεῖτο ἡ ἔκδοσις τίτλου (ταπίου). Κατὰ τὰς διατάξεις δὲ τοῦ περὶ δασῶν κανονισμοῦ τῆς ὀθωμανικῆς νομοθεσίας ἑκάστη κοινότης εἶχεν εἰς τὴν νομὴν καὶ κυριότητα αὐτῆς ὡρισμένην περιφέρειαν δασῶν καλουμένην μπαλταλὶκ προωρισμένην διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων αὐτῆς. Τοῦ δάσους τούτου ἠδύναντο εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κοινότητα νὰ ποιῶνται χρῆσιν καὶ ὠφελῶνται ἢ καὶ νὰ ἐμπορεύωνται. Καὶ εἰς μὲν τὸ σύνολον τῶν κατοίκων ἀπολύτως ἐπιτρέπεται ἡ ἐμπορία τῶν δασῶν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνωσι τὴν δεκάτην, ὡς πρὸς δὲ τὰ καθ’ ἕκαστον ἄτομα ἐπιτρέπεται ἡ ἐμπορία ἐφ’ ὅσον ποσὸν ἠδύνατο προσωπικῶς νὰ ὑλοτομήσῃ. Λοιπὸν κατὰ τὸν ὀθωμανικὸν νόμον προκειμένου περὶ ἐπὶ δασῶν κατοχῆς καὶ κυριότητος τῶν κοινοτήτων, ἓν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν τὰ δάση ταῦτα ἀνῆκον ἀνέκαθεν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν κοινοτήτων προωρισμένα διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μελῶν αὐτῶν, διότι δὲν ἦτο ἀναγκαῖος ὁ τίτλος ὡς συστατικὸς τῆς ἐπ’ αὐτῶν κυριότητος τῶν κοινοτήτων. Συνεπῶς ἔπρεπε καὶ σήμερον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τοῦτο καὶ μόνον νὰ ζητήσῃ καὶ οὐχὶ τὴν προσαγωγὴν τίτλων, καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν γνώμην νὰ ζητῶσι παρὰ τῶν κοινοτήτων τὴν προσαγωγὴν τίτλων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὰ πράγματα οὔτε πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι διὰ δάση τινὰ τῆς Θεσσαλίας ὑπάρχει πίναξ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται αἱ κτήσεις τοῦ Δημοσίου τῆς Τουρκίας, ὁ ὁποῖος πίναξ παρεδόθη καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, καὶ ὅτι τινὰ τῶν δασῶν τούτων κατατάσσονται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ μεταξὺ τῶν κτήσεων τοῦ Τουρκικοῦ Δημοσίου. Τὸν πίνακα τοῦτον, εἰς τὸν ὁποῖον, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι περιλαμβάνονται μόνον δάση τινὰ τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμπάκας καὶ Τρικκάλων, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ἐπρόκειτο νὰ συσταθῇ ἐπιτροπή, ἵνα ἐξελέγξῃ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη οὐδέποτε συνῆλθε καὶ οὐδέποτε καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτον. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία τὸν πίνακα τοῦτον ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται καὶ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς ἰδιώτας καὶ τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν τίτλων ἠναγκάσθη νὰ τὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἰδιόκτητα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ ὑπόλοιπα δάση ἀνεγνώριζεν ὡς κοινοτικὰ τὸ Δημόσιον μέχρι τοῦ ἔτους 1896. Οὕτως ἔχει ἡ ὅλη ἱστορία τῆς ὑποθέσεως τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἔλεγον, ἂν ἐπρόκειτο περὶ κοινοῦ ἀγαθοῦ καὶ γενικοῦ συμφέροντος, ἐρρέτω καὶ ἡ περιουσία τῶν κοινοτήτων. Ἂν πρόκειται νὰ σωθῇ τὸ Κράτος, ἂς σφαγιασθῶσι καὶ τὰ δίκαια τῶν κοινοτήτων. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διαχείρισιν τῶν δασῶν σκόπιμον καὶ συντελεστικὴν εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς δασικῆς παραγωγῆς, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, κινδυνεύομεν μὲ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διαχείρισιν καὶ ἐκμετάλλευσιν ν’ ἀποδασώσωμεν ἐντελῶς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Πλὴν δὲ τούτου ἐφ’ ὅσον τὰ δάση χαρακτηρίζονται ὡς δημόσια ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος καταστροφῆς, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων οὐδὲν ἐνδιαφέρον δεικνύουσι διὰ τὰ δάση, δὲν ἀσκοῦσι τὴν ἀναγκαίαν ἐπιτήρησιν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ πολλάκις συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστροφήν, ἐνῷ, ἂν ἀπεδίδοντο τὰ δάση εἰς τὰς κοινότητας, θὰ ἐξησφαλίζετο περισσότερον ἡ προστασία αὐτῶν, καὶ αἱ κοινότητες διὰ τῶν μελῶν των θὰ διεχειρίζοντο συντηρητικώτερον τὰ δάση, διότι τὰ μέλη τῆς κοινότητος εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ γνωρίζωσι τί ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἡ χρῆσις τοῦ δάσους παρὰ ὁ ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἄμεσον καὶ αὐστηρὰν θὰ ἐξασκῶσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐπίβλεψιν προερχομένην ἐκ τοῦ ἰδίου συμφέροντος. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, τὸ μὲν γενικὸν συμφέρον δὲν ἐξυπηρετεῖται διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἐπὶ τῶν δασῶν ἰδιοκτησίας τῶν κοινοτήτων, τὰ δὲ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων εἰσὶ καταφανῆ, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ στερήσωμεν ταύτης τὰς κοινότητας, πρὸς τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία πρέπει μετά τινος εὐγνωμοσύνης νὰ προσβλέπῃ, ὡς διασωσάσας κατὰ τοὺς χαλεποὺς χρόνους τῆς δουλείας τὴν γλῶσσαν, τὴν θρησκείαν καὶ τὸν ἐθνισμόν. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἐθνικῶς θέλει ἐπιδράσει καὶ βλάψει τοιαύτη πρᾶξις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν αἱ Ἑλληνικαὶ κοινότητες διατηροῦσι τὴν περιουσίαν των, εἰς δὲ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα στεροῦνται ταύτης, καὶ εἶναι καιρὸς ν’ ἀποδοθῇ αὐταῖς ἡ περιουσία των.
§64Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος σπουδαίου, ἀφορῶντος τὰς κοινότητας τῶν ὀρεινῶν μερῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Τάκη κατατεθείσης καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ αὐτοῦ συνταχθείσης προτάσεως νόμου. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον, διότι τὸ Δημόσιον αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος ἐζήτησε νὰ σφετερισθῇ πολλὰ δάση τῶν κοινοτήτων τῆς Θεσσαλίας. Ἠκούσατε τὴν ἱστορίαν τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων τῆς Θεσσαλίας παρὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Γαρδικιώτου. Τὰ δάση ταῦτα, ἀνήκοντα κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους εἰς τὰς οἰκείας κοινότητας, διετηρήθησαν ὑπ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τοὺς μετέπειτα χρόνους τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας. Οὐδέποτε ἡ Τουρκία ἐπεζήτησεν ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων τούτων, ἀείποτε ἐν ἐπαναστάσει διατελοῦντες, κατώρθωσαν, συνθηκολογοῦντες μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ πληρώνοντες ὡρισμένον φόρον, νὰ διατηρῶσι τὴν ἰδιοκτησίαν των, ὡς καὶ τὴν ἐπὶ τῶν δασῶν, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ διότι οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ δάση ἀποτελοῦσι πλοῦτον διὰ τὸ Κράτος της. Διὰ τοῦτο καὶ πλὴν τοῦ ἱεροῦ νόμου (Ἀλ Κοράν), ὅστις ἐν πολλοῖς ἐτροποποιήθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ διὰ διαφόρων αὐτοκρατορικῶν διαταγῶν καὶ παραδόσεων, οὐδεμίαν ἄλλην διάταξιν νόμου ἔχομεν, μέχρι τοῦ ἔτους 1858, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο ὁ νόμος περὶ γαιῶν τῆς Τουρκίας. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τὰ ἐν Τουρκίᾳ κτήματα διακρίνονται εἰς πέντε κατηγορίας, γίνεται δὲ μνεία καὶ περὶ τῶν δασῶν τούτων, τῶν εἰς τὰς κοινότητας ἀνηκόντων. Ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου τούτου, παραγράφῳ τετάρτῃ, ἀναφέρεται κατηγορία κτημάτων ὀνομαζομένων μετρουκέ, περὶ ὧν ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ αὐτοῦ νόμου γίνεται ἐπεξήγησις, διαιρουμένων εἰς ἐγκαταλελειμμένα κτήματα καὶ ὡς τοιαῦτα ἀνήκοντα εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν κατοίκων κωμῶν ἢ χωρίων (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐγκαταλελειμμέναι γαῖαί εἰσι δύο εἰδῶν: 1ον) αἱ διὰ γενικὴν χρῆσιν ἀφεθεῖσαι, καὶ αἱ δημόσιοι ὁδοί, καὶ 2ον) αἱ ἐξιδιασθεῖσαι εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ὁλομελείας τῶν κατοίκων ἑνὸς ἢ πολλῶν χωρίων καὶ κωμῶν, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ βοσκαί». Ἐν ἄρθρῳ 91 καὶ 92 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀναγράφεται τὸ εἶδος τῶν κτημάτων τούτων, ἤτοι τὰ δάση τὰ προωρισμένα ἀνέκαθεν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῶν κατοίκων ὡς καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματος αὐτῶν, ἰδοὺ δὲ τί λέγουσι τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 91. Ἐκ τῶν δένδρων τῶν δασῶν, τῶν λεγομένων μπαλταλὶκ καὶ τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνέκαθεν ἐξιδιασμένα εἰς χωρίον ἢ κωμόπολίν τινα, διὰ νὰ ξυλεύωνται καὶ ὠφελῶνται οἱ κάτοικοι αὐτοῦ, μόνον οἱ κάτοικοι ἐκείνου τοῦ χωρίου καὶ τῆς κωμοπόλεως δύνανται νὰ ὑλοτομῶσιν. Οἱ κάτοικοι ἄλλης κωμοπόλεως ἢ χωρίου δὲν δύνανται νὰ ξυλευθῶσιν. Ἐκ τῶν δένδρων τῶν δασῶν τῶν ἐξιδιασμένων ἀνέκαθεν εἰς πολλὰ χωρία ἢ κωμοπόλεις, διὰ νὰ ξυλεύωνται καὶ ὠφελῶνται ἐκ τούτων οἱ κάτοικοί των, δύνανται νὰ ὑλοτομῶσι μόνον οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων καὶ ὄχι οἱ κάτοικοι ἄλλων χωρίων. Δὲν λαμβάνεται δὲ δικαίωμα διὰ τοιαῦτα δάση. Ἄρθρον 92. Δὲν δύναται νὰ ἀποσπασθῇ μέρος τι τῶν εἰς τοὺς κατοίκους χωρίων ἐξιδιασμένων δασῶν καὶ νὰ διατεθῇ διὰ ταπίου εἰς ἄλλον τινά, ἵνα λάβῃ κατοχὴν αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς ἢ συνεταιρικῶς καὶ σχηματίσῃ ἰδιωτικὸν δάσος ἢ τὸ ἀροτριάσῃ πρὸς καλλιέργειαν. Ἄν τις λάβῃ κατοχήν, οἱ κάτοικοι δύνανται ἐν παντὶ χρόνῳ νὰ τοὺς ἐμποδίσωσιν». Πρὸ αὐτοῦ, ὡς σᾶς προεῖπον, οὐδεμία ἄλλη διάταξις νόμου ὑπάρχει περὶ δασῶν. Ἔκτοτε οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ εἴδους τούτου τῶν κτημάτων ἐν Τουρκίᾳ, καὶ δὲν βλέπομεν ἄλλον νόμον εἰμὴ κατὰ τὸ ἔτος 1870. Ἡ Τουρκία κατιδοῦσα ὅτι τὰ δάση ἀποτελοῦσι πλοῦτον διὰ τὸ Δημόσιον, ἐπὶ πλέον πρὸς ἄρσιν τῶν φιλονεικιῶν, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διοριζομένων ὑλοτόμων πρὸς ὑλοτομίαν καὶ κατεργασίαν ξυλείας προωρισμένης διὰ τὸν Ὀθωμανικὸν Ναύσταθμον ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ κοινοτήτων, μὴ ἐννοούντων νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν ὑλοτομίαν τοῦ Δημοσίου, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἀποφυγήν, ὡς προεῖπον, τῶν φιλονεικιῶν καὶ πρὸς διάκρισιν τῶν δημοσίων δασῶν ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων ἐθέσπισε νέον νόμον, κατὰ τὸ ἔτος 1870, ἐν τῷ ὁποίῳ πλέον νόμῳ καθορίζονται ποῖα δάση εἰσὶ κοινοτικά, ποῖα δημόσια καὶ ποῖα ἰδιόκτητα. Ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 1 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «τὰ ἐν ταῖς αὐτοκρατορικαῖς χώραις κείμενα δάση διαιροῦνται εἰς τέσσαρας κατηγορίας· αʹ τὴν τῶν ἀπ’ εὐθείας ἀνηκόντων τῇ Κυβερνήσει· βʹ τὴν τῶν προσηρτημένων τοῖς βακουφίοις· γʹ τὴν τῶν λεγομένων μπαλταλικίων, καὶ ἀνηκόντων ταῖς κωμοπόλεσι καὶ χωρίοις καὶ δʹ τὴν τῶν λεγομένων κοροὺ καὶ εἰς ἰδιώτας ἀνηκόντων». Κατωτέρω ἐν ἄρθρῳ 2 πραγματεύεται ποῖα εἶναι τὰ δημόσια δάση, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν ταῖς ὀθωμανικαῖς χώραις εὑρισκόμενα δημόσια δάση θέλουσιν ὁρισθῆ, αἱ δὲ ἑπόμεναι διατάξεις θέλουσι ἰσχύει διὰ τὰ οὕτως ὁρισθησόμενα καὶ ὑπὸ ἐπιτήρησιν τεθησόμενα δάση». Τὸ ἄρθρον 21 ὁμιλεῖ περὶ τῶν δασῶν τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῆς ὁλομελείας τῶν κατοίκων κωμῶν ἢ χωρίων, ἅτινα ἀποκαλεῖ μπαλταλίκια, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 21. Μπαλταλίκια καλοῦνται τὰ δάση τὰ ἀνέκαθεν ὡρισμένα εἰς κωμόπολίν τινα ἢ χωρίον, ὅπως ἐξ αὐτῶν ξυλεύωνται ἢ ἄλλως ὠφελῶνται οἱ κάτοικοι αὐτῶν» καὶ κατωτέρω, μέχρι τοῦ 25 ἄρθρου, ἐκτίθεται ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων τῶν κατοίκων καὶ οἱ περιορισμοί, ὑφ’ οὓς ἔδει νὰ ἐνεργῆται ἡ ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ δασῶν ὑλοτομία. Κατὰ τοὺς νόμους λοιπὸν τούτους δέον, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας εἶναι κοινοτικὰ ἢ δημόσια, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, μέχρι τοῦ 1858, ὅτε ἐγένετο ὁ πρῶτος νόμος περὶ γαιῶν, ὁ ὁποῖος ποιεῖται μνείαν ἐν ἄρθρῳ 1 § 4 καὶ ἐν ἄρθροις 5 ἐδ. 2, 91 καὶ 92 περὶ τῶν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ δασῶν καὶ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν οὐδεμία ἄλλη ἀλλαχοῦ ὑπάρχει διάταξις νόμου ἐν τῇ ὀθωμανικῇ νομοθεσίᾳ ὁρίζουσα τὰ τοῦ εἴδους τούτου τῶν κτημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς κοινότητας. Οὕτως ἐκ μὲν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου αὐτοῦ προκύπτει ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐγνώριζεν ὁποῖα ἦσαν δημόσια καὶ ὁποῖα ἦσαν ἰδιόκτητα, βακούφια καὶ κοινοτικά, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐδημιούργει δημόσια δάση. Διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 21 ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῶν κοινοτήτων τὸ ἀσκηθὲν ἀνέκαθεν ἐπὶ τῶν εἰς τὰς περιφερείας αὐτῶν κειμένων δασῶν, ὡς τοῦτο σαφῶς μέν, ἀλλὰ μὴ λεπτομερῶς, ἀναγνωρίζει ἐν τῷ ῥηθέντι περὶ γαιῶν νόμῳ. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ αἱ κοινότητες ἐνέμοντο πάντα τὰ δάση, τί ἀπέμεινε διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τί διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐζήτει νὰ διαρρυθμισθῇ; Ναί, ἀλλὰ ὑπάρχουν χωρία ἔρημα κατοίκων καὶ δάση μὴ κατεχόμενα καὶ ὑπαγόμενα κατὰ τὸν περὶ γαιῶν νόμον εἰς τὴν τάξιν τῶν νεκρῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν οὐδεὶς διημφισβήτει δικαίωμα κυριότητος. Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτροπείαν, ἡ ὁποία ἐνετάλη, ὅπως ἐξελέγξῃ τοὺς τίτλους, δυνάμει τῶν ὁποίων κατέχονται τὰ δάση, καὶ ὅπως καθορίσῃ ποῖα εἶναι δημόσια καὶ ποῖα ἀνῆκον εἰς τὰς κοινότητας. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν διαφόρων ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργείου, φαίνεται ὅτι ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1877, δὲν γνωρίζω δέ, ἂν ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ ἂν ἐπελήφθη τῆς ἐξελέγξεως τῶν τίτλων ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρι τῆς προσαρτήσεως, διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸ 1877 ἢ 1878 ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις, ὁπότε καὶ τὰ ὀρεινὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας διετέλουν ἐν ἐπαναστάσει μέχρι τοῦ 1881, ὁπότε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλά, ὁτιδήποτε καὶ ἂν ἐγένετο, πάντα τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας πλὴν ἐλαχίστων κατείχοντο ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν κατοίκων τῶν καὶ ἤδη κοινοτήτων, καὶ συνεπῶς κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1870 ὑπήχθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μπαλταλικίων. Τοῦτο τοὐλάχιστον εἶναι ἀναμφισβήτητον διὰ τὰ δάση τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ εἰς τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν ἐπιτροπὴν παραδοθέντος καταλόγου τῶν παραχωρηθέντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἐν ᾧ δὲν ἀναφέρονται καὶ τὰ δάση τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Ἐξεταστέον ἤδη, Κύριοι, ἂν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας τοὺς νόμους τοὺς Ὀθωμανικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι παλαιοὶ Ἑλληνικοὶ νόμοι, διότι ἡ Ἑλλὰς ἦλθεν ὡς διάδοχος τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ συνεπῶς οἱ νόμοι τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ἐφαρμόζονται διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς ἐννόμους σχέσεις τὰς ὑπὸ τοῦ Κράτους αὐτῶν παραχθείσας, ἐξεταστέον, λέγω, ἂν οἱ νόμοι οὗτοι ἀποτελοῦσι τίτλον διὰ τὰς κοινότητας ὑποχρεωτικὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 1881, ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρημέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν (γρασιδοτόπων Kechak), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει Ὀθωμανικῶν νόμων». Διὰ τῆς συνθήκης ταύτης, Κύριοι, ἀνεγνωρίσθη ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ πᾶσαν ἰδιοκτησίαν παραχωρηθεῖσαν εἴτε διὰ ταπίων, εἴτε διὰ φιρμανίων εἴτε διὰ νόμων Ὀθωμανικῶν. Συνεπῶς, ἀφοῦ δυνάμει τῶν προειρημένων περὶ γαιῶν καὶ δασῶν νόμων ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς ὁλομελείας τῶν κατοίκων πρὸς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῶν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν κωμῶν ἢ χωρίων των κειμένων δασῶν, ἕπεται ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δέον νὰ σεβασθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν κατοίκων καὶ μὴ θελήσῃ νὰ καταπατήσῃ. Ἐξεταστέον ἐπίσης ἤδη, τί ἔπραξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη τί πράττει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, εἰς ὃ ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ μὲν τὸ 1883 ἀνεγνώρισε δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς τὰς ἰδιοκτησίας τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ διέταξε μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Καρδίτσης, ἵνα ἐκδίδῃ ἀδείας ὡς ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν, ἡ τοιαύτη δὲ κατάστασις ἐπηκολούθησε μέχρις ὅτου πρὸ δεκαετίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην τῶν κοινοτήτων καὶ νὰ θεωρήσῃ ταῦτα ὡς δημόσια, ἀπὸ τῆς ἐσφαλμένης, ὡς ἐνόησα, σκέψεως, ὅπως καταλαμβάνουσα ταῦτα ἀπὸ τὰς κοινότητας τὰ ἐθνικοποιήσῃ χάριν μείζονος προστασίας, ἤτοι ἵνα ὄντα ταῦτα δημόσια δύναται νὰ δεσμεύσῃ τοὺς ἰδιώτας ἀπὸ τοῦ νὰ τὰ καταστρέφωσιν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξετασθῇ οὕτω πως, τὸ ζήτημα, εἰμὴ ἂν κατὰ πόσον αἱ κοινότητες ἔχουσι δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων καί, ἂν τοῦτο ἔχωσιν, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἔχουσι δίκαιον αἱ κοινότητες δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν δασῶν παρερμηνεύουσα τούτους καὶ παρατρέχουσα τὴν Συνθήκην προβάλλει ἤδη τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι κοινοτικά, διότι δὲν προσάγονται τίτλοι. Ὅταν ἔχωμεν τὴν συνθήκην τοῦ 1882, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν καὶ κοινοτήτων τὰ δυνάμει νόμων παραχωρηθέντα, δυνάμεθα σοβαρῶς καὶ ἐγκύρως νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα αὐτῶν καὶ ζητήσωμεν ἄλλους τίτλους; Φρονῶ ὄχι διότι καὶ οἱ νόμοι οἱ Ὀθωμανικοί, δυνάμει τῶν ὁποίων παρεχωρήθησαν τὰ τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὰς κοινότητας, εἶναι τίτλοι δι’ αὐτάς, καὶ δὲν ὤφειλεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη τῆς Γεωργίας νὰ ζητήσῃ ἄλλους τίτλους ἀπὸ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους προανέφερον, τοὺς Ὀθωμανικούς. Οὔτε ἄλλως ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἄλλους τίτλους, ἤτοι ταπία, αἱ κοινότητες, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι δὲν ἀναγνωρίζουν κοινότητας ὡς ὑποκειμένας εἰς δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ἤτοι ὡς ἠθικὰ πρόσωπα καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθῶσι ταπία, ἂν καὶ τοῦτο δὲν ἦτο δύσκολον νὰ τὸ ἐπιτύχωσι, διότι ἦτο γνωστὸν πῶς ἐξεδίδοντο οἱ τίτλοι παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν ὑπαλλήλων. Ἐγείρεται, Κύριοι, διαφωνία ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐν τοῖς προμνησθεῖσι Ὀθωμανικοῖς νόμοις λέξεως «μπαλταλίκ», ἤτοι ἂν διὰ τῆς οὕτω διδομένης προσωνυμίας ἀφαιρεῖται ἡ ἔννοια τῆς πλήρους ἰδιοκτησίας τῶν κοινοτήτων, καὶ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν πιθανὸν νὰ προβάλῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῶν περὶ γαιῶν καὶ δασῶν νόμων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα, δὲν ὁρίζεται ἐπαρκῶς ἡ φύσις τοῦ δικαιώματος, ὅπερ παρείχετο εἰς τὰς κοινότητας, διὰ νὰ δώσωμεν τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν, πλὴν ὅμως ἐκ τῆς ὅλης ἐννοίας τῶν διατάξεων τῶν νόμων αὐτῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ δικαιώματος, ὅπερ παρεχώρησαν οὗτοι εἰς τὰς κοινότητας, μᾶλλον τὰ δάση ταῦτα προσομοιάζουσι πρὸς τὰ κατὰ τὸν Ρ. Ν. κτήματα, ἅτινα ἀνῆκον οὐχὶ εἰς ἓν πρόσωπον, ἀλλ’ εἰς κοινότητας ὡς ἠθικὰ πρόσωπα, τοῦτο δὲ καταδηλοῦται καὶ ἐξ ἑνὸς προσθέτου ἑρμηνευτικοῦ Αὐτοκρατορικοῦ νόμου, ὅστις ἐξεδόθη κατὰ τὸ ἔτος 1877 πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν ἄρθρων 91 καὶ 92 αὐτοῦ, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι ἐγερθείσης ἀμφισβητήσεως, ἂν ἡ ζημία ἐπροξενήθη εἰς τοιούτου εἴδους δάση παρὰ τρίτου μὴ κατοίκου τῆς κοινότητος, εἰς ποῖον θ’ ἀποδοθῇ (καθότι, ὡς φαίνεται, ἀπὸ τότε ἠγέρθη ἡ αὐτὴ ἀμφισβήτησις ἂν εἶναι κυρίαι αἱ κοινότητες, ἐδόθη δὲ ἡ ἑρμηνεία ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη θὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς κοινότητος. Ἑπομένως ἐκ τούτου καταδεικνύεται, ὅτι τὰ δάση ἀνεγνωρίζοντο ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ὡς κοινοτικά, διότι ἄλλως ἡ ζημία θὰ ἐδίδετο εἰς τὸ Δημόσιον. Τὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν ἔδωκαν καὶ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ Δικαστήρια καὶ μάλιστα, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐξεδόθη ἐσχάτως καὶ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης, εἰσηγουμένου τοῦ προέδρου κ. Παπανικολάου, εὐρυμαθοῦς περὶ τὴν Ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπόφασιν τὰ οὕτω πως χαρακτηριζόμενα δάση εἶναι κοινοτικά. Ὅταν ἔχωμεν, Κύριοι, τοὺς νόμους αὐτοὺς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ἐπιτρέπεται ἀμφισβήτησις, ὅτι τὰ δάση ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οὐχὶ σπουδαίως καὶ νομίμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀρνεῖται τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δασῶν εἰς τὰς κοινότητας, καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ὅπως χωρὶς καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ κατατεθεῖσα πρότασις νόμου, ἥτις καὶ περὶ τούτου προνοεῖ, ἵνα δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, ὡς τοῦτο ἔπραξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1883, ὑπουργοῦντος τότε τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀναγνωρίσῃ τὰ δάση ὡς κοινοτικὰ καὶ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ παύσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ παρενοχλῶσι τὰς κοινότητας καὶ νὰ ἐκδίδωνται αἱ ἄδειαι ὡς ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν. Τοῦτο ἐλπίζω νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ὢν μέλος τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως βεβαίως θέλει φανῆ ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τοῦ λαοῦ.
§65Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Κατανοῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξηντλήθη προχθές, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πολλὰ εἶπον περὶ συγκοινωνίας καὶ ὁδοποιίας, καὶ περιττεύει πᾶσα συζήτησις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπειγούσης ἐπισκευῆς, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ πλημμελὲς παρελθὸν εἰς βάρος τοῦ ἀθῴου ἐνεστῶτος, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω πρὸς διαφώτισιν ὀλίγας λέξεις. Πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῆς γεφύρας τῆς θέσεως Τουμπίτσι τοῦ Λάδωνος ποταμοῦ, δι’ ἧς διέρχεται ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς Τριπόλεως–Πύργου, ἧς ἓν τόξον παρεσύρθη ὑπὸ τῶν ὑδάτων κατὰ τὸ ἔτος 1906, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐνηργήθη ἔκτοτε, καίτοι ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ δύο μεγάλας ἐπαρχίας. Γνωρίζουσι βεβαίως πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι οἱ Γορτύνοι ἔχουσι κτήματα ἐν Ἠλείᾳ καὶ καθ’ ἑκάστην διέρχονται διὰ τῆς γεφύρας αὐτῆς. Πάσχουν δὲ ἀληθῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διερχόμενοι τὸν ποταμὸν αὐτόν, διότι καὶ ὁ πλέον τολμηρὸς κολυμβητὴς εἶναι δύσκολον νὰ διέλθῃ τὸν ποταμὸν καὶ ἐν θέρει ἀκόμη. Ἡ γέφυρα αὕτη μένει, ὡς ἐρρήθη, ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη ἄνευ ἐπισκευῆς. Ἐπεσκευάσθη διὰ ξύλων, ἀλλὰ δὲν διέρχονται ζῷα. Ἐν τῷ ποταμῷ δὲ αὐτῷ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα γέφυρα ξυλίνη ἐν τῇ θέσει Ἄσπρος Βράχος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ χρῄζει ἐπισκευῆς. Καὶ ἡ ἐπισκευὴ αὐτῆς ἐννοητέον ἐπιβαρύνει ὡσαύτως τὸ ἐνεστὼς ἕνεκα τῶν παραλείψεων τοῦ παρελθόντος, καὶ πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ καὶ αὕτη, ὡς ἐπίσης καὶ τῆς ὁμοίας αὐτῇ ἐπὶ τοῦ Ἐρυμάνθου ποταμοῦ, διότι, ἐὰν ἔλθῃ μία πλήμμυρα, βεβαίως θὰ παρασύρῃ ἀμφοτέρας καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πύργον, ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι βεβαίως ἁμαρτωλή, διότι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς δὲν ἐγένετο ὅπως ἐχαράχθη ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει διῆλθε χαριστικῶς ἀπὸ μέρη τοιαῦτα, ὅπου ὠλίσθησαν ἔν τισι θέσεσι τὰ ἐδάφη, καὶ δὲν δύναται νὰ διέλθῃ οὐ μόνον ἅμαξα ἀλλ’ οὔτε πεζὸς ἄνθρωπος, ἐξ οὗ καὶ χιλιάδας δραχμῶν πλέον τοῦ πρέποντος ἔχει ἐξοδεύσει τὸ Δημόσιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν ταῦτα, διὰ νὰ δυνηθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ διορθώσῃ αὐτὰς τὰς γεφύρας. Ἐπίσης πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ διὰ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Μαγουλιάνων μέχρι Βαλτεσινίκου. Ἔχει διὰ νόμου ἐγκριθῆ ποσόν τι διὰ τὴν κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ μέχρι πέντε ἢ καὶ πλέον χιλιομέτρων, ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐξετελέσθη ἡ ὁδὸς αὕτη, τὰ δὲ χρήματα, τὰ ὁποῖα διὰ νόμου ἐψηφίσθησαν δι’ αὐτήν, Κύριος οἶδε δι’ ὁποίας ἄλλας πολιτικὰς ἀνάγκας θὰ ἐξωδεύθησαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν ἐκτέλεσιν ὅσον οἷόν τε τάχιον τῶν διαληφθέντων ἔργων.
§66Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὥρισε διαφορὰν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην ἀπένειμε τὴν ἔννοιαν ἁπλῆς ἐρωτήσεως πρὸς σύστασίν τινα, ἐνῷ εἰς τὴν δευτέραν ἔδωκε τὴν σημασίαν μομφῆς. Εἰς τὴν ἐμὴν ὅμως ἐρώτησιν θὰ παρακαλέσω, ὅπως δοθῇ μεταίχμιος σημασία, διότι πρόκειται μὲν περὶ συστάσεως καὶ παρακλήσεως θερμῆς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ μομφῆς, μομφῆς ὅμως ἀπευθυνομένης οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες διατηροῦσι τὴν ἑαυτῶν ὑπηρεσίαν ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει, καὶ φροντίζουσιν, ὅπως ἀποκρύπτωσι ταύτην ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Διότι νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς συνεργατῶν τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου ἔγκειται οὐ μόνον εἰς τοῦτο, ὅπως παράσχωμεν τοὺς ὤμους ἡμῶν, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν στηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὅπως ὑποδεικνύωμεν τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ προέλθῃ ὁ κίνδυνος τοῦ ναυαγίου τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου. Ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὅτι οὐ μόνον οἱ πολιτικοὶ διέφθειραν τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ ὅτι πολλοὶ ὑπάλληλοι, τέκνα αὐτοὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ διατηρούμενοι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διέφθειραν καὶ διαφθείρουσι τὴν ἑαυτῶν ὑπηρεσίαν. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νοσταλγοῦσι τὸ παρελθόν, τὸ τοσοῦτον μακάριον δι’ αὐτούς, ἀποτροπιάζονται δ’ ἡμᾶς τοὺς ἀπειλοῦντας νὰ ταράξωσι τὸν ὕπνον αὐτῶν τὸν νήδυμον. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀναφέρεται εἰς τὸ ἑξῆς: Οἱ στρατιῶται ἡμῶν, ὅσοι προσβληθῶσιν ὑπὸ νόσου βαρείας—καὶ γνωρίζετε πόσαι ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ ἐπικρατοῦσιν ἐπιδημίαι σοβαρῶν νόσων—φθάνουσιν εἰς τὰ νοσοκομεῖα εἴτε πεζοποροῦντες, εἴτε ῥιπτόμενοι ἐπὶ κάρρων συνήθων, χωρὶς στεγάσματος καὶ χωρὶς ὑποστρώματος. Στρατιώτης τοῦ μηχανικοῦ, προσβληθεὶς ὑπὸ μηνιγγίτιδος, ὡδηγήθη ἀπὸ τῶν στρατώνων Ῥούφου μέχρι τοῦ νοσοκομείου Μακρυγιάννη ὑποβασταζόμενος ὑπὸ δύο συστρατιωτῶν του. Τὸν στρατιώτην τοῦτον, ὅστις παρὰ ταῦτα κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ τὸν θάνατον, εἶδον καὶ ἠρώτησα πῶς μετέβη μέχρι τοῦ νοσοκομείου ἀπὸ τόσης ἀποστάσεως. Οὗτος δὲ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται, διότι διετέλει ἐν ἀναισθησίᾳ· ὥστε ἀναίσθητος ἐκ τῆς μηνιγγίτιδος ὡδηγήθη πεζῇ ἀπὸ τῶν στρατώνων μέχρι τοῦ νοσοκομείου εἰς ἀπόστασιν πλειόνων χιλιομέτρων. Διοικητὴς λόχου μοὶ ἔλεγε χθὲς ὅτι τὸν κανόνα ἀποτελεῖ ἡ πεζοπορία τῶν βαρέως ἀσθενούντων, πολυτέλειαν δὲ τὸ κάρρον. Οἱ διοικηταὶ τῶν διαφόρων τμημάτων στρατοῦ λαμβάνουσιν ἕκαστος—πρὸς μεταφορὰν τῶν ἀρρώστων στρατιωτῶν διάφορα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ εὐγενὴς μέριμνα περὶ τῆς τύχης τῶν ὑφισταμένων· οὕτως εἷς διοικητὴς συντάγματος κατέβαλλεν ἐξ ἰδίων τὴν ἑκάστοτε ἀπαιτουμένην μικρὰν δαπάνην πρὸς ἐνοικίασιν ἀγοραίων ἁμαξῶν ἐπὶ τούτῳ· ἕτερος διοικητὴς ἐχρησιμοποίει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸ ἑκάστοτε ὑπάρχον περίσσευμα ἐκ τοῦ ἐφοδίου τοῦ συσσιτίου τῶν ἀνδρῶν ἕως οὗ τοῦτο ἀπηγορεύθη—καὶ δικαίως—δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν μιᾷ ἴλῃ ἱππικοῦ ἐλήφθη ἡ οἰκονομικὴ μέριμνα, ὅπως ἐκ τοῦ πλεονάσματος, ὅπερ παρέχει ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν χαλκῶν νομισμάτων διὰ χαρτίνων, ἀποταμιεύωνται αἱ δραχμαὶ μία πρὸς μίαν, ἵνα χρησιμοποιῶνται πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀγοραίων ἁμαξῶν, τῶν μεταφερουσῶν τοὺς βαρέως ἀσθενοῦντας στρατιώτας. Οὕτω παρέχεται τὸ ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν θέαμα στρατοῦ, οὗτινος αἱ διάφοροι μονάδες καὶ ὁμάδες λαμβάνουσιν ἐκ τῶν ἐνόντων ἴδια μέτρα πρὸς διόρθωσιν γενικῆς διοικητικῆς πλημμελείας, παρέχουσαι οὕτω προανάκρουσμα τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου. Καὶ ἐὰν παρίδωμεν τὸ ζήτημα τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλ’ ἐγείρεται τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος, ὅπως ἀποσπᾷ ἀπὸ τῶν ἑστιῶν των τοὺς στρατιώτας, ὅταν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς μηδὲ στοιχειώδη βοήθειαν, ὅταν ἀσθενῶσι βαρέως καὶ δὴ ὑπὸ νόσων, ὑπὸ τῶν ὁποίων πιθανώτατα δὲν θὰ προσεβάλλοντο, ἐὰν δὲν ἦσαν στρατιῶται; Ἐπὶ τούτοις παρακαλῶ, ὅπως προσκομισθῇ ἡ ἀλληλογραφία τῆς προμηθείας τῶν ἁμαξῶν ἐκείνων, τῶν δῆθεν ἀσθενοφόρων, αἵτινες, οἰκτρὰ κατασκευάσματα, ἀπόκεινται ἄχρηστοι ἐν ταῖς αὐλαῖς τῶν συνταγμάτων· τοιαύτην π.χ. ἄχρηστον ἅμαξαν δύναται νὰ ἴδῃ πᾶς τις ἐρριμμένην ἐν τῷ προκυλίῳ τοῦ 3ου συντάγματος πυροβολικοῦ, ἐνῷ μέχρι πρό τινος καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὑπηρέτουν (αἴσθησις). Ἐπίσης παρακαλῶ, ὅπως ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παρέλαβεν ὡς χρησίμους τὰς ἁμάξας ταύτας.
§67Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ποῦ κατεσκευάσθησαν;
§68Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐν Γαλλίᾳ.
§69Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ τίς παρέλαβεν αὐτάς;
§70Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητῶ νὰ μάθω.
§71Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διὰ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ ληφθῇ φροντίς.
§72Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔτι μᾶλλον τῶν στρατιωτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ λάβωσιν ὅσα μέτρα ἀπαιτοῦνται πρὸς αὐτοσυντηρησίαν. Ὥστε ἡ παράκλησίς μου ἡ τελευταία εἶναι, ὅπως ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη.
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαιῶ δὲ ὅτι θέλουσι ληφθῆ βεβαίως μέτρα πρὸς θεραπείαν καταστάσεως, ἡ ὁποία, ἂν ἔχῃ ὡς εἶπε, καίτοι δὲν ἔχω τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, προσάπτει ὄνειδος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν σύστασιν ἀποθήκης διαμετακομίσεως ἐν τῷ τελωνείῳ Γυθείου.
§75Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου αἰτήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Γυθείου, τοῦ ὁποίου βέβαια δὲν θὰ πλέξω ἐγὼ τὸ ἐγκώμιον ἐντεῦθεν. Ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι συντηρεῖ αὐτὸς οὗτος φιλαρμονικὴν καὶ συγχρόνως ἔχει καὶ λέσχην πρώτης τάξεως, ἡ ὁποία παριστᾷ μίαν πόλιν ὡς πόλιν δευτέρας βεβαίως τάξεως, ἀλλ’ ἀρκετὰ προωδευμένην. Εἰς τὴν αἴτησιν δὲ αὐτὴν ἔχει συνυποβάλει καὶ πίνακα, ὁ ὁποῖος ἀνέγραφε τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ ἑπταετίας, ἀλλά, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει, θὰ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου διὰ τὴν ἐρχομένην Παρασκευήν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περί τινος ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν.
§77Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐποιησάμην, κύριοι Βουλευταί, ἐπερώτησιν πρὸ ἡμερῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσχε τὴν καλωσύνην ἀμέσως σχεδὸν νὰ καταθέσῃ ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, δι’ ὃ εὐχαριστῶ αὐτὸν διὰ τὴν προθυμίαν του ταύτην. Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, διότι μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Βουλὴν ἑκατοστύων συμπολιτῶν μου, τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ ἀνέγνων, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως, κατὰ τῆς ὁποίας καταφέρονται οἱ συμπολῖταί μου, ἵνα μὴ τυχὸν παραπλανώμενοι ἀποδώσωσιν αἰτιάσεις καὶ εὐθύνας εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, θέλουσι προσβληθῆ καὶ ἵνα μὴ περιπέσωσιν οἱ συμπολῖταί μου εἰς ἀτοπήματα καὶ ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν εὐθύνη. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐπείσθην, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου καταφερόμενοι κατὰ τῆς ἀποφάσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, καὶ ἰδίᾳ κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Τριπόλεως, ἔχουσι πλῆρες δίκαιον. Πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ προτάσεως εἰσαγγελικῆς, δι’ ἧς ζητεῖται, ἵνα τὸ Πρωτοδικεῖον ἐν ὁλομελείᾳ ἀποφανθῇ περὶ μεταβολῆς ἕδρας Εἰρηνοδικείου. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον εἶναι τὸ τοῦ Κλείτορος–Μυλάοντος, ἡ περιφέρεια τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο δήμους, τὸν δῆμον Κλείτορος καὶ τὸν δῆμον Μυλάοντος. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον αὐτὸ εἶχε δύο ἕδρας, ἕδραν θερινήν, τὰ Μαγούλιανα, καὶ ἕδραν χειμερινήν, τὴν κωμόπολιν Βαλτεσινῖκον. Ἀλλὰ τὸν Μάϊον παρελθόντος ἔτους ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας λαβὼν ὑπ’ ὄψιν διαφόρους παραστάσεις καὶ διάφορα ψηφίσματα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Κλείτορος καθώρισεν, ἵνα ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου μένῃ μονίμως ἐν Βαλτεσινίκῳ. Μετὰ πάροδον ὅμως ὀλίγων μηνῶν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς προέτεινε πρὸς τὸ συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν τὴν μεταβολὴν τῆς ἕδρας ἐκ Βαλτεσινίκου καὶ τὴν μονιμοποίησιν αὐτῆς ἐν Μαγουλιάνοις. Ὁ κ. εἰσαγγελεύς, διὰ νὰ πείσῃ τὸ Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν, προτείνει ἐν τῇ προτάσει αὑτοῦ τρεῖς οὐσιώδεις λόγους, οἱ ὁποῖοι, κατ’ αὐτόν, συντελοῦσιν εἰς τὴν τελειοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου παύσῃ νὰ εἶναι ἡ κωμόπολις Βαλτεσινῖκον καὶ μεταφερθῇ αὕτη εἰς Μαγούλιανα. Τρεῖς, λέγω, λόγους προέτεινεν ὁ κ. εἰσαγγελεύς, οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται γενικῶς εἰς λόγους πληθυσμοῦ, εἰς λόγους κλιματολογικοὺς καὶ εἰς λόγους ἀποστάσεως ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἐθαύμασα, κύριοι Βουλευταί, τὴν τόλμην τοῦ περὶ οὗ πρόκειται εἰσαγγελέως.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§79Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀποφάσει.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§81Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναφέρει ψευδῆ, ψευδέστατα γεγονότα ὡς ἀληθῆ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του.
§82Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Θρασύτητα τότε· ὄχι τόλμην.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακαλοῦμεν νὰ τὸ εἴπητε.
§84Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαιοῖ δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅσα βεβαιοῖ, ὅτι ἀντελήφθη ταῦτα ἰδίαις αἰσθήσεσιν, ἅτε μεταβὰς πρὸς τοῦτο ἐπὶ τόπου. Καὶ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα οὐχὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ποῦ θὰ εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου, οὐδὲ θέλω ἐγὼ νὰ ἐκφέρω γνώμην ποῦ πρέπει νὰ εἶναι αὕτη, διότι τὰ πράγματα ἐξεταζόμενα ἀμερολήπτως δεικνύουσι ποῦ πρέπει νὰ εἶναι. Ἀλλὰ μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖον ὡπλίσθη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι τεταγμένος ἐκ τῆς Πολιτείας νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, νὰ καταδιώκῃ τὰ ἀδικήματα καὶ νὰ εἶναι, Κύριοι, ὁ ὀφθαλμός, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ βλέπωσιν αἱ προϊστάμεναι αὐτοῦ ἀρχαὶ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, νὰ παριστᾷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ πράγματα. Εἶπον λοιπόν, ὅτι τοιοῦτον θάρρος παραποιήσεως τῆς ἀληθείας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι θὰ ἐδείκνυεν εἷς εἰσαγγελεύς, ὥστε νὰ βεβαιοῖ, ὅτι τὸ Βαλτεσινῖκον ἔχει πληθυσμὸν ἴσον πρὸς τὰ Μαγούλιανα, ἐνῷ αἱ τακτικώτατα ἐνεργούμεναι ἀπογραφαὶ καὶ ἃς εἶχεν ὑπ’ ὄψει οὗτος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ Μαγούλιανα μόλις τὸ ἓν τέταρτον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Βαλτεσινίκου ἀποτελοῦσιν. Νομίζετε ὅτι ἦτο θεμιτὸν νὰ λάβῃ θάρρος δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ δὴ εἰσαγγελεύς, νὰ μεταβάλῃ τοσοῦτον γεγονὸς πασίδηλον καὶ πασίγνωστον; Βεβαιοῖ, Κύριοι, ἐν τῇ προτάσει του αὐτῇ ὁ κύριος εἰσαγγελεύς, ὅτι τὰ διάφορα χωρία, ὡς λόγου χάριν ἡ Κερπινή, ἀπέχει τρεῖς μὲν ὥρας ἐκ τοῦ Βαλτεσινίκου, μίαν δὲ ἐκ Μαγουλιάνων, καὶ ἐκ τοῦ χωρίου ἐκείνου δὲν δύναται νὰ φθάσῃ πολίτης εἰς Μαγούλιανα, ἐὰν δὲν διέλθῃ ἐκ Βαλτεσινίκου! Εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν, Κύριοι, ὅτι, διὰ νὰ μεταβῶμεν ἐντεῦθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ διανύσωμεν διπλάσιον δρόμον ἀπὸ ὅ,τι μᾶς χρειάζεται νὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, διότι ὁ κάτοικος τῆς Κερπινῆς, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Μαγούλιανα, ἀναγκαίως θὰ διέλθῃ ἐκ Βαλτεσινίκου, καὶ βεβαιοῖ ἐν τῇ προτάσει του ὅτι ἀπέχει ἀπὸ τὰ Μαγούλιανα μίαν ὥραν, ἀπὸ τοῦ Βαλτεσινίκου τρεῖς, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅλως τοὐναντίον· καὶ βεβαιοῖ αὐτός, εἰσαγγελεύς, ὅτι τὰ χωρία Ποδογορὰ καὶ Συριάμον ἀπέχουσιν ἕξ ὥρας ἀπὸ τοῦ Βαλτεσινίκου, τρεῖς ὥρας ἀπὸ τῶν Μαγουλιάνων, καί, ἂν θελήσῃ ὁ κάτοικος τῶν χωρίων ἐκείνων νὰ μεταβῇ εἰς τὰ Μαγούλιανα, κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν ἔχει ὁδόν, θὰ διέλθῃ ἐκ Βαλτεσινίκου. Καὶ βεβαιῶν ὁ αὐτὸς εἰσαγγελεύς, ὅτι τὸ χωρίον Καρνέσι, χωρίον ἀνῆκον εἰς τὸν δῆμον Κλείτορος, ἕδρα τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ Βαλτεσινῖκον, εἶναι πλησιέστερον πρὸς τὰ Μαγούλιανα ἢ πρὸς τὸ Βαλτεσινῖκον, βεβαιοῖ οὐχὶ ἀληθῆ γεγονότα. Κύριοι Βουλευταί, τὸ θάρρος ἐξικνεῖται δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω οὔτε νὰ χαρακτηρήσω ποῦ τοῦ κ. εἰσαγγελέως, ὅταν βεβαιοῖ, ὅτι εἰς μὲν τὸ Βαλτεσινῖκον εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνωσι πολῖται καὶ δὴ ὑπάλληλοι, διότι τὸ ψῦχος εἶναι δριμύτατον, ἐνῷ εἰς τὰ Μαγούλιανα τὸ κλῖμα εἶναι εὐκραές, καίτοι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὰ Μαγούλιανα εἶναι τὸ ὑψηλότερον κατῳκημένον μέρος ἐν Ἑλλάδι. Τὰ Μαγούλιανα ἔχουσιν ὕψος ὑπὲρ τὴν θάλασσαν 1250 μέτρα, τὸ δὲ Βαλτεσινῖκον ἔχει 1050, καὶ εἰς μὲν τὰ Μαγούλιανα ἐλάχιστοι πλέον μένουσι, διότι οἱ ἄνθρωποι, λόγῳ τοῦ πολλοῦ ψύχους καὶ τῶν διαρκῶν χιόνων, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναχωρήσωσι καὶ μετῴκησαν εἰς χαμηλὰ μέρη, ἐνῷ εἰς τὸ Βαλτεσινῖκον παραμένουσιν ὅλοι οἱ κάτοικοι. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας παραστάσεις ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς ὁλομελείας τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ νὰ δυνηθῇ διὰ τῶν ψευδῶν αὐτῶν παραστάτεων νὰ ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω παράπονον καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν, διότι, ἐνῷ διὰ τῆς σκέψεώς του παραδέχεται, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἰσηγήσατο πρὸς αὐτὸ τὴν ἀλήθειαν, προκειμένου περὶ τοῦ κλιματολογικοῦ μέρους, βεβαιῶν, ὅτι τὰ Μαγούλιανα εἶναι τὸ ὑψηλότερον κατῳκημένον μέρος, οὐδεμίαν ποιεῖται ἔρευναν ἐπὶ τῶν ἄλλων λόγων, ὅπερ ἄν ἔπραττε, θὰ ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Διότι τὸ συμβούλιον, Κύριοι, σκέπτεται ὡς ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ἡ ὁλομέλεια αὕτη ἐν μέρει δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως, καθόσον τὰ Μαγούλιανα εἶναι τὸ ὑψηλότερον κατῳκημένον μέρος τῆς Πελοποννήσου...» καὶ τελειώνει ἡ σκέψις ὅλη. Οὐχ ἧττον, δέχεται τὸ συμβούλιον τὴν πρότασιν τοῦ κ. εἰσαγγελέως. Καὶ ἐρωτῶ, ἀφοῦ ἀνακαλύπτει τὸ συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς δὲν εἶπε πρὸς αὐτὸ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶπε ταύτην, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρευνήσῃ, μήπως κατὰ τὰ λοιπὰ ἀναληθῆ λέγει, καὶ νὰ ζητήσῃ τοὐλάχιστον τὴν ἐντὸς τοῦ Δικαστηρίου ὑπάρχουσαν στατιστικὴν τῆς ἀπογραφῆς, ἐξ ἧς θὰ ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὸ μὲν Βαλτεσινῖκον κατοικεῖται ἀπὸ κατοίκους ὑπὲρ τὰς 2000, τὰ δὲ Μαγούλιανα ἔχουσι πληθυσμὸν μόλις 500;
§85Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μήπως εἶναι νομάδες οἱ κάτοικοι;
§86Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τοιοῦτοι.
§87Γ. ΠΩΠ. Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει ἡ πρότασις τῆς ὁλομελείας;
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως εἶναι τὸν Σεπτέμβριον.
§89Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις λέγει, ὅτι ἐγένετο ἐν Τριπόλει τὴν 21 Ὀκτωβρίου 1910.
§90Γ. ΠΩΠ. Ἡ δὲ πρότασις;
§91Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις φέρει ἡμερομηνίαν 11 Σεπτεμβρίου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πότε ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς; Ἐξήλεγξεν αὐτήν; Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, διῆλθε τὰ μέρη ἐκεῖνα κατ’ ἐπανάληψιν, πολλάκις μάλιστα, καὶ γνωρίζει καὶ τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης τῶν κωμοπόλεων καὶ τὰς ἀποστάσεις τῶν χωρίων, καὶ τὸ κλῖμα τοῦ τόπου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πότε ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ τί ἐνήργησεν ἢ τί σκέπτεται νὰ ἐνεργήσῃ, διότι δὲν εἶναι πλέον ἀπόφασις δικαστικὴ αὐτή, ἀφοῦ στηρίζεται εἰς τὸ ψεῦδος. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἐνήργησε μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ τί σκέπτεται κατὰ τὴν ῥητὴν καταγγελίαν τῶν συμπολιτῶν μας νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ πράξῃ. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος νὰ ὑπογράψωσι καὶ ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα καὶ ἐν ᾗ βεβαιοῦται τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς των ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, προσδοκῶσι δικαίως ἐνέργειαν κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἔχει τὴν πληροφορίαν, ὅτι προέβησαν καὶ εἰς καταγγελίαν προσωπικὴν κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀντίγραφον ταύτης ἀπέστειλαν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν συμβούλιον. Περιμένω λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἄλλως θὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον.
§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, διὰ νὰ γίνῃ μεταβολὴ ἕδρας Εἰρηνοδικείου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῶσιν αἱ νόμιμοι ἐκεῖναι διατυπώσεις, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ἀξιότιμος συμπολίτης μου· ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Πρωτοδικείου. Ταύτην τὴν ἑσπέραν διὰ πρώτην φορὰν ἐπισήμως λαμβάνω γνῶσιν ἀμφοτέρων· καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶχον λόγον νὰ λάβω γνῶσιν αὐτῶν προηγουμένως. Θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν ἀναγκαίως τῆς προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Πρωτοδικείου, ὅταν ἤθελον ἀποφασίσει νὰ προβῶ εἰς μεταβολὴν τῆς ἕδρας. Ἤδη ὅμως λαμβάνων γνῶσιν ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἀνεξαρτήτως τῆς καταγγελίας τούτων ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, περιέχουσι βαρείας, ὁμολογῶ, αἰτιάσεις κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως· αὐτονόητον δὲ εἶναι ὅτι θὰ προβῶ ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὰς ἀναγκαίας καὶ νομίμους ἐνεργείας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§93Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ τῆς ἀποφάσεως; Τί θὰ πράξετε διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς ἕδρας;
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ κάμω οὐδεμίαν δήλωσιν περὶ τοῦ τί θὰ πράξω. Διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ δὲ ἡ τοιαύτη διατύπωσις τῆς γνώμης μου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω ὡς πρὸς τὸ ἔργον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ ὑφίστανται τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος πολιτικοῦ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πράξεις αὐτῶν, οὐδέποτε δέ....
§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰς παραλείψεις αὐτῶν.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε δὲ τὰς σκέψεις αὐτῶν. Οὐδέποτε δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ ἐρώτησις πρὸς Ὑπουργὸν τί σκέπτεται νὰ πράξῃ, καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πῶς εἰς ὡρισμένην περίστασιν θὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ τὰς σκέψεις αὑτοῦ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἑπομένως ἀντικείμενον ἐλέγχου καὶ ἀντικείμενον ὑποδείξεων, ἀντικείμενον συστάσεων τῆς Βουλῆς. Δὲν μὲ λανθάνει Κύριοι, καὶ λέγω τοῦτο ἅπαξ διὰ παντός, διότι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ῥυθμίζῃ πάντοτε τὴν πορείαν μου ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δὲν μὲ λανθάνει ἡ κρατήσασα ἐν τῷ παρελθόντι τακτικὴ οὐχὶ πάντοτε, ἀλλὰ ἐν δεδομέναις περιστάσεσι, τακτικὴ παραγνωρίζουσα ἐν πολλοῖς τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ, τακτική, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ σπανίως Ὑπουργοὶ διηρωτῶντο καὶ ἐπηρωτῶντο, εἴτε συνεπείᾳ διαδόσεων καὶ φημῶν, εἴτε συνεπείᾳ εἰκασιῶν, εἴτε συνεπείᾳ οἱωνδήποτε δεδομένων, τί σκέπτονται καὶ τίνα ἀπόφασιν ἔχουσι νὰ λάβωσιν ἐπὶ τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα ἀντικειμένου τοῦ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν ὑπαγομένου. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπῆρξαν πολλάκις Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς προδηλώσεις τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν των. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπῆρξαν Βουλαί, αἱ ὁποῖαι τὰς δεδηλωμένας σκέψεις των ὑπέβαλλον εἰς ἔλεγχον, ἐπηκολούθουν συζητήσεις καὶ μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπηκολούθουν συστάσεις. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ θεωρῶ τὴν τακτικὴν ταύτην ἀντικοινοβουλευτικήν. Θεωρῶ αὐτὴν αὐτόχρημα ἀντικοινοβουλευτικήν. Δὲν συμμορφοῦμαι δὲ πρὸς αὐτὴν οὐχὶ ἐξ ἐγωισμοῦ, οὐχὶ διότι δὲν εἶμαι ἢ δὲν θὰ εἶμαι ἕτοιμος καὶ δὲν θὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβω, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἔχω πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ ἀπέναντι τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλω πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς Σῶμα κοινοβουλευτικόν. Διὰ νὰ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός, διὰ νὰ ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν νὰ ὑφίσταται ἔλεγχον καὶ νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του, πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθερος εἰς τὰς πράξεις του, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας πάντοτε καὶ ἄνευ οἱασδήποτε συστάσεως καὶ ὑποδείξεως καὶ προληπτικοῦ ἐλέγχου προβαίνων εἰς ταύτας. Ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς ἐνεργείας, ἡ ἀπόλυτος πρωτοβουλία εἰς τὰς ἐνεργείας, αὕτη ἀκριβῶς ἔχει ὡς ἐπακόλουθον τὴν ἀκεραιότητα τῆς εὐθύνης. Ἡ διάφορος τακτικὴ συγχέει τὰς ἐξουσίας καὶ ἀναιρεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀληθοῦς κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος μετὰ προληπτικὸν ἔλεγχον καὶ μετὰ προκαλουμένην ἐκ τῆς συζητήσεως σύστασιν τῆς Βουλῆς ἐνεργεῖ, Ὑπουργός τις ὑπείκων εἰς τῆς Βουλῆς τὴν προληπτικὴν σύστασιν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, δύναται ἀνευθύνως νὰ ἐκτελῇ, δὲν δρᾷ ὡς Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος, ἀλλ’ ἐκτελεῖ ὡς ἐντολοδόχος ὡρισμένας τῆς Βουλῆς συστάσεις. Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναστρέφονται οἱ ὅροι, κυβερνᾷ ἡ Βουλὴ καὶ ἐκτελεῖ ὁ Ὑπουργός. Ἐνῷ τὸ πολίτευμα θέλει τὸν Ὑπουργὸν ἐλευθέρως καὶ ὑπευθύνως κυβερνῶντα, καὶ τὴν Βουλὴν Σῶμα πολιτικὸν ἐλέγχον τὰς πράξεις αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§97Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ ἐκοπίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἀναφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ εἰμὴ ἐπὶ πεπραγμένων, καὶ παρέλειψε νὰ ἐρωτήσῃ πάντας ἡμᾶς, τίς δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην; Τίς ποτε ἐζήτησε γνώμην ἢ ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰμὴ διὰ πράξεις πεπραγμένας; Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πότε ἔφθασεν εἰς χεῖράς του ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀπόφασις καὶ τί ἐνήργησεν ἄχρι τοῦδε, ἀφ’ ἧς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως; Ἐπ’ αὐτοῦ εἶχον δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, καὶ εἶχε καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλά, ἐὰν ταύτην τὴν στιγμὴν δηλοῖ ὅτι ἤδη λαμβάνει γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀπεστάλησαν ἀντίγραφα τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς εἰς τὴν Γορτυνίαν καὶ περιφέρονται εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς δήμους.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον.
§99Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου ἀληθὲς αὐτό.
§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀπάντησις εἶναι προχειροτάτη καὶ εἶναι ἀπάντησις οὐχὶ ἐξαιρετική, ἀλλ’ ἀπάντησις ἀπορρέουσα ἀπό τινος ἀρχῆς θεμελιώδους, μὴ ἐπιδεχομένης ἐξαίρεσιν, ὅτι: παντὸς ἐπισήμου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ἐπίσημον ἀρχήν, ἐκδίδεται ἀντίγραφον πάντοτε καὶ πρὸς πάντας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ πᾶς οἱοσδήποτε πολίτης δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ καὶ λάβῃ ἀντίγραφον τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, δὲν εἶναι δὲ διόλου ἀπίθανον νὰ ἐστάλησαν οὐχὶ δύο καὶ πέντε καὶ δέκα, ἀλλ’ ἑκατὸν καὶ ταῦτα νὰ ἐπλανήθησαν εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος.
§101Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς τὰ τέσσαρα, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογή.
§102Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἐν μέσῳ τῆς ὑποβληθείσης καὶ ὑποβαλλομένης ὁλονὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον ἡμῶν σοβαρᾶς μεταρρυθμιστικῆς καὶ νομοθετικῆς ὕλης, ἐν μέσῳ τοσούτων ἄλλων ἐπερωτήσεων παρὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ προτάσεων νόμων, φιλοτιμοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, θαρρήσας ἐκ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσητε, καὶ ὑποβάλω, ὑπὸ τὴν εὐμενῆ ὑμῶν κρίσιν ἓν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς ὕψιστα τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, ἅμα δὲ καὶ τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης «Δύστος», κειμένης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρυστίας καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ταμυνέων, ἐξ οὗ κατάγομαι. Ἡ λίμνη αὕτη, συμφώνως τῷ σχεδιαγράμματι τοῦ διακεκριμένου διὰ τοιαύτης φύσεως ἐργασίας γεωμέτρου κ. Ἀντύπα, ὅστις, κατόπιν παρακλήσεών μου πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν κ. Δραγούμην, εὐμενῶς εἰσακούσασαν τούτων, διετάχθη νὰ προβῇ εἰς τὴν γεωμέτρησιν τῆς λίμνης ταύτης καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν αὐτῆς. Ἡ λίμνη αὕτη ἔχει ἔκτασιν ὑπὲρ τὰς 9,000 χιλιόμετρα, τὸ ὕψος τῶν κατακλυζόντων αὐτὴν ὑδάτων, καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν, ποικίλλει ἀπὸ δύο μέχρι τριῶν μέτρων, ἀπέχει ἀπὸ τῆς θαλάσσης τέσσαρα μόνον χιλιόμετρα, τὸ ὕψος τοῦ πυθμένος της ὑπέρκειται τοῦ τῆς θαλάσσης δέκα πέντε μέτρα, καὶ ἀπαιτεῖται δαπάνη πρὸς ἀποξήρανσιν αὐτῆς 250,000 μόνον δραχμῶν. Ἀνέπτυξα ὑμῖν τὰς λεπτομερείας ταύτας, διὰ νὰ ἴδητε πόσον εὔκολος καὶ ὀλιγοδάπανος εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης ταύτης. Ἡ κατειλημμένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἔκτασις τῆς λίμνης ταύτης, ὑπολογιζομένη ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραγωγῆς, εἶναι ἀληθὴς γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αἱ γαῖαι, αἱ καλύπτουσαι τὴν κοίτην τῆς λίμνης, εἰσὶν ἐθνικαί, τινὲς μόνον τούτων, ἀρτίως κατειλημμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀνήκουσιν εἰς ἰδιώτας. Ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς λίμνης ταύτης ὁλονὲν αὐξάνουσιν εἰς τρόπον, ὥστε κινδυνεύουσιν ὅλοι οἱ πέριξ τῆς λίμνης ταύτης εὑρισκόμενοι ἀγροὶ νὰ καλυφθῶσιν ὑπὸ τῶν ὑδάτων αὐτῆς καὶ νὰ μεταβληθῇ τὸ ὅλον εἰς μίαν ἀπέραντον λίμνην. Ἡ λίμνη αὕτη κατέστη ἡ μάστιξ τῆς ὑγείας μας καὶ ὁ Χάρων κυριολεκτικῶς τῶν πέριξ ταύτης οἰκούντων πληθυσμῶν. Εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος ὑποφέρουσιν οἱ κάτοικοι, ὅσον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Εἶναι μία μικρὰ Κωπαΐς, ἀλλ’ ἐκείνη δὲν εἶχε κώνωπας, ὅπως ἔχομεν ἡμεῖς. Κατέστη, ὅπως εἶπον, ἡ μάστιξ τῆς ὑγείας μας, ὡς ἐκ τῆς φοβερᾶς δυσοσμίας, ἣν αὕτη ἐκπέμπει, ἰδίᾳ κατὰ τὸ θέρος· καὶ ὅπερ χειρότερον ἁπάντων τῶν κακῶν, ὡς ἐκ τῶν δισεκατομμυρίων ἀνωφελῶν κωνώπων, τοὺς ὁποίους αὕτη ἐκτρέφει καὶ διὰ τῶν ἀνέμων ἐκσφενδονίζει ἀνὰ τὰ πέρατα τῆς Καρυστίας ὅλης. Εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς ὑγείας μας, πρὸ παντός, λέγω, τῆς ὑγείας καὶ τῆς περιουσίας. Τὰ δύο ταῦτα ἐκ ταύτης προκύπτοντα κακὰ ἔφερον ἡμᾶς πέρυσιν εἰς ἐντελῆ ἀπόγνωσιν, καὶ τούτου ἕνεκεν συνήλθομεν εἰς πάνδημα συλλαλητήρια ἐν Ἀλιβερίῳ, προκαλέσαντα καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν ἐπέμβασιν, πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς διασαλευθείσης τότε δημοσίας τάξεως. Καὶ ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς τότε διευθυνούσης τὰ κοινὰ Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν κ. Δραγούμην νὰ ἔλθῃ ἀρωγός, ψηφίζουσα τὸν κατάλληλον νόμον, δι’ οὗ νὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὴν λίμνην ταύτην πρὸς ἀποξήρανσιν εἰς ὁποιανδήποτε ἑταιρείαν ἐγκρίνει αὕτη. Ἀλλ’ ὑπῆρχε πληθώρα ἐργασίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ τόσος ὀλίγος χρόνος ἐμπρὸς τῆς πρὸς ἐργασίαν, ὥστε κατεστάθη ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιόν μας, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ τετιμημένη ἐκείνη Κυβέρνησις. Καὶ οὕτω παρηγκωνίσθη καὶ παρειλκύσθη τὸ ζήτημά μας αὐτό, τὸ σπουδαιότατον μέχρι σήμερον, ὁπότε τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος διευθύνει ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις μὲ τὰ ἐπίλεκτα αὐτῆς μέλη, ἔχοντα εἰς τὸ δεξιόν των διευθύνουσαν τὴν στιβαρὰν περὶ τὸ διοικεῖν χεῖρα τοῦ τετιμημένου ἀρχηγοῦ μας τῶν Φιλελευθέρων, μέχρι σήμερον, λέγω, ὁπότε ἀνὰ τὸ ἔθνος σύμπαν πνέει ἡ ζείδωρος αὔρα τῆς ἀνορθώσεως. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπάρχει ἀνορθωτικώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδώσωμεν ὑγείαν καὶ περιουσίαν διὰ τῆς ἀποξηράνσεως λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων εἰς χιλιάδας πασχόντων ἑλλήνων πολιτῶν; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπάρχει λαμπρότερος ἀδάμας ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ στολίσητε τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ὑπουργικοῦ σας σταδίου; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐπίσης, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὑπάρχει θεαρεστότερον πρᾶγμα ἀπὸ τοῦ νὰ ἄρξησθε τῶν ἐργασιῶν τοῦ νέου σας Ὑπουργείου μὲ ἀποξηράνσεις λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων; Ἰδοὺ τὸ ἄλφα καὶ ὠμέγα τοῦ σκοποῦ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου σας. Διότι πῶς θέλετε νὰ ἔχητε ἀνθηρὸν ἐμπόριον καὶ βιομηχανίαν ἀνθοῦσαν, ὅταν ἡ μήτηρ γῆ, ἡ Ἑλληνική, ἡ τροφὸς ὅλων μας, ἄλλη μὲν ὑπὸ ὑδάτων καλύπτεται, ἄλλη δὲ ὡς ἐκ τῆς πολυχρονίου καλλιεργείας ἀφορεῖ; Ὅταν οἱ δυστυχεῖς μας γεωργοὶ σπείρωσιν εἰς ἐντελῶς ἀπολιπαγθέντας ἀγροὺς καὶ δὲν ἀποκομίζωσι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς συγκομιδῆς, εἰμὴ ἐκεῖνο, ὃ ἔσπειραν, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς καὶ αὐτὸ ἐνίοτε ἐλλείπει; Καὶ ὅταν αὐτοὶ οἱ χωρικοί μας, οἱ πέριξ τῆς λίμνης οἰκοῦντες, θερίζοντες τὸ θέρος ὑπὸ τὸν καύσωνα τοῦ ἡλίου καὶ προσμένοντες τὴν ἑσπέραν νὰ δροσισθῶσιν ὑπὸ τῆς δρόσου, ἣν ἄφθονον μᾶς προσφέρει τὸ περιλοῦον ἡμᾶς Αἰγαῖον πέλαγος, δὲν δύνανται οἱ δυστυχεῖς νὰ ἀπολαύσωσι τὴν δρόσον ταύτην, διότι νυσσόμενοι ἀπὸ τοὺς ἀνωφελεῖς κώνωπας ἀνηλεῶς κρύπτονται οἱ δύστηνοι κάτωθι πανίνων σκηνῶν (καλουμένων κουνουπιερῶν), δίκην ἀρουραίων, διότι μέσα εἰς τὰ σπίτια βράζει τὸ κουνούπι καὶ ἡ ἀκρίδα, ἔξω δὲ εἰς τὸ ὕπαιθρον ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλλοίμονον εἰς τοὺς τολμήσαντας νὰ μένωσιν; Ἡμεῖς, μόνον ὅταν ψηφοθηρῶμεν, διερχόμεθα ἀπὸ τὰ χωρία ἐκεῖνα τὰς νύκτας μένοντες καὶ μὲ προσωπίδας ἐν τῷ προσώπῳ διερχόμεθα τὰ ἀρουραϊκὰ πάνινα σπίτια τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πλασμάτων. Πῶς θέλετε νὰ σταματήσῃ ἡ ἐθνικὴ αἱμορραγία τῆς μεταναστεύσεως, ὅταν δὲν ἀνοίγωμεν πλουτοπαραγωγικὰς ἐργασίας εἰς τὸ ἔθνος καὶ ὅταν ἀφήνωμεν, ὡς μέχρι τοῦδε ἀφήσαμεν, τὸν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς μας γῆς ὑπάρχοντα πλοῦτον, ἀνεκμετάλλευτον καὶ ὑπὸ τῶν ὑδάτων κεκαλυμμένον;
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ὑγεία σας διαψεύδει τὰ πράγματα.
§104Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι φαρμακοποιὸς καὶ τὸ κινίνο δὲν μοῦ λείπει καὶ τρώγω καὶ καλά, καλά.
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος τί ἔκαμε τόσον χρόνον;
§106Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Χαλκίδος καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν τῆς Καρυστίας. Διὰ τοὺς δυστυχεῖς παροικοῦντας τὴν κατηραμένην ταύτην λίμνην ἂς δώσουν λόγον εἰς τὸν Θεὸν οἱ μέχρι τοῦδε πολιτευόμενοι τῆς Καρυστίας. Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας, ἐζήσατε καὶ ἐμεγαλύνθητε εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου συνετελέσθησαν κολοσσιαῖα ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ εἴδατε καὶ ἐθαυμάσατε καὶ ἐξετιμήσατε βεβαίως τὰς ὠφελείας, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῶν ἔργων ἐκείνων· μεταλαμπαδεύσατε ὅθεν τὰ φῶτά σας ἐκεῖνα, ἃ παρὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἐκείνων τῆς Αἰγύπτου ἠρύσθητε, καὶ ἐφαρμόσατε ταῦτα καὶ εἰς τὴν προσφιλῆ μας πατρίδα, ἥτις τοσοῦτον σᾶς ἐτίμησε καὶ σᾶς ἔκαμε τὸν πρῶτον Ὑπουργὸν τοῦ νεοσυστάτου Ὑπουργείου, εἰς τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ὑπάγονται τὰ ἔργα ταῦτα. Ἀνάγκη ἐπείγουσα, Κύριοι, νὰ τεθῶσιν εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν καὶ θὰ τεθῶσιν, ὅπως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ πράξῃ, τὰ μέλλοντα νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὑδραυλικὰ ἔργα. Ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ μᾶς ἔλθῃ τὸ ταχύτερον ὁ πολὺς Ἰταλὸς Νομπέλη, ὁ μέγας οὗτος ὑδραυλικός, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου ὁ ἀναμενόμενος οὗτος στρατηγός, πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ ἀνασύνταξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ ἐκ τῆς μετακλήσεως τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἀποβῶσι πολλῷ κρείσσονα τῶν τοῦ Ἐντού. Διότι, ὅταν, τῇ ὑποδείξει ἐκείνου, δοθῶσι πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ ἀποξηρανθῶσιν αἱ δυνατὸν ἀποξηρανθῆναι λίμναι, ἕλη καὶ τέλματα, αἴ! τότε ἰδοὺ λύεται κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τὸ πλουτοπαραγωγικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, διότι πολλαπλοῖ, Κύριοι, διὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐπιτευχθήσονται ἐν τῷ Κράτει ἀγαθοὶ σκοποί. Δοθήσονται οὕτω γαῖαι λιπώδεις, προκατακλυσμιαίως λιπώδεις, εἰς χεῖρας τοῦ διψῶντος ἐργασίαν ἑλληνικοῦ λαοῦ, καί, ὅπερ τὸ ἁγιώτερον καὶ ἀγαθώτερον πάντων τῶν ἀνθρωπίνων ἀγαθῶν, δοθήσεται τῷ λαῷ ὑγεία, ὡς ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τούτου ἐκ τοῦ ἑλείου μιάσματος, καὶ ἥτις ὑγεία, ὡς ἕκαστος γνωρίζει, ἐστὶ πλοῦτος περισσὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον. Διότι μόνον τὰ ὑγιᾶ στοιχεῖα ἐργάζονται εἰς τὴν κοινωνίαν παραγωγικῶς, ἐνῷ τὰ ἀσθενικὰ καὶ τὰ ἔχοντα τὸν σωλῆνα ἐξωγκωμένον, ὡσὰν πεφυσιωμένον ἀσκόν, καὶ εἰς τῶν ὁποίων τὰς φλέβας, ἀντὶ αἵματος, ῥέει πῦον ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, εἰς ὁποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ πέριξ τῆς λίμνης Δύστου οἰκοῦντες, αὐτοὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐργασθῶσι παραγωγικῶς, ἱκανοὶ δὲ μόνον νὰ περιφέρωσι τὸ ἀσθενικόν των σαρκίον νυχθημερὸν βογγῶντες καὶ στενάζοντες καὶ εἰς βάρος τῶν ὑγιῶν στοιχείων τῆς κοινωνίας ἀποζῶντες καὶ τὴν τοῦ Κράτους ἀβελτηρίαν περὶ τῶν κοινῶν διὰ τῆς ἀνὰ τὰς ὁδοὺς περιφορᾶς τοῦ σπληνιασμένου σώματός των διαφημίζοντες. (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε). Ἀλλὰ δικαιοῦσθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι βεβαίως εἶναι δίκαια καὶ ὀρθὰ αὐτό, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ἀλλὰ δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ τοιούτων ἀτυχῶς τὸ Κράτος μας στερεῖται.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς) ΚΑΙ ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἀντιτάσσεται αὐτό. Χρήματα θὰ ὑπάρξωσι.
§108ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας). Τὸ ἔργον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα.
§109Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον. Χαίρων ἀκούω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς λέγοντάς μοι ὅτι ὑπάρχουσι χρήματα. Ἀλλὰ σᾶς ἀναγγέλλω εὐχαρίστως ὅτι ἀνάγκην χρημάτων δὲν ἔχομεν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἔχομεν ἑταιρείαν, δυναμένην νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐδάφους. Ἔχομεν πολλὰς ἑταιρείας, αἵτινες θὰ συναγωνισθῶσι ποία νὰ ὑποβάλῃ προσφορωτέρους ὅρους ἐν καιρῷ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Μᾶς λείπει μόνον τὸ κατάλληλον νομοθέτημα, δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπηται νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ λίμνη αὕτη, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη, πρὸς ἀποξήρανσιν εἰς ἑταιρείας. Καὶ ἡ πρότασις, ἣν ταύτην τὴν στιγμὴν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ. Ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Ἀλ. Κουμουνδούρου, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὄντος τότε τοῦ Κεχαγιᾶ, εἰσήχθη νομοσχέδιον παρὰ τοῦ τελευταίου καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους τὴν 3 Μαρτίου 1867· δι’ αὐτοῦ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ λίμνας καὶ τέλματα εἰς ἑταιρείας πρὸς ἀποξήρανσιν. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη τρεῖς μῆνας μετὰ τὸν νόμον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ὅπως ἔχομεν τώρα τὴν ἀνόρθωσιν εἰς τὴν καθημερινὴν κοινωνικὴν συζήτησιν, εἶχον τότε τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν καὶ ἑλῶν. Ἡ Κυβέρνησις, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠδύνατο νὰ προβαίνῃ εἰς παραχώρησιν πρὸς ἀποξήρανσιν. Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυσε μέχρι τοῦ 1882, ὁπότε κατηργήθη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη δι’ ἑτέρου νόμου, ἀπαγορεύοντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ λίμνας καὶ τέλματα πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν. Προσέτρεξα, ἵνα ἴδω τὰ αἴτια, τὰ ἀναγκάσαντα τὸν μεγαλοφυᾶ ἐκεῖνον πολιτικὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ εἶδον ὅτι πολὺς λόγος γίνεται περὶ τῶν μεταλλείων, τῶν διδομένων πρὸς ἐκμετάλλευσιν, διότι ἐγένοντο καταχρήσεις εἰς αὐτά, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος περὶ λιμνῶν. Φαίνεται ὅτι αἱ καταχρήσεις περὶ τῶν μεταλλείων παρέσυρον καὶ τὰς λίμνας, καὶ οὕτω μαζὶ μὲ τὰ ξερὰ ἐκάησαν καὶ τὰ χλωρά, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον. Ἤδη θερμῶς παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην καὶ συμπεριλάβῃ αὐτὴν μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων της καὶ συντείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της καὶ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ καταστῇ οὕτω δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς λυτρωθῶσιν ἀπὸ τοὺς πυρετούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συγκρατήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὸ φτερό, ἵνα ἀναχωρήσωσιν εἰς τὸν Παναμᾶν, ὅπως εὕρωσι τοὺς 700 ἑτέρους συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐκεῖ.
§110Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Νὰ γίνῃ γενικὸς νόμος.
§111Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἔστω. Ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἀμέσως. Σᾶς εἶπον ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸν Παναμᾶν συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι μοὶ γράφουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε ὑπερβολικά. Μοὶ γράφουσιν ὅτι ὁ κίτρινος πυρετὸς εἶναι ἀσυγκρίτως καλλίτερος, ἠπιώτερος καὶ ὀλιγώτερον θανατηφόρος τοῦ κιτρινοπρασίνου, τοῦ σπληνοτυμπανογόνου, τοῦ νοσογόνου Δυσταίου πυρετοῦ.
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς) ΚΑΙ ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θαυμάσια, θαυμάσια μᾶς τὰ λέγετε, κ. Χρυσοστάλη.
§113Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ Παναμᾶς μὲ τὸν κίτρινον πυρετὸν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, Σανατόριον διὰ τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς μας. Ἐκρατήσαμεν στατιστικὴν ἐκ τῶν διαφόρων ἐκεῖθεν πληροφοριῶν μας καὶ ἐξ ἐπιστολῶν τῶν συμπολιτῶν μας περὶ τῶν θανάτων, τῶν προελθόντων ἐκ τοῦ κιτρίνου πυρετοῦ ἐν τοῖς νοσοκομείοις τοῦ Παναμᾶ, καὶ εἴδομεν ὅτι ἐκεῖ ἡ θνησιμότης εἶναι 2%. Τοιαῦται εἶναι αἱ θαυμάσιαι προφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἡ ἑταιρεία ἐκείνη λαμβάνει ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν ἐργατῶν. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ εἴπω τί γίνεται ἐκεῖ, ὅπως περιορισθῇ ἡ ἐκ τοῦ κιτρίνου πυρετοῦ θνησιμότης. Πόση, νομίζετε, εἶναι ἡ θνησιμότης τοῦ ἑλώδους πυρετοῦ ἐνταῦθα; 8 ἕως 12%. Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι Σανατόριον ὁ Παναμᾶς τῆς Ἀμερικῆς, ἀπέναντι τοῦ Παναμᾶ τῆς Ἑλλάδος, τῆς Δύστου; Ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν καὶ περισσότερον τὴν καλωσύνην εἰς τὸν κόσμον καὶ νὰ ὑπερψηφίσητε τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ ὅπως θὰ ἐγγραφῇ, ὡς ἐλπίζω, ἀφοῦ δὲν ἔχει τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἐξάρτησιν ἐξ αὐτοῦ, νὰ ὑπερψηφίσητε, λέγω, αὐτοῦ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι οὕτω δίδετε ὑγείαν καὶ περιουσίαν εἰς χιλιάδας πασχόντων ἀτόμων, παροικούντων τριγύρω τῆς ἐπικαταράτου ἤδη, ἀλλὰ χρυσοφόρου μετὰ τὴν ἀποστράγγισίν της, λίμνης ταύτης. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἔκ τε τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων). (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἤκουσε μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος Βουλευτοῦ ἐξ Εὐβοίας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀνάγκην ἐκτελέσεως ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ὄχι μόνον ἵνα παραδοθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκτάσεις γῆς μεγάλαι καὶ πλουτοφόροι, ἀλλ’ ἵνα προστατευθῇ καὶ ἡ δημοσία ὑγεία τῶν κατοίκων. Φρονῶ ὅτι ἡ μετάκλησις τοῦ στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποστολὴν ἔχει νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, εἶναι τὸ μόνον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ νὰ χαθῇ οὔτε μία ἡμέρα, ἀλλὰ βεβαιῶ συγχρόνως τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπρονόησεν ὄχι μόνον περὶ τῆς μετακλήσεως τοῦ Ἰταλοῦ εἰδικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερεν ὁ κ. Χρυσοστάλης, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς μετακλήσεως ἄλλων μηχανικῶν ὑδραυλικῶν εἰδικωτάτων πρὸς τοῦτο ἐκ τῆς Ὁλλανδίας, ὅπου ἀνάλογα ζητήματα ἀπησχόλησαν τὴν διοίκησιν. Διότι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνεται ἐν τοῖς πρώτοις ἡ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ χάριν τῆς δημοσίου ὑγείας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παράδοσιν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν καλλιέργειαν μεγάλων πλουτοφόρων ἐκτάσεων, τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δύνανται νὰ καλυφθῶσι διὰ τῆς ἀξίας τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν (χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο, καίτοι συμφωνῶ κατὰ τὰ λοιπὰ μὲ τὸν κ. προλαλήσαντα, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρ’ αὐτοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου, ἐὰν δι’ αὐτοῦ ἀποσκοπῆται, ὡς ἐνόησα, ἡ παραχώρησις εἰς ἑταιρείαν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν ἐκείνων. Ἐὰν ὅμως τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν νέαν φάσιν τῶν πραγμάτων, τὴν φάσιν τῆς ἀνορθώσεως, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνίκανον, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ πρώτιστα καθήκοντα ἑνὸς πεπολιτισμένου Κράτους, τότε θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν δὲν ἐξεπλήρου καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο, νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς πολίτας: κάμετε ὅ,τι θέλετε πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν πλημμυρούντων ὑδάτων κατεχόμενα ἐδάφη ἀποτελοῦσι πλοῦτον ἐθνικὸν μέγαν, ὥστε ἡ ἀποξήρανσις αὐτῶν νὰ εἶναι καθῆκον πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μέριμνα περὶ αὐξήσεως τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τοῦ δημοσίου τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο ἔχω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἀσπαστὴ μετ’ εὐχαριστήσεως ἀπὸ τὸν κ. προλαλήσαντα, ὅτι, ἄν, ὡς εἶπον προχθές, διὰ τοῦ μέτρου τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ, δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐν τῷ παρόντι τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν σιδηροδρομικῶν ἔργων, ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἰς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ζητήσῃ καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὁποίου προενόησε, περιέλαβε ποσὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, ὄχι μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι (χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 10 Βουλευταὶ ἐζήτησαν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Μπένος· ἐκτὸς ἂν μετὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παραιτεῖται.
§116Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, Κύριε Πρόεδρε...
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀρκεῖσθε εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§118Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Θέλω νὰ ὑποβάλω κἄτι σχετικὸν μὲ τὰς δηλώσεις.
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν 10ην;
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 4. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.)