1911.01.31
3,101 rows · 24,001 words · 209 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17.
Τῆς 31ης Ἰανουαρίου 1911
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου (Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ.μ. παρόντων Βουλευτῶν 191, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει παράλειψις ἐξαιρετικῶς σημαντική, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἡ Βουλὴ ἐν βαθυτάτῃ συγκινήσει ἠκροάσατο ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τηλεγράφημα τῆς ἐν Κρήτῃ Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων διεβίβαζε χαιρετισμοὺς πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς ἐνταῦθα Βουλῆς, καὶ συγχρόνως διετύπου τὴν εὐχὴν τῆς ἑνώσεως τῆς νήσου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἀνεκοινοῦτο συγχρόνως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο καὶ ἥνωσεν εἰς ἕνα παλμὸν κοινοῦ πόθου τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν Κρητῶν. Τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, καὶ ἴσως εἶναι εὐμένεια τῆς τύχης ἡ παράλειψις αὕτη, ὅπως ἀπηχήσωσι καὶ πάλιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ὅλα τὰ αἰσθήματα τῆς μητρὸς πρὸς τὴν μεγαλόνησον, τὴν διοικουμένην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Παρακαλῶν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτρέψῃ, ἵνα πανηγυρικώτερον διατυπωθῶσι πάντα ταῦτα ἐν τοῖς ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, νομίζω, ὅτι διερμηνεύω τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν πόθον ὁλοκλήρου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ Πρακτικὸν ἔχει συνταχθῆ ἀνακριβῶς, καίτοι ἐμερίμνησα, ὅπως συνταχθῇ ἀκριβέστερον. Τὸ ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἀπέστειλε σήμερον τὸ Πρακτικὸν καὶ περιεῖχε τὸ λάθος τοῦτο, ἐνῷ ἐγὼ ἔκαμα ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐλήφθη τηλεγράφημα τῆς ἐν Κρήτῃ Συνελεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστέλλετο ἀδελφικὸς χαιρετισμὸς πρὸς τὴν ἐνταῦθα Βουλὴν καὶ εὐχὴ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Ἡ εὐχὴ αὕτη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως παρελείφθη ἐκ τῶν Πρακτικῶν, ἔκαμα δὲ ἰδιοχείρως τὴν διόρθωσιν καὶ τὴν ἀπέστειλα εἰς τὸ ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἀλλὰ καὶ πάλιν παρελείφθη. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον, εἶχον σκοπὸν νὰ ζητήσω ἐγὼ τὸν λόγον καὶ νὰ προκαλέσω τὴν συμπλήρωσιν τῶν Πρακτικῶν. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔστειλε τὸ Προεδρεῖον, εἶναι εὐχαριστήριος ἀπάντησις τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι ἐν τέλει τῶν Πρακτικῶν ἀναφέρεται φράσις τοῦ κ. Κουλουμβάκη οὐχὶ ἀνακριβὴς ἀλλ’ ὑπενθυμίζουσα, ὅτι συνετάχθη τὸ Πρακτικὸν ὑπὸ πρώην δημοσιογράφου. Καίτοι ἔχω νὰ συγχαρῶ τοὺς πρακτικογράφους διὰ τὴν ἀκριβῆ ἀπόδοσιν τῶν λεγομένων, οὐχ ἧττον κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὰ Πρακτικὰ εἶναι ἐπίσημα καὶ πᾶν ὅ,τι ἀναγράφεται ἐν αὐτοῖς ἀναγράφεται ὡς λεχθὲν σοβαρῶς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως ἡ φράσις «χαριτολογῶν» περιττεύει. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§4ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν Πρακτικῶν ἐμφαίνεται ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ ἀντίρρησις. Ἀλλὰ σπανίως θὰ παρουσιάζωνται εὐκαιρίαι ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἐὰν γίνῃ νόμος. Ψευδεῖς μηνύσεις ἐπιδίδονται πολλάκις μόνον ἐπὶ ὑπονοίαις ἀπομεμακρυσμέναις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον βεβαίως θὰ παράσχῃ σωτήριον θεραπείαν. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν διὰ παμψηφίας ἀποφαίνονται τὰ Δικαστήρια προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς προστίμου 50–100 δραχμῶν εἰς τοὺς δολίους μηνυτάς, δὲν φαίνεται ὀρθή. Θὰ ἦτον εὐλογώτερον ἴσως, ἂν οἱ ἀπαιτοῦντες τὴν παμψηφίαν προεκάλουν τὴν συζήτησιν τοῦ ν’ ἀπαιτῇ ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ὁμόψηφον ἀπόφασιν εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια, ὡς ἀπαιτεῖται ἤδη καὶ γίνεται μάλιστα ἀλλαχοῦ». Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε μόνος σας μίαν διόρθωσιν καὶ δώσατέ την εἰς τὸν πρακτικογράφον. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον καὶ ἑτέρου πολυτίμου συναδέλφου ἡμῶν, τοῦ ἀειμνήστου Λεωνίδα Καπετανάκη. Διὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου ἡ Βουλὴ ἐστερήθη μέλους ἐπιλέκτου τοῦ Κοινοβουλίου, μέλους ἐκ τοῦ ὁποίου προσεδόκα σοφὴν τὴν συμβουλὴν εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐστερήθη δὲ καὶ ὁ νομὸς Λακωνίας ἀντιπροσώπου ἐκλεκτοῦ, τὸν ὁποῖον μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀπέστειλεν, ὅπως μετάσχῃ τῶν ἡμετέρων ἐργασιῶν. Τὸ Προεδρεῖον ἔσπευσε, μὴ ἔχον τὴν Βουλὴν συνεδριάζουσαν, ἵνα καταθέσῃ ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ μεταστάντος στέφανον καὶ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια πρὸς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ Προεδρείου.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποσταλὲν τηλεγράφημα πρὸς τὴν Κρητικὴν Βουλὴν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἀριστείδην Κριάρην Πρόεδρον Συνελεύσεως Χανία. Ὑμέτερον τηλεγράφημα ἀνεκοινώθη κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐντολῇ ταύτης διαβιβάζω ὑμῖν καὶ τῇ ἐν Κρήτῃ Συνελεύσει θερμοτάτας εὐχαριστίας ἐπὶ τοῖς ὑμετέροις ἀδελφικοῖς χαιρετισμοῖς. Πρόεδρος Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς Νικόλαος Στράτος. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν διαφόρων κατοίκων τῆς Λευκάδος, μετόχων τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας «Ἀμοιβαίας», δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων των ἐκ τῆς μελετωμένης συγχωνεύσεως τῆς «Ἀμοιβαίας» μετὰ τῆς Τραπέζης Μυτιλήνης. 2) Ἀναφορὰν τῶν κυρίων Σπ. Πολυζωγοπούλου, Β. Γιαννακοπούλου, Γ. Γεωργακοπούλου καὶ Π. Τριπόδη, σταφιδεμπόρων ἐν Πάτραις, παρακαλούντων ὅπως προκειμένου νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα περὶ ἐπιτηδευμάτων ἡ Βουλὴ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἰσότητα τῶν φορολογουμένων. 3) Ἀναφορὰν φοιτητῶν, παρακαλούντων ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν τελῶν τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. 4) Αἴτησιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων, παρακαλοῦντος ὅπως μὴ καταργηθῇ ἡ θέσις τοῦ ἑρμηνέως παρὰ τῷ ἐκεῖ Δικαστηρίῳ. 5) Ἀναφορὰν τοῦ ἐκ Φιλιππουπόλεως πρόσφυγος Γεωργ. Χατζοπούλου, ζητοῦντος ἐργασίαν. 6) Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας, ζητούντων βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. 7) Ὑπόμνημα τοῦ ἰατροῦ Κ. Τρίκα ἀναφορικῶς πρὸς τὸν Τριαδικὸν Θεόν. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Καλομενόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων», ἥτις θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ, ὡς καὶ ἑτέραν τινὰ τροπολογίαν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑποβάλλει σχέδιον αὐτοῦ, ὡς ὑπ’ αὐτῆς ἐτροποποιήθη, ὅπερ θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὑπάρχει τις πρὸς ὄρκισιν; (Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ν. Κάραλης, ὅστις δίδει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεκανονισμένον ὅρκον, ἔχοντα οὕτως: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας, Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου»). Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος τῶν ἐπερωτήσεων παρελείφθη κατὰ λάθος τοῦ γραφείου ἡ ἀναγραφὴ ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ αἰτήσεως τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καλυβίων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς αὐτοὺς εἰς τὸ τέλος τῶν ἐπερωτήσεων. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σῖμος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ συγκοινωνίας ἐν γένει.
§8ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὀρθῶς καὶ σοφῶς εἶπε, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσηγούμενος τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ αὐτοῦ ἔργου, ὅτι ἡ ἀρτία καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ πλήρης ἀγροτικὴ ἀσφάλεια δὲν εἶναι μόνον τὰ οὐσιώδη γνωρίσματα τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς χώρας, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι καὶ τὴν βάσιν τοῦ κοινωνικοῦ, συνεπῶς καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου. Πᾶσα ἑπομένως δαπάνη, τείνουσα πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας ὑγείας εἶναι, κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἔσοδον καὶ οὐχὶ ἔξοδον. Εὐλόγως δ’ ἐχαρακτήρισε ταῦτα καὶ ὡς νομοσχέδια οἰκονομικά. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὅτι ἀδελφὴ καὶ σύντροφος ἀχώριστος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ἡ συγκοινωνία. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἀλλοία ἐκράτησε, κατὰ τὸ παρελθὸν τοὐλάχιστον, γνώμη περὶ τῆς συγκοινωνίας. Ἀείποτε ἐθεωρήθη ὡς τις σπατάλη ἢ πολυτέλεια, παρεχομένη κατὰ προτίμησιν καὶ χαριστικῶς πρὸς ἐκείνας τῶν ἐπαρχιῶν, πρὸς τὰς ὁποίας αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις συνεδέοντο διὰ δεσμῶν ἰσχυροτέρων. Εἴδομεν διὰ τοῦτο Βουλὰς κατὰ τὸ παρελθὸν, αἱ ὁποῖαι κατηνάλωσαν μακρὸν καὶ πολύτιμον χρόνον εἰς πλατωνικὰς συζητήσεις περὶ συγκοινωνίας, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ οἱ λέγοντες καὶ οἱ ἀκούοντες ἐγνώριζον ὅτι, ὅσα λέγονται, λέγονται ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς καθησύχασιν τῆς συνειδήσεως τῶν συμπολιτῶν των. Ἀλλ’ εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀτμοσφαίρας τῶν κατὰ συνθήκην ψευδῶν τούτων. Λαός, ὅστις ζητεῖ συγκοινωνίαν, ζητεῖ δηλονότι πολιτισμόν, εἶναι λαὸς ἄξιος ἐκτιμήσεως καὶ θαυμασμοῦ. Ζητεῖ τὴν πραγματικὴν ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς Ἑλλάδος, ζητεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ σοφία τῶν κατὰ καιροὺς οἰκονομολόγων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου εἶναι καὶ ἡ ἐνίσχυσις τοῦ δημοσίου πλούτου. Πάντοτε προσεπαθήσαμεν νὰ διορθώσωμεν τὸ κακὸν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, οὐδέποτε ἀποβλέψαντες εἰς τὰ βαθύτερα αἴτια αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐν τῇ ἐκδοχῇ τῆς ἐννοίας ταύτης, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, ἀφήσαμεν τὰς ἐπαρχίας νὰ πάθωσιν ὑπὸ ἀναιμίας. Δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, Κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν· εἴμεθα ἀντιπρόσωποι Κράτους καὶ ἔθνους καὶ συνεπῶς μᾶς ἐνδιαφέρει ἐξ ἴσου ἡ τύχη ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν· μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ μᾶς συγκινεῖ βεβαίως ἡ εὔλογος ἀπαίτησις τῆς ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας Πελοποννήσου, ἡ ἐπέκτασις τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, ἡ βελτίωσις τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς Θεσσαλίας. Δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ Βουλή, οὔτε θὰ μοῦ καταγνώσῃ ὑστερόβουλον σκέψιν, ἐὰν μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν καὶ μοὶ ἐπιτρέψῃ δι’ ὀλίγων νὰ ἀφηγηθῶ πρὸς αὐτήν, πῶς ἔχουσι τὰ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, διότι ταύτης τὴν συγκοινωνίαν ἔτυχε νὰ ἀντιληφθῶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς. Πρὸ τριακονταετίας, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἥνωσε τὸ τμῆμα ἐκεῖνο μετὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη εἶναι ζήτημα ἂν ἐγένοντο τριάκοντα χιλιόμετρα δρόμου. Εἴκοσι, δεκαπέντε, δέκα ὧραι ἀποστάσεως ἐκ τοῦ κέντρου δὲν συγκοινωνοῦσιν οὔτε δι’ ὁδῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ δι’ ἀτραπῶν βατῶν. Τμῆμα, τὸ ὁποῖον συνέχεται μετὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως ὤφειλε νὰ συγκοινωνῇ, ἐν τούτοις ἀφέθη ἄνευ συγκοινωνίας, διὰ νὰ ταξιδεύσῃ δέ τις ἐκ τῆς Ἄρτης εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔλθῃ διὰ Πατρῶν εἰς Ἀθήνας καὶ νὰ ταξιδεύσῃ εἰς Θεσσαλίαν. Δὲν ἀναφέρω καὶ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, διότι πλέον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ ταξιδεύσῃ τις διὰ ξηρᾶς ἀπὸ τὴν Ἄρταν, ὅσαι δηλαδὴ ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ μεταβῇ τις ἐκ τοῦ Πειραιῶς εἰς Παρισίους. Ἀνέφερον τὰ τῆς ἐπαρχίας ταύτης, διότι, ὡς εἶπον, ταύτης τὴν ἀθλίαν συγκοινωνίαν ἔτυχε νὰ ἀντιληφθῶ, μὴ ἐπιτρεπομένην μάλιστα εἰς τμῆμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ φυτώριον πολιτισμοῦ πρὸς τὰ τμήματα ἐκεῖνα, τὰ ἀποβλέποντα εὐλόγως πρὸς τὸ ἐλεύθερον Κράτος. Κύριοι, θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον τῆς παρεξηγήσεως, ἐὰν ἐπέμενον μόνον περὶ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας. Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρός, ὅπως τὸ Κράτος ἀναλάβῃ πρωτοβούλως καὶ συστηματικῶς τὰ τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους. Βεβαίως γνωρίζομεν ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρισκόμεθα. Οὐδὲ μᾶς εἶναι ἄγνωστοι αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας δέον νὰ προτιμήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει μίαν συστηματικὴν καὶ πλήρη μελέτην καὶ ἀκριβοδικαίαν περὶ τῆς συγκοινωνίας ὅλου τοῦ Κράτους, νὰ τεθῇ δὲ τοιουτοτρόπως τέρμα καὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι εὐλόγως, κρίνουσαι ἐκ τοῦ παρελθόντος, νομίζουσιν ὅτι ἀδικοῦνται, παρεχομένων τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας πρὸς ταύτην χαριστικώτερον καὶ ὀλιγώτερον πρὸς ἄλλην, νὰ παύσῃ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ ἀσχολούμεναι αἰωνίως περὶ ζητημάτων καὶ περὶ συζητήσεων, τῶν ὁποίων τὸ συμπέρασμα εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδέποτε ἔσχεν ἀποτέλεσμα. Ἴσως ἀδικῶ τὸν φιλοπρόοδον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν προδικάζων καὶ προτρέχων εἰς τὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, θὰ ἤμην δ’ εὐτυχής, ἐὰν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἤθελον ἀκούσει, ὅτι πράγματι προέτρεξα τῶν σκέψεων αὐτοῦ περὶ τῆς συστηματικῆς μελέτης τῆς συγκοινωνίας ὁλοκλήρου τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸς τὸν τόπον, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συστηματικώτερον μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας· ἐνόμισα, λέγω, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς οὐδὲν θὰ συντελέσωσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἄνευ συγκοινωνίας, εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ κυλίων τὸν Σισύφειον λίθον ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποκαθίσταται ἡ συγκοινωνία τοῦ τόπου· εἶχον τὸ καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅτι θὰ ἀντλῇ ἐσαεὶ ἐκ τοῦ πίθου τῶν Δαναΐδων, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται σοβαρὰ μέριμνα περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία δὲν ἐπιλαμβάνεται ὁπωσδήποτε τῆς δυνατῆς θεραπείας τῆς δυσπραγίας τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ ἐγγράφῳ αἰτήσει τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Ἐξαρχοπούλου, Τ. Παπαδάμ, Γ. Γαϊτάνου, Λ. Ἐμπειρίκου, Θ. Σκάση, Σ. Βαφειαδάκη, Κ. Ἀλαβάνου, Ι. Ἀβάζου, Ι. Χρυσοβελόνη, Γ. Σχινᾶ καὶ Κ. Καλομενοπούλου ἡ περὶ συγκοινωνίας ἐπερώτησις τοῦ κ. Σίμου γενικεύεται, καὶ ἐντεῦθεν ἐπαληθεύει ἡ προαναγγελία μου, ὅτι γίνεται συζήτησις περὶ τῆς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας! Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καλομενόπουλος.
§10ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν λέγει «κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας»· λέγει «ἐν γένει»· ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι περιέχεται καὶ ἡ ἀεροπλοΐα (γέλωτες).
§11Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι θὰ παρέλειπον καθῆκον πρός τε τοὺς συμπολίτας μου καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐάν, εἰσαχθείσης ἐπερωτήσεως περὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν τῷ Κράτει, δὲν ἐζήτουν νὰ λάβω τὸν λόγον. Μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων ἐζητήσαμεν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἐκρίναμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι γενικοῦ συμφέροντος καὶ οὐχὶ τοπικοῦ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, καί, ἐὰν δὲν προεβαίνομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως, θὰ ὑπέβαλλον τὴν αἴτησιν ἄλλοι συνάδελφοι καθόσον τὸ ζήτημα εἶναι μεγάλου καὶ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἡ καθυστέρησις τῆς συγκοινωνίας ἐν Κράτει τινὶ εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ἔνδειξις ὅτι καθυστερεῖ ὁ πολιτισμός, ὅτι καθυστερεῖ τὸ Κράτος αὐτὸ ἐν τῇ κατανοήσει τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ καὶ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν του. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν διὰ μακρῶν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν. Γνωρίζομεν πάντες τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦλθε τὸ ζήτημα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καθυστερεῖ ἡ συγκοινωνία, ἔχομεν καθῆκον εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσα παράπονα ἔχει ἑκάστη περιφέρεια, ἕκαστος νομὸς τοῦ Κράτους διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς συγκοινωνίας. Ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἠδικήθη ἀείποτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ἀποβλέψασαι εἰς ἄλλας ἴσως ἀνάγκας τοῦ Κράτους, παρέβλεψαν νὰ προικίσωσι δι’ ὁδῶν τὰς νήσους τῶν Κυκλάδων, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίαν ἐν τῷ μέτρῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο. Ἐκ τούτου, Κύριοι, ἐπέρχεται ζημία τῶν ἰδιωτῶν, ζημία τοῦ Δημοσίου· οἱ ἰδιῶται ἀδυνατοῦσι νὰ διενεργήσωσι τὰς συναλλαγάς των ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐνεργήσωσιν αὐτάς, τὸ Δημόσιον δυσκολεύεται νὰ καταλάβῃ τοὺς ὀφειλέτας του, νὰ περισυλλέξῃ τοὺς στρατευσίμους του, τὰ Δικαστήρια, Κύριοι, ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκδικάσωσιν ἐν τῇ ἀπαιτουμένῃ ταχύτητι τὰς ὑποθέσεις των· ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν μίαν πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν κηρύσσεται σκληρῶς καὶ δρακοντείως ἀπαράδεκτος ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ πρώτη.
§13Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δὲ ἐνάσκησιν τῆς πρώτης τὴν ἀφήνει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Περὶ τούτου θὰ εἴπωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τοιαύτην πρότασιν νόμου καὶ ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν, τὴν δρακόντειον, τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, βλέπομεν ἕρμαιον τῆς τύχης πλείστας ὅσας ἐπαρχίας, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἑκατοντάδες δήμων εἶναι ἀνίκανοι νὰ συγκοινωνήσωσι μὲ τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, διὰ νὰ σπεύσωσι νὰ δικασθῶσιν ἢ νὰ σπεύσωσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἀνακοπάς των. Ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων εἰδικῶς, Κύριοι, κατατεμνόμενος εἰς εἴκοσι νήσους, στερεῖται συγκοινωνίας ὡς ἐκ τῆς ὀλιγωρίας τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Δημόσιον παρέχει βοήθημά τι διὰ τὰς ἀγόνους λεγομένας γραμμὰς πρὸς ἐξασφάλισιν μικρὰν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ τὸ δῶρον τοῦτο εἶναι τόσον μικρόν, καὶ τόσον ἀτυχῶς διατετυπωμένον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ὥστε καταντᾷ δῶρον ἄδωρον. Συγκοινωνία διενεργουμένη κατὰ ὀκταήμερον εἰς ὅρμους ἀκαταλλήλους, κατ’ ἐκλογὴν ἐπιβαλλομένης τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἀτμοπλοίου οὐχὶ εἰς ὅλους τοὺς ὅρμους, εἰς ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν ὅρμων, τοὺς ὁποίους ἔχει ἑκάστη νῆσος, δὲν εἶναι ἡ συγκοινωνία ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποίαν δεδικαιολογημένως πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ ὁ Ἕλλην πολίτης, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ἐπανάληψις κοινοτοπίας, πρέπει νὰ εἴπωμεν, καὶ τοὺς φόρους τοὺς χρηματικοὺς καὶ πᾶσαν ἄλλην εἰσφορὰν προθύμως εἰσφέρει πρὸς τὴν πατρίδα. Ἔχομεν, Κύριοι, νήσους εἰς τὰς Κυκλάδας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πλείστους ὅρμους, καὶ ἕκαστος ὅρμος, ἕκαστος λιμὴν ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα ἰδίων δήμων, ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα οὐχὶ μόνον αὐτῶν τῶν κατοίκων καθ’ ἑαυτούς, ἀλλὰ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ ἄλλων. Διὰ τὰ μέρη ταῦτα δὲν ἐλήφθη πρόνοια προσεγγίσεως τῶν ἀτμοπλοίων, ἐνῷ ἔδει νὰ περιλάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς προσεγγίσεις ταύτας εἰς τὰς ἀγόνους γραμμὰς ἀπονέμουσα ἐπὶ πλέον μικρόν τι βοήθημα εἰς τὰς ἀτμοπλοΐας. Ἡ μεγαλειτέρα, Κύριοι, νῆσος τῶν Κυκλάδων, ἡ Νάξος, ἔχει μόνον δέκα χιλιομέτρων ὁδὸν ἁμαξιτόν, τὴν ὁποίαν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ηὐτύχησε νὰ ἀποκτήσῃ, ἀλλ’ ἄνευ χρησιμότητος, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τμήματος συγκοινωνεῖ ἡ πόλις μὲ τὴν πεδιάδα τὴν πρὸ τῆς πόλεως, οὕτως ὥστε οἱ ἕτεροι τέσσαρες δῆμοι τῆς νήσου, οἱ μακρὰν κείμενοι, εὑρίσκονται ἐντελῶς εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν καὶ ἐπὶ Βενετῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον ἀρχόμενος τῆς βραχείας ταύτης ὁμιλίας μου, ὅτι θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ παράλειψις μεγάλου καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον, διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα σπουδαίως ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος καὶ περιλάβῃ ἐν τῇ μερίμνῃ της ὅλους τοὺς νομούς, ἰδιαιτέρως δὲ τὸν νομόν τῶν Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος εἶναι κατατετμημένος εἰς νήσους, καὶ ὡς ἐκ τῆς κατατομῆς ταύτης χρήζει ἰδιαιτέρας μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων δὲν παρέχει πολλὰ πράγματα εἰς τὸ Δημόσιον· τοὺς φόρους τοὺς πληρώνει τοσοῦτον κανονικῶς, ὥστε, νομίζω, 3–4 τοῖς ἑκατὸν καθυστερούμενα ἀφήνει ὁ νομὸς πρὸς τὸ Δημόσιον· τοὺς κληρωτοὺς τοὺς στέλλει προθύμως· φυγοδίκους δὲν ἔχει· νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἴσα ἴσα διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶναι ἄξιος μεγαλειτέρας προστασίας εἰς τὰ ἰδιωτικά του συμφέροντα. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος. Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν πληγὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Τὴν πληγὴν ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ διὰ τῶν μικρῶν πλοιαρίων της νὰ καταστείλῃ, οὔτε νὰ θεραπεύσῃ. Τὸ λαθρεμπόριον εἰς τὰς Κυκλάδας, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖται ἀπὸ τοὺς ἐκ Τουρκίας ἐπερχομένους ναυτικούς, ἔχοντας μικρὰ ἱστιοφόρα, τότε θὰ κατασταλῇ καὶ θὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἐξασφαλισθῇ ἡ πυκνὴ μεταξὺ τῶν νήσων συγκοινωνία διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἀγόνων λεγομένων γραμμῶν. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§14Σ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμήν, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ἐπερωτήσεως, ὅπως συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορθώσῃ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον πρὸ ἐτῶν λαμβάνει χώραν πρὸς ζημίαν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας· πρόκειται περὶ τῶν γενομένων συμβάσεων πρὸς ξένας ἀτμοπλοΐας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰς νὰ ἐκτελῶσι ταξίδια εἰς ἀγόνους γραμμὰς καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἐπιχορήγησιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἀλλοῦ συμβαίνει, διότι πᾶσα Κυβέρνησις προστατεύει τὴν ἰδίαν αὐτῆς σημαίαν. Ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅσοι ἔτυχον νὰ εὑρεθῶσι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν ἡ ψηφισθεῖσα σύμβασις μεταξὺ Ῥουμανίας, καὶ Ἑλλάδος. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπηγόρευε τὴν εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς Ῥουμανίας, ἐξ ἄλλου ἐπετρέπετο ἡ προσέγγισις εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας ἀτμοπλοίων Ῥουμανικῶν ἑταιρειῶν. Τὸ σοβαρώτερον ὅμως εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ λαμβάνει χώραν προκειμένου περὶ τῶν ἀγόνων γραμμῶν ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Καλαμῶν καὶ Κεφαλληνίας καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Βρινδησίου. Ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις πληρώνει διὰ συμβάσεις, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν εἰρημένων γραμμῶν, ὀγδοήκοντα χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὴν Αὐστριακὴν ἑταιρείαν Λόϋδ, καίτοι προσῆλθον εἰς τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων δημοπρασίαν Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι, αἵτινες κατεβίβασαν τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἡ διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ παρεδέχθη τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν. Πέποιθα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνων ταῦτα ὑπ’ ὄψιν θὰ προστατεύσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, καὶ δὲν θὰ δίδῃ τὰς ἀγόνους ταύτας γραμμὰς εἰς ξένας ἀτμοπλοΐας, ἀφοῦ τόσα πολλὰ ἀτμόπλοια ἐξυπηρετοῦσι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοΐαν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐκ καθήκοντος.
§15Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ οἱ προλαλήσαντες ἤγειραν φωνὴν διαμαρτυρίας, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, κατὰ τῆς ἀβελτηρίας τοῦ πολιτειακοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον κατέπεσε διὰ τῆς ἐξεγέρσεως τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως ἀνεπιστρεπτί. Ἀλλ’ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο διαμέρισμα τοῦ Κράτους δικαιοῦται ὁ λαὸς τῆς Ναυπακτίας νὰ ἐγείρῃ φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἄλλοτε πρὸ ἐτῶν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος εἶπον, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς Χαριλάου Τρικούπη ἡ Ναύπακτος, ὁ Ναυπακτιακὸς λαὸς ἐν γένει, δὲν ἐπροστατεύθη φιλοστόργως καὶ πατρικῶς ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὰ γενικὰ ζητήματα, ἰδιαζόντως δὲ ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν. Λακωνικῶς θέλω ἀναφέρει λεπτομερείας τινάς, ὅπως βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ δίκαιον εἶναι τὸ παράπονον τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν καὶ εὔλογον, ὅπερ ἐκ καθήκοντος ἀντιπροσωπευτικοῦ ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ εἰκοσαετίας ὅλης ἀνέλαβε τὸ Κράτος τὴν κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ ἐθνικῆς ὁδοῦ συνδεούσης τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ ὁδοποιίας ἡ ὁδὸς αὕτη ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐθνική, κατὰ τὴν φρασεολογίαν ὅμως τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου χαρακτηρίζεται ὡς ἐπαρχιακή. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἐσπαταλήθησαν, καὶ θὰ δικαιολογήσω τὴν λέξιν, 500 χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὴν ἔναρξιν καὶ κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Εἶπον ἐσπαταλήθησαν, διότι, ἐνῷ κατεσκευάσθησαν τὰ τρία τέταρτα τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἐξυπηρετούσης, ὡς εἶπον, τὴν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ἀπέμεινεν ἀτελὲς ἓν διαμέρισμα, καὶ τοιουτοτρόπως μείνασα ἐν ἀχρηστίᾳ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἡ ὁδὸς αὕτη κατεστράφη καθ’ ὁλοκληρίαν, δύναταί τις εἰπεῖν. Εἶχον δίκαιον, ὑποθέτω, νὰ εἴπω ὅτι ἐγκληματικῶς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐσπατάλησε 500 χιλιάδας δραχμάς, διότι τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ κατασκευὴ ἔργου, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς δὲν ὑφίσταται. Διὰ τὸ ἔργον ὅθεν τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ὑπάρχει νομοθετικὴ ἔγκρισις, ἐὰν νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι, παρακαλῶ, ὅπως ἐγγράψῃ εἰδικὴν πίστωσιν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν ἡ συγκοινωνία ἐξυπηρετεῖται πλημμελέστατα, διότι, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τμήματά τινα βατῶν ὁδῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπικοινωνοῦσιν ἐλάχιστα χωρία, ἑβδομήκοντα ἐν ὅλῳ χωρία αὐτῆς ἀπομένουσιν εἰς τὴν τύχην τῆς θείας προνοίας καὶ ἐπικοινωνοῦσιν ἀμοιβαίως διὰ τῶν ἀτραπῶν. Καταθέτω ὅθεν εἰς τὸ προεδρεῖον τὸ σχετικὸν σημείωμα διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ διατάξῃ τὴν σύνταξιν μελέτης καὶ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδούς, τῶν ὁποίων ποιοῦμαι μνείαν ἐν αὐτῷ, καὶ τὰς συναφεῖς αὐταῖς γεφύρας καὶ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα. Πλημμελὴς ἐπίσης εἶναι ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία καὶ ἡ ταχυδρομικὴ τῆς Ναυπακτίας, διὰ τὴν ὁποίαν καταθέτω ἐπίσης σχετικὸν σημείωμα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἱδρύσεως ἀναλόγων τηλεφωνικῶν καὶ ταχυδρομικῶν γραφείων.
§16ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔσπευσα, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἀναμείνω νὰ ὁμιλήσωσι πάντες οἱ συνάδελφοι, ὅσοι ἐξεδήλωσαν διαθέσεις νὰ συμμετάσχωσι τῶν γενομένων συστάσεων, διότι ἀκριβῶς ἐλπίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω καὶ ὀφείλω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν, δύνανται ν’ ἀνακόψωσι τὰς περαιτέρω συστάσεις. Ὅσοι ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων παρέστησαν καὶ ἄλλοτε ἐνταῦθα γνωρίζουσι πάντοτε, ὅτι κατὰ πᾶσαν Σύνοδον ἐπανειλημμένως ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ ἀλλεπάλληλοι ὑπεβάλλοντο συστάσεις περὶ κατασκευῆς τοιούτων ἔργων. Ἀτυχῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐκ νομικῶν κωλυμάτων, δύναται ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἠδύναντο ἄλλαι Κυβερνήσεις, διότι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἤδη νόμοι, οἵτινες ἄλλως ῥυθμίζουσι τὰ τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν.
§17ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμος ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ὅπως ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι τότε.
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ νόμος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας.
§19ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ διάθεσις τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου πρὸς ἔργα συγκοινωνίας δὲν ὑπῆρξε πανταχοῦ καὶ πάντοτε σκόπιμος. Ἐγένοντο δαπάναι παλαιότερον δι’ ἔργα σκόπιμα, ἴσως δὲ ἐγένοντο καθ’ ὑπερβολήν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ εἶναι οἰκονομικωτέρα ἡ διαχείρισις. Ἀλλά, ὅτε λέγομεν αὐτά, ὀφείλομεν ἐξ ἄλλου νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ὑπῆρξε καὶ φειδωλὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ σύνολον τῶν ὁδῶν τῆς χώρας, διακρινομένων εἰς ἐθνικάς, δημοτικὰς καὶ ἐπαρχιακάς. Θὰ ὑποβάλω τὸν πίνακα αὐτόν, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τὴν κατάστασιν.
§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατ’ ἐπαρχίας.
§21ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ, ὡς εἶπον, ἀναθέτει τὴν κατασκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ λειτουργία δὲν ἤρχισεν. Ὅσοι ὅμως θεωροῦσι, διότι φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη γνώμη, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ αἱ ἐπαρχίαι ἀδικοῦνται πολὺ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς συγκοινωνίας, ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ἐπὶ τούτῳ ἔχουσιν εἰσφέρει, εὑρίσκονται ἐν μέρει ἐν πλάνῃ. Ἀνατρέχοντες εἰς τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἐζήτησα νὰ καταρτισθῶσιν ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνατρέχοντες εἰς τοὺς πίνακας αὐτούς, τῆς μεταξὺ ἐπαρχιῶν καὶ Δημοσίου ληψοδοσίας, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις ἐν τῷ συνόλῳ φέρει τὸν λογαριασμὸν τῶν ὠφελειῶν πολλῶν ἐπαρχιῶν εἰς μεῖζον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ λάβωσι. Τὸ βέβαιον μόνον εἶναι, ὅτι πολλαὶ ἐπαρχίαι ηὐνοήθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἔλαβον ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν, ἄλλαι ἠδικήθησαν μὴ λαβοῦσαι, ἐνῷ ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν. Ἴσως δώσῃ ἀφορμὴν τοῦτο νὰ συζητήσωμεν περισσότερον, ὅταν ὑποβληθῇ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, διότι ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεων, διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ νόμος οὗτος νὰ κινηθῇ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, παρὰ τὰ κωλύματα τὰ ἐκ τοῦ νόμου, ἐπεχείρησε πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως μὴ ἀφήσῃ εἰς τελείαν καταστροφὴν τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ τὰς δημοτικὰς ὁδούς. Ἀλλά, παρὰ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι κληρονομοῦμεν δαπάνην ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους 800,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα συντηρήσεως, δὲν νομίζω δέ, ὅτι τὸ φορτίον τοῦτο εἶναι ἐλαφρὸν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρὰ πάντα τὸν ὄγκον τῆς τοιαύτης δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ 1911, ἡ Κυβέρνησις καὶ πάλιν ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας, ἀναγράφεται δὲ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις τοιαύτη. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν διστάζω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀναγράφεται οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου, ἀλλὰ πρὸς συντήρησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἔχομεν δύο πηγάς· πρώτη ἡ ἐκ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ διαλυθὲν τὸ 1892 ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφειλὴν θὰ ἀναγραφῇ, πρὸς ἀπόδοσιν μέρους, εἰδικὴ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· δευτέρα πηγὴ εἶναι ἡ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ταμείου τοῦ εἰδικοῦ τῆς ὁδοποιίας, τοῦ διὰ τοῦ νέου νόμου συνιστωμένου. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ταῦτα οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ἀξιώσωσι δικαίως, οὐχὶ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων τῆς συγκοινωνίας, ὅσα ἡ ἀνάγκη ἔχει ἀναγνωρίσει. Μελέται ἔργων συγκοινωνίας, ἐγκεκριμέναι ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀναβιβάζουσι τὰς δαπάνας εἰς 7.000.000. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἥτις νὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς τοιαύτας ἀξιώσεις ἐπαρχιακῶν ἔργων, ἐνδεικνυομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὤφειλε νὰ διαθέσῃ 7.000.000! Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, διότι εἰς 7.000.000 ἀνέρχονται αἱ μελέται, αἱ τεθεωρημέναι ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ μελέται, τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόφθασε νὰ θεωρήσῃ τὸ Συμβούλιον, τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς 5 ὅλα ἑκατομμύρια! Ποῖα καὶ πόσα ἐκ τούτων νὰ ἐκτελεσθῶσιν; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ὡς εἶπον, ὡς πρώτη μὲν πηγὴ χρησιμεύει τὸ ταμεῖον ὁδοποιίας, ἑτέρα δὲ ἡ ἀπόδοσις τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καί, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ φροντίσῃ πάσῃ δυνάμει, ὅπως δώσῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς κατασκευὴν τοιούτων ἔργων. Ἀλλά, ὅτε ὁμιλοῦμεν περὶ ὀφειλῆς εἰς τὸ ταμεῖον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας, δὲν πρέπει νὰ ὑπερτιμῶμεν τὰ ὅσα ἔχει τοῦτο λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου· διότι τὸ σύνολον τούτων δὲν ἀνέρχεται οὔτε εἰς 500.000 δραχμάς. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, τὸ Δημόσιον, ὅσα διαθέτει εἰς ἀπόδοσιν, τὰ διαθέτει πρὸς κατασκευὴν τεχνικῶν ἔργων, ἐπειδὴ δὲ ἐδῶ γίνεται λόγος περὶ ἔργων ἐπαρχιακῆς συγκοινωνίας, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ὅσα ἔχει λαμβάνειν ὁ λογαριασμὸς τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας, ἀνέρχεται εἰς 500.000, ὡς ἑτέρα δὲ πηγὴ θὰ χρησιμεύσῃ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον ὁδοποιίας. Αὐτά, ὡς πρὸς τὰ τῆς συγκοινωνίας κατὰ ξηράν. Διὰ νὰ γνωρίζῃ δὲ ἡ Βουλὴ καλλίτερον τὰ πράγματα, ἐθεώρησα σκόπιμον καὶ ἔχω ἤδη συντεταγμένους πίνακας, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ἴδωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, ἐλπίζω δὲ καὶ νὰ τυπωθῶσι πρὸς τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν σύστασιν τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἐκ Κυκλάδων διὰ τὴν συγκοινωνίαν κατὰ θάλασσαν, αἱ συστάσεις τοῦ κ. Βαφειαδάκη βεβαίως θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε λόγος ἐνταῦθα περὶ τῶν συμβάσεων μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι καὶ ἄλλοτε ἐδῶ καὶ γνωρίζω πῶς πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων Κυκλάδων, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ συνάδελφος κ. Καλομενόπουλος, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον, εἰπὼν ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιώρισε τὴν δαπάνην τὴν διατεθειμένην διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐκείνην. Τοὐναντίον καὶ ἐγὼ αὐτός, μὴ θεωρήσας ἐπαρκῆ τὴν συγκοινωνίαν ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰς Κυκλάδας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας νήσους, ἀνεγνώρισα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ γραμμάς τινας μὴ ἐξυπηρετουμένας ἐπαρκῶς διὰ τῶν ὑφισταμένων μέσων καὶ συμβάσεων.
§22Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περιώρισε τὴν δαπάνην, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐκεῖ ἡ συγκοινωνία.
§23ΠΑΝ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ....
§24ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§26ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§28ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Σεῖς παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ; Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ ἔλθῃ νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν. (Κατέρχεται τῆς προεδρικῆς ἕδρας καὶ καταλαμβάνει ταύτην ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§30Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶχον ἐξηγήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἐζήτησεν εἰδικῶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει. Ἦτο ἀναγεγραμμένος δεύτερος ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων διὰ τὰ ἔργα τῆς Ναυπακτίας, ἀλλά, ὅτε ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Καλαντζόπουλος καὶ ὡμίλησε κατὰ τὴν γενίκευσιν. Οὐδεὶς Κανονισμὸς παρεβιάσθη, παρακαλῶ δὲ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ εἶναι ὀλίγον ψυχραιμότεροι περὶ τὰς ἐκφράσεις κατὰ τοῦ Προεδρείου, διότι, ἐὰν ἐγὼ ἤθελον νὰ εὐχαριστήσω τὰς ἐπιθυμίας ἑκάστου, θὰ καθιεροῦτο ἀναρχία. (Ἐπανέρχεται εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐ μόνον διότι εἶμαι Βουλευτὴς τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ διότι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἶμαι ἐγκατεστημένος ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων δικηγορῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις συμπληρωτικὰς τῶν ὅσα περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος εἶπον οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Κυκλάδων συνάδελφοι κ. κ. Καλομενόπουλος καὶ Βαφειαδάκης. Κατόπιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπει δαπάνην, διὰ νὰ κατασκευασθῶσιν ὅλαι αἱ διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἀπαιτούμεναι ὁδοί, φρονῶ ὅτι δέον νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀπαραιτήτων τοιούτων. Ἡ ἐπαρχία Νάξου ἐλάχιστα χιλιόμετρα δημοσίας ὁδοῦ κέκτηται μεταξὺ τῆς πόλεως Νάξου καὶ τοῦ δήμου Τραγέας, τὰ ὁποῖα καὶ ἐὰν ἔλειπον, δὲν θὰ ἐβλάπτετο ἡ συγκοινωνία, καθόσον ταῦτα ἔχουσι κατασκευασθῆ ἐπὶ πεδιάδος· ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ ἑνοῦσαι διάφορα ὀρεινὰ τῆς νήσου πρὸς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπιβάλλεται ἡ κατασκευὴ ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀπειράνθου μέχρι τοῦ ὅρμου Μουτζούνη, ἔνθα τὰ ὀρυχεῖα τῆς σμύριδος, καθόσον, ἵνα μεταβῇ τις ἐξ Ἀπειράνθου μέχρι τῶν ὀρυχείων, τοιαύτη εἶναι ἡ ὁδός, ὥστε καὶ κατὰ τοὺς ἐντοπίους πρέπει νὰ ἐξομολογηθῇ τις καὶ νὰ κάμῃ καὶ τὴν διαθήκην του, καθόσον εἶναι ζήτημα ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπανέλθῃ. Ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐπιβάλλεται, φρονῶ, καθόσον τὸ Δημόσιον ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν σμύριδα καὶ δέον μικρὸν εἰσόδημα ταύτης νὰ διαθέτῃ καὶ διὰ τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους τοῦ δήμου Ἀπειράνθου. Ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων ὑπάρχουσι νῆσοί τινες, αἵτινες συγκοινωνοῦσι μετὰ τῆς πρωτευούσης ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, διότι δὲ ἡ τοιαύτη συγκοινωνία δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν προσέγγισιν δαπάνας, τὸ Δημόσιον προσέρχεται ἀρωγὸν εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν συγκοινωνίαν, καὶ οὕτω συγκοινωνοῦσιν αὗται. Ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν ἐταξιδεύσατε πρὸς τὰς νήσους ἐκείνας θὰ ἀντελήφθητε, ὅτι πάντοτε τὸν χειμῶνα καὶ θέρος τὸ πέλαγος εἶναι ἐν τρικυμίᾳ ὑπερβολικῇ, καί, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ τρικυμία, ἡ συγκοινωνία τῶν νήσων ἐκτελεῖται διὰ τοῦ ἱστορικοῦ «Πανελληνίου», τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ἂν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην χωρητικότητα, πάντως ὅμως δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων ἐκείνων λόγῳ τῶν τρικυμιῶν. Ἀφοῦ δὲ καὶ ἐκ τοῦ ἀναπτυχθέντος μισθοδοτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς συγκοινωνίας ταύτης ἠλαττώθη ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγουμένη ἀποζημίωσις, φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐ μόνον δέον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δρομολογίου εἰς ἀτμόπλοιον μεγαλείτερον τοῦ «Πανελληνίου», ἀλλὰ καὶ ἡ συγκοινωνία νὰ γίνῃ καὶ δὶς τῆς ἑβδομάδος.
§33ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἰδών, κύριοι Βουλευταί, τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει ὁ τίτλος «ἐπερώτησις περὶ τῆς ἐν γένει συγκοινωνίας τοῦ Κράτους», ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην στενοχωρίαν τινά, διότι δὲν εἶχον τὸν χρόνον νὰ μελετήσω, ὅσον ἐπεθύμουν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἶμαι εἰς θέσιν νὰ φέρω τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας εἰς τὴν περιωπήν του καὶ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς τὸ συνέδριον, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν μέριμναν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ σημερινὴ ἀντίληψις καὶ κοινωνικὴ πρόοδος ἀπαιτοῦσιν. Πρωτίστως πάντες, δὲν ἠξεύρω πῶς, περιοριζόμεθα εἰς τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὴν συγκοινωνίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν τὸν λόγον, περιέστρεψε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων, καὶ ἐπὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἔχομεν σήμερον, καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ πίνακα τῶν μέχρι τοῦδε ἔργων, τῶν ἀφορώντων τὴν συγκοινωνίαν, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ὅτι περίπου ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του τὸ Κράτος, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλ’ ἐγώ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ἐν γένει ἀποστολὴν τοῦ συνεδρίου, θὰ ἔλεγον γνώμας, αἱ ὁποῖαι, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ὅτε τὰ πράγματα μᾶς ὡδήγησαν εἰς τὸ νὰ κληθῇ συνέδριον, ὡς ἐκλήθη, καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κράτους, βεβαίως ἡ κοινὴ συνείδησις ἀπῄτει, ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων νὰ τεθῶσι βάσεις τόσον ἑδραῖαι, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πραγματικῶς ἡ ἀνόρθωσις, καὶ πρωτίστως ἀπῄτει νὰ εὑρεθῶσιν οἱ πόροι τοῦ Κράτους καὶ τακτοποιηθῶσι, καὶ ἐκ τοῦ σημείου ἐκείνου νὰ γίνῃ ἡ σκέψις, ποῦ πρέπει νὰ δαπανηθῶσι τὰ περισσότερα καὶ ποῦ τὰ ὀλιγώτερα, καὶ ποῖον ἔργον θὰ συντελέσῃ περισσότερον εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, πολλαὶ ἀρτηρίαι, ἡ κυριωτέρα δὲ εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, δευτέρα ἡ τῶν ἐσόδων τῶν δήμων, καὶ τρίτη τὸ ἀντίτιμον τῶν κοινοτικῶν λιβαδίων, ἅτινα θεωροῦνται περισσεύοντα καὶ ἐκποιοῦνται ἀποτελοῦντα ἓν κεφάλαιον μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ δημόσια ἔργα, συγκοινωνίαν καὶ λοιπά. Καὶ ὑπάρχει νόμος περὶ αὐτοῦ; Βεβαίως. Καὶ προβάλλεται τὸ ἐρώτημα· ἀφοῦ ὑπάρχει, δύνανται ὅλα αὐτὰ νὰ ἀποτελέσωσιν ἓν ταμεῖον; Καὶ διατί ὄχι;—ἀπαντᾷ ἡ κοινὴ συνείδησις, ἥτις ἀπέστειλε τὸ συνέδριον τοῦτο. Καὶ λέγει ἡ διευθύνουσα τὴν κοινὴν συνείδησιν Κυβέρνησις, ὅτι θὰ φροντίσῃ περὶ παντὸς ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, καὶ θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δήμων, διότι σκέπτεται νὰ κάμῃ κοινότητας. Προκειμένου δὲ νὰ ἐξετασθῇ, Κύριοι, ἂν τῳόντι θὰ εὕρῃ τὰ μέσα ἡ Κυβέρνησις, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐναπόκειται εἰς τὴν δεξιότητα τοῦ συνεδρίου νὰ ὑποβάλῃ τὰς γνώμας του, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὴν δεξιότητα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ταξινομήσῃ τὰς γνώμας ταύτας καὶ τότε τῳόντι θὰ τὰ εὕρῃ. Ἐὰν ἀχθῇ εἰς πέρας αἴσιον ἡ σκέψις καὶ ἡ μέριμνα τοῦ τε συνεδρίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ἀναντιρρήτως· καὶ ἐρωτᾶται, ποῖον ποσὸν ἀπαρτίζουσι τὰ ἔξοδα τῶν δήμων; Ἀποτελοῦσι τόσον, ὥστε, ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ ληφθῇ εἰς ἓν κεφάλαιον καὶ τεθῇ κατὰ μέρος, θὰ χρησιμεύσῃ νὰ διοικηθῶσι καὶ οἱ δῆμοι, καὶ νὰ γίνῃ καὶ ἡ συγκοινωνία. Ἐὰν δὲ ἑνωθῇ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ φερεγγυότης τοῦ Κράτους θὰ εἶναι στερεωτάτη. Πρὸς στιγμὴν ἂς ἀφήσωμεν, ὡς ἔχουσι, τὰ πράγματα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τοὺς δήμους καὶ κάμωμεν αὐτοὺς κοινότητας, καὶ ἂς σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς ὑφισταμένης οἰκονομικῆς καταστάσεως· καὶ πρῶτον, Κύριοι, καλὴ διοίκησις τῶν δήμων, ῥυθμιζομένη οὕτως, ὥστε μέγα μέρος ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῶν νὰ θέτωσι κατὰ μέρος. Τῇ συνδρομῇ ὅλων τῶν δήμων, θ’ ἀποτελεσθῇ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ μεταβληθῇ τὸ σύστημα καὶ γίνωσι κοινότητες, θὰ ὑπάρξῃ ἄλλη διαρρύθμισις καὶ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ποῖον ποσὸν εἶναι τὸ μεγαλείτερον. Θὰ ὑπάρξῃ τότε εἰλικρινεστέρα ἡ διεξαγωγὴ ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὴν εὐημερίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ πολίτης. Τὸ σπουδαῖον εἶναι νὰ πεισθῇ ὁ πολίτης, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρῃ, θὰ τὸ προσφέρῃ ἐξ ἰδίας ὑποχρεώσεως πρὸς τὸ καλόν του, καὶ ὅτι θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας του· Ἐὰν τοῦτο, Κύριοι, κατορθωθῇ, τὰ μέσα ὑπάρχουσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἕκαστος νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν του, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς κατάγομαι. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἦτο τότε εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Ἡ καλὴ διαρρύθμισις λοιπὸν τῶν δημοτικῶν χρημάτων καὶ τῶν ἐκ τῶν λιβαδίων θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις δανείου, Κύριοι, 20,000,000 ἕως 50,000,000. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ, Κύριοι, νὰ ὑποβάλωμεν στατιστικάς, ἀλλὰ γνώμας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Δὲν πρέπει, προκειμένου περὶ τῆς συγκοινωνίας, νὰ ἐξωτερικευθῇ τὸ ζήτημα διά τινας μόνον ἐπαρχίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνδέσωμεν τὸ Κράτος διὰ μεγάλων ἀρτηριῶν, ὡς ἡ ἀρτηρία ἡ συνδέουσα τὴν Ἄρταν μετὰ τῆς Στερεᾶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης. Ὅταν δὲ περατωθῇ τὸ δίκτυον τῶν γενικῶν ἀρτηριῶν, τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ μερικωτέρων τοιούτων. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ὑψώσαμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν περιωπήν του. Τὸ συνέδριον δὲν περιμένει νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας μας περὶ τῶν ἐπαρχιῶν μας, καὶ τοῦτο ἐγὼ δὲν θὰ τὸ πράξω ποτέ, ἀλλ’ ἵνα ἀκούσῃ γνώμας περὶ κοινωφελῶν ἐν γένει ἔργων. Ἔχω πίνακα ἕτοιμον, ἀλλά, σᾶς εἶπον, δὲν θεωρῶ κατάλληλον τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω, ποῖα τὰ ἔσοδα ὅλων τῶν δήμων καὶ πόσα ἐξ αὐτῶν δαπανῶνται προσηκόντως ἢ ἐπὶ ματαίῳ. Ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι ἔλλειψις προνοίας τῆς διοικήσεως, μὴ δυναμένη ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀπόρροια τῆς καταστάσεως, ἥτις ἔφερε τὸ συνέδριον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ἧς ὁμιλήσας ἔδωκα πρὸ ἡμερῶν τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα αὐτῆς καὶ τὸν χαρακτηρισμόν, καὶ προσέτι εἶπον ποίαν ἔχει ἀποστολὴν ἡ Κυβέρνησις αὕτη συγκεκροτημένη ὅπως συγκροτεῖται, καὶ ποῖαι πρέπει νὰ ὦσιν αἱ βλέψεις της ἐν γένει, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη ἀνόρθωσις. Ὡμίλησαν οἱ Κύριοι προλαλήσαντες περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς διὰ θαλάσσης συγκοινωνίας. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ αὐτῆς. Ἔχω γνώμας διατετυπωμένας περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ Γαλαξειδίου μοὶ γράφουσιν, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας, τὸ Γαλαξείδιον, ἡ Ὕδρα καὶ αἱ Σπέτσαι, ἀρκοῦσιν, ἐὰν ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις διὰ συστάσεως Τραπέζης Ναυτικῆς, νὰ τακτοποιήσωσι τοιουτοτρόπως τὴν συγκοινωνίαν, ὅσον ἡ σημερινὴ πρόοδος καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀντίληψις ἐπιβάλλουσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι θὰ λάβωμεν ἀποφάσεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν ἐπὶ τῶν καθέκαστα. Τὸ συνέδριον πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ ὑποβάλῃ γνώμας, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφασίσῃ.
§34Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων περὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ ἰδίως κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον σχετικόν, παραιτοῦμαι πάσης συζητήσεως ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον τότε. Θὰ ἐτόλμων ὅμως νὰ συνενώσω καὶ ἐγὼ τὴν εὐχήν μου μετὰ τῶν κ. κ. ἐκ Κυκλάδων συναδέλφων ὑπὲρ τῆς συμπληρώσεως τοῦ δικτύου τῆς συγκοινωνίας αὐτῶν, καὶ τοῦτο ἀναμένομεν πάντες ἐκ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι ὁμολογουμένως αἱ προκάτοχοι ἐδείχθησαν ἄστοργοι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας τῶν Κυκλάδων.
§35Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησα καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου, ἵνα δι’ ὀλίγων λαμβάνων τὸν λόγον διαμαρτυρηθῶ ὅλαις δυνάμεσι διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία ἐν γένει τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τὴν ἐξιστόρησιν τῶν δεινοπαθημάτων τῶν κατοίκων τῶν Κυκλάδων ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Ἐπεθύμουν μόνον, ὅπως κάμω ἰδικιτέραν σύστασιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὀλίγων ἐκείνων ἔργων, ἅτινα πρόκειται ἐκ τοῦ ἐπιδόματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κατασκευάσῃ ἡ Κυβέρνησις, συμπεριλάβῃ εἰς ταῦτα καὶ τὴν ὁδόν, ἥτις συνδέει τὴν Ἑρμούπολιν πρὸς τὸν λιμένα Βάρης. Περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης ὑπάρχουσι μελέται ἕτοιμοι, μελέται συγκριτικαὶ παρέχουσαι πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως ἐπιληφθῇ ἀμέσως τοῦ ἔργου τούτου ἡ Κυβέρνησις. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, ὁπόταν ἔλθῃ λόγος περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον τοῦτο ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ σοβαρὰν μέριμναν ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως εἴτε τοῦ ὅλου εἴτε μέρους τοῦ ἔργου τούτου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπακόπουλος.
§37ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε θὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἂν πληροῖ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας προκειμένου περὶ συγκοινωνίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συστήσω εἰς τὸν Ὑπουργόν, εἶναι ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν Τριπόλεως–Ναυπλίου, Τριπόλεως–Καλαμῶν, καὶ Σπάρτης, αἱ ὁποῖαι ὁδοὶ στοιχίζουσιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα καὶ ἤδη εἶναι ἄχρηστοι, τρέχουσι δὲ τὸν ἔσχατον κίνδυνον νὰ καταστραφῶσι τελείως. Ἡ σύστασίς μου αὕτη, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἐπείγουσα, διότι πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν αὐτῶν ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν μηχανικῶν δὲ τῆς Τριπόλεως γνωρίζω ὅτι, ἂν δὲν λάβητε πρόνοιαν ἐπείγουσαν, αἱ ὁδοὶ αὐταὶ θὰ γίνωσι τελείως ἄχρηστοι.
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον ἄλλως ῥυθμίζον τὰ πράγματα, ἀλλὰ θὰ τροποποιηθῶσιν αἱ διατάξεις, ὅπως κινηθῇ ὁ νόμος.
§39ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος ἔχει δέσει τὰς χεῖρας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθῇ οὔτε νὰ κατασκευασθῇ ὁδός. Ἐγὼ σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε πρὸς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκον χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ σᾶς ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῶν ὁδῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ καταστραφῶσιν.
§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αἱ δηλώσεις, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀληθεῖς, εἶναι πραγματικαί. Τὸ Κράτος εἶναι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ κατασκευάσῃ ἔργα εἴτε σιδηροδρομικὰ εἴτε νὰ κατασκευάσῃ ὁδούς, οἱ δὲ πόροι, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, εἶναι λίαν ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων. Ταῦτα εἶναι πρὸ πολλοῦ γνωστά. Ἀλλ’ ἦτο γνωστὸν ἐπίσης, καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις ἐμερίμνησε νὰ διατυπώσῃ πανηγυρικῶς τὴν γνώμην της πέρυσιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη κατασκευῆς δρόμων ἁπανταχοῦ τοῦ Βασιλείου καὶ διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειον 150,000,000, μέρος τοῦ ὁποίου νὰ διατεθῇ ἀκριβῶς διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ ⅓, δὲν θὰ συντελεσθῇ κατὰ τὰ λοιπά....
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι κατὰ τὰ λοιπά· δὲν εἶπον αὐτό.
§42Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σχεδόν.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ ὁλοκλήρου.
§44Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔστω· μᾶς ἀπελπίζει τελείως ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἴδωμεν, ἔστω καὶ εἰς τὸ μέλλον, συγκοινωνίαν, διότι τὸ ταμεῖον τὸ ἐπαρχιακόν, τὸ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, ἢ τὰ ἄλλα ταμεῖα ἐκ τῶν ὁποίων προσδοκῶμεν, δὲν δύνανται, γνωρίζω καλῶς, νὰ συνεισφέρωσι ποσά, ὅπως κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐπειδὴ τούτων οὕτως ἐχόντων ἀδύνατον καθίσταται νὰ ἴδωμεν συγκοινωνίαν, διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἀναφέρω τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας γνωρίζω ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι γενικώτερον, ἀλλὰ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ γεφυρῶν, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν τελείως πρὸ πολλοῦ, καὶ καθίσταται οὐχὶ δυσχερής, ἀλλ’ ἀδύνατος ἡ συγκοινωνία τῶν συμπολιτῶν μου. Εἰς τὸν Λάδωνα ποταμὸν εὑρίσκοντο δύο γέφυραι, ἡ μία ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, εἰς θέσιν Τουπέτσι, καὶ ἑτέρα εἰς ἀπόστασιν πέντε περίπου ὡρῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ξυλίνη, καὶ διὰ τῶν ὁποίων συνεκοινώνει ὁ νομὸς Ἀρκαδίας μὲ τὴν Ἠλείαν. Ἀμφότεραι αἱ γέφυραι ἐκεῖναι κατεστράφησαν. Ὕψωσα τὴν φωνήν μου, ὡς θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πλειστάκις εἰς τρεῖς συνεχεῖς Συνόδους τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ παρεκάλεσα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὴν γέφυραν Τουπετσίου, διότι κατεστράφη, καὶ ἐνῷ, ἂν ἐδαπάνα ὁ τότε Ὑπουργὸς ὀλίγας χιλιάδας, θὰ κατωρθοῦτο νὰ κρατηθῇ ἡ γέφυρα, παρέλειψε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ οὕτως ἡ γέφυρα ἐκείνη παρεσύρθη, κατεστράφη. Πρὸς τούτοις εἶναι ἐν ἐλεεινῇ καταστάσει ἡ ξυλίνη γέφυρα εἰς θέσιν Ἀράπη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σπουδαίαν καὶ ἄμεσον πρόνοιαν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ περισωθῇ διορθουμένη ἡ γέφυρα ἐκείνη, ἐξ ἧς τὸ ἥμισυ τοῦ νομοῦ διέρχεται, ὅπως λάβῃ ταχεῖαν μέριμναν, ἵνα ἡ γέφυρα Τουπετσίου ἡ ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀνεγερθῇ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τελείως διεκόπη ἡ συγκοινωνία, καθ’ ὅσον ὁ Λάδων ποταμὸς εἶναι ἀδιάβατος καὶ κατὰ τὸ θέρος, πολὺ δὲ περισσότερον κατὰ τὸν χειμῶνα, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅπως ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων ἀνέφερε προηγουμένως, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ κατηγορούμενοι, οἱ συμπολῖταί μας καὶ οἱ μάρτυρες δὲν θὰ ἠδύναντο τούτου ἕνεκεν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἵνα παρίστανται εἴτε ὡς κατηγορούμενοι εἴτε ὡς μάρτυρες, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων καὶ τῶν ἀποστάσεων καὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας δὲν θὰ δύνανται νὰ διέρχωνται τὸν Λάδωνα ποταμόν, καὶ τότε, Κύριοι, εὐλόγως θὰ μᾶς εἴπωσι: δὲν ἐγνωρίζετε τὰς περιστάσεις καὶ τὰς συνθήκας τῆς συγκοινωνίας, ὅτε ἐνομοθετεῖτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Νομίζω δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ παρακαλέσῃ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν εἰς τὰς γεφύρας ἐκείνας, αἵτινες χρήζουσι ταχείας μερίμνης. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω ἀκόμη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν—καὶ δὲν γνωρίζω πῶς διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀγαπητοῦ μου συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, ὅτι καὶ αἱ γέφυραι εἰς Νταβιὲς παρεσύρθησαν τελείως ἀπὸ τὰς τελευταίας θεομηνίας καὶ οἱ ἰδιαίτεροί μου συμπολῖται, οἱ Γορτύνιοι, δὲν δύνανται νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅπου εἶναι τὸ κέντρον τῶν συναλλαγῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων—ἐπὶ τῶν γεφυρῶν αὐτῶν νὰ δώσῃ ἰδιάζουσαν προσοχήν, διότι καθίσταται ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀβίωτος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§46ΙΩ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Γενικευθέντος τοῦ ζητήματος, κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησα καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ περὶ τῆς συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ ἰδίᾳ περὶ τῆς πλέον παρημελημένης ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς Βουλὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ γνησίου φρονήματος τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔτυχεν ὁλοκλήρου τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, ἀτενίζει σήμερον, πρὸς Κυβέρνησιν ἐπαγγελθεῖσαν τὴν ἀνόρθωσιν. Ὁποία ἡ χρησιμότης τῆς συγκοινωνίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐημερίας ἑνὸς τόπου εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ παιδεία, ἡ μόρφωσις, ὁ πολιτισμός, ὁ πλοῦτος καὶ αὐτὴ ἡ θρησκεία εἰσαγόμενα καὶ διαδιδόμενα διὰ τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων προαπαιτοῦσιν, εὔκολον καὶ ἀσφαλῆ τὴν ὁδὸν δι’ ἧς ἀπὸ τῶν καλῶς συγκεντρωμένων κέντρων θὰ πορευθῶσι πρὸς τοὺς ἀμοιροῦντας καὶ ὑπολειπομένους συνοικισμούς. Διὰ νὰ παραστήσω τὸ ἀρχέγονον τῆς καταστάσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας, εἶναι ἀδύνατον, κύριοι Βουλευταί, διότι ὄντως εἶναι ἀρχέγονος ἡ κατάστασις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας. Τοῦτο μόνον σᾶς τονίζω, ὅτι ἡ Εὐρυτανία εἶναι ἀπόκληρος πάσης συγκοινωνίας, πολλὰ δὲ τὰ δεινοπαθήματα πάσχουσιν οἱ βιοῦντες ἐν ταύτῃ, ἐν πάσῃ μὲν ἐποχῇ τοῦ ἔτους, ἰδιαίτατα δὲ κατὰ τὸν χειμῶνα. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ἔχει εὖρος 20 ὡρῶν καὶ μῆκος 30 ὡρῶν, πληθυσμὸν δὲ 50,000 ψυχῶν, καὶ ὅμως εἶναι ἡ μόνη ἐπαρχία, ἡ ὁποία ὑπολείπεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τεχνητὴν συγκοινωνίαν. Μόλις κατεσκευάσθη ἀπὸ ἐτῶν ἁμαξιτὸς τεχνητὴ ὁδὸς 15 χιλιομέτρων ἀπὸ Λαμίας μέχρι Καρπενισίου, ἐσκέφθησαν νὰ κάμωσι καὶ βατὴν ὁδὸν ἀπὸ Καρπενισίου μέχρι Φουρνᾶ, καὶ πράγματι ἐγένοντο τεμάχιά τινα. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἀφεθέντα ἀνεπιτήρητα οὐδόλως ἀπέχουσι τοῦ τελείου ἐξαφανισμοῦ. Καὶ οὐ μόνον ἡ Εὐρυτανία πάσχει δι’ ἔλλειψιν αὐτῶν· πάσχει, Κύριοι, καὶ δι’ ἔλλειψιν γεφυρῶν, κατ’ ἔτος δὲ ἡ δυστυχὴς Εὐρυτανία ἀριθμεῖ θύματα ἐκ τοῦ μὴ δυνατοῦ τῆς διελεύσεως ἐκ τῶν γεφυρῶν. Μέχρι τινὸς ἦτο ἐφικτὴ ἡ συγκοινωνία, διότι οἱ ἄνθρωποι διήρχοντο διὰ γεφυρῶν κατασκευασθεισῶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἤδη ὅμως αἱ γέφυραι αὗται κατέρρευσαν καὶ οἱ δυστυχεῖς Εὐρυτᾶνες κατ’ ἔτος ἐκτίνουσι φόρον πρὸς τοὺς χειμάρρους τοὺς ὁρμητικούς. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τηλεφωνικὴν ἀκόμη καὶ τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν ὑπολείπεται ὁ ἀτυχής, ἀλλ’ ὑπερήφανος, φιλήσυχος καὶ φιλόνομος ἐκεῖνος λαὸς τῆς Εὐρυτανίας. Εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ Μαρκόνι θέλει ἀντικαταστήσει τὸ ὑπάρχον τηλέφωνον διὰ τοῦ ἀσυρμάτου, οἱ Εὐρυτᾶνες ἀγνοοῦσι τὴν τηλεφωνικὴν γραμμὴν καὶ ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλήρη ἄγνοιαν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας. Καὶ τοιουτοτρόπως σήμερον εὑρισκόμεθα ἐν Εὐρυτανίᾳ εἰς οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ ἀντὶ τῆς εὐημερίας καὶ τοῦ πλούτου διακρίνομεν τὴν πτωχείαν καὶ τὴν πενίαν, διότι ὄντως τὸν πλοῦτον θὰ εὕρισκέ τις ἄφθονον ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ τὴν εὐημερίαν, καὶ θὰ ἦτο ὁμοία καὶ ἀληθὴς Ἑλβετία, ἂν διὰ τῆς συγκοινωνίας καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν παρθένων καὶ ὑψικορύφων αὐτῆς δασῶν τῆς ἐλάτης, τῶν ἐκτεταμένων εἰς μεγάλας ἐκτάσεις. Γνωρίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα οὐχὶ εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, εἴς τινας μὲν τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἐπιδαψιλεύῃ ἄφθονα τὰ μέσα τῆς εὐημερίας, εἴς τινας δέ, ὡς εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, νὰ δεικνύῃ τοσαύτην ἀναλγησίαν, ὥστε νὰ καθιστᾷ τοῖς ἐν ταύτῃ βιοῦσι τὸν βίον ἀβίωτον, ὡς μέχρι τοῦδε ἔπραξαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου, τὴν Εὐρυτανίαν, ὡσανεὶ αὕτη δὲν ἀπετέλει μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καίτοι ἐκ ταύτης ἐπίλεκτα μέλη καὶ πολλοὶ ἐκλεκτοὶ ἀνῆλθον εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας. Παρὰ Κυβερνήσεως δ’ ἐπαγγελθείσης τὴν ἀνόρθωσιν, ἐπαγγελθείσης τὴν δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα ἀξιῶ νὰ ῥίψῃ βλέμμα προστασίας πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας Εὐρυτᾶνας καὶ καταστήσῃ ὑποφερτὴν τὴν ζωὴν τῶν ἐν ταύτῃ βιούντων, διὰ τῆς συγκοινωνίας, παρακωλύουσα οὕτω καὶ τὸ ὀλέθριον μεταναστευτικὸν ῥεῦμα, ὅπερ ἤρξατο μεγαλοποιούμενον λόγῳ τῆς πενίας, ἀπορροίας οὔσης τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας. Διότι ναί, κύριοι Βουλευταί, ἡ πενία τῶν Εὐρυτάνων ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας. Θὰ παρεκάλουν τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν ἐξ ὀνόματος τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δυστυχῆ Εὐρυτανίαν, τὴν ἀπόκληρον πάσης συγκοινωνίας. Καὶ προτείνω ὡς σωστικὰ μέτρα: 1) Τὴν σύστασιν τηλεφωνείων καὶ τηλεγραφείων, εἰς ὅλας τοὐλάχιστον τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων, τὰ μάλα συμβάλλοντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν πολιτισμοῦ καὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ ἓν μόνον ὑπάρχει τηλεφωνεῖον ἔξω τοῦ Καρπενισίου. Ἡ κωμόπολις Φουρνᾶ, ἰδιαιτέρα μου πατρίς, ἔχουσα 2000 κατοίκους καὶ ὅλας τὰς ἀρχάς, εἰς ἃς ὑπάγεται καὶ ὁ δῆμος Δολόπων, στερεῖται ἔστω καὶ ἑνὸς τηλεφώνου. Ἐπίσης καὶ τὸ Καροπλέσιον πρωτεύουσα τοῦ δήμου Δολόπων. 2) Παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Καρπενισίου–Φουρνᾶ– Καρδίτσης καὶ Καρπενισίου–Βάλτου–Ἀγρινίου, ἡ ὁποία ἄλλως εἶναι ἐπιτακτικὴ καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. 3) Νὰ διαταχθῇ ὁ μηχανικὸς Εὐρυτανίας, ὅπως ποιήσηται μελέτας γεφυρῶν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρυτανίαν, ἐπιδιώξῃ δὲ τὴν κατασκευὴν γεφύρας Καραγιάννη, Φουρνᾶ, Μήλου, Ἀραχωβίτσης, Κτημενίων καὶ Μαύρου γεφύρας Δολόπων, δι’ ἃς μελέται ἔχουσι γίνει. 4) Νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας ἡ γραμμὴ Λαμίας–Καρπενισίου, τῆς ὁποίας καὶ ἡ μελέτη ἐγένετο. Εὐελπιστῶ, ὅτι αἱ συστάσεις μου θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως.
§47ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς ὅσα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, θέλω προσθέσει ὀλίγα τινὰ καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ εἰς ταῦτα τὴν προσοχήν του. Ὁ δῆμος Εὐρυτανίας συγκοινωνεῖ διὰ μιᾶς γεφύρας μὲ τὴν Ναυπακτίαν καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, κειμένης ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Εὐήνου. Εἰς τὸ χωρίον Ἀράχωβα ὑπάρχει μία γέφυρα, ἡ ὁποία, καθὼς μανθάνω, κατεσκευάσθη πρό τινος χρόνου, ἀλλὰ κατεστράφη ὡς ἐκ τῆς ἀτελοῦς κατασκευῆς της. Τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων προέβη εἰς τὰς ἀναγκαίας μελέτας καί, ὡς εἶδον ἐν τῷ τμήματι, αὗται εἶναι πλήρεις καὶ δὲν ἀπομένει ἢ μόνον ἡ ὑποβολὴ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἄρξηται ἡ ἐργασία. Εἶναι δὲ ἡ γέφυρα αὕτη χρησιμωτάτη καὶ ἀπαραίτητος, διότι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ἑνώνει, εἶναι ἡ μόνη ὁδός, διὰ τῆς ὁποίας οἱ Εὐρυτᾶνες συγκοινωνοῦσιν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος μὲ τὸ Μεσολόγγιον καὶ τὴν Ναυπακτίαν. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς μελέτης, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, εἶναι πλήρης, καὶ εἰσαγάγῃ τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον, ἵνα κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα αὕτη. Καὶ μίαν ἑτέραν παράκλησιν θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Δὲν εἶναι ὀρθή, κατ’ ἐμέ, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ πρῶτον ἡ συγκοινωνία καὶ εἶτα τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα. Τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα πρέπει νὰ προτιμηθῶσι, διότι, ὅταν δὲν ἔχωμεν ὑδραυλικὰ ἔργα, δὲν θὰ ἔχωμεν παραγωγήν, καὶ τότε ἐλάχιστα θὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἡ συγκοινωνία. Ἡ δευτέρα αὕτη παράκλησίς μου ἀφορᾷ ἔργον, οὗ ἡ ἐκτέλεσις ἐπείγει λίαν. Εἰς θέσιν Μάραθο τῆς περιφερείας Αἰτωλικοῦ ὑπάρχει ἓν ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον, ὅταν πλημμυρῇ, φέρει καταστροφὰς καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ καλλιέργεια τῶν πέριξ ἀγρῶν· καὶ περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ ῥεύματος τούτου ὑπάρχει ἡ σχετικὴ μελέτη καὶ δὲν ἀπομένει ἢ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔγκρισις, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν καὶ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτέλεσίς των· πρόκειται περὶ δαπάνης οὐχὶ ἀνωτέρας τῶν 3000 δραχμῶν.
§48Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Δὲν θὰ ἀπησχόλουν, Κύριοι, τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἤρχετο ἐνταῦθα ἡ συζήτησις περὶ συγκοινωνίας. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καταγόμενος, ὡμίλησε μόνον περὶ μιᾶς γεφύρας ἐκτὸς τῆς Τριχωνίας, ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία Τριχωνίας, ἂν καὶ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἐν τούτοις εἶναι τὰ μάλιστα ἠδικημένη ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Θέρμου ἀπέχει τοῦ Κεφαλοβρύσου τρεῖς ὥρας καὶ ἐν τούτοις τὸ Κεφαλόβρυσον, τὸ ὁποῖον εἶναι κέντρον τριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τεσσάρων τῆς Ναυπακτίας, συγκοινωνεῖ μὲ τὸ Ἀγρίνιον, τηλεγραφικῶς διὰ Ναυπάκτου —Μεσολογγίου–Αἰτωλικοῦ. Μία δὲ γέφυρα, ἡ ὁποία κατεσκευάσθη ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τοῦ Ἀγρινίου καὶ διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τὰς 120 χιλιάδας δραχμάς, ὅπως δι’ αὐτῆς συγκοινωνῇ συντομώτερον μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, μένει σχεδὸν ἄχρηστος, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ περατωθῇ τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀγρινίου μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Θέρμου. Ἡ Εὐρυτανία μετὰ τῆς Τριχωνίας ἔχουσιν ἀλληλένδετα τὰ συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας· ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δύο βατῶν ὁδῶν, διότι ἁμαξιτοὶ ὁδοί, ὡς ἐξετέθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ἀπρόσιτα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προτιμήσῃ πάσης ἄλλης τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Θέρμου. Μάλιστα εἷς μηχανικὸς πρό τινων ἐτῶν περιέκοψε τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως ἄλλων ὁδῶν καὶ κατεσκεύασε τὸ ἥμισυ ταύτης μέχρι τῆς ῥηθείσης γεφύρας. Ἔτι δὲ νὰ ἑνώσῃ τὸ τηλεγραφεῖον Θέρμου–Κεφαλοβρύσου, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ ἐκτὸς τοῦ ἐμπορίου καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ζωοκλοπῆς, διότι οἱ Εὐρυτᾶνες παραχειμάζοντες εἰς τὴν Τριχωνίαν κλέπτουσιν ἀπερχόμενοι κατὰ τὴν ἄνοιξιν τὰ μεγάλα ζῷα καὶ τὰ μεταφέρουσιν εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ εἰδοποιήσωμεν τὰς κατὰ τόπους ἀρχάς, ἵνα προλάβωσι τοὺς ζωοκλόπους. Ἑτέρα μεγίστη ἀνάγκη εἶναι, ἡ κατασκευὴ μιᾶς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρημίτσα, κάτωθι τοῦ χωρίου Σιτομένου Θέρμου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συγκοινωνήσωσι πρὸς τὸ Ἀγρίνιον τρία ἢ τέσσαρα χωρία τοῦ δήμου Ἀρακυνθίων, τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, καὶ μέγα μέρος τοῦ δήμου Θέρμου. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν γνωρίζω τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας μου ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας.
§49Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, Κύριοι, ὑπὸ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισα ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις παρέλκει· ἐπειδὴ ὅμως ἡ συζήτησις, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐξηκολούθησεν, ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο προφανῶς ἄδικον νὰ μὴ ἀκουσθῇ μία φωνὴ διαμαρτυρίας ἀπὸ τὴν ἐσχατιὰν ἐκείνην τῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκαταλελειμμένη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἀλλ’ ἰδίως ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Χάρτην τῆς Ἑλλάδος μία γωνία ξηρὰ καὶ ἄγονος ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ Ταϋγέτου μέχρι τοῦ Ταινάρου, ἡ ὁποία εἶναι διῃρημένη εἰς δύο ἐπαρχίας. Αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι συγκοινωνοῦσι διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ. Πρὸ εἰκοσιπενταετίας περίπου διετάχθη νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς ἐκείνη, ἵνα συγκοινωνήσωσιν αἱ δύο ἐπαρχίαι πρὸς ἀλλήλας. Κατεσκευάσθη τὸ πρῶτον τμῆμα ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Γυθείου πρὸς τὴν Ἀρεόπολιν εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν, καὶ ἀπὸ τῆς Ἀρεοπόλεως πρὸς τὸ Γύθειον εἰς ἀπόστασιν δύο πάλιν ὡρῶν, ἔμεινε δὲ ἓν τμῆμα μιᾶς ὥρας εἰς τὸ μέσον ἀκατασκεύαστον. Ἡ ὁδὸς ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσιν αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, κινδυνεύει ἤδη νὰ καταστραφῇ εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα, διότι ἔλειψε τὸ ἐν τῷ μέσῳ τμῆμα. Δὲν ἐννοῶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς συμπλήρωσιν τῆς συγκοινωνίας, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐλλείπουσι τὰ οἰκονομικὰ μέσα, θὰ ἐζήτουν ὅμως νὰ συντηρηθῶσι καλῶς ἐκεῖνα τὰ δύο σημεῖα, ἵνα μὴ καταστραφῶσιν. Αἱ δύο ἐπαρχίαι, Κύριοι, χωρίζονται ὡσαύτως ὑπὸ ποταμοῦ καὶ συνδέονται διὰ μιᾶς καὶ μόνης γεφύρας, κατασκευασθείσης κατὰ τὸ 1856, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ γέφυρα αὕτη πρὸ τριῶν ἐτῶν κατεστράφη καὶ διεκόπη πᾶσα συγκοινωνία. Τί νομίζετε δὲ ὅτι ἔχει γίνει ἀπὸ τριετίας μέχρι σήμερον; Ἔχουσι τοποθετήσει τάβλες, καὶ οὕτω συγκοινωνοῦσιν αἱ δύο ἐπαρχίαι. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπισκευῆς, νὰ διατάξῃ νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶναι ἐπιβεβλημένον, ἐὰν μὴ δι’ ἄλλον λόγον, τουλάχιστον διὰ λόγον φιλανθρωπίας, νὰ συγκοινωνήσωσι δὲ ὡσαύτως οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Γυθείου, Λαγείας, Τευθρώνης καὶ Καρυοπόλεως διὰ μιᾶς βατῆς ὁδοῦ πρὸς τὸ Γύθειον, διότι οἱ τέσσαρες δῆμοι ἐκ τῶν πέντε τῆς ἐπαρχίας Μάνης οὐδεμίαν βατὴν ὁδὸν ἔχουσι. Πῶς συγκοινωνοῦσι, θὰ μοὶ εἴπητε, οἱ δῆμοι αὐτοὶ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν; Φαντασθῆτέ το, ἀφοῦ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὀνομάζεται ἡ χώρα ἐκείνη Μάνη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἦτο δυνατόν, τοῦτο μὲν τὸ ζήτημα ἂς τὸ παραλείψῃ, ἐπειδὴ ἄλλοι λόγοι σπουδαιότεροι ἀπαιτοῦσιν, ὅπως στρέψῃ τὰ βλέμματά του ἀλλαχοῦ, νὰ διατάξῃ μόνον τὴν κατασκευὴν τῆς βατῆς ἐκείνης ὁδοῦ, Λαγείας–Καρυοπόλεως, καὶ ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ πράξῃ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἔργον φιλανθρωπίας.
§50Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι Βουλευταί, τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζω δὲ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δυστυχῶς ἐπὶ πολὺ μόνον ὡς εὐχὴ θὰ παραμείνῃ ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ τελεία συμπλήρωσις αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν τὸν ἔλαβον ἵνα συστήσω, μηδὲ νὰ παρακαλέσω πρὸς κατασκευὴν πλήρους δικτύου ὁδῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρω γεγονός τι, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον κύριον Ὑπουργόν, ἢ ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ εἶναι γνωστόν. Ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας καὶ πλέον ἤρξατο κατασκευαζομένη ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Πύργου. Εὑρίσκεται ἡ ὁδὸς αὕτη ἐν τῷ περατοῦσθαι· κατεσκευάσθη διάστημα πλέον τῶν 250 περίπου χιλιομέτρων εἰς μέρη ὀρεινὰ καὶ δύσβατα, ἐδαπάνησε δὲ τὸ Κράτος μέγα χρηματικὸν ποσὸν πρὸς τοῦτο. Ὁ σκοπός, Κύριοι, σήμερον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ δαπάνη αὕτη, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, δὲν ἐκπληροῦται τελείως ἕνεκα μικρᾶς, μικροτάτης ἐλλείψεως. Ἡ περάτωσις τῆς ὁδοῦ ἐσταμάτησεν εἰς μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ὑπολείπεται δὲ διάστημα τριῶν ὡρῶν μέχρις Ἀρχαίας Ὀλυμπίας, διάστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς μέρος πεδινόν, εἰς μέρος ἐπίπεδον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευήν, συμπλήρωσιν καὶ περάτωσιν τοῦ ἔργου τούτου ἔσται μικροτάτη ἀπέναντι τοῦ ὅλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὅλης ὁδοῦ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ λίαν ταχέως, ἐκ τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, νὰ περατωθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, ἵνα ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ τὸ Κράτος, ἐπιτευχθῇ δηλονότι ἡ πλήρης συγκοινωνία τῶν δύο νομῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ἀρκαδίας. Τοῦτο καὶ οἱ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφοι βεβαίως πλήρως γνωρίζουσι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι συνηγορήσει πρὸς τοῦτο, διότι ἐπιτυγχάνεται ἡ συγκοινωνία πλήρως δύο νομῶν διὰ δαπάνης μικρᾶς, μικροτάτης. Ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἀναγκαῖον, λίαν χρήσιμον, καὶ ἀπαιτεῖ ἐλαχίστην δαπάνην. Ἠδυνάμην νὰ συστήσω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καὶ ἄλλο ἔργον χρήσιμον διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἐκ τοῦ ὁποίου κατάγομαι, τεθῇ εἰς ἐκτέλεσιν καὶ περάτωσιν· νὰ κατασκευασθῇ ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπὸ Πύργου μέχρι τοῦ δήμου Πηνειῶν, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο δὲν συγκοινωνεῖ καθόλου μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Λετρίνων. Ἐὰν ἐπιτρέπωσι τὰ οἰκονομικά, ἂς τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός. Θὰ ἔλεγον δύο λέξεις καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ὄχι ἵνα συστήσω τὴν συντήρησιν μηδὲ ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ θὰ ὡμίλουν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν, ὥστε τὰ δαπανώμενα χρήματα νὰ μὴ δαπανῶνται ἀσκόπως, ἐπὶ ματαίῳ. Διὰ τὰς συντηρήσεις τῶν ὁδῶν δαπανῶνται κολοσσιαῖα καὶ μεγάλα ποσά· ἐν τούτοις αἱ συντηρήσεις αὗται δὲν γίνονται ὅπως πρέπει, καὶ διὰ τοῦτο καθημερινῶς ἔχομεν ἐλλείμματα καὶ ἀναγράφομεν κονδύλια εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πολὺ μεγάλα διὰ τὴν συντήρησιν ὁδῶν οὐδέποτε συντηρουμένων. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζει, διότι ὁ ἴδιος ἐβάδισεν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, ἕνεκα ἀτυχήματος, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὰ μέρη ταῦτα, γνωρίζει, λέγω, τὴν ὁδὸν ἀπὸ Λεχαινὰ εἰς Σουλεϊμάναγα. Ἐβαδίσαμεν, κύριε Ὑπουργέ, ὁμοῦ ἐν ἡμέρᾳ βροχερᾷ, καὶ ἀναμιμνήσκεσθε τὰ ἀγαθὰ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς, πεσόντες εἰς λάκκον, τὸν ὁποῖον ἠνέῳξεν ὁ συντηρητὴς τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§51ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔπεσα ἐγώ.
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔπεσα ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν (γέλωτες). Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν ὑμᾶς, ἵνα ἀναμιμνήσκησθε διαρκῶς τὸ τοιοῦτον καὶ συστήσητε εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὥστε τὰ δαπανώμενα χρήματα νὰ δαπανῶνται σκοπίμως καὶ ἵνα γίνηται ἡ συντήρησις ὅπως πρέπει, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ ἐπισκευῆς, διότι, ὡς καὶ σεῖς εἴπετε, οὐδεμία ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν συντήρησις, καί, ἐὰν μέχρι σήμερον δὲν κατεστράφησαν ὁδοί τινες, πάντως θὰ καταστραφῶσιν αὗται ἐντὸς ὀλίγου. Βεβαίως ὑμεῖς γνωρίζετε πάντα ταῦτα, ἀλλὰ καθῆκον εἶναι καὶ ἡμῶν νὰ συνιστῶμεν καὶ ὑπομιμνήσκωμεν αὐτὰ καὶ παρακαλῶμεν ὅπως λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι καὶ θὰ λαμβάνωνται.
§53Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῆς συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ Κυκλάδων καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὴν ἐπαρχίαν Νάξου, ἐκ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προέρχωμαι. Ἐὰν ὑπάρχῃ, Κύριοι, ἐπαρχία σκληρῶς ἀδικηθεῖσα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, εἶναι ἡ ἐπαρχία Νάξου. Οἱ σήμερον γέροντες τῆς Νάξου εἶδον ἀρξαμένην τὴν χάραξιν μιᾶς ὁδοῦ, καὶ ἂν καὶ διῆλθε τεσσαρακονταετία ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χαράξεως—καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἦτο ἢ μόνον 20 χιλιομέτρων—, δὲν ἐστάθη δυνατὸν μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης νὰ περατωθῇ. Γνωρίζω ὅτι μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ ὁδοποιίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδεσμεύετο. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ νόμον μεταρρυθμίζοντα τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐν τῇ δικαίᾳ αὐτοῦ κρίσει θὰ θελήσῃ πρὸ παντὸς νὰ ἀναγραφῇ εἰδικῶς, ἵνα αἱ ἀρξάμεναι ἐργασίαι περατωθῶσι, καὶ οὕτως ἡ ὁδὸς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἤρξατο κατασκευαζομένη ἐν Νάξῳ, φθάσῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ τέρμα της, καὶ συγκοινωνήσωσιν οὕτως οἱ τρεῖς ὀρεινοὶ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας μου μετὰ τοῦ μόνου λιμένος τῆς ἐπαρχίας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀπολαμβάνει διὰ τῆς ἐξορυσσομένης ἐν Νάξῳ σμύριδος ποσὸν ἀνερχόμενον περίπου εἰς ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ὑπάρχουσιν ὀρυχεῖα εἰς τοὺς δύο ὀρεινοὺς δήμους τῆς Νάξου, τὸ ὀρυκτὸν τῶν ὁποίων μεταφέρεται εἰς ἀπόστασιν ποικίλλουσαν ἀπὸ μιᾶς ἕως δύο ὡρῶν. Τοῦτο μόνον γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς σμυριδοεργάται νὰ ὁδηγῶσι τὰ ζῷά των ἐκ τῆς οὐρᾶς, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν, ὥστε κινδυνεύουσι νὰ παρασυρθῶσι καὶ τὰ ζῷά των καὶ αὐτοί. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν θερμῶς, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἰδιαιτέραν πρόνοιαν οὐ μόνον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀρξαμένης ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Νάξου–Τραγέας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς στοιχειωδεστάτης βατῆς ὁδοῦ, ἵνα οἱ δυστυχεῖς σμυριδοεργάται, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἱδρῶτός των εἰσφέρουσιν ἐτησίως τόσον ποσὸν εἰς τὸ Κράτος, κατορθώσωσιν ἄνευ κινδύνου τῆς ζωῆς των καὶ τῶν ζῴων των νὰ μεταφέρωσι τὸ πολύτιμον ὀρυκτόν, τὸ ὁποῖον ἡ πατρὶς ἡμῶν παράγει.
§54Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Κύριοι, ἡ ἔλλειψις τῆς συγκοινωνίας εἶναι τόσον γενικὴ καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτῆς τόσον παραδεδεγμένη, ὥστε ὅλοι ἔχομεν ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐκλεξάντων ἡμᾶς νὰ ἐγείρωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φωνήν. Περὶ τούτου πολλὰ ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ εἴπωμεν περισσότερα. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφορᾶς τῆς σμύριδος ἀπὸ τῶν ὀρυχείων πρὸς τοὺς ὅρμους, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πλέον ζήτημα συγκοινωνίας, ἀλλὰ μηχανικὸν ἔργον ὑψίστης σημασίας, μηχανικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον συνδέεται πρὸς τὴν ὅλην ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, καί, ἐπειδὴ τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶναι καθαρῶς κυβερνητική. Ὅτε λοιπὸν μία κυβερνητικὴ καθαρῶς ἐργασία ἐκτελεῖται κατὰ τρόπον ἄγριον, ἂν μὴ κτηνώδη, τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὴν πρόοδον τῆς παρούσης ἐποχῆς, ὅπου τὰ μεταλλεύματα οὐχὶ πλέον διὰ σιδηροδρομικῶν ὁδῶν μεταφέρονται, ὥστε νὰ μὴ στοιχίζῃ τίποτε ἡ μεταφορὰ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐναερίων ὁδῶν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ μετάλλευμα τοῦτο, ἡ σμύρις, στοιχίζει περίπου μίαν δραχμὴν μεταφορικὰ ἔξοδα, ἵνα μετακομισθῇ ἀπὸ τὸν τόπον τῆς ἐξορύξεως πρὸς τοὺς ὅρμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους παραλαμβάνεται, καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μεταλλεύματος δὲν γίνεται εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξορύσσεται, οὐδ’ εἰς τὰς στοάς, αἱ ὁποῖαι ἐξορύσσονται καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ ὅλως διόλου αὐτοσχέδιαι, ἀλλά, ἀφοῦ ἐξορύσσεται, παραδείγματος χάριν, πολλῶν ποιοτήτων σμύρις, αὕτη ἀφίεται ὅλως διόλου εἰς τὴν ὀξυδέρκειαν ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ἐργατῶν νὰ μεταφερθῇ ἢ ὄχι, καὶ οὕτω μεταφέρεται ἓν ποσὸν ἀπὸ 10 ἕως 20 χιλιάδας στατήρων, τοῦ ὁποίου τὸ ἥμισυ μόνον χρησιμοποιεῖται, ἐὰν λάβητε λοιπόν, λέγω, ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἴδητε πόσον εἶναι ἀνάγκη ἡ μεταφορὰ νὰ γίνεται ὑπὸ ἐπιστημονικωτέρους ὅρους, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εὐελπιστῶ ὅτι θὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ δώσω περισσοτέρας πληροφορίας εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ ἡ περὶ σμύριδος συζήτησις. Πρὸς τὸ παρὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
§55Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Γνωστοῦ ὄντος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὁδῶν τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, θὰ ἦτο εὔλογον καὶ τὸ παράπονον τῶν Ζακυνθίων παραπονουμένων διὰ τὴν σιωπὴν τῶν Πληρεξουσίων των ἐν σχέσει μὲ τὴν κατάστασιν τὴν ἀθλίαν τῶν ὁδῶν τῆς Ζακύνθου. Ἐνῷ ἐξοδεύονται τόσα χρήματα διὰ τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν, ἐν τούτοις ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ μὴ πλήρης ἀποπεράτωσιν αὐτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ μὴ συντήρησις τούτων γίνονται πρόξενα, ἵνα δαπανῶνται τὰ χρήματα ταῦτα ἀσκόπως. Ὑπάρχει μία ὁδός, ἥτις συνδέει τὸ χωρίον Βολίμες μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Ζακύνθου, καὶ ἥτις ὁδὸς διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Ἐλατίων εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι, ἐνῷ ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ μεγάλα αὐτῶν συμφέροντα, ἐν τούτοις μένει εἰσέτι ἀτελείωτος. Ἐκτὸς τούτου θὰ παρεκάλουν καὶ ἄλλο τι, ὅπως μὴ κατὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν, μετὰ τὴν σκυρόστρωσιν καταλίπωνται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπὶ 20–25 ἡμέρας, ἢ ἐνίοτε καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα, καὶ τότε εἶναι προτιμότερον νὰ μένωσιν εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν πρότερον, παρὰ νὰ μένωσι μὲ τοὺς χάλικας ἐπὶ ἕνα μῆνα καθιστάμεναι ἄβατοι. (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ἐνταῦθα ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Πέρρος).
§56ΠΑΝ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐλθόντος εἰς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐπλειοδότησεν εἰς παράπονα, διὰ τὴν συγκοινωνίαν τὴν ὑπάρχουσαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Τοῦτο δὲν θέλω πράξει ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, δὲν θέλω νὰ πλειοδοτήσω εἰς παράπονα διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, τῆς Λακωνίας, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι τὰ παράπονα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπασχολήσαντες οὕτω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ἠδύναντο νὰ τὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ὀξυδέρκεια εἶναι ἐγνωσμέναι, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ ὑπὸ σημείωσιν πάντα ταῦτα καὶ προβῇ ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν παραπόνων τούτων. Ἐπιφυλάσσομαι ἰδιαιτέρως νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἔχω διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ θέσις τοῦ Κράτους εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ τὰ διορθώσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὰ διορθώσῃ.
§57ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ μάλιστα μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ γνώμη, ἥτις θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ ἐκφρασθῇ, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, εἶναι ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸ προαναγγελθὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον, χωρὶς πρὸ πολλῶν ἡμερῶν νὰ ἔχῃ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§58Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ ἔτος 1882, ὅτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιίας τῶν 20.000.000 καὶ μετεκλήθη ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, ἡ πρώτη ὁδὸς ἡ μελετηθεῖσα ἦτο ἡ ὁδὸς Τριπόλεως–Πύργου. Δὲν ἐξετάζω ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἐν τῇ συντομίᾳ τῆς ἀποστάσεως ἐξετελέσθη, διότι οὐ τοῦ παρόντος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἓν τμῆμα τῆς ὁδοῦ ταύτης, τὸ τμῆμα Ἐρυμάνθου ποταμοῦ–Ἀρχαίας Ὀλυμπίας, 20 χιλμ. περίπου, παρέμεινε χωρὶς νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν, καὶ τοιουτοτρόπως 140 περίπου χιλμ. μόνον εἶναι ἐν ἐκμεταλλεύσει. Διότι ἐκ τῶν 140 αὐτῶν χιλιομ. 20 μένουσιν ἀνεκμετάλλευτα, καθόσον ἡ γέφυρα Τουπετσίου εἶναι τρίτοξος καὶ παρεσύρθη τὸ ἓν τόξον αὐτῆς καὶ μένει ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη ἡ γέφυρα αὕτη χωρὶς νὰ δύνανται νὰ διέλθωσιν οἱ κάτοικοι μὲ τὰ ζῷά των. Κατωρθώθη διὰ συνεισφορῶν τῶν πέριξ δήμων νὰ ἐπιστρωθῇ διὰ σανίδων τὸ τόξον ἐκεῖνο καὶ νὰ διέρχωνται οἱ κάτοικοι τῶν δήμων τῆς Γορτυνίας, οἵτινες ἔχουσι κτήματα ἐν Ἠλείᾳ, καὶ καθ’ ὅλας ἐν γένει τὰς ὥρας τοῦ ἔτους διέρχονται ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν. Συλλογισθῆτε λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ποταμὸς εἶναι ἀδιάβατος, ἀπὸ τοῦ 1906 δέ, ὅτε παρεσύρθη ἡ γέφυρα, οὐδεμία φροντὶς ἐγένετο καὶ οὐδεμία ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἠγέρθη διαμαρτυρία, μεθ’ ὅλας τὰς καθ’ ἑκάστην διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων πρὸς τὰς διαφόρους Ἀρχάς. Τελευταῖον ἐδέησε νὰ ἐπιδιορθωθῇ διὰ σανίδων πάλιν ἐκείνη ἡ γέφυρα δημοσίᾳ δαπάνῃ 2,000 δραχ., ἀλλὰ καὶ πάλιν ἓν τόξον αὐτῆς κινδυνεύει νὰ καταπέσῃ καὶ νὰ παρασύρῃ καὶ τὸ ἕτερον τόξον. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ γέφυρα αὕτη, διὰ τὴν ὁποίαν κατηναλώθησαν δυστυχῶς ἐξ ἀβλεψίας τῶν ἁρμοδίων πλέον τῶν δραχ. 300.000. Διότι κατὰ τὸ 1882– 1884 κατεσκευάσθη ἡ γέφυρα, καὶ ἐξωδεύθησαν 200.000, κατόπιν δέ, τῷ 1890, κατεσκευάσθη ἄλλη γέφυρα, ἧς τὸ ἓν τόξον παρεσύρθη, καὶ οὕτως ἐξωδεύθησαν ἐν ὅλῳ 500.000. Τώρα δὲ ἐπίκειται ὁ κίνδυνος καὶ τῶν ἄλλων δύο τόξων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῆς γεφύρας αὐτῆς, διότι, ἂν δὲν ἀλληλοσυνδεθῶσι τὰ τόξα αὐτά, ἀφεύκτως θὰ παρασυρθῶσιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα αὐτό, καθὼς καὶ διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ὑπολειπομένου τμήματος τῶν 20 χιλιομέτρων μέχρις Ἀρχαίας Ὀλυμπίας.
§59ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, ὅτι ἐκ τῶν πολυτιμοτέρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα οἱ τελευταῖοι αἰῶνες τοῦ πολιτισμοῦ ἐκληροδότησαν πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα, εἶναι καὶ ἡ συγκοινωνία, διότι δι’ αὐτῆς, ὡς ἐλέχθη καὶ ὑπὸ τῶν ἐντίμων προλαλησάντων, κατὰ πρῶτον λόγον ἐξηυτελίσθησαν αἱ ἀποστάσεις, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἐνισχύθησαν κοινωνικῶς οἱ λαοί, καὶ κατὰ τρίτον λόγον ἡ συγκοινωνία ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων πάσης χώρας. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, Κύριοι, διὰ τῆς συγκοινωνίας δύναται ἡ δικαιοσύνη, μετὰ ταχύτητος προβαίνουσα, νὰ καταστείλῃ πᾶσαν ἐγκληματικὴν ὁρμὴν τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ κοινωνικὴ ἀνάγκη, μᾶλλον κατεπείγουσα καὶ μᾶλλον συνδεομένη πρὸς τὴν οἰκονομικὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω ἄλλην ἢ τὴν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τέκνον τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ὁ Οἰκονόμου, ἔλεγεν ὅτι ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον δείξει ὀλιγωρίαν σχετικῶς μὲ τὴν συγκοινωνίαν, διότι ἡ συγκοινωνία ὁμοιάζει μὲ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος. Καὶ ὅμως, ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας, δυστυχῶς ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε ἔδειξε τοιαύτην στάσιν καὶ τοιαύτην ἀδιαφορίαν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὸν λαόν, ὥστε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔχει καταλυθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων. Καὶ ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶμαι ἀπογοητευμένος, ὅτι καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν στασιμότητα, εἶμαι, λέγω, ἀπογοητευμένος, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισις τοῦ Τμήματος, βεβαίως δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως καὶ σχετικῶς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο διὰ τοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον τὴν περιβάλλει, ἀσφαλῶς θέλει ναυαγήσει. Διότι πάντες πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, μηδὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξαιρουμένου, ὅτι εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων ὑπάρχουσι τὰ ἀντεπιστέλλοντα μέλη τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησάντων τὴν χώραν ταύτην, ὅτι πάντες πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἐν γένει ἡ χώρα κυβερνᾶται ἀπὸ τὰ παρασκήνια καὶ μόνον ἀπὸ αὐτά, διότι πάντες πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἡ νόμιμος ἐπέμβασις τοῦ Βουλευτοῦ ὑπεξέφυγεν ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν Βουλευτήν, δυστυχῶς ἀνῆλθε φαύλη ἡ ὀλιγαρχία, ἡ ὁποία λυμαίνεται δυστυχῶς τὸν τόπον τοῦτον. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον καὶ εἶναι γεγονὸς ἀναμφίλεκτον, ὅτι ἕως τῆς χθὲς ἁπλοῖ ἐργολάβοι καὶ ἁπλοῖ μηχανικοὶ ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι κολοσσιαίας περιουσίας, καί, ἂν κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου ἐτάχθην μὲ τὴν σημαίαν τῶν συντακτικῶν, ἦτο ὅτι ἤθελον καὶ ἐπεθύμουν, κηρυσσομένης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως συντακτικῆς, νὰ θέσωμεν ὑπὸ συζήτησιν πάντας τοὺς ὑπόπτους πλούτους καὶ συνεπῶς τὴν δήμευσιν αὐτῶν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ θέμα σας αὐτό.
§61ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τονίζω λοιπὸν καὶ πάλιν, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως, ἀσφαλῶς θέλει προσκρούσει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποκαθαίρει διὰ γενναίας ἐγχειρήσεως τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἓν τῶν τμημάτων τῆς συγκοινωνίας, τὸ τμῆμα τῶν Τηλεγράφων καὶ Ταχυδρομείων, κατ’ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἴσως γνωρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει διαιρεθῆ εἰς τμήματα τοιαῦτα, ὥστε ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει εἷς προσωπικὸς ἀνταγωνισμός, εἷς πόλεμος κατὰ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἀφορμὴν ἔλαβον νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύτας ἐξ ἑνὸς ὑπαλλήλου μεθύσου καὶ χαρτοπαίκτου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ καὶ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι. Ἠρώτησα ἂν μετέβη ἐπιθεωρητὴς καὶ ἂν ἐπληροφορήθη τὸ ποιὸν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου καὶ μοὶ ἀπήντησαν ὅτι οὔτε ἐπιθεωρητὴς μετέβη, οὔτε, ἐὰν μεταβῇ, νὰ εἶμαι βέβαιος ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, διότι, πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ εἷς τῶν ἐπιθεωρητῶν, τὸ ἀντικρούει ὁ ἕτερος, καὶ πᾶν ὅ,τι λέγει τὸ ἓν τμῆμα, τὸ ἀντικρούει τὸ ἕτερον. Καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀληθεύουσι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαπιστώσῃ τοῦτο, ὅσα γράφονται καὶ λέγονται εἰς βάρος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ὅτι ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῶν Τηλεγράφων καὶ Ταχυδρομείων διατελεῖ ὑπὸ βαρυτάτην κατηγορίαν, καὶ ἐφ’ ὅσον διατελεῖ ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ κύρους του καὶ τῆς αὐθεντίας νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ Νόμου. Πᾶς ἔνοχος ἐκεῖ εὑρισκόμενος βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκήσῃ πίεσιν ψυχικὴν τοιαύτην ἐπὶ τοῦ ὑπαλλήλου, διότι διατελεῖ ἔνοχος ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ὅτι ἀπέκτησαν περιουσίαν, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τοὺς σταλακτίτας τῶν ἱδρώτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ταράσσει καὶ ἐμὲ αὐτόν, εἶναι ὅτι δὲν γίνονται φρουροὶ καὶ φύλακες τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος ἦλθε καὶ ἐτόνισεν, ὅτι δὲν δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν περιφρούρησιν τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ἐγκαλῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπὶ λῃστείᾳ—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν λέξιν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων—τὴν Ἠλεκτρικὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ 22 λεπτὰ ἕκαστον κιλόβατον λαμβάνει ἀπὸ τὸ Κράτος 92.
§62Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μέγα σκάνδαλον.
§63Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε, αὐτὰ ὅλα δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§64Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Γκλαβᾶς. Πρέπει νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ κόσμος καὶ πρέπει νὰ τὰ βροντοφωνήσῃ ὁ κ. Γκλαβᾶς, διότι πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ τὰ εἴπωσιν.
§65Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μοὶ κατηγγέλθη, Κύριοι, τὸ σκάνδαλον τοῦτο δι’ ἐπιστολῆς ἰδιαιτέρας χωρὶς βεβαίως νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ καταγγείλαντος.
§66ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ ἡ Ἠλεκτρικὴ ἑταιρεία 22 λεπτὰ ἐπὶ τοῦ κιλοβάτου, καὶ καθ’ ὥραν, ὡς εἴπετε, λαμβάνει ἓν ὑπέρογκον ποσόν, 96 λεπτά. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρεία, ἠλαττώθη, ἀλλὰ δὲν ἠλαττώθη τόσον, ὅσον ἔπρεπε κατὰ τὴν σύμβασιν. Μετὰ τὴν ἐλάττωσιν αὑτὴν ἐπανέφερα τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν — τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος — καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου ἦτο ὀρθὴ καὶ δικαία, καὶ ὑπεσχέθη τότε τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ἡ Ἠλεκτρικὴ ἑταιρεία ἔλαβε παρὰ τοῦ Δημοσίου ὑπέρογκα ποσά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἐπεστράφησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ταῦτα ἀπεδείχθησαν.
§67Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσιν.
§68ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἐργάζονται ἐπανειλημμένα νομικὰ συμβούλια, διὰ νὰ ἐξακριβώσωσιν ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ κατὰ τῆς ἑταιρείας ἐκείνης διὰ 780 χιλιάδας δραχμάς.
§69Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δηλαδὴ ὅποιος δὲν θέλει νὰ ζυμώσῃ πέντε ἡμέρες κοσκινάει, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον!
§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τί ἄλλο εἶπον ἐγώ;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε, Κύριε.
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, δευτέρα γνώμη καὶ οὐδεὶς θὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ὅτι πραγματικῶς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν κ. Ἐλ. Βενιζέλον ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τῆς χώρας, πρέπει νὰ ὀνομάσωμεν αὐτὸ «τμῆμα τῶν Δημοσίων ὀργίων» ἀντὶ «τῶν Δημοσίων ἔργων». Μὲ ὅλην τὴν δύναμιν καὶ μὲ ὅλον τὸ ψυχικὸν σθένος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ μὲ ὅλην τὴν καλήν του θέλησιν, φρονῶ ὅτι πρὸ τῆς ὀλιγαρχίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ συνέρχεται καὶ συνεδριάζει, τὰ μέλη τῆς ὁποίας εἶναι τὰ ἀντεπιστέλλοντα μέλη τῶν παλαιῶν κομμάτων, συνεπείᾳ ἀσφαλῶς τῶν τελευταίως ψηφισθέντων νόμων, οἱ ὁποῖοι μὲ πέδας κρατοῦσι τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πάντα ἄλλον Ὑπουργόν, οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ. Ὥστε εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀποκέντρωσις εἰς πάντα κλάδον, μεῖζον εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων ἀσκουμένη, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ καθάρωμεν τὰ ἕλκη ἐκεῖνα τὰ ὄζοντα καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν ἀποκεντρωτικῶν συστημάτων, διότι ἐφύγομεν ἀπὸ τὴν φαυλοκρατίαν τὴν πολιτικὴν καὶ ἐπέσαμεν εἰς τὸν φαῦλον κύκλον τῆς ὀλιγαρχίας. Λοιπὸν εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ὑπαίτιος καρκίνος, ὁ ὁποῖος λυμαίνεται τὸ Κράτος τοῦτο, εἶναι, Κύριοι, τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων. Εἰδικῶς ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως μερικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα βεβαίως σαρκούμενα εἰς πραγματικότητα ἤθελον ἐπιφέρει θεραπείαν εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς διατελοῦσιν ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπαρχία, ἡ ὁποία διατελεῖ ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει, εἶναι ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος λαός, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἔσχε τὴν τιμήν, ἵνα παρουσιάσῃ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς Ὑπουργοὺς καὶ Πρωθυπουργούς, δυστυχῶς διατελεῖ ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας ἐν τοῖς σπαργάνοις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον παρέχει πρὸς ἐμὲ τὴν ἀγανάκτησιν μεγαλειτέραν, εἶναι τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδίᾳ οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν ταύτην δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμωσι μίαν μικρὰν ὁδόν, ἔστω καὶ βατήν, ἀπὸ Καλαβρύτων μέχρις Ἁγίας Λαύρας, διότι ἀπὸ Καλαβρύτων, Κύριοι, μέχρις Ἁγίας Λαύρας τὸ διάστημα δὲν εἶναι εἰμὴ ἡμισείας ὥρας, καὶ ὅμως οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν χώραν ταύτην δυστυχῶς οὔτε ἐξ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης οὔτε ἐκ φόρου εὐγνωμοσύνης ὡς πολῖται δὲν ἠθέλησαν τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ τὸ μεταβάλωσιν εἰς πανελλήνιον προσκύνημα· ἀλλὰ τί λέγω; δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπνευσθῶσι νὰ δημιουργήσωσι τὴν μικρὰν ἐκείνην ἀτραπόν, ἵνα μεταβαίνωσιν οἱ Ἕλληνες πολῖται ἐκ πάσης πόλεως καὶ γῆς, διὰ νὰ προσκυνήσωσι πρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐκείνου, ἐκεῖνοι οἵτινες κυβερνῆται τῆς χώρας ταύτης ἠρέσκοντο νὰ διασκεδάζωσι καὶ καταχειροκροτῶσιν ὀρχούμενον εἰς τὴν Φαληρικὴν ἀκτὴν τὸν Ζύπ! (γέλωτες).
§73Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πολὺ ὀρθά, πολὺ ὀρθά.
§74Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκουράσθη καὶ ἐξηντλήθη λόγῳ τῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ συγκοινωνίας, θὰ ὑποβάλω μερικὰς συστάσεις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ πατριωτισμῷ αὐτοῦ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἔχω καὶ ἄλλο σημεῖον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν περιοδείαν μου ἐκείνην καὶ τὴν ἐπικοινωνίαν μου μετὰ τοῦ λαοῦ μοὶ ἔκαμε πράγματι φρικτὴν ἐντύπωσιν. Μετέβην εἰς κάποιον χωρίον ὀνόματι Βαρθολομιό, σεισμοπαθὲς μέρος· ἠθελήσαμεν ἀπὸ τὴν Γαστούνην νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Βαρθολομιό. Ἐκεῖ εἶναι ὁ λεγόμενος Πηνειὸς ποταμός. Τί εἶδον, Κύριοι; Εὑρέθην πρὸ θεάματος, τὸ ὁποῖον δι’ ἄλλην Πολιτείαν θὰ ἀπετέλει τὸ μεγαλείτερον στίγμα τῶν αἰώνων. Ὑπάρχει, Κύριοι, ὁ ποταμὸς αὐτός. Ἀλλὰ διὰ νὰ διέλθωμεν ἀπὸ Γαστούνης εἰς τὸ Βαρθολομιὸ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῇ σχεδίᾳ καὶ μοὶ ὑπενθύμισε τοὺς χρόνους τοῦ Ῥοβινσῶνος. Τί γίνεται ἐκεῖ; Τὸ Κράτος φορολογεῖ τοὺς πολίτας, διότι τὸ Κράτος ἐκεῖ ἔχει ἐνοικιάσει πρὸς ἰδιώτας ἀντὶ 1500 δραχμῶν διὰ μίαν πενταετίαν τὸ μέρος. Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ Κράτος, τὸ ὁποῖον μετέρχεται τοιαύτην τακτικὴν καὶ τοιαύτην πολιτείαν ἀπέναντι τῶν λαῶν του, οἱ λαοὶ συνέρχονται πρὸς στιγμὴν νὰ συσκεφθῶσιν ἂν πρέπει νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Κράτους τούτου. Δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ Κράτος τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἀποστολὴν μέχρι τοῦδε, δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐδημιουργήθη ὡς Κράτος ἁπλῶς διὰ νὰ φορολογῇ, καὶ ὅταν σοῦ ζητῇ ὁ πολίτης ὁ φορολογούμενος συγκοινωνίαν τότε τί ἔχεις νὰ τοῦ παράσχῃς σὺ τὸ Κράτος; Θὰ ὑποβάλω, τονίζω, μερικὰ σημειώματα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμένος, ὅτι ἡ εὐεργέτις χεὶρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐπεκταθῇ καὶ μέχρι τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσι πόροι, διότι ὅλοι ἐννοοῦμεν καὶ λέγομεν ὅτι, ἐὰν δὲν δημιουργήσωμεν νέαν οἰκονομικὴν πολιτικήν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τίποτε. Εἶναι πραγματικῶς τὸ τοιοῦτον ἀληθὲς καὶ λογικόν, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: Ἐὰν ἐρωτήσῃς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ δημοψηφίσματος τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἔλεγες πρὸς αὐτὸν τί ζητεῖ, τί θέλει, ζητεῖ πολυτέλειαν, ζητεῖ σύστασιν πρωτοδικείων, δημιουργίαν νομαρχιῶν, ἢ συγκοινωνίαν, διὰ δημοψηφίσματος ὁ λαὸς θὰ ἔλεγε πρὸς σέ: «ζητῶ κατάλυσιν μερικῶν ἐκ τῶν δεσποτάδων, ζητῶ κατάλυσιν καὶ τῶν νομαρχιῶν, ζητῶ κατάλυσιν τῶν πρωτοδικείων, ζητῶ κατάλυσιν πάσης δαπάνης διοικητικῆς πολυτελείας καὶ ζητῶ συγκοινωνίαν καὶ μόνον αὐτήν. Σύρατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν λεπίδα τῆς ἐγχειρήσεως πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος, διότι θεωρῶ ὅτι, ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην ἐσταμάτησε καὶ δὲν ἐδημιούργησε μίαν ἀνωμαλωτέραν κατάστασιν, ἐσταμάτησε, διότι εὐελπιστεῖ ἐφ’ ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς Ἐλ. Βενιζέλος. Ὑπὸ τὰς τελευταίας ταύτας λέξεις τρέφω τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ φανῇ ἀνταξία τῶν προσδοκιῶν τοῦ λαοῦ. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§75ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως λόγους τινὰς τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ, ἀναφερομένους εἰς τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας ὑπηρεσιῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἤκουσα καὶ διακοπὴν ἐντίμου συναδέλφου ὅτι «εἶναι γνωστά». Βεβαίως, ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ διοίκησις ἦτο ἀξία ἐγκωμίων καὶ οὐχὶ κατηγορίας, δὲν θὰ ἐπήρχετο ὁ κλονισμός, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε καὶ ἡ ἐμφάνισις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν πλημμελειῶν ἐν γένει τῶν διοικητικῶν, πλημμελειῶν ὀφειλομένων εἰς πολλὰ καὶ ποικίλα αἴτια, πρέπει νὰ διακρίνωμεν καὶ κύκλους τινὰς προσωπικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδομεν εὐθύνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιρρίπτομεν κατηγορίας, ἀντλοῦντες αὐτὰς ἐκ τοῦ παρελθόντος, χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν οἱ κύκλοι οἱ προσωπικοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιρρίπτομεν τὰς εὐθύνας, εἶναι ἄξιοι τούτων. Ἐγὼ δὲ εἰδικῶς θὰ ἔλεγον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτήν, ὅτι, ἐὰν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων ἐλειτούργει καθ’ ὃν τρόπον νῦν λειτουργεῖ, δὲν θὰ οἰκειοποιηθῶ δὲ ἐγωισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἐκκαθάρισις, ὥστε νὰ αἰσθανθῇ μεγαλειτέραν συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών της, ἐν ταὐτῷ δὲ νὰ ἀπαλλαγῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ προσώπων, ἅτινα ἐθεωροῦντο, ὅτι εἶχον βιώσει μᾶλλον ἐν ἁμαρτίαις — ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγω, ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων λειτουργεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ μομφὴ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀδιστάκτως δηλῶ, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πολλὰς ἔχω ἀφορμάς, ἵνα ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων, οὐδεμίαν δέ, ἵνα διστάζω εἰς τὰς εἰσηγήσεις αὐτῆς. Βεβαίως ὄχι μόνον ἐπιθυμῶ, ἀλλ’ ἔχω καὶ ὑποχρέωσιν ὡς Ὑπουργὸς νὰ ἀκούσω μετὰ προσοχῆς πᾶσαν οἱανδήποτε μομφήν, ὀφείλω δ’ ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ προκαλῶ οἱανδήποτε κατηγορίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀποδοθῆ οἱαδήποτε ὡρισμένη πρᾶξις, διότι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι οὐχὶ νὰ ἐπαινῇ μόνον ἐξ ὅσων γνωρίζει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάζῃ οἱασδήποτε μομφὰς καὶ νὰ προβαίνῃ μέχρις ἀνακρίσεως ὅπου τοιαύτη ἐνδείκνυται, καὶ νὰ παραπέμπῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἄλλας χεῖρας, ἂν τοιαύτη ἐνδείκνηται ἐνέργεια συνεπείᾳ μηνύσεως, ὑπὸ οἱουδήποτε ὑποβαλλομένης. Θὰ ἔλεγον καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, τὴν ὁποίαν διακρίνει τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἵνα αἰτήσω καὶ εἰς τοῦτο τὴν διατύπωσιν ὡρισμένης κατηγορίας ἐναντίον τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Δὲν θὰ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἂν ἠρνούμην, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἔχω ἀντιληφθῆ, ὅτι εἰς τὴν ὅλην λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς φαίνεται ὅτι προκύπτουσι προσωπικαὶ διχόνοιαι, τουτέστι δὲν φαίνεται κρατοῦσα ἁρμονίαν φιλικῶν σχέσεων, ὁποία ὅμως δὲν γνωρίζω ἂν ἐπικρατεῖ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, διότι φυσικὸν εἶναι πολλαὶ διευθύνσεις καὶ ὑποδιευθύνσεις νὰ μὴ βλέπωσιν ἀλλήλας λίαν εὐμενῶς πάντοτε. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, μὴ τυχὸν αἱ ὑφιστάμεναι χαλαρότητες προσωπικῶν σχέσεων μεταξὺ μελῶν ὑπηρεσίας τινός, μήπως αἱ χαλαρότητες ἐκεῖναι γεννῶσιν ἐμπόδια ἢ βλάβην οἱανδήποτε εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν δὲ τυχὸν γινώσκῃ τις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὅτι ὁ μὴ στενὸς φιλικὸς σύνδεσμος μεταξὺ ὡρισμένων προσώπων γεννᾷ τοιαῦτα ἔκτροπα, θὰ παρεκάλουν καὶ θὰ προσεκάλουν νὰ μοὶ καταγγελθῶσι ταῦτα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ἀντελήφθην—καὶ μάλιστα γνωρίζουσι τοῦτο πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες διεμαρτυρήθησαν διὰ τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβην—, ἀντελήφθην κατάστασιν προσώπων διωρισμένων εἰς ἄλλην θέσιν, καὶ ἐπεχείρησα ἀμέσως τὴν διόρθωσιν αὐτῆς. Ἀναλογισθεὶς δὲ ὅτι ἡ ἐξαπίνης καὶ διὰ μιᾶς ἐκτόπισις τῶν προσώπων ἐκείνων ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς ἣν διετέλουν εἰς τὰς θέσεις ἐν αἷς ἔχουσι τοποθετηθῆ, ὅτι ἴσως φέρει ἀνωμαλίας καὶ ζημίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην, ὅπως σὺν τῷ χρόνῳ τακτοποιηθῶσι. Διότι δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ ἀπολύειν καὶ μεταθέτειν. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶδον, ὅτι δὲν εἶχον τοποθετηθῆ συμφώνως πρὸς τὰ περὶ αὐτῶν Βασιλικὰ Διατάγματα διάφοροι ὑπάλληλοι, διὰ μιᾶς δὲ διαταγῆς ἠξίωσα τὴν ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ἀναχώρησιν ἐξ Ἀθηνῶν πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀπεσπασμένων ἐνταῦθα καὶ μετατεθειμένων εἰς διαφόρους ἐπαρχίας. Εὑρέθην διὰ τοῦτο ἀπέναντι πολλῶν διαμαρτυριῶν, καὶ διαμαρτυριῶν συναδέλφων, οἵτινες ἠγνόουν τὰ πράγματα καὶ εὐλόγως ἔλεγον πρὸς ἐμέ, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ ἀναχωρήσωσιν οἱ οὕτω τοποθετημένοι ὑπάλληλοι ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὑπαλλήλων πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπεσπασμένων ἐνταῦθα, καίτοι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος εἶχον τοποθετηθῆ ἀλλοῦ. Τοῦτο εἶχον νὰ ἐξετάσω, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ ἐπιβάλω καὶ πειθαρχικὴν ποινὴν ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Μοὶ παρεστάθη ἐπανειλημμένως, ὅτι τοιαύτη ἐκτόπισις διὰ μιᾶς πάντων τῶν ὑπαλλήλων ἤθελεν ἐπιφέρει κλονισμὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουσι καθορισθῆ ἔν τε τῇ τηλεγραφικῇ καὶ ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ ὀρθῶς τὰ τῶν θέσεων κατὰ τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἰδοῦσα ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων εἶχε τοποθετηθῆ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πέραν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι δέ, τοὐναντίον, ἐν Ἀθήναις ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ νόμου εἶναι μικρότερος ἀριθμὸς τοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀναγκαιοῦντος, μοὶ παρεστάθη, ὅτι ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία δικαιώματι παρεχομένῳ δυνάμει διατάξεως τοῦ νόμου, καθ’ ἣν δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσιν ὑπάλληλοι προσωρινῶς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποσπάσῃ καὶ ἔχει ἀποσπάσει αὐτούς, ὅπως μὴ παραλύσῃ ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία Ἀθηνῶν. Ἀναφέρω εἰδικῶς πρὸς ὑμᾶς καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ Ταχυδρομείου ἐμφανισθείς, οὐχὶ ὁ γενικὸς διευθυντής, μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ μετατεθῇ ὑπάλληλός τις τῶν ἐπιταγῶν καὶ μάλιστα τῶν προερχομένων ἐξ Ἀμερικῆς, τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, ἡ ὑπηρεσία θὰ σταματήσῃ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο αὐτὸς λόγος ἐπαρκὴς νὰ ἀναγκάσῃ ἐμὲ νὰ ἀναγνωρίσω τὸ καθεστὼς αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖτε τοὺς ἀπεσπασμένους ὑπαλλήλους ὡς εἰδικοὺς καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίους, δικαίωμα τοῦ συμβουλίου εἶναι νὰ τοποθετήσῃ αὐτοὺς ἐδῶ, ἐξαποστέλλον εἰς τὰς ἐπαρχίας ἄλλους. Θὰ εἶχε δὲ συντελεσθῆ ἡ πρᾶξις αὕτη, ἂν ὑπῆρχε τὸ συμβούλιον τὸ ἐκ τοῦ νόμου ἁρμόδιον πρὸς τὰς τοιαύτας μεταθέσεις. Τὸ συμβούλιον ὅμως τοῦτο ἐκλήθη ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἤδη δὲ ὁ γενικὸς διευθυντὴς καθορίζει τὰ τῶν τοποθετήσεων τῶν προσώπων, μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν τοποθετουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπαλλήλων ἐν τοῖς Ταχυδρομείοις καὶ Τηλεγραφείοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι ἀνεπαρκής, τότε ἂς ὑποβάλῃ ὁ γενικὸς διευθυντὴς ἔκθεσιν, καὶ θὰ σκεφθῶμεν πρὸς αὔξησιν αὐτῶν. Ἐντὸς δὲ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τοποθετεῖται τὸ προσωπικὸν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμβουλίου. Εἶμαι δ’ εὐτυχής, ὅτι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ φανῶ εὐχάριστος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διὰ τὰς αἰτουμένας μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις ὑπαλλήλων. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἀνάγεται εἰς τὴν μομφήν, ὅτι ὁ γενικὸς διευθυντὴς εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει καμμία κατηγορία, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν εἰσακούεται ἢ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κῦρος τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ ὑφισταμένου προσωπικοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει τοιαύτη καταγγελία, δι’ αὐτὸ δὲ θὰ ζητήσω ἐξηγήσεις. Ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἶναι ἄκρως εἰλικρινεῖς, διότι ἡ Κυβέρνησις αὕτη πρὸς οὐδένα συνδέεται ἢ μόνον πρὸς τὸ καθῆκον αὑτῆς, δηλῶ δὲ καὶ πάλιν, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος πᾶσαν οἱανδήποτε μομφὴν καθ’ οἱουδήποτε προσώπου νὰ τὴν ἐρευνῶ δημοσίᾳ, διότι αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἀκολουθῶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§76Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αἱ πληροφορίαι αἱ βάσιμοι εἶναι αἱ ἑξῆς, ὅτι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, καὶ μάλιστα τὴν ἀνάκρισιν ἐνεργεῖ ὁ ἀνακριτὴς Φωκᾶς. Εἶναι ἐν Ἀθήναις τοιοῦτος ἀνακριτής;
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ μᾶς διαφωτίσῃ.
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει τοιοῦτος.
§80Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς τί σημεῖον στρέφεται ἡ κατηγορία. Γνωρίζω ὅμως ἓν σημεῖον αὐτῆς, ὅτι ὑπάλληλοι τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων μὲ διεβεβαίωσαν, ὅτι ὁ κ. Διευθυντὴς διὰ τῶν ὀργάνων του περιφέρει αἴτησιν διὰ νὰ ὑπογράψωσιν οἱ σχετικοὶ ὑπάλληλοι ὅπως ὁμολογήσωσι πίστιν πρὸς τὸν κ. Διευθυντήν. Ἐφ’ ὅσον εἷς Διευθυντὴς εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως κατέρχεται εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, νὰ ζητῇ ἐκ μέρους τῶν ὑφισταμένων αὐτοῦ ὁμολογίαν πίστεως, θὰ ἔλεγον τότε ἐρρέτω τὸ τοιοῦτον Κράτος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ τοιούτους ὑπαλλήλους εἰς τὰς θέσεις των.
§81ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς. Χαίρω, Κύριοι, πολὺ ὅτι ἡ μομφὴ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καθωρίσθη καὶ ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα εἶχον νὰ παρεμβῶ. Πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας. Ἐπεδόθη, ὡς ἔχω ἀκούσει, καταγγελία στηριζομένη εἰς τὸ ὅτι ποσοστὸν κρατούμενον κατὰ τὸν νόμον ὑπὲρ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων διετίθετο πρὸς ὑπηρεσίαν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικήν, τῇ συναινέσει αὐτῶν τῶν λαμβανόντων τὰ ποσοστὰ ὑπαλλήλων, διότι τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον δὲν εἶναι προωρισμένον πρὸς τὰς εἰδικὰς αὐτὰς κατωτέρας ὑπηρεσίας. Λέγεται τουτέστιν, ὅτι διετέθησαν ἢ διετίθεντο τριάκοντα δραχμαὶ πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς κλητῆρος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δεῖνα ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν προνοεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐν γένει δι’ ὑπηρεσίας διὰ τὰς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνω, ἔχουσι τὴν συναίνεσίν των δώσει οἱ ὑπάλληλοι οἱ λαμβάνοντες τὰ ποσοστά. Δὲν δικάζω οὔτε λέγω τι. Ἁπλῶς ἀνακοινῶ ὅ,τι ἔχει φθάσει μέχρι τῆς ἀκοῆς μου. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἔχω γνώμην ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις μένει ἐκκρεμὴς εἰς χεῖρας τῆς ἀνακρίσεως.
§82ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρεῖτε νόμιμον αὐτό; (Διακοπαὶ πολλαί).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ὥραν εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς τάξεως.
§84ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δέν μὲ συνδέει τίποτε μὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ νῦν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τὸ τονίσητε τοῦτο περισσότερον.
§86ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, διότι ἐγένετο παρατυπία.
§88Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἔλεγχος ἐκλείπει ἐντελῶς.
§89ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαβεβαιώσεως ἔχω τὸν λόγον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§91Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος θέματος;
§93ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος θέματος;
§95ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ αὐτοῦ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα.
§97ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θυμώνετε, κύριε Πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θυμώνω ἐγώ· μὲ ἀναγκάζετε νὰ θυμώνω μὲ τὸν τρόπον σας.
§99Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Περιορίζεται οὕτως ὁ ἔλεγχος τῶν Βουλευτῶν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις παρεξέκλινε καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γενικευθῇ. Οἱ θέλοντες νὰ ἐπερωτήσωσι διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, ἂς ἐγγραφῶσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Τετάρτης, ὁπότε θὰ γίνῃ ἡ πρέπουσα συζήτησις.
§101ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας ζητῶ τὸν λόγον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§103ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας, κύριε Πρόεδρε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις καὶ δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§105Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ζητήσατε τὸν λόγον, κύριε Μπακόπουλε.
§106Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς ἐπερωτήσεις· ἡ πρώτη τοῦ κ. Σίμου, ἥτις ἐγενικεύθη, ἐξηντλήθη καὶ ἐκηρύχθη περατωμένη· δευτέρα ἐπερώτησις...
§108ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας. Δὲν ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη περατωμένη. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§110Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκβιάζετε τὴν Βουλὴν οὕτω.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος νὰ ἀνέλθῃ τὴν ἕδραν. (Κατέρχεται τῆς ἕδρας ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος καὶ καταλαμβάνει ταύτην ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§112ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὸν θυμόν σας καὶ μὲ τὰς φωνάς σας θὰ ἐπιβληθῆτε ἐδῶ;
§113Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Σίμου, περὶ συγκοινωνίας ἐν γένει· δέκα δὲ Βουλευταὶ ᾐτήσαντο τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως· διέταξα ἀμέσως τὴν γενίκευσιν καὶ ὡμίλησαν ὅσοι εἶχον ἐγγραφῆ.
§114Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ (Διακόπτει, ἀλλ’ αἱ κωδονοκρουσίαι τοῦ κ. Προέδρου δὲν ἀφήνουσι νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή του).
§115Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰς παλαιὰς ἕξεις νὰ τὰς ἀποβάλητε.
§117Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς οὐδένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ὑβρίζῃ.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν). (Μετὰ τὴν διακοπήν).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ καθίσωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· τὰ γεγονότα ἔχουσιν, ὅπως ἀντιλαμβάνομαι αὐτά, ὡς ἑξῆς: Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας γενικῶς, δέκα δὲ καὶ πλείονες τοῦ ἀριθμοῦ τούτου Βουλευταὶ ἐζήτησαν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ἐγενικεύθη τῳόντι ἡ συζήτησις. Ἀλλά, ἀφοῦ ἠγόρευσαν πάντες οἱ ἀναγεγραμμένοι συνεπείᾳ τῆς γενικεύσεως τῆς συζητήσεως διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν εἰδικῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, μετέβη ἡ Βουλὴ ἀκολούθως εἰς τὴν ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 2 ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. Καλαντζόπουλον, καὶ ἀκολούθως, ἀφοῦ ἐξηντλήθη καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, μετέβη εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἐπερώτησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅμως, ὅτι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις τῶν δύο τούτων συναδέλφων ἐσχετίζοντο μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα ἡ πρώτη ἐπερώτησις. Ἐκείνη ἦτο γενικὴ περὶ συγκοινωνίας, ἐνῷ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Καλαντζόπουλος καὶ Γκλαβᾶς ὡμίλησαν εἰδικώτερον, ὁ μὲν εἷς διὰ τὰ ἐν Ναυπακτίᾳ, ὁ δὲ δεύτερος διὰ τὰ ἐν Ἀχαΐᾳ καὶ Ἤλιδι. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ ὑπάλληλον ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του κατὰ κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν οὐχὶ βασίμους. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζητήθη ὁ λόγος ὑπό τινος, νομίζω, ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν καθημένων εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἐδήλωσε πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὸν λόγον, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ αὐτόν, διότι οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον δὲν εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ· ὑπέμνησε μάλιστα εἰς τοὺς Κυρίους ἐκείνους ...
§121Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. Ἐδήλωσε, λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζητήθη ὑπό τινος ἤ τινων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν νὰ γίνῃ ἐπερώτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἴσως θὰ ἐζητεῖτο λόγος διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰδικὸν ζήτημα τῆς ὑφισταμένης ποινικῆς ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων, ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτῶν εἶναι, ἐὰν θέλωσιν, ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου νὰ ἐπερωτήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δηλώσωσι τοῦτο, καὶ θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ παραδόξως οἱ κ.κ. Βουλευταί, τοὺς ὁποίους ἀφεώρα ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου, δὲν ἤθελον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν ὑπόδειξιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καθῆκον νὰ κάμῃ πρὸς αὐτοὺς τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι προεκάλεσαν θόρυβον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ὁ προσήκων. Ἐπεδιώχθη νὰ παρασταθῇ, ὅτι ἐπιζητεῖται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως δὲ καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ἐν τούτῳ εὑρίσκεται εἰς ἀλληλεγγύην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπιζητεῖται, λέγω, νὰ τεθῇ περιορισμὸς τις τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Κατὰ τοῦ τοιούτου ὑπαινιγμοῦ ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, κύριοι Βουλευταί. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τριῶν ὡρῶν παρίσταται ἐδῶ ἀκούουσα μετὰ προσοχῆς καὶ εὐλαβείας συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι οἱ ἐπιζητοῦντες νὰ ἐπερωτήσωσι τὴν Κυβέρνησιν σήμερον δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐπερωτήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεμφθῶσιν οὐδὲ νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως δοθῇ κῦρος εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν. Εἶχον μόνον τοῦτον τὸν σκοπόν, νὰ ὑποβάλωσιν ἐρωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί μελετᾷ διὰ τὰ Δημόσια ἔργα. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς ν’ ἀπασχολῇ ὁλόκληρον τὸ συνέδριον τοῦτο ἐπὶ τόσας ὥρας, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας τυχόν τις Βουλευτὴς ἔχει νὰ κάμῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὰς συστάσεις. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ διαδικασία ἡ τηρητέα εἶναι ἡ τῶν ἐρωτήσεων. Ἀπευθύνεταί τις ἐγγράφως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ζητῶν πληροφορίας, κάμνων ἐν ἀνάγκῃ καὶ σχετικὰς συστάσεις, ἐρωτῶν τί μελετᾷ νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν αἱ αἰτήσεις καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι δίδονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἡ ἐρώτησις μετατρέπεται εἰς ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχῃ καὶ κύρωσίν τινα εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως. Σήμερον λοιπὸν ἀπωλέσαμεν χρόνον μακρόν, κατὰ τὸ περισσότερον διάστημα τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο κυρίως ἐπερώτησις καὶ δὲν ἐγένετο ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Μόνον ἴσως τοῦ κ. Γκλαβᾶ καί τινος ἄλλου μέρους ἡ ἀγόρευσις εἶχον χαρακτῆρά τινα ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουσα καλῶς τὸν ὄγκον τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ διεξέλθῃ τὸ παρὸν συνέδριον, ἐπιθυμεῖ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀπώλεια χρόνου μηδὲ στιγμῆς, ἀκριβῶς ὅπως ἀποφύγῃ πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι θέλει νὰ περιορίσῃ τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τῇ προσδοκίᾳ τῇ βασίμῳ, ὅτι αὕτη δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἑπομένως ὅσαι συστάσεις μέλλουσι νὰ γίνωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ γίνωσι, καὶ θὰ ἐξαντληθῇ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο, νομίζω, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἐδικαιοῦτο νὰ προσδοκᾷ, ὅτι ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν θὰ ἠκούετο ἡ βαρεῖα αὐτὴ κατηγορία, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐπιζητεῖ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος ἐπεδίωξεν ἁπλῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν, νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Νομίζω δὲ ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἂν διακηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Προέδρου ὑπῆρξεν ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν. (Χειροκροτήματα).
§124Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις περιορίζεται μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀπηγορεύθη ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§126Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἀνοίγοντες νέαν συζήτησιν.
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ καὶ περὶ προσωπικῶν ζητημάτων.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§130Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τὴν τήρησιν αὐτοῦ ἕκαστος συνάδελφος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ.
§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ...
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ οἱ ζητοῦντες νὰ ὁμιλήσωσι θέλωσι νὰ ἐπιρρίψωσι πρότασιν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Ποῦ θὰ καταλήξω δὲν τὸ γνωρίζω. Ὅταν θὰ ἀρχίσω, τότε θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ἀπὸ 15ετίας, κ. συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεδρεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ...
§135Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δυστυχῶς.
§136Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν μου οὐδέποτε σεῖς θὰ τὴν ἀποκτήσητε. Ἐπὶ 15ετίαν πολιτεύομαι καὶ δύναμαι νὰ ἔχω ὑψωμένον τὸ μέτωπον καὶ καθαρόν. Ἐὰν θελήσητε νὰ μελετήσητε τὴν κοινοβουλευτικὴν κίνησιν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἴδητε ποίας ὑπηρεσίας προσέφερα εἰς τὸ Κράτος αἰωνίως ὢν ἀντιπολιτευόμενος. Λυποῦμαι δὲ πολύ, διότι ἐγενόμην ἀφορμὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην παρεξηγήσεως. Τὴν συζήτησιν, ἐφ’ ἧς κατηναλώθη τόσος χρόνος κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν προεκάλεσα ἐγὼ οὔτε εἶμαι παραίτιος ἐγώ. Ἐγὼ μάλιστα προκειμένης συζητήσεως περὶ τῆς συγκοινωνίας παρετήρησα εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας νὰ περιορισθῶσι νὰ συστήσωσιν ἁπλῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς αἰτήσεις των. Ἀλλ’ ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν περὶ πράξεως ἀνωτάτου ὑπαλλήλου ὄχι μόνον μὴ εὐπρεποῦς ἀλλὰ καὶ παρανόμου, ὅτε ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι συνεισφέρουσιν ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ των, ὅπως συντηρῶνται ἄλλοι ὑπάλληλοι μὴ ἐμπεριεχόμενοι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Ταχυδρομείου, ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν θεωρεῖ εὐπρεπὲς τοῦτο, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα τὸν λόγον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου. Ἡ ἀντίληψίς μου δὲ ἦτο, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐζήτησα τὸν λόγον, δὲν εἶχε λήξει, διότι, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξηκολούθει νὰ ὁμιλῇ. Ἤμην λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μ’ ὅλην τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας πολὺ τὸν ἐκτιμῶ, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοῦ κώδωνος νὰ κηρύξῃ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; ἐπρόκειτο νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν; Διότι ἐν τῇ φαντασίᾳ του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ πλάσῃ ἀντιπολίτευσιν — δηλῶ δὲ διὰ δευτέραν φορὰν ὅτι οὔτε ἀντιπολιτευόμενος οὔτε ὑπουργικὸς εἶμαι, ἀλλὰ τελείως ἀπηλλαγμένος πάσης κομματικῆς χροιᾶς — μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μᾶς ὀνομάσῃ ἀντιπολίτευσιν. Ποία ἡ ἀντιπολίτευσίς σας; Ὅλοι ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ σᾶς συντρέξωμεν. Ἀλλά, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαιοῦντος τὴν Βουλὴν ὅτι τοιαῦτα ἐγένοντο ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ, δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις παρ’ αὐτοῦ, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόμισεν, ὅτι ἔληξεν ἡ συζήτησις, ὅτε ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἄν, ὅτε ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ὄχι. Εἶμαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρωθυπουργέ; Ἐγὼ ἐσυνήθισα νὰ σέβομαι τὸν Κανονισμόν. Αἰτία τῆς παρεξηγήσεως εἶναι μόνον τὸ εὐερέθιστον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ πλειότερον ὑμῶν, διότι τὸν γνωρίζω πρότερον καὶ πολλάκις συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ. Αὐτὴν τὴν ἁγνὴν πρόθεσίν μου παρεξήγησεν ὁ κ. Πρόεδρος. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐν τῷ ἀδίκῳ ζητήσας ἢ μᾶλλον ἐπιρρίψας εἰς ἐμὲ τὴν μομφήν, ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε εἶμαι οὔτε θὰ ἐξέλθω ποτέ.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐπεισόδιον ἐγέννησεν οὐχὶ τὸ εὐερέθιστον ἐμοῦ, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην πᾶν ἄλλο ἤμην ἢ ἐν ἐρεθισμῷ, ἀλλ’ ἐγέννησε κάτι τι ἕτερον, τὸ ὅτι ὁ φίλτατός μοι ἀκριβῶς— καὶ τὸ λυπηρὸν εἶναι ὅτι μεταξὺ φίλων ἐγένετο ἡ ἔρις—κ. Μπακόπουλος εἶναι ζυμωμένος μὲ τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τὸν τροποποιηθέντα.
§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διότι ἤμην μέλος καὶ τῆς ἐπιτροπῆς.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Καίτοι ἀνέγνωσεν ἐπανειλημμένως τὸν νέον Κανονισμόν, δὲν δύναται νὰ συζήσῃ μετ’ αὐτοῦ καὶ πολλάκις ἐκ λάθους τοῦ διαφεύγουσι παρατηρήσεις ἔχουσαι σχέσιν πρὸς τὸν παλαιὸν καὶ οὐχὶ τὸν νέον Κανονισμόν. Ἐνταῦθα τὰ πράγματα ἦσαν ἁπλούστατα. Ὑπῆρξεν ἐπερώτησις τοῦ κ. Σίμου. Ἐζητήθη ἡ γενίκευσις τῆς ἐπ’ αὐτῆς συζητήσεως. Ἐγενικεύθη αὕτη, καὶ ἔλαβον μέρος 22 συνάδελφοι. Ἐγώ, καθ’ ἣν ὥραν ἐξηντλεῖτο ὁ κατάλογος τῶν ἀγορευόντων ἐπὶ τῆς γενικευθείσης συζητήσεως, εὑρισκόμην ἔξω τῆς αἰθούσης. Ἐπανῆλθον ὁμιλοῦντος τοῦ κ. Γκλαβᾶ, καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Πέρρος, ὁ ὁποῖος προήδρευε, μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ κ. Γκλαβᾶς ὁμιλεῖ ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν αὐτός, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεράτωσε τὸν λόγον του, θέλων νὰ προλάβω γενίκευσιν τοῦ πράγματος παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἐποιησάμην πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας του ἢ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡ συζήτησις εἶχε παρεκκλίνει ἀπὸ τοῦ θέματος τοῦ πραγματικοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ συγκοινωνία τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἐρωτῶ δέ, ποία ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς συγκοινωνίας τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ τῶν παραβάσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ τῶν Τηλεγράφων; Ὡς γενίκευσις τῆς συζητήσεως κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν θεωρεῖται ἡ ἐκτροπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ πᾶν θέμα πέρα τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ μόνον ἡ συμμετοχὴ πλειόνων Βουλευτῶν εἰς τὴν διεξαγομένην συζήτησιν. Τοῦτο ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ἂν δὲ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀντίθετος ἐκδοχὴ τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένης, ἂν δηλαδὴ ἑρμηνευθῇ, ὅτι ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτροπὴν τῆς συζητήσεως εἰς πᾶν θέμα, εἶναι ἀδύνατος καὶ ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου λοιπὸν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν ἔχει ἀντίθετον γνώμην καὶ ἡ Βουλή, ἐποιησάμην σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφορῶσαν καὶ εἰς τὸν κ. Γκλαβᾶν τὸν ἐπερωτήσαντα καὶ ἀγορεύσαντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπως σταματήσῃ ἡ συζήτησις, διότι εἶχεν ἀρχίσει νὰ παρεκκλίνῃ. Τότε ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ ἐπίσης ἀγαπητὸς καὶ παλαιὸς συναγωνιστὴς κ. Ἀλεξάκης θορυβωδῶς ἐζήτησαν τὸν λόγον. Καὶ λέγων θορυβωδῶς παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Λέγω τοῦτο, διότι ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὴν ἰδιότητα καὶ μειδιῶν νὰ παρουσιάζηται ὡς ἀγριάνθρωπος, ἐνῷ εἶναι φύσει καλὸς ἄνθρωπος. (Γέλωτες). Τοῖς παρετήρησα, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι δὲν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ὡς φέροντες τὴν ἐπερώτησιν οὔτε εἶχε γενικευθῆ ἡ ἐπὶ ταύτης συζήτησις. Ἀλλ’ οἱ κ. κ. συνάδελφοι εὑρίσκοντο ἐν ἐξάψει, καὶ συνέβη νὰ προκαλέσωσιν αἰτίασιν ἀμέσως ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ὁ δὲ Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Πετραλιᾶς ἐζήτει τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ προκαλέσῃ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως προσπαθῶν νὰ συλλέξῃ τὰς ὑπογραφὰς 10 Βουλευτῶν. Τοῦτο δ’ ἀκριβῶς ἀποδεικνύει τὴν ἀταξίαν, εἰς ἣν εὑρέθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι. Ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς ἐξεπέμφθη ἡ αἰτίασις κατὰ τοῦ Προέδρου ὅτι παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν καὶ ἀφαιρεῖ τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν, δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κάθημαι ἐπὶ τῆς ἕδρας, καὶ κατῆλθον.
§140Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τίνος προῆλθεν ἡ αἰτίασις;
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρ’ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Π. Ἀλεξάκη.
§142Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δέχομαι τὸ ὄχι, ἀλλὰ τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ βεβαιοῦσι τὸ ἐναντίον.
§144Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε τὴν ἐπιμονήν μου νὰ λάβω τὸν λόγον ὡς ἀποδοκιμασίαν τοῦ Προέδρου, λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἀναιρέσω τὴν ἐπιμονήν μου. Εἶναι τῆς ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν ὁμολογίαν σας ὅτι εἶσθε ἐπίμονος.
§146Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὅλα τὰ στραβὰ καρβέλια ἡ νύφη τὰ κάνει;
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσω τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς προεδρικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο κατῆλθον, ἵνα λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδηλώσῃ ἂν ἀμερολήπτως ἐχειρίσθην τὴν ἐξουσίαν ταύτην.
§148ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη δήλωσις, ἀνέρχομαι.
§150Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε νεῦρα, ὅπως καὶ ἡμεῖς, δὲν θὰ παριστάμεθα ἀπέναντι ἐκείνου τοῦ θεάματος, οὔτε θὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ποιήσηται παρατήρησιν πρὸς ἐκείνους. Δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Πάντες οἱ ἐκεῖνοι εἶναι Βουλευταί. Ἐὰν λοιπὸν πάντες δὲν εὑρισκόμεθα εἰς νεῦρα, δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως καὶ ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπεθύμησαν νὰ χωρίσωσι τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον δὲν χωρίζεται· εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Καὶ ἂν πλείονες τοῦ ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν δι’ ἰδιαιτέρας ἐπερωτήσεως ἐζήτουν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας, δὲν ἠδύνατο νὰ χωρισθῇ εἰς ζήτημα Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας· ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις καὶ τὸ ζήτημα ὑπῆρξεν ἑνιαῖον. Μέχρι λοιπὸν τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἀπήντα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ συζήτησις ἦτο γενική, ὅτε δὲ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Μπακόπουλος, εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ νόμιμον τῆς αἰτήσεως τοῦ λόγου ἐκ μέρους τοῦ κ. Μπακοπούλου. Ἀλλά, Κύριε Πρόεδρε, ἠγέρθη καὶ ζήτημα παρεμπῖπτον, καὶ τί ἀναφέρει ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 29ῳ; Ἀναγνώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν Κανονισμόν. Καὶ ὅταν γεννᾶται ζήτημα παρεμπῖπτον, ζητεῖται ὁ λόγος καὶ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἢ νὰ μὴ δοθῇ ὁ λόγος· καὶ ὅταν γεννᾶται ζήτημα Κανονισμοῦ, δύο καὶ μόνοι Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι τὸν λόγον. Καὶ ἐγεννήθη ζήτημα Κανονισμοῦ...
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ὁ λόγος, ὅτε ἐγεννήθη ζήτημα Κανονισμοῦ.
§152Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς ἐζήτουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ὀνομάσῃ «ἐκείνους»
§153Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλέχθη ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ λεχθῇ καὶ εἶναι ὀρθὸν σχετικῶς μὲ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ προσθέσω εἰς τὴν τελευταίαν φάσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ἀλεξάκης, νὰ προσθέσω καὶ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν, διότι νομίζω ὅτι οὕτω ἤθελε κατορθωθῆ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι εὐλόγως ἐζητοῦμεν ἡμεῖς τὸν λόγον. Ἀληθῶς ἡ συζήτησις ἐξετράπη καὶ ἀπὸ συζητήσεως περὶ συγκοινωνίας ἐγένετο συζήτησις περὶ μιᾶς ἐκκρεμοῦς ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων. Εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, ἀντικανονικῶς δ’ ἐξετράπη ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· παρενέπεσεν εἰς τὴν συζήτησιν ζήτημα ξένον ἀφορῶν τὴν διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων· ἐρωτῶ, ἀσχέτως πρὸς τὸν Κανονισμόν, εἶναι ὀρθὸν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν νὰ συζητῶμεν γενικῶς περὶ ἑνὸς θέματος, περὶ συγκοινωνίας π. χ., νὰ παρεμβάλλωμεν δὲ ζητήματα ἄλλα προσωπικὰ ἢ οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως καὶ εἰς ταῦτα νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν ἀπάντησιν, διότι τοιοῦτον θέμα δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων; Ἂν λάβῃ τις τὸν λόγον περὶ συγκοινωνίας καὶ ἀρχίσῃ κατηγορητήριον κατὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων ἔργων, δύναται νὰ εἴπῃ τὸ Προεδρεῖον «δὲν δίδω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν»; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ· εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ἐμποδισθῇ ὁ λόγος ἐπὶ τοιούτου παρεμπίπτοντος, διότι τότε ἐπιρρίπτεται κατηγορία κατὰ μιᾶς ὑπηρεσίας, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπάντησις καὶ μένει τὸ ἔδαφος ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παρέβη τὸν Κανονισμὸν καὶ ὡμίλησε. Ταῦτα τὰ λογικὰ ὁ Κανονισμὸς προέλαβε νὰ τὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ εἶπεν: ὅταν παρεμπίπτῃ ζήτημα ξένον πρὸς τὸ γενικὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ παρεμπῖπτον λύεται πρὸ τοῦ γενικοῦ ζητήματος. Εἶναι τὸ ἄρθρον 29, τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, εἶτα δὲ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου». Ἀνέγνωσα τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου, ἀλλ’ ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀσχέτως πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Πρόεδρος) Ἀλλ’ ὁ Κανονισμός....
§155Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ σᾶς περιμείνω νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐγὼ δὲν τὸ ὑποβάλλω ὡς ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχω πεποίθησιν· τὸ προβάλλω ὡς ἐπιχείρημα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου καὶ μόνου πρέπει νὰ λυθῶσι τοιαῦτα ζητήματα. Ἂν σᾶς ἀρέσῃ νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχήν, ὅταν παρεκτρέπηται ἀπὸ τοῦ θέματος ὁ Βουλευτής, νὰ μένῃ ἄνευ ἀπαντήσεως, εἴτε γεννᾷ παρεμπῖπτον ζήτημα εἴτε προσωπικόν, μοὶ φαίνεται ὅτι καθιεροῦτε τοιαύτην ἀρχήν, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἤθελεν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν θέλομεν τοῦτο πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν μόνην διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποῖα δύναται νὰ μᾶς ὑπηρετήσῃ, καθ’ ἣν τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα λύονται πρὸ τῶν γενικῶν. Ζητεῖται ὁ λόγος περὶ παρεμπίπτοντος ἢ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ γενικαί, δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε: ζητήσατε νὰ ἐγγραφῆτε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης, διότι, ὅταν θὰ ἐπιμένητε νὰ γίνῃ τοῦτο, θὰ ἐπέλθωσιν, ὡς ἐπῆλθον, αἱ ἀντεγκλήσεις, ὁ θόρυβος καὶ εἴ τι πλέον. Διὰ νὰ προλαμβάνωνται δὲ ταῦτα πάντα—αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως—ἐζητήθη ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ. Ἂν ἐγὼ ἀγορεύων εἴπω τι, τὸ ὁποῖον θίγει ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἢ ἄλλον τινά, νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ σᾶς δώσωσι τὸν λόγον, ἂν τὸν ζητήσητε νὰ μὲ ἀντικρούσητε ἢ εἶναι ὀρθὸν νὰ σᾶς εἴπωσιν ὅτι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός;
§156ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἄλλο, ὅταν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ.
§157Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρεμπῖπτον καὶ προσωπικόν, κύριε Μπρισιμιτζάκη, βλέπετε ὅτι εἶναι συνηνωμένα ἐν τῷ Κανονισμῷ καὶ δυσδιάκριτα κατ’ ἔννοιαν.
§158ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§159Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠκούσθη ἡ δήλωσίς σας, ὅτι αἱ αἰτιάσεις δὲν ἀφορῶσι τὸν σημερινὸν διευθυντήν. Ἐκάμετε μίαν δήλωσιν, ἤθελον δὲ νὰ ἀκουσθῇ.
§160ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂν μοῦ ζητήσωσιν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐξηγήσεις, ὀφείλω νὰ παράσχω πᾶσαν ἐξήγησιν. Ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἤθελε νὰ ἐπερωτήσῃ, διὰ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, δύναμαι νὰ δώσω τὰ στοιχεῖα, ὅσα διοικητικῶς ὑπάρχουσιν....
§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκάμετε μίαν δήλωσιν, ἥτις δὲν ἠκούσθη, ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων τὸν σημερινόν. Τὴν ἐπαναλαμβάνετε τὴν δήλωσιν, διὰ νὰ ἀκουσθῇ;
§162ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ὅτε εἶδον τὸν γενόμενον θόρυβον. Ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἔμαθον ὅτι ὑφίσταται τοιοῦτον ζήτημα. Εἶναι πολὺ φυσικόν, ὅτι Ὑπουργός, ἀκούων ὅτι ὑφίσταται τοιοῦτον ζήτημα, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, νὰ ἐρωτήσῃ τίνος φύσεως κατηγορία καὶ ὑπόθεσις εἶναι αὕτη. Διὰ νὰ γνωρίζω ὅσα πρέπει νὰ γνωρίζω, ἐζήτησα πληροφορίας ὄχι ἐρωτῶν τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων ἢ τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους, ἀλλ’ ἐρωτῶν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι παρεμβαίνω εἰς τὴν ἀνάκρισιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐπειδὴ τοιαύτη ἦτο ἡ παρέμβασις, διότι τοιαύτην ἐδικαιούμην παρέμβασιν μέχρις οὗ ἴδω ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὔτε ἐνεθυμήθην τὸ πρᾶγμα ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§163ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπανειλημμένως, κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ζητήματα σοβαρώτατα, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ εὐρυθμία καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ σκοπιμότης τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ συνεχισθεῖσα μετὰ τὴν ἄνοδον ἐπὶ τοῦ βήματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ δὲν παρεξέκλινεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁμιλῶν περὶ συγκοινωνίας ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ποίους λόγους δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἡ συγκοινωνία ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, ἂν ἄλλως ἐλειτούργουν αἱ ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει ἀνατεθῇ ἡ συγκοινωνία. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων εὑρίσκεται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν οὐδόλως παρεξέκλινεν· ἡ συζήτησις ἦτο ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ λησμονῇ καὶ νὰ παραγνωρίζῃ, ὅτι ἡ κυριωτέρα ἐργασία τῶν πολιτικῶν Σωμάτων, τῶν Κοινοβουλίων, τῶν ἐθνικῶν ἀντιπροσωπειῶν δὲν εἶναι ἡ νομοθετική. Ἡ κυριωτέρα ἐργασία τῶν πολιτικῶν τούτων Σωμάτων εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, εἶναι ἡ ἐργασία ἐκείνη, ἥτις σφυρηλατεῖ τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς ὀρθοφροσύνης, τῆς προσηκούσης νομιμοφροσύνης τοῦ τόπου. Τὰ Κοινοβούλια εἶναι τὰ μεγάλα πολιτικὰ διδασκαλεῖα, ὅπου θεμελιοῦνται, ἐπαναλαμβάνω, οἱ κανόνες τῆς πολιτικῆς ὀρθοφροσύνης καὶ σχηματίζονται αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις, τὰ πολιτικὰ συναισθήματα, πολλάκις δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν εἰς ἅπαντα τὰ Κοινοβούλια οὐσιαστικῶς νὰ κατακρίνωσι καὶ ἐπικρίνωσι τὰς διεξαγομένας συζητήσεις, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐθεώρησε σκόπιμον καὶ συμφέρον, ἕνεκα τῶν συμβαινουσῶν καταχρήσεων, νὰ εὑρίσκῃ διάφορα ἐπιχειρήματα, διαφόρους σκοπούς, νὰ περιορίζῃ τὰς συζητήσεις. Ἀκόμη περισσότερον δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτε, ἐπαναλαμβάνω, οὐδαμῶς ἐξέκλινεν ἡ Βουλή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι τοῦτο. Προέκειτο περὶ συζητήσεως συγκοινωνίας. Ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν λεχθέντων. Τὸν λόγον ἔλαβεν ὁ κ. Καλαντζόπουλος, ἔχων εἰδικὴν ἐπερώτησιν. Ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν ῥητόρων ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Γκλαβᾶς. Ἑπομένως, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἡ συζήτησις ἐξηκολούθει ἐν συνεχείᾳ. Πιθανὸν νὰ εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη πρότερον, ὅτι εἶχε κηρυχθῆ περατωθεῖσα ἡ συζήτησις· ἐν τούτοις καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε παρεξήγησις, παρεξήγησις ὑπῆρξεν ἐν τούτῳ, ἀλλὰ παρέκκλισις ἀπὸ τούτου οὐδεμία ὑπῆρξεν. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο, ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ καὶ τὸ ἕτερον περὶ ἀλληλεγγύης Προεδρείου καὶ πλειονοψηφίας. Διότι, ἐὰν καθορίσωμεν τοιαύτην ἀλληλεγγύην μεταξὺ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§165Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§167ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§169Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τῆς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παρατάσεως τῆς συζητήσεως διὰ τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν καὶ τῆς συστάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως λαμβάνηται μεγαλειτέρα μέριμνα διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἵνα κερδίζηται χρόνος, σύστασις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑφ’ ἡμῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀπῃσχολεῖτο ἡ Βουλὴ μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ θὰ παρέδιδον αὐτὴν διὰ τοῦ Προεδρείου. Ἐν τούτοις διὰ λόγους τινὰς θὰ κάμω ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν θέλω βεβαίως μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θέλω νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κάθε ἄλλο· ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἴσως νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν παραβάσεις κατὰ τὸ παρελθόν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ὑπεύθυνος. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζητήθησαν τὴν ἑσπέραν τοσαῦτα ἔργα νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὥστε δικαίως οὗτος κατελήφθη ὑπὸ τρόμου, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ οὔτε πολλοστὸν αὐτῶν νὰ ἐκτελέσῃ. Ἤδη ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ζητήσω οὐχὶ δαπάνας, ἀλλὰ τὸ μέσον πρὸς ἀπόκτησιν μέσων ὑλικῶν, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ κατασκευάσῃ μέρος τοὐλάχιστον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν τόσοι κύριοι συνάδελφοι. Ἡ ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, ὡς γνωρίζετε, συνῆψε πρὸ τριετίας σύμβασιν καί, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἦσαν πολὺ εὐνοϊκοὶ διὰ τὴν ἑταιρείαν, ἀλλ’ ὅτι ἐπροτίμα νὰ κάμῃ τὴν σύμβασιν μὲ ἐκείνην τὴν ἑταιρείαν, διότι ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ἐνδεχομένην δίκην κατὰ τῆς προηγουμένης ἑταιρείας; ἡ ὁποία ἐξεχώρησε τὰ δικαιώματά της, ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς συμβάσεως περιλαμβάνεται, εἰς τὴν νῦν ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων. Ἡ ἑταιρεία λοιπὸν συνῆψε μίαν σύμβασιν ἐπωφελῆ δι’ αὑτήν· διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τηρῇ τὴν σύμβασιν καὶ αὐστηρότατα, θὰ εὑρίσκετο ἐν μεγάλῳ δικαίῳ, διότι ἐπιείκεια δὲν εἶχε τὸν τόπον της. Ἐν τούτοις εὐθὺς ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως παρετηρήθησαν παραβάσεις, καὶ παραβάσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προσελκύσωσι τότε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, ἂν δὲν ἐγένετο τοῦτο τότε, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον, εἰς τρόπον ὥστε εἶναι μὲν ἡ ἐπερώτησίς μου ἔλεγχος, ἀλλὰ δὲν ἀπευθύνεται πρὸς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τόσον, ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδέποτε θέλω εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ τὸν ἐλέγξω, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χωρῇ πάντοτε ἐν τῷ δικαίῳ, καί, ἂν παρουσιασθῇ παράβασίς τις, θὰ ἀναφέρηται εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν του. Μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ὑπόγειον ἠλεκτρικὴν ἐγκατάστασιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ἀντὶ τούτου ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ κάμῃ ἐναέριον τὴν τοποθέτησιν, ἀντὶ τῆς εὐκολίας ὅμως ταύτης ἀνέλαβε τὴν ἀσφαλτόστρωσιν τῆς ὁδοῦ Σταδίου καὶ κατέβαλεν 125,000 δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δὲν ἠξεύρω πῶς, ἡ ἑταιρεία κατώρθωσε νὰ ἀναλάβῃ τὰς 125,000 δραχμῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀσφαλτοστρώσεως τῆς ὁδοῦ Σταδίου καταβαλοῦσα 125,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρεία ὤφειλε καὶ τὰς ὁποίας, καίτοι ἐπανειλημμένως ὠχλήθη, δὲν κατέβαλε, διότι, ὡς μανθάνω, θέλει νὰ ἐγερθῇ δίκη, ἵνα κερδίσῃ χρόνον, διότι τὰ οἰκονομικά της δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρα κατὰ τῆς ἑταιρείας ταύτης, ἂν ἔλαβε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται κατὰ τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ ἀποδόσεως χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπερ γνωρίζομεν πόσας ἀνάγκας ἔχει. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις φθάνει ἀκόμη καὶ σήμερον νὰ φυλακίζῃ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου δι’ ἐλάχιστον ποσόν, 20 καὶ 30 δραχμῶν, καὶ δαπανᾷ πολὺ περισσότερα δι’ αὐτούς, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς μίαν ἑταιρείαν νὰ καθυστερῇ τόσον μέγα ποσὸν καὶ οὐδὲν νὰ λαμβάνηται κατ’ αὐτῆς μέτρον. Νομίζω μάλιστα ὅτι ὁ διευθυντής, ὁ ὁποῖος τὴν ἀντιπροσωπεύει, πρέπει νὰ φυλακισθῇ ἕως ὅτου πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἡ καθυστέρησις αὕτη τῆς ἑταιρείας εἶναι πολὺ σοβαρὰ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀπαλλαχθῇ. Καὶ ἄλλη δὲ καθυστέρησις τῆς ἑταιρείας ἐπίσης σοβαρὰ ὑφίσταται, περὶ τῆς ὁποίας ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Θὰ ἐνθυμῆσθε ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐγίνετο ἡ ἀντικατάστασις τῆς ἱππείου κινήσεως τοῦ τρὰμ διὰ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, ἀνήγγελλε διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου συμπληρώσεως τῶν γραμμῶν κατελόγισεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν μίαν ἡμέραν τόσας χιλιάδας, τὴν ἄλλην τόσας χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι τίποτε ἐκ τῶν χιλιάδων ἐκείνων δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὅτι ὅλαι αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι εὑρίσκονται εἰς τὸν ἀέρα. Ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τοιαύτην ἀντίληψιν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ μὴ πληρώσῃ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ ἀκολουθῇ καὶ ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς τὴν αὐτὴν τακτικήν. Εἶναι δὲ αἱ ὀφειλαὶ τῆς ἑταιρείας ἐκ τῶν λόγων τούτων ἀρκετὰ σημαντικαί. Ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν αὐτῶν, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ γνωρίζῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ τῷ δώσῃ τὴν πληροφορίαν ἐπὶ πόσον χρόνον παρετάθη ἡ βραδύτης τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ἱππείου κινήσεως διὰ τῆς ἠλεκτρικῆς καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον ἐβράδυνεν ἡ ἐγκατάστασις τῶν νέων γραμμῶν. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο· αὐτὴ ἡ ἑταιρεία, τῆς ὁποίας ὁ διευθυντὴς ἐτήρησε τοιαύτην γλῶσσαν ἀπέναντι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπεμβῇ, ἔχει τοιαύτας παραβάσεις, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν πλέον ἡ ἑταιρεία δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἐκτελοῦσα τὴν συγκοινωνίαν καθ’ ὃν τρόπον ἐκτελεῖ ταύτην. Ὑπάρχουσι παλαιαὶ παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἀναγράψει εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, τὰς ὁποίας θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ κάμνω μνείαν τινῶν ἐξ αὐτῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ τροχοπέδην διπλῆν, διπλοῦν φρένον εἰς ὅλα τὰ τράμ, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὴν συγκοινωνίαν. Θὰ ἀντελήφθητε πάντες, ὅσοι ταξιδεύετε εἰς τὰ Φάληρα, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ διὰ τῆς χειρὸς φρένου, ὑπάρχει καὶ ἕτερον διὰ πεπιεσμένου ἀέρος, τοῦ δευτέρου τούτου φρένου, ἂν πρέπει νὰ εἶναι δι’ ἠλεκτρισμοῦ ἢ διὰ πεπιεσμένου ἀέρος, ἡ ἐκλογὴ ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ τοιοῦτο ὅμως φρένον τὸ διὰ πεπιεσμένου ἀέρος ἢ δι’ ἠλεκτρισμοῦ εἰς οὐδὲν τῶν τρὰμ ὑπάρχει, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὴν συγκοινωνίαν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Εἶναι σοβαρὰ ἡ ἔλλειψις αὕτη, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἐξετροχιάσθησαν πολλὰ τρὰμ καὶ ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν διέτρεξε κινδύνους, ἐπληγώθησαν δὲ οὐχὶ ὀλίγοι ἄνθρωποι. Ἡ ἑταιρεία εἶναι προσέτι ὑποχρεωμένη ὑπὸ τῆς συμβάσεως ἢ νὰ ἔχῃ ἁπλᾶς γραμμὰς μετὰ παρακαμπτηρίων εἰς τὰ διάμεσα ἢ νὰ ἔχῃ διπλᾶς γραμμάς. Ἐμελέτησα μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας τὴν σύμβασιν, οὐδαμοῦ ὅμως κατώρθωσα νὰ εὕρω ὅτι ἡ ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τριπλῆν γραμμήν, ἡ ἑταιρεία ὅμως ἔχει τριπλῆν γραμμὴν εἰς τὰ κυριώτατα σημεῖα τῆς πόλεως, εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Εἶναι δὲ τοῦτο πρᾶγμα σοβαρώτατον, διότι ἡ τριπλῆ γραμμὴ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἢ νὰ μεταβάλῃ ἡ ἑταιρεία τὰς πλατείας εἰς ἀποθήκας τῶν ἁμαξῶν της, πρὸ πάντων κατὰ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας τοῦ θέρους, ὅτε ἐπέρχεται διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας, καὶ δὲν θέλει νὰ ἀποστέλλῃ τὰ ἑλκόμενα τρὰμ εἰς τὰς ἀποθήκας της. Κατέχει, ὡς εἶπον, καὶ καθὼς ἀντελήφθητε, ὅλην τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας κατὰ τὸ θέρος, ἐνῷ δὲν ἔχει κανὲν τοιοῦτον δικαίωμα, διότι καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἐμποδίζει καὶ ἀσχημίαν ὄχι ὀλίγην παρουσιάζει. Ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κατασκευάσῃ ἀρκετὰ περίπτερα. Μικρὸν φαίνεται καὶ τοῦτο τὸ μέρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου μικρόν, διότι ὑπὸ τὸν Ἀττικὸν ἥλιον καὶ τὸ ψῦχος πρὸ πάντων τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἡ ὕπαρξις ἑνὸς περιπτέρου εἶναι αἰσθητὴ εἰς τὰ μέρη, ὅπου εἶναι ἀρκετὴ ἡ συγκοινωνία, ὅτε μάλιστα εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἑταιρεία διατηρεῖ τόσον ἀκανονίστως τὰς γραμμάς της, ὥστε πολλάκις ἀναγκάζεταί τις νὰ εἶναι ἐκτεθειμένος ὑπὸ τὸν ἥλιον ἢ ὑπὸ τὸν βορρᾶν ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας καὶ πλέον. Ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ ἔχῃ ὑλικὰ ἀρίστης ποιότητος ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ὅλα της τὰ τρὰμ εἶναι τὰ ἄχρηστα τῶν ἐν Ἀμβέρσῃ τράμ. Ἐν Ἀμβέρσῃ λειτουργεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ ὅσοι ἔμειναν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐν Ἀμβέρσῃ θὰ ἀντελήφθησαν ὅτι τὰ τρὰμ αὐτὰ εἶναι ὅμοια. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι λόγος ὅτι, ἐπειδὴ ἔχουσιν ἐν Ἀμβέρσῃ τὰ αὐτὰ τράμ, νὰ μὴ τὰ ἔχωσι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ ἄχρηστα τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑταιρείας ἐχρωματίσθησαν καὶ ἐστάλησαν ἐδῶ, αἱ διαμαρτυρίαι δὲ τῶν ὑπαλλήλων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν λόγῳ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν φρένων νὰ προλάβωσι κινδύνους, δυστυχήματα καὶ ἐκτροχιάσεις, δὲν εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς. Ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ῥυθμίζῃ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διατηρῇ τὸ μέρος τῆς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνεται ὑπὸ τῶν γραμμῶν της εἰς ἔκτασιν δύο μέτρων, ὅπου εἶναι ἁπλῆ γραμμή, καὶ 4 μέτρων καὶ 80/00, ὅπου εἶναι διπλῆ, ἐν καλῇ καταστάσει καὶ μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχει στρωθῆ ἡ ὁδός. Ἔχει καὶ ἄλλην ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία· ὅταν πλησιάζῃ εἰς τὸ πεζοδρόμιον ἡ γραμμή, ὅτε ὑποχρεωτικῶς πρέπει καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ εἶναι μικρότερον τοῦ μέτρου, ἡ ἀσφαλτόστρωσις ἢ ὁπωσδήποτε ἡ σκυρόστρωσις νὰ βαρύνῃ τὴν ἑταιρείαν. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὴν ὁδὸν Πατησίων, εἰς τὸ τμῆμα αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία, ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀταξία παρὰ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ δῆμος, καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κανεὶς σήμερον, ὅπως εἶναι ἡ ὁδὸς Σταδίου, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει προστάτης, λόγῳ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη. Ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διατηρῇ τραῖνα τὴν πρωίαν καὶ τὴν ἑσπέραν διὰ τοὺς ἐργάτας· ἀλλὰ τοιαῦτα τραῖνα ἡ ἑταιρεία δὲν διατηρεῖ, οἱ δὲ ἐργάται πληρώνουσι καὶ αὐτοὶ τὸ αὐτὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πάντες πληρώνουσιν. Ἀφήνω ὅτι καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ἀθετεῖ ἡ ἑταιρεία μὴ τηροῦσα τὴν σύμβασιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ λαϊκὰ λεγόμενα τραῖνα μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Φαλήρου, διότι οὐδὲ δὶς τῆς ἑβδομάδος δὲν διατηρεῖ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζω, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦτο νῦν ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐφηρμόσθη, ὅτε ἄλλοι ἦσαν Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶπον ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρῇ σύστημα ἀσφαλτοστρώσεως ἢ σκυροστρώσεως ὅμοιον πρὸς τὸ τοῦ δήμου ἢ τοῦ Δημοσίου. Ἐν τούτοις ἡ ἑταιρεία πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ σήμερον εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ εἶναι ἡ πλατεῖα ἀσφαλτοστρωμένη, ὡς καὶ ἡ ὁδός, αὐτὸ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀσφαλτοστρώσῃ, τὸ ἔχει καταστρέψει διὰ τῶν τράμ της, ἀντὶ δὲ νὰ τὸ ἀσφαλτοστρώσῃ, τὸ ἐκάλυψε διὰ κυβολίθων καί, ἂν ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς παραβάσεις αὐτάς, θὰ μεταβάλῃ ὅλας τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, θὰ ἐγκαταστήσῃ μίαν μεγάλην ἀσχημίαν, διότι γνωρίζετε πολὺ καλῶς, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀσφαλτοστρώσεως καὶ τῆς σκυροστρώσεως μιᾶς ὁδοῦ θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁδοῦ Σταδίου παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας ἔχει σχηματισθῆ τέλμα, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινεν εἰσέτι διόρθωσις, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἵνα διὰ διακοπῆς τῆς γραμμῆς ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ τὸ κάμῃ. Αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας αὐταὶ δὲν εἶναι μόνον ἠθικαί, ὡς εἶπον. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δίδεται τὸ δικαίωμα, οὐ μόνον νὰ ἀσκήσῃ τὸ κῦρός του, ὅπως κρίνει αὐτός, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπιβάλλῃ πρόστιμα διὰ τὰς τοιαύτας παραβάσεις ἐκτὸς τῶν γενικωτέρων, τῆς ἐκπτώσεως δηλαδὴ ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων της, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἠρκούμην νὰ ἐγχειρίσω τὴν ἔκθεσιν τῶν παραβάσεων αὐτῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει. Μεταξὺ ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἰσχυροτάτης ἔστω θελήσεως αὐτοῦ μεσολαβοῦσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐδόλως θέλω νὰ θέσω ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν δύναμιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν’ ἡ ἑταιρεία ὅμως αὐτή, καθὼς γνωρίζομεν, ἔχει διαφθείρει τὴν ἠθικὴν πολλῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, ὅτι πρὶν ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον, πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων του εἶχον δωρεὰν εἰσιτήρια, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται ἐκ τῆς συμβάσεως. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ νομίζητε ὅτι ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν ψυχήν της ἔδιδεν αὐτὰ τὰ εἰσιτήρια, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀκόμη ἔχουσι δωρεὰν εἰσιτήρια. Ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην ἀνώτερον δικαστικὸν ὑπάλληλον εἰς τὸ τράμ, δηλοῦντα εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ὅτι ἔχει διαρκὲς εἰσιτήριον. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη παράβασις δὲν γίνεται μόνον ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας σιδηροδρομικὰς ἑταιρείας. Δικαστικοὶ καὶ διοικητικοὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, οἵτινες εἶναι ἐντεταλμένοι ὅπως ἐφαρμόσωσι τὴν σύμβασιν, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ λαμβάνωσι τοιαύτας δωρεάς, διότι βεβαίως δελεάζονται εἰς τὰς ἀποφάσεις των, ὅταν πρόκειται ἡ ἑταιρεία νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν παράκλησίν μου αὐτήν, καὶ τὰς πληροφορίας, καὶ ἐπαναλαμβάνω, καίτοι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν κανονικὴν ὁδόν, νὰ δηλώσω ὅτι, ἐπειδὴ γνωρίζω ποία εἶναι ἡ πρόθεσις, ἡ κακὴ πίστις τῆς ἑταιρείας, σκοπῶ καὶ πάλιν νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, ὅσον βαρεῖς καὶ ἂν φαίνωνται εἰς τὴν ἑταιρείαν, καὶ ὅσον σκληροὶ καὶ ἂν εἶναι ἐπιβαλλόμενοι ἀμέσως, δὲν ἤθελον ἐπιβληθῆ (Χειροκροτήματα).
§170ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐρωτημάτων τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καὶ φίλου κ. Κουτούπη, διὰ νὰ ἴδω μὴ τυχὸν περιλαμβάνονται μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόφθασα νὰ σημειώσω ἢ τυχὸν ἐθεώρησε περιττὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος. Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐρωτημάτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοὐλάχιστον εἰς ὅσα εἶπεν, εἶμαι εὐτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, καὶ χωρὶς νὰ πολυλογῶ. Ἀρχίζω ἀπὸ τὰ ἐρωτήματά του ἀπαντῶν εἰς ἓν ἕκαστον, ὡς διετυπώθησαν. Πρῶτον ἐρώτημα διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου τὸ τῆς ἀσφαλτοστρώσεως τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑταιρείας περὶ μεταβολῆς τῆς ἠλεκτρικῆς δυνάμεως ἀπὸ ὑπογείου εἰς ἐναέριον, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία ἀληθῶς νὰ ἀσφαλτοστρώσῃ τὴν ὁδὸν Σταδίου. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐξετελέσθη. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἔστερξεν, ὅπως, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀσφαλτόστρωσιν ἡ ἑταιρεία, πληρώσῃ αὕτη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 125.000 δραχμῶν, τὸ ποσὸν δ’ αὐτὸ κατετέθη πρὸ μηνῶν ἤδη παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν, ὑπάρχει δὲ ἓν ἔγγραφον τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καλούμενον νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο παρὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἔνθα ἔχει κατατεθῆ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας. Τὸ ἔγγραφον τὸ ἔχω ἐδῶ καὶ δύναται νὰ τὸ ἴδῃ ὁ κ. συνάδελφος. Δεύτερον ἐρώτημα ὑπεβλήθη: Τί ἀπέγινεν ἡ γνωστὴ ἱστορία τῶν προστίμων; Ἀληθῶς κατά τινα ἐποχὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ τότε ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ ἀμειλίκτως τὴν σύμβασιν κατὰ τῆς ἑταιρείας, ποιούμενος χρῆσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς περὶ ἐπιβολῆς προστίμων. Ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλησμόνησε, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις του περὶ προστίμων, ὅτι ὤφειλε νὰ συμβουλευθῇ τὴν σύμβασιν. Δυστυχῶς διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὸν νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ τὰ πρόστιμα εἶχον ἐπιβληθῆ παρὰ τὴν σύμβασιν, τουτέστι χωρὶς νὰ κληθῇ ἡ ἑταιρεία εἰς ἀπολογίαν, ἡ ἑταιρεία προσέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἐκέρδισεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις· ὑπάρχει δὲ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, δι’ ἧς δυστυχῶς ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τὰ πρόστιμα ἐπεβλήθησαν ἀκύρως!
§171Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ποῖοι ἦταν αὐτοὶ οἱ δικασταί;
§172ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ πρόστιμα ἐπεβλήθησαν ἄνευ ἀπολογίας, καὶ οἱ δικασταὶ ἐφήρμοσαν τὴν σύμβασιν.
§173Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ τώρα ἡ ἀπολογία;
§174ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα; Πῶς, ἀφοῦ ἤρθησαν πλέον ὅλοι οἱ λόγοι; Τρίτον ἐρώτημα ὑπῆρξε τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἔχῃ διπλᾶ φρένα, κατήγγειλε δέ, ὅτι δὲν ἔχει ἡ ἑταιρεία διπλᾶ φρένα. Ὅ,τι δύναμαι νὰ μεταδώσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, εἶναι ἡ βεβαίωσις — διότι βεβαίως ἐπ’ αὐτῆς θὰ στηριχθῶ — τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐλέγχου, ἥτις βεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχουσι διπλᾶ φρένα.
§175ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§176ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ διαβεβαίωσις τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐλέγχου, διότι, ἂν δὲν ἦτο ἀκριβής, θὰ ἐξαπεστέλλετο ἀπὸ τὰ γραφεῖα εἰς τὸν οἶκόν της. Ἡ ὑπηρεσία λοιπὸν τοῦ ἐλέγχου βεβαιοῖ, ὅτι πλήρως ἐξεπληρώθη αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ περὶ τῶν διπλῶν φρένων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐγὼ ὅμως ἐθεώρησα καλόν, καὶ ὄχι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειξιν αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις δὲν φαίνεται εὐμενῶς διατεθειμένη πρὸς τὴν ἑταιρείαν—δὲν λέγω ὅτι φαίνεται δυσμενῶς διατεθειμένη, ἀλλὰ φαίνεται ποθοῦσα νὰ παραμένῃ ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διαγράφει ἡ σύμβασις — ἐθεώρησα, λέγω, καλόν, καθ’ ὑπόδειξιν αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπηρεσίας, προκειμένου περὶ τῆς γραμμῆς τῆς ὁδοῦ Ἀγχέσμου– Μαρασλείου Διδασκαλείου, ὅπου ἴσως λόγῳ τῆς ἀνωφεροῦς καὶ κατωφερικῆς ὁδοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ δύο φρένα...
§177ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐταξίδευσα μὲ τοιοῦτον ὄχημα καὶ δὲν εἶχε διπλοῦν φρένον.
§178ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταγγέλλετε μίαν πρᾶξιν, δι’ ἣν θὰ ἐξετάσω καὶ τιμωρήσω αὐστηρῶς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν αὕτη ἐξακριβωθῇ ἀκριβής, διότι βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ποιῆται ἀνακριβεῖς εἰσηγήσεις εἰς τὸν Ὑπουργόν· πλανᾶσθε ὅμως.
§179Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ τυχὸν νομίζει ἡ ὑπηρεσία διπλοῦν φρένον τὸ ὅτι ἔχουσι τὰ τρὰμ ἓν φρένον ἐμπρὸς καὶ ἓν ὀπίσω;
§180ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§181Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ ἐννοεῖ τὸν διακόπτην τοῦ ῥεύματος ὡς φρένον; Μόνον εἰς τὰ τρὰμ τὰ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Φαλήρων ὑπάρχει καὶ δεύτερον φρένον, τὸ διὰ πεπιεσμένου ἀέρος, εἰς οὐδὲν δὲ ἄλλο τρὰμ τῆς πόλεως ὑπάρχει τοιοῦτον φρένον δεύτερον. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, ὅταν ταξιδεύσητε, προσέξατε καὶ θὰ τὸ ἴδητε.
§182ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν τόσης ἐπιμονῆς μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ζητήσω καὶ τεχνικὴν ἐξήγησιν τοῦ πράγματος παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἵνα τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πεισθῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Σήμερον ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἢ μᾶλλον νὰ παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν αὐθεντικὴν καὶ ἐπίσημον τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς τῆς συμβάσεως ἔχει ἐκπληρωθῆ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀλλ’ ἐγὼ προχωρῶ μέχρι τοῦ νὰ ἀξιῶ καὶ τριπλοῦν φρένον. Ἐθεωρήθη λοιπὸν ἀναγκαῖον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ πιεσθῇ ἡ ἑταιρεία, ὅπως στέρξῃ ὑπείκουσα εἰς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ ὁ Ὑπουργὸς λόγῳ δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἀδιάφορον ἂν ἡ σύμβασις ὑποχρεοῖ τὴν ἑταιρείαν νὰ ἔχῃ δύο μόνον φρένα, ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη καὶ τρίτου φρένου εἰς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, ἠλεκτρομαγνητικοῦ, διότι ἄνευ τούτου ὑπάρχει κίνδυνος τροχιοδρομικοῦ δυστυχήματος εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ κατωφερικά. Καὶ ὁ Ὑπουργός, θεωρήσας ὅτι ὤφειλε νὰ μετέλθῃ πᾶσαν τὴν δύναμίν του ἐπὶ τῆς ἑταιρείας, ὅπως τὴν ἐξαναγκάσῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ὑπόδειξιν τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, μετῆλθε πᾶν μέσον. Ἡ ἑταιρεία δὲν ἠρνήθη κατ’ ἀρχὴν νὰ συμμορφωθῇ καὶ πρὸς ταύτην τὴν ἀξίωσιν, καίτοι μὴ περιλαμβανομένην ἐν τῇ συμβάσει.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν;
§184ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦ νὰ ἔχῃ καὶ τρίτον φρένον. Ἐγεννήθη δὲ ζήτημα καθαρῶς ἐπιστημονικῆς φύσεως, διότι ἡ ἑταιρεία εἶπεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ τρίτα αὐτὰ φρένα, τὰ ὁποῖα εἶναι διατεθειμένη νὰ θέσῃ εἰδικῶς εἰς τὰ βαγόνια τὰ κινούμενα ἐν τῇ ὁδῷ Ἀγχέσμου, ἐφ’ ὅσον αὐτὰ τὰ φρένα δὲν εἶναι ὁριστικῶς παραδεδεγμένα οὔτε εἰς τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, δὲν δύναται νὰ συμμορφωθῇ, διότι κινδυνεύει μεθαύριον νὰ ἀξιώσωμεν νὰ θέσῃ αὐτὰ ἐν ἀχρηστίᾳ, διὰ νὰ φέρῃ ἄλλα καταλληλότερα. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται τὸ ζήτημα. Οἱοσδήποτε δὲ Ὑπουργὸς δὲν νομίζω ὅτι ἤθελεν ἐπιμείνει περισσότερον, προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ περὶ ὑποχρεώσεως ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως πηγαζούσης. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς τριπλῆς γραμμῆς τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἵνα ἀναγνώσω τὴν σειρὰν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀντήλλαξα μετὰ τῆς ἑταιρείας. Κατηγγέλθη καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος τριπλῆ γραμμὴ παρὰ τὴν σύμβασιν. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξήτασα τὸ πρᾶγμα, ὑπηγορεύετο ὑπὸ δυσπιστίας, διότι, ὅταν εἰσέρχηταί τις εἰς Ὑπουργεῖον, ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἀκόμη. Ἠξίωσα δὲ νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ἂν ἀληθῶς ἡ ἑταιρεία εὑρίσκετο ἐντὸς τῆς συμβάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διπλῆν ἐκείνην γραμμήν, δι’ ἐπιτοπίου ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων καὶ αὐστηρᾶς ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως. Ὅστις ἀναγνώσῃ τὴν σύμβασιν, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ ἑταιρεία ὀφείλει νὰ ἔχῃ διπλῆν γραμμὴν ἀπὸ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦ τέρματος τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων. Ὅτε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, οὔτε κἂν ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου, ὅτε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς τρίτης γραμμῆς, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην παρενεβλήθη ἐκεῖ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνομολόγησε συμφωνίαν μετὰ τῆς ἑταιρείας, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ὡς ἐντὸς τῆς συμβάσεως εὑρισκομένην τὴν τρίτην ἐκείνην γραμμήν, ἄνευ τῆς ὁποίας, ὡς εἶπον, ἦτο ἀδύνατον νὰ κινηθῶσι τὰ τραῖνα, οὔτε τῆς διπλῆς γραμμῆς πρὸς τὴν ὁδὸν Φιλελλήνων, οὔτε τοῦ Μοναστηρακίου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐθεώρησα, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη δὲν ἐδικαιολόγει τὴν τοιαύτην παράβασιν, διότι εἶδον ὅτι παρὰ τὴν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, εἶχε παραβιάσει τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ σταματῶσι τὰ βαγόνια. Τοῦτο δὲ μόνον ἀπέμενε πλέον εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω. Καὶ ἀνέθηκα εἰς εἰδικὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐπὶ τόπου μετ’ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρείας, καὶ ἠξίωσα παρὰ τῆς ἑταιρείας νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρότατα τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς συμβάσεως καὶ τῆς συμφωνίας μεταξὺ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ αὐτῆς. Ἐθέσαμεν λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ τὴν ἑταιρείαν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἐκεῖ δὲ ὅπου ἡ τρίτη γραμμὴ εἶχεν ἐκταθῆ πέρα τοῦ ἄξονος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, τὴν ἐσταματήσαμεν μέχρι τοῦ ἄξονος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐστάθμευον ὡρισμένα βαγόνια, τὴν ἐξετοπίσαμεν καὶ ὡρίσαμεν νὰ σταματῶσι τὰ βαγόνιά της κάτω, ὅπου δὲν παρακωλύουσι τὴν συγκοινωνίαν. Περὶ τούτων δύναται νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ κ. συνάδελφος, καὶ θὰ ἴδῃ πῶς εὑρίσκετο ἡ γραμμὴ πρὶν ἀναλάβω τὸ Ὑπουργεῖον ἐγώ, καὶ πῶς μεταρρυθμίζεται σήμερον. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν περιπτέρων. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι περίπτερα εἶχον ἱδρυθῆ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)... Τὸ περίπτερον τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου εἶναι ἕτοιμον καὶ δὲν ἐτοποθετήθη διὰ λόγους τοὺς ὁποίους προέβαλεν αὐτὸ τὸ Δημόσιον, δι’ ἀμφισβήτησιν τοῦ χώρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ τοποθετηθῇ, καὶ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωσις τῆς ὑπηρεσίας (ἀναγινώσκει)....
§185Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τρία ἔτη διαρκεῖ αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις;
§186ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐφ’ ὅσον τὸ κώλυμα αὐτὸ δὲν αἴρεται. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι συνήγορος οὔτε τῶν προκατόχων μου οὔτε τῶν πράξεων τῆς ἑταιρείας· ἀπαντῶ εἰς ἐρώτησιν τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἐθεώρησα δὲ ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσω ν’ ἀπαντήσω, ἐφ’ ὅσον εἶχον τὴν ἀπάντησιν ἑτοίμην. Εἰς δὲ τὰ Πατήσια δὲν ἐτοποθετήθη, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησεν ὅτι ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως καταστημάτων πολλῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖ, δὲν θὰ ἐξεπλήρου τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεπλήρου ἱδρυόμενον εἰς ἄλλο σημεῖον. Καὶ εἰς τοῦτο δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὑπαιτιότης τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πρόκειται περὶ περιπτέρων, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγουσιν οἱ ἐπιβάται. Ἡ ἑταιρεία εἶχεν ἀπόφασιν νὰ ἱδρύσῃ τὰ μικρὰ αὐτὰ περίπτερα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπωλοῦντο εἰσιτήρια ἐντὸς τῶν βαγονίων, ἐθεωρήθη δὲ ὑπ’ αὐτῆς—ὑπ’ ἐμοῦ δὲν θεωρεῖται, καὶ δηλῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐγὼ θὰ ἀξιώσω τὴν ἵδρυσιν καὶ αὐτῶν τῶν περιπτέρων—, ἐθεωρήθη, λέγω, ὅτι μικρὰ περίπτερα, πωλοῦντα εἰσιτήρια, θὰ ἦσαν περιττά, ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία πωλεῖ εἰσιτήρια ἐντὸς τῶν βαγονίων. Ἐγώ, χωρὶς νὰ θεωρήσω ἐπαρκῆ τὴν τοιαύτην αἰτιολογίαν, εἶπον, ὅτι θὰ ἀξιώσω τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν τῶν περιπτέρων, ἀρκεῖ ὅτι τοῦτο ὁρίζεται ἐν τῇ συμβάσει. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσφαλτοστρώσεως. Δύναται νὰ ἴδῃ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ νῦν, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ καυχηθῇ ὅτι ἔπραξε περισσότερα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ πρώην, ἐκάλεσε καὶ ἐν τούτῳ τὴν ἑταιρείαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ὑπὸ τῆς συμβάσεως ἐπιβάλλεται εἰς αὐτήν, ἀπειλήσας ὅτι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δυνάμει τῆς συμβάσεως θὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ τὸ Κράτος τὰ ἔργα τῆς ἀσφαλτοστρώσεως. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ παρουσιάσθη κώλυμα ἕνεκα τοῦ βάρους τῶν βαγονίων — διότι σημειωτέον ὅτι ἡ ἑταιρεία, ὅπου ὁ δῆμος ἐπέστρωσε τὰς ὁδοὺς δι’ ἀσφάλτου, ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀπεδείχθη ὅμως ὅτι ἡ ἄσφαλτος δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὸ βάρος τῶν βαγονίων —. Ἠξίωσε λοιπόν, ἰδίως ἐκεῖ ὅπου ἑνοῦνται αἱ γραμμαί, νὰ ἐπιστρώσῃ ταύτας διὰ κυβολίθων, διότι, ἐὰν ἐπέστρωνε καὶ πάλιν δι’ ἀσφάλτου, ἐντὸς ὀλίγου θὰ εἴχομεν καὶ πάλιν νέαν ἐπιδιόρθωσιν. Ἐνεκρίθη δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ διὰ κυβολίθων σύστημα τῆς ἐπιστρώσεως. Ἐκλήθη λοιπὸν ἡ ἑταιρεία, θεωρηθέντος τοῦ συστήματος ἐκείνου ὡς καταλληλοτέρου τοῦ πρώτου, νὰ στρώσῃ παντοῦ ὅπου ὑπῆρχον ἑνώσεις γραμμῶν ἢ ὅπου ἐνεδεικνύετο ἡ τοιαύτη ἀνάγκη.
§187Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ τιμῆς μεταξὺ τῆς μιᾶς ἐπιστρώσεως καὶ τῆς ἄλλης;
§188ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπίστρωσις τῶν ὁδῶν ἐστοίχισεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου, διότι ἐκ τῆς συμβάσεως ὑπεχρεοῦτο ἡ ἑταιρεία, ὅπου στρώνει ὁδοὺς ὁ δῆμος δι’ ἀσφάλτου, νὰ στρώνῃ καὶ αὕτη τὰς ὁδούς, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἁπλῆ γραμμή, εἰς ἀπόστασιν δύο μέτρων, ἐκεῖ δὲ ὅπου ὑπάρχει διπλῆ, εἰς ἀπόστασιν 4.80 μέτρων. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπίστρωσιν παρετηρήθη ἡ μὴ ἀντοχὴ τῆς ἐπιστρώσεως, ἐκεῖ δὲ ὅπου ἐφθάρη αὕτη, ἐκλήθη καὶ πάλιν ἡ ἑταιρεία νὰ τὴν ἐπιδιορθώσῃ. Ἀπεπειράθη νὰ διορθώσῃ τὴν ἐπίστρωσιν, βελτιοῦσα τὸ σύστημα τῆς ἐπιστρώσεως, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀπέτυχε. Μετὰ τοῦτο ἠξίωσεν ἡ ὑπηρεσία ἐντὸς ἡμερῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπιστρώσῃ πᾶσαν φθοράν· ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία εἶπε: «πολὺ καλά· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δοκιμάσω ἄλλο σύστημα, ἀφοῦ αὐτὸ δὲν ἀντέχει».
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἠρώτησα πόσον στοιχίζει τὸ τετραγωνικὸν μέτρον τῆς διὰ κυβολίθων στρώσεως καὶ πόσον τῆς δι’ ἀσφάλτου.
§190ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι ἀναξία λόγου. Ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ἐπέστησε προσοχήν, καὶ τὸν εὐχαριστῶ δι’ αὐτό, ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων· λέγω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ, ὡς δὲν ἀγνοῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τὰ δωρεὰν εἰσιτήρια ἴσως ἐξευμενίζουσιν, ἴσως ὑποχρεώνουσι χαρακτῆρας καὶ μάλιστα ὅπως οἱ Ἑλληνικοί, οἵτινες εὐκόλως ὑποχρεοῦνται. Μοὶ δίδει οὕτως ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἴπω ὅτι, ὅτε δι’ ἐγγράφου τινὸς εἶχε ζητηθῆ παρὰ ἑταιρείας, ὄχι μόνον παρὰ ἑταιρείας σιδηροδρόμου, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἄλλων ἑταιρειῶν, εἶχε ζητηθῆ ἡ παροχὴ εἰσιτηρίων πρὸς ὡρισμένους ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐλάμβανον τοιαῦτα εἰσιτήρια ἄλλοτε, ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιόν μου δύο διευθυνταὶ ἑταιρειῶν, ὧν ὁ ἕτερος ὁ τῶν τροχιοδρόμων, διὰ νὰ μὲ ἐρωτήσωσιν ἂν καὶ ἐγὼ ἐθεώρουν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ λάβωσιν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ εἰσιτήρια, δεδομένου ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι. Μὲ προκαλεῖ ὁ κ. συνάδελφος καὶ δὲν πταίω ἐγώ, ἂν ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τοὺς δύο ἐντίμους διευθυντάς. Εἶπον λοιπὸν εἰς αὐτούς, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ εὑρίσκωμαι ἀπέναντί των κατὰ πάντα καὶ ἐγὼ ἐντὸς τῆς συμβάσεως, τοὺς παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπερβῶσι καὶ αὐτοὶ τὰς ἐκ τῶν συμβάσεων ὑποχρεώσεις των, ἔστω καὶ διὰ νὰ δώσωσι δωρεὰν εἰσιτήρια!
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μήπως ὁ κανονισμὸς ἐπιτρέπει νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν;
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἰδιαιτέρως.
§193Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Χαίρω μανθάνων ὅτι ἡ ἑταιρεία κατέβαλε τὰς 125,000 δραχμάς. Πάντοτε ὅμως ἡ ἑταιρεία καθυστερεῖ, ὡς γνωρίζω ἐπισημότατα, ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὑπεχρέωσε τὴν ὑπηρεσίαν πολὺ ν’ ἀσχοληθῇ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀπελπισθῇ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ εἰσπράξῃ. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ χρόνος τῆς καθυστερήσεως, πάντως ὅμως ὑπάρχει χρόνος καθυστερήσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρίσταται, νὰ μάθωμεν ποῖοι εἶναι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοιοῦτον ἀσήμαντον λόγον ἐπέτρεψαν εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ κερδίσῃ ἓν τοιοῦτο μέγα ποσόν, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ περίστασις, ὅπως νὰ ἐκτιμήσωμεν κατὰ πόσον τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, χρήζει ἀναθεωρήσεως ἢ μή.
§194Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Χρήζει βεβαίως.
§195Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτόνισεν, ὅτι εἰς τὰς διασταυρώσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ ἄσφαλτος, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρκέσῃ ἡ διπλῆ γραμμή. Πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς τὸ Βερολῖνον, ὅπου ὑπάρχει ἡ πυκνοτέρα συγκοινωνία τῶν ἐντὸς τῆς πόλεως τράμ, ἀπὸ τὴν πλατεῖαν τῆς Λειψίας καὶ τὴν ὁδὸν τῆς Πότσδαμ, ὑπάρχει κυκλοφορία τριακονταπλασία, πεντηκονταπλασία ἀπὸ ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὰς ἐδῶ, καὶ ἐν τούτοις δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ διπλῆς γραμμῆς, διότι οὐδαμοῦ ἐπιτρέπεται τριπλῆ. Ἐπίσης εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῆται ἀσφαλτόστρωσις. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ τὸ ἀγνοοῦσιν· ἐν τούτοις ἐγὼ παρετήρησα εἰς διάφορα μέρη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τρὰμ πολὺ μεγαλείτερα ἀπ’ αὐτά—διότι ἔχουσι πλάτος ἑνὸς μέτρου—, νὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλτόστρωσις καὶ νὰ διατηρῆται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ βάρος τῶν ὀχημάτων. Τοῦτο ἠθέλησα ἀκριβῶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταγγείλω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων, ἐνῷ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ σύμβασις, ἐντούτοις ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ εἶναι ἡ ὁποία ἀμελεῖ καὶ ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ λέγῃ ὅτι θὰ δοκιμάσῃ. Εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ δοκιμάσῃ, καὶ θὰ δοκιμάσῃ ’ς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν! Σήμερον, ἐνῷ πρὸ δεκάδων ἐτῶν ὑπάρχουσιν ἠλεκτρικὰ τρὰμ καὶ τρέχουσιν εἰς τὰς ὁδούς, ἡ ἑταιρεία θέλει νὰ μάθῃ, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κρατήσῃ τὸ βάρος τῶν ὀχημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἔκαμε νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως γίνῃ δι’ ὀγκολίθων. Κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ τοιοῦτον δὲν ἐπιτρέπεται· θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη, καταπληκτική, ἡ διαφορὰ τῆς στρώσεως δι’ ἀσφάλτου ἢ δι’ ὀγκολίθων. Ἂς εὕρῃ οἱονδήποτε σύστημα θέλει ἡ ἑταιρεία, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ πολὺ περισσότερον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν παραβίασιν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καὶ ἄλλας παραβάσεις τῆς ἑταιρείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ σοβαρώτερον ἴσως ζήτημα δὲν τὸ ἔθιξε, τὸ τῆς μὴ διατηρήσεως τῶν ὁδῶν ἐν καλῇ καταστάσει εἰς τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία. Παρατηροῦμεν ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἡ ἑταιρεία ἐπισκευάζει δι’ ἁπλῆς ἐργασίας, θέτει ὀλίγους λίθους, ὀλίγα σκύρα μὲ ὀλίγον νερὸν καὶ χῶμα, μὲ ἕν φκιασίδωμα, τὸ ὁποῖον πατεῖ μὲ ἓν βάρος καὶ ἡ ἐργασία αὐτὴ καταστρέφεται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἐὰν εἶναι βαρεῖα ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ τῆς ἑταιρείας, νὰ διατηρήσῃ αὐτὰς τὰς ὁδούς, ὅπως τὰς κάμνει ὁ δῆμος, ἂς σκεφθῇ. Βεβαίως αὐταὶ εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας· ἐὰν δὲν εἶχε τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις καὶ τὰς μεγάλας ἐγκαταστάσεις, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἐπὶ 42 ἔτη νὰ εἰσπράττῃ τόσα πολλὰ χρήματα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰσέτι 14, διὰ νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ διαφόρων ἐπερωτήσεων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ὑπὸ κόπωσιν καὶ ἐρωτῶ, ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἢ νὰ διακόψωμεν.
§197Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι δυνατὸν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν νὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὸ βάρος μομφῆς ἀληθῶς βαρυτάτης, διότι μεγίστη εἶναι ἡ βαρύτης τοῦ διατυποῦντος τὴν μομφὴν ταύτην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἢ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπιβάλλουσι ταχίστην τὴν περάτωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου αὐτῆς.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§199Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ Προέδρου.
§201Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει ὑμᾶς, ὅπως συνεπεῖς καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Βουλῆς, μεταβάλητε τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας καὶ κανονίσητε, ὅπως ἐρχώμεθα ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς δευτέρας ἀπογευματινῆς ὥρας μέχρι τῆς ἐνάτης ἑσπερινῆς καὶ ἐργαζώμεθα, ἢ ἐρχόμενοι τὴν τετάρτην ὥραν νὰ διακόπτωμεν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§203Γ. ΠΩΠ. Ἕκαστος δ’ ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διαίτης αὐτοῦ καταλλήλως εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφήνηται ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς δυσφημήσεως.
§204Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν παρατηρουμένην ἔλλειψιν ἐργατικότητος ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Ἡμεῖς, ἂν καὶ μὴ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις πιστοὶ ἐντολοδόχοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴμεθα πρόθυμοι, ὅπως παραμείνωμεν μέχρι πρωίας, καὶ διευκολυνθῇ εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον, ἂν ἔχῃ τοιοῦτον ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ λύπης ὅμως παρατηρῶ προτροπάδην ἐγκαταλείποντας τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ αὐτοβούλως τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων.
§206Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶπον. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ τετάρτη ὥρα, ὡς μάλιστα αὐστηρῶς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τηρεῖται διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, εἶναι ἐπαρκής, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι λέγονται τὰ αὐτὰ πράγματα καλλίτερα ἐντὸς τοῦ τετάρτου τῆς ὥρας.
§208Γ. ΠΩΠ. Καὶ πάλιν μομφὴν ἀποτείνετε!
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· σύστασιν. Λοιπὸν συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 9 καὶ 5′ μ. μ.).