1911.02.01
3.760 στίχοι · 28.863 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18.
Τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1911
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ.μ. παρόντων Βουλευτῶν 182, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὰ Πρακτικά, κ. Πρόεδρε, δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§2Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόλις τὰ ἔφεραν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τὰ ἴδητε;
§4Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως· διότι βλέπω ἀγορεύσεις ὁλοκλήρους....
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ληφθῇ μέτρον τι παρὰ τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ διὰ τὴν ἔγκαιρον ἐκτύπωσιν, διότι καθ’ ἣν ὥραν γίνεται ἡ ἐκτύπωσις οὐδένα ἔχουσιν ἐργάτην διαθέσιμον καὶ δι’ αὐτὸ ἀποστέλλονται ἀργότερον.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πολὺ ἐκτενέστατα τὰ Πρακτικά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι εὐχὴ τῆς Βουλῆς. Σήμερον βλέπω, ὅτι εἶναι ἐκτενέστερα τοῦ δέοντος.
§8Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχει ἐπέλθει μεταβολὴ τελεία. Βλέπω ὁλοκλήρους ἀγορεύσεις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὰ περιστείλωμεν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν 1) ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, παρακαλούντων ὅπως διὰ νόμου ἡ Βουλὴ ἀποσπάσῃ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Δομοκοῦ ἐκ τοῦ ταμείου καὶ τῆς ἐφορίας Φαρσάλων καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος. Ἐπὶ ταύτης ἐγγράφονται, ὅπως ὁμιλήσωσιν, οἱ κ.κ. Κασσαβέτης καὶ Τσιριμῶκος· 2) ἀναφορὰν τοῦ ἐν Χαλκίδι ταμιευτικοῦ Σωματείου Ἅγιος Στέφανος», παρακαλοῦντος ὅπως διὰ τῆς δωρεᾶς τοῦ κ. Κοργιαλένιου ἱδρυθῇ νοσοκομεῖον ἐν Χαλκίδι· 3) ἀναφορὰν πολλῶν ἐμπόρων Ναυπλίου, παρακαλούντων ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ εἰσοδήματος· 4) ἀναφορὰν τῶν κατοίκων διαφόρων χωρίων τοῦ Πύργου τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, παρακαλούντων ὅπως ψηφισθῇ νομοθετικὸν μέτρον διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι· ἐγγράφονται ἐπὶ τούτου, ὅπως ὁμιλήσωσιν, οἱ κ.κ. Λαμπρινόπουλος, Γόντικας, Δογάνης, Πολυζωγόπουλος καὶ Χηνιάδης· καὶ 5) ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἅγιος Γεώργιος τοῦ δήμου Αἰδηψίων, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ὑπάρχει τις τῶν κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ὡρκίσθη; (Προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθωρισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Χ. Καποδίστριας). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΠΕʹ (ὑπ’ ἀριθμὸν 3585) τῆς 24 Φεβρουαρίου 1910 περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1910 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτάκτου συγκλήσεως τοῦ Ἀνωτέρου Συμβουλίου τῶν Μεράρχων.
§10Γ. ΠΩΠ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δύο λέξεις ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰ δυνατόν, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα καὶ αἱ πράξεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Ἀνωτέρου Συμβουλίου τῶν Μεράρχων, καὶ τοῦτο, ἵνα ἴδωμεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς προηγούμενον τὸ γεγονὸς τῆς παρανόμου δημιουργίας πράξεων καὶ τῆς μετὰ τοῦτο κυρώσεως αὐτῶν διὰ νέου νόμου.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμείνω τὴν ἐπιοῦσαν συνεδρίασιν, διὰ νὰ δώσω τὴν αἰτηθεῖσαν ἐξήγησιν. Δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Μεράρχων συνελθὸν ἀπὸ τῆς 15ης Δεκεμβρίου δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συνεδριάσῃ εἰμὴ ἅπαξ μόνον ἕως τώρα, χθές, νομίζω. Δυστυχῶς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον ἠσθένουν ἀλληλοδιαδόχως, καὶ ὡς ἐκ τούτου εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα μὴ κάμω μόνος τὰς ἀναγκαίας καὶ ἐπιβαλλομένας τοποθετήσεις πλείστων ἀξιωματικῶν, νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων. Παρήλθον ἤδη 50 ἡμέραι καὶ δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ πληρωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ Συμβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀμνηστίαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν καθ’ ὑπέρβασιν σύγκλησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ πληρῶται ἡ ἔλλειψις αὕτη.
§12Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἓν γεγονὸς ἀποδεικνύεται, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία οὐδὲν ἀπολύτως ἔπραξε, καίτοι παρεβιάσθη ὁ νόμος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΧΙΗʹ (3618) τῆς 3 Μαρτίου 1910 περὶ ἀναθέσεως διαχειρίσεων ὑλικοῦ Σωμάτων». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§14ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, εἰς ὑπηρεσίας ἐκτελουμένας ὑπὸ ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοποθετῇ ἀξιωματικοὺς μαχίμους. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς, πόσος λόγος ἔχει γίνει, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μάχιμοι περιορισθῶσιν εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός των. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι, τό γε νῦν ἔχον, ἴσως παρουσιάζεται ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐν γένει ἔδει νὰ ἔχῃ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ φανερώνῃ προσωρινότητα, διότι δὲν εἶναι παράδοξον νὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε αἱ θέσεις αὗται νὰ δίδωνται κατὰ προτίμησιν εἰς ἀξιωματικοὺς μαχίμους, οἵτινες βεβαίως θὰ ἀπομακρύνωνται τῶν κυρίων ἔργων τοῦ ἐπαγγέλματός των. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐν τέλει διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ βεβαιοῦται, ὅτι θὰ τοποθετῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μάχιμοι εἰς θέσεις ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν νὰ δηλωθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι καταβάλλεται φροντίς, ὥστε εἰς μέλλον ταχύτερον ἢ βραδύτερον νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ.
§15Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, ἂν ἐγνώριζε τί συμβαίνει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δὲν ἤθελε κάμει τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Ἐν Γαλλίᾳ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ δὲν εἶναι ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἶναι μάχιμοι, καὶ ἐκτελοῦσιν ἀλληλοδιαδόχως τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὰ Σώματα αὐτῶν. Μόνον εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ. Εἰς ὅλα δὲ τὰ Συντάγματα ὑπάρχουσι μάχιμοι ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐνεργοῦσι τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως δὲν εἶναί τι καινοφανές, ἀφοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ.
§16Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἔπρεπε καθ’ ὑποχρέωσιν οἱ μάχιμοι νὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑπηρεσίας οἰκονομικάς, καὶ τοῦτο, ὄχι διότι γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ διότι καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοί, προαγόμενοι εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἀναλαμβάνουσιν ὑπεύθυνον διαχείρισιν καὶ δέον νὰ μὴν ὦσιν ἄμοιροι καὶ τῶν στοιχείων τῆς λογιστικῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐνεπλάκησαν εἰς εὐθύνας πολλοὶ καὶ πολλάκις ἐτιμωρήθησαν δι’ ἄγνοιαν στοιχειωδῶν λογιστικῶν διατάξεων. Ὥστε, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπῇ τὴν πλήρωσιν μιᾶς ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἵνα καθ’ ὑποχρέωσιν ὑπηρετῶσιν οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ εἰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας καὶ ἔχωσιν οὕτως ἰδίαν ἀντίληψιν.
§17Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι κατὰ τοσοῦτον χρήσιμος ἡ διάταξις αὕτη, καθόσον γίνεται μία ἀρχὴ ὅπως ὑπηρεσίαι, διὰ τὰς ὁποίας ὁρίζονται εἰδικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ, ἐκτελῶνται ὑπὸ μαχίμων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο θὰ συμβάλῃ ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν βοηθητικῶν ἀξιωματικῶν ἐλαττῶνται σὺν τῷ χρόνῳ, καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐκτελῶσιν οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοί. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἂν τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ ἐκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας.
§18Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ ὀργανωτὴς τοῦ Οἰκονομικοῦ, ὅστις ἦλθεν ἐδῶ, εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ μετέπειτα ἐξεπαιδεύθη καὶ ἀνέλαβεν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν.
§19ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν τις φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐπὶ μακρὸν παρελθὸν εἰς ἓν Κράτος καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι. Ὁ δισταγμὸς ὁ ἰδικός μου περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου προέρχεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: φοβοῦμαι, ὅτι θέλει συμβῇ μάχιμος ἀξιωματικὸς νὰ τοποθετηθῇ εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν οἰκονομικὴν ἐπὶ 15 καὶ 20 ἔτη, νὰ γένηται συνταγματάρχης καὶ ἀκολούθως νὰ κληθῇ ἐν πολέμῳ νὰ διευθύνῃ Μεραρχίαν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν Γαλλίᾳ, ὀρθῶς γίνονται, διότι ἐκ περιτροπῆς ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, καὶ ἔχουσιν ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰ κύρια ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Ἐδῶ ὅμως θὰ καταντήσῃ νὰ δίδωνται κατὰ προτίμησιν αἱ θέσεις αὗται εἰς ἀξιωματικοὺς εὐνοουμένους.
§20Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν καὶ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, σκοπὸν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι προσωρινῶς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος. Συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Λαγοπάτη, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι γνῶσίν τινα λογιστικῆς. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ τὸ ἄτοπον ἀξιωματικοὶ μάχιμοι νὰ διανύωσι πολλὰ ἔτη ὑπηρεσίας ἀπεσπασμένοι εἰς οἰκονομικὴν διαχείρισιν, διετύπωσα τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, ἐπειδὴ τώρα συζητεῖται ἡ ἀρχή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον εἶναι μοναδικὸν καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, δι’ αὐτὸ ἀνέγνωσα τὴν τροπολογίαν μου τώρα. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάθεσις τοιούτων ὑπηρεσιῶν δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέρα τοῦ ἔτους καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιωματικὸς διαχειριστὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὸ Σῶμά του». Τὴν τροπολογίαν μου ταύτην καταθέτω ἀπὸ τοῦδε. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν».—Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κάβουρας.
§22Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ὑπερβολικῆς ἐπιεικείας πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς εἰσαχθέντας εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν ἄνευ ἐξετάσεων, εἰσάγει τὸ σχέδιον τοῦ παρόντος νόμου καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιείκεια αὕτη ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἐπιεικείας καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει τοὐλάχιστον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐξηγοῦμαι: χάριν τοῦ στρατοῦ, δηλ. διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν κατωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐγγραμμάτους καὶ ἱκανούς, ἐψηφίσθη ὁ τελευταῖος νόμος, τῆς 11 Φεβρουαρίου 1910, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ὑπαξιωματικοί, προαγόμενοι εἰς ἀνθυπασπιστάς, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα, ὡς εἶχον πρότερον, κατὰ τὸν καταργηθέντα νόμον, νὰ προάγωνται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ, ἀλλ’ ἔμενον ἀνθυπασπισταί, καὶ ηὔξανεν ὁ μισθὸς αὐτῶν κατὰ 20 δραχμὰς κατὰ τριετίαν, μέχρις οὗ ἔφθανε τὸ ποσὸν τῶν 180 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος χάριν τοῦ στρατεύματος. Ἐξαιρετικῶς ὅμως χάριν τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐθεσπίσθη ὅτι δὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους καὶ ἀνθυπασπιστάς, ἀλλὰ τοὺς μετέπειτα καταταχθησομένους. Ἐξ ἐπιεικείας πάλιν διὰ τὰς ἐπιτυχεῖς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκον εἰς τὸ στράτευμα, ἐπετράπη, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου τοῦ 1910, ἵνα ὁ Ὑπουργός, ἄνευ ἐξετάσεων, εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν ὅσους ἠνδραγάθησαν καὶ ἐζήτουν τοῦτο δι’ αἰτήσεώς των μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου 1910. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ πρὸς χάριν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐγένετο ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη διάταξις, ἀφοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὴν σχολὴν ἄνευ ἐξετάσεων, ἤδη, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσι μαθήματα, ἔδει, κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις, νὰ ἐξέλθωσι τῆς σχολῆς, ἀπορριπτόμενοι, ἵνα ὅμως μὴ συμβῇ τοῦτο καὶ χάριν ἐπιεικείας, εἰσάγεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται νὰ γίνωσιν ἀνθυπασπισταὶ οὐχὶ μόνιμοι, ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νεωτέρου νόμου, ἀλλ’ ὑπεράριθμοι. Τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ὑποφερτόν, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐζητεῖτο νὰ γίνωσι μόνιμοι ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1910. Ἐφ’ ὅσον ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχουσιν οὗτοι τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοτέρου νόμου, τοῦ 1885, καθ’ ὃν προάγονται μέχρι τοῦ λοχαγοῦ, νομίζω ὅτι ἡ ἐπιείκεια αὕτη εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ δὲν εἶναι σκόπιμον χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ὑποβάλλω δὲ σχετικὴν τροπολογίαν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κάβουρα θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§24ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως γίνωσι δεκτοὶ εἰς τὴν σχολὴν ὑπαξιωματικοί, εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον διὰ τροπολογίας εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἠνδραγάθησαν εἰς πολὺ σπουδαίας ὑπηρεσίας, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ κεκτημένοι τὸ δικαίωμα πρὶν ἢ σκεφθῇ ὁ νομοθέτης καὶ δεχθῇ τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὴν σχολήν. Εἶναί τινες ἀποδεδειγμένως ἀριστεύσαντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ φονεύσαντες ἐπικηρυγμένους λῃστάς. Οὗτοι δικαιούμενοι νὰ προβιβασθῶσι διὰ τοῦ νόμου περὶ λῃστείας δὲν ἐπεδίωξαν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν σχολήν. Ἤδη ὅμως, ὅτε λαμβάνεται πρόνοια νομοθετική, δέον νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸ προνόμιον τοῦτο. Ὑποβάλλω δὲ σχετικὴν τροπολογίαν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ κ. Χριστίδου ἐπίσης θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς ἔλαχεν εἷς κλῆρος βαρύς. Ὁ κλῆρος δὲ οὗτος εἶναι, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ ἡ τακτοποίησις ἀνωμαλιῶν σοβαρωτάτων, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνώμαλον πολιτειακὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διετρέξαμεν. Ἴσως δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ ὥρα, ἵνα ὁμιλήσῃ ἡ Ἱστορία καὶ συντάξῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς οὑτωσὶ κληθείσης ἐπαναστάσεως. Θὰ ἔλθῃ βεβαίως ἡ ὥρα ἐκείνη καὶ θὰ συνταχθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ κινήματος, τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικὸν αὐτοῦ, θὰ ἴδωμεν δὲ, ἂν τὸ πρῶτον θὰ εἶναι μεῖζον τοῦ ἑτέρου. Πάντως ὅμως προέκυψαν ἀνωμαλίαι, αἵτινες εὔχομαι νὰ τακτοποιηθῶσι κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ δι’ ἡμᾶς ἡ περίοδος αὕτη πρόλογος ἱστορικῆς περιόδου, ὁποίαν διήνυσαν, διὰ τοιαύτης ἀναμίξεως τῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν εἰς τὰ πολιτειακὰ πράγματα, ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Πορτογαλλία. Ἐλέχθη ἄλλοτε, Κύριοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ τὴν τύχην τῆς Πολωνίας, καὶ δικαίως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεδοκίμασε τὸ ῥῆμα ἐκεῖνο· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εὐκταῖον ἐκ μέρους παντὸς Ἕλληνος, εἶναι νὰ μὴ ὑποστῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν πολιτειακὴν τύχην τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Πορτογαλλίας. Ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ διαρρύθμισις, εἶναι ἓν μέρος τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐδαμῶς δὲ βαρύνει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅστις προΐσταται νῦν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἶναι νόμος τῷ ὄντι περίεργος. Ὑπῆρχε τότε ἡ ἐποχή, καθ’ ἥν—ὅπως ἐθεωρεῖτο ἄλλοτε ἐν τῷ Βυζαντίῳ προσῆκον, οἱ στρατευόμενοι νὰ ἀναμιγνύωνται καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τὰς θρησκευτικάς—οἱ στρατιωτικοὶ ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσωσι τὰ πολιτειακὰ ἡμῶν πράγματα. Καὶ ἐν τῷ ἐνθέῳ ζήλῳ αὐτῶν ἕκαστος εἶχεν ἴδιον νομοσχέδιον, ἕκαστος ἦτο οἰκονομολόγος ἢ ἀνέτρεχε πρὸς ἀνεύρεσιν οἰκονομολόγου· ἕκαστος ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν διοργάνωσιν τῶν τῆς Παιδείας καὶ ἕκαστος ἐφρόνει ἑαυτὸν δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἄλλου τινὸς κλάδου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐγίνοντο διάφοροι μυστικαὶ συνεννοήσεις, καὶ αὗται κατέληγον εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα πάντως μὲν ἦσαν ἔξω τῶν θεσμῶν, ἀτυχῶς δὲ δὲν ἦσαν τελείως ξένα πρὸς ἐκδίκησιν προσωπικῶν παθῶν ἤ, εἴς τινας περιπτώσεις, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀτομικῶν συμφερόντων. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πάντα ταῦτα μετὰ θάρρους, ἡμεῖς, οἵτινες ἤλθομεν ἐδῶ κατόπιν ταύτης τῆς τρικυμιώδους ἐθνικῆς περιόδου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μεταξὺ τῶν συντρεξάντων τοὺς ἀνωτέρους στρατιωτικοὺς ὑπῆρξαν καὶ κατώτερα ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ὕψωσαν ἑαυτὰ εὐχερῶς μέχρι τοῦ σημείου τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, δὲν ὑπῆρξαν δὲ ἄσχετοι ἐντελῶς πρὸς ἐκείνους οἵτινες κατὰ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην δὲν ἔμειναν τελείως ἀμέτοχοι ὑπολογισμοῦ ἀτομικοῦ. Ὀφείλω, ὁμιλῶν περαιτέρω, νὰ τηρήσω μυστικότητά τινα, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν καὶ αἱ λέξεις τοῦ νόμου καὶ αἱ λέξεις τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι ἡ μυστικότης εἶναι τελείως γνωστὴ πρὸς πάντας, εἶναι αὐτόχρημα ἡ μυστικότης τοῦ παλιάτσου. Ὁμιλεῖ ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν διαρρύθμισιν σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, περὶ ἀξιωματικῶν παρασχόντων ἐξόχους ὑπηρεσίας. Κύριοι, οὐδεμία ὑπηρεσία διὰ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον εἶναι ἔξοχος. Οὗτος πράττει τὸ καθῆκόν του, καὶ ὁ πράττων τὸ καθῆκόν του οὐδεμίαν ἔξοχον ὑπηρεσίαν παρουσιάζει. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι προσηνέχθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ τῶν ὁποίων τοὺς ἐργάτας δὲν ἠδύναντο οἱ πρωτεργάται κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἀμείψωσιν. Ὅλοι γνωρίζομεν τίνας ἐξόχους ὑπηρεσίας ὑπαινίττεται ὁ νόμος καὶ ὅλοι ὑποχρεούμεθα τὴν μυστικότητα περὶ τούτων νὰ τηρήσωμεν. Ἐγένετο λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ὁ περίφημος, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 12 Φεβρουαρίου τοῦ 1910 ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΓΣΝϚʹ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει εἰς τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 37 τὰς ἑξῆς διατάξεις: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ προηγούμενον ἔλεγχον ἐξόχων ὑπηρεσιῶν παρά τινων ἐπιλοχιῶν, ἐνωμοταρχῶν 1ης καὶ 2ας τάξεως καὶ ἀνθυπασπιστῶν, ἐπὶ ἀμοιβῇ τούτων, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Ὑπαξιωματικῶν δι’ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ σχολικοῦ ἔτους μετὰ τῶν λοιπῶν κανονικῶς εἰσαχθησομένων κλπ.». Φαίνεται ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἀπὸ τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προϊστάμενον τῆς οὑτωσὶ κληθείσης ἐπαναστάσεως, ὑπῆρξεν ἔλεγχος τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν ὡρισμένων μόνον προσώπων, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο λίαν εὐχάριστον εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς συνεπενεγκόντας τὴν λίθον αὐτῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ οἰκοδομήματος, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ φαντασίᾳ των ἐξέθρεψαν ὡς περιέχουσαν τὴν διόρθωσιν τῶν πάντων....
§27Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Σᾶς διασαφηνίζω, ὅτι ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐνήργησεν αὐτοβούλως, ἀλλὰ παρέπεμψε τὴν ἔκθεσιν ἐνώπιον συμβουλίου διακεκριμένων καὶ ἐντίμων ἀξιωματικῶν καὶ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ τὴν ἐπεκύρωσεν.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ὑπομονήν, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Ἐγένετο λοιπὸν ἐν κρυπτῷ ὁ ἔλεγχος αὐτός, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὅμως ἐπηκολούθησεν ἄλλος νόμος καταχωρισθεὶς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Φεβρουαρίου 1910 καὶ ὁμιλῶν αὖθις περὶ ἀμοιβῆς τῶν ἐξόχους ὑπηρεσίας παρασχόντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Εἶναι ὁ νέος νόμος ἐν τούτῳ ἐπανάληψις, ὡς βλέπετε, τοῦ προτέρου νόμου, τοῦτο λοιπὸν σαφῶς δεικνύει εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἄτοπόν τι ἐγένετο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρώτου νόμου, καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἤγειρε τοιαύτας διαμαρτυρίας, ὥστε ταχέως νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ψήφισις δευτέρου νόμου, εὐκόλως, λίαν εὐκόλως, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεκλιβανίζοντο οἱ νόμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐδημοσιεύθη, ὡς εἶπον, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Φεβρουαρίου 1910. Καὶ ὁ νόμος δὲ οὗτος, ὁ δεύτερος, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐξόχους πατριωτικὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἠφθόνουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, προσενεγκόντων, λέγει: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοὺς μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου 1910 κριθέντας ὡς παρασχόντας ἐξόχους ὑπηρεσίας ἀσχέτους τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ, ἀνθυπασπιστάς, ἐπιλοχίας, λοχίας, ἐνωμοτάρχας 1ης καὶ 2ας τάξεως εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ἄνευ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς δυνάμεως τοῦ σχολείου τούτου ἀμέσως μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου». Παρατηρήσατε, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται καὶ διὰ τοῦ πρώτου καὶ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου νόμου, ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμιλοῦσι καὶ οἱ δύο αὐτοὶ νόμοι περὶ κρίσεως, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει μέχρι τῆς 15ης Ἰανουαρίου 1910, καὶ δημοσιεύεται ὁ πρῶτος τὴν 12 Φεβρουαρίου 1910, ὁ δὲ δεύτερος νόμος τὴν 27 Φεβρουαρίου 1910. Καταργεῖται τελείως ἡ θεμελιώδης διάταξις, καθ’ ἣν οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν ἢ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καλεῖται εἷς ἄνθρωπος δυνάμει ἑνὸς νόμου μέχρι τῆς δεῖνα ἡμέρας νὰ κριθῇ, ἂν εἶναι ἄξιος νὰ λάβῃ τὸ Α ἢ Β εὐεργέτημα, καὶ ὅμως γίνεται φροντίς, ἵνα ὁ καλούμενος κληθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον, δι’ ὀλίγους μόνον, διὰ τοὺς εὐνοουμένους, εὐεργέτημα ἄνευ ἐλέγχου. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος συμβουλίου ἀξιωματικῶν ἐγένετο τοῦτο, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ διακόψας με συνάδελφος, ἐν τούτοις ὅμως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν σχολὴν κατόπιν ἐλέγχου, ἐλέγχου ὅστις πᾶν ἄλλο δύναται νὰ κληθῇ ἢ ἔλεγχος, κατὰ τὰ ἐν τοῖς δημοσίοις πράγμασι παραδεδεγμένα, διότι ἔλεγχος μὴ γινόμενος δημοσίως δὲν δίδει τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην ἐν τῇ πεποιθήσει πάντων, τὴν ὁποίαν δίδει πᾶσα πρᾶξις δημοσία καὶ ἠτιολογημένη. Εἰσήχθησαν, ὡς εἶπον, οἱ εὐνοηθέντες, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα. Γνωρίζω μάλιστα καὶ Διάταγμα Βασιλικόν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπίτηδες διὰ τοὺς οὕτω προοριζομένους ὡς ἀξιωματικούς, τὸ ὁποῖον ἠρκέσθη δι’ αὐτοὺς εἰς μαθήματα κατώτερα καὶ τῶν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, εἰς γνῶσιν λ. χ. ἁπλῆς πρακτικῆς ἀριθμητικῆς. Ὑπῆρξε Διάταγμα, ὑπογραφὲν ἀπὸ ἀνθρώπους διευθύνοντας τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς χώρας, καὶ τὸ Διάταγμα τοῦτο, προκειμένου περὶ ἐκείνων, ὅπερ θὰ ἐξεπαίδευε τοὺς στρατιώτας τοὺς Ἕλληνας, τοὺς μέλλοντας νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν πατρίδα, ἠρκέσθη εἰς τὴν γνῶσιν ἁπλῶν γραμματικῶν γνώσεων καὶ ἁπλῶν στοιχειωδῶν πράξεων τῆς ἀριθμητικῆς. Ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὰς τὰς ὀλίγας ἀπαιτήσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσιν οἱ πλεῖστοι τῶν εἰσαχθέντων τὰ μαθήματα. Ἦλθε πλέον ὁ κλῆρος ὁ βαρύς. Τί ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους; Νὰ τοὺς ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ σχολείου; Ἤθελεν εἶσθαι τελείως ἀψυχολόγητον, πολιτικῶς, νὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία εἰς μίαν πληθὺν ἀνθρώπων μίαν σοβαρὰν ἐλπίδα, καὶ πρὸ τῆς πληρώσεώς της νὰ τὴν ἀφαιρῇ τελείως. Ὑπῆρξεν ἁμάρτημα πολιτικόν, τοῦ ὁποίου ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ διόρθωσις ψυχολογημένη. Ἀπέκειτο εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τοὺς καταστήσῃ ὡς οἷόν τε ἀβλαβεῖς, καὶ ἡ μέθοδος, ἣν ἐφεῦρε καὶ ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑπόκειται εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ ἀρίστη. Ἠδύναντο πρὶν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἐλπίζωσιν ὅτι θὰ γίνωσιν ἴσως ἀξιωματικοὶ καὶ θὰ προβιβάζωνται, ὡς οἱ ἄλλοι, οἱ τελείως μεμορφωμένοι· ἀφῃρέθη ἐν μέρει ἡ ἐλπὶς αὕτη, ἀλλ’ ἤδη ἀποκτῶσι μέγα μέρος ἐξ ὅσων ἐδικαιοῦντο διὰ τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας αὐτῶν· τοιουτοτρόπως μεταξὺ τῶν δύο κακῶν, τοῦ κακοῦ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐξόδου ἀπαιδεύτων ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ προήρχετο ἂν οἱ ὑπαξιωματικοὶ γίνωσιν ἀνθυπασπισταί, τὸ νομοσχέδιον ἐκλέγει τὸ ὀλιγώτερον κακόν.
§29Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξήρχοντο ἄλλοι ἀνθυπολοχαγοί, οἱ ὁποῖοι οὐδ’ ἐλαχίστας θὰ εἶχον γνώσεις στρατιωτικάς.
§31Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ἐξέρχωνται.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ναί. Διότι τοὐναντίον ἡ ἀποπομπὴ αὐτῶν θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος, καί, ὡς εἶπον, πολιτικῶς ἀψυχολόγητον μέτρον. Ἡ ἱστορία ἔχει διδάξει, ὅτι στρατιωτικὰ σώματα, ἀναμιχθέντα εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα χώρας τινός, δὲν ἀνεμίχθησαν ἐφάπαξ. Δεδομένης εὐκαιρίας, ἡ ἀνάμιξις πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως νέων ὑπαξιωματικῶν θὰ ἐπήρχετο καὶ πάλιν. Ἡ πρόσφατος ἱστορία τῆς Ἱσπανίας καὶ Πορτογαλλίας μᾶς διδάσκει τοῦτο, καί, ἐπαναλαμβάνω, εὐχῆς ἔργον θὰ εἶναι νὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάμιξις ἡ στρατιωτικὴ μόνον ἕως ἐδῶ, μόνον ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ ταύτῃ, νὰ μὴ προχωρήσῃ δὲ οὕτως, ὥστε ἡ ἀνωμαλία νὰ εἶναι πρόλογος ἄλλων μελλόντων ἴσως νὰ διαδραματισθῶσι θλιβερωτέρων καὶ ἐθνικῶς ἐπιζημιωτέρων περιπλοκῶν. Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀρχὴ συνετή, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Ἐφ’ ὅσον δὲν δύνασθε νὰ κατακρίνητε μίαν Κυβέρνησιν, ὅτι παρήγαγε μίαν κατάστασιν, ἀλλὰ μόνον νὰ τῇ ἀποδώσητε τοῦτο, ὅτι εὑροῦσα μίαν κατάστασιν νομοθετημένην ἔρχεται νὰ ἐπιδιορθώσῃ ταύτην, οὐδὲν δύνασθε νὰ εἴπητε κατ’ αὐτῆς. Ἐγεννήθησαν, Κύριοι, ἄλλαι περιπτώσεις ἐκ τῶν νόμων τούτων, χρήζουσαι ῥυθμίσεως· ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς τοιαύτης ἀταξίας καὶ βραδύτητος τῆς δημοσιεύσεως, ἡ ὁποία, ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ἴσως ἤθελε θέσει εἰς λειτουργίαν καὶ νόμους περὶ εὐθύνης, ἀχρήστους μέχρι σήμερον, ἐγεννήθησαν περιπτώσεις ἀποζημιώσεων. Ὑπῆρξαν ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπίσημα πιστοποιητικά, ὅτι πράγματι καὶ αὐτοὶ προσήνεγκον εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας ἐξόχους, ἀπὸ τὰς ἀσχέτους τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ, ἀπὸ ἐκείνας, περὶ ὧν προνοοῦσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, ἀλλ’ οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι δὲν ἦσαν, φαίνεται, ἐκ τῶν ἐπιτηδείων, ἐκ τῶν ἱκανῶν, ὥστε νὰ δύνανται ἐγκαίρως νὰ προοσφραίνωνται, ὅτι ἤθελε δημοσιευθῆ νόμος, τάσσων χρονικὸν ὅριον, λῆγον πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ νόμος ἐδημοσιεύετο, δὲν ἦσαν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ προνουντσιαμέντα τῆς Ἱσπανίας ἀπετέλουν τὴν καμαρίλαν τῶν περὶ τὰ προνουντσιαμέντα. Εὑρέθησαν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρὸ ἑνὸς νόμου, θέλοντος νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι βραδέως ἐζήτουν νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος, οὗ ἔτυχον ἄλλοι συνάδελφοί των, πρὸ ἑνὸς νόμου, ὅστις ἔλεγεν εἰς αὐτούς: ἔπρεπε νὰ εἶσθε ἐπιτήδειοι, νὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ προμαντεύσητε, ὅτι τὸ χρονικὸν ὅριον θὰ ἔληγε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου! Ἤγειραν λοιπὸν δίκας, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὑμᾶς, ὅτι καὶ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφήνατο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ δικασθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι προθεσμία τασσομένη ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἔχουσα ὅριον λῆγον πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι προθεσμία δεσμεύουσά τινα, καὶ κατὰ συνέπειαν αὐτοὶ ὑπ’ οὐδεμιᾶς προθεσμίας ἐκωλύοντο, ἵνα ἐπιζητήσωσιν ἀποζημίωσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐκ μιᾶς τάξεως ἀνθρώπων, ἡ ὁποία τοῦτο ἔχει τὸ κοινὸν χαρακτηριστικόν, ὅτι παρέχει ἐξόχους ὑπηρεσίας, ἔστω ἀσχέτους τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ, νὰ γίνῃ διάκρισις καὶ νὰ βραβευθῶσι, κατὰ πολιτικὴν ἀρετὴν ἀνάστροφον, περισσότερον οἱ ἐπιτήδειοι, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τελείως ἀνεπιτήδειοι καὶ οἱ ὁποῖοι εὐθέως μόνον βαίνουσιν ἐν τῷ βίῳ αὑτῶν καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὑτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τούτους καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ ἐπιτηδειότεροι καλῶς ποιοῦντες ἐπωφελήθησαν τῶν προτέρων νόμων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁπλούστεροι καὶ εὐθύτεροι, ἂς τραπῶσι τὴν δικαστικὴν ὁδόν. Νομίζω ὅτι οὐχὶ μόνον οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, οἱ ἐπιτυχόντες διὰ τῆς μεθόδου τῆς κρυφίας ὁδοῦ, πρέπει νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος, τοῦ παρεχομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα τὰ ἴδια, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσαχθῶσι, διότι δὲν ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις των πρὸ τῆς προθεσμίας ἐκείνης. Ἢ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ, διὰ νὰ μὴ βραβεύσωμεν τὴν πονηρίαν περισσότερον ἀπὸ τὴν εὐθύτητα, ἢ οὐδετέρα τῶν τάξεων νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις αὕτη, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἐπέλθῃ, θὰ φέρῃ οἰκονομικὰς συνεπείας κακὰς καὶ ἀποζημιώσεις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠγέρθησαν ἀγωγαί;
§34ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἀπεφάνθη ὁ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλο παρὰ νὰ κερδίσωσι τὰς δίκας. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου εἰδικῶς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸ ὄνομα ἑνός, ὅστις καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν σχολήν, κατόπιν τῆς ἀγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἤγειρεν. Εἶναι ἐν συνόλῳ 10 ἢ 15.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἐγείραντες ἀγωγάς;
§36ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀξιοῦντες εἶναι τόσοι.
§37ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε τὰ ὀνόματα;
§38ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὰ ὀνόματα. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι μοὶ παρεστάθη τὸ ἀδίκημα αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνων τὸν λόγον λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βραβεύωνται διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ περισσότερον οἱ ἐπιτήδειοι ἀπὸ τοὺς μὴ ἐπιτηδείους.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Μιχαλακόπουλος καὶ Γρανίτσας ὑποβάλλουσιν ἕκαστος ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου τροπολογίας, αἵτινες θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ. Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§40ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, εἶναι ὀρθοτάτη. Δὲν γνωρίζω ποίας ἰδέας ἔχει ἕκαστος περὶ τῶν διαδραματισθέντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ βεβαίως μία τοιαύτη κίνησις ἐπαναστατικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἀνωμαλίας διαφόρους καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως· ὅταν δ’ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος τοῦ ἀπολογισμοῦ, βεβαίως θέλει κριθῆ κατὰ πόσον ἔσχεν ἀγαθὰς ἡ κίνησις ἐκείνη ἢ κακὰς συνεπείας. Ἓν μένει ἀναντίρρητον, ὅτι εἶχεν ἐπιστῆ ἡ ὥρα τῆς κινήσεως καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὴν προλάβῃ, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ μὲ ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, εἴτε κακαὶ ἦσαν αὗται εἴτε καλαί. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸ ἴδιον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε δι’ ὁμάδα ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον τὰς αὐτὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, λέγοντες δὲ ἐξόχους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὸ «ἐξόχους» νὰ τὸ τονίζωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ γεννᾶται ἡ ἰδέα, ὅτι ἀμφισβητοῦμεν τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας οἱ ὑπαξιωματικοὶ προσήνεγκον. Εἴτε μυστικὸν εἴτε φανερὸν εἶναι ποίας ὑπηρεσίας προσήνεγκον πρὸς τὴν πατρίδα, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔξοχοι ἦσαν αἱ ὑπηρεσίαι, διότι ἐκεῖ ἐνετείλατο ἡ πατρὶς αὐτοὺς νὰ μεταβῶσι καὶ νὰ θέσωσι τὴν ζωὴν αὐτῶν ἐν κινδύνῳ, ὅπερ μετὰ προθυμίας ἔπραξαν. Τούτους ἐπανερχομένους ὀφείλει νὰ βραβεύσῃ ἡ Πολιτεία τοὐλάχιστον διὰ τοῦ ἰδίου μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβράβευσεν ἤδη ἄλλους ὑπαξιωματικούς, ἀγραμμάτους καὶ τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀντεμετώπισαν τὸν πρῶτον κατσικοκλέφτην, τὸν ὁποῖον ἐπεκήρυξεν ἡ Πολιτεία ὡς λῃστήν. Ὅτε ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ νόμον, καθ’ ὃν πᾶς ὑπαξιωματικὸς οἱουδήποτε Σώματος προάγεται εἰς ἀξιωματικόν, διότι ἐφόνευσε λῃστήν, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα ἐπικηρύσσονται οἱ λῃσταὶ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, εἶναι ἄδικον νὰ μέμφησθε τὴν Πολιτείαν, διότι ἐβράβευσε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς διὰ τοιαύτας πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἐπῆλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅπως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξέρχωνται ἐκ τῶν σχολῶν ἐπιστήμονες καὶ σταματήσωμεν τὴν προαγωγὴν τῶν ὡς ἀνδραγαθησάντων προαγομένων, ἔχει καλῶς· ἀλλὰ μέχρις οὗ τοῦτο γένηται ἡ βράβευσις τῶν ἀνδραγαθησάντων εἶναι εὔλογος καὶ δικαία, ἂν δὲ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, τὸ ἔργον τοῦτο δὲν εἶναι ἐπίμεμπτον, διότι οἱαδήποτε Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ βραβεύσῃ τοὺς ἄνδρας τούτους, ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξίων προαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν ἦτο ἀρκετός, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐδίστασε νὰ προαγάγῃ ὅλους εἰς ἀνθυπασπιστάς, ἐδίστασε κακῶς κατ’ ἐμέ, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι, ἂν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν σχολήν, δὲν ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσι, καθ’ ὅσον δὲν εἶχον γραμματικὴν προπαρασκευήν, διὰ νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, εἰς ἣν διὰ νόμου εἰσήγαγεν αὐτοὺς ἄνευ ἐξετάσεων. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἐπιδιώκει, εἶναι ν’ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπένειμε πλῆρες ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἄλλους μὲν προήγαγεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἀνθυπασπιστὰς δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀνδραγαθησάντων ἐπακολουθησάσης καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν μετὰ ἓν ἔτος εἰς ἀνθυπολοχαγούς, τοὺς πλείστους δέ, περὶ ὧν μεριμνᾷ ἤδη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἔστειλε ν’ ἀγωνίζωνται εἰς ἡλικίαν προβεβηκυῖαν, ἵνα παρακολουθήσωσι μαθήματα ἐν τῇ σχολῇ. Ἡ Κυβέρνησις συνεπῶς σήμερον λέγουσα πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους: σᾶς ἀπαλλάττω τῆς περαιτέρω ὑποχρεώσεως νὰ παραμείνητε ἐν τῇ σχολῇ, καὶ σᾶς ἀποδίδω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς ἄλλους τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας προσενεγκόντας, πράττει πρᾶξιν δικαίαν. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει μία ἔλλειψις ἐν τούτῳ, ὅτι, ἐνῷ ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξέλθωσιν ὡς ἀνθυπασπισταί, ἐμποδίζει νὰ προαχθῶσι καθ’ ὃν τρόπον προήχθησαν οἱ πρῶτοι. Τὸ μέτρον εἶναι ἄνισον καὶ ἄδικον, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὡς ἀνδραγαθήσαντες προαγόμενοι μετὰ ἓν ἔτος προάγονται αὐτοδικαίως εἰς ἀνθυπολοχαγούς, ὡς ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυποῦται, πρέπει νὰ ὑποστῶσι νέαν δοκιμασίαν ὑποβαλλόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ νέα ὅμως αὕτη δοκιμασία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ σκέψεις αὗται εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα τῆς σχολῆς, ἀφοῦ λοιπὸν κρίνονται ὀρθῶς ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ παρακολουθήσωσι μαθήματα, διατί νὰ ὑποβάλητε αὐτοὺς διὰ τὴν προαγωγήν των εἰς τὴν δοκιμασίαν νέων ἐξετάσεων;
§41Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀδύνατος.
§42ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἀδύνατος καὶ ἄδικος εἶναι· ἀδύνατος μὲν διότι δὲν δύνανται αὐτοὶ νὰ μάθωσι γράμματα, ἀφοῦ ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ παρακολουθήσωσι σπουδὰς ἐξέρχονται ἐκ τῆς σχολῆς, ἄδικος δέ, διότι οἱ τὸ πρῶτον προαχθέντες εἰς ἀνθυπασπιστὰς ἐγένοντο μετὰ ἓν ἔτος ἀνθυπολοχαγοὶ ὡς ἀνδραγαθήσαντες. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐφ’ ὅσον δύνανται οἱ μὴ εἰσαχθέντες εἰς τὴν σχολὴν ὑπαξιωματικοὶ νὰ βεβαιώσωσι τὸ γεγονός, ὅτι μετέσχον τῶν πράξεων ἐκείνων, ἀναντιρρήτως εἶναι σκόπιμος καὶ νόμιμος, διότι, καὶ ἂν ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ ὑπάρχωσι τὰς αὐτὰς πρὸς τὴν πατρίδα προσενεγκόντες ὑπηρεσίας, οὔτε τὸ στράτευμα θὰ παραβλαφθῇ, οὔτε ὁ νόμος θὰ προσβληθῇ, ἂν καὶ οὗτοι προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς δράσεως τοῦ στρατεύματος, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον τοιαύτας ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, ἃς εἶναι ἅπαντες βέβαιοι, ὅτι θέλουσι προσενέγκει καὶ νέας τοιαύτας, δὲν γνωρίζω ἂν κατ’ ἴσον μέτρον καὶ τρόπον, ἀλλὰ βεβαίως μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ πατριωτισμοῦ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἐκ τῶν σχολῶν. (Χειροκροτήματα).
§43ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐψηφίσθη, κύριοι Βουλευταί, νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντες οἱ παρασχόντες τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὑπαξιωματικοὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, πλὴν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἐν ᾧ εἰσήχθησαν ὅσοι εἰσήχθησαν, τινὲς ἐξ αὐτῶν προήχθησαν εἰς ἀνθυπασπιστὰς κατόπιν ἐξετάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἡ ἀνωμαλία ἔρχεται σήμερον. Ἂν γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐν ᾧ πάντες οἱ ἄλλοι θὰ ἀμειφθῶσι διὰ τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας των, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγένοντο ἀνθυπασπισταὶ κατόπιν ἐξετάσεων καὶ οἵτινες δὲν εἶναι καὶ ἀνεπίδεκτοι μαθήσεως καὶ ἀγράμματοι, διὰ τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας των οὐδεμιᾶς θὰ τύχωσιν ἀμοιβῆς. Ἂν γένηται δεκτὴ τοιαύτη πρότασις, τότε οἱ ἀγράμματοι, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται λόγον, θὰ τύχωσιν ἀμοιβῆς, ἐν ᾧ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶναι ἀγράμματοι καὶ προήχθησαν κατόπιν ἐξετάσεων, οὐδεμιᾶς θὰ τύχωσιν ἀμοιβῆς. Ἐὰν λοιπὸν θελήσωμεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς ἰσότητα καὶ ἐκλείψῃ ἡ ἀνωμαλία, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τύχωσιν ἀμοιβῆς διὰ τὰς ἐξόχους ἐκείνας ὑπηρεσίας ἅπαντες, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προήχθησαν κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Τοῦτο δὲ θὰ ἦτο ἐντελῶς δίκαιον κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφεραν οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι, εἶναι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἐπεδοκίμασεν, ὑπηρεσίαι παρασχεθεῖσαι κατὰ προαίρεσιν, ὑπηρεσίαι μεγάλαι καὶ εἰς θυσίας καὶ εἰς ἐθνικὰ ἀποτελέσματα. Δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην τινὲς ὅτι πρέπει νὰ ψαλιδισθῇ ὁ δικέφαλος Ἀετός, ἀλλὰ βεβαίως αὐτὸς δὲν εἶναι Ἕλλην ὑπὸ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν λέξιν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος.
§44Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, ὅπως οἱ κύριοι προαγορεύσαντες, οἱ προτείναντες τροπολογίας εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλωσιν αὐτὰς ἐγγράφως, ἵνα μελετηθῶσι καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν). Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κύριος Παπαϊωάννου ὑπέβαλε πρότασιν νόμου «περὶ χρόνου ὑπηρεσίας τῶν τυχόντων ἀναβολῆς κατατάξεως ἀξιωματικῶν». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων». Πρὶν δώσω τὸν λόγον εἰς τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν τῷ συνόλῳ. Παρετήρησα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι πολλοὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς ἀνέμιξαν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Τοιαύτη ἀνάμιξις τῆς συζητήσεως γεννᾷ δυσχερείας περὶ τὴν ἐξαγωγὴν συμπερασμάτων τῆς Βουλῆς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακοινώσω ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸν Κανονισμόν, καὶ ἂν ἴδω τοὺς κυρίους ἀγορεύοντας ἀναμιγνύοντας ἐν τῇ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει συζήτησιν περὶ τῶν ἄρθρων, θὰ κάμω αὐτοῖς παρατήρησιν. Τοῦτο, ἵνα εὑρισκώμεθα ἐν τάξει, μάλιστα προκειμένου περὶ νομοσχεδίων δικαστικῶν πολυσχιδῶν. Ἤδη τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§47Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας θέλω προτείνει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου. Τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον παρέχει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν Πταισματοδίκην, ὅπως καταψηφίσῃ τὴν δικαστικὴν δαπάνην ἐν τῇ περιπτώσει τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας. Ἤθελον προτείνει, ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦτο μὴ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Πταισματοδίκην. Τὰ Πταισματοδικεῖα συνήθως δικάζουσιν ἀστυνομικὰς παραβάσεις ἢ ἑτέρας παραβάσεις, τῶν ὁποίων ὁ χαρακτὴρ δὲν εἶναι βαρύς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι σκοπιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι ἂν οἱ Πταισματοδίκαι δὲν ἐκαλοῦντο ὅπως καταψηφίσωσι δικαστικὴν δαπάνην, ἡ ὁποία πολλάκις δὲν ὑπερβαίνει καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς εἰς τοὺς ἐνώπιον αὐτῶν προσαγομένους. Βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον, ὅπως εἰσαχθῇ ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ στερήσωμεν τὸν ψευδῶς μηνυθέντα ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδίκου τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν παρέχεται εἰς τὸν ψευδῶς μηνυθέντα, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν δικαστικὴν δαπάνην· ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον τὸ Δημόσιον νὰ παραιτηθῇ τῆς τοιαύτης δικαστικῆς δαπάνης ἢ νὰ διενεργῶνται χιλιάδες δικῶν δι’ ἀσήμαντα ποσά. Δὲν θὰ ἦτο ἄδικον νὰ φέρηται ὁ πολίτης πάλιν εἰς συνάφειαν μὲ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ καταδιώκηται δι’ ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε δραχμῶν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος μόνον ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπαγορεύει νὰ φέρω τὴν τροπολογίαν ταύτην· ἕτερος λόγος εἶναι, ὅτι τὸ Πταισματοδικεῖον δὲν ἀποτελεῖ πολυμελὲς Δικαστήριον, εἶναι Δικαστήριον μονομελές· παρέχομεν λοιπὸν εἰς ἓν πρόσωπον τὸ δικαίωμα, ὅπως αὐτὸ καὶ μόνον ἐξετάζῃ τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ αὐτὸ μόνον δικάζῃ κατ’ ἀνακοπήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ πταισματοδίκης δὲν παρέχει ἀρκετὴν ἀσφάλειαν ὅτι θὰ ἐμβαθύνῃ εἰς ἑκάστην ἀναφυομένην περίπτωσιν καὶ ὀρθῶς θὰ καταψηφίζῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ πλὴν τῆς τροπολογίας ταύτης ἤθελον προτείνει ὡς δευτέραν, ὅπως αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστικῶν συμβουλίων λαμβάνωνται κατὰ παμψηφίαν. Βεβαίως ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ τὰ Δικαστήρια δικάζουσι κατὰ πλειονοψηφίαν περὶ ὁλοκλήρου περιουσίας, περὶ μεγίστων ποινῶν, εἶναι δίκαιον νὰ δικάζωσι κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ περὶ τῶν ἐλαχίστων τούτων ποινῶν, περὶ τῶν ἐλαχίστων τούτων ἀποζημιώσεων πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὰ συμβούλια κατὰ κανόνα δὲν δικάζουσιν ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐνδείξεων· ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου παρουσιάζονται ἁπλαῖ μόνον ἐνδείξεις, ὁ δὲ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου προσαχθεὶς ἀπαλλάσσεται ἢ παραπέμπεται ἐπὶ τῇ βάσει μόνον ἐνδείξεων. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ φύσις τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται τὰ συμβούλια, ὅπως πεισθῶσι περὶ τῆς ἀθωότητος ἢ τῆς ἐνοχῆς τοῦ ἐνώπιον αὐτῶν προσαχθέντος, αὐτὴ ἡ φύσις ἀπαιτεῖ, ὅπως προκειμένου περὶ ἀποφάσεως λαμβάνηται αὕτη κατὰ παμψηφίαν, διότι τοιουτοτρόπως μόνον θ’ ἀποδεικνύηται τὸ ψευδὲς τῆς κατηγορίας ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας. Λόγῳ λοιπὸν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται τὸ συμβούλιον, εἶναι δίκαιον ν’ ἀπαιτήσωμεν παμψηφίαν εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει τὸ συμβούλιον, ἵνα καταψηφίσῃ τὰ ἔξοδα εἰς τὸν ψευδῶς μηνύσαντα. Ὡσαύτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος, ὁποία ἡ σχέσις τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, πρὸς ἑτέραν τοιαύτην. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁσάκις τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον λύσῃ ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις δεσμεύει ἕτερον Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιληφθῆ ὑποθέσεως, τὴν αὐτὴν ἐχούσης βάσιν. Ἐνταῦθα λοιπὸν ἡ αὐτὴ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τοῦ δικάζοντος ἐπὶ τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων θέλει δικάσει ἐπὶ τοῦ γεγονότος ἂν πραγματικῶς ὑπῆρξε ψευδὴς μήνυσις δολίως ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας, ἡ τοιαύτη δὲ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου θέλει δεσμεύσει πᾶν ἕτερον Δικαστήριον, διότι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δέον νὰ προστεθῇ ὡρισμένη ῥήτρα, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων δὲν δύνανται νὰ ἀποτελῶσι προδικαστικὸν ζήτημα, ὅτε αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν ἐπὶ τῶν ἑτέρων ἀποφάσεων εἴτε ἐν πολιτικῇ εἴτε ἐν ποινικῇ δίκῃ, αἱ ὁποῖαι ὡς προϋπόθεσιν αὐτῶν ἔχουσι τὴν ψευδῆ καταμήνυσιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§49Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὁ κ. Πρόεδρος εὐηρεστήθη νὰ μὲ ὑπομνήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τῆς ὁποίας δὲν ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποβάλετε τὰς τροπολογίας σας. Εἶναι σχετικαί.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς ἰδεολογικῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἂν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἶναι δεκτόν, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ ἀγορεύων ἢ ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὸ σύστημα τῶν ἐννοιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τώρα τί πρέπει νὰ προστεθῇ ἢ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, αὐτὸ εἶναι συζήτησις κατ’ ἄρθρον.
§52ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν εἰς τοιούτου εἴδους νομοσχέδια ἡ ἀνάλυσις εἰδικώτερον νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ μορφώσῃ τις τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων δύναται νὰ κηρυχθῇ ἐξ ὑπαρχῆς κατὰ ἢ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§54ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς εἰδικότητας.
§55Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑποβάλλω τὰς τροπολογίας μου. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ κύριος Κασίμης ἔχει τὸν λόγον.
§57Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι συνάδελφοι, ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου στηρίζεται ἐπὶ κανόνας γνωστοῦ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὑπεύθυνος διὰ ζημίαν ἄλλου εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν, δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθή. Ἐφ’ ὅσον ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ὁ σκοπὸς τῆς ἐλαττώσεως τῶν ποινικῶν δικῶν, ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν Δικαστηρίων ἐκ τῆς ἐρεύνης ψευδῶν μηνύσεων καὶ τῆς καταναλώσεως χρόνου πολυτίμου, ὅστις ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ προσφορώτερον καὶ σκοπιμώτερον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἀληθῶν μηνύσεων, ἐπίσης καὶ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀμφισβήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀποτελοῦσιν οὔτε αἱ βάσεις αὐταὶ μόνον οὔτε ὁ ἐπιδιωκόμενος δι’ αὐτῶν σκοπός. Ἄν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ νομοθέτης, γενικῶς ἀποσκοπούμενα δὲν ἄγουσιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἢ ἐφαρμοζόμενα δύνανται μὲν νὰ ἀγάγωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ δημιουργήσωσι πρωτίστως ἐρείπια, ἀφοῦ, ἵνα θεραπεύσωσι μίαν κακὴν κατάστασιν, δημιουργήσωσι μίαν ἑτέραν μᾶλλον ἐπώδυνον, ἐάν, λέγω τὰ μέσα ταῦτα εἶναι τοιαῦτα γενικῶς ἀποσκοπούμενα, βεβαίως ὀφείλει τις ἵνα κηρυχθῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, χρωμένου μέσων, δι’ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς τελευταίας ταύτης ἀπόψεως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ νομοθέτης πρὸς ἐπιδίωξιν σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ ἐλάχιστον τὴν Βουλήν. Μέσα, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τῶν ἐν γένει ψευδομαρτυριῶν καὶ ψευδομηνύσεων ἀναγράφει πολλαχοῦ ἡ νομοθεσία ἡμῶν. Ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται ὁ ἀθωωθεὶς κατηγορούμενος νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις, μέχρι τῆς ψευδορκίας μεσολαβοῦσιν αἱ διατάξεις περὶ ψευδοῦς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως καὶ αἱ διατάξεις περὶ ψευδομαρτυριῶν. Τέσσαρα ἐν ὅλῳ μέσα ὑποδεικνύει ἡ κειμένη νομοθεσία, διὰ τῶν ὁποίων πλήσσεται ἡ ἐν γένει ψευδομαρτυρία ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἐρωτῶ· τίς ἡ ἀνάγκη ἐξευρέσεως νέου τρόπου ἢ νέου μέσου πρὸς καταστολὴν τῶν ψευδολογιῶν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Διατί δὲν ἐγένετο χρῆσις τῶν μέσων τῶν ἐνδεικνυομένων ὑπὸ τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν πρὸς καταστολὴν τῶν ἀνομημάτων ἐκείνων, καὶ ποία ἀνάγκη ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπινοήσῃ τὴν ἰδέαν τῶν χρηματικῶν καταγνώσεων; Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν κατώρθωσαν νὰ καταστείλωσι τὴν ψευδολογίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει σήμερον ἡ νομοθεσία, ἔχετε καμμίαν ἐμπιστοσύνην ἢ πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς χρηματικῆς καταγνώσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον συνετάγη τὸ νομοσχέδιον; Ἐγὼ, Κύριοι, ἀμφιβάλλω. Ὁμολογῶ ὅτι κυρίως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέσον τοῦτο πρὸς καταστολὴν τῶν ἀδικημάτων τῆς ψευδολογίας ὡς εἰς τὸ μᾶλλον πρόσφορον, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὸ ἐφαρμοστὸν αὐτοῦ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ καινοτομία αὕτη, ἡ κατά τινα τρόπον σκόπιμος καινοτομία, κεῖται ἐν τῇ μεταβολῇ τῆς δικονομίας πρὸς τὴν τιμωρίαν ὡρισμένου ἀδικήματος. Ἀντὶ ὁ νομοθέτης νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν συνήθη ὁδὸν τῆς τιμωρίας τῶν ἀδικημάτων, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστείλῃ τὴν ψευδολογίαν, ἐπενόησε τὴν τιμωρίαν αὐτῆς ἀνακαλυπτομένην ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἢ κατὰ τὰς διασκέψεις τῶν συμβουλίων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς οἰκείως ἔχοντας πρὸς τὰ δικανικὰ πράγματα, τὰ Δικαστήρια ἀνακαλύπτοντα παραβάσεις κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι παραβάσεις ἀποδεδειγμένας ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν τύπων, αἱ ὁποῖαι προχείρως ἀποδεικνύονται, εἴτε παραβάσεις μὴ ἀποδεδειγμένας οὕτως, ἀλλ’ ἀποδεδειγμένας ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Δικαστήριον τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, τὰς παραβάσεις ἐκείνας, λέγω, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρίνῃ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ. Ἀλλὰ μήπως αἱ ποιναὶ τοῦ λιπομάρτυρος δὲν δικάζονται περίπου κατὰ τὴν αὐτὴν δικονομίαν; Ὁ ἀνακριτὴς τιμωρεῖ τὸν ἀπολιπόμενον λιπομάρτυρα· τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἀνακαλύπτον τὰς παραβάσεις τιμωρεῖ τὸν λιπομάρτυρα, τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν συνέδρων εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ποινὴν μέχρι τριῶν μηνῶν φυλακίσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἶναι αὐταπόδεικτα, ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογοῦνται, διότι ἡ ἀπουσία τοῦ μάρτυρος ὁμολογεῖ καὶ τὸ ἀδίκημα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἄγνωστος καθόλου εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, οὕτως ὥστε νὰ παραξενευώμεθα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Θὰ ἐπετρέπετο ἆρά γε τὴν γνωστὴν ἡμῶν δικονομίαν τῆς τιμωρίας τῶν ἀδικημάτων τῶν ἀνακαλυπτομένων ἐπ’ ἀκροατηρίῳ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως καὶ νὰ ἀναμείνωμεν ἐντεῦθεν ὠφέλειάν τινα; Ὅσοι, κύριοι συνάδελφοι, κατέχεσθε ὑπὸ δυσπιστίας τινὸς πρὸς τὴν ἱκανότητα τῶν δικαστῶν τοῦ κρίνειν παραχρῆμα, καὶ ψυχραίμως πρωτίστως, τὰ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἀνακαλυπτόμενα ἀδικήματα, ὀφείλετε βεβαίως ν’ ἀποκρούσητε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν συμφωνῶ δὲ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀγορεύσαντες χθὲς ἢ προχθὲς μετεχειρίσθησαν ὡς ἐπιχείρημα ὅτι δῆθεν, καὶ ἂν ἐπέλθῃ καὶ ἄδικόν τι ἐξ ἀποφάσεώς τινος εἰλημμένης ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, ὅπως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τοιαῦται ἀποφάσεις λαμβάνονται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑποθέσεων, τὸ ἄδικον τοῦτο θὰ εἶναι μικρόν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ καταγνώσεως χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς ἑκατὸν δραχμάς. Οἱ οὕτω σκεφθέντες φρονῶ ὅτι δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὸ βάθος τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον πράγματι κατὰ τὸ φαινόμενον τιμωρεῖ μὲ χρηματικὴν ποινήν, κατὰ βάθος ὅμως καὶ ἀληθῶς προδικάζει κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδορκίας ἢ τῆς ψευδοῦς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως, ὥστε, ἵνα ὁμιλῶμεν εἰλικρινῶς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πρόσθετοι καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον ἐπιβάλλονται μόνον χρηματικαὶ ποιναί, ἐνῷ πράγματι ἐπιβάλλομεν τὰς ποινὰς τὰς ἐνδεικνυομένας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σκεφθῶ ὡς ἑξῆς. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν Ἐφετῶν ἐκδικάζονται ἐξαιρετικῆς διαδικασίας πλημμελήματα. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν ἐπιβάλλει τὰς ποινὰς τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν μάλιστα γίνῃ δεκτὴ τροπολογία ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους συναδέλφου, ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ εἶναι παμψηφεί· καὶ ἐρωτῶ: ὅταν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην συνοδεύσῃ ὁ κατηγορηθεὶς μὲ μίαν μήνυσιν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει καὶ τὴν προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, φρονεῖτε ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἀποτελούμενον ἐκ τριῶν δικαστῶν ὑποδεεστέρου Δικαστηρίου θὰ ἔχῃ τὴν ψυχικὴν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ τὴν πραγματικήν, νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πέντε δικασταὶ ἐν Ἐφετείῳ ὁμοψήφως ἀπεφάσισαν, δὲν εἶναι ὀρθόν; Ἢ ἐὰν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ Ἐφετείου τὴν προσαγάγητε ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, φρονεῖτε ὅτι θὰ τολμήσῃ κἂν ὁ εἰρηνοδίκης νὰ σκεφθῇ ἀντιθέτως παρ’ ὅ,τι ἐσκέφθη τὸ Ἐφετεῖον, ἵνα προδικάσῃ τὸ ζήτημα εἴτε τῆς ψευδοῦς μηνύσεως, εἴτε τῆς ψευδορκίας, εἴτε πολιτικῶν ἀποζημιώσεων; Ὄχι μόνον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ Δικαστήρια τῶν Πλημμελειοδικῶν θὰ δικάσωσιν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἕνα μηνυτὴν ἐπὶ παραβάσει τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νόμου, πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι καὶ ἡ συναδελφικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμός, ὁ ὁποῖος καὶ τηρεῖται καὶ πάντοτε ὀφείλει νὰ τηρῆται μεταξὺ τῶν δικαστῶν, πάντοτε θὰ ἔχῃ σπουδαίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως καὶ τοῦ πολιτικοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου, δικάζοντος ὡς ποινικοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει θὰ δικάσῃ μεταγενεστέρως μηνυτὴν εἴτε ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει, εἴτε ἐπὶ ψευδορκίᾳ, εἴτε ἐπὶ ψευδεῖ διὰ χειραψίας ὑποσχέσει. Διὰ τοῦτο μὴ πλανώμεθα φρονοῦντες ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται μόνον χρηματικὴ ποινή, ἐὰν πράγματι προδικάζηται σοβαρώτερον ἀδίκημα. Κρίνοντες ἄρα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ εἴπωμεν, ἐὰν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια ὡς ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικάσαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, χωρὶς νὰ κινδυνεύσωσι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σκόπιμος. Κατ’ ἐμέ, κύριοι Βουλευταί, αἰσιοδοξοῦντα διὰ μέλλουσαν βελτίωσιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀποβλέποντα δὲ κυρίως εἰς τὸν μέγαν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὑπολογίζοντα, ὅτι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς παροχῆς τοιαύτης ἐξουσίας εἰς τὰ Δικαστήρια, θὰ εἶναι ἐλάττονος σημασίας τῶν ὠφελειῶν, τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ πρόξενον τὸ νομοσχέδιον, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ, κατ’ ἐμέ, λέγω, δὲν πρέπει νὰ χωρήσῃ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἡ δυσπιστία πρὸς τὰ Δικαστήρια. Ἀλλά, ἂν τοιαύτην ἔχω γνώμην, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐνδεικνύει, θὰ εἶναι ἀσφαλές. Ἐὰν θέλωμεν νὰ πλήξωμεν τὰς ψευδομηνύσεις καὶ ἂν νομίζωμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν δικονομίαν, διὰ νὰ πλήξωμεν τὰς ψευδομηνύσεις, διατί τάχα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δικαστηρίου μόνον εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις καὶ νὰ μὴ ἐκτείνωμεν τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ καὶ λάβωμεν μέτρα καθ’ ὅλων τῶν ψευδολογιῶν; Μὴ τάχα κινδυνεύει ἡ Δικαιοσύνη ἡμῶν ἀπὸ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις; Μήπως δὲν ματαιοῦται πολλάκις τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῶν ψευδῶν καταθέσεων; Ἐὰν ἄρα κατ’ ἀρχὴν ἀναγνωρίζωμεν τοὺς δικαστάς μας ἱκανοὺς νὰ δικάσωσι παραχρῆμα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτοὺς νὰ δικάσωσιν, ἐξαιρουμένου τοῦ ἀδικήματος τῆς ψευδορκίας καὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ψευδοῦς μηνύσεως, ὅτι δυνάμεθα, λέγω, νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτοὺς νὰ δικάσωσι παραχρῆμα καὶ τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδοῦς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως. Μόνη ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τιμωρηθῇ ἡ ψευδολογία ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, θὰ καταστείλῃ τὸ ἀδίκημα αὐτό. Ὑποβάλλω λοιπὸν τροπολογίαν σχετικήν, τὴν ὁποίαν, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὡς δυναμένην νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἂς ψηφίσῃ (ἀναγινώσκει): «Ἡ παράβασις τῶν περὶ ψευδοῦς διὰ χειραψίας ἀποφάσεως διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§58ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοεῖτε ἄνευ διαδικασίας. Ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ τὸ Δικαστήριον ἀνακαλύπτον ἐπ’ ἀκροατηρίῳ τὴν παράβασιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, θὰ εἶναι ἀπόφασις τελεσίδικος, καταδικαστική;
§59Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§60ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι.
§61Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, ἐγὼ κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§62Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἥτις θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Χριστίδης ἔχει τὸν λόγον.
§64ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, ὁ νομοθέτης πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ νέον δίκαιον διὰ νόμου, βεβαίως πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ποία θὰ εἶναι ἡ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ δικαίου. Καὶ πολλοὶ ἦσαν οἱ ὁμιλήσαντες πρὸ ἐμοῦ, καὶ μεγάλη συζήτησις ἐγένετο· ἑπομένως δὲν θὰ μακρηγορήσω, ἀλλὰ θὰ θέσω τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι τὸ δίκαιον τὸ κοινόν, ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐθνῶν ἀντίληψις ἐπὶ τοῦ διαμορφωμένου δικαίου εἶναι διάφορος, ὅπως εἶναι διάφοροι καὶ οἱ λαοί. Ἡ ἀντίληψις ἐπὶ τοῦ δικαίου τοῦ διαμορφωμένου διὰ νόμου μορφοῦται ἀναλόγως τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ χαρακτῆρος καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου τῶν λαῶν ἐκείνων. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν ὀλίγα, καὶ διὰ τοῦτο ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἐπερίττευε νὰ διατυπωθῶσι γνῶμαι ἐνταῦθα, ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει νόμος ὁμοίας φύσεως. Δεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην, Κύριοι, θὰ ἐξετάσωμεν τὸ διαμορφούμενον δίκαιον, τὸ νέον αὐτὸ δίκαιον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἂν εἶναι τοῦ ποινικοῦ ἢ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Καὶ ἂν μὲν εἶναι τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἄλλαι εἶναι αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι θέτουσιν ὅρια τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διαμορφωθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ποινικὸν δίκαιον. Ἐξετάσωμεν ὅθεν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ποινικὸν δίκαιον ἐν τῇ πράξει, πῶς παρίσταται καὶ πῶς φέρει τὰ ἀποτελέσματα, ποῖον σημεῖον τῆς λαϊκῆς θελήσεως θίγει καὶ εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ ποινικὴ ἀγωγή. Ἡ ποινικὴ ἀγωγή ἀνήκει εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ ἐνασκεῖται διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, αἱ δὲ ἀξιόποινοι πράξεις θίγουσι τὸ ὅλον τῆς Πολιτείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον παρίσταται ἐν μέρει ὡς ἀδικούμενον, διότι ἡ ὅλη προσβολὴ εἶναι κατὰ τῆς Πολιτείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῶν διαφόρων πράξεων θίγεται τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ διαταράσσεται ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ὅταν, Κύριοι, εὑρισκώμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλουσιν οἱ κανόνες τοῦ δικαίου, τί θὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Θὰ ἐπιδιώξωμεν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ὡς εἶναι ὑποχρεωμένη; Καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τοῦ παθόντος ἢ τοῦ λαμβάνοντος γνῶσιν ν’ ἀνακοινοῖ ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Πολιτείας; Ὑπάρχει, Κύριοι, ἐν τῇ Δικονομίᾳ μας ἄρθρον ῥητόν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὑποχρεοῦται πᾶς ἰδιώτης νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ὅ,τι γνωρίζει ἢ ὅ,τι ἔμαθε περὶ ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως, δίδεται δὲ αὐτῷ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς μηνύσεως εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς πρὸς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ποινικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐρωτῶ: ποίαν θέσιν, Κύριοι, ἔχει ὁ ἀναγγέλλων εἰς τὴν ἀρχὴν ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν; Εἶναι διάδικος; Ἀπαντῶ ὅτι δὲν εἶναι. Ποῖος ὁ ἐνασκῶν τὴν ἀγωγὴν καὶ ποῖον ἔχει τὸν ἀντίδικον; Εἶναι βεβαίως ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ὁ καταγγελθεὶς εἶναι ἀντίδικος; Ποσῶς, Κύριοι, δὲν διαφέρει ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐν γένει, ἂν εἶναι πολιτικὴ ἀγωγὴ ἡ ὑπὸ κρίσιν, ἢ ἂν εἶναι ποινική. Ὁ δὲ δυστυχὴς μηνυτής, ἐρωτῶ, ποίαν θέσιν ἔχει; Ἔχει τὴν θέσιν τοῦ μάρτυρος; Ὅταν τις ἔχῃ τὴν θέσιν τοῦ μάρτυρος εἰς τὴν διεξαγωγὴν μιᾶς δίκης ὡς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς ἔδωκε τὰς πληροφορίας, θὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ διαδίκου καὶ θὰ εὑρεθῇ ἡττηθείς, ἀφοῦ ἠδικήθη εἰς τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς τῆς δίκης; Κύριοι, ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου ἀποκρούεται τοῦτο. Πρὶν ἢ φθάσω εἰς τὴν διατύπωσιν, εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τοῦ πῶς περισυλλέγονται αἱ ἀποδείξεις, ποῖα στάδια διέρχονται, πῶς τὰ διέρχονται, διὰ τίνων χειρῶν καὶ ποῦ καταλήγουσι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὡμίλησα, ὅπως ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες. Ὁμιλῶ ἤδη, ὅπως ὁμιλῶ, διὰ νὰ θέσω τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως καὶ νὰ εὕρω, ἂν ὑπάρχει ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ δημιουργήσωμεν νέαν δικονομίαν καὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν νέας βάσεις εἰς τὴν Ποινικήν μας Δικονομίαν. Ἐπεμβαίνει λοιπὸν ἡ Πολιτεία διὰ τῶν εἰσαγγελέων, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία, προκειμένου περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὸ κοινὸν συμφέρον, τὰ ὁποῖα διαταράσσουσι τὴν ἔννομον τάξιν, νὰ ἐπεμβῇ, νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι τὸ ἐφικτόν, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Ἐν τῇ πράξει εἶναι βεβαιωμένον, ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Πολιτεία ἀμείβεται ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται ἑκατομμύρια δραχμῶν ὑπὲρ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἡ Πολιτεία λοιπὸν ἐπεμβαίνουσα διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἔγκλημα. Τίνας ἔχει ἐπικούρους ἡ Πολιτεία; Τὸν μηνυτήν, ὀλίγους μάρτυρας, καὶ ὅλον τὸ στάδιον μένει ἐλεύθερον εἰς αὐτήν. Πρέπει νὰ ἀνατρέξῃ αὕτη εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς κοινωνικῆς κινήσεως, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διανύσῃ, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ εὕρῃ τὰ μέσα νὰ πεισθῇ, ὅτι συνέβη ἢ ὄχι τὸ ἔγκλημα. Αὐτό, Κύριοι, εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας. Ὁ μηνυτὴς ἐρωτᾶται μίαν καὶ μόνην φοράν, καὶ ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔλθῃ εἰς δημοσίαν ἐξέτασιν, θὰ ἐρωτηθῇ καὶ δευτέραν, ἡ δὲ ἐρώτησίς του ἐκείνη οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν πληροφορίαν, ὅπως ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν του καὶ ὅπως ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ τῶν γεγονότων. Ἡ Πολιτεία ἔχει τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς καὶ τὰ ὄργανά του, ἀλλ’ ἔχει ἐξουσίαν τινὰ ἡ κορυφὴ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ὀργάνων; Βεβαίως ἔχει, καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω διάταξιν τοῦ νόμου ῥητήν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι πάντοτε ὁ εἰσαγγελεὺς παρίσταται, ὅταν νομίζῃ ἀναγκαῖον, καὶ λαμβάνει μέρος εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς προδικασίας, εἰς τὰς πράξεις τοῦ σταδίου ἐκείνου, ὅπερ χρησιμεύει πρὸς περισυλλογὴν τῶν γεγονότων, περὶ τοῦ ἂν συνέβη ἢ δὲν συνέβη ἡ πρᾶξις. Ἐν τῷ σταδίῳ δὲ ἐκείνῳ δύο βαθμοὶ ἀποτελοῦσι τὸ ἀνακριτικὸν λεγόμενον μέρος. Καὶ εἶπον οἱ προλαλήσαντές τινα, ἀλλὰ θὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα συλλέγουσι τὰ γεγονότα, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν ἱκανοποιοῦσι τὴν θέλησιν τῆς Πολιτείας ἐν πολλοῖς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν αὐτὰ δὲν ἱκανοποιοῦσι, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ φροντίσῃ, ὥστε καὶ ταῦτα νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐκτελῶσι τὸν προορισμόν των; Αὐτὴ ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία δι’ αὐτοῦ, ὅστις διευθύνει ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα αὐτό, τὸ λεγόμενον ἀνάκρισις. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀναμνησθῶ τὸ ἂν οἱ ἀνακριταὶ εἶναι ἐπιτήδειοι ἢ ὄχι, ἱκανοὶ ἢ ὄχι· τὰ ἀφήνω αὐτὰ καὶ λέγω ὅτι συνέβησαν σφάλματα καὶ ὅτι συμβαίνουσι. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς καὶ ἡ Πολιτεία θὰ κανονίσῃ ταῦτα συμφώνως πρὸς τὸν προορισμόν της. Ἐγώ, Κύριοι, ἐξετάζω ποίαν θέσιν ἔχει ὁ μηνυτής, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι δίδει ἁπλῶς πληροφορίας, καὶ σᾶς ἐρωτῶ ποία ἀρχὴ τοῦ δικαίου παραβιάζεται, ὅταν εἶναί τις διάδικος καὶ δημιουργῇ δίκην, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν ἔστω καὶ ἑνὸς λεπτοῦ; Ἀναμφισβητήτως παραβιάζεται διάταξις τοῦ ἀπολύτου δικαίου. Ἀλλά, Κύριοι, πολλάκις οἱ νομοθέται προβαίνουσιν εἰς περιορισμούς τινας, λόγῳ τῶν διαφόρων περιστάσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἀντιλαμβάνονται, ὅτι ταράσσουσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ θέλουσι νὰ διαμορφώσωσιν ἓν δίκαιον διὰ νόμου καὶ νὰ ἐπιβάλωσι δι’ αὐτοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζουσιν, ὅτι συντελεῖ πρὸς τὸν σκοπόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρονται, καὶ εἶναι ἀγαθωτάτη κατὰ τοῦτο ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ τοιαύτη τις διαμόρφωσις τοῦ δικαίου, ὥστε οὐδεμία διάταξις τοῦ ἀπολύτου δικαίου νὰ παραβλαφθῇ. Ἔχων ταῦτα, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει, ἀνέγνωσα πολλάκις τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐφρόντισα νὰ ἀνεύρω τὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ βάθος τῶν λέξεων, ἀλλὰ καὶ γραμματικὴν ἑρμηνείαν νὰ κάμω ἐπὶ τῶν λέξεων, καὶ εὗρον, Κύριοι, ὅτι περιττεύει ἡ δευτέρα πρότασις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «ἂν καταγγέλλῃ ψευδῶς διὰ πρᾶξίν τινα ἢ παραμορφώσῃ τὰ γεγονότα», λέγω δὲ τοῦτο, διότι κύριον μέρος τῆς φράσεως εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον λέγει κλοπή, ὑπεξαίρεσις κ.λ.π., ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἀφορῶσι περιπτώσεις. Τί θὰ εἰπῇ ψευδὴς μήνυσις; Ὅτι καταγγέλλω τὸν Α, ὅτι διέπραξε τὸ Β. Ἐρωτῶ λοιπόν: ἡ διατύπωσις αὐτὴ δὲν εἶναι σύμφωνος καὶ ἀπεικονιστικὴ τοῦ σκοποῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν; Ἀναντιρρήτως ναί. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός τις εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν καθυστέρησε μέχρι τοῦ νῦν. Σήμερον ἔχομεν τοιαύτην διάταξιν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποία σκέψις ἐπεκράτησε νὰ μὴ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, νὰ μὴ θέσωμεν εἰς ἐφαρμογὴν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν νέαν κατάστασιν, νὰ δημιουργήσωμεν ἓν νέον δίκαιον καὶ νέαν δικονομίαν. Ὅτε, Κύριοι, πρόκειται νὰ γίνῃ νόμος νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν ἀνεύθυνον, ὅτε ἔχομεν βάσιν λογικήν, στηριζομένην εἰς τὸ γενικὸν δίκαιον, ἀλλὰ προβάλλεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος καὶ ὁ ἐγκαλῶν καὶ νὰ θέτῃ εἰς κίνησιν τὰς ἀρχάς, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ὁποία προβλέπει καὶ περὶ αὐτοῦ λέγουσα, ὅτι ὅστις διὰ ψευδῶν μηνύσεων θέτει εἰς κίνησιν τὰς ἀρχάς, τιμωρεῖται. Πῶς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὁ φραγμὸς αὐτὸς τοῦ νὰ προλάβωμεν τὰς ψευδεῖς μηνύσεις; Ἡ ποινικὴ νομοθεσία μᾶς διδάσκει, ὅτι ὄχι μόνον νὰ προληφθῶσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις δὲν πρέπει, ἀλλ’ οὔτε κἂν λόγος γίνεται περὶ ψευδῶν μηνύσεων λόγῳ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Τὸ μηνύειν δέον νὰ μένῃ ἐλεύθερον ἐκ φόβου μὴ καὶ δι’ ἀληθεῖς ἀξιοποίνους πράξεις δὲν τολμᾷ τις νὰ μηνύσῃ. Θέλοντες λοιπὸν νὰ διαμορφώσωμεν δίκαιον καταληπτὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν σχέσει πρὸς τὰς γνώσεις τὰς ὁποίας ἔχει καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ ὑφιστάμενον δίκαιον, ἂς μὴ δώσωμεν ζωὴν ἐκεῖ ὅπου μέχρι τοῦδε δὲν ἐδώκαμεν, καὶ ἂς μὴ μεταβάλωμεν τὰ Συμβούλια εἰς Δικαστήρια, ἵνα καταψηφίζωσι τὰς δαπάνας, ἀλλὰ τὰς ποινὰς νὰ τὰς καταψηφίζωσιν, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, τὰ Δικαστήρια καὶ ἂς μὴ παραβιάσωμεν μίαν ἀρχὴν δικονομικήν, διὰ τὴν ὁποίαν, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, θὰ ἔλθωσιν οὐχὶ οἱ δικηγόροι, ἀλλ’ οἱ σπουδάζοντες τὴν φιλοσοφίαν τοῦ δικαίου καὶ θὰ μᾶς εἴπωσι: Πῶς μεταβάλλετε τὸ στάδιον τῆς προδικασίας εἰς Δικαστήριον τῆς οὐσίας; Καὶ ἐπιτρέπετε νὰ καταψηφίζῃ ποινὰς τοῦτο; Λέγω δὲ ποινάς, διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὄχι πλέον μίαν ψευδομαρτυρίαν, ἀλλ’ ἕνα, ὁ ὁποῖος διέπραξε τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδομαρτυρίας. Καὶ μετὰ τοῦτο θὰ μᾶς εἴπωσιν: Πῶς ἀναπολόγητον ἐνώπιόν σας ἱστάμενον τὸν ἐτιμωρήσατε; Ἀλλὰ καὶ περὶ ἑτέρας παραβάσεως τῆς δικονομικῆς ἀρχῆς θὰ μᾶς εἴπωσι: Πῶς ἐστερήσατε τοῦτον τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως; Ἀντελήφθητε, ἐξ ὅσων ἠκούσατε περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ὅτι αὐτὸ πηγάζει ἐξ ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως ψευδοῦς καὶ ὅτι ταῦτα χρησιμεύουσι, διότι ἐπῆλθε τοῦτο καὶ ἐκεῖνο τὸ γεγονός; Εἶναι τοῦτο ἀρχὴ δικαίου; Λέγων ταῦτα, Κύριοι, καὶ ἀποκρούων κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον δέχομαι τὴν ἀγαθὴν μόνον προαίρεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ πρὸς τοῦτο, ἵνα μὴ καταπονήσω τὴν Βουλήν, διότι εἶναι καταπεπονημένη πολύ, συνέταξα τροπολογίαν, δι’ ἧς ἀνασκευάζω ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον. Ἰδοὺ ποῖον τὸ νομοσχέδιον. Καὶ θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ: ὁσάκις ἐν δίκῃ τινὶ ποινικῇ ἢ ὁσάκις εἰς τὸ συμβούλιον ὑπάρχει μειονοψηφία, τότε τί θὰ γίνῃ; Παραλείπω ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, διότι εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνω, καὶ συμφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπε καὶ περὶ προφυλακίσεως, ὁσάκις ἀνακαλύπτεται ὅτι μηνυτής τις ἔκαμε ψευδῆ μήνυσιν, χωρὶς οὔτε πραγματικὰ γεγονότα νὰ ὑπάρξωσιν οὔτε τίποτε ἄλλο. Ὅταν ὑπάρχῃ τοῦτο βεβαιωμένον, τουτέστιν ἡ ψευδὴς μήνυσις, τὸ Δικαστήριον δέον νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὅστις θὰ ἐνασκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Λοιπὸν τὸ Δικαστήριον, ὅταν πεισθῇ, ὅτι ὄντως ὁ μηνυτὴς ἐψεύσθη, θὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν, καὶ θὰ τὴν ὑποβάλλῃ μετὰ τῶν Πρακτικῶν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνασκῇ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, χωρὶς νὰ ταραχθῇ τὸ καθόλου διαδικαστικὸν οἰκοδόμημα τοῦ Κράτους. Εἰς τὸν εἰσαγγελέα δίδεται ἐξουσία νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ἄρθρα περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως, συκοφαντίας καὶ ἐξυβρίσεως, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἐξ ἐπαγγέλματος τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Τοιουτοτρόπως τὰ πράγματα θὰ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ. Θὰ ἀναγκασθῇ δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σκέπτεται νὰ ψευσθῇ, νὰ μὴ τὸ τολμήσῃ, διότι θὰ ἔλθῃ πάλιν διὰ τῆς ἄλλης ὁδοῦ νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Σήμερον ὅμως ἀφίεται ὅλον τὸ στάδιον εἰς τὸν κατηγορούμενον. Παραδίδω τὴν τροπολογίαν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, παραδίδω δ’ ἐπίσης καὶ πρότασιν νόμου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ θέσις τοῦ μηνυτοῦ, ἀλλὰ χρησιμεύει καὶ εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν γεγονότων ἀσφαλέστερον καὶ ὑπὸ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία καὶ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Χριστίδου θὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Βοζίκης. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§66Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου εἶναι, ἂν ὄχι ἡ ἐξαφάνισις τῶν ψευδῶν μηνύσεων, ἀσφαλῶς ὅμως ἡ μείωσις αὐτῶν, ἵνα ἡ δικαιοσύνη διατελοῦσα ἐνήμερος τῶν κατ’ οὐσίαν καὶ βασίμων μηνύσεων ἐπιλαμβάνηται μετὰ ταχύτητος τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν μετὰ θάρρους οἱ ἀσχοληθέντες ἰδίᾳ περὶ τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, ὅτι ἐκ τῆς δικηγορικῆς μας πείρας ἀπεκομίσαμεν ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰσάγονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μηνύσεις ψευδεῖς. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἓν μονομερὲς παράδειγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν δικηγορίαν μου μοὶ προυξένησεν ἀγανάκτησιν ἰσχυράν. Ἐξ αὐτοῦ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ὑποβάλλοντες τὰς σχετικὰς μηνύσεις μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξυπηρετήσωσιν ὑλικῶς τὸ ἑαυτῶν συμφέρον. Αἱ μηνύσεις ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀπορρέουσιν ἐκ τριῶν λόγων, εἴτε ἐκ λόγων πολιτικῶν, εἴτε ἐκ προσωπικῆς ἐκδικήσεως, εἴτε ἐξ ὑλικοῦ συμφέροντος. Ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐκφράζει δισταγμόν τινα, ὅτι εἶναι δυνατὸν πολίτης νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἄχαρι καὶ πεζὸν πεδίον τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως, ἀναχωρῶν ἀπὸ τῆς σκέψεως τῆς ἐξυπηρετήσεως ὑλικῶν συμφερόντων. Καὶ ὅμως μερικοὶ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀναχωροῦντες ἀπὸ τῆς σκέψεως τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ὑλικῶν αὑτῶν συμφερόντων καταγγέλλουσι πολλάκις πολίτας, ψευδῶς, ἐπὶ παραβάσει διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἀδικημάτων διὰ μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἀναλήψεως μερικῶν ἐξόδων· διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ ὡς ὑπάλληλοι σιδηροδρομικοὶ δὲν δαπανῶσι δι’ εἰσιτήριον. Καταγγέλλουσι δέ, ἵνα λαμβάνωσι τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὸν τόπον τῆς ἀνακρίσεως ἢ τῆς δίκης. Τοῦτο ἀπεκόμισα κατὰ τὸ βραχὺ στάδιον τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Εὑρέθη πολλάκις τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πατρῶν εἰς τὴν θέσιν νὰ ξεσχίσῃ μηνύσεις, διότι συνῆγεν ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ὑποβαλλόμεναι τοιαῦται ἐκ μέρους τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἦσαν ψευδεῖς, καὶ ὡς μόνον σκοπὸν εἶχον τὴν ἀνάληψιν τῶν ὀλίγων μαρτυρικῶν ἐξόδων.
§67Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτοὶ ὑποβάλλουσιν ἐκθέσεις. Ἀφωμοιώθησαν μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§68Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καλοῦνται νὰ βεβαιώσωσιν ἐνόρκως τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον.
§69Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου.
§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶμαι χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς δικαιοσύνης κεκηρυγμένος κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι, καὶ τὸ λέγω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολλάκις θέλων νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς προσωπικὰς αὑτοῦ ἀντιπαθείας, πολλάκις ὑποκινούμενος ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου ἢ δημογραμματέως ἢ ἄλλου Κυρίου προβαίνει εἰς ψευδεῖς μηνύσεις. Εἰς ἓν σημεῖον διστάζω νὰ ἐκφέρω τολμηρῶς τὴν γνώμην μου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐν τῇ πεφωτισμένῃ αὑτοῦ ἀντιλήψει θέλει δίδει τὸ θέμα, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἐμπεριστατωμένως, μήπως τυχὸν αὔριον ἡμεῖς αὐτοί, οἱ κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μεταμεληθῶμεν πικρῶς. Τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν παραμόρφωσιν τῆς σχετικῆς μηνύσεως. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι μερίς τις τοῦ λαοῦ εἶναι εἰσέτι ἀγράμματος. Οὗτοι μεταβαίνουσιν εἰς τοὺς λεγομένους προστάτας των πρὸς σύνταξιν τῆς σχετικῆς μηνύσεως. Ἐξηγοῦσιν εἰς αὐτοὺς σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ εἴτε ὁ δήμαρχος ἢ ὁ δημογραμματεὺς ἢ ὁ δικηγόρος ἢ ἄλλος Κύριος θέλων νὰ ἐξυπηρετήσῃ συμφέροντα προσωπικὰ ἢ πολιτικὰ προβαίνει εἰς παραμόρφωσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς σχετικῆς μηνύσεως, τί θὰ συμβῇ δέ, ὅταν ἔχωμεν πρὸ τῆς δικαιοσύνης ἕνα ἀγράμματον; Πολλάκις, εἶναι ἀναμφίλεκτον, ὅτι ἄδικος ἐπίθεσις ἐχαρακτηρίσθη πρὸς στιγμὴν ὡς ἀπόπειρα ἀναιρέσεως καὶ τραύματα προμεμελετημένα ὡς ἀπόπειρα φόνου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν, μήπως δημιουργήσωμεν θύματα τοὺς εὑρισκομένους ἐν τῷ ἀπαισίῳ σκότει τῆς πνευματικῆς ἀνεπαρκείας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐν τῇ πεφωτισμένῃ αὑτοῦ ἀντιλήψει ἐξεύρῃ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπισείηται τὸ φάσμα τοῦ καταλογισμοῦ, ἂν ὄχι τοῦ ὅλου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος τῶν ποινικῶν ἐξόδων εἰς τὸν συντάκτην ἢ τὸν ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς παραμορφώσεως τῆς μηνύσεως. Μὴ ἐκπληττώμεθα, Κύριοι, διότι πολλοὶ περιπίπτουσιν εἰς τὸ ὀλίσθημα τοῦτο. Καὶ παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προσέξῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν δολίαν παραμόρφωσιν τῶν πραγμάτων, διότι, ἐὰν ἀφήσῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, διὰ τοὺς ἀγραμμάτους ἀνθρώπους νὰ μὴ καταλογίζωνται τὰ ποινικὰ ἔξοδα προκειμένου περὶ ἀθωώσεως τῶν ὑπ’ αὐτῶν μηνυθέντων, διότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι εὐθὺς ὡς συντάξωμεν τὴν σχετικὴν μήνυσιν καὶ τὴν παραδώσωμεν εἰς τοὺς ἁπλοϊκοὺς μηνυτάς, ἀμέσως οὗτοι μεταβαίνουσι καὶ τὴν ἐγχειρίζουσιν εἰς τὸν σχετικὸν ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον, εἶναι δ’ ἐκ πείρας βεβαιωμένον ὅτι οἱ ἀνακριτικοὶ οὗτοι ὑπάλληλοι οὐδέποτε προέβησαν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς μηνύσεως, ὥστε νὰ δύναται νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ ἀγράμματος ἐκεῖνος κατὰ τοῦ περιεχομένου. Ἀλλ’ ἐπίσης ὁσάκις, Κύριοι, καλεῖται εἴτε ἐν τῇ προεισαγωγικῇ ἀνακρίσει εἴτε ἐν τῇ τακτικῇ τοιαύτῃ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν αἱ ἀνακρίσεις γίνωνται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ὁ ἀνακριτὴς θὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν ἂν ἐπιβεβαιοῖ τὸ περιεχόμενον τῆς μηνύσεώς του χωρὶς βεβαίως νὰ τῷ ἀναγνώσῃ τὴν μήνυσιν· ἂν πάλιν αἱ ἀνακρίσεις γίνωνται ἐνώπιον τῶν ὑπογραμματέων, ὅπερ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συμβαίνει, καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ μέτρον τηρεῖται. Συνεπῶς ἐπιβεβαιοῖ ὁ μηνυτὴς τὸ περιεχόμενον αὐτὸ τῆς μηνύσεώς του χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς παραμορφώσεως τοῦ χαρακτῆρος τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅταν παρουσιάζηται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ὅταν ἀναγινώσκηται πρὸς αὐτὸν ἡ σχετικὴ μήνυσις, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, τὴν στιγμὴν ἐκείνην αἴρεται ἡ αὐλαία καὶ παρουσιάζεται τὸ θῦμα πρὸ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι, Κύριοι, γεγονός, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν δικαστῶν ἄλλοι μὲν συνεχώρησαν τὸ πρᾶγμα, διότι ἦσαν κάτοχοι τῆς ὅλης προεισαγωγικῆς ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως, ἄλλοι τοὺς συνέλαβον καὶ τοὺς παρέπεμψαν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ, συνεπείᾳ μάλιστα τῶν τελευταίων νόμων. Ἄλλως τε ἔχομεν ὡς δεδομένον καὶ ἕνα ἐπὶ πλέον λόγον, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ ὅτι πολλάκις δίδεται χαρακτηρισμὸς ἀλλοῖος καὶ ἐκ μιᾶς ἄλλης τάξεως, ἡ ὁποία παίζει σπουδαῖον ρόλον προκειμένου περὶ χαρακτηρισμοῦ τῶν ὑποθέσεων. Πρόκειται περὶ τραυμάτων ἁπλῶν, καὶ ἀμέσως ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς ὑποθέσεως, ὁ ἰατροδικαστής, συμβάλλεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ ἰατροδικαστικὴ αὐτοῦ ἔκθεσις νὰ μὴ ταυτίζηται ἀπολύτως μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.
§71ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Δύνασθε σεῖς ἐκ τῆς πείρας σας νὰ μᾶς εἴπητε ποίαν γνώμην ἐσχηματίσατε περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων; Τοῦτο καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε καὶ σεῖς τὴν γνώμην σας.
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι γεγονός, Κύριοι, ὅτι σπουδαῖον ρόλον παίζουσιν αἱ ἰατροδικαστικαὶ ἐκθέσεις, προκειμένου περὶ τῆς ἐκδικάσεως οἱασδήποτε ποινικῆς ὑποθέσεως· εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἶναι μέγα καὶ ὑψηλὸν τὸ ὑπούργημα τοῦ ἰατροδικαστοῦ, ὅτι ὁ ἰατροδικαστὴς συμπαρακάθηται μεταξὺ τῶν δικαζόντων δικαστῶν, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθές, καὶ θὰ τὸ εἴπω, ὅτι δυστυχῶς τὸ ἰατροδικαστικὸν Σῶμα ἐναυάγησε καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν.
§73Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Εἶμαι τελείως σύμφωνος.
§74Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἡ Πολιτεία συνέλαβε τὴν ἰδέαν χάριν τῆς ἀναστυλώσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ὀρθῆς παραστάσεως αὐτῆς νὰ καταρτίσῃ ἕν τέλειον ἰατροδικαστικὸν Σῶμα, διότι γνωρίζομεν πάντες ἐκ πείρας καὶ ἀντιλήψεως εἴτε ἀμέσου εἴτε ἐμμέσου ὅτι ἁπλᾶ πταίσματα παρουσιάσθησαν ὑπὸ μορφὴν πλημμελημάτων καὶ ἁπλᾶ πλημμελήματα ὑπὸ τὴν εἰδεχθῆ μορφὴν τῶν κακουργημάτων. Συνεπῶς, Κύριοι, ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει τὸ Σῶμα τῶν ἰατροδικαστῶν ἔχει πρὸ πολλοῦ χρεοκοπήσει, πιστεύω δὲ ὅτι καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ ἐκκαθάρισιν. Εἶμαι λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι μόνον ἀναφορικῶς πρὸς τοὺς πλημμελειοδίκας πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον αὐτό, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τοὺς πταισματοδίκας, ναὶ ἢ οὔ; Ὅλοι μας γνωρίζομεν, διότι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν ἴσως καταγόμεθα ἐξ ἐπαρχιῶν, ὅτι τὸ στενὸν περιβάλλον πολλάκις διαφθείρει καὶ τὴν ἐντιμοτέραν ὑπόστασιν, καὶ μάλιστα, Κύριοι, ὅταν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς προβαίνῃ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ προεξοφλῇ τὰς ἀποδείξεις αὐτοῦ. Γνωρίζω, Κύριοι, ἐγὼ πταισματοδίκην, ὁ ὁποῖος προεξοφλῶν τὰς ἀποδείξεις αὐτοῦ εἰς πλουτοκράτην παραδίδει τὰ ἅγια τοῖς κυσί. Γνωρίζω ἐπίσης ἐκ πείρας, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν πταισματοδικῶν, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἀνεπαρκείας, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ πρὸ τοῦ πειρασμοῦ τῶν σχέσεων. Δὲν θέλω ποτὲ νὰ πιστεύσω χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ὁ πλημμελειοδίκης θὰ καταλογίσῃ τὰ ποινικὰ ἔξοδα εἰς ἄτομον ἀθῷον. Προκειμένου ὅμως —καὶ ἂς τὸ εἴπω— περὶ πταισματοδίκου, ἔχω ἀκλόνητον καὶ ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι δύναται νὰ προβῇ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ καταλογίσῃ τὰ ἔξοδα, ἀφοῦ ἔχει καὶ ἄλλα πολλὰ ἀτοπήματα διαπράξει εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ γοήτρου αὐτῆς. Ταύτην τὴν ἀντίρρησιν εἶχον νὰ φέρω σχετικῶς πρὸς τὸ Σῶμα τῶν πταισματοδικῶν, ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας φρονῇ ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ αὐτῆς μελέτῃ, ὅτι καὶ ὁ πταισματοδίκης θὰ εἶναι ἐγγυητὴς τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φικιώρης.
§76Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγηθεῖσα δικαστικὴ ἐργασία εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἶναι ἀξία τῆς περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος καὶ μορφώσεως αὐτοῦ φήμης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀστοχεῖ ὅλως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀφορμὴν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου βεβαίως ἔδωκεν ἡ πληθώρα τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ ἡ ἀφορμὴ αὕτη νομίζω ὅτι δὲν ἐξητάσθη, ὅσον ἔπρεπεν, ἀκριβῶς. Ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ἡ πληθώρα τῶν ποινικῶν δικῶν δὲν ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι πρέπει νὰ περιστείλῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ πληθώρα αὕτη, ὡς κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν παρίσταται, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὰς ἀσυστάτους, ἀνυποστάτους καὶ ψευδεῖς κατηγορίας· εὗρεν ἐκ τῶν στατιστικῶν, ὅτι τὰ ⅔ τῶν ἀποφάσεων τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων εἶναι ἀθωωτικαὶ καὶ ἐκ τούτου ὑπέλαβεν ὅτι αὗται προέρχονται ἐκ τῶν ψευδῶν κυρίως μηνύσεων. Ἀρκοῦντως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἀνέπτυξε τὸ θέμα τοῦτο τῆς προελεύσεως τῶν πολλῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ ἀπαλλάσσομαι τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω καὶ ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς τὰς αἰτίας τῆς πληθώρας ταύτης· οὐχ ἧττον, ἐξ οὐχὶ μικρᾶς δικηγορικῆς πείρας ἔχων παραδείγματα, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὑπομνήσω πρὸς πάντας ὑμᾶς, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι εὐτυχῶς νομικοί, τίνες καὶ κυρίως ποίας μορφώσεως ἄνθρωποι εἶναι οἱ μηνυταί. Γνωρίζομεν, ὅτι οὗτοι, ἄνθρωποι κατὰ τὸ πλεῖστον ἁπλοϊκοὶ χωρικοί, διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τῆς ἀμοιβῆς, δὲν προσέρχονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς δικηγόρους, ἀλλ’ εἰς δικολάβους ἢ εἰς κλητῆρας δικαστικοὺς ἢ εἰς τοὺς ἐγγραμμάτους θεωρουμένους τῶν χωρίων, παριστῶσιν εἰς τούτους τὰ γεγονότα, τῶν ὁποίων αὐτοὶ βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι νὰ δώσωσι τὸν χαρακτηρισμόν, ἂν δηλαδὴ τὰ γεγονότα ταῦτα φέρουσιν ἀξιόποινον χαρακτῆρα, οὗτοι δὲ οἱ συντάσσοντες τὴν μήνυσιν προθύμως χαρακτηρίζουσιν αὐτὰ ὡς ἀξιόποινον πρᾶξιν, τὰ διατυπώνουσιν εἰς ἓν φύλλον χάρτου, τὸ ὁποῖον δίδουσιν εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν χωρικόν, τὸν ἀγράμματον, καὶ οὗτος προσέρχεται καὶ παραδίδει τὴν τοιαύτην μήνυσίν του εἰς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ οὕτως ἄρχεται ἡ ποινικὴ δίκη. Ἐρωτῶ, ὁ τοιοῦτος μηνυτὴς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἄξιος νὰ ὑποστῇ τὴν συνέπειαν τῆς ἀθῳώσεως τοῦ μηνυθέντος ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τὴν ἀτέλειάν του ταύτην; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ μέσου τούτου. Ἐὰν πράγματι ἡ πληθώρα τῶν ποινικῶν δικῶν ἀφορμὴν ἔχῃ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, ἡ νομοθεσία μας ἀρκοῦντα μέσα παρέχει πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Δὲν ἀρκεῖ ἡ διάταξις τῆς Ποιν. Δικονομίας, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἀθῳούμενος δύναται νὰ ζητήσῃ ἀμέσως παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ὑπέστη; Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεος εἰς ἀποζημίωσιν αὐτὸς ὁ μηνυτής, ὁ ψευδῶς καταμηνύσας αὐτόν; Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει; Ἐὰν ταῦτα δὲν ἀρκῶσι, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρων μέσων κατὰ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως θὰ περιορίσῃ τὸ κακόν; Ἐκτὸς ἂν ἡ πεῖρα ἔχῃ διδάξει αὐτὸν ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν τῷ δικηγορικῷ μου σταδίῳ πολλάκις συνήντησα. Ὅτι δηλαδὴ οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι δυσκόλως, ἢ μᾶλλον οὐδέποτε, δύναμαι νὰ εἴπω, καταψηφίζουσι τὰ ἔξοδα ὑπὲρ τοῦ ἀθῳουμένου κατηγορουμένου, οἱ δικασταὶ οὗτοι εὐκόλως θὰ καταψηφίζωσιν αὐτά, ὅταν πρόκειται νὰ καταψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Καὶ τοῦτο λέγω ἐκ πείρας, διότι πολλάκις εἰς μικροϋποθέσεις καὶ ἰδίως εἰς δίκας, ἀφορώσας παρανόμους ὑλοτομίας, στηριζομένας εἰς πρωτόκολλα ψευδῆ, ἔχω ἀκούσει δικαστὰς νὰ λέγωσιν, ὁσάκις τοῖς ἐγένετο ἰδιαιτέρως παρατήρησις, διατί, ἀφοῦ βλέπουσιν, ὅτι προφανῶς εἶναι ψευδὲς τὸ πρωτόκολλον, δὲν ἀπαλλάττουσι τὸν κατηγορούμενον, «δὲν πειράζει· ἂν δὲν ἔχῃ κάμει τώρα παράνομον ὑλοτομίαν, τὴν ἔχει κάμει ἄλλοτε, καὶ ἂς πληρώσῃ κάτι τι εἰς τὸ Δημόσιον». Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δὲν θὰ ἐδικηγόρησεν εἰς τοιαύτας πράξεις, ἵνα γνωρίζῃ τὰ κατ’ αὐτάς, διότι φαίνεται, ὅτι τυχὼν ἀνωτέρας ἐπιστημονικῆς μορφώσεως ἐδικηγόρησεν ἀμέσως ἐν Ἀθήναις εἰς ἀνώτερα Δικαστήρια, καὶ δὲν ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δικάζονται εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα καὶ εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ δὲν ἐγνώρισε τί ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ὑπὸ τῶν δικαστῶν. Ἔστε βέβαιοι, ὅτι οἱ δικασταί, ὅ,τι δὲν ἐπιδικάζουσι σήμερον ὑπὲρ τοῦ ἀθωουμένου κατηγορουμένου, θὰ ἐπιδικάζωσιν αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι, τὸ ὁποῖον μὲ φοβίζει. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐφαρμόζονται τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν οἱ ἐν ἰσχύϊ νόμοι, δὲν θὰ ἐφαρμόσωσι καὶ τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νόμου. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι θὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτάς, διότι αὗται τίθενται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν τόσα μέσα περιπλοκῆς τῆς ψευδοῦς μηνύσεως, τί θέλομεν τὴν προσθήκην καὶ ἄλλων; Ἂς ἐφαρμοσθῶσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, καὶ ἂν ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, τότε ἂς προσθέσωμεν καὶ ἄλλα ἢ ἂς μεταρρυθμίσωμεν τὰ ὑπάρχοντα. Ἀλλ’ ἐφηρμόσθησάν ποτε ταῦτα; Ἐφηρμόσθη ποτὲ ἡ διάταξις περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ὑπὲρ τοῦ ἀθωουμένου κατηγορουμένου; Ἐφηρμόσθη ποτὲ ἡ διάταξις καταδιώξεως ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει; Πολλάκις ἠναγκάσθην νὰ παρατηρήσω πρὸς δικαστάς, διατί κατεδίκαζον κατηγορουμένους, ἐνῷ ἔβλεπον, ὅτι προφανῶς ἐψεύδετο ὁ συντάξας τὸ πρωτόκολλον χωροφύλαξ ἢ ἄλλος μηνυτής, καὶ ἐλάμβανον τὴν ἀπάντησιν: «καταγγείλατε αὐτοὺς ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει καὶ ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ, ἵνα τιμωρηθῶσι καὶ αὐτοί». Ἀλλά, καὶ ἂν ἐγένοντο τοιαῦται μηνύσεις, οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε. Πεντήκοντα τοὐλάχιστον τοιαύτας μηνύσεις θὰ ἔχω κάμει ὡς δικηγόρος, δὲν ἐνθυμοῦμαι δέ, ἂν μία ἢ δύο ἐξ αὐτῶν ἔφεραν τὸν ψευδῶς μηνύσαντα εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου· ἐφ’ ὅλων δὲ τῶν ἄλλων ἔπαυσε πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις διὰ βουλευμάτων. Καὶ ἡ ἄμετρος αὕτη ἐπιείκεια τῶν Δικαστηρίων διὰ τοιούτων βουλευμάτων οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἔχει ἢ νὰ ἐνισχύῃ ἔτι μᾶλλον τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὰς τοιαύτας διατάξεις ἐφαρμοσίμους, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ ἐφαρμόζωσι τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, τί ἐλπίζομεν νὰ κατορθώσωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτου νόμου θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ χρηστοὶ πολῖται θὰ ἀναγκάζωνται νὰ ἀποφεύγωσι τὴν καταγγελίαν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν ἁπτὰς ἀποδείξεις. Οὐδεὶς ἔντιμος πολίτης θὰ καταγγέλλῃ πρᾶξιν κολάσιμον, ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ψευδῶς καταμηνύουσιν ἐν γνώσει, δὲν θὰ παύσωσι νὰ μηνύωσι, διότι κατὰ τί θὰ τοὺς φοβίσῃ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἐξόδων, ὅταν δὲν τοὺς φοβίζωσιν αἱ ποιναὶ αἱ σήμερον ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχουσαι; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδόλως συμβάλλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέβλεψεν. Αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι τόσον πολὺ τὸν καταπλήσσουσι, δὲν ὀφείλονται εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Αἱ ψευδεῖς μηνύσεις φιλοτεχνοῦνται τόσον καλῶς, ὥστε κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιτυγχάνουσιν. Οἱ θέλοντες νὰ καταμηνύωσι ψευδῶς καταστρώνουσιν ἐν συμβουλίῳ τὸ σχέδιόν των καθορίζοντες τί θὰ καταθέσῃ ἕκαστος μάρτυς, καὶ οὕτως ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν θὰ τιμωρήσωσιν ἐκείνους, ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τῶν ὁποίων ἤχθη πρὸ αὐτῶν κατηγορούμενος ἀθωωθείς, διότι ἁπλῶς ὑπῆρχον ἀποδείξεις ἀθωότητος, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς μηνυτάς, τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ ἡ δολία προαίρεσις. Ἀλλὰ τότε, ὅταν εἶναι ἀποδεδειγμένη ἡ δολία προαίρεσις ἢ ἡ βαρεῖα ἀμέλεια, τί θέλετε τὴν καταψήφισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων; Ῥίψατε τοὺς τοιούτους μηνυτὰς ἀμέσως εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει, ἀφοῦ ἔχετε ἀποδεδειγμένην τὴν δολίαν προαίρεσιν, καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι οὐχὶ ἁπλῶς ἡ μὴ ἀπόδειξις τοῦ ἀδικήματος καὶ ἡ ἀθώωσις τοῦ κατηγορουμένου συνεπάγεται τὴν καταψήφισιν τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ μηνυτὴς ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας προέβη εἰς τὴν καταγγελίαν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς ἐνεργήσῃ ἐξ ἐπαγγέλματος ὁ εἰσαγγελεὺς ἀμέσως τὴν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει καταδίωξιν τοῦ μηνυτοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλάκις ἢ μᾶλλον πάντοτε ὁ κατηγορούμενος ἀποφεύγει νὰ καταγγέλλῃ τὸν ψευδῶς μηνύσαντα αὐτόν, μὴ θέλων νὰ περιπλέκηται εἰς ἄλλας δίκας. Διὰ ταῦτα πιστεύω, ὅτι κύριος σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ψευδῶν μηνύσεων, ἀλλὰ κατὰ βάθος τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν ταμιευτικόν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον καὶ πρότερον σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ Δικαστήρια εὐχερέστατα, προκειμένου νὰ συντελέσωσι διὰ τοιαύτης μεθόδου εἰς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, θὰ καταψηφίζωσι τὰ ἔξοδα κατὰ παντὸς μηνυτοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ κατηγορούμενος ἔτυχε νὰ ἀθωωθῇ. Ἀλλά, ἐκτὸς τῶν ὅσα εἶπον ἀποκρούων κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, κρίνω λίαν παρακεκινδυνευμένην τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν τὰ ἔξοδα καταψηφίζονται καὶ κατὰ τοῦ παραμορφώσαντος τὰ γεγονότα μηνυτοῦ, ὅπως δοθῇ βαρύτερος χαρακτηρισμὸς εἰς τὴν πρᾶξιν. Διότι ὁ μηνυτής, ὡς προεῖπον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἁπλοῦς ἀγράμματος χωρικός, δὲν εἶναι ἄνθρωπος γνωρίζων νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα καὶ νὰ δώσῃ τὸν ποινικὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ συντάσσων τὴν μήνυσιν ἀκούων τὴν ἀφήγησιν τοῦ μηνυτοῦ διατυπώνει αὐτήν, ὡς αὐτὸς κρίνει σκοπιμώτερον, καὶ δίδει αὐτὸς πολλάκις τὸν χαρακτηρισμὸν ὁ ἴδιος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄδικον εἰς τοιοῦτον μηνυτήν, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ μηνύσει του οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ ἀφηγήθη ἁπλῶς τί συνέβη, νὰ ἔλθῃ τὸ Δικαστήριον καὶ νὰ εἴπῃ «παρεμόρφωσες τὰ γεγονότα καὶ ἑπομένως εἶσαι ὑπόχρεος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων»; Ἡ διάταξις λοιπὸν αὐτή, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ διαγραφῇ, ὡς καὶ ἡ διάταξις περὶ βαρείας ἀμελείας, καὶ νὰ περιορισθῇ τοῦτο εἰς μόνην τὴν δολίαν πρόθεσιν, διότι ἄλλως εἶναι καὶ δυσχερεστάτη ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἐξεύρεσις τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀμελείας καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς παραμορφώσεως τῶν γεγονότων ἐν σχέσει πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, καὶ μὴ ἐπιτρέψητε τοῦτο καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς δικαστάς, καὶ μάλιστα εἰς πταισματοδίκας. Ἄλλα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων κυρίως δύνανται νὰ παταχθῶσι καὶ νὰ περισταλῶσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν ἔχουσι λάβει τὰς διαστάσεις, ἃς ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κρίνων ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἄλλας αἰτίας, ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος σᾶς εἶπεν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ περιστείλωμεν τὴν πληθώραν τῶν ποινικῶν δικῶν, τὴν πράγματι μὴ προερχομένην ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων, ἔχομεν ἐκ τῶν κειμένων νόμων ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο. Εἶπον οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κύριοι συνάδελφοι, τίνα εἶναι τὰ μέσα ταῦτα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία. Καταστήσωμεν τοὺς εἰσαγγελεῖς τοιούτους, ὥστε νὰ εἶναι ἄξιοι τοῦ προορισμοῦ των, καί, ὅταν τοῖς προσάγωνται αἱ μηνύσεις, νὰ μελετῶσι καὶ νὰ ἐξετάζωσιν αὐτὰς οἱ ἴδιοι ἂν εἶναι βάσιμοι, καὶ οὐχὶ νὰ ἀρκῶνται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ γραμματέως τῆς εἰσαγγελίας γράφοντος ἐπ’ αὐτῶν τὸ στερεότυπον «διαβιβάζεται εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἢ πρὸς τὸν ἀνακριτὴν πρὸς ἀνάκρισιν», διότι τὰ πλεῖστα τῶν ἀθωωτικῶν βουλευμάτων τῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων εἶναι τοιαῦτα διὰ τὸ νομικῶς ἀβάσιμον τῶν κατηγοριῶν.
§77Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κυρίως διὰ τὸ πράγματι ἀβάσιμον, ἀλλὰ τὸ νομικῶς ἀβάσιμον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἐλέγξῃ ὁ εἰσαγγελεύς.
§78Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοιαύτας ἀβασίμους μηνύσεις πρέπει ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἀπορρίπτῃ διὰ προβουλεύματος. Ἀλλ’ ὡς εἰσαγγελεὺς ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο μέχρι σήμερον; Ἐγὼ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ οὐχὶ μικρὸν διάστημα τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ συνήντησα τοιαύτην ἀπόρριψιν. Ὡσαύτως καταστήσωμεν τοὺς ἀνακριτὰς ἀξίους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ τότε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διὰ ψευδῶν μηνύσεων νὰ περιπλέξωσι τὸν ἐχθρόν των εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, βλέποντες, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀνακριταὶ ἐργάζονται καὶ εὑρίσκουσι τὴν ἀλήθειαν, σπανίως θὰ καταγγέλλωσιν. Ὅταν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ κάμνωσι τὸ καθῆκόν των καὶ ἐκτελῶσι τὸν προορισμόν των, θὰ ἴδωσι καὶ ἐκεῖνοι, ὅτι ματαίως κοπιάζουσι, καὶ δὲν θὰ κάμνωσι τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ περιστολὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἢ μᾶλλον τῆς ἀθωώσεως τῶν κατηγορουμένων διὰ τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς μηνυτάς, διατί τάχα πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τοῦτο εἰς τοὺς ἰδιώτας μηνυτὰς μόνον καὶ οὐχὶ καὶ εἰς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἐν γνώσει καὶ πλειστάκις διὰ συμφεροντολογικοὺς λόγους συντάσσουσι ψευδεῖς ἐκθέσεις καὶ πρωτόκολλα, δυνάμει τῶν ὁποίων σύρονται εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια ἀθῷοι πολῖται; Διατί νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ τοιοῦτοι μηνυταί, οἱ ὁποῖοι, ἂν θέλητε, εἶναι καὶ οἱ περισσότεροι; Διότι ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων αἱ πλεῖσται εἶναι δασοφυλάκων διὰ παρανόμους ὑλοτομίας καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων διὰ ψευδεῖς ἀντιστάσεις. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂς ζητήσῃ αὔριον στατιστικὰς πληροφορίας παρὰ τῶν εἰσαγγελέων, πόσαι δίκαι εἰσάγονται συνεπείᾳ μηνύσεων ἰδιωτῶν καὶ πόσαι συνεπείᾳ πρωτοκόλλων δασοχωροφυλάκων καὶ ἐκθέσεων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ θὰ ἴδῃ, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐκ τοῦ Δικαστηρίου τῆς πατρίδος μου, ὅτι αἱ πλεῖσται εἰσάγονται συνεπείᾳ τοιούτων ψευδῶν πρωτοκόλλων καὶ ἐκθέσεων. Σήμερον, ἂν εἰς τὰ πινάκια τῶν Πλημμελειοδικείων ἐγγράφωνται ὀγδοήκοντα ὑποθέσεις, τὸ ἥμισυ σχεδὸν αὐτῶν εἶναι συνεπείᾳ πρωτοκόλλων δασοχωροφυλάκων ἢ ἄλλων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας· μάλιστα ἐνώπιον τῶν Πταισματοδικείων δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ὅλον τῶν δικῶν προέρχονται ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δικαία, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὐ μόνον οἱ ἰδιῶται μηνυταί. Ἔρχομαι νῦν εἰς ἄλλο μέρος τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ λαμβάνω τὸν λόγον καὶ κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν νέοι λόγοι ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ ἀνακοπῇ ἀναφερομένων θὰ εἶναι δεκτοὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ἐν ἄρθρῳ 2: «Ἐκδικάζεται δὲ κατὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ Δικαστηρίου ἢ τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ γραμματέως περιεχομένων δικαιολογημάτων». Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἂν ὁ καθ’ οὗ καταψηφίζονται τὰ ἔξοδα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς του νέους λόγους ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων. Ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω, ἂν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῶν λόγων τῶν δικαιολογούντων τὴν μήνυσίν του, νὰ ἀνταποδείξῃ δηλαδὴ τὴν κατηγορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δικαστήριον ἐτιμώρησεν αὐτὸν διὰ τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ὡς ψευδομηνυτήν. Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν θὰ εἰσάγωνται αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν συνέδρων, διὰ τῶν ὁποίων κατεψηφίσθησαν τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ εἰς τὸ συμβούλιον αὐτὸ θὰ καλῆται καὶ θὰ παρίσταται καὶ ὁ ἀνακόπτων; Αὗται εἶναι αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως ἀντικρούων ὅσα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλέχθησαν θέλει διασαφήσει.
§79ΣΠ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Μόνον ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ὁμολογουμένως ἡ συζήτησις παρετάθη ἐπὶ πολύ, καίτοι, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου νομοσχεδίου, φρονῶ ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποβῇ πρόξενος ὠφελείας. Παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν γενομένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐσχημάτισα γνώμην ὑπὲρ τῆς κατ’ ἀρχὴν παραδοχῆς αὐτοῦ, τροποποιουμένου ὅμως ὅπως ἀποσοβηθῶσιν ἄτοπα δυνάμενα νὰ ἐπέλθωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν στηρίζεται μόνον εἰς τὴν δολίαν πρόθεσιν τῶν μηνυτῶν, ἀλλὰ στηρίζεται καὶ εἰς τὴν βαρεῖαν ἀμέλειαν· προκειμένου δὲ περὶ ποινικῶν ὑποθέσεων, διότι περὶ τοιούτων οὐσιωδῶς πρόκειται, ἡ ἀμέλεια, ἔστω καὶ βαρεῖα, οὐδέποτε δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸν δόλον. Οὔτε ἐξ ἄλλου δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τῶν μηνυτῶν, πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶναι ἁπλοϊκοὶ καὶ δὴ χωρικοί, οὐχὶ δ’ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀμαθεῖς καὶ ἀγράμματοι, δὲν δυνάμεθα, λέγω, νὰ ἀξιώσωμεν παρ’ αὐτῶν, ὅπως, πρὶν ἢ ὑποβάλωσι μήνυσιν, προβαίνωσι προηγουμένως εἰς εἶδός τι προανακρίσεως, ἵνα ἐξελέγχωσιν ἂν αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι σχετικῶς πρὸς τὸ ἀδίκημα, ὅπερ κατ’ αὐτῶν διεπράχθη, ἦσαν ἀκριβεῖς. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἔργον τῶν ἀνακριτῶν καὶ εἰσαγγελέων, οἵτινες μετ’ ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς δέον νὰ βασανίζωσι τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, νὰ ἐξηγῶσι τὰς μηνύσεις εἰς τοὺς μηνυτάς, ὅταν μάλιστα οἱ μηνυταὶ εἶναι ἁπλοϊκοὶ καὶ ἀγράμματοι, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιτίθενται κατ’ αὐτῶν σκαιῶς καὶ ἀποτόμως, νὰ φροντίζωσι δὲ περὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας καὶ νὰ μὴ περιορίζωνται εἰς ἁπλῆν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων, ὡς συνήθως ἔνιοι ἐξ αὐτῶν πράττουσιν, ἐπιλήσμονες γινόμενοι τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῶν ὑπουργήματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καταλείποντες οὐχὶ σπανίως, ὡς ἐρρήθη ὀρθῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς γραφεῖς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους των. Ἐκ τῆς ὀλιγωρίας δὲ ταύτης καὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας τῶν διαχειριζομένων τὴν προδικασίαν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων βλέπομεν οὐχὶ σπανίως εἰσαγομένας εἰς τὸ ἀκροατήριον αὐτῶν ἀκόμη τῶν Κακουργιοδικῶν ἀτελῶς ἀνακεκριμένας, ὡς ἐπίσης βλέπομεν πολλάκις νὰ μὴ καλῶνται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου μάρτυρες ἐξετασθέντες ἐν τῇ προανακρίσει, καὶ ὧν αἱ καταθέσεις εἰσὶν οὐσιώδεις, τὸ ὁποῖον ἐμφαίνει ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐμελετήθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐξεφυλλίσθη ἡ δικογραφία, καταλειφθείσης τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἰς τοὺς οἱουσδήποτε γραφεῖς. Ἐξ ἄλλου δὲ ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων προβαίνει συνήθως μετὰ τοσαύτης ταχύτητος, ὥστε προσομοιάζει μᾶλλον πρὸς διεκπεραίωσιν ὑποθέσεως παρὰ πρὸς ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τῇ τριακονταετεῖ ἐξασκήσει τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος πλέον ἢ ἅπαξ ἤκουσα Πρόεδρον ἢ προεδρεύοντα Πλημμελειοδικείου καυχώμενον ὅτι εἰς διάστημα δύο ὡρῶν ἐξεδίκασε 50–60 ποινικὰς ὑποθέσεις. Ἐν τοιαύτῃ στάσει τῶν παρ’ ἡμῖν δικαστικῶν πραγμάτων φρονῶ ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἔργον αὐστηρᾶς δικαιοσύνης νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸν μηνυτήν, ἵνα μή, πρὸς ἀποσόβησιν ἑνὸς κακοῦ, δημιουργήσωμεν ἕτερον πολὺ μεγαλείτερον, τουτέστι τὴν μὴ καταγγελίαν τῶν ἀδικημάτων φόβῳ τῶν μηνυτῶν, μὴ τυχὸν καταγνωσθῇ αὐτοῖς βαρεῖα ἀμέλεια, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ προεξελέγξωσι τὰς πληροφορίας, ἃς παρὰ τρίτων ἔλαβον, προανακρίνοντες οὕτως εἰπεῖν αὐτοὶ οὗτοι τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα μὴ κοπιάζωσι τὰ πρὸς τοῦτο ἐντεταλμένα ὄργανα τῆς Πολιτείας. Πιστεύω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει συμφωνήσει πρὸς τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν αὐστηρᾶς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐλέχθη προσέτι, ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον προσκρούει πρὸς τὴν δημοσιότητα τῆς διαδικασίας, ἥτις θεωρεῖται ἐχέγγυον ὀρθοτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, διότι οὐσιωδῶς περὶ κατηγορουμένου πρόκειται, καθόσον δὲν πρόκειται νὰ καταδικασθῇ τις εἰς 30, 40 ἢ καὶ πλείονας δραχμάς, ἀλλὰ περὶ ἐγκολάψεως στίγματος ἀτιμωτικοῦ εἰς τὸν μηνυτήν, διότι τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως ὡς καὶ τὸ τῆς συκοφαντίας εἶναι ἐκ τῶν εἰδεχθεστέρων ἀδικημάτων. Ὅταν τὸ Δικαστήριον καταδικάζῃ τὸν μηνυτὴν εἰς τὰ ἔξοδα, πρέπει νὰ ἀναφέρῃ τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι πείθεται ὅτι ἐνήργησε δολίως ὁ μηνυτής, ἑπομένως τί ἄλλο εἶναι τοῦτο οὐσιωδῶς ἢ μεταβολὴ τοῦ μηνυτοῦ εἰς κατηγορούμενον; Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου κατηγορουμένου ἐπὶ σοβαρωτάτῳ ἀδικήματι, οἷον εἶναι τὸ τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως, δὲν θὰ παράσχωμεν αὐτῷ τὰ ἐχέγγυα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπὶ ἐλαφροτάτῳ πταίσματι κατηγορούμενοι; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου δεῖται διασκευῆς. Συμμορφούμενος δὲ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὅτι τουτέστιν ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων δὲν πρέπει νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι ὡς πρὸς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 2 ὑποβάλλων ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦδε σχετικὴν τροπολογίαν, ἵνα συζητηθῇ ἐν καιρῷ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λάσκαρι θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§81Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Οἱ σοβαρώτεροι τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐπικρέμανται ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες προβάλλουσιν ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς καὶ οἵτινες δύνανται νὰ προληφθῶσι, κίνδυνοι τοὺς ὁποίους πᾶς τις δύναται ν’ ἀντικρύσῃ ἐπερχομένους καὶ νὰ λάβῃ κατ’ αὐτῶν τὰ κατάλληλα μέτρα, ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι οἱ μᾶλλον ἐπίφοβοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεισδύουσιν, οἵτινες λεληθότως ὑπεισέρχονται, οἵτινες ἐμφανίζονται οὕτως εἰπεῖν ὑπὸ προσωπεῖον, διότι οἱ κίνδυνοι οὗτοι διαφεύγουσι τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν σοφωτέρων. Τρανότατον δὲ τούτου παράδειγμα εἶναι τὸ πάθημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβαλόντος τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς ὑποκρύπτονται οἱ κίνδυνοι ἐκεῖνοι, οὓς ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ καὶ οἵτινες εἰρωνικῶς μειδιῶντες εἶναι ἕτοιμοι ἵνα εἰσπηδήσωσι τολμηρότεροι ἐν τῇ κοινωνίᾳ διὰ τῶν παραθύρων, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἀνοίγει. Καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀρχόμενος τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀπ’ αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξετάζων τὰς στατιστικάς, ἐξ ὧν ἐπείσθη ὅτι ἀπέναντι 16000 μηνύσεων ἐξεδόθησαν 10000 ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, πῶς ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ μόνου ἐπείσθη ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐκδίδονται τόσαι ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, εἶναι ἡ ὑποβολὴ ἀντιστοίχων ψευδῶν μηνύσεων. Πῶς παρεῖδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις διακρίνει περίσσεια διαυγείας πνευματικῆς, πῶς παρεῖδεν ὅτι μεταξὺ τῆς ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ὡρμήθη, καὶ τοῦ συμπεράσματος, εἰς ὃ κατέληξεν, ὑπάρχουσι τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν ἔκδοσιν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων; Ἡ μὴ ὕπαρξις ἀποδείξεων, ἡ μὴ κλήτευσις τῶν προταθέντων μαρτύρων, σκόπιμος ἢ τυχαία, ἡ φυσικὴ τοῦ μάρτυρος ἀνεπάρκεια ἀντιλήψεως τῶν γεγονότων, ἡ ἀδυναμία τῆς μεταδόσεως αὐτῶν, δεσμοὶ φιλίας πρὸς τὸν κατηγορούμενον, μῖσος πρὸς τὸν μηνυτήν, φόβος τῶν ἰσχυρῶν, διαφθορὰ συνειδήσεως πολυτρόπως ἐπιτυγχανομένη, σύγχυσις τοῦ μάρτυρος ὀφειλομένη εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν αὐτοῦ ἢ τὴν στάσιν τῶν δικαστῶν, λήθη ὡς ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐπιφέρουσι τοιαύτην τῶν γεγονότων διαστροφήν, ὥστε πῶς θέλετε ὁ δικαστὴς νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν δικαίαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ πράγματα; Ἀλλ’ ἐὰν ἀνατρέξωμεν ἔτι περαιτέρω, ἐὰν ἐπισκοπήσωμεν ἐπί τινα στιγμὴν ὅλην τὴν διαδικασίαν, ἣν διέρχονται αἱ ὑποβαλλόμεναι μηνύσεις, θὰ δυνηθῶμεν νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ἐξονυχίζονται τοσούτῳ τελείως, ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν ἐξασκοῦσι τὰ καθήκοντά των ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ὥστε ἀποβλέποντες εἰς μίαν ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν νὰ δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων; Ποσάκις ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων θὰ ἴδητε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξετάζονται μάρτυρες, τοὺς δικαστὰς ἐντρυφῶντας εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐφημερίδων, ποσάκις θὰ ἴδητε πάντες ὑμεῖς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κατήγορος βεβαιοῖ τὰ ἐν τῇ μηνύσει του, τοὺς δικαστὰς γράφοντας ἐπιστολὰς ἢ ἀναγινώσκοντας τηλεγραφήματα καὶ ἐπανειλημμένως ἐξάγοντας ἐκ τοῦ θυλακίου τὸ ὡρολόγιον καὶ ἀδημονοῦντας διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα; Καὶ πῶς δυνάμεθα τέλος νὰ παρασιωπήσωμεν, ὅτι τινὲς τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων δὲ εἶναι ἀπόρροια ἀμερολήπτου κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, ἀλλ’ αὐτομάτου προκαταλήψεως, ἂν μὴ ἐξωτερικῶν εἰσηγήσεων; γεγονός, ὅπερ ὁμολογῶ μετὰ λύπης, ἀλλὰ καὶ βεβαιῶ μετὰ παρρησίας, διότι εἶναι ἀλήθεια.
§82Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§83Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου ἐκτὸς τοῦ θέματος· εἶναι οἱ κυριώτεροι λόγοι, οἱ δικαιολογοῦντες κατ’ ἐμὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Ὅτε δέ, Κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξάγεται ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικαιοσύνη, δικαιούμεθα βεβαίως ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ὀρθότητα τῶν συλλογισμῶν ἐκείνων, οἵτινες ὤθησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Στερεῖται δὲ σοβαρότητος τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀντιφρονούντων, ὅπερ ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δηλαδὴ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς νέος κίνδυνος δημιουργεῖται, ἀφοῦ εἰσὶν ἤδη νομοθετημέναι αὐστηρότεραι ποινικαὶ διατάξεις. Οἱ τοιοῦτοι δὲν ἀντελήφθησαν, φαίνεται, ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν συνίσταται ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς νέας ποινῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ διαγραφῇ ἐν προκειμένῳ τῶν ἰσχυουσῶν δικονομικῶν διατάξεων, ἧς ἕνεκεν ἐξαπίνης θὰ μεταβάλληταί τις ἀπὸ μηνυτοῦ εἰς κατηγορούμενον, θὰ δικάζηται δὲ ἄνευ προδικασίας ὑπὸ δικαστοῦ, ὅστις θὰ εἶναι ἅμα καὶ κατήγορος κατὰ παράδοξον σύγχυσιν ἰδιοτήτων, ἐν ἐκρύθμῳ ψυχικῇ καταστάσει δικάζοντος καὶ δικαζομένου, καὶ ἐν πλήρει στερήσει παντὸς μέσου ἀμύνης, τελεσιδίκως μάλιστα, ἐὰν δὲν ἀκουσθῇ. Τὸ δὲ εὐτελὲς τοῦ καταψηφιζομένου τυχὸν ποσοῦ οὐ μόνον δὲν αἴρει, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον ἐπιτείνει τὸν κίνδυνον, καθιστῶν εὐχερῆ καὶ ἀβασάνιστον τὴν ἐπιβολὴν ποινῆς κατ’ ἐπιφάνειαν μὲν μικρᾶς, πράγματι ὅμως προδικαζούσης ὑποχρεωτικῶς εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου, ζήτημα ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῇ ἀπόφασις δικάζουσα ἀποζημιώσεις καὶ ποινὰς πολλῷ μείζονος σοβαρότητος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι τοιαύτη τις διάταξις κεῖται ἐν Γερμανίᾳ, παρατηρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταφυτεύσωμεν εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν ξένας νομικὰς διατάξεις, καὶ δὴ δικονομικὰς, ἀφοῦ τὸ θετικὸν δίκαιον κατ’ ἀνάγκην εἶναι διάφορον κατὰ τόπον καὶ χρόνον, ἀνάλογον δὲ πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ, ἐφ’ οὗ ἐφαρμόζεται. Ἂν ἐν Γερμανίᾳ λειτουργεῖ ἡ διάταξις, ἀφ’ ἧς ἐλήφθη τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐκεῖ ὅμως καὶ ὁ λαὸς καὶ αἱ ἀρχαὶ ἵστανται ἐπὶ ἄλλου ἐντελῶς ἐπιπέδου, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι, ἂν ἐδόθη τοιαύτη εὐρεῖα δικαιοδοσία εἰς τὸν Γερμανὸν δικαστήν, ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος προηγουμένως εἶχεν ἐμπνεύσει τοιαύτην πεποίθησιν εἰς τὸν Γερμανὸν πολίτην ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀκόμη Φρειδερίκου τοῦ Βʹ, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ μυλωθρὸς ν’ ἀπαντᾷ πρὸς τὸν Ἄνακτα, ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν μύλον του, ἀφοῦ ἔχουσι δικαστὰς εἰς τὸ Βερολῖνον. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι: ὑπάρχει τις Ἕλλην πολίτης περὶ τῶν δικαστῶν του τοιαῦτα φρονῶν; Ὅτε δέ, Κύριοι, ὁ Ἕλλην οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰς ἀρχάς, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, πῶς θέλετε νὰ ἐκθέσωμεν τὸν πολίτην τοῦτον, ἂν ὄχι εἰς τὸν κίνδυνον, τοὐλάχιστον εἰς τὸν φόβον ὅτι, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του, ἐνδέχεται νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ μηνυτοῦ εἰς κατηγορούμενον; Καὶ πῶς δὲν θέλετε, συνεπεῖς πρὸς λογικωτάτας σκέψεις, νὰ πεισθῆτε ὅτι, ὅταν τοιοῦτοι φόβοι ἐπικρέμανται ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν πολιτῶν, τοὺς μὲν ψευδεῖς μηνυτάς, τοὺς μὴ ὀρρωδοῦντας ἀπέναντι οὐδενὸς κινδύνου, οὐδὲ πρὸ τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου ἀκόμη, δὲν θὰ ἀναχαιτίσωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον θ’ ἀποστερήσωμεν τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἐντίμους πολίτας; Βεβαίως τοὺς τοιούτους πολίτας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θὰ σταματήσῃ πλέον πρὸ τῆς θύρας τοῦ εἰσαγγελικοῦ γραφείου ἀναλογιζομένους ὅτι, ἐὰν πρότερον ἔπαιζον, ὅπως λέγεται κοινῶς, τὸ δίκαιόν των εἰς τὴν πασσέταν, ἐὰν πρότερον ἀφιέμενοι εἰς τὴν τύχην ἤλπιζον ὅτι ἴσως θείᾳ συνάρσει θὰ τοῖς ἀπενέμετο ἡ δικαιοσύνη, ἀπὸ τοῦδε ὅμως δὲν τοῖς ἐπιτρέπονται πλέον τοιαῦτα τολμήματα, ἀφοῦ κινδυνεύουσιν, ἀντὶ νὰ δικαιωθῶσι, νὰ ἐξέλθωσι τῶν Δικαστηρίων κατηγορούμενοι, κινδυνεύουσι τουτέστιν, ὡς λέγει ὁ λαός, «νὰ πᾶνε γιὰ μαλλὶ καὶ νἄβγουν κουρεμμένοι», διὰ νὰ ἐφαρμόζηται τελείως ἐπ’ αὐτῶν ἡ γνωστὴ παροιμία «cocu, battu et content».
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἑρμηνεύσατέ το.
§85Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν μεταφράζεται. Κύριοι· κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τρεῖς φέρονται ἐπιδιωκόμενοι σκοποί, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν τριῶν τούτων σκοπῶν φαίνεταί μοι πληρούμενος. Πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὰς δαπάνας, ἃς ὑφίσταται δῆθεν ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ πραγμάτων, διὰ τῶν ψευδῶν ἔστω μηνύσεων πῶς αὐξάνονται αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τίνας περισσοτέρας ζημίας ὑποκύπτει τοῦτο, ἀφοῦ αἱ δαπάναι πᾶσαι ἐκτὸς μόνον τοῦ γλίσχρου ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μαρτύρων εἰσὶ πάγιαι καὶ ἄσχετοι πάντως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαζομένων μηνύσεων; ἢ μὴ ἆρά γε αἱ τόσαι ἀσχολίαι, ὑπὸ τῶν ὁποίων περιβάλλονται οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης, καθιστῶσι τὸν βίον αὐτῶν ἀφόρητον, μὴ ἐχόντων πλέον ὥρας νὰ διαθέσωσι, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον θέλομεν μᾶλλον ν’ ἀνακουφίσωμεν τοὺς μοχθοῦντας δικαστάς; Ἡ φανταστικὴ ὅθεν τοῦ Δημοσίου ἀποζημίωσις δὲν εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπός. Ὁ σπουδαιότερος τῶν δικαιολογητικῶν λόγων φαίνεται ἐκεῖνος, ὃν ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου ἐξέθηκα, ὁ περιορισμὸς δηλαδὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Καὶ ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει ὁμολογεῖται συγχρόνως, ὅτι αἱ περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐνεκρώθησαν, καὶ ἀπορεῖ τις τῇ ἀληθείᾳ πῶς συμβιβάζονται τοιαῦται σκέψεις, καθ’ ἃς, ἐνῷ ὁ Ἕλλην ἀδικηθεὶς ἐγκαταλείπει καὶ νόμιμα ἀκόμη μέσα, ὧν ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν πρὸς ἱκανοποίησιν πάθους εὐλόγου, ἀφ’ ἑτέρου μὴ ἀδικούμενος δὲν διστάζει νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ διὰ ψευδοῦς ἀκόμη μηνύσεως τὴν βλάβην ἄλλου ἐκ λόγων ἐχθρότητος. Καὶ ἐκ τῆς ἀντιφάσεως ταύτης δὲν ἀναπηδᾷ σκληρὸν καὶ ἄκαμπτον τὸ δίλημμα ἢ ὅτι ψευδεῖς μηνύσεις δὲν ὑποβάλλονται ἢ ὅτι καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη οἱ μὲν ἀδικοῦντες θεωροῦσι ταύτην ὡς μέσον ἐξυπηρετήσεως τῶν παθῶν των, οἱ δὲ ἀδικούμενοι ἀλλ’ ἔντιμοι πολῖται στρέφουσιν ἀπ’ αὐτῆς τὸ πρόσωπον; Ἀλλά, ἐὰν παρὰ πάντα ταῦτα ὑπάρχῃ πράγματι ἰσχυρὰ ῥοπὴ πρὸς ὑποβολὴν μηνύσεων ψευδῶν, οὐδὲν κατορθοῦσι διατάξεις ἐπιβάλλουσαι τὴν καταψήφισιν ἐξόδων εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ, αἵτινες θ’ ἀποτρέψωσι μόνον τοὺς ἀπόρους, ἐνῷ δὲν γίνονται αἰσθηταὶ ὑπὸ τῶν εὐπόρων, οἵτινες εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπικίνδυνοι ὡς ἐκ τῶν μέσων, ἅτινα θέτουσιν εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς παρανόμου αὑτῶν ἐνεργείας. Εἰσάγομεν ἑπομένως διαφορὰν μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν τάξεων, δηλαδὴ μεταξὺ εὐπόρων καὶ ἀπόρων, νομοθετοῦντες διατάξεις τοιαύτας, ὧν ἡ ἐπίδρασις εἶναι ἄνισος, ἐνῷ τοιαῦται ἀνισότητες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσάγωνται κἄν, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ ψηφίζωνται καὶ γίνωνται νόμοι τοῦ Κράτους. Νόμοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ῥυθμίσωσι τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἀπορρέωσιν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς νὰ εἶναι ὁμοίως εἰς πάντας αἰσθητόν. (Εὖγε καὶ ἐπιδοκιμασίαι ζωηραὶ ἐκ τῆς αἰθούσης). Καὶ τρίτος λόγος ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δικαιολογῶν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου: ὁ λόγος τῆς διαπλάσεως τῶν ἠθῶν. Ἀλλ’ ἔστην πρὸ τοῦ λόγου τούτου ἀπορῶν καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: ἐκεῖνος ὅστις περιφρονῶν πᾶσαν ἠθικὴν ἐπιζητεῖ τὴν καταδίκην ἑνὸς ἀθῴου χωρὶς ν’ ἀναλογίζηται τὴν ὑφισταμένην ἐν τῷ νόμῳ βαρεῖαν ποινὴν πῶς ἠθικοποιούμενος θ’ ἀποτραπῇ ὑπὸ τοῦ φόβου τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων; Καὶ δὲν σᾶς φαίνεται μᾶλλον πηγὴ μεγαλειτέρας διαστροφῆς τῶν ἠθῶν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἐξαναγκάζον τὸν ψευδῶς ἐγκαλοῦντα νὰ ὑποστηρίξῃ πάσῃ δυνάμει τὴν μήνυσίν του, νὰ προβῇ δὲ καὶ εἰς ἄλλα ἔκνομα μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτῆς, εἰς ἃ δὲν ἤθελεν ἴσως προβῆ, ἐὰν δὲν ἐφοβεῖτο μήπως ἀντιστραφῶσιν οἱ ὅροι καὶ μεταβληθῇ ἀπὸ μηνυτοῦ εἰς κατηγορούμενον; Καὶ ἐρωτῶ: δὲν θὰ γίνῃ ἀφορμὴ διαστροφῆς τῶν ἠθῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ τὸν ἀδικούμενον πολίτην, ὅστις θὰ φοβῆται πλέον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἐξαναγκάζει νὰ χειροδικῇ; Καὶ ἐρωτῶ: δὲν θὰ γίνῃ ἀφορμὴ διαστροφῆς τῶν ἠθῶν, ὅταν χάριν αὐτοῦ ὁ πολίτης, καὶ ἐὰν δὲν χειροδικήσῃ, θ’ ἀφήνῃ πάντως ἀτιμώρητον τὸ ἔγκλημα μὴ συντρέχων τὴν δικαιοσύνην, ὅπως πατάσσηται καὶ τιμωρῆται ὁ ἀδικήσας; Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη: δὲν ἀποτελεῖ διαστροφὴν τῶν ἠθῶν τοῦ ὑποβαλόντος μήνυσίν τινα ἐν στιγμῇ δικαίου ἐρεθισμοῦ, ἀφοῦ ἀναγκάζει τοῦτον νὰ διατηρῇ ἄσβεστον τὸ πάθος ἐντός του, καίτοι ἠδύνατο ὡς χριστιανὸς μετὰ πάροδον χρόνου νὰ συγχωρήσῃ τὸν ἀδικήσαντα τείνων εἰς αὐτὸν φιλικὴν τὴν χεῖρα; Καὶ ὅτε, Κύριοι, τόσοι καὶ τόσοι φόβοι δημιουργοῦνται, ἐνῷ σκοποί, οἵτινες διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκονται, δὲν φαίνονται πληρούμενοι, ἵνα μὴ εἴπω ὅτι τὸ ἀντίστροφον θέλει συμβῆ, πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐμπνεόμενος ὑπὸ ζήλου ἐνθέρμου καὶ ἐφέσεως ἱερᾶς ἐπελήφθη τῆς βελτιώσεως τῶν κακῶς κειμένων, ἀλλ’ ὅμως ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐν τῇ ἐρεύνῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ νοσήματος, ὑφ’ οὗ κατατρύχεται ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν, ὁ κ. Ὑπουργός, περιβαλλόμενος ὑπὸ τοσούτων ἀσχολιῶν, δὲν ἐνέτεινεν ἁπάσας αὑτοῦ τὰς δυνάμεις πρὸς ἀκριβῆ διάγνωσιν τοῦ νοσήματος, καὶ ἀπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—τὸ λέγω μετὰ λύπης μου—, ἐνῷ ἦτο ἐνδεδειγμένος πρὸς τοῦτο καὶ λόγῳ τῶν γνώσεων, ὑφ’ ὧν περικοσμεῖται, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθείας του κρίσεως καὶ τῆς ὀξείας αὐτοῦ ἀντιλήψεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ εἷς παραλληλισμός—μοὶ ὑπενθυμίζει τὰς συνταγὰς ἐκείνας, δι’ ὧν ὑποδεικνύονται φάρμακα πρὸς καταπολέμησιν τῶν συμπτωμάτων τῆς νόσου καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐνῷ οὐδεμίαν τῶν συμπτωμάτων αὐτῶν θεραπείαν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ἄμεσα ἀποτελέσματα τοῦ κυρίου νοσήματος, συντελοῦσιν οὐχ ἧττον εἰς τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ νοσήματος τούτου. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§87Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήνω διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν κατὰ παράκλησιν καὶ ἄλλων συναδέλφων τὴν ἀγόρευσίν μου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσιμπίρης ἔχει τὸν λόγον.
§89Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, μήπως κλονισθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτοῦ δόξα, ἡ γνωστὴ εἰς τὸ Πανελλήνιον, οὔτε θὰ παρεξηγηθῶ ἐὰν εἴπω, ὅτι ἐξ ἱεροῦ ὄντως πόθου πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης εἰσάγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς περιστολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ἀλλ’ οὔτε ἡμεῖς, λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος ὄντες, δὲν θὰ παρεξηγηθῶμεν ὑπ’ οὐδενός, ἂν μετὰ θάρρους εἴπωμεν περὶ αὐτοῦ ὅσα γνωρίζομεν, ὡς ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Δηλῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ αἴτια, ἅτινα ἠνάγκασαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησι νομοσχέδιον, δὲν εἶναι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔκαμον εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνην, ἣν θὰ ἔκαμνον εἰς πάντα φιλοπάτριδα ἄνδρα καὶ δὴ νομοθέτην, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ψηφίζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζω αὐτὸ χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ὡς αἴτια ἐν τῇ ἐκθέσει του δὲν εἶναι τ’ ἀληθῆ, διότι τὰ μαστίζοντα τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην αἴτια δὲν εἶναι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀθωωτικῶν, ὁ ὀφειλόμενος κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, ἀλλ’ ἄλλο. Εἰς τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις περιλαμβάνονται αἱ παραγεγραμμέναι, αἵτινες ἀπὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, καὶ αἵτινες ἐφυλάσσοντο ἐν αὐτοῖς ἐπιμελῶς, διότι ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων οὐδεμία ἐπίβλεψις ἐγίνετο. Ἡ Πολιτεία, Κύριοι, δὲν ἐσκέφθη νὰ βελτιώσῃ οὔτε τὸ ποιὸν οὔτε τὴν θέσιν τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες κυριολεκτικῶς δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸν ἄρτον των ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Τούτου ἕνεκεν ἐκβιάζονται, ὅσον χρηστοὶ καὶ ἂν εἶναι, νὰ παραβιάζωσι τὸν ὅρκον αὑτῶν πρὸς ἐξεύρεσιν καὶ ἑτέρων πόρων, ἐκμεταλλευόμενοι τοὺς κατηγορουμένους. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὰς αὐτὰς αἰτίας, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως πολλάκις ἐκδοθεισῶν ἀναβλητικῶν ἀποφάσεων, ὡς καὶ τῶν λιπομαρτυριῶν, αἵτινες πάλιν ὀφείλονται εἰς τὴν αἰτίαν τῆς μὴ προσηκούσης κλητεύσεως τῶν μαρτύρων καὶ τῶν κατηγορουμένων, διότι οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν. Τούτου ἕνεκα παριστάμεθα πρὸ τοῦ φαινομένου, τοῦ ἀθλίου ἀληθῶς, ὅπως αἱ κλήσεις τῶν προσκαλουμένων εὑρίσκωνται ἄλλοτε εἰς τὰ χάνια τῶν κωμοπόλεων καὶ ἄλλοτε εἰς τὰς χεῖρας τῶν κατηγορουμένων. Καταδικάζονται ὡς ἐκ τούτου ἐρήμην οἱ ἀποδημοῦντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ οἱ ἀποβιώσαντες. Κατὰ τὸ κρατοῦν ἐντεῦθεν σύστημα τῶν ἐπιδόσεων, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουσι διάδικοι, ἐν τούτοις εἰκονικῶς κλητεύονται, καὶ ἐντεῦθεν οἱ προσαχθέντες ἀριθμοὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις βεβαίως ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καίτοι γνωρίζει, ὅτι ἡ ἀπελπιστικὴ κατάστασις ὀφείλεται εἰς τὰ αἴτια, ἅτινα ἀνωτέρω ἀνέφερα. Ἐγώ, Βουλευτὴς ὤν, δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀποκρύψω ὅ,τι γνωρίζω, καὶ μετὰ θάρρους θὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ν’ ἀποσυρθῇ, ὡς εἰσάγεται, διότι ὄχι μόνον δὲν προσθέτομέν τι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐρείπια θέλομεν ἐπισωρεύσει ἐπὶ τῶν ἐρειπίων αὐτῆς, νόμον τοῦ Κράτους καθιστῶντες αὐτό. Ἔχομεν ἐπίγνωσιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καί, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τοὺς παλμοὺς τῶν συμπολιτῶν μου, λέγω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀναμένει παρ’ ἡμῶν σήμερον ἐμβαλλώματα, ἀλλὰ γενικὴν ἀνάπλασιν καὶ ἀνακαίνισιν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολιτείας, πρωτίστως δὲ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο καὶ μόνον συμβολίζει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε, εὖγε) Ἐφιστῶ ὅθεν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ἄνω σκέψεών μου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι οἱ πόδες τῆς Δικαιοσύνης· ἂν θέλωμεν δὲ τὴν Δικαιοσύνην οὐχὶ πεπτωκυῖαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν αὐτῶν διὰ τῆς παροχῆς τῶν πρὸς συντήρησίν των μέσων. Πρὶν λοιπὸν σκεφθῶμεν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν, ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς ζωῆς εἰς τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες θὰ συντελέσωσι σπουδαίως εἰς τὸ νὰ στειρεύσῃ πᾶσα κατάχρησις, ἥτις δικαίως ἀπογοητεύει τοὺς πολίτας. Καὶ εἶναι δικαία ἡ ἀπογοήτευσις αὕτη, κύριοι Βουλευταί, διότι, ἀντὶ νὰ ἐπέρχηται ἀμέσως ἡ τιμωρία τοῦ ἐγκλήματος πρὸς περιστολὴν τῶν ἀδικημάτων, παρατείνεται ἡ ἀτιμωρησία ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀποθρασύνει τοὺς ἐγκληματίας καὶ ἀπογοητεύει τοὺς ἀδικουμένους. Παρέλειψα νὰ εἴπω, ὅτι ἐτησίως ψευδῶς καταγγέλλονται οἱ ἀτυχεῖς χωρικοὶ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, ὄχι μόνον δι’ ἀνυπάρκτους ἀντιστάσεις, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ζῷα αὐτῶν, ὅτι δῆθεν δὲν τὰ ἔχουσι δηλώσει. Ὁ συντάσσων τὰ πρωτόκολλα χωροφύλαξ, χάριν τῆς παρεχομένης ἀμοιβῆς ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν καταγγέλλει κατόπιν ἐρεύνης τοὺς μὴ δηλώσαντας, ἀλλὰ λαμβάνει τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, χωρὶς νὰ περιέλθῃ τὰ χωρία καὶ βεβαιωθῇ περὶ τοῦ ἀληθοῦς, συντάσσει πρωτόκολλα καθ’ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν κατοίκων, καὶ τοὺς σύρει ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ὡς μὴ δηλώσαντας, καὶ βασανίζει τοιουτοτρόπως αὐτοὺς καὶ τοὺς ὑποβάλλει εἰς σημαντικὰ ἔξοδα. Οὐδέποτε δ’ ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῶν πταισματοδικῶν ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅπως καταδικάζωνται οἱ ἀληθῶς ἀσυνείδητοι οὗτοι μηνυταὶ εἰς ἀποζημίωσιν τῶν ψευδῶς καταμηνυθέντων· καὶ ἐντούτοις τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν περιλαμβάνει τοὺς δημοσίους τούτους ὑπαλλήλους εἰς τὰς διατάξεις του, διότι περὶ ἰδιωτῶν ὁμιλεῖ μόνον, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι σπανίως οἱ ἰδιῶται ἐπιδίδουσι ψευδεῖς καὶ ἀνυποστάτους μηνύσεις. Πολλὰ ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν, εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Φικιώρη, ὅτι ὑπῆρξαν εἰσαγγελεῖς καὶ δικασταί, οἵτινες, χάριν τῆς πληρωμῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸ Δημόσιον, κατεδίκαζον ἀθώους ἀνθρώπους. Καὶ ἐρωτῶ, ποῖα μέτρα ἔλαβον οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγνώριζον τὰ τοιαῦτα, κατὰ τῶν τοιαῦτα δικπραττόντων; Διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ τοιοῦτόν τι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχον καὶ τὴν ἐπανάστασιν αὐτοί.
§91Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς δὲν τοὺς ἐγνώρισα.
§92Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὑμεῖς οὕτως εἴπετε, καὶ ἂν τοιαῦτα πιστεύωνται ὅτι τελοῦνται ὑπὸ ἰσοβίων δικαστῶν, δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐκτοπίσωμεν τούτους ἀπὸ τὸ δικαστικὸν σῶμα, ἵνα ἐξυγιάνωμεν αὐτό; Ἐδῶ εἶναι λοιπὸν ἑτέρα πληγή, ἣν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ θεραπεύσῃ, διότι καὶ τὴν θέλησιν ἔχει καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν, ὅπως πατάξῃ τὰ σαπρά, ἅτινα κυριολεκτικῶς μολύνουσι τὸ δικαστικὸν σῶμα. Ἤλθομεν ἐνταῦθα κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, καὶ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πιστεύεται ὅτι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος κρέμαται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος (Εὖγε, εὖγε). Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει ὅτι δὲν ἔπταισε τὸ Σύνταγμο, ὡς ἐπίσης καλῶς γνωρίζει, ὅτι τὴν σωτηρίαν του θὰ ἐπιτύχῃ, ἐὰν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ περὶ τῆς ἀμέσου θεραπείας τῶν μαστιζουσῶν αὐτὸν πληγῶν, αἵτινες, εἶναι ἀληθές, ὅτι πανταχόθεν, εἴτε ἐκ τῆς δικαιοσύνης εἴτε ἐκ τῆς διοικήσεως, πλήττουσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ, καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, καὶ ἐν τῇ ἀστικῇ καὶ ἀγροτικῇ αὐτοῦ περιουσίᾳ (Εὖγε, εὖγε). Δὲν γνωρίζω, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἂν πιστεύει τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ κιβωτός, ἥτις θὰ σώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἀπὸ τὸν κατακλυσμόν, εἶναι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐξηγέρθη ἡ συνείδησις ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν βελτιοῖ τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐπιδεινώσῃ ταύτην, θὰ καταψηφίσω αὐτό, καίτοι εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἀναβιβάσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰ. Φουρίδης.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 9½ μ. μ., διότι ἐκ τῆς τροπῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ συνεδρίασις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πολλὰς ὥρας νὰ καταναλώσωμεν, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ ⅛ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τελειώσῃ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Φουρίδης.
§96Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι. Θὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ μείνῃ ἡ συζήτησις διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὁπότε θὰ διεξαχθῇ ἡ κυρία μάχη.
§98ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ δι’ ἀναστάσεως, πολὺ εὐχαρίστως.
§99Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§100Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν νὰ ὑποβάλω.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογίας ὑπέβαλον οἱ κ.κ. Ν. Πετροπουλάκης καὶ Ἰ. Ἀκρίδας, αἵτινες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Μονοκροῦσος.
§102ΑΝΔΡ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἀνέρχομαι, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ βῆμα χωρὶς νὰ εἶμαι οὔτε ἐπιστήμων οὔτε πολλὰς γνώσεις νὰ ἔχω οὔτε τὸν λόγον νὰ δύναμαι νὰ χειρισθῶ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Εἶναι νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον λέγει τρόπον τινὰ πρὸς τοὺς φιλησύχους πολίτας: παύσατε πλέον, μὴ καταγγέλλετε τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα καὶ ἀφήσατε τὴν ἰδιοκτησίαν σας εἰς τὰς χεῖρας τῶν κλεπτῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωσιν οἱ φιλήσυχοι πολῖται τὰ ἐγκλήματα νὰ πλεονάζωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἐναντίον τῶν ἐγκλημάτων ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σήμερον, ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν τοὺς φιλησύχους πολίτας ἀπέναντι παντὸς Δικαστηρίου, καὶ τῶν Πταισματοδικείων καὶ τῶν Πλημμελιοδικείων, καὶ ἀπέναντι καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς Ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, διότι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται ψευδεῖς μάρτυρας, εἶναι τὰ κακοποιά. Δὲν θὰ βλέπητε παρὰ τὸν πτωχὸν πολίτην παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης νὰ βλέπῃ τὸν κατηγορούμενον περιστοιχιζόμενον ὑπὸ ψευδομαρτύρων, οἵτινες θὰ κατορθώνωσι διὰ τῶν ψευδῶν καταθέσεών των νὰ τὸν ἀθωώνωσιν εἰς βάρος τοῦ φιλησύχου καὶ παθόντος πολίτου. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι τὸ σοβαρώτερον τῶν νομοσχεδίων, καί, ἂν τοῦτο ψηφισθῇ, οὔτε τοὺς δικαστὰς θὰ ἔχωμεν ἐξασφαλίσει οὔτε τὴν κοινωνίαν θὰ κατορθώσωμεν νὰ καταστήσωμεν ἀσφαλῆ καὶ ἥσυχον. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μέτρων νομοθετικῶν, τοιούτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὸ ἀντίθετον σημεῖον. Ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ παρελθόντος δὲν ἐλειτούργουν οἱ νόμοι, δὲν ἐλειτούργουν, διότι, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πολλάκις αἰτία τούτου, διότι δὲν ἀφήναμεν ἐλευθέραν τὴν Δικαιοσύνην νὰ λειτουργήσῃ καὶ νὰ τιμωρῇ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Διότι, ὅταν οἱ δικασταὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξησφαλισμένοι, θὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο ποτέ, διότι πάντοτε τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἡμεῖς τὸν ἐπιέζαμεν. Σήμερον ὅλος ὁ λαὸς φωνάζει «Δικαιοσύνην, ἀσφάλειαν· δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν πλέον». Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν ἀστοχίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ. Ἀλλ’ οὐδεὶς εἶναι ἀλάθητος εἰμὴ μόνον ὁ Χριστός, καὶ πολὺ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν βλέπει σήμερον, ὅτι οἱ μηνυταὶ εἶναι ἡ ἡμίσεια τάξις τῆς κοινωνίας. Αὐτὸ δὲν τὸ βλέπει, ἀλλ’ ὑποστηρίζει σήμερον τὴν τάξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ δὲν θὰ καταγγέλλωνται πλέον ἢ καταγγελλόμενα θὰ κατορθώνωσι ν’ ἀθῳώνωνται. Λοιπὸν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτή; Εἶναι ὀρθὸν ὁ φιλήσυχος πολίτης νὰ πληρώνῃ τὰ ἔξοδα τοῦ κακοποιοῦ; Μίαν ἐρώτησιν θὰ σᾶς κάμω: ὁ μηνυτής, ὁ φιλήσυχος πολίτης, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ μέσα ψευδομαρτυρίας ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης; Ποτέ. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται τὰ μέσα ταῦτα; Τὸ κακοποιὸν στοιχεῖον. Ἑπομένως τὸ κακοποιὸν στοιχεῖον ὑποστηρίζει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10;
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτῶν;
§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀποδώσω δόλον, ἀλλ’ ἀμέλειαν τοιαύτην, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ὅρια φθάνει. Ἐν τῇ σελίδι 16 ἐτέθησαν εἰς τὸ στόμα μου φράσεις καὶ λέξεις, οὐδεμίαν τῶν ὁποίων εἶπον. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε τὸ σχετικὸν μέρος, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἔχω δίκαιον. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται τοιαῦτα λάθη εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ηὐξήσαμεν τὴν ἐπιχορήγησιν εἰς τὸν πρακτικογράφον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ηὐξήσαμεν.
§109Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων αὐτῶν, νὰ μὴ θέτωσιν εἰς τὰ στόματα τῶν Βουλευτῶν ὅ,τι αὐτοὶ δὲν εἶπον, ἀλλ’ ἄλλοι, καὶ νὰ τὰ ἀποδίδωσιν εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων εἶναι κτῆμα καὶ οἵτινες δύνανται νὰ διαμαρτυρηθῶσι διὰ τὴν κλοπήν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ Κανονισμῷ, διότι ἐξηκολούθει ἡ γενικευθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε μόνος τὴν περίληψιν.
§111Γ. ΠΩΠ. Αἱ περιλήψεις νὰ γίνωνται ὀλίγον μικρότεραι, διότι τώρα εἶναι πολὺ μεγάλαι.
§112Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μερικῶν καταχωρίζονται καὶ αἱ ἀγορεύσεις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐξεφράσθη ἡ εὐχή, ὅπως τὰ Πρακτικὰ γίνωνται λεπτομερέστερα, ἴσως ὑπερέβημεν τὴν εὐχήν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐμοῦ ἔχουσι ληφθῆ σχεδὸν ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερβολικὴ ἐπιμέλεια. Τοῦ κ. Ἀλεξάκη τὰ λεχθέντα θέλουσι διορθωθῆ συμφώνως μὲ τὴν σημείωσίν του.
§114Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰ Πρακτικὰ εἶναι συντεταγμένα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ἀφοῦ περιέλαβον καὶ φράσεις τῶν κ. συναδέλφων. Τινῶν δὲ τὰ λεχθέντα ἐλήφθησαν ἐξ αὐτῶν τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἀφοῦ καὶ τὰ στραβὰ καρβέλια τῆς νύφης ἀναφέρονται. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν παρετήρουν ὅτι τινῶν περιλαμβάνονται πᾶσαι αἱ ἀγορεύσεις ἐν λεπτομερείᾳ· περὶ ἐμοῦ δέ, ὅστις κατῆλθον ἀπὸ τῆς θέσεώς μου καὶ ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, οὔτε τὴν κάθοδόν μου ἀναφέρουσι τὰ Πρακτικὰ οὔτε τὸ ὄνομά μου. Ἴσως νὰ μὴ ἤθελον νὰ ἀναφέρωσι τὰς λέξεις μου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ ὅτι ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος κατόπιν τῶν στραβῶν καρβελιῶν τῆς νύφης ἔπρεπε νὰ ἀναφέρηται.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ στραβὰ καρβέλια τῆς νύφης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῶσι περίληψιν, διότι αὐτὰ καὶ μόνον ἐλέχθησαν. Μάλιστα ἠδύναντο καὶ νὰ λείψωσιν ἐντελῶς.
§116Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἀναφέρεται οὔτε ὅτι ὡμίλησα, οὔτε ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε πῶς θέλετε νὰ διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά.
§118Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, διότι δὲν θ’ ἀπαθανατισθῇ τὸ ὄνομά μου· ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπον ταῦτα, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι σημειοῦνται τοσαῦται λεπτομέρειαι ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§119Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, διότι κινδυνεύω νὰ φανῶ ἀγνοῶν τὴν γεωγραφίαν τοῦ τόπου μου. Ἐν σελίδι 9 ἀναγράφεται ὅτι «διερχόμεθα τὸν ἐκεῖ ποταμὸν Πηνειὸν ἐπὶ σχεδίας».
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γκλαβᾶ, θὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ δώσητε μίαν σημείωσιν.
§121Γ. ΠΩΠ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται συντομώτερα τὰ Πρακτικά. Ὁ πρακτικογράφος εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου, διότι κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ γίνωνται συντομώτερα, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται παράπονα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοτε τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ἐγένοντο συντομώτατα, ἤδη γίνονται ἐκτενέστερα τοῦ δέοντος. Ἄλλοτε διωρίζοντο πρακτικογράφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν οἰκεῖοι πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· τώρα εἶναι διωρισμένα πρόσωπα ὑπεροικεῖα καὶ διὰ τοῦτο κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὰ Πρακτικὰ συντάσσονται διὰ δημοσιογραφικωτέρου ὕφους καὶ μὴ ἐμπρέποντος διὰ τὴν Βουλήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ καταβάλληται ὑπὸ τῶν κ. πρακτικογράφων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι πολὺ ἐπιμελεῖς, μείζων προσοχὴ πρὸς ἀποφυγὴν φράσεων καὶ διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι μὲν κατάλληλοι δι’ ἐφημερίδας, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλοι δι’ ἐπίσημα Πρακτικά. Ἡ λέξις διεκτραγωδεῖ δὲν εἶναι κατάλληλος· ἀρκεῖ ἡ λέξις περιγράφει. Ἐλπίζω ὅτι οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, ἣν ἐπιδεικνύει τὸ προσωπικόν, θὰ εἶναι ἐπιεικεῖς μέχρις οὗ ἐξοικειωθῇ πρὸς τὸ ὕφος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἡ ἀπόδοσις τῶν γινομένων εἶναι ἀκριβὴς κατὰ τὸ νόημα. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ, ὅπως εἰς τὸ μέρος τῶν ἐπερωτήσεων τὰ Πρακτικὰ ὦσι συνοπτικώτερα, ἐκτενέστερα δὲ εἰς τὸ νομοθετικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν περισσότερον. Ὑπάρχει ἄλλη τις ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§123ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν εὐλαβῶς, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μὲ ἀκροασθῇ ἐπιεικῶς. Παρηκολούθησα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν καὶ εὑρίσκω αὐτὴν προσήκουσαν εἰς τὸ Σῶμα ἡμῶν, κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἔντασιν αὐτῆς. Καὶ ἂν συνέβαινεν ἀκόμη νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τὰ προσήκοντα ἡ συζήτησις, θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δύναται νὰ κινῇ τινα εἰς δυσφορίαν ἢ κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται νὰ κινῇ ἡμᾶς εἰς ἀγανάκτησιν πᾶσα προσπάθεια εἰς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἔχω, ἐπαναλαμβάνω, τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις περιωρίσθη ἐντὸς τῶν προσηκόντων ὁρίων. Δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην παντάπασι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐνθουσιασμὸν πρέπει νὰ προκαλέσῃ τοιαύτη συζήτησις, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καιρός, θέλοντες νὰ δώσωμεν ὁλοκληρωτικῶς ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, νὰ δώσωμεν καὶ ἄλλην ὑφὴν καὶ ἄλλην ἀντίληψιν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐννοῶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ὡς συζήτησιν πολιτικήν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίων φορολογικῶν, περὶ νομοσχεδίων τῆς διοικήσεως, περὶ μέτρων τουτέστι, τὰ ὁποῖα νομίζει ἀπαραίτητα μία Κυβέρνησις, ὅπως κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν αὑτῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κατὰ πᾶσαν περίστασιν τοὐλάχιστον, νὰ καθίσταται συζήτησις πολιτικὴ συζήτησις ἀφορῶσα νομοσχέδια ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν νόμων, ἐπὶ τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες δὲν καθορίζουσι τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλει ῥυθμίσει τὴν πολιτικὴν αὑτῆς μία Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς θὰ ζήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου, τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι συζήτησις σπανιώτατα πολιτική. Εὐλόγως λοιπὸν ἡ συζήτησις διεξήχθη, ὡς διεξήχθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, συζήτησις ἀποδεικνύουσα ἐλευθερίαν γνώμης ἐν τῷ Σώματι ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγον ἀκόμη ἐπίκαιρον δὲν δύναται καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ κατακριθῇ ἡ συζήτησις ὡς διεξήχθη ἕνεκα τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Σώματος ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ αὕτη ἐκλήθη, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα, ἡ Βουλὴ αὕτη ἐκλήθη, ἵνα ἐπαναλάβω τὴν φράσιν, ὅπως δώσῃ ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀλλοίμονον δέ, ἂν διεξάγῃ πάσας τὰς συζητήσεις αὑτῆς ὡς συζητήσεις πολιτικάς. Εἶναι ἐξόχως ἐπιστημονικαὶ αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν διεξαγάγει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἀπαιτοῦσιν ἀπαραιτήτως ἐλευθερίαν γνωμῶν. Θὰ κατεδεικνυόμεθα ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντος ἡμῶν ἡμεῖς οἱ Βουλευταί, ἂν πολιτικὰς ἐθεωροῦμεν τὰς συζητήσεις, θὰ παρεγνώριζε δὲ τὸ καθῆκον αὑτῆς, τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων της, ἡ Κυβέρνησις, ἂν τὰς συζητήσεις πάσας ὑπελάμβανεν ὡς συζητήσεις πολιτικάς. Διεξήχθη ἡ συζήτησις καὶ θὰ καταλήξῃ, ἄν, κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ, θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐντὸς τοῦ καθήκοντος ἡμῶν, ὡς συζήτησις ἐπιστημονική, συζήτησις ἀπαιτοῦσα ἐλευθερίαν γνώμης. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα, διότι προσωπικῶς μοὶ συμβαίνει νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁλοκλήρου ἐπὶ τῆς κατευθύνσεως, ἥτις ἔδει νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Μοὶ συνέβη νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ῥιζικῶς κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον καὶ ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἔδει νὰ κρατήσῃ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τότε. Μοὶ συνέβη νὰ διαφωνῶ μετ’ αὐτοῦ καὶ σήμερον ῥιζικώτερον καὶ εἰς τὰς συνταγματικὰς γνώμας καὶ εἰς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Σώματος ἡμῶν, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἑπομένως, διὰ νὰ ὁμιλῶ, μετὰ τῆς προσηκούσης ἐπιεικείας ἀκουόμενος ἐκ μέρους ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ἀνάγκην νὰ δηλώσω ἀπὸ ποίας ἐγὼ σκοπιᾶς βλέπω τὰ πράγματα, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι μὲ κινοῦσιν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν γνωμῶν μου. Ἦλθον ἐνταῦθα ἐντελῶς ἐλεύθερος συζητητής, ἦλθον ἐνταῦθα ἔχων τὴν ἀδιάσειστον γνώμην, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καθορίσω θέσιν πολιτικὴν μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον, καθ’ ἣν θέλει περατωθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος. Οὕτως ἐλεύθερος συζητητής, οὕτω καθ’ ὁλοκληρίαν ἀμερόληπτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τὰς ταπεινάς μου γνώμας καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἐκηρύχθην ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἐπανάληψιν. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταβάλλωσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Κράτος διὰ τὴν διεξαγωγὴν μιᾶς ποινικῆς ὑποθέσεως, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄνευ λόγου ἔθεσαν εἰς κίνησιν πολυαρίθμους πολλάκις δικαστικὰς λειτουργίας, πολυαρίθμους μάρτυρας, πραγματογνώμονας καὶ ἄλλους ἀκόμη συντελοῦντας εἰς τὴν διευκρίνησιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων;
§124Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§126Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δέχεσθε ὡς ὀρθὸν νὰ καταβληθῶσιν αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι προυκλήθησαν συνεπείᾳ τῆς ὑποβληθείσης ψευδοῦς μηνύσεως, φρονοῦντες ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν τὸ νομοσχέδιον, ἀναχωροῦν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ προκαλέσας ἀδικαιολόγητον ζημίαν δέον νὰ ὑποστῇ ταύτην;
§127ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§128Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν τὴν ἔχει, καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Διότι ἐν πρώτοις λέγει, ὅτι ἡ καταδίκη θὰ γένηται διὰ τὴν πληρωμὴν ὅλου ἢ μέρους τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Πρῶτος λόγος. Δεύτερον, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελον καταγνωσθῆ ὅλα τὰ ἔξοδα, σᾶς λέγω ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταψηφίζει τὸ Δημόσιον, εἶναι περισσότερα τῶν ἀληθῶς δαπανηθέντων, διότι τὸ Δημόσιον, ὅταν καταψηφίζῃ ἔξοδα, δὲν εἰσπράττει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πράγματι καταβάλλει καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἢ τὰ διδόμενα εἰς τοὺς μάρτυρας, ἀλλ’ εἰσπράττει καὶ τέλη ἐπὶ ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας καταγράφει ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Δὲν ἔχει λοιπὸν βάσιν τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα, πρῶτον διότι δὲν ἐπιβάλλει ἀναγκαίως ὅλα τὰ ἔξοδα, καὶ δεύτερον, ὅταν τὰ ἐπιβάλλῃ, εἶναι περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πράγματι δαπανᾷ.
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, λέγει νὰ καταβάλλωνται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει αἱ δικαστικαὶ δαπάναι, διότι λέγει ὅτι θὰ καταψηφίζωνται, ὅταν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ψεύδηται ὁ μηνυτής (διαμαρτυρίαι). Τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ καταψηφίζωνται αἱ δαπάναι, ὅταν εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος ἡ μήνυσις, ὅτι θὰ καταψηφίζωνται αἱ δαπάναι, ὅταν δὲν εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος ἡ μήνυσις, ἀλλὰ κατὰ μέρος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. συναδέλφου, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτόν: ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν τὸ χαρτόσημον; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον τιμᾶται ἀντὶ 50 δραχμῶν, δὲν ἔχει ἀξίαν 50 δραχμῶν. Καὶ ὅμως καταβάλλομεν 50 δραχμάς. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καί τι οὐσιαστικώτερον πρὸς αὐτόν: δὲν ὑπολογίζει τοὺς κόπους καὶ τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ δημόσιοι λειτουργοί, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος δαπανᾷ; Ἡ ἀρχὴ ἑπομένως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὕτη: Εἶναι ὀρθὸν καὶ προσῆκον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰς δαπάνας ἐκεῖνος, ὅστις προκαλεῖ ἀδίκως καὶ παραλόγως τὸν δικαστικὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀντίρρησις ἄρχεται ἀπὸ τούτου: Θὰ κατορθωθῇ, ὥστε νὰ μὴ προκύπτωσιν ἄτοπα, νὰ μὴ παρουσιάζωνται ἄλλοι κοινωνικοὶ κίνδυνοι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου; Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν· τοῦτο ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς γενομένας τροποποιήσεις. Ἄλλοι ἠρνήθησαν τοὺς πραγματικοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπιμελῶς ὅμως ἀπέφυγον πάντες νὰ εἴπωσι περὶ τῶν βουλευμάτων. Εἶπον ἐπανειλημμένως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἀθωωτικὰ βουλεύματα εἶναι 20πλάσια καὶ 30πλάσια τῶν παραπεμπτικῶν βουλευμάτων, καὶ προσθέτω τὴν στιγμὴν ταύτην: ἠκούσατε τὴν ὁμολογίαν ἢ δὲν τὴν ἠκούσατε, ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται παραπέμπονται πολλάκις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ παραπέμπωνται; Εἶναι λοιπὸν πολλαπλάσια τὰ ἀθωωτικὰ βουλεύματα, ἐν ᾧ παραπέμπονται πλεῖστοι ὅσοι πολῖται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος παραπομπῆς. Ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐπιείκεια μεγάλη κατὰ τὴν παραπομπὴν καὶ διὰ τοῦτο εἶναι πολλαὶ αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις. Προσέθηκα ἀκόμη, ὅτι τὰ βουλεύματα δὲν ἀφορῶσιν ὅλας ἐκείνας τὰς ἀληθῶς κακοήθεις πολυαρίθμους μηνύσεις τὰς γινομένας ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων, διότι ἐκεῖναι πᾶσαι παραπέμπονται εἰς δίκην. Ποῖαι δὲ νομίζετε ὅτι εἶναι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους διὰ τὰς ψευδεῖς ταύτας καταγγελίας; Ὁλόκληρον ἑκατομμύριον, κύριοι Βουλευταί.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν ἐξάγετε τοῦτο;
§131ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἴδετε τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τούτου. Ὁλόκληρον ἑκατομμύριον εἶναι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους αἱ καταβαλλόμεναι κατὰ μέγα μέρος συνεπείᾳ τῶν ψευδῶν μηνύσεων.
§132Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς ἐξάγετε ὅτι τὸ ὡρισμένον αὐτὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀφορᾷ τὰς δικαστικὰς δαπάνας τὰς καταβαλλομένας συνεπείᾳ τῶν ψευδῶν μηνύσεων;
§133ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δικαστικαὶ δαπάναι πληρωνόμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ποῖαι ἄλλαι εἶναι;
§134Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πληρώνουσιν οἱ καταδικαζόμενοι.
§135ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπολήψεις τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄλλο ἑκατομμύριον. Διὰ τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὰ ἔξοδα, καὶ αὐτὸ γράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν λέξιν ἀπολήψεις, καὶ εἶναι ἄλλο ἑκατομμύριον.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνεπείᾳ τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων;
§137ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνεπείᾳ τῶν πολλῶν ἀθωωτικῶν βουλευμάτων καὶ συνεπείᾳ τῶν πολλῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων τὸ Κράτος ὑποβάλλεται εἰς δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἔπεται, ὅτι συνεπείᾳ καὶ τῶν ψευδῶν μηνύσεων καὶ ἕνεκα καὶ τούτων, διότι πρέπει τις νὰ ἀρνῆται πασίγνωστα καὶ προφανῆ πράγματα, διὰ νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς δήμους τῆς χώρας ἡμῶν χαλκεῖα ψευδῶν μηνύσεων (διαμαρτυρίαι).....
§138Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§139Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, μὴ ἐνδιαφέρεσθε τόσον πολὺ περὶ τοῦ λαοῦ, διότι ἐγὼ εἶμαι περισσότερον λαϊκὸς παντὸς ἄλλου.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς στατιστικῆς δὲν ἐξάγεται τοιοῦτόν τι.
§141ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ στατιστικὴ σᾶς διαψεύδει.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν στατιστικήν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ γνωρίζω κάλλιον καὶ ἀπὸ ὑμᾶς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ἐπὶ τῆς στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ἔχω ἀσχοληθῆ περισσότερον παντὸς ἄλλου. Δὲν ὑβρίζω ἐγὼ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ σεῖς παραγνωρίζετε τὸ καθῆκόν σας, διὰ τὸ ὁποῖον ἤλθομεν πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι καθῆκόν σας εἶναι νὰ ἀπαλλάξητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῶν ἀσυνειδήτων ἐκείνων φατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων (διαμαρτυρίαι).
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παύσητε νὰ δημοκοπῆτε. (Θόρυβος).
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν τάξιν, διότι παρεξετράπη.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι τοιούτου εἴδους φράσεις πρέπει νὰ μὴ ἀκούωνται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ φράσις, ἡ ὁποία ἐλέχθη ἀπὸ τὸν διακόψαντα, βεβαίως δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα. Καὶ διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀφορμὴ δὲν θὰ ἐπιτρέψω πλέον διακοπάς, καίτοι ὁ ἀγορεύων ἔδωκε τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν.
§146Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω. Εἴπετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἰς ἓν ἑκατομμύριον ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῶν δαπανωμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Συνεπείᾳ τῶν ψευδῶν μηνύσεων δαπανᾶται τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο;
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ κυριωτέρα ἴσως αἰτία.
§148Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀμφιβάλλω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν σας. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς διέκοψαν, τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθωσιν ἀπὸ ὑμᾶς, κατὰ ποῖον σύστημα ἀφῃρέσατε ἀπὸ τὸ ποσόν, τὸ δαπανώμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἓν ποσόν, τὸ ὁποῖον ὡρίσατε ὅτι δαπανᾶται ματαίως διὰ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὔκολον πρᾶγμα εἶναι εἰς Βουλευτὴν ὡς ὑμεῖς νὰ ἀνοίξητε τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ νὰ ἐξαγάγητε τὸ ποσὸν τοῦτο.
§150Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ τὸ ἐπιτύχω, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ ὑποδείξητε κατὰ ποῖον σύστημα προέβητε εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν.
§151Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔστε βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ κατορθώσητε. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἔχετε ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης 2 ἑκατομμύρια καὶ ὅτε ἔχετε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἀπολήψεις ἐκ τῶν ἐξόδων ἓν ἑκατομμύριον, δὲν μένει ἄλλο ἓν ἑκατομμύριον ἔξοδα ποινικῆς Δικαιοσύνης; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται χωριστὰ τὰ ἐνοίκια τῶν δημοσίων κτιρίων, οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ κλητήρων, τῶν χωροφυλάκων ἡ δαπάνη, καὶ ἀπομένει ἑπομένως ἓν ἑκατομμύριον ὁλόκληρον ἕνεκα κυρίως τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν βουλευμάτων. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι τοῦτο εἶναι εὐχερέστατον νὰ τὸ ἴδῃ, ἐὰν ἀνοίξῃ ἕνα Προϋπολογισμόν.
§152Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὥστε ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ἑκατομμύριον δαπανᾶται διὰ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις;
§153Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ παρὰ ἐκεῖ ὅπου ἐτέθη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ προσήκουσα· κατόπιν μάλιστα τῶν πολυαρίθμων τροποποιήσεων δὲν ἔχομεν πλέον ἢ νὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἀρχή, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀγορευσάντων· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ ἔκαμε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν ἦτο τὸ τοῦ συναδέλφου ἐκ Κερκύρας, τοῦ κ. Λάσκαρι, ὅτι παραβιάζεται ἡ δημοσιότης, μοὶ ἔκαμεν ὅμως ἐντύπωσιν πρὸς στιγμήν, διότι, ὅταν τὸ συμβούλιον ἀποφαίνηται διὰ τοῦ βουλεύματος αὑτοῦ, ὅτι πρέπει ὁ μηνυτὴς νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, ἐπὶ τούτου δὲν ἀποφαίνεται κυρίως, ἀλλὰ παρεπομένως, εἶναι διάταξις παρεπομένη τῆς κυρίας αὑτοῦ ἀποφάσεως, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς κανὼν τῆς δημοσιότητος παραβιάζεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπιχειρήματα περὶ τῶν κινδύνων, τῶν τρομερῶν!, περὶ τῆς διαφθορᾶς, ἡ ὁποία δῆθεν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διότι εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν ἀδυναμίαν ἴσως τῆς ἀντιλήψεως νὰ μὴ ἀποδίδω τόσον μεγάλην σοβαρότητα εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν ἀναμένω ἐξ αὐτοῦ οὔτε νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ οὔτε νὰ διαφθαρῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν δεχθῆ ὁλοκλήρως τὰς γνώμας τῶν πολεμούντων τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν μάλιστα γίνωσι δεκταὶ πολλαὶ καὶ ἀξιόλογοι τροπολογίαι τῶν κ. κ. συναδέλφων, νομίζω, ὅτι ἡ σημασία τοῦ νομοσχεδίου ἀναμφιβόλως θέλει περιορισθῆ εἰς τὸ ἐλάχιστον. Οὐδὲ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ μετὰ πολλῶν ἀξιώσεων ἡ γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Καὶ ποῖος εἶπεν ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν θέλει συντελέσει, ὥστε νὰ ἐφαρμόζηται τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο; Ἢ μήπως θὰ ῥήξωμεν κραυγὰς καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου; Ἢ μήπως θέλομεν εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν ἀπροστάτευτοι οἱ ἀθωούμενοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δῆθεν κοπτόμεθα; Ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι, κύριοι Βουλευταί; Εἰς ὀλίγας τινὰς δραχμὰς θὰ καταδικάζωνται ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι, οἵτινες θέτουσιν εἰς κίνησιν τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, οἵτινες βασανίζουσι συμπολίτας των ἀδικαιολογήτως διὰ μυρίους σκοπούς. Θέλετε νὰ ἀκούσητε ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους παρέχουσιν οἱ στατιστικοὶ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης; Εἶχον σχολιάσει εἰς μακρὰς καὶ ἐπανειλημμένας μου μελέτας τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς καταδεικνύοντας τὴν ἐργασίαν τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν παρ’ ἡμῖν Δικαστηρίων κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1902 μέχρι τοῦ 1906, καὶ εὗρον ὅτι κατὰ τὴν τετραετίαν ἐκείνην ἐγένοντο ἀδίκως καὶ παραλόγως δίκαι εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Πταισματοδικεῖα 432000, τουτέστι κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη ἐτέθησαν εἰς κίνησιν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 1.500.000 Ἕλληνες πολῖται.
§154Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πόσαι ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ πόσαι συνεπείᾳ μηνύσεων;
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὲρ τὰς 60000 δίκαι διεξήχθησαν ἀδίκως καὶ παραλόγως εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν κατὰ τὰ τέσσαρα ἐκεῖνα ἔτη ὑπὲρ τὰς 500000 Ἕλληνες πολῖται. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τρομακτικοὶ κίνδυνοι, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλέχθησαν, διότι θὰ καταδικάζωνται εἰς ὀλίγας τινὰς δραχμὰς ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι.
§156Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε τὸ ποιὸν τῶν πταισματοδικῶν.
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπον πρότερον ἀπὸ σᾶς, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ εἶχον ὅλον τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ποινικοὺς δικαστὰς δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἀναμφιβόλως—καὶ τὸ ὡμολογήσατε—ἔχομεν ἐμπιστευθῆ πολὺ μεγαλείτερα δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, δυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ τοὺς περιορίσωμεν, δυνάμεθα νὰ ἀσφαλισθῶμεν κατὰ πάντα τρόπον. Ἀλλά, ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι ἔχων τοιαύτας τρομακτικὰς καταχρήσεις, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομήσῃ ὁλοκλήρως τὰ πράγματα, διότι θὰ παρουσιασθῇ κἄπου καὶ μία κατάχρησις, διότι θὰ παρουσιασθῇ κἄπου καὶ μία ὑπερβολή, ἐκεῖνος μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν σκέπτεται ἀνθρωπίνως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι μεθ’ ὑπερβολῆς παρεστάθησαν κίνδυνοι ἀνύπαρκτοι.
§158Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. 465000 δραχ. εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1908 αὐτός.
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶπον εἰς σᾶς νὰ ἀναγνώσητε τὸν Προϋπολογισμόν· εἶπον τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ἀραβαντινόν. Οἱ κίνδυνοι λοιπὸν καὶ ἡ διαφθορὰ ποῦ ὑπάρχει; Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀληθῶς πρόκειται νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον κινδύνων, ἐνώπιον διαφθορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, προκειμένου οἱ δικασταὶ νὰ ἐπιβάλλωσιν ἔξοδα ὀλίγων δραχμῶν, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς συγκλήσεως ἡμῶν ἐνταῦθα, δὲν βλέπω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχωμεν ὡς ἄνθρωποι, ὅταν δὲν σπεύδωμεν εἰς ἐκστρατείαν νὰ ἐξολοθρεύσωμεν ὁλοκλήρως τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐδίκασαν περὶ ζωῆς καὶ θανάτου.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τοὺς ἐκκαθαρίσωμεν.
§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως θὰ ὁμιλήσωμεν, ἵνα προλάβωμεν καταχρήσεις τινὰς καὶ ὑπερβολάς, ἀλλ’ ὄχι νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ τὸν μέγαν κίνδυνον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπειλουμένης διαφθορᾶς. Δὲν εὑρίσκομαι ἐν ἀνακολουθίᾳ, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ ἔντασιν· ἀλλά, ἐπειδὴ ἔλαβε τὴν προσήκουσαν ἔκτασιν, παρεστάθησαν τὰ πράγματα ἔν τινι ὑπερβολῇ, ἡ ὑπερβολὴ δέ, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξεν εἰς χρωματισμοὺς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ εἰς ἐπιχειρήματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν ἐλευθέραν αὑτοῦ γνώμην, καὶ τὴν ἐλευθέραν γνώμην νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαιτήσῃ πρώτη ἡ Κυβέρνησις.
§162Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἀσχολεῖται, κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος, ὡς γνωστόν, τὴν τιμωρίαν—ὅπως θέλετε, ὀνομάσατέ την—τῶν ἐγκαλούντων ψευδῶς ἢ κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν τῶν ψευδομηνυτῶν. Καὶ ἐνῷ ἁπαξάπαντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῶνται οἱ ψευδῶς μηνύοντες, καὶ ἐνῷ, λέγω, δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ οὐ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις εὑρέθημεν πρὸ πολλαπλῶν διαφωνιῶν καὶ ἰδίως τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διαφωνοῦμεν διὰ τίνα λόγον; Διότι δὲν πρέπει νὰ τιμωρῶνται; Ὄχι· νὰ τιμωρῶνται. Διαφωνοῦμεν ἕνεκα τοῦ ἑξῆς λόγου. Ἤκουσα ἀγορητάς τινας ὅτι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι οὕτω, δὲν ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς πληθώρας τῶν ἀπαλλακτικῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων ἴσως λόγων, καὶ διότι δυνατὸν νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον ὁ μηνυτής, ὁ ἔντιμος μηνυτὴς ἢ ὁ καλός, νὰ καταδικασθῇ. Ἀλλά, ἐὰν ὁ πρῶτος λόγος—θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸν δεύτερον—, τουτέστιν ὅτι ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει δὲν ἐτέθησαν καὶ περισσότεροι λόγοι, εἶναι αὐτός, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ποσῶς ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἠδύναντο οἱ κ. κ. ἀγορηταὶ νὰ προσθέσωσιν ἢ νὰ παρακαλέσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν δικαιολογητικήν του ἔκθεσιν καὶ οὐχὶ νὰ κηρυχθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ὑπάρχουσι κίνδυνοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε τοιοῦτον νομοσχέδιον νὰ ὑποβληθῇ διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον λόγον, ὅτι διατρέχομεν κίνδυνον νὰ τιμωρηθῶσι μηνυταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἐπιτύχει τὴν καταδίκην τοῦ κατηγορουμένου, δὲν ἠξεύρω πῶς ἐσκέφθησαν ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον· ἐγὼ ὅμως ἐκ μακρᾶς δικηγορικῆς πείρας καὶ εἰσαγγελικῆς δικαστικῆς τοιαύτης παρετήρησα ἕν, τὸ ὁποῖον γίνεται, παρετήρησα—ἂν θέλητε νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν—ὅτι οἱ δικασταὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν δυσκολεύονται, ἐλλείπει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ σθένος τοῦ νὰ τιμωρῶσιν ἐνόχους, οὐδέποτε δ’ ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ τιμωρῶσιν ἀθώους. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἐτέθη ποτὲ εἰς χρῆσιν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ὁ ψευδῶς μηνύων. Ἀλλά, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες, ὅτι συνεπείᾳ ψευδῶν μηνύσεων δὲν ἐτιμωρήθησαν οἱ καταγγελθέντες, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε, ὅσοι εἶσθε νομικοὶ τουλάχιστον, ὅτι, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ψευδὴς μήνυσις, ἡ δικαιοσύνη ἐγκαίρως θὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας νὰ βεβαιωθῇ ἂν ὑπῆρξε πράγματι ψευδὴς μήνυσις. Καὶ ἐν τούτοις ἐβεβαιώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοὐλάχιστον ὡς ἤκουσα τοῦ κ. Φικιώρη λέγοντος, ὅτι δὲν ἐτιμωρήθησαν. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἐτιμωρήθησαν συνεπείᾳ ψευδῶν μηνύσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι...
§163Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς δὲν ἐτιμωρήθησαν; Πολλάκις ἐτιμωρήθησαν.
§164Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι δὲν ἐτιμωρήθησαν. Ὅ,τι ἐλέχθη ἐδῶ, λέγω ἐγώ. Ἔχετε ὅμως ὑπομονήν. Φαντάζεσθε ὅτι θὰ εὑρεθῶσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι νὰ τιμωρήσωσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὸν Α μηνυτὴν μετὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου, ἐὰν ὄντως εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διὰ τροπολογίας ὑπέδειξεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι τὸ Δικαστήριον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις δυνητική, φαντάζεσθε ὅτι θὰ εὑρεθῇ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ τιμωρήσῃ τὸν μηνυτήν, διότι ἀπελογήθη ὁ κατηγορούμενος; Ἐὰν ἔχητε τὴν γνώμην ταύτην, καὶ μόνον τὴν γνώμην ταύτην ἐὰν θέλητε νὰ ὑποστηρίξητε, καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει τὸν λόγον, ἠδύναντο κάλλιστα νὰ παρακαλέσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δεχθῇ πᾶσαν λογικὴν καὶ νομικῶς βάσιμον τροπολογίαν, νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν τοιαύτην. Μίαν δὲ τοιαύτην τροπολογίαν ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξω καὶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος φόβος, ἂς τεθῇ ἡ λέξις παμψηφεί, ἀλλ’ οὐχὶ προκειμένου περὶ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως—καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας—ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀπαλλακτικῆς τοιαύτης, τουτέστιν ἐὰν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῶν Πλημμελειοδικῶν κατὰ πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως ὁμοφώνως ἤθελεν ἀποφασισθῆ νὰ κηρύξῃ ἀθῷον ἕνα κατηγορούμενον, καὶ ἀθῷον ὄχι λόγῳ ἀμφιβολιῶν, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, ἀλλ’ ἀθῷον ἐντελῶς, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρήσῃ τὸν μηνυτήν, διότι πρέπει. Ἐὰν ὅμως ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως, ἡ γνώμη του — ὅπως θέλετε —εἶναι νὰ καταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος, καὶ τὸ Δικαστήριον ἤθελε βεβαίως κηρύξει αὐτὸν ἀθῷον, τότε βεβαίως εἶναι λογικῶς ἔκτροπον νὰ τιμωρηθῇ ὁ μηνυτής, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι ἔνοχος καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ εἰσαγγελεὺς ὁ παρακολουθήσας τὴν διαδικασίαν. Μία τοιαύτη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποδεικνύω, ἂν καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ προλαλήσαντες ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂν ἀπεφάσιζον καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ στέρξῃ, ὥστε νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ διέτρεχε, Κύριοι, ἡ φανταστικὴ ἐκείνη ὑπόνοια, ὁ φανταστικὸς φόβος, ὅτι ἤθελε καταδικασθῆ ποτε ἀθῷος μηνυτὴς διὰ καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατηρτίσθη πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ προσέτι δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί αὐταὶ αἱ διάφοροι γνῶμαι ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ, ἐφ’ ὅσον τὸ δυνατόν, αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιοσύνην, τῆς ὁποίας τὴν ἐξυπηρέτησιν ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τουλάχιστον λέγω, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἵνα τεθῇ τέρμα, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν πάντες νὰ δηλώσῃ ποίαν ἐκ τῶν τροπολογιῶν θὰ δεχθῇ.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμα τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης, εἶπον, καταλήγων τὸν λόγον, ὅτι τὴν τελευταίαν διαμόρφωσιν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων θὰ ὑποστῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔσπευσα δὲ νὰ εἴπω ὅτι θέλω παρακολουθήσει μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις πάσας, θέλω φροντίσει νὰ ἐπωφεληθῶ ἐξ αὐτῶν καὶ θὰ παρακολουθήσω τὰς τροπολογίας, αἵτινες θὰ ὑποβληθῶσι, καὶ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ χρησιμοποιήσω ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι τείνουσιν εἰς βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, αὐτὸ καὶ κάμνω παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅλας τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ ὑποβληθῶσι, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πασῶν, θὰ ὑποδείξω δ’ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου θὰ τείνωσιν εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§166ΙΩ. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, παρακαλῶ πάντα ὅστις θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ἔχει, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν τροπολογίαν, νὰ τὴν ὑποβάλῃ, καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκφέρῃ τὴν τελευταίαν του λέξιν, τότε προσθέτομεν κάτι τι ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἤθελε γίνει δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ μείζων συζήτησις καὶ ἀνάπτυξις καὶ ἰδίως, ὅτι διατρέχει κίνδυνον ἡ Δικαιοσύνη, ὅτι ὑπεβλήθησαν πρωτόκολλα ψευδῆ, ὅτι ὑπεβλήθη τὸ α καὶ ἐν τέλει παρουσιάσθη καὶ τὸ ἑξῆς ἐκ μέρους ἀγορευσάντων, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔχομεν δικαστὰς καὶ τόσα ἄλλα, κατέληξαν, ὡς νομίζω, νὰ εἴπωσι νὰ δοθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῶσιν ἀπὸ τῆς ἕδρας καὶ ἀνεκκλήτως, θέλουσι δηλ. νὰ δώσωσι βαρύτερον χαρακτῆρα. Διὰ τοῦτο αἱ συζητήσεις αἱ μακραὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωσι παρά, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἐμπόδιον τοῦ νομοθετικοῦ μας ἔργου. Πρέπει λοιπὸν νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἔχει καταστῆ ἀνιαρά.
§167Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§168ΘΕΜ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα μὲ ἀξιώσεις. Ἁπλῆν γνώμην πρόκειται νὰ ἐκθέσω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κρίσεις, ἵνα δώσω ἀφορμὴν μᾶλλον εἰς σοφωτέρους νὰ συμπληρώσωσι τὴν συζήτησιν, ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει μόνον δικαστικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικόν, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ παιδαγωγικόν, ἀπὸ τῆς εὐρυτέρας ἐννοίας τῆς λέξεως, διότι πράγματι ἀποβλέπει εἰς τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν καὶ πρόκειται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους καὶ νὰ συντελέσῃ βεβαίως τὸ ἐπ’ αὐτῷ εἰς τὴν τοιάνδε ἢ τοιάνδε τροπὴν τῶν ἠθῶν. Τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον, ὡς παρατηρῶ, δὲν εἶναι προϊὸν θεωρίας τινὸς ἀφηρημένης, ἀλλ’ ἔχει λάβει ἀφορμὴν καὶ γένεσιν ἐκ τῆς παρατηρήσεως τῶν πραγμάτων, ἐκ τῶν φαινομένων δηλ. τῆς ποινικῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, φαινομένων, τὰ ὁποῖα προέβαλον καὶ προβάλλουσι πράγματι παθολογικόν, οὕτως εἰπεῖν, χαρακτῆρα. Ἐὰν δὲν προέβαλλον τοιοῦτον χαρακτῆρα, δὲν θὰ ἔδιδον καὶ ἀφορμήν, ὅπως ἰδιαιτέρως μελετηθῶσι καὶ ὅπως ἀναζητηθῇ καὶ ἡ αἰτία τούτων καὶ ἡ θεραπεία αὐτῆς. Πᾶν φαινόμενον ἔχει τὴν αἰτίαν του, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ ἓν τοιοῦτο φαινόμενον παθολογικὸν τῆς παρ’ ἡμῖν ποινικῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι ἄνευ αἰτίας. Εἶναι δὲ βεβαίως παθολογικὸν τὸ φαινόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ 16783 ἐκδικασθεισῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐν διαστήματι μιᾶς τριμηνίας, τῆς αʹ τοῦ 1909, αἱ 10000 περίπου ἀπέβησαν ἀθωωτικαί· διότι εἰς τὰς 6827, αἵτινες ἀπέβησαν ἀθωωτικαί, πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ πλέον τῶν 3500 ἀθωωτικαὶ μετὰ τὴν κατ’ ἀντιμολίαν δίκην, ἐκ τῶν 6515 ἐρήμην καταδικαστικῶν, ἤτοι ἐν συνόλῳ 10300 περίπου τοιαῦται ἀποφάσεις. Ὡς πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος πρὸ ἡμερῶν ἀνέφερεν, ἐν Γαλλίᾳ βλέπει τις μέχρις 25% ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν 10300 πρὸς τὰς 16000 ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰ ⅔ περίπου· περίπου δηλ. εἰς 65%. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ στατιστικοῦ τούτου ἀποτελέσματος παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι μεγάλη, 25% ἐκεῖ· 65% παρ’ ἡμῖν. Τὸ φαινόμενον βεβαίως εἶναι παθολογικόν, ἔχει δὲ τὴν αἰτίαν του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, στρέφει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς μίαν σπουδαίαν βεβαίως αἰτίαν τοῦ φαινομένου τούτου. Καθὼς παρατηρῶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἄλλου νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ βλέπω καὶ ἄλλας ἀκόμη σκέψεις περὶ τῆς τοιᾶσδε καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ βλέπω ὑποδεικνυομένας καὶ ἄλλας ἀκόμη αἰτίας. Εἰς τὸ παρὸν ὅμως νομοσχέδιον ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ ἡμῶν ἰδίως εἰς τὴν αἰτίαν τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Εἶπόν τινες ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν πληθώραν τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη αἰτία· παραδείγματος χάριν ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκριβῶς ὅμως τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὸ περὶ ἐρημοδικίας νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν, ὅτι μνημονεύεται ἀκριβῶς καὶ γίνεται αὐτὴ ἡ διάγνωσις, ὅτι τῳόντι καὶ ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης συντελεῖ, ὡς λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, εἰς τὴν βλάβην τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀλήθεια δυσκόλως ἀνακαλύπτεται καὶ βλάπτεται ἕνεκα τῆς βραδύτητος, λαμβάνει δὲ μέτρα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπως καταπολεμήσῃ καὶ τὴν βραδεῖαν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἀναβολῶν, διὰ τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἐρημοδικιῶν κ. τ. λ. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς ἄλλα ἐπίσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ὁλόκληρον σύστημα ὑποβάλλεται, τοῦ ὁποίου μέρος ἀποτελεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Οὐδεὶς βεβαίως πρέπει ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αἰτίαι ἐκτὸς τῶν ψευδῶν μηνύσεων· δύναμαι δὲ εἰς τὰς αἰτίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ ἀναφέρω οὐχὶ ὀλίγας ἄλλας ὀφειλομένας ἐν μέρει μὲν εἰς τοὺς μηνυτάς, ἐν μέρει δὲ εἰς τοὺς μάρτυρας, ἐν μέρει δὲ εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς νομοθεσίας καὶ ἐν μέρει εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὀργάνων τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν εἰς τοὺς τέσσαρας τούτους παράγοντας ἀποβλέψωμεν, βλέπομεν ὅτι πάντες συντελοῦσιν εἰς τὴν τοιάνδε ἢ τοιάνδε ἔκβασιν τῶν ὑποθέσεων· ποῖοι δηλαδή; συντελοῦσιν, ὡς εἶπον, καὶ οἱ μηνυταὶ καὶ οἱ μάρτυρες καὶ ἡ νομοθεσία, ἡ ὑπάρχουσα μέχρι σήμερον, καὶ τὸ δικαστικὸν προσωπικόν. Πολλάκις ὁ μηνυτὴς δὲν δύναται νὰ παράσχῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα τῆς ἀποδείξεως ἐξ ἀνικανότητος αὐτοῦ καὶ οὕτως ἡ ἀπόφασις ἀποβαίνει ἀθωωτική. Ἄλλοτε ἀπώλεσε ταῦτα· ἐδῶ δὲ συντελεῖ βεβαίως ἡ βραδύτης τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, αἱ ἀναβολαὶ καὶ αἱ ἐρημοδικίαι, περὶ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ ἄλλῳ νομοσχεδίῳ λέγει. Βεβαίως μετὰ πάροδον χρόνου ἀπώλεσε τὰ πειστήρια, τοὺς μάρτυρας, διότι ἠσθένησαν οὗτοι, ἀπέθανον, ἀπεδήμησαν κ.λ.π. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἀκόμη αἰτίαι ἠθικῆς φύσεως παράγουσι τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις· ὁ μηνυτὴς ἐλησμόνησεν, ἐγκατέλιπε τὸ δίκαιόν του. Ἀκριβῶς εἰς τὸν τόπον ἡμῶν καὶ εἰς τοὺς χαρακτῆρας καὶ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγωγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, πολλάκις συμβαίνει, ὥστε κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ἀδικήματος, ὅταν τὸ ἀδίκημα εἶναι πρόσφατον, ὁ ἀδικηθεὶς πάντα λίθον κινεῖ, ἵνα εὕρῃ τὸ δίκαιόν του· βραδύτερον ὅμως, πολλάκις αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀμελεῖ. Συμβαίνει τοῦτο ἰδίως εἰς ἀνθρώπους αἱματώδους κράσεως, πολὺ δὲ μᾶλλον εἰς ἀνθρώπους κράσεως φλεγματικῆς. Ἄλλοτε παραλείπει τὸ καθῆκόν του, διότι παρεκλήθη· εὐκολώτατα δὲ ὁ Ἕλλην ἐξιλεοῦται καὶ παραιτεῖται τῆς καταδιώξεως. Ἐλέχθη καὶ ταῦτο, ὅτι τοῦτο ἴσως εἶναι χριστιανικὸν καὶ ἐπιθυμητόν. Τί ὡραῖον, τῳόντι, νὰ βλέπῃ τις τοὺς ἀνθρώπους διαλλασσομένους μεταξύ των! Ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἐπεθύμει τις πρὸ τῆς προόδου τῆς ποινικῆς διαδικασίας· μετὰ τὴν πρόοδον ὅμως τῆς διαδικασίας καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ βαρέων ὁπωσδήποτε ἀδικημάτων, δὲν εἶναι πλέον τὸ ἄτομον ἁρμόδιον νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν καὶ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν περισσότερον πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία· τὸ ἄτομον δὲν εἶναι ἀγαθὸς κριτὴς τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, ἀδικήματα δέ τινα μάλιστα, καὶ ἰδίως τὰ βαρύτερα, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν διστάζουσι πολλοὶ μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ ἔρχωνται εἰς συνεννόησιν καὶ συμβιβασμόν, τοιαῦτα ἀδικήματα ἐπὶ βλάβῃ τῆς κοινωνίας συγχωροῦνται, θὰ ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἐτιμωροῦντο· ἡ Πολιτεία εὑρίσκει εὐκολώτερον τὴν προσήκουσαν ποινήν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ἐπωφελῶς διὰ πάντας καὶ ἠθικοποιεῖ συγχρόνως. Ἀλλ’ ἄλλοτε ἡ ἀπὸ μέρους τοῦ μηνυτοῦ ἐγκατάλειψις τῆς δίκης καὶ ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις ὀφείλεται εἰς ἀπειλήν. Καὶ ποίαν; Διότι ἠπειλήθη ὁ μηνυτὴς νὰ μὴ προσέλθῃ, ἢ προσελθὼν νὰ μὴ εἴπῃ. Τὸ αὐτὸ δὲ γίνεται καὶ εἰς τοὺς μάρτυρας. Ἄλλοτε δὲ πάλιν ὀφείλεται εἰς συμφέρον. Καὶ βλέπομεν οὕτως, ὅτι πολλοὶ λόγοι συντελοῦσιν, ὅπως αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ μηνυτής, ὁ θελήσας τὴν δίκην, τὴν ἐγκαταλείπῃ βραδύτερον διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον. Ἄλλη αἰτία τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι πολλοὶ μηνυταὶ ὑβρίσθησαν, ἀλλ’ ὑβρίσαντες ὑβρίσθησαν ἢ ὑβρισθέντες ἀνθύβρισαν, λησμονοῦσι δὲ τὸ ἑαυτῶν ἀδίκημα, ἐνῷ ὁ δικαστὴς συμψηφίζει καὶ ἀθωοῖ. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἀμοιβαῖον ἀδίκημα, ἀλλ’ ἐξεδόθη ἀπόφασις ἀθωωτική. Ὅτι δὲ ὁ παρ’ ἡμῖν λαὸς εἶναι εὐερέθιστος, τὸ γνωρίζομεν καὶ ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσβληθεὶς ἀνταποδίδει, ὥστε πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη τοῦ συμψηφισμοῦ, τοῦτο εἶναι γνωστόν. Ὅμοια συμβαίνουσιν εἰς τοὺς μάρτυρας. Εἴτε φοβούμενοι, εἴτε ἀπειλούμενοι, εἴτε ἔχοντες συμφέρον, εἴτε παρακαλούμενοι δὲν καταθέτουσι πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, καὶ μάλιστα ἂν ἔχῃ ἤδη μεσολαβήσει πολὺς χρόνος. Ἄλλους μάρτυρας σιωπηρῶς τοὺς ἀναγκάζουσι πολλάκις νὰ μὴ προσέρχωνται ἢ προσερχόμενοι νὰ μὴ καταθέτωσιν ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν. Ἀποβαίνουσι δὲ πάντα ταῦτα ὑπὲρ τῆς ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἡ ἀντίληψις δὲ ἡ κοινωνικὴ τοῦ θεωρεῖν ὅτι εἶναι χριστιανικὸν νὰ μὴ καταθέσωμεν ὅ,τι γνωρίζομεν, καλούμενοι ὡς μάρτυρες κατά τινος ἀδικήσαντος, καὶ τοῦτο εἶναι συχνὴ αἰτία τοῦ νὰ μὴ εὑρίσκηται ὁ ἔνοχος, διότι ἀποφεύγουσιν οἱ μάρτυρες νὰ καταθέσωσι καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει ὁ δικαστὴς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξῃ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὑπόθεσις μορφώσεως, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μορφώσεως τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον καλεῖται ὡς μάρτυς, ὡς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μορφώσεως τοῦ ἀτόμου τοῦ μηνυτοῦ τὸ νὰ πράξῃ ἢ μὴ πράξῃ ὅσα προηγουμένως ἐξεθέσαμεν. Συντελοῦσιν ἐπὶ πλέον εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἡ κατὰ τὴν κατ’ ἀντιμολίαν δίκην παράλειψις τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, οὓς ἀντικαθιστῶσιν αἱ ὠχραὶ ἔγγραφοι καταθέσεις τῆς ἐρήμην δίκης, καὶ τέλος οἱ ψευδομάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν εὑρίσκει τις ἐλλείψεις συντελούσας εἰς τὴν πληθὺν τῶν μηνύσεων καὶ τὴν πληθὺν τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Ὑπὸ εἰδικῶν συναδέλφων καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐξετέθησαν τοιαῦται· ἠδύνατο ὅμως νὰ προσθέσῃ τις καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι, ἂν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων παραδείγματος χάριν δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀνακοπήν, πάντοτε δ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν πρόκειται νὰ εἶναι ὁριστικαί, οἱ δικασταὶ διστάζουσι κἄπως περισσότερον νὰ ἐπιβάλωσι καταδίκην, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνέβαινε τόσον, ἐὰν ὑπῆρχε τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς. Ἀλλὰ τέταρτον, ὡς εἶπον, τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστῶν, εἴτε ὡς ἀνακριτῶν εἴτε ὡς Πταισματοδικῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν Εἰσαγγελιῶν, εἶναι παράγων σπουδαῖος τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε ἐκτάσεως τῆς δίκης καὶ τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε λοιπὸν ἀποφάσεως καὶ πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὰ παθολογικὰ φαινόμενα τῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικαιοσύνης εἰς πάντας τούτους τοὺς παράγοντας, οὓς εἶπον, μηνυτάς, μάρτυρας, κειμένην νομοθεσίαν καὶ δικαστικὸν προσωπικόν. Ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν προσωπικὸν ἐπικαλοῦμαι ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέφεραν ἤδη ἄλλοι συνάδελφοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ, νομομαθεῖς δηλαδή, ὅτι πολλάκις ἐσπευσμένως γίνεται ἡ ἐργασία ἡ ἀναγκαία πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο δὲ ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων. Εἶναι δὲ τῳόντι ἀληθὲς ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ πληθὺς ὑποθέσεων, ἀναγκάζεται ἐκ ταύτης νὰ σπεύδῃ εἴτε ὁ ἀνακριτὴς εἴτε ὁ δικαστής, ὅτε βεβαίως οὐδέτερος τούτων θὰ ἐκτελέσῃ τόσον ἐπιτυχῶς τὸ ἔργον του· ἡ σπουδὴ εἶναι πάντοτε ἐχθρὸς τῆς ἀκριβείας, ἡ δὲ ἔλλειψις τῆς ἀκριβοῦς ἀληθείας ὠθεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει μᾶλλον πρὸς τὴν ἀθῴωσιν. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν διωνύχισεν ὑπόθεσίν τινα, διστάζει ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς, προκειμένου δὲ περὶ ποινικῆς ὑποθέσεως, διστάζει νὰ προβῇ εἰς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν. Τὸ κακὸν τῆς πληθύος τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑποθέσεων ἐλπίζομεν ὅτι θὰ διορθωθῇ μετὰ τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων, ἀλλὰ δὲν θὰ διορθωθῇ βεβαίως ἀμέσως. Ἴσως δὲ διὰ τοῦτο εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ προσθήκη δύο ἢ τριῶν ἔτι Εἰσαγγελιῶν ἢ καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῶν ὑπαρχουσῶν πρὸς ἀνετωτέραν καὶ προσεκτικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτὰς ὑποθέσεων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐξ ἄλλου συντελεῖ εἰς τὰ ἀνωτέρω ἀποτελέσματα καὶ ἡ ἀπειρία ἢ ἡ ἀδεξιότης τοῦ προσωπικοῦ. Δὲν ἔχομεν ἴσως τὸ ἀνακριτικὸν καὶ τὸ δικαστικὸν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων προσωπικὸν μεμορφωμένον πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ἔργον του εἰς τὸν βαθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν. Καὶ ἴσως εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ μὴ εἰδικὴ ἐνασχόλησις αὐτοῦ εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐπίσης εἶναι ἄξιον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι τὸ αὐτὸ πρόσωπον δικάζει σήμερον ἀστικὰς ὑποθέσεις, τὸ αὐτὸ δὲ πρόσωπον ἐκτελεῖ αὔριον ἔργα ἀνακριτοῦ ἢ ἀνέρχεται τὴν ἕδραν τοῦ Πλημμελειοδίκου καὶ ἄλλοτε μὲν ἀνέρχεται ὡς πολιτικὸς δικαστής, ἄλλοτε δὲ ὡς ποινικός, καὶ ταῦτα, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἡμῶν ἐπὶ δεκαετηρίδας χηρεύει ἡ ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, ἡ δὲ τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου σχεδὸν καὶ αὐτή. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι, ἵνα ἐκτελέσῃ τις πάσας ταύτας τὰς σπουδαίας ποινικὰς ὑπηρεσίας, ἀνάγκη νὰ ἔχῃ βαθεῖαν ψυχολογικήν, κοινωνικὴν καὶ φιλοσοφικὴν μόρφωσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ μεγάλην πεῖραν καὶ βαθεῖαν κρίσιν, ἐνῷ, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν σήμερον τὰ πράγματα, βλέπομεν πολλάκις δικαστὰς ἀπονέμοντας δικαιοσύνην καὶ μὴ ἔχοντας κἂν τὴν ἡλικίαν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἔχουσι τὴν ἀναγκαίαν τοὐλάχιστον κοινωνικὴν πεῖραν, τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὸ ἔργον των. Παραλείπω τοὺς γνωστοὺς ἄχρι τοῦδε ἔξωθεν ἐπηρεασμούς, εἰς οὓς οὐχ ἧττον ὀφείλεται μέρος τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀνάλυσις τῶν πραγμάτων μᾶς ἀποκαλύπτει πολλὰς ἐλλείψεις καὶ πολλὰ κακά· περὶ τούτων δὲ ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον εὑρίσκω ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν θεραπείαν ἑνὸς ἐκ τῶν κακῶν τούτων. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι ἐλλείψεις καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι καὶ ἄρα καὶ ἄλλα μέτρα ἐπιβαλλόμενα νομοθετικὰ πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, τοῦτο δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, νομίζω, ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ζητήσωμεν τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ δι’ ἄλλων μέτρων. Ἀλλ’ ἔχομεν ὅμως διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἓν ὁλόκληρον σύστημα, ἓν πλῆρες σύστημα, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ὁλόκληρον ἔχομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως θεραπευθῶσι πάντα τὰ ὑφιστάμενα κακὰ τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικαιοσύνης διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἔχω ἐπίσης νὰ παρατηρήσω, ὅτι βεβαίως καὶ ἄλλα μέτρα θὰ συντελέσωσι πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξετασθέντων κακῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο ἡ διάδοσις τῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ, μορφώσεως πραγματικῆς καὶ ἠθικῆς. Ἐὰν ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ ἔχωμεν 25% ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις, ἡμεῖς δὲ ἐδῶ ἔχωμεν 65%, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς παράγοντας, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, δηλαδὴ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν, τὴν ἠθικὴν μόρφωσιν τοῦ τε λαοῦ καὶ τῶν ἡγετίδων τάξεων, καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Τὸ ὅτι δὲ ἐν Βαυαρίᾳ ἡ ἀναλογία τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων εἶναι ἔτι ὀλιγωτέρα, τ.ἔ. 18%, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ὅτι ἐκεῖ πλὴν τῶν εἰρημένων ἤδη παραγόντων συντελεῖ πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἢ τῶν ὑπερβολικῶν μηνύσεων καὶ τὸ σχετικῶς ψυχρότερον κλῖμα καὶ ἡ μείζων σχετικῶς ἀναλογία τῶν φλεγματικῆς ἰδιοσυγκρασίας ἀνθρώπων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκφρασθείσας ἀμφιβολίας, ὅτι διὰ τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς θὰ γεννηθῶσι κακὰ μεγαλείτερα τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου προσδοκῶμεν, ἐστήριζον, νομίζω, οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης τοὺς φόβους των. Ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πολὺ περισσοτέρους φόβους διὰ τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ διορθώσεως ἐν γένει τῶν ἐλλείψεων τῆς ποινικῆς μας Δικαιοσύνης.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά. Εἶναι μεσονύκτιον.
§170Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν εὐτυχήσει νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλα μέτρα διὰ τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς κοινωνίας διὰ τῆς ἐξαπλώσεως ἰδίως τῆς μορφώσεως τῆς καταλλήλου τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ καὶ αὕτη πολύ, ὅπως μᾶς διευκολύνῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶπον, μὲ τὴν ἐλπίδα ταύτην περιορίζω τὸν λόγον μου, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω κἄτι τι ἀκόμη.
§171ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§172ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Δὲν δύναται, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ συνέχεια τῆς ἀγορεύσεως καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προστατευθῇ ὁ ῥήτωρ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται.
§174Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πολλοὶ τῶν μηνυτῶν διστάζωσιν ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐπιβολῆς τῆς καταψηφίσεως εἰς αὐτοὺς τῶν ἐξόδων, ἂν διστάζωσιν, ὥς τινες ἰσχυρίζονται, νὰ μηνύσωσι, τοῦτο πρῶτον μὲν δὲν μοὶ φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ συμβῇ, ὥστε νὰ προστατεύηται τὸ ἀδίκημα, καὶ μάλιστα, ἂν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν ὀξὺν καὶ εὐερέθιστον, αἱματώδη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ χολερικὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, ὃν πολὺ μεγαλείτερα ἐμπόδια ἐν τῷ ἐρεθισμῷ αὐτοῦ δὲν ἀναχαιτίζουσιν. Ἀλλ’ ἂν ὄντως ἤθελε συμβῆ, νὰ τεθῇ δηλαδὴ τοιοῦτος φραγμός, τοῦτο αὐτόχρημα θὰ σημαίνῃ, ὅτι εὑρίσκει αὐτὸς ὁ μηνυτής, ὅτι δὲν εἶναι τόσον βάσιμος ἡ μήνυσίς του, καὶ θὰ γίνηται τοιουτοτρόπως αὐτὸς οὗτος ὁ πρῶτος ἀνακριτὴς καὶ κριτὴς ἐν ταὐτῷ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὁμιλῶ διὰ τὸ κλῖμα τὸ ἰδικόν μας, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι εὐερέθιστος ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου, ἂν ὁ ὑποτιθέμενος ἀδικηθεὶς αἰσθανθῇ τοιοῦτον δυσταγμόν, αὐτὸ τοῦτο θὰ εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι καλῶς θὰ πράξῃ νὰ μὴ προβῇ εἰς μήνυσιν. Καὶ ἂν δὲ δικαίως μηνύσας ἀπειλῆται νὰ τιμωρηθῇ διὰ τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ ἀναγκάσῃ καὶ τὸν δικαστὴν καὶ αὐτὸν τοῦτον νὰ προσέξῃ περισσότερον, τῳόντι δὲ καὶ οἱ δικασταὶ θὰ προσέξωσι καὶ οἱ μάρτυρες θὰ προσέξωσι καὶ οἱ σιδηροῖ ἐν γένει κοχλίαι τῆς μηχανῆς τῆς Δικαιοσύνης θὰ σφιγχθῶσι καὶ θὰ κατορθωθῇ ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται, ὡς γνωστόν, διὰ κόπου καὶ διὰ θυσίας. Νομίζω, ὅτι τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ, θὰ εἶναι γενικώτερον καὶ ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ἐνδεχομένην ἔστω καὶ τινων ὀλίγων καταδίκην εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἄλλως τοιαύτη ζημία μετὰ πολλῶν ἄλλων μεγαλειτέρων γίνεται καὶ σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἐπὶ νομοσχεδίου τοσοῦτον ἁπλοῦ, τοσοῦτον ἐπὶ στερεᾶς δικαιολογητικῆς βάσεως στηριζομένου, θὰ ἔβλεπον, ὅτι θὰ ἐγίνετο τοιαύτη συζήτησις, κατὰ τὰ πλεῖστα ἐκτρεπομένη τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως. Καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐκ τῶν προτέρων κατ’ ἐπιφύλαξιν ἀποκρουσθεῖσαν ἤδη ὑπόνοιαν ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι κατ’ ἀντιπολιτευτικὸν πνεῦμα ἡ συζήτησις αὕτη γίνεται. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπίσης δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι ἠγέρθησαν φόβοι, οἵτινες εἶναι ὑπερβολικοὶ ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φόβοι, οἵτινες τοῦτο τὸ ἀγαθὸν ἔχουσιν, ὅτι χρησιμεύουσιν εἰς τὴν πλήρη ἐξονύχισιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀρχῆς διττῆς, ἀρχῆς οὐσιαστικῆς καὶ ἀρχῆς δικονομικῆς. Οὐσιαστικῶς μὲν συζητοῦμεν, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶμεν, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀντίληψιν τῶν γενικῶν τοῦ δικαίου ἀρχῶν, καθ’ ὃν τρόπον αἰσθανόμεθα ἐν ἡμῖν αὐτοῖς τὸ δίκαιον, νὰ εἴπωμεν: ὁ ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας ζημιῶν τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεος πρὸς ἀποζημίωσιν; Συζητοῦμεν καὶ περὶ τῆς δικονομικῆς ὄψεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιδικάζηται ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὰ Δικαστήρια; Καὶ ὑπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἐπόψεις γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οἱ κανόνες τοῦ νομοσχεδίου εἶναι κανόνες κοινοί, κανόνες γενικοί. Γνωρίζομεν γενικῶς, ὅτι πᾶς ὁ ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας ζημιώνων ἄλλον, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἄλλος εἶναι τὸ Δημόσιον, ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτόν. Περὶ τῆς ἀρχῆς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν δισταγμόν. Ἄν ἠθέλομεν ἔχει δισταγμούς, ὑποθέτω, ὅτι οἱ δισταγμοὶ αὐτοὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης, αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ γεννηθῶσι, διότι ἔχομεν ἀπέναντι τοῦ ζημιοῦντος ὄχι ἰδιώτην ζημιούμενον, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δισταγμοί, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἔφερον τυχὸν νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι, ὅταν ἀπέναντι τοῦ ζημιώσαντος εὑρίσκηται τὸ Δημόσιον, δὲν θέλομεν νὰ τὸ καταδικάσωμεν εἰς ἀποζημίωσιν, θὰ ἐσήμαινον, Κύριοι, ὅτι πολὺ ὀλίγην σημασίαν δίδομεν εἰς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας προξενοῦμεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἥκιστα νομική, ἥκιστα πολιτική, ἥκιστα ἠθικὴ ἀκόμη. Καὶ οἱ ὁμιλοῦντες περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου λέγουσιν εἰς ἡμᾶς ὅτι διστάζουσι νὰ δεχθῶσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἔχομεν ἤδη ἐν τοῖς νόμοις ἡμῶν διάταξιν, ἥτις ἔχει παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἄρθρου 82 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λέγουσα: «Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει συγχρόνως ν’ ἀναφέρῃ ῥητῶς τὴν εἰς τὰ ἔξοδα καταψήφισιν τοῦ νικωμένου, καθ’ ὅσον ταῦτα δὲν ἐπροξενήθησαν ἐξ αἰτίας τοῦ ἀντιδίκου ἤ τινος ἄλλου ἀδιαφόρως, ἂν ὁ νικηθεὶς εἶναι ὁ κατηγορούμενος, ὁ ποινικῶς ὑπεύθυνος, ὁ ἐνάγων ἢ ὁ ἰδιώτης κατήγορος». Ἔχομεν λοιπὸν ἀνεγνωρισμένην ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν τὴν ἀρχὴν ταύτην, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητῶμεν οὐσιαστικῶς περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε ἴσως πρὸς τί τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν ἔχωμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὴν ἀρχὴν ἀνεγνωρισμένην, πρὸς τίνα σκοπὸν γίνεται τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο, Κύριοι, διὰ νὰ ἄρῃ μίαν στενὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐνῷ ἡ διάταξις λέγει ὅτι, καὶ ἂν ὁ νικηθεὶς εἶναι ὁ κατηγορούμενος, καταδικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἂν εἶναι ἐνάγων ἢ ἰδιώτης κατήγορος, καταδικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐξηνέχθη ἐν τούτοις γνώμη καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἥτις δέχεται ὅτι δὲν ἀφορᾷ ἡ διάταξις εἰς τὸν μηνυτὴν καὶ κατὰ ταύτην τὴν ἐκδοχὴν ἂν εἶναί τις μηνυτὴς καὶ ὄχι πολιτικὸς ἐνάγων δὲν δύναται νὰ καταδικασθῇ. Ταύτην τὴν στενὴν ἑρμηνείαν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου, τῆς στηριζομένης ἐπὶ γενικῆς ἀρχῆς τοῦ Δικαίου, σκοπὸν ἔχει νὰ ἄρῃ τὸ νομοσχέδιον. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς περὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἔχομεν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ καταδικάσωμεν τὸν μηνυτήν, ὅταν εἶναι πολιτικῶς ἐνάγων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν θέλομεν νὰ καταδικάσωμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν δὲν παρίσταται πολιτικῶς ἐνάγων, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν μήνυσίν του; Ἀλλ’ ἆρά γε δύναται νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τῆς δικονομικῆς ὄψεως τοῦ νομοσχεδίου; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ Δικαστήρια τὰ δικάζοντα τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν δὲν εἶναι Δικαστήρια ἁρμόδια νὰ καταψηφίσωσι τὰ ἔξοδα; Ἀλλά, ἂν ἡ ἔποψις αὕτη ἐτίθετο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, θὰ ἐτίθετο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ δικάζων τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν εἶναι καὶ δικαστὴς τῶν παρεπομένων ζητημάτων. Ἀλλά, στερούμενοι ἐπιχειρήματα σοβαρὰ οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλήσαντες, ἔφερον, ὡς ὅπλον, τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους· εἶπον πρὸς ἡμᾶς ὅτι τὸ ὑλικὸν τῶν δικαστῶν εἶναι ὑλικόν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν διάταξιν αὐτήν. Παρέστησαν εἰς ἡμᾶς κινδύνους ἀνυπολογίστους καὶ ἀνέφερον πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ μὴ ἀναφέρωνται ἐνταῦθα. Ἔχω ἀκόμη ἔναυλον εἰς τὰ ὦτά μου τὸν λόγον ἀξιοτίμου συναδέλφου, διαχειρισαμένου ἄλλοτε τὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰπόντος, ὅτι ἐγνώρισε δικαστάς, οἵτινες ἔλεγον εἰς αὐτὸν ὅτι, καίπερ πεισθέντες περὶ τῆς ἀθῳότητος κατηγορουμένου, τὸν κατεδίκασαν ἐν τοσούτῳ, διότι ἐσκέφθησαν ὅτι ἄλλοτε βεβαίως θὰ εἶχε πταίσει καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα. Καὶ δικαίως ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀποτεινομένη πρὸς τὸν ταῦτα εἰπόντα φωνή, ἐρωτῶσα τί ἔκαμεν ὁ εἰπών, ὅτε διεχειρίζετο τὰ τῆς δικαιοσύνης, κατέναντι τῶν δικαστῶν αὐτῶν; Ἐὰν δὲν ὑπῆρξεν ὁ προσήκων ἔλεγχος κατά τινων τῶν δικαστῶν, Κύριοι, ἐάν τινες ἠμάρτησαν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην οἱανδήποτε πλέον δικαστικὴν πρᾶξιν.
§176Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐγὼ ἀνέφερα τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῶν δικαστῶν· δὲν ἀντελήφθην ὅμως αὐτὸ ὡς Ὑπουργός, ἵνα ἐνεργήσω κατὰ τῶν οὕτως ἐκφραζομένων δικαστῶν. Αὐτὸ ἀνέφερα ὅτι μοὶ ἐγένετο πολὺν χρόνον πρὶν ἢ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ἐδικηγόρουν. Δὲν ἠδυνάμην δὲ πλέον ὡς Ὑπουργὸς μετὰ ἔτος νὰ τιμωρήσω δικαστὴν διὰ τοιοῦτον λόγον. Οἱ λόγοι δὲ οὗτοι, ἂν ἐλέγοντο, ἐλέγοντο ἐν ἰδιαιτέρᾳ συζητήσει μετὰ τὰς δίκας, τὰς ὁποίας ἐδίκαζον, στηριζόμενοι ἐπὶ ψευδῶν πρωτοκόλλων δασοχωροφυλάκων.
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀπώλεσα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ τὰ λατινικά μου καὶ τὰ νομικά μου. Ἀκούω θεωρίας τοσούτῳ παραβόλους, ὥστε ἐξίσταμαι καὶ νομίζω ὅτι πᾶσα ἡ ἐπιστήμη ἐκ βάθρων ἀνετράπη ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἤκουσα παράβολον θεωρίαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον διακόψαντά με, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ ἀρχή, ἐν τῷ διαδικαστικῷ, κατὰ τὰς γνώσεις πάντων ἡμῶν, δικαίῳ κρατοῦσα, ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν ὅ,τι γνωρίζει τις ὡς ἰδιώτης δὲν ἐφαρμόζει ὡς δικαστής, πρέπει, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ δόγμα τοῦτο εἶναι τελείως ἀντιπολιτικόν, θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς πᾶσαν σκοπιμότητα πολιτικήν, ἐὰν οἱ ἐκτελοῦντες δικαστικὰς ὑπηρεσίας ἀπέφευγον νὰ λάβωσι μέτρα προσήκοντα, δι’ ἄτοπα συμβαίνοντα ἐν ταῖς δημοσίαις ὑπηρεσίαις, ὧν γνῶσιν λαμβάνουσιν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου νὰ μάθωσι. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς προσῆκον εἶναι νὰ ἀνατίθηται ἡ διεύθυνσις τῶν ἀνωτάτων ὑπηρεσιῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτῶν βίου ἁρμοδιότητα καὶ ἐμπειρίαν, ἵνα διορθώσωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρετήρησαν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον διακόψαντά με: πῶς λαβὼν γνῶσιν ὅτι ὑπῆρξαν δικασταὶ καταδικάζοντες ἀθῴους ἔμεινεν ἀνάλγητος καὶ πῶς δὲν ἠθέλησεν, Ὑπουργὸς γενόμενος, νὰ διορθώσῃ διὰ νομοθετικῶν μέτρων τὰ ἀτοπήματα, ὅσα παρετήρησεν ὡς ἰδιώτης καὶ δικηγόρος;
§178Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε πάλιν μίαν διακοπήν; Ἡ κειμένη νομοθεσία παρεῖχε τὰ μέσα.
§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ λέγωμεν ὅτι πταίουσιν οἱ δικασταί, διότι πταίουσι πρὸ πάντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάθισαν ἑκάστοτε ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου θρόνου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀφῆκαν νὰ πταίωσί τινες δικασταί. Καὶ ἤκουσα καὶ ἄλλην τινὰ θεωρίαν ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσαντο τὴν εἰσαγγελικὴν δικαιοσύνην, ἤκουσα νὰ λέγωσιν, ὅτι ἱστάμενοι ἐπὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ βήματος ἀντελήφθησαν δικαστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα νὰ λέγωσι καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβον κατὰ τῶν δικαστῶν ἐκείνων, ἂν ἐποιήσαντο ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀναφέρωσι τὰ ἀνομήματα τῶν δικαστῶν. Ἤκουσα νὰ λέγωσιν ὅτι ἠθωώθησαν τὰ τέσσαρα πέμπτα ἐκ τῶν κατηγορουμένων τῶν εἰσαχθέντων ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν διὰ δασικὰ ἀνομήματα, διότι ὑπῆρχεν ἡ πεποίθησις ὅτι οἱ ὑπηρέται τῆς περὶ τὰ δάση ἀσφαλείας, οἱ ὁποῖοι συνέτασσον τὰ πρωτόκολλα, τὰ πιστοποιοῦντα παρανόμους πράξεις, ἐβεβαίουν πράγματα ψευδῆ...
§180Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, διότι ἐμὲ ὑπονοεῖτε. Εἶπον ὅτι ἦσαν γελοιωδῶς συντεταγμένα καὶ δὲν ἔλεγον τίποτε, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων κωμικοτραγικῶν ἀνακρίσεων νὰ καταδικάζωνται ἄνθρωποι.
§181ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει: ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ τότε διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως κατὰ τῶν συνταξάντων τοιαῦτα πρωτόκολλα; Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψέγωμεν πάντας τοὺς ἄλλους, ὅτε εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐρευνῶν εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του θέλει εὕρει ὅτι κάπου ἔπταισε καὶ αὐτός; Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσω ἐνταῦθα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν ἵσταται εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἵσταται, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἕκαστος λαὸς ἔχει τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία τῷ ἀνήκει· ἕκαστος λαὸς ἔχει δικαστὰς ἀναλόγους πρὸς τὰς ἀξιώσεις τὰς ὁποίας συμφώνως πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του διεμόρφωσεν· ἕκαστος λαὸς ἔχει δικαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ ὅλου περιβάλλοντος, καὶ ἀναλόγως τούτου θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Ἐμνημόνευσα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πρωτότυπον, ἐμνημόνευσα ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύουσιν ὅμοιαι διατάξεις πρὸς τὰς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἠμφισβήτησαν καὶ τοῦτο καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπιπολαίως ἐρευνῶντες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι σχετικὴν διάταξιν. Εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν αἱ διατάξεις τῆς Ἰταλικῆς καὶ τῆς Αὐστριακῆς Δικονομίας, καὶ δύναμαι νὰ τοὺς ὑποβοηθήσω πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν. Καὶ ἔτι περαιτέρω· εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐκεῖ ὅμοιαι διατάξεις, δὲν θὰ πεισθῶσι περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ νομοσχεδίου, διότι οἱ δικασταί, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἀλλαχοῦ, εἶναι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς των. Ἀλλ’ εἶναι εὔκολον, Κύριοι, νὰ λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν δύνανται νὰ ἐξελεγχθῶσιν. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλου συναδέλφου πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύσαντος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν: Ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε μέτρα, οἷα εἶναι ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ νὰ δώσητε ἀποζημίωσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προφυλακίζονται ἀδίκως καὶ κατόπιν ἀπολύονται. Καὶ ὅτε παρετήρησα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι δὲν γίνεται τοῦτο πανταχοῦ, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀγορεύων, διότι δὲν ἐπιτρέπουσι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ τὴν πραγματοποίησιν τοιούτων, ὄντως ἠθικῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν γίνεται εἰμὴ μόνον ἐν Γερμανίᾳ, μοὶ ἀπήντησεν ὁ ἀγορεύων, ἁπλούστατα, ὅτι σκέπτονται νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι, καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ προεξώφλησε τὴν ἰσχὺν τοῦ μέτρου διὰ τῆς ἐπὶ τούτου συζητήσεως. Εἶναι εὔκολον λοιπὸν νὰ λέγωμεν ἐντεῦθεν, ὅτι γίνεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλὰ δύσκολον εἶναι νὰ γνωρίζωμεν τί γίνεται. Καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι οἱ Ἰταλοὶ δικασταὶ εἶναι ἀνώτεροι τῶν Ἑλλήνων, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν διάσημος τῆς Ἰταλίας δικαστὴς καὶ πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ Ζαναρδέλλι, εἰσάγων νομοσχέδιον περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἔλεγεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι ἤθελε δι’ αὐτοῦ νὰ ὑψώσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὁ δικηγορικός! Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐν Ἰταλίᾳ. Εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε ὁ ἀναγινώσκων τὰς Ἰταλικὰς ἐφημερίδας δύναται νὰ ἴδῃ ὅτι καὶ σύνδεσμόν τινα ἠναγκάσθησαν νὰ καταρτίσωσιν οἱ δικασταὶ ἐκεῖ πρὸς προαγωγὴν τῶν συμφερόντων των.
§182Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχει τοιοῦτος σύνδεσμος.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Γερμανίας, κ. συνάδελφε, εἶναι ἄλλος ὁ σύνδεσμος. Ὁ σύνδεσμος τῆς Γερμανίας ἔχει ἄλλον σκοπόν, δὲν ἔχει πραγματικὸν σκοπόν, ἵνα λάβῃ μεῖζον μισθολόγιον παντὶ σθένει ἀπὸ τὸ δημόσιον χρῆμα, ἀλλὰ σκοπὸν ἠθικῆς προαγωγῆς. Ἂς μὴ λέγωμεν λοιπόν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαστὰς καὶ δικαιοσύνην· ἂς λέγωμεν τοῦτο μόνον, καὶ τοῦτο ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπό τινας ἀντιλέξαντας κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἂς λέγωμεν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα δραστήρια κατὰ τῶν παραπτωμάτων τινῶν δικαστικῶν προσώπων, διότι πράγματι δικασταί τινες ἐνίοτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπίπτωσιν εἰς πλάνας, καὶ εἰς πλάνας ἀσυγγνώστους. Ἂς παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ, ὅπως καταστήσῃ τὴν ἀγωγὴν κακοδικίου, τὴν εἰς ἀφάνειαν καταδεδικασμένην, ζωντανὸν θεσμόν. Καὶ ἂς μὴ νομίζωμεν, Κύριοι, ὅτι, ὅπως ἐλέχθη, διὰ μιᾶς ἐκκαθαρίσεως θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ πάντα, διότι πικρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὰς λεγομένας ἐκκαθαρίσεις ἀποδιώκονται πολλάκις οἱ ἱκανοὶ καὶ λυτροῦνται οἱ φαῦλοι καὶ οἱ ἐπιτήδειοι.
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν χρηστότητα τῶν ἐκκαθαριστῶν.
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς οὐδένα δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω τὸ ἀλάθητον, καὶ εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον συνάδελφον δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ἰδιότητα τοῦ Πάπα. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅσον καὶ ἂν εἶχε καλὴν θέλησιν, ὅσας καὶ ἂν εἶχε γνώσεις καὶ ἐμπειρίαν, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ εὐθύτητα, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθη καὶ νὰ παραλείψῃ κακούς, ἢ κρίνῃ ἀδίκως καλούς.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο τὸ ἀλάθητον καὶ ἄλλο ἡ χρηστότης τοῦ χαρακτῆρος.
§187ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μὲ ἴδητε κηρυσσόμενον ἐναντίον τῆς ἐκκαθαρίσεως, εἰμὴ ὑπὸ ἕνα ὅρον καὶ μόνον· ἐὰν δεχθῆτε ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν αἱ στοιχειώδεις τῆς δικαιοσύνης ἀρχαί, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ ἀνθρωπισμός, ὁ πολιτισμὸς τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἂν θὰ μὲ βεβαιώσητε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ὁδὸς ἀποπομπῆς ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κατηγοριῶν καθ’ ὡρισμένων προσώπων, ἐπὶ ὡρισμένοις παραπτώμασι καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἀνάκρισις ἐπ’ αὐτῶν καὶ θὰ ἀπολογηθῇ ὁ ἐγκαλούμενος. Ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐκκαθάρισις ἐπὶ τῇ βάσει διαβολῶν καὶ συκοφαντιῶν καὶ συστάσεων καὶ παρακλήσεων εἶναί τι ἀντιδικανικόν, εἶναι ἀντιπολιτικόν, εἶναι ἱεροεξεταστικόν, εἶναι αὐτόχρημα ἀντανθρώπινον. Ἂς μὴ λέγωμεν λέξεις μεγάλας. Ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι μίμησις ἰσπανικῆς μανίας, διότι ἐκεῖ νομίζουσιν ὅτι θὰ σωθῶσι δι’ αὐτῆς, καὶ ὅμως βλέπομεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν πῶς συντρίβονται ἐκεῖ, νομίζοντες ὅτι τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα διορθοῦνται διὰ τοιούτων τρόπων. Ἤκουσα λοιπόν, Κύριοι, μύδρους οὐχὶ κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ μύδρους καὶ διασυρμοὺς κατὰ τοῦ Σώματος τῶν δικαστῶν. Καὶ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω ταῦτα ἀπὸ ἀνθρώπους ὑπηρετήσαντας, καὶ δὴ ὑπηρετήσαντας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀφήσωσι τὰς ἀρίστας ἀναμνήσεις ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ἐγὼ ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον ἐδικηγόρησα, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχω ἐμπειρίαν, ὅσην τοὐλάχιστον καὶ οἱ προλαλήσαντες. Εἶδον δὲ ἐν τῷ βίῳ τῷ δικηγορικῷ τινὰς δικαστὰς ὀκνηροὺς καὶ ἀμαθεῖς, κατὰ τῶν ὁποίων ἔμενεν ἀπαθὴς ἡ ἀνωτέρα ἀρχή, οἱ ὁποῖοι κατώρθωναν ὅμως πάντοτε, ὑπὸ τὸ τέως κρατοῦν σύστημα, νὰ ἔχωσι τὰς καλλιτέρας προαγωγὰς καὶ τὰς καλλιτέρας τοποθετήσεις· εἶδον δηλαδὴ ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ πολλὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἐξεγείρουσι συνήθως συλλήβδην τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶδον καὶ δικαστάς, πολλούς, τοὺς πλείστους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς 9ης τῆς πρωίας μέχρι βαθείας νυκτὸς εἰργάζοντο ἀτρύτους καταβάλλοντες κόπους. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα συλλήβδην νὰ ὑβρίζωμεν ὁμάδα ὁλόκληρον προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὴν τύχην τῶν τιμιωτέρων ἡμῶν δικαίων, τῆς περιουσίας ἡμῶν, τῆς ζωῆς ἡμῶν, τῆς τιμῆς ἡμῶν; Τὰ παράπονα ταῦτα τὰ γενικὰ δὲν εἶναι παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶσι μόνον παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ· εἶναι παράπονα ὅλων τῶν μεσημβρινῶν λαῶν. Ἔργον ὅμως τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι οὐχὶ νὰ ἀκολουθῶσι τυφλῶς τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῶσιν αὐτὸν καὶ νὰ δεικνύωσιν εἰς αὐτὸν τὰ ὀρθὰ καὶ συνετὰ μέσα τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Θὰ ἦτο βεβαίως εὐχῆς ἔργον, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαστάς, ὡς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουσιν· ἀλλὰ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐσκεπτόμεθα, ὅταν μεμψιμοιρῶμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἰκονομικὰ ἐπιτρέποντα τὴν πλουσίαν ἀνταμοιβὴν τῶν ἀρίστων δικαστῶν. Ὅταν θέλωμεν δικαιοσύνην, πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα καὶ ποῖα μέσα παρέχομεν εἰς τοὺς δικαστάς, ἵνα τηρῶσι τὴν θέσιν αὑτῶν ἐν ἀξιοπρεπείᾳ. Τί περιμένομεν ἀπὸ δικαστάς, τοὺς ὁποίους μέχρις ἐσχάτων ἡ Πολιτεία ἔθετε pied de mur, ἐξαναγκάζουσα αὐτούς, διὰ πολλῶν ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, νὰ ὑπακούωσιν εἰς ἀθέμιτα κελεύσματα αὐτῶν, ἀπειλοῦσα δ’ αὐτοὺς διὰ μεταθέσεων, διὰ στασιμότητος, δι’ ἐκφαυλισμῶν; Καὶ εἶναι ἆρά γε δίκαιον, εἶναι εὐθύ, εἶναι ἠθικόν, ἡ Πολιτεία, ἡ χθὲς ἔτι προσπαθοῦσα νὰ ἐκφαυλίσῃ τοὺς χαρακτῆρας, νὰ ἔλθῃ σήμερον δι’ ἡμῶν, τῶν πολιτικῶν τῶν ἐκπροσωπούντων αὐτὴν ταύτην τὴν χθεσινὴν Πολιτείαν, νὰ κατηγορῇ ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ νὰ μέμφηται αὐτούς, διότι ἴσως, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἀθέμιτον βίαν τῆς Πολιτείας; Ποσάκις ἐτίθεντο εἰς δίλημμα ἀδυσώπητον, θέλοντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, καὶ πιεζόμενοι κατὰ τρόπον ἐκβιαστικόν, ἀντιπίπτοντα εἰς πᾶν αἴσθημα δικαίου καὶ ἠθικῆς; Ποσάκις αὐτοὶ οἱ γλισχρότατα μισθοδοτούμενοι, ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, δυσαρεστήσαντες τοὺς πολιτικοὺς τοῦ τόπου, ἔνθα ἔμενον, ἠναγκάζοντο νὰ ἀναχωρήσωσι, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχον ἴσως οὔτε αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀναχωρήσεως; Ὅτε ἡ Πολιτεία ἐξηυτέλιζε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν Δικαιοσύνην καὶ τοὺς δικαστάς, ὅ,τι εἶχε δηλαδὴ ἱερόν, δὲν πρέπει νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὰς ἐξευτελισθέντας λογοδοσίας. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ συμμετάσχῃ τοιαύτης γενικῆς ἐκστρατείας κατὰ τῆς Δικαιοσύνης· Ἓν μόνον δικαιούμεθα νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἐκλείψῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ὅπως εἰς τὸ μέλλον λειτουργήσῃ ἡ ἀνωτάτη τῆς Δικαιοσύνης ἐπιστασία κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν πραγματικὴν Δικαιοσύνην καὶ ὅτι πᾶσα παρεκτροπή, πᾶν παράπτωμα θὰ κολασθῇ βαρέως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν κατὰ τῶν ἄλλων τὴν ἀνευλάβειαν περὶ τὸ καθῆκον, ὅτε ὅλοι ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ μετὰ τὴν γενικὴν ταύτην κατὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαστῶν κατηγορίαν εἰσῆλθον καὶ εἰς λεπτομερείας τινάς, ἵνα ἀποδείξωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σπουδαίως νὰ συζητηθῇ. Θὰ ἤμην ἐπιφυλακτικός, ἂν δὲν μὲ ἐνεθάρρυνον αἱ δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἁπάσας τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐννοεῖ νὰ εἶναι ἐνταῦθα ἡ χοάνη, ἐξ ἧς θὰ ἐξέλθωσι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, κοινὸν πάντων ἡμῶν σύνθημα καὶ κοινὸν πάντων κτῆμα. Ἐκλείπει λοιπὸν ἡ ἐπιφυλακτικότης, ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο τὴν δήλωσιν ἐκείνην. Αἱ λεπτομέρειαι ἤχθησαν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναρμολογήσωμεν ταύτας πρὸς μίαν ἀρχὴν ἀνεγνωρισμένην, καὶ διὰ τῶν ἡμετέρων νόμων καὶ διὰ παντὸς νόμου, ἐκ παλαιῶν χρόνων ἔτι, τὴν ἀρχήν, ὅτι πᾶς ὁ ζημιῶν, ἔστω καὶ ἐξ ἀμελείας, εἶναι ὑπόχρεος εἰς ἀποζημίωσιν. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσιν ἐργάται ἁπλοϊκοί, καὶ θὰ καταφεύγωσιν εἰς δικολάβον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκθέσῃ κατὰ τρόπον ψευδῆ τὰ πράγματα. Καὶ ἐρωτῶσι, τί πταίουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἵνα κατόπιν τοὺς καταδικάσητε εἰς τὰ ἔξοδα; Ἀλλ’ εἶναι ἀρχὴ αὕτη, ἡ ὁποία, ἂν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, πρέπει νὰ καταλύσῃ τελείως πᾶσαν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τί πταίουσιν οἱ ἀγρόται καὶ οἱ ἁπλοϊκοί, ὅταν ὠθούμενοι ἀπὸ δολοφόνον ἐγκέφαλον ἄλλου τινός, ἐπηρεάζοντος αὐτοὺς ψυχολογικῶς, ὁπλίζωσι τὴν χεῖρά των καὶ φονεύωσι τὸν ὅμοιόν των; Ὅμοιος συλλογισμὸς εἶναι καὶ οὗτος. Θὰ μοὶ εἴπητε ἆρά γε, ὅτι ἠδύναντο ἐκεῖνοι νὰ ἀποκρούσωσι τὴν ἐπίδρασιν τὴν ψυχολογικήν, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ ὁ παροτρύνων αὐτούς. Ἀλλὰ τὸ ἴδιον θὰ εἴπω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Καὶ ὁ ἁπλοϊκὸς ἀγρότης, ὃν φέρετε ὡς παράδειγμα, προσερχόμενος ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠπατήθη, ὅτι τὰ πράγματα παρεστάθησαν ἐξωγκωμένα ἀπὸ τὸν δικολάβον ἢ τὸν κομματάρχην, τὸν συντάξαντα τὴν ψευδῆ μήνυσιν. Καὶ ὅταν τοῦτο καταθέσῃ, αὐτὸς θέλει ἀπαλλαγῆ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἀλλὰ θὰ εὑρεθῇ εἰσαγγελεύς, ἔχων συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του, ὁ ὁποῖος θὰ ἁρπάσῃ τὸν συντάξαντα ἀπὸ τὸ ὠτίον καὶ θὰ τὸν φέρῃ κατηγορούμενον.....
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, ἆ, ἆ...
§189Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττόν, Κύριοι, νὰ ἐκδηλοῦτε τὰς γνώμας ὑμῶν κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ τὸν κρατοῦντα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Αἱ γνῶμαι ἐν τοῖς ἐλευθέροις πολιτεύμασι δὲν ἐκδηλοῦνται διὰ βοῆς· ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, καὶ νὰ τὴν ἀναπτύσσῃ ἐπὶ τοῦ βήματος, ὀφείλει ὅμως νὰ σέβηται καὶ νὰ ἀκούῃ εὐλαβῶς καὶ πᾶσαν γνώμην ἀντίθετον. Εἶπον ἐπίσης οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες πρὸς ὑμᾶς: προσέξατε τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς ἐντίμους πολίτας. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐνσπείρῃ φόβον εἰς πλείστους τιμίους μηνυτάς. Πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν ὁδὸν πρὸς τὰς μηνύσεις. Οὕτω δὲ ἀναστρέφουσι τὰς κοινωνικὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας πάντες ἡμεῖς γνωρίζομεν. Τίς ἐδικηγόρησεν εἰς ἐπαρχίας καὶ δὲν εὗρεν ἅπαξ τῆς ἡμέρας παρουσιαζόμενον ἄνθρωπον ἐνώπιόν του καὶ λέγοντα, ὅτι τὸν ἐκτύπησεν ὁ Α ἢ ὁ Β καὶ ὑποδεικνύοντα, ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ ὡς συγκατηγορούμενον καὶ τὸν Γ ἢ Δ, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἀληθῆ μαρτυρίαν τούτου περὶ τῆς πράξεως, διότι καὶ αὐτὸς συνέπεσε νὰ ἦτο παρών;
§190ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως.
§191Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως, κ. συνάδελφε, εἶναι μία ὡραία σαγήνη, τὴν ὁποίαν καλὸς καὶ δεξιὸς ἁλιεύς, ὁ ψευδομηνυτής, ῥίπτει, ἵνα συλλάβῃ καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἀθώους. Τὴν σαγήνην ταύτην ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρέπει νὰ διαρρήξωμεν καὶ ὄχι νὰ ἐνισχύσωμεν.
§192ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καταργήσατε τὸ σύστημα.
§193Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν τὰς περιπτώσεις ταύτας ἤθελε διασώσει τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦτο εὐλογητὴ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἐψηφίζομεν αὐτό. Τίνας φόβους ἔχετε διὰ τοὺς ἐντίμους πολίτας τοὺς εἰλικρινεῖς μηνυτάς; Μήπως θεωρηθῶσι καὶ αὐτοί ποτε ὡς ψευδομηνυταί; Καὶ διατί δὲν ὑποπτεύετε διὰ τοὺς ἐντίμους πολίτας, ὅτι θὰ φοβηθῶσι μὴ ὑποστῶσί ποτε κατὰ πλάνην τὰς βαρείας διατάξεις τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως, καὶ δεικνύετε τοιαύτην ἀνησυχίαν διὰ τὰς ἐλαφρὰς συνεπείας τῆς κατὰ πλάνην καταψηφίσεως ὀλίγων χρηματικῶν ἐξόδων; Καί, προτάσσοντες τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν ἐντίμων πολιτῶν, πῶς δὲν φοβεῖσθε, ὅτι ἡ κατὰ πλάνην καταδίκη ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει δύναται νὰ ἐγκολάψῃ ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῶν στίγμα, ἀλλὰ φοβεῖσθε τὴν καταδίκην εἰς ὀλίγας δραχμάς; Καὶ πῶς δὲν ζητεῖτε καὶ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως; Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ ἕτερόν τι, Κύριοι· ἤκουσα ὅτι εἶναι μηδαμινὸν τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ ἡ μέριμνα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι ὁ λίθος οὗτος ὁ μικρὸς δὲν εἶναι ὁ πρέπων διὰ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τῆς ἀνορθώσεως. Ἤκουσα ὅτι, ὡς ὁ πραίτωρ τὸ πάλαι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται περὶ μικρὰ πράγματα. Τοῦτο μὲ λυπεῖ περισσότερον παντὸς ἄλλου. Εἶχον πάντοτε ὑπόνοιαν διὰ τὴν λεπτότητα τῆς συναισθήσεως τοῦ Ἕλληνος περὶ τοῦ δικαίου· ἐφοβούμην, ὅτι ἔχει οὗτος—ἂς ἐπιτραπῇ ἡ λέξις— χονδρικὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν συναίσθησιν τοῦ δικαίου. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀντιλεγόντων ἐνισχύει τοῦτο. Διότι χονδρικὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ δικαίου, ὅταν συγκινῆταί τις καὶ μεριμνᾷ καὶ τρέμῃ μόνον διὰ τὰ τραύματα καὶ τοὺς φόνους, διὰ τὰ συμβόλαια καὶ τὰ γραμμάτια, περιφρονῇ δὲ τὴν γενικὴν καὶ δικαίαν βάσιν, καθ’ ἣν πᾶς ὁ ζημιῶν, ἔστω καὶ ἐξ ἀμελείας, πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς ἀποζημίωσιν. Θεωροῦμεν τοῦτο μικρὸν καὶ παραγνωρίζομεν τὴν ὑψηλὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου δὲν ἔχει μικρὰ οὔτε μεγάλα. Ὅταν, Κύριοι, διαιρέσωμεν τὴν Δικαιοσύνην εἰς μικρὰ καὶ εἰς μεγάλα, καὶ προσέξωμεν μόνον εἰς τὰ λεγόμενα μεγάλα, καὶ ἀπασχοληθῶμεν μόνον εἰς αὐτά, δεικνύομεν ἔλλειψιν λεπτοῦ συναισθήματος Δικαιοσύνης, δεικνύομεν ἀναισθησίαν πρὸς πᾶσαν Δικαιοσύνην.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§195Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀναβάλλω διὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης.
§197ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰατρόπουλος.
§199Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις ἔλαβε διαστάσεις ἀπροσδοκήτους, καὶ οἱ κατήγοροι τοῦ νομοσχεδίου εὑρέθησαν πρὸ συνηγόρων τῆς Δικαιοσύνης, ἣν οὐδεὶς ἔψεξεν. Ἡ ἄκαιρος αὕτη ὑπεράσπισις τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ δοκιμαστικὰ πυρὰ πρὸς ἀνίχνευσιν τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἐπικείμενον ἀγῶνα ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναστολῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ οὔτε ἀγαθοῦ οὔτε μεγάλου κακοῦ θὰ γίνῃ πρόξενος. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἐξέθηκε περὶ τῶν πλημμελειῶν τοῦ νομοσχεδίου ἓν ἀκόμη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ περιστολὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: θὰ περισταλῶσιν ὄντως αἱ ψευδεῖς μηνύσεις ἢ θὰ καταστῇ δυσχερὴς ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πολλάκις; Τὸ δεύτερον φοβοῦμαι ὅτι θὰ συμβῇ, καὶ ἂν ἐπιτευχθῇ τὸ πρῶτον. Κατὰ τὰ τέως ἰσχύοντα, κατὰ τοῦ ἐπιχειροῦντος νὰ ἐπανορθώσῃ ἐνίοτε τὸ κακόν, ὅπερ διὰ τῆς μηνύσεως ἐμελέτησε, καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, ἠπειλεῖτο ὁ κίνδυνος τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος συλλήψεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Ἤδη, πλὴν τῆς μελλούσης ποινικῆς καταδιώξεως, ἀπειλεῖται ἡ ἄμεσος καταδίκη εἰς τὴν δικαστικὴν δαπάνην. Ὁ πρῶτος κίνδυνος, ἀπώτερος καὶ ὀλιγώτερον πιθανός, δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ καταστείλῃ τὴν ἐξέγερσιν τῆς συνειδήσεως. Πιθανώτατα δὲ ὁ ψευδομηνυτὴς δὲν θὰ ἐδίσταζε πρὸ τούτου μόνου τοῦ κινδύνου νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ψευδῆ αὐτοῦ μήνυσιν· ὁ κίνδυνος ὅμως τῆς καταδίκης εἰς τὴν δικαστικὴν δαπάνην, παρὼν καὶ ἐπικείμενος, δαπάνης κυμαινομένης καὶ ἐξικνουμένης καὶ μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν, αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν εἶναι αἰσθητότερος διὰ τὸ βαλλάντιον πτωχοῦ χωρικοῦ, διότι ὁπωσδήποτε καθιστᾷ καὶ τὴν κατηγορίαν ἐπὶ ψευδορκίᾳ ἤ, τοὐλάχιστον ψευδεῖ καταμηνύσει, σοβαρωτέραν, ἀποτελῶν οἱονεὶ πρόκριμα αὐτῆς. Οὕτω δὲ ὁ ψευδομηνυτής, τιθέμενος μεταξὺ δύο κακῶν, θὰ προτιμήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ψευδῆ μήνυσίν του, καὶ οὕτω θύματα πολλάκις ἀσκόπου νόμου θὰ πέσωσιν ἀθῷοι πολῖται. Σημειωτέον ὅτι ὑπὸ τὸ νέον καθεστὼς ὁ ψευδομηνυτὴς θὰ παρασκευάζῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς ψευδομηνύσεως ἐκλέγων τοὺς μάρτυρας μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων του, οἵτινες, μεταξὺ τῆς καταδίκης τοῦ ἀθώου κατηγορουμένου καὶ τῶν ἀπειλούντων τὸν μηνυτὴν κινδύνων, συνηθέστατα θὰ συμμαχῶσι μετὰ τοῦ τελευταίου. Μολονότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ ἐκεῖνο ὅπερ πρέπει νὰ λεχθῇ καὶ ἐπὶ πάντων τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Προκειμένου δηλαδὴ νὰ παρασχεθῇ νέα ἐξουσία εἰς τὰ Δικαστήρια, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνύψωσις τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν περιωπήν της. Ὅταν ἐνθυμῶμαι, ὅτι προεδρεύων δικαστὴς ἀπαθέστατα, ψυχραιμότατα, ἔλεγε, δικαζομένου ἐρήμην ἀθώου κατηγορουμένου, «ἂς τὸν κηρύξωμεν ἔνοχον, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης», ἀναλογίζομαι τί θὰ γίνηται εἰς τὸ μέλλον μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἂν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ τὰς ἐξαιρέσεις θὰ κρίνητε τὸ νομοσχέδιον;
§201Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταλήξω ἀλλοῦ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ πάντα τὰ δικαστικὰ τότε μόνον πρέπει νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Βουλευτῶν καὶ νὰ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς περιωπήν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ τοῦ διεξαχθέντος πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Δικαιοσύνης ἀγῶνος, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ γεγονὸς ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως προσαγάγῃ ἔγγραφά τινα.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§203Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σημείωμα μόνον ὑποβάλλω πρὸ τοῦ κ. Προέδρου ὅπως κατατεθῶσιν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: αʹ) Πᾶν ἔγγραφον ληφθὲν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῶν προακτέων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. βʹ) Ἰδίᾳ αἱ ἐκθέσεις τῶν Ἐπιθεωρητῶν αἱ γενόμεναι πρὸ τῶν τελευταίων δικαστικῶν προαγωγῶν. γʹ) Ἀντίγραφα πρακτικῶν διασκέψεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν τελευταίων προαγωγῶν Προέδρων καὶ Πρωτοδικῶν εἰς Ἐφέτας καὶ Προέδρους. δʹ) Ἰδιαίτατα πρακτικὸν μειονοψηφίας Πλημμελειοδικείου τινὸς προσαχθὲν καὶ ληφθὲν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰς εἰρημένας δικαστικὰς προαγωγάς.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§205Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἂν ἄλλος δὲν ἔχῃ τὸν λόγον, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§207Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω ἐπεισόδια.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ εἰπῆτε καὶ παραβάτην τοῦ Κανονισμοῦ μετὰ 15ωρον συζήτησιν; Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός).